1888.12.28
2.412 στίχοι · 18.528 λέξεις · 113 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49.
Τῆς 28 Δεκεμβρίου 1888
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν Βασιλείου Κωστοπούλου, κατοίκου Ἐράνης, ἐκτιθέντος, ὅτι ὑπεχρεώθη διὰ προσωπικῆς κρατήσεως νὰ πληρώσῃ προσωρινὰς δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ τόκους, ἐνῷ τὰ περὶ τούτων ἐκανονίσθησαν διὰ νόμου. Παρακαλῶ δὲ, νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἐπερώτησις.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Παραπέμπεται.
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιονὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπερατώθη ἡ διαταχθεῖσα ἀνάκρισις περὶ τῶν αἰτίων τοῦ θανάτου τοῦ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύργου ἀποβιώσαντος Νικολάου Παντελῆ, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἔχει περατωθῆ εἰσέτι, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ συντόνως τὰ δέοντα.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς τελευταίας συζητήσεις οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐποιήσαντο χρῆσιν τρόπου, μὴ εἰθισμένου κατὰ τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις. Ἐπεκαλέσθησαν πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠρύοντο ἐξ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐν τοῖς ἀρχείοις αὑτῶν, ἀλλὰ δὲν εἶχον καταθέσει τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου τέλος οἱ Ὑπουργοὶ κατέθεσαν τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ τοῦ τρόπου τούτου, τοῦ μὴ εἰθισμένου, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ποιήσηται χρῆσιν καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, καὶ προχθὲς, ἐμοῦ ἀπόντος, ἀνέφερεν, ὅτι εὗρεν ἔγγραφον ἐν τοῖς ἀρχείοις, ἀγνοῶ τίνος Ὑπουργείου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπληροφορεῖτο, ὅτι ἐγὼ, Ὑπουργὸς τυγχάνων ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1879, ἐδέχθην ἀξίωσιν παραγεγραμμένην, τοῦ κ. Σπυρίδωνος Βαλαωρίτου, καὶ διέταξα τὴν πληρωμήν. Ἐζήτησα τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐν τῷ φακέλλῳ τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ νομοσχέδιον Σπάρταλη, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠγόρευεν ὁ Βουλευτὴς Φθιώτιδος, ἀλλὰ δὲν εὗρον τὸ ἔγγραφον τοῦτο. Καὶ πῶς μὲν ἐπορίσθη ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ Ὑπουργείου τὸ ἔγγραφον ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐγὼ ἀδιαφορῶ, οὐδ’ ἐξετάζω, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ὤφειλεν, ὅτε ἐποιήσατο χρῆσιν πληροφοριῶν ἐξ ἐγγράφου, ὑπάρχοντος ἐν τοῖς ἀρχείοις, νὰ καταθέσῃ τοῦτο, ἵνα λάβωμεν γνῶσιν πάντες ἡμεῖς αὐτοῦ. Ἑπομένως παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ζητήσητε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὸ ἔγγραφον, ἵνα τὸ καταθέσῃ, διότι θὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§6ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ προαγορεύσας, εἶναι ἐν τῇ δικογραφίᾳ, εἶναι δὲ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς, τῇ πολυσελίδῳ.
§7ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἠρευνήσαμεν, ἀλλὰ δὲν τὸ εὕρομεν.
§8ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος, ἵνα ἀπεσπάσθη τὸ ἔγγραφον τοῦτο.
§9Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω καί τινας ἐπερωτήσεις. Συζητουμένης τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ μοιράρχου Ντάη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Γεροκωστόπουλος ἐζήτησε παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἵνα καταθέσῃ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου τὸν ἀριθμὸν ἐμνημόνευσε ῥητῶς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τοῦτο, ἂν δὲν κατετέθη μέχρι τοῦδε....
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω, ὅτι κατετέθη ἐν τοῖς πρώτοις, διότι δὲν τὸ εὑρίσκω ἐνταῦθα.
§11Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἂν δὲν κατέθηκε μέχρι τοῦδε τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἐν Παρισίοις Γενικοῦ Προξένου, περὶ τῶν γενομένων ἐκεῖ ἀνακαλύψεων σχετικῶς πρὸς τὴν κλοπὴν τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, καὶ σχετικῶς πρὸς τὴν ἀρχαιοκαπηλείαν, τὴν ἐνταῦθα ἀσκουμένην, τὸν παρακαλῶ νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, διότι ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῆς.
§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐδήλωσα ὑμῖν, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοιαύτη ἔκθεσις δὲν ὑπάρχει πλέον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐξῆλθεν, ἵνα μὴ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἑπομένως μοὶ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ καταθέσω αὐτήν.
§13ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). ἔκθεσίς τις περὶ τῆς κλοπῆς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον παρὰ τοῦ Γενικοῦ Προξένου τοῦ ἐν Παρισίοις, ὑπεβλήθη μόνον ἔκθεσις περὶ ἀρχαιοκαπηλιῶν, ἐνεργουμένων ἐκεῖ ὑπὸ Ἑλλήνων πολιτῶν. Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἔκτοτε ἀπεστάλη πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν μετὰ καταγγελίας κατὰ τῶν μνημονευομένων ἐν αὐτῇ προσώπων, ὅπως ἐνεργηθῇ ἡ δέουσα ἀνάκρισις. Διὰ τοῦτο δὲν κατετέθη ἡ ἔκθεσις αὕτη, διότι ὑπάρχει εἰς τὴν ἀνάκρισιν.
§14Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι πρὸ πολλῶν μηνῶν;
§15ΜΑΝΕΤΑΣ. Εἶναι ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, ὅτε ἐδόθη ἡ καταγγελία.
§16Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀφορμὴν νὰ ἐνεργήσῃ ἐπ’ αὐτῆς, νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν ἔκθεσιν, διότι ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῆς.
§17ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ ὁρίσητε τὴν ἔκθεσιν.
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως θὰ σᾶς πληροφορήσῃ.
§19ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἡ ἀνάκρισις δὲν ἔφθασεν εἰς πέρας, διότι ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ σημειούμενα ὡς δυνάμενα νὰ διαφωτίσωσι τὴν δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, οἰκοῦσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Διὰ τοῦτο ἡ ἐνταῦθα δικαστικὴ ἀρχὴ παρεκάλεσε τὴν Ἀνάκρισιν τῶν Παρισίων, νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις· καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν ἡ Ἀνάκρισις τῶν Παρισίων εἶχεν ἐπιληφθῆ τῶν ἀνακρίσεων, ἀλλὰ βραδύτερον ἀπεφασίσθη, νὰ μὴ μᾶς ἀποσταλῶσιν αἱ καταρτισθεῖσαι ἐκθέσεις. Ἐντεῦθεν δὲν προώδευσε διόλου ἡ ἀνάκρισις.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἔγγραφον δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Εἰσαγγελίας;
§21ΜΑΝΕΤΑΣ. Βεβαίως. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐκάμετε λόγον, δι’ ἐγγράφου μου ἐζήτησα παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ ἔγγραφον, ἀλλὰ μέχρι τῆς προχθὲς δὲν τὸ ἐπέστρεψε.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑπομνήσῃ τοῦτο εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 72,048 ἀπὸ 12 Δεκεμβρίου 1888 ἔγγραφον αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Τριπόλει Πλημμελειοδικῶν. Μοὶ ἀγγέλλουσι δι’ ἐπιστολῶν, ὅτι δημόσιοι ὑπάλληλοι, κατέχοντες ὡρισμένην θέσιν ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ τῆς διοικήσεως, καὶ λαμβάνοντες τὸν προσδιωρισμένον ὑπὸ τοῦ νόμου μισθόν, λαμβάνουσι προσέτι καὶ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσφέρουσιν οἱ δῆμοι, ἵνα μισθοδοτῶνται δημολογισταί. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐν πρώτοις, πόσα εἶναι ἐν ὅλῳ τὰ ὑπὸ τῶν δήμων τοῦ νομοῦ Λαρίσσης εἰσφερόμενα πρὸς μισθοδοσίαν δημολογιστῶν ἐν τῷ νομῷ Λαρίσσης. Δεύτερον, πόσα εἰσφέρει ἕκαστος τῶν δήμων τοῦ νομοῦ. Τρίτον, πόσοι εἶναι οἱ δημολογισταί. Τέταρτον, πόση ἡ ἑκάστῳ αὐτῶν προσδιωρισμένη καὶ χορηγουμένη ἀντιμισθία. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν ἐγκυκλίου τινὸς, τὴν ὁποίαν ἀρτίως ἐξέδωκεν ὁ Ῥιὰζ πασσᾶς, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αἰγύπτου, περὶ τῶν ἐν Αἰγύπτῳ διατριβόντων ἀλλοδαπῶν, καὶ ἰδίως τῶν Ἑλλήνων.
§23ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τῆς ἐγκυκλίου ταύτης ἔλαβον γνῶσιν· ἡ δὲ ὑπόθεσις, περὶ τῆς ὁποίας γίνεται ἡ ἐπερώτησις καὶ ἡ ὁποία βεβαίως ἐγεννήθη ἐκ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, εὑρίσκεται ὑπὸ διαπραγμάτευσιν.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Καλαμῶν παρεκάλεσαν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διατάξῃ καὶ κατασκευασθῇ τὸ δυτικὸν τεῖχος τοῦ ποταμοῦ Νέδοντος. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, τί ἐπὶ τούτου ἐνήργησε, καὶ τί διετάχθη καὶ ἀπεφασίσθη.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον καταθέσει ἀπάντησιν εἰς προηγουμένην ἐπερώτησιν. Ἐν τούτοις θὰ ἐξετάσω περὶ τούτου.
§26ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ ἰχθυοτροφείου Ἀσμάκη. Σὺν τῇ καταθέσει δὲ τοῦ φακέλλου τούτου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ καὶ σημείωσιν τῶν καθυστερουμένων δόσεων ἐν τῇ ἐνοικιάσει ταύτῃ. Ἐπίσης δὲ, νὰ καταθέσῃ, παρακαλῶ, καὶ τὴν ἀναφορὰν τοῦ πρωτοτύπου ἐνοικιαστοῦ τοῦ ἐν λόγῳ ἰχθυοτροφείου, ὅστις, ὡς μανθάνω, ζητεῖ ἐλάττωσιν τοῦ μισθώματος. Συνεπῶς δὲ πρὸς ταῦτα, ἐπεθύμουν, εἰ δυνατὸν, νὰ κατατεθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ νομομηχανικοῦ κ. Ἔσλεν περὶ τῶν ζημιῶν, ἃς, ὡς μανθάνω, λέγει, ὅτι ὑπέστη ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ ἰχθυοτροφείου Ἀσμάκη. Ἐπίσης δὲ ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐὰν κατέθηκε πάντα τὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐζήτησα, προκειμένου περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ σανοῦ καὶ τοῦ χόρτου, διότι ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει καταθέσει ταῦτα, συνεπείᾳ αἰτήσεώς μου ἐγγράφου, δοθείσης εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐκτὸς ὅμως τούτων, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει νὰ καταθέσῃ καὶ ἔγγραφα, ἀφορῶντα εἰς ἄλλην ὑπόθεσιν, εἰς τὴν τοῦ ἐν Σύρῳ ὑπαλλήλου Ντούνια, ὅν, ὡς γνωστὸν, ἀπέλυσεν. Ἰσχυρίσθη προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν κατέθεσε πάντα τὰ ἔγγραφα, ἅτινα λεπτομερῶς, σημειώσατε, ἐζήτησα δι’ ἐγγράφου ἐπερωτήσεώς μου, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ντούνια, διότι δῆθεν ἀνέμενε νὰ λάβῃ ἔγγραφόν τι, ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπόθεσιν Ντούνια, ὡς ἄλλοτε ὑπαλλήλου τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦναι κώλυμα, ὅπως κατατεθῶσι τὰ ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς αὐτὸν, ἐγὼ δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι παραιτοῦμαι τῆς αἰτήσεως τοῦ ἐγγράφου τούτου. Ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου βεβαίως δὲν θέλομεν μάθει πολὺ σπουδαῖα πράγματα· τὰ σπουδαῖα θέλομεν μάθει ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, ἅτινα λεπτομερῶς ἐζήτησα, καὶ ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς τὸν διορισμὸν καὶ τὴν ὁρκοδοσίαν τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου, ἐν ᾧ εἶχε κατ’ αὐτοῦ ἔκθεσιν διοικητικοῦ ἀνακριτοῦ, ἀποσταλέντος ἐκεῖ καὶ βεβαιώσαντος ὅλα τὰ ἀδικήματα τοῦ Ντούνια. Ἐπεθύμουν λοιπὸν, πρὶν ἢ φθάσῃ αὐτὸ τὸ πολυθρύλλητον ἔγγραφον τοῦ Δημαρχείου Ἑρμουπόλεως, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς πάντα τὰ ἄλλα, ἅτινα ἔχει ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπειδὴ δὲ συμπίπτει νὰ ἐπερωτῶ Ὑπουργὸν, μοὶ ἐστάλη ἐπιστολή τις ἐκ Βάρνης, ἐν ᾗ καταγγέλλονται τοιαῦται πράξεις τοῦ ἐκεῖ Προξένου, τοῦ γνωστοῦ Ἀλοϊσίου Πόγγη, ὥστε, ἂν αὗται ἦναι ἀληθεῖς, ἀπορῶ, πῶς ἀκόμη ὑπάρχουσιν ὑπήκοοι Ἕλληνες ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ ἰδίως ἐν Βάρνῃ. Ἵνα δὲ μὴ κατηγορηθῇ ὁ ῥηθεὶς Πρόξενος ἀορίστως, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων κ. Φ. Σακελλαροπούλου, τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὸν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον, περὶ τῶν πράξεων καὶ τῶν παραλείψεων τοῦ Προξένου κ. Ἀλοϊσίου Πόγγη. Ἐπίσης δὲ παρακαλῶ νὰ δοθῶσι καὶ αἱ δέουσαι πληροφορίαι, κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ διαχείρισις μεγάλου κληροδοτήματος τοῦ ἐκ Μακρυνίτσης τῆς Θεσσαλίας Β. Σουλήνη, ὅστις ἀποθνήσκων ἐγκατέλιπεν 26,000 τουρκικὰς λίρας ὑπὲρ διαφόρων ἀγαθοεργῶν καὶ ἐθνικῶν σκοπῶν. Ἐκ τῶν λιρῶν τούτων (ἀναγινώσκει): «5,475 διετέθησαν ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς κοινότητος Βάρνης. Ὑπὲρ τῆς κοινότητος Μακρυνίτσης λίραι 5,500. Ὑπὲρ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ γένους Σχολῆς λίραι 1000. Ὑπὲρ τῆς ἐν Χάλκῃ Θεολογικῆς Σχολῆς λίραι 500. Ὑπὲρ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ὀρφανοτροφείου τῆς Ὀρθοδόξου κοινότητος λίραι 150. Ὑπὲρ τοῦ Ἀμαλιείου λίραι 150. Ὑπὲρ τοῦ Ὀρφανοτροφείου Χατζηκώστα λίραι 100. Καὶ λίραι 500 εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον καὶ τὴν Φιλεκπαιδευτικὴν Ἑταιρίαν Ἀθηνῶν». Μοὶ ἀγγέλλεται ἐκ Βάρνης, ὅτι τὸ κληροδότημα τοῦτο διαχειρίζεταί τις, ὀνόματι Παντελῆς Εὐστρατίου. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἔχει γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις τῆς διαθήκης ταύτης; Ἐδόθησαν τὰ ἀναφερόμενα κληροδοτήματα ἐκεῖ, ὅπου κατὰ τὴν διαθήκην πρέπει νὰ δοθῶσι; Καὶ ὁποῖα μέτρα περὶ τῆς ἐν λόγῳ περιουσίας ἔλαβεν ὁ ἐκεῖ Πρόξενος Ἀλοΐσιος Πόγγης;
§27ΓΕΩΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς βεβαίως γνωρίζει, ὅτι γίνεται μία ὁδὸς, ἀρχομένη ἀπὸ Ἐπιδαύρου καὶ καταλήγουσα εἰς τὸ σημεῖον τῆς ὁδοῦ, τῆς ἑνούσης Γύθειον καὶ Σπάρτην. Ἐπειδὴ μοὶ γράφουσιν ἐκ Λεβετσόβων, ὅθεν διέρχεται ἡ ὁδὸς αὕτη, ὅτι τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀπολήξῃ ἡ ὁδὸς, δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον, ὅπως ὑπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν, καὶ μοὶ λέγουσι ἀκόμη, ὅτι ἡ λιθόστρωσις δὲν γίνεται διὰ λίθων καλῶν, ἀλλὰ διὰ ψαμμολίθων, καὶ ὅτι ἀδικαιολογήτως δὲν συντέμνουσι τὰς ἀποστάσεις, διότι τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἔχουσιν ἀναλάβει κατὰ μέτρον, ἐνόμισα, δι’ ὅλα ταῦτα, ὅτι πρέπει νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα. Μοὶ γίνονται δὲ ἀκόμη παράπονα κατὰ τῆς ἐκεῖ Δικαιοσύνης, κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ Γραμματέως. Εἰς βεβαίωσιν δὲ τῶν ὅσων μοὶ γράφουσιν, ἀναφέρονται εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως κ. Παπαλουκᾶ, μεταβάντος ἐκεῖ πρό τινων μηνῶν καὶ ἐξετάσαντος τὰ τοῦ Εἰρηνοδικείου. Λέγουσι δὲ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἔκθεσις τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Παρακαλῶ, εἰ δυνατὸν, νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις αὗται.
§28Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πρὸ πολλοῦ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε διατάξει νὰ χαραχθῇ ἡ ἐπέκτασις τῆς ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ χωρίου Κυβερίου μέχρι τῆς Βελανιδιᾶς, εἶχε διατάξει συνάμα, νὰ συνταχθῇ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ἐν λόγῳ ὁδοῦ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐγένετο πρᾶξις, καὶ ἐσταμάτησε πᾶσα περὶ τούτου ἐνέργεια. Μὲ παρακαλοῦσιν οἱ συμπολῖταί μου, α) νὰ ὑποβάλω τὰ παράπονά των εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ τῷ γνωστοποιήσω, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὸν σιδηρόδρομον, β) νὰ γνωρίσω αὐτῷ πρὸς τούτοις, ὅτι διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης θὰ διευκολύνηται ἡ μεταφορὰ τῶν ἐμπορευμάτων καὶ διαφόρων ἄλλων εἰδῶν εἰς Ἄργος καὶ Ναύπλιον τεσσάρων ἢ πέντε δήμων. Ταῦτα ὑποβάλλων ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν παρακαλῶ θερμῶς, ὅπως διατάξῃ τὰ περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἐν λόγῳ ὁδοῦ, καθόσον, ὥς μοι γράφουσιν, οἱ κάτοικοι ὑποφέρουσιν, ἡ δὲ δαπάνη τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ὁδοῦ δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 50 ἢ 60 χιλιάδας δραχμῶν, δαπάνη ἀληθῶς ἀσήμαντος διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ, ἀπέναντι τοσούτων συμφερόντων τῶν κατοίκων καὶ περὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἄλλοτε διατάξει, ἀλλὰ, ἀγνοῶ διὰ ποῖον λόγον, δὲν ἐξετελέσθη ἡ διαταγή του αὕτη.
§29ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Περὶ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ εἶχε γίνει καὶ ἄλλοτε ἐπερώτησις.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπανελήφθη ἡ αἴτησις περὶ τῆς προσαγωγῆς διαφόρων πληροφοριῶν καὶ ἐγγράφων, προηγουμένως ζητηθέντων. Ταῦτα εἶναι, ὑπὸ μὲν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς (ἀναγινώσκει): «αʹ) Βεβαίωσις ἐπίσημος περὶ τοῦ, ἂν μόνον ἐν τῇ ἀποθήκῃ Ῥοὺφ ὑπῆρχεν ἀποθηκευμένος σανὸς κατὰ τὸ 1886 ἔτος. «βʹ) Τὸ συμβόλαιον καὶ τὸ πρακτικὸν δημοπρασίας γράστεως ἢ σανοῦ, παραχωρηθέντος τῷ Καμπᾷ κατὰ τὸ 1887 ἐκ τοῦ κτήματος Ῥούφ. Ἔτι καὶ τὸ συμβόλαιον καὶ τὰ πρακτικὰ, καθ’ ἃ ὁ Καμπᾶς τότε ἐγένετο προμηθευτὴς σανοῦ τῷ Δημοσίῳ. «γʹ) Τί ἐδαπάνησε τὸ Δημόσιον εἰδικῶς δι’ ἀγορὰν σπόρου, λιπασμάτων, καὶ διὰ καλλιέργειαν, καὶ γενικῶς τί ἐδαπάνησεν ὁλικῶς τὸ Δημόσιον πρὸς παραγωγὴν τοῦ ἐν Ῥοὺφ σανοῦ; «δʹ) Ἀντὶ πόσου ἐξεμισθώθησαν ἐφέτος οἱ ἐν λόγοι ἀγροί;» Ὑποβάλλω πάντα ταῦτα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ὑπέβαλεν ἐπίσης περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἑτέρας ἐρωτήσεις (ἀναγινώσκει): «Πόσον ποσὸν σανοῦ διετέθη κατὰ τὸ ἀπὸ Μαΐου 1886 μέχρι Μαΐου 1887 διάστημα, πρὸς τροφὴν τῶν κτηνῶν τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν; «Ἂν δὲν ἐπήρκεσε τὸ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου, τὴν κατατεθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν, ποσὸν τῶν 29,000 ὀκάδων σανοῦ, πόθεν ἡ ὑπηρεσία ἐπορίσθη τὸ ὑπόλοιπον; «Ἐπορίσθη ἐκ παραγωγῆς, ἀγρῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Δημόσιον; ποῦ κεῖνται οἱ ἀγροὶ οὗτοι; πόσον δὲ ἐξ ἑκάστου τῶν ἀγρῶν τούτων κατὰ στρέμμα παρήχθη ποσόν; Ἐπορίσθη ἐξ ἀγορᾶς; ἐπὶ πόσῃ τιμῇ κατ’ ὀκᾶν; κατὰ τίνα τρόπον ἠγοράσθη;» Ὑποβάλλονται σημειώσεις περὶ πάντων. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ προσαγάγῃ ἀντίγραφον τοῦ συμβολαίου, δι’ οὗ συνωμολογήθη ἡ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ἀνδρ. Καμπᾶ διετὴς χορηγία χόρτου διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς». Καταθέτω αὐτό. Ὁ κ. Σάκκης ἠρώτησεν, «ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Α. Καμπᾶς, χορηγητὴς τοῦ Δημοσίου, παραδίδει ἀντὶ χόρτου σανόν».—Οὐδεμία ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν ἀνέφερέ ποτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι παρεδόθη σανὸς ἀντὶ χόρτου. Περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν γραφέα τῆς Ἐφορίας Σύρου Ντούνιαν εἶχον εἰπεῖ, ὅτι δὲν ὑπέβαλον τὰ ἔγγραφα ἕως χθὲς, ὅτε ἐκ νέου ἠρωτήθην περὶ τούτου, διότι δὲν εἶχον λάβει τὰς ζητηθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ πληροφορίας ἐξ Ἑρμουπόλεως παρὰ τοῦ Δημάρχου περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, περιμένω δὲ καὶ ἄλλο τηλεγράφημα. Εἰς τὴν ἐρώτησιν, τίς ὑπηρεσία εἰδικὴ ἀνετέθη εἰς τὸν γραφέα τοῦτον ἐν τῇ Ἐφορίᾳ, δὲν ἔλαβον ἔτι ἀπάντησιν. Ὑποβάλλω ὅμως ὅλας τὰς ληφθείσας ἀπαντήσεις. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας κ. Σωτηρόπουλος ἐζήτησε αʹ) Σημείωσιν ὀνομαστικὴν τῶν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας ἀποστρατευθέντων ἀξιωματικῶν μὲ τὸν βαθμὸν, ὃν εἶχον,—ἄνευ δηλαδὴ προβιβασμοῦ—καὶ βʹ) Πληροφορίαν τοῦ ἁρμοδίου τμήματος, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀποστρατεύσεώς των δὲν ὑπῆρχον θέσεις κεναὶ ὅπως προβιβασθῶσι». Καταθέτω ταῦτα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας εἶχε ζητήσει νὰ ὑποβληθῶσι διάφορα ἔγγραφα, ἀφορῶντα εἰς τὰ τοῦ διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ Αἰτωλοακαρνανίας Γεωργίου Γκιόκα. Εἶχον παρατηρήσει, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ποινικὴν καταδίωξιν, εἶχον ἀποσταλῆ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἀρκεῖται εἰς τὰ λοιπὰ ἔγγραφα. Ὑποβάλλω ἄρα τὰ ἔγγραφα, πλὴν τῶν ἀποσταλέντων εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Μεσολογγίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησεν, ὅπως κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Ἀττικῆς, δι’ ὧν ἠτήσατο οὗτος τὴν ποινικὴν καταδίωξιν οἰνοπωλῶν ἐνταῦθα. Καταθέτω αὐτά.
§31ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὑπέβαλον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφορῶσαν εἰς τὰς θανατικὰς ἐκτελέσεις ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι σήμερον. Παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, καὶ οὐδὲν μέχρι τοῦδε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερεν εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἣν τῷ ἀπηύθυνα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, μοὶ ἀπήντησε δι’ ὀλίγων, ὅτι ἀκόμη δὲν ἔλαβε πληροφορίας. Ἐγὼ ἀξιῶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῖα μέτρα ἔλαβεν, ὅπως λάβῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον γίνονται, διότι δὲν ἀποκρύπτω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, καθ’ ἃ λέγεται, σκόπιμον θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφύγῃ νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, ἴσως πατριωτικόν. Ἐγὼ ὅμως ἀπαιτῶ, ἡ ἐπερώτησις, ἣν ἔκαμα, νὰ λάβῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς. Ἑπομένως ἀξιῶ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ εἴπῃ σαφῶς καὶ ἀκριβῶς, εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκονται ἤδη αἱ ἐργασίαι, τὰς ὁποίας αὐτὸς διέταξε νὰ γίνωσι.
§32ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἀληθῶς διεδόθη τὸ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ λεχθὲν, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν λόγος διὰ τὰ ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦδε συμβάντα. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτος λόγος, ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη διάδοσις. Ὅτε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς μοὶ ὑπέμνησε τὴν ἐπερώτησίν του, ἐδήλωσα πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἐξακολουθεῖ γινομένη ἡ ἐργασία πρὸς συγκέντρωσιν τῶν πληροφοριῶν. Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἥν ἀπηύθυνε τὴν ἐπερώτησίν του, ἔδωκα πρὸς αὐτὸν ἐν τῇ Βουλῇ τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν ὑπάρχει οὐδὲν ἴχνος τῶν ἀποφασισθέντων μέχρι τοῦ 1862. Ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν κρατοῦνται τακτικὰ βιβλία, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἤρχισε νὰ γίνηται ἡ στατιστικὴ ἐργασία, ἣν ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτής· προσέθηκα δὲ, ὅτι δὲν ἠρκέσθην εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐπιθυμῶν ὅπως δήποτε νὰ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ συλλογὴ πληροφοριῶν καὶ διὰ τὴν ἐποχὴν, τὴν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1862, διέταξα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἵνα γίνῃ ἔρευνα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῶν χρόνων ἐκείνων, ὑπάλληλοι δὲ, ἐγκαταλιπόντες τὰ ἄλλα αὐτῶν ἔργα, ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἀνάγνωσιν μακρᾶς σειρᾶς τόμων τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ 1833–1862, ἵνα δυνηθῶσι ν’ ἀρυσθῶσιν ἐξ αὐτῶν πληροφορίαν τινὰ, σχετικὴν πρὸς τὴν ἐπερώτησιν. Πλὴν τούτων, ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ 1832–1883 αἱ κατὰ στρατιωτικῶν καταδίκων ἐκτελέσεις καὶ ἡ ἀπονομὴ πρὸς αὐτοὺς χάριτος προεκαλοῦντο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, παρεκάλεσα αὐτὸ δι’ ἐγγράφου, ἵνα καὶ ἐκεῖ γίνωσι τοιαῦται ἔρευναι πρὸς συγκέντρωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν πλειοτέρων στοιχείων. Ἐσκέφθην, ὅτι πλὴν τούτου, εἶναι ἴσως ἐλπὶς νὰ εὕρωμεν στοιχεῖα διὰ τὴν ἐποχὴν, τὴν ἀπὸ τοῦ 1832–1862 ἐν ταῖς Εἰσαγγελίαις τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἔγραψα πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν ν’ ἀπασχολήσωσιν ὑπαλλήλους τινὰς αὐτῶν, ἀφίνοντας ἄλλας ἐργασίας των, εἰς ἀναδίφησιν τῶν ἀρχείων αὐτῶν, ἵνα ἴδωμεν, τίνας ἐξ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ 1832–1862 δυνάμεθα ν’ ἀντλήσωμεν πληροφορίας, ἀφορώσας εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἡ ἐργασία αὕτη ἐξακολουθεῖ. Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ὑπεβλήθη τὸ ἀποτέλεσμα. Οὐχ ἧττον, βεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι θέλω καὶ πάλιν μεριμνήσει καὶ συστήσει τὴν ταχεῖαν συγκέντρωσιν τῶν πληροφοριῶν.
§33ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀπαντῶν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἰς ἐπερώτησίν μου, ἀφορῶσαν εἰς τὴν σκανδαλωδῶς γενομένην ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν ἀνακριτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων τοῦ πρωτοδίκου Κοκκώνη, εἶπε τότε, ὅτι ἐζήτησε τηλεγραφικῶς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τῷ ἐζήτησα νὰ φέρῃ, ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Παρνασσίδος, ἃς βεβαίως ἔλαβεν ἤδη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν, νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι ἔχουσι πολλὴν σχέσιν μὲ τὴν ἀρχικῶς γενομένην περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων τοῦ πρωτοδίκου Κοκκώνη ἐπερώτησίν μου.
§34ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατ’ αἴτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, κατέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Παρνασίδι Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ ἀνακριτοῦ κ. Κοκκώνη ἀπὸ τῶν ἀνακριτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Μοὶ ἐζήτησε μετὰ τοῦτο νὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων τῆς περιφερείας του, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ τὸ τῆς Παρνασσίδος. Κατέθηκα καὶ ταύτην. Μετὰ ταῦτα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ, νὰ προκαλέσω πληροφορίας, ἐν πρώτοις, ἐὰν εἷς ἐκ τῶν πολλῶν λόγων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως, ἦναι ἀκριβής, καὶ μοὶ ἀνέφερε περὶ ὀνομάτων συγκεκριμένων. Ἐτηλεγράφησα περὶ τούτου, καὶ βεβαίως ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, διότι τηλεγραφικῶς ἦτο εὔκολον ν’ ἀπαντήσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς. Ἐκ τῆς ἀπαντήσεως ὅμως, ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τὴν ὁποίαν δὲν κατέθηκα, οὐδὲ δύναμαι νὰ καταθέσω, ἐδόθη εἰς ἐμὲ, ὡς Ὑπουργὸν τὴν Δικαιοσύνης, ἀφορμὴ πλείονος ἐρεύνης. Τὴν ἀπάντησιν τοῦ νῦν Εἰσαγγελέως ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἀφορμὴν νὰ στείλῃ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ νὰ ἐξετάσῃ, ὡς πρὸς ἀντιφάσεις τινὰς, διαλαμβανομένας εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἔγγραφον τοῦ τότε Εἰσαγγελέως. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐξακολουθεῖ καταγινόμενος εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν ταύτην, ἐνόσῳ δὲ ἐξακολουθεῖ ἡ ἔρευνα αὕτη, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὴ ζητῇ πλείονας πληροφορίας.
§35ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι τὸ ἔγγραφον περὶ τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, εὑρίσκεται ἐν τῇ δικογραφίᾳ. Ἀλλ’ εὐθὺς, ὡς εἶδον ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῇ δικογραφίᾳ, ἀνεζήτησα αὐτὸ εἰς τὰς σημειώσεις μου, καὶ τὸ εὗρον. Εἶχε δοθῆ εἴς τινα Βουλευλὴν, ὅτε ὡμίλουν, ἐπεστράφη δὲ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν.
§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Τρικκάλων ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Ταρμπάζη, καταθέτω ἔγγραφον τὴν σημείωσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἔχουσαν περίπου ὡς ἕπεται. Ἐπὶ τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως, διατὶ ὁ Νομάρχης Τρικκάλων ἐκήρυξεν ἔκπτωτον τὸν πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Γρ. Ἀργυρόπουλον. Ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτ. Συμβουλίου Τρικκαίων Γρ. Ἀργυρόπουλος ἐκηρύχθη ἔκπτωτος τῆς προεδρείας, κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 26 Ἰουνίου 1836 περὶ συνόδων τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, διότι, καίπερ προσκληθεὶς δὶς ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, δὲν συνεκάλεσε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον πρὸς συζήτησιν σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων, ἤτοι αʹ) περὶ γνωμοδοτήσεως ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐνεργηθείσης δημοπρασίας περὶ ἐνοικιάσεως τῶν ἐν Ἁγίᾳ μονῇ κτημάτων τοῦ ἱεροῦ ναοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, βʹ) περὶ ὁμοίας ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐνεργηθείσης δημοπρασίας περὶ κατασκευῆς τοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ Τρικκάλων κειμένου ἐργαστηρίου τοῦ αὐτοῦ ναοῦ, γʹ) περὶ συμπληρωτικοῦ ψηφίσματος τοῦ δανείου τοῦ δήμου, δʹ) περὶ χορηγήσεως πιστώσεων διαφόρων πρὸς ἀμοιβὴν μηχανικῶν κτλ. εʹ) περὶ γνωμοδοτήσεως ἐπὶ τῶν ἐκποιηθέντων οἰκοπέδων, καὶ Ϛʹ) περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ δήμου τοῦ 1887 ἔτους. Τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομάρχου Τρικκάλων ἐξεκάλεσεν ὁ κηρυχθεὶς ἔκπτωτος Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῆς ἐφέσεως δὲ ταύτης δὲν ἀπεφάνθη εἰσέτι τὸ Ὑπουργεῖον, ἀναμένον συμπληρωτικὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησε παρὰ τοῦ Νομάρχου. Ἀντὶ τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου Τρικκαίων Παπαπαναγιώτου, ὅστις ἐξελέγη Νομαρχιακὸς Σύμβουλος καὶ ἀπεδέχθη τὴν θέσιν ταύτην, δὲν ἐκλήθη ὁ πρῶτος παραπληρωματικὸς Ἀντώνιος Δαραμάρας, διότι οὗτος ἀνεπλήρωσε τὸν χρεωκοπήσαντα καὶ ἀποδράντα Χρῆστον Δαραμάραν, ὁρκισθεὶς τὴν 17 Νοεμβρίου ἐ.ἔ., θὰ ἀναπληρώσῃ δὲ τὸν εἰρημένον Παπαναγιώτου ὁ δεύτερος παραπληρωματικὸς σύμβουλος Σπ. Γεωργόπουλος, ὅστις ὅμως μέχρι τῆς 19 Δεκεμβρίου, ὅτε ἐτηλεγράφησεν ὁ Νομάρχης, δὲν προσῆλθε νὰ ὁρκισθῇ. Ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ Νομάρχου Τρικκάλων πληροφορίαι περὶ τοῦ λόγου, δι’ ὃν δὲν ἀπεφάνθη εἰσέτι ἐπὶ τῶν πράξεων τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Φαρκαδόνος περὶ διορισμοῦ Ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων. Παρηγγέλθη ὁ Νομάρχης, ἵνα ὑποβάλῃ ἀντίγραφα τῶν ἀποφάσεών του ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν δήμων τοῦ νομοῦ Τρικκάλων.
§37ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς δὲν ἦτο ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὅτε ὑπέβαλον μίαν ἐρώτησιν. Πρόκειται περὶ ἑνὸς χωρίου τῆς Ναυπακτίας, περὶ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου Προσχίου, ἡ ὁποία δύναται νὰ θεωρηθῇ μᾶλλον κωμόπολις καὶ οὐχὶ χωρίον, καὶ κωμόπολις ἀξία προσοχῆς, περὶ τῆς κωμοπόλεως Πλατάνου, ἐν τῷ Σχολείῳ τῆς ὁποίας ἐκπαιδεύονται ἑκατὸν περίπου μαθηταί, καὶ ὅμως δὲν ὑπάρχει διδάσκαλος. Παρεκάλεσα καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ. Ἔρχομαι καὶ εἰς ἄλλο τι θέμα. Πρό τινος καιροῦ εἶχε ζητηθῆ ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐκθέσεων τῶν Ἐπιθεωρητῶν τῶν Δημοτικῶν Σχολείων. Αἱ ἐκθέσεις αὗται προσήχθησαν, ἔῤῥιψα ἓν βλέμμα ἐπ’ αὐτῶν ὡς πρός τινας ἐπαρχίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου Εὐρυτανίαν. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ὅπερ σκοπεύω νὰ πράξω κατόπιν, ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐπιθυμῶ νὰ εἰδοποιήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ ἀπὸ τοῦδε ἀποτείνω πρὸς αὐτὸν τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔστειλεν Ἐπιθεωρητάς, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν ἐκθέσεις, ἐν ταῖς ὁποίαις περιγράφουσι μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα τὴν κατάστασιν τῶν Σχολείων καὶ τῶν οἰκοδομῶν αὐτῶν, καὶ τὴν διαγωγὴν τῶν Δημοδιδασκάλων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ αὔριον, ποῖα μέτρα ἔλαβε συνεπείᾳ τῶν ἐκθέσεων τῶν Ἐπιθεωρητῶν τούτων, διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀποστέλλωνται Ἐπιθεωρηταὶ καὶ νὰ συντάσσωσιν οὗτοι ἐκθέσεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ προβαίνωμεν καὶ εἰς ἐνέργειάν τινα πραγματικήν.
§38ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον Παλαιοξαρίου. Τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον τοῦ χωρίου Παλαιοξαρίου, ἑνὸς ἐκ τῶν μεγαλειτέρων τῆς Δωρίδος, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ πρωτεύουσα τοῦ δήμου Ποτιδανείας, μένει ἄνευ Δημοδιδασκάλου πρὸ πολλοῦ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ μεριμνήσῃ περὶ διορισμοῦ ταχέως ἐν αὐτῷ Δημοδιδασκάλου, ἀφοῦ μάλιστα ἐν Δωρίδι ὑπάρχει Δημοδιδάσκαλος ἄνευ θέσεως, ζητῶν τοιαύτην, ὁ Παναγιωτόπουλος, ὅστις δύναται νὰ διορισθῇ εἰς τὸ Σχολεῖον Παλαιοξαρίου· ὀφείλει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τούτου, διότι εἶναι ἄδικον, ἐνῷ, κατὰ τὰς δοθείσας πρὸ ἡμερῶν πληροφορίας παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἔχομεν Σχολεῖα ἄνευ Δημοδισκάλων πλέον τῶν τριακοσίων, ταὐτοχρόνως νὰ ἔχωμεν καὶ Δημοδιδασκάλους ἄνευ θέσεων.
§39ΚΟΡΠΑΣ. Καὶ ἐγὼ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν Δημοτικῶν Σχολείων τῆς Κέας. Παρῆλθον ἔκτοτε πολλαὶ ἡμέραι, ἀλλὰ δὲν ἐθεώρησα πρέπον νὰ ὑπομνήσω τὴν κατάθεσιν ἑνὸς τοιούτου ἐγγράφου, περὶ τοῦ ὁποίου βεβαίως δὲν ὑπάρχει μεγάλη δυσκολία νὰ εὑρεθῇ.
§40ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔχῃ νεώτερόν τι περὶ τῶν ἐν Βιτωλίοις φυλακισμένων, περὶ τοῦ ἑνὸς τῶν ὁποίων ἀνηγγέλθη, ὅτι εἶχεν ἀθωωθῆ ἀπὸ τὸ Στρατοδικεῖον καὶ ἀποφυλακισθῆ, δυστυχῶς ὅμως δὲν ἐπιβεβαιώθη ἡ πληροφορία ἐκείνη.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχω οὐδεμίαν νεωτέραν εἴδησιν περὶ αὐτῶν.
§42ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἀναγκαίως πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἡ ξηρὰ ἀπάντησις ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι πλέον εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τί ἐνεργεῖται καὶ τί διαπράττεται ἐν Βιτωλίοις. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ὅλῃ Μακεδονίᾳ δυστυχῶς ἡ ἐπιμονή, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὸ νὰ ἐξακολουθῇ διαχειριζομένη τὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου, ὅπως διεχειρίσθη αὐτὰ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν, ἔφερεν αὐτὸ εἰς θέσιν, ἐχθρικὴν μὲν πρὸς τὰς ἐν Τουρκίᾳ ἀρχὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς θέσιν δυσπιστίας πρὸς τοὺς ξένους πράκτορας. Σήμερον, μολονότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ἅπαντα τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰς ἀρετὰς τοῦ ἐν Βιτωλίοις Ἕλληνος Προξένου, οὗτος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην θέσιν καὶ ἀπέναντι τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου, ὥστε οὐδαμῶς δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Εἴτε δι’ ἕνα λόγον, εἴτε δι’ ἕτερον, κατέστη ὕποπτος εἰς τὰ ὄμματα τῆς τοπικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐκ τούτου πᾶσα ἐπικοινωνία τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου πρὸς αὐτὸν ἀποβαίνει δυσχερεστάτη. Οἱ Ἕλληνες, εἴτε ὁμοεθνεῖς, εἴτε ὑπήκοοι, ἀποφεύγουσιν ἐπιμελῶς πᾶσαν σχέσιν μὲ τὸ Ἑλληνικὸν Προξενεῖον, διότι γνωρίζουσιν, ὅτι, ἀφοῦ ὁ διευθύνων αὐτὸ εἶναι ὕποπτος πρὸς τὴν τοπικὴν ἀρχὴν, κινδυνεύουσι νὰ πάθωσι τὰ πάνδεινα. Τὸ μαρτύριον τοῦ Πηχεῶνος καὶ τοῦ ἰατροῦ Βούζα εἶναι τόσῳ πρόσφατον εἰς τὰ ὄμματα τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφασίσωσι νὰ πλησιάσωσι πλέον τὸ αὐτόθι Ἑλληνικὸν Προξενεῖον. Ἐντεῦθεν πηγάζει ἡ παντελὴς ἄγνοια, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις. Ἐνῷ εἶχε πληροφορήσει ἡμᾶς πρὸ μηνὸς καὶ πλέον, ὅτι αἱ διαθέσεις τοῦ τοπικοῦ στοιχείου πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν εὑρίσκονται εἰς θέσιν καλλιτέραν, τοὐναντίον ἔκτοτε ἐπετάθησαν αἱ πρὸς αὐτὸ ἐχθρικαὶ διαθέσεις, καὶ ὅλαι αἱ ὑποσχέσεις ἀπεδείχθησαν φροῦδαι. Νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ πλήρης ἀπεδόθη ἱκανοποίησις εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Προξενείου, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε, εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως, ἡ θέσις τοῦ Ἕλληνος Προξένου κατέστη δυσχερεστάτη, πρὸς κατάπαυσιν τῶν ὑπονοιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἐκ μέρους τῆς τοπικῆς ἀρχῆς, νὰ μεταθέσῃ ἐκεῖθεν τὸν Πρόξενον τοῦτον, νὰ ἐπιζητήσῃ δὲ διὰ τῆς τοποθετήσεως Προξένου, μὴ ὑπόπτου εἰς τὰ ὄμματα τῆς τοπικῆς ἀρχῆς, τὴν ἀνύψωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου. Διότι, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπιμένει νὰ ὑποστηρίζῃ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶναι εὐάρεστον εἰς τὴν τοπικὴν ἀρχὴν, ἂς μὴ ἔχῃ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ δίκαια τοῦ Ἑλληνισμοῦ θέλουσιν ὑποστῆ μεγάλας ζημίας.
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ξηρὰ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα, ἦτο ξηρὰ διὰ τοῦτο καὶ μόνον, διότι ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἴπῃ τι πλειότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπον, ἀπαντήσας ὡς ἀπήντησα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, καὶ ἰδίᾳ ἐπὶ τούτου τοῦ θέματος, ὅσον ὀλιγώτερα εἴπῃ τις, τόσον ὀλιγώτερος κίνδυνος βλάβης θέλει προκύψει. Τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἔπαυσεν ἡ Κυβέρνησις λαμβάνουσα ἐκεῖθεν πληροφορίας ἀσφαλεῖς, πληροφορίας λεπτομερεῖς. Πάντα, ὅσα συνέβησαν σχετικῶς πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατωνόμασεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, γνωρίζομεν μετὰ πάσης λεπτομερείας, τακτικῶς δὲ περὶ πάντων τῶν ἐκεῖ συμβαινόντων λαμβάνομεν πληροφορίας λεπτομερεστάτας, διότι, καθὼς καὶ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἀνεγνώρισεν, ὁ ἐν Βιτωλίοις Πρόξενος λογίζεται μεταξὺ τῶν Προξενικῶν ὑπαλλήλων, ὡς εἷς τῶν ἀξίων πάσης ἐκτιμήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ πράγματα ἐν Βιτωλίοις εἰδικῶς καὶ ἐν Μακεδονίᾳ γενικώτερον εὑρίσκονται εἰς θέσιν χείρονα ἢ πρότερον, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἐκεῖ Προξένου, τὴν γενομένην ὑφ’ οὓς ὅρους γινώσκετε, εἶναι τὰ πράγματα εἰς θέσιν χείρονα, τοὐναντίον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Ἕλλην Πρόξενος οὐδέποτε ἔλαβε τοσαύτας ἐνδείξεις σεβασμοῦ ἢ ὅσας μετὰ τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ εἰς Βιτώλια, ὅπου ἐπέμεινεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἐπανέλθῃ. Ἡμεῖς εἴχομεν καθῆκον, ὅτε τοσαῦτα ἀδίκως ἐλέγοντο κατὰ τοῦ Ἕλληνος Προξένου, ν’ ἀποστείλωμεν αὐτὸν ἐκεῖ, καὶ ν’ ἀποστείλωμεν αὐτὸν σπουδαίως, ἵνα μείνῃ ἐκεῖ, μέχρις οὗ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ κατάλληλος ὥρα, ὅπως ἀποσταλῇ εἰς ἄλλην θέσιν, ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε παραλείψει νὰ ἀποστείλῃ αὐτὸν εἰς ἐκείνην τὴν θέσιν, ἐν ᾗ ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ταύτην τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν, ἐν Κωνσταντινουπόλει δὲν ἔχουσι παράπονα σχετικῶς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Προξένου τούτου, ἀλλ’ οὔτε καὶ παράπονα περὶ τῆς διαγωγῆς, ἣν τηρεῖ. Εἰδικῶς δὲ καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἰατροῦ Βούζα καὶ τοῦ ἑτέρου καθειργμένου ὁμογενοῦς, τὸν ὁποῖον διεκδικοῦμεν ὡς Ἕλληνα πολίτην, οὐδεὶς ὑπάρχει νεώτερος λόγος, ὅπως θεωρηθῇ ἀπεγνωσμένη ἡ θέσις αὐτῶν.
§44ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ συνεχίσῃ τὰς πληροφορίας του καὶ περὶ τοῦ Πασχίδου.
§45ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἠγνόουν, ὅτι ἀπέθανεν ὁ Πασχίδης, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ὁ Πασχίδες δὲν ἀπέθανεν, ὤφειλον δὲ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπικυρώσω εἴδησιν, ἥτις διεδόθη εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἐπιστεύθη ἐν τῇ Βουλῇ. Ἤδη προσθέτω, ὅτι νεώτεραι πληροφορίαι ἐνισχύουσι τὰς ἐλπίδας, ὅτι ταχέως τὸ ζήτημα θέλει λάβει λύσιν εὐχάριστον.
§46ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Λίαν εὐχαρίστως ἀκούομεν, ὅτι ἐνισχύονται αἱ ἐλπίδες τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θέλει δοθῆ πέρας εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τῶν δυστυχῶν ἐκείνων. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν ἡμεῖς, εἶναι, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐποχὴν προγενεστέραν οἱ Ἕλληνες ἐν Τουρκίᾳ εὑρέθησαν εἰς τὴν δυστυχῆ αὐτὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται πρό τινων μηνῶν.
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ δεύτερον ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κεφαλληνίας βεβαιοῖ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ὑπῆρξαν ἐν Τουρκίᾳ εἰς τόσον κακὴν θέσιν, ὅσον σήμερον, ἀπὸ τοῦ ἀποκλεισμοῦ καὶ ἐντεῦθεν. Τὸ ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀποκλεισμοῦ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἦσαν εἰς οἰκτρὰν θέσιν ἐν Τουρκίᾳ, εἶναι βεβαιότατον καὶ μέχρι τινὸς φυσικόν· τὸ ὅτι ἔκτοτε ὑπέστησαν πολλὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, εἶναι ἐπίσης βεβαιότατον, ἀλλὰ τὸ ὅτι ἀπό τινος χρόνου ἐν Τουρκίᾳ—καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν δημοσίᾳ—ὑπάρχει τάσις εἰς μείζονα ἀνασκοπὴν πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, εἶναι ὡσαύτως βεβαιότατον, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ σιωπὴ οὐδόλως θέλει συντελέσει εἰς αἰσιωτέραν ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ κρίνει οὕτω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν εἰς τὸ νὰ ἀφήσω αὐτῷ πᾶσαν τὴν εὐθύνην τῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἴσως θὰ μετανοήσῃ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἴσως αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπῆλθον, ὅτι δὲν ἐπροκάλεσεν αὐτὸς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐκ τῆς ὁποίας ἴσως ἠδύνατο ν’ ἀρυσθῇ μικράν τινα δύναμιν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ὅμως τοῦ ἰατροῦ Βούζα, θαυμάζω, πῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εὑρίσκεται εἰς τοσαύτην ἄγνοιαν, ὥστε ν’ ἀμφιβάλλῃ ἀκόμη, ἐὰν ἦναι ὑπήκοος Ἕλλην. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιμένω, ὅτι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ παραμονὴ τοῦ κ. Πανουργιᾶ ἐν Βιτωλίοις θὰ φέρῃ ζημίας εἰς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὰ πλεονεκτήματα αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑπάρχουσι περιστάσεις, αἵτινες σπουδαίως ἐπέδρασαν ἐπὶ τοῦ Προξενικοῦ τούτου ὑπαλλήλου. Ἐὰν ἀναμένῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ παράπονα ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, μάτην καὶ ἐπὶ αἰῶνας θὰ ἀναμένῃ, μάλιστα ἐν ὅσῳ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβεία διευθύνεται, ὅπως διευθύνεται σήμερον. Ἡ ἐπιτόπιος δὲ ἀρχὴ βεβαίως δὲν θὰ ἐκφράσῃ παράπονα, διότι κατώρθωσε νὰ ἐξουδετερώσῃ τὸν Πρόξενον ἐντελῶς· ἢ ὑπάρχει, ἢ δὲν ὑπάρχει, εἶναι ἐντελῶς εἰς αὐτὴν ἀδιάφορον· σήμερον εὑρίσκεται ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἀλλοίμονον δὲ εἰς ἐκεῖνον τῶν ὁμοεθνῶν, ἢ ὑπηκόων Ἑλλήνων, ὁ ὁποῖος ἤθελε προστρέξει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Προξενεῖον! Ἡ τύχη αὐτοῦ θὰ ἦναι ὁμοία μὲ τὴν τύχην τοῦ ἰατροῦ Βούζα καὶ τῶν ἄλλων μαρτύρων!
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1888 ἐκ δραχμῶν 335,110. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικειμένης προχθές, κύριοι Βουλευταί, τῆς τρίτης ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεως ὑπὲρ τοῦ Σπάρταλη, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐθεώρησεν ἑαυτὸν ὑπόχρεων, νὰ ἀναπτύξῃ τὴν γνώμην, ἣν ἐν τῇ ἐκθέσει του εἶχεν ὑποστηρίξει, ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς πιστώσεως ταύτης. Ἐπωφελήθη δὲ, φαίνεται, τοῦ διελθόντος χρόνου, ἵνα ἀντλήσῃ, ἀγνοῶ ἐκ τίνων πηγῶν, πλείστας ὅσας πληροφορίας περὶ τοῦ κ. Σπάρταλη, περὶ τοῦ βίου αὐτοῦ, περὶ τῶν σχέσεων αὐτοῦ, ὡς καὶ ἵνα συλλέξῃ πλεῖστα νέα μέσα καὶ ἐπιχειρήματα, τείνοντα εἰς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του ταύτης, καὶ κατέλθῃ οὕτω πάνοπλος εἰς τὴν συζήτησιν, περὶ ἧς πρόκειται. Βεβαίως, Κύριοι, οὐδὲν δικαίωμα ἔχομεν νὰ παραπονεθῶμεν διὰ τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἤντλησεν ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὁπλοθήκης, ἀλλὰ δυνάμεθα, φρονῶ, νὰ παραπονεθῶμεν διὰ τὰ δημόσια ἔγγραφα, ἅτινα, ἐκ τῶν δημοσίων γραφείων ἐπορίσθη. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἔδει νὰ κατατεθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν ἀπ’ εὐθείας, ἵνα τοιουτοτρόπως γένωνται κοινὰ μέσα τοῦ διεξαγομένου ἀγῶνος, καὶ οὐχὶ νὰ προσάγωνται αἰφνιδίως ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὸ πρῶτον κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε, ἐγὼ, Κύριοι, ἐχάρην μεγάλως διὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι παρέχεται τοιουτοτρόπως νέα καὶ ὅλως ἀνύποπτος ἀφορμὴ νέας, ἐμβριθοῦς καὶ ἐπισταμένης μελέτης τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, καὶ μεταβολῆς ἀκόμη τῆς ἀποφάσεως, ἣν ἡ πλειονοψηφία κατὰ τὴν πρώτην ἰδίως συζήτησιν ἐξεδήλωσεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ νέα μελέτη, ἡ νέα ἐξέτασις δύναται νὰ προκαλέσῃ ἀντίθετον γνώμην καὶ πεποίθησιν. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀσμένως καὶ ἐγὼ λαμβάνω αὖθις τὸν λόγον, ἵνα διὰ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων ὑποβοηθήσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς δικαίας καὶ εὐσυνειδήτου ἀποφάσεως, ἣν ὀφείλουσι νὰ ἐκδηλώσωσιν ἐπὶ τῆς προκειμένης πιστώσεως. Βεβαίως δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς πάσας αὐτοῦ τὰς ἱστορικὰς ἐκδρομάς, περὶ τῶν ἀφορμῶν, ἐξ ὧν παρήχθη ἡ προκειμένη ὑπόθεσις, ἢ ἀκόμη καὶ περὶ τῶν ἐθνωφελῶν ὑπηρεσιῶν, ἃς παρέσχεν εἰς τὸ Κράτος ὁ δικαιοῦχος τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης· πρῶτον, διότι δὲν ἔχω ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τοιαύτην συζήτησιν, καὶ δεύτερον, διότι δὲν βλέπω καὶ τίς ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξετάσεως τῶν ἀντικειμένων τούτων, ποίαν ἐπιῤῥοὴν δύνανται ταῦτα νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ἐκφράσω, Κύριοι, τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν εὐκολίαν, ἵνα μὴ εἴπω ἑτέραν τινὰ λέξιν, μεθ’ ἧς ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ προσάψῃ αἰτιάσεις καὶ μομφὰς καθ’ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ὅσοι ἐκ συμπτώσεως συμμετέσχον εἰς τὴν μελέτην καὶ ἐκτίμησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐφρόνουν, ὅτι ὠφείλομεν νὰ ὦμεν φειδωλότεροι εἰς τὰς μομφὰς καθ’ ὑπαλλήλων, ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπηρετούντων τὸ Κράτος, ἰδίως ὅταν οὐδεμίαν προσάγωμεν ἀπόδειξιν τῶν τοιούτων αἰτιάσεων. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἰσχυρίσθη ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι, ἂν ἐβράδυνεν ὁ Σπάρταλης νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λογαριασμούς του, πταίουσιν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί, αἵτινες δὲν διεβίβασαν εἰς αὐτὸν ἀμέσως τὰς δεούσας ὁδηγίας. Ὅτι, ἂν κακῶς ὑπελογίσθησαν αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Σπάρταλη, πταίουσιν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι, οἵτινες δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει, δὲν ἠξεύρω τίνα κονδύλια, ἅτινα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐθεώρει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα εἶναι ἀναπόδεικτα, δὲν προκύπτουσιν ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων. Τουναντίον ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων προκύπτει, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἀμέλεια, αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸν Σπάρταλην, καὶ εἰς τὴν παράδοξον, τὴν σκανδαλώδη διαγωγήν, ἣν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐτήρησε. Καὶ ἔχω πρόχειρον τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ. Ἔχω ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τυπωθὲν εὐτυχῶς εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐπιθεώρησιν», καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μακαρίτης Νικολόπουλος, γράφων πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος εἰς Λονδῖνον, μέμφεται διὰ βαρειῶν καὶ πικρῶν ἐκφράσεων τὴν ἀκατανόητον ἀμέλειαν τοῦ ὑπολόγου Σπάρταλη, μὴ ὑποβαλόντος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον λογαριασμοὺς τῆς διαχειρίσεως, εἰς ἣν εἶχε προβῆ. (Ἀναγινώσκει): «Παρήλθον, κύριε Πρεσβευτὰ, τοσαῦτα ἔτη ἔκτοτε, καὶ ὁ κ. Πρόξενος, ἐναντίον πάσης προσδοκίας, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς ἐπαναληπτικὰς περὶ ἀκριβοῦς λογοδοσίας προσκλήσεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐπροθυμοποιήθη νὰ ἐκτελέσῃ σπουδαίως τὴν ἀναγκαίαν ταύτην ὑποχρέωσίν του... ἄλλως τε καὶ ἐν ταῖς κοινοτέραις μεταξὺ ἐντίμων ἰδιωτῶν σχέσεσιν ἡ λογοδοσία τῆς χρήσεως ἀλλοτρίας περιουσίας ἐπιβάλλεται, ὄχι μόνον ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς ἠθικῆς...» Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν, ἀναγινώσκων περαιτέρω τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὅπερ εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς ὄψεις πάντων· ἀρκεῖ ὅμως μόνη ἡ ἀνάγνωσίς του, διὰ νὰ κατανοήσῃ τις, πόσον ἄδικοι εἶναι αἱ αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ἄνευ οὐδεμιᾶς δικαιολογίας ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπέῤῥιψε κατὰ τόσων ἐντίμων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὀφείλω ἐπίσης νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διὰ τὴν ἔξαρσιν τῶν ἐκδουλεύσεων, ἃς, κατὰ τὸν κ. Βουλευτήν, προσήνεγκεν, εἰς τὸ Κράτος ὁ Σπάρταλης κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀνατεθείσης αὐτῷ παραγγελίας. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, πᾶς παραγγελιοδόχος εἶναι ὑπόχρεως, δυνάμει τοῦ νόμου, νὰ καταβάλλῃ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς πᾶσαν ἐπιμέλειαν, καὶ βαρεῖαν δύναται νὰ ὑποστῇ εὐθύνην ἐν περιπτώσει καὶ μικρᾶς ἀκόμη ἀμελείας. Ἄν λοιπὸν καλῶς διεχειρίσθη τὰ τῆς ἐντολῆς αὐτῆς ὁ Σπάρταλης, ἐξεπλήρωσεν ἁπλῶς τὸ καθῆκον καὶ πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τὸν νόμον. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς δύναται ἡ τοιαύτη ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος, νὰ ἀναχθῇ μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἐκδουλεύσεως πρὸς τὴν πατρίδα. Ἄν ὁ Σπάρταλης προέβη οἴκοθεν εἰς ἀσφάλειαν τῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀποστελλομένων πλοίων, καὶ δὲν ἔλαβε πρὸς τοῦτο ἐντολὴν, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Βουλευτής, διότι ἐξ ὅσων ἐγγράφων ἔλαβον ὑπ’ ὄψει δὲν ἐξήγαγον τὸ τοιοῦτον, ἂν δὲν ἔλαβεν ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἂν δὲν συνενοήθη μετὰ τῶν ἐν Λονδίνῳ εὑρισκομένων ἀξιωματικῶν πρὸς παραλαβὴν τῶν πλοίων, δὲν ἔπραξεν ὅμως καὶ τότε, ἢ ὅ,τι συνήθως πράττουσιν οἱ παραγγελιοδόχοι, ἀποστέλλοντες τὰ ἐμπορεύματα μετὰ προηγουμένην ἀσφάλειαν. Ἄν ὁ Σπάρταλης εἶχεν ἀσφαλίσει τὸ πλοῖον εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζε, παραδοὺς τὸ πλέον τοῦτο τῆς ἀσφαλείας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὐ μόνον ἐξετέλεσε καθῆκον, ἀλλ’ ἐξετέλεσε πρᾶξιν, τῆς ὁποίας ἡ παράλειψις ἤθελε φέρει κατ’ αὐτοῦ βαρεῖαν ποινικὴν εὐθύνην. Κατακρατῶν μέρος τοῦ ποσοῦ τῆς ἀσφαλείας, ἠδύνατο νὰ καταδιωχθῇ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐπὶ ἀπάτῃ. Τὴν αὐτὴν σημασίαν ἔχει καὶ ἡ ἑτέρα ἐκδούλευσις, ὅτι κατώρθωσε νὰ συμβιβασθῇ μὲ τοὺς κατασκευαστὰς τοῦ «Γεωργίου» εἰς ποσὸν κατώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐγκρίνει ἡ Κυβέρνησις. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἀναφέρονται ὡς τίτλοι τιμῆς πράξεις, ὧν ἡ παράλειψις καὶ ποινικὴν εὐθύνην ἤθελε προκαλέσει, καὶ αἰσχύνην καὶ ὄνειδος εἰς τοὺς διαπράξαντας ἢ παραλιπόντας αὐτὰς ἤθελε προσάψει. Ἀλλὰ καὶ τὰ πλοῖα, ἅτινα κατεσκευάσθησαν μεσολαβήσει τοῦ Σπάρταλη, ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀριστουργήματα τῆς ναυτικῆς τέχνης. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν βέβαια νὰ ἀποφανθῶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων, εἶναι, ὅτι ἓν ἐκ τῶν πλοίων, μόλις κατεσκευάσθη, ἐναυάγησεν, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, ὅτι ἕτερον πλοῖον, «ὁ Γεώργιος», τοσοῦτον ἀτελῶς καὶ ἐναντίον τῶν ὅρων κατεσκευάσθη, ὥστε ἐδέησε νὰ προβῶσιν εἰς σπουδαιοτάτην αὐτοῦ ἐπισκευὴν, ἡ ὁποία ἐστοίχισε νέαν δαπάνην εἰς τὸ ταμεῖον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔκτακτος ἱκανότης τοῦ Σπάρταλη. Ἀλλὰ, ἐπὶ τέλους, πρὸς τί πάντα ταῦτα; Ὑποθέτω, ὅτι ὁ Σπάρταλης προσέφερε σπουδαιοτάτας πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὑπηρεσίας· τί σχέσιν ἔχουσι πάντα ταῦτα μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα; Θέλετε νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν Σπάρταλην ἀμοιβὴν τῶν ἐκτάκτων τούτων ἐκδουλεύσεων, νὰ δωρήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου; Τότε ἔστε εἰλικρινεῖς, δηλώσατε, ὅτι αἱ ἀξιώσεις τοῦ Σπάρταλη δὲν ὑφίστανται νομίμως, ἀλλ’ αἱ ἐκδουλεύσεις αὐτοῦ πρὸς τὸ Κράτος ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον, νὰ παρίδῃ τὸ Κράτος τὰ δικαιώματά του, νὰ μὴ προτείνῃ τὴν παραγραφὴν, καὶ νὰ παραδώσῃ εἰς αὐτὸν, ὅ,τι ζητεῖ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἠθέλομεν προβῆ καὶ ἡμεῖς εἰς μείζονα ἐξέτασιν τῶν ἐκδουλεύσεων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἔρχεσθε καὶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι δικαιοῦται ὁ Σπάρταλης νὰ λάβῃ χρήματα παρὰ τοῦ Δημοσίου, πρόκειται δὲ νὰ δώσητε ταῦτα εἰς τοὺς δανειστὰς αὐτοῦ. Ἀλλὰ τότε τίνα σημασίαν ἔχει τὸ ζήτημα, ἂν ἔχῃ ἐκδουλεύσεις πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὁ Σπάρταλης; Μάτην λοιπὸν, νομίζω, κατηνάλωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς τοσοῦτον χρόνον, ἀναπτύσσων ἀντικείμενα καὶ ζητήματα, ἅτινα οὐδ’ ἐλαχίστην ἠδύναντο ν’ ἀσκήσωσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐκ δύο μόνον ζητημάτων ἐξαρτᾶται: αʹ) δικαιοῦται ἀληθῶς νὰ λαμβάνῃ ὁ Σπάρταλης παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὁποῖον ποσόν; καὶ βʹ) μήπως κατέστη ἔκπτωτος νὰ λάβῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, ὅπερ ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ; Ἐκ τῆς λύσεως τῶν δύο τούτων ζητημάτων ἐξαρτᾶται ἡ ὑμετέρα ἀπόφασις, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ εἰς ταῦτα τὰ δύο ζητήματα θέλω ἐπιμείνει, ἵνα πείσω ὑμᾶς, ὅτι, ἂν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τι ὁ Σπάρταλης, τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἐλάχιστον· καὶ τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο δυνάμει τῶν νόμων δὲν δύναται νὰ τὸ λάβῃ. Δὲν θέλω, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ ἐπαναλάβω πρὸς ὑμᾶς τὰς ἀφορμὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων συνήφθη ἡ περὶ ἧς πρόκειται νομικὴ σχέσις μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ Σπάρταλη. Ἀνετέθησαν εἰς αὐτὸν παραγγελίαι περὶ κατασκευῆς πλοίων καὶ προμηθείας ὑλικοῦ. Ἕνεκα τούτου ἐπῆλθε δοσοληψία. Τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔστειλεν εἰς αὐτὸν μεγάλα χρηματικὰ ποσά. Παρατηρῶ μάλιστα, ὅτι μικρὸν μέρος τῶν χρημάτων τούτων κατώρθωσε νὰ ἀναλάβῃ τὸ Δημόσιον ταμεῖον συνεπείᾳ κατασχέσεως παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Ἀφ’ ἑτέρου ὁ Σπάρταλης προέβη εἰς διαφόρους δαπάνας, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς. Ποῖον τὸ ἐξαγόμενον αὐτῆς τῆς δοσοληψίας; καὶ, πρότερον, τίς εἶναι ἁρμόδιος, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ἀποφασίσῃ ὁριστικῶς περὶ τοῦ ἐξαγομένου τούτου; Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ μετὰ πάσης θετικότητος ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἁρμοδία ἀρχὴ πρὸς ἐξέτασιν τῆς δοσοληψίας καὶ προσδιορισμὸν τοῦ ἐξαγομένου αὐτῆς εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἴτε ὑπάλληλος, εἴτε ἰδιώτης εἶναι ὁ διαχειρισθείς· καὶ μάλιστα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ ἄρθρον 16 τοῦ περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμου, καθ’ ὅ, ὡς ἐκ μόνης τῆς ἀναγνώσεως ἐξήγαγεν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ αὐτοὶ οἱ ἰδιῶται, ὅταν κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως προβαίνωσιν εἰς διαχείρισιν, ὑπάγονται εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἐγὼ τολμῶ νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, νὰ μὴ νομίζῃ τόσον εὐχερῆ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων ἐκ μόνης τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν, διότι τῆς γνώμης, ἣν ὑπεστήριξεν, ἐναντίαν ἔχει ὁ ἡμέτερος Ἄρειος Πάγος. Ἐπρόκειτο εἴς τινα δίκην περὶ κατασκευῆς πάλιν πλοίων ἐν Ἀμερικῇ, νομίζω, κατὰ τὸν ἀγῶνα, καὶ ὁ λαβὼν τὴν παραγγελίαν τῆς κατασκευῆς αὐτῶν—ὑποθέτω δὲ, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ πατρὸς τοῦ ὑμετέρου συναδέλφου κυρίου Κοντοσταύλου,— κατελογίσθη ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διὰ σπουδαῖα ποσά· προσέφυγεν ὅμως εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ οὗτος, λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 16, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, καὶ διάφορα ἄλλα ἄρθρα, σχετικά, τῆς νομοθεσίας, συνήγαγε τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὐδέποτε ὁ ἰδιώτης δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καίπερ λαβὼν ἐντολὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι ἡ αὐτὴ ἀρχὴ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ὅταν ὑπάλληλος ἦναι ὁ λαβὼν ἐντολήν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐντολῆς, ἐντελῶς ξένης τῶν δημοσίων αὐτοῦ καθηκόντων, ὁποίαν ὁ Σπάρταλης ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Καὶ ὑποθέτω, ὅτι τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχε καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι βλέπετε, ὅτι πρὸ τόσων ἐτῶν εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ οὐδεὶς διενοήθη νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἠκούσατε, ὅτι διωρίσθησαν ἐλεγκταὶ, ἠκούσατε, ὅτι ἐγένοντο Ἐπιτροπαὶ πολυμελεῖς, πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν, καὶ ὅτι πολὺ βραδύτερον ἐσκέφθησαν νὰ ὑποβάλωσι τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς εἰς τὸ Συνέδριον! Ἐγένετο μάλιστα ἡ ὑποβολὴ αὕτη μετὰ συνεννόησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ὅτι ἡ τοιαύτη ὑποβολὴ εἶναι τὸ μόνον μέσον πρὸς ὑπεκφυγὴν τοῦ σκοπέλου τῆς παραγραφῆς, ἣν ἠδύνατο νὰ προτείνῃ τὸ Δημόσιον κατὰ τῆς ἀπαιτήσεως. Ταῦτα ἐκτίθενται εἰς διακοίνωσιν ἐπίσημον τοῦ κ. Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γράψῃ ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας πρὸς Πρωθυπουργὸν, ὡς ὑπ’ αὐτοῦ τούτου λεχθέντα, πράγματα μὴ ἀληθῆ, ὅταν μάλιστα ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν προσάγῃ τοὐλάχιστον ἔγγραφόν τι, δι’ οὗ ἀνῄρεσε τὰ ἐν τῇ διακοινώσει τοῦ κ. Πρέσβεως ἀναφερόμενα. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι, κατ’ ἐμὲ, οὐσιῶδες. Τὸ Συνέδριον ἐθεωρήσατε ἁρμόδιον νὰ λύσῃ ὁριστικῶς τὴν διαφορὰν ταύτην. Τὸ Συνέδριον ἐξέδοτο περὶ αὐτῆς δύο ἀποφάσεις, τὴν πρώτην, δι’ ἧς περιώρισε τὰς ἀπαιτήσεις, τὴν δευτέραν συνεπείᾳ ἀναθεωρήσεως. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ὁ Σπάρταλης, κατὰ τὴν δευτέραν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον λίρας Ἀγγλικὰς 6,422. Ἡ ἀπόφασις αὕτη κατὰ τὸν περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νόμον, εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς ἐνδιαφερομένους, καὶ μάλιστα κατὰ τὸ ἄρθρον 20 «αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου ἐνεργοῦνται εὐθύς· ἔκκλησις εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια δὲν συγχωρεῖται.» Ἀπεφάνθη λοιπὸν τὸ Συνέδριον, ὅτι ὁ δικαιοῦχος αὐτὸς δικαιοῦται νὰ λάβῃ 6,422 λίρας. Ἐρωτῶ, διατὶ ἐν τῇ πιστώσει, ἣν ζητεῖτε, δὲν περιορίζεσθε εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλὰ προσθέτετε καὶ ἕτερον ποσὸν τόκων; Δὲν ἀπεφάσισεν ἆρα τὸ Συνέδριον περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου; Ἀπεφάνθη, Κύριοι, θετικῶς καὶ ῥητῶς, ὅτι «ἀπαιτεῖ ὁ Σπάρταλης τόκους, ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησίς του δὲν εἶναι νόμιμος, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἀποῤῥίπτω.» Ἀκούσατε, Κύριοι (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ τόκος δὲν ὀφείλεται εἰς ὄφελος τῶν πιστωτῶν τοῦ Κράτους, παρεκτὸς ἂν ὀφείλεται δυνάμει τῶν νόμων ἢ ῥητῆς συμφωνίας. Ἐπειδὴ ἐπὶ τῶν προκειμένων λογαριασμῶν οἱ σημειούμενοι εἰς πίστωσιν τοῦ ὑπολόγου, ὡς καὶ τοῦ Δημοσίου, τόκοι δὲν στηρίζονται οὔτε εἰς νόμον, οὔτε εἰς ῥητὴν συμφωνίαν, θεωροῦνται ἀπαράδεκτοι καὶ συνεπῶς ἀποῤῥιπτέοι.» Ἡ ἀπόφασις λοιπὸν τοῦ Συνεδρίου, μὴ ἀναθεωρηθεῖσα ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ ἑπομένως ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος διὰ τὸν Σπάρταλην, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ περὶ τόκων ἀπαίτησίς του ἀπεῤῥίφθη. Πῶς, ἐρωτῶ, ὑποβάλλετε σεῖς, οἱ φρονοῦντες, ὅτι εἶναι ἁρμόδιον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ ὀφείλοντες νὰ σεβασθῆτε τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, πῶς ὑποβάλλετε εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τόκων; Τὸ ζήτημα τῶν τόκων, ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς, δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συνεδρίου· ἀλλὰ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα ἀποφαίνονται, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν τόκων ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἀπεῤῥίφθη ὑπ’ αὐτοῦ. Ὑπεβλήθη δὲ εἰς τὸ Συνέδριον καὶ τὸ παράγον τοὺς τόκους κονδύλιον, ἤγουν ἐκεῖνο, ὅπερ ἀφῄρεσεν ἡ Κυβέρνησις διὰ κατασχέσεως ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τὸ κονδύλιον τοῦτο περιελήφθη εἰς τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ Σπάρταλης, ὡς ἓν τῶν κονδυλίων τῆς πιστώσεώς του, μετὰ τῶν λοιπῶν, ἅτινα ἐδαπάνησε διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων, ἢ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ. Πῶς λοιπὸν εἰσάγετε ἐκ νέου πίστωσιν περὶ τόκων; πῶς δὲν σέβεσθε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε; Ἀλλὰ τί ἰσχυρίζονται; Οἱ τόκοι, λέγουσιν, οὓς ἡμεῖς ζητοῦμεν, δὲν εἶναι τόκοι, ἀλλ’ ἀποζημίωσις. Διατὶ εἶναι ἀποζημίωσις; Διότι αὐθαιρέτως τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε τὸ κεφάλαιον, καὶ ἑπομένως ὀφείλει νὰ ἀποζημιώσῃ, πληρόνον τοὺς τόκους, οὓς ὁ Σπάρταλης ἐστερήθη. Ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις αὕτη εἶναι ἐκείνη, ἥτις ὑπεβλήθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἀπεῤῥίφθη παρ’ αὐτοῦ, ἑπομένως ἡ ἀπαίτησις αὕτη δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ ἐκ νέου ὑπὸ ἄλλην τινὰ μορφήν. Καὶ ὅταν ὁ Σπάρταλης ἐζήτει ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου τόκους, οὐδὲν ἄλλο ἐζήτει ἢ ἀποζημίωσιν διὰ τὴν στέρησιν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον τῷ ἀφῃρέθη, ἀφοῦ δὲ ἡ ἀπαίτησις ἀπεῤῥίφθη, ὑπ’ οὐδεμίαν μορφὴν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ πλέον ὑπὸ συζήτησιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν, ἂν ἦναι βάσιμος ἡ ἀπαίτησις καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἀποζημιώσεως, ἣν προσεπάθησαν ἐπιτηδείως νὰ δώσωσιν εἰς αὐτήν. Ἵνα πείσῃ ἡμᾶς ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ ζητουμένη ἀποζημίωσις εἶναι ἕτερόν τι, ἄσχετον μὲ τὸν τόκον, ἀνέφερε διάφορα παραδείγματα. «Ὑποθέσατε, εἶπεν, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εἶχε κατάσχει χρήματα, ἀλλ’ ἀκίνητόν τι· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὸ ἀκίνητον ἐξεποιήθη, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν;» Ἐγὼ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου παραδείγματος ἀπαντῶ ὡς ἑξῆς. Ὑποθέσατε, ὅτι λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καταλαμβάνει τὸ Δημόσιον ἀκίνητον κτῆμα· ὁ ἰδιοκτήτης αὐτοῦ ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν ἀπὸ τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὁποία εἶναι ἡ ἀποζημίωσις; Ἡ ἀποζημίωσις συνίσταται εἰς μόνην τὴν ἀξίαν τοῦ ἀκινήτου. Ἐὰν τὴν ζητήσῃ ἀμέσως δι’ ἀγωγῆς, ἄρχεται κατὰ τὸν νόμον ἡ πληρωμὴ τόκων ἐπὶ τῆς ἀξίας, ἐὰν ὅμως δὲν τὴν ζητήσῃ ἀμέσως, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τοὺς τόκους ἀπὸ τῆς ἀφαιρέσεως, διότι νόμος τοῦ Κράτους διατάσσει ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ὀφείλει τόκους, εἰμὴ μόνον, ὅταν ἐγερθῇ ἀγωγή. Ὅπως λοιπὸν ἐπὶ ἀφαιρέσεως χρημάτων, οὕτω καὶ ἐπὶ ἀδίκου ἀφαιρέσεως ἀκινήτων, μόνον τὴν ἀξίαν τοῦ ἀφαιρεθέντος δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ὁ ἰδιοκτήτης ὡς ἀποζημίωσιν, τόκους δὲ ἐπὶ τῆς ἀξίας ταύτης μόνον ἀπὸ τῆς ἐγέρσεως τῆς ἀγωγῆς. Βλέπετε, ὅτι, ὑφ’ οἱανδήποτε μορφὴν καὶ ἂν ἐξετάσητε τὸ ζήτημα τῶν τόκων, δὲν εἶναι δυνατὸν, δικαίως καὶ εὐσυνειδήτως κρίνοντες, νὰ ὑποχρεώσητε τὸ Δημόσιον εἰς πληρωμὴν αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ Δημόσιον διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κηρύσσεται ὑπόχρεων, νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν Σπάρταλην προμήθειαν 2 χιλιάδων τόσων λιρῶν· εἶναι βάσιμος ἡ ἀπαίτησις αὕτη τοῦ κ. Σπάρταλη; Ἠδύνατό τις νὰ μοὶ ἀντιτάξῃ, ὅτι ἐγὼ, ἀμφισβητῶν τὸ βάσιμον τῆς προμηθείας, δεικνύω ἐπίσης ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις παρεγράφη, ὅπως καὶ κατόπιν θέλω ἀναπτύξει· ἔχομεν λοιπὸν δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν βάσιμος καὶ ὀρθὴ κατ’ οὐσίαν ἦναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου, ἵνα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σκεφθῶμεν, ἂν δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν ἐπιεικῆ τινα λύσιν τῆς ὑποθέσεως, ἐὰν δηλαδὴ δυνάμεθα νὰ παραβλέψωμεν τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς. Ἀλλ’ ἴσως οὐδὲ εἰς τοιοῦτον ἔλεγχον ἠθέλομεν ὑποβάλει τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀποφάσεως, ἐκδοθείσης κατὰ τὰς συνήθεις διατυπώσεις, καθ’ ἃς ἐκδίδονται αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν δύο ἀντιφατικὰς ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου, διὰ τῆς πρώτης τὸ Συνέδριον ἀποφαίνεται, ὅτι εἶναι ἀναρμόδιον νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἀπαιτήσεως τῆς προμηθείας· ἰδοὺ αἱ σκέψεις τῆς πρώτης ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ τὸ Συνέδριον, κατὰ τὸ ἄρθρ. 16 τοῦ Καταστατικοῦ του, ἁρμόδιον εἶναι νὰ ἐξετάζῃ, ἐλέγχῃ καὶ κρίνῃ τὸν λογαριασμὸν ὅλων, ὅσοι, δυνάμει τῆς ὑπηρεσίας των, ἢ δυνάμει εἰδικῶν παραγγελιῶν,..... εἰσπράττουν ἢ ἐξοδεύουν χρήματα, διὰ τὰ παρ’ αὐτῶν εἰσπραττόμενα καὶ πληρονόμενα ποσά. Ἐπειδὴ τὰ διὰ τὴν προμήθειαν τῶν κατασκευασθέντων τριῶν πλοίων «Γεωργίου», «Ἀμφιτρίτης» καὶ «Κρήτης» ἐμπεριλαμβανόμενα εἰς πίστωσιν τοῦ ὑπολόγου εἰς τὸν προκείμενον λογαριασμὸν ποσὰ ἐκ λιρῶν 2,309 ἐμφαίνουν ἀπαίτησιν ἐμπορικῆς φύσεως καὶ οὐχὶ δικαίωμα διαχειριστοῦ, καὶ ὡς τοιαύτην διαφεύγουσαν τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συνεδρίου, ἑπομένως δέον νὰ ἐκπεσθῶσιν ἐκ τῆς πιστώσεώς του.» Διαῤῥήδην κηρύσσει τὸ Συνέδριον, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἁρμοδιότητα ν’ ἀποφαίνηται περὶ τοιούτου ζητήματος. Καὶ ὅμως βραδύτερον ἐκδίδεται ἑτέρα ἀπόφασις, ἡ ὁποία, λησμονοῦσα τὴν ἀρχὴν, τὴν τεθεῖσαν ὑπὸ τῆς πρώτης ἀποφάσεως, οὐ μόνον ἀναγνωρίζει ἁρμοδιότητα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, νὰ ἀποφαίνηται περὶ προμηθείας, ἀλλὰ καὶ ἐπιδικάζει τοιαύτην. Πῶς λοιπὸν ἡμεῖς ν’ ἀποδεχθῶμεν, νὰ παράσχωμεν πλῆρες κῦρος εἰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, οὕτως ἐκδοθείσας καὶ οὕτως ἀντιφατικὰς πρὸς ἀλλήλας; Ὅταν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξεδόθη ἡ δευτέρα αὕτη ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διεβίβαζεν ἔγγραφα ἐπὶ ἐγγράφων εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, συνιστῶν τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, καὶ ἐπισυνῆπτεν εἰς αὐτὰ τὰς διακοινώσεις τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, αἵτινες, ἀπειλητικώτεραι ἡ μία τῆς ἄλλης, ἐπίεζον τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Σπάρταλη, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἐκείνοις ῥητῶς ἐπεσείετο κατὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὸ φάσμα τῶν διπλωματικῶν ἐπεισοδίων, τότε νομίζω, ὅτι θέλομεν παραλείψει καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, μὴ ὑποβάλλοντες, ἀντιθέτως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου, τὴν γνώμην, ὅτι οὐδέποτε ὠφείλετο προμήθεια εἰς τὸν Σπάρταλην. Καὶ ἀληθῶς, ἂν ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καθ’ ἑαυτὸ καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, θέλομεν ἀνεύρει, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἦτο ὑπάλληλος τοῦ Κράτους καὶ ἐλάμβανεν ἐντολὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ ἐκτελέσῃ ῥητὰς παραγγελίας, καὶ ὅτι ὡς τοιοῦτος ὁ Σπάρταλης ἐθεωρήθη ὑπόλογος τοῦ Κράτους καὶ εἰσήχθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐθεωρήθη ὡς ὑπάλληλος καὶ ὑπόλογος, ἐρωτῶ, ἔχουσιν οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ὑπόλογοι τοῦ Κράτους τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσι προμήθειαν ἐπὶ τῶν διαχειρήσεων, ἃς ἐποιήσαντο; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔχωσι τοιοῦτον δικαίωμα, ἔχομεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου προφανῶς ἀναντίῤῥητον τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ Σπάρταλης οὐδέποτε ἐνόησε νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ προμηθείᾳ. Ἐπανειλημμένως ἀνεγνώσθη ἡ περὶ τούτου ἐπιστολὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ῥητῶς καὶ διαῤῥήδην ἔλεγεν, ὅτι οὐδέποτε κατεδέχθη νὰ ζητήσῃ προμήθειαν, καὶ ἀπῄτει μόνον τὴν τακτικὴν ἀποστολὴν τῶν ἐμβασμάτων. Ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει μεταγενεστέρα ἐπιστολὴ, δι’ ἧς δὲν παραιτεῖται ἐντελῶς τῆς ἀξιώσεως περὶ προμηθείας, ἀλλὰ διαθέτει αὐτὴν ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν σκοπῶν, καὶ νομίζει, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Σπάρταλης μετέβαλεν ἐν μέρει γνώμην, δὲν πρόκειται πλέον περὶ μὴ ὀφειλῆς προμηθείας, ἀλλὰ περὶ δωρεᾶς αὐτῆς, καὶ ἐξετάζει ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, ἐὰν ᾖναι ἔγκυρος, ἢ ὄχι, ἡ δωρεὰ αὕτη! Βεβαίως εὑρίσκεται εἰς πλάνην ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι δὲν ὀφείλεται προμήθεια, ἕνεκα τῆς γενομένης περὶ τούτου συμφωνίας, διότι ἡ προμήθεια εἶναι ὁ κανὼν ἐπὶ ἐμπορικῶν παραγγελιῶν, εἶναι δὲ ἡ ἐξαίρεσις ἐπὶ ἀστικῶν παραγγελιῶν· ὥστε ἡ συμφωνία τῶν ἐνδιαφερομένων εἶναι ἡ κανονίζουσα τὸ ζήτημα, ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου εὑρίσκομεν συμφωνίαν, ὅτι δὲν ὀφείλεται προμήθεια. Πρόκειται λοιπὸν, οὐχὶ περὶ δωρεᾶς ὀφειλομένης προμηθείας, μὴ ἀποδεχθείσης, ἢ δυναμένης νὰ ἀνακληθῇ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐκτιμήσεως τῆς συναφθείσης συμβάσεως, ἥτις ἐκτίμησις ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Σπάρταλης δὲν δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ προμήθειαν. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἀμφίβολος εἶναι ἡ ἐκτίμησις τῆς γενομένης συμφωνίας, ἐρωτῶ ὑμᾶς, οἵτινες ὑπεβάλατε τὸ ζήτημα εἰς τὸν Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ τὸ ὑπεβάλατε μάλιστα συνεπείᾳ αἰτήσεως ἀναθεωρήσεως ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, διατὶ εἰς τὸ Συνέδριον δὲν ὑπεβάλατε αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμὸν, τὸν γνωστὸν ὑμῖν, ὅτι ὁ Σπάρταλης παρῃτήθη τῆς ἀπαιτήσεως προμηθείας, ὡς καὶ τὰ ἀποδεικνύοντα τὴν παραίτησιν ἔγγραφα, ἵνα ἐξετάσῃ τὸ Συνέδριον, ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ παραίτησις, ἢ ὄχι; Ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν ὑπεβάλατε τὸ περὶ παραιτήσεως τῆς προμηθείας ζήτημα εἰς τὸ Συνέδριον, ἀλλ’ ἐλύσατε ὑμεῖς αὐτοὶ τὸ περὶ προμηθείας ζήτημα, περὶ οὗ ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσῃ τὸ Συνέδριον! Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ ζήτημα, ὅπερ ἦτο ἐπίδικον εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ ἐξεδόθη πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς τοῦτο ἀποφαίνεται, ὅτι, ἐξετάσαν τὴν ὑπόθεσιν, ἐπείσθη ὅτι ὀφείλεται προμήθεια, καὶ ὥρισε καὶ τὸ ποσὸν αὐτῆς! Καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον—τὸ λέγω, Κύριοι, πρὸς τιμήν του—δὲν ὑπέκυψεν εἰς τὴν πίεσιν τῆς Κυβερνήσεως, εἰμὴ, ὅταν αὐτὸ τὸ Δημόσιον ἀνεγνώρισεν, ὅτι ὀφείλει νὰ πληρώσῃ προμήθειαν. Εἰς οἱονδήποτε Δικαστήριον ἐὰν μεταβῆτε, καὶ ὁμολογήσητε τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἀντιδίκου ὑμῶν, δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ ἐξέλθητε νικηταί. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐρωτῶ ὑμᾶς, δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὑπάρχει δεδικασμένον περὶ ὀφειλῆς προμηθείας; Δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ὀφείλεται πράγματι προμήθεια; Νομίζω, ὅτι ἀναντιῤῥήτως θὰ φθάσητε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὐδεμία ὀφείλεται προμήθεια. Ὅταν οὕτω λυθῶσι τὰ δύο ταῦτα ζητήματα τῆς ὑποθέσεως, περὶ ὀφειλῆς τόκου καὶ ὀφειλῆς προμηθείας, γνωρίζετε εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα περιαγόμεθα; περιαγόμεθα εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον ἐνήργησε κατάσχεσιν εἰς χεῖρας τῆς Τραπέζης καὶ ἔλαβε παρ’ αὐτῆς 6 χιλιάδας λίρας, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ Σπάρταλης ὤφειλεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον 2,155 λίρας. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀναμφισβήτητον· λάβετε τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ὁριστικῶς κηρύττει τὸν Σπάρταλην δικαιοῦχον διὰ 6,400 λίρας, ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο τὴν προμήθειαν, τὴν μὴ ὀφειλομένην, καὶ θέλετε φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ Σπάρταλης δικαιοῦται λαμβάνειν 4,113 λίρας. Ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο περιέχεται τὸ κονδύλιον, ὅπερ ἀφῄρεσεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, τῶν 6,000 λιρῶν· ὅθεν, ἀφαιρουμένου καὶ αὐτοῦ τοῦ κονδυλίου, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ κατάσχεσις, τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ 2,155 λίρας, ἐξ ἀγνοίας δὲ τῶν λογαριασμῶν, οὓς αὐτὸς ὁ Σπάρταλης αὐθαιρέτως ἐπέμενε μὴ ὑποβάλλων, ὑπέλαβε τὸ Δημόσιον ἑαυτὸ δικαιοῦχον ἀνωτέρου ποσοῦ, καὶ ἔλαβε διὰ κατασχέσεως, ἀντὶ τῶν πράγματι ὀφειλομένων αὐτῷ 2,155 λιρῶν, πλέον τῶν 6 χιλιάδων. Ὥστε, συμφώνως μὲ τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὑποβληθέντας, συμφώνως μὲ τὰς γενομένας ἐξελέγξεις, ὧν τὴν ἀκρίβειαν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐξελέγξω, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ Δημόσιον ταμεῖον εἰσέπραξε κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1874 ἀπὸ τὴν Τράπεζαν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Σπάρταλη περίπου 4,000 λίρας πλέον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ παρ’ αὐτοῦ. Καὶ μὴ λαμβανομένης λοιπὸν ὑπ’ ὄψει τῆς παραγραφῆς, τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐξετάσεως ἀποδεικνύει, ὅτι σήμερον δὲν ὀφείλει τὸ Δημόσιον εἰς τὸν Σπάρταλην, εἰμὴ 4,155 λίρας. Ἀλλὰ δικαιοῦται ὁ Σπάρταλης νὰ ζητήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἢ μήπως κατέστη ἔκπτωτος, λόγῳ παραγραφῆς; Ἀναμφιβόλως οὐδὲν δικαιοῦται λαβεῖν, διότι ἡ ἀπαίτησίς του παρεγράφη. Πότε δὲ συμπληροῦται ἡ παραγραφὴ τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης; Ὀφείλω νὰ προβῶ εἰς ἀναπτύξεις τινὰς περὶ τούτου, διότι καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν ταῖς ἀγορεύσεσί των ἐκθέτουσι θεωρίας περὶ παραγραφῆς, ἃς αὐτοὶ ἐδημιούργησαν· τίς, λέγουσιν, ἰσχυρίσθη, ὅτι διὰ τὰ ἀφαιρεθέντα παρανόμως χρήματα τοῦ Σπάρταλη τρέχει πενταετὴς παραγραφή; Ἀπαντῶ, ὅτι πάντες τὸ ἰσχυρίζονται, καὶ ἴσως μόνος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἀρνεῖται. Πᾶν χρέος τοῦ Δημοσίου, ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας προερχόμενον, ἐὰν δὲν ζητηθῇ ἐντὸς τῆς πενταετίας, παραγράφεται, ἑπομένως καὶ ἡ ἐκ τῆς ἀδίκου κατασχέσεως ἀπαίτησις τοῦ Σπάρταλη. Ὥστε οὐδεμίαν ἔχει ὑπόστασιν ἡ θεωρία, ἣν ἐκθέτει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Περὶ τοῦ χρήματος δὲ τούτου οὐδεὶς ἀξιοῖ, ὅτι χωρεῖ παραγραφή· εἶναι χρῆμα κατεσχημένον, ἀφαιρεθὲν ἀδίκως, τὸ ὁποῖον διατελεῖ ἔτι ὑπὸ κατάσχεσιν, καὶ πρόκειται σήμερον νὰ βεβαιωθῇ, ἐὰν ἡ κατάσχεσις ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς ἐγένετο. Ὡς πρὸς τὸ χρῆμα ἄρα τοῦτο τὰ τῆς παραγραφῆς τῶν λογαριασμῶν ἀνατρέχουσιν εἰς τὸ ἔτος 1874, ὅτε οὐδεμία ὑπῆρχε παραγραφή.» Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη. Πᾶν χρέος τοῦ Δημοσίου, ἐξ οἱασδήποτε προερχόμενον αἰτίας, παραγράφεται μετὰ παρέλευσιν πενταετίας. Ὅθεν καὶ ἡ ἀπαίτησις αὕτη, ἡ ἐκ τῆς κατασχέσεως γεννηθεῖσα, τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1879, ὅτε συνεπληρώθη ἡ πενταετία ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τῶν χρημάτων, παρεγράφη. Ἀλλ’ ἀντιλέγουσιν, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἦτο ὑπόλογος, καὶ κατὰ τῶν ὑπολόγων δὲν δύναται ν’ ἀρχίσῃ παραγραφή. Εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην δὲν ἀντιτάσσω τὴν ἰδίαν μου γνώμην, ἀλλὰ τὴν γνώμην συγγραφέως, ὅστις ἐπραγματεύθη περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων, καὶ ἀποφαίνεται ῥητῶς, ὅτι ἡ παραγραφὴ ἐφαρμόζεται πληρέστατα ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπολόγων (Dalloz tresor public, No 1006)....
§51ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς γίνεται παρ’ ἡμῖν;
§52ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ λογιστικὸν σύστημα τῆς Γαλλίας, οἱ νόμοι ἡμῶν εἶναι μετάφρασις τῶν Γαλλικῶν, καὶ πᾶσα γνώμη, ἐν Γαλλίᾳ ἐπικρατοῦσα, εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ δι’ ἡμᾶς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπικαλεῖσθε διαφορὰν νομοθεσίας.
§53ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις καθ’ ἡμέραν ἔχομεν ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου, αἱ ὁποῖαι, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἐμεσολάβησε πενταετία, ἢ ὄχι....
§54ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατ’ οὐσίαν ὑπάρχει ὀφειλή;
§55ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλονται.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὸν λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως. (Διάλογοι).
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω, ὅτι κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Σπάρταλη καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῶν γενομένην ἐξέλεγξιν ὀφείλονται 4,155 λίραι ἀπὸ τῆς 14 Σεπτεμβρίου 1874, ὅτε ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἑπομένως, παρελθούσης ἤδη δεκαπενταετίας, ἡ ἀπαίτησις ἐντελῶς παρεγράφη......
§58ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἑπομένως ὑπάρχει ὀφειλή.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις.
§60ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον, νὰ προβῇ εἰς εὐρυτέρας ἐρεύνας περὶ τοῦ ζητήματος τῆς παραγραφῆς. Ἐπεχείρησε νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου καὶ ἰδίως τὸ ἄρθρον 70. Τὰ ἐμπόδια ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν, περὶ ὧν πραγματεύεται τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐπεκτείνονται, κατὰ τὸν κ. Βουλευτήν, οὐ μόνον εἰς τὴν πληρωμήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀπαιτήσεως. Ἐγὼ, Κύριοι, τὴν ἀντίθετον γνώμην τῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐστήριξα εἰς τὸν νόμον, εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῆς πενταμελοῦς Ἐπιτροπῆς, ἧς τρία μέλη ἦσαν Νομικοὶ Σύμβουλοι, καὶ εἰς τὴν εἰδικὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, νὰ χαίρῃ ἡ γνώμη του μείζονα αὐθεντίαν τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν ἀντίθετον ἰδέαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῆς γνώμης του καὶ τὴν ἀπόφασιν 49 τοῦ 1870 τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθ’ ἣν ἀληθῶς ἀλλοία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 70. Ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν ταύτην παρατηρῶ, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε δηλώσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ περὶ παραγραφῆς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἀργὰ ἐγνώσθησαν καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου, ὅπερ εἶναι βεβαίως λυπηρὸν διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν δημοσίων συμφερόντων, μόλις κατὰ τὸ 1868 ...
§61ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1865.
§62ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἡ ἀπόφασις τοῦ 1870 θὰ ἦτο ἴσως ἡ πρώτη ἀπόφασις, δι’ ἧς ὁ Ἄρειος Πάγος ἐκλήθη νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰς περὶ παραγραφῆς διατάξεις. Ἐν τούτοις δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω, τίς γνώμη εἶναι ὀρθοτέρα, διότι καὶ κατὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ὁ κ. Βουλευτής, ἡ παραγραφὴ ἐπὶ τῆς περὶ ἧς πρόκειται ἀπαιτήσεως πρὸ πολλοῦ συνεπληρώθη. Τί λέγει ἡ ἀπόφασις; Ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ πιστοποιητικοῦ ἀνεγνώρισε τὴν ἀπαίτησιν τοῦ δικαιούχου, δὲν ἠδυνήθη δὲ νὰ πληρώσῃ αὐτὴν ἐμπροθέσμως, δι’ ἔλλειψιν πιστώσεως. Ἕνεκα τῆς ῥητῆς ταύτης ἀναγνωρίσεως καὶ τῆς ἐλλείψεως πιστώσεως, παρεδέχθη, ὅτι ἡ μὴ πληρωμὴ προῆλθεν ἐξ ἐμποδίων τῶν ἀρχῶν. Ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην ἀπαίτησιν τοῦ Σπάρταλη συντρέχουσιν ἆρά γε οἱ ὅροι ἐκεῖνοι; Ἀνεγνώρισε κἀνεὶς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Σπάρταλη, πλὴν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον τὴν ἀνεγνώρισε κατὰ τὸ 1888; Οὐδείς. Τὸ Δημόσιον ἐνησχολεῖτο εἰς ἀδιάλειπτον ἐξέλεγξιν τῆς ἀπαιτήσεως, μηδόλως ἀναγνωρίζον αὐτήν. Καὶ ἂν ἑπομένως εἰς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Σπάρταλη ἐφαρμόσωμεν τὴν γνώμην τῆς ἀποφάσεως τοῦ 1870, καὶ οὐχὶ τὴν γνώμην τῶν νεωτέρων ἀποφάσεων, αἵτινες βαθμηδὸν προέβησαν εἰς τὴν ὀρθοτέραν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου, πάλιν ἡ ἀπαίτησις εἶναι παραγεγραμμένη. Ἐκεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνεγνώρισεν ἐγγράφως τὴν ἀπαίτησιν τοῦ ὑπαλλήλου, ἐνταῦθα οὐδεμία ὑπάρχει ἀναγνώρισις, ἢ βεβαίωσις. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνεῦρε καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του, ἤγουν τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 70, καθ’ ὃ (ἀναγινώσκει): «Ἕκαστος πιστωτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἀποδεικτικὸν περὶ τῆς ἐμπροθέσμου αἰτήσεώς του, καὶ τῆς παρουσιάσεως τῶν τίτλων τοῦ δικαιώματός του.» Ἰδού, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ πιστωτοῦ, τοῦ νὰ λαμβάνῃ ἀπόδειξιν τῆς ἐμπροθέσμου ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεώς του, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τῆς ἀπαιτήσεως μόνον ἀνατρέπει τὴν παραγραφήν. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἐδαφίου τούτου ἤθελεν ἀνατρέξει εἰς τοὺς ἑρμηνεύσαντας αὐτὸ Γάλλους συγγραφεῖς, ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια, ἣν ἀπέδωκεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Κατὰ τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν, αἱ ὑποθέσεις αὗται ὑπάγονται εἰς τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν, εἶναι ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἡ δὲ ὑποβολὴ τῆς αἰτήσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις, δι’ ἧς εἰσάγονται πρὸς ἐκδίκασιν αἱ τοιαῦται ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, καὶ ἑπομένως ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν αἴτησιν τῆς θεραπείας, ἣν ἡμεῖς ὑποβάλλομεν εἰς τὸ Δημόσιον. Ὅτι δὲ ἡ τοιαύτη ὑποβολὴ τῆς αἰτήσεως δὲν ἀρκεῖ εἰς ἀπόκρουσιν τῆς παραγραφῆς, ῥητῶς ἐν Γαλλίᾳ ὑποστηρίζεται (ἀναγινώσκει): «Ἐνδέχεται.... νὰ ἀρνηθῇ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως, ἢ νὰ μὴ δώσῃ οὐδεμίαν ἀπόκρισιν. Τοιαύτη ὑπόθεσις ὑπεδείχθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ Roy, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν, ὅτι, «ἂν Ὑπουργὸς ἠρνεῖτο νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰς ἀπαιτήσεις, οἱ διάδικοι θέλουσι προκαλέσει αὐτὸν νὰ ἀποφανθῇ, μεθ’ ὃ θέλουσι προσφύγει εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐπὶ ἀρνήσει δικαιοσύνης». Βλέπετε, ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὁ ὑποβαλὼν τὴν αἴτησίν του δὲν δύναται νὰ ἐφησυχάζῃ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ὅθεν καὶ παρ’ ἡμῖν ὀφείλει νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον. Οὐχὶ ὀρθῶς ἑπομένως ὁ κ. Βουλευτὴς ὑποστηρίζει, ὅτι, ὑποβαλὼν τὴν αἴτησίν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπροθέσμως ὁ Σπάρταλης, ἠδύνατο νὰ ἐφησυχάζῃ, βέβαιος ὤν, ὅτι παραγραφὴ δὲν δύναται νὰ τρέξῃ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν ἔχει κἀμμίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ τέλος πάντων εἶναι ἀμφίβολον τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς; Διατί δὲν παρέπεμψαν τοὺς δικαιούχους ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἵνα ἀποφανθῶσι νομίμως καὶ ἀμερολήπτως, ἐὰν ἔχωσι δίκαιον, ἢ ὄχι, ἀλλ’ ὑπέβαλον ἀμφίβολον ὑπόθεσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐξαναγκάσαντες αὐτὸ νὰ μεταβληθῇ εἰς δικαστικὸν σῶμα; Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἠκολούθησε καὶ ἑτέραν τακτικὴν, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του. Ἰσχυρίσθη, ὅτι πάντοτε, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἀπέσχε νὰ προβάλῃ τὴν παραγραφὴν καὶ πολλάκις ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πιστώσεις πρὸς πληρωμὴν παραγεγραμμένων ἀπαιτήσεων, ἡ δὲ Βουλὴ ἐπεψήφιζεν αὐτάς: Ἀνέφερε μάλιστα καὶ διαφόρους τοιαύτας περιπτώσεις, περὶ τῶν ὁποίων, καθ’ ὅσον ἐνδιαφέρουσιν ὡρισμένα ἐνταῦθα πρόσωπα, θέλει δοθῆ εἰς αὐτὸν ἡ δέουσα ἀπάντησις. Ἐγὼ ὅμως ἐρωτῶ αὐτόν; καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἕτεροι Ὑπουργοὶ, εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ τῶν περὶ παραγραφῆς διατάξεων, εἴτε καὶ ἐν γνώσει αὐτῶν, ὑπέπεσαν εἰς τοιαύτας ἐλλείψεις, εἶναι τάχα τοῦτο λόγος, ἵνα πράξωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ αὐτό; Καὶ ἐὰν ἕτεροι Ὑπουργοὶ οὕτω χαλαρῶς καὶ ἐπιεικῶς ἡρμήνευον τοὺς νόμους, ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τοιαύτην ἐπιεικῆ ἑρμηνείαν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀμειλίκτως ἀπέῤῥιπτε τὰς ἀξιώσεις τοῦ κατόχου τῆς κληρωθείσης ὁμολογίας, διότι δὲν ὑπέβαλεν ἐγκαίρως τὴν περὶ πληρωμῆς αἴτησίν του, ἐνῷ αὐτὸ τὸ Δημόσιον ἐπλήρονε τακτικὰ εἰς αὐτὸν τοὺς τόκους; Ἕνεκα τούτου νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπικαλῶνται τοιούτους ἰσχυρισμούς, ἀντιβαίνοντας εἰς τὰς ῥητὰς γνώμας καὶ πεποιθήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι ἀληθῆ, ὅσα εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἄλλοτε παραγεγραμμέναι ἀπαιτήσεις ἐξωφλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν γνώσει, ἢ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς; Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀποφανθῶ περὶ πασῶν τῶν περιπτώσεων, ἃς ἐμνημόνευσεν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας ἀνερχομένην εἰς 900 χιλιάδας δραχμὰς περίπου, καὶ ἣν ἐχαρακτήρισεν ὡς παραγεγραμμένην, ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν παρατήρησιν, ἣν ἐζήτησα νὰ ὑποβάλω αὐτῷ προχθὲς, ὅτε ἠγόρευεν, ἀλλὰ δὲν μοι τὸ ἐπέτρεψε, τὴν παρατήρησιν, ὅτι πλανᾶται, ἂν νομίζῃ, ὅτι παραγεγραμμέναι ἦσαν αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, διότι ἐγὼ αὐτὸς, ὡς δικηγόρος αὐτῆς, ὑπέβαλον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1883, πρὸ τῆς παραγραφῆς, καὶ αἴτησιν θεραπείας, καὶ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου περὶ πληρωμῆς αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 900,000 δραχμῶν, καὶ ἔχω ἐνταῦθα τὰ ἐπιδοτήρια, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπιδεικνύω, ὑπογεγραμμένα ἀπὸ τὸν μακαρίτην Ταταράκην....
§63ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε, ὅτι τὸ συμβόλαιον, τὸ συνταχθὲν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀγωγὴ, δὲν ἤθελεν ἀναφέρει αὐτήν;
§64ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε νὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς ἐρώτησιν, περὶ ἧς ἔχετε ἤδη τὴν ἀπάντησιν, ἀφοῦ σᾶς ἐπιδεικνύω ἐπιδοτήρια, ἀποδεικνύοντα, ὅτι ὑπῆρχεν ἤδη ἀγωγὴ ἐγηγερμένη.
§65ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν φέρει;
§66ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγουσι τὰ ἐπιδοτήρια (ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις τὴν 23 Μαρτίου τοῦ 1883..... ὁ ὑποφαινόμενος κλητὴρ..... κατὰ παραγγελίαν τοῦ δικηγόρου κ. Κ. Κωνσταντοπούλου, πληρεξουσίου τῆς ἐν Σύρῳ ἑδρευούσης ἀνωνύμου Ἑταιρίας, ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα»..... ἐπέδωκα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν...... τὴν ἀπὸ 22 Μαρτίου ἐ. ἔ. αἴτησιν θεραπείας....» Καὶ ἕτερον ἐπιδοτήριον: «Ἐν Ἀθήναις τὴν 5 Μαΐου 1883..... ὁ ὑποφαινόμενος κλητὴρ.... τῇ παραγγελίᾳ .... ἐπέδωκε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν... τὴν ἀπὸ 5 Μαΐου ἐ. ἔ. ἀγωγὴν.... καὶ ἐξαιτεῖται νὰ καταδικασθῇ ὁ Ὑπουργὸς.... νὰ πληρώσῃ δραχμὰς παλαιὰς 931,937 ἐντόκως....»
§67ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν τότε παραγεγραμμέναι, διότι αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἑταιρίας ἄρχονται ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ τελειόνουσι τὸ 1878.
§68ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1871 ἄρχεται ὁ λογαριασμὸς μεταξὺ τῆς Ἑταιρίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τὸν λογαριασμὸν αὐτὸν ὑπάρχουσι καὶ κονδύλια δοῦναι τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα φέρουσι χρονολογίαν 1873, 1874, 1875, 1876, καὶ δι’ ὧν ἐξοφλοῦνται βαθμηδὸν αἱ παλαιαὶ ἐκεῖναι ἀπαιτήσεις. Ἡμεῖς ὑπελογίσαμεν, ὅτι αἱ μὴ ἐξοφληθεῖσαι ἀπαιτήσεις τῆς Ἑταιρίας μέχρι τοῦ 1883 εἶχον χρονολογίαν 4½ περίπου ἐτῶν, δι’ ὃ ἐσπεύσαμεν ἀμέσως νὰ ἐγείρωμεν τὴν ἀγωγὴν, καὶ διεκόψαμεν τὴν παραγραφήν. Δὲν ὑπῆρχε δὲ καὶ ἀνάγκη νὰ ἀναφέρηται ἡ ἀγωγὴ ἐν τῷ συμβιβαστικῷ συμβολαίῳ, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ ἐκανονίσθη ὁριστικῶς ἡ ληψοδοσία....
§69ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Εἶμαι ἐν γνώσει τῶν λεπτομερειῶν τῆς ὑποθέσεως· ἔχω γνωμοδότησιν τοῦ μακαρίτου Κοκκίνου περὶ τοῦ, ἂν ἡ ἀξίωσις τῆς Ἑταιρίας ἦτο παραγεγραμμένη, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης, ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ἐπέμενεν, ἀξιοῦσα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, μέχρις οὗ τὸ Δημόσιον τὸ ἀνεγνώρισεν, ἀσχέτως πάσης ἀγωγῆς, μὴ ἐπικαλεσθὲν τὴν παραγραφήν.
§70ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἐνταῦθα τὸ σχέδιον τῆς ἀγωγῆς.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς.). Ἀναγνώσατέ το.
§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα εὑρίσκετο πρὸ χρόνων εἰς διαρκεῖς μετὰ τοῦ Δημοσίου ληψοδοσίας, παρέχουσα αὐτῷ οὐ μόνον διαφόρους ὑπηρεσίας διὰ τῶν ἀτμοπλοίων της, ἀλλὰ καὶ διάφορα ὑλικὰ ἀντικείμενα, οἷον γαιάνθρακας κτλ., λαμβάνουσα δὲ ἐκ διαλειμμάτων παρὰ τοῦ Δημοσίου διάφορα χρηματικὰ ποσὰ ἀπέναντι τῶν ἀπαιτήσεών της. «Περὶ τῆς ληψοδοσίας ταύτης ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα ὑποβάλλει τακτικῶς εἰς τὸ Δημόσιον ἀκριβεῖς καὶ λεπτομερεῖς λογαριασμούς, ἐν οἷς ἐμφαίνεται καὶ τὸ τελικὸν ἐξαγόμενον, ἤγουν τὸ ποσόν, ὅπερ δικαιοῦται ἑκάστοτε ἡ Ἑταιρία νὰ λαμβάνῃ παρὰ τοῦ Δημοσίου. «Τοιοῦτον... λογαριασμὸν ὑπέβαλεν ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοΐα καὶ κατὰ τὴν 26 Ἰουλίου 1882,... καθ’ ὃν τὸ Δημόσιον ὤφειλεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν δραχμὰς παλαιὰς 1,016,387, ἀπέναντι δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσε.... τὸ ὅλον δραχμὰς 84,449, ὥστε...... ὀφείλει... πρὸς ἐξόφλησιν, δραχμὰς παλαιὰς 931,937.» «Ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν πρὸς ἐξόφλησιν τῆς ὀφειλῆς ταύτης... «Διὰ ταῦτα κτλ.» Ἀποδεικνύει δὲ ἡ τοιαύτη ἐνέργειά μου, ὅτι δὲν ἔρχομαι κατὰ πρῶτον σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποστηρίξω γνώμην ἐκ πολιτικοῦ τινος συμφέροντος, ἀλλ’ ὑποστηρίζω γνώμην, ἣν ἀνέκαθεν εἶχον καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐφρόντισα νὰ διασώσω τὰ δικαιώματα τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας κατὰ πάσης ἐνδεχομένης παρὰ τοῦ Δημοσίου παραγραφῆς. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν περὶ τῆς προκειμένης πιστώσεως δύνανται νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπιῤῥοὴν ἐνέργειαι τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, παραβιάζουσαι ἐν ἀγνοίᾳ, εἴτε καὶ ἐν γνώσει, τὰς περὶ παραγραφῆς διατάξεις, ὀφείλομεν τότε νὰ ἀποβλέψωμεν μᾶλλον εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ἥτις οὐ μόνον δὲν ἐθεώρησεν αὐστηρὰς τὰς περὶ παραγραφῆς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐφρόντισε νὰ καταστήσῃ ταύτας ἔτι αὐστηροτέρας, δρακοντείους σχεδόν, διότι γνωστόν, ὅτι ἐξεδόθη νεώτερος νόμος τοῦ 1877, ὅστις τὴν πενταετῆ παραγραφὴν κατέστησε μονοετῆ διὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν στρατιωτικῶν, καὶ διετῆ διὰ τὰς τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἕνεκεν ἀπολύσεως ἐκ τῆς δόσεως, ἕνεκα μισθῶν κτλ. Ἐξεδόθη δὲ καὶ νεώτατος νόμος, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν χρονολογίαν, ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰσαχθείς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν στρατιωτικῶν, καθ’ ὃν αὗται ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν παραγράφονται, ἂν δὲν ὑποβληθῶσιν. Ἀφοῦ δὲ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία κατέστησεν αὐστηροτέραν τὴν νομοθεσίαν περὶ παραγραφῆς, δὲν εἶναι πρέπον, νὰ προβάλλωσιν ὑπὲρ τῆς ἐπιεικοῦς ἐφαρμογῆς ἐνεργείας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ὧν ἀγνοοῦμεν καὶ τοὺς λόγους καὶ τὰς ἀφορμάς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ ἐκτεθέντα οὐδεμία δύναται νὰ ὑποληφθῇ ἀμφιβολία, ὅτι κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς, οὓς ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ὁ Σπάρταλης ἠδύνατο νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου 4,000 λίρας, αἵτινες ἐλήφθησαν διὰ κατασχέσεως ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης κατέστη ἔκπτωτος, λόγῳ παραγραφῆς. Τοιοῦτον εἶναι τὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ ἄγει ἡμᾶς ἡ καθαρῶς νομικὴ καὶ δικαστικὴ ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ προκειμένου, Κύριοι, περὶ ὑποθέσεως, ὑποβληθείσης εἰς τὸν Ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνην τὴν καθαρῶς νομικὴν καὶ δικαστικὴν ταύτην ἐξέτασιν. Ἀναγκασθέντες νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὀφείλομεν καὶ νὰ ἐλέγξωμεν ταύτην, ἂν πεισθῶμεν, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰ καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς ἦτο δυνατὸν, νὰ παρέλθωμεν ἐν σιγῇ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς τοιαύτης πιστώσεως κατὰ τὸ 1883, ὅτε οὐδεμία περὶ αὐτῆς εἶχε προηγηθῆ ἐξέλεγξις καὶ ἐξακρίβωσις; Πῶς νὰ μὴ ὑποβάλωμεν παρατηρήσεις περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς ταύτης, ἐν τῇ ὁποίᾳ οὐδόλως φαίνεται ὡς δικαιοῦχος ὁ Σπάρταλης, ἀλλὰ μόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Πῶς νὰ μὴ ἀντικρούσωμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐκ τῶν τριῶν κονδυλίων, ἐξ ὧν ἀπετελεῖτο ἡ ὅλη πίστωσις, τὸ πρῶτον ἀνεγράφη ἁπλῶς, πρὸς κανονισμὸν τῶν λογαριασμῶν τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ναυτικῶν, ἀφοῦ μετὰ τὰς γενομένας ὑπὸ Βουλευτῶν ἀντιῤῥήσεις, καὶ τὰ τρία κονδύλια ἐξηλείφθησαν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἀνεγράφη εἰς Προϋπολογισμὸν τὸ πρῶτον κονδύλιον; Πῶς ἠδυνάμεθα νὰ παρέλθωμεν ἐν σιγῇ πρὸ τῆς ἀκατονομάστου πορείας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς ἐπισήμου παρεμβάσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, πρὸς ἐπίσημον διεκδίκησιν τῶν δικαίων τοῦ Σπάρταλη, ὡς ἀνηκόντων δῆθεν εἰς Ἄγγλους ὑπηκόους; Τὴν τοιαύτην διεκδίκησιν θεωροῦμεν ἀντικειμένην εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον, τὸ διέπον τὰς μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων καὶ ἀνεξαρτήτων Κρατῶν σχέσεις. Τὰ Κράτη ταῦτα παραπέμπουσι πάντα, ἔχοντα ἀξιώσεις, εἰς τὰ Δικαστήρια τῆς χώρας, καὶ τότε μόνον δύνανται αἱ Κυβερνήσεις τῶν δικαιούχων νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἀμέσου διεκδικήσεως, ὅταν εἰς τοὺς ὑπηκόους αὐτῶν ἤθελον κλεισθῆ αἱ θύραι τῆς δικαιοσύνης. Τοιαύτη ἐπίσημος παρέμβασις πρὸς διεκδίκησιν ἰδιωτικῶν δικαίων ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων, μόνον εἰς Κράτη βάρβαρα καὶ ἀπολίτιστα δύναται νὰ λάβῃ χώραν. Ὤφειλεν ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις, ν’ ἀποκρούσῃ ἀμέσως ἐξ ἀρχῆς πᾶσαν ἀνάμιξιν τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας. Καὶ τὸ πρᾶγμα ἦτο λίαν εὐχερές. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ δηλώσῃ ἀμέσως εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται δοσοληψία ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ Ἕλληνος ὑπηκόου, καὶ εἰς τοιαύτην σχέσιν, καίπερ περιελθοῦσαν εἰς Ἄγγλους ὑπηκόους, οὐδὲν εἶχε δικαίωμα ἀναμίξεως ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὤφειλε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ ἀπαίτησις Σπάρταλη παρεγράφη πρὸ πρὸ πολλοῦ, καὶ ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὰ Δικαστήρια ὤφειλον νὰ ἀποταθῶσιν οἱ ἔχοντες ἀξιώσεις Ἄγγλοι ὑπήκοοι. Διατὶ δὲν ἠκολούθησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ὁδὸν ταύτην, τὴν ἀμέσως προβάλλουσαν εἰς τὴν κρίσιν οἱουδήποτε; Εἶχε, λέγει, πεποίθησιν περὶ τοῦ δικαίου τῶν ἀξιώσεων τοῦ Σπάρταλη, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσε νὰ ὑποσχεθῇ τὴν ἱκανοποίησιν, χωρὶς νὰ σκεφθῇ, ὅτι παρέχει οὕτως ὅπλον εἰς τοὺς διατεθειμένους νὰ πιέσωσι τὸ Κράτος πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν ἀξιώσεών των. Ἀλλὰ, Κύριε Πρωθυπουργέ, πῶς εἴχετε πεποίθησιν περὶ τοῦ δικαίου τούτου, ἀφοῦ οὐδέποτε προέβητε εἰς ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Σπάρταλη; Πῶς ἠδύνασθε νὰ ἔχητε τοιαύτην πεποίθησιν, ὅταν πενταμελὴς Ἐπιτροπή, ἣν ὑμεῖς διωρίσατε, παμψηφεὶ ἀποφαίνεται, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις εἶναι παραγεγραμμέναι; Ἀλλὰ, καὶ ἂν εἴχετε τοιαύτην πεποίθησιν, διατὶ νὰ μὴ ἀποκρούσητε ἀμέσως τὴν παρέμβασιν τῆς Ἀγγλίας, ἀντιτάσσοντες τὴν παραγραφήν, καὶ ἐπαφίνοντες τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εἰς τὰ Δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος; Διατί, ἐρωτῶ, αὐτὴ ἡ ἀκατανόητος ὀλιγωρία πρὸς τὰ κυριαρχικὰ τοῦ Κράτους δικαιώματα καὶ πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ; Μήπως ἆρά γε παραδέχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰς εὐτελεῖς ἐκείνας ἰδέας,—ἅς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις—ἅς μετ’ ἀπορίας ἤκουσα ἀναπτυσσομένας ἐντεῦθεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτοῦ, ὅτι τὰ μικρὰ Κράτη ὀφείλουσι νὰ ὑποκύπτωσιν ὑπὸ τὰς ἀξιώσεις τῶν ἰσχυρῶν, παρορῶντα καὶ τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν;...
§73ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι, οὐδὲ νύξιν περὶ τούτου ἔδωκα.
§74ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς δὲν ἔχω τὸ κείμενον τοῦ λόγου σας ὑπ’ ὄψει, ἄλλως ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι, ἂν δὲν εἴπετε τὰς λέξεις, αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων σας. Περὶ τούτων ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ὑπόνοιά τις, ἂν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψει ἡ οἰκτρὰ ἐκείνη ὑπόθεσις τοῦ Νίκολσων, κατὰ τὴν ὁποίαν διεπομπεύθη ἐπισήμως ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς πρωτευούσης, καὶ ὑπὸ τὰς ὄψεις τοῦ Βασιλέως, ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ ὅμως δὲν συμμερίζομαι τοιαύτην ἰδέαν· φρονῶ, ὅτι καὶ τότε, οὐχὶ ἕνεκα τῆς πιέσεως, ἐνέδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τοιαύτην ἱκανοποίησιν, ἀλλ’ ἵνα καλύψῃ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ, ἕνεκα τῆς ἀδεξίας διεξαγωγῆς τοῦ ζητήματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἰδέαν ὁ κ. Πρωθυπουργός, μεθ’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτὴς ἤκουσεν ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ τοῦ ἰδίου. Τὰ μικρὰ Κράτη, ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὀφείλουσι πλέον ἢ τὰ μεγάλα νὰ προασπίζωσιν ἐπιμελῶς τὰ δικαιώματά των, διότι ὑποχωροῦντα ἐξευτελίζονται, ταπεινοῦνται καὶ δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς νέας ἀξιώσεις καὶ πιέσεις, αἵτινες καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτῶν δυνατὸν νὰ καταστήσωσι προβληματικήν. Πῶς λοιπὸν ἐπελάθετο τῶν ὡραίων τούτων ἰδεῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν; Κατ’ ἐμὲ, μία μόνη ἐξήγησις εἶναι δυνατή. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφλέγετο ὑπὸ διακαοῦς ἐπιθυμίας, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, νὰ φανῇ γενναιόδωρος εἰς τὸν κ. Σπάρταλην. Ἀπεπειράθη νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀξιώσεις του τὸ 1883, ὑφαρπάζων τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπέτυχε. Συνέστησε κατόπιν Ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ αὕτη παμψηφεὶ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς παραγραφῆς, ἕνεκεν τῆς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ. Ἀλλ’ αἴφνης ἐπεφάνη ἡ παρέμβασις τῆς Ἀγγλίας, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀδιαφορῶν, ἂν δι’ αὐτῆς ἀναιρῶνται τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους καὶ διακυβεύηται ἡ ἀξιοπρέπεια αὐτοῦ, δράττεται τῆς παρεμβάσεως ταύτης, ἵνα δι’ αὐτῆς ἐπιτύχῃ τὴν πραγματοποίησιν τῶν διακαῶν ἐκείνων πόθων. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε αὐτὸν, σπεύδοντα ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ δίκαιον τῆς ἀπαιτήσεως, καὶ νὰ ὑποσχεθῇ τὴν ἱκανοποίησιν αὐτῆς, εἰσάγοντα πρὸς τοῦτο τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ πιέζοντα αὐτὸ πρὸς παραδοχὴν τῆς ἀπαιτήσεως, καὶ διαβιβάζοντα εἰς αὐτὸ αἴτησιν ἀναθεωρήσεως, ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας αἰτουμένης. Καὶ ἐνῷ ἐπισήμως ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου ἀποδείκνυται, ὅτι δυνάμει τοιαύτης αἰτήσεως ἐπελήφθη τὸ Συνέδριον, ὁ ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ὑποστηρίζει παραδόξως, ὅτι δὲν ἐπελήφθη συνεπείᾳ τῆς αἰτήσεως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας, ἀλλ’ αὐτεπαγγέλτως, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου!! Ἐνῷ δὲ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἀπέδειξα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν δι’ αὐτοῦ τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου 21, ὅτι ἡ αὐτεπάγγελτος ἐνέργεια τοῦ Συνεδρίου ἐπιτρέπεται ἐξαιρετικῶς μόνον ἐπὶ λογιστικῶν λαθῶν, ὁ κ. Βουλευτής, χωρὶς οὐδόλως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ὑποστηρίζει, ἦτο ἠδύνατο τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ ἀναθεωρήσῃ αὐτεπαγγέλτως τὴν ἀπόφασίν του περὶ τοῦ ζητήματος τῆς προμηθείας, περὶ ἧς εἶχεν ἀποφανθῆ, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἀναρμόδιον νὰ ἀποφασίσῃ! Καὶ δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ διὰ πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔλυσεν αὐτὸς τὴν διαφορὰν, περὶ ἧς ἐπρόκειτο νὰ δικάσῃ τὸ Συνέδριον, ὅπερ ἐξηναγκάσθη οὕτω νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οὕτως ἐξηγοῦντες τὴν ἀκατανόητον πορείαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρέλθωμεν ἐν σιγῇ πρὸ τοιαύτης σφαγιάσεως τῶν κυριαρχικῶν τοῦ Κράτους δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Καὶ ἕνεκα τούτου ἐπεστήσαμεν, κύριοι Βουλευταί, τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὴν μελέτην τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ἵνα σκεφθῆτε εἰς ποίας σχέσεις ἠδύνασθε τοῦ λοιποῦ νὰ διατελῆτε πρὸς Κυβέρνησιν, οὕτω διαχειριζομένην σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, πράξαντες τοῦτο, οὐδέποτε διενοήθημεν νὰ καταστήσωμεν ζήτημα πολιτικὸν τὸ ζήτημα τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη, ζήτημα καθαρῶς νομικὸν, δικαστικόν. Τὸν τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν ἀπέδωκεν ἐπίτηδες εἰς τὰς παραστάσεις μου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ εἶναι τοῦτο τὸ τελευταῖον τέχνασμα, τὸ τελευταῖον στρατήγημα, εἰς ὃ κατέφυγεν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προκειμένης πιστώσεως. Βλέπων, ὅτι πλεῖστοι τῶν φίλων του ἐξεδήλωσαν δισταγμοὺς περὶ τοῦ βασίμου τῆς ἀπαιτήσεως ἐκείνης, ἐν ὅλῳ, ἢ ἐν μέρει, καὶ διενοοῦντο νὰ καταψηφίσωσιν αὐτὴν, ἔσπευσε, παρεξηγῶν τοὺς λόγους μου, νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς πολιτικὸν ζήτημα, ζήτημα ὅλως καθαρῶς νομικὸν καὶ δικαστικὸν, ἵνα καταπνίξῃ πᾶσαν φωνὴν διαμαρτυρίας καὶ συνειδήσεως! Ὁμολογῶ ἐν τούτοις, ὅτι ὤφειλον νὰ μὴ προβῶ εἰς τοιαύτας παραστάσεις, οὐχὶ διότι παρέσχον ἀφορμὴν στρατηγημάτων εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἄνευ αὐτῶν ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ ἡ πίστωσις. Ὤφειλον νὰ μὴ προβῶ εἰς τοιαύτας παραστάσεις, διότι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἦτο ἐντελῶς περιττὸν νὰ πράξω τοῦτο. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑποθέσεις τοιαῦται, οἷα ἐκείνη, περὶ ἧς συζητοῦμεν, παράγουσι πλήρη ἀποτελέσματα, αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς παραστάσεως. Δύναταί τις νὰ παραβιάζῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τὰς ἀρχὰς, ἃς ἐπρέσβευε δημοσίως ἐκτὸς αὐτῆς, καὶ ὅμως νὰ μὴ ἀπολέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἔθνους, δικαιολογοῦντος τὴν μεταβολὴν τῶν ἀρχῶν ἐκ τῆς ἐνδεχομένης μεταβολῆς τῶν περιστάσεων. Δύναταί τις νὰ μὴ τηρήσῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τὰς ῥητὰς ὑποσχέσεις καὶ ἐπαγγελίας, ἃς ἐπηγγέλλετο ἐκτὸς αὐτῆς, χωρὶς ν’ ἀπολέσῃ ἐντελῶς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἔθνους, διότι πολλοὶ δικαιολογοῦσι τὴν παλινῳδίαν, ἀποδίδοντες αὐτὴν εἰς τὴν ἐπιδίωξιν ἄλλων ὑψηλοτέρων σκοπῶν καὶ συμφερόντων. Ἀλλ’ ὅταν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει ἐκλείψῃ ἡ πεποίθησις περὶ τῆς αὐστηρᾶς καὶ ἀδιαφθόρου τῶν δημοσίων χρημάτων διαχειρίσεως, πᾶσα ἐμπιστοσύνη αἴρεται, καὶ διαδέχεται αὐτὴν ἡ ἀγανάκτησις, ἥτις γεννᾶται εἰς τὴν ψυχὴν παντὸς, ὅστις ἀναγνωρίζει, ὅτι ἐξηπατήθη ἀνοικείως. Κυβέρνησις, τοιαῦτα προκαλοῦσα αἰσθήματα, οὐδένα ἔχει, κατ’ ἐμὲ, λόγον ὑπάρξεως, εὑρίσκεται ἀναγκαίως εἰς τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεώς της. Ἐξήτασα, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ὑπόθεσιν ὑπὸ πάσας αὐτῆς τὰς ἐπόψεις, ἐφ’ ὅσον αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις μοὶ τὸ ἐπέτρεπον. Συμπεραίνων, φρονῶ, ὅτι ὀφείλετε νὰ ἀποῤῥίψητε τὴν ὑπὸ συζήτησιν πίστωσιν ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης καὶ δυνάμει τῶν νόμων τῆς Πολιτείας. Ὀφείλετε δὲ νὰ πράξητε τοῦτο τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ νόμιμος αὕτη καὶ δικαία τῆς ὑποθέσεως λύσις διασώζει ἀκέραια καὶ τὰ κυριαρχικὰ τοῦ Κράτους δικαιώματα. Θέλετε ἀποδείξει διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν, ὅτι, ἂν εὑρέθησαν κυβερνῶντες ἐπὶ τοσοῦτον ὀλιγωρήσαντες τῶν δικαιωμάτων τούτων, ὑμεῖς, οἱ Ἀντιπρόσωποι, σταθερὰν ἔχετε ἀπόφασιν, νὰ προστατεύσητε αὐτὰ διὰ πάσης θυσίας, ἵνα παραδώσητε ταῦτα ἀλώβητα εἰς τοὺς ὑμετέρους διαδόχους.
§75ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος ἐμνημόνευσε ληψοδοσίας τινὸς μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, καὶ ἐπειδὴ τὸ λεχθὲν περὶ τῆς ληψοδοσίας ταύτης ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, νομίζω ἀναγκαῖον, νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἵνα ἐξαγάγω τὸν ἄρτι καταβάντα τοῦ βήματος τῆς πλάνης, εἰς ἣν διατελεῖ, φρονῶν, ὅτι δὲν ἦτο ἐν παραγραφῇ ὁ λογαριασμὸς μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἀντίγραφον τοῦ συμβολαίου μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ὅπερ κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τοῦτο, τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσεν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν κατὰ τὴν 8 Μαΐου τοῦ 1875 δραχμὰς 290,000, καθ’ ἣν ἡμέραν ἡ ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου ἀνήρχετο εἰς τὸ ποσὸν τῶν 970,207. Ἔκτοτε οὐδεμία νέα ὑπηρεσία προσηνέχθη ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας εἰς τὸ Δημόσιον, μόνη δὲ ἡ Ἑταιρία ἐξηκολούθει καταλογίζουσα ἐν τοῖς ἑαυτοῖς βιβλίοις τόκους. Ἐγένετο δ’ ἑτέρα πληρωμὴ τοῦ Δημοσίου τὴν 1 Μαΐου 1881 ἐκ δραχμῶν 400,000. Ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι τοῦ 1881 ἐμεσολάβησαν 6 ἔτη, δηλαδὴ περιέπεσεν ἡ ἀπαίτησις εἰς τὴν παραγραφήν, καὶ ὅμως ἐλέχθη, ὅτι δὲν ὑπῆρχε παραγραφή. Ἡ ἀγωγή, ἧς ἐμνήσθη ὁ προαγορεύσας, ἠγέρθη κατὰ τὸ 1883, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται ἐν τῷ συμβολαίῳ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν, ὡς πρὸς τὰς μετὰ ταῦτα ἀπαιτήσεις, ὑπάρχει παραγραφή, διότι αἱ προσενεχθεῖσαι ὑπηρεσίαι τῆς Ἑταιρίας ἐστηρίζοντο εἰς τὴν πρὸ τοῦ 1883 ἐποχήν.
§76ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος ἐπεκαλέσθη ῥητῶς χθὲς τὸν συμβιβασμὸν, τὸν γενόμενον κατὰ τὸ 1884 ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι τὸ τότε γενόμενον συμβόλαιον ἀφεώρα εἰς ἀπαιτήσεις παραγεγραμμένας, προσήγαγον τὴν ἀγωγήν, ἐξ ἧς προκύπτει, ὅτι ἡ παραγραφὴ εἶχε διακοπῆ. Τὴν ἀγωγὴν ἐκοινοποίησα συνεπείᾳ παραστάσεως ὑπαλλήλου τῆς Ἑταιρίας, ἀποδείξαντός μοι διὰ τῆς συγκρίσεως τοῦ δοῦναι καὶ λαβεῖν, ὅτι ἡ ἀρχαιοτέρα ἀπαίτησις τῆς Ἑταιρίας ὠφείλετο πρὸ τεσσάρων καὶ ἡμίσεος ἐτῶν· διὸ ἔσπευσα νὰ κοινοποιήσω τὴν ἀγωγήν, ἵνα μὴ συμπληρωθῇ ἡ ἐπικειμένη παραγραφή.
§77ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ Ἑταιρία εἶχε κατ’ ἔτος νὰ λαμβάνῃ τὸ ἐπιχορήγημα τοῦ Δημοσίου. Κατ’ ἔτος ὑπῆρχεν ἡ ἀπαίτησις, καὶ κατ’ ἔτος ἤρχετο ἡ παραγραφή. Ἐκ περιτροπῆς ὑπῆρχε γέννησις ἀπαιτήσεως δυνάμει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ τῆς συμβάσεως, ἥτις ὑπεχρέου τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρόνῃ τόσα ἐτησίως εἰς τὴν Ἑταιρίαν. Αἱ δὲ ἀπαιτήσεις αὗται ἐτησίως ὑπήγοντο εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς παραγραφῆς καὶ κατὰ πενταετίαν παρεγράφοντο Βεβαίως δὲ ἡ ἀγωγὴ, ὡς διετυπώθη, διετυπώθη εἰς τρόπον, ὥστε ν’ ἀποκρούῃ τὴν προβλεπομένην ἔνστασιν παραγραφῆς, καὶ θὰ ἦτο λίαν ἀνίκανος ὁ δικηγόρος, ὁ ἀναλαβὼν τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην, ἂν συνέτασσεν οὕτω τὴν ἀγωγήν.
§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι Ἑταιρία τις, ἔχουσα λαμβάνειν χρήματα κατὰ δόσεις, ἐλησμόνησε τὴν πληρωμὴν δόσεών τινων, χωρὶς νὰ φροντίσῃ νὰ κανονίσῃ τοὺς λογαριασμούς της, Τὸ ἴδιον ἐλέχθη πρό τινων ἡμερῶν καὶ ἐπὶ λογαριασμῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἐπειδὴ θέλω ἴσως ἀναπτύξει ἀργότερον τὸ ζήτημα, δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ σήμερον.
§79ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία οὐδέποτε ἐφρόνει, ὅτι ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προβάλῃ τὴν παραγραφήν, διότι οὐδέποτε εἶχε προβληθῆ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ παραγραφὴ τοῦ ἄρθρου 69.
§80ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνήργησα τῇ ῥητῇ ἐντολῇ τῆς Ἑταιρίας, ἡ ὁποία μάλιστα πλὴν ἐμοῦ, γνωμοδοτήσαντος ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἐνεργείας, εἶχε προσφύγει καὶ εἰς ἄλλους διακεκριμένους δικηγόρους. Παρατηρῶ δέ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐπιχορηγήσεως τῆς Ἑταιρίας. Ἡ Ἑταιρία εἶχε παράσχει καὶ παρέχει εἰσέτι ἀπείρους ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τῶν ἀτμοπλοίων της καὶ ἄλλως. Κατὰ δὲ τὰς διαβεβαιώσεις ὑπαλλήλου τῆς Ἑταιρίας, ἐλθόντος τότε πρός με, δὲν εἶχε παρέλθει εἰσέτι ἡ πενταετία ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτέρας τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἑταιρίας.
§81ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ὄντως μετὰ πολλῆς δικανικῆς δεινότητος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἄρτι ἀπὸ τοῦ βήματος καταβάς, ἀνέπτυξε τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ τέχνη, μεθ’ ἧς ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα, οὐδὲν ἄλλο ἐσκόπει, εἰμὴ μόνον νὰ σκοτίσῃ ἀληθῶς τὴν ἀλήθειαν. Τὴν ὑπόθεσιν διεπραγματεύθη ὡς συνήγορος τοῦ ἑνὸς τῶν διαδίκων, παριδὼν τὰ δίκαια τοῦ ἑτέρου. Ἕνεκα τούτου αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς. Ὁ Σπάρταλης ἐν δειναῖς περιστάσεσι τοῦ Κράτους ἔλαβεν ἐντολὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἣν ἐξετέλεσεν. Ἀλλ’ ἆρά γε ἐξετέλεσεν αὐτὴν ἀμέμπτως; Εὐτυχῶς ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἀπήντησαν ἤδη οἱ ἀξιότιμοι ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης, οἱ ὁμιλήσαντες ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τοὺς δὲ ἐπαίνους, τοὺς παρά τινων ἐκ τῆς ἀντιθέτου πλευρᾶς λεχθέντας περὶ Σπάρταλη, δὲν ἀπέκρουσαν ὡς μὴ βασίμους, ἀλλ’ ὡς ἀναγομένους εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν ἀκριβῶς τοῦ καθήκοντος, καὶ οὐδὲν πλέον. Λοιπὸν ὁ Σπάρταλης, ἔχομεν βεβαιωμένον ἐκ τῆς ὁμολογίας τῶν ἀντιδοξούντων, ὅτι ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτοῦ....
§82ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδεὶς ὡμολόγησεν αὐτό.
§83ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ὡμολόγησεν, ὅτι ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ἠγόρασε πλοῖα, ἠγόρασεν ὑλικά, ταῦτα ἀπεστάλησαν ἐνταῦθα, Κυβερνήσεις ἐπὶ Κυβερνήσεων διεδέχθησαν ἀλλήλας, ἀλλ’ οὐδεμία περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἐντολῆς ἐπῆλθε παρά τινος μομφή. Οἱ ἀναμιμνησκόμενοι τὰ συμβάντα τοῦ 1867 δὲν ἐλησμόνησαν βεβαίως, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἤκμαζεν ὁ Ἑλληνικὸς ἀγὼν ἐν Κρήτῃ, ὅτι 70,000 τακτικοῦ στρατοῦ δὲν κατίσχυον τῶν γενναίων νησιωτῶν, καὶ ὅτι 40 πλοῖα ἐπιλιόρκουν τὴν νῆσον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Ἑλληνικά τινα πλοῖα προσέφερον τὴν ἀρωγήν των ἐκ τοῦ ἐλευθέρου Ἑλληνισμοῦ, διασχίζοντα τὸν ἀποκλεισμόν. Ἓν τούτων ἦτο καὶ τὸ «Ἀρκάδιον», τὸ ὁποῖον κατά τινα ἐκδρομὴν αὐτοῦ ἐπέστρεψεν εἰς Σύρον κομίζον 2,000 περίπου γυναικόπαιδα, μὴ δυναμένης δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης νὰ διαθρέψῃ τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰς γυναῖκας ἐκείνας, ἔπλευσε τὸ «Ἀρκάδιον» εἰς Πειραιᾶ. Ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ αὐτῷ ἔτυχε νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ ἐπιβάτης· μόλις τὸ πλοῖον ἤραξεν εἰς τὸν λιμένα καὶ καταδρομικὰ Τουρκικὰ ἐφάνησαν ἔξωθεν τῆς Αἰγίνης· τὴν νύκτα δὲ καὶ λέμβος ἐκ τῶν πλοίων αὐτῶν εἰσῆλθεν εἰς τὸν λιμένα, κατασκοπεύουσα τὰς κινήσεις τοῦ πλοίου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διῴκει τὰ τοῦ Κράτους ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος. Ἑτοιμαζομένου δὲ τοῦ «Ἀρκαδίου» νὰ ἐπανέλθῃ εἰς Σύρον καὶ ἐξακολουθήσῃ τοὺς εἰς Κρήτην πλοῦς αὐτοῦ, ἀπηγόρευσε τοῦτο ἡμῖν ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος, λέγων, ὅτι πρὶν χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸ «Ἀρκάδιον» ν’ ἀποπλεύσῃ, θὰ ζητήσῃ καὶ θὰ λάβῃ ἱκανοποίησιν παρὰ τῆς Πύλης διὰ τὴν αὐθάδειαν, μεθ’ ἧς εἰσῆλθον εἰς τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας τὰ πλοῖα αὐτῆς, ἐκτελοῦντα ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Εἰς μάτην παρεκαλοῦμεν αὐτὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀναχώρησιν, διότι ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἡ ταχύτης τοῦ πλοίου ἤθελεν ἀποδείξει εἰς τοὺς καταδιώκοντας, ὅτι εἰς μάτην ἀγωνίζονται πρὸς σύλληψιν αὐτοῦ, τοῦτο δὲ ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἀνωτέραν τοῦ ἀγῶνος τροφοδότησιν. Ὁ ἀείμνηστος ἐπέμεινεν εἰς τοῦτο, ζητῶν νὰ δοθῇ αὐτῷ ἱκανοποίησις παρὰ τῆς Πύλης. Οἱ Πρέσβεις ἐταράχθησαν, καὶ ἐταράχθησαν σφόδρα, διότι, ἐὰν εἰς τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον τῆς ἡρωΐδος νήσου παρενέβαινε τότε καὶ ἡ Ἑλλὰς, τὸ ζήτημα δὲν θὰ ἦτο τότε πολὺ ἁπλοῦν, ἡ θέσις τῆς Πύλης, ἐξηντλημένης τότε ἐν τῇ νήσῳ, δὲν θὰ ἦτο τότε εὐάρεστος, μέγας δ’ ἐπέκειτο κίνδυνος, ν’ ἀναφλεχθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα. Παρενέβησαν λοιπὸν δραστηρίως μεμαξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τουρκικῆς, καὶ ἐπὶ τέλους ὁ διευθύνων τὰ τῆς Πύλης τότε Ἀλῆ πασσᾶς ἔδωκεν ἱκανοποίησιν, ὁμολογήσας, ὅτι ἄνευ ἐντολῆς τινος τὰ πλοῖα τὰ Τουρκικὰ ἐξετέλεσαν ἀστυνομικὰ καθήκοντα ἐν θαλάσσαις Ἑλληνικαῖς, ἐλθόντα καὶ ἔξωθεν τοῦ Πειραιῶς· ἡ δοθεῖσα ἐξήγησις ἐκ μέρους τῆς Πύλης ἐφάνη ἐπαρκὴς τῷ ἀειμνήστῳ, καὶ ἀπελθόντων τῶν Τουρκικῶν πλοίων ἐπέτρεψεν ἡμῖν ν’ ἀναχωρήσωμεν εἰς Σῦρον. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐνέβαλεν εἰς μέριμναν τὴν Κυβέρνησιν· ὁ ἀγὼν σπουδαιότερος ἤκμαζεν ἐν Κρήτῃ, δὲν ἦτο δὲ ἀπίθανον νέαι περιπλοκαὶ ν’ ἀναφανῶσι καὶ ἐπέλθῃ τελεία ῥῆξις μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Ἐδέησεν ἄρα νὰ προνοήσῃ περὶ παρασκευῆς τῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους τῶν τε κατὰ ξηρὰν καὶ τῶν κατὰ θάλασσαν, ἔχων δὲ συνεπικούρους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἀνθρώπους, τιμήσαντας ἀληθῶς τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν, διά τε τὸ ὕψος τῆς διανοίας αὐτῶν καὶ διὰ τὸν χαρακτῆρα, ὅστις ἀνεφαίνετο εἰς πᾶσαν πρᾶξιν αὐτῶν, τὸν Βότσαρην, τὸν Χριστόπουλον, τὸν κ. Τρικούπην, ἐπεχείρησε τὴν ἀνόρθωσιν τῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ τότε, ἐπετέθη κατ’ αὐτῶν σφόδρα, οὐδεμίαν πρᾶξιν αὐτῶν ἐθεώρει ὡς ὀρθῶς γιγνομένην, καὶ τὰς προμηθείας τῶν ὑλικῶν, καὶ τὰς παραγγελίας τῶν πλοίων, ἅπερ παρήγγειλεν εἰς Ἀγγλίαν, ἡ Ἀντιπολίτευσις προσέβαλλεν. Ἐὰν ἀναδιφήσητε τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1867, θέλετε ἀνεύρει τὴν τρικυμιώδη ἐκείνην συζήτησιν, καθ’ ἣν διεσαλεύετο ἡ Κυβέρνησις, ἀποκρούουσα τὰς ἐπιθέσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπιθέσεις, δι’ ὧν ἐμυκτηρίζοντο αἱ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν παρασκευαί. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔδει, πρῶτον μὲν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ ἐν μεγίστῃ ταχύτητι, δεύτερον δὲ, νὰ ἀνευρεθῇ πρόσωπον, ἄξιον ἐμπιστοσύνης, ἵνα διαχειρισθῇ τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου. Τοιοῦτον ἐξέλεξεν ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος τὸν Σπάρταλην, δοὺς αὐτῷ ἀπόλυτον πληρεξουσιότητα, καὶ οὕτω ταχύτατα ἠγοράσθησαν τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε· παρηγγέλθη δὲ καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ «Γεωργίου», ἥτις ἐτελείωσε κατὰ τὸ 1870. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὠνόμαζε βαμβακοκάραβα τὰ ἀποσταλέντα ἐξ Ἀγγλίας, γελοίαν τὴν θωρακοβάριδα· ἐκεῖνος ὅμως ἐγίνωσκεν, ὅτι ἐπετέλει δεόντως καὶ ἐν εἰλικρινείᾳ τὸ καθῆκόν του, ὅτι διεχειρίσθη τὸ χρῆμα τιμιώτατα, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐξετέλεσεν ἀμέμπτως τὴν ἐντολήν. Τοῦτο ἐβεβαίουν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως ἐν Λονδίνῳ, τοῦτο ἐβεβαίουν αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι, ὅτε ἠκούσθη τὸ ναυάγιον ἑνὸς τῶν πλοίων αὐτῶν, μόλις ἐξ Ἀγγλίας ἀποπλεύσαντος, ἡ Κυβέρνησις ἐταράχθη, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι εἶχεν ἀσφαλισθῆ τὸ πλοῖον· καὶ εἶχε δίκαιον ἡ Κυβέρνησις, διότι οὐδεμία, πιστεύω, Κυβέρνησις ἀσφαλίζει τὰ πολεμικὰ αὐτῆς πλοῖα. Ἀλλ’ ὁ Σπάρταλης, ὡς ἔμπορος σκεπτόμενος, εἶχεν ἤδη προβῆ εἰς ἀσφάλειαν, εἶχεν ἐξασφαλίσει τὸ πλοῖον, καὶ γνωσθέντος τούτου τηλεγραφικῶς τῇ Κυβερνήσει, ἐχρεώθη ὁ Σπάρταλης διὰ τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπελόγιζεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶχε δαπανηθῆ διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ πλοίου καὶ τοῦ ὑλικοῦ, ἐχρεώθη διὰ 20,000 λιρῶν. Ἀλλ’ ὁ Σπάρταλης ἀνεκοίνωσεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ χρεωθῇ μόνον δι’ 20,000 λιρῶν, ἀλλὰ διὰ 35,000 λιρῶν· φαντάσθητε, ὁποίαν ἔκπληξιν ᾐσθάνθη ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τούτῳ, ἐνδεικτικῷ τῆς ἱκανότητος καὶ νοημοσύνης τοῦ Σπάρταλη· λέγει ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του ὁ Σπάρταλης· δὲν ἀμφιβάλλω· ἀλλ’ ἴσως, ἐὰν δὲν ἦτο ὁ Σπάρταλης, τὸ καθῆκον αὐτὸ τῆς ἐξασφαλίσεως, καίπερ ἐκτελεσθὲν, δὲν ἤθελε γίνει γνωστὸν τῇ Κυβερνήσει, δὲν ἤθελεν ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις πιστωθῆ διὰ τῶν 20,000 λιρῶν, ἢ μᾶλλον διὰ τῶν 35,000 λιρῶν. Ἄνδρα ἔντιμον ἐξελέξατο ὁ ἀείμνηστος, καὶ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν τοῦτο. Ἀλλ’ ἆρά γε ὁ δοὺς τὴν ἐντολὴν τῷ Σπάρταλη ἐπετέλεσε τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον; Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ δοῦσα τὴν ἐντολὴν, ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς πρὸς ἐκεῖνον; δυστυχῶς δὲν δύναμαι νὰ ὁμολογήσω τοῦτο· λέγω δυστυχῶς, διότι πρὸ παντὸς ἄλλου ἐννοῶ τὸ μέγα κεφάλαιον τῆς πίστεως, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ ἦναι παρ’ ἡμῖν εἰς τὸ ὕψιστον σημεῖον τῆς τελειότητος. Ἔδει παρ’ ἡμῖν ἡ πίστις τοῦ Δημοσίου νὰ μὴ ἦναι δεκτικὴ τῆς ἐλαχίστης μομφῆς, νὰ μὴ παρέχῃ ἀφορμὴν οὔτε παραπόνων, οὔτε μεμψιμοιριῶν πρὸς τοὺς μετ’ αὐτῆς συναλλαττομένους· δυστυχῶς ὅμως καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύναταί τις νὰ μεμφθῇ τὴν ὑπηρεσίαν, (δὲν λέγω τὴν καλὴν θέλησιν τῶν διευθυνόντων) ὅτι ἔδωκεν ἀφορμὴν παραπόνων, καὶ παραπόνων εὐλόγων· ἡ δοσοληψία μετὰ τοῦ Σπάρταλη διήρκεσε μέχρι τοῦ 1875, οἱ λογαριασμοὶ ὑπεβλήθησαν τῇ Κυβερνήσει ἔκτοτε, ἀλλὰ τί ἀπέγεινε; τί ἔπραξε τὸ Δημόσιον; ἐξήλεγξε τοὺς λογαριασμούς; ἀπέδωκε τὸ δίκαιον τῷ Σπάρταλη; Ἀρκεῖ ν’ ἀναγνώσητε ἐν τῷ φακέλλῳ τούτῳ, ὅτι ὁλόκληρος ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως ἀπωλέσθη ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς, ληφθεὶς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου καὶ μὴ ἀποδοθεὶς τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀρκεῖ τὸ γεγονὸς τοῦτο, διὰ νὰ κατίδητε τὴν ἀτέλειαν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Δημοσίου, ἀρκεῖ, ἀναδιφοῦντες τὸν φάκελλον, νὰ ἴδητε, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐγίνωσκε κἂν ἀκριβῶς, τί εἶχεν ἐμβασθῆ τῷ Σπάρταλη, καὶ τίνος ποσοῦ ἦτο ὀφειλέτης τὸ Δημόσιον πρὸς αὐτόν. Ἀρκεῖ νὰ ἴδητε, ὅτι ὁ Σπάρταλης ὁμολογεῖ ἑαυτὸν ὀφειλέτην ποσοῦ μεγαλειτέρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐβεβαίωσιν ἡ ὑπηρεσία. Κατὰ τὸ 1870 ἐπὶ τέλους τὸ Λογιστήριον ἐξήλεγξε τοὺς λογαριασμοὺς καὶ εὗρε δανειστὴν τὸν Σπάρταλην, ἐκεῖνον, περὶ οὗ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἶπεν, ὅτι ἦτο ὀφειλέτης κατὰ τὸ 1874. Εὗρεν αὐτὸν δανειστὴν, ἀλλὰ, καὶ μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐξέλεγξιν, τίποτε δὲν ἐγένετο, οὐδὲν κατεβάλλετο τῷ δανειστῇ, ὁ δὲ τότε διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀξιότιμος κύριος Δηλιγιάννης, λαβὼν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἀναφέρει τὴν γνώμην του ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ, ὅτι ἐπὶ τέλους εἶναι ἐντροπὴ, νὰ μὴ δίδηται ἓν πέρας εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐφρόνει, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ, καὶ νὰ ἀποδώσῃ τὰς καθυστερήσεις αὐτὰς, αἵτινες ἐπὶ τέλους, λέγει, προέρχονται ἀπὸ ὑπηρεσίας, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προσενεχθείσας. Ἀλλ’ ἡ ὀρθὴ αὕτη γνώμη τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἴτε δι’ ἕνα, εἴτε δι’ ἕτερον λόγον, οὐδὲν ἀποτέλεσμα πρακτικὸν ἔφερεν· ὁ Σπάρταλης ἔμεινε δανειστὴς, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τίποτε παρὰ τοῦ Δημοσίου· τέλος πάντων, μετὰ ἔτη πολλὰ, μετὰ διαμαρτυρίας ἐπανειλημμένας ἐκ μέρους τοῦ δανειστοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, κατεδείχθη καὶ πάλιν διὰ νέας ἐξετάσεως, ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, κατὰ τοὺς ἀξιοτίμους τῆς πλευρᾶς ταύτης κυρίους, ἔδει νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν παραγραφήν· παρεγράφη ἡ ἀπαίτησίς του, δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τίποτε. «Παρεγράφη ἡ ἀπαίτησίς μου;—Μάλιστα παρεγράφη· δὲν προσέφυγες εἰς τὰ Δικαστήρια· ὤφειλες δι’ ἀγωγῆς νὰ προσφύγῃς ἐνώπιον αὐτῶν· διὰ μόνου τούτου τοῦ ἐγγράφου, κοινοποιουμένου διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, θὰ εἶχες τὸ δίκαιον ἀκέραιον· ἐλλείψει αὐτοῦ τοῦ τύπου, ἐλλείποντος τοῦ χαρτοσήμου, ἐλλείποντος τοῦ κλητῆρος, ὅλα τὰ δίκαιά σου εἶναι μηδέν.» Καὶ ταῦτα δὲν λέγονται ἐν Δικαστηρίῳ, ἐν Δικαστηρίῳ, ἔνθα ὁ δικαστὴς ὀφείλει κατ’ ἀκρίβειαν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, εἴτε φέρει εἰς ἀδίκημα, εἴτε οὐχὶ, ἀλλὰ λέγονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, τῆς ἑρμηνευούσης τὸ δίκαιον, τῆς κανονιζούσης τὸ δίκαιον καὶ δυναμένης νὰ ὁρίσῃ αὐτὸ ἐν πάσῃ στιγμῇ, νὰ ἀνυψώσῃ αὐτὸ εἰς τὸ σημεῖον, ἔνθα πρέπει νὰ ἵσταται, συμφώνως πρὸς τὰς ἀπολύτους ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τῆς Πολιτείας. Ἰδοὺ, λέγουσιν, ἡ δικαστικὴ ὁδός. Ἔπρεπεν ἐνώπιον τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων νὰ προσφύγῃς. Καὶ ταῦτα λέγουσιν ἄνδρες ἐντριβεῖς περὶ τὴν νομικὴν ἐπιστήμην, ἐντριβεῖς περὶ τοὺς νόμους. Εἰς ποῖον Δικαστήριον νὰ καταφύγῃ ὁ ὑπόλογος οὗτος ὑπάλληλος; Κατὰ νόμον, δι’ αὐτὸν ἓν καὶ μόνον Δικαστήριον εἶναι τὸ ἁρμόδιον, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ οὐδὲν ἄλλο. Πᾶς ὑπόλογος, λαβὼν χρῆμα παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἵνα τὸ διαχειρισθῇ, ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐὰν προσήρχετο ἐνώπιον τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων δι’ ἀγωγῆς ὁ Σπάρταλης,—μολονότι οὐδέποτε ἠμφισβήτησε τὸ Δημόσιον πρὸς αὐτὸν τὴν ὀφειλὴν, ποτὲ δὲν εἶπε πρὸς αὐτὸν «δὲν ἀναγνωρίζω τὸ πρὸς σὲ χρέος», ἀλλ’ ἀείποτε ἠσχολεῖτο τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν· δὲν εἶπεν εἰς αὐτὸν ποτὲ, ὅτι, «ἀναδιφῆσαν τὰ ἔγγραφα, καὶ μελετῆσαν τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν, δὲν εὑρίσκω νὰ σοὶ ὀφείλω τι», ὥστε ὁ Σπάρταλης νὰ ἀναγκασθῇ νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ὁδόν· τοὐναντίον ἀείποτε ἐλέγετο πρὸς αὐτὸν, ὅτι μελετᾶται τὸ ζήτημα, ἐξετάζονται τὰ ἔγγραφα, ὅταν δὲ ἐκκαθαρισθῇ ἡ ὑπόθεσις, θὰ πληρωθῇ τὸ χρέος, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτο,—ἐὰν προσήρχετο, ἐπαναλαμβάνω, ἐνώπιον τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων, ἀξιῶν, ὅτι διεχειρίσθη χρῆμα τοῦ Δημοσίου, ἐκτελέσας τὴν δοθεῖσαν αὐτῷ ἐντολὴν, καὶ ὅτι ἐκ τῆς ἐκτελέσεως ταύτης τῆς ἐντολῆς δικαιοῦται λαβεῖν ποσόν τι, ποίαν ἀπάντησιν θὰ ἐλάμβανε παρὰ τοῦ τακτικοῦ Δικαστηρίου; τί θὰ ἐγίνετο ἡ ἀγωγὴ αὐτοῦ; Τὸ Δικαστήριον φυσικώτατα θὰ ἔλεγε πρὸς αὐτὸν, ὅτι «ὀφείλεις ν’ ἀπευθυνθῇς ἐνώπιον ἄλλου Δικαστηρίου, τοῦ διὰ σὲ ἁρμοδίου, ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, οὐχὶ ἐνώπιον ἐμοῦ, ὅπερ δὲν εἶμαι ἁρμόδιον νὰ ἐξετάσω τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπολόγων δημοσίων ὑπαλλήλων». Ἡ ἀγωγή του ἀναμφηρίστως θ’ ἀπεῤῥίπτετο, ὡς ἀναρμοδίως εἰσαχθεῖσα. Δὲν ἠδύνατο λοιπὸν νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων, δὲν ἠδύνατο ἑπομένως νὰ διακόψῃ τὴν παραγραφὴν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἡ παραγραφὴ οὐδὲ κἂν ἤρξατο ποτὲ δι’ αὐτὸν, διότι, κατὰ κοινὸν κανόνα τοῦ δικαίου, τὸν ὁποῖον δὲν πιστεύω ν’ ἀμφισβητῇ κἀνεὶς ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ Βουλῇ νομικῶν, ἡ παραγραφὴ ἄρχεται τρέχουσα, ἀφ’ ἧς τὸ δικαίωμα γεννηθῇ, δηλ. ἀφ’ ἧς δύναταί τις νὰ τὸ ἐπιδιώξῃ δι’ ἀγωγῆς· μόνον ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ἡ ἔναρξις τῆς παραγραφῆς· πότε δὲ γεννᾶται τὸ πρὸς ἀγωγὴν δικαίωμα, ἐὰν ὑπάρχῃ, ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Τὸ δικαίωμα πρὸς ἀγωγὴν γεννᾶται, ἀφ’ ἧς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, κρίναν τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, εὕρῃ αὐτὴν ἄμεμπτον· ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἄρχεται ὑπολογιζομένη ἡ παραγραφή· οὐδὲν λοιπὸν δικαίωμα παρεγράφη δι’ αὐτὸν, οὐδὲ κἂν ἤρξατο ἡ παραγραφή. Ἡ προθεσμία τῆς παραγραφῆς δὲν ἤρξατο ποσῶς, διότι δὲν ἠδύνατο, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐγείρῃ κἀμμίαν ἀγωγὴν πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεώς του, τὸ δὲ δικαίωμα πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως δὲν εἶχεν ἄλλος ἢ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, προκειμένου περὶ ὑπολόγου, περὶ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ὅταν λοιπὸν ἀκούητε τοὺς ἀξιοτίμους ῥήτορας τῆς πλευρᾶς ταύτης, λέγοντας, ὑμῖν, νὰ παραπέμψητε τὸν ἄνθρωπον τοῦτον εἰς τὴν τακτικὴν δικαιοσύνην, ἔστε πεπεισμένοι, ὅτι οὐδὲν ἄλλο λέγουσιν, ἢ «ὑψώσατε διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν σινικὸν τεῖχος πρὸ τῶν πυλῶν τῆς Δικαιοσύνης»· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Δικαιοσύνη ἡ κοινὴ, ἡ τακτική, εἶναι ἀναρμοδία διὰ νὰ δεχθῇ τὴν τοιαύτην ἀγωγήν. Καὶ σήμερον τὸ ἐνόησαν οἱ πρότερον ἀμφισβητοῦντες τοῦτο. Εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος περὶ τούτου....
§84ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ....
§85ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ὁμιλῶ περὶ τοῦ κ. Ῥάλλη, περὶ τοῦ κ. Γεροκοστωπούλου, περὶ τῆς νομικῆς δεινότητος τῶν ὁποίων ἔχω πλήρη πεποίθησιν. Δι’ ὑμᾶς, πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ ἡ δεινότης αὕτη, ἀλλ’ ἀτυχῶς εἶναι παντελῶς ἄγνωστος εἰς ἐμέ. Λοιπὸν, ὅταν παραπέμψητε τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ἐνώπιον τῆς τακτικῆς δικαιοσύνης, ἔστε, ἐπαναλαμβάνω, βέβαιοι, ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττετε ἢ ν’ ἀποκλείητε δι’ αὐτὸν τὰς πύλας τῆς Δικαιοσύνης. Ἕν Δικαστήριον καὶ μόνον εἶναι τὸ δυνάμενον νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατ’ αὐτὸν, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· οὕτως ὥρισεν ὁ νόμος· ὁ νόμος ἀπεφάνθη, ὅτι διὰ τὸν ὑπάλληλον τὸν δημόσιον μόνος δικαστὴς εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον....
§86ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀφοῦ τῷ ἐπιδικάσῃ, ἂς ὑπάγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον.
§87ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Μὴ βιάζεσθε.—Καὶ ταῦτα λέγουσιν ἄνδρες, διαμαρτυρόμενοι περὶ τοῦ σεβασμοῦ αὐτῶν πρὸς τοὺς νόμους, καὶ ταῦτα λέγουσιν ἄνδρες, μεμφόμενοι ἡμᾶς, ὅτι κατασπαταλῶμεν τὸ δημόσιον χρῆμα, οὐχὶ διότι ὀφείλει τὸ Δημόσιον τίποτε πρὸς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ διότι θέλομεν, δι’ ἄλλους λόγους, ἀποκρύφους, νὰ παράσχωμεν αὐτῷ δωρεάν. Καὶ τὸ χείριστον εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ἔχουσιν ἐνώπιον αὐτῶν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦτο οὐδόλως ἐμποδίζει αὐτοὺς ν’ ἀρνηθῶσι τὴν ὀφειλὴν, τὴν πρὸς τὸν Σπάρταλην, ὀφειλὴν, ἀνομολογουμένην ἐν ἀποφάσει ἐπισήμῳ τοῦ Δικαστηρίου. Δι’ αὐτοὺς τὸ τοιοῦτον εἶναι ἁπλοῦν χαρτί, πιέσεως ἀποτέλεσμα, δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν. Καὶ ταῦτα λέγουσιν ἐνώπιον τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ἥτις πρὸ παντὸς ἄλλου δέον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὴν μὴ ὑπέρβασιν τῶν ὁρίων τῶν τεθειμένων αὐτῇ παρὰ τοῦ Συντάγματος. Ἐν τῷ Συντάγματι γίνεται λόγος περὶ τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, γίνεται λόγος περὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὡς αὐθυπάρκτου ἐκ τῶν ἑτέρων δύο, καὶ ἐν τούτοις λέγουσιν ὑμῖν: «περιφρονήσατε αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου».—Ἀλλ’ εἶναι ἀνεπίδεκτος προσβολῆς, ἀπαντῶμεν αὐτοῖς, ἡ ἀπόφασις αὕτη.—«Ἀδιάφορον, λέγουσιν ἐκεῖνοι· οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν τοῦτο· περιφρονήσατε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ποδοπατήσατε τὸ Σύνταγμα». Διότι τί ἄλλο εἶναι, εἰμὴ ἄρνησις τοῦ κύρους τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας ἡ ἄρνησις τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς; Εἴτε προῆλθεν ἐκ πιέσεως, εἴτε δὲν προῆλθε, δι’ ἐμὲ καὶ διὰ πάντας, εἶναι ἀπόφασις σεβαστή. Δυνάμεθα νὰ μεμφθῶμεν τὸν ἐκδόντα τὴν ἀπόφασιν, διότι ἐπιέσθη, διότι ἐν συνειδήσει δὲν ἀπεφάνθη, δι’ ὅ,τι δήποτε θέλετε, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ἱερὰ, δέον νὰ ἐκτελεσθῇ, ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου. Εἶναι, λέγουσιν, ἀποτέλεσμα πιέσεως. Ἀλλὰ τάχα ἀληθεύει καὶ τοῦτο; Ὁ ἀναγνοὺς τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς θὰ παρατηρήσῃ, ὅτι πλεῖσται ὅσαι τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Σπάρταλη ἀποῤῥίπτονται, εἴτε ὡς ἀναπόδεικτοι, εἴτε ὡς ἀβάσιμοι. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τοῦτο, αἱ ἀντιλογίαι, αἱ περιεχόμεναι ἐν ταῖς ἀποφάσεσιν, ἐγένοντο καὶ ἀντικείμενον μομφῆς, ἐγένοντο ἀντικείμενον ἐπικρίσεως. Κατεδείχθη τὸ ἀβάσιμον τῶν αἰτιολογιῶν αὐτῶν, ὥστε νὰ πείσωσιν ἡμᾶς περὶ τῆς δῆθεν ἀσκήσεως ἐπὶ τοῦ Συνεδρίου πιέσεως; Οὐχί. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀποφάσεως δικαστοῦ, δίδοντος τὸν λόγον τῆς ἀποφάσεώς του, πῶς τολμᾶτε νὰ ἐπιῤῥίπτητε τὴν μομφὴν κατ’ αὐτοῦ, ὅτι πιεσθεὶς ἐξήνεγκεν αὐτὴν, ἀφοῦ δὲν τολμᾶτε ν’ ἀναιρέσητε τὴν αἰτιολογίαν τῆς ἀποφάσεως; Καὶ ταῦτα λέγουσιν, ἐν ὀνόματι τῶν νόμων, ἐν ὀνόματι τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τοὺς νόμους, πιστεύω, ὅτι δὲν μένει παρ’ οὐδενὶ ἀμφιβολία, ὅτι παράβασις, ποδοπάτησις τῶν νόμων θὰ ἦναι ἡ μὴ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ εἰς τὸ δημόσιον συμφέρον, τοῦτο ποῦ τὸ ἀνευρίσκουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ κατὰ τῆς πιστώσεως λαλήσαντες, ποῦ τὸ ἀναζητοῦσιν; Ἐν τῇ ἀρνήσει τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον. Τὸ ὑπέρτατον, τὸ δημόσιον συμφέρον, κατ’ αὐτοὺς, εἶναι ἐν τῇ διασώσει τῶν 6 ἢ τῶν 10 χιλιάδων λιρῶν· περὶ πίστεως ὅμως τοῦ Δημοσίου οὐδὲ κἂν λόγος παρ’ αὐτῶν κρίνεται ἄξιον νὰ γίνῃ. Τὸ κέρδος κατ’ αὐτοὺς εἶναι μέγα! 10 χιλιάδες λίραι ἐξοικονομοῦνται διὰ τὸ Κράτος! Ἀλλ’ ἡ πίστις; Ἡ πίστις εἶναί τι μὴ ἁπτόν· δι’ αὐτοὺς δὲν ἔχει σημασίαν· σημασίαν ἔχει τὸ ποσὸν τῶν λιρῶν ἐκείνων. Οὗτοι νομίζουσιν, ὅτι ἐξυπηρετεῖται τὸ δημόσιον συμφέρον, ὅταν κατορθώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον νὰ πιστοποιήσῃ εἰς τὸν κόσμον ὅλον, ὅτι οἱ μετ’ αὐτοῦ συναλλαττόμενοι πρέπει νὰ ὀχυρῶνται κἄπως καλλίτερον, παρ’ ὅσον ἔπραξεν ὁ εὔπιστος οὗτος ἄνθρωπος, ὁ μὴ στηριχθεὶς εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου· τοῦτο ὀνομάζουσι προστασίαν τοῦ δημοσίου συμφέροντος! Ἀλλὰ, λέγουσι, πολὺ καλὰ, 4 χιλιάδας περίπου λίρας δικαιοῦται νὰ λάβῃ, ἀλλὰ παρεγράφη ἡ ἀπαίτησις. Καὶ περὶ μὲν τῆς παραγραφῆς εἶπον ὑμῖν ἤδη, ὅτι οὐδὲ κἂν ἤρξατο, οὐχὶ ὅτι συνετελέσθη, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἤρξατο. Ἡ παραγραφὴ διὰ τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν ἄρχεται ἀπὸ τῆς προθεσμίας τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τῆς ἐκκαθαρισάσης τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπολόγου ὑπαλλήλου. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἄρχεται ὑπολογιζομένη ἡ προθεσμία τῆς παραγραφῆς. Ἐὰν δὲ ἐπὶ 5 ἔτη παραλείψῃ οὗτος νὰ εἰσπράξῃ τὸ διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐπιδικαζόμενον αὐτῷ ποσὸν, βεβαίως ἀποβάλλει κατόπιν πᾶν δικαίωμα. Περὶ προμηθείας πολὺν ἔκαμον λόγον. Ὀφείλεται πρὸς αὐτὸν προμήθεια; Ὅτι ὀφείλεται τοιαύτη, οὐχὶ εἰς τὸν Πρόξενον Σπάρταλην, ἀλλ’ εἰς τὸν τραπεζιτικὸν οἶκον Σπάρταλη, τὸν παρασχόντα τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς δοθείσης τῷ Προξένῳ ἐντολῆς, οὐδεὶς σπουδαίως δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, οὐδὲ κρίνω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω πλείονα περὶ τούτου· ἀλλὰ τὴν προμήθειαν τὴν ἐδώρησε, λέγουν, ὑπεσχέθη τοὐλάχιστον νὰ τὴν δωρήσῃ· ἑπομένως ἀρνοῦνται πᾶν δικαίωμα προμηθείας πρὸς τὸν ἄνθρωπον· καὶ πότε; ὅταν αὐτὸς περιῆλθεν εἰς πτώχευσιν, ὅταν ἄλλοι ὑποκατέστησαν εἰς τὰ δίκαια αὐτοῦ· λησμονοῦντες, ὅτι καὶ ἐν τῷ κοινῷ δικαίῳ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐκτέλεσις ἡ ἀναγκαστικὴ κατὰ τοῦ δωρητοῦ, τοῦ περιελθόντος εἰς πενίαν. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δωρεοδόχον νὰ ἐνασκήσῃ ἐκβιαστικῶς τὴν ἐκ τῆς δωρεᾶς ἀπαίτησιν κατὰ τοῦ δωρητοῦ, τοῦ περιελθόντος εἰς πενίαν. Ἐνῷ διὰ πάσας τὰς ἄλλας ἀπαιτήσεις ὁ ἔκ τινος συμβάσεως, ἢ ἔκ τινων ἄλλων αἰτίων δικαιούμενος νὰ λάβῃ τι, δύναται νὰ μεταχειρισθῇ πάντα τὰ καταναγκαστικὰ μέτρα πρὸς ἐκβίασιν τοῦ ὀφειλέτου, προκειμένου περὶ δωρεᾶς, ὁ νόμος τὸν σταματᾷ: δὲν σοι ἐπιτρέπω, λέγει, νὰ μεταχειρισθῇς καταναγκαστικὰ μέτρα, πρὸς ἐκτέλεσιν δωρεᾶς, ἧς ὁ δωρητὴς περιῆλθεν εἰς πενίαν. Τὴν ἐξήγησιν τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι περιττὸν νὰ κάμω· πᾶς τις τὴν ἐννοεῖ. Ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ τοῦ Δημοσίου τοῦ Ἑλληνικοῦ, ὠθοῦσιν αὐτὸ νὰ τείνῃ τὴν χεῖρα τῆς ἀπαιτήσεως πρὸς τὸν δωρητὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος περιῆλθεν εἰς πτώχευσιν. «Ὑπεσχέθης νὰ δωρήσῃς τὴν προμήθειαν. —Ναὶ, ἀλλὰ περιῆλθον εἰς πτώχευσιν, περιῆλθον εἰς πενίαν.—Ἀδιάφορον, ὀφείλεις νὰ μοὶ τὴν δώσῃς». Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀρκετὰ ὑπερήφανος καὶ πλουσία, ὥστε νὰ μὴ κατέλθῃ εἰς τοιαύτην εὐτέλειαν; οὐδέποτε θὰ ἀνεχθῇ τὴν ὕβριν τοῦ ἐπαίτου, οὐδέποτε θὰ καταδεχθῇ νὰ ζητήσῃ, εἴτε ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, τὸν εἰς πενίαν περιελθόντα, εἴτε ἀπὸ ἄλλον τινὰ, τὴν ἐκτέλεσιν δωρεᾶς, ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ δυσχερείας πρὸς τὸν δωρητήν. Ἀλλὰ μήπως κἄν πρόκηται περὶ τοῦ ἀτυχοῦς τούτου, τοῦ Σπάρταλη; Πτωχεύσαντος αὐτοῦ, ὑπεισῆλθον ἄλλοι εἰς τὰ δίκαια ἐκείνου, καὶ δυστυχῶς ξένοι, διὰ τὴν ἀτυχίαν δὲ ταύτην παρενέβη καὶ ἡ ξένη Πρεσβεία. Παρενέβη ἀξιοῦσα τί; Τὴν κατὰ τοὺς ἡμετέρους νόμους ταχεῖαν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου. Τοῦτο λέγουσιν εἶναι ὕβρις· ὤφειλεν ὁ Ὑπουργὸς, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις, νὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια· ἀλλὰ ποῖα τακτικὰ Δικαστήρια; τὰ κεκλεισμένα, διὰ τὴν ἀπαίτησιν αὐτήν; Εἰς αὐτὰ τὰ Δικαστήρια ὤφειλε νὰ παραπέμψῃ τοὺς κυρίους ἐκείνους;...
§88ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο παρακαλῶ, κύριε Μπογιατζόγλου, νὰ μᾶς ἀναπτύξητε, πῶς εἶναι κεκλεισμένα τὰ Δικαστήρια.
§89ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ἰδοὺ, κύριε Ῥάλλη. Κατὰ τὸν νόμον, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει τὴν δικαιοδοσίαν ἐπὶ παντὸς ὑπολόγου, ἐξετάζει τὰ κατὰ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ καὶ δι’ ἀποφάσεως ἀποφαίνεται περὶ αὐτῆς· ἡ δὲ ἀπόφασίς του δέον νὰ ἐκτελεσθῇ. Τοῦτο λέγει ὁ νόμος. Λοιπὸν, ἐὰν ὁ Σπάρταλης, ὁ δημόσιος ὑπόλογος, ἀρνουμένου τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου νὰ πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα, προσέφευγεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην, εἰς τὴν τακτικὴν, θέλω νὰ εἴπω, δικαιοσύνην δι’ ἀγωγῆς, λεγούσης, ὅτι «ἀνέλαβον χρηματικὴν διαχείρισιν, ὑπολείπεται νὰ μοὶ δοθῇ τὸ δεῖνα ποσὸν», θὰ ἤκουε παρὰ τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ, ὅτι δέον νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον....
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπηυθύνθη ὅμως εἰς τὸ Συνέδριον.
§91ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Ὄχι μόνον ὁ ὑπόλογος δικαιοῦται νὰ ἀπευθύνῃ τοὺς λογαριασμούς του πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἵνα ἐξελεγχθῶσιν, ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ παραπέμψῃ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ ὑπαλλήλου, ἵνα ἐξελεχθῶσι.
§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὀφείλει.
§93ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Πάντες οἱ λογαριασμοὶ ἐκεῖθεν θὰ διέλθωσιν, εἴτε ἐπέμψατε αὐτοὺς ὑμεῖς ὁ ὑπόλογος, εἴτε δὲν ἐπέμψατε αὐτούς. Ἐὰν ἀπηυθύνετο λοιπὸν ἐνώπιον τοῦ τακτικοῦ δικαστοῦ, θὰ ἐλάμβανε τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν: Εἶμαι ἀναρμόδιος νὰ κρίνω περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς· διότι πρὶν ἢ ἐπιδικάσω εἰς σὲ ποσόν τι, δέον νὰ γνωρίζω, ἐὰν διεχειρίσθης καλῶς, ἀμέμπτως, ἐὰν ὀφείλῃ ἢ δὲν ὀφείλῃ τι τὸ Δημόσιον· δὲν εἶμαι δὲ ἐγὼ, ὁ ἐκ τοῦ νόμου τεταγμένος νὰ ἐξετάζω τὰ τοιαῦτα· ἄλλος τις δικαστὴς εἶναι πρὸς τοῦτο ἁρμόδιος· ἐὰν δὲ, ὑπερβαίνων τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας μου, εἰσηρχόμην εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ δημοσίου ὑπολόγου, θὰ ἐπήρχετο τὸ ἑξῆς ἀτόπημα. Πολὺ πιθανὸν ὁ τακτικὸς δικαστὴς νὰ ἐπιδικάσῃ εἰς αὐτὸν ποσόν τι, κατόπιν δὲ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν ἐπεξερχόμενον, τοὺς αὐτοὺς τίτλους ἐξετάζον καὶ τὴν διαχείρισιν τὴν ὅλην, νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἴχομεν δύο ἀντιθέτους ἀποφάσεις. Ποία ἐξ αὐτῶν θὰ ἐκτελεσθῇ; δίκαιον ἀπέναντι δικαίου δύναται νὰ ἵσταται; Ἕνεκα τούτου εἶπον, ὅτι ὁ Σπάρταλης δὲν ἠδύνατο κἄν νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια. Συμπέρασμα τῶν εἰρημένων εἶναι, ὅτι ὁ μὲν Σπάρταλης ἐξετέλεσεν ἀμέμπτως τὴν δοθεῖσαν αὐτῷ ἐντολὴν, ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, διὰ τὴν ἀτέλειαν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, δὲν ἐτέλεσεν ἀμέμπτως τὴν πρὸς τὸν Σπάρταλην ὀφειλήν· δὲν ἐξήλεγξε κἄν τοὺς λογαριασμοὺς ἐγκαίρως, δὲν εἶπε κἄν πρὸς αὐτὸν, ὅτι «δὲν δικαιοῦσαι νὰ λάβῃς τι»· τοῦτο θὰ ἦτο μία ἀπάντησις, θὰ ὡδήγει τὸν ἄνθρωπον περὶ τοῦ πρακτέου· ἀλλὰ τὸ Δημόσιον κατεγίνετο εἰς ἐξελέγξεις ἐπὶ ἐξελέγξεων. Κατόπιν τῆς τοιαύτης κατατριβῆς τοῦ χρόνου νομίζουσιν ἔντιμον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, νὰ ἀντιτάξωσι κατ’ αὐτοῦ τὴν παραγραφὴν, παραγραφὴν ἀνυπόστατον· περὶ τούτου οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία δέον νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ πνεῦμα οὐδενός· ἡ παραγραφὴ ἄρχεται μόνον ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ δικαίωμα πρὸς ἀγωγὴν γεννηθῇ· τὸ δικαίωμα δὲ πρὸς ἀγωγήν, προκειμένου περὶ δημοσίου ὑπολόγου, δὲν γεννᾶται, ἢ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν, τὴν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ μόνου αὐτοῦ....
§94ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν λύει τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς.
§95ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Δέν με ἐνοήσατε, κύριε Κωνσταντόπουλε, βλέπω. Λέγω ὅτι, προκειμένου περὶ παραγραφῆς καὶ ἀπαιτήσεως Σπάρταλη, δὲν ἄρχεται ὑπολογιζομένη ἡ παραγραφή, ἡ προθεσμία, μᾶλλον εἰπεῖν, τῆς παραγραφῆς, ἢ ἀφ’ ἧς ἐξελεγχθῇ, ἢ ἐξηλέγχθη τυχὸν, ἡ διαχείρισις αὐτοῦ. Ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς καὶ μόνον ἄρχεται ἡ προθεσμία, συμπληροῦται δὲ μετὰ ὁλόκληρον πενταετίαν....
§96ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἀκόμη, διότι....
§97ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τὸ δικαίωμά του δὲν ὑπῆρχε κἄν γεγεννημένον. Διεχειρίσθη καλῶς; ἐὰν διεχειρίσθη ἀμέμπτως, ὡς εἶπον, τὸ ἐκ τῆς βεβαιώσεως τοῦ γεγονότος ὑπολειφθὲν εἰς πίστιν αὐτοῦ δικαιοῦται νὰ τὸ λάβῃ· ἐὰν ὄχι, δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ τι. Τὸ δικαίωμά του τότε καὶ μόνον γεννᾶται. Προκειμένου περὶ προμηθείας, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάξιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ἀπαιτῇ τὴν δωρεὰν αὐτῆς παρὰ τοῦ πτωχεύσαντος, ἢ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ, οἵτινες ἐπὶ τέλους δύνανται νὰ εἴπωσιν ἡμῖν, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐδικαιοῦτο νὰ χαρίζῃ ἐκ τῶν ἰδίων, ἐδικαιοῦτο νὰ δωρήσῃ καὶ πᾶσαν τὴν περιουσίαν του πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἀλλὰ τὴν περιουσίαν ἡμῶν δὲν δικαιοῦται κἀνεὶς νὰ τὴν δωρήσῃ· ἀφοῦ δὲ ὑπέστη ἐλάττωσιν περιουσίας ὁ Σπάρταλης, ἕπεται ἀναγκαίως, ὅτι ἐδώρησεν ἐκ τῆς ἰδίας ἡμῶν περιουσίας· οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχομεν ἡμεῖς νὰ πληρώσωμεν τὴν ὑπόσχεσιν περὶ δωρεᾶς ἐκείνου. Δὲν ὑπολείπεται ἄλλο εἰς τοὺς κυρίους ἢ τὸ περὶ τόκου ζήτημα. Βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τόκου, δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι κατὰ τὸν νόμον ὁ ὑπολογισμὸς αὐτοῦ ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἀγωγῆς. Ἀλλὰ διατὶ παραγνωρίζετε, παρακαλῶ, τὴν περὶ ζημίας ἀξίωσιν; Ὅτε τὸ Δημόσιον ἀφῄρει ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὴν περιουσίαν τοῦ Σπάρταλη, ἐπέφερε ζημίαν τῷ ἀνθρώπῳ αὐτῷ; ναὶ ἢ οὔ; τίς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τοὐναντίον; Τὴν ζημίαν ταύτην δύναται νὰ τὴν ἐπανορθώσῃ τὸ Δημόσιον. Οἱ συνταγματικοὶ νόμοι εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, οἱ θεσμοὶ οἱ καθεστῶτες δὲν ἐπιτρέπουσι τῷ Δημοσίῳ ν’ ἀφαιρῇ τὴν περιουσίαν ἄλλου ἄνευ ἀποζημιώσεως. Ἀφήρεσε τὴν περιουσίαν; ὀφείλει λοιπὸν ν’ ἀποζημιώσῃ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τόκων διὰ τὴν ζημίαν, βεβαίως αὐτοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ καταβληθῶσιν, ἢ ἀφ’ ἧς ὁ δικαιοῦχος ἐκίνει τὴν ἀγωγήν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· δὲν ζητεῖ ὁ Σπάρταλης τόκους τῆς ζημίας, οὐδὲ ἡμεῖς τόκους διὰ τὴν ζημίαν· τὴν ζημίαν ἁπλῶς δίδομεν αὐτῷ, καὶ τὴν δίδομεν, πεποιθότες, ὅτι ἐπηνέχθη τοιαύτη τῷ ἀνθρώπῳ. Ἴσως ἴσως καὶ ἡ καθυστέρησις τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ ἐπήνεγκε τὴν πτώχευσιν τοῦ οἴκου ἐκείνου, δηλ. ἐν ἄλλαις λέξεσιν ὑπηρέτησε τὸ Δημόσιον, ἐξετέλεσεν ἀμέσως τὴν ἐντολὴν, ἀλλ’ ὑπέστη τὸ ἀτύχημα νὰ καταστραφῇ διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἔστω, δὲν ἀπωλέσθη διὰ τοῦτο ὁ οἶκος ἐκεῖνος· ἀλλὰ δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὑπέστη ζημίαν ἐκ τῆς στερήσεως τοῦ κεφαλαίου ἐκείνου; τίς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ καὶ τὸ ὑποστηρίξῃ εὐλόγως; ἢ μήπως δέον πρὸς ὑπολογισμὸν τῆς ζημίας νὰ καταφύγωμεν εἰς ἀνακρίσεις καὶ ἐρεύνας περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ζημίας, ἵνα προσδιορίσωμεν αὐτήν; Δίδοντες ἓν ἐλάχιστον ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, φρονῶ, ὅτι ἐπαρκῶς τὸν ἱκανοποιοῦμεν. Πολὺ πιθανὸν νὰ ᾖναι κατώτερον τὸ ποσὸν τοῦτο τῆς ἀληθοῦς ζημίας, τῆς ἐπενεχθείσης τῷ Σπάρταλῃ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὕτως ἐπιτελοῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἐπιτελοῦμεν τὸ καθῆκον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1878 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐθεώρει ἐπιβεβλημένον τῷ Δημοσίῳ· ἐθεώρει ἐντροπὴν τὸ νὰ ἀναβάλληται ἐπὶ πλέον ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ὀφειλομένων τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ...
§98Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς διακόψω....
§99ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Μάλιστα, εὐχαρίστως.
§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. .... ἵνα ἑρμηνεύσω τὸ ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου ποιεῖσθε μνείαν; Ἀλλὰ τὸ παραλείπω, διότι θὰ τὸ ἀναπτύξω αὔριον, ὁμιλῶν καὶ περὶ τούτου, ἵνα ἴδητε, ὅτι πλανᾶσθε ἐν γνώσει, ἢ ἴσως πλανᾶσθε ἐν ἀγνοίᾳ.
§101ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Φρονῶ, ὅτι ὑποστηρίζω τὴν ἀκριβῆ ἔννοιαν ὑμῶν, τὴν ἐκ τοῦ ἐγγράφου καταφαινομένην.
§102ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀκριβὴς ἔννοια τοῦ ἐγγράφου μου εἶναι, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ᾖναι ἄλλως, ἢ ὅτι, ἐὰν ὀφείλῃ τὸ Δημόσιον, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ.
§103ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τοῦτο εἶπον. Δὲν σᾶς ἀπέδωκα ἄλλην ἔννοιαν. Δὲν σᾶς ἀπέδωκα τὴν ἔννοιαν, ὅτι προσδιορίζετε τὸ ποσὸν, τὸ ὀφειλόμενον τῷ Σπάρταλῃ. Σᾶς ἀπέδωκα τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐφρονεῖτε καθῆκον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποδοθῇ τῷ ἀνθρώπῳ τάχιστα ὅ,τι τυχὸν ὀφείλεται αὐτῷ.
§104ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ποῖος δύναται νὰ ἔχῃ ἀλλοίαν γνώμην;
§105ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τοῦτο λέγω καὶ ἐγώ.
§106ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖος δύναται νὰ συμβουλεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του, νὰ μὴ πληρόνῃ, ὅταν ὀφείλῃ; Ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ συμβουλεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρόνῃ, ὅταν δὲν ὀφείλῃ.
§107ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Τοῦτο λέγω καὶ ἐγώ· ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1878 ὑπὸ ἄλλης Κυβερνήσεως ἐξηλέγχθη ἡ διαχείρισις τοῦ Σπάρταλη καὶ εὑρέθη οὗτος δανειστὴς, ἀφοῦ ἑτέρα Ἐπιτροπὴ κατόπιν ἐξήλεγξε τὴν διαχείρισιν ταύτην τοῦ Σπάρταλη καὶ εὗρεν αὐτὸν δανειστὴν, ἀφοῦ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εὗρεν ἐπίσης δανειστὴν τὸν Σπάρταλην, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔπραξεν ἀκριβῶς, ὅ,τι ὑμεῖς συνεβουλεύετε τότε. Ὑμεῖς ἐθεωρήσατε ἐντροπὴν, τὸ νὰ μὴ ἀποδοθῇ τὸ τυχὸν ὑπάρχον δίκαιον τῷ Σπάρταλῃ· ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἐπίσης θεωρεῖ ἄτοπον, ἐντροπὴν, νὰ μὴ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον. Τὸ δίκαιον τοῦτο ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη καθυστέρει ὑπὸ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ ἐπὶ τέλους ἀνεγνωρίσθη δι’ ἀποφάσεως ἀνεκκλήτου, τελεσιδίκου γενομένης. Ἀδυνατοῦντες νὰ ἵστασθε ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἄχρι χθές, ἄχρι τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Σιμοπούλου, ἐνομίζετε ἀσφαλές, τοῦ ἐδάφους δηλ. τῆς μὴ ὑπάρξεως ὀφειλῆς, ἀδυνατοῦντες, λέγω, νὰ στηριχθῆτε ἐκεῖ, προσφεύγετε νῦν, θίγοντες τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἔθνους, τὴν φιλοτιμίαν τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ὑποχωρήσῃ πρὸ τῆς ξενικῆς πιέσεως· πίεσιν δὲ ὀνομάζετε ποίαν; τὴν παράκλησιν, τὴν σύστασιν μιᾶς φίλης Δυνάμεως, πρὸς ταχεῖαν κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν ἀπόδοσιν τοῦ δικαίου. Τοῦτο εἶναι ὕβρις καθ’ ὑμᾶς· ὕβρις τὸ εἰσακούειν τοιαύτας διὰ τοιούτου τρόπου ἀναφερομένας συστάσεις, παρακλήσεις, προκειμένου περὶ ξένων ὑπηκόων, περὶ πολιτῶν ἐπὶ τέλους Ἄγγλων, ἐνδιαφερομένων εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, διότι ἀτυχῶς, ἕνεκα τῆς βραδύτητος τῆς ὑπηρεσίας, ἕνεκα τῆς βραδύτητος ἡμῶν, ἕνεκα τῆς ἀντιστάσεως, τῆς γενομένης κατὰ τὸ 1884, ὅτε ἡ αὐτὴ πίστωσις ἐζητήθη, τῆς ἀντιστάσεως τῆς γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ, ὑποκατέστησαν ἤδη ξένοι ἀντὶ τοῦ Ἕλληνος. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον ἐγὼ νομίζω ὑπερευαισθησίαν· εἶναι νοσηρά τις κατάστασις....
§108ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ψύχωσις.
§109ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. ... Ὅταν ἀξιῶμεν παρὰ τῶν ἄλλων, νὰ μὴ ἐνασκῶσι τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς αὐτοὶ ἀπέναντι ἐκείνων διεκδικοῦμεν ὡς ἱερά. Ὅταν ἡμεῖς ἀπαντῶμεν Ἕλληνά τινα, ἀδικούμενον κατὰ τὴν ἰδέαν ἡμῶν, ἀξιοῦμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πάσει δυνάμει νὰ σπεύσῃ εἰς προστασίαν τοῦ πολίτου Ἕλληνος, συνηγοροῦσα ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς ξένης Κυβερνήσεως. Καὶ δικαίως ἀπαιτοῦμεν τοῦτο, διότι εἶναι ὁ κανὼν τοῦ διεθνοῦς δικαίου μεταξὺ τῶν ἐν φιλίᾳ καὶ ἐν εἰρήνῃ διαβιούντων πεπολιτισμένων Ἐθνῶν. Ἑκάστοτε δὲν ἀπαντᾶται τοῦτο γινόμενον πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου; Ὅταν μία τις Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι ὑπήκοός τις, πολίτης τις τοῦ Κράτους ἐκείνου ἀδικεῖται, ἢ ἔχει τι δίκαιον νὰ λάβῃ, βραδύνει δὲ ἡ ἀπόδοσις τοῦ δικαίου, συχνὰ δὲν βλέπετε, δὲν ἀναγινώσκετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ προέρχεται εἰς φιλικὰς παραστάσεις παρὰ τῇ φίλῃ Ἐπικρατείᾳ, καὶ παρακαλεῖ νὰ ἀποδοθῇ τάχιστα τὸ δίκαιον εἰς τὸν πολίτην ἐκεῖνον, οὐχὶ παρὰ τοὺς νόμους, ἀλλὰ κατὰ τοὺς νόμους; Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ὑπερευαισθησία, νοσηρὰ κατάστασις· καὶ ταύτην μάτην προσπαθοῦσί τινες νὰ παραστήσωσιν ὡς μεγαλοφροσύνην. Πρόκειται περὶ μικροῦ Ἔθνους· τὸ μικρὸν Ἔθνος πρέπει νὰ κρατῇ ὑψηλὰ τὴν σημαίαν τῆς φιλοτιμίας αὐτοῦ· καὶ τοῦτο τίς ἀμφισβητεῖ; Ἀλλὰ τοῦτο πολὺ διαφέρει τῆς νοσηρᾶς καταστάσεως, τῆς ὑπερευαισθησίας, ἥτις ἀκαίρως καὶ ἀναιτίως ἐκλαμβάνει προσβαλλομένην τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν, καὶ ὅταν ἀκόμη φίλη Δύναμις ὑποβάλλῃ ἡμῖν θερμήν τινα περὶ τοῦ δικαίου σύστασιν. Προχθὲς μονονουχὶ ἐζητεῖτε νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς πάντα Ἄγγλον, νὰ τρώγῃ ἑκὼν ἄκων λίτρας τινὰς τοῦ σταφιδοκάρπου ἡμῶν· πρὸ ὀλίγου ἀκόμη προετρέπετε τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προβῇ εἰς διαβήματα παρὰ τῇ φίλῃ Κυβερνήσει τῆς Ἀγγλίας, ἵνα ἐπιτύχῃ νὰ ἐλαττώσῃ τὸν δασμὸν τῆς σταφίδος· νῦν δὲ ἀξιοῦμεν νὰ ἀποῤῥίψωμεν ὑπερηφάνως, ὡς πτωχαλαζόνες, τὴν παράκλησιν φίλης Δυνάμεως, εἰς ἣν πολλὰ ὀφείλομεν, νὰ ἀποῤῥίψωμεν τὴν παράκλησιν, τὴν ὑπὲρ τῶν ὑπηκόων αὐτῆς γενομένην, καὶ νὰ τὴν παραπέμψωμεν ποῦ; εἰς τὰ Δικαστήρια τὰ κοινά, τὰ κεκλεισμένα, ἐπαναλαμβάνω, ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, Τί κακὸν ἔπραξεν ἡ ξένη Κυβέρνησις, παρακαλέσασα δι’ ὅλου τοῦ φιλικοῦ τρόπου νὰ ἀποδοθῇ δίκαιον, ἐὰν ὑπάρχῃ, καὶ ν’ ἀποδοθῇ διὰ τοῦ νομίμου τρόπου, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει ὁ νόμος ὁ Ἑλληνικός; Ὁ νόμος ὁ Ἑλληνικὸς τί ὁρίζει; Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐξήλεγξε τὴν διαχείρισιν, καὶ ἀνεῦρε τὸ ὀφειλόμενον. Νὰ ἀρνηθῶμεν νῦν ἀπέναντι φίλης Δυνάμεως, ὅτι δὲν ὑπάρχει δίκαιον; νὰ ἰσχυρισθῶμεν πρὸς τὴν φιλικὴν Δύναμιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτο δικαίωμα, μετ’ ἐπανειλημμένας ἐξελέγξεις καὶ βεβαιώσεις αὐτοῦ; Τοῦτο νομίζομεν, ὅτι προάγει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὅτι ἱκανοποιεῖ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἔθνους; Οὔτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, οὔτε τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν ὑπηρετεῖ ἡ ὁδὸς, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς διδάσκετε. Ἂν δὲν ὑπῆρξε πίεσις, πρὸς τί διαῤῥήγνυσθε, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ὑπῆρξε τοιαύτη; διατὶ θέλετε νὰ βεβαιώσητε γεγονὸς ἀνύπαρκτον, γεγονὸς, τὸ ὁποῖον τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῷ φακέλλῳ ἔγγραφα δὲν ἀποδεικνύουσι; Ζητοῦσι τὴν προσαγωγὴν ἀνυπάρκτων ἐγγράφων· ἐξ ἐκείνων τῶν ἀνυπάρκτων θὰ βεβαιωθῇ, λέγουσιν, ἡ πίεσις, ἡ ἐνασκηθεῖσα ὑπὸ τῆς ξένης Δυνάμεως, ἡ ὕβρις, ἡ γενομένη εἰς ἐλεύθερον Κράτος. Οἷος παραλογισμός! Ἂν δὲ πάλιν ὑπῆρξε πίεσις ἀληθῶς, ποῖον ἄλλο μέσον ἔχομεν πρὸς ἄρσιν αὐτῆς, εἰμὴ τὴν κατὰ τὸ δίκαιον συμπεριφορὰν ἡμῶν; Θέλομεν νὰ ἔλθωμεν εἰς διενέξεις πρὸς ξένην Δύναμιν, καὶ νὰ ἀκούωμεν κατόπιν, ὅτι δικαίως πάσχομεν, μὴ ἀποδόντες τὸ δίκαιον εἰς τοὺς κεκτημένους αὐτὸ, εἰς τοὺς Ἄγγλους ὑπηκόους, τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν; ἐρωτῶ, τοιουτοτρόπως θὰ προστατεύσωμεν τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν; καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι, οὕτω φερόμενοι, θὰ καταῤῥίψωμεν αὐτὴν εἰς τὸν βόρβορον, καὶ διότι ἐπὶ τέλους δὲν ἔχομεν δίκαιον καὶ διότι στερούμεθα δυνάμεων νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸν ἰσχυρισμὸν ἡμῶν;...
§110ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁμολογεῖτε τὴν πίεσιν.
§111ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ στείλωμεν τοὺς στόλους μας νὰ μᾶς προστατεύσουν.
§112ΜΠΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥΣ. Σεῖς, κύριε Καραπάνε, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ διακρίνητε, τί ὡμολόγησα καὶ τί δὲν ὡμολόγησα. Λοιπὸν συμπεραίνων, λέγω, ὅτι οὔτε τὸ δίκαιον, οὔτε τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, οὔτε ἡ ἀξιοπρέπεια ἡ ἐθνικὴ ἀπαιτεῖ ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως· ἄλλως πράττοντες, ἀρνούμενοι τὴν ψήφισιν αὐτῆς, καταῤῥίπτομεν τὴν βάσιν, τὴν ἐν τῷ Συντάγματι καθιερουμένην, περὶ χωρισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν. Ἐν τῷ Συντάγματι καθιερώθη, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ὅλως αὐθύπαρκτος καὶ ἐλευθέρα ἀπὸ τῆς ἐνεργείας εἴτε τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, εἴτε τῆς Νομοθετικῆς. Ἀρνούμενοι δὲ τὸ ποσὸν, τὸ ἀναγκαῖον πρὸς ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεως Σπάρταλη, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ ποδοπατῶμεν τὸ πολίτευμα. Πολλὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο μὲ ἔπεισε περὶ τοῦ δικαίου τῆς ζητουμένης πιστώσεως, εἶναι ἡ προσπάθεια τῶν ῥητόρων τῆς πλευρᾶς ταύτης, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) νὰ θίξωσι τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν. Τοῦτο μὲ ἔπεισεν εἴπερ τι καὶ ἄλλο, ὅτι ἡ πίστωσις ὑπηρετεῖ τὸ δίκαιον, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐνόουν, πῶς προσπαθοῦσι νὰ πείσωσι τὸ Ἔθνος, ὅτι προσεβλήθη, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ των καταφεύγουσιν εἰς τὸ οἰκτρὸν ἐπιχείρημα, τοῦ νὰ ἀξιῶσι νὰ προσαχθῶσιν ἔγγραφα οὐδέποτε ὑπάρξαντα. Ἡ προσπάθεια αὕτη, ἵνα παρουσιάσῃ αὐτοῖς ἡ Κυβέρνησις ἔγγραφα ἀνύπαρκτα, πρὸς ἀπόδειξιν τῆς προσβληθείσης δῆθεν ἐθνικῆς φιλοτιμίας, μὲ πείθει, ὅτι τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ πρότερον ἵσταντο, τὸ ἔδαφος τῆς δῆθεν μὴ ὑπάρξεως ὀφειλῆς κατέστη λίαν ὀλισθηρὸν διὰ τοὺς κυρίους αὐτούς. Τὸ δίκαιον, τὸ συμφέρον, ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.