Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Γ› Sitting 72

1889.01.31

3,332 rows · 25,392 words · 1 table · 89 turns

Date
1889.01.31
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72

Τῆς 31 Ἰανουαρίου 1889.

(Τρίτη).

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐστάθιος Γεωργακόπουλος προτείνει τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ τοῦ ἀπὸ 22 Φεβρουαρίου 1847 Β. Διατάγματος. Οἱ κάτοικοι Μουλκίου τῆς Κορινθίας παραπονοῦνται ἐπί τινος ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.

§2ΚΟΡΠΑΣ. Δικηγόρος τις τοῦ ἐν Σμύρνῃ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ὅστις μάλιστα διακρίνεται ὡς εἷς τῶν ἐνθερμοτέρων ὑποστηρικτῶν πάσης ἑλληνικῆς ὑποθέσεως, ἐχούσης ἐθνικὸν χαρακτῆρα, μοὶ ἀναγγέλλει σήμερον, ἐν συντετριμμένῃ καρδίᾳ, ὅτι γεγονὸς ἄξιον προσοχῆς κατετάραξε τὸν τόπον καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἐκεῖ ἰδίως παροικίαν. Ὄργανα τῆς Τουρκικῆς ἐξουσίας συνέλαβον ἔξω τοῦ λιμένος τῆς Σμύρνης πλοῖον, φέρον Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἐῤῥυμούλκησαν ἐντὸς τοῦ λιμένος, κατεπάτησαν αὐτὸ, κατεβίβασαν τὴν σημαίαν, καὶ ἐφυλάκισαν τοὺς ἀνθρώπους, οὓς εὗρον ἐντὸς τοῦ πλοίου. Μετ’ ἐπανειλημμένας διαμαρτυρίας τοῦ ἡμετέρου Προξένου, κατωρθώθη τέλος ν’ ἀποφυλακισθῶσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἀλλὰ τὸ φορτίον, ἀποτελούμενον ἐκ πυρίτιδος, κατεσχέθη. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἐννοεῖται, οὐ μόνον κατετάραξε τὴν κοινωνίαν τῆς Σμύρνης, διακρινομένης ἐπὶ φιλελληνικοῖς αἰσθήμασιν, ἀλλὰ καὶ ἐγέννησε σκάνδαλα. Ἑπομένως, πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει λάβει ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ Ἑλληνικὴ ἀξιοπρέπεια.

§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀληθῶς ἐν Σμύρνῃ ἐγένετο, τῇ διαταγῇ τοῦ Διοικητοῦ, πρᾶξις, ἥτις, ὡς παρίσταται, κατὰ τὴν ἡμετέραν κρίσιν καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Προξένου, ἀποτελεῖ παραβίασιν τῶν δικαιωμάτων, τῶν ἐκ τῶν συνθηκῶν, καὶ ἀδίκημα κατὰ τοῦ πλοίου, προσβολὴν δὲ καὶ κατὰ τῆς σημαίας. (Ὁ Γενικὸς Πρόξενος, ἀμέσως ἐπιληφθεὶς τῆς ὑποθέσεως, ἔπραξε τὰ προσήκοντα, διεμαρτυρήθη κατὰ τὸ πρέπον καὶ ἀνεκοίνωσε τὴν ὑπόθεσιν καὶ εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἔχομεν δὲ καὶ εἴδησιν, ὅτι τῇ πρωτοβουλίᾳ αὐτοῦ συνεκλήθη τὸ Προξενικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνέκρινε τὰ γενόμενα ὑπὸ τῆς Ἀρχῆς. Ἡ ὑπόθεσις νῦν, συστηθεῖσα καὶ ἐντεῦθεν τηλεγραφικῶς εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν, κεῖται ὑπὸ διαπραγμάτευσιν.

§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι Διοικητὴς ἐν Σμύρνῃ;

§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Ῥιζᾶ πασσᾶς.

§6ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν μονῶν τοῦ Κράτους, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν αὐταῖς μοναχῶν καὶ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν.

§7ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἀπ’ ἀρχῆς τῆς Συνόδου ὑπέβαλα τοιοῦτον πίνακα, ὅστις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη.

§8ΚΟΖΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐζήτησα, περὶ τῶν θανατικῶν ἐκτελέσεων.

§9ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔλαβον ἀκόμη πάσας, ἀλλὰ θέλω ὅσον οὔπω καταθέσει ταύτας εἰς τὴν Βουλήν.

§10ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν ἔχωσι γνῶσιν περιστατικοῦ τινος, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ἡ «Ἐφημερὶς» ὑπὸ τὸν τίτλον «Κόρη Ναυάρχου». Πρόκειται περὶ τῆς θυγατρὸς ἐνδόξου ναυάρχου τοῦ ἀγῶνος, ἥτις ἀπὸ τὰς ὁδοὺς παρελήφθη ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας καὶ εὑρίσκεται εἰς τὰ καταγώγια αὐτῆς φυλακισμένη. Ἡ ἀτυχὴς εἶναι φρενοβλαβής, ἡ τοιαύτη δὲ κατάστασις δὲν δύναται, ἢ νὰ συγκινήσῃ πάντας, καὶ δὲν εἶναι ἀναξία τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Κόρη ἀνδρὸς, οἷος ἦτο ὁ ναύαρχος Ὀρλώφ, εἶναι ἀξία τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως.

§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται εἶναι φρενοβλαβής· ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως ἡ Κυβέρνησις πεισθῇ περὶ τούτου, θὰ φροντίσῃ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὴν εἰς ἓν τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων, εἴτε ἐν Κερκύρᾳ, εἴτε ἐνταῦθα.

§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἐγένετο μακρὰ συζήτησις συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ ἐμοῦ, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς ἀναγκαστικὰς ἐκτελέσεις, καὶ εἰς πάντα τὰ λοιπὰ ἐνυπόθηκα δάνεια, τὰ ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν διδόμενα. Ἡ συζήτησις ἦτο σύντομος, ἔλαβεν ὅμως γνῶσιν αὐτῆς ὁ ἐν Πάτραις ἐμπορικὸς σύλλογος Ἑρμῆς, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ ὁποίου ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου μοὶ ἀπηύθυνε τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Παρακαλοῦμεν νὰ ἐπιμεληθῆτε ὑποστηρίζοντες ἐπέκτασιν τῶν προνομίων τῶν Τραπεζῶν, ἵνα σωθῶσιν ἔντιμοι κτηματίαι καὶ κεφαλαιοῦχοι, καὶ περιορισθῇ ἡ τοκογλυφία». Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων ἀναγνωρίζεται, ὡς κατεπείγουσα, παρ’ ὅλων, ὅσοι δύνανται νὰ ἔχωσι γνώμην ἀσφαλῆ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἑπομένως ἐκπληρῶν τὴν ἐντολὴν, ἣν παρὰ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου ἔλαβον, προκαλῶ καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὑποθέτω δὲ, ὅτι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἤθελε συναινέσει νὰ ἐργασθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ συντόνως, ἠδυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως νὰ ψηφισθῇ μέχρι τῆς λήξεως τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, ἵνα γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἱκανοποιηθῇ μία ἀνάγκη κατεπείγουσα καὶ παρ’ ὅλων ἀναγνωριζομένη.

§13ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἔχῃ πληροφορίας προχείρους, νὰ μᾶς εἴπῃ περὶ τῆς γενομένης ἐπερωτήσεως, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἐν Ζακύνθῳ ἐμπόρου Σκιαδαρέση.

§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ἐξετάσει, διότι δέν μοι ἐστάλη εἰσέτι ἡ ἐπερώτησις.

§15ΚΑΝΑΡΗΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, νὰ δεχθῇ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον· εἶναι νομοσχέδιον κατεπεῖγον καὶ ἄνευ αὐτοῦ τὸ εἰρημένον Ταμεῖον διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ καταστραφῇ.

§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, σήμερον θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἄν ὅμως κατὰ τὰς ὀλίγας συνεδριάσεις, καθ’ ἃς θ’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς αὐτὸν, καταστῆ δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται πρὸ αὐτοῦ νομοσχέδιά τινα, μὴ προκαλοῦντα ἀντιῤῥήσεις, θέλομεν καὶ ταῦτα ἀναγράψει, ἄλλως θ’ ἀναβάλωμεν ταῦτα εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον.

§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸν πίνακα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων διὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον;

§18ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πρὸ καιροῦ εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ, πόσον ποσὸν ἀπέφερεν ἡ ἐνοικίασις τῶν πλεονασμάτων τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν.

§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω ἐνταῦθα τοὺς πίνακας κατὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Μισυρλῆ, οὓς καὶ ὑποβάλλω. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος προχθὲς εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν, ἢ μᾶλλον σύστασιν, περὶ ἀναφορᾶς πολίτου τινὸς, παραπονουμένου, ὅτι ἐπλήρωσε δὶς τὰς δόσεις τοῦ ἔτους 1883, ὡς καὶ τὸν τόκον τῆς ὑπερημερίας. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα καταθέτω, ἐξάγεται, ὅτι δὲν εἶχεν ἐκκαθαρισθῆ τὸ χρέος τοῦ παραπονουμένου, καὶ ἑπομένως ὤφειλε τὰς προσωρινὰς δόσεις· ἀλλὰ κακῶς εἶχεν εἰσπραχθῆ τόκος ὑπερημερίας, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1885 εἶχον ἀπαλλαγῆ τόκου ὑπερημερίας αἱ τοιαῦται ὀφειλαί· διετάχθη ἄρα ἡ ἀπόδοσις τῶν εἰσπραχθέντων λόγῳ τόκου ὑπερημερίας, ἀλλ’ ἐθεωρήθησαν καλῶς εἰσπραχθέντα τὰ τῆς δόσεως τοῦ 1883. Ὑποβάλλω τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα.

§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.

§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καθὼς καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχουσι σχέσιν μὲ τοὺς καταλογισμοὺς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου·

§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργό). Διὰ τοῦτο εἰσήχθησαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὥστε νὰ καταργηθῶσιν οἱ τοιοῦτοι καταλογισμοί, γενόμενοι ἐκ τυπικῶν λόγων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως λαχειοφόρου ἀτόκου δανείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.

§24ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Αἰσθάνομαι, κύριοι Βουλευταί, τὸ καθῆκον, μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, σχετικῶς πρὸς τὰς μομφάς, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν κατὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας παρά τινων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ὡς πρὸς τὰς μομφὰς ταύτας, τινὲς τῶν ὁποίων, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξικνοῦνται καὶ μέχρις ἀτομικῆς προσβολῆς κατ’ αὐτῶν τῶν ἀξιοτίμων φιλομούσων ἑταίρων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ὡς πρὸς τὰς μομφὰς ταύτας, λέγω, δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως, οὔτε εἰς ἐμὲ, οὔτε εἰς ἄλλον οἱονδήποτε ἀμερόληπτον, ἢ νὰ ἐκφράσῃ πρὸ πάντων ἀπορίαν δι’ αὐτὰς, καὶ ἀπορίαν μεγίστην. Καὶ πρῶτον μὲν ἤθελον ἐννοήσει τὴν ἀποδειχθεῖσαν παρανόησιν καὶ ἄγνοιαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἂν οἱ πάσχοντες αὐτὴν ἦσαν ἄνθρωποι κατοικοῦντες ἐκτὸς τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ νὰ πάσχωσι τὴν ἄγνοιαν ταύτην ἄνθρωποι κατοικοῦντες ἐν Ἀθήναις, ἐν μέσαις Ἀθήναις, εἶναι ὄντως ἀκατανόητον· διότι καὶ αἱ ἀνασκαφαὶ, αἱ ἐνταῦθα γενόμεναι, καὶ τὰ Μουσεῖα, ἔνθα τὰ προϊόντα τῶν ἀνασκαφῶν τούτων ἀποθησαυρίζονται, κεῖνται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ κεῖνται οὕτω πως πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν, ὥστε ἡ μόνη ἐξήγησις τοῦ γεγονότος, ὅτι δὲν βλέπουσιν αὐτὰ, εἶναι, ὅτι δὲν θέλουσι νὰ τὰ ἴδωσιν· ἀγνοῶ βεβαίως, οὔτε θέλω νὰ ἐξετάσω, διὰ τίνα λόγον. Ἡ ἐπὶ τούτῳ δὲ ἀπορία ἐπιτείνεται ἔτι μᾶλλον, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι οἱ τὴν ἄγνοιαν ταύτην πάσχοντες, δὲν εἶναι τυχαῖοί τινες, ἀλλ’ εἶναι λόγιοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἀναγινώσκουσιν ἢ δύνανται ν’ ἀναγινώσκωσι καὶ ξένας συγγραφὰς, ὥστε νὰ μάθωσι τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν ὅ,τι οἱ ἴδιοι διὰ τῶν ἰδίων ὀφθαλμῶν δὲν βλέπουν. Ἐκ τῶν συγγραφῶν δὲ τούτων ἤθελον μάθει πολλὰ πράγματα. Ἤθελον μάθει πρῶτον, τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀπ’ ἀρχῆς καὶ μέχρι τοῦδε, καὶ ἰδίως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1875, ἐξετέλεσεν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, καὶ τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται λεπτομερῶς εἰς τὰ ἑκάστοτε ἐκδιδόμενα δελτία τῶν ἐνταῦθα ξένων; Ἀρχαιολογικῶν ἰδίως, Σχολῶν, ἤτοι εἰς τὰ Mittheileugem τῆς Γερμανικῆς Σχολῆς καὶ εἰς τὸ Bulletin τῆς Γαλλικῆς, ἵνα παραλείψω τὴν μνείαν πολλῶν ἄλλων εἰδικῶν συγγραφῶν καὶ περιοδικῶν συγγραμμάτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀρκοῦμαι νὰ μνημονεύσω μόνον τὸ Corpus inscriptionum, εἰς τὸ ὁποῖον πάντα ἐπιμελῶς μνημονεύονται, πᾶσαι αἱ ἐν Ἑλλάδι σχετικῶς πρὸς τὴν ἀρχαιολογίαν γενόμεναι ἐργασίαι, αἵτινες ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ ἀπαριθμοῦνται εἰς τὸ κατατεθὲν οἰκεῖον ἔγγραφον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὁποίου παραλείπω χάριν οἰκονομίας χρόνου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἤθελον μάθει οἱ κατήγοροι τῆς Ἑταιρίας ἐκ τῶν ξένων ἐκείνων συγγραφῶν, ὅτι τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον ἐπεχύθη διὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐπὶ τὴν ἀρχαιολογίαν ἐν γένει, εἶναι ἀληθῶς ἄφθονον καὶ τὰ μέγιστα τελεσφόρον εἰς τὴν ἐπιστήμην. Οὕτω π. χ., ἵνα περιορισθῶ εἰς μόνας τὰς ἐν Ἀθήναις γενομένας ἀνασκαφὰς, ἡ ἀνακάλυψις τοῦ Ἀσκληπιείου, εἰς τὴν μεσημβρινὴν πλευρὰν τῆς Ἀκροπόλεως, ἐθεωρήθη τόσον ἐξόχως σπουδαία, ὥστε ὁ διάσημος Koehler εἶπε καὶ ἔγραψεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀνακαλύψεως ταύτης ἄρχεται νέα ἐποχὴ εἰς τὴν ἀρχαιολογίαν. Ἡ ἀνακάλυψις τοῦ Διπύλου καὶ ἡ ἀνακάλυψις τῆς Στοᾶς τοῦ Ἀττάλου ἔθεσαν, πρῶται αὐταί, σαφεῖς καὶ ἀσφαλεῖς βάσεις εἰς τὴν γνῶσιν τῆς τοπογραφίας τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἔμενεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε προαγάγει αὐτὴν ἡ τῷ ὄντι ἔξοχος εὐφυΐα τοῦ Leac. Ἀλλ’ ἵνα μὴ μακρηγορῶ περὶ πραγμάτων ἀλλοτρίων τοῦ βήματος τούτου, δὲν θέλω μνημονεύσει ἀκόμη, ἢ μόνον τῆς ἀνασκαφῆς τῆς Ἀκροπόλεως, περὶ τῆς σημασίας τῆς ὁποίας οὐδὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ προσθέσω, διότι αἱ ἐπευφημίαι, αἱ γενικαὶ ἐπευφημίαι, ἐπὶ τοῖς ἐν αὐτῇ εὑρήμασιν ὑπάρχουσιν ἀκόμη ἔναυλοι εἰς τὰς ἀκοὰς πάντων. Ἀλλ’ οἱ κατηγοροῦντες τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἤθελον μάθει περιπλέον ἐκ τῶν ξένων ἐκείνων συγγραφῶν, ὅτι τὸ Μουσεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὸ ἐν τῷ Μετσοβείῳ Πολυτεχνείῳ, θεωρεῖται ἓν τῶν πρωτίστων τῆς Εὐρώπης· περὶ αὐτοῦ δὲ ὡμίλησαν λίαν ἐπαινετῶς πολλοί, ἐν οἷς καὶ ὁ διάσημος ἀρχαιολόγος τῆς Γερμανίας Furtwaengler· διότι, ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι διακρίνεται διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἐν αὐτῷ ἀρχαίων, διακρίνεται ὅμως διὰ τὴν διάταξιν καὶ τὴν εὐκοσμίαν, ὡς καὶ διὰ τὴν σπουδαιότητα τῶν ἐν αὐτῷ ἀρχαιολογικῶν ἀντικειμένων. Ἐπαινεῖται δὲ ἰδιαιτέρως καὶ τὸ εὑρετήριον τοῦ Μουσείου τούτου, τὸ ὁποῖον ὁ ἐπιμελητὴς αὐτοῦ, ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ Γραμματέως τῆς Ἑταιρίας, κατήρτισε, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον πολλοὶ καὶ τῶν ξένων ἀκόμη προσφεύγουν, ἵνα ἐξ αὐτοῦ ὁδηγηθῶσιν. Ἐπίσης ἤθελον μάθει οἱ κατήγοροι τῆς Ἑταιρίας ἐκ τῶν ξένων τούτων συγγραφῶν, ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ ἀξία τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἐφημερίδος, ἡ ὁποία ἐκδίδεται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τεσσάρων ἤδη ἐτῶν, ἀναγνωρίζεται γενικῶς καὶ πρὸ πάντων ὡς πάσης τιμῆς ἀξία. Ὅτι δὲ πρέπει αὕτη νὰ θεωρηθῇ ἐφάμιλλος τῶν ἐν Εὐρώπῃ ἐκδιδομένων ὁμοίας φύσεως συγγραφῶν, ἀρκεῖ ν’ ἀποδείξῃ ἡ ἐπαινετικὴ μνεία, ἧς ποιεῖται αὐτῆς ὁ διάσημος Ἄγγλος ἀρχαιολόγος Newton, ὅστις εἶπεν, ὅτι πράγματι πρέπει νὰ καταταχθῇ ἡ ἐφημερὶς αὕτη μεταξὺ τῶν σπουδαιοτέρων ἀρχαιολογικῶν περιοδικῶν τῆς Εὐρώπης. Ἀλλά, Κύριοι, τὴν γνώμην ταύτην τῶν σοφῶν τῆς Εὐρώπης περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, ἐν οἷς μεταξὺ ἄλλων καταλέγονται ὁ Hark, ὁ Wieseler, ὁ Girrard, ὁ Fabricius καὶ ἄλλοι, τὴν γνώμην, λέγω, ταύτην τῶν σοφῶν τῆς Εὐρώπης δὲν ἠδύνατο κάλλιον καὶ ἐναργέστερον νὰ ὑποτυπώσῃ τις, ἢ ὡς εἶναι αὕτη ὑποτετυπωμένη ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ Γερμανικοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Ἰνστιτούτου, τοῦ πρωτίστου ἐν Εὐρώπῃ καθιδρύματος ὡς πρὸς τὰ τῆς ἀρχαιολογίας, τὸ ὁποῖον ἡ Διεύθυνσις αὐτοῦ ἀπέστειλε πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, καὶ τὸ ὁποῖον ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἀλλὰ πρὸ τούτου συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω μίαν λέξιν σχετικῶς πρὸς τὴν ἀφορμὴν τῆς ἐπιστολῆς αὐτοῦ. Κατὰ τὸ ἔτος 1887 συνεπληρώθη ἡ πεντηκονταετηρὶς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τῆς ἐν ἔτει 1837 ἱδρύσεως αὐτῆς. Τὸ Συμβούλιον ὅμως, θεωρῆσαν, ὅτι μᾶλλον ἥρμοζε ν’ ἀποφύγῃ πάντα περὶ αὐτῆς θόρυβον, ἀπεφάσισε νὰ μὴ πανηγυρίσῃ τὴν ἐπέτειον ταύτην τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς ἡμέραν, καὶ συνεπῶς οὔτε εἰδοποίησιν καὶ πολλῷ ἧττον πρόσκλησιν ἀπηύθυνε πρὸς οἱονδήποτε. Ἀλλὰ τὸ καθίδρυμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ λόγος, ἔχον, ὡς φαίνεται, ἀλλοίαν ὅλως γνώμην περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἢ οἵαν ἔχουσιν οἱ ἐνταῦθα ἐπικριταὶ αὐτῆς, καὶ παρακολουθοῦν ἑπομένως μετὰ πάσης προσοχῆς τάς τε ἐργασίας, ὡς καὶ πᾶν, ὅ,τι ἄλλο ἀφορᾷ εἰς αὐτήν, ἐγίνωσκεν οἴκοθεν τὸ περὶ οὗ εἴρηται γεγονός, καὶ αὐτόκλητον ἔσπευσε νὰ ἀπευθύνῃ τὸ συγχαρητήριον τοῦτο γράμμα πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Γενικὴ τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Γερμανικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου Διεύθυνσις Συγχαίρουσα θερμότατα τῇ ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ ἐπὶ τῇ ἡμέρᾳ, καθ’ ἣν αὕτη, πρὸς τὰ ὀπίσω τὸ βλέμμα στρέφουσα, ἀνασκοπεῖ τὸ πάσης τιμῆς ἄξιον πεντηκονταετὲς αὑτῆς παρελθόν, ἐπεύχεται αὐτῇ τὰ βέλτιστα. Ὅπως καὶ τὸ ἡμέτερον Ἰνστιτοῦτον, οὕτω καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἀπὸ σμικρῶν ὡρμήθη καὶ εἰς πολλὰς πολλάκις προσέκρουσε δυσκολίας καὶ ἐμπόδια, εἰς πλήρωσιν τοῦ ὑψηλοῦ αὐτῆς σκοποῦ χωροῦσα· ἀλλ’ ἡ φιλοπατρία καὶ τὸ ἰδανικὸν ἅμα καὶ πρακτικὸν πνεῦμα τῶν Συμβούλων αὐτῆς, συνεπίκουρον ἔχον καὶ τὴν εἰς θυσίας οὐδέποτε ἀπρόθυμον μεμορφωμένην τάξιν τοῦ τε ἔσω καὶ τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ, καὶ τὴν συνετὴν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἀρχαιολογικῶν πραγμάτων φροντίδα, ἐθριάμβευσεν ἐπὶ τέλους κατὰ πάντων τῶν προσκομμάτων. Σειρὰ δ’ ὅλη ἀνασκαφῶν πρόκειται ἡμῖν λαμπρὸν μαρτύριον τῆς καρποφόρου ὑμῶν δράσεως. Τοὺς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας εὐκλεεῖς ἀγῶνας ἀγγέλλουσι, μονονοὺ φωνὴν ἀφιέντα, εἰς τὸν ἐπισκεπτόμενον τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου, ἡ τῶν Ἀθηνῶν Ἀκρόπολις, τὰ κατὰ τὴν μεσημβρινὴν αὐτῆς κλιτὺν Θέατρα καὶ τὸ Ἀσκληπιεῖον, τὸ Δίπυλον καὶ ἡ τοῦ Κεραμεικοῦ Νεκρόπολις καὶ ἡ τοῦ Ἀττάλου Στοά. Αἱ δὲ ὑμέτεραι ἐν Μυκήναις, Σπάτᾳ, Ναυπλίῳ ἀνασκαφαί, ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν τοῦ ἡμετέρου συμπατριώτου Σχλήμαν ἐργασιῶν, μέγα καὶ ἀπροσδόκητον ἐπέχυσαν φῶς εἰς τοὺς σκοτεινοὺς ἐκείνους τοῦ ἀρχαίου πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἀρχαίας τέχνης χρόνους. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐν Ἐλευσῖνι Τελεστήριον καὶ τὸ ἐν Ἐπιδαυρίᾳ Ἱερὸν τοῦ Ἀσκληπιοῦ καὶ τὸ ἐν Ὠρωπίᾳ Ἀμφιαρεῖον, χάρις εἰς τὴν ὑμετέραν Ἑταιρίαν, καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ μετ’ ἐπιμελείας ἀνεσκάφησαν. Νέαι οὕτως ἐγνώσθησαν ἀπόψεις τοῦ ἀρχαίου βίου, κατὰ πάντα τὰ μέρη αὐτοῦ, τὰ τῶν ἀνασκαφῶν ἐγένοντο γνωστὰ διὰ δημοσιεύσεων κατὰ τρόπον ἀξιομίμητον, καὶ ἀξία εὐγνωμοσύνης κατεβλήθη φροντὶς πρὸς φύλαξιν τῶν δι’ αὐτῶν εἰς φῶς ἐλθόντων μνημείων. Λαμπρὸν ἱδρύσατο ἡ ὑμετέρα Ἑταιρία ἐν Ἀθήναις Μουσεῖον, ἔκ τε τῶν ἐν ταῖς ἀνασκαφαῖς αὐτῆς ἐλθόντων εἰς φῶς καὶ ἐκ τῶν δωρηθέντων αὐτῇ ὑπὸ φιλαρχαίων πατριωτῶν καὶ πρὸς τούτοις καὶ ἐκ τῶν δι’ ἀγορᾶς πανταχόθεν περισυλλεγέντων καὶ πολλάκις οὕτω ἀπὸ τοῦ κινδύνου τῆς καταστροφῆς περισωθέντων μνημείων. Ἡ δὲ παραδειγματικὴ αὐτῶν ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ διάταξις καὶ ἡ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας παρεχομένη ἀείποτε ἄκρα ἐλευθεριότης τοῖς βουλομένοις νὰ μελετήσωσι καὶ σπουδάσωσιν αὐτὰ, κατέστησε τὸ τῆς ὑμετέρας ἰδιωτικῆς Ἑταιρίας Μουσεῖον κοινὸν κτῆμα παντὸς τοῦ ἐπιστημονικοῦ κόσμου. Ἀλλὰ καὶ εἰς περισυναγωγὴν καὶ διαφύλαξιν τῶν ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δηλαδή, ἀρχαιοτήτων, παντὸς ἐπαίνου ἀξίαν ἐλάβετε πρόνοιαν. Τὰ ὑμέτερα «Πρακτικὰ» παρέχουσι τοῖς βουλομένοις αὐθεντικὰς πληροφορίας περὶ τῶν ὑμετέρων ἐργασιῶν, τὰ δὲ παρ’ ὑμῶν, ἢ διὰ τῆς ὑμετέρας ὑποστηρίξεως κατὰ διαφόρους καιροὺς καὶ τρόπους, πάντοτε δὲ πρὸς τελειοποίησιν βαίνοντα, ἐκδιδόμενα περιοδικά, εἰς πλούσια μετεβλήθησαν ἀρχεῖα ἐπιγραφικῶν καὶ ἀρχαιολογικῶν μνημείων, ἀφ’ ὧν εὐγνώμων ἡ ἐπιστήμη πάσης χώρας ἄφθονον ἀντλεῖ τὴν διδασκαλίαν. Καὶ οὕτως ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, τοῖς παραγγέλμασι τοῦ ἐνθουσιῶντος αὐτῆς θεμελιωτοῦ ἀκολουθοῦσα, ἐγένετο ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἄῤῥηκτος δεσμὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ τῆς λοιπῆς ἐπιστημονικῆς Εὐρώπης. Τὸ Γερμανικὸν Ἀρχαιολογικὸν Ἰνστιτοῦτον χαίρει, ἀναμιμνησκόμενον, ὅτι εἰς τοὺς πρώτους τῆς Ἑταιρίας ἱδρυτὰς καὶ τοὺς ἀρχαιοτέρους αὐτῆς συνεργάτας συγκατελέγοντο καὶ οἱ συμπατριῶται ἡμῶν L. Ross, Gropius, Schaubert, ὅτι ἐν τοῖς πρώτοις ὁ ἀρχηγέτης ἡμῶν Eduard Gerhard ἐχαιρέτισε τὴν ἵδρυσιν αὐτῆς, καὶ τὸν ὑψηλὸν αὐτῆς σκοπὸν ὑπέδειξε, καὶ ὅτι τὰς ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου Strack πρὸ εἰκοσιπενταετίας ἀρξαμένας ἀνασκαφὰς τοῦ Διονυσιακοῦ θεάτρου ἀνέλαβεν εὐθὺς κατόπιν καὶ εἰς πέρας ἤγαγεν ἡ ὑμετέρα Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία· οὐδ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι καὶ τῶν κορυφαίων ἑταίρων τῆς ὑμετέρας Ἑταιρίας πολλοὶ καὶ τοῦ ἡμετέρου Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου ἦσαν καὶ εἶναι ἔτι ἑταῖροι. Ἐπὶ ταῖς ἀγαθαῖς ὅμως σχέσεσι, πρὸ πάντων, αἵτινες οὐκ ἐπαύσαντο ὑπάρχουσαι μεταξὺ τῆς ὑμετέρας Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τοῦ ἡμετέρου ἐν Ἀθήναις καθιδρύματος ἀπ’ αὐτῆς τῆς συστάσεως αὐτοῦ, δραττόμεθα σήμερον τῆς εὐκαιρίας, νὰ ἐκφράσωμεν ὑμῖν τὴν χαρὰν ἡμῶν καὶ εὐγνωμοσύνην. Ὅπως δὲ μέχρι τοῦδε ἡ ἁρμονικὴ συνεργασία τῶν εἰς ἐποπτείαν τῶν τῆς ὑμετέρας Ἑταιρίας ἀνασκαφῶν τεταγμένων ἀνδρῶν καὶ τῶν τοῦ ἡμετέρου ἐν Ἀθήναις καθιδρύματος ὑπαλλήλων ἀγλαοὺς παρήγαγε καρποὺς, οὕτω καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, πεποίθαμεν, ὅτι ἡ ἀπὸ κοινοῦ σύμπραξις τῶν δύο Σωματείων θὰ συμβάλληται εἰς παραγωγὴν τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιομαθείας. Εὔχεται λοιπὸν ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Γερμανικοῦ Ἰνστιτούτου τῇ ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ, ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς δευτέρας πεντηκονταετηρίδος τοῦ βίου της, νὰ διατελῇ εἰς ἀεὶ, ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον προκόπτουσα καὶ πλουσιώτερον πάντοτε θερίζουσα ἀμητὸν, πρὸς δόξαν τῆς πατρίδος Ἑλλάδος καὶ πρὸς ὠφέλειαν τῆς ἐπιστήμης, ὑπὲρ ἧς κοινῶς ὑμεῖς καὶ ἡμεῖς ἀγωνιζόμεθα. Ἐν Βερολίνῳ τῇ 18 Ἰανουαρίου 1887. Ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Γερμανικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου.» Καὶ ταῦτα μὲν, κύριοι Βουλευταὶ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς γενικὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν κατὰ τῆς ἡμετέρας Ἑταιρίας. Ἀλλ’ οἱ κατήγοροι αὐτῆς προέβησαν καὶ περαιτέρω, καὶ ἐπελήφθησαν καὶ τῆς ἐξετάσεως τῶν περὶ αὐτῆς λεπτομερειῶν, καὶ ὡμίλησαν περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἑταιρίας, καὶ ὡμίλησαν περὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς, καὶ ὡμίλησαν περὶ τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας, κακίζοντες βεβαίως πάντα ταῦτα. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ζητήσω ἐνταῦθα παρ’ ἡμῶν τὴν ἄδειαν, ν’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτοὺς μίαν παρατήρησιν, παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ ἴδιοι ὤφειλον οἴκοθεν νὰ ἐννοήσωσι, τὴν παρατήρησιν δηλαδὴ, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶναι σωματεῖον ἰδιωτικὸν καὶ ἀνεξάρτητον, ξένον ὅλως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως ἐντελῶς διαφεῦγον, ἄνευ ἀμφιβολίας τινὸς, τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ κατηγορήσαντες τῆς Ἑταιρίας ταύτης, ἔχωσι τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ διδάξωσι τοὺς γηραιοὺς ἐπιστήμονας, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ 30 καὶ 40 ὅλων ἐτῶν ἀφιεροῦσι τὸν χρόνον καὶ τὰς δυνάμεις αὐτῶν εἰς τὰ ἀρχαιολογικὰ ἐν Ἑλλάδι ἔργα, ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ καθοδηγήσωσι καὶ διαφωτίσωσι τὴν Ἑταιρίαν τὴν Ἀρχαιολογικὴν εἰς τὴν πορείαν αὐτῆς, ἠδύναντο νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς γενικὰς συνελεύσεις τῶν ἑταίρων, αἵτινες συγκροτοῦνται δὶς τοῦ ἔτους καὶ πολλάκις πλέον ἢ δὶς, καὶ εἰς αὐτὰς, ἀντιμετωπίζοντες τοὺς γηραιοὺς ἐκείνους καθηγητὰς, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν καὶ ἀποτελοῦσι τὴν ψυχὴν τῆς Ἑταιρίας, νὰ καταδείξωσιν εἰς αὐτοὺς τὰς ἐλλείψεις καὶ τὰ λάθη αὐτῶν, καὶ καθοδηγοῦντες οὕτω τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ὡς πρὸς τὰ ἀληθῆ καὶ ὀρθὰ μέτρα τῆς προαγωγῆς αὐτῆς, νὰ πράξωσιν ἐκεῖ ἐπωφελῶς καὶ ἁρμοδίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνωφελῶς καὶ ἀναρμοδίως πράττουσιν ἐνταῦθα.

§25ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας λίαν ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἔρευνα τῶν κατὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἐκβαίνει τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπελήφθη ἐξ ἐπαγγέλματος τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἐὰν ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἐξέφρασα ἐπὶ τοῦ λαχειοφόρου δανείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦτο ἔπραξα, καθ’ ὃ εἶχον καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον....

§26ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τὰς ἰδικάς σας γνώμας ἐξεφράσατε.

§27ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἀνέπτυξα τὸ θέμα τοῦτο, ὅτι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις προβαίνῃ εἰς θυσίαν, εἰς ἐγγύησιν, εἰς μέτρον χρηματικὸν οἱονδήποτε, τοῦτο ὀφείλει νὰ τὸ κάμῃ δι’ ἑαυτὴν, ὀφείλει αὐτὴ νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρέχει εἰς ἰδιωτικὴν Ἑταιρίαν, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ὠνόμασε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος κ. Κοντόσταυλος, ὀφείλει, λέγω, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν μέσων τούτων διὰ τῶν ἰδίων ἑαυτῆς ὀργάνων. Τοῦτο ὑπῆρξε τὸ θέμα. Ἐὰν παρεκβατικῶς, καὶ ὅπως ὑποστηρίξω τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ ἔχει καθῆκον νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα αὐτὴ διὰ τῆς ἐγγυήσεως αὐτῆς, οὕτως εἰπεῖν, χορηγεῖ εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἐὰν ὑπεστήριξα τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς ὀργάνων νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ ὄχι διὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, βεβαίως τοῦτο ἦτο ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν δικαιωμάτων μου ὡς Βουλευτοῦ, καὶ δὲν ἕπεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐνεθάῤῥυνον τὴν Κυβέρνησιν, ἁρμοδίαν νὰ ἐνεργῇ αὕτη, ὅτι καὶ ἠρνούμην πᾶσαν ἀξίαν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔχει τὴν ἱστορίαν της, ἔχει τὰς ὑπηρεσίας της, ἀλλ’ ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δὲν παρέχει ἐκεῖνα τὰ ἔκτακτα διδόμενα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσι τὴν προτίμησιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δικαιολογήσωσι τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ἐνεργῇ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς ὑπαλλήλων, ἐννοεῖ νὰ ἐνεργήσῃ δι’ ἰδιωτικῆς ἑταιρίας, ὅπως τὴν ὠνόμασεν ὁ κ. Κοντόσταυλος. Εἶπον δὲ, ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ αὕτη Ἑταιρία — καὶ μεταχειρίζομαι ἀκριβῶς τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Κοντοσταύλου — εἶναι ἥκιστα ἐπιστημονική. Καὶ βεβαίως δὲν ἀποδεικνύεται τὸ ἐναντίον. Διότι, ἐὰν ἀναγνώσωμεν τὸν κατάλογον τῶν ἑταίρων, πειθόμεθα, ὅτι οὗτοι εἶναι ἄριστοι πολῖται, ἀλλὰ ξένοι σχεδὸν πάντες πρὸς τὴν ἀρχαιολογίαν, δὲν ἀποτελοῦσιν Ἰνστιτοῦτον, ὅπως ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου μᾶς ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Κοντόσταυλος. Ἐὰν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἦτο ἐπιστημονικὸν σωματεῖον, ὅπως τὸ ἐν Γερμανίᾳ Ἰνστιτοῦτον, θὰ ἐνόουν τὴν προτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐνόουν ἔν τινι μέτρῳ, ὅτι ἀπεκδύεται τῆς πρωτοβουλίας αὑτῆς, ὅτι ἀπεκδύεται τῶν καθηκόντων καὶ τῆς ἁρμοδιότητός της. Ὅταν ὅμως τὸ σωματεῖον δὲν ἦναι ἐπιστημονικὸν, τότε ἡ προτίμησις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ. Ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρίας ὡς σωματείου ἁρμοδίου, ἀλλ’ ἀπεδείχθη ἀκριβῶς εἰς τὴν συζήτησιν, ὅτι τὸ σωματεῖον τοῦτο, δηλαδὴ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἑταιρίας, ἀπαρτίζεται τὸ πλεῖστον ἐξ ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἐφόρων τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ ταῦτα καὶ ὄχι ἄνευ ἁρμοδιότητος, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κοντόσταυλος, ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἀξίας μιᾶς ἰδιωτικῆς Ἑταιρίας. Διὰ ταῦτα παρενέβην εἰς τὴν ὑπόθεσιν σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐξέφρασα τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποσυρθῇ ἐκ τῆς ἐνεργείας ταύτης, ἔπρεπεν αὐτὴ νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην τῶν ἐργασιῶν, παρεκβατικῶς δὲ μόνον ὡμίλησα περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, εἰπών, ὅτι αὕτη δὲν συγκροτεῖ σωματεῖον ἐπιστημονικόν, ἀλλὰ πατριωτικὸν, ἂν θέλητε, σωματεῖον.

§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀκατονόμαστον, εἴπετε.

§29ΚΟΖΑΚΗΣ. Σωματεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν παρουσιάζει ἤδη ἐπιστημονικὴν ἁρμοδιότητα τοιαύτην, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπεκδύηται τῶν ἰδίων αὑτῆς δικαιωμάτων καὶ τῆς ἰδίας αὑτῆς εὐθύνης. Ταῦτα μὲν ἐν ὀλίγοις εἰς ἀπάντησιν τῶν μομφῶν, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν κυρίως πρὸς δύο μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἅτινα ὡμίλησαν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ὁ κ. Κοντόσταυλος ἀπηυθύνετο βεβαίως πρὸς τὸν κ. Πετρίδην καὶ πρὸς ἐμέ. Ἀλλ’ ἐὰν εἴχομεν καιρὸν, καὶ ἐὰν ἦτο τοῦ συνεδρίου τούτου ἔργον, νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἀναλύσεως τοῦ ἐγγράφου, τοῦ τόσον ἁβρόφρονος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνέγνωσεν ἐδῶ ὁ κ. Κοντόσταυλος, ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ μετριάσωμεν τὸν ἐνθουσιασμὸν, τὸν ὁποῖον πιστεύει, ὅτι διήγειρε τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Πλὴν βεβαίως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ τοιαύτη ἀνάλυσις, ἠδυνάμεθα ὅμως νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἁβροφροσύνη τῶν ξένων δὲν ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τίτλους ἱστορικούς διὰ τὴν Ἑταιρίαν, ἠδυνάμεθα, φέρ’ εἰπεῖν, νὰ ὑπενθυμίσωμεν, ὅτι τὸ Διονυσιακὸν θέατρον ὑπῆρξεν ἀκριβῶς μία ἀποτυχία τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, διότι ὅταν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία διὰ τοῦ ἁρμοδίου αὑτῆς προσώπου, διὰ τοῦ Προέδρου αὑτῆς, ἀνεκήρυξεν ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ Διονυσιακὸν θέατρον, ὅτι ἀπέτυχον αἱ ἀνασκαφαὶ αὑτῆς, τότε ἦλθεν ὁ Στρὰκ, ὅστις δι’ ἐπιστημονικῆς ἐργασίας εἶπεν, ὅτι, ἐὰν σκάψητε τόσα μέτρα εἰς ἀπόστασιν τόσων ἄλλων μέτρων ἀπὸ τοῦ δεῖνος σημείου, ἀπὸ τοῦ βωμοῦ τοῦ ναοῦ τοῦ Διονύσου, θέλετε εὕρει τὸ θέατρον, καὶ ἂν δὲν τὸ εὕρητε, τότε μόνον θὰ ἦναι ἀπόδειξις, ὅτι κατεστράφη. Καὶ πράγματι τὴν ἐργασίαν ταύτην τὴν ἔκαμεν ὁ Στράκ, καὶ εὗρε τὸ Διονυσιακὸν θέατρον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶχε κηρύξει ὡς μὴ ὑπάρχον. Ἀλλὰ δὲν εἰσερχόμεθα εἰς τοιαύτας ἀναλύσεις, διότι περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Ἡμεῖς εἴμεθα πολιτικὸν σῶμα, καὶ ὡς τοιοῦτον δικαίωμα ἔχομεν νὰ ἐλέγξωμεν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ τῇ εἴπωμεν, ὅτι κακῶς πράττει, ὅταν χορηγῇ 200,000 χρυσῶν φράγκων κατ’ ἔτος εἰς μίαν ἰδιωτικὴν Ἑταιρίαν, καὶ δὲν δαπανᾷ ταῦτα αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ὠργανωμένην ἐπὶ τούτῳ ὑπηρεσίαν.

§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ συνεχίσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ ἀνέπτυξαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐβοίας συνάδελφος, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Κεφαλληνίας. Νομίζω, ὅτι ἡ θέσις καὶ ἡ πορεία τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἥτις, ἀναλόγως τῶν μέσων, ἅτινα διαθέτει, παρέσχεν εἰς τὴν ἐπιστήμην ὑπηρεσίας ἀξίας λόγου, καὶ αἵτινες δύνανται νὰ μᾶς γεννήσωσι τὴν ἐλπίδα, ὅτι σὺν τῷ χρόνῳ θὰ διορθώσῃ τὰς ἐν αὐτῇ ὑφισταμένας ἐλλείψεις, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα, ὅπερ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ σήμερον. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν, εἶναι κυρίως αἱ οὐσιαστικαὶ διατάξεις τοῦ περὶ λαχείου νομοσχεδίου. Ἐκφράσας ἐπ’ αὐτῶν τὴν γνώμην μου, δὲν ἤθελον λάβει καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον σήμερον, ὅτε πρόκειται ν’ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲν ἐθεώρουν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς καὶ τὸ ἕτερον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν συνομολόγησιν καὶ τροπὴν δανείων, ἀμέσως καὶ στενῶς συνδεόμενα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τούτων, οὐ μόνον δὲν παρεμποδίζει τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἀπεναντίας εὐκολύνει καὶ ἁπλοποιεῖ αὐτήν. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ λαχειοφόρου δανείου ὀλίγα θὰ προσθέσω, εἰς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων εἶπον κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ συζήτησιν, καὶ εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντικρούων τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου παρ’ ἡμῶν λεχθέντα, ἀνέπτυξεν, ἐκφράσας διαφόρους ἰδέας, πολὺ ἐχούσας τὸ παράδοξον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν ὡς ἀληθῆ πακτωλόν, ἀπείρους δυνάμενον νὰ φέρῃ ὠφελείας εἰς τὸν τόπον. Δι’ αὐτοῦ θὰ πορισθῶμεν χρήματα ἄφθονα καὶ εὐθηνὰ θὰ τρέψωμεν δάνεια, θὰ καταργήσωμεν χρεωλύσια, καὶ θ’ ἀπαλλαγῶμεν σπουδαίου μέρους τῶν χρεῶν ἡμῶν. Περὶ τοῦ ζητήματος τῆς τοιαύτης εὑρέσεως χρημάτων, ὡς καὶ περὶ τῆς τροπῆς δανείων καὶ καταργήσεως χρεωλυσίων, νομίζω περιττὸν νὰ ἐκταθῶ, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ γενικώτερον σχετιζομένου μετ’ αὐτῶν. Ὀλίγας ὅμως λέξεις νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς παραδόξου ἰδέας, ἣν ἐξέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, παραστήσας, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν χρεωλυσίων τὸ Δημόσιον δὲν ἀπολαμβάνει μόνον τὴν εὐκολίαν τῆς ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, ἀλλ’ ὠφελεῖται καὶ τὸν τόκον τοῦ μὴ πληρονομένου κεφαλαίου. Τὸ χρεωλύσιον, Κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ κεφάλαιον, προσδιωρισμένον πρὸς ἀγορὰν ὁμολογιῶν δημοσίου χρέους, ἃς ἐξοφλεῖ· αἱ ὁμολογίαι αὗται φέρουσι τόκον, τὸ δὲ οὕτω χρησιμοποιούμενον χρεωλύσιον εἶναι ἔντοκος τοποθέτησις κεφαλαίου. Οὐδεμία ἑπομένως ὠφέλεια τόκου προσγίνεται εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς καταργήσεως χρεωλυσίου τινός. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων ὑλικῶν ὠφελειῶν, ἃς κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν θὰ φέρῃ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θέλει ὑπηρετήσει ὡσαύτως καὶ τὰς διοικητικὰς ἡμῶν ἐλευθερίας. Ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἰδεῶν καὶ τοῦ πνεύματος τῆς ἀκράτου συγκεντρώσεως, ἥτις ἐπικρατεῖ εἰς ὅλα αὐτοῦ τὰ μέτρα, ὁ κ. Πρωθυπουργός, πικρῶς εἰρωνευόμενος, παριστᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς προϊὸν ἀποκεντρωτικῶν σκέψεων, διότι ἀφίνει εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἐπιστημονικῶν, οἷά εἰσιν αἱ ἀνασκαφαὶ πρὸς εὕρεσιν καὶ μελέτην τῶν ἀρχαιοτήτων. Ὅλα τὰ προτερήματα ταῦτα τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι, κατὰ τὴν κοινὴν φράσιν, ἢ ἁπλοῦν χρύσωμα τοῦ καταποτίου, ὅπερ πρόκειται νὰ καταπίῃ τὸ Ἔθνος διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ μολύσματος τῶν λαχείων. Ἡ μόνη ὠφέλεια, ἣν παρέχει τοῦτο εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου μεταξὺ τῶν 4 ἢ 3½%, ἅτινα θὰ πληρώσωμεν εἰς τὸ λαχεῖον, καὶ τῶν 6% περίπου, ἅτινα ἠθέλομεν πληρώσει εἰς ἁπλοῦν δάνειον 13 ἢ 14 ἑκατομμυρίων. Ἀνέρχεται δὲ ἡ ὠφέλεια αὕτη περίπου εἰς 250,000 φρ. κατ’ ἔτος, ὧν τὰς 200 χιλιάδας θέλει λάβει ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία. Ἡ ὠφέλεια δὲ αὕτη δὲν ἰσοφαρίζει τὴν βλάβην, ἣν θέλει φέρει ἡ εἰς τὸν τόπον εἰσαγωγὴ τοῦ μολύσματος τῶν λαχείων. Τοῦτο δ’ ἐννοῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου μελλόντων νὰ προκύψωσιν ὑλικῶν ὠφελημάτων, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὸν θεσμὸν τοῦ λαχείου καὶ ὑπὸ ἠθικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Καὶ τὴν μὲν ἠθικότητα αὐτοῦ ἐστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ παράδειγμα τοιούτων ἐν Εὐρώπῃ συστηθέντων χάριν ἱερῶν σκοπῶν, πρὸς κατασκευὴν π. χ. ἐκκλησιῶν. Ἀφοῦ διάφορα ἐκκλησιαστικὰ σωματεῖα, μεταξὺ τῶν ὁποίων διακρίνεται τὸ τῶν Ἰησουϊτῶν, διὰ τοῦ λαχείου κατεσκεύασαν ἐκκλησίας, διατὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἀνασκάψωμεν δι’ αὐτοῦ τὰς ἀρχαιότητάς μας; Ἀφοῦ ἡ κατασκευὴ ἐκκλησιῶν ἐξήγνισεν ἄλλα λαχεῖα, ἕπεται, ὅτι ἡ ἀνασκαφὴ τῶν ἀρχαιοτήτων θέλει ἐξαγνίσει καὶ τὸ παρ’ ἡμῖν εἰσαγόμενον. Ταῦτα ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ταῦτα σωματεῖα πρεσβεύουσι τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ σκοπὸς ἐξαγιάζει τὰ μέσα. Θὰ ἐφαρμόσωμεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀρχὴν ταύτην εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν; Θὰ ἐφαρμόσωμεν ὡσαύτως καὶ τὴν ἑτέραν ἀρχὴν, ἣν ἀσπάζονται καὶ ἐφαρμόζουσι τὰ σωματεῖα ταῦτα, τὴν ἀρχὴν δηλαδὴ, ὅτι ὁ λαὸς πρέπει νὰ σκληραγωγῆται καὶ ὑποφέρῃ εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν, καὶ ὅτι ὁ ἔχων δύο χιτῶνας πρέπει νὰ δίδῃ τὸν ἕνα εἰς τὸν πλησίον αὐτοῦ; Ἂν ἐπὶ τοιαύτης ἀρχῆς θέλωμεν νὰ στηρίξωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐὰν σκοπῶμεν νὰ στερήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πάσης ἀπολαύσεως καὶ εὐημερίας, καὶ ἀφήσωμεν εἰς ἕκαστον Ἕλληνα ἕνα μόνον χιτῶνα, τότε τὸ λαχεῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἓν ἐκ τῶν μέσων, τῶν δυναμένων νὰ φέρωσι τοιαῦτα ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἑτέρων, μᾶλλον πρακτικῶν, ἐπιχειρημάτων ἠθέλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρ’ ἡμῖν εἰσαγωγὴν τῶν λαχείων. Ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ πρῶτον τὸ λαχεῖον, ἀλλ’ ἀντικαθιστᾷ τὸ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας σχηματισθὲν διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, καὶ ὅτι τὰ γραμμάτια τοῦ λαχείου τούτου δὲν πρόκειται νὰ πωληθῶσιν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ βλάψωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὸ λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὸ σχηματισθὲν διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ Ὀκτωβρίου 1888, εἶναί τι ἀνάλογον πρὸς τὸ σχηματισθὲν διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1874. Ἐὰν δὲ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ λαχείου τοῦ 1874 κρίνωμεν τὰς συνεπείας, ἃς ἤθελε φέρει ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Διατάγματος τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, ἀδιστάκτως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ λαχεῖον τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐγείρει παρὰ τῷ λαῷ τὸ αἴσθημα τοῦ παιγνιδίου. Τὰ ποσὰ, ἅτινα εἰσέπραττεν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία διὰ τοῦ λαχείου τοῦ 1874, εἰσὶ σχετικῶς ἀσήμαντα, τὸ πλεῖστον δ’ αὐτῶν μέρος εἰσέπραξεν ὡς συνδρομὴν πρὸς αὐτὴν μᾶλλον, παρὰ ὡς μέσον κέρδους παρὰ τῶν ἀγορασάντων γραμμάτια. Τοιαῦτα δὲ ἤθελον εἶσθαι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ λαχείου τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου. Τὸ λαχεῖον ὅμως, ὅπερ εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, σχηματίζεται ἐπὶ ὅλως διαφόρων βάσεων. Ἐν ᾧ τὰ γραμμάτια τοῦ καταργουμένου λαχείου ἤθελον ἰσχύει διὰ μίαν μόνον κλήρωσιν, τὰ τοῦ νέου λαχείου θὰ ἰσχύωσιν ἐπὶ 65 ἔτη δι’ ὅλας τὰς κληρώσεις αὐτοῦ. Ἐντὸς δὲ τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος θὰ κληρωθῶσιν εἰς τιμὴν κατά τι ἀνωτέραν τῶν 10 δραχμῶν τῆς ὀνομαστικῆς αὐτῶν ἀξίας. Κατὰ τὸν μηχανισμὸν δὲ, τὸν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου διαγραφόμενον, κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, ἐν οἷς θὰ πωληθῶσι τὰ γραμμάτια εἰς τὸν λαὸν, θὰ δοθῶσι μεγάλοι λαχνοὶ, 50, 80 καὶ 100 χιλιάδων φράγκων, οἵτινες θὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀλληλοχρέου λογαριασμοῦ, ὃν καθιερώνει ἡ § δʹ τοῦ ἀριθ. 5. Καὶ ἄλλοι δὲ θὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἑλκυστικοὶ ὅροι, οὓς δὲν γνωρίζομεν, διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὗτοι ἀποτελοῦσιν ἐφεύρεσιν, ἣν οἱ ἀνάδοχοι τοῦ λαχείου κρατοῦσι μυστικήν, καὶ δὲν θὰ δείξωσιν, εἰμὴ ὅταν θὰ ἐκτελέσωσιν αὐτήν. Τὸ λαχεῖον τοῦτο εἶναι πρὸς τὸ καταργούμενον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ὅ,τι εἶναι εἰς τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εἷς σιδηρόδρομος πρὸς μίαν ἡμίονον. Οἵαν εὐκολίαν παρέχει εἰς τὴν συγκοινωνίαν ὁ σιδηρόδρομος, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἡμίονον, τοιαύτην παρέχει εἰς τὸ παιγνίδιον καὶ τὴν ὀκνηρίαν τὸ νέον λαχεῖον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ καταργούμενον. Ἀλλά, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν τὸ ἐναντίον, πάλιν δὲν ἕπεται, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ Ὀκτωβρίου δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογία πρὸς εἰσαγωγὴν καὶ ἐγκαθίδρυσιν παρ’ ἡμῖν τοῦ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἐπιβλαβοῦς θεσμοῦ τῶν λαχείων. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβές, ὅτι τὰ γραμμάτια τοῦ ἐκδοθησομένου λαχείου θὰ πωληθῶσιν ὅλα σχεδὸν ἐν Αὐστρίᾳ. Ἐκεῖ ὑπάρχουσι πολλὰ καὶ ποικίλα λαχεῖα, ἅτινα, ὡς ἀνέπτυξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν μιᾷ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων, εἶναι γνωστὰ ἐν τῷ τόπῳ καὶ μεθ’ ὧν ὁ λαὸς εἶναι ἐξῳκειωμένος. Οἱ μέλλοντες νὰ ἐκδώσωσι τὸ λαχεῖον ἀποβλέπουσι κυρίως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τοὺς λαοὺς τῆς Αὐστρίας. Ἂν ἀπέβλεπον μόνον εἰς τοὺς λαοὺς τούτους, ἠδύναντο νὰ σχηματίσωσι λαχεῖον ὑπὸ ὅρους συμφερωτέρους ἐκείνων, οὓς προτείνουσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἠδύναντο νὰ ἀγοράσωσιν 26,000 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ὅπερ ἀναντιῤῥήτως εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον Ἑλληνικὸν δάνειον, νὰ καταθέσωσι ταύτας εἴς τινα τῶν μεγάλων Τραπεζῶν τῆς Εὐρώπης, νὰ λάβωσι τὸ ἐξ αὐτῶν ἐτήσιον ἔσοδον, ἀνερχόμενον ἀκριβῶς εἰς 520,000 φράγκα, καὶ μορφώσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ τὰς ἀμοιβὰς καὶ τοὺς λαχνοὺς καθ’ ὃν τρόπον θὰ μορφώσωσιν αὐτοὺς ἐπὶ τῇ ἐτησίας πληρωμῆς τῶν 520,000, ἣν θὰ λαμβάνωσι παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Εὐκόλως δὲ ἠδύναντο νὰ εὕρωσι σκοπόν τινα, ἀρχαιολογικὸν ἢ ἐπιστημονικόν, δικαιολογοῦντα τὴν ἔκδοσιν τοῦ λαχείου καὶ χρησιμεύοντα ὡς ἀφορμή, ὅπως λάβωσι τὴν πρὸς ἔκδοσιν αὐτοῦ ἀπαιτουμένην ἄδειαν ἐν Αὐστρίᾳ. Ἡ ἀγορὰ τῶν 26,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 ἤθελεν ἀπαιτήσει δαπάνην 10 μόνον ἑκατομμυρίων, ἀντὶ τῶν 14 ἑκατομμυρίων, ἅτινα πρόκειται νὰ πληρώσωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ κυκλοφορία ὅμως τοῦ τοιούτου εὐωνοτέρου λαχείου, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ ἐν Αὐστρίᾳ, ἤθελε βεβαίως ἀπαγορευθῆ ἐν Ἑλλάδι. Ἡ ἀπαγόρευσις δ’ αὕτη ἤθελε καταστήσει ἀδύνατον τὴν πώλησιν αὐτοῦ. Ἡ ἐν Αὐστρίᾳ πώλησις γραμματίων τοῦ λαχείου θὰ χρησιμεύῃ ὡς ἁπλῆ βάσις πρὸς προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς αὐτῶν κατὰ τὴν ἐνταῦθα πώλησίν των. Τὰ προφυλακτικὰ δὲ μέτρα, ἅτινα λαμβάνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς περιορισμὸν τῆς ἐν Ἑλλάδι πωλήσεως καὶ κυκλοφορίας τοῦ λαχείου, καὶ ἡ ἀνάθεσις εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς ἐκποιήσεως τῶν γραμματίων κατ’ οὐδὲν θέλει παρεμποδίσει τὴν ἐν Ἑλλάδι πώλησιν τῶν πλείστων ἐξ αὐτῶν. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θέλει μὲν ἔχει τὸ μονοπώλιον τῆς πωλήσεως αὐτῶν, καὶ θέλει θέτει ἐπ’ αὐτῶν ἰδίαν σφραγῖδα πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ μονοπωλίου τούτου, δὲν θὰ δύνηται ὅμως ν’ ἀρνηθῇ τὴν πώλησιν οἱουδήποτε ἀριθμοῦ γραμματίων εἰς πάντα, ζητοῦντα τοιαῦτα· τίς δὲ θὰ ἐμποδίσῃ τοὺς ἀναδεχθέντας τὸ λαχεῖον ν’ ἀγοράσωσι τὰ 19)20 τῶν γραμματίων, λάβωσιν αὐτά, φέροντα τὴν σφραγῖδα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ τὰ πωλήσωσιν ἐνταῦθα;

§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δύναται νὰ τὰ πωλήσῃ, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐπιφυλάττομεν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα, ὅπως σφραγίσῃ μόνον τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν ἀνάλογον.

§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁρίζετε τὸν ἀριθμὸν τῶν γραμματίων, ὧν μόνον ἡ κυκλοφορία θὰ ἐπιτρέπηται ἐν Ἑλλάδι;

§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, κατὰ τὸν νόμον, ἔχει τὸ δικαίωμα, αὐτὴ νὰ κανονίζῃ τὸ ποσὸν τοῦ ὁποίου ἡ κυκλοφορία ἐπιτρέπεται. Τί λέγει ὁ νόμος; Ἀκριβῶς, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία κανονίζει τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ κυκλοφορία ἐν Ἑλλάδι, διότι αὕτη θέλει ἔχει τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς πωλήσεως. Ἐπιφυλάττομεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Δὲν πρόκειται διὰ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ προσπορίσωμεν τῇ Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ κέρδος διὰ τῆς εἰσπράξεως ποσοστοῦ τινος· πρόκειται μόνον νὰ τῇ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα, ὅπως κανονίσῃ τὰ τῆς ἐν Ἑλλάδι κυκλοφορίας τῶν γραμματίων οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ὦσι πλειότερα τῶν ὑπὸ τῆς ἀναλογίας τοῦ ἀριθμοῦ καὶ ἄλλων σκέψεων ὑπαγορευομένων.

§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 5ου λέγει, ὅτι ἡ ἐκποίησις τῶν ὁμολογιῶν ἐν Ἑλλάδι ἀναγνωρίζεται ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, οὐδὲν ὅμως ἀναφέρει περὶ περιορισμοῦ τῶν γραμματίων, ὧν ἡ κυκλοφορία θὰ ἐπιτρέπηται ἐν Ἑλλάδι, μήτε περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, ἀναλόγως τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Αὐστρίας, ἢ κατ’ ἄλλην τινὰ ἀναλογίαν.

§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσὸν, ὅπερ θέλει κυκλοφορήσει.

§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δὲν ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἂν ὅμως πρόκηται νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων, ὧν θὰ ἐπιτρέπηται ἡ κυκλοφορία ἐν Ἑλλάδι, τότε βεβαίως τὸ κακὸν δὲν ἐκλείπει μὲν, ἀλλ’ ἐλαττοῦται. Ἂν ὅμως δὲν προσδιορισθῇ τὸ ποσὸν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νομοσχεδίου, τότε ἔστε βέβαιοι, ὅτι τὰ 19)20 τῶν γραμματίων, ἅτινα νομίζετε, ὅτι θὰ πωληθῶσιν ἐν Αὐστρίᾳ, δὲν θὰ πωληθῶσιν ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι. Τοιαύτη φαίνεται ἡ πρόθεσις καὶ ὁ σκοπὸς τῶν συνομολογούντων τὸ λαχειοφόρον δάνειον. Σκοπὸς δὲ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅπως καὶ δι’ αὐτοῦ, ὡς καὶ διὰ τῶν ἄλλων δανείων, εὕρῃ χρήματα καὶ δαπανήσῃ ταῦτα. Ἡ ἀφθονία τῶν χρημάτων καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐν γένει κατάστασις τῆς Εὐρώπης ὠθεῖ χρήματα καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως καὶ πρὸς ὅλα ἐν γένει τὰ Κράτη, τὰ θέλοντα σήμερον νὰ δανεισθῶσι. Τοιαύτη εἶναι ἡ σήμερον ἐπικρατοῦσα ἐν τοῖς Εὐρωπαϊκοῖς Χρηματιστηρίοις αἰσιοδοξία καὶ κερδοσκοπικὴ ἐμπιστοσύνη. Τὴν ἔλευσιν χρημάτων ζητεῖ νὰ εὐκολύνῃ ἡ πολυδάπανος πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀνοίγουσα ὅλας τὰς ὁδοὺς τῆς ἐλεύσεως αὐτῶν, καὶ τὴν τῶν λαχείων. Ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς δὲν ἔκρυψε τὴν πρὸς τὸ δαπανᾶν ἀπεριόριστον αὐτοῦ ῥοπὴν, ἡ ἱκανοποίησις τῆς ὁποίας ἀπαιτεῖ τὴν διὰ παντὸς μέσου εὕρεσιν χρημάτων. Ἀνέπτυξε μάλιστα ἄνευ δισταγμοῦ τὸ ἀξίωμα τῶν εὐθυμούντων ἀνθρώπων, οἵτινες θεωροῦσι πάντα τὰ τοῦ κόσμου μάταια, καὶ ὅτι ἐκεῖνο μόνον εἶναι ἀσφαλὲς κέρδος διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὅπερ ἤθελε δαπανήσει καὶ ἀπολαύσει. Ἀσφαλέστερον κτῆμά ἐστι τὸ καταναλισκόμενον χρῆμα. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἀξίωμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ διὰ παντὸς μέσου νὰ εὑρίσκῃ χρήματα, ὅπως τὰ καταναλίσκῃ.

§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦσιν ἄδειαν πρὸς ἔκδοσιν λαχειοφόρου δανείου, καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δὲν προσῆκε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία τῆς ἐρεύνης τῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τῆς γενομένης ὑπό τινος συναδέλφου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, οὐχὶ διότι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶναι ἐπιστημονικὸν σωματεῖον, καὶ διὰ τὰς πράξεις αὐτῆς, τὰς παραλείψεις αὐτῆς, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ὑπέχων εὐθύνην, ἀλλὰ διότι τὸ ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις, εἶναι ἐντελῶς ξένον τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἢ τὰ μέλη αὐτῆς, ἢ οἱ διοικοῦντες αὐτὴν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν βεβαίως ὑπέχουσιν εὐθύνην. Ἂν δὲ συνέπεσε νὰ ἦναι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος αὐτῆς καὶ ἡμιλλήθη νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς πληροφορίας τινὰς, ἐὰν ὑπάρχῃ εὐθύνη ἐπὶ πλημμελεῖ ἐνεργείᾳ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τοιαύτη, βεβαίως δὲν εὐθύνεται ἐνώπιον ἡμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ οὔτε παρὰ τοῦ Προέδρου, οὔτε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας ἐπὶ ταῖς τυχὸν ὑπαρχούσαις παραλείψεσι τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, διότι ἡμεῖς καλούμεθα σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ δάνειον, ἢ ἂν δὲν συμφέρῃ νὰ ἐνδώσωμεν εἰς τοῦτο. Τοῦτο δὲ εἶναι ἐντελῶς ἀλλότριον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ φίλοι μου ἠδύναντο νὰ ὠφεληθῶσι τῆς μετά τινας ἡμέρας συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται δι’ ἀρχαιολογικὰς ἐργασίας τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἠδύναντο νὰ ἐκφέρωσιν οἵαν ἂν ἔχωσι γνώμην περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Μοὶ φαίνεται, δὲ, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐκ Κορίνθου Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν, γνώμην δισταγμοῦ περὶ τὴν ἐπάρκειαν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔχει ἐν ἐνεργείᾳ πρὸς διαφύλαξιν τῶν ἀνακαλυπτομένων διὰ τῶν ἐργασιῶν της θησαυρῶν, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἀξία προσοχῆς καὶ συζητήσεως, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, νὰ ἐπαναλάβῃ τοὺς δισταγμοὺς αὐτοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλομεν συζητήσει τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, διότι τότε θέλει δοθῇ εὐκαιρία εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, τὰς πρὸς τὴν ἐπάρκειαν τῶν μέσων, ἢ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ μέτρων, διὰ τὴν διαφύλαξιν τῶν ἀνευρισκομένων διὰ τῶν ἀνασκαφῶν, τῶν ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἐνεργουμένων. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ ἐπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι ἂν συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος, ἂν δὲν ὑπάρχῃ λόγος, ἀποτρέπων ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ δώσωμεν τὴν ζητουμένην ἄδειαν πρὸς ἔκδοσιν δανείου λαχειοφόρου. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐγὼ ἐξέθηκα τοὺς λόγους, τοὺς πείθοντάς με, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν ταύτην, διὰ τὴν ἀνηθικότητα τοῦ μέτρου τούτου. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ προβάλω καὶ ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξάγω ἐξ ἄλλης μελέτης, οὐχὶ τῆς ἠθικοπολιτικῆς ἐρεύνης τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τῆς ταμιευτικῆς ἢ τῆς χρηματιστικῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου. Διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ τὰ κέρδη αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προσδοκᾷ νὰ οἰκονομήσῃ ἐκ τοῦ δανείου, τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητουμένου πρὸς ἔκδοσιν, εἶναι δυσανάλογα πρὸς τὰς μεγάλας ζημίας, τὰς ὁποίας ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου θέλει ἐπιφέρει εἰς τὸ Κράτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον, παρέστησεν, ὅτι ἀληθῶς πρόκειται νὰ συγκομίσωμεν μεγάλα κέρδη. Καὶ ἐν πρώτοις ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ λάβωμεν παρὰ τῶν ἐκδοτῶν τοῦ λαχείου τούτου εἴτε 9 εἴτε 10 ἑκατομμύρια διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ὅτι ἐκτὸς τούτου θέλει λάβει 4 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέλει κρατήσει καὶ διαθέσει εἰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου, τὸν τόκον ὅμως πρὸς 5% θέλει πληρόνει κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Λοιπὸν ἐκ τοῦ δανείου τούτου προσδοκᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πορισθῇ, τέσσαρα μὲν ἑκατομμύρια ἄνευ τόκου, δωρεὰν, 9 δὲ ἢ 10 ἑκατομμύρια μετὰ τόκου, ἀντὶ δὲ τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τῶν μετὰ τόκου, καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τῶν ἄνευ τόκου, θέλομεν πληρόνει μόνον 520,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ὅσα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλει πληρωθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τοῦ ποσοῦ τῶν 9 ἢ 10 ἑκατομμυρίων, δέν μοι δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδεχθῶ ὡς βάσιμον, ὅτι θέλει λάβει τὸ δημόσιον ταμεῖον δέκα ἢ ἐννέα ἑκατομμύρια, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐτήρησε γλῶσσαν ἀμφίβολον περὶ τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως ἀγορεύω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ ἀποδεχθῶ ὡς πιθανὰς τὰς συμφερωτέρας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐπελευσομένας συνεπείας, ἑπομένως ν’ ἀποδεχθῶ, ὅτι 10 ἑκατομμύρια θέλουσι πληρωθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπὶ τόκῳ, τέσσαρα δὲ ἄνευ τόκου, ἑπομένως ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον θέλει πληρώσει τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπέναντι τῶν 14 ἑκατομμυρίων, καὶ νὰ ἴδωμεν πόσον κέρδος προέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῆς ἐκδόσεως τοιούτου δανείου. Ἂν τὰ ἑκατομμύρια ἦναι δέκα καὶ ἐδανειζόμεθα αὐτὰ παρά τινος Τραπέζης, ἠθέλομεν πληρώσει τόκον 6% τὸ πολύ. Λέγω «τὸ πολὺ» διότι αἱ τελευταῖαι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, μοὶ ἐφάνησαν, ὅτι ἐνεῖχον τὴν πρόθεσιν, νὰ παραστήσωσι τοσοῦτον εὐχάριστον τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὥστε δύναμαι νὰ προσδοκῶ, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς νέαν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν πλέον πληρόνει τόκον ὀλιγώτερον τῶν 6%. Ἀλλὰ, καὶ μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς εὐχαρίστους πληροφορίας, ἂν ἀποδεχθῶ, ὅτι θέλομεν πληρώσει εἰς τὸν τραπεζίτην, παρ’ οὗ θέλομεν δανεισθῆ, μόνον 6%, τὸ δημόσιον ταμεῖον θέλει ἐπιβαρυνθῆ δι’ 600,000, ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ πληρόνωμεν μόνον 520,000, οἰκονομοῦμεν οὕτως 80,000 φράγκων κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ τόκου τῶν 10 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ οἰκονομοῦμεν προσέτι καὶ ἐκ τοῦ τόκου τῶν 4,000,000, τὰ ὁποῖα θέλομεν λάβει καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ὁποίων θέλει πληρόνεσθαι ἐτήσιος τόκος εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ τόκος τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τὸν ὁποῖον οἰκονομοῦμεν, ὑπολογιζόμενος πρὸς 6%, ἀνέρχεται εἰς 240,000, οἰκονομοῦμεν οὕτω κατ’ ἔτος 240,000 ἐκ τοῦ τόκου τῶν 4,000,000, καὶ 80,000 δραχ. ἐκ τοῦ τόκου τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τὸ ὅλον 320,000. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο μᾶς δωροῦσιν οἱ δανεισταὶ τοῦ λαχειοφόρου δανείου; Τὸ ποσὸν τῶν 320 χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον οἰκονομοῦμεν, εἶναι δῶρον, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδουσι, καὶ ἡμεῖς μετὰ χαρᾶς καὶ εὐγνωμοσύνης πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν αὐτὸ, κατὰ χρόνους μάλιστα, καθ’ οὓς τὰ χρήματα δὲν εἶναι ἄφθονα ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν; Οἱ δανεισταὶ μᾶς δίδουσι 14 ἑκατομμύρια, διότι θέλουσι λάβει 20 ἑκατομμύρια, καὶ θέλουσι λάβει αὐτά; οὐχὶ παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ἐκ μιᾶς ἄλλης πηγῆς, ἐκ τῆς πηγῆς ἐκείνης, ἐκ τῆς ὁποίας ἀντλεῖ καὶ πορίζεται τὰ μέσα τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι, καθ’ ἣν ἔχω γνώμην, ἡ ὁποία δὲν μετεβλήθη ἐκ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν, ὅτι ἔλαβε, τὸ δάνειον θὰ κυκλοφορήσῃ ἐν τῇ Ἑλλάδι, καὶ τὰ γραμμάτια τοῦ λαχείου θέλουσι τοποθετηθῆ ἐν Ἑλλάδι, καὶ θέλουσιν ἀγορασθῆ ὑπ’ Ἑλλήνων, ἀσήμαντον δὲ ποσὸν θέλει τοποθετηθῆ ἐν Αὐστρίᾳ. Ἂν λοιπὸν ἡ γνώμη μου αὕτη ἦναι ἡ ἀληθὴς γνώμη, ἂν πιστεύω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει πληρώσει 6 ἑκατομμύρια ἑκουσίως μὲν, πλανώμενος, δελεαζόμενος ἢ παγιδευόμενος ὑπὸ τῆς ἐλπίδος τοῦ κέρδους τῆς τύχης, θέλει πληρώσει ὅμως 6 ἑκατομμύρια περισσότερα, ἀφ’ ὅσα θέλει εἰσπράξει τὸ δημόσιον ταμεῖον, τότε τὸ κέρδος, τὸ παραγόμενον, τῶν 320 χιλιάδων, πρέπει νὰ ἀναγάγω εἰς κεφάλαιον, τὸ δὲ κεφάλαιον τῶν 6 ἑκατομμυρίων, ἤτοι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει καταβληθῆ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς 320 χιλιάδας, τὰς ὁποίας οἰκονομοῦμεν. Καὶ ταῦτα μὲν ἂν πρόκηται περὶ 10 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἂν τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἦναι μόνον 9 ἑκατομμύρια, — καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν μὲ ἐνισχύουσι διδόμενά τινα, τὰ ὁποῖα προσφάτως παρεισέφρησαν ἐν ταῖς ὑπουργικαῖς ἐφημερίσιν, αἱ ὁποῖαι συμβουλεύουσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ πλανηθῇ καὶ ἀποδεχθῇ τὴν γενομένην εἰς αὐτὴν πρότασιν τῶν ζητησάντων νὰ συναγωνισθῶσι πρὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Βιέννης Union Bank, νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτῶν· αὐταὶ δὲ αἱ συμβουλαὶ καὶ αἱ παρακελεύσεις τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μοὶ ἐφάνησαν, ὅτι εἶναι προοίμιον τῆς μὴ ἀποδοχῆς, ἤτοι τῆς ἀποῤῥίψεως τῶν γενομένων ἐντεῦθεν προτάσεων, καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει λάβει τὸ Δημόσιον, θέλει πιθανῶς συνίστασθαι μόνον εἰς 9,000,000, — ἂν λοιπὸν 9,000,000 πρόκηται νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, τότε τὸ κέρδος τοῦ δημοσίου ταμείου εἶναι μικρότερον· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δανεισθῶμεν παρά τινος τραπεζίτου διὰ δανείου ὁμαλοῦ τὰ 9 ἑκατομμύρια, ἐπὶ τόκῳ 6%, ἠθέλομεν πληρώσει 540,000, ἐνῷ τώρα, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται νὰ πληρώσωμεν 520,000, ἑπομένως κερδαίνομεν, οἰκονομοῦμεν μόνον 20,000, αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰς 240,000, τὰς ἀποτελουμένας ἐκ τοῦ τόκου τοῦ δανείου τῶν 4,000,000, τοῦ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀνάγουσι τὸ κέρδος τοῦ Ταμείου εἰς 260,000. Ἑπομένως, ἀντὶ τῶν 260,000, τὰς ὁποίας θέλομεν οἰκονομήσει, προτιμῶντες τὸ δάνειον τὸ λαχειοφόρον, ἀντὶ τοῦ ὁμαλοῦ καὶ τακτικοῦ, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν μετά τινος Τραπέζης ἢ τραπεζίτου, ἀντὶ τῶν 260,000, προσφέρομεν εἰς τοὺς ἐκδότας τοῦ δανείου, μεθ’ ὧν θέλει συνομολογηθῆ ἡ σύμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, 7 ἑκατομμύρια. Ἂν συγκεφαλαιώσωμεν δὲ τὸ ποσὸν τῶν 260,000, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι εἶναι τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θέλει πληρώσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς αὐτοὺς, ἀνώτερον τῆς ἀναλογίας τόκου τῶν 6%. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, δὲν ἠξεύρω δὲ, ἂν ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἔδωκε σημασίαν εἰς τὴν ἀπάντησιν ἐκείνην τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν διέκρινα καὶ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐνεποίησεν εἰς αὐτὸν ἡ ἀπάντησις, ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτήν, ὅτι ὑπάρχουσι πᾶσαι αἱ δυναταὶ ἐγγυήσεις, ὅτι δὲν θέλουσι κυκλοφορήσει ἐν Ἑλλάδι γραμμάτια, περισσότερα ἀφ’ ὅσα πρέπει νὰ κυκλοφορήσωσι, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ προσδιορίζειν τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων, τῶν τεθησομένων εἰς κυκλοφορίαν ἐν Ἑλλάδι, ὁ νόμος ἀνέθηκεν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν.

§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ παρέχει.

§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διάταξις τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκποίησις τῶν ὁμολογιῶν ἐν Ἑλλάδι ἀναγνωρίζεται ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, πᾶσα δὲ κατὰ παράβασιν τοῦ δικαιώματος τούτου πώλησις τιμωρεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ ἀπὸ 30 Δεκεμβρίου 1887 ᾼΧΛʹ νόμου». Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνεπέρανεν οὕτως, ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας εἶναι ἡ πώλησις τῶν γραμματίων ἐν Ἑλλάδι, ἄρα αὐτὴ θέλει ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ τὸ ποσὸν, τὸ τεθησόμενον εἰς κυκλοφορίαν τοῦτο δὲ προετάθη ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸν ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν ὡς ἀποχρῶσα ἐγγύησις, ὅτι δὲν θέλουσιν ἐν Ἑλλάδι κυκλοφορήσει γραμμάτια περισσότερα, ἀφ’ ὅσα πρέπει νὰ κυκλοφορήσωσιν. Ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχω γνώμην περὶ συγκεντρώσεως καὶ ἀποκεντρώσεως, ἰδεῶν, αἵτινες κυκλοφοροῦσιν ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μὲ ὅλην τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνακηρύξας, ὅτι, ἂν δὲν ἦναι ἀπόλυτος θιασώτης τῆς ἀποκεντρώσεως, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀπόλυτος θιασώτης τῆς συγκεντρώσεως, λαμβάνω μίαν ἀπόδειξιν πράξεως, τοσοῦτον ἀποκεντρωτικῆς, ὥστε δι’ αὐτῆς τίθεται εἰς μέγαν κίνδυνον τὸ Κράτος, τοῦτο δὲ δεικνύει μέχρι τίνος σημείου ὁ Πρωθυπουργὸς ὠθεῖ τὴν ἀποκέντρωσιν! Μετέδωκεν εἰς τὴν Ἀρχαιογικὴν Ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα, νὰ προσδιορίζῃ αὐτὴ τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων, ἅτινα θὰ τίθηνται εἰς κυκλοφορίαν ἐν τῷ Κράτει, ἐνῷ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔγκειται ἐν τῇ φύσει τῶν κυβερνητικῶν καθηκόντων, διότι εἶναι δικαίωμα ἀστυνομικόν· τὸ προσδιορίζειν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τεθησομένων γραμματίων λαχείου δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνατεθῇ εἰς ἰδιώτας, οὔτε εἰς ἐπιστήμονας, οὔτε εἰς σωματεῖα ἐπιστημονικὰ, οὔτε εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέχουσιν ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῶν, ἐν τοῖς ἀρχείοις αὐτῶν, τὰ φῶτα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέχει ἡ Κυβέρνησις. Ἂν μετεδόθη τὸ ἀστυνομεῖν εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, μετεδόθη διότι ὑπῆρχεν ἡ ἐγγύησις, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐξ ἐκλογῆς τῶν δημοτῶν, ἔχουσι συμφέρον νὰ ἐπιδεικνύωσι πᾶσαν ὑπὲρ αὐτῶν φροντίδα, καὶ ὅτι καὶ περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀστυνομεῖ, καὶ περὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν θέλουσιν ἐνεργεῖ μετ’ εὐσυνειδησίας καὶ μετὰ ζήλου. Ἀλλ’ ἂν ἐμπιστευθῶμεν τὸ ἀστυνομεῖν ἐν τῇ Πολιτείᾳ εἰς ἐπιστημονικὸν, οἷον δήποτε, Σύλλογον, μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι μόνον ἀποκέντρωσις, ἀλλ’ ἀνατροπὴ τῶν βάσεων τῆς Πολιτείας ἐν πάσῃ χώρᾳ. Ὑποθέτω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας δὲν θέλει δυσαρεστηθῇ, διότι ἡ παρατήρησις αὕτη δὲν ἀφορᾷ τελείως εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ποῖα στοιχεῖα ἀπαιτοῦνται, ποῖα φῶτα ἀπαιτοῦνται, νὰ κατέχῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν τεθησομένων ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων λαχείου; Ὁ διαχειριζόμενος τὴν ἐξουσίαν ταύτην πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, τὴν κατάστασιν τῆς ἐτησίας παραγωγῆς, τὴν κατάστασιν τῶν διαθεσίμων κεφαλαίων, τὴν κατανομὴν τοῦ πλούτου μεταξὺ τῶν παραγουσῶν τάξεων καὶ τῶν μὴ παραγουσῶν, πληροφορίας τοιαύτας, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ κατέχῃ ἢ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ἡ διοικητικὴ ἐξουσία τῆς Κυβερνήσεως. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου οὐχὶ μόνον δὲν παρέχει ἐγγύησίν τινα, διότι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία καλεῖται νὰ προσδιορίζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν τεθησομένων εἰς κυκλοφορίαν γραμματίων λαχείου, διότι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ γνωρίζῃ, ἢ μόνον μέχρι τίνος ποσοῦ ἐκτείνονται αἱ ἀνάγκαι αὐτῆς, ἤτοι πόσον ποσὸν ἔχει ἀνάγκην νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ λαχείου τούτου· οὐχὶ μόνον λοιπὸν δὲν παρέχει ἐγγύησίν τινα, ἀλλὰ παρέχει ἀπελπιστικὰς πληροφορίας περὶ τῆς Πολιτείας· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διαφυλάξῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Δὲν νομίζω, ὅτι λέγω τι περιττὸν, ἐπαναλαμβάνων τὴν ἔνθερμον εὐχὴν, τὴν ὁποίαν καὶ προχθὲς ἐξέθηκα, νὰ μὴ ἴδω ἐπιτρεπομένην τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, περὶ οὗ ὁ λόγος. Δύναμαι δὲ μετὰ παῤῥησίας νὰ ἀναγγείλω τὴν γνώμην ταύτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδὲ τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς παρεξήγησιν, διότι δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ καταγγελθῶ ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅστις προώρισται νὰ δίδῃ διασαφήσεις εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς ἀπάντησιν τῶν παρατηρήσεών μου τούτων, μᾶς ἤλεγξεν ἄλλοτε ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ, διότι ἐπεκρίνομεν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εὐχομένους νὰ μειωθῇ καὶ καταπέσῃ ἡ δημοσία πίστις τοῦ Κράτους ἐν Εὐρώπῃ, ὡς ποθοῦντας τέλος πάντων τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ὅπως ἐπικρατήσωμεν κατὰ τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν, ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει λάβει ἀφορμὴν ἐκ τῆς εὐχῆς ἡμῶν ταύτης, ἵνα ἐξαγάγῃ τοιαῦτα συμπεράσματα καθ’ ἡμῶν, καὶ ἐλέγξῃ καὶ ἐκ νέου ἡμᾶς ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ. Ἡμεῖς ἐκφράζομεν τὴν εὐχὴν ταύτην, ἀφοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη συῤῥοὴ δανειστῶν, τοιοῦτος συναγωνισμὸς κεφαλαίων, προθύμων νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὥστε, καὶ ἂν τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐκδοθῆ, τὸ λαχειοφόρον, καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, εὐκολώτατον ἀποβαίνει εἰς αὐτὸν, νὰ στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἴς τινα χώραν τῆς Εὐρώπης καὶ πορισθῇ δι’ ὁμαλοῦ δανείου τὸ ποσὸν τῶν 14 ἑκατομμυρίων, περὶ ὧν πρόκειται. Θέλει ἐπιβαρύνει κατ’ ἔτος τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ 260 χιλιάδων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου, οὕτω δὲ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία καὶ αἱ ἄλλαι ἀνάγκαι τῆς Κυβερνήσεως θέλουσιν εὐχερῶς θεραπευθῆ. Εὐτυχῶς ὁ Πρωθυπουργὸς ἄλλως δὲν συνεκινήθη οὐδὲ ἀπὸ τὰ παθήματα τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, μὴ συναινέσας εἰς τὴν κατάργησιν τῶν δύο δεκατημορίων τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, οὐδὲ ἄλλην μείωσιν στέρξας εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα. Ἑπομένως δύναται μετὰ θάῤῥους νὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 260 χιλιάδων δραχμῶν, ζητῶν τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, νὰ συνομολογήσῃ ὁμαλὸν δάνειον 14 ἑκατομμυρίων πρὸς 6%. Ἐπεθύμουν δὲ τοσούτῳ μᾶλλον νὰ ἐγίνετο παραδεκτὴ ἡ γνώμη αὕτη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον πρόκειται περὶ συστήματος, τὸ ὁποῖον, ὅσαςδήποτε καὶ ἂν ποιήσητε παραστάσεις οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸ, οἱουσδήποτε καὶ ἂν προβάλητε λόγους ἢ ἐπιχειρήματα, οἱ συνήγοροι αὐτοῦ, οἱουσδήποτε καὶ ἂν ἐγκαλέσητε ἐν τῷ παρελθόντι, τὸ σύστημα τοῦτο, νομοθετούμενον νῦν ἐν τῇ χώρᾳ, δὲν θέλει συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν οὐδὲ τῆς χρηματιστικῆς, οὐδὲ τῆς πολιτικῆς, οὐδὲ τῆς ἠθικῆς καταστάσεως αὐτῆς.

§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μεθ’ ὅσα περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶπον κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐκταθῶ πάλιν εἰς ἀνάπτυξιν τῶν ἐν αὐτῷ, οὐδὲ ἐννοῶ ν’ ἀνασκευάσω, ὅσα ἐκ τῶν ῥηθέντων παρὰ τῶν κυρίων προαγορευσάντων ἀνῃρέθησαν παρ’ ἐμοῦ καὶ πρότερον. Ἔρχομαι μόνον, ἵνα ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ ἀνακριβειῶν, αἵτινες ἐῤῥήθησαν ἤδη, δὲν εἶχον δὲ ῥηθῆ πρότερον τοσοῦτον εὐκρινῶς, ὥστε ἐπίσης εὐκρινὴς νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἡ ἀναίρεσις. Ἐκ τῶν σήμερον ῥηθέντων τοῦτο μόνον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς προστιθέμενον εἰς τὰ πρότερον ῥηθέντα, ὡς παριστῶν ὑπὸ ἀλλοίαν μορφὴν τὸ νομοσχέδιον, τῆς παραστηθείσης πρότερον. Παριστᾶται ἤδη ἐπιμόνως, ὅτι, κατὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ συνομολογηθησόμενον λαχειοφόρον δάνειον θὰ πραγματοποιηθῇ ὁλόκληρον ἐν Ἑλλάδι, ἢ κατὰ τὸ πλεῖστον, καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ ὠφέλεια, ἡ ἐκ τοῦ δανείου τούτου, ἂν ὑπάρχῃ, εἴτε ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ λαχείου ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, εἴτε ἐκ τοῦ ὅρου τοῦ τόκου τοῦ δανείου, τοῦ εἰς ἐγγύησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου διδομένου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὠφέλεια, καὶ ἄν ὑπάρχῃ, θὰ πληρωθῇ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἂν ταῦτα ἦσαν ἀκριβῆ, οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, ἵνα προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως διὰ τοιούτου τρόπου πραγματοποιηθῇ τὸ λαχειοφόρον δάνειον. Ἐκ δύο στοιχείων ἀπαρτίζεται ἡ προτεινομένη πρᾶξις, ἐκ λαχείου καὶ ἐκ δανείου· καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ λαχεῖον εἶχον ἤδη κανονισθῆ τὰ περὶ πραγματοποιήσεως τῶν κατὰ τὸ 1887 νομοθετηθέντων περὶ ἀδείας συνομολογήσεως λαχείων ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας· ταῦτα εἶχον κανονισθῆ διὰ Διατάγματος, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, νὰ λειτουργήσῃ καὶ ἀποφέρῃ ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας πλειότερα ἴσως τῶν κατὰ τὸν προκείμενον συνδυασμόν. Ὁ προκείμενος συνδυασμὸς εἶναι προτιμότερος τοῦ κανονιζομένου ὑπὸ τοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ μήπω ἐκτελεσθέντος, διότι αἱ ἐκ τοῦ Β. Διατάγματος πρόσοδοι ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀνώτεραι ἴσως τῶν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελον ὅλαι ληφθῆ ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἄρα δὲν πρόκηται ἡ πρόσοδος τῶν 4,000,000, ἡ σήμερον ἀποκτωμένη διὰ τοῦ λαχειοφόρου δανείου ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, νὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, οὐδὲν ἔχομεν συμφέρον ἐν τοῖς εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἀφορῶσιν ἐκ τοῦ δανείου τούτου. Ὡς πρὸς δὲ τὸ δάνειον, ἐπίσης δὲν ἦσαν ἀκριβῆ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας περὶ τῆς μικρᾶς ὅλως διαφορᾶς μεταξὺ τοῦ δανείου, ὅπως καθορίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ δανείου, οἷον ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ δι’ ἄλλου συνδυασμοῦ, διότι, ἐνῷ εἶναι ἀληθές, ὅτι σήμερον δυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν ἄνευ οὐδενὸς συνδυασμοῦ καὶ ἄνευ ἐκτάκτων θυσιῶν ἄλλων, πρὸς 6% περίπου—ἢ καί τι ὀλιγώτερον, ἀλλ’ εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν πρὸς 6%, —διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πραγματοποιοῦμεν τὸ δάνειον ἐπὶ ὅρῳ τόκου κατωτέρῳ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας θέλει νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ἐλαχίστη. Καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι μικρά, δὲν εἶναι ὅμως τοσοῦτον μικρά, ὅσον παρέστησεν αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτής, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐν τῷ ποσῷ τῶν 513,000 δραχμῶν περιλαμβάνεται καὶ χρεωλύσιον, ἐνῷ, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τόκου τῶν ἤδη πραγματοποιηθέντων δανείων τοῦ Κράτους, δὲν περιλαμβάνομεν χρεωλύσιον, καὶ ὅτι ἑπομένως, ἂν ἐπὶ ὅρῳ κεφαλαίου πραγματικοῦ 10,000,000 πληρώνωμεν ἐτησίως τὸ ποσὸν τῶν 520,000 ἢ 513,000, οἵα φαίνεται ἐσομένη ἡ ἐτησία πληρωμὴ κατὰ τὴν συμφωνίαν, ἡ διαφορὰ εἶναι πολὺ σπουδαιοτέρα, ἢ ὅσον παρέστησεν αὐτήν, ἀλλὰ πάντοτε, ὡς εἶπον, μικρά. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἀντὶ 6% τόκου, ἂν πραγματοποιήσωμεν κεφάλαιον 10,000,000 ἐπὶ ἐτησίᾳ πληρωμῇ 513,000. ὁ τόκος ἔσται 4 καὶ 93%, Τόκος δὲ 4 καὶ 93% πρὸς τόκον 6% ἀφίνει κέρδος ἄνω τοῦ 1%, 1% δὲ κέρδος ἐπὶ ποσοῦ 10,000,000 ἀντιστοιχεῖ πρὸς κεφάλαιον 2,000,000. Ὥστε τὸ ποσὸν δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀσήμαντον, ὅσῳ παρέστησεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτής.

§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ χρεωλυσίῳ 1%;

§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι ἐπὶ χρεωλυσίῳ. Λέγω, ὅτι ἐπὶ κεφαλαίου 10,000,000 ἡ διαφορὰ τόκου 1% εἶναι κέρδος ἐν κεφαλαίῳ 2,000,000.

§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀφείλεται πρὸς 5%.

§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, διότι οὗτος εἶναι ὁ τόκος ὁ πρέπων τὸ χρῆμα, ὑπολογιζόμενον πρὸς 5%, εἰκοσαπλασιάζεται, ὡς δὲ γινώσκετε, ἐν Γαλλίᾳ, ἧς τὰ οἰκονομικὰ συγγράμματα κυρίως σπουδάζετε, ἡ εἰς κεφάλαιον ἀναγωγὴ τοῦ τόκου γίνεται ἐπὶ τῷ εἰκοσαπλασίῳ: au denier vingt.

§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε λάβετε τὴν βάσιν ταύτην ἐπὶ ὅλων τῶν ὑπολογισμῶν σας.

§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν λαμβάνω ἐπὶ δανείου, νομίζων, ὅτι τὸ 5% εἶναι ὅρος κεφαλαιώσεως εὔλογος. Ὥστε ὅταν ὠφελώμεθα 1% ἐπὶ 10,000,000, δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν τὸ κέρδος εἰς 2,000,000.

§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κερδίζετε, ἐνῷ θέλετε πληρώσει 6%;

§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ δὲν πληρόνομεν 6%, ἀλλὰ πληρόνομεν 4 καὶ 93%, ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δανείου τούτου κερδίζομεν 2,000,000.

§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ....

§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 1% εἶναι βεβαίως διαφορά· τὸ δὲ 1%, ἀναγόμενον εἰς κεφάλαιον κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῆς κεφαλαιώσεως, τὸν ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα, τουτέστιν ἐπὶ τῷ εἰκοσαπλασίῳ, ἀνάγει εἰς 2,000,000 τὴν διαφοράν. Ἀλλ’ εἴτε 2,000,000 εἶναι ἡ διαφορά, εἴτε 300,000, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ἢ καὶ 1,666,000, λογιζομένου τοῦ τόκου πρὸς 6%, δὲν εἶναι τοῦτο τὸ κυριῶδες. Καὶ 2,000,000, ἂν ἦναι ἡ διαφορά, καὶ 4,000,000, καὶ 10,000,000 ἂν ἦναι, ἐὰν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα θέλῃ πληρώσει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν ἔχομεν κέρδος, διότι δὲν ἀφορῶμεν εἰς ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ζημίᾳ ἑτέρου ἐθνικοῦ παράγοντος. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο μίαν παρέχει κυριώδη ὠφέλειαν, οὐχὶ τὴν ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, διότι ἠδυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰ τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐπίσης προσοδοφόρον, οὐχὶ τὴν ἐκ τοῦ δανείου, διότι κερδαίνομεν 2,000,000 ἴσως ἐν τῷ τόκῳ, ἀναγομένῳ εἰς κεφάλαιον, δὲν εἶναι ὅμως τὸ κέρδος τοῦτο ἱκανῶς σπουδαῖον, ὅπως ἐπιζητήσωμεν αὐτὸ ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ δανείου ὡς λαχειοφόρου, ἀλλὰ παρέχει τὸ δάνειον τοῦτο τὴν κυριώδη ὠφέλειαν, ὅτι τὰ κέρδη τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τοῦ Δημοσίου δὲν καταβάλλονται ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ὠφέλεια, ἡ ἐκ τοῦ λαχειοφόρου δανείου, εἶναι, ὅτι ἀποκτῶμεν χρῆμα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, οὐχὶ πρὸς 6%, ἀλλὰ πρὸς 3 καὶ 20% ἐπὶ τοῦ συνόλου ἀκριβῶς. Τὰ 14,000,000, ἅτινα θὰ πραγματοποιήσωσι τό τε Δημόσιον καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ὁμοῦ, ἐπὶ πληρωμῇ 513,000 κατ’ ἔτος, ἀποφέρουσι τόκον 3 καὶ 20%. Εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὴν χώραν ἡ εἰσαγωγὴ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ 14,000,000, ἢ ποσοῦ πλησιάζοντος εἰς τὰ 14,000,000, διότι βεβαίως μικρὸν τι ποσὸν θὰ διατεθῇ καὶ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἐπὶ πληρωμῇ τόκου 3 καὶ 20%. Ἐὰν τὸ χρῆμα τοῦτο, ἐὰν τὰ 14,000,000 ἢ τὰ 13 ἢ τὰ 12 ἑκατομμύρια δὲν ἤθελον εἰσαχθῆ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλ’ ἤθελον καταβληθῆ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, παρασυρομένου ἐκ τῶν δελεασμάτων τοῦ λαχείου, οὐδὲν ἐκ τοῦ λαχειοφόρου δανείου θὰ ἐκερδαίνομεν· διότι, ναὶ μὲν τὸ Δημόσιον καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θὰ ἐλάμβανον, ἐκεῖνο μὲν δάνειον ἐπὶ τόκῳ 4 καὶ 93%, αὕτη δὲ ἀντίτιμον λαχείου ἐκ τεσσάρων ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἀμφότερα, ἥ τε ἐκ τοῦ λαχείου πρόσοδος καὶ ἡ ἐκ τοῦ ἐλάσσονος τόκου ὠφέλεια, θὰ ἐπεβάρυνον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὸ ζήτημα ἄρα περιορίζεται εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ἐὰν τὸ χρῆμα θὰ ληφθῇ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἢ ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ. Καὶ ἂν μὴ ἐλαμβάνετο περὶ τούτου πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, προδιαγράφουσα τὴν ληφθησομένην εἰδικωτέραν πρόνοιαν ἐν ταῖς συμβάσεσι, πάλιν δὲν θὰ ἐθεώρουν, ὅτι αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου θὰ διετίθεντο ἐν Ἑλλάδι, διότι ἀκριβῶς τὰ ῥηθέντα εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ δάνειον δὲν θὰ διατεθῇ ἐν Αὐστρίᾳ, ἀκριβῶς ταῦτα μαρτυροῦσιν, ὅτι ἐν Αὐστρίᾳ θὰ διατεθῇ. Ἐῤῥήθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ διατεθῇ τὸ δάνειον τοῦτο ἐν Αὐστρίᾳ, διότι ἐν Αὐστρίᾳ κυκλοφοροῦσι παντοῖα λαχειοφόρα δάνεια. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο θὰ διατεθῇ ἐκεῖ καὶ τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτρεπόμενον, διότι ἡ ἀγορὰ τῆς Βιέννης εἶναι εἰθισμένη εἰς τὴν κυκλοφορίαν τῶν λαχειοφόρων δανείων. Ὑπάρχει πλήρης ὀργανισμὸς ἐκεῖ πρὸς διάθεσιν παρὰ τῷ λαῷ τῆς Αὐστρίας καὶ Οὐγγρίας τῶν λαχείων, ὑπάρχουσιν ἐφημερίδες ἐκεῖ εἰδικαὶ, διανεμόμεναι καὶ ἐνταῦθα δωρεάν, ἐφημερίδες τῶν κυκλοφορούντων ἐν Αὐστρίᾳ λαχείων. Ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν καθ’ ἑβδομάδα διατιθεμένων ἐκεῖ ὁμολογιῶν λαχείων καὶ λαχειοφόρων δανείων παντοίων εἶναι ἐκτάκτως μέγας, εἶναι τοσοῦτον μέγας, ὥστε τὸ προστεθησόμενον εἰς αὐτὸν ἐκ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ ἡμετέρου λαχειοφόρου δανείου ποσοστὸν θὰ ᾖναι ἀνεπαίσθητον, θὰ χωνευθῇ εὐθὺς, καὶ οὐδὲν θὰ ὑπολειφθῇ διὰ τὴν κυκλοφορίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ ταῦτα δεδικαιολογημένως οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἠδύναντο νὰ παραστήσωσιν ὡς ἀνεπαρκῆ ἐγγύησιν. Ἡ ἐγγύησις εἶναι ἐπαρκὴς εἰς τοὺς γινώσκοντας ἀκριβῶς τὰ τῆς ἀγορᾶς τῆς Βιέννης, καὶ συνδυάζοντας τὰς περὶ τῶν ἐκεῖ κυκλοφορούντων λαχείων πληροφορίας πρὸς τὰς πληροφορίας περὶ τῆς ἐνταῦθα κυκλοφορίας τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἢ κάλλιον ἔτι τῶν ἀποσπωμένων λαχείων ἐκ τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐκ τῶν λαχείων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας μόλις κατωρθοῦτο εἴσπραξις ἐτησία 40.000 δραχμῶν· τὰ δὲ ἀποσπώμενα λαχεῖα ἐκ τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ἔχοντα πάντα τὸν ὀργανισμὸν καὶ παρέχοντα πάντα τὰ δελεάσματα λαχείου μετὰ κληρώσεων τετράκις τοῦ ἔτους, ταῦτα δυσχερῶς διετίθεντο. Ἔχοντες τὸ καθῆκον, ὡς ἐκ τῶν διεξαγομένων περὶ τοῦ λαχειοφόρου δανείου διαπραγματεύσεων, ν’ ἀρυσθῶμεν θετικὰς πληροφορίας, ἐπείσθημεν, ὅτι λαχεῖα, διατιθέμενα ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τὸν δοκιμώτερον τύπον, ὡς τὸ λαχεῖον τοῦτο, τὸ ἀποσπώμενον ἀπὸ τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν εἶχον ἐκτεταμένην κυκλοφορίαν· γινώσκομεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἐν Βιέννῃ αἱ ὁμολογίαι τῶν λαχείων ἔχουσιν εὐρεῖαν κυκλοφορίαν, καὶ συνεχῶς ἐν τῇ ἀγορᾷ αὐτῆς ἀναγράφονται νέα λαχεῖα, καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ τοῦ νομοσχεδίου λαχειοφόρον δάνειον, ὡς ἐκδιδόμενον ὑπὸ Ἑταιρίας Αὐστριακῆς, θὰ καταλεχθῇ ἐν Αὐστρίᾳ μεταξὺ τῶν ἀρίστων· πάντα ταῦτα πείθουσιν, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον λαχειοφόρων ὁμολογιῶν θὰ χωνευθῇ ἐν Αὐστρίᾳ, ἐλαχίστη δὲ ἀναλογία θὰ διατεθῇ ἐν Ἑλλάδι· καὶ ὅμως ἐνομίσαμεν, ὅτι καθῆκον τοῦ ψηφίζοντος ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τοῦ διατυποῦντος αὐτὸ, ἦτο δι’ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐν τῇ ἐκδόσει καὶ τῇ κυκλοφορίᾳ τῶν ὁμολογιῶν τήρησιν τῶν ἀναλογιῶν. Τοιαύτη πρόνοια ἐλήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, αἱ δὲ περὶ τούτου διατάξεις φαίνονται ἐπαρκεῖς. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἵνα παραστήσῃ τὴν πρόνοιαν ὡς ἀνεπαρκῆ εἶπεν: εἰς ποῖον δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου; δίδεται τοῦτο εἰς ἰδιωτικὴν Ἑταιρίαν, εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι πλάνη περὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ νόμος δίδει εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν τὸν ἔλεγχον τυπικῶς, ἀλλὰ πόρισμα τῆς περὶ τούτου διατάξεως εἶναι, ὅτι ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν συνομολογούντων τὸ δάνειον τὸ δικαίωμα, ὅπως διὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας κανονίσῃ τὰ τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τῶν ὁμολογιῶν ἐν Ἑλλάδι. Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου προλαμβάνεται πᾶσα ἔνστασις τῶν ἀναδόχων τοῦ δανείου, ὅτι διὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας παρεμποδίζεται ἡ κυκλοφορία τῶν ὁμολογιῶν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἑπομένως παραβιάζονται αἱ πρὸς ἐκείνους συμφωνίαι. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐκ προοιμίων ἐῤῥήθη πρὸς τοὺς συμβληθέντας περὶ τοῦ δανείου τούτου, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τοῦ δανείου ἐν Ἑλλάδι, ἑπομένως, ὅτι ἀφαιρεῖται ἀπ’ αὐτῶν ὁ κανονισμὸς τῶν περὶ τούτου, μεταβιβαζόμενος εἰς ἄλλον, ἐκτὸς αὐτῶν, ἐνεργοῦντα ἐν τῷ ἰδίῳ συμφέροντι καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, μεθ’ ἧς θὰ συνεννοῆται. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία πρὸς τοὺς συμβληθέντας περὶ τοῦ δανείου παρίσταται ὡς ἐν συμπράξει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐνεργοῦσα, ὡς ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐνεργοῦσα, καὶ τὸ δάνειον τοῦτο, ὀρθῶς παρετηρήθη, ὅτι, ἐνῷ συνομολογεῖται παρὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως, πράγματι εἶναι δάνειον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, παραχωρούσης εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν τὸ ἐκ 4,000,000 προϊόν τοῦ λαχείου. Ταῦτα, τὰ οὕτως ἔχοντα προκειμένου περὶ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου, οὕτως ἔχουσι προκειμένου καὶ περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν δικαιωμάτων, τῶν ἐκ τῆς συμβάσεως καὶ ἐκ τοῦ νόμου ἀποῤῥεόντων. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔχει ἀπέναντι τῶν συμβαλλομένων τὸ δικαίωμα, ἵνα κανονίσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐν Ἑλλάδι κυκλοφορουσῶν ὁμολογιῶν· ἀλλ’ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, συμβαλλομένη περὶ τοῦ λαχείου, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐνασκήσῃ τὸ ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα, τοῦ κανονισμοῦ τῆς κυκλοφορίας ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως· τῇ συμπράξει ἄρα τῆς Κυβερνήσεως γενήσεται ὁ κανονισμός. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἀναφέρεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τὰ πάντα, ὡς εἰ προέκειτο περὶ δανείου συναπτομένου ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τῆς Αὐστριακῆς Τραπέζης, ἢ ἄλλης Τραπέζης· ἀλλὰ τὸ ὅλον τοῦ νομοσχεδίου δεικνύει, ὅτι, ἐνῷ ἡ συμφωνία γίνεται μεταξὺ Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τῆς ὁμάδος, ἡ ἐγγύησις, ἣν παρέχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἐν γένει ἡ ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ κατὰ τὸ νομοσχέδιον θέσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καθιστᾷ ταύτην τὸν διέποντα τὰ περὶ τούτου. Ἑπομένως πᾶν δικαίωμα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, κατὰ τὰ συμφωνηθησόμενα μεταξὺ ταύτης καὶ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν τοῦ δανείου, ἔσται δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ἐπιφύλαξις, ἡ γινομένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἔσται ἐπιφύλαξις ὑπὲρ τῆς Πολιτείας. Ἡ Πολιτεία ἄρα θὰ κανονίσῃ τὰ τῆς κυκλοφορίας ἐν Ἑλλάδι διὰ τῆς διατάξεως, τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Πῶς θὰ κανονίσῃ ταῦτα; Ὑπάρχουσι λόγοι, ὧν ἕνεκα δὲν ἐθεωρήθη σκόπιμον νὰ λεχθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τίνα ἀναλογίαν θὰ κανονισθῇ ἡ ἔκδοσις καὶ ἡ κυκλοφορία τῶν ὁμολογιῶν. Ὑπάρχουσι καὶ θέματα, ὧν τὸν κανονισμὸν πρέπει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἐντέλληται εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν, εἰς ἀποτροπὴν ἐνδεχομένης βλάβης ἐκ τῆς ἀμέσου ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας διαῤῥυθμίσεως. Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ἔχουσα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τὸ δικαίωμα τοῦ κανονισμοῦ τῶν τῆς κυκλοφορίας τῶν ὁμολογιῶν, ἔχουσα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ περιλάβῃ ἐν τῇ συμβάσει τὰ τῶν ἐπιφυλάξεων περὶ τοῦ κανονισμοῦ τούτου ὑπ’ αὐτῆς, βεβαίως ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ κυκλοφορίαν ἐν Ἑλλάδι, ἀνωτέραν τῆς πρεπούσης. Ὅταν δὲ ἡ ἐν Ἑλλάδι κυκλοφορία δὲν ἀποβῇ ἀνωτέρα τῆς πρεπούσης, πάντα τὰ ἀγαθὰ, ἅτινα ἐπηγγέλθημεν, ὡς προελευσόμενα ἐκ τῆς συμβάσεως, ἐπέρχονται. Ἐὰν δὲν εἴχομεν τὴν τοιαύτην ἐγγύησιν ἐξησφαλισμένην ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν δὲν ἠθέλομεν τὴν ἔχει ἐξησφαλισμένην ἐκ τῆς συμβάσεως, καὶ πάλιν οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχε κίνδυνος διαθέσεως τοῦ λαχείου ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ ποσῷ σπουδαίῳ· αἱ ὁμολογίαι θὰ ἔμενον ἐν Αὐστρίᾳ, μὴ προσελκυόμεναι εἰς χώραν, ἔνθα περιωρισμένης ἀπεδείχθησαν τυγχάνοντα ὑποδοχῆς καὶ αὐτὰ τὰ ἐπαγωγότερα τῶν λαχείων, ὡς τὰ ἀποσπώμενα ἐκ τοῦ λαχειοφόρου δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐδὲ καταλείπουσαι εὐχερῶς χώραν, ἔνθα ἀπλήστως ζητοῦνται τοιοῦτοι τίτλοι. Περὶ τούτου περιττὴ πᾶσα ἀνάπτυξις, ἀφοῦ ὁ περιορισμὸς τῆς ἐν Ἑλλάδι κυκλοφορίας τῶν ὁμολογιῶν ἐξασφαλίζεται ἐπιπροσθέτως καὶ διὰ διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου ἀποῤῥέει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ προνοήσῃ, ὅπως διὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας κανονισθῶσι τὰ τῆς κυκλοφορίας τῶν ὁμολογιῶν ἐν Ἑλλάδι κατὰ τρόπον, ἐγγυώμενον τὴν ὑπὸ τοῦ δανείου ἀπόδοσιν τῶν ὑπὲρ τῆς χώρας ὠφελειῶν, ἃς ἐξ αὐτοῦ εὐλόγως ἀπεκδεχόμεθα· εἶπον δὲ, ὅτι ἀποβαίνει ὠφέλιμον τῇ χώρᾳ τὸ δάνειον, ἐὰν τὸ πλεῖστον τῶν λαχειοφόρων γραμματίων δὲν κυκλοφορήσῃ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ διατεθῇ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ δικαίωμα, ἵνα οὕτω κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου, καὶ ἐὰν δὲν ἐνασκήσῃ αὐτὸ, ἀθετεῖ ἠθικὴν αὐτῆς ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἐπίσης καὶ ἐν τῇ συμβάσει πρὸς τοὺς συνομολογοῦντας τὸ δάνειον θέλει λάβει πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως διαταχθῶσι τὰ τοῦ δικαιώματος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, πρὸς κανονισμὸν τῶν τῆς κυκλοφορίας τοῦ δανείου ἐν Ἑλλάδι, διὰ τρόπου, ἐπαγομένου τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατὰ τὸ πλεῖστον κυκλοφορίαν αὐτοῦ. Ἠρωτήθημεν, τίς ἔσται ὁ τρόπος. Αὐτοὶ οἱ κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ἐκφράσαντες τὴν ἀπορίαν, παρέστησαν ὡς τρόπον τὴν ἐπισφράγισιν τῶν γραμματίων, ὧν ἐπιτρέπεται ἡ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας κυκλοφορία. Μελετᾶται καὶ ὁ τρόπος οὗτος, μελετῶνται δὲ καὶ ἄλλοι τρόποι. Ὅσον καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι ἐπιτυχεῖς, δὲν ἀπεκδεχόμεθα ἐξ αὐτῶν, ὅτι θέλουσι προλάβει ἐντελῶς τὴν παράνομον κυκλοφορίαν, ἀλλ’ αὕτη γενήσεται λαθραίως, καὶ μικρὸν θέλει ἐπιπροσθέσει εἰς τὴν ὑφισταμένην ἤδη παράνομον κυκλοφορίαν ξένων λαχείων. Δυσχερεστέρα μάλιστα τῆς τῶν ξένων λαχείων ἔσται ἡ παρὰ τὰ κανονισθησόμενα κυκλοφορία τῶν γραμματίων τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον λαχείου, διότι ἡ εἰδικὴ περὶ τῆς ἐπιτρεπομένης κυκλοφορίας πρόνοια, θέλει καταστήσει εὐχερεστέραν τὴν πρὸς ἀποκλεισμὸν τῆς μὴ ἐπιτρεπομένης ἐποπτείαν. Κατὰ τὰ πορίσματα ἄρα τῆς μελέτης περὶ τοῦ τελεσφορωτέρου τρόπου τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπιφυλαχθέντος ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας δικαιώματος, θέλει κανονίσει αὕτη, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ἀναλογίαν τῆς θεμιτῆς ἐν τῇ χώρᾳ κυκλοφορίας, καὶ τὰ πρὸς τὴν ὅσον ἔνεστι πληρεστέραν τῶν διαταχθησομένων ἐφαρμογήν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.

§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἠμφισβητήσαμεν τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκηρύχθημεν κατ’ αὐτοῦ, παρακαλῶ νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ σύνολον δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἥτις εἶναι ὁλόκληρον νομοσχέδιον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Σάκκη καὶ Κ. Ἀργασάρη Λομβάρδου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Χαρ. Τρικούπης ΝΝεοκλ. Πετιμεζᾶς
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΑ. Παπαγιαννακόπουλος Ο
Γ. Σισμάνης ΝΑ. Φωτήλας Ν
Δ. Βουλπιώτης ΝἈνδρ. Αὐγερινὸς Ν
Ἀθ. Ἴσκος ΟἈντ. Ῥικάκης Ο
Ν. Καλαντζόπουλος ΝἈχ. Γεροκωστόπουλος Ο
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἰω. Κρεστενίτης Ο
Μ. Γουλιμῆς ΝΝ. Κουμανιώτης Ο
Μ. Ἰατρίδης ΝΧρ. Στεφανόπουλος Ν
Δ. Χατζόπουλος ΟἈλέξ. Ζαΐμης Ο
Γεώργ. Μίλησης ΝΝικόλ. Καλογερόπουλος Ν
Σπυρ. Νοταρᾶς Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν
Γ. Κούστας Ν. Παπανικολάου Ν
Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος Ν. Καφετζόγλους Ν
Σωτήριος Δανόπουλος ΝΙ. Πεζᾶς
Ἀναστ. Δημητριάδης ΝΚ. Σινέλης
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝΒ. Βουδούρης Ν
Δημήτριος Πετρίδης ΟΚ. Ἀργασάρ. Λομβάρδος Ν
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟἈναστ. Ε. Λούντζης Ν
Θεοδ. Β. Δηλιγιάννης Διον. Λομβάρδος Ν
Χρῆστος Χριστόπουλος ΟΓ. Θεοτόκης Ν
Φίλιππος Βάρβογλης Κ. Βασιλάκης
Ἠλίας Φλέσσας Ἀντ. Καποδίστριας
Κ. Κωνσταντόπουλος ΟΝ. Βασιλάκης
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο
Παναγιώτης Μανέτας ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΟΣ. Ἀλαμάνος
Ἠλίας Παλαμήδης Θεόφ. Προβατᾶς
Κωνστ. Κατσικόπουλος Ἰωάν. Παδοβᾶς Ν
Δ. Ζέγγελης Εὐάγγ. Μπασιᾶς Ο
Δημ. Ν. Βότσαρης Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟἈνδρ. Ἄν. ΚαβαλιεράτοςΝ
Γεώργ. Χ. Παχὺς ΝΝ. Βαλσαμάκης Ο
Στέφανος Δραγούμης ΝΓεράσιμος Μουσούρης Ν
Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΟΠαν. Βενιεράτος
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝΓ. Τυπάλδος Κοζάκης Ο
Φωκίων Νέγρης ΝΓ. Κόρπας Ο
Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ν
Νικόλ. Μπουφίδης Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν. Νομικὸς Ν
Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΟΜίνως Μπογιατζόγλους Ν
Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΓεώργιος Μπούμπουρας Ν
Ὄθων Μακρυγιάννης ΝΛωρέντζος Δελαρόκας Ν
Τρύφων Μουτσόπουλος ΝΔημοσθένης Καΐρης Ν
Θάνος Κανακάρης ΝΓεώργιος Δρόσος Ν
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Νικόλαος Κρίσπης Ν
Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Νικόλαος Παπαλέξης
Κωνστ. Κοσσονάκος ΝΝικόλαος Μισυρλῆς Ο
Γεώργιος Μαυρομιχάλης ΟΝ. Καράπαυλος Ν
Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ἀσημάκης Χριστόπουλος Ο
Γιανν. Μαυρομιχάλης ΝΕὐστάθιος Κοκκέβης
Νικήτας Βαρβιτσιώτης Δημήτριος Κάρτσωνας Ο
Λεων. Καπετανάκος Δημήτριος Π. Γουδῆς Ν
Ξανθὸς Πικουλάκης ΝΣ. Χατζηγάκης
Γεώργ. Πετροπουλάκης Κ. Ζωγλοπίτης Ν
Κ. Παπαμιχαλόπουλος ΟἈθ. Καζαμπάκας Ν
Ἰωάννης Καρτάλης Γ. Φραγκίδης Ν
Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝΑ. Τακιατζῆς Ν
Εὐάγ. Σταμούλης ΝΓ. Τάκης
Ν. Κοκωσλῆς Ν. Ταρμπάζης Ο
Ἰω. Παπαδόπουλος ΝΖ. Φαλιάγκας
Κωνστ. Μαρκίδης ΝΣταμάτιος Μπουντούρης Ν
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Θεόδωρος Γκίκας Ν
Δημ. Κουτσουμπλῆς ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ν
Εὐθ. Μπατζιᾶς ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
Ἀχιλ. Λογιωτάτου Νικόλ. Κοντογιάννης
Σωτήριος Σωτηρόπουλος ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Κωνστ. Κουμουνδοῦρος ΟΓεώργιος Λιδωρίκης Ν
Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
Δημήτριος Τζάνες ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ν
Περικλῆς Μποῦτος Κωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΟ
Παναγιώτης Σάκκης ΟΘεμιστοκλῆς Κανάρης

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 106. Ἐκ τούτων 74 εἶπον Ναὶ καὶ 32 Ὄχι. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας συνομολογήσεως καὶ τροπῆς δανείων.

§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀδείας συνομολογήσεως καὶ τροπῆς δανείων δύναται εὐλόγως νὰ ἐπικληθῇ πάνδοχον νομοσχέδιον (omnibus), διότι περιλαμβάνει πᾶν, ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ δανείζεσθαι, τὸ ἐξοφλεῖν δάνεια, καὶ τὸ διὰ τοῦ μέσου τούτου εὑρίσκειν καὶ δαπανᾷν χρήματα. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἱδρύει ἀτάκτως ἐν Ἑλλάδι τὸ μέγα βιβλίον τῶν παγίων δανείων, ἄνευ προδιαγεγραμμένων κανόνων καὶ ὅρων. Ἱδρύει αὐτὸ καὶ τὸ ἀφίνει ἀνοικτὸν εἰς τὴν πλήρη καὶ ἀνεξέλεγκτον διάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἕνα μόνον θέτει περιορισμὸν, ὅτι τὰ πάγια δάνεια, ἅτινα ἀπεριορίστως, καὶ κατὰ χρόνον καὶ κατὰ ποσὸν, δύναται νὰ συνάψῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν πρέπει νὰ φέρωσι τόκον ἀνώτερον τῶν 6% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου. Τὸ ἄρθρον 1ον ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανείζηται ἄνευ εἰδικῶν ἐγγυήσεων καὶ ἐπὶ τόκῳ 6%, οἱονδήποτε ποσὸν καὶ καθ’ οἱουσδήποτε τρόπους, ὅρους καὶ τύπους ἐγκρίνῃ. Τὸ προϊὸν τῶν οὕτω συνομολογηθησομένων δανείων θέλει χρησιμοποιεῖ εἰς τὴν ἀπόσβεσιν προγενεστέρων δανείων, καὶ εἰς τὴν ἀγορὰν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τούτων, μέχρι τῆς τιμῆς τοῦ ἀρτίου αὐτῶν. Τὸ ἄρθρον 2ον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἄνευ νέου δανείου τροπὴν τῶν ὑπαρχόντων δανείων, ἣν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐκτελέσῃ εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ Τραπέζης τινὸς, ἐπὶ τῶν βάσεων, ἃς ἤθελεν ἐγκρίνει, ἀγοράζουσα διὰ λ)σμὸν τοῦ Δημοσίου τὰς ὁμολογίας ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἤθελον παραδεχθῇ τὴν προτεινομένην τροπήν. Τρέπουσα δὲ δάνειόν τι, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ αὐξήσῃ τὸν τόκον αὐτοῦ, ἐπιπροσθέτουσα εἰς αὐτὸν μέρος τοῦ καταργουμένου χρεωλυσίου, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ μόνον, ὅπερ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν, εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν συμπεφωνημένων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, αἵτινες περιλαμβάνουσι τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον· δύναται π.χ. δάνειόν τι, φέρον τόκον 5% καὶ 1½% χρεωλύσιον, οἷα εἶναι σήμερον τὰ τῶν 120 καὶ 100 ἑκατομμυρίων, νὰ τρέψῃ εἰς δάνειον, φέρον 5½% τόκον ἄνευ χρεωλυσίου. Ἡ Κυβέρνησις δὲ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην θέλει ἀγοράζει διὰ λ)σμὸν τοῦ Δημοσίου τὰς ὁμολογίας τῶν μὴ παραδεχομένων τὴν τοιαύτην τροπήν. Εἰς προηγουμένην ἐρώτησίν μου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 2ου προτίθεται νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τροπὴν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπραγματοποίησε τὴν τῶν 26,000,000 μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ τοιοῦτό τι ἐν τῷ νῷ του σήμερον, αἱ διατάξεις ὅμως τοῦ νομοσχεδίου δὲν περιορίζονται εἰς τοιαύτην μόνον πρᾶξιν. Τὰς διαφόρους ὁμολογίας, ἃς θέλει ἀγοράσει διὰ λ)σμὸν τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὰ ἄρθρα 1ον καὶ 2ον, ἡ Κυβέρνησις δύναται κατὰ τὸ ἄρθρον 3ον νὰ πωλήσῃ, τὸ δὲ ἀντίτιμον αὐτῶν νὰ χρησιμοποιήσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν προηγουμένων χρεῶν τοῦ Δημοσίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια καὶ τὰ ἐπ’ ἀνοικτῷ λ)σμῷ ὀφειλόμενα εἰς τὰς Τραπέζας. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἀγοραὶ αὗται, αἱ πωλήσεις καὶ αἱ λοιπαὶ πράξεις, εἰς ἃς ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, θ’ ἀπαιτῶσι προμηθείας καὶ ἄλλα ἔξοδα, ἐνδέχεται δὲ νὰ φέρωσι καὶ ζημίας, τὸ ἄρθρον 4ον ἐξουσιοδοτεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώνῃ ταύτας διὰ Β. Διαταγμάτων. Τὸ νομοσχέδιον δύο ἔχει σκοπούς, τὴν διὰ δανείων προμήθειαν χρημάτων εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τὴν κατάργησιν χρεωλυσίων, περὶ ὧν εἰδικώτερον ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰ τοῦ δανείου τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ 1824 καὶ 1825, καὶ τοῦ τῶν 60,000,000, ἐξ ὧν θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ 1,700,000 φράγκων. Πρὶν ἐξετάσω τὰς συνεπείας καὶ τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα θὰ φέρῃ ἡ πραγματοποίησις τῶν δύο τούτων σκοπῶν τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ἀναγκαῖον, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῶν οὐσιωδεστέρων πλημμελειῶν, ἃς περιέχει τοῦτο. Πρώτη τοιαύτη πλημμέλεια εἶναι, ὅτι ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς μελέτης ἑκάστου συνδυασμοῦ καὶ πάσης ἄλλης πράξεως, σκοπούσης νὰ ἐπιβάλῃ βάρη ἐπὶ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων, τίνα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα ὡρισμένου οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, δανείου ἢ ἄλλης τοιαύτης πράξεως. Θὰ μάθῃ μόνον μετὰ τὴν ἐκτέλεσίν των τὰ τελικὰ αὐτῶν ἀποτελέσματα, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὦσι ταῦτα, καὶ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἐπιβάλλωσι βάρη ἐπὶ τῆς χώρας. Ἐν Βουλῇ ἑτέρου Ἔθνους, βεβαίως κοινοβουλευτική τις Κυβέρνησις δὲν ἤθελε τολμήσει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῆς τοιοῦτο νομοσχέδιον, ὅπερ στερεῖ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἑνὸς τῶν σπουδαιοτέρων κλάδων τῆς ἐνεργείας αὐτῆς. Ἐν τῇ Βουλῇ ὅμως ἡμῶν ὑποβάλλεται τοῦτο καὶ θὰ ψηφισθῇ, διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς χρήσεως, ἣν ποιεῖται, τῶν διαφόρων μέσων, ἅτινα τὸ πολίτευμα ἔθεσεν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς, ἠλλοίωσε τὸν χαρακτῆρα τῆς Βουλῆς, καὶ περιώρισε τὸν κύκλον τῶν σκέψεων αὐτῆς εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε καὶ τοῦτο καὶ ἄλλα βαρύτερα αὐτοῦ νομοσχέδια δύναται νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Ἑτέρα πλημμέλεια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐργασιῶν τῆς Κυβερνήσεως περιλαμβάνει τοιαύτην ὅλως ξένην αὐτῆς, παρέχει δ’ εἰς αὐτὴν τὴν ἄδειαν τῆς ἀγοραπωλησίας ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ τῆς ἐπ’ αὐτῶν ἀμέσου ἢ ἐμμέσου κερδοσκοπίας. Ἡ τοιαύτη ἐργασία εἶναι ἐκτὸς τοῦ κύκλου οὐ μόνον τῶν ἔργων πάσης τιμίας Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, εἰς ἃς ἀπαγορεύεται τὸ κερδοσκοπεῖν ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν χρεωγράφων. Δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι, διδομένης τοιαύτης ἀδείας διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε θέλει ποιήσει χρῆσιν αὐτῆς, ὅπως εἴς τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ, χωρὶς νὰ τὸ εἴπῃ καθαρῶς, ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐν τῇ ἀλληλουχίᾳ τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τῶν ἐκδόσεων καὶ μετατροπῶν δανείων, ἡ Κυβέρνησις, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, θὰ παρακινηθῇ, εἰς πρώτην παρουσιασθησομένην ἀνάγκην, νὰ ἔλθῃ εἰς ὑποστήριξιν τῆς τιμῆς τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, δι’ ἀγορᾶς τοιούτων. Ἅπαξ δὲ εἰσελθοῦσα εἰς τὴν ὁδὸν ταύτην, ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων θὰ ὠθήσῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῶν τοιούτων πράξεων, πρὸς βλάβην, καὶ ἠθικὴ καὶ ὑλικὴν, τοῦ Δημοσίου. Καὶ τὸ γεγονὸς μόνον τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφῆς τῆς ἀδείας πρὸς ἀγορὰν καὶ πώλησιν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, καὶ ἄνευ ἐκτελέσεως αὐτῆς, δύναται νὰ βλάψῃ οὐσιωδῶς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ὅταν μάλιστα θὰ καταπαύσῃ τὸ σήμερον ἐπικρατοῦν εἶδος χρηματιστικοῦ πυρετοῦ, οὐ μόνον ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν, ἀλλ’ ἐπὶ πάντων σχεδὸν τῶν χρεωγράφων, καὶ θὰ κριθῶσι ψυχρότερον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. Ἑτέρα πλημμέλεια εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα, δηλ. ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 διδομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄδεια τροπῆς δανείου τινὸς δι’ αὐξήσεως τοῦ τόκου καὶ καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου. Τὰς πλημμελείας ταύτας ὑποδεικνύω ἁπλῶς εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐπιχειρῶ δὲ τὴν λεπτομερεστέραν αὐτῶν ἀνάπτυξιν, καὶ τὴν διὰ θετικῆς προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου διόρθωσιν αὐτῶν, διότι, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον ψυχολογικὴν κατάστασιν ἡ Βουλὴ, γνωρίζω, ὅτι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι μάταιος κόπος. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶπον, εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εὕρεσις χρημάτων διὰ δανείων, καὶ ἡ κατάργησις τῶν χρεωλυσίων. Ἡ εὕρεσις χρημάτων διὰ δανείων ἀποτελεῖ μίαν τῶν κυριωτέρων βάσεων τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δάνειον ἀπό τινων ἐτῶν κατήντησε παρ’ ἡμῖν, οὐχὶ ἔκτακτος πόρος, ὡς θεωρεῖται πανταχοῦ, ἀλλὰ πόρος τακτικὸς καὶ συνήθης τοῦ Δημοσίου. Αἱ εὐκολίαι, ἃς παρέχει, καὶ ἡ πρόσκαιρος οἰκονομικὴ εὐεξία, ἣν φαίνεται, ὅτι φέρει εἰς τὸν τόπον, συντελοῦσιν, ἵνα λησμονηθῇ, ὅτι τὰ σήμερον λαμβανόμενα χρήματα θὰ πληρωθῶσι μίαν ἡμέραν καὶ νὰ μὴ δίδηται ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὰ ἐπερχόμενα ἄμεσα ἀποτελέσματα, τὰ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Πάντες δὲ γνωρίζομεν, τίνα εἰσὶ τὰ διὰ τὴν χώραν προκύπτοντα ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τούτων κακά. Αἱ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου εἶναι ὁ κύριος λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἐξακολουθητικὴ δὲ αὔξησις αὐτῶν εἶναι ἡ ἀφορμὴ, ἡ παγιοῦσα αὐτὴν καὶ ἡ καθιστῶσα ἀδύνατον τὴν ὁριστικὴν καὶ διαρκῆ αὐτῆς ἄρσιν. Τὸ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέος τοῦ Δημοσίου δὲν εἶναι ὁ λόγος τῆς διατηρήσεως αὐτῆς. Τὸ Δημόσιον δύναται σήμερον εὐκόλως νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος τοῦτο διὰ συνομολογήσεως δανείου ὑπὸ ὅρους ἐπωφελεῖς δι’ αὐτό. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὰ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν χρέη τοῦ Δημοσίου ἐξακολουθοῦσιν αὐξανόμενα, παγία καὶ ὁριστικὴ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν εἶναι δυνατή. Δύνασθε ν’ ἄρητε αὐτὴν προσκαίρως, ἡ πληρωμὴ ὅμως τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, ἐν ᾗ εὑρίσκεται σήμερον θέσει ἡ ἐξαγωγὴ καὶ εἰσαγωγὴ τῆς χώρας, θέλει φέρει τοιαύτην νομισματικὴν στενοχωρίαν καὶ διατάραξιν, ὥστε θ’ ἀναγκάσῃ ὑμᾶς, νὰ ἐπαναφέρητε τάχιστα αὐτήν. Τὸ βάρος τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου αἰσθανόμεθα πάντες καθ’ ἑκάστην περιοδικὴν ἐπάνοδον τῶν προθεσμιῶν τῆς πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων καὶ λοιπῶν εἰς μεταλλικὸν πληρωμῶν τοῦ Δημοσίου. Ἑκάστη τοιαύτη προθεσμία εἶναι στιγμὴ ἀγωνίας διὰ τὸν τραπεζιτικὸν καὶ ἐμπορικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐν τῷ ἐφαρμοζομένῳ οἰκονομικῷ συστήματι δὲν ὑπάρχει συστηματικὴ καὶ κανονικὴ ἐνέργεια πρὸς ἔγκαιρον εὕρεσιν τῶν ἀναγκαίων μέσων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πληρωμῶν αὐτῶν. Πάντοτε δὲ τὸ Δημόσιον εὑρίσκεται εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ προμηθευθῇ τὸ εἰς αὐτὸ ἀναγκαιοῦν συνάλλαγμα ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἢ νὰ εὕρῃ αὐτὸ διὰ δανείου. Ἀλλ’ ἡ προμήθεια αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ εἶναι πάντοτε σχεδὸν ἀδύνατος, διότι, ἂν ὑπάρχῃ ἐν αὐτῇ τοιοῦτον, ἡ παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐξαγορὰ αὐτοῦ ἤθελε στερήσει τὸ ἐμπόριον τοῦ κυριωτέρου ὀργάνου τῆς κινήσεως αὐτοῦ, καὶ διὰ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος ἤθελε προξενήσει ἀνυπολογίστους ζημίας εἰς τὸν ἐμπορικὸν καὶ τραπεζιτικὸν κόσμον. Ὡς μόνον δὲ μέσον εὑρέσεως συναλλάγματος μένουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ δάνεια, ἅτινα ἑκάστοτε συνάπτει, προτιμῶσα τὴν συνομολόγησιν αὐτῶν κατὰ τρόπον περίπλοκον καὶ κρύπτοντα τὰ βάρη, ἅτινα ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοιουτοτρόπως ἡ Κυβέρνησις ἀποφεύγει μὲν τὸ προφανὲς κακόν, ὅπερ ἤθελε προκύψει ἐκ τῆς ἀγορᾶς συναλλάγματος ἐν τῷ τόπῳ, αὐξάνει ὅμως καθ’ ἑκάστην πληρωμὴν τὴν γενέτειραν αἰτίαν τοῦ κακοῦ, τὴν ἀνάγκην δηλ. τῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστολῆς νομίσματος. Οὕτω δὲ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ἀπὸ ἑξαμηνίας εἰς ἑξαμηνίαν, ἡ ἀνάγκη αὕτη ἀποβαίνει βαρυτέρα καὶ ἐπικινδυνωδεστέρα, μοιραίως δὲ θὰ φέρῃ τὸν τόπον εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Ἡ κατάργησις τῶν χρεωλυσίων, ἣν προτίθεται ὡσαύτως τὸ νομοσχέδιον, σκοπεῖ τὴν ἐλάττωσιν τῶν τοιούτων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Ἤθελε δὲ βεβαίως φέρει τοιαύτην, ἂν ἐν τῇ ἀλληλουχίᾳ τῶν διαφόρων συνδυασμῶν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπέληγεν εἰς ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Ἡ κατάργησις ἢ ἀναστολὴ τῶν χρεωλυσίων δὲν ἀποτελεῖ ἀπολύτως κέρδος ὁριστικόν. Αὕτη διὰ τὸ Δημόσιον εἶναι, ὅ,τι διὰ τὸν ἰδιώτην ἡ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς τοῦ χρέους του. Δὲν κερδίζει δὲ ὁ ἀναβάλλων τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν του, ἀλλ’ ὁ πληρόνων αὐτά. Ὅταν ὅμως τὸ Δημόσιον εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ δανείζηται χρήματα, διὰ νὰ πληρόνῃ χρεωλύσια, τότε βεβαίως ἡ κατάργησις ἢ ἀναστολὴ τοῦ χρεωλυσίου εἶναι ὠφέλιμος. Ἔτι δὲ μᾶλλον εἶναι αὕτη ὠφέλιμος, ὅταν τὸ Δημόσιον, δανειζόμενον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, πληρόνῃ τόκους ἀνωτέρους ἐκείνων, οὓς λαμβάνει ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὁμολογιῶν, ἃς ἐξοφλεῖ διὰ τοῦ χρεωλυσίου. Ἡ κατάργησις ὅμως τῶν χρεωλυσίων τότε μόνον εἶναι ἐπωφελὴς, ὅταν φέρῃ θετικὴν ἐλάττωσιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἀποσοβῇ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀδιακόπου ἐξακολουθήσεως τοῦ δανείζεσθαι. Ὅταν δὲ ὁ ὅρος οὗτος δὲν ἐπιτυγχάνηται, ἡ κατάργησις τότε τῶν χρεωλυσίων συντελεῖ εἰς τὴν κεκρυμμένην αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ εἰς τὴν παγίωσιν αὐτοῦ, εἰς τὴν ἐξάλειψιν δὲ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κεφαλαίου δαπάνης, ὠφελίμου καὶ παραγωγικῆς, ὅπερ παρέχει εἰς αὐτὸν ἐλαστικότητα, δυναμένην νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ὁριστικῆς καὶ παγίας ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν διὰ πολιτικῆς, στηριζομένης ἐπὶ τῆς φειδοῦς καὶ τῆς οἰκονομίας. Διὰ νὰ κρίνωμεν, τίνες ἔσονται αἱ συνέπειαι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τίνα ἀποτελέσματα ἔφερεν ἡ πολιτικὴ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν καὶ τῶν δανείων, ἣν ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τῆς ὁποίας ἐπηυξημένη συνέχεια καὶ ἀνάπτυξις εἶναι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Τί πράττει ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν; Τακτικῶς καὶ ἀδιακόπως συνομολογεῖ δάνεια εἰς μεταλλικὸν, διὰ τοῦ προϊόντος τῶν ὁποίων πληρόνει τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Ὅπως καλύψῃ δὲ τὴν ἐκ τῆς συνομολογήσεως τῶν δανείων τούτων ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, συνδέει πάντοτε ταῦτα, εἴτε μετὰ τῆς καταθέσεως τῶν προωρισμένων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ὑπεγγύων ἐσόδων, εἴτε μετὰ τῆς ἐξοφλήσεως ἢ τροπῆς προϋπαρχόντων δανείων. Πλάττει δ’ οὕτω δύο σειρὰς πληρωμῶν, παραλλήλως καὶ συγχρόνως σχεδὸν ἐκτελουμένας, τὴν μὲν εἰς μεταλλικὸν, καὶ αὕτη εἶναι ἡ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, τὴν δὲ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἐξόφλησις τῶν προϋπαρχόντων δανείων. Ἐν τῇ παραλλήλῳ δὲ ταύτῃ ἐκτελέσει τῶν δύο τούτων πληρωμῶν ἰσοτιμᾷ τὸ ὄργανον τῆς ἐκτελέσεώς των, τὸ νόμισμα δηλ., δι’ οὗ ἐκτελεῖ αὐτάς. Καὶ εἰς μὲν τὰς διὰ μεταλλικοῦ πληρωμὰς ἰσοτιμᾷ τὸ μεταλλικὸν πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, εἰς δὲ τὰς διὰ γραμματίων ἰσοτιμᾷ ταῦτα πρὸς τὸ μεταλλικόν. Τοιουτοτρόπως δὲ παρουσιάζει εἶδος ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν τούτων, καὶ παριστᾷ τὰ συνομολογούμενα δάνεια, ὡς μὴ ἐπιβαρύνοντα τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Κατὰ τὴν παράλληλον ὅμως ταύτην ἐκτέλεσιν τῶν δύο πληρωμῶν παρουσιάζεται συνήθως ἀριθμητικὴ διαφορὰ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, δανείζεται δηλ. τοῦτο πλειότερα φράγκα χρυσᾶ καὶ πληρόνει ὀλιγωτέρας δραχμὰς εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἐξ ἀνάγκης βαρύνει τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Παρουσιάζεται ὅμως καὶ ἑτέρα οὐσιωδεστέρα διαφορά, ἡ τῆς διαφόρου ἀξίας τοῦ νομίσματος, δι’ οὗ ἐκτελεῖται ἑκάστη τῶν πληρωμῶν τούτων. Τὴν διαφορὰν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁσάκις μὲν καταναλίσκεται καὶ δαπανᾶται ὁριστικῶς, τὴν ἀναγράφει εἰς βάρος τῶν προϋπαρχόντων καὶ πληρονομένων δανείων, καὶ δὲν τὴν ὑπολογίζει μεταξὺ τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως, ἣν ἔδει νὰ βαρύνῃ, ὡς ἔπραξε διὰ τὰς εἰς μεταλλικὸν πληρωμὰς τῆς 1ης ἑξαμηνίας τοῦ 1887, ὧν τὴν νομισματικὴν διαφορὰν ὑπελόγισεν εἰς βάρος τῶν δανείων τῶν 4 καὶ 25 ἑκατομμυρίων. Ὁσάκις δὲ ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν καταναλίσκεται, ὅπως συμβαίνει εἰς τὰ προσωρινὰ δάνεια τῶν 10,200,000 φράγκων καὶ τῶν 400,000 λιρῶν, ἀφίνει αὐτὴν ἐκκρεμῆ, ἵνα τὴν καλύψῃ κερδοσκοπῶν ἐπὶ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τῶν γραμματίων καὶ τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἢ συνομολογῶν πάγιον δάνειον, ὡς πράττει σήμερον διὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 30,000,000, ὅπερ θέλει χρησιμεύσει πρὸς πληρωμὴν τῶν προσωρινῶν τούτων δανείων, καὶ εἰς βάρος τοῦ ὁποίου θέλει καταλογισθῆ ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος τῶν 10,200,000 φράγκων καὶ τῶν 400,000 λιρῶν, ἥτις κατηναλώθη ἐντὸς τῶν χρήσεων τοῦ 1887 καὶ 1888. Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ δὲ τὰς τοιαύτας ἀτάκτους ἐγγραφὰς, χαρακτηρίζει τὴν δαπάνην τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος ὡς ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἑκάστης χρήσεως, ἥτις θέλει ἐκκαθαρισθῆ ἐν τῷ μέλλοντι, ἐὰν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον θὰ ἐξελέγξῃ τοὺς Ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους. Ὑποκαθιστᾷ δ’ οὕτως ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ Δημοσίου τὴν ἠθικὴν εἰς τὴν ἀριθμητικὴν, ὅπως ἐν ἄλλοις κλάδοις τῆς διοικήσεως τὰς ἠθικὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου ὑποκαθιστᾷ εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν ῥητῶν διατάξεων τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοιαύτης ὑποκαταστάσεως ἐνεργεῖ προβιβασμοὺς ἀξιωματικῶν, πληρωμὴν χρεῶν μὴ ὀφειλομένων, ἢ ἄλλας ἀναλόγους πράξεις. Ἡ τοιαύτη ὑποκατάστασις τῆς ἠθικῆς εἰς τὴν ἀριθμητικὴν καὶ οἱ τοιοῦτοι τεθολωμένοι ὑπολογισμοὶ φέρουσιν ἀναντιῤῥήτως διατάραξιν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου. Τὰς λεπτομερείας τῆς τοιαύτης διατάξεως δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν. Μόνον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καλῶς λειτουργοῦν, ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ταύτας. Τὰ τελικὰ ὅμως ἀποτελέσματα τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκομεν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους ἀναγράφει δαπάνην δρ. 23,900,000, ἐξ ὧν 5,500,000 διὰ χρεωλύσια, καὶ τὸ ὑπόλοιπον διὰ τόκους καὶ λοιπὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Τὸ εἰς μεταλλικὸν δὲ καὶ κυρίως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὀφειλόμενον ποσὸν ἐκ τῶν 23,900,000 ἀνήρχετο τότε εἰς 16,500,000. Κατὰ τὸ 1886 τὸ εἰς μεταλλικὸν χρέος τοῦ Δημοσίου ἀνῆλθεν εἰς 22,800,000, τὸ ὅλον δὲ ποσὸν, τὸ πληρωτέον διὰ τὸ δημόσιον χρέος, εἰς 35,800,000, ἐξ ὧν 6,500,000 διὰ χρεωλύσια. Ὁ Προϋπολογισμὸς δὲ τοῦ 1889, ὅστις εἶναι τὸ προϊὸν τῆς ἐφαρμοσθείσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγράφει ἐτησίαν δαπάνην ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους 38,800,000, ἐξ ὧν 25,500,000 εἰς μεταλλικόν. Τὰ χρεωλύσια δ’ ἐν αὐτῷ ἀνέρχονται εἰς μόνον 5,700,000. Συνέπεια τῆς ἐφαρμοσθείσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ δημοσίου χρέους ἐν γένει, καὶ τῶν εἰς μεταλλικὸν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου ἰδίᾳ, ἐλάττωσις δὲ τῶν χρεωλυσίων. Ἐν μιᾷ τῶν συνεδριάσεων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπαρουσίασε πίνακα, παριστῶντα ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου 6,000,000, προελθοῦσαν ἐκ τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ συνδυασμῶν. Ὁ πίναξ οὗτος ἦτο ἀκριβὴς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐν αὐτῷ ἀναγραφομένας ὠφελείας. Δὲν ἀνέγραφεν ὅμως καὶ τὰ βάρη, ἅτινα ἐπεβλήθησαν εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τῶν ἰδίων συνδυασμῶν, οἵτινες ἔφερον τὰς ὠφελείας ταύτας. Ταῦτα δὲ εὑρίσκει τις, συγκρίνων τὰς ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους ἀναγραφομένας δαπάνας καὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, αἵτινες ἀπὸ μὲν τοῦ 1884 μέχρι τοῦ 1889 παρουσιάζουσιν αὔξησιν τῆς ἐτησίας πληρωμῆς, δι’ ὅλον μὲν τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου ἐκ δραχμῶν 15,450,000, διὰ τὰς εἰς μεταλλικὸν δὲ καὶ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ἐκ δρ. 9,200,000· ἀπὸ δὲ τοῦ 1886 μέχρι τοῦ 1889, διὰ τὸ πρῶτον μὲν ἐκ δρ. 4,100,000, διὰ τὰς δευτέρας δὲ ἐκ δρ. 3,000,000. Ἐκτὸς δὲ τῶν αὐξήσεων τούτων κατηργήθησαν κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, καὶ δὲν ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, χρεωλύσια, ἀνερχόμενα εἰς δρ. 2,500,000, ἅτινα, ἂν ἀνεγράφοντο ἐν αὐτῷ, ἤθελον ἀναβιβάσει τὴν ἐτησίαν δαπάνην τοῦ δημοσίου χρέους εἰς 41,250,000. Τὰ χρεωλύσια δὲ ταῦτα, ἅτινα μετετράπησαν εἰς τόκους τῶν συνομολογηθέντων δανείων, καὶ κατηναλώθησαν εἰς ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου, συγκεφαλαιούμενα ἐπὶ τῇ βάσει ἐτησίου τόκου 6%, ἀντιπροσωπεύουσι κεφάλαιον, ὑπερβαῖνον τὰ 40,000,000, ἅτινα ἐδαπανήθησαν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπελθούσης αὐξήσεως τῶν διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἐτησίων πληρωμῶν. Τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμοσθείσης δανειστικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς πάντα, κηδόμενον τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, δικαίαν ἀνησυχίαν περὶ τῶν συνεπειῶν, ἃς θὰ ἔχῃ ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἐφαρμοζομένη ἐν τῇ εὐρύτητι, ἣν λαμβάνει διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἡ αὔξησις τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποχρεώσεων ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐξάντλησις τοῦ ὅλου σχεδὸν τῶν χρεωλυσίων, ἔσονται αἱ πιθαναὶ αὐτῆς συνέπειαι, αἵτινες θὰ ἐξασθενίσωσι σπουδαίως τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν, στηριζομένη ἑτέρα πολιτική, φειδοῦς καὶ οἰκονομίας, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ῥιζικὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.

§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυσκόλως τῇ ἀληθείᾳ δύναται νὰ εὕρῃ τις ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἱστορίᾳ ἄλλων Κρατῶν ζητουμένην μεταβίβασιν τοσούτων ἀθρόων δικαιωμάτων τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ὥστε μετὰ τὴν μεταβίβασιν τῆς ἐξουσίας ταύτης τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ ἀπογυμνοῦται τῆς κυριωτέρας τῶν μεριμνῶν αὑτοῦ, τῆς μερίμνης νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ νὰ ἐκφέρῃ αὐτὴν ἐπὶ σημαντικοῦ κλάδου τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῶν κυβερνώντων, τοῦ κλάδου τῆς δανειστικῆς. Ἄλλοτε ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου κατεδηλοῦτο τοιαύτη καὶ τοσαύτη φειδὼ περὶ τὴν μεταβίβασιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ὥστε, συζητουμένων νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητεῖτο ἡ ἄδεια πρὸς ἔκδοσιν ἢ συνομολόγησιν δανείου τινός, ἡ Βουλὴ ἠσχολεῖτο νὰ κανονίσῃ αὕτη τὰς λεπτομερείας τοῦ δανείου τούτου. Καὶ δύναταί τις νὰ ἀναμολογήσῃ ὑπερβολικὴν τὴν φειδὼ ἐκείνην, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐλέγξῃ ἐπὶ ἀσθενεῖ συνειδήσει τοῦ καθήκοντος τὰ μέλη τῶν κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους Βουλῶν, ἀφοῦ μετὰ τοσαύτης φειδοῦς ἔστεργον νὰ μεταβιβάσωσι τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν εἰς τοὺς κυβερνῶντας. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ ὅμως τῇ κοινοβουλευτικῇ τῶν ἄλλων Κρατῶν οὐδέν, οὐχὶ παραπλήσιον, ἀλλ’ οὐδὲ ἀνάλογον, δύναταί τις ν’ ἀνεύρῃ παράδειγμα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἷς μέγας πολιτικὸς τῆς πατρίδος αὑτοῦ, κληθεὶς νὰ σχηματίσῃ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν Κυβέρνησιν ἐν τῇ πατρίδι αὑτοῦ, καὶ σχηματίσας τοιαύτην κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ἐτόλμησε νὰ δημιουργήσῃ διὰ Διατάγματος δύο θέσεις Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, συνελθοῦσα μετ’ ὀλίγον, εἰ καὶ δὲν ἠμφισβήτει τὴν ἀνάγκην τῆς δημιουργίας, τὴν ὁποίαν διὰ Διατάγματος διέπραξεν ὁ ὑπέροχος ἐκεῖνος πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς πατρίδος του, ἐξεδήλωσεν ὅμως δυσφορίαν, διότι ἐκεῖνος ἀντεποιήθη οὕτω τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Ἀλλὰ ζηλοτυπίαν τοιαύτην οὐδαμοῦ ἀνεῦρον ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου· κατὰ τοὺς τελευταίους μάλιστα χρόνους μεταβιβάζομεν εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὄχι μόνον ὅσα ὀφείλομεν νὰ μεταβιβάσωμεν, διότι ἡμεῖς διατελοῦμεν ἐν ἀνικανότητι διὰ νὰ κανονίζωμεν τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ μεταβιβάζομεν καὶ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ διατηρῶμεν ἡμεῖς. Μεταβίβασιν τοιαύτην θέλετε ἀνεύρει ἐν ὅλοις τοῖς νόμοις, οἵτινες ἐψηφίσθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, μάλιστα ἐν τοῖς νόμοις τοῖς φορολογικοῖς, ἀλλὰ παράδειγμα μεταβιβάσεως τοσούτων δικαιωμάτων, ὅσα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ μεταβιβάσωμεν αὐτῇ, δὲν θέλετε οὐδαμοῦ εὑρεῖ, πρώτην δὲ φορὰν ζητεῖται καὶ παρ’ ἡμῶν τοιαύτη ἀθρόα μεταβίβασις τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας, ἀνέπτυξεν εἰς τὴν Βουλήν, τί παρ’ ἡμῶν ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἴσως θέλει κριθῇ ὡς ἐπανάληψις ἢ ματαιολογία νὰ ἐπαναλάβω, ὅσα ὁ ἀξιότιμος φίλος μου εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, δύναμαι ὅμως, ἄνευ τοῦ φόβου, ὅτι θέλω φέρει εἰς ὑμᾶς τὸν κάματον, νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται παρ’ ἡμῶν, ὅπως παραχωρήσωμεν εἰς τοὺς Ὑπουργούς, διὰ νὰ κατανοήσητε πόσον σημαντικὴ εἶναι ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ μεταβιβάσωμεν εἰς αὐτούς. Ζητοῦσι νὰ ἐπιτρέψωμεν, νὰ συνομολογήσωσι δάνειον οὐχὶ ἕν, ἀλλ’ ὅσα αὐτοὶ ἐγκρίνωσι, καὶ οὐχὶ γνωστοῦ ποσοῦ, ἀλλὰ ποσῶν, ὅσα ἂν θέλωσι. Καὶ προβάλλουσι μὲν δύο ὅρους, δῆθεν περιοριστικοὺς τῆς ἐξουσίας ταύτης, οἱ ὁποῖοι ὅμως οὐδεμίαν παρέχουσιν ἐγγύησιν εἰς τὴν Βουλήν. Προβάλλουσι τὸν ὅρον, ὅτι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα θέλουσι συνομολογήσει, θέλουσι συνομολογήσει αὐτὰ ἄνευ ἐγγυήσεων, ἀλλ’ αἱ ἐγγυήσεις, αἱ προσφερόμεναι εἰς τοὺς δανειστὰς διὰ τῶν μέχρι τοῦδε συνομολογηθέντων δανείων, ἦσαν ἐγγυήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεὶς τῶν δανειστῶν σοβαρῶς προσεῖχε, πλὴν τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν παρέσχε τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, διότι μόνον ἡ ἐγγύησις ἐκείνη τυγχάνει ἐγγύησις πραγματική, ἐνῷ αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι παρεσχέθησαν εἰς τοὺς δανειστὰς διὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἢ διὰ τὸ δάνειον τῶν 25 ἑκατομμυρίων, ἢ διὰ τὸ δάνειον τῶν 26 ἑκατομμυρίων, ἢ καὶ πάντων τῶν ἄλλων δανείων, ἦσαν ἐγγυήσεις ἰδανικαί. Καὶ ὄντως, ἐὰν μίαν ἡμέραν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε στέρξει νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ προϊὸν τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους παρέσχεν εἰς τοὺς δανειστὰς εἰς ἐγγύησιν, οἱ δανεισταὶ ἔμενον ἄνευ οὐδεμιᾶς κυρώσεως ἢ ἀσφαλείας, καὶ τοῦτο συνέβη πολλάκις ἄνευ ζημίας τινὸς τῶν δανειστῶν, καὶ χωρὶς νὰ διακινδυνεύωσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Ἑπομένως, ἐὰν δὲν δύνασθε νὰ παράσχητε ἐγγυήσεις ἁπτάς, ὁποῖαί εἰσιν αἱ ἐγγυήσεις τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ὅσας ἂν παράσχητε ἐγγυήσεις ἄλλου εἴδους εἰς τοὺς δανειστὰς, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οἱ δανεισταὶ οὐδεμίαν δίδουσιν εἰς αὐτὰς προσοχήν. Ὁ ὅρος λοιπὸν, ὅτι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ζητουμένην παρ’ ἡμῶν ἐξουσίαν σκοποῦσι νὰ συνομολογήσωσι, θέλουσι συνομολογηθῆ ἄνευ ἐγγυήσεως, δὲν ἐλαττόνει τὴν εὐρύτητα τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ παραχωρήσωμεν εἰς αὐτούς. Προβάλλεται καὶ ἕτερος, ὡς εἶπον, ὅρος, ὅτι τὰ συνομολογηθησόμενα δάνεια θέλουσι χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπόσβεσιν ἢ τροπὴν δανείων. Ἀλλὰ κατὰ τὸν ὅρον τοῦτον μέχρι τίνος ποσοῦ δύνανται νὰ φθάσωσι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα δύναται κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ συνομολογήσῃ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία; Τὸ ποσὸν αὐτῶν δὲν προσδιορίζεται διὰ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὁ εἰρημένος ὅρος, ὅτι τὸ προϊὸν τῶν συνομολογηθησομένων δανείων θέλει χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν ὑπαρχόντων, ἐνδεικνύει ἡμῖν, ὅτι, τὰ ὑπάρχοντα δάνεια, ἀναβιβάζουσι τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1889 εἰς 711,034,126 δραχμὰς, κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐπορίσθην ἐκ προχείρου ἀναφυλλίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι εἰς τόσον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1889. Λοιπὸν συναινεῖτε νὰ δώσητε τὴν ἐξουσίαν, νὰ συνομολογήσῃ ἡ Κυβέρνησις δάνεια μέχρι τοσούτου ποσοῦ, μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 711,034,126; Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ συνομολογήσῃ ἡ Κυβέρνησις δάνειον τοσοῦτον, ἴσως ὄχι διότι δὲν ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν, ἀλλὰ διότι θέλει εἶσθαι ἴσως δύσκολον ν’ ἀνεύρῃ δανειστήν· τὸ ποσὸν ὅμως τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ζητουμένην ἐξουσίαν δύναται νὰ συνομολογήσῃ, παριστᾷ ὑμῖν ἐπαρκῶς, ἡλίκη εἶναι ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι παρ’ ἡμῶν. Ἐὰν ἐπιθυμῶσι νὰ προβῶσιν εἰς τροπὴν ἑνὸς ἢ δύο ὡρισμένων δανείων, ἤθελον ἔχει κατὰ νοῦν τὰ κεφάλαια τῶν δανείων τούτων, ἀλλὰ τότε διατὶ δὲν μᾶς ζητοῦσι τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσωσι δάνειον 100 ἢ 150 ἢ 200 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ ποσοῦ ἀπροσδιορίστου, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ζητήσω νὰ προσδιορίσω διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἀναβιβάζεται εἰς τὸ ὀγκῶδες ποσὸν, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον προηγουμένως; Πλὴν τῆς ἐξουσίας ταύτης, ζητεῖται καὶ ἄλλη ἐξουσία, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ αὕτη εἶναι ἐπίσης σημαντικὴ, καὶ ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μεταβιβάσῃ αὐτὴν εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Ζητεῖται ἡ ἐξουσία ν’ ἀποσβέσωσι διὰ τοῦ προϊόντος τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα θέλουσι συνομολογήσει, χρέη προγενέστερα, ἢ νὰ μετατρέψωσι χρέη προγενέστερα διὰ δύο μεθόδων, τὰς ὁποίας μεθόδους ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς περιγράψω. Ἡ μία μέθοδος εἶναι, ν’ ἀγοράζωσιν ὁμολογίας δανείων ὑπαρχόντων μέχρι τοῦ ἀρτίου τῆς τιμῆς αὐτῶν, ἑπομένως δύνανται οἱ κυβερνῶντες νὰ ἐξαγοράσωσιν ὁμολογίας δανείων, ὑπαρχόντων εἰς τιμὴν μικροτέραν τοῦ ἀρτίου. Ἀλλὰ ποῖος θέλει προσδιορίζει τὴν τιμὴν αὐτήν; Θέλουσι προσδιορίζει αὐτὴν αἱ ἰδιαίτεραι συμφωνίαι, τὰς ὁποίας οἱ κυβερνῶντες θέλουσι διαπράττει μετὰ τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν διὰ μεσιτῶν, διὰ Τραπεζῶν, ἢ διὰ τραπεζιτῶν. Καὶ προσέτι ἡ δευτέρα μέθοδος, νὰ πωλῶσιν ὁμολογίας, τὰς ὁποίας ἠγόρασαν, εἰς τιμὴν βεβαίως συμφέρουσαν, εἰς τιμὴν δηλαδὴ μείζονα, ἀνωτέραν ἐκείνης, ἐφ’ ᾗ ἠγόρασαν αὐτάς. Καὶ ποῖος θέλει προσδιορίζει τὴν τιμὴν ταύτην; Πάλιν αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ συμφωνίαι, αἱ συνθηκολογίαι, αἵτινες θέλουσι γίνεσθαι διὰ μεσιτῶν, διὰ Τραπεζῶν, διὰ τραπεζιτῶν. Ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, νὰ ἐκδηλώσω γνώμην, περιέχουσαν, ἢ ἐνδεικνύουσαν δυσπιστίαν τινὰ πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας ταύτης. Βεβαίως οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Ὑπουργοὶ δὲν ἀπολαμβάνουσι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τῆς πολιτικῆς ἐπ’ αὐτοὺς ἐμπιστοσύνης, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν κανόνα τῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πολιτικῆς ἡμῶν, ὡς μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αὕτη μόνη δὲν μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνδείξωμεν, ἢ νὰ ἐκδηλώσωμεν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης καὶ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρηματικῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο δὲν ὁδηγοῦμαι εἰς τὰς σκέψεις μου ταύτας ἐκ τοιαύτης τινὸς δυσπιστίας, ὁδηγοῦμαι ὅμως εἰς τὰς σκέψεις μου ταύτας ἐξ ἄλλου τινὸς λόγου. Ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ θελήσωσι νὰ διαχειρισθῶσιν εὐσυνειδήτως τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν μεταδίδομεν εἰς αὐτούς, θέλουσιν ἁμιλληθῆ νὰ ἀγοράσωσι τὰς ὁμολογίας τῶν ἐθνικῶν δανείων, τὰς ὁποίας θέλουσιν ἐξαγοράσει εἰς τιμὴν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὑποδεεστέραν τοῦ ἀρτίου. Ἀλλὰ, διὰ νὰ κατορθώσωσι τοῦτο, ἐνδέχεται νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται ὡς κυβερνῆται, ἥτις ἀληθῶς εἶναι ἐπαρκὴς, διὰ νὰ τοὺς εὐκολύνῃ εἰς τοῦτο. Καὶ ὄντως ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο ἓν ἄγγελμα, μία εἴδησις νὰ διαδοθῇ, ἵνα φέρωσιν ὑποτίμησιν εἰς τὰς τιμὰς τῶν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ἀγοραζομένων καὶ πωλουμένων ὁμολογιῶν, ἐν δὲ τῇ ὑποτιμήσει νὰ σπεύσωσι νὰ ἐξαγοράσωσιν αὐτάς. Ἐπίσης, ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ, ἕνεκα τῆς εὐσυνειδήτου διαχειρίσεως τῆς πληρεξουσιότητος ταύτης, θελήσωσι νὰ πωλήσωσιν ὁμολογίας τῶν δανείων, τὰς ὁποίας ἠγόρασαν, ἐπειδὴ ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ πωλήσωσιν αὐτὰς εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, ἐφ’ ᾗ ἠγόρασαν αὐτάς, δὲν ἔχουσιν εἰμὴ διὰ μιᾶς διαδόσεως ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν, καὶ ἐν τῇ ἀνυψώσει ταύτῃ νὰ πωλήσωσιν αὐτὰς εἰς τιμὴν μᾶλλον συμφέρουσαν. Οὕτω θέλουσιν ἐκτελέσει πιστῶς καὶ εὐσυνειδήτως τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον, διαχειριζόμενοι τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν παρὰ τῆς Βουλῆς ἔχουσιν. Ἀλλὰ τοιαῦται ἐνέργειαι, τοιαῦται πράξεις προσήκουσιν εἰς Κυβέρνησιν Κράτους εὐνομουμένου καὶ μάλιστα κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένου; Δὲν μετατρέπεται ἡ Κυβέρνησις εἰς χρηματιστήν; Δὲν μένει εἰς αὐτὴν, εἰμὴ νὰ ἐνοικιάσῃ γραφεῖά τινα ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σοφοκλέους,—διότι, ἂν δὲν σφάλλω, οὕτως ὀνομάζεται ἡ ὁδὸς, ἐφ’ ἧς κεῖται τὸ Χρηματιστήριον,— ὑπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Μαντζαβίνου, δύο ἢ τρία γραφεῖα, νὰ τάξῃ ἐν αὐτοῖς τοὺς πράκτοράς της, οὗτοι δὲ νὰ διαπραγματεύωνται ἀγορὰς καὶ πωλήσεις ὁμολογιῶν τῶν δανείων. Ἡ ἐξουσία λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ μεταδώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι μόνον μεγάλη, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ μεταδώσωμεν, ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ συγκρατῶμεν τοὺς διαχειριζομένους τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐθνικὴ τιμὴ καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλει καὶ διαγράφει. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ ἐρωτήσει ἑνὸς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, κατὰ τὴν αʹ ἢ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτι ἐγένετο ἔναρξις τῆς διαπράξεως τῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπει, καὶ ὅτι μάλιστα δύο ἐκ τῶν προσωρινῶν δανείων, τὸ δάνειον τῶν 10,200,000, τὸ συνομολογηθὲν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1887 εἰς χρυσὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1887, καὶ τὸ δάνειον τῶν 400 χιλιάδων λιρῶν ἀγγλικῶν, ἤτοι τῶν 10 ἑκατομμυρίων φράγκων εἰς χρυσὸν, τὸ συνομολογηθὲν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1888 πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1888, τὰ δύο ταῦτα προσωρινὰ δάνεια πρόκειται νὰ μετατραπῶσιν εἰς δάνειον 30 ἑκατομμυρίων. Ἠρώτησα τότε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, κατερχόμενον τοῦ βήματος, ἐὰν μετὰ τὴν μετατροπὴν ταύτην, ὅτε ἐκλείπει ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κατετέθησαν τὰ 13 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἀντίτιμον τοῦ ποσοῦ τῶν 10,200,000 εἰς χρυσὸν, ἐὰν ταῦτα τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τῶν 13 ἑκατομμυρίων πρόκηται ν’ ἀναληφθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μοὶ ἐφάνη δὲ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνέδειξεν ὡς πιθανὴν, ἢ ὡς ἐνδεχομένην, τὴν περίπτωσιν ταύτην τῆς ἀναλήψεως τοῦ εἰρημένου ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι εἰς τὴν Βουλὴν, ὑποθέτω μάλιστα, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ ἐλησμόνησεν ἀκόμη τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχε προβάλει, ὅτε ὑπεστήριζε τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῶν 10,200,000 εἰς χρυσὸν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1887. Εἶπε τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἀντίτιμον τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κατέθετεν εἰς τὴν Τράπεζαν, οὐχὶ τόσον διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς εἰς ἐξόφλησιν ἢ ἐγγύησιν τοῦ εἰρημένου δανείου, οὐχὶ τόσον ὡς ἐνέχυρον, ἀλλὰ διὰ νὰ παράσχῃ εὐκολίαν εἰς τὸ ἐμπόριον, διότι τοιουτοτρόπως ἤθελε μειωθῆ τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημοσίου κατὰ ποσὸν ἴσον, ἤθελε περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, ἤθελε δὲ μειωθῇ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ ἐν παραβολῇ πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἑπομένως, ὅτι οὕτως ἤθελεν ὠφεληθῇ τὸ ἐμπόριον. Αὐτὰ ἐλέχθησαν μὲν τότε, οὐδὲ ἐπιμένω νὰ ἐνδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μεταβληθῶσι ταῦτα, ἢ ὅτι τὰ, περὶ ὧν ὁ λόγος, δύο δάνεια τῶν 20 ἑκατομμυρίων καὶ 200 χιλιάδων φράγκων δὲν πρέπει νὰ τραπῶσιν εἰς δάνειον 30 ἑκατομμυρίων, ἐξ ἐναντίας προθύμως ἤθελον συστήσει εἰς τοὺς συναδέλφους μου νὰ ψηφίσωσι τὴν μετατροπὴν ταύτην τῶν δανείων τούτων, ἢ νὰ ψηφίσωσι τὴν μετατροπὴν παντὸς δανείου ὡρισμένου, ὑπὸ ὅρους ὡρισμένους καὶ εἰς ποσὸν ὡρισμένον. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς πωλήσεως καὶ τῆς ἀγορᾶς οὐδέποτε πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι θέλει συντελέσει οὕτως εἰς τὴν ταπείνωσιν, εἰς τὴν μείωσιν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θέλει φανῆ τοσοῦτον εὔκολος νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν παραχώρησιν, εἰς τὴν ἀπογύμνωσιν ἑαυτῆς ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει, ὥστε ἤθελε κριθῆ ὑπὸ τῆς χώρας, ὡς παραγνωρίζουσα τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατεθειμένην αὐτῇ ἐντολήν. Ἀληθῶς, Κύριοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον μοὶ φαίνεται ἄξιον μεγάλης μελέτης καὶ ἐμβριθεστάτης προσοχῆς. Αἱ μέχρι τοῦδε κεχορηγημέναι μοι ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐνδείξεις μὲ πείθουσιν, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει τύχει τῆς ψήφου τῶν πλειόνων, καὶ θέλει καταστῆ νόμος τοῦ Κράτους. Τοιαύτη πιθανότης μάλιστα ἤθελε δικαιολογήσει τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ μετέλθῃ πάντα τὰ εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς κεχορηγημένα μέσα, διὰ νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἀφοῦ τοῦτο μεταβάλλει πλέον τὸ Κοινοβούλιον εἰς σῶμα, οὐ μόνον κατ’ εὐφημισμὸν πολιτικόν, ἀλλὰ κατ’ εὐφημισμὸν καὶ νομοθετικόν, ἀπογυμνωθὲν παντὸς δικαιώματος καὶ πάσης ἐξουσίας. Ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις ἔχει δικαίωμα, ὄχι μόνον ν’ ἀγορεύῃ κατὰ τῶν νομοσχεδίων, ὅσα νομίζει μὴ συμφέροντα εἰς τὸ Κράτος, ὄχι μόνον νὰ ψηφίζῃ κατ’ αὐτῶν, διαχειριζομένη εὐσυνειδήτως τὴν ἐντολὴν αὐτῆς, ἀλλά, ἐὰν ὑπάρχωσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νομίζει ἢ κρίνει μειοῦντα τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προσδιορισθεῖσαν πολιτικὴν αὐτῆς θέσιν, ἢ μειοῦντα πλὴν τούτου καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι μεσιτικὸν ἢ τραπεζικὸν κατάστημα, νομίζω, ὅτι δύναται ἀνεπιλήπτως ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ παρεμβάλλῃ πρόσκομμα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων τοιούτων. Δὲν συμβουλεύω ὅμως εἰς τοὺς συναδέλφους μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοιαύτην πολιτείαν, διότι ὑπάρχει ἄλλο ἀνώτερον συμφέρον τοῦ Κράτους, τὸ συμφέρον νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς πάντα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως μετέλθωσι πάντα ταῦτα ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ, κριθῶσι δὲ δεόντως μίαν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν βεβαίως θέλει κατασταθῆ κατάδηλος ἡ πλήρης ἀποτυχία τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν πολιτικῆς. Οὕτω τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν θέλουσι πλέον τολμήσει νὰ ἐπιῤῥίψωσι τὴν εὐθύνην τῆς ἀποτυχίας των, λέγοντες, ὅτι ἡμεῖς δὲν παρέσχομεν εἰς αὐτοὺς καὶ αὐτὸ ἔτι τὸ μέσον τοῦ νὰ μεταβληθῶσιν εἰς μεσίτας, ἢ νὰ μεταβάλωσιν ἑαυτοὺς εἰς πράκτορας τραπεζικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ἐν πλήρει ἀποτυχίᾳ, δὲν πρέπει νὰ παράσχωμεν οὐδεμίαν εὐκολίαν εἰς δικαιολογίαν αὐτῶν ἐν τῷ προσεχεῖ χρόνῳ, καθ’ ὃν θέλει κατασταθῆ κατάδηλος ἡ ἀποτυχία των αὕτη. Καὶ ἐγὼ μὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν ταύτην, δὲν ἀμφιβάλλω δέ, ὅτι πάντες ὑμεῖς τὴν αὐτὴν ἔχετε πεποίθησιν, καὶ ἂν ἀκούητε τὰς ἑκάστοτε μεγαλαυχίας αὐτῶν, λεγόντων ἐπανειλημμένως, ὅτι κατώρθωσαν πλέον νὰ δανείζωνται ἄνευ ἐγγυήσεων, ἢ ὅτι κατώρθωσαν τέλος πάντων νὰ μὴ προφθάνωσι νὰ δέχωνται εἰς ἀκρόασιν κεφαλαιούχους, προτείνοντας νὰ δανείζωσι τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν βλέπητε αὐτοὺς τὴν ἑσπέραν ταύτην, ζητοῦντας παρ’ ἡμῶν ἄδειαν, ἵνα προσφύγωσιν εἰς λαχεῖα, ὅπως πορισθῶσι 14 ἢ ἴσως 13 μόνον ἑκατομμύρια, ὅπως οἰκονομήσωσι 250 χιλιάδας δραχμῶν ἄνευ τόκου, ἐὰν βλέπητε αὐτοὺς τὴν ἑσπέραν ταύτην, ζητοῦντας παρ’ ἡμῶν τὴν ἄδειαν νὰ μεταβληθῶσιν εἰς τραπεζίτας, ἢ εἰς μεσίτας, ὅπως κερδοσκοπήσωσιν, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, καθ’ ὃν τρόπον κερδοσκοπεῖ τὸ ἄτομον, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι προσεχῶς θέλει ἐλθεῖ ἡμέρα, καθ’ ἣν θέλετε ἰδεῖ αὐτοὺς, ὄχι πλέον ζητοῦντας παρ’ ἡμῶν τι, διότι ἐξήντλησαν ὅσα εἶχον νὰ ζητήσωσιν, ἀλλὰ πειρωμένους νὰ δικαιολογήσωσιν ἀποτυχίαν, τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος, ὅτι γνωρίζουσι καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν προβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς τοιαύτας προτάσεις.

§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ εὐθύνη, ἣν ἡ Ἀντιπολίτευσις ζητεῖ νὰ ἀφήσῃ εἰς ἡμᾶς ἀμέριστον, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι, ἂν δὲν παρακωλύσῃ τὰς ἐνεργείας ἡμῶν, ταχέως θέλει καταδειχθῆ ἐκ τῶν πραγμάτων τῆς ἡμετέρας πολιτικῆς τὸ πλημμελές, ταύτης τῆς εὐθύνης τὸ βάρος ἀπαραμείωτον φέρομεν προθύμως, καὶ λίαν εὐχαρίστως βλέπομεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἰσερχομένην εἰς τὴν ὁδὸν τῆς νομιμότητος καὶ μάλιστα ὁδηγουμένην ἐκ τῆς ἐλπίδος, ὅτι μετὰ τὴν ἄρσιν τῶν τέως παρ’ αὐτῆς παρεμβαλλομένων ἐκθέσμων κωλυμάτων εἰς τὴν ἐλευθέραν ἡμῶν ἐνέργειαν οὐδὲν μᾶς σώζει ἐκ τοῦ ὀλέθρου, εἰς ὃν ἀκαθέκτως φερόμεθα, διότι καὶ ἡμεῖς τὴν πλήρη ἐλευθερίαν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ἐπιζητοῦμεν, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι αὕτη θέλει μᾶς ἐπιτρέψει νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας. Καὶ ἄλλοτε ἠκούσαμεν ὅμοια, καὶ αὐτὰ ταῦτα ἠκούσαμεν καὶ πέρυσι καὶ προπέρυσι, καὶ τότε ἐψηφίσθησαν οἱ Προϋπολογισμοὶ ὑπὸ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀνεχομένης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐκδηλούσης ἀποδοκιμασίαν δι’ ἁπλῆς ἐναντίας ψήφου, καὶ τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐψήφιζε, προμαντευομένη, ὅτι ταχεῖα θὰ ἐπήρχετο ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θ’ ἀπεκαλύπτετο ἡ πλάνη τῶν συμπολιτευομένων, τοιαῦτα ἐγκρινόντων, ἡμεῖς δὲ ἀπεδέχθημεν εὐχαρίστως τὴν τοιαύτην στάσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδοὺ ἐπῆλθεν ἡ ὥρα, καὶ ἤδη ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων περὶ τῶν Προϋπολογισμῶν ἐκείνων, καὶ περὶ τῶν ψήφων ἐκείνων τῆς Βουλῆς, καὶ φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῇ Συμπολιτεύσει, ὁ μὴ αἰσθανόμενος, ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς ἐνεργείας, ἡ τότε δοθεῖσα εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ λευκὴ ψῆφος, ἡ τότε δοθεῖσα εἰς τὰς προτάσεις ἡμῶν, συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ Κράτους ἐκ τῆς ἀβύσσου, ἐν ᾗ εἶχε καταπέσει, καὶ ὅτι ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ὀφείλεται εἰς τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην, ἣν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἐπεδείξατο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δίδοντες ἤδη εὐθύνας ἐπὶ τῇ διὰ τοιαύτης ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ὑποστηριχθείσῃ ἐνεργείᾳ ἡμῶν, ἐπιδεικνύομεν ἀποτελέσματα ὅλως διάφορα τῶν προῤῥήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Ἐπιχαίρει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπὶ ταῖς ἐν τῷ μέλλοντι ἀποτυχίαις τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, ἐν αἷς ζητεῖ παρηγορίαν ἐπὶ ταῖς ἐν τῷ παρόντι ἐπιτυχίαις, νέων δὲ παρηγοριῶν ἀνάγκην θὰ αἰσθανθῇ ἐπὶ τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ τῇ χρησιμοποιήσει τῶν δι’ αὐτοῦ παρεχομένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀδειῶν. Εὐχαρίστως βλέπομεν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐπιχαίροντα, ἐφ’ αἷς ἀπεκδέχεται ἀποτυχίαις, ἀφοῦ αἱ τοιαῦται αὐτοῦ ἐλπίδες τῷ ὑπαγορεύουσιν, ὅπως, παραιτῶν τακτικήν, ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν χώραν, εἰς τὸ πολίτευμα καὶ εἰς ἑαυτὸν, τραπῇ ἐπὶ τὴν νόμιμον ἐνέργειαν, ἐπιτρέπων εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐργάζηται κανονικῶς, ὅπως τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσιν. Ἀπολαύομεν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς διατράνωσιν ἐμπιστοσύνης προσωπικῆς, ζητοῦμεν πρᾶξιν ἐμπιστοσύνης τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Οὐδὲν προσωπικὸν περιέχει τὸ νομοσχέδιον, οὐδὲ ζητοῦμέν τι προσωπικὸν παρὰ τῆς Βουλῆς, δὲν ζητοῦμεν, ὅπως ἡ Βουλὴ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς τὰς ἀδείας ταύτας, οὐδὲ θὰ ἐπετρέπετο νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ζητοῦμεν δι’ ἡμᾶς τοιαύτην ἄδειαν εὐρεῖαν. Διὰ τοιαύτης γλώσσης δὲν θὰ ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τὴν Βουλήν· προκειμένου περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, δὲν θὰ ἐπετρέπετο νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλήν: ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἵνα μόνοι ἡμεῖς διαχειρισθῶμεν τὰ κατ’ αὐτὸ καὶ ἄλλος οὐδείς. Πᾶσα Κυβέρνησις συνταγματικὴ τυγχάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, εἰς πᾶσαν δὲ Κυβέρνησιν, τυγχάνουσαν τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης, παρέχονται ἄδειαι, μὴ εἰσδύουσαι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα τὸ Κοινοβούλιον πρέπει πάντοτε νὰ ἐπιφυλάττῃ ἀποκλειστικῶς εἰς ἑαυτὸ, εἰς μηδένα ἐπιτρέπον μετοχὴν εἰς αὐτὰ, οἱασδήποταν τυγχάνῃ οὗτος παρ’ αὐτῷ ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν προέκειτο ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ τὰς τοῦ νομοσχεδίου ἀδείας εἰς ἡμᾶς, διότι τυγχάνει νὰ ἔχῃ μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ πρόσωπα ἡμῶν, θὰ ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραιτηθῇ, ὑπὲρ προσώπων, δικαιωμάτων, ὧν τὴν ἐνάσκησιν τὸ πολίτευμα ἐναπέθηκεν εἰς αὐτὴν καὶ κατ’ ἐντολὴν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἰς τὴν Ἐκτελεστικήν. Τοιαύτην ἐντολὴν οὐδαμῶς ζητοῦμεν ὑπὲρ ἡμῶν· ζητοῦμεν αὐτὴν ὑπὲρ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, εἶναι δὲ ἡ ἐντολὴ ἐκ τῶν πάντοτε παρεχομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς Κυβέρνησιν κανονικῶς ὑφισταμένην, τουτέστιν εἰς Κυβέρνησιν, τυγχάνουσαν τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, ἀφοῦ ἐν κοινοβουλευτικῷ Κράτει δὲν ὑφίσταται κανονικῶς Κυβέρνησις, μὴ ἀπολαύουσα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Οὐδὲν ὅμως πλέον τούτου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐὰν ἐζητοῦμεν παρ’ ἡμῶν πλέον τι τούτου, δὲν ἔπρεπε νὰ τυγχάνωμεν τῆς ἐμπιστοσύνης ὑμῶν. Τὸ νομοσχέδιον παρεστήθη, ὡς τι πρωτοφανὲς, ὡς παρέχον ἀδείας, ὁποῖαι οὐδέποτε ἐν Συνταγματικῷ Κράτει ἐδόθησαν παρὰ τῆς Βουλῆς ἢ ἐζητήθησαν παρ’ αὐτῆς· καὶ ὅμως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρέχει ἐλάσσονα τῶν ἐν παντὶ Συνταγματικῷ Κράτει παρεχομένων εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, προκειμένου περὶ ἀδείας τοῦ δανείζεσθαι. Τὰ ὑπὸ ξένων κοινοβουλίων ψηφιζόμενα νομοσχέδια περὶ δανείων τοῦ Δημοσίου, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οὐδὲν πλέον περιλαμβάνουσι τῆς ἀδείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ δανείζεσθαι μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ.

§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ.

§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ τῆς διακοπῆς ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι τὸ μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ ἀποτελεῖ τὴν διαφοράν. Περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω, καὶ τῳόντι τοῦτο ἀποτελεῖ διαφοράν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ διαφορὰν οὐχὶ ἐπὶ πλέον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ἐπὶ ἔλαττον. Ὁπωσδήποτε ἡ ἄδεια τοῦ δανείζεσθαι μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ εἰς οὐδένα συνήθως ὑπὸ τῶν ξένων Κοινοβουλίων ὑποβάλλεται περιορισμόν· ἐκεῖ πρωτοφανὴς θὰ ἐθεωρεῖτο ὁ περιορισμὸς τῆς ἀδείας διὰ κανονιστικῶν ἐν τῷ νόμῳ διατάξεων. Διάταξις, ἐπιτρέπουσα τὸ δάνειον κάτω τῶν 6%, εἶναι περιορισμὸς, ἐξαιρετικῶς ἀπαντῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ καὶ μὴ συνήθης ἐν τοῖς νόμοις, δι’ ὧν τὰ ξένα Κοινοβούλια ἐπιτρέπουσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ πραγματοποιῶσι δάνεια. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ διαφορά, ἣν ὑπέδειξεν ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὑπάρχει ὁ προσδιορισμὸς τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου.

§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ οἱ ἄλλοι ὅροι.

§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄλλοι ὅροι συνήθως δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τοιούτοις νόμοις ξένων Κρατῶν. Ὁ τύπος τῶν Γαλλικῶν νόμων ἔχει οὕτω: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ πραγματοποίησις παγίου χρέους (rente) μέχρι τοιούτου ποσοῦ»· οὐδὲν πλέον, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει μόνον, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ πραγματοποίησις παγίου χρέους, ἀλλὰ περιορίζει τὴν ἄδειαν διὰ τῶν ἐν ἄρθρῳ 1ῳ. Ἐπὶ τούτοις ὁ κ. Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι παραλείπεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅρος, περιλαμβανόμενος ἐν τοῖς Γαλλικοῖς νόμοις, ὅτι ἐν τούτοις ὁρίζεται τὸ δάνειον κατὰ τὸ ποσὸν, ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ποσὸν δὲν ἀναγράφεται. Ἐκεῖ τίθεται ἀριθμητικὸν τὸ ὅριον τοῦτο, ἐνταῦθα δὲ τίθεται πραγματικόν· ἐνταῦθα τίθεται τὸ ὅριον ἐν τῇ χρησιμοποιήσει τοῦ κεφαλαίου, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς συνομολογήσεως δανείου ποσοῦ ἀνωτέρου τοῦ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου διατεθησομένου. Ἐπιτρέπεται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δανείζεσθαι, μόνον ἐφ’ ὅσον δύναται διὰ τῶν ἑκάστοτε πραγματοποιουμένων δανείων ν’ ἀντικαθιστᾷ ὑφιστάμενα δάνεια. Τί εἶναι τοῦτο, εἰμὴ περιορισμός; Ὁ περιορισμὸς ἐκεῖ εἶναι ἀναγεγραμμένος εἰς ἑκατομμύρια, εἰς δισεκατομμύριον, ἢ καὶ εἰς δισεκατομμύρια. Ἐνταῦθα ἔγκειται ἐν τῷ ἐφικτῷ τῆς ἀντικαταστάσεως παλαιοτέρων δανείων διὰ τῶν ἐπὶ τῇ παρεχομένῃ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἀδείᾳ συνομολογουμένων. Ὁ περιορισμὸς ἄρα οὗτος ὑφίσταται καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, στενώτερος μάλιστα ἢ ἀλλαχοῦ, ὑφίστανται ὅμως κατὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ περιορισμοὶ, μὴ ἀπαντῶντες ἐν τοῖς νόμοις τῶν ξένων Κρατῶν. Πλὴν τῶν ἐν ἄρθρῳ 1ῳ ἔχομεν τὸ 2ον ἄρθρον, ἐπιτρέπον τροπὴν δανείων, ἀλλὰ μήπως αἱ τροπαὶ αὗται τῶν δανείων ἐπιτρέπωνται ἄνευ περιορισμῶν; Τὸ σύστημα τῶν περιορισμῶν εἶναι πλῆρες ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ δὲν ἐνόησα τὸν προαγορεύσαντα κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἰσχυριζόμενον, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπεριορίστως δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὰς τοιαύτας τροπὰς, ὅτι δύναται νὰ καταργήσῃ τὸ χρεωλύσιον, δύναται ὅμως καὶ νὰ αὐξήσῃ διὰ τῆς τροπῆς τὸν τόκον. Διὰ τῆς τροπῆς δὲν ἐπιτρέπεται ἡ αὔξησις τοῦ ἐκ τοῦ τόκου βάρους· τὸ ἄρθρον, τὸ πραγματευόμενον περὶ τῆς τροπῆς, λέγει ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. «Ἐπιτρέπεται ὡσαύτως ἡ τροπὴ συνομολογημένων χρεωλυτικῶν δανείων εἰς πάγια καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ὅρου τοῦ χρεωλυσίου ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τῶν συμπεφωνημένων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου»· τουτέστιν ἄνευ αὐξήσεως τοῦ ἐκ τοῦ τόκου βάρους, ἄνευ παροχῆς εἰδικῶν ἐγγυήσεων, μήπω παρακεχωρημένων.

§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προσθέσατέ το.

§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς νὰ προσθέσω τὸ περιλαμβανόμενον ἐν τῷ ἄρθρῳ; Ποῖαι εἶναι αἱ «συμπεφωνημέναι ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου»; εἶναι αἱ περὶ τόκου, περὶ χρεωλυσίου, περὶ εἰδικῶν ἐγγυήσεων· κατάργησις καὶ περιορισμὸς αὐτῶν διὰ τῆς τροπῆς ἐπιτρέπεται, ἐπιβάρυνσις δὲ οὐδαμῶς, καὶ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπὶ τῆς ἐπιτρεπομένης δῆθεν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου ἐπιβαρύνσεως ἐστήριξε τὰς σκέψεις αὑτοῦ.

§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ χρεωλύσιον εἶναι ὑποχρέωσις.

§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ χρεωλύσιον εἶναι ὑποχρέωσις, ἑπομένως καὶ ταύτης, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων ὑποχρεώσεων, ἐπιτρέπεται ἡ κατάργησις καὶ ὁ περιορισμὸς, οὐχὶ ὅμως καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις. Ῥητῶς δὲ τὸ ἄρθρον 2 μνημονεύει τῆς ἐλαττώσεως τοῦ χρεωλυσίου καὶ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως παγίων δανείων εἰς τὰ χρεωλυτικὰ, διότι ἄνευ τῆς ῥητῆς ταύτης μνείας ὑπῆρχε κίνδυνος, μήπως ἤθελε παραστηθῆ ἡ τοῦ χρεωλυσίου κατάργησις ἢ ἐλάττωσις, ὡς ἀπαγορευομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου, καθὸ περιλαμβάνουσα καὶ ἐπιβάρυνσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, ὡς ἀνακουφιζομένου μὲν δι’ αὐτῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῷ παρόντι, ἀλλ’ ἐπιβαρυνομένου ἐν τῷ μέλλοντι. Κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2, αἱ ὁμολογίαι, ὧν οἱ κάτοχοι δὲν ἀποδέχονται τὰς εἰρημένας μεταβολὰς, ἐξαγοράζονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ· ἐπιτρέπεται ὅμως ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ἡ ἐξαγορὰ ὁμολογιῶν ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τοῦ ἀρτίου, οὐχὶ βεβαίως ἐν τῇ περιπτώσει τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐξαγορᾶς τοῦ ἄρθρου 2, ἀλλὰ διὰ χρησιμοποιήσεως τοῦ προϊόντος τῶν δανείων ἐν ἐλευθέρᾳ συναλλαγῇ. Καὶ ἠκούσαμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ἐπικρινομένην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ἀλλὰ μόνον τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, διότι θὰ ἠδίκουν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἐὰν ἐπέῤῥιπτον εἰς βάρος αὐτοῦ τοιαύτην παρατήρησιν, ἠκούσαμεν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ἐπιφωνοῦντος: καὶ πῶς ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀγοράζῃ ὁμολογίας κάτω τοῦ ἀρτίου; καὶ τίς θὰ προσδιορίσῃ τὴν τιμήν; θὰ ἦναι μεσίτης οὗτος, ἢ θὰ ἦναι τραπεζίτης; Καὶ μήπως δὲν γίνεται τοῦτο συνεχῶς; καὶ ὅμως οὐδὲν γεννᾶται τοιοῦτο ζήτημα, διότι εὐτυχῶς αἱ Κυβερνήσεις, αἱ τυγχάνουσαι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι ἀνώτεραι τοιούτων ὑπονοιῶν. Ἐν τῷ χρεωλυτικῷ δανείῳ τῶν 135,000,000 ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατ’ ἰδίαν αὐτῆς ἐπιλογήν, ὅπως, ἀντὶ τῆς ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ἐξαγορᾶς κληρουμένων ὁμολογιῶν πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεωλυτικῶν δόσεων, προσφέρῃ εἰς ἐξόφλησιν ὁμολογίας, ἀποκτωμένας παρ’ αὐτῆς ἐν ἐλευθέρᾳ συναλλαγῇ. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου ἐκείνου, ὡς ἀποφέροντος τόκον 4%, κυκλοφοροῦσιν ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τοῦ ἀρτίου, τὸ Δημόσιον πάντοτε προλαμβάνει τὴν κλήρωσιν προμηθευόμενον ἐν τῇ ἀγορᾷ τὰς ἐξοφλητέας ὁμολογίας, τὴν δὲ προμήθειαν ἐντέλλεται εἰς τοὺς πράκτορας τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ ἢ ἐν Παρισίοις, ἐκτελοῦντας αὐτὴν ἐπὶ τῇ ἐν τῷ χρηματιστικῷ δελτίῳ ἀναγεγραμμένῃ τρεχούσῃ ἀγοραίᾳ τιμῇ. Οὕτως, ἐὰν προβῶμεν, ὡς ἐῤῥήθη, καὶ ὡς παρέστησα καὶ ἐγὼ ὡς πιθανόν, εἰς τὴν ἐξαγορὰν τοῦ τετραμμένου δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825, ἢ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, καὶ συμβῇ, ὥστε οἱ τίτλοι τῶν δανείων τούτων νὰ κυκλοφορῶσιν ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τοῦ ἀρτίου, ἔχωμεν δὲ τὸ χρῆμα διαθέσιμον πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐξαγορᾶς, δὲν ἠθέλομεν παραβῆ καθῆκον πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐὰν περιεμένομεν τὴν τελευταίαν ἡμέραν, ἵνα τότε πληρώσωμεν ὑποχρεωτικῶς εἰς τὸν κάτοχον ἀρτίαν τὴν τιμὴν τῆς ὁμολογίας καὶ δὲν ἐξηγοράζομεν αὐτὰς πρότερον, πωλουμένας τυχὸν ἀντὶ 94 ἢ 95%; Ἀλλ’ ἀφίνοντες πάντα ταῦτα, περὶ ὧν θὰ ἦτο ὅλως περιττὸς πᾶς λόγος, ἐὰν μὴ ἐξεφράζετο ἐντεῦθεν ἡ ἰδέα, ὅτι εἶναι πρωτοφανεῖς αἱ ἄδειαι, αἱ ἐν τῷ νόμῳ, ἃς ἐξετάσωμεν διατὶ ταῦτα, τὰ μηδόλως πρωτοφανῆ, ταῦτα, τὰ ὅλως συνήθη, διατὶ αἱ ἄδειαι αὗται, αἱ μᾶλλον περιωρισμέναι τῶν συνήθων, ζητοῦνται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Διατὶ δὲν παρουσιάζει καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις καθωρισμένον σύστημα δανείων, ὅπως ἔπραξεν ἐν τῷ δανείῳ τῶν λαχειοφόρων, ἢ πρὸς ἔγκρισιν σύμβασιν συνωμολογημένην. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πλείονα τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμμένων, πρέπει νὰ ἔχωμεν σύμβασιν συνωμολογημένην, διότι τὰς λεπτομερείας μόνη ἡ διαπραγμάτευσις συμβάσεως καθορίζει. Σύμβασιν συνωμολογημένην ἤδη δὲν ἔχομεν, ἐλπίζομεν ὅμως προσεχῆ τὴν συνομολόγησιν, διευκολυνομένην ἐκ τῆς βελτιώσεως τῶν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ἀλλὰ μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἔργων ἡμῶν, ἐὰν μὴ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ἐξουσίαν, ὅπως κλείσῃ συμφωνίαν, πᾶσαν διαπραγμάτευσιν δέον ν’ ἀναβάλῃ ἕως τῶν παραμονῶν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν Βουλευτικῶν ἐργασιῶν, διότι οὐδεὶς κλείει συμφωνίαν, οὐδὲ διαπραγματεύεται περὶ αὐτῆς, ἄνευ βεβαιότητος περὶ ἀμέσου κυρώσεως τοιούτων συμφωνιῶν. Ἐὰν οἱ τραπεζῖται νομίζωσιν, ὅτι σήμερον δύναται νὰ γενῇ ἔκδοσις δανείου ἐπὶ ὅροις ἐπωφελέσιν, ἡμεῖς δὲ τοῖς εἴπωμεν, ὅτι δύνανται νὰ ὑποχρεωθῶσι σήμερον, ἵνα ἐκδώσωσι δάνειον μετὰ τρεῖς μῆνας, ἢ μετὰ ἕξ μῆνας, ἢ καὶ ἀορίστως, ὡς ὅταν πρόκηται περὶ ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, ἣν ἔγκρισιν δύναται ἡ μειονοψηφία ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ μῆνας πολλούς, διὰ τῶν μέσων, ἅτινα διαθέτει, δὲν ἐπιλαμβάνονται οἱ τραπεζῖται τοιαύτης διαπραγματεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπελαμβάνοντο αὐτῶν, εἶναι τῶν διαπραγματευομένων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου μέγα κεφάλαιον ἡ ἐξασφάλισις τοῦ πρὸς ὃν διαπραγματεύονται, ὅτι εὐθὺς ἐπὶ τῇ ὑπογραφῇ εἶναι ἡ συμφωνία πλήρης, ἐπιτρέπουσα τὴν ἄνευ χρονοτριβῆς ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ἵνα δύνηται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπωφελῆται ἐκ τῶν εὐκαιριῶν πρὸς ἐπιτυχῆ διαπραγμάτευσιν, πρέπει νὰ ἔχῃ ἄδειαν γενικὴν, ταύτην δὲ ζητοῦμεν παρ’ ἡμῶν· ἀλλ’ οἱ κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντιτάττουσιν, ὅτι, ἐπὶ τοιαύτης γενικῆς ἀδείας στηριζομένη, θὰ δύνηται ἡ Κυβέρνησις νὰ κερδοσκοπῇ, ὡς ὁ ἔσχατος μεσίτης. Ἐπιτρέπεται εἰς Βουλευτὴν, ἔστω καὶ ἀντιπολιτευόμενον, νὰ φρονῇ καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἠθική, μόνον ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει τὰ μέσα, ἵνα ᾖ ἀνήθικος; Ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, πρὸς τί συζητοῦμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου; ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μόνον δεσμευομένη ὑπὸ τοῦ νόμου, δὲν ἐνεργεῖ κατὰ τὰς ὑπονοίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, παραστήσαντος, ὅτι θὰ διαδίδῃ ψευδεῖς εἰδήσεις, ἵνα καταῤῥίπτῃ τὰς τιμὰς τῶν ὁμολογιῶν καὶ ὕστερον πάλιν θὰ διαδίδῃ ἐπίσης ἀνύπαρκτα νέα πρὸς ἐπιτυχίαν ὑψώσεως αὐτῶν, προσποριζομένη οὕτω ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ψιχία ἐξευτελισμοῦ, ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, περὶ δεσμεύσεως αὐτῆς πολὺ σπουδαιοτέρας πρέπει νὰ σκεπτώμεθα ἢ τῆς ἀποῤῥεούσης ἐκ τῆς ἀρνήσεως τῶν ζητουμένων ἀδειῶν. Συζητοῦντες περὶ τοιούτου νομοσχεδίου ἐν τῇ Βουλῇ, προϋποθέτομεν τὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσαν τὴν συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν, οἱ δὲ διαφωνοῦντες πρὸς τὴν προϋπόθεσιν ταύτην περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀσκόπως συζητοῦσι. Τὸ εὐρὺ τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀδείας παρέσχε τὸ ἐνδόσιμον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἵνα παραστήσῃ ταύτην ὡς ἀπεμπόλησιν τῶν προνομιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἵνα προκαλέσῃ τὴν Συμπολίτευσιν, ὅπως ἐπιτελέσῃ καθῆκον πρὸς ἑαυτὴν, ἀποστέργουσα τὸ νομοσχέδιον. Τὸ καθῆκον τῆς πλειονοψηφίας, ἵνα ἀμύνηται τῶν προνομιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἐπιτελεῖται παρὰ ταύτης προσηκόντως, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς γινώσκει, ὅτι ἐῤῥωμένως ἀντετάχθη ἡ Συμπολίτευσις ὑπὲρ τῶν προνομιῶν τῆς Βουλῆς, παραγνωριζομένων ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας, εἰς ἣν ἡ ὑπόμνησις τοῦ καθήκοντος ἦτο ἀναγκαία. Ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως εἶναι διατεθειμένη, ἵνα ζητῇ παρὰ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅ,τι αὕτη δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἄνευ παραβιασμοῦ τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῆς πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ὑπὲρ πάντας κήδεται ἡ Κυβέρνησις τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως τῶν δικαιωμάτων τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ δύναμις τῆς Κυβερνήσεως τῆς συνταγματικῆς, εἶναι ἡ δύναμις ἡμῶν, καὶ ἐὰν ἐξ οἱουδήποτε λόγου ἐβλέπομεν ἡμεῖς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅπερ ἀδύνατον, διατιθεμένην νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἡμᾶς τι, τὸ δυνάμενον νὰ μειώσῃ τὴν θέσιν αὐτῆς, ἡμεῖς πρῶτοι ἠθέλομεν τὴν σταματήσει. Παράδοξον δὲ θὰ ἦτο τῷ ὄντι, ἂν ἡμεῖς ἐζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τι τὸ καταβιβάζον αὐτήν, ἀφοῦ ἐκ τοῦ ὕψους εἰς ὃ αὕτη ἵσταται, ἐξήρτηται καὶ ἡ θέσις ἡμῶν, τῶν περιβαλλομένων διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τυγχανόντων τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῆς. Ἡμεῖς δὲ αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἱστάμεθα ὑψηλὰ, διότι, ὅπως πολεμούμεθα, μόνον ἱστάμενοι ὑψηλὰ, δυνάμεθα νὰ καταπονήσωμεν τοὺς ἀνοικείως ἐπιτιθεμένους. Μή τις νομίσῃ, ὅτι θὰ ζητήσωμεν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, ἣν διαχειριζόμεθα, τὸ ἀποκλειστικῶς ἀνῆκον εἰς ἄλλην ἀρχήν, ζητοῦμεν δὲ ἤδη ὑπὲρ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐντολὴν τῆς Νομοθετικῆς κατὰ τὰ πρότυπα τῶν ξένων κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν καὶ συνᾴδουσαν καθ’ ὅλα πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ κειμένου παρ’ ἡμῖν πολιτεύματος· εὐρεῖαν ζητοῦμεν ἐντολὴν, ἀλλὰ νόμιμον καὶ εἰθισμένην, ἐπίσης δ’ εὐρεῖαν ἀναλαμβάνομεν καὶ τὴν ἀντίστοιχον εὐθύνην. Ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἐμμένῃ εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ὅπερ ἠσπάσατο, προταθὲν εἰς αὐτὴν παρ’ ἡμῶν, δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ εἰς ἡμᾶς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀποῤῥοίας καὶ συμπληρώματος τοῦ συστήματος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, βελτιωθέντων τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν τῆς πίστεως τῆς χώρας ἐπωφελεῖται αὕτη ἐκ τῆς καταστάσεως πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τρόπου, ἀνακουφίζοντος τὸν Προϋπολογισμόν· ἀλλ’ ἂν μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀναβάλλεται ἡ ἐξόφλησις καὶ ἡ ἀπόλαυσις τῶν ἐκ τῆς βελτιωθείσης καταστάσεως ἀγαθῶν. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δύνανται νὰ φρονῶσιν, ὅτι, μὴ ἐπωφελούμενοι ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης πρὸς πρόοδον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν συστήματος, δὲν ζημιοῦμεν τὸ Δημόσιον, ἐὰν δὲ ἔχωσι πεποίθησιν εἰς τὰς θεωρίας αὐτῶν περὶ τοῦ πλημμελοῦς τοῦ συστήματος, ἐπιτρέπεται ἴσως εἰς αὐτοὺς νὰ τὸ πολεμῶσιν, ἔστω καὶ διὰ τῶν πλαγίων τούτων μέσων, τουτέστι μὴ ἐπιτρέποντες εἰς αὐτὸ νὰ παραγάγῃ τὰ εὐεργητικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα· ἀλλ’ οἱ πιστεύοντες εἰς τὸ σύστημα, οἱ ἀναγνωρίζοντες, ὅτι ἡ τοσοῦτον βελτιωθεῖσα κατάστασις τῆς χώρας εἶναι προϊὸν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ, δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσι τὴν ψήφισιν τῶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀδειῶν, δι’ ὧν θέλει προοδεύσει τὸ ἔργον. Ποῖον δὲ ἰδίως τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτευχησόμενον; Ἀπεκδεχόμεθα ἐξ αὐτοῦ τὴν ἐπίτευξιν τροπῆς δανείων πρὸς σκοπὸν καταργήσεως χρεωλυσίων. Ἀλλὰ τὴν κατάργησιν τῶν χρεωλυσίων παριστῶσιν οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ἐπιτυγχανομένην δι’ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Δημοσίου κατὰ τ’ ἄλλα, ἰδίως δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐν συνόλῳ ἐπεβαρύνθη ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκ τῶν περὶ τοῦ δημοσίου χρέους τέως ἐνεργηθέντων, προσαγαγὼν καὶ ἀθροίσεις συγκριτικὰς, εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐπεβαρύνθη. Δὲν θὰ προέλθω τώρα εἰς ἐξέτασιν τῶν ἀθροίσεων τῶν ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους βαρῶν τοῦ Δημοσίου, ὡς παρέστησεν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ παρελθὸν, ὁ κ. Βουλευτής· ἀλλὰ μία ἑκάστη τῶν πράξεων, ὧν τὸ ἄθροισμα κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐπεβάρυνε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ δημοσίου χρέους, περιλαμβάνει ἐλαττώσεις βαρῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς αὐξήσεως βάρους. Ἔχομεν ἐλαττώσεις χρεωλυσίων, ἔχομεν καταργήσεις χρεωλυσίων, ἔχομεν καὶ ἐλαττώσεις τόκων, πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν ἐκ τοιούτων ἄρσεων βαρῶν νὰ προκύψῃ ἄθροισμα αὐξήσεως τῶν βαρῶν τοῦ Κράτους; Ταῦτα εἶναι ταχυδακτυλουργικὰ, ἀλλ’ ὡς τοιαῦτα ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ἀπατῶσι τοὺς ἀντιλαμβανομένους αὐτῶν, ἐνῷ τὰ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης παραστηθέντα ἀπατῶσι μόνον αὐτόν.

§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἀριθμοὶ καὶ εὑρίσκονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.

§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ζητῶ νὰ εἴπητε, τίνες αὐξήσεις βαρῶν ἐγένοντο καὶ πῶς ἐξ ἐλαττώσεων βαρῶν ἄνευ αὐξήσεων παρήχθη ἐν συνόλῳ αὔξησις βαρῶν· ἢ νομίζουσιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης καὶ οἱ ἄλλοι ὁμιλήσαντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι, διότι παρέστησεν αὐτὸς τὴν προμήθειαν μετάλλου ὡς δάνειον, ἄρα εἶναι αὕτη δάνειον καὶ ἐπάγεται τὰς ἐκ τοῦ δανείου ἐπιβαρύνσεις; Αἱ πράξεις, δι’ ὧν ἀπεκτήθη τὸ μέταλλον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀναλυόμεναι, περιλαμβάνουσι καὶ δάνεια, ἀλλὰ συνάμα μετὰ τῶν συνομολογουμένων δανείων περιλαμβάνουσι καὶ δάνεια ἐξοφλούμενα. Ὁ κ. Βουλευτής, θέλων νὰ παραστήσῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὡς δανειζομένην, δὲν ὡμίλησε περὶ τῶν ἐξοφλουμένων δανείων, ἐνῷ τὰ συνομολογούμενα, συμψηφιζόμενα μετὰ τῶν ἐξοφλουμένων, ἀφίνουσι καὶ περίσσευμα. Αὕτη εἶναι ἡ ταχυδακτυλουργικὴ, δι’ ἧς ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν διὰ τοῦ περισσεύματος τούτου ἐκφραζομένην ἐλάττωσιν τῶν ἐτησίων τοῦ Δημοσίου δαπανῶν παρέστησεν ὡς αὔξησιν δαπάνης. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἰδίως φαίνεται στηρίζων τὸ οἰκοδόμημα αὑτοῦ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ὅτι τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἐπάγεται τὴν πληρωμὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μεταλλικοῦ, οὗ τινος ἡ ἐτησία ἐξαγωγὴ ἄγει εὐθὺ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον· ἀλλὰ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως ἐπάγεται καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μεταλλικοῦ, τοῦ πληρονομένου εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Πρὸς τὸ θέμα ὅμως τοῦτο τίνα ἔχουσι σχέσιν, ὅσα ἐξ ἀφορμῆς τῶν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ μεταλλικοῦ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ περὶ καταστροφῶν ἐπελευσομένων, ἄν, ὑφισταμένης ταύτης, μὴ ληφθῇ ἑτέρα τις πρόνοια περὶ τῶν εἰς μεταλλικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους; Ποία πρόνοια δύναται νὰ ληφθῇ περὶ ἐξοφλήσεως 25,000,000 μεταλλικοῦ ἐτησίως εἰς τὸ ἐξωτερικόν ἄλλως, ἢ διὰ προμηθείας μεταλλικοῦ; ποία δὲ περὶ προμηθείας μεταλλικοῦ 25,000,000 δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια, μᾶλλον ἀνακουφιστικὴ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χρηματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς, τοῦ παρ’ ἡμῶν χαραχθέντος καὶ ἀπαρεγκλίτως ἐφαρμοζομένου συστήματος; Τίνα δ’ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία παρέχει συνδρομὴν εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ χρήματος, τοῦ οὕτως ἐξερχομένου ἐκ τοῦ Κράτους; Ὅταν ἐν τῷ Κράτει δὲν κυκλοφορῇ ὡς νόμισμα, εἰμὴ μόνον τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἡ τοιαύτη κυκλοφορία πολλὴν ἔχει σημασίαν ὡς πρὸς τὰς συναλλαγὰς, ἀλλ’ ἡ ἐπιβάρυνσις τῆς χώρας διὰ τῆς ἐτησίας ἐξαγωγῆς μεταλλικοῦ 25,000,000 μικρὸν αὐξάνει ἢ ἐλαττοῦται ἐκ τῆς διατηρήσεως ἢ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπιδιώκομεν ἐπὶ σκοποῖς, ἀσχέτοις πρὸς τὸ ἐξαγόμενον ἐξ ὑποχρεώσεων μεταλλικὸν τοῦ Κράτους. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εὐκολύνουσα τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν συναλλαγὰς, δύναται νὰ παρασύρῃ τὸν ἐμπορευόμενον εἰς πράξεις πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐπιβαρυνούσας τὴν χώραν· ἀλλ’ ἡ ἐξ ὑφισταμένων ὑποχρεώσεων ἐξαγωγῆς μεταλλικοῦ ἐπιβάρυνσις τῆς χώρας οὔτε αὐξάνει ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὔτε ἐλαττοῦται. Πρὸς τοιαῦτα σχετίζων ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὧν αὕτη μέχρι τοῦδε ἐπήρκεσεν εἰς τὰς πληρωμὰς τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τῶν τοκομεριδίων καὶ ἐξ ἑτέρων ὑποχρεώσεων, παρέστησεν, ὅτι ἡ πληρωμὴ ἐκτελουμένη κατὰ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἄγει εἰς ὄλεθρον. Δανείζεσθε, εἶπεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀνακουφίζοντες πρὸς στιγμὴν τὴν ἀγορὰν διὰ τοῦ εἰσαγομένου μεταλλικοῦ, ἀλλὰ ταύτην πράγματι ἐπιβαρύνετε, διότι τὸ ποσὸν τοῦ μεταλλικοῦ, ὅπερ οὕτως ἀπεκτήσατε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἶναι ἐπιβάρυνσις τοῦ μέλλοντος. Ἄρα φρονεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ὑπάρχει τρόπος προμηθείας τοῦ μεταλλικοῦ ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τῆς χώρας ἐν τῷ παρόντι ἢ ἐν τῷ μέλλοντι; Ἴσως φρονεῖ, ὅτι δὲν θὰ ἐπεβάρυνε τὴν χώραν ἡ προμήθεια, ἄν, ἀντὶ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ μεταλλικοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διὰ δανείων, ἀντικαθιστώντων ἐσωτερικὰ δάνεια ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων, ἀπεκτᾶτο τὸ μεταλλικὸν δι’ ἀγορᾶς συναλλάγματος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Τοιαύτη ἀπόκτησις τοῦ μεταλλικοῦ εἶναι ἡ ἐπιβαρυντικωτέρα πασῶν καὶ εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὴν χώραν. Τὰ 25,000,000 πάντως θὰ ἀποτιθῶσιν εἰς μεταλλικόν, καὶ ἐὰν μὲν ἀποκτηθῇ τὸ μεταλλικὸν τοῦτο ἐν τῇ χώρᾳ, ἐξαντλεῖται ἡ ἀγορὰ καὶ ὑποτιμᾶται τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἀναλόγως, ὑφισταμένου συνάμα τοῦ Δημοσίου τὴν ζημίαν, τὴν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ἐὰν δὲ ἀποκτηθῇ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διὰ δανείου μεταλλικοῦ, ἀντικαθιστῶντος ἐξοφλούμενον ἐσωτερικὸν δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἴσου ποσοῦ, τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν πληρόνει ὑπερτίμησιν, ἡ δὲ ἐγχώριος ἀγορὰ δὲν ὑφίσταται τὴν ἐξάντλησιν τῶν μεταλλικῶν αὑτῆς ἀποταμιευμάτων ἐν τῷ παρόντι, μηδὲ ἐν τῷ μέλλοντι, διότι, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, αἱ ἐτήσιαι δόσεις τοῦ τε συνομολογουμένου μεταλλικοῦ δανείου καὶ τοῦ καταργουμένου ἀντιστοίχου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια θ’ ἀπετίνοντο ἀμφότερον εἰς μεταλλικὸν, ἡ δὲ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ κατὰ τὸ ἐφαρμοζόμενον οἰκονομικὸν σύστημα προσεχὴς, δέον καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἐπὶ μακρόν.

§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐθεώρησα ἀδύνατον ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν ἄρσιν.

§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἂν νομίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ προσεχῶς ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καίτοι ἐνόησα αὐτὸν εἰπόντα, ὅτι δὲν ἐθεώρει τοῦτο ἀδύνατον, ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἀφορᾷ ἀτομικῶς εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὡς μὴ πιστεύοντα εἰς προσεχῆ τὴν ἄρσιν, ἀφορᾷ ὅμως πάντως εἰς τοὺς φρονοῦντας, ὅτι πρέπει ν’ ἀρθῇ ταχέως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ εἰς τὸ ἐφαρμοζόμενον οἰκονομικὸν σύστημα, καθ’ ὃ θέλει ἀρθῇ ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας προχθὲς παρεπονεῖτο κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ἔβλεπεν ἐν αὐτῷ διάταξιν, ἐπιτρέπουσάν τι πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Οἱ τοιαῦτα φρονοῦντες, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ Δημοσίου διὰ τῶν μεταλλικῶν δανείων, τῶν παρ’ ἡμῶν συνομολογουμένων πρὸς ἐξόφλησιν δανείων διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, ἥτις παρέχει εἰς τὸ Δημόσιον τὸ πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων μεταλλικὸν, εἶναι ὁ τρόπος, ὁ ὀλιγώτερον ὠφέλιμος εἰς τὸ Δημόσιον πρὸς προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία πρέπει ν’ ἀρθῇ ἐντὸς χρονικοῦ ὁρίου, καὶ μάλιστα καθωρίσαμεν καὶ τὸ ὅριον τοῦτο κατὰ προσέγγισιν εἰς τετραετίαν. Ἐὰν τοῦτο ἐκτελεσθῇ, τὰ δάνεια ταῦτα, δι’ ὧν ἀποκτᾶται τὸ μεταλλικὸν, τὰ ἐπὶ συμψηφισμῷ πρὸς ἐσωτερικὰ δάνεια ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων συνομολογούμενα, ἐπιβαρύνουσι τὸ Δημόσιον ἐπ’ ἐλάχιστον, ἴσως δὲ καὶ οὐδαμῶς, διότι, ἂν μετὰ τετραετίαν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν θὰ ὑφίσταται, αἱ ὑποχρεώσεις εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, αἱ διὰ τῶν μεταλλικῶν δανείων ἀντικαθιστάμεναι, θὰ ἦναι καὶ αὐταὶ ὑποχρεώσεις εἰς μεταλλικόν· ἑπομένως ἡ μετὰ τετραετίαν ἐπιβάρυνσις τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας θὰ ἦτο ἡ αὐτὴ καὶ ἐὰν ἡμεῖς μὴ προεμηθευόμεθα τὸ μεταλλικὸν δι’ ὑποκαταστάσεως μεταλλικῶν δανείων εἰς τὰ ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων ἐσωτερικά· ἡ τοιαύτη ὅμως προμήθεια, ἡ μετὰ τετραετίαν οὐδαμῶς ἐπιβαρύνουσα τὸ Δημόσιον καὶ τὴν χώραν, μεγίστης ἐν τῷ παρόντι εἶναι πάροχος ὠφελείας εἴς τε τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὴν χώραν, εἰς ἐκεῖνο μὲν, ὡς μὴ ἐπαγομένης τῆς προμηθείας τὴν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος ζημίαν, εἰς ταύτην δὲ ὡς ἀπαλλαττούσης τῆς τοιαύτης τοῦ μεταλλικοῦ προμηθείας τὴν χρηματικὴν αὐτῆς ἀγορὰν ἀπὸ τῆς ζητήσεως μεταλλικοῦ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὡς διασωζούσης τὸ μεταλλικὸν αὐτῆς ἀποταμίευμα ἀπὸ βεβαίας καὶ προσεχοῦς ἐξαντλήσεως. Ἂν μὴ ἀπεκτῶμεν τὸ πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων ἀναγκαῖον μεταλλικὸν διὰ δανείων ἀντὶ χρυσοῦ συνομολογουμένων καὶ δι’ ὧν, πλὴν τῶν ἐξοφληθέντων ἤδη ἐσωτερικῶν δανείων, θὰ ἐξοφληθῶσιν ἔτι τὸ τῶν 26,000,000, τὸ τῶν 20,000,000 τῆς ὁδοποιΐας, τὸ τῶν 9,000,000, τὸ τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ εἴ τι ἄλλο, ἀλλὰ προενοοῦμεν περὶ πληρωμῆς τῶν τοκομεριδίων, ἀγοράζοντες συνάλλαγμα ἐνταῦθα, θὰ ὑφιστάμεθα τὴν ζημίαν ἐν τῇ ἀγορᾷ, τὴν ἐκ τῆς μεγάλης τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ὑποτιμήσεως, εἰς τὸ ἔπακρον ἐπιτεινομένης διὰ τῆς ζητήσεως συναλλάγματος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, δὲν θ’ ἀπηλλαττόμεθα δὲ ἐκ τῆς ἐπιβαρύνσεως τῆς ἐκ τῆς καταβολῆς τῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων εἰς μεταλλικὸν, διότι μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι μετὰ πάροδον τετραετίας περίπου, τὰ τῆς ὑπηρεσίας πάντων τῶν δανείων ἀδιακρίτως, εἴτε μεταλλικῶν, εἴτε μὴ, θὰ καταβάλλωνται εἰς μεταλλικὸν, ἀφοῦ, μὴ ὑφισταμένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον εἶναι ἐξαργυρωτέον ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει καὶ ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ. Ἀφοῦ ἄρα, κατὰ τὸ παρ’ ἡμῶν ἐφαρμοζόμενον σύστημα, ὅπερ θέλει ἀπολήξει μετὰ τετραετίαν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων δάνεια θὰ ὑπηρετῶνται διὰ μεταλλικοῦ, διατὶ νὰ μὴ τρέπωμεν ἤδη τὰ δάνεια ταῦτα, τὰ ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ διὰ τραπεζικῶν γραμματίων ὑπηρετούμενα, εἰς δάνεια διὰ μεταλλικοῦ ὑπηρετούμενα, ἀποκτῶντες οὕτω τὸ μεταλλικὸν κεφάλαιον, ἐνόσῳ εἶναι ὑπερτετιμημένον, καὶ ἀποτίνοντες τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ μετὰ τετραετίαν διὰ νομίσματος, ἀνταλλασσομένου ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον; Ὡμίλησα καὶ περὶ τῆς εἰδικῆς ὠφελείας τοῦ Δημοσίου, ἧς ἐμνήσθη καὶ ὁ κύριος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, εἰπὼν, ὅτε ἀπεκτῶμεν τὸ χρῆμα, τὸ εἰς μεταλλικὸν ἀποτινόμενον, λογιστικῶς, καὶ οὐχὶ πραγματικῶς, ἐπὶ ἰσοτιμίᾳ πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον διὰ τῆς ὑποκαταστάσεως τοῦ μεταλλικοῦ δανείου εἰς δάνειον ἐν νομίσματι ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι τραπεζικῶν γραμματίων. Τὰ περὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ, λογιστικοῦ ἢ πραγματικοῦ, δὲν σχετίζονται πρὸς τὸ νομοσχέδιον· ἡ ὑποκατάστασις ὅμως δανείου μεταλλικοῦ εἰς δάνειον τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι πρᾶξις, ἀπαλλάττουσα τὸ Δημόσιον ἀπὸ τῆς ἀνάγκης ἀγορᾶς συναλλάγματος ὑπερτετιμημένου. Ἡ πρᾶξις αὕτη παριστᾶται ὡς ἐπιζήμιος εἰς τὸ Δημόσιον, διότι τρέπομεν δάνειον χάρτινον εἰς δάνειον μεταλλικὸν, διότι ἀναλαμβάνομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωμεν τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου εἰς μέταλλον, ἀντὶ νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ εἰς νόμισμα ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀλλὰ καὶ τῶν διὰ τραπεζικῶν γραμματίων δανείων θέλομεν ἀποτίνει τὴν ὑπηρεσίαν εἰς μέταλλον μετὰ τετραετίαν· τρέποντες ἄρα αὐτὰ ἀπὸ τοῦδε εἰς μεταλλικὰ, προεξοφλοῦντες, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ὑποχρέωσιν, ἐξασφαλίζομεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χώρας ὠφέλειαν, ἥτις δὲν θὰ ἐπραγματοποιεῖτο, ἂν ἀφίετο νὰ παρέλθῃ ἄνευ τοιαύτης τροπῆς ἡ πρὸς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ταχθεῖσα διορία. Τοιοῦτον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν τροπῶν, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῶν ἐπιζητεῖται ἡ ἀπόκτησις μεταλλικοῦ, ἐφ’ ὅσον συνίσταται ἡ τροπὴ εἰς τὴν διὰ μεταλλικῶν δανείων ἐξόφλησιν δανείων τραπεζικῶν γραμματίων, ὅπως διὰ τοῦ οὕτως ἀποκτωμένου μεταλλικοῦ ἀποτίνωνται τὰ τοκομερίδια τῶν μεταλλικῶν δανείων. Τὸ διὰ τοιούτων τροπῶν προμηθευόμενον μεταλλικὸν, αἰρομένης μετὰ τετραετίαν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀποκτᾶται δωρεάν.

§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ ἕνα αἰῶνα.

§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν περιορίζητε τὴν ἔνστασιν ἡμῶν εἰς τὸ ἀπίθανον τῆς προσεχοῦς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὀφείλετε ν’ ἀποδείξητε τὸ βάσιμον τῆς περὶ τοῦ ἀπιθάνου τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μετὰ 4 ἔτη ὑμετέρας γνώμης, ἀφοῦ παρεστήσαμεν τοὺς λόγους, δι’ οὓς θεωροῦμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀνθρωπίνως, βεβαιωμένον, ὅτι ὅσον οὔπω θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν πᾶν τὸ ἀναγκαῖον πρὸς ἀπότισιν τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν, διατηροῦντες καὶ μετὰ τὴν ἀπότισιν ταύτην τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ. Ἐξοφληθέντων τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἂν μὴ ἀρθῇ αὕτη, τ’ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὴν ἰσοτιμίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς τὸ μεταλλικὸν ἐπιτυγχάνονται καὶ ἄνευ αὐτῆς. Οὕτω καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατωρθώθη, ὅπως καὶ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπιτευχθῇ ἰσοτιμία τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ τοῦ μεταλλικοῦ· ταύτην δὲ τὴν ἰσοτιμίαν ἐπιζητοῦμεν καὶ, ὁδεύοντες ἐν ᾗ ἐχαράξαμεν ὁδῷ, ὑπολαμβάνομεν ὅτι θὰ ἀποκτήσωμεν ἐντὸς τετραετίας, εἴτε αἴροντες, εἴτε καὶ μὴ αἴροντες τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.

§72ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πῶς τοῦτο; Πρέπει νὰ μᾶς ἀναπτύξητε τοὺς λόγους.

§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ζήτημα, εἰς οὗ τὴν ἀνάπτυξιν μὲ προκαλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, εἶναι ἐκ τῶν εὐρυτέρων, καὶ θέμα, ἐφ’ οὗ δύναταί τις διὰ μακρῶν νὰ ὁμιλήσῃ· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη θεωρητικῆς ἀποδείξεως, ὅταν, ὡς παρ’ ἡμῖν συμβαίνει, ἔχωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μαρτυροῦσαν περὶ τῶν κατ’ αὐτήν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία φέρει ὑπερτίμησιν τοῦ μετάλλου ἕνεκα τῶν διὰ δανείων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προστιθεμένων τραπεζικῶν γραμματίων εἰς τὰ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἐκδεδομένα, καὶ ὁσάκις δὲν προσετέθη εἰς τὰ ἐκδεδομένα γραμμάτια ἀριθμὸς σπουδαῖος, χάριν τοιούτων δανείων, ὑπερτίμησις τοῦ μεταλλικοῦ δὲν ἐπῆλθεν. Οὕτως ἐν ἔτει 1877, ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν παρήχθη ὑπερτίμησις τοῦ μεταλλικοῦ, διότι τὸ ἀρχικῶς πραγματοποιηθὲν διὰ γραμματίων ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δάνειον ἦτο ἐλάχιστον, ἀλλ’ ὅτε βράδιον δάνεια ἐπὶ δανείων προσετίθεντο, παρηκολούθει τὰς προσθήκας καὶ ἀνάλογος αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἕως οὗ, πρὸς σωτηρίαν τῆς χώρας ἀπὸ τῶν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καταστροφῶν, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ἀλλὰ καὶ τότε δὲν περιέμενε τὸ ἐμπόριον τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἄρσεως, ἵνα φέρῃ τὴν ἰσοτιμίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τοῦ μεταλλικοῦ· αὕτη ἐπῆλθε βαθμιαίως πρὸ τῆς ἄρσεως καὶ ἀναλόγως πρὸς τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τῶν πλεοναζόντων γραμματίων, καὶ πρὸς τὴν βεβαιότητα, ὅτι μετὰ ὡρισμένην διορίαν τὰ ὑπολειπόμενα ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ θὰ ἦσαν ἐξαργυρωτέα ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει. Ὁ λόγος τῆς σημερινῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκδεδομένα πέραν τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας γραμμάτια τραπεζικὰ 60,000,000, αὐξάνοντα ὑπερμέτρως τὴν ζήτησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ καθιστῶντα ταύτην δυσανάλογον πρὸς τὴν προσφοράν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκδοθῶσιν εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια, πλὴν τῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν ἰδίῳ δικαιώματι ἐκδεδομένων 27,000,000, ἑξήκοντα ἔτι ἑκατομμύρια, ἄνευ παρεπομένης ὑποτιμήσεως αὐτῶν, θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀξιῶμεν, ὅτι εὕρομεν τὸν φιλοσοφικὸν λίθον, διότι τί ἁπλούστερον πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου, ἢ νὰ αὐξάνωμεν τὸ χάρτινον νόμισμα κατ’ ἀρέσκειαν, μετατρέποντες αὐτὸ εἰς χρυσὸν ἐπὶ ἰσοτιμίᾳ; Τὰ πράγματα διαψεύδουσι τοιαύτας προσδοκίας, καὶ ἡ ὑποτίμησις παρακολουθεῖ τὴν πλεονάζουσαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἔκδοσιν, ὅταν ταῦτα δὲν ἦναι ἐξαργυρωτέα ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει. Ὅταν δὲ ἡ ἀναλογία μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν κυκλοφορούντων ἐν ἰδίῳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δικαιώματι, τουτέστι τοῦ καθ’ ὑπολογισμὸν ἀνταποκρινομένου πρὸς τὰς κανονικὰς συναλλαγὰς, καὶ τοῦ ποσοῦ, τοῦ ἐκδοθέντος ὡς δανείου πρὸς τὸ Δημόσιον, ῥίψαν αὐτὸ εἰς τὴν κυκλοφορίαν, ὅταν ἡ ἀναλογία ᾖναι ὡς ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων πρὸς εἴκοσιν ἑπτὰ ἑκατομμύρια, δὲν πρέπει νὰ θαυμάζωμεν, ὅτι ὑπερτιμᾶται ὁ χρυσὸς, ἀλλ’ ὅτι τοσοῦτον μόνον ὑπερτιμᾶται· διότι, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι πρὸς τοῖς 60,000,000 ἔχομεν καὶ 16,000,000 κερματικὰ γραμμάτια, κυκλοφοροῦντα ὡς ἀκέραιον νόμισμα, ἀναγκαζόμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ κατὰ 24½ μόνον τοῖς ἑκατὸν ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ὀφείλεται εἰς πρόνοιαν ἄλλην, ἧς τὰ παρ’ ἐμοῦ ῥηθέντα δίδουσι τὴν κλεῖδα. Ὅταν ἄρα ἐκλείψῃ τὸ καθ’ ὑπέρβασιν τῆς κανονικῆς ἀνάγκης κυκλοφοροῦν ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων διὰ τῆς ἀποσβέσεως τῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἰς γραμμάτια δανείων τῶν Τραπεζῶν, καὶ περιορισθῶσι τὰ κυκλοφοροῦντα τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς ἐπὶ μεταλλικῇ κυκλοφορίᾳ ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ἀφεύκτως θὰ ἐπέλθῃ ἰσοτιμία τραπεζικῶν γραμματίων καὶ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μὴ πραγματοποιηθῇ συγχρόνως.

§74ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πῶς θὰ ἐκλείψῃ ἡ ἀναγκαστική;

§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ πλεονάζοντα γραμμάτια κεφαλαίων 60 ἑκατομμυρίων—ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀκεραίων, διότι τὰ 14,000,000 τῶν κερματικῶν δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἐν μεταλλικῇ κυκλοφορίᾳ, ἄνευ ὅμως τῆς ἀπαλλακτικῆς ἀξίας τῶν ἀκεραίων,—τὰ πλεονάζοντα ἀκέραια γραμμάτια, τὰ χάριν δανείων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκδοθέντα, εὐχερῶς δύνανται ἐντὸς τετραετίας δι’ ἀποσβέσεως τῶν δανείων νὰ ἐξαφανισθῶσι. Πρὸς τοῦτο δέον νὰ ὑποκατασταθῶσιν εἰς τὰ δάνεια ταῦτα, ἀποφέροντα τόκον 1%, μεταλλικὰ δάνεια ἐπὶ τόκῳ 6%, βεβαίως δ’ ὁ Προϋπολογισμὸς δύναται νὰ βαστάσῃ τὴν ἐκ 3,000,000 δραχμῶν διαφορὰν τῆς ἐτησίας καταβολῆς, ἀφοῦ ἄμεσον ἐπιτευχθησόμενον ἀντάλλαγμα αὐτῆς θὰ ᾖναι ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ 7,000,000, ἀναγραφομένων δι’ ἔξοδα διαφορᾶς συναλλάγματος, ἡ δὲ πληρωμὴ τῶν 3,000,000 θέλει γίνεσθαι ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Δημοσίου ὑπερτριπλασία. Ταῦτα, τὰ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἰσοτιμίας τῶν γραμματίων καὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἐῤῥήθησαν παρὰ τῶν προαγορευσάντων, εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τῶν ἀδειῶν, τῶν παρεχομένων ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, διότι αὗται ἀπολήγουσιν εἰς δάνεια μεταλλικὰ, σκοποῦντα τὴν διὰ τροπῆς τῶν ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων δανείων πληρωμὴν τῶν εἰς μεταλλικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Βεβαίως εἶναι καὶ τοῦτο ἓν τῶν ἐπιδιωκομένων, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μόνον. Κυριωδέστερον τῶν ἐπιδιωκομένων εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν βαρῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τοῦτο εὐθὺς ἀπὸ τοῦ 1889. Θέλουσιν ἴσως χρησιμοποιηθῆ ἄδειαι τοῦ νομοσχεδίου καὶ πρὸς καταρτισθεῖσαν ἤδη συμφωνίαν, ἥτις, ἂν μὴ παρείχοντο τῇ Κυβερνήσει αἱ εἰρημέναι ἄδειαι, ἔδει νὰ παρουσιασθῇ πρὸς κύρωσιν, ὡς αὐτοτελὴς σύμβασις εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφορᾷ δὲ ἡ συμφωνία εἰς δάνειον 30,000,000 φράγκων πρὸς ἐξόφλησιν τῶν δύο προσωρινῶν δανείων τῶν 10,200,000 φράγκων καὶ τῶν 400,000 λιρῶν. Ταῦτα τὰ δάνεια συνωμολογήθησαν ὡς προσωρινὰ, ἐπὶ τῇ ἐπαγγελίᾳ, ὅτι θέλουσι μετατραπῆ εἰς πάγια, τοῦτο δὲ γίνεται ἤδη εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἐπαγγελίας, τῆς τότε. Ἤδη δὲ ἐρωτώμεθα: «αἱ διὰ τῶν κεφαλαίων τῶν προσωρινῶν δανείων γενόμεναι πράξεις τροπῆς θέλουσιν ἐξακολουθήσει ὑφιστάμεναι μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν δανείων ἐκείνων;» Βεβαίως. Οὐδὲν μεταβάλλεται τῶν τότε γενομένων. Τὸ δάνειον τῶν 400,000 λιρῶν ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν τροπὴν τῶν δανείων, τῶν διὰ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνωμολογημένων, τὸ δάνειον δὲ τῶν 10,200,000 δραχμῶν ἐχρησίμευσεν εἰς τροπὴν δανείου ἰσοτίμου, ἤτοι 10,200,000 ἐκ τῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἑπομένως κατηργήθη τὸ ἰσότιμον τοῦτο δάνειον κατὰ τὰς ἐν τοῖς βιβλίοις ἐγγραφάς, μὴ διακρινούσας τὴν ἀξίαν ἀπὸ τῆς τοῦ νομίσματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ αἱ παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος ἐκφρασθεῖσαι ὑπόνοιαι, ὅτι ἴσως καὶ πάλιν ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν κυκλοφορίαν τὰ τραπεζικὰ ταῦτα γραμμάτια, καὶ ὁ παρ’ αὐτοῦ χαρακτηρισμὸς τῆς ἀπαντήσεώς μου τῆς προχθὲς ὡς ἀμφιβολόγου, ἵνα ἐπὶ τῆς δῆθεν ἀμφιβολογίας ταύτης στηρίξῃ τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ, ὅτι θέλομεν ἀποδώσει εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τὰ δέκα ταῦτα ἑκατομμύρια, ταῦτα πάντα στεροῦνται ὑποστάσεως. Τὰ 10,200,000 δραχμῶν τοῦ προσωρινοῦ δανείου, τοῦ κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1887 συνωμολογηθέντος, ἐχρησίμευσαν πρὸς τροπὴν ἴσου ποσοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς κυκλοφορίαν. Ἤδη τὸ δάνειον τῶν 10,200,000 δραχμῶν ἀπὸ προσωρινοῦ μετατρέπεται εἰς πάγιον, ἡ διάθεσις ὅμως αὐτοῦ πρὸς τροπὴν τῶν 10,200,000 τραπεζικῶν γραμματίων δὲν μεταβάλλεται.

§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατεθέσατε 13,000,000.

§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 13,000,000 κατεθέσαμεν. Ἡ κατάθεσις αὕτη ἦτο εἰδικὴ ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν συνωμολογησάντων τὸ προσωρινὸν δάνειον· σήμερον δὲ οἱ συνωμολογοῦντες τὸ πάγιον δάνειον, δι’ οὗ ἐξοφλεῖται τὸ προσωρινόν, οὐδεμίαν ζητοῦσιν εἰδικὴν ἐγγύησιν, ἐπανέρχεται ἄρα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ὑπόλοιπον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν καταργηθέντων 10,200,000. Παρεστήθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι οἱ δανείζοντες οὐδεμίαν ἀποδίδουσι σημασίαν εἰς τὰς ἐγγυήσεις, ὅτι σημασίαν ἀποδίδουσιν μόνον εἰς τὸ μονοπώλιον, ὅτι τὸ ἐπιτευχθὲν διὰ τῆς συνωμολογήσεως δανείου 30,000,000 ἄνευ εἰδικῆς ἐγγυήσεως οὐδεμίαν δεικνύει πρόοδον ἐν τῇ πίστει τοῦ Κράτους, ὅτι τὰ δάνεια, τὰ μέχρι τοῦδε συνωμολογούμενα ἐπὶ εἰδικαῖς ἐγγυήσεσι, τὰς εἰδικὰς ἐγγυήσεις ἔφερον ἄνευ λόγου τινὸς ἀνάγκης, ἀλλ’ ὡς ἁπλᾶ κοσμήματα, λίαν ἐπαχθῆ ὅμως εἰς τὸ Δημόσιον, ἀφαιροῦντα ἀπ’ αὐτοῦ κατὰ τὰ διαλείμματα τῶν διοριῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐκ τῶν εἰδικῶν τούτων ἐγγυήσεων εἰσπραττομένου χρήματος, ἀναπληρουμένου διὰ τῆς ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Τὰς εἰδικὰς ἐγγυήσεις παρέστησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὡς μηδὲν προσθετούσας εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ δανείου, καθὸ μηδόλως ἐξασφαλιζομένης δι’ αὐτῶν τῆς πληρωμῆς τοῦ δανείου, μηδὲ καὶ αὐτῆς κἂν τῆς καταθέσεως εἰς τὰς Τραπέζας τοῦ ἐξ αὐτῶν ἐνεχύρου. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ὑπῆρξε καὶ Κυβέρνησις, οὐχὶ ἄγνωστος εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν, ἐκ προοιμίων κυρώσασα τοὺς λόγους αὐτοῦ, ὡς μὴ καταθέσασα τὸ ἐνέχυρον εἰς τὰς Τραπέζας, ἀλλὰ διαθέσασα τὰς ἐκ τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων εἰσπράξεις ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρξῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι Κυβέρνησις, μὴ ἀπαξιοῦσα νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ, ὁ ἐκ Τριφυλίας ἀξιότιμος Βουλευτής, ὁ καταγγείλας τὴν πρᾶξιν τότε, καίτοι ἦτο κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον συμπολιτευόμενος, θέλει καὶ πάλιν καταγγείλει αὐτὴν μὴ ἀποθαῤῥυνόμενος ἐκ τοῦ ἀρνητικοῦ ἀποτελέσματος τῆς πρώτης καταγγελίας. Ἀναντιῤῥήτως δύναται Κυβέρνησίς τις νὰ μὴ καταθέσῃ εἰς τὰς Τραπέζας τὰς προσόδους, τὰς ἐκ τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων, ἀλλὰ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῶν ἀναδόχων τοῦ πρὸς ταύτην συνδεομένου δανείου. Ἡ Κυβέρνησις περὶ ταῦτα δύναται νὰ πράξῃ, ὅ,τι αὐτὴ θέλει, ἀλλὰ πράττει μόνον τὰ νόμιμα, καὶ ἂν εὑρέθη Κυβέρνησις, ἐνεργήσασα ὡς προεῖπον, πρόκειται ἡ ἐνέργεια αὐτῆς αὕτη ὡς ὑπόδειγμα πρὸς ἀποτροπήν. Ἄσκοπος εἶναι ἡ ἐξέτασις περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ἐκ τοῦ δανείου ὑποχρεώσεων διὰ τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων καὶ περὶ τῆς μείζονος δυσχερείας πρὸς ἀθέτησιν τῶν ἐκ τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων ὑποχρεώσεων, ἢ τῶν ἐκ τοῦ δανείου, ἀρκεῖ, ὅτι οἱ δανείζοντες πιστεύουσιν εἰς τὴν διὰ τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων ἐξασφάλισιν· ἀπόδειξις δὲ τούτου, ὅτι μόνον τώρα συνῄνεσαν, ἵνα διαπραγματευθῶσι περὶ δανείου ἄνευ ἐγγυήσεων, ἀλλὰ καὶ τώρα διαπραγματεύονται περὶ τοιούτου δανείου ἐπὶ ὅροις βαρυτέροις, ἢ ἂν συνωδεύετο τὸ δάνειον ὑπὸ εἰδικῶν ἐγγυήσεων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὡς βαίνομεν, ἐντὸς ὀλίγου θέλουσι συνομολογεῖσθαι τὰ δάνεια, τὰ ἄνευ ἐγγυήσεως, ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις καὶ τὰ δάνεια τὰ ὑπὸ εἰδικὰς ἐγγυήσεις, ἀλλὰ σήμερον ἔτι δὲν ἔχει οὕτω. Σήμερον ἀπηλαύσαμεν τούτου, ὅτι δυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν ἄνευ εἰδικῆς ἐγγυήσεως ἐπὶ ὅροις εὐλόγοις, καίπερ βαρυτέροις, ἢ ἂν ἐδανειζόμεθα παρέχοντες εἰδικὰς ἐγγυήσεις. Ἐπίσης δὲ ὑπὸ εἰδικὰς ἐγγυήσεις δανειζόμενοι, ὑφιστάμεθα ὑποχρεώσεις βαρυτέρας, ἢ ἂν ἐδανειζόμεθα παρέχοντες εἰς ἐξασφάλισιν τοῦ δανείου τὴν διαχείρισιν μονοπωλίων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅπως ἀναπτύσσεται ἡ πίστις ἡμῶν, ἐντὸς ὀλίγου οὐδεμία θὰ ὑπάρχῃ διάκρισις μεταξὺ δανείου στηριζομένου ἐπὶ διαχειρίσεως μονοπωλίου, καὶ δανείου στηριζομένου ἐπὶ εἰδικῆς ἐγγυήσεως, καὶ δανείου ἄνευ εἰδικῆς ἐγγυήσεως. Σήμερον ὅμως ὑφίσταται ἔτι ἡ διάκρισις, ἀλλὰ μέγα ἐπὶ τὰ πρόσω βῆμα εἶναι τὸ πραγματοποιούμενον ἤδη δάνειον ἐπὶ ὅρῳ πραγματικοῦ κεφαλαίου 68 καὶ ⅛%, ἐνῷ πρὸ ἔτους ἤ τι πλέον, τουτέστιν, ὅτε συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, ὁ ὅρος τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου ἦτο κατώτερος, καίτοι συνεδέετο πρὸς τὸ δάνειον ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων. Τότε συνωμολογήσαμεν τὸ δάνειον ἀντὶ πραγματικοῦ κεφαλαίου 67 καὶ 40)00, ἐκχωροῦντες καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων· σήμερον ἄνευ τοιαύτης ἐκχωρήσεως ἀποκτῶμεν τὸ δάνειον ἐπὶ πραγματικῷ κεφαλαίῳ 68 καὶ ⅛%, ἀλλὰ τὸ δάνειον, τὸ στηριζόμενον ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων, σήμερον τιμᾶται ἐν τῇ ἀγορᾷ 76%· τὴν τιμὴν δὲ ταύτην πρέπει νὰ παραβάλωμεν οὐχὶ πρὸς τὴν τῶν 68 καὶ ⅛% τοῦ νῦν συνομολογουμένου, ἀλλὰ πρὸς τὴν τιμήν, ἐφ’ ᾗ θέλει τοῦτο διατιμηθῆ ἐν τῇ ἀγορᾷ μετὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ ἥτις προσδοκᾶται πολὺ ἀνωτέρα. Τὸ δάνειον τοῦτο, μὴ συνδεόμενον πρὸς εἰδικὰς ἐγγυήσεις καὶ ὑποκαθιστάμενον εἰς δάνειον προσωρινὸν ἐκ 10,200,000 δραχμῶν, ἐπὶ ἐνεχύρῳ 13,000,000, λύει μὲν τὸ ἐνέχυρον, ἀλλὰ δὲν ἀποδίδει εἰς τὴν κυκλοφορίαν τὰ ἀντιστοιχοῦντα πρὸς τὸ προσωρινὸν δάνειον τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι ταῦτα, παγιωθέντος ἤδη τοῦ τέως προσωρινοῦ δανείου, ὁριστικῶς κατηργήθησαν. Τὰ ἐπὶ πλέον κατατεθέντα ὡς ἐνέχυρον δύνανται ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν κυκλοφορίαν, ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς διαχειρίσεως τοῦ Δημοσίου, αἱ δὲ ἀνάγκαι τῆς διαχειρίσεως θὰ κανονίσωσιν, ἂν θὰ γένηται, ἢ οὔ, διάθεσις αὐτῶν. Συμπεραίνων, λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον οὐδόλως εἶναι καινοφανὲς· ὑποβάλλει τὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρεχομένας ἀδείας περὶ συνομολόγησιν δανείων εἰς περιορισμοὺς ἀνωτέρους τῶν συνήθως ἀπαντώντων ἐν τοῖς περὶ δανείων νόμοις ξένων Κρατῶν· εἶναι νομοσχέδιον ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς τὰ πρόσωπα τῶν κυβερνώντων, τυγχάνοντα βεβαίως τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, μηδεμίαν ὅμως ἔχοντα σήμερον ἀφορμὴν, ἵνα ζητήσωσι τὴν ἔκφρασιν αὐτῆς, ἀφοῦ περὶ τούτου οὐδεμία ἐκδηλοῦται ἀμφιβολία· εἶναι νομοσχέδιον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, πρὸς πᾶσαν αὐτῆς Κυβέρνησιν· εἶναι νομοσχέδιον, δι’ οὗ παρέχει ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἐμπιστεύεται, διότι πᾶσα λειτουργοῦσα Κυβέρνησις τυγχάνει τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, τὴν ἐξουσίαν, ἵνα προβῇ εἰς πράξεις, δι’ ὧν θέλει τεθῇ τὸ ἐπιστέγασμα εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἣν μέχρι τοῦδε, χάρις εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἠδυνήθημεν νὰ διεξαγάγωμεν εὐτυχῶς.

§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ μικροῦ, ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ἀμφισβητοῦντες, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἐξουσία, ἡ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ζητουμένη, ὡμίλησαν περὶ ἰσοτιμίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸ μεταλλικὸν, καὶ περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δημοσίων χρεῶν. Χρησιμοποιεῖ δ’ ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν ἀταξίαν, ἥτις ἔλαβε χώραν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς ἐχρησιμοποίησε προχθὲς καὶ τὴν ἀταξίαν, ἥτις συνέβη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκδόσεως λαχειοφόρου δανείου. Ἀληθῶς δὲν ἦσαν συναφῆ μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅσα ἐλέχθησαν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ περὶ χρέους τοῦ Δημοσίου καὶ περὶ ἰσοτιμίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸ μεταλλικόν. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὴν ἰδιότητα τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὡς συζητητοῦ, ἐξέθηκεν ἑαυτὸν εἰς τὰς διαψεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν δὲν εἶχεν ἐν χερσὶ τὰς ἀποδείξεις, διὰ νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ. Φαίνεται ἀληθῶς, ὅτι ἔχει ἀτελῆ γνῶσιν τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Καραπάνος, ὁμιλῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἰσχυρίσθη, ὅτι κατὰ τὸ 1889 ηὔξησε τὸ δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ὀφείλομεν κατὰ τὸ 1889 περισσότερα ἢ ὅσα ὠφείλομεν κατὰ τὸ 1888. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσπευσε νὰ διαψεύσῃ αὐτὸν, πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Καραπάνος δὲν ἔχει προχείρους τὰς ἀποδείξεις, ἵνα ἀναιρέσῃ τὴν διάψευσιν αὐτοῦ. Καὶ ἐξέδραμε μὲν ὁ κ. Καραπάνος ἐπὶ συζήτησιν ἀλλοτρίαν τοῦ νομοσχεδίου, προσήκουσαν δ’ εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, σπεύδω ὅμως νὰ προσέλθω ἐπίκουρος αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀναιρέσω τὴν διάψευσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Βεβαιῶ λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1889 τὸ δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος ἀνέρχεται εἰς 711,034,126 δρ. καὶ 49 λεπτά, ἐνῷ κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1888 τὸ δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος ἀνήρχετο εἰς 696,560,324 καὶ 05)00, δηλ. κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1889 τὸ δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1888, κατὰ 14,473,802:44. Ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδείξωμεν τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Καραπάνου, καὶ ἔσπευσε νὰ διαψεύσῃ αὐτόν· ἀλλὰ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, δὲν συνήγαγον ἐκ σημειώσεων, τὰς ὁποίας ἐπορίσθην ἐκ τοῦ ἐμοῦ ἀρχείου, ἀλλ’ ἐκ σημειώσεων τὰς ὁποίας ἐπορίσθην ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Εἶναι δὲ ἀνώτερον τὸ δημόσιον χρέος κατὰ τὸ 1889, διότι ηὐξήθη κατὰ τὰ μέσα καὶ τὰ τέλη τοῦ 1888 τὸ κυμαινόμενον χρέος. Καὶ ἠλαττώθη μὲν κατὰ 4,000,000 τὸ χρέος τῶν κερματικῶν γραμματίων, καὶ κατὰ 10 ἑκατομμύρια τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἀλλ’ ἀντὶ 6,500,000 ἐντόκων γραμματίων, ὑπαρχόντων ἐν κυκλοφορίᾳ κατὰ τὸ 1888, ἔχομεν κατὰ τὸ 1889 ἔντοκα γραμμάτια 11,821,000, ἤτοι 5,321,000 περισσότερα. Καὶ ἀντὶ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 10,200,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, ἔχομεν προσέτι καὶ ἄλλο δάνειον προσωρινὸν κατὰ τὸ 1889 ἐκ φράγκων 10 ἑκατομμυρίων εἰς χρυσόν. Ἑπομένως ηὔξησε τὸ κυμαινόμενον χρέος διὰ τοῦτο κατὰ 15,321,000· ἂν προσθέσητε δ’ εἰς ταῦτα τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 7,570,000 ἐκ τοῦ δανείου διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Τριπόλεως–Καλαμῶν, ἀνέρχεται ἡ αὔξησις τοῦ χρέους εἰς 22,891,000. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τούτου τὸ ποσὸν, καθ’ ὃ ἠλαττώθη τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἤτοι 10,336,570, ἡ κατὰ τὸ 1889 γενομένη αὔξησις τοῦ χρέους συνίσταται εἰς 12,554,430. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μεγίστην ἔχει εὐκολίαν νὰ ἀρνῆται τὰ πράγματα, καὶ ὅταν ἀναφέρηται γεγονός τι. Διὰ τοῦτο ὅταν ἰσχυρίζησθέ τι, πρέπει νὰ ἔχητε μεθ’ ὑμῶν ὅλας τὰς ἀποδείξεις, διὰ νὰ βεβαιώσητε τὸν ἰσχυρισμόν σας, διότι ἄλλως μένετε ἔκθετοι εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ! Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν ἀκόμη τὸν λόγον ἡ συζήτησις περὶ τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἀποτίνει κατ’ ἔτος, ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἰσοτιμίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, δὲν ἦσαν συναφεῖς μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἥρμοζον δὲ εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι ἡ ἀνάμιξις αὐτοῦ μετὰ τῆς συζητήσεως ταύτης ἐξυπηρετεῖ τὴν πρόθεσιν τῶν ζητούντων νὰ συγχύσωσι τὴν συζήτησιν καὶ νὰ διαστρέψωσι τὰ πράγματα, ἐδόθη δ’ ἀφορμὴ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σᾶς εἴπῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀκούσητε σήμερον, τὰ πλεῖστα ὅμως τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ὀρθά. Τί σᾶς ἔλεγε π.χ.; Ὅτι ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν, ἂν ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα αὐτοῦ, θέλει ἄρει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Γνωρίζετε ποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ Πρωθυπουργὸς περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ὅσοι ἦσθε μέλη τῶν Κοινοβουλίων, τῶν προηγουμένων τοῦ παρόντος, δὲν ἐλησμονήσατε βεβαίως, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἦτο τότε ὑπὲρ τῆς ἀποτόμου ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅτε δ’ ἡμεῖς κατὰ τὸ 1884 συνεβουλεύομεν αὐτὸν νὰ μὴ σπεύσῃ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπέμεινε νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ ἦρε μὲν δι’ αὐτοῦ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ κατέστρεψε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Τώρα ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει ἄλλην θεωρίαν, τὴν ἀντίθετον αὐτῆς, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπεδεικνύομεν ἡμεῖς τότε, ὅτι ἡ ἄρσις πρέπει νὰ γίνηται βαθμηδὸν καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Καὶ τίς σᾶς ἐμποδίζει νὰ ἄρητε αὐτὴν καὶ νῦν, ἐὰν δύνασθε; Ἰδοὺ ἔχετε 76,476,000 χρέος εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, συνωμολογήσατε δάνειον, ἀφοῦ οἱ δανεισταὶ σᾶς παρακαλοῦσι, σᾶς δίδουσι χρήματα μὲ τὰς δύο χεῖρας! Δανεισθῆτε πρὸς 6%, καὶ ἐξοφλήσατε τὸ χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Σεῖς πληρόνετε δι’ ὑπερτίμησιν χρυσοῦ 7,015,553. Λοιπὸν θέλετε ἔχει κέρδος, διότι θέλετε ἀπαλλαχθῆ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ πληρόνητε τὸ εἰρημένον ποσὸν κατ’ ἔτος, δὲν θέλετε δ’ ἐπιβαρύνει τὸν Προϋπολογισμόν σας, εἰμὴ κατὰ 4,620,000, ὅσον ἀναλογεῖ ὁ τόκος 6% πρὸς τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σημειούμενον κεφάλαιον τοῦ χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἑπομένως θέλετε οἰκονομήσει δραχ. 2,395,555. Ἀλλ’ ἐὰν προβῆτε εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θέλετε ἐπαναφέρει τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἠγάγετε αὐτὴν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1884, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἤρκεσαν αἱ προκαταβολαί, αἱ ποικίλαι καὶ αἱ παντοῖαι, τὰς ὁποίας συνωμολογήσατε ἐξ ἀνάγκης, διὰ νὰ πληρώσητε τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρώσητε εἰς τὴν Τράπεζαν, δὲν ἤρκεσαν οὐδὲ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε, ἐναντίον τοῦ νόμου, ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, οὐδὲ τὰ χρήματα τῶν παρακαταθηκῶν, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε ἐναντίον τοῦ νόμου ἀπὸ τὸ Ταμεῖον, οὐδὲ τὰ τῶν Λιμενικῶν Ταμείων κλπ. Δὲν ἤρκεσαν οὔτε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον παρακατατεθῆ εἰς τὰς Τραπέζας δι’ ἐγγύησιν τῶν δανείων, διότι καὶ τὰς ἐγγυήσεις ταύτας ἐδαπανήσατε. Καὶ ἐνῷ ὑμεῖς ἐδαπανήσατε κατὰ τὸ 1884 τὰς ἐγγυήσεις ταύτας, πρὸ μικροῦ ὡμιλήσατε κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι ὑμεῖς μὲν εἴχετε καταθέσει τὰ χρήματα εἰς τὰς Τραπέζας, ἐγὼ δ’ εἶχον ἀφαιρέσει αὐτά. Καὶ ἀληθῶς μετὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1885, ὅτε αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐπιστρατείας εἶχον αὐξήσει τὰ ἔξοδα, δὲν κατέθηκα εἰς τὰς Τραπέζας τὰ εἰσπεπραγμένα δι’ ἐγγυήσεως τῶν δανείων χρήματα, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀφήρεσε ταῦτα, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς τὰς Τραπέζας, διότι εἶχε καταναλώσει τὸ δι’ αὐτὸ ὡρισμένον προϊόν τοῦ δανείου εἰς ἐξόφλησιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐξέτασις, πότε καὶ κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἀναβιβασθῆ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον εἰς τὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν τιμᾶται ὁ χρυσὸς, ἡ ἐξέτασις, πότε καὶ πῶς συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἢ πότε θέλει καταστῆ δυνατὸν νὰ γένηται τοῦτο, ἡ ἐξέτασις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀλλοτρία τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὡς ἐντελῶς ἀλλοτρία εἶναι ἡ ἐξέτασις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἐν γένει τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς δὲν συζητοῦμεν μεθ’ ὑμῶν, οὔτε ἀντιλέγομεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀμφισβητοῦντες τὴν ἀνάγκην τῆς τροπῆς δανείων. Σεῖς, κυβερνῶντες, εἶσθε εἰς θέσιν κρείττονα ἡμῶν νὰ γνωρίζητε, ἂν ἔχητε ἀνάγκην νὰ ποιήσητε τροπὰς δανείων. Ἀμφισβητοῦμεν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θέλετε νὰ φθάσητε εἰς τοῦτο, διότι ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσητε. Καὶ ἡμεῖς μὲν λέγομεν, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε τοιαύτην ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἀρέσκεται εἰς τὴν σύγχυσιν, διότι ὑπὸ ταύτην καλύπτει ἑαυτὸν καὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ, συγχύζει τὴν ἐξουσίαν ταύτην πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειοψηφίας, πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν πολιτικὴν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διαμαρτύρεται, λέγων, ὅτι δὲν ζητεῖ προσωπικὴν ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ ζητεῖ ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχε δικαίωμα νὰ διαχειρίζηται τοιαύτην ἐξουσίαν, ἣν ζητεῖ νὰ παραχωρήσωμεν αὐτῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν ἤθελε τυγχάνει νενομοθετημένον, ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος, ἐπιτρέπων τὴν ἐξουσίαν ταύτην. Ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαχειρίζηται τοιαύτην ἐξουσίαν, καὶ κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς ἰσχύοντα, τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν διαχειρίζεται μόνον ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὸν ἔλεγχον ἡμῶν, μόνον τῇ συναινέσει ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅταν ζητῇ ἡ Κυβέρνησις παρ’ ἡμῶν νὰ μεταδώσωμεν εἰς αὐτὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει αὕτη, ἀλλ’ ἔχομεν ἡμεῖς, νομίζω, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν δίδετε, εἶναι ὑπερτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ δώσητε. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποίησεν ἐκδρομὴν ἐπιτιμητικήν. Δὲν γνωρίζω ποίας ἰδέας ἔχει περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἂν κρίνω ἐκ τῶν πράξεων αὐτοῦ, ἢ ὁδηγηθῶ ἐξ αὐτῶν, διὰ νὰ ἀνακαλύψω τὰς ἰδέας αὐτοῦ περὶ τῶν σχέσεών του πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει περὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὑπέχει ἡ Κυβέρνησις, φοβοῦμαι, μήπως λάβω ἀτελῆ πληροφορίαν περὶ τῶν ἰδεῶν του, διότι ὅσα εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν ἥρμοζον εἰς προϊστάμενον Κυβερνήσεως κοινοβουλευτικῆς. Ἔλεγεν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς Βουλευτὴν, ἔστω καὶ ἀντιπολιτευόμενον, νὰ ἀξιοῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μὴ ἦναι ἠθική, καὶ νὰ ζητῇ νὰ ἐξαρτήσῃ αὐτὴν ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἦναι ἠθική! Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι πολίτευμα δυσπιστίας; Διότι αἱ Βουλαὶ δυσπιστοῦσι πρὸς τοὺς κυβερνῶντας, διὰ τὴν ἠθικὴν αὐτῶν, διὰ τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, διὰ τοῦτο δὲν ἐδόθη εἰς αὐτοὺς ἐξουσία νὰ δαπανῶσι μόνοι καὶ ἄνευ ἀδείας τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, διὰ τοῦτο ἀνετέθησαν πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι αὗται εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ἀπορεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διατὶ ζητοῦμεν νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ ὡς Κυβέρνησις, ὡς ὄργανον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἂν εἴχομεν τοιαύτην γνώμην, ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀξιοῖ νὰ ἔχωμεν περὶ τῶν κυβερνώντων, ἦτο προτιμότερον νὰ παραιτηθῶμεν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἠθέλομεν οὕτω συντελέσει εἰς ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων δαπανῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, διότι ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸς τοὺς κυβερνῶντας δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα μᾶς ἐπιβάλλει, διὰ τοῦτο ὑπέχομεν τὰ βάρη καὶ τὰς δαπάνας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἂν δαπανῶμεν χρήματα περισσότερα, ἢ ὅσα ἠθέλομεν δαπανᾶ, ἐὰν ἐκυβερνώμεθα ἀπολύτως, ἔχομεν ὡς ἀντάλλαγμα, ὅτι ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ἐπιτήρησις, τὰ ὁποῖα ἐνασκοῦμεν, περιορίζουσι τὴν διαχείρισιν τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ ὀρθῷ καὶ ἀγαθῷ, καὶ περιστέλλουσιν αὐτήν τε καὶ τοὺς μεθυσκομένους ὑπὸ τῆς ἀρχῆς καὶ ἀνατρέποντας πᾶν τὸ προστυχόν. Ἔχομεν λοιπὸν δικαίωμα νὰ δυσπιστῶμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δυσπιστῶμεν, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι, εἴτε αὕτη, εἴτε ἐν γνώσει αὐτῆς τὰ ὄργανα αὐτῆς, εἴτε καὶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῆς, νὰ ζητήσωσι νὰ ἀποπλανῶσι τοὺς χρηματιζομένους ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, νὰ προκαλῶσιν εἰκονικὰς ὑποτιμήσεις, ἢ εἰκονικὰς ὑπερτιμήσεις, μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ περιποιήσωσι κέρδος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, χωρὶς νὰ ἀναλογίζωνται, ποῖα ἐπάγουσιν ὀλέθρια ἀποτελέσματα τὰ τοιαῦτα κέρδη ἐπὶ τῶν σχέσεων τῶν κυβερνώντων πρὸς τοὺς κυβερνωμένους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐγγυήσεων, τῶν παρεχομένων εἰς τοὺς δανειστὰς, προσεπάθησε νὰ ἐξομοιώσῃ ἐκείνας, αἵτινες παρείχοντο εἰς αὐτοὺς διὰ τῶν νόμων περὶ δανείων, τὰ ὁποῖα εἶχον συνομολογηθῆ πρὸ τοῦ 1887, πρὸς τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Εἶναι λυπηρόν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνειθίζει νὰ μὴ ἐκδηλώνῃ ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἐκδηλώνῃ εὐλάβειαν πρὸς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, προβάλλων ἰσχυρισμοὺς, οἵτινες ἡλίου φαεινότερον εἶναι ψευδεῖς καὶ ἀσθενεῖς. Αἱ ἐγγυήσεις, αἵτινες ἐχορηγήθησαν εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων διὰ παραχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων, διαφέρουσι κατὰ τοῦτο ἀπὸ τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες εἶχον παρασχεθῆ εἰς τοὺς δανειστὰς τῶν ἄλλων πρὸ τοῦ 1887 συνομολογηθέντων δανείων, ὅτι ἐπὶ μὲν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ὑπάλληλοι τῆς Ἑταιρίας τῶν μονοπωλείων εἰσπράττουσι τὰ χρήματα, ἐπὶ δὲ τῶν ἐγγυήσεων τῶν παρασχεθεισῶν εἰς τοὺς δανειστὰς τῶν ἄλλων πρὸ τοῦ 1887 συνομολογηθέντων δανείων, τὰ χρήματα εἰσπράττουσιν οὐχὶ ὑπάλληλοι τῶν δανειστῶν, ἀλλ’ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις καὶ ἐφ’ ὧν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε, ζητῶν νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ παραχωρηθῇ εἰς αὐτὸν, κρίνει συνήθη ἐξουσίαν καὶ ἀναπόφευκτον, ὅτι ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν ἔχει τὸ ἐξαιρετικὸν, οὐδὲ τὸ πλεονάζον. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τίθησιν εἰς τὴν εὔκολον θέσιν ἕκαστον ἐξ ὑμῶν νὰ πληροφορηθῇ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐξουσίαν νὰ συνομολογῇ, ὅσα δάνεια θέλει ἄνευ ἐγγυήσεων καὶ ἐπὶ τόκῳ, μὴ ὑπερβαίνοντι τὰ 6%. Τὸ νομοσχέδιον δὲν προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν δανείων, ἢ τὸ ποσὸν ἑκάστου αὐτῶν, δὲν προσδιορίζει οὐδὲ ἄλλον τινὰ ὅρον, εἰμὴ μόνον τοὺς ὅρους τοῦ τόκου καὶ τῶν ἐγγυήσεων. Παρέχει προσέτι τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἐξαγοράζῃ τὰς ὁμολογίας οἱουδήποτε δανείου ἤθελεν ἐγκρίνει, τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποσβεννύῃ δάνεια, ὅσα ἤθελεν ἐγκρίνει, τὴν ἐξουσίαν νὰ μετατρέπῃ οἱονδήποτε δάνειον θέλῃ, τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τέλος νὰ ἐκποιῇ εἰς οἱασδήποτε τιμὰς ἐγκρίνῃ τὰς ὁμολογίας τῶν δανείων, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀγοράσει. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι πᾶσαι αὗται αἱ ἐξουσίαι εἰσὶ μέτριόν τι, ὅτι προσήκουσιν αὗται εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, δὲν ἐννοῶ, ποῖον λόγον ἔχετε νὰ συνέρχησθε ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν δὲ θέλητε νὰ συνέρχησθε ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀφοῦ τοσαύτην καὶ τηλικαύτην παραχωρεῖτε ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀσχολεῖσθε ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι λησμονεῖτε τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔχετε ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς ὑμῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέφρασεν εὐχαρίστησιν, διότι ἔμαθεν ἐξ ἐμοῦ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν σκοπεῖ νὰ παρεμβάλῃ πρόσκομμά τι εἰς αὐτόν. Ἐπειδὴ ὅμως ταύτην ἐξεδήλωσε διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ συνδεθῇ μὲ τὰς προγενεστέρας συζητήσεις κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ἀναγκάζομαι νὰ μὴ παραλίπω ν’ ἀπευθύνω εἰς αὐτὸν παρατηρήσεις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὐδ’ ὅτε συνεζήτει τὸ νομοσχέδιον τοῦ Σπάρταλη, οὐδὲ πρὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου, μηδὲ μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἐζήτησε νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἐζήτησεν ὅμως νὰ περιστείλῃ ἀκολασίας τῶν εἰσηγητῶν τῆς πλειοψηφίας, οἵτινες ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ παρατείνωσι τὰς συνεδριάσεις μέχρι τῆς πρωΐας, ὅπως φέρωσι τὸν κάματον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἀναγκάσωσιν αὐτὴν νὰ ἀπέλθῃ τῆς αἰθούσης, λάβωσι δὲ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ψηφίσωσιν ἄνευ συζητήσεως τὰ νομοσχέδια. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξε κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, ἔχει ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν νὰ πράξῃ καὶ πάλιν κατὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς Συνόδου ταύτης. Ἑπομένως, ἐὰν θέλητε καὶ κατὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον νὰ μετέλθητε τὴν αὐτὴν τακτικήν, διὰ νὰ ἐμποιήσητε εἰς ἡμᾶς τὸν κάματον, θέλετε μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀμυνθῶμεν καὶ πάλιν. Τὸ συζητεῖν περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων ἐν τῇ Βουλῇ δὲν εἶναι ἐκβιάζειν τοὺς ὀλιγωτέρους, ὅπως οἱ περισσότεροι γένωνται κύριοι τοῦ πεδίου καὶ πράξωσι μόνοι, ὅ,τι ἂν θελήσωσιν. Ἐὰν ἡμεῖς ἀπεχωρήσαμεν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἀπεχωρήσαμεν, διότι κατὰ παραπλήσιον τρόπον παρεγνωρίσατε τότε τὰ δικαιώματα ἡμῶν, καὶ ἐπράξατε τοῦτο οὐ μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἐπράξατε αὐτὸ καὶ ἐν ἄλλῃ αἰθούσῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ, κατὰ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀντιπρόσωποι τῆς πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας συνήρχοντο, ἵνα ἐργασθῶσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ βασανίσωσιν αὐτόν. Ἀλλ’ ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ περιεπαίξατε καὶ ἀφῃρέσατε τὰ δικαιώματα τῶν ἀντιπροσώπων τῆς μειοψηφίας, ἐν δὲ τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπεκυρώσατε καὶ ἀνεγνωρίσατε ὡς ὀρθὴν καὶ εὔλογον τὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ τοιαύτην πολιτείαν τῶν ἐκεῖ ἀντιπροσώπων τῆς πλειοψηφίας. Οὕτως ἀφῃρέσατε δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τοῦτο ἀπήλθομεν τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἀλλ’ ἡμεῖς μὲν ἀπήλθομεν, ὅτε δ’ ἐμείνατε μόνοι, δὲν ἐσεβάσθητε οὐδὲ τὴν μειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, οὐδὲ τὰ συμφέροντα αὐτὰ τῆς πατρίδος σας, διότι ἐψηφίσατε καὶ κατηρτίσατε ἑκατοστύας νόμων, τοὺς ὁποίους, ἐὰν μελετήσητε σήμερον, ὑμεῖς αὐτοὶ θέλετε μεταμεληθῆ διὰ τὰ λάθη καὶ τὰς παραδρομὰς, τὰς ὁποίας διεπράξατε. Ἀλλὰ μήπως νομίζητε, ὅτι καὶ ἐφέτος θέλομεν μετέλθει τὴν αὐτὴν τακτικὴν, διὰ νὰ σᾶς ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸ στάδιον, νὰ ψηφίζητε νόμους, οὓς ἂν θέλητε, καὶ διὰ τοῦτο ἐπειράθητε νὰ παρατείνητε τὰς συνεδριάσεις μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον, μέχρι τῆς πρωΐας; Ἀφοῦ τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον πέρυσι μετήλθομεν, δὲν σᾶς ἀνέστειλεν, ἔπρεπε νὰ μετέλθωμεν τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσαμεν ἐφέτος, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ σᾶς ἀναστείλωμεν. Καὶ εὐτυχῶς σᾶς ἀνεστείλαμεν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μελετήσει τὰς ἐφημερίδας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1887 καὶ 1888, θέλουσι δώσει δίκαιον εἰς ἡμᾶς καὶ θέλουσιν ἀνομολογήσει, ὅτι, ἐὰν ἐφέτος κατεστήσαμεν ἧττον γόνιμον τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, κατεστήσαμεν ὅμως αὐτὴν σοβαρωτέραν καὶ ἀξίαν Κοινοβουλίου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.)

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμπληρωτικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πατρῶν καὶ τοῦ ἐργολάβου Π. Μανιάκ.

§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν πρόκηται νὰ γίνῃ συζήτησις, θὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ νομοσχέδιον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἔχω ἀνηγγελμένον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐσιαστικῶς ἡ ἐπικύρωσις τῆς συμβάσεως ζητεῖται διὰ τὸν λόγον μόνον τῆς ὑπεγγυότητος.

§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ὡς ἔχει νῦν τὸ κείμενον αὐτοῦ, ζητεῖτε παρὰ τῆς Βουλῆς περισσότερα ὅσων, καθ’ ἃ λέγετε, ἔχετε ἀνάγκην.

§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως δὲν ἔχει ἀνάγκην καὶ διόλου τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς Βουλῆς.

§83ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ ἀποσυρθῇ.

§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θέλει ἀποσυρθῆ, παρὰ ἐν ᾗ περιπτώσει πεισθῶμεν, ὅτι θέλετε παρεμβάλει πρόσκομμα εἰς τὴν συζήτησιν.

§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν βεβαιοῖ, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ νομοθετικὴ κύρωσις, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δὲν πρέπει νὰ ψηφίζῃ νόμους ἄνευ ἀνάγκης.

§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον προσαρμόζεται εἰς νομοσχέδιον προγενέστερον κυρώσεως συμβάσεως περὶ τοῦ λιμένος Πατρῶν· ὀφείλομεν λοιπὸν, ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὰ προγενεστέρως γενόμενα, ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν πορείαν, ἂν καὶ ἐγὼ προσωπικῶς ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ νόμος περὶ λιμένων ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ὑπεγγυότητα νὰ δώσῃ ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐπιμένομεν, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ διαφορὰ πρὸς τὰ ἄλλοτε γενόμενα, καὶ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται πολὺς χρόνος, ἵνα ψηφισθῶσι πέντε γραμμαὶ, ἐπιφυλαττομένου αὔριον, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, νὰ ἐπέλθωσιν αἱ τροποποιήσεις, παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε.

§87ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ, ἐὰν μὲν νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, νὰ ἀποσύρῃ τὸ περὶ ταύτης νομοσχέδιον, ἐὰν δ’ ἔχῃ περιωρισμένην ἀνάγκην τῆς νομοθετικῆς ἐγκρίσεως, διὰ τὴν ὑπεγγυότητα μόνον, τότε νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τοῦτο· ἐὰν τοὐναντίον νομίζῃ, ὅτι τὸ ὅλον τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ἀνάγκην τῆς νομοθετικῆς ἐγκρίσεως, τότε παρακαλῶ νὰ μᾶς δώσῃ καιρὸν, ἵνα συζητήσωμεν εὐρέως.

§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω νὰ τὸ συζητήσωμεν ἀπόψε, ἀλλὰ βεβαίως πᾶν τὸ τυχὸν γενησόμενον καὶ ἀπολῆξον εἰς ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐκτιμηθῇ ἐν Πάτραις κρεῖττον, ἢ ἐν Ἀθήναις.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 καὶ 15′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72
2Τῆς 31 Ἰανουαρίου 1889.
3(Τρίτη).
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐστάθιος Γεωργακόπουλος προτείνει
8τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλ-
9λήλων, καὶ τοῦ ἀπὸ 22 Φεβρουαρίου 1847 Β. Διατάγματος.
10Οἱ κάτοικοι Μουλκίου τῆς Κορινθίας παραπονοῦνται ἐπί
11τινος ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ των
12εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
13§2ΚΟΡΠΑΣ. Δικηγόρος τις τοῦ ἐν Σμύρνῃ Δικηγορικοῦ
14Συλλόγου, ὅστις μάλιστα διακρίνεται ὡς εἷς τῶν ἐνθερμο-
15τέρων ὑποστηρικτῶν πάσης ἑλληνικῆς ὑποθέσεως, ἐχούσης
16ἐθνικὸν χαρακτῆρα, μοὶ ἀναγγέλλει σήμερον, ἐν συντετριμ-
17μένῃ καρδίᾳ, ὅτι γεγονὸς ἄξιον προσοχῆς κατετάραξε τὸν
18τόπον καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἐκεῖ ἰδίως παροικίαν. Ὄργανα τῆς
19Τουρκικῆς ἐξουσίας συνέλαβον ἔξω τοῦ λιμένος τῆς Σμύρνης
20πλοῖον, φέρον Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἐῤῥυμούλκησαν ἐντὸς τοῦ
21λιμένος, κατεπάτησαν αὐτὸ, κατεβίβασαν τὴν σημαίαν, καὶ
22ἐφυλάκισαν τοὺς ἀνθρώπους, οὓς εὗρον ἐντὸς τοῦ πλοίου. Μετ’
23ἐπανειλημμένας διαμαρτυρίας τοῦ ἡμετέρου Προξένου, κατωρ-
24θώθη τέλος ν’ ἀποφυλακισθῶσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἀλλὰ τὸ
25φορτίον, ἀποτελούμενον ἐκ πυρίτιδος, κατεσχέθη. Τὸ γεγο-
26νὸς τοῦτο, ἐννοεῖται, οὐ μόνον κατετάραξε τὴν κοινωνίαν
27τῆς Σμύρνης, διακρινομένης ἐπὶ φιλελληνικοῖς αἰσθήμασιν,
28ἀλλὰ καὶ ἐγέννησε σκάνδαλα. Ἑπομένως, πιστεύω, ὅτι ὁ κ.
29Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει λάβει ὅλα τὰ μέτρα, τὰ
30ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ Ἑλληνικὴ ἀξιοπρέπεια.
31§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀληθῶς
32ἐν Σμύρνῃ ἐγένετο, τῇ διαταγῇ τοῦ Διοικητοῦ, πρᾶξις, ἥτις,
33ὡς παρίσταται, κατὰ τὴν ἡμετέραν κρίσιν καὶ κατὰ τὴν
34κρίσιν τοῦ Προξένου, ἀποτελεῖ παραβίασιν τῶν δικαιω-
35μάτων, τῶν ἐκ τῶν συνθηκῶν, καὶ ἀδίκημα κατὰ τοῦ
36πλοίου, προσβολὴν δὲ καὶ κατὰ τῆς σημαίας. (Ὁ Γενι-
37κὸς Πρόξενος, ἀμέσως ἐπιληφθεὶς τῆς ὑποθέσεως, ἔπραξε τὰ
38προσήκοντα, διεμαρτυρήθη κατὰ τὸ πρέπον καὶ ἀνεκοίνωσε
39τὴν ὑπόθεσιν καὶ εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἔχομεν δὲ καὶ εἴ-
40δησιν, ὅτι τῇ πρωτοβουλίᾳ αὐτοῦ συνεκλήθη τὸ Προξενικὸν
41σῶμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνέκρινε τὰ γενόμενα ὑπὸ τῆς Ἀρ-
42χῆς. Ἡ ὑπόθεσις νῦν, συστηθεῖσα καὶ ἐντεῦθεν τηλεγραφι-
43κῶς εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείαν, κεῖται ὑπὸ
44διαπραγμάτευσιν.
45§4Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος εἶναι Διοικητὴς ἐν Σμύρνῃ;
46§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Ῥιζᾶ πασσᾶς.
47§6ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν
48τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πί-
49νακα τῶν μονῶν τοῦ Κράτους, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν αὐταῖς
50μοναχῶν καὶ τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν.
51§7ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἀπ’ ἀρ-
52χῆς τῆς Συνόδου ὑπέβαλα τοιοῦτον πίνακα, ὅστις ἐτυπώθη
53καὶ διενεμήθη.
54§8ΚΟΖΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιο-
55σύνης, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ
56πληροφορίαι, ἃς ἐζήτησα, περὶ τῶν θανατικῶν ἐκτελέσεων.
57§9ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔλα-
58βον ἀκόμη πάσας, ἀλλὰ θέλω ὅσον οὔπω καταθέσει ταύ-
59τας εἰς τὴν Βουλήν.
60§10ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κύριον
61Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἂν
62ἔχωσι γνῶσιν περιστατικοῦ τινος, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ἡ
63«Ἐφημερὶς» ὑπὸ τὸν τίτλον «Κόρη Ναυάρχου». Πρόκειται
64περὶ τῆς θυγατρὸς ἐνδόξου ναυάρχου τοῦ ἀγῶνος, ἥτις ἀπὸ
65τὰς ὁδοὺς παρελήφθη ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας καὶ εὑρίσκεται
66εἰς τὰ καταγώγια αὐτῆς φυλακισμένη. Ἡ ἀτυχὴς εἶναι φρε-
67νοβλαβής, ἡ τοιαύτη δὲ κατάστασις δὲν δύναται, ἢ νὰ συγ-
68κινήσῃ πάντας, καὶ δὲν εἶναι ἀναξία τῆς προσοχῆς τῆς Βου-
69λῆς. Κόρη ἀνδρὸς, οἷος ἦτο ὁ ναύαρχος Ὀρλώφ, εἶναι ἀξία
70τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως.
71§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι
72βέβαιον, ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται εἶναι φρενοβλαβής· ἐν ᾗ
73περιπτώσει ὅμως ἡ Κυβέρνησις πεισθῇ περὶ τούτου, θὰ φρον-
74τίσῃ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὴν εἰς ἓν τῶν φιλανθρωπικῶν κατα-
75στημάτων, εἴτε ἐν Κερκύρᾳ, εἴτε ἐνταῦθα.
76§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευ-
77ταὶ, ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἐγένετο μακρὰ συζήτησις συνεπείᾳ ἐπε-
78ρωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ κ. Σω-
79τηροπούλου καὶ ἐμοῦ, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπεκτάσεως
80τῶν προνομίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῶν ἀναγομένων εἰς
81τὰς ἀναγκαστικὰς ἐκτελέσεις, καὶ εἰς πάντα τὰ λοιπὰ ἐνυ-
82πόθηκα δάνεια, τὰ ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν διδόμενα. Ἡ συζήτη-
83σις ἦτο σύντομος, ἔλαβεν ὅμως γνῶσιν αὐτῆς ὁ ἐν Πάτραις
84ἐμπορικὸς σύλλογος Ἑρμῆς, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ ὁποίου
85ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου μοὶ ἀπηύθυνε τὸ ἑξῆς τη-
86λεγράφημα: «Παρακαλοῦμεν νὰ ἐπιμεληθῆτε ὑποστηρίζον-
87τες ἐπέκτασιν τῶν προνομίων τῶν Τραπεζῶν, ἵνα σωθῶσιν
88ἔντιμοι κτηματίαι καὶ κεφαλαιοῦχοι, καὶ περιορισθῇ ἡ το-
89κογλυφία». Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπεκτάσεως
90τῶν προνομίων ἀναγνωρίζεται, ὡς κατεπείγουσα, παρ’ ὅλων,
91ὅσοι δύνανται νὰ ἔχωσι γνώμην ἀσφαλῆ περὶ τοῦ ζητήμα-
92τος τούτου. Ἑπομένως ἐκπληρῶν τὴν ἐντολὴν, ἣν παρὰ τοῦ
93Ἐμπορικοῦ Συλλόγου ἔλαβον, προκαλῶ καὶ πάλιν τὴν
94προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὑποθέτω δὲ, ὅτι,
95ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἤθελε συναι-
96νέσει νὰ ἐργασθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ συντόνως, ἠδυνάμεθα νὰ
97ὑποβάλωμεν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον νομοσχέ-
98διον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως νὰ ψη-
99φισθῇ μέχρι τῆς λήξεως τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, ἵνα γίνῃ
100νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἱκανοποιηθῇ μία ἀνάγκη κατεπεί-
101γουσα καὶ παρ’ ὅλων ἀναγνωριζομένη.
102§13ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰ-
103κονομικῶν, ἂν ἔχῃ πληροφορίας προχείρους, νὰ μᾶς εἴπῃ
104περὶ τῆς γενομένης ἐπερωτήσεως, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπό-
105θεσιν τοῦ ἐν Ζακύνθῳ ἐμπόρου Σκιαδαρέση.
106§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω ἐξετάσει, διότι
107δέν μοι ἐστάλη εἰσέτι ἡ ἐπερώτησις.
108§15ΚΑΝΑΡΗΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὴν
109Βουλὴν, νὰ δεχθῇ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφο-
110ρῶν εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον· εἶναι νομοσχέ-
111διον κατεπεῖγον καὶ ἄνευ αὐτοῦ τὸ εἰρημένον Ταμεῖον δια-
112τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ καταστραφῇ.
113§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς
114Βουλῆς, σήμερον θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν
115ἄν ὅμως κατὰ τὰς ὀλίγας συνεδριάσεις, καθ’ ἃς θ’ ἀσχολη-
116θῇ ἡ Βουλὴ εἰς αὐτὸν, καταστῆ δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται
117πρὸ αὐτοῦ νομοσχέδιά τινα, μὴ προκαλοῦντα ἀντιῤῥήσεις,
118θέλομεν καὶ ταῦτα ἀναγράψει, ἄλλως θ’ ἀναβάλωμεν ταῦτα
119εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον.
120§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸν
121πίνακα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων διὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον;
122§18ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πρὸ καιροῦ εἶχον ὑποβάλει ἐπερώτησιν
123εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ, πόσον ποσὸν
124ἀπέφερεν ἡ ἐνοικίασις τῶν πλεονασμάτων τῶν δηλωθεισῶν
125γαιῶν καὶ φυτειῶν.
126§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω ἐνταῦθα τοὺς πίνα-
127κας κατὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Μισυρλῆ, οὓς καὶ ὑποβάλλω.
128Ὁ κ. Σωτηρόπουλος προχθὲς εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτη-
129σιν, ἢ μᾶλλον σύστασιν, περὶ ἀναφορᾶς πολίτου τινὸς, παρα-
130πονουμένου, ὅτι ἐπλήρωσε δὶς τὰς δόσεις τοῦ ἔτους 1883,
131ὡς καὶ τὸν τόκον τῆς ὑπερημερίας. Ἐκ τῶν ἐγγράφων,
132ἅτινα καταθέτω, ἐξάγεται, ὅτι δὲν εἶχεν ἐκκαθαρισθῆ τὸ
133χρέος τοῦ παραπονουμένου, καὶ ἑπομένως ὤφειλε τὰς προσω-
134ρινὰς δόσεις· ἀλλὰ κακῶς εἶχεν εἰσπραχθῆ τόκος ὑπερημε-
135ρίας, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1885 εἶχον ἀπαλλαγῆ τό-
136κου ὑπερημερίας αἱ τοιαῦται ὀφειλαί· διετάχθη ἄρα ἡ ἀπό-
137δοσις τῶν εἰσπραχθέντων λόγῳ τόκου ὑπερημερίας, ἀλλ’
138ἐθεωρήθησαν καλῶς εἰσπραχθέντα τὰ τῆς δόσεως τοῦ 1883.
139Ὑποβάλλω τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα.
140§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
141Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως
142ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
143§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αἱ πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτι-
144κῶν, καθὼς καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχουσι
145σχέσιν μὲ τοὺς καταλογισμοὺς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου·
146§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργό). Διὰ τοῦτο εἰσήχθησαν
147τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὥστε νὰ καταργηθῶσιν οἱ τοιοῦτοι
148καταλογισμοί, γενόμενοι ἐκ τυπικῶν λόγων.
149(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’
150ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
151§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
152συνομολογήσεως λαχειοφόρου ἀτόκου δανείου τῆς Ἀρχαιο-
153λογικῆς Ἑταιρίας.
154§24ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Αἰσθάνομαι, κύριοι Βουλευταί, τὸ
155καθῆκον, μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων,
156νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, σχετικῶς πρὸς τὰς μομφάς, αἵτινες
157ἀπηυθύνθησαν κατὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας παρά
158τινων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ὡς πρὸς τὰς μομφὰς
159ταύτας, τινὲς τῶν ὁποίων, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξι-
160κνοῦνται καὶ μέχρις ἀτομικῆς προσβολῆς κατ’ αὐτῶν τῶν
161ἀξιοτίμων φιλομούσων ἑταίρων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑται-
162ρίας, ὡς πρὸς τὰς μομφὰς ταύτας, λέγω, δὲν εἶναι δυνατὸν
163βεβαίως, οὔτε εἰς ἐμὲ, οὔτε εἰς ἄλλον οἱονδήποτε ἀμερόλη-
164πτον, ἢ νὰ ἐκφράσῃ πρὸ πάντων ἀπορίαν δι’ αὐτὰς, καὶ
165ἀπορίαν μεγίστην.
166Καὶ πρῶτον μὲν ἤθελον ἐννοήσει τὴν ἀποδειχθεῖσαν πα-
167ρανόησιν καὶ ἄγνοιαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς
168Ἑταιρίας, ἂν οἱ πάσχοντες αὐτὴν ἦσαν ἄνθρωποι κατοι-
169κοῦντες ἐκτὸς τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ νὰ πάσχωσι τὴν ἄγνοιαν
170ταύτην ἄνθρωποι κατοικοῦντες ἐν Ἀθήναις, ἐν μέσαις Ἀθή-
171ναις, εἶναι ὄντως ἀκατανόητον· διότι καὶ αἱ ἀνασκαφαὶ, αἱ
172ἐνταῦθα γενόμεναι, καὶ τὰ Μουσεῖα, ἔνθα τὰ προϊόντα τῶν
173ἀνασκαφῶν τούτων ἀποθησαυρίζονται, κεῖνται πρὸ τῶν
174ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ κεῖνται οὕτω πως πρὸ τῶν ὀφθαλ-
175μῶν, ὥστε ἡ μόνη ἐξήγησις τοῦ γεγονότος, ὅτι δὲν βλέ-
176πουσιν αὐτὰ, εἶναι, ὅτι δὲν θέλουσι νὰ τὰ ἴδωσιν· ἀγνοῶ
177βεβαίως, οὔτε θέλω νὰ ἐξετάσω, διὰ τίνα λόγον.
178Ἡ ἐπὶ τούτῳ δὲ ἀπορία ἐπιτείνεται ἔτι μᾶλλον, ὅταν
179λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι οἱ τὴν ἄγνοιαν ταύτην πάσχοντες,
180δὲν εἶναι τυχαῖοί τινες, ἀλλ’ εἶναι λόγιοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι
181ἀναγινώσκουσιν ἢ δύνανται ν’ ἀναγινώσκωσι καὶ ξένας συγ-
182γραφὰς, ὥστε νὰ μάθωσι τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν ὅ,τι οἱ ἴδιοι
183διὰ τῶν ἰδίων ὀφθαλμῶν δὲν βλέπουν.
184Ἐκ τῶν συγγραφῶν δὲ τούτων ἤθελον μάθει πολλὰ
185πράγματα.
186Ἤθελον μάθει πρῶτον, τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀπ’ ἀρχῆς
187καὶ μέχρι τοῦδε, καὶ ἰδίως ἀπὸ τοῦ ἔτους 1875, ἐξετέλεσεν
188ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, καὶ τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται
189λεπτομερῶς εἰς τὰ ἑκάστοτε ἐκδιδόμενα δελτία τῶν ἐνταῦθα
190ξένων; Ἀρχαιολογικῶν ἰδίως, Σχολῶν, ἤτοι εἰς τὰ Mitthei-
191leugem τῆς Γερμανικῆς Σχολῆς καὶ εἰς τὸ Bulletin τῆς
192Γαλλικῆς, ἵνα παραλείψω τὴν μνείαν πολλῶν ἄλλων εἰδι-
193κῶν συγγραφῶν καὶ περιοδικῶν συγγραμμάτων, μεταξὺ
194τῶν ὁποίων ἀρκοῦμαι νὰ μνημονεύσω μόνον τὸ Corpus
195inscriptionum, εἰς τὸ ὁποῖον πάντα ἐπιμελῶς μνημονεύον-
196ται, πᾶσαι αἱ ἐν Ἑλλάδι σχετικῶς πρὸς τὴν ἀρχαιολογίαν
197γενόμεναι ἐργασίαι, αἵτινες ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ ἀπαριθμοῦν-
198ται εἰς τὸ κατατεθὲν οἰκεῖον ἔγγραφον τῆς Ἀρχαιολογικῆς
199Ἑταιρίας, τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὁποίου παραλείπω χάριν οἰ-
200κονομίας χρόνου.
201Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἤθελον μάθει οἱ κατήγοροι τῆς
202Ἑταιρίας ἐκ τῶν ξένων ἐκείνων συγγραφῶν, ὅτι τὸ φῶς, τὸ
203ὁποῖον ἐπεχύθη διὰ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς
204Ἑταιρίας ἐπὶ τὴν ἀρχαιολογίαν ἐν γένει, εἶναι ἀληθῶς
205ἄφθονον καὶ τὰ μέγιστα τελεσφόρον εἰς τὴν ἐπιστήμην. Οὕτω
206π. χ., ἵνα περιορισθῶ εἰς μόνας τὰς ἐν Ἀθήναις γενομένας
207ἀνασκαφὰς, ἡ ἀνακάλυψις τοῦ Ἀσκληπιείου, εἰς τὴν με-
208σημβρινὴν πλευρὰν τῆς Ἀκροπόλεως, ἐθεωρήθη τόσον ἐξό-
209χως σπουδαία, ὥστε ὁ διάσημος Koehler εἶπε καὶ ἔγραψεν,
210ὅτι ἀπὸ τῆς ἀνακαλύψεως ταύτης ἄρχεται νέα ἐποχὴ εἰς
211τὴν ἀρχαιολογίαν. Ἡ ἀνακάλυψις τοῦ Διπύλου καὶ ἡ ἀνα-
212κάλυψις τῆς Στοᾶς τοῦ Ἀττάλου ἔθεσαν, πρῶται αὐταί,
213σαφεῖς καὶ ἀσφαλεῖς βάσεις εἰς τὴν γνῶσιν τῆς τοπογραφίας
214τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἔμενεν εἰς τὸ σημεῖον
215ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε προαγάγει αὐτὴν ἡ τῷ ὄντι ἔξο-
216χος εὐφυΐα τοῦ Leac. Ἀλλ’ ἵνα μὴ μακρηγορῶ περὶ πραγ-
217μάτων ἀλλοτρίων τοῦ βήματος τούτου, δὲν θέλω μνημο-
218νεύσει ἀκόμη, ἢ μόνον τῆς ἀνασκαφῆς τῆς Ἀκροπόλεως,
219περὶ τῆς σημασίας τῆς ὁποίας οὐδὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ προσ-
220θέσω, διότι αἱ ἐπευφημίαι, αἱ γενικαὶ ἐπευφημίαι, ἐπὶ τοῖς
221ἐν αὐτῇ εὑρήμασιν ὑπάρχουσιν ἀκόμη ἔναυλοι εἰς τὰς ἀκοὰς
222πάντων.
223Ἀλλ’ οἱ κατηγοροῦντες τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν
224ἤθελον μάθει περιπλέον ἐκ τῶν ξένων ἐκείνων συγγραφῶν,
225ὅτι τὸ Μουσεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὸ ἐν τῷ
226Μετσοβείῳ Πολυτεχνείῳ, θεωρεῖται ἓν τῶν πρωτίστων τῆς
227Εὐρώπης· περὶ αὐτοῦ δὲ ὡμίλησαν λίαν ἐπαινετῶς πολλοί,
228ἐν οἷς καὶ ὁ διάσημος ἀρχαιολόγος τῆς Γερμανίας Furt-
229waengler· διότι, ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι
230διακρίνεται διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἐν αὐτῷ ἀρχαίων, διακρί-
231νεται ὅμως διὰ τὴν διάταξιν καὶ τὴν εὐκοσμίαν, ὡς καὶ διὰ
232τὴν σπουδαιότητα τῶν ἐν αὐτῷ ἀρχαιολογικῶν ἀντικειμέ-
233νων. Ἐπαινεῖται δὲ ἰδιαιτέρως καὶ τὸ εὑρετήριον τοῦ Μου-
234σείου τούτου, τὸ ὁποῖον ὁ ἐπιμελητὴς αὐτοῦ, ὑπὸ τὴν ὁδη-
235γίαν τοῦ Γραμματέως τῆς Ἑταιρίας, κατήρτισε, καὶ εἰς τὸ
236ὁποῖον πολλοὶ καὶ τῶν ξένων ἀκόμη προσφεύγουν, ἵνα ἐξ
237αὐτοῦ ὁδηγηθῶσιν.
238Ἐπίσης ἤθελον μάθει οἱ κατήγοροι τῆς Ἑταιρίας ἐκ τῶν
239ξένων τούτων συγγραφῶν, ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ ἀξία τῆς
240Ἀρχαιολογικῆς Ἐφημερίδος, ἡ ὁποία ἐκδίδεται ὑπὸ τοῦ
241Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τεσσάρων
242ἤδη ἐτῶν, ἀναγνωρίζεται γενικῶς καὶ πρὸ πάντων ὡς πά-
243σης τιμῆς ἀξία. Ὅτι δὲ πρέπει αὕτη νὰ θεωρηθῇ ἐφάμιλλος
244τῶν ἐν Εὐρώπῃ ἐκδιδομένων ὁμοίας φύσεως συγγραφῶν,
245ἀρκεῖ ν’ ἀποδείξῃ ἡ ἐπαινετικὴ μνεία, ἧς ποιεῖται αὐτῆς ὁ
246διάσημος Ἄγγλος ἀρχαιολόγος Newton, ὅστις εἶπεν, ὅτι
247πράγματι πρέπει νὰ καταταχθῇ ἡ ἐφημερὶς αὕτη μεταξὺ
248τῶν σπουδαιοτέρων ἀρχαιολογικῶν περιοδικῶν τῆς Εὐρώπης.
249Ἀλλά, Κύριοι, τὴν γνώμην ταύτην τῶν σοφῶν τῆς Εὐ-
250ρώπης περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας
251καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, ἐν οἷς μεταξὺ ἄλλων κατα-
252λέγονται ὁ Hark, ὁ Wieseler, ὁ Girrard, ὁ Fabricius
253καὶ ἄλλοι, τὴν γνώμην, λέγω, ταύτην τῶν σοφῶν τῆς Εὐ-
254ρώπης δὲν ἠδύνατο κάλλιον καὶ ἐναργέστερον νὰ ὑποτυπώ-
255σῃ τις, ἢ ὡς εἶναι αὕτη ὑποτετυπωμένη ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ
256Γερμανικοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Ἰνστιτούτου, τοῦ πρωτίστου ἐν
257Εὐρώπῃ καθιδρύματος ὡς πρὸς τὰ τῆς ἀρχαιολογίας, τὸ
258ὁποῖον ἡ Διεύθυνσις αὐτοῦ ἀπέστειλε πρὸς τὴν Ἀρχαιολογι-
259κὴν Ἑταιρίαν, καὶ τὸ ὁποῖον ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀνα-
260γνώσω. Ἀλλὰ πρὸ τούτου συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω
261μίαν λέξιν σχετικῶς πρὸς τὴν ἀφορμὴν τῆς ἐπιστολῆς αὐτοῦ.
262Κατὰ τὸ ἔτος 1887 συνεπληρώθη ἡ πεντηκονταετηρὶς
263τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἀπὸ τῆς ἐν ἔτει 1837 ἱδρύ-
264σεως αὐτῆς. Τὸ Συμβούλιον ὅμως, θεωρῆσαν, ὅτι μᾶλλον
265ἥρμοζε ν’ ἀποφύγῃ πάντα περὶ αὐτῆς θόρυβον, ἀπεφάσισε
266νὰ μὴ πανηγυρίσῃ τὴν ἐπέτειον ταύτην τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς
267ἡμέραν, καὶ συνεπῶς οὔτε εἰδοποίησιν καὶ πολλῷ ἧττον
268πρόσκλησιν ἀπηύθυνε πρὸς οἱονδήποτε. Ἀλλὰ τὸ καθίδρυ-
269μα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ λόγος, ἔχον, ὡς φαίνεται, ἀλλοίαν
270ὅλως γνώμην περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ἢ οἵαν
271ἔχουσιν οἱ ἐνταῦθα ἐπικριταὶ αὐτῆς, καὶ παρακολουθοῦν
272ἑπομένως μετὰ πάσης προσοχῆς τάς τε ἐργασίας, ὡς καὶ πᾶν,
273ὅ,τι ἄλλο ἀφορᾷ εἰς αὐτήν, ἐγίνωσκεν οἴκοθεν τὸ περὶ οὗ
274εἴρηται γεγονός, καὶ αὐτόκλητον ἔσπευσε νὰ ἀπευθύνῃ τὸ
275συγχαρητήριον τοῦτο γράμμα πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν
276Ἑταιρίαν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
277«Ἡ Γενικὴ τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Γερμανικοῦ Ἀρ-
278χαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου Διεύθυνσις
279Συγχαίρουσα θερμότατα τῇ ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῇ
280Ἑταιρίᾳ ἐπὶ τῇ ἡμέρᾳ, καθ’ ἣν αὕτη, πρὸς τὰ ὀπίσω τὸ
281βλέμμα στρέφουσα, ἀνασκοπεῖ τὸ πάσης τιμῆς ἄξιον πεντη-
282κονταετὲς αὑτῆς παρελθόν, ἐπεύχεται αὐτῇ τὰ βέλτιστα.
283Ὅπως καὶ τὸ ἡμέτερον Ἰνστιτοῦτον, οὕτω καὶ ἡ Ἀρ-
284χαιολογικὴ Ἑταιρία ἀπὸ σμικρῶν ὡρμήθη καὶ εἰς πολλὰς
285πολλάκις προσέκρουσε δυσκολίας καὶ ἐμπόδια, εἰς πλήρωσιν
286τοῦ ὑψηλοῦ αὐτῆς σκοποῦ χωροῦσα· ἀλλ’ ἡ φιλοπατρία
287καὶ τὸ ἰδανικὸν ἅμα καὶ πρακτικὸν πνεῦμα τῶν Συμβού-
288λων αὐτῆς, συνεπίκουρον ἔχον καὶ τὴν εἰς θυσίας οὐδέποτε
289ἀπρόθυμον μεμορφωμένην τάξιν τοῦ τε ἔσω καὶ τοῦ ἔξω
290Ἑλληνισμοῦ, καὶ τὴν συνετὴν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν
291ἀρχαιολογικῶν πραγμάτων φροντίδα, ἐθριάμβευσεν ἐπὶ τέ-
292λους κατὰ πάντων τῶν προσκομμάτων.
293Σειρὰ δ’ ὅλη ἀνασκαφῶν πρόκειται ἡμῖν λαμπρὸν μαρ-
294τύριον τῆς καρποφόρου ὑμῶν δράσεως. Τοὺς τῆς Ἀρχαιο-
295λογικῆς Ἑταιρίας εὐκλεεῖς ἀγῶνας ἀγγέλλουσι, μονονοὺ φω-
296νὴν ἀφιέντα, εἰς τὸν ἐπισκεπτόμενον τὴν πρωτεύουσαν τοῦ
297Βασιλείου, ἡ τῶν Ἀθηνῶν Ἀκρόπολις, τὰ κατὰ τὴν μεσημ-
298βρινὴν αὐτῆς κλιτὺν Θέατρα καὶ τὸ Ἀσκληπιεῖον, τὸ Δί-
299πυλον καὶ ἡ τοῦ Κεραμεικοῦ Νεκρόπολις καὶ ἡ τοῦ Ἀττά-
300λου Στοά. Αἱ δὲ ὑμέτεραι ἐν Μυκήναις, Σπάτᾳ, Ναυπλίῳ
301ἀνασκαφαί, ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν τοῦ ἡμετέρου συμπατριώτου
302Σχλήμαν ἐργασιῶν, μέγα καὶ ἀπροσδόκητον ἐπέχυσαν
303φῶς εἰς τοὺς σκοτεινοὺς ἐκείνους τοῦ ἀρχαίου πολιτισμοῦ
304καὶ τῆς ἀρχαίας τέχνης χρόνους. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐν Ἐλευσῖνι
305Τελεστήριον καὶ τὸ ἐν Ἐπιδαυρίᾳ Ἱερὸν τοῦ Ἀσκληπιοῦ
306καὶ τὸ ἐν Ὠρωπίᾳ Ἀμφιαρεῖον, χάρις εἰς τὴν ὑμετέραν
307Ἑταιρίαν, καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ μετ’ ἐπιμελείας ἀνεσκάφη-
308σαν. Νέαι οὕτως ἐγνώσθησαν ἀπόψεις τοῦ ἀρχαίου βίου,
309κατὰ πάντα τὰ μέρη αὐτοῦ, τὰ τῶν ἀνασκαφῶν ἐγένοντο
310γνωστὰ διὰ δημοσιεύσεων κατὰ τρόπον ἀξιομίμητον, καὶ
311ἀξία εὐγνωμοσύνης κατεβλήθη φροντὶς πρὸς φύλαξιν τῶν
312δι’ αὐτῶν εἰς φῶς ἐλθόντων μνημείων.
313Λαμπρὸν ἱδρύσατο ἡ ὑμετέρα Ἑταιρία ἐν Ἀθήναις Μου-
314σεῖον, ἔκ τε τῶν ἐν ταῖς ἀνασκαφαῖς αὐτῆς ἐλθόντων εἰς φῶς
315καὶ ἐκ τῶν δωρηθέντων αὐτῇ ὑπὸ φιλαρχαίων πατριωτῶν
316καὶ πρὸς τούτοις καὶ ἐκ τῶν δι’ ἀγορᾶς πανταχόθεν περι-
317συλλεγέντων καὶ πολλάκις οὕτω ἀπὸ τοῦ κινδύνου τῆς κατα-
318στροφῆς περισωθέντων μνημείων. Ἡ δὲ παραδειγματικὴ
319αὐτῶν ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ διάταξις καὶ ἡ ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως
320τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας παρεχομένη ἀείποτε ἄκρα
321ἐλευθεριότης τοῖς βουλομένοις νὰ μελετήσωσι καὶ σπουδά-
322σωσιν αὐτὰ, κατέστησε τὸ τῆς ὑμετέρας ἰδιωτικῆς Ἑται-
323ρίας Μουσεῖον κοινὸν κτῆμα παντὸς τοῦ ἐπιστημονικοῦ
324κόσμου. Ἀλλὰ καὶ εἰς περισυναγωγὴν καὶ διαφύλαξιν τῶν
325ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δηλαδή, ἀρχαιο-
326τήτων, παντὸς ἐπαίνου ἀξίαν ἐλάβετε πρόνοιαν.
327Τὰ ὑμέτερα «Πρακτικὰ» παρέχουσι τοῖς βουλομένοις
328αὐθεντικὰς πληροφορίας περὶ τῶν ὑμετέρων ἐργασιῶν, τὰ δὲ
329παρ’ ὑμῶν, ἢ διὰ τῆς ὑμετέρας ὑποστηρίξεως κατὰ διαφό-
330ρους καιροὺς καὶ τρόπους, πάντοτε δὲ πρὸς τελειοποίησιν
331βαίνοντα, ἐκδιδόμενα περιοδικά, εἰς πλούσια μετεβλήθησαν
332ἀρχεῖα ἐπιγραφικῶν καὶ ἀρχαιολογικῶν μνημείων, ἀφ’ ὧν
333εὐγνώμων ἡ ἐπιστήμη πάσης χώρας ἄφθονον ἀντλεῖ τὴν δι-
334δασκαλίαν.
335Καὶ οὕτως ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, τοῖς παραγγέλ-
336μασι τοῦ ἐνθουσιῶντος αὐτῆς θεμελιωτοῦ ἀκολουθοῦσα, ἐγέ-
337νετο ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἄῤῥηκτος δεσμὸς τῆς ἐλευθέρας
338Ἑλλάδος καὶ τῆς λοιπῆς ἐπιστημονικῆς Εὐρώπης.
339Τὸ Γερμανικὸν Ἀρχαιολογικὸν Ἰνστιτοῦτον χαίρει, ἀνα-
340μιμνησκόμενον, ὅτι εἰς τοὺς πρώτους τῆς Ἑταιρίας ἱδρυτὰς
341καὶ τοὺς ἀρχαιοτέρους αὐτῆς συνεργάτας συγκατελέγοντο
342καὶ οἱ συμπατριῶται ἡμῶν L. Ross, Gropius, Schau-
343bert, ὅτι ἐν τοῖς πρώτοις ὁ ἀρχηγέτης ἡμῶν Eduard
344Gerhard ἐχαιρέτισε τὴν ἵδρυσιν αὐτῆς, καὶ τὸν ὑψηλὸν
345αὐτῆς σκοπὸν ὑπέδειξε, καὶ ὅτι τὰς ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου Strack
346πρὸ εἰκοσιπενταετίας ἀρξαμένας ἀνασκαφὰς τοῦ Διονυσια-
347κοῦ θεάτρου ἀνέλαβεν εὐθὺς κατόπιν καὶ εἰς πέρας ἤγαγεν
348ἡ ὑμετέρα Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία· οὐδ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι
349καὶ τῶν κορυφαίων ἑταίρων τῆς ὑμετέρας Ἑταιρίας πολλοὶ
350καὶ τοῦ ἡμετέρου Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου ἦσαν καὶ
351εἶναι ἔτι ἑταῖροι. Ἐπὶ ταῖς ἀγαθαῖς ὅμως σχέσεσι, πρὸ
352πάντων, αἵτινες οὐκ ἐπαύσαντο ὑπάρχουσαι μεταξὺ τῆς
353ὑμετέρας Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τοῦ ἡμετέρου ἐν
354Ἀθήναις καθιδρύματος ἀπ’ αὐτῆς τῆς συστάσεως αὐτοῦ,
355δραττόμεθα σήμερον τῆς εὐκαιρίας, νὰ ἐκφράσωμεν ὑμῖν τὴν
356χαρὰν ἡμῶν καὶ εὐγνωμοσύνην. Ὅπως δὲ μέχρι τοῦδε ἡ
357ἁρμονικὴ συνεργασία τῶν εἰς ἐποπτείαν τῶν τῆς ὑμετέρας
358Ἑταιρίας ἀνασκαφῶν τεταγμένων ἀνδρῶν καὶ τῶν τοῦ ἡμε-
359τέρου ἐν Ἀθήναις καθιδρύματος ὑπαλλήλων ἀγλαοὺς πα-
360ρήγαγε καρποὺς, οὕτω καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, πεποίθαμεν, ὅτι
361ἡ ἀπὸ κοινοῦ σύμπραξις τῶν δύο Σωματείων θὰ συμβάλ-
362ληται εἰς παραγωγὴν τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιομαθείας.
363Εὔχεται λοιπὸν ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ
364Γερμανικοῦ Ἰνστιτούτου τῇ ἐν Ἀθήναις Ἀρχαιολογικῇ
365Ἑταιρίᾳ, ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς δευτέρας πεντηκονταετηρίδος
366τοῦ βίου της, νὰ διατελῇ εἰς ἀεὶ, ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον
367προκόπτουσα καὶ πλουσιώτερον πάντοτε θερίζουσα ἀμητὸν,
368πρὸς δόξαν τῆς πατρίδος Ἑλλάδος καὶ πρὸς ὠφέλειαν τῆς
369ἐπιστήμης, ὑπὲρ ἧς κοινῶς ὑμεῖς καὶ ἡμεῖς ἀγωνιζόμεθα.
370Ἐν Βερολίνῳ τῇ 18 Ἰανουαρίου 1887.
371Ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις
372τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Γερμανικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου.»
373Καὶ ταῦτα μὲν, κύριοι Βουλευταὶ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς
374τὰς γενικὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν κατὰ τῆς
375ἡμετέρας Ἑταιρίας. Ἀλλ’ οἱ κατήγοροι αὐτῆς προέβησαν
376καὶ περαιτέρω, καὶ ἐπελήφθησαν καὶ τῆς ἐξετάσεως τῶν
377περὶ αὐτῆς λεπτομερειῶν, καὶ ὡμίλησαν περὶ τοῦ καταρτι-
378σμοῦ τῆς Ἑταιρίας, καὶ ὡμίλησαν περὶ τῶν ὑπαλλήλων
379αὐτῆς, καὶ ὡμίλησαν περὶ τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς ἐν γένει
380ὑπηρεσίας, κακίζοντες βεβαίως πάντα ταῦτα. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ
381ζητήσω ἐνταῦθα παρ’ ἡμῶν τὴν ἄδειαν, ν’ ἀπευθύνω πρὸς
382αὐτοὺς μίαν παρατήρησιν, παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ
383ἴδιοι ὤφειλον οἴκοθεν νὰ ἐννοήσωσι, τὴν παρατήρησιν δηλα-
384δὴ, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶναι σωματεῖον ἰδιωτι-
385κὸν καὶ ἀνεξάρτητον, ξένον ὅλως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κρά-
386τους, καὶ ἑπομένως ἐντελῶς διαφεῦγον, ἄνευ ἀμφιβολίας
387τινὸς, τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς.
388Ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ κατηγορήσαντες τῆς
389Ἑταιρίας ταύτης, ἔχωσι τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν
390νὰ διδάξωσι τοὺς γηραιοὺς ἐπιστήμονας, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ 30
391καὶ 40 ὅλων ἐτῶν ἀφιεροῦσι τὸν χρόνον καὶ τὰς δυνάμεις
392αὐτῶν εἰς τὰ ἀρχαιολογικὰ ἐν Ἑλλάδι ἔργα, ἐὰν νομίζω-
393σιν, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ καθοδηγήσωσι καὶ διαφωτίσωσι
394τὴν Ἑταιρίαν τὴν Ἀρχαιολογικὴν εἰς τὴν πορείαν αὐτῆς,
395ἠδύναντο νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς γενικὰς συνελεύσεις τῶν
396ἑταίρων, αἵτινες συγκροτοῦνται δὶς τοῦ ἔτους καὶ πολ-
397λάκις πλέον ἢ δὶς, καὶ εἰς αὐτὰς, ἀντιμετωπίζοντες τοὺς
398γηραιοὺς ἐκείνους καθηγητὰς, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν καὶ ἀπο-
399τελοῦσι τὴν ψυχὴν τῆς Ἑταιρίας, νὰ καταδείξωσιν εἰς αὐ-
400τοὺς τὰς ἐλλείψεις καὶ τὰ λάθη αὐτῶν, καὶ καθοδηγοῦντες
401οὕτω τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, ὡς πρὸς τὰ ἀληθῆ καὶ
402ὀρθὰ μέτρα τῆς προαγωγῆς αὐτῆς, νὰ πράξωσιν ἐκεῖ ἐπω-
403φελῶς καὶ ἁρμοδίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνωφελῶς καὶ ἀναρμο-
404δίως πράττουσιν ἐνταῦθα.
405§25ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας λίαν
406ὀρθῶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἔρευνα τῶν κατὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν
407Ἑταιρίαν ἐκβαίνει τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ
408Βουλὴ δὲν ἐπελήφθη ἐξ ἐπαγγέλματος τῶν ἀφορώντων εἰς
409τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἐὰν ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον
410ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἐξέφρασα ἐπὶ τοῦ λαχειο-
411φόρου δανείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας τὰς ἰδέας τῆς
412Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦτο ἔπραξα, καθ’ ὃ εἶχον καὶ δικαίωμα
413καὶ καθῆκον....
414§26ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τὰς ἰδικάς σας γνώμας ἐξε-
415φράσατε.
416§27ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς
417Ἑταιρίας ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπα-
418ρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἀνέπτυξα τὸ θέμα τοῦτο, ὅτι,
419ὅταν ἡ Κυβέρνησις προβαίνῃ εἰς θυσίαν, εἰς ἐγγύησιν, εἰς μέ-
420τρον χρηματικὸν οἱονδήποτε, τοῦτο ὀφείλει νὰ τὸ κάμῃ δι’
421ἑαυτὴν, ὀφείλει αὐτὴ νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν μέσων, τὰ
422ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παρέχει εἰς ἰδιωτικὴν
423Ἑταιρίαν, ὅπως ἀκριβῶς τὴν ὠνόμασε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότι-
424μος κ. Κοντόσταυλος, ὀφείλει, λέγω, νὰ ποιήσηται χρῆσιν
425τῶν μέσων τούτων διὰ τῶν ἰδίων ἑαυτῆς ὀργάνων. Τοῦτο
426ὑπῆρξε τὸ θέμα. Ἐὰν παρεκβατικῶς, καὶ ὅπως ὑποστηρίξω
427τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ ἔχει καθῆ-
428κον νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα αὐτὴ
429διὰ τῆς ἐγγυήσεως αὐτῆς, οὕτως εἰπεῖν, χορηγεῖ εἰς τὴν
430Ἑταιρίαν, ἐὰν ὑπεστήριξα τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις
431ἔπρεπε διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς ὀργάνων νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ ὄχι
432διὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, βεβαίως τοῦτο ἦτο ἐντὸς
433τῶν ὁρίων τῶν δικαιωμάτων μου ὡς Βουλευτοῦ, καὶ δὲν
434ἕπεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐνεθάῤῥυνον τὴν Κυβέρνησιν, ἁρμοδίαν νὰ
435ἐνεργῇ αὕτη, ὅτι καὶ ἠρνούμην πᾶσαν ἀξίαν εἰς τὴν Ἀρ-
436χαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔχει
437τὴν ἱστορίαν της, ἔχει τὰς ὑπηρεσίας της, ἀλλ’ ὑπεστήριξα,
438ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία δὲν παρέχει ἐκεῖνα τὰ ἔκ-
439τακτα διδόμενα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσι τὴν
440προτίμησιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δικαιολογήσωσι
441τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ἐνεργῇ διὰ τῶν ἰδίων
442αὐτῆς ὑπαλλήλων, ἐννοεῖ νὰ ἐνεργήσῃ δι’ ἰδιωτικῆς ἑται-
443ρίας, ὅπως τὴν ὠνόμασεν ὁ κ. Κοντόσταυλος. Εἶπον δὲ, ὅτι
444ἡ ἰδιωτικὴ αὕτη Ἑταιρία — καὶ μεταχειρίζομαι ἀκριβῶς τὴν
445ἔκφρασιν τοῦ κ. Κοντοσταύλου — εἶναι ἥκιστα ἐπιστημο-
446νική. Καὶ βεβαίως δὲν ἀποδεικνύεται τὸ ἐναντίον. Διότι,
447ἐὰν ἀναγνώσωμεν τὸν κατάλογον τῶν ἑταίρων, πειθόμεθα,
448ὅτι οὗτοι εἶναι ἄριστοι πολῖται, ἀλλὰ ξένοι σχεδὸν πάντες
449πρὸς τὴν ἀρχαιολογίαν, δὲν ἀποτελοῦσιν Ἰνστιτοῦτον, ὅπως
450ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου μᾶς ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Κον-
451τόσταυλος. Ἐὰν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἦτο ἐπιστημο-
452νικὸν σωματεῖον, ὅπως τὸ ἐν Γερμανίᾳ Ἰνστιτοῦτον, θὰ
453ἐνόουν τὴν προτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐνόουν ἔν τινι
454μέτρῳ, ὅτι ἀπεκδύεται τῆς πρωτοβουλίας αὑτῆς, ὅτι ἀπεκ-
455δύεται τῶν καθηκόντων καὶ τῆς ἁρμοδιότητός της. Ὅταν
456ὅμως τὸ σωματεῖον δὲν ἦναι ἐπιστημονικὸν, τότε ἡ προτί-
457μησις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ.
458Ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρίας ὡς σω-
459ματείου ἁρμοδίου, ἀλλ’ ἀπεδείχθη ἀκριβῶς εἰς τὴν συζή-
460τησιν, ὅτι τὸ σωματεῖον τοῦτο, δηλαδὴ τὸ Συμβούλιον τῆς
461Ἑταιρίας, ἀπαρτίζεται τὸ πλεῖστον ἐξ ὑπαλλήλων τῆς Κυ-
462βερνήσεως, ἐξ ἐφόρων τῆς Ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ
463ταῦτα καὶ ὄχι ἄνευ ἁρμοδιότητος, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Κοντό-
464σταυλος, ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἀξίας μιᾶς
465ἰδιωτικῆς Ἑταιρίας. Διὰ ταῦτα παρενέβην εἰς τὴν ὑπόθεσιν
466σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν
467εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐξέφρασα τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνη-
468σις δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποσυρθῇ ἐκ τῆς ἐνεργείας ταύτης, ἔπρε-
469πεν αὐτὴ νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην τῶν ἐργασιῶν, παρεκ-
470βατικῶς δὲ μόνον ὡμίλησα περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑται-
471ρίας, εἰπών, ὅτι αὕτη δὲν συγκροτεῖ σωματεῖον ἐπιστημο-
472νικόν, ἀλλὰ πατριωτικὸν, ἂν θέλητε, σωματεῖον.
473§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀκατονό-
474μαστον, εἴπετε.
475§29ΚΟΖΑΚΗΣ. Σωματεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν παρουσιάζει ἤδη
476ἐπιστημονικὴν ἁρμοδιότητα τοιαύτην, ὥστε ἡ Κυβέρνησις
477νὰ ἀπεκδύηται τῶν ἰδίων αὑτῆς δικαιωμάτων καὶ τῆς ἰδίας
478αὑτῆς εὐθύνης.
479Ταῦτα μὲν ἐν ὀλίγοις εἰς ἀπάντησιν τῶν μομφῶν, αἵτινες
480ἀπηυθύνθησαν κυρίως πρὸς δύο μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
481ἅτινα ὡμίλησαν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ὁ κ.
482Κοντόσταυλος ἀπηυθύνετο βεβαίως πρὸς τὸν κ. Πετρίδην
483καὶ πρὸς ἐμέ. Ἀλλ’ ἐὰν εἴχομεν καιρὸν, καὶ ἐὰν ἦτο τοῦ
484συνεδρίου τούτου ἔργον, νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἀναλύσεως τοῦ
485ἐγγράφου, τοῦ τόσον ἁβρόφρονος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνέγνωσεν
486ἐδῶ ὁ κ. Κοντόσταυλος, ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ μετριάσωμεν
487τὸν ἐνθουσιασμὸν, τὸν ὁποῖον πιστεύει, ὅτι διήγειρε τὸ ἔγ-
488γραφον τοῦτο. Πλὴν βεβαίως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ
489τοιαύτη ἀνάλυσις, ἠδυνάμεθα ὅμως νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἁβρο-
490φροσύνη τῶν ξένων δὲν ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τίτλους ἱστορικούς
491διὰ τὴν Ἑταιρίαν, ἠδυνάμεθα, φέρ’ εἰπεῖν, νὰ ὑπενθυμίσω-
492μεν, ὅτι τὸ Διονυσιακὸν θέατρον ὑπῆρξεν ἀκριβῶς μία ἀπο-
493τυχία τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, διότι ὅταν ἡ Ἀρχαιο-
494λογικὴ Ἑταιρία διὰ τοῦ ἁρμοδίου αὑτῆς προσώπου, διὰ
495τοῦ Προέδρου αὑτῆς, ἀνεκήρυξεν ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης,
496ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ Διονυσιακὸν θέατρον, ὅτι ἀπέτυχον αἱ
497ἀνασκαφαὶ αὑτῆς, τότε ἦλθεν ὁ Στρὰκ, ὅστις δι’ ἐπιστημο-
498νικῆς ἐργασίας εἶπεν, ὅτι, ἐὰν σκάψητε τόσα μέτρα εἰς ἀπό-
499στασιν τόσων ἄλλων μέτρων ἀπὸ τοῦ δεῖνος σημείου, ἀπὸ
500τοῦ βωμοῦ τοῦ ναοῦ τοῦ Διονύσου, θέλετε εὕρει τὸ θέα-
501τρον, καὶ ἂν δὲν τὸ εὕρητε, τότε μόνον θὰ ἦναι ἀπόδειξις, ὅτι
502κατεστράφη. Καὶ πράγματι τὴν ἐργασίαν ταύτην τὴν ἔκα-
503μεν ὁ Στράκ, καὶ εὗρε τὸ Διονυσιακὸν θέατρον, τὸ ὁποῖον ἡ
504Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶχε κηρύξει ὡς μὴ ὑπάρχον.
505Ἀλλὰ δὲν εἰσερχόμεθα εἰς τοιαύτας ἀναλύσεις, διότι περὶ
506τούτου δὲν πρόκειται. Ἡμεῖς εἴμεθα πολιτικὸν σῶμα, καὶ
507ὡς τοιοῦτον δικαίωμα ἔχομεν νὰ ἐλέγξωμεν τὰς πράξεις τῆς
508Κυβερνήσεως, καὶ νὰ τῇ εἴπωμεν, ὅτι κακῶς πράττει, ὅταν
509χορηγῇ 200,000 χρυσῶν φράγκων κατ’ ἔτος εἰς μίαν ἰδιω-
510τικὴν Ἑταιρίαν, καὶ δὲν δαπανᾷ ταῦτα αὐτὴ ἡ Κυβέρνη-
511σις, ἔχουσα ὠργανωμένην ἐπὶ τούτῳ ὑπηρεσίαν.
512§30ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ συνεχίσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ
513θέματος, ὅπερ ἀνέπτυξαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐβοίας συνάδελφος,
514ὡς Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ ὁ ἔντιμος
515συνάδελφος ἐκ Κεφαλληνίας. Νομίζω, ὅτι ἡ θέσις καὶ ἡ πο-
516ρεία τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἥτις, ἀναλόγως τῶν μέ-
517σων, ἅτινα διαθέτει, παρέσχεν εἰς τὴν ἐπιστήμην ὑπηρεσίας
518ἀξίας λόγου, καὶ αἵτινες δύνανται νὰ μᾶς γεννήσωσι τὴν
519ἐλπίδα, ὅτι σὺν τῷ χρόνῳ θὰ διορθώσῃ τὰς ἐν αὐτῇ ὑφιστα-
520μένας ἐλλείψεις, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα, ὅπερ πρέπει νὰ μᾶς
521ἀπασχολήσῃ σήμερον. Τὸ ζήτημα, ὅπερ ἔχομεν νὰ συζητή-
522σωμεν, εἶναι κυρίως αἱ οὐσιαστικαὶ διατάξεις τοῦ περὶ λα-
523χείου νομοσχεδίου. Ἐκφράσας ἐπ’ αὐτῶν τὴν γνώμην μου,
524δὲν ἤθελον λάβει καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον σήμερον, ὅτε
525πρόκειται ν’ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογι-
526σμοῦ, ἐὰν δὲν ἐθεώρουν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς καὶ τὸ
527ἕτερον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν συνομολόγησιν καὶ τροπὴν δα-
528νείων, ἀμέσως καὶ στενῶς συνδεόμενα μετὰ τοῦ Προϋπολο-
529γισμοῦ, καὶ ἂν δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἡ συζήτησις τῶν νομοσχε-
530δίων τούτων, οὐ μόνον δὲν παρεμποδίζει τὴν συζήτησιν τοῦ
531Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἀπεναντίας εὐκολύνει καὶ ἁπλοποιεῖ
532αὐτήν.
533Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ λαχειοφόρου δανείου ὀλίγα θὰ
534προσθέσω, εἰς συμπλήρωσιν τῶν ὅσων εἶπον κατὰ τὴν πρώ-
535την αὐτοῦ συζήτησιν, καὶ εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων ὁ κ. Πρόε-
536δρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντικρούων τὰ κατὰ τοῦ νομοσχε-
537δίου παρ’ ἡμῶν λεχθέντα, ἀνέπτυξεν, ἐκφράσας διαφόρους
538ἰδέας, πολὺ ἐχούσας τὸ παράδοξον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁ
539κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν ὡς ἀληθῆ πακτω-
540λόν, ἀπείρους δυνάμενον νὰ φέρῃ ὠφελείας εἰς τὸν τόπον.
541Δι’ αὐτοῦ θὰ πορισθῶμεν χρήματα ἄφθονα καὶ εὐθηνὰ θὰ
542τρέψωμεν δάνεια, θὰ καταργήσωμεν χρεωλύσια, καὶ θ’ ἀπαλ-
543λαγῶμεν σπουδαίου μέρους τῶν χρεῶν ἡμῶν. Περὶ τοῦ ζη-
544τήματος τῆς τοιαύτης εὑρέσεως χρημάτων, ὡς καὶ περὶ τῆς
545τροπῆς δανείων καὶ καταργήσεως χρεωλυσίων, νομίζω περιτ-
546τὸν νὰ ἐκταθῶ, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ συζητήσωμεν
547ἐπὶ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ γενικώτερον σχετιζομένου
548μετ’ αὐτῶν. Ὀλίγας ὅμως λέξεις νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω
549ἐπὶ τῆς παραδόξου ἰδέας, ἣν ἐξέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργός,
550παραστήσας, ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν χρεωλυσίων τὸ
551Δημόσιον δὲν ἀπολαμβάνει μόνον τὴν εὐκολίαν τῆς ἀναβο-
552λῆς τῆς πληρωμῆς αὐτῶν, ἀλλ’ ὠφελεῖται καὶ τὸν τόκον
553τοῦ μὴ πληρονομένου κεφαλαίου.
554Τὸ χρεωλύσιον, Κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ κεφάλαιον,
555προσδιωρισμένον πρὸς ἀγορὰν ὁμολογιῶν δημοσίου χρέους,
556ἃς ἐξοφλεῖ· αἱ ὁμολογίαι αὗται φέρουσι τόκον, τὸ δὲ οὕτω
557χρησιμοποιούμενον χρεωλύσιον εἶναι ἔντοκος τοποθέτησις κε-
558φαλαίου. Οὐδεμία ἑπομένως ὠφέλεια τόκου προσγίνεται εἰς
559τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς καταργήσεως χρεωλυσίου τινός.
560Ἀνεξαρτήτως δὲ τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων ὑλικῶν ὠφε-
561λειῶν, ἃς κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν θὰ φέρῃ ἡ ψήφισις τοῦ
562νομοσχεδίου τούτου, ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θέλει ὑπηρετήσει
563ὡσαύτως καὶ τὰς διοικητικὰς ἡμῶν ἐλευθερίας. Ἐν τῷ μέσῳ
564τῶν ἰδεῶν καὶ τοῦ πνεύματος τῆς ἀκράτου συγκεντρώσεως,
565ἥτις ἐπικρατεῖ εἰς ὅλα αὐτοῦ τὰ μέτρα, ὁ κ. Πρωθυπουργός,
566πικρῶς εἰρωνευόμενος, παριστᾷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς
567προϊὸν ἀποκεντρωτικῶν σκέψεων, διότι ἀφίνει εἰς τὴν Ἀρ-
568χαιολογικὴν Ἑταιρίαν τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἐπιστημονικῶν,
569οἷά εἰσιν αἱ ἀνασκαφαὶ πρὸς εὕρεσιν καὶ μελέτην τῶν ἀρ-
570χαιοτήτων.
571Ὅλα τὰ προτερήματα ταῦτα τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι,
572κατὰ τὴν κοινὴν φράσιν, ἢ ἁπλοῦν χρύσωμα τοῦ καταπο-
573τίου, ὅπερ πρόκειται νὰ καταπίῃ τὸ Ἔθνος διὰ τῆς εἰσα-
574γωγῆς τοῦ μολύσματος τῶν λαχείων. Ἡ μόνη ὠφέλεια, ἣν
575παρέχει τοῦτο εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ τόκου
576μεταξὺ τῶν 4 ἢ 3½%, ἅτινα θὰ πληρώσωμεν εἰς τὸ λα-
577χεῖον, καὶ τῶν 6% περίπου, ἅτινα ἠθέλομεν πληρώσει εἰς
578ἁπλοῦν δάνειον 13 ἢ 14 ἑκατομμυρίων. Ἀνέρχεται δὲ ἡ ὠφέ-
579λεια αὕτη περίπου εἰς 250,000 φρ. κατ’ ἔτος, ὧν τὰς 200
580χιλιάδας θέλει λάβει ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία. Ἡ ὠφέλεια
581δὲ αὕτη δὲν ἰσοφαρίζει τὴν βλάβην, ἣν θέλει φέρει ἡ εἰς τὸν
582τόπον εἰσαγωγὴ τοῦ μολύσματος τῶν λαχείων. Τοῦτο δ’ ἐν-
583νοῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν
584ἀνάπτυξιν τῶν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου μελλόντων νὰ προκύψω-
585σιν ὑλικῶν ὠφελημάτων, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὸν
586θεσμὸν τοῦ λαχείου καὶ ὑπὸ ἠθικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἔποψιν.
587Καὶ τὴν μὲν ἠθικότητα αὐτοῦ ἐστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
588γὸς εἰς τὸ παράδειγμα τοιούτων ἐν Εὐρώπῃ συστηθέντων
589χάριν ἱερῶν σκοπῶν, πρὸς κατασκευὴν π. χ. ἐκκλησιῶν.
590Ἀφοῦ διάφορα ἐκκλησιαστικὰ σωματεῖα, μεταξὺ τῶν ὁποίων
591διακρίνεται τὸ τῶν Ἰησουϊτῶν, διὰ τοῦ λαχείου κατεσκεύα-
592σαν ἐκκλησίας, διατὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἀνασκάψωμεν δι’ αὐτοῦ
593τὰς ἀρχαιότητάς μας; Ἀφοῦ ἡ κατασκευὴ ἐκκλησιῶν ἐξή-
594γνισεν ἄλλα λαχεῖα, ἕπεται, ὅτι ἡ ἀνασκαφὴ τῶν ἀρχαιο-
595τήτων θέλει ἐξαγνίσει καὶ τὸ παρ’ ἡμῖν εἰσαγόμενον. Ταῦτα
596ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὰ ἐκ-
597κλησιαστικὰ ταῦτα σωματεῖα πρεσβεύουσι τὴν ἀρχὴν, ὅτι
598ὁ σκοπὸς ἐξαγιάζει τὰ μέσα. Θὰ ἐφαρμόσωμεν λοιπὸν καὶ
599ἡμεῖς τὴν ἀρχὴν ταύτην εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν;
600Θὰ ἐφαρμόσωμεν ὡσαύτως καὶ τὴν ἑτέραν ἀρχὴν, ἣν ἀσπά-
601ζονται καὶ ἐφαρμόζουσι τὰ σωματεῖα ταῦτα, τὴν ἀρχὴν
602δηλαδὴ, ὅτι ὁ λαὸς πρέπει νὰ σκληραγωγῆται καὶ ὑποφέρῃ
603εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν, καὶ ὅτι ὁ ἔχων δύο χιτῶνας πρέπει
604νὰ δίδῃ τὸν ἕνα εἰς τὸν πλησίον αὐτοῦ; Ἂν ἐπὶ τοιαύτης
605ἀρχῆς θέλωμεν νὰ στηρίξωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἐὰν σκο-
606πῶμεν νὰ στερήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πάσης ἀπολαύ-
607σεως καὶ εὐημερίας, καὶ ἀφήσωμεν εἰς ἕκαστον Ἕλληνα ἕνα
608μόνον χιτῶνα, τότε τὸ λαχεῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἓν
609ἐκ τῶν μέσων, τῶν δυναμένων νὰ φέρωσι τοιαῦτα ἀποτελέ-
610σματα.
611Ἀλλὰ καὶ δι’ ἑτέρων, μᾶλλον πρακτικῶν, ἐπιχειρημάτων
612ἠθέλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν
613διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρ’ ἡμῖν εἰσαγωγὴν τῶν λαχείων.
614Ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ πρῶ-
615τον τὸ λαχεῖον, ἀλλ’ ἀντικαθιστᾷ τὸ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολο-
616γικῆς Ἑταιρίας σχηματισθὲν διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ
617παρελθόντος Ὀκτωβρίου, καὶ ὅτι τὰ γραμμάτια τοῦ λαχείου
618τούτου δὲν πρόκειται νὰ πωληθῶσιν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ
619βλάψωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
620Τὸ λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, τὸ σχηματι-
621σθὲν διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ Ὀκτωβρίου 1888, εἶναί τι
622ἀνάλογον πρὸς τὸ σχηματισθὲν διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ
6231874. Ἐὰν δὲ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ λαχείου τοῦ
6241874 κρίνωμεν τὰς συνεπείας, ἃς ἤθελε φέρει ἡ ἐκτέλεσις τοῦ
625Διατάγματος τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, ἀδιστάκτως δυ-
626νάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ λαχεῖον τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐγείρει
627παρὰ τῷ λαῷ τὸ αἴσθημα τοῦ παιγνιδίου. Τὰ ποσὰ, ἅτινα
628εἰσέπραττεν ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία διὰ τοῦ λαχείου τοῦ
6291874, εἰσὶ σχετικῶς ἀσήμαντα, τὸ πλεῖστον δ’ αὐτῶν μέ-
630ρος εἰσέπραξεν ὡς συνδρομὴν πρὸς αὐτὴν μᾶλλον, παρὰ ὡς
631μέσον κέρδους παρὰ τῶν ἀγορασάντων γραμμάτια. Τοιαῦτα
632δὲ ἤθελον εἶσθαι καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ λαχείου τοῦ
633παρελθόντος Ὀκτωβρίου. Τὸ λαχεῖον ὅμως, ὅπερ εἰσάγεται
634διὰ τοῦ νομοσχεδίου, σχηματίζεται ἐπὶ ὅλως διαφόρων βά-
635σεων. Ἐν ᾧ τὰ γραμμάτια τοῦ καταργουμένου λαχείου ἤθε-
636λον ἰσχύει διὰ μίαν μόνον κλήρωσιν, τὰ τοῦ νέου λαχείου
637θὰ ἰσχύωσιν ἐπὶ 65 ἔτη δι’ ὅλας τὰς κληρώσεις αὐτοῦ. Ἐν-
638τὸς δὲ τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος θὰ κληρωθῶσιν εἰς
639τιμὴν κατά τι ἀνωτέραν τῶν 10 δραχμῶν τῆς ὀνομαστικῆς
640αὐτῶν ἀξίας. Κατὰ τὸν μηχανισμὸν δὲ, τὸν ὑπὸ τοῦ νομο-
641σχεδίου διαγραφόμενον, κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, ἐν οἷς θὰ πω-
642ληθῶσι τὰ γραμμάτια εἰς τὸν λαὸν, θὰ δοθῶσι μεγάλοι
643λαχνοὶ, 50, 80 καὶ 100 χιλιάδων φράγκων, οἵτινες θὰ ἐλατ-
644τωθῶσι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀλληλο-
645χρέου λογαριασμοῦ, ὃν καθιερώνει ἡ § δʹ τοῦ ἀριθ. 5.
646Καὶ ἄλλοι δὲ θὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἑλκυστικοὶ ὅροι, οὓς δὲν
647γνωρίζομεν, διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὗτοι ἀπο-
648τελοῦσιν ἐφεύρεσιν, ἣν οἱ ἀνάδοχοι τοῦ λαχείου κρατοῦσι
649μυστικήν, καὶ δὲν θὰ δείξωσιν, εἰμὴ ὅταν θὰ ἐκτελέσωσιν αὐ-
650τήν. Τὸ λαχεῖον τοῦτο εἶναι πρὸς τὸ καταργούμενον τῆς
651Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ὅ,τι εἶναι εἰς τὰ μέσα τῆς συγ-
652κοινωνίας εἷς σιδηρόδρομος πρὸς μίαν ἡμίονον. Οἵαν εὐκολίαν
653παρέχει εἰς τὴν συγκοινωνίαν ὁ σιδηρόδρομος, ἐν συγκρίσει
654πρὸς τὴν ἡμίονον, τοιαύτην παρέχει εἰς τὸ παιγνίδιον καὶ
655τὴν ὀκνηρίαν τὸ νέον λαχεῖον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ καταρ-
656γούμενον. Ἀλλά, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν τὸ ἐναντίον, πάλιν δὲν
657ἕπεται, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ Ὀκτωβρίου δύναται νὰ χρη-
658σιμεύσῃ ὡς δικαιολογία πρὸς εἰσαγωγὴν καὶ ἐγκαθίδρυσιν
659παρ’ ἡμῖν τοῦ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἐπιβλαβοῦς θεσμοῦ τῶν
660λαχείων.
661Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβές, ὅτι τὰ γραμμάτια τοῦ ἐκδοθησομέ-
662νου λαχείου θὰ πωληθῶσιν ὅλα σχεδὸν ἐν Αὐστρίᾳ. Ἐκεῖ
663ὑπάρχουσι πολλὰ καὶ ποικίλα λαχεῖα, ἅτινα, ὡς ἀνέπτυξε
664καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν μιᾷ τῶν
665προηγουμένων συνεδριάσεων, εἶναι γνωστὰ ἐν τῷ τόπῳ καὶ
666μεθ’ ὧν ὁ λαὸς εἶναι ἐξῳκειωμένος. Οἱ μέλλοντες νὰ ἐκδώ-
667σωσι τὸ λαχεῖον ἀποβλέπουσι κυρίως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν
668κοινόν, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τοὺς λαοὺς τῆς Αὐ-
669στρίας. Ἂν ἀπέβλεπον μόνον εἰς τοὺς λαοὺς τούτους, ἠδύ-
670ναντο νὰ σχηματίσωσι λαχεῖον ὑπὸ ὅρους συμφερωτέρους
671ἐκείνων, οὓς προτείνουσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.
672Ἠδύναντο νὰ ἀγοράσωσιν 26,000 ὁμολογίας τοῦ δανείου
673τῶν 135,000,000, ὅπερ ἀναντιῤῥήτως εἶναι τὸ ἀσφαλέ-
674στερον Ἑλληνικὸν δάνειον, νὰ καταθέσωσι ταύτας εἴς τινα
675τῶν μεγάλων Τραπεζῶν τῆς Εὐρώπης, νὰ λάβωσι τὸ ἐξ
676αὐτῶν ἐτήσιον ἔσοδον, ἀνερχόμενον ἀκριβῶς εἰς 520,000
677φράγκα, καὶ μορφώσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ τὰς ἀμοιβὰς καὶ τοὺς
678λαχνοὺς καθ’ ὃν τρόπον θὰ μορφώσωσιν αὐτοὺς ἐπὶ τῇ ἐτη-
679σίας πληρωμῆς τῶν 520,000, ἣν θὰ λαμβάνωσι παρὰ τοῦ
680Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Εὐκόλως δὲ ἠδύναντο νὰ εὕρωσι
681σκοπόν τινα, ἀρχαιολογικὸν ἢ ἐπιστημονικόν, δικαιολογοῦν-
682τα τὴν ἔκδοσιν τοῦ λαχείου καὶ χρησιμεύοντα ὡς ἀφορμή,
683ὅπως λάβωσι τὴν πρὸς ἔκδοσιν αὐτοῦ ἀπαιτουμένην ἄδειαν
684ἐν Αὐστρίᾳ. Ἡ ἀγορὰ τῶν 26,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου
685τῶν 135,000,000 ἤθελεν ἀπαιτήσει δαπάνην 10 μόνον
686ἑκατομμυρίων, ἀντὶ τῶν 14 ἑκατομμυρίων, ἅτινα πρό-
687κειται νὰ πληρώσωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.
688Ἡ κυκλοφορία ὅμως τοῦ τοιούτου εὐωνοτέρου λαχείου,
689ἥτις ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ ἐν Αὐστρίᾳ, ἤθελε βεβαίως
690ἀπαγορευθῆ ἐν Ἑλλάδι. Ἡ ἀπαγόρευσις δ’ αὕτη ἤθελε
691καταστήσει ἀδύνατον τὴν πώλησιν αὐτοῦ. Ἡ ἐν Αὐστρίᾳ
692πώλησις γραμματίων τοῦ λαχείου θὰ χρησιμεύῃ ὡς ἁπλῆ
693βάσις πρὸς προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς αὐτῶν κατὰ τὴν ἐν-
694ταῦθα πώλησίν των. Τὰ προφυλακτικὰ δὲ μέτρα, ἅτινα
695λαμβάνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς περιορισμὸν τῆς ἐν
696Ἑλλάδι πωλήσεως καὶ κυκλοφορίας τοῦ λαχείου, καὶ ἡ
697ἀνάθεσις εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν τοῦ ἀποκλει-
698στικοῦ δικαιώματος τῆς ἐκποιήσεως τῶν γραμματίων κατ’
699οὐδὲν θέλει παρεμποδίσει τὴν ἐν Ἑλλάδι πώλησιν τῶν πλεί-
700στων ἐξ αὐτῶν. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θέλει μὲν ἔχει τὸ
701μονοπώλιον τῆς πωλήσεως αὐτῶν, καὶ θέλει θέτει ἐπ’ αὐτῶν
702ἰδίαν σφραγῖδα πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ μονοπωλίου τούτου,
703δὲν θὰ δύνηται ὅμως ν’ ἀρνηθῇ τὴν πώλησιν οἱουδή-
704ποτε ἀριθμοῦ γραμματίων εἰς πάντα, ζητοῦντα τοιαῦτα·
705τίς δὲ θὰ ἐμποδίσῃ τοὺς ἀναδεχθέντας τὸ λαχεῖον ν’ ἀγορά-
706σωσι τὰ 19)20 τῶν γραμματίων, λάβωσιν αὐτά, φέροντα
707τὴν σφραγῖδα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ τὰ πωλή-
708σωσιν ἐνταῦθα;
709§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως δύναται νὰ
710τὰ πωλήσῃ, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐπιφυλάττομεν εἰς τὴν Ἀρ-
711χαιολογικὴν Ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα, ὅπως σφραγίσῃ μόνον
712τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν ἀνάλογον.
713§32ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁρίζετε τὸν ἀριθμὸν τῶν γραμματίων,
714ὧν μόνον ἡ κυκλοφορία θὰ ἐπιτρέπηται ἐν Ἑλλάδι;
715§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, κατὰ τὸν
716νόμον, ἔχει τὸ δικαίωμα, αὐτὴ νὰ κανονίζῃ τὸ ποσὸν τοῦ
717ὁποίου ἡ κυκλοφορία ἐπιτρέπεται. Τί λέγει ὁ νόμος; Ἀκρι-
718βῶς, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία κανονίζει τὸ ποσὸν, τοῦ
719ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ κυκλοφορία ἐν Ἑλλάδι, διότι αὕτη
720θέλει ἔχει τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς πωλήσεως. Ἐπι-
721φυλάττομεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Δὲν πρό-
722κειται διὰ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ προσπορίσωμεν τῇ
723Ἀρχαιολογικῇ Ἑταιρίᾳ κέρδος διὰ τῆς εἰσπράξεως ποσοστοῦ
724τινος· πρόκειται μόνον νὰ τῇ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα, ὅπως
725κανονίσῃ τὰ τῆς ἐν Ἑλλάδι κυκλοφορίας τῶν γραμματίων
726οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ὦσι πλειότερα τῶν ὑπὸ τῆς ἀναλογίας
727τοῦ ἀριθμοῦ καὶ ἄλλων σκέψεων ὑπαγορευομένων.
728§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 5ου
729λέγει, ὅτι ἡ ἐκποίησις τῶν ὁμολογιῶν ἐν Ἑλλάδι ἀνα-
730γνωρίζεται ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς Ἀρχαιολογικῆς
731Ἑταιρίας, οὐδὲν ὅμως ἀναφέρει περὶ περιορισμοῦ τῶν γραμ-
732ματίων, ὧν ἡ κυκλοφορία θὰ ἐπιτρέπηται ἐν Ἑλλάδι,
733μήτε περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, ἀναλόγως τῶν
734κατοίκων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Αὐστρίας, ἢ κατ’ ἄλλην
735τινὰ ἀναλογίαν.
736§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θὰ προσδιο-
737ρίσῃ τὸ ποσὸν, ὅπερ θέλει κυκλοφορήσει.
738§36ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τοῦτο δὲν ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ,
739ἂν ὅμως πρόκηται νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσὸν τῶν γραμμα-
740τίων, ὧν θὰ ἐπιτρέπηται ἡ κυκλοφορία ἐν Ἑλλάδι, τότε
741βεβαίως τὸ κακὸν δὲν ἐκλείπει μὲν, ἀλλ’ ἐλαττοῦται. Ἂν
742ὅμως δὲν προσδιορισθῇ τὸ ποσὸν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ γράμ-
743ματος τοῦ νομοσχεδίου, τότε ἔστε βέβαιοι, ὅτι τὰ 19)20
744τῶν γραμματίων, ἅτινα νομίζετε, ὅτι θὰ πωληθῶσιν ἐν Αὐ-
745στρίᾳ, δὲν θὰ πωληθῶσιν ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι. Τοιαύτη
746φαίνεται ἡ πρόθεσις καὶ ὁ σκοπὸς τῶν συνομολογούντων
747τὸ λαχειοφόρον δάνειον. Σκοπὸς δὲ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι,
748ὅπως καὶ δι’ αὐτοῦ, ὡς καὶ διὰ τῶν ἄλλων δανείων, εὕρῃ
749χρήματα καὶ δαπανήσῃ ταῦτα. Ἡ ἀφθονία τῶν χρημά-
750των καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐν γένει κατάστασις τῆς Εὐρώπης
751ὠθεῖ χρήματα καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως καὶ πρὸς ὅλα
752ἐν γένει τὰ Κράτη, τὰ θέλοντα σήμερον νὰ δανεισθῶσι. Τοι-
753αύτη εἶναι ἡ σήμερον ἐπικρατοῦσα ἐν τοῖς Εὐρωπαϊκοῖς
754Χρηματιστηρίοις αἰσιοδοξία καὶ κερδοσκοπικὴ ἐμπιστοσύνη.
755Τὴν ἔλευσιν χρημάτων ζητεῖ νὰ εὐκολύνῃ ἡ πολυδάπανος
756πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀνοίγουσα ὅλας τὰς ὁδοὺς τῆς
757ἐλεύσεως αὐτῶν, καὶ τὴν τῶν λαχείων. Ὁ δὲ Πρωθυπουρ-
758γὸς δὲν ἔκρυψε τὴν πρὸς τὸ δαπανᾶν ἀπεριόριστον αὐτοῦ
759ῥοπὴν, ἡ ἱκανοποίησις τῆς ὁποίας ἀπαιτεῖ τὴν διὰ παντὸς
760μέσου εὕρεσιν χρημάτων. Ἀνέπτυξε μάλιστα ἄνευ δισταγ-
761μοῦ τὸ ἀξίωμα τῶν εὐθυμούντων ἀνθρώπων, οἵτινες θεωροῦσι
762πάντα τὰ τοῦ κόσμου μάταια, καὶ ὅτι ἐκεῖνο μόνον εἶναι
763ἀσφαλὲς κέρδος διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὅπερ ἤθελε δαπανήσει
764καὶ ἀπολαύσει. Ἀσφαλέστερον κτῆμά ἐστι τὸ καταναλισκό-
765μενον χρῆμα. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἀξίωμα τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
766γοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ διὰ παντὸς μέσου νὰ εὑρίσκῃ
767χρήματα, ὅπως τὰ καταναλίσκῃ.
768§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου,
769διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦσιν ἄδειαν πρὸς ἔκδοσιν λαχειοφόρου
770δανείου, καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δὲν προσῆκε νὰ χρη-
771σιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία τῆς ἐρεύνης τῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς
772Ἑταιρίας, τῆς γενομένης ὑπό τινος συναδέλφου ἐν τῇ Ἀν-
773τιπολιτεύσει, οὐχὶ διότι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία εἶναι
774ἐπιστημονικὸν σωματεῖον, καὶ διὰ τὰς πράξεις αὐτῆς, τὰς
775παραλείψεις αὐτῆς, οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ὑπέχων εὐθύνην, ἀλλὰ
776διότι τὸ ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις, εἶναι
777ἐντελῶς ξένον τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας.
778Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία, ἢ τὰ μέλη αὐτῆς, ἢ οἱ διοι-
779κοῦντες αὐτὴν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν βεβαίως ὑπέ-
780χουσιν εὐθύνην. Ἂν δὲ συνέπεσε νὰ ἦναι μέλος τοῦ Κοινο-
781βουλίου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος αὐτῆς καὶ ἡμιλλήθη νὰ δώσῃ
782εἰς ἡμᾶς πληροφορίας τινὰς, ἐὰν ὑπάρχῃ εὐθύνη ἐπὶ πλημ-
783μελεῖ ἐνεργείᾳ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ ἐφ’ ὅσον
784ὑπάρχει τοιαύτη, βεβαίως δὲν εὐθύνεται ἐνώπιον ἡμῶν ὁ κ.
785Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουρ-
786γὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.
787Ἀλλ’ οὔτε παρὰ τοῦ Προέδρου, οὔτε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ
788τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ζητήσωμεν
789εὐθύνας ἐπὶ ταῖς τυχὸν ὑπαρχούσαις παραλείψεσι τῆς Ἀρ-
790χαιολογικῆς Ἑταιρίας, διότι ἡμεῖς καλούμεθα σήμερον νὰ
791ἐξετάσωμεν, ἂν συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια
792εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ δάνειον, ἢ ἂν δὲν συμφέρῃ νὰ
793ἐνδώσωμεν εἰς τοῦτο. Τοῦτο δὲ εἶναι ἐντελῶς ἀλλότριον
794τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας. Μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ ἀξιό-
795τιμοι συνάδελφοι καὶ φίλοι μου ἠδύναντο νὰ ὠφεληθῶσι τῆς
796μετά τινας ἡμέρας συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
797Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ κατὰ τὴν συζήτη-
798σιν τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται δι’ ἀρχαιολογικὰς
799ἐργασίας τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἠδύναντο νὰ ἐκφέ-
800ρωσιν οἵαν ἂν ἔχωσι γνώμην περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑται-
801ρίας. Μοὶ φαίνεται, δὲ, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐκ
802Κορίνθου Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν, γνώμην δι-
803σταγμοῦ περὶ τὴν ἐπάρκειαν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀρχαιο-
804λογικὴ Ἑταιρία ἔχει ἐν ἐνεργείᾳ πρὸς διαφύλαξιν τῶν ἀνα-
805καλυπτομένων διὰ τῶν ἐργασιῶν της θησαυρῶν, ὅτι ἡ γνώμη
806αὕτη εἶναι ἀξία προσοχῆς καὶ συζητήσεως, καὶ θὰ παρακα-
807λέσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, νὰ ἐπαναλάβῃ τοὺς δισταγ-
808μοὺς αὐτοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θέλομεν συζητήσει
809τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει ὁ Προϋπολογισμὸς
810τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
811παιδεύσεως διὰ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν, διότι τότε
812θέλει δοθῇ εὐκαιρία εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησια-
813στικῶν, νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας πλη-
814ροφορίας, τὰς πρὸς τὴν ἐπάρκειαν τῶν μέσων, ἢ τῶν ἐν ἐνερ-
815γείᾳ μέτρων, διὰ τὴν διαφύλαξιν τῶν ἀνευρισκομένων διὰ
816τῶν ἀνασκαφῶν, τῶν ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας
817ἐνεργουμένων.
818Ἀλλ’ ὡς εἶπον, τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ
819ἐπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομο-
820σχεδίου τούτου, εἶναι ἂν συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος, ἂν δὲν
821ὑπάρχῃ λόγος, ἀποτρέπων ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ δώσωμεν τὴν
822ζητουμένην ἄδειαν πρὸς ἔκδοσιν δανείου λαχειοφόρου. Καὶ
823κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐγὼ ἐξέθηκα τοὺς λόγους, τοὺς
824πείθοντάς με, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν ταύ-
825την, διὰ τὴν ἀνηθικότητα τοῦ μέτρου τούτου. Ἀλλὰ δύνα-
826μαι νὰ προβάλω καὶ ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξάγω
827ἐξ ἄλλης μελέτης, οὐχὶ τῆς ἠθικοπολιτικῆς ἐρεύνης τοῦ νο-
828μοσχεδίου, ἀλλὰ τῆς ταμιευτικῆς ἢ τῆς χρηματιστικῆς μελέ-
829της τοῦ νομοσχεδίου. Διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ τὰ κέρδη
830αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προσδοκᾷ νὰ οἰκονομήσῃ
831ἐκ τοῦ δανείου, τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητουμένου
832πρὸς ἔκδοσιν, εἶναι δυσανάλογα πρὸς τὰς μεγάλας ζημίας,
833τὰς ὁποίας ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου θέλει ἐπιφέρει εἰς τὸ Κρά-
834τος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζων τὸ
835νομοσχέδιον, παρέστησεν, ὅτι ἀληθῶς πρόκειται νὰ συγ-
836κομίσωμεν μεγάλα κέρδη. Καὶ ἐν πρώτοις ἐπληροφόρησε
837τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ λάβωμεν παρὰ τῶν
838ἐκδοτῶν τοῦ λαχείου τούτου εἴτε 9 εἴτε 10 ἑκατομμύρια
839διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ὅτι ἐκτὸς
840τούτου θέλει λάβει 4 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θέλει κρατή-
841σει καὶ διαθέσει εἰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου, τὸν τό-
842κον ὅμως πρὸς 5% θέλει πληρόνει κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἀρ-
843χαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Λοιπὸν ἐκ τοῦ δανείου τούτου
844προσδοκᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πορισθῇ, τέσ-
845σαρα μὲν ἑκατομμύρια ἄνευ τόκου, δωρεὰν, 9 δὲ ἢ 10
846ἑκατομμύρια μετὰ τόκου, ἀντὶ δὲ τῶν 10 ἑκατομμυρίων,
847τῶν μετὰ τόκου, καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τῶν ἄνευ τό-
848κου, θέλομεν πληρόνει μόνον 520,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος.
849Ὅσα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε περὶ τοῦ ποσοῦ
850τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλει πληρωθῆ εἰς τὸ δημόσιον τα-
851μεῖον, τοῦ ποσοῦ τῶν 9 ἢ 10 ἑκατομμυρίων, δέν μοι δίδουσι
852τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδεχθῶ ὡς βάσιμον, ὅτι θέλει λάβει τὸ
853δημόσιον ταμεῖον δέκα ἢ ἐννέα ἑκατομμύρια, διότι ὁ Πρω-
854θυπουργὸς ἐτήρησε γλῶσσαν ἀμφίβολον περὶ τούτου. Ἐπειδὴ
855ὅμως ἀγορεύω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ ἀποδεχθῶ
856ὡς πιθανὰς τὰς συμφερωτέρας ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐπε-
857λευσομένας συνεπείας, ἑπομένως ν’ ἀποδεχθῶ, ὅτι 10 ἑκα-
858τομμύρια θέλουσι πληρωθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπὶ
859τόκῳ, τέσσαρα δὲ ἄνευ τόκου, ἑπομένως ὅτι πρέπει νὰ ὑπο-
860λογίσωμεν τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον θέλει πληρώσει τὸ δημόσιον
861ταμεῖον ἀπέναντι τῶν 14 ἑκατομμυρίων, καὶ νὰ ἴδωμεν
862πόσον κέρδος προέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῆς
863ἐκδόσεως τοιούτου δανείου. Ἂν τὰ ἑκατομμύρια ἦναι δέκα
864καὶ ἐδανειζόμεθα αὐτὰ παρά τινος Τραπέζης, ἠθέλομεν
865πληρώσει τόκον 6% τὸ πολύ. Λέγω «τὸ πολὺ» διότι αἱ
866τελευταῖαι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
867Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, μοὶ ἐφάνησαν, ὅτι
868ἐνεῖχον τὴν πρόθεσιν, νὰ παραστήσωσι τοσοῦτον εὐχάριστον
869τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὥστε δύναμαι νὰ προσ-
870δοκῶ, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς νέαν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν
871θέλομεν πλέον πληρόνει τόκον ὀλιγώτερον τῶν 6%.
872Ἀλλὰ, καὶ μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς εὐχαρίστους πληροφορίας, ἂν
873ἀποδεχθῶ, ὅτι θέλομεν πληρώσει εἰς τὸν τραπεζίτην, παρ’
874οὗ θέλομεν δανεισθῆ, μόνον 6%, τὸ δημόσιον ταμεῖον
875θέλει ἐπιβαρυνθῆ δι’ 600,000, ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ νομο-
876σχέδιον πρόκειται νὰ πληρόνωμεν μόνον 520,000, οἰκονο-
877μοῦμεν οὕτως 80,000 φράγκων κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ τόκου
878τῶν 10 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ οἰκονομοῦμεν προσέτι καὶ ἐκ
879τοῦ τόκου τῶν 4,000,000, τὰ ὁποῖα θέλομεν λάβει καὶ
880ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ὁποίων θέλει πληρόνεσθαι ἐτήσιος τό-
881κος εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ τόκος
882τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τὸν ὁποῖον οἰκονομοῦμεν, ὑπολογιζό-
883μενος πρὸς 6%, ἀνέρχεται εἰς 240,000, οἰκονομοῦμεν
884οὕτω κατ’ ἔτος 240,000 ἐκ τοῦ τόκου τῶν 4,000,000,
885καὶ 80,000 δραχ. ἐκ τοῦ τόκου τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τὸ
886ὅλον 320,000.
887Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο μᾶς δωροῦσιν οἱ δανεισταὶ τοῦ
888λαχειοφόρου δανείου; Τὸ ποσὸν τῶν 320 χιλιάδων δραχμῶν,
889τὸ ὁποῖον οἰκονομοῦμεν, εἶναι δῶρον, τὸ ὁποῖον μᾶς δίδουσι,
890καὶ ἡμεῖς μετὰ χαρᾶς καὶ εὐγνωμοσύνης πρέπει ν’ ἀποδεχ-
891θῶμεν αὐτὸ, κατὰ χρόνους μάλιστα, καθ’ οὓς τὰ χρήματα
892δὲν εἶναι ἄφθονα ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν; Οἱ δανεισταὶ μᾶς
893δίδουσι 14 ἑκατομμύρια, διότι θέλουσι λάβει 20 ἑκατομ-
894μύρια, καὶ θέλουσι λάβει αὐτά; οὐχὶ παρὰ τοῦ δημοσίου
895ταμείου, ἀλλ’ ἐκ μιᾶς ἄλλης πηγῆς, ἐκ τῆς πηγῆς ἐκεί-
896νης, ἐκ τῆς ὁποίας ἀντλεῖ καὶ πορίζεται τὰ μέσα τὸ δη-
897μόσιον ταμεῖον, ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι, καθ’ ἣν
898ἔχω γνώμην, ἡ ὁποία δὲν μετεβλήθη ἐκ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς
899ὁποίας πρὸ μικροῦ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπληροφόρησε τὴν Βου-
900λήν, ὅτι ἔλαβε, τὸ δάνειον θὰ κυκλοφορήσῃ ἐν τῇ Ἑλ-
901λάδι, καὶ τὰ γραμμάτια τοῦ λαχείου θέλουσι τοποθετηθῆ
902ἐν Ἑλλάδι, καὶ θέλουσιν ἀγορασθῆ ὑπ’ Ἑλλήνων, ἀσήμαν-
903τον δὲ ποσὸν θέλει τοποθετηθῆ ἐν Αὐστρίᾳ. Ἂν λοιπὸν ἡ
904γνώμη μου αὕτη ἦναι ἡ ἀληθὴς γνώμη, ἂν πιστεύω, ὅτι ὁ
905Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει πληρώσει 6 ἑκατομμύρια ἑκουσίως
906μὲν, πλανώμενος, δελεαζόμενος ἢ παγιδευόμενος ὑπὸ τῆς
907ἐλπίδος τοῦ κέρδους τῆς τύχης, θέλει πληρώσει ὅμως 6 ἑκα-
908τομμύρια περισσότερα, ἀφ’ ὅσα θέλει εἰσπράξει τὸ δημόσιον
909ταμεῖον, τότε τὸ κέρδος, τὸ παραγόμενον, τῶν 320 χιλιά-
910δων, πρέπει νὰ ἀναγάγω εἰς κεφάλαιον, τὸ δὲ κεφάλαιον
911τῶν 6 ἑκατομμυρίων, ἤτοι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει
912καταβληθῆ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀνταποκρίνεται εἰς
913τὰς 320 χιλιάδας, τὰς ὁποίας οἰκονομοῦμεν. Καὶ ταῦτα μὲν
914ἂν πρόκηται περὶ 10 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἂν τὸ δάνειον,
915τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἦναι μό-
916νον 9 ἑκατομμύρια, — καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν μὲ ἐνισχύ-
917ουσι διδόμενά τινα, τὰ ὁποῖα προσφάτως παρεισέφρησαν ἐν
918ταῖς ὑπουργικαῖς ἐφημερίσιν, αἱ ὁποῖαι συμβουλεύουσι τὴν
919Κυβέρνησιν νὰ μὴ πλανηθῇ καὶ ἀποδεχθῇ τὴν γενομένην
920εἰς αὐτὴν πρότασιν τῶν ζητησάντων νὰ συναγωνισθῶσι
921πρὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Βιέννης Union Bank, νὰ μὴ ἀπο-
922δεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτῶν· αὐταὶ δὲ αἱ συμβουλαὶ καὶ
923αἱ παρακελεύσεις τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων πρὸς τὴν Κυ-
924βέρνησιν μοὶ ἐφάνησαν, ὅτι εἶναι προοίμιον τῆς μὴ ἀποδο-
925χῆς, ἤτοι τῆς ἀποῤῥίψεως τῶν γενομένων ἐντεῦθεν προτά-
926σεων, καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει λάβει τὸ
927Δημόσιον, θέλει πιθανῶς συνίστασθαι μόνον εἰς 9,000,000, —
928ἂν λοιπὸν 9,000,000 πρόκηται νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον
929ταμεῖον, τότε τὸ κέρδος τοῦ δημοσίου ταμείου εἶναι μικρό-
930τερον· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δανεισθῶμεν παρά τινος τρα-
931πεζίτου διὰ δανείου ὁμαλοῦ τὰ 9 ἑκατομμύρια, ἐπὶ τόκῳ
9326%, ἠθέλομεν πληρώσει 540,000, ἐνῷ τώρα, κατὰ τὸ
933νομοσχέδιον, πρόκειται νὰ πληρώσωμεν 520,000, ἑπομένως
934κερδαίνομεν, οἰκονομοῦμεν μόνον 20,000, αἵτινες, προστι-
935θέμεναι εἰς τὰς 240,000, τὰς ἀποτελουμένας ἐκ τοῦ τό-
936κου τοῦ δανείου τῶν 4,000,000, τοῦ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιο-
937λογικῆς Ἑταιρίας, ἀνάγουσι τὸ κέρδος τοῦ Ταμείου εἰς
938260,000. Ἑπομένως, ἀντὶ τῶν 260,000, τὰς ὁποίας θέ-
939λομεν οἰκονομήσει, προτιμῶντες τὸ δάνειον τὸ λαχειοφόρον,
940ἀντὶ τοῦ ὁμαλοῦ καὶ τακτικοῦ, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ συνο-
941μολογήσωμεν μετά τινος Τραπέζης ἢ τραπεζίτου, ἀντὶ
942τῶν 260,000, προσφέρομεν εἰς τοὺς ἐκδότας τοῦ δανείου,
943μεθ’ ὧν θέλει συνομολογηθῆ ἡ σύμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ
944τῶν Οἰκονομικῶν, 7 ἑκατομμύρια. Ἂν συγκεφαλαιώσωμεν δὲ
945τὸ ποσὸν τῶν 260,000, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι εἶναι τὸ κεφά-
946λαιον, τὸ ὁποῖον θέλει πληρώσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς
947αὐτοὺς, ἀνώτερον τῆς ἀναλογίας τόκου τῶν 6%.
948Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸ μικροῦ, ἀπαντῶν
949εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν, δὲν ἠξεύρω δὲ, ἂν
950ὁ κ. ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἔδωκε σημασίαν εἰς τὴν ἀπάν-
951τησιν ἐκείνην τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν διέκρινα καὶ
952τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐνεποίησεν εἰς αὐτὸν ἡ ἀπάντη-
953σις, ὁ Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης
954Βουλευτήν, ὅτι ὑπάρχουσι πᾶσαι αἱ δυναταὶ ἐγγυήσεις, ὅτι
955δὲν θέλουσι κυκλοφορήσει ἐν Ἑλλάδι γραμμάτια, περισσό-
956τερα ἀφ’ ὅσα πρέπει νὰ κυκλοφορήσωσι, διότι τὸ δικαίωμα
957τοῦ προσδιορίζειν τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων, τῶν τεθησο-
958μένων εἰς κυκλοφορίαν ἐν Ἑλλάδι, ὁ νόμος ἀνέθηκεν εἰς τὴν
959Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν.
960§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὸ παρέχει.
961§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διάταξις τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 5
962τοῦ νόμου ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκποίησις τῶν
963»ὁμολογιῶν ἐν Ἑλλάδι ἀναγνωρίζεται ἀποκλειστικὸν δι-
964»καίωμα τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, πᾶσα δὲ κατὰ
965»παράβασιν τοῦ δικαιώματος τούτου πώλησις τιμωρεῖται
966»κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ ἀπὸ 30 Δε-
967»κεμβρίου 1887 ᾼΧΛʹ νόμου».
968Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνεπέρανεν οὕτως, ἀφοῦ κατὰ
969τὸν νόμον ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς Ἀρχαιολογικῆς
970Ἑταιρίας εἶναι ἡ πώλησις τῶν γραμματίων ἐν Ἑλλάδι,
971ἄρα αὐτὴ θέλει ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ τὸ ποσὸν,
972τὸ τεθησόμενον εἰς κυκλοφορίαν τοῦτο δὲ προετάθη ὑπὸ τοῦ
973Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸν ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν ὡς ἀποχρῶσα
974ἐγγύησις, ὅτι δὲν θέλουσιν ἐν Ἑλλάδι κυκλοφορήσει γραμ-
975μάτια περισσότερα, ἀφ’ ὅσα πρέπει νὰ κυκλοφορήσωσιν.
976Ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχω γνώμην περὶ συγκεντρώ-
977σεως καὶ ἀποκεντρώσεως, ἰδεῶν, αἵτινες κυκλοφοροῦσιν ἐν
978τῇ κεφαλῇ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μὲ ὅλην τὴν διαβεβαίω-
979σιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνακηρύ-
980ξας, ὅτι, ἂν δὲν ἦναι ἀπόλυτος θιασώτης τῆς ἀποκεντρώ-
981σεως, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀπόλυτος θιασώτης τῆς συγκεν-
982τρώσεως, λαμβάνω μίαν ἀπόδειξιν πράξεως, τοσοῦτον ἀπο-
983κεντρωτικῆς, ὥστε δι’ αὐτῆς τίθεται εἰς μέγαν κίνδυνον τὸ
984Κράτος, τοῦτο δὲ δεικνύει μέχρι τίνος σημείου ὁ Πρωθυπουρ-
985γὸς ὠθεῖ τὴν ἀποκέντρωσιν! Μετέδωκεν εἰς τὴν Ἀρχαιο-
986γικὴν Ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα, νὰ προσδιορίζῃ αὐτὴ τὸ πο-
987σὸν τῶν γραμματίων, ἅτινα θὰ τίθηνται εἰς κυκλοφορίαν ἐν
988τῷ Κράτει, ἐνῷ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔγκειται ἐν τῇ φύσει
989τῶν κυβερνητικῶν καθηκόντων, διότι εἶναι δικαίωμα ἀστυ-
990νομικόν· τὸ προσδιορίζειν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ
991τεθησομένων γραμματίων λαχείου δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνα-
992τεθῇ εἰς ἰδιώτας, οὔτε εἰς ἐπιστήμονας, οὔτε εἰς σωματεῖα
993ἐπιστημονικὰ, οὔτε εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέχουσιν
994ἐν τοῖς γραφείοις αὐτῶν, ἐν τοῖς ἀρχείοις αὐτῶν, τὰ φῶτα
995ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέχει ἡ Κυβέρνησις. Ἂν μετεδόθη
996τὸ ἀστυνομεῖν εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, μετεδόθη διότι
997ὑπῆρχεν ἡ ἐγγύησις, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι
998προέρχονται ἐξ ἐκλογῆς τῶν δημοτῶν, ἔχουσι συμφέρον νὰ
999ἐπιδεικνύωσι πᾶσαν ὑπὲρ αὐτῶν φροντίδα, καὶ ὅτι καὶ περὶ τῆς
1000ἐκλογῆς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀστυνομεῖ, καὶ
1001περὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν θέλουσιν ἐνεργεῖ μετ’ εὐσυνειδη-
1002σίας καὶ μετὰ ζήλου. Ἀλλ’ ἂν ἐμπιστευθῶμεν τὸ ἀστυνομεῖν
1003ἐν τῇ Πολιτείᾳ εἰς ἐπιστημονικὸν, οἷον δήποτε, Σύλλογον,
1004μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι μόνον ἀποκέντρωσις,
1005ἀλλ’ ἀνατροπὴ τῶν βάσεων τῆς Πολιτείας ἐν πάσῃ χώρᾳ.
1006Ὑποθέτω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας
1007δὲν θέλει δυσαρεστηθῇ, διότι ἡ παρατήρησις αὕτη δὲν ἀφορᾷ
1008τελείως εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν.
1009Ποῖα στοιχεῖα ἀπαιτοῦνται, ποῖα φῶτα ἀπαιτοῦνται, νὰ
1010κατέχῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν
1011τῶν τεθησομένων ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων λαχείου; Ὁ
1012διαχειριζόμενος τὴν ἐξουσίαν ταύτην πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν
1013οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, τὴν κατάστασιν τῆς
1014ἐτησίας παραγωγῆς, τὴν κατάστασιν τῶν διαθεσίμων κεφα-
1015λαίων, τὴν κατανομὴν τοῦ πλούτου μεταξὺ τῶν παραγου-
1016σῶν τάξεων καὶ τῶν μὴ παραγουσῶν, πληροφορίας τοιαύτας,
1017τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ κατέχῃ ἢ ἡ Κυβέρνη-
1018σις, καὶ ἰδίως ἡ διοικητικὴ ἐξουσία τῆς Κυβερνήσεως. Μοὶ
1019φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου οὐχὶ μόνον δὲν
1020παρέχει ἐγγύησίν τινα, διότι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία
1021καλεῖται νὰ προσδιορίζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν τεθησομένων εἰς
1022κυκλοφορίαν γραμματίων λαχείου, διότι ἡ Ἀρχαιολογικὴ
1023Ἑταιρία οὐδὲν ἄλλο δύναται νὰ γνωρίζῃ, ἢ μόνον μέ-
1024χρι τίνος ποσοῦ ἐκτείνονται αἱ ἀνάγκαι αὐτῆς, ἤτοι πόσον
1025ποσὸν ἔχει ἀνάγκην νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ λαχείου τούτου·
1026οὐχὶ μόνον λοιπὸν δὲν παρέχει ἐγγύησίν τινα, ἀλλὰ πα-
1027ρέχει ἀπελπιστικὰς πληροφορίας περὶ τῆς Πολιτείας· παρα-
1028καλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διαφυλάξῃ
1029εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Δὲν νομίζω, ὅτι
1030λέγω τι περιττὸν, ἐπαναλαμβάνων τὴν ἔνθερμον εὐχὴν, τὴν
1031ὁποίαν καὶ προχθὲς ἐξέθηκα, νὰ μὴ ἴδω ἐπιτρεπομένην τὴν
1032ἔκδοσιν τοῦ δανείου, περὶ οὗ ὁ λόγος. Δύναμαι δὲ μετὰ παῤ-
1033ῥησίας νὰ ἀναγγείλω τὴν γνώμην ταύτην τῆς Ἀντιπολι-
1034τεύσεως, οὐδὲ τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς παρε-
1035ξήγησιν, διότι δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ καταγγελθῶ ἐπὶ ἐλλεί-
1036ψει πατριωτισμοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ
1037Προϋπολογισμοῦ, ὅστις προώρισται νὰ δίδῃ διασαφήσεις εἰς
1038τὴν Βουλὴν, εἰς ἀπάντησιν τῶν παρατηρήσεών μου τούτων,
1039μᾶς ἤλεγξεν ἄλλοτε ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ, διότι ἐπε-
1040κρίνομεν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εὐ-
1041χομένους νὰ μειωθῇ καὶ καταπέσῃ ἡ δημοσία πίστις τοῦ
1042Κράτους ἐν Εὐρώπῃ, ὡς ποθοῦντας τέλος πάντων τὴν οἰκο-
1043νομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ὅπως ἐπικρατήσωμεν κατὰ
1044τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν, ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει λάβει
1045ἀφορμὴν ἐκ τῆς εὐχῆς ἡμῶν ταύτης, ἵνα ἐξαγάγῃ τοιαῦτα
1046συμπεράσματα καθ’ ἡμῶν, καὶ ἐλέγξῃ καὶ ἐκ νέου ἡμᾶς
1047ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ. Ἡμεῖς ἐκφράζομεν τὴν εὐχὴν
1048ταύτην, ἀφοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν,
1049ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη συῤῥοὴ δανειστῶν, τοιοῦτος συναγω-
1050νισμὸς κεφαλαίων, προθύμων νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν Ἑλλά-
1051δα, ὥστε, καὶ ἂν τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐκδοθῆ, τὸ
1052λαχειοφόρον, καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελεν ἐπιμεί-
1053νει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὴν ἔκδο-
1054σιν τοῦ δανείου, εὐκολώτατον ἀποβαίνει εἰς αὐτὸν, νὰ στρέψῃ
1055τοὺς ὀφθαλμοὺς εἴς τινα χώραν τῆς Εὐρώπης καὶ πορισθῇ δι’
1056ὁμαλοῦ δανείου τὸ ποσὸν τῶν 14 ἑκατομμυρίων, περὶ ὧν
1057πρόκειται. Θέλει ἐπιβαρύνει κατ’ ἔτος τὸ δημόσιον ταμεῖον
1058διὰ 260 χιλιάδων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου,
1059οὕτω δὲ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία καὶ αἱ ἄλλαι ἀνάγκαι
1060τῆς Κυβερνήσεως θέλουσιν εὐχερῶς θεραπευθῆ. Εὐτυχῶς ὁ
1061Πρωθυπουργὸς ἄλλως δὲν συνεκινήθη οὐδὲ ἀπὸ τὰ παθήματα
1062τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, μὴ συναινέσας εἰς τὴν κατάρ-
1063γησιν τῶν δύο δεκατημορίων τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, οὐδὲ
1064ἄλλην μείωσιν στέρξας εἰς τὰ δημόσια ἔσοδα. Ἑπομένως
1065δύναται μετὰ θάῤῥους νὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋ-
1066πολογισμὸν τῶν ἐξόδων διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 260 χιλιάδων
1067δραχμῶν, ζητῶν τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, νὰ συνομο-
1068λογήσῃ ὁμαλὸν δάνειον 14 ἑκατομμυρίων πρὸς 6%. Ἐπε-
1069θύμουν δὲ τοσούτῳ μᾶλλον νὰ ἐγίνετο παραδεκτὴ ἡ γνώ-
1070μη αὕτη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον πρόκειται περὶ συ-
1071στήματος, τὸ ὁποῖον, ὅσαςδήποτε καὶ ἂν ποιήσητε παραστά-
1072σεις οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸ, οἱουσδήποτε καὶ ἂν προβάλητε
1073λόγους ἢ ἐπιχειρήματα, οἱ συνήγοροι αὐτοῦ, οἱουσδήποτε
1074καὶ ἂν ἐγκαλέσητε ἐν τῷ παρελθόντι, τὸ σύστημα τοῦ-
1075το, νομοθετούμενον νῦν ἐν τῇ χώρᾳ, δὲν θέλει συντελέσει εἰς
1076τὴν βελτίωσιν οὐδὲ τῆς χρηματιστικῆς, οὐδὲ τῆς πολιτικῆς,
1077οὐδὲ τῆς ἠθικῆς καταστάσεως αὐτῆς.
1078§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μεθ’ ὅσα περὶ τοῦ νομο-
1079σχεδίου τούτου εἶπον κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, δὲν
1080νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐκταθῶ πάλιν εἰς ἀνάπτυ-
1081ξιν τῶν ἐν αὐτῷ, οὐδὲ ἐννοῶ ν’ ἀνασκευάσω, ὅσα ἐκ τῶν ῥη-
1082θέντων παρὰ τῶν κυρίων προαγορευσάντων ἀνῃρέθησαν παρ’
1083ἐμοῦ καὶ πρότερον. Ἔρχομαι μόνον, ἵνα ὑποβάλω παρατη-
1084ρήσεις τινὰς ἐπὶ ἀνακριβειῶν, αἵτινες ἐῤῥήθησαν ἤδη, δὲν
1085εἶχον δὲ ῥηθῆ πρότερον τοσοῦτον εὐκρινῶς, ὥστε ἐπίσης εὐ-
1086κρινὴς νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἡ ἀναίρεσις.
1087Ἐκ τῶν σήμερον ῥηθέντων τοῦτο μόνον δύναται νὰ θεω-
1088ρηθῇ ὡς προστιθέμενον εἰς τὰ πρότερον ῥηθέντα, ὡς παρι-
1089στῶν ὑπὸ ἀλλοίαν μορφὴν τὸ νομοσχέδιον, τῆς παραστη-
1090θείσης πρότερον. Παριστᾶται ἤδη ἐπιμόνως, ὅτι, κατὰ τὰ
1091ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ συνομολογηθησόμενον λαχειοφόρον δά-
1092νειον θὰ πραγματοποιηθῇ ὁλόκληρον ἐν Ἑλλάδι, ἢ κατὰ
1093τὸ πλεῖστον, καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ ὠφέλεια, ἡ ἐκ τοῦ δανείου
1094τούτου, ἂν ὑπάρχῃ, εἴτε ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ λα-
1095χείου ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, εἴτε ἐκ τοῦ ὅρου
1096τοῦ τόκου τοῦ δανείου, τοῦ εἰς ἐγγύησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ
1097δανείου διδομένου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὠφέλεια, καὶ ἄν
1098ὑπάρχῃ, θὰ πληρωθῇ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἂν ταῦτα
1099ἦσαν ἀκριβῆ, οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, ἵνα προτείνωμεν εἰς τὴν
1100Βουλήν, ὅπως διὰ τοιούτου τρόπου πραγματοποιηθῇ τὸ λα-
1101χειοφόρον δάνειον.
1102Ἐκ δύο στοιχείων ἀπαρτίζεται ἡ προτεινομένη πρᾶξις,
1103ἐκ λαχείου καὶ ἐκ δανείου· καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ λαχεῖον εἶ-
1104χον ἤδη κανονισθῆ τὰ περὶ πραγματοποιήσεως τῶν κατὰ
1105τὸ 1887 νομοθετηθέντων περὶ ἀδείας συνομολογήσεως λα-
1106χείων ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας· ταῦτα εἶχον κα-
1107νονισθῆ διὰ Διατάγματος, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὸ
1108Διάταγμα ἐκεῖνο, νὰ λειτουργήσῃ καὶ ἀποφέρῃ ὑπὲρ τῆς
1109Ἑταιρίας πλειότερα ἴσως τῶν κατὰ τὸν προκείμενον συνδυα-
1110σμόν. Ὁ προκείμενος συνδυασμὸς εἶναι προτιμότερος τοῦ
1111κανονιζομένου ὑπὸ τοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ μήπω ἐκτελε-
1112σθέντος, διότι αἱ ἐκ τοῦ Β. Διατάγματος πρόσοδοι ὑπὲρ τῆς
1113Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἀνώτεραι ἴσως τῶν ἐκ τοῦ νομο-
1114σχεδίου, ἤθελον ὅλαι ληφθῆ ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν
1115ἄρα δὲν πρόκηται ἡ πρόσοδος τῶν 4,000,000, ἡ σήμερον
1116ἀποκτωμένη διὰ τοῦ λαχειοφόρου δανείου ὑπὲρ τῆς Ἀρ-
1117χαιολογικῆς Ἑταιρίας, νὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν
1118τῷ ἐξωτερικῷ, οὐδὲν ἔχομεν συμφέρον ἐν τοῖς εἰς τὴν Ἀρ-
1119χαιολογικὴν Ἑταιρίαν ἀφορῶσιν ἐκ τοῦ δανείου τούτου.
1120Ὡς πρὸς δὲ τὸ δάνειον, ἐπίσης δὲν ἦσαν ἀκριβῆ ὅσα εἶπεν
1121ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας περὶ τῆς μικρᾶς ὅλως διαφορᾶς
1122μεταξὺ τοῦ δανείου, ὅπως καθορίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ,
1123καὶ δανείου, οἷον ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ δι’ ἄλλου
1124συνδυασμοῦ, διότι, ἐνῷ εἶναι ἀληθές, ὅτι σήμερον δυνάμεθα
1125νὰ δανεισθῶμεν ἄνευ οὐδενὸς συνδυασμοῦ καὶ ἄνευ ἐκτάκτων
1126θυσιῶν ἄλλων, πρὸς 6% περίπου—ἢ καί τι ὀλιγώτε-
1127ρον, ἀλλ’ εἰς στρογγύλον ἀριθμὸν πρὸς 6%, —διὰ τοῦ νο-
1128μοσχεδίου τούτου πραγματοποιοῦμεν τὸ δάνειον ἐπὶ ὅρῳ
1129τόκου κατωτέρῳ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας θέλει νὰ πα-
1130ραστήσῃ, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ἐλαχίστη. Καὶ ἐγὼ εἶπον,
1131ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι μικρά, δὲν εἶναι ὅμως τοσοῦτον μικρά,
1132ὅσον παρέστησεν αὐτὴν ὁ κ. Βουλευτής, διότι ὁ κ. Βουλευ-
1133τὴς ἐλησμόνησεν, ὅτι ἐν τῷ ποσῷ τῶν 513,000 δραχμῶν
1134περιλαμβάνεται καὶ χρεωλύσιον, ἐνῷ, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ
1135τόκου τῶν ἤδη πραγματοποιηθέντων δανείων τοῦ Κράτους,
1136δὲν περιλαμβάνομεν χρεωλύσιον, καὶ ὅτι ἑπομένως, ἂν ἐπὶ
1137ὅρῳ κεφαλαίου πραγματικοῦ 10,000,000 πληρώνωμεν ἐτη-
1138σίως τὸ ποσὸν τῶν 520,000 ἢ 513,000, οἵα φαίνεται ἐσο-
1139μένη ἡ ἐτησία πληρωμὴ κατὰ τὴν συμφωνίαν, ἡ διαφορὰ
1140εἶναι πολὺ σπουδαιοτέρα, ἢ ὅσον παρέστησεν αὐτήν, ἀλλὰ
1141πάντοτε, ὡς εἶπον, μικρά. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἀντὶ 6%
1142τόκου, ἂν πραγματοποιήσωμεν κεφάλαιον 10,000,000 ἐπὶ
1143ἐτησίᾳ πληρωμῇ 513,000. ὁ τόκος ἔσται 4 καὶ 93%, Τό-
1144κος δὲ 4 καὶ 93% πρὸς τόκον 6% ἀφίνει κέρδος ἄνω
1145τοῦ 1%, 1% δὲ κέρδος ἐπὶ ποσοῦ 10,000,000 ἀντιστοι-
1146χεῖ πρὸς κεφάλαιον 2,000,000. Ὥστε τὸ ποσὸν δὲν εἶναι
1147τοσοῦτον ἀσήμαντον, ὅσῳ παρέστησεν αὐτὸ ὁ κ. Βου-
1148λευτής.
1149§41Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ χρεωλυσίῳ 1%;
1150§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι ἐπὶ χρεωλυσίῳ. Λέγω, ὅτι ἐπὶ κε-
1151φαλαίου 10,000,000 ἡ διαφορὰ τόκου 1% εἶναι κέρδος
1152ἐν κεφαλαίῳ 2,000,000.
1153§43ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀφείλεται πρὸς 5%.
1154§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, διότι οὗτος εἶναι ὁ τόκος ὁ πρέ-
1155πων τὸ χρῆμα, ὑπολογιζόμενον πρὸς 5%, εἰκοσαπλασιά-
1156ζεται, ὡς δὲ γινώσκετε, ἐν Γαλλίᾳ, ἧς τὰ οἰκονομικὰ συγ-
1157γράμματα κυρίως σπουδάζετε, ἡ εἰς κεφάλαιον ἀναγωγὴ τοῦ
1158τόκου γίνεται ἐπὶ τῷ εἰκοσαπλασίῳ: au denier vingt.
1159§45ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τότε λάβετε τὴν βάσιν ταύτην ἐπὶ ὅλων
1160τῶν ὑπολογισμῶν σας.
1161§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν λαμβάνω ἐπὶ δανείου, νομίζων, ὅτι
1162τὸ 5% εἶναι ὅρος κεφαλαιώσεως εὔλογος. Ὥστε ὅταν ὠφε-
1163λώμεθα 1% ἐπὶ 10,000,000, δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσω-
1164μεν τὸ κέρδος εἰς 2,000,000.
1165§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κερδίζετε, ἐνῷ θέλετε πληρώσει 6%;
1166§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ δὲν πληρόνομεν
11676%, ἀλλὰ πληρόνομεν 4 καὶ 93%, ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει
1168τοῦ δανείου τούτου κερδίζομεν 2,000,000.
1169§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ....
1170§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 1% εἶναι βεβαίως διαφορά· τὸ δὲ 1%,
1171ἀναγόμενον εἰς κεφάλαιον κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῆς κεφα-
1172λαιώσεως, τὸν ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα, τουτέστιν ἐπὶ τῷ εἰκο-
1173σαπλασίῳ, ἀνάγει εἰς 2,000,000 τὴν διαφοράν. Ἀλλ’ εἴτε
11742,000,000 εἶναι ἡ διαφορά, εἴτε 300,000, ὡς εἶπεν ὁ κ.
1175Βουλευτής, ἢ καὶ 1,666,000, λογιζομένου τοῦ τόκου πρὸς
11766%, δὲν εἶναι τοῦτο τὸ κυριῶδες. Καὶ 2,000,000,
1177ἂν ἦναι ἡ διαφορά, καὶ 4,000,000, καὶ 10,000,000 ἂν
1178ἦναι, ἐὰν τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα θέλῃ πληρώσει ὁ Ἑλλη-
1179νικὸς λαός, δὲν ἔχομεν κέρδος, διότι δὲν ἀφορῶμεν εἰς ὠφέ-
1180λειαν τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ζημίᾳ ἑτέρου ἐθνικοῦ παράγοντος.
1181Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο μίαν παρέχει κυριώδη
1182ὠφέλειαν, οὐχὶ τὴν ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ λαχείου
1183τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, διότι ἠδυνάμεθα νὰ πραγ-
1184ματοποιήσωμεν τὰ τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑται-
1185ρίας καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐπίσης προσοδοφόρον, οὐχὶ τὴν
1186ἐκ τοῦ δανείου, διότι κερδαίνομεν 2,000,000 ἴσως ἐν τῷ τό-
1187κῳ, ἀναγομένῳ εἰς κεφάλαιον, δὲν εἶναι ὅμως τὸ κέρδος τοῦ-
1188το ἱκανῶς σπουδαῖον, ὅπως ἐπιζητήσωμεν αὐτὸ ἐν τῷ καταρ-
1189τισμῷ τοῦ δανείου ὡς λαχειοφόρου, ἀλλὰ παρέχει τὸ δά-
1190νειον τοῦτο τὴν κυριώδη ὠφέλειαν, ὅτι τὰ κέρδη τῆς Ἀρ-
1191χαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τοῦ Δημοσίου δὲν καταβάλλον-
1192ται ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ὠφέλεια, ἡ ἐκ τοῦ λαχειο-
1193φόρου δανείου, εἶναι, ὅτι ἀποκτῶμεν χρῆμα ἐκ τοῦ ἐξωτε-
1194ρικοῦ, οὐχὶ πρὸς 6%, ἀλλὰ πρὸς 3 καὶ 20% ἐπὶ τοῦ
1195συνόλου ἀκριβῶς. Τὰ 14,000,000, ἅτινα θὰ πραγματο-
1196ποιήσωσι τό τε Δημόσιον καὶ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία
1197ὁμοῦ, ἐπὶ πληρωμῇ 513,000 κατ’ ἔτος, ἀποφέρουσι τόκον
11983 καὶ 20%. Εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὴν χώραν ἡ εἰσαγωγὴ
1199ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ 14,000,000, ἢ ποσοῦ πλησιάζοντος εἰς
1200τὰ 14,000,000, διότι βεβαίως μικρὸν τι ποσὸν θὰ διατεθῇ
1201καὶ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἐπὶ πληρωμῇ τόκου 3 καὶ 20%.
1202Ἐὰν τὸ χρῆμα τοῦτο, ἐὰν τὰ 14,000,000 ἢ τὰ 13 ἢ τὰ
120312 ἑκατομμύρια δὲν ἤθελον εἰσαχθῆ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλ’
1204ἤθελον καταβληθῆ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, παρασυρομένου
1205ἐκ τῶν δελεασμάτων τοῦ λαχείου, οὐδὲν ἐκ τοῦ λαχειοφόρου
1206δανείου θὰ ἐκερδαίνομεν· διότι, ναὶ μὲν τὸ Δημόσιον καὶ ἡ
1207Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θὰ ἐλάμβανον, ἐκεῖνο μὲν δάνειον
1208ἐπὶ τόκῳ 4 καὶ 93%, αὕτη δὲ ἀντίτιμον λαχείου ἐκ τεσ-
1209σάρων ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἀμφότερα, ἥ τε ἐκ τοῦ λαχείου
1210πρόσοδος καὶ ἡ ἐκ τοῦ ἐλάσσονος τόκου ὠφέλεια, θὰ ἐπεβά-
1211ρυνον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὸ ζήτημα ἄρα περιορίζεται εἰς
1212τοῦτο καὶ μόνον, ἐὰν τὸ χρῆμα θὰ ληφθῇ ἐκ τοῦ ἐξωτε-
1213ρικοῦ, ἢ ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ. Καὶ ἂν μὴ ἐλαμβάνετο περὶ τού-
1214του πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, προδιαγράφουσα τὴν ληφθη-
1215σομένην εἰδικωτέραν πρόνοιαν ἐν ταῖς συμβάσεσι, πάλιν δὲν
1216θὰ ἐθεώρουν, ὅτι αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου θὰ διετίθεντο ἐν
1217Ἑλλάδι, διότι ἀκριβῶς τὰ ῥηθέντα εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ δά-
1218νειον δὲν θὰ διατεθῇ ἐν Αὐστρίᾳ, ἀκριβῶς ταῦτα μαρτυροῦ-
1219σιν, ὅτι ἐν Αὐστρίᾳ θὰ διατεθῇ. Ἐῤῥήθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ
1220διατεθῇ τὸ δάνειον τοῦτο ἐν Αὐστρίᾳ, διότι ἐν Αὐστρίᾳ
1221κυκλοφοροῦσι παντοῖα λαχειοφόρα δάνεια. Ἀκριβῶς διὰ
1222τοῦτο θὰ διατεθῇ ἐκεῖ καὶ τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτρε-
1223πόμενον, διότι ἡ ἀγορὰ τῆς Βιέννης εἶναι εἰθισμένη εἰς τὴν
1224κυκλοφορίαν τῶν λαχειοφόρων δανείων. Ὑπάρχει πλήρης
1225ὀργανισμὸς ἐκεῖ πρὸς διάθεσιν παρὰ τῷ λαῷ τῆς Αὐστρίας
1226καὶ Οὐγγρίας τῶν λαχείων, ὑπάρχουσιν ἐφημερίδες ἐκεῖ εἰ-
1227δικαὶ, διανεμόμεναι καὶ ἐνταῦθα δωρεάν, ἐφημερίδες τῶν
1228κυκλοφορούντων ἐν Αὐστρίᾳ λαχείων. Ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν
1229καθ’ ἑβδομάδα διατιθεμένων ἐκεῖ ὁμολογιῶν λαχείων καὶ
1230λαχειοφόρων δανείων παντοίων εἶναι ἐκτάκτως μέγας, εἶναι
1231τοσοῦτον μέγας, ὥστε τὸ προστεθησόμενον εἰς αὐτὸν ἐκ τῶν
1232ὁμολογιῶν τοῦ ἡμετέρου λαχειοφόρου δανείου ποσοστὸν θὰ
1233ᾖναι ἀνεπαίσθητον, θὰ χωνευθῇ εὐθὺς, καὶ οὐδὲν θὰ ὑπο-
1234λειφθῇ διὰ τὴν κυκλοφορίαν τῆς Ἑλλάδος.
1235Ἀλλὰ ταῦτα δεδικαιολογημένως οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἠδύ-
1236ναντο νὰ παραστήσωσιν ὡς ἀνεπαρκῆ ἐγγύησιν. Ἡ ἐγγύη-
1237σις εἶναι ἐπαρκὴς εἰς τοὺς γινώσκοντας ἀκριβῶς τὰ τῆς ἀγο-
1238ρᾶς τῆς Βιέννης, καὶ συνδυάζοντας τὰς περὶ τῶν ἐκεῖ κυκλο-
1239φορούντων λαχείων πληροφορίας πρὸς τὰς πληροφορίας περὶ
1240τῆς ἐνταῦθα κυκλοφορίας τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς
1241Ἑταιρίας, ἢ κάλλιον ἔτι τῶν ἀποσπωμένων λαχείων ἐκ
1242τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐκ
1243τῶν λαχείων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας μόλις κατωρ-
1244θοῦτο εἴσπραξις ἐτησία 40.000 δραχμῶν· τὰ δὲ ἀποσπώ-
1245μενα λαχεῖα ἐκ τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν τῆς Ἐθνικῆς
1246Τραπέζης, τὰ ἔχοντα πάντα τὸν ὀργανισμὸν καὶ παρέχοντα
1247πάντα τὰ δελεάσματα λαχείου μετὰ κληρώσεων τετράκις
1248τοῦ ἔτους, ταῦτα δυσχερῶς διετίθεντο. Ἔχοντες τὸ καθῆκον,
1249ὡς ἐκ τῶν διεξαγομένων περὶ τοῦ λαχειοφόρου δανείου δια-
1250πραγματεύσεων, ν’ ἀρυσθῶμεν θετικὰς πληροφορίας, ἐπείσθη-
1251μεν, ὅτι λαχεῖα, διατιθέμενα ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τὸν δοκιμώ-
1252τερον τύπον, ὡς τὸ λαχεῖον τοῦτο, τὸ ἀποσπώμενον ἀπὸ
1253τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν
1254εἶχον ἐκτεταμένην κυκλοφορίαν· γινώσκομεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι
1255ἐν Βιέννῃ αἱ ὁμολογίαι τῶν λαχείων ἔχουσιν εὐρεῖαν κυκλο-
1256φορίαν, καὶ συνεχῶς ἐν τῇ ἀγορᾷ αὐτῆς ἀναγράφονται νέα
1257λαχεῖα, καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ τοῦ νομοσχεδίου λα-
1258χειοφόρον δάνειον, ὡς ἐκδιδόμενον ὑπὸ Ἑταιρίας Αὐστρια-
1259κῆς, θὰ καταλεχθῇ ἐν Αὐστρίᾳ μεταξὺ τῶν ἀρίστων· πάντα
1260ταῦτα πείθουσιν, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν κατὰ τὸ νομοσχέδιον
1261λαχειοφόρων ὁμολογιῶν θὰ χωνευθῇ ἐν Αὐστρίᾳ, ἐλαχίστη
1262δὲ ἀναλογία θὰ διατεθῇ ἐν Ἑλλάδι· καὶ ὅμως ἐνομίσαμεν,
1263ὅτι καθῆκον τοῦ ψηφίζοντος ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ
1264τοῦ διατυποῦντος αὐτὸ, ἦτο δι’ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ
1265νομοσχεδίου νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐν τῇ ἐκδόσει καὶ τῇ κυ-
1266κλοφορίᾳ τῶν ὁμολογιῶν τήρησιν τῶν ἀναλογιῶν. Τοιαύτη
1267πρόνοια ἐλήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, αἱ δὲ περὶ τούτου δια-
1268τάξεις φαίνονται ἐπαρκεῖς. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἵνα
1269παραστήσῃ τὴν πρόνοιαν ὡς ἀνεπαρκῆ εἶπεν: εἰς ποῖον δί-
1270δεται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου; δίδεται τοῦτο εἰς ἰδιωτι-
1271κὴν Ἑταιρίαν, εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν. Ἀλλὰ
1272τοῦτο εἶναι πλάνη περὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ νό-
1273μος δίδει εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν τὸν ἔλεγχον τυ-
1274πικῶς, ἀλλὰ πόρισμα τῆς περὶ τούτου διατάξεως εἶναι, ὅτι
1275ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν συνομολογούντων τὸ δάνειον
1276τὸ δικαίωμα, ὅπως διὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας
1277κανονίσῃ τὰ τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τῶν ὁμολο-
1278γιῶν ἐν Ἑλλάδι. Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου προ-
1279λαμβάνεται πᾶσα ἔνστασις τῶν ἀναδόχων τοῦ δανείου, ὅτι
1280διὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας παρεμποδίζεται ἡ κυκλο-
1281φορία τῶν ὁμολογιῶν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἑπομένως παραβιά-
1282ζονται αἱ πρὸς ἐκείνους συμφωνίαι. Διὰ τῆς διατάξεως ταύ-
1283της ἐκ προοιμίων ἐῤῥήθη πρὸς τοὺς συμβληθέντας περὶ τοῦ
1284δανείου τούτου, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία θὰ κανονίσῃ
1285τὰ τῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τοῦ δανείου ἐν Ἑλλάδι,
1286ἑπομένως, ὅτι ἀφαιρεῖται ἀπ’ αὐτῶν ὁ κανονισμὸς τῶν περὶ
1287τούτου, μεταβιβαζόμενος εἰς ἄλλον, ἐκτὸς αὐτῶν, ἐνεργοῦντα
1288ἐν τῷ ἰδίῳ συμφέροντι καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Ἑλληνικῆς
1289Κυβερνήσεως, μεθ’ ἧς θὰ συνεννοῆται. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ
1290Ἑταιρία πρὸς τοὺς συμβληθέντας περὶ τοῦ δανείου παρίστα-
1291ται ὡς ἐν συμπράξει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐνεργοῦσα, ὡς
1292ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐνεργοῦσα, καὶ τὸ δά-
1293νειον τοῦτο, ὀρθῶς παρετηρήθη, ὅτι, ἐνῷ συνομολογεῖται
1294παρὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς
1295Κυβερνήσεως, πράγματι εἶναι δάνειον τῆς Ἑλληνικῆς Κυ-
1296βερνήσεως, παραχωρούσης εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν
1297τὸ ἐκ 4,000,000 προϊόν τοῦ λαχείου. Ταῦτα, τὰ οὕτως
1298ἔχοντα προκειμένου περὶ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου, οὕτως
1299ἔχουσι προκειμένου καὶ περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν δικαιωμά-
1300των, τῶν ἐκ τῆς συμβάσεως καὶ ἐκ τοῦ νόμου ἀποῤῥεόντων.
1301Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔχει ἀπέναντι τῶν συμβαλλο-
1302μένων τὸ δικαίωμα, ἵνα κανονίσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐν Ἑλλάδι
1303κυκλοφορουσῶν ὁμολογιῶν· ἀλλ’ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία,
1304συμβαλλομένη περὶ τοῦ λαχείου, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυ-
1305βερνήσεως, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα
1306ἐνασκήσῃ τὸ ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα, τοῦ κανονισμοῦ τῆς
1307κυκλοφορίας ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνή-
1308σεως· τῇ συμπράξει ἄρα τῆς Κυβερνήσεως γενήσεται ὁ κα-
1309νονισμός. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἀναφέρεται ἐν τῷ νο-
1310μοσχεδίῳ, διότι τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τὰ πάντα, ὡς εἰ
1311προέκειτο περὶ δανείου συναπτομένου ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογι-
1312κῆς Ἑταιρίας καὶ τῆς Αὐστριακῆς Τραπέζης, ἢ ἄλλης Τρα-
1313πέζης· ἀλλὰ τὸ ὅλον τοῦ νομοσχεδίου δεικνύει, ὅτι, ἐνῷ ἡ συμ-
1314φωνία γίνεται μεταξὺ Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας καὶ τῆς
1315ὁμάδος, ἡ ἐγγύησις, ἣν παρέχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ
1316ἐν γένει ἡ ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ κατὰ τὸ νομοσχέδιον θέσις
1317τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καθιστᾷ ταύτην τὸν διέποντα
1318τὰ περὶ τούτου. Ἑπομένως πᾶν δικαίωμα τῆς Ἀρχαιολο-
1319γικῆς Ἑταιρίας, κατὰ τὰ συμφωνηθησόμενα μεταξὺ ταύ-
1320της καὶ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν τοῦ δανείου, ἔσται δι-
1321καίωμα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ἐπιφύλαξις, ἡ γινομένη ἐν
1322τῷ νομοσχεδίῳ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, ἔσται
1323ἐπιφύλαξις ὑπὲρ τῆς Πολιτείας. Ἡ Πολιτεία ἄρα θὰ κα-
1324νονίσῃ τὰ τῆς κυκλοφορίας ἐν Ἑλλάδι διὰ τῆς διατάξεως,
1325τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Πῶς θὰ κανονίσῃ ταῦτα; Ὑπάρχουσι
1326λόγοι, ὧν ἕνεκα δὲν ἐθεωρήθη σκόπιμον νὰ λεχθῇ ἐν τῷ νο-
1327μοσχεδίῳ, κατὰ τίνα ἀναλογίαν θὰ κανονισθῇ ἡ ἔκδοσις καὶ
1328ἡ κυκλοφορία τῶν ὁμολογιῶν. Ὑπάρχουσι καὶ θέματα, ὧν
1329τὸν κανονισμὸν πρέπει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἐντέλλη-
1330ται εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν, εἰς ἀποτροπὴν ἐνδεχομένης βλά-
1331βης ἐκ τῆς ἀμέσου ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας διαῤ-
1332ῥυθμίσεως. Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ἔχουσα ἐκ τοῦ νομο-
1333σχεδίου τὸ δικαίωμα τοῦ κανονισμοῦ τῶν τῆς κυκλοφορίας
1334τῶν ὁμολογιῶν, ἔχουσα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ περιλάβῃ ἐν τῇ
1335συμβάσει τὰ τῶν ἐπιφυλάξεων περὶ τοῦ κανονισμοῦ τούτου
1336ὑπ’ αὐτῆς, βεβαίως ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ ἐπι-
1337τρέψῃ κυκλοφορίαν ἐν Ἑλλάδι, ἀνωτέραν τῆς πρεπούσης.
1338Ὅταν δὲ ἡ ἐν Ἑλλάδι κυκλοφορία δὲν ἀποβῇ ἀνωτέρα τῆς
1339πρεπούσης, πάντα τὰ ἀγαθὰ, ἅτινα ἐπηγγέλθημεν, ὡς προε-
1340λευσόμενα ἐκ τῆς συμβάσεως, ἐπέρχονται. Ἐὰν δὲν εἴχομεν
1341τὴν τοιαύτην ἐγγύησιν ἐξησφαλισμένην ἐκ τοῦ νομοσχεδίου,
1342ἂν δὲν ἠθέλομεν τὴν ἔχει ἐξησφαλισμένην ἐκ τῆς συμβά-
1343σεως, καὶ πάλιν οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχε κίνδυνος διαθέσεως τοῦ
1344λαχείου ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ ποσῷ σπουδαίῳ· αἱ ὁμολογίαι θὰ
1345ἔμενον ἐν Αὐστρίᾳ, μὴ προσελκυόμεναι εἰς χώραν, ἔνθα περι-
1346ωρισμένης ἀπεδείχθησαν τυγχάνοντα ὑποδοχῆς καὶ αὐτὰ τὰ
1347ἐπαγωγότερα τῶν λαχείων, ὡς τὰ ἀποσπώμενα ἐκ τοῦ λα-
1348χειοφόρου δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐδὲ καταλεί-
1349πουσαι εὐχερῶς χώραν, ἔνθα ἀπλήστως ζητοῦνται τοιοῦτοι
1350τίτλοι. Περὶ τούτου περιττὴ πᾶσα ἀνάπτυξις, ἀφοῦ ὁ περιο-
1351ρισμὸς τῆς ἐν Ἑλλάδι κυκλοφορίας τῶν ὁμολογιῶν ἐξα-
1352σφαλίζεται ἐπιπροσθέτως καὶ διὰ διατάξεως τοῦ νομοσχε-
1353δίου. Ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου ἀποῤῥέει, ὅτι ἡ
1354Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ προνοήσῃ, ὅπως διὰ τῆς Ἀρ-
1355χαιολογικῆς Ἑταιρίας κανονισθῶσι τὰ τῆς κυκλοφορίας τῶν
1356ὁμολογιῶν ἐν Ἑλλάδι κατὰ τρόπον, ἐγγυώμενον τὴν ὑπὸ
1357τοῦ δανείου ἀπόδοσιν τῶν ὑπὲρ τῆς χώρας ὠφελειῶν, ἃς ἐξ
1358αὐτοῦ εὐλόγως ἀπεκδεχόμεθα· εἶπον δὲ, ὅτι ἀποβαίνει ὠφέ-
1359λιμον τῇ χώρᾳ τὸ δάνειον, ἐὰν τὸ πλεῖστον τῶν λαχειοφό-
1360ρων γραμματίων δὲν κυκλοφορήσῃ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ δια-
1361τεθῇ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει κατὰ τὸ νομο-
1362σχέδιον τὸ δικαίωμα, ἵνα οὕτω κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου,
1363καὶ ἐὰν δὲν ἐνασκήσῃ αὐτὸ, ἀθετεῖ ἠθικὴν αὐτῆς ὑποχρέω-
1364σιν πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἐπίσης καὶ ἐν τῇ συμβάσει πρὸς
1365τοὺς συνομολογοῦντας τὸ δάνειον θέλει λάβει πρόνοιαν ἡ Κυ-
1366βέρνησις, ὅπως διαταχθῶσι τὰ τοῦ δικαιώματος τῆς Ἀρ-
1367χαιολογικῆς Ἑταιρίας, πρὸς κανονισμὸν τῶν τῆς κυκλοφο-
1368ρίας τοῦ δανείου ἐν Ἑλλάδι, διὰ τρόπου, ἐπαγομένου τὴν
1369ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κατὰ τὸ πλεῖστον κυκλοφορίαν αὐτοῦ.
1370Ἠρωτήθημεν, τίς ἔσται ὁ τρόπος. Αὐτοὶ οἱ κύριοι Βουλευ-
1371ταὶ, οἱ ἐκφράσαντες τὴν ἀπορίαν, παρέστησαν ὡς τρόπον
1372τὴν ἐπισφράγισιν τῶν γραμματίων, ὧν ἐπιτρέπεται ἡ ὑπὸ
1373τὸν ἔλεγχον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας κυκλοφορία. Με-
1374λετᾶται καὶ ὁ τρόπος οὗτος, μελετῶνται δὲ καὶ ἄλλοι τρόποι.
1375Ὅσον καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι ἐπιτυχεῖς, δὲν ἀπεκδεχόμεθα ἐξ
1376αὐτῶν, ὅτι θέλουσι προλάβει ἐντελῶς τὴν παράνομον κυ-
1377κλοφορίαν, ἀλλ’ αὕτη γενήσεται λαθραίως, καὶ μικρὸν θέλει
1378ἐπιπροσθέσει εἰς τὴν ὑφισταμένην ἤδη παράνομον κυκλοφο-
1379ρίαν ξένων λαχείων. Δυσχερεστέρα μάλιστα τῆς τῶν ξένων
1380λαχείων ἔσται ἡ παρὰ τὰ κανονισθησόμενα κυκλοφορία τῶν
1381γραμματίων τοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον λαχείου, διότι ἡ εἰ-
1382δικὴ περὶ τῆς ἐπιτρεπομένης κυκλοφορίας πρόνοια, θέλει
1383καταστήσει εὐχερεστέραν τὴν πρὸς ἀποκλεισμὸν τῆς μὴ ἐπι-
1384τρεπομένης ἐποπτείαν. Κατὰ τὰ πορίσματα ἄρα τῆς μελέ-
1385της περὶ τοῦ τελεσφορωτέρου τρόπου τῆς ἐνασκήσεως τοῦ
1386ἐπιφυλαχθέντος ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας δικαιώ-
1387ματος, θέλει κανονίσει αὕτη, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως,
1388καὶ τὴν ἀναλογίαν τῆς θεμιτῆς ἐν τῇ χώρᾳ κυκλοφορίας,
1389καὶ τὰ πρὸς τὴν ὅσον ἔνεστι πληρεστέραν τῶν διαταχθησο-
1390μένων ἐφαρμογήν.
1391(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’
1392ἀρχὴν καὶ ἄρθρον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως).
1393§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον.
1394§52Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἠμφισβητήσαμεν τὸ
1395σύστημα τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκηρύχθημεν κατ’ αὐτοῦ,
1396παρακαλῶ νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ σύνολον δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
1397σεως.
1398§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σωτηροπού-
1399λου, ἥτις εἶναι ὁλόκληρον νομοσχέδιον.
1400Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι
1401Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1402(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν
1403ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κκ. Σάκκη καὶ Κ. Ἀργασάρη
1404Λομβάρδου, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας):
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1405Χαρ. Τρικούπης ΝΝεοκλ. Πετιμεζᾶς
1406Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΑ. Παπαγιαννακόπουλος Ο
1407Γ. Σισμάνης ΝΑ. Φωτήλας Ν
1408Δ. Βουλπιώτης ΝἈνδρ. Αὐγερινὸς Ν
1409Ἀθ. Ἴσκος ΟἈντ. Ῥικάκης Ο
1410Ν. Καλαντζόπουλος ΝἈχ. Γεροκωστόπουλος Ο
1411Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἰω. Κρεστενίτης Ο
1412Μ. Γουλιμῆς ΝΝ. Κουμανιώτης Ο
1413Μ. Ἰατρίδης ΝΧρ. Στεφανόπουλος Ν
1414Δ. Χατζόπουλος ΟἈλέξ. Ζαΐμης Ο
1415Γεώργ. Μίλησης ΝΝικόλ. Καλογερόπουλος Ν
1416Σπυρ. Νοταρᾶς Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ν
1417Γ. Κούστας Ν. Παπανικολάου Ν
1418Ἀλέξανδρος Ἀντωνόπουλος Ν. Καφετζόγλους Ν
1419Σωτήριος Δανόπουλος ΝΙ. Πεζᾶς
1420Ἀναστ. Δημητριάδης ΝΚ. Σινέλης
1421Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝΒ. Βουδούρης Ν
1422Δημήτριος Πετρίδης ΟΚ. Ἀργασάρ. Λομβάρδος Ν
1423Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς Ν
1424Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟἈναστ. Ε. Λούντζης Ν
1425Θεοδ. Β. Δηλιγιάννης Διον. Λομβάρδος Ν
1426Χρῆστος Χριστόπουλος ΟΓ. Θεοτόκης Ν
1427Φίλιππος Βάρβογλης Κ. Βασιλάκης
1428Ἠλίας Φλέσσας Ἀντ. Καποδίστριας
1429Κ. Κωνσταντόπουλος ΟΝ. Βασιλάκης
1430Ἀρ. Σακελλαρόπουλος Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς Ο
1431Παναγιώτης Μανέτας ΝΠολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
1432Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΟΣ. Ἀλαμάνος
1433Ἠλίας Παλαμήδης Θεόφ. Προβατᾶς
1434Κωνστ. Κατσικόπουλος Ἰωάν. Παδοβᾶς Ν
1435Δ. Ζέγγελης Εὐάγγ. Μπασιᾶς Ο
1436Δημ. Ν. Βότσαρης Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς Ν
1437Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟἈνδρ. Ἄν. ΚαβαλιεράτοςΝ
1438Γεώργ. Χ. Παχὺς ΝΝ. Βαλσαμάκης Ο
1439Στέφανος Δραγούμης ΝΓεράσιμος Μουσούρης Ν
1440Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΟΠαν. Βενιεράτος
1441Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝΓ. Τυπάλδος Κοζάκης Ο
1442Φωκίων Νέγρης ΝΓ. Κόρπας Ο
1443Ἰω. Ἀ. Γεωργαντᾶς ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ν
1444Νικόλ. Μπουφίδης Ἀλοΐσιος Τόμαν Ν
1445Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος Ν
1446Δημ. Καλλιφρονᾶς Ν. Νομικὸς Ν
1447Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΟΜίνως Μπογιατζόγλους Ν
1448Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΓεώργιος Μπούμπουρας Ν
1449Ὄθων Μακρυγιάννης ΝΛωρέντζος Δελαρόκας Ν
1450Τρύφων Μουτσόπουλος ΝΔημοσθένης Καΐρης Ν
1451Θάνος Κανακάρης ΝΓεώργιος Δρόσος Ν
1452Ἀθ. Πετιμεζᾶς Νικόλαος Κρίσπης Ν
1453Εὐστάθιος Κεχαγιᾶς Νικόλαος Παπαλέξης
1454Κωνστ. Κοσσονάκος ΝΝικόλαος Μισυρλῆς Ο
1455Γεώργιος Μαυρομιχάλης ΟΝ. Καράπαυλος Ν
1456Ἀριστ. Πετροπουλάκης Ἀσημάκης Χριστόπουλος Ο
1457Γιανν. Μαυρομιχάλης ΝΕὐστάθιος Κοκκέβης
1458Νικήτας Βαρβιτσιώτης Δημήτριος Κάρτσωνας Ο
1459Λεων. Καπετανάκος Δημήτριος Π. Γουδῆς Ν
1460Ξανθὸς Πικουλάκης ΝΣ. Χατζηγάκης
1461Γεώργ. Πετροπουλάκης Κ. Ζωγλοπίτης Ν
1462Κ. Παπαμιχαλόπουλος ΟἈθ. Καζαμπάκας Ν
1463Ἰωάννης Καρτάλης Γ. Φραγκίδης Ν
1464Ἀργ. Κανταρτζῆς ΝΑ. Τακιατζῆς Ν
1465Εὐάγ. Σταμούλης ΝΓ. Τάκης
1466Ν. Κοκωσλῆς Ν. Ταρμπάζης Ο
1467Ἰω. Παπαδόπουλος ΝΖ. Φαλιάγκας
1468Κωνστ. Μαρκίδης ΝΣταμάτιος Μπουντούρης Ν
1469Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος Θεόδωρος Γκίκας Ν
1470Δημ. Κουτσουμπλῆς ΝἈνάργ. Σιμόπουλος Ν
1471Εὐθ. Μπατζιᾶς ΝΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
1472Ἀναστ. Ζαρμάνης ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ν
1473Ἀχιλ. Λογιωτάτου Νικόλ. Κοντογιάννης
1474Σωτήριος Σωτηρόπουλος ΟἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
1475Κωνστ. Κουμουνδοῦρος ΟΓεώργιος Λιδωρίκης Ν
1476Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
1477Δημήτριος Τζάνες ΝΔημήτρ. Ζουλούμης Ν
1478Περικλῆς Μποῦτος Κωνστ. ἈναγνωστόπουλοςΟ
1479Παναγιώτης Σάκκης ΟΘεμιστοκλῆς Κανάρης
1480§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 106. Ἐκ τούτων
148174 εἶπον Ναὶ καὶ 32 Ὄχι. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν καὶ
1482τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
1483Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας συνομολο-
1484γήσεως καὶ τροπῆς δανείων.
1485§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀδείας συνομολογή-
1486σεως καὶ τροπῆς δανείων δύναται εὐλόγως νὰ ἐπικληθῇ
1487πάνδοχον νομοσχέδιον (omnibus), διότι περιλαμβάνει πᾶν,
1488ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ δανείζεσθαι, τὸ ἐξοφλεῖν δάνεια, καὶ τὸ διὰ
1489τοῦ μέσου τούτου εὑρίσκειν καὶ δαπανᾷν χρήματα. Τὸ νο-
1490μοσχέδιον τοῦτο ἱδρύει ἀτάκτως ἐν Ἑλλάδι τὸ μέγα βι-
1491βλίον τῶν παγίων δανείων, ἄνευ προδιαγεγραμμένων κα-
1492νόνων καὶ ὅρων. Ἱδρύει αὐτὸ καὶ τὸ ἀφίνει ἀνοικτὸν εἰς τὴν
1493πλήρη καὶ ἀνεξέλεγκτον διάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἕνα
1494μόνον θέτει περιορισμὸν, ὅτι τὰ πάγια δάνεια, ἅτινα ἀπε-
1495ριορίστως, καὶ κατὰ χρόνον καὶ κατὰ ποσὸν, δύναται νὰ
1496συνάψῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν πρέπει νὰ φέρωσι τόκον ἀνώτε-
1497ρον τῶν 6% ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου. Τὸ ἄρθρον
14981ον ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανείζηται ἄνευ εἰδι-
1499κῶν ἐγγυήσεων καὶ ἐπὶ τόκῳ 6%, οἱονδήποτε ποσὸν καὶ
1500καθ’ οἱουσδήποτε τρόπους, ὅρους καὶ τύπους ἐγκρίνῃ. Τὸ
1501προϊὸν τῶν οὕτω συνομολογηθησομένων δανείων θέλει χρη-
1502σιμοποιεῖ εἰς τὴν ἀπόσβεσιν προγενεστέρων δανείων, καὶ εἰς
1503τὴν ἀγορὰν ὁμολογιῶν τῶν δανείων τούτων, μέχρι τῆς τι-
1504μῆς τοῦ ἀρτίου αὐτῶν. Τὸ ἄρθρον 2ον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἄνευ
1505νέου δανείου τροπὴν τῶν ὑπαρχόντων δανείων, ἣν ἡ Κυβέρνη-
1506σις δύναται νὰ ἐκτελέσῃ εἴτε ἀπ’ εὐθείας, εἴτε διὰ Τραπέζης
1507τινὸς, ἐπὶ τῶν βάσεων, ἃς ἤθελεν ἐγκρίνει, ἀγοράζουσα διὰ
1508λ)σμὸν τοῦ Δημοσίου τὰς ὁμολογίας ἐκείνων, οἵτινες δὲν
1509ἤθελον παραδεχθῇ τὴν προτεινομένην τροπήν. Τρέπουσα δὲ
1510δάνειόν τι, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ αὐξήσῃ τὸν τόκον αὐτοῦ,
1511ἐπιπροσθέτουσα εἰς αὐτὸν μέρος τοῦ καταργουμένου χρεω-
1512λυσίου, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ μόνον, ὅπερ δὲν ἐπι-
1513τρέπεται εἰς αὐτὴν, εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν συμπεφωνημέ-
1514νων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, αἵτινες περιλαμβάνουσι
1515τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον· δύναται π.χ. δάνειόν τι, φέ-
1516ρον τόκον 5% καὶ 1½% χρεωλύσιον, οἷα εἶναι σή-
1517μερον τὰ τῶν 120 καὶ 100 ἑκατομμυρίων, νὰ τρέψῃ εἰς
1518δάνειον, φέρον 5½% τόκον ἄνευ χρεωλυσίου. Ἡ Κυ-
1519βέρνησις δὲ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην θέλει ἀγοράζει
1520διὰ λ)σμὸν τοῦ Δημοσίου τὰς ὁμολογίας τῶν μὴ παραδε-
1521χομένων τὴν τοιαύτην τροπήν. Εἰς προηγουμένην ἐρώτησίν
1522μου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ
1523ἄρθρου 2ου προτίθεται νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τροπὴν τοῦ δανείου
1524τῶν 60,000,000 κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐπραγ-
1525ματοποίησε τὴν τῶν 26,000,000 μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
1526πέζης. Ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ τοιοῦτό τι ἐν τῷ νῷ του σήμε-
1527ρον, αἱ διατάξεις ὅμως τοῦ νομοσχεδίου δὲν περιορίζονται
1528εἰς τοιαύτην μόνον πρᾶξιν.
1529Τὰς διαφόρους ὁμολογίας, ἃς θέλει ἀγοράσει διὰ λ)σμὸν
1530τοῦ Δημοσίου, κατὰ τὰ ἄρθρα 1ον καὶ 2ον, ἡ Κυβέρνησις
1531δύναται κατὰ τὸ ἄρθρον 3ον νὰ πωλήσῃ, τὸ δὲ ἀντίτιμον
1532αὐτῶν νὰ χρησιμοποιήσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν προηγουμένων
1533χρεῶν τοῦ Δημοσίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται
1534καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια καὶ τὰ ἐπ’ ἀνοικτῷ λ)σμῷ ὀφει-
1535λόμενα εἰς τὰς Τραπέζας. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἀγοραὶ αὗται, αἱ
1536πωλήσεις καὶ αἱ λοιπαὶ πράξεις, εἰς ἃς ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον,
1537θ’ ἀπαιτῶσι προμηθείας καὶ ἄλλα ἔξοδα, ἐνδέχεται δὲ νὰ
1538φέρωσι καὶ ζημίας, τὸ ἄρθρον 4ον ἐξουσιοδοτεῖ τὴν Κυβέρ-
1539νησιν νὰ πληρώνῃ ταύτας διὰ Β. Διαταγμάτων.
1540Τὸ νομοσχέδιον δύο ἔχει σκοπούς, τὴν διὰ δανείων προ-
1541μήθειαν χρημάτων εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τὴν κατάργησιν
1542χρεωλυσίων, περὶ ὧν εἰδικώτερον ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
1543Κυβερνήσεως τὰ τοῦ δανείου τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ 1824
1544καὶ 1825, καὶ τοῦ τῶν 60,000,000, ἐξ ὧν θὰ ἐπέλθῃ ἐλάτ-
1545τωσις τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ 1,700,000
1546φράγκων. Πρὶν ἐξετάσω τὰς συνεπείας καὶ τὰ ἀποτελέ-
1547σματα, ἅτινα θὰ φέρῃ ἡ πραγματοποίησις τῶν δύο τούτων
1548σκοπῶν τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ἀναγκαῖον, νὰ εἴπω ὀλί-
1549γας λέξεις περὶ τῶν οὐσιωδεστέρων πλημμελειῶν, ἃς περιέ-
1550χει τοῦτο.
1551Πρώτη τοιαύτη πλημμέλεια εἶναι, ὅτι ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῆς
1552Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους τὴν εὐκαιρίαν τῆς ἐξετάσεως
1553καὶ τῆς μελέτης ἑκάστου συνδυασμοῦ καὶ πάσης ἄλλης
1554πράξεως, σκοπούσης νὰ ἐπιβάλῃ βάρη ἐπὶ τοῦ δημοσίου
1555ταμείου. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νο-
1556μοσχεδίου τούτου, νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων, τίνα ἔσον-
1557ται τὰ ἀποτελέσματα ὡρισμένου οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ,
1558δανείου ἢ ἄλλης τοιαύτης πράξεως. Θὰ μάθῃ μόνον μετὰ
1559τὴν ἐκτέλεσίν των τὰ τελικὰ αὐτῶν ἀποτελέσματα, οἱαδή-
1560ποτε καὶ ἂν ὦσι ταῦτα, καὶ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἐπιβάλ-
1561λωσι βάρη ἐπὶ τῆς χώρας. Ἐν Βουλῇ ἑτέρου Ἔθνους, βε-
1562βαίως κοινοβουλευτική τις Κυβέρνησις δὲν ἤθελε τολμήσει
1563νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῆς τοιοῦτο νομοσχέδιον,
1564ὅπερ στερεῖ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἑνὸς τῶν σπου-
1565δαιοτέρων κλάδων τῆς ἐνεργείας αὐτῆς. Ἐν τῇ Βουλῇ ὅμως
1566ἡμῶν ὑποβάλλεται τοῦτο καὶ θὰ ψηφισθῇ, διότι ἡ Κυβέρ-
1567νησις διὰ τῆς χρήσεως, ἣν ποιεῖται, τῶν διαφόρων μέσων,
1568ἅτινα τὸ πολίτευμα ἔθεσεν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς, ἠλλοίωσε
1569τὸν χαρακτῆρα τῆς Βουλῆς, καὶ περιώρισε τὸν κύκλον τῶν
1570σκέψεων αὐτῆς εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε καὶ τοῦτο καὶ
1571ἄλλα βαρύτερα αὐτοῦ νομοσχέδια δύναται νὰ ὑποβάλῃ καὶ
1572ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν αὐτῶν.
1573Ἑτέρα πλημμέλεια τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι μεταξὺ
1574τῶν ἐργασιῶν τῆς Κυβερνήσεως περιλαμβάνει τοιαύτην ὅλως
1575ξένην αὐτῆς, παρέχει δ’ εἰς αὐτὴν τὴν ἄδειαν τῆς ἀγορα-
1576πωλησίας ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ τῆς ἐπ’ αὐτῶν ἀμέ-
1577σου ἢ ἐμμέσου κερδοσκοπίας. Ἡ τοιαύτη ἐργασία εἶναι ἐκ-
1578τὸς τοῦ κύκλου οὐ μόνον τῶν ἔργων πάσης τιμίας Κυβερ-
1579νήσεως, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν,
1580εἰς ἃς ἀπαγορεύεται τὸ κερδοσκοπεῖν ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν
1581χρεωγράφων. Δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι, διδομένης τοιαύτης
1582ἀδείας διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε θέλει
1583ποιήσει χρῆσιν αὐτῆς, ὅπως εἴς τινα τῶν προηγουμένων
1584συνεδριάσεων ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ, χωρὶς νὰ τὸ εἴπῃ κα-
1585θαρῶς, ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐν τῇ ἀλληλουχίᾳ τῶν δια-
1586φόρων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, τῶν ἐκδόσεων καὶ μετατρο-
1587πῶν δανείων, ἡ Κυβέρνησις, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, θὰ
1588παρακινηθῇ, εἰς πρώτην παρουσιασθησομένην ἀνάγκην, νὰ
1589ἔλθῃ εἰς ὑποστήριξιν τῆς τιμῆς τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων,
1590δι’ ἀγορᾶς τοιούτων. Ἅπαξ δὲ εἰσελθοῦσα εἰς τὴν ὁδὸν ταύ-
1591την, ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων θὰ ὠθήσῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἐξα-
1592κολούθησιν τῶν τοιούτων πράξεων, πρὸς βλάβην, καὶ ἠθι-
1593κὴ καὶ ὑλικὴν, τοῦ Δημοσίου. Καὶ τὸ γεγονὸς μόνον τῆς ἐν
1594τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφῆς τῆς ἀδείας πρὸς ἀγορὰν καὶ πώ-
1595λησιν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, καὶ ἄνευ ἐκτελέσεως αὐτῆς,
1596δύναται νὰ βλάψῃ οὐσιωδῶς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου,
1597ὅταν μάλιστα θὰ καταπαύσῃ τὸ σήμερον ἐπικρατοῦν εἶδος
1598χρηματιστικοῦ πυρετοῦ, οὐ μόνον ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν, ἀλλ’
1599ἐπὶ πάντων σχεδὸν τῶν χρεωγράφων, καὶ θὰ κριθῶσι ψυ-
1600χρότερον τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν.
1601Ἑτέρα πλημμέλεια εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἀνέ-
1602πτυξα, δηλ. ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 διδομένη εἰς τὴν Κυβέρ-
1603νησιν ἄδεια τροπῆς δανείου τινὸς δι’ αὐξήσεως τοῦ τόκου
1604καὶ καταργήσεως τοῦ χρεωλυσίου.
1605Τὰς πλημμελείας ταύτας ὑποδεικνύω ἁπλῶς εἰς τὴν
1606Βουλήν. Δὲν ἐπιχειρῶ δὲ τὴν λεπτομερεστέραν αὐτῶν ἀνά-
1607πτυξιν, καὶ τὴν διὰ θετικῆς προτάσεως τροποποιήσεως τοῦ
1608νομοσχεδίου διόρθωσιν αὐτῶν, διότι, εἰς ἣν εὑρίσκεται σή-
1609μερον ψυχολογικὴν κατάστασιν ἡ Βουλὴ, γνωρίζω, ὅτι τοῦτο
1610ἤθελεν εἶσθαι μάταιος κόπος.
1611Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶπον, εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ Δημο-
1612σίου εὕρεσις χρημάτων διὰ δανείων, καὶ ἡ κατάργησις τῶν
1613χρεωλυσίων. Ἡ εὕρεσις χρημάτων διὰ δανείων ἀποτελεῖ
1614μίαν τῶν κυριωτέρων βάσεων τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος
1615τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δάνειον ἀπό τινων ἐτῶν κατήντησε
1616παρ’ ἡμῖν, οὐχὶ ἔκτακτος πόρος, ὡς θεωρεῖται πανταχοῦ,
1617ἀλλὰ πόρος τακτικὸς καὶ συνήθης τοῦ Δημοσίου. Αἱ εὐκο-
1618λίαι, ἃς παρέχει, καὶ ἡ πρόσκαιρος οἰκονομικὴ εὐεξία, ἣν
1619φαίνεται, ὅτι φέρει εἰς τὸν τόπον, συντελοῦσιν, ἵνα λησμονη-
1620θῇ, ὅτι τὰ σήμερον λαμβανόμενα χρήματα θὰ πληρωθῶσι
1621μίαν ἡμέραν καὶ νὰ μὴ δίδηται ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὰ
1622ἐπερχόμενα ἄμεσα ἀποτελέσματα, τὰ ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν
1623πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Πάντες δὲ
1624γνωρίζομεν, τίνα εἰσὶ τὰ διὰ τὴν χώραν προκύπτοντα ἐκ
1625τῶν ὑποχρεώσεων τούτων κακά. Αἱ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑπο-
1626χρεώσεις τοῦ Δημοσίου εἶναι ὁ κύριος λόγος τῆς εἰσαγωγῆς
1627τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἐξακολουθητικὴ δὲ αὔξη-
1628σις αὐτῶν εἶναι ἡ ἀφορμὴ, ἡ παγιοῦσα αὐτὴν καὶ ἡ καθι-
1629στῶσα ἀδύνατον τὴν ὁριστικὴν καὶ διαρκῆ αὐτῆς ἄρσιν. Τὸ
1630πρὸς τὰς Τραπέζας χρέος τοῦ Δημοσίου δὲν εἶναι ὁ λόγος τῆς
1631διατηρήσεως αὐτῆς. Τὸ Δημόσιον δύναται σήμερον εὐκόλως
1632νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος τοῦτο διὰ συνομολογήσεως δανείου ὑπὸ
1633ὅρους ἐπωφελεῖς δι’ αὐτό. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὰ πρὸς τὸ ἐξωτε-
1634ρικὸν χρέη τοῦ Δημοσίου ἐξακολουθοῦσιν αὐξανόμενα, πα-
1635γία καὶ ὁριστικὴ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν
1636εἶναι δυνατή. Δύνασθε ν’ ἄρητε αὐτὴν προσκαίρως, ἡ πλη-
1637ρωμὴ ὅμως τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημο-
1638σίου, ἐν ᾗ εὑρίσκεται σήμερον θέσει ἡ ἐξαγωγὴ καὶ εἰσαγωγὴ
1639τῆς χώρας, θέλει φέρει τοιαύτην νομισματικὴν στενοχωρίαν
1640καὶ διατάραξιν, ὥστε θ’ ἀναγκάσῃ ὑμᾶς, νὰ ἐπαναφέρητε
1641τάχιστα αὐτήν. Τὸ βάρος τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώ-
1642σεων τοῦ Δημοσίου αἰσθανόμεθα πάντες καθ’ ἑκάστην περιο-
1643δικὴν ἐπάνοδον τῶν προθεσμιῶν τῆς πληρωμῆς τῶν τοκο-
1644μεριδίων καὶ λοιπῶν εἰς μεταλλικὸν πληρωμῶν τοῦ Δημο-
1645σίου. Ἑκάστη τοιαύτη προθεσμία εἶναι στιγμὴ ἀγωνίας διὰ
1646τὸν τραπεζιτικὸν καὶ ἐμπορικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, διότι
1647ἐν τῷ ἐφαρμοζομένῳ οἰκονομικῷ συστήματι δὲν ὑπάρχει
1648συστηματικὴ καὶ κανονικὴ ἐνέργεια πρὸς ἔγκαιρον εὕρεσιν
1649τῶν ἀναγκαίων μέσων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πληρωμῶν
1650αὐτῶν. Πάντοτε δὲ τὸ Δημόσιον εὑρίσκεται εἰς τὸ δίλημμα,
1651ἢ νὰ προμηθευθῇ τὸ εἰς αὐτὸ ἀναγκαιοῦν συνάλλαγμα ἐν
1652τῇ ἀγορᾷ, ἢ νὰ εὕρῃ αὐτὸ διὰ δανείου.
1653Ἀλλ’ ἡ προμήθεια αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ εἶναι πάν-
1654τοτε σχεδὸν ἀδύνατος, διότι, ἂν ὑπάρχῃ ἐν αὐτῇ τοιοῦτον,
1655ἡ παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐξαγορὰ αὐτοῦ ἤθελε στερήσει τὸ
1656ἐμπόριον τοῦ κυριωτέρου ὀργάνου τῆς κινήσεως αὐτοῦ, καὶ
1657διὰ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος ἤθελε προ-
1658ξενήσει ἀνυπολογίστους ζημίας εἰς τὸν ἐμπορικὸν καὶ τρα-
1659πεζιτικὸν κόσμον. Ὡς μόνον δὲ μέσον εὑρέσεως συναλλάγμα-
1660τος μένουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ δάνεια, ἅτινα ἑκάστοτε
1661συνάπτει, προτιμῶσα τὴν συνομολόγησιν αὐτῶν κατὰ τρό-
1662πον περίπλοκον καὶ κρύπτοντα τὰ βάρη, ἅτινα ἐπιβάλλου-
1663σιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τοιουτοτρόπως ἡ Κυβέρνησις
1664ἀποφεύγει μὲν τὸ προφανὲς κακόν, ὅπερ ἤθελε προκύψει ἐκ
1665τῆς ἀγορᾶς συναλλάγματος ἐν τῷ τόπῳ, αὐξάνει ὅμως καθ’
1666ἑκάστην πληρωμὴν τὴν γενέτειραν αἰτίαν τοῦ κακοῦ, τὴν
1667ἀνάγκην δηλ. τῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀποστολῆς νομίσμα-
1668τος. Οὕτω δὲ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ἀπὸ ἑξαμηνίας εἰς ἑξαμηνίαν,
1669ἡ ἀνάγκη αὕτη ἀποβαίνει βαρυτέρα καὶ ἐπικινδυνωδεστέρα,
1670μοιραίως δὲ θὰ φέρῃ τὸν τόπον εἰς τὴν ἀδυναμίαν τῆς ἐκπλη-
1671ρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ.
1672Ἡ κατάργησις τῶν χρεωλυσίων, ἣν προτίθεται ὡσαύ-
1673τως τὸ νομοσχέδιον, σκοπεῖ τὴν ἐλάττωσιν τῶν τοιούτων
1674ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Ἤθελε δὲ βεβαίως φέρει τοιαύ-
1675την, ἂν ἐν τῇ ἀλληλουχίᾳ τῶν διαφόρων συνδυασμῶν τῆς
1676Κυβερνήσεως δὲν ἀπέληγεν εἰς ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Ἡ
1677κατάργησις ἢ ἀναστολὴ τῶν χρεωλυσίων δὲν ἀποτελεῖ ἀπο-
1678λύτως κέρδος ὁριστικόν. Αὕτη διὰ τὸ Δημόσιον εἶναι, ὅ,τι
1679διὰ τὸν ἰδιώτην ἡ ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς τοῦ χρέους του.
1680Δὲν κερδίζει δὲ ὁ ἀναβάλλων τὴν πληρωμὴν τῶν χρεῶν του,
1681ἀλλ’ ὁ πληρόνων αὐτά. Ὅταν ὅμως τὸ Δημόσιον εὑρί-
1682σκηται εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ δανείζηται χρήματα, διὰ νὰ
1683πληρόνῃ χρεωλύσια, τότε βεβαίως ἡ κατάργησις ἢ ἀναστο-
1684λὴ τοῦ χρεωλυσίου εἶναι ὠφέλιμος. Ἔτι δὲ μᾶλλον εἶναι
1685αὕτη ὠφέλιμος, ὅταν τὸ Δημόσιον, δανειζόμενον πρὸς τὸν
1686σκοπὸν τοῦτον, πληρόνῃ τόκους ἀνωτέρους ἐκείνων, οὓς λαμ-
1687βάνει ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὁμολογιῶν, ἃς ἐξοφλεῖ διὰ τοῦ
1688χρεωλυσίου. Ἡ κατάργησις ὅμως τῶν χρεωλυσίων τότε μό-
1689νον εἶναι ἐπωφελὴς, ὅταν φέρῃ θετικὴν ἐλάττωσιν τοῦ δη-
1690μοσίου χρέους καὶ ἀποσοβῇ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀδιακόπου
1691ἐξακολουθήσεως τοῦ δανείζεσθαι. Ὅταν δὲ ὁ ὅρος οὗτος δὲν
1692ἐπιτυγχάνηται, ἡ κατάργησις τότε τῶν χρεωλυσίων συντε-
1693λεῖ εἰς τὴν κεκρυμμένην αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ
1694εἰς τὴν παγίωσιν αὐτοῦ, εἰς τὴν ἐξάλειψιν δὲ ἐκ τοῦ Προϋ-
1695πολογισμοῦ κεφαλαίου δαπάνης, ὠφελίμου καὶ παραγωγι-
1696κῆς, ὅπερ παρέχει εἰς αὐτὸν ἐλαστικότητα, δυναμένην νὰ
1697χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ὁριστικῆς καὶ παγίας ἀνορθώσεως τῶν
1698οἰκονομικῶν ἡμῶν διὰ πολιτικῆς, στηριζομένης ἐπὶ τῆς φει-
1699δοῦς καὶ τῆς οἰκονομίας.
1700Διὰ νὰ κρίνωμεν, τίνες ἔσονται αἱ συνέπειαι τῆς ἐφαρμο-
1701γῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τίνα
1702ἀποτελέσματα ἔφερεν ἡ πολιτικὴ τῶν οἰκονομικῶν συνδυα-
1703σμῶν καὶ τῶν δανείων, ἣν ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τῆς
1704ὁποίας ἐπηυξημένη συνέχεια καὶ ἀνάπτυξις εἶναι τὸ συζη-
1705τούμενον νομοσχέδιον. Τί πράττει ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ δύο ἢ
1706τριῶν ἐτῶν; Τακτικῶς καὶ ἀδιακόπως συνομολογεῖ δάνεια
1707εἰς μεταλλικὸν, διὰ τοῦ προϊόντος τῶν ὁποίων πληρόνει τὰς
1708πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Ὅπως κα-
1709λύψῃ δὲ τὴν ἐκ τῆς συνομολογήσεως τῶν δανείων τούτων
1710ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, συνδέει πάντοτε ταῦτα,
1711εἴτε μετὰ τῆς καταθέσεως τῶν προωρισμένων διὰ τὴν πλη-
1712ρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ὑπεγγύων ἐσόδων, εἴτε μετὰ
1713τῆς ἐξοφλήσεως ἢ τροπῆς προϋπαρχόντων δανείων. Πλάτ-
1714τει δ’ οὕτω δύο σειρὰς πληρωμῶν, παραλλήλως καὶ συγ-
1715χρόνως σχεδὸν ἐκτελουμένας, τὴν μὲν εἰς μεταλλικὸν, καὶ
1716αὕτη εἶναι ἡ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου,
1717τὴν δὲ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἐξόφλη-
1718σις τῶν προϋπαρχόντων δανείων. Ἐν τῇ παραλλήλῳ δὲ
1719ταύτῃ ἐκτελέσει τῶν δύο τούτων πληρωμῶν ἰσοτιμᾷ τὸ ὄρ-
1720γανον τῆς ἐκτελέσεώς των, τὸ νόμισμα δηλ., δι’ οὗ ἐκτελεῖ
1721αὐτάς. Καὶ εἰς μὲν τὰς διὰ μεταλλικοῦ πληρωμὰς ἰσοτιμᾷ
1722τὸ μεταλλικὸν πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, εἰς δὲ τὰς
1723διὰ γραμματίων ἰσοτιμᾷ ταῦτα πρὸς τὸ μεταλλικόν. Τοι-
1724ουτοτρόπως δὲ παρουσιάζει εἶδος ἰσοζυγίου τῶν πληρωμῶν
1725τούτων, καὶ παριστᾷ τὰ συνομολογούμενα δάνεια, ὡς μὴ
1726ἐπιβαρύνοντα τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Κατὰ τὴν
1727παράλληλον ὅμως ταύτην ἐκτέλεσιν τῶν δύο πληρωμῶν
1728παρουσιάζεται συνήθως ἀριθμητικὴ διαφορὰ εἰς βάρος τοῦ
1729Δημοσίου, δανείζεται δηλ. τοῦτο πλειότερα φράγκα χρυσᾶ
1730καὶ πληρόνει ὀλιγωτέρας δραχμὰς εἰς τραπεζικὰ γραμμά-
1731τια. Ἡ διαφορὰ αὕτη ἐξ ἀνάγκης βαρύνει τὸ κεφάλαιον τοῦ
1732δημοσίου χρέους. Παρουσιάζεται ὅμως καὶ ἑτέρα οὐσιωδε-
1733στέρα διαφορά, ἡ τῆς διαφόρου ἀξίας τοῦ νομίσματος, δι’ οὗ
1734ἐκτελεῖται ἑκάστη τῶν πληρωμῶν τούτων. Τὴν διαφορὰν
1735ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁσάκις μὲν καταναλίσκεται καὶ
1736δαπανᾶται ὁριστικῶς, τὴν ἀναγράφει εἰς βάρος τῶν προϋ-
1737παρχόντων καὶ πληρονομένων δανείων, καὶ δὲν τὴν ὑπολο-
1738γίζει μεταξὺ τῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως, ἣν ἔδει νὰ βαρύνῃ,
1739ὡς ἔπραξε διὰ τὰς εἰς μεταλλικὸν πληρωμὰς τῆς 1ης ἑξα-
1740μηνίας τοῦ 1887, ὧν τὴν νομισματικὴν διαφορὰν ὑπελόγι-
1741σεν εἰς βάρος τῶν δανείων τῶν 4 καὶ 25 ἑκατομμυρίων.
1742Ὁσάκις δὲ ἡ διαφορὰ αὕτη δὲν καταναλίσκεται, ὅπως συμ-
1743βαίνει εἰς τὰ προσωρινὰ δάνεια τῶν 10,200,000 φράγκων
1744καὶ τῶν 400,000 λιρῶν, ἀφίνει αὐτὴν ἐκκρεμῆ, ἵνα τὴν
1745καλύψῃ κερδοσκοπῶν ἐπὶ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τῶν γραμ-
1746ματίων καὶ τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος,
1747ἢ συνομολογῶν πάγιον δάνειον, ὡς πράττει σήμερον διὰ τῆς
1748συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 30,000,000, ὅπερ θέ-
1749λει χρησιμεύσει πρὸς πληρωμὴν τῶν προσωρινῶν τούτων
1750δανείων, καὶ εἰς βάρος τοῦ ὁποίου θέλει καταλογισθῆ ἡ
1751διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος τῶν 10,200,000 φράγκων καὶ
1752τῶν 400,000 λιρῶν, ἥτις κατηναλώθη ἐντὸς τῶν χρήσεων
1753τοῦ 1887 καὶ 1888. Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ δὲ τὰς τοιαύ-
1754τας ἀτάκτους ἐγγραφὰς, χαρακτηρίζει τὴν δαπάνην τῆς
1755διαφορᾶς τοῦ νομίσματος ὡς ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἑκάστης
1756χρήσεως, ἥτις θέλει ἐκκαθαρισθῆ ἐν τῷ μέλλοντι, ἐὰν τὸ
1757Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον θὰ ἐξελέγξῃ τοὺς Ἀπολογισμοὺς τοῦ
1758Κράτους. Ὑποκαθιστᾷ δ’ οὕτως ἐν τοῖς λογαριασμοῖς τοῦ
1759Δημοσίου τὴν ἠθικὴν εἰς τὴν ἀριθμητικὴν, ὅπως ἐν ἄλ-
1760λοις κλάδοις τῆς διοικήσεως τὰς ἠθικὰς ὑποχρεώσεις τοῦ
1761Δημοσίου ὑποκαθιστᾷ εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν ῥητῶν δια-
1762τάξεων τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοιαύτης ὑποκαταστάσεως ἐνερ-
1763γεῖ προβιβασμοὺς ἀξιωματικῶν, πληρωμὴν χρεῶν μὴ ὀφει-
1764λομένων, ἢ ἄλλας ἀναλόγους πράξεις. Ἡ τοιαύτη ὑποκα-
1765τάστασις τῆς ἠθικῆς εἰς τὴν ἀριθμητικὴν καὶ οἱ τοιοῦτοι
1766τεθολωμένοι ὑπολογισμοὶ φέρουσιν ἀναντιῤῥήτως διατάραξιν
1767εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Δημοσίου. Τὰς λε-
1768πτομερείας τῆς τοιαύτης διατάξεως δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρω-
1769μεν. Μόνον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καλῶς λειτουργοῦν,
1770ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ταύτας.
1771Τὰ τελικὰ ὅμως ἀποτελέσματα τῆς πορείας τῆς Κυβερ-
1772νήσεως εὑρίσκομεν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν τελευταίων
1773ἐτῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ
1774δημοσίου χρέους ἀναγράφει δαπάνην δρ. 23,900,000, ἐξ ὧν
17755,500,000 διὰ χρεωλύσια, καὶ τὸ ὑπόλοιπον διὰ τόκους καὶ
1776λοιπὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Τὸ εἰς μεταλλικὸν δὲ καὶ
1777κυρίως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὀφειλόμενον ποσὸν ἐκ τῶν 23,900,
1778000 ἀνήρχετο τότε εἰς 16,500,000. Κατὰ τὸ 1886 τὸ εἰς
1779μεταλλικὸν χρέος τοῦ Δημοσίου ἀνῆλθεν εἰς 22,800,000,
1780τὸ ὅλον δὲ ποσὸν, τὸ πληρωτέον διὰ τὸ δημόσιον χρέος, εἰς
178135,800,000, ἐξ ὧν 6,500,000 διὰ χρεωλύσια. Ὁ Προϋ-
1782πολογισμὸς δὲ τοῦ 1889, ὅστις εἶναι τὸ προϊὸν τῆς ἐφαρ-
1783μοσθείσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀνα-
1784γράφει ἐτησίαν δαπάνην ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου
1785χρέους 38,800,000, ἐξ ὧν 25,500,000 εἰς μεταλλικόν. Τὰ
1786χρεωλύσια δ’ ἐν αὐτῷ ἀνέρχονται εἰς μόνον 5,700,000. Συ-
1787νέπεια τῆς ἐφαρμοσθείσης οἰκονομικῆς πολιτικῆς εἶναι ἡ
1788αὔξησις τοῦ δημοσίου χρέους ἐν γένει, καὶ τῶν εἰς μεταλλι-
1789κὸν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου ἰδίᾳ,
1790ἐλάττωσις δὲ τῶν χρεωλυσίων.
1791Ἐν μιᾷ τῶν συνεδριάσεων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπαρου-
1792σίασε πίνακα, παριστῶντα ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου 6,000,
1793000, προελθοῦσαν ἐκ τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ συνδυασμῶν.
1794Ὁ πίναξ οὗτος ἦτο ἀκριβὴς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐν
1795αὐτῷ ἀναγραφομένας ὠφελείας. Δὲν ἀνέγραφεν ὅμως καὶ τὰ
1796βάρη, ἅτινα ἐπεβλήθησαν εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τῶν ἰδίων
1797συνδυασμῶν, οἵτινες ἔφερον τὰς ὠφελείας ταύτας. Ταῦτα δὲ
1798εὑρίσκει τις, συγκρίνων τὰς ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου
1799χρέους ἀναγραφομένας δαπάνας καὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Κρά-
1800τους, αἵτινες ἀπὸ μὲν τοῦ 1884 μέχρι τοῦ 1889 παρουσιά-
1801ζουσιν αὔξησιν τῆς ἐτησίας πληρωμῆς, δι’ ὅλον μὲν τὸ χρέος
1802τοῦ Δημοσίου ἐκ δραχμῶν 15,450,000, διὰ τὰς εἰς μεταλ-
1803λικὸν δὲ καὶ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις αὐτοῦ ἐκ δρ.
18049,200,000· ἀπὸ δὲ τοῦ 1886 μέχρι τοῦ 1889, διὰ τὸ
1805πρῶτον μὲν ἐκ δρ. 4,100,000, διὰ τὰς δευτέρας δὲ ἐκ δρ.
18063,000,000. Ἐκτὸς δὲ τῶν αὐξήσεων τούτων κατηργήθη-
1807σαν κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη, καὶ δὲν ἀναγράφονται ἐν
1808τῷ Προϋπολογισμῷ, χρεωλύσια, ἀνερχόμενα εἰς δρ. 2,500,
1809000, ἅτινα, ἂν ἀνεγράφοντο ἐν αὐτῷ, ἤθελον ἀναβιβάσει τὴν
1810ἐτησίαν δαπάνην τοῦ δημοσίου χρέους εἰς 41,250,000. Τὰ
1811χρεωλύσια δὲ ταῦτα, ἅτινα μετετράπησαν εἰς τόκους τῶν
1812συνομολογηθέντων δανείων, καὶ κατηναλώθησαν εἰς ἀνάγ-
1813κας τοῦ Δημοσίου, συγκεφαλαιούμενα ἐπὶ τῇ βάσει ἐτη-
1814σίου τόκου 6%, ἀντιπροσωπεύουσι κεφάλαιον, ὑπερβαῖνον
1815τὰ 40,000,000, ἅτινα ἐδαπανήθησαν, ἀνεξαρτήτως τῆς
1816ἐπελθούσης αὐξήσεως τῶν διὰ τὸ δημόσιον χρέος ἐτησίων
1817πληρωμῶν.
1818Τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμοσθείσης δανειστι-
1819κῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως δύνανται νὰ ἐμπνεύσωσιν
1820εἰς πάντα, κηδόμενον τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, δικαίαν ἀνη-
1821συχίαν περὶ τῶν συνεπειῶν, ἃς θὰ ἔχῃ ἡ πολιτικὴ αὕτη,
1822ἐφαρμοζομένη ἐν τῇ εὐρύτητι, ἣν λαμβάνει διὰ τοῦ συζη-
1823τουμένου νομοσχεδίου. Ἡ αὔξησις τοῦ δημοσίου χρέους καὶ
1824τῶν ἐξωτερικῶν ὑποχρεώσεων ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ
1825ἐξάντλησις τοῦ ὅλου σχεδὸν τῶν χρεωλυσίων, ἔσονται αἱ
1826πιθαναὶ αὐτῆς συνέπειαι, αἵτινες θὰ ἐξασθενίσωσι σπου-
1827δαίως τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν, στηριζομένη ἑτέρα πολιτική, φει-
1828δοῦς καὶ οἰκονομίας, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ῥιζικὴν
1829ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.
1830§56Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δυσκόλως τῇ ἀληθείᾳ δύνα-
1831ται νὰ εὕρῃ τις ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἱστορίᾳ ἄλλων Κρα-
1832τῶν ζητουμένην μεταβίβασιν τοσούτων ἀθρόων δικαιωμά-
1833των τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ὥστε μετὰ τὴν μεταβίβα-
1834σιν τῆς ἐξουσίας ταύτης τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα νὰ ἀπογυ-
1835μνοῦται τῆς κυριωτέρας τῶν μεριμνῶν αὑτοῦ, τῆς μερίμνης
1836νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ νὰ ἐκφέρῃ αὐτὴν ἐπὶ σημαντικοῦ κλά-
1837δου τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῶν κυβερνώντων, τοῦ κλά-
1838δου τῆς δανειστικῆς. Ἄλλοτε ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Κοινοβου-
1839λίου τούτου κατεδηλοῦτο τοιαύτη καὶ τοσαύτη φειδὼ περὶ
1840τὴν μεταβίβασιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Νομοθετικῆς Ἐξου-
1841σίας, ὥστε, συζητουμένων νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων
1842ἐζητεῖτο ἡ ἄδεια πρὸς ἔκδοσιν ἢ συνομολόγησιν δανείου
1843τινός, ἡ Βουλὴ ἠσχολεῖτο νὰ κανονίσῃ αὕτη τὰς λεπτομε-
1844ρείας τοῦ δανείου τούτου. Καὶ δύναταί τις νὰ ἀναμολογήσῃ
1845ὑπερβολικὴν τὴν φειδὼ ἐκείνην, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται
1846νὰ ἐλέγξῃ ἐπὶ ἀσθενεῖ συνειδήσει τοῦ καθήκοντος τὰ μέλη
1847τῶν κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους Βουλῶν, ἀφοῦ μετὰ τοσαύ-
1848της φειδοῦς ἔστεργον νὰ μεταβιβάσωσι τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν
1849εἰς τοὺς κυβερνῶντας. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ ὅμως τῇ κοινοβου-
1850λευτικῇ τῶν ἄλλων Κρατῶν οὐδέν, οὐχὶ παραπλήσιον, ἀλλ’
1851οὐδὲ ἀνάλογον, δύναταί τις ν’ ἀνεύρῃ παράδειγμα. Ἐνθυ-
1852μοῦμαι, ὅτι εἷς μέγας πολιτικὸς τῆς πατρίδος αὑτοῦ, κλη-
1853θεὶς νὰ σχηματίσῃ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν Κυβέρνησιν ἐν τῇ πα-
1854τρίδι αὑτοῦ, καὶ σχηματίσας τοιαύτην κατὰ τὰς παραμο-
1855νὰς τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ἐτόλμησε νὰ δημιουργήσῃ
1856διὰ Διατάγματος δύο θέσεις Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, συ-
1857νελθοῦσα μετ’ ὀλίγον, εἰ καὶ δὲν ἠμφισβήτει τὴν ἀνάγκην
1858τῆς δημιουργίας, τὴν ὁποίαν διὰ Διατάγματος διέπραξεν ὁ
1859ὑπέροχος ἐκεῖνος πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς πατρίδος του, ἐξεδή-
1860λωσεν ὅμως δυσφορίαν, διότι ἐκεῖνος ἀντεποιήθη οὕτω τὰ δι-
1861καιώματα αὐτῆς. Ἀλλὰ ζηλοτυπίαν τοιαύτην οὐδαμοῦ
1862ἀνεῦρον ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου· κατὰ τοὺς
1863τελευταίους μάλιστα χρόνους μεταβιβάζομεν εἰς τὴν Νομο-
1864τελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὄχι μόνον ὅσα ὀφείλομεν νὰ μεταβι-
1865βάσωμεν, διότι ἡμεῖς διατελοῦμεν ἐν ἀνικανότητι διὰ νὰ
1866κανονίζωμεν τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ μεταβιβάζομεν καὶ δι-
1867καιώματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ διατηρῶμεν ἡμεῖς. Με-
1868ταβίβασιν τοιαύτην θέλετε ἀνεύρει ἐν ὅλοις τοῖς νόμοις, οἵ-
1869τινες ἐψηφίσθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, μάλιστα ἐν
1870τοῖς νόμοις τοῖς φορολογικοῖς, ἀλλὰ παράδειγμα μεταβι-
1871βάσεως τοσούτων δικαιωμάτων, ὅσα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις
1872διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ μεταβιβάσωμεν αὐτῇ, δὲν
1873θέλετε οὐδαμοῦ εὑρεῖ, πρώτην δὲ φορὰν ζητεῖται καὶ παρ’
1874ἡμῶν τοιαύτη ἀθρόα μεταβίβασις τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν.
1875Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας, ἀνέπτυ-
1876ξεν εἰς τὴν Βουλήν, τί παρ’ ἡμῶν ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχε-
1877δίου τούτου. Ἴσως θέλει κριθῇ ὡς ἐπανάληψις ἢ ματαιολο-
1878γία νὰ ἐπαναλάβω, ὅσα ὁ ἀξιότιμος φίλος μου εἶπε πρὸς
1879τὴν Βουλήν, δύναμαι ὅμως, ἄνευ τοῦ φόβου, ὅτι θέλω φέρει
1880εἰς ὑμᾶς τὸν κάματον, νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω τὰ δικαιώματα,
1881τὰ ὁποῖα ζητοῦνται παρ’ ἡμῶν, ὅπως παραχωρήσωμεν εἰς
1882τοὺς Ὑπουργούς, διὰ νὰ κατανοήσητε πόσον σημαντικὴ
1883εἶναι ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ μεταβιβάσωμεν εἰς
1884αὐτούς. Ζητοῦσι νὰ ἐπιτρέψωμεν, νὰ συνομολογήσωσι δά-
1885νειον οὐχὶ ἕν, ἀλλ’ ὅσα αὐτοὶ ἐγκρίνωσι, καὶ οὐχὶ γνωστοῦ
1886ποσοῦ, ἀλλὰ ποσῶν, ὅσα ἂν θέλωσι. Καὶ προβάλλουσι μὲν
1887δύο ὅρους, δῆθεν περιοριστικοὺς τῆς ἐξουσίας ταύτης, οἱ ὁ-
1888ποῖοι ὅμως οὐδεμίαν παρέχουσιν ἐγγύησιν εἰς τὴν Βουλήν.
1889Προβάλλουσι τὸν ὅρον, ὅτι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα θέλουσι
1890συνομολογήσει, θέλουσι συνομολογήσει αὐτὰ ἄνευ ἐγγυή-
1891σεων, ἀλλ’ αἱ ἐγγυήσεις, αἱ προσφερόμεναι εἰς τοὺς δανει-
1892στὰς διὰ τῶν μέχρι τοῦδε συνομολογηθέντων δανείων, ἦσαν
1893ἐγγυήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεὶς τῶν δανειστῶν σοβαρῶς
1894προσεῖχε, πλὴν τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν παρέσχε τὸ δά-
1895νειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, διότι μόνον ἡ ἐγγύησις ἐκείνη
1896τυγχάνει ἐγγύησις πραγματική, ἐνῷ αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι
1897παρεσχέθησαν εἰς τοὺς δανειστὰς διὰ τὸ δάνειον τῶν 60
1898ἑκατομμυρίων, ἢ διὰ τὸ δάνειον τῶν 25 ἑκατομμυρίων, ἢ
1899διὰ τὸ δάνειον τῶν 26 ἑκατομμυρίων, ἢ καὶ πάντων τῶν
1900ἄλλων δανείων, ἦσαν ἐγγυήσεις ἰδανικαί. Καὶ ὄντως, ἐὰν
1901μίαν ἡμέραν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε στέρξει νὰ καταθέσῃ
1902εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ προϊὸν τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους παρέ-
1903σχεν εἰς τοὺς δανειστὰς εἰς ἐγγύησιν, οἱ δανεισταὶ ἔμενον
1904ἄνευ οὐδεμιᾶς κυρώσεως ἢ ἀσφαλείας, καὶ τοῦτο συνέβη
1905πολλάκις ἄνευ ζημίας τινὸς τῶν δανειστῶν, καὶ χωρὶς νὰ
1906διακινδυνεύωσι τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Ἑπομένως, ἐὰν δὲν
1907δύνασθε νὰ παράσχητε ἐγγυήσεις ἁπτάς, ὁποῖαί εἰσιν αἱ
1908ἐγγυήσεις τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ὅσας ἂν
1909παράσχητε ἐγγυήσεις ἄλλου εἴδους εἰς τοὺς δανειστὰς, ἐστὲ
1910βέβαιοι, ὅτι οἱ δανεισταὶ οὐδεμίαν δίδουσιν εἰς αὐτὰς προσο-
1911χήν. Ὁ ὅρος λοιπὸν, ὅτι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν
1912ζητουμένην παρ’ ἡμῶν ἐξουσίαν σκοποῦσι νὰ συνομολογή-
1913σωσι, θέλουσι συνομολογηθῆ ἄνευ ἐγγυήσεως, δὲν ἐλαττόνει
1914τὴν εὐρύτητα τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ παρα-
1915χωρήσωμεν εἰς αὐτούς. Προβάλλεται καὶ ἕτερος, ὡς εἶπον,
1916ὅρος, ὅτι τὰ συνομολογηθησόμενα δάνεια θέλουσι χρησιμεύ-
1917σει ἀποκλειστικῶς εἰς ἀπόσβεσιν ἢ τροπὴν δανείων. Ἀλλὰ
1918κατὰ τὸν ὅρον τοῦτον μέχρι τίνος ποσοῦ δύνανται νὰ φθά-
1919σωσι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα δύναται κατὰ τὸ νομοσχέδιον
1920τοῦτο νὰ συνομολογήσῃ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία; Τὸ πο-
1921σὸν αὐτῶν δὲν προσδιορίζεται διὰ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὁ εἰρημέ-
1922νος ὅρος, ὅτι τὸ προϊὸν τῶν συνομολογηθησομένων δανείων
1923θέλει χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν ὑπαρ-
1924χόντων, ἐνδεικνύει ἡμῖν, ὅτι, τὰ ὑπάρχοντα δάνεια, ἀναβι-
1925βάζουσι τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὴν 1 Ἰανουα-
1926ρίου 1889 εἰς 711,034,126 δραχμὰς, κατὰ τὰς σημειώ-
1927σεις, τὰς ὁποίας ἐπορίσθην ἐκ προχείρου ἀναφυλλίσεως τοῦ
1928Προϋπολογισμοῦ, διότι εἰς τόσον ποσὸν ἀνέρχεται τὸ κεφά-
1929λαιον τοῦ δημοσίου χρέους τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1889.
1930Λοιπὸν συναινεῖτε νὰ δώσητε τὴν ἐξουσίαν, νὰ συνομο-
1931λογήσῃ ἡ Κυβέρνησις δάνεια μέχρι τοσούτου ποσοῦ, μέχρι
1932τοῦ ποσοῦ τῶν 711,034,126; Βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ
1933συνομολογήσῃ ἡ Κυβέρνησις δάνειον τοσοῦτον, ἴσως ὄχι διότι
1934δὲν ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν, ἀλλὰ διότι θέλει εἶσθαι ἴσως δύσκο-
1935λον ν’ ἀνεύρῃ δανειστήν· τὸ ποσὸν ὅμως τῶν δανείων, τὰ
1936ὁποῖα κατὰ τὴν ζητουμένην ἐξουσίαν δύναται νὰ συνομολο-
1937γήσῃ, παριστᾷ ὑμῖν ἐπαρκῶς, ἡλίκη εἶναι ἡ ἐξουσία, τὴν
1938ὁποίαν ζητοῦσι παρ’ ἡμῶν. Ἐὰν ἐπιθυμῶσι νὰ προβῶσιν εἰς
1939τροπὴν ἑνὸς ἢ δύο ὡρισμένων δανείων, ἤθελον ἔχει κατὰ
1940νοῦν τὰ κεφάλαια τῶν δανείων τούτων, ἀλλὰ τότε διατὶ
1941δὲν μᾶς ζητοῦσι τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσωσι δάνειον 100
1942ἢ 150 ἢ 200 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ ποσοῦ ἀπροσδιορίστου,
1943τὸ ὁποῖον, ἐὰν ζητήσω νὰ προσδιορίσω διὰ τῶν διατάξεων
1944τοῦ νομοσχεδίου, ἀναβιβάζεται εἰς τὸ ὀγκῶδες ποσὸν, τὸ
1945ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον προηγουμένως;
1946Πλὴν τῆς ἐξουσίας ταύτης, ζητεῖται καὶ ἄλλη ἐξουσία,
1947ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ αὕτη εἶναι ἐπίσης σημαντικὴ,
1948καὶ ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ
1949μεταβιβάσῃ αὐτὴν εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Ζητεῖται ἡ ἐξουσία
1950ν’ ἀποσβέσωσι διὰ τοῦ προϊόντος τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα θέ-
1951λουσι συνομολογήσει, χρέη προγενέστερα, ἢ νὰ μετατρέψωσι
1952χρέη προγενέστερα διὰ δύο μεθόδων, τὰς ὁποίας μεθόδους
1953ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς περιγράψω. Ἡ μία μέθοδος εἶναι,
1954ν’ ἀγοράζωσιν ὁμολογίας δανείων ὑπαρχόντων μέχρι τοῦ ἀρ-
1955τίου τῆς τιμῆς αὐτῶν, ἑπομένως δύνανται οἱ κυβερνῶντες
1956νὰ ἐξαγοράσωσιν ὁμολογίας δανείων, ὑπαρχόντων εἰς τιμὴν
1957μικροτέραν τοῦ ἀρτίου. Ἀλλὰ ποῖος θέλει προσδιορίζει τὴν
1958τιμὴν αὐτήν; Θέλουσι προσδιορίζει αὐτὴν αἱ ἰδιαίτεραι
1959συμφωνίαι, τὰς ὁποίας οἱ κυβερνῶντες θέλουσι διαπράττει
1960μετὰ τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν διὰ μεσιτῶν, διὰ Τραπε-
1961ζῶν, ἢ διὰ τραπεζιτῶν. Καὶ προσέτι ἡ δευτέρα μέθοδος, νὰ
1962πωλῶσιν ὁμολογίας, τὰς ὁποίας ἠγόρασαν, εἰς τιμὴν βε-
1963βαίως συμφέρουσαν, εἰς τιμὴν δηλαδὴ μείζονα, ἀνωτέραν
1964ἐκείνης, ἐφ’ ᾗ ἠγόρασαν αὐτάς. Καὶ ποῖος θέλει προσδιορί-
1965ζει τὴν τιμὴν ταύτην; Πάλιν αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ
1966συμφωνίαι, αἱ συνθηκολογίαι, αἵτινες θέλουσι γίνεσθαι διὰ
1967μεσιτῶν, διὰ Τραπεζῶν, διὰ τραπεζιτῶν.
1968Ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα, ὁμιλῶν πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώ-
1969πους τοῦ Ἔθνους, νὰ ἐκδηλώσω γνώμην, περιέχουσαν, ἢ
1970ἐνδεικνύουσαν δυσπιστίαν τινὰ πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ τὴν
1971διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας ταύτης. Βεβαίως οἱ ἀποτελοῦντες
1972τὴν Κυβέρνησιν Ὑπουργοὶ δὲν ἀπολαμβάνουσι τῆς ἐμπιστο-
1973σύνης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τῆς
1974πολιτικῆς ἐπ’ αὐτοὺς ἐμπιστοσύνης, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν κα-
1975νόνα τῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πολιτικῆς ἡμῶν, ὡς μελῶν τῆς
1976Ἀντιπολιτεύσεως, αὕτη μόνη δὲν μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα
1977νὰ ἐνδείξωμεν, ἢ νὰ ἐκδηλώσωμεν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης
1978καὶ περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν χρηματικῶν συμφερόντων τοῦ
1979Δημοσίου. Διὰ τοῦτο δὲν ὁδηγοῦμαι εἰς τὰς σκέψεις μου
1980ταύτας ἐκ τοιαύτης τινὸς δυσπιστίας, ὁδηγοῦμαι ὅμως εἰς
1981τὰς σκέψεις μου ταύτας ἐξ ἄλλου τινὸς λόγου. Ἐὰν οἱ Ὑ-
1982πουργοὶ θελήσωσι νὰ διαχειρισθῶσιν εὐσυνειδήτως τὴν ἐξου-
1983σίαν, τὴν ὁποίαν μεταδίδομεν εἰς αὐτούς, θέλουσιν ἁμιλλη-
1984θῆ νὰ ἀγοράσωσι τὰς ὁμολογίας τῶν ἐθνικῶν δανείων, τὰς
1985ὁποίας θέλουσιν ἐξαγοράσει εἰς τιμὴν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὑποδεε-
1986στέραν τοῦ ἀρτίου. Ἀλλὰ, διὰ νὰ κατορθώσωσι τοῦτο,
1987ἐνδέχεται νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δια-
1988χειρίζονται ὡς κυβερνῆται, ἥτις ἀληθῶς εἶναι ἐπαρκὴς, διὰ
1989νὰ τοὺς εὐκολύνῃ εἰς τοῦτο. Καὶ ὄντως ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο ἓν
1990ἄγγελμα, μία εἴδησις νὰ διαδοθῇ, ἵνα φέρωσιν ὑποτίμησιν
1991εἰς τὰς τιμὰς τῶν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ἀγοραζομένων καὶ
1992πωλουμένων ὁμολογιῶν, ἐν δὲ τῇ ὑποτιμήσει νὰ σπεύσωσι
1993νὰ ἐξαγοράσωσιν αὐτάς. Ἐπίσης, ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ, ἕνεκα
1994τῆς εὐσυνειδήτου διαχειρίσεως τῆς πληρεξουσιότητος ταύ-
1995της, θελήσωσι νὰ πωλήσωσιν ὁμολογίας τῶν δανείων, τὰς
1996ὁποίας ἠγόρασαν, ἐπειδὴ ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ πωλήσω-
1997σιν αὐτὰς εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, ἐφ’ ᾗ ἠγόρασαν αὐ-
1998τάς, δὲν ἔχουσιν εἰμὴ διὰ μιᾶς διαδόσεως ἐν τῷ Χρηματι-
1999στηρίῳ νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἀνύψωσιν τῶν τιμῶν, καὶ ἐν τῇ
2000ἀνυψώσει ταύτῃ νὰ πωλήσωσιν αὐτὰς εἰς τιμὴν μᾶλλον
2001συμφέρουσαν. Οὕτω θέλουσιν ἐκτελέσει πιστῶς καὶ εὐσυνει-
2002δήτως τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον, διαχειριζόμενοι
2003τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν παρὰ τῆς Βουλῆς ἔχουσιν. Ἀλλὰ
2004τοιαῦται ἐνέργειαι, τοιαῦται πράξεις προσήκουσιν εἰς Κυ-
2005βέρνησιν Κράτους εὐνομουμένου καὶ μάλιστα κοινοβουλευ-
2006τικῶς κυβερνωμένου; Δὲν μετατρέπεται ἡ Κυβέρνησις εἰς
2007χρηματιστήν; Δὲν μένει εἰς αὐτὴν, εἰμὴ νὰ ἐνοικιάσῃ γρα-
2008φεῖά τινα ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σοφοκλέους,—διότι, ἂν δὲν σφάλλω,
2009οὕτως ὀνομάζεται ἡ ὁδὸς, ἐφ’ ἧς κεῖται τὸ Χρηματιστήριον,—
2010ὑπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Μαντζαβίνου, δύο ἢ τρία γραφεῖα,
2011νὰ τάξῃ ἐν αὐτοῖς τοὺς πράκτοράς της, οὗτοι δὲ νὰ διαπραγ-
2012ματεύωνται ἀγορὰς καὶ πωλήσεις ὁμολογιῶν τῶν δανείων.
2013Ἡ ἐξουσία λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ζητοῦσι νὰ μεταδώσωμεν
2014εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι μόνον μεγάλη, ἀλλ’ εἶναι καὶ
2015ἐξουσία, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ μεταδώσω-
2016μεν, ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ συγκρατῶμεν
2017τοὺς διαχειριζομένους τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐντὸς τῶν
2018ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐθνικὴ τιμὴ καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Κυ-
2019βερνήσεως τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλει καὶ διαγράφει.
2020Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ ἐρω-
2021τήσει ἑνὸς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει,
2022κατὰ τὴν αʹ ἢ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου,
2023ὅτι ἐγένετο ἔναρξις τῆς διαπράξεως τῶν ἐργασιῶν, τὰς
2024ὁποίας τὸ νομοσχέδιον ἐπιτρέπει, καὶ ὅτι μάλιστα δύο ἐκ
2025τῶν προσωρινῶν δανείων, τὸ δάνειον τῶν 10,200,000, τὸ
2026συνομολογηθὲν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1887 εἰς χρυσὸν πρὸς
2027πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ
20281887, καὶ τὸ δάνειον τῶν 400 χιλιάδων λιρῶν ἀγγλικῶν,
2029ἤτοι τῶν 10 ἑκατομμυρίων φράγκων εἰς χρυσὸν, τὸ συνομο-
2030λογηθὲν κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1888 πρὸς πληρωμὴν τῶν
2031τόκων καὶ χρεωλυσίων τῆς βʹ ἑξαμηνίας τοῦ 1888, τὰ δύο
2032ταῦτα προσωρινὰ δάνεια πρόκειται νὰ μετατραπῶσιν εἰς
2033δάνειον 30 ἑκατομμυρίων. Ἠρώτησα τότε τὸν κ. Πρωθυ-
2034πουργὸν, κατερχόμενον τοῦ βήματος, ἐὰν μετὰ τὴν μετα-
2035τροπὴν ταύτην, ὅτε ἐκλείπει ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κατε-
2036τέθησαν τὰ 13 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς
2037τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἀντίτιμον
2038τοῦ ποσοῦ τῶν 10,200,000 εἰς χρυσὸν, ἐὰν ταῦτα τὰ τρα-
2039πεζικὰ γραμμάτια τῶν 13 ἑκατομμυρίων πρόκηται ν’ ἀνα-
2040ληφθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μοὶ ἐφάνη δὲ, ὅτι ὁ Πρω-
2041θυπουργὸς ἐνέδειξεν ὡς πιθανὴν, ἢ ὡς ἐνδεχομένην, τὴν περί-
2042πτωσιν ταύτην τῆς ἀναλήψεως τοῦ εἰρημένου ποσοῦ τῶν
2043τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν δύναμαι
2044νὰ εἴπω τι εἰς τὴν Βουλὴν, ὑποθέτω μάλιστα, ὅτι ὁ Πρω-
2045θυπουργὸς δὲν θὰ ἐλησμόνησεν ἀκόμη τὰ ἐπιχειρήματα,
2046τὰ ὁποῖα εἶχε προβάλει, ὅτε ὑπεστήριζε τὸ νομοσχέδιον περὶ
2047τοῦ δανείου τῶν 10,200,000 εἰς χρυσὸν κατὰ Νοέμβριον τοῦ
20481887. Εἶπε τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἀντίτιμον τοῦ
2049ποσοῦ τούτου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια κατέθετεν εἰς τὴν
2050Τράπεζαν, οὐχὶ τόσον διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς εἰς
2051ἐξόφλησιν ἢ ἐγγύησιν τοῦ εἰρημένου δανείου, οὐχὶ τόσον ὡς
2052ἐνέχυρον, ἀλλὰ διὰ νὰ παράσχῃ εὐκολίαν εἰς τὸ ἐμπόριον,
2053διότι τοιουτοτρόπως ἤθελε μειωθῆ τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ
2054κυκλοφορίᾳ χρέος τοῦ Δημοσίου κατὰ ποσὸν ἴσον, ἤθελε
2055περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμ-
2056ματίων, ἤθελε δὲ μειωθῇ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ ἐν παρα-
2057βολῇ πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἑπομέ-
2058νως, ὅτι οὕτως ἤθελεν ὠφεληθῇ τὸ ἐμπόριον. Αὐτὰ ἐλέχθησαν
2059μὲν τότε, οὐδὲ ἐπιμένω νὰ ἐνδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι
2060εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μεταβληθῶσι ταῦτα, ἢ ὅτι τὰ, περὶ ὧν
2061ὁ λόγος, δύο δάνεια τῶν 20 ἑκατομμυρίων καὶ 200 χιλιάδων
2062φράγκων δὲν πρέπει νὰ τραπῶσιν εἰς δάνειον 30 ἑκατομμυ-
2063ρίων, ἐξ ἐναντίας προθύμως ἤθελον συστήσει εἰς τοὺς συνα-
2064δέλφους μου νὰ ψηφίσωσι τὴν μετατροπὴν ταύτην τῶν δα-
2065νείων τούτων, ἢ νὰ ψηφίσωσι τὴν μετατροπὴν παντὸς δα-
2066νείου ὡρισμένου, ὑπὸ ὅρους ὡρισμένους καὶ εἰς ποσὸν ὡρισμέ-
2067νον. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῆς πωλήσεως καὶ τῆς ἀγορᾶς
2068οὐδέποτε πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὴν Κυβέρνη-
2069σιν, διότι θέλει συντελέσει οὕτως εἰς τὴν ταπείνωσιν,
2070εἰς τὴν μείωσιν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θέλει
2071φανῆ τοσοῦτον εὔκολος νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν παραχώρησιν,
2072εἰς τὴν ἀπογύμνωσιν ἑαυτῆς ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα
2073ἔχει, ὥστε ἤθελε κριθῆ ὑπὸ τῆς χώρας, ὡς παραγνωρίζουσα
2074τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀνατεθειμένην αὐτῇ ἐντολήν.
2075Ἀληθῶς, Κύριοι, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον μοὶ φαί-
2076νεται ἄξιον μεγάλης μελέτης καὶ ἐμβριθεστάτης προσοχῆς.
2077Αἱ μέχρι τοῦδε κεχορηγημέναι μοι ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐνδείξεις
2078μὲ πείθουσιν, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει τύχει τῆς
2079ψήφου τῶν πλειόνων, καὶ θέλει καταστῆ νόμος τοῦ Κράτους.
2080Τοιαύτη πιθανότης μάλιστα ἤθελε δικαιολογήσει τὴν Ἀντι-
2081πολίτευσιν, νὰ μετέλθῃ πάντα τὰ εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς
2082κεχορηγημένα μέσα, διὰ νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτον
2083νομοσχέδιον, ἀφοῦ τοῦτο μεταβάλλει πλέον τὸ Κοινοβού-
2084λιον εἰς σῶμα, οὐ μόνον κατ’ εὐφημισμὸν πολιτικόν, ἀλλὰ
2085κατ’ εὐφημισμὸν καὶ νομοθετικόν, ἀπογυμνωθὲν παντὸς
2086δικαιώματος καὶ πάσης ἐξουσίας. Ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις
2087ἔχει δικαίωμα, ὄχι μόνον ν’ ἀγορεύῃ κατὰ τῶν νομοσχεδίων,
2088ὅσα νομίζει μὴ συμφέροντα εἰς τὸ Κράτος, ὄχι μόνον νὰ
2089ψηφίζῃ κατ’ αὐτῶν, διαχειριζομένη εὐσυνειδήτως τὴν ἐντο-
2090λὴν αὐτῆς, ἀλλά, ἐὰν ὑπάρχωσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα
2091νομίζει ἢ κρίνει μειοῦντα τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προσ-
2092διορισθεῖσαν πολιτικὴν αὐτῆς θέσιν, ἢ μειοῦντα πλὴν τούτου
2093καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ
2094τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις
2095τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι μεσιτικὸν ἢ τραπεζικὸν κατάστημα,
2096νομίζω, ὅτι δύναται ἀνεπιλήπτως ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ πα-
2097ρεμβάλλῃ πρόσκομμα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων τοι-
2098ούτων. Δὲν συμβουλεύω ὅμως εἰς τοὺς συναδέλφους μου ἐπὶ
2099τοῦ προκειμένου τοιαύτην πολιτείαν, διότι ὑπάρχει ἄλλο
2100ἀνώτερον συμφέρον τοῦ Κράτους, τὸ συμφέρον νὰ ἀφεθῶσιν
2101εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς πάντα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι
2102παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως μετέλθωσι πάντα ταῦτα ἐν
2103πλήρει ἐλευθερίᾳ, κριθῶσι δὲ δεόντως μίαν ἡμέραν, κατὰ
2104τὴν ὁποίαν βεβαίως θέλει κατασταθῆ κατάδηλος ἡ πλήρης
2105ἀποτυχία τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν πολιτικῆς. Οὕτω τὴν
2106ἡμέραν ἐκείνην δὲν θέλουσι πλέον τολμήσει νὰ ἐπιῤῥίψωσι
2107τὴν εὐθύνην τῆς ἀποτυχίας των, λέγοντες, ὅτι ἡμεῖς δὲν
2108παρέσχομεν εἰς αὐτοὺς καὶ αὐτὸ ἔτι τὸ μέσον τοῦ νὰ μετα-
2109βληθῶσιν εἰς μεσίτας, ἢ νὰ μεταβάλωσιν ἑαυτοὺς εἰς πρά-
2110κτορας τραπεζικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς ἔχομεν
2111τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ἐν
2112πλήρει ἀποτυχίᾳ, δὲν πρέπει νὰ παράσχωμεν οὐδεμίαν εὐ-
2113κολίαν εἰς δικαιολογίαν αὐτῶν ἐν τῷ προσεχεῖ χρόνῳ, καθ’
2114ὃν θέλει κατασταθῆ κατάδηλος ἡ ἀποτυχία των αὕτη. Καὶ
2115ἐγὼ μὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν ταύτην, δὲν ἀμφιβάλλω δέ,
2116ὅτι πάντες ὑμεῖς τὴν αὐτὴν ἔχετε πεποίθησιν, καὶ ἂν
2117ἀκούητε τὰς ἑκάστοτε μεγαλαυχίας αὐτῶν, λεγόντων ἐπανει-
2118λημμένως, ὅτι κατώρθωσαν πλέον νὰ δανείζωνται ἄνευ
2119ἐγγυήσεων, ἢ ὅτι κατώρθωσαν τέλος πάντων νὰ μὴ προ-
2120φθάνωσι νὰ δέχωνται εἰς ἀκρόασιν κεφαλαιούχους, προτεί-
2121νοντας νὰ δανείζωσι τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν βλέπητε αὐτοὺς
2122τὴν ἑσπέραν ταύτην, ζητοῦντας παρ’ ἡμῶν ἄδειαν, ἵνα προσ-
2123φύγωσιν εἰς λαχεῖα, ὅπως πορισθῶσι 14 ἢ ἴσως 13 μόνον
2124ἑκατομμύρια, ὅπως οἰκονομήσωσι 250 χιλιάδας δραχμῶν
2125ἄνευ τόκου, ἐὰν βλέπητε αὐτοὺς τὴν ἑσπέραν ταύτην,
2126ζητοῦντας παρ’ ἡμῶν τὴν ἄδειαν νὰ μεταβληθῶσιν εἰς τρα-
2127πεζίτας, ἢ εἰς μεσίτας, ὅπως κερδοσκοπήσωσιν, ἐπὶ ζημίᾳ
2128τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, καθ’ ὃν τρόπον κερδοσκοπεῖ τὸ
2129ἄτομον, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι προσεχῶς θέλει ἐλθεῖ ἡμέρα, καθ’
2130ἣν θέλετε ἰδεῖ αὐτοὺς, ὄχι πλέον ζητοῦντας παρ’ ἡμῶν τι,
2131διότι ἐξήντλησαν ὅσα εἶχον νὰ ζητήσωσιν, ἀλλὰ πειρωμέ-
2132νους νὰ δικαιολογήσωσιν ἀποτυχίαν, τὴν ὁποίαν εἶμαι βέ-
2133βαιος, ὅτι γνωρίζουσι καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’
2134ἣν προβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς τοιαύτας προτάσεις.
2135§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ εὐθύνη, ἣν ἡ Ἀντι-
2136πολίτευσις ζητεῖ νὰ ἀφήσῃ εἰς ἡμᾶς ἀμέριστον, ἐπὶ τῇ πε-
2137ποιθήσει, ὅτι, ἂν δὲν παρακωλύσῃ τὰς ἐνεργείας ἡμῶν, τα-
2138χέως θέλει καταδειχθῆ ἐκ τῶν πραγμάτων τῆς ἡμετέρας
2139πολιτικῆς τὸ πλημμελές, ταύτης τῆς εὐθύνης τὸ βάρος ἀπα-
2140ραμείωτον φέρομεν προθύμως, καὶ λίαν εὐχαρίστως βλέπο-
2141μεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἰσερχομένην εἰς τὴν ὁδὸν τῆς νο-
2142μιμότητος καὶ μάλιστα ὁδηγουμένην ἐκ τῆς ἐλπίδος, ὅτι
2143μετὰ τὴν ἄρσιν τῶν τέως παρ’ αὐτῆς παρεμβαλλομένων
2144ἐκθέσμων κωλυμάτων εἰς τὴν ἐλευθέραν ἡμῶν ἐνέργειαν οὐ-
2145δὲν μᾶς σώζει ἐκ τοῦ ὀλέθρου, εἰς ὃν ἀκαθέκτως φερόμεθα,
2146διότι καὶ ἡμεῖς τὴν πλήρη ἐλευθερίαν ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ἐπι-
2147ζητοῦμεν, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι αὕτη θέλει μᾶς ἐπιτρέψει
2148νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς
2149χώρας. Καὶ ἄλλοτε ἠκούσαμεν ὅμοια, καὶ αὐτὰ ταῦτα
2150ἠκούσαμεν καὶ πέρυσι καὶ προπέρυσι, καὶ τότε ἐψηφίσθησαν οἱ
2151Προϋπολογισμοὶ ὑπὸ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀνεχομένης τῆς
2152Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐκδηλούσης ἀποδοκιμασίαν δι’ ἁπλῆς
2153ἐναντίας ψήφου, καὶ τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐψήφιζε, προμαν-
2154τευομένη, ὅτι ταχεῖα θὰ ἐπήρχετο ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θ’ ἀπεκα-
2155λύπτετο ἡ πλάνη τῶν συμπολιτευομένων, τοιαῦτα ἐγκρινόν-
2156των, ἡμεῖς δὲ ἀπεδέχθημεν εὐχαρίστως τὴν τοιαύτην στάσιν
2157τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδοὺ ἐπῆλθεν ἡ ὥρα, καὶ ἤδη ὁμι-
2158λοῦμεν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων περὶ τῶν Προϋπολογισμῶν
2159ἐκείνων, καὶ περὶ τῶν ψήφων ἐκείνων τῆς Βουλῆς, καὶ φρονῶ,
2160ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν τῇ Συμπολιτεύσει, ὁ μὴ αἰσθανόμενος,
2161ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς ἐνεργείας, ἡ τότε δοθεῖσα εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ
2162λευκὴ ψῆφος, ἡ τότε δοθεῖσα εἰς τὰς προτάσεις ἡμῶν, συνετέ-
2163λεσαν εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ Κράτους ἐκ τῆς ἀβύσσου, ἐν ᾗ
2164εἶχε καταπέσει, καὶ ὅτι ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς
2165χώρας ὀφείλεται εἰς τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην, ἣν ἡ πλειο-
2166νοψηφία τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἐπεδεί-
2167ξατο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δίδοντες ἤδη εὐθύνας ἐπὶ τῇ
2168διὰ τοιαύτης ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ὑποστηριχθείσῃ
2169ἐνεργείᾳ ἡμῶν, ἐπιδεικνύομεν ἀποτελέσματα ὅλως διάφορα
2170τῶν προῤῥήσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Ἐπιχαίρει
2171ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπὶ ταῖς ἐν τῷ μέλλοντι ἀποτυχίαις τῆς
2172πολιτικῆς ἡμῶν, ἐν αἷς ζητεῖ παρηγορίαν ἐπὶ ταῖς ἐν τῷ
2173παρόντι ἐπιτυχίαις, νέων δὲ παρηγοριῶν ἀνάγκην θὰ αἰ-
2174σθανθῇ ἐπὶ τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ τῇ
2175χρησιμοποιήσει τῶν δι’ αὐτοῦ παρεχομένων εἰς τὴν Κυβέρ-
2176νησιν ἀδειῶν. Εὐχαρίστως βλέπομεν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐπι-
2177χαίροντα, ἐφ’ αἷς ἀπεκδέχεται ἀποτυχίαις, ἀφοῦ αἱ τοιαῦ-
2178ται αὐτοῦ ἐλπίδες τῷ ὑπαγορεύουσιν, ὅπως, παραιτῶν τα-
2179κτικήν, ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν χώραν, εἰς τὸ πολίτευμα καὶ εἰς
2180ἑαυτὸν, τραπῇ ἐπὶ τὴν νόμιμον ἐνέργειαν, ἐπιτρέπων εἰς τὸ
2181Κοινοβούλιον νὰ ἐργάζηται κανονικῶς, ὅπως τὰ συμφέροντα
2182τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσιν. Ἀπολαύομεν τῆς ἐμπιστοσύνης
2183τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν ζητοῦμεν
2184παρὰ τῆς Βουλῆς διατράνωσιν ἐμπιστοσύνης προσωπικῆς,
2185ζητοῦμεν πρᾶξιν ἐμπιστοσύνης τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας
2186πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Οὐδὲν προσωπικὸν πε-
2187ριέχει τὸ νομοσχέδιον, οὐδὲ ζητοῦμέν τι προσωπικὸν παρὰ
2188τῆς Βουλῆς, δὲν ζητοῦμεν, ὅπως ἡ Βουλὴ παράσχῃ εἰς
2189ἡμᾶς τὰς ἀδείας ταύτας, οὐδὲ θὰ ἐπετρέπετο νὰ εἴπωμεν
2190εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ζητοῦμεν δι’ ἡμᾶς τοιαύτην ἄδειαν εὐ-
2191ρεῖαν. Διὰ τοιαύτης γλώσσης δὲν θὰ ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς
2192ν’ ἀποταθῶμεν πρὸς τὴν Βουλήν· προκειμένου περὶ τοιού-
2193του νομοσχεδίου, δὲν θὰ ἐπετρέπετο νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βου-
2194λήν: ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἵνα μόνοι
2195ἡμεῖς διαχειρισθῶμεν τὰ κατ’ αὐτὸ καὶ ἄλλος οὐδείς. Πᾶσα
2196Κυβέρνησις συνταγματικὴ τυγχάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς
2197Βουλῆς, εἰς πᾶσαν δὲ Κυβέρνησιν, τυγχάνουσαν τῆς ἐμπι-
2198στοσύνης ταύτης, παρέχονται ἄδειαι, μὴ εἰσδύουσαι ἐντὸς
2199τῶν ὁρίων τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα τὸ Κοινοβούλιον πρέπει
2200πάντοτε νὰ ἐπιφυλάττῃ ἀποκλειστικῶς εἰς ἑαυτὸ, εἰς μη-
2201δένα ἐπιτρέπον μετοχὴν εἰς αὐτὰ, οἱασδήποταν τυγχάνῃ
2202οὗτος παρ’ αὐτῷ ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν προέκειτο ἡ Βουλὴ
2203νὰ χορηγήσῃ τὰς τοῦ νομοσχεδίου ἀδείας εἰς ἡμᾶς, διότι
2204τυγχάνει νὰ ἔχῃ μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ πρόσωπα
2205ἡμῶν, θὰ ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ
2206ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραιτηθῇ,
2207ὑπὲρ προσώπων, δικαιωμάτων, ὧν τὴν ἐνάσκησιν τὸ πολί-
2208τευμα ἐναπέθηκεν εἰς αὐτὴν καὶ κατ’ ἐντολὴν τῆς Νομο-
2209θετικῆς Ἐξουσίας εἰς τὴν Ἐκτελεστικήν. Τοιαύτην ἐντολὴν
2210οὐδαμῶς ζητοῦμεν ὑπὲρ ἡμῶν· ζητοῦμεν αὐτὴν ὑπὲρ τῆς
2211Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, εἶναι δὲ ἡ ἐντολὴ ἐκ τῶν πάντοτε
2212παρεχομένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς Κυβέρνησιν κανονικῶς
2213ὑφισταμένην, τουτέστιν εἰς Κυβέρνησιν, τυγχάνουσαν τῆς
2214ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, ἀφοῦ ἐν κοινοβουλευτικῷ Κράτει δὲν
2215ὑφίσταται κανονικῶς Κυβέρνησις, μὴ ἀπολαύουσα τῆς ἐμπι-
2216στοσύνης τῆς Βουλῆς. Οὐδὲν ὅμως πλέον τούτου ἐπιτρέπε-
2217ται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐὰν
2218ἐζητοῦμεν παρ’ ἡμῶν πλέον τι τούτου, δὲν ἔπρεπε νὰ τυγ-
2219χάνωμεν τῆς ἐμπιστοσύνης ὑμῶν.
2220Τὸ νομοσχέδιον παρεστήθη, ὡς τι πρωτοφανὲς, ὡς παρέ-
2221χον ἀδείας, ὁποῖαι οὐδέποτε ἐν Συνταγματικῷ Κράτει ἐδό-
2222θησαν παρὰ τῆς Βουλῆς ἢ ἐζητήθησαν παρ’ αὐτῆς· καὶ
2223ὅμως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρέχει ἐλάσσονα τῶν ἐν παντὶ
2224Συνταγματικῷ Κράτει παρεχομένων εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν,
2225προκειμένου περὶ ἀδείας τοῦ δανείζεσθαι. Τὰ ὑπὸ ξένων κοι-
2226νοβουλίων ψηφιζόμενα νομοσχέδια περὶ δανείων τοῦ Δημο-
2227σίου, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οὐδὲν πλέον περιλαμβάνουσι τῆς
2228ἀδείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ δανείζεσθαι μέχρις ὡρισμέ-
2229νου ποσοῦ.
2230§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ.
2231§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ τῆς
2232διακοπῆς ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι τὸ μέχρις ὡρισμένου
2233ποσοῦ ἀποτελεῖ τὴν διαφοράν. Περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω,
2234καὶ τῳόντι τοῦτο ἀποτελεῖ διαφοράν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ δια-
2235φορὰν οὐχὶ ἐπὶ πλέον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ἐπὶ ἔλαττον.
2236Ὁπωσδήποτε ἡ ἄδεια τοῦ δανείζεσθαι μέχρις ὡρισμένου
2237ποσοῦ εἰς οὐδένα συνήθως ὑπὸ τῶν ξένων Κοινοβουλίων ὑπο-
2238βάλλεται περιορισμόν· ἐκεῖ πρωτοφανὴς θὰ ἐθεωρεῖτο ὁ πε-
2239ριορισμὸς τῆς ἀδείας διὰ κανονιστικῶν ἐν τῷ νόμῳ διατά-
2240ξεων. Διάταξις, ἐπιτρέπουσα τὸ δάνειον κάτω τῶν 6%,
2241εἶναι περιορισμὸς, ἐξαιρετικῶς ἀπαντῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ
2242τούτῳ καὶ μὴ συνήθης ἐν τοῖς νόμοις, δι’ ὧν τὰ ξένα Κοινο-
2243βούλια ἐπιτρέπουσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ πραγματο-
2244ποιῶσι δάνεια. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ διαφορά, ἣν ὑπέδειξεν ἡ
2245διακοπὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὑπάρχει ὁ προσδιορισμὸς τοῦ κε-
2246φαλαίου τοῦ δανείου.
2247§60ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ οἱ ἄλλοι ὅροι.
2248§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄλλοι ὅροι συνήθως δὲν ὑπάρχουσιν ἐν
2249τοιούτοις νόμοις ξένων Κρατῶν. Ὁ τύπος τῶν Γαλλικῶν
2250νόμων ἔχει οὕτω: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ
2251πραγματοποίησις παγίου χρέους (rente) μέχρι τοιούτου πο-
2252σοῦ»· οὐδὲν πλέον, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει μόνον, ὅτι
2253ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ πραγματοποίησις παγίου
2254χρέους, ἀλλὰ περιορίζει τὴν ἄδειαν διὰ τῶν ἐν ἄρθρῳ 1ῳ.
2255Ἐπὶ τούτοις ὁ κ. Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι παραλείπεται
2256ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅρος, περιλαμβανόμενος ἐν τοῖς Γαλλι-
2257κοῖς νόμοις, ὅτι ἐν τούτοις ὁρίζεται τὸ δάνειον κατὰ τὸ
2258ποσὸν, ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ποσὸν δὲν ἀναγράφεται.
2259Ἐκεῖ τίθεται ἀριθμητικὸν τὸ ὅριον τοῦτο, ἐνταῦθα δὲ τίθεται
2260πραγματικόν· ἐνταῦθα τίθεται τὸ ὅριον ἐν τῇ χρησιμοποιήσει
2261τοῦ κεφαλαίου, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς συνομολογήσεως δα-
2262νείου ποσοῦ ἀνωτέρου τοῦ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου
2263διατεθησομένου. Ἐπιτρέπεται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὴν
2264Κυβέρνησιν τὸ δανείζεσθαι, μόνον ἐφ’ ὅσον δύναται διὰ τῶν
2265ἑκάστοτε πραγματοποιουμένων δανείων ν’ ἀντικαθιστᾷ ὑφι-
2266στάμενα δάνεια. Τί εἶναι τοῦτο, εἰμὴ περιορισμός; Ὁ πε-
2267ριορισμὸς ἐκεῖ εἶναι ἀναγεγραμμένος εἰς ἑκατομμύρια, εἰς
2268δισεκατομμύριον, ἢ καὶ εἰς δισεκατομμύρια. Ἐνταῦθα ἔγ-
2269κειται ἐν τῷ ἐφικτῷ τῆς ἀντικαταστάσεως παλαιοτέρων
2270δανείων διὰ τῶν ἐπὶ τῇ παρεχομένῃ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου
2271ἀδείᾳ συνομολογουμένων. Ὁ περιορισμὸς ἄρα οὗτος ὑφίστα-
2272ται καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, στενώτερος μάλιστα ἢ ἀλλα-
2273χοῦ, ὑφίστανται ὅμως κατὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ περιορισμοὶ,
2274μὴ ἀπαντῶντες ἐν τοῖς νόμοις τῶν ξένων Κρατῶν.
2275Πλὴν τῶν ἐν ἄρθρῳ 1ῳ ἔχομεν τὸ 2ον ἄρθρον, ἐπιτρέ-
2276πον τροπὴν δανείων, ἀλλὰ μήπως αἱ τροπαὶ αὗται τῶν δα-
2277νείων ἐπιτρέπωνται ἄνευ περιορισμῶν; Τὸ σύστημα τῶν πε-
2278ριορισμῶν εἶναι πλῆρες ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ δὲν ἐνόησα
2279τὸν προαγορεύσαντα κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἰσχυριζόμε-
2280νον, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπεριορίστως δύναται ἡ Κυ-
2281βέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὰς τοιαύτας τροπὰς, ὅτι δύναται
2282νὰ καταργήσῃ τὸ χρεωλύσιον, δύναται ὅμως καὶ νὰ αὐ-
2283ξήσῃ διὰ τῆς τροπῆς τὸν τόκον. Διὰ τῆς τροπῆς δὲν ἐπι-
2284τρέπεται ἡ αὔξησις τοῦ ἐκ τοῦ τόκου βάρους· τὸ ἄρθρον, τὸ
2285πραγματευόμενον περὶ τῆς τροπῆς, λέγει ἀκριβῶς τὸ ἐναν-
2286τίον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. «Ἐπιτρέπεται
2287ὡσαύτως ἡ τροπὴ συνομολογημένων χρεωλυτικῶν δανείων
2288εἰς πάγια καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ὅρου τοῦ χρεωλυσίου ἄνευ
2289ἐπιβαρύνσεως τῶν συμπεφωνημένων ὑποχρεώσεων τοῦ Δη-
2290μοσίου»· τουτέστιν ἄνευ αὐξήσεως τοῦ ἐκ τοῦ τόκου βάρους,
2291ἄνευ παροχῆς εἰδικῶν ἐγγυήσεων, μήπω παρακεχωρημένων.
2292§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προσθέσατέ το.
2293§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς νὰ προσθέσω τὸ περιλαμβανόμενον
2294ἐν τῷ ἄρθρῳ; Ποῖαι εἶναι αἱ «συμπεφωνημέναι ὑποχρεώσεις
2295τοῦ Δημοσίου»; εἶναι αἱ περὶ τόκου, περὶ χρεωλυσίου, περὶ
2296εἰδικῶν ἐγγυήσεων· κατάργησις καὶ περιορισμὸς αὐτῶν διὰ
2297τῆς τροπῆς ἐπιτρέπεται, ἐπιβάρυνσις δὲ οὐδαμῶς, καὶ ὅμως
2298ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπὶ τῆς ἐπιτρεπομένης δῆθεν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου
2299ἐπιβαρύνσεως ἐστήριξε τὰς σκέψεις αὑτοῦ.
2300§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ χρεωλύσιον εἶναι ὑποχρέωσις.
2301§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ χρεωλύσιον εἶναι ὑποχρέωσις, ἑπομέ-
2302νως καὶ ταύτης, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων ὑποχρεώσεων, ἐπιτρέ-
2303πεται ἡ κατάργησις καὶ ὁ περιορισμὸς, οὐχὶ ὅμως καὶ ἡ ἐπι-
2304βάρυνσις. Ῥητῶς δὲ τὸ ἄρθρον 2 μνημονεύει τῆς ἐλαττώ-
2305σεως τοῦ χρεωλυσίου καὶ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ διὰ τῆς
2306ἀντικαταστάσεως παγίων δανείων εἰς τὰ χρεωλυτικὰ, διότι
2307ἄνευ τῆς ῥητῆς ταύτης μνείας ὑπῆρχε κίνδυνος, μήπως ἤθε-
2308λε παραστηθῆ ἡ τοῦ χρεωλυσίου κατάργησις ἢ ἐλάττωσις,
2309ὡς ἀπαγορευομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου, καθὸ περιλαμβάνουσα
2310καὶ ἐπιβάρυνσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, ὡς ἀνα-
2311κουφιζομένου μὲν δι’ αὐτῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῷ πα-
2312ρόντι, ἀλλ’ ἐπιβαρυνομένου ἐν τῷ μέλλοντι.
2313Κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2, αἱ ὁμολο-
2314γίαι, ὧν οἱ κάτοχοι δὲν ἀποδέχονται τὰς εἰρημένας μετα-
2315βολὰς, ἐξαγοράζονται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ· ἐπι-
2316τρέπεται ὅμως ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ἡ ἐξαγορὰ ὁμολογιῶν
2317ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τοῦ ἀρτίου, οὐχὶ βεβαίως ἐν τῇ περι-
2318πτώσει τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐξαγορᾶς τοῦ ἄρθρου 2, ἀλλὰ
2319διὰ χρησιμοποιήσεως τοῦ προϊόντος τῶν δανείων ἐν ἐλευθέρᾳ
2320συναλλαγῇ. Καὶ ἠκούσαμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ἐπικρινο-
2321μένην ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ἀλλὰ μόνον
2322τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, διότι θὰ ἠδίκουν τὸν κ.
2323Βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἐὰν ἐπέῤῥιπτον εἰς βάρος αὐτοῦ τοι-
2324αύτην παρατήρησιν, ἠκούσαμεν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρ-
2325καδίας, ἐπιφωνοῦντος: καὶ πῶς ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνη-
2326σιν νὰ ἀγοράζῃ ὁμολογίας κάτω τοῦ ἀρτίου; καὶ τίς θὰ
2327προσδιορίσῃ τὴν τιμήν; θὰ ἦναι μεσίτης οὗτος, ἢ θὰ ἦναι
2328τραπεζίτης; Καὶ μήπως δὲν γίνεται τοῦτο συνεχῶς; καὶ
2329ὅμως οὐδὲν γεννᾶται τοιοῦτο ζήτημα, διότι εὐτυχῶς αἱ
2330Κυβερνήσεις, αἱ τυγχάνουσαι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινο-
2331βουλίου, εἶναι ἀνώτεραι τοιούτων ὑπονοιῶν. Ἐν τῷ χρεω-
2332λυτικῷ δανείῳ τῶν 135,000,000 ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυ-
2333βέρνησιν κατ’ ἰδίαν αὐτῆς ἐπιλογήν, ὅπως, ἀντὶ τῆς ἐπὶ
2334τῷ ἀρτίῳ ἐξαγορᾶς κληρουμένων ὁμολογιῶν πρὸς ἐξόφλησιν
2335τῶν χρεωλυτικῶν δόσεων, προσφέρῃ εἰς ἐξόφλησιν ὁμολογίας,
2336ἀποκτωμένας παρ’ αὐτῆς ἐν ἐλευθέρᾳ συναλλαγῇ. Ἐπειδὴ
2337δὲ αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου ἐκείνου, ὡς ἀποφέροντος τόκον
23384%, κυκλοφοροῦσιν ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τοῦ ἀρτίου,
2339τὸ Δημόσιον πάντοτε προλαμβάνει τὴν κλήρωσιν προμη-
2340θευόμενον ἐν τῇ ἀγορᾷ τὰς ἐξοφλητέας ὁμολογίας, τὴν δὲ
2341προμήθειαν ἐντέλλεται εἰς τοὺς πράκτορας τῆς Ἑλλάδος ἐν
2342Λονδίνῳ ἢ ἐν Παρισίοις, ἐκτελοῦντας αὐτὴν ἐπὶ τῇ ἐν τῷ
2343χρηματιστικῷ δελτίῳ ἀναγεγραμμένῃ τρεχούσῃ ἀγοραίᾳ
2344τιμῇ. Οὕτως, ἐὰν προβῶμεν, ὡς ἐῤῥήθη, καὶ ὡς παρέστησα καὶ
2345ἐγὼ ὡς πιθανόν, εἰς τὴν ἐξαγορὰν τοῦ τετραμμένου δανείου
2346τοῦ 1824 καὶ 1825, ἢ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, καὶ
2347συμβῇ, ὥστε οἱ τίτλοι τῶν δανείων τούτων νὰ κυκλοφορῶ-
2348σιν ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τοῦ ἀρτίου, ἔχωμεν δὲ τὸ χρῆμα
2349διαθέσιμον πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐξαγορᾶς, δὲν
2350ἠθέλομεν παραβῆ καθῆκον πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐὰν
2351περιεμένομεν τὴν τελευταίαν ἡμέραν, ἵνα τότε πληρώσωμεν
2352ὑποχρεωτικῶς εἰς τὸν κάτοχον ἀρτίαν τὴν τιμὴν τῆς ὁμο-
2353λογίας καὶ δὲν ἐξηγοράζομεν αὐτὰς πρότερον, πωλουμένας
2354τυχὸν ἀντὶ 94 ἢ 95%; Ἀλλ’ ἀφίνοντες πάντα
2355ταῦτα, περὶ ὧν θὰ ἦτο ὅλως περιττὸς πᾶς λόγος, ἐὰν μὴ
2356ἐξεφράζετο ἐντεῦθεν ἡ ἰδέα, ὅτι εἶναι πρωτοφανεῖς αἱ ἄδειαι,
2357αἱ ἐν τῷ νόμῳ, ἃς ἐξετάσωμεν διατὶ ταῦτα, τὰ μηδόλως
2358πρωτοφανῆ, ταῦτα, τὰ ὅλως συνήθη, διατὶ αἱ ἄδειαι αὗται,
2359αἱ μᾶλλον περιωρισμέναι τῶν συνήθων, ζητοῦνται παρὰ τῆς
2360Κυβερνήσεως. Διατὶ δὲν παρουσιάζει καὶ ἐν τῇ περιστάσει
2361ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις καθωρισμένον σύστημα δανείων, ὅπως
2362ἔπραξεν ἐν τῷ δανείῳ τῶν λαχειοφόρων, ἢ πρὸς ἔγκρισιν
2363σύμβασιν συνωμολογημένην. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ περιλά-
2364βωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ πλείονα τῶν ἐν αὐτῷ ἀναγεγραμ-
2365μένων, πρέπει νὰ ἔχωμεν σύμβασιν συνωμολογημένην, διότι
2366τὰς λεπτομερείας μόνη ἡ διαπραγμάτευσις συμβάσεως κα-
2367θορίζει. Σύμβασιν συνωμολογημένην ἤδη δὲν ἔχομεν, ἐλπί-
2368ζομεν ὅμως προσεχῆ τὴν συνομολόγησιν, διευκολυνομένην ἐκ
2369τῆς βελτιώσεως τῶν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἐξωτε-
2370ρικῷ· ἀλλὰ μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἔργων ἡμῶν, ἐὰν μὴ
2371ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ἐξουσίαν, ὅπως κλείσῃ συμφωνίαν, πᾶσαν
2372διαπραγμάτευσιν δέον ν’ ἀναβάλῃ ἕως τῶν παραμονῶν τῆς
2373ἐπαναλήψεως τῶν Βουλευτικῶν ἐργασιῶν, διότι οὐδεὶς κλείει
2374συμφωνίαν, οὐδὲ διαπραγματεύεται περὶ αὐτῆς, ἄνευ βεβαι-
2375ότητος περὶ ἀμέσου κυρώσεως τοιούτων συμφωνιῶν. Ἐὰν
2376οἱ τραπεζῖται νομίζωσιν, ὅτι σήμερον δύναται νὰ γενῇ ἔκ-
2377δοσις δανείου ἐπὶ ὅροις ἐπωφελέσιν, ἡμεῖς δὲ τοῖς εἴπωμεν,
2378ὅτι δύνανται νὰ ὑποχρεωθῶσι σήμερον, ἵνα ἐκδώσωσι δάνειον
2379μετὰ τρεῖς μῆνας, ἢ μετὰ ἕξ μῆνας, ἢ καὶ ἀορίστως, ὡς
2380ὅταν πρόκηται περὶ ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, ἣν ἔγκρισιν δύ-
2381ναται ἡ μειονοψηφία ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ μῆνας πολλούς, διὰ
2382τῶν μέσων, ἅτινα διαθέτει, δὲν ἐπιλαμβάνονται οἱ τραπε-
2383ζῖται τοιαύτης διαπραγματεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπελαμβά-
2384νοντο αὐτῶν, εἶναι τῶν διαπραγματευομένων ὑπὲρ τοῦ Δη-
2385μοσίου μέγα κεφάλαιον ἡ ἐξασφάλισις τοῦ πρὸς ὃν δια-
2386πραγματεύονται, ὅτι εὐθὺς ἐπὶ τῇ ὑπογραφῇ εἶναι ἡ συμ-
2387φωνία πλήρης, ἐπιτρέπουσα τὴν ἄνευ χρονοτριβῆς ἔκδοσιν
2388τοῦ δανείου. Ἵνα δύνηται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπωφελῆται ἐκ
2389τῶν εὐκαιριῶν πρὸς ἐπιτυχῆ διαπραγμάτευσιν, πρέπει νὰ
2390ἔχῃ ἄδειαν γενικὴν, ταύτην δὲ ζητοῦμεν παρ’ ἡμῶν· ἀλλ’ οἱ
2391κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντιτάττουσιν, ὅτι, ἐπὶ τοιαύ-
2392της γενικῆς ἀδείας στηριζομένη, θὰ δύνηται ἡ Κυβέρνησις
2393νὰ κερδοσκοπῇ, ὡς ὁ ἔσχατος μεσίτης. Ἐπιτρέπεται εἰς Βου-
2394λευτὴν, ἔστω καὶ ἀντιπολιτευόμενον, νὰ φρονῇ καὶ νὰ λέγῃ,
2395ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἠθική, μόνον ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει τὰ
2396μέσα, ἵνα ᾖ ἀνήθικος; Ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ Κυβέρνησις
2397τῆς χώρας, πρὸς τί συζητοῦμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου; ἐὰν
2398νομίζωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μόνον δεσμευομένη ὑπὸ τοῦ
2399νόμου, δὲν ἐνεργεῖ κατὰ τὰς ὑπονοίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ τοῦ
2400ἐξ Ἀρκαδίας, παραστήσαντος, ὅτι θὰ διαδίδῃ ψευδεῖς εἰδή-
2401σεις, ἵνα καταῤῥίπτῃ τὰς τιμὰς τῶν ὁμολογιῶν καὶ ὕστε-
2402ρον πάλιν θὰ διαδίδῃ ἐπίσης ἀνύπαρκτα νέα πρὸς ἐπιτυ-
2403χίαν ὑψώσεως αὐτῶν, προσποριζομένη οὕτω ὑπὲρ τοῦ Δη-
2404μοσίου ψιχία ἐξευτελισμοῦ, ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ ἐνέργεια
2405τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, περὶ δεσμεύσεως αὐτῆς πολὺ
2406σπουδαιοτέρας πρέπει νὰ σκεπτώμεθα ἢ τῆς ἀποῤῥεούσης
2407ἐκ τῆς ἀρνήσεως τῶν ζητουμένων ἀδειῶν. Συζητοῦντες περὶ
2408τοιούτου νομοσχεδίου ἐν τῇ Βουλῇ, προϋποθέτομεν τὴν Κυ-
2409βέρνησιν, ἔχουσαν τὴν συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς
2410πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν, οἱ δὲ διαφω-
2411νοῦντες πρὸς τὴν προϋπόθεσιν ταύτην περὶ τοῦ νομοσχεδίου
2412ἀσκόπως συζητοῦσι.
2413Τὸ εὐρὺ τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀδείας παρέσχε τὸ ἐν-
2414δόσιμον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ἵνα παραστήσῃ ταύτην ὡς
2415ἀπεμπόλησιν τῶν προνομιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἵνα προ-
2416καλέσῃ τὴν Συμπολίτευσιν, ὅπως ἐπιτελέσῃ καθῆκον πρὸς
2417ἑαυτὴν, ἀποστέργουσα τὸ νομοσχέδιον. Τὸ καθῆκον τῆς πλει-
2418ονοψηφίας, ἵνα ἀμύνηται τῶν προνομιῶν τοῦ Κοινοβουλίου,
2419ἐπιτελεῖται παρὰ ταύτης προσηκόντως, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς
2420γινώσκει, ὅτι ἐῤῥωμένως ἀντετάχθη ἡ Συμπολίτευσις ὑπὲρ
2421τῶν προνομιῶν τῆς Βουλῆς, παραγνωριζομένων ὑπὸ τῆς μειο-
2422νοψηφίας, εἰς ἣν ἡ ὑπόμνησις τοῦ καθήκοντος ἦτο ἀναγ-
2423καία. Ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως εἶναι διατεθειμένη, ἵνα ζητῇ
2424παρὰ τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅ,τι αὕτη δὲν δύναται νὰ δώσῃ
2425ἄνευ παραβιασμοῦ τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῆς πρὸς τὴν Πολι-
2426τείαν. Ὑπὲρ πάντας κήδεται ἡ Κυβέρνησις τῶν δικαιωμά-
2427των τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως τῶν δικαιωμάτων τῆς πλειο-
2428νοψηφίας τῆς Βουλῆς, διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς
2429εἶναι ἡ δύναμις τῆς Κυβερνήσεως τῆς συνταγματικῆς,
2430εἶναι ἡ δύναμις ἡμῶν, καὶ ἐὰν ἐξ οἱουδήποτε λόγου ἐβλέ-
2431πομεν ἡμεῖς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅπερ ἀδύνατον, διατι-
2432θεμένην νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἡμᾶς τι, τὸ δυνάμενον νὰ μειώ-
2433σῃ τὴν θέσιν αὐτῆς, ἡμεῖς πρῶτοι ἠθέλομεν τὴν σταματή-
2434σει. Παράδοξον δὲ θὰ ἦτο τῷ ὄντι, ἂν ἡμεῖς ἐζητοῦμεν παρὰ
2435τῆς Βουλῆς τι τὸ καταβιβάζον αὐτήν, ἀφοῦ ἐκ τοῦ ὕψους
2436εἰς ὃ αὕτη ἵσταται, ἐξήρτηται καὶ ἡ θέσις ἡμῶν, τῶν περι-
2437βαλλομένων διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τυγχανόντων τῆς ὑπο-
2438στηρίξεως αὐτῆς. Ἡμεῖς δὲ αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην, ὅπως
2439ἱστάμεθα ὑψηλὰ, διότι, ὅπως πολεμούμεθα, μόνον ἱστά-
2440μενοι ὑψηλὰ, δυνάμεθα νὰ καταπονήσωμεν τοὺς ἀνοικείως
2441ἐπιτιθεμένους. Μή τις νομίσῃ, ὅτι θὰ ζητήσωμεν ὑπὲρ τῆς
2442ἀρχῆς, ἣν διαχειριζόμεθα, τὸ ἀποκλειστικῶς ἀνῆκον εἰς
2443ἄλλην ἀρχήν, ζητοῦμεν δὲ ἤδη ὑπὲρ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξου-
2444σίας ἐντολὴν τῆς Νομοθετικῆς κατὰ τὰ πρότυπα τῶν ξένων
2445κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν καὶ συνᾴδουσαν καθ’ ὅλα πρὸς τὰς
2446ἀρχὰς τοῦ κειμένου παρ’ ἡμῖν πολιτεύματος· εὐρεῖαν ζη-
2447τοῦμεν ἐντολὴν, ἀλλὰ νόμιμον καὶ εἰθισμένην, ἐπίσης δ’ εὐ-
2448ρεῖαν ἀναλαμβάνομεν καὶ τὴν ἀντίστοιχον εὐθύνην. Ἡ
2449Βουλὴ, ἐὰν ἐμμένῃ εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ὅπερ ἠσπά-
2450σατο, προταθὲν εἰς αὐτὴν παρ’ ἡμῶν, δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ
2451εἰς ἡμᾶς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀποῤῥοίας καὶ συμπλη-
2452ρώματος τοῦ συστήματος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, βελτιωθέντων
2453τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν τῆς πίστεως τῆς χώρας ἐπωφελεῖται
2454αὕτη ἐκ τῆς καταστάσεως πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν τοῦ δημοσίου
2455χρέους διὰ τρόπου, ἀνακουφίζοντος τὸν Προϋπολογισμόν· ἀλλ’
2456ἂν μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀναβάλλεται ἡ ἐξόφλησις
2457καὶ ἡ ἀπόλαυσις τῶν ἐκ τῆς βελτιωθείσης καταστάσεως
2458ἀγαθῶν. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δύναν-
2459ται νὰ φρονῶσιν, ὅτι, μὴ ἐπωφελούμενοι ἐκ τῆς καταστά-
2460σεως ταύτης πρὸς πρόοδον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ οἰκονομικοῦ
2461ἡμῶν συστήματος, δὲν ζημιοῦμεν τὸ Δημόσιον, ἐὰν δὲ ἔχωσι
2462πεποίθησιν εἰς τὰς θεωρίας αὐτῶν περὶ τοῦ πλημμελοῦς
2463τοῦ συστήματος, ἐπιτρέπεται ἴσως εἰς αὐτοὺς νὰ τὸ πολε-
2464μῶσιν, ἔστω καὶ διὰ τῶν πλαγίων τούτων μέσων, τουτέστι
2465μὴ ἐπιτρέποντες εἰς αὐτὸ νὰ παραγάγῃ τὰ εὐεργητικὰ αὐ-
2466τοῦ ἀποτελέσματα· ἀλλ’ οἱ πιστεύοντες εἰς τὸ σύστημα,
2467οἱ ἀναγνωρίζοντες, ὅτι ἡ τοσοῦτον βελτιωθεῖσα κατάστασις
2468τῆς χώρας εἶναι προϊὸν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἣν ἀπε-
2469δέχθη ἡ Βουλὴ, δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσι τὴν ψήφισιν τῶν
2470κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀδειῶν, δι’ ὧν θέλει προοδεύσει τὸ
2471ἔργον. Ποῖον δὲ ἰδίως τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτευχησό-
2472μενον; Ἀπεκδεχόμεθα ἐξ αὐτοῦ τὴν ἐπίτευξιν τροπῆς δα-
2473νείων πρὸς σκοπὸν καταργήσεως χρεωλυσίων. Ἀλλὰ τὴν
2474κατάργησιν τῶν χρεωλυσίων παριστῶσιν οἱ τῆς Ἀντιπολι-
2475τεύσεως, ὡς ἐπιτυγχανομένην δι’ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Δημοσίου
2476κατὰ τ’ ἄλλα, ἰδίως δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἰσχυ-
2477ρίσθη, ὅτι ἐν συνόλῳ ἐπεβαρύνθη ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκ τῶν
2478περὶ τοῦ δημοσίου χρέους τέως ἐνεργηθέντων, προσαγαγὼν
2479καὶ ἀθροίσεις συγκριτικὰς, εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ Δημόσιον
2480ἐπεβαρύνθη. Δὲν θὰ προέλθω τώρα εἰς ἐξέτασιν τῶν ἀθροί-
2481σεων τῶν ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους βαρῶν τοῦ Δημοσίου, ὡς
2482παρέστησεν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ παρελθὸν, ὁ κ. Βουλευτής·
2483ἀλλὰ μία ἑκάστη τῶν πράξεων, ὧν τὸ ἄθροισμα κατὰ
2484τὸν κ. Βουλευτὴν ἐπεβάρυνε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ δη-
2485μοσίου χρέους, περιλαμβάνει ἐλαττώσεις βαρῶν ἄνευ οὐδε-
2486μιᾶς αὐξήσεως βάρους. Ἔχομεν ἐλαττώσεις χρεωλυσίων, ἔχο-
2487μεν καταργήσεις χρεωλυσίων, ἔχομεν καὶ ἐλαττώσεις τόκων,
2488πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν ἐκ τοιούτων ἄρσεων βαρῶν νὰ προκύψῃ
2489ἄθροισμα αὐξήσεως τῶν βαρῶν τοῦ Κράτους; Ταῦτα εἶναι
2490ταχυδακτυλουργικὰ, ἀλλ’ ὡς τοιαῦτα ἔπρεπε τοὐλάχιστον
2491νὰ ἀπατῶσι τοὺς ἀντιλαμβανομένους αὐτῶν, ἐνῷ τὰ παρὰ τοῦ
2492κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης παραστηθέντα ἀπατῶσι μόνον αὐτόν.
2493§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἀριθμοὶ καὶ εὑρίσκονται
2494ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
2495§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ζητῶ νὰ εἴπητε, τίνες αὐξήσεις βαρῶν
2496ἐγένοντο καὶ πῶς ἐξ ἐλαττώσεων βαρῶν ἄνευ αὐξήσεων πα-
2497ρήχθη ἐν συνόλῳ αὔξησις βαρῶν· ἢ νομίζουσιν ὁ κ. Βουλευ-
2498τὴς ἐξ Ἄρτης καὶ οἱ ἄλλοι ὁμιλήσαντες ἐκ τῆς Ἀντιπολι-
2499τεύσεως, ὅτι, διότι παρέστησεν αὐτὸς τὴν προμήθειαν μετάλ-
2500λου ὡς δάνειον, ἄρα εἶναι αὕτη δάνειον καὶ ἐπάγεται τὰς
2501ἐκ τοῦ δανείου ἐπιβαρύνσεις; Αἱ πράξεις, δι’ ὧν ἀπεκτήθη
2502τὸ μέταλλον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀναλυόμεναι, περιλαμβάνουσι
2503καὶ δάνεια, ἀλλὰ συνάμα μετὰ τῶν συνομολογουμένων δα-
2504νείων περιλαμβάνουσι καὶ δάνεια ἐξοφλούμενα. Ὁ κ. Βου-
2505λευτής, θέλων νὰ παραστήσῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὡς
2506δανειζομένην, δὲν ὡμίλησε περὶ τῶν ἐξοφλουμένων δανείων,
2507ἐνῷ τὰ συνομολογούμενα, συμψηφιζόμενα μετὰ τῶν ἐξοφλου-
2508μένων, ἀφίνουσι καὶ περίσσευμα. Αὕτη εἶναι ἡ ταχυδακτυ-
2509λουργικὴ, δι’ ἧς ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν διὰ τοῦ περισσεύματος
2510τούτου ἐκφραζομένην ἐλάττωσιν τῶν ἐτησίων τοῦ Δημοσίου
2511δαπανῶν παρέστησεν ὡς αὔξησιν δαπάνης. Ὁ κ. Βουλευτὴς
2512ἐξ Ἄρτης ἰδίως φαίνεται στηρίζων τὸ οἰκοδόμημα αὑτοῦ ἐπὶ
2513τῆς ὑποθέσεως, ὅτι τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἐπάγεται
2514τὴν πληρωμὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μεταλλικοῦ, οὗ τινος ἡ
2515ἐτησία ἐξαγωγὴ ἄγει εὐθὺ εἰς τὸν οἰκονομικὸν ὄλεθρον· ἀλ-
2516λὰ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως ἐπάγεται καὶ τὴν ἐλάτ-
2517τωσιν τοῦ μεταλλικοῦ, τοῦ πληρονομένου εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
2518Πρὸς τὸ θέμα ὅμως τοῦτο τίνα ἔχουσι σχέσιν, ὅσα ἐξ ἀφορμῆς
2519τῶν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ μεταλλικοῦ εἶπεν ὁ κ. Βουλευ-
2520τὴς περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ περὶ καταστροφῶν
2521ἐπελευσομένων, ἄν, ὑφισταμένης ταύτης, μὴ ληφθῇ ἑτέρα τις
2522πρόνοια περὶ τῶν εἰς μεταλλικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους;
2523Ποία πρόνοια δύναται νὰ ληφθῇ περὶ ἐξοφλήσεως 25,000,
2524000 μεταλλικοῦ ἐτησίως εἰς τὸ ἐξωτερικόν ἄλλως, ἢ διὰ
2525προμηθείας μεταλλικοῦ; ποία δὲ περὶ προμηθείας μεταλλι-
2526κοῦ 25,000,000 δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια, μᾶλλον ἀνα-
2527κουφιστικὴ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς χρηματικῆς ἡμῶν ἀγορᾶς,
2528τοῦ παρ’ ἡμῶν χαραχθέντος καὶ ἀπαρεγκλίτως ἐφαρμοζο-
2529μένου συστήματος; Τίνα δ’ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία πα-
2530ρέχει συνδρομὴν εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ χρή-
2531ματος, τοῦ οὕτως ἐξερχομένου ἐκ τοῦ Κράτους; Ὅταν ἐν
2532τῷ Κράτει δὲν κυκλοφορῇ ὡς νόμισμα, εἰμὴ μόνον τὸ τρα-
2533πεζικὸν γραμμάτιον, ἡ τοιαύτη κυκλοφορία πολλὴν ἔχει
2534σημασίαν ὡς πρὸς τὰς συναλλαγὰς, ἀλλ’ ἡ ἐπιβάρυνσις τῆς
2535χώρας διὰ τῆς ἐτησίας ἐξαγωγῆς μεταλλικοῦ 25,000,000
2536μικρὸν αὐξάνει ἢ ἐλαττοῦται ἐκ τῆς διατηρήσεως ἢ τῆς ἄρ-
2537σεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγ-
2538καστικῆς κυκλοφορίας ἐπιδιώκομεν ἐπὶ σκοποῖς, ἀσχέτοις
2539πρὸς τὸ ἐξαγόμενον ἐξ ὑποχρεώσεων μεταλλικὸν τοῦ Κρά-
2540τους. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εὐκολύνουσα
2541τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν συναλλαγὰς, δύναται νὰ παρασύρῃ
2542τὸν ἐμπορευόμενον εἰς πράξεις πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐπιβαρυ-
2543νούσας τὴν χώραν· ἀλλ’ ἡ ἐξ ὑφισταμένων ὑποχρεώσεων ἐξα-
2544γωγῆς μεταλλικοῦ ἐπιβάρυνσις τῆς χώρας οὔτε αὐξάνει ἐκ
2545τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὔτε ἐλαττοῦ-
2546ται. Πρὸς τοιαῦτα σχετίζων ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης
2547τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὧν αὕτη μέχρι τοῦδε ἐπήρ-
2548κεσεν εἰς τὰς πληρωμὰς τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τῶν τοκομε-
2549ριδίων καὶ ἐξ ἑτέρων ὑποχρεώσεων, παρέστησεν, ὅτι ἡ πλη-
2550ρωμὴ ἐκτελουμένη κατὰ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἄγει
2551εἰς ὄλεθρον. Δανείζεσθε, εἶπεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀνακουφί-
2552ζοντες πρὸς στιγμὴν τὴν ἀγορὰν διὰ τοῦ εἰσαγομένου μεταλλι-
2553κοῦ, ἀλλὰ ταύτην πράγματι ἐπιβαρύνετε, διότι τὸ ποσὸν τοῦ
2554μεταλλικοῦ, ὅπερ οὕτως ἀπεκτήσατε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἶναι
2555ἐπιβάρυνσις τοῦ μέλλοντος. Ἄρα φρονεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι
2556ὑπάρχει τρόπος προμηθείας τοῦ μεταλλικοῦ ἄνευ ἐπιβαρύν-
2557σεως τῆς χώρας ἐν τῷ παρόντι ἢ ἐν τῷ μέλλοντι; Ἴσως
2558φρονεῖ, ὅτι δὲν θὰ ἐπεβάρυνε τὴν χώραν ἡ προμήθεια, ἄν, ἀντὶ
2559τῆς ἀποκτήσεως τοῦ μεταλλικοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διὰ δα-
2560νείων, ἀντικαθιστώντων ἐσωτερικὰ δάνεια ἐκ τραπεζικῶν
2561γραμματίων, ἀπεκτᾶτο τὸ μεταλλικὸν δι’ ἀγορᾶς συναλλάγ-
2562ματος ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Τοιαύτη ἀπόκτησις τοῦ μεταλλι-
2563κοῦ εἶναι ἡ ἐπιβαρυντικωτέρα πασῶν καὶ εἰς τὸ Δημόσιον
2564καὶ εἰς τὴν χώραν. Τὰ 25,000,000 πάντως θὰ ἀποτιθῶ-
2565σιν εἰς μεταλλικόν, καὶ ἐὰν μὲν ἀποκτηθῇ τὸ μεταλλικὸν
2566τοῦτο ἐν τῇ χώρᾳ, ἐξαντλεῖται ἡ ἀγορὰ καὶ ὑποτιμᾶται
2567τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἀναλόγως, ὑφισταμένου συνάμα
2568τοῦ Δημοσίου τὴν ζημίαν, τὴν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συ-
2569ναλλάγματος, ἐὰν δὲ ἀποκτηθῇ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διὰ δανείου
2570μεταλλικοῦ, ἀντικαθιστῶντος ἐξοφλούμενον ἐσωτερικὸν δά-
2571νειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἴσου ποσοῦ, τὸ Δημόσιον
2572οὐδεμίαν πληρόνει ὑπερτίμησιν, ἡ δὲ ἐγχώριος ἀγορὰ δὲν
2573ὑφίσταται τὴν ἐξάντλησιν τῶν μεταλλικῶν αὑτῆς ἀποτα-
2574μιευμάτων ἐν τῷ παρόντι, μηδὲ ἐν τῷ μέλλοντι, διότι, αἰρο-
2575μένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, αἱ ἐτήσιαι δόσεις τοῦ
2576τε συνομολογουμένου μεταλλικοῦ δανείου καὶ τοῦ καταρ-
2577γουμένου ἀντιστοίχου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια θ’ ἀπετίνον-
2578το ἀμφότερον εἰς μεταλλικὸν, ἡ δὲ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς
2579κυκλοφορίας, ἡ κατὰ τὸ ἐφαρμοζόμενον οἰκονομικὸν σύστη-
2580μα προσεχὴς, δέον καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἄρ-
2581της νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἐπὶ μακρόν.
2582§68ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐθεώρησα ἀδύνατον ἐπὶ τοῦ παρόντος
2583τὴν ἄρσιν.
2584§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἂν νομίζῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι δὲν
2585δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ προσεχῶς ἡ ἄρσις τῆς ἀναγ-
2586καστικῆς κυκλοφορίας, καίτοι ἐνόησα αὐτὸν εἰπόντα, ὅτι δὲν
2587ἐθεώρει τοῦτο ἀδύνατον, ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἀφορᾷ ἀτο-
2588μικῶς εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν, ὡς μὴ πιστεύοντα εἰς προ-
2589σεχῆ τὴν ἄρσιν, ἀφορᾷ ὅμως πάντως εἰς τοὺς φρονοῦντας,
2590ὅτι πρέπει ν’ ἀρθῇ ταχέως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ
2591εἰς τὸ ἐφαρμοζόμενον οἰκονομικὸν σύστημα, καθ’ ὃ θέλει ἀρ-
2592θῇ ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας
2593προχθὲς παρεπονεῖτο κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ἔβλε-
2594πεν ἐν αὐτῷ διάταξιν, ἐπιτρέπουσάν τι πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγ-
2595καστικῆς κυκλοφορίας. Οἱ τοιαῦτα φρονοῦντες, δὲν δύνανται
2596νὰ ἔχωσι τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ Δημοσίου διὰ
2597τῶν μεταλλικῶν δανείων, τῶν παρ’ ἡμῶν συνομολογουμένων
2598πρὸς ἐξόφλησιν δανείων διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, ἥτις
2599παρέχει εἰς τὸ Δημόσιον τὸ πρὸς πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων
2600μεταλλικὸν, εἶναι ὁ τρόπος, ὁ ὀλιγώτερον ὠφέλιμος εἰς τὸ
2601Δημόσιον πρὸς προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ. Ἡμεῖς φρονοῦ-
2602μεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία πρέπει ν’ ἀρθῇ ἐντὸς
2603χρονικοῦ ὁρίου, καὶ μάλιστα καθωρίσαμεν καὶ τὸ ὅριον τοῦ-
2604το κατὰ προσέγγισιν εἰς τετραετίαν. Ἐὰν τοῦτο ἐκτελεσθῇ,
2605τὰ δάνεια ταῦτα, δι’ ὧν ἀποκτᾶται τὸ μεταλλικὸν, τὰ ἐπὶ
2606συμψηφισμῷ πρὸς ἐσωτερικὰ δάνεια ἐκ τραπεζικῶν γραμ-
2607ματίων συνομολογούμενα, ἐπιβαρύνουσι τὸ Δημόσιον ἐπ’ ἐλά-
2608χιστον, ἴσως δὲ καὶ οὐδαμῶς, διότι, ἂν μετὰ τετραετίαν ἡ
2609ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν θὰ ὑφίσταται, αἱ ὑποχρεώσεις
2610εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, αἱ διὰ τῶν μεταλλικῶν δανείων
2611ἀντικαθιστάμεναι, θὰ ἦναι καὶ αὐταὶ ὑποχρεώσεις εἰς μεταλ-
2612λικόν· ἑπομένως ἡ μετὰ τετραετίαν ἐπιβάρυνσις τοῦ Δημο-
2613σίου καὶ τῆς χώρας θὰ ἦτο ἡ αὐτὴ καὶ ἐὰν ἡμεῖς μὴ προε-
2614μηθευόμεθα τὸ μεταλλικὸν δι’ ὑποκαταστάσεως μεταλλικῶν
2615δανείων εἰς τὰ ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων ἐσωτερικά· ἡ
2616τοιαύτη ὅμως προμήθεια, ἡ μετὰ τετραετίαν οὐδαμῶς ἐπιβα-
2617ρύνουσα τὸ Δημόσιον καὶ τὴν χώραν, μεγίστης ἐν τῷ πα-
2618ρόντι εἶναι πάροχος ὠφελείας εἴς τε τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὴν
2619χώραν, εἰς ἐκεῖνο μὲν, ὡς μὴ ἐπαγομένης τῆς προμηθείας
2620τὴν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος ζημίαν, εἰς
2621ταύτην δὲ ὡς ἀπαλλαττούσης τῆς τοιαύτης τοῦ μεταλλικοῦ
2622προμηθείας τὴν χρηματικὴν αὐτῆς ἀγορὰν ἀπὸ τῆς ζητή-
2623σεως μεταλλικοῦ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὡς διασωζούσης
2624τὸ μεταλλικὸν αὐτῆς ἀποταμίευμα ἀπὸ βεβαίας καὶ προσε-
2625χοῦς ἐξαντλήσεως. Ἂν μὴ ἀπεκτῶμεν τὸ πρὸς πληρωμὴν
2626τῶν τοκομεριδίων ἀναγκαῖον μεταλλικὸν διὰ δανείων ἀντὶ
2627χρυσοῦ συνομολογουμένων καὶ δι’ ὧν, πλὴν τῶν ἐξοφληθέν-
2628των ἤδη ἐσωτερικῶν δανείων, θὰ ἐξοφληθῶσιν ἔτι τὸ τῶν
262926,000,000, τὸ τῶν 20,000,000 τῆς ὁδοποιΐας, τὸ τῶν
26309,000,000, τὸ τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὸ τῆς ἀναγκαστι-
2631κῆς κυκλοφορίας, καὶ εἴ τι ἄλλο, ἀλλὰ προενοοῦμεν περὶ πλη-
2632ρωμῆς τῶν τοκομεριδίων, ἀγοράζοντες συνάλλαγμα ἐνταῦθα,
2633θὰ ὑφιστάμεθα τὴν ζημίαν ἐν τῇ ἀγορᾷ, τὴν ἐκ τῆς μεγάλης
2634τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ὑποτιμήσεως, εἰς τὸ ἔπα-
2635κρον ἐπιτεινομένης διὰ τῆς ζητήσεως συναλλάγματος ὑπὸ
2636τοῦ Δημοσίου, δὲν θ’ ἀπηλλαττόμεθα δὲ ἐκ τῆς ἐπιβαρύν-
2637σεως τῆς ἐκ τῆς καταβολῆς τῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δα-
2638νείων εἰς μεταλλικὸν, διότι μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστι-
2639κῆς κυκλοφορίας, ἤτοι μετὰ πάροδον τετραετίας περίπου,
2640τὰ τῆς ὑπηρεσίας πάντων τῶν δανείων ἀδιακρίτως, εἴτε με-
2641ταλλικῶν, εἴτε μὴ, θὰ καταβάλλωνται εἰς μεταλλικὸν, ἀφοῦ,
2642μὴ ὑφισταμένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ τραπεζικὸν
2643γραμμάτιον εἶναι ἐξαργυρωτέον ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει καὶ ἐπὶ τῷ
2644ἀρτίῳ. Ἀφοῦ ἄρα, κατὰ τὸ παρ’ ἡμῶν ἐφαρμοζόμενον σύ-
2645στημα, ὅπερ θέλει ἀπολήξει μετὰ τετραετίαν εἰς τὴν ἄρσιν
2646τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ἐκ τραπεζικῶν γραμμα-
2647τίων δάνεια θὰ ὑπηρετῶνται διὰ μεταλλικοῦ, διατὶ νὰ μὴ
2648τρέπωμεν ἤδη τὰ δάνεια ταῦτα, τὰ ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφο-
2649ρίᾳ διὰ τραπεζικῶν γραμματίων ὑπηρετούμενα, εἰς δάνεια
2650διὰ μεταλλικοῦ ὑπηρετούμενα, ἀποκτῶντες οὕτω τὸ μεταλ-
2651λικὸν κεφάλαιον, ἐνόσῳ εἶναι ὑπερτετιμημένον, καὶ ἀποτί-
2652νοντες τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ μετὰ τετραετίαν διὰ νομί-
2653σματος, ἀνταλλασσομένου ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ πρὸς τὸ τραπεζικὸν
2654γραμμάτιον; Ὡμίλησα καὶ περὶ τῆς εἰδικῆς ὠφελείας τοῦ
2655Δημοσίου, ἧς ἐμνήσθη καὶ ὁ κύριος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς,
2656εἰπὼν, ὅτε ἀπεκτῶμεν τὸ χρῆμα, τὸ εἰς μεταλλικὸν ἀποτι-
2657νόμενον, λογιστικῶς, καὶ οὐχὶ πραγματικῶς, ἐπὶ ἰσοτιμίᾳ
2658πρὸς τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον διὰ τῆς ὑποκαταστάσεως
2659τοῦ μεταλλικοῦ δανείου εἰς δάνειον ἐν νομίσματι ἀναγκαστι-
2660κῆς κυκλοφορίας, ἤτοι τραπεζικῶν γραμματίων. Τὰ περὶ
2661τοῦ ὑπολογισμοῦ, λογιστικοῦ ἢ πραγματικοῦ, δὲν σχετίζον-
2662ται πρὸς τὸ νομοσχέδιον· ἡ ὑποκατάστασις ὅμως δανείου
2663μεταλλικοῦ εἰς δάνειον τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι πρᾶξις,
2664ἀπαλλάττουσα τὸ Δημόσιον ἀπὸ τῆς ἀνάγκης ἀγορᾶς συ-
2665ναλλάγματος ὑπερτετιμημένου. Ἡ πρᾶξις αὕτη παριστᾶται
2666ὡς ἐπιζήμιος εἰς τὸ Δημόσιον, διότι τρέπομεν δάνειον χάρ-
2667τινον εἰς δάνειον μεταλλικὸν, διότι ἀναλαμβάνομεν τὴν ὑπο-
2668χρέωσιν νὰ πληρώσωμεν τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου εἰς
2669μέταλλον, ἀντὶ νὰ πληρώσωμεν αὐτὰ εἰς νόμισμα ἀναγκα-
2670στικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀλλὰ
2671καὶ τῶν διὰ τραπεζικῶν γραμματίων δανείων θέλομεν ἀπο-
2672τίνει τὴν ὑπηρεσίαν εἰς μέταλλον μετὰ τετραετίαν· τρέπον-
2673τες ἄρα αὐτὰ ἀπὸ τοῦδε εἰς μεταλλικὰ, προεξοφλοῦντες, οὕ-
2674τως εἰπεῖν, τὴν ὑποχρέωσιν, ἐξασφαλίζομεν ὑπὲρ τοῦ Δημο-
2675σίου καὶ τῆς χώρας ὠφέλειαν, ἥτις δὲν θὰ ἐπραγματοποιεῖ-
2676το, ἂν ἀφίετο νὰ παρέλθῃ ἄνευ τοιαύτης τροπῆς ἡ πρὸς τὴν
2677ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ταχθεῖσα διορία.
2678Τοιοῦτον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν τροπῶν, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῶν ἐπι-
2679ζητεῖται ἡ ἀπόκτησις μεταλλικοῦ, ἐφ’ ὅσον συνίσταται ἡ
2680τροπὴ εἰς τὴν διὰ μεταλλικῶν δανείων ἐξόφλησιν δανείων
2681τραπεζικῶν γραμματίων, ὅπως διὰ τοῦ οὕτως ἀποκτωμένου
2682μεταλλικοῦ ἀποτίνωνται τὰ τοκομερίδια τῶν μεταλλικῶν
2683δανείων. Τὸ διὰ τοιούτων τροπῶν προμηθευόμενον μεταλλι-
2684κὸν, αἰρομένης μετὰ τετραετίαν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
2685φορίας, ἀποκτᾶται δωρεάν.
2686§70ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μετὰ ἕνα αἰῶνα.
2687§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν περιορίζητε τὴν ἔνστασιν ἡμῶν εἰς
2688τὸ ἀπίθανον τῆς προσεχοῦς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
2689κλοφορίας, ὀφείλετε ν’ ἀποδείξητε τὸ βάσιμον τῆς περὶ τοῦ
2690ἀπιθάνου τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μετὰ
26914 ἔτη ὑμετέρας γνώμης, ἀφοῦ παρεστήσαμεν τοὺς λόγους,
2692δι’ οὓς θεωροῦμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀνθρωπίνως, βεβαιω-
2693μένον, ὅτι ὅσον οὔπω θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν πᾶν
2694τὸ ἀναγκαῖον πρὸς ἀπότισιν τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς
2695κυκλοφορίας ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν, διατηροῦντες καὶ μετὰ
2696τὴν ἀπότισιν ταύτην τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ. Ἐξο-
2697φληθέντων τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ
2698ἂν μὴ ἀρθῇ αὕτη, τ’ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὴν ἰσοτιμίαν
2699τῶν τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς τὸ μεταλλικὸν ἐπιτυγ-
2700χάνονται καὶ ἄνευ αὐτῆς. Οὕτω καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατωρθώθη,
2701ὅπως καὶ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας
2702ἐπιτευχθῇ ἰσοτιμία τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ τοῦ
2703μεταλλικοῦ· ταύτην δὲ τὴν ἰσοτιμίαν ἐπιζητοῦμεν καὶ,
2704ὁδεύοντες ἐν ᾗ ἐχαράξαμεν ὁδῷ, ὑπολαμβάνομεν ὅτι θὰ ἀπο-
2705κτήσωμεν ἐντὸς τετραετίας, εἴτε αἴροντες, εἴτε καὶ μὴ αἴ-
2706ροντες τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.
2707§72ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πῶς τοῦτο; Πρέπει νὰ μᾶς ἀναπτύξη-
2708τε τοὺς λόγους.
2709§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ζήτημα, εἰς οὗ τὴν ἀνάπτυξιν μὲ
2710προκαλεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, εἶναι ἐκ τῶν
2711εὐρυτέρων, καὶ θέμα, ἐφ’ οὗ δύναταί τις διὰ μακρῶν νὰ ὁμι-
2712λήσῃ· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη θεωρητικῆς ἀποδείξεως,
2713ὅταν, ὡς παρ’ ἡμῖν συμβαίνει, ἔχωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς
2714ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μαρτυροῦσαν περὶ τῶν κατ’ αὐ-
2715τήν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία φέρει ὑπερτίμησιν τοῦ με-
2716τάλλου ἕνεκα τῶν διὰ δανείων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προστι-
2717θεμένων τραπεζικῶν γραμματίων εἰς τὰ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ
2718κυκλοφορίᾳ ἐκδεδομένα, καὶ ὁσάκις δὲν προσετέθη εἰς τὰ
2719ἐκδεδομένα γραμμάτια ἀριθμὸς σπουδαῖος, χάριν τοιούτων
2720δανείων, ὑπερτίμησις τοῦ μεταλλικοῦ δὲν ἐπῆλθεν. Οὕτως ἐν
2721ἔτει 1877, ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τοὺς
2722πρώτους μῆνας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν παρήχθη
2723ὑπερτίμησις τοῦ μεταλλικοῦ, διότι τὸ ἀρχικῶς πραγματο-
2724ποιηθὲν διὰ γραμματίων ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δάνειον
2725ἦτο ἐλάχιστον, ἀλλ’ ὅτε βράδιον δάνεια ἐπὶ δανείων προσε-
2726τίθεντο, παρηκολούθει τὰς προσθήκας καὶ ἀνάλογος αὔξησις
2727τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἕως οὗ, πρὸς σωτηρίαν τῆς
2728χώρας ἀπὸ τῶν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμ-
2729ματίων καταστροφῶν, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἄρῃ τὴν
2730ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ἀλλὰ καὶ τότε δὲν περιέμενε
2731τὸ ἐμπόριον τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἄρσεως, ἵνα φέρῃ
2732τὴν ἰσοτιμίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τοῦ μεταλ-
2733λικοῦ· αὕτη ἐπῆλθε βαθμιαίως πρὸ τῆς ἄρσεως καὶ ἀναλό-
2734γως πρὸς τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας τῶν πλεονα-
2735ζόντων γραμματίων, καὶ πρὸς τὴν βεβαιότητα, ὅτι μετὰ
2736ὡρισμένην διορίαν τὰ ὑπολειπόμενα ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ θὰ
2737ἦσαν ἐξαργυρωτέα ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει. Ὁ λόγος τῆς σημερι-
2738νῆς ὑποτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι, ὅτι
2739ὑπάρχουσιν ἐκδεδομένα πέραν τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας γραμ-
2740μάτια τραπεζικὰ 60,000,000, αὐξάνοντα ὑπερμέτρως τὴν
2741ζήτησιν τοῦ χρυσοῦ καὶ καθιστῶντα ταύτην δυσανάλογον
2742πρὸς τὴν προσφοράν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ
2743τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκδοθῶσιν εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ
2744γραμμάτια, πλὴν τῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν ἰδίῳ
2745δικαιώματι ἐκδεδομένων 27,000,000, ἑξήκοντα ἔτι ἑκα-
2746τομμύρια, ἄνευ παρεπομένης ὑποτιμήσεως αὐτῶν, θὰ ἠδυνά-
2747μεθα ν’ ἀξιῶμεν, ὅτι εὕρομεν τὸν φιλοσοφικὸν λίθον, διότι
2748τί ἁπλούστερον πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου,
2749ἢ νὰ αὐξάνωμεν τὸ χάρτινον νόμισμα κατ’ ἀρέσκειαν, μετα-
2750τρέποντες αὐτὸ εἰς χρυσὸν ἐπὶ ἰσοτιμίᾳ; Τὰ πράγματα δια-
2751ψεύδουσι τοιαύτας προσδοκίας, καὶ ἡ ὑποτίμησις παρακο-
2752λουθεῖ τὴν πλεονάζουσαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἔκ-
2753δοσιν, ὅταν ταῦτα δὲν ἦναι ἐξαργυρωτέα ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει.
2754Ὅταν δὲ ἡ ἀναλογία μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν
2755γραμματίων, τῶν κυκλοφορούντων ἐν ἰδίῳ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
2756πέζης δικαιώματι, τουτέστι τοῦ καθ’ ὑπολογισμὸν ἀνταπο-
2757κρινομένου πρὸς τὰς κανονικὰς συναλλαγὰς, καὶ τοῦ ποσοῦ,
2758τοῦ ἐκδοθέντος ὡς δανείου πρὸς τὸ Δημόσιον, ῥίψαν αὐτὸ εἰς
2759τὴν κυκλοφορίαν, ὅταν ἡ ἀναλογία ᾖναι ὡς ἑξήκοντα ἑκα-
2760τομμυρίων πρὸς εἴκοσιν ἑπτὰ ἑκατομμύρια, δὲν πρέπει νὰ
2761θαυμάζωμεν, ὅτι ὑπερτιμᾶται ὁ χρυσὸς, ἀλλ’ ὅτι τοσοῦτον
2762μόνον ὑπερτιμᾶται· διότι, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι πρὸς
2763τοῖς 60,000,000 ἔχομεν καὶ 16,000,000 κερματικὰ γραμ-
2764μάτια, κυκλοφοροῦντα ὡς ἀκέραιον νόμισμα, ἀναγκαζόμεθα
2765ν’ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ κατὰ 24½ μόνον τοῖς ἑκατὸν
2766ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ὀφείλεται εἰς πρό-
2767νοιαν ἄλλην, ἧς τὰ παρ’ ἐμοῦ ῥηθέντα δίδουσι τὴν κλεῖδα.
2768Ὅταν ἄρα ἐκλείψῃ τὸ καθ’ ὑπέρβασιν τῆς κανονικῆς ἀνάγ-
2769κης κυκλοφοροῦν ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων διὰ τῆς
2770ἀποσβέσεως τῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἰς γραμμάτια δα-
2771νείων τῶν Τραπεζῶν, καὶ περιορισθῶσι τὰ κυκλοφοροῦντα
2772τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ἀνταποκρινόμενον
2773πρὸς τὰς ἐπὶ μεταλλικῇ κυκλοφορίᾳ ἀνάγκας τῆς κοινωνίας,
2774ἀφεύκτως θὰ ἐπέλθῃ ἰσοτιμία τραπεζικῶν γραμματίων καὶ
2775μεταλλικοῦ νομίσματος, ἔστω καὶ ἂν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκα-
2776στικῆς κυκλοφορίας μὴ πραγματοποιηθῇ συγχρόνως.
2777§74ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πῶς θὰ ἐκλείψῃ ἡ ἀναγκαστική;
2778§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ πλεονάζοντα γραμμάτια κεφαλαίων
277960 ἑκατομμυρίων—ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀκεραίων, διότι τὰ
278014,000,000 τῶν κερματικῶν δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἐν
2781μεταλλικῇ κυκλοφορίᾳ, ἄνευ ὅμως τῆς ἀπαλλακτικῆς ἀξίας
2782τῶν ἀκεραίων,—τὰ πλεονάζοντα ἀκέραια γραμμάτια, τὰ
2783χάριν δανείων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκδοθέντα, εὐχερῶς δύ-
2784νανται ἐντὸς τετραετίας δι’ ἀποσβέσεως τῶν δανείων νὰ
2785ἐξαφανισθῶσι. Πρὸς τοῦτο δέον νὰ ὑποκατασταθῶσιν εἰς
2786τὰ δάνεια ταῦτα, ἀποφέροντα τόκον 1%, μεταλλικὰ
2787δάνεια ἐπὶ τόκῳ 6%, βεβαίως δ’ ὁ Προϋπολογισμὸς
2788δύναται νὰ βαστάσῃ τὴν ἐκ 3,000,000 δραχμῶν διαφορὰν
2789τῆς ἐτησίας καταβολῆς, ἀφοῦ ἄμεσον ἐπιτευχθησόμενον
2790ἀντάλλαγμα αὐτῆς θὰ ᾖναι ἡ ἀφαίρεσις ἐκ τοῦ Προϋπο-
2791λογισμοῦ 7,000,000, ἀναγραφομένων δι’ ἔξοδα διαφορᾶς
2792συναλλάγματος, ἡ δὲ πληρωμὴ τῶν 3,000,000 θέλει γίνε-
2793σθαι ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Δημοσίου ὑπερτριπλασία.
2794Ταῦτα, τὰ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἰσοτι-
2795μίας τῶν γραμματίων καὶ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἐῤ-
2796ῥήθησαν παρὰ τῶν προαγορευσάντων, εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν
2797ὑπάρχει ἀνάγκη τῶν ἀδειῶν, τῶν παρεχομένων ὑπὸ τοῦ νο-
2798μοσχεδίου, διότι αὗται ἀπολήγουσιν εἰς δάνεια μεταλλικὰ,
2799σκοποῦντα τὴν διὰ τροπῆς τῶν ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων
2800δανείων πληρωμὴν τῶν εἰς μεταλλικὸν ὑποχρεώσεων τοῦ
2801Δημοσίου. Βεβαίως εἶναι καὶ τοῦτο ἓν τῶν ἐπιδιωκομένων,
2802ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μόνον. Κυριωδέστερον τῶν ἐπιδιωκομένων
2803εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν βαρῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ
2804τοῦτο εὐθὺς ἀπὸ τοῦ 1889. Θέλουσιν ἴσως χρησιμοποιηθῆ
2805ἄδειαι τοῦ νομοσχεδίου καὶ πρὸς καταρτισθεῖσαν ἤδη συμ-
2806φωνίαν, ἥτις, ἂν μὴ παρείχοντο τῇ Κυβερνήσει αἱ εἰρημέναι
2807ἄδειαι, ἔδει νὰ παρουσιασθῇ πρὸς κύρωσιν, ὡς αὐτοτελὴς σύμ-
2808βασις εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφορᾷ δὲ ἡ συμφωνία εἰς δάνειον
280930,000,000 φράγκων πρὸς ἐξόφλησιν τῶν δύο προσωρινῶν
2810δανείων τῶν 10,200,000 φράγκων καὶ τῶν 400,000 λιρῶν.
2811Ταῦτα τὰ δάνεια συνωμολογήθησαν ὡς προσωρινὰ, ἐπὶ τῇ
2812ἐπαγγελίᾳ, ὅτι θέλουσι μετατραπῆ εἰς πάγια, τοῦτο δὲ γίνε-
2813ται ἤδη εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἐπαγγελίας, τῆς τότε. Ἤδη δὲ
2814ἐρωτώμεθα: «αἱ διὰ τῶν κεφαλαίων τῶν προσωρινῶν δανείων
2815γενόμεναι πράξεις τροπῆς θέλουσιν ἐξακολουθήσει ὑφιστάμεναι
2816μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν δανείων ἐκείνων;» Βεβαίως. Οὐδὲν
2817μεταβάλλεται τῶν τότε γενομένων. Τὸ δάνειον τῶν 400,000
2818λιρῶν ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν τροπὴν τῶν δανείων, τῶν διὰ
2819συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνωμολογημένων,
2820τὸ δάνειον δὲ τῶν 10,200,000 δραχμῶν ἐχρησίμευσεν εἰς
2821τροπὴν δανείου ἰσοτίμου, ἤτοι 10,200,000 ἐκ τῶν τῆς
2822ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἑπομένως κατηργήθη τὸ ἰσότι-
2823μον τοῦτο δάνειον κατὰ τὰς ἐν τοῖς βιβλίοις ἐγγραφάς, μὴ
2824διακρινούσας τὴν ἀξίαν ἀπὸ τῆς τοῦ νομίσματος τῆς ἀναγ-
2825καστικῆς κυκλοφορίας, καὶ αἱ παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος
2826ἐκφρασθεῖσαι ὑπόνοιαι, ὅτι ἴσως καὶ πάλιν ἀποδοθῶσιν εἰς
2827τὴν κυκλοφορίαν τὰ τραπεζικὰ ταῦτα γραμμάτια, καὶ ὁ
2828παρ’ αὐτοῦ χαρακτηρισμὸς τῆς ἀπαντήσεώς μου τῆς προχθὲς
2829ὡς ἀμφιβολόγου, ἵνα ἐπὶ τῆς δῆθεν ἀμφιβολογίας ταύ-
2830της στηρίξῃ τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ, ὅτι θέλομεν ἀποδώσει
2831εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τὰ δέκα ταῦτα ἑκα-
2832τομμύρια, ταῦτα πάντα στεροῦνται ὑποστάσεως. Τὰ
283310,200,000 δραχμῶν τοῦ προσωρινοῦ δανείου, τοῦ κατὰ
2834Νοέμβριον τοῦ 1887 συνωμολογηθέντος, ἐχρησίμευσαν πρὸς
2835τροπὴν ἴσου ποσοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τοῦ δανείου
2836τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο
2837δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς κυκλοφορίαν. Ἤδη τὸ δάνειον
2838τῶν 10,200,000 δραχμῶν ἀπὸ προσωρινοῦ μετατρέπεται
2839εἰς πάγιον, ἡ διάθεσις ὅμως αὐτοῦ πρὸς τροπὴν τῶν 10,200,
2840000 τραπεζικῶν γραμματίων δὲν μεταβάλλεται.
2841§76ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατεθέσατε 13,000,000.
2842§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 13,000,000 κατεθέσαμεν. Ἡ κατάθεσις
2843αὕτη ἦτο εἰδικὴ ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν συνωμολογησάντων τὸ
2844προσωρινὸν δάνειον· σήμερον δὲ οἱ συνωμολογοῦντες τὸ πά-
2845γιον δάνειον, δι’ οὗ ἐξοφλεῖται τὸ προσωρινόν, οὐδεμίαν ζη-
2846τοῦσιν εἰδικὴν ἐγγύησιν, ἐπανέρχεται ἄρα εἰς τὸ δημόσιον
2847ταμεῖον τὸ ὑπόλοιπον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν καταργη-
2848θέντων 10,200,000.
2849Παρεστήθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι οἱ δανείζοντες οὐδεμίαν ἀπο-
2850δίδουσι σημασίαν εἰς τὰς ἐγγυήσεις, ὅτι σημασίαν ἀποδί-
2851δουσιν μόνον εἰς τὸ μονοπώλιον, ὅτι τὸ ἐπιτευχθὲν διὰ τῆς
2852συνωμολογήσεως δανείου 30,000,000 ἄνευ εἰδικῆς ἐγγυή-
2853σεως οὐδεμίαν δεικνύει πρόοδον ἐν τῇ πίστει τοῦ Κράτους,
2854ὅτι τὰ δάνεια, τὰ μέχρι τοῦδε συνωμολογούμενα ἐπὶ εἰδικαῖς
2855ἐγγυήσεσι, τὰς εἰδικὰς ἐγγυήσεις ἔφερον ἄνευ λόγου τινὸς
2856ἀνάγκης, ἀλλ’ ὡς ἁπλᾶ κοσμήματα, λίαν ἐπαχθῆ ὅμως εἰς
2857τὸ Δημόσιον, ἀφαιροῦντα ἀπ’ αὐτοῦ κατὰ τὰ διαλείμματα
2858τῶν διοριῶν τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων τὴν διαχείρισιν τοῦ
2859ἐκ τῶν εἰδικῶν τούτων ἐγγυήσεων εἰσπραττομένου χρήμα-
2860τος, ἀναπληρουμένου διὰ τῆς ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων
2861εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Τὰς εἰδικὰς ἐγγυήσεις παρέστησεν
2862ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὡς μηδὲν προσθετούσας
2863εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ δανείου, καθὸ μηδόλως ἐξασφαλιζομένης
2864δι’ αὐτῶν τῆς πληρωμῆς τοῦ δανείου, μηδὲ καὶ αὐτῆς κἂν
2865τῆς καταθέσεως εἰς τὰς Τραπέζας τοῦ ἐξ αὐτῶν ἐνεχύρου.
2866Νομίζω μάλιστα, ὅτι ὑπῆρξε καὶ Κυβέρνησις, οὐχὶ ἄγνω-
2867στος εἰς τὸν κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν, ἐκ προοιμίων
2868κυρώσασα τοὺς λόγους αὐτοῦ, ὡς μὴ καταθέσασα τὸ ἐνέχυ-
2869ρον εἰς τὰς Τραπέζας, ἀλλὰ διαθέσασα τὰς ἐκ τῶν εἰδικῶν
2870ἐγγυήσεων εἰσπράξεις ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου.
2871Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρξῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι Κυβέρνησις, μὴ ἀπα-
2872ξιοῦσα νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ, ὁ ἐκ Τριφυλίας ἀξιότιμος Βου-
2873λευτής, ὁ καταγγείλας τὴν πρᾶξιν τότε, καίτοι ἦτο κατὰ
2874τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον συμπολιτευόμενος, θέλει καὶ πάλιν
2875καταγγείλει αὐτὴν μὴ ἀποθαῤῥυνόμενος ἐκ τοῦ ἀρνητικοῦ
2876ἀποτελέσματος τῆς πρώτης καταγγελίας. Ἀναντιῤῥήτως
2877δύναται Κυβέρνησίς τις νὰ μὴ καταθέσῃ εἰς τὰς Τραπέ-
2878ζας τὰς προσόδους, τὰς ἐκ τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων, ἀλλὰ
2879κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν
2880μονοπωλίων ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῶν ἀναδόχων τοῦ πρὸς ταύ-
2881την συνδεομένου δανείου. Ἡ Κυβέρνησις περὶ ταῦτα δύνα-
2882ται νὰ πράξῃ, ὅ,τι αὐτὴ θέλει, ἀλλὰ πράττει μόνον τὰ νό-
2883μιμα, καὶ ἂν εὑρέθη Κυβέρνησις, ἐνεργήσασα ὡς προεῖπον,
2884πρόκειται ἡ ἐνέργεια αὐτῆς αὕτη ὡς ὑπόδειγμα πρὸς ἀπο-
2885τροπήν. Ἄσκοπος εἶναι ἡ ἐξέτασις περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως
2886τῶν ἐκ τοῦ δανείου ὑποχρεώσεων διὰ τῶν εἰδικῶν ἐγγυή-
2887σεων καὶ περὶ τῆς μείζονος δυσχερείας πρὸς ἀθέτησιν τῶν ἐκ
2888τῶν εἰδικῶν ἐγγυήσεων ὑποχρεώσεων, ἢ τῶν ἐκ τοῦ δανείου,
2889ἀρκεῖ, ὅτι οἱ δανείζοντες πιστεύουσιν εἰς τὴν διὰ τῶν εἰδι-
2890κῶν ἐγγυήσεων ἐξασφάλισιν· ἀπόδειξις δὲ τούτου, ὅτι μό-
2891νον τώρα συνῄνεσαν, ἵνα διαπραγματευθῶσι περὶ δανείου
2892ἄνευ ἐγγυήσεων, ἀλλὰ καὶ τώρα διαπραγματεύονται περὶ
2893τοιούτου δανείου ἐπὶ ὅροις βαρυτέροις, ἢ ἂν συνωδεύετο τὸ
2894δάνειον ὑπὸ εἰδικῶν ἐγγυήσεων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι,
2895ὡς βαίνομεν, ἐντὸς ὀλίγου θέλουσι συνομολογεῖσθαι τὰ δά-
2896νεια, τὰ ἄνευ ἐγγυήσεως, ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὅροις καὶ τὰ δά-
2897νεια τὰ ὑπὸ εἰδικὰς ἐγγυήσεις, ἀλλὰ σήμερον ἔτι δὲν ἔχει
2898οὕτω. Σήμερον ἀπηλαύσαμεν τούτου, ὅτι δυνάμεθα νὰ δα-
2899νεισθῶμεν ἄνευ εἰδικῆς ἐγγυήσεως ἐπὶ ὅροις εὐλόγοις, καίπερ
2900βαρυτέροις, ἢ ἂν ἐδανειζόμεθα παρέχοντες εἰδικὰς ἐγγυή-
2901σεις. Ἐπίσης δὲ ὑπὸ εἰδικὰς ἐγγυήσεις δανειζόμενοι, ὑφι-
2902στάμεθα ὑποχρεώσεις βαρυτέρας, ἢ ἂν ἐδανειζόμεθα παρέ-
2903χοντες εἰς ἐξασφάλισιν τοῦ δανείου τὴν διαχείρισιν μονο-
2904πωλίων. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅπως ἀναπτύσσεται ἡ
2905πίστις ἡμῶν, ἐντὸς ὀλίγου οὐδεμία θὰ ὑπάρχῃ διάκρισις
2906μεταξὺ δανείου στηριζομένου ἐπὶ διαχειρίσεως μονοπωλίου,
2907καὶ δανείου στηριζομένου ἐπὶ εἰδικῆς ἐγγυήσεως, καὶ δα-
2908νείου ἄνευ εἰδικῆς ἐγγυήσεως. Σήμερον ὅμως ὑφίσταται ἔτι
2909ἡ διάκρισις, ἀλλὰ μέγα ἐπὶ τὰ πρόσω βῆμα εἶναι τὸ πραγ-
2910ματοποιούμενον ἤδη δάνειον ἐπὶ ὅρῳ πραγματικοῦ κεφα-
2911λαίου 68 καὶ ⅛%, ἐνῷ πρὸ ἔτους ἤ τι πλέον, τουτέ-
2912στιν, ὅτε συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 135,000,000, ὁ
2913ὅρος τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου ἦτο κατώτερος, καίτοι
2914συνεδέετο πρὸς τὸ δάνειον ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων.
2915Τότε συνωμολογήσαμεν τὸ δάνειον ἀντὶ πραγματικοῦ κεφα-
2916λαίου 67 καὶ 40)00, ἐκχωροῦντες καὶ τὴν διαχεί-
2917ρισιν τῶν μονοπωλίων· σήμερον ἄνευ τοιαύτης ἐκχωρήσεως
2918ἀποκτῶμεν τὸ δάνειον ἐπὶ πραγματικῷ κεφαλαίῳ 68 καὶ
2919⅛%, ἀλλὰ τὸ δάνειον, τὸ στηριζόμενον ἐπὶ τῆς διαχει-
2920ρίσεως τῶν μονοπωλίων, σήμερον τιμᾶται ἐν τῇ ἀγορᾷ 76%·
2921τὴν τιμὴν δὲ ταύτην πρέπει νὰ παραβάλωμεν
2922οὐχὶ πρὸς τὴν τῶν 68 καὶ ⅛% τοῦ νῦν συνομο-
2923λογουμένου, ἀλλὰ πρὸς τὴν τιμήν, ἐφ’ ᾗ θέλει τοῦτο διατι-
2924μηθῆ ἐν τῇ ἀγορᾷ μετὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ ἥτις προσδοκᾶται
2925πολὺ ἀνωτέρα. Τὸ δάνειον τοῦτο, μὴ συνδεόμενον πρὸς εἰ-
2926δικὰς ἐγγυήσεις καὶ ὑποκαθιστάμενον εἰς δάνειον προσωρι-
2927νὸν ἐκ 10,200,000 δραχμῶν, ἐπὶ ἐνεχύρῳ 13,000,000,
2928λύει μὲν τὸ ἐνέχυρον, ἀλλὰ δὲν ἀποδίδει εἰς τὴν κυκλοφο-
2929ρίαν τὰ ἀντιστοιχοῦντα πρὸς τὸ προσωρινὸν δάνειον τρα-
2930πεζικὰ γραμμάτια, διότι ταῦτα, παγιωθέντος ἤδη τοῦ τέως
2931προσωρινοῦ δανείου, ὁριστικῶς κατηργήθησαν. Τὰ ἐπὶ πλέον
2932κατατεθέντα ὡς ἐνέχυρον δύνανται ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν
2933κυκλοφορίαν, ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς διαχειρί-
2934σεως τοῦ Δημοσίου, αἱ δὲ ἀνάγκαι τῆς διαχειρίσεως θὰ
2935κανονίσωσιν, ἂν θὰ γένηται, ἢ οὔ, διάθεσις αὐτῶν.
2936Συμπεραίνων, λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον οὐδόλως εἶναι
2937καινοφανὲς· ὑποβάλλει τὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρεχομένας
2938ἀδείας περὶ συνομολόγησιν δανείων εἰς περιορισμοὺς ἀνωτέ-
2939ρους τῶν συνήθως ἀπαντώντων ἐν τοῖς περὶ δανείων νόμοις
2940ξένων Κρατῶν· εἶναι νομοσχέδιον ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ οὐχὶ
2941εἰς τὰ πρόσωπα τῶν κυβερνώντων, τυγχάνοντα βεβαίως τῆς
2942ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, μηδεμίαν ὅμως ἔχοντα σήμερον
2943ἀφορμὴν, ἵνα ζητήσωσι τὴν ἔκφρασιν αὐτῆς, ἀφοῦ περὶ
2944τούτου οὐδεμία ἐκδηλοῦται ἀμφιβολία· εἶναι νομοσχέδιον
2945ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, πρὸς πᾶ-
2946σαν αὐτῆς Κυβέρνησιν· εἶναι νομοσχέδιον, δι’ οὗ παρέχει ἡ
2947Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἐμπιστεύεται, διότι
2948πᾶσα λειτουργοῦσα Κυβέρνησις τυγχάνει τῆς ἐμπιστοσύνης
2949αὐτῆς, τὴν ἐξουσίαν, ἵνα προβῇ εἰς πράξεις, δι’ ὧν θέλει τε-
2950θῇ τὸ ἐπιστέγασμα εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἣν μέ-
2951χρι τοῦδε, χάρις εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἠδυνήθημεν νὰ
2952διεξαγάγωμεν εὐτυχῶς.
2953§78Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
2954μικῶν εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ μικροῦ, ὅτι οἱ ἀντιπολι-
2955τευόμενοι, ἀμφισβητοῦντες, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ παρα-
2956χωρηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἐξουσία, ἡ διὰ τοῦ ὑπὸ συζή-
2957τησιν νομοσχεδίου ζητουμένη, ὡμίλησαν περὶ ἰσοτιμίας τοῦ
2958τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸ μεταλλικὸν, καὶ περὶ τῆς
2959ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δη-
2960μοσίων χρεῶν. Χρησιμοποιεῖ δ’ ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν ἀτα-
2961ξίαν, ἥτις ἔλαβε χώραν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νο-
2962μοσχεδίου τούτου, ὡς ἐχρησιμοποίησε προχθὲς καὶ τὴν ἀτα-
2963ξίαν, ἥτις συνέβη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ
2964ἐκδόσεως λαχειοφόρου δανείου. Ἀληθῶς δὲν ἦσαν συναφῆ
2965μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅσα ἐλέχθησαν περὶ ἄρ-
2966σεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ περὶ χρέους τοῦ
2967Δημοσίου καὶ περὶ ἰσοτιμίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου
2968πρὸς τὸ μεταλλικόν.
2969Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου, ἐξ Ἄρτης, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει
2970τὴν ἰδιότητα τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὡς συζητητοῦ, ἐξέθηκεν
2971ἑαυτὸν εἰς τὰς διαψεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν χρόνῳ,
2972καθ’ ὃν δὲν εἶχεν ἐν χερσὶ τὰς ἀποδείξεις, διὰ νὰ βεβαιώσῃ
2973τὴν ἀλήθειαν τῶν λεχθέντων ὑπ’ αὐτοῦ. Φαίνεται ἀληθῶς,
2974ὅτι ἔχει ἀτελῆ γνῶσιν τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
2975γοῦ. Ὁ κ. Καραπάνος, ὁμιλῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς κατα-
2976στάσεως τοῦ Κράτους, ἰσχυρίσθη, ὅτι κατὰ τὸ 1889 ηὔ-
2977ξησε τὸ δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ὀφείλομεν
2978κατὰ τὸ 1889 περισσότερα ἢ ὅσα ὠφείλομεν κατὰ τὸ 1888.
2979Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσπευσε νὰ διαψεύσῃ αὐτὸν, πεπεισμέ-
2980νος, ὅτι ὁ κ. Καραπάνος δὲν ἔχει προχείρους τὰς ἀποδεί-
2981ξεις, ἵνα ἀναιρέσῃ τὴν διάψευσιν αὐτοῦ. Καὶ ἐξέδραμε μὲν
2982ὁ κ. Καραπάνος ἐπὶ συζήτησιν ἀλλοτρίαν τοῦ νομοσχεδίου,
2983προσήκουσαν δ’ εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολο-
2984γισμοῦ, σπεύδω ὅμως νὰ προσέλθω ἐπίκουρος αὐτοῦ, διὰ νὰ
2985ἀναιρέσω τὴν διάψευσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Βεβαιῶ λοι-
2986πὸν, ὅτι κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1889 τὸ δημόσιον χρέος
2987τῆς Ἑλλάδος ἀνέρχεται εἰς 711,034,126 δρ. καὶ 49 λεπτά,
2988ἐνῷ κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1888 τὸ δημόσιον χρέος τῆς
2989Ἑλλάδος ἀνήρχετο εἰς 696,560,324 καὶ 05)00, δηλ. κατὰ
2990τὴν 1 Ἰανουαρίου 1889 τὸ δημόσιον χρέος τῆς Ἑλλάδος
2991εἶναι ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν κατὰ τὴν 1
2992Ἰανουαρίου 1888, κατὰ 14,473,802:44. Ὁ Πρωθυπουρ-
2993γὸς ὑπέλαβεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδείξωμεν τὸν ἰσχυ-
2994ρισμὸν τοῦ κ. Καραπάνου, καὶ ἔσπευσε νὰ διαψεύσῃ αὐτόν·
2995ἀλλὰ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, δὲν συνήγαγον
2996ἐκ σημειώσεων, τὰς ὁποίας ἐπορίσθην ἐκ τοῦ ἐμοῦ ἀρχείου,
2997ἀλλ’ ἐκ σημειώσεων τὰς ὁποίας ἐπορίσθην ἐκ τοῦ Προϋπο-
2998λογισμοῦ τοῦ 1889. Εἶναι δὲ ἀνώτερον τὸ δημόσιον χρέος
2999κατὰ τὸ 1889, διότι ηὐξήθη κατὰ τὰ μέσα καὶ τὰ τέλη
3000τοῦ 1888 τὸ κυμαινόμενον χρέος. Καὶ ἠλαττώθη μὲν κατὰ
30014,000,000 τὸ χρέος τῶν κερματικῶν γραμματίων, καὶ
3002κατὰ 10 ἑκατομμύρια τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια
3003χρέος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλο-
3004φορίᾳ, ἀλλ’ ἀντὶ 6,500,000 ἐντόκων γραμματίων, ὑπαρχόν-
3005των ἐν κυκλοφορίᾳ κατὰ τὸ 1888, ἔχομεν κατὰ τὸ 1889
3006ἔντοκα γραμμάτια 11,821,000, ἤτοι 5,321,000 περισσό-
3007τερα. Καὶ ἀντὶ τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 10,200,000
3008φράγκων εἰς χρυσὸν, ἔχομεν προσέτι καὶ ἄλλο δάνειον προσω-
3009ρινὸν κατὰ τὸ 1889 ἐκ φράγκων 10 ἑκατομμυρίων εἰς χρυ-
3010σόν. Ἑπομένως ηὔξησε τὸ κυμαινόμενον χρέος διὰ τοῦτο
3011κατὰ 15,321,000· ἂν προσθέσητε δ’ εἰς ταῦτα τὸ ποσὸν
3012τῶν δραχμῶν 7,570,000 ἐκ τοῦ δανείου διὰ τὴν κατα-
3013σκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Τριπόλεως–Καλαμῶν, ἀνέρ-
3014χεται ἡ αὔξησις τοῦ χρέους εἰς 22,891,000. Ἀφαιρέσατε
3015ἀπὸ τούτου τὸ ποσὸν, καθ’ ὃ ἠλαττώθη τὸ ἐπὶ ἀναγκα-
3016στικῇ κυκλοφορίᾳ χρέος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς
3017τραπεζικὰ γραμμάτια, ἤτοι 10,336,570, ἡ κατὰ τὸ 1889
3018γενομένη αὔξησις τοῦ χρέους συνίσταται εἰς 12,554,430.
3019Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μεγίστην ἔχει εὐκολίαν νὰ ἀρνῆται τὰ
3020πράγματα, καὶ ὅταν ἀναφέρηται γεγονός τι. Διὰ τοῦτο
3021ὅταν ἰσχυρίζησθέ τι, πρέπει νὰ ἔχητε μεθ’ ὑμῶν ὅλας τὰς
3022ἀποδείξεις, διὰ νὰ βεβαιώσητε τὸν ἰσχυρισμόν σας, διότι
3023ἄλλως μένετε ἔκθετοι εἰς τὴν ἄρνησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ!
3024Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν ἀκόμη τὸν λόγον ἡ
3025συζήτησις περὶ τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἀποτίνει
3026κατ’ ἔτος, ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
3027ρίας, ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἰσοτιμίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμ-
3028ματίου, δὲν ἦσαν συναφεῖς μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἥρμο-
3029ζον δὲ εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ
3030ὅτι ἡ ἀνάμιξις αὐτοῦ μετὰ τῆς συζητήσεως ταύτης ἐξυπη-
3031ρετεῖ τὴν πρόθεσιν τῶν ζητούντων νὰ συγχύσωσι τὴν συζή-
3032τησιν καὶ νὰ διαστρέψωσι τὰ πράγματα, ἐδόθη δ’ ἀφορμὴ
3033εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σᾶς εἴπῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα
3034δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀκούσητε σήμερον, τὰ πλεῖστα ὅμως τῶν
3035ὁποίων δὲν εἶναι ὀρθά. Τί σᾶς ἔλεγε π.χ.; Ὅτι ἐντὸς τεσ-
3036σάρων ἐτῶν, ἂν ἐξακολουθήσῃ τὸ σύστημα αὐτοῦ, θέλει
3037ἄρει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Γνωρίζετε ποίαν ἰδέαν
3038ἔχει ὁ Πρωθυπουργὸς περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ὅσοι
3039ἦσθε μέλη τῶν Κοινοβουλίων, τῶν προηγουμένων τοῦ πα-
3040ρόντος, δὲν ἐλησμονήσατε βεβαίως, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἦτο
3041τότε ὑπὲρ τῆς ἀποτόμου ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
3042φορίας, ὅτε δ’ ἡμεῖς κατὰ τὸ 1884 συνεβουλεύομεν αὐτὸν
3043νὰ μὴ σπεύσῃ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὁ
3044Πρωθυπουργὸς ἐπέμεινε νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν
3045170 ἑκατομμυρίων, καὶ ἦρε μὲν δι’ αὐτοῦ τὴν ἀναγκαστι-
3046κὴν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ κατέστρεψε τὴν οἰκονομικὴν κατά-
3047στασιν τοῦ τόπου. Τώρα ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει ἄλλην
3048θεωρίαν, τὴν ἀντίθετον αὐτῆς, ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπεδει-
3049κνύομεν ἡμεῖς τότε, ὅτι ἡ ἄρσις πρέπει νὰ γίνηται βαθμη-
3050δὸν καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον. Καὶ τίς σᾶς ἐμποδίζει νὰ ἄρητε
3051αὐτὴν καὶ νῦν, ἐὰν δύνασθε; Ἰδοὺ ἔχετε 76,476,000 χρέος
3052εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, συνω-
3053μολογήσατε δάνειον, ἀφοῦ οἱ δανεισταὶ σᾶς παρακαλοῦσι,
3054σᾶς δίδουσι χρήματα μὲ τὰς δύο χεῖρας! Δανεισθῆτε πρὸς
30556%, καὶ ἐξοφλήσατε τὸ χρέος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο-
3056φορίας. Σεῖς πληρόνετε δι’ ὑπερτίμησιν χρυσοῦ 7,015,553.
3057Λοιπὸν θέλετε ἔχει κέρδος, διότι θέλετε ἀπαλλαχθῆ τῆς
3058ὑποχρεώσεως νὰ πληρόνητε τὸ εἰρημένον ποσὸν κατ’ ἔτος,
3059δὲν θέλετε δ’ ἐπιβαρύνει τὸν Προϋπολογισμόν σας, εἰμὴ
3060κατὰ 4,620,000, ὅσον ἀναλογεῖ ὁ τόκος 6% πρὸς
3061τὸ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σημειούμενον κεφάλαιον τοῦ
3062χρέους τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἑπομένως θέλετε
3063οἰκονομήσει δραχ. 2,395,555.
3064Ἀλλ’ ἐὰν προβῆτε εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
3065κλοφορίας, θέλετε ἐπαναφέρει τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομι-
3066κῶν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἠγάγετε αὐτὴν
3067κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1884, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἤρκεσαν αἱ
3068προκαταβολαί, αἱ ποικίλαι καὶ αἱ παντοῖαι, τὰς ὁποίας
3069συνωμολογήσατε ἐξ ἀνάγκης, διὰ νὰ πληρώσητε τὸ ποσόν,
3070τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρώσητε εἰς τὴν Τράπεζαν, δὲν ἤρ-
3071κεσαν οὐδὲ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε, ἐναντίον τοῦ
3072νόμου, ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, οὐδὲ τὰ χρήματα
3073τῶν παρακαταθηκῶν, τὰ ὁποῖα ἐλάβετε ἐναντίον τοῦ νόμου
3074ἀπὸ τὸ Ταμεῖον, οὐδὲ τὰ τῶν Λιμενικῶν Ταμείων κλπ. Δὲν
3075ἤρκεσαν οὔτε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον παρακατατεθῆ
3076εἰς τὰς Τραπέζας δι’ ἐγγύησιν τῶν δανείων, διότι καὶ τὰς
3077ἐγγυήσεις ταύτας ἐδαπανήσατε. Καὶ ἐνῷ ὑμεῖς ἐδαπανή-
3078σατε κατὰ τὸ 1884 τὰς ἐγγυήσεις ταύτας, πρὸ μικροῦ
3079ὡμιλήσατε κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι
3080ὑμεῖς μὲν εἴχετε καταθέσει τὰ χρήματα εἰς τὰς Τραπέζας,
3081ἐγὼ δ’ εἶχον ἀφαιρέσει αὐτά. Καὶ ἀληθῶς μετὰ τὴν πρώτην
3082ἑξαμηνίαν τοῦ 1885, ὅτε αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐπιστρατείας
3083εἶχον αὐξήσει τὰ ἔξοδα, δὲν κατέθηκα εἰς τὰς Τραπέζας
3084τὰ εἰσπεπραγμένα δι’ ἐγγυήσεως τῶν δανείων χρήματα,
3085ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀφήρεσε ταῦτα, διὰ νὰ συμπληρώσῃ
3086τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς τὰς Τραπέ-
3087ζας, διότι εἶχε καταναλώσει τὸ δι’ αὐτὸ ὡρισμένον προϊόν
3088τοῦ δανείου εἰς ἐξόφλησιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολο-
3089γισμοῦ.
3090Ἡ ἐξέτασις, πότε καὶ κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἀναβιβα-
3091σθῆ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον εἰς τὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν
3092τιμᾶται ὁ χρυσὸς, ἡ ἐξέτασις, πότε καὶ πῶς συμφέρει εἰς
3093τὸ Κράτος νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἢ πότε θέλει
3094καταστῆ δυνατὸν νὰ γένηται τοῦτο, ἡ ἐξέτασις αὕτη εἶναι
3095ἐντελῶς ἀλλοτρία τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ὡς ἐντε-
3096λῶς ἀλλοτρία εἶναι ἡ ἐξέτασις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως
3097ἐν γένει τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς δὲν συζητοῦμεν μεθ’ ὑμῶν, οὔτε
3098ἀντιλέγομεν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀμφισβητοῦντες τὴν
3099ἀνάγκην τῆς τροπῆς δανείων. Σεῖς, κυβερνῶντες, εἶσθε εἰς
3100θέσιν κρείττονα ἡμῶν νὰ γνωρίζητε, ἂν ἔχητε ἀνάγκην νὰ
3101ποιήσητε τροπὰς δανείων. Ἀμφισβητοῦμεν τὰ μέσα, διὰ
3102τῶν ὁποίων θέλετε νὰ φθάσητε εἰς τοῦτο, διότι ζητεῖτε
3103παρ’ ἡμῶν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ
3104ζητήσητε. Καὶ ἡμεῖς μὲν λέγομεν, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα
3105νὰ ζητήσητε τοιαύτην ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός,
3106ὁ ὁποῖος πάντοτε ἀρέσκεται εἰς τὴν σύγχυσιν, διότι ὑπὸ
3107ταύτην καλύπτει ἑαυτὸν καὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ, συγχύζει
3108τὴν ἐξουσίαν ταύτην πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειοψη-
3109φίας, πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν πολιτικὴν ἐπὶ τὴν Κυβέρ-
3110νησιν, καὶ διαμαρτύρεται, λέγων, ὅτι δὲν ζητεῖ προσωπικὴν
3111ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ ζητεῖ ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ὀφεί-
3112λομεν νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν ἡ Κυ-
3113βέρνησις εἶχε δικαίωμα νὰ διαχειρίζηται τοιαύτην ἐξουσίαν,
3114ἣν ζητεῖ νὰ παραχωρήσωμεν αὐτῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου
3115τούτου, δὲν ἤθελε τυγχάνει νενομοθετημένον, ὅτι ἀπαιτεῖται
3116νόμος, ἐπιτρέπων τὴν ἐξουσίαν ταύτην. Ἐν τῇ νομοθεσίᾳ
3117ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαχειρίζηται τοιαύ-
3118την ἐξουσίαν, καὶ κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς ἰσχύοντα, τὴν
3119τοιαύτην ἐξουσίαν διαχειρίζεται μόνον ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν
3120καὶ τὸν ἔλεγχον ἡμῶν, μόνον τῇ συναινέσει ἡμῶν. Ἀλλ’
3121ὅταν ζητῇ ἡ Κυβέρνησις παρ’ ἡμῶν νὰ μεταδώσωμεν εἰς
3122αὐτὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει αὕτη, ἀλλ’ ἔχομεν
3123ἡμεῖς, νομίζω, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐμπιστο-
3124σύνη, τὴν ὁποίαν δίδετε, εἶναι ὑπερτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν
3125ὀφείλετε νὰ δώσητε.
3126Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποίησεν ἐκδρομὴν ἐπιτιμητικήν. Δὲν
3127γνωρίζω ποίας ἰδέας ἔχει περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολι-
3128τεύματος. Ἂν κρίνω ἐκ τῶν πράξεων αὐτοῦ, ἢ ὁδηγηθῶ ἐξ
3129αὐτῶν, διὰ νὰ ἀνακαλύψω τὰς ἰδέας αὐτοῦ περὶ τῶν σχέ-
3130σεών του πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει
3131περὶ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὑπέχει ἡ Κυβέρνησις, φοβοῦ-
3132μαι, μήπως λάβω ἀτελῆ πληροφορίαν περὶ τῶν ἰδεῶν του,
3133διότι ὅσα εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν ἥρμοζον εἰς προϊ-
3134στάμενον Κυβερνήσεως κοινοβουλευτικῆς. Ἔλεγεν, ὅτι ἐπι-
3135τρέπεται εἰς Βουλευτὴν, ἔστω καὶ ἀντιπολιτευόμενον, νὰ
3136ἀξιοῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ μὴ ἦναι ἠθική, καὶ νὰ
3137ζητῇ νὰ ἐξαρτήσῃ αὐτὴν ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς διὰ
3138νὰ ἦναι ἠθική! Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ
3139Συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι πολίτευμα δυσπιστίας;
3140Διότι αἱ Βουλαὶ δυσπιστοῦσι πρὸς τοὺς κυβερνῶντας, διὰ
3141τὴν ἠθικὴν αὐτῶν, διὰ τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν περὶ τὴν δια-
3142χείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, διὰ τοῦτο δὲν ἐδόθη εἰς
3143αὐτοὺς ἐξουσία νὰ δαπανῶσι μόνοι καὶ ἄνευ ἀδείας τῆς
3144Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, διὰ τοῦτο ἀνετέθησαν πᾶσαι αἱ
3145ἐξουσίαι αὗται εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ἀπορεῖ ὁ κ. Πρω-
3146θυπουργὸς, διατὶ ζητοῦμεν νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ
3147ὡς Κυβέρνησις, ὡς ὄργανον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας.
3148Ἂν εἴχομεν τοιαύτην γνώμην, ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
3149ἀξιοῖ νὰ ἔχωμεν περὶ τῶν κυβερνώντων, ἦτο προτιμότερον
3150νὰ παραιτηθῶμεν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἠθέλο-
3151μεν οὕτω συντελέσει εἰς ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων δαπανῶν
3152τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, διότι ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸς τοὺς
3153κυβερνῶντας δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα μᾶς ἐπι-
3154βάλλει, διὰ τοῦτο ὑπέχομεν τὰ βάρη καὶ τὰς δαπάνας τοῦ
3155κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἂν δαπανῶμεν χρή-
3156ματα περισσότερα, ἢ ὅσα ἠθέλομεν δαπανᾶ, ἐὰν ἐκυβερνώ-
3157μεθα ἀπολύτως, ἔχομεν ὡς ἀντάλλαγμα, ὅτι ὁ ἔλεγχος
3158καὶ ἡ ἐπιτήρησις, τὰ ὁποῖα ἐνασκοῦμεν, περιορίζουσι τὴν
3159διαχείρισιν τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ ὀρθῷ καὶ ἀγα-
3160θῷ, καὶ περιστέλλουσιν αὐτήν τε καὶ τοὺς μεθυσκομένους
3161ὑπὸ τῆς ἀρχῆς καὶ ἀνατρέποντας πᾶν τὸ προστυχόν. Ἔχο-
3162μεν λοιπὸν δικαίωμα νὰ δυσπιστῶμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν,
3163νὰ δυσπιστῶμεν, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι, εἴτε αὕτη, εἴτε ἐν
3164γνώσει αὐτῆς τὰ ὄργανα αὐτῆς, εἴτε καὶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῆς,
3165νὰ ζητήσωσι νὰ ἀποπλανῶσι τοὺς χρηματιζομένους ἐν τῷ
3166Χρηματιστηρίῳ, νὰ προκαλῶσιν εἰκονικὰς ὑποτιμήσεις, ἢ
3167εἰκονικὰς ὑπερτιμήσεις, μετὰ τοῦ σκοποῦ νὰ περιποιήσωσι
3168κέρδος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, χωρὶς νὰ ἀναλογίζωνται,
3169ποῖα ἐπάγουσιν ὀλέθρια ἀποτελέσματα τὰ τοιαῦτα κέρδη
3170ἐπὶ τῶν σχέσεων τῶν κυβερνώντων πρὸς τοὺς κυβερνωμέ-
3171νους.
3172Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐγγυήσεων, τῶν
3173παρεχομένων εἰς τοὺς δανειστὰς, προσεπάθησε νὰ ἐξομοιώσῃ
3174ἐκείνας, αἵτινες παρείχοντο εἰς αὐτοὺς διὰ τῶν νόμων περὶ
3175δανείων, τὰ ὁποῖα εἶχον συνομολογηθῆ πρὸ τοῦ 1887, πρὸς
3176τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες ἐχορηγήθησαν εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ
3177δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Εἶναι λυπηρόν, διότι ὁ κ.
3178Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνειθίζει νὰ μὴ ἐκδηλώνῃ ὁποίαν
3179ὀφείλει νὰ ἐκδηλώνῃ εὐλάβειαν πρὸς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβου-
3180λίου, προβάλλων ἰσχυρισμοὺς, οἵτινες ἡλίου φαεινότερον εἶναι
3181ψευδεῖς καὶ ἀσθενεῖς. Αἱ ἐγγυήσεις, αἵτινες ἐχορηγήθησαν
3182εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων διὰ
3183παραχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων, διαφέ-
3184ρουσι κατὰ τοῦτο ἀπὸ τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες εἶχον παρα-
3185σχεθῆ εἰς τοὺς δανειστὰς τῶν ἄλλων πρὸ τοῦ 1887 συνομο-
3186λογηθέντων δανείων, ὅτι ἐπὶ μὲν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκα-
3187τομμυρίων ὑπάλληλοι τῆς Ἑταιρίας τῶν μονοπωλείων εἰσ-
3188πράττουσι τὰ χρήματα, ἐπὶ δὲ τῶν ἐγγυήσεων τῶν παρα-
3189σχεθεισῶν εἰς τοὺς δανειστὰς τῶν ἄλλων πρὸ τοῦ 1887 συνο-
3190μολογηθέντων δανείων, τὰ χρήματα εἰσπράττουσιν οὐχὶ
3191ὑπάλληλοι τῶν δανειστῶν, ἀλλ’ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνή-
3192σεως.
3193Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις καὶ ἐφ’ ὧν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
3194γὸς εἶπε, ζητῶν νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν
3195ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ παραχωρηθῇ εἰς αὐτὸν, κρίνει
3196συνήθη ἐξουσίαν καὶ ἀναπόφευκτον, ὅτι ἑπομένως τὸ νομο-
3197σχέδιον οὐδὲν ἔχει τὸ ἐξαιρετικὸν, οὐδὲ τὸ πλεονάζον. Ἡ
3198ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τίθησιν εἰς τὴν εὔκολον θέσιν
3199ἕκαστον ἐξ ὑμῶν νὰ πληροφορηθῇ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου
3200τούτου ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐξουσίαν νὰ συνομολο-
3201γῇ, ὅσα δάνεια θέλει ἄνευ ἐγγυήσεων καὶ ἐπὶ τόκῳ, μὴ ὑπερ-
3202βαίνοντι τὰ 6%. Τὸ νομοσχέδιον δὲν προσδιορίζει τὸν
3203ἀριθμὸν τῶν δανείων, ἢ τὸ ποσὸν ἑκάστου αὐτῶν, δὲν προσ-
3204διορίζει οὐδὲ ἄλλον τινὰ ὅρον, εἰμὴ μόνον τοὺς ὅρους τοῦ
3205τόκου καὶ τῶν ἐγγυήσεων. Παρέχει προσέτι τὴν ἐξουσίαν,
3206νὰ ἐξαγοράζῃ τὰς ὁμολογίας οἱουδήποτε δανείου ἤθελεν
3207ἐγκρίνει, τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποσβεννύῃ δάνεια, ὅσα ἤθελεν
3208ἐγκρίνει, τὴν ἐξουσίαν νὰ μετατρέπῃ οἱονδήποτε δάνειον
3209θέλῃ, τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τέλος νὰ ἐκποιῇ εἰς οἱασδήποτε τι-
3210μὰς ἐγκρίνῃ τὰς ὁμολογίας τῶν δανείων, τὰς ὁποίας εἶχεν
3211ἀγοράσει. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι πᾶσαι αὗται αἱ ἐξουσίαι εἰσὶ
3212μέτριόν τι, ὅτι προσήκουσιν αὗται εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν
3213Ἐξουσίαν, δὲν ἐννοῶ, ποῖον λόγον ἔχετε νὰ συνέρχησθε ἐν τῇ
3214Βουλῇ. Ἐὰν δὲ θέλητε νὰ συνέρχησθε ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἀφοῦ
3215τοσαύτην καὶ τηλικαύτην παραχωρεῖτε ἐξουσίαν εἰς τὴν
3216Κυβέρνησιν, ἀσχολεῖσθε ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων, σᾶς βε-
3217βαιῶ, ὅτι λησμονεῖτε τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ Σύν-
3218ταγμα ἔχετε ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς ὑμῶν.
3219Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέφρασεν εὐχαρίστησιν, διότι ἔμα-
3220θεν ἐξ ἐμοῦ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν σκοπεῖ νὰ παρεμβά-
3221λῃ πρόσκομμά τι εἰς αὐτόν. Ἐπειδὴ ὅμως ταύτην ἐξεδή-
3222λωσε διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ συνδεθῇ μὲ τὰς προ-
3223γενεστέρας συζητήσεις κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, ἀναγκά-
3224ζομαι νὰ μὴ παραλίπω ν’ ἀπευθύνω εἰς αὐτὸν παρατηρή-
3225σεις. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὐδ’ ὅτε συνεζήτει τὸ νομοσχέ-
3226διον τοῦ Σπάρταλη, οὐδὲ πρὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου, μηδὲ
3227μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἐζήτησε νὰ παρεμβάλῃ προσκόμ-
3228ματα εἰς τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου,
3229ἐζήτησεν ὅμως νὰ περιστείλῃ ἀκολασίας τῶν εἰσηγητῶν τῆς
3230πλειοψηφίας, οἵτινες ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ παρατείνωσι
3231τὰς συνεδριάσεις μέχρι τῆς πρωΐας, ὅπως φέρωσι τὸν κάμα-
3232τον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἀναγκάσωσιν αὐτὴν νὰ
3233ἀπέλθῃ τῆς αἰθούσης, λάβωσι δὲ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ψηφί-
3234σωσιν ἄνευ συζητήσεως τὰ νομοσχέδια. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπο-
3235λίτευσις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξε κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην,
3236ἔχει ἀμετάτρεπτον ἀπόφασιν νὰ πράξῃ καὶ πάλιν κατὰ τὸν
3237ὑπόλοιπον χρόνον τῆς Συνόδου ταύτης. Ἑπομένως, ἐὰν θέ-
3238λητε καὶ κατὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον νὰ μετέλθητε τὴν
3239αὐτὴν τακτικήν, διὰ νὰ ἐμποιήσητε εἰς ἡμᾶς τὸν κάματον,
3240θέλετε μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀμυνθῶμεν καὶ πάλιν. Τὸ συζη-
3241τεῖν περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων ἐν τῇ Βουλῇ δὲν
3242εἶναι ἐκβιάζειν τοὺς ὀλιγωτέρους, ὅπως οἱ περισσότεροι γέ-
3243νωνται κύριοι τοῦ πεδίου καὶ πράξωσι μόνοι, ὅ,τι ἂν θε-
3244λήσωσιν.
3245Ἐὰν ἡμεῖς ἀπεχωρήσαμεν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελ-
3246θοῦσαν Σύνοδον, ἀπεχωρήσαμεν, διότι κατὰ παραπλήσιον
3247τρόπον παρεγνωρίσατε τότε τὰ δικαιώματα ἡμῶν, καὶ
3248ἐπράξατε τοῦτο οὐ μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἐπρά-
3249ξατε αὐτὸ καὶ ἐν ἄλλῃ αἰθούσῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ, κατὰ διατά-
3250ξεις τοῦ Συντάγματος, ἀντιπρόσωποι τῆς πλειοψηφίας καὶ
3251μειοψηφίας συνήρχοντο, ἵνα ἐργασθῶσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
3252γισμοῦ καὶ βασανίσωσιν αὐτόν. Ἀλλ’ ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ
3253περιεπαίξατε καὶ ἀφῃρέσατε τὰ δικαιώματα τῶν ἀντιπρο-
3254σώπων τῆς μειοψηφίας, ἐν δὲ τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπεκυρώ-
3255σατε καὶ ἀνεγνωρίσατε ὡς ὀρθὴν καὶ εὔλογον τὴν ἐν τῇ
3256αἰθούσῃ ἐκείνῃ τοιαύτην πολιτείαν τῶν ἐκεῖ ἀντιπροσώπων
3257τῆς πλειοψηφίας. Οὕτως ἀφῃρέσατε δικαίωμα, τὸ ὁποῖον
3258εἴχομεν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τοῦτο ἀπήλθομεν τῆς
3259αἰθούσης ταύτης. Ἀλλ’ ἡμεῖς μὲν ἀπήλθομεν, ὅτε δ’ ἐμεί-
3260νατε μόνοι, δὲν ἐσεβάσθητε οὐδὲ τὴν μειοψηφίαν τοῦ Κοι-
3261νοβουλίου, οὐδὲ τὰ συμφέροντα αὐτὰ τῆς πατρίδος σας,
3262διότι ἐψηφίσατε καὶ κατηρτίσατε ἑκατοστύας νόμων, τοὺς
3263ὁποίους, ἐὰν μελετήσητε σήμερον, ὑμεῖς αὐτοὶ θέλετε μετα-
3264μεληθῆ διὰ τὰ λάθη καὶ τὰς παραδρομὰς, τὰς ὁποίας διε-
3265πράξατε. Ἀλλὰ μήπως νομίζητε, ὅτι καὶ ἐφέτος θέλομεν
3266μετέλθει τὴν αὐτὴν τακτικὴν, διὰ νὰ σᾶς ἀφήσωμεν ἐλεύ-
3267θερον τὸ στάδιον, νὰ ψηφίζητε νόμους, οὓς ἂν θέλητε, καὶ
3268διὰ τοῦτο ἐπειράθητε νὰ παρατείνητε τὰς συνεδριάσεις μέ-
3269χρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον, μέχρι τῆς
3270πρωΐας; Ἀφοῦ τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον πέρυσι μετήλθομεν, δὲν
3271σᾶς ἀνέστειλεν, ἔπρεπε νὰ μετέλθωμεν τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον
3272ἐφηρμόσαμεν ἐφέτος, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ σᾶς ἀναστείλω-
3273μεν. Καὶ εὐτυχῶς σᾶς ἀνεστείλαμεν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἐκεῖ-
3274νοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μελετήσει τὰς ἐφημερίδας τῆς Κυβερ-
3275νήσεως τοῦ 1887 καὶ 1888, θέλουσι δώσει δίκαιον εἰς ἡμᾶς
3276καὶ θέλουσιν ἀνομολογήσει, ὅτι, ἐὰν ἐφέτος κατεστήσαμεν
3277ἧττον γόνιμον τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβου-
3278λίου, κατεστήσαμεν ὅμως αὐτὴν σοβαρωτέραν καὶ ἀξίαν
3279Κοινοβουλίου.
3280(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’
3281ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἑτέρας ἀντιῤῥήσεως.)
3282§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
3283κυρώσεως συμπληρωτικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς
3284Ἐπιτροπῆς Πατρῶν καὶ τοῦ ἐργολάβου Π. Μανιάκ.
3285§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν πρό-
3286κηται νὰ γίνῃ συζήτησις, θὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ νομοσχέ-
3287διον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἔχω ἀνηγγελμένον εἰς τὴν
3288Βουλὴν, ὅτι οὐσιαστικῶς ἡ ἐπικύρωσις τῆς συμβάσεως ζη-
3289τεῖται διὰ τὸν λόγον μόνον τῆς ὑπεγγυότητος.
3290§81Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ μετα-
3291βληθῇ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ὡς ἔχει νῦν τὸ
3292κείμενον αὐτοῦ, ζητεῖτε παρὰ τῆς Βουλῆς περισσότερα ὅσων,
3293καθ’ ἃ λέγετε, ἔχετε ἀνάγκην.
3294§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως δὲν ἔχει ἀνάγκην καὶ διόλου τῆς
3295ἐπιψηφίσεως τῆς Βουλῆς.
3296§83ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ ἀποσυρθῇ.
3297§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θέλει ἀποσυρθῆ, παρὰ ἐν ᾗ περιπτώ-
3298σει πεισθῶμεν, ὅτι θέλετε παρεμβάλει πρόσκομμα εἰς τὴν
3299συζήτησιν.
3300§85Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
3301Ἐσωτερικῶν βεβαιοῖ, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ νομοθετικὴ
3302κύρωσις, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δὲν πρέπει νὰ ψηφίζῃ νό-
3303μους ἄνευ ἀνάγκης.
3304§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον προσαρμόζεται εἰς νομο-
3305σχέδιον προγενέστερον κυρώσεως συμβάσεως περὶ τοῦ λιμένος
3306Πατρῶν· ὀφείλομεν λοιπὸν, ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὰ προγενε-
3307στέρως γενόμενα, ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν πορείαν, ἂν
3308καὶ ἐγὼ προσωπικῶς ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ νόμος περὶ λι-
3309μένων ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ὑπεγγυότητα
3310νὰ δώσῃ ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐπιμένομεν, ὅπως
3311μὴ ὑπάρχῃ διαφορὰ πρὸς τὰ ἄλλοτε γενόμενα, καὶ ἐπειδὴ
3312νομίζω, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται πολὺς χρόνος, ἵνα ψηφισθῶσι
3313πέντε γραμμαὶ, ἐπιφυλαττομένου αὔριον, κατὰ τὴν τρίτην
3314συζήτησιν, νὰ ἐπέλθωσιν αἱ τροποποιήσεις, παρακαλῶ νὰ
3315ψηφισθῇ ἀπόψε.
3316§87ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ, ἐὰν μὲν
3317νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἔχει ἀνάγκην
3318τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, νὰ ἀποσύρῃ τὸ περὶ ταύτης
3319νομοσχέδιον, ἐὰν δ’ ἔχῃ περιωρισμένην ἀνάγκην τῆς νομο-
3320θετικῆς ἐγκρίσεως, διὰ τὴν ὑπεγγυότητα μόνον, τότε νὰ τρο-
3321ποποιηθῇ κατὰ τοῦτο· ἐὰν τοὐναντίον νομίζῃ, ὅτι τὸ ὅλον
3322τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ἀνάγκην τῆς νομοθετικῆς ἐγκρίσεως,
3323τότε παρακαλῶ νὰ μᾶς δώσῃ καιρὸν, ἵνα συζητήσωμεν
3324εὐρέως.
3325§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω νὰ τὸ συζητήσωμεν
3326ἀπόψε, ἀλλὰ βεβαίως πᾶν τὸ τυχὸν γενησόμενον καὶ ἀπο-
3327λῆξον εἰς ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐκτιμηθῇ ἐν Πά-
3328τραις κρεῖττον, ἢ ἐν Ἀθήναις.
3329§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν ἡ συζήτησις τοῦ νο-
3330μοσχεδίου δι’ αὔριον.
3331Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3332Ὥρᾳ 9 καὶ 15′ μ. μ.