1890.03.20
2,512 rows · 19,920 words · 98 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
Τῆς 20 Μαρτίου 1890.
(Τρίτη)
Ὥρα 5 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΚΑΪΡΗΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ συμπολίτου μου Σταματίου Ὑδραίου, ἵνα παραπεμφθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐπανορθώσῃ ἓν ἀδίκημα, γενόμενον εἰς αὐτὸν, διὰ νόμου. Κατὰ τὸ 1880 εἶχεν ὑπόθεσιν ἐκκρεμῆ ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν· συνεζητήθη αὕτη καὶ ἐδημοσιεύθη, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις ἐβράδυνε νὰ καθαρογραφῇ. Ἐν τῷ μεταξὺ μετετέθη ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, μετετέθησαν καὶ ὅλοι οἱ δικασταὶ, οἱ λαβόντες μέρος κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἔκτοτε ἐστάθη ἀδύνατον ἡ ἀπόφασις αὕτη, καίπερ θεωρηθεῖσα παρὰ τοῦ εἰσηγητοῦ, νὰ ὑπογραφῇ, καὶ δὲν δύναται ὁ ἐνδιαφερόμενος νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἐγένοντο πολλαὶ ἀπόπειραι, ὅπως ὑπογραφῇ ἡ ἀπόφασις παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, ἢ παρ’ ἑνὸς τῶν δικαστῶν, τῶν λαβόντων μέρος κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον. Ἡ ἀπόφασις ἐδημοσιεύθη νομίμως, ὑφίσταται δ’ ἀνάγκη καὶ νὰ ὑπογραφῇ· ἀλλ’ ἐὰν οἱ ἁρμόδιοι ἀρνοῦνται τὴν ὑπογραφὴν, τότε εἶναι ἀνάγκη ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ τάχιστα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, συμπληροῦν τὴν σχετικὴν διάταξιν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καθ’ ἣν νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν διάδοχον Πρόεδρον ἡ ὑπογραφὴ τοιούτων ἀνυπογράφων ἀποφάσεων. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ νὰ συστηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ὅπως φροντίσῃ περὶ τῆς θεραπείας, εἴτε ὑποδεικνύων εἰς τὸν νῦν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τότε Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἀπόφασιν, εἴτε εἰσάγων τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὡς προεῖπον, πρὸς ἐπανόρθωσιν τῆς παρούσης ἀνάγκης, καὶ πρὸς θεραπείαν τοιούτων ἐν τῷ μέλλοντι.
§2ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις καθ’ ἑκάστην αὐξάνει, ἐνῷ ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως καθ’ ἑκάστην βραδύνει. Εἶναι δύο ἀντίθετα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπολήξωσιν εἰς τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἀφ’ ἑτέρου παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχουσι νομοσχέδιά τινα εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλω, ἐὰν θὰ δυνηθῶσι πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν νὰ συζητηθῶσιν, ἐνῷ τὰ θεωρῶ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐν συντόμῳ θέλω ἐκθέσει. Πρῶτον εἶναι ἡ πίστωσις τῶν 200,000 δραχμῶν πρὸς περίθαλψιν τῶν Κρητῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ προηγουμένη πίστωσις ἐξηντλήθη, καὶ ἐὰν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας δὲν συζητηθῇ, ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου θὰ ματαιωθῇ, θὰ ἐπέλθῃ δὲ μεγάλη στενοχωρία εἰς τοὺς πρόσφυγας. Δεύτερον, τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ βεβλαμμένου σταφιδοκάρπου ἀποβλέπει εἰς μίαν ἀνάγκην ἀνεγνωρισμένην, καὶ δὲν θὰ ἔχῃ μακρὰν συζήτησιν, ὥστε νὰ παρεμποδίσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Τρίτον εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως, τὸ ἀποβλέπον εἰς τὰ δείγματα τῶν ἐμπορευμάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποστολῆς ὁσημέραι γίνεται ἐπαισθητὴ, ὁρίζεται δὲ ἡμέρα ἐνάρξεως διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ 1 Ἀπριλίου. Ὥστε εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ τελειώσωσι. Θὰ μὲ συγχωρήσητε, ἐὰν ἐγκριθῇ ἡ παράκλησίς μου, νὰ παρακαλέσω καὶ διὰ τὸ νομοσχέδιον ὑπὲρ τῶν χρηματικῶν βοηθημάτων, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἔχει σκοπὸν λίαν φιλάνθρωπον καὶ εὐεργετικὸν, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω, διὰ ποῖον λόγον ἀπειλεῖται νὰ ματαιωθῇ, ἐνῷ οὐδεμία ἀντίῤῥησις ὑπάρχει. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν, τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, ἐπειδὴ εἶναι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, νὰ προταχθῶσι, καὶ ἔπειτα ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς ἂς προχωρήσῃ ὅπως ἐγκρίνει ἡ πλειονοψηφία.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς, ὡς λέγει, προτείνει τοῦτο ἀτομικῶς· ὥστε δὲν χρησιμεύει ἡ πρότασις εἰς συνεννόησιν. Ἐὰν ὑπάρχῃ διάθεσις, ὅπως κοινῇ συναινέσει Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως ταχθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρῶτον τὰ παρ’ ἁπάντων κρινόμενα ὡς ψηφιστέα πρὸ τῶν διακοπῶν, εἴμεθα πρόθυμοι ἡμεῖς, ὅπως εἰσέλθωμεν εἰς τοιαύτην συνεννόησιν· ἐὰν ὅμως τοιαύτη διάθεσις δὲν ὑπάρχῃ, πρέπει νὰ προβῶμεν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καθ’ ἣν ἔχουσι τὰ ἐν αὐτῇ σειρὰν, καὶ ἣν κατηρτίσαμεν, προσπαθήσαντες ν’ ἀνταποκριθῶμεν πρὸς τὰς ὑποτιθεμένας ἰδέας τῆς ὁλομελείας.
§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ δεύτερον εἶναι τὸ πρακτικώτερον.
§5ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Πρὸ πολλῶν μηνῶν κατηγγέλθη ὁ μηχανικὸς Γράβαρης διὰ διαφόρους ἐγκληματικὰς πράξεις, ἀλλ’ οὐδὲν ἐνηργήθη μέχρι τοῦδε. Μοὶ ἐστάλη ἀναφορὰ ἐκ Καλαμῶν πολιτῶν, παραπονουμένων διὰ τοῦτο, τὴν ὁποίαν καταθέτω, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Καλαμῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν αὐτοῦ καὶ διατάξῃ τὰ τοῦ νόμου, ἀνακοινώσῃ δι’ ἡμῖν τὴν περὶ τούτου ἐνέργειαν, ἐὰν ἀληθεύωσιν ὅσα ἀπευθύνονται πρὸς ἐμέ. Οἱ τηλεγραφοῦντες παραπονοῦνται, ὅτι ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἐνετείλατο τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς ἐπαρχίας, οἱ δὲ ἀπαριθμηταὶ καταθλίβουσι τοὺς κατοίκους. Ἡ καταγγελλομένη πρᾶξις εἶναι σοβαρά, ἐὰν δ’ ἐγένετο ἔχει ἐκλογικὸν λόγον, ἵνα ἐνσπείρῃ τὸν τρόμον εἰς τοὺς πολίτας. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπρόσεξεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος, καὶ ἂν ἐπιθυμῇ νὰ τὸ καταθέσω, διὰ νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν ἀπάντησιν καὶ τὰς δεούσας διαταγὰς περὶ τῶν νομίμων ἐνεργειῶν τῶν ἐκεῖ ἀρχῶν. Τὸν παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ τοῦτο.
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καταθέσατέ το.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχῃ σκοπὸν νὰ ἐνασχοληθῇ ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο, καὶ ἔχει σκοπὸν νὰ μεταχειρισθῇ πάντα τὰ μέσα πρὸς ἀποκλεισμόν μου, περὶ οὗ ἀδιαφορῶ, νομίζω τοὐλάχιστον, ὅτι ἐπὶ ὅσων δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν ἐν Μεσσηνίᾳ κατάστασιν, ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησίν του, θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ προσαγάγῃ ὅ,τι ἐγὼ ἐζήτησα, δηλαδὴ καταστάσεις τινὰς, σχετικὰς πρὸς τὰ λαμβάνοντα χώραν εἰς τὸ Ἀρβυλοποιεῖον Πειραιῶς. Ἀληθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε καταστάσεις τοιαύτας, ἀλλ’ ἦσαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον συντεταγμέναι, ὥστε εἶναι δύσκολον καὶ εἰς τοὺς εἰδικῶς ἀσχολουμένους περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ν’ ἀποδείξουν τὸ θέμα, περὶ οὗ πρόκειται. Δύναταί τις, ἐὰν προσέξῃ πολὺ, νὰ εὑρεθῇ ἐπὶ τῶν ἰχνῶν τῆς κατηγορίας, ἥτις πρόκειται ν’ ἀπευθυνθῇ, ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο ἐκ τῶν κατατεθέντων καταστάσεων δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῇ πλῆρες εἰς τοὺς μὴ εἰδικοὺς περὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν τοιούτων, ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιθυμῇ, ὅπως καὶ ἐγὼ, νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ἰδέα, ὅτι γίνονται καταχρήσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὸ ὁποῖον διευθύνει, τοῦ δημοσίου χρήματος, θὰ θελήσῃ αὐτὴν τὴν φορὰν νὰ καταθέσῃ τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ζητῶ. Δὲν θὰ δυσκολευθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι νομίζω, ὅτι ὑπέδειξεν ὁμιλῶν, ὅτι δύναται νὰ καταθέσῃ αὐτὰ, διότι μελετήσας καὶ ὁ ἴδιος, φαίνεται, τὰς καταστάσεις, κατενόησεν, ὅτι συνετάχθησαν κατὰ τρόπον ἐπισκοτίζοντα τὸ πρᾶγμα· εἶχεν ἀνάγκη νὰ καλύψῃ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τοῦτο ὡμίλησε κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἠκούσατε. Πιστεύω τοὐλάχιστον, ὅτι θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζω τὴν κατάθεσιν τῶν καταστάσεων.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς εἶπον, πᾶσα ζητουμένη πληροφορία, ἐφ’ ὅσον ἦναι ἐφικτὸν, δίδεται. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ κώλυμά τι εἰς τὴν προσαγωγὴν τῶν βιβλίων, διότι ἀγνοῶ, τίς ἡ κατάστασις αὐτῶν καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ μετακινηθῶσιν εὐκόλως. Ἀφοῦ ἐξετάσω τὰ περὶ τούτου, θέλω ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως ὑπαγορεύσῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς αἰτήσεως. Ἐπίσης καὶ περὶ τοῦ τηλεγραφήματος, ἐὰν σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, θέλω φροντίσει, ἵνα ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα, ὅπως πάντοτε ἐφρόντισα ἐπὶ πάσης ἐγγράφου ἐπερωτήσεως, διότι τῶν ἐπερωτήσεων τῶν μὴ διατυπουμένων ἐγγράφως δὲν δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ, ὅτι ἀντιλαμβάνομαι ἀκριβῶς ἢ ὅτι τὰς ἐνθυμοῦμαι. Ὀφείλω ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀφορῶσαν εἰς τὸν ἀνθυπομοίραρχον Δημοσθένην Πανταζόπουλον. Εἶχεν ἐρωτήσει ὁ κ. Βουλευτὴς, πόσοι φυγόποινοι καὶ φυγόδικοι εἶχον συλληφθῆ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ εἰρημένου ἀνθυπομοιράρχου ἐν Μεσσήνῃ. Ἔλαβον τηλεγράφημα περὶ τούτου, καθ’ ὃ ἀπὸ 12 Μαρτίου τρέχοντος συνελήφθησαν φυγόδικοι 23 καὶ φυγόποινοι 6. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Προεδρεῖον. Εἶχεν ἐρωτήσει προσέτι ὁ κ. Βουλευτὴς, διὰ τίνας λόγους μετετέθη ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος. Μετετέθη ἀποκλειστικῶς ἐκ λόγων ὑπηρεσίας, ἡ ὁριστικὴ δὲ μετάθεσίς του ἐγένετο εἰς Κυπαρισσίαν, ὅπου ἦτο ἀναγκαία ἡ παρουσία ἀξιωματικοῦ ἱκανοῦ. Ἀλλὰ τὰ περὶ τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἰς μόνην τὴν διοίκησιν ἀφορῶσιν.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι τὰς ἐπερωτήσεις δέχεται μόνον ἐν σημειώματι, πάντοτε ὅλας τὰς ἐπερωτήσεις μου τὰς ὑπέβαλλον ἐγγράφως. Δὲν ἔχει ὅθεν δίκαιον. Τὸ ὑποβληθὲν ἔγγραφον ὡς πρὸς τὴν μετάθεσιν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου εἶναι καθαρῶς τυπικὸν, διότι οὐδεὶς λόγος ἐκτάκτου ὑπηρεσίας προεκάλεσε τὴν εἰς Κυπαρισσίαν μετάθεσιν τοῦ εἰρημένου ἀνθυπομοιράρχου, διότι ἐν Κυπαρισσίᾳ ἡ τάξις δὲν διεταράχθη καὶ οἱ ἐκεῖθεν Βουλευταὶ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων οὐδὲν ἔκαμον ποτὲ παράπονον περὶ ἀνωμάλου αὐτόθι καταστάσεως, ἐνῷ ἐν Μεσσήνῃ ἦτο ἀναγκαία ἡ παρουσία τοῦ ἀξιωματικοῦ, διότι ἐκεῖ πάντοτε γίνονται ἀταξίαι, φόνοι, διαπληκτισμοί, ἀπαγωγαὶ, καὶ δὲν εἶναι ἀσφαλὲς, οὐδὲ ὀρθὸν, οὐδὲ δίκαιον, νὰ διοικῆται ἡ Ὑπομοιραρχία αὕτη ὑπὸ ὑπαξιωματικοῦ, δυναμένου, ὡς ἐκ τοῦ βαθμοῦ του, νὰ ἐπηρεασθῇ ἐξ ὑποσχέσεων. Πολιτικὸς, φαίνεται, λόγος ἀπῄτει νὰ διευθύνῃ τὴν Ὑπομοιραρχίαν ὁπλίτης, τοῦ ὁποίου ὁ βαθμὸς παρέχει τὴν εὐκολίαν νὰ παρανομῇ κατὰ τρόπον πρωτάκουστον, νὰ μὴ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, νὰ εὐχαριστῇ δὲ τοὺς κομματάρχας, ὅπως κατορθωθῇ ἡ μεταβολὴ τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν κομματικῶν πεποιθήσεων τῶν πολιτῶν. Ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀντὶ τοῦ μετατεθέντος ἀξιωματικοῦ, νὰ τοποθετήσῃ εἰς Μεσσήνην ἄλλον ἀξιωματικὸν ἀξιοπρεπῆ, γνωστὸν διὰ τὴν εἰλικρινῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του· ἀλλὰ τὸ σχέδιον πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ πλῆρες. Δὲν ἀρκεῖσθε ὅτι προσπαθεῖτε ἐκεῖ τοὺς διαφόρους πολιτευομένους ν’ ἀπομακρύνητε τοῦ ἀγῶνος, ὅπως μὴ καταρτισθῇ συνδυασμὸς ἀντίθετος τοῦ μικτοῦ, ὑποσχόμενοι πρὸς αὐτοὺς διὰ τοῦ Νομάρχου καὶ τῶν ἄλλων φίλων σας ἀμοιβὰς, πολλὰς τῶν ὁποίων μετὰ τὴν ἐκλογὴν θ’ ἀφαιρέσητε καὶ πάλιν, ἢ δὲν θὰ πραγματοποιήσητε· δὲν ἀρκεῖσθε εἰς ταῦτα, ἀλλὰ, φοβούμενοι ὅτι δὲν θὰ δυνηθῆτε καὶ οὕτω νὰ ἐπιβληθῆτε, ἀπομακρύνετε τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ἐντίμως ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των, ὅπως ἐπιβληθῆτε διὰ τοῦ τρόμου! Σᾶς προκαλῶ νὰ ἐφαρμόσητε τὸ πρόγραμμά σας μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἐπιμονῆς, σᾶς προκαλῶ δὲ μετὰ τοῦ θάῤῥους ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸν παλληκαρισμὸν ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὑμᾶς, νὰ ἐφαρμόσητε τὸ πρόγραμμα ὑμῶν δι’ ὅλης τῆς δυνάμεώς σας, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θέλετε ἐπιτύχει· ἐγὼ δὲ δὲν θέλω παραπονεθῇ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου διὰ τὰ ὄργιά σας ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου σας.
§11ΜΠΑΣΙΑΣ. Δι’ ὅλους τοιοῦτον πρόγραμα ὑπάρχει.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύναται νὰ ἦναι ἀκριβὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, παρὰ τὰ κατ’ ἐμαυτόν. Ἤδη ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, τὴν ἀφορῶσαν τὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ἀρβυλοποιείου. Τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ζητῶ, γνωρίζω, ὅτι δυνατὸν νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Περιμένω νὰ ἴδω, ἐὰν θὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἄλλως θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ὁμιλήσω μὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔχω, διότι καὶ μὲ αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδῃ τὸ φῶς ἡ κατηγορία, καὶ νὰ γίνῃ καταφανὴς ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ὑπαινίσσονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἔδωσαν τὴν πληροφορίαν. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις, διότι οὕτως εἶναι συντεταγμένη ἡ κατάστασις, διὰ τοῦτο δὲν συζητῶ τὴν ἐπερώτησίν μου, διὰ νὰ μὴ δώσω τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὲ ἀναιρέσῃ. Καταθέτω κατὰ συνέπειαν καὶ τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην καὶ τὸ τηλεγράφημα. Δηλῶ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τοιούτου χαρακτῆρος εἶναι ὁ Μεσσηνιακὸς λαὸς, ὥστε ἡ πίεσις, ἡ παρανομία τὸν δεσμεύει περισσότερον μὲ τὸν ἀδικούμενον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ καταβάλῃ πάσας τὰς δυνάμεις αὐτοῦ εἰς εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου του πρὸς ἀποκλεισμόν μου, διότι ἐκ τούτου ἐγὼ θὰ ἀντλήσω τὴν δύναμιν τῆς νίκης.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΑΡΠΘʹ τῆς 19 Ἀπριλίου 1884 καὶ ΑΣΖʹ τῆς 17 Ἰουλίου 1885 περὶ τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 47).
§15ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριοι, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἔδιδον σπουδαιότητα εἰς τὴν ὑπόθεσιν μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Κυβέρνησις. Ἐλπίζω, ὅτι τὴν φορὰν ταύτην θὰ ἔχω ἀπάντησιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ συμφέρον ἔχει ν’ ἀπαντήσῃ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ ἀπαντήσεως ἐπὶ τῶν γενομένων παρ’ ἐμοῦ ἐπερωτήσεων, καίτοι δὲ δὲν ἔλαβον μέχρι τοῦδε τὰς ζητηθείσας πληροφορίας, οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἐπιτύχω τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προεθέμην, καὶ ἄνευ τῆς προσαγωγῆς, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐλπίζω. Οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων τοῦ ἔτους 1889, τοὐλάχιστον τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας,—καὶ πιστεύω ὅτι τοῦτο θὰ συνέβη καὶ εἰς τὸ λοιπὸν Κράτος, —ἐπεκυρώθησαν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1888, ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, ὡρίσθη ἐν αὐτοῖς ἡ ὀφειλομένη ὑπὸ ἑκάστου εἰσφορὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐγένοντο ὁριστικοὶ καὶ τελεσίδικοι, καὶ δυνάμει τῶν προϋπολογισμῶν ἐκείνων προέβησαν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοτικῶν ὑποθέσεων, δαπανῶντες ἀναλόγως ἕκαστος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὸ τέλος τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1889, ἤτοι πρὸς τὸ τέλος τῆς διαχειρίσεως, κοινοποιεῖται ὑπὸ τοῦ κ. Νομάρχου ἡ ἑξῆς διαταγὴ ὑπ’ ἀριθ. 3778 (ἀναγινώσκει): «Ὁ Νομάρχης Κεφαλληνίας πρὸς τὸν κ. Δήμαρχον κτλ. «Συμφώνως πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 7912 ἀπὸ 4 ἱσταμένου ἐπισημειωτικὴν διαταγὴν τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργείου, γνωρίζω ὑμῖν, ὅτι ἡ εἰσφορὰ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὡρίσθη εἰς δραχμὰς 2930 διὰ τὸ τρέχον ἔτος τοῦ ὑμετέρου δήμου. «Ἀργοστόλιον, 11 Σεπτεμβρίου 1889. «Ὁ Νομαρχῶν ΣΤΡΙΦΤΟΜΠΟΛΑΣ». Τοῦτο πληροφορηθεὶς, ἀπηύθυνα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν κατὰ τὴν 5 Δεκεμβρίου 1889: «Εἰς ποῖον νόμον στηριχθεὶς (ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς) ἀνεβίβασε κατὰ τὴν 11 Σεπτεμβρίου 1889 τὴν εἰσφορὰν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ δήμου Ἄνω Λειβαθοῦς ἐκ δραχμῶν 4,000 εἰς 5,178; Καὶ ἂν ἔπραξε τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς δήμους τοῦ Κράτους». Ἀνέπτυξα δὲ καὶ τὴν ἐπερώτησίν μου, στηριχθεὶς ἐπὶ τῶν γενομένων διὰ τὸν δῆμον τοῦτον, διότι παρ’ ἐκείνου τοῦ Δημάρχου εἶχον λάβει τὴν πληροφορίαν, καὶ δὲν ἐγνώριζον, ἐὰν ἐπράχθη τοῦτο καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς δήμους. Ὡς βλέπετε, διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐκείνης προέβαλον τρία τινά· πρῶτον, ἐζήτησα νὰ πεισθῶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν λανθάνωμαι, μεμφόμενος αὐτὴν δι’ ὅσα ἔπραξε, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν παρανομεῖ, ὅπερ κατὰ τὴν ἰδέαν μου ἔπραξε διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς εἰσφορᾶς· κατὰ δεύτερον λόγον, προεθέμην νὰ πληροφορηθῶ, ἐὰν τὸ μέτρον ἐλήφθη γενικῶς δι’ ὅλους τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, ἢ μόνον περιωρίσθη εἰς τοὺς δήμους Κεφαλληνίας· καὶ τρίτον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐστηρίχθη εἰς νόμον ὡρισμένον, ἢ ἐὰν αὐθαιρέτως καὶ κατ’ ἰδίαν βούλησιν ἐκανόνισε τὰ τῆς εἰσφορᾶς. Συμφέρον βεβαίως ἡ Κυβέρνησις εἶχε ν’ ἀπαντήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἀπήντησεν· ἐγὼ δὲ δὲν εἶχον ἐπανέλθει εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, διότι εἶχον πληροφορηθῆ, ὅτι ὁ ταμίας δὲν ἀπῄτησε τὴν καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τῆς προστεθείσης εἰσφορᾶς· ἀλλὰ κατὰ τὰ τέλη Φεβρουαρίου ἐπληροφορήθην, ὅτι ὅ,τι δὲν ἔπραξε κατὰ τὸ 1889 τὸ πράττει κατὰ τὸ 1890 καὶ κρατεῖ τὰ ἔσοδα τοῦ δήμου, τὰ ὁποῖα εἶχον οὗτοι δαπανήσει δυνάμει τοῦ ὁριστικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὡς ἐκ τούτου ὑπεχρεώθην νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐπερώτησίν μου κατὰ τὴν 10 Μαρτίου, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ ποίου νόμου ἐστηρίχθη ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, διατάξας δι’ ἐγκυκλίου του τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου 1889 τὴν αὔξησιν τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων τῆς νήσου Κεφαλληνίας ἢ καὶ ἄλλων δήμων τοῦ Κράτους, τῆς ὁρισθείσης διὰ τῶν κατὰ τὸ 1888 ψηφισθέντων καὶ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου ἐγκριθέντων προϋπολογισμῶν τοῦ 1889 τῶν δήμων; Τὸ ληφθὲν μέτρον ἀφορᾷ ὅλους τοὺς δήμους τοῦ Κράτους; Ἐὰν οὐχὶ, παρακαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ πίνακα τῶν δήμων, ἐφ’ ὧν ἐφηρμόσθη. Ἐλήφθη εἰς τὴν αὔξησιν ὡς κανὼν ὡρισμένον ποσὸν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἢ αὐθαιρέτως καὶ ἀπροσδιορίστως ἐγένετο ἡ αὔξησις;» Δυστυχῶς ἀπάντησιν οὐδεμίαν ἔλαβον, οὐδὲ πληροφορίαι μοὶ ἐδίδοντο, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔλαβε χώραν τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο τῆς διαλογικῆς συζητήσεως μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας εἶχον προσθέσει καὶ τὰ ἑξῆς: «Νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Νομάρχης Κεφαλληνίας, δυνάμει ποίας ὑπουργικῆς διαταγῆς διέταξε τὸν ταμίαν νὰ κρατήσῃ ἀνωτέραν εἰσφορὰν τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγκριθείσης. Νὰ προσαχθῇ ἀντίγραφον τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων Ἄσσου καὶ Ἄνω Λειβαθοῦς καὶ τὰ ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου ὑπάρχοντα ἔγγραφα περὶ τῶν μεταβολῶν, αἵτινες ἐπηνέχθησαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν εἰρημένων δήμων». Ἐζήτησα τότε τὴν προσαγωγὴν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων, διότι εἰς τὸ πραγματικὸν ζήτημα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθησαν, ὅτι λανθάνομαι ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων τῶν ἀναφερομένων παρ’ ἐμοῦ δήμων· ὡς ἐκ τούτου ὑπεχρεώθην νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ προσαγάγῃ καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς, εὐελπιζόμην δὲ, ὅτι δὲν ἤθελε περιορισθῇ εἰς τὴν προσαγωγὴν τῶν προϋπολογισμῶν, καὶ ὅτι ἤθελε δώσει καὶ τὰς λοιπὰς ζητηθείσας πληροφορίας· ἀλλὰ εἰς μάτην, διότι προσήγαγε μόνον τοὺς προϋπολογισμοὺς, οὓς καὶ ἀνέγνωσε διὰ φωνῆς ἐντόνου καὶ ἠχηρᾶς, ἵνα καταδείξῃ, ὅτι ἐλανθάσθην εἰς τὸν περὶ ἐσόδων ἰσχυρισμόν μου, ἐπαναπαυθεὶς εἰς τὸν θρίαμβον τοῦτον. Ἠρώτησα, ἂν θὰ δώσῃ τὰς λοιπὰς πληροφορίας, ἀλλ’ οὐδὲν ἀπήντησε, διότι οὐδὲν δύναται ν’ ἀπαντήσῃ. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην πλειοτέρων πληροφοριῶν, ἵνα καταδείξω, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι παράνομος καὶ αὐθαίρετος, ὅτι προσβάλλει ἀμέσως τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν δήμων, καὶ ὅτι ὅσα διεπράχθησαν λαμβάνουσιν ἐκ τῆς σιωπῆς των χαρακτῆρα βαρύν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι τοῦτο συνέβη, διότι ἴσως δὲν ἐνέκυψεν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος· φρονῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν παρακολουθήσῃ τὰς παρατηρήσεις μου, δὲν δύναται ἢ νὰ διαγνώσῃ ὅ,τι ἔπραξε, καὶ ὅτι ἡ διόρθωσις θὰ ἦναι γενικὴ, ἐὰν τὸ ἀδίκημα ἦναι γενικόν. Ἐὰν ὅμως ἐγένετο μόνον ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἢ εἴς τινας μόνον δήμους, τότε τὸ πρᾶγμα λαμβάνει χαρακτηρισμὸν βαρύτερον· διότι, ἐὰν ἐλήφθη μέτρον γενικὸν δι’ ὅλους τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, ὅτι προῆλθεν ἐκ παρερμηνείας τοῦ νόμου, ἀλλὰ περιοριζομένης τῆς τοιαύτης ἐνεργείας εἰς ὡρισμένα μέρη τοῦ Κράτους, ἡ Κυβέρνησις δεικνύει διαθέσεις οὐ μόνον παρανομίας καὶ ἀδικίας, ἀλλὰ καὶ ἀνηκούστου φατριασμοῦ. Τὸ πρῶτον ζήτημα, ἐφ’ οὗ ἐπεκαλέσθην τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, ἐὰν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ ἐγκριθεὶς προϋπολογισμὸς ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, καὶ ἡ ὁρισθεῖα παρ’ αὐτοῦ εἰσφορὰ δὲν ἦτο πᾶσα ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τοῦ νόμου, δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ θίξῃ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἐπὶ τίνος νόμου στηριζομένη, ἤθελε πράξει τοῦτο. Τοῦτο παρεκάλεσα καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ ὑποδείξῃ, διότι, προστρέχων εἰς τὸν εἰδικὸν νόμον περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀνευρίσκω, ὅτι «ἡ κατὰ τὴν παράγραφον βʹ τοῦ ἄρθρου 2 εἰσφορὰ ἐκ τῶν ταμείων τῶν δήμων τοῦ Κράτους προσδιορίζεται ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἑκάστου ἔτους ἐν τῇ ἐγκρινούσῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων ἀποφάσει τοῦ ἁρμοδίου Νομάρχου». Κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον, ὁ Νομάρχης ὑποχρεοῦται νὰ ἐγκρίνῃ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποποιεῖται, ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους· γνωρίζετε δὲ, ὅτι διὰ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡρμηνεύθη, ὅτι ὁ Νομάρχης δικαιοῦται νὰ προσθέσῃ καὶ ν’ ἀφαιρέσῃ δαπάνας, εἰς τὸν Νομάρχην δὲ ἐδόθη καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ τὴν εἰσφορὰν τῶν δήμων, τὴν ὀφειλομένην εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἐὰν δὲ ἡ παρὰ τούτου ὁρισθεῖσα δὲν ᾖναι δικαία καὶ ἀνάλογος, δικαιοῦται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ φέρῃ ἔφεσιν κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου, ἐὰν δὲ σιωπήσῃ καὶ παρέλθῃ ἡ πρὸς τοῦτο προθεσμία, ὁ προϋπολογισμὸς καθίσταται ὁριστικὸς καὶ δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ, τὴν δ’ ἔφεσιν, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ Νομαρχιακῶν Συμβουλίων, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἰσάγει οὐχὶ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον ἀποκλείεται, δυνάμει τῶν ὑφισταμένων νόμων, καθ’ ὁλοκληρίαν πάσης ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δήμων δικαιοδοσίας, μόνον δὲ ἐπιφυλάσσει ὁ νόμος εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίζῃ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Νομάρχου, ὁσάκις πρόκηται περὶ δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν ἀγροτικῆς ἢ τοπικῆς ἀστυνομίας. Ὥστε καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐξαιρέσεως καταφαίνεται ἀριδήλως, ὅτι ὁ νομοθέτης προέθετο ν’ ἀποκλείσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν πᾶσαν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν εἰς τὰ ἀφορῶντα τοὺς ἐγκριθέντας τῶν δήμων προϋπολογισμούς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἔρευνα τοῦ ζητήματος μᾶς καταδεικνύει, ὅτι ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις εἶναι προφανὴς παραβίασις τῶν ἀναμφισβητήτων διατάξεων τοῦ νόμου, καὶ ἕνεκεν ταύτης καὶ μόνης ὀρθῶς ἐχαρακτηρίσθη ὡς παράνομος ἡ πρᾶξις, καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὴν καὶ νὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς Δημάρχους τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρανόμως ἐκράτησε· διότι, ἂν παραδέχηται ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην μου, — καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται ἢ νὰ τὴν παραδεχθῇ, διότι στηρίζεται ἐπὶ τοῦ σαφοῦς γράμματος τοῦ νόμου, — δὲν δύναται ἢ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην, κατὰ τὸν ποινικόν μας νόμον, ὡς ἀφαίρεσιν περιουσίας, βίᾳ γενομένην. Μετὰ τὴν ἔρευναν τοῦ νομικοῦ ζητήματος, ἂς μεταβῶμεν εἰς τὸ πραγματικὸν ζήτημα καὶ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδικαιοῦτο καὶ μετὰ τὴν ἔγκρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 2. Εἰς τὸ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον συνιστώμενον ταμεῖον χορηγοῦνται οἱ ἑξῆς πόροι.... (ἐδάφιον βʹ) «Εἰσφορὰ ἐκ τῶν ταμείων τῶν δήμων τοῦ Κράτους, ἴση πρὸς δραχμὴν μίαν καθ’ ἑκάστην ψυχὴν τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ τῶν δημοτῶν ἑκάστου δήμου, τοῦ βεβαιουμένου διὰ τῆς ἰσχυούσης ἐπισήμου ἀπογραφῆς». Λοιπὸν διὰ τοῦ βʹ ἐδαφίου καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ, ὅτι δὲν δύναται ἡ εἰσφορὰ νὰ ὑπερβῇ τὸν πληθυσμὸν τοῦ δήμου, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναλογισθῇ πλέον τῆς μιᾶς δραχμῆς καθ’ ἑκάστην ψυχήν. Ἐπειδὴ ὅμως προέβλεψεν ὁ νομοθέτης, ὅτι πιθανὸν νὰ ὦσι καὶ ἄποροι δῆμοι, ἔχοντες εἰσόδημα ἴσον ἢ καὶ μικρότερον τοῦ πληθυσμοῦ των, καὶ ἑπομένως νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τούτων ὅλον τὸ εἰσόδημα, διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου θέτει τὸν ἑξῆς περιορισμὸν (ἀναγινώσκει): «Ἡ εἰσφορὰ αὕτη οὐδέποτε ἐπιβάλλεται ἀνωτέρα τῶν πεντήκοντα, ἢ κατωτέρα τῶν δεκαπέντε ἑκατοστῶν τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἐν γένει ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων εἰσοδημάτων τοῦ σχετικοῦ ἔτους, τῶν κατατασσομένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἑκάστου δήμου, πάντοτε ὅμως εἰς ὅρον, ἀφίνοντα δι’ ἕκαστον δῆμον ἐκ τῶν προϋπολογιζομένων εἰσοδημάτων αὐτοῦ ἀπηλλαγμένον τῆς εἰσφορᾶς ποσὸν δραχμῶν 2,000.» Λοιπόν, ἐὰν ἡ πρώτη βάσις τῆς εἰσφορᾶς ἀφαιρῇ πλέον τοῦ ὅ,τι πρέπει νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ δήμου καὶ καθιστᾷ τὸν δῆμον ἀνίκανον νὰ ὑπάρξῃ, διὰ τοῦ ἑπομένου ὅμως περιορισμοῦ ἡ εἰσφορὰ περιορίζεται εἰς βαθμὸν οὐχὶ κατώτερον τῶν 15% καὶ οὐχὶ ἀνώτερον τῶν 50%. Πάντοτε ὅμως κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν πρέπει νὰ μείνωσι 2,000 ἀπηλλαγμέναι πάσης εἰσφορᾶς. Ἐπὶ τούτου, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅστις καὶ εἰσήγαγε τὸν νόμον καὶ τὸν ὑπεστήριξεν ἐν τῇ Βουλῇ. Λάβετε δὲ, Κύριοι, ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ εἰσφέρῃ τὸ ὅλον ἔσοδον τῶν δήμων, ἀλλὰ μόνον τὰ εἰσοδήματα τὰ ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων. Μάλιστα τὸ ἀρχικῶς εἰσαχθὲν νομοσχέδιον περιελάμβανε τὴν λέξιν «εἰσοδημάτων», καὶ κατόπιν, γενομένης συζητήσεως, μετεῤῥυθμίσθη ἡ διάταξις ἐκείνη καὶ περιωρίσθη ἡ εἰσφορὰ μόνον ἐπὶ τῶν ἐσόδων τῶν προερχομένων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, μὴ ὑπαγομένων τῶν λοιπῶν εἰσοδημάτων τῶν δήμων εἰς τὴν εἰσφοράν. Ὅτε ἰσχυρίσθην κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἑνὸς τῶν δήμων, τὸν ὁποῖον ὡς παράδειγμα ἐπεκαλέσθην, τὸν τῆς Ἄσσου, ὅτι διὰ τῆς γενομένης ἐπαυξήσεως τῆς εἰσφορᾶς ὑπερβαίνει αὕτη κατὰ πολὺ τοῦ ὅ,τι ὑπεχρεοῦτο ὁ δῆμος δυνάμει τοῦ νόμου νὰ συνεισφέρῃ, ἐστηριζόμην εἰς τὸν νόμον, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ εἰσφορᾶς, κανονιζομένης ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ δήμου, τῶν προερχομένων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων· ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καὶ φρονῶν, ὅτι ἡ εἰσφορὰ κανονίζεται ἐπὶ τοῦ ὅλου προϋπολογιζομένου ἐσόδου τοῦ δήμου, ἔσπευσε νὰ ἀναγγείλῃ μετὰ τόνου, ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦ δήμου ἐκείνου ἀνεβιβάζετο εἰς 5,800 περίπου δραχμὰς, ἀρκεσθεὶς εἰς τὸν θρίαμβον τοῦτον. Σημειώσατε, ὅτι ἡ ὁρισθεῖσα ὑπὸ τοῦ Νομάρχου εἰσφορὰ τοῦ δήμου τούτου συνίστατο εἰς 700 μόνον δραχμὰς, εἰς πόσον δὲ ἀνεβιβάσθη κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους; εἰς 2930, ἤτοι ἐτετραπλασιάσθη. Τὸ δὲ ἔσοδον τοῦ δήμου συνίστατο ἐκ τῶν ἑξῆς κονδυλίων: «Πρόστιμον ἐν γένει δραχ. 800.» Τὸ ἔσοδον τοῦτο, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν δοθεῖσαν ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος, καὶ κατὰ τοὺς ἰσχύοντας δημοτικοὺς νόμους, δὲν θεωρεῖται ὡς ἔμμεσος ἢ ἄμεσος φόρος. «Κατ’ ἐπέκτασιν δασμὸς ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων δραχ. 500.» Ἐπειδὴ δὲ προεβλέπετο, ὅτι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς εἰσφορᾶς πολλοὶ δῆμοι δὲν θὰ ἐπήρκουν εἰς τὰς ἀνάγκας των διὰ τοῦ ἐναπομένοντος εἰσοδήματος αὐτῶν, ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεκτείνωσι τοὺς δασμοὺς ἐπὶ ½ τοῖς ἑκατὸν, ὁ δὲ δῆμος Ἄσσου, εὑρεθεὶς εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἐπεξέτεινε τὸν δασμὸν, ἀλλὰ τὸ ἔσοδον τοῦτο δὲν ἐμπεριλαμβάνεται εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῆς εἰσφορᾶς. «Πιθανῶς εἰσπρακτέον ποσὸν δραχμαὶ 1500.» Ἤτοι τὰ καθυστερούμενα, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θεωροῦνται ὡς ἔσοδον ἐξ ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων· καὶ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τούτου μάλιστα τὴν αὐτὴν γνώμην ἐξέφρασε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συζητουμένου τοῦ νόμου, καὶ ἑπομένως καὶ ταῦτα δὲν ἐμπεριλαμβάνονται εἰς τὴν ἀναλογίαν τῆς εἰσφορᾶς. «Μετρητὰ ἐν τῷ ταμείῳ δραχ. 25.» Καὶ ταῦτα δὲν συμπεριλαμβάνονται. Ὁ Δήμαρχος, ὁ διαβιβάσας μοι τὴν πληροφορίαν ὡς πρὸς τὴν γενομένην ἀδικίαν, μοὶ γράφει, ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ συνίσταται εἰς δραχμὰς 3525, διότι συμπεριέλαβε τὸ ἔσοδον τῶν 500 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ, καὶ τοῦ ὁποίου, ἀφαιρουμένου μετὰ τῶν 25 δραχμῶν, ἀπομένει ποσὸν 3000· ἐὰν ἀφαιρέσητε ἐκ τούτων τὴν εἰσφορὰν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ δραχμῶν 2930, μένουσιν 70 δραχμαὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου, ἢ 570, ἐὰν προσθέσητε τὰς 500, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα. Ἀλλ’ ἔστω ὅτι τοιοῦτος εἶναι ὁ προϋπολογισμός· παραβιάζεται ἢ δὲν παραβιάζεται ὁ νόμος; πρέπει νὰ μένωσιν ἀπηλλαγμέναι πάσης εἰσφορᾶς 2000 δραχμαί; Καὶ κατὰ τοῦτο ὁ νόμος ἐπιδέχεται διπλῆν ἑρμηνείαν, διότι, ὡς ἐκφράζεται, φρονῶ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ μένωσι καθαρὸν ἔσοδον 2000, ἀλλὰ νὰ ἀπαλλάσσωνται τῆς εἰσφορᾶς τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν γίνεται ἡ ἀναλογία. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): «Ἡ εἰσφορὰ αὕτη ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἐν γένει ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων δημοτικῶν εἰσοδημάτων, πάντοτε ὅμως εἰς ὅρον, ἀφίνοντα δι’ ἕκαστον δῆμον ἐκ τῶν προϋπολογιζομένων εἰσοδημάτων αὐτοῦ, ἀπηλλαγμένον τῆς εἰσφορᾶς, ποσὸν δραχμῶν 2000.» Εἶπον ὅτι ἐπιδέχεται δύο ἑρμηνείας ὁ νόμος, καθότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν πιστῶς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, βεβαίως θὰ κλίνωμεν ὑπὲρ τῆς δευτέρας ἑρμηνείας, τῆς διδομένης παρ’ ἐμοῦ, καὶ ὄχι τῆς πρώτης, διότι ἡ ῥῆσις «θέλουσι μένει ἀπηλλαγμένοι πάσης εἰσφορᾶς» οὐδὲν ἄλλο ἐννοεῖ ἢ ὅτι δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὴν εἰσφορὰν, ἐνῷ ἡ ἄλλη ἑρμηνεία παραδέχεται ὅτι ὑποβάλλεται μὲν εἰς τὴν εἰσφοράν, ἀλλὰ καίτοι ὑποβάλλεται εἰς ταύτην τὸ ὅλον ποσὸν, οὐχ ἧττον ὅμως πρέπει νὰ μένῃ πάντοτε καθαρὸν ἔσοδον εἰς τὸν δῆμον 2000 δραχμῶν. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἔχει πολλὴν τὴν σημασίαν· τὸ σπουδαῖον εἶναι τοῦτο, ὅτι παρεβιάσθη προφανῶς ὁ νόμος καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι πρέπει ἑκάστοτε νὰ μένῃ εἰς τὸν δῆμον, ἤτοι 2000 δραχμαὶ ἀπηλλαγμέναι πάσης εἰσφορᾶς· ὡς σᾶς εἶπον δὲ, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔμεινε, κατὰ μὲν τὸν ὑπολογισμὸν τὸν ἀκριβῆ, εἶναι 70 δραχμαὶ, ἐὰν δ’ ὑποθέσωμεν ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν εἰσφορὰν καὶ τὸ κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ δασμοῦ ἔσοδον, θὰ ἔχωμεν 570 δραχμάς. Καὶ τοῦτο μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἕνα τῶν δήμων, οὓς ἐπεκαλέσθην, διότι πολλοὶ Δήμαρχοι διεβίβασαν τοιαῦτα παράπονα, ἀλλὰ δύο μόνον ἐξ αὐτῶν ἔλαβον τὴν πρόνοιαν νὰ μοὶ δώσωσι περὶ τῶν παραπόνων των σημειώσεις τινὰς, ἐκ τῶν ὁποίων ἠδυνήθην νὰ ὁδηγηθῶ καὶ φέρω τὸν λόγον καὶ ζητήσω τὴν διόρθωσιν, διότι τοῦτο σκοπῶ κυρίως, νὰ διορθώσω τὸ λάθος, ἐὰν λάθος ἦναι, ἢ νὰ ἐπαναφέρω τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν καὶ νὰ τὴν ἴδω ἐγκαταλείπουσαν τὴν παρανομίαν. Ὡς ἠκούσατε, ἡ εἰσφορὰ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸν πληθυσμὸν τοῦ δήμου οὔτε κατὰ ἓν λεπτόν. Ὁ πληθυσμὸς τοῦ δήμου Ἄνω Λειβαθοῦς κατὰ τὴν ἐπίσημον ἀπογραφὴν σύγκειται ἐκ 4149 ψυχῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ εἰσφορὰ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν 4149 δραχμῶν. Πράγματι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ εἰσφορὰ εἶχεν ὁρισθῆ εἰς 4000 δραχμὰς, ἀλλὰ διὰ τῆς διαταγῆς, τῆς ἀνακοινωθείσης κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, ὡς σᾶς εἶπον, ἡ εἰσφορὰ αὕτη ἀναβιβάζεται εἰς 5178 δραχμὰς, ἤτοι ὑπερβαίνει τὸν πληθυσμὸν τοῦ δήμου ἐκείνου κατὰ 1029 δραχμάς. Ἡ διάταξις εἶναι τόσον εὐκρινής....
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς αὐξάνει ἡ εἰσφορά. Ὑμεῖς ὁρμᾶσθε ἐξ ἀφετηρίας, ὅτι οὐδέποτε αὐξάνει τὸ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ἀναλογοῦν πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ψυχῶν, καὶ ὅμως αὐξάνει, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦτο ἦναι κατώτερον τῶν 15% τῶν προσόδων ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Δὲν ὁμιλῶ ἤδη ἐν σχέσει πρὸς τὰ συγκεκριμένως παρ’ ὑμῶν παραστηθέντα, διότι ταῦτα δὲν δύνανται ἀπὸ τοῦ βήματος μήτε ν’ ἀναπτυχθῶσι μήτε ν’ ἀναιρεθῶσι. Θὰ λάβωμεν ἀνὰ χεῖρας τὴν ἀγόρευσίν σας ὅταν τυπωθῇ, θὰ ἐξελέγξωμεν τοὺς ἐν αὐτῇ ἀριθμοὺς, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἀνταποκρίνονται οἱ ἰσχυρισμοὶ ὑμῶν πρὸς τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου.
§17ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πρόκειται συγκεκριμένως περὶ τῆς περιστάσεως, ἣν ἐπικαλοῦμαι, περὶ τοῦ δήμου Ἄνω Λειβαθοῦς, τοῦ ὁποίου ἔχετε ἀνὰ χεῖρας καὶ τὸ ἔσοδον καὶ τὸν πληθυσμόν.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναί· ἀλλὰ ταύτην τὴν περίστασιν δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει, καὶ δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον τὸ 15% τῶν προσόδων εἶναι ἀνώτερον τῆς ἀναλογίας τῆς μιᾶς δραχμῆς, πολλαπλασιαζομένης ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἐθέσατε, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ὅτι τουτέστιν ἡ ἀναλογία μιᾶς δραχμῆς ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι ὁ ἀνώτατος ὅρος· δὲν εἶναι πάντοτε ὁ ἀνώτατος ὅρος, ὑπάρχει καὶ ἀνώτερος ὅρος.
§19ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγάλα εἰσοδήματα.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τούτων, μὴ ἔχοντες τοὺς ἀριθμοὺς ἐνώπιον ἡμῶν, ὅπως τοὺς ἐξελέγξωμεν. Ἂν ἀντὶ ἀγορεύσεως μᾶς ἐδίδετε σημείωσιν τῶν ἀριθμῶν, ἐφ’ ὧν στηρίζεσθε, ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ σᾶς δώσωμεν ἀπάντησιν.
§21ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Σᾶς ἔδωκα ἐπανειλημμένως πληροφορίας, καὶ ἐζήτησα τοιαύτας, ἀλλ’ ἀπεφύγετε τὴν συζήτησιν.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρέπει νὰ μᾶς δώσητε πίνακα, ἵνα τὸν ἐξελέγξωμεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἂν τὸν εὕρωμεν ἀκριβῆ, νὰ φροντίσωμεν ὅπως ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις, ἐὰν δὲ δὲν τὸν εὕρωμεν ἀκριβῆ, νὰ παραστήσωμεν ἐνταῦθα, κατὰ τί δὲν εἶναι ἀκριβὴς, δίδοντες εἰς ὑμᾶς τὸν πίνακα, τὸν κατὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἀκριβῆ.
§23ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶναι τόσον ἁπλούστατα πράγματα, ὥστε θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ θεωρήσω δι’ ὑμᾶς σπουδαίαν τὴν γενομένην παρατήρησιν, διότι τὸ φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιόν σας, φέρει πληθυσμὸν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀκριβῶς ὡς ἀνέφερα, τὸν δὲ προϋπολογισμὸν τὸν ἔχει ἀνὰ χεῖρας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἔχετε ἑπομένως τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα δὲν δύνανται νὰ διεξαχθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ.
§25ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀρκοῦμαι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει πεισθῇ, ὅτι παρεβιάσθη ὁ νόμος, τότε θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀναγκαίαν διόρθωσιν. Δύνασθε ὅμως νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν τὸ μέτρον τοῦτο ἦναι γενικὸν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχει μέτρον ληφθέν· ὅτι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τοὺς λογαριασμοὺς τούτους, ἀπέστειλε σημείωσιν πρὸς τὸν Νομάρχην, ὁ Νομάρχης δ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπεν ἐπὶ τῇ σημειώσει ταύτῃ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸν πίνακα· ταῦτα ἐξάγονται ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας συνελέξαμεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· Ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἀπέστειλε διαταγὴν πρὸς τὸν Νομάρχην.
§27ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, κατὰ τί τὸ Λογιστήριον ἀναμιγνύεται εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· ὁ νόμος βεβαίως τοιοῦτον δικαίωμα δὲν δίδει εἰς τὸ Λογιστήριον, ὁ νόμος ἁπλῶς λέγει, ὅτι τὸ Λογιστήριον δύναται νὰ κάμῃ οἱανδήποτε ἰδιαιτέραν ἐργασίαν κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δύναται νὰ παραπεμφθῇ εἰς τοὺς Νομάρχας, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ νὰ κανονίσωσι τὰ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ ἐγκαίρως, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἐγκριθῶσιν οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ κηρυχθῶσιν ὁριστικοί. Ὅ,τι ἐζήτησα νὰ μάθω, εἶναι τὸ ἑξῆς· φρονεῖτε ὅτι, ἀφοῦ γίνῃ ὁριστικὸς ὁ προϋπολογισμὸς ἑνὸς δήμου, δικαιοῦσθε κατόπιν τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν νὰ τὸν μετασκευάσητε; Καὶ ἐὰν τὸ φρονῆτε, ἐπὶ ποίας διατάξεως, παρακαλῶ, στηρίζετε τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως; Ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ Νομάρχου καὶ Γεν. Λογιστηρίου, ὥστε ἐπὶ τῇ σημειώσει, τὴν ὁποίαν ἔστειλε τὸ Λογιστήριον εἰς τὸν Νομάρχην, νὰ μεταβάλῃ οὗτος τὸν ὁριστικὸν καὶ τελεσίδικον προϋπολογισμόν; Ὁ Νομάρχης δὲν συγκοινωνεῖ, εἰμὴ μόνον μετὰ τῶν Ὑπουργείων, καὶ δι’ αὐτῶν θὰ τῷ μεταβιβασθῇ πᾶσα ὁδηγία καὶ πᾶσα διαταγή. Καὶ ἐπειδὴ διὰ τοῦ Ὑπουργείου θὰ διοχετευθῇ πᾶσα τοιαύτη ἐνέργεια, πῶς σεῖς παρεμβάλλετε εἰς τὸ μέσον τὸ Λογιστήριον καὶ θέλετε νὰ καταδείξητε, ὅτι εἶναι πρᾶξις, ἥτις ἐπῆλθεν ὡς ἐκ τῆς ἐνεργείας μεταξὺ Λογιστηρίου καὶ Νομάρχου, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ὁ Νομάρχης παρεσύρθη ἀπὸ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Λογιστηρίου καὶ ἔπραξέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὤφειλε νὰ πράξῃ; Ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρ’ ὑμῶν εἶναι τοῦτο· τί φρονεῖτε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου; διότι ὀφείλω νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι ὁ νόμος, συζητηθεὶς ἐν τῇ Βουλῇ, προεκάλεσε τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν· νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ δοθεῖσα παρ’ ἐμοῦ εἰς τὸν νόμον, εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἑρμηνείαν τὴν δοθεῖσαν καθ’ ἣν ἡμέραν ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος. Καὶ ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας ταύτης στηριζόμενος καὶ ἐπὶ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, ὀφείλω νὰ ὑψώσω φωνήν, ἀφοῦ βλέπω τοιαύτην προφανῆ κατ’ ἐμὲ παρανομίαν, καὶ ὡς ἐκ τῆς σιωπῆς τῆς Κυβερνήσεως μοὶ γεννῶνται ὑπόνοιαι, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ἐλήφθη διά τινας μόνον δήμους, καὶ μοὶ δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ κάμω οἱανδήποτε ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐπεθύμουν ν’ ἀποφύγω, καὶ ἕνεκα τούτου ἐζήτησα ἐπανειλημμένως πληροφορίας, εὐελπιζόμενος ὅτι αὗται θὰ διασκεδάσωσι τὰς ὑπονοίας μου· διότι, ἐπαναλέγω, ἡ γενομένη ὑπ’ ἐμοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπερώτησις σκοπεῖ μόνον τὴν διόρθωσιν παρανομίας οὐ μόνον διὰ τὸν ἰδιαίτερον ἐμοῦ νομὸν, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλον τὸ Κράτος, ἐὰν συμβαίνῃ τὸ αὐτό.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ μὲν τῆς οὐσίας εἶναι ζήτημα ἀριθμῶν, καὶ πρέπει νὰ ἐξελεγχθῶσι τὰ τῶν ἀριθμῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐξελέγξεως, τὰ τῆς ἐφαρμογῆς δὲ τοῦ νόμου βεβαίως δύνανται νὰ συζητηθῶσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξετάζει τὸ ζήτημα ἀπὸ μόνης τῆς ἀπόψεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ δήμου καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως οὐχὶ νομίζω ἀκριβῶς, διότι φρονεῖ, ὅτι τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου δὲν εἶναι δεκτικὰ ἀναθεωρήσεως. Κατ’ ἐμὲ, τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι δεκτικὰ ἀναθεωρήσεως, ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς ἀποδεικνύεται μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ δήμου. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δῆμον, ὅπως δι’ ἀναγραφῆς πλημμελοῦς στερήσῃ τοὺς πρὸς αὐτὸν συναλλαχθέντας τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ δῆμος, ἀναγράφων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὀφειλὴν 100 ὡς ὀφειλὴν 50, νὰ στερήσῃ τῶν ἑτέρων 50 τὸν ἔχοντα δικαίωμα ἐπὶ τῶν 100· καὶ ἂν ὁ Νομάρχης τυχὸν ἐνέκρινε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὴν ἐν αὐτῷ ἀναγραφεῖσαν ἐπὶ ἐλάσσονι ποσῷ ὀφειλὴν τοῦ δήμου, βεβαίως ὁ Νομάρχης, ὅταν ἐξετάσῃ μᾶλλον ἐπισταμένως τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ πεισθῇ περὶ τῆς παραδρομῆς, δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν διόρθωσιν τῆς ἀναγραφῆς. Ὅπως δήποτε ὁ ἔχων λαμβάνειν παρὰ τοῦ δήμου δὲν δύναται νὰ στερηθῇ τῶν δικαιωμάτων του, διότι ὁ δῆμος κακῶς συνέταξε τὸν προϋπολογισμόν. Μεταξὺ τῶν ἐχόντων λαμβάνειν παρὰ τοῦ δήμου εἶναι καὶ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου κακῶς συνετάχθη, ἐὰν δὲν ἀνέγραψεν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τὴν εἰσφορὰν τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου κεκανονισμένην, βεβαίως ὑπάρχει θεραπεία, βεβαίως τὸ ταμεῖον τοῦτο δὲν δύναται νὰ στερηθῇ τῶν εἰς αὐτὸ ὀφειλομένων. Κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἐπιδιώξει τὴν θεραπείαν, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Τὰ πάντα ἄρα καταλήγουσιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας· κακῶς ἐξετιμήθησαν τὰ τῆς ὀφειλῆς τοῦ δήμου; πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις· καλῶς ἐξετιμήθησαν; πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι.
§29ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ ὀφειλομένη ὑπὸ τῶν δήμων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰσφορὰ δὲν εἶναι ὡρισμένη· ὁ νόμος δὲν ὁρίζει, ὅτι ἕκαστος δῆμος ὀφείλει ὡρισμένον ποσὸν, θέτει ὅρους τινὰς, ἐντὸς τῶν ὁποίων κανονίζεται ἡ ὀφειλή· κατ’ αὐτὸν δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐλάσσων τῶν 15% καὶ ἀνωτέρα τῶν 50. Τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι τόσον εὐκρινὲς, ὥστε δὲν ἀναλαμβάνω νὰ τὸ ἀναγνώσω καὶ ἐκ δευτέρου, δὲν ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν, κομίζων ἐνώπιόν της τὰς συζητήσεις, τὰς γενομένας ἐπὶ τούτου, καὶ ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ μακρῶν ἐζήτει νὰ πείσῃ τοὺς Βουλευτὰς, ὅτι παρέχεται πᾶσα προστασία διὰ τοῦ νόμου πρὸς τοὺς δήμους, καὶ ὅτι λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἑκάστου δήμου καὶ ἀναλόγως ταύτης κανονίζεται ἡ εἰσφορὰ, καὶ ἕνεκεν τούτου δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Νομάρχην νὰ τροπολογῇ τὰ τῆς εἰσφορᾶς ἀναλόγως τῶν εἰσοδημάτων καὶ τῶν ἀναγκῶν ἑκάστου δήμου, τίθεται δὲ καὶ ὅριον οὐχὶ κατώτερον τοῦ 15% καὶ ἀνώτερον τοῦ 50%. Κατὰ τὸν νόμον ὅθεν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον κατὰ πρῶτον κανονίζει τὰ τῆς εἰσφορᾶς· ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο κανονίσῃ τὴν εἰσφορὰν οὐχὶ συμφώνως μὲ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ δήμου, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Νομάρχης, ὅστις ἀντιπροσωπεύει τὴν Κυβέρνησιν, ἄνευ οὐδεμιᾶς παραστάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον αὐτὸς, νὰ κανονίσῃ τὴν εἰσφορὰν κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἰδίαν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ δήμου καὶ τὸ ἔσοδον αὐτοῦ· ὁ τίτλος δὲ, ὅστις παρέχεται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι αὐτὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου, εἶναι αὐτὸς ὁ ἐγκεκριμένος καὶ ὁριστικὸς προϋπολογισμὸς, καὶ μόνον δυνάμει αὐτοῦ δύναται τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ὀφειλὴν ἀπὸ τοῦ δήμου. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ὀφειλῆς ἰδιώτου, ἥτις, μὴ καταχωριζομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν στερεῖ τοῦ δικαιώματος τὸν δανειστὴν ἰδιώτην νὰ προβῇ κατόπιν καὶ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του. Ἐνταῦθα οὐδεὶς ἄλλος τίτλος ὑπάρχει, εἰμὴ μόνον ὁ τίτλος ὁ χορηγούμενος ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Νομάρχου, ἀντιπροσωπεύοντος τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀφοῦ ἅπαξ ἐγκριθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ γίνῃ τελεσίδικος, οὐδεὶς δύναται πλέον νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον· διότι, ἂν τοιοῦτόν τι ἤθελε καθιερωθῇ, ἀρκεῖ πρὸς ἀπόδειξιν τῶν συνεπειῶν τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθην.
§30ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσίας, ἡ ὁποία θὰ κανονισθῇ, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ ἐξελεγχθῶσιν οἱ ἀριθμοὶ, νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔχει πληρέστατα δίκαιον ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Κατὰ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου περὶ συστάσεως ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπέμνησα διακόπτων τὸν ἀγορεύοντα, ἡ εἰσφορὰ τῶν δήμων ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως κανονίζεται ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν δήμων, τοῖς ἐγκρινομένοις ὑπὸ τῶν οἰκείων Νομαρχῶν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκει): «Ἡ κατὰ τὴν § βʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου συνδρομὴ προσδιορίζεται ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἑκάστου ἔτους, ἐν τῇ ἐγκρινούσῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων ἀποφάσει τοῦ ἁρμοδίου Νομάρχου. Διὰ τοὺς δήμους, ὧν οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ ἔτους 1888 ἐνεκρίθησαν, ὁ προσδιορισμὸς τῆς εἰσφορᾶς γίνεται διὰ νέας ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου, τροποποιούσης τὴν ἐκδοθεῖσαν. Ἐν ἐλλείψει τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ εἰσφορὰ τοῦ δήμου προσδιορίζεται κατὰ τὸν ἐκτεθέντα τρόπον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου ἐγκεκριμένου προϋπολογισμοῦ παρελθόντος ἔτους....» Ἡ εἰσφορὰ λοιπὸν τῶν δήμων δὲν εἶναι ἀπαίτησις ὁμοία μὲ τὴν ἀπαίτησιν τῶν δανειστῶν τοῦ δήμου· ἡ εἰσφορὰ προσδιορίζεται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ νόμος. Ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου, ἐπικυροῦται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, κοινοποιεῖται ἡ ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου εἰς τοὺς ἁρμοδίους, καὶ ἐὰν γίνῃ ἔφεσις, ἐπέρχεται ὁ ἔλεγχος, ἐὰν δὲν γίνῃ ἔφεσις, ἡ ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου καθίσταται ὁριστικὴ καὶ ἀμετάβλητος. Δὲν ἔχει ἄρα δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λέγων ὅτι δὲν δύναται ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ οὔτε ὁ Νομάρχης διὰ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ματαιώσωσι τὰς ἀπαιτήσεις τῶν τρίτων· δὲν πρόκειται περὶ ἀπαιτήσεως τρίτων, ὑπαρχουσῶν ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ· πρόκειται περὶ εἰσφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὁρίζει αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς ἐν διαδικασίᾳ, τὴν ὁποίαν κανονίζει ὁ νόμος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ εἰσφορὰ τοῦ δήμου, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἐκανονίσθη ἐλλιπῶς, ἠδύνατο ὁ Νομάρχης νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, ἠδύνατο ἡ ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον, τὸν διαγεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐτελείωσεν ἡ διαδικασία καὶ ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως ἡ εἰσενεκτέα ποσότης τοῦ δήμου ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, μετὰ 8 ὅλους μῆνας ἔρχεται τὸ Γεν. Λογιστήριον καὶ αὐτογνωμόνως, ἄνευ δικαιοδοσίας, διότι ὁ νόμος δὲν ἀναγνωρίζει τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς τὸ Λογιστήριον, οὔτε εἰς ἄλλην τινὰ ἀρχὴν, τροποποιεῖ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ στερῶν τοιουτοτρόπως παντὸς ἐνδίκου μέσου τὸν δῆμον, τὸν καταδικάζει εἰς ἄλλην εἰσφοράν. Αὐτὴ εἶναι καθαρὰ αὐθαιρεσία. Ποῦ εὗρε τὸ Λογιστήριον τὸ δικαίωμα νὰ μεταῤῥυθμίζῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων; ἂς μᾶς ἀναφέρει μίαν διάταξιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τούτου. Ἡ πρᾶξις λοιπὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, Κύριοι, εἶναι προφανῶς αὐθαίρετος, ἡ δὲ πρᾶξις τοῦ Νομάρχου, ἐκτελέσαντος τὴν ἀπόφασιν τοῦ Λογιστηρίου, ἐναντίον τῆς ἰδικῆς του ἀποφάσεως, εἶναι πρᾶξις ἀκατονόμαστος, καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν σπεύδει ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ σφάλμα καὶ νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει φροντίσει περὶ τῆς διορθώσεως καὶ περὶ τῆς μὴ ἐπαναλήψεως παρομοίων ὑπερβασιῶν, ἀλλὰ καταφεύγει εἰς ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀφ’ ἑαυτῶν ἐξελέγχονται ἀνυπόστατα· ἤτοι ὅτι ἡ εἰσφορὰ εἶναι ἀπαίτησις τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνεγνωρισμένη, βεβαία, ἀσφαλὴς, τὴν ὁποία παρεβίασαν ὁ Δήμαρχος, ὁ Νομάρχης, καὶ ἔρχεται κατόπιν τὸ Γεν. Λογιστήριον νὰ τὴν ἀναγνωρίσῃ, τροποποιοῦν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι αὐθαίρετα, ἀποδεικνύοντα ἓν μόνον, ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν αἱ ἀρχαὶ ἀπέπτυσαν πάντα χαλινόν· πράττουσιν ὅτι θέλουσι καὶ ὅπως θέλουσι, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσι τίποτε ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος, καὶ ὅσα ἂν λέγωνται ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῶν πράξεων αὐτῶν λέγονται εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων. Αὐτὴ, Κύριοι, ἡ πεποίθησις εἶναι ἡ ἐξωθοῦσα τὰς ἀρχὰς εἰς παρανομίας ἀσυστόλους.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πλάνη τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ θέματος εἶναι, ὅτι κακῶς ἐννοοῦσι τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς εἰσφορᾶς τῶν δήμων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐκλαμβάνουσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου ὁρίζεται ἡ εἰσφορά· καὶ βεβαίως, ἐὰν ὡρίζετο ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ δήμου, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς κατέστη ὁριστικὸς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν, διότι τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας ἐλύθη ἐν αὐτῷ τῷ προϋπολογισμῷ· ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω· τὴν εἰσφορὰν κανονίζει ὁ νόμος, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ἁπλῶς ἀναγράφει τὰ ἐκ τοῦ νόμου ἀποῤῥέοντα, καὶ οὐδεμία ἐπαφίεται διακριτικὴ ἐξουσία εἰς τὸν δῆμον. Ἐὰν εἶχε διακριτικὴν ἐξουσίαν ὁ δῆμος, ἐννοῶ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι μετὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ ταύτης διὰ τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδεὶς, τούτου ἐγκριθέντος, δύναται πλέον νὰ παρεμβῇ. Ὁ νόμος κανονίζει πάντα τὰ τῆς εἰσφορᾶς, εἰς μηδένα περὶ τοῦ κανονισμοῦ τούτου δοὺς ἐντολήν. Ὅ,τι ἐπλάνησε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς εἶναι τὰ ἐν τῷ νόμῳ περὶ κατωτάτου ὅρου τῆς εἰσφορᾶς ἐκ 15% καὶ ἀνωτάτου ὅρου ἐκ 50% τῶν κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν προσόδων τοῦ δήμου ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ἅπερ ἐξέλαβον ὡς παρέχοντα εἰς τὸν δῆμον τὴν ἐξουσίαν τοῦ κανονισμοῦ τῆς εἰσφορᾶς μεταξὺ τῶν 15% καὶ τῶν 50%. Δὲν ἔχει οὕτω· τὸ 15% εἶναι κατώτατος ὅρος, τὸ δὲ 50% ἀνώτατος ὅρος εἰσφορᾶς, κανονιζομένης κατὰ λόγον μιᾶς δραχμῆς ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ δήμου. Ἐὰν ὁ ὅρος τῆς εἰσφορᾶς, ὁ προκύπτων ἐκ τῆς ἀναλογίας τοῦ πληθυσμοῦ, ᾖναι ἀνώτερος τῶν 50% τῶν προσόδων τοῦ δήμου ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, περιορίζεται ἡ εἰσφορὰ εἰς τὰ 50% τῶν ἐξ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων προσόδων, ἐὰν δὲ ᾖναι κατώτερος τῶν 15% τῶν προσόδων τούτων, αὐξάνει ἡ εἰσφορὰ μέχρι τοῦ 15%. Οὐδεμία ὑπάρχει ἐνταῦθα ἐξουσία ἐπιπεφυλαγμένη εἰς τὸν δῆμον· ἐὰν ἡ κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ εἰσφορὰ ᾖναι κατωτέρα τῶν 15% τῶν εἰρημένων προσόδων, ὀφείλει ὁ δῆμος νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 15%, ἐὰν ᾖναι ἀνωτέρα τῶν 50%, ὀφείλει νὰ περιορίσῃ τὴν εἰσφορὰν εἰς 50%, ἐὰν ᾖναι μεταξὺ τῶν 15% καὶ 50%, ὀφείλει ν’ ἀφήσῃ ἄθικτον τὸν κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ ὅρον αὐτῆς, πλὴν ἐὰν διατηρουμένου τοῦ ὅρου δὲν ὑπολείπωνται ὑπὲρ τοῦ δήμου ἐπὶ τοῦ ὅλου τῶν ἐσόδων αὐτοῦ 2000 δραχμαὶ, ἐν ᾗ περιπτώσει ὀφείλει διὰ μειώσεως τῆς εἰσφορᾶς νὰ προστατεύσῃ τὰς εἰς συντήρησιν τοῦ δήμου ἐπιπεφυλαγμένας δισχιλίας δραχμάς. Ταῦτα ὑπὸ τοῦ νόμου καθορίζονται, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἁπλῶς τὰ ἐν τῷ νόμῳ. Ἐὰν κακῶς ὁ δῆμος ἐνέγραψέ τι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐὰν κακῶς ὁ Νομάρχης ἐνέκρινε τὰ οὕτω μὴ ἀκριβῶς ἀναγραφέντα, τοῦτο δὲν δύναται νὰ στερήσῃ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, οὐδὲ ἀπαλλάττει τοὺς τεταγμένους εἰς προστασίαν καὶ διεύθυνσιν τοῦ ταμείου τούτου τῆς ὑποχρεώσεως ἵνα ἀσχοληθῶσιν, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ γενόμενον εἰς αὐτὸ ἀδίκημα. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐν τοιαύτῃ ἐννοίᾳ ἐνεργεῖ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας λέγει, ὅτι οὕτω ἐργαζόμενον τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐργάζεται αὐθαιρέτως κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα. Εὐάρεστον ὅτι αἱ τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος αὐθαιρεσίαι εἶναι τοιαῦται· ἐὰν αἱ αὐθαιρεσίαι τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος ἦναι, ὡς ἐν τῷ προκειμένῳ, ἡ πρόνοια περὶ κανονικῆς λειτουργίας τῶν νόμων, οἱ ἐπικριταὶ ἀνώτερόν τινα τύπον τελειότητος πρέπει ν’ ἀναζητήσωσιν ἐν τοῖς οὐρανοῖς πρὸς ἐκτίμησιν αὐτοῦ.
§32ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσπαθεῖ νὰ διαφύγῃ τὸ ζήτημα. Δὲν ἠρνήθην ἐγὼ, ὅτι ὁ νόμος περὶ συστάσεως ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θέτει τὰς βάσεις. Ὁ νόμος εἶναι ἄψυχος ὅμως, κύριε Πρόεδρε· τὸν νόμον τὸν ἐφαρμόζουσιν αἱ ἀρχαὶ αἱ ἁρμόδιαι. Ἐὰν παραβιάζηται νόμος τις, δὲν δίδεται εἰς τὸν τυχόντα τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐπανορθώσῃ. Ὁ νόμος ὁρίζει, ποία ἀρχὴ θ’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ποία ἀρχὴ θὰ ἑρμηνεύσῃ τὰς βάσεις καὶ θὰ προσδιορίσῃ τὴν εἰσφοράν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐν τῷ νόμῳ περὶ συστάσεως ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀναφέρεταί που τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὡς ἔχον τὴν ἐξουσίαν νὰ μεταῤῥυθμίζῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν Νομαρχῶν περὶ ἐπικυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Πᾶσαι αἱ ἀρχαὶ τοῦ Κράτους βάσιν τῶν ἐνεργειῶν αὑτῶν ἔχουσι τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἑρμηνεύουσι, τοὺς ὁποίους ἐφαρμόζουσιν, ἀλλ’ ὅταν ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ ἀποφανθῇ, ἑρμηνεύουσα τὸν νόμον ὅπως τὸν ἡρμήνευσε, καλῶς ἢ κακῶς, δὲν δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς πᾶσαν ἀρχὴν, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι κακῶς ἡρμηνεύθη ὁ νόμος, νὰ τὸν ἑρμηνεύσῃ καὶ τὸν ἐφαρμόσῃ αὐτὴ καλῶς. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου ὁμιλεῖ προσέτι περὶ ἀποφάσεως, ἥτις ἐκδίδεται ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἐντὸς προθεσμίας 15 ἡμερῶν καὶ ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου. Κατὰ τὸν νόμον λοιπὸν μόνον ὁ Νομάρχης ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων καὶ ἐξετάζῃ, ἐὰν ἡ εἰσφορὰ, ἡ ἐν αὐτοῖς ἀναγραφομένη ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἦναι σύμφωνος μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου· ἅμα ὡς ἀποφανθῇ ὁ Νομάρχης, ἑρμηνεύων οὕτως ἢ ἄλλως τὸν νόμον, ἔστω καὶ κακῶς, ἅμα παρέλθῃ ἡ τεταγμένη προθεσμία, ποῦ εὗρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δύναται μία ἄλλη ἀρχὴ, τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, νὰ ἔλθῃ νὰ τροποποιήσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου, ἀπόφασιν ὁριστικὴν ἤδη καὶ ἀμετάκλητον; Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπέρχεται πλήρης σύγχυσις, καὶ οὐδεμιᾶς ἀρχῆς τοῦ Κράτους οὐδεμία ἀπόφασις δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος. Αὐτὸ τὸ ζήτημα διεξέφυγε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν ἐρωτῶ δὲ κατ’ ἐπανάληψιν, ποῦ εὗρε τὸ Γεν. Λογιστήριον τὴν ἐξουσίαν νὰ μεταῤῥυθμίζῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου; καὶ περὶ τούτου ἀναμένω ἀπάντησιν. Λέγων δὲ ὅτι τὸν νόμον περὶ εἰσφορῶν δὲν τὸν ἐφήρμοσεν ὁ Νομάρχης καὶ τὸν ἐφήρμοσε τὸ Γεν. Λογιστήριον, δὲν ἀπαντᾷ σπουδαίως. Ἡ παρατήρησις εἶναι μία τῶν συνήθων ὑπεκφυγῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπάντησις. Εἶμαι δὲ βέβαιος, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν πιστεύει εἰς ὅ,τι λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός· μᾶς προβάλλει τὸν νόμον, ὃν ἑρμηνεύει ὡς θέλει αὐτὸς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ἁρμοδιότητα, ἥτις εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν αὐθαίρετον πρᾶξιν τοῦ Νομάρχου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπεκαλέσθη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου· ἐπ’ αὐτοῦ δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν εἶπεν, ἐπεφυλάχθη μόνον νὰ φέρῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Ὄταν φέρῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἐπιφυλάσσομαι καὶ ἐγὼ νὰ πραγματευθῶ περὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, διότι τὸ ζήτητα εἶναι γενικόν. Ὅ,τι γίνεται σήμερον διὰ τὸν δῆμον τῆς Κεφαλληνίας θὰ γίνῃ αὔριον καὶ διὰ τοὺς ἄλλους δήμους· ἀφοῦ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ δήμου ἀναγράψῃ τὴν ὀφειλομένην εἰσφορὰν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου, ἀφοῦ παρέλθῃ ἡ προθεσμία πρὸς τὸν νόμιμον ἔλεγχον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου, τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δύναται μετὰ 8 ἢ 10 ἢ 20 μῆνας νὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν νὰ εἰσπράξῃ ἀνωτέραν εἰσφοράν, καὶ τότε, Κύριοι, τί θέλετε εἴπει; παραδίδονται ἢ ὄχι οἱ δῆμοι εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ ταμίου, ἄνευ τινὸς ἐλέγχου, ἄνευ τινὸς ἐνδίκου μέσου; Τίνα σκοπὸν λοιπὸν ἔχει τότε ἡ διαδικασία, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ νόμος; ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου, ἡ ἐγκρίνουσα τοὺς προϋπολογισμούς; Οὐδεμίαν. Ἐὰν ἡ ἐνέργεια αὕτη τῶν ἀρχῶν λέγηται ἐνέργεια νόμιμος, συγχαίρω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὸν συγχαίρω δὲ, διότι μὲ παρέπεμψεν εἰς τοὺς οὐρανοὺς, ἵνα εὕρω ἐκεῖ τὴν ἄλλην νόμιμον ἐνέργειαν. Φαίνεται ὅτι ἐπείσθη, ὅτι ἡ νόμιμος ἐνέργεια ἀπεχαιρέτισε τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι ὀφείλομεν ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες τὴν μωρίαν καὶ σχολαστικότητα νὰ ἐπικαλώμεθα ἀκόμη τοὺς νόμους καὶ τὴν ἀκριβῆ αὐτῶν ἐφαρμογὴν, νὰ ἀκροβατῶμεν, ταξειδεύοντες εἰς τοὺς οὐρανούς. Ἄς μάθῃ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ νομιμότης δὲν ἐξωρίσθη εἰσέτι ἐκ τῆς γῆς· θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ νομιμότης εἶναι ἀκόμη ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ὅτι δὲν ἀεροβατοῦμεν ἐπικαλούμενοι τὴν νομιμότητα καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν κειμένων νόμων.
§33Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο θίγει θέματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄξια σπουδῆς καὶ μελέτης, τὸ θέμα τῆς αὐθυπαρξίας τῶν δήμων, ἤτοι τὸ θέμα τοῦ δικαιώματος τῶν δήμων νὰ ὑπάρχωσι καὶ νὰ ζῶσι, καθ’ ὃν τρόπον αὐτοὶ κρίνουσι λυσιτελὲς εἰς τὴν ὑπόστασιν αὐτῶν. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ἄξιον προσοχῆς, ὡς δὲ ἔθηκε τὰ ζητήματα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὡς ὑπεστήριξαν τὰς γνώμας αὐτῶν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ διαφωνία αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς σφαῖραν ὑψηλοτέραν καὶ γενικωτέραν τῆς σφαίρας τῶν ἁπλῶν συμφερόντων τῶν δήμων τῆς Κεφαλληνίας, περὶ ὧν πρόκειται. Εἶπον, ὅτι οἱ δῆμοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζῶσι, καὶ ζῶσιν ἐν τῷ Κράτει, ἀλλὰ κανονίζουσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν καθ’ ὃν τρόπον κρίνουσι λυσιτελές· ὁ νόμος ὅμως προὐνόησεν, ἀφ’ ἑνὸς νὰ μὴ καταχρασθῶσι τὰ μέλη τῶν δήμων τοῦ δικαιώματος τούτου, τρέποντες εἰς ἰδίαν αὐτῶν ὠφέλειαν τὰ ἀγαθὰ τῶν δήμων, οὐδ’ οἱ διοικοῦντες τοὺς δήμους, νοσφιζόμενοι αὐτὰ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐκτελῶσιν οἱ δῆμοι τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς οἱ νόμοι ἐπέβαλον εἰς αὐτούς· διὰ τοῦτο δὲν ἀνέγραψε τὴν ἐλευθερίαν του ταύτην ἀπεριόριστον, μὴ ἐπιτρέψας αὐτοῖς νὰ διαθέτωσι τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐπιτηρήσεως, ὡς διαχειρίζεται τὰ ἔσοδα αὐτῆς πᾶσα ἄλλη ἑταιρία. Ἡ συντεχνία, φέρ’ εἰπεῖν, τῶν παντοπωλῶν ἔχει ἴδιά τινα ἔσοδα, ἐξ εἰσφορῶν συλλεγόμενα, καὶ κανονίζει αὐτὰ εἰς θεραπείαν τῶν ἰδίων αὐτῆς ἀναγκῶν· ἔχει δὲ διὰ τοῦτο καὶ προϋπολογισμὸν ἐξόδων ὡς καὶ προϋπολογισμὸν ἐσόδων. Οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς συντεχνίας ταύτης, καὶ νὰ μεταβάλῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς, εἴτε ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, εἴτε ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων. Μόνον ἐὰν ὑπάρξῃ κακοπιστία ἢ κατάχρησις, δύναται ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ἐπέμβῃ, ἀλλ’ ἡ διοίκησις τῆς συντεχνίας εἶναι ἐλευθέρα νὰ κανονίζῃ τὰ ἔργα αὑτῆς. Ὁ δῆμος, καὶ οὗτος εἶναι σύλλογος, τοῦ ὁποίου τὰ μέλη συνδέονται διὰ σχέσεων οὐ μόνον κοινωνικῶν, ἀλλὰ καὶ νομικῶν, πρὸς ἄλληλα, εἰσφέρουσιν ὡρισμένα ποσὰ χρημάτων, καὶ διαχειρίζονται αὐτὰ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ δήμου. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἐνδεχόμενον τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀνεβιβάσθησαν εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν δήμων, ἤτοι τὰ μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ Δήμαρχος, καταχρώμενα τῆς ἐξουσίας αὑτῶν, νὰ τρέψωσί τινα τῶν ἐσόδων τοῦ δήμου πρὸς ἰδίαν ὠφέλειαν, ὁ νόμος ἀνέγραψε τὴν ὑποχρέωσιν τῶν δήμων νὰ μὴ ἰσχύωσιν αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς δημοσίας διοικήσεως, τοῦ Νομάρχου, ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ ὁποίου ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου δὲν ἔχει κῦρος. Ἐὰν ὅμως ἡ ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου μεταβάλῃ τὰ ὑπὸ τοῦ δήμου ἀποφασισθέντα, ἐπειδὴ ἡ μεταβολὴ αὕτη ἀναιρεῖ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ δήμου, ὁ νόμος ἀνέγραψεν ὡσαύτως καὶ τὸ δικαίωμα τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δήμων νὰ ἐκκαλῶσι τὴν ἀπόφασιν ταύτην εἰς τὴν κρίσιν ἀνωτέρας τινὸς ἀρχῆς, εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἰς τοὺς δήμους δ’ ἐπέβαλεν ὡσαύτως ὁ νόμος ὑποχρεώσεις, ἤτοι τὴν πληρωμὴν δαπανῶν τινων, τὰς ὁποίας ἐπάγουσι μέτρα τῆς δημοσίας διοικήσεως, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν δήμων διατασσόμενα, ὡς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνοικίων τῶν στρατώνων τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν καταστημάτων τῶν Εἰρηνοδικείων, προσέτι δὲ κατά τινα τελευταῖον νόμον τὴν πληρωμὴν εἰσφορᾶς ποσοῦ ὡρισμένου, ἀναλογιζομένου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσόδων τοῦ δήμου, εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Περὶ τῆς νέας ταύτης ὑποχρεώσεως ἐπιφυλάσσομαι ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς γνώμας μου, ὅταν φέρ’ εἰπεῖν συζητήσωμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν διαπυλίων τελῶν. Σήμερον λαμβάνω τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῶν δήμων ὡς νενομοθετημένην, ἣν ἐπέβαλεν ἤδη τὸ Κράτος καὶ τὴν ὁποίαν οἱ δῆμοι ὀφείλουσι νὰ ἐκπληρώσωσιν. Ἀλλ’ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἔχουσιν ἐπιτηρητὴν καὶ ἐπόπτην τῶν δήμων τὸν Νομάρχην, ὅστις τυγχάνει συγχρόνως καὶ τὸ ὄργανον τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων. Οὗτος ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν περιελήφθησαν ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν δήμων τὰ ποσὰ, τὰ ἀναγκαιοῦντα πρὸς ἀπότισιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων τῶν δήμων. Οἱ προϋπολογισμοὶ ὑπεβλήθησαν τῷ Νομάρχῃ, οὗτος δ’ ἐπεθεώρησεν αὐτοὺς, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐπιθεώρησιν, εἴτε ἐκ λάθους, εἴτε ἐξ ἀγνοίας τοῦ νόμου, εἴτε παραβαίνων τὸ καθῆκόν του, ἀντὶ νὰ προσδιορίσῃ τὰ ἀπαιτούμενα ποσὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νόμον ὤφειλε νὰ εἰσφέρῃ ὁ δῆμος, προσδιώρισεν ὀλιγώτερα. Οὕτως ἐξετέθησαν τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι οὕτω διϊσχυρίσθη τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἔλαβον χώραν τὰ πράγματα. Ἐπειδὴ ἕνεκα τούτου τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔμελλε νὰ στερηθῇ τὴν νόμιμον εἰσφορὰν, τί ἔπρεπε νὰ γίνῃ; Ἦτο ἔργον τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου νὰ προνοήσῃ περὶ διορθώσεως τοῦ πράγματος; Αὐτὸ εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ μετὰ 8 μῆνας διαταγὴν, καὶ δι’ αὐτῆς νὰ ἀνατρέψῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δήμων, οἵτινες πρὸ ὀκτὼ μηνῶν εἶχον ἐκδικασθῆ καὶ κατασταθῆ ὁριστικοὶ, καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς δήμους ἀπὸ τοῦ νὰ διαθέσωσι τὰ ἔσοδά των καθ’ ὃν τρόπον ἐκανόνισαν οἱ ὁριστικοὶ προϋπολογισμοί των, νὰ ὑποχρεώσῃ δ’ αὐτοὺς νὰ διαθέσωσιν αὐτὸ εἰς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεπαρκῶς προσδιώρισεν ὁ Νομάρχης, ἵνα εἰσφέρωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἐὰν ὁ Νομάρχης ἔσφαλε, προσδιορίσας ποσὸν μικρότερον τοῦ ὑπὸ δήμου τινὸς ὀφειλομένου νὰ εἰσενεχθῇ εἰς τὸ εἰρημένον ταμεῖον, οἱ νόμοι κανονίζουσι πῶς ἔπρεπε νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα. Ἔπρεπε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ν’ ἀνακοινώσῃ τὰ συμβαίνοντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦτο δὲ νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν Νομάρχην νὰ συμβουλεύσῃ τὸν δῆμον, περὶ οὗ ἐπρόκειτο, ἵνα χορηγήσῃ συμπληρωματικὴν πίστωσιν διὰ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· ἤτοι ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν πράγματι ὤφειλε περισσότερα ὅσων εἶχε προσδιορίσει ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἂν ἐπείθετο περὶ τούτου, νὰ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ὤφειλε νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἐλλεῖπον. Ἀλλ’ ὡς ἐγένοντο τὰ περὶ τούτου, ὑποκατεστάθη ἐν τῇ διοικήσει τῶν δήμων τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσφεύγωμεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἵνα ζητήσωμεν τὴν τάξιν, διότι ἔχομεν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ἐγγυῶνται διὰ τὴν τάξιν. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ὅμως μετέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου, καὶ διέταξεν αὐτὸν νὰ πληρώσῃ 14,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ ποῖα ἔσοδα, ἀφοῦ πάντα τὰ ἔσοδά του διετέθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ του εἰς ἄλλας ἀνάγκας; Καὶ ἔχει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δικαίωμα νὰ διατάσσῃ τὰ περὶ τούτου; Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὡς γραφεῖον αὐθύπαρκτον, οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχει ἢ νὰ ἐξετάζῃ καὶ ἐπιθεωρῇ τοὺς λογαριασμοὺς, ἢ νὰ ἐρευνᾷ μὴ τυχὸν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων ἐσόδων δὲν ἐτηρήθησαν αἱ νόμιμοι διατάξεις, ἢ μήπως οἱ ὑπόλογοι ὑπέπεσαν εἰς ἐλλείμματα. Ὡς γραφεῖον δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ὑφίσταται αὐτοτελὲς, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οὐχὶ αὐτὸ διατάσσει· ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ποίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν; ποίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; ποίαν σχέσιν ἔχει μὲ τοὺς δήμους; Εἶναι ἀληθὴς ἀταξία, καὶ τὴν ἀταξίαν ταύτην ζητοῦμεν νὰ ἄρωμεν. Δὲν ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν διοίκησιν νὰ στερήσῃ τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν νομίμων δικαιωμάτων αὐτοῦ, ἀλλὰ ζητοῦμεν τὰ πράγματα νὰ γίνωνται κανονικῶς, ἵνα μὴ ἐπέρχωνται ἀδικίαι.
§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ψηφισθῇ μετ’ ὀλίγον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς διαρκείας τοῦ χρόνου τῆς ἐνταῦθα διαμονῆς τοῦ ναυάρχου κ. Λεζὲν, κρίνω εὔκαιρον ν’ ἀναπτύξω ἐκκρεμῆ τινα ἐπερώτησίν μου, σχετιζομένην πρὸς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκεν ἡ Γαλλικὴ ναυτικὴ ἀποστολὴ, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται νὰ κρίνωμεν, ἐὰν ἦναι ἐπάναγκες νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ πλέον ὁ ναύαρχος κ. Λεζὲν, ἀφοῦ πρὸ πολλοῦ ἔληξεν ἡ δυνάμει τῆς σχετικῆς συμβάσεως πενταετὴς διάρκεια τῆς ἐνταῦθα διαμονῆς του. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι περὶ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διέταξεν ἓν τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων, τὰ «Ψαρὰ», νὰ πλεύσῃ εἰς Χίον, ὅπως παράσχῃ βοήθειαν εἰς ἀτμόπλοιόν τι Ἰταλικῆς τινος ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ὅπερ εἶχεν ἐξοκείλει εἰς τινα ἀκτὴν τῆς νήσου ἐκείνης. Εἶχον δημοσιευθῆ τότε πολλὰ περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν πλοίου, ἰδίως δὲ εἶχε γίνει λόγος πολὺς περὶ τοῦ ὅτι κατὰ τὸν πλοῦν ἀπὸ Χίου εἰς Πειραιᾶ διέτρεξε κίνδυνον σπουδαῖον, καὶ ὅτι ἐν ὥρᾳ τοῦ κινδύνου εὑρέθη ἄνευ ναυτῶν, διότι ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ πλήρωμα κατελήφθη ὑπὸ ναυτίας. Ἐκ τούτου λαβὼν ἀφορμὴν, εἶχον εἰσαγάγει ἐπερώτησιν, διῃρημένην εἰς δύο μέρη. Καὶ διὰ μὲν τοῦ πρώτου μέρους ἠρώτων τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀπαντήσῃ, ἐὰν ἦσαν ἀληθῆ τὰ δημοσιευθέντα περὶ τοῦ κινδύνου καὶ τῆς πλήρους ἀνικανότητος τοῦ πληρώματος, διὰ δὲ τοῦ δευτέρου μέρους τὸν προεκάλουν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐθεώρησεν ἑαυτὸν ὑπόχρεων ν’ ἀποστείλῃ πολεμικὸν πλοῖον εἰς ξένην ἐπικράτειαν, ὅπως παράσχῃ βοήθειαν εἰς ἀτμόπλοιον ξένης σημαίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς οὐδέτερον τῶν μερῶν τῆς ἐπερωτήσεως ἀπήντησε, περιωρίσθη δὲ μόνον νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυβερνήτου, τῆς ὁποίας τὴν κατάθεσιν εἶχον ζητήσει, καὶ ἡ ὁποία δίδει τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ πρῶτον μέρος. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ταύτην τὸ πολεμικὸν ἡμῶν πλοῖον, ἐνῷ ἐπανήρχετο ἐκ τῆς Χίου, ῥυμουλκοῦν τὸ ἰταλικὸν ἀτμόπλοιον, κατελήφθη ὑπὸ τρικυμίας σφοδρᾶς, ἥτις περιήγαγεν αὐτὸ εἰς μέγιστον κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἐπέτεινεν ἡ ἀπειλουμένη ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν σύγκρουσις μετὰ τοῦ ῥυμουλκουμένου ἀτμοπλοίου. Ἐπὶ τοσοῦτον ὁ κίνδυνος ἐγένετο φοβερός, ὥστε οἱ ἀξιωματικοί, εὑρεθέντες ἐν ἐσχάτῃ ἀπελπισίᾳ, ἀπεφάσισαν ἐν συμβουλίῳ ν’ ἀποκόψουν καὶ ἀπέκοψαν τὰ σχοινία, δι’ ὧν ἦτο δεδεμένον τὸ ἰταλικὸν ἀτμόπλοιον, ὅπερ οὕτως ἀφέθη εἰς τὴν τύχην του ἄνευ ἀτμομηχανῆς. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ ἰταλικοῦ ἀτμοπλοίου ἐξηκολούθησεν ὁ κίνδυνος τῶν «Ψαρῶν», διότι εἶχεν ὑποστῆ βλάβην τὸ πηδάλιον. Καὶ ἐνῷ εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρέθη τὸ πολεμικὸν ἡμῶν πλοῖον, τί νομίζετε, ὅτι προσθέτει κατόπιν ἡ ἔκθεσις τοῦ κυβερνήτου διὰ τὸ πλήρωμα; Περὶ τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἐκθέσεως, διὰ νὰ ἐννοήσητε, τί πλήρωμα εἶχε τὸ πλοῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνετέθη ἡ ἐκτέλεσις τοσοῦτον σοβαρᾶς ὑπηρεσίας, καὶ ἐν ὥρᾳ μάλιστα χειμῶνος (ἀναγινώσκει): «Θεωρῶ ἐν τέλει καθῆκόν μου, καὶ ὡς κυβερνήτου καὶ ὡς ἀξιωματικοῦ, νὰ προσθέσω, ὅτι εἰς τοιαύτας σοβαρὰς περιστάσεις οἱ ναῦται, ὅλοι σχεδόν, ἐξ ἀπειρίας, κατελήφθησαν ὑπὸ ναυτιάσεως, καὶ περιέστησαν εἰς ἐντελῆ ἀχρηστίαν, καθ’ ὃ νεοσύλλεκτοι. Ἐννέα μόλις ἐκ τῶν ἑξήκοντα ἠδυνήθησαν νὰ ἐγκαρτερήσωσι, περιορισθεισῶν οὕτω τῶν ἐργασιῶν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καί τινας ὑπαξιωματικούς». Ταῦτα λέγει ὁ κυβερνήτης, οὕτω δ’ ἔχομεν ἐπισήμως βεβαιωμένον, ὅτι καὶ ὁ κίνδυνος ὑπῆρξε μέγιστος, καὶ τὸ πλήρωμα ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀνίκανον εἰς ναυτικὴν ὑπηρεσίαν.
§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ κυβερνήτας;
§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Βῶκος. Τί θὰ εἴπῃ τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς, διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τὸ ἀξιοθρήνητον τοῦτο γεγονός, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν ἔχουσι κάκιστα, δὲν ἠξεύρω· ἐξ ὅσων ὅμως εἶχεν εἰπεῖ, ὅτε ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν, νομίζω ὅτι θὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ πλήρωμα συνεκροτεῖτο ἐκ ναυτῶν ἐχόντων ὑπηρεσίαν μόλις τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν. Ὁ τοιοῦτος ἰσχυρισμὸς, ἐὰν ἤθελεν εἶσθαι κατὰ πάντα ἀκριβής, θὰ ἐνεδείκνυε μὲν προφανῶς, ὅτι ἡ διοίκησις ἐν γένει, καὶ ἰδίως ἡ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἶναι εἰς μεγίστην παράλυσιν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ κακὸν θὰ ἐξεδηλοῦτο ἐν μεμονωμένῃ καὶ ἴσως παροδικῇ περιπτώσει. Δυστυχῶς ὅμως τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτως. Ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ εἶναι ῥιζικὴ καὶ κεῖται εἰς τὸ ἐγκαινισθὲν ἀναμορφωτικὸν σύστημα. Ὁ κύριος λόγος τῆς ἀθλίας ταύτης καταστάσεως δέον νὰ ἀναζητηθῇ εἰς τὸν ῥοῦν τῆς ἀναμορφώσεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφείσθη οὐδὲ τοῦ ναυτικοῦ. Λυποῦμαι διότι δὲν εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης εἰδικός τις, ἵνα δυνηθῇ νὰ μεταδώσῃ ὑμῖν ὅσον οἷόν τε πιστότερον καὶ πειστικώτερον τὸ ἐκ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων πόρισμα, ὅτι δυστυχῶς, ἀντὶ νὰ ἀναμορφώσουν τὸ ναυτικὸν, τὸ περιήγαγον εἰς τελείαν καὶ ἀξιοδάκρυτον παράλυσιν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν δύναμαι νὰ πράξω ἄλλο τι ἢ νὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς νόμους, οἵτινες ἴσχυον πρὶν ἢ ἡ Γαλλικὴ ναυτικὴ ἀποστολὴ ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ Ὑπουργείου ἐπιληφθῶσι τῆς ἀναμορφώσεως, καὶ νὰ συγκρίνω αὐτοὺς πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐφιλοπόνησαν καὶ ἐφήρμοσαν οὗτοι ἐπὶ πενταετίαν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τῆς 13 Μαΐου 1882, ὁ ὁποῖος εἶναι κατὰ τὸ μέρος τοῦτο πιστὴ ἀντιγραφὴ τῶν προηγουμένων νόμων, τῶν ἰσχυόντων ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου, «ὑπάγονται εἰς τὴν κατὰ θάλασσαν στράτευσιν ά) οἱ ἐργάται θαλάσσης, οἱ ὑφ’ οἱονδήποτε βαθμὸν ἢ ἰδιότητα ἐπὶ 12 τοὐλάχιστον μῆνας ἐργασθέντες ὡς τοιοῦτοι, καὶ οἱ τὴν ἁλιείαν ἐξασκήσαντες ἐπὶ 18 τοὐλάχιστον μῆνας, βʹ) οἱ μηχανικοὶ καὶ θερμασταὶ καὶ πάντες οἱ ὑφ’ οἱανδήποτε ἰδιότητα ὑπηρετήσαντες εἰς μηχανὰς ἀτμοπλοίων ἐπὶ 12 τοὐλάχιστον μῆνας, καὶ γʹ) οἱ διανάκται καὶ οἱ ἐν τοῖς ναυπηγείοις ἐργαζόμενοι ναυπηγοὶ, ξυλουργοὶ καὶ σιδηρουργοὶ, οἱ ἐπὶ 12 τοὐλάχιστον μῆνας ἐξασκήσαντες τὰ τοιαῦτα ἐπαγγέλματα.» Ἐν τούτοις ὁ νόμος αὐτὸς, ὅστις, ὡς βλέπετε, βάσιν ἔχει τὴν φυσικὴν κλίσιν πρὸς τὰ ναυτικὰ καὶ τὴν ἐκ τῆς θαλασσίας ὑπηρεσίας πεῖραν, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἤρεσεν εἰς τὴν Ναυτικὴν ἀποστολὴν, ἑπομένως δὲ καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔπρεπε καὶ ἐδῶ νὰ θέση βαρὺν τὸν δάκτυλον αὐτῆς ἡ ἀναμόρφωσις, καὶ ἰδοὺ, ὅτι κατηργήθη ὁ ὀπισθοδρομικὸς αὐτὸς νόμος, ἀντικατεστάθη δὲ ὑπὸ ἄλλου, τῆς 28ης Μαΐου 1887. Κατ’ αὐτὸν, «τὸ προσωπικὸν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου συγκροτεῖται ά) ἀπὸ τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν ναυτικὴν ἀπογραφὴν ἐργάτας θαλάσσης, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχουν οὗτοι ὑπηρεσίαν ὡς τοιοῦτοι, βʹ) ἀπὸ τοὺς μὴ ἐργάτας θαλάσσης, ἀλλ’ ἀσκοῦντας ναυτικὰ ἐπαγγέλματα, ἤτοι ἀπὸ χερσαίους μηχανικοὺς, ἐργαζομένους εἰς ἀτμοκινήτους μηχανὰς, ἀπὸ σιδηρουργοὺς, κλειθροποιοὺς, λεβητοποιοὺς, χαλκουργοὺς καὶ ξυλουργοὺς, γʹ) ἀπὸ ἀριθμόν τινα στρατευσίμων τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον δηλώσει ἑκουσίως, ὅτι θέλουσι νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸ ναυτικὸν, καὶ δʹ) ἀπὸ τοὺς ἐθελοντὰς, εἴτε ἐξεπλήρωσαν, εἴτε μὴ, τὰς στρατιωτικὰς αὐτῶν ὑποχρεώσεις». Ὥστε βλέπετε, ὅτι σήμερον τὸ προσωπικὸν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου συγκροτεῖται ἀπὸ παντὸς εἴδους χερσαίους καὶ ἐντελῶς ἀναλάτους κληρωτοὺς, ἀρκεῖ μόνον νὰ κατάγωνται ἀπὸ τοὺς λεγομένους ναυτικοὺς δήμους, εἰς τοὺς ὁποίους καταλέγεται καὶ ὁ δῆμος Αἰτωλικοῦ!
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πολλοὶ ναυτικοὶ ἐκεῖ.
§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν τινὲς ναυτικοὶ, ἀλλὰ δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι οἱ κάτοικοι Αἰτωλικοῦ ἔχουν φυσικὴν κλίσιν εἰς τὴν θάλασσαν, ὡς οἱ τοῦ Γαλαξειδίου, Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ τόσων ἄλλων μερῶν, ἅτινα ἔδιδον τοὺς ναύτας μέχρι τοῦ 1887; Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ τις ἴσως, ὅτι οἱ πλεῖστοι ναῦται λαμβάνονται ἐκ τῆς πρώτης κατηγορίας τῶν «ἐργατῶν θαλάσσης», ὀλίγιστοι δὲ εἶναι οἱ ἐκ τῶν ἄλλων κατηγοριῶν. Ἡ ἐνδεχομένη αὕτη ἀντίῤῥησις οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου περὶ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου «πᾶς ἐφιέμενος νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ναυτικὸν ἐπάγγελμα ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς λιμενικῆς ἀρχῆς, εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς ὁποίας ἔχει τὴν κατοικίαν του, καὶ ζητεῖ τὴν ἀπογραφὴν αὑτοῦ, προσάγων πιστοποιητικὸν περὶ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς ἐγγραφῆς αὐτοῦ εἰς τὸ Μητρῷον τῶν ἀῤῥένων». Ἑπομένως, διὰ νὰ λάβῃ τις τὸ βάπτισμα τοῦ ἐργάτου θαλάσσης, δὲν ἔχει ἢ νὰ δηλώσῃ ἁπλῶς εἰς τὴν λιμενικὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ναυτικὸν ἐπάγγελμα, ἀδιάφορον δὲ, ἂν ᾖναι πράγματι ἐργάτης θαλάσσης ἢ ὄχι. Διὰ τοῦτο ὁ νόμος τοῦ 1882 δὲν ἠρκεῖτο μόνον εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐργάτου θαλάσσης, ἀλλ’ ἀπῄτει πραγματικὴν ἐν θαλάσσῃ ὑπηρεσίαν 12 μηνῶν, ἢ ἐξάσκησιν ἁλιείας ἐπὶ 18 μῆνας. Αἱ ἐγγυήσεις αὗται ἐθεωρήθησαν ὡς ἀπάδουσαι εἰς τὸ ἀναμορφωτικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθησαν ἐκποδών. Ποῖα δὲ τὰ ἐκ τούτου ἀποτελέσματα; Τὴν ἀπάντησιν δίδει ἡ ἔκθεσις τοῦ κυβερνήτου τῶν «Ψαρῶν». Ἀλλὰ καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ συγκεκριμένον αὐτὸ γεγονὸς, ἡ ἐν γένει κατάστασις τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν εἶναι ἥκιστα εὐάρεστος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ὑπάρχει ἐν Πόρῳ τὸ λεγόμενον Ναυτικὸν καὶ Κεντρικὸν Προγυμναστήριον, ὅπου στέλλονται οἱ στρατολογούμενοι ναῦται, ἅμα τῇ κατατάξει των, πρὸς ἐκγύμνασιν, ἀλλὰ τὰ πάντα ἐκεῖ τελοῦνται ἀτελῶς, κατὰ τρόπον κωμικόν. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι οἱ θερμασταὶ γυμνάζονται ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ναῦται, μετὰ δύο δὲ καὶ τρεῖς μῆνας διανέμονται εἰς τὰ διάφορα πλοῖα, ἅτινα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μένουν ἢ εἰς Πόρον ἢ εἰς τὸν Ναύσταθμον. Καὶ νομίζω, ὅτι δύναμαι ἤδη νὰ ἐρωτήσω, εἰς τί ἐχρησίμευσεν ἡ Γαλλικὴ ναυτικὴ ἀποστολὴ, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήσαμεν μέχρι τοῦδε ἑξακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν; Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐβελτίωσε τὸ ναυτικὸν, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας συνετέλεσε διὰ τῶν μεταῤῥυθμιστικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἰσηγήσατο, εἰς χειροτέρευσιν αὐτοῦ, ἵνα μὴ εἴπω εἰς τελείαν παράλυσιν. Καὶ δαπανῶμεν τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ λέγωμεν, ὅτι ναυτικὸν δὲν ἔχομεν. Ἐφέτος δὲ μάλιστα ηὐξήσαμεν τὸ ποσὸν τῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων εἰς πέντε ἑκατομμύρια. Καὶ ὅμως ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ναυτικόν μας σήμερον διατελεῖ εἰς πολὺ χείρονα κατάστασιν τῆς πρὸ πενταετίας ὑπαρχούσης. Ἂν ἦτο ἀνάγκη, μεθ’ ὅσα εἶπον, νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἄλλας μαρτυρίας περὶ τούτου, θὰ ἐπεκαλούμην αὐτὸν τὸν κ. Λεζέν. Δὲν θὰ διέλαθε βεβαίως τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ὅτι πρό τινος χρόνου εἷς τῶν συνεργατῶν μιᾶς τῶν ἐνταῦθα ἐκδιδομένων ἐφημερίδων ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν ναύαρχον συνέντευξιν, οὗτος δὲ ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ καὶ τῇ παῤῥησίᾳ εἶπεν, ὅτι τὰ τοῦ ναυτικοῦ μας ἔχουσι κακῶς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Εἶπε κατηγορηματικῶς: «Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ναυτικόν!» «Πῶς θέλετε, εἶπε, νὰ ἔχητε ναυτικὸν, ἀφοῦ δὲν μοῦ ἀφίνουν τοὺς ναύτας νὰ τοὺς γυμνάσω;» Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον αὐτὸν βάσιμον. Τί θὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν τοῦ ἀφίνουν τοὺς ναύτας νὰ τοὺς γυμνάσῃ; Ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, τότε ἤθελον τὸν ἐρωτήσει, τί θέλει πλέον νὰ μένῃ ἐν Ἑλλάδι; Ποία εἶναι ἡ ἀποστολή του, καὶ πρὸς ποῖον σκοπὸν εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖ νὰ παρατείνωμεν τὴν ἐνταῦθα διαμονήν του ἐπὶ ἓν ἀκόμη ἔτος; Διατὶ νὰ δαπανήσωμεν ἄλλας 60,000 δραχμῶν; Ἀλλ’ ἐγὼ, ὡς εἶπον, δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι παρενεβλήθησαν τῷ κυρίῳ τούτῳ προσκόμματα. Ἂν δὲν ἔχωμεν, καὶ βεβαίως δὲν ἔχομεν, ναυτικὸν, τοῦτο ὀφείλεται πρὸ πάντων εἰς τὸ τῇ ὑποδείξει καὶ εἰσηγήσει του εἰσαχθὲν καὶ λειτουργοῦν πρὸ πολλοῦ σύστημα. Πλὴν δὲ τῆς μαρτυρίας αὐτοῦ, ἔχομεν καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀφοῦ ἐλειτούργησεν ἐπί τινα χρόνον ὁ νέος νόμος, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀντικαταστήσῃ τοὺς παλαιοὺς θερμαστὰς διὰ τῶν πτυχιούχων ἢ τῶν διπλωματούχων θερμαστῶν τοῦ ἐν Πόρῳ Προγυμναστηρίου. Δὲν παρῆλθεν ὅμως πολὺς χρόνος καὶ ἐπείσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οἱ πτυχιοῦχοι ἐκεῖνοι διὰ πᾶν ἄλλο ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ἢ διὰ τὸ ἐπάγγελμα θερμαστοῦ. Εὑρέθησαν τὰ πλοῖα εἰς στιγμὰς, καθ’ ἃς δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιχειρήσωσι πλοῦν ἕνεκα τῆς πλήρους ἀνεπιτηδειότητος καὶ ἀνικανότητος τῶν τοῦ Πόρου διπλωματούχων. Τί ἔπραξε τότε ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐνῷ δὲν εἶχε νόμον, ἐκάλεσεν ὑπ’ εὐθύνην του καὶ ὑπὸ ὅρον ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς τοὺς θερμαστὰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀπολύσει, βραδύτερον δὲ, κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον, ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνομιμοποίησε τὴν αὐθαίρετον, ἀλλ’ ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῆς ἀνάγκης πρᾶξίν του. Δὲν εἶναι καὶ τοῦτο εἷς ἐπὶ πλέον λόγος, ὅτι τὸ σύστημα τὸ λειτουργοῦν δὲν παρέχει οὐδεμίαν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς ὀργανώσεως τοῦ ναυτικοῦ; Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀποκρούω τὸ περὶ τοῦ κ. Λεζὲν νομοσχέδιον. Ἀνάγκη δὲ μετὰ τοῦτο νὰ εἴπω ὀλίγα καὶ περὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς ἐπερωτήσεως, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀποστολὴν τῶν «Ψαρῶν» εἰς Χίον. Ὡς ἠκούσατε, καὶ ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὸ πλοῖον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον στοιχίζει δύο περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν, διέτρεξε σοβαρὸν κίνδυνον. Καὶ δὲν ἐκινδύνευσε μόνον τὸ πλοῖον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐξ 108 ἀνδρῶν πλήρωμα, καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόληψις τοῦ Ἔθνους. Λέγω δὲ, ὅτι ἐξετέθη εἰς κίνδυνον καὶ ἡ ἐθνικὴ ὑπόληψις, διότι ἀναλογίζομαι τὴν σταυροφορίαν, ἣν θὰ ἤγειρον ἐναντίον ἡμῶν ἐχθροὶ καὶ φίλοι, ἂν ὡς ἐκ θαύματος δὲν ἐσώζετο τὸ ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου πολεμικοῦ πλοίου ἐγκαταλειφθὲν ἰταλικὸν ἀτμόπλοιον, ὅπερ πλὴν τοῦ πληρώματος εἶχε καὶ πλείστους ἐπιβάτας. Καὶ διατὶ πάντα ταῦτα; Τίς λόγος ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποστείλῃ πολεμικὸν πλοῖον ἀπὸ τοῦ Ναυστάθμου κατεπειγόντως εἰς Χίον, διὰ νὰ παράσχῃ βοήθειαν εἰς ἰταλικὸν ἀτμόπλοιον, τοῦ ὁποίου δὲν ἐκινδύνευεν ἢ μόνον τὸ σκάφος; Διότι σημειώσατε καλῶς, ὅτι οὔτε τὸ πλήρωμα οὔτε οἱ ἐπιβάται διέτρεχον κίνδυνόν τινα, καθόσον ἠδύναντο, ἂν ἤθελον, ν’ ἀποβιβασθῶσιν εὐκόλως εἰς τὴν ξηρὰν, πλησίον τῆς ὁποίας εἶχεν ἐξοκείλει τὸ ἰταλικὸν ἀτμόπλοιον. Μήπως ὑπεχρεοῦτο ἐκ τῶν κανονισμῶν ἡ Κυβέρνησις; Βεβαίως ὄχι. Οἱ κανονισμοὶ ὑποχρεοῦσι τὰ πολεμικὰ πλοῖα νὰ παρέχωσι συνδρομὴν εἰς ἄλλα τοιαῦτα ἢ ἐμπορικὰ, κινδυνεύοντα, ἐὰν τὰ συναντήσωσι κατὰ τὸν πλοῦν, οὐδεὶς ὅμως δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν οἱαδήποτε Κυβέρνησις νὰ στέλλῃ εἰς ξένην ἐπικράτειαν πλοῖα πολεμικὰ, ὅπως παρέχωσι βοήθειαν χάριν ἀτμοπλοϊκῶν ἢ ἀσφαλιστικῶν ἑταιριῶν. Διότι περὶ τούτου κυρίως πρόκειται ἐδῶ. Καὶ μήπως τοὐλάχιστον περιωρίσθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ νὰ στείλῃ τὸ πλοῖον ἡμῶν, ὅπως παράσχῃ μόνον βοήθειαν; Τὸ μᾶλλον παράδοξον εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἰταλικὸν ἀτμόπλοιον ἀνεσύρθη, καὶ ῥυμουλκηθὲν ὡδηγήθη εἰς τὸν ὅρμον τῆς Κρήνης, ἔνθα ἦτο ἐν πληρεστάτῃ ἀσφαλείᾳ, ὁ κ. Ὑπουργὸς διέταξε τηλεγραφικῶς τὸν κυβερνήτην τῶν «Ψαρῶν» νὰ τὸ ῥυμουλκήσῃ εἰς Πειραιᾶ, ὁπότε κατὰ τὸν διάπλουν συνέβησαν ὅσα συνέβησαν. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ ἡ πρὸς βοήθειαν ἀποστολὴ τοῦ πλοίου, ἐπ’ οὐδενὶ ὅμως λόγῳ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ διαταγὴ, ἣν ἐδώκατε, περὶ ῥυμουλκήσεως τοῦ βεβλαμμένου μὲν, ἀλλ’ ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ διατελοῦντος ἐμπορικοῦ ἀτμοπλοίου, οὗτινος ἡ ῥυμούλκησις ἦτο πλέον ζήτημα μικρᾶς δαπάνης διὰ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἢ ἀσφαλιστικὴν ἑταιρίαν. Γνωρίζομεν κατὰ τίνα τρόπον διαχειρίζεσθε τοὺς φόρους, οὓς ὁ λαὸς πληρόνει εἰς χρῆμα, ἀλλὰ δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ μὴ μετέρχησθε τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς τακτικὴν καὶ ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ αἵματος; Δύνασθε νὰ καλλιεργῆτε ὅσον θέλετε τὰς προσωπικάς σας σχέσεις μετὰ τῶν Πρέσβεων, ἢ νὰ ἐλαύνησθε ὑπὸ παντοίων ἄλλων προσωπικῶν ἐλατηρίων καὶ βλέψεων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὑμῖν ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκθέτητε εἰς κίνδυνον σπουδαῖα ἠθικὰ καὶ ὑλικὰ τοῦ Ἔθνους συμφέροντα, πρὸς ἐξυπηρέτησιν προσωπικῶν συστάσεων, ἢ πρὸς ἄκαιρον ἐπίδειξιν φιλοφροσύνης. Οὐδεμίαν ἀπολύτως εἴχετε ὑποχρέωσιν ν’ ἀποστείλητε τὰ «Ψαρὰ» εἰς Χίον, κατ’ ἀνάγκην δὲ πρέπει νὰ δεχθῇ τις, ὅτι παρεσύρθητε ὑπὸ ταπεινῶν προσωπικῶν ὑπολογισμῶν. Τὰ τοιαῦτα τολμήματα δὲν δύνανται νὰ ἐξηγηθῶσιν ἢ διὰ τῆς βεβαίας ὑποθέσεως, ὅτι εἰς οὐδὲν πλέον λογίζεσθε οὔτε τὴν ἠθικὴν, οὔτε τὴν νομικὴν εὐθύνην.
§39ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἠσχολήθη περὶ δύο ζητημάτων· πρῶτον περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν «Ψαρῶν» πρὸς βοήθειαν τοῦ ἰταλικοῦ πλοίου, δεύτερον περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πληρωμάτων μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ τελευταίου περὶ ναυτολογίας νόμου. Ὡς πρὸς τὴν ἀποστολὴν τοῦ πλοίου αὐτοῦ ἐγένετο καθὼς συνήθως γίνεται εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, ὅταν ζητῆται παρὰ Κυβερνήσεώς τινος βοήθεια ὑπὲρ πλοίου τρέχοντος τὸν ἔσχατον κίνδυνον. Ἐζητήθη βοήθεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ πλοίου, τὸ ὁποῖον διέτρεχε τὸν ἔσχατον κίνδυνον, ἐνομίσαμεν δ’ ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν βοήθειαν ταύτην. Παρηγγείλαμεν λοιπὸν εἰς τὸν Ναύσταθμον, ὅπως θέσῃ πλήρωμα ἐπὶ τῶν «Ψαρῶν» καὶ ἀποστείλῃ ταῦτα πρὸς βοήθειαν εἰς τὸ κινδυνεῦον πλοῖον. Πράγματι τὰ «Ψαρὰ» εὗρον τὸ πλοῖον, ἐβοήθησαν αὐτὸ καὶ συνέτεινον, ὅπως τὸ ἐξωκεῖλαν πλοῖον σωθῇ. Ὁ κυβερνήτης τῶν «Ψαρῶν» ἐτηλεγράφησε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ζητῶν τὴν ἄδειαν, ἵνα ῥυμουλκήσῃ τὸ πλοῖον· τὸ Ὑπουργεῖον ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ τὴν παρὰ τοῦ κυβερνήτου ζητουμένην ἄδειαν, ἐχορήγησε τὴν ἄδειαν ταύτην, καὶ τὰ «Ψαρὰ» ἐῤῥυμούλκησαν τὸ πλοῖον μέχρι τοῦ λιμένος Σύρου, ἐκεῖ τρικυμία ἐπῆλθε διὰ μιᾶς, καὶ συνέβησαν ὅσα συνέβησαν. Ζήτημα τώρα γεννᾶται, τὸ πλήρωμα τῶν «Ψαρῶν» ἦτο τοιοῦτον, ὅπως ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτὸ τὴν ἐκτέλεσιν τοιαύτης σπουδαίας ἐντολῆς; Τοῦτο κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ εὐθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωσε διαταγὴν εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἵνα σχηματίσῃ τὸ πλήρωμα τῶν «Ψαρῶν», μετὰ λύπης δὲ εἶδον, ἀφοῦ συνέβησαν ὅσα συνέβησαν, ὅτι ἡ μεγίστη πλειοψηφία, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι σχεδὸν ὅλοι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ πλήρωμα τῶν «Ψαρῶν» ἦσαν ναῦται πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν καταταχθέντες.
§40ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τεσσάρων ἅπαντες.
§41ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων. Βεβαίως τοῦτο εἶναι σφάλμα ἐκ μέρους τοῦ Ναυστάθμου, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς ἐκθέσεως ἐξάγεται, τὸ σφάλμα τοῦτο κατ’ οὐδὲν συνετέλεσεν εἰς ὅσα συνέβησαν ἐπελθούσης τῆς τρικυμίας. Ῥητῶς ὁ κυβερνήτης ὁμολογεῖ, ὅτι κατ’ οὐδὲν τὸ εἶδος τοῦ πληρώματος καὶ ἡ μὴ γύμνασις αὐτοῦ ὑποχρέωσαν αὐτὸν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἰταλικὸν ἀτμόπλοιον, ἀπ’ ἐναντίας ῥητῶς λέγει, ὅτι ἐβιάσθη ὑπὸ λόγων ἀνωτέρας βίας, καὶ ὅτι τὸ ἀγύμναστον τοῦ πληρώματος ὑπεχρέωσε τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς ὀλίγους γυμνασμένους ναύτας, τοὺς ὁποίους εἶχε τὸ πλοῖον, ἵνα ἐκτεθῶσιν εἰς ὑπερβολικοὺς κόπους. Αὐτὰ ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις, καὶ δὲν ἀποδίδει τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν, ἵνα ἐγκαταλείψωσι τὸ ἰταλικὸν πλοῖον, εἰς τὸ ἀγύμναστον τοῦ πληρώματος. Ἑπομένως τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν ὁ Ναύσταθμος, σχηματίσας τὸ πλήρωμα ὅπως δὲν ἔπρεπε νὰ σχηματίσῃ αὐτὸ, βεβαίως δὲν εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν συνέβησαν ὅσα συνέβησαν ἐπελθούσης τῆς τρικυμίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ μερικοῦ, καὶ λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κυβερνήτης τῶν «Ψαρῶν» ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐγενίκευσε τὸ ζήτημα καὶ ἔκαμε γενικὴν ἐπίκρισιν τῶν νομοθετημάτων, καὶ ἐν τοῖς νομοθετήμασι τούτοις παρενέβαλεν, ἐννοεῖται, καὶ τὴν εὐθύνην τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, τῇ ὑποδείξει τῆς ὁποίας τὰ πλεῖστα τῶν νομοθετημάτων ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς. Ἐξήτασε κυρίως τὸν νόμον περὶ ναυτολογίας, καὶ εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ναύτας καλλιτέρους, ἀφοῦ κατηργήθη ὁ νόμος τοῦ 1882, καὶ διὰ τοῦ νέου νόμου τοῦ 1887 δὲν προσλαμβάνονται πλέον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ναυτικὴν οὔτε γυμνασμένοι ναῦται, οὔτε ἐξ ἐπαγγέλματος, ἐκ γενετῆς τοιοῦτοι, ἀλλὰ προσλαμβάνονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἄνθρωποι, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντες πρὸς τὰ ναυτικά. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτής, ἂν εἶχε μελετήσει μετὰ προσοχῆς τοὺς δύο νόμους καὶ ἤθελεν ἐξετάσει, ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις τῶν δύο νόμων, δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐξέθηκε. Νομίζω ἐπίσης, ὅτι, ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελε μετὰ προσοχῆς μελετήσει τὸν τελευταῖον νόμον καὶ ἤθελε λάβει τὸν κόπον, ἵνα τὸν νόμον τοῦτον παραβάλῃ πρὸς τὸν νόμον τὸν διέποντα τὴν Γαλλίαν, πρὸς τὸν νόμον τὸν διέποντα τὰ ναυτικὰ τῆς Ἰταλίας, δὲν ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἐπίκρισιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη· ὁ νόμος τοῦ 1882 ὁρίζει, ὅτι ἡ ναυτολογία σύγκειται ἐκ τῶν ἐργατῶν θαλάσσης, τῶν ὑφ’ οἱονδήποτε βαθμὸν καὶ ἰδιότητα ἐργασθέντων ἐπὶ 12 τοὐλάχιστον μῆνας· ὁ νόμος ὁ τωρινὸς «ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν ναυτικὴν ἀπογραφὴν ἐργατῶν θαλάσσης». Ὑπάρχει ἰσότης πλήρης μεταξὺ τῶν δύο διατάξεων, διότι ἡ προσθήκη, ὅτι ἀπαιτοῦνται 12 μῆνες ἢ 18, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, διὰ τὸν λόγον, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἐχόντων βιβλιάρια ἐργατῶν θαλάσσης ἔχουσιν ὑπηρεσίαν ἀνωτέραν τῶν 12 ἢ 18 μηνῶν. Ἐργάται λοιπὸν θαλάσσης ἦσαν οἱ τοῦ νόμου τοῦ 1882, ἐργάται θαλάσσης εἶναι οἱ τοῦ νόμου τοῦ 1887· ὁ νόμος τοῦ 1882 ἔλεγεν, ὅτι προσκαλοῦνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναυτικοῦ οἱ μηχανικοὶ καὶ θερμασταί, ὑφ’ οἱανδήποτε ἰδιότητα ὑπηρετήσαντες εἰς ἀτμόπλοια ἐπὶ 12 τοὐλάχιστον μῆνας· ὁ νόμος ὁ τωρινὸς λέγει, ὅτι προσκαλοῦνται οἱ μὴ ἐργάται θαλάσσης, οἱ ἀσκοῦντες ναυτικὰ ἐπαγγέλματα. Ἐδῶ ἐβασίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ εἶπεν: ἐπικριτέος ὁ νόμος ὁ τωρινὸς, διότι περιέλαβεν εἰς τὰ ναυτικὰ ἐπαγγέλματα καὶ ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα δὲν γυμνάζουν τοὺς ἀνθρώπους, ἵνα διάγωσιν εἰς τὴν θάλασσαν. Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας σήμερον πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἱκανοποιῇ, εἶναι ἀσυγκρίτῳ λόγῳ μεγαλείτεραι τῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1882. Ὅταν σκέπτησθε, ὅτι κατὰ τὸ 1882 ἑκατὸν θερμασταὶ ἴσως ἤρκουν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅταν σκεφθῆτε, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν 400 θερμασταὶ δὲν θὰ ἦναι ἐπαρκεῖς, εἶναι ἀδύνατον νὰ περιορισθῆτε εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1882, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχητε ὡς πηγὰς, ἐξ ὧν θὰ ἀρυσθῆτε τοὺς θερμαστὰς, τὰ ναυτικὰ ἐπαγγέλματα, τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1882, διότι δι’ αὐτῶν βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ ἱκανοποιήσητε τὰς μεγίστας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται· εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρκεσθῆτε εἰς τὴν δευτέραν πηγὴν, εἰς τὴν τῶν ἐθελοντῶν, διότι τότε καὶ ἡ δαπάνη θὰ ἦναι μεγίστη. Προσελήφθησαν λοιπὸν εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τὸν βίον των διῆλθον ἀσχολούμενοι περὶ μηχανῶν, θερμασταί, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν κατὰ ξηράν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ γυμνάζονται, μετὰ παρέλευσιν δὲ 4 ἢ 5 μηνῶν πραγματικῆς ἐν θαλάσσῃ ὑπηρεσίας, ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ἔχοντες τὰ προσόντα τοῦ θερμαστοῦ, τότε ἀναγνωρίζονται ὡς πτυχιοῦχοι θερμασταί. Τί, Κύριοι, πράττει ἡ Γαλλία, τί πράττει ἡ Ἰταλία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Λαμβάνει τοὺς αὐτοὺς ἄνδρας, οὓς λαμβάνομεν σήμερον ἡμεῖς, τοὺς ἐκπαιδεύει, καὶ μετὰ ταῦτα ἡ Ἰταλία τοὺς στέλλει εἰς ἐμπορικὰ ἀτμόπλοια ἐπὶ ἕνα μῆνα, ὅπως γυμνασθῶσι, καὶ μετὰ ταῦτα λαμβάνει αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ἐὰν τοῦτο πράττωσιν ἔθνη πλούσια, ἔχοντα ὅλα τὰ μέσα, νομίζετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται διὰ τοῦ συστήματος τῶν θερμαστῶν ἐθελοντῶν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας της; Ἄλλως τε τί ἦσαν αὐτοὶ οἱ θερμασταὶ, οἱ ἐθελονταί; Οἱ πλεῖστοι ἦσαν ἐθελονταὶ, κατατασσόμενοι ὡς ἁπλοῖ ναῦται τοῦ καταστρώματος, οὐδεμίαν ἔχοντες εἰδικότητα, μετὰ χρόνον δέ τινα ἐγίνοντο ναῦται βʹ τάξεως, ἔπειτα αʹ τάξεως καὶ τέλος θερμασταὶ, ὅπως ἀπολαμβάνωσιν 70 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ποίαν ὑπηρεσίαν δύναται τὸ Κράτος νὰ περιμείνῃ ἐξ ἐθελοντῶν τοιούτων, ἢ ποίαν βάσιν νὰ θέσῃ ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, ἢ διὰ ποίου μέσου δύναται, πλησιαζούσης τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην, νὰ τηρήσῃ αὐτοὺς ἀναγκαστικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν τυχὸν ἡ ὑπηρεσία των ἔληξεν; Ἄλλως μὴ λησμονῆτε, ὅτι, ὅπως εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, οὕτω καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης ἔχομεν ἀνάγκην ἐφεδρειῶν· διότι, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν ναυτῶν ἀνέρχηται σήμερον εἰς 2500, ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως θ’ ἀνέρχηται εἰς 6000. Ἐὰν ἐν εἰρήνῃ ἔχωμεν 400 θερμαστὰς, ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως θὰ ἔχωμεν 600–700 ἢ καὶ πλείονας, διὰ δὲ τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως πῶς θὰ θεραπεύσητε τὴν ἀνάγκην ταύτην; Ἑπομένως νομίζω τὴν ἐπίκρισιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς θερμαστὰς ὅλως ἀνυπόστατον. Ἀλλὰ, παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, πῶς μορφόνονται οἱ θερμασταί; Ἁπλούστατα. Ὑπάρχει σχολεῖον ἐν Πόρῳ θερμαστῶν. Ἀλλ’ ἐὰν μετὰ προσοχῆς ἀναγνώσητε τὸν νόμον, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ ἐκ τοῦ σχολείου ἐκείνου ἐξερχόμενος, ὁ ἀνήκων εἰς ναυτικὴν τέχνην, ὑποβάλλεται εἰς 100 ὡρῶν θέρμανσιν ἐν πλῷ, καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν αὐτῶν τῶν ὡρῶν δίδεται εἰς αὐτὸν προσωρινὸν πτυχίον, μετὰ παρέλευσιν δὲ καὶ ἄλλης δοκιμασίας, τότε ἀναγνωρίζεται. Αἱ ἐπικρίσεις λοιπὸν ὑμῶν ἦσαν ὅλως ἄδικοι. Ἀλλὰ προσθέτω καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐλησμονήσατε ἐν τῇ παραβολῇ τῶν δύο νόμων. Ὁ νόμος τοῦ 1882 ἀναγνωρίζει μονοετῆ θητείαν, ὁ δὲ νόμος τοῦ 1887 ἀναγνωρίζει διετῆ θητείαν· πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἄνθρωποι ἐκ τῶν αὐτῶν πηγῶν προκύπτοντες ἐν διετεῖ θητείᾳ δὲν θὰ γυμνασθῶσι περισσότερον ἢ οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι διὰ μονοετοῦς θητείας; Καὶ σημειώσατε, ὅτι λέγω «οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι», διότι ἐξαιρέσει τῶν θερμαστῶν δὲν κάμνομεν χρῆσιν τῶν ἄλλων πηγῶν, τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε εἰς τὴν Βουλήν. Ἀνεφέρατε, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ λαμβάνωμεν ἄνδρας τῆς ξηρᾶς· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε, ἐπειδὴ ἡ ἀπογραφὴ ἐπήρκεσεν, οὐδένα ἐλάβομεν, διότι διετοῦς γενομένης τῆς θητείας, καὶ ἑπομένως διπλασιαζομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκ τῆς ἀπογραφῆς προκυπτόντων, δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας ἐξ αὐτῶν. Πόθεν λοιπὸν προέκυψεν αὐτὴ ἡ καταστροφὴ τοῦ ναυτικοῦ, αὐτὴ ἡ κακὴ ἐπιῤῥοὴ, τὴν ὁποίαν ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ἐξήσκησεν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ; Αὐτὸ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον μετὰ λύπης τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ ἀναφέρητε, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον μετ’ ἀδιαφορίας μνημονεύετε, ὅτι ναυτικὸν δὲν ὑπάρχει, πῶς δύνασθε νὰ τὸ ὑποστηρίξητε, ὅταν οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι ὑπηρετοῦσι σήμερον, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτουν κατὰ τὸ 1882, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁμολογεῖτε, ὅτι ὑπῆρχε ναυτικὸν, καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι σήμερον ὑποβάλλονται εἰς διετῆ θητείαν, ἐνῷ τότε ὑπεβάλλοντο εἰς μονοετῆ, ἀφοῦ τότε τὴν μονοετῆ θητείαν διήνυον οἱ πλεῖστοι ἐν πλοίοις μηδέποτε κινουμένοις, ἐνῷ σήμερον τὴν διετῆ θητείαν διανύουσιν ἐν πλοίοις ἀενάως κινουμένοις; Ἀλλὰ, λέγετε, τότε ὑπῆρχον οἱ ἐθελονταὶ, καὶ σήμερον δὲν ὑπάρχουν. Καὶ εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην ἡ ἀπάντησις εὐχερής. Κατὰ τὸν ἐπίσημον πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔχω, ὑπηρέτησαν κατὰ τὰ ἔτη 1883–1887 οἱ ἑξῆς ἐθελονταί. Κατὰ τὸ 1883 308, κατὰ τὸ 1884 423, κατὰ 1885 446, κατὰ τὸ 1886 347 κατὰ τὸ 1887 266, σήμερον δὲ ὑπηρετοῦσι 246. Διότι οἱ θέλοντες νὰ ἐπικρίνωσι τὸν νόμον τοῦ 1887, χωρὶς νὰ λάβωσι τὸν κόπον οὐδὲ κἄν νὰ τὸν ἀναγνώσωσι, διέδωκαν, ὅτι κατηργήθη ὁ θεσμὸς τῶν ἐθελοντῶν θερμαστῶν. Τοῦτο ἐπανελήφθη, αἱ ἐφημερίδες τὸ ἔγραψαν καὶ εἴδομεν ἄρθρα αὐτῶν πολυσέλιδα νὰ λέγουν: ποῦ εἶναι οἱ παλαιοὶ ἐθελονταὶ τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας τὸ ναυτικὸν ἦτο τοιοῦτον καὶ τοιοῦτον; Ἀλλὰ ἐθελονταὶ ὑπάρχουν καὶ σήμερον ὅσοι σχεδὸν ὑπῆρχον κατὰ τὸ παρελθὸν, διότι ῥητὴ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1887 ἐπιτρέπει τὴν ἐθελουσίαν ἀνακατάταξιν, καὶ δυνάμει αὐτῆς ἔχομεν καθ’ ἡμέραν ναύτας ἐθελουσίως ἀνακατατασσομένους, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι, ἐνῷ ἄλλοτε προσήρχοντο ὡς ἐθελονταὶ ἄνθρωποι μὴ ναῦται διόλου, οἵτινες, ὡς εἶχον τότε τὰ πράγματα, εὐκολώτατα ἐγίνοντο ναῦται πρώτης τάξεως καὶ ἑπομένως ἐλάμβανον 50 καὶ 60 δραχμὰς, σήμερον δὲν δύνανται νὰ καταταχθῶσι, παρὰ ἐὰν ὑπηρέτησαν, ἑπομένως ἔχετε ἀληθεῖς ναύτας. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ποῦ δύνασθε νὰ στηριχθῆτε, ὅπως κηρύξητε τὸ ἀπαίσιον αὐτὸ κήρυγμα, ὅτι ναυτικὸν σήμερον δὲν ὑπάρχει. Βλέπω ἐργασίαν ἁπανταχοῦ τελουμένην, βλέπω σχολεῖα λειτουργοῦντα· καὶ μὴ ὑποστηρίζητε, ὅπως ὠφεληθῆτε τῆς στιγμιαίας ἐντυπώσεως, ὅτι ὁ καιρὸς παρέρχεται ἐν σχολείοις, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐν πλοίοις ἐν Πόρῳ πάντοτε εὑρισκομένοις, διότι οἱ ναῦται ἐπὶ 3 μόνον μῆνας εἰς τὰ σχολεῖα ταῦτα μένουσι, τοὺς δὲ ἐπιλοίπους 21 μῆνας ἐξασκοῦνται πράγματι ἐν τῇ μοίρᾳ τῶν γυμνασίων, ἐν τῷ «Ἄρει», ἐν τοῖς σταθμεύουσι πλοίοις, ἐν ταῖς ναυτοτελωνῖσιν, ἐν πλοίοις ἀενάως κινουμένοις, ἐνῷ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν δύνασθε νὰ μοὶ δώσητε παραδείγματα τοιαύτης κινήσεως πλοίων κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐγὼ βεβαίως ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἔχω, δὲν γινώσκω, ἐὰν ὑπῆρξε ποτὲ ἐν Ἑλλάδι μοῖρα ἀενάως κινουμένη καὶ ἐργαζομένη, καὶ ἠξεύρω, ὅτι σκώμματα πολλὰ ἐξετοξεύθησαν κατὰ τῆς συστάσεως τῆς μοίρας αὐτῆς· τὰ πλοῖα μικρὰ, οἱ ποταμοὶ, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠδυνήθη ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν χρησιμότητα τῆς μοίρας ταύτης, ἐὰν δὲ ἀναγνώσητε τὰς ἐκθέσεις ὅλων τῶν διοικησάντων τὴν μοῖραν, θὰ ἴδητε, ὅτι ὅλοι μιᾷ φωνῇ ἀνακηρύττουσι τὴν χρησιμότητα τῆς μοίρας. Καλὸν θὰ ἦτο βεβαίως, ἐὰν τὰ πλοῖα ταῦτα ἦσαν μεγαλείτερα, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι μὴ ὑπαρχόντων τοιούτων, μεγίστη εἶναι ἡ ὠφέλεια ἐκ τῆς ὑπάρξεως τῆς μοίρας, διότι ἡ μοῖρα αὕτη, ὡς προεῖπον, ἀενάως κινεῖται, ἐν αὐτῇ καὶ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ καὶ ναῦται γυμνάζονται. Ὡς πρὸς τὰ σχολεῖα, τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν εὐάρεστα, ὅλοι δὲ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ πρῶτον ἐπολέμησαν τὴν σύστασιν αὐτῶν, — διότι εἶναι φυσικὸν, ἐν οἱῳδήποτε Κράτει νεωτερισμοὶ νὰ εὑρίσκωσι πάντοτε ἀντίδρασιν, καθόσον διὰ τῶν νεωτερισμῶν προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα, προσβάλλονται συνήθειαι, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐν τῇ χώρᾳ ὑπάρχουσι, καὶ τοιαύτη ἀντίδρασις ὑπῆρξε κατ’ ἀρχὰς, — ὅλοι, λέγω, ἐκεῖνοι, ἀφοῦ εἶδον τὴν προθυμίαν, μὲ τὴν ὁποίαν οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἠθέλησαν ὅλοι νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰ σχολεῖα, ἀφοῦ εἶδον τὴν προθυμίαν τῶν ναυτῶν νὰ μανθάνωσι, μετέβαλον γνώμην. Σήμερον, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ἄριστοι μεταξὺ αὐτῶν, ὑποστηρίζουσι τὰ σχολεῖα· ἀπόδειξις δ’ ἔστω, ὅτι αἱ τῇ αἰτήσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ ὑποβληθεῖσαι ἐκθέσεις τῶν κυβερνητῶν μιᾷ φωνῇ ἀνωμολόγουν, ὅτι αἱ εἰδικότητες λαμπρὰ σχηματίζονται ἐν τοῖς σχολείοις ἐκείνοις, παρεπονοῦντο δὲ ὅλοι, ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἀρκετοὶ ἐκ τῶν σχολῶν ἐξελθόντες ἄνδρες εἰς ἑκάστην εἰδικότητα, καὶ βεβαίως τοῦτο δὲν εἶναι εὐκόλως κατορθωτόν. Λάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν σχολῶν, ἥτις ἀνατρέχει εἰς τὰ 1888, ἐν τοῖς σχολείοις ἐξεπαιδεύθησαν 169 ὑπαξιωματικοὶ καὶ 335 ναῦται. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ὅταν τοιαύτη γίνεται ἐργασία, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα νὰ ἐκφράσῃ ἀπελπισίαν διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ ναυτικοῦ· ἀπεναντίας νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ γεννήσῃ εἰς ὑμᾶς πλείστας ἐλπίδας. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἔτη παρακολουθῶ τὸ ναυτικὸν, ὁ ὁποῖος βλέπω μὲ ποίαν διάθεσιν καὶ ναῦται καὶ ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀξιωματικοὶ ἐργάζονται, μὲ ποῖον πόθον προσπαθοῦσιν ἅπαντες νὰ κατασταθῶσιν ἄξιοι τῆς μεγάλης ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἡμέραν τινὰ θὰ κληθῶσι νὰ ἐκτελέσωσι, βεβαίως δὲν ἀποθαῤῥύνομαι, ἀλλ’ εἶμαι πλήρης ἐλπίδων. Ἀλλὰ μήπως περιωρίσθη εἰς ταῦτα μόνον ἡ ἐνέργεια τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς; Ὄχι, Κύριοι, διότι ἠσχολήθη τὰ μέγιστα εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν, ἐξεπόνησε τὰ σχέδια τῶν θωρηκτῶν τούτων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἱκανοποιήσωμεν τὸ δεύτερον μέρος τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Κράτους, θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ναύτας ἐκείνους, εἰς τὸ προσωπικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ παντὸς τρόπου ἀσχολούμεθα, ἵνα καταστήσωμεν ἄξιον τῶν σημερινῶν ἀπαιτήσεων, πλοῖα, ἐπιτρέποντα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀνδρείαν νὰ ἀναδειχθῇ ἀξία τῶν μεγάλων ναυτικῶν παραδόσεων τοῦ παρελθόντος.
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε. Μόνον 365 ναῦται ἐξεπαιδεύθησαν εἰς τὰ σχολεῖα ἐντὸς τῶν δύο ἐτῶν;
§43ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅλοι οἱ ναῦται στέλλονται εἰς Πόρον. Ἐκ τῶν ἐγγραμμάτων 365 ἐξεπαιδεύθησαν εἰς τὰ διάφορα σχολεῖα τῶν εἰδικοτήτων· οἱ ἄλλοι, οἱ μὴ γινώσκοντες γράμματα, ἢ οἱ μὴ ἔχοντες τὴν ἀπαιτουμένην τελειότητα, γίνονται ἁπλοῖ ναῦται τοῦ καταστρώμματος.
§44ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένοι μεταξὺ τῶν ἐργατῶν θαλάσσης ἄνδρες, οἵτινες ἀπολύτως οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸ ναυτικόν;
§45ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν ὑπῆρχεν ὁ νόμος τῆς μονοετοῦς θητείας, πλεῖστοι ὅσοι προετίμων νὰ καταταχθῶσιν ὡς ἐργάται θαλάσσης, μὴ ὑπάρχοντος μάλιστα τοῦ νόμου τοῦ ἀπαγορεύοντος ἵνα ναῦται ὑπηρετῶσιν εἰς τὰ Λιμεναρχεῖα. Οἱ εἰς τὸ ναυτικὸν κατατασσόμενοι εὕρισκον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ναυτικοῦ περισσοτέραν εὐκολίαν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ εἶχον καὶ μισθὸν ἀνώτερον τῶν στρατιωτῶν. Ἀντὶ ἓξ δραχμῶν, ἃς ἀπελάμβανον οἱ στρατιῶται, εἶχον 30, 35, 45 καὶ 55. Ὅταν ὅμως διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1887 ἡ θητεία ἐγένετο διετὴς, καὶ ὅταν ἡ θητεία τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καίτοι διετὴς, πράγματι δὲν εἶναι παρὰ 19 μηνῶν, βεβαίως οὐδεὶς κατατάσσεται πλέον ἐκ τῶν μὴ ἐργατῶν θαλάσσης εἰς τὸ ναυτικὸν, διότι θὰ ἔχῃ πέντε μηνῶν ὑπηρεσίαν περισσοτέραν καὶ θὰ ὑποβάλληται εἰς κακουχίας· διότι οἱ μὴ ναυτικοὶ, οἱ ἐκ τῶν παλαιῶν ἀπογραφῶν, ἔμαθον, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον μέσον νὰ διέρχωνται τὸ ἔτος τῆς θητείας εἰς τὰ Λιμεναρχεῖα, ἀλλ’ ὅτι θὰ καταγίνωνται εἰς τὸν καθαρισμὸν τοῦ καταστρώματος· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι τὸ παράδειγμα αὐτῶν θέλει συνετίσει τοὺς ἄλλους, καὶ ὅτι οὐδεὶς πλέον ἐκ τῶν μὴ ἐργατῶν θαλάσσης θὰ καταταχθῇ· ἔχω ἄλλως τε τὴν εὐάρεστον πληροφορίαν, ὅτι ὅλοι, ἄνευ διακρίσεως, οἱ σήμερον κατατασσόμενοι εἶναι πραγματικοὶ ναῦται.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ἐπειδὴ θέλω νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, νὰ καταθέσητε τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησα.
§47ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποίας ἐκθέσεις;
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰς ἐκθέσεις περὶ τῶν θωρηκτῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀπέστειλαν ἐκ Μασσαλίας οἱ ἀξιωματικοὶ, τοὺς ὁποίους ἐστείλατε ἐκεῖ. Διότι θέλω ν’ ἀποδείξω, ἐὰν ὁ κ. Lejeune ἐπέφερεν εὐάρεστα ἀποτελέσματα.
§49ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, συγκρίνων τὸν νόμον τοῦ 1882 πρὸς τὸν τοῦ 1887, εὗρεν, ὅτι ἡ πηγὴ, ἐξ ἧς ἀποῤῥέουν οἱ ναῦται, καὶ κατὰ τοὺς δύο αὐτοὺς νόμους εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή. Δὲν ἔχω ἢ νὰ ἀναγνώσω τὰ σχετικὰ ἄρθρα, ὅπως πεισθῆτε, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἔχει διόλου δίκαιον. Κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ἄρθρον 3, (ἀναγινώσκει): «ὑπάγονται εἰς τὴν κατὰ θάλασσαν στράτευσιν· 1) οἱ ἐργάται θαλάσσης, οἱ ὑφ’ οἱονδήποτε βαθμὸν ἢ ἰδιότητα ἐπὶ δώδεκα τοὐλάχιστον μῆνας ἐργασθέντες ὡς τοιοῦτοι καὶ οἱ τὴν ἁλιείαν ἐξασκήσαντες ἐπὶ 18 τοὐλάχιστον μῆνας· 2) οἱ μηχανικοὶ καὶ οἱ θερμασταὶ καὶ πάντες οἱ ὑφ’ οἱανδήποτε ἰδιότητα ὑπηρετήσαντες εἰς μηχανὰς ἀτμοπλοίων ἐπὶ δώδεκα τοὐλάχιστον μῆνας· 3) οἱ διανάκται καὶ οἱ ἐν τοῖς ναυπηγείοις ἐργαζόμενοι ναυπηγοὶ, ξυλουργοὶ καὶ σιδηρουργοὶ, οἱ ἐπὶ δώδεκα τοὐλάχιστον μῆνας ἐξασκήσαντες τὰ τοιαῦτα ἐπαγγέλματα· 4) οἱ ἐπὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων ὑπηρετοῦντες ὑπολογισταὶ, οἱ ὡς τοιοῦτοι συμπληρώσαντες ἐπὶ πλοίων ὑπηρεσίαν δεκαοκτὼ τοὐλάχιστον μηνῶν, καὶ οἱ ἐν τῷ Συνεργείῳ τοῦ Β. Ναυστάθμου ἐπὶ θητείᾳ τεταγμένοι τεχνῖται.» Ταῦτα ἀναγράφει ὁ νόμος τοῦ 1882, ὅστις, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, εἶναι κατὰ τὸ μέρος τοῦτο πιστὸν ἀντίγραφον τῶν προϊσχυόντων νόμων. Τί δὲ λέγει ὁ νόμος τοῦ 1887; (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 1. Τὸ προσωπικὸν τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου συγκροτεῖται 1) ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὴν ναυτικὴν ἀπογραφὴν ἐργατῶν θαλάσσης· 2) ἐκ τῶν μὴ ἐργατῶν θαλάσσης, τῶν ἀσκούντων ναυτικὰ ἐπαγγέλματα· 3) ἐξ ἀριθμοῦ τινος τῶν στρατευσίμων τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, ὁριζομένου καθ’ ἕκαστον ἔτος· 4) ἐκ τῶν ἐθελουσίως κατατασσομένων, τῶν μὴ ἐκπληρωσάντων εἰσέτι τὰς στρατολογικὰς αὐτῶν ὑποχρεώσεις· 5) ἐκ τῶν ἀλλοδαπῶν ἐργατῶν θαλάσσης, τῶν δηλωσάντων ὅτι θέλουσι ν’ ἀποκτήσωσι τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν· 6) ἐκ τῶν ἐθελουσίως κατατασσομένων, τῶν ἐκπληρωσάντων ἤδη τὰς στρατολογικὰς αὐτῶν ὑποχρεώσεις· 7) ἐκ τῶν ἀνακατατασσομένων· 8) ἐκ τῶν προσλαμβανομένων εἰς ὡρισμένους κλάδους τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.» Ὥστε κατὰ τὸν νόμον δὲν ἀπαιτεῖται ἡ δωδεκάμηνος θαλασσία ὑπηρεσία. Τοῦτο δὲν ἔχει μὲν πολλὴν ἐπιῤῥοὴν ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἔχει ὅσον ἀφορᾷ ἰδίως τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὄντως ἐκεῖνοι, οἵτινες κατατάσσονται εἰς τὸ ναυτικὸν, εἶναι ναῦται. Διότι, ἐάν τις δὲν ᾖναι ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ τρόπον τινὰ ἐκ καταγωγῆς ναύτης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρέτησεν ἐπὶ δώδεκα μῆνας εἰς τὴν θάλασσαν, ἢ νὰ ἐξήσκησε τὴν ἁλιείαν ἐπὶ δεκαοκτὼ μῆνας. Ἐνῷ δύναται νὰ ᾖναί τις ἐργάτης θαλάσσης, κατὰ τὸν περὶ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου νόμον, μόνον διὰ τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῷ οἰκείῳ μητρώῳ. Ἀναγινώσκω πάλιν τὸ ἄρθρον, διὰ νὰ ἀποδείξω τοῦτο (ἀναγινώσκει).
§50ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ παραδεχθῶ: παρακαλῶ μόνον νὰ εἴπητε, ποῖον συμφέρον δύναται νὰ ἔχῃ ὁ μὴ ναύτης, ἵνα καταταχθῇ ὡς ναύτης, μετὰ τὸν νόμον τῆς διετοῦς θητείας τοῦ 1887.
§51ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ μεταδώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν σκέψιν μου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν νόμων, δὲν πρέπει νὰ στηριζώμεθα ἐπὶ ὑποθέσεων. Χίλιαι δύο αἰτίαι δύνανται νὰ κάμουν ἕνα μὴ ἀληθῆ ναύτην νὰ κατατάσσηται εἰς τὸ ναυτικόν. Γνωρίζω π. χ. ὅτι δύο ἐκ Τριπόλεως, κατοικοῦντες ἐν Πειραιεῖ, προσῆλθον εἰς τὴν λιμενικὴν ἀρχὴν, ἐδήλωσαν ὅτι ἐπιθυμοῦν νὰ ἐξασκήσουν τὸ ναυτικὸν ἐπάγγελμα, καὶ οὕτως ἀπεγράφησαν ὡς ἐργάται θαλάσσης εἰς τὸ ναυτικὸν, διότι ἠδύναντο νὰ κατορθώσουν, καὶ κατώρθωσαν δυστυχῶς διὰ τῶν συνήθων παρ’ ἡμῖν μέσων, νὰ μένωσι προσκεκολλημένοι καὶ νὰ ἐργάζωνται εἰς τὰς ἰδίας των ἐργασίας ἐν Πειραιεῖ. Τοιοῦτοι δύνανται νὰ εὑρεθῶσι πολλοί. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Ὑποθέσατε, ὅτι εἷς ναυτόπαις γίνεται ἐργάτης θαλάσσης καὶ δὲν ὑπηρετεῖ, παρὰ ἕνα μόνον μῆνα ἐν θαλάσσῃ. Κατὰ τὸν νόμον, αὐτὸς θὰ ἀπογραφῇ ὡς ἐργάτης θαλάσσης. Νομίζετε τώρα, ὅτι ἡ προσθήκη τοῦ ἑνὸς ἔτους εἰς τὴν θητείαν δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν τῆς προηγουμένης δωδεκαμήνου ναυτικῆς ὑπηρεσίας; Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, ὅπερ ἐλειτούργει κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, ἦτο προτιμότερον. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι διὰ τῶν νέων νόμων δὲν κατηργήθη ἡ ἐθελουσία κατάταξις. Τοῦτο δὲν τὸ ἠρνήθην· ἀλλὰ ποίαν σημασίαν ἔχει, ἀφοῦ ἡ ἐθελουσία αὕτη κατάταξις δὲν εἶναι ἐν λειτουργίᾳ; Οἱ ἀπογραφόμενοι ναῦται εἶναι ἀρκετοὶ, διὰ νὰ ἀποτελέσωσι τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον θέλετε κατ’ ἔτος.
§52ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι, κύριε Βουλευτά· εἶναι ἐν πληρεστάτῃ ἰσχύει, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, σήμερον ὑπηρετοῦσι 260 ἐθελονταί. Οἱ ἐκ τῆς ἀπογραφῆς προερχόμενοι δὲν ἀρκοῦσιν· ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅτι ἐπὶ 2600 ναυτῶν ἔχομεν τοὺς τῆς ἀπογραφῆς τῶν δύο ἐτῶν, ἔχομεν δὲ καὶ 260 ἐθελοντάς.
§53ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀμφισβητήσω οὔτε μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀμφισβητήσω τὴν διαβεβαίωσίν σας, ἀλλὰ θὰ λάβητε τοὺς ἐθελοντὰς τότε μόνον, ὅταν δὲν ἐπαρκῇ ὁ ἀριθμὸς ἐκ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀπογραφῆς. Θὰ συμβῇ ἐκ τούτου, ὥστε οἱ ἐθελονταὶ νὰ ἦναι ἐλάχιστοι καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἀναιρῆται ἡ ἐλαττωματικότης, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα. Οἱ ἐκ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀπογραφῆς, οἵτινες θὰ ἦναι τὰ 9)10 τοῦ ὅλου, δὲν θὰ ἦναι οἱ ναῦται, περὶ τῶν ὁποίων ἐξεφράσθητε μετὰ τόσου ἐνθουσιασμοῦ καὶ τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ δυστυχῶς. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς τοῦ πλοίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐζητήθη συνδρομὴ παρὰ φίλης Δυνάμεως διὰ τοῦ ἐνταῦθα ἀντιπροσώπου αὐτῆς. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐγγράφως ἢ προφορικῶς ἐζητήθη ἡ συνδρομὴ παρὰ τοῦ κ. Πρέσβεως τῆς Ἰταλίας. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἐὰν τοιαύτη τις παράκλησις ἀπηυθύνθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις εὐλογοφανῶς ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ τὴν πραγμάτωσιν τῆς ἐκφρασθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Πρέσβεως ἐπιθυμίας, διότι τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταβάλλωνται εἰς ῥυμουλκά. Εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ Πρέσβυς τῆς Ἰταλίας νὰ παρεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δώσῃ συνδρομὴν εἰς ἰταλικὸν ἀτμόπλοιον, ἔχον ἀνάγκην ῥυμουλκήσεως, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐνόει βεβαίως νὰ σταλῇ πολεμικὸν πλοῖον. Θὰ ἐνόει ἴσως νὰ παρακαλέσητε μίαν ἐκ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν ν’ ἀποστείλῃ ἓν τῶν ἀτμοπλοίων της, ἀλλ’ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νομίζω, ὅτι ἡ Ἰταλία διετύπωσεν ἀξίωσιν νὰ στείλητε πολεμικὸν πλοῖον’ οὐδὲ δύνασθε νὰ δικαιολογηθῆτε, λέγοντες, ὅτι, ὅταν ἐδώκατε τὴν διαταγὴν, ἐπράξατε τοῦτο διότι δὲν ἠδύνασθε νὰ ἀντιταχθῆτε εἰς τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀπηύθυνεν ὁ πλοίαρχος ἐκ Χίου.
§54ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτον.
§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, ἀφοῦ τὸ ἡμέτερον πλοῖον ἔσωσε τὸ ἰταλικόν, νὰ δεχθῆτε κατὰ προσθήκην, ὅπως ῥυμουλκήσῃ αὐτὸ εἰς Πειραιᾶ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας πρὸς ἀναγνώρισιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρὰ τῆς διεθνοῦς ἑταιρείας τῆς θαλασσίας διώρυγος τῆς Κορίνθου ἐκχωρήσεως πάντων τῶν δικαιωμάτων καὶ πασῶν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς εἰς Ἑλληνικὴν ἀνώνυμον ἑταιρίαν.
§57ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν θέλω ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐῤῥέθη ὅτι τὸ πλάτος τῶν 21 μέτρων δὲν εἶναι ἀρκετὸν διὰ τὴν διώρυγα πρὸς ἄνετον κίνησιν τῶν πλοίων, καὶ τοῦτο μοὶ ἐβεβαίωσαν καὶ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί. Εἶναι τοῦτο ἀκριβές;
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχει κατὰ τὰ κείμενα ἀκριβῶς τὸ εὖρος τῆς διώρυγος τοῦ Σουέζ, ὁ δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περιορισμὸς τοῦ κατὰ τὸν πυθμένα πλάτους ἀπὸ 22 μέτρων εἰς 21 μέτρα ἀντισηκοῦται βελτιουμένης τῆς πλωϊμότητος δι’ εὐρύνσεως τῆς διώρυγος κατὰ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ὕδατος.
§59ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρεκάλεσα χθὲς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπολογισμόν τινα, κατὰ προσέγγισιν, περὶ τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται πρὸς κατασκευὴν τοῦ κυματοθραύστου, διὰ τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀναλάβει ἡ παλαιὰ ἑταιρία νὰ βυθίσῃ 20,000 κυβικὰ μέτρα ὀγκολίθων. Ἐπὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τούτου θὰ ἐστηρίζετο μία εὐλογωτάτη ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀναγραφομένην καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι, ὡς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν, αἱ ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρίας, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει ἡ νέα, συμποσοῦνται εἰς 20,000,000 δραχμῶν, καθόσον πλὴν τῶν 13,000,000 χρυσῶν δραχμῶν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι δαπάναι διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς διώρυγος. Ἐὰν λοιπὸν ἀπέναντι τῶν 20,000,000 πρόκηται ἡ ἑταιρία νὰ ἀναλάβῃ καὶ πρόσθετον δαπάνην 200,000 ἢ 300,000 δραχμῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδεὶς λόγος ἀποχρῶν ὑπάρχει, ἵνα προβάλῃ ἡ ἑταιρία ἄρνησίν τινα. Οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὓς χθὲς ὑπέβαλεν, ὅτι θὰ διεκινδύνευε διὰ τοιαύτης προτάσεως ἡ ἀποπεράτωσις τοῦ ἔργου, ὅτι δηλ. ἡ ἑταιρία, ἡ μέλλουσα ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς διώρυγος, θὰ μετεπείθετο, προβαλλομένης δαπάνης 200,000 ἢ 300,000 δραχμῶν, δὲν μοὶ φαίνοντο πολὺ ἰσχυροὶ, προκειμένου περὶ τοσοῦτον εὐτελοῦς ποσοῦ. Ἔχει δὲ τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἀπέδειξα χθὲς, ἔχει δὲ τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἡ παλαιὰ ἑταιρία, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐκβάθυνσιν τοῦ λιμένος καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ κυματοθραύστου. Δὲν βλέπω λοιπὸν, προκειμένου περὶ τοῦ μέλλοντος μιᾶς πόλεως, περὶ τοῦ ὁποίου ἀνέλαβε καὶ εὐθύνην ἠθικὴν ἡ Κυβέρνησις, ποῖον πρόσκομμα ὑπάρχει, ἵνα ζητηθῇ τοῦτο καὶ ἐξασφαλισθῇ τὸ συμφέρον τῆς πόλεως, τὸ ὁποῖον ἠθετήθη, διότι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν παλαιὰν ἑταιρίαν, ὅπως τὸ δυτικὸν στόμιον τῆς διώρυγος ἐκσκαφῇ παρὰ τὴν πόλιν, ἔνθα ἤδη εἶναι ὁ σταθμὸς τοῦ σιδηροδρόμου. Δὲν φρονῶ δὲ, ὅτι θέλει ματαιωθῆ ἡ ἐργασία ἐκ τῆς ἐπιμονῆς τοῦ ν’ ἀναγραφῇ ἡ ὑποχρέωσις καὶ εἰς τὴν νέαν ἑταιρίαν, ὅπως ἔχει ἀναγραφῆ εἰς τὴν παλαιάν. Ἐπιμένω λοιπὸν, παρακαλῶν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ θελήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, καὶ ἀναγραφῇ αὕτη, διὰ νὰ ἔχῃ καὶ μίαν δικαιολόγησιν, εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς συμβάσεως· δύο δὲ λέξεις, εὐκόλως παρεντιθέμεναι, ὑποδεικνύουσι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κατασκευῆς τοῦ κυματοθραύστου τῆς πόλεως Κορίνθου.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύο λέξεις εὐκόλως ἀναγράφονται ἐν τῷ ὑποβεβλημμένῳ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ κίνδυνος ὑπάρχει μὴ ἐπίσης εὐκόλως φέρωσι καὶ τὴν διάλυσιν τῆς μελετωμένης ἐπιχειρήσεως. Ὅ,τι ἠδυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τῆς νέας ἑταιρίας εἶναι, νὰ ἀναλάβῃ αὕτη τὰς ὑποχρεώσεις τῆς παλαιᾶς· ἀλλὰ κατὰ πόσον θὰ δεσμευθῇ ἐκ τούτου ἡ νέα ἑταιρία περὶ τὰ τῆς βυθίσεως λίθων πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ βραχίονος, τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι λίθοι κατάλληλοι δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ ἐκσκαφῇ. Ὑποχρέωσις ὑπῆρχε βυθίσεως λίθων, οὓς ἤθελεν ὑποδείξει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐκσκαφῇ τῆς διώρυγος, οἱ δὲ ἀποσταλέντες καὶ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ παρ’ ἡμῶν, ἵνα βεβαιώσωσιν ἐὰν τοιοῦτοι λίθοι ὑπῆρχον ἐν τῷ ἐκσκαπτομένῳ χώρῳ, ἐβεβαίωσαν ὅτι δὲν ὑπῆρχον, ὥστε ἄδηλον κατὰ τίνα τρόπον καὶ ἡ προηγουμένη ἑταιρία, ἐὰν μὴ ἠτύχει, θὰ ἐξεπλήρου τὰ τῆς ὑποχρεώσεως. Ἀλλὰ πλὴν τούτων καὶ ἡ ὑποχρέωσις αὐτὴ δὲν εἶχεν ἀναληφθῆ ὁμοιομόρφως πρὸς τὰς ἄλλας τῆς ἑταιρίας ὑποχρεώσεις, τὰς διὰ διαταγμάτων κυρωθείσας, εἶχεν ἀναληφθῆ προσωπικῶς παρὰ τῶν διαχειριζομένων τὰ τῆς ἐπιχειρήσεως, οἵτινες ἀναμφηρίστως θὰ ἐξεπλήρουν αὐτὴν ἀνελλιπῶς, ἐὰν οἱ ὅροι συνέφερον. Ἐὰν ηὐδοκίμει ἡ ἑταιρία, θὰ ἐξεπληροῦντο τὰ ὑπεσχημένα, τροποποιούμενα ἴσως, ἕνεκα τῆς μὴ ὑπάρξεως ὀγκολίθων ἐν τῇ ἐκσκαφῇ· σήμερον ὅμως θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον ν’ ἀνακινήσωμεν παρὰ τῇ νέᾳ ἑταιρίᾳ τὰ περὶ τούτου. Αὕτη ἐπὶ πολὺ ἐπεδίωκε παροχὰς παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ἐπιχείρησιν· μηδὲν δὲ παρασχόντες, λυσιτελέστερον φαίνεται νὰ μὴ προκαλῶμεν ἤδη ἐξηγήσεις περὶ παροχῶν τῆς ἑταιρίας πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἄλλως, ἐὰν εὐστοχήσωσι τὰ τῆς διώρυγος, πιστεύω ὅτι ὁ λιμὴν τῆς Κορίνθου ἀποκτᾷ σημασίαν, ἥτις θὰ ὑπαγορεύσῃ τῇ ἑταιρίᾳ, ἵνα συνδράμῃ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν αὐτοῦ, διότι διὰ τῶν τεχνητῶν λιμενίσκων κατὰ τὴν Ἰσθμίαν καὶ τὴν Ποσειδωνίαν δὲν θὰ ἐξυπηρετῶνται ἐπαρκῶς τὰ συμφέροντα τῆς διώρυγος, χρήζοντα τῶν εὐκολιῶν σπουδαιοτέρου ἐν τῇ γειτονίᾳ λιμένος. Ἐὰν εὐδοκιμήσῃ ἡ διῶρυξ, θὰ συντελεσθῇ πάντως ὁ βραχίων, καὶ ἂν μὴ συμπράξῃ ἀμέσως ἡ ἑταιρία τῆς διώρυγος, ἀλλὰ τὸ πιθανώτερον τῇ ἀμέσῳ συμπράξει τῆς ἑταιρίας, ἐχούσης συμφέρον, ἵνα προσενέγκῃ ὑπὲρ τοῦ ἔργου οὐχὶ τὰ ὀλίγα ταῦτα, περὶ ὧν εἶχε δοθῆ ὑπόσχεσις ἐπὶ τῆς προηγουμένης ἑταιρίας, ἀλλὰ συμβολὴν πολλῷ τελεσφορωτέραν.
§61ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ἐξ ὅσων χθὲς εἶπον, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τῆς πρώτης καὶ ἐκπτώτου γενομένης ἑταιρίας πρὸς διόρυξιν τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ κυματοθραύστου εἶναι ἀναμφισβήτητος καὶ ἀκεραία. Ἀδιάφορον ἐὰν δὲν ἦναι ἀναγεγραμμένος ὡς ὅρος εἰς τὴν σύμβασιν ἢ εἰς τὸ βασιλικὸν διάταγμα. Ἐὰν δὲν ἐφειδόμην τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, θὰ ἐζήτουν τὸ τεῦχος τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τοῦ 1882, καὶ θὰ σᾶς ἀνεγίνωσκον αὐτὰς τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ὁ νῦν καὶ τότε Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὥστε ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ ἑταιρία ἡ παλαιὰ δὲν εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, δὲν εἶναι ἀνακριβής.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§63ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐὰν τὸ εἴπετε. Λοιπὸν καὶ ἡ δικαιολογία, ἥτις ἠδύνατο ν’ ἀκουσθῇ, προβαλλομένη παρὰ τῆς ἑταιρίας, ὅτι δὲν ἀνεῦρεν εἰς τὴν ἐκσκαφὴν τῆς διώρυγος λίθους στερεοὺς καὶ σκληροὺς, καὶ αὐτὴ δύναται νὰ παραλειφθῇ σήμερον, διότι ἡμεῖς, ἀποδεχόμενοι ὅτι ἡ νέα ἑταιρία ἀνέλαβεν ἣν εἶχεν ἡ παλαιὰ ὑποχρέωσιν, δεχόμεθα νὰ βυθίσῃ, μεθ’ ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε περὶ τῆς γνώμης τοῦ κ. Κελλενὲκ, δεχόμεθα νὰ βυθίσῃ ὕλην ἐξ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνασκάπτει ἀπὸ τῆς διώρυγος μέχρι βάθους 5 μέτρων, ἀφοῦ ἡ βαθυτέρα ἀπεδείχθη μαλακὴ καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν ἄχρηστος.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲ τοιοῦτον ὑλικὸν ὑπάρχει.
§65ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑμεῖς τὸ εἴπετε χθές. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ ἑταιρία εἶχεν ἀναλάβει τοιαύτην ὑποχρέωσιν, τὸ δὲ ἄρθρον 1 τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου κανονίζει, ὅτι πᾶσαι αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ διαγραφόμεναι ὑπὸ τοῦ ΤΜϚʹ τοῦ 1869 νόμου καὶ τῶν τροπολογησάντων αὐτὸν μεταγενεστέρων νόμων καὶ βασιλικῶν διαταγμάτων, ἐκχωροῦνται εἰς τὴν νέαν ἑταιρίαν, νομίζω ὀρθὸν καὶ δίκαιον ν’ ἀναλάβῃ καὶ ταύτην. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐμμένῃ,— καὶ κατ’ ἐμὲ ἐμμένει οὐχὶ ὀρθῶς,—νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ τοὐλάχιστον προφορικῶς νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι, διαπραγματευόμενος τὴν παραχώρησιν τοῦ ἔργου, θέλει φροντίσει νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν σύμβασιν ὁ ἀναγκαῖος ὅρος· ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐξασφαλισθῇ ὁ τόκος τῶν κεφαλαίων, τῶν εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἀνορύξεως τῆς διώρυγος δαπανηθησομένων, ἡ ἑταιρία νὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κατασκευάσῃ τὸν κυματοθραύστην, καὶ νὰ μὴ ἀφεθῶμεν εἰς τὸ ἔλεος αὐτῆς. Κύριοι Βουλευταὶ, πρόκειται περὶ τῆς καταστροφῆς μιᾶς πόλεως, καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν τοὐλάχιστον νὰ σώσωμεν τὰ λείψανα αὐτῆς.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν πράγματι ἡ νέα ἑταιρία ἀρνῆται νὰ παραδεχθῇ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ἐὰν ἀρνῆται τοῦτο, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ ἦναι πλήρης. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τῆς παλαιᾶς ἑταιρίας εἶναι τόσον ἐπίσημος, ὅσον καὶ αἱ ἄλλαι αὐτῆς ὑποχρεώσεις. Δὲν νομίζω ἑπομένως, ὅτι ἡ νέα ἑταιρία δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐκπλήρωσιν καὶ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ μακρηγορήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§67ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ δαπάνη τῆς βυθίσεως τῶν ἀναγκαίων λίθων εἶναι ἐλαχίστη, διότι ἕκαστον κυβικὸν μέτρον δὲν ἔχει ποτὲ περισσότερον τῶν δύο δραχμῶν· ἐὰν δὲ ἡ παλαιὰ ἑταιρία εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιχειρήσῃ τὰ ἔργα ταῦτα, δὲν ἐννοῶ πῶς ἡ νέα ἑταιρία δύναται νὰ ἀρνηθῇ.
§68ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ἡ ἑταιρία ἀναλαμβάνει τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῇ συμβάσει.
§69ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ τὰς ὑπεσχημένας.
§70ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν λέγει «καὶ τὰς ὑπεσχημένας»· ἂς γραφῇ «καὶ τὰς ὑπεσχημένας», καὶ ἐγὼ ἀποσύρω πᾶσαν ἄλλην αἴτησιν.
§71ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ὑποχρέωσις δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου. Καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ δηλώσῃ, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ὁμιλεῖ περὶ πάσης ὑποχρεώσεως τῆς ὑπὸ διάλυσιν ἑταιρίας, ἀλλὰ περὶ ὡρισμένων ὑποχρεώσεων αὐτῆς· ὁμιλεῖ περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ὁ νόμος ΤΜϚʹ τοῦ 1869, ὡς οὗτος συνεπληρώθη καὶ ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῶν νόμων ΠΜΒʹ, ᾼΡΛΔʹ καὶ ᾼΧΙΘʹ καὶ τῶν σχετικῶν βασιλικῶν διαταγμάτων, ἐν τοῖς νόμοις δὲ τούτοις δὲν ἀναγράφεται τοιαύτη ὑποχρέωσις. Εἶχε λοιπὸν δίκαιον πληρέστατα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πετρίδης νὰ παρακαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐπιμείνῃ, ὅπως ἡ νέα ἑταιρία ἀναδεχθῇ καὶ τὴν μικρὰν ταύτην δαπάνην, ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς πόλεως, ἐπ’ ὠφελείᾳ αὐτῆς ταύτης τῆς ἑταιρίας, ὡς παρέστησε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ δὲ μάλιστα ὁ κ. Πετρίδης περιώρισε τὴν ἀξίωσίν του ταύτην, τὴν παράκλησίν του, — διότι εἴμεθα ἠναγκασμένοι τὰς αἰτήσεις ἡμῶν καὶ τὰς ἀξιώσεις νὰ περιβάλλωμεν μὲ τὸν τύπον τῆς παρακλήσεως, — ἀφοῦ, λέγω, ὁ κ. Πετρίδης οὐδὲν ἕτερον ζητεῖ ἢ νὰ ὑποσχεθῇ ἡ ἑταιρία, ὅταν διὰ τῶν εἰσοδημάτων καλυφθῶσιν οἱ τόκοι καὶ ἔχῃ κέρδη, νὰ ἦναι τοὐλάχιστον ὑπόχρεως ἐκ τῆς συμβάσεως νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ, ποίαν δυσκολίαν, παρακαλῶ, δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία θὰ κερδήσῃ, ἐὰν ἐπιχειρήσῃ ἔργον ὠφέλιμον καὶ εἰς τὴν πόλιν τῆς Κορίνθου καὶ εἰς αὐτήν; Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ προστίθεμαι εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Πετρίδου, καὶ παρακαλῶ θερμότατα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν τροποποίησιν ταύτην· ὑποθέτω δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἔχῃ τὴν ἁβρότητα νὰ δεχθῇ τὴν διπλῆν παράκλησιν ἡμῶν, ἀφοῦ ἔχομεν καὶ τρίτον παρακαλοῦντα, ἀνήκοντα εἰς τὰς τάξεις τῆς Συμπολιτεύσεως.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μήπως ἡ Κυβέρνησις πρόκηται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον; ἄλλοι θὰ τὸ ἐκτελέσωσιν. Ἐὰν ἀναλάβωμεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσωμεν τὴν κατασκευὴν παρὰ τῆς ἑταιρίας, καὶ αὕτη ἀρνηθῇ, ἡ ἐπιχείρησις θέλει ματαιωθῆ· δὲν δυνάμεθα ἄρα ἡμεῖς νὰ δώσωμεν τὴν ζητουμένην ὑπόσχεσιν. Ἐπαγγελίας δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ποιῆται πρὸς τὴν Βουλήν, ἐὰν μὴ προγιγνώσκῃ τὴν ἔκβασιν αὐτῶν. Περὶ τῆς ὑποχρεώσεως θέλει ἀποφανθῆ ἡ ἑταιρία· ἐὰν ᾖ αὕτη διατεθειμένη, ὅπως ἀναγνωρίσῃ ἑαυτὴν ὡς ὑπόχρεων, θέλομεν τῇ παράσχει τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἐνεργήσῃ συμφώνως πρὸς τὰς τοιαύτας αὐτῆς διαθέσεις· ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἑταιρία δυστροπῇ πρὸς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ὑποχρεώσεως, δὲν νομίζομεν ὅτι ἐκ ζητήματος τοιούτου, τουτέστι τῆς βυθίσεως 20,000 κυβικῶν μέτρων λίθων, πρέπει νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως.
§73ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἡμεῖς δὲν ἐξαρτῶμεν τὴν ἐπιχείρησιν ἐκ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῆς παρακλήσεώς μας, ἀλλὰ δὲν φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἑταιρία θὰ ἐπιμείνῃ νὰ μὴ δεχθῇ τὴν τροποποίησιν. Ἐὰν σπουδαίως ἀπεφάσισε ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιχείρησιν, βεβαίως δὲν θὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι κερδίζουσα ἐν τῷ μέλλοντι θ’ ἀναγκασθῇ νὰ διαθέσῃ μέρος τῶν κερδῶν της, ἵνα κατασκευάσῃ τὸν λιμένα. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραστήσῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν χρησιμότητα τοῦ ἔργου, εἶναι ἀδύνατον, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, ν’ ἀρνηθῇ τὴν δαπάνην· ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχῃ λόγους νὰ πιστεύῃ, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς παρακλήσεώς μας τοῦ νὰ γίνῃ ὁ βραχίων, ἡ ἑταιρία θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐπιχείρησιν, τότε ἡμεῖς, ἐν τοιούτῳ διλήμματι τιθέμενοι, θὰ προτιμήσωμεν τὸ ἔργον τῆς διώρυγος. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέμενεν, ἠδύνατο νὰ πορισθῇ καὶ αὐτὴν τὴν μικρὰν ὠφέλειαν διὰ τὴν πόλιν τῆς Κορίνθου, ἡ ὁποία, ὡς ἠκούσατε παρὰ τοῦ κ. Πετρίδου, εὑρίσκεται εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ παρατάσεως ἐπὶ ἓν ἔτος τῆς διαρκείας τῆς Γαλλικῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς: (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἁπλῆν πληροφορίαν θέλω ζητήσει ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Κατὰ τὴν σύμβασιν, αἱ ἀποδοχαὶ θέλουσι πληρόνεσθαι ἐκ τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένης πιστώσεως. Καὶ πράγματι ἐν τῷ ἄρθρῳ 10ῳ τοῦ κεφαλαίου Αʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εὑρίσκεται ἀναγεγραμμένη πίστωσις διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ παρ’ αὐτῷ μεταφραστοῦ ἐκ δραχμῶν 51,800· παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, πόσον ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι τὸ ἀναγόμενον εἰς ἀποδοχὰς τοῦ ὑποναυάρχου, καὶ πόσον δι’ ἀντιμισθίαν τοῦ παρ’ αὐτῷ μεταφραστοῦ. Ὁμιλῶν δὲ περὶ ἀποδοχῶν, ἐννοῶ τὴν προσωπικὴν ἀποζημίωσιν, δὲν ἐννοῶ δὲ τὰ ἄλλα ἔξοδα αὐτοῦ.
§77ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἔχω πρόχειρον ἐνταῦθα τὴν σημείωσιν· αὔριον θέλω σᾶς φέρει ὁριστικήν· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἀντιμισθία τοῦ μεταφραστοῦ δὲν ὑπερβαίνει τὰς 150 δραχμὰς κατὰ μῆνα. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου.
§79ΚΟΡΠΑΣ. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ καθολικὴ στρατολογία, ὅστις εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἡ ἄσκησις πάντων τῶν Ἑλλήνων εἰς τὰ ὅπλα· ἐὰν λάβωμεν ἐπίσης ὑπ’ ὄψει τὸν ἀριθμὸν τῶν κατ’ ἔτος ὑποχρέων πρὸς στράτευσιν, ὧν ὁ ἀριθμὸς βαίνει αὐξανόμενος, διότι αἱ μικραὶ ἡλικίαι ἐδηλώθησαν, φαίνεται, ἀκριβέστερον, ἀγνοούντων τῶν γονέων τὸν σκοπὸν τῆς τότε ἀπογραφῆς, καὶ διότι ὁ νέος στρατολογικὸς νόμος παρέχει μείζονας ἐγγυήσεις πρὸς καταρτισμὸν τῶν μητρώων· ἐὰν λάβωμεν, λέγω, ὑπ’ ὄψιν ταῦτα, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν παράτασιν ἀναβολῆς κατατάξεως μείζονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ὁ ἰσχύων νόμος, καὶ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἄνευ βλάβης καὶ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ στρατοῦ, διότι ὁ σκοπὸς τῆς καθολικῆς στρατολογίας εἶναι νὰ ἀσκῶνται, ὡς εἶπον, οἱ πολῖται εἰς τὰ ὅπλα· εἴτε ὅμως ἀσκηθῶσιν ἐφέτος, εἴτε κατὰ τὸ προσεχὲς, εἴτε κατὰ τὸ τρίτον ἔτος, εἰς τὸ Κράτος εἶναι ἀδιάφορον, ἀρκεῖ νὰ ἀσκηθῶσιν ἐπὶ χρόνον ὁριζόμενον ἐν τῷ στρατολογικῷ νόμῳ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν βεβαίως εἶναι, ὅπως ἐν τῇ στατιστικῇ παρουσιάζεται, ἀρκετὰ σεβαστὸς, καὶ τοιοῦτος, ὥστε ἴσως εὑρεθῶμεν μετ’ οὐ πολὺ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπαλλαγῶν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τόσον μέγαν ἀριθμὸν, καθόσον οἱ πόροι δὲν εἶναι ἀρκετοὶ, ὅπως παραδεχθῶμεν πάντας εἰς τὸν στρατόν· διὰ τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον νὰ παραδεχθῶμεν παράτασιν ἀναβολῆς μείζονα τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, πλὴν τούτου, ὅτι εἰς τοὺς νέους, περὶ ὧν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, ἔχομεν καθῆκον νὰ παράσχωμεν συνδρομὴν, ὅπως περατώσωσιν ἀπροσκόπτως τὰς σπουδάς των. Τοιαύτη πρόνοια λαμβάνεται πανταχοῦ, τοιαύτη πρόνοια ἐλήφθη ἐσχάτως ἐν τῷ τέως ψηφισθέντι στρατολογικῷ νόμῳ τῆς Γαλλίας, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ὑπάρχει οὔτε ἀναβολὴ οὔτε πλήρης ἀπαλλαγή, διότι ἐκεῖ πάντες οἱ ἀπαλλασσόμενοι ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἓν τοὐλάχιστον ἔτος, κατόπιν ἀποστέλλονται εἰς ἀπεριόριστον ἄδειαν μέχρι συμπληρώσεως τῆς τριετίας, μετὰ τὴν ὁποίαν μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἔλαβον πρόνοιαν, ἐκτὸς τῶν ἀπαλλαγῶν, περὶ ὧν προβλέπει καὶ ὁ ἡμέτερος στρατολογικὸς νόμος, νὰ περιλάβωσι καὶ σειρὰν ἄλλην ἀπαλλαγῶν, ἀφορῶσαν εἰς αὐτοὺς τοὺς νέους, καὶ νὰ λάβωσι πρόνοιαν, ὅπως διευκολύνωνται αἱ σπουδαὶ τῶν νέων. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Γαλλικοῦ νόμου (ἀναγινώσκει): «Ἀπαλλάσσονται μετὰ ἑνὸς ἔτους ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ οἱ διδάσκαλοι, οἱ φοιτηταὶ ὅλων τῶν σχολῶν τῶν Πανεπιστημίων κτλ». Λοιπόν, ἐὰν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Βουλευτής, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσε χθές, νομίζω ὅτι ὠφελοῦμεν αὐτοὺς τοὺς νέους, εὐκολύνοντες αὐτούς, ὅπως περατώσωσι τὰς σπουδὰς των, καὶ δὲν ζημιοῦται τὸ Κράτος· διότι, ἂν αὐτοὶ δὲν ἀσκηθῶσιν ἐφέτος, θὰ ἀσκηθῶσι τοῦ χρόνου. Ἐὰν παραδεχθῶμεν λοιπὸν τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα διορθοῦται (ἀναγινώσκει): «Εἰς τοὺς φοιτητὰς κλπ. χορηγεῖται, εἰς τοὺς διανύοντας τὸ πρῶτον ἔτος τῆς φοιτήσεως αὐτῶν κατὰ τὴν κλήρωσιν τετραετὴς ἀναβολὴ, εἰς τοὺς τὸ δεύτερον τριετὴς, εἰς τοὺς τὸ τρίτον διετὴς καὶ εἰς τοὺς τὸ τέταρτον μονοετής». Οὕτω εἰς τοὺς διανύοντας τὸ 4ον ἔτος ἀπομένουσιν 8 μῆνες, διὰ νὰ δώσωσι τὰς ἐξετάσεις των. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης περιλαμβάνονται πάντες οἱ φοιτηταὶ, πλὴν τῶν πρωτοετῶν, διότι οἱ πρωτοετεῖς κατὰ τὴν κλήρωσιν εἶναι δευτεροετεῖς κατὰ τὴν κατάταξιν· ἡ ὑπηρεσία δὲν παραβλάπτεται ποσῶς. Ἠκούσατε τὸν Γαλλικὸν νόμον, καθ’ ὃν ὑπηρετοῦσιν οὗτοι ἓν ἔτος· ἡμεῖς ἔχομεν διετῆ θητείαν, ἑπομένως θὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ 2 ἔτη. Αὐτὴν τὴν τροπολογίαν εἶχον νὰ ὑποβάλω.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἔχομεν ἱκανὸν ἀριθμὸν ἀπογραφομένων καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου δυνάμεθα ν’ ἀδιαφορήσωμεν περὶ τῶν κατὰ τὴν ἀναβολὴν κατατάξεως, δὲν νομίζω ὅτι χωρεῖ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὐ μόνον διότι ἡ ὑπηρεσία, ἵνα ἀνταποκρίνηται πρὸς τοὺς ὅρους καὶ πρὸς τοὺς σκοποὺς τοῦ νόμου, πρέπει νὰ τελῆται κατὰ τὴν ἡλικίαν, ἣν ὁ νόμος κρίνει ὡς τὴν πρόσφορον, οὐ μόνον διότι ὁ κατατασσόμενος μετὰ διορίαν ἀπὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ 21ου τῆς ἡλικίας ἔτους στερεῖ τὴν Πολιτείαν ὑπηρεσίας ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς ὑποχρεώσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ, τὸ κυριωδέστερον, διότι ἡ ἀναβολὴ κατατάξεως παρέχεται εἰς κατηγορίαν ἀπογραφομένων, ἥτις εἶναι σπουδαιοτάτη ἐν τῷ στρατῷ ἡμῶν ἤδη, ὅτε ἤρχισεν ἀναπτυσσόμενον τὸ καθιερωθὲν ἐν αὐτῷ σύστημα τῶν στελεχῶν τῆς ἐφεδρείας. Τὰ στελέχη τῆς ἐφεδρείας ἐν τῇ κατηγορίᾳ ταύτῃ ἔχουσι τὸ φυτώριον. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἄλλαι κατηγορίαι ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ πράγματι φυτώριον τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν εἶναι οἱ νέοι, περὶ ὧν ἡμῖν ὁ λόγος. Ἂν ἐπιτρέψωμεν εἰς αὐτοὺς νὰ μὴ κατατάσσωνται κατὰ τὴν πρέπουσαν ἐποχὴν, χαλαροῦμεν τὸν θεσμὸν τῆς ἐφεδρείας. Ὑπάρχουσι λόγοι ἄλλοι, πείθοντες ἡμᾶς, ὅτι, καίτοι ἡ κατηγορία αὕτη τῶν ἀπογραφομένων εἶναι ἡ χρησιμωτέρα πασῶν ἐν τῷ στρατῷ, πρέπει πρὸς αὐτὴν νὰ μὴ ὦμεν ἀπαιτητικοὶ, διότι ἡ Ἑλλὰς ἔχει μὲν ἀνάγκην στρατοῦ, ἀλλ’ ἀναγνωρίζει καὶ ὅ,τι ὀφείλει πρὸς τὰ γράμματα καὶ τὰς ἐπιστήμας, ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ ἐπιτέλεσις τῆς πρὸς στράτευσιν ὑποχρεώσεως δέον νὰ συνδυασθῇ πρὸς τὴν μόρφωσιν ἐν τοῖς γράμμασι καὶ ταῖς ἐπιστήμαις, ἐπιτρεπομένης τῆς συμπληρώσεως τῶν σπουδῶν τῶν ὑποχρέων πρὸ τῆς κατατάξεως ἐν τῷ στρατῷ. Τοσοῦτον εἶναι ἀναγκαία ἡ τοιαύτη πρόνοια, ὥστε καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ, ὅπου αἱ πρὸς στράτευσιν ὑποχρεώσεις εἶναι πολὺ βαρύτεραι ἢ παρ’ ἡμῖν, καὶ ὅπου τὸ πρῶτον ἐλαχίστη ἐγίνετο διευκόλυνσις πρὸς τοὺς ὑποχρέους σπουδαστὰς, ἐθεσπίσθησαν διατάξεις, ἃς πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, αἵτινες ὅμως δὲν εἶναι, ὡς παρεστήθησαν, εὐνοϊκώτεραι τῶν πρὸς τοὺς σπουδαστὰς ἡμῶν. Παρ’ ἡμῖν χάριν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπαλλάσσονται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας οἱ δημοδιδάσκαλοι, ἐνῷ κατὰ τὰς διατάξεις, ἃς ἀνέγνω ὁ κ. Βουλευτὴς, οἱ δημοδιδάσκαλοι δὲν ἀπαλλάσσονται, ἀλλ’ ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος. Ὑπὲρ τῶν πανεπιστημιακῶν σπουδῶν ἡμεῖς παρέχομεν ἀναβολὴν κατατάξεως· αὕτη εἶναι χρησιμωτάτη εἰς τοὺς ὑποσχομένους ἐπίδοσιν ἐν ταῖς ἐπιστήμαις καὶ τοῖς γράμμασιν, οὗτοι δὲ εἶναι οἱ εἰσερχόμενοι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐν τῇ κανονικῇ ἡλικίᾳ. Οἱ εἰσερχόμενοι εἰς αὐτὸ ὑπερήλικες δὲν ὑπόσχονται τῇ Πολιτείᾳ ὅσα οἱ εἰσερχόμενοι ἐν τῇ πρεπούσῃ ἡλικίᾳ, οὐδ’ ἔχουσι τοὺς αὐτοὺς καὶ οὗτοι λόγους, ἵνα ἀξιῶσι παρὰ τῆς Πολιτείας ἐξαιρετικὴν πρόνοιαν. Ποία εἶναι ἡ ἡλικία ἡ πρέπουσα, ὅπως προαχθῇ τις ἐκ τῶν ἐγκυκλίων σπουδῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον; Παρ’ ἡμῖν εἶναι τὸ 16ον ἔτος, ἢ καὶ τὸ 17ον, ἐξαιρετικῶς δὲ καὶ τὸ 18ον. Ὑπέρβασις τῆς τελευταίας ταύτης ἡλικίας προέρχεται ἐκ περιστάσεων ἀτυχῶν, οἷον ἀσθενείας, ἀνεχείας, ἀμελείας ἢ δυσνοίας· ἀλλ’ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ οὐδὲ εἰς τὸν ἄγοντα τὸ 19ον τῆς ἡλικίας ἔτος ἀφορᾷ· ἀφορᾷ εἰς τὸν εἰσερχόμενον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον κατὰ τὸ εἰκοστὸν ἔτος· οὗτος ὅμως δὲν εἶναι ἄξιος τῆς ἐξαιρετικῆς εὐνοίας τῆς διατάξεως ταύτης. Τὸ προτεινόμενον παρ’ ἡμῶν μέτρον ἀποβαίνει συντελεστικὸν ὑπὲρ τῶν γραμμάτων καὶ τῶν ἐπιστημῶν, λαμβανόμενον ὑπὲρ τῶν ἐπιδιδομένων εἰς τὰ γράμματα καὶ τὰς ἐπιστήμας ἐν τῇ πρεπούσῃ ἡλικίᾳ· ὁ ἀρχόμενος ὅμως τῶν πανεπιστημιακῶν σπουδῶν κατὰ τὸ εἰκοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας δὲν πληροῖ τὸν εἰρημένον ὅρον. Ὥστε ἡ πρότασις, ὡς παρ’ ἡμῶν ὑπεβλήθη, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπιεικὴς, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξωθήσωμεν τὴν ἐπιείκειαν μέχρι τοῦ ὁρίου, ὅπερ προτείνει ὁ κ. Βουλευτής.
§81ΚΟΡΠΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι περὶ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται εἰς τὸ Πανεπιστήμιον εἰς ἡλικίαν τοιαύτην, πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν· διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν, οἱ ζῶντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, γνωρίζομεν διὰ ποίων στερήσεων κατορθόνουσιν οἱ δυστυχεῖς γονεῖς μόλις νὰ σπουδάσωσι τὰ τέκνα των καὶ στείλωσιν αὐτὰ εἰς Ἀθήνας· καὶ ἂν ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, θὰ ἴδητε τοὺς πλείστους ἄγοντας ἡλικίαν μείζονα τῶν 20 ἐτῶν· καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παρατείνωμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς κατατάξεως, ὅπως περιλάβωμεν καὶ αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μείζονα ἡλικίαν. Ἄλλως δὲ, δὲν πρόκειται νὰ χαρίσωμέν τι ἄξιον λόγου· διότι, ἀφοῦ πρόκειται ἡ ἐπιείκεια αὕτη νὰ δοθῇ εἰς τὰ ¾ τῶν φοιτητῶν, διατὶ νὰ μὴ δοθῇ εἰς ὅλους;
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ συνηγορία, ὡς ἐγένετο, ἀποδεικνύει ὅτι στερεῖται ἡ πρότασις ὑποστάσεως· διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπερήσπισεν αὐτὴν λόγῳ τῆς ὀφειλομένης ἐπιεικείας εἰς πρόσωπα εὑρεθέντα ἐν περιστάσεσιν οὐχὶ εὐνοϊκαῖς. Τὸ μέτρον εἶναι ἐπιεικὲς, ἀλλὰ δὲν ὑπαγορεύεται ἐκ λόγων ἐπιεικείας· διότι ἅπας ὁ στρατολογικὸς νόμος, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς καθολικῆς ὑποχρεώσεως, ἀποκλείει πᾶσαν χαριστικὴν ἐξαίρεσιν. Ἐξαίρεσις ὑπὲρ προσώπων ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου. Ἐξαίρεσιν ἀπεδέχθη ὁ νόμος οὐχὶ ὑπὲρ προσώπων, ἀλλὰ χάριν σκοποῦ, χάριν τῶν ἐπιστημῶν, χάριν τῶν γραμμάτων· τὰ δὲ γράμματα καὶ τὰς ἐπιστήμας ὑπηρετοῦσιν οἱ ἀφιερούμενοι εἰς τὴν μελέτην αὐτῶν ἐν περιστάσεσιν εὐνοϊκαῖς. Ὁμολογουμένως, ἐὰν ἀφωρῶμεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἰσότητος ἐν τῷ κόσμῳ, ἐὰν τοὺς ἐκ τῆς φύσεως καὶ τῶν περιστάσεων ἀδικουμένους ἠθέλομεν νὰ ἀμείψωμεν, ἵνα ἰσοσταθμίσωμεν αὐτοὺς καὶ τοὺς εὐτυχεῖς, θὰ ἠδυνάμεθα, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται βεβαίως. Βεβαίως οἱ χρησίμως ἐπιδιδόμενοι εἰς τὰς ἐπιστήμας καὶ τὰ γράμματα εἶναι οἱ εὐτυχήσαντες νὰ ἔχωσιν εὐπορίαν τινὰ καὶ ὑγείαν σωματικὴν καὶ διανοητικὴν καὶ μὴ ὑπερβάντες ὅριόν τι ἡλικίας. Οἱ μὴ κεκτημένοι τὰ προσόντα ταῦτα δύνανται νὰ αἰτιῶνται τὴν τύχην ὡς δυσμενῆ, ἀλλ’ οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα, ἵνα ἀπεκδέχωνται ἐκ τοῦ νόμου τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς δυσμενείας. Φρονῶ ἄρα, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ προταθέντα διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀποδεικνυομένου ἴσως ἐπιεικεστέρου τοῦ δέοντος. Ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἀποκλίνει πρὸς τὸ εὐεργετικόν· χρήζει δὲ φραγμοῦ ἡ τάσις αὐτῆς αὕτη, καὶ μάλιστα προνοίας, ὅπως τῆς ἐπιεικείας γίνηται χρῆσις πρὸς ὑψηλοτέρους σκοποὺς καὶ οὐχὶ πρὸς σκοποὺς προσωπικούς.
§83ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὰς ποικίλας θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ λήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τοὺς ὀλίγους μὲν κατὰ τὴν πρώτην του θεωρίαν, πλειοτέρους δὲ κατὰ τὴν δευτέραν του θεωρίαν, τοὺς διανύοντας τὸ δεύτερον ἔτος κατὰ τὴν κατάταξίν των, ἔπρεπε νὰ εὐνοήσωμεν· διότι, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι αὐτοὶ ἐξ ἀσθενειῶν ἢ ἄλλου τινὸς ἐμποδίου ἤργησαν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ εἰσῆλθον μετὰ τὸ 18ον ἔτος, τὸ ὁποῖον παραδέχεται ὡς μέσον ὅρον τῆς εἰσαγωγῆς τῶν φοιτητῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι αὐτοί εἰσιν ἄξιοι πάσης προστασίας, διότι, καίτοι πάσχοντες καὶ ἀσθενήσαντες, ἔχουσι τόσον ζῆλον πρὸς τὰς ἐπιστήμας καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν, ὥστε καὶ εἰς τὸ 20ὸν ἀκόμη ἔτος εἰσέρχονται εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὡς τοιούτους δὲ πρέπει κατὰ μείζονα λόγον νὰ τοὺς ὑποστηρίξωμεν περισσότερον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὗται αἱ θεωρίαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ βασισθῶμεν· νομίζω ὅτι ἀληθὴς θεωρία εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἀνέπτυξε χθὲς, ὅτι δίκαιον εἶναι, ἀφοῦ δίδομεν εἰς τοὺς τριτοετεῖς, νὰ δώσωμεν καὶ εἰς τοὺς δευτεροετεῖς ἀναβολὴν κατατάξεως. Οἱ δευτεροετεῖς φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου εὑρίσκονται σχεδὸν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν καὶ οἱ τριτοετεῖς. Εἰσῆλθον ἤδη εἰς τὴν σειρὰν σπουδαίων μελετῶν τῆς ἐπιστήμης καὶ δικαιοῦνται νὰ τύχωσι τῆς ἀναβολῆς κατατάξεως, ὅπως καὶ οἱ τριτοετεῖς. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρωτοετεῖς κατὰ τὴν κλήρωσιν, εἶναι δευτεροετεῖς κατὰ τὴν κατάταξιν· δὲν πρόκειται ἑπομένως διὰ τοὺς πρωτοετεῖς· οἱ πρωτοετεῖς θὰ ὑπηρετήσωσι, διότι οὗτοι κατὰ τὴν κλήρωσιν δὲν εἶναι φοιτηταί.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Γινώσκετε ὑμεῖς νομοθεσίαν τινὰ, καθ’ ἣν ἡ ἀναβολὴ κατατάξεως εἶναι τεσσάρων ἐτῶν;
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι· ἀλλὰ καὶ τριῶν ἐτῶν δὲν γνωρίζω.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲ τριῶν ἐτῶν, διότι ἡ ἀναβολὴ κατατάξεως εἶναι συνήθως ἑνὸς ἔτους· ἡμεῖς προέβημεν εἰς τὰ δύο ἔτη, κατόπιν εἰς τὰ τρία, ἤδη δὲ φθάνομεν εἰς πρότασιν περὶ τεσσάρων.
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς λέγω, ὅτι ἡ μόνη ἀληθὴς θεωρία εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνεπτύξατε χθές· ὅτι, ἀφοῦ θεωροῦμεν ἀναγκαίαν τὴν ἀναβολὴν κατατάξεως διὰ τοὺς τριτοετεῖς, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὴν καὶ διὰ τοὺς δευτεροετεῖς, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὦμεν συνεπεῖς.
§88ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἁπλῶς παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἐστήριξε τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ βάσεως μὴ ἀσφαλοῦς· διότι ὑπελόγισε τὴν σπουδὴν τῶν νέων δὲν ἠξεύρω διὰ τίνος μέτρου. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, προκειμένου νὰ νομοθετήσῃ περὶ φοιτητῶν, ὁ παῖς εἰσέρχεται εἰς τὸ σχολεῖον ἑξαετής· κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοτικῶν σχολείων, ἀπαιτοῦνται ἕξ ἔτη, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ σπουδάς του, ὁπότε θὰ ἦναι 12 ἐτῶν· προστιθεμένων τριῶν ἐτῶν εἰς τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον, θὰ γίνῃ 15 ἐτῶν, καὶ τεσσάρων εἰς τὸ Γυμνάσιον, ἕπεται ὅτι μετὰ τὸ τέλος τῶν γυμνασιακῶν σπουδῶν θὰ ἦναι εἰκοσαετής. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαιότατον· πρόκειται νὰ παράσχῃ εἰς τὴν σπουδάζουσαν νεότητα ἡ Πολιτεία ἀνακούφισίν τινα, ὅπως τὴν ὑποστηρίξῃ εἰς τὸν πνευματικὸν αὐτῆς ἀγῶνα· πρόκειται περὶ ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ ἐνδώσῃ, ἀνεξαρτήτως ἂν τοῦτο ἦναι ἀναγεγραμμένον εἰς ἄλλην νομοθεσίαν ἢ ὄχι. Ὡς λοιπὸν ἀπέδειξα προηγουμένως, εἶναι ἀδύνατον πρὸ τοῦ 20οῦ ἔτους, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, —διότι ὑποτίθεται ὅτι ὁ νέος καὶ ὑγιὴς θὰ ἦναι καθ’ ὅλα τὰ ἔτη τῶν σπουδῶν του καὶ ἀνὰ ἓν ἔτος εἰς ἑκάστην τάξιν θὰ μένῃ, — εἶναι ἀδύνατον, λέγω, πρὸ τοῦ 20οῦ ἔτους νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Σπανιώτατον εἶναι νὰ ἀπολύηται μαθητὴς διὰ τὸ Πανεπιστήμιον ἐν ἡλικίᾳ 16 ἐτῶν καὶ ὄχι μόνον εἶναι σπάνιον, ἀλλὰ καὶ ὅταν συμβαίνῃ, εἶναι βλαπτικώτατον. Εἶναι ὀλεθριωτάτη εἰς τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν ἡ προώρως ἐπιβαλλομένη ἐξαναγκαστικὴ τοῦ πνεύματος ἐργασία, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολλάκις θὰ ἀνέγνωσε συγγραφεῖς νεωτέρους φυσιολόγους, οἵτινες ἐνίστανται κατὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν πνευματικῶν δυνάμεων τῶν μαθητῶν, ἐπὶ σωμάτων εἰσέτι ἀσθενῶν ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας. Λοιπὸν ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν παρατήρησίν του, μοὶ φαίνεται ὅτι ἄνευ ἑτέρας συζητήσεως εἶναι ἀνατετραμμένη. Ὑπολείπεται ἤδη τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ Πολιτεία ἔχῃ τὸ καθῆκον νὰ παράσχῃ τὴν εὐκολίαν ταύτην εἰς τοὺς φοιτητάς. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀναποφεύκτως τὴν ἔχει. Οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Πολυτεχνείου θὰ παρεῖχον πολὺ μεγαλειτέρας ἐκδουλεύσεις, ἐὰν παρεσκευάζοντο κατ’ ἄλλον τρόπον, ὥστε νὰ χρησιμεύωσιν ὡς ἀξιωματικοὶ τῆς ἐφεδρείας. Προκειμένου νὰ στρατεύωνται 100 ἢ 120 χιλιάδες ἄνδρες, ἀφίνω νὰ σκεφθῆτε πόσων ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωματικῶν ἔχομεν ἀνάγκην· πόθεν ἆρα νὰ στρατολογῶμεν αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὰ νεῦρα τοῦ στρατοῦ, παρὰ ἀπὸ τὰς τάξεις τῶν σπουδαστῶν; Διατὶ νὰ μὴ προσκαλῶνται εἰς τὸ τέλος τῶν σπουδῶν των οὗτοι, καὶ ἀσκούμενοι προσηκόντως ἐπὶ χρόνον τινὰ, νὰ ὑπηρετῶσιν ὡς ἀξιωματικοὶ τῆς ἐφεδρείας; Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θέλῃ νὰ φέρῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συστήσω, ἂς δεχθῇ τοὐλάχιστον νὰ μὴ καταστρέφωνται οἱ νέοι, διακόπτοντες τὰ μαθήματά των.
§89ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ συζήτησις.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§91ΣΑΚΚΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (διάλογοι).
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ, βεβαίως κατὰ τὰ ὑπεσχημένα πρέπει νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θὰ ταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κάτω τοῦ νομοσχεδίου περὶ σμύριδος.
§93Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ τελευταῖον γενόμενον μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἐγένετο προσηκόντως. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐξυπηρετῇ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ἐὰν προστατεύῃ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ἐὰν ἐξασφαλίζῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεων αὐτῶν, τὸ νομοσχέδιον βεβαίως πρέπει νὰ τεθῇ ἐν σειρᾷ, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ γένηται δυνατὸν νὰ συζητηθῇ. Ἐὰν δὲ δὲν ἦναι τοιοῦτον, τότε ἀδίκως ἀσχολούμεθα ἐνταῦθα καὶ κατατρίβομεν τὸν καιρόν μας. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ παρεμβάλωμεν προσκόμματα, ἵνα μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, μένομεν μέχρι τῆς 10ης τῆς νυκτὸς καὶ πέραν, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον εἶναι φύσεως τοιαύτης, ὥστε προκαλεῖ συζήτησιν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν μέχρις οὗ ἐξαντληθῶσιν αἱ συζητήσεις αὗται. Ἐγὼ δὲν θέλω λάβει τὸν λόγον, ἀλλ’ ὑπάρχουσι 4 ἢ 5 ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ ζητοῦντες τὸν λόγον, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ἐξαναγκάσωμεν αὐτοὺς νὰ παραιτηθῶσι τοῦ λόγου, νὰ μὴ ἐκφέρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅσας ἔχουσι νὰ προβάλωσι γνώμας. Διατί; Διότι τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἐξαφανισθῇ ἀπὸ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον, ἢ νὰ τεθῇ τελευταῖον. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας εἶναι κύριος νὰ πράτῃ ὅ,τι θέλει, εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἀναγγέλλῃ. Ἐὰν δὲ ἀναγγέλλητε τοῦτο εἰς ἡμᾶς, ὅπως μᾶς ἐξαναγκάσητε νὰ μὴ εἴπωμεν τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχομεν νὰ προβάλωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι πράττετε ἄτοπον. Ἡ ἀναβολὴ ἑπομένως προὐτάθη κατ’ ἀνάγκην, πρέπει δὲ νὰ προβῆτε εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ψηφοφορία εἶναι περιττή· διότι, εὐθὺς ὡς οἱ προτείναντες τὴν ἀναβολὴν ἐπιμένουσιν εἰς αὐτὴν, ἡμεῖς θέλομεν ἀποδεχθῆ ταύτην. Ἐκ τῆς περιστάσεως ὅμως ταύτης ἀποῤῥέει ἡ ἀνάγκη κανονισμοῦ τῶν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, οὐχὶ ἐν πνεύματι, οἷον ὑπέθεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὡς ἐπειγούσης τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίου ἄλλου, τοῦ περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος. Καὶ χθὲς ἔτι ἀνηγγείλαμεν, ὅτι ἐτάξαμεν αὐτὸ τρίτον, ἐνῷ ἐγένετο πρότασις, καὶ μάλιστα παρὰ μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ταχθῇ πρῶτον, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι τὰ πρὸ αὐτοῦ δὲν θὰ προεκάλουν συζήτησιν· ἀποδεικνυομένου ὅμως ἤδη, ὅτι προκαλοῦσι ταῦτα συζήτησιν, νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον, συμφώνως πρὸς ὅσα εἴπομεν χθὲς, καὶ ἀποβλέποντες εἰς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, ἵνα θέσωμεν πρῶτον τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῆς Ναξίας σμύριδος. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς παρατηρήσεώς μου, ἐν σχέσει πρὸς τὸν κανονισμὸν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κατόπιν τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, ἣν βεβαίως θέλομεν παραδεχθῆ, ἐὰν ἐπιμείνωσιν εἰς αὐτὴν οἱ προτείναντες. Οὐδόλως ἐννοοῦμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συμφωνίας, ὅπως, ἐὰν μὴ γίνῃ ἡ ἀναβολὴ, προταχθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐὰν δὲ γίνῃ ἡ ἀναβολὴ, μὴ προταχθῇ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ παντὸς ἄλλου τὸ νομοσχέδιον περὶ σμύριδος, διότι μόνον οὕτως εἶναι ἐλπὶς, ὅπως ψηφισθῇ πρὸ τῶν ἑορτῶν, εἶναι δὲ ἀνάγκη, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον πρὸ τῶν ἑορτῶν.
§95Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σύνταξις τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, γίνεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τῆς Βουλῆς ἡ ἀπόφασις εἶναι ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας, τῆς πλειοψηφίας δ’ εἰσηγητὴς εἶναι ὁ Πρωθυπουργός. Ὁ Πρωθυπουργὸς λοιπὸν συντάσσει πάντοτε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, οὐδεὶς δ’ ἀντεῖπεν εἰς αὐτὸ, οὐδεὶς ἐζήτησε μεταβολὴν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Καὶ λέγομεν ὅτι δὲν ἐζητήσαμεν, ὄχι ὅτι παρῃτήθημεν τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν· ἐξ ἐναντίας ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν διετάχθη, ἵνα τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου τοῦ 1886 ταχθῇ ἀμέσως μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ὅμως δὲν ἐτάχθη, καὶ ἡμεῖς, ἵνα μὴ παρεμβάλωμεν προσκόμματα, σιωπῶμεν, οὐδὲ ἐποιησάμεθα χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἑπομένως ἦτο περιττὸν νὰ μᾶς ἀναγγελθῇ ποῖον ἀριθμὸν θέλει λάβει ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, ὡς ἦτο περιττὸν καὶ ἄτοπον μάλιστα τὸ ψιθυρισθὲν ὑπό τινος τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας, ὄπισθέν μου καθημένου, ὅτι δῆθεν ἡμεῖς δὲν μεριμνῶμεν περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἀναβάλλομεν καθ’ ἑκάστην τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς σμύριδος. Ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ σμύριδος, τότε θέλει καταδειχθῆ, ἐὰν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου προετάθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ἕκαστος νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του κατὰ τὴν ἰδίαν του κρίσιν, οὐδεὶς δ’ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ ἢ ἐπικρίνῃ τοὺς ἄλλους, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὅστις διαχειρίζεται καὶ τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτῇ, καὶ τὸ δικαίωμα νὰ συζητῇ, καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορῇ, τὸ μεταχειρίζεται μετὰ πάσης ἐλευθερίας, δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀμφισβητῇ τὴν ἐλευθερίαν τῶν συναδέλφων του, ἵνα διαχειρίζωνται καὶ ἐκεῖνοι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, νὰ συζητῶσι καὶ νὰ ψηφοφορῶσι κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῶν κρίσιν.
§96ΦΩΤΗΛΑΣ. Θὰ εἴπω δύο λέξεις, ἐπειδὴ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπηυθύνθη πρὸς ἐμέ. Ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως τῶν φοιτητῶν, καὶ ἐγένετο ἐν πλάτει, καὶ ἠδύνατο ἡ μειοψηφία νὰ πείσῃ τὴν πλειοψηφίαν, ἢ ἡ πλειοψηφία νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ σμύριδος εἶναι σπουδαιότατον, εἶναι μεγίστης ἀνάγκης, διότι κινδυνεύουσι συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· ἐγὼ ἐν ἰδιαιτέρᾳ ὁμιλίᾳ παρετήρησα εἰς συνάδελφόν μου, ἐπιμένοντα νὰ συζητηθῇ αὐτὸ καὶ μόνον τὸ νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως, καὶ ἂς μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ σμύριδος, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ σμύριδος, διότι κινδυνεύουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Αὐτὴν τὴν παρατήρησίν μου ἐπετίμησεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ δὲν εἶπον νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως τῶν φοιτητῶν, ἀπ’ ἐναντίας ἐπιθυμῶ νὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ βεβαίως ἡ μειοψηφία δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της εἰς τὴν πλειοψηφίαν ἂς ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας της, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας. Ἡ πλειοψηφία ὅμως, αἰσθανομένη τὸ καθῆκόν της, πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ σμύριδος.
§97Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἂν ὄχι ὅλοι, ἀλλὰ πολλοὶ, πολλάκις ἐνεκάλεσαν τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ, καὶ ἴσως ἐμιμήθησαν κατὰ τοῦτο τὴν γλῶσσαν τῶν ἐφημερίδων τοῦ Ὑπουργείου, ἴσως ἐνεθαῤῥύνθησαν κατὰ τοῦτο καὶ ἀπὸ τὴν γλῶσσαν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἀλλὰ πάντες σφάλλουσι. Καὶ ὅτι σφάλλουσιν, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι ἡμεῖς παραμένομεν μέχρι τῆς 10ης καὶ ἡμισείας τῆς νυκτὸς συζητοῦντες, ἐνῷ, ἐὰν ἠθέλομεν νὰ κωλυσιεργήσωμεν, δὲν θὰ σᾶς ἀφίναμεν οὐδὲ συνεδρίασιν νὰ κηρύττητε ἀρχομένην. Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν βλέπομεν πόσοι εἶναι παρόντες, ὅταν ἡ Βουλὴ κηρύσσηται ἐν ἀπαρτίᾳ; Νομίζετε ὅτι δὲν βλέπομεν πόσοι εἶναι παρόντες κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν συζητοῦμεν; Καὶ τίς ἐξ ἡμῶν ἐπρότεινέ τι; Ποῖον; Τὴν ἐφαρμογὴν συνταγματικῶν διατάξεων. Καὶ τολμᾶτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ κωλυσιεργίας! Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, οὐδ’ ἐζητήσαμεν νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς αὐτὴν, ἔχομεν ὅμως δικαίωμα, ὅταν νομίζωμεν ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας ἀναιρῶσιν ἄρδην συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ δικαιώματα τῆς Πολιτείας, ἔχομεν δικαίωμα νὰ κωλυσιεργήσωμεν, νὰ παρακωλύσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς ἀποφάσεις, αἵτινες ἀναιροῦσι τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπράξαμεν, διότι δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην ταύτην· συζητοῦμεν μετὰ πάσης ὑπομονῆς καὶ μετὰ πάσης κοσμιότητος. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαλέσωμεν καὶ ὑμᾶς ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ, ὅταν, ἀπαντῶντες εἰς μικράν τινα καὶ βραχύλογον παρατήρησιν ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν, παρατείνητε τὸν λόγον πέραν τοῦ δέοντος; Δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς ἐγκαλέσωμεν ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ, ὅταν Βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας, οἵτινες διατελοῦσιν ἐν καθημερινῇ σχέσει πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, οἵτινες κατέχουσιν ὅλας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας οἱ Ὑπουργοὶ κατέχουσιν, οἵτινες δύνανται νὰ μάθωσιν ὅ,τι καὶ ἂν θέλωσιν, ἀπευθυνόμενοι πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ἔρχονται ἐνταῦθα, εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀπευθύνουσι δῆθεν ἐπερώτησιν; Νομίζετε ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς εἴπωμεν καὶ ὑμεῖς, ὅτι κωλυσιεργεῖτε; Ἀλλὰ δὲν λέγομεν τοῦτο, διότι ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀπευθύνωσι καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἐπερώτησιν, ὡς καὶ οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀγορεύωσι περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ μάλιστα κατὰ πᾶσαν στάσιν καὶ κατὰ πᾶσαν ὥραν, ὅταν ζητήσωσι τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ ὑμεῖς δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐγκαλῆτε ἡμᾶς ἐπὶ κωλυσιεργίᾳ, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται χρῆσιν τοιαύτης τακτικῆς, δὲν ἐξασκοῦσι νόμιμα δικαιώματα, ἀλλ’ ἔχουσι μόνον τὴν προαίρεσιν νὰ ὑβρίσωσιν ἡμᾶς, ἡμεῖς δ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκαλῶμεν αὐτοὺς ὑβριστάς.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 μ. μ.