| 1638 | Χαρ. Τρικούπης | Ο | Γεώρ. Χ. Παχὺς | ||
| 1639 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Στέφανος Δραγούμης | Ο | |
| 1640 | Γ. Σισμάνης | Ο | Δ. Γ. Ῥάλλης | Ν | |
| 1641 | Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | ||
| 1642 | Ἀθ. Ἴσκος | Φωκίων Νέγρης | |||
| 1643 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | ||
| 1644 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Νικόλ. Μπουφίδης | Ν | |
| 1645 | Μ. Γουλιμῆς | Ο | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | ||
| 1646 | Μ. Ἰατρίδης | Δημ. Καλλιφρονᾶς | |||
| 1647 | Δ. Χατζόπουλος | Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ν | ||
| 1648 | Γεώργ. Μίλησης | Ν | Ὄθων Μακρυγιάννης | ||
| 1649 | Σπυρ. Νοταρᾶς | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | ||
| 1650 | Γ. Κούστας | Ν | Θάνος Κανακάρης | Ο | |
| 1651 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν | |
| 1652 | Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν | |
| 1653 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Α. Φωτήλας | Ν | |
| 1654 | Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο | |
| 1655 | Δημήτριος Πετρίδης | Ν | Ἀντ. Ῥικάκης | ||
| 1656 | Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | ||
| 1657 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Ἰω. Κρεστενίτης | ||
| 1658 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ν. Κουμανιώτης | |||
| 1659 | Χρῆστος Χρηστόπουλος | Ν | Χρ. Στεφανόπουλος | ||
| 1660 | Φίλιππος Βάρβογλης | Ἀλέξ. Ζαΐμης | |||
| 1661 | Ἠλίας Φλέσσας | Ἀρ. Κοντογούρης | Ν | ||
| 1662 | Κ. Κωνσταντόπουλος | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | ||
| 1663 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | |||
| 1664 | Παναγ. Μανέτας | Ν | Ν. Παπανικολάου | ||
| 1665 | Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν. Καφετζόγλους | Ο | ||
| 1666 | Ἠλίας Παλαμήδης | Ἰω. Πεζᾶς | |||
| 1667 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Κ. Σινέλης | |||
| 1668 | Δ. Ζέγγελης | Β. Βουδούρης | Ο | ||
| 1669 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | ||
| 1670 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ν | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο | |
| 1671 | Ἀναστ. Λούντζης | Ο | Ν. Κοκωσλῆς | ||
| 1672 | Διον. Λομβάρδος | Ο | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο | |
| 1673 | Γ. Θεοτόκης | Ο | Κωνστ. Μαρκίδης | Ο | |
| 1674 | Κ. Βασιλάκης | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | ||
| 1675 | Ἀντ. Καποδίστριας | Ν | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο | |
| 1676 | Ν. Βασιλάκης | Ν | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο | |
| 1677 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | ||
| 1678 | Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | |||
| 1679 | Σπ. Ἀλαμάνος | Σωτ. Σωτηρόπουλος | |||
| 1680 | Θεόφ. Προβατᾶς | Κων. Κουμουνδοῦρος | Ν | ||
| 1681 | Γ. Σάκρηπας | Ο | Περ. Πεῤῥωτῆς | ||
| 1682 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν | Δημ. Τζάνες | Ο | |
| 1683 | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Περ. Μποῦτος | |||
| 1684 | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Παν. Σάκκης | Ν | ||
| 1685 | Νικόλ. Βαλσαμάκης | Νικ. Παπαλέξης | Ο | ||
| 1686 | Γεράσιμος Μουσούρης | Νικ. Μισυρλῆς | |||
| 1687 | Παναγ. Βενιεράτος | Ν. Καράπαυλος | Ο | ||
| 1688 | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ἀσημ. Χριστόπουλος | |||
| 1689 | Γεώργιος Κόρπας | Εὐστάθ. Κοκκέβης | |||
| 1690 | Στέφανος Σκουλούδης | Δημήτρ. Κάρτσωνας | |||
| 1691 | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | Δημήτρ. Γουδῆς | Ο | |
| 1692 | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Σ. Χατζηγάκης | Ν | ||
| 1693 | Νικόλαος Νομικός | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | ||
| 1694 | Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο | |
| 1695 | Γ. Μπούμπουρας | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο | |
| 1696 | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | Α. Ταχιατζῆς | Ο | |
| 1697 | Δημοσθένης Καΐρης | Ο | Γ. Τάκης | Ν | |
| 1698 | Ν. Κρίσπης | Ν. Ταρμπάζης | |||
| 1699 | Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | ||
| 1700 | Ἰωάννης Γκιὼν | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | ||
| 1701 | Κ. Κοσσονάκος | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο | |
| 1702 | Γ. Μαυρομιχάλης | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | |||
| 1703 | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | ||
| 1704 | Γιαν. Μαυρομιχάλης | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | ||
| 1705 | Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | Νικόλ. Κοντογιάννης | ||
| 1706 | Λέων Καπετανάκος | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο | |
| 1707 | Ξανθὸς Πικουλάκης | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | ||
| 1708 | Γεώρ. Πετροπουλάκης | Ν | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο | |
| 1709 | Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ο | ||
| 1710 | Ἰωάν. Καρτάλης | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | |||
| 1711 | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | Θεμιστοκλῆς Κανάρης | ||
| 1712 | Εὐάγ. Σταμούλης |
1890.03.17
2.109 στίχοι · 15.689 λέξεις · 1 πίνακας · 117 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
τῆς 17 Μαρτίου 1890.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 6 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς Δʹ Συνόδου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 42). Κτηνοτρόφοι Ἀγρινίου παραπονοῦνται τηλεγραφικῶς κατὰ τοῦ αὐτόθι Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ὡς ἐκδιώξαντος τὰ ποίμνιά των ἐκ τοῦ λειβαδίου Ματσοῦκι, ἐνοικιασθέντος ὑπ’ αὐτῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Παραπέμπεται τὸ τηλεγράφημά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Διάφοροι κληρωτοὶ τῆς ἐφετεινῆς ἀπογραφῆς, διανύοντες τὸ δεύτερον ἔτος τῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ φοιτήσεώς των, παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου.
§2ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν μετ’ ὀλίγον γενησομένην ψηφοφορίαν περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἀναφορά).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἀντωνίου Δ. Ἰγγλέση, αἰτουμένου ἀποζημίωσιν δι’ ὅσα ἐδαπάνησε κατὰ τὸ 1878 εἰς ἀποστολὴν ἐθελοντῶν. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Τσαρλαμπᾶς ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἱκανοποιηθῶσι τὰ παράπονά μου καὶ θέλουσιν ἐπιδιορθωθῆ αἱ παρανομίαι καὶ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα τελοῦνται εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, διότι ἐπιδιόρθωσιν ἐπεζήτησα καὶ ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ δὲν ηὐτύχησα νὰ ἴδω τοιαύτην κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ΨΞϚʹ νόμου τοῦ ἔτους 1878 ἐκανονίσθη ἡ διαχείρισις τοῦ ἐν Λευκάδι ὑπάρχοντος Νοσοκομείου καὶ Ὀρφανοτροφείου. Δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐκλέγονται τέσσαρα μέλη παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λευκάδων, ἅτινα μετὰ τοῦ Δημάρχου ἀποτελοῦσι τὸ Ἀδελφάτον, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται καὶ διευθύνει τὸ ἐν λόγῳ Νοσοκομεῖον, διαρκεῖ ἐπὶ ἔτη τρία, μετὰ τὴν λῆξιν δὲ τῶν ἐτῶν τούτων δύνανται ἐκ νέου νὰ ἐκλεχθῶσι. Τοῦτο ἐφηρμόσθη ἐνόσῳ ὑπῆρχον τὰ Ἐπαρχεῖα· ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λευκαδίων μετέβαινεν εἰς τὸ Ἐπαρχεῖον, καὶ συνέττατε τὸ πρωτόκολλον τοῦ διορισμοῦ ἐνώπιον τοῦ Ἐπάρχου, διώριζε τὰ μέλη, καὶ ὁ διορισμὸς οὗτος ἦτο ἐκτελεστός. Μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν Ἐπαρχείων οἱ διορισμοὶ ἐγίνοντο ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου, ἀλλὰ νῦν, ὅτε τὸ ἵδρυμα αὐτὸ ἤλλαξε μορφὴν καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἦναι φιλανθρωπικὸν ἵδρυμα, ἀλλὰ νὰ ἐξυπηρετῇ ἄλλους σκοποὺς καὶ ἄλλα συμφέροντα, φαίνεται ὅτι δὲν ἐσύμφερε νὰ ἐφαρμόζηται ὁ νόμος οὗτος, τὸν ὁποῖον ἀνέγνωσα πρὸς ὑμᾶς. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε τοῦτο, σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, πῶς πρότερον ἐδιοικεῖτο τοῦτο τὸ ἵδρυμα καὶ πῶς σήμερον. Ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, καθ’ ἃ ὁ δήμαρχος Ε. Σταματόπουλος προήδρευε τοῦ Ἀδελφάτου, ἐγένοντο δαπάναι οἰκοδομῶν, καλλωπισμὸς, ἠγοράσθησαν σιδηραῖ κλῖναι καὶ ὅλα τὰ ἀναγκαιοῦντα τοῦ Νοσοκομείου, καὶ ἐπερίσσευσαν καὶ 9,000 δραχμαὶ, αἵτινες παρακατετέθησαν εἰς τὸ ἐπαρχιακὸν ταμεῖον Λευκάδος. Μετὰ τὸν Σταματόπουλον ἦλθεν ὁ δήμαρχος Γεώργιος Καλκάνης, καὶ μολονότι ηὔξησαν αἱ δαπάναι τῶν νοθοτροφῶν, ἐν τούτοις ἀφῆκε περίσσευμα, διότι αἱ δαπάναι ἐγένοντο μόνον διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Νοσοκομείου, χωρὶς νὰ ἔχωσι σκοπὸν ἄλλον. Ἦλθε καὶ ἡ νῦν Δημαρχία, ἀλλὰ τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Δὲν θέλω νὰ προσάψω οὐδὲν κατὰ τῶν ἀτόμων τοῦ Ἀδελφάτου, διότι εἶναι ἔντιμοι ἄνθρωποι, φίλοι καὶ πατριῶται, τοὺς ὁποίους σέβομαι, ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν ὡς πρότερον. Ὁ διορισμὸς τῶν κυρίων τούτων ἐγένετο εἰς τὰς 22 Ἰανουαρίου 1887, ἔληξεν ἑπομένως ἡ τριετὴς προθεσμία τὴν 22 Ἰανουαρίου 1890. Τὴν ἡμέραν ταύτην ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου μετέβη, καθὼς καὶ προηγουμένως ἐγίνετο, ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου, καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν νομαρχεύει ὁ κ. Ἀνδρέας Μεταξᾶς, ὁ Εἰρηνοδίκης ἀντιπροσωπεύει τὸν Ἔπαρχον, καὶ οὕτω ἐνώπιον αὐτοῦ συνέταξε τὸ πρωτόκολλον καὶ τοὺς διορισμούς· ἀλλ’ ὁ Νομάρχης τηλεγραφικῶς ἀναστέλλει πᾶσαν ἐκτέλεσιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἀναγγείλῃ τὰς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ διορισμοῦ ἐνεργείας του, μέχρι νεωτέρας διαταγῆς. Ὑποβάλλονται ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου παραστάσεις εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, ὅστις μὲ τὸν διακρίνοντα αὐτὸν μειλίχιον καὶ γαλήνιον τρόπον ὑπόσχεται τὴν διόρθωσιν, καὶ μάλιστα διαβεβαιοῖ, ὅτι ἐγένετο οὕτω. Προκύπτει ὅμως, ὅτι καὶ μὲ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων καὶ μετὰ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὁ Νομάρχης ἐξουσιοδότησε τὸν Εἰρηνοδίκην Λευκάδος, ὡς ἀντιπρόσωπόν του, νὰ προσκαλέσῃ, οὐχὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῆς πόλεως, ὡς διατάσσει ὁ νόμος, ἀλλὰ τοὺς ὀκτὼ Προέδρους τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων Λευκάδος, ἵνα προβῶσιν ὁμοῦ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν τεσσάρων τοῦ Ἀδελφάτου μελῶν. Καταλαμβάνετε, Κύριοι, ὅτι τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον, ὅστις ῥητῶς κανονίζει τὸ δικαίωμα τοῦτο.
§5ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἔκαμε σύγχυσιν καὶ ἐπῆρε τὸν νόμον τῆς Κεφαλληνίας.
§6ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν γνωρίζω, τί ἔκαμε. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ὁ Νομάρχης, διὰ νὰ μὴ ἀποθαῤῥύνῃ τοὺς φίλους τῆς φατρίας, ἡ ὁποία διευθύνει τὰ τῆς Λευκάδος, ἐνετείλατο παρανόμως τῷ Εἰρηνοδίκῃ τῆς πόλεως, ὡς ἀντιπροσώπῳ του, νὰ προσκαλέσῃ τοὺς Προέδρους ὅλων τῶν Συμβουλίων, ἵνα ἐκλέξωσι τὰ μέλη τοῦ Ἀδελφάτου. Διαμαρτύρεται ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου τῆς πόλεως κατὰ τῆς παρανόμου ταύτης διαταγῆς, διὰ τῆς ὁποίας προσκαλοῦνται νὰ λάβωσι μέρος καὶ πρόσωπα, ἅτινα δὲν ἔχουσι δικαίωμα, ἀλλ’ ἐν τούτοις οἱ διορισμοὶ ἐγένοντο καὶ ἐστάλησαν εἰς τὴν Νομαρχίαν παρὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου· οὐχ ἧττον τὸ Νοσοκομεῖον μέχρι τῆς ὥρας διευθύνεται παρὰ τοῦ παλαιοῦ Ἀδελφάτου, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία ἔληξε τὴν 22 Ἰανουαρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους· καὶ γνωρίζω τοῦτο, διότι χθὲς ἔλαβον τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, ὅστις μὲ διαβεβαιοῖ, ὅτι τὰ πράγματα οὐδόλως μετεβλήθησαν, καὶ ὅτι ἐξακολουθοῦν νὰ διαχειρίζωνται τὴν περιουσίαν τοῦ Ἀδελτάτου τὰ μέλη, τῶν ὁποίων ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας πρὸ καιροῦ ἔληξε. Ταῦτα πάντα, Κύριοι, γνωρίζει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, διότι ἡμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι ἔχομεν τὴν ἁπλότητα νὰ πιστεύωμεν ἀκόμη, ὅτι, ἀναφερόμενοι εἰς τὰς ἀνωτέρας ἀρχὰς, θὰ εὑρίσκωμεν δικαιοσύνην, ὅπως εὑρίσκομεν ἄλλοτε ἐπὶ Προστασίας, ὅταν ἀνεφερόμεθα εἰς τοὺς Ἁρμοστὰς, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεφέρθημεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν προφορικῶς, καὶ ὑπεβάλαμεν ἐγγράφως τὰ παράπονά μας, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν ὑφίσταται, τοὐλάχιστον δι’ ἡμᾶς τοὺς Λευκαδίους, καὶ δὲν ἐκθέτω τὰ παράπονά μου, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ διορθωθῇ ἡ παρανομία, ἀφοῦ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου τὰ συμφέροντα τῆς φατρίας διευθύνουσι τὰ πάντα, ὁ δὲ Νομάρχης δὲν εἶναι Νομάρχης, ὅστις ἀντιπροσωπεύσει τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἶναι Νομάρχης τῆς φατρίας, ὁ ὁποῖος ἐλησμόνησε τὸ ὄνομα τῆς ἐντίμου οἰκογενείας Μεταξᾶ, τὸ ὁποῖον φέρει, καὶ διὰ τοῦτο ἐνήργησε τὴν παρανομίαν ταύτην, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς φατρίας, καὶ οὐδὲν περισσότερον. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι μόνον ἡ παρανομία αὕτη, ἔχομεν καὶ ἄλλας πολλὰς καὶ ἐγκληματικὰς, τινὰς τῶν ὁποίων θέλω σᾶς ὑποβάλει. Εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους δέρονται καὶ μαστιγοῦνται οἱ ἄνδρες, φυλακίζονται καὶ τιμωροῦνται αἱ γυναῖκες, τοὺς βάζουσιν ἀκάνθας καὶ καρφίδας εἰς τοὺς ὄνυχάς των, καὶ καταπονοῦντες τὸ σῶμα προσπαθοῦν νὰ ἱκανοποιήσωσι τὰ πάθη των, καὶ νὰ προσηλυτίσωσι τοὺς τιμωρουμένους εἰς τὴν φατρίαν των. Εἰς ἡμᾶς δὲν κάμνουσιν τὰ αὐτὰ, διότι γνωρίζουσιν, ὅτι μὲ ἄλλον τρόπον δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι τὸν σκοπόν των καὶ νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὰς ὀρέξεις τῆς φατρίας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐργάζονται, καὶ ὁ τρόπος οὗτος εἶναι ἡ ἀποθάῤῥυνσις καὶ ὁ φόβος, καὶ κυρίως προσβάλλουσι τὴν ἠθικήν μας, διὰ νὰ ὑποταχθῶμεν ἑκόντες ἄκοντες εἰς τὰς θελήσεις αὐτῶν. Εἰς ἡμᾶς γίνεται ὅ,τι ἔκαμεν ἄλλοτε τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος εἰς τὰς χριστιανικὰς αὐτοῦ κτήσεις, ὅταν ἤθελε νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς Χριστιανοὺς νὰ μεταβάλωσι θρήσκευμα. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἡ φατρία, ἡ ὁποία ἀπὸ πολλοῦ χρόνου διέπει τὴν πατρίδα μου, τὴν διοικεῖ διὰ τῆς ἀμαθείας, τοῦ φόβου καὶ τῆς πενίας, διότι ταῦτα εἶναι στοιχεῖα ἀναγκαῖα εἰς τοὺς παρ’ ἀξίαν διοικοῦντας αὐτήν. Ἀλλ’ ὡς ἄλλοτε εἴχομεν τὴν ἀμάθειαν, καὶ σήμερον ἔχομεν αὐτήν, διότι οἱ δημοδιδάσκαλοι δὲν νομίζουσιν ὅτι εἶναι καθῆκόν των νὰ διδάσκωσι τὴν νεολαίαν τῆς πατρίδος των, ἀλλὰ πῶς νὰ ὑποστηρίξωσι τοὺς προστάτας των, γινόμενοι ὄργανα φατρίας. Ὅταν ἐξελέγην ἀντιπρόσωπος, γνωρίζοντες αὐτὰς τὰς ἀρχάς μου, ἦλθον ἐνώπιόν μου καὶ μοὶ ἐζήτουν συγχώρησιν καὶ προστασίαν, ἐγὼ δὲ τοὺς ἀπήντησα, ὅτι ἐκδικήσεις δὲν ἐπεζήτουν καὶ ὅτι ἤρκει νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντά των, καὶ οὐδεμιᾶς ἄλλης προστασίας εἶχον ἀνάγκην· καὶ τὰ σχολεῖα κανονικῶς ἐλειτούργουν, καὶ δὲν ὑπάρχει σημείωσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα οὔτε κἂν τὴν μετάθεσιν δημοδιδασκάλου τινός. Ἀλλὰ σήμερον οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του. Ἀναγνώσατε τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι μέλημα αὐτῶν δὲν θεωροῦσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι νὰ διδάσκωσι τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τῶν ὁποίων συλλέγεται τὸ χρῆμα, ὅπερ οὗτοι λαμβάνουσι, διότι οὐδεμία πρόοδος τῶν μαθητῶν ἀπαντᾶται, ἀλλὰ πῶς νὰ ἐργάζωνται ὑπὲρ τῆς φατρίας καὶ νῦν, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔπραττον.
§7ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κλπ.). Σεῖς εἶσθε γέννημα καὶ θρέμμα φατρίας!
§8ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Λανθάνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ συνάδελφος, διότι οὐδέποτε ἀπετέλεσα μέρος φατρίας. Ἐγὼ τετράκις ἐξελέγην Βουλευτὴς, καὶ ἀντιπολιτευόμενος πάντοτε, διότι εἶχον τὰς ἀρχάς μου, τὰς ὁποίας οὐδέποτε συγκατετέθην νὰ μεταβάλω. Ὅτε, Κύριοι, συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς βαθύνσεως τοῦ μεταξὺ Ἀκαρνανίας καὶ Λευκάδος πορθμοῦ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ βαρεῖς ἐπαρχιακοὶ ἐπεβάλλοντο φόροι, καὶ ὁμολογῶ ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, πρὶν ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἤθελε προηγουμένως νὰ ἀκούσῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῆς ἐπαρχίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἡ φατρία ἐπετύγχανε νὰ ῥίψῃ ἐκ νέου τὴν ἐπαρχίαν εἰς τὴν πενίαν, εἰς ἣν εὑρίσκετο πρὸ τῆς νόσου τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἀμπέλων, ἡ ὁποία ἔδωσε ζωὴν καὶ πλουτισμὸν εἰς τὸν τόπον· ἀλλὰ συνάμα παραδεχόμενον ἔδιδε καὶ πιστοποιητικὸν, ὅτι οἱ ἐπιβληθέντες φόροι δὲν ἦσαν φόροι ἐπιβαρυντικοὶ, ἀφοῦ μία ὁλόκληρος ἐπαρχία παρεδέχετο νὰ ὑποβληθῇ καὶ εἰς ἄλλους, ἤτοι 10% ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς, καὶ φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ τῶν πλοίων, τουτέστι ποσὸν ἴσως 100 ἢ 120 χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως δι’ αὐτοῦ συνομολογηθῇ δάνειον πάγιον ἢ χρεωλυτικὸν δύο ἥμισυ ἑκατομμυρίων, ἀναγκαιούντων διὰ τὴν ἀνασκαφὴν τοῦ πορθμοῦ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀνασκαφὴ αὕτη εἶναι ἔργον ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον, τὸ ὁποῖον ἅπαντες ἐπιζητοῦμεν καὶ θέλομεν, ὡς ἔργον ἐθνικὸν, τὸ ὁποῖον ἐξυπηρετεῖ ἐθνικὰ καὶ τοῦ ἐμπορίου συμφέροντα, ἀλλὰ τὸ ἔργον αὐτὸ ἐπ’ ἐλάχιστον ὠφελεῖ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας, κυρίως ὅμως τὰ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, τῆς Πρεβέζης, τῆς Πάργας καὶ διαφόρων ἄλλων μερῶν τῆς Ἠπείρου, οὐχὶ δὲ καὶ τῆς Λευκάδος. Ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τῆς φατρίας, διότι ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰ θυλάκια τῶν Λευκαδίων 120 χιλιάδας δραχμὰς, οὕτω δὲ ταπεινοῦται διὰ τῆς πενίας τὸ ἀνεξάρτητον φρόνημα αὐτῶν. Προσαχθέντος τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα γνωματεύσωσι τὰ Συμβούλια, ὁ δημοτικὸς σύμβουλος Μηνᾶς Γλένης ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς ῥάχεως τῶν συμπατριωτῶν του δι’ ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τῆς Λευκάδος. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τιμωρηθῇ οὗτος. Ἀλλὰ πῶς νὰ τιμωρηθῇ ἄνευ λόγου; Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ συμπαιγνία μεταξὺ τῆς φατρίας, τοῦ Νομάρχου Κερκύρας καὶ τοῦ Δημάρχου Καρυᾶς, ἥτις καὶ ἔλαβε χώραν. Κατὰ τὸ 1888 τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐξέλεξεν ὡς μέλος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου ἐκκλησίας τινὸς τὸν εἰρημένον Μηνᾶν Γλένην, ἀλλὰ πιστεύων οὗτος, ὅτι ἡ θέσις αὕτη ἦτο ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, δι’ ἀναφορᾶς του ἀπὸ 23 Σεπτεμβρίου τοῦ 1888 ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἔστεργε νὰ δεχθῇ τὴν προσενεχθεῖσαν αὐτῷ θέσιν. Ἀνάγκη ὅμως παρίστατο, ἵνα τιμωρηθῇ οὗτος, πρὸς ἐκφόβισιν καὶ τῶν ἄλλων. Ἐσκέφθησαν λοιπὸν νὰ ἐξαφανίσωσι τὴν ἀναφοράν του, ὅπερ καὶ ἐγένετο.
§9ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ σύμβουλος οὗτος πρὸς ποῖον ἔδωσε τὴν ἀναφοράν του, δι’ ἧς ἐδήλου, ὅτι δὲν ἀπεδέχετο τὴν θέσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβούλου;
§10ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Πρὸς τὸν Δήμαρχον· ἀλλὰ μετὰ ἓν ἔτος, ἤτοι τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1889, ὁ Δήμαρχος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὸν Νομάρχην ἐζήτησε τὴν παῦσιν τοῦ Γλένη, ὡς κατέχοντος τὴν θέσιν ἐκκλησιαστικοῦ συμβούλου, ὁ δὲ Νομάρχης, ὅστις ἦτο συνεννοημένος μὲ τὴν φατρίαν, δι’ ἑνὸς φετφᾶ ἀπέλυσε τὸν Γλένην τῆς θέσεώς του. Κατὰ τὰς ἀρχὰς Ὀκτωβρίου, εἶχεν ὑποβάλει αἴτησιν θεραπείας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νομίζων ὅτι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει τὰ παράπονά του, ἀλλὰ τρεῖς ἔκτοτε παρέρχονται μῆνες καὶ οὐδὲν γίγνεται. Κάμνω ἐπερώτησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν κατατίθενται τὰ ἔγγραφα, οὕτω δὲ διέρχεται ὁ Δεκέμβριος, ὁ Ἰανουάριος, καὶ τὰ ἔγγραφα δὲν ἐμφανίζονται, ὅτε πρὸ 15–20 ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλλει ἁπλῆν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου, ἄνευ δικαιολογητικῶν.
§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁλόκληρον φάκελλον, ὅ,τι εἶχον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὅ,τι ἐζητήσατε, διότι πρῶτον ἐγένετο λόγος περὶ ἐκθέσεως, καὶ ἔπειτα ἐζητήθησαν ἔγγραφα· χθὲς ὑπέμνησα, ὅτι ἀναμένω ταῦτα.
§12ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Νομάρχης δὲν ἔχει συμφέρον νὰ σπεύσῃ, θὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος καὶ τὰ ἔγγραφα ἢ δὲν θὰ ἔλθωσιν, ἢ θὰ μείνωσιν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου. Ἐὰν ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν, ὅτι τοιουτοτρόπως ἠθέλομεν διοικεῖσθαι, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν ἠθέλομεν ἐν καλῇ πίστει ψηφίσει τὴν ἕνωσιν ἄνευ ὅρων, (εὖγε! εὖγε! ἐκ τῆς ἀριστερᾶς) ἀλλ’ ἠθέλομεν διατυπώσει ὅρους, ἀποφεύγοντες τὴν ἀπάτην, ὅπως μὴ γίνωμεν παίγνιον καὶ ἐξουθένωμα τῆς φατρίας. Ἐὰν, κύριε Ὑπουργὲ, ἐφλέγεσο ἀπὸ αἴσθημα δικαιοσύνης καὶ φιλοπατρίας, δὲν θὰ ἄφινες τὴν ἀναφορὰν τοῦ πολίτου ἐπὶ πέντε μῆνας κοιμωμένην, ἀφοῦ ἐπανειλημμένως μάλιστα σᾶς ἔκαμα λόγον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μείνῃ, διὰ νὰ γίνῃ παράδειγμα ὁ Γλένης, καὶ νὰ μὴ τολμήσῃ ἄλλος νὰ ὑψώσῃ φωνήν. Ἐνθυμοῦμαι μίαν λέξιν τοῦ Νομάρχου, ὅστις λέγει, ὅτι «δὲν ἔχομεν τὰ ἔγγραφα, διότι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάκρισιν». Καὶ ἀπὸ πότε εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάκρισιν; Ἡ μήνυσις τοῦ Γλένη, ἀντίγραφον τῆς ὁποίας ἔχω ἐδῶ, παρουσιάσθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τὸν Ὀκτώβριον. Πῶς ἡ μήνυσις αὕτη μένει ἐπὶ πέντε μῆνας κλεισμένη εἰς τὴν ἀνάκρισιν; Εἶχον καὶ ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸ ἔντιμον καὶ ἀνεξάρτητον τοῦ χαρακτῆρος ὅλων τῶν δικαστῶν τοῦ Πρωτοδικείου Λευκάδος, καὶ γνωρίζω ὅτι ἀμερολήπτως καὶ ἀνεξαρτήτως ἐργάζονται· ἐν τοσούτῳ εἰς τὴν θέσιν τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου Γλένη ἔχετε ἄλλον σύμβουλον, ὁ ὁποῖος λαμβάνει μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ παρανόμως ἀποφασίζει περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου. Μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀκαρνανίας καὶ τὴν ἐπὶ πέντε μῆνας ἐκκρεμότητα τῆς μηνύσεως τοῦ Γλένη εὔχομαι νὰ μὴ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ πολιτικὴ εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἐπηρέασε τὴν δικαιοσύνην, διὰ νὰ τὴν καταστήσῃ ὄργανον τῶν παθῶν καὶ συμφερόντων αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ Γλένης. Ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ καὶ ὁ Κοντογιάννης, διότι καὶ οὗτος κατεπολέμησε καὶ κατεψήφισε τὸ νομοσχέδιον. Ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ, λέγω, διότι οὕτω συνέφερεν εἰς τὴν φατρίαν. Ἡμεῖς εἰς τὰς ἐπαρχίας ἔχομεν φατρίαν, ἥτις ἐν ὀνόματι τῆς ἐξουσίας διευθύνει τὰ πάντα· καὶ ἔχω παράδειγμα τὸν νῦν Γραμματέα τοῦ Εἰρηνοδικείου Λευκάδος, ὅστις ὑπεχρεώθη νὰ παύσῃ ἱκανώτατον ὑπογραμματέα, διότι ἡ φατρία ἠπείλει αὐτὸν ἐπ’ ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει τὸν παύσει, καὶ φοβηθεὶς ἐξετέλεσε τὴν διαταγήν της. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουσι τὸν φόβον, καὶ δικαίως πτοοῦνται, διότι δὲν εὑρίσκουσιν ὑπεράσπισιν, καὶ ὅταν ὑποβάλλωσι τὰ παράπονά των, δὲν ἀπαντῶσι δικαιοσύνην ἐκ μέρους ὑμῶν, κύριε Ὑπουργέ. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸν Κοντογιάννην. Ὁ Δήμαρχος Σφακιωτῶν ἐξελέγη ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Εἶναι τίμιος καὶ ἀνεξάρτητος. Δυστυχῶς ὅμως καὶ οὗτος ἔχει τὴν ἀνάγκην τῆς Νομαρχίας. Ἀλλὰ δὲν εἰσακούεται, καὶ ἑπομένως ὑποχρεοῦται νὰ προστρέξῃ εἰς τὴν φατρίαν, διὰ νὰ τὸν συστήσῃ, καὶ ἡ φατρία ἔπρεπε νὰ ὠθήσῃ καὶ αὐτὸν εἰς ἐγκληματικὴν πρᾶξιν. Παραιτεῖται ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Σφακιωτῶν, ὅστις εἶναι τίμιος ἄνθρωπος, καὶ παραιτεῖται, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ συνυπηρετήσῃ μὲ ἕνα Δήμαρχον, ὁ ὁποῖος, ὡς εἰς τὴν ἀναφοράν του ἐξέθετο, δὲν ἐξεπλήρου τὰ καθήκοντά του εὐόρκως καὶ ἀμερολήπτως, καὶ παραιτεῖται ὄχι μόνον ὡς Πρόεδρος, ἀλλὰ καὶ ὡς σύμβουλος. Ἡ ἀναφορὰ στέλλεται εἰς τὸν Νομάρχην, καὶ ὁ Νομάρχης ἀποστέλλει αὐτὴν εἰς τὸν Δήμαρχον, παρουσιάζεται παρ’ αὐτοῦ εἰς τὸ Συμβούλιον, (τοῦ ὁποίου, καθὸ τρίτης τάξεως δῆμος, ἐξ ἑπτὰ συμβούλων ἀπαρτίζεται ἡ νόμιμος ἀπαρτία,) τὸ Συμβούλιον δέχεται τὴν πρότασιν, καὶ ὑποκαθιστᾷ εἰς τὸν παραιτηθέντα τὸν Κοντογιάννην. Ἀλλ’ ἡ φατρία δὲν ἤθελε τοῦτον, διότι ἦτο ἀντιπολιτευόμενος· ἵνα λοιπὸν ἐπιτύχῃ τὴν παῦσίν του, ἔπεισε τὸν παραιτηθέντα, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, ν’ ἀποσύρῃ τὴν παραίτησίν του· διὰ ν’ ἀκυρώσωσι δὲ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Κοντογιάννη, κατέπεισαν τὸν Δήμαρχον ν’ ἀποστείλῃ τὰ ἔγγραφα καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐκλογῆς εἰς τὴν Νομαρχίαν, φέροντα οὐχὶ τὰς ἑπτὰ τῶν συμβούλων ὑπογραφὰς, ἀλλὰ μόνον πέντε, διὰ νὰ μὴ παρίσταται ἀπαρτία. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς μοὶ ἔδειξε τὰ ἔγγραφα εἶδον ὅτι ἡ Νομαρχία δικαίως ἀπεφάνθη, καὶ δὲν ἠδυνάμην, ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Ἔγραψα ὅμως τοῦ Κοντογιάννη, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπέστειλεν ἐπίσημον ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ αὐτὸ φέρει ἑπτὰ καὶ οὐχὶ πέντε ὑπογραφάς.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἔστειλα εἰς τὴν Κέρκυραν.
§14ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ἀπάντησις, ἀφοῦ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἦμαι εἰς τὴν θέσιν νὰ ὑψώσω φωνήν. Κύριε Ὑπουργὲ, ἂς ὁμιλῶμεν εἰλικρινῶς. Ἢ θέλετε τὴν δικαιοσύνην, ἢ δὲν τὴν θέλετε. Ἐὰν ἠθέλετε τὴν δικαιοσύνην, θὰ ἐπεβάλλετε εἰς τὸν Νομάρχην νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ. Ἀλλὰ δὲν τὴν θέλετε, διότι σκοπὸν ἔχετε ν’ ἀποθαῤῥύνητε τοὺς πολίτας διὰ τῶν παρανομιῶν ὑμῶν, διότι οὕτω πιστεύετε ὅτι ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τῆς φατρίας σας. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν ἐτιμωρήθη καὶ ὁ Κοντογιάννης, πρὸς παραδειγματισμὸν τῶν ἀντιφρονούντων. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἐκτελοῦνται κακουργήματα, καὶ ἔπρεπε νὰ τὰ ἐκθέσω καὶ προηγουμένως. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο τοῦ Δημάρχου Καρυᾶς, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, ὅτι ὁ σύμβουλος Μηνᾶς Γλένης δὲν παρεδέχθη τὴν θέσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβούλου, καὶ τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου, διότι ἡ ἀναφορά του ἐξηφανίσθη. Ἐν Λευκάδι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ πράξωσιν οἱονδήποτε κακούργημα ἐπιθυμεῖ ἡ φατρία, διότι ἔχουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ θέλησις αὐτῆς εἶναι ὁ νόμος, καὶ οὐχὶ ὁ νόμος αὐτὸς, καὶ ὅτι τὰ Δικαστήρια δὲν θέλουσι τιμωρήσει ποτὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσιν αὐτήν. Προσήχθη λοιπὸν τὴν 23 Σεπτεμβρίου 1888 ἡ ἀναφορὰ τῆς μὴ παραδοχῆς τῆς θέσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβούλου, ἀλλ’ ὡς προεῖπον, αὕτη ἐξαφανίσθη, δὲν ἠδύνατο ὅμως ὁ Δήμαρχος νὰ ἐξαφανίσῃ καὶ τὸ πρωτόκολλον, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο τοῦτο νὰ πράξῃ, ἐλήφθη τὸ πιστοποιητικὸν συνεπείᾳ ἐπισήμου αἰτήσεως. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, εἰς ποίαν εὑρισκόμεθα κατάστασιν καὶ τὸ τί ἔλαβε χώραν, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον προηγουμένως, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ συντελέσω εἰς τὴν περιστολὴν τῶν κακῶν· εἶναι δὲ περιττὸν νὰ ἀναφέρω καὶ ἄλλα ἐκ τῶν λαμβανόντων χώραν. Ὡμίλησα μόνον διὰ νὰ μὴ εἴπητε, ὅτι ἡμεῖς ἀποσιωπῶμεν, καὶ ὅτι δὲν ὑψόνομεν φωνὴν ἐναντίον τῶν τελουμένων, θέλων δὲ ἡ φωνὴ ἡ ἰδική μου νὰ φθάσῃ καὶ παραπάνω. Δὲν πρέπει ὁ Βασιλεὺς νὰ κρύπτηται ὄπισθεν τοῦ ἀνευθύνου, διότι ἡ Βασιλεία δὲν εἶναι ἀνεύθυνος. Ἡ λέξις εἶναι ψευδής. Ὁ Βασιλεὺς δὲν κυβερνᾷ, ἀλλὰ φρονοεῖ καὶ ἐπιβλέπει. Καὶ ἡ Βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας εἶναι συνταγματική, ἀλλ’ εἴδατε ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐγγράφων τοῦ Γλάδστωνος, ὅστις λέγει, ὅτι οὐδὲν ἔγγραφον ὑπογράφει ἡ Βασίλισσα, χωρὶς νὰ τὸ ἐξετάσῃ, ἂν ἦναι σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Πρέπει ὁ Βασιλεὺς νὰ προνοῇ· διότι, ἂν ἡ Βασιλεία ἦναι μόνον μηχανή, ἥτις σφραγίζει τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα τῇ ὑποβάλλονται, περιττὸν εἶναι νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη, καὶ τὸ λέγω ἐγώ, ὅστις εἶμαι βασιλικώτερος τοῦ Βασιλέως, καὶ ὅστις, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας μου καὶ τῆς κοινωνικῆς θέσεώς μου, ἐπιθυμῶ τὴν τάξιν, τὴν ἀσφάλειαν, καὶ τὴν δικαιοσύνην. (Ἐπευφημίαι ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.). Δὲν ἠξεύρω ποῖον λόγον εἶχεν, ἄλλον βεβαίως, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, διὰ νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, προκειμένου περὶ τῶν ὑποθέσεων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησε, καὶ ποῖος οἶστρος ἐκέντησεν αὐτὸν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ φθάσῃ δι’ ἁπλᾶς δημοτικὰς ὑποθέσεις νὰ μεταμεληθῇ, ὅτι ἐπόθησέ ποτε τὴν ἕνωσιν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, αὐτὸς ὁ Ἕλλην, τὴν ἕνωσιν πρὸς τὴν μητέρα Πατρίδα, τὴν ὁποίαν καθῆκον εἶχε νὰ ποθῇ καὶ τότε, καὶ νῦν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἐπιμένῃ.
§16ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Μὲ παρεξηγήσατε.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ ὑμῶν ἔχω τὴν ἀρίστην γνώμην, διότι ἀπὸ ἐτῶν γνωριζόμεθα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ τόσον μικρᾶς τοπικῆς ὑποθέσεως, καὶ ἂν τυχὸν ὑποτεθῇ, ὅτι καταδιώκεσθε ἐκεῖ, ὡς λέγετε, ὑπὸ τῆς φατρίας, δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ἦτο ἄξιον νὰ εἴπητε ὑμεῖς, ὅτι, διότι τοιαύτην στενοχωρίαν ἔχετε τοπικὴν, διὰ τοῦτο σχεδὸν μεταμελεῖσθε ὅτι ἐψηφίσατε ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως. Ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ, παρεπονέθητε, ὅτι δὲν εὕρετε δίκαιον παρὰ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἀδελφάτου, καὶ ὅτι παρημελήθη ἡ ὑπόθεσις. Τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰσηγάγετε εἰς ἐμὲ ἰδιαιτέρως, ὄχι ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ εὐθὺς τὴν ἐπιοῦσαν ἐξήτασα αὐτήν· παρέβλεψα πᾶν συμφέρον φατριαστικὸν, διότι συμφέρον φατριαστικὸν δὲν εἶχον βεβαίως σκοπὸν ἐγὼ νὰ θεραπεύσω· ἐξετάσας δὲ τὴν ὑπόθεσιν, ἔδωκα δίκαιον εἰς ὑμᾶς· καὶ ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον. Ἔσπευσα καὶ τὸ ἐζήτησα ταύτῃ τῇ στιγμῇ, ἐλπίζω δὲ νὰ φθάσωσι καὶ τὰ ἄλλα μετ’ ὀλίγον, διότι καὶ ἐκεῖνα, ἰδὼν τὴν ὀργήν σας, ἠναγκάσθην νὰ τὰ ζητήσω πάλιν, καίτοι εἶχον ἤδη καταθέσει αὐτά. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸν Νομάρχην Κερκύρας εἶναι τῆς 19 Φεβρουαρίου (ἀναγινώσκει): «Ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Λευκαδίων ἀναφέρει, ὅτι παρὰ τὸν νόμον διετάχθη ὑπὸ τοῦ Νομάρχου Κερκύρας ἡ ἀναστολὴ πάσης ἐνεργείας ἐπὶ πράξεως ἀφορώσης εἰς ἀντικατάστασιν μελῶν τοῦ Ἀδελφάτου τῶν ἐν Λευκάδι ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. «Πρὸς τὸν Νομάρχην Κερκύρας, ἵνα μοὶ ἀναφέρῃ ἐπὶ τῶν ἐν τῇ παρούσῃ ἀναφορᾷ ἐκτιθεμένων ὑπὸ τοῦ ἀναφέροντος Προέδρου τοῦ Δημ. Συμβουλίου Λευκαδίων περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν μελῶν τοῦ Ἀδελφάτου τῶν ἐν Λευκάδι ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. Ἐν τούτοις παρατηρῶ αὐτῷ, ὅτι τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ἀπὸ 21 Δεκεμβρίου 1878 ΨΞϚʹ νόμου περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Λευκάδος ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημ. Συμβουλίου τοῦ εἰρημένου δήμου ἀνήκει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τὰ τέσσαρα μέλη τοῦ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Δημάρχου Λευκαδίων Ἀδελφάτου τοῦ Νοσοκομείου καὶ Ὀρφανοτροφείου Λευκάδος· ἀλλ’ ὁ διορισμὸς αὐτῶν δέον νὰ γένηται ἐνώπιον τοῦ κ. Νομάρχου εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, προσερχομένου τοῦ Προέδρου τοῦ Δημ. Συμβουλίου καὶ συντασσομένου πρακτικοῦ περὶ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν καὶ οὐχὶ ἁπλῶς διὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου Λευκάδος, ὅστις δι’ οὐδενὸς νόμου ἀντικατέστησε τὸν καταργηθέντα Ἔπαρχον, οὗτινος τὰ καθήκοντα συνεχωνεύθησαν τῇ ἐξουσίᾳ τοῦ Νομάρχου.» Ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζητεῖτε, διετάξαμεν, ὄχι βεβαίως διὰ νὰ φανῶμεν εἰς ὑμᾶς εὐάρεστοι, ἀλλὰ διότι τοῦτο διατάσσει ὁ νόμος. Τώρα ποῖος εἶναι ὁ λόγος τοῦ παραπόνου σας;
§18ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ὁ λόγος τοῦ παραπόνου μου εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ ἐδώκατε τοιαύτην διαταγὴν, δὲν ἐξετελέσθη αὕτη, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐξετελέσθη, ἀλλ’ ἔγεινε καὶ ἄλλη παρανομία, ὅτι, ἐνῷ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν ὁ Νομάρχης νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσῃ ὁ Εἰρηνοδίκης, καὶ ἔκαμεν οὗτος τὴν ἐκλογὴν, διατὶ δὲν τὴν ἐνέκρινεν, ἀλλὰ παρανόμως διαχειρίζεται τὰ καθήκοντα τοῦ Ἀδελφάτου μία ἐπιτροπή;
§19ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ παράπονον τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ εἴπατε ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐπανελάβετε ταύτῃ τῇ στιγμῇ, ὑπεβάλατε ποτὲ εἰς τὸν Ὑπουργόν;
§20ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Μάλιστα, ὑπέβαλον τὴν διαμαρτύρησιν τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγεν, ὅτι διεμαρτυρήθη διὰ τὴν ἐκλογὴν, τὴν ὁποίαν διέταξε παρανόμως νὰ γείνῃ ὁ Εἰρηνοδίκης, ὅτι αὐτὸς ἔκαμε τὴν πρότασίν του, καὶ ἀφοῦ ὁ Εἰρηνοδίκης εἶχε τὴν ἐντολὴν ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν Νομάρχην, ὁ διορισμὸς δὲν ἔγεινε.
§21ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι ὁ Νομάρχης, καθ’ ἣν ἡμέραν ἡμεῖς ἐγράφομεν, τὴν 19 Φεβρουαρίου, ἔγραφε καὶ ἐκεῖνος τὰ ἑπόμενα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον (ἀναγινώσκει): «Ἐξ ἀναφορᾶς τοῦ Δημάρχου Λευκαδίων, ὑποβαλόντος παραστάσεις κατὰ πράξεως τοῦ Προέδρου τοῦ παρ’ αὐτῷ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ 22 Ἰανουαρίου ὑπ’ ἀριθ. 26, δι’ ἧς οὗτος προέβη εἰς τὴν ἀντικατάστασιν ἁπάντων τῶν μελῶν τοῦ Ἀδελφάτου τῶν ἐν Λευκάδι ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, καὶ ἀποκρούοντος τὴν πρᾶξιν ταύτην, διότι δι’ αὐτῆς οὐ μόνον ἀντικαθίστανται ἅπαντα ἀνεξαιρέτως τὰ μέλη τοῦ Ἀδελφάτου, ἐνῷ τοῦ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν δὲν ἔληξεν ἡ τριετὴς προθεσμία, ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου τασσομένη, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ Βʹ Εἰρηνοδικειακὸς Πάρεδρος αὐτόκλητος, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἡμετέραν περὶ τούτου ἐξουσιοδότησιν, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν τυγχάνων κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν νόμιμος ἀναπληρωτὴς τοῦ Εἰρηνοδίκου Λευκάδος, μετέσχε τῆς ἐνεργηθείσης ἀντικαταστάσεως τῶν μελῶν τοῦ Ἀδελφάτου, ἔσχομεν ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι ἀνέκαθεν ἡ ἐκλογὴ τῶν μελῶν τοῦ ὡς εἴρηται Ἀδελφάτου δὲν ἐκτελεῖται κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ ΨΞϚʹ νόμου τοῦ 1878, ἀλλ’ ἐκ κακῆς ἑρμηνείας, ἣν ἐξ ἀρχῆς ἔδωσαν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημ. Συμβουλίου τοῦ δήμου Λευκαδίων μονομερῶς προέβαινεν εἴς τε τὴν ἐκλογὴν καὶ εἰς τὸν διορισμὸν συνάμα τῶν μελῶν τοῦ Ἀδελφάτου, ἐνῷ ἡ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 9 παραπομπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ αὐτοῦ νόμου καὶ ἡ βʹ παράγραφος τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 9 δὲν ἀφίνει ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ μὲν ἐκλογὴ τῶν μελῶν τοῦ Ἀδελφάτου ἐνεργεῖται παρὰ τῶν Προέδρων ἁπάντων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων τῆς νήσου, συνερχομένων τῇ προσκλήσει τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοὺς ἐκλεχθέντας δὲ κατὰ πλειονοψηφίαν διορίζει ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημ. Συμβουλίου Λευκαδίων. «Καίτοι ἔχων πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ καὶ ὁ διορισμὸς τῶν μελῶν τοῦ Ἀδελφάτου ἐνηργεῖτο ἄχρι τοῦδε οὐχὶ ἀκριβῶς ὡς ὁ νόμος κελεύει, καθόσον καὶ τὸ κανονίζον τὰ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων Β. Διάταγμα τῆς 1 Δεκεμβρίου 1836 ἀνατίθησι τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν τοῦ Ἀδελφάτου εἰς τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τῶν δήμων, εἰς ἃ ἀνήκει τὸ ἀγαθοεργὸν κατάστημα, καὶ ἐν τοιαύτη περιπτώσει, καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἀδελφάτου τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων Λευκάδος δέον νὰ λάβωσι μέρος ὅλοι οἱ δῆμοι, εἰς οὓς ἀνήκουσι τὰ καταστήματα ταῦτα, εἴτε διὰ τῶν Δημ. Συμβουλίων, εἴτε ὡς ὁ εἰδικὸς νόμος διαγράφει διὰ τῶν Προέδρων αὐτῶν, τοσοῦτο μᾶλλον, ἀφοῦ αἱ πράξεις καὶ τοῦ Ἀδελφάτου τούτου κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἔγκρισιν ἁπάντων τῶν Δημ. Συμβουλίων, οὐχ ἧττον, ὡς ἀνέφερον ἀνωτέρω, τὸ ἄτοπον τοῦτο ἔλαβε χώραν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, παρακαλῶ δὲ τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα εὐαρεστούμενον δώσῃ ὁριστικὴν λύσιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ μοὶ ἀνακοινώσῃ τὰς διαταγάς του τηλεγραφικῶς.» Ἐγὼ δὲ, λαβὼν τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὑπ’ ἀριθμὸν 934, ἔγραψα ἐκ νέου πρὸς τὸν κ. Νομάρχην τὴν 28 Φεβρουαρίου «νὰ συμμορφωθῇ ἀκριβῶς πρὸς τὰ ἐπισταλέντα αὐτῷ ἀπὸ 19 ἰδίου μηνὸς, ἅτινα συμφωνοῦσι καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Δημ. Συμβουλίου ἐπικαλουμένην, καὶ μοὶ γνωστοποιήσῃ τὸ ἀποτέλεσμα.» Βλέπετε λοιπὸν, κύριε Βουλευτὰ, ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον ἠγανακτήσατε, ὥστε καὶ κατ’ ἐμοῦ, τὸν ὁποῖον γινώσκετε, νὰ εἴπητε ὅσα εἴπατε μετὰ τοῦ τόνου, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθητε, βλέπετε ὅτι καὶ κατὰ τὴν 19 Φεβρουαρίου, ἅμα τῷ παραπόνῳ τῷ ἰδιαιτέρῳ, τῷ φιλικῷ πρὸς ἐμὲ, ἐδώκαμεν διαταγὴν πρὸς τὸν Νομάρχην σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον, καὶ εὐθὺς ὡς ἐλάβομεν τὸ ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου ἀπηντήσαμεν μετὰ τέσσαρας ἡμέρας, ὅτι ἐμμένομεν εἰς τὴν δοθεῖσαν ἐξήγησιν, καὶ ἐπετάξαμεν νὰ ἐκτελέσῃ ὅσα εἶπον πρὸς αὐτόν. Ἀναμένω νὰ ἔλθωσι καὶ οἱ δύο ἕτεροι φάκελλοι, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ ζητήματα δὲν εἴχετε δίκαιον νὰ προβῆτε εἰς διεκτραγώδησιν τῆς καταστάσεως τῆς ἐν Λευκάδι. Προκειμένου περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Κοντογιάννη, ἐξετάζω τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐπιτρέπηται εἰς Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ δεχθῇ τὴν παραίτησιν μέλους αὐτοῦ, ἢ ἂν εἰσάγηται ἁπλῶς, κατὰ τὸν νόμον, ἡ ὑπόθεσις, ὅπως ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ὅ,τι ἔπραξε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, εἴτε τὸ ἔπραξεν ἐν πλάνῃ ἢ δὲν τὸ ἔπραξεν ἐκ πλάνης, εἶναι ἄκυρον, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, νὰ δεχθῇ παραίτησιν προέδρου ἢ συμβούλου· ἄλλος εἶναι πρὸς τοῦτο ἐντεταλμένος ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ ἁρμόδιος. Τούτου οὕτως ἔχοντος, καὶ ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένον τὸ ἐπίσημον ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἐκ Κερκύρας, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Νομάρχου, ἀντίγραφον, ἐν ᾧ φαίνονται λαβόντα μέρος εἰς τὴν συνεδρίασιν πέντε μόνον μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὅτι εἶναι ὀρθὸν τὸ ὑμέτερον ἐπίσημον ἐπίσης ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον φέρει ἑπτὰ ὀνόματα, τί πρὸς ἡμᾶς; ἢ ἑπτὰ ἀπεφάσισαν ἢ πέντε, ἡ ἀπόφασις εἶναι ἄνευ ἰσχύος, διότι δὲν ἔχει δικαίωμα Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ δεχθῇ παραίτησιν προέδρου ἢ μέλους αὐτοῦ.
§22Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ὑποθέσεις τῶν δήμων καὶ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων διεξάγονται κατὰ τοὺς ὅρους τῶν περὶ αὐτῶν νόμων, δὲν τελοῦσι δὲ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἀτόμων. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λευκάδος προέβαλε περὶ αὐτῶν ἐπερώτησιν, ἢ ἀπηύθυνε παράκλησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔπραξε τοῦτο ἐκ περισσοῦ, οὐδὲ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ μεριμνᾷ αὐτὸς, μηδὲν ἔχων καθῆκον, ἐὰν τηρῶνται ἢ δὲν τηρῶνται οἱ νόμοι. Τὸ καθῆκον τοῦτο πρὸ πάντων εἶχεν ὁ Νομάρχης, καὶ ἐὰν οὐδ’ ὁ Νομάρχης ἐξεπλήρου τὸ καθῆκόν του, τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅταν ἔμαθεν, ὅτι δὲν ἐξετελέσθη ὁ εἰδικὸς νόμος περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διοικοῦνται τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα ἐν Λευκάδι, ἐξέδωκε διαταγὴν καὶ προσέταξε τὸν Νομάρχην νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Νομάρχου ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης οὐδεμίαν εἶχε γνῶσιν τοῦ νόμου, καὶ ὅτι ἀφῆκε νὰ ἐκτελῶνται ὑπὸ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον. Οὕτως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ δεύτερον ἠναγκάσθη νὰ διατάξῃ τὸν Νομάρχην νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔτι γνωστὸν, ἐὰν ἐξετελέσθησαν τὰ τοῦ νόμου. Ἀληθῶς ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ἔχῃ παραδείγματα πολλὰ Νομαρχῶν, οἵτινες ἀνέχονται νὰ διεξάγωνται αἱ ὑποθέσεις τῶν δήμων ἢ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων καθ’ ὃν τρόπον διεξάγονται ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς τὸ παράδειγμα τοῦ Νομάρχου ἐκείνου, καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὤφειλεν ἰδίως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Νομάρχου, ὅπως σέβηται περισσότερον τοὺς νόμους, μὴ ἐπιτρέπων νὰ παρερμηνεύωνται. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου κ. Γλένη εὑρίσκω, ὅτι τὰ μέλη τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, κατὰ τὴν νομοθεσίαν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ παραιτῶνται ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῶν, ἀλλ’ ἐν ὡρισμέναις μόνον περιστάσεσιν. Ὅταν λοιπὸν προταθῇ παραίτησις δημοτικοῦ τινος συμβούλου, ἐρευνᾶται, ἐὰν ὑπάρχωσιν αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμεναι περιστάσεις, καθ’ ἃς δύνανται νὰ παραιτηθῶσι, καὶ αὐτὴν τὴν ἔρευναν βεβαίως διεξάγει ἡ διοικητικὴ ἀρχή. Λοιπὸν εἰς τὸν κ. Νομάρχην ἀπέκειτο νὰ ἀποφανθῇ προηγουμένως, ἐὰν ὁ δημοτικὸς σύμβουλος εἶχε δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ, μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν δὲ τοῦ πρὸς παραίτησιν δικαιώματος αὐτοῦ ἑπόμενον ἦτο νὰ κληθῇ ὁ μετ’ αὐτόν. Οὕτως ἡ παραίτησις τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου, περὶ οὗ ὁ λόγος, ὑπεβλήθη εἰς τὸν Νομάρχην, ὅστις διεβίβασεν αὐτὴν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Φυσικὸν δ’ ἦτο ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς ἀποστολῆς τῆς παραιτήσεως εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ κριθῇ, ὅτι ἐσήμαινεν, ὅτι ὁ δημοτικὸς σύμβουλος ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ Νομάρχου ὡς ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ, καὶ διὰ τοῦτο διεβίβασεν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τὴν περὶ παραιτήσεως ἀναφορὰν, ἵνα κληθῇ ὁ μετ’ αὐτὸν ἐρχόμενος. Ἄξιον ὅμως παρατηρήσεως τυγχάνει τὸ ἑξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε δύο ἐπίσημα ἔγγραφα, καὶ κατὰ μὲν τὸ ἓν τούτων, πέντε μέλη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου προέβησαν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, κατὰ δὲ τὸ ἕτερον, οὐχὶ πέντε, ἀλλὰ ἑπτὰ ἦσαν οἱ ἐκλέξαντες τὸν Πρόεδρον δημοτικοὶ σύμβουλοι. Ἐὰν τὸ πρῶτον τῶν ἐγγράφων τούτων ἦναι τὸ γνήσιον, ἡ ἐκλογὴ ἦτο παράνομος, διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον δήμου τρίτης τάξεως ἀποτελεῖται ἀπὸ 8 μέλη, ἡ δ’ ἀπαρτία αὐτοῦ, ἡ ἀποτελουμένη ἀπὸ τὰ ⅔ τοῦ Συμβουλίου, συνίσταται εἰς ἓξ συμβούλους. Ὅθεν οἱ πέντε δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκλέξωσι τὸν Πρόεδρον, ὡς μὴ ἀποτελοῦντες τὴν ἀπαρτίαν τοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν ὅμως ἦναι γνήσιον τὸ δεύτερον τῶν εἰρημένων ἐγγράφων, οἱ ἑπτὰ συνελθόντες ἀπετέλουν νόμιμον ἀπαρτίαν καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς Προέδρου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ποῖον μέτρον διέταξεν, ὅτε ἀνέγνω τὸ ἔγγραφον, κατὰ τὸ ὁποῖον πέντε μόνον δημοτικοὶ σύμβουλοι εἶχον προβῆ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Νομάρχου;
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ πρῶτον, τὸ τῶν 5 δημοτικῶν συμβούλων, ἔλαβον ἀπὸ τὸν κ. Νομάρχην, τὸ ἕτερον μοὶ ἐνεχειρίσθη ἐνταῦθα, ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ.
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦτο ἐπίσημον;
§25ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπίσημα καὶ τὰ δύο. Ἔχω ἤδη τὰ ἔγγραφα. Ἐὰν ἐπιτρέπητε, θὰ ἀπαντήσω. Βλέπετε, ὅτι δὲν ἐχάσαμεν οὐδεμίαν ἡμέραν, ὅπως ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ....
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰς κελεύσεις τοῦ νόμου, ὄχι τοῦ Βουλευτοῦ.
§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. διότι συνέπεσε τὸ καθῆκον ἡμῶν νὰ ἦναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ πρώτου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ πρότερον ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας καὶ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζων, ὅτι ὑπῆρξεν ἀφορμὴ ψόγου κατὰ τοῦ Νομάρχου, διότι ὁ Νομάρχης ἐφήρμοζε γνώμην ἐναντίαν τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, ἀλλὰ παρέλιπεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὰ ἀναγνωσθέντα, ἐκ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἴδει, ὅτι ἀνέκαθεν ὑπῆρχον δύο γνῶμαι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀνέκαθεν δ’ ἐφηρμόζετο ἡ ἐναντία τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας γνώμη ἐν Λευκάδι· παρέλιπε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν καὶ εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ Νομάρχης ἐπεκαλεῖτο τὴν γνώμην τοῦ ἐνταῦθα Νομικοῦ Συμβουλίου, ἡμεῖς δὲ, τὸ Ὑπουργεῖον, εἴπομεν, ὅτι ἀποδεχόμεθα τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας αὐτοῦ. Νομάρχης, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἐξετάσει ὑποθέσεώς τινος ἀποδέχεται τὴν γνώμην, ἣν εἰδικοὶ ἄνδρες οὐχὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως εἰδικῶς, ἀλλὰ ἐπὶ ἄλλης ἀσχέτου, πλὴν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ἐξήνεγκα, ὑποθέτω, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀποφασίζει ἐκ κακῆς προαιρέσεως, ἀλλ’ ἐκ πεποιθήσεως, ἐσφαλμένης ἴσως, ἀλλ’ εἰλικρινοῦς. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ λύσις, ἣν ἔδιδεν ὁ Νομάρχης, ἦτο ἐσφαλμένη, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ, ἐξετάσαντος τὸ ζήτημα καὶ συνταχθέντος πρὸς τὴν ἑτέραν γνώμην, τὴν τῆς πλειοψηφίας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία, καὶ ἂν ἦτο τῆς μειοψηφίας, ἤθελε πάλιν φανῆ εἰς αὐτὸν ἡ ὀρθή. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας εἶναι ἡ ὀρθὴ, καὶ βεβαίως θὰ τὴν ἀπεδεχόμην, ἀλλὰ διότι ὁ Νομάρχης ἐστηρίχθη εἰς λόγους ἀξίους νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, εἰς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁλόκληρος μειοψηφία τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐνόμισεν ἀξίους ἀποδοχῆς, διὰ τοῦτο εἶναι ἄξιος κατηγορίας ὁ Νομάρχης; καὶ ποῖος Νομάρχης; Τίς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Νομάρχης κ. Ἀνδρέας Μεταξᾶς δύναται νὰ ἦναι ἄξιος καὶ τοῦ ἐλαχίστου δισταγμοῦ καὶ λόγῳ ἀξίας καὶ λόγῳ οἰκογενειακῶν παραδόσεων; Ὑμεῖς τὸν ἐγνωρίσατε, οἱ πλεῖστοι ἐνταῦθα, ὡς συνάδελφον, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει Βουλευτὴς, γνωρίσας αὐτὸν καὶ μὴ ἐκτιμῶν αὐτόν.
§28Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύνασθε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ διερμηνεύητε τὴν γνώμην τῶν φίλων σας, καὶ ὄχι ἡμῶν, διότι ἐγὼ ἔχω ἀπεριόριστον σέβας εἰς τὴν μνήμην τοῦ Ἀνδρέου Μεταξᾶ, τοῦ πάππου τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος, τιμῶ δὲ ἀκόμη τὴν χρηστότητα τοῦ μακαρίτου πατρὸς αὐτοῦ. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑμεῖς περὶ τοῦ Νομάρχου Κερκύρας.
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν τὴν ἔχει κἀνείς.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ λυποῦμαι, ὅτι βλέπω διαφωνίαν ἐν γνώμῃ, τὴν ὁποίαν ἐνόμιζον κοινήν. Τοῦτο εἶναι πρόσθετος ἀπόδειξις, ὅτι ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν, τὴν ὑπόθεσιν Κοντογιάννη, καὶ παρατηρῶ, ὅτι τὰ δύο ἀντίγραφα τὰ ἐπίσημα εἶναι εὐτυχῶς εἰσέτι ἐνταῦθα, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ πράγματα. Τὸ ἀντίγραφον τοῦ Νομάρχου φέρει ὑπογεγραμμένον τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τέσσαρας συμβούλους, τὸ ὅλον 5. Τὸ ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον προσήγαγεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας, φέρον χρονολογίαν 24 Φεβρουαρίου καὶ ὑπογραφὴν τοῦ Δημάρχου, πιστοποιοῦσαν τὸ ἀκριβὲς τῆς ἀντιγραφῆς, φέρει ἑπτὰ ὑπογραφὰς, τοῦ Προέδρου καὶ ἓξ μελῶν. Ἡ διαφορὰ εἶναι καταφανής. Ἐγράψαμεν εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ ἐζητήσαμεν τὴν ἐξήγησιν τοῦ πράγματος παρὰ τοῦ Νομάρχου. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας δὲν θὰ εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ καταγγείλωμεν ἀμέσως ἐπὶ πλαστογραφίᾳ τὸν Νομάρχην, ὅσον καλὴν ὑπόληψιν καὶ ἂν ἔχῃ περὶ αὐτοῦ. Διότι μᾶς ἐψέξατε πρὸ ὀλίγου εἰπόντες, «τί ἐπράξατε; ἐλάβετε τοιαύτην καταγγελίαν, πῶς δὲν ἐξετελέσατε τὸ καθῆκόν σας;» Τὸ καθῆκόν μας τὸ ἐξετελέσαμεν· ἐλάβομεν τὴν καταγγελίαν τὴν 7ην Μαρτίου ἐν τῇ Βουλῇ,—τὰ πρακτικὰ δύνανται νὰ τὸ βεβαιώσωσι,—παρεκάλεσα τότε τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας νὰ μοὶ ἐμπιστευθῇ τὸ ἔγγραφον, καὶ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ τὸ ἐμπιστευθῇ, καὶ τὴν 10ην ἀπέστειλα εἰς Κέρκυραν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ ἀναγνώσω, ἐὰν θέλητε.
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον). Δὲν ὑποθέτω, ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ἐὰν ἦτο αὐτὸς ἀντ’ ἐμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ ἔπραττεν ἄλλο τι καὶ πρὸ τῆς 10ης Μαρτίου. Τὴν 11ην ἀνεχώρησεν εἰς Κέρκυραν τὸ ἔγγραφον, ἀναμένεται δὲ ἀπάντησις· καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν δύναται νὰ κριθῇ ὑπερβολικὴ ἡ βραδύτης τῆς ἐλεύσεως αὐτῆς. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν, τὴν τοῦ Γλένη, ἥτις κυρίως ἐξήγειρε τὸν χόλον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Ἡ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Γλένη ἐνέργεια εἶναι παλαιοτέρα ἔτι, ἐπακολουθήσασα εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας κ. Δηλιγιάννη (ἀναγινώσκει): Τηλεγράφημα πρὸς τὸν Νομάρχην Κερκύρας ἀπὸ 5 Φεβρουαρίου: «Ὑποβάλατε Ὑπουργείῳ πληροφορίας καὶ σχετικὰ ἔγγραφα διὰ πρώτου ταχυδρομείου περὶ δημοτικοῦ συμβούλου δήμου Καρυᾶς Μηνᾶ Γλένη, πῶς ἀπηλλάχθη οὗτος καθηκόντων δημοτικοῦ συμβούλου.»
§33ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Ἡ παραίτησις εἶναι ἡ βάσις.
§34ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βλέπετε, ὅτι ἐζήτησα ἤδη τὰ ἔγγραφα· ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι πρέπει νὰ σᾶς φανῶ εὐχάριστος, ἐπισπεύδων τὴν ἀποστολὴν, θὰ τηλεγραφήσω σήμερον, ἵνα ζητήσω τὴν διὰ τοῦ πρώτου ταχυδρομείου ἀποστολὴν αὐτῶν.
§35ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάσῃ, τί γίνεται περὶ τῆς καταγγελίας.
§36Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέστησεν, ὅτι ὑπάρχουσι δύο γνῶμαι, μία μὲν, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ὁ κ. Νομάρχης, ἑτέρα δὲ γνώμη, τῆς ὁποίας τὴν ἐκτέλεσιν διέταξεν ὁ κ. Ὑπουργός. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπάρχωσι δύο γνῶμαι περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου· γνωρίζω ὅμως, ὅτι, ἐὰν Νομάρχης τις ἤθελεν ἀμφιβάλλει περὶ τῆς ἐννοίας διατάξεως νόμου τινὸς, ὅταν δ’ ἐκαλεῖτο νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, δὲν ἤξευρε ποίαν τῶν δύο γνωμῶν νὰ ἀκολουθήσῃ, ὅτι ὁ Νομάρχης οὗτος εἶχε πάντως καθῆκον νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ζητοῦσι συνήθως οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀναφέρωσι τοὺς Νομικοὺς Συμβούλους, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν εὐθύνην, κρυπτόμενοι ὑπ’ αὐτούς. Ἀλλ’ ἡ γνώμη τῶν Νομικῶν Συμβούλων, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, δὲν ἐλαττόνει τὴν εὐθύνην οὐδὲ τῶν κκ. Ὑπουργῶν, οὐδὲ τῶν κ. Νομαρχῶν, οἵτινες ἔχουσι τὴν εὐθύνην διὰ πᾶν ὅ,τι πράττουσιν. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία ἢ ἡ μειοψηφία τῶν Νομικῶν Συμβούλων εἶχε ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην, τοῦτο δὲν καλύπτει τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Νομάρχου, ὁ ὁποῖος, προκειμένου περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ, ἐφαρμόζων τὸν νόμον. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Ἐγὼ ἔψεγα τὰ γενόμενα, πρὶν ἢ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνω πρὸ μικροῦ. Καὶ ὄντως κακίστην μοὶ ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν, ὅτι ὑπάρχουσι δύο ἔγγραφα ἐπίσημα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος βεβαιοῦσι κατὰ διάφορον τρόπον τὰ γενόμενα. Ἢ τὸ ἓν τῶν ἐγγράφων τούτων εἶναι πλαστὸν, ἢ τὸ ἄλλο. Ἐὰν ἦναι πλαστὸν τὸ ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου, ὁ Νομάρχης περιέπεσεν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας; Ἢ ἐὰν ἦναι πλαστὸν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν κύρωσιν τοῦ Δημάρχου, ὁ Δήμαρχος περιέπεσεν εἰς ἔγκλημα πλαστογραφίας; Ἡ κύρωσις τοῦ ἐγγράφου τούτου ὑπὸ τοῦ Νομάρχου δὲν εἶναί τι ἀνάξιον λόγου, διότι, ἐὰν ἦναι γνήσιον τὸ ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου, ἡ πρᾶξις εἶναι ἄκυρος, ἐνῷ, ἐὰν ἦναι γνήσιον τὸ ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου, ἡ πρᾶξις εἶναι ἔγκυρος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐνεποίησεν εἰς ἐμὲ, ἔπρεπεν ὡσαύτως νὰ ἐμποιήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ σπεύσῃ δ’ ἀμέσως ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξακριβώσῃ ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνω, μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ἑπομένως δὲν θέλω ἐπικρίνει αὐτὸν κατὰ τοῦτο. Παρατηρῶ ὅμως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ἀτόπως ἐπεθύμησε νὰ δείξῃ πόσον ζῆλον ἔχει, διὰ νὰ ἐπαρκῇ καὶ θεραπεύῃ τὰς ἀξιώσεις τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἀπευθύνωνταί ποτε εἰς τὴν διοίκησιν, ἀπευθύνονται ζητοῦντες νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, μὴ ζητοῦντες δὲ νὰ γένηται αὐτοῖς χάρις τις προσωπική. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ πρέπει νὰ ἦναι ἐντελῶς κεχωρισμένοι ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὐδὲ νὰ μὴ μεριμνῶσι κἂν ποῖαι εἶναι αἱ πράξεις αὐτῆς· ἀπ’ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου μετέχουσι καὶ ταῦτα ἐμμέσως τῶν ἔργων τῆς Κυβερνήσεως, διότι μετέχουσι τῆς εὐθύνης τῆς διαχειρίσεως τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας ἐν τοῖς πράγμασιν. Ἀλλ’ οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι ποῖον ἀποκλειστικὸν πνεῦμα διέπει τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως, ἰδίως ἀπό τινος χρόνου, δὲν εἶναι μόνον φειδωλοὶ, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπευθύνονται πρὸς τὰ δημόσια γραφεῖα τῆς Ἑλλάδος. Ἑπομένως, ἀντὶ ν’ ἀναμιμνήσκωσί τινες ἐπανειλημμένως, ὅτι σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λευκάδος ἔπραξε τοῦτο ἢ ἕτερος Βουλευτὴς ἄλλο, ἔπρεπε νὰ ἐννοῶσιν, ὅτι, ἂν τοῦτο δὲν γίγνηται συνήθως, τοῦτο συμβαίνει παρ’ ἡμῖν ἕνεκα τοῦ ταπεινοῦ φατριασμοῦ τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ δὲ κύριος ἐκ Λευκάδος Βουλευτὴς ὅ,τι ἔπραξε τὸ ἔπραξε διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος, καθῆκον δ’ εἶχε νὰ φροντίζῃ νὰ ἐκτελῶνται οἱ νόμοι.
§37ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἄκων καὶ ἄχαρι καθῆκον ἐπιτελῶν ἔρχομαι ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ βραχύ. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι δὲν θὰ ἔπραττον τοῦτο, ἐὰν δὲν ἐσύρετο πρὸ τοῦ ποινικοῦ Δικαστηρίου, ὡς ἐπὶ σφαγὴν, εἷς Δήμαρχος, ἔντιμος συμπολίτης μου, ὅστις δικάζεται ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ Ναυπλίου τὴν προσεχῆ Δευτέραν, δεκάτην ἐννάτην ἱσταμένου, ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος· ἀπειλεῖται δὲ κατ’ αὐτοῦ καθαίρεσις, καθ’ ἃ εἶχον προαναγγείλει κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τούτου τοῦ θέματος.
§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἐρωτήσω, διὰ ποίαν ὑπόθεσιν δικάζεται; διότι ἔχει δύο ὑποθέσεις κατ’ αὐτοῦ ὁ Δήμαρχος, μίαν τῆς ἀγροφυλακῆς, καὶ ἑτέραν διὰ τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους.
§39ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχει ὑπόθεσιν ὁ Δήμαρχος. Ἀλλ’ ἔπλασαν ταύτας. Προσεχῶς δὲ δικάζεται διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἀγροφυλακῆς.
§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ὁμιλήσητε διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν εἰδικῶν παρέδρων, θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἠκύρωσα τὴν ἐπὶ ταύτης διοικητικὴν ἀπόφασιν, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ καταδιωχθῇ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος.
§41ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Φαιδρὸς ὁ Ὑπουργὸς ἀγγέλλει τὸ κατόρθωμα, ὅτι ἔσωσε τὸν Δήμαρχον ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Νομάρχου. Ἀλλὰ δὲν ἱκανοποιεῖ οὔτε τὸν ἀδικούμενον Δήμαρχον, οὔτε τὴν Βουλὴν ἡ ψιλὴ πρᾶξις τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Νομάρχου, καταδικάσαντος ἄνευ λόγου τὸν ἀξιότιμον Δήμαρχον Σικυῶνος, καὶ παρασκευάζοντος νέαν παραπομπήν. Νομίζετε ὅτι ἡ ἀκύρωσις αὕτη θὰ συγκινήσῃ τὸν Νομάρχην, ὅπως ἐρυθριάσῃ, ἢ θὰ πείσητε αὐτὸν διὰ τῆς ἐν τόσῃ στοργῇ ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεώς του νὰ καταστῇ εἰς τὸ μέλλον δικαιότερος ἢ προσεκτικώτερος; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ τὴν τοιαύτην αὐτοῦ πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ἢ ὅτι εἶναι σφόδρα πονηρὸς, ἢ ὅτι ἐντελῶς ἀγνοεῖ τὸν σχετικὸν νόμον, νομίζω, λέγω, ὅτι ἔπρεπε, ὅτι εἴχετε καθῆκον νὰ προβῆτε εἰς τὴν παῦσιν αὐτοῦ καὶ εἰς παραδειγματικὴν τιμωρίαν, ἵνα δηλώσητε τρανῶς, τίνα γνώμην ἔχετε περὶ δικαιοσύνης ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους. Ἀκούσατε, τί ὁ Νομάρχης θεσπίζει διὰ τῆς ἀποφάσεώς του (ἀναγινώσκει): «Ὁ Νομάρχης Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας πρὸς τὸν Δήμαρχον Σικυῶνος κτλ. «Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν κτλ. καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 12201 τοῦ λήξαντος μηνὸς διαταγήν μας, δι’ ἧς καὶ αὖθις ἐξηγήσαμεν ὑμῖν, ὅτι οἱ ἐξ ἐκλογῆς εἰδικοὶ πάρεδροι θεωροῦνται ὡς ἐν ἐνεργείᾳ διατελοῦντες, ἀδιαφόρως ἂν ἔληξεν ἡ τετραετὴς περίοδος τῆς ἐκλογῆς κτλ.» Ἰδοὺ αἱ λέξεις τῆς διαταγῆς τοῦ κ. Νομάρχου. Ἀλλὰ πῶς ἀδιαφόρως θεωροῦνται ὡς ἐν ἐνεργείᾳ διατελοῦντες; Τότε ὁ περὶ ἐκλογῆς εἰδικῶν παρέδρων νόμος, οὗ τὸ 4ον ἄρθρον ῥητῶς ὁρίζει, ὅτι πᾶσαι αἱ περὶ ἐκλογῆς Δημάρχου διατάξεις ἰσχύουσι καὶ ὡς πρὸς τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους, εἰς τί χρησιμεύει; Καὶ εἰς τί χρησιμεύουσι πάντες οἱ νόμοι, ὅταν τοὺς ἀφίνετε νὰ ποδοπατῶνται ἀτιμωρητεὶ ὑπὸ τῶν φατριαστικῶν ὀργάνων σας; Αὐτὴ εἶναι ἡ διαταγὴ ἡ πρώτη. Ἐπὶ ταύτης ἀπαντᾷ ὁ ἀξιότιμος Δήμαρχος πρὸς τὸν κ. Νομάρχην Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅτι δὲν δύναται νὰ πεισθῇ, ἵνα ἀθετήσῃ ῥητὴν τοῦ νόμου διάταξιν, ῥητῶς κελεύουσαν, ὅτι ἡ περίοδος τῆς ἐξουσίας τῶν παρέδρων λήγει σὺν τῇ τοῦ Δημάρχου μετὰ τὴν πάροδον τεσσάρων ἐτῶν. Οὐδεμία δὲ διαταγὴ δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος, παράνομα καὶ ἔκθεσμα διατάττουσα. Λίαν εὐλόγως ὁ κ. Δήμαρχος, ὡς βλέπετε, στηριζόμενος εἰς τὸν νόμον καὶ ἐν τῷ δικαίῳ αὐτοῦ θαῤῥῶν, ἀπαντᾷ πρὸς τὸν Νομάρχην, ὅτι, ἀφοῦ παρῆλθον τὰ τέσσαρα ἔτη, εἶχον δὲ παρέλθει 12 ἔτη, δὲν δύναται νὰ θεωρῇ πλέον τούτους ὡς παρέδρους ἐν ἐνεργείᾳ, κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον γινώσκετε πάντες. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπαντήσεως ταύτης τοῦ κ. Δημάρχου ὁ Νομάρχης διατάσσει (ἀναγινώσκει):· «Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν κτλ. Ἐπειδὴ, καίτοι προσκληθέντες ἐπανειλημμένως, δὲν ἐπανεφέρατε τοὺς νομίμως διατελοῦντας εἰδικούς παρέδρους κτλ. ἀλλ’ ἐξ ἀπειθείας δὲν ἐξετελέσατε τοῦτο, ὡς ὠφείλατε, τιμωροῦμεν ὑμᾶς μὲ τὴν πειθαρχικὴν ποινὴν ἐπιπλήξεως κτλ.» «Ὁ νομαρχεύων Ι. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ.»
§42Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λοιπὸν ἠδικήσατε τὸν Νομάρχην.
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τώρα ἀδικεῖ τὸν νομαρχεύοντα κ. Γεωργόπουλον.
§44ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἴτε ὁ Νομάρχης, εἴτε ὁ νομαρχεύων, εἶναι δι’ ἐμὲ τὸ αὐτό. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν πρόσωπα, ἀλλὰ τὸν διαχειριζόμενον τὴν νομαρχιακὴν ἐξουσίαν ὑπάλληλον ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ἀδιαφορῶ δὲ, πῶς ὀνομάζεται οὗτος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, αὐτοθαυμαζόμενος σεμνοτύφως, ἐπιδείκνυται μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Καὶ ἔσπευσε νὰ μὲ παρηγορήσῃ, ὅτι τοιαύτην ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου ἔσχε τὴν ἀνδρείαν καὶ τὴν πολιτικὴν ἀρετὴν νὰ ἀκυρώσῃ! ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴν ἀνδρείαν νὰ σπεύσῃ νὰ τιμωρήσῃ παραδειγματικῶς τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, τὸν τόσον ἀγαθὸν ἢ τόσον πονηρὸν, τὸν ἀγνοοῦντα ἢ ὑποκρινόμενον ὅτι ἀγνοεῖ τόσῳ στοιχειώδη πράγματα, ἀλλὰ βεβαίως πονηρὸν, διότι ἐπέβαλε τὴν πειθαρχικὴν ποινὴν ταύτην, ἵνα καταστήσῃ ἐνεργὸν τὸ ἄρθρον 487 τοῦ ποιν. νόμου, καθ’ ὃ δύναται νὰ εἰσαχθῇ μετὰ προηγηθεῖσαν ἐπίπληξιν ὁ Δήμαρχος εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, καὶ πρὸς τοῦτο προσποιεῖται ἄγνοιαν στοιχειωδεστάτων διατάξεων. Διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἐδικαιοῦτο νὰ ἐρωτήσῃ τις: αὕτη εἶναι ἡ γνῶσις, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ διοικητικὰ ὄργανα, τῶν νόμων τοῦ Κράτους, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ εἰλικρινὴς ἐφαρμογὴ, τὴν ὁποίαν ἐπιτελοῦσι, τῶν νόμων; καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ διοικητικὴ ἐπίβλεψις, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὸ πολυφίλητον τοῦτον, τῆς ὑπηρεσίας πρόσωπον; Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι διοίκησις αὕτη, μαρτυροῦσα εἰλικρινῆ ζῆλον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁποῖον θέλει νὰ δείξῃ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀγορεύων ὅπως ἠγόρευσε πρὸ μικροῦ ἐπὶ τῶν αἰτιάσεων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ ἄρτι καταβάντος τοῦ βήματος, ἐκ Λευκάδος; Τί ἐπράξατε, ἀνακαλύψαντες τοιαύτην πονηρὰν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ Δημάρχου; Τίνα λόγον ἐζητήσατε ἀπὸ τὸν νομαρχεύοντα κ. Γεωργόπουλον, ὁ ὁποῖος ὑποκρίνεται ὅτι ἀγνοεῖ, ὅτι κατὰ τετραετίαν ἐκλέγονται οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι, καὶ ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς λήγει καὶ ἡ ἐξουσία τῶν παρέδρων, ὡς καὶ ὁλοκλήρου τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς;
§45ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Κουμουνδούρου, ἡ ὁποία δικαιοῖ τὸν Νομαρχεύοντα.
§46ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἀναγινώσκω τὸν νόμον. Καὶ ὅταν ὁ νόμος διαῤῥήδην καθορίζῃ ἐν ἄρθρῳ 4, ὅτι καὶ τῶν παρέδρων ἡ ἐξουσία λήγει μετὰ τὴν πάροδον τῆς τετραετίας, τίνα χρείαν ἔχω ἐγκυκλίων καὶ σοφισμάτων; Πῶς δύνανται οἱ Γεωργόπουλοι καὶ αἱ ἐγκύκλιοι νὰ ἀθετήσωσι ῥητὴν καὶ κατηγορηματικὴν τοῦ νόμου διάταξιν; Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν εἰδικῶν παρέδρων, ἣν οἱ Γεωργόπουλοι ὕψωσαν μέχρι τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ πλὴν ταύτης ἔχομεν τὴν πρώτην ἐπίθεσιν τῆς Νομαρχίας ἐν τῇ πλασθείσῃ κατηγορίᾳ περὶ τῶν ἀγροφυλάκων, ἕνεκα τῆς ὁποίας σύρεται ὁ κ. Δήμαρχος Σικυῶνος τὴν 19 τοῦ μηνὸς τούτου ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Ναυπλίας, ἵνα δικασθῇ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος. Ὁ κ. Δήμαρχος Σικυῶνος τὴν 8ην Νοεμβρίου, ληξάσης τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀγροφυλάκων τῆς περιφερείας Γεληνιάτικα, ἀπέλυσε τούτους, καὶ διώρισεν ἄλλους ἐκεῖ προσωρινοὺς φύλακας τῶν ἰδιοκτησιῶν, μέχρις ὅτου ἐνεργηθῇ ἡ προκεκηρυγμένη νόμιμος ἐκλογὴ, τὴν ὁποίαν ἐγκαίρως εἶχε διατάξει. Ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη κατὰ τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους ὁρίζει ὁ περὶ ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων νόμος. Δηλονότι ὡρίσθη ὑπὸ τοῦ Δημάρχου διὰ προγράμματος ὁ τόπος καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἐκοινοποιήθη ὁ κατάλογος τῶν ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον νὰ συνέλθωσιν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον καὶ ἐκλέξωσι τοὺς ἀγροφύλακας. Ἰδοὺ τὸ πρόγραμμα (ἀναγινώσκει): «Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Δήμαρχος Σικυῶνος διακηρύττει κτλ. κτλ». Ἐν τῷ προγράμματι τῆς ἐκλογῆς, ὡς παρατηρεῖτε, ὁρίζεται ὡς Πάρεδρος, μέλλων νὰ ἐνεργήσῃ ταύτην, οὐχὶ ὁ τῆς Συκιᾶς, κωμοπόλεως, ἐν ᾗ ἐνεργεῖται ἡ ἐκλογὴ, ἀλλὰ ὁ τοῦ Θολεροῦ, χωρίου παρακειμένου. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Ἐν Συκιᾷ δὲν ὑπάρχει εἰδικὸς πάρεδρος· τοῦτο δὲ, διότι ἡ κωμόπολις αὕτη διαιρεῖται ὑπό τινος χειμάῤῥου εἰς δύο τμήματα, ὧν τὸ μὲν ἓν, τὸ δυτικὸν, περιλαμβάνον τὰ τρία τέταρτα τῶν οἰκιῶν, ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον Τρικκάλων, τὸ δὲ ἕτερον, τὸ ἀνατολικὸν, εἰς τὸν δῆμον Σικυῶνος. Πάσχει δηλ. ἡ κωμόπολις ἐκείνη ὅ,τι πάσχει ἡ Ἄρτα καὶ τὰ παρὰ τὴν Ἄρταν ὅρια τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ Ἀράχθου, ὁ ὁποῖος χωρίζει τὴν Ἄρταν, τὴν πόλιν, ἀνήκουσαν εἰς ἡμᾶς, ἀπὸ τὰ κτήματα τῆς Ἄρτας, ἐκεῖθεν τοῦ Ἀράχθου κείμενα καὶ ἀνήκοντα εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν. Διὰ τοῦτο ὁ ἐν Συκιᾷ ὑπάρχων εἰδικὸς πάρεδρος τῆς κωμοπόλεως εἶναι ἐκλελεγμένος ἐκ τοῦ δήμου Τρικκάλων, διότι τὰ ⅘ τῆς κωμοπόλεως, ὡς εἶπον, περιλαμβάνονται ἐν τοῖς ὁρίοις τούτου τοῦ δήμου. Τὸ πρόγραμμα τῆς ἐκλογῆς ταύτης ἐδημοσιεύθη νομίμως· ἰδοὺ δὲ τὰ ἐπιδοτήρια, κατατεθειμένα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐν τῷ φακέλλῳ καὶ μαρτυροῦντα τὴν ἐμπρόθεσμον καὶ νόμιμον τοιχοκόλλησιν τοῦ προγράμματος. Τί δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ ἐν τούτοις; Ἂν ἦσαν πλαστὰ, διατὶ ὁ Νομάρχης, ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ κύριος Τσάμης, ὁ ὑπενωμοτάρχης, ἢ ἄλλος τις δὲν προσέβαλλε ταῦτα ὡς πλαστὰ καὶ δὲν κατεδίωκε τοὺς ὑπογεγραμμένους ἐν αὐτοῖς πολίτας; Ἀλλ’ εἰς τί θὰ ἐχρησίμευεν ἡ καταδίωξις πολιτῶν; Τὸ ζήτημα ἦτο νὰ καταδιωχθῇ ὁ ἀντιπολιτευόμενος Δήμαρχος, καὶ νὰ ἐπιδειχθῇ ἡ δύναμις τοῦ ἰσχυροῦ τῆς ἡμέρας. Δημοσιευθέντος οὕτω τοῦ προγράμματος καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας καὶ τοὺς νομίμους τύπους, προσῆλθεν ὁ Πάρεδρος κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν καὶ ἐν τῷ ὡρισμένῳ τόπῳ, ἀλλὰ κατὰ τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον συνέταξε καὶ ἔχω ἐνταῦθα, δὲν ἐγένετο ἀπαρτία. Ἰδοὺ τὸ πρωτόκολλον τοῦ παρέδρου, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάγνωσιν παραλείπω, ἵνα μὴ βαρύνω τὴν Βουλήν. Ῥητῶς μαρτυρεῖται διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, ὅτι δὲν ἐγένετο κατὰ τὴν ταχθεῖσαν ἡμέραν ἀπαρτία τῶν ἰδιοκτητῶν, οἵτινες καὶ δι’ ἀναφορῶν των δύο, περὶ ὧν θὰ γένηται ἐφεξῆς λόγος πολὺς, πρὸς τὸν Δήμαρχον μαρτυροῦσι τὸ σπουδαῖον τοῦτο διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ὑποθέσεως, ὅτι δὲν ἐγένετο ἀπαρτία. Ἀλλ’ αἱ ἀναφοραὶ αὗται, καίτοι ῥητῶς ζητηθεῖσαι, δὲν κατετέθησαν· διατί; Θὰ τὸ ἴδωμεν ἐφεξῆς. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πρακτικοῦ τούτου, ἐξ οὗ κυροῦται, ὅτι δὲν ἐγένετο ἀπαρτία, ἀφοῦ οἱ κάτοικοι τῆς περιφερείας ἐκείνης διὰ τῶν ἀναφορῶν τούτων ἐδήλωσαν πρὸς τὸν Δήμαρχον, ὅτι, μὴ γενομένης κατὰ τὴν πρώτην πρόσκλησιν ἀπαρτίας, ἀνάγκη νὰ διορισθῶσιν ἀγροφύλακες ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Δημάρχου, καθὼς διακελεύει τὸ ἄρθρον 2 τοῦ περὶ ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων νόμου, ὁ Δήμαρχος Σικυῶνος συνεκάλεσε τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον, συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην, διώρισε τοὺς ἀγροφύλακας. Καὶ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο προέβη ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ Σικυῶνος ὄχι μόνον διὰ τὴν περιφέρειαν ταύτην, ἀλλὰ καὶ δι’ ἑπτὰ ἑτέρας περιφερείας τοῦ δήμου, ἐν αἷς ὡσαύτως κατὰ τὰς ταχθείσας πρὸς ἐκλογὴν ἡμέρας δὲν εἶχε γίνει ἀπαρτία. Τὸ ψήφισμα τοῦτο τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὑπ’ ἀριθ. 100, δι’ οὗ διορίζονται ἀγροφύλακες ἐν ταῖς ὀκτὼ περιφερείαις ταύταις, ὑποβάλλεται πρὸς τὸν Νομάρχην δι’ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν· ἀλλ’ ὁ Νομάρχης, διαβεβλημένος ὑπὸ τῶν ἐχόντων πολιτικὸν συμφέρον νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν Σικυῶνος ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, ἐπικυρόνει μὲν τὸ ψήφισμα τοῦτο ὡς πρὸς τὰς ἑπτὰ ἄλλας περιφερείας, ἀκυρόνει δὲ αὐτὸ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μίαν περιφέρειαν τοῦ χωρίου Γεληνιάτικα, καὶ δικαιολογεῖ τὴν πρᾶξιν ταύτην διὰ γελοίων προφάσεων· διότι π. χ. δὲν ἐτηρήθησαν οἱ νόμιμοι τύποι, διότι ὁ Πάρεδρος δὲν ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἦναι, δηλαδὴ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀνύπαρκτος Πάρεδρος Συκιᾶς καὶ τὰ παρόμοια, μαρτυροῦντα τὴν ἔνοχον πρόθεσιν. Διότι σᾶς ἐξήγησα τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν ἠδύνατο ὁ Πάρεδρος Συκιᾶς, ὡς ἀνήκων εἰς ἕτερον δῆμον, νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐκλογὴν, καὶ οὕτω πάντοτε ἐγίνετο. Μετὰ τὴν ἀκύρωσιν ταύτην παρακαλεῖ ὁ Δήμαρχος τὸν Νομάρχην νὰ τῷ ἐπιστραφῶσιν αἱ δύο ἀναφοραὶ, τὰς ὁποίας εἶχον ἀποστείλει οἱ κάτοικοι, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἀπαρτίας, ἵνα ἐκκαλέσῃ νομίμως τὴν ἀπόφασιν τῆς Νομαρχίας, τὴν ἀκυροῦσαν τὸ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ ὁ Νομάρχης κατακρατεῖ τὰς ἀναφορὰς ταύτας, καὶ ἴσως τὰς κατακρατεῖ ἀκόμη μέχρι σήμερον, ἐκτὸς ἐὰν τὰς ἔπεμψεν ἤδη, ζητηθείσας, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐκ παραδρομῆς δὲν προσεκόμισε ταύτας. Κατακρατεῖ δὲ τὰς ἀναφορὰς ταύτας, διότι αὗται εἶναι αἱ κλεῖς τοῦ ζητήματος. Μετὰ τὴν ἀκύρωσιν ταύτην τηλεγραφήματα ἐπὶ τηλεγραφημάτων, διαταγαὶ ἐπὶ διαταγῶν τοῦ Νομάρχου, ἀπειλαὶ, πιέσεις, ἀποστολαὶ χωροφυλάκων, ἔκτακτος ἀντιπρόσωπος, ὁ Τσάμης, κίνησις, θόρυβος. Καὶ ὅλα ταῦτα, ὅπως ἐξαναγκασθῇ ὁ Δήμαρχος νὰ ἐγκαταστήσῃ, οὐχὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διώρισεν, ἀλλὰ τοὺς ὑπ’ ἄλλων προσώπων ἐπιβαλλομένους. Τιμωρεῖ δὲ ὁ Νομάρχης τὸν Δήμαρχον πειθαρχικῶς, ὡς μὴ δεχθέντα ν’ ἀκυρώσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου· διότι ὁ Δήμαρχος ἐπέμενεν εὐλόγως ἀρνούμενος ν’ ἀκυρώσῃ ταύτην, δικαίως ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἐνήργησε κατὰ τὸν νόμον, καὶ ἐπανειλημμένως ζητῶν νὰ τῷ ἐπιστραφῶσιν αἱ ἀναφοραὶ, διότι ἐσκόπει νὰ ἐκκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου, κατὰ τὸν νόμον, εἰς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον. Ἰδοὺ πάντα τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα τοῦ Δημάρχου, καθόσον κατὰ τὸν νόμον οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ἔχει ὁ Νομάρχης νὰ καταδικάσῃ τὸν Δήμαρχον. Ποῦ δὲ νομίζετε, ὅτι προέβη τότε ὁ Νομάρχης; Ἀποστέλλει ἀντιπρόσωπόν του ἕνα ὑπενωμοτάρχην μετὰ χωροφυλάκων, ὅστις συγκαλεῖ ἐκεῖ, καὶ οὐχὶ ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ δήμου Σικυῶνος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ πέραν τοῦ χειμάῤῥου τμήματος τοῦ δήμου Τρικκάλων, τινὰς τῶν ἰδιοκτητῶν, προσλαμβάνει ἕνα Συμβολαιογράφον, συντάσσει ἓν συμβόλαιον, καὶ διορίζει τοὺς ἀγροφύλακας, τοὺς ὁποίους ἤθελε, καὶ οὕτως ἐνεργεῖται ἡ ἐκλογή. Τὶ χρειάζονται διὰ τὸν Γεωργόπουλον οἱ νόμοι περὶ χωροφυλακῆς; Νόμοι δι’ αὐτὸν εἶναι τὸ κόμμα.
§47ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμε συμβόλαιον;
§48ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μάλιστα. Τὸ χείριστον εἶναι, ὅτι ὁ Νομάρχης οὐδὲ ἔχει γνῶσιν τοῦ νόμου. Ἀκούσατε τὴν ἀπολογίαν τοῦ Δημάρχου (ἀναγινώσκει): «Σέβομαι, κύριε Νομάρχα, καὶ τὴν Νομαρχίαν, ἀλλὰ καὶ τὸν νόμον. Ὁ δὲ νόμος ἀντίκειται πρὸς τὴν διαταγὴν τῆς Νομαρχίας· ἰδίως δὲ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ περὶ ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων νόμου τοῦ 1856, καθ’ ἣν, μὴ γενομένης ἀπαρτίας τῶν ἰδιοκτητῶν, τοὺς ἀγροφύλακας διορίζει ὁ Δήμαρχος μετὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἀνεκκλήτως». Τοῦτο ἤρκεσεν, ὅπως εἰσαχθῇ εἰς δίκην. Ἁπλῆ ἐπίκλησις τοῦ νόμου ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῆς γνώμης του ἤρκεσεν, ἵνα τιμωρηθῇ πειθαρχικῶς ὁ κ. Δήμαρχος καὶ εἰσαχθῇ εἰς δίκην. Ἀλλὰ ποῦ ζῶμεν, κύριοι Βουλευταί; Εἶναι τοῦτο πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀνεχθῇ ἡ Βουλή; Πλὴν δὲ τοῦ πρωτοκόλλου, τοῦ συνταχθέντος κατὰ τὸν ὡρισμένον διὰ τοῦ προγράμματος τόπον ἐκλογῆς καὶ βεβαιοῦντος τὴν μὴ συγκρότησιν ἀπαρτίας, καὶ αὐτοὶ οἱ ἰδιοκτῆται τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς διὰ δύο ἀναφορῶν πρὸς τὸν Δήμαρχον ἐζητοῦντο τὸν διορισμὸν τῶν ἀγροφυλάκων ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ὡς λίαν ἐπείγοντα. Ὑπέβαλε δὲ πρὸς τὴν Νομαρχίαν ταύτας ὁ Δήμαρχος, ἀπολογούμενος. Ἀλλὰ ταύτας τὰς ἀναφορὰς οὔτε πρὸς τὸν Δήμαρχον, ζητηθείσας, ἐπέστρεψεν ὁ Νομάρχης, οὔτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ζητηθείσας παρ’ ἐμοῦ, ὑπέβαλεν, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι, ὡς καὶ οἱ ἰδιοκτῆται μαρτυροῦσιν, ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ἠδύνατο νὰ προβῇ, κατὰ τὴν ῥητῶς χορηγουμένην αὐτῇ ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ ἀπεριόριστον ἐξουσίαν, εἰς τὸν διορισμὸν ἀγροφυλάκων. Οὐδὲν δ’ εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ ἡ διοικητικὴ ἀρχή· ὁ Δήμαρχος εἶναι Βασιλεὺς ἐν τῷ δήμῳ, ἐφ’ ὅσον οἱ νόμοι ἐπιτρέπωσιν αὐτῷ ὡρισμένην ἐξουσίαν· τοιοῦτον ἔταξεν αὐτὸν τὸ πολίτευμα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ φέρῃ καὶ τὰς δύο ἀναφορὰς τῶν κατοίκων, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ πρᾶγμα δὲν ἐγένετο· καὶ κάτοικοί τινες ὑπέβαλον ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐκδίδει δ’ ἀπόφασιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω βραχείας παρατηρήσεις, διότι αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἔρχεται νὰ ἐπικυρώσῃ τὸ γενόμενον ἀδίκημα κατὰ τοῦ Δημάρχου Σικυῶνος. «Διεξελθόντες δὲ, λέγει ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται νὰ ἀναφέρωνται οἱ ἰδιοκτῆται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, ἐκκαλοῦντες ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου περὶ ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων κτλ., ἀλλὰ μόνον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον...» Καὶ ὅμως τὸ ἄρθρον 4ον τὸ ἀπὸ 30 Σεπτεμβρίου 1856 Βασιλικοῦ Διατάγματος ῥητῶς ἐπιτρέπει νὰ ἐκκαλῶσιν ἀποφάσεις τοῦ Νομάρχου οἱ ἰδιοκτῆται, ἂν φρονῶσι ταύτας παρανόμως ἐκδοθείσας.
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον, ὅπερ ἐπικαλεῖσθε, ἀφορᾷ εἰς διαφωνίας τῶν ἰδιοκτητῶν περὶ τιμήματος καὶ μισθοῦ τῶν ἀγροφυλάκων.
§50ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν. Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ὅταν ὁ Νομάρχης κατακρατῇ τὰς δύο ἀναφορὰς, μὴ ἐπιστρέφων αὐτὰς οὔτε πρὸς τὸν Δήμαρχον, οὔτε πρὸς ὑμᾶς, πῶς ἦτο δυνατὸν ὁ Δήμαρχος νὰ ἐφεσιβάλῃ τὴν ἀπόφασιν; Οὐδὲ εἶναι ἀκριβής ἡ σκέψις, ἣν διετυπώσατε ἐν τῇ ἀποφάσει σας, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Δήμαρχος δὲν ἐφεσίβαλε τὴν ἀπόφασιν τῆς Νομαρχίας, ἄρα ὁ Δήμαρχος κατεδίκασεν αὐτὸς ἑαυτόν. Τοιαῦτα συμπεράσματα μόνον ἡ στρεψοδικία ἠδύνατο νὰ συναγάγῃ. Ὥστε δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι κατεδίκασεν ἑαυτὸν ὁ Δήμαρχος. Ὡσαύτως δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ ἐν ἀποφάσει σας ἀναγραφόμενον, ὅτι τὸν τύπον τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀγροφυλάκων ὁρίζει ἡ διοικητικὴ ἀρχή. Τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ Διατάγματος ὁρίζει, ὅτι οὐχὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου καὶ οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι, προκειμένου περὶ χωρίων, ὁρίζουσι τοὺς ἀγροφύλακας. Δὲν θέλω νὰ χρονοτριβήσω ἐπὶ πλέον, ἀναλύων τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι εἶναι δικανικὴ καὶ στρεψόδικος, οὔτε εἰς τὰ πράγματα στηριζομένη, οὔτε εἰς τὸν νόμον. Τὸ ζήτημα ὅλον εἶναι τὸ ἑξῆς· ἐξεδόθη προσηκόντως καὶ ἐτοιχοκολλήθη νομίμως ἡ προκήρυξις τοῦ Δημάρχου ἐν ᾧ τόπῳ ὁ νόμος ὁρίζει πρὸς ἐκλογήν; Συνῆλθόν τινες μόνον τῶν προσκληθέντων ἰδιοκτητῶν; Ἐγένετο πρωτόκολλον ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Παρέδρου, ὅτι δὲν ἀπετελέσθη ἡ νόμιμος ἀπαρτία; Μαρτυροῦσι τοῦτο καὶ αἱ δύο ἀναφοραὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία; Τότε τὸ ζήτημα ἐλύθη ὑπὲρ ὑμῶν. Οὐδ’ ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Νομάρχην νὰ ἀναμιχθῇ πλέον τόσον ἐκνόμως, τόσῳ φατριαστικῶς, εἰς ζήτημα λυθὲν καὶ περατωθὲν κατὰ τὸν νόμον. Ἐν τούτοις, μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἔρχεται ἡ Νομαρχία διὰ τηλεγραφημάτων, δι’ ἀποστολῆς χωροφυλάκων, δι’ ὑπενωμοταρχῶν, διὰ πάσης αὐθαιρεσίας νὰ παρέμβῃ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἀγροφυλάκων. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα· ἐπειδὴ δὲ ὁ Δήμαρχος δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὰ αὐθαίρετα κελεύσματα τῶν Γεωργοπούλων, τεταγμένων πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς φατρίας, ἰδοὺ ὅτι, συγκατανεύσει καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰσάγεται εἰς δίκην ἄνευ λόγου ἔντιμος Δήμαρχος καὶ ἔγκριτος πολίτης, μόνον διότι εἶναι ἀντιπολιτευόμενος, καὶ δικάζεται τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Εἶναι ταῦτα νόμιμοι κυβερνητικαὶ ἐνέργειαι; Εἶναι αὕτη διοίκησις Κράτους εὐνομουμένου;
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑπάρχει ἀπόδειξις, ὅτι προεκηρύχθη ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀγροφυλάκων;
§52ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἰδοὺ τὸ πρόγραμμα, δι’ οὗ προεκηρύχθη ἡ ἐκλογή, ἰδοὺ καὶ τὰ ἐπιδοτήρια τῆς τοιχοκολλήσεως. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, ἐγένοντο, ὅπως εἰσαχθῇ εἰς δίκην ὁ Δήμαρχος· πρόκειται περὶ καθαιρέσεως αὐτοῦ· διότι, ἂν τὸ Πλημμελειοδικεῖον καταδικάσῃ αὐτὸν, θέλει καθαιρεθῆ. Ἀλλ’ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία θέλει ἐπιτελέσει τὸ καθῆκον αὑτῆς ἀδυσωπήτως, ἀλλὰ καὶ δικαίως, καὶ θέλει ἀποδείξει πάντα ταῦτα ταπεινὰς μηχανοῤῥαφίας τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ κόμματος καὶ τῆς φατρίας, ὧν τὰ συμφέροντα τίθενται ὑπεράνω καὶ τῶν νόμων καὶ τῶν καθολικῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας.
§53ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὡμίλησεν ἐπὶ ὥραν, διὰ βραχέων, διὰ νὰ κερδοσκοπήσῃ πολιτικῶς. Δύο ἐπερωτήσεις ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ ὑπὲρ τοῦ Δημάρχου Σικυῶνος, τὸν ὁποῖον παρέστησε Βασιλέα Δήμαρχον. Ἡ πρώτη ἐπερώτησις συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ὁ Νομάρχης ἐπέπληξε τὸν Δήμαρχον Σικυῶνος παρὰ τὸν νόμον, διότι ἀντικατέστησε τοὺς ἐξ ἐκλογῆς προερχομένους εἰδικοὺς παρέδρους χωρίων τινῶν δι’ ἰδιωτῶν τῆς ἰδίας του προαιρέσεως. Ὁ Νομάρχης ἐστήριξε τὴν ἀπόφασίν του εἰς μίαν ἐγκύκλιον τῆς 16 Ἰανουαρίου 1880 ὑπ’ ἀριθ. 5, ὑπογεγραμμένην ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, πρὸς τὸν Νομάρχην Ἀργολιδοκορινθίας, διὰ τῆς ὁποίας διέταττεν, ὅτι «οἱ ἐξ ἐκλογῆς μένοντες εἰδικοὶ τῶν χωρίων πάρεδροι διατηροῦνται καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τετραετίας μέχρι νέας ἐκλογῆς, καὶ μόνον ἐκεῖνοι οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι ἀντικαθίστανται διὰ πολιτῶν, ἐγκρίσει τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ὅσοι ἢ ἀπεβίωσαν ἢ μετέφερον τὰ δημοτικά των δικαιώματα, ἢ ἐστερήθησαν ταῦτα διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως». Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, ἐφαρμοζομένη ἀπὸ τοῦ 1880, παρεβιάσθη τελευταῖον ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Δημάρχου Σικυῶνος· ἡ ὑπουργικὴ αὕτη διαταγὴ εἶναι ὑποχρεωτικὴ εἰς τοὺς Νομάρχας, διότι δύναται Νομάρχης τις νὰ ὑποβάλλῃ παρατηρήσεις εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν, ἐὰν νομίζῃ παράνομον μίαν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου, ὀφείλει ὅμως ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐκτελῇ τὰς διαταγὰς αὐτῆς. Δυνάμει λοιπὸν τῆς ἐγκυκλίου ταύτης διετηρήθησαν οἱ εἰδικοὶ πάρεδροι, ὁ δὲ Βασιλεὺς Δήμαρχος τοῦ κ. Πετρίδου ἔσπευσε νὰ ἐκφράσῃ αὐθάδη ἄρνησιν εἰς τοῦ Νομάρχου τὴν ἀπόφασιν, καὶ ὁ Νομάρχης ἐπέπληξεν αὐτὸν, σπεύσαντα νὰ τοὺς παύσῃ. Ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ὁ Νομάρχης, δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἡ δευτέρα ἐπερώτησις ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἀγροφυλάκων Γελήνης, περὶ ἧς καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα. Τὰ κτήματα τῆς περιφερείας Γελήνης εἶναι εἰς τὰ ὅρια τοῦ δήμου Σικυῶνος· εἰς ταύτην τὴν περιφέρειαν ὑπῆρχον διωρισμένοι ἐντόπιοι φύλακες κτημάτων, ἀγρῶν, σταφιδαμπέλων, κήπων καὶ οἰκιῶν, διότι αἱ οἰκίαι τοῦ χωρίου εἶναι πλήρεις καρπῶν καὶ οἴνων, οἱ δὲ κάτοικοι λείπουσιν εἰς τὰ ὀρεινὰ μέρη τὸ πλεῖστον τοῦ ἔτους. Περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀγροφυλάκων τρέχοντος ἔτους ὁ Δήμαρχος διενοήθη νὰ ματαιώσῃ τὸ δικαίωμα τῶν κτηματιῶν, καὶ διώρισεν αὐθαιρέτως ἅρπαγάς τινας, οἵτινες κατέλαβον τὰ κτήματα καὶ ἐπεχείρησαν τὴν διανομὴν τοῦ ὕδατος· ἀλλ’ ἦλθον οἱ κάτοικοι κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς καὶ ἀπέπεμψαν τοὺς ἀγροφύλακας τούτους, λέγοντες: «τί δικαίωμα ἔχετε, νὰ ἔλθητε ἀπὸ τὴν Σικυῶνα, ἵνα καταλάβητε τὰ κτήματα ἡμῶν;» Συνῆλθον εἰς τὴν ὡρισμένην ἡμέραν πρὸς ἐκλογὴν, ἀλλ’ ἰδὼν ὁ λεγόμενος Πάρεδρος καὶ ἀναπληρωτὴς τοῦ Δημάρχου, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς ὁμοφωνίας ὅλων τῶν κατοίκων, ἔφυγε, καὶ παρέστησε ψευδῶς, ὅτι δὲν ἐγένετο ἀπαρτία, καὶ τότε ὁ Δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον προέβη εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἐπιδρομέων φυλάκων. Οἱ κάτοικοι κατέφυγον εἰς τὴν Νομαρχίαν, παραπονούμενοι κατὰ τοῦ Δημάρχου, ἡ δὲ Νομαρχία ἠκύρωσε τὴν πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ διέταξε τὸν Δήμαρχον νὰ ἐνεργήσῃ τακτικῶς τὴν σύγκλησιν τῶν κτηματιῶν, ἵνα ἐκλέξωσι τοὺς ἀγροφύλακας. Ἐκδοθέντος νέου προγράμματος, συνῆλθον οἱ κάτοικοι καὶ διώρισαν τοὺς ἀγροφύλακάς των, καλέσαντες καὶ τὸν Συμβολαιογράφον καὶ ὁρίσαντες διὰ συμβολαίου τὴν ἀντιμισθίαν, τὴν ἐγγύησιν αὐτῶν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις των. Τὴν ἐκλογὴν ταύτην ὁ Νομάρχης ἐπεκύρωσεν, ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος κατεφρόνησε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου, ἐξύβρισε τὸν Νομάρχην, καὶ ἐγκατέστησεν ἀγροφύλακας τοὺς ῥαβδούχους του. Φαίνεται δὲ, ὅτι ὁ Νομάρχης κατήγγειλε τὸν Δήμαρχον ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος καὶ ἐπὶ ἐξυβρίσει, καὶ ἐντεῦθεν ἡ ὀργὴ τοῦ ἐπερωτῶντος καὶ κραυγάζοντος ὑπὲρ τοῦ Δημάρχου. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα πάντα, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ, Τὸ ἐν Ναυπλίῳ Δικαστήριον συγκροτεῖται ἐκ σπουδαίων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶλλον κλίνουν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἢ τὴν Συμπολίτευσιν, καὶ ἔχω ἀσφαλεστάτην πεποίθησιν, ὅτι οὐδέποτε θ’ ἀδικήσωσι τὸν Δήμαρχον, ἐὰν οὗτος ἦναι ἐν τῷ δικαίῳ. Τούτων οὕτως ἐχόντων, πᾶς τις ἐννοεῖ, ὅτι τὰ παράπονα τοῦ ἐπερωτῶντος δὲν εἶναι σπουδαῖα, ἐκτὸς ἐὰν θεωρήσωμεν ταῦτα ὡς μέσον κωλυσιεργίας, διὰ ν’ ἀποτύχῃ ἀπόψε ἡ ἡμερησία διάταξις καὶ νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ περὶ τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου νομοσχέδιον.
§54ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων, ἐφ’ ὧν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Κορινθίας προεκάλεσε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἤκουσα φωνὰς μόνον καὶ ὕβρεις κατὰ τοῦ Δημάρχου Σικυωνίων ὡς ἀτασθάλου, ἤκουσα γοερὰς φωνὰς, ἀλλὰ τίποτε οὐσιαστικὸν δὲν ἤκουσα, οὐδὲ ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τι, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Δημητριάδης.
§55ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι δύσκολον νὰ μὲ ἐννοήσῃς (γέλως).
§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀφοῦ τὸ καταλαμβάνετε καὶ ὁ ἴδιος (ἱλαρότης). Δὲν μὲ δίδετε, κύριε Ὑπουργὲ τὴν ἐγκύκλιον, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεσθε;
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἰδού· ἀλλ’ αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν δευτέραν ὑπόθεσιν.
§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὴν παρατήρησιν αὐτὴν ἔπρεπε νὰ κάμητε πρὸς τὸν προαγορεύσαντα, ὅταν μᾶς ἔφερε ξένην ὑπόθεσιν ὡς ὅπλον, καὶ μάλιστα ὅταν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς ὡς ἀσεβοῦντας πρὸς τὴν μνήμην τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν κυριώτατα ὁ κ. Πετρίδης, εἶναι, ἂν παρὰ τοῦ Δημάρχου Σικυωνίων προεκηρύχθη καὶ ἐγένετο νομίμως ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀγροφυλάκων, ναὶ ἢ ὄχι· διότι ἡ τοιαύτη πρᾶξις τοῦ Δημάρχου ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφορμὴ καταδιώξεως αὐτοῦ, ἤτοι ἐπιβολῆς μὲν κατ’ αὐτοῦ πειθαρχικῆς ποινῆς, παραπομπῆς δὲ τοῦ ἰδίου εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, διὰ νὰ δικασθῇ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Δήμαρχος Σικυωνίων ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅ,τι ἀκριβῶς ὁρίζει ὁ σχετικὸς περὶ ἀγροφυλακῆς νόμος. Προεκήρυξε τὴν ἐκλογὴν ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς κτηματικῆς περιφερείας Γεληνιάτικα. Ἰδοὺ ἡ προκήρυξις τοῦ Δημάρχου. Ἡ δὲ προκήρυξις αὕτη ἐτοιχοκολλήθη εἰς τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα ὁρίζει ὁ νόμος. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου δύο ἀποδεικτικὰ τοιχοκολλήσεως, τὰ ὁποῖα διέλαθον τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Τὴν ὡρισμένην ἡμέραν, ὁ ἐντεταλμένος τὴν ἐκλογὴν μετέβη ἐπιτοπίως, συμφώνως μὲ τὸ πρόγραμμα τοῦ Δημάρχου, καὶ συντάσσει πρωτόκολλον, δι’ οὗ βεβαιοῖ, ὅτι δὲν συνῆλθεν ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς ἰδιοκτητῶν πρὸς ἐκλογὴν ἀγροφυλάκων. Τὸ πρακτικὸν αὐτὸ σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πετρίδης, ὥστε ὁ Δήμαρχος Σικυωνίων, ὡς βεβαιοῦν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα.....
§59ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι δικαστικοῦ κλητῆρος ἐπιδοτήριον, εἶναι πλαστὰ αὐτὰ, καὶ κατηγγέλθησαν· δὲν εἶναι τίποτε αὐτά.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ πιστεύσητε τὰ ἔγγραφα· τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα εἶναι τίποτε· ὅ,τι λέγει ὁ κ. Δημητριάδης, αὐτὸ πρέπει νὰ πιστεύσητε.
§61ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι κατεργάρικα· οὔτε ἐπῆγε κἀνείς.
§62ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀφοῦ ἐβεβαιώθη, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προβῶσιν εἰς νόμιμον ἐκλογὴν οἱ κτηματίαι τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος περιφερείας, ἐγένετο ὅ,τι ὁρίζει ὁ νόμος· ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τοὺς ἀγροφύλακας ἐκλέγει ὁ Δήμαρχος μὲ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Τοῦτ’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔπραξεν ὁ Δήμαρχος. Προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων. Ἀφοῦ οὕτως ἐπολιτεύθη ὁ Δήμαρχος Σικυωνίων, ποῦ στηρίζεται ἡ ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου, ἡ ἐπιβαλοῦσα κατὰ τοῦ Δημάρχου τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν; ποῦ στηρίζεται ἡ διαταγὴ τοῦ Νομάρχου, ἡ παραπέμπουσα τὸν Δήμαρχον εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μᾶς παρέστησε τοὺς δικαστὰς τοῦ Ναυπλίου ὡς ἀνθρώπους ἀνεξαρτήτους. Καὶ τίς λέγει τὸ ἐναντίον; τίς κατηγορεῖ τοὺς δικαστάς; Ἀλλὰ νομίζει ὁ συνάδελφος, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ παραπέμπωνται οἱ Δήμαρχοι εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα, καὶ νὰ κάθηνται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ κατηγορουμένου, διότι συνεμορφώθησαν πρὸς τὸν νόμον; Καὶ νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν λόγον παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τὰς τοιαύτας ἀτασθάλους πράξεις τῶν διοικητικῶν ὀργάνων του; Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ ἀκούσω, τί συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ· διότι ἐξ ὅσων θὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν θὰ φωτισθῶμεν ὅλοι, καὶ θὰ δυνηθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν γνώμην, ἂν τῷ ὄντι πταίῃ ὁ Δήμαρχος Σικυωνίων ἢ ὁ Νομάρχης. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς μᾶς προανήγγειλε τὴν περὶ τούτου γνώμην του, καὶ ἐπὶ τούτου ὤφειλε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ συνάδελφος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἠκύρωσε τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου.
§63ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἄλλη περίστασις.
§64ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν φωτίσατέ μας, τί συνέβη;
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται ἄξιον λόγου.
§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς δὲν εἶναι ἄξιον λόγου;
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ γνώμη μου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἠκούσθη, διότι ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας· ἐγὼ ἐξέδωκα ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐπέκρινεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δι’ ἧς ἐγκρίνω τὰς πράξεις τὰς τελευταίας, δηλαδὴ τὸν διορισμὸν τῶν ἀγροφυλάκων, τῶν ἐξ ἐκλογῆς γενομένων μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῶν προγενεστέρων πράξεων· ὥστε ὁ θέλων νὰ ψέξῃ τὴν ἀπόφασιν πρέπει νὰ φέρῃ ἐπιχειρήματα ὡς πρὸς τοὺς ἀγροφύλακας. Τὸ ἄλλο ζήτημα εἶναι τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν παῦσιν τῶν εἰδικῶν παρέδρων. Ὁ Δήμαρχος Σικυῶνος ἐνόμισεν, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ παύσῃ τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους, ἐναντίον τῶν ἐντολῶν τῶν ἐπανειλημμένων τοῦ Νομάρχου, ὅστις, στηριζόμενος ἐπὶ ἐγκυκλίου τοῦ 1880, φερούσης τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Κουμουνδούρου, ἔκρινεν, ὅτι παρανομεῖ ὁ Δήμαρχος, τοιοῦτό τι πράττων, καὶ ἐπειδὴ ἐπέμενεν ὁ Δήμαρχος εἰς τὴν ἀπόφασίν του, ὁ Νομάρχης, νομίζων ὅτι παρακούεται ἐν οὐ δέοντι, ἐτιμώρησε δι’ ἐπιτιμήσεως τὸν Δήμαρχον. Ἐξετάσας τὴν ὑπόθεσιν, εὗρον ὅτι ἠδύνατο ὁ Δήμαρχος νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε, μεθ’ ὅλην τὴν ἐγκύκλιον, τὴν φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἥτις, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐτηρήθη ἀπαρεγκλίτως, μόνης ταύτης τῆς ἐξαιρέσεως ὑπαρχούσης, καὶ ἐτηρήθη διότι, ἂν δὲν ἐτηρεῖτο, δὲν θὰ εἴχομεν εἰδικοὺς παρέδρους. Εὑρέθησαν αἱ Κυβερνήσεις ἀπέναντι ἀτελείας τῆς νομοθεσίας, ἀγούσης εἰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἐννοεῖτε, ἂν δὲν ὑπῆρχον πάρεδροι, καὶ οἰκονομήθησαν τὰ πράγματα ὡς ἦτο δυνατὸν, προκειμένου περὶ τόσον μικρᾶς ὑπηρεσίας, οἵα ἡ τῶν παρέδρων. Ἀλλὰ, καίτοι τοιαύτην ἐξέθετο τότε γνώμην ὁ Κουμουνδοῦρος, γνώμην, ἣν πάντες οἱ μετ’ αὐτὸν κυβερνήσαντες ἐσεβάσθησαν, ἐξετάσας τὴν γνώμην τοῦ Δημάρχου, εἶδον ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ ἐπιμένῃ εἰς αὐτήν. Βεβαίως ἡ γνώμη τοῦ Δημάρχου Σικυωνίων εἶναι ὀρθὴ, ἡ δὲ τῶν Ὑπουργῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Κουμουνδούρου ὀλιγώτερον ὀρθή. Δὲν ἠδυνάμην λοιπὸν, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Δήμαρχος, ὁ ἐν τῷ δικαίῳ καὶ ἐν πεποιθήσει ἐπιμένων εἰς ὅσα ἔπραξεν, ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ δι’ αὐτά. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἡ περίστασις αὕτη μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν, ἵνα παρασκευάσω νομοσχέδιον πρὸς λύσιν ζητήματος τοσοῦτον ἁπλοῦ, ὅπερ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μένῃ ἐκκρεμὲς, λυόμενον δι’ ἐγκυκλίου.
§68ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησιν τῶν δύο ἀναφορῶν τῶν κτηματιῶν.
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὰς ἔλαβον ἀκόμη.
§70ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τὸ παράπονον τοῦ Δημάρχου Σικυῶνος κατὰ τοῦ Νομάρχου εἶναι τοῦτο, ὅτι δὲν ἐπιστρέφει πρὸς αὐτὸν τὰς δύο ἀναφορὰς τῶν κτηματιῶν, ἵνα ἐφεσιβάλῃ κατὰ τὸν νόμον τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου πρὸς τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον. Εἶναι παράδοξος ἡ ἐπιμονὴ τῆς ἀνωτάτης αὐτῆς διοικητικῆς ἀρχῆς οὐ μόνον πρὸς τὴν φωνὴν τοῦ Δημάρχου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν φωνὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι, κύριε Πρόεδρε, ἡ κλεὶς τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ποία εἶναι; τὸ ὅτι ὁ Δήμαρχος Σικυῶνος ἐνήργησεν, ὡς εἶπον, καθ’ ὅλους τοὺς τύπους τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων, μὴ γενομένης δὲ ἀπαρτίας, ὅπερ ἀποδεικνύεται, κατέστη ἐνεργὸν τὸ ἄρθρον 2 τοῦ περὶ ἐκλογῆς ἀγροφυλάκων νόμου, καθ’ ὃ πρέπει νὰ ἐκλέγωνται οἱ ἀγροφύλακες ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπὸ τὸν Δήμαρχον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Τί δὲ γράφει ὁ Δήμαρχος πρὸς τὴν Νομαρχίαν, δικαιολογῶν τὴν ἀπόφασίν του; (ἀναγινώσκει): «Ἀπαντῶν εἰς τὴν προηγηθεῖσαν διαταγὴν, γνωρίζω τῇ ἰδίᾳ Νομαρχίᾳ, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 100 π. ἔ πράξεώς του προέβη μετ’ ἐμοῦ εἰς τὸν διορισμὸν ἀγροφυλάκων τῆς κτηματικῆς περιφερείας Γεληνιάτικα, καὶ συνεπῶς διώρισα προσωρινῶς τοιούτους, συνεκάλεσα τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπως συνέλθῃ τὴν προσεχῆ Κυριακὴν, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τῆς Β. Νομαρχίας, ἣν θέλω τῷ ἀνακοινώσει, ὅπως συμφώνως μὲ τὸ ἄρθρον 122 τοῦ περὶ δήμων νόμου ἀποφανθῇ, ἂν ἐγκρίνῃ ἢ μὴ νὰ ἐκκαλέσῃ αὐτήν. Τούτου ἕνεκα δὲν ἐνόμισα καλὸν ν’ ἀπολύσω τοὺς προσωρινῶς διορισθέντας ἀγροφύλακας, μέχρι τοῦ διορισμοῦ ἄλλων, καὶ νὰ προβῶ εἰς νέαν ἐκλογὴν, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, διότι ἐκ τῆς βραδύτητος θὰ ἐπέλθωσι ζημίαι εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Εἶμαι δὲ πρόθυμος νὰ ἐνεργήσω ὅ,τι τὸ καθῆκόν μου ἀπαιτεῖ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου». Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ Δήμαρχος καὶ προκήρυξε τὴν ἐκλογὴν καὶ νομίμως διώρισεν. Ἐφόσον ὁ Ὑπουργὸς δὲν δείξῃ, ὅτι τὸ πρωτόκολλον εἶναι πλαστὸν, ὅτι ἡ κοινοποίησις τῆς προκηρύξεως εἶναι πλαστὴ, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ δὲν εἶναι ἀληθεῖς, ἐπὶ τοσοῦτον ἔχει ἄδικον ὁ Νομάρχης, οὐ μόνον νὰ τιμωρήσῃ τὸν Δήμαρχον πειθαρχικῶς, ἀλλὰ πρὸ πάντων καὶ μάλιστα νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸν, διὰ τοιοῦτο μηδαμινὸν ζήτημα, ὡς ἀξιοῖ ὁ Ὑπουργὸς, νὰ εἰσαγάγῃ τὸν Δήμαρχον εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ναυπλίας, ἵνα δικασθῇ τὴν προσεχῆ Δευτέραν. Λοιπὸν ἐπὶ τούτων τῶν θεμάτων προκαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀπαντήσῃ. Περὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων παραδέχομαι τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἓν μόνον δὲν παραδέχομαι ὅτι ἐνήργησε καλῶς, ὅτι τὸ ὄργανον τὸ διοικητικὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεκάλυψεν ἀθέμιτα πράττον, δὲν τὸ ἐτιμώρησεν. Ἐφ’ ὅσον δὲ οὕτω ἐνθαῤῥύνονται τὰ διοικητικὰ ὄργανα, ἀκούετε τί πράττουσιν ἐν Λευκάδι καὶ ἄλλοις νομοῖς, διότι σιωπηλῶς δὲν ἔχουσι νὰ δώσωσιν οὐδεμίαν εὐθύνην. Ἐρωτῶ, τί ὀφείλει ὁ Δήμαρχος Σικυῶνος νὰ σύρηται εἰς τὸ Δικαστήριον; Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ προσαχθῶσι καὶ αἱ δύο ἀναφοραὶ, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ λησμονήσῃ νὰ προσαγάγῃ ταύτας· διότι μοῦ εἶναι ἀηδὲς καὶ ἄχαρι τὸ καθῆκον τοῦ νὰ ζητῶ ἀδιαλείπτως τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀπὸ τῆς πρώτης Φεβρουαρίου.
§71ΚΟΥΣΤΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταὶ, ἵνα εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ ἑτέρου τινὸς ἀντικειμένου· ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Πετρίδης ἐποιήσατο λόγον περὶ τοῦ κ. Δημάρχου Σικυῶνος, προσθέτω καὶ ἐγὼ, ὅτι ὁ ἕτερος ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Δημητριάδης κακῶς ἐχαρακτήρισε τὸν κ. Δήμαρχον Σικυῶνος ὡς ἀτάσθαλον καὶ κακῶς πολιτευόμενον. Τὰς ἐπωνυμίας ταύτας, πόῤῥω ἀπεχούσας, ἀποκρούω· διότι τόσον ὁ Δήμαρχος Σικυῶνος καθὼς καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ εἶναι ἄνθρωποι εὐϋπόληπτοι καὶ ἀγαπῶνται παρὰ τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν. Καὶ ἂν αἱ ἀναφοραὶ τῶν κτηματιῶν, ἃς ὁ κ. Δήμαρχος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Νομαρχίαν, ἦσαν ἐνταῦθα καὶ δὲν κατεκρατοῦντο, ἂν καὶ ἐζήτησε ταύτας ἐπανειλημμένως ὁ Δήμαρχος νὰ ἐπιστραφοῦν, πᾶς τις ἤθελε πεισθῇ, ὅτι ὁ Δήμαρχος Σικυῶνος ἔχει δίκαιον ἐπὶ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ζητήματος τῆς ἀγροφυλακῆς, καὶ ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Δημητριάδου λεχθέντα ἥκιστά εἰσιν ἀληθῆ. Ἤδη ἔρχομαι νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὸν λόγον. Ὅλοι, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχετε ἀνὰ χεῖρας τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως εἰς Ἑλληνικὴν ἑταιρίαν τῆς ἀποπερατώσεως τῶν ἔργων τῆς τομῆς τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν βλέπω συνημμένην καὶ τὴν σύμβασιν, διὰ νὰ ἴδω τὰ λεπτομερείας αὐτῆς, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν μεταξὺ τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀναδέχεται ἡ νέα ἑταιρία, συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ὑπὸ τῆς ἀρχικῆς ἑταιρίας δοθεῖσα ὑποχρέωσις, νὰ ῥιφθοῦν δηλ. παρ’ αὐτῆς 20,000 μέτρα κυβικὰ ὀγκολίθων πρὸς προέκτασιν τοῦ βραχίονος τοῦ λιμένος Κορίνθου. Ἡ διαλυθεῖσα ἑταιρία τῆς τομῆς τοῦ ἰσθμοῦ, ἀφοῦ ἀντήλλαξε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν σύμβασιν κατὰ τὸ ἔτος 1880, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, προέβη εἰς τὰς προκαταρκτικὰς αὐτῆς ἐργασίας, εἰς τὴν χωρομέτρησιν καὶ καταμέτρησιν τοῦ ἐδάφους καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ κατὰ βάθος καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν, εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς γραμμῆς, ἣν ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ διῶρυξ, εἰς τὴν σύνταξιν τῶν σχεδιαγραμμάτων καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δαπανῶν, εἰς τὴν ὑποβολὴν ὅλων αὐτῶν τῶν ἐργασιῶν εἰς τὴν διεθνῆ ἑταιρίαν τῆς θαλασσίας ταύτης διώρυγος ἐν Παρισίοις, καὶ εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς. Ἀφοῦ λέγω ἐγένοντο ὅλα ταῦτα, ἡ ἑταιρία ἐζήτησε παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τὰ συμφωνηθέντα ἐν τῇ συμβάσει, τὴν μείωσιν τοῦ πλάτους τῆς διώρυγος ἀπὸ 40 μέτρων μόνον εἰς 22 μέτρα. Κατ’ ἐκείνην δὲ τὴν ἐποχὴν ἐξελέχθην Δήμαρχος Κορίνθου, καὶ βλέπων ὅτι, ἂν ἡ διῶρυξ γίνῃ ἐπὶ τῆς γραμμῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἤρξατο ἡ τομὴ ἐπὶ Ῥωμαίων, τὰ συμφέροντα τῆς πόλεως ἤθελον παραβλαφθῇ σπουδαίως, κατέφυγον τότε εἰς τὸν κ. Τρικούπην, Πρωθυπουργὸν ὄντα καὶ τότε, καὶ τὸν παρεκάλεσα θερμῶς νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν τὴν αἴτησίν μου ἀφοῦ μάλιστα ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ καὶ ὑποχωρήσεις τινὰς εἰς τὴν ἑταιρίαν, νὰ ζητήσῃ δὲ τὴν μεταβολὴν τῆς γραμμῆς τῆς διώρυγος. Πράγματι τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε τοῦτο ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐπίτευξις αὐτοῦ, καταρτισθείσης τῆς ὡς εἴρηται ἐργασίας ὑπὸ τῆς ἑταιρίας· κατώρθωσεν ὅμως (καὶ σώζω εὐγνώμονα μνήμην πράγματι) νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἑταιρίας ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς καὶ ἀρχιμηχανικοῦ κ. Bella Gerster, καὶ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Ῥενιέρη, ἔγγραφον, λέγω, ὑπόσχεσιν καὶ ὑποχρέωσιν, νὰ ῥίψῃ ἡ ἑταιρία 20,000 κυβικὰ μέτρα ὀγκολίθων, ἐξαχθησομένων κατὰ τὴν ἀνασκαφὴν τῆς διώρυγος, πρὸς προέκτασιν τοῦ ὑφισταμένου βραχίονος τοῦ λιμένος Κορίνθου. Ἀλλ’ ἔκτοτε δυστυχῶς δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ ὑπόσχεσις αὕτη, ἂν καὶ πολλάκις καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ κατ’ ἰδίαν ἐζήτησα τοῦτο. Μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι, ἂν ἡ ἑταιρία ἀδυνατῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσίν της νὰ ῥίψῃ τοὺς ὀγκολίθους, νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ δώσῃ εἰς χρήματα τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐργασίας ταύτης, καὶ ἡ πόλις Κορίνθου νὰ κάμῃ τὸν βραχίονα· ἀλλ’ οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο ἔγεινεν, καὶ ἡ πόλις εὑρίσκεται εἰς κατάπτωσιν μεγάλην, καὶ ἂν δὲν λάβῃ προστασίαν τινὰ κυβερνητικὴν, θὰ ἐρημώσῃ ταχέως. Ἡ Κόρινθος ἔπαθεν ἐμπορικῶς καὶ ἐκ τῆς διελεύσεως τοῦ σιδηροδρόμου. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ τοπικοῦ συμφέροντος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τομὴν τοῦ ἰσθμοῦ. Ἀλλ’ ἤδη ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν ἔγεινε λόγος, ὅταν ἐψηφίσθη ἡ παραχώρησις τῆς τομῆς εἰς τὸν στρατηγὸν Τύρ. Τὸ ζήτημα τοῦτο σχετίζεται μὲ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους κατὰ θάλασσαν. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν θεωρῶ εὐτύχημα, ὅτι θὰ ἀναλάβῃ αὐτὴν Ἑλληνικὴ ἑταιρία, ἀποτυχούσης τῆς ξένης. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι οἱ πορθμοὶ καθὼς καὶ οἱ μεγάλοι ποταμοὶ θεωροῦνται ὡς διεθνεῖς θαλάσσιαι ὁδοὶ, τῶν ὁποίων ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμουν χρῆσιν ὅλα τὰ ναυτικὰ ἔθνη, διὰ τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἓν ἐκ τῶν παροχθίων Κρατῶν νὰ κλείῃ αὐτὰ κατὰ βούλησιν αὐθαιρέτως· τὸ αὐτὸ χωρεῖ καὶ περὶ τῶν ἀνοικτῶν κόλπων ἐντὸς τοῦ Κράτους, ὡς εἶναι π. χ. ὁ Ἀργολικὸς καὶ ὁ Σαρωνικὸς κόλπος, ὅπου τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας περιορίζεται εἰς ὀλίγα μίλια ἐπὶ τῆς ἀκτῆς. Ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τῶν κλειστῶν καὶ ἐπὶ τῶν τεχνητῶν διωρύγων, ὡς εἶναι π. χ. ὁ Κορινθιακὸς καὶ πρὸς βοῤῥᾶν ὁ Εὐβοϊκὸς κόλπος. Οἱ κόλποι οὗτοι εἶναι ἐκ τῶν κλειστῶν κόλπων, καὶ δύναται ἀξιόλογα τὸ Κράτος, πρὸς ἀσφάλειάν του, ἐν καιρῷ πολέμου, νὰ ἀποκλείσῃ τὰς εἰσόδους δι’ ὀχυρωμάτων καὶ τορπιλλῶν, καὶ τοῦτο ἐγένετο πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἰς ἀμφοτέρους τοὺς κόλπους παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει λοιπὸν, πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους εἰς τὸ μέλλον, νὰ γίνῃ ῥητὴ ἐπιφύλαξις κατὰ τὴν νέαν σύμβασιν, ὅτι, ἐν περιπτώσει πολέμου τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἕτερον Ἔθνος, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησιν ν’ ἀποκλείῃ καὶ φράττῃ τὴν διώρυγα τοῦ Ἰσθμοῦ· διότι τότε θὰ ἔχῃ σημασίαν ὁ Κορινθιακὸς κόλπος, ὡς κλειστὸς κόλπος, καὶ εἰς τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ὀφείλει νὰ δώσῃ προσοχὴν ἡ Κυβέρνησις.
§72ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, εἶχεν ἀναγραφῆ, ἐξωδίκως ὅμως, ἀλλὰ κῦρος ἔχουσα, ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἑταιρίας, νὰ κατασκευάσῃ 20,000 κυβικῶν μέτρων προκυμαίαν· ἡ ἀποδοχὴ αὕτη ἐγένετο, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, παρὰ τοῦ κ. Ῥενιέρη, Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐν ὀνόματι τῆς ἀναδεχθείσης τὴν διώρυξιν ἑταιρίας, ἑπομένως θεωρεῖται ὡς περιλαμβανόμενος ὁ ὅρος οὗτος ἐν τῇ συμβάσει. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ὁ ὅρος αὐτὸς, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὡμίλησε, δὲν περιλαμβάνηται εἰς τὴν σύμβασιν, πρέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐργασθῇ, ὅπως περιληφθῇ ὁ ὅρος οὗτος, οὐ μόνον διότι ἡ παλαιὰ ἑταιρία, ἡ ὁποῖα παρέχει τόσα δικαιώματα εἰς τὴν νέαν, εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ τούτου μὴ ὄντος, εἶναι ἀνάγκη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ τὴν ἐξαίρετον ταύτην πρόνοιαν περὶ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῇ συμβάσει τοῦ ὅρου τούτου, ὅπως σωθῇ ἡ πόλις Κόρινθος, ἥτις, ὡς γινώσκετε, ὑπέστη ὅλα τὰ τραύματα, τὰ ἐκ τῆς τύχης καὶ τῶν περιστάσεων, καὶ κατέστη μία νεκρόπολις. Βεβαιωθῆτε, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Κορίνθου εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐσχάτην ἀπελπισίαν καὶ διότι κατηργήθη τὸ νὰ ἦναι ἡ Κόρινθος κέντρον διοικήσεως, καὶ διότι ἀφηρέθη ἐκεῖθεν ὁ στρατὸς, καὶ διότι ἐγένετο ὁ σιδηρόδρομος, ὁ ὁποῖος προσέβαλε σπουδαῖα κοινωνικὰ συμφέροντα, καὶ διότι γίνεται καὶ ἡ τομὴ, καὶ κινδυνεύει τοιουτοτρόπως νὰ καταστραφῇ ἐντελῶς καὶ νὰ καταστῇ ἓν τῶν τελευταίων χωρίων τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας. Πρὸς σωτηρίαν λοιπὸν τῶν κατοίκων αὐτῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐφάνη τόσον δυσμενὴς καὶ ἡ τύχη ἀκόμη, ἡ ὁποία τοὺς ἠνάγκασε νὰ κατασκευάσουν ἐντὸς ὀλίγου χρόνου μίαν πόλιν ὁλόκληρον, εἶναι ἀνάγκη νὰ φροντίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῇ συμβάσει ὁ ὅρος τῆς κατασκευῆς προκυμαίας ἐν Κορίνθῳ.
§73ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἐν Χαλκίδι ἐφονεύθη ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ Ἀντώνιός τις Φόρτης, ἔντιμος πολίτης καὶ καλὸς οἰκογενειάρχης. Ἐγένετο, ἐννοεῖται, καταδίωξις ἐκ μέρους τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης κατὰ τῶν αὐτουργῶν, ὡς ἠθικὸς δὲ τοιοῦτος κατηγορεῖται καὶ ἰατρός τις, Κακαρᾶς ὀνομαζόμενος; Οὗτος, προσελθὼν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἵνα ἐξετασθῇ, συνελήφθη δυνάμει ἐντάλματος συλλήψεως, καὶ ὡδηγήθη, ὡς συνήθως συμβαίνει, εἰς τὴν Μοιραρχίαν, διότι φαίνεται, ὅτι ἡ ὥρα ἦτο προκεχωρηκυῖα, καὶ ἐπρόκειτο νὰ μεταχθῇ τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἰς τὰς φυλακάς. Τὴν νύκτα ὅμως ἀπέδρα. Ὑπάρχουσι βάσιμοι ὑπόνοιαι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀποδράσεως, ἀλλὰ περὶ ἀπολύσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς, εἰ δυνατὸν, πληροφορίας περὶ τῶν γεγονότων, τῶν συνοδευσάντων τὴν ἀπόδρασιν, καὶ ὑποβάλῃ ταύτας εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ ἐπίσης τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει μίαν ἔγγραφον σημείωσίν μου, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον Τήνου καὶ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς.
§74ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ἑκάστην ἀγγέλλονται ἡμῖν καὶ δι’ ἐπιστολῶν καὶ διὰ προφορικῶν ἀνακοινώσεων ὄργια κυριολεκτικῶς, διαπραττόμενα ὑπὸ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων· δὲν εἶναι ἡμέρα, καθ’ ἣν, τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ, νὰ μὴ ἀγγέλλωνται παρόμοια γεγονότα. Ἐν τούτοις δὲν ἐθεώρουν ἄξιον νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν καθ’ ἑκάστην, ἀλλὰ μίαν ἐπιστολὴν περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, προερχομένην ἐκ προσώπου κατέχοντος σοβαρὰν κοινωνικὴν θέσιν, παρέχουσαν πᾶσαν ἐμπιστοσύνην περὶ τῶν γραφομένων του, ἐνόμισα ἄξιον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπείκων μάλιστα εἰς ῥητὴν ἐντολὴν αὐτοῦ. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, ἐκθέτουσα τὰς ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων διαπραττομένας πιέσεις κατὰ διαφόρων δημοτῶν τοῦ δήμου Κραθίδος τῶν Καλαβρύτων, καὶ ἰδίᾳ τὰς ἐνεργηθείσας κακώσεις κατὰ τῶν Κωνσταντίνου Ταμπάκη ἐκ Ποταμίας καὶ Δημητρίου Τσάκωνα, ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν). Οὐδὲν, Κύριοι, θεωρῶ ἄξιον νὰ ἐπιφέρω σχόλιον εἰς τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, γεγραμμένην ἐν πόνῳ καὶ ἐν ἀληθείᾳ. Μεθ’ ὅσα χθὲς καὶ προχθὲς ἐξετυλίχθησαν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω καὶ ἕτερα, χαρακτηριστικὰ τῆς καταστάσεως ταύτης. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα ἐνεργοῦσι τὴν ὑπηρεσίαν των διὰ τρόπου βασιβουζουκικοῦ. Πάντοτε ἐλάμβανον χώραν καταχρήσεις καὶ ὑπερβάσεις τῶν ἀποσπασμάτων, ἀλλ’ ἐσχάτως αὗται ὑπερεπλεόνασαν, μετὰ τὴν θαυμαστὴν μάλιστα ἀνακάλυψιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθησαν ἀσύδοτοι οἱ στρατιωτικοὶ, ἀπέπτυσαν πάντα χαλινόν. Σχετικῶς δὲ καὶ συνεπῶς τῷ συμπεράσματι, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς παρ’ αὐτοῦ ζητηθείσας καὶ ἀποσταλείσας παρὰ τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Πλημμελειοδικῶν πληροφορίας περὶ τῶν κατὰ τὸ 1878 καταδικασθέντων ὑπαξιωματικῶν διὰ πράξεις, ἀναγομένας εἰς τὰ καθήκοντά των καὶ συνεπαγούσας ἔκπτωσιν βαθμοῦ καὶ στέρησιν δικαιωμάτων. Μοὶ φαίνεται ὅτι, ἐὰν δὲν ἦναι πεπλανημένη ἡ πληροφορία, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, συνεπείᾳ τῶν τότε κατατεθέντων, ἐζήτησε διὰ τηλεγραφικῆς ἐγκυκλίου ἀπὸ τὰς διαφόρους ἀρχὰς νὰ ὑποβάλωσι πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καταδικασθέντων ὑπαξιωματικῶν μὲ ποινὴν ἐκπτώσεως τοῦ βαθμοῦ των καὶ ἐὰν ἐφηρμόσθη αὕτη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὰς ζητηθείσας καὶ πρὸ πολλοῦ βεβαίως ληφθείσας ταύτας πληροφορίας νὰ τὰς καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διότι σκοπῶ νὰ φέρω ἐπὶ τούτου τὸν λόγον.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀπαρτίας διακοπεῖσα χθὲς ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ νὰ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
| Χαρ. Τρικούπης | Ο | Γεώρ. Χ. Παχὺς | |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ο | Στέφανος Δραγούμης | Ο |
| Γ. Σισμάνης | Ο | Δ. Γ. Ῥάλλης | Ν |
| Δ. Βουλπιώτης | Ο | Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας | |
| Ἀθ. Ἴσκος | Φωκίων Νέγρης | ||
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ο | Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς | |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ν | Νικόλ. Μπουφίδης | Ν |
| Μ. Γουλιμῆς | Ο | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | |
| Μ. Ἰατρίδης | Δημ. Καλλιφρονᾶς | ||
| Δ. Χατζόπουλος | Νικόλ. Δ. Λεβίδης | Ν | |
| Γεώργ. Μίλησης | Ν | Ὄθων Μακρυγιάννης | |
| Σπυρ. Νοταρᾶς | Τρύφων Μουτσόπουλος | Ο | |
| Γ. Κούστας | Ν | Θάνος Κανακάρης | Ο |
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ο | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | Ν |
| Σωτήριος Δανόπουλος | Ο | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ν |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ο | Α. Φωτήλας | Ν |
| Μιχαὴλ Νικηφοράκης | Ο | Ἀνδρ. Αὐγερινὸς | Ο |
| Δημήτριος Πετρίδης | Ν | Ἀντ. Ῥικάκης | |
| Ἄγγελος Γεωργαντᾶς | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ν | |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ν | Ἰω. Κρεστενίτης | |
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ν. Κουμανιώτης | ||
| Χρῆστος Χρηστόπουλος | Ν | Χρ. Στεφανόπουλος | |
| Φίλιππος Βάρβογλης | Ἀλέξ. Ζαΐμης | ||
| Ἠλίας Φλέσσας | Ἀρ. Κοντογούρης | Ν | |
| Κ. Κωνσταντόπουλος | Ν. Καλογερόπουλος | Ο | |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | ||
| Παναγ. Μανέτας | Ν | Ν. Παπανικολάου | |
| Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος | Ν. Καφετζόγλους | Ο | |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Ἰω. Πεζᾶς | ||
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Κ. Σινέλης | ||
| Δ. Ζέγγελης | Β. Βουδούρης | Ο | |
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | Ο | |
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ν | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ο |
| Ἀναστ. Λούντζης | Ο | Ν. Κοκωσλῆς | |
| Διον. Λομβάρδος | Ο | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ο |
| Γ. Θεοτόκης | Ο | Κωνστ. Μαρκίδης | Ο |
| Κ. Βασιλάκης | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ο | |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Ν | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ο |
| Ν. Βασιλάκης | Ν | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ο |
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ο | |
| Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | Ἀχιλ. Λογιωτάτου | ||
| Σπ. Ἀλαμάνος | Σωτ. Σωτηρόπουλος | ||
| Θεόφ. Προβατᾶς | Κων. Κουμουνδοῦρος | Ν | |
| Γ. Σάκρηπας | Ο | Περ. Πεῤῥωτῆς | |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Ν | Δημ. Τζάνες | Ο |
| Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Περ. Μποῦτος | ||
| Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Παν. Σάκκης | Ν | |
| Νικόλ. Βαλσαμάκης | Νικ. Παπαλέξης | Ο | |
| Γεράσιμος Μουσούρης | Νικ. Μισυρλῆς | ||
| Παναγ. Βενιεράτος | Ν. Καράπαυλος | Ο | |
| Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Ἀσημ. Χριστόπουλος | ||
| Γεώργιος Κόρπας | Εὐστάθ. Κοκκέβης | ||
| Στέφανος Σκουλούδης | Δημήτρ. Κάρτσωνας | ||
| Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ο | Δημήτρ. Γουδῆς | Ο |
| Χαρίλ. Προβελέγγιος | Σ. Χατζηγάκης | Ν | |
| Νικόλαος Νομικός | Κ. Ζωγλοπίτης | Ο | |
| Μίνως Μπογιατζόγλους | Ο | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ο |
| Γ. Μπούμπουρας | Ο | Γ. Φραγκίδης | Ο |
| Λωρέντζος Δελαρόκας | Ο | Α. Ταχιατζῆς | Ο |
| Δημοσθένης Καΐρης | Ο | Γ. Τάκης | Ν |
| Ν. Κρίσπης | Ν. Ταρμπάζης | ||
| Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | |
| Ἰωάννης Γκιὼν | Ο | Σταμάτιος Μπουντούρης | |
| Κ. Κοσσονάκος | Ο | Θεόδωρος Γκίκας | Ο |
| Γ. Μαυρομιχάλης | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | ||
| Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| Γιαν. Μαυρομιχάλης | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | Ο | |
| Νικήτας Βαρβιτσιώτης | Ο | Νικόλ. Κοντογιάννης | |
| Λέων Καπετανάκος | Ο | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ο |
| Ξανθὸς Πικουλάκης | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ο | |
| Γεώρ. Πετροπουλάκης | Ν | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ο |
| Κ. Παπαμιχαλόπουλος | Δημήτρ. Ζουλούμης | Ο | |
| Ἰωάν. Καρτάλης | Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ο | Θεμιστοκλῆς Κανάρης | |
| Εὐάγ. Σταμούλης |
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 54 κατὰ 25, ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 79. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας πρὸς ἀναγνώρισιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὑπὸ τῆς διεθνοῦς ἑταιρίας τῆς θαλασσίας διώρυγος τῆς Κορίνθου ἐκχωρήσεως πάντων τῶν δικαιωμάτων καὶ πασῶν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς εἰς Ἑλληνικὴν ἀνώνυμον ἑταιρίαν.
§77Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου πληροφορίας τινὰς, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην. Ἐν πρώτοις, ἐὰν ἐξηκριβώθη ἡ δαπάνη, ἥτις μέλλει νὰ καταβληθῇ μέχρις ἀποπερατώσεως ἐντελοῦς τῶν ἔργων τῆς τομῆς τοῦ ἰσθμοῦ· βʹ) ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι, οἵτινες εἶχον ὑπαγορεύσει κατὰ τὴν πρώτην σύστασιν τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης τὸν προσδιορισμὸν τοῦ πλάτους τοῦ πυθμένος τῆς διώρυγος εἰς 22 μέτρα, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιτρέπεται μεταβολὴ εἰς τὰ τότε προσδιορισθέντα. Τὸ ἄνοιγμα τῆς διώρυγος, αἱ παρειαὶ, γίγνονται εὐρύτεραι, ἤτοι θέλουσιν ἀνοιχθῆ ὀλιγώτεροι κάθετοι, ἑπομένως περισσότεραι πλάγιαι· οὕτως ἀπὸ 23 μ. καὶ 60)00 θέλει εὐρυνθῆ κατὰ 1 μέτρον, τὸ δ’ ἄνοιγμα τῆς διώρυγος θέλει συνίστασθαι εἰς 24 καὶ 60, ἄνευ τοῦ πάχους τῶν τοιχωμάτων. Περιορίζεται ὅμως τὸ πλάτος τοῦ πυθμένος ἀπὸ 22 μέτρων εἰς 21. Ὅταν προσδιωρίσθη τὸ πλάτος τοῦ πυθμένος εἰς 22 μέτρα, ὑπῆρχε λόγος τις τεχνητός· ἐπεθύμουν δὲ νὰ μάθω τὸν λόγον τοῦτον, ἵνα κρίνω, ἐὰν ὁ περιορισμὸς οὗτος δὲν φέρῃ βλάβην τινά. Προσέτι ἐπεθύμουν, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν, ἥτις συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς ἑταιρίας τῆς ὑπὸ διάλυσιν, τῆς ἐκχωρούσης, καὶ τῆς ἑταιρίας, τῆς ἀναλαμβανούσης τὴν ἐπιχείρησιν, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν τῶν διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης συνομολογηθέντων.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ προσαχθῶσι ταῦτα κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τότε θέλομεν ὑποβάλει καὶ ταῦτα καὶ τὰς ἄλλας, τὰς ζητηθησομένας κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην πληροφορίας.
§79Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδίως παρακαλῶ νὰ μὴ παραλειφθῇ ἡ πληροφορία περὶ τῆς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ ὑπὸ διάλυσιν ἑταιρία, ἵνα μεταφέρῃ εἰς τὴν θάλασσαν ὀγκολίθους πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ βραχίονος τοῦ λιμένος τῆς Κορίνθου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ παρατάσεως ἐπὶ ἓν ἔτος τῆς διαρκείας τῆς Γαλλικῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς.
§81ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον σχετίζεται πρὸς τὰ ἄλλα ναυτικὰ νομοσχέδια, καὶ ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ ταχθῶσιν ἐν τῇ αὐτῇ γραμμῇ, καὶ νὰ γίνῃ γενικωτέρα ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καθόσον τυχὸν γίνεται λόγος περὶ ναυτικῶν πραγμάτων ἐξ ἀφορμῆς τῆς συμβάσεως, θέλει βεβαίως ἀπαντήσει ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ καθόσον πρόκειται περὶ τύπου, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μένῃ ἐπ’ ἀόριστον ἐκκρεμὴς διεθνὴς συνεννόησις. Ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας, ὑπογραφεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα πρέσβεως τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας καὶ φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, γενομένη δὲ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐκτελεσθῇ, ἐὰν ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀρχὴ δὲ τῆς συμβάσεως ἀνάγεται εἰς τὴν 1ην Ἰανουαρίου, καὶ εὑρισκόμεθα σήμερον πέραν τῶν μέσων Μαρτίου Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πάντως ἀπαιτεῖ ἡ ὑποχρέωσις, ἣν ἔχομεν πρὸς ξένην Δύναμιν, καὶ ἡ ἁβρότης πρὸς αὐτὴν νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς συμβάσεως τὸ ταχύτερον.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι συντεταγμένη κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δέν μοι φαίνεται ὁμαλός. Διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὁ ἀναγνώστης εὑρίσκει, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῆς Γαλλικῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς, τὸ ὁποῖον θέλει παραμείνει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, περιορίζεται εἰς μόνον τὸν ὑποναύαρχον κ. Lejeune. Διὰ τοῦ δευτέρου ὅμως ἄρθρου δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐπιτρέψῃ, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ διατηρηθῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅλον τὸ προσωπικὸν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Ἐὰν ἦτο ἀνάγκη—καὶ τοῦτο βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν γνωρίζει καὶ ἀπὸ τοῦδε—ἵνα διατηρηθῶσι πάντα τὰ μέλη τῆς Γαλλικῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς, ἔπρεπε νὰ γένηται σύμβασις μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἵνα παραταθῇ ἐπὶ ἓν ἔτος ἡ διάρκεια ὅλου τοῦ προσωπικοῦ. Ἐὰν ὅμως δὲν ἦτο ἀναγκαῖον τοῦτο, ἤρκει δὲ μόνος ὁ ναύαρχος κ. Lejeune, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τότε ἦτο περιττὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου δευτέρου. Τὸ κενότροπον τῆς διατάξεως ταύτης ἔπρεπε νὰ θίξω, ἵνα δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τίνος πρόκειται. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μείνωσιν ὅλα τὰ μέλη τῆς Ναυτικῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἢ ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐξέλιπε, καὶ μόνη ἀνάγκη εἶναι νὰ παραταθῇ ἐπὶ ἓν ἔτος ἡ διαμονὴ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ κ. ναυάρχου Lejeune;
§84ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Καθὼς γινώσκει ἡ Βουλή, ἡ Γαλλικὴ ναυτικὴ ἀποστολὴ κατὰ τὴν πρώτην ἐν Ἑλλάδι ἄφιξίν της συνεκροτεῖτο ἐκ πολλῶν προσώπων. Τὰ πλεῖστα αὐτῶν ἐξετέλεσαν τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀναλάβει, καὶ ἀπῆλθον. Ἔμειναν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὁ ναύαρχος κ. Lejeune καὶ ὁ κ. Dupond. Μετὰ τοῦ κ. Dupond διελύθη ἡ σύμβασις ἡ παλαιὰ, καθόσον ἀνετέθη εἰς αὐτὸν ἡ ἐπιτήρησις τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων, καὶ ἐγένετο νέα μετ’ αὐτοῦ σύμβασις. Ἑπομένως διὰ τὸ τρέχον ἔτος δὲν θὰ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι, παρὰ τὸν ναύαρχον Lejeune. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου 2 μετεχειρίσθη τὸν ἴδιον τύπον, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ σύμβασις κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς σύνταξιν καὶ κατὰ τὴν ἀνανέωσιν αὐτῆς, τοῦτο ἐγένετο μᾶλλον, ἵνα ἐνδώσωμεν εἰς ἐπιθυμίαν ἐκφρασθεῖσαν παρὰ τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας, ἡ ὁποία ἤθελε διὰ τοῦ 2ου ἄρθρου νὰ δώσῃ εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ ναυάρχου κ. Lejeune τὸν χαρακτῆρα Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Ἀλλὰ σκοπός μας δὲν εἶναι βεβαίως νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποτελούντων τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐξετελέσθη ἤδη μέγα μέρος τῆς εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν ἀνατεθείσης ἐντολῆς, οὐδ’ ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ πορισθῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου 2ου δικαίωμα, ἵνα αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποτελούντων τὴν ἀποστολήν.
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν ἡ σύμβασις νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ τροποποιηθῇ· ἤτοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ναύαρχον Lejeune, ἐπικυροῦται, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ 2ου ἄρθρου τῆς συμβάσεως, ἀπαιτεῖται ἕτερος νόμος.
§86ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προσθέτω, ὅτι ἡ ἐξήγησις τὴν ὁποίαν ἔκαμον, δηλοῦται καὶ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐν ᾧ ἀνεγράφη πίστωσις μόνον διὰ τὸν ναύαρχον· τοῦτο δὲ ἐκδηλοῖ τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα περιορισθῇ εἰς αὐτὸ μόνον τὸ πρόσωπον.
§87Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀρκεῖ εἰς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν, ὅτι ἡ δήλωσις δὲν ἦτο ἀναγκαία, ἀφοῦ ἡ πίστωσις περιορίζεται μόνον εἰς τὴν μισθοδοσίαν τοῦ ναυάρχου κ. Lejeune, αὐτὸς ὁ λόγος δὲν ἤθελε μᾶς πείσει, διότι αἱ πιστώσεις μεταβάλλονται διὰ νεωτέρων πιστώσεων. Μάλιστα ἦτο τοσοῦτον ἀναγκαῖον ν’ ἀπευθύνωμεν τὴν ἐρώτησιν, διότι ὁ τρόπος τῆς συντάξεως τοῦ δευτέρου ἄρθρου παρέχει τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν ἀποστολὴν περισσοτέρους ἀξιωματικοὺς ἢ ὅσους αὕτη περιεῖχεν ἐξ ἀρχῆς, διότι τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρον ἀναφέρει, ὅτι ἡ Γαλλικὴ ἐν Ἑλλάδι ἀποστολὴ θέλει σύγκεισθαι ἀπὸ ὅσους ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελε ζητήσει καὶ ἤθελεν ἐγκρίνει ἡ Γαλλική. Ἑπομένως ἡ ἐρώτησις ἡμῶν ἦτο δικαιολογημένη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου.
§89ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὁποίου πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς, ἵνα τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἐγκαίρως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ δεχθῇ, ἐὰν τὰς εὕρῃ ὀρθάς, νὰ τροπολογηθῶσι κατὰ ταύτας τὰ ἄρθρα. Καὶ πρῶτον τὸ ἄρθρον 1ον λέγει: «τὰ ἐδάφια αʹ, βʹ, γʹ τοῦ ἄρθρου 41 κλπ.» Ἀλλ’ ἀνατρέχων εἰς τὸ ἄρθρον 41 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου καὶ σχετίζων τὸ ἐδάφιον γʹ πρὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ πρὸς τὴν προτεινομένην τροπολογίαν, οὐδεμίαν εὑρίσκω συνάφειαν.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ γραφῇ ἐκ νέου, ἢ νὰ διαγραφῇ.
§91ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δεύτερον, διὰ τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νόμου καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιτρέπεται ἀναβολὴ κατατάξεως ἐν εἰρήνῃ καὶ μόνον εἰς τοὺς ἐξαιτησαμένους ταύτην πρὸ τῆς κληρώσεως. Βεβαίως θὰ ὑπάρχῃ λόγος, ὑπαγορεύων τὴν τοιαύτην διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, διατὶ ἐπιτρέπει τὴν αἴτησιν ἀναβολῆς κατατάξεως μόνον πρὸ τῆς κληρώσεως, ἀποκλείων τοὺς ἐνδιαφερομένους πάσης βραδυτέρας αἰτήσεως;
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παραχωρηθεῖσα εὐκολία εἰς τοὺς ἀπαλλαττομένους εἶναι δεδικαιολογημένη, διότι οἱ ἀπαλλαττόμενοι ἔχουσι δικαίωμα εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν, ἐνῷ ἡ ἀναβολὴ χορηγεῖται οὐχὶ ὡς δικαίωμα, ἀλλ’ ὡς εὐεργέτημα, χάριν τῆς περατώσεως τῶν σπουδῶν τῶν τυγχανόντων αὐτῆς. Οἱ ἀνήκοντες ἄρα εἰς τὰς κατηγορίας, ὑπὲρ ὧν ἀναγράφεται τὸ εὐεργέτημα, ὀφείλουσιν, ἵνα ἀπολαύσωσιν αὐτοῦ, νὰ ὦσιν ἄγρυπνοι περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὅρου, ὑφ’ ὃν τοῦτο χορηγεῖται, τουτέστι τῆς αἰτήσεως τῆς ἀναβολῆς πρὸ τῆς κληρώσεως. Ὁ ὅρος δὲν ὑπαγορεύεται αὐθαιρέτως, ἀλλ’ ἐκ τῆς ζημίας, ἣν ὑφίσταται ἡ ὑπηρεσία, μὴ γινώσκουσα κατὰ τὴν κλήρωσιν τὸν ἀκριβῆ ἀριθμὸν τῶν κατατακτέων, πρὸς ἀσφαλῆ μάλιστα καθορισμὸν τῶν διαθεσίμων. Ἡ σύνταξις τῶν πινάκων εἶναι σφαλερὰ, ἂν περιλαμβάνῃ ὡς κληρωτοὺς, ἐπὶ διετίαν ὑπηρετήσοντας, τοὺς δυναμένους ν’ ἀναβάλωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν εἰς ἄλλην περίοδον. Ἡ διάταξις ἡ ἐπιτρέπουσα εἰς τοὺς ἀπαλλαττομένους, ἵνα ὑπό τινας αἱρέσεις αἰτῶνται τὴν ἀπαλλαγὴν καὶ μετὰ τὴν κλήρωσιν, δὲν περιελαμβάνετο ἐν τῇ ἀρχικῇ διατυπώσει τοῦ νόμου, περιελήφθη δὲ κατόπιν, διότι ἐθεωρήθη σκληρὸν νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς τὸ στήριγμα τῆς οἰκογενείας ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ διὰ τὸ ὑπερήμερον. Τοιοῦτον λόγον δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ αἰτούμενος τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀναβολῆς· τυγχάνων δὲ διανοητικῆς ἀναπτύξεως, καθὸ σπουδαστὴς, ὑποτίθεται ἔχων πλήρη τὴν συνείδησιν τῶν ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεων, ὧν ἡ ἐκπλήρωσις τίθεται ὡς ὅρος ἀπολαύσεως τοῦ χορηγουμένου εὐεργετήματος, ἐνῷ πολλάκις τὸ ἐναντίον συμβαίνει εἰς τοὺς ἀπαλλαττομένους, ὧν οἱ πλεῖστοι, ὀρεσίβιοι, χειρώνακτες, ἢ ἀγρόται, δὲν δύνανται εὐλόγως νὰ ὑποτεθῶσιν ἐπίσης ὡς ἐκεῖνοι εὐκρινῆ ἔχοντες γνῶσιν τῶν ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεων αὐτῶν.
§93ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς δικαιολόγησιν τῆς διαφορᾶς, ἥτις παρατηρεῖται ἐν τῷ νόμῳ, δὲν μοὶ φαίνονται πειστικοί. Ἐστήριξε τὴν διαφορὰν πρῶτον εἰς τὸ ὅτι οἱ ἀπαλλασσόμενοι λόγῳ οἰκογενειακῶν περιστάσεων ἀντλοῦσιν ἐκ δικαιώματος τὴν ἀπαλλαγήν των, οἱ δὲ τυγχάνοντες ἀναβολῆς ἀντλοῦσιν ἐξ εὐεργετήματος. Ἡ διαφορὰ δὲν μοὶ φαίνεται ἀληθὴς, διότι ὁ νόμος ἀναγνωρίζει εἰς ἀμφοτέρους τὰ δικαιώματα αὐτά. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ, ὅτι εἶναι ἀνεπτυγμένοι, ἡ δικαιολογία δὲν μοὶ φαίνεται ἐπίσης ὀρθὴ, διότι δύναταί τις, ἕνεκα ἀπουσίας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἕνεκα ἀσθενείας ἢ ἄλλου ὁμοίου λόγου, νὰ μὴ ἐξετέλεσε τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ ἐγκαίρως. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διατὶ νὰ μὴ δύνανται μέχρι κατατάξεως τοὐλάχιστον νὰ ὑποβάλλωσι τὰς αἰτήσεις των, πληρόνοντες ἓν ἀντισήκωμα, ὅπως τὸ ὀνομάζετε τώρα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεωρῶ σπουδαιότερον, εἶναι τὸ ἑξῆς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου παραχωρεῖτε ἀναβολὴν κατατάξεως καὶ εἰς τοὺς διανύοντας τὸ δεύτερον ἔτος τῶν σπουδῶν των. Ἐρωτῶ τὸ ἑξῆς· ἵνα ἐκτιμηθῇ, ἐὰν ὁ σπουδαστὴς διανύῃ τὸ δεύτερον ἢ τὸ πρῶτον ἔτος, ποία ἐποχὴ θὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν; ἡ ἐποχὴ τῆς κληρώσεως, ἢ ἡ ἐποχὴ τῆς κατατάξεως;
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο τὸ ζήτημα παρουσιάζεται.
§95ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Διατὶ λοιπὸν, δὲν τὸ λύετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου;
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠθελήσαμεν τὸ νομοσχέδιον νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον, ἵνα ψηφισθῇ εὐχερέστερον. Ἐὰν ἐπεχειροῦμεν νὰ λύσωμεν ἐν αὐτῷ διάφορα ζητήματα, ἀναφυέντα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς λαβύρινθον δυσδιεξίτητον, διότι ὁ νόμος οὗτος οὐ μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ προεκάλεσε ζητήματα, ὧν ἡ λύσις καὶ διὰ τὸ πλῆθος καὶ διὰ τὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν νομολογίαν μᾶλλον ἢ εἰς τὸν νόμον προσήκει. Νομίζω ἄρα λυσιτελὲς, ἐφ’ ὅσον αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν προκαλοῦσιν ἀντίῤῥησιν, νὰ γενῶσιν ἀποδεκταί· ἐὰν δὲ κρίνωμεν ἀναγκαῖον καὶ ἄλλων διατάξεων, καθοριζουσῶν τὴν ἔννοιαν τοῦ προκειμένου νόμου, τὴν ψήφισιν, νὰ ἐπιφυλάξωμεν τὰ περὶ τούτου εἰς ἕτερον νομοσχέδιον.
§97ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης καὶ ἡ δικαιολογία αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν πείθει, ἐμὲ τοὐλάχιστον, διότι ἐγὼ προτείνω νὰ διασαφηνισθῇ διὰ μιᾶς λέξεως, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, καίτοι νομίζει, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ λαβύρινθος, προτιμᾷ τὴν ἀσάφειαν. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν: «Εἰς τοὺς διανύοντας κατὰ τὴν κατάταξίν των τὸ δεύτερον ἔτος τῆς φοιτήσεως των». Διατὶ νὰ ἀφίνωμεν στάδιον αὐθαιρεσίας καὶ ποικίλων κρίσεων εἰς τοὺς ἐκτελεστὰς τῶν νόμων; Λαβύρινθος ὑπάρχει εἰς ὅλον τὸν νόμον. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι ἔχει σημασίαν· διότι ὑπάρχουν ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, λύσασαι διαφόρως τὸ ζήτημα διὰ τοὺς ἄγοντας τὸ 3ον ἔτος τῆς φοιτήσεώς των ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, λαμβάνουσαι ὑπ’ ὄψιν τὸν χρόνον τῆς κατατάξεώς των καὶ παρέχουσαι εἰς αὐτοὺς ἀναβολὴν κατατάξεως· ἄλλαι δ’ ἀποφάσεις λέγουσιν, ὅτι ναὶ μὲν ἄγει νῦν τὸ τρίτον ἔτος τῆς φοιτήσεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κληρώσεως ἦγε τὸ δεύτερον. Λοιπὸν θέλω νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ αὐθαιρεσία καὶ νὰ προστεθῇ: «Εἰς τοὺς διανύοντας τὸ 2ον ἔτος κατὰ τὴν κατάταξίν των». Ἐπιθυμῶ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ποῖος χρόνος πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν, ὁ τῆς κατατάξεως ἢ ὁ τῆς κληρώσεως;
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θ’ ἀνοίξωμεν μεγάλην συζήτησιν.
§99ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς δὲ μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω καὶ μίαν γνώμην οὐσιαστικὴν, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερα. Ἀφοῦ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ μὴ διακόπτωνται αἱ σπουδαὶ τῶν νέων ἐπὶ βλάβῃ αὐτῶν, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ μὴ ἐπεκτείνωμεν τὴν διάταξιν γενικῶς εἰς πάντας τοὺς φοιτητὰς, ὥστε νὰ ἐκλείψωσι καὶ πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα. Ὅταν θέσωμεν «εἰς τοὺς διανύοντας κατὰ τὴν κατάταξιν τὸ δεύτερον ἔτος», κατὰ τὴν κλήρωσιν θὰ διανύωσιν οὗτοι τὸ πρῶτον, ἑπομένως οὕτω ἡ διάταξις περιλαμβάνει πάντας τοὺς φοιτητάς. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἑξῆς διασάφησιν. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Αἱ ἀνωτέρω διατάξεις ἰσχύουσι καὶ διὰ τοὺς κληρωτοὺς τῆς ἀπογραφῆς τῶν ἐτῶν 1888 καὶ 1889». Διατὶ δὲν παρέχεται τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας ἤδη; Διατὶ νὰ ἐπιτρέπηται μόνον εἰς τοὺς καθυστεροῦντας;
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὗτοι δὲν πταίουσιν, ὅτι δὲν παρουσιάσθησαν· δὲν παρουσιάσθησαν διότι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τοῦτο· τώρα ἀποκτῶσι τὸ δικαίωμα, καὶ τώρα τοῖς δίδεται ἡ ἄδεια, ἵνα ἐνασκήσωσιν αὐτό.
§101ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κληρωτοὶ τοῦ 1888 καὶ 1889 ὑπηρετοῦσιν· ὅσοι δὲν κατετάχθησαν παρέβησαν τὸν νόμον, ἑπομένως εἰς αὐτοὺς θὰ δώσωμεν τὸ βραβεῖον! Αὐτὸ θὰ ἦναι καὶ ἄδικον καὶ σόλοικον. Κύριε Πρωθυπουργὲ, προφανῶς ὑπάρχει ἀσάφειά τις· παρατηρήσατε παρακαλῶ τὴν ἔκθεσιν τὴν αἰτιολογικὴν, ἥτις λέγει: «Τέλος ἡ προσωρινὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάγει εἰς τὴν ἀνωτέρω διάταξιν καὶ τοὺς ἤδη ὑπηρετήσαντας κληρωτούς».
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα· ἐὰν θὰ δύνανται νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης.
§103ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν παρατήρησίν μου ταύτην, καὶ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§105ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοὺς μαθητὰς τοῦ Διδασκαλείου καὶ τῆς Πολυτεχνικῆς Σχολῆς, νομίζω ἀπαραίτητον νὰ δεχθῶμεν τὰ γινόμενα παρ’ ἄλλαις ἐπικρατείαις πεπολιτισμέναις. Ἡ νεότης ἐκεῖ, ἡ ὁποία καταβάλλει τόσα κεφάλαια ὑλικὰ καὶ πνευματικὰ, εἶναι ἀξία εὐμενεστέρας τινὸς κρίσεως. Δίκαιον εἶναι λοιπὸν νὰ μὴ παρέχῃ ἡ Πολιτεία πρόσκομμα εἰς τὰς σπουδάς της, καὶ νὰ δοθῇ εἰς πάντας ἡ ἄδεια τῆς ἀναβολῆς κατατάξεως, εὐθὺς δὲ, ὡς συμπληρώσωσι τὰς σπουδάς των, εὐκταῖον ἦτο νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ, ὅπως παρασκευάζωνται ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ γίνωνται ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ, τῶν ὁποίων μεγάλην ἀνάγκην ἔχει ὁ στρατὸς ἡμῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
§106ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἀρκεῖ κύριε Πρόεδρε· ἂς ἀναβάλωμεν.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προκειμένου νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συνεδρίασιν, μὴ εἰσερχόμενοι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ σμύριδος, παρατηρῶ ὅτι τοῦ νομοσχεδίου ἡ ταχυτέρα ψήφισις εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, διότι ἔληξεν ἤδη ἡ μίσθωσις καὶ ἑπομένως σήμερον καρποῦνται ἀποκλειστικῶς τὰ τῆς σμύριδος ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου, οἱ κύριοι τῶν σμυριδωρυχείων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ οἱ κύριοι τοῦ ἀνεκποιήτου ἀποθέματος τῆς Ναξίας σμύριδος.
§108Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρατηροῦμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀποδεχόμεθα τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ ἡ διάθεσις τῆς σμύριδος.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδόλως ἀποκρούομεν τὴν εὐρυτάτην συζήτησιν. Εἴμεθα πρόθυμοι ἐπὶ ὥρας καὶ ἡμέρας νὰ συζητήσωμεν· ζητοῦμεν μόνον, ὅπως ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τὸ ταχύτερον, διότι ἀπό τινων ἡμερῶν ἔληξεν ἡ μίσθωσις, καὶ πλὴν τῆς διαρκείας τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως θὰ παρέλθῃ καὶ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἕνεκα τῶν διοριῶν τῆς δημοπρασίας, χρόνος ἱκανὸς μέχρι τῆς παραχωρήσεως τῆς ἐργολαβίας· ὅσῳ ἄρα ταχυτέρα ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, τοσούτῳ περιορίζεται ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν μὴ ψηφισθῇ ἤδη τὸ νομοσχέδιον, θέλει στερηθῆ καὶ τὸ Δημόσιον προσόδου 550 χιλιάδων δραχμῶν, ἀλλὰ συνάμα καὶ ἡ νῆσος μεγάλης ὠφελείας, διότι οἱ ἐργάται ἐν Νάξῳ ἐκ ταύτης ζῶσι τῆς ἐργασίας· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν τὸ Δημόσιον νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴν, ὅταν οὐδεμίαν ἐκ τῆς σμύριδος ἀρύηται πρόσοδον.
§110Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πᾶσαι αὗται αἱ δηλώσεις δὲν λέγω ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένωνται ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀφορῶσιν ἡμᾶς. Ὅπως ἡ Βουλὴ δυνηθῇ νὰ ἐπιλάβηται τάχιστα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς συντάσσει ὁ Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἷοι δήποτε καὶ ἂν ἦναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους κρίνεται ἀναγκαία ἡ ταχεῖα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δὲν παραιτούμεθα τοῦ δικαιώματος νὰ συζητήσωμεν αὐτό.
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἦτο μεταξὺ τῶν πρώτων καὶ ἤδη προτείνομεν νὰ προταχθῇ τῶν ἄλλων καὶ συζητηθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§112ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ἑσπέραν ταύτην εἶναι δύσκολον, διότι ἡ ὥρα εἶναι 10 παρὰ τέταρτον, καὶ ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν πρόκηται νὰ καταναλωθῶσι τοὐλάχιστον δύο ὧραι, θὰ ἀπέλθωμεν καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην κατὰ τὸ μεσονύκτιον, ἐνῷ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν δὲν ἐγεύθησαν ἔτι.
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἂς τεθῇ πρῶτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον.
§114ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἁρμόδιον ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ εἰδικῶς ἁρμόδιον, νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου.
§115ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.). Τὸ νομοσχέδιον τὸ προηγούμενον τοῦ περὶ σμύριδος εἶναι νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως πράξεως συνομολογηθείσης μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Αἰγύπτου καὶ ἁπασῶν τῶν Δυνάμεων τῶν Εὐρωπαϊκῶν καὶ τῆς Ἀμερικῆς, τῶν ἐχουσῶν συμφέροντα ἐν Αἰγύπτῳ, εἶναι δὲ ἐπανάληψις τὸ τέταρτον ἤδη πράξεως ἐπανειλημμένως ἐξετασθείσης ἐνταῦθα καὶ θεωρηθείσης ὑπὸ πασῶν τῶν Κυβερνήσεων ὡς μὴ δεκτικῆς ἄλλης λύσεως. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§116Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖον εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ποίαν ἔχει ἔννοιαν, ποῖον πληροῖ σκοπὸν, ποίας διορθώσεις ἐπάγει, ὅλων τούτων θέλομεν ἐπιληφθῆ, ὅταν συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐψηφίζετο τὴν ἑσπέραν ταύτην, θὰ ὑπελείποντο δύο ἕτεραι ἀναγνώσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ δευτέρα θὰ ἐγίνετο τὴν Δευτέραν καὶ ἡ τρίτη τὴν Τρίτην, ἐὰν τὰ πράγματα ἔβαινον ὁμαλῶς. Ἐὰν δὲν γένηται τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, αἱ ἕτεραι δύο ἀναγνώσεις θέλουσι γενῆ κατὰ δύο ἄλλας ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος τῆς ἑπομένης. Ἀλλὰ ἐκ τῆς βραδύτητος ταύτης τῆς μιᾶς ἢ τῶν δύο ἡμερῶν δὲν ἕπεται, ὅτι κινδυνεύουσιν αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως. Ὅθεν, ἐὰν ζητῶμεν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δὲν σκοποῦμεν νὰ φέρωμεν πρόσκομμα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀλλὰ ζητοῦμεν τοῦτο, διότι θέλομεν νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 μ. μ.