1892.06.25
1.785 στίχοι · 13.909 λέξεις · 15 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
τῆς 25 Ἰουνίου 1892.
(Πέμπτη)
Ὥρα 9 π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ λύπης ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν θάνατον καὶ ἑτέρου συναδέλφου, τοῦ ἐκ Καρδίτσης βουλευτοῦ καὶ ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς Ἀθανασίου Καζαμπάκα. Ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς διέταξα, ὅπως ἀποδοθῶσιν εἰς τὸν νεκρὸν αὐτοῦ αἱ δέουσαι καὶ ὀφειλόμεναι τιμαί· τετραμελὴς ἐπιτροπὴ Βουλευτῶν κατέθηκεν ἐπὶ τοῦ νεκροῦ αὐτοῦ στέφανον ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, τοῦ κ. Καλογεροπούλου προσφωνήσαντος· τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς παρεκάλεσα νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν κηδείαν του, τὸ δὲ Προεδρεῖον ἐν σώματι ἠκολούθησεν αὐτήν. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὰ μέτρα ταῦτα τοῦ Προεδρείου.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης Συνόδου.
§4ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, ἢ ἐπιθυμεῖ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ πρότερον ἡ ἔκθεσις;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ λοιπὸν καὶ διανεμηθῆ. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 82).
§8ΛΑΜΠΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ὅπως συνεννοηθῆτε μὲ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον διὰ τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», τὴν ὁποίαν κατὰ τὸν Κανονισμὸν δικαιούμεθα νὰ λαμβάνωμεν, καὶ ὅμως οὐδείς, πιστεύω, τῶν κυρίων συναδέλφων λαμβάνει.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω φροντίσει περὶ τούτου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν πρὸς ἐκλογὴν ἀντιπροέδρου, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρτι ἀποβιώσαντος βουλευτοῦ Καρδίτσης Ἀθανασίου Καζαμπάκα.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε αὔριον θέλει γείνῃ ἡ ἐκλογὴ αὕτη. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§12Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ φέρω ἐνώπιον ὑμῶν εἰσήγησιν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, εἰς ταύτην δὲ καὶ μόνην θέλω περιορίσει τὸν λόγον, διότι θεωρῶ, ὅτι κυρία ὑμῶν ἐντολὴ εἶναι αὕτη, νὰ μεριμνήσητε περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ καθεστῶτος, καὶ νὰ ἐργασθῆτε πρὸς ἀνόρθωσιν αὐτοῦ. Ἐξερχόμεθα πάντες ἀπὸ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, φέρομεν τοὺς τίτλους τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἔθνους ἐφ’ ἡμᾶς, ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν φέρομεν τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην μόνον καὶ κυρίως εἰς τὰ πρόσωπα ἡμῶν· τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην φέρομεν εἰς τὰς ἀρχὰς, εἰς τὴν πολιτικὴν, ἣν ἐπηγγελλόμεθα, ἡ πολιτικὴ δὲ αὕτη, ἡ πολιτική, εἰς ἣν ἀφεώρα ὁ λαὸς, ὅτε ἐψήφιζε πάντας ἡμᾶς, ἡ πολιτικὴ αὕτη ἦτο ἡ καθαρῶς οἰκονομική. Διότι ἐλέχθη, ὅτι καὶ περὶ ἄλλων ζητημάτων προέκειτο κατὰ τὰς ἐκλογὰς ταύτας· ἐλέχθη, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἔλυε καὶ ζητήματα συνταγματικά, ὡσανεὶ ὑπῆρχον ζητήματα συνταγματικὰ ἐν τούτῳ, ὅτι ἐκαλεῖτο ὁ λαὸς, ἵνα ἀποφανθῇ, ἐὰν ἐνέκρινε τὴν οἰκονομικὴν πορείαν τοῦ Κράτους, ἢ ἐὰν ἐθεώρει, ὅτι ἔπρεπεν αὕτη νὰ μεταβληθῇ, πρὸς σωτηρίαν τῶν κοινῶν. Ποῖος ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ, ὅτι τοιαύτη ἐρώτησις, ἀπευθυνομένη εἰς τὸν λαὸν ἐν καταστάσει πραγμάτων, ὁποίαν πάντες γινώσκομεν, ἀπετέλει τι ἔκρυθμον ἐν τῇ Πολιτείᾳ; Ἔκρυθμον ἐν τῇ Πολιτείᾳ θὰ ἦτο, ἐὰν δὲν ἀπηυθύνετο τοιαύτη ἐρώτησις εἰς τὸν λαὸν, ἐὰν ἐπετρέπετο εἰς τοὺς κυβερνῶντας καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐν τῇ πορείᾳ, ἥτις εἰς τὰ ὄμματα πάντων ἐξεδήλου, ὅτι τὸ Κράτος διέτρεχε τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων· ἔγκλημα θὰ ἦτο, ἐὰν ἐπετρέπετο ἀνεξέλεγκτος ἡ ἐξακολούθησις τοιαύτης καταστάσεως, ἔγκλημα θὰ ἦτο, ἐὰν εἶχέ τις τὸ δικαίωμα, ἵνα θέσῃ τέρμα εἰς αὐτὴν διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ λαοῦ, προκαλῶν τὴν παρέμβασιν ταύτην, καὶ μὴ ἐποιεῖτο χρῆσιν τῆς ἐξουσίας, τῆς ἐναποτεθειμένης ἐν αὐτῷ· ἐγεννᾶτο ἄρα ζήτημα, διότι τοιοῦτον θέμα προεβλήθη εἰς τὸν λαὸν, ἐν ἐξουσίᾳ συνταγματικῶς παρακεχωρημένῃ. Καλῶς ἐτέθη τὸ θέμα, ἐτέθη δὲ μόνον οἰκονομικὸν, καὶ μόνον ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους ὑπῆρξεν ὁμοφωνία ἐν τῷ λαῷ, ὁποίαν οὐδέποτε ἄλλοτε εἴδομεν ἐν ἐκλογαῖς. Οὐδέποτε ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἦλθον ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ἐν τοιαύτῃ πλειονότητι, ἐκπροσωποῦντες μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην περὶ τοῦ θέματος, περὶ οὗ ἐκλήθη ὁ λαὸς, ἵνα ἀποφανθῇ. Ὑπῆρχον καὶ ἄλλαι ἀνωμαλίαι ἐν τῷ Κράτει, ὑπῆρχον ἀνωμαλίαι παντὸς εἴδους, ἀλλ’ αἱ ἀνωμαλίαι ἐκεῖναι δὲν ἐπέτρεπον ἠθικῶς τὴν χρῆσιν τῆς ἐξουσίας τῆς ἐπικλήσεως τῆς παρεμβάσεως τοῦ Ἔθνους διὰ νέων ἐκλογῶν. Ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τῆς χώρας δὲν εἶχον ἀνωμάλως, ὡς εἶχον, καὶ ἂν μὴ ὑπῆρχε γνώμη παρὰ πᾶσι, καὶ γνώμη βάσιμος, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη ὠφείλετο εἰς κυβερνητικὴν καὶ εἰς βουλευτικὴν ἀβουλίαν, δὲν θὰ ἐπετρέπετο νὰ γένηται χρῆσις τῆς ἐξουσίας, εἰς ἣν ὀφείλεται ἡ παρουσία ἡμῶν ἐνταῦθα, δὲν θὰ ἐπετρέπετο, διότι ἡ ἐξουσία εἶναι ἀπόλυτος ἐν τῷ γράμματι, ἀλλ’ εἶναι λίαν περιωρισμένη ἐν τῷ πνεύματι. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος πράγματα, ἐπιβάλλοντα, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς τὸ Ἔθνος ἡ πρόνοια περὶ σωτηρίας, θὰ ἐξηκολούθει ἡ Βουλὴ, ἡ παρελθοῦσα, τὴν πορείαν αὐτῆς, καίτοι ἡ πορεία αὐτῆς ἔφερε σπουδαίας ζημίας εἰς τὸ Κράτος, ἐν παντὶ κλάδῳ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς διοικήσεως. Διότι τὸ Κράτος ἡμῶν κυβερνᾶται καὶ θέλει νὰ κυβερνᾶται καὶ πρέπει νὰ κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς, καὶ ἐφ’ ὅσον κυβερνᾶται κοινοβουλευτικῶς, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ καθορίζουσα τὴν διεύθυνσιν, ἐν ᾗ ὀφείλει νὰ πορεύηται τὸ Κράτος. Μόνον ὅταν ἡ πλειονοψηφία, τυφλώττουσα ἀπέναντι τῶν πραγμάτων, φέρῃ εἰς κίνδυνον περὶ τῶν ὅλων τὴν Πολιτείαν, μόνον τότε ἐπιτρέπεται νὰ γένηται χρῆσις ἐξουσίας κατὰ τὸ γράμμα ἀπολύτου, ἐν τῷ πνεύματι ὅμως λίαν στενὴν ἐχούσης τὴν περιφέρειαν. Οὐδέποτε δὲ παρουσιάσθη περίστασις τοσοῦτον τρανῶς ἐπιβάλλουσα, ὅπως γένηται χρῆσις τῆς ἐξουσίας ἐκείνης. Καὶ ἐγένετο χρῆσις αὐτῆς, καὶ ἤλθετε ἐνταῦθα, καὶ ἤλθετε φέροντες ἐντολὴν νὰ φροντίσητε, εὐθὺς ὡς συνέλθητε, περὶ ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν. Καὶ ἔρχομαι ἐγὼ, εἰσηγητὴς παρ’ ὑμῶν ἐνδειχθεὶς, ἵνα ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς τὰ μέτρα, δι’ ὧν οὐ μόνον φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον ὅτι δυνάμεθα, νὰ ἀνορθώσωμεν τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας. Εἰσηγούμενος τὰ τῶν οἰκονομικῶν, θέλω περιορίσει τὸν λόγον, ὅσον ἐνδέχεται περὶ τοιούτων, διότι τὰ οἰκονομικὰ ἐπεκτείνονται ἐπὶ πᾶσαν τὴν δρᾶσιν τῆς χώρας, ἀλλὰ θέλω φροντίσει, ὅσον εἶναι δυνατὸν, νὰ περιορίσω τὸν λόγον εἰς μόνον τὸ καθαρῶς πραγματικὸν καὶ οἰκονομικὸν θέμα, ἰδίως θέλω φροντίσει νὰ ἀποχωρίσω ἀπ’ αὐτοῦ πᾶν τὸ προσωπικὸν καὶ τὸ κομματικόν. Διότι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ κομματικὴ ἐνέργεια εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν Πολιτείαν, τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ἡ κομματικὴ ἐνέργεια εἶναι ἡ βάσις τῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν, ἡ κομματικὴ ἐνέργεια εἶναι ἡ ὠργανωμένη ἐνέργεια, καὶ ἡ ἐκτὸς τῶν κομμάτων, ἡ ἐναντίον τῶν κομμάτων ἐνέργεια, εἶναι ἐνέργεια ἀναρχική. Ἀλλὰ καὶ ἡ κομματικὴ ἐνέργεια ἔχει τὸν κύκλον τῆς ἐνεργείας αὑτῆς, ὑπάρχουσι δὲ θέματα ἀνεξάρτητα πάσης προσωπικῆς σκέψεως, πάσης προσωπικῆς κλίσεως, ἀνεξάρτητα παντὸς κομματικοῦ συμφέροντος καὶ πάσης κομματικῆς παραδόσεως. Τὰ ζητήματα τὰ οἰκονομικὰ ἐν τῇ γενικῇ αὑτῶν ἐννοίᾳ, ἰδίως μάλιστα ὅταν ἐξ αὐτῶν ἐξήρτηται ἡ κανονικὴ λειτουργία τῶν τοῦ Κράτους, τὰ ζητήματα τὰ οἰκονομικὰ εἶναι ἐξόχως πραγματικά, ὡς τοιαῦτα δὲ θέλω ἐξετάσει τὰ ζητήματα, τὰ προβάλλοντα σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν. Ἐν τῇ βασάνῳ, εἰς ἣν προκαλεῖσθε καὶ ὑμεῖς νὰ συμπράξητε μετ’ ἐμοῦ, θέλω φέρει τὸ ζήτημα καθαρῶς πραγματικὸν ἐνώπιον ὑμῶν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι πάντες, καὶ αὐτοὶ οἱ προσωπικῶς διϊστάμενοι, καὶ αὐτοὶ οἱ κομματικῶς διϊστάμενοι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου θέλουσι θεωρήσει, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωσι κατὰ μέρος τὰς προσωπικὰς καὶ τὰς κομματικὰς αὑτῶν διαφωνίας. Διότι τοῦτο ὑπῆρξε τὸ μέγα δυστύχημα τῆς Ἑλλάδος οἰκονομικῶς. Τὸ μέγα δυστύχημα τῆς Ἑλλάδος οἰκονομικῶς εἶναι, ὅτι δὲν ἐνοήθη ὑπὸ τῶν προσώπων καὶ ὑπὸ τῶν κομμάτων, ὅτι ὑπάρχουσιν οἰκονομικαὶ ἀλήθειαι, ἐπιβαλλόμεναι εἰς πάντας. Ὑπῆρξαν κόμματα, ἅτινα ἔλεγον, ὅτι μόνη αὑτῶν ἀρχὴ εἶναι νὰ πράττωσιν ἐν παντὶ τὰ ἐναντία ὅσων πράττει τὸ ἕτερον κόμμα. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοιαύτης ἀρχῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀνατρέπωνται περιοδικῶς τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, διότι εἶναι ἀδύνατον περιοδικῶς νὰ μὴ ἔχωμεν κομματικὰς μεταλλαγάς. Ἐὰν λειτουργῇ τὸ πολίτευμα, τὰ κόμματα δὲν δύνανται ἐπὶ πολὺ νὰ διέπωσι τὰ τῆς Πολιτείας, ἀπαισία δὲ εἶναι ἡ ὑπὸ κόμματος ἀναγγελία, ὅτι, ὅταν αὐτὸ ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα, θὰ πολεμήσῃ πᾶν τὸ γενόμενον, ὄχι διότι δὲν ἀποδέχεται αὐτὸ, ὄχι διότι ἀποδέχεται ἄλλο, ἀλλὰ διότι, μηδὲν αὐτὸ ἀποδεχόμενον καὶ μηδὲν δυνάμενον νὰ ἐπαγγείληται πρὸς τὸ ἔθνος, οὐδεμίαν ἄλλην δύναται νὰ προτάξῃ ἀρχὴν, εἰμὴ μόνον τὴν ἀρχὴν, ὅτι θέλει καταῤῥίψει πᾶν ὅ,τι τὸ ἀντίθετον κόμμα ἐνεκαίνισεν. Ἐκ τούτου προῆλθον τὰ οἰκονομικὰ δεινὰ τὰ ἐν τῷ παρελθόντι, ὅτι δὲν ἐγένετο διάκρισις μεταξὺ τῶν θεμάτων, τῶν κανονιζομένων ἐξ ἀληθειῶν διαρκῶν καὶ ἀσχέτων πρὸς τὰ πράγματα τὰ συγκεκριμένα, καὶ θεμάτων ἄλλων, σχετιζομένων ἀμέσως πρὸς τὰς περιστάσεις, καὶ ἐφ’ ὧν ἐπιτρέπεται καὶ εἰς τὰ πρόσωπα καὶ εἰς τὰ κόμματα νὰ ἀκολουθῶσι πολιτικὴν ἐκ παραδόσεων, ἢ πολιτικὴν ἐξ ἰδιοῤῥύθμων πεποιθήσεων ὑπαγορευομένην. Θέλω λοιπὸν ἐξετάσει ἐνώπιον ὑμῶν σήμερον τὰ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας τῆς οἰκονομικῆς, ἵνα ἴδωμεν ὁμοῦ, ποῦ ἐνέκειτο τὸ κακὸν, ἐξ οὗ προέκυψαν οἱ κίνδυνοι, καὶ ἐὰν τὸ κακὸν τοῦτο ἐνέκειτο ἀθεράπευτον ἐν τῇ φύσει τῶν πραγμάτων, ἢ ἐὰν ἦτο ἐκδήλωσις ἀνωμαλίας τινὸς ἐν τῷ ὀργανισμῷ τῆς χώρας, δυναμένης εἴτε δι’ ἐκτάκτων, εἴτε διὰ τακτικῶν μέσων νὰ θεραπευθῇ· διότι ἐγὼ φρονῶ περὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἡμῶν, ὅτι αἱ ἀνωμαλίαι, αἵτινες ἤγαγον τὴν χώραν, εἰς ὃ σημεῖον οἰκονομικῶς σήμερον εὑρίσκεται, δὲν ἐδέοντο κἂν ἐν τῇ ἀρχῇ αὐτῶν ἐκτάκτων μέσων πρὸς θεραπείαν, ὅτι ἦσαν ἐκ τῶν συμπτωμάτων, ἅτινα ἀπανταχοῦ ἀναφαίνονται κατὰ τὰς περιτροπὰς τοῦ κοινωνικοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ βίου τῶν ἐθνῶν, σχετιζόμενα μάλιστα καὶ πρὸς περιστάσεις τῆς ἐκτὸς αὐτῶν δράσεως. Ἐπῆλθον παρ’ ἡμῖν δυσχέρειαί τινες οἰκονομικαί, παραστηθεῖσαι παρὰ τῶν φερόντων τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ προλήψει τῶν συνεπειῶν αὐτῶν ὡς συνέπειαι περιστάσεων ἐκτὸς ἡμῶν κειμένων. Καὶ κατὰ πόσον μὲν αἱ περιστάσεις, αἵτινες προεκάλουν τὸ ἔκρυθμον τῆς καταστάσεως ἐν τῇ χώρᾳ, ἦσάν τινες, ἢ πᾶσαι, ἐκτὸς ἡμῶν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπίκαιρον νὰ ἐξετάσω, ἀλλ’ ὅ,τι ὀφείλω νὰ ἐξετάσω εἶναι, ἐὰν ἐν ἀρχῇ τῶν ἀνωμαλιῶν ἦτο εὐχερὴς ἡ θεραπεία, ἐὰν μάλιστα διὰ συνετῆς καὶ προνοητικῆς ἐργασίας δὲν θὰ ἀπεσοβεῖτο πᾶσα ἀνωμαλία, ἐπὶ τοσοῦτον μάλιστα, ὥστε οἱ μὴ ἔχοντες ἀφορμὴν νὰ καταγίνωνται εἰς τὸ ζήτημα, οὐδὲ θὰ εἶχον εἴδησιν, ὅτι ὑπῆρξαν δυσχέρειαι καὶ κίνδυνοι ἀποσοβηθέντες. Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν, πῶς εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ μεταβολή, ἥτις σήμερον χαρακτηρίζεται ὡς ἀπότομον διάκρισιν ποιουμένη μεταξὺ τῆς προηγουμένης καὶ τῆς μετ’ αὐτὴν ἐποχῆς. Καὶ πότε ἀκριβῶς εὑρίσκομεν ἐπελθοῦσαν τὴν διάκρισιν ταύτην; Εὑρίσκομεν ἀκριβῶς τὴν διάκρισιν ἐπελθοῦσαν, ὅτε μία πολιτικὴ ὑπεχώρησεν εἰς ἄλλην πολιτικὴν, ὅτε προσκληθεῖσα εἰς τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἔθνους, ὑπεχώρησεν ἡ πολιτική, ἥτις ἐπὶ τέσσαρα καὶ πλέον ἔτη εἶχεν ἐργασθῆ πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἀπὸ καταστάσεως λίαν ἐκρύθμου, συνεπείᾳ ἐπιστρατεύσεως καὶ τῶν ἐκ ταύτης δυσχερειῶν. Ἡ ἐπὶ τετραετίαν δρᾶσις τῆς πολιτικῆς ἐκείνης εἶχε φέρει τὰ πράγματα εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε συζητοῦντες οἱ ἐναντίοι τῶν τότε διεπόντων τὰ πράγματα πρὸς αὐτοὺς, ἐπέκρινον αὐτὴν, διότι ἐν ἀρχῇ τῆς δράσεως δὲν εἶχον πράξει ὅσα ἠδύναντο νὰ ἐπιτελῶσι πρὸς τὸ τέλος τῆς δράσεως, λησμονοῦντες ὅτι ἡ κατάστασις, ἐξ ἧς ὡρμήθησαν πρὸς διαῤῥύθμισιν τοῦ καθεστῶτος, ἦτο ὅλως διάφορος τῆς ἐν τῷ τέλει τῆς Περιόδου ὑφισταμένης, Ἐπικρίσεις ἐγένοντο καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε, διότι, εὐθὺς κατόπιν τῆς ἐπιστρατεύσεως ἀναλαβοῦσα τὴν ἀρχὴν, προέβη εἰς σύναψιν δανείων ἐπὶ τόκῳ 8%, ὅτι προέβη εἰς σύναψιν δανείων ὑπὸ ὅρους, οἵτινες κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγίνετο ἡ συζήτησις, τουτέστι κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεως τῶν τότε διεπόντων τὰ κοινὰ, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐθεωροῦντο ὅλως ἔκρυθμοι καὶ ἀπαράδεκτοι. Ἀλλὰ διατὶ τότε ἐθεωροῦντο οἱ ὅροι ἐκεῖνοι ὅλως ἔκρυθμοι καὶ ἀπαράδεκτοι; Διότι χάρις εἰς τὴν κυβερνητικὴν πορείαν τὴν συνεχῆ, τὴν ἐν ἀρτίῳ σχεδίῳ, τὴν ἐπίμονον, εἶχεν ἐπιτευχθῆ, ἵνα προαχθῇ ἡ πίστις τῆς χώρας εἰς σημεῖον, ὅπερ οὐδέποτε ἄλλοτε εἶχε προσεγγίσει, ἵνα ταχθῇ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν παράλληλον τῆς πίστεως μεγάλων ἐθνῶν· διότι τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα πολιτικῆς ἐν ὑγιεῖ σχεδίῳ διεξαγομένης, ὥστε προάγεται ἐξ αὐτῆς ὁμαλῶς καθεστὼς τοσοῦτον πάγιον, ὥστε οἱ ἐν αὐτῷ βιοῦντες, λησμονοῦντες, τὴν ἀφετηρίαν, θεωροῦσι τὸ καθεστὼς τοῦτο ὡς τὸ φύσει ἁρμόζον εἰς τὴν χώραν καὶ προαχθὲν ἐν αὐτῇ αὐτομάτως, μηδὲν ὀφεῖλον εἰς τὸ σύστημα, οὗτινος ἡ ἐπίμονος ἐφαρμογὴ τοιούτους ἐπήνεγκε καρπούς. Καὶ σήμερον ἔχει τὰς αὐτὰς καὶ ἄλλοτε πεποιθήσεις, παραλαμβάνουσα ἡ Κυβέρνησις τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἐν θέσει κακῇ, δὲν λέγω χείρονι, ἀλλ’ ὁμοίᾳ τῆς παρουσιαζομένης κατὰ τὸ 1886, ὅτε ἡ αὐτὴ πολιτικὴ παρελάμβανε τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας. Αἱ δυσχέρειαι εἶναι περίπου αἱ αὐταὶ, ἀλλ’ ὅπως τότε ἐφθάσαμεν ἕως τοῦ ἀνωτάτου σημείου τῶν προσδοκιῶν ἡμῶν δι’ ἐπιμόνου καὶ συναφοῦς ἐργασίας, οὕτω καὶ σήμερον πεποίθαμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Στηρίζομεν δὲ τὴν πεποίθησιν ταύτην ἐν ἄλλοις καὶ εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν, ἥτις οὐδόλως ἐπεβάλλετο ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ ἥτις προῆλθεν ἐξ ἁπλῆς τυφλώσεως τῶν καθῆκον ἐχόντων νὰ ἀντιλαμβάνωνται τῶν συμβαινόντων καὶ νὰ προνοῶσι περὶ προλήψεως τῶν ἐπιζημίων συνεπειῶν αὐτῶν. Ὅτε κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις τῆς προηγουμένης Βουλῆς, ἀγορεύοντες ἐντεῦθεν οἱ τοῦ συστήματος ἡμῶν, παρίστανον τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἐν ταῖς προτάσεσι τῆς τότε Κυβερνήσεως ὡς παρουσιάζοντα ἐλλείμματα σπουδαιότατα, ἠκούοντο φωναὶ παρὰ τῶν τότε πλειονοψηφούντων καὶ ὑποστηριζόντων τὴν πολιτικὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἠκούοντο φωναὶ, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῶν, τὴν ὁποίαν ἐπεκρίνομεν, ἦτο ἡ ἡμετέρα πολιτικὴ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον κατεδεικνύετο, ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον μετὰ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος ἀνεβιβάζετο εἰς 27 ἑκατομμύρια, ἄνευ δὲ διαφορᾶς συναλλάγματος, κατὰ τὸ σύστημα τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, ἀνεβιβάζετο εἰς 18 ἑκατομμύρια, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο θὰ ὑπῆρχε, καὶ ἂν ἡμεῖς ἐφηρμόζομεν τὰς ἡμετέρας ἀρχάς. Τοῦτο ἐθεώρουν πάντες οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες ὡς αὐταπόδεικτον, ἡ τοιαύτη δὲ σκέψις αὐτῶν μαρτυρεῖ, πόσον ἦσαν ἀνεπαρκεῖς εἰς ἀντίληψιν τῆς καταστάσεως. Οὐδὲν τρανώτερον εἰς τὸν μελετῶντα ὀλίγον τὰ πράγματα, εἰς τὸν ὀλίγον παρακολουθήσαντα τὰ συμβάντα ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς τελευταίας, οὐδὲν τρανώτερον τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ κατάστασις αὕτη ἤθελε προληφθῆ παρ’ ἡμῶν, ἐὰν ἡμεῖς εἰσηγούμεθα τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς κατόπιν. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ φέρων τὸ ἔλλειμμα, ἄνευ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, τῶν 18 ἑκατομμυρίων, ἐὰν παρ’ ἡμῶν εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἤθελε φέρει ἔλλειμμα, καὶ τοῦτο ἦτο πρόδηλον εἰς πάντα τὸν ἐξετάζοντα αὐτὰ ταῦτα τὰ προταθέντα παρ’ ἡμῶν ἐν τῇ προπαρελθούσῃ Βουλῇ. Τίς ἀγνοεῖ ἐκ τῶν πολιτευομένων ἀπὸ χρόνων, ὅτι ἡμεῖς ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ εἴχομεν παραστήσει, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῶσιν αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, διότι ὑπῆρχον λόγοι ἐπιβλητικοὶ πρὸς ἀνάπτυξιν αὐτῶν ἐν κλάδοις τισὶ, καὶ ὅτι ἔπρεπεν ἡ ἀνάπτυξις αὕτη νὰ εὕρῃ ἀντισήκωμα ἐν περιορισμῷ ἀλλαχοῦ; Εἴχομεν εἴπει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἀφοῦ τοσαύτην ἔλαβεν ἀνάπτυξιν ἡ ἐργασία πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας τῆς χώρας, ἐξακολουθοῦσα ἔτι πυρετωδῶς, ἔπρεπε νὰ ἀνακοπῇ ἡ ἐργασία πρὸς τὴν συνήθη ὁδοποιΐαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῶσιν ἀμφότεραι αἱ ἐργασίαι συγχρόνως, ἔπρεπε δὲ τὰ τῆς ὁδοποιΐας νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὰ τῆς συντηρήσεως τῶν κατασκευασθεισῶν ὁδῶν, ἢ τῆς συμπληρώσεως τῶν ἀτελῶν καὶ εἰς μικρὰς δαπάνας ἄλλων συμπληρωτικῶν ἔργων, ὅπως τὸ περίσσευμα ἐκ δύο ἑκατομμυρίων διατίθηται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν κενῶν, ἅτινα ἐδημιούργει ἡ ἀνάπτυξις τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας. Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν συγκοινωνίας ἐφρονοῦμεν ἡμεῖς, ὅτι ἔπρεπε καὶ ἐκεῖ νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τῆς καταστάσεως, ἣν ἐδημιούργησεν ἡ ἀναπτυχθεῖσα ἐν τῇ χώρᾳ συγκοινωνία, ἵνα παύσῃ χορήγημα, ἐγκριθὲν ἄλλοτε, ὅτε ἡ κατὰ θάλασσαν συγκοινωνία δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπηρετηθῇ διὰ τοῦ αὐτοπροαιρέτου συναγωνισμοῦ τῶν ἑταιριῶν, ὡς συμβαίνει σήμερον, ἐνῷ δὲ ἔληγεν ἡ διάρκεια τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους πρὸς τὴν ἑταιρίαν, οὐ μόνον δὲν ἐσκέπτετο ἡ Κυβέρνησις πῶς ν’ ἀπαλλάξῃ ἡμᾶς τὸ ταχύτερον ἀπὸ τῶν τοιούτων ἐπιβλαβῶν πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ναυτιλίαν ὑποχρεώσεων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἔλαβεν ἄδειαν, ἵνα παρατείνῃ χορήγημα οὕτως ἐπιβλαβῶς συντελοῦν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῶν δυσχερειῶν τοῦ Δημοσίου! Ὅλοι γινώσκετε ἐν τίσιν ὅροις διεξήγοντο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς πολιτικῆς ἡμῶν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ ἀπολογισμοὶ πρόκεινται ἐνώπιον ἡμῶν μάρτυρες, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐβάρυνε τὸ Κράτος πλέον τῶν 15,700,000 ἢ 16,000,000, καὶ ὅμως ἡ διαδεχθεῖσα ἡμᾶς πολιτικὴ ἐπεβάρυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ δύο ἐπὶ πλέον ἑκατομμύρια. Ἐν πᾶσι τοῖς Ὑπουργείοις, ἐπικρατούσης τῆς πολιτικῆς ταύτης, φαίνεται διαπνέουσα ἡ πεποίθησις, ὅτι διετέλει ἡ Ἑλλὰς ἐν καταστάσει οἰκονομικῆς εὐεξίας τοιαύτης, ὥστε οὐδεὶς ὑπηγορεύετο περιορισμὸς εἰς τὴν πρὸς τὰς δαπάνας ἔφεσιν· οὕτως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνασυνιστῶντο τὰ Ἐπαρχεῖα, ἀπεσπᾶτο πάλιν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἡ ὑπηρεσία τῆς καταδιώξεως κατὰ θάλασσαν τῆς λαθρεμπορίας καὶ ὑπήγετο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ σπουδαίᾳ αὐξήσει τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους· οὕτω προεβάλλοντο προτάσεις περὶ αὐξήσεως μισθῶν, καὶ ἄλλαι μὲν ἐψηφίζοντο, ἄλλαι δὲ δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ψηφισθῶσιν, ἐπελθούσης τῆς ἐκκλήσεως πρὸς τὸ Ἔθνος, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τῆς τότε πολιτικῆς. Ἐγένοντο δαπάναι ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ἄλλαι, ἀντίθετοι πρὸς τὸ πνεῦμα, ὅπερ διεῖπε τὴν προηγουμένην οἰκονομικὴν πολιτικήν, δὲν ἦτο δὲ παράδοξον, ἐὰν ἐκ τούτων ἐγένοντο ἐλλείμματα, ὁποῖα παρέστησα· ἀλλὰ πλὴν τῶν δαπανῶν τούτων συνετέλει προσέτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν καθυστέρησιν, ἣν ἐξέθηκα, τῶν ἐσόδων πρὸς τὰς δαπάνας, ἐφαρμόζουσα τὴν πολιτικὴν, ἣν εἶχεν ἀνέκαθεν κηρύξει, τῆς ἄρδην καταστροφῆς παντὸς τοῦ ὑπὸ τῶν προκατόχων αὐτῆς γενομένου, καὶ ὑποσκάπτουσα αὐτὰ τὰ θεμέλια τῶν οἰκονομικῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ εἶχε φθάσει εἰς ἀπόδοσιν ἐπὶ ὀκάδων 930,000 ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις, τουτέστιν ἐπὶ ποσοῦ καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου 7,800,000 δραχμῶν· τὸ σύστημα τοῦτο ἐθεώρησεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅτι ἔπρεπε διὰ παντὸς τρόπου νὰ πολεμήσῃ καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει, καὶ νομοθετικῶς καταργοῦσα αὐτὸ καὶ εἰσάγουσα ἕτερον σύστημα ἀμελέτητον, ὡς ὡμολόγησεν ἡ ἰδία, διότι ὀλίγας ἑβδομάδας μετὰ τὴν ψήφισιν εἰσήγαγεν ἕτερον σύστημα ἀντίθετον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔφθασε νὰ ψηφισθῇ· οὕτω δὲ, ἀντὶ προσόδου 7,800,000 δραχμῶν, περιωρίσθη ἡ πρόσοδος εἰς 5 μόλις ἑκατομμύρια, τουτέστι προέκυψε ζημία 2 καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίων καὶ πλέον. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν γένει πολιτικὴ ἔσχε καὶ αὐτὴ ἀποτελέσματα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ θετικὰ, ἀναμφήριστα, καίπερ μὴ ἀναγεγραμμένα ἐν ἄρθροις καὶ ἐδαφίοις. Δέκα ἑκατομμύρια, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα, ἀποτείνονται εἰς μεταλλικὸν νόμισμα, ἢ εἰς τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ ἐν χαρτίνῳ νομίσματι, δι’ αὐτῶν πληρόνονται προμήθειαι γαιανθράκων, τροφῶν, ἱματισμοῦ, ὁπλισμοῦ καὶ ἐξαρτήσεως, εἰδῶν μονοπωλίου καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀκριβὴς ὑπολογισμὸς τῶν τοιούτων φερουσῶν χαρακτῆρα πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ φέρει τὸ ποσὸν εἰς 10 ἑκατομμύρια, ὅταν δὲ τὸ συνάλλαγμα ἔφθασε μέχρι 50% καὶ 55%, ποία ἦτο ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης ἐκ τῶν κεφαλαίων τούτων; ἦτο 5,500,000. Ἀλλὰ καὶ ἂν μὴ ὑπολογίσητε ἐπὶ τῶν 55%, ἥτις ἦτο ἡ τελευταία κατάστασις, ἂν λάβωμεν τὴν κατάστασιν τὴν ἀμέσως προηγουμένην, εἰς ἣν καὶ ἤδη ἐπανήλθομεν, τῶν 40%, ἰδοὺ 4 ἑκατομμυρίων διαφορά. Τοιαύτη διαφορὰ δὲν θὰ ὑφίστατο ὑπὸ τὴν πολιτικὴν τὴν προηγουμένην· τοῦτο δὲ δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ λέγοντες, ὅτι τὸ ἔλλειμμα παρουσιάζετο, διότι παρεδέχθησαν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν. Ἐὰν παρεδέχοντο τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, διαφορὰ συναλλάγματος δὲν θὰ ὑπῆρχεν, εἰμὴ ἡ ἀποῤῥέουσα ἐκ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, διότι, ἐφ’ ὅσον ἐφηρμόζετο ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος ἀπαύστως ἔβαινεν ἐλαττουμένη. Εἴχομεν παραλάβει τὸ συνάλλαγμα ἐν ὑπερτιμήσει 30%, καὶ εἴχομεν φέρει αὐτὸ εἰς ὑπερτίμησιν 20% κατὰ μέσον ὅρον, διότι καὶ εἰς τὰ 17% εἶχε κατέλθει, καὶ ἠδύνατο νὰ κατέλθῃ καὶ ἔτι πλέον, ἐὰν ἐθεωρεῖτο συμφέρον ταχεῖ τῷ βήματι νὰ βαίνωμεν πρὸς τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος πρὸς τὸ χάρτινον. Ὅτε ὅμως τὴν πολιτικὴν ταύτην ἐπολέμουν οἱ τὰ ἀντίθετα ἡμῶν φρονοῦντες, παρίστων τὰ παρ’ ἡμῶν γενόμενα ὡς μέτρα μὴ στηριζόμενα ἐπὶ ἀρχῶν, ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ σκοποῦντα μόνον νὰ καλύψωσι τὴν κατάστασιν διὰ ψευδῶν παραστάσεων· οἱ δὲ ταῦτα λέγοντες καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς αὑτῶν, ἤρχοντο κατόπιν ὡς Ὑπουργοί, καὶ μάλιστα Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, θεωροῦντες τὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὡς πολιτικὴν Κράτους ἐχθροῦ, τὴν ὁποίαν ὤφειλον διὰ διαστροφῶν νὰ παραστήσωσιν εἰς τὸν ἔξω κόσμον ὡς κακῆς πίστεως, ὡς μηδεμίαν πρεσβεύουσαν ἀρχήν....
§13ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .. καὶ μὴ γινώσκοντες ποῦ ἐβάδιζον. Ὅτε ταῦτα Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὰς ἀγορὰς τοῦ ξένου κόσμου ἔλεγεν, ὅτε ταῦτα προσεπάθει νὰ κυρώσῃ, ἐπιδεικνύων τὸ εὐχερὲς τῆς ἀγορᾶς συναλλάγματος, ὅπως οὐχὶ διὰ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, ἀλλὰ διὰ πραγματικοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος ἐκτελῇ τὰς πληρωμὰς, καὶ παταγωδῶς ἀνεκοίνου, ὅτι ἐγένετο ἔναρξις ἀποστολῆς ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἐπρόκειτο δὲ νὰ ἀποστείλῃ καὶ ἕτερα ἐννέα ἢ δέκα, ὅτε δὲ ἔφθασαν εἰς τὰ δύο, ἠναγκάσθη νὰ σταματήσῃ ἐνώπιον τῆς ῥαγδαίας αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, μετὰ τοιαύτας ἐνεργείας, τίς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ πεποίθησιν οἰκονομικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα; Καὶ ἦτο δυνατὸν ἡ πίστις νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἔδαφος εἰς ἀναστήλωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως παρ’ ἡμῖν; Ἦτο δυνατὸν, ὅτε ὁ κάτοικος τῆς Εὐρώπης, τεταραγμένος ἐκ τῶν συμβαινόντων ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ἐκ δυστυχημάτων οἰκονομικῶν τῶν Κρατῶν ἐκείνων, ἔβλεπεν ἐν Ἑλλάδι τὰ αὐτὰ συμβαίνοντα, ἦτο δυνατὸν τὸ κοινὸν τῆς Εὐρώπης νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ταῦτα συνέβαινον οὐχὶ ἐκ πραγματικῆς ἀνάγκης, ἀλλὰ διότι ἀνῆλθον, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἰς τὴν ἀρχὴν πρόσωπα, μόνον σκοπὸν προτιθέμενα νὰ ἀνατρέψωσι τὰ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως γενόμενα, καὶ ἐπειδὴ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἀνορθώσει τὴν πίστιν τῆς χώρας, ἔπρεπεν αὐτοὶ νὰ τὴν ἀνατρέψωσι; Καὶ ὅμως, Κύριοι, οὕτως εἶχον τὰ πράγματα. Οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἐκ τῶν πραγμάτων λόγος τῶν δυσχερειῶν, καὶ οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ἵνα ληφθῶσι τὰ μέτρα, ἅτινα τότε ἐλήφθησαν, αἱ δὲ ἐξωτερικαὶ δυσχέρειαι, ἡ δυσπιστία ἡ γεννηθεῖσα πρὸς τὰ Κράτη, τῶν ὁποίων τὰ οἰκονομικὰ ἦσαν ἀνώμαλα, οὐ μόνον δὲν ἤθελεν ἐπιζημίως ἐπιδράσει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἤθελεν ἐπιδράσει ἐπωφελῶς, ἐὰν ὑπῆρχον ἐν τῇ Κυβερνήσει ἄνδρες ἔχοντες τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀνεῳγμένους καὶ ἱκανοὺς, ἵνα ἀντιληφθῶσι τῆς ἐννοίας τῶν συμβαινόντων. Ὅτε τεταραγμέναι αἱ ἀγοραὶ ἐπὶ τοῖς συμβαίνουσιν, ὅτι βλέπουσαι Κράτη μικρὰ οἰκονομικῶς, τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου δίδοντα σημεῖα στενοχωρίας, ἔστρεφον τὸ βλέμμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐν ᾗ προθύμως ἤθελον διαθέσει μέρος τοῦ χρήματος τοῦ ἀποσυρομένου ἐκ τῶν ἄλλων ἀγορῶν, διότι τὸ χρῆμα, τὸ ἐν τοιούτοις Κράτεσι διατιθέμενον, δὲν εὑρίσκει ἱκανοποίησιν ἐν Κράτεσιν ἀνωτάτης οἰκονομικῆς περιωπῆς, ὅτε αἱ ἀγοραὶ ἔστρεφον τὸ βλέμμα εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς ἀπασχόλησιν τοῦ ἀδιαθέτου χρήματος, ἀντὶ ὑποδοχῆς, τὸ χρῆμα ἔτυχεν ἀποκρούσεως, διὰ τὴν ἀβουλίαν τῶν διεπόντων τὰ καθ’ ἡμᾶς, οἵτινες κατώρθωσαν, ἄνευ ἀνάγκης, ἄνευ οὐδενὸς λόγου, νὰ διαπιστωθῇ, ὅτι ἀνήκει καὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν Κρατῶν, τῶν χαρακτηρισθέντων ὡς οἰκονομικῶς σαθρῶν. Κατελέχθη ἄρα καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ οἰκονομικῇ ταξινομήσει τῶν ἐθνῶν μεταξὺ τῶν διατελούντων ἐν στενοχωρίᾳ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, καὶ ἕνεκα τῶν περιστάσεων τῶν τότε ὑπέστημεν ζημίαν μεγαλειτέραν, ἧς ἠθέλομεν ὑποστῆ, ἐὰν ἀλλοῖαι ἦσαν αἱ ἐξωτερικαὶ περιστάσεις. Ἀλλὰ δὲν ἐδημιούργησαν τὸ κακὸν αἱ ἐξωτερικαὶ περιστάσεις· αὗται συνετέλεσαν εἰς ἐπίτασιν τοῦ κακοῦ, ὅπερ ἐδημιούργησεν ἄνευ ἀνάγκης ἡ ἀνεπάρκεια τῶν τότε κυβερνητῶν. Αἱ δυσχέρειαι αἱ ἐξωτερικαὶ ἤθελον φέρει ὠφέλειαν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ἐὰν διῳκούμεθα οἰκονομικῶς ὡς ἔπρεπε, διότι, οὕτω διοικούμενοι, δὲν ἠθέλομεν διατελεῖ ἐν στενοχωρίᾳ, ἥτις δὲν ἀποῤῥέει σήμερον ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς ἐλλείψεως προνοίας τῶν κυβερνητῶν. Ποῖα ἐκ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἀπηρίθμησα πρὸ ὀλίγου, δὲν θὰ ἐλαμβάνοντο, ἐὰν μὴ μεταβάλλετο ἡ πολιτικὴ κατόπιν τῶν προτελευταίων ἐκλογῶν; Ὑπῆρχε δυσχέρεια, ἵνα ληφθῇ τὸ μέτρον περὶ τῆς ὁδοποιίας, ἢ τὸ περὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας; Ὑπῆρχε δυσχέρεια, ἵνα τὰ ἔξοδα τοῦ στρατοῦ περιορισθῶσι κατὰ 2,000,000, ὡς ἐκανονίζοντο ἕως τοῦ χρόνου ἐκείνου; Ὑπῆρχε δυσχέρεια, ἵνα μὴ ἀνασυσταθῶσι τὰ Ἐπαρχεῖα, ἵνα μὴ ἀποσπασθῶσι αἱ ἀτμοτελωνίδες ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἵνα μὴ αὐξηθῶσιν οἱ μισθοὶ τούτων ἢ ἐκείνων τῶν δικαστῶν, καὶ μὴ διαπραχθῶσι πάνθ’ ὅσα ᾠκτείραμεν, ὅτε διεπράττοντο, οὐδὲν ἄλλο δυνάμενοι ν’ ἀντιτάξωμεν, πλὴν τῆς διαμαρτυρίας; Ἠδύνατο νὰ προληφθῇ καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, ἐὰν ἐξηκολούθει ἡ Κυβέρνησις τὴν πολιτικὴν τῶν προκατόχων, καὶ ἐκ τούτου νὰ ἀπέλθῃ οἰκονομία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐπὶ τῶν κεφαλαίων τῶν προμηθειῶν 2 ἑκατομμυρίων. Ἀνέγραφεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς πιστώσεις περὶ πληρωμῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἀλλὰ καὶ ταύτας εἰκονικὰς, ἀναγραφομένων τῶν πιστώσεων ἀνεπαρκῶς. Ἀφοῦ ἀνεγράφοντο τὰ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, ἔπρεπε ν’ ἀναγράφωνται ἐν τῇ ἀληθείᾳ αὐτῶν. Ἀναγραφομένων τῶν τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892, ἡ ὑπερτίμησις ἔπρεπε νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 40% καὶ ὅμως ἄνευ λόγου ὑπολογίζεται εἰς 22%. Ἐὰν ἠγοράζετο συνάλλαγμα, δὲν ἤθελον ἀρκέσει οὐδὲ τὰ 40%, διότι ἡ τιμὴ αὐτοῦ ἔφθασεν εἰς τὰ 55· ἐὰν δὲ ἠγοράζετο τὸ συνάλλαγμα, ἤθελε φθάσει ἡ ὑπερτίμησις εἰς τὰ 90 καὶ εἰς τὰ 100. Ἀλλὰ ταῦτα τὰ 40% τῆς νῦν ὑπερτιμήσεως διατὶ δὲν ἀναγράφονται, ἀφοῦ ἐθεώρησεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγράφωνται τὰ πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος; Πάντα ταῦτα ἤθελον ἐξαλειφθῆ ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν, ἐὰν διεῖπε τὰ τοῦ Κράτους ἡ πρῴην πολιτική. Ἀλλὰ καὶ πλὴν τῶν ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος καὶ τῶν ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῶν εἰς μεταλλικὸν πληρονομένων, ἔχομεν 17,290,000 δραχμῶν, κατὰ πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐνταῦθα καὶ ὅστις θέλει δημοσιευθῆ, ἀποτελοῦντα τὴν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου διαφορὰν μεταξὺ ταύτης καὶ ἐκείνης τῆς πολιτικῆς· καὶ τοῦτο ἄνευ οὐδεμιᾶς δυσχερείας, καὶ τοῦτο ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ ἀβούλως συντασσομένου καὶ κεκλεισμένοις τοῖς ὀφθαλμοῖς, συντασσομένου ἄνευ ἐννοίας τῶν ἀρχῶν τῶν διεπουσῶν τὰ κατ’ αὐτὸν, συντασσομένου παρὰ πολιτευομένων, φρονούντων, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ δύνανται ν’ ἀναγράφωνται ἐν σειρᾷ ἐκ προηγουμένων προϋπολογισμῶν, ἄνευ ἀρχῶν διεπουσῶν τὸν καθορισμὸν αὐτῶν καὶ ζωογονουσῶν αὐτοὺς, ἄνευ ἰδέας τινὸς κεντρικῆς, ἐξ ἧς οὗτοι ἐκπορεύονται. Παρεδέχθησαν οἱ διάδοχοι τοὺς ἀριθμοὺς τῶν προϋπολογισμῶν τῶν προκατόχων, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ διαγνώσωσι τὴν ἰδέαν, ἥτις ὑπηγόρευσεν αὐτούς· οὐδὲν ἄρα προσέθηκαν, πλὴν τῶν προσωπικῶν, οὐδὲν δὲ ἀφῄρεσαν, καίτοι ὑπῆρχον ἐνώπιον αὐτῶν αἱ προτάσεις ἡμῶν, αἵτινες ἐνεδείκνυον ἐν τίνι πνεύματι ἔπρεπε τὰ τῶν ἀριθμῶν νὰ διαῤῥυθμισθῶσι, προτάσεις, αἵτινες δὲν εἶχον ψηφισθῆ, εἰσαχθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν, διότι καὶ διὰ κωλυσιεργίας ἐνόμιζον οἱ ἐναντίοι, ὅτι ὤφειλον νὰ παρεμποδίσωσι τὴν ψήφισιν αὐτῶν, ὡς ἀφορωσῶν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, τοῦ ἀκρογωνιαίου τούτου λίθου τῆς Πολιτείας. Διὰ τοιούτων μέτρων ἠδύνατο τότε νὰ προληφθῇ τὸ κακὸν, καὶ οὐδὲ ἀντίληψιν θὰ εἶχον οἱ ἐκτὸς τῶν πραγμάτων τῆς δυσχερείας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποσοβήσῃ, ἐὰν συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμὸς οὐχὶ ἐν ἐκτάκτῳ προνοίᾳ, ἀλλ’ ἐν τῇ κοινῇ, ἐν τῇ συνήθει προνοίᾳ, ἐν τῇ προνοίᾳ τῇ ἐπιβαλλομένῃ εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἰδίως δὲ ἐὰν συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμὸς ὑπὸ Κυβερνήσεως ἐμφορουμένης τῆς ἰδέας, ἥτις εἶναι ὁδηγὸς ἀπαραίτητος πάσης Κυβερνήσεως περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς μετὰ τῶν ζητημάτων τῶν καθαρῶς οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν πρέπει χάριν πολιτικῆς ἀντιθέσεως νὰ ἀποκρούωνται τὰ οἰκονομικῶς ὀρθὰ, καὶ ὅτι πρέπει τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποῤῥέουσαν, νὰ καθιερῶσιν ἐκ περιτροπῆς ταῦτα καὶ ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα ἢ τὰ κόμματα, διαφωνοῦντα μόνον περὶ τὰ δευτερεύοντα ἐν τῇ οἰκονομικῇ πολιτικῇ, ὅπως φυσικὸν εἶναι νὰ διαφωνῶσιν ἐν πλείστοις ἄλλοις ζητήμασι τῆς διοικήσεως καὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ Κράτους. Ἐν ὅσῳ δὲν δυνηθῶμεν ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι τοιαύτη τις ὑπάρχει σταθερὰ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἐπιβαλλομένη εἰς πάντα, ἀνωτέρα πάσης ἀμφισβητήσεως, περὶ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πάντες νὰ συνταχθῶμεν, μάταιον εἶναι νὰ ἐργαζώμεθα, διότι οὗτοι μὲν κατακρημνίζουσιν, ἐκεῖνοι δὲ ἀνορθοῦσιν, ἀλλ’ ἡ ἀνόρθωσις εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ, διότι οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ πρόδρομος νέας κατακρημνίσεως. Εἰς τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι ὠφέλησαν τὰ τελευταῖα συμβάντα. Ἐξ αὐτῶν προεκλήθη σπουδαιότερον ἡ προσοχὴ τῆς χώρας ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ πράγματα, καὶ ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν, στραφεὶς περὶ ἓν μόνον ζήτημα, περὶ τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, εἰς ὃ συνεκέντρωσαν πάντες τὴν προσοχὴν, ἔδωκε τὸ ἐνδόσιμον εἰς τὸ Ἔθνος, ἵνα συμπήξῃ μίαν γνώμην, ἥτις, προχειρισθεῖσα ὡς γνώμη ἐθνικὴ, ἀποκτᾷ κῦρος δυσκαταγώνιστον. Ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς συζητήσεις περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, τὰς ὁποίας οὐδεμία ἄλλη εὐκαιρία ἠδύνατο οὕτως αὐθεντικῶς νὰ ἐγκαινίσῃ. Αἱ δὲ συζητήσεις αὗται καὶ αἱ στενοχωρίαι, αἱ πιέζουσαι τὴν χώραν, καὶ ἡ ἀνακούφισις, ἣν θέλομεν αἰσθανθῆ ἤδη, διεξερχόμενοι ἐκ τῶν δυσχερειῶν, ἐλπίζω ὅτι θέλουσι διαμορφώσει κοινὰς πεποιθήσεις παρὰ τῷ Ἔθνει, οὐχὶ ὅπως διατηρήσῃ ἐν τῇ ἀρχῇ οὐδὲ μίαν ἐπὶ πλέον ἡμέραν τοὺς εἰσηγουμένους τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἀλλ’ ἵνα τὴν πολιτικὴν ταύτην μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς διαδεχθησομένους αὐτοὺς νὰ ἀνατρέψωσιν, ὅπως καταστήσῃ τὴν πολιτικὴν ταύτην ὁδηγὸν ἁπάντων, καὶ τῶν εἰσηγουμένων καὶ τῶν ῥυμουλκουμένων· διότι, ὅταν, ἐπιτευχθέντος, ὅπως τὸ Ἔθνος ἐκφρασθῇ σαφῶς, ἐν πλήρει ἀντιλήψει τῆς ἐννοίας αὐτῆς, ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ταύτης, ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐμμένει ἀκραδάντως εἰς τὴν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην, δυνάμεθα νὰ ὦμεν βέβαιοι, ὅτι οἱ ἀρχὴν πολιτικὴν ἔχοντες, ὅπως ἔπωνται εἰς τοὺς ἰσχυροὺς, εἴτε λαὸς εἶναι, εἴτε ἄλλος, θέλουσι καὶ αὐτοὶ ἀποδεχθῆ αὐτὴν, καὶ δὲν θὰ διατρέχωμεν πάλιν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὴν πολιτικὴν ταύτην τὴν οἰκονομικὴν μεταβαλλομένην. Δυνάμεθα ἄρα νὰ προβῶμεν μετὰ θάῤῥους εἰς τὴν μελέτην περὶ τῶν μέτρων πρὸς τὴν ἀνόρθωσιν, διότι δυνάμεθα ἤδη νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὰ μέτρα, ἅτινα θέλομεν ἀποδεχθῆ, μέτρα ἔκτακτα σήμερον, ἐν ᾧ δὲν θὰ ἦσαν ἔκτακτα κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν αἱ δυσχέρειαι ἐδημιουργοῦντο, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα θὰ ἔχωσι διαρκῆ ἐπίδρασιν ἐπὶ τὴν χώραν, καὶ ὅτι ἡ ἐπελευσομένη ἀνόρθωσις θὰ γίνηται ἐπὶ ἐδάφους σταθεροῦ, ἐπιτηδείου πρὸς θεμελίωσιν οἰκοδομήματος διαρκοῦς, προωρισμένου εἰς διηνεκῆ ἀνάπτυξιν. Καὶ ἐὰν τὸ ζήτημα ἦτο μόνον περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, δυσχερείας πολλὰς θὰ παρεῖχε σήμερον, ὡς εἶπον ὅμως, οὐδεμίαν ἀνυπέρβλητον. Δὲν εἶναι ὅμως τὸ ζήτημα μόνον περὶ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἄνευ τοῦ ἰσοζυγίου, ἐννοεῖται, ὅτι οὐδεμία ἄλλη δρᾶσις πρὸς ἀνόρθωσιν δύναται νὰ γείνῃ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται, πλὴν τοῦ ἰσοζυγίου, καὶ ἄλλη δρᾶσις, πρὸς ἀνόρθωσιν εὐρυτέρας ἐννοίας, ἑδραζομένης ἐπὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἀφορώσης εἰς ἰσοζύγιον ἐκτενέστερον, εἰς τὸ χρηματικὸν ἰσοζύγιον τῆς κοινωνίας. Ἤρξατο ἀπό τινος ἐπικρατοῦσα γνώμη, ὅτι δὲν ὑφίσταται τὸ χρηματικὸν ἰσοζύγιον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ ὅτι, ἐὰν ἀποκαταστήσωμεν αὐτὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, πάλιν οὐδὲν κατωρθώσαμεν, διότι θὰ γείνῃ καταφανὴς μοιραίως ἡ ἔλλειψις τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἧς αἱ συνέπειαι δύνανται νὰ ἀναβληθῶσιν, ἀλλὰ δὲν δύνανται τελικῶς ν’ ἀποσοβηθῶσι, διότι τὸ Κράτος δὲν ἔχει ἐπαρκεῖς δυνάμεις, ἵνα πληρώσῃ τὸ ὑστέρημα τοῦ ἐνεργητικοῦ αὑτοῦ. Τῆς ἰδέας ταύτης, νομίζω, οὐδὲν ὑπάρχει τὸ μᾶλλον ἀνυπόστατον· ὑφίσταται ἡ ἰδέα αὕτη, διότι ἀφορῶμεν εἰς κατάστασιν προελθοῦσαν ἐκ περιστάσεων ἐκρύθμων. Ἡ κατάστασις, ἡ ἐκπηγάζουσα ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ῥιπτούσης ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἑκατὸν τοῖς ἑκατὸν νόμισμα ἐπὶ πλέον τοῦ ἀναγκαίου, τοιαύτη κατάστασις, ἐπὶ χρόνον παρατεινομένη, δὲν δύναται ἀκαριαίως νὰ ἐκλείψῃ, ἄνευ ἀποτελεσμάτων ἐπαισθητῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἧς τὰς ἕξεις πρὸς εὐρυτέραν δρᾶσιν περιστέλλει ἡ μείωσις τοῦ κυκλοφοροῦντος νομίσματος. Ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος μετατοπίζει εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς κυκλοφορίας τὴν ἐκ τοῦ πλεονασμοῦ ὑφισταμένην σήμερον στενοχωρίαν, ἧς μαρτύριον παρέχει ἡ ὕψωσις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἔφθασεν εἰς 40% καὶ εἰς 50% καὶ εἰς 55%, καὶ θὰ προέβαινεν ἔτι μᾶλλον, ἐὰν μὴ συνεκράτει καὶ ἠλάττου τὴν τιμὴν ἡ προσδοκία προσεχοῦς περιορισμοῦ τοῦ πλεονάζοντος ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ ποσοῦ. Τὸ πλεονάζον νόμισμα ζημιοῖ σήμερον τοὺς κατόχους νομίσματος, ζημιοῖ τοὺς συναλλαττομένους ἐν τῇ χώρᾳ ἐκ τῆς ἐπιδράσεως αὐτοῦ εἰς τὴν κυκλοφορίαν· ἀποσπώμενον ὅμως ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας, πάλιν ἐπάγεται ζημίας εἰς τοὺς στερουμένους αὐτοῦ, ἀφοῦ συνείθισαν νὰ ἀποκτῶσιν αὐτὸ ἐν ταῖς συναλλαγαῖς. Σήμερον παραπονοῦνται οἱ συναλλαττόμενοι κατὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ὁ περιορισμὸς ὅμως τοῦ κυκλοφοροῦντος νομίσματος θὰ ὑποτιμήσῃ μὲν τὸ συνάλλαγμα, ἀλλὰ θὰ καταστήσῃ δυσχερεστέραν τὴν εὕρεσιν χρήματος πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν. Ἐκ τῶν στενοχωριῶν, τὰς ὁποίας ὁ περιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ νομίσματος θὰ ἐπέφερεν, ἐθεωρήθη καταδεικνύομενον τὸ ἀνεπαρκὲς τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς. Ἀλλ’ οὐδεμία ὑπάρχει ἔνδειξις τοιαύτης ἀνεπαρκείας. Ἡ Πολιτεία εἶναι καθ’ ὅλα ἐπαρκὴς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ ὑποστῇ στενοχωρίαν πρὸς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, ἐὰν δεήσῃ νὰ ῥυθμίσῃ τὰς συναλλαγὰς αὐτῆς πρὸς τὴν νέαν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Εἰς τοῦτο ἀπέβλεπεν ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν, ὅτε προηγουμένως διείπομεν τὰ κοινά· ἀνεγνώριζεν, ὅτι ἔπρεπε πάντως νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἣν ἐπήγαγεν ἡ ἐπιστράτευσις τοῦ 1885, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀποσυρθῇ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τὸ νόμισμα τὸ πλεονάζον, οὗτινος ἐπετρέπετο ἡ ἔκδοσις ἐπὶ ποσῷ 88,000,000, ἀλλ’ ἀνεγνώριζε συνάμα, ὅτι τοιοῦτον ποσὸν δὲν δύναται ν’ ἀποσυρθῇ ἐκ τῆς κοινωνίας ἄνευ συνεπειῶν ἐπὶ τῶν συναλλαγῶν, ἐὰν μὴ ἐλαμβάνετο σπουδαία πρόνοια. Ἐθεωρήσαμεν ἑπομένως, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταρτισθῇ σύστημα ἄρτιον, ἀφορῶν εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ εἰς τὸ τέρμα, εἰς ὃ ἠθέλομεν φθάσει, τὸ δὲ τέρμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν φθάσει, ἦτο ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας παντὸς τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος, τότε δὲ φυσικῶς καὶ δι’ ἁπλοῦ νομοθετικοῦ μέτρου ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αὕτη ἦτο ἡ ἔννοια τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο λόγος. Ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ βαίνωμεν βαθμιαίως, διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος, ἐπαγομένου τὴν ὑποτίμησιν τοῦ συναλλάγματος εἰς τὴν ὁλοσχερῆ τοῦ πλεονάσματος ἐξαφάνισιν καὶ εἰς τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ βαίνωμεν εἰς τοῦτο διὰ τροπῶν δανείων χαρτίνων καὶ εἰς δάνεια μεταλλικά, οὕτως ὥστε καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου τὰς εἰς μεταλλικὸν νὰ πληρῶμεν διὰ τῶν τροπῶν τούτων, αἵτινες, ἐκκαθαριζόμεναι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας παντὸς τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος, θὰ εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ Κράτους ἀπὸ πληρωμῆς οἱασδήποτε ὑπερτιμήσεως διὰ τὸ μεταλλικὸν νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἀπεκτήθη διὰ τοιούτων τροπῶν. Ὅταν ᾖναι γνωστὸν, ὅτι μετὰ χρόνον τινὰ ὡρισμένον, ἂν οὐχὶ καθ’ ἡμέραν, ἀλλὰ κατὰ περίοδον, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θὰ ἀρθῇ, καὶ ἡ ἰσοτιμία θὰ ἐπέλθῃ μεταξὺ χαρτίνου νομίσματος καὶ μεταλλικοῦ νομίσματος, πρᾶξις, γινομένη σήμερον ἐν ἰσοτιμίᾳ χαρτίνου καὶ μεταλλικοῦ νομίσματος, ὅπως ἐκκαθαρισθῇ ἐν τῇ ὥρᾳ, καθ’ ἣν, ὡς ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἰσοτιμία αὕτη θέλει ὑφίστασθαι ἐν τοῖς πράγμασιν, εἰς τί ἄλλο ἀφορᾷ ἢ εἰς τὴν σημερινὴν ἀπόκτησιν τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος ἄνευ ὑπερτιμήσεως; Τούτῳ τῷ τρόπῳ ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ βαθμιαίως ἡ Πολιτεία εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος· ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν διὰ τρόπου, τοῦτο μὲν, ἐπιτρέποντος, ἵνα αἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὀφειλαὶ τῆς χώρας ἀποτίνωνται ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τῆς ἀγορᾶς ἡμῶν, ἄνευ ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς χώρας ἡμῶν τῆς ἰκμάδος αὐτῆς, δι’ ἧς ἐπιτυγχάνεται ἡ ζωηρότης τῶν συναλλαγῶν, τοῦτο δὲ, ἀφαιροῦντος ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τὸ ἀπότομον, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἐπαισθητὴ στενοχωρία. Ἀλλὰ σήμερον εἶναι τοιοῦτος τρόπος ἐνεργείας ἐφικτός; Ὅ,τι τότε ἦτο ἐφικτὸν, καὶ ὅ,τι οἱ διάδοχοι ἡμῶν ἠδύναντο νὰ συνεχίσωσιν εὐκόλως, δύναται σήμερον, μετὰ παρέλευσιν δύο σχεδὸν ἐτῶν, δύναται σήμερον νὰ πραγματοποιηθῇ, ἢ σήμερον ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη ἀποτόμου μέτρου; Βεβαίως σήμερον ἄνευ ἀποτόμου μέτρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πείσωμεν τὰς ἀγορὰς, ὅτι εἰσήλθομεν πάλιν εἰς τὴν παλαιὰν ὁδόν· δὲν εἶναι δυνατὸν, ἂν μὴ ἀπαλλάξωμεν τὴν ἀγορὰν ἀπὸ μέρους τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος καὶ μὴ ἐπιδράσωμεν ἀμέσως ἐπὶ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσωμεν ἐνεργὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐκ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ διὰ πάντας τοὺς ἄλλους λόγους, οἵτινες ἐπιβάλλουσιν αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς δημοσίας πίστεως. Δὲν δύναται δὲ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας πίστεως, ἂν μὴ παρακολουθῆται εὐθὺς ὑπὸ πράξεως ἄλλης, πράξεως, ἥτις δεικνύει, τί ἐπιτρεπόμενον ἐκ τοῦ ἐπιτευχθέντος ἰσοζυγίου δύναται νὰ ἐπιτελεσθῇ, ὅπως τοῦ συναλλάγματος ἡ τιμὴ μειωθῇ, βαίνουσα πρὸς τὴν ἐξαφάνισιν τῆς ὑπερτιμήσεως. Θὰ δεήσῃ ἄρα νὰ παραστήσω πρὸς ὑμᾶς πρῶτον, τί δυνάμεθα καὶ τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, ὅπως ἀποκαταστήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ σταθερῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν, ἐφ’ ὅσον ὑπολείπεται ἔτι χρόνος, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους τούτου, καὶ τί πρέπει συνάμα νὰ πράξωμεν, προνοοῦντες περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡ πρᾶξις ἐπάγεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῷ σταθερῷ, ὅπως καταστῇ ἡ νομισματικὴ κυκλοφορία ὁμαλὴ, ὅπως τὸ συνάλλαγμα ἄρξηται βαῖνον ἐν τῇ ὁδῷ τῇ ἀγούσῃ εἰς τὴν ἰσοτιμίαν πρὸς τὸ τραπεζικὸν νόμισμα. Αἱ δυσχέρειαι, πρὸς ἃς παλαίει τὸ Δημόσιον σήμερον, θὰ γείνωσι καταφανεῖς πρὸς ὑμᾶς ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου ἀριθμοῦ, ὃν δὲν θεωρῶ δυσάρεστον ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν, καίτοι προδήλως φέρει δυσχερείας οἰκονομικὰς μεγάλας. Ἀφορᾷ ὁ ἀριθμὸς εἰς τὰ τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς. Τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς κατὰ τὸ διανυθὲν πεντάμηνον τοῦ ἔτους 1892 ὑπολείπονται τοῦ μέσου ὅρου, ἐὰν δὲ καὶ τὸ λοιπὸν τοῦ χρόνου κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον παρουσιασθῶσι, θὰ ὑστερῶσι κατὰ 4,600,000 δραχμὰς τοῦ ὅρου, ὃν ἡ οἰκεία Κυβέρνησις ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων, τῷ νῦν ἐφαρμοζομένῳ. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ νῦν ἐφαρμοζόμενος, ἀναγράφει ἔσοδα ἐξ εἰσαγωγῆς 27 ἑκατομμύρια, ἐὰν δὲ ἐξακολουθήσῃ ἡ εἰσαγωγὴ ἐπὶ ταῖς ἀναλογίαις, ἃς παρουσιάζει κατὰ τοὺς πρώτους πέντε μῆνας τοῦ ἔτους, δὲν θὰ ἔχωμεν 27,000,000 πρόσοδον ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον ἐπὶ ταῖς αὐταῖς δασμολογικαῖς βάσεσι πρόσοδον 22,457,000, ἤτοι 4,568,000 δραχμὰς ἐπὶ ἔλαττον. Ἡ διαφορὰ αὕτη προσόδου ἐπὶ ἔλαττον ἐπάγεται πρὸς τὸ Δημόσιον τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναπληρώσεως εἴτε δι’ οἰκονομιῶν, εἴτε διὰ προσθέτου φορολογίας, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα διὰ τοῦτο νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ φαινόμενον εἶναι καὶ λυπηρόν. Τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι τὸ φαινόμενον εἶναι εὐάρεστον, διότι μαρτυρεῖ περὶ τῆς διατηρήσεως ἐν τῇ χώρᾳ τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐδαπανᾶτο διὰ τὰ εἰσαγόμενα, ἐφ’ ὧν θὰ ἐπληρόνετο τὸ τέλος τῶν 4,568,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο δὲν εἶναι μικρόν· διότι εἰς δασμὸν 4,568,000 δραχμῶν, κατὰ τὰς ἀναλογίας τοῦ δασμολογίου, ἀντιστοιχεῖ ἀξία εἰσαγομένων 22 ἢ 23 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσόν. Οὗτος εἶναι χρυσὸς ἀποταμιευθεὶς ἐν τῇ χώρᾳ, καὶ ἐν ᾧ δύναται νὰ ἀντλήσῃ ἐν ἀνάγκῃ καὶ τὸ Δημόσιον. Βλέπομεν ἄρα ἀπὸ τοῦδε ἐπερχόμενα ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ· βλέπομεν ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἐπιβαλλομένην εἰς τὴν κοινωνίαν τὴν ἀποθησαύρισιν τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποστέλληται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς ἀπότισιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲν δύνηται ἡ Πολιτεία νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ σύστημα, δι’ οὗ ὀλιγώτερον ἀποτόμως ἠθέλομεν προβῆ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπιτυγχάνοντες συνάμα, ὅπως μὴ ἐν τῷ μεταξὺ ἐξαντλῆται ἡ χώρα διὰ τῆς ἀποτίσεως ἐκ μόνων τῶν ἰδίων πόρων τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὀφειλῶν αὐτῆς, ἀλλὰ βαδίζῃ πρὸς τὸν σκοπὸν βαθμηδόν, παρασκευάζουσα τὸ ἔδαφος. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1892 ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν ὡσανεὶ ἐν ἰσοζυγίῳ. Ὑπάρχουσιν ἀναγεγραμμένα ποσὰ σχεδὸν τὰ αὐτὰ ἐν τοῖς ἐσόδοις καὶ ἐν τοῖς ἐξόδοις. Καὶ τοῦτο μὲν δὲν παριστᾷ πλῆρες ἰσοζύγιον, ὡς ἐκ τῆς γνωστῆς ὑστερήσεως παρ’ ἡμῖν τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις, ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἀναγράφῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, δὲν θὰ παριστᾷ ἰσοζύγιον πραγματικόν, ἀλλὰ θὰ παριστᾷ ἰσοζύγιον ὑπολειπόμενον τοῦ πραγματικοῦ κατὰ τὴν ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνερχομένη εἰς 7% μεῖον τὸ ἐξ ἀδιαθέτων πιστώσεων περίσσευμα, περιορίζον εἰς 6% ἢ εἰς 5½% τὸ ἐκ τῆς ὑστερήσεως τῶν εἰσπράξεων ἔλλειμμα. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἀναγεγραμμένα ποσὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προσεγγίζουσιν εἰς 100,000,000, θὰ εἴχομεν ἔλλειμμα μόνον 5 ἕως 6 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχουσιν ἐν συνόλῳ ὡς ἀναγράφονται; Δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ὑμᾶς νὰ ἀνεχθῆτε τὴν ἐνόχλησιν ἀναλύσεως λεπτομεροῦς τῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου εἰς παράστασιν τοῦ ἀληθοῦς ποσοῦ, εἰς ὃ ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῶσι τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα, τὰ μὲν ἔσοδα ἐπὶ πλέον, τὰ δὲ ἔξοδα ἐπὶ ἔλαττον. Δὲν νομίζω ἀναγκαίαν τοιαύτην ἀνάλυσιν ἤδη, διότι ἀναμφιβόλως ὅλοι ἔχετε γνῶσιν τῶν συζητήσεων ἐν τῇ προηγουμένῃ Βουλῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ πάντες, καὶ ἡμεῖς ὡς μειονοψηφία, διὰ τοῦ εἰσηγησαμένου τότε τὰς γνώμας ἡμῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, παρεστήσαμεν τὰ πράγματα, ὡς ἀντελαμβανόμεθα αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι ἤθελεν ἀρκέσει εἰς ὑμᾶς, ἵνα ὑπομνήσω τὰ συμπεράσματα τῶν τότε συζητήσεων. Κατὰ ταῦτα, τὰ ἔξοδα, ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐπὶ ποσῷ 98,552,000 δραχμῶν, ἔδει νὰ αὐξηθῶσι κατὰ πολλά· ἰδίως μάλιστα ἔπρεπε νὰ αὐξηθῶσι διὰ τὴν συναλλαγματικὴν διαφορὰν πρὸς ἀπότισιν τῶν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, ἀφοῦ αὕτη ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἀποτιθησομένη ἀκεραία. Ἀλλὰ παραλείπω τοῦτο, τὸ περὶ διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, διότι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἀνεγράφομεν, κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἦτο ἰδανικόν, ἀφοῦ συνάλλαγμα ἐπὶ τοιούτῳ ποσῷ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀγορασθῇ ἄνευ προηγουμένης προνοίας πρὸς παρασκευὴν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους, περὶ ἧς οὐδεμία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐλαμβάνετο πρόνοια. Ἐξετάζω ἄρα τὰς ἄλλας δαπάνας, καὶ ἀνευρίσκω, ὅτι αἱ διάφοροι ἐπανορθώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1892 μετὰ τῆς πληρώσεως μάλιστα τοῦ κενοῦ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, περὶ ὧν οὐδὲν περιέλαβεν ὁ προϋπολογισμός, φέρουσι τὰς δαπάνας εἰς 105,850,000 δραχ. Τὰ δὲ ἔσοδα ἀνεγράφησαν καὶ ταῦτα ὑπέρτερα τῶν ἀληθῶν· τὰ ἔσοδα, ὡς παρέστησεν ἐν τῇ προηγουμένῃ Βουλῇ ὁ εἰσηγησάμενος τὰς γνώμας τῆς μειονοψηφίας, ἀνεγράφησαν ἐπὶ πλέον ἐπὶ ποσῷ 9,738,000 δραχμῶν. Ἀφαιρουμένων τούτων ἀπὸ τῶν 98,396,000 δραχμῶν, ἐφ’ αἷς ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ ἔσοδα, ἔχομεν ἔσοδα τοῦ 1892 88,657,000 δραχμῶν, ἀπέναντι ἐξόδων 105,850,000 δραχμῶν, τουτέστιν ἔλλειμμα 17,193,000 δραχμῶν, ἄνευ τῶν ὑπαγορευομένων προσθηκῶν εἰς τὰ ἔξοδα διὰ διαφορὰν συναλλάγματος, περιλαμβανομένης πιστώσεως διὰ διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος μόνον ἐκ δραχμῶν 6,700,000. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν ἀληθείᾳ, ἣν ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, καὶ τοῦτο τὸ ἔλλειμμα τῶν 17,193,000 δραχμῶν ὀφείλει νὰ ἐξαφανίσῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἀποκτήσῃ τὸ ἰσοζύγιον τῶν βεβαιωτέων ἐσόδων πρὸς τὰς χορηγουμένας πιστώσεις. Ἀλλ’ ἵνα ἀποκτηθῇ τὸ ἰσοζύγιον τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς δαπάνας, τουτέστι τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον, πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ 5,000,000 ἢ 6,000,000, ἑπομένως 23,000,000 πρέπει νὰ ἐξευρεθῶσιν, ἵνα καλυφθῶσι τὰ ἐλλείποντα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων εἰς ἀπότισιν τῶν δαπανῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐξευρεθῶσι ταῦτα, φρονῶ δὲ, ὅτι δύνανται νὰ ἐξευρεθῶσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρόσκτησις αὐτῶν ὑπερτέρα τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκονομιῶν, οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἐπιβαρύνσεων ἐκ νέων ἢ προσθέτων φόρων, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐξευρεθῶσιν, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἔτους 1892 δὲν δύναται νὰ ἦναι πλήρης, διότι τὸ 1892 ἐφήρμοσεν ἤδη τὸν προϋπολογισμὸν τὸν παρουσιάζοντα τὸ ἔλλειμμα τῶν 23,000,000, ἐφήρμοσεν αὐτὸν ἐπὶ ἕξ σχεδὸν μῆνας, ἡ τοιαύτη δὲ ἐφαρμογὴ ἐπάγεται ὡς πρός τινα καὶ τὴν περαιτέρω ἐφαρμογὴν ἐπὶ χρόνον μᾶλλον ἢ ἧττον μακρὸν, ὥστε ἐπὶ μέρει μόνον τοῦ ἔτους, καὶ τούτῳ οὐχὶ τῷ μεγαλειτέρῳ, δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ μέτρα, ἅτινα ἤθελε θεωρήσει ἡ Βουλὴ ὡς ἀποδεκτὰ, χάριν τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου. Ἀλλ’ ἡ ψήφισις τῶν μέτρων δὲν ἀφορᾷ εἰς μόνον τὸ ἔτος 1892. Ἂν ἀφεώρα εἰς μόνον τὸ ἔτος τοῦτο ἡ πρόνοια, τὰ πρὸς θεραπείαν μέσα δὲν θὰ ἦσαν δυσχερῆ. Ἡ πρόνοια, περὶ ἧς πρόκειται σήμερον, εἶναι διαρκὴς, διαρκὲς ἄρα καὶ τὸ ἐπαχθὲς τῶν μέτρων, διὰ τοῦτο δὲ καὶ δυσχερὴς ἡ ἀποδοχὴ αὐτῶν. Εἰς τὸν σταθερὸν ἄρα προϋπολογισμὸν πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν, ἐπιδιώκοντες, ὅπως διὰ τῶν μέτρων, ἅτινα ἤδη χάριν ἀμέσου ἐφαρμογῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1892 ψηφίζομεν, ἐξασφαλισθῇ ἐν τῷ σταθερῷ προϋπολογισμῷ τὸ ἰσοζύγιον. Τὸ πρῶτον ἔργον, οὗτινος ὀφείλομεν νὰ ἐπιληφθῶμεν, ἐπιζητοῦντες τὴν πλήρωσιν ἐλλείμματος βεβαίου ἔν τε τῷ προϋπολογισμῷ τῷ ἐφαρμοζομένῳ καὶ ἐν τῷ σταθερῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, εἶναι αἱ οἰκονομίαι. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἕως τίνος σημείου δύνανται αἱ οἰκονομίαι νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἄνευ χαλαρώσεως καὶ κλονισμοῦ τῆς ὑποστάσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ μόνον ὅταν ἴδωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει στάδιον πρὸς περαιτέρω ἐργασίαν ἐν τῇ διευθύνσει ταύτῃ, μόνον τότε πρέπει νὰ τραπῶμεν πρὸς τὴν ἑτέραν ὁδὸν, πρὸς τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ, χάριν ἀναπληρώσεως τῶν ἐλλειμμάτων ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν τοῦ Δημοσίου, πάντως ὅμως καὶ μετὰ τῶν οἰκονομιῶν καὶ μετὰ τῶν φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων πρέπει νὰ λάβωμεν πᾶσαν πρόνοιαν περὶ τῆς αὐστηροτέρας εἰσπράξεως τῶν φόρων, ὅπως μὴ παρουσιάζηται ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ Κράτους ἡ διαφορὰ, ἧς ἐμνήσθην, μεταξὺ βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων, ὅπως προϋπολογισμὸν ἐπαγγελλόμενον ὅτι φέρει τὸ ἰσοζύγιον, καὶ φέροντα αὐτὸ ἐν τοῖς ἀριθμοῖς, δυνάμεθα νὰ θεωρῶμεν ὡς φέροντα αὐτὸ καὶ πράγματι. Ὑπὸ τὴν τριπλῆν ἄρα ταύτην ἔννοιαν πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, ἀρχόμενοι, ὡς εἶπον, ἀπὸ τῶν οἰκονομιῶν. Εἰς οἰκονομίας ἀσχολούμενα τὰ Κράτη, διὰ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Βουλῶν καὶ τῆς δημοσιογραφίας αὐτῶν, στρέφουσι πάντοτε τὴν προσοχὴν ἐν πρώτοις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει στάδιον, ἐνῷ ἐν τοῖς λοιποῖς Ὑπουργείοις ὁ χῶρος εἶναι στενότερος. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ποσὰ εἶναι ἐλάχιστα, διότι καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐφηρμόσθησαν ἤδη αἱ οἰκονομίαι, ἐφηρμόσθησαν μάλιστα ἐπὶ μέτρῳ ἐκτάκτῳ, ἐφηρμόσθησαν ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ ζημίᾳ μεγαλειτέρᾳ ἢ ἐν ἄλλοις Κράτεσιν. Ἀπανταχοῦ ἡ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους πρόνοια ἐμποδίζει τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ στρατολογικοῦ συστήματος, τοῦ σήμερον ἀποδεδεγμένου παρ’ ἅπασι τοῖς Κράτεσιν. Οὐδαμοῦ τὸ σύστημα τοῦτο λειτουργεῖ ἄρτιον, οὐδαμοῦ τὸ σύστημα τοῦτο ἀποδίδει πᾶσαν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἐπαγγέλλεται, ὅτι ἀποδίδει, καὶ δύναται νὰ ἀποδώσῃ, ἂν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους μὴ φέρωσιν ἐμπόδιον. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐ μόνον δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ συστήματος, τοὺς παρ’ ἄλλοις Κράτεσι θεωρηθέντας ὡς ἐπιβεβλημένους, ἀλλ’ ἐδέησε νὰ προβῶμεν πολλῷ περαιτέρω, καὶ στρατὸν, ἀπαιτοῦντα πρὸς τὴν ἀρτίαν αὐτοῦ λειτουργίαν δαπάνην 28,000,000 ἢ 30,000,000, συντηροῦμεν διὰ δαπάνης 15,700,000 ἢ 16,000,000 ἢ 16,300,000 δραχμῶν. Ἤδη εὑρίσκομεν δαπάνην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένην 18,000,000. Ἡ δαπάνη αὕτη ἀναγράφεται, καίτοι δὲν θεραπεύονται ἐν τῷ στρατῷ τὰ κακὰ, τὰ χάριν οἰκονομίας γενόμενα ἀποδεκτά. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας ἡ ἐξέτασις τῶν λεπτομερειῶν, ἵνα παραστήσω, πῶς ἐν τούτῳ τῷ κλάδῳ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἀπεκτήθη οἰκονομία διὰ θυσίας ταύτης τῆς ἀρχῆς, καὶ ἐν ἐκείνῳ τῷ κλάδῳ ἀπεκτήθη οἰκονομία διὰ θυσίας ἐκείνης τῆς ἀρχῆς. Τὰς θυσίας ταύτας πάσας ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη ἡ ὑπηρεσία ἡ στρατιωτική, καὶ ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει 18,000,000 δαπάνην, ἐξεταζόμενος δ’ ἐν τῇ ἀληθείᾳ, δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τῶν 18,000,000 πρὸς τὰς ἀναγραφομένας δαπάνας· καὶ μέχρι 19,000,000 θέλουσι φθάσει αἱ δαπάναι αὗται, θέλουσι δὲ ἀπαιτηθῆ καὶ διὰ τὸ 1892, ἂν ἐφαρμοσθῇ ἕως τέλους οὕτως ἔχων ὁ προϋπολογισμὸς, θέλουσιν ἀπαιτηθῆ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις, ὅπως θέλω ἀναγκασθῆ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τὰς δαπάνας τοῦ ἔτους 1891. Λαμβάνων ὅμως ὡς ἀφετηρίαν τὰ ἀναγεγραμμένα ταῦτα ἐκ 18,000,000, ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω, τί δυνάμεθα ἔτι νὰ πράξωμεν ἄνευ ζημίας τοῦ στρατοῦ ἐν ταῖς βάσεσι τοῦ διέποντος τὰ κατ’ αὐτὸν συστήματος, ὅπως ἀποκτήσωμεν ἐκεῖθεν χρῆμά τι πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κενοῦ. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τῆς διετοῦς ὑπηρεσίας κατὰ τρόπον εἰσαχθέντα παρὰ τοῦ Γάλλου ὀργανωτοῦ χάριν λόγων οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ὁ στρατὸς καταρτίζεται μὲν ὑπὸ δυνάμεως ὀργανικῆς, ἀναγραφομένης ἐν νόμῳ, ἀλλὰ τὴν δύναμιν ταύτην δὲν παρουσιάζει διαρκῶς καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Κατὰ τοὺς μῆνας τοὺς θερινοὺς, ὅτε ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ στρατοῦ ἐξ ἀνάγκης χαλαροῦται, ἢ καὶ ὁλοτελῶς ἀργεῖ, ἐπὶ τέσσαρας μῆνας ἐλαττοῦται ἡ δύναμις ἐπὶ ἀριθμῷ σπουδαίῳ. Τοῦτο ὅμως, κατὰ θεωρίαν ὀρθὸν, παρ’ ἡμῖν παρουσιάζει δυσχέρειαν, μὴ ἀπαντῶσαν ἀλλαχοῦ, διότι ὁ στρατὸς παρ’ ἡμῖν δὲν ἐκπαιδεύεται μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπηρετεῖ τὴν Πολιτείαν ἐν παντὶ κλάδῳ, ἡ δὲ ὑπηρεσία αὐτοῦ αὕτη εἶναι ἀναγκαία ἐπίσης κατὰ τὸ θέρος, ὅπως εἶναι ἀναγκαία καὶ κατὰ τὰς ἄλλας ὥρας τοῦ ἔτους. Ἐν στρατῷ μὴ δυναμένῳ ἔτι νὰ περιορισθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ, τὸ σύστημα τὸ εἰσαχθὲν κατ’ ἐφαρμογὴν ἀρχῆς καθ’ ἑαυτὴν ὀρθῆς ὑπὸ τοῦ Γάλλου ὀργανωτοῦ εἶναι πλημμελὲς, καὶ βλέπομεν ἤδη, ὅτι ἐδέησε παρὰ τῶν ἀμέσων ἡμῶν προκατόχων νὰ γένηται ἐξαίρεσις εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ νὰ διατηρηθῶσιν ἐν ταῖς τάξεσιν ἄνδρες, οἵτινες κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Γάλλου ὀργανωτοῦ ἔπρεπε νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν. Φρονοῦμεν ἄρα, ὅτι ἐπιδιώκοντες τὰς οἰκονομίας, ἐὰν ἀναπληρώσωμεν τὸ κενὸν τοῦτο, τὸ παρουσιαζόμενον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς παρουσίας ἐν τῷ στρατῷ ἁπάντων τῶν κατατεταγμένων ἀνδρῶν καὶ κατὰ τοὺς τέσσαρας θερινοὺς μῆνας, δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ κατ’ ἀριθμὸν σπουδαῖον, δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ κατ’ ἀριθμὸν ἀνδρῶν μέχρι πέντε χιλιάδων. Τουτέστιν ἐπὶ ἑκάστης ἀπογραφῆς 2,500 ἐπὶ ἔλαττον δυνάμεθα νὰ καλῶμεν, ἐπὶ τῷ ὅρῳ ὅμως, ὅπως οἱ καλούμενοι ὑπηρετῶσιν ἐπὶ 24 μῆνας καὶ οὐχὶ ἐπὶ 20, ὡς ὑπηρετοῦσι σήμερον, ὅταν δὲν τηρῶνται ἐκτάκτως ὑπὸ τὰς σημαίας, κατὰ τὸ νῦν συμβαῖνον. Πλὴν τούτου, ὅπερ ἐν τῷ στρατῷ ἐπιτυγχάνεται ἄνευ μεταβολῆς τοῦ κειμένου ὀργανισμοῦ διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ἀνδρῶν ἀπὸ τῶν στελεχῶν ἑνὸς τάγματος ἐν ἑκάστῳ συντάγματι, διατιθεμένων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τάγματος εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, πλὴν τούτου, ὑπάρχει καὶ ἕτερον κεφάλαιον, ἐν ᾧ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ οἰκονομία καὶ συνάμα βελτίωσις τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Ἐν τῇ κατατάξει τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, ἰδίως ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν ἐξαιρέσεων, ἐδέησεν, ὅπως ἡ ὑπηρεσία παρ’ ἡμῖν μὴ ἀποδεχθῇ, πρὸς καθορισμὸν τῆς ἱκανότητος, ἀρχὴν κρατοῦσαν ἐν ἁπάσαις ταῖς ὑπηρεσίαις τῶν ξένων στρατῶν. Πάντες οἱ ξένοι στρατοὶ θεωροῦσιν ὡς ἀνικάνους πρὸς ὑπηρεσίαν ἐν τῷ μονίμῳ στρατῷ τοὺς ἄνδρας, τοὺς μὴ ἔχοντας ἀνεπτυγμένον τὸν θώρακα ἐν ὡρισμένῃ ἀναλογίᾳ πρὸς τὸ ὅλον σῶμα. Ἠθέλησεν ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἐνταῦθα κανόνα τὸν κρατοῦντα ἀλλαχοῦ, καὶ κατόπιν τοῦ ληφθέντος μέτρου, ὅπως θεωρῶνται ἀνίκανοι οἱ μὴ ἔχοντες ἀνεπτυγμένον τὸν θώρακα μέχρι τοῦ κανονικοῦ ὁρίου, διεγράφησαν ἐκ τῶν τάξεων ἄνδρες πολλοί. Εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἐξαιρουμένων ἀφορῶσα ἡ ὑπηρεσία, ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἦτο πρέπον συνεπείᾳ μέτρου διοικητικοῦ τοσαύτη νὰ ἐπέρχηται μείωσις τῆς δυνάμεως τῶν στρατιωτικῶς ἀσκουμένων, καὶ ἀνέστειλε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κανόνος. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε, ὡς ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες θὰ καλῶνται εἰς τὰς τάξεις κατ’ ἔτος, κατὰ 2,500, δὲν ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη πλειόνων ἀνδρῶν, τῶν ἐχόντων τὴν ἱκανότητα καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, τουτέστιν ὡς πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θώρακος, νομίζομεν ὅτι πρέπει τὸν κανόνα τῆς πρεπούσης ἀναλογίας τοῦ θώρακος πρὸς τὸ σῶμα νὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀπαραίτητον ὅρον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ, ἐκ τούτου δὲ θέλει ἐπέλθει σπουδαία ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπηρετούντων ἀνδρῶν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ περὶ τὰς ἀπαλλαγὰς θεωροῦμεν, ὅτι ὁ νόμος ἡμῶν δὲν εἶναι ἱκανῶς ἐλευθέριος, ὅτι στηρίγματα οἰκογενειῶν καλοῦνται εἰς τὰς τάξεις, καὶ ὅτι ἤδη, ὅτε δὲν ἀποβλέπομεν εἰς κατάταξιν μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ ἀνδρῶν, δυνάμεθα πάντα τ’ ἀναγκαῖα στηρίγματα νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Τοιουτοτρόπως θέλομεν ἐξαντλήσει ἴσως, ἢ σπουδαίως τουλάχιστον ἐλαττώσει, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες τάσσονται ἐν τῇ διαθεσιμότητι, καλούμενοι πρὸς ὑπηρεσίαν ἐπὶ 3 μῆνας. Ἀλλ’ ἀφοῦ τοιουτοτρόπως ἡ κατηγορία αὕτη τῶν διαθεσίμων ἢ ἐκλείπει, ἢ σπουδαίως ἐλαττοῦται, νομίζομεν, ὅτι εἶναι πρέπον διὰ νόμου νὰ παύσῃ ἡ κατηγορία αὕτη, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἐν αὐτῇ ἀριθμὸς, οὖσα ὑπόχρεως πρὸς τὴν τρίμηνον ὑπηρεσίαν. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ἐν ὅσῳ πρόκειτο περὶ μεγάλου ἀριθμοῦ ἀνδρῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ παραλειφθῇ, διότι δὲν ἦτο πρέπον μέγας ἀριθμὸς ἀνδρῶν νὰ μένῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀσκήσεως περὶ τὰ στρατιωτικὰ, ἐλαττουμένου ὅμως σπουδαίως τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς ὑποχρεώσεως οἱ ὑπολειπόμενοι. Βεβαιουμένου δὲ οὕτω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐπὶ τριμήνῳ ὑπηρετούντων διαθεσίμων, ὅστις κατὰ μέσον ὅρον δύναται νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 4,000, δὲν θέλει ἐπιβαρύνει τὴν δαπάνην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγράφομεν καὶ ἐκ τούτου οἰκονομίαν. Οἰκονομίας ἄλλας φέρει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλ’ αἱ δύο, ὧν ἐμνήσθην, εἶναι αἱ θεμελιώδεις. Ἐκ τῶν δευτερευούσης σημασίας ἀναφέρω μόνον τὴν κατάργησιν τῶν μουσικῶν τῶν συνταγμάτων. Τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατ’ ἔτος ἐπὶ διετίαν κατατασσομένων καὶ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τριμήνου ὑπηρεσίας τῶν διαθεσίμων, ἐπιτυγχανόμενα διὰ τῶν μέτρων, ἅτινα ἐξέθηκα, τουτέστι διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἀνικανοτήτων καὶ τῶν περιπτώσεων τῶν ἀπαλλαγῶν, φρονῶ, ὅτι δὲν φέρουσι ζημίαν εἰς τὰ τῆς στρατολογίας παρ’ ἡμῖν, καὶ ὅτι τοὐναντίον ὁ στρατὸς ἡμῶν, οὗτινος ὁ ὀργανισμὸς ἀφορᾷ κυρίως εἰς τὸν καταρτισμὸν ἐφεδρείας ἔν τε τοῖς στελέχεσι καὶ ἐν τῷ ἀριθμῷ τῶν ἀνδρῶν, κατ’ οὐδὲν θέλει μειωθῆ τὴν δύναμιν συνεπείᾳ τῶν μέτρων τούτων, διότι τὰ μὲν στελέχη διατηρεῖ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ἀριθμοῖς, τὸν δὲ ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν ἐν ἐφεδρείᾳ ἔχει σήμερον πολὺ ὑπέρτερον τοῦ χωροῦντος ἐν τοῖς στελέχεσιν. Ἀμέσως ἄρα οὐδεμία ἐκ τοῦ μέτρου τούτου ἐπέρχεται ζημία εἰς τὴν στρατιωτικὴν τοῦ ἔθνους δύναμιν, καίτοι ἐν τῷ συνόλῳ καὶ ἐν τῇ μελλούσῃ ἀναπτύξει ἡ ἔλλειψις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, τοῦ μὴ καλουμένου εἰς τὰς τάξεις, βεβαίως θέλει γείνῃ ἐπαισθητή. Οἱ ἄνδρες ὅμως οὗτοι δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ἐπιζητῇ, ἰδίως μάλιστα ἡ κατηγορία τῶν καλουμένων στενοθωράκων. Διὰ τῶν μέτρων τούτων περιορίζεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς δαπάνην κατ’ ἐλάχιστον ὑπερβαίνουσαν ἢ καὶ μὴ ὑπερβαίνουσαν τὰ 15,000,000, δαπάνην, ἥτις ὑστερεῖ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀριθμῶν κατὰ 3,000,000, τῶν δὲ ἀληθῶν ἐπὶ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπανῶν κατὰ 4,000,000. Μετὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἡ προσοχὴ τοῦ ἐπιδιώκοντος οἰκονομίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους δέον νὰ στραφῇ εἰς τὰ δημόσια ἔργα, διότι ἁπανταχοῦ θεωρεῖται ὁ κλάδος οὗτος ὡς ὁ μετὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν παρέχων ἔδαφος πρὸς οἰκονομίας. Καὶ τῷ ὄντι παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει ἔδαφος πρὸς οἰκονομίας ἐν τῷ κλάδῳ τούτῳ. Ὑπάρχει ἔδαφος πρὸς οἰκονομίας ἐν τῷ ἐκτάκτῳ προϋπολογισμῷ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτον ἡ ἀρχὴ, ἣν θὰ παραδεχθῶμεν, βεβαίως εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀναπτύσσωμεν τὸν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν τῶν δημοσίων ἔργων, ἐφ’ ὅσον αἱ περιστάσεις ἡμῶν εἶναι ὁποῖαι αἱ σημεριναί· ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν περίσσευμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, πρέπει τὰ τῶν δημοσίων ἔργων, τῶν δι’ ἐκτάκτων πόρων ἐκτελουμένων, νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὴν σήμερον διαγεγραμμένην περιφέρειαν αὐτῶν, μηδεμιᾶς προστιθεμένης δαπάνης. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ ὑπάρχει ἔδαφος πρὸς οἰκονομίας ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων. Εἴχομεν πάντοτε, ὡς ἐκ τῆς συστάσεως καὶ τῆς λειτουργίας τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, μεγάλην δαπάνην εἰς τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, ταῦτα δὲ, ὡς παρετήρησα καὶ πρότερον, δύνανται νὰ ἀνακοπῶσιν ἤδη, ἀφοῦ ὅλως ἔκτακτον ἔλαβον καὶ λαμβάνουσιν ἀνάπτυξιν τὰ ἔργα τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας. Εἰς Βουλὴν προηγουμένην εἴχομεν ὑποβάλει μέτρον, καθ’ ὃ θὰ ἀπέδιδε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 2,000,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος· τὸ μέτρον ἐκεῖνο δὲν ἐψηφίσθη τότε· ἤδη εἰς τὸ αὐτὸ θὰ καταλήξωμεν ἀποτέλεσμα διὰ μέτρου ἄλλως συντεταγμένου, διὰ μέτρου ἀφορῶντος εἰς τὴν συγχώνευσιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, συγχώνευσιν ἐξασφαλίζουσαν ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τῶν δήμων πᾶν τὸ παρ’ αὐτῶν κεκτημένον, ἐξασφαλίζουσαν καὶ ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας πᾶν τὸ παρὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει ἀποδειχθησόμενον ὡς ὀφειλόμενον. Ἡ κατάργησις τοῦ ταμείου ἐπιβάλλετο ἐκ διαφόρων λόγων. Ἀφοῦ τὰ τῆς ὁδοποιΐας θέλομεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς αὐστηροὺς περιορισμούς, τὸ ὀρθότερον σύστημα πρὸς ἐπίτευξιν τούτου εἶναι ἡ ὑποβολὴ τῶν κατ’ αὐτὴν εἰς τὰ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ Κράτους, εἰς τὸ γενικὸν σύστημα τὸ ἑνιαῖον, τὸ διέπον τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν τοῦ Κράτους. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα τηρῆται διακεκριμένον τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἀφοῦ μάλιστα ἤδη πρόκειται νὰ παύσῃ ἡ κατασκευὴ ὁδῶν ἐκτὸς τῶν στενῶν ὁρίων, περὶ ὧν γίνεται λόγος ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ, τῷ καταργοῦντι τὸ ταμεῖον, τουτέστι μέχρι δαπάνης ἑνὸς ἑκατομμυρίου κατ’ ἔτος. Ἐκ τῆς διαλύσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τὸ Δημόσιον θέλει ἀπολαύσει ποσὸν ὑπέρτερον δύο ἑκατομμυρίων, διότι τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως καὶ ἀνακαινίσεως τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἅτινα εἰς τὸ ἑξῆς θέλουσιν ἐπιβαρύνει τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μετὰ τῶν ἐξόδων τῆς διευθύνσεως τῶν ἔργων καὶ τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ καὶ τῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ὑπὸ τοὺς περιωρισμένους ὅρους, ὑφ’ οὓς θέλει ἀνανεωθῆ ἡ ὑπηρεσία αὐτῆς, προσέτι δὲ καὶ τῶν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ ὑποχρέωσις, πάντα τὰ ἔξοδα ταῦτα θὰ ἀνέρχωνται εἰς ποσὸν δύο ἑκατομμυρίων καὶ τριακοσίων ἑξήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, ἀπέναντι τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἀποδοτέων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 4,500,000 δραχμῶν. Πρὸς τὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας συνδέονται καὶ τὰ τῆς Ἀτμοπλοΐας, εἰς ἣν δὲν θὰ παρασχεθῇ τὸ χορήγημα, κατὰ τὰ ὑπὸ νόμου ἀρτίως ψηφισθέντος ἐπιτραπέντα, καὶ ἐκ τούτου θέλει πραγματοποιηθῆ ἐτησία οἰκονομία 650,000 δραχμῶν. Ἐν τοῖς λοιποῖς Ὑπουργείοις ἐγένετο ἐργασία ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἧς τὰ πορίσματα θέλετε ἴδει ἀναγεγραμμένα ἐν τοῖς πίναξι, τοῖς δημοσιευομένοις συνάμα μετὰ τῆς ἐπανορθωτικῆς δηλώσεως ἐπὶ τοῦ ὑποβεβλημένου προϋπολογισμοῦ. Ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἔχομεν αὐξήσεις δαπανῶν καταργητέας τὰς τῶν ἐπαρχείων, τὰς τῆς μεταφορᾶς τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀτμοτελωνίδων εἰς τὸ ἐπὶ τὸ Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, ἔχομεν ἐν τοῖς καπνοκοπτηρίοις τὴν εἰσαγωγὴν νέου συστήματος κοπῆς δι’ αὐτῶν τῶν καπνοπωλῶν ἐπὶ ὡρισμένῳ τιμήματι, καταργουμένου οὕτως ἅπαντος τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ, τοῦ ἐκ τοῦ Δημοσίου ἐξαρτωμένου, καὶ τοῦτο ἐπὶ οἰκονομίᾳ οὐχὶ μικρᾷ, διότι ἴσως καὶ οἱ καπνοπῶλαι, προτιμῶντες τὸ σύστημα τοῦτο, ἀποδέχονται αὐτὸ καὶ ἐπί τινι ἑαυτῶν ζημίᾳ. Αἱ οἰκονομίαι αὗται καὶ αἱ ἄλλαι, ὅσας ἐν τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις δύναμαι νὰ ἀναφέρω, π. χ. ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶλλον περιωρισμένη χρῆσις τῆς πιστώσεως διὰ τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν, μηδαμῶς μεταβαλλομένης τῆς ὀργανικῆς διαῤῥυθμίσεως, ἀλλὰ πραγματοποιουμένων οἰκονομιῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ· ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ δικαστικῇ διαγραφὴ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἴτε ἔφθασαν, εἴτε δὲν ἔφθασαν νὰ ψηφισθῶσι διὰ νόμου, αὐξήσεων μισθῶν, καταργουμένων, ὡς εἰκὸς, καὶ τῶν νόμων, δι’ ὧν αὗται ἐψηφίσθησαν, ἢ ἀναστελλομένης τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν· ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν οἰκονομίαι θέσεων, εἴτε διὰ νόμου, εἴτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅπως ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ θέσεως ἐλεγκτοῦ καὶ δύο παρέδρων, καὶ διαφόρων θέσεων ἐν τοῖς ταμείοις, ταῖς ἐφορίαις, τοῖς τελωνείοις, καταργουμένου καὶ τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν, πᾶσαι αὗται αἱ οἰκονομίαι, ἀθροιζόμεναι εἰς 1,500,000, ἐπιπροστιθέμεναι εἰς τὰς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς τῶν δημοσίων ἔργων, φέρουσι ποσὸν 7,150,000 δραχμῶν. Εἰς τὰς οἰκονομίας ταύτας θὰ προστεθῶσιν ὡς μείωσις δαπάνης, ἐκ τῶν πραγμάτων ὑπαγορευομένη, καὶ προερχομένη αὐτομάτως, οὕτως εἰπεῖν, αἱ ἐκ τῆς προσδοκωμένης ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, μειούμεναι δαπάναι, αἱ εἰς μεταλλικὸν ἐκτιμώμεναι. Τὴν μείωσιν τούτων τῶν δαπανῶν δὲν καταλογίζω ἀπὸ τοῦδε ὡς οἰκονομίαν ἐπιτευχθησομένην, διότι, καίτοι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον θὰ ἐφαρμόσωμεν, θέλει βεβαίως ἀπολήξει ταχέως εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, πρόωρον ὅμως νομίζω πᾶσαν ἐκ τούτου ἐγγραφήν. Μνεία μόνον τῆς προσδοκίας δύναται νὰ γείνῃ, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι σήμερον ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει δαπάνας ἐκ 10,000,000, ὧν τὸ ποσὸν κανονίζεται ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος· ἡ ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως ἄρα ἀναγραφὴ ἀνέρχεται εἰς 4,000,000. Ἐὰν ἐπέλθῃ ὑποτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἀπὸ 140 εἰς 120, θὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου 2,000,000 ἐλάσσονα δαπάνην. Θὰ ἔχωμεν ἐλάσσονα δαπάνην ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς τῆς μὴ πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων διὰ συναλλάγματος, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐπιτυγχάνεται. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐπίσης δὲν ἀνεγράφη ἐνταῦθα· ἐφ’ ὅσον ὅμως γίνεται, ὡς ἐγένετο καὶ ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν, τὰ ἀντίθετα πρὸς τοῦτο διακηρυττόντων, κυψάντων ὅμως πρὸ τῆς ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνάγκης, ἐφ’ ὅσον ὅμως γίνεται τοῦτο, θὰ ἔχωμεν σπουδαίαν μείωσιν τῶν ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Κράτους ἀναγεγραμμένων. Ἄνευ ὅμως τούτων, τουτέστι τῶν 6,700,000 δραχμῶν, τῶν ἀναγεγραμμένων δι’ ἔξοδα ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος, καὶ ἄνευ τῶν 2,000,000 ἢ τῶν 3,000,000 ἐξ ἐλάσσονος καταβολῆς λόγῳ ὑποτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος ἐπὶ τῶν ἐξόδων, ὧν τὸ ποσὸν κανονίζεται εἰς μεταλλικὸν, ἔχομεν οἰκονομίας 7,150,000 δραχμῶν ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῇ ὁδοποιίᾳ, ἐν τῷ χορηγήματι τῆς Ἀτμοπλοΐας καὶ ἐν διαφόροις δαπάναις τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Αἱ οἰκονομίαι αὗται δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἀποτελέσματος, ὅπερ ἐπιδιώκομεν, τουτέστι τῆς ἀποκτήσεως ποσοῦ περίπου 17,000,000, πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ καὶ ἀνωτέρου ἔτι, ἐὰν ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς τὸ ἔλλειμμα τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς καθυστερήσεως τῶν εἰσπραττομένων ἐπὶ τῶν βεβαιουμένων καὶ ἀναγραφομένων. Πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς καθυστερήσεως ταύτης εἰργάσθημεν συντόνως, ἐξητάσαμεν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀρχὴ, ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, περὶ εἰσπράξεως ἐργολαβικῆς τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ὅπως ἔχομεν καὶ βεβαίωσιν αὐτῶν ἐργολαβικήν. Δὲν δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπω, ποία θὰ ᾖναι ἡ ἔκβασις τῶν διεξαγομένων διαπραγματεύσεων, ἀλλὰ συνάμα μετὰ τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων διεξάγονται ἄλλαι μελέται περὶ διαῤῥυθμίσεως τοῦ συστήματος τῆς εἰσπράξεως διὰ τρόπου παρέχοντος πλείονας ἐγγυήσεις ἀρτιωτέρας καὶ ἐγκαιροτέρας εἰσπράξεως συνάμα μετὰ τῆς ἐγκαιροτέρας βεβαιώσεως τῶν φόρων, καὶ ἴσως τὸ τελευταῖον τοῦτο σύστημα προτιμηθῇ, διότι τὸ σύστημα τῆς ἐργολαβίας περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, μόνον ὅταν ἀποδειχθῇ ἀτελεσφόρητος πᾶσα προσπάθεια πρὸς ἐπίτευξιν διὰ τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας εἰσπράξεως σχεδὸν ἀρτίας. Ὁπωσδήποτε φρονῶ, ὅτι τὰ ποσὰ τῶν καθυστερούντων, ἅτινα ἤδη ἀναγράφονται ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς, θέλει ἐπιτευχθῆ, ὅπως σπουδαίως περιορισθῶσι. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ἐπὶ τούτου ἐπιτρέπεται νὰ στηριχθῶμεν ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὀφείλομεν, ἕως οὗ τὰ ἀποτελέσματα ἐπιτευχθῶσι, νὰ ἀφορῶμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὡσανεὶ τὰ αὐτὰ καὶ ἐν τῷ παρελθόντι θὰ παρουσίαζεν ἀποτελέσματα ἐν τῷ τέλει τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ περὶ τὴν καθυστέρησιν τῶν εἰσπράξεων. Τούτου ἕνεκα πρέπει ἀφεύκτως νὰ ἐπιζητήσωμεν ἐν φορολογικῇ ἐπιβαρύνσει τοῦ Κράτους τὴν ἀναπλήρωσιν τῆς ἀνάγκης τοῦ Δημοσίου. Τοῦ ἔργου τούτου τῆς ἐπιβαρύνσεως ἐγένετο ἔναρξις ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν, διότι, ὅσα μέχρι τοῦδε εἶπον, ἀφορῶσιν εἰς τὸν ὑποβεβλημένον προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ εἰσαγαγοῦσα αὐτὸν Κυβέρνησις, καίτοι ἐδήλου πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἦτο ἐπαρκὴς πρὸς πάντα, καὶ περιελάμβανεν ἐπαρκῆ τὰ μέσα πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἔφερεν ὅμως νομοσχέδια ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐλλείμματος, κατ’ αὐτὴν μὴ ὑπάρχοντος, ἐπὶ ποσῷ σπουδαίῳ. Ὁ λόγος, ὁ ὑπαγορεύσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην τὴν εἰσαγωγὴν νομοσχεδίων περὶ φορολογικῶν ἐπιβαρύνσεων, δὲν ἀφορᾷ εἰς ἡμᾶς. Ἤθελε νὰ κόψῃ τοὺς ὄνυχας καὶ τὰς πτέρυγας τῶν χρηματιζομένων, καὶ ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε μέσον ἐπιτηδειότερον πρὸς τοῦτο τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐν ἰσοζυγίῳ προσθήκης ἐσόδων, ἐπιβαρυνόντων τὸν λαὸν διὰ νέας φορολογίας. Τοιαῦτα ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλθη τότε, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπευφημοῦσα ἐψήφισε πάντα τὰ μέτρα, ὑπὲρ ὧν ἐπέμεινεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐπέμεινε δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὰ δασμολογικὰ καὶ εἰς τὰ τῶν μονοπωλίων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τοὺς δασμοὺς, προέτεινεν αὔξησιν ἐπὶ πολλῶν κλάσεων τοῦ δασμολογίου 15%, ἥτις ἀποφέρει ἐπὶ ταῖς τέως ἀναλογίαις τῶν εἰσπράξεων 2,824,000 δραχμῶν. Δὲν ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον ἐν τῷ ἔτει 1892, εἰμὴ ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, καὶ ἐπὶ τοῦ ὅλου ἔτους σημειῶ τὴν αὔξησιν, διότι ὑπὸ ταύτην τὴν παράστασιν παρουσιάζει πλήρη τὴν ἔννοιαν αὐτῆς ἡ πληροφορία. Προέτεινεν ἐπίσης αὔξησιν ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ σίτου, τουτέστι μετὰ τῶν προσθέτων 15% 50,06 λεπτῶν κατὰ στατῆρα, ἀποδίδουσαν 1,265,000 δραχμῶν ἐτησίως. Προέτεινε προσέτι δασμὸν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων διὰ τῆς μεθορίου γραμμῆς, δι’ ἧς εἰσήγοντο τέως ἀτελῶς τὰ προϊόντα τῶν ἐγγὺς χωρῶν, καὶ τοῦτο ἐπὶ αὐξήσει τῶν ἐτησίων προσόδων τοῦ Κράτους κατὰ 600,000 δραχμῶν. Ἔχομεν προσέτι ψηφισθεῖσαν τότε αὔξησιν ἐτησίας προσόδου ἐκ προσθήκης 4 δρ. κατὰ κιβώτιον πετρελαίου, ἐπειδὴ δὲ κιβώτια πετρελαίου καταναλίσκονται κατ’ ἔτος 185 περίπου χιλιάδες, ἔχομεν ἐκ τούτου 740,000 δραχμῶν. Ἄρα ἔχομεν ηὐξημένας προσόδους ἐκ τῶν νόμων τῶν ἐψηφισμένων ἤδη 4,429,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα δὲν ἀρκοῦσιν εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Προτείνομεν ἄρα εἰς ὑμᾶς καὶ ἄλλας φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις, ἐπιβαρύνσεις βαρείας, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐκτιμῶσα αὐτὰς, ὅτι, χάρις εἰς τὰ μέτρα ταῦτα, τοῦτο μὲν εἰς τὰς οἰκονομίας, τοῦτο δὲ εἰς τὰς αὐξήσεις τῶν προσόδων ἐκ φορολογίας, θὰ ἐπιτευχθῇ ἐν ἄλλοις καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ κυκλοφοροῦντος τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ ἑπομένως ἡ ὑποτίμησις τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἡ δ’ ἐν σχέσει πρὸς τὸν χρυσὸν ὑπερτίμησις τοῦ χαρτίνου νομίσματος θ’ ἀποτελέσῃ ἀνακούφισιν τῶν κατόχων αὐτοῦ, οἵτινες διὰ τῶν μέτρων τούτων ἐπιβαρύνονται. Καὶ πρῶτον κατηρτίσθη μέτρον, ἀφορῶν εἰς τινας κλάσεις εἰσαγομένων, ἐξαιρεθέντων ἀπὸ τοῦ μέτρου τῶν δασμολογικῶν αὐξήσεων, τῶν ψηφισθεισῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν. Ὅπως ἐψηφίσθη τὸ μέτρον ἐκεῖνο, περιλαμβάνον τὴν ἐξαίρεσιν τῶν εἰδῶν, ὧν τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς κανονίζονται διὰ συμβάσεως, ταῦτα ἀπαλλάσσονται τῆς ἐπιβαρύνσεως οὐ μόνον ὅταν πληρώνωσι τὰ τέλη εἰς χρυσὸν, ἀλλὰ καὶ ὅταν πληρώνωσι τὰ τέλη εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τοῦτο εἶναι ἄτοπον. Αἱ συμβάσεις ὑποχρεοῦσι τὴν Πολιτείαν, ὅπως μὴ ἐπιβάλλῃ τέλη μεταλλικὰ, ἀνώτερα τῶν ἀναγραφομένων ἐν τοῖς προσηρτημένοις εἰς αὐτὰς τιμολογίοις, εἰς τὰ εἴδη τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν Κρατῶν, πρὸς ἃ ἡ σύμβασις. Ἀλλ’ εἰς τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν τῆς Πολιτείας, ὅπως μὴ μεταβάλλῃ ἐπὶ πλέον τὰ τέλη εἰς μεταλλικὸν, δὲν παρέπεται καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν εἰδῶν τούτων ἐπὶ πληρωμῇ τοῦ δασμοῦ διὰ νομίσματος ὑποτετιμημένου ἄνευ ἀναπληρώσεως τῆς διαφορᾶς. Τοῦτο ἐν τῇ δασμολογικῇ μεταῤῥυθμίσει, ἣν, παρ’ ἡμῶν εἰσαχθεῖσαν, εἶχε ψηφίσει πρότερον ἡ Βουλή, περιελαμβάνετο ἄνευ εἰδικῆς μνείας, διότι ἡ μεταῤῥύθμισις ἀφεώρα εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ δασμοῦ ἐν ὑποτετιμημένῳ νομίσματι, ὁ ψηφισθεὶς νόμος, ἰσχύων σήμερον, ἐπιβάλλει 15% πρόσθετον τέλος, ὁσάκις ἀποτίνηται ὁ δασμὸς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ οὐχὶ εἰς μεταλλικὸν νόμισμα. Οἱ εἰσαγαγόντες τὸ πρῶτον μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου εἴδη ὑπαγόμενα εἰς τὸ συμβατικὸν δασμολόγιον ἐζήτησαν πληροφορίας, ἐὰν ὁ κανονισμὸς τοῦ τέλους εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀφεώρα καὶ εἰς αὐτούς. Ἀπετάθησαν μάλιστά τινες καὶ εἰς τὰς Πρεσβείας των· παρ’ ὅλων δὲ ἐδόθη εἰς αὐτοὺς ἡ ἀπάντησις, ὅτι, ἀφοῦ δὲν θίγεται ὁ ὅρος τῆς μεταλλικῆς αὐτῶν ὑποχρεώσεως πρὸς πληρωμὴν, οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα, ἵνα, ἀποτίνοντες τὸν δασμὸν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ζητήσωσιν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ ὑποχρεώσεως, ἀφορώσης εἰς τὴν ἐπικαταλλαγήν. Εἰς τοῦτο λοιπὸν ἀφορᾷ τὸ νῦν καταρτισθὲν νομοσχέδιον, πραγματευόμενον περὶ τῶν εἰδῶν τῶν περιλαμβανομένων ἐν συμβατικοῖς δασμολογίοις, καὶ κανονίζον, ὅπως ταῦτα τὰ εἴδη, τὰ προερχόμενα ἐκ Κρατῶν ἐχόντων συμβάσεις περὶ τῶν εἰδῶν τούτων μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἀποτίνωσι τὸ τέλος εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑποβάλλωνται εἰς τέλος πρὸς τῷ ὀφειλομένῳ εἰς μεταλλικὸν 32%, τουτέστιν ἐκ μὲν τοῦ πρώτου νόμου 15%, ἐκ δὲ τοῦ νῦν καταρτισθέντος ἕτερα 15%, ἐπὶ τοῦ κατὰ τὸν πρῶτον νόμον ηὐξημένου τέλους. Ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως ταύτης ἐπέρχεται αὔξησις προσόδου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 635,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλας δύο δασμολογικὰς αὐξήσεις προτείνομεν, βαρείας ταύτας, αὔξησιν 10 λεπτῶν ἐπὶ τοῦ δασμοῦ τῆς ζακχάρεως κατ’ ὀκᾶν, καὶ αὔξησιν ἑνὸς ἔτι λεπτοῦ ἐπὶ τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου. Τούτου τοῦ δευτέρου λεπτοῦ εἶχεν ἀναγγελθῆ ἡ προσθήκη καὶ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· ἀλλὰ διάφορα μέτρα ἐκ τῶν τότε ἀναγγελθέντων δὲν ἐψηφίσθησαν, εἴτε διότι τὰ ἀνεκάλει ἡ Κυβέρνησις, εἴτε διότι ἐλησμόνησεν, ὅτι τὰ εἶχε προτείνει. Οὕτως ἐκ προσθέτων τελῶν, νῦν προτεινομένων, θὰ προέλθῃ αὔξησις ἐτησίων προσόδων 2,463,000 δραχμῶν, ἐπιπρόσθετος εἰς τὰς ἐπὶ πλέον προσόδους, ἐκ 4,429,000 δραχμῶν, τὰς ἤδη ἐψηφισμένας. Πλὴν τούτων, προτείνομεν, ἵνα ἐπιβληθῇ ἐκ νέου τὸ καταργηθὲν πρόσθετον τέλος εἴκοσιν ἑκατοστῶν ἐπὶ τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ αὐξήσει κατὰ 850,000 δραχμῶν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Εἰς τὰς προσόδους ταύτας ἐπιπροστίθεται καὶ ἄλλη, ἐπερχομένη κατὰ τὰ κείμενα ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐτησίως κατατασσομένων, τουτέστιν ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἀπαλλαγῶν· διότι οἱ ἀπαλλασσόμενοι καὶ οἱ ἐξαιρούμενοι ὑποβάλλονται εἰς πληρωμὴν ἀντισηκώματος 100 δραχμῶν· ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀριθμὸς, καθ’ ὃν ἐλαττοῦται ἡ κλήρωσις, εἶναι 2,500, ἔχομεν ἐκ τούτου πρόσοδον ἐτησίαν 250,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ προσέτι, ἐπειδὴ οἱ διαθέσιμοι δὲν καλοῦνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν τρίμηνον, ἡ καταβολὴ αὐτῶν ἡ ἑκατοντάδραχμος αὐξάνεται διὰ προτάσεως ἡμῶν εἰς καταβολὴν 150 δραχμῶν, καὶ ἐκ τούτου πρόσοδος ἑτέρων 250,000 δραχμῶν. Αἱ προτάσεις ἡμῶν περιλαμβάνουσι καὶ ἑτέραν πρόσοδον, ἥτις, καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἦτο δίκαιον νὰ ἐπεβάλλετο παρ’ ἡμῖν. Τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν διεξάγονται δωρεὰν ὑπὸ τῆς Πολιτείας, μηδεμίαν λαμβανούσης ἀποζημίωσιν παρὰ τῶν ὠφελουμένων ἐξ αὐτῆς, κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ τοῦ γενικῶς ἐπικρατοῦντος μέτρου ἐπὶ τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἅπαντα τὰ Κράτη, τὰ διεξάγοντα δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν, ἀπολαμβάνουσι παρὰ τῶν ἐκπαιδευομένων ἀποζημίωσιν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἴσην πρὸς τὴν δαπάνην. Δίδακτρα εὑρίσκομεν ἀποτινόμενα καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἐν ταῖς Σκανδιναυϊκαῖς χώραις, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ἁπανταχοῦ. Μετὰ τοῦ μέτρου δὲ, τὸ ὁποῖον θέλομεν ὑποβάλει περὶ τούτων εἰς τὴν Βουλὴν, θέλομεν συνάμα ἀνακοινώσει πρὸς αὐτὴν καὶ σημειώσεις περὶ τῶν ἀλλαχοῦ πληρονομένων. Τοῦτο, τὸ ἁπανταχοῦ γιγνόμενον, τὸ γιγνόμενον ἐν Κράτεσι πλουσιωτάτοις, ὧν οἱ πόροι τοῦ Δημοσίου θὰ ἐπέτρεπον πᾶσαν θυσίαν ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦτο παρ’ ἡμῖν δὲν γίνεται· εἶχε δὲ λόγον ἡ παράλειψις· ὅτε ἐξήρχετο ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῶν σπαραγμῶν τοῦ μεγάλου αὐτῆς ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος, ἀποζημίωσιν δὲν ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ ὁ ἐκπαιδευόμενος, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ προσφέρηται πρὸς αὐτὸν ἡ ἐκπαίδευσις ἄνευ οὐδεμιᾶς παρ’ αὐτοῦ ἀπαιτήσεως. Σήμερον ὅμως τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν ἔχουσιν ἄλλως· καὶ ἂν μὴ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐπιβλητικὴ οἰκονομιῶν, δὲν θὰ ἦτο δίκαιον πρὸς τὴν Πολιτείαν ἐν γένει, πρὸς τοὺς φορολογουμένους ἐν γένει, οἱ ἀπολαύοντες τῶν ἀγαθῶν τῆς μέσης καὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως δαπάνῃ τοῦ Κράτους νὰ μὴ ἀποδίδωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἀποζημίωσίν τινα, οὐχὶ διὰ τὸ ὅλον τῆς δαπάνης, ἀλλὰ μερικήν. Τοσοῦτον δὲ τοῦτο ἦτο δίκαιον, ὥστε ἀφ’ ἑαυτοῦ εἰσήχθη, καὶ καταχρηστικῶς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἔχομεν τέλη πληρονόμενα ἀπὸ καιροῦ, ἄνευ οὐδενὸς νόμου ἐπιτρέποντος αὐτὰ, ἀλλ’ ἡ συνείδησις περὶ τοῦ δικαίου τῆς πληρωμῆς ἐπέτρεψεν, ὅπως αὐτομάτως, οὕτως εἰπεῖν, ὀργανωθῇ ἡ καταβολὴ τοιούτου τέλους. Τοῦτο, νομίζομεν, πρέπει σήμερον νὰ συστηματοποιηθῇ καθ’ ὅλην τὴν ἀνωτέραν καὶ μέσην ἐκπαίδευσιν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις. Τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πρέπει νὰ ἀπολαύῃ καθ’ ὅλα δωρεὰν ὁ ἐκπαιδευόμενος. Ὁ δῆμος εἰσφέρει, ἐπιπροσθέτως δὲ χορηγοῦσι καὶ αἱ Μοναὶ καὶ τὸ Δημόσιον, καὶ εἰς τοῦτο ἀφορῶσιν οἱ νόμοι, οἱ ἀλληλοδιαδόχως ψηφισθέντες, περὶ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐξαιρουμένης ἄρα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ μέση καὶ ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τέλη, ληφθέντων δὲ ὑπ’ ὄψει τῶν ἀλλαχοῦ κειμένων, καὶ καθορισθέντων ἐνταῦθα κατωτέρων τῶν τελῶν ἢ ἀλλαχοῦ, ἔχομεν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου πρόσοδον 1,600,000 δραχμῶν. Καὶ τοιουτοτρόπως ἀπαρτίζεται πρόσοδος 9,792,000 δρ. Ὥστε ἐπιπροστιθεμένων εἰς ταῦτα τῶν οἰκονομιῶν ἐξ 7,150,000 δρ. καὶ ἀφιεμένων ὡς ἔχουσι τῶν ἀναγραφῶν λόγῳ ἐξόδων δημοσίου χρέους ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος καὶ λόγῳ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν εἰς μέταλλον πληρονομένων, ἔχομεν ἐλάττωσιν ἐξόδων καὶ αὔξησιν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν συνόλῳ 17,000,000, ὅσον καὶ τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔλλειμμα. Ταῦτα δὲ ἐξησφαλισμένα ἐν παντί· διότι καὶ ἡ διαφορὰ, ἥτις θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς ὑστερήσεως τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις, θέλει βεβαίως καλυφθῆ ἐκ τῆς ἥσσονος πληρωμῆς διὰ διαφορὰν συναλλάγματος τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 6,700,000 καὶ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἀξίας τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἐφ’ ᾗ κανονίζονται ἐτήσιαι πιστώσεις μέχρι ποσοῦ 10,000,000. Τοιουτοτρόπως, φθάνομεν ἀσφαλῶς εἰς κατάρτισιν ἰσοζυγίου οὐ μόνον βεβαιώσεων πρὸς δαπάνας, ἀλλ’ εἰσπράξεων πρὸς δαπάνας, φθάνομεν δὲ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τὰ πράγματα μένουσιν ὡς ἔχουσιν ἤδη, ὅτι δὲν ἐπέρχεται βελτίωσις τῆς καταστάσεως· διότι ἐν τῷ ὑπολογισμῷ, ὃν ὑποβάλλω, ἐν τῷ ὑπολογισμῷ, καθ’ ὃν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους μειοῦνται κατὰ 9,738,000, περιλαμβάνομεν 2,500,000 δρ. ἐπὶ ἔλαττον ὡς ἐκ τῆς χαλαρωτέρας ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ καπνοῦ, ἀλλ’ ἐὰν ἐπιτευχθῇ, ὅπως ὁ νόμος τοῦ καπνοῦ ἐφαρμοσθῇ καὶ πάλιν, ἀποφέρων τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ἀπήνεγκε κατὰ τὰ ἔτη 1888 καὶ 1889, θὰ ἔχωμεν ἐντεῦθεν αὔξησιν ἐσόδων 2½ ἑκατομμυρίων, ἅτινα οὐδαμῶς ὑπελογίσαμεν ἐνταῦθα. Ὑπολογίζομεν ἐνταῦθα μείωσιν τῆς ἐκ τῶν δασμῶν προσόδου ὡς ἐκ τῆς μειώσεως τῆς εἰσαγωγῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· ἀλλ’ ἂν ἐπιτευχθῇ τρόπος πρὸς πληρωμὴν τῶν λόγῳ τοῦ δημοσίου χρέους ἐτησίων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, πλησιάζων πρὸς τὸν ἄλλοτε λειτουργήσαντα, θέλουσι μὲν μειωθῆ ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ ἐκ ταύτης πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ τῷ ποσῷ, ὅπερ παρέστησα πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγου· καὶ ἐκ τούτου ἄρα δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν σπουδαίαν βελτίωσιν τῶν προσόδων τοῦ Δημοσίου, καὶ ἑπομένως οὐχὶ πλέον ἀναπλήρωσιν ἁπλῆν τοῦ ἐλλείμματος, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα πραγματικῶν εἰσπράξεων πρὸς δαπάνας. Ὅταν δὲ ταῦτα ἐπιτευχθῶσι, τότε δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν, ὁποίαν τοιοῦτο περίσσευμα ὑπαγορεύει πολιτικήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ταῦτα δὲν ἐπετεύχθησαν ἔτι, ἐπειδὴ ταῦτα προσδοκῶνται μόνον, φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει ἤδη νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ ἰσοζύγιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καθεστῶτος, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τὰ διοικητικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ κατ’ οὐδὲν βελτιοῦνται ἐν τοῖς ἀποτελέσμασιν αὐτῶν τοῖς σημερινοῖς, καὶ νὰ ἔχωμεν πάλιν ἰσοζύγιον βέβαιον, διότι ἄλλως θὰ κινώμεθα ἐν πλημμελεῖ κύκλῳ. Μόνον τὸ ἐπιτευχθὲν ἰσοζύγιον θὰ βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικά· μὴ ὑπολογίζωμεν ἄρα ἐπὶ βελτιωμένων οἰκονομικῶν πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου. Ἐπιτυγχάνοντες τὸ ἰσοζύγιον, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι δὲν βελτιοῦνται τὰ οἰκονομικὰ, θὰ ἔχωμεν εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν, ἐξ ἧς καὶ περίσσευμα. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἐνταῦθα ὡς στοιχεῖον ἐν ταῖς μελέταις ἡμῶν. Δαπάνη, μὴ προβλεπομένη ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς τούτοις, εἶναι ἡ πρὸς συνομολόγησιν πράξεως, δι’ ἧς θὰ τραπῇ τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνειον, τὸ ἐπὶ τόκῳ 1%, εἰς δάνειον ἐπὶ κανονικῷ τόκῳ. Ὁ τόκος ἐπὶ τῆς προτέρας ἡμῶν Κυβερνήσεως εἶχε προσεγγίσει τῷ 5%, σήμερον ἀγνοῶ ὁποῖος εἶναι, διότι ὁ ὅρος τοῦ τόκου ἐπὶ τῶν προκατόχων ἡμῶν νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ κατονομασθῇ, ἀφοῦ ἐπὶ τῶν προκατόχων ἡμῶν δὲν ἠδύνατο καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ ἔντοκον δάνειον. Ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ πράγματα ἐν τούτῳ ἐβελτιώθησαν ἤδη, καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον, βεβαίως δὲν θὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτὸ ἐπὶ τόκῳ περὶ τὰ 5%, ἅτινα θὰ καθίσταντο ὁ κανονικὸς τόκος, δὲν θὰ τὸ πραγματοποιήσωμεν ἴσως ὡς πρὸς τὰς πρώτας σειρὰς οὐδὲ ἐπὶ τῷ τόκῳ τῶν 6%, θὰ ἀνατρέξωμεν ἴσως εἰς τοὺς ὅρους τοῦ τόκου, οὓς ἠναγκάσθημεν νὰ ἀποδεχθῶμεν, ὅτε κατὰ τὸ 1886 ἀνελαμβάνομεν τὴν ἀρχήν. Ἀγνοῶ, τίνες ἔσονται οἱ ὅροι· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ γένηται ἀρχή τις τροπῆς τοῦ δανείου ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς δάνειον κανονικὸν, τουτέστιν εἰς δάνειον μὴ κυκλοφοροῦν ὑπὸ μορφὴν νομίσματος, ὅπως κατὰ τοσοῦτον περιορισθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν, ἥτις θὰ φέρῃ ἀναγκαίως εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ πλεονάζοντος νομίσματος, καὶ μεταδοθῇ ἀπὸ τοῦδε ἡ πεποίθησις εἰς πάντας, ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἀσφαλῶς. Ἐὰν καθ’ ὑπόθεσιν πραγματοποιηθῇ τροπὴ ἤδη ἐπὶ ποσῷ ὑποθετέον 30,000,000, τουτέστιν ἐὰν τὸ Δημόσιον ἀρυσθῇ 30 ἑκατομμύρια εἰς μέταλλον, ὑποθέτω, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀποσύρῃ τῆς κυκλοφορίας τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ κατέλθῃ φέρον τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν ἀγορὰν, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς αἰτήσεως αὐτοῦ, ὅπως προσαχθῇ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἀντὶ τοῦ οὕτως εἰς συνάλλαγμα ἢ εἰς χρυσὸν προσφερομένου ποσοῦ 30,000,000; Ἀναντιῤῥήτως ἐκ τοῦ Δημοσίου θὰ ἐξαρτᾶται νὰ προσδιορίσῃ αὐτὸ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος· διότι ζήτησις τοιούτου ποσοῦ δὲν θὰ παρουσιασθῇ, καὶ ὅταν ἔτι ἦναι γνωστὸν, ὅτι ὄπισθεν τῆς πρώτης ταύτης πράξεως ὑπάρχει παρεσκευασμένη ἑτέρα πρᾶξις ὁμοίας φύσεως, κατόπιν αὐτῆς ἄλλη, φέρουσα εἰς τὴν ὁλοσχερῆ ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ πλεονάζοντος τραπεζικοῦ γραμματίου. Διὰ τῶν πράξεων τούτων, εἶναι θετικὸν, ὅτι τὸ συνάλλαγμα θέλει ἐκπέσει· εὐθὺς δὲ, ὡς γένηται ἔναρξις αὐτοῦ, ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἦναι, πῶς νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ χρυσοῦ ἢ τοῦ συναλλάγματος, ἀλλὰ πῶς νὰ μὴ ἐπέλθῃ ῥαγδαία ἡ ὑποτίμησις αὕτη, ἵνα μὴ ἡ ἀπότομος μεταβολὴ φέρῃ ζημίας ἐν ταῖς συναλλαγαῖς. Αἱ τοιαῦται ὅμως πράξεις, περιλαμβάνουσαι ἐν συνόλῳ ποσὸν 88,000,000 δραχμῶν, ἐπάγονται ἐπιβάρυνσιν τοῦ Δημοσίου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δύναται τὸ ποσὸν τῶν 88 ἑκατομμυρίων νὰ περιορισθῇ ὡς πρὸς τὴν τροπὴν, διότι ἐκ τῶν 88,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τὰ 14,000,000 εἶναι εἰς κερματικὰ γραμμάτια, ἔχοντα σήμερον κατὰ νόμον δύναμιν ἀνταλλακτικὴν ἀρτίου γραμματίου, ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ ἀποδοθῇ εἰς τὰ κερματικὰ ταῦτα νομίσματα ἡ ἀξία παραπληρωματικοῦ νομίσματος, ἡ ἀνήκουσα εἰς αὐτὰ, τουτέστι νὰ μὴ περιορισθῇ ἡ ἀνταλλακτικὴ αὐτῶν δύναμις εἰς μόνον τὸ ποσὸν τῶν 50 δραχμῶν κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν. Ἐὰν ὅμως καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας ποσὸν 14,000,000, μεταφερόμενον εἰς τὴν παραπληρωματικὴν κυκλοφορίαν, τὴν κερματικὴν, ἡ ὁποία κατ’ οὐδὲν ἐπιβαρύνει τὴν ἀγορὰν, πάλιν ἔχομεν ποσὸν πλεονάζον 74,000,000, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο δύναται ἴσως ν’ ἀπαιτήσῃ ἐπαύξησιν τῶν ἐτησίων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους μέχρι καὶ 4 ἑκατομμυρίων πρὸς τὴν ὁλοσχερῆ αὐτοῦ κατάργησιν, πιθανώτερον θέλει ἀπαιτήσει ὀλιγώτερον, διότι ἡ τροπὴ ἐπάγεται καὶ κατάργησιν τοῦ ὑφισταμένου τόκου ἑνὸς τοῖς ἑκατόν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἔχωσι ταῦτα, καὶ 4,000,000 ἐτησίαν ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἂν ἐπάγηται ἡ τροπή, περὶ ταύτης δὲν ἐλήφθη ἐνταῦθα εἰδικὴ πρόνοια. Ἀλλ’ ὑπάρχει περὶ τούτου ἄλλοθεν πρόνοια, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τῷ οὕτω καταρτιζομένῳ, ὑπάρχει ἀναγραφὴ ἐξόδων διὰ διαφορὰν συναλλάγματος 6,700,000 δραχμῶν, ἂν δὲ διὰ θυσίας 4,000,000, ὑποτεθείσθω, ἐπιτυγχάνηται ἡ ἄνευ ἐξόδου διὰ διαφορὰν συναλλάγματος ἀπότισις τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, ἔχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκ τούτου πρόνοιαν ὑπερτέραν τῆς ἀνάγκης· ὥστε δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν μένει ἐκτὸς τοῦ ἰσοζυγίου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα πρὸς τὴν Βουλήν, τοῦτο δὲ τὸ ποσὸν δὲν θέλει ἐπιβαρύνει εὐθὺς τοὺς προϋπολογισμούς, περὶ ὧν ὁμιλοῦμεν, ἰδίως δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, δὲν θέλει ἐπιβαρύνει ὁλόκληρον τοὐλάχιστον καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1893, διότι, καὶ ἂν ἐντὸς τοῦ 1893 πραγματοποιηθῇ τὸ ὅλον τῆς τροπῆς, πάλιν μέρος τῆς πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ κανονικοῦ δανείου δαπάνης θέλει ἀρχίσει καταβαλλόμενον κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, πιθανώτερον ὅμως νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ὁλόκληρος ἡ τροπὴ οὐδὲ καὶ ἐντὸς τοῦ 1893, διότι, ὡς εἶπον, πολλὴ πρέπει νὰ καταβληθῇ προσοχή, ὅπως διακανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τούτου καὶ τῆς βαθμιαίας καταργήσεως τοῦ πλεονάζοντος γραμματίου. Ἂν μάλιστα ἦτο δυνατὸν νὰ διαβαθμισθῇ ἡ ἐνέργεια διὰ σταθμῶν, πολὺ ἀπ’ ἀλλήλων ἀπεχόντων, καὶ ἐπὶ μικροτέροις ποσοῖς, νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο ἐπιθυμητόν. Ὁμιλῶ περὶ βραχειῶν διοριῶν, διότι ἀποβλέπω εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ἂν ὅμως ἡ κατάστασις ἐπανήρχετο πάλιν εἰς ὃ ἦτο σημεῖον, ὅτε ἀπεχωρήσαμεν ἄλλοτε ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, πάλιν εἰς τὸ σύστημα τὸ τότε κρατῆσαν θὰ ἦτο πρέπον νὰ ἐπανέλθωμεν, ἐπιζητοῦντες, ὅσον ἔνεστιν, ἐπὶ μακρότερον νὰ μένωμεν ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ, ἵνα ἐπιτευχθῇ μὲν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τῆς ὁλοσχεροῦς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τῶν εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ἐκδοθέντων τραπεζικῶν γραμματίων, καταστῇ δὲ ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τοῦ νομίσματος τούτου ὅσον ἔνεστι μᾶλλον ἀνεπαίσθητος καὶ ἀζήμιος εἰς τὴν Πολιτείαν. Ταῦτα τὰ μέτρα, περὶ ὧν ὡμίλησα, ἐξασφαλίζουσιν, ὡς εἶπον, τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ σταθερῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους· θὰ τὸ ἐξησφάλιζον καὶ ἐν τῷ ἔτει 1892, ἂν ἠδύναντο νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου· ἀλλὰ θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ ἐπὶ ἕξ μῆνας, ἢ καὶ πέντε μῆνας, ἢ καὶ ὀλιγώτερον, κατὰ τὴν φύσιν ἑκάστης πράξεως. Ἐφαρμοζόμενα ὅμως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1892, ὅπως μέχρι τοῦδε ἔχει ἡ κατάστασις αὐτοῦ, ἐξεταστέον τίνα θὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν. Μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τῆς δηλώσεως, τῆς ἐπανορθούσης τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα συμφώνως πρὸς τὰς προτάσεις ἡμῶν καὶ τὰς γνώμας, ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πίνακας περὶ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως φανῇ κατὰ πόσον τὰ μέτρα τὰ προτεινόμενα θὰ ἔχωσιν ἐφαρμογὴν ἐπ’ αὐτοῦ. Εἰς τὰ τῶν πινάκων τούτων δὲν θέλω εἰσέλθει ἤδη, διότι ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἐπανορθώσεων καὶ τῶν διακρίσεων τῶν ἐφαρμοσθεισῶν ἀπὸ τῶν μήπω ἐφαρμοσθεισῶν δὲν προσήκει εἰς ἔκθεσιν γενικὴν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ θ’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ τελικὸν συμπέρασμα ὡς πρὸς τὸ ἔτος 1892. Ἡ ἐφαρμογὴ λοιπὸν τῶν μέτρων, ἅτινα εἰσάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1892, τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους τούτου καθορίζει εἰς 100,399,592, ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ περιλαμβάνεται καὶ ποσὸν 2,560,000 δραχμῶν, προερχομένων ἀπὸ τῶν καταβληθέντων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνεπείᾳ συμβάσεως πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ὅπως ἀπαλλαγῇ ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς διανομῆς μετὰ τοῦ Δημοσίου κατὰ λόγον 3 πρὸς 1 τοῦ καθαροῦ κέρδους ἐκ τῆς κυκλοφορίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Περιλαμβανομένων ἄρα καὶ τῶν ποσῶν, ἅτινα ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἀποδίδει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, 1,280,000 δραχμῶν, ἔχομεν ἔσοδα 100,399,000 δραχμῶν, ἔχομεν δὲ ἔξοδα 97,637,000, ἄρα ἔχομεν περίσσευμα βεβαιώσεων πρὸς τὰς δαπάνας 2,762,000 δραχμῶν. Τοῦτο τὸ περίσσευμα δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, ὅπως καλύψῃ τὰ ὑστερήματα τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις, ἀλλὰ καλύπτει ἴσως πλέον τοῦ ἡμίσεως, ἢ τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ τοῦ ὑστερήματος τούτου· ὅταν δὲ ἀποβλέψῃ τις εἰς τοῦτο, ὅτι πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἔν τισι δὲ ἐπὶ πολλῷ ὀλιγώτερον χρόνον, βεβαίως τὸ ἀποτέλεσμα τῶν εἰσαγομένων μέτρων ἐπὶ προϋπολογισμὸν, ὅστις κατὰ πολὺ εἶναι ἀπολογισμὸς, εἶναι λίαν ἐνθαῤῥυντικὸν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μέτρων τούτων ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους καθ’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν προτάσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1892, τὸν ὁποῖον, ἐπεξειργασμένον καὶ ἐπηνωρθωμένον, ὀφείλω τώρα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν πινάκων αὐτοῦ καὶ τῶν δύο νομοσχεδίων περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως ταύτης. Συνάμα μετὰ τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν πινάκων τούτων, οἵτινες τυποῦνται ἤδη, καὶ ἐλπίζω ὅτι τάχιστα θέλουσι διανεμηθῆ, ὑποβάλλονται δὲ ἐν χειρογράφοις, θὰ ὑποβάλω καὶ νομοσχέδιά τινα, στενῶς σχετιζόμενα πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον καὶ ἀναγόμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἕκαστος δὲ Ὑπουργὸς θέλει ὑποβάλει νομοσχέδια, ἀναγόμενα εἰς τὸν ἴδιον αὐτοῦ κλάδον, εἴτε σήμερον, εἴτε καὶ βραδύτερον, ὅπως καὶ ἐγὼ θέλω ὑποβάλει ἄλλα βραδύτερον. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ μεταβολῶν τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου, αἵτινες μεταβολαὶ, κατὰ τὰ κρατοῦντα παρ’ ἡμῖν καὶ τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ νόμῳ ἄδειαν, θέλουσιν ἐφαρμοσθῆ ἀπὸ τῆς σήμερον, διότι περὶ τοιαύτης ἐφαρμογῆς ἀναγράφεται κατὰ τὴν ὑπαγόρευσιν τοῦ νόμου διάταξις ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τελωνειακῶν θέσεων, τουτέστι τῶν τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν, καταργουμένου, καὶ ἄλλων τινῶν. Ὑποβάλλω προσέτι καὶ νομοσχέδιον περὶ σμύριδος. Ἡ ἐκ τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἀργεῖ ἀπὸ χρόνου πολλοῦ. Δὲν θέλω ἐπιληφθῆ ἤδη τοῦ θέματος τῶν τῆς σμύριδος, διότι εἰς αὐτὸ θὰ δεήσῃ, ὅπως ἀσχοληθῇ ἰδίᾳ ἡ Βουλή. Ἐν προηγουμένοις συνόδοις ὡμίλησα διὰ μακρῶν περὶ τοῦ θέματος, καὶ εἶπον, ὅτι φρονῶ, ὅτι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῆς σμύριδος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἡ ἐπιδίωξις τῆς καταναλώσεως μεγάλου ποσοῦ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν σμυριδωρυκτῶν καὶ ἐπὶ εἰσαγωγῇ μεταλλικοῦ χρήματος εἰς τὴν χώραν, εἶναι τελεσφορωτέρα τῆς ἐπιδιώξεως ὠφελείας ἐκ καθαροῦ κέρδους πωληθησομένου μικροῦ ποσοῦ ἐπὶ ὑψηλῇ τιμῇ. Εἰς ταύτην τὴν ἰδέαν στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον τὴν πώλησιν τῆς σμύριδος διὰ γενικοῦ πράκτορος ἢ δι’ εἰδικῶν πρακτόρων τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὰ τῶν κοπτηρίων καπνοῦ. Ὡς εἶπον, ἐν τοῖς κοπτηρίοις γίνεται μεγίστη δαπάνη ἐργατικοῦ προσωπικοῦ, οὐδὲ εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον ὁ κατάλληλος πρὸς τοιαύτην διαχείρισιν, διότι δυσκόλως δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν σκοπιμότητα τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων. Ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ ἐργολαβικῆς παραχωρήσεως τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦτο παρουσιάζει πολλὰ τὰ ἄτοπα. Νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, ὅπερ ἀπεδέχθημεν, τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ παρ’ αὐτῶν τῶν καπνοπωλῶν ἐπὶ ἀφαιρέσει ἐκ τοῦ καταβαλλομένου παρ’ αὐτῶν τέλους 30 λεπτῶν, ἀντὶ τῶν 72 λεπτῶν, εἰς ἃ ἀνήρχετο ἐπ’ ἐσχάτων ἡ δαπάνη κατ’ ὀκᾶν τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ, καὶ οἰκονομικώτατον εἶναι, παρουσιάζον οἰκονομίαν 350,000 περίπου δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως εἶναι ὠφελιμώτερον εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐνδιαφερομένους εἰς τὰ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ. Νομοσχέδιον ἄλλο, σχετιζόμενον μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι καὶ τὸ περιλαμβάνον τὰ 20%, τὰ προστιθέμενα εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου. Τὰ περὶ τούτου ἀποτελοῦσιν ἰδίαν διάταξιν τοῦ ἐτησίου νόμου περὶ τῆς ἐγγείου καὶ τῆς τῶν ζώων φορολογίας. Τὸν νόμον δὲ τοῦτον δὲν παρουσιάζω σήμερον, διότι συνάμα μετ’ αὐτοῦ θέλω ὑποβάλει νομοσχέδιον, παγιοῦν τοὺς ἐτησίους φορολογικοὺς νόμους, τουτέστιν ἀποτελοῦν κώδικα τῆς ἐγγείου καὶ τῆς τῶν ζώων φορολογίας, ἥτις σήμερον εἶναι νομοθετικὸς κυκεών. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δύναται κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ψηφίσεως τοῦ κώδικος καὶ περαιώσῃ αὐτὴν, θέλει ἀναβληθῆ ἡ ψήφισις τοῦ ἐτησίου νόμου, ἕως τῆς ψηφίσεως τοῦ κώδικος· ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας τῆς Συνόδου ταύτης ἡ ψήφισις τοιούτου μέτρου, θέλει καὶ πάλιν ψηφισθῆ ὁ ἐτήσιος νόμος κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε κείμενα, τουτέστι διὰ παραπομπῆς εἰς τὸ προηγούμενον καὶ ἀναδρομῆς μέχρι τοῦ 1874. Μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν Ὑπουργείων ὑποβάλλω καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ταμείου τῶν Φάρων, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε κείμενα. Τὰ δ’ ἄλλα θέματα, περὶ ὧν ἐπραγματεύθην, διαῤῥυθμίζονται ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τοῖς ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου εἰσαχθησομένοις. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως θέλει ὑποβάλει νομοσχέδια, ἀφορῶντα, τοῦτο μὲν, εἰς τὰ τέλη τῆς μέσης καὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀναγομένης τῆς μεταῤῥυθμίσεως εἰς τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, τοῦτο δὲ, εἰς κανονισμὸν τῶν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ κανονισμὸς τῶν κατὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν θέλει καταλήξει εἰς οἰκονομίαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, οὐχὶ ἰδίᾳ περὶ τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ μάλιστα περὶ τὰ ποσὰ τὰ μὴ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὰ προκαταβαλλόμενα ὅμως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ μηδέποτε ἀποδιδόμενα, ποσὰ ἀνερχόμενα μέχρι τοῦδε εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια. Εἶναι ἐπεῖγον ἤδη, ὅτε κανονίζονται τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ βάσεσιν οὕτως αὐστηραῖς, νὰ φροντίζωμεν, ὅπως μὴ ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ δημιουργῆται ἐπιβάρυνσις τοῦ δημοσίου ταμείου, ἔστω καὶ ἂν μὴ περιλαμβάνωνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως. Θέλει ἄρα ὑποβάλει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νομοσχέδιον περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς καὶ νομοσχέδιον οἰκονομίας ὑπό τινα ἔποψιν διὰ τῆς καταργήσεως Διδασκαλείων τινῶν, ἀλλὰ καὶ δαπάνης ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ὡς διατιθεμένου τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν Διδασκαλείων προκύπτοντος, εἰς σύστασιν Ὑποδιδασκαλείων, τουτέστι σχολῶν γραμματοδιδασκάλων, διότι ἄνευ γραμματοδιδασκάλων εἶναι ἀδύνατον, ἐπὶ τοῦ παρόντος τουλάχιστον, νὰ λειτουργήσῃ οἱονδήποτε σύστημα δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπειδὴ δὲ τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ προταθησόμενον εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τοῦ συναδέλφου, στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἕκαστος δῆμος θέλει ἀπολαμβάνει τὸ εἰς αὐτὸν ἀνῆκον, ἐπ’ ἀναλογίαις ἐκ τῶν προτέρων τεθειμέναις καὶ ἀναλλοιώτοις, καὶ θέλει ἀποδίδει εἰς τὸ Δημόσιον ὅ,τι διὰ τὴν τοιαύτην ἐκπαίδευσιν ὀφείλεται, ἐκείνων μόνων τῶν προσόδων μενουσῶν ἀθίκτων, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ δήμου, ἀφοῦ οἱ δῆμοι θὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν τοιαύτην δαπάνην, πρέπει νὰ τοῖς δίδωται καὶ ἡ ἐκπαίδευσις, ἣν ἐπάγεται ἡ ἀρχὴ, τὸ δὲ προσωπικὸν, τὸ σήμερον ὑπάρχον, δὲν ἐπιτρέπει, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τοὺς ἀπορωτέρους δήμους, τὴν παροχὴν αὐτῆς, διὰ τὴν ἔλλειψιν γραμματοδιδασκάλων. Ἡ σύστασις ἄρα γραμματοδιδασκαλείων ἢ ὑποδιδασκαλείων ἐπείγει. Ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θέλει ὑποβληθῆ μέτρον, ἀφορῶν εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τῶν μισθοδοσιῶν εἰς ὃ σημεῖον ἦσαν καὶ πρότερον, καὶ ἄλλα τινὰ μέτρα οἰκονομικά. Ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ὑποβληθῆ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, θέλει δὲ ὑποβληθῆ καὶ νομοσχέδιον σχετιζόμενον πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, καίτοι ὁ χαρακτὴρ αὐτοῦ εἶναι πολὺ γενικώτερος, περὶ στρατιωτικῆς ἀστυνομίας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι οἰκονομικὸν κατὰ τοῦτο, ὅτι χρησιμοποιεῖ τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ, ἅτινα διὰ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων καθίστανται διαθέσιμα, ἀλλ’ εἶναι μέτρον σχετιζόμενον πρὸς τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῆς Πολιτείας, ἐπιδρῶν κατὰ τοῦτο καὶ ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἀλλ’ ἔχον περιφέρειαν πολὺ εὐρυτέραν. Θέλουσιν ὑποβληθῆ καὶ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ μέτρα τινὰ οἰκονομίας ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας. Τοιουτοτρόπως συμπληροῦται ὁλόκληρον σύστημα, δι’ οὗ ἐπιτυγχάνεται ὀργανικῶς ὁ περιορισμὸς τῶν δαπανῶν ἐντὸς τῶν στενωτέρων ὁρίων, τῶν ἐπιτρεπόντων τὴν λειτουργίαν τῆς Πολιτείας, ἐπιτυγχάνεται δὲ καὶ ἡ ἀπόδοσις ὑπὸ τοῦ Κράτους παντὸς τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου εἰς ἀπόκτησιν τῶν δαπανῶν ἀπὸ τῶν ἰδίων ἡμῶν πόρων. Διότι τοῦτο πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν εἰς τοὺς ἐνδιατρίβοντας εἰς τὰ ἡμέτερα καὶ σχετιζομένους πρὸς αὐτὰ διὰ τῆς παροχῆς τῆς πίστεώς των, πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἔχομεν ἐν ἡμῖν αὐτοῖς πᾶσαν τὴν δύναμιν, ἵνα καὶ ἄνευ αὐτῶν τελεσφόρως ἐργασθῶμεν. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀπομονῶται· τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἐργάζηται ἐν τῷ εὐρεῖ κύκλῳ τῆς πίστεως τῆς εὐρωπαϊκῆς, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ἀπεσόβει τὴν ἀπομόνωσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπεδίωκε τὴν παροχὴν εἰς αὐτὴν τῶν πλεονεκτημάτων πίστεως, ἐπὶ πολὺ εὐρυτέρας βάσεως στηριζομένης, τῆς ἐπὶ μόνου τοῦ ἐγχωρίου ἐδάφους ἀναπτυσσομένης. Ἀλλὰ πρέπει νὰ δυνηθῶμεν νὰ πιστοποιήσωμεν, ἤδη μάλιστα, ὅτε τοῦτο ἐτέθη ἐν ἀμφιβολίᾳ, ὅτι ἀποτεινόμεθα μὲν εἰς τὴν ἐκτὸς ἡμῶν πίστιν, θέλοντες καὶ ἡμεῖς νὰ μετάσχωμεν τῶν ὠφελημάτων τῆς εὐρωπαϊκῆς συναδελφότητος, δυνάμεθα ὅμως καὶ αὐτάρκως νὰ ζήσωμεν, εὑρίσκοντες ἐν τῷ ἰδίῳ ἐδάφει ἐπαρκὲς στήριγμα. Ὅταν τοῦτο ἀποδείξῃ ἡ Ἑλλὰς, μὴ ἀμφιβάλλητε, ὅτι θέλει προστρέξει πρὸς αὐτὴν ἡ ἔξωθεν πίστις, διότι, ὅπως ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην τῆς συμπράξεως πρὸς τοὺς ἐκτὸς ἡμῶν, ἵνα ἀπολαύσωμεν τῶν ἀγαθῶν τῆς εὐρωπαϊκῆς πίστεως, οὕτω καὶ ἡ εὐρωπαϊκὴ πίστις ἐπιζητεῖ τὴν ἐπέκτασιν τῆς περιφερείας τῆς ἐνεργείας αὐτῆς, καὶ οὐδεὶς ἀποκλείεται ἐκ τῆς εὐεργετικῆς ἐπιδράσεως τῆς πίστεως τῆς εὐρωπαϊκῆς, ὁ ἀποδεικνύων ἑαυτὸν ἄξιον αὐτῆς. Εἰς τοῦτο λοιπὸν προκαλῶ ὑμᾶς. Ἀποδειχθῶμεν ἄξιοι τῆς εὐρωπαϊκῆς πίστεως. Ἐὰν ἀποδειχθῶμεν ἄξιοι τῆς εὐρωπαϊκῆς πίστεως, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι αὕτη θέλει ἐπανέλθει πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δὲν θὰ ἐξακολουθῇ κατατάσσουσα ἡμᾶς εἰς τὴν χορείαν τῶν Κρατῶν σεσαθρωμένης πίστεως. Τί δικαιολογεῖ τὴν ὑπαγωγὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τοιαύτην κατηγορίαν; Μὴ διετέλεσεν ἢ διατελεῖ ἡ Ἑλλὰς ἐν ταῖς δυσχερείαις, ἐν αἷς διατελεῖ ἡ Πορτογαλλία, ἢ ἐν ταῖς δυσχερείαις, ἐν αἷς διατελεῖ ἡ Ἀργεντινή; Μὴ δὲν ἀρκοῦσι τῇ Ἑλλάδι ἁπλᾶ μέτρα, ἐξ ἐκείνων, ἅτινα πᾶσα χώρα δύναται νὰ ἀνεχθῇ, οἰκονομίαι, αἵτινες βλάπτουσι τῷ ὄντι τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ δὲν καταστρέφουσιν αὐτήν; Μὴ δὲν ἀρκοῦσι τῇ Ἑλλάδι τὰ τοιαῦτα μέτρα, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐκπλήρωσιν ἁπασῶν αὐτῆς τῶν ὑποχρεώσεων; Ἀλλὰ δὲν ἀπέδειξεν ἡ Ἑλλὰς πλειότερόν τι τούτου; Δὲν ἀπέδειξεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, ὅτι μία καὶ ἡ αὐτὴ γνώμη ἐμφορεῖ πάντας, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου, ὅτι δὲν ὑπάρχει θυσία, εἰς ἣν δὲν εἶναι ὁμοθύμως ἕτοιμος χάριν τῆς τιμῆς αὐτῆς; ὅτι ἀφορᾷ μὲν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἰσοζυγίου, τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν οἰκονομιῶν, δι’ ὧν τοῦτο ἐπιδιώκεται, καὶ τῶν φορολογικῶν βαρῶν, ἅτινα ἡ ἐπιδίωξις αὐτοῦ ἐπάγεται ἐπὶ τοὺς ἐργαζομένους ἐν τῇ χώρᾳ, ὅτι ἀφορᾷ μὲν εἰς ταῦτα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ὑλικῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ἀλλ’ ἰδίως ἀφορᾷ εἰς αὐτὰ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλει νὰ τάττηται ἠθικῶς ἐν κατηγορίᾳ δευτερευούσῃ; ὅτι ἔχει τὸ φρόνημα ἐπὶ τοῦ ὕψους τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, καὶ ἐννοεῖ, ὅτι τοιαύτας ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ Κράτος σεσαθρωμένης πίστεως; ὅτι ἡ πίστις αὐτῆς εἶναί τι τιμαλφὲς, περὶ ὃ συσπειροῦται πᾶσα ἡ χώρα, ὡς συνεσπειρώθη εἰς ἀναστήλωσιν αὐτῆς κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ὁμοφώνως ἀποφανθεῖσα καὶ περιτράνως ἀποδείξασα, ὅτι θέλει νὰ φανῇ ἀξία τοῦ ὀνόματος αὐτῆς, ὅτι θέλει νὰ φανῇ ἀξία τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς τῶν ὑλικῶν, ἀλλὰ μάλιστα τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς τῶν ἠθικῶν, καὶ τοῦ μέλλοντος, ὅπερ ἐπιφυλάσσει εἰς αὐτὴν ἡ Θεία Πρόνοια;
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 83–88). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 καὶ 10′ τῆς Μεσημβρίας.