1892.06.18
326 στίχοι · 2.449 λέξεις · 25 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 18 Ἰουνίου 1892.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 9 καὶ 45′ π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Μετὰ τοῦτο προσελθὼν ὀμνύει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ ἄρτι ἀφικόμενος βουλευτὴς Πυλίας κ. Ν. Καράπαυλος).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κ. Δάλλας ὑποβάλλει δύο ἐπερωτήσεις, ἐχούσας ὡς ἑξῆς.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα κατὰ δήμους τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ μαθητῶν ἀμφοτέρων τῶν φύλων, τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς, τὰ ἀνεγνωρισμένα σχολεῖα. Εἰδικῶς δὲ διὰ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ ἐπαρχιῶν, πόσα ἐν ἑκάστῃ τούτων ὑπάρχουσιν ἰδιωτικὰ σχολεῖα τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως, πόσα δημοσυντήρητα, καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν αὐτοῖς διδασκόντων καὶ διδασκομένων. Πόσοι δημοδιδάσκαλοι διατελοῦσι μακρὰν τῆς ὑπηρεσίας, καίτοι μὴ συμπληρώσαντες τὸν χρόνον τῆς συντάξεως, μηδὲ παύσαντες ἐκ λόγων νομίμων. «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέως Λαρίσσης περὶ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ καταστάσεως τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας, καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἐνήργησε σχετικῶς πρὸς τὰ ὑποδεικνυόμενα μέτρα. «Παρακαλῶ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἰδιοκτήτου Εὐθυμίου Βατζλᾶ διὰ τὰ ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Λαρίσσης–Ἀγυιᾶς καταληφθέντα κτήματα, καὶ τί ἐνηργήθη πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἄλλων ἰδιοκτητῶν, ἐνῷ παρῆλθε πενταετία ἀπὸ τῆς καταστροφῆς τῶν κτημάτων των.»
§3ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, προκειμένου κατ’ αὐτὰς νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ, ὅπως κανονίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Σώματος, ἐσκέφθην, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ ἕν ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον ἑκάστοτε λαμβάνει χώραν, καὶ τὸ ὁποῖον εὐκόλως δύναται νὰ διορθωθῇ. Αἱ ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ συνήθως ἀναγράφουσι διαφόρους πιστώσεις, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ λαμβάνουσαι ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ προσωπικοῦ. Αἱ πιστώσεις ὅμως αὗται οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀναγράφει. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι ἀρχαῖος ἤδη, καὶ αἱ ἐπισήμως ἐπ’ αὐτοῦ ἐπελθοῦσαι τροποποιήσεις βεβαίως δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως παράσχωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς τὸ ἀναγκαῖον προσωπικόν. Δὲν λέγω, ὅτι ἀδίκως αἱ ἑκάστοτε ἐπιτροπαὶ, αἱ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, προέβησαν εἰς τὴν ἀναγραφὴν πιστώσεων· νομίζω ὅμως, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ γενόμενον μέχρι τοῦδε δεκτὸν ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν, ἀντίκειται εἰς τὴν λογιστικὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει αἱ ἀναγραφόμεναι πιστώσεις νὰ ἐπιστηρίζωνται εἰς νόμους ἢ εἰς κανονισμοὺς προκειμένου περὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ὀρθὸν εἶναι ἀποφάσει τῆς Βουλῆς νὰ ἀναγραφῶσιν αἱ νέαι θέσεις ἐν τῷ Κανονισμῷ, νὰ περιορισθῇ δὲ ἡ ἐξουσία τῆς λογιστικῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν παροχὴν τῶν πιστώσεων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔχων ὑπ’ ὄψει τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν τελευταίων συνόδων τῆς Βουλῆς καὶ ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἐφόρου, τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον διεξήγαγον, γινώσκων τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἔχει, κατήρτισα τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ ἐπὶ τῶν ἄρθρων 75, 76 καὶ 77. Διὰ τῶν τροποποιήσεων τούτων ἀναγράφονται μετά τινων περικοπῶν αἱ ἀπολύτως ἀναγκαῖαι θέσεις διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογισμῶν, τῶν γενομένων ἐπαναληπτικῶς δεκτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τίθεται δὲ καὶ τὸ ἀναγκαῖον μισθολόγιον, καὶ ἐν τέλει ἀναγράφεται διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται ἡ παροχὴ ἄλλης πιστώσεως διὰ προσωπικόν. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βʹ Συνόδου τῆς ΙΒʹ Βουλευτικῆς Περιόδου, καὶ εἶδον τὰς ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένας πιστώσεις διὰ προσωπικόν. Ὑπελόγισα ποία ἔσται ἡ δαπάνη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προτεινομένων ὑπ’ ἐμοῦ τροποποιήσεων, καὶ εὗρον, ὅτι ἐξοικονομοῦνται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου 8,000 περίπου δραχμαί, ἐφαρμοζομένης τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλήν, δηλαδή, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴν νὰ ἀναγράψῃ πιστώσεις ἄλλας, παρ’ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ Κανονισμὸς προβλέπει. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ὑποβαλλομένην πρότασίν μου μετά τινος βραχείας ἐκθέσεως, καὶ νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως μελετηθῇ ἐγκαίρως· συγχρόνως δὲ παρακαλῶ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν λογιστικὴν ἐπιτροπήν, ὅπως μὴ προβῇ εἰς τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ συζητηθῇ ἡ πρότασίς μου.
§4ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁποία εἶναι ἡ ὑπερβασία, παρακαλῶ, ἡ ὁποία σᾶς ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλητε τοιαύτην πρότασιν νόμου;
§5ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως εἶναι πλέον τῶν 20,000 δραχμῶν· διὰ τῶν γενομένων ὅμως τροποποιήσεων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου κατορθοῦται οἰκονομία ὡς ἔγγιστα 8,000 δραχμῶν· ἀναγνωρίζω ὅμως πρῶτος ἐγώ, ὅτι αἱ θέσεις, ὅσαι ἀναγράφονται ὑπὸ τοῦ νῦν ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας. Ἄλλως, ὅταν τυπωθῇ ἡ πρότασίς μου καὶ ὑποβληθῇ εἰς συζήτησιν, θὰ δυνηθῶ νὰ δώσω πᾶσαν ἐξήγησιν εἰς ὑμᾶς.
§6ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ὑποβάλω μόνον τὴν παρατήρησιν, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιαύτης ὑπερβασίας, δὲν εἶναι πρέπον νὰ ὑποβληθῶσι τοιαῦται παρατηρήσεις· διότι σήμερον, ὅτε εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τοσούτων καὶ τοσούτων ὑπερβασιῶν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, νὰ κακίζηται τὸ Σῶμα δι’ ὑπερβασίαν 8,000 δραχμῶν, εἶναι, νομίζω, μέγα ἀδίκημα. Ἐξευτελίζομεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα ἄνευ εὐλόγου ἀφορμῆς. Νομίζω, ὅτι τὰ Προεδρεῖα καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ σέβονται ἀρκούντως ἑαυτὰς, ὥστε νὰ μὴ προβαίνωσιν εἰς ὑπερβασίας, αἱ ὁποῖαι νὰ ἦναι πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν ἡ πρότασις αὕτη, διότι ἐξευτελίζεται τὸ Σῶμα.
§7ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ, πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰγιαλείας Βουλευτὴς ἀνεκάλυψε πρόθεσιν ἐκ μέρους μου νὰ προσβάλω τὰς ἀποφάσεις τῶν ἐπιτροπῶν καὶ τοῦ Σώματος, καὶ νὰ ζητήσω διὰ τῆς ὑποβαλλομένης τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἐξευτελισθῶσι πρόσωπα, ἐπιτροπαὶ καὶ Προεδρεῖα. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι σκοπός μου εἶναι νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ λογιστικὴ ἀρχή, ὅτι οὐδεμία δαπάνη πρέπει νὰ ἀναγράφηται ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, χωρὶς ἡ δαπάνη αὕτη νὰ ἐπιστηρίζηται εἰς νόμον, ἢ διὰ τὴν Βουλὴν εἰς κανονισμόν. Μήπως ὁ κ. Βουλευτὴς θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τοῦτο ἐτηρήθη κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν παρελθουσῶν συνόδων; Ἐζήτησα τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ πρῶτος ἐδήλωσα, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ τὰ Προεδρεῖα κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν· ἐζήτησα δὲ νὰ ἀναγραφῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι θέσεις. Ἐὰν διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῶν ἀναγκαίων θέσεων τίθηται περιορισμός, καὶ ἐὰν συνάμα κατορθοῦται ἡ οἰκονομία, εἶναι πρέπον ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ παραπονεθῇ διὰ τοῦτο, καὶ νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ πρόθεσιν μομφῆς κατὰ προσώπων ἢ ἀρχῶν τῆς Βουλῆς; Τὰ Προεδρεῖα πάντοτε περιωρίσθησαν εἰς τὸ νὰ ἐφαρμόσωσι τοὺς προϋπολογισμούς, οἵτινες παρεδόθησαν αὐτοῖς ἀποφάσει τοῦ Σώματος, αἱ ἐπιτροπαὶ δὲ ὑπέβαλλον προτάσεις, συμμορφούμεναι πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἡ Βουλὴ ἐνέκρινεν ἑκάστοτε τὰς προτάσεις των. Ποῦ λοιπὸν ὁ σκοπὸς, ὅπως, ἀνελθὼν τὸ βῆμα πρὸ ὀλίγου, θελήσω κατὰ διάνοιαν κἂν νὰ κακίσω τὰς ἐπιτροπὰς, νὰ ἐπιῤῥίψω μομφὴν εἰς τὸ Σῶμα ἢ τὰς ἐπιτροπὰς, τὰς λειτουργούσας ἐν ὀνόματι τοῦ Σώματος, καὶ νὰ θελήσω νὰ ἐξευτελίσω, Κύριοι, ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πρῶτος ἐγὼ σέβομαι; Ἠθέλησα νὰ θέσω τάξιν ἐν τῇ λογιστικῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς. Αὕτη εἶναι ἡ πρόθεσίς μου· ἐὰν δὲ διὰ τούτου κατορθοῦται οἰκονομία, ἐγὼ λέγω: τόσῳ τὸ καλλίτερον.
§8ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πνεῦμα ἀνέμου, Κύριοι, ἐπικρατεῖ, πνεῦμα, τὸ ὁποῖον τείνει εἰς τὸ νὰ ἐξευτελισθῶσιν οἱ θεσμοὶ, ἐξευτελιζομένου τοῦ Σώματος. Διὰ τοῦτο πᾶσα ἐκδήλωσις, ἡ ὁποία ἐνισχύει τὸ πνεῦμα τοῦτο, νομίζω, ὅτι πρέπει μετ’ ἀγανακτήσεως νὰ ἀποκρούηται.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου ὑποβληθεῖσα πρότασις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 80). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΦΟΗʹ νόμου τῆς 6 Ἰανουαρίου 1876 περὶ ἀδείας πρὸς περιορισμὸν τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν ἀρχῶν τῆς Ἑλλάδος.
§10ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, περιορίζομαι ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι μία τρανὴ ἔνδειξις, ὅτι τὰ πάντα κατέστησαν ἔκθεσμα καὶ ἔκτροπα ἐν τῇ Πολιτείᾳ ταύτῃ. Ἡ προκειμένη πρότασις εἶναι πρότασις ἀφορῶσα διεθνῆ σύμβασιν. Ἡ πρότασις αὕτη, Κύριοι, ἀνατρέπει τὰ ἰσχύσαντα ἐν Αἰγύπτῳ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ ἡ πρότασις αὕτη, Κύριοι, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἢ μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφησιν νόμου ἐπὶ διετίαν, παραγνωριζομένων τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, κατὰ παραβίασιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ὁμοεθνῶν, δι’ ἁπλῆς καὶ μόνης κυβερνητικῆς πράξεως ἐπετράπη νὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ δύο καὶ πλέον ἔτη....
§11ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τρία καὶ πλέον ἔτη.
§12ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1889. Καὶ λέγω ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη, Κύριοι, ἀνατρέπει ἄρδην τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζοντο αἱ συμβάσεις αἱ προηγούμεναι, αἱ ὁποῖαι ἴσχυσαν ἐπὶ 15 ἔτη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Λοιπὸν περιορίζομαι εἰς ταύτην καὶ μόνην τὴν παρατήρησιν, διὰ νὰ ἐνισχύσω ὅ,τι εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι τὰ πάντα κατήντησαν ἔκθεσμα καὶ ἔκτροπα, καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει οἱ πάντες νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν, διότι ἄλλως πως ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία καταῤῥέει καὶ ἐκτίθεται εἰς σπουδαίους κινδύνους.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι βεβαίως λυπηρὸν, ὅτι σήμερον μόνον συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἔπρεπε νὰ ἦναι συνεζητημένον ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ ἔτους 1890, ὅτε καὶ ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν, δειξάσης τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅτι σέβεται, ὡς ἔχει καὶ καθῆκον νὰ σέβηται, τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐνῷ τῷ 1890 κατὰ Φεβρουάριον, τὴν 8 Φεβρουαρίου, ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον εἰσήχθη καὶ ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν, φέρον τὴν ὑπογραφήν μου, καὶ τότε κατὰ σύμπτωσιν διευθύνοντος τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καίτοι ὁ θέλων νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θὰ ἴδῃ, ὅτι δεκάκις ἴσως ἦλθεν εἰς συζήτησιν, ἀλλ’ αἱ τότε περιστάσεις τῆς Βουλῆς, τὰς ὁποίας εἶναι ἴσως λυπηρὸν νὰ ἀναμνήσωμεν σήμερον, δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§14ΔΑΛΛΑΣ. Ἐπέτρεψαν ὅμως τὴν ἐπιψήφισιν σωρείας ἄλλων ἀχρήστων νομοσχεδίων.
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐπέτρεπον τὴν ψήφισιν σωρείας ἄλλων ἀχρήστων νομοσχεδίων, ἠξεύρω ὅμως, ὅτι ἐπὶ ὁλοκλήρους συνόδους τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ κωλυσιεργία, ὥστε τὰ κύρια ἔργα τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε ὑπῆρξεν ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ψηφισθῶσιν. Ἀλλ’ οὐδένα θέλω νὰ κατηγορήσω, καὶ δὲν ἤθελον ἐπανέλθει εἰς τοῦτο, ἐὰν μετὰ τοσούτου τόνου δὲν ἐλάμβανε τὸν λόγον ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ὅπως ψέξῃ ἡμᾶς σήμερον, διότι...
§16ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι μόνον ὑμᾶς, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σᾶς διεδέχθησαν καὶ παρέλειψαν τὸ αὐτὸ καθῆκον.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ... διότι τόσον βραδέως ἤλθομεν νὰ ὑποβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν θέλητε νὰ εὕρητε, ποῦ ὑπάρχει ἡ ἔλλειψις, θέλω τὴν καταδείξει ἀμέσως· διότι ἡ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην Κυβέρνησις κατέλιπε τὴν ἐξουσίαν τὴν 17 Ὀκτωβρίου 1890, δηλ. μῆνας πολλοὺς μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως ταύτης. Ἀπὸ δὲ τῆς 17 Ὀκτωβρίου τοῦ 1890 μέχρι τῆς 19 Νοεμβρίου 1891 παρῆλθεν ἓν ὁλόκληρον ἔτος, καὶ ὅμως τότε μόνον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρὸς ἐπιψήφισιν εἰς τὴν Βουλὴν...
§18ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε, πῶς ἐδικαιολογήθη τότε ὁ Ὑπουργός;
§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγνώριζε τὴν ὑπόθεσιν. Μάλιστα· ἀλλ’ ἐὰν ὁ τότε Ὑπουργὸς εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἠγνόει τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐφώτισεν ἐγκαίρως αὐτὸν, μοὶ φαίνεται, ὅτι πᾶς ἄλλος ἢ ἡμεῖς φέρομεν τὴν ἐπὶ τούτοις εὐθύνην. Λοιπὸν τὴν 8 Φεβρουαρίου 1890 ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον ἡ πρότασις αὕτη, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ηὐτυχήσαμεν νὰ ἴδωμεν ψηφιζομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τῆς τότε ἐγκαινισθείσης πρώτην φορὰν ἐν Ἑλλάδι κωλυσιεργίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἐπὶ δύο ἔτη καὶ πλέον ἄνευ νόμου ἐκυβερνᾶτο ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐν Αἰγύπτῳ· εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβὲς, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἔλαβε τὸν κόπον νὰ ὑπολογίσῃ τὴν λῆξιν τῆς πενταετίας, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἀνέφερα. Ἐὰν εἶχεν ἐγκύψει περισσότερον εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ἡ προθεσμία τῆς τελευταίας παρατάσεως ἔληξε τὴν 19 Μαρτίου 1891. Ὥστε μόνον ἀπὸ τῆς 19 Μαρτίου τοῦ παρελθόντος ἔτους κυβερνώμεθα ἄνευ νόμου ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει. Τὸ βέβαιον εἶναι, Κύριοι, ὅτι σήμερον ὀλίγος ἔτι ὑπολείπεται χρόνος, ὡς κατέδειξε προχθὲς καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς, πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμφωνίας ταύτης. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου, διότι βεβαίως εἶναι ἄτοπον νὰ ἀναβάλωμεν καὶ πάλιν τὴν ψήφισιν, ἄνευ ὑπάρξεως λόγου τινὸς ἐναντίον τῆς συμβάσεως. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ προκαλέσῃ τὴν διόρθωσιν τῶν στοιχείων τοῦ νόμου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ἀντὶ ϠΔʹ εἶναι τυπωμένον ΠΔʹ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§21ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ ἔλεγχός μου, Κύριοι, δὲν ἀποβλέπει μόνον τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέρος ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἀποβλέπει καὶ εἰς τοὺς διαδόχους αὐτῆς. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ πολιτεία τῶν κομμάτων, ἕνεκα τῆς ἀτελείας τοῦ πολιτεύματος, ἄγει ἡμᾶς εἰς κατάστασιν ὅλως διόλου ἔκθεσμον, ἔκτροπον, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἰσχύουσι πλέον οἱ νόμοι, δὲν ἰσχύει πλέον τὸ πολίτευμα ἀλλ’ ἰσχύει μόνον καὶ μόνον ἡ θέλησις τοῦ ἡγέτου τοῦ νικήσαντος κόμματος. Ὄχι! Κύριοι· ἐὰν τὸ πολίτευμα δὲν ἦτο τοιοῦτον, ὁποῖον εἶναι, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν διοικεῖσθαι καθ’ ὃν τρόπον διοικούμεθα· διότι δὲν ὑπάρχει καὶ ἄλλη τις ἐξουσία, ἡ ὁποία νὰ ἀναχαιτίζῃ τὴν ὁρμὴν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις σχηματίζεται ὑπὸ τὴν μίαν καὶ μόνην Βουλήν.
§22ΠΑΧΥΣ. Εἶναι δυνατὸν τώρα νὰ γείνῃ τίποτε;
§23ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ἐγὼ προβαίνω εἰς παρατηρήσεις, διότι δὲν λησμονῶ, ὅτι ἔχω ἀποστολὴν νὰ ἐργασθῶ ὅλαις δυνάμεσιν, ὅπως τὸ Κοινοβούλιον, ὅπως τὰ κόμματα πεισθῶσιν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἔννομον τάξιν, ἔννομον ἐλευθερίαν, διατελοῦντες ὑπὸ τοιοῦτον πολίτευμα. Κύριοι, ὁ νικῶν κομματάρχης νικᾷ, διότι ὑπόσχεται τὰ πάντα, τολμᾷ τὰ πάντα, καὶ ἐρχόμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὀφείλει νὰ κυρώσῃ ὅσα ἐτόλμησε, καὶ νὰ τηρήσῃ ὅλας τὰς ὑποσχέσεις του, διότι ἄλλως πως δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Τὰ κόμματα, ὑπὸ τὸ σύστημα αὐτὸ, Κύριοι, συγκροτοῦνται μόνον καὶ μόνον διὰ τῆς συναλλαγῆς καὶ διὰ τῆς ἐκτελέσεως πάσης ὑποσχέσεως, θεμιτῆς τε καὶ ἀθεμίτου, συντελούσης εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν συμφερόντων τῶν ἀποτελούντων αὐτά· συγκροτούμενα δ’ οὕτω καὶ νικῶντα καὶ κατισχύοντα, δίδουσι κῦρος καὶ νομιμοποιοῦσι τὰ ἀρέσκοντα αὐτοῖς, καίτοι ἀντίκεινται ταῦτα εἰς τὸ κοινῇ συμφέρον. Ἐρχόμενον τὸ κόμμα εἰς τὴν ἐξουσίαν, παρέχει εὐκόλως ἀμνηστείαν εἰς τὸν ἡγέτην αὐτοῦ, οὐ μόνον δι’ ὅσα αὐτὸς διέπραξεν ἔκνομα χάριν τοῦ κόμματος, ὄχι μόνον ἀσυζητητεὶ παραδέχεται πᾶσαν πρότασιν αὐτοῦ, καὶ τὴν μᾶλλον ἀλόγιστον, ἀλλ’ ἐὰν ζητῇ τοῦτο, παρέχει καὶ εἰς τὸν ἡγέτην τοῦ ἀντιθέτου κόμματος· διότι τὴν σήμερον παρεδόθη ὁ τόπος εἰς δύο κόμματα, καὶ τὸ ἓν οἰκονομεῖ τὸ ἄλλο, ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἄλλο κόμμα. Ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα, Κύριοι, εἶναι, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς μίαν θέσιν, ἡ ὁποία ἀπελπίζει τοὺς πάντας, καὶ ἡμᾶς, καὶ τοὺς ἔξω, καὶ τοὺς φίλους ἡμῶν, ἐνισχύει δὲ τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς προγράφουσι, Κύριοι, πανταχόθεν. Ἡ παροῦσα ὥρα δὲν εἶναι βεβαίως ἡ κατάλληλος, ὅπως ἐξετάσωμεν τὸ περὶ τοῦ πολιτεύματος ζήτημα· χωρὶς νὰ θέλω, ἔλαβα τὸν λόγον καὶ παρεσύρθην εἰς αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις. Ἀλλὰ ἐπιφυλάττομαι ν’ ἀπασχολήσω σπουδαίως τὸ Σῶμα, ἵνα πείσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος. Ὅταν δὲ λέγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἴσχυσεν ἡ σύμβασις αὕτη ἄνευ νόμου, δὲν λέγει, Κύριοι, ἀληθῆ. Ὁ προηγούμενος νόμος ἀπέβλεπεν ἄλλην σύμβασιν, καὶ ὄχι αὐτὴν τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ἀνέτρεψεν ἄρδην τὰ ἰσχύοντα πρότερον. Διὰ τοῦτο πρὸ καιροῦ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται σήμερον.
§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Καὶ τοῦτο τὸ τελευταῖον εἶναι ἀνακριβὲς, διότι ὁ νόμος ὁ ἀρχικὸς, ὁ ἐπιτρέψας τὴν συνεννόησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν δικαστικὴν μεταῤῥύθμισιν καὶ παραταθεὶς δὶς διὰ μεταγενεστέρων νόμων, παρεῖχεν ὡς πρὸς τοῦτο ἀπόλυτον ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὥστε, ἐφ’ ὅσον ἴσχυεν οὗτος, εἶχε πλήρη ἐλευθερίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ συνομολογήσῃ ὅ,τι συνωμολόγησε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 π. μ.