| 374 | Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1890 ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου 1890 μέ- | |||
| 375 | χρι τέλους Ὀκτωβρίου 1890 διὰ σανὸν, ἀνὰ πέντε ὀκάδας | |||
| 376 | καθ’ ἕκαστον κτῆνος, πρὸς λεπτὰ 22, ἐδαπανήθησαν | δραχ. | 404,800.— | |
| 377 | Ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1890 μέχρι τέλους | |||
| 378 | Ἀπριλίου 1891, πρὸς λεπτὰ 19½ τὴν ὀκᾶν | » | 352,950.— | |
| 379 | Διὰ τὴν κριθήν. Ἀπὸ 1 Μαΐου 1890 | |||
| 380 | μέχρι τέλους Ἰουλ. 1890, ἀνὰ 3 ὀκά- | |||
| 381 | δας ἕκαστον κτῆνος, πρὸς λεπ. 20⅞ τὴν ὀκᾶν | » | 115,230.— | |
| 382 | Ἀπὸ 1 Αὐγούστου 1890 μέχρι τέλους | |||
| 383 | Ἀπριλίου 1891 πρὸς λεπτὰ 22½ τὴν ὀκᾶν | » | 361,725.— | |
| 384 | Διὰ τὸ ἄχυρον. Ἀπὸ 1 Μαΐου 1890 | |||
| 385 | μέχρι τέλους Ἰουλίου 1890, ἀνὰ ½ | |||
| 386 | ὀκᾶς κατὰ κτῆνος, πρὸς λεπτὰ 4½ τὴν ὀκᾶν | » | 4,140.— | |
| 387 | Ἀπὸ 1 Αὐγούστου 1890 μέχρι τέλους | |||
| 388 | Ἰουλ. 1891, πρὸς λεπτὰ 5⅝ | » | 15,350.— | |
| 389 | Τὸ ὅλον δραχ. 1,254,195.— | |||
| 390 | Ἀφ’ ἑτέρου διὰ σανὸν ἐδαπανήσαμεν καὶ θέλομεν δαπα- | |||
| 391 | νήσει ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1891, ἀνὰ 5 ὀκάδας, πρὸς λεπτὰ 14 | |||
| 392 | τὴν ὀκᾶν | δραχ. | 43,400.— | |
| 393 | Ἀπὸ 1 Ἰουνίου 1891 μέχρι τέλους | |||
| 394 | Αὐγούστου 1891, ἀνὰ 5 ὀκάδας, πρὸς λεπτὰ 15⅞ τὴν ὀκᾶν | » | 143,750.— | |
| 395 | Ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου 1891 μέχρι | |||
| 396 | τέλους Ἀπριλίου 1892, πρὸς 17 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν | δραχ. | 411,400.— | |
| 397 | Διὰ κριθήν. Ἀπὸ 1 Μαΐου 1891 ἕως | |||
| 398 | τέλους Ἰουλ. 1891, ἀνὰ 3 ὀκάδ. πρὸς λεπ. 22½ τὴν ὀκᾶν | » | 124,200.— | |
| 399 | Ἀπὸ 1 Αὐγούστου 1891 ἕως τέλους | |||
| 400 | Σεπτεμβρίου 1891, πρὸς λεπτὰ 24 τὴν ὀκᾶν | » | 89,040.— | |
| 401 | Ἀπὸ 1 Ὀκτωβρ. 1891 ἕως τέλους | |||
| 402 | Ἀπριλ. 1892, πρὸς λεπτὰ 29 | » | 368,880.— | |
| 403 | Διὰ τὸ ἄχυρον. Ἀπὸ 1 Μαΐου 1891 | |||
| 404 | ἕως τέλους Ἰουλ. 1891, ἀνὰ ½ | |||
| 405 | ὀκᾶς, πρὸς λεπ. 5⅝ τὴν ὀκᾶν | » | 5,175.— | |
| 406 | Ἀπὸ 1 Αὐγούστου 1891 ἕως τέλους | |||
| 407 | Ἀπριλίου 1892, πρὸς 9 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν | » | 24,570.— | |
| 408 | Τὸ ὅλον | δραχ. | 1,210,415.— |
1891.12.09
2.656 στίχοι · 19.314 λέξεις · 1 πίνακας · 139 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
Τῆς 9 Δεκεμβρίου 1891.
(Δευτέρα).
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπὴ κατέθηκε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Ὑπουργείων νόμου· ἰδίαν δὲ ἔκθεσιν κατέθηκεν ἓν τῶν μελῶν αὐτῆς, διαφωνοῦν πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ὡσαύτως ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ κατέθηκε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων: αʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 16,328 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1891. β) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1020 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1891. γʹ) Περὶ τῶν διὰ τοῦ νόμου ΑϠΞΗʹ ψηφισθεισῶν ὑπὸ τὰ κεφάλαια 12 καὶ 13 πιστώσεων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 60,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως 1891. Ἅπασαι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 40–45). Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Παπαμιχαλόπουλος κατέθηκεν ἐπερώτησιν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: Αʹ) Πόσα δημοτικὰ σχολεῖα ἀῤῥένων καὶ θηλέων συνεστήθησαν κατὰ τὰ ἔτη 1888, 1889, 1890 καὶ 1891 (μέχρι τῆς 30ῆς Νοεμβρίου), ἰδίᾳ καθ’ ἕκαστον ἔτος. Βʹ) Ὁποῖον τὸ ἐξαγόμενον τῶν ἀπολογισμῶν τοῦ ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως τῶν ἐτῶν 1888,1889 καὶ 1890.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Ποταμιάνος κατέθηκε δύο ἐπερωτήσεις, ἐχούσας ὡς ἑξῆς.
§4ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. «Αʹ) Νὰ καταθέσῃ τὸ βιβλίον τῶν ἡμερησίων διαταγῶν τοῦ Φρουραρχείου Ναυπλίας, τὸ περιέχον τὰς διαταγὰς αὐτοῦ ἀπὸ 1 Ἰουνίου ἐ. ἔ. μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1891. «Βʹ) Νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Φρουραρχείου Ναυπλίας καὶ καταθέσῃ τὰς ἀναφοράς, ἃς ἀπὸ 1ης Ἰουλίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ὑπέβαλον οἱ ἀρχιφύλακες Ν. Θεοφιλόπουλος ὑπολοχαγὸς καὶ Παπαϊωάννου ἀνθυπολοχαγὸς, ἀμφότεροι τοῦ πεζικοῦ, περὶ εἰσαγωγῆς οἴνου εἰς τὰς φυλακὰς Βουλευτικοῦ, ἐρωτήσῃ δὲ τὸ Φρουραρχεῖον Ναυπλίου, τί ἐνήργησε κατ’ ἀκολουθίαν τῶν τοιούτων ἀναφορῶν. «Γʹ) Νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τοῦ Φρουραρχείου Ναυπλίου πᾶσα ἀναφορὰ, ὑποβληθεῖσα εἰς αὐτὸ ὑπὸ ἀρχιφυλάκων πρὸ τῆς 4 Ἰουνίου ἐ. ἔ. περὶ εἰσαγωγῆς οἴνου ἢ φονικῶν ὅπλων εἰς τὰς αὐτὰς φυλακὰς Βουλευτικοῦ, καὶ κατατεθῶσι καὶ αὗται εἰς τὴν Βουλήν.» «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: «1) Νὰ καταθέσῃ τὴν κατὰ Ἀθανασίου Παγίδα, κατοίκου Νέας Ἐπιδαύρου, δικογραφίαν, ἐφ’ ἧς ἐξεδόθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 599 ἐ. ἔ. βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πλημμελειοδικῶν. «2) Νὰ καταθέσῃ τὴν ἀπὸ 26 ἢ 27 Μαΐου ἐ. ἔ. ἔκθεσιν τοῦ Εἰρηνοδικείου Νέας Ἐπιδαύρου πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν Ναυπλίου. «3) Νὰ καταθέσῃ τὴν κατὰ Μηνᾶ Παπαηλιοῦ ποινικὴν δικογραφίαν, τοῦ κατηγορουμένου τούτου ἀθωωθέντος ὑπὸ τοῦ ἐν Τριπόλει Κακουργιοδικείου κατὰ τὴν προηγουμένην τῆς παρούσης συνόδου, μετ’ ἀντιγράφου τῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῆς τε τελευταίας συνεδριάσεως καὶ τῆς πρὸ αὐτῆς, καθ’ ἃς ἡ δίκη ἀνεβλήθη. «4) Νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πλημμελειοδικῶν πᾶσαν ἀναφορὰν, ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ πρὸ τῆς 4 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ὑπὸ τῶν ἐπιστατῶν τῶν φυλακῶν Βουλευτικοῦ ἢ ἄλλης ἀρχῆς, καὶ ἀφορῶσαν εἰς εἰσαγωγὴν οἴνου ἢ φονικῶν ὅπλων ἐν ταῖς μνησθείσαις φυλακαῖς, καὶ νὰ καταθέσῃ πᾶσαν τοιαύτην ἀναφοράν. «5) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνες εἰρηνοδίκαι ὑπηρέτησαν ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ., εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ναυπλίας, καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον ἕκαστος, ἤτοι, ἄν τις τούτων ἔλαβεν ἄδειαν (πότε καὶ διὰ πόσον χρόνον), ἢ ἐμακρύνθη τῆς ἕδρας του δι’ ὑπηρεσίαν (ποίαν, πότε καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον), καὶ τίς πάρεδρος ἀνεπλήρου αὐτοὺς κατὰ τὴν ἀπουσίαν των. «6) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς τίνα εἶναι ἀνατεθειμένη ἤδη ἡ μεταφορὰ ὕδατος εἰς τὰς φυλακὰς Παλαμιδίου, πότε καὶ διὰ τίνος συμβολαίου ἢ ἐγγράφου ἀνετέθη αὕτη, καὶ ἐπὶ τίνι πληρωμῇ. Νὰ κατατεθῇ δὲ τὸ ἔγγραφον ἢ συμβόλαιον τοῦτο.»
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσσης κ. Σχινᾶς κατέθηκε τὰς ἑξῆς ἐπερωτήσεις.
§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «1. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Αʹ) Τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν Πειραιῶς: αʹ) Τὸ ἀρχικὸν διάγραμμα καὶ τὸν σχετικὸν νόμον, δι’ οὗ ἐγένετο ἡ ἐν Νέῳ Φαλήρῳ παραχώρησις. βʹ) Διάγραμμα τῆς νῦν ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ σιδηροδρόμου ἐν Νέῳ Φαλήρῳ κατεχομένης ἐκτάσεως, σχετικῶς τοῦ ἀρχικοῦ. γʹ) Τὴν πληροφορίαν, ἂν ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου δύναται, συμφώνως τοῖς κειμένοις νόμοις, νὰ ᾖναι κυρία τῆς παραλίας, καὶ τί ἐνηργήθη κατ’ αὐτῆς μέχρι τοῦδε. δʹ) Τὴν ἄδειαν καὶ τὸ διάγραμμα, δι’ οὗ ἐπετράπη τῇ ἄνω ἑταιρίᾳ ἡ κατασκευὴ ἐπιθαλασσίου ἐξέδρας ἐν Νέῳ Φαλήρῳ. Βʹ) Τῆς διαπλατύνσεως τοῦ πορθμοῦ Εὐρίπου: αʹ) Τὰ ἀρχικὰ διαγράμματα τῆς διαπλατύνσεως καὶ τὴν πρᾶξιν τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, δι’ ἧς ταῦτα ἐνεκρίθησαν. βʹ) Τὴν πληροφορίαν, ἂν τὰ διαγράμματα ταῦτα ἐξετελέσθησαν, ἐτροποποιήθησαν, ἢ καθ’ ὁλοκληρίαν μετεβλήθησαν, συνεπείᾳ διαταγῆς τινος, διὰ ποίας πράξεως τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ ἂν ἐγένετο τροποποίησις ἢ μεταῤῥύθμισις, ποίαν διαφορὰν ἐπέφερεν αὕτη ἐπὶ τὴν ὁλικὴν δαπάνην. γʹ) Ἂν ἐνηργήθησαν πληρωμαὶ, παρὰ τίνων ἐπιστοποιήθησαν αὗται. δʹ) Διατί ἐγένετο ἐκβάθυνσις τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐνῷ ἡ ἑταιρία προὐτίθετο νὰ διακόψῃ τὴν ἐργασίαν. Πῶς δὲ ἐξηκριβώθη ὁ ἐξαχθεὶς ὄγκος τῶν χωμάτων. εʹ) Ὁποῖαι βολιδοσκοπήσεις καὶ διατρήσεις τοῦ ἐδάφους κατά τε τὸ στενὸν καὶ τὰς θεμελιώσεις ἐγένοντο πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ἐδάφους. Ϛʹ) Ὑπελογίσθη ἐκτέλεσις ἐκβραχισμοῦ τοῦ πορθμοῦ κατὰ τὴν γενησομένην διαπλάτυνσιν καὶ ἐκβάθυνσιν, καὶ ὁποία; ζʹ) Τὴν κατάθεσιν ἁπάντων τῶν σχετικῶν. «Παρακαλεῖται ἐπίσης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὁ ἐκ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς μηχανικὸς κ. Scala ἔλαβε τὸ ἔτος 1891 ἄδειαν, ὁποίαν, διὰ ποῖον μέρος, καὶ ὡρισμένως τίνων μηνῶν τοὺς μισθοὺς ἔλαβε. Πρὸς τούτοις, ποῦ διέμεινε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, καὶ τίνες τῷ ἀνετέθησαν ἐργασίαι.» «2. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ τῆς ἀνακρίσεως, δι’ ἧς ἐκρατήθη ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ, προεφυλακίσθη καὶ ἀπελύθη διὰ βουλεύματος παμψηφεὶ ὁ ἐνταῦθα τυπογράφος Δημήτριος Ἀναγνωστόπουλος, καὶ τῆς ταὐτότητος τοῦ ὀνόματος.» «3. Ὑπενθυμίζω τοῖς κκ. Ὑπουργοῖς τὴν διαβιβασθεῖσαν αὐτοῖς ἐπερώτησίν μου (συνεπείᾳ προηγουμένων) τῆς 24 Μαρτίου 1891, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ὑστερήσωσιν εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν αἰτηθεισῶν πληροφοριῶν.»
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Κωνσταντόπουλος κατέθηκε τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις.
§8ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς παρακαλεῖται: 1) Νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ἐνεργηθεισῶν μεταβολῶν εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1890 μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1891. 2) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν διωρίσθη καὶ διατελῇ ἐν τῇ θέσει αὑτοῦ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΦΜʹ τοῦ 1875, καταθέτων καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα. 3) Νὰ πληροφορήσῃ, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῇ συμμετοχῇ εἰς κομματικὴν ἑστίασιν τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Τριπόλει Πρωτοδικῶν δικαστῶν τινων αὐτόθι καὶ τοῦ εἰσαγγελεύοντος, ἥτις ἐγένετο αὐτῷ γνωστὴ διὰ τηλεγραφήματος ὑπὸ χρονολογίαν 18 Ἰουλίου ἐ. ἔ., καταθέτων καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα.» «Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν: 1) Ἂν ἐξετελέσθησαν αἱ διατάξεις περὶ διοικήσεως τῶν ταμείων τῶν δήμων τοῦ νόμου ΑϠΙϚʹ τῆς 8 Μαρτίου ἐ. ἔ., καταθέτων ἐν ἀποφατικῇ περιπτώσει πίνακα τῶν δήμων, ὧν τὰ ταμεῖα διοικοῦνται ἐναντίον τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ εἰρημένου νόμου. 2) Τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας ὑπέρ τινος τῶν διαγωνισθεισῶν μερίδων ἐν τῷ δήμῳ Τριπόλεως κατὰ τὰς τελευταίας δημαιρεσίας, μετὰ τῶν ὑποψηφίων τῆς ὁποίας ἐξέδραμε πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἰς χωρία τοῦ εἰρημένου δήμου, ἥτις ἐγένετο αὐτῷ γνωστὴ διὰ τηλεγραφήματος ἄλλου ὑποψηφίου, ὑπὸ χρονολογίαν 29 Ἰουνίου ἐ. ἔ. Νὰ καταθέσῃ δὲ καὶ τὰ διαμειφθέντα τυχὸν ἔγγραφα.» Ὁ δὲ κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ: 1) Πίνακα τῶν ἐνεργηθεισῶν μεταθέσεων δημοδιδασκάλων ἀμφοτέρων τῶν φύλων κατὰ τὸ τέλος Αὐγούστου ἐ. ἔ. ὡς καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ δικαιολογοῦντα κατὰ τὸν νόμον τὰς μεταθέσεις ταύτας. 2) Πίνακα τοῦ προσωπικοῦ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐν Ἀθήναις Γυμνασίων, μετὰ τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου, καὶ Ἑλληνικῶν Σχολείων, καὶ τὰ ἐν ἐνεργείᾳ προγράμματα αὐτῶν.»
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Συνοδινὸς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§10ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί ἐπὶ ἓν ἤδη ἔτος μένει ὁ φανὸς τῆς Οἴας εἰς τὰ θεμέλια, χωρὶς νὰ προχωρῇ ἡ ἐργασία, καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἐργολάβος ζητεῖ ἀποζημιώσεις ἀπὸ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν παρεμπόδισιν ταύτην.»
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Σωτηρόπουλος κατέθηκε τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις.
§12ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ: 1) ὀνομαστικὸν κατάλογον πάντων τῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου ΑΦΜΖʹ μέχρι σήμερον διορισθέντων λογιστῶν, ὑπολογιστῶν καὶ γραφέων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, περιέχοντα τὸ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον, τὴν χρονολογίαν τοῦ διορισμοῦ, καὶ τῆς ἀπολύσεως διὰ τοὺς τυχὸν ἀπολυθέντας, τὸν μηνιαῖον μισθὸν, καὶ τὸ γραφεῖον, ἔνθα εἰργάσθη· καὶ 2) σημείωσιν, ἐμφαίνουσαν, πόσαι ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας ἐκκαθαρίσεις ὑπεβλήθησαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, καὶ πόσαι ἀκόμη ὑπολείπονται πρὸς τελείαν ἀποπεράτωσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης.» «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν: 1) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, πόθεν προέρχονται τὰ τῶν δραχμῶν 1,074,841,05 βεβαιωθέντα ἔσοδα ὑπὸ τὸ ἄρθρον «ἐπιστροφὴ χρημάτων» τῆς χρήσεως 1889, καὶ διὰ τίνα λόγον ἔμειναν ἐξ αὐτοῦ καθυστεροῦντα 950,601.47. 2) Νὰ ὁρίσῃ πόσα ἐκ τῶν 74,719,028.27, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνέφερεν, ἐπληρώθησαν διὰ χρεωλύσια καὶ τόκους, καὶ πόσα διετέθησαν εἰς ἄλλας ἀνάγκας καὶ ποίας. 3) Νὰ ὑποβάλῃ τὰ πρωτόκολλα τῶν γενομένων κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐπιθεωρήσεων εἰς τὰ γραφεῖα τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας. 4) Νὰ ὑποβάλῃ ὡσαύτως καταστάσεις τῆς γενικῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1890 καὶ τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1891.» «Πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ ἔκθεσις, διαλαμβάνουσα ποῖαι τῶν διατάξεων αὐτοῦ εἶναι νέαι, ποῖαι μεταφέρονται ἐκ τῶν κειμένων νόμων, καὶ ποῖαι ἐκ τῶν τούτοις ἀναφερομένων παραλείπονται ἢ τροποποιοῦνται.»
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καπνοπαραγωγοὶ τοῦ χωρίου Γαβαλοῦς τοῦ δήμου Μακρυνείας ὑποβάλλουσι δι’ ἀναφορᾶς των παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ. Ἕτεροι, κάτοικοι Ἀστακοῦ, ὑποβάλλουσιν ὁμοίαν ἀναφορὰν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Ὡσαύτως καπνοπῶλαι Πύργου ὑποβάλλουσι παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ἄρθρων 8 καὶ 26 τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἷς ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐκ Ζακύνθου προέβαλε πρὸ ἡμερῶν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐξηρέθη, καὶ διὰ ποῖον λόγον, κληρωτός τις τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1890. Συγχρόνως δὲ μετὰ τῆς ἐπερωτήσεως, ἢ μίαν ἡμέραν πρὸ ταύτης, ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐξ Ἀκράτας τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκω εἰς ὑμᾶς. Τηλεγραφεῖ ὁ κ. Φίλιππος Βελισσαρόπουλος ἐξ Ἀκράτας πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον (ἀναγινώσκει). «Καταγγείλας δημοσίως παράνομον ἐξαίρεσιν κληρωτοῦ υἱοῦ Δημάρχου Ἀκράτας, ὡς Ἀλῆ–πασσᾶς, Δήμαρχος διέταξε φυλάκισίν μου, στερήσας με προσωπικῆς ἐλευθερίας. Κατηγγέλθη Εἰσαγγελεῖ. Ἱκανοποιηθήτω δικαιοσύνη.» Καὶ περὶ μὲν τοῦ κληρωτοῦ ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ Νομάρχου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀναφέρει διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 11,781 τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς του, ὅτι «κληρωτὸς Ἀκράτας 1890 Χαρώνης παρεπέμφθη δι’ ἐνδείξεως ἰατροῦ ἐνταῦθα Στρατολογικοῦ γραφείου εἰς πλησιέστερον ἔκτακτον Συμβούλιον νομοῦ Ἀκαρνανίας, καὶ ἀγνοοῦμεν ἀποτέλεσμα ἐξετάσεως αὐτοῦ.» Ἐζήτησα τότε πληροφορίας παρὰ τοῦ Νομάρχου Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, οὗτος δὲ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7846 τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς του μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι «ὁ κληρωτὸς Ἀκράτας Χαρώνης, περὶ οὗ ἡ ἐπερώτησις, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 73 τῆς 22 λήγοντος μηνὸς Νοεμβρίου ἀποφάσεως τοῦ ἐκτάκτου Στρατολογικοῦ Συμβουλίου τοῦ νομοῦ Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας, ἐκρίθη χρήσιμος διὰ τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, ὡς πάσχων ἐξ ὀξέων τραχωμάτων.» Ὑποθέτω ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται ἀρκοῦσι διὰ τὸν ἐπερωτήσαντα. Ὁ ἕτερος τῶν ἐξ Ὕδρας κυρίων Βουλευτῶν μοὶ προέβαλεν ἐπερωτήσεις, εἰς τὰς δύο πρώτας ἐκ τῶν ὁποίων δύναμαι νὰ δώσω σήμερον πληροφορίας, ἐπιφυλασσόμενος κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν νὰ δώσω τὰς ζητηθείσας πληροφορίας καὶ δι’ ἑκατέραν τῶν ὑπολοίπων δύο. Ἡ πρώτη ἐπερώτησις εἶναι αὕτη: «ἐὰν ἡ ἐνιαύσιος προμήθεια τῆς κριθῆς, τοῦ σανοῦ καὶ τοῦ ἀχύρου τῶν κτηνῶν τῶν φρουρῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς παρεχωρήθη κατόπιν δημοσίου συναγωνισμοῦ, ἢ ἐδόθη δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας;» Τὰ τῆς νομῆς τῶν κτηνῶν εἶχον διατεθῆ παρὰ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1891, διότι αἱ συμφωνίαι, αἵτινες ἐγένοντο παρὰ τῶν προκατόχων μου, ἤρχοντο ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1890, διήρκουν δὲ ἐπὶ ἕξ μῆνας. Ἡ προμήθεια τοῦ σανοῦ, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐποιήσατο, ἐμοῦ διοικοῦντος αὐτὸ, ἐγένετο κατόπιν δημοσίου συναγωνισμοῦ, τῇ 28 Ἰουνίου ἐ. ἔ., εἰς τὸν Νικόλαον Μπαλακάκην, ἀντὶ λεπτῶν δέκα καὶ ἑπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἀναγινώσκω τὴν διαταγὴν, φέρουσαν ἀριθ. 40799 καὶ ἡμερομηνίαν 28 Ἰουνίου 1891. «Πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν. Κατακυροῦμεν τὰ ἔγκλειστα πρακτικὰ τοῦ κατ’ ἐπανάληψιν ἐνεργηθέντος παρ’ ἡμῶν διαγωνισμοῦ μειοδοσίας διὰ τὴν ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας ἢ ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ., μέχρι 30 Ἀπριλίου 1892, χορηγίαν τοῦ ἀναγκαιοῦντος σανοῦ πρὸς διατροφὴν τῶν κτηνῶν τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν καὶ τῆς τοῦ Πειραιῶς, ἐν ὀνόματι τοῦ Νικολάου Μπαλακάκη, ἀναδειχθέντος τελευταίου μειοδότου ἀντὶ λεπτῶν δέκα ἑπτὰ κατ’ ὀκᾶν σανοῦ, καὶ ὑπὸ τοὺς λοιποὺς ὅρους συμφωνιῶν.» Διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ἀχύρου ἐγένοντο πολλοὶ κατ’ ἐπανάληψιν συναγωνισμοί· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ κατ’ αὐτοὺς προσενεχθεῖσα τιμὴ τῶν λεπτῶν 12 κατ’ ὀκᾶν ἐθεωρήθη ὑπέρογκος, δὲν παρεχωρήθη ἡ χορηγία τοῦ ἀχύρου εἰς τὸν τελευταῖον μειοδότην, ἀλλ’ εἰς ἕτερον προσενεγκόντα, δι’ ἀναφορᾶς τιμὴν κατ’ ὀκᾶν λεπτὰ 9, συμφώνως πρὸς τὸ ηʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρ. 34 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Τὸ ἐδάφιον αὐτὸ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 34. Διὰ προμηθείας, μετακομίσεις καὶ ἐργασίας, δι’ ἃς ἢ οὐδεμία ἔγεινε προσφορὰ, ἢ προσεφέρθησαν ἀπαράδεκτοι τιμαί· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, ὀφείλει ἡ ἁρμοδία διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ μὴ ὑπερβῇ τὸν παρ’ αὐτῆς τεθέντα καὶ δημοσιευθέντα ὅρον.» Τὸ πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον Ἀθηνῶν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν φέρει ἀριθμὸν 49117 καὶ ἡμερομηνίαν 29 Ἰουλίου 1891 (ἀναγινώσκει): «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 14661 ὑμετέρας ἀναφορᾶς ὑποβληθέντα ἡμῖν καὶ ἐγκλείστως πρὸς ὑμᾶς ἐπιστρεφόμενα πρακτικὰ τοῦ κατ’ ἐπανάληψιν ἐνεργηθέντος δημοσίου διαγωνισμοῦ διὰ τὴν ἐνιαύσιον προμήθειαν τοῦ ἀχύρου πρὸς στρωμνὴν τῶν κτηνῶν τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν καὶ τῆς τοῦ Πειραιῶς, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι ἡ κατὰ τὸν τελευταῖον διαγωνισμὸν ἐπιτευχθεῖσα τιμὴ ἀνέρχεται εἰς λεπτὰ 12 κατ’ ὀκᾶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἔγκλειστον ἀπὸ 29 Ἰουλίου ἀναφορὰν τοῦ Ἠλία Πετροπούλου, δι’ ἧς προσφέρεται οὗτος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀνωτέρω προμήθειαν ἀντὶ λεπτῶν ἐννέα κατ’ ὀκᾶν, καὶ ὑπὸ τοὺς λοιποὺς ὅρους συμφωνιῶν, ἐν τῇ ἐγκλείστῳ ἐκθέσει διαλαμβανομένους. Ἐπειδὴ ἡ κατὰ τὸν τελευταῖον διαγωνισμὸν ἐπιτευχθεῖσα ὡς ἀνωτέρω τιμὴ τυγχάνει ὑπέρογκος καὶ συνεπῶς ἀσύμφορος εἰς τὸ Δημόσιον, ἡ δ’ ἐπανάληψις αὐτοῦ κατὰ τοὺς νομίμους τύπους πρὸς ἐπίτευξιν συμφερούσης τιμῆς θὰ ἀπαιτήσῃ, ὡς εἰκὸς, χρονικὸν διάστημα ἀνώτερον ἐκείνου, ὅπερ μεσολαβεῖ μέχρι λήξεως τῆς ὑφισταμένης ἐργολαβίας διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ἀχύρου, ληγούσης τὴν 31 τρέχοντος μηνὸς, καὶ ἕνεκα τούτου παρίσταται ἀπόλυτος ἀνάγκη πρὸς ἐξασφάλισιν νέας ἐργολαβίας, ἀπὸ τῆς 1ης ἐλευσομένου μηνὸς Αὐγούστου. Διὰ ταῦτα ἀνατίθεμεν τῷ εἰρημένῳ Ἠλίᾳ Πετροπούλῳ τὴν ἐνιαύσιον προμήθειαν κτλ.» Διὰ τὴν προμήθειαν τῆς κριθῆς ἐγένετο ἐπίσης πολλάκις κατ’ ἐπανάληψιν συναγωνισμός, ἀλλ’ οὐδεμία προσφορὰ τιμῆς ἐγένετο· ἑπομένως, συμφώνως πρὸς τὴν ἀνωτέρω μνημονευομένην διάταξιν τοῦ νόμου, παρεχωρήθη ἡ προμήθεια τῆς κριθῆς εἰς τὸν ἔμπορον Γκινάκαν ἐπὶ τῆς προσενεχθείσης τιμῆς τῶν λεπτῶν 29 κατ’ ὀκᾶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 60454 διαταγῆς, φερούσης χρονολογίαν 16 Σεπτεμβρίου 1891 (ἀναγινώσκει): «Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 16683 ἀναφορᾶς ὑμῶν ὑποβληθέντα ἡμῖν καὶ συνημμένως ὧδε πρὸς ὑμᾶς ἐπιστρεφόμενα πρακτικὰ δημοσίου διαγωνισμοῦ, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι οὐδεὶς παρουσιάσθη κατ’ αὐτὸν ἵνα προσφέρῃ τιμὴν διὰ τὴν ἐπὶ δεκάμηνον (ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. μέχρι τῆς 31 Ἰουλίου 1892) χορηγίαν τῆς ἀναγκαιούσης κριθῆς πρὸς διατροφὴν τῶν κτηνῶν τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν καὶ τῆς τοῦ Πειραιῶς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν συνημμένην ἀπὸ 9 τρέχοντος μηνὸς ἀναφορὰν τοῦ Κωνσταντίνου Γκινάκα, δι’ ἧς προσφέρεται οὗτος, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ἀνωτέρω προμήθειαν ἀντὶ λεπτῶν 29 δι’ ἑκάστην ὀκᾶν κριθῆς, καὶ ὑπὸ τοὺς λοιποὺς ὅρους συμφωνιῶν κτλ. Ἐπειδὴ ἡ ἀνωτέρω προμήθεια δέον νὰ ἄρξηται ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ ἐλευσομένου μηνὸς Ὀκτωβρίου, καθ’ ἣν λήγει ἡ διάρκεια τῆς ὑφισταμένης ἐργολαβίας διὰ τὴν χορηγίαν τῆς κριθῆς, τὸ δὲ μεσολαβοῦν χρονικὸν διάστημα δὲν εἶναι ἐπαρκὲς διὰ τὴν κατὰ τοὺς νομίμους τύπους ἐνέργειαν νέου διαγωνισμοῦ. Διὰ ταῦτα ἐντελλόμεθα.... ἵνα προβῆτε εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προσήκοντος ἐργολαβικοῦ συμβολαίου....» Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας δίδω σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, περὶ τῶν εἰδῶν τῆς νομῆς τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διετέθησαν τὰ τῆς νομῆς τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ, ἐπετεύχθη οἰκονομία ἐν παραβολῇ τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1890.
| Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1890 ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου 1890 μέ- | ||
| χρι τέλους Ὀκτωβρίου 1890 διὰ σανὸν, ἀνὰ πέντε ὀκάδας | ||
| καθ’ ἕκαστον κτῆνος, πρὸς λεπτὰ 22, ἐδαπανήθησαν | δραχ. | 404,800.— |
| Ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1890 μέχρι τέλους | ||
| Ἀπριλίου 1891, πρὸς λεπτὰ 19½ τὴν ὀκᾶν | » | 352,950.— |
| Διὰ τὴν κριθήν. Ἀπὸ 1 Μαΐου 1890 | ||
| μέχρι τέλους Ἰουλ. 1890, ἀνὰ 3 ὀκά- | ||
| δας ἕκαστον κτῆνος, πρὸς λεπ. 20⅞ τὴν ὀκᾶν | » | 115,230.— |
| Ἀπὸ 1 Αὐγούστου 1890 μέχρι τέλους | ||
| Ἀπριλίου 1891 πρὸς λεπτὰ 22½ τὴν ὀκᾶν | » | 361,725.— |
| Διὰ τὸ ἄχυρον. Ἀπὸ 1 Μαΐου 1890 | ||
| μέχρι τέλους Ἰουλίου 1890, ἀνὰ ½ | ||
| ὀκᾶς κατὰ κτῆνος, πρὸς λεπτὰ 4½ τὴν ὀκᾶν | » | 4,140.— |
| Ἀπὸ 1 Αὐγούστου 1890 μέχρι τέλους | ||
| Ἰουλ. 1891, πρὸς λεπτὰ 5⅝ | » | 15,350.— |
| Τὸ ὅλον δραχ. 1,254,195.— | ||
| Ἀφ’ ἑτέρου διὰ σανὸν ἐδαπανήσαμεν καὶ θέλομεν δαπα- | ||
| νήσει ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1891, ἀνὰ 5 ὀκάδας, πρὸς λεπτὰ 14 | ||
| τὴν ὀκᾶν | δραχ. | 43,400.— |
| Ἀπὸ 1 Ἰουνίου 1891 μέχρι τέλους | ||
| Αὐγούστου 1891, ἀνὰ 5 ὀκάδας, πρὸς λεπτὰ 15⅞ τὴν ὀκᾶν | » | 143,750.— |
| Ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου 1891 μέχρι | ||
| τέλους Ἀπριλίου 1892, πρὸς 17 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν | δραχ. | 411,400.— |
| Διὰ κριθήν. Ἀπὸ 1 Μαΐου 1891 ἕως | ||
| τέλους Ἰουλ. 1891, ἀνὰ 3 ὀκάδ. πρὸς λεπ. 22½ τὴν ὀκᾶν | » | 124,200.— |
| Ἀπὸ 1 Αὐγούστου 1891 ἕως τέλους | ||
| Σεπτεμβρίου 1891, πρὸς λεπτὰ 24 τὴν ὀκᾶν | » | 89,040.— |
| Ἀπὸ 1 Ὀκτωβρ. 1891 ἕως τέλους | ||
| Ἀπριλ. 1892, πρὸς λεπτὰ 29 | » | 368,880.— |
| Διὰ τὸ ἄχυρον. Ἀπὸ 1 Μαΐου 1891 | ||
| ἕως τέλους Ἰουλ. 1891, ἀνὰ ½ | ||
| ὀκᾶς, πρὸς λεπ. 5⅝ τὴν ὀκᾶν | » | 5,175.— |
| Ἀπὸ 1 Αὐγούστου 1891 ἕως τέλους | ||
| Ἀπριλίου 1892, πρὸς 9 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν | » | 24,570.— |
| Τὸ ὅλον | δραχ. | 1,210,415.— |
Οὕτω διὰ τροφὴν τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ 1 Μαΐου 1890 μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1891 ἐδαπανήθησαν δραχ. 1,254,195, ἀπὸ 1 Μαΐου δὲ 1891 μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1892 ἐδαπανήθησαν καὶ θέλουσι δαπανηθῆ 1,210,415, ἤτοι ἐπετεύχθη οἰκονομία δραχ. 43,780.
§15ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὁ αὐτὸς ἀριθμὸς τῶν κτηνῶν, κύριε Πρόεδρε;
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα. Καὶ οὕτω μὲν ἔχουσι τὰ τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως. Ἀλλὰ καὶ δευτέρα ἐπερώτησις, περιστραφεῖσα εἰς τὴν προμήθειαν τῆς ὀθόνης. Ἡ ἐπερώτησις δ’ αὕτη ἔχει ἐπὶ λέξει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἡ προμήθεια 250,000 μέτρων ὀθόνης διὰ τὴν κατασκευὴν ὑποδυτῶν, σκελεῶν καὶ φουστανελλῶν πρὸς χρῆσιν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, παρεχωρήθη κατόπιν δημοσίου διαγωνισμοῦ, ἢ ἐδόθη δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας;» Ἡ προμήθεια τῆς ὀθόνης παρεχωρήθη εἰς τὸν ἐν Μαγγεστρίᾳ ἐργοστασιάρχην Γουλιέλμον Στὲρμ, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρ. 35 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καθ’ ὅ δὲν ἀπαιτεῖται συναγωνισμός, προκειμένου περὶ προμηθείας ἐνεργουμένης ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἀλλὰ καὶ τῆς παραχωρήσεως ταύτης προηγήθησαν δύο συναγωνισμοί, ὁ μὲν ἐνταῦθα, καθ’ ὃν προσηνέχθη ὑπὸ τοῦ ἐργοστασιάρχου κ. Ρετσίνα τιμὴ ὑπέρογκος, ἤτοι διὰ μὲν τὴν διὰ φουστανέλλας ὀθόνην λεπτὰ 54, 45/00 κατὰ μέτρον, διὰ δὲ τὴν ὀθόνην ὑποδυτῶν λεπτὰ 61 καὶ 95. Ἐνῷ ὁ ἐργοστασιάρχης Στὲρμ ἀνέλαβε τὴν προμήθειαν, τῆς μὲν ὀθόνης διὰ φουστανέλλας ἀντὶ λεπτῶν 47 κατὰ μέτρον, τῆς δὲ ὀθόνης διὰ τοὺς ὑποδύτας ἀντὶ λεπτῶν 49½ ἀντὶ τῶν 61 καὶ 95, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ὁ κ. Ρετσίνας. Ὁ ἕτερος δὲ διαγωνισμὸς ἐγένετο ἐν Παρισίοις, παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Πρεσβείᾳ, ἀλλ’ οὐδεμία κατ’ αὐτὸν ἐγένετο προσφορά. Καὶ ὅτι μὲν ἡ ὀθόνη, τὴν ὁποίαν ἐπρομηθεύθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐφέτος ἐκ Μαγκεστρίας, εἶναι προτιμοτέρα τῆς ὀθόνης, τὴν ὁποίαν εἶχε προμηθευθῆ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, δηλοῦται ἐξ ἑνὸς πρωτοκόλλου, τὸ ὁποῖον ἡ παραλαβοῦσα τὴν ὀθόνην ἐπιτροπὴ συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Συνέκειτο δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν συνταγματάρχην Κωνστ. Σέχον, τὸν ταγματάρχην Δ. Δημητριάδην, τὸν λοχαγὸν Α. Κόρακαν, τὸν ὑπολοχαγὸν Φραγκῖσκον Γεράλδην καὶ τὸν ὑπολοχαγὸν Λύτκε.» Ἰδοὺ ποῖά τινα ἐξέθηκεν ἡ ἐπιτροπὴ, πέντε ποιησαμένη, δοκιμὰς ἐν παραβολῇ τῆς ὑπὸ τοῦ ἐφετεινοῦ χορηγητοῦ κ. Στὲρμ χορηγηθείσης ὀθόνης, πρὸς τὴν τῶν ἐργοστασίων τοῦ κ. Ρετσίνα. Διὰ τὴν ὀθόνην δι’ ὑποδύτας καὶ σκελέας, ὅτι «ἐξετάσασα διὰ τοῦ ὑφασματοσκοπείου ἐν ἴσῳ χώρῳ τετραγωνισμοῦ τὴν ἐσωτερικὴν σύνθεσιν τῆς προερχομένης ἐκ τῶν καταστημάτων Ρετσίνα ἐπὶ τοῦ παραδοθέντος δείγματος εἰς τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εὑρέθη, ὅτι αὕτη ἔχει κλωστὰς κατὰ στήμονα ἕνδεκα καὶ κατὰ κρόκην δέκα καὶ τρεῖς. Ἡ δὲ παραληφθεῖσα τοῦ προμηθευτοῦ Γουλιέλμου Στὲρμ εὑρέθη ὅτι ἔχει κλωστὰς κατὰ στήμονα καὶ κατὰ κρόκην δέκα τέσσαρας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠτήσατο καὶ ἔκαμε δοκιμὰς καὶ ἐπὶ τῆς παραληφθείσης πέρυσι, καὶ ἧς ἐποιήσατο χρῆσιν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐκ τῶν αὐτῶν καταστημάτων Ρετσίνα, διότι ἠγέρθη ἡ ὑπόνοια, ὅτι αὕτη δὲν θὰ ἦτο ὁμοία τῷ παραδοθέντι δείγματι πρὸς τὴν ἐπιτροπήν. Ὅθεν ἐξετάσασα καὶ αὐτὴν ἐν ἀντιπαραβολῇ μετὰ τῆς τοῦ προμηθευτοῦ Γουλιέλμου Στὲρμ, εὗρεν ὅτι ἡ παραληφθεῖσα πέρυσιν ἐκ τῶν αὐτῶν καταστημάτων, καὶ ἧς δεῖγμα παρέδωκε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχει κλωστὰς κατὰ στήμονα μὲν ἕνδεκα κατὰ κρόκην δὲ δώδεκα. Διὰ τὴν διὰ φουστανέλλας ὀθόνην, ὅτι αἱ ὀθόναι τῶν καταστημάτων Ρετσίνα ἐμπεριεῖχον εἰς τὸν τετραγωνισμὸν ὑφεκατοστόμετρον τοῦ ὑφασματοσκοπείου κλωστὰς, ἡ μὲν τοῦ δείγματος κατὰ στήμονα μὲν δεκατέσσαρας, κατὰ κρόκην δὲ δέκα καὶ τρεῖς· ἡ δὲ παραληφθεῖσα πέρυσιν ἐμπεριεῖχε κατὰ στήμονα μὲν δέκα καὶ τέσσαρας, κατὰ κρόκην δὲ δεκατρεῖς. Ὡς πρὸς τὸ βάρος τῆς δι’ ὑποδύτας καὶ σκελέας προωρισμένης ὀθόνης. Πρὸ τῆς πλύσεως ἀποκόψασα ἓν τεμάχιον τετραγωνισμοῦ δέκα ἑκατοστῶν τοῦ μέτρου, καὶ ζυγίσασα αὐτὸ ἐπὶ τῆς ἐν τῷ τελωνείῳ Πειραιῶς ὑπαρχούσης εὐαισθήτου πλάστιγγος, εὗρεν ὅτι τὸ δεῖγμα, καθὼς καὶ ἡ παραληφθεῖσα πέρυσιν ἐκ τῶν αὐτῶν καταστημάτων Ρετσίνα, εἶναι βαρυτέρα κατὰ δέκα γραμμάρια τῆς παραληφθείσης ἐσχάτως τοῦ προμηθευτοῦ Γουλιέλμου Στέρμ. Μετὰ τὴν πλύσιν. Τὰ αὐτὰ τεμάχια ἡ ἐπιτροπὴ πλύνασα καὶ ἀποστεγνώσασα καλῶς, ζυγίσασα δ’ ἐπίσης ἐπὶ τῆς αὐτῆς πλάστιγγος, εὗρεν ὅτι ἡ τοῦ δείγματος, καθὼς καὶ ἡ παραληφθεῖσα πέρυσιν ἐκ τῶν καταστημάτων Ρετσίνα, εἶναι βαρυτέρα κατὰ ¼ τοῦ γραμμαρίου ἐκείνης, τῆς ἐσχάτως παραληφθείσης τοῦ προμηθευτοῦ Γουλιέλμου Στέρμ. Ἐπὶ τῆς διὰ φουστανέλλας προωρισμένης, πρὸ τῆς πλύσεως. Τῶν μὲν καταστημάτων Ρετσίνα, ἡ μὲν τοῦ δείγματος εἶναι ἐλαφροτέρα κατὰ δέκα γραμμάρια τῆς ἐσχάτως παραληφθείσης τοῦ προμηθευτοῦ Γουλιέλμου Στὲρμ, ἡ δὲ παραληφθεῖσα πέρυσιν ἐκ τῶν αὐτῶν καταστημάτων Ρετσίνα, ὅτι εἶναι ἐλαφροτέρα κατὰ πέντε γραμμάρια τῆς ἐσχάτως παραληφθείσης τοῦ προμηθευτοῦ Γουλιέλμου Στέρμ. Μετὰ τὴν πλύσιν δὲ τὰ αὐτὰ τεμάχια πλύνασα καὶ ἀποστεγνώσασα καλῶς ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ζυγίσασα, εὗρεν ὅτι ἡ μὲν ἐσχάτως παραληφθεῖσα τοῦ προμηθευτοῦ Γουλιέλμου Στὲρμ εἶναι βαρυτέρα κατὰ ¼ τοῦ γραμμαρίου τῶν τοῦ δείγματος τῶν καταστημάτων Ρετσίνα, ἡ δὲ παραληφθεῖσα πέρυσιν ἐκ τῶν καταστημάτων Ρετσίνα, ὅτι εἶναι ἐλαφροτέρα κατὰ ἓν γραμμάριον τῆς ἐσχάτως παραληφθείσης τοῦ προμηθευτοῦ Γουλιέλμου Στέρμ.» Ἐποίησε δ’ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ δοκιμὴν δυναμομετρήσεως ἐπὶ μήκους 0,40 καὶ πλάτους, 0,08. Καὶ ἐπὶ μὲν τῆς δι’ ὑποδύτας καὶ σκελέας ὀθόνης «τὸ δεῖγμα τῶν καταστημάτων Ῥετσίνα ἐπαρουσίασε κατὰ μῆκος μὲν δύναμιν 0,54 καὶ ἀντοχὴν (τάνυσιν) 0,45, κατὰ πλάτος δὲ δύναμιν 0,53 καὶ ἀντοχὴν 0,45. Ἡ παραληφθεῖσα δὲ πέρυσι τῶν αὐτῶν καταστημάτων ἔδειξε κατὰ μῆκος μὲν δύναμιν 0,52 καὶ ἀντοχὴν 0,46, κατὰ πλάτος δὲ δύναμιν 0,34 καὶ ἀντοχὴν 0,47. Καὶ ἡ παραληφθεῖσα τοῦ προμηθευτοῦ Γουλιέλμου Στὲρμ ἔδειξε κατὰ μῆκος μὲν δύναμιν 0,54 καὶ ἀντοχὴν 0,42, κατὰ πλάτος δὲ δύναμιν 0,45 καὶ ἀντοχὴν 0,51. Ἐπὶ δὲ τῆς διὰ φουστανέλλας προωρισμένης ὀθόνης, τὸ δεῖγμα τῶν καταστημάτων Ῥετσίνα ἔδειξε κατὰ πλάτος μὲν δύναμιν 0,26 καὶ ἀντοχὴν 0,47, κατὰ μῆκος δὲ δύναμιν 0,53 καὶ ἀντοχὴν 0,41. Ἡ παραληφθεῖσα πέρυσιν ἐκ τῶν αὐτῶν καταστημάτων ἐπαρουσίασε κατὰ πλάτος μὲν δύναμιν 0,48 καὶ ἀντοχὴν 0,46, κατὰ μῆκος δὲ δύναμιν 0,52 καὶ ἀντοχὴν 0,43. Καὶ ἡ παραληφθεῖσα ἐσχάτως τοῦ προμηθευτοῦ Γουλιέλμου Στὲρμ ἐπαρουσίασε κατὰ πλάτος μὲν δύναμιν 0,30 καὶ ἀντοχὴν 0,45, κατὰ μῆκος δὲ δύναμιν 0,50 καὶ ἀντοχὴν 0,42.» Συνεπέρανε δὲ ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ὡς πρὸς τὴν στερεότητα «αἱ ὀθόναι τῶν καταστημάτων Ῥετσίνα ὑστεροῦσιν ἐκείνων τοῦ προμηθευτοῦ Γουλιέλμου Στὲρμ ὡς ἀκολούθως. Ἐπαρουσίασαν ὀλιγωτέρας κλωστὰς κατὰ στήμονα καὶ κρόκην, εἶναι ὀλιγώτερον ἐστρυμμέναι, χονδρότεραι, καὶ συνεπῶς ἥ τε ὕφανσις καὶ ὑφὴ χονδροειδής, τὸ δὲ ὕφασμα ξεσχιζόμενον δὲν κατέρχεται εὐθεῖαν γραμμήν, ἀλλὰ κατὰ βούλησίν του, καὶ αἱ κλωσταὶ διαλύονται, καὶ ὡς κοινῶς λέγεται, ξεφτῶσι.» Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ποιότητος τῆς ὀθόνης καὶ περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ προμήθεια αὐτῆς. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὰς τιμάς. Κατὰ μὲν τὸ παρελθὸν ἔτος διὰ τὴν ἀναγκαιοῦσαν εἰς τὸν στρατὸν ὀθόνην ἐδαπάνησε τὸ Κράτος 150,625 δραχμὰς, κατὰ δὲ τὸ τρέχον δραχμὰς 118,430, ἤτοι ἐπετεύχθη οἰκονομία δραχμῶν 32,195.
§17ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἄνευ τοῦ δασμοῦ τοῦ τελωνιακοῦ.
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν τοῦτο, διότι καὶ αἱ ὀθόναι, αἱ ὁποῖαι πέρυσιν ἠγοράσθησαν, δὲν ἐπλήρωσαν.
§19ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Πληρόνουσι δασμὸν τὰ ἀντικείμενα τῆς Βιομηχανίας.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἐζημιώθη τὸ δημόσιον, διότι, ἐὰν ἠγοράζομεν τὰ ἐνταῦθα παραγόμενα........
§21ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὄχι τὰ ἐνταῦθα παραγόμενα. Τὰ ἐρχόμενα ἔξωθεν.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ εἰσαγόμενα πληρόνουσιν εἰσαγωγικὰ τέλη. Ἐὰν ἡμεῖς δὲν προεμηθευόμεθα ἀπὸ τὸ κατάστημα τοῦ κ. Στὲρμ ἐκ Μαγκεστρίας τὴν ὀθόνην, ὁ προμηθευτὴς δὲν ἤθελεν εἰσαγάγει ὀθόνην, ἑπομένως δὲν ἤθελε πληρώσει εἰς τὸ τελωνεῖον.
§23ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ κατάστημα τοῦ Ῥετσίνα, ἵνα παραγάγῃ τὴν ὀθόνην αὐτήν, δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ;
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βάμβακος.
§25ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Βάμβακος, ἀνθράκων κτλ.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐντεῦθεν ποία ἡ διαφορά;
§27ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ζημία εἰς τὸ δημόσιον.
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ζημία εἰς τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσεν ὀλιγώτερον 32 χιλιάδας δραχμάς; (Ἰλαρότης). Ἐν τούτοις μοὶ ὑπολείπεται ἀκόμη νὰ δώσω πληροφορίας ἐπὶ δύο ἄλλων ἐπερωτήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας. Ἐπιφυλάττομαι δὲ νὰ πράξω τοῦτο εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν.
§29ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ κατατεθῶσι καὶ τὰ ὑπομνήματα τῶν ἀξιωματικῶν μετὰ τῶν φύλλων πορείας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐπιδόματα, ὑπὲρ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ δώσητε πληροφορίας.
§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ μὲ τὴν σύμβασιν μετὰ τοῦ Μεσημβρινοῦ Πρακτορείου, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δραγούμης. Μεταξὺ τῶν ἐρωτήσεων ὑπῆρχε καὶ αὕτη· ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ ἄλλο τι Ὑπουργεῖον διέταξε νὰ διαβιβασθῶσι δωρεὰν διὰ τοῦ Πρακτορείου τηλεγραφήματα τῆς ὑπηρεσίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐγὼ οὐδεμίαν τοιαύτην διαταγὴν ἔδωκα. Νομίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διέταξε νὰ διαβιβασθῶσι δύο ἢ τρία τοιαῦτα.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἔδωκα παραγγελίαν νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν Εὐρώπην τηλεγράφημα πρὸς διάψευσιν τῆς εἰδήσεως, ἥτις εἶχε διαδοθῆ ἐκ τηλεγραφήματος τῆς Ἑταιρίας Χαβᾶς περὶ ἀποπείρας κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Βασιλέως. Ἕνεκα τῆς ὥρας, κατὰ τὴν ὁποίαν διεδίδετο ἡ ψευδὴς αὕτη εἴδησις, αὕτη ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ ἐπὶ μᾶλλον τὰς τιμὰς τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ περαιτέρω ὑποτίμησιν αὐτῶν. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαψεύσω ἀμέσως τὴν εἴδησιν αὐτὴν, διὰ νὰ προλάβω τοὺς χρηματιστικοὺς σκοποὺς, οἱ ὁποῖοι τυχὸν περιείχοντο ἐν τοιαύτῃ ψευδεῖ φήμῃ.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.). Καταθέτω σύμβασιν μεταξὺ τοῦ Μεσημβρινοῦ Πρακτορείου καὶ τοῦ Πρακτορείου Χαβᾶς, καὶ πληροφορίας περὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονον ἄλλοτε τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα εἰς τὰ δύο πρακτορεῖα Χαβᾶς καὶ Ρέουτερ. Καταθέτω ἐπίσης τὴν σύμβασιν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Μεσημβρινοῦ Πρακτορείου, καὶ πίνακα τῶν ἐνταλμάτων τῶν πληρωθέντων ποσῶν.
§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς προσθέτως, διότι κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εὕρω καὶ ταῦτα τὰ στοιχεῖα, τὰ ἀναγκαῖα εἰς τὴν συζήτησιν, νὰ καταθέσητε καὶ (ἀναγινώσκει) «ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δι’ ἧς τοῦτο ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 41 συνεδριάσει ἠρνήθη τὴν θεώρησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1002 ἐντάλματος τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου.» Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἀναφέρεται εἰς πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἤδη κατατεθέν. Ὡσαύτως δὲ καὶ (ἀναγινώσκει) «ἀντίγραφον τοῦ μὴ δημοσιευθέντος ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως Β. Διατάγματος τῆς 25 Ἰουλίου, οὗ γίνεται μνεία ἐν τῷ πρακτικῷ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπ’ ἀριθ, 52 καὶ τῷ ἐπὶ τούτῳ ἐκδοθέντι Β. Διατάγματι τῆς 13 Ὀκτωβρίου.»
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχετε αὐτοῦ, διότι τὸ διάταγμα τῆς 25 Ἰουλίου ἀνεκλήθη διὰ μεταγενεστέρου διατάγματος. Ἀφοῦ ἀπεφάσισε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ χωρίσῃ εἰς δύο τὰς συμβάσεις, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ προεκλήθη Β. Διάταγμα περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως διὰ τοὺς μῆνας τοῦ ἔτους 1891, εἰς τί χρησιμεύει πλέον ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀκυρωθέντος διατάγματος;
§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὗτος εἶναι ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι.
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι καλῶς γνωρίζετε αὐτὰ, καὶ ἔχετε ἐπίσης ἀκριβεῖς πληροφορίας, ὡς ἡμεῖς.
§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἔχω κἀμμίαν πληροφορίαν.
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ νὰ κατατεθῶσι παρ’ ὑμῶν ἔγγραφα ἄλλου Πρακτορείου, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑμεῖς, καὶ μὲ τὸ ὁποῖον συνεννοεῖσθε ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Διότι ἐπὶ τίνι λόγῳ ζητεῖτε ἔγγραφα, μηδεμίαν ἔχοντα ἰσχύν; Τὸ διάταγμα τοῦ Ἰουλίου ἠκυρώθη. Ζητεῖτε πρακτικόν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὑπεγράφη διάταγμα ἀκυρωθέν. Ἐξηγήσατέ μοι τὸν λόγον. Ἂν θέλητε ὅμως, τὸ καταθέτω.
§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἀγνοῶ ποῖα πρακτορεῖα μεταχειρίζεται ἐκεῖνος διὰ τὰς ὑποθέσεις, ἃς αὐτὸς ἔχει νὰ διεξαγάγῃ. Ἐγὼ ὅμως δηλῶ, ὅτι οὐδὲν πρακτορεῖον ηὐτύχησά ποτε νὰ ἔχω, καὶ ἑπομένως οὐδ’ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἰσήγαγον τὴν πολυπραγμοσύνην μου, ἵνα μάθω, τί συμβαίνει ἐν αὐτῷ, προκειμένου περὶ πράξεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς καταγγέλλει αὐτὸς ἑαυτόν· διότι ἐν τοῖς ἐγγράφοις, ἅπερ κατετέθησαν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν τοῦ διατάγματος, δι’ οὗ διετέθησαν 17,500 φράγκα χρυσᾶ ὑπὲρ τοῦ Μεσημβρινοῦ Πρακτορείου, ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὅλη ἡ Κυβέρνησις μετ’ αὐτοῦ ἀναφέρουσιν, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἠρνήθη νὰ ὑπογράψῃ τὸ πρῶτον ἔνταλμα. Καὶ ἐκ τούτου ἀναγκασθέντες ὑπέβαλον νέον διάταγμα, ὅπερ ἠκύρωσεν ἄλλο, πρῶτον ἐκδοθέν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω, τί ἦτο τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν ἴσχυσε νὰ πείσῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅτι ὤφειλε νὰ ὑπογράψῃ τὸ ἔνταλμα, τὸ ἐκδοθὲν ὑπὲρ τοῦ Μεσημβρινοῦ Πρακτορείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπορεῖ, πῶς ἐπὶ τοσοῦτον πολυπραγμονῶ. Ἀλλὰ τίνες ἄλλοι θέλει νὰ πολυπραγμονῶσιν ἢ οἱ Βουλευταὶ, προκειμένου νὰ ἐξελέγξωσι δαπάνην, ἥτις ἐπεβάρυνε τὸ Δημόσιον, ἀστόχως καὶ ἀδίκως; Ζητοῦμεν λοιπὸν νὰ μάθωμεν, ὁποῖον τὸ διάταγμα, ὅπερ ἀνεκλήθη, ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν, ποῖος ὁ λόγος, δι’ ὃν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἠρνήθη νὰ ὑπογράψῃ τὸ ἔνταλμα ἐκεῖνο. Καὶ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ταῦτα ζητοῦντες ζητοῦμεν ἄλογα, μεταχειριζόμενοι πρὸς ταῦτα ἰδιαίτερον πρακτορεῖον; Πρακτορεῖον ἡμῶν εἶναι αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον. Αὐτὸ μᾶς ἐπληροφόρησε, καὶ αὐτὸ πάλιν ὀφείλει νὰ μᾶς πληροφορήσῃ. Ζητοῦμεν παρ’ αὐτοῦ νὰ συμπληρώσῃ τὴν δοθεῖσαν πληροφορίαν, διότι εἶναι ἀόριστος καὶ ἀτελὴς, καὶ ὀφείλει νὰ μὴ ἀπορῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐπιμένομεν εἰς τοῦτο. Ἐπειδὴ δὲ τὸ πρᾶγμα, παρατηρῶ, ὅτι, λαμβάνει ἔκτασιν, παρακαλῶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν τῶν ἐγγράφων ἁπάντων, ὡς καὶ ἐκείνων, ἅπερ θέλει καταθέσει ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ὧν σημείωσιν καταθέτω.
§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρᾶξις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ τῆς ὁποίας τοῦτο ἐξέθηκε τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιθεωρήσῃ ἔνταλμα ἀποσταλὲν πρὸς αὐτὸ, εἶναι ἔγγραφον ἐπίσημον. Τὸ κατέχομεν ἐν τοῖς ἀρχείοις, προθύμως δὲ θέλομεν καταθέσει αὐτό. Τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἀνεκλήθη δι’ ἑτέρου διατάγματος, ἐπειδὴ μνημονεύεται ἐν τῇ πράξει τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ εἶναι ἀναπόσπαστον μέρος αὐτῆς, οὐδεμίαν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ καταθέσωμεν ἐπίσης. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι, ὅτι δὲν κάμνει καλὰ νὰ σπεύδῃ πολὺ, ἵνα χαρακτηρίσῃ τὰς πράξεις ἡμῶν ὡς πράξεις σπατάλης, διότι ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ δαπάνη τῶν 17 χιλιάδων φράγκων διὰ τὸ τηλεγραφικὸν πρακτορεῖον εἶναι δαπάνη ἄστοργος, μὴ ἀναγκαία καὶ περιττὴ, διὰ νὰ ἦναι δὲ ἄστοργος, μὴ ἀναγκαία καὶ περιττὴ, εἶναι δαπάνη σπατάλης. Λέγω ὅτι σπεύδει πολὺ νὰ χαρακτηρίσῃ οὕτω τὴν πρᾶξιν ἡμῶν ταύτην, διότι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως, θέλομεν ἀποδείξει τίνες ἐσπατάλησαν καὶ ἐκ χρημάτων ἱερῶν, δαπανήσαντες ταῦτα εἰς διαφθορὰν τῆς δημοσιογραφίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἕτοιμοι εἴμεθα.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1892.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 46).
§45ΖΑΙΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐζητήθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων τῶν σχετικῶν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῶν Ἄγγλων πιστωτῶν τῆς ἐν Σύρῳ Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Ἐζητήθη προσέτι ἡ προσαγωγὴ πληροφοριῶν τινων συμπληρωτικῶν. Σήμερον φέρω καὶ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα καὶ τὰς πληροφορίας, εἰ καὶ νομίζω, ὅτι αὗται δὲν δύνανται νὰ ὦσι χρήσιμοι εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἀφοῦ οὗτος εἶχε σχηματίσει γνώμην ἐκ τῆς ἀναγνώσεως μόνης τῆς ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ δημοσιευθείσης ἀλληλογραφίας, καὶ εἶχε συναγάγει συμπεράσματα, ἅτινα ἔσπευσε ν’ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ συμπέρασμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἦτο δυσμενὲς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δυσμενὲς πρὸς τὴν Δικαιοσύνην,—τὴν Δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν διευθύνομεν ἡμεῖς, ἢ οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, ἀφοῦ πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀρχῆς, τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως, δέον ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς ἐποχὴν προγενεστέραν τοῦ χρόνου τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ νῦν Ὑπουργείου. Τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας περὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐγνώριζον ἀπὸ μακροῦ, οὐδὲ ἀνέμενον ταύτην εὐμενεστέραν. Διὰ τοῦτο δὲν ἐξενίσθην, ὅταν ἤκουσα αὐτοῦ ὁμιλοῦντος περὶ ἡμῶν, καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησε. Περίεργοι ὅμως μοὶ ἐφάνησαν αἱ γνῶμαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὁμιλήσαντος περὶ τῶν δικαστηρίων, καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησε, διότι παρέστησε ταῦτα ὡς δεκτικὰ ἐπηρεασμοῦ καὶ ὡς ἀρνηθέντα ἀπονομὴν δικαιοσύνης πρὸς τοὺς ξένους. Ἀπεδέξατο καὶ οὗτος καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων ἀγορεύσαντες, ἄνευ ἐλέγχου τινὸς, ὡς ἀκριβεῖς τὰς κρίσεις τοῦ Ἄγγλου Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐξέφρασαν τὴν λύπην των διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιέστησαν τὰ δικαστήρια ἡμῶν, καὶ ἐζήτησαν νὰ παραστήσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐπιθυμοῦσαν νὰ προστατεύσῃ διὰ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν καὶ διὰ λόγους πολιτικοῦ συμφέροντος τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, τὴν ἑταιρίαν τουτέστιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας πᾶσαν ἰκμάδα ἀπεμύζων, καθ’ ἃ ἐβεβαίου ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, δώδεκα Ἕλληνες Βουλευταί. Καὶ τὴν πληροφορίαν μὲν ταύτην ἔσπευσε ν’ ἀναιρέσῃ αὐτὸς ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ἐγὼ δὲ νομίζω καθῆκον ἐμὸν ν’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν κατατιθεμένων ἐγγράφων, ὅσα ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρὸς τὴν ἐνέργειαν τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν. Τὴν 18 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας ἀπέτεινε διακοίνωσιν πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ἐν ᾗ παρεπονεῖτο διὰ τὴν βραδύτητα περὶ τὴν πληρωμὴν λιρῶν ἐν ὅλῳ 7853, ὀφειλομένων ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας εἰς τρεῖς Ἄγγλους πιστωτάς. Ἐζήτει δὲ ὁ κ. πρεσβευτὴς, ἢ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ πληρωμὴ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἢ νὰ κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία, ἀφοῦ μάλιστα εἶχον ζητήσει τοῦτο καὶ οἱ Ἄγγλοι πιστωταὶ, ἠτιᾶτο δὲ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκδόσεως τῆς σχετικῆς ἀποφάσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, λαβὸν γνῶσιν τῆς διακοινώσεως ταύτης διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τὴν 13 Μαρτίου, ἀπέτεινε τὸ ἑπόμενον ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἐγένοντο ἡμῖν παραστάσεις, ὅτι μεγάλη παρατηρεῖται βραδύτης περὶ τὴν περάτωσιν ὑποθέσεως Ἄγγλων δανειστῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, αἰτησαμένων παρὰ τοῦ αὐτόθι Πρωτοδικείου νὰ κηρυχθῇ αὕτη εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως διὰ ποσὸν χρέους ἐν ὅλῳ λιρῶν στερλινῶν 7,849 καὶ 11 σελινίων. «Ἐπιθυμοῦντες νὰ μάθωμεν τὰ αἴτια τῆς βραδύτητος περὶ τὴν περάτωσιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως, σᾶς παρακαλοῦμεν, ὅπως ἐξετάσητε, συνεννοούμενοι πρὸς τοῦτο μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ αὐτόθι δικαστηρίου, καὶ ὑποβάλητε ἡμῖν, ὡς τάχιστα, τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.» Ὁ κ. Πρόεδρος τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν ἀπήντησε τὴν 22 Μαρτίου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ περὶ ἧς πρόκειται ὑπόθεσις ἦλθεν ἤδη εἰς ἀνασυζήτησιν, ἕνεκα τῆς μεταθέσεως τοῦ πρωτοδίκου κ. Δ. Δημητριάδου, εἶχε μείνει δὲ ἔκτοτε παρ’ ἡμῖν ὡς εἰσηγητῇ, ἕνεκα τῆς μεγάλης σπουδαιότητος καὶ τοῦ πολυπλόκου αὐτῆς ἰδίως ἕνεκα τῶν ἀπείρων παρεμβάσεων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῆς.»
§46ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε. Μίαν χρονολογίαν λησμονεῖτε, τοῦ ἐγγράφου τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Τὴν χρονολογίαν αὐτὴν παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπητε.
§47ΖΑΙΜΗΣ. Τὴν 6/18 Φεβρουαρίου.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Τῆς πρώτης διακοινώσεως.
§49ΖΑΙΜΗΣ. Αὕτη δὲν ἐνδιαφέρει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦτο δὲν τὴν ἀνέφερον.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνδιαφέρει ὅμως τὴν Βουλήν.
§51ΖΑΙΜΗΣ. Τὰ ἔγγραφα θὰ κατατεθῶσι. Δύνασθε νὰ λάβητε γνῶσιν καὶ νὰ συζητήσητε, ὅπως θέλετε.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν δίδωνται πληροφορίαι, δέον νὰ δίδωνται τέλειαι.
§53ΖΑΙΜΗΣ. Ἐγὼ θὰ κανονίσω, οὐχὶ δ’ ὑμεῖς, τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ δώσω τὰς πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλήν.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς ὑποδείξω τὸ καθῆκόν σας.
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§56ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν θὰ μοὶ ὑποδείξητε σεῖς τὸ καθῆκόν μου. Ἡ ἀπάντησις αὕτη, διαβιβασθεῖσα διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου πρὸς τὸν κ. Πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας ἐφάνη αὐτῷ ἀνεπαρκής. Διὰ τοῦτο γράφων πρὸς τὸν μαρκήσιον Σαλισβουρὺ τὴν 29)17 Ἀπριλίου λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι εἷς τῶν προτεινομένων λόγων εἶναι ἐσφαλμένος. Λέγει, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι νῦν ὑπὸ συζήτησιν, ἐνῷ συνεπείᾳ τῆς ἀνασυστάσεως τοῦ δικαστηρίου διὰ τοῦ διορισμοῦ νέου Προέδρου, νέα αἴτησις πρὸς κήρυξιν χρεωκοπίας δέον νὰ γείνῃ ὑπὸ τῶν πιστωτῶν. Προσέτι δὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ ἐπέμβασις τρίτων προσώπων ἐπέφερε βραδύτητα εἰς τὴν ἐκδίκασιν, εἶναι ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, ὡς βεβαιοῦμαι, ἐντελῶς ἀστήρικτον. Σήμερον τὴν πρωΐαν ἔσχον μακρὰν συνέντευξιν μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρίας Κλαμόργαν κτλ., ὅστις εἶναι ἐκ τῶν καλῶν νομικῶν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, καὶ συνέστησα αὐτῷ ν’ ἀποτείνῃ νέαν αἴτησιν, ὅπως τὸ ἐν Σύρῳ Πρωτοδικεῖον κηρύξῃ τὴν πτώχευσιν. «Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἑβδομάδες τινὲς, ἂν ὄχι καὶ μῆνες, θὰ παρέλθωσι πρὶν ἢ τὸ δικαστήριον ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, ἡ δὲ γνῶσις ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη ἐπανελήφθη, πιθανὸν νὰ πείσῃ τὴν Ἑταιρίαν ν’ ἀποπειραθῇ νέον συμβιβασμὸν μετὰ τῶν πιστωτῶν, ἐν τῇ περιπτώσει δὲ ταύτῃ ἡ αἴτησις περὶ κηρύξεως εἰς πτώχευσιν δύναται ν’ ἀποσυρθῇ. «Θὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κύριος πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, δὲν εἶναι καθ’ ὅλα ἀκριβής, διότι ὁ πρόεδρος τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν, δὲν εἶπεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ὑπὸ συζήτησιν’ ὁ πρόεδρος τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν ἐνόει διὰ τῆς ἐπισημειωτικῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἀπέστειλεν αὐτὸς, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ὑποθέσεως, τὴν δικογραφίαν ἀμέσως μετὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ πρωτοδίκου κ. Δημητριάδου εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Πρωτοδικείου, ἵνα αὕτη ἐπιστραφῇ πρὸς τοὺς πληρεξουσίους δικηγόρους τῶν Ἄγγλων πιστωτῶν, ὅπως δυνηθῶσιν οὗτοι νὰ φέρωσι τὴν ὑπόθεσιν εἰς ἀνασυζήτησιν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐκ τῆς βραδύτητος περὶ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸ δελτίον τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων τῆς αἰτήσεως τῶν Ἄγγλων πιστωτῶν, συνάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὗτοι δὲν ἐπεθύμουν τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἐν τῷ ἐγγράφῳ δὲ τοῦ κ. πρεσβευτοῦ, ἐγγράφω, τὸ ὁποῖον εἶναι δῆλον, ὅτι συνέταξεν οὗτος, διατελῶν ἔτι ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις συνεντεύξεως, ἣν ἔσχε, καθ’ ἣν ἡμέραν ἔγραφε μεθ’ ἑνὸς τῶν πληρεξουσίων τῶν Ἄγγλων πιστωτῶν, καὶ ἰδίως ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ διαφαίνεται, ὅτι ἀποδείκνυται σαφῶς ἐξ ἄλλων δεδομένων τὸ γεγονὸς, τουτέστιν ὅτι οἱ Ἄγγλοι πιστωταὶ δὲν ἐπεθύμουν τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἐπέσειον μόνον ὡς ἀπειλὴν τὸ φάσμα τῆς πτωχεύσεως ἐπὶ τῆς ἑταιρίας διὰ νὰ ἐπιτύχωσι κρείσσονας συμβιβασμοῦ ὅρους, ἕτοιμοι ὄντες νὰ ἀποτρέψωσι πάντα κίνδυνον πτωχεύσεως ἀπ’ αὐτῆς, ἅμα οὗτος ἐφαίνετο ἐπικείμενος, προσλιπαροῦντες δὲ καὶ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὁσάκις τοῦτο ἐφαίνετο εἰς αὐτοὺς χρήσιμον ἢ ὠφέλιμον εἰς τὰ συμφέροντά των.» Ἐν τοσούτοις παρῆλθον δύο περίπου μῆνες ἀπὸ τῆς διακοινώσεως ταύτης ἄνευ ἄλλου ἐπεισοδίου, ὅτε τῇ 27 Μαΐου (18 Ἰουνίου) ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας, λαβὼν νέας ὁδηγίας παρὰ τοῦ μαρκησίου Σώλσβαρυ, ἀπέτεινε νέαν διακοίνωσιν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, μακρὰν ταύτην καὶ γεγραμμένην εἰς ὕφος δριμύ, ἐν ᾗ ᾐτιᾶτο τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν ἐπὶ ἀρνησιδικίᾳ. Τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπέτεινεν ἔγγραφον πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, δι’ οὗ παρεκάλει αὐτὸν νὰ ζητήσῃ ἐκ νέου πληροφορίας παρὰ τῶν ἐν Σύρῳ δικαστικῶν Ἀρχῶν· τὰς πληροφορίας ταύτας διεβίβασε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἤτοι τὴν 10ην Ἰουνίου, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ τὰς ἀναγνώσω. Τὰ ἔγγραφα εἶναι ἀπαντήσεις τοῦ προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως. Ὁ Πρόεδρος τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν γράφει πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν αὐτόθι Πλημμελειοδικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἀπαντῶν εἰς τὰς αἰτηθείσας παρ’ ὑμῶν πληροφορίας περὶ τῶν ὑποβληθεισῶν τῷ Πρωτοδικείῳ αἰτήσεων περὶ πτωχεύσεως τῆς ἐνταῦθα ἑδρευούσης Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας γνωρίζω ὑμῖν τὰς ἑξῆς. Κατὰ τὴν χθεσινὴν τοῦ Πρωτοδικείου συνεδρίασιν ὑπεβλήθησαν καὶ ἐδικάσθησαν τρεῖς τοιαῦται αἰτήσεις, σημειωτέον δὲ, ὅτι μόλις χθὲς εἶχον ἐγγραφῆ ἐν τῷ πινακίῳ καὶ αὐθημερὸν ἐδικάσθησαν. Ἡ πρώτη ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ἄρθερ Μὰκ Δουὲλ, ὅστις ἔχει λαμβάνειν, καθ’ ἃ ἐν τῇ αἰτήσει του ἀναφέρει, δραχμὰς 11,600. Ἡ δευτέρα ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἐν Λιβερποὺλ τῆς Ἀγγλίας ἐμπορικοῦ οἴκου Ἄνδερσον καὶ Γκλὰς, ἐκπροσωπουμένου ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τοῦ Ἄρθερ Μὰκ Δουὲλ, ἔχοντος λαμβάνειν, ὡς ἐν τῇ αἰτήσει του ἀναφέρει, δραχ. 33,000. Ἡ τρίτη ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν ἐν Πειραιεῖ ἐμπόρων Ἀλεξάνδρου Θεοχάρους καὶ Κωνσταντίνου Δεκαβάλλα, ἐχόντων λαμβάνειν, ὡς ἐν τῇ αἰτήσει των ἀναφέρουσι, δραχμὰς 40,000. Πρὸ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως οὐδεμία ὑπόθεσις τοιαύτη ὑπῆρχεν ἐκκρεμής· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρό τινος χρόνου εἶχεν ὑποβληθῆ τοιαύτη αἴτησις περὶ πτωχεύσεως τῆς ἑταιρίας, οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἀνωτέρω σημειωθέντων, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ Ἀλφρέδου Ἄνδερσον Χὶλλ, ἀντιπροσωπευθέντος τότε ὑπὸ τοῦ δικηγόρου Μιχαὴλ Ζώρα, ἔχοντος λαμβάνειν δραχ. 36,000, ἀλλ’ ἡ συζήτησις τῆς αἰτήσεως ταύτης ἐματαιώθη ἕνεκα τῆς μεταθέσεως τοῦ λαβόντος μέρος εἰς τὴν ἐκδίκασιν πρωτοδίκου Δημητρίου Δημητριάδου, γενομένης διὰ τοῦ ἀπὸ 1 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἔκτοτε ἡ αἴτησις αὕτη οὔτε μέχρι σήμερον δὲν ἦλθεν εἰς ἀνασυζήτησιν, δι’ οὓς λόγους δὲν εἶμαι ἐγὼ εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω. Τοῦτο μόνον γινώσκω, ὅτι ὁ εἰρημένος κ. Ἀλφρέδος Ἄνδερσον Χὶλλ, κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὁπότε συνεζητοῦντο αἱ τῶν ἄλλων αἰτήσεις περὶ πτωχεύσεως τῆς ἑταιρίας, παρασταθεὶς διὰ τοῦ πληρεξουσίου του δικηγόρου Δ. Κ. Βοκοτοπούλου, συνετάχθη μὲ τὸ μέρος ὅλων τῶν λοιπῶν δανειστῶν ἀντιπροσωπευόντων περίπου πέντε ἑκατομμύρια (5,000,000), παρασταθέντων ἁπάντων καὶ ἀντιταχθέντων εἰς τὴν αἴτησιν περὶ πτωχεύσεως. Ἐπίσης δὲ καὶ ἡ ἐν Κάρδιφ τῆς Ἀγγλία ἑταιρία ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Γκλάμοργκαν καὶ Σα, ἔχουσα λαμβάνειν δραχμὰς 136,000, παρασταθεῖσα ἐπίσης κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν διὰ τοῦ αὐτοῦ πληρεξουσίου κ. Δ. Βοκοτοπούλου, συνετάχθη μὲ τὸ μέρος τῶν δανειστῶν, τῶν μὴ θελόντων τὴν πτώχευσιν τῆς ἑταιρίας, λόγῳ τοῦ ὅτι ἐπίκειται συμβιβασμὸς τῆς Ἑταιρίας μετὰ τοῦ ἀνωτέρω Ἄνδερσον Χὶλλ καὶ ἑταιρίας Γκλάμοργκαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς χθὲς συζητηθείσας τρεῖς αἰτήσεις, τὸ Πρωτοδικεῖον θέλει φροντίσει, ὅπως ἐκδώσῃ ὅσον οἷόν τε τάχιστα τὴν ἀπόφασίν του.» Ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς γράφει πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀποστέλλω συνημμένως τὸ πρὸς ἐμὲ καὶ ὑπ’ ἀριθ. 429 σημερινῆς χρονολογίας ἔγγραφον τοῦ Προέδρου τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν, δι’ οὗ χορηγοῦνται αἱ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13454 ἐ. ἔ. ἐγγράφου πρὸς ὑμᾶς τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου καὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3045 ἐ. ἔ. ἡμετέρου ἐγγράφου αἰτούμεναι πληροφορίαι. «Προσθέτω δὲ, ὅτι αἱ αἰτιάσεις καὶ τὰ παράπονα τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἀγγλικῆς Πρεσβείας εἶναι ὅλως ἀνυπόστατοι, διότι ὁ Ἄγγλος δανειστὴς Ἀλφρέδος Ἄνδερσον Χὶλλ, ὅστις διὰ τοῦ πληρεξουσίου του δικηγόρου Μιχαὴλ Ζώρα ᾐτήσατο τὴν 19 Σεπτεμβρίου 1890 παρὰ τοῦ ἐνταῦθα δικαστηρίου, ὅπως κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία, οὐ μόνον σιωπηρῶς παρῃτήθη τῆς αἰτήσεως ταύτης, καὶ τούτῳ τῷ λόγῳ δὲν ἐπεδίωξε τὴν ἀνασυζήτησιν αὐτῆς, ὡς ὁ ἴδιος πληρεξούσιος δικηγόρος του μοὶ ἐδήλωσεν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν γενομένην χθὲς συζήτησιν συνεπείᾳ τῆς παρ’ ἄλλων δανειστῶν τῆς ἑταιρίας ὑποβληθείσης αἰτήσεως περὶ κηρύξεως εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως τῆς αὐτῆς ἑταιρίας, παρενέβη καὶ ἀπέκρουσε τὴν αἴτησιν. Ἐπίσης καὶ ἡ ἐν Κάρδιφ τῆς Ἀγγλίας ἑταιρία ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Γκλάμοργκαν καὶ Σα, ἔχουσα λαμβάνειν παρὰ τῆς ἑταιρίας δραχμὰς 136,000, ὑπὲρ ἧς, ὡς ἐξωδίκως ἐπληροφορήθημεν, ἡ αὐτόθι Ἀγγλικὴ Πρεσβεία διετύπωσε παράπονα, οὐ μόνον παρενέβη καὶ αὕτη εἰς τὴν γενομένην χθές, ὡς ἀνωτέρω εἴρηται, συζήτησιν, καὶ ᾐτήσατο τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς περὶ πτωχεύσεως αἰτήσεως, ἀλλὰ, καθὰ μοὶ ἐδήλωσε καὶ ὁ ἐνταῦθα δικηγόρος Δ. Βοκοτόπουλος, πληρεξούσιός της, ἡ ἑταιρία αὕτη, οὔτε ποτὲ ἐζήτησεν, οὔτε ἐπιθυμεῖ τὴν πτώχευσιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας, καθότι, ὡς πληροφορεῖ τὸν εἰρημένον πληρεξούσιον ὁ αὐτόθι δικηγόρος Ι. Εὐκλείδης, ἡ εἰρημένη Ἀγγλικὴ ἑταιρία ἐπεδίωξε τὴν συμβιβαστικὴν μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας ἱκανοποίησιν τῆς ἀπαιτήσεώς της.» Τὰ ἔγγραφα ταῦτα διεβίβασα πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ἑπομένου ἐγγράφου (ἀναγινώσκει): «Διαβιβάζων 1) τὴν πρὸς τὸν κύριον Εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν ἀπὸ 1 Ἰουνίου ἐ. ἔ. καὶ ὑπ’ ἀριθ. 13454 παραγγελίαν τοῦ ὑπ’ ἐμὲ ὑπουργείου· 2) Τὴν ἀπὸ 6 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ὑπ’ ἀριθ. 429 ἀπάντησιν τοῦ κυρίου προέδρου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν, καὶ 3) Τὸ ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν ὑπ’ ἀριθ. 4490 ἔγγραφον τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν, παρατηρῶ ὑμῖν, Κύριε συνάδελφε, ὅτι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2 καὶ 3 ἐγγράφων ἐκρατύνθη ἐν ἐμοί, ἡ ἀδιάσειστος ἄλλως τε, πεποίθησις, ἣν εἶχον ἐπὶ τὴν χρηστότητα τῶν δικαστηρίων τῆς ἡμετέρας πατρίδος, καθ’ ὅσον οὐδεμία παράλειψις φαίνεται που λαβοῦσα χώραν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, ὧν ἀντικείμενον εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία. Καὶ ἡ μόνη δ’ ἀνωμαλία, ἥτις ἐπῆλθε κατὰ συγκυρίαν καὶ ἐκ κυβερνητικοῦ μέτρου, τῆς μεταθέσεως δηλονότι τοῦ πρωτοδίκου κ. Δημητριάδου, δὲν ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα τῶν δανειστῶν τῆς ἑταιρίας· διότι καὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὡς καὶ πάσης ἄλλης ὑποθέσεως, εὐκόλως ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀνασυζήτησις, ἀφοῦ μάλιστα ἡ περὶ πτωχεύσεως αἴτησις οὐδόλως ἔχρῃζε μακρᾶς μελέτης, οὐδὲν δ’ εἶχε τὸ περίπλοκον, εὐχερῶς δὲ θ’ ἀνετίθετο εἰς ἕτερον δικαστὴν, ἐὰν οἱ δανεισταὶ ἐπεθύμουν τὴν πρόοδον τῆς ὑποθέσεως. Ἀπὸ τῆς 1 Φεβρουαρίου μέχρι τοῦ νῦν ἀρκετὸς παρῆλθε χρόνος· τοιοῦτον ὅμως δὲν φαίνονται ἐπιθυμήσαντες οὗτοι. Εἶναι ὅμως φανερόν, κύριε συνάδελφε, ὅτι τὸ δικαστήριον δὲν δύναται νὰ φέρῃ οὐδεμίαν εὐθύνην διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἔκριναν ὀρθὸν οἱ δικηγόροι τῶν δανειστῶν τῆς ἑταιρίας νὰ διεξαγάγωσι τὰς ὑποθέσεις τῶν πελατῶν αὐτῶν. «Τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια ἐξεπλήρωσαν ἀείποτε εὐόρκως τὸ καθῆκόν των, χαίρω δὲ βλέπων, ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει τὸ δικαστήριον Σύρου ἐπετέλεσε τὸ ἑαυτοῦ κατὰ τρόπον, ἐπισύροντα τὸν ἔπαινον πάντων τῶν ἐπιθυμούντων νὰ ὦσι δίκαιοι εἰς τὰς περὶ τῶν πραγμάτων κρίσεις των.» Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων ἀποδεικνύεται τὸ τέχνασμα τῶν Ἄγγλων δανειστῶν. Ἠπείλουν μὲν οὗτοι τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν διὰ τῆς πτωχεύσεως, παρίστων δὲ καὶ πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πολιτικαὶ ἐπενέργειαι παρεκώλυον τὸ δικαστήριον τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως. Ἐν τοσούτοις οὐδὲν ἔπραξαν, ὅπως προοδεύσῃ ἡ ὑπόθεσις, διότι ἐγνώριζον καλῶς, ὅτι οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ παρακωλύσῃ τὸ δικαστήριον ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ, ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἔχωσι τὴν προστασίαν τῆς Κυβερνήσεώς των, ὅπως λάβωσι πλείονα ἢ οἱ λοιποὶ δανεισταί. Ὅτι οὗτοι δὲν ἔσπευδον, ἀπέδειξα ἤδη ὑμῖν, ἀλλὰ τὸ μέτρον τῆς ἀταραξίας αὐτῶν ἀποδείκνυται καὶ ἐξ ἄλλου γεγονότος. Ἐνῷ ἡ δικογραφία ἐπεστράφη παρὰ τοῦ προέδρου, ὅστις ἐτύγχανε καὶ εἰσηγητὴς, ἀμέσως μετὰ τὴν κοινοποίησιν πρὸς τὸν κ. Δημητριάδην τῆς μεταθέσεώς του, ὁ δικηγόρος τῶν Ἄγγλων πιστωτῶν πότε νομίζετε παρέλαβεν ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ δικαστηρίου τὴν δικογραφίαν; Τὴν παρέλαβε τὴν 2αν Ἀπριλίου, καὶ πότε ἐνέγραψεν αὐτὴν εἰς τὸ δελτίον τῶν ἐμπορικῶν ὑποθέσεων; Τὴν ἀνέγραψε τῇ 12ῃ Ἰουνίου, δύο τουτέστι μῆνας, ἀφ’ ἧς τὴν παρέλαβε, καὶ τέσσαρας ὁλοκλήρους μῆνας, ἀφ’ ἧς μετετέθη ὁ πρωτοδίκης κ. Δημητριάδης. Τί δὲ συνέβη μετὰ τὴν συζήτησιν; Ἀπεσύρθη ἡ αἴτησις ὑπὸ τῶν ὑποβαλόντων αὐτὴν, ὡς εἶχον ἀποσυρθῆ καὶ πᾶσαι αἱ κατὰ τὴν 5ην Ἰουνίου συζητηθεῖσαι τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ πείσωσιν ὑμᾶς, ὅτι αἱ μομφαί, αἵτινες καθ’ ἡμῶν ἠκούσθησαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, καὶ αἱ αἰτιάσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῶν δικαστηρίων τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ βάσεων ἀσφαλῶν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ συμπληρώσω κενὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τοῖς ὑπ’ ἐμοῦ ἐκτεθεῖσι. Διότι δὲν ἐξήγησα ὑμῖν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Πρωτοδικεῖον Σύρου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου συνεζητήθη τῇ 19ῃ Σεπτεμβρίου 1890 ἡ αἴτησις περὶ πτωχεύσεως τῶν Ἄγγλων δανειστῶν, δὲν εἶχεν ἐκδώσει τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ μέχρι τῆς 16ης Φεβρουαρίου 1891, μέχρι τῆς ἡμέρας δηλονότι τῆς μεταθέσεως τοῦ πρωτοδίκου κ. Δημητριάδου. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ τῆς ἑταιρίας Γκλάμοργκαν ἐκ Κάρδιφ πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον τῆς Ἀγγλίας τῆς 3)15 Ἰανουαρίου 1891 ἀναγινώσκω τὰ ἑπόμενα (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον ἡ δίκη εἰσήχθη ἐνώπιον τοῦ ἐν Σύρῳ δικαστηρίου, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀγνοοῦμεν, ἂν ἐξεδόθη ἀπόφασίς τις. Τὴν 30ην Ὀκτωβρίου ὁ πληρεξούσιος ἡμῶν κ. Εὐκλείδης ἔγραψεν εἰς τὸν πρόεδρον, παροτρύνων αὐτὸν νὰ μὴ ἀναβάλῃ μακρότερον τὴν ἐκδίκασιν, ἀλλὰ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἄνευ ἀποτελέσματος.» Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ προέδρου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν, οὗτος δὲ ἀπήντησε διὰ τοῦ Εἰσαγγελέως ὡς ἔπεται (ἀναγινώσκει): «Κατόπιν πρωϊνοῦ τηλεγραφήματος πληροφορῶ ὑμᾶς, ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ Ἄνδερσον Χὶλλ περὶ πτωχεύσεως Ἀτμοπλοΐας, συζητηθεῖσα 19 Ὀκτωβρίου 1890, ἐπεστράφη εἰς ἀνασυζήτησιν 1 Φεβρουαρίου 1891 ἕνεκα μεταθέσεως πρωτοδίκου Δημητριάδου, καὶ ὅτι ἔκτοτε δὲν ὑπεβλήθη ἐκ νέου· ἠρώτησα κατόπιν πρόεδρον Πρωτοδικείου, διατί δὲν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς ἄνω αἰτήσεως κατὰ τὸ τετράμηνον διάστημα, τὸ πρὸ τῆς μεταθέσεως τοῦ πρωτοδίκου Δημητριάδου, καὶ μοὶ ἐπέδειξεν ἐπιστολὴν κ. Ἰωάννου Εὐκλείδου δικηγόρου ἐν Ἀθήναις, πληρεξουσίου τοῦ αἰτοῦντος, δι’ ἧς οὗτος παρακαλεῖ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἔκδοσις τῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς εἰρημένης αἰτήσεως.» Ἐζήτησα νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας του ὁ Πρόεδρος, καὶ νὰ μοὶ δώσῃ τὴν χρονολογίαν τῆς ἐπιστολῆς, διότι οἱ Ἄγγλοι δανεισταὶ ἐβεβαίουν, ὅτι ὁ κ. Εὐκλείδης ἔγραψε πρὸς τὸν πρόεδρον τὴν 30 Ὀκτωβρίου, δηλαδὴ τὴν 18 Ὀκτωβρίου καθ’ ἡμᾶς, παροτρύνων αὐτὸν νὰ μὴ ἀναβάλῃ ἐπὶ πλέον τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, ἐζήτησα λοιπὸν νὰ μάθω, ποία εἶναι ἡ χρονολογία τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Εὐκλείδου πρὸς τὸν πρόεδρον, ἀπήντησε δὲ οὗτος (ἀναγινώσκει): «Ἐπιστολὴ δικηγόρου Ἄγγλων πιστωτῶν Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, πρὸς Πρόεδρον ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν, δι’ ἧς οὗτος παρεκάλει αὐτὸν ἀναβληθῇ ἔκδοσις ἀποφάσεως, φέρει χρονολογίαν 23 Ὀκτωβρίου 1890.» Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἀναφορᾶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, τῶν Ἄγγλων πιστωτῶν ἤθελε πᾶς τις ἐξαγάγει συμπέρασμα δυσάρεστον διὰ τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι λειτουργεῖ, ἀπέδωσαν δὲ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξωμεν τοὺς Ἄγγλους πιστωτὰς ἐπὶ κακοπιστίᾳ.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ σᾶς παρακαλῶ, νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, πόσαι ἐκθέσεις ὑπεβλήθησαν, καὶ πόσαι ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν.
§58ΖΑΙΜΗΣ. Ἐζήτησα πληροφορίας. Ἰδού, καταθέτω τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ εἶναι πληρέστατον.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγνώσατέ το.
§60ΖΑΙΜΗΣ. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος. Ἀναγνώσατε αὐτὸ ὑμεῖς. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, κύριε Πρόεδρε, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ δημοσιευθῶσιν.
§61ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων δὲν ἀρκεῖ· πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ ζητήματος, ὄχι βεβαίως σήμερον, διότι καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ προετοιμασθῶσι, καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω τώρα τὰς σημειώσεις μου, ἀλλ’ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως πρέπει νὰ ᾖναι λίαν προσεχής, διότι εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀποκαλύψω δύο χιλιάδας καταχρήσεις καὶ ἐγκλήματα τῶν διοικούντων καὶ διαχειριζομένων τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, δύο χιλιάδας γεγονότα, μαρτυροῦντα τὴν πρὸς αὐτοὺς σκανδαλώδη στοργὴν καὶ ὑποστήριξιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι οὐδεμία ὑπεράσπισις δύναται νὰ γείνῃ εἰς τοὺς ἐκμεταλλευτὰς τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, δι’ ὅσων εἶπε καὶ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ θέλω διὰ πραγμάτων καὶ ἀποδείξεων ἀναμφισβητήτων ἀποδείξει ψευδεῖς τὰς δημοσιεύσεις περὶ ἀνθράκων, τὰς ὁποίας ἔκαμαν οἱ κ. κ. Μαυρογορδάτος καὶ Βοκοτόπουλος. Καὶ διατί ἆρά γε οὗτοι θὰ ἐδίσταζον νὰ δημοσιεύσουν ἀνακριβείας, ἀφοῦ δὲν ἐδίστασαν νὰ διαπράξουν, ὅσα διέπραξαν; Ἀφοῦ ὁ Βοκοτόπουλος, ὡς δικηγόρος, εἶχε τὴν πρωτάκουστον τόλμην, ἵνα μὴ εἴπω τι ἄλλο, νὰ δεχθῇ πληρεξουσιότητα δανειστῶν τῆς ἑταιρίας, ἐνῷ εἶναι σύμβουλος ταύτης καὶ ἔχει ἐν αὐτῇ πολλαπλᾶ συμφέροντα, καὶ παρέστη ὡς τοιοῦτος ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, καὶ ἐδολιεύθη τοὺς ἐντολεῖς του, παρὰ τὴν θέλησιν αὐτῶν, ἀνακαλέσας τὴν αἴτησίν των περὶ πτωχεύσεως τῆς ἑταιρίας!...
§62ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτά;
§63ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοῦτο δὲ στηρίζεται ὅλη ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι Βουλευταί, καταχρήσεις τοσοῦτον θρασείας καὶ καταφανεῖς.... (ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§64ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπιβάλετε ἡσυχίαν, κύριε Πρόεδρε.
§65ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὅταν, λέγω, καταχρήσεις τοσοῦτον θρασείας καὶ καταφανεῖς εὑρίσκωνται ἄνθρωποι νὰ τὰς ὑπερασπίζωνται ἐν τῇ δημοσιότητι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ... (παρατεταμένος θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε!
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Πρὸς τὰ ἀκροατήρια). Ἡσυχάσατε, διότι θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν.
§68ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. ... ὅταν τοὺς λέγοντας τὴν σκάφην σκάφην καὶ τὰ σῦκα σῦκα τοὺς χαρακτηρίζωμεν ὡς αὐθάδεις καὶ ἀποτόμους, ζητοῦμεν δὲ τὴν εὐγένειαν τῆς ψυχῆς καὶ τὴν καλὴν ἀνατροφὴν ὄχι εἰς τὰς ἀγαθὰς καὶ εὐγενεῖς πράξεις... (θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§69ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν ἀνέχηται τοιαύτην κατάστασιν.
§70ΤΙΝΕΣ. Δὲν διατάσσετε τὴν ἐκκένωσιν, κύριε Πρόεδρε;
§71ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νομίζω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς ἔχει ἀρκετοὺς κλητῆρας, ὥστε νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὰ ἀκροατήρια, καὶ νὰ ἐπιβλέπωσι, ποῖοι εἶναι οἱ θορυβοῦντες, διὰ νὰ ἐκδιώκωνται αὐτοὶ μόνον. Ἀληθῶς μὲ τοιαύτην κατάστασιν τῶν ἀκροατηρίων δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον χῶρος ἐνταῦθα διὰ συζητήσεις, ἐκτὸς ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐκεῖθεν πρέπει νὰ ἀπεκδεχώμεθα τὰς γνώμας, καὶ συμφώνως πρὸς τὰς ἐκείνων νὰ κανονίζωμεν καὶ τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ τοποθετηθῇ ἱκανὸς ἀριθμὸς κλητήρων, ἵνα ἐπιβλέπωσι τὴν τάξιν καὶ ἐκδιώκωσι μόνον τοὺς θορυβοῦντας, καὶ ὄχι ὁλόκληρον τὸ ἀκροατήριον.
§72ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, τοὺς λέγοντας τὴν ἀλήθειαν μετὰ παῤῥησίας, τοὺς χαρακτηρίζωμεν ὡς αὐθάδεις καὶ ἀποτόμους, ζητοῦμεν δὲ τὴν εὐγένειαν τῆς ψυχῆς καὶ τὴν καλὴν ἀνατροφὴν ὄχι εἰς τὰς ἀγαθὰς καὶ ἐντίμους πράξεις, ἀλλ’ εἰς τὰς λέξεις τοῦ τελευταίου συρμοῦ, ἃς μὴ μᾶς φαίνηται παράδοξον, πῶς οἱ Μαυρογορδάτοι καὶ οἱ Βοκοτόπουλοι λαμβάνουσι τὸ θράσος νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ νὰ διαψεύδωσι γεγονότα ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως. (Θόρυβος ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§73ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, τί κάμνετε;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα τὴν ἐκκένωσιν.
§75Γ. Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Βουλευτὴς Σπετσῶν). Δὲν ἔχουσιν ἄδικον τὰ ἀκροατήρια, ἀφοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος ὑβρίζει ἀπόντας ἀνθρώπους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§76ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μὴ μᾶς φαίνεται, λέγω, παράδοξον πῶς οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ λαμβάνουσι τὸ θράσος νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ νὰ διαψεύδωσι γεγονότα ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως, καὶ νὰ τὰ διαψεύδωσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὅστις, μόνον ἐὰν ἡ διάψευσις ἐγένετο πρὸς μωροὺς, ἠδύνατο κἄπως νὰ δικαιολογηθῇ. Παρατηρήσατε ποῦ ἔφθασαν, τί ἔπραξαν, διὰ νὰ παρατείνωσιν ἐπὶ μῆνάς τινας ἀκόμη τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, διὰ νὰ δυνηθῶσι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ, διαχειριζόμενοι, νὰ ἁρπάσωσιν ὅ,τι δυνηθῶσι. Κατὰ τὰς τελευταίας αὐτὰς ἡμέρας ἐκήρυξαν ἐν Σύρῳ, ὅτι δύνανται νὰ εὕρωσι δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ στηριχθῇ ἡ ἑταιρία, καὶ συνεκάλεσαν τὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων, ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς νὰ διαπραγματευθῶσι περὶ τοῦ δανείου. Καὶ ποία εἶναι αὐτὴ ἡ Συνέλευσις; Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, καὶ οὐδεὶς ἄλλος, διότι ὅλας σχεδὸν τὰς μετοχὰς τὰς συνεκέντρωσαν εἰς χεῖράς των, αἱ ὁποῖαι μετοχαὶ σήμερον δὲν ἔχουσι κἀμμίαν ἀξίαν. Καὶ εἶναι ὅλα ταῦτα τεχνάσματα λωποδυτικὰ, οὐδὲν ἄλλο σκοποῦντα, ἢ τὴν παράτασιν τῆς ὑπ’ αὐτῶν διαχειρίσεως καὶ διαρπαγῆς τῶν πραγμάτων τῆς ἑταιρίας. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος νὰ ἐκθέσω πράγματα τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα, ὥστε πάντες θέλετε ἀπορήσει, καὶ οὔτε θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀπολογηθῶσιν οἱ ὑπερασπιζόμενοι σήμερον τοὺς πελάτας αὐτῶν. Ἤδη προσθέτω μόνον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐξακολουθῶν νὰ ὑποστηρίζῃ τὰ λωποδυτικὰ τεχνάσματα τῶν φίλων του, ἀναλαμβάνει μεγίστην εὐθύνην, ὀφείλει δὲ ὅσον τάχιον νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τῆς βρωμερᾶς αὐτῆς ὑποθέσεως.
§77ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν σου. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι κάμνει καλὰ νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ τόπος ὀφείλει πολλά.
§78ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, εἰρωνικῶς). Μάλιστα, μάλιστα!
§79ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι. Κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ἀποκρούσω, ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ προλαλήσας ἐξήμεσε, τὸ μὲν διότι ἡ συζήτησις κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔλαβεν ὀξὺν χαρακτῆρα, τὸ δὲ, καὶ πρὸ πάντων, διότι εἶχον ἀνάγκην τῶν στοιχείων ἐκείνων, δι’ ὧν ἠδυνάμην νὰ σᾶς πείσω, ὅτι πάντα, ὅσα ὁ προαγορεύσας εἶπε καὶ σήμερον καὶ προλαβόντως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὐδόλως ἔχουν σχέσιν πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς καὶ ἱεροῦ τούτου βήματος ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ ὑβρίσῃ ἄνδρας ἀπόντας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριοι συνάδελφοι, εἰς ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς τούτου βήματος νὰ συκοφαντῶμεν καὶ νὰ ὑβρίζωμεν ἄνδρας, κατέχοντας καλὴν κοινωνικὴν θέσιν. Βεβαίως, ὅταν τις, κατὰ τὸ κοινὸν λόγιον, λάβῃ τὸν κατήφορο, δὲν βλέπει πλέον· τὸ πάθος εἶναι ὁ ὁδηγὸς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς, ὅταν ἀνέρχηται ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ὀφείλει τὸ πάθος του νὰ τὸ πνίγῃ, καὶ νὰ συζητῇ ἐν συνειδήσει, καὶ σύντροφον νὰ ἔχῃ τὴν ἀλήθειαν. Θὰ σᾶς ἀποδείξω λοιπὸν διὰ πραγμάτων, ὅτι πάντα ὅσα εἶπε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου παντελῶς δὲν ἔχουν σχέσιν πρὸς τὴν ἀλήθειαν, καὶ διὰ μαρτύρων, ὄχι φίλων πρὸς ἐκείνους, οὓς τοσοῦτον κατηγόρησεν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας περιῆλθον εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἵτινες κατέχουσι τὰς πλείστας τῶν μετοχῶν· ἀλλὰ δὲν τὰς κατέχει μία μερίς. Οἱ μέτοχοι ἐν Ἑρμουπόλει εἶναι διῃρημένοι εἰς δύο στρατόπεδα· παλαίουσι μεταξὺ των διὰ τὰ ἀτμοπλοϊκὰ, ἑπομένως ἡ μία μερὶς ἐπιβλέπει τὴν ἄλλην, καὶ δὲν τῇ εἶναι εὔκολον νὰ καταχρασθῇ, διότι ὁ ἐλεγκτὴς εὑρίσκεται καθ’ ἑκάστην ἐνώπιον τῶν διαχειριστῶν τῶν πραγμάτων τῆς ἑταιρίας. Ὅ,τι σᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτοὶ εἶναι καὶ μέτοχοι, αὐτοὶ καὶ διαχειρισταὶ, οὐδόλως εἶναι ἀληθές· διότι τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν μετοχῶν τὸ διαχειρίζεται ὁ κ. Βαφειαδάκης καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, ὁ δὲ κ. Βαφειαδάκης καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ ἀφήσωσιν αὐτοὺς νὰ καταχρῶνται τὰ τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ, ὡς διὰ τηλεσκοπίου, καθ’ ἑκάστην ἐπιβλέπουσι τὰς πράξεις αὐτῶν, καὶ οὔτε ἦτο δυνατὸν, οὔτε πρὸς στιγμὴν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι αὐτοὶ ἠμέλησαν τὸ συμφέρον αὐτῶν. Σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι εἷς ἐκ τῶν συμβούλων τῆς ἑταιρίας ἔλαβεν ὡς ἀντάλλαγμα τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ τὸ ἥμισυ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἀτμοπλοίου «Ἰονίου». Ψεῦδος μέγιστον! καὶ ἀπορῶ πῶς ἐτόλμησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπῃ τοιοῦτο γεγονὸς, ὅπερ εἶναι μακρὰν τῆς ἀληθείας. Καὶ πόθεν ἀποδεικνύεται; Ἐξ αὐτῶν τῶν ἀντιπάλων, τῶν συμβούλων τῆς ἑταιρίας. Ὁ κ. Παρασκευᾶς, μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, εἶναι ἀντίθετος καὶ πρὸς τὴν πολιτικὴν τὴν ἐν γένει, καὶ πρὸς τὴν πολιτικὴν τὴν τοπικὴν πρὸς αὐτοὺς, εἶναι δὲ φίλος τοῦ κ. Τρικούπη, ἑπομένως οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ θέσῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τοὺς λόγους του, βεβαιοῦντος, ὅτι τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος Βουλευτοῦ δὲν ἔλαβε χώραν, καὶ ὅτι εἶναι ψεῦδος μέγιστον. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Παρασκευᾶς....
§80ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς αὐτὰς λέξεις θὰ μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ μεθαύριον εἰς τὴν ὁμιλίαν μου. Καὶ ἐγὼ ψεύστην θὰ σὲ κηρύττω μεθαύριον, καὶ παράπονον νὰ μὴν ἔχῃς· καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν συνεδρίασιν σᾶς ἔκαμα χάριν· ἐσεβάσθην τὸ γῆράς σας. Αὐτὸ νὰ τὸ βγάλῃς ἀπὸ τὸ νοῦν σου· θὰ σᾶς δείξω ἐγὼ μεθαύριον ποῖος εἶναι, ἐγὼ, ἢ σεῖς, ὁ ὁποῖος..... (ποδοκροτήματα παρατεταμένα καὶ θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§81ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀφοῦ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων ἀποδεικνύεται ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν τὸ συμφέρον νὰ ἐπιβλέπωσι τὰ συμφέροντα τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, καθὸ ἀντίπαλοι πρὸς τοὺς διευθύνοντας, ἀφοῦ αὐτοὶ ἐπισήμως βεβαιοῦσιν, ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν ἔλαβε χώραν, καὶ ὅτι ἀπεναντίας, ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους κατηγόρησας ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς τούτου βήματος, ὅτι κατεχράσθησαν τὸ ἥμισυ ἐκ τῆς τιμῆς τοῦ πλοίου, οὐδόλως ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, τί ἄλλο εἶναι ὅ,τι εἶπες, παρὰ ψεῦδος; Δὲν ἔλαβε λοιπὸν τίποτε ὡς ἀντιμισθίαν ἐκεῖνος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου τὸ πάθος σου ἔφθασεν εἰς τὸ κατακόρυφον, καὶ ἤρχισες δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ νὰ συκοφαντῇς καὶ νὰ ὑβρίζῃς. Ἂν εἶχες πεποίθησιν εἰς τὰς καταχρήσεις, ὡς τίμιος πολίτης, ὤφειλες νὰ καταγγείλῃς αὐτοὺς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, καὶ νὰ ὑποστῇς τὰς συνεπείας, καὶ ὄχι ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς τούτου βήματος νὰ ὑβρίζῃς! Τοιοῦτον εἶναι τὸ καθῆκον παντὸς πολίτου· ὅταν βλέπῃ τὰς καταχρήσεις καὶ ἦναι πεπεισμένος περὶ αὐτῶν, νὰ τὰς καταγγέλλῃ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, ἀναλαμβάνων πᾶσαν εὐθύνην καὶ ἔχων συναίσθησιν τῶν συνεπειῶν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Βεβαίως δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θέλεις κρυφθῆ πάλιν ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ βήματος....
§82ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὸ πάθος· σεῖς τίνα λόγον ἔχετε; (ποδοκροτήματα).
§83ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σὺ εἶσαι ἀνίκανος νὰ ἀτενίσῃς πρὸς ἐμέ!
§84ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ (ἐν ὀργῇ). Θὰ ἀπαντήσω μεθαύριον. (Θόρυβος καὶ ποδοκροτήματα).
§85ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λοιπόν, ὅταν σὲ ἀποδεικνύω διὰ τῶν πραγμάτων τῶν ἐπισήμων, ὅτι ἀδίκως ἐσυκοφάντησας καὶ ὕβρισας τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τί θὰ εἰπῇς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀδιαφορῶ, διότι θὰ ἦναι ἀνάξιον ἐμοῦ νὰ ἀπαντήσω πρὸς σέ. Ἀπαντῶ μόνον, διὰ νὰ δικαιολογήσω τοὺς ἀπόντας, καὶ νὰ τοὺς δικαιολογήσω ἐνώπιον τῆς κοινωνίας, καὶ ὄχι ἐνώπιον σοῦ (χειροκροτήματα).
§86ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί δέν...
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ (σείων σφοδρῶς τὸν κώδωνα). Μὴ διακόπτετε!
§88ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί ἐπιτρέπετε καὶ ὁμιλεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον;... Τίς εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος θὰ περιφρονήσῃ ἐμέ;... Ἄς ἔλθῃ νὰ ἰδοῦμε, ποιὸς εἶναι τιμιώτερος ἀπὸ τοὺς δύο... (Θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ, καὶ παρατεταμένα ποδοκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).... Τὶς εἶναι ἀνώτερος κατὰ τὴν τιμὴν ἀπὸ τοὺς δύο; Τίς εἶναι δικαιότερος τῶν δύο;.... (ποδοκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα νὰ κενωθῶσι.
§91ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι αὐτὸς μικρὸς νὰ ἀτενίσῃ τὴν τιμὴν τὴν ἰδικήν μου! Εἰς τὸ ἥμισυ τῆς τιμιότητός μου...... (Θόρυβος).
§92ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ἐπίσημον αὐτὸ λοιπὸν ἔγγραφον, τὸ ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν κ. Παρασκευᾶν, ἀντίθετον πρὸς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, μαρτυρεῖ ὅλως τὸ ἐναντίον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ προλαλήσας, μαρτυρεῖ, ὅτι, ὅπως πρὸς τοὺς λοιποὺς, οὕτω καὶ πρὸς τὰ μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας καθυστεροῦνται αἱ πληρωμαὶ τῶν τόκων. (Ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ ἐγγράφου). Διατὶ λέγει, ὅτι ἐκεῖνοι μὲν ἐπληρώθησαν τοὺς τόκους, οἱ δὲ ἄλλοι δὲν ἐπληρώθησαν; Ὁ κ. Παρασκευᾶς ὁμολογεῖ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, ὅτι, ὅπως καθυστεροῦνται οἱ τόκοι εἰς ὅλους τοὺς δανειστὰς τοῦ προνομιούχου ἐκείνου δανείου, καθυστεροῦνται καὶ εἰς τοὺς συμβούλους τῆς ἑταιρίας, ὅτι τὸ ἀτμόπλοιον «Ἰόνιον» δὲν ἐπωλήθη ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, ἀλλὰ διὰ συναγωνισμοῦ, καὶ ἐνῷ τὸ ἀτμόπλοιον «Ἰόνιον» ἐσημειοῦτο εἰς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας, ὡς ἔχον ἀξίαν 11,000 δραχμῶν, διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ, διὰ τῆς πλειοδοσίας ἐπωλήθη 18,000. Ἑπομένως δὲν ἦσαν ἀληθῆ, ὅσα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ προλαλήσας. Ἀποδεικνύεται λοιπὸν διὰ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, ὅτι οἱ σύμβουλοι, οἱ ἐρχόμενοι ἐδῶ διὰ τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας, ὄχι μόνον δὲν ἔλαβον ἀποζημίωσίν τινα, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἰδίων των ἐδαπάνησαν μέχρι σήμερον διὰ τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας. Οὐδέποτε ἐκ τῶν βιβλίων ἀποδεικνύεται, ὅτι αὐτοὶ ἔλαβον οὔτε ἓν λεπτὸν διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκον εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἐρχόμενοι ἐνταῦθα διὰ τὰ συμφέροντα αὐτῆς. Τοῦτο τὸ μαρτυρεῖ ἐπισήμως ὁ κ. Παρασκευᾶς. Πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι αὐτοὶ εἶναι μέτοχοι, αὐτοὶ εἶναι καὶ σύμβουλοι. Παντελῶς δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, διότι, ὡς προηγουμένως σᾶς εἶπον, οἱ μέτοχοι ἐν Σύρῳ εἶναι διῃρημένοι εἰς δύο στρατόπεδα· οὔτε οἱ μὲν δύνανται νὰ κάμωσι καταχρήσεις, οὔτε οἱ δὲ, διότι οἱ μὲν ἐπιβλέπουσι τοὺς δέ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πώλησιν τῶν γαιανθράκων, ἐκ τῶν καταστάσεων, τὰς ὁποίας ἔχω ἐνταῦθα, ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι μόνον ὁ κ. Βοκοτόπουλος καὶ ὁ κ. Μαυρογορδάτος πωλοῦσι γαιάνθρακας εἰς τὴν ἑταιρίαν, διότι ἐκ τῆς ἀνὰ χεῖράς μου καταστάσεως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἑταιρία ἐπρομηθεύθη γαιάνθρακας καὶ ἀπὸ τὸν ἐν Πειραιεῖ Πικιώνην καὶ ἀπὸ τοὺς Σουρμελῆν καὶ Φίλωνα, ἀπὸ τὸν Καστριώτην, ἀπὸ τὸν Μπόνην καὶ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς Φραγκούλη, ἑπομένως δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ προλαλήσας κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ὅτι ὁ Βοκοτόπουλος καὶ ὁ Μαυρογορδάτος προμηθεύουσι τοὺς γαιάνθρακας εἰς τὰ ἀτμόπλοια. Καὶ ἐκ τοῦ σχετικοῦ πίνακος ἀποδεικνύεται, ὅτι γαιάνθρακας ἐπρομήθευον σχεδὸν εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν ὅλοι οἱ πωλοῦντες τοιούτους, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τῶν γαιανθράκων ἀνέρχεται εἰς 35 δραχμὰς κατὰ τόννον, τιμὴ, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ τῆς Σύρου καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ τοῦ Πειραιῶς. Ἔχετε ὅμως ὑπ’ ὄψιν σας, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι, ὅταν ἑνὸς καταστήματος ἡ πίστις κλονίζηται, φυσικὴ συνέπεια εἶναι, ὅτι μετὰ δυσκολίας τὸ κατάστημα ἐκεῖνο εὑρίσκει νὰ ἀγοράσῃ ἐπὶ πιστώσει· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐκ τοῦ σχετικοῦ αὐτοῦ πίνακος οὐδεμία φαίνεται ὑπερβολὴ τιμῆς ὡς πρὸς τοὺς γαιάνθρακας, ἀλλ’ εἶναι αὐτὴ ἡ τιμὴ, ἡ καθιερωμένη καὶ εἰς τὴν μίαν ἀγορὰν καὶ εἰς τὴν ἄλλην δι’ ὅλους τοὺς ἀγοραστάς. Καὶ ὁ κ. Βοκοτόπουλος καὶ ὁ κ. Μαυρογορδάτος δὲν εἶναι προμηθευταὶ γαιανθράκων, ἀφ’ ὅτου ἐγένοντο σύμβουλοι τῆς ἑταιρίας, ἂν καὶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐμπορεύονται τὸ εἶδος αὐτὸ, καὶ ἔχωσιν ἑπομένως τὸ δικαίωμα νὰ πωλῶσι καὶ αὐτοὶ τὸ ἐμπόρευμά των, ὅπως πωλοῦσιν αὐτὸ πάντες. Αὐτοὶ δὲ εὑρίσκοντο καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην, ἕνεκα τῶν δυσκολιῶν τῆς ἑταιρίας, νὰ δίδωσι πολλάκις τοὺς γαιάνθρακας ἐπὶ πιστώσει ἡμερῶν τινων. Ἀλλὰ πρὸς ἀσφάλειαν αὐτῶν, καὶ ἵνα μὴ δίδωσιν ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἐχθρούς των νὰ τοὺς συκοφαντήσωσι, καθιέρωσαν σύστημα ζυγίσεως, ὅπερ δὲν ἦτο γνωστὸν προηγουμένως. Ἐπειδὴ προηγουμένως διεδίδετο, ὅτι οἱ γαιάνθρακες παρεδίδοντο τὴν νύκτα εἰς ἄλλας περιστάσεις, ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἄλλου συμβουλίου, καθ’ ἃς περιστάσεις πολλὰ ἐλέγοντο περὶ τῆς παραδόσεως τῶν γαιανθράκων, αὐτοὶ δὲ, ἐπειδὴ ἦσαν καὶ σύμβουλοι τῆς ἑταιρίας, ἵνα μὴ τοῖς ἀποδοθῇ μομφή τις, ἠναγκάσθησαν νὰ ἀφήσωσι τὸ σύστημα τῆς παραδόσεως διὰ ζεμπιλίων, ὅπως παντοῦ γίνεται, καὶ νὰ παραδεχθῶσι τὴν ζύγισιν, ἐν ἡμέρᾳ, διὰ τῆς πλάστιγγος τῆς δημοσίας. Δημόσιος ζυγιστὴς ζυγίζει τοὺς γαιάνθρακας, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως. Ἀλλ’ ὁ προλαλήσας καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν κατηγόρησε προσέτι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἤνοιξε τὰ ταμεῖα αὐτῆς καὶ ἁρπάζουν δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ ἐκεῖνοι πρὸς κορεσμόν. Ἂν παρατηρήσητε, ἀφοῦ μελετήσητε τὰ στοιχεῖα ταῦτα, θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν ἤνοιξε τὰ ταμεῖα αὐτῆς, ὄχι μόνον δὲν ἔκαμε τόσας εὐκολίας, ἀλλ’ ἀπεναντίας μετὰ μεγάλης φειδοῦς, μετὰ μεγάλης στενοχωρίας ἔδιδε τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὑπὸ τῆς συμβάσεως προβλεπομένην, καὶ δὲν ἔλαβεν ἡ ἑταιρία τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς ἐξέθηκαν, Ἔλαβεν ἀληθῶς, ἡ Κυβέρνησις δύο νόμους εὐεργετικούς, διὰ νὰ σώσῃ τὴν ψυχοῤῥαγοῦσαν ἑταιρίαν, καὶ καλῶς ἔπραξεν, ὅπως καλῶς ἔπραξε καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, δώσασα ὅλα τὰ μέσα, ἵνα μὴ ἀποθάνῃ ἡ ἑταιρία, ἀλλὰ κατορθωθῇ νὰ συντηρηθῇ μέχρις ὅτου περιστάσεις κατάλληλοι ἀνορθώσωσιν αὐτὴν, ἢ ἐπιφέρωσι τὴν ἵδρυσιν ἄλλης τινὸς ἑταιρίας, καὶ ἀναλαβοῦσα τὸ ἓν ἐκ τῶν πωληθέντων πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἀτμοπλοίων. Καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ αὐτὸ, καὶ τὸ ἔπραξε μετὰ μεγίστης φειδωλίας, ὡς θέλετε ἴδει πάντες ἐκ τῶν στοιχείων τούτων, τὰ δὲ χρήματα τῆς «Μυκάλης» οὔτε κατ’ ὄψιν εἶδε τὸ συμβούλιον. Καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τί σᾶς εἶπον, κύριοι Βουλευταί; ὅτι τὰ ἥρπασαν αὐτὸ καὶ τὰ μέλη αὐτοῦ δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ...
§93ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τίποτε ἀπὸ αὐτά· εἶπον ὅτι ἐπληρώθησαν.
§94ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μαρτύρομαι ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί.... Ἐνῷ τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐλάμβανε τὰ χρήματα ἀπὸ τοῦ Κεντρικοῦ ταμείου, ὡς θέλετε ἴδει εἰς τὰ στοιχεῖα ταῦτα, καὶ ἐπλήρωσεν ἐκ τῶν 280,000 δραχμῶν πρὸς διαφόρους πιστωτὰς ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ περὶ τὰς 200,000 δραχμὰς, κρατεῖ δὲ ἡ Κυβέρνησις εἰς χεῖράς της τὸ περιπλέον ἐξ 100,000 δραχμῶν ὡς ἔγγιστα, διὰ τὰ πληρώματα, καὶ δὲν τὰ ἔδωκεν εἰς χεῖρας τοῦ Συμβουλίου. Ἑπομένως ἐκ τοῦ εὐεργετικοῦ ἐκείνου νόμου αὐτὸ τὸ Συμβούλιον οὔτε τὴν ὄψιν τῶν χρημάτων εἶδε....
§95ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπὲρ τίνων πιστωτῶν διετέθησαν;
§96ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑπὲρ τῶν Ἄγγλων. Μόνον ὁ Ἔδισσων εἶναι ἀπλήρωτος. Ἐπλήρωσε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ τμήματος τῆς «Μυκάλης» τὰ ⅔ τοῦ ποσοῦ εἰς διαφόρους πιστωτὰς τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, μένουν δὲ εἰς χεῖρας αὐτῆς, ὡς εἶπον, περὶ τὰς 100,000 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι προωρισμέναι διὰ τὰς καθυστερουμένας μισθοδοσίας τῶν πληρωμάτων. Μεταξὺ ἄλλων σᾶς ἔλεγεν ὁ προλαλήσας κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ὅτι ὄχι μόνον ἡ κατάστασις τῆς ἑταιρίας δὲν ἐβελτιώθη ὑπὸ τῆς διαχειρίσεως τοῦ νῦν Συμβουλίου, ἀλλ’ ὅτι μᾶλλον ηὔξησαν τὰ χρέη αὐτῆς. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὡς ἀποδεικνύεται δι’ ἐπισήμων λογαριασμῶν· ὄχι μόνον δὲν ηὔξησεν, ἀλλὰ καὶ ἠλάττωσε τὸ Συμβούλιον τὰ χρέη της κατὰ 600,000 δραχμῶν. Ὅταν διέλθῃ πᾶς ἀμερόληπτος τὰ στοιχεῖα αὐτὰ, θὰ παρατηρήσῃ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἐσυκοφαντήθησαν καὶ ὑβρίσθησαν ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ καὶ ἀσφαλοῦς τούτου βήματος ἀδίκως. Ὁ θέλων νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν τόπον καὶ νὰ πείσῃ τὴν κοινωνίαν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λεγομένων του δὲν ὑβρίζει ἀνεξετάστως ἀνθρώπους ἀπόντας καὶ μὴ δυναμένους ὡς ἐκ τούτου νὰ δικαιολογηθῶσιν. Ἐὰν θέλῃ νὰ λέγῃ, ὡς εἶπε, τὴν σκάφην σκάφην καὶ τὰ σῦκα σῦκα, ὤφειλε νὰ καταγγείλῃ αὐτοὺς, ὡς προηγουμένως εἶπον, εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἵνα αὕτη πράξῃ τὸ καθῆκόν της, καὶ τιμωρηθῶσι μὲν ἐκεῖνοι, ἐὰν ἦναι ἔνοχοι, ὑποστῇ δὲ αὐτὸς τὰς συνεπείας, ἐὰν ἦναι ἀθῶοι, καὶ ὄχι νὰ ἔρχηται ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς τούτου βήματος νὰ ὑβρίζῃ καὶ συκοφαντῇ.
§97ΡΑΛΛΗΣ. Ἔρχομαι νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, σχετικῶς πρὸς τὴν Ἀτμοπλοΐαν, διότι λείπει, καὶ ἴσως τοῦτο προῆλθεν ἐκ παραλείψεώς μου, λείπει ἓν οὐσιωδέστατον ἔγγραφον, τὸ συμβόλαιον, ὅπερ συνετάχθη μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, σχετικῶς πρὸς τὴν καταβολὴν τοῦ τιμήματος τῆς «Μυκάλης». Ἡ παράκλησίς μου ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δημοσιευμένον ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Ἀλλὰ τὸ προσάγομεν.
§99ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι λοιπὸν εὔκολος ἡ ἱκανοποίησις τῆς παρακλήσεώς μου. Ἀλλὰ, καίτοι ζητῶ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐγγράφων, μεθ’ ἣν θ’ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς, ἃς ἐκ τοῦ προχείρου συνέλεξα ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Μὲ ἐξέπληξε τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, ὅπερ ἐτήρησεν ὡς τελευταῖον ἐπιχείρημα, pour la bonne bouche, ὁ κ. Ὑπουργός. Σᾶς ἀνέγνωσεν ἓν τηλεγράφημα, ἐκ τοῦ ὁποίου διαλύονται ὡς ἱστὸς ἀράχνης πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἐπανειλημμέναι διαμαρτυρίαι τοῦ Ἄγγλου πρέσβεως καὶ τοῦ Ἄγγλου Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν Ἄγγλων πιστωτῶν. Θαυμάζω, ὅτι τόσον ἀργὰ ἐξύπνησεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅτι μόνον τὴν 17 ἱσταμένου ἔ. ν., ἑπομένως τὴν 5 Δεκεμβρίου 1891 καθ’ ἡμᾶς, ἐσκέφθη νὰ ἐρωτήσῃ, πῶς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ἡ αἴτησις περὶ κηρύξεως πτωχεύσεως τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Ὁπωσδήποτε σᾶς ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου δύο σχετικὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως σᾶς κατέπληξαν, διότι καὶ ἐμὲ κατέπληξαν. Τὸ πρῶτον τηλεγράφημα λέγει ῥητῶς, ὅτι ἂν δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις ἀπὸ τῆς 19 Σεπτεμβρίου 1890 μέχρι τῆς 19 Φεβρουαρίου 1891, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ μετάθεσις τοῦ δικαστοῦ Δημητριάδου, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἐπιστολὴν τοῦ πληρεξουσίου τῶν αἰτούντων, ζητήσαντος νὰ μὴ ἐκδοθῇ ἀπόφασις. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἐζήτησε φαίνεται πρὸ τῆς 19 Δεκεμβρίου ἔ. ν., τὴν 18 ὑποθέτω, ἥτις συμπίπτει μὲ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἐζήτησε παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ τὸν πληροφορήσῃ θετικῶς, τίνα χρονολογίαν φέρει ἡ ἐπιστολὴ αὕτη τοῦ ἐνταῦθα πληρεξουσίου τῶν Ἄγγλων πιστωτῶν. Καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τὸν πληροφορεῖ, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ φέρει χρονολογίαν τῆς 23 Φεβρουαρίου 1890. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς δὲ ταύτης ὁ πληρεξούσιος τῶν Ἄγγλων πιστωτῶν, χάριν τῶν ὁποίων τόσος γίνεται θόρυβος, χάριν τῶν ὁποίων διεσύρθη ἡ ὑπόληψις τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, φαίνεται ζητῶν τὴν μὴ ἔκδοσιν ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν Ἄγγλων πιστωτῶν. Ἀλλὰ τότε γεννᾶται τὸ ζήτημα, τί ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις; Διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπήντα εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν πρωθυπουργὸν αὐτῆς, διατὶ δὲν ἀπήντα, ὅτι δὲν ὑπάρχει αἴτησις περὶ κηρύξεως τῆς πτωχεύσεως τῆς Ἀτμοπλοΐας, διότι ἡ αἴτησις αὕτη ἀνεκλήθη; Καὶ δὲν ἀπεδείκνυε τοῦτο διὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ πληρεξουσίου τῶν Ἄγγλων δανειστῶν, αὐτοῦ τοῦ συμβούλου, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ἐπισείει κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὁ Ἄγγλος πρέσβυς. Βλέπετε ὅτι συνέβαινε κἄτι τι παράδοξον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὕπνωττον ὕπνον νήδυμον, μεθ’ ὅλας τὰς ἀπειλὰς τῶν Ἄγγλων, καὶ τοῦτο μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐπισπάσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὑπάρχει ὅμως τι, ὅπερ διέφυγε τὴν ἐγρήγορσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸ ὁποῖον μὲ φέρει νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ του προσήγαγεν ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον κακῶς ποιῶν περιέλαβεν ἐν τοῖς κατατεθεῖσι. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο φέρει χρονολογίαν τῆς 11 Μαρτίου 1891 καὶ ἀριθ. 6608, εἶναι δὲ ὑπογεγραμμένον παρὰ τοῦ Ἀλ. Ζαΐμη, Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦτο λέγει αὐτολεξεί: «Ἐγένοντο ἡμῖν παραστάσεις, ὅτι μεγάλη παρατηρεῖται βραδύτης περὶ τὴν περάτωσιν ὑποθέσεως Ἄγγλων δανειστῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, αἰτησαμένων παρὰ τοῦ αὐτόθι Πρωτοδικείου νὰ κηρυχθῇ αὕτη εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως διὰ ποσὸν χρέους ἐν ὅλῳ λιρῶν στερλινῶν 7845. Ἐπιθυμοῦντες νὰ μάθωμεν τὰ αἴτια τῆς βραδύτητος περὶ τὴν περάτωσιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως, σᾶς παρακαλοῦμεν, ὅπως ἐξετάσητε, συνεννοούμενοι πρὸς τοῦτο μετὰ τοῦ Προέδρου τοῦ αὐτόθι δικαστηρίου, καὶ ὑποβάλητε ἡμῖν, ὡς τάχιστα, τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.» Τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀπευθύνεται πρὸς τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν, οὗτος δὲ τὴν 22 Μαρτίου, δηλ· μετὰ ἡμέρας δύο, ἀποστέλλει αὐτὸ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, «παρακαλούμενον ὅπως χορηγήσῃ ἡμῖν τὰς πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἄνω παραγγελίας τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου ἀναγκαίας πληροφορίας.» Καὶ ἔρχεται ἤδη ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὅστις ἔχει εἰς χεῖράς του τὴν ἀπὸ τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1690 ἐπιστολὴν τοῦ πληρεξουσίου τῶν Ἄγγλων πιστωτῶν, δι’ ἧς οὗτος παρῃτεῖτο τῆς ὑποβληθείσης αἰτήσεως, τί δὲ λέγει; «Ἡ περὶ ἧς πρόκειται ὑπόθεσις ἦλθεν ἤδη εἰς ἀνασυζήτησιν ἕνεκα τῆς μεταθέσεως τοῦ πρωτοδίκου κ. Δ. Δημητριάδου· εἶχε μείνει δὲ ἕως τότε παρ’ ἐμοὶ ὡς εἰσηγητῇ, ἕνεκα τῆς μεγάλης σπουδαιότητος καὶ τοῦ πολυπλόκου αὐτῆς, ἰδίως ἕνεκα τῶν ἀπείρων παρεμβάσεων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῆς». Λοιπὸν ὁ Πρόεδρος, καλούμενος διὰ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου, ὅπερ ἀνέγνωσα ὑμῖν, τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ προκαλουμένου διὰ τῶν ἐπανειλημμένων παραστάσεων τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ὁ Πρόεδρος τί λέγει; Ὅτι ἔμεινε παρ’ αὐτῷ ἡ αἴτησις περὶ κηρύξεως πτωχεύσεως τῆς ἑταιρίας ἀπὸ τῆς 19 Σεπτεμβρίου μέχρις ἀρχῶν Φεβρουαρίου, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ μετάθεσις τοῦ δικαστοῦ Δημητριάδου, ὄχι διότι ἀνεκλήθη ἡ αἴτησις αὕτη, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς μεγάλης σπουδαιότητος καὶ τοῦ πολυπλόκου αὐτῆς, ἰδίως ἕνεκα τῶν ἀπείρων παρεμβάσεων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῆς. Καὶ πρὸ τῶν δύο ἀντιφατικῶν τούτων πληροφοριῶν τοῦ κ. Προέδρου, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μία χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς 23 Μαρτίου 1891, ἡ δὲ ἑτέρα ἀπὸ τῆς προχθές, μένω ἀληθῶς ἐκπεπληγμένος, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τίς ἐνταῦθα ψεύδεται τοσοῦτον ἀναισχύντως, ἢ τοὐλάχιστον τίς ἐρωτώμενος παρὰ τῆς ἀνωτέρας ἀρχῆς, ἥτις περιεπλάκη εἰς διεθνεῖς διενέξεις ἀκριβῶς ἕνεκα παραλείψεως καθήκοντος, δὲν γνωρίζει, τί πραγματικῶς συμβαίνει καὶ διαβιβάζει αὐτῇ σφαλερὰς πληροφορίας; Διότι δὲν ἐννοῶ, πῶς ἔχει τὴν μνησθεῖσαν ἐπιστολὴν τοῦ πληρεξουσίου τῶν δανειστῶν, τὴν χρονολογουμένην ἀπὸ 23 Ὀκτωβρίου 1890 εἰς χεῖράς του ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ ἐν τούτοις πληροφορεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν 23 Μαρτίου 1891, ὅτι ἔμεινε παρ’ αὐτῷ ἐπὶ μῆνας πέντε καὶ ἡμέρας ἡ αἴτησις περὶ κηρύξεως πτωχεύσεως τῆς Ἑταιρίας, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἦτο λίαν πολύπλοκος καὶ παρενέπεσαν πολλαὶ παρεμβάσεις, αἵτινες ἐκώλυσαν τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἐνῷ δὲ τοσοῦτο παραδόξως καὶ ἀντιφατικῶς δικαιολογοῦσι τὴν ἀργοπορίαν περὶ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, βλέπομεν πάλιν εἰς τὸ ἀπὸ 11 Ἰουνίου 1891 ἔγγραφον αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δυσανασχετοῦντος διὰ τὰς γενομένας παραστάσεις, ὅτι οὐδεμία ἐκ τῆς ἐπελθούσης ἀνωμαλίας συνεπείᾳ τῆς μεταθέσεως τοῦ δικαστοῦ, οὐδεμία δύναται νὰ προσγείνῃ τοῖς δανεισταῖς ζημία, διότι αἴτησις περὶ κηρύξεως πτωχεύσεως «οὐδόλως ἔχρῃζε μακρᾶς μελέτης, οὐδὲν δ’ εἶχε πολύπλοκον», καὶ αἴτησις ἐν τούτοις βλέπομεν μένει παρὰ τῷ Προέδρῳ τῶν Πρωτοδικῶν πέντε μῆνας, δικαιολογεῖται δὲ οὗτος προβάλλων, ὅτι πρόκειται περὶ αἰτήσεως λίαν πολυπλόκου καὶ περὶ ἀπείρων παρεμβάσεων. Αὐτὰ ἐκ τοῦ προχείρου, διότι ἀληθῶς εἶναι θησαυρὸς ἀκένωτος ὁ φάκελλος οὗτος, θὰ χρησιμεύσῃ δὲ εἰς τὸ ν’ ἀνασυρθῇ ὁ πέπλος, ὅστις καλύπτει ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἀπὸ μακροῦ χρόνου σχετικῶς πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν. Παρεκάλεσα ὅμως τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, πόσαι ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις περὶ πτωχεύσεως αὐτῆς, καὶ πόσαι ἐπ’ αὐτῶν ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λίαν δικαίως καὶ μὲ τὸν στόμφον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀπὸ τοῦ βήματος ὡμίλει, ὅταν τοιαύτας εἶχεν ἀποδείξεις, μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν θὰ τῷ κανονίσω ἐγὼ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ τὰς πληροφορίας του. Καὶ ἐγὼ ὅμως ἤδη θὰ κανονίσω κατ’ ἐμὴν κρίσιν τὸν τρόπον, δι’ οὗ θὰ διατυπώσω τὰς ἐπικρίσεις μου. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ ἀμέσως νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνέγνωσεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τοῦτο ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον φέρω πρὸς τὸ ἀξίωμά του ὡς Ὑπουργοῦ, ὅτι, ὅταν λαλῶν ἀπευθύνηται πρὸς τὸ ὑπέρτατον πολιτικὸν σῶμα, τὸ μόνον ὑφιστάμενον παρ’ ἡμῖν, πρὸς τὸ ὁποῖον οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι δωσίλογοι, ὀφείλει νὰ σκέπτηται καὶ νὰ σταθμίζῃ πᾶσαν λέξιν καὶ πᾶσαν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἐκφέρει. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον αὐτῷ μήτε ἐκ τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον τὸν περιβάλλει, μήτε ἐκ τῆς ἀγωγῆς, ἣν ἔλαβε, νὰ προσάγῃ ἐνταῦθα καὶ ἐκθέτῃ κολοβωμένας καὶ μὴ τελείας πληροφορίας. Ἔπραξε δὲ σήμερον ἀκριβῶς ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν ἐλέγχω (ἀναγινώσκει):
«ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
Ἀθήνας. (λίαν ἐπεῖγον). «Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑμετέρας διαταγῆς χορηγῶ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας. «Πρώτη αἴτησις περὶ πτωχεύσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς ἐν Πειραιεῖ ἐμπορικῆς ἑταιρίας Θεοχάρη καὶ Δεκαβάλλα, τῇ 20 Ἰουνίου 1890, ἥτις συνεζητήθη 27 ἰδίου μηνὸς καὶ ἐξεδόθη αὐθημερὸν ὑπ’ ἀριθ. 1205 ἀπόφασις, ἀποῤῥίψασα αἴτησιν δι’ ἔλλειψιν ἐνεργητικῆς νομιμοποιήσεως. Δευτέρα αἴτησις ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν αὐτῶν, ὡς ἐνεργούντων ἐν κοινοπραξίᾳ τὴν 6 Ἰουλίου 1890, διεγράφη δὲ ἐκ τῶν πινάκων τὴν 16 ἰδίου μηνὸς συνεπείᾳ αἰτήσεως τοῦ πληρεξουσίου τῶν αἰτούντων. Τρίτη αἴτησις Ἀλφρέδου Ἄνδερσον Χίλλ, συζητηθεῖσα τῇ 19 Σεπτεμβρίου 1890. Ἐπιστραφεῖσα δὲ εἰς ἀνασυζήτησιν, ἕνεκα μεταθέσεως πρωτοδίκου Δημητριάδου, γενομένης διὰ τοῦ ἀπὸ 1 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος, σημειωτέον, ὅτι οὗτος κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν αἰτήσεων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν 5 Ἰουνίου 1891 περὶ πτωχεύσεως τῆς ἑταιρίας, παρεμβὰς ἀντέτεινεν εἰς τὴν πτώχευσιν, μεταβαλὼν γνώμην, μετὰ τὰς αἰτήσεις ταύτας ὑποβληθείσας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὑπεβλήθησαν κατὰ τὸ τρέχον τρεῖς αἰτήσεις ἐκ μέρους Ἀρθούρου Μὰκ Δουὰλ, Ἑταιρίας «Ἄνδερσον καὶ Γκλάς, Θεοχάρους καὶ Δεκαβάλλα, συζητηθείσας τὴν 5 Ἰουνίου 1891, ἐφ’ ὧν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν διακοπῶν, διότι ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν οἱ δικασταὶ ἀνεχώρησαν, ὡς δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι, ἕνεκα τῶν ἐπικειμένων τότε Δημοτικῶν ἐκλογῶν, κατὰ δὲ τὰς διακοπὰς δὲν ἦσαν παρόντες ἐνταῦθα ἅπαντες οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὰς αἰτήσεις ταύτας δικασταὶ, αἱ αἰτήσεις δὲ αὗται ἐπεστράφησαν εἰς ἀνασυζήτησιν κατὰ τὰς ἀρχὰς Σεπτεμβρίου, ἕνεκα τῆς μεταθέσεως τοῦ πρωτοδίκου Ἀγγελοπούλου, ἑτέρα αἴτησις ἀδελφῶν Νικολάου καὶ Φωκίωνος Φραγκούλη, συζητηθεῖσα 19 Ἰουνίου 1891, ἐφ’ ἧς διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις καὶ ἐπεστράφη ἐπίσης εἰς ἀνασυζήτησιν, ἕνεκα μεταθέσεως πρωτοδίκου Ἀγγελοπούλου, συνεβιβάσθησαν δὲ αἰτοῦντες μετὰ ἑταιρίας. Ἑτέρα αἴτησις Ἀλεξάνδρου Θεοχάρους καὶ Κ. Δεκαβάλλα, συζητηθεῖσα τῇ 2 Ὀκτωβρίου καὶ ἀποσυρθεῖσα ὑπὸ αἰτούντων μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὡς συμβιβασθέντων μετὰ ἑταιρίας. Τέλος δύο αἰτήσεις τοῦ Ἄνδερσον Γκλὰς καὶ Ἀρθούρου Μὰκ–Δουὰλ, συζητηθεῖσαι ἐσχάτως, ἤτοι τῇ 23 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ., αἵτινες καὶ μόναι μένουσιν ἐκκρεμεῖς ὑπὸ διάσκεψιν, οὐδεμία ἄλλη αἴτησις ὑπεβλήθη. Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων συνάγεται, ὅτι μία μόνη ἀπόφασις ἐξεδόθη, καὶ αὕτη συνεπείᾳ τῆς πρώτης αἰτήσεως, ὅτι τῶν λοιπῶν αἰτήσεων ἐκτὸς τῶν δύο τελευταίων, αἵτινες, συζητηθεῖσαι τῇ 23 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ., μένουσιν ἐκκρεμεῖς ὑπὸ διάσκεψιν δὲν ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν πιστωτῶν, διότι οὗτοι τινὰς μὲν τούτων ἀπέσυραν, τῶν δὲ λοιπῶν, ὧν ἡ συζήτησις ἐματαιώθη, ἕνεκα τῆς μεταθέσεως τοῦ πρωτοδίκου Ἀγγελοπούλου, δὲν ἐπεδίωξαν τὴν ἀνασυζήτησιν, καίτοι παρῆλθε μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Ἑπομένως, ὡς καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 429 ἀπὸ 6 Ἰουνίου 1890 ἐγγράφου τοῦ προέδρου τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4490 τῆς αὐτῆς χρονολογίας ἡμετέρου ἐξέθηκα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, καὶ τῶν ὁποίων ἀντίγραφα ὑποβάλλω ὑμῖν σήμερον ταχυδρομικῶς, τὰ περὶ ἀρνησιδικίας παράπονα τῶν πιστωτῶν στεροῦνται πάσης ὑποστάσεως. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν δύο τελευταίων αἰτήσεων, γενομένων, ὡς εἴρηται, τῇ 23 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ., παρενέβησαν οἱ ἑξῆς δανεισταί. Δι’ ἐγγράφων προτάσεων ἐπ’ ἀκροατηρίου: 1) Ἀνδρέας Συγγρὸς, ἔχων λαμβάνειν δραχμὰς τριακοσίας χιλιάδας· 2) Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἔχουσα λαμβάνειν ἓν ἑκατομμύριον πεντακοσίας χιλιάδας δραχμάς· 3) Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα, ἔχουσα λαμβάνειν περίπου πεντήκοντα χιλιάδας δραχμάς· 4) Ἐλπιδοφόρος Λαδόπουλος, 5) Ἰωάννης Πεστεμαζόγλους, τραπεζῖται, 6) Μαρία Βαφειαδάκη, 7) Δημήτριος Βοκοτόπουλος, οἵτινες δὲν ἀναφέρουσιν ἐν ταῖς προτάσεσί των τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔχουσι λαμβάνειν· 8) Ἀντώνιος Μαυρογορδάτος, ἔχων λαμβάνειν δραχμὰς ἑβδομήκοντα πέντε χιλιάδας· 9) Δημ. Ἀράπης, δραχμὰς δέκα ἑπτὰ χιλιάδας· 10) Ἰωάννης Ψύλλος, δραχμὰς ἑβδομήκοντα χιλιάδας· 11) Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς, δραχμὰς δέκα ἑπτὰ χιλιάδας· 12) Κωνσταντῖνος Τσιροπινᾶς, δραχμὰς ὀγδοήκοντα πέντε χιλιάδας· 13) Γεώργιος Ζωγραφάκης· 14) Ἰωάννης Νικολαΐδης· 15) Ἰωάν. Χατζιδάκης· 16) Γεώργιος Βρατσάνος· 17) Ἰωάν. Παπᾶς, οἵτινες δὲν ἀναφέρουσιν ἐν ταῖς προτάσεσί των τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔχουσι λαμβάνειν· 18) Νικόλαος Δαμῖγος, δραχμὰς τεσσαράκοντα χιλιάδας· 19) Ταμεῖον Συντάξεων ὑπαλλήλων Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας, δραχμὰς τετρακοσίας δέκα χιλιάδας· 20) Ἀδελφοὶ Βρυώνη, 21) Μαρία Λαμπέρτη, 22) Ἐπαμεινώνδας Σούριας, 23) Ἰωάν. Γάτος, 24) Ἰωάν. Βλυσίδης, 25) Ἀναστάσιος Κουρεντῆς, 26) Ἰωάν. Καλβοκορέσης, ἔχοντες λαμβάνειν ἐν ὅλῳ δραχμὰς ἑκατὸν τεσσαράκοντα ἓξ χιλιάδας· 27) Π. Φουστάνος, δραχμὰς ἑκατὸν τριάκοντα χιλιάδας· 28) Π. Μουντζουρόπουλος, δραχμὰς ἐννενήκοντα δύο χιλιάδας· 29) Δημήτριος Καρέλλας, δραχμὰς ἓξ χιλιάδας· 30) Γ. Παπανδρεόπουλος, δραχμὰς χιλίας πεντακοσίας· 31) ἀδελφοὶ Βανιόλα, δραχμὰς τριάκοντα χιλιάδας ἑπτακοσίας ἑξήκοντα· 32) Χ. Βριχορόπουλος, δραχμὰς δώδεκα χιλιάδας· 33) Σπυρίδων Ματέσης, δραχμὰς τρεῖς χιλιάδας· 34) Χαρ. Θανόπουλος, δραχμὰς ἑπτὰ χιλιάδας ὀκτασίας· 35) Ἰωάννης Κρῖνος, δραχμὰς τριάκοντα πέντε χιλιάδας· 36) Ἑταιρία Σπυρίδης καὶ Τασόπουλος, δραχμὰς χιλίας ἑπτακοσίας· 37) Ἰωάννης Ἐπιφανείου, δραχμὰς χιλίας τριακοσίας· 38) Γεώργιος Πετρίδης, δραχμὰς ὀκτὼ χιλιάδας· 39) Παναγιώτης Κατσιμαντῆς, δραχμὰς τεσσαράκοντα ἐννέα χιλιάδας· 40) Θ. Κατσιμαντῆς, δραχμὰς τρεῖς χιλιάδας διακοσίας εἴκοσι τρεῖς, καὶ 41) Ἄννα χήρα Κριαρᾶ, δραχμὰς ἑπτὰ χιλιάδας. Εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν Σαπουντζάκης.» Τοὺς ὀλίγους τούτους δανειστὰς τῆς ἑταιρίας ἀναγράφει τὸ τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως, ἴσως διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μὴ κήρυξιν τῆς πτωχεύσεως. Κατ’ ἐμὲ, μόνον ἐὰν πάντες οὗτοι ἦσαν ὀφειλέται τῆς ἑταιρίας, δὲν θὰ ὤφειλε νὰ κηρυχθῇ ἡ πτώχευσις.
§100ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τί ἐζήτησαν παρὰ τοῦ Δικαστηρίου;
§101ΡΑΛΛΗΣ. Ὅσοι παρενέβησαν, ἐζήτησαν τὴν μὴ κήρυξιν τῆς ἑταιρίας εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὁ θεσμὸς περὶ πτωχεύσεως δὲν δίδεται εἰς χεῖρας οἱουδήποτε δανειστοῦ ὡς μέσον ἐκβιάσεως τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλ’ ὑφίσταται ὑπεράνω παντὸς καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν δανειστῶν τοῦ ἐμπόρου ἢ τῆς ἑταιρίας. Τὸ δὲ δικαστήριον, μὴ συμμορφωθὲν πρὸς τὸν νόμον, διέσυρε τὴν ὑπόληψιν τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης καὶ συνέτριψε τὴν δημοσίαν πίστιν. Ἀκούσατε καὶ ἓν ἔγγραφον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ἑταιρίας, ἵνα κρίνητε, ἐὰν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ μὴ κήρυξις τῆς πτωχεύσεως τῆς ἑταιρίας παρὰ τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Σύρῳ Πρωτοδικῶν. «22 Φεβρουαρίου 1891. Πρὸς τὸν κ. Νομάρχην Κυκλάδων: Ἀπαντῶντες ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1696 ὑμετέρου ἐγγράφου, πληροφοροῦμεν ὑμᾶς, ἡ ὑπὸ τὴν διοίκησίν μας ἑταιρία ἕνεκα διαφόρων περιστάσεων καὶ ἕνεκα τοῦ ἐπικρατήσαντος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη συναγωνισμοῦ» (ὅστις καίτοι ἄνισος ἀπέδειξε γίγαντας καὶ τὴν ἀτμοπλοΐαν Γουδῆ καὶ τὴν Πανελλήνιον) «καὶ τῆς μειώσεως τῶν ἐργασιῶν της, ὡς ἐκ τῶν κατασκευασθεισῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, περιῆλθεν εἰς χρηματικὰς στενοχωρίας, καθιστώσας ἀνέφικτον τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της». Καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦτο προεκλήθη ἕνεκα τῶν παραστάσεων τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ὅστις ἐξακολουθεῖ ἐπὶ μῆνας 9 νὰ σύρῃ ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ ὠτὸς ἐνώπιον τοῦ κριτηρίου τοῦ τε πεπολιτισμένου καὶ τοῦ ἀπολιτίστου κόσμου, καθ’ οὓς δὲν ἐσυλλογίσθη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀντιτάξῃ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ πληρεξουσίου τῶν Ἄγγλων δανειστῶν, ἣν σήμερον ἀνέγνωσε. Καὶ προσκαλεῖ τὸν Νομάρχην ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καλέσῃ τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς ἑταιρίας νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἱκανοποιήσῃ τοὺς ξένους δανειστάς. Τὸ δὲ συμβούλιον ἀπαντᾷ ὡς ἀνωτέρω, καὶ εἰς τὸ τέλος προστίθησιν, ὅτι θέλει φροντίσει αὐτὸ περὶ τῶν συμφερόντων τῶν δανειστῶν, εἰς οὓς συνιστᾷ μικρὰν ἔτι ὑπομονὴν, διότι πᾶσαν ἄλλην λύσιν θεωρεῖ ἀπάδουσιν εἰς τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα αὐτῶν. Δηλαδὴ ὁ ὀφειλέτης λέγει εἰς τὸν δανειστήν του: «ἐὰν τολμᾷς, ζήτησον τὴν πτώχευσιν· σύνδικοι θὰ διορισθῶσιν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θέλω ἐγώ. Νομίζεις, ὅτι θὰ λάβῃς λεπτόν; βεβαίως πλανᾶσαι». Αὕτη εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς καταστάσεως, ἥτις προκύπτει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῆς κοινωνίας ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§102ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐν τῇ κυρίᾳ συζητήσει τῆς ὑποθέσεως· τότε θὰ ἀπαντήσω, εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Μπούμπουλης, καὶ τότε πάντες θὰ πεισθῶσιν, ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Μπούμπουλη εἶναι ἀστεῖα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πρὸς ἐμὲ συμπεριφοράν του, θὰ εἴπω ἐκ τίνων λόγων ἐκινήθη νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ὅτι ἐτόλμησε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἐμοῦ ἄνθρωπος, ὃν θέλω καταδείξει, τί εἶναι ὑπὸ ἔποψιν ἠθικήν.
§103ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Ἡ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ τύχῃ τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ διπλωματικοῦ ζητήματος, ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα, περὶ τοῦ ἂν δηλονότι ἡ ἑταιρία ἦτο ἢ ὄχι εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, καὶ ἂν ἔπρεπεν ἢ μὴ νὰ κηρυχθῇ εἰς πτώχευσιν, καὶ ἂν τὸ Δικαστήριον περιέπεσεν εἰς ἀρνησιδικίαν, θέλω ὑπενθυμίσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ μὲν δύο πρῶτα εἶναι καθαρῶς δικαστικὰ, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ λύσῃ ταῦτα ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ὁπωςδήποτε, ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα, θὰ φέρω τὸν λόγον ἰδιαίτατα ἐπὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκ τῶν ἐκτυλιχθέντων ἀποδεικνύεται καθαρῶς, ὅτι ἐσφαλμένη εἶναι ἡ ἰδέα, ὅτι ὑπῆρξεν ἀρνησιδικία· ἀλλὰ τὸ ζήτημα θὰ ἐξετασθῇ αὖθις, καὶ ἰδίως ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρουσεν, ὡς ἔδει, τὴν τοιαύτην μομφὴν τοῦ Ἄγγλου πρέσβεως. Ἀνάξια προσοχῆς κρίνω τὰ κατὰ τῶν συμβούλων ῥηθέντα. Μόνον δὲ κρίνω καλὸν νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς, ὡς συμβολὴν πρὸς κρίσιν, καὶ ὅπως χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς συναδέλφους διὰ νὰ ἐκτιμήσωσι τὰς μομφὰς τοῦ κ. Πρέσβεως καὶ τὰς κραυγὰς τῶν Ἄγγλων δανειστῶν. Ἀντιπροσωπεύω τὴν ἑταιρίαν ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν. Ὁ κ. Εὐκλείδης ἀντιπροσωπεύει τοὺς Ἄγγλους δανειστάς, πολλάκις δὲ ἀμφότεροι διεπραγματεύθημεν κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους μέχρι Μαρτίου ἐ. ἔ. διάστημα, ὅτε ἦτο ἐκκρεμὴς ὑπὸ διάσκεψιν ἡ πρώτη αἴτησις τῶν ἐντολέων του, περὶ συμβιβασμοῦ τῆς ὑποθέσεως, ἐκείνων μὲν ζητούντων 50%, ἐμοῦ δὲ λέγοντος, ὅτι τὸ Συμβούλιον μοὶ ἔγραψε νὰ μὴ δεχθῶ πλέον τῶν 4%. Τὸ λέγω σήμερον, διότι εἶναι γεγονὸς, ὅπερ δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ μόνον κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως, ἔπρεπε νὰ γνωσθῇ ἀπὸ τοῦδε, ὅπως ἐλεγχθῇ καὶ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐκτίμησιν τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ πρὸς διάγνωσιν προσήκουσαν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ Ἄγγλοι πιστωταὶ ἐζήτησαν νὰ ἐπιτύχωσι μείζονα συμφέροντα ἀπέναντι πιστωτῶν Ἑλλήνων, οἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι 3½ ἑκατομμύρια, καὶ οἵτινες ἀνθίστανται εἰς τὴν κήρυξιν τῆς πτωχεύσεως. Οἱ κύριοι Ἄγγλοι, ἐνῷ διεπραγματεύοντο συμβιβασμὸν, ὑπέβαλον αἴτησιν πτωχεύσεως, καὶ ἀνέστειλαν τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως.
§104ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ψηφισθὲν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν ἀνώτατος καὶ κατώτατος ὅρος φορολογίας ἐπὶ τοῦ εἰς Γαλλίαν εἰσαγομένου σταφιδοκάρπου, τηλεγραφικῶς διαβιβασθὲν, ἐδημοσιεύθη ἐν ταῖς ἐφημερίσιν· ἀγγέλλεται δὲ, ὅτι ἐκεῖνα μόνον τὰ Κράτη θ’ ἀπολαύσωσι τοῦ κατωτάτου φορολογικοῦ ὅρου, ἅτινα ἔχουσι συνάψει μετὰ τῆς Γαλλίας συμβάσεις ἐμπορικὰς, μεταξὺ δὲ τούτων καταλέγεται καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ εἰρημένη σύμβασις τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Γαλλίας λήγει κατὰ τὴν 1 προσεχοῦς Φεβρουαρίου, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, τὰς δεούσας περὶ τούτου πληροφορίας.
§105ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἀπό τινος εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῆς Γαλλικῆς πρὸς σύναψιν ἐμπορικῆς συμβάσεως. Ἐννοεῖται ὅτι μέχρι τοῦδε ἔπρεπε ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ὁριστικὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Γαλλικοῦ δασμολογίου. Τὸ δασμολόγιον ἤδη ἐψηφίσθη μέ τινας τροποποιήσεις ἐν τῇ Γαλλικῇ Γερουσίᾳ. Τὰ δύο δὲ εἴδη, περὶ ὧν ἰδίως ἐνδιαφέρεται ἡ Ἑλλὰς, ἡ σταφὶς καὶ ὁ οἶνος, ἐξῆλθον ἐκ τῆς Γερουσίας βεβαρυμένα μὲ τὸ αὐτὸ τέλος, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπεβάρυνεν αὐτὰ ἡ Βουλή. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῇ Γερουσίᾳ διέτρεξεν ἡ σταφὶς ἡμῶν μέγαν κίνδυνον, ἀλλ’ εὐτυχῶς οὗτος προελήφθη. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῶν τελωνείων τῆς Γερουσίας ὁ εἰσηγητὴς τῆς ὑπεπιτροπῆς, εἰς ἣν εἶχον ἀνατεθῆ καὶ τὰ τῆς σταφίδος, ἐπρότεινε καὶ ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη, ὅπως ἡ σταφὶς ἐπιβαρυνθῇ πολὺ βαρύτερον, ἢ ὅσον εἶχεν ἐπιβαρυνθῆ διὰ τοῦ δασμολογίου τοῦ κατωτάτου ὅρου ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπέβαλεν ἐν τῷ τοῦ κατωτάτου ὅρου δασμολογίῳ δεκαπέντε φράγκα καθ’ ἑκατὸν χιλιόγραμμα σταφίδος εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν τελωνείων τῆς Γερουσίας εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ εἰσηγητοῦ κ. Γρὶφ, ὅπως φορολογῆται ἡ σταφὶς διὰ τέλους εἰσαγωγικοῦ εἴκοσιν ἑνὸς φράγκων καθ’ ἑκατὸν χιλιόγραμμα, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπέτυχεν, ὅπως αὐξηθῇ καὶ ὁ ἐσωτερικὸς δασμὸς, ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ οἴνου τούτου, τοῦ ἐκ τῆς σταφίδος παραγομένου. Ἐνῷ ὁ ἐπιβαλλόμενος δασμὸς ἐπὶ τοῦ οἴνου τούτου τοῦ ἐκ τῆς σταφίδος ὁρίζεται κατὰ τὸν νόμον εἰς 3 φράγκα κατὰ 100 χιλιόγραμμα, ξηρᾶς σταφίδος, οἱονδήποτε ποσὸν οἴνου καὶ ἂν ἤθελεν ἐξ αὐτῶν πράγματι ἐξαχθῆ, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Γερουσίας εἶχεν ἀποδεχθῆ, ὅπως φορολογῶνται τὰ ἑκατὸν χιλιόγραμμα σταφίδος ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ τοῦ οἴνου, ὅστις ἤθελεν ἐξάγεσθαι ἐξ αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ συμβαίνει πολλάκις νὰ ἐπιτυγχάνῃ τις ἐξ 100 χιλιογράμμων σταφίδος ποσὸν οἴνου πλέον τῶν τριῶν ἑκατολίτρων, ἡ φορολογία τῆς σταφίδος καὶ ἐσωτερικῶς θὰ ἦτο μεγαλειτέρα. Εὐτυχῶς πρὸ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Γερουσίᾳ ἡ μεταβολὴ αὕτη ἐκρίθη ὑπερβολικὴ καὶ ἐδήλωσεν ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν τελωνείων κ. Ἰούλιος Φερὺ, ὅτι αὕτη ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν, καὶ οὕτως ἔμεινεν ὁ δασμὸς ὁ νομοθετηθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ ὁ δασμὸς τῶν 15 φράγκων κατὰ 100 χιλιόγραμμα, καὶ τῶν 3 φράγκων ἐπὶ τῆς κατασκευῆς οἴνου κατὰ 100 χιλιόγραμμα σταφίδος, οἱονδήποτε ποσὸν οἴνου καὶ ἂν ἤθελε κατασκευασθῆ ἐκ τούτων. Δὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ τις ἀκόμη ὡς ὁριστικὸν τὸ δασμολόγιον τῆς Γαλλίας, ἀγνοῶ μάλιστα ἐπισήμως, ἂν εἰς τὴν Βουλὴν ἀπεστάλη τὸ δασμολόγιον ἐκ τῆς Γερουσίας, καὶ πῶς ἐπεψηφίσθη. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς πρὸς τὴν σταφίδα καὶ τὸν οἶνον, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι, ὡς ἐπιβληθέντες καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τῆς Γερουσίας, θὰ μένωσιν ἐν τοῖς δασμολογίοις τοῦ κατωτάτου ὅρου, ὡς εἶχον, καὶ θέλουσι χρησιμεύσει οὕτως εἰς τὰς συμβάσεις τῆς Γαλλίας μετὰ τῶν ἄλλων ἐθνῶν.
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ οἶνος πόσον πληρώνει;
§107ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ οἶνος φορολογεῖται ἤδη κατὰ βαθμὸν οἰνοπνεύματος, περιεχομένου ἐν ἑκάστῳ ἑκατολίτρῳ, ἐνῷ πρὶν ἐφορολογεῖτο καθ’ ἑκατόλιτρον μέχρις ὡρισμένου βαθμοῦ οἰνοπνεύματος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν οἶνον, ὑπῆρχε διάκρισις μέχρι τῶν 16 βαθμῶν, ἀλλ’ ὁ φόρος δὲν ἐπεβάλλετο κατὰ βαθμόν. Τέλος κατὰ μὲν τὸ γενικὸν δασμολόγιον 4½ φράγκα, κατὰ δὲ τὸ συμβατικὸν 2 φράγκα. Ἄνω δὲ τῶν 16 βαθμῶν ἐπεβάλλετο ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἐπειδὴ συνήθως οἱ οἶνοι, οἱ εἰσαγόμενοι εἰς Γαλλίαν, σπανίως ἦσαν ἄνω τῶν 16 βαθμῶν, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι πᾶς οἶνος εἰσαγόμενος ἔξωθεν εἰς Γαλλίαν ὑπεβάλλετο εἰς τοὺς φόρους τῶν 4½ ἢ τῶν 2 φράγκων. Ἤδη ἄλλη διὰ τοῦ δασμολογίου βάσις ἐτέθη. Ὁ οἶνος φορολογεῖται ἀναλόγως τῶν περιεχομένων εἰς αὐτὸν βαθμῶν οἰνοπνεύματος. Ἐνόσῳ περιέχει μέχρις 11 βαθμῶν, δηλονότι μέχρι δέκα καὶ 9/10 οἰνοπνεύματος, πληρώνει κατὰ βαθμὸν 70 ἑκατοστὰ τὸ φράγκον. Ἀπὸ τῶν 11 βαθμῶν καὶ ἄνω ὑποβάλλεται κατὰ βαθμὸν εἰς τὸν φόρον, ὅν πληρώνει τὸ οἰνόπνευμα, ἤτοι 1 φρ. καὶ 56% ἐπὶ τοῦ ἑκατολίτρου. Αὐτὸς εἶναι ὁ δασμὸς, ὃν θὰ πληρώνουν ἀπὸ τῆς 1 προσεχοῦς Φεβρουαρίου οἱ οἶνοι, οἱ εἰσαγόμενοι εἰς τὴν Γαλλίαν, ἂν συνομολογηθῇ μετὰ τῆς Γαλλίας ἐμπορικὴ σύμβασις. Δὲν νομίζω ὅτι ἀποκαλύπτω μυστήρια, λέγων καὶ πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς μετὰ τῆς Γαλλίας συμβάσεως, ποῖαι θὰ ἦναι αἱ βάσεις αὐτῆς. Ἡ Γαλλία λέγει ἤδη πρὸς πάντα τὰ ἔθνη: «ἐὰν ποιήσητε παραχωρήσεις κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν πρὸς τὰ γαλλικὰ προϊόντα τοιαύτας, ὥστε νὰ δικαιῶνται νὰ τύχωσι καὶ τὰ ὑμέτερα τοῦ κατωτάτου δασμολογικοῦ ὅρου, ὃν ἐψήφισα, δέχομαι τὴν σύμβασιν.» Ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον τὸ δασμολόγιον τοῦ κατωτάτου ὅρου δύναται νὰ γείνῃ δεκτὸν ὡς βάσις. Ἡ Γαλλία παραχωρεῖ ἐπίσης τὸν ὅρον, ὃν ἀπαιτεῖ δι’ ἑαυτὴν παρὰ τῶν μετ’ αὐτῆς συμβαλλομένων, ἤτοι τὸν ὅρον, τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους. Κατ’ αὐτὸν τὸν ὅρον, ἂν βραδύτερον ἡ Γαλλία δι’ εἰδικοῦ νόμου ἤθελε τροποποιήσει τὸ δασμολόγιον τοῦ κατωτάτου ὅρου, ἀναγκαίως ἐκ τούτων θὰ ὠφεληθῇ καὶ ἡ Ἑλλὰς, καθὼς ἐπίσης, ἐὰν διὰ συμβάσεων μετ’ ἄλλου Κράτους ἤθελε ποιήσηται παραχωρήσεις καὶ ἐλαττώσεις, θὰ δύναται νὰ ὠφεληθῇ τῶν ἐλαττώσεων αὐτῶν ἡ Ἑλλάς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάρκειαν τῆς συμβάσεως, αὕτη δὲν ὁμοιάζει πρὸς τὰς μέχρι τοῦδε ἐν ταῖς γαλλικαῖς ἐμπορικαῖς συμβάσεσιν. Ἄλλοτε ἦσαν ἐκ τῶν προτέρων μακροπρόθεσμοι ὡρισμέναι, καὶ ὅταν ἐπλησίαζον εἰς τὸ τέρμα, τὰ συμβαλλόμενα μέρη ἠδύναντο νὰ καταγγείλωσι τὰς συμβάσεις, ὅπως μὴ ἀνανεωθῶσι σιωπηρῶς. Ἤδη ἡ Γαλλία δὲν θὰ συμφωνῇ ἐκ τῶν προτέρων πρὸς τὰ διάφορα Κράτη ἢ ἑνὸς μόνου ἔτους διάρκειαν, θὰ ἔχῃ δὲ ἡ σύμβασις διάρκειαν ἀκατάπαυστον, ἐφ’ ὅσον δὲν καταγγελθῇ ἓν ἔτος πρὸ τῆς λήξεως. Αὐταὶ εἶναι αἱ βάσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Γαλλίαν. Αἱ βάσεις αὗται τηρηθήσονται ἀπέναντι πάντων τῶν Κρατῶν. Ἐλπίζω δὲ, διότι καὶ ἐκ μέρους τῆς Γαλλίας δηλοῦται ἡ αὐτὴ ἐπιθυμία, νὰ φθάσωμεν ταχέως εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ καταστῇ δεκτὴ ἐντὸς ὀλίγου νὰ ὑπογραφῇ ἡ μετ’ αὐτῆς σύμβασις, καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν οὕτως ἐγκαίρως, ὥστε, ἐὰν αὕτη θελήσῃ, νὰ ἐπιψηφισθῇ πρὸ τῆς 1 Φεβρουαρίου.
§108ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέγνωσα πρὸ ἡμερῶν εἰς ἐφημερίδας ἓν τηλεγράφημα τοῦ δημάρχου Ἄνδρου, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδοκιμάζει τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ λόγους μου. Ἐπερίμενα νὰ ἀναγνώσῃ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀνέγνωσε· τίς ἆρά γε εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν τὸ ἀνέγνωσε; Τὸ παράλογον τοῦ περιεχομένου; Δὲν τὸ πιστεύω· διότι πρὸ ἡμερῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν ἑνὸς παράφρονος κληρικοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς συνεβούλευε νὰ ἀλλάξωμεν τὴν θρησκείαν μας, ἀναγνωρίζοντες τὴν ἐν Ρώμῃ Ἐκκλησίαν! Καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἐξανέστη τότε κατὰ τοῦ κ. Προέδρου, θεωρήσαντος ὅτι ἦτο ἀνάγκη καὶ τῶν παραφρόνων τὰ τηλεγραφήματα καὶ αἱ ἀναφοραὶ νὰ ἀναγινώσκωνται ἐνταῦθα. Συνεπῶς δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατί νὰ μὴ ἀναγνώσῃ καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦ παράφρονος Δημάρχου Ἄνδρου. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἀνέγνωσε βεβαίως κατὰ παραγγελίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι οὕτως ἤθελεν ἀποφύγει τὰς ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρήσεις, ὅτι ἤθελεν ἀποφύγει τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τῷ ἐπιβάλλεται νὰ ἐκτελέσῃ ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου. Ὁ Δήμαρχος Ἄνδρου ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ταύτην ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἀποδοκιμάζει τὸν ἐν τῇ Βουλῇ λόγον μου, ὑβριστικῶς μάλιστα. Ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ Δημάρχου εἶναι προφανῶς πρᾶξις παράφρονος. Ἀλλ’ ἡ παραφροσύνη τοῦ ἀνθρώπου τούτου μαρτυρεῖται καὶ ἐξ ἄλλων περιστατικῶν. Πρὸ εἴκοσι περίπου ἡμερῶν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἄνδρου διὰ πράξεώς του ἐξέφρασε τὰς εὐχαριστίας του πρὸς τοὺς ἐν Βραΐλᾳ ἀδελφοὺς Ἐμπειρίκους, διότι ἀνέλαβον οὗτοι νὰ κατασκευάσωσι καὶ διατηρήσωσι Πτωχοκομεῖον ἐν Ἄνδρῳ. Ὁ Δήμαρχος, διαβιβάζων τὴν πρᾶξιν τοῦ Συμβουλίου πρὸς τοὺς κ.κ. Ἐμπειρίκους, λέγει ἐν τῷ ἐγγράφῳ του: «Ἐγὼ δὲν ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου, διότι ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ φέρητε εἰς πέρας τὸ ἔργον, ἐπιφυλάσσομαι δὲ μετὰ τοῦτα νὰ κρίνω.» Φαντασθῆτε ποίαν ἰδέαν θὰ λάβωσιν οἱ ἐν Βραΐλᾳ ὁμογενεῖς περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς, κρίνοντες ἐκ τῆς διανοητικῆς καταστάσεως τοῦ Δημάρχου τούτου.
§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται ὁ Δήμαρχος;
§110ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δημήτριος Δημητριάδης Καΐρης. Ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ ἕτερον: Πρὸ δύο μηνῶν διωρίσθη δημοδιδάσκαλός τις ἐν τῷ χωρίῳ Μεσσαριᾷ τῆς Ἄνδρου, ἀλλ’ ὅτε μετέβη διὰ νὰ παραλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν του, ὁ διδάσκαλος ἀπεπέμφθη κακῶς ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, ὅστις ἐκλείδωσε τὸ σχολεῖον, καὶ ἔλαβε τὰς κλεῖδας. Ἐρωτηθεὶς δὲ, διατὶ πράττει τοῦτο, εἶπεν, ὅτι οὐδέποτε θὰ δεχθῇ εἰς τὸ χωρίον του διδάσκαλον, τὸν ὁποῖον δὲν ὑπέδειξεν αὐτός, ἀλλὰ διωρίσθη παρὰ τὴν γνώμην του· μόλις δὲ μετὰ ἕνα μῆνα καὶ συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῇ ἐπεμβάσει τοῦ Ἐπάρχου, βεβαιώσαντος τὸν Δήμαρχον, ὅτι ἠδύνατο οὗτος νὰ καταδιωχθῇ, ἐπείσθη καὶ παρέδωκε τὸ σχολεῖον. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ καλῶς τὴν παραφροσύνην τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθητε, ὅτι ἐγὼ δὲν ὀφείλω τίποτε εἰς αὐτὸν, ποτὲ δὲν ἦτο φίλος μου, καὶ οὐδέποτε μὲ ὑπεστήριξεν, οὔτε συνετέλεσεν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, τὴν ὁποίαν τώρα ὑπερασπίζεται. Ἔλεγε μὲν ἀπὸ πολλοῦ, ὅτι ἦτο ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλ’ ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς μᾶς ἀφῆκε καὶ ἠκολούθησε τοὺς ἄλλους, ἦτο δὲ τότε ἰδιώτης καὶ οὐχὶ Δήμαρχος· ἐπροκάλεσα μάλιστα ἐπιστολὴν πρὸς αὐτὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ αὐτὸς τὴν περιεφρόνησεν. Ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς μέχρι τῆς δημοτικῆς, ἔλεγεν ὅτι ἦτο Τρικουπικὸς, ἀλλ’ ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς, ἐγένετο Δηλιγιαννικὸς, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέλαβε νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ ὡς Δήμαρχον, ὑπείκων εἰς τὴν θέλησιν τῶν ἐν Σύρῳ λωποδυτῶν, τῶν ὁποίων τὸ χατῆρι δὲν ἐννοεῖ νὰ τὸ χαλάσῃ ποτὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἂν εἶχε προσφέρει ὑπηρεσίαν τινὰ πρὸς ἐμὲ, ἂν ἐγὼ εἶχον κἀμμίαν ὑποχρέωσιν πρὸς αὐτὸν, ἂν οὗτος εἶχε συντελέσει εἰς τὴν μεταβολὴν, θὰ εἶχεν ἴσως λόγον τινὰ, ἂν καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος βεβαίως, τοιοῦτο δικαίωμα κανονισμοῦ τῆς πολιτικῆς πορείας μου, δὲν θὰ ἀναγνωρίσω ποτὲ, οὔτε εἰς ὅλους ὁμοῦ τοὺς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ πολιτικοὺς φίλους μου, οὔτε εἰς ἄλλον οἱονδήποτε. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξηγέρθη ἄλλοτε κατὰ δημοτικῶν ἀρχῶν καὶ ἐτιμώρησε ταύτας, διότι ἐξέφρασαν γνώμας καὶ εὐχὰς, σχετιζομένας πρὸς τὴν πολιτικήν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, τί ἐνήργησε τώρα περὶ τοῦ Δημάρχου Ἄνδρου; Προέβη εἰς τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ; Διέταξε νὰ ἐξετασθῇ ἡ διανοητικὴ αὐτοῦ κατάστασις; (γέλως). Ἐὰν κρίνω ἐκ τοῦ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσπευσε νὰ δώσῃ τὸ τηλεγράφημα εἰς δημοσίευσιν ὡς πιστοποιητικὸν καλῆς διαγωγῆς αὐτοῦ (τοῦ Πρωθυπουργοῦ), πείθομαι ὅτι οὔτε ἐνήργησεν, οὔτε θὰ ἐνεργήσῃ τι κατὰ τοῦ Δημάρχου. Ἐγὼ ἐν τούτοις καταγγέλλω τὴν διατάραξιν τῶν φρενῶν τοῦ Δημάρχου Ἄνδρου, καὶ ζητῶ νὰ ἐξετασθῇ οὗτος ἰατρικῶς, καὶ νὰ μεταφερθῇ εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Δρομοκαΐτη.
§111Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πιστεύω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἅπαντες ἐνθυμεῖσθε καὶ τὴν στάσιν καὶ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν στιγμὴν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1892, ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινὸν, ὅτι τὰ πάντα τόσον καλῶς ἔχουσι, καὶ τόσον καλῶς διέῤῥευσε τὸ ἑπτάμηνον διάστημα τῶν βουλευτικῶν διακοπῶν, ὥστε, ἂν δὲν συνέπιπτε τὸ δυστύχημα τοῦ θανάτου τῆς πριγκιπίσσης Ἀλεξάνδρας, καὶ ἂν δὲν εἴχομεν ἀπολέσει δύο συναδέλφους, καὶ ἂν δὲν εἶχεν ἀπομακρυνθῇ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κ. Καραπάνος, δὲν θὰ εἶχε ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν δυσάρεστόν τι. Ὑποθέτω, ὅτι μόνον οἱ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐκ μεμακρυσμένων μερῶν ἄρτι ἀφιχθέντες εἰς ταῦτα θὰ ηὐχαριστήθησαν. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, εἴτε ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, εἴτε ἐξ ἐκείνης, ἐπίστευσεν, ὅτι διέῤῥευσε τόσον ὁμαλῶς τὸ ἑπτάμηνον ἐκεῖνο διάστημα, ὡς ταῦτα οὐδεὶς ἐπίστευσε καὶ ἐκ τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Δὲν διέῤῥευσε δὲ τόσον αἰσίως καὶ ὁμαλῶς, διότι ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τὴν μνήμην ἐξασθενήσας, εἴτε οὐχὶ, ἀσκόπως ἐλησμόνησε ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς ἡμᾶς, καὶ ὁπόσων στατήρων αἷμα εἶχε χυθῆ, καὶ πόσοι τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν καὶ τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐτάφησαν ὑπὸ τὴν μαύρην γῆν κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα. Πῶς παρέλειψε ταῦτα; Εἶχε λησμονήσει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει, καὶ ὅτι ὁ πόλεμος ἦτο ἀκήρυκτος καὶ ἐμφύλιος; Ἡ φαιδρὰ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποδεικνύει διαφωνίαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ του, τὴν ἀνεπάρκειάν του ὁμολογήσας, ἐζήτησε νὰ μάθῃ παρὰ τῶν δικαστηρίων καὶ τῶν εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν, ἂν ὑπάρχῃ τρόπος θεραπείας τινὸς, ἂν οὐχὶ πρὸς κατάπαυσιν τοῦ πολέμου, τοὐλάχιστον πρὸς μετριασμὸν τῶν θυμάτων. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτι καὶ ἐγκύκλιοι εἶχον ἐκδοθῆ, ἵνα μὴ δημοσιεύηται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκτὸς τῆς μάχης τιθεμένων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ συμμερισθῶ τὴν χαράν του, θὰ ταχθῶ μὲ τὸ κόμμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ θέλω νὰ συνεργασθῶ μετ’ ἐκείνου, εἰ δυνατόν, ὅπως μελετήσωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ τρόπος, νὰ μειωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκτὸς τῆς μάχης τιθεμένων, καὶ ἐν μέσαις Ἀθήναις. Διὰ τοῦτο δὲ εἴς τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν παράκλησιν, ὅπως χορηγήσῃ εἰς ἡμᾶς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνόμιζον, ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ σχετίσω μὲ τὴν ἐν Ἑλλάδι τελουμένην ἀλληλοσφαγήν. Αἱ πληροφορίαι αὗται ἀνάγονται εἰς τὴν στατιστικὴν τῶν μετακινήσεων τῶν δικαστικῶν καὶ εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, εἰλικρινῶς προσπαθῶν νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ πάντα, ὅστις δύναται νὰ ὠφελήσῃ τὸ ἔργον του συμφώνως μὲ τὴν ἐγκύκλιόν του, δὲν θέλει ἀρνηθῆ νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας ἐκείνας, καὶ δὲν θέλει ὑποπέσει εἰς τὴν ὑποτροπὴν παραλείψεων, ὁμοίων πρὸς τὰς κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον, διότι πέρυσι δὲν τὸν ἐβοήθει ἡ μνήμη του, ὁποίας ἐγὼ τῷ ἀπηύθυνον ἐπερωτήσεις, ἄλλως δέ, ἐὰν συνέπιπτε τοιοῦτόν τι καὶ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν σύνοδον, δὲν θὰ τὸ ἐπέτρεπον, διότι, μελετήσας ἀγορεύσεις τινὰς τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς τέως Ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις δὲν ἐφαίνετο πολὺ συγκαταβατικὸς εἰς τὴν τέως Κυβέρνησιν, καὶ ὠφελούμενος ἀπὸ τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῆς ἔλαβον, θέλω ἐπιμείνει, συμφώνως πρὸς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω, ὅπως κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητῶ. Σήμερον λοιπόν, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν αἰτουμένων πληροφοριῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὅπως σπεύσῃ εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων, καὶ ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι καταθέτῃ ἐγκαίρως τὰς αἰτουμένας, ἀλλὰ καὶ ὅσας σήμερον ζητῶ, ἤτοι νὰ καταθέσῃ ἀντίγραφον τῶν ἐγκυκλίων τῶν σχετικῶν, καὶ ἰδίως τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην τῆς 11 Ἰουνίου 1891. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, ἡ Βουλὴ ἐλπίζω, ὅτι συμμερίζεται τὴν γνώμην μου, ὅπως λάβῃ γνῶσιν καὶ τῶν ἀπαντήσεων τῶν δικαστικῶν καὶ εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκλήθησαν νὰ γνωματεύσωσιν ἐπὶ τοῦ νοσήματος, ὑπὸ τοῦ ὁποίου πάσχομεν. Καὶ νομίζω, ὅτι εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν θέλει πολὺ συντελέσει ἡ στατιστικὴ πληροφορία καὶ συγκριτικὴ δύο ἐτῶν ἐγκλημάτων, ἀρχομένων ἀπὸ τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1889, καὶ ληγόντων τὴν 24 Ὀκτωβρίου 1891, μὲ τὴν διάκρισιν τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1890, ὅτε ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἤρξατο ἐφαρμόζουσα τὰς ἐπαγγελίας της, ἵνα δειχθῇ ἐκ τῆς συγκριτικῆς ταύτης ἐργασίας, ἐὰν ὁ δυστυχὴς λαός, ὅστις ἐζήτει τὴν μεταβολὴν τῶν πραγμάτων, εὗρεν αὐτὴν διὰ τῆς ὑπουργικῆς μεταβολῆς, ἢ μὴ τυχὸν διὰ τῆς γενομένης ἁπλῆς ἀλλαγῆς τῶν προσώπων, ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγκλημάτων, ἵνα μελετήσωμεν, ἐὰν ἀληθῶς ὑπάρχῃ τρόπος βετλιώσεως, ἢ μὴ τυχὸν εἴμεθα πάντες ἀποφασισμένοι μέχρι τοῦ τελευταίου νὰ σφαγῶμεν. Αὕτη κυρίως εἶναι ἡ παράκλησίς μου, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν θέλει ἀμελήσει νὰ καταθέσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας. Παραδίδω καὶ ἔγγραφον τὴν παράκλησίν μου, ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν: 1) ἀνὰ ἓν ἀντίγραφον τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐκδοθεισῶν πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς ἐγκυκλίων, καὶ ἰδίως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 14636 τῆς 11 Ἰουνίου 1891 ἐγκυκλίου του πρὸς τοὺς παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεῖς καὶ τὰ Ἐφετεῖα, περὶ τῆς μελέτης τῶν αἰτίων τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατὰ τῆς ζωῆς ἐγκλημάτων καὶ τῆς ἐξευρέσεως ἢ τῆς ὑποδείξεως τῶν μέσων, δι’ ὧν δύνανται νὰ περιορισθῶσι· 2) τὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀποσταλείσας εἰς τὴν ἐγκύκλιον τῆς 11 Ἰουνίου 1891 ἀπαντήσεις· 3) πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν κατὰ τῆς ζωῆς διαπραχθέντων ἀδικημάτων ἀπὸ 24 Ὀκτωβρίου 1889–24 Ὀκτωβρίου 1890 καὶ ἀπὸ 24 Ὀκτωβρίου 1890–24 Ὀκτωβρίου 1891.» Λυποῦμαι· διότι ἤθελον νὰ σταματήσω εἰς τὴν παράκλησιν ταύτην· ἀλλὰ διέῤῥευσε πάλιν ἡ ἑβδομὰς ἀπραξίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπῆλθε συσσώρευσις ἐπερωτήσεων, διότι ἡ ἀπραξία τῆς Βουλῆς δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀφαιρέσῃ τὸ αἴτιον. Ἠκούσατε τὴν βροχὴν τῶν ἐπερωτήσεων, ἥτις ἐκ τοῦ Προεδρείου κατέπιπτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπερωτήσεων ἐζητοῦντο πληροφορίαι, καὶ ἐζητεῖτο ἔλεγχος ἐπὶ τῶν γενομένων. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἄπορον, ἂν καὶ σήμερον συνεσωρεύθησαν τόσαι ἐπερωτήσεις, διότι δὲν γνωρίζω, τίς καὶ πόθεν ἤντλησε τὸ δικαίωμα νὰ κλείσῃ τὴν θύραν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα καὶ διὰ τίνα λόγον. Ἀκριβῶς ἡ σωρεία τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῆς ὕλης τοῦ ἐλέγχου, ἥτις οὐδέποτε δύναται νὰ παύσῃ ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἐνόσῳ ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἀποδεικνύει, ὅτι κακῶς ἐσκέφθησαν, ὅσοι ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο αὐτοβούλως νὰ παύσωσι τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐργασίας· δὲν γνωρίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δύναμιν ἄλλην, ἐκτὸς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρισκομένης, ἵνα κλείσῃ τὴν θύραν τοῦ Κοινοβουλίου δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τῆς ἀναβολῆς ἢ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος. Καὶ εὔχομαι νὰ ἐπῆλθε τὸ συμβὰν ἐκ παρερμηνείας τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ εἴπω τὰς λέξεις ταύτας, ἵνα μὴ καθιερωθῇ κακὸν προηγούμενον καὶ μᾶς ἐπικαλεσθῶσιν αὐτὸ βραδύτερον ὡς κοινοβουλευτικὴν νομολογίαν. Ἐπωφελούμενος λοιπὸν τῆς εὐκαιρίας, διότι εὑρίσκομαι ἐν τῷ βήματι, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἔγγραφα, σπουδαιότατα κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ ἀπαραίτητα διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς ἑτεροδικίας ἐν Αἰγύπτῳ. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ ἀπὸ 8)20 Ἰανουαρίου 1875, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἐν Αἰγύπτῳ προξενικὸς πράκτωρ προσεχώρησεν εἰς τὴν Ἑλληνοαιγυπτιακὴν σύμβασιν, περὶ τῆς νέας δικαστικῆς ἐν Αἰγύπτῳ μεταῤῥυθμίσεως, τὸ δ’ ἕτερον εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τῶν μικτῶν ἐς Αἰγύπτῳ δικαστηρίων ἀπὸ 16 Σεπτεμβρίου 1875. Καταθέτω ἐγγράφως τὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης παράκλησίν μου, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν: 1) ἀνὰ ἓν ἀντίγραφον τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐκδοθεισῶν πρὸς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς ἐγκυκλίων καὶ ἰδίως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 14636 τῆς 11 Ἰουνίου 1891 ἐγκυκλίου του πρὸς τοὺς παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεῖς καὶ τὰ Ἐφετεῖα περὶ τῆς μελέτης τῶν αἰτίων τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατὰ τῆς ζωῆς ἐγκλημάτων καὶ τῆς ἐξευρέσεως ἢ τῆς ὑποδείξεως τῶν μέσων, δι’ ὧν δύνανται νὰ περιορισθῶσι· 2) τὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀποσταλείσας εἰς τὴν ἐγκύκλιον τῆς 11 Ἰουνίου 1891 ἀπαντήσεις· 3) πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν κατὰ τῆς ζωῆς διαπραχθέντων ἀδικημάτων ἀπὸ 24 Ὀκτωβρίου 1889–24 Ὀκτωβρίου 1890, καὶ ἀπὸ 24 Ὀκτωβρίου 1890–24 Ὀκτωβρίου 1891.» Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα, ἀναγόμενα εἰς μέγα ἐθνικὸν ζήτημα, εἰς τὸ Αἰγυπτιακόν· ἐνθυμεῖται τὰ καθέκαστα τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, καὶ δὲν θέλω νὰ ὑπενθυμίσω αὐτὰ, διότι εἶναι πρόσφατα· μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν γνωρίζω, ἂν κατετέθησαν τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, διότι ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἀνεκοίνωσε τοῦτο.
§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατετέθησαν· ἀπεστάλησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεστάλη καὶ τὸ νομοσχέδιον.
§113Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἀπεφασίσθη νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δυνάμενα νὰ μὴ παραβλάψωσι τὰς ἐνεργουμένας διαπραγματεύσεις, ἀπεφασίσθη δὲ νὰ δημοσιευθῶσι μετὰ τῶν κατατεθέντων ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ κ. Δραγούμη....
§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐτυπώθησαν.
§115Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι ὅλα.
§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ λοιπὰ κατετέθησαν ἐν ἀντιγράφοις εἰς τὴν Βουλήν.
§117Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν θέλω, Κύριοι, σήμερον ν’ ἀναπτύξω ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῇ βάσει δημοσιευμένων πλέον ἐγγράφων λαμβάνω σήμερον τὴν τιμὴν ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἴσως εἶναι κεκμηκυῖα, ὡς ἐκ τῆς προκεχωρημένης ὥρας, καὶ διότι ἴσως κανονικώτερον εἶναι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου ν’ ἀναπτύξω δεόντως αὐτήν· παρακαλῶ ὅμως τὴν Βουλὴν νὰ τείνῃ προσεκτικὸν τὸ οὖς εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, διότι δὲν ἔχει σκοπὸν ἄλλον, εἰμὴ τὴν προστασίαν τῶν ἀπειλουμένων ἐθνικῶν συμφερόντων ἐν Αἰγύπτῳ. Μετὰ τὰς μαστιγώσεις, ἃς ὑπέστη ὁ Ἑλληνισμὸς καθ’ ἅπασαν τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν, μετὰ τὴν ἔξωσιν τῶν Ἑλλήνων ἐκ Ρουμανίας, μετὰ τὰς ἀτιμώσεις καὶ τὸ ποδοπάτημα ἐν Βουλγαρίᾳ, ἥτις προέβη ἐπ’ ἐσχάτων μέχρι τῆς ἀπειλῆς νὰ ἐξώσῃ καὶ αὐτὴν τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, περὶ οὗ ἄλλοτε πλατύτερον, ἡ μόνη ἴσως γωνία, ἥτις ἔμεινεν ἥσυχος καὶ προαγομένη ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν ἀποικιῶν, ἦτο ἡ Αἴγυπτος, ἀλλὰ δύναμαι ἀτυχῶς νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἀπό τινος ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἐκεῖ ὑφίσταται μεγάλους κινδύνους, πνέει τὰ λοίσθια, διότι διὰ τῶν τελευταίων μέτρων ἀπειλεῖται ἡ ἔξωσις τῶν Ἑλλήνων ἐξ Αἰγύπτου· θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε λοιπὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ κεφάλαια τῆς ἐπερωτήσεώς μου, καὶ σᾶς παρακαλέσω νὰ μελετήσητε ἐν καιρῷ (ἀναγινώσκει): «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐν τίνι δικαιώματι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, παρὰ τὸ ἄρθρον 2 § βʹ τῆς ἐν Καλιντζᾷ ὑπογραφείσης ἀπὸ 27 Μαΐου 1855 συνθήκης, κυρωθείσης δὲ διὰ τοῦ νόμου τῆς 25 Ἰουλίου 1855, καὶ κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 32 καὶ 59 τοῦ Συντάγματος: αʹ) Διὰ τοῦ ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου 1890 ἐγγράφου τοῦ πολιτικοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ πράκτορος, αὐτοβούλως προέβη εἰς δήλωσιν περὶ ἀποδοχῆς φόρου ἐπιτηδεύματος εἰς τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ Ἕλληνας, δικαιουμένους εἰς ἄρνησιν τῆς πληρωμῆς αὐτοῦ. βʹ) Ὑπέβαλε τὴν ἑλληνικὴν ἐν Αἰγύπτῳ ἰθαγένειαν εἰς τοὺς περιορισμοὺς τῆς ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου 1890 δηλώσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ Ζουλφικὰρ– πασσᾶ, οὐδόλως ὑποχρεούσης τοὺς ἐξ αὐτῆς ἀδικουμένους. γʹ) Ἐδέχθη διὰ τῶν ἀπὸ 18|30 Ἰανουαρίου 1889 καὶ 19)31 Ἰανουαρίου 1890 δηλώσεων τοῦ ἰδίου πολιτικοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ πράκτορος τὴν ὑπὸ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως ἔκδοσιν τῶν τελευταίων ἀστυνομικῶν κανονισμῶν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς μειώσεως τῶν ἐκ τῶν συνθηκῶν προνομίων τῶν Ἑλλήνων, καὶ διατί δὲν συμμετέσχε μετὰ τῆς Γαλλίας εἰς τὴν διαμαρτύρησιν περὶ τῆς παραβιάσεως τῶν καταπατουμένων δικαίων τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλλήνων. δʹ) Ἐδέχθη τὸ διάταγμα τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως περὶ κανονισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων τῶν ἐν Σουδὰν ζημιωθέντων Ἑλλήνων ὑπηκόων κατὰ τρόπον, παραβλάπτοντα τὰ ἐκ τῶν συνθηκῶν καὶ τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων δικαιώματα αὐτῶν. «Παρακαλεῖται προσέτι νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατί μένει ἔτι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν εἰς τὴν Αἴγυπτον; «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, εἰ δυνατὸν καὶ μετὰ μεταφράσεως : 1) τὴν ἀπὸ 8|20 Ἰανουαρίου 1875 δήλωσιν τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ πολιτικοῦ πράκτορος περὶ προσχωρήσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς νέαν δικαστικὴν ἐν Αἰγύπτῳ μεταῤῥύθμισιν’ 2) τὸν ὀργανισμὸν τῶν μικτῶν ἐν Αἰγύπτῳ δικαστηρίων, δημοσιευθέντα τῇ 16 χοϊμπὰν 1292 (16 Σεπτεμβρίου 1875)». Καὶ τὸ τελευταῖον αὐτὸ περὶ καπνοῦ ζήτημα ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἐν γένει ἐν Αἰγύπτῳ κατάστασιν, τὴν ὁποίαν θέλω ἀναπτύξει ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, διότι ἡ ἐκκρεμότης καταστρέφει θανασίμως τοὺς καπνοπαραγωγοὺς καὶ καπνεμπόρους. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως, ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν πράξῃ μέχρι τῆς Πέμπτης, θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχω.
§118ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα τῆς Βουλγαρίας, τὴν Σοβράνιε, νομοσχεδίου περὶ κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως; Παρετήρησεν ἐν αὐτῷ, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ἀπόφασιν ἔλαβε ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῶν Ἑλλήνων τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ὁμιλῶσι τὴν πάτριον αὐτῶν γλῶσσαν; Φρονεῖ ὅτι ἡ τοιαύτη ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως ἀπόπειρα ἐξοντώσεως τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης παρέχει δικαίωμα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ παρέμβῃ πρὸς ματαίωσιν αὐτῆς, ὡς ἀντιβαινούσης εἰς γραπτὰς συμφωνίας διεθνεῖς, καὶ νὰ προστατεύσῃ τοὺς Ἕλληνας τῶν χωρῶν ἐκείνων; Ἂν δὲ φρονῇ, ὅτι ἔχει τοιοῦτο δικαίωμα, ἐρωτῶ: ἔκαμε τὰ προσήκοντα διαβήματα, ὅπως προστατευθῶσιν οἱ ὁμοεθνεῖς ἡμῶν, οἱ κάτοικοι, ἔστω δὲ καὶ ὑπήκοοι, τῆς Βουλγαρίας, ἰδίως δὲ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας; Ποῖον διάβημα ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς προστασίαν αὐτῶν; Καὶ ἐὰν αἱ διαπραγματεύσεις τῷ ἐπιτρέπωσιν, ἐρωτῶ: δύναται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποῖα τ’ ἀποτελέσματα, ἢ ποίας ἔχει ἐξ αὐτῶν ἐλπίδας; Πρὸ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης πρέπει νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὴν ἐρώτησιν ποιοῦμαι, οὐχὶ ἐκ πνεύματος κομματικοῦ, οὔτε ἀπὸ σκοποῦ πολιτικοῦ, ἀλλ’ ὅπως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες πάντες ἠσθάνθησαν βαθέως τὸ τραῦμα, τὸ ἐν τῇ ἀποπείρᾳ ταύτῃ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως κατενεχθησόμενον κατὰ τῶν ἐκεῖ ἀδελφῶν, καὶ ὅπως ἀπὸ τῆς ὁμοφώνου ἐκφράσεως τοῦ Κοινοβουλίου ἀντλήσῃ ἡ Κυβέρνησις δύναμιν πρὸς σθεναρὰν τῶν ἀπειλουμένων ἐκεῖ Ἑλλήνων ὑπεράσπισιν. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἰς οἱανδήποτε ἀπόχρωσιν καὶ ἂν ἀνήκῃ ἕκαστος Βουλευτὴς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, θέλει συμμερισθῆ τὴν γνώμην μου, ὅτι εἰς τοιοῦτο ζήτημα οὔτε δύο, οὔτε διάφοροι γνῶμαι δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ἐκπροσωπούσης τὴν Ἑλλάδα καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὰ ἁπανταχοῦ συμφέροντα.
§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§120ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον εἰς ἐμὲ οὐδεμίαν ἀφίνει ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, ὅστις εἶναι ἡ ἐξόντωσις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ. Τὸ ἄρθρον 6, ὅπερ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου. Ἔχω ὅμως τὸ ἄρθρον 10 αὐτοῦ, ὅπερ ἔχει ἐπὶ λέξει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Οἱ παῖδες τῶν Βουλγάρων ὑπηκόων τῶν διαφόρων χριστιανικῶν θρησκευμάτων σπουδάζουσι τὴν δημοτικὴν παίδευσιν εἰς γλῶσσαν Βουλγαρικήν.» Ποῖα εἶναι τὰ διάφορα χριστιανικὰ θρησκεύματα ἐν Βουλγαρίᾳ; Οὐδὲν ἄλλο πλὴν τοῦ ἡμετέρου ὀρθοδόξου, οὗτινος αἵρεσιν ἀποτελοῦσιν οἱ Βούλγαροι, ἀφ’ οὗ χρόνου ἐκηρύχθησαν σχισματικοί. Χριστιανικὰ θρησκεύματα εἶναι τὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, εἰς ὃ ἀνήκουσιν οἱ Ἕλληνες, καὶ τὸ τῆς σχισματικῆς Βουλγαρικῆς Ἐκκλησίας, εἰς ὃ ὑπάγονται οἱ Βούλγαροι καὶ οἱ Ῥωμυλιῶται μὴ Ἕλληνες. Τὸ ἄρθρον ἀφίησιν ἐκτὸς τῆς διατάξεώς του τοὺς μὴ ἀνήκοντας εἰς χριστιανικὸν θρήσκευμα. Οὕτω δὲ οἱ Ἰσραηλῖται καὶ οἱ Μωαμεθανοὶ δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ διδάσκωνται εἰς Βουλγαρικὴν γλῶσσαν, καὶ δύνανται νὰ διδάσκωνται εἰς τὴν ἐθνικὴν αὐτῶν γλῶσσαν. Διὰ μόνους τοὺς Ἕλληνας ὅθεν ἐγένετο τὸ ἄρθρον τοῦτο. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου καθιστᾷ τὴν δημοτικὴν παίδευσιν ὑποχρεωτικὴν διὰ πάντας τοὺς Βουλγάρους ὑπηκόους, οἱουδήποτε θρησκεύματος, εἰς μόνους δὲ τοὺς ξένους ὑπηκόους παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ συνιστῶσι σχολεῖα ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ἐν αὐτῷ διαγραφομένους ἐν εἰδικῷ κεφαλαίῳ. Ἀλλὰ ξένοι ὑπήκοοι διὰ τὴν Βουλγαρίαν δὲν εἶναι οἱ Ἕλληνες τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, οἵτινες εἶναι ὑπήκοοι τῆς Τουρκίας, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπαρχία αὕτη δὲν ἀνεγνωρίσθη κράτος αὐθύπαρκτον, καὶ τῆς Βουλγαρίας. Ἡ Συνθήκη τοῦ Βερολίνου ῥητῶς μὲν οὐδὲν λέγει περὶ γλώσσης, ἀλλὰ τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει συγκληθείσης, κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου, Εὐρωπαϊκῆς συνδιασκέψεως, καθιέρωσαν τὴν ἀρχήν, ὅτι αἱ γλῶσσαι τῶν ἐθνικοτήτων, τῶν οἰκουσῶν τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν ἰδίως, πρέπει νὰ διατηρηθῶσι. Τὴν ἀρχὴν ταύτην οἱ παρὰ τῶν δυνάμεων διορισθέντες ἀντιπρόσωποι αὐτῶν, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει συνδιασκέψεως, ὅπως ὀργανώσωσι τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, καθιέρωσαν ἐν πολλοῖς ἄρθροις τοῦ ὀργανικοῦ νόμου τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, ὃν συνέταξεν ἡ ἐν Φιλιππουπόλει συνελθοῦσα ἐντολῇ τῆς Εὐρώπης διεθνὴς αὕτη Ἐπιτροπή, ἐν ᾗ ἔλαβον μέρος ὅλαι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις διὰ δύο ἀντιπροσώπων ἑκάστη. Τὴν Ἀνατολικὴν Ρωμυλίαν σήμερον, ἀνοχῇ τῆς Εὐρώπης, κυβερνᾷ ὁ ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας, ὅστις διὰ τοῦ πραξικοπήματος τοῦ Σεπτεμβρίου 1885, κατέχει ὡς πρὸς αὐτὴν ἔκθεσμον θέσιν καὶ ἐναντίαν τῶν Συνθηκῶν. Ἀλλ’ ἵνα νομιμοποιήσῃ ἑαυτὸν ἐν Ρωμυλίᾳ ὁ ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας, ἀνεγνώρισε τὴν ἰδιάζουσαν θέσιν τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς, ὡς διατελούσης ὑπὸ τὴν Τουρκίαν καὶ ὑπὸ εὐρωπαϊκὴν ἐποπτείαν, καὶ ἔσπευσε νὰ λάβῃ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ, ὡς διοικητοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας παρὰ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης. Ἐν ταῖς συζητήσεσιν, αἵτινες ἐγένοντο τῷ 1878 ἐν Φιλιππουπόλει περὶ τοῦ ὀργανικοῦ αὐτῆς νόμου, θὰ εἶδεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τῶν Δυνάμεων πρόθεσις ἦτο ὄχι μόνον νὰ διατηρηθῇ ὡς λαλουμένη γλῶσσα ἡ Ἑλληνικὴ, ἀλλὰ καὶ νὰ καθιερωθῇ, ὡς ἐπίσημος γλῶσσα ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ τὰ δικαστήρια τῆς Ρωμυλίας. Ἐπὶ τούτου δὲ πολλαὶ ἀντηλλάγησαν ἰδέαι μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, οἵτινες ἀπετέλουν τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ὅσα σχεδὸν ἡ παμψηφία τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Δυνάμεων, πλὴν τοῦ τῆς Ρωσσίας, ἐπεκαλέσθησαν, εἶναι τοσούτῳ ἀκαταμάχητα, ὥστε εἰς πᾶσαν στιγμὴν, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ ὀργανικὸς νόμος, θὰ ἤρκουν αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, ἵνα ἐξεγείρωσι τὰς δυνάμεις κατὰ τοῦ ἀθεμιτουργήματος, ὅπερ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πειρᾶται ἡ Βουλγαρία κατὰ τῶν Ἑλλήνων. Ἐν ταῖς συζητήσεσι ταύταις, ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ σχεδίου τοῦ ὀργανισμοῦ ἐγένοντο τρεῖς συνεδριάσεις, καὶ τρία ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀλλεπάλληλα σχέδια, κατέληξε δὲ αὕτη εἰς τὸ νῦν ὑπάρχον ἄρθρον 22 τοῦ ὀργανικοῦ νόμου. Κατὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων ὑπεστήριξαν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας νὰ συντηρήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν ὄχι μόνον ἐν τοῖς παιδευτηρίοις, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων πρὸς τὰς ἀρχάς. Τοῦτο δὲ ὡς ἓν τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα οἱ Ἕλληνες εἶχον, καὶ ὅπου ἀκόμη εἶναι μειονότης, ἀρκεῖ ἡ μειονότης αὕτη νὰ ἦναι τὸ τρίτον τῶν κατοίκων τοῦ διαμερίσματος. Λαμβάνω δὲ μίαν ὁμιλίαν ἑνὸς ἀντιπροσώπου, καὶ ὡς τοιαύτην ἐκλέγω τὴν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Αὐστρίας, καὶ ἐξ αὐτῆς ἀναγινώσκω ἓν μέρος, ὅπερ φρονῶ, ὅτι συγκεντρόνει τὰ πλεῖστα τῶν ἐπιχειρημάτων. Ὁ ἀντιπρόσωπος οὗτος ἦτο ὁ κ. δὲ–Κάλαϋ, ὅστις εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 11)23 Νοεμβρίου 1878 ἢ τουρκιστὶ 28 Ζιλκαδὲ ἔτους Ἐγείρας 1295, ὑποστηρίζων ἀπέναντι τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ρωσσίας, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει δικαιώματα ἰσότητος ἐν πᾶσι πρός τε τὴν Βουλγαρικὴν καὶ Τουρκικὴν, εἶπε σὺν ἄλλοις καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Θὰ ἐπέμενον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὅπως ἡ ἑλληνικὴ ἀπολαύσῃ ἴσων δικαίων ὄχι, διότι, ὡς εἶπεν ὁ συνάδελφος τῆς Ἀγγλίας, ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία ἦτο ἐπὶ πολὺν χρόνον ἡ κρατοῦσα ἐνταῦθα, ἀλλὰ, διότι οἱ Ἕλληνες τῆς ἐπαρχίας ταύτης ἐποιήσαντο πνευματικὰς προόδους σοβαρωτέρας, ἢ οἱ γείτονες αὐτῶν Τοῦρκοι καὶ Βούλγαροι. Τὰ σχολεῖα αὐτῶν εἶναι πολυαριθμότερα, διευθύνονται κάλλιον, φοιτῶνται ὑπὸ πλειόνων μαθητῶν, θαμιζόντων πλειότερον, καὶ ἡ παίδευσις παρὰ τοῖς Ἕλλησιν εἶναι μᾶλλον διαδεδομένη. Εἶναι σφάλμα τῆς πρώην διοικήσεως, ἣν κατηγοροῦσιν, ὅτι ἠμπόδιζε τὴν πνευματικὴν πρόοδον τοῦ πληθυσμοῦ, ἂν ἄλλοι λαοὶ ὑπελείφθησαν εἰς τὴν πνευματικὴν πρόοδον; Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα, βεβαιῶ μόνον τὸ γεγονὸς, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀποτελοῦσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ στοιχεῖον πεπολιτισμένον καὶ ἐκπολιτιστικὸν, ὅπερ πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ. Διαφέρει ἐπίσης νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι οἱ Ἕλληνες κρατοῦσιν ἐν ταῖς χερσὶν αὑτῶν τὸ ἐμπόριον τοῦ τόπου τούτου. Ἐξαιροῦντες τὴν γλῶσσαν αὐτῶν τῶν ἐπισήμων γλωσσῶν τῆς ἐπαρχίας, θὰ ἀδικήσωμεν αὐτοὺς καὶ βλάπτοντες τὰ συμφέροντα αὐτῶν, θὰ βλάψωμεν καὶ τὰ τῆς ἐπαρχίας. Ἡ χρῆσις τῶν τριῶν γλωσσῶν παρουσιάζει βεβαίως καὶ δυσκολίας, ἀλλὰ δέον ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν πρακτικὴν νὰ ὁμαλύνῃ τὰς δυσκολίας ταύτας. Προτείνω ὅθεν νὰ τεθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος ἐν τῇ χρήσει τῶν τριῶν γλωσσῶν εἴς τε τὴν ἀνωτέραν διοίκησιν καὶ τὰ δικαστήρια.» Καὶ οὕτω διετυπώθη τὸ νῦν 22 ἄρθρον τοῦ ὀργανικοῦ νόμου τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας. Κατ’ ἀκολουθίαν δὲ τούτου διετυπώθησαν καὶ τὰ ἄλλα ἄρθρα τοῦ ὀργανικοῦ νόμου, διότι ἡ συζήτησις ἐπανελήφθη εἰς τρεῖς συνεδριάσεις. Τὰ ἄρθρα 38, 64, 347–361 καθιέρωσαν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς συντηρήσεως τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἰδιαίτερον καὶ εἰς τὰ σχολεῖα, καθιέρωσαν δὲ καὶ τὴν συντήρησιν τῶν σχολείων, ἅτινα συντηροῦσι κοινότητες θρησκευτικαὶ, οἱασδήποτε φύσεως καὶ ἂν ἦναι ταῦτα. Κατὰ τὰ ῥηθέντα ἄρθρα ὑποχρεοῦται ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις νὰ συντηρήσῃ αὐτὰ καὶ τὴν γλῶσσαν αὐτῶν. Ὅθεν ἔχει πλῆρες δικαίωμα ἡ Ἑλλὰς, καὶ δικαίωμα καὶ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις νὰ ἐγείρωσι φωνὴν κατὰ τῆς βαρβάρου αὐθαιρεσίας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἧς ὁ Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ δείξῃ, ὅτι εἶναι αὐθαιρετώτερος ἢ ἡ τουρκικὴ διοίκησις πρώην, καὶ ὅτι κακὴν ἐλπίδα πολιτισμοῦ καὶ προστασίας τῶν ἐθνικοτήτων εἶχεν ἡ Εὐρώπη, συστήσασα τὰς ἡγεμονίας Βουλγαρίας καὶ Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας. Πρέπει πάντα τὰ μέσα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐξαντλήσῃ, καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι καὶ αἱ Δυνάμεις θὰ συντρέξωσιν αὐτὴν ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, τῆς τοσοῦτον ἀσπλάγχνως καταδιωκομένης ὑπὸ τοῦ Βουλγάρου ἐκείνου, τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ τῆς Βουλγαρίας, καὶ ἐσμὲν βέβαιοι, ὅτι τῇ συνδρομῇ τῶν Δυνάμεων θὰ εὐδοκιμήσωσιν αἱ προσπάθειαι αὐτῆς ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης.
§121ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, νὰ μεταφέρω τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ ἀντικειμένου βεβαίως ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀξίου τῆς μερίμνης αὐτῆς, ὁποῖον ἀνεπτύχθη ὑπὸ τῶν προλαλησάντων, καθ’ ὅσον ἀνάγεται εἰς τὸν καθόλου Ἑλληνισμὸν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, λέγω, ἡ Βουλὴ, νὰ μεταφέρω τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ ἀντικειμένου καθαρῶς ἐσωτερικοῦ, ἀλλ’ ἐπίσης ἀξίου τῆς προσοχῆς καὶ τῆς μερίμνης αὐτῆς. Κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ ἐσχόλαζεν, ἐνηργήθησαν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος δημοτικαὶ ἐκλογαί. Πάντες ἡμεῖς, καὶ οἱ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ οἱ ἐκτὸς αὐτοῦ, ἠκούσαμεν φωνὴν ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τοῦ Κράτους, διαμαρτυρομένην κατὰ τῶν ἐπεμβάσεων τῶν τε τοπικῶν καὶ τῶν κεντρικῶν ἀρχῶν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῶν ἐκλογέων.... (ψιθυρισμοὶ ἐν τῇ δεξιᾷ). Δὲν προδικάζω τὸ ζήτημα, λέγω μόνον, τί ἤκουσα, φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ὀφείλει νὰ κωφεύσῃ· διότι, ἐὰν τῷ ὄντι αἱ ἐπεμβάσεις κατὰ τὰς ἐκλογὰς δὲν ἐγένοντο, εἶναι δίκαιον νὰ κηρύξῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐν πλήρει νομιμότητι αἱ ἐκλογαὶ αὗται διεξήχθησαν· ἐὰν ὅμως ὑπῆρξαν ἀρχαὶ παρανομήσασαι, εἴτε τοπικαὶ, εἴτε ἐν τῇ κεντρικῇ ἐξουσίᾳ, εἶναι ὀρθὸν, καὶ δικαίωμα ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἀνεύρῃ τοὺς ἐνόχους, καὶ νὰ ἐλέγξῃ τὴν διαγωγὴν αὐτῶν. Ἐκ τῶν ἐκλογῶν, Κύριοι, τῶν διεξαχθεισῶν κατὰ τὴν 7ην Ἰουλίου, προεξῆρχε κατὰ τὰς διενεργηθείσας ἐν αὐτῇ παρανομίας, κατὰ τὰ λαβόντα χώραν ἔκθεσμα, κατὰ τὰς λαβούσας χώραν ἀξιοποίνους πράξεις, ἡ ἐκλογὴ ἡ διενεργηθεῖσα ἐν τῷ δήμῳ Κρανίων τῆς Κεφαλληνίας.....
§122ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατὰ τὰ γραφέντα παρ’ ὑμῶν.
§123ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ μόνον τὰ ἀνέγνωσα, δὲν ἔγραψα. Κατὰ δεύτερον λόγον ἔρχονται ἄλλαι, μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, εἶναι ἡ τῆς Κερκύρας, εἶναι ἄλλαι κατὰ τὸ λοιπὸν Κράτος. Σήμερον, Κύριοι, σκοπός μου εἶναι ν’ ἀπευθύνω δύο ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἑτέραν δὲ καὶ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιφυλάσσομαι δὲ, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ζητῶ, ἐὰν ἐκ τούτων πεισθῶ, ὅτι τὰ πάντα διεξήχθησαν καλῶς, νὰ μὴ φέρω βεβαίως τὸν λόγον. Ἐὰν ὅμως ἐκ τούτων προκύπτῃ ὅ,τι ἐγὼ ὑποθέτω, καὶ ὅ,τι τοὐλάχιστον ἐνδεικνύουσι τὰ πράγματα, τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω ἐπὶ τούτων τὸν λόγον. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, ἀναγινώσκων τὴν ἐπερώτησίν μου, ἥτις βεβαίως θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς, καταθέτω αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ μετὰ τὴν προσκόμισιν τῶν ἐγγράφων, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον.
§124ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§125ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Αʹ) Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνος ἕνεκα λόγου ὁ νέος δημαρχικὸς πάρεδρος τοῦ δήμου Κραθῖδος τῶν Καλαβρύτων ἠκύρωσε τὸ προεκδοθὲν πρόγραμμα τοῦ πρώην Δημάρχου τοῦ αὐτοῦ δήμου, τὸ ὁρίζον τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς πρὸς ἐκλογὴν Δημάρχου τὴν 20 Ὀκτωβρίου ἐν Βαλιμῇ, ἥτις εἶχε νομίμως ὁρισθῆ ὡς τόπος ἐκλογῆς, ἀντὶ δὲ τούτων ὥρισε μὲν ἡμέραν ἐκλογῆς τὴν 10 Νοεμβρίου, τόπον δὲ τὸ χωρίον Πλατάνου, ὅπου δὲν εἶναι νομίμως ὡρισμένον ὡς ἐκλογικὸν κατάστημα ὁ αὐτόθι ναός· ἐκ τούτου δὲ προῆλθεν ἀποτέλεσμα νόθον κατὰ τὴν ἐνεργηθεῖσαν ἐκλογὴν, ἀποσχόντων ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης πολλῶν ἐκλογέων. Τί δὲ ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς γενομένης πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀχαϊοήλιδος καὶ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τούτου ἀναφορᾶς τῶν Ξένου Σταθοπούλου, Περικλέους Παπανδρέου, Λουκᾶ Θεοχαροπούλου καὶ Λεωνίδα Πετιμεζᾶ. «Ἐπίσης δὲ παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν μετέβησαν κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην, καὶ ἐψηφοφόρησαν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι: 1) Σωτήριος Σακελλαρόπουλος, καθηγητὴς Γυμνασίου ἐν Ἀθήναις, 2) Βασίλειος Σακελλαρόπουλος, ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, 3) Γεώργιος Α. Κοτᾶς, γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Ζαχόλης, καὶ 4) Ἰωάννης Σχινᾶς, γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Νέας Ἐπιδαύρου. Ἐὰν δὲ οὗτοι αὐτογνωμόνως ἐγκατέλειψαν τὰς θέσεις των πρὸς τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν, ἐὰν ἁρμοδίως κατηγγέλθησαν, ἢ τίς ἄλλη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγένετο ἐνέργεια. «Παρακαλεῖται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ καὶ πᾶν σχετικὸν πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἔγγραφον. «Βʹ) Κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν τελευταίων δημοτικῶν ἐκλογῶν ἐν πλείστοις ἐκλογικοῖς τμήμασιν, ἔλειψαν τὰ ἀναγκαῖα σφαιρίδια, ὅπερ πολλαχοῦ ἐπήνεγκε τὴν διακοπὴν ἢ ἀναβολὴν τῆς ἐκλογῆς· ἐκ τούτου δὲ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων ἐπηρεάσθη. Παρεβιάσθη δὲ καὶ ὁ νόμος, ὁ ὁρίζων τὴν σύγχρονον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Τὸ γεγονὸς δὲ τοῦτο, ἐνδεικνύον ἔνοχον ἀμέλειαν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. «Ὅθεν παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τίνος ἕνεκα λόγου συνέβησαν τὰ ἀνωτέρω, καὶ εἰς ποίαν περὶ τούτου προέβη ἐνέργειαν. «Γʹ) Κατὰ τὴν ἐνεργηθεῖσαν ἐν τῷ δήμῳ Κρανίων Κεφαλληνίας δημοτικὴν ἐκλογὴν τῆς 7 Ἰουλίου ἐ. ἔ. πολλὰ συνέβησαν τὰ ἔκθεσμα καὶ ἀξιόποινα, ἅτινα οὐ μόνον προεκάλεσαν τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων. Ὅθεν παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐκθέσεις τοῦ δικαστικοῦ ἐπόπτου καὶ τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην, ὡς καὶ πᾶν σχετικὸν ἔγγραφον τῶν ἁρμοδίων διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν ἀρχῶν, ἀφορῶν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν πρὸ τῆς ἐκλογῆς, τῶν κατὰ τὴν ἐκλογὴν, καὶ τῶν μετ’ αὐτὴν, καὶ τὴν κατόπιν διαταχθεῖσαν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν ἐν τῷ αὐτῷ δήμῳ.»
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ νομοσχέδια: αʹ) Περὶ τῶν διὰ τοῦ νόμου ᾼϠΛΑʹ τῆς 21 Μαρτίου 1891 ψηφισθεισῶν ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1891, καὶ βʹ) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 48,368.55 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1891).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ καπνοῦ ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Μαυροκέφαλος.
§128ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν δημοτικὴν φορολογίαν τῶν δήμων Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης......
§129ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη ἐκεῖ.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας κτλ. τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ καὶ τουμπεκίου. Ὁ κ. Στεφάνου ἔχει τὸν λόγον.
§131ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§132ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· νὰ ὁμιλήσουν οἱ κύριοι.
§133Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ γευθῶμεν τοὐλάχιστον.
§134ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυνάμεθα ν’ ἀκούσωμεν ἑνὸς τῶν ῥητόρων ἀκόμη.
§135Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ, ἐὰν πρόκηται νὰ παραταθῇ ἐπὶ πολὺ ἡ συνεδρίασις, νὰ διακόψωμεν.
§136ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· ἑνὸς ῥήτορος ν’ ἀκούσωμεν.
§137ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Ἐγὼ διὰ μακρῶν θὰ ὁμιλήσω.
§138ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καλά· τότε αὔριον.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ.