Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 73

1889.02.01

1.853 στίχοι · 14.584 λέξεις · 2 πίνακες · 65 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1889.02.01
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73

τῆς 1 Φεβρουαρίου 1889.

(Τετάρτη)

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ζητήματός τινος. Πρόκειται νὰ γίνῃ σχεδιογράφησις τῆς πόλεως Αἰγίου μετὰ τὸν σεισμόν. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ ἐγείρῃ ἐκεῖ τὰ δημόσια καταστήματα, ἀλλ’ ἐξέλεξεν ὡς τόπον τῆς οἰκοδομῆς αὐτῶν τὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως, τὴν ὀνομαζομένην «Ψηλὰ Ἁλώνια», ἥτις εἶναι ἡ μόνη πλατεῖα τῆς πόλεως, οἱ δὲ κάτοικοι ἐξανίστανται κατὰ τοῦ μέτρου τούτου.

§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ σχέδιον εἶναι ἐγκεκριμένον, καὶ τὰ καταστήματα θὰ ἐγερθῶσιν ἐπὶ τῆς πλατείας. Σήμερον μάλιστα ἐδόθη ἡ διαταγή, ὅπως γίνῃ καὶ ἔναρξις τῆς οἰκοδομῆς.

§3ΡΙΚΑΚΗΣ. Τοὐλάχιστον νὰ ἐγερθῶσιν εἰς τὰς γωνίας.

§4ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνεκρίθη νὰ ἐγερθῶσιν ἐντὸς τῆς πλατείας.

§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἄδικον, διότι θὰ καταστραφῇ ἡ πλατεῖα· τοὐλάχιστον, ἀφοῦ δὲν ἐξετελέσθη τὸ σχέδιον εἰσέτι, παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰς παραστάσεις τῶν κατοίκων.

§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι παρὼν, διότι ἤθελον τὸν ἐρωτήσει, ἂν ἑτοιμάζῃ νομοσχέδιον περὶ καπνοπωλῶν, διότι μοὶ γράφουσι νὰ ὑπερψηφίσω τοῦ νόμου, προκειμένου περὶ σιγαροχάρτου. Ἐγένετο καὶ ἄλλοτε λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τούτου, δηλῶ δὲ, ὅτι θέλω ὑπερψηφίσει τοῦ νόμου.

§7ΣΑΚΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς Βουλευτὰς Μεσσηνίας, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ καπνοπῶλαι Καλαμῶν, ἀκούσαντες, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ σιγαροχάρτου, παρακαλοῦσιν ἡμᾶς νὰ ὑπερψηφίσωμεν τοῦ νόμου, διότι ζημιοῦνται μεγάλως ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, ζητοῦσι δὲ νὰ ὁρισθῶσιν 8 φυλλάδια σιγαροχάρτου δι’ ἑκάστην ὀκὰν καπνοῦ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἀξίωσιν ταύτην τῶν καπνοπωλῶν ἐν γένει, ἥτις εἶναι δικαία, καὶ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἀφοῦ εἰσέτι δὲν ὑπέβαλε. Πρὸ πολλοῦ ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ ὁ κ. Τζάνες καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, περὶ τοῦ δυτικοῦ τείχους τοῦ ποταμοῦ Νέδα τῆς πόλεως Καλαμῶν· ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι θέλει λάβει πρόνοιαν περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ τείχους τούτου, ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδεμία, ὡς γνωρίζω, πρόνοια ἐλήφθη, παραπονοῦνται δὲ οἱ κάτοικοι, ὅτι διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς κατασκευῆς θὰ ὑποστῶσι ζημίας μεγάλας. Ἐφιστῶ λοιπὸν ἐκ νέου τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσώς μου ταύτης, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ λάβῃ ταχίστην περὶ τούτου πρόνοιαν. Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, θέλω ὑπομνήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι πρὸ καιροῦ διάφοροι Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπηύθυναν ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, παραπονούμενοι διὰ τὴν καθυστέρησιν τοῦ ἀντισηκώματος τῶν 100 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον οἱ διαθέσιμοι ὁπλῖται κατέβαλον, ὅτε συνεπλήρωσαν τὴν τρίμηνον ὑπηρεσίαν. Τοιαῦτα παράπονα φρονῶ, ὅτι ἔχουσιν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ ἐκ συμπολιτῶν αὐτῶν διαθεσίμων, παραπονουμένων, ὅτι δὲν τοῖς ἐπεστράφη τὸ ἀντισήκωμα, εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐκ τούτων, μὴ ἔχοντες περιουσίαν, ἐδανείσθησαν ἐπὶ βαρυτάτῳ τόκῳ, ἵνα ἐξοικονομήσωσι τὰ χρήματα ταῦτα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως διορθώσῃ τὸ προσγινόμενον ἀδίκημα εἰς τούτους καὶ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων πρὸς αὐτοὺς, συμφώνως πρὸς τὸν περὶ στρατολογίας νόμον.

§8ΤΖΑΝΕΣ. Εἶχον ὑποβάλει παράκλησιν πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ σιγαροχάρτου, εἶχε δὲ εἰπεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θέλει λάβει πρόνοιαν· ἐξήνεγκε δὲ καὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι πράγματι θὰ βελτιωθῇ ὁ νόμος, ἐὰν προστεθῇ ὁ φόρος εἰς τὸν καπνόν· ὅπως δήποτε, καὶ τοῦτο εἶναι καλόν. Ἐπειδὴ δὲ εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου, καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, νομίζω, ἤδη νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἑτέρας μεθόδου νὰ θεραπευθῇ τὸ κακὸν, ἕως οὗ ἔλθῃ ἡ ἔκτακτος Σύνοδος καὶ θεραπευθῇ τὸ κακὸν διὰ νόμου, διότι προσγίγνεται μέγα ἀληθῶς ἀδίκημα εἰς τοὺς καπνοπώλας καὶ εἰς τοὺς καταναλωτάς.

§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ φόρος εἶναι κεκανονισμένος διὰ νόμου, καὶ δὲν δύναται νὰ θεραπευθῇ ἄλλως.

§10ΤΖΑΝΕΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν παρατηρῶ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ δυτικοῦ τοίχου τῆς πόλεως Καλαμῶν πέραν τοῦ ποταμοῦ Νέδα ἔφθασεν εἰς τέρμα καὶ ὅτι ἐδόθη διαταγὴ νὰ γίνῃ δημοπρασία. Φαίνεται ὅμως, ὅτι κάτι τι συμβαίνει, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ δημοπρασία· εἰς τὰ μέρη τὰ ἰδικά μας ὁ Φεβρουάριος καὶ ὁ Μάρτιος ἀπειλεῖ χειμῶνα, καὶ ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωμεν πλημμύρας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ δώσητε διαταγὰς, ὅπως ὁ Νομομηχανικὸς Μεσσηνίας ἐνεργήσῃ ταχύτερον τὴν δημοπρασίαν. Παρακαλῶ συνάμα καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀντισηκώματος, τοῦ καταβληθέντος ὑπὸ τῶν κληρωτῶν, διότι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον τὰς 100 δραχμὰς, εὑρίσκονται εἰς δυσχερείας. Δὲν ἠξεύρω, ποῦ ἔγκειται ἡ δυσκολία, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν ὁριστικὴν περὶ τούτου.

§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμιᾶς ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποφάσεως, τὸ δὲ χρῆμα ἀναντιῤῥήτως πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ. Ὑπάρχει πρόσκομμα διὰ τὸ 1889 ἡ μήπω χορήγησις πιστώσεων, ἀλλὰ τάχιστα θὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ θὰ τακτοποιηθῶσι τὰ περὶ τούτου. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐνετείλατο τὴν πληρωμὴν, ἀλλὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐχαρακτήρισε τὴν ἐντολὴν οὐχὶ τακτικὴν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐζητήσαμεν νὰ προσφύγωμεν εἰς ἄλλο μέσον, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ αἴρεται τὸ πρόσκομμα.

§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ὡς πρὸς τὴν διεύθυνσιν τοῦ σιδηροδρόμου Καλαμῶν.

§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ζήτημα μελετᾶται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ οἱ Ἕλληνες μηχανικοὶ καὶ οἱ Γάλλοι ἠρωτήθησαν ὅπως παράσχωσι τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, ἐφ’ ὧν θὰ στηριχθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως.

§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἐργασία προχωρεῖ καὶ τὸ Δημόσιον ὑποβάλλεται εἰς δαπάνας.

§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῇ αἰτήσει μου ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατέθηκε πίνακα τῶν γενομένων πληρωμῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, κεφαλαίου Βʹ, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ἔτους 1887, πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, καὶ διαφορᾶς τιμῆς συναλλάγματος. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, παρετήρησα, ὅτι ἐπὶ μὲν τῶν δανείων τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ τοῦ 1825 καὶ τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων, αἱ γενόμεναι πληρωμαὶ μέχρι λεπτοῦ ἦσαν τόσαι, ὅσαι ἦσαν αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 30 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τοῦ τῶν κερματικῶν γραμματίων, καὶ ἐπὶ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, αἱ γενόμεναι πληρωμαὶ ὑπερέβησαν τὰς πιστώσεις, διότι δὲν ἐπήρκεσαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν δανείων τῶν 6,000,000, τῶν 15 ἑκατομμυρίων, τῶν 4 ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 170 ἑκατομμυρίων, αἱ γενόμεναι πληρωμαί εἰσι πολλῷ ὑποδεέστεραι τῶν πιστώσεων, διότι ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων αἱ γενόμεναι πληρωμαὶ εἶναι μικρότεραι τῶν πιστώσεων κατὰ 578,000, ἐπὶ δὲ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἶναι ὀλιγώτεραι κατὰ 564,442. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ παραγγείλῃ εἰς τὰ γραφεῖα, νὰ δώσωσιν αὐτῷ πληροφορίας περὶ τῶν αἰτίων, ὧν ἕνεκα ἐπῆλθεν ἡ οἰκονομία ἐπὶ τῶν δανείων τούτων, καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀνακοινώσῃ ταύτας εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον, διότι θέλουσι χρησιμεύσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.

§16Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶχε συστηθῆ Ἐπιτροπὴ πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίου περὶ ποιμνιοβοσκῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἀκόμη δὲν συνέταξε τίποτε, ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει μίαν πρότασιν νόμου, ἡ ὁποία ὅμως ἐτέθη ἀκριβῶς εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Τὴν πρότασιν ταύτην μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀποδέχεται καὶ ἡ Κυβέρνησις, δὲν ὑπάρχει δὲ ἀντίῤῥησις παρ’ οὐδενός. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τὴν προτάξῃ.

§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν συνέλθωμεν ἐν ἐκτάκτῳ Συνόδῳ.

§18Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, δύνανται νὰ προτάσσωνται νομοσχέδιά τινα. Τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ ἀπὸ σήμερον, καὶ ἐγὼ φέρω τὴν παράκλησίν μου ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ λογιστῶν.

§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Εὐθὺς, ὡς εἰσέλθωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, θέλουσιν ἀναγραφῆ νομοσχέδιά τινα, καθ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· ἐὰν ὅμως ἐπέρχηται ἀντίῤῥησις, θὰ ἀναβάλλωνται.

§20ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Χριστόπουλος ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ὑποβάλῃ πλέον ἡ Ἐπιτροπὴ νομοσχέδιον, ἑπομένως διατὶ νὰ μὴ προταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Χριστόπουλος, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει τοπικὸν χαρακτῆρα; Κατ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐξ ἐλλείψεως τοιούτου νόμου ὑποφέρουν τὰ πάνδεινα.

§21ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, παρατηρῶ, ὅτι, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ καταρτισθῇ αὕτη, εἶχον ὑποβάλει γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι ὀλιγομελής, διότι, ὅσον περισσότερα εἶναι τὰ μέλη, τόσον δυσκόλως συνέρχονται, ἐν τούτοις ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη, καὶ τὰ προσελθόντα μέλη ἐξέφρασαν τὰς ἰδέας των, ἀνέθεσαν δὲ εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον νὰ καταρτίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Σιμόπουλος, νομίζω, ὅτι τὸ ἔχει ἕτοιμον, καὶ δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν προτίθηται νὰ τὸ ὑποβάλῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ τούτου.

§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ συντάξω τὸ νομοσχέδιον· τοῦτο συνετάχθη ἤδη καὶ θὰ προσκαλέσω ὅσον οὔπω τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα τὸ ἐπιθεωρήσωσι, καὶ ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλω τὸ καταθέσει.

§23ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον εἰπεῖ κατά τινα τῶν ἡγουμένων συνεδριάσεων, ὅτι ἐναντίον τοῦ νόμου ΦΜʹ τῆς 11ης Νοεμβρίου 1875 διατελεῖ Πρόεδρος τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν ὁ κ. Ἰωάννης Ῥάγκος, πλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, προσάγων τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ζητηθέντα σχετικὰ ἔγγραφα, παρετήρησεν, ὅτι οὐδεμία τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου προβλεπομένων περιπτώσεων ἀφορᾷ εἰς τὸν ἐν λόγῳ Πρόεδρον, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος, ἐπιβάλλων τὴν ἐντεῦθεν ἀπομάκρυνσίν του. Τοιαύτην ἐξήνεγκε γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορεύεται νὰ διορισθῇ τις ἢ νὰ διατελῇ δημόσιος ὑπάλληλος... ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς κατάγεται, ἢ ἐν ᾗ ἐξασκεῖ ἢ ἐξήσκησε κατὰ τὰ ἀμέσως προηγούμενα τρία ἔτη τοῦ διορισμοῦ του τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα, ἢ ἐξ ἧς ἔλαβε σύζυγον.» Ὁ κ. Ῥάγκος ἔχει λάβει σύζυγον ἐντεῦθεν καταγομένην, διότι ὁ πατήρ της Ἰωάννης Κορφίτης εὑρέθη ἐνταῦθα ἐγκατεστημένος κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ Βασιλείου, ἐνεγράφη εἰς τὸ δημοτολόγιον μεταξὺ τῶν πρώτων δημοτῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων, καὶ ἔμεινε μέχρι τοῦ θανάτου του ἐνταῦθα, ἐμπορευόμενος καὶ θεωρούμενος ὡς εἷς τῶν γηγενῶν, ἤτοι τῶν ἐντοπίων ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅπερ προκύπτει ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3,530 τῆς 6ης Ἰουνίου 1886 πιστοποιητικοῦ τοῦ πρώην δημάρχου κ. Σούτσου, ὅστις λέγει, ὅτι «ὁ Ἰωάννης Κορφίτης εἶναι δημότης τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ δημοτολόγιον πρὸ τοῦ ἔτους 1886.» Πρόδηλον, ὅτι ἡ τελευταία ἀόριστος φράσις «πρὸ τοῦ ἔτους 1886» δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, ἢ τὴν τῆς ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων ἐγκαταστάσεως. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ αὐτοῦ πιστοποιητικοῦ ὁ κ. Δήμαρχος προσθέτι, ὅτι, «καθ’ ἃς ἔχει πληροφορίας, ὁ πενθερὸς τοῦ κ. Ῥάγκου κατήγετο ἀπὸ Κορφοὺς», ἀλλ’ ἕκαστος δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄτεχνον καὶ ἀστεῖον ἐπινόημα, ὑποβληθὲν τῷ πρώην Δμάρχῳ ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων πρὸς καταστρατήγησιν τοῦ νόμου. Ὠνομάζετο Κορφίτης, ἄρα κατήγετο ἀπὸ Κορφούς. Αὐτὸς εἶναι ὁ θαυμάσιος συλλογισμὸς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνόμισεν ὁ κ. Ῥάγκος, νομίζει δὲ καὶ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι οἰκονομεῖται ἡ ὑπόθεσις, ἀλλ’ ἀφίνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ, τίνος εἴδους οἰκονομία εἶναι αὕτη. Ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀξιώσω οὐδὲ μνείας τὸ τοιοῦτον ἐφεύρημα, ἀλλὰ, διὰ νὰ μὴ μείνῃ εἰς οὐδένα ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμὸς περὶ τοῦ, ὅτι πρόκειται περὶ ἁπλῆς μυθοπλαστίας, ἀνέτρεξα εἰς τὴν τοῦ Σουρμελῆ ἱστορίαν τῶν Ἀθηνῶν, ἐν ᾗ εὑρίσκω, ὅτι μεταξὺ τῶν Ἀθηναϊκῶν οἰκογενειῶν, αἵτινες ὑπῆρχον πολὺ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, καταλέγεται καὶ οἰκογένεια Κορφίτου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ ἐκτεθέντα δὲν δύναταί τις νὰ λέγῃ πλέον σπουδαίως, ὅτι ἡ σύζυγος τοῦ κ. Ῥάγκου δὲν κατάγεται ἐντεῦθεν· ἀλλ’ οὐδὲ πρόκειται περὶ τούτου καὶ μόνου. Ὑπάρχει καὶ πρόσθετος λόγος, ὁ ἑξῆς. Οἱ ἀδελφοὶ τῆς συζύγου τοῦ κ. Ῥάγκου Χρῆστος καὶ Γεώργιος ἐξασκοῦσιν ἐνταῦθα τὰ πολιτικά των δικαιώματα, διότι εὗρον αὐτοὺς ἐγγεγραμμένους ἐν αὐτῷ τῷ ἐκλογικῷ τοῦ ἀμέσως προηγουμένου ἔτους 1888 καταλόγῳ, ὑπ’ αὔξοντας ἀριθμοὺς 1701 καὶ 1702, ἐν τμήματι δευτέρῳ, ἂν δέ τις θελήσῃ νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ ΦΜʹ νόμου, δὲν δύνται, ἢ νὰ δεχθῇ κατ’ ἀνάγκην, ὅτι καὶ ὁ λόγος οὗτος δέον νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει, προκειμένου περὶ τῶν συγγενῶν τῆς συζύγου τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξακολουθῇ ἔχων, ἣν πρό τινων ἡμερῶν ἐξήνεγκε γνώμην.

§24ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐξήγησα, ὑποβαλὼν τὰ ἔγγραφα, καὶ εἶναι γνώμη, ἣν εἶχον καὶ πάντες οἱ πρὸ ἐμοῦ χρηματίσαντες Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης, θεωρήσαντες, ὅτι ὁ κ. Ῥάγκος μένει ἐν Ἀθήναις συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ὡς ἠκούσατε, ἐν τῷ 1ῳ ἄρθρῳ τοῦ νόμου ἡ ἀπαγόρευσις ἀναφέρεται εἰς τὸν τόπον, ἐξ οὗ κατάγεται ἡ σύζυγος, οὗτος δὲ ὁ τόπος δὲν εἶναι ἐκεῖνος, εἰς ὃν ἐγεννήθη· τοιοῦτόν τι δὲ ἐν τῷ προκειμένῳ δὲν φαίνεται νὰ ὑφίσταται ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἃ ὑπεβλήθησαν· ἐθεωρήθη ἐπαρκὲς ἐνδόσιμον ἡ καταγωγὴ τοῦ πατρὸς, ἑπομένως καὶ οὐδεὶς ἄλλος Ὑπουργὸς εὗρε περίστασιν, ἀποκλείουσαν τὸν κ. Ῥάγκον τοῦ νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του ἐν Ἀθήναις. Ὁ λόγος ὁ δεύτερος, ὃν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ τῆς συζύγου του εἶναι ἐγγεγραμμένοι δημόται τοῦ δήμου Ἀθηναίων, δὲν εἶναι λόγος, φέρων κώλυμα ἐκ τοῦ νόμου.

§25ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ ἐκ μέρους τῶν ἀδελφῶν τῆς συζύγου τοῦ κ. Ῥάγκου ἐξάσκησις τῶν πολιτικῶν τῶν δικαιωμάτων δὲν εἶναι λόγος, κωλύων αὐτὸν νὰ διατελῇ ἐνταῦθα Πρόεδρος, διότι ὁ νόμος, προκειμένου περὶ τῆς συζύγου τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἀπαιτεῖ μόνον τὴν καταγωγὴν αὐτῆς, καὶ οὐδὲν πλέον. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀληθῶς ὁ νόμος δὲν ἀναγράφει ῥητὴν περὶ ἐξασκήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τῶν συγγενῶν τῆς συζύγου διάταξιν, ἀλλὰ, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, οὐ μόνον δὲν ἀποκλείει τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἐπιτακτικῶς τὴν ἐπιβάλλει, ὡς ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ πρώτου ἄρθρου συνάγεται. Σχετικὸς δὲ μάλιστα μεταγενέστερος νόμος τοῦ 1878 ἀνέγραψε καὶ ῥητὴν διάταξιν, καθ’ ἣν «οὐδεὶς τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν διορίζεται ἔφορος ἢ ἀντιπρόσωπος τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ ἐνασκοῦσι πολιτικὰ δικαιώματα ὁ πατὴρ, ἢ οἱ ἀδελφοὶ τῆς συζύγου του.» Ταῦτα βεβαίως εἶχεν ὑπ’ ὄψει καὶ ὁ ἴδιος κ. Ῥάγκος, ὅστις διὰ τῆς ὑπευθύνου λεγομένης δηλώσεως του λέγει, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ τῆς συζύγου του μετέφερον τὰ πολιτικά των δικαιώματα εἰς Κόρινθον. Ἡ διαφορὰ μόνον εἶναι, ὅτι ὁ κύριος αὐτὸς δὲν ἐξέθηκε τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐκ τῶν προσαχθέντων ἐγγράφων προκύπτει, ὅτι ἐζήτησαν μὲν διὰ τοῦ πρώην κ. Δημάρχου οἱ γυναικάδελφοί του νὰ μεταφέρωσι τὰ πολιτικά των δικαιώματα εἰς Κόρινθον, ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος Κορίνθου ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησιν, ὡς μὴ στηριζομένην εἰς τὸν νόμον. Μετὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς αἰτήσεως ὁ κ. Ῥάγκος ἀναφέρει ψευδῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ τῆς συζύγου του μετέφερον τὰ πολιτικά των δικαιώματα εἰς Κόρινθον! Ὅπως δήποτε, ἐκ τῆς σχετικῆς ταύτης ἐνεργείας ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ῥάγκος ἐθεώρει τὴν ἐξάσκησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τῶν ἀδελφῶν τῆς συζύγου του ὡς λόγον, μὴ ἐπιτρέποντα, αὐτῷ νὰ διατελῇ, εἴτε δικαστής, εἴτε Πρόεδρος, ἐνταῦθα. Τὴν αὐτὴν περίπου γνώμην εἶχεν ἐκφράσει καὶ ὁ κατὰ τὸ ἔτος 1880 Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, ὅστις εἶχεν εὑρεῖ, ὅτι δὲν ἦτο καταδιωκτέος ὁ κ. Ῥάγκος, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ πενθερός του εἶχεν ἀποθάνει, καὶ ἑπομένως δὲν ἐξήσκει πολιτικὰ ἐνταῦθα δικαιώματα. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλος ἂς περιορισθῶμεν καὶ εἰς μόνην τὴν καταγωγὴν τῆς συζύγου. Διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀρκοῦσιν ὅσα εἶπον περὶ τῆς πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ἐγκαταστάσεως τοῦ μακαρίτου Ἰωάννου Κορφίτου, ἀλλὰ φαίνεται φρονῶν οὗτος, ὅτι πρέπει νὰ συντρέχῃ καὶ ἡ γέννησις αὐτοῦ. Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν προφανῶς ἐσφαλμένην ταύτην γνώμην, ἥτις εἰς πολλὰ ἄτοπα δύναται νὰ δώσῃ χώραν, ἐπειδὴ ὅμως ἐπιμένει, ἰδού, προσάγω πιστοποιητικὸν τοῦ κ. Δημάρχου, ἐξ οὗ προκύπτει, ὅτι καὶ ἐγεννήθη ἐνταῦθα ὁ πενθερὸς τοῦ κ. Ῥάγκου κατὰ τὸ ἔτος 1807. Τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει). «Ἀριθ. 1966.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ο ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ

Πιστοποιεῖ, ὅτι «Ὁ πρό τινων ἐτῶν ἀποβιώσας ἐνταῦθα ὑαλέμπορος Ἰω. Κορφίτης ἦτο Ἀθηναῖος, γεννηθεὶς ἐν Ἀθήναις κατὰ τὸ 1807 περίπου, καὶ μείνας ἔκτοτε ἐνταῦθα διαρκῶς μέχρι τοῦ θανάτου του. Ταῦτα ἐξάγομεν ἐκ πληροφοριῶν γερόντων Ἀθηναίων, καὶ ἐκ τοῦ δημοτολογίου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐνεγράφη μετὰ τῶν πρώτων δημοτῶν Ἀθηναίων κατὰ τὸ 1833, ὅτε ἦγε τὸ 25ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ ἐν ᾧ ἀναφέρεται ὡς γεννηθεὶς ἐν Ἀθήναις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Ἰανουαρίου 1889. Ὁ Δήμαρχος (ὑπογρ.) ΤΙΜΟΛΕΩΝ ΦΙΛΗΜΩΝ». Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ μετὰ τὴν ἀπόδειξιν ταύτην, νὰ ὑποστηρίζῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμιμος περίπτωσις, ἀπαγορεύουσα εἰς τὸν κ. Ῥάγκον νὰ διατελῇ ἐνταῦθα Πρόεδρος; Δὲν τὸ πιστεύω. Ἂν ὅμως, καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἐμμένῃ εἰς τὴν γνώμην του, τότε εἶναι ἀνάγκη, ὡς προσφυῶς ἄλλοτε ἐῤῥήθη, ν’ ἀνατρέχωμεν μέχρι τοῦ Ἀδὰμ, διὰ νὰ εὑρίσκωμεν τὴν καταγωγὴν τῶν συζύγων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ῥάγκος ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ μένῃ ἐνταῦθα ὡς Πρόεδρος Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ καὶ πρέπει νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς τόσον ἀπροκαλύπτου καὶ θρασείας ὑπ’ αὐτοῦ παραβιάσεως τοῦ νόμου.

§26ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα διαταράσσουσι ἀπό τινος χρόνου σκανδαλωδῶς τὴν κοινωνικὴν γαλήνην καὶ ἀνακόπτουσι τὴν πρόοδον τῆς χώρας, θρασεῖαν ὕψωσε τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς κλοπῆς τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας τῶν συγγραφέων. Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, ἡ τυποκλοπία ἐν Ἑλλάδι ἀπό τινων ἐτῶν κατέστη ἐπάγγελμα ἀνεγνωρισμένον, παραλλήλως βαῖνον πρὸς τὴν ἀρχαιοκαπηλείαν. Ἡ ἀρχαιοκαπηλεία καὶ ἡ τυποκλοπία, κατ’ οὐδεμιᾶς περιστολῆς παρὰ τῆς νομοθεσίας καὶ παρὰ τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς προσκόψασαι, λειτουργοῦσιν ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ καὶ κανονικότητι καὶ ἐν πλήρει μάλιστα τιμῇ τῶν ἐργατῶν αὐτῶν· ἀπό τινος χρόνου μάλιστα ἀναγινώσκω εἰς τὰς ἐφημερίδας ἄρθρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιζητεῖται παρ’ αὐτῶν τιμὴ καὶ δόξα, παρ’ αὐτῶν, λέγω, τῶν ἐμπορευομένων τὰ ἀρχαῖα καὶ τῶν κλεπτῶν τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας τῶν συγγραφέων. Ἐν Πελοποννήσῳ ὑπάρχουσι κέντρα τυποκλοπίας, πανηγυρικῶς ἐνεργοῦντα τὴν ἐκτύπωσιν τῶν βιβλίων, τῶν διδακτικῶν μάλιστα. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα, ἐὰν ᾖναι ἐπιτετραμμένη ἡ μετατύπωσις τῶν βιβλίων, ἠμφισβητεῖτο, διότι συνεχέοντο οἱ τὴν γνώμην ταύτην ἔχοντες μὲ τὴν προαίρεσιν ἢ μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἓν σύγγραμμα ἐδόθη εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ, δύναται νὰ ᾖναι οὐ μόνον κοινὸν ἀνάγνωσμα, ἀλλὰ δύναται νὰ ᾖναι κοινὸν ἐμπόρευμα, ὅπως γίνῃ εὔκολος ἡ διάδοσις καὶ διὰ τοῦτο, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ μετατυπῶται παρ’ ἄλλου ἄνευ οὐδενὸς κωλύματος. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς τελευταίους δύο αἰῶνας, ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ πρῶτον, καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὕστερον, ἐγεννήθη ὁριστικῶς τὸ ζήτημα διὰ νομοθετημάτων κατ’ ἀντίθετον ὅλως τόπον, καὶ ἡ πνευματικὴ ἰδιοκτησία ἐτέθη ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν νόμων καὶ τῶν καταδιωκτικῶν κατὰ τῶν τυποκλόπων διατάξεων, καὶ διὰ τοῦτο παρατηρεῖτε εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας τῶν πεπολιτισμένων Ἐθνῶν διατάξεις τοιαύτας, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον αὐστηράς· μόνον ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας φύσεως τοῦ δικαιώματος τούτου ἐτέθη ἓν ὅριον χρονικόν, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν ἐκτείνεται τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐν Ἀγγλίᾳ τοιοῦτον ὅριον ὡρίσθη πεντήκοντα ἐτῶν, ἐν Γερμανίᾳ τριάκοντα ἐτῶν, ὁ ἡμέτερος ὅμως νόμος εἶναι ἐλλειπέστατος κατὰ τοῦτο, ὢν ἀντίγραφον τοῦ Βαυαρικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὰς κρατούσας τότε ἰδέας, φαίνεται, ὅτι ἤθελε νὰ περιστείλῃ πρόῤῥιζα τὸ ἔγκλημα τοῦτο· διὰ τοῦτο, κατὰ τὸ ἄρθρον 432 τοῦ Ποινικοῦ ἡμῶν Νόμου, δύνανται νὰ καταδιωχθῶσιν οἱ τυποκλοποῦντες ἢ τὴν ἀλλοτρίαν πνευματικὴν ἰδιοκτησίαν ἐμπορευόμενοι ἄνευ ἀδείας, καὶ τιμωροῦνται διὰ χρηματικῆς μόνον ζημίας. Καὶ μολονότι τόσον ἐλαφρὰ ἐτέθη ἡ ποινή, οὐχ ἧττον ἡ ἀμέλεια τῶν καταδιωκτικῶν Ἀρχῶν, ἢ ἡ ἐπιείκεια, κατέστησαν τὸ ἄρθρον τοῦτο νεκρόν, καὶ σπανιώτατα, ἢ μᾶλλον οὐδέποτε ἐφηρμόσθη κατὰ τῶν ἐνεργούντων τὸ ἔγκλημα τοῦτο. Οἱ συγγραφεῖς παρ’ ἡμῖν ἔχουσι καὶ ἄλλον ἐχθρὸν, φοβερώτερον ἀκόμη, ἐξωτερικὸν, τὴν τυποκλοπίαν ἐν τῷ ὁμόρῳ Κράτει, μετὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν συνθήκην, ἐξασφαλίζουσαν τὴν πνευματικὴν ἰδιοκτησίαν. Γίνονται ἀθρόαι αἱ μετατυπώσεις, καὶ τοὺς καρποὺς τῶν κόπων τῶν ἐν Ἑλλάδι συγγραφέων καρποῦνται οἱ διάφοροι τυπογράφοι, ἀνέτως τυποκλοποῦντες. Ἐὰν λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ προστατεύσωμεν τὰ δικαιώματα τούτων, συνθηκολογοῦντες μετὰ τῆς Τουρκίας, βεβαίως ὅμως ἔχομεν καθῆκον, ἀφορῶντες εἰς τὴν μεγάλην ζημίαν, ἡ ὁποία βεβαίως γίνεται, ὅταν ἀφήσωμεν ὅλως ἀνυπεράσπιστον τὴν πνευματικὴν ἰδιοκτησίαν, ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν τυποκλοπίαν, τὴν γινομένην ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς χώρας. Ἐπειδὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσα, ἥκιστα ἀποδείκνυται ἱκανὴ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ μέγα αὐτὸ δικαίωμα τῶν συγγραφέων, καὶ κάκιστα ἐφαρμόζεται, διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν σπουδαίαν τὸ ζήτημα, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν πνευματικὴν κίνησιν καὶ τὴν πνευματικὴν πρόοδον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι. Ἐὰν οἱ συγγραφεῖς ἀφίνωνται ἀνυπεράσπιστοι εἰς χεῖρας τῶν ἁρπάγων τούτων, καὶ δὲν καρπῶνται τοὺς γλίσχρους καρποὺς τῶν κόπων αὐτῶν, βεβαίως δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐπιδίδωνται εἰς συγγραφάς. Βεβαίως εἴμεθα κατὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θέλουσι φιλοτιμηθῆ νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταδιώκωνται καὶ νὰ τιμωρῶνται αὐστηρότερον οἱ τυποκλόποι, καὶ ἐμποδισθῇ ἡ ἐνάσκησις τῆς ἐγκληματικῆς ταύτης πράξεως, ὡς ἐπαγγέλματος.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως ἐνταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμπληρωματικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πατρῶν καὶ τοῦ ἐργολάβου Π. Μανιάκ.

§29ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον χθές, ὅτι, ἐὰν ἡ σύμβασις, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν ἔχῃ ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς, τότε δὲν πρέπει νὰ ζητῆται ἡ κύρωσις αὕτη· ἐὰν δὲ ἦναι ἀνάγκη τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν παροχὴν τῶν λιμενικῶν δικαιωμάτων ὡς ἐγγύησιν εἰς τὸν ἐργολάβον, τότε νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὴν ἔννοιαν ταύτην τὸ νομοσχέδιον.

§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὸ ἔτος 1879 συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Πατρῶν καὶ τοῦ κ. Μανιὰκ σύμβασις ἐξ ἄρθρων 53, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, καίτοι κατὰ τὸ πλεῖστον, κατὰ τὰ 9)10, τὸ περιεχόμενον αὐτῆς δὲν ὑπέκειτο εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, καθόσον, κατὰ τὰ κρατοῦντα, ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἦτο ἁρμοδία νὰ κυρώσῃ αὐτήν, ἐν τούτοις ὑπεβλήθη εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς διὰ τὸ ὅλον, καὶ ἔχομεν τὸν Νόμον ΨΦΘʹ τοῦ 1880, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁλόκληρος ἡ σύμβασις κυροῦται. Ταύτης τῆς συμβάσεως τροποποίησιν ἀποτελεῖ ἡ σήμερον ἐξεταζομένη, ἥτις ἀπεφασίσθη νὰ ὑποβληθῇ, ὡς ἐγένετο, εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ μεταβληθῇ ἡ πορεία, ἡ τότε τηρηθεῖσα. Ἐνομίσθη, ὅτι σύμβασιν, δι’ ἧς τροποποιεῖται ἄλλη, κυρωθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι εὐλαβὲς νὰ κυρώσῃ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, μὴ ὑποβάλλουσα ταύτην εἰς τὴν Νομοθετικήν. Ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὰ τῆς ὑπεγγυότητος καὶ τοῦ δανείου, ἐπειδὴ ἠναγκάσθησαν τότε, καίτοι ὑπῆρχεν ἐξουσία καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, νὰ λάβωσι τὴν ἔγκρισιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας διὰ τὸν ὅρον τῆς διαρκείας καὶ τοῦ ἀμειώτου τῆς φορολογίας, τὸν περιεχόμενον ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ, τὸν καὶ τροποποιούμενον ὑπὸ τῆς νέας συμφωνίας, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἰδίως ὡς πρὸς τοῦτο ὠφείλομεν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Νομίζομεν δὲ ὀρθόν, νὰ μὴ μεταβληθῇ τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διετυπώθη γενικὸν, διότι ἐμμένομεν εἰς τὰ ἤδη πρότερον γενόμενα, νομίζοντες, ὅτι εἴμεθα εὐλαβέστεροι πρὸς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ἐὰν πράξωμεν σήμερον ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης ὅ,τι ἐπράχθη τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου.

§31ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι εἶπον πρὸ ὀλίγου δὲν εἶναι γνώμη ἐμή, ἀλλὰ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται τοὺς λόγους αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὑποβάλλεται ἡ σύμβασις εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐγγυοδοσίαν, ἐνομίσαμεν, ὅτι μόνον ὡς πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις. Ἤδη νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ἀλλοίαν γνώμην, δικαιολογουμένην, καθ’ ἃ εἶπεν, ἐκ τοῦ παρελθόντος. Δὲν θ’ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα καὶ τῆς γνώμης ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐὰν ὄντως ἐπιμένῃ εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἔγκρισιν ὁλοκλήρου τῆς συμβάσεως καθ’ ἅπαντα αὐτῆς τὰ μέρη, ἀλλὰ τότε νομίζω, ὅτι ὀφείλει νὰ παρασχεθῇ ὁ ἀνάλογος χρόνος πρὸς συζήτησιν, διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου θέματος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐμπλέκονται συμφέροντα τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Πατρῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ περὶ ἐπεισοδίων, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἴδωσι τὸ φῶς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀσύμφορον ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ ἔκτακτον Σύνοδον, τὴν ἐπηγγελμένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν θὰ ἦναι ἐπιζημία ἡ ἀναβολὴ αὕτη, καθ’ ὅσον ἡ σύμβασις ἐνεκρίθη καὶ ἤδη ἤρχισαν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς νὰ ἐκτελῶνται τὰ ἔργα τοῦ λιμένος Πατρῶν.

§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν, εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέσχεν ἤδη τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς, καίτοι ἐπεφυλάχθη νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἑπομένως πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τότε μόνον θὰ ἔχῃ ἀξίαν, ἐὰν ὑποβληθῇ πρὸς ἐξάσκησιν ἐλέγχου διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως. Καθόσον δὲ αἱ ἀντιῤῥήσεις φέρονται ἐπὶ τῶν ἄρθρων 20 καὶ 21 τῆς συμβάσεως, δηλ. τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν ὑπεγγυότητα τῶν εἰσοδημάτων, παρατηρῶ, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τούτων περιορίζονται μὲν τὰ δικαιώματα τοῦ ἐργολάβου, ἐκτείνονται δὲ τὰ δικαιώματα τῆς Ἐπιτροπῆς, ἑπομένως ἡ μὴ ψήφισις τῶν διατάξεων τούτων φέρει βλάβην εἰς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον καὶ εἰς τὴν ὑπὸ ἐλαφροτέρους ὅρους πρόοδον τοῦ ἔργου.

§33ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιστα ἡ προκειμένη σύμβασις, διότι ἀποβλέπει εἰς ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τρία ἔτη ἀνεβλήθη καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτέλεσις ἐπείγει σήμερον. Ὅλοι γνωρίζομεν, πόσον σπουδαία εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τοῦ λιμένος Πατρῶν, πολὺ περισσότερον ἀφοῦ δι’ αὐτὴν ἐδαπανήθησαν 3,000,000 δραχμῶν. Πᾶσα ἀναβολὴ θέλει καταστρέψει τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐγένετο. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος, πιστεύω, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο δὲν διαφωνεῖ, ἴσως ἡ ἰδέα ἡ τυπικὴ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ μέρους ταύτης, ἢ λεπτομερειῶν τινων, νὰ τὸν παρακινῇ εἰς τὸ νὰ θεωρῇ ἀναγκαῖον, ὅπως ἐπιμένῃ νὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελον ἀντείπει, ἐὰν ἤθελον προΐδει, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ φέρῃ ὡς συνέπειαν τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης. Σήμερον, ὡς ἡ σύμβασις ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγένοντο ἀντιπαρατηρήσεις καὶ ἐξηγήθησαν δισταγμοί, μετὰ τὴν ἐξήγησιν ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι θεωρεῖται ἀναγκαῖον, νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις, συνεπείᾳ προηγουμένου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἀναβολὴ θὰ καταστήσῃ δυσχερεστέραν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἐργολάβου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν, καθότι πρακτικὸν ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἔχῃ ἡ ἀναβολή, ἀφοῦ τὸ ἔργον πρέπῃ νὰ ἐκτελεσθῇ.

§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καθὼς καὶ ὁ προαγορεύσας ἔντιμος συνάδελφος, νὰ μὴ θεωρήσω πολὺ σπουδαῖα τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα. Ἐῤῥήθη προχθές, ἐπανελήφθη δὲ καὶ χθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ σύμβασις μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Μανιὰκ δὲν ἔχει ἀνάγκην νομοθετικῆς ἐγκρίσεως, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νομοθετικῆς ἐγκρίσεως οὐδὲ κατὰ τὸ μέρος, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπεγγυότητα τῶν λιμενικῶν δικαιωμάτων. Ἐὰν τοῦτο ἦναι, καὶ εἶναι βεβαίως, ὀρθὸν, τότε ἐρωτῶ: ποίαν σπουδαιότητα παρουσιάζει πλέον ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ρικάκη πρὸς νομοθετικὴν κύρωσιν, ματαίαν καὶ ἄσκοπον; Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, μόνον ἐὰν θέλωμεν νὰ συζητήσωμεν ὑπὸ τὸν τύπον ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, ἐννοεῖ νὰ δεχθῇ τοιαύτην, καὶ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.

§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.

§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπετε προχθές.

§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.

§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ κυρώσεως συμβάσεως, ἡ ὁποία ὑπὸ τὸ πρόσχημα συμβιβασμοῦ ἐκθέτει εἰς μεγάλας θυσίας τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, διότι, ἐνῷ ἀρχικῶς ἐξεχωρήθη τὸ ἔργον ἀντὶ 4,900,000, ἤδη διὰ τῆς νέας ταύτης συμβάσεως ἀνέρχεται τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς 8,500,000. Οἱ λόγοι, δι’ οὓς τὸ ποσὸν σχεδὸν ἐδιπλασιάσθη, ἀναφέρονται εἰς λεπτομερείας, αἵτινες θὰ ἐξετασθῶσιν, ἐὰν καὶ ὁπότε ἀσκηθῇ ἔλεγχος ἐπὶ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ κυρώσῃ διὰ τῆς ψήφου της τὴν προκειμένην σύμβασιν ἄνευ ἀνάγκης, διότι τοῦτο οὐδένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν, ἢ νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ σύμβασις ἐνεκρίθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, τὰ ἔργα προβαίνουσιν, ἡ ὑπεγγυότης ὑπάρχει κατὰ τὴν πρώτην σύμβασιν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ μέρος τοῦτο μένει ἐν πληρεστάτῃ ἰσχύϊ, ὥστε ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς δὲν χρειάζεται. Προέβησαν καὶ περαιτέρω ἀκόμη. Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν γνωρίζω, ἂν παίζων ἢ σπουδάζων, ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν προβληθῶσι προσκόμματα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης, θὰ ἐκτιμηθῶσι πολὺ αὐστηρῶς ἐν Πάτραις. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἰδικῆς του θέσεως καὶ δημοτικότητος, νὰ μὴ ἐνδιαφέρηται δὲ δι’ ἡμᾶς, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας. Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι, ἂν ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις ζητοῦσα τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, θὰ προκαλέσω μακρὰν καὶ λεπτομερῆ συζήτησιν, διότι δὲν πρόκειται περὶ μικρῶν πραγμάτων.

§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ἐπιμένωσιν οἱ Κύριοι, βεβαίως δὲν θ’ ἀποσύρωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θ’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ὅσα λέγω τώρα εἶναι καὶ τὰ τελευταῖα λεγόμενα. Τοῦτο παρατηρῶ καὶ πάλιν, καὶ παρατηρῶ αὐτὸ εἰδικώτερον, ὅτι, ἐνῷ ἐν ἔτει 1880 ὑπεβλήθη εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις ὁλόκληρος, δὲν ὑπεβλήθη διότι ἐνομίσθη, ὅτι τὸ σύνολον εἶχεν ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διότι τὰ περὶ δανείου δι’ αὐτῆς συνομολογούμενα περιεῖχόν τινας προσθήκας εἰς τὸν νόμον περὶ ταμείων λιμενικῶν, καθόσον ἀνεφέροντο εἰς τὴν μείωσιν τῆς φορολογίας, ἣν ἀπηγόρευον. Διὰ τῆς συμερινῆς συμβάσεως, τροποποιουμένων τῶν πραγμάτων ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ τόπου καὶ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ἀμείωτον γίνεται μειωτὸν, καὶ ἐπιτρέπεται μὲν ἡ μείωσις, ἐπιτρέπονται δὲ καὶ ἄλλα, μὴ ἐπιτρεπόμενα ὑπὸ τῆς ἑτέρας συμβάσεως. Καὶ διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι, προκειμένης τοιαύτης τροποποιήσεως, ὑπῆρχεν ἀνάγκη πάλιν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἀποφανθῇ. Ταῦτα ὑποβάλλομεν ὑμῖν ὡς χρήσιμα, ὅπως κρίνητε τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν δὲ νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ τροποποίησις αὕτη τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως, τῆς ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς γενομένης, εἶσθε κύριοι, νὰ δηλώσητε τοῦτο.

§40ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκω πολὺ ὀρθὴν τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι τότε πρέπει νὰ διατυπώσῃ τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἣν δίδει περιωρισμένην ἔννοιαν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.

§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας θεωρεῖ, ὅτι τὸ μέρος τῆς συμβάσεως, τὸ μὴ ἀποβλέπον εἰς τὴν ἐγγύησιν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ λιμένος, θεωρεῖται ὡς διοικητικῶς κεκυρωμένον, ἡ ἀναβολὴ οὐδὲν ἄλλο θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα, ἢ νὰ ἀφήσῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, πρὸς ζημίαν τοῦ ἔργου· δὲν βλέπω δὲ, κατὰ τί θὰ ὠφελήσῃ ἡ ἀναβολή. Ἐρωτῶ λοιπὸν τώρα, θέλετε νὰ συζητήσωμεν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰ πρακτικὰ ἀποτελέσματα, ἢ μόνον θεωρητικῶς; Θεωρητικῶς, νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ, ἢ νὰ περιπλέξῃ τὸ ζήτημα καὶ βλάψῃ τὸ ἔργον, καθότι δὲν δύναται τὸ ἔργον νὰ ἐξακολουθήσῃ μετὰ τοῦ ζήλου ἐκείνου ἑκατέρωθεν τῶν συναλλαξαμένων μερῶν, ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἔλαβον χώραν συζητήσεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Ἰωάννης Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§43Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὡς κάλλιστα γινώσκετε, Κύριοι, δὲν περιορίζεται μόνον ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, ὃν ὑπέβαλεν ἤδη εἰς τὸν ἔλεγχον ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐφ’ οὗ ζητεῖ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ συγχρόνως μετ’ αὐτοῦ συνεξετάζεται καὶ πᾶσα ἡ πολιτικὴ αὐτῆς, ἥ τε οἰκονομικὴ, ὡς καὶ ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ, ἰδίως δὲ ἡ διοίκησίς της. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ κύριον θέμα καὶ τὸ κύριον ἔργον τῶν ἀσχολιῶν τῆς Συνόδου, ἀπὸ τῆς στιγμῆς δὲ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως αὐτοῦ παύει ὑφιστάμενος πᾶς δεσμὸς μεταξὺ ἀτόμων καὶ κομμάτων, μεταξὺ Βουλευτῶν καὶ ἀρχηγῶν, εἴτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, εἴτε ἐν τῇ Κυβερνήσει τυγχάνουσιν οὗτοι, οἱ δὲ Βουλευταὶ, ἐλεύθεροι οὕτω, καλοῦνται ν’ ἀποφανθῶσιν, ἐὰν κρίνωσιν ἀξίαν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα περιβάλωσιν αὐτὴν διὰ νέας ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὡς καὶ κατά τινα τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εἴπω, ἐπιτηδείως περιώρισε τὴν ἐπὶ τῆς πορείας, τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς εὐσυνειδησίας αὐτῆς ἐτυμηγορίαν τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς πολιτικῆς, τὴν δὲ διοίκησιν ὑπεβίβασεν εἰς ζήτημα δευτερεῦον, ἐνῷ ἡ διοίκησις Κράτους τινὸς χρησιμεύει ὡς ἡ εἰκὼν τῆς εὐνομίας καὶ τῆς προόδου αὐτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐνῷ ἄλλοτε ἀνετρέποντο Κυβερνήσεις, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι σύνταξις γυναικὸς τεσσαρακοντάδραχμος ἀπενεμήθη ἄνευ αὐστηροῦ ἐλέγχου τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, μειδιᾷ σήμερον ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὴν, ὅταν ἀναγκάζωνται νὰ ἀκούωσιν, ὅτι παρὰ τὰς ῥητὰς διατάξεις τῶν νόμων ἀπενεμήθη βαθμὸς εἰς συμπολίτην καὶ στενῶς μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνδεόμενον Ἀντιμοίραρχον, ἢ θεωρεῖ ἀνάξιον προσοχῆς, ὅταν αὕτη συλλαμβάνηται διορίζουσα εἰς δημοσίας θέσεις ἀνθρώπους, ἐπανειλημμένως ὑπὸ τοῦ Κακουργοδικείου καταδικασθέντας ἐπὶ νοσφίσει δημοσίων χρημάτων! Σήμερον κατωρθώθη, ὥστε τὰ πάντα νὰ θυσιάζωνται χάριν τῆς δῆθεν ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν, ὡς νὰ μὴ ἦτο δυνατὸν σὺν τῇ προσπαθείᾳ πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, νὰ δίδηται ἡ δέουσα προσοχὴ καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς διοικήσεως. Εἴπερ ποτὲ ὅθεν ἔχομεν καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐρευνήσωμεν, κατὰ πόσον αἱ περὶ οἰκονομικῆς εὐημερίας τοῦ Κράτους ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰσιν ἀληθεῖς, κατὰ πόσον δὲ τὰ μετὰ στόμφου παρ’ αὐτοῦ ἀναγγελθέντα ἰσοζύγια εἰσὶν ἀκριβῆ, ἐὰν δὲ τὰ χείλη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἐκεῖνα τοῦ ἱερέως, οὐ ψεύδεται, νὰ παρηγορηθῶμεν τουλάχιστον, ὅτι, ἀφοῦ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διωρθώθησαν, θέλει ἀπομείνει ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ὅπως δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ καὶ πρὸς βελτίωσιν τοῦ ἑτέρου σπουδαιοτάτου κλάδου τοῦ πολιτειακοῦ ὀργανισμοῦ, τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἵνα ἐρευνηθῶσι καὶ ἐξελεγχθῶσιν αἱ διαβεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ἐπισταμένως καὶ λεπτομερῶς οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ παρελθόντος, ἵνα ἐκ τῶν βεβαίων ἀποτελεσμάτων ἐκείνων ὑπολογισθῶσι καὶ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα τοῦ μέλλοντος. Καὶ οὐδεὶς, Κύριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι αἱ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφοι πληροφορίαι περὶ τῶν δοσοληψιῶν τοῦ δημοσίου ταμείου εἰσὶν ἀκριβεῖς, καταληπταὶ δὲ εἰς πάντας καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τοὺς περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ λογιστικὰ καταγινομένους. Καὶ ἵνα ἀνεύρωμεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος, τοῦ οἰκονομικοῦ δηλαδὴ ἔτους 1887, ἀναπόφευκτον καθίσταται νὰ μελετήσωμεν τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως ἐκείνης. Ἀλλ’ ἐγκύπτοντες εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ, τί βλέπομεν; Βλέπομεν παρ’ ἐλπίδα, ὅτι τὰ χείλη τοῦ ἱερέως καταφωρῶνται ἀσυστόλως ψευσθέντα, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ αὐτοῦ εἶναι ἀνειλικρινεῖς καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπους, δυσεξέλεγκτοι δὲ οὐ μόνον διὰ τοὺς πολλοὺς, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτοὺς ἔτι τοὺς εἰδικῶς περὶ τὰ τοιαῦτα καταγινομένους. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δι’ ἐπιτηδείου κινήσεως, par un coup de Jarnac, μετετόπισε τὸ ἔδαφος τοῦ ἀγῶνος, ἔστρεψε δὲ τὴν προσοχὴν πάντων ἐπὶ μόνον τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων, προαναγγείλας δὲ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος, ὅτι θὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον καὶ βλέπων τὸ ἀδύνατον τῆς πραγματικῆς ἐπιτεύξεως αὐτοῦ, ἀνειλικρινεστάτους ὑπέβαλε τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ, ἵνα οὕτω κατορθώσῃ, πωλῶν τὰ ὑλικὰ τοῦ πολέμου, ἀναγράφων ὡς ἔσοδα τῆς χρήσεως τὰ ἔσοδα ἄλλων χρήσεων, ἐλαφρύνων δὲ τὴν χαϊδευμένην χρῆσίν του εἰς βάρος ἑτέρων χρήσεων, μὴ ἀποδίδων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ τοὺς δήμους ὀγκώδη ποσὰ ὀφειλόμενα αὐτοῖς, ἀναγράφων ὡς τακτικὸν ἔσοδον τοῦ Κράτους τὴν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 προκύψασαν νομισματικὴν διαφορὰν, δανειζόμενος δ’ ἀφθόνως, εἰς βάρος τῶν διαδόχων αὐτοῦ, νὰ παραστήσῃ, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι του ὑπῆρξαν ἀληθεῖς, ὅτι οἱ ὑπολογισμοί του ἀπεδείχθησαν ἀκριβεῖς, καὶ ὅτι εἰς τὸ μέλλον πλήρης πρέπει νὰ δίδηται πίστις εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ καὶ τὰς ἐπαγγελίας. Οἱ πιστεύσαντες, Κύριοι, εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1887 δύνανται νὰ πιστεύσωσι καὶ εἰς ἐκεῖνο τοῦ 1888, καὶ εἰς τὸ περίσσευμα τοῦ 1889. Οἱ τοιοῦτοι δὲν ἐνδιαφέρονται νὰ προσέχωσιν εἰς τὴν δύναμιν τῶν ἀριθμῶν, ἀλλ’ εἰς τὰ χείλη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὰς ἐπαγγελίας αὐτοῦ. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἵτινες οὐδεμίαν ἔχουσι πλέον ὄρεξιν νὰ εἰδωλολατρῶσι, καὶ οἵτινες μετ’ ἀπαθείας ἀναγινώσκουσι τοὺς λαλοῦντας ἀριθμοὺς, ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ μεμφθῶσι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τὴν ἀνειλικρίνειαν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων, καὶ νὰ τῷ εἴπωσιν, ὅτι ἀντὶ νὰ θέλῃ διὰ παντὸς τρόπου νὰ παραστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον ὡς γεγονὸς τετελεσμένον, ἤθελε πράξει πολὺ κάλλιον, ἂν μετὰ παῤῥησίας καὶ εἰλικρινείας ἔλεγεν, ὅτι οἱ ἐπιβληθέντες παρ’ αὐτοῦ φόροι, κακῶς ὑπολογισθέντες, δὲν ἐπήρκεσαν εἰς τὴν πλήρη κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, καὶ ὅτι συνεπῶς ἡ χρῆσις τοῦ 1887 κατέλιπεν ἔλλειμμα ἐκ 10,000,000 περίπου, τὸ ὁποῖον ὅμως διὰ δανείων καὶ ἄλλων ἐκτάκτων πόρων κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκαλύφθη, ὅτι ἐλπίζει εἰς αἰσιώτερον μέλλον καὶ βραδύτερον ἴσως εἰς πραγματικὸν καὶ οὐχὶ ἐκβεβιασμένον ἰσοζύγιον. Πέποιθα δὲ, ὅτι οἱ τοιοῦτοι σαφεῖς καὶ εἰλικρινεῖς λόγοι ἤθελον τύχει τῆς δεούσης ἐκτιμήσεως καὶ παρ’ αὐτοῖς ἔτι τοῖς ἀντιπάλοις του, σήμερον δ’ ἴσως ἡ συζήτησις θὰ περιεστρέφετο ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων, ἐπίσης σοβαρῶν καὶ ἀξίων μερίμνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς προεῖπον, θελήσας νὰ παραστήσῃ τὴν πλήρη ἐπιτυχίαν τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ συστήματος καὶ τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ συνδυασμῶν, νὰ κερδήσῃ δ’ οὕτω τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ, ὅπως ἐφ’ ἱκανὸν ἔτι χρόνον κρατήσῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν, κατώρθωσε μόνον νὰ ὑποβιβάσῃ τὸ πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα εἰς ἐκεῖνο τοῦ στρεψοδίκου συνηγόρου, τοῦ ἀγωνιζομένου νὰ κερδήσῃ χαμένην ὑπόθεσιν, ἐξηνάγκασε καὶ τοὺς μετριοπαθεστέρους ἐκ τῶν ἀντιπάλων του νὰ ἐλέγχωσι καθ’ ἑκάστην τὴν ἀνακρίβειαν τῶν λογαριασμῶν του, ἔδωκε δὲ τὸ δικαίωμα, οὐ μόνον εἰς τοὺς ἀμερολήπτους, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλοὺς ἐκ τῶν φίλων του, καίπερ ψηφίζοντας μετ’ αὐτοῦ ἕνεκα ἄλλων λόγων, οὐδεμίαν νὰ δίδωσι πίστιν εἰς τὰς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ἐλπίδας του. Καὶ πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ γένηται πιστευτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους τούτου προσδοκίας του, ὁπόταν ἐφ’ ἑνὸς καὶ μόνου κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, τοῦ κεφαλαίου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, προϋπολογίζῃ μὲν ὡς ἔσοδον τὸ ποσὸν τῶν 5,700,000 δραχμῶν, ἀναγράφῃ δὲ ὡς ἔξοδον ἀποδοτέον, λόγῳ εἰσπράξεως, τὸ ποσὸν τῶν 4,000,000 μόνον, ἤτοι ἀναγράφει ὡς ἔξοδον ὀλιγώτερον τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ κατὰ 1,700,000 δραχμῶν, συλαμβάνηται δ’ οὕτως ἐπ’ αὐτοφώρῳ, αὐξομειῶν τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους, κατ’ αὐθαίρετον βούλησιν, ἀντιστρατευομένην καὶ εἰς τοὺς νόμους καὶ εἰς τὴν λογικήν; Ὁπόταν ὡσαύτως ἐπὶ ἑτέρου κεφαλαίου, τοῦ τῶν δήμων, προϋπολογίζῃ μὲν ὡς ἔσοδον τὸ ποσὸν τῶν 720,000 δραχμῶν, ἀναγράφῃ δὲ ὡς ἔξοδον τὸ ποσὸν τῶν 500,000, ἤτοι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀποδόσεως ἐλαττοῖ τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ 220,000 δραχμῶν ἄνευ οὐδενὸς νομίμου λόγου; Καὶ ἰδοὺ ἐκ τοῦ προχείρου καταῤῥέον καὶ τὸ ἰσοζύγιον καὶ τὸ περίσσευμα τοῦ 1889. Ὅταν δὲ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ καταδείξω ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ πλείστων κεφαλαίων αὐτοῦ οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς Κυβερνήσεως εἰσιν ἐκ προθέσεως σφαλεροί, πρὸς ἀδικαιολόγητον μὲν ἐξόγκωσιν τῶν ἐσόδων, περιορισμὸν δὲ τῶν ἐξόδων, ἐπὶ τῷ γνωστῷ σκοπῷ τῆς ἐν τῷ χάρτῃ ἀναγραφῆς τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τῶν περισσευμάτων. Τὰ ἔσοδα, Κύριοι, τοῦ 1889 προϋπολογίζονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 96,460,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς βάσιν τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων μετεχειρίσθη τὸ σφαλερὸν σύστημα, τοῦ νὰ ὑπολογίζῃ αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μέσων ὅρων τῶν βεβαιώσεων καὶ οὐχὶ τῶν εἰσπράξεων τῆς τελευταίας τριετίας ἢ τετραετίας, τὸ σύστημα δὲ τοῦτο δίδει ἀφορμήν, ὥστε νὰ ἐξογκῶνται τὰ ἔσοδα, παρίσταται δ’ οὕτως εἰκονικὸς ὁ Προϋπολογισμὸς, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς αὐξήσεως καὶ τῶν ἐξόδων, φαινομενικῶς οὕτως ἐξισουμένων πρὸς τὰ ἔσοδα. Καὶ δὲν ἀρνεῖται μὲν ἡ Κυβέρνησις τὴν διαφορὰν μεταξὺ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, καὶ ἀνομολογεῖ, ὅτι μεταξὺ τῶν προϋπολογιζομένων καὶ εἰσπραχθησομένων θὰ παρουσιασθῇ πάντοτε ἐν τῷ συνόλῳ τῶν ἐσόδων διαφορὰ 8 ἢ καὶ 9%, δικαιολογεῖται ὅμως, ὅτι εὗρε μὲν τὸ σύστημα τοῦτο ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐφαρμοζόμενον, ἀλλ’ ὅτι ἐφαρμόζει ἐπίσης καὶ τὸ σύστημα τῆς ἀναγραφῆς καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τῶν ἀνωτάτων ὅρων τῶν δαπανῶν, καὶ ὅτι συνεπῶς κατὰ τὰ ἀποτελέσματα ἡ διαφορὰ τῶν 8 ἢ καὶ 9% μεταξὺ τῶν προϋπολογιζομένων καὶ εἰσπραττομένων καλύπτεται διὰ τῆς μὴ διαθέσεως ὁλοκλήρων τῶν πιστώσεων τῶν ἐξόδων. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα, ἂν περὶ τῶν ἐξόδων τηρῆται ἡ αὐτὴ μέθοδος, περὶ τούτου θὰ λαλήσω, ὅταν ἔλθω εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἐξόδων, καὶ θὰ ἀποδείξω, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει πάντοτε οὕτως· ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι πράγματι γίνεται τοῦτο ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ὅτι δηλ. δὲν διατίθενται πᾶσαι αἱ πιστώσεις, αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς, τί θέλομεν εἰσπράξει καὶ τί θέλομεν ἐπίσης δαπανήσει, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπολογίζωμεν ποσὰ ἀνώτερα κατὰ 8 ἢ 9%, ν’ ἀφίνωμεν δὲ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ μάλιστα εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θέλει εἰσπράξει τὰ προϋπολογιζόμενα, νὰ δαπανᾷ πλέον αὐτῶν; Ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς πρέπει νὰ τηρῆται μεγίστη ἀκρίβεια εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Καὶ ἂν τάχα, Κύριοι, ἀναγράψωμεν μὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ποσὰ, δικαιολογούμενα ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος, εἰσπραχθῶσι δὲ ἀνώτερα αὐτῶν, κατὰ τί ἔχει νὰ ζημιωθῇ τὸ Κράτος; Μήπως τὰ ἐπὶ πλέον βεβαιούμενα ποσὰ ταῦτα δὲν θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ἡ βεβαίωσις χρησιμεύει πρὸς χρέωσιν τῶν ὀφειλετῶν, δὲν ἕπεται δὲ, ὅτι, ἂν βεβαιωθῶσιν ἀνώτερα ποσὰ τῶν προϋπολογισθέντων, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα θέλουσιν ἀπολεσθῆ. Καὶ διὰ τοῦτο κατ’ ἔτος ἀναγράφεται ἔσοδον ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων. Πρέπει ἑπομένως νὰ τηρῶνται ὡς βάσις ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων τὰ ἀποτελέσματα τῆς εἰσπράξεως καὶ οὐχὶ τῆς βεβαιώσεως, περὶ τούτου δὲ συμφωνοῦσι πάντες οἱ περὶ τῶν οἰκονομικῶν γράψαντες. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί λέγει ὁ Casimir Fournier (ἀναγινώσκει): «Ὡς πρὸς τὰς δαπάνας ὁ ἀκριβὴς αὐτῶν προϋπολογισμὸς καθίσταται δυσκολώτερος. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, δύναται νὰ ἦναι ἀσφαλὴς, ὅταν ἀναγράφωνται τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος ἔτους.» Ἕτερος δὲ συγγραφεὺς, ὁ Charles Coquelin, λέγει, ὅτι «τὰ ἔσοδα, τῶν ὁποίων τὸ σύνολον δύναται νὰ ποικίλλῃ κατά τι, ὑπολογίζονται κατὰ προσέγγισιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων τῶν παρελθόντων ἐτῶν»· ὁ δὲ Leroy Baulieu λέγει τὰ ἑξῆς: «πᾶσα πλάνη, ἔστω καὶ ἡ ἐλαχίστη, περὶ τὸν ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, δύναται εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως νὰ παραγάγῃ ἔλλειμμα, πλὴν ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐστηρίχθη ἐπὶ σπουδαίου περισσεύματος». Καὶ ὁ Leon Say, εἰδικώτερον πραγματευόμενος τὰ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας τῶν ἐτῶν 1881–1882, λέγει, ὅτι «μεταξὺ τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῶν ἐμεσολάβουν δύο ἔτη, ἅτινα δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψει τὸ παρελθὸν καὶ τὸ τρέχον ἔτος. Οὕτως ὁ ὑπολογισμὸς ἀπὸ τῆς πραγματοποιήσεως ἀπεμακρύνετο κατὰ δύο ἔτη. Ἡ σημερινὴ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ διετὴς αὕτη ἀπομάκρυνσις ἀποτελεῖ περίοδον μακρὰν, ἐν τῷ διαστήματι τῆς ὁποίας παρουσιάζονται γεγονότα, ἅτινα ἀνατρέπουσιν ὁλοτελῶς πάσας τὰς γενομένας προβλέψεις. Ἡ νέα μέθοδος, ἣν ἀπεδέχθημεν, λαμβάνει ὡς βάσιν τὸ παρελθὸν ἔτος, οὕτω διὰ τὸ 1883 λαμβάνομεν ὡς τύπον τὸ 1882. Διὰ τὸ 1884 θὰ ληφθῇ τὸ 1883, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐν τῇ καταστρώσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 προσετέθη εἰς τὰ πραγματοποιηθέντα ἔσοδα τοῦ 1881 προσαύξησίς τις (plus value). Ἡ προσαύξησις αὕτη ὑπολογίζεται εἰς δύο περίπου τοῖς ἑκατὸν ἐτησίως.» Λαμβάνεται δηλ. ὡς βάσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τὸ ὁλικὸν ἀποτέλεσμα τῶν ἐσόδων τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ προστίθενται 2% ὡς ἡ φυσικὴ αὔξησις τῶν ἐσόδων παντὸς Κράτους ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν εἰσπράξεων πάντοτε. Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι, ἀφοῦ ἀναγνώσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, νὰ κάμωμεν ὑπολογισμοὺς νέους, διὰ νὰ εὕρωμεν, ποία διαφορὰ θὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ εἰσπραχθησομένων ἐσόδων. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ, Κύριοι, τὸ ἄτοπον τῆς τοιαύτης μεθόδου, θὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν δηλώσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ χρεωλυτικῶν τόκων προσωρινῶν δανείων. Τῷ 1885 προϋπελογίσθησαν ὡς ἔσοδον ἐκ τῶν κεφαλαίων τούτων δραχμαὶ 5,000,000, ἐβεβαιώθησαν δὲ 3,146,947, πόσα δὲν νομίζετε εἰσεπράχθησαν; 740,258 δραχμαὶ ἐπὶ ποσοῦ, προϋπολογισθέντος 5,000,000 ἐν ὅλῳ. Τῷ 1886 προϋπελογίσθη ὅμοιον ποσὸν, δηλ. 5,000,000, ἐβεβαιώθησαν 3,470,321, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 708,337. Τῷ 1887 ἀνεβιβάσθη τὸ ποσόν. Βλέπετε, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς εἰσπράξεως εἶναι τοσοῦτον ἐνθαῤῥυντικὰ, ὥστε ἐδέησε κατὰ τὸ 1887 ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ! Προϋπελογίσθησαν λοιπὸν κατὰ τὸ 1887 δρ. 5,250,000, ἐβεβαιώθησαν 3,365,675, καὶ εἰσεπράχθησαν 1,458,628. Τῷ 1888 προϋπελογίσθη ποσὸν πάλιν 5,000,000, ἐβεβαιώθη κατὰ τοὺς ἕνδεκα πρώτους μῆνας ποσὸν 2,265,721 καὶ εἰσεπράχθη ποσὸν δραχ. 377,622. Τῷ 1889 περιωρίσθη μὲν ὁπωσδήποτε τὸ προϋπολογιζόμενον ἀπὸ 5,000,000 εἰς 3,150,000, ἀλλὰ καὶ πάλιν τὰ ἀποτελέσματα τῆς εἰσπράξεως θὰ ἦναι τὰ αὐτὰ, δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν κατώτερον τοῦ 1,500,000. Καὶ θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ἐπὶ ὀφειλῶν, πηγαζουσῶν ἐξ ἀκινήτων κτημάτων, νὰ παρουσιάζηται τοιαύτη διαφορὰ μεταξὺ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως; Ἀλλ’ ἴσως δὲν συνέπεσε, ν’ ἀναζητήσητε τὰ αἴτια τῆς τοιαύτης διαφορᾶς. Κατὰ τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἐπιτρέπεται ἐντὸς τριμηνίας ἀπὸ τῆς γνωστοποιήσεως τοῦ Ἐφόρου πρὸς τοὺς δηλωτὰς περὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν παραχωρητηρίων, νὰ ὑποβάλωσιν οἱ δηλωταὶ ἔγγραφον παραίτησιν τῆς δηλώσεως αὐτῶν· ὑπεβλήθησαν δὲ μέχρι τοῦδε πλεῖσται τοιαῦται παραιτήσεις, ἀλλ’ αὗται ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ἀρχεῖον τῶν Ἐφοριακῶν γραφείων, ὡς χάρτης ἄγραφος. Καὶ συντάσσεται μὲν ἐτησίως ὁ κατάλογος τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι συντάσσεται πραγματικῶς; Οὐχί· τοὐναντίον συντάσσεται κατάλογος εἰκονικὸς, λαμβάνεται δηλ. ὁ κατάλογος ὁ πάγιος τῶν ὀφειλετῶν, καὶ πανομοιότυπος ἐκεῖ ὡς συντάσσεται ὁ νέος κατάλογος τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε τὴν δέουσαν πρόνοιαν, ὅπως εἰς τὸ μέλλον ἐκλίπῃ τὸ κακὸν τοῦτο· ἂν ὅμως δὲν ἔλαβε τοιαύτην, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ ἐντολὴν, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον πρὸς τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους, νὰ ἐκκαθαρίσωσι τὰς παραιτήσεις τῶν δηλωτῶν, νὰ ἐξελέγξωσιν αὐτὰς, καὶ ἂν αἱ παραιτήσεις αὗται ἦναι νόμιμοι, δηλ. ἂν ἐπεδόθησαν ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας, νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου οἱ οὕτω πως καταλογιζόμενοι ὡς ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου. Ἰδοὺ λοιπόν, Κύριοι, ἡ βάσις τοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀναγράφονται 5,000,000, εἰσπράττονται 700 χιλιάδες· ἀναγράφονται 5,250,000 εἰσπράττονται 1,400, 000! Ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀφθαλμοφανῶς βλέπῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου, δὲν δύναμαι νὰ νοήσω, πῶς ἔχει τὸ θάῤῥος, ν’ ἀναγράφῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, ὡς πραγματοποιηθησόμενον ἔσοδον, ποσὸν ἐκ δραχμῶν 3,150,000. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου αὐθαίρετος εἶναι ὁ ὑπολογισμός· λαμβάνεται ὡς βάσις ὑπολογισμοῦ τὸ ἔτος 1886, δηλ. τὸ ἀπὸ πολλῶν δεκάτων ἐτῶν εὐφορώτερον ἔτος. Προϋπολογίζεται δὲ, ὅτι θὰ παραχθῇ οἶνος ὀκάδων 132,000,000, καὶ ἑπομένως ἀναγράφεται ὡς εἰσπραχθησόμενον ἔσοδον τὸ ποσὸν τῶν 3,120,000. Καὶ εὔχομαι μὲν ἐξ ὅλης καρδίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ ἐλπίζω, ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος 1889 θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα παραγωγῆς ἴσα καὶ κρείττονα τῶν τοῦ ἐκτάκτως ἐπιτυχοῦς ἐν τῇ παραγωγῇ ἔτους 1886. Ἂν τοὐλάχιστον ἐλαμβάνετο μέσος τις ὅρος παραγωγῆς, ἠδύνατο ἴσως νὰ δικαιολογηθῇ ὁ τοιοῦτος ὑπολογισμός, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ὡς παρατηρεῖτε, ὡρισμένως ἔχει πεποίθησιν, ἴσως καὶ πληροφορίας, ὅτι κατὰ τὸ 1889 θὰ παραχθῇ ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ καὶ κατὰ τὸ 1886....

§44ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀστρολογικὰς βεβαίως θὰ ἔχῃ πληροφορίας ἡ Κυβέρνησις.

§45ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀναντιῤῥήτως.... Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ τοσοῦτον ποσὸν ἂν παραχθῇ, ὅπερ καὶ εὔχομαι, πάλιν θὰ ὑπάρξῃ διαφορὰ μεταξὺ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, τοιαύτη δὲ διαφορὰ ὑπῆρξε καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, καὶ κατὰ τὸ 1887, διαφορὰ, ἥτις ἀναλογεῖ πρὸς 16% μεταξὺ τοῦ βεβαιωθέντος καὶ εἰσπραχθέντος ποσοῦ. Ὑποθέτω ἑπομένως, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς παραγωγῆς τῶν 132,000,000 ὀκάδων οἴνου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ τῶν 3,120,000 ὡς ἐσόδου, θὰ πηγάσῃ καὶ πάλιν διαφορὰ μεταξὺ προϋπολογισθέντος καὶ εἰσπραχθησομένου ποσοῦ ἐκ 500,000 δραχμῶν, διότι τοσοῦτο ποσὸν ὑπῆρξε καὶ κατὰ τὸ 1887 μεταξὺ προϋπολογισθέντος καὶ εἰσπραχθέντος. Ἀλλὰ, Κύριοι, προκειμένου περὶ τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ οἴνου, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐποίει διάκρισίν τινα μεταξὺ κοινῶν καὶ εὐγενῶν οἴνων. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογῆται ἐξ ἴσου ὁ ἰδιοκτήτης ἐκεῖνος, ὅστις τὸν οἶνον αὐτοῦ πωλεῖ δέκα ἢ εἴκοσι λεπτὰ τὴν ὀκὰν, καὶ ἐκεῖνος, ὅστις παράγει οἴνους εὐγενεῖς, μὴ ῥητινίτας, πωλεῖ δὲ αὐτοὺς πρὸς δύο καὶ πλέον δραχμὰς τὴν ὀκάν. Τὴν τοιαύτην διάκρισιν καὶ δικαίαν καὶ συμφέρουσαν διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον θεωρῶ. Ἐγένετο μάλιστα περὶ τούτου λόγος καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπεδέχθησαν τότε κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν γνώμην μου ταύτην οἱ κύριοι συνάδελφοι. Τὸ ἐκ τῆς σταφίδος ἔσοδον προϋπολογίσθη κατὰ 357,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Δὲν γωρίζω κατὰ πόσον δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ αὔξησις τοῦ προϋπολογιζομένου τούτου ἐσόδου κατὰ δραχ. 357,000. Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, ἡ παραγωγὴ τοῦ παρελθόντος ἔτους ὑπῆρξεν ἐκ τῶν σπανίως εὐφόρων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς καλλιεργείας τῶν σταφιδαμπέλων, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ πλεῖστον ποσὸν ἐκ τοῦ παραχθέντος ἤδη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος σταφιδοκάρπου ἤρχισε νὰ καταναλίσκηται ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας, καὶ κατηναλώθη ἤδη ἔν τε τῇ πνευματοποιΐᾳ καὶ τῇ οἰνοποιΐᾳ, ἴσως δὲ τὸ ποσὸν τῆς τοιαύτης καταναλώσεως αὐξήσῃ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ εὕρω δεδικαιολογημένην τὴν τοιαύτην αὔξησιν...

§46ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ λίαν ἀπίθανον, ὅτι ἡ ἐσοδεία τοῦ ἑπομένου ἔτους θὰ ὑπερβῇ τὴν τοῦ προηγουμένου.

§47ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀλλὰ συγχρόνως, ὡς παρατηρεῖ καὶ ὁ κ. συνάδελφος, κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ ἔχωμεν τὴν παραγωγὴν τοῦ παρελθόντος; Τὸ εὔχομαι καὶ πάλιν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ ἐλπίζω τοῦτο μετὰ πιθανότητος. Ἐπίσης αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 527,000 τὸ ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου ἔσοδον ἀπὸ τὸ προϋπολογισθὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1888. Οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἵτινες συντρέχουσιν εἰς τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων ἐκ τῆς σταφίδος δὲν δύναται νὰ ἦναι δεδικαιολογημένη, οἱ αὐτοὶ λόγοι μὲ πείθουσιν, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου ἡ αὔξησις εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἐνταῦθα ὅμως, δικαιολογουμένη ἡ Κυβέρνησις, στηρίζει τοὺς ὑπολογισμούς της οὐ μόνον ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τῶν φυτειῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὴν μείζονα ἐξαγωγὴν τοῦ οἴνου. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν οἱ κύριοι ἐξ Ἑπτανήσου συνάδελφοι ἔχωσι τοιαύτην πεποίθησιν, ἐγὼ ὅμως ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι τὸ ἐπὶ πλέον προϋπολογιζόμενον τοῦτο ποσὸν κακῶς προϋπολογίζεται, καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν τοὐλάχιστον εἰς τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν κατὰ τὸ ἔτος 1888. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων προϋπολογίζεται εἰς δραχ. 3,220,000. Τῷ 1887 ὁ φόρος οὗτος ἀπέδωκε ποσὸν δραχ. 1,812,803. Στηρίζων δὲ τοὺς ὑπολογισμούς μου, καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἐλπίζω, ὅτι δὲν προκαλῶ τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, τὸ 1887 εἶναι τὸ χαϊδευμένον αὐτοῦ ἔτος. Κατὰ τὸ 1887, ὡς προεῖπον, εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ φόρου τούτου ποσὸν δραχ. 1,812,803 κατὰ δὲ τοὺς 11 πρώτους μῆνας τοῦ 1888 εἰσεπράχθησαν 760,166 δραχμαί. Φρονῶ, ὅτι κατ’ ἀνώτατον ὅρον δὲν δύναται νὰ εἰσπραχθῇ, ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου ποσὸν ἀνώτερον τῶν 2,200,000. Τὸ ἐκ τελωνιακῶν τελῶν ἔσοδον τῆς εἰσαγωγῆς προϋπολογίζεται εἰς δραχμὰς 26,795,000, ἤτοι ἧσσον τοῦ κατὰ τὸ 1888 κατὰ δραχ. 575,000. Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, οὐχὶ ἐπισήμως, ἀλλ’ ἔκ τινων δημοσιευθεισῶν πληροφοριῶν, τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1888 ἀπέδωκαν ποσὰ κατώτερα κατὰ 1,000,000 ἐκείνων τοῦ 1887. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἔτι μᾶλλον διὰ τὸ 1889 τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι, Κύριοι, ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐσόδου προδίδει κοινωνικὴν στενοχωρίαν, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει μεγάλην κατανάλωσιν, διότι δυστυχῶς οὔτε ἡ βιομηχανία οὔτε ἡ παραγωγὴ ἀνεπτύχθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν προέρχεται ἐκ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, μεθ’ ὅλα ταῦτα, λέγω, χαίρω διὰ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, καὶ θὰ ἔχαιρον ἔτι μᾶλλον, ἂν ταῦτα περιωρίζοντο καὶ εἰς τὸ ἥμισυ ἔτι, καὶ ἂν ἐξέλειπον, εἰ δυνατόν, καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ἕκαστον ἑκατομμύριον τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἀντιπροσωπεύει τοὐλάχιστον 10,000,000 χρυσοῦ, ἐξαγομένου ἐκ τοῦ τόπου· δὲν ἀγνοεῖτε δὲ, Κύριοι, ὅτι τὸ σπουδαῖον σήμερον ζήτημα δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἰσοζύγιον, οὔτε τὸ περίσσευμα, ἀλλ’ εἶναι ὁ χρυσός, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἔλλειψιν, διότι ἐξάγομεν πλειότερον τοῦ εἰσαγομένου, εὐτύχημα δὲ ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν, ὡς προεῖπον, ἐλαττουμένου τοῦ ἐσόδου ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν, περιωρίζετο καὶ ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ χρυσοῦ ἐκ τῆς χώρας. Ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου προϋπολογίζει ἡ Κυβέρνησις ποσὸν 660,000, ἀνώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ τὸ 1888. Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, ὁ νόμος οὗτος πρὸ ὀλίγου ἤρχισε νὰ λειτουργῇ, δὲν δυνάμεθα ἑπομένως ἀσφαλῶς νὰ ὑπολογίσωμεν τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, εἰμὴ μόνον μετὰ τὴν πάροδον τοὐλάχιστον τοῦ τρέχοντος ἔτους· οὐδὲν οὕτω δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου, διότι πιθανὸν καὶ νὰ εἰσπραχθῇ, καὶ τὸ εὔχομαι, πιθανώτατα ὅμως οὐ μόνον νὰ μὴ εἰσπραχθῇ, ἀλλὰ καὶ τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν νὰ ἦναι κατώτερον τοῦ εἰσπραχθέντος κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Ἀλλὰ λαμβάνων, Κύριοι, ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ χαρτοσήμου, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ περιέλαβε διάταξίν τινα, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἐντὸς 60 ἡμερῶν δὲν ἐγγράφωνται ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν Γραμματέων τῶν ἁρμοδίων Δικαστηρίων αἱ ἀνακοπαὶ καὶ αἱ ἐφέσεις ἐπὶ πληρωμῇ διδράχμου τέλους, αὗται καθίστανται ἄκυροι. Ἐνθυμοῦμαι, ἄλλοτε τὸν εὐφυᾶ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Καλλιγᾶν, ἤκουσα δὲ χθὲς τὴν ἑσπέραν καὶ τὸν ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν ἐπαναλαμβάνοντα, ὅτι οἱ νόμοι δὲν εἶναι λεωφορεῖα, ἐντὸς τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ τοποθετῇ παντοειδῆ ἀντικείμενα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ τέλος ἐπὶ τῶν ἀνακοπῶν καὶ τῶν ἐφέσεων, ἠδύνατο κάλλιστα νὰ θέσῃ ῥήτραν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι, ἐὰν ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας δὲν ἤθελε γίνει ἡ δήλωσις, θὰ ὑπεχρεοῦντο οἱ δηλοῦντες νὰ πληρόνωσι διπλάσιον, τριπλάσιον ἢ καὶ πενταπλάσιον τέλος, οὐδέποτε ὅμως ἔπρεπε νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καὶ νὰ καταστήσῃ πλέον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐχὶ λεωφορεῖον, ἀλλὰ νεκροφορεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου πολλὰ ἴσως συμφέροντα τῶν πολιτῶν θέλουσιν ἐνταφιασθῆ. Φαντάσθητε, Κύριοι, τοὺς δυστυχεῖς πολίτας, οἵτινες, εἴτε ἕνεκα ἀμελείας τῶν δικηγόρων αὐτῶν, εἴτε ἕνεκα ἄλλου τινὸς λόγου, παρέλιπον νὰ ἐγγράψωσι τὴν ἀνακοπὴν ἢ τὴν ἔφεσιν αὐτῶν ἐν τοῖς βιβλίοις τῶν Γραμματέων, κινδυνεύοντας νὰ πάθωσι πλήρη καταστροφὴν τῶν ἑαυτῶν συμφερόντων! Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ λάβῃ τοὐλάχιστον ἤδη μέτρον, ὅπως ἡ τερατώδης αὕτη διάταξις ἐξαλειφθῇ ἐκ τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Τὸ ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων καὶ προστίμων ἔσοδον προϋπολογίζεται διὰ τὸ 1889 εἰς δρ. 700,000, ἤτοι πλέον τῶν τοῦ 1888 κατὰ 200,000 δρ. Τῷ 1887 εἰσεπράχθησαν δρ. 528,541, τοὺς δὲ 11 πρώτους μῆνας τοῦ 1888 δρ. 352,000. Δὲν εὑρίσκω ἑπομένως δεδικαιολογημένην τὴν αὔξησιν κατὰ 200,000 δραχμὰς, ἀφοῦ οὐδὲν ἀποτέλεσμα εἰσπράξεως δύναται νὰ μᾶς ἐνθαῤῥύνῃ εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην. Ἡ ἐκ καθυστερήσεως δημοσίων ἐσόδων πρόσοδος προϋπολογίσθη διὰ τὸ 1889 ἀνωτέρα τῆς τοῦ 1888 κατὰ δραχ. 475 χιλιάδας· τῷ 1887 εἰσεπράχθησαν 517,954 δρ. Ἡ πρόσοδος αὕτη πηγάζει ἐκ ποινῶν ἕνεκα καθυστερήσεως ἐσόδων, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται πρόσθετος φόρος 20%, καὶ τόκος 8% εἰς τοὺς καθυστεροῦντας τὴν ἐμπρόθεσμον πληρωμὴν τῶν φόρων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, κατὰ τὰ ἔτος 1887 εἰσεπράχθη ποσὸν 517,000, κατὰ τὴν πρώτην δηλαδὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅτε οἱ φορολογούμενοι ἠγνόουν ἴσως καὶ τὰς συνεπείας τῆς μὴ ἐγκαίρου πληρωμῆς τῶν φόρων των, δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ αὔξησις κατὰ δραχ. 475,000 ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅταν, ὡς εἶναι βέβαιον, οἱ πολῖται, γνωρίζοντες ἤδη τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, δὲν θ’ ἀφίνωσι νὰ πληρόνωσιν 20% καὶ 8% πλέον τῶν ὀφειλομένων; Καὶ τὸ ἐκ παιγνιοχάρτων ἔσοδον ὑπελογίσθη ἀνώτερον κατὰ 50,000 δρ. τοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους· τῷ 1887 εἰσεπράχθησαν 222,000, κατὰ δὲ τοὺς 11 πρώτους μῆνας τοῦ 1888 δραχμαὶ 162,835. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ ἐννοήσω, ποῦ στηριζομένη ἡ Κυβέρνησις, προϋπολογίζει τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων εἰς τὸ ποσὸν τῶν 350,000 δραχ. Καὶ τὸ ἐκ τῶν πυρείων ἔσοδον μοὶ φαίνεται ὑπερβολικῶς προϋπολογιζόμενον. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν πυρείων καὶ τοῦ πετρελαίου, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι ὁριστικῶς, διότι, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰς προσωρινὰς καταστάσεις, τὰς δημοσιευομένας κατὰ μῆνα, θέλετε παρατηρήσει τοιαύτας ἀνωμαλίας ἐπὶ τῶν ἐσόδων τούτων, ὥστε ἐνῷ λ. χ. κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου μηνὸς τοῦ 1888 βλέπετε, ὅτι εἰσεπράχθησαν 233,542 δραχ. ἐκ πυρείων, καὶ ἑπομένως, φυσικῶς ὑπολογίζοντες καὶ τοὺς δύο ἀπομένοντας μῆνας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων τῶν 10 πρώτων μηνῶν, ἐξάγετε, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν περίπου 300,000 δραχμῶν, αἴφνης βλέπετε τὸν Νοέμβριον μῆνα, ὅτι ἀναγράφεται ἐν τῇ καταστάσει τοῦ μηνὸς τούτου ὡς ἔσοδον ποσὸν 546,145, ἀπορεῖτε δέ, πῶς ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, τοῦ Νοεμβρίου, ἐγένετο κατανάλωσις ἀνωτέρα καὶ τῶν δέκα πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους, ἀφοῦ ἀπὸ 233,000 δρ. ηὔξησε τὸ ποσὸν εἰς 560,000 δραχμῶν. Καὶ δὲν γνωρίζω μὲν, Κύριοι, ἀκριβῶς τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἴσως μάλιστα θὰ γένηται ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι οἱ τῶν μονοπωλίων λογαριασμοὶ κανονίζονται εἰς τὸ τέλος ἑκάστης ἑξαμηνίας, ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἐν τοῖς δημοσιευομένοις πίναξι πρέπει νὰ τηρῆται ἀκρίβεια, ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες καταγίνονται ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, μανθάνωσιν ἀσφαλῶς καὶ τακτικῶς τί εἰσπράττεται κατὰ μῆνα. Ἐπὶ τοῦ πετρελαίου ἐπίσης παρατηρεῖται, ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους 11 μῆνας τοῦ 1888 εἰσεπράχθη ποσὸν 2,270,000· φυσικῶς, ὑπολογίζοντες καὶ τὸν ἀπομείναντα μῆνα κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸ εἰσπραχθὲν ποσόν, θὰ ἐξαγάγητε τὸ πόρισμα, ὅτι θέλει εἰσπραχθῆ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ποσὸν 2 ἑκατομμυρίων καὶ 500 ἢ 600 χιλιάδων περίπου. Καὶ ἐν τούτοις, ὅταν δημοσιευθῇ ἡ κατάστασις τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἴδωμεν, ὅτι εἰσεπράχθη ποσὸν 4 ἑκατομμυρίων καὶ πλέον. Τί συμβαίνει, ἀγνοῶ· πολὺ ὅμως ὑποπτεύομαι, ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους χορηγοῦνται πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῶν μονοπωλίων ποσὰ ἀνώτερα τῶν ἀναγκῶν, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσιν ἴσως εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἑπομένου ἔτους, ὅπως οὕτω πως παρασταθῇ, ὅτι ἡ κατανάλωσις τοῦ εἴδους τούτου ὑπῆρξεν ἀνάλογος πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἐκ δικαιωμάτων καταναλώσεως πνευματωδῶν ποτῶν ἔσοδον ὑπολογίζεται εἰς 1,364,200, ἤτοι ἐπὶ πλέον τοῦ τοῦ 1888 κατὰ δραχ. 264,200. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ σύστημα τῶν μετρητῶν τὸ πρῶτον ἤδη ἐφαρμόζεται, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ἀκριβῶς νὰ ὑπολογίσωμεν τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν, ἀλλ’ ἐὰν κρίνῃ τις ἐξ ὅσων ἀκούει παρὰ διαφόρων ἁρμοδίων, δὲν δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ διὰ τὸ ἔτος 1889 οὔτε τὸ ἥμισυ τοῦ προϋπολογιζομένου ποσοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ, παρατηρῶ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1888 δὲν εἶναι ἀνάλογα πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως, θέλουσι δὲ καθυστερήσει κατὰ 700 ἢ 800 χιλιάδας δραχμῶν. Λαμβάνων ὅμως ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου, θέλω καὶ πάλιν καταδείξει τὸ συμβαῖνον ἄτοπον ἐπὶ τῶν φυλλαδίων, τῶν χορηγουμένων εἰς τοὺς καπνοπώλας· διότι, ἐνῷ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀρκοῦσιν 8 ἢ 9 φυλλάδια δι’ ἑκάστην ὀκὰν καπνοῦ, ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῖ τοὺς καπνοπώλας νὰ λαμβάνωσι 12 φυλλάδια. Τί δὲ συμβαίνει; Οἱ καπνοπῶλαι τὰ περισσεύοντα τῶν φυλλαδίων ἀναγκάζονται νὰ τὰ πωλῶσιν εἰς τὸ ἥμισυ, ἢ καὶ ἔλαττον τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας αὐτῶν· ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες ὁπωσδήποτε κατορθόνουσι νὰ λαθρεμπορεύωσι τὸν καπνόν, εὑρίσκουσι μεγίστην εὐκολίαν εἰς τὴν πρόχειρον προμήθειαν εὐθηνοῦ σιγαροχάρτου. Ἀλλ’ εἶναι δίκαιον, Κύριοι, νὰ γνωρίζῃ τὸ Κράτος ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι φορολογεῖ ἀδίκως, καὶ ἐν τούτοις νὰ ἐξακολουθῇ τηροῦν τοιαύτην ἄδικον φορολογίαν; Νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων,—καὶ τοῦτο δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις—ὅτι δι’ ἑκάστην ὀκᾶν καπνοῦ ἀρκοῦσιν 8 ἢ 9 φυλλάδια, καὶ ὅμως νὰ λέγῃ πρὸς τοὺς καπνοπώλας: ὄχι, θὰ λάβητε 12! Καὶ εἶπε μὲν ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐννοεῖ ὁπωσδήποτε νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν 8 ἢ 9 καὶ τῶν 12 φυλλαδίων, καὶ ἑπομένως, ὅτι, ἂν δεχθῇ νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ καπνοπῶλαι ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων φυλλαδίων κατ’ ὀκᾶν, θὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν διαφορὰν ταύτην εἰς βάρος τοῦ καπνοῦ. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐλευθέρα νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει· ἐὰν νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ ἀνώτερον φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἂς εἰσαγάγῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν δὲν πρέπει νὰ ἀφήσῃ νὰ ἐγείρωνται τοσαῦται φωναὶ καὶ τοσαῦτα δίκαια παράπονα, τὰ ὁποῖα ἰδίως καταλήγουσιν εἰς βάρος αὐτῆς, ὑποχρεοῦσα τοὺς καπνοπώλας νὰ πληρόνωσι διὰ τὸ σιγαρόχαρτον μίαν δραχμὴν ἐπὶ πλέον κατ’ ὀκᾶν καπνοῦ. Ὡς πρὸς τὸν καπνὸν, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νομίζω, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ τὸ μονοπώλιον αὐτοῦ. Εἰς τὰ Κράτη, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε εὑρίσκονται ἐν οἰκονομικῇ στενοχωρίᾳ, ἐπιβάλλεται τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀπεδέχθησαν τοῦτο πάντα τὰ μεγάλα καὶ πεπολιτισμένα Κράτη, ἔτι δὲ καὶ αὐτὸ τὸ ὅμορον Ὀθωμανικόν. Ἀνέπτυξα δὲ ἄλλοτε, πόσα ἕκαστον τῶν Κρατῶν τούτων εἰσπράττει ἐκ τοῦ μονοπωλίου ἔσοδα. Ἡ Γαλλία εἰσπράττει 400,000,000 φράγκων, ἡ Ἰταλία, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, 200,000,000, ἡ Ἀγγλία, ἥτις δὲν ἔχει μὲν τὸ μονοπώλιον, ἀλλ’ ἐπιβάλλει βαρὺν δασμὸν ἐν τῇ εἰσαγωγῇ, διότι ἐκεῖ ἀπαγορεύεται ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ, εἰσπράττει καὶ αὐτὴ μέγα ποσὸν, 250,000,000 περίπου. Ἡ ἀναλογία δὲ ἐπὶ ἑκάστου τῶν κατοίκων τῶν Κρατῶν τούτων κυμαίνεται μεταξὺ 8 καὶ 10 περίπου φράγκων κατ’ ἄτομον. Διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐκφράζει τοὐλάχιστον γνώμην, δὲν προτάσσει τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἀποδέχεται τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου, ἐὰν ἀποκρούῃ αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν καὶ δι’ εἰδικοὺς λόγους; Διότι, ὡς προεῖπον, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς Κράτος, εὑρισκόμενον ἐν οἰκονομικῇ στενοχωρίᾳ, ἐγκαταλείπει σπουδαῖον ἔσοδον, ἀφοῦ μάλιστα καὶ συγγραφεὺς, ὡς ὁ Beaulieu, λέγει, ὅτι τὸ τοιοῦτον μονοπώλιον ἐπιβάλλεται εἰς τὰ Κράτη, τὰ εὑρισκόμενα ἐν οἰκονομικαῖς στενοχωρίαις. Ἴσως προταχθῇ ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι παραβλάπτεται ἡ παραγωγὴ καὶ ἐξαγωγὴ τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὡς πρὸς τοῦτο ἐλήφθησαν τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ἐξασφαλίζηται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ καπνοῦ ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τῶν καλλιεργητῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Οὕτω, Κύριοι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος, τοῦ ἔτους δηλαδὴ 1887, ὑπολογίζω, ὅτι κατὰ τὸ 1889 θέλουσιν εἰσπραχθῆ τὰ ἑξῆς ποσά. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅστις διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζεται εἰς δραχμὰς 2,808,000, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 2,253,654, ἤτοι ἔλαττον τῶν προϋπολογιζομένων κατὰ δραχ. 555,346. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν περιβολίων καὶ βοσκῶν, ὅστις διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζεται εἰς δραχμὰς 234,000, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δραχ. 134,927, ἤτοι ἔλαττον κατὰ 199,073. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὅστις διὰ τὸ 1889 προϋπελογίσθη εἰς 3,120,000 δραχ. καὶ ὅστις τῷ 1887 ἀπέδωκε 2,023,765, ὑπολογίζω, ὅτι θέλει εἰσπραχθῆ, ἔστω ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῆς παραγωγῆς, ποσὸν ἐκ 2,620,000 δρ. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅστις διὰ τὸ 1889 προϋπελογίσθη εἰς δραχ. 3,220,000, ὅσα κατὰ τὸ 1887, δρ. 1,812,803, ἤτοι ἔλαττον κατὰ δραχμὰς 1,408,803. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ὅστις διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζεται εἰς δρ. 2,700,000, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 2,185,790, ἤτοι ἔλαττον 514,210. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ὅστις διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζεται εἰς δρ. 405,000, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 322,681, ἤτοι ἔλαττον κατὰ 83,329. Ἐκ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, ἅτινα προϋπολογίζονται διὰ τὸ 1889 εἰς 700,000 δραχ., ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 528,541. Ἐξ ἐσόδου ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων, ἅτινα διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζονται εἰς 350,000, ὅσον καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 222,000, ἤτοι ἔλαττον κατὰ δρ. 124,000. Ἐκ μερισμάτων μετοχῶν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας προϋπολογίζεται διὰ τὸ 1889 ποσὸν ἐξ 63,000 δρ. Τὸ μέρισμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν ἑκάστῳ Προϋπολογισμῷ, οὐδέποτε, ἐν οὐδενὶ Ἀπολογισμῷ, φαίνεται εἰσερχόμενον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καὶ δὲν γνωρίζω μὲν τί συμβαίνει, δὲν γνωρίζω, ποία ἡ σχέσις μεταξὺ Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας καὶ τοῦ Δημοσίου, καὶ πῶς κανονίζονται τὰ τοῦ μερίσματος τῶν μετοχῶν τούτων, ἃς κέκτηται ἡ Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι βέβαιον, εἶναι, ὅτι ἐν οὐδενὶ Ἀπολογισμῷ θ’ ἀνεύρῃ τις, ὅτι εἰσεπράχθη ποτὲ οὐδὲ ὀβολὸς ἐκ τῶν μετοχῶν τούτων, ἑπομένως τὸ διαγράφω ἐντελῶς. Ἐκ δασικῶν προϊόντων, ἅτινα προϋπολογίζονται διὰ τὸ 1889 εἰς δρ. 1,138, 158, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 1,010,348, ἤτοι ἔλαττον κατὰ δρ. 127,000. Ἐξ ἀντιτίμου τοῦ ἅλατος, ὅπερ διὰ τὸ 1889 προϋπελογίσθη εἰς δρ. 2,100,000, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 1,928,293, ἤτοι ἔλαττον κατὰ δρ. 171,807. Τὸ ἐξ ἀνανεωθέντων χρεῶν προικοκτησιῶν καὶ δεκαετῶν πιστώσεων φθαρτῶν κτημάτων, ἐκ δόσεων ἐκποιηθέντων μοναστηριακῶν κτημάτων, ἐκ προσωρινῶν καὶ παγίων δόσεων ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ ἐκ χρεωλυτικῶν τόκων γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ τιμήματος οἰκοπέδων Πατρῶν, ἅτινα διὰ τὸ 1889 προϋπελογίσθησαν εἰς δραχ. 680,000, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 349,769, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δραχμὰς 340,251. Ἐκ παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δόσεων, ὅπερ, ὡς προεῖπον, διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζεται εἰς 3,150,000 δρ., ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 1,148,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δραχ. 1,691,372. Ἐξ ἐπιστροφῶν χρημάτων τὸ ἔσοδον τοῦτο διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 500,000. Τῷ 1887 ἀπέδωκεν 65,860 δραχμὰς, τοὺς δὲ 11 πρώτους μῆνας τοῦ 1888 ἀπέδωκεν 27,183 δρ., ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, ἤτοι ἔλαττον κατὰ δραχμὰς 434,140. Ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἐξ ὧν προϋπολογίζεται διὰ τὸ 1889 δρ. 4,110,000, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 3,566,492. Τοὺς 11 μῆνας τοῦ 1888 εἰσεπράχθησαν 2,462,000. Ἀναβιβάζεται δὲ τὸ ποσὸν εἰς 4,110,000, ἤτοι ἀναβιβάζεται κατὰ 1,000,000 ἐπὶ πλέον τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ τὸ 1888, διότι ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται, ὅτι κατὰ τὸ 1889 θέλει εἰσπραχθῆ ἐπὶ πλέον τὸ 1,000,000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν τοιαύτην ἰδέαν. Λαμβάνων δὲ πάντοτε ὡς βάσιν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐσόδων τοῦ 1887, εὑρίσκω, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ 1887 καὶ τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ διὰ τὸ 1889 ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δρ. 543,608. Ἐκ τοῦ ζύθου καὶ τῶν ποτῶν, ὅπερ προϋπολογίζεται διὰ τὸ 1889 εἰς δρ. 1,364,020, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 337,154, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δρ. 1,026,866. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαροχάρτου, ἐξ ὧν διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζεται ἔσοδον ἐξ 7,285,000, ὅσα καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1888, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν 11 πρώτων μηνῶν, δρ. 6,442,698, ἤτοι ἔλαττον κατὰ δραχμὰς 842,402. Οἱ τελωνιακοὶ δασμοὶ ἐν γένει, δηλαδὴ καὶ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη καὶ οἱ εἰς τὰ τελωνεῖα πληρονόμενοι ἔγγειοι φόροι, τὸ σύνολον δηλαδὴ τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις πληρονομένων δασμῶν προϋπολογίζεται διὰ τὸ 1889 εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 34,671,840. Τῷ 1887 οἱ τελωνιακοὶ δασμοὶ ἀπέδωκαν ποσὸν 33,336,706 δραχμῶν, τῷ δὲ 1888 δρ. 31,784,890, ἤτοι τῷ 1888 ἀπέδωκαν ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1887 δρ. 1,551,816. Ἐὰν ἑπομένως λάβωμεν ὡς βάσιν τὸν μέσον ὅρον τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων,—καὶ δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ λάβωμεν τὴν βάσιν ταύτην, διότι καὶ κατὰ τὸ 1887 καὶ κατὰ τὸ 1888 ἐφαρμόζεται τὸ αὐτὸ δασμολόγιον,—θέλομεν εὑρεῖ, ὅτι ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῶσι διὰ τὸ 1889 δραχ. 32,560,448. Οὕτω, Κύριοι, εὑρίσκω, ὅτι μεταξὺ προϋπολογιζομένων καὶ εἰσπραχθησομένων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς εἰσπράξεως τοῦ παρελθόντος, θὰ εἰσπραχθῶσι κατὰ τὸ 1889 δρ. 11,000,000 περίπου ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογιζομένων. Ἐὰν δὲ προστεθῇ εἰς τὸ σύνολον τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1888 καὶ ἡ plus value 2%, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1889 θὰ περιορισθῇ εἰς 9,500,000 περίπου. Τὰ ἔξοδα, Κύριοι, κατὰ τὸν εἰσαχθέντα Προϋπολογισμὸν, προϋπολογίζονται εἰς 96,410,337 δραχμὰς, ἀλλὰ διὰ μεταγενεστέρων δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως περιωρίσθησαν ταῦτα εἰς δραχ. 96,280,320. Διαιροῦνται δὲ εἰς τέσσαρα μέρη, ἤτοι τὸ πρῶτον, ὅπερ ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῶν λοιπῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, τὸ δεύτερον, ἐκ τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας, τὸ τρίτον, ἐκ τῶν ἐξόδων διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, καὶ τὸ τέταρτον, ἐξ ἐξόδων ἀποδόσεως, ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Διὰ τὸ πρῶτον μέρος, δηλαδὴ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῶν λοιπῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, προϋπολογίζεται ποσὸν ἐκ 45,364,921 δραχ. Ἀλλ’ εἰς τὸ δημόσιον χρέος ἀναλογεῖ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ποσὸν δραχ. 38,667,734. Τὸ ὅλον τοῦτο ποσὸν τοῦ πρώτου μέρους ἀναγράφεται τοσοῦτο μετὰ τὰς μεταβολὰς, αἵτινες ἐπῆλθον ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ δημοσίου χρέους κατόπιν τῆς τροπῆς τινων δανείων κτλ. Τὸ δὲ ὑπόλοιπον, ἐκ δρ. 6,697,187, ἀποτελεῖται ἐκ τῶν χορηγημάτων, τῶν συντάξεων, τῆς Βασιλικῆς χορηγίας καὶ τῶν ἀποζημιώσεων τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐπὶ τῶν ἐξόδων, Κύριοι, τοῦ δημοσίου χρέους δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ ὑπολογίσωμεν ἀσφαλῶς, ἂν θὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ, καὶ ὁπόση, μεταξὺ τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ καὶ τοῦ δαπανηθησομένου. Καὶ ἐψηφίσαμεν μὲν πρὸ ὀλίγου νόμον, ἐπιτρέποντα τὴν τροπὴν τῶν δανείων καὶ τὴν παγίωσιν αὐτῶν· ἀλλὰ, καὶ ἂν, Κύριοι, πραγματοποιηθῶσιν αἱ προσδοκίαι τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς παγιώσεως τῶν δανείων, διὰ τὸ 1889 δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι δύναται νὰ περιορισθῇ ἡ διάθεσις τῶν πιστώσεων ἄνω τοῦ ποσοῦ τῶν 1,200,000 δρ., διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὡς ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, αἱ περὶ παγιώσεως ἐλπίδες του περιστρέφονται μόνον ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ ἐπὶ τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825. Καὶ διὰ μὲν τὸ δάνειον τοῦ 1824 καὶ 1825 πληρόνεται χρεωλύσιον περίπου 1,000,000, διὰ δὲ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 πληρόνεται χρεωλύσιον 600,000 δρ. περίπου. Ἀλλὰ παρῆλθεν ἤδη ὁ Ἰανουάριος· ὑποθέτω δὲ, ὅτι θὰ παρέλθῃ τοὐλάχιστον καὶ ἡ πρώτη τριμηνία τοῦ ἔτους, μέχρις οὗ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἐλπίδες αὗται τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ 1,600,000 δραχ. αἱ 400,000, αἵτινες ἀναλογοῦσιν εἰς τὴν πρώτην τριμηνίαν, οὕτω δὲ αἱ πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ πληρονομένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, διὰ τὸ ἔτος 1889 προσδοκίαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἀνώτεραι τοῦ 1,200,000 δρ. Ἀλλ’ ἤκουσα, Κύριοι, χθὲς εὐχαρίστως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λέγοντα, ὅτι, ἂν πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ ἐξίσωσις ἐν τῇ διαφορᾷ τοῦ νομίσματος. Ἔλεγε μάλιστα, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ προμηθευθῇ 60,000,000, ἅτινα δὲν θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 3,600,000 κατ’ ἔτος. Οὕτω δὲ δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀπαλλαγῶμεν δὲ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος, ἣν πληρόνει τὸ Κράτος κατ’ ἔτος, καὶ ἥτις ἀνέρχεται διὰ τὸ 1889 εἰς τὸ ποσὸν τῶν 7,000,000 περίπου. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ, ὡς λέγει, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ πραγματοποιήσῃ τοιοῦτο δάνειον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν προβαίνει ἀμέσως εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ· δὲν γνωρίζω ποίους λόγους ἔχει, οἵτινες τὸν σταματῶσιν. Ἐγὼ ὅμως, κρίνων ἐκ τῶν πραγμάτων, εἶμαι θιασώτης τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὸ παντὸς δὲ, ὅταν πρόκηται νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν. Ἐὰν, Κύριοι, πραγματοποιηθῇ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δάνειον ἐξ 60,000,000 δρ. πρὸς 6%, θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους μὲ ποσὸν 3,600,000 κατ’ ἔτος. Δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος θὰ πληρώσῃ τὸ Κράτος διὰ τὸ 1889 δρ. 7,015,533. Ἀλλ’ ἐὰν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θὰ ὠφεληθῇ καὶ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον σήμερον πληρόνει, τοῦ 1%, εἰς τὰς Τραπέζας διὰ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι δρ. 770,000, δὲν περιλαμβάνω δὲ καὶ τὸ ποσὸν τῶν κερματικῶν γραμματίων, διότι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δύναται νὰ μὴ πληρωθῇ καίπερ αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἑπομένως τὸ ὅλον τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν δύναται τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ, θὰ ἦναι 7,785,533· ἀλλὰ θὰ πληρόνῃ διὰ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, συγχρόνως δέ....

§48ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 60 ἑκατομμύρια μόνον ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας;

§49Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Φέρω τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις εἶπε χθὲς, ὅτι τοῦτο τὸ ποσὸν περίπου ἀπαιτεῖται, διότι, ὡς ἀνήγγειλεν, ἀπεσύρθη ἤδη τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ποσὸν 13,000,000 περίπου. Τὸ ζήτημα τοῦ ποσοῦ δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, διότι καὶ 70,000,000 καὶ 77 ἑκατομμύρια ἂν ἀπαιτηθῶσιν, ἡ ὠφέλεια πάντοτε θὰ ἐπέλθῃ.... Θὰ πληρόνῃ ὅθεν τὸ Κράτος διὰ τόκον 3,600,000 δρ., ἀλλὰ θὰ στερηθῇ καὶ τὸ 15%, τὸ πληρονόμενον εἰς τὰ τελωνεῖα δι’ ὑπερτίμησιν μεταλλικοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 3,495,000. Ἐπίσης δὲ θὰ στερηθῇ καὶ τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν ἐκ δρ. 115,000. Οὕτω δὲ θὰ ἐπέλθῃ μὲν ὠφέλεια ἐξ 7,785,533, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως μείωσις τῶν ἐσόδων κατὰ δραχμὰς 7,210,000, καὶ συνεπῶς θὰ ἀπομείνῃ κέρδος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ποσὸν 575,533 δρ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπραγματοποιεῖτο, ἠδύνατο νὰ διατηρηθῇ τὸ 15%, τὸ ἤδη πληρονόμενον εἰς τὰ τελωνεῖα, ὑπὸ ἄλλον τύπον, τοῦ τῶν προσθέτων ἑκατοστῶν, τὸ δὲ κέρδος καὶ πάλιν θὰ ἦτο μέγα καὶ διὰ τὸ ἐμπόριον καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Οὕτω δὲ ἡ ὑπὲρ τοῦ Κράτους ὠφέλεια θ’ ἀνεβιβάζετο εἰς 4,000,000, ἀλλ’ ὁποία καὶ ὁπόση ἤθελεν εἶσθαι ἡ τοῦ τόπου ὠφέλεια; Διὰ διαφορὰν συναλλάγματος πληρόνει σήμερον τὸ ἐμπόριον καὶ ὁ τόπος 60,000,000, ἴσως καὶ πλείονα. Ἐὰν ἐπήρχετο ἡ ἐξίσωσις τοῦ νομίσματος, τὰ 60 ταῦτα ἑκατομμύρια δὲν θὰ ἐπληρόνοντο, δὲν θὰ ἐπεβαρύνοντο δὲ καὶ οἱ καταναλωταί· θὰ ὠφελεῖτο ἑπομένως τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζεται νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν ποσὸν 60,000,000 περίπου λόγῳ νομισματικῆς διαφορᾶς· θὰ ὠφελοῦντο δὲ καὶ οἱ καταναλωταί, εἰς βάρος τῶν ὁποίων πίπτει ἡ διαφορὰ αὕτη. Καὶ δὲν εἶναι μόνον 60,000,000, ἅτινα ἐπιβαρύνουσι τοὺς καταναλωτάς, ἀλλ’ ἴσως 70 καὶ 75, διότι ὁ ἔμπορος, ὅταν θέτῃ εἰς κυκλοφορίαν μείζονα κεφάλαια, ζητεῖ καὶ ἐπὶ τῶν μειζόνων τούτων κεφαλαίων ἀνάλογον κέρδος. Ὅταν λοιπὸν ἦναι δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ὅταν τοσαῦτα ἦναι τὰ ἐκ ταύτης ὀφέλη, δὲν ἐννοῶ, διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σταματᾷ καὶ δὲν προβαίνει ἀμέσως εἰς πραγματοποίησιν τοιούτου δανείου, ὅπερ θὰ λυτρώσῃ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ φορολογίας 25%, ἥτις ἀπόλλυται, μὴ εἰσερχομένη τοὐλάχιστον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἰδικώτερον ὅμως ἐπὶ τῶν δανείων ἔχω ἀπορίαν τινὰ, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὲ ἐξαγάγῃ. Μεταξὺ τῶν δανείων τοῦ δημοσίου χρέους βλέπω καὶ τὸ δάνειον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, κατηρτίσθη δ’ ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ, διὰ δὲ τοῦ νόμου τοῦ 1882 κέκτηται τὸ δικαίωμα ἡ Τράπεζα, εἰς ἣν κατατίθενται τὰ ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων ἔσοδα, νὰ κρατῇ τὸ ἀνάλογον ποσὸν ἐκ τῶν εἰσπράξεων ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου ἐκείνου. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ ἐννοήσω, ἐκτὸς ἐὰν ἐπῆλθεν ἄλλη τις μεταβολή, ἣν ἀγνοῶ, πῶς μεταξὺ τῶν δανείων τοῦ δημοσίου χρέους ἐμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ δάνειον τοῦτο τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Ἑπομένως, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ἀποτελουμένου ἐκ ποσοῦ 45,364,921, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κατὰ τὸ ἔτος 1889 οἰκονομίας ἐπὶ ποσοῦ ἀνωτέρου τῶν 1,200,000 δρ. καὶ ἂν ἔτι πραγματοποιηθῶσιν αἱ τῆς Κυβερνήσεως ἐλπίδες. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς γενικῆς διοικήσεως προϋπολογίζονται δαπάναι ἐκ δραχμῶν 37,972,676. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι, ὅπως κατὰ τὸ 1887, οὕτω καὶ κατὰ τὸ 1889 θ’ ἀφήσῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1889 ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐκανόνισε ταύτας εἰς τρόπον, μὴ ἐπιτρέποντα οὐδένα περιορισμὸν τῶν πιστώσεων. Διὰ τὸ 1887, Κύριοι, ἐδόθησαν διά τε τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ Β. Διαταγμάτων πιστώσεις, ἐν συνόλῳ ἀνερχόμεναι εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 41,165,374· ἤτοι:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δρ. 2,198,437
» » » τῆς Δικαιοσύνης» 3,978,952
» » » τῶν Ἐσωτερικῶν » 6,681,374
» » » Ἐκκλησιαστικῶν » 3,179,033
» » » Στρατιωτικῶν » 18,452,982
» » » Ναυτικῶν » 4,344,441
» » » Οἰκονομικῶν » 2,330,155
ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμαὶ41,165,374

Ἐκ τῶν πιστώσεων δὲ τούτων ἐδαπανήθησαν 36,682,680 ἤτοι:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δρ. 2,135,000
» » » τῆς Δικαιοσύνης» 3,677,976
» » » τῶν Ἐσωτερικῶν » 6,000,876
» » » » Ἐκκλησιαστικ.» 2,927,814
» » » » Στρατιωτικῶν » 15,794,426
» » » » Ναυτικῶν » 3,912,371
» » » » Οἰκονομικῶν » 2,233,474

Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐδαπανήθη ποσὸν 36,682,680 δρ. Ἀλλὰ διὰ τὸ 1889 ληφθεισῶν ὑπ’ ὄψει τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας ἐζητήθησαν πιστώσεις οὐχὶ πλέον διὰ 41,165,374 δραχμάς, ἀλλὰ διὰ 37,672,676, ἤτοι διὰ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ δαπανηθέντος κατὰ τὸ ἔτος 1887 μόνον κατὰ 1,000,000 περίπου. Ἑπομένως κατὰ 1,000,000 μόνον ζητεῖται ἀνωτέρα πίστωσις τῶν δαπανηθέντων διὰ τὸ 1887 ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἂν ὅθεν πραγματοποιηθῇ περιορισμός τις εἰς τὰς δαπάνας, μὴ διάθεσις δηλ. πιστώσεων, αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύνανται νὰ ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τοῦ 1,000,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1887, Κύριοι, ὡς γνωστόν, εἶχεν ἀναβληθῆ ἡ πρόσκλησις τῶν κληρωτῶν τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ἑπομένως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐπεβαρύνθη μὲ τὴν δαπάνην ταύτην· ἀλλὰ διὰ τὸ 1889 θὰ ἐπαναληφθῇ τὸ αὐτό; Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τότε ἐδαπάνησε ποσὸν 15,794,426· ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ποσὸν θὰ δαπανήσῃ καὶ κατὰ τὸ 1889, ἀφοῦ δὲν ἀνεβλήθη οὐδὲ θὰ ἀναβληθῇ ἡ κατάταξις τῶν κληρωτῶν; Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ὅπως ἀναγράφονται αἱ πιστώσεις διὰ τὸ 1889, οὐδεμία θὰ ἐπέλθῃ διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν πραγματοποιηθησομένων. Εὔχομαι δὲ μάλιστα νὰ περιορισθῶσιν αἱ δαπάναι εἰς τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, νὰ μὴ παρασταθῇ δ’ ἀνάγκη αὐξήσεως αὐτῶν. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐλπίδα τινὰ μεταξὺ τῶν δαπανηθησομένων διὰ τὸ 1889 καὶ τῶν δαπανηθέντων διὰ τὸ 1887, δὲν δύναται ἡ ἐλπὶς αὕτη νὰ ὑπερβῇ τὸ 1,000,000. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσαμεν διαφόρους ἐκτάκτους πιστώσεις, αἵτινες θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889. Δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν αἱ πιστώσεις αὗται νὰ μὴ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ πῶς, ἐνῷ ἔτι δὲν ἐψηφίσαμεν τὸν Προϋπολογισμόν, εἰσήχθησαν ἐν ἰδιαιτέροις νομοσχεδίοις, ὡς μὴ ἀποτελοῦσαι δῆθεν μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Καὶ ἄν, προκειμένου περὶ πιστώσεων ἑκατομμυρίων διὰ κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, δύνηται ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ θεωρηθῇ ὀρθὴ καὶ δεδικαιολογημένη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐγγράφωνται ἐν τοῖς τακτικοῖς Προϋπολογισμοῖς, ἀφοῦ ἐγγράφονται ἐν αὐτῷ οἱ τόκοι τῶν ποσῶν τούτων, δὲν γνωρίζω, πῶς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ μὴ ἀναγραφὴ ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ δαπανῶν, αἵτινες οὐδὲ ὑπὸ εἰδικῶν πόρων καλύπτονται, εἶναι δὲ μικραὶ καὶ ἀνάξιαι σπουδαίου λόγου. Καί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἤκουσα αὐτοῦ, λέγοντος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πίστωσιν τῶν 250,000 δραχμῶν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Παγκοσμίῳ Ἐκθέσει· ἀλλ’ ἐν τούτοις, μολονότι νομίζει, ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις, δὲν τὴν ἀναγράφει καὶ δὲν τὴν περιλαμβάνει ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1889. Ἀλλὰ καὶ ἄν, Κύριοι, δὲν περιελήφθησαν αἱ πιστώσεις αὗται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ περιληφθῶσι κατόπιν ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ αὐτῶν; δὲν θ’ ἀναγραφῶσιν ἐν αὐτῷ τὰ δαπανηθέντα; Ἑπομένως ἰδοὺ ἀμέσως, ὅτι ἐπέρχεται διαφορὰ ἐπὶ τῶν ἀναγραφομένων πιστώσεων ἐκ δρ. 680,000 περίπου. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας προϋπολογίζεται δαπάνη ἐξ 7,654,200 δραχμῶν. Διὰ τὸ 1887 ἐχορηγήθη πίστωσις ἐκ δρ. 6,922,168, ἐξ ὧν ἐδαπανήθησαν 5,608,304, ἔμεινε δὲ ἀδιάθετος πίστωσις ἐκ δρ. 1,314,054, ἕνεκα τῆς μὴ ἐγκαίρου λειτουργίας διαφόρων νόμων, ὡς τοῦ καπνοῦ καὶ ἄλλων τινῶν. Διὰ δὲ τὸ 1888 ἐχορηγήθησαν πιστώσεις 7,983,820, ἤτοι ἀνώτεραι τῆς τοῦ 1887 κατὰ δραχ. 1,061,452. Ἡ ἐπὶ πλέον δὲ αὕτη διαφορὰ προῆλθε κυρίως ἐξ αὐξήσεως τῶν διὰ τὸ προσωπικὸν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τελωνείων δαπανῶν κατὰ δραχ. 211,000. Ἐκ τῶν διὰ τὸ ὑλικὸν καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Σφραγιστηρίου κατὰ δρ. 120,000. Διὰ τὰς ἀποδοχὰς τοῦ χαρτοσήμου κατὰ δρ. 100,000. Διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου κατὰ δραχ. 185,000. Διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ζύθων καὶ ποτῶν κατὰ δρ. 180,000. Δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας ἁλάτων κατὰ δραχ. 129,005, καὶ διά τινας ἄλλας μικρῶν ποσῶν. Διὰ τὸ 1889, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πείρας ἐγένετο γνωστὸν, ποῖαι ἔσονται αἱ ἀπολύτως ἀναγκαῖαι δαπάναι, ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δρ. 7,654,200, ἤτοι κατωτέρα τῆς τοῦ 1888 κατὰ δρ. 329,620· ἰδίως δὲ ηὔξησε τὸ ποσὸν τῶν ποσοστῶν τῶν εἰσπράξεων ἐν γένει, καὶ τοῦ χαρτοσήμου ἰδίᾳ, κατὰ δραχ. 275,000· ὡς ἐπίσης καὶ τὰ δι’ ἐπισκευὴν τῶν ἁλυκῶν, αἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην τοιαύτης, κατὰ δραχ. 80,000. Ἐὰν δὲ τὸ ἐν περίπου ἑκατομμύριον τοῦτο προστεθῇ εἰς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1887 ἐκ δρ. 5,608,304, δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὡς ἀσφαλῶς δαπανηθησόμενον διὰ τὸ 1889 ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου τῶν ἐξόδων, ποσὸν ἐκ δρ. 6,600,000 περίπου. Ἑπομένως καὶ ἐπὶ τοῦ τρίτου τούτου μέρους, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία τις, μὴ διάθεσις δηλ. πιστώσεως, ἡ ἐλπὶς δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τοῦ 1,000,000. Ἀλλ’ ἐλησμόνησα, Κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι ἐψηφίσαμεν χθὲς καὶ τὸ λαχειοφόρον δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος μὲ τόκον 520,000 δραχ. ἐτησίως. Ἑπομένως καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅθεν 680,000 ἐκ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, αἵτινες πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσθησαν, καὶ 520,000 δραχ. διὰ τὰ βάρη τοῦ λαχειοφόρου δανείου, ἀποτελοῦσι ποσὸν ἐξ 1,200,000 δρ. ἐν συνόλῳ, ὅπερ δέον νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα. Τί ἀνεῦρον δὲ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι ἔχομεν ἐλπίδα νὰ οἰκονομήσωμεν ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ 1889, ἐκ τῶν διαφόρων κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἐκ μὲν τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους οὐχὶ ἀνώτερον ποσὸν τοῦ 1,200,000 δραχ. Ἐκ δὲ τοῦ κεφαλαίου τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας οὐχὶ ἀνώτερον ποσὸν τοῦ 1,000,000. Ἐκ τοῦ τρίτου δὲ κεφαλαίου, τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, ἐπίσης ποσὸν οὐχὶ ἀνώτερον τοῦ 1,000,000, ἤτοι ἐν συνόλῳ αἱ περὶ ἀδιαθέτων πιστώσεων προσδοκίαι τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν τῶν 3,200,000. Ἀλλ’ ἔχομεν ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1889 πίστωσιν ἐξ 1,200,000, προερχομένην ἐκ τῆς εἰδικῆς πιστώσεως τῶν 680,000 δραχ. καὶ τῶν 520,000 τοῦ λαχειοφόρου δανείου, οὕτω δὲ πᾶσαι αἱ ἐλπίδες πρὸς μὴ διάθεσιν τῶν πιστώσεων δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000. Ἤδη ἀπομένει τὸ 4ον μέρος τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπερ ἀποτελεῖται ἐκ δαπανῶν, ἐφ’ ὧν περιορισμὸς τῶν πιστώσεων δὲν εἶναι δυνατὸς, τοὐναντίον, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον, θέλει καταστῆ ἀναπόφευκτος ἡ ὑπέρβασις αὐτῶν κατὰ 2 περίπου ἑκατομμύρια. Οὕτω δὲ παρέρχεται ἀνεπιστρεπτεὶ καὶ ἡ τελευταία αὕτη ἐλπὶς τῆς οἰκονομίας τῶν δύο ἑκατομμυρίων, ἅτινα, ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἀμυδρά τις ἐλπὶς, ὅτι ἤθελον ἴσως οἰκονομηθῆ ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν τριῶν πρώτων μερῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου προϋπολογίζεται δαπάνη ἐκ δρ. 5,718,640. Διὰ τὸ ἔτος 1887 εἶχον χορηγηθῆ πιστώσεις διὰ ποσὸν δραχ. 4,636,254, ἐδαπανήθησαν δὲ 4,490,963. Ἀλλὰ τότε δὲν περιελαμβάνοντο ἐν τῷ μέρει τούτῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὑπὲρ τῶν δήμων εἰσπραττόμενα, ὡς καὶ τὰ τῶν ὀφειλομένων διὰ διεθνῆ τηλεγραφικὰ τέλη. Διὰ τὸ 1889 ὅθεν ἐν τῷ μέρει τούτῳ περιλαμβάνονται τὰ ἑξῆς κεφάλαια. Δι’ ἀποζημιώσεις δραχ. 270,000. Διὰ τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἐδαπανήθησαν τῷ 1887 δραχμαὶ 193,641. Δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων 140,500. Τῷ 1887 ἐδαπανήθησαν 166,556. Διὰ ποσοστὰ ὁδοποιΐας, ὡς προεῖπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, προϋπολογίζεται ποσὸν ἐκ 4 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐν ᾧ ἡ Κυβέρνησις ὡς ἔσοδον ἀποδοτέον ἀνέγραψε 5,700,000, ἤτοι περιώρισε τὸ ἔξοδον κατὰ 1,700,000. Ἀλλ’ ἀναποφεύκτως θὰ συμβῇ ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τῶν 5,700,000, καὶ τότε τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπόχρεων ν’ ἀποδώσῃ αὐτὸ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἢ δὲν θὰ εἰσπραχθῇ, καὶ τότε θὰ περιορισθῇ κατ’ ἴσον ποσὸν, ὅτε θὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔσοδα κατὰ 1,700,000 δραχμῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῶν ποσοστῶν τῶν δήμων, τῶν ὁποίων περιορίζει τὰ ἔξοδα κατὰ 232,000 δραχ. Τὰ δύο ταῦτα κεφάλαια ἀποτελοῦσι ποσὸν, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἐκ 2,000,000 δραχμῶν, ἅτινα, προστιθέμενα εἰς τὰ ἔξοδα, ἢ ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν ἐσόδων, ἐξαφανίζουσι καὶ τὴν μόνην ἀπομείνασαν ἐλπίδα, περὶ μὴ διαθέσεως πιστώσεων διὰ τὸ 1889 κατὰ 2,000,000 δραχμῶν. Ἠδύνατο, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιφέρῃ σπουδαίας οἰκονομίας ἐπί τε τῶν ἐξόδων τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας, ὡς καὶ ἐπὶ ἐκείνων τῆς ἐπιστασίας καὶ διοικήσεως. Ἠδύνατο καὶ ὤφειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοῦ ν’ ἀναπλάσωσι τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, νὰ καταργήσωσι τὴν ἐπάρατον γραφειοκρατείαν καὶ ὑπαριθμισίαν, ν’ ἁπλοποιήσωσι δ’ οὕτω τὴν ὑπηρεσίαν, καθιστῶντες αὐτὴν οἰκονομικήν. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον ἔργον ἤθελεν εἶσθαι λίαν ἐπίπονον, ἀσύμφορον δ’ ἴσως εἰς τὴν σημερινὴν πολιτικὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀρέσκονται νὰ ἀποκαλῶνται ὑπὸ τῶν περιστοιχιζόντων αὐτοὺς κολάκων ἀναμορφωταὶ καὶ ἄλλοι Βίσμαρκ, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνέχωνται νὰ κρατῶσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ παράσχωσιν εἰς τὴν πατρίδα των τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Καὶ ἂν σεῖς, οἵτινες ἐπὶ ἑπταετίαν ἤδη διοικεῖτε τὸν τόπον, καὶ οἵτινες ἑκατοντάδας νόμων κατεσκευάσατε, δὲν ἠδυνήθητε νὰ εἰσαγάγητε σύστημα διοικήσεως, ἀνάλογον πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέσα τοῦ Κράτους, τίνες ἄλλοι θὰ εὐτυχήσωσι νὰ μείνωσιν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐν τῇ ἀρχῇ, ὥστε νὰ μὴ ἀπελπισθῇ ὁ λαὸς περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἔσχετε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως κατασκευάσητε νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἀφαιρῆτε δικαιώματα ἐκ τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ μεταβιβάζητε ταῦτα εἰς ἄλλα κατώτερα Δικαστήρια, διότι ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ, ὁ ἐπὶ τεσσαρακοντίαν ὑπηρετῶν ὡς δικαστικὸς λειτουργὸς, συνέπεσε νὰ καλῆται Δηλιγιάννης! Καὶ ἴσως χοροπηδᾷ ἐκ τῆς χαρᾶς του, διὰ τὸ σοβαρὸν τοῦτο ἔργον του, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός! Ἀλλὰ μήπως δὲν τὸν ἐνθυμῆσθε χοροπηδῶντα ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτε ὡμολόγει, ὅτι παρέδωκεν εἰς τὸ ὅμορον Κράτος, παρὰ τὴν ἔννοιαν καὶ τὰς διατάξεις τῶν συνθηκῶν, τοὺς δύο δυστυχεῖς ἐκείνους Τούρκους, οἵτινες κατέφυγον εἰς τὴν ἡμετέραν γῆν, καὶ μάλιστα ἔσπευσε νὰ τοὺς παραδώσῃ πρὶν ἔτι οὗτοι ζητηθῶσιν ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ Τούρκου Πρεσβευτοῦ; Καὶ ὅμως ὁ Πασχίδης καὶ ὁ Φιλιππίδης σήπονται ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Κωνσταντινουπόλεως! Ἰδοὺ δ’ ἐν συνόψει ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ περὶ δικαιοσύνης, ἥτις ἀναντιῤῥήτως χωλαίνει, ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς; ἐφρόντισε ν’ ἀνεύρῃ τὰ αἴτια τοῦ κακοῦ; Τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν τὸν θεωρεῖ παραγαγόντα ἀγαθοὺς καρπούς, ἢ τοὐναντίον ὡς περιορίσαντα τὴν εἰσαγωγὴν τῶν βουλομένων νὰ ἀκολουθήσωσι τὸ δικαστικὸν στάδιον ἐντὸς στενοῦ κύκλου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ ὁ Ὑπουργός; Καὶ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὴν περὶ τούτου γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι τὸν νόμον τοῦτον θεωρῶ ὡς τὴν ῥίζαν τῆς κακῆς ποιότητος μεγίστου μέρους τοῦ προσωπικοῦ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, διότι φρονῶ, ὅτι, ἵνα διορισθῇ τις δικαστής, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐπιτύχῃ ὁπωσδήποτε εἴς τινα διαγωνισμόν, ἀλλὰ πρὸ πάντων πρέπει νὰ κέκτηται τὰ ἠθικὰ προσόντα τῆς ἀξιοπρεπείας, τῆς ἀκεραιότητος, τῆς αὐστηρότητος καὶ τῆς ἐπιεικείας. Ἀλλὰ μὲ τὸν λειτουργοῦντα νόμον αἱ χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ δεσμεύονται, δὲν δύναται δὲ οὗτος νὰ ἐκτείνῃ αὐτὰς πέραν τοῦ ἐνώπιόν του καταλόγου, ὅπως ἐκλέξῃ τὸν κατάλληλον κατὰ τὴν γνώμην του, οὕτω δ’ ἀποκλείονται ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἄνδρες, κεκτημένοι καὶ πεῖραν δικηγορικὴν μακρὰν καὶ ὑπόληψιν ἀγαθὴν, ἀλλ’ οἵτινες, καὶ δικαίως, δὲν δύνανται νὰ συγκατανεύσωσι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς συναγωνισμοῦ, ἐτησίως ἐπαναλαμβανομένους. Τὸ εἰρηνοδικειακὸν σύστημα, τὸ λειτουργοῦν παρ’ ὑμῖν, τὸ θεωρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς ἀνεπίδεκτον βελτιώσεως καὶ τροποποιήσεως; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδίκου, ἡ νομοθεσία ἡμῶν ἀνέθηκε τὴν ἐκδίκασιν ὑψίστων συμφερόντων τῶν πολιτῶν, ἤθελεν εἶσθαι ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ ἐξομοιωθῇ ἡ θέσις αὐτοῦ μὲ τὴν τοῦ Πρωτοδίκου, ὑποχρεωμένου οὕτω νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ 1 ἢ 2 ἔτη ἐν τῇ εἰρηνοδικειακῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅπως ἀποκτήσῃ δικαίωμα πρὸς προβιβασμόν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς τότε θὰ εἶχε τὴν εὐχαρίστησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ διατηρῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὸν Εἰρηνοδίκην π. χ. Ἀραχώβης, τὸν τέσσαρα μὲν βουλεύματα παραπεμπτικὰ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον καὶ τὸ Κακουργιοδικεῖον ἀγογγύστως ἐπὶ τῶν ἑαυτοῦ ὤμων φέροντα, εἰκοσάδα δὲ ἄλλων καταγγελιῶν ἐπὶ διαφόροις ἀξιοποίνοις πράξεσι; Δὲν νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι, ἀντὶ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος τῆς παρὰ Πλημμελειοδίκαις διαδικασίας, ἥτις καὶ δαπανηρὰ καὶ ἥκιστα συντελοῦσα εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας τυγχάνει, ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον, ἂν ἀπεδέχετο τὸ ἀγγλικὸν σύστημα τῶν μεταβατικῶν λεγομένων Δικαστηρίων, ἅτινα, ἀποτελούμενα ἐκ δύο δικαστῶν καὶ τοῦ κατὰ τόπους Εἰρηνοδίκου, μεταβαίνοντα δ’ ἐπὶ τόπου καθ’ ὡρισμένας ἐποχάς, θὰ ἐξεδίκαζον πάντα τὰ ἐκκρεμῆ πλημμελήματα, καὶ θὰ ἐξεύρισκον τὴν ἀλήθειαν, ἀπαλλάσσοντα οὕτω καὶ τοὺς δυστυχεῖς μάρτυρας ἀπὸ τῆς διαρκοῦς μετακινήσεως, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων καὶ αὐτῶν καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου; Ἀλλὰ δὲν φρονεῖ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνυψωθῇ σπουδαίως καὶ τὸ ἀξίωμα τῶν ἀνακριτῶν; δὲν ἔπρεπε τοιούτους νὰ ἐκλέγῃ τοὺς ἐπιλέκτους τοῦ δικαστικοῦ κλάδου; Θὰ μοὶ εἴπῃ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐψηφίσθη νόμος, δι’ οὗ αὐξάνεται ἡ ἀντιμισθία αὐτῶν κατὰ 50 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θεωρῶ τοῦτο σπουδαῖον, ἂν δὲν αὐξήσῃ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν εἰς 500 ἢ 600 δραχμὰς, δὲν γίνηται δὲ καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν καταλληλοτέρων. Ἀλλ’ ἐὰν περὶ τούτου διάφορον ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνώμην, δὲν ἔσχε τουλάχιστον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως εἰσαγάγῃ εἰς τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς τὸν ἐπὶ τοσοῦτον ποθούμενον Κώδικα, πρὸς ἁπλοποίησιν τῆς νομοθεσίας; Ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ἐβλέπομεν σήμερον ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐπὶ ἀγωγῶν, ἐγερθεισῶν κατὰ τὸ ἔτος 1874! Ἀλλὰ περὶ τοῦ δικηγορικοῦ σώματος ἔλαβε πρόνοιάν τινα; εἰσήγαγε νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ καταρτίσῃ τὸ δικηγορικὸν σῶμα εἰς σωματεῖον, διεπόμενον ὑπὸ Κανονισμοῦ ἰδίου, ὡς γίνεται εἰς πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη; Καὶ τοῦτο τὸ ἐζήτησεν ὁ Σύλλογος τῶν δικηγόρων, καὶ ἐγένετο μακρὸς λόγος ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ πρὸς αὐτὸν δὲ τὸν Ὑπουργὸν ἀπηυθύνθησαν τὰ μέλη αὐτοῦ, παρακαλοῦντα αὐτὸν νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τέλος πάντων δὲν νομίζει, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον, νὰ φροντίσῃ περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων; Ἐν τῇ Πρωτευούσῃ δι’ ἐνοίκια δικαστικῶν καταστημάτων πληρόνει τὸ Δημόσιον ἐτησίως 46,000 δραχμῶν. Ἂν ὑπολογίσητε καὶ τὰ πληρονόμενα ἐνοίκια ὑπὸ τῶν Συμβολαιογράφων, τῶν δικαστικῶν κλητήρων, καὶ τῶν Ὑποθηκοφυλακείων, ἅτινα πρέπει νὰ τυγχάνωσι συγκεντρωμένα ἐν τῷ δικαστικῷ μεγάρῳ, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι δύναται νὰ ἀποτελεσθῇ ποσὸν ἐξ 90,000 δραχμῶν, δι’ οὗ εὐχερῶς θὰ ἐξευρεθῇ δάνειον 1,500,000 πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικοῦ μεγάρου, ὅπερ μετὰ τινας δεκάδας ἐτῶν ἤθελε περιέλθει εἰς τὴν πλήρη κυριότητα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἴσως νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται κάλλιον ἐντὸς τρωγλῶν! Ἀλλὰ περὶ φυλακῶν ποίαν ἔλαβε πρόνοιαν; Δὲν νομίζει, ὅτι εἶναι καιρὸς, ν’ ἀποδεχθῇ ἕτερον σύστημα φυλακῶν; ὅτι οἱ φορολογούμενοι, ἐξ ὧν εἰσπράττει τὸ Κράτος 100,000,000, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῶσι, τοὐλάχιστον, ὅπως τὰ τέκνα αὐτῶν, οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν, μὴ σήπωνται καὶ διεφθείρωνται ἐντὸς τῶν σημερινῶν φυλακῶν; Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνταῦθα ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς, ἤθελε μὲ ἀγριοκυττάξει, καὶ ἤθελε μοί εἴπει: «τί λέγεις; Ἐγὼ δὲν ἔλαβον οὐδεμίαν πρόνοιαν περὶ τοῦ κλήρου, περὶ τοῦ Πανεπιστημίου, περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἀνήγειρα καταστήματα δημοτικῶν σχολείων σύμφωνα πρὸς τοὺς κανόνας τῆς ὑγιεινῆς, διότι μοῦ χρειάζονται 300,000», ὡς ἔλεγεν ἐντεῦθεν πρό τινων ἡμερῶν, «καὶ σεῖς θέλετε νὰ βελτιωθῇ ὁ κλάδος τῆς δικαιοσύνης, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπαιτοῦνται ἑκατομμύρια;» Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι Ὑπουργοὶ, δὲν δύνασθε νὰ δαπανήσητε διὰ τὰ τοιαῦτα ἐθνωφελῆ καὶ ἐπείγοντα ἔργα, νομίζετε, ὅτι εἶσθε δεδικαιολογημένοι, δαπανῶντες 30,000,000 διὰ ναυπήγησιν θωρηκτῶν, καὶ 25,000,000 διὰ κατασκευὴν σιδηροδρόμου, τοῦ ὁποίου ἡ πραγματικὴ ἀξία, ὡς ἀπεδείχθη, δὲν εἶναι ἀνωτέρα τῶν 15,000,000; Ἀλλὰ τότε θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός: νομίζεις, ὅτι ἐσκέφθην νὰ ναυπηγήσω πλοῖα καὶ νὰ κατασκευάσω σιδηρόδρομον; Ἐγὼ ἤθελον νὰ δανεισθῶ, καὶ οἱ δανεισταί μοὶ εἶπον: «ἵνα σὲ δανείσωμεν, πρέπει νὰ κατασκευάσῃς πλοῖα, ἀξίας τόσων ἑκατομμυρίων, εἰς ὡρισμένον κατάστημα· διότι, ἂν θέλῃς σὺ νὰ ἐπιδειχθῇς, ὅτι συνομολογεῖς δάνειον ἐπὶ μετρίῳ τόκῳ καὶ ἄνευ jouissance, νομίζεις ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ αὐτὸ συμφέρον»; Καὶ θὰ μοὶ εἴπῃ ἐπίσης: νομίζεις, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ κατασκευάσω τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν, καὶ μάλιστα ἐπὶ τοσοῦτον μεγάλῃ τιμῇ; Ἐγὼ ἤθελα νὰ προμηθευθῶ 10,000,000 φρ. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, παρ’ ὧν ἐζήτησα ταῦτα, μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ τοῖς παραχωρήσω τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον ἐπὶ τοιαύτῃ τιμῇ, ἵνα δυνηθῶσι νὰ μοὶ οἰκονομήσωσι τὰ 10,000,000. Ἀλλὰ μήπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ ἄλλων τοὐλάχιστον ζητημάτων ἔδωκε πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεως καὶ νομοθεσίας, ἵνα φιλοτιμηθῶσι καὶ οἱ λοιποὶ Ὑπουργοί του νὰ πράξωσιν ἀγαθόν τι ὑπὲρ τοῦ τόπου; Πολὺς καὶ μακρὸς ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως τῶν δασῶν· καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνωμολόγησε τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως ταχυτάτων μέτρων, πρὸς σωτηρίαν αὐτῶν, ἠναγκάσθη μάλιστα νὰ ἀναγγείλῃ, ὅτι παρασκευάζει ἡ ὑπηρεσία νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσαγάγει εἰς τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι μὲν, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον παρ’ ἡμῖν νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ δάση ἀπὸ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχουσιν, ἀλλ’ ἡ σημερινὴ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε, οἱονδήποτε ἄλλο μέτρον καὶ ἂν ἐλαμβάνετο, ἤθελεν ἀναντιῤῥήτως εἶσθαι καλλίτερον τοῦ ὑπάρχοντος. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐῤῥίφθη καὶ ἡ ἰδέα τῆς διαθέσεως τῶν δασῶν εἰς ἰδιώτας, ὑπεστηρίχθη δ’ αὕτη σπουδαίως, διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον παρ’ ἡμῖν, ὅτι τὰ ἰδιωτικὰ δάση διατηροῦνται ἀσφαλέστερον, καὶ ἀπόδειξις ἡ Μεγαρὶς, ἥτις ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ προσβλέπει εἰς τὰ ἀνήκοντα εἰς αὐτὴν δάση. Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἰδέαν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργός; Καταλείπων, Κύριοι, τὸ βῆμα, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν καθημένων ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὅπως τέλος θέσωσι φραγμὸν εἰς τὴν ἄνευ ὁρίων ὑποστήριξιν τοῦ Ὑπουργείου· διότι, παρασυρόμενοι ὑπὸ τῆς ἐπιτηδειότητος τοῦ ἡγέτου αὐτῶν, λησμονοῦσιν, ὅτι τῇ συνναῤῥωγῇ αὐτῶν καθ’ ἑκάστην τραυματίζονται καὶ οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα. Εἰς δὲ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ὑπενθυμίζω, ὅτι δὲν εἶναι πλέον ὁ Χαρίλαος Τρικούπης τοῦ 1875, ὅστις ἀπεσκοράκιζε τὸν Γενικὸν αὑτοῦ Γραμματέα καὶ ἐπιστήθιον φίλον, διότι οὗτος ἔδωκεν ὑποσχέσεις τινὰς περὶ κυβερνητικῆς ὑποστηρίξεως εἰς ὑποψηφίους, μέλλοντας νὰ ἐκτεθῶσι κατὰ τὰς τότε ἐνεργουμένας ἐκλογάς. Δὲν εἶναι ὁ Χαρίλαος Τρικούπης τοῦ 1880, ὅστις περιεφρόνει τὴν ἐξουσίαν, διότι δὲν ἤθελε νὰ ἀνοίξῃ τὰς ὑπουργικὰς πύλας εἰς τὴν συναλλαγήν· ἀλλ’ εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ 1889, ὅστις μετὰ προθυμίας διορίζει Νομάρχας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος ἠρνεῖτο νὰ διορίσῃ Ἐπάρχους, καὶ ὅστις προσέλαβεν ἄλλοτε Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ αὐτὸς ἀείμνηστος πολιτικὸς ἀνὴρ ἠρνεῖτο ν’ ἀπονείμῃ τὸ μικρότερον τῶν παρασήμων. Ὅτι εἶναι τέλος ὁ φίλαρχος Πρωθυπουργὸς τοῦ 1889, ὁ ὁποῖος, ὅταν μετ’ ὀλίγον ἐνεργηθῶσιν αἱ Βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, θὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς πολίτας νὰ κόψωσι τὰ τηλεγραφικὰ σύρματα, ἵνα ἐμποδίσωσι τοὺς Ὑπουργούς του νὰ συνδιαλέγωνται τρυφερῶς μετὰ τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς καταδίκων!

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον;

§51ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον.

§52ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἶναι ἐνωρὶς ἀκόμη.

§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε.

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλήν.

§55ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἶναι ἀκόμη 8η ὥρα.

§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἦναι ἀνάγκη, φέρομεν πρότασιν ἀναβολῆς.

§57ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οἱοσδήποτε λάβῃ τὸν λόγον, θὰ ἐξακολουθήσῃ δύο ὥρας τοὐλάχιστον, ὥστε δὲν ὑπάρχει καιρὸς ἀπόψε.

§58ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὁμιλήσατε.

§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν μὲ μονολόγους.

§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἐκτιμῶμεν τὴν ἀξίαν τῶν λεγομένων, καὶ θ’ ἀπαντήσωμεν.

§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτείνομεν πρότασιν ἀναβολῆς.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως.

§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἁπλῆ ἐγένετο ἀνταλλαγὴ ἰδεῶν, πρὸς μόρφωσιν γνώμης περὶ τοῦ θέματος, οὐδόλως ὅμως προτιθέμεθα, ἐὰν ἐπιμένωσί τινες εἰς τὴν ἀναβολὴν, ν’ ἀρνηθῶμεν ταύτην.

§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἄργους Βουλευτὴς, μέλλων ν’ ἀγορεύσῃ, ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς του θὰ παραταθῇ ἐπὶ δύο ὥρας, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ διακόψῃ τὴν ἀγόρευσίν του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μετὰ τὴν 9ην ὥραν οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ τὸν ἀκούσῃ, ζητεῖ τὴν ἀναβολήν.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73
2τῆς 1 Φεβρουαρίου 1889.
3(Τετάρτη)
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
8Ἐσωτερικῶν ἐπὶ ζητήματός τινος. Πρόκειται νὰ γίνῃ σχε-
9διογράφησις τῆς πόλεως Αἰγίου μετὰ τὸν σεισμόν. Ἡ Κυ-
10βέρνησις ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ ἐγείρῃ ἐκεῖ τὰ δημόσια κατα-
11στήματα, ἀλλ’ ἐξέλεξεν ὡς τόπον τῆς οἰκοδομῆς αὐτῶν τὴν
12πλατεῖαν τῆς πόλεως, τὴν ὀνομαζομένην «Ψηλὰ Ἁλώνια»,
13ἥτις εἶναι ἡ μόνη πλατεῖα τῆς πόλεως, οἱ δὲ κάτοικοι
14ἐξανίστανται κατὰ τοῦ μέτρου τούτου.
15§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ σχέ-
16διον εἶναι ἐγκεκριμένον, καὶ τὰ καταστήματα θὰ ἐγερθῶ-
17σιν ἐπὶ τῆς πλατείας. Σήμερον μάλιστα ἐδόθη ἡ διαταγή,
18ὅπως γίνῃ καὶ ἔναρξις τῆς οἰκοδομῆς.
19§3ΡΙΚΑΚΗΣ. Τοὐλάχιστον νὰ ἐγερθῶσιν εἰς τὰς γωνίας.
20§4ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνεκρίθη νὰ ἐγερθῶσιν ἐντὸς τῆς πλα-
21τείας.
22§5ΡΙΚΑΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἄδικον, διότι θὰ καταστραφῇ
23ἡ πλατεῖα· τοὐλάχιστον, ἀφοῦ δὲν ἐξετελέσθη τὸ σχέδιον
24εἰσέτι, παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰς παραστάσεις τῶν
25κατοίκων.
26§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς
27τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι παρὼν, διότι ἤθελον τὸν ἐρωτή-
28σει, ἂν ἑτοιμάζῃ νομοσχέδιον περὶ καπνοπωλῶν, διότι μοὶ
29γράφουσι νὰ ὑπερψηφίσω τοῦ νόμου, προκειμένου περὶ σιγα-
30ροχάρτου. Ἐγένετο καὶ ἄλλοτε λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ
31τούτου, δηλῶ δὲ, ὅτι θέλω ὑπερψηφίσει τοῦ νόμου.
32§7ΣΑΚΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔλαβον τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμε-
33νον καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς Βουλευτὰς Μεσσηνίας, διὰ τοῦ
34ὁποίου οἱ καπνοπῶλαι Καλαμῶν, ἀκούσαντες, ὅτι πρόκειται
35νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸν ἰσχύοντα νόμον
36περὶ σιγαροχάρτου, παρακαλοῦσιν ἡμᾶς νὰ ὑπερψηφίσωμεν
37τοῦ νόμου, διότι ζημιοῦνται μεγάλως ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος νό-
38μου, ζητοῦσι δὲ νὰ ὁρισθῶσιν 8 φυλλάδια σιγαροχάρτου δι’
39ἑκάστην ὀκὰν καπνοῦ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ.
40Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν ἀξίω-
41σιν ταύτην τῶν καπνοπωλῶν ἐν γένει, ἥτις εἶναι δικαία,
42καὶ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἀφοῦ εἰσέτι δὲν ὑπέ-
43βαλε. Πρὸ πολλοῦ ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ.
44Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ ὁ κ. Τζάνες καὶ ὁ
45κ. Κουμουνδοῦρος, περὶ τοῦ δυτικοῦ τείχους τοῦ ποταμοῦ
46Νέδα τῆς πόλεως Καλαμῶν· ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε τότε,
47ὅτι θέλει λάβει πρόνοιαν περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ τείχους
48τούτου, ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδεμία, ὡς γνωρίζω, πρόνοια
49ἐλήφθη, παραπονοῦνται δὲ οἱ κάτοικοι, ὅτι διὰ τῆς ἀνα-
50βολῆς τῆς κατασκευῆς θὰ ὑποστῶσι ζημίας μεγάλας. Ἐφι-
51στῶ λοιπὸν ἐκ νέου τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ
52τῆς ἐπερωτήσώς μου ταύτης, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ
53λάβῃ ταχίστην περὶ τούτου πρόνοιαν.
54Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, θέλω ὑπομνήσει
55εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι πρὸ καιροῦ
56διάφοροι Βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπηύθυναν ἐπε-
57ρωτήσεις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν, παραπονούμενοι διὰ τὴν κα-
58θυστέρησιν τοῦ ἀντισηκώματος τῶν 100 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον
59οἱ διαθέσιμοι ὁπλῖται κατέβαλον, ὅτε συνεπλήρωσαν τὴν
60τρίμηνον ὑπηρεσίαν. Τοιαῦτα παράπονα φρονῶ, ὅτι ἔχουσιν
61ὅλοι οἱ Βουλευταὶ ἐκ συμπολιτῶν αὐτῶν διαθεσίμων, παρα-
62πονουμένων, ὅτι δὲν τοῖς ἐπεστράφη τὸ ἀντισήκωμα, εἶναι
63δὲ γνωστὸν, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐκ τούτων, μὴ ἔχοντες περιου-
64σίαν, ἐδανείσθησαν ἐπὶ βαρυτάτῳ τόκῳ, ἵνα ἐξοικονομήσωσι
65τὰ χρήματα ταῦτα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουρ-
66γὸν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως διορθώσῃ τὸ προσγινόμενον
67ἀδίκημα εἰς τούτους καὶ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρη-
68μάτων πρὸς αὐτοὺς, συμφώνως πρὸς τὸν περὶ στρατολογίας
69νόμον.
70§8ΤΖΑΝΕΣ. Εἶχον ὑποβάλει παράκλησιν πρὸς τὴν Βου-
71λὴν περὶ σιγαροχάρτου, εἶχε δὲ εἰπεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
72ὅτι θέλει λάβει πρόνοιαν· ἐξήνεγκε δὲ καὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι
73πράγματι θὰ βελτιωθῇ ὁ νόμος, ἐὰν προστεθῇ ὁ φόρος εἰς
74τὸν καπνόν· ὅπως δήποτε, καὶ τοῦτο εἶναι καλόν. Ἐπειδὴ
75δὲ εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου, καὶ διότι δὲν εἶναι
76δυνατὸν, νομίζω, ἤδη νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον, θὰ παρα-
77καλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἑτέρας μεθό-
78δου νὰ θεραπευθῇ τὸ κακὸν, ἕως οὗ ἔλθῃ ἡ ἔκτακτος Σύνο-
79δος καὶ θεραπευθῇ τὸ κακὸν διὰ νόμου, διότι προσγίγνεται
80μέγα ἀληθῶς ἀδίκημα εἰς τοὺς καπνοπώλας καὶ εἰς τοὺς
81καταναλωτάς.
82§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ φόρος εἶναι κεκανο-
83νισμένος διὰ νόμου, καὶ δὲν δύναται νὰ θεραπευθῇ ἄλλως.
84§10ΤΖΑΝΕΣ. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν
85παρατηρῶ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ δυτικοῦ τοίχου τῆς πόλεως
86Καλαμῶν πέραν τοῦ ποταμοῦ Νέδα ἔφθασεν εἰς τέρμα καὶ
87ὅτι ἐδόθη διαταγὴ νὰ γίνῃ δημοπρασία. Φαίνεται ὅμως, ὅτι
88κάτι τι συμβαίνει, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ δημοπρασία· εἰς τὰ
89μέρη τὰ ἰδικά μας ὁ Φεβρουάριος καὶ ὁ Μάρτιος ἀπειλεῖ
90χειμῶνα, καὶ ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωμεν πλημμύρας. Θὰ παρα-
91καλέσω λοιπὸν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ δώσητε διαταγὰς,
92ὅπως ὁ Νομομηχανικὸς Μεσσηνίας ἐνεργήσῃ ταχύτερον τὴν
93δημοπρασίαν.
94Παρακαλῶ συνάμα καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
95τικῶν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀντισηκώματος, τοῦ κα-
96ταβληθέντος ὑπὸ τῶν κληρωτῶν, διότι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι
97κατέβαλον τὰς 100 δραχμὰς, εὑρίσκονται εἰς δυσχερείας.
98Δὲν ἠξεύρω, ποῦ ἔγκειται ἡ δυσκολία, καὶ παρακαλῶ τὸν
99κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν ὁριστικὴν περὶ
100τούτου.
101§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμιᾶς ὑπάρχει ἀνάγκη ἀποφάσεως,
102τὸ δὲ χρῆμα ἀναντιῤῥήτως πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ. Ὑπάρχει
103πρόσκομμα διὰ τὸ 1889 ἡ μήπω χορήγησις πιστώσεων,
104ἀλλὰ τάχιστα θὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ θὰ τα-
105κτοποιηθῶσι τὰ περὶ τούτου. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐνετείλατο
106τὴν πληρωμὴν, ἀλλὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐχαρακτή-
107ρισε τὴν ἐντολὴν οὐχὶ τακτικὴν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ
108Προϋπολογισμοῦ. Ἐζητήσαμεν νὰ προσφύγωμεν εἰς ἄλλο
109μέσον, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ψηφίζεται ὁ Προϋπολογισμὸς
110καὶ αἴρεται τὸ πρόσκομμα.
111§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
112Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ὡς πρὸς τὴν διεύ-
113θυνσιν τοῦ σιδηροδρόμου Καλαμῶν.
114§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ζή-
115τημα μελετᾶται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ
116οἱ Ἕλληνες μηχανικοὶ καὶ οἱ Γάλλοι ἠρωτήθησαν ὅπως
117παράσχωσι τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας, ἐφ’ ὧν θὰ στηρι-
118χθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως.
119§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἐργασία προχωρεῖ καὶ τὸ Δη-
120μόσιον ὑποβάλλεται εἰς δαπάνας.
121§15Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῇ αἰτήσει μου ὁ κ. Πρόεδρος
122τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατέθηκε πίνακα τῶν γενο-
123μένων πληρωμῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, κεφαλαίου Βʹ, τοῦ
124Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ ἔτους 1887, πρὸς πλη-
125ρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων, καὶ διαφορᾶς τιμῆς συναλ-
126λάγματος. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, παρετήρησα, ὅτι ἐπὶ
127μὲν τῶν δανείων τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τῶν 120 ἑκατομ-
128μυρίων καὶ τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ τοῦ 1825 καὶ τοῦ
129δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων, αἱ γενόμεναι πληρωμαὶ μέ-
130χρι λεπτοῦ ἦσαν τόσαι, ὅσαι ἦσαν αἱ πιστώσεις, αἱ χορη-
131γηθεῖσαι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 30
132ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τοῦ τῶν κερματικῶν γραμματίων, καὶ
133ἐπὶ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, αἱ γενόμεναι πληρωμαὶ ὑπερέ-
134βησαν τὰς πιστώσεις, διότι δὲν ἐπήρκεσαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν
135δανείων τῶν 6,000,000, τῶν 15 ἑκατομμυρίων, τῶν 4
136ἑκατομμυρίων καὶ τῶν 170 ἑκατομμυρίων, αἱ γενόμεναι
137πληρωμαί εἰσι πολλῷ ὑποδεέστεραι τῶν πιστώσεων, διότι
138ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων αἱ γενόμεναι πλη-
139ρωμαὶ εἶναι μικρότεραι τῶν πιστώσεων κατὰ 578,000, ἐπὶ
140δὲ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἶναι ὀλιγώτεραι κατὰ
141564,442. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ πα-
142ραγγείλῃ εἰς τὰ γραφεῖα, νὰ δώσωσιν αὐτῷ πληροφορίας
143περὶ τῶν αἰτίων, ὧν ἕνεκα ἐπῆλθεν ἡ οἰκονομία ἐπὶ τῶν δα-
144νείων τούτων, καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀνακοινώσῃ ταύτας εἰς τὴν
145συνεδρίασιν τῆς αὔριον, διότι θέλουσι χρησιμεύσει κατὰ τὴν
146συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
147§16Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι
148εἶχε συστηθῆ Ἐπιτροπὴ πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίου περὶ
149ποιμνιοβοσκῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἀκόμη δὲν συνέταξε
150τίποτε, ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει μίαν πρότασιν νόμου, ἡ ὁποία
151ὅμως ἐτέθη ἀκριβῶς εἰς τὸ τέλος τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
152Τὴν πρότασιν ταύτην μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀποδέχεται καὶ ἡ
153Κυβέρνησις, δὲν ὑπάρχει δὲ ἀντίῤῥησις παρ’ οὐδενός. Παρα-
154καλῶ λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τὴν προτάξῃ.
155§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν συνέλθωμεν ἐν
156ἐκτάκτῳ Συνόδῳ.
157§18Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἂν
158δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, δύνανται νὰ προτάσσωνται νομο-
159σχέδιά τινα. Τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ ἀπὸ σήμερον, καὶ ἐγὼ
160φέρω τὴν παράκλησίν μου ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ
161λογιστῶν.
162§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Εὐθὺς, ὡς εἰσέλθωμεν ἐν
163τῷ Προϋπολογισμῷ, θέλουσιν ἀναγραφῆ νομοσχέδιά τινα,
164καθ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· ἐὰν ὅμως ἐπέρχηται ἀντίῤ-
165ῥησις, θὰ ἀναβάλλωνται.
166§20ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Χριστόπουλος ὀρθῶς
167παρετήρησεν, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ὑποβάλῃ πλέον ἡ
168Ἐπιτροπὴ νομοσχέδιον, ἑπομένως διατὶ νὰ μὴ προταχθῇ
169ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν
170ὁ κ. Χριστόπουλος, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει τοπικὸν χαρακτῆρα;
171Κατ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, διότι οἱ ἄνθρωποι ἐξ
172ἐλλείψεως τοιούτου νόμου ὑποφέρουν τὰ πάνδεινα.
173§21ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ
174νομοσχεδίου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, παρατηρῶ, ὅτι, ὅτε
175ἐπρόκειτο νὰ καταρτισθῇ αὕτη, εἶχον ὑποβάλει γνώμην, ὅτι
176ἔπρεπε νὰ ἦναι ὀλιγομελής, διότι, ὅσον περισσότερα εἶναι
177τὰ μέλη, τόσον δυσκόλως συνέρχονται, ἐν τούτοις ἡ Ἐπι-
178τροπὴ εἰργάσθη, καὶ τὰ προσελθόντα μέλη ἐξέφρασαν τὰς
179ἰδέας των, ἀνέθεσαν δὲ εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον νὰ καταρ-
180τίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Σιμόπουλος, νομίζω, ὅτι τὸ
181ἔχει ἕτοιμον, καὶ δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν προτίθηται
182νὰ τὸ ὑποβάλῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν
183Βουλὴν τὰ περὶ τούτου.
184§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ συντάξω τὸ
185νομοσχέδιον· τοῦτο συνετάχθη ἤδη καὶ θὰ προσκαλέσω
186ὅσον οὔπω τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα τὸ ἐπιθεωρήσωσι,
187καὶ ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογι-
188σμοῦ, θέλω τὸ καταθέσει.
189§23ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον εἰπεῖ κατά τινα
190τῶν ἡγουμένων συνεδριάσεων, ὅτι ἐναντίον τοῦ νόμου ΦΜʹ
191τῆς 11ης Νοεμβρίου 1875 διατελεῖ Πρόεδρος τῶν ἐνταῦθα
192Πρωτοδικῶν ὁ κ. Ἰωάννης Ῥάγκος, πλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς
193τῆς Δικαιοσύνης, προσάγων τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ζητηθέντα σχε-
194τικὰ ἔγγραφα, παρετήρησεν, ὅτι οὐδεμία τῶν ὑπὸ τοῦ νό-
195μου τούτου προβλεπομένων περιπτώσεων ἀφορᾷ εἰς τὸν ἐν
196λόγῳ Πρόεδρον, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος, ἐπι-
197βάλλων τὴν ἐντεῦθεν ἀπομάκρυνσίν του.
198Τοιαύτην ἐξήνεγκε γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ φρονῶ
199ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ περὶ οὗ πρό-
200κειται νόμου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπαγορεύεται
201νὰ διορισθῇ τις ἢ νὰ διατελῇ δημόσιος ὑπάλληλος... ἐν
202τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς κατάγεται, ἢ ἐν ᾗ ἐξασκεῖ ἢ ἐξήσκησε
203κατὰ τὰ ἀμέσως προηγούμενα τρία ἔτη τοῦ διορισμοῦ του
204τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα, ἢ ἐξ ἧς ἔλαβε σύζυγον.»
205Ὁ κ. Ῥάγκος ἔχει λάβει σύζυγον ἐντεῦθεν καταγομένην,
206διότι ὁ πατήρ της Ἰωάννης Κορφίτης εὑρέθη ἐνταῦθα ἐγκα-
207τεστημένος κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ Βασιλείου, ἐνεγράφη
208εἰς τὸ δημοτολόγιον μεταξὺ τῶν πρώτων δημοτῶν τοῦ δή-
209μου Ἀθηναίων, καὶ ἔμεινε μέχρι τοῦ θανάτου του ἐνταῦθα,
210ἐμπορευόμενος καὶ θεωρούμενος ὡς εἷς τῶν γηγενῶν, ἤτοι
211τῶν ἐντοπίων ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι
212τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, ὅπερ προκύπτει ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ.
2133,530 τῆς 6ης Ἰουνίου 1886 πιστοποιητικοῦ τοῦ πρώην
214δημάρχου κ. Σούτσου, ὅστις λέγει, ὅτι «ὁ Ἰωάννης Κορφί-
215της εἶναι δημότης τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἐγγεγραμμένος εἰς
216τὸ δημοτολόγιον πρὸ τοῦ ἔτους 1886.» Πρόδηλον, ὅτι ἡ τε-
217λευταία ἀόριστος φράσις «πρὸ τοῦ ἔτους 1886» δὲν δύναται
218νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν, ἢ τὴν τῆς ἐξ ἀμνημονεύτων χρόνων
219ἐγκαταστάσεως. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ αὐτοῦ
220πιστοποιητικοῦ ὁ κ. Δήμαρχος προσθέτι, ὅτι, «καθ’ ἃς ἔχει
221πληροφορίας, ὁ πενθερὸς τοῦ κ. Ῥάγκου κατήγετο ἀπὸ Κορ-
222φοὺς», ἀλλ’ ἕκαστος δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι
223ἄτεχνον καὶ ἀστεῖον ἐπινόημα, ὑποβληθὲν τῷ πρώην Δ-
224μάρχῳ ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων πρὸς καταστρατήγησιν τοῦ
225νόμου. Ὠνομάζετο Κορφίτης, ἄρα κατήγετο ἀπὸ Κορφούς.
226Αὐτὸς εἶναι ὁ θαυμάσιος συλλογισμὸς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνό-
227μισεν ὁ κ. Ῥάγκος, νομίζει δὲ καὶ ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι οἰκο-
228νομεῖται ἡ ὑπόθεσις, ἀλλ’ ἀφίνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ,
229τίνος εἴδους οἰκονομία εἶναι αὕτη. Ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀξιώσω
230οὐδὲ μνείας τὸ τοιοῦτον ἐφεύρημα, ἀλλὰ, διὰ νὰ μὴ μείνῃ
231εἰς οὐδένα ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμὸς περὶ τοῦ, ὅτι πρόκειται
232περὶ ἁπλῆς μυθοπλαστίας, ἀνέτρεξα εἰς τὴν τοῦ Σουρμε-
233λῆ ἱστορίαν τῶν Ἀθηνῶν, ἐν ᾗ εὑρίσκω, ὅτι μεταξὺ τῶν
234Ἀθηναϊκῶν οἰκογενειῶν, αἵτινες ὑπῆρχον πολὺ πρὸ τῆς ἐπα-
235ναστάσεως, καταλέγεται καὶ οἰκογένεια Κορφίτου.
236Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ ἐκτεθέντα δὲν δύναταί τις
237νὰ λέγῃ πλέον σπουδαίως, ὅτι ἡ σύζυγος τοῦ κ. Ῥάγκου
238δὲν κατάγεται ἐντεῦθεν· ἀλλ’ οὐδὲ πρόκειται περὶ τούτου
239καὶ μόνου. Ὑπάρχει καὶ πρόσθετος λόγος, ὁ ἑξῆς. Οἱ ἀδελ-
240φοὶ τῆς συζύγου τοῦ κ. Ῥάγκου Χρῆστος καὶ Γεώργιος
241ἐξασκοῦσιν ἐνταῦθα τὰ πολιτικά των δικαιώματα, διότι
242εὗρον αὐτοὺς ἐγγεγραμμένους ἐν αὐτῷ τῷ ἐκλογικῷ τοῦ
243ἀμέσως προηγουμένου ἔτους 1888 καταλόγῳ, ὑπ’ αὔξοντας
244ἀριθμοὺς 1701 καὶ 1702, ἐν τμήματι δευτέρῳ, ἂν δέ τις
245θελήσῃ νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ ΦΜʹ νόμου, δὲν δύ-
246νται, ἢ νὰ δεχθῇ κατ’ ἀνάγκην, ὅτι καὶ ὁ λόγος οὗτος δέον
247νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει, προκειμένου περὶ τῶν συγγενῶν
248τῆς συζύγου τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἐπεθύμουν λοιπὸν
249νὰ μάθω, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξακολουθῇ
250ἔχων, ἣν πρό τινων ἡμερῶν ἐξήνεγκε γνώμην.
251§24ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ γνώ-
252μην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, εἶναι ἐκείνη, τὴν
253ὁποίαν ἐξήγησα, ὑποβαλὼν τὰ ἔγγραφα, καὶ εἶναι γνώμη,
254ἣν εἶχον καὶ πάντες οἱ πρὸ ἐμοῦ χρηματίσαντες Ὑπουργοὶ
255τῆς Δικαιοσύνης, θεωρήσαντες, ὅτι ὁ κ. Ῥάγκος μένει ἐν
256Ἀθήναις συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ὡς ἠκούσατε, ἐν τῷ 1ῳ
257ἄρθρῳ τοῦ νόμου ἡ ἀπαγόρευσις ἀναφέρεται εἰς τὸν τόπον,
258ἐξ οὗ κατάγεται ἡ σύζυγος, οὗτος δὲ ὁ τόπος δὲν εἶναι ἐκεῖ-
259νος, εἰς ὃν ἐγεννήθη· τοιοῦτόν τι δὲ ἐν τῷ προκειμένῳ δὲν φαί-
260νεται νὰ ὑφίσταται ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἃ ὑπεβλήθησαν· ἐθεω-
261ρήθη ἐπαρκὲς ἐνδόσιμον ἡ καταγωγὴ τοῦ πατρὸς, ἑπομένως
262καὶ οὐδεὶς ἄλλος Ὑπουργὸς εὗρε περίστασιν, ἀποκλείουσαν τὸν
263κ. Ῥάγκον τοῦ νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του ἐν Ἀθήναις. Ὁ
264λόγος ὁ δεύτερος, ὃν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη, ὅτι οἱ ἀδελ-
265φοὶ τῆς συζύγου του εἶναι ἐγγεγραμμένοι δημόται τοῦ δήμου
266Ἀθηναίων, δὲν εἶναι λόγος, φέρων κώλυμα ἐκ τοῦ νόμου.
267§25ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουρ-
268γὸς, ὅτι ἡ ἐκ μέρους τῶν ἀδελφῶν τῆς συζύγου τοῦ κ. Ῥάγ-
269κου ἐξάσκησις τῶν πολιτικῶν τῶν δικαιωμάτων δὲν εἶναι
270λόγος, κωλύων αὐτὸν νὰ διατελῇ ἐνταῦθα Πρόεδρος, διότι ὁ
271νόμος, προκειμένου περὶ τῆς συζύγου τοῦ δημοσίου ὑπαλλή-
272λου, ἀπαιτεῖ μόνον τὴν καταγωγὴν αὐτῆς, καὶ οὐδὲν πλέον.
273Δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀληθῶς ὁ νό-
274μος δὲν ἀναγράφει ῥητὴν περὶ ἐξασκήσεως τῶν πολιτικῶν
275δικαιωμάτων τῶν συγγενῶν τῆς συζύγου διάταξιν, ἀλλὰ,
276ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, οὐ μόνον δὲν ἀπο-
277κλείει τὴν περίπτωσιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἐπιτακτικῶς τὴν
278ἐπιβάλλει, ὡς ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ πρώτου ἄρθρου συνάγεται.
279Σχετικὸς δὲ μάλιστα μεταγενέστερος νόμος τοῦ 1878 ἀνέ-
280γραψε καὶ ῥητὴν διάταξιν, καθ’ ἣν «οὐδεὶς τῶν δικαστικῶν
281λειτουργῶν διορίζεται ἔφορος ἢ ἀντιπρόσωπος τῆς δικαστι-
282κῆς ἀρχῆς εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ ἐνασκοῦσι πολιτικὰ δι-
283καιώματα ὁ πατὴρ, ἢ οἱ ἀδελφοὶ τῆς συζύγου του.» Ταῦτα
284βεβαίως εἶχεν ὑπ’ ὄψει καὶ ὁ ἴδιος κ. Ῥάγκος, ὅστις διὰ τῆς
285ὑπευθύνου λεγομένης δηλώσεως του λέγει, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ
286τῆς συζύγου του μετέφερον τὰ πολιτικά των δικαιώματα
287εἰς Κόρινθον. Ἡ διαφορὰ μόνον εἶναι, ὅτι ὁ κύριος αὐτὸς
288δὲν ἐξέθηκε τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιο-
289σύνης, διότι ἐκ τῶν προσαχθέντων ἐγγράφων προκύπτει, ὅτι
290ἐζήτησαν μὲν διὰ τοῦ πρώην κ. Δημάρχου οἱ γυναικάδελ-
291φοί του νὰ μεταφέρωσι τὰ πολιτικά των δικαιώματα εἰς
292Κόρινθον, ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος Κορίνθου ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησιν,
293ὡς μὴ στηριζομένην εἰς τὸν νόμον. Μετὰ τὴν ὁριστικὴν
294ἀπόῤῥιψιν τῆς αἰτήσεως ὁ κ. Ῥάγκος ἀναφέρει ψευδῶς εἰς
295τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ τῆς συζύγου του μετέφερον
296τὰ πολιτικά των δικαιώματα εἰς Κόρινθον! Ὅπως δήποτε,
297ἐκ τῆς σχετικῆς ταύτης ἐνεργείας ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ
298αὐτὸς ὁ κ. Ῥάγκος ἐθεώρει τὴν ἐξάσκησιν τῶν πολιτικῶν
299δικαιωμάτων τῶν ἀδελφῶν τῆς συζύγου του ὡς λόγον, μὴ
300ἐπιτρέποντα, αὐτῷ νὰ διατελῇ, εἴτε δικαστής, εἴτε Πρόεδρος,
301ἐνταῦθα. Τὴν αὐτὴν περίπου γνώμην εἶχεν ἐκφράσει καὶ
302ὁ κατὰ τὸ ἔτος 1880 Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν,
303ὅστις εἶχεν εὑρεῖ, ὅτι δὲν ἦτο καταδιωκτέος ὁ κ. Ῥάγκος,
304ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ πενθερός του εἶχεν ἀποθάνει, καὶ ἑπομέ-
305νως δὲν ἐξήσκει πολιτικὰ ἐνταῦθα δικαιώματα.
306Ἀλλ’ ἐπὶ τέλος ἂς περιορισθῶμεν καὶ εἰς μόνην τὴν κα-
307ταγωγὴν τῆς συζύγου. Διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
308νης δὲν ἀρκοῦσιν ὅσα εἶπον περὶ τῆς πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων
309ἐγκαταστάσεως τοῦ μακαρίτου Ἰωάννου Κορφίτου, ἀλλὰ
310φαίνεται φρονῶν οὗτος, ὅτι πρέπει νὰ συντρέχῃ καὶ ἡ γέννη-
311σις αὐτοῦ. Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἤθελεν ἐπιμείνει
312εἰς τὴν προφανῶς ἐσφαλμένην ταύτην γνώμην, ἥτις εἰς πολλὰ
313ἄτοπα δύναται νὰ δώσῃ χώραν, ἐπειδὴ ὅμως ἐπιμένει, ἰδού,
314προσάγω πιστοποιητικὸν τοῦ κ. Δημάρχου, ἐξ οὗ προ-
315κύπτει, ὅτι καὶ ἐγεννήθη ἐνταῦθα ὁ πενθερὸς τοῦ κ. Ῥάγ-
316κου κατὰ τὸ ἔτος 1807. Τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο ἔχει
317οὕτω (ἀναγινώσκει).
318«Ἀριθ. 1966.
319ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
320Ο ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ
321Πιστοποιεῖ, ὅτι
322«Ὁ πρό τινων ἐτῶν ἀποβιώσας ἐνταῦθα ὑαλέμπορος
323Ἰω. Κορφίτης ἦτο Ἀθηναῖος, γεννηθεὶς ἐν Ἀθήναις κατὰ τὸ
3241807 περίπου, καὶ μείνας ἔκτοτε ἐνταῦθα διαρκῶς μέχρι τοῦ
325θανάτου του. Ταῦτα ἐξάγομεν ἐκ πληροφοριῶν γερόντων
326Ἀθηναίων, καὶ ἐκ τοῦ δημοτολογίου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐνεγράφη
327μετὰ τῶν πρώτων δημοτῶν Ἀθηναίων κατὰ τὸ 1833, ὅτε
328ἦγε τὸ 25ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ ἐν ᾧ ἀναφέρεται ὡς
329γεννηθεὶς ἐν Ἀθήναις.
330Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Ἰανουαρίου 1889.
331Ὁ Δήμαρχος
332(ὑπογρ.) ΤΙΜΟΛΕΩΝ ΦΙΛΗΜΩΝ».
333Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ μετὰ τὴν
334ἀπόδειξιν ταύτην, νὰ ὑποστηρίζῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμιμος
335περίπτωσις, ἀπαγορεύουσα εἰς τὸν κ. Ῥάγκον νὰ διατελῇ
336ἐνταῦθα Πρόεδρος; Δὲν τὸ πιστεύω. Ἂν ὅμως, καὶ μεθ’
337ὅλα ταῦτα, ἐμμένῃ εἰς τὴν γνώμην του, τότε εἶναι ἀνάγκη,
338ὡς προσφυῶς ἄλλοτε ἐῤῥήθη, ν’ ἀνατρέχωμεν μέχρι τοῦ
339Ἀδὰμ, διὰ νὰ εὑρίσκωμεν τὴν καταγωγὴν τῶν συζύγων
340τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ, ὅτι ὁ κ.
341Ῥάγκος ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ μένῃ ἐνταῦθα ὡς Πρόε-
342δρος Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ καὶ πρέπει νὰ ὑποστῇ τὰς συνε-
343πείας τῆς τόσον ἀπροκαλύπτου καὶ θρασείας ὑπ’ αὐτοῦ
344παραβιάσεως τοῦ νόμου.
345§26ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα δια-
346ταράσσουσι ἀπό τινος χρόνου σκανδαλωδῶς τὴν κοινωνικὴν
347γαλήνην καὶ ἀνακόπτουσι τὴν πρόοδον τῆς χώρας, θρα-
348σεῖαν ὕψωσε τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς κλοπῆς τῆς
349πνευματικῆς ἰδιοκτησίας τῶν συγγραφέων. Ὡς γινώσκετε,
350Κύριοι, ἡ τυποκλοπία ἐν Ἑλλάδι ἀπό τινων ἐτῶν κατέστη
351ἐπάγγελμα ἀνεγνωρισμένον, παραλλήλως βαῖνον πρὸς τὴν
352ἀρχαιοκαπηλείαν. Ἡ ἀρχαιοκαπηλεία καὶ ἡ τυποκλοπία,
353κατ’ οὐδεμιᾶς περιστολῆς παρὰ τῆς νομοθεσίας καὶ παρὰ
354τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς προσκόψασαι, λειτουργοῦσιν ἐν
355πλήρει ἐλευθερίᾳ καὶ κανονικότητι καὶ ἐν πλήρει μάλιστα
356τιμῇ τῶν ἐργατῶν αὐτῶν· ἀπό τινος χρόνου μάλιστα ἀναγι-
357νώσκω εἰς τὰς ἐφημερίδας ἄρθρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιζη-
358τεῖται παρ’ αὐτῶν τιμὴ καὶ δόξα, παρ’ αὐτῶν, λέγω, τῶν
359ἐμπορευομένων τὰ ἀρχαῖα καὶ τῶν κλεπτῶν τῆς πνευματι-
360κῆς ἰδιοκτησίας τῶν συγγραφέων. Ἐν Πελοποννήσῳ ὑπάρ-
361χουσι κέντρα τυποκλοπίας, πανηγυρικῶς ἐνεργοῦντα τὴν
362ἐκτύπωσιν τῶν βιβλίων, τῶν διδακτικῶν μάλιστα. Ὑπῆρ-
363ξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα, ἐὰν ᾖναι ἐπιτε-
364τραμμένη ἡ μετατύπωσις τῶν βιβλίων, ἠμφισβητεῖτο, διότι
365συνεχέοντο οἱ τὴν γνώμην ταύτην ἔχοντες μὲ τὴν προαίρεσιν
366ἢ μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἓν σύγγραμμα ἐδόθη εἰς
367χρῆσιν τοῦ κοινοῦ, δύναται νὰ ᾖναι οὐ μόνον κοινὸν ἀνά-
368γνωσμα, ἀλλὰ δύναται νὰ ᾖναι κοινὸν ἐμπόρευμα, ὅπως γίνῃ
369εὔκολος ἡ διάδοσις καὶ διὰ τοῦτο, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ μετα-
370τυπῶται παρ’ ἄλλου ἄνευ οὐδενὸς κωλύματος. Ἀλλὰ
371κατὰ τοὺς τελευταίους δύο αἰῶνας, ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ πρῶ-
372τον, καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὕστερον, ἐγεννήθη ὁριστικῶς τὸ ζήτημα
373διὰ νομοθετημάτων κατ’ ἀντίθετον ὅλως τόπον, καὶ ἡ πνευ-
374ματικὴ ἰδιοκτησία ἐτέθη ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν νόμων καὶ
375τῶν καταδιωκτικῶν κατὰ τῶν τυποκλόπων διατάξεων, καὶ
376διὰ τοῦτο παρατηρεῖτε εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας τῶν πε-
377πολιτισμένων Ἐθνῶν διατάξεις τοιαύτας, κατὰ τὸ μᾶλ-
378λον καὶ ἧττον αὐστηράς· μόνον ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας φύ-
379σεως τοῦ δικαιώματος τούτου ἐτέθη ἓν ὅριον χρονικόν, πέραν
380τοῦ ὁποίου δὲν ἐκτείνεται τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας.
381Ἐν Ἀγγλίᾳ τοιοῦτον ὅριον ὡρίσθη πεντήκοντα ἐτῶν, ἐν
382Γερμανίᾳ τριάκοντα ἐτῶν, ὁ ἡμέτερος ὅμως νόμος εἶναι ἐλλει-
383πέστατος κατὰ τοῦτο, ὢν ἀντίγραφον τοῦ Βαυαρικοῦ νόμου,
384ὁ ὁποῖος, κατὰ τὰς κρατούσας τότε ἰδέας, φαίνεται, ὅτι ἤθελε
385νὰ περιστείλῃ πρόῤῥιζα τὸ ἔγκλημα τοῦτο· διὰ τοῦτο,
386κατὰ τὸ ἄρθρον 432 τοῦ Ποινικοῦ ἡμῶν Νόμου, δύνανται νὰ
387καταδιωχθῶσιν οἱ τυποκλοποῦντες ἢ τὴν ἀλλοτρίαν πνευ-
388ματικὴν ἰδιοκτησίαν ἐμπορευόμενοι ἄνευ ἀδείας, καὶ τιμω-
389ροῦνται διὰ χρηματικῆς μόνον ζημίας. Καὶ μολονότι τόσον
390ἐλαφρὰ ἐτέθη ἡ ποινή, οὐχ ἧττον ἡ ἀμέλεια τῶν καταδιω-
391κτικῶν Ἀρχῶν, ἢ ἡ ἐπιείκεια, κατέστησαν τὸ ἄρθρον τοῦτο
392νεκρόν, καὶ σπανιώτατα, ἢ μᾶλλον οὐδέποτε ἐφηρμόσθη
393κατὰ τῶν ἐνεργούντων τὸ ἔγκλημα τοῦτο. Οἱ συγγραφεῖς
394παρ’ ἡμῖν ἔχουσι καὶ ἄλλον ἐχθρὸν, φοβερώτερον ἀκόμη,
395ἐξωτερικὸν, τὴν τυποκλοπίαν ἐν τῷ ὁμόρῳ Κράτει, μετὰ τοῦ
396ὁποίου δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν συνθήκην, ἐξασφαλίζουσαν τὴν
397πνευματικὴν ἰδιοκτησίαν. Γίνονται ἀθρόαι αἱ μετατυπώσεις,
398καὶ τοὺς καρποὺς τῶν κόπων τῶν ἐν Ἑλλάδι συγγραφέων
399καρποῦνται οἱ διάφοροι τυπογράφοι, ἀνέτως τυποκλοποῦν-
400τες. Ἐὰν λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ προστατεύσωμεν τὰ
401δικαιώματα τούτων, συνθηκολογοῦντες μετὰ τῆς Τουρκίας,
402βεβαίως ὅμως ἔχομεν καθῆκον, ἀφορῶντες εἰς τὴν μεγάλην
403ζημίαν, ἡ ὁποία βεβαίως γίνεται, ὅταν ἀφήσωμεν ὅλως ἀνυ-
404περάσπιστον τὴν πνευματικὴν ἰδιοκτησίαν, ὀφείλομεν νὰ
405μεριμνήσωμεν, ὅπως τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν τυποκλοπίαν,
406τὴν γινομένην ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς χώρας. Ἐπειδὴ ἡ
407διάταξις τοῦ ἄρθρου, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσα, ἥκιστα ἀπο-
408δείκνυται ἱκανὴ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ μέγα αὐτὸ δικαίωμα
409τῶν συγγραφέων, καὶ κάκιστα ἐφαρμόζεται, διὰ τοῦτο ἐνό-
410μισα, ὅτι εἶχον καθῆκον, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ
411ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἀξιοτίμου
412Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ παρακαλέσω αὐτοὺς
413νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν σπουδαίαν τὸ ζήτημα, διότι ἀφορᾷ
414εἰς τὴν πνευματικὴν κίνησιν καὶ τὴν πνευματικὴν πρόο-
415δον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι. Ἐὰν οἱ συγγραφεῖς ἀφίνωνται
416ἀνυπεράσπιστοι εἰς χεῖρας τῶν ἁρπάγων τούτων, καὶ δὲν
417καρπῶνται τοὺς γλίσχρους καρποὺς τῶν κόπων αὐτῶν, βε-
418βαίως δὲν θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἐπιδίδωνται εἰς συγγραφάς.
419Βεβαίως εἴμεθα κατὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου, καὶ δὲν δυνά-
420μεθα νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἐν τῇ παρούσῃ
421Συνόδῳ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω,
422ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θέλουσι φιλοτιμηθῆ νὰ ὑποβάλω-
423σιν εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, διὰ
424τοῦ ὁποίου νὰ καταδιώκωνται καὶ νὰ τιμωρῶνται αὐστη-
425ρότερον οἱ τυποκλόποι, καὶ ἐμποδισθῇ ἡ ἐνάσκησις τῆς ἐγ-
426κληματικῆς ταύτης πράξεως, ὡς ἐπαγγέλματος.
427§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
428Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τακτοποιήσεως ἐν-
429ταλμάτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
430(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’
431ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
432§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
433κυρώσεως συμπληρωματικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Λιμενι-
434κῆς Ἐπιτροπῆς Πατρῶν καὶ τοῦ ἐργολάβου Π. Μανιάκ.
435§29ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον χθές, ὅτι, ἐὰν ἡ σύμβα-
436σις, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν ἔχῃ ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τῆς
437Βουλῆς, τότε δὲν πρέπει νὰ ζητῆται ἡ κύρωσις αὕτη· ἐὰν
438δὲ ἦναι ἀνάγκη τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, μόνον καθ’ ὅσον
439ἀφορᾷ εἰς τὴν παροχὴν τῶν λιμενικῶν δικαιωμάτων ὡς ἐγ-
440γύησιν εἰς τὸν ἐργολάβον, τότε νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τὴν
441ἔννοιαν ταύτην τὸ νομοσχέδιον.
442§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὸ
443ἔτος 1879 συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς
444Πατρῶν καὶ τοῦ κ. Μανιὰκ σύμβασις ἐξ ἄρθρων 53, ἡ ὁποία
445ὑπεβλήθη εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, καίτοι κατὰ τὸ
446πλεῖστον, κατὰ τὰ 9)10, τὸ περιεχόμενον αὐτῆς δὲν ὑπέ-
447κειτο εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, καθόσον, κατὰ τὰ κρα-
448τοῦντα, ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἦτο ἁρμοδία νὰ κυρώσῃ
449αὐτήν, ἐν τούτοις ὑπεβλήθη εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς διὰ
450τὸ ὅλον, καὶ ἔχομεν τὸν Νόμον ΨΦΘʹ τοῦ 1880, φέροντα
451τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, διὰ τοῦ
452ὁποίου ὁλόκληρος ἡ σύμβασις κυροῦται. Ταύτης τῆς συμ-
453βάσεως τροποποίησιν ἀποτελεῖ ἡ σήμερον ἐξεταζομένη, ἥτις
454ἀπεφασίσθη νὰ ὑποβληθῇ, ὡς ἐγένετο, εἰς τὴν κύρωσιν τῆς
455Βουλῆς, ὅπως μὴ μεταβληθῇ ἡ πορεία, ἡ τότε τηρηθεῖσα.
456Ἐνομίσθη, ὅτι σύμβασιν, δι’ ἧς τροποποιεῖται ἄλλη, κυ-
457ρωθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ὀρθὸν, δὲν εἶναι εὐλαβὲς
458νὰ κυρώσῃ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, μὴ ὑποβάλλουσα
459ταύτην εἰς τὴν Νομοθετικήν. Ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὰ τῆς
460ὑπεγγυότητος καὶ τοῦ δανείου, ἐπειδὴ ἠναγκάσθησαν τότε,
461καίτοι ὑπῆρχεν ἐξουσία καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, νὰ λάβωσι τὴν
462ἔγκρισιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας διὰ τὸν ὅρον τῆς διαρ-
463κείας καὶ τοῦ ἀμειώτου τῆς φορολογίας, τὸν περιεχόμενον
464ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ, τὸν καὶ τροποποιούμενον ὑπὸ τῆς
465νέας συμφωνίας, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἰδίως ὡς πρὸς τοῦτο ὠφεί-
466λομεν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Νομοθετικῆς
467Ἐξουσίας. Νομίζομεν δὲ ὀρθόν, νὰ μὴ μεταβληθῇ τὸ περιε-
468χόμενον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διετυπώθη γενικὸν, διότι ἐμμέ-
469νομεν εἰς τὰ ἤδη πρότερον γενόμενα, νομίζοντες, ὅτι εἴμεθα
470εὐλαβέστεροι πρὸς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ἐὰν πράξω-
471μεν σήμερον ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης ὅ,τι ἐπράχθη τὸ
472πρῶτον ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου.
473§31ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι εἶπον πρὸ ὀλίγου δὲν
474εἶναι γνώμη ἐμή, ἀλλὰ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
475Ἐσωτερικῶν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται τοὺς λό-
476γους αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ παρατηρήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι
477ὑποβάλλεται ἡ σύμβασις εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, μόνον
478καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐγγυοδοσίαν, ἐνομίσαμεν, ὅτι μόνον
479ὡς πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις. Ἤδη νο-
480μίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ἀλλοίαν γνώμην, δικαιολογου-
481μένην, καθ’ ἃ εἶπεν, ἐκ τοῦ παρελθόντος. Δὲν θ’ ἀμφισβη-
482τήσω τὴν ὀρθότητα καὶ τῆς γνώμης ταύτης τοῦ κ. Ὑπουρ-
483γοῦ, ἐὰν ὄντως ἐπιμένῃ εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν
484τὴν ἔγκρισιν ὁλοκλήρου τῆς συμβάσεως καθ’ ἅπαντα αὐτῆς
485τὰ μέρη, ἀλλὰ τότε νομίζω, ὅτι ὀφείλει νὰ παρασχεθῇ ὁ
486ἀνάλογος χρόνος πρὸς συζήτησιν, διότι πρόκειται περὶ σπου-
487δαιοτάτου θέματος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐμπλέκονται συμφέροντα
488τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Πατρῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν,
489καὶ περὶ ἐπεισοδίων, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἴδωσι τὸ φῶς.
490Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀσύμφορον ν’ ἀναβληθῇ ἡ
491συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ ἔκτακτον Σύνοδον, τὴν ἐπηγ-
492γελμένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν
493θὰ ἦναι ἐπιζημία ἡ ἀναβολὴ αὕτη, καθ’ ὅσον ἡ σύμβασις
494ἐνεκρίθη καὶ ἤδη ἤρχισαν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς νὰ ἐκτελῶν-
495ται τὰ ἔργα τοῦ λιμένος Πατρῶν.
496§32ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς διατάξεις τῆς συμ-
497βάσεως, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν,
498εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέσχεν ἤδη τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς,
499καίτοι ἐπεφυλάχθη νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἑπομένως πᾶ-
500σα συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τότε μόνον θὰ ἔχῃ ἀξίαν,
501ἐὰν ὑποβληθῇ πρὸς ἐξάσκησιν ἐλέγχου διὰ τὴν πρᾶξιν ταύ-
502την τῆς Κυβερνήσεως. Καθόσον δὲ αἱ ἀντιῤῥήσεις φέρονται
503ἐπὶ τῶν ἄρθρων 20 καὶ 21 τῆς συμβάσεως, δηλ. τῶν σχε-
504τιζομένων πρὸς τὴν ὑπεγγυότητα τῶν εἰσοδημάτων, παρα-
505τηρῶ, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τούτων περιορίζονται μὲν τὰ
506δικαιώματα τοῦ ἐργολάβου, ἐκτείνονται δὲ τὰ δικαιώματα
507τῆς Ἐπιτροπῆς, ἑπομένως ἡ μὴ ψήφισις τῶν διατάξεων
508τούτων φέρει βλάβην εἰς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον καὶ εἰς τὴν
509ὑπὸ ἐλαφροτέρους ὅρους πρόοδον τοῦ ἔργου.
510§33ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ ὅσον οἷόν τε τά-
511χιστα ἡ προκειμένη σύμβασις, διότι ἀποβλέπει εἰς ἔργον, τὸ
512ὁποῖον ἐπὶ τρία ἔτη ἀνεβλήθη καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτέλεσις
513ἐπείγει σήμερον. Ὅλοι γνωρίζομεν, πόσον σπουδαία εἶναι ἡ
514ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τοῦ λιμένος Πατρῶν, πολὺ περισσό-
515τερον ἀφοῦ δι’ αὐτὴν ἐδαπανήθησαν 3,000,000 δραχμῶν.
516Πᾶσα ἀναβολὴ θέλει καταστρέψει τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον μέ-
517χρι τοῦδε ἐγένετο. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος, πιστεύω, ὅτι ὡς
518πρὸς τοῦτο δὲν διαφωνεῖ, ἴσως ἡ ἰδέα ἡ τυπικὴ τῆς ψηφί-
519σεως τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ μέρους ταύτης,
520ἢ λεπτομερειῶν τινων, νὰ τὸν παρακινῇ εἰς τὸ νὰ θεωρῇ
521ἀναγκαῖον, ὅπως ἐπιμένῃ νὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις, καὶ εἰς
522τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελον ἀντείπει, ἐὰν ἤθελον προΐδει, ὅτι τοῦτο
523δὲν θὰ φέρῃ ὡς συνέπειαν τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τῆς συμβά-
524σεως ταύτης. Σήμερον, ὡς ἡ σύμβασις ὑπεβλήθη εἰς τὴν
525Βουλὴν, ἐγένοντο ἀντιπαρατηρήσεις καὶ ἐξηγήθησαν δισταγ-
526μοί, μετὰ τὴν ἐξήγησιν ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κύριος
527Ὑπουργὸς, ὅτι θεωρεῖται ἀναγκαῖον, νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς
528Βουλῆς ἡ σύμβασις, συνεπείᾳ προηγουμένου, τὸ ὁποῖον ὑπάρ-
529χει, ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἀναβολὴ θὰ καταστήσῃ δυσχερεστέραν
530τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτρο-
531πῆς καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἐργολάβου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν
532καὶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ προβῇ εἰς
533τὴν ψήφισιν, καθότι πρακτικὸν ἀποτέλεσμα δὲν θὰ ἔχῃ ἡ
534ἀναβολή, ἀφοῦ τὸ ἔργον πρέπῃ νὰ ἐκτελεσθῇ.
535§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ.
536Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καθὼς καὶ ὁ προαγορεύσας ἔν-
537τιμος συνάδελφος, νὰ μὴ θεωρήσω πολὺ σπουδαῖα τὰ ὑπ’
538αὐτοῦ λεχθέντα. Ἐῤῥήθη προχθές, ἐπανελήφθη δὲ καὶ χθὲς
539ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ σύμβασις
540μεταξὺ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Μανιὰκ δὲν ἔχει
541ἀνάγκην νομοθετικῆς ἐγκρίσεως, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νομο-
542θετικῆς ἐγκρίσεως οὐδὲ κατὰ τὸ μέρος, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν
543ὑπεγγυότητα τῶν λιμενικῶν δικαιωμάτων. Ἐὰν τοῦτο ἦναι,
544καὶ εἶναι βεβαίως, ὀρθὸν, τότε ἐρωτῶ: ποίαν σπουδαιότητα
545παρουσιάζει πλέον ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν
546Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ρικάκη πρὸς νομοθετι-
547κὴν κύρωσιν, ματαίαν καὶ ἄσκοπον; Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
548τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, μόνον ἐὰν θέλωμεν νὰ συζητήσωμεν
549ὑπὸ τὸν τύπον ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, ἐννοεῖ νὰ δεχθῇ
550τοιαύτην, καὶ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.
551§35ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπον
552τοιοῦτόν τι.
553§36ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπετε προχθές.
554§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.
555§38ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ κυρώσεως
556συμβάσεως, ἡ ὁποία ὑπὸ τὸ πρόσχημα συμβιβασμοῦ ἐκθέτει
557εἰς μεγάλας θυσίας τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον, διότι, ἐνῷ ἀρχι-
558κῶς ἐξεχωρήθη τὸ ἔργον ἀντὶ 4,900,000, ἤδη διὰ τῆς νέας
559ταύτης συμβάσεως ἀνέρχεται τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς 8,500,000.
560Οἱ λόγοι, δι’ οὓς τὸ ποσὸν σχεδὸν ἐδιπλασιάσθη, ἀναφέρον-
561ται εἰς λεπτομερείας, αἵτινες θὰ ἐξετασθῶσιν, ἐὰν καὶ ὁπό-
562τε ἀσκηθῇ ἔλεγχος ἐπὶ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως,
563ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ κυρώσῃ διὰ τῆς ψή-
564φου της τὴν προκειμένην σύμβασιν ἄνευ ἀνάγκης, διότι τοῦ-
565το οὐδένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν, ἢ νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην τῆς
566Κυβερνήσεως.
567Ἡ σύμβασις ἐνεκρίθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, τὰ ἔργα προ-
568βαίνουσιν, ἡ ὑπεγγυότης ὑπάρχει κατὰ τὴν πρώτην σύμ-
569βασιν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ μέρος τοῦτο μένει ἐν πληρεστάτῃ
570ἰσχύϊ, ὥστε ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς δὲν χρειάζεται. Προέ-
571βησαν καὶ περαιτέρω ἀκόμη. Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
572τερικῶν, δὲν γνωρίζω, ἂν παίζων ἢ σπουδάζων, ἔλεγεν, ὅτι,
573ἐὰν προβληθῶσι προσκόμματα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμ-
574βάσεως ταύτης, θὰ ἐκτιμηθῶσι πολὺ αὐστηρῶς ἐν Πάτραις.
575Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἰδικῆς
576του θέσεως καὶ δημοτικότητος, νὰ μὴ ἐνδιαφέρηται δὲ δι’
577ἡμᾶς, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας.
578Ἐγὼ δηλῶ, ὅτι, ἂν ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις ζητοῦσα τὴν
579ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, θὰ προκαλέσω μακρὰν καὶ λεπτομερῆ
580συζήτησιν, διότι δὲν πρόκειται περὶ μικρῶν πραγμάτων.
581§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ἐπι-
582μένωσιν οἱ Κύριοι, βεβαίως δὲν θ’ ἀποσύρωμεν τὸ νομοσχέ-
583διον, ἀλλὰ θ’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, καὶ διὰ
584τοῦτο ὅσα λέγω τώρα εἶναι καὶ τὰ τελευταῖα λεγόμενα.
585Τοῦτο παρατηρῶ καὶ πάλιν, καὶ παρατηρῶ αὐτὸ εἰδικώτε-
586ρον, ὅτι, ἐνῷ ἐν ἔτει 1880 ὑπεβλήθη εἰς τὴν κύρωσιν τῆς
587Βουλῆς ἡ σύμβασις ὁλόκληρος, δὲν ὑπεβλήθη διότι ἐνομί-
588σθη, ὅτι τὸ σύνολον εἶχεν ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τῆς Βου-
589λῆς, ἀλλὰ διότι τὰ περὶ δανείου δι’ αὐτῆς συνομολογούμενα
590περιεῖχόν τινας προσθήκας εἰς τὸν νόμον περὶ ταμείων λιμε-
591νικῶν, καθόσον ἀνεφέροντο εἰς τὴν μείωσιν τῆς φορολογίας,
592ἣν ἀπηγόρευον. Διὰ τῆς συμερινῆς συμβάσεως, τροποποιου-
593μένων τῶν πραγμάτων ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ τόπου καὶ τῆς Λι-
594μενικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ἀμείωτον γίνεται μειωτὸν, καὶ ἐπι-
595τρέπεται μὲν ἡ μείωσις, ἐπιτρέπονται δὲ καὶ ἄλλα, μὴ
596ἐπιτρεπόμενα ὑπὸ τῆς ἑτέρας συμβάσεως. Καὶ διὰ τοῦτο
597ἐνομίσαμεν, ὅτι, προκειμένης τοιαύτης τροποποιήσεως, ὑπῆρ-
598χεν ἀνάγκη πάλιν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἀποφανθῇ.
599Ταῦτα ὑποβάλλομεν ὑμῖν ὡς χρήσιμα, ὅπως κρίνητε τὴν
600πορείαν τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν δὲ νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ
601ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ τροποποίησις αὕτη τῆς ἀρχι-
602κῆς συμβάσεως, τῆς ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς
603γενομένης, εἶσθε κύριοι, νὰ δηλώσητε τοῦτο.
604§40ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκω πολὺ ὀρθὴν τὴν
605τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσω-
606τερικῶν, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι τότε πρέπει νὰ διατυπώσῃ τὸ
607νομοσχέδιον, καθ’ ἣν δίδει περιωρισμένην ἔννοιαν εἰς τὴν
608ψῆφον τῆς Βουλῆς.
609§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας θεωρεῖ, ὅτι
610τὸ μέρος τῆς συμβάσεως, τὸ μὴ ἀποβλέπον εἰς τὴν ἐγγύη-
611σιν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ λιμένος, θεωρεῖται ὡς διοικητι-
612κῶς κεκυρωμένον, ἡ ἀναβολὴ οὐδὲν ἄλλο θὰ ἔχῃ ἀποτέλε-
613σμα, ἢ νὰ ἀφήσῃ ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, πρὸς ζημίαν τοῦ ἔρ-
614γου· δὲν βλέπω δὲ, κατὰ τί θὰ ὠφελήσῃ ἡ ἀναβολή. Ἐρωτῶ
615λοιπὸν τώρα, θέλετε νὰ συζητήσωμεν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰ
616πρακτικὰ ἀποτελέσματα, ἢ μόνον θεωρητικῶς; Θεωρητι-
617κῶς, νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ, ἢ νὰ
618περιπλέξῃ τὸ ζήτημα καὶ βλάψῃ τὸ ἔργον, καθότι δὲν δύ-
619ναται τὸ ἔργον νὰ ἐξακολουθήσῃ μετὰ τοῦ ζήλου ἐκείνου
620ἑκατέρωθεν τῶν συναλλαξαμένων μερῶν, ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθε
621τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἔλαβον χώ-
622ραν συζητήσεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα
623ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
624§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋ-
625πολογισμοῦ. Ὁ κ. Ἰωάννης Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
626§43Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπο-
627λογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὡς κάλλιστα γινώσκετε, Κύριοι, δὲν
628περιορίζεται μόνον ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ
629τούτου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ, ὃν ὑπέβαλεν
630ἤδη εἰς τὸν ἔλεγχον ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐφ’ οὗ ζητεῖ
631τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ συγχρόνως μετ’ αὐτοῦ συνε-
632ξετάζεται καὶ πᾶσα ἡ πολιτικὴ αὐτῆς, ἥ τε οἰκονομικὴ, ὡς
633καὶ ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ, ἰδίως δὲ ἡ διοίκησίς της.
634Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ κύριον θέμα καὶ τὸ κύριον ἔργον τῶν
635ἀσχολιῶν τῆς Συνόδου, ἀπὸ τῆς στιγμῆς δὲ τῆς ἐνάρξεως
636τῆς συζητήσεως αὐτοῦ παύει ὑφιστάμενος πᾶς δεσμὸς με-
637ταξὺ ἀτόμων καὶ κομμάτων, μεταξὺ Βουλευτῶν καὶ ἀρχη-
638γῶν, εἴτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, εἴτε ἐν τῇ Κυβερνήσει τυγ-
639χάνουσιν οὗτοι, οἱ δὲ Βουλευταὶ, ἐλεύθεροι οὕτω, καλοῦν-
640ται ν’ ἀποφανθῶσιν, ἐὰν κρίνωσιν ἀξίαν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα
641περιβάλωσιν αὐτὴν διὰ νέας ἐμπιστοσύνης.
642Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὡς καὶ κατά τινα τῶν
643προηγουμένων συνεδριάσεων μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εἴπω, ἐπι-
644τηδείως περιώρισε τὴν ἐπὶ τῆς πορείας, τῆς ἱκανότητος καὶ
645τῆς εὐσυνειδησίας αὐτῆς ἐτυμηγορίαν τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς
646οἰκονομικῆς αὐτῆς πολιτικῆς, τὴν δὲ διοίκησιν ὑπεβίβασεν
647εἰς ζήτημα δευτερεῦον, ἐνῷ ἡ διοίκησις Κράτους τινὸς χρη-
648σιμεύει ὡς ἡ εἰκὼν τῆς εὐνομίας καὶ τῆς προόδου αὐτοῦ.
649Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐνῷ ἄλλοτε ἀνετρέποντο Κυβερνή-
650σεις, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι σύνταξις γυναικὸς τεσσαρακοντά-
651δραχμος ἀπενεμήθη ἄνευ αὐστηροῦ ἐλέγχου τῶν δικαιολο-
652γητικῶν ἐγγράφων, μειδιᾷ σήμερον ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ
653ὑποστηρίζοντες αὐτὴν, ὅταν ἀναγκάζωνται νὰ ἀκούωσιν,
654ὅτι παρὰ τὰς ῥητὰς διατάξεις τῶν νόμων ἀπενεμήθη βαθ-
655μὸς εἰς συμπολίτην καὶ στενῶς μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
656συνδεόμενον Ἀντιμοίραρχον, ἢ θεωρεῖ ἀνάξιον προσοχῆς,
657ὅταν αὕτη συλλαμβάνηται διορίζουσα εἰς δημοσίας θέσεις
658ἀνθρώπους, ἐπανειλημμένως ὑπὸ τοῦ Κακουργοδικείου κατα-
659δικασθέντας ἐπὶ νοσφίσει δημοσίων χρημάτων! Σήμερον κα-
660τωρθώθη, ὥστε τὰ πάντα νὰ θυσιάζωνται χάριν τῆς δῆθεν
661ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν, ὡς νὰ μὴ ἦτο δυνατὸν σὺν
662τῇ προσπαθείᾳ πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κρά-
663τους, νὰ δίδηται ἡ δέουσα προσοχὴ καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς
664διοικήσεως.
665Εἴπερ ποτὲ ὅθεν ἔχομεν καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆ-
666κον νὰ ἐρευνήσωμεν, κατὰ πόσον αἱ περὶ οἰκονομικῆς εὐη-
667μερίας τοῦ Κράτους ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰσιν
668ἀληθεῖς, κατὰ πόσον δὲ τὰ μετὰ στόμφου παρ’ αὐτοῦ ἀναγ-
669γελθέντα ἰσοζύγια εἰσὶν ἀκριβῆ, ἐὰν δὲ τὰ χείλη τοῦ κ.
670Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἐκεῖνα τοῦ ἱερέως, οὐ ψεύδεται, νὰ παρη-
671γορηθῶμεν τουλάχιστον, ὅτι, ἀφοῦ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κρά-
672τους διωρθώθησαν, θέλει ἀπομείνει ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος,
673ὅπως δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ καὶ πρὸς βελτίωσιν τοῦ ἑτέρου
674σπουδαιοτάτου κλάδου τοῦ πολιτειακοῦ ὀργανισμοῦ, τῆς
675διοικήσεως. Ἀλλ’ ἵνα ἐρευνηθῶσι καὶ ἐξελεγχθῶσιν αἱ δια-
676βεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ μελετηθῶσιν ἐπι-
677σταμένως καὶ λεπτομερῶς οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ παρελθόντος,
678ἵνα ἐκ τῶν βεβαίων ἀποτελεσμάτων ἐκείνων ὑπολογισθῶσι
679καὶ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα τοῦ μέλλοντος. Καὶ
680οὐδεὶς, Κύριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι αἱ ὑπὸ
681τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφοι
682πληροφορίαι περὶ τῶν δοσοληψιῶν τοῦ δημοσίου ταμείου
683εἰσὶν ἀκριβεῖς, καταληπταὶ δὲ εἰς πάντας καὶ οὐχὶ μόνον εἰς
684τοὺς περὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ τὰ λογιστικὰ καταγινομένους.
685Καὶ ἵνα ἀνεύρωμεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος, τοῦ
686οἰκονομικοῦ δηλαδὴ ἔτους 1887, ἀναπόφευκτον καθίσταται
687νὰ μελετήσωμεν τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως
688ἐκείνης. Ἀλλ’ ἐγκύπτοντες εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ, τί βλέ-
689πομεν; Βλέπομεν παρ’ ἐλπίδα, ὅτι τὰ χείλη τοῦ ἱερέως
690καταφωρῶνται ἀσυστόλως ψευσθέντα, ὅτι οἱ λογαριασμοὶ
691αὐτοῦ εἶναι ἀνειλικρινεῖς καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπους,
692δυσεξέλεγκτοι δὲ οὐ μόνον διὰ τοὺς πολλοὺς, ἀλλὰ καὶ δι’
693αὐτοὺς ἔτι τοὺς εἰδικῶς περὶ τὰ τοιαῦτα καταγινομένους.
694Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δι’ ἐπιτηδείου
695κινήσεως, par un coup de Jarnac, μετετόπισε τὸ ἔδα-
696φος τοῦ ἀγῶνος, ἔστρεψε δὲ τὴν προσοχὴν πάντων ἐπὶ μόνον
697τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων, προαναγγείλας δὲ ἀπὸ τοῦ πα-
698ρελθόντος, ὅτι θὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον καὶ βλέπων τὸ ἀδύνα-
699τον τῆς πραγματικῆς ἐπιτεύξεως αὐτοῦ, ἀνειλικρινεστάτους
700ὑπέβαλε τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοῦ, ἵνα οὕτω κατορθώσῃ,
701πωλῶν τὰ ὑλικὰ τοῦ πολέμου, ἀναγράφων ὡς ἔσοδα τῆς
702χρήσεως τὰ ἔσοδα ἄλλων χρήσεων, ἐλαφρύνων δὲ τὴν χαϊ-
703δευμένην χρῆσίν του εἰς βάρος ἑτέρων χρήσεων, μὴ ἀποδίδων
704εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ τοὺς δήμους ὀγκώδη ποσὰ
705ὀφειλόμενα αὐτοῖς, ἀναγράφων ὡς τακτικὸν ἔσοδον τοῦ
706Κράτους τὴν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 προκύψασαν
707νομισματικὴν διαφορὰν, δανειζόμενος δ’ ἀφθόνως, εἰς βάρος
708τῶν διαδόχων αὐτοῦ, νὰ παραστήσῃ, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι του
709ὑπῆρξαν ἀληθεῖς, ὅτι οἱ ὑπολογισμοί του ἀπεδείχθησαν
710ἀκριβεῖς, καὶ ὅτι εἰς τὸ μέλλον πλήρης πρέπει νὰ δίδηται
711πίστις εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ καὶ τὰς ἐπαγγελίας.
712Οἱ πιστεύσαντες, Κύριοι, εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ 1887 δύ-
713νανται νὰ πιστεύσωσι καὶ εἰς ἐκεῖνο τοῦ 1888, καὶ εἰς τὸ
714περίσσευμα τοῦ 1889. Οἱ τοιοῦτοι δὲν ἐνδιαφέρονται νὰ προ-
715σέχωσιν εἰς τὴν δύναμιν τῶν ἀριθμῶν, ἀλλ’ εἰς τὰ χείλη
716τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὰς ἐπαγγελίας αὐτοῦ. Ἐκεῖνοι
717ὅμως, οἵτινες οὐδεμίαν ἔχουσι πλέον ὄρεξιν νὰ εἰδωλολα-
718τρῶσι, καὶ οἵτινες μετ’ ἀπαθείας ἀναγινώσκουσι τοὺς λα-
719λοῦντας ἀριθμοὺς, ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ
720μεμφθῶσι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τὴν ἀνειλικρίνειαν αὐ-
721τοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων, καὶ νὰ τῷ εἴπωσιν, ὅτι
722ἀντὶ νὰ θέλῃ διὰ παντὸς τρόπου νὰ παραστήσῃ τὸ ἰσοζύ-
723γιον ὡς γεγονὸς τετελεσμένον, ἤθελε πράξει πολὺ κάλλιον,
724ἂν μετὰ παῤῥησίας καὶ εἰλικρινείας ἔλεγεν, ὅτι οἱ ἐπιβλη-
725θέντες παρ’ αὐτοῦ φόροι, κακῶς ὑπολογισθέντες, δὲν ἐπήρκε-
726σαν εἰς τὴν πλήρη κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, καὶ ὅτι συνε-
727πῶς ἡ χρῆσις τοῦ 1887 κατέλιπεν ἔλλειμμα ἐκ 10,000,
728000 περίπου, τὸ ὁποῖον ὅμως διὰ δανείων καὶ ἄλλων ἐκ-
729τάκτων πόρων κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκαλύφθη, ὅτι ἐλπίζει εἰς
730αἰσιώτερον μέλλον καὶ βραδύτερον ἴσως εἰς πραγματικὸν καὶ
731οὐχὶ ἐκβεβιασμένον ἰσοζύγιον. Πέποιθα δὲ, ὅτι οἱ τοιοῦτοι
732σαφεῖς καὶ εἰλικρινεῖς λόγοι ἤθελον τύχει τῆς δεούσης ἐκ-
733τιμήσεως καὶ παρ’ αὐτοῖς ἔτι τοῖς ἀντιπάλοις του, σήμερον
734δ’ ἴσως ἡ συζήτησις θὰ περιεστρέφετο ἐπὶ ἄλλων ἀντικει-
735μένων, ἐπίσης σοβαρῶν καὶ ἀξίων μερίμνης. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρω-
736θυπουργὸς, ὡς προεῖπον, θελήσας νὰ παραστήσῃ τὴν πλήρη
737ἐπιτυχίαν τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ συστήματος καὶ τῶν οἰκο-
738νομικῶν αὐτοῦ συνδυασμῶν, νὰ κερδήσῃ δ’ οὕτω τὴν ἐμπι-
739στοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ, ὅπως ἐφ’ ἱκανὸν ἔτι
740χρόνον κρατήσῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν, κατώρθωσε
741μόνον νὰ ὑποβιβάσῃ τὸ πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα εἰς ἐκεῖνο
742τοῦ στρεψοδίκου συνηγόρου, τοῦ ἀγωνιζομένου νὰ κερδήσῃ
743χαμένην ὑπόθεσιν, ἐξηνάγκασε καὶ τοὺς μετριοπαθεστέρους
744ἐκ τῶν ἀντιπάλων του νὰ ἐλέγχωσι καθ’ ἑκάστην τὴν ἀνα-
745κρίβειαν τῶν λογαριασμῶν του, ἔδωκε δὲ τὸ δικαίωμα, οὐ
746μόνον εἰς τοὺς ἀμερολήπτους, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλοὺς ἐκ τῶν
747φίλων του, καίπερ ψηφίζοντας μετ’ αὐτοῦ ἕνεκα ἄλλων λό-
748γων, οὐδεμίαν νὰ δίδωσι πίστιν εἰς τὰς περὶ τῶν ἀποτελε-
749σμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 ἐλπίδας του.
750Καὶ πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ γένηται πιστευτὸς ὁ κ.
751Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋ-
752πολογισμοῦ τοῦ ἔτους τούτου προσδοκίας του, ὁπόταν ἐφ’
753ἑνὸς καὶ μόνου κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889,
754τοῦ κεφαλαίου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, προϋπολογίζῃ μὲν ὡς
755ἔσοδον τὸ ποσὸν τῶν 5,700,000 δραχμῶν, ἀναγράφῃ δὲ
756ὡς ἔξοδον ἀποδοτέον, λόγῳ εἰσπράξεως, τὸ ποσὸν τῶν 4,000,
757000 μόνον, ἤτοι ἀναγράφει ὡς ἔξοδον ὀλιγώτερον τοῦ
758ὀφειλομένου ποσοῦ κατὰ 1,700,000 δραχμῶν, συλαμβάνη-
759ται δ’ οὕτως ἐπ’ αὐτοφώρῳ, αὐξομειῶν τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα
760τοῦ Κράτους, κατ’ αὐθαίρετον βούλησιν, ἀντιστρατευομέ-
761νην καὶ εἰς τοὺς νόμους καὶ εἰς τὴν λογικήν; Ὁπόταν ὡσαύ-
762τως ἐπὶ ἑτέρου κεφαλαίου, τοῦ τῶν δήμων, προϋπολο-
763γίζῃ μὲν ὡς ἔσοδον τὸ ποσὸν τῶν 720,000 δραχμῶν, ἀνα-
764γράφῃ δὲ ὡς ἔξοδον τὸ ποσὸν τῶν 500,000, ἤτοι κατὰ
765τὴν στιγμὴν τῆς ἀποδόσεως ἐλαττοῖ τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ
766220,000 δραχμῶν ἄνευ οὐδενὸς νομίμου λόγου; Καὶ ἰδοὺ
767ἐκ τοῦ προχείρου καταῤῥέον καὶ τὸ ἰσοζύγιον καὶ τὸ περίσ-
768σευμα τοῦ 1889. Ὅταν δὲ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν
769λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ καταδείξω ὑμῖν, ὅτι
770ἐπὶ πλείστων κεφαλαίων αὐτοῦ οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς Κυβερ-
771νήσεως εἰσιν ἐκ προθέσεως σφαλεροί, πρὸς ἀδικαιολόγητον
772μὲν ἐξόγκωσιν τῶν ἐσόδων, περιορισμὸν δὲ τῶν ἐξόδων, ἐπὶ
773τῷ γνωστῷ σκοπῷ τῆς ἐν τῷ χάρτῃ ἀναγραφῆς τοῦ ἰσοζυ-
774γίου καὶ τῶν περισσευμάτων.
775Τὰ ἔσοδα, Κύριοι, τοῦ 1889 προϋπολογίζονται εἰς τὸ
776ποσὸν τῶν 96,460,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
777ὡς βάσιν τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων μετεχειρίσθη τὸ σφα-
778λερὸν σύστημα, τοῦ νὰ ὑπολογίζῃ αὐτὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
779ἀποτελεσμάτων τῶν μέσων ὅρων τῶν βεβαιώσεων καὶ οὐχὶ
780τῶν εἰσπράξεων τῆς τελευταίας τριετίας ἢ τετραετίας, τὸ
781σύστημα δὲ τοῦτο δίδει ἀφορμήν, ὥστε νὰ ἐξογκῶνται τὰ
782ἔσοδα, παρίσταται δ’ οὕτως εἰκονικὸς ὁ Προϋπολογισμὸς,
783πρὸς δικαιολόγησιν τῆς αὐξήσεως καὶ τῶν ἐξόδων, φαινομε-
784νικῶς οὕτως ἐξισουμένων πρὸς τὰ ἔσοδα. Καὶ δὲν ἀρνεῖται
785μὲν ἡ Κυβέρνησις τὴν διαφορὰν μεταξὺ βεβαιώσεως καὶ εἰσ-
786πράξεως, καὶ ἀνομολογεῖ, ὅτι μεταξὺ τῶν προϋπολογιζομέ-
787νων καὶ εἰσπραχθησομένων θὰ παρουσιασθῇ πάντοτε ἐν τῷ
788συνόλῳ τῶν ἐσόδων διαφορὰ 8 ἢ καὶ 9%, δικαιολογεῖ-
789ται ὅμως, ὅτι εὗρε μὲν τὸ σύστημα τοῦτο ἀπὸ μακροῦ χρό-
790νου ἐφαρμοζόμενον, ἀλλ’ ὅτι ἐφαρμόζει ἐπίσης καὶ τὸ σύστη-
791μα τῆς ἀναγραφῆς καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων
792τῶν ἀνωτάτων ὅρων τῶν δαπανῶν, καὶ ὅτι συνεπῶς κατὰ
793τὰ ἀποτελέσματα ἡ διαφορὰ τῶν 8 ἢ καὶ 9% μεταξὺ τῶν
794προϋπολογιζομένων καὶ εἰσπραττομένων καλύπτεται διὰ τῆς
795μὴ διαθέσεως ὁλοκλήρων τῶν πιστώσεων τῶν ἐξόδων. Καὶ
796ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα, ἂν περὶ τῶν ἐξόδων τηρῆται
797ἡ αὐτὴ μέθοδος, περὶ τούτου θὰ λαλήσω, ὅταν ἔλθω εἰς τὸ
798κεφάλαιον τῶν ἐξόδων, καὶ θὰ ἀποδείξω, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει
799πάντοτε οὕτως· ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι πράγματι γίνε-
800ται τοῦτο ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ὅτι δηλ. δὲν διατίθενται πᾶσαι
801αἱ πιστώσεις, αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν
802ἐξόδων, εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν σύστημα, διὰ τοῦ
803ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς, τί θέλομεν εἰσ-
804πράξει καὶ τί θέλομεν ἐπίσης δαπανήσει, ἀλλὰ πρέπει νὰ
805ὑπολογίζωμεν ποσὰ ἀνώτερα κατὰ 8 ἢ 9%, ν’ ἀφίνωμεν δὲ
806τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ μάλιστα εἶναι βέ-
807βαιον, ὅτι δὲν θέλει εἰσπράξει τὰ προϋπολογιζόμενα, νὰ δα-
808πανᾷ πλέον αὐτῶν; Ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς πρέπει νὰ
809τηρῆται μεγίστη ἀκρίβεια εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν τε ἐσό-
810δων καὶ ἐξόδων. Καὶ ἂν τάχα, Κύριοι, ἀναγράψωμεν μὲν ἐν
811τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ποσὰ, δικαιολογούμενα ἐκ
812τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος, εἰσ-
813πραχθῶσι δὲ ἀνώτερα αὐτῶν, κατὰ τί ἔχει νὰ ζημιωθῇ τὸ
814Κράτος; Μήπως τὰ ἐπὶ πλέον βεβαιούμενα ποσὰ ταῦτα δὲν
815θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ἡ βεβαίωσις χρη-
816σιμεύει πρὸς χρέωσιν τῶν ὀφειλετῶν, δὲν ἕπεται δὲ, ὅτι, ἂν
817βεβαιωθῶσιν ἀνώτερα ποσὰ τῶν προϋπολογισθέντων, ὅτι τὰ
818ποσὰ ταῦτα θέλουσιν ἀπολεσθῆ. Καὶ διὰ τοῦτο κατ’ ἔτος
819ἀναγράφεται ἔσοδον ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων. Πρέπει ἑπο-
820μένως νὰ τηρῶνται ὡς βάσις ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων τὰ ἀπο-
821τελέσματα τῆς εἰσπράξεως καὶ οὐχὶ τῆς βεβαιώσεως, περὶ
822τούτου δὲ συμφωνοῦσι πάντες οἱ περὶ τῶν οἰκονομικῶν γρά-
823ψαντες. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί λέγει ὁ Casimir Fournier (ἀνα-
824γινώσκει): «Ὡς πρὸς τὰς δαπάνας ὁ ἀκριβὴς αὐτῶν προϋ-
825πολογισμὸς καθίσταται δυσκολώτερος. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ
826ἔσοδα, δύναται νὰ ἦναι ἀσφαλὴς, ὅταν ἀναγράφωνται τὰ
827ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελθόντος ἔτους.»
828Ἕτερος δὲ συγγραφεὺς, ὁ Charles Coquelin, λέγει, ὅτι
829«τὰ ἔσοδα, τῶν ὁποίων τὸ σύνολον δύναται νὰ ποικίλλῃ
830κατά τι, ὑπολογίζονται κατὰ προσέγγισιν, ἐπὶ τῇ βάσει
831τῶν ἐσόδων τῶν παρελθόντων ἐτῶν»· ὁ δὲ Leroy Baulieu
832λέγει τὰ ἑξῆς: «πᾶσα πλάνη, ἔστω καὶ ἡ ἐλαχίστη, περὶ
833τὸν ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, δύναται
834εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως νὰ παραγάγῃ ἔλλειμμα, πλὴν ἂν
835ὁ Προϋπολογισμὸς ἐστηρίχθη ἐπὶ σπουδαίου περισσεύματος».
836Καὶ ὁ Leon Say, εἰδικώτερον πραγματευόμενος τὰ περὶ
837τῶν οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας τῶν ἐτῶν 1881–1882, λέ-
838γει, ὅτι «μεταξὺ τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ
839καὶ τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῶν ἐμεσολάβουν δύο ἔτη,
840ἅτινα δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψει τὸ παρελθὸν καὶ τὸ τρέ-
841χον ἔτος. Οὕτως ὁ ὑπολογισμὸς ἀπὸ τῆς πραγματοποιή-
842σεως ἀπεμακρύνετο κατὰ δύο ἔτη. Ἡ σημερινὴ πεῖρα
843ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ διετὴς αὕτη ἀπομάκρυνσις ἀποτελεῖ περίο-
844δον μακρὰν, ἐν τῷ διαστήματι τῆς ὁποίας παρουσιάζονται
845γεγονότα, ἅτινα ἀνατρέπουσιν ὁλοτελῶς πάσας τὰς γενομέ-
846νας προβλέψεις. Ἡ νέα μέθοδος, ἣν ἀπεδέχθημεν, λαμβάνει
847ὡς βάσιν τὸ παρελθὸν ἔτος, οὕτω διὰ τὸ 1883 λαμβάνο-
848μεν ὡς τύπον τὸ 1882. Διὰ τὸ 1884 θὰ ληφθῇ τὸ 1883,
849καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐν τῇ καταστρώσει τοῦ Προϋπολογι-
850σμοῦ τοῦ 1888 προσετέθη εἰς τὰ πραγματοποιηθέντα ἔσοδα
851τοῦ 1881 προσαύξησίς τις (plus value). Ἡ προσαύξησις
852αὕτη ὑπολογίζεται εἰς δύο περίπου τοῖς ἑκατὸν ἐτησίως.»
853Λαμβάνεται δηλ. ὡς βάσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσό-
854δων τὸ ὁλικὸν ἀποτέλεσμα τῶν ἐσόδων τοῦ παρελθόντος
855ἔτους, καὶ προστίθενται 2% ὡς ἡ φυσικὴ αὔξησις τῶν
856ἐσόδων παντὸς Κράτους ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν εἰσπράξεων
857πάντοτε. Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι,
858ἀφοῦ ἀναγνώσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, νὰ κάμωμεν ὑπο-
859λογισμοὺς νέους, διὰ νὰ εὕρωμεν, ποία διαφορὰ θὰ ὑπάρξῃ
860μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ εἰσπραχθησομένων ἐσόδων.
861Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ, Κύριοι, τὸ ἄτοπον τῆς τοιαύτης
862μεθόδου, θὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν δηλώσεων γαιῶν
863καὶ φυτειῶν καὶ χρεωλυτικῶν τόκων προσωρινῶν δανείων.
864Τῷ 1885 προϋπελογίσθησαν ὡς ἔσοδον ἐκ τῶν κεφαλαίων
865τούτων δραχμαὶ 5,000,000, ἐβεβαιώθησαν δὲ 3,146,947,
866πόσα δὲν νομίζετε εἰσεπράχθησαν; 740,258 δραχμαὶ ἐπὶ
867ποσοῦ, προϋπολογισθέντος 5,000,000 ἐν ὅλῳ. Τῷ 1886
868προϋπελογίσθη ὅμοιον ποσὸν, δηλ. 5,000,000, ἐβεβαιώθη-
869σαν 3,470,321, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 708,337. Τῷ
8701887 ἀνεβιβάσθη τὸ ποσόν. Βλέπετε, ὅτι τὰ ἀποτελέσμα-
871τα τῆς εἰσπράξεως εἶναι τοσοῦτον ἐνθαῤῥυντικὰ, ὥστε ἐδέ-
872ησε κατὰ τὸ 1887 ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ!
873Προϋπελογίσθησαν λοιπὸν κατὰ τὸ 1887 δρ. 5,250,000,
874ἐβεβαιώθησαν 3,365,675, καὶ εἰσεπράχθησαν 1,458,628.
875Τῷ 1888 προϋπελογίσθη ποσὸν πάλιν 5,000,000, ἐβε-
876βαιώθη κατὰ τοὺς ἕνδεκα πρώτους μῆνας ποσὸν 2,265,721
877καὶ εἰσεπράχθη ποσὸν δραχ. 377,622. Τῷ 1889 περιωρί-
878σθη μὲν ὁπωσδήποτε τὸ προϋπολογιζόμενον ἀπὸ 5,000,000
879εἰς 3,150,000, ἀλλὰ καὶ πάλιν τὰ ἀποτελέσματα τῆς εἰσ-
880πράξεως θὰ ἦναι τὰ αὐτὰ, δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ εἰσπρα-
881χθῇ ποσὸν κατώτερον τοῦ 1,500,000. Καὶ θὰ μοὶ εἴπητε
882ἴσως, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ἐπὶ ὀφειλῶν, πηγαζουσῶν ἐξ
883ἀκινήτων κτημάτων, νὰ παρουσιάζηται τοιαύτη διαφορὰ
884μεταξὺ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως; Ἀλλ’ ἴσως δὲν συνέ-
885πεσε, ν’ ἀναζητήσητε τὰ αἴτια τῆς τοιαύτης διαφορᾶς. Κατὰ
886τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἐπιτρέπεται ἐντὸς
887τριμηνίας ἀπὸ τῆς γνωστοποιήσεως τοῦ Ἐφόρου πρὸς τοὺς
888δηλωτὰς περὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν παραχωρητηρίων, νὰ ὑπο-
889βάλωσιν οἱ δηλωταὶ ἔγγραφον παραίτησιν τῆς δηλώσεως
890αὐτῶν· ὑπεβλήθησαν δὲ μέχρι τοῦδε πλεῖσται τοιαῦται πα-
891ραιτήσεις, ἀλλ’ αὗται ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ ἀρχεῖον τῶν Ἐφο-
892ριακῶν γραφείων, ὡς χάρτης ἄγραφος. Καὶ συντάσσεται
893μὲν ἐτησίως ὁ κατάλογος τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν, ἀλλὰ
894νομίζετε, ὅτι συντάσσεται πραγματικῶς; Οὐχί· τοὐναντίον
895συντάσσεται κατάλογος εἰκονικὸς, λαμβάνεται δηλ. ὁ κα-
896τάλογος ὁ πάγιος τῶν ὀφειλετῶν, καὶ πανομοιότυπος ἐκεῖ ὡς
897συντάσσεται ὁ νέος κατάλογος τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου.
898Ἐλπίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε τὴν δέουσαν πρόνοιαν,
899ὅπως εἰς τὸ μέλλον ἐκλίπῃ τὸ κακὸν τοῦτο· ἂν ὅμως δὲν
900ἔλαβε τοιαύτην, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονο-
901μικῶν νὰ δώσῃ ἐντολὴν, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον πρὸς
902τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους, νὰ ἐκκαθαρίσωσι τὰς παραιτή-
903σεις τῶν δηλωτῶν, νὰ ἐξελέγξωσιν αὐτὰς, καὶ ἂν αἱ παραι-
904τήσεις αὗται ἦναι νόμιμοι, δηλ. ἂν ἐπεδόθησαν ἐντὸς τῆς νομί-
905μου προθεσμίας, νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ φορολογικοῦ κατα-
906λόγου οἱ οὕτω πως καταλογιζόμενοι ὡς ὀφειλέται τοῦ Δη-
907μοσίου.
908Ἰδοὺ λοιπόν, Κύριοι, ἡ βάσις τοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρω-
909θυπουργοῦ· ἀναγράφονται 5,000,000, εἰσπράττονται 700
910χιλιάδες· ἀναγράφονται 5,250,000 εἰσπράττονται 1,400,
911000! Ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀφθαλμοφανῶς βλέπῃ τὰ
912ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων ἐπὶ τοῦ ἐσόδου τούτου, δὲν
913δύναμαι νὰ νοήσω, πῶς ἔχει τὸ θάῤῥος, ν’ ἀναγράφῃ ἐν τῷ
914Προϋπολογισμῷ τοῦ 1889, ὡς πραγματοποιηθησόμενον ἔσο-
915δον, ποσὸν ἐκ δραχμῶν 3,150,000.
916Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου αὐθαίρετος εἶναι
917ὁ ὑπολογισμός· λαμβάνεται ὡς βάσις ὑπολογισμοῦ τὸ ἔτος
9181886, δηλ. τὸ ἀπὸ πολλῶν δεκάτων ἐτῶν εὐφορώτερον ἔτος.
919Προϋπολογίζεται δὲ, ὅτι θὰ παραχθῇ οἶνος ὀκάδων 132,
920000,000, καὶ ἑπομένως ἀναγράφεται ὡς εἰσπραχθησόμενον
921ἔσοδον τὸ ποσὸν τῶν 3,120,000. Καὶ εὔχομαι μὲν ἐξ ὅλης
922καρδίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ ἐλπίζω, ὅτι κατὰ τὸ
923προσεχὲς ἔτος 1889 θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα παραγωγῆς
924ἴσα καὶ κρείττονα τῶν τοῦ ἐκτάκτως ἐπιτυχοῦς ἐν τῇ παρα-
925γωγῇ ἔτους 1886. Ἂν τοὐλάχιστον ἐλαμβάνετο μέσος τις
926ὅρος παραγωγῆς, ἠδύνατο ἴσως νὰ δικαιολογηθῇ ὁ τοιοῦτος
927ὑπολογισμός, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ὡς παρατηρεῖτε, ὡρισμέ-
928νως ἔχει πεποίθησιν, ἴσως καὶ πληροφορίας, ὅτι κατὰ τὸ
9291889 θὰ παραχθῇ ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ ποσὸν, τὸ καὶ κατὰ
930τὸ 1886....
931§44ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀστρολογικὰς βεβαίως θὰ ἔχῃ
932πληροφορίας ἡ Κυβέρνησις.
933§45ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀναντιῤῥήτως.... Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ
934τοσοῦτον ποσὸν ἂν παραχθῇ, ὅπερ καὶ εὔχομαι, πάλιν θὰ
935ὑπάρξῃ διαφορὰ μεταξὺ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, τοι-
936αύτη δὲ διαφορὰ ὑπῆρξε καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη,
937καὶ κατὰ τὸ 1887, διαφορὰ, ἥτις ἀναλογεῖ πρὸς 16%
938μεταξὺ τοῦ βεβαιωθέντος καὶ εἰσπραχθέντος ποσοῦ. Ὑποθέτω
939ἑπομένως, ὅτι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς παρα-
940γωγῆς τῶν 132,000,000 ὀκάδων οἴνου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει
941τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ τῶν 3,120,000 ὡς ἐσόδου,
942θὰ πηγάσῃ καὶ πάλιν διαφορὰ μεταξὺ προϋπολογισθέντος
943καὶ εἰσπραχθησομένου ποσοῦ ἐκ 500,000 δραχμῶν, διότι
944τοσοῦτο ποσὸν ὑπῆρξε καὶ κατὰ τὸ 1887 μεταξὺ προϋπο-
945λογισθέντος καὶ εἰσπραχθέντος.
946Ἀλλὰ, Κύριοι, προκειμένου περὶ τῶν ἐσόδων ἐκ τοῦ οἴ-
947νου, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐποίει διάκρισίν
948τινα μεταξὺ κοινῶν καὶ εὐγενῶν οἴνων. Δὲν δύναμαι νὰ
949ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογῆται ἐξ ἴσου ὁ ἰδιο-
950κτήτης ἐκεῖνος, ὅστις τὸν οἶνον αὐτοῦ πωλεῖ δέκα ἢ εἴκοσι
951λεπτὰ τὴν ὀκὰν, καὶ ἐκεῖνος, ὅστις παράγει οἴνους εὐγενεῖς,
952μὴ ῥητινίτας, πωλεῖ δὲ αὐτοὺς πρὸς δύο καὶ πλέον δραχμὰς
953τὴν ὀκάν. Τὴν τοιαύτην διάκρισιν καὶ δικαίαν καὶ συμφέ-
954ρουσαν διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον θεωρῶ. Ἐγένετο μάλιστα
955περὶ τούτου λόγος καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογι-
956σμοῦ, καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπεδέχθησαν τότε κατὰ τὸ
957πλεῖστον τὴν γνώμην μου ταύτην οἱ κύριοι συνάδελφοι.
958Τὸ ἐκ τῆς σταφίδος ἔσοδον προϋπολογίσθη κατὰ 357,000
959δραχμῶν ἐπὶ πλέον τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ τὸ παρελ-
960θὸν ἔτος. Δὲν γωρίζω κατὰ πόσον δύναται νὰ δικαιολογηθῇ
961ἡ αὔξησις τοῦ προϋπολογιζομένου τούτου ἐσόδου κατὰ δραχ.
962357,000. Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, ἡ παραγωγὴ τοῦ παρελ-
963θόντος ἔτους ὑπῆρξεν ἐκ τῶν σπανίως εὐφόρων. Ὁ κ. Πρω-
964θυπουργὸς φρονεῖ, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη δύναται νὰ δικαιο-
965λογηθῇ ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς καλλιεργείας τῶν σταφι-
966δαμπέλων, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’
967ὄψει, ὅτι τὸ πλεῖστον ποσὸν ἐκ τοῦ παραχθέντος ἤδη κατὰ
968τὸ παρελθὸν ἔτος σταφιδοκάρπου ἤρχισε νὰ καταναλίσκη-
969ται ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας, καὶ κατηναλώθη ἤδη ἔν τε τῇ
970πνευματοποιΐᾳ καὶ τῇ οἰνοποιΐᾳ, ἴσως δὲ τὸ ποσὸν τῆς τοιαύ-
971της καταναλώσεως αὐξήσῃ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Ἑπομέ-
972νως δὲν δύναμαι νὰ εὕρω δεδικαιολογημένην τὴν τοιαύτην
973αὔξησιν...
974§46ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ λίαν ἀπίθα-
975νον, ὅτι ἡ ἐσοδεία τοῦ ἑπομένου ἔτους θὰ ὑπερβῇ τὴν τοῦ
976προηγουμένου.
977§47ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἀλλὰ συγχρόνως, ὡς παρατηρεῖ καὶ
978ὁ κ. συνάδελφος, κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ ἔχωμεν τὴν παρα-
979γωγὴν τοῦ παρελθόντος; Τὸ εὔχομαι καὶ πάλιν, ἀλλὰ δὲν
980δύναμαι καὶ νὰ ἐλπίζω τοῦτο μετὰ πιθανότητος.
981Ἐπίσης αὐξάνει κατὰ δραχμὰς 527,000 τὸ ἐπὶ τῶν ἐξα-
982γομένων προϊόντων τῆς Ἑπτανήσου ἔσοδον ἀπὸ τὸ προϋπο-
983λογισθὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1888. Οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἵ-
984τινες συντρέχουσιν εἰς τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν
985ἐσόδων ἐκ τῆς σταφίδος δὲν δύναται νὰ ἦναι δεδικαιολογη-
986μένη, οἱ αὐτοὶ λόγοι μὲ πείθουσιν, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν προϊόν-
987των τῆς Ἑπτανήσου ἡ αὔξησις εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἐν-
988ταῦθα ὅμως, δικαιολογουμένη ἡ Κυβέρνησις, στηρίζει τοὺς
989ὑπολογισμούς της οὐ μόνον ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τῶν φυτειῶν,
990ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τὴν μείζονα ἐξαγωγὴν τοῦ οἴνου. Δὲν γνωρί-
991ζω, ἐὰν οἱ κύριοι ἐξ Ἑπτανήσου συνάδελφοι ἔχωσι τοιαύ-
992την πεποίθησιν, ἐγὼ ὅμως ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι τὸ ἐπὶ
993πλέον προϋπολογιζόμενον τοῦτο ποσὸν κακῶς προϋπολογί-
994ζεται, καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν τοὐλάχιστον
995εἰς τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν κατὰ τὸ ἔτος 1888. Ὁ φόρος
996ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων προϋπολογίζεται εἰς δραχ. 3,220,
997000. Τῷ 1887 ὁ φόρος οὗτος ἀπέδωκε ποσὸν δραχ. 1,812,
998803. Στηρίζων δὲ τοὺς ὑπολογισμούς μου, καὶ ὡς πρὸς τὰ
999ἔσοδα καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς
1000χρήσεως τοῦ 1887, ἐλπίζω, ὅτι δὲν προκαλῶ τὴν δυσαρέ-
1001σκειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου εἶ-
1002πον, τὸ 1887 εἶναι τὸ χαϊδευμένον αὐτοῦ ἔτος. Κατὰ τὸ
10031887, ὡς προεῖπον, εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ φόρου τούτου ποσὸν
1004δραχ. 1,812,803 κατὰ δὲ τοὺς 11 πρώτους μῆνας τοῦ
10051888 εἰσεπράχθησαν 760,166 δραχμαί. Φρονῶ, ὅτι κατ’
1006ἀνώτατον ὅρον δὲν δύναται νὰ εἰσπραχθῇ, ἐκ τοῦ ἐσόδου
1007τούτου ποσὸν ἀνώτερον τῶν 2,200,000. Τὸ ἐκ τελωνιακῶν
1008τελῶν ἔσοδον τῆς εἰσαγωγῆς προϋπολογίζεται εἰς δραχμὰς
100926,795,000, ἤτοι ἧσσον τοῦ κατὰ τὸ 1888 κατὰ δραχ.
1010575,000. Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, οὐχὶ ἐπισήμως, ἀλλ’ ἔκ
1011τινων δημοσιευθεισῶν πληροφοριῶν, τ’ ἀποτελέσματα τοῦ
10121888 ἀπέδωκαν ποσὰ κατώτερα κατὰ 1,000,000 ἐκείνων
1013τοῦ 1887. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἔτι
1014μᾶλλον διὰ τὸ 1889 τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν ἐκ τελῶν
1015εἰσαγωγῆς. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι, Κύριοι, ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐξ
1016εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐσόδου προδίδει κοινωνικὴν στενοχω-
1017ρίαν, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει μεγάλην κατανάλωσιν, διότι δυσ-
1018τυχῶς οὔτε ἡ βιομηχανία οὔτε ἡ παραγωγὴ ἀνεπτύχθησαν
1019ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ
1020ἐλάττωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν προέρχεται ἐκ τῆς ἐγ-
1021χωρίου παραγωγῆς, μεθ’ ὅλα ταῦτα, λέγω, χαίρω διὰ τὴν
1022ἐλάττωσιν ταύτην τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, καὶ θὰ ἔχαιρον
1023ἔτι μᾶλλον, ἂν ταῦτα περιωρίζοντο καὶ εἰς τὸ ἥμισυ ἔτι,
1024καὶ ἂν ἐξέλειπον, εἰ δυνατόν, καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ἕκα-
1025στον ἑκατομμύριον τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἀντιπροσωπεύει
1026τοὐλάχιστον 10,000,000 χρυσοῦ, ἐξαγομένου ἐκ τοῦ τό-
1027που· δὲν ἀγνοεῖτε δὲ, Κύριοι, ὅτι τὸ σπουδαῖον σήμερον ζή-
1028τημα δὲν εἶναι οὔτε τὸ ἰσοζύγιον, οὔτε τὸ περίσσευμα,
1029ἀλλ’ εἶναι ὁ χρυσός, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἔλλειψιν, διότι ἐξά-
1030γομεν πλειότερον τοῦ εἰσαγομένου, εὐτύχημα δὲ ἤθελεν εἶ-
1031σθαι, ἐὰν, ὡς προεῖπον, ἐλαττουμένου τοῦ ἐσόδου ἐξ εἰσα-
1032γωγικῶν τελῶν, περιωρίζετο καὶ ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ χρυσοῦ ἐκ
1033τῆς χώρας. Ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου προϋπολογίζει
1034ἡ Κυβέρνησις ποσὸν 660,000, ἀνώτερον τοῦ προϋπολογι-
1035σθέντος κατὰ τὸ 1888. Ὡς γινώσκετε, Κύριοι, ὁ νόμος οὗ-
1036τος πρὸ ὀλίγου ἤρχισε νὰ λειτουργῇ, δὲν δυνάμεθα ἑπομέ-
1037νως ἀσφαλῶς νὰ ὑπολογίσωμεν τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ,
1038εἰμὴ μόνον μετὰ τὴν πάροδον τοὐλάχιστον τοῦ τρέχοντος
1039ἔτους· οὐδὲν οὕτω δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἐσό-
1040δου τούτου, διότι πιθανὸν καὶ νὰ εἰσπραχθῇ, καὶ τὸ εὔχο-
1041μαι, πιθανώτατα ὅμως οὐ μόνον νὰ μὴ εἰσπραχθῇ, ἀλλὰ
1042καὶ τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν νὰ ἦναι κατώτερον τοῦ
1043εἰσπραχθέντος κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη.
1044Ἀλλὰ λαμβάνων, Κύριοι, ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἐσόδου τοῦ
1045χαρτοσήμου, ἀναγκάζομαι νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Κυβέρ-
1046νησιν, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ περιέλαβε διάταξίν τινα, κατὰ
1047τὴν ὁποίαν, ἐὰν ἐντὸς 60 ἡμερῶν δὲν ἐγγράφωνται ἐν τοῖς
1048βιβλίοις τῶν Γραμματέων τῶν ἁρμοδίων Δικαστηρίων αἱ
1049ἀνακοπαὶ καὶ αἱ ἐφέσεις ἐπὶ πληρωμῇ διδράχμου τέλους,
1050αὗται καθίστανται ἄκυροι. Ἐνθυμοῦμαι, ἄλλοτε τὸν εὐφυᾶ
1051ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν κ. Καλλιγᾶν, ἤκουσα δὲ χθὲς τὴν
1052ἑσπέραν καὶ τὸν ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴν ἐπαναλαμβάνοντα,
1053ὅτι οἱ νόμοι δὲν εἶναι λεωφορεῖα, ἐντὸς τῶν ὁποίων δύναταί
1054τις νὰ τοποθετῇ παντοειδῆ ἀντικείμενα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις
1055ἤθελε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ τέλος ἐπὶ τῶν ἀνακοπῶν καὶ τῶν
1056ἐφέσεων, ἠδύνατο κάλλιστα νὰ θέσῃ ῥήτραν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι,
1057ἐὰν ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας δὲν ἤθελε γίνει ἡ δήλω-
1058σις, θὰ ὑπεχρεοῦντο οἱ δηλοῦντες νὰ πληρόνωσι διπλάσιον,
1059τριπλάσιον ἢ καὶ πενταπλάσιον τέλος, οὐδέποτε ὅμως ἔπρε-
1060πε νὰ μεταβάλῃ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας,
1061καὶ νὰ καταστήσῃ πλέον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐχὶ λεω-
1062φορεῖον, ἀλλὰ νεκροφορεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου πολλὰ ἴσως συμ-
1063φέροντα τῶν πολιτῶν θέλουσιν ἐνταφιασθῆ. Φαντάσθητε,
1064Κύριοι, τοὺς δυστυχεῖς πολίτας, οἵτινες, εἴτε ἕνεκα ἀμελείας
1065τῶν δικηγόρων αὐτῶν, εἴτε ἕνεκα ἄλλου τινὸς λόγου, παρέ-
1066λιπον νὰ ἐγγράψωσι τὴν ἀνακοπὴν ἢ τὴν ἔφεσιν αὐτῶν ἐν
1067τοῖς βιβλίοις τῶν Γραμματέων, κινδυνεύοντας νὰ πάθωσι
1068πλήρη καταστροφὴν τῶν ἑαυτῶν συμφερόντων! Παρακαλῶ
1069ἑπομένως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ λάβῃ τοὐλάχιστον ἤδη
1070μέτρον, ὅπως ἡ τερατώδης αὕτη διάταξις ἐξαλειφθῇ ἐκ τοῦ
1071νόμου περὶ χαρτοσήμου.
1072Τὸ ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων καὶ προστίμων ἔσοδον προϋπο-
1073λογίζεται διὰ τὸ 1889 εἰς δρ. 700,000, ἤτοι πλέον τῶν
1074τοῦ 1888 κατὰ 200,000 δρ. Τῷ 1887 εἰσεπράχθησαν δρ.
1075528,541, τοὺς δὲ 11 πρώτους μῆνας τοῦ 1888 δρ. 352,000.
1076Δὲν εὑρίσκω ἑπομένως δεδικαιολογημένην τὴν αὔξησιν κατὰ
1077200,000 δραχμὰς, ἀφοῦ οὐδὲν ἀποτέλεσμα εἰσπράξεως
1078δύναται νὰ μᾶς ἐνθαῤῥύνῃ εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην. Ἡ
1079ἐκ καθυστερήσεως δημοσίων ἐσόδων πρόσοδος προϋπολογί-
1080σθη διὰ τὸ 1889 ἀνωτέρα τῆς τοῦ 1888 κατὰ δραχ. 475
1081χιλιάδας· τῷ 1887 εἰσεπράχθησαν 517,954 δρ. Ἡ πρόσοδος
1082αὕτη πηγάζει ἐκ ποινῶν ἕνεκα καθυστερήσεως ἐσόδων, διὰ
1083τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται πρόσθετος φόρος 20%, καὶ τόκος
10848% εἰς τοὺς καθυστεροῦντας τὴν ἐμπρόθεσμον πλη-
1085ρωμὴν τῶν φόρων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, κατὰ τὰ ἔτος
10861887 εἰσεπράχθη ποσὸν 517,000, κατὰ τὴν πρώτην δη-
1087λαδὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅτε οἱ φορολογούμενοι ἠγνόουν
1088ἴσως καὶ τὰς συνεπείας τῆς μὴ ἐγκαίρου πληρωμῆς τῶν
1089φόρων των, δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ αὔξησις κατὰ δραχ.
1090475,000 ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅταν, ὡς εἶναι βέβαιον,
1091οἱ πολῖται, γνωρίζοντες ἤδη τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, δὲν
1092θ’ ἀφίνωσι νὰ πληρόνωσιν 20% καὶ 8% πλέον
1093τῶν ὀφειλομένων; Καὶ τὸ ἐκ παιγνιοχάρτων ἔσοδον ὑπελο-
1094γίσθη ἀνώτερον κατὰ 50,000 δρ. τοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους·
1095τῷ 1887 εἰσεπράχθησαν 222,000, κατὰ δὲ τοὺς 11 πρώτους
1096μῆνας τοῦ 1888 δραχμαὶ 162,835. Δὲν δύναμαι ἑπομένως
1097νὰ ἐννοήσω, ποῦ στηριζομένη ἡ Κυβέρνησις, προϋπολογίζει
1098τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων εἰς τὸ ποσὸν τῶν 350,000
1099δραχ. Καὶ τὸ ἐκ τῶν πυρείων ἔσοδον μοὶ φαίνεται ὑπερβο-
1100λικῶς προϋπολογιζόμενον. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν πυ-
1101ρείων καὶ τοῦ πετρελαίου, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι ὁριστικῶς,
1102διότι, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰς προσωρινὰς καταστάσεις,
1103τὰς δημοσιευομένας κατὰ μῆνα, θέλετε παρατηρήσει τοι-
1104αύτας ἀνωμαλίας ἐπὶ τῶν ἐσόδων τούτων, ὥστε ἐνῷ λ. χ.
1105κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου μηνὸς τοῦ 1888
1106βλέπετε, ὅτι εἰσεπράχθησαν 233,542 δραχ. ἐκ πυρείων,
1107καὶ ἑπομένως, φυσικῶς ὑπολογίζοντες καὶ τοὺς δύο ἀπομέ-
1108νοντας μῆνας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων τῶν 10 πρώτων
1109μηνῶν, ἐξάγετε, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ ποσὸν περίπου 300,000
1110δραχμῶν, αἴφνης βλέπετε τὸν Νοέμβριον μῆνα, ὅτι ἀναγρά-
1111φεται ἐν τῇ καταστάσει τοῦ μηνὸς τούτου ὡς ἔσοδον ποσὸν
1112546,145, ἀπορεῖτε δέ, πῶς ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς, τοῦ Νοεμ-
1113βρίου, ἐγένετο κατανάλωσις ἀνωτέρα καὶ τῶν δέκα πρώτων
1114μηνῶν τοῦ ἔτους, ἀφοῦ ἀπὸ 233,000 δρ. ηὔξησε τὸ ποσὸν
1115εἰς 560,000 δραχμῶν. Καὶ δὲν γνωρίζω μὲν, Κύριοι, ἀκριβῶς
1116τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἴσως μάλιστα θὰ γένηται
1117ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι οἱ τῶν μονοπωλίων λογαριασμοὶ κανονί-
1118ζονται εἰς τὸ τέλος ἑκάστης ἑξαμηνίας, ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ
1119γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἐν τοῖς δημοσιευομένοις πίναξι πρέπει
1120νὰ τηρῆται ἀκρίβεια, ὅπως καὶ ἡ Βουλὴ καὶ πάντες ἐκεῖ-
1121νοι, οἵτινες καταγίνονται ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, μανθά-
1122νωσιν ἀσφαλῶς καὶ τακτικῶς τί εἰσπράττεται κατὰ μῆνα.
1123Ἐπὶ τοῦ πετρελαίου ἐπίσης παρατηρεῖται, ὅτι κατὰ τοὺς
1124πρώτους 11 μῆνας τοῦ 1888 εἰσεπράχθη ποσὸν 2,270,000·
1125φυσικῶς, ὑπολογίζοντες καὶ τὸν ἀπομείναντα μῆνα κατ’
1126ἀναλογίαν πρὸς τὸ εἰσπραχθὲν ποσόν, θὰ ἐξαγάγητε τὸ πό-
1127ρισμα, ὅτι θέλει εἰσπραχθῆ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ποσὸν 2 ἑκα-
1128τομμυρίων καὶ 500 ἢ 600 χιλιάδων περίπου. Καὶ ἐν τούτοις,
1129ὅταν δημοσιευθῇ ἡ κατάστασις τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, εἶμαι
1130βέβαιος, ὅτι θὰ ἴδωμεν, ὅτι εἰσεπράχθη ποσὸν 4 ἑκατομ-
1131μυρίων καὶ πλέον. Τί συμβαίνει, ἀγνοῶ· πολὺ ὅμως ὑπο-
1132πτεύομαι, ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους χορηγοῦνται πρὸς τὴν
1133Ἑταιρίαν τῶν μονοπωλίων ποσὰ ἀνώτερα τῶν ἀναγκῶν,
1134τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσιν ἴσως εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ
1135ἑπομένου ἔτους, ὅπως οὕτω πως παρασταθῇ, ὅτι ἡ κατα-
1136νάλωσις τοῦ εἴδους τούτου ὑπῆρξεν ἀνάλογος πρὸς τοὺς ὑπο-
1137λογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἐκ δικαιωμάτων καταναλώ-
1138σεως πνευματωδῶν ποτῶν ἔσοδον ὑπολογίζεται εἰς 1,364,200,
1139ἤτοι ἐπὶ πλέον τοῦ τοῦ 1888 κατὰ δραχ. 264,200. Καὶ
1140εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ σύστημα τῶν μετρητῶν τὸ πρῶτον
1141ἤδη ἐφαρμόζεται, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ἀκριβῶς νὰ ὑπο-
1142λογίσωμεν τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν, ἀλλ’ ἐὰν κρίνῃ τις
1143ἐξ ὅσων ἀκούει παρὰ διαφόρων ἁρμοδίων, δὲν δύναται νὰ
1144πιστεύσῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ διὰ τὸ ἔτος
11451889 οὔτε τὸ ἥμισυ τοῦ προϋπολογιζομένου ποσοῦ. Ὅσον
1146ἀφορᾷ εἰς τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἐκ τοῦ καπνοῦ,
1147παρατηρῶ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1888 δὲν εἶναι ἀνά-
1148λογα πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως, θέλουσι δὲ
1149καθυστερήσει κατὰ 700 ἢ 800 χιλιάδας δραχμῶν.
1150Λαμβάνων ὅμως ἀφορμὴν ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου, θέλω
1151καὶ πάλιν καταδείξει τὸ συμβαῖνον ἄτοπον ἐπὶ τῶν φυλλα-
1152δίων, τῶν χορηγουμένων εἰς τοὺς καπνοπώλας· διότι, ἐνῷ
1153εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀρκοῦσιν 8 ἢ 9 φυλλάδια δι’ ἑκάστην ὀκὰν
1154καπνοῦ, ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῖ τοὺς καπνοπώλας νὰ λαμ-
1155βάνωσι 12 φυλλάδια. Τί δὲ συμβαίνει; Οἱ καπνοπῶλαι τὰ
1156περισσεύοντα τῶν φυλλαδίων ἀναγκάζονται νὰ τὰ πωλῶ-
1157σιν εἰς τὸ ἥμισυ, ἢ καὶ ἔλαττον τοῦ ἡμίσεος τῆς ἀξίας αὐ-
1158τῶν· ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες ὁπωσδήποτε κατορθόνουσι νὰ λα-
1159θρεμπορεύωσι τὸν καπνόν, εὑρίσκουσι μεγίστην εὐκολίαν εἰς
1160τὴν πρόχειρον προμήθειαν εὐθηνοῦ σιγαροχάρτου. Ἀλλ’ εἶ-
1161ναι δίκαιον, Κύριοι, νὰ γνωρίζῃ τὸ Κράτος ἐκ τῶν προτέ-
1162ρων, ὅτι φορολογεῖ ἀδίκως, καὶ ἐν τούτοις νὰ ἐξακολουθῇ
1163τηροῦν τοιαύτην ἄδικον φορολογίαν; Νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν
1164προτέρων,—καὶ τοῦτο δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρ-
1165νησις—ὅτι δι’ ἑκάστην ὀκᾶν καπνοῦ ἀρκοῦσιν 8 ἢ 9 φυλ-
1166λάδια, καὶ ὅμως νὰ λέγῃ πρὸς τοὺς καπνοπώλας: ὄχι, θὰ
1167λάβητε 12! Καὶ εἶπε μὲν ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι
1168ἐννοεῖ ὁπωσδήποτε νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς με-
1169ταξὺ τῶν 8 ἢ 9 καὶ τῶν 12 φυλλαδίων, καὶ ἑπομένως,
1170ὅτι, ἂν δεχθῇ νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ καπνοπῶλαι ἀπὸ τῆς
1171ἀγορᾶς τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων φυλλαδίων κατ’ ὀκᾶν, θὰ
1172ἐπιῤῥίψῃ τὴν διαφορὰν ταύτην εἰς βάρος τοῦ καπνοῦ. Καὶ
1173ὡς πρὸς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐλευθέρα νὰ πράξῃ
1174ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει· ἐὰν νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ
1175ἀνώτερον φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἂς εἰσαγάγῃ τοιοῦτον νο-
1176μοσχέδιον, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν δὲν πρέπει νὰ ἀφήσῃ νὰ
1177ἐγείρωνται τοσαῦται φωναὶ καὶ τοσαῦτα δίκαια παράπονα,
1178τὰ ὁποῖα ἰδίως καταλήγουσιν εἰς βάρος αὐτῆς, ὑποχρεοῦσα
1179τοὺς καπνοπώλας νὰ πληρόνωσι διὰ τὸ σιγαρόχαρτον μίαν
1180δραχμὴν ἐπὶ πλέον κατ’ ὀκᾶν καπνοῦ. Ὡς πρὸς τὸν κα-
1181πνὸν, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκφράσω τὴν
1182γνώμην μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νομίζω, ὅτι ὀφείλει ἡ
1183Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ τὸ μονοπώλιον αὐτοῦ. Εἰς τὰ
1184Κράτη, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε εὑρίσκονται ἐν οἰκο-
1185νομικῇ στενοχωρίᾳ, ἐπιβάλλεται τὸ μονοπώλιον τοῦ κα-
1186πνοῦ, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀπεδέχθησαν τοῦτο πάντα
1187τὰ μεγάλα καὶ πεπολιτισμένα Κράτη, ἔτι δὲ καὶ αὐτὸ τὸ
1188ὅμορον Ὀθωμανικόν. Ἀνέπτυξα δὲ ἄλλοτε, πόσα ἕκαστον
1189τῶν Κρατῶν τούτων εἰσπράττει ἐκ τοῦ μονοπωλίου ἔσοδα.
1190Ἡ Γαλλία εἰσπράττει 400,000,000 φράγκων, ἡ Ἰταλία,
1191ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, 200,000,000, ἡ Ἀγγλία,
1192ἥτις δὲν ἔχει μὲν τὸ μονοπώλιον, ἀλλ’ ἐπιβάλλει βαρὺν
1193δασμὸν ἐν τῇ εἰσαγωγῇ, διότι ἐκεῖ ἀπαγορεύεται ἡ καλ-
1194λιέργεια τοῦ καπνοῦ, εἰσπράττει καὶ αὐτὴ μέγα ποσὸν,
1195250,000,000 περίπου. Ἡ ἀναλογία δὲ ἐπὶ ἑκάστου τῶν
1196κατοίκων τῶν Κρατῶν τούτων κυμαίνεται μεταξὺ 8 καὶ 10
1197περίπου φράγκων κατ’ ἄτομον. Διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν
1198ἐκφράζει τοὐλάχιστον γνώμην, δὲν προτάσσει τοὺς λόγους,
1199δι’ οὓς δὲν ἀποδέχεται τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου, ἐὰν
1200ἀποκρούῃ αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν καὶ δι’ εἰδικοὺς λόγους; Διότι,
1201ὡς προεῖπον, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς Κράτος, εὑρισκό-
1202μενον ἐν οἰκονομικῇ στενοχωρίᾳ, ἐγκαταλείπει σπουδαῖον
1203ἔσοδον, ἀφοῦ μάλιστα καὶ συγγραφεὺς, ὡς ὁ Beaulieu, λέ-
1204γει, ὅτι τὸ τοιοῦτον μονοπώλιον ἐπιβάλλεται εἰς τὰ Κράτη,
1205τὰ εὑρισκόμενα ἐν οἰκονομικαῖς στενοχωρίαις. Ἴσως προτα-
1206χθῇ ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι παραβλάπτεται ἡ παραγωγὴ καὶ
1207ἐξαγωγὴ τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὡς πρὸς τοῦτο
1208ἐλήφθησαν τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ἐξασφαλίζηται ἡ
1209ἐξαγωγὴ τοῦ καπνοῦ ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τῶν
1210καλλιεργητῶν καὶ τοῦ Δημοσίου.
1211Οὕτω, Κύριοι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπράξεων τοῦ παρελ-
1212θόντος, τοῦ ἔτους δηλαδὴ 1887, ὑπολογίζω, ὅτι κατὰ τὸ
12131889 θέλουσιν εἰσπραχθῆ τὰ ἑξῆς ποσά. Ἐκ τοῦ φόρου
1214τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅστις διὰ τὸ 1889 προϋπολογί-
1215ζεται εἰς δραχμὰς 2,808,000, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887,
1216δρ. 2,253,654, ἤτοι ἔλαττον τῶν προϋπολογιζομένων κατὰ
1217δραχ. 555,346. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν περιβολίων καὶ
1218βοσκῶν, ὅστις διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζεται εἰς δραχμὰς
1219234,000, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δραχ. 134,927, ἤτοι
1220ἔλαττον κατὰ 199,073. Ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου,
1221ὅστις διὰ τὸ 1889 προϋπελογίσθη εἰς 3,120,000 δραχ. καὶ
1222ὅστις τῷ 1887 ἀπέδωκε 2,023,765, ὑπολογίζω, ὅτι θέλει
1223εἰσπραχθῆ, ἔστω ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῆς πα-
1224ραγωγῆς, ποσὸν ἐκ 2,620,000 δρ. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐπι-
1225τηδευμάτων, ὅστις διὰ τὸ 1889 προϋπελογίσθη εἰς δραχ.
12263,220,000, ὅσα κατὰ τὸ 1887, δρ. 1,812,803, ἤτοι ἔλατ-
1227τον κατὰ δραχμὰς 1,408,803. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδο-
1228μῶν, ὅστις διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζεται εἰς δρ. 2,700,000,
1229ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 2,185,790, ἤτοι ἔλαττον 514,
1230210. Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀνωνύμων ἑται-
1231ριῶν, ὅστις διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζεται εἰς δρ. 405,000,
1232ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 322,681, ἤτοι ἔλαττον κατὰ
123383,329. Ἐκ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, ἅτινα προϋπολογί-
1234ζονται διὰ τὸ 1889 εἰς 700,000 δραχ., ὅσα καὶ κατὰ τὸ
12351887, δρ. 528,541. Ἐξ ἐσόδου ἐκ τῶν παιγνιοχάρτων,
1236ἅτινα διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζονται εἰς 350,000, ὅσον
1237καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 222,000, ἤτοι ἔλαττον κατὰ δρ.
1238124,000. Ἐκ μερισμάτων μετοχῶν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς
1239Ἑταιρίας προϋπολογίζεται διὰ τὸ 1889 ποσὸν ἐξ 63,000
1240δρ. Τὸ μέρισμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν ἑκάστῳ
1241Προϋπολογισμῷ, οὐδέποτε, ἐν οὐδενὶ Ἀπολογισμῷ, φαίνεται
1242εἰσερχόμενον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καὶ δὲν γνωρίζω μὲν
1243τί συμβαίνει, δὲν γνωρίζω, ποία ἡ σχέσις μεταξὺ Ἀτμο-
1244πλοϊκῆς Ἑταιρίας καὶ τοῦ Δημοσίου, καὶ πῶς κανονίζονται
1245τὰ τοῦ μερίσματος τῶν μετοχῶν τούτων, ἃς κέκτηται ἡ
1246Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι βέβαιον, εἶναι, ὅτι ἐν
1247οὐδενὶ Ἀπολογισμῷ θ’ ἀνεύρῃ τις, ὅτι εἰσεπράχθη ποτὲ οὐδὲ
1248ὀβολὸς ἐκ τῶν μετοχῶν τούτων, ἑπομένως τὸ διαγράφω ἐν-
1249τελῶς. Ἐκ δασικῶν προϊόντων, ἅτινα προϋπολογίζονται διὰ
1250τὸ 1889 εἰς δρ. 1,138, 158, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ.
12511,010,348, ἤτοι ἔλαττον κατὰ δρ. 127,000. Ἐξ ἀντιτί-
1252μου τοῦ ἅλατος, ὅπερ διὰ τὸ 1889 προϋπελογίσθη εἰς δρ.
12532,100,000, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 1,928,293, ἤτοι
1254ἔλαττον κατὰ δρ. 171,807. Τὸ ἐξ ἀνανεωθέντων χρεῶν
1255προικοκτησιῶν καὶ δεκαετῶν πιστώσεων φθαρτῶν κτημάτων,
1256ἐκ δόσεων ἐκποιηθέντων μοναστηριακῶν κτημάτων, ἐκ προ-
1257σωρινῶν καὶ παγίων δόσεων ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν καὶ φυ-
1258τειῶν καὶ ἐκ χρεωλυτικῶν τόκων γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ
1259τιμήματος οἰκοπέδων Πατρῶν, ἅτινα διὰ τὸ 1889 προϋπε-
1260λογίσθησαν εἰς δραχ. 680,000, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ.
1261349,769, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δραχμὰς 340,251. Ἐκ
1262παγίων καὶ χρεωλυτικῶν δόσεων, ὅπερ, ὡς προεῖπον, διὰ τὸ
12631889 προϋπολογίζεται εἰς 3,150,000 δρ., ὅσα καὶ κατὰ
1264τὸ 1887, δρ. 1,148,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δραχ.
12651,691,372. Ἐξ ἐπιστροφῶν χρημάτων τὸ ἔσοδον τοῦτο
1266διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 500,000.
1267Τῷ 1887 ἀπέδωκεν 65,860 δραχμὰς, τοὺς δὲ 11 πρώτους
1268μῆνας τοῦ 1888 ἀπέδωκεν 27,183 δρ., ὅσα καὶ κατὰ τὸ
12691887, ἤτοι ἔλαττον κατὰ δραχμὰς 434,140. Ἐκ τῶν κε-
1270κλεισμένων χρήσεων, ἐξ ὧν προϋπολογίζεται διὰ τὸ 1889
1271δρ. 4,110,000, ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887, δρ. 3,566,492.
1272Τοὺς 11 μῆνας τοῦ 1888 εἰσεπράχθησαν 2,462,000. Ἀνα-
1273βιβάζεται δὲ τὸ ποσὸν εἰς 4,110,000, ἤτοι ἀναβιβάζεται
1274κατὰ 1,000,000 ἐπὶ πλέον τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ τὸ
12751888, διότι ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται, ὅτι κατὰ τὸ 1889
1276θέλει εἰσπραχθῆ ἐπὶ πλέον τὸ 1,000,000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν
1277οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων τοῦ δήμου Ἀθηναίων.
1278Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν τοιαύτην ἰδέαν. Λαμβάνων δὲ πάντοτε
1279ὡς βάσιν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐσόδων τοῦ 1887, εὑρίσκω,
1280ὅτι μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ 1887 καὶ τοῦ προϋπολογισθέν-
1281τος ποσοῦ διὰ τὸ 1889 ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ
1282δρ. 543,608. Ἐκ τοῦ ζύθου καὶ τῶν ποτῶν, ὅπερ προϋπο-
1283λογίζεται διὰ τὸ 1889 εἰς δρ. 1,364,020, ὅσα καὶ κατὰ τὸ
12841887, δρ. 337,154, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ δρ. 1,026,866.
1285Ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ σιγαρο-
1286χάρτου, ἐξ ὧν διὰ τὸ 1889 προϋπολογίζεται ἔσοδον ἐξ
12877,285,000, ὅσα καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1888, ἐπὶ τῇ βάσει
1288τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν 11 πρώτων μηνῶν, δρ. 6,442,698,
1289ἤτοι ἔλαττον κατὰ δραχμὰς 842,402. Οἱ τελωνιακοὶ δα-
1290σμοὶ ἐν γένει, δηλαδὴ καὶ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη καὶ οἱ εἰς τὰ
1291τελωνεῖα πληρονόμενοι ἔγγειοι φόροι, τὸ σύνολον δηλαδὴ
1292τῶν ἐν τοῖς τελωνείοις πληρονομένων δασμῶν προϋπολογί-
1293ζεται διὰ τὸ 1889 εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 34,671,840.
1294Τῷ 1887 οἱ τελωνιακοὶ δασμοὶ ἀπέδωκαν ποσὸν 33,336,
1295706 δραχμῶν, τῷ δὲ 1888 δρ. 31,784,890, ἤτοι τῷ 1888
1296ἀπέδωκαν ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὸ 1887 δρ.
12971,551,816. Ἐὰν ἑπομένως λάβωμεν ὡς βάσιν τὸν μέσον
1298ὅρον τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν τῶν τελωνιακῶν εἰσπρά-
1299ξεων,—καὶ δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ λάβωμεν τὴν βάσιν ταύ-
1300την, διότι καὶ κατὰ τὸ 1887 καὶ κατὰ τὸ 1888 ἐφαρ-
1301μόζεται τὸ αὐτὸ δασμολόγιον,—θέλομεν εὑρεῖ, ὅτι ἔπρεπε νὰ
1302προϋπολογισθῶσι διὰ τὸ 1889 δραχ. 32,560,448.
1303Οὕτω, Κύριοι, εὑρίσκω, ὅτι μεταξὺ προϋπολογιζομένων
1304καὶ εἰσπραχθησομένων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τῶν
1305ἀποτελεσμάτων τῆς εἰσπράξεως τοῦ παρελθόντος, θὰ εἰσπρα-
1306χθῶσι κατὰ τὸ 1889 δρ. 11,000,000 περίπου ὀλιγώτερα
1307τῶν προϋπολογιζομένων. Ἐὰν δὲ προστεθῇ εἰς τὸ σύνολον
1308τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1888 καὶ ἡ plus value 2%, τὸ ἔλ-
1309λειμμα τοῦ 1889 θὰ περιορισθῇ εἰς 9,500,000 περίπου.
1310Τὰ ἔξοδα, Κύριοι, κατὰ τὸν εἰσαχθέντα Προϋπολογισμὸν,
1311προϋπολογίζονται εἰς 96,410,337 δραχμὰς, ἀλλὰ διὰ με-
1312ταγενεστέρων δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως περιωρίσθησαν
1313ταῦτα εἰς δραχ. 96,280,320. Διαιροῦνται δὲ εἰς τέσσαρα
1314μέρη, ἤτοι τὸ πρῶτον, ὅπερ ἀποτελεῖται ἐκ τοῦ δημοσίου
1315χρέους καὶ τῶν λοιπῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, τὸ
1316δεύτερον, ἐκ τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας, τὸ τρίτον, ἐκ τῶν ἐξό-
1317δων διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, καὶ τὸ τέταρτον, ἐξ ἐξόδων
1318ἀποδόσεως, ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.
1319Διὰ τὸ πρῶτον μέρος, δηλαδὴ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημο-
1320σίου χρέους καὶ τῶν λοιπῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους,
1321προϋπολογίζεται ποσὸν ἐκ 45,364,921 δραχ. Ἀλλ’ εἰς τὸ
1322δημόσιον χρέος ἀναλογεῖ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ποσὸν δραχ.
132338,667,734. Τὸ ὅλον τοῦτο ποσὸν τοῦ πρώτου μέρους ἀνα-
1324γράφεται τοσοῦτο μετὰ τὰς μεταβολὰς, αἵτινες ἐπῆλθον ἐν
1325τοῖς ἐξόδοις τοῦ δημοσίου χρέους κατόπιν τῆς τροπῆς τινων
1326δανείων κτλ. Τὸ δὲ ὑπόλοιπον, ἐκ δρ. 6,697,187, ἀποτελεῖ-
1327ται ἐκ τῶν χορηγημάτων, τῶν συντάξεων, τῆς Βασιλικῆς
1328χορηγίας καὶ τῶν ἀποζημιώσεων τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος.
1329Ἐπὶ τῶν ἐξόδων, Κύριοι, τοῦ δημοσίου χρέους δὲν δυνά-
1330μεθα βεβαίως νὰ ὑπολογίσωμεν ἀσφαλῶς, ἂν θὰ ὑπάρξῃ
1331ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ, καὶ ὁπόση, μεταξὺ τοῦ ἀναγραφομέ-
1332νου ποσοῦ καὶ τοῦ δαπανηθησομένου. Καὶ ἐψηφίσαμεν μὲν
1333πρὸ ὀλίγου νόμον, ἐπιτρέποντα τὴν τροπὴν τῶν δανείων καὶ
1334τὴν παγίωσιν αὐτῶν· ἀλλὰ, καὶ ἂν, Κύριοι, πραγματοποιη-
1335θῶσιν αἱ προσδοκίαι τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς παγιώσεως
1336τῶν δανείων, διὰ τὸ 1889 δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι
1337δύναται νὰ περιορισθῇ ἡ διάθεσις τῶν πιστώσεων ἄνω τοῦ
1338ποσοῦ τῶν 1,200,000 δρ., διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὡς ἀνήγ-
1339γειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, αἱ περὶ παγιώσεως ἐλπίδες του
1340περιστρέφονται μόνον ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ
1341ἐπὶ τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825. Καὶ διὰ μὲν τὸ δά-
1342νειον τοῦ 1824 καὶ 1825 πληρόνεται χρεωλύσιον περίπου
13431,000,000, διὰ δὲ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 πληρόνε-
1344ται χρεωλύσιον 600,000 δρ. περίπου. Ἀλλὰ παρῆλθεν ἤδη
1345ὁ Ἰανουάριος· ὑποθέτω δὲ, ὅτι θὰ παρέλθῃ τοὐλάχιστον καὶ
1346ἡ πρώτη τριμηνία τοῦ ἔτους, μέχρις οὗ πραγματοποιηθῶσιν
1347αἱ ἐλπίδες αὗται τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως πρέπει νὰ
1348ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ 1,600,000 δραχ. αἱ
1349400,000, αἵτινες ἀναλογοῦσιν εἰς τὴν πρώτην τριμηνίαν,
1350οὕτω δὲ αἱ πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ, τοῦ πληρονομένου διὰ
1351τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, διὰ τὸ ἔτος 1889 προσ-
1352δοκίαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἀνώτεραι τοῦ 1,200,000 δρ.
1353Ἀλλ’ ἤκουσα, Κύριοι, χθὲς εὐχαρίστως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
1354λέγοντα, ὅτι, ἂν πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστι-
1355κῆς κυκλοφορίας, θὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ ἐξίσωσις ἐν τῇ διαφορᾷ
1356τοῦ νομίσματος. Ἔλεγε μάλιστα, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ
1357προμηθευθῇ 60,000,000, ἅτινα δὲν θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν
1358Προϋπολογισμὸν μὲ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 3,600,000 κατ’
1359ἔτος. Οὕτω δὲ δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκα-
1360στικὴν κυκλοφορίαν, ἀπαλλαγῶμεν δὲ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ
1361νομίσματος, ἣν πληρόνει τὸ Κράτος κατ’ ἔτος, καὶ ἥτις ἀνέρ-
1362χεται διὰ τὸ 1889 εἰς τὸ ποσὸν τῶν 7,000,000 περίπου.
1363Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ, ὡς
1364λέγει, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ πραγματοποιήσῃ τοιοῦτο δάνειον
1365πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν προβαίνει
1366ἀμέσως εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ· δὲν γνωρίζω ποίους
1367λόγους ἔχει, οἵτινες τὸν σταματῶσιν. Ἐγὼ ὅμως, κρίνων ἐκ
1368τῶν πραγμάτων, εἶμαι θιασώτης τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκα-
1369στικῆς κυκλοφορίας, πρὸ παντὸς δὲ, ὅταν πρόκηται νὰ λά-
1370βωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν
1371πολιτῶν. Ἐὰν, Κύριοι, πραγματοποιηθῇ, ὡς εἶπεν ὁ κ.
1372Πρωθυπουργὸς, δάνειον ἐξ 60,000,000 δρ. πρὸς 6%, θὰ
1373ἐπιβαρυνθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους μὲ ποσὸν
13743,600,000 κατ’ ἔτος. Δι’ ὑπερτίμησιν συναλλάγματος θὰ
1375πληρώσῃ τὸ Κράτος διὰ τὸ 1889 δρ. 7,015,533. Ἀλλ’ ἐὰν
1376ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θὰ ὠφεληθῇ καὶ τὸν τό-
1377κον, τὸν ὁποῖον σήμερον πληρόνει, τοῦ 1%, εἰς τὰς Τρα-
1378πέζας διὰ τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι
1379δρ. 770,000, δὲν περιλαμβάνω δὲ καὶ τὸ ποσὸν τῶν κερματι-
1380κῶν γραμματίων, διότι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δύ-
1381ναται νὰ μὴ πληρωθῇ καίπερ αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς
1382κυκλοφορίας. Ἑπομένως τὸ ὅλον τῆς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν
1383δύναται τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ, θὰ ἦναι 7,785,533· ἀλλὰ θὰ
1384πληρόνῃ διὰ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, συγχρόνως δέ....
1385§48ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 60 ἑκατομμύρια μόνον ἀπαιτοῦνται
1386διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας;
1387§49Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Φέρω τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
1388γὸς, ὅστις εἶπε χθὲς, ὅτι τοῦτο τὸ ποσὸν περίπου ἀπαιτεῖται,
1389διότι, ὡς ἀνήγγειλεν, ἀπεσύρθη ἤδη τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
1390κλοφορίας ποσὸν 13,000,000 περίπου. Τὸ ζήτημα τοῦ
1391ποσοῦ δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, διότι καὶ 70,000,000
1392καὶ 77 ἑκατομμύρια ἂν ἀπαιτηθῶσιν, ἡ ὠφέλεια πάντοτε
1393θὰ ἐπέλθῃ.... Θὰ πληρόνῃ ὅθεν τὸ Κράτος διὰ τόκον 3,600,
1394000 δρ., ἀλλὰ θὰ στερηθῇ καὶ τὸ 15%, τὸ πληρονόμε-
1395νον εἰς τὰ τελωνεῖα δι’ ὑπερτίμησιν μεταλλικοῦ, καὶ τὸ
1396ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 3,495,000. Ἐπίσης δὲ
1397θὰ στερηθῇ καὶ τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος ἐκ τῶν προ-
1398ξενικῶν τελῶν ἐκ δρ. 115,000. Οὕτω δὲ θὰ ἐπέλθῃ μὲν ὠφέ-
1399λεια ἐξ 7,785,533, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως μείωσις τῶν ἐσόδων
1400κατὰ δραχμὰς 7,210,000, καὶ συνεπῶς θὰ ἀπομείνῃ κέρ-
1401δος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ποσὸν 575,533 δρ. Ἀλλὰ, Κύριοι,
1402ἂν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπραγματοποιεῖτο,
1403ἠδύνατο νὰ διατηρηθῇ τὸ 15%, τὸ ἤδη πληρονόμενον
1404εἰς τὰ τελωνεῖα, ὑπὸ ἄλλον τύπον, τοῦ τῶν προσθέτων ἑκα-
1405τοστῶν, τὸ δὲ κέρδος καὶ πάλιν θὰ ἦτο μέγα καὶ διὰ τὸ
1406ἐμπόριον καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Οὕτω δὲ ἡ ὑπὲρ τοῦ Κρά-
1407τους ὠφέλεια θ’ ἀνεβιβάζετο εἰς 4,000,000, ἀλλ’ ὁποία
1408καὶ ὁπόση ἤθελεν εἶσθαι ἡ τοῦ τόπου ὠφέλεια; Διὰ διαφο-
1409ρὰν συναλλάγματος πληρόνει σήμερον τὸ ἐμπόριον καὶ ὁ
1410τόπος 60,000,000, ἴσως καὶ πλείονα. Ἐὰν ἐπήρχετο ἡ
1411ἐξίσωσις τοῦ νομίσματος, τὰ 60 ταῦτα ἑκατομμύρια δὲν θὰ
1412ἐπληρόνοντο, δὲν θὰ ἐπεβαρύνοντο δὲ καὶ οἱ καταναλωταί·
1413θὰ ὠφελεῖτο ἑπομένως τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζε-
1414ται νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν ποσὸν 60,000,000 περίπου
1415λόγῳ νομισματικῆς διαφορᾶς· θὰ ὠφελοῦντο δὲ καὶ οἱ κα-
1416ταναλωταί, εἰς βάρος τῶν ὁποίων πίπτει ἡ διαφορὰ αὕτη.
1417Καὶ δὲν εἶναι μόνον 60,000,000, ἅτινα ἐπιβαρύνουσι τοὺς
1418καταναλωτάς, ἀλλ’ ἴσως 70 καὶ 75, διότι ὁ ἔμπορος, ὅταν
1419θέτῃ εἰς κυκλοφορίαν μείζονα κεφάλαια, ζητεῖ καὶ ἐπὶ τῶν
1420μειζόνων τούτων κεφαλαίων ἀνάλογον κέρδος. Ὅταν λοι-
1421πὸν ἦναι δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις δανείου πρὸς ἄρσιν
1422τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ὅταν τοσαῦτα ἦναι τὰ
1423ἐκ ταύτης ὀφέλη, δὲν ἐννοῶ, διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς στα-
1424ματᾷ καὶ δὲν προβαίνει ἀμέσως εἰς πραγματοποίησιν τοιού-
1425του δανείου, ὅπερ θὰ λυτρώσῃ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ φορολο-
1426γίας 25%, ἥτις ἀπόλλυται, μὴ εἰσερχομένη τοὐλάχιστον
1427εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἰδικώτερον ὅμως ἐπὶ τῶν δανείων
1428ἔχω ἀπορίαν τινὰ, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ παρακαλέσω τὴν Κυ-
1429βέρνησιν νὰ μὲ ἐξαγάγῃ. Μεταξὺ τῶν δανείων τοῦ δημο-
1430σίου χρέους βλέπω καὶ τὸ δάνειον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας.
1431Ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς
1432ὁδοποιΐας, κατηρτίσθη δ’ ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ, διὰ δὲ τοῦ
1433νόμου τοῦ 1882 κέκτηται τὸ δικαίωμα ἡ Τράπεζα, εἰς ἣν
1434κατατίθενται τὰ ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων ἔσοδα, νὰ
1435κρατῇ τὸ ἀνάλογον ποσὸν ἐκ τῶν εἰσπράξεων ὑπὲρ τῆς ὁδο-
1436ποιΐας πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου ἐκεί-
1437νου. Δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ ἐννοήσω, ἐκτὸς ἐὰν ἐπῆλθεν
1438ἄλλη τις μεταβολή, ἣν ἀγνοῶ, πῶς μεταξὺ τῶν δανείων
1439τοῦ δημοσίου χρέους ἐμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ δάνειον τοῦτο
1440τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας.
1441Ἑπομένως, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους τοῦ Προϋπο-
1442λογισμοῦ, τοῦ ἀποτελουμένου ἐκ ποσοῦ 45,364,921, δὲν
1443δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κατὰ τὸ ἔτος 1889 οἰκονομίας ἐπὶ πο-
1444σοῦ ἀνωτέρου τῶν 1,200,000 δρ. καὶ ἂν ἔτι πραγματο-
1445ποιηθῶσιν αἱ τῆς Κυβερνήσεως ἐλπίδες.
1446Ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς γενικῆς διοικήσεως προϋ-
1447πολογίζονται δαπάναι ἐκ δραχμῶν 37,972,676. Ἡ Κυβέρ-
1448νησις φρονεῖ, ὅτι, ὅπως κατὰ τὸ 1887, οὕτω καὶ κατὰ τὸ
14491889 θ’ ἀφήσῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις
1450κατὰ τὸ 1889 ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας
1451τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐκανόνισε ταύτας εἰς τρόπον, μὴ ἐπιτρέ-
1452ποντα οὐδένα περιορισμὸν τῶν πιστώσεων. Διὰ τὸ 1887,
1453Κύριοι, ἐδόθησαν διά τε τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ Β.
1454Διαταγμάτων πιστώσεις, ἐν συνόλῳ ἀνερχόμεναι εἰς τὸ πο-
1455σὸν τῶν δραχμῶν 41,165,374· ἤτοι:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1456Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δρ. 2,198,437
1457» » » τῆς Δικαιοσύνης» 3,978,952
1458» » » τῶν Ἐσωτερικῶν » 6,681,374
1459» » » Ἐκκλησιαστικῶν » 3,179,033
1460» » » Στρατιωτικῶν » 18,452,982
1461» » » Ναυτικῶν » 4,344,441
1462» » » Οἰκονομικῶν » 2,330,155
1463ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμαὶ41,165,374
1464Ἐκ τῶν πιστώσεων δὲ τούτων ἐδαπανήθησαν 36,682,680
1465ἤτοι:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1466Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δρ. 2,135,000
1467» » » τῆς Δικαιοσύνης» 3,677,976
1468» » » τῶν Ἐσωτερικῶν » 6,000,876
1469» » » » Ἐκκλησιαστικ.» 2,927,814
1470» » » » Στρατιωτικῶν » 15,794,426
1471» » » » Ναυτικῶν » 3,912,371
1472» » » » Οἰκονομικῶν » 2,233,474
1473Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐδαπανήθη ποσὸν 36,682,680 δρ.
1474Ἀλλὰ διὰ τὸ 1889 ληφθεισῶν ὑπ’ ὄψει τῶν ἀναγκῶν τῆς
1475ὑπηρεσίας ἐζητήθησαν πιστώσεις οὐχὶ πλέον διὰ 41,165,374
1476δραχμάς, ἀλλὰ διὰ 37,672,676, ἤτοι διὰ ποσὸν ἀνώτερον
1477τοῦ δαπανηθέντος κατὰ τὸ ἔτος 1887 μόνον κατὰ 1,000,000
1478περίπου. Ἑπομένως κατὰ 1,000,000 μόνον ζητεῖται ἀνω-
1479τέρα πίστωσις τῶν δαπανηθέντων διὰ τὸ 1887 ἐπὶ τοῦ κε-
1480φαλαίου τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἂν ὅθεν πραγματο-
1481ποιηθῇ περιορισμός τις εἰς τὰς δαπάνας, μὴ διάθεσις δηλ.
1482πιστώσεων, αἱ ἐλπίδες, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Κυ-
1483βέρνησις, δὲν δύνανται νὰ ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τοῦ 1,000,
1484000 δραχμῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1887, Κύριοι, ὡς γνωστόν,
1485εἶχεν ἀναβληθῆ ἡ πρόσκλησις τῶν κληρωτῶν τοῦ ἔτους ἐκεί-
1486νου. Ἑπομένως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1487Στρατιωτικῶν δὲν ἐπεβαρύνθη μὲ τὴν δαπάνην ταύτην· ἀλ-
1488λὰ διὰ τὸ 1889 θὰ ἐπαναληφθῇ τὸ αὐτό; Τὸ Ὑπουργεῖον
1489τῶν Στρατιωτικῶν τότε ἐδαπάνησε ποσὸν 15,794,426· ἀλ-
1490λὰ τὸ αὐτὸ ποσὸν θὰ δαπανήσῃ καὶ κατὰ τὸ 1889, ἀφοῦ
1491δὲν ἀνεβλήθη οὐδὲ θὰ ἀναβληθῇ ἡ κατάταξις τῶν κληρω-
1492τῶν; Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ὅπως ἀναγράφονται αἱ πιστώ-
1493σεις διὰ τὸ 1889, οὐδεμία θὰ ἐπέλθῃ διαφορὰ μεταξὺ
1494αὐτῶν καὶ τῶν πραγματοποιηθησομένων. Εὔχομαι δὲ μά-
1495λιστα νὰ περιορισθῶσιν αἱ δαπάναι εἰς τὰς ἀναγραφομένας
1496ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, νὰ μὴ παρασταθῇ δ’ ἀνάγκη αὐξή-
1497σεως αὐτῶν. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχω-
1498μεν ἐλπίδα τινὰ μεταξὺ τῶν δαπανηθησομένων διὰ τὸ 1889
1499καὶ τῶν δαπανηθέντων διὰ τὸ 1887, δὲν δύναται ἡ ἐλπὶς
1500αὕτη νὰ ὑπερβῇ τὸ 1,000,000.
1501Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσα-
1502μεν διαφόρους ἐκτάκτους πιστώσεις, αἵτινες θὰ ἐπιβαρύνωσι
1503τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889. Δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν
1504αἱ πιστώσεις αὗται νὰ μὴ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογι-
1505σμῷ, καὶ πῶς, ἐνῷ ἔτι δὲν ἐψηφίσαμεν τὸν Προϋπολογισμόν,
1506εἰσήχθησαν ἐν ἰδιαιτέροις νομοσχεδίοις, ὡς μὴ ἀποτελοῦσαι
1507δῆθεν μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889. Καὶ ἄν, προ-
1508κειμένου περὶ πιστώσεων ἑκατομμυρίων διὰ κατασκευὴν δη-
1509μοσίων ἔργων, δύνηται ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ
1510θεωρηθῇ ὀρθὴ καὶ δεδικαιολογημένη, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐγγρά-
1511φωνται ἐν τοῖς τακτικοῖς Προϋπολογισμοῖς, ἀφοῦ ἐγγράφον-
1512ται ἐν αὐτῷ οἱ τόκοι τῶν ποσῶν τούτων, δὲν γνωρίζω, πῶς
1513δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ μὴ ἀναγραφὴ ἐν τῷ τακτικῷ
1514Προϋπολογισμῷ δαπανῶν, αἵτινες οὐδὲ ὑπὸ εἰδικῶν πόρων
1515καλύπτονται, εἶναι δὲ μικραὶ καὶ ἀνάξιαι σπουδαίου λόγου.
1516Καί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἤκουσα αὐτοῦ, λέγοντος κατὰ τὴν
1517ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅτι ἠδύνατο
1518νὰ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πίστωσιν τῶν
1519250,000 δραχμῶν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν συμμετοχὴν τῆς
1520Ἑλλάδος ἐν τῇ Παγκοσμίῳ Ἐκθέσει· ἀλλ’ ἐν τούτοις, μο-
1521λονότι νομίζει, ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις, δὲν
1522τὴν ἀναγράφει καὶ δὲν τὴν περιλαμβάνει ἐν τῷ τακτικῷ
1523Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1889. Ἀλλὰ καὶ ἄν, Κύ-
1524ριοι, δὲν περιελήφθησαν αἱ πιστώσεις αὗται ἐν τῷ Προϋπο-
1525λογισμῷ τῶν ἐξόδων, νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ περιληφθῶσι κα-
1526τόπιν ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ αὐτῶν; δὲν θ’ ἀναγραφῶσιν ἐν αὐτῷ
1527τὰ δαπανηθέντα; Ἑπομένως ἰδοὺ ἀμέσως, ὅτι ἐπέρχεται
1528διαφορὰ ἐπὶ τῶν ἀναγραφομένων πιστώσεων ἐκ δρ. 680,000
1529περίπου.
1530Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως καὶ ἐπι-
1531στασίας προϋπολογίζεται δαπάνη ἐξ 7,654,200 δραχμῶν.
1532Διὰ τὸ 1887 ἐχορηγήθη πίστωσις ἐκ δρ. 6,922,168, ἐξ ὧν
1533ἐδαπανήθησαν 5,608,304, ἔμεινε δὲ ἀδιάθετος πίστωσις ἐκ
1534δρ. 1,314,054, ἕνεκα τῆς μὴ ἐγκαίρου λειτουργίας διαφό-
1535ρων νόμων, ὡς τοῦ καπνοῦ καὶ ἄλλων τινῶν. Διὰ δὲ τὸ
15361888 ἐχορηγήθησαν πιστώσεις 7,983,820, ἤτοι ἀνώτεραι
1537τῆς τοῦ 1887 κατὰ δραχ. 1,061,452. Ἡ ἐπὶ πλέον δὲ
1538αὕτη διαφορὰ προῆλθε κυρίως ἐξ αὐξήσεως τῶν διὰ τὸ
1539προσωπικὸν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τελωνείων δαπανῶν κα-
1540τὰ δραχ. 211,000. Ἐκ τῶν διὰ τὸ ὑλικὸν καὶ τὰ ἔξοδα
1541τοῦ Σφραγιστηρίου κατὰ δρ. 120,000. Διὰ τὰς ἀποδοχὰς
1542τοῦ χαρτοσήμου κατὰ δρ. 100,000. Διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ
1543νόμου περὶ σιγαροχάρτου κατὰ δραχ. 185,000. Διὰ τὴν ἐκ-
1544τέλεσιν τοῦ νόμου περὶ ζύθων καὶ ποτῶν κατὰ δρ. 180,000.
1545Δι’ ἔξοδα ὑπηρεσίας ἁλάτων κατὰ δραχ. 129,005, καὶ
1546διά τινας ἄλλας μικρῶν ποσῶν.
1547Διὰ τὸ 1889, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πείρας
1548ἐγένετο γνωστὸν, ποῖαι ἔσονται αἱ ἀπολύτως ἀναγκαῖαι δα-
1549πάναι, ἀνεγράφη πίστωσις ἐκ δρ. 7,654,200, ἤτοι κατωτέρα
1550τῆς τοῦ 1888 κατὰ δρ. 329,620· ἰδίως δὲ ηὔξησε τὸ ποσὸν
1551τῶν ποσοστῶν τῶν εἰσπράξεων ἐν γένει, καὶ τοῦ χαρτοσήμου
1552ἰδίᾳ, κατὰ δραχ. 275,000· ὡς ἐπίσης καὶ τὰ δι’ ἐπισκευὴν
1553τῶν ἁλυκῶν, αἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην τοιαύτης, κατὰ δραχ.
155480,000. Ἐὰν δὲ τὸ ἐν περίπου ἑκατομμύριον τοῦτο προστεθῇ
1555εἰς τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὸ 1887 ἐκ δρ. 5,608,304, δύνα-
1556ται νὰ θεωρηθῇ, ὡς ἀσφαλῶς δαπανηθησόμενον διὰ τὸ 1889
1557ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου τῶν ἐξόδων, ποσὸν ἐκ δρ. 6,600,000
1558περίπου. Ἑπομένως καὶ ἐπὶ τοῦ τρίτου τούτου μέρους, καὶ
1559ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία τις, μὴ διά-
1560θεσις δηλ. πιστώσεως, ἡ ἐλπὶς δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ
1561ποσὸν τοῦ 1,000,000.
1562Ἀλλ’ ἐλησμόνησα, Κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι ἐψηφίσαμεν χθὲς
1563καὶ τὸ λαχειοφόρον δάνειον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κρά-
1564τος μὲ τόκον 520,000 δραχ. ἐτησίως. Ἑπομένως καὶ τὸ
1565ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς ἐξόδοις τοῦ Προϋ-
1566πολογισμοῦ. Ὅθεν 680,000 ἐκ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων,
1567αἵτινες πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσθησαν, καὶ 520,000 δραχ. διὰ τὰ
1568βάρη τοῦ λαχειοφόρου δανείου, ἀποτελοῦσι ποσὸν ἐξ 1,200,
1569000 δρ. ἐν συνόλῳ, ὅπερ δέον νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα. Τί
1570ἀνεῦρον δὲ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι ἔχομεν ἐλπίδα νὰ οἰ-
1571κονομήσωμεν ἐκ τῶν ἐξόδων τοῦ 1889, ἐκ τῶν διαφόρων
1572κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ἐκ μὲν τοῦ κεφαλαίου
1573τοῦ δημοσίου χρέους οὐχὶ ἀνώτερον ποσὸν τοῦ 1,200,000
1574δραχ. Ἐκ δὲ τοῦ κεφαλαίου τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας οὐχὶ ἀνώ-
1575τερον ποσὸν τοῦ 1,000,000. Ἐκ τοῦ τρίτου δὲ κεφαλαίου,
1576τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, ἐπίσης ποσὸν οὐχὶ ἀνώτερον
1577τοῦ 1,000,000, ἤτοι ἐν συνόλῳ αἱ περὶ ἀδιαθέτων πιστώ-
1578σεων προσδοκίαι τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι
1579τὸ ποσὸν τῶν 3,200,000. Ἀλλ’ ἔχομεν ν’ ἀναγράψωμεν ἐν
1580τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1889 πίστωσιν ἐξ
15811,200,000, προερχομένην ἐκ τῆς εἰδικῆς πιστώσεως τῶν
1582680,000 δραχ. καὶ τῶν 520,000 τοῦ λαχειοφόρου δανείου,
1583οὕτω δὲ πᾶσαι αἱ ἐλπίδες πρὸς μὴ διάθεσιν τῶν πιστώσεων
1584δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000.
1585Ἤδη ἀπομένει τὸ 4ον μέρος τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολο-
1586γισμοῦ, ὅπερ ἀποτελεῖται ἐκ δαπανῶν, ἐφ’ ὧν περιορισμὸς
1587τῶν πιστώσεων δὲν εἶναι δυνατὸς, τοὐναντίον, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ
1588τοῦ λόγου μου εἶπον, θέλει καταστῆ ἀναπόφευκτος ἡ ὑπέρ-
1589βασις αὐτῶν κατὰ 2 περίπου ἑκατομμύρια. Οὕτω δὲ παρέρ-
1590χεται ἀνεπιστρεπτεὶ καὶ ἡ τελευταία αὕτη ἐλπὶς τῆς οἰκονο-
1591μίας τῶν δύο ἑκατομμυρίων, ἅτινα, ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἀμυ-
1592δρά τις ἐλπὶς, ὅτι ἤθελον ἴσως οἰκονομηθῆ ἐκ τῶν δαπανῶν
1593τῶν τριῶν πρώτων μερῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
1594Ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου προϋπολογίζεται δαπάνη ἐκ δρ.
15955,718,640. Διὰ τὸ ἔτος 1887 εἶχον χορηγηθῆ πιστώσεις
1596διὰ ποσὸν δραχ. 4,636,254, ἐδαπανήθησαν δὲ 4,490,963.
1597Ἀλλὰ τότε δὲν περιελαμβάνοντο ἐν τῷ μέρει τούτῳ τοῦ
1598Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὑπὲρ τῶν δήμων εἰσπρατ-
1599τόμενα, ὡς καὶ τὰ τῶν ὀφειλομένων διὰ διεθνῆ τηλεγραφικὰ
1600τέλη. Διὰ τὸ 1889 ὅθεν ἐν τῷ μέρει τούτῳ περιλαμβάνον-
1601ται τὰ ἑξῆς κεφάλαια. Δι’ ἀποζημιώσεις δραχ. 270,000.
1602Διὰ τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἐδαπανήθησαν τῷ 1887 δραχμαὶ
1603193,641. Δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων 140,500. Τῷ 1887
1604ἐδαπανήθησαν 166,556. Διὰ ποσοστὰ ὁδοποιΐας, ὡς προεῖ-
1605πον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, προϋπολογίζεται ποσὸν ἐκ 4
1606ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐν ᾧ ἡ Κυβέρνησις ὡς ἔσοδον ἀπο-
1607δοτέον ἀνέγραψε 5,700,000, ἤτοι περιώρισε τὸ ἔξοδον κατὰ
16081,700,000. Ἀλλ’ ἀναποφεύκτως θὰ συμβῇ ἓν ἐκ τῶν δύο,
1609ἢ θὰ εἰσπραχθῇ τὸ ποσὸν τῶν 5,700,000, καὶ τότε τὸ Δη-
1610μόσιον εἶναι ὑπόχρεων ν’ ἀποδώσῃ αὐτὸ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς
1611ὁδοποιΐας, ἢ δὲν θὰ εἰσπραχθῇ, καὶ τότε θὰ περιορισθῇ
1612κατ’ ἴσον ποσὸν, ὅτε θὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔσοδα κατὰ 1,700,
1613000 δραχμῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῶν ποσοστῶν
1614τῶν δήμων, τῶν ὁποίων περιορίζει τὰ ἔξοδα κατὰ 232,000
1615δραχ. Τὰ δύο ταῦτα κεφάλαια ἀποτελοῦσι ποσὸν, ὡς πρὸ
1616ὀλίγου εἶπον, ἐκ 2,000,000 δραχμῶν, ἅτινα, προστιθέμενα
1617εἰς τὰ ἔξοδα, ἢ ἀφαιρούμενα ἀπὸ τῶν ἐσόδων, ἐξαφανίζουσι
1618καὶ τὴν μόνην ἀπομείνασαν ἐλπίδα, περὶ μὴ διαθέσεως πι-
1619στώσεων διὰ τὸ 1889 κατὰ 2,000,000 δραχμῶν.
1620Ἠδύνατο, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιφέρῃ σπουδαίας
1621οἰκονομίας ἐπί τε τῶν ἐξόδων τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας, ὡς
1622καὶ ἐπὶ ἐκείνων τῆς ἐπιστασίας καὶ διοικήσεως. Ἠδύνατο
1623καὶ ὤφειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοῦ
1624ν’ ἀναπλάσωσι τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, νὰ καταργήσωσι
1625τὴν ἐπάρατον γραφειοκρατείαν καὶ ὑπαριθμισίαν, ν’ ἁπλο-
1626ποιήσωσι δ’ οὕτω τὴν ὑπηρεσίαν, καθιστῶντες αὐτὴν οἰ-
1627κονομικήν. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον ἔργον ἤθελεν εἶσθαι λίαν
1628ἐπίπονον, ἀσύμφορον δ’ ἴσως εἰς τὴν σημερινὴν πολιτικὴν
1629αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀρέσκονται νὰ ἀποκαλῶνται
1630ὑπὸ τῶν περιστοιχιζόντων αὐτοὺς κολάκων ἀναμορφωταὶ
1631καὶ ἄλλοι Βίσμαρκ, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνέχωνται νὰ κρατῶσιν
1632εἰς χεῖρας αὐτῶν τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, χωρὶς τοὐ-
1633λάχιστον νὰ παράσχωσιν εἰς τὴν πατρίδα των τὴν ὑπηρε-
1634σίαν ταύτην. Καὶ ἂν σεῖς, οἵτινες ἐπὶ ἑπταετίαν ἤδη
1635διοικεῖτε τὸν τόπον, καὶ οἵτινες ἑκατοντάδας νόμων κατε-
1636σκευάσατε, δὲν ἠδυνήθητε νὰ εἰσαγάγητε σύστημα διοική-
1637σεως, ἀνάλογον πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέσα τοῦ Κράτους,
1638τίνες ἄλλοι θὰ εὐτυχήσωσι νὰ μείνωσιν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη
1639ἐν τῇ ἀρχῇ, ὥστε νὰ μὴ ἀπελπισθῇ ὁ λαὸς περὶ τῆς τύχης
1640αὐτοῦ; Ἀλλ’ ἔσχετε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως
1641κατασκευάσητε νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἀφαιρῆτε δικαιώματα
1642ἐκ τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ μεταβιβάζητε ταῦτα εἰς ἄλλα
1643κατώτερα Δικαστήρια, διότι ὁ Πρόεδρος αὐτοῦ, ὁ ἐπὶ τεσ-
1644σαρακοντίαν ὑπηρετῶν ὡς δικαστικὸς λειτουργὸς, συνέπεσε
1645νὰ καλῆται Δηλιγιάννης! Καὶ ἴσως χοροπηδᾷ ἐκ τῆς
1646χαρᾶς του, διὰ τὸ σοβαρὸν τοῦτο ἔργον του, ὁ κ. ἐπὶ τῶν
1647Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός! Ἀλλὰ μήπως δὲν τὸν ἐνθυμῆσθε
1648χοροπηδῶντα ἐντεῦθεν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτε ὡμο-
1649λόγει, ὅτι παρέδωκεν εἰς τὸ ὅμορον Κράτος, παρὰ τὴν ἔν-
1650νοιαν καὶ τὰς διατάξεις τῶν συνθηκῶν, τοὺς δύο δυστυχεῖς
1651ἐκείνους Τούρκους, οἵτινες κατέφυγον εἰς τὴν ἡμετέραν γῆν,
1652καὶ μάλιστα ἔσπευσε νὰ τοὺς παραδώσῃ πρὶν ἔτι οὗτοι ζη-
1653τηθῶσιν ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ Τούρκου Πρεσβευτοῦ; Καὶ ὅμως
1654ὁ Πασχίδης καὶ ὁ Φιλιππίδης σήπονται ἐν ταῖς φυλακαῖς
1655τῆς Κωνσταντινουπόλεως! Ἰδοὺ δ’ ἐν συνόψει ἡ ἐξωτερικὴ
1656πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως.
1657Ἀλλὰ περὶ δικαιοσύνης, ἥτις ἀναντιῤῥήτως χωλαίνει,
1658ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς βελτίωσιν αὐτῆς;
1659ἐφρόντισε ν’ ἀνεύρῃ τὰ αἴτια τοῦ κακοῦ; Τὸν νόμον περὶ
1660προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν τὸν θεωρεῖ παραγα-
1661γόντα ἀγαθοὺς καρπούς, ἢ τοὐναντίον ὡς περιορίσαντα
1662τὴν εἰσαγωγὴν τῶν βουλομένων νὰ ἀκολουθήσωσι τὸ δι-
1663καστικὸν στάδιον ἐντὸς στενοῦ κύκλου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν
1664δύναται νὰ ἐξέλθῃ ὁ Ὑπουργός; Καὶ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω
1665τὴν περὶ τούτου γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
1666Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι τὸν νόμον τοῦτον
1667θεωρῶ ὡς τὴν ῥίζαν τῆς κακῆς ποιότητος μεγίστου μέρους
1668τοῦ προσωπικοῦ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, διότι φρονῶ, ὅτι,
1669ἵνα διορισθῇ τις δικαστής, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐπιτύχῃ ὁπωσδήποτε
1670εἴς τινα διαγωνισμόν, ἀλλὰ πρὸ πάντων πρέπει νὰ κέκτη-
1671ται τὰ ἠθικὰ προσόντα τῆς ἀξιοπρεπείας, τῆς ἀκεραιότη-
1672τος, τῆς αὐστηρότητος καὶ τῆς ἐπιεικείας. Ἀλλὰ μὲ τὸν
1673λειτουργοῦντα νόμον αἱ χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ δεσμεύονται,
1674δὲν δύναται δὲ οὗτος νὰ ἐκτείνῃ αὐτὰς πέραν τοῦ ἐνώπιόν
1675του καταλόγου, ὅπως ἐκλέξῃ τὸν κατάλληλον κατὰ τὴν
1676γνώμην του, οὕτω δ’ ἀποκλείονται ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλά-
1677δου ἄνδρες, κεκτημένοι καὶ πεῖραν δικηγορικὴν μακρὰν καὶ
1678ὑπόληψιν ἀγαθὴν, ἀλλ’ οἵτινες, καὶ δικαίως, δὲν δύνανται
1679νὰ συγκατανεύσωσι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς συναγωνισμοῦ,
1680ἐτησίως ἐπαναλαμβανομένους. Τὸ εἰρηνοδικειακὸν σύστημα,
1681τὸ λειτουργοῦν παρ’ ὑμῖν, τὸ θεωρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς
1682ἀνεπίδεκτον βελτιώσεως καὶ τροποποιήσεως; Ἐγὼ νομίζω,
1683ὅτι, ἀφοῦ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδίκου, ἡ νομο-
1684θεσία ἡμῶν ἀνέθηκε τὴν ἐκδίκασιν ὑψίστων συμφερόντων
1685τῶν πολιτῶν, ἤθελεν εἶσθαι ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ
1686ἐξομοιωθῇ ἡ θέσις αὐτοῦ μὲ τὴν τοῦ Πρωτοδίκου, ὑπο-
1687χρεωμένου οὕτω νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ 1 ἢ 2 ἔτη ἐν τῇ εἰ-
1688ρηνοδικειακῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅπως ἀποκτήσῃ δικαίωμα πρὸς προ-
1689βιβασμόν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς τότε θὰ εἶχε
1690τὴν εὐχαρίστησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ δια-
1691τηρῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὸν Εἰρηνοδίκην π. χ. Ἀραχώβης,
1692τὸν τέσσαρα μὲν βουλεύματα παραπεμπτικὰ εἰς τὸ Πλημ-
1693μελειοδικεῖον καὶ τὸ Κακουργιοδικεῖον ἀγογγύστως ἐπὶ τῶν
1694ἑαυτοῦ ὤμων φέροντα, εἰκοσάδα δὲ ἄλλων καταγγελιῶν
1695ἐπὶ διαφόροις ἀξιοποίνοις πράξεσι; Δὲν νομίζει ὁ κ. Ὑπουρ-
1696γὸς, ὅτι, ἀντὶ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος τῆς παρὰ Πλημ-
1697μελειοδίκαις διαδικασίας, ἥτις καὶ δαπανηρὰ καὶ ἥκιστα
1698συντελοῦσα εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας τυγχάνει, ἤθε-
1699λεν εἶσθαι προτιμότερον, ἂν ἀπεδέχετο τὸ ἀγγλικὸν σύστη-
1700μα τῶν μεταβατικῶν λεγομένων Δικαστηρίων, ἅτινα, ἀποτε-
1701λούμενα ἐκ δύο δικαστῶν καὶ τοῦ κατὰ τόπους Εἰρηνοδίκου,
1702μεταβαίνοντα δ’ ἐπὶ τόπου καθ’ ὡρισμένας ἐποχάς, θὰ ἐξε-
1703δίκαζον πάντα τὰ ἐκκρεμῆ πλημμελήματα, καὶ θὰ ἐξεύ-
1704ρισκον τὴν ἀλήθειαν, ἀπαλλάσσοντα οὕτω καὶ τοὺς δυστυ-
1705χεῖς μάρτυρας ἀπὸ τῆς διαρκοῦς μετακινήσεως, πρὸς βλάβην
1706τῶν συμφερόντων καὶ αὐτῶν καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου;
1707Ἀλλὰ δὲν φρονεῖ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνυψωθῇ σπουδαίως καὶ τὸ
1708ἀξίωμα τῶν ἀνακριτῶν; δὲν ἔπρεπε τοιούτους νὰ ἐκλέγῃ
1709τοὺς ἐπιλέκτους τοῦ δικαστικοῦ κλάδου; Θὰ μοὶ εἴπῃ ἴσως
1710ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐψηφίσθη νόμος, δι’ οὗ αὐξάνεται ἡ
1711ἀντιμισθία αὐτῶν κατὰ 50 δραχμάς. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θεωρῶ
1712τοῦτο σπουδαῖον, ἂν δὲν αὐξήσῃ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν εἰς
1713500 ἢ 600 δραχμὰς, δὲν γίνηται δὲ καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν κα-
1714ταλληλοτέρων. Ἀλλ’ ἐὰν περὶ τούτου διάφορον ἔχῃ ὁ κ.
1715Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνώμην, δὲν ἔσχε τουλάχιστον
1716τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ὅπως εἰσαγάγῃ εἰς τὴν μελέτην
1717τῆς Βουλῆς τὸν ἐπὶ τοσοῦτον ποθούμενον Κώδικα, πρὸς
1718ἁπλοποίησιν τῆς νομοθεσίας; Ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ἐβλέπομεν
1719σήμερον ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐπὶ ἀγωγῶν, ἐγερθεισῶν κατὰ
1720τὸ ἔτος 1874! Ἀλλὰ περὶ τοῦ δικηγορικοῦ σώματος ἔλαβε
1721πρόνοιάν τινα; εἰσήγαγε νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ καταρτίσῃ
1722τὸ δικηγορικὸν σῶμα εἰς σωματεῖον, διεπόμενον ὑπὸ Κανο-
1723νισμοῦ ἰδίου, ὡς γίνεται εἰς πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κρά-
1724τη; Καὶ τοῦτο τὸ ἐζήτησεν ὁ Σύλλογος τῶν δικηγόρων, καὶ
1725ἐγένετο μακρὸς λόγος ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ πρὸς αὐτὸν
1726δὲ τὸν Ὑπουργὸν ἀπηυθύνθησαν τὰ μέλη αὐτοῦ, παρακα-
1727λοῦντα αὐτὸν νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τέ-
1728λος πάντων δὲν νομίζει, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον, νὰ φροντίσῃ
1729περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων; Ἐν τῇ Πρω-
1730τευούσῃ δι’ ἐνοίκια δικαστικῶν καταστημάτων πληρόνει τὸ
1731Δημόσιον ἐτησίως 46,000 δραχμῶν. Ἂν ὑπολογίσητε καὶ
1732τὰ πληρονόμενα ἐνοίκια ὑπὸ τῶν Συμβολαιογράφων, τῶν δι-
1733καστικῶν κλητήρων, καὶ τῶν Ὑποθηκοφυλακείων, ἅτινα
1734πρέπει νὰ τυγχάνωσι συγκεντρωμένα ἐν τῷ δικαστικῷ με-
1735γάρῳ, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι δύναται νὰ ἀποτελεσθῇ πο-
1736σὸν ἐξ 90,000 δραχμῶν, δι’ οὗ εὐχερῶς θὰ ἐξευρεθῇ δάνειον
17371,500,000 πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικοῦ μεγάρου, ὅπερ μετὰ
1738τινας δεκάδας ἐτῶν ἤθελε περιέλθει εἰς τὴν πλήρη κυριό-
1739τητα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἴσως νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι
1740ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται κάλλιον ἐντὸς τρωγλῶν! Ἀλλὰ
1741περὶ φυλακῶν ποίαν ἔλαβε πρόνοιαν; Δὲν νομίζει, ὅτι εἶναι
1742καιρὸς, ν’ ἀποδεχθῇ ἕτερον σύστημα φυλακῶν; ὅτι οἱ φο-
1743ρολογούμενοι, ἐξ ὧν εἰσπράττει τὸ Κράτος 100,000,000,
1744ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῶσι, τοὐλάχιστον, ὅπως τὰ τέ-
1745κνα αὐτῶν, οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν, μὴ σήπωνται καὶ διεφθείρων-
1746ται ἐντὸς τῶν σημερινῶν φυλακῶν;
1747Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνταῦθα ὁ κ. ἐπὶ τῆς
1748Παιδείας Ὑπουργὸς, ἤθελε μὲ ἀγριοκυττάξει, καὶ ἤθελε μοί
1749εἴπει: «τί λέγεις; Ἐγὼ δὲν ἔλαβον οὐδεμίαν πρόνοιαν περὶ
1750τοῦ κλήρου, περὶ τοῦ Πανεπιστημίου, περὶ τῆς μέσης ἐκ-
1751παιδεύσεως, περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἀνήγειρα
1752καταστήματα δημοτικῶν σχολείων σύμφωνα πρὸς τοὺς κα-
1753νόνας τῆς ὑγιεινῆς, διότι μοῦ χρειάζονται 300,000», ὡς
1754ἔλεγεν ἐντεῦθεν πρό τινων ἡμερῶν, «καὶ σεῖς θέλετε νὰ βελ-
1755τιωθῇ ὁ κλάδος τῆς δικαιοσύνης, διὰ τὸν ὁποῖον ἀπαιτοῦν-
1756ται ἑκατομμύρια;» Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι Ὑπουργοὶ, δὲν δύνα-
1757σθε νὰ δαπανήσητε διὰ τὰ τοιαῦτα ἐθνωφελῆ καὶ ἐπείγοντα
1758ἔργα, νομίζετε, ὅτι εἶσθε δεδικαιολογημένοι, δαπανῶντες
175930,000,000 διὰ ναυπήγησιν θωρηκτῶν, καὶ 25,000,000 διὰ
1760κατασκευὴν σιδηροδρόμου, τοῦ ὁποίου ἡ πραγματικὴ ἀξία,
1761ὡς ἀπεδείχθη, δὲν εἶναι ἀνωτέρα τῶν 15,000,000;
1762Ἀλλὰ τότε θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός: νομίζεις,
1763ὅτι ἐσκέφθην νὰ ναυπηγήσω πλοῖα καὶ νὰ κατασκευάσω
1764σιδηρόδρομον; Ἐγὼ ἤθελον νὰ δανεισθῶ, καὶ οἱ δανεισταί
1765μοὶ εἶπον: «ἵνα σὲ δανείσωμεν, πρέπει νὰ κατασκευάσῃς πλοῖα,
1766ἀξίας τόσων ἑκατομμυρίων, εἰς ὡρισμένον κατάστημα· διότι,
1767ἂν θέλῃς σὺ νὰ ἐπιδειχθῇς, ὅτι συνομολογεῖς δάνειον ἐπὶ
1768μετρίῳ τόκῳ καὶ ἄνευ jouissance, νομίζεις ὅτι καὶ ἡμεῖς
1769ἔχομεν τὸ αὐτὸ συμφέρον»; Καὶ θὰ μοὶ εἴπῃ ἐπίσης: νομί-
1770ζεις, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ κατασκευάσω τὸν σιδηρόδρομον Μύ-
1771λων–Καλαμῶν, καὶ μάλιστα ἐπὶ τοσοῦτον μεγάλῃ τιμῇ;
1772Ἐγὼ ἤθελα νὰ προμηθευθῶ 10,000,000 φρ. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι,
1773παρ’ ὧν ἐζήτησα ταῦτα, μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ τοῖς παραχω-
1774ρήσω τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον ἐπὶ τοιαύτῃ τιμῇ, ἵνα δυ-
1775νηθῶσι νὰ μοὶ οἰκονομήσωσι τὰ 10,000,000. Ἀλλὰ μήπως
1776ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ ἄλλων τοὐλάχιστον ζητημάτων
1777ἔδωκε πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς βελτιώσεως τῆς διοική-
1778σεως καὶ νομοθεσίας, ἵνα φιλοτιμηθῶσι καὶ οἱ λοιποὶ
1779Ὑπουργοί του νὰ πράξωσιν ἀγαθόν τι ὑπὲρ τοῦ τόπου;
1780Πολὺς καὶ μακρὸς ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐλεεινῆς κατα-
1781στάσεως τῶν δασῶν· καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνωμολό-
1782γησε τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως ταχυτάτων μέτρων, πρὸς
1783σωτηρίαν αὐτῶν, ἠναγκάσθη μάλιστα νὰ ἀναγγείλῃ, ὅτι
1784παρασκευάζει ἡ ὑπηρεσία νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν
1785εἰσαγάγει εἰς τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι
1786μὲν, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον παρ’ ἡμῖν νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ
1787δάση ἀπὸ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχουσιν, ἀλλ’ ἡ
1788σημερινὴ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε, οἱονδήποτε ἄλλο
1789μέτρον καὶ ἂν ἐλαμβάνετο, ἤθελεν ἀναντιῤῥήτως εἶσθαι
1790καλλίτερον τοῦ ὑπάρχοντος. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋ-
1791πολογισμοῦ ἐῤῥίφθη καὶ ἡ ἰδέα τῆς διαθέσεως τῶν δασῶν
1792εἰς ἰδιώτας, ὑπεστηρίχθη δ’ αὕτη σπουδαίως, διότι εἶναι
1793ἀποδεδειγμένον παρ’ ἡμῖν, ὅτι τὰ ἰδιωτικὰ δάση διατηροῦν-
1794ται ἀσφαλέστερον, καὶ ἀπόδειξις ἡ Μεγαρὶς, ἥτις ὡς κόρην
1795ὀφθαλμοῦ προσβλέπει εἰς τὰ ἀνήκοντα εἰς αὐτὴν δάση.
1796Ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἰδέαν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργός;
1797Καταλείπων, Κύριοι, τὸ βῆμα, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν
1798προσοχὴν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν καθημένων ἐν τῇ
1799πτέρυγι ἐκείνῃ, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὅπως τέλος θέσωσι
1800φραγμὸν εἰς τὴν ἄνευ ὁρίων ὑποστήριξιν τοῦ Ὑπουργείου·
1801διότι, παρασυρόμενοι ὑπὸ τῆς ἐπιτηδειότητος τοῦ ἡγέτου
1802αὐτῶν, λησμονοῦσιν, ὅτι τῇ συνναῤῥωγῇ αὐτῶν καθ’ ἑκά-
1803στην τραυματίζονται καὶ οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα. Εἰς
1804δὲ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ὑπενθυμίζω, ὅτι δὲν εἶναι πλέον
1805ὁ Χαρίλαος Τρικούπης τοῦ 1875, ὅστις ἀπεσκοράκιζε τὸν
1806Γενικὸν αὑτοῦ Γραμματέα καὶ ἐπιστήθιον φίλον, διότι οὗτος
1807ἔδωκεν ὑποσχέσεις τινὰς περὶ κυβερνητικῆς ὑποστηρίξεως εἰς
1808ὑποψηφίους, μέλλοντας νὰ ἐκτεθῶσι κατὰ τὰς τότε ἐνερ-
1809γουμένας ἐκλογάς. Δὲν εἶναι ὁ Χαρίλαος Τρικούπης τοῦ
18101880, ὅστις περιεφρόνει τὴν ἐξουσίαν, διότι δὲν ἤθελε νὰ
1811ἀνοίξῃ τὰς ὑπουργικὰς πύλας εἰς τὴν συναλλαγήν· ἀλλ’
1812εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ 1889, ὅστις μετὰ προθυμίας
1813διορίζει Νομάρχας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ ἀείμνηστος
1814Κουμουνδοῦρος ἠρνεῖτο νὰ διορίσῃ Ἐπάρχους, καὶ ὅστις
1815προσέλαβεν ἄλλοτε Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ αὐτὸς
1816ἀείμνηστος πολιτικὸς ἀνὴρ ἠρνεῖτο ν’ ἀπονείμῃ τὸ μικρό-
1817τερον τῶν παρασήμων. Ὅτι εἶναι τέλος ὁ φίλαρχος Πρω-
1818θυπουργὸς τοῦ 1889, ὁ ὁποῖος, ὅταν μετ’ ὀλίγον ἐνεργηθῶ-
1819σιν αἱ Βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, θὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς πολίτας νὰ
1820κόψωσι τὰ τηλεγραφικὰ σύρματα, ἵνα ἐμποδίσωσι τοὺς
1821Ὑπουργούς του νὰ συνδιαλέγωνται τρυφερῶς μετὰ τῶν ἐν
1822ταῖς φυλακαῖς καταδίκων!
1823§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον;
1824§51ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὔριον.
1825§52ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἶναι ἐνωρὶς ἀκόμη.
1826§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον, κύριε
1827Πρόεδρε.
1828§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλήν.
1829§55ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Εἶναι ἀκόμη 8η ὥρα.
1830§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἦναι ἀνάγκη, φέρομεν πρότασιν
1831ἀναβολῆς.
1832§57ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οἱοσδήποτε λάβῃ τὸν λόγον, θὰ ἐξα-
1833κολουθήσῃ δύο ὥρας τοὐλάχιστον, ὥστε δὲν ὑπάρχει καιρὸς
1834ἀπόψε.
1835§58ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὁμιλήσατε.
1836§59ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν μὲ
1837μονολόγους.
1838§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἐκτιμῶμεν τὴν
1839ἀξίαν τῶν λεγομένων, καὶ θ’ ἀπαντήσωμεν.
1840§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτείνομεν πρότασιν ἀναβολῆς.
1841§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προ-
1842τάσεως.
1843§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἁπλῆ ἐγένετο ἀνταλλαγὴ ἰδεῶν, πρὸς
1844μόρφωσιν γνώμης περὶ τοῦ θέματος, οὐδόλως ὅμως προτι-
1845θέμεθα, ἐὰν ἐπιμένωσί τινες εἰς τὴν ἀναβολὴν, ν’ ἀρνηθῶ-
1846μεν ταύτην.
1847§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ἐξ Ἄργους Βουλευτὴς,
1848μέλλων ν’ ἀγορεύσῃ, ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς του θὰ παρα-
1849ταθῇ ἐπὶ δύο ὥρας, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ διακόψῃ τὴν
1850ἀγόρευσίν του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μετὰ τὴν 9ην ὥραν οὐδεὶς θὰ
1851δυνηθῇ νὰ τὸν ἀκούσῃ, ζητεῖ τὴν ἀναβολήν.
1852§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1853Ὥρᾳ 8 μ. μ.