1888.12.29
2.155 στίχοι · 16.723 λέξεις · 137 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50.
Τῆς 29 Δεκεμβρίου 1888.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τῇ σελίδι πρώτη τῶν πρακτικῶν, ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐκτίθεται ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔδωκε πρὸς τὴν αἴτησίν μου, περὶ καταθέσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἐν Παρισίοις Γενικοῦ Προξένου περὶ ἀρχαιοκαπηλείας καὶ τῆς κλοπῆς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, εἶναι ἀρνητικὴ, ἐνῷ δέν μοι ἐφάνη, ὅτι ἦτο ἄρνησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἡ χθὲς τουλάχιστον δοθεῖσά μοι ὑπ’ αὐτοῦ ἀπάντησις. Ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι ἦτο ἄρνησις, ἤθελον ὁμιλήσει περὶ τούτου.
§2ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀποτεινόμενος χθὲς εἰς ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, εἶπον, ὅτι δὲν κατετέθη ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐν Παρισίοις Γενικοῦ Προξένου περὶ ἀρχαιοκαπηλείας, διότι αὕτη, ἅμα περιῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, παρεπέμφθη εἰς τὸν Εἰσαγγελέα μετὰ καταγγελίας κατὰ τῶν σημειουμένων ἐν αὐτῇ αὐτουργῶν τῆς πράξεως ταύτης· ἡ ἔκθεσις εὑρίσκεται ἑπομένως ἐν τῇ ἀνακρίσει. Ἅμα τῇ πρώτῃ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἔσπευσα νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἔλαβον δὲ ἀπάντησιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ παραδώσῃ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ὁ ἀνακριτὴς, ὡς ἀποτελοῦν μέρος τῆς δικογραφίας.
§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀντίγραφον νὰ μᾶς δοθῇ.
§4ΜΑΝΕΤΑΣ. Οὔτε ἀντίγραφον, διότι εἶχον ζητήσει, ἢ τὸ πρωτότυπον, ἢ ἀντίγραφον, καὶ ὁ ἀνακριτής, ἀποκρινόμενος εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, εἶπεν, ὅτι οὔτε ἀντίγραφον δὲν δύναται νὰ δώσῃ.
§5Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι προδίδει τὰ ἀπόκρυφα τῆς ἀνακρίσεως· ἀλλὰ ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν συνετάχθη παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ, μᾶς ἀνεκοινώθη ἔξωθεν, καὶ ἀνεκοινώθη ὑπὸ Διοικητικῆς ἀρχῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἔχει νόμιμον δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἂς μᾶς εἴπῃ τοῦτο ῥητῶς.
§6ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἴδω τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔστειλεν ὁ Εἰσαγγελεύς. Ἐὰν ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου ἀποδεικνύηται, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχουσι τὴν γνώμην, ὅτι δὲν συμφέρει, οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς, νὰ δώσωσιν ἀντίγραφον τοῦ ἐγγράφου, δὲν ἔχω ἀπέναντι τῆς γνώμης των αὐτῆς ν’ ἀντιτάξω τι.
§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὑμεῖς εἶσθε ἁρμόδιος, νὰ μᾶς ἀνακοινώσητε τὴν γνώμην τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως.
§8ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μάλιστα. Ἐὰν ἦναι σαφὴς ἡ γνώμη αὐτῶν...
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴδετε τὸ ἔγγραφον;
§10ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὄχι, τώρα θὰ τὸ ἴδω.
§11ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατέθεσα τὸ ἔγγραφον.
§12ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ ἡ ἀπάντησις ἦναι σαφὴς, οὐδένα ἔχω λόγον, οὐδὲ δικαίωμα, ν’ ἀποσπάσω ἐκ τῆς Ἀνακρίσεως ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐκείνη θεωρεῖ χρήσιμα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου της.
§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ ἀνακριτὴς ἐπιμένωσιν, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ δοθῶσιν εἰς ἄλλους, διότι θέλει ἀποκαλυφθῆ μυστικὸν τῆς ἀνακρίσεως, ἀναλαμβάνουσιν εὐθύνην διὰ τὴν γνώμην των ταύτην, καὶ ἐν καιρῷ θέλει ἐξετασθῆ καὶ ἡ γνώμη καὶ ἡ εὐθύνη αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, θέλομεν νὰ μάθωμεν ἀπὸ ὑμᾶς, εἶναι, ἐὰν τοιαύτην γνώμην ἀνήγγειλαν πρὸς ὑμᾶς οἱ εἰρημένοι ὑπάλληλοι.
§14ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Διάφοροι δημόται Μυκόνου διὰ τηλεγραφήματός των παραπονοῦνται, ὅτι τὸ ἐκεῖ Δημοτικὸν Σχολεῖον, καίπερ περιλαμβάνον περὶ τοὺς 150 μαθητὰς, μένει κλειστὸν, τουτέστι δὲν ἔχει διδάσκαλον. Τὸ τηλεγράφημα παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.
§16Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, νὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ μητρῷον ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ τῆς θαλάσσης, τὸ Διάταγμα τῆς 18 Ὀκτωβρίου λήγοντος ἔτους, διὰ τοῦ ὁποίου προέβη εἰς προβιβασμοὺς ἐν τῷ οἰκονομικῷ κλάδῳ τοῦ εἰρημένου στρατοῦ, καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῶν παραπονεθέντων οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν ἐπὶ τῇ καταπατήσει τῆς ἀρχαιότητός των κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς τῆς 18 Ὀκτωβρίου. Ἤτοι, αʹ) τὴν ἀναφορὰν τῶν παραπονεθέντων ἀξιωματικῶν τῆς οἰκονομίας, βʹ) ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου, γʹ) ἀντίγραφον τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργείου, ἣν ἔπεμψε τῷ εἰρημένῳ Συμβουλίῳ, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἐν λόγῳ προβιβασμῶν. Κύριοι συνάδελφοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω τὰ μνησθέντα ἔγγραφα, πρὸς πληρεστέραν ἀνάπτυξιν τῆς ἀποδιδομένης ἐπὶ παραβάσει τοῦ περὶ προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν νόμου κατηγορίας, εἶναι οἱ ἑξῆς. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προέβη εἰς τοὺς προβιβασμοὺς λογιστῶν εἰς ἀνθυποφροντιστὰς, πρὸς πλήρωσιν ἑπτὰ κενῶν θέσεων, ὁ βαθμὸς δ’ οὗτος ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ τῆς οἰκονομίας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Ἐκ τῶν προβιβασθέντων 7, κατὰ τὸ περὶ τούτων Διάταγμα, ἐπροβιβάσθησαν ἓξ μὲν κατ’ ἀρχαιότητα, καὶ ὁ ἕβδομος κατ’ ἐκλογήν. Ἐὰν τὰ ἐν τῷ Διατάγματι στηρίζωνται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ προβιβασμῶν νόμου, οἱ προβιβασμοὶ οὗτοι ἐγένοντο νομίμως, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ κατακρίνῃ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρεβίασε τὸν νόμον, προβιβάσας, μεταξὺ τῶν κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος ἓξ προβιβασθέντων, ἕνα, μὴ ἔχοντα σειρὰν προβιβασμοῦ κατ’ ἀρχαιότητα, παραλιπὼν αὐθαιρέτως τοὺς ἀρχαιοτέρους αὐτοῦ, χωρὶς νὰ στηρίζηται εἰς οὐδένα λόγον, εἰς οὐδεμίαν πρότασιν ἀρχῆς τινος, εἰς οὐδεμίαν ἄλλην διάταξιν νόμου, ἀλλ’ εἰς τὴν αὐθαίρετον αὐτοῦ θέλησιν, ἀναλαβὼν, ὡς φαίνεται, πᾶσαν τὴν περὶ τούτου εὐθύνην. Ἀλλ’ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὴν εὐθύνην ἔπρεπε νὰ στηρίξῃ εἴς τινα τῶν κειμένων νόμων τοῦ Κράτους, οὐχὶ δ’ εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν του καὶ μόνον. Ἀλλὰ πῶς ἐγένετο τὸ παράδοξον τοῦτο; Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ τοὺς λόγους. Ἡμεῖς γνωρίζομεν ἐπισήμως καὶ ἀναμφισβητήτως, ὅτι ὁ καταπατήσας τὴν ἀρχαιότητα τῶν πρὸ αὐτοῦ πολλῶν συναδέλφων του καὶ παρὰ τὸν νόμον προβιβασθεὶς ὀνομάζεται Σ. Δέδες, ἀνθυποφροντιστὴς τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ἐπροβιβάσθη δὲ τῇ ἐπιμόνῳ, ὡς λέγεται, αἰτήσει τοῦ προστατεύοντος αὐτὸν κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, καὶ τίνος ἕνεκεν ἀπῄτησεν ὁ προστάτης του τὸν παρὰ τὸν νόμον προβιβασμὸν τοῦ εἰρημένου ἀνθυποφροντιστοῦ Σ. Δέδε, δὲν δυνάμεθα ἤδη νὰ βεβαιώσωμεν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων πιστεύω, ὅτι θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν, νὰ ἀποδείξωμεν ἐναργῶς πάντα ταῦτα, καὶ πρὸς τούτοις, κατὰ τί ἤθελεν ὠφελήσει τὸν ἐν λόγῳ οἰκονομικὸν ἀξιωματικὸν ὁ προβιβασμὸς οὗτος, καίτοι ἄκυρος νόμῳ. Ἤδη περιορίζομαι νὰ δώσω ἀναγκαίας τινὰς ἐξηγήσεις. Κατὰ τὸν περὶ ἀποστρατεύσεως νόμον τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης, ὅστις λαμβάνει ἰσχὺν ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου ἐπιόντος ἔτους, ὁ προβιβασθεὶς ἀνθυποφροντιστὴς Σ. Δέδες, ἐὰν δὲν ἐπροβιβάζετο, ἤθελεν ἀποστρατευθῆ κατὰ τὸν Ἰανουάριον, ἕνεκεν ὁρίου ἡλικίας, μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ. Ἤδη ὅμως, προβιβασθεὶς παρανόμως, ἀλλὰ σκοπίμως, τῇ προνοίᾳ τοῦ προστάτου αὐτοῦ, θὰ ἀποστρατευθῇ μὲ ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον, δηλαδὴ τοῦ ὑποφροντιστοῦ, καὶ οὐχὶ τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ, διότι ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι πάντες οἱ ἀποστρατευόμενοι ἀξιωματικοὶ τῆς θαλασσίου δυνάμεως τοῦ Κράτους ἀποστρατεύονται μὲ ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον κέκτηνται κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας αὐτῶν. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐθεώρησε δίκαιον, καίτοι μὴ νόμιμον, ἵνα πράξῃ, ὡς ἔπραξεν, ἀκολουθῶν τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκφρασθεῖσαν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κατ’ ἀκολουθίαν δὲ, ἵνα ἀποστρατευθῇ ὁ ῥηθεὶς Σ. Δέδες, λογιστὴς ὢν μέχρι τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου τρέχοντος ἔτους, ὄχι πλέον ὡς ἀνθυποφροντιστής, ἀλλὰ ὡς ὑποφροντιστής, ἀμέσως μετὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου ἐπιόντος ἔτους, ἤτοι μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τοῦ προβιβασμοῦ του, προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ στοργῆς πολλῆς εἰς τὸν παράνομον αὐτοῦ προβιβασμόν. Ἀλλ’ οἱ ἀδικηθέντες ἐπὶ τῇ καταπατήσει τῆς ἀρχαιότητός των ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης ἀνηνέχθησαν ἱεραρχικῶς εἰς τὴν ἁρμοδίαν αὑτῶν ἀρχὴν, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ ὑπόθεσες εἰσήχθη ἐνώπιον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον, δικάσαν, ἐδικαίωσεν αὐτούς, κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔπεμψε πρὸς διαφώτισίν του. Ἐν τῇ ἀξιομνημονεύτῳ δὲ ταύτῃ ἐκθέσει, ὡς δικαιολόγησιν του περὶ τοῦ παρανόμου τούτου προβιβασμοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι τοῦτο ἐγένετο κατὰ παραδρομήν. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταὶ, ἐὰν ἐπιτρέπηται εἰς Ὑπουργὸν, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἡ διαχείρισις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, νὰ λέγῃ καὶ νὰ γράφῃ εἰς τὸ Ἀναθεωρητικὸν Συμβούλιον, ὅτι κατὰ παραδρομὴν ἐγένετο ἡ παράβασις τοῦ νόμου περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν μάλιστα. Φαίνεται δὲ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου προσεπάθησαν πάσῃ δυνάμει πολλοὶ τῶν ἐργαζομένων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐμποδίσωσιν ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ ἀρχαιότης κατεπατήθη, νὰ μὴ προβῶσι περαιτέρω, νὰ μὴ ἀναφέρωσι τὴν τοιαύτην παράνομον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρᾶξιν, νὰ μὴ ἐγείρωσιν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὑποσχεθέντες αὐτοῖς τὴν πλήρη κατὰ τὸ δίκαιον ἱκανοποίησίν των ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου. Καὶ ταῦτα, ἵνα μὴ φωραθῇ ἡ παράνομος αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρᾶξις· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, τίς ἐξ αὐτῶν ἤγειρεν ἀγωγήν, μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς τὰς ἁπλᾶς ὑποσχέσεις τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐδικαιώθη, προσκτησάμενος τὴν ἀρχαιότητά του· τὸν ἀξιωματικὸν τοῦτον δὲν γνωρίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως τὸν γινώσκει. Ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω πᾶν, ὅ,τι πρέπει, πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως. Ἐὰν ἡ πρᾶξις αὕτη ἐγένετο λόγῳ ὀφειλομένης πατρικῆς προνοίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, προθυμοποιουμένου νὰ δικαιώσῃ τοὺς παρ’ αὐτοῦ ἀδικηθέντας, κακὴ ὑπομονή. Ἀλλά, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, διατὶ ἐξαιρετικῶς περιωρίσθη νὰ ἐπιδαψιλεύσῃ τὴν τοιαύτην πρόνοιαν εἰς μόνον τὸ πρόσωπον τοῦ λογιστοῦ Σ. Δέδε, καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς προφανῶς ἀδικουμένους ἀξιωματικοὺς τῆς μαχίμου δυνάμεως Γ. Κριεζῆν καὶ Ε. Κένταυρον, τοὺς ὁποίους μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐπροβίβασεν, ἂν καὶ πρὸ πολλοῦ χρόνου ὑπάρχουσι τέσσαρες κεναὶ θέσεις πλωταρχῶν; Τοὺς εἰρημένους δὲν ἐπροβίβασε σκοπίμως, ὅπως ἀποστρατευθῶσι μετὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου ἐπιόντος ἔτους μὲ βαθμὸν πλωτάρχου, ἐνῷ, ἐὰν τοὺς ἐπροβίβαζεν εἰς τὰς χηρευούσας θέσεις, δυνάμει τοῦ νόμου καὶ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ εἶχον οὗτοι, ἤθελον ἀποστρατευθῆ μὲ τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν τοῦ ἀντιπλοιάρχου. Τοῦτο δὲ ἔπραξε, διὰ νὰ τοὺς ἀδικήσῃ προφανῶς, καὶ οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον. Λέγω δὲ προφανῶς, διότι δι’ ἀμφοτέρους τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἡ Διεύθυνσις τοῦ Ναυστάθμου ἐζήτησεν ἐγγράφως τὴν προαγωγήν των, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν τοὺς ἐπροβίβασεν, ἵνα μὴ ἀποστρατευθῶσιν ὡς ἀντιπλοίαρχοι. Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρὸ ἡμερῶν παρεπονέθην περὶ τῆς γενομένης ἀδικίας εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰπόντος, ὅτι εἶχε λόγους, δι’ οὓς δὲν τοὺς προβιβάζει. Ἀλλὰ βεβαιῶ πάντας ὑμᾶς, ὅτι οὐδένα λόγον εἶχεν, οὔτε ἔγγραφον παρ’ οὐδεμιᾶς ἀρχῆς ἐναντίον αὐτῶν, ἵνα μὴ προβιβάσῃ νομίμως καὶ δικαίως τοὺς ἐν λόγῳ ἀξιωματικούς. Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα ὑποκρύπτεται μυστήριον, σκοπὸς ἰδιοτελής. Παρέλειψε νὰ προβιβάσῃ αὐτοὺς ἐπίτηδες, ὅπως ἱκανοποιήσῃ πρόσωπα πλείονα μετὰ τὴν ἀποστράτευσίν των, φίλα φρονοῦντα αὐτῷ. Πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου ἔρχεται ὄχι μόνον ἡ σύστασις τῆς Διευθύνσεως τοῦ Ναυστάθμου πρὸς προαγωγὴν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ παρασημοφόρησις αὐτῶν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, διὰ τὴν εὐδόκιμον καὶ καλὴν ὑπηρεσίαν των ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης, πρὸ τριῶν μηνῶν. Σὺν τοῖς ἄλλοις τὴν μὴ προαγωγὴν αὐτῶν ἐστήριξεν εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ! Ἀλλὰ τὴν εὐθύνην ταύτην, τὴν ὁποίαν προέβαλε, τὴν στηρίζει εἰς τὴν πλειοψηφίαν, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν νόμον καὶ τὸ δίκαιον. Ἡμεῖς ὅμως λέγομεν, ὅτι οὐδεὶς τῶν Ὑπουργῶν ἔχει τὸ δικαίωμα, οὔτε ἐκ τοῦ νόμου, οὔτε ἐξ ἄλλης τινὸς ἀρχῆς, νὰ παραβιάζῃ τοὺς νόμους. Ἀφοῦ λοιπὸν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμεῖτε νὰ παραβιάζωνται οἱ νόμοι, νὰ παρανομῶσιν οἱ διαχειριζόμενοι καὶ οἱ ἐφαρμοσταὶ τῶν νόμων, ὡς καθ’ ἑκάστην βλέπετε, διερχομένας στοιχηδὸν ἐνώπιόν σας, τὰς αὐτὰς παρανομίας, σᾶς ἐρωτῶ, ποῦ θὰ σταθῶμεν; Εἰς ποῖον σημεῖον θέλει εὑρεθῆ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία; Οὕτω βουλευόμενοι, κλείοντες τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τῶν παρανομιῶν, παραβιάζομεν τὸν θεμελιώδη τοῦ Κράτους νόμον καὶ τὸν ὅρκον, ὃν ἐδώκαμεν. Ὁσάκις ἡ Ἀντιπολίτευσις διαμαρτύρεται, λέγουσα, ὅτι ἐπιβαρύνομεν τὸν λαὸν, τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὴν κτηνοτροφίαν καὶ τὸ ἐμπόριον μὲ βαρυτάτους φόρους, πιέζομεν τὸν λαὸν πέραν τοῦ δέοντος, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ἀπέναντι τῆς διαμαρτυρίας ταύτης, προφασίζονται, λέγοντες, ὅτι ταῦτα πάντα γίνονται χάριν τοῦ ἰσοζυγίου, καὶ ὅτι ὁ λαὸς πληρόνει τοὺς ἐπιβαλλομένους αὐτῷ φόρους. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι οἱ ἐπιβληθέντες εἰς τὸν λαὸν φόροι εἶναι ἐπαχθέστατοι, καὶ τὸ πλεῖστον τῶν φορολογουμένων δανείζεται πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων, χάριν τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας. Ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρίζεται τοὐναντίον, λέγουσα, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ λαὸς πληρόνει, ὑποτίθεται, ὅτι δὲν ἐξηντλήθη· ἄλλαις λέξεσι, ζητεῖ νὰ ἴδῃ αὐτὸν πτῶμα, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι δὲν ἀντέχει εἰς τοιαύτην βαρεῖαν φορολογίαν ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ καταστῇ βεβαίως καὶ αὐτὴ πτῶμα, ἂν ἐξακολουθῇ ἐπιβάλλουσα φόρους νέους κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ παραβιάζουσα τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, τί θὰ φέρῃ ὡς δικαιολογίαν τῆς παρανομίας ταύτης; Πιθανὸν τὰς ἀδικαιολογήτους θεωρίας, ἃς ἐξήνεγκεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ προλαβοῦσαν συζήτησιν ἐπὶ ὁμοίας σχεδὸν ὑποθέσεως, σοφιστευόμενος τὸν νόμον. Καὶ ἴσως μὲν αἱ θεωρίαι αὗται νὰ ἀπαλλάξωσι τῆς εὐθύνης τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, οὐχὶ νόμῳ, ἀλλὰ πλειοψηφίᾳ, οὐχ ἧττον ὅμως τὸ στίγμα τῶν παρανόμων τούτων πράξεων καὶ τῆς ἀδικίας κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ δὲν θὰ ἀπαλειφθῇ, θὰ μείνῃ! Ἐὰν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ψηφίσῃ σήμερον, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως οὐδὲν ἔχει τὸ παράνομον, τοῦτο οὐδένα θὰ ἐκπλήξῃ, γνωρίζοντα τὴν σύστασιν τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ καὶ τὰ στενογραφήματα τοῦ Σώματος δὲν θὰ μεταβάλωσι τὴν ἐκ τῆς συζητήσεως προκύψασαν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἑπομένως ἡ ἱστορία, καὶ ἡ δημοσία γνώμη θὰ καταδικάσῃ καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τοσοῦτον ἀσυστόλως προβαίνει καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν παραβίασιν τῶν νόμων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπροφασίσθη σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι εἶχε λόγους, ἐμποδίζοντας αὐτὸν νὰ προβιβάσῃ τοὺς δύο μαχίμους ἀξιωματικούς, οὓς προανέφερον, πρὸς πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων· ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἐντελῶς ἀνακριβές, ὡς ἀπεδείχθη ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἐμοὺς συναδέλφους νὰ μὲ συντρέξωσι, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαίως παραπονουμένων ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἐπὶ πλέον κατάγονται ἐκ τοῦ αὐτοῦ νομοῦ, καὶ νὰ μὲ συνδράμωσιν, ὅπου ἡ ἰδική μου δύναμις εἶναι ἀνεπαρκὴς, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν προβιβάζει αὐτούς, προφασιζόμενος, ὅτι ἔχει λόγους, ἐνῷ δὲν ἔχει οὐδένα λόγον, διότι, ἐὰν ἀληθῶς εἶχε λόγους, ὤφειλε νὰ τοὺς ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τοῦτο δὲ μὴ τολμῶν νὰ πράξῃ, ἕπεται, ὅτι ἡ ἐπιθυμία του εἶναι, νὰ ἀδικήσῃ αὐτοὺς καὶ νὰ προβιβάσῃ ἀντ’ αὐτῶν ἄλλους νεωτέρους των καὶ φίλους του. Ἐνεργῶς φαίνεται, ὅτι ἐπὶ τῶν προσώπων τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς οὔτε στοργὴν, οὔτε πρόνοιαν πατρικὴν δυκνύει, ἀλλὰ μᾶλλον πρόθεσιν νὰ τοὺς ἀδικήσῃ, διότι, ἐὰν ἐπροβιβάζοντο κατὰ τὰ κεκανονισμένα καὶ συνῳδὰ τῷ νόμῳ, ἀφ’ ὅτου ἐκενώθησαν τέσσαρες θέσεις πλοιάρχων ἐν τῷ στρατῷ θαλάσσης, θὰ ἀπεστρατεύοντο, κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον, μὲ ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον. Τοὺς εἰρημένους ἀξιωματικοὺς καταλαμβάνει τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας αὐτῶν πρὸς ἀποστράτευσιν τὴν πρώτην Ἰανουαρίου, δὲν θ’ ἀπολαύσωσι δὲ τοῦ εὐεργετήματος τοῦ παρανόμως προβιβασθέντος Σ. Δέδε εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποφροντιστοῦ καὶ λαμβάνοντος σύνταξιν ὑποφροντιστοῦ. Κύριοι, οὔτε Διατάγματα ὀργανικὰ, οὔτε ἄλλο τι δύναται νὰ συγκρατήσῃ στρατὸν, δυνάμενον νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἑαυτοῦ ἀποστολὴν, ἄνευ τῆς ἀπονομῆς πλήρους καὶ τελείας δικαιοσύνης ἐν ἁπάσαις ταῖς τάξεσιν αὐτοῦ, τοῦθ’ ὅπερ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἰς ἄκρον παρεγνώρισαν. Ἐφ’ ὅσον δὲ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ πράττουσι τοιαῦτα ἀδικήματα, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἐλέγχει αὐτοὺς μετ’ αὐστηρότητος, ἐπιζητοῦσα τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἔστε βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν νόμον, καὶ μὴ ἔχοντες τοιοῦτον, δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε στρατὸν οὔτε κοινωνίαν. Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ ἀδικήματος μικροῦ, περὶ παύσεως τελωνοφύλακός τινος, ἢ περὶ ἁπλοῦ τινος ὑπαλληλίσκου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ὁ προορισμὸς εἶναι, ὄχι μόνον νὰ τηρήσωσι τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀλλὰ ἐν ἀνάγκῃ καὶ τὰ στήθη των νὰ προβάλωσιν ὡς προμαχῶνας πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δικαίων. Ἂν λοιπὸν ἐκ πεποιθήσεως παραβλέπητε τὰς τοιαύτας παρανομίας καὶ οὐχὶ ἐκ κομματισμοῦ, θλίβομαι μὲν, ἀλλὰ σέβομαι τὰς πεποιθήσεις σας· ἐὰν ὅμως τοὐναντίον, εἶσθε ἀξιοκατάκριτοι. Ἡ Βουλὴ εἶναι Βουλὴ τοῦ Ἔθνους, καὶ ὀφείλει νὰ ὑποστηρίζῃ οὐχὶ πρόσωπα τῆς δεῖνος ἢ τῆς δεῖνος πολιτικῆς μερίδος, ἀλλὰ ἐκείνους, οἵτινες ἐνεργοῦσιν ὡς Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, οὐχὶ δὲ καὶ τοὺς τἀναντία πράττοντας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχει καθῆκον, καὶ καθῆκον ἱερὸν, νὰ ἀποκρούῃ τοιούτους Ὑπουργοὺς, μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν της τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ τὰς πράξεις αὐτῶν, νὰ ὑποστηρίζῃ δὲ τοὺς ἐφαρμόζοντα αὐστηρῶς τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, καὶ τότε ὁ λαὸς καὶ ἡ χώρα θὰ εὐδαιμονήσῃ, ἄλλως οὐδὲν καλὸν πρέπει νὰ ἀναμένωμεν, ἀφοῦ μάλιστα διὰ τῆς πολιτείας μας δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην νὰ μᾶς ἐπικρίνῃ, νὰ μᾶς οἰκτείρῃ, νὰ μᾶς ἀποδοκιμάζῃ.
§17ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δύο τῶν ἐν λόγῳ ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Γεωργαντᾶς, εἶναι συμπολῖταί μου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑψώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου ὑπὲρ αὐτῶν, διότι πρόκειται, μοὶ φαίνεται, μετ’ ὀλίγας ἑβδομάδας νὰ καταλάβῃ τούτους τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, καὶ θὰ ἦναι ἄδικον, ἀξιωματικοὶ εὐπαίδευτοι, κατ’ ἐμὲ, καὶ φιλότιμοι, ἀκμαῖοι τὰς σωματικὰς δυνάμεις, ὥστε νὰ παρέχωσιν ἀκόμη τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν πατρίδα, νὰ ἀποπεμφθῶσι τοιουτοτρόπως. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν δὲν ἔχῃ λόγους ἰδιαιτέρους ἡ ὑπηρεσία, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ πράξῃ ἔργον δικαιοσύνης, φροντίζων νὰ σώσῃ ἀπὸ τοῦ ἐπικειμένου κινδύνου δύο φιλοτίμους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ὁμολογουμένως χαίρουσι μεγάλην ὑπόληψιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῷ κλάδῳ, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπηρετοῦσι. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ περὶ ὧν πρόκειται ἀξιωματικοὶ Σ. Κένταυρος καὶ Γ. Κριεζῆς, ὑπὲρ ὧν ὑψῶ καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου μετὰ τῆς φωνῆς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, νὰ μᾶς διαφωτίσῃ, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ μᾶς διαφωτίσῃ, περὶ τοῦ ἐπικειμένου ἀδικήματος κατὰ τῶν συμπολιτῶν μου τούτων, τοὺς ὁποίους ἐκτιμῶ πολὺ, θεωρῶν χρησίμους εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, καὶ θὰ ἦναι ἀδικώτατον, ἕνεκα ἀδίκου ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, νὰ μείνωσιν ἄνευ σταδίου καὶ νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὰς ὁδοὺς ἄνευ λόγου, ἀφοῦ γνωμοδότησις τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως ἤκουσα, ἤτοι τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στόλου, μόνου ἁρμοδίου, δὲν ὑπάρχει, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀποκωλύσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπὸ τοῦ ν’ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην εἰς ἀξιωματικούς, πολυετῶς καὶ ἐντίμως ὑπηρετήσαντας τὴν πατρίδα. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ, νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως μὴ ὁ κ. Κένταυρος καὶ ὁ κ. Κριεζῆς ἀπολέσωσι δικαιώματα κεκτημένα, ἀφοῦ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ. Θὰ ὑπομνήσω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τὴν ὑποβολὴν πληροφοριῶν ἐπὶ διαφόρων ἐκκρεμῶν ἐπερωτήσεων, ἐκ τῶν ὁποίων τινὲς ἐγένοντο παρ’ ἐμοῦ, ἄλλαι δὲ παρ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ ὧν πληροφοριῶν καὶ ἐγγράφων ἔχομεν ἀνάγκην κατὰ τὴν ἐπικειμένην συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ πρῶτον ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, διὰ τρίτην ἤδη φορὰν, τὴν ὑποβολὴν τῶν πινάκων τῆς ὁδοποιΐας, οὓς κατ’ ἐπανάληψιν ὑπεσχέθη νὰ καθυποβάλῃ, καὶ ὅμως εἰσέτι δὲν κατώρθωσε νὰ ὑποβάλῃ. Δεύτερον, ὀνομαστικὸν κατάλογον τοῦ διδάσκοντος προσωπικοῦ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Βιομηχάνων τεχνῶν, καὶ σημείωσιν περὶ τῶν ὡρῶν, τὰς ὁποίας ἕκαστος καθηγητὴς διδάσκει, καὶ τοῦ μισθοῦ ἢ τοῦ ἐπιμισθίου, ἀνθ’ οὗ ἕκαστος διδάσκει. Τρίτον, ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς ἐργασθέντων εἰς κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν ὁδῶν. Περὶ τούτων εἴχομεν ζητήσει πίνακας, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη ἡμῖν. Εἰς δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀπευθύνω αὖθις τὴν παράκλησιν, τοῦ νὰ ὑποβάλῃ τοὺς πίνακας τοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, οὓς ὑπέβαλε μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ γενομένου ἤδη νόμου, περὶ ἐπιστροφῆς εἰς τὸ Δημόσιον τῶν ὀφειλομένων παρὰ τῶν δήμων. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐζήτησα τούτους, μοὶ εἶπεν, ὅτι θὰ τοὺς ὑποβάλῃ μετ’ ἐπιδιόρθωσιν, διότι περιεῖχον ἀνακριβείας. Οἱ πίνακες οὗτοι εἶναι πολυτιμότατοι, διότι οὐδεμίαν ἔχει ἡ Βουλὴ ἰδέαν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ συστάσεως Ταμείου Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις δὲν ἐβασανίσθη προσηκόντως. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν, ἢ τὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὸν ὁποῖον ἐζήτησαν πρὸ ἡμερῶν πολλοὶ ἀξιότιμοι συνάδελφοι· θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος, νὰ ὑπομνήσω ἀντ’ αὐτοῦ τὴν ἐπερώτησιν αὐτοῦ, διότι καὶ ἐγὼ ἤθελον λάβει τὴν ἀνάγκην αὐτῆς, καὶ νὰ ζητήσω τοὺς πίνακας τῶν δοσοληψιῶν τοῦ Κράτους, ἐξ ὧν πρόκειται νὰ φωτισθῶμεν ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1887, περὶ ὃ ἡ μεγάλη ἀμφισβήτησις.
§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλησμόνησε τὴν ὑπόσχεσιν, ἣν μοὶ ἔδωκε κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς πρώτην συνεδρίασιν ἔμελλε νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ἐργασία τῶν πινάκων τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τοῦ Κράτους. Τὸν παρακαλῶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, μέχρι τίνος σημείου προέβη ἡ ἐργασία.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ πίνακες τῶν ἐτῶν 1883, 1884 καὶ 1885 ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Τυπογραφεῖον, οἱ τοῦ 1886 ἐτελείωσαν σήμερον ἐν χειρογράφοις, καὶ θ’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ Τυπογραφεῖον ἐπίσης. Ἐλπίζω, ὅτι μέχρι τῆς Δευτέρας θὰ ἦναι ἕτοιμος καὶ ὁ τοῦ 1887· ὡς πρὸς τὸ 1888, δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ὑπόσχεσιν, διότι δὲν εἶναι παραδεδομένον ὅλον τὸ ὑλικὸν, ὥστε ἐντὸς βραχέος χρόνου νὰ ἑτοιμασθῇ ὁ πίναξ.
§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ 1888 δὲν ὑπάρχει δυσκολία· ἀφοῦ ἔχετε δημοσιεύσει καταστάσεις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων κατὰ μῆνα μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου, δὲν ἔχετε νὰ κάμητε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ προσθέσητε τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει δυσκολία.
§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ὑπάλληλοι δύνανται νὰ κάμωσι τὴν ἐργασίαν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν· μόνος ἐγὼ δύναμαι νὰ κάμω τὸ ἥμισυ.
§23Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ μηνὸς ὠνομάσατε Ἐπιτροπὴν, κύριε Πρόεδρε, πρὸς σύνταξιν νομοσχεδίου περὶ ποιμνιοβοσκῆς.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ μέλη εἶναι παρόντα· ἂς ἀπαντήσωσι.
§25ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰ ἐκαλέσατε.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁσάκις εἶπον εἴς τινα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, μοὶ ἔλεγε: «βλέπομεν». Παρακαλῶ, αὔριον, τὴν 3ην ὥραν, νὰ συνέλθωσιν ἐνταῦθα.
§27ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐκ Δερβιτσελεπῆ τῆς Ἠλείας περὶ τῆς ἐκεῖ καταστάσεως τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῶσι καὶ παράσχωσι τὴν προσοχήν των εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, διότι ἴσως τὰ ἐκτιθέμενα ἐν αὐτῇ διαφωτίσωσιν ἡμᾶς πλειότερον περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐπαρχιῶν καὶ καθοδηγήσωσι τοὺς ἁρμοδίους περὶ τῶν ληπτέων μέτρων, διότι εἰς ἐμὲ λυπηρὰ αἰσθήματα διηγέρθησαν ἐπὶ τῇ καταστάσει, ὡς ἡ ἐπιστολὴ τὴν παριστᾷ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν).
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ λησταί;
§29ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄγνωστοι εἰς τὸν ἐπιστέλλοντα, πλειότερον δὲ εἰς ἐμέ. Ὁ γράφων εἶναι ἔμπορος ἐν Δερβιτσελεπῇ, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τὴν κακεντρέχειαν νὰ πλάσῃ μύθους, ἄλλως τε ἡ ἀμεροληψία του καταφαίνεται καὶ ἐκ τῶν γραφομένων του περὶ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ ἐκεῖσε ἀποσπάσματος, περὶ οὗ λέγει, ὅτι ἐξῆλθεν εἰς καταδίωξιν τῶν ληστῶν, ἀλλ’ ἡ ὑπ’ αὐτὸν δύναμις ἦν ἀνεπαρκὴς, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ τὴν σύλληψιν αὐτῶν, οἵτινες ἐξακολουθοῦσι λυμαινόμενοι τὸν τόπον. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ζητήσῃ τάχιστα πληροφορίας περὶ τῶν ἐκτιθεμένων, καὶ ἂν ἀληθεύωσι, νὰ φροντίσῃ πρὸς ἐπαναφορὰν τῆς τάξεως. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ παροῦσα ἐπιστολὴ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τοὺς ἁρμοδίους, τὴν καταθέτω, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, χωρὶς νὰ προσθέσω ἄλλο τι ἐπὶ τοῦ παρόντος, πρὶν ἢ ἐπισήμως βεβαιωθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν γραφομένων, περὶ ἧς ἐγὼ οὐδεμίαν δύναμαι νὰ δώσω ἐγγύησιν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καταθέτω ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐπαναληπτικῶς, τὸ τρίτον ἤδη, τὴν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν παράκλησίν μου, ὅπως προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 60965 τοῦ 1887 ἐπισημειωτικὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς τὸ Βʹ Ἀρχηγεῖον στρατοῦ περὶ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ ἀντιμοιράρχου Ντάη....
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλομεν ζητήσει τὰ ἔγγραφα τηλεγραφικῶς, ἐπειδὴ ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχουσι.
§31ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀπὸ Πατρῶν εἰς Πύργον δημοσίας ὁδοῦ, καθότι ἓν τμῆμα ταύτης, ὅπερ σημειῶ εἰς τὴν προχθεσινὴν ἔγγραφον περὶ τούτου ἐπερώτησίν μου, κατέστη ἀδιάβατον. Ἀνακοινῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ἐν Αἰγιαλείᾳ ἀποθήκη τοῦ μονοπωλίου ἅλατος εἶναι πρὸ πολλοῦ κενή, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι ὡς ἐκ τούτου οὐ μόνον ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος κατέστη ὑπερβολικὴ ἐν Αἰγιαλείᾳ, ἀλλὰ καὶ μετὰ δυσκολίας οἱ κάτοικοι εὑρίσκουσι νὰ ἀγοράσωσι τοιοῦτον· τὴν ἐντεῦθεν δὲ στενοχωρίαν δὲν ἐπιχειρῶ νὰ παραστήσω, προκειμένου περὶ πράγματος πρωτίστης καὶ πολλαπλῆς ἀνάγκης. Ἐπίσης παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατὰ τῶν ἀδελφῶν Μπονάτη ποινικὴν δικογραφίαν, περὶ ἧς καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα αὐτὸν, συγχρόνως δὲ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς κατὰ τοῦ ληστάρχου Σπανοῦ ποινικὰς δικογραφίας, διότι πρέπει νὰ ἐρευνηθῶσιν οἱ λόγοι, δι’ οὓς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκρινεν ἄξιον ἐπιεικείας ἕνα τῶν φοβερωτέρων καὶ ὠμοτέρων ληστῶν.
§32ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ πρώτη ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἄνευ ἀπαντήσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως....
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ δοθῇ ἀπάντησις.
§34ΡΑΛΛΗΣ. ... Διότι, ὡς παρεστάθησαν τὰ πράγματα, φαίνεται, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἐντελῶς ἔκρυθμος ἐν Ἠλείᾳ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ γεγονότα τῶν λῃστρικῶν πράξεων εἶναι ἓν κατασκεύασμα....
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει γνῶσιν αὐτῶν.
§36ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μᾶς πληροφορήσωσι.
§37ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸ ἡμερῶν, ἴσως πλέον τῶν 10, ὁ ἐν Πάτραις Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μοὶ ἐτηλεγράφησεν, ὅτι τῷ εἶχον γίνει καταγγελίαι παρά τινος, ὡς λῃστευθέντος, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἐπελήφθη ἀνακρίσεων, καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν διέταξε τὸν Εἰσαγγελέα Ἠλείας νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, ὅπου καὶ ὁ Μοίραρχος Πατρῶν Βλαχόπουλος ἐπρόκειτο νὰ μεταβῇ, ἐπεφυλάσσετο δὲ νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα. Νεώτερα τηλεγραφήματα δὲν εἶχον, σχετικὰ πρὸς τὰ λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος.
§38ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠδύνατο νὰ πληροφορηθῇ πάντα ταῦτα ἢ παρὰ τῶν Εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν, καὶ δὲν εἶναι παράδοξον, ἂν αἱ Εἰσαγγελικαὶ ἀρχαὶ δὲν κατέστησαν αὐτὸν ἐνήμερον· ἀλλὰ πρόκειται περὶ πράξεως, ἀποβλεπούσης εἰς τὴν διατάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ ὤφειλε νὰ ἔχῃ πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρὰ τῶν Νομαρχῶν, ἢ τῶν Δημοτικῶν ἀστυνόμων, ἀφοῦ ἐνταῦθα μᾶς ἐπληροφόρησαν περὶ τόσων πράξεων, ἃς ἀνέφερον μὲ τὰς χρονολογίας των, τὰ ὀνόματα τῶν παθόντων, κ.τ.λ.
§39ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεμία πληροφορία ὑπάρχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ἐξ Ἠλείας, οὔτε ἄλλοθεν, ὅτι διατρέχει κίνδυνον ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ἐν Ἠλείᾳ, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ, συμβαίνουσι πράξεις ἀξιόποινοι. Ἀλλὰ βέβαιον σήμερον εἶναι, ὅτι λῃστεία, ὁποία ἄλλοτε, πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρχεν, ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχει· ἴσως συνέβησαν πράξεις ἀξιόποινοι, αἵτινες χαρακτηρίζονται ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ διὰ τοῦ ὀνόματος λῃστεία, ἀλλὰ τοιαῦται πράξεις οὐδὲν ἔχουσι τὸ ἐξαιρετικόν, ὡς ἡ ἀρχαία ἐκείνη πληγή.
§40ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν πρόκηται νὰ εἴπωμεν, ὅτι λῃστεία δὲν ὑπάρχει, ὡς ὑπῆρχε πρίν, θὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργόν· ἀλλὰ πρόκειται ἤδη νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ἔλαβον χώραν κατὰ μέρος λῃστρικαὶ πράξεις, χαρακτηριζόμεναι ὡς λῃστεῖαι· νομίζω δ’ ὅτι τὸ ἔγγραφον ἔπρεπε νὰ συγκινήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τόσον, ὥστε νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει ἐξετάσει.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως θὰ ἐξετάσωμεν.
§42ΡΑΛΛΗΣ. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ δείξητε ὅλην τὴν ἀγανάκτησιν, διότι ἐτελέσθησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐτελέσθησαν, καὶ σεῖς δὲν ἔχετε κἀμμίαν πληροφορίαν, καὶ τώρα μανθάνετε ἓν γεγονὸς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἐγνώριζον, ἀλλ’ ἀφοῦ περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶχόν τι πλειότερον νὰ πράξω. Μέχρι σήμερον δὲν ἔχομεν πληροφορίας, ἵνα πιστεύσωμεν ἐκεῖνα, ἃ ἐγράφησαν ἐν τῇ ἐπιστολῇ. Αὔριον, ἀφοῦ ζητήσω πληροφορίας, θέλω μεταδώσει αὐτὰς πρὸς τὴν Βουλήν.
§44ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Χθὲς ἐξελθὼν τοῦ Βουλευτηρίου, κατὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως, ἠγόρασε παράρτημα πωλούμενον ἐφημερίδος τινός. Τὸ παράρτημα ἐκεῖνο ἔλεγεν, ὅτι ἐν Παρισίοις κατεσχέθησαν παρὰ τοῦ καταστήματος Ῥολλὲν τὰ κλαπέντα νομίσματα ἀπὸ τὸ ἐν Ἀθήναις Νομισματικὸν Μουσεῖον παρὰ τοῦ Ῥαυτοπούλου. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἂν ἔχῃ περὶ τούτου πληροφορίας.
§45ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔλαβον περὶ τοῦ γεγονότος, ὃ ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος.
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὔτε ἡ Πρεσβεία, ἡ ἐν Παρισίοις, οὔτε τὸ ἐκεῖ Προξενεῖον ἔπεμψε τηλεγράφημα περὶ τούτου.
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν γνωρίζῃ τὸ ποσὸν τῶν κλαπέντων νομισμάτων, ἐὰν ἐσχηματίσθη κατάλογος, καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ μάθωμεν, τίνα εἶναι τὰ κλαπέντα νομίσματα.
§48ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κατηρτίσθη κατάλογος τῶν κλαπέντων νομισμάτων, καὶ ταῦτά εἰσι γνωστά· κατηρτίσθη δὲ, διότι, ὡς ἴσως γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, οἱ ἀφαιρέσαντες τὰ νομίσματα ἀφῆκαν εἰς τὰς κυψέλλας τὰ δελτάρια. Ἐκ δὲ τῶν δελταρίων τούτων κατηρτίσθη ὁ κατάλογος τῶν κλαπέντων νομισμάτων.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅλων;
§50ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὅλων.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τοῦ καταλόγου τούτου;
§52ΜΑΝΕΤΑΣ. Βεβαίως· καὶ ἀντίτυπον τούτου.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Πρεσβεία, ἡ ἐν Παρισίοις.
§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διότι ἔρχονται τηλεγραφήματα εἰς τὰς ἐφημερίδας, δέν μοι φαίνεται πάντοτε ἀναγκαῖον νὰ ἐρωτῶμεν τὴν Πρεσβείαν. Ἡ ἐν Παρισίοις Πρεσβεία κατέχεται ὑπὸ προσώπων, ἀπὸ πολλοῦ ἀσκούντων τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, γινωσκόντων ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον αὐτῶν, καὶ μέχρι τοῦδε μὴ δόντων ἀφορμὴν νὰ ὑποπτευθῶμεν αὐτὰ ἐπὶ ἀμελείᾳ. Ἂν δὲν ἐτηλεγράφησεν ἡ Πρεσβεία, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ νὰ τηλεγραφήσῃ. Δὲν εὑρίσκω δὲ λόγον τινὰ ἰδιαίτερον, ὑπάρχοντα, ὅπως ἐντεῦθεν προκαλέσωμεν τοιοῦτον τηλεγράφημα. Δὲν πρόκειται νὰ ἀσφαλίσωμέν τι τηλεγραφοῦντες.
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ αἱ εἰδήσεις διετάραξαν τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν.
§56ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ, ὅτι ἡ εἴδησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι ἀκριβὴς, διότι ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς ὑποθέσεως γνωρίζομεν, ὅτι ἐν Παρισίοις παρὰ διαφόρων ἀνεγνωρίσθησαν διάφορα ἐκ τῶν νομισμάτων τῶν κλαπέντων ἐκ τοῦ Μουσείου, ἅτινα ἀπεστάλησαν ἐνταῦθα. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἐκ νέου ὅλη ἡ συλλογή;
§57ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, τὸν ψηφισθέντα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὰ πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ὀφειλόντων εἰς τὸ Δημόσιον, εἴτε ἐκ προστίμου, εἴτε ἐκ δικαστικῶν ἐξόδων δυνάμει ποινικῆς ἀποφάσεως οἱασδήποτε, δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει ἢ μετὰ παρέλευσιν δύο ἢ τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς προσωποκρατήσεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τῆς καταδίκης, ἣν ὑπέστησαν οὗτοι. Ὁ νόμος εἶναι αὐστηρὸς, καὶ ὅμως πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, δέον ὅμως νὰ ἐφαρμόζηται ἐξ ἴσου διὰ πάντας. Ἀλλὰ συμβαίνει κάτι τι ἄτοπον κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Τινὲς ἐκ τῶν Ταμιῶν νομίζουσιν, ὅτι δὲν ὀφείλουσι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ πιστοποιητικὰ ἀκτημοσύνης ὡς πρὸς τὴν ὀφειλὴν, ἡ ὁποία καταρτίζεται μετὰ τὴν προσωποκράτησιν τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς τροφοδοσίας αὐτῶν. Πρόκειται ἐν τούτοις περὶ ἐντελῶς ἐνδεῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην διατροφῆς, καὶ τὴν διατροφὴν αὐτῶν καταβάλλει, καθ’ ὅσον χρόνον προσωποκρατοῦνται, τὸ Δημόσιον. Οἱ ταμίαι, τινὲς τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν, νομίζουσιν, ὅτι τότε μόνον ὀφείλουσι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰ πιστοποιητικὰ τῆς ἀκτημοσύνης, ὅταν καταβληθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκατεβλήθη ὑπ’ αὐτῶν πρὸς τὴν διατροφὴν τῶν προσωποκρατουμένων. Ἀλλὰ τοιαύτη ἑρμηνεία τοῦ νόμου θὰ φέρῃ ἐντελῶς εἰς κατάργησιν τῆς διατάξεως περὶ τῶν πιστοποιητικῶν τῆς ἀκτημοσύνης· διότι, ἐὰν οἱ ὀφειλέται οὗτοι ἦσαν εἰς θέσιν νὰ καταβάλλωσι τὴν ὀφειλήν των εἰς τὸ Δημόσιον, ἡ ὁποία συνήθως ἀνέρχεται εἰς 20 ἢ 30 δραχμὰς, βεβαίως δὲν θὰ ὑπέμενον τὴν προσωποκράτησιν ἐπὶ 2 ἢ 3 μῆνας. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν εὑρίσκονται εἰς θέσιν νὰ καταβάλωσι τὰς δραχμὰς ταύτας, ἔστω καὶ ὀλιγίστας, ὑφίστανται τὴν προσωποκράτησιν. Ἐὰν δὲ τὸ πιστοποιητικὸν δὲν τοὺς ὠφελῇ διὰ τὴν ὀφειλὴν, τὴν κατόπιν συναφθεῖσαν, μετὰ τὴν προσωποκράτησιν, διὰ τὴν παροχὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τῆς διατροφῆς, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ μένωσιν ἐπ’ ἄπειρον προσωποκρατούμενοι, καὶ δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ λάβῃ ἐφαρμογὴν ἡ εὐεργετικὴ ἐκείνη διάταξις τοῦ νόμου, καὶ καθ’ ὅσον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς εὐεργετική. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ νὰ δώσῃ διαταγὴν εἰς τοὺς Ταμίας, ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅπως μὴ παρατείνηται ἡ προσωποκράτησις μέχρι τεσσάρων μηνῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅπως μὴ καταργῆται ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων.
§58ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρὸ ἡμερῶν τινων ἔλεγον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὸν διορισμὸν δημοσίου ὑπαλλήλου, ὅστις ἐπανειλημμένως εἶχε καταδικασθῆ παρὰ τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν, ἐζήτησα δὲ παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ νὰ καταθέσῃ ἔγγραφά τινα, ἐξ ὧν ἐπίστευον, ὅτι ἤθελεν ἀποδειχθῇ ἡ τοιαύτη πρᾶξις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, Ἐνόμιζον, ὅτι ἐδικαιούμην νὰ ζητήσω τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ νὰ φέρω τὸν λόγον περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καθόσον συνεχῶς ἀκούομεν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἀποφαινομένου ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττομεν, ἢ νὰ συκοφαντῶμεν αὐτόν. Τῇ ἀληθείᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκεν ἀμέσως τινὰ τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων, ἐξ ὧν, ἀναλυομένων, ἢ καὶ ἁπλῶς ἀναγινωσκομένων, θέλει πεισθῆ ἡ Βουλὴ καὶ πᾶς τις, ὅτι τῷ ὄντι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς τὸν διορισμὸν ὡς δημοσίου ὑπαλλήλου ἀνθρώπου, καταδικασθέντος δὶς παρὰ τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν, καὶ μάλιστα ὡς δημοσίου ὑπαλλήλου, καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διετέλει ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων τοῦ ῥηθέντος ὑπαλλήλου. Καὶ κατὰ πρῶτον, Κύριοι, ἔχω τὴν ὑπ’ ἀριθ. 18 ἀπόφασιν τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν, δι’ ἧς ὁ Ἰωάννης Ντούνιας, ὑπάλληλος ἄλλοτε ἐκεῖ ὤν, κατεδικάσθη εἰς ποινὴν φυλακίσεως 6 μηνῶν καὶ εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἀνάκτησιν ἀρχῆς, ἢ ἄλλης δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἡ ἀπόφασις εἶναι τοῦ ἔτους 1884, τῆς 14ης Μαρτίου....
§59ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Διὰ ποίαν πρᾶξιν;
§60ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατεδικάσθη ἐπὶ παραβάσει τῶν ὑγειονομικῶν διατάξεων, καὶ ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἡ παράβασις αὕτη, παρὰ δημοσίων μάλιστα ὑπαλλήλων γιγνομένη, καὶ ὑπαλλήλων ὑγειονομικῶν, μεγάλην εἶχε σημασίαν διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους ...
§61ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐξ ἀμελείας;
§62ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ὁ διακόψας με νομίζῃ, ὅτι τὸ νὰ παραβαίνωνται αἱ ὑγειονομικαὶ διατάξεις εἶναι πρᾶγμα ἀσήμαντον, φαίνεται, ὅτι ἔχει μεγάλην ἰδέαν περὶ τῆς ὑγείας αὐτοῦ· ἀλλ’ οἱ ἄλλοι πάντες, καὶ οἱ συμπολῖται τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν διάφορον ἰδέαν· νομίζομεν, ὅτι αἱ παραβάσεις τῶν ὑγειονομικῶν διατάξεων εἶναι σπουδαῖαι, καὶ σπουδαίως δέον νὰ τιμωρῶνται, ἐκτελούμεναι μάλιστα παρὰ τῶν ὑγειονομικῶν ὑπαλλήλων. Ἀπόδειξις, ὅτι τὸ Κακουργιοδικεῖον Σύρου δὲν ἀπηξίωσε νὰ καταδικάσῃ τὸν ῥηθέντα ὑπάλληλον ἐπὶ τῇ παραβάσει τούτων. Καὶ αὕτη μὲν εἶναι ἡ μία ἀπόφασις τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν, ἀλλ’ ἔρχεται καὶ ἄλλη, τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἥτις εἶναι τῆς 15 Μαρτίου ἔτους 1884. Καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὑπ’ ἀριθ. 22 καὶ 23 ἐκηρύχθη ἔνοχος, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐνόθευσε τὴν ἔννοιαν τῆς παρὰ τοῦ Εἰσπράκτορος τοῦ τελωνείου Σύρου Ν. Δαμβέργη ὑπογεγραμμένης ἀδείας πρὸς ἐξαγωγὴν ῥουμίου, μεταβαλὼν τὰς ἐν αὐτῇ ὀκάδας κλπ.» Κατεδικάσθη δὲ εἰς φυλάκισιν, οὐδὲ μικρὰν, οὐδὲ μεγάλην, ἑνὸς ἔτους! Ἀλλὰ συγχρόνως, τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, καταδικάζεται καὶ εἰς φυλάκισιν τριῶν μηνῶν, συγχωνευομένων πασῶν τῶν ποινῶν εἰς τὴν τοῦ ἑνὸς ἔτους. Οὐδεμία λοιπὸν ἀμφιβολία μένει, ὅτι ἔχομεν τὸν κύριον τοῦτον ἐπανειλημμένως καταδικαζόμενον παρὰ τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν. Μετὰ τὰς ἀποφάσεις ταύτας ὁ εἰρημένος κύριος εἶχε διορισθῆ βοηθὸς τοῦ Καπνεργοστασίου Σύρου παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, τοῦ καὶ σήμερον διευθύνοντος τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἐξηγέρθησαν παράπονα τῶν ἐν Σύρῳ ἐμπόρων κατὰ τοῦ διορισμοῦ τούτου, ὁ δὲ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔπεμψε τὸν οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν κ. Λεωτσάκον, ἵνα ἐνεργήσῃ τὰς δεούσας ἀνακρίσεις. Ὁ κ. Ἐπιθεωρητὴς ὑπέβαλεν ἔκθεσιν, ἀπὸ 16 Ἰανουαρίου ἐν. ἔτους, ἧς ἔφερεν ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπόσπασμα μόνον, ὅπερ, καὶ τοιοῦτον, ἀναγινώσκω: «Δύο λέξεις καὶ περὶ τοῦ βοηθοῦ Ἰω. Ντούνια. Οὗτος εἶναι μὲν ἱκανὸς καὶ δραστήριος, ἀλλ’ ἐπίφοβος καὶ τῆς ἰδιοωφελείας ὀπαδός.» Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, φαίνεται, δὲν εἶχε συνειθίσει ἀκόμη νὰ διορίζῃ καὶ καταδικασθέντας, συνεπείᾳ δὲ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου. Πῶς; (ἀναγινώσκει): «Κοινοποιῶ ὑμῖν, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9,860 καὶ ἀπὸ 28 λήγοντος μηνὸς πράξεώς μου, καταχωρισθείσης ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 29 τῆς 29 ἰδίου μηνὸς φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπελύθητε τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. «Ἐν Ἀθήναις τὴν 30 Ἰανουαρίου 1888. «Ὁ Ὑπουργὸς Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ». Προέβη λοιπὸν εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ συναπτομένου τούτου ἐγγράφου, ὅπερ ἀνέγνων. Ἐν ᾧ λοιπὸν ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι οὗτος διετέλει ἐν γνώσει τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων κατὰ τοῦ ῥηθέντος ὑπαλλήλου, διότι προέβη εἰς τὴν ἀποστολὴν Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, καὶ τὴν ἀπόλυσιν, συνεπείᾳ τῆς ἐκθέσεως τούτου, ἔχομεν αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν τῇ 24ῃ Νοεμβρίου ἐ. ἔ. προβαίνοντα εἰς τὸν διορισμὸν, ὡς γραφέως τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Σύρου, τοῦ ῥηθέντος ὑπαλλήλου Ἰωάννου Ντούνια. Διορισμὸς ὑπ’ ἀριθ. 123188 (ἀναγινώσκει)· «Ἐν Ἀθήναις τὴν 24 Νοεμβρίου 1888.—Πρὸς τὸν κ. Ἰωάννην Ντούνιαν. Δυνάμει τῆς ἀπὸ 21 φθίνοντος μηνὸς Νοεμβρίου πράξεώς μας, καταχωρισθείσης εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 297 καὶ ἀπὸ 22 ἰδίου μηνὸς φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, διωρίσθητε γραφεὺς ἐν τῇ Ἐφορίᾳ Σύρου κλπ. «Ὁ Ὑπουργὸς Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.» Μετὰ τὴν ἔκθεσιν λοιπὸν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ κ. Λεωτσάκου, μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ῥηθέντος ὑπαλλήλου, ὡς «ὀπαδοῦ τῆς ἰδιοωφελείας», ἔχομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προβαίνοντα εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, ὡς γραφέως ἐν τῇ Ἐφορίᾳ Σύρου. Μόλις τὸ πρᾶγμα ἐγνώσθη ἐν Σύρῳ, καὶ ἰδοὺ ἀμέσως τηλεγράφημα, δὲν ἠξεύρω πόσων ἐκεῖ ἐμπόρων, πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, δι’ οὗ οἱ ἔμποροι Σύρου διαμαρτύρονται ἐπὶ τῷ τοιούτῳ διορισμῷ, λέγοντες πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι προέβη εἰς τὸν διορισμὸν ἀνθρώπου, καταδικασθέντος ἐπανειλημμένως δι’ ἀποφάσεων τῶν ἐκεῖ Κακουργιοδικῶν. Ἰδοὺ καὶ τὸ τηλεγράφημα τῶν ἐμπόρων. Ἕκαστος ἐλπίζει καὶ ὑποθέτει, ὅτι μετὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, καὶ ἂν ἐγκατέλιπεν αὐτὸν ἡ μνήμη τῶν πραγμάτων, ἤθελε βεβαίως ἀναγκασθῆ νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶχεν ἀποστείλει ἐκεῖ ἔκτακτον Ἐπιθεωρητὴν μόλις πρό τινων μηνῶν, αὐτὸς δὲ οὗτος εἶχε προβῆ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ῥηθέντος ὑπαλλήλου, διὰ τὰς ἀναφερομένας ἐν τῷ τηλεγραφήματι αἰτίας. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶχεν ἐνδιαφέρον τι, ὥστε νὰ μὴ πείθηται τοσοῦτον εὐκόλως περὶ τῶν ἀξιοποίνων πράξεων τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου. Διὰ τοῦτο, ἀντὶ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κ. Ἰωάννου Ντούνια, ἀποστέλλει τηλεγράφημα πρὸς τὸν ἐν Σύρῳ Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ λέγει πρὸς αὐτὸν (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 126,373.—Εἰσαγγελέα. Σῦρον.—Ἐξετάσατε καὶ ἀναφέρατε, παρακαλοῦμεν, ἐὰν Ἰωάννης Ντούνιας κατὰ τὸ ἔτος 1884, κατηγορηθεὶς ἐπὶ ἀπιστίᾳ, παρεπέμφθη ἐνώπιον αὐτόθι Κακουργιοδικῶν, καὶ ὁποία ἐξεδόθη ἀπόφασις. «Ἐν Ἀθήναις τὴν 1 Δεκεμβρίου 1888. «Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.» Ὑποθέτετε βεβαίως, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Σύρῳ Πλημμελειοδικῶν ἀπήντησεν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅτι οὐδέποτε ὁ Ἰωάννης Ντούνιας ἐγένετο ἔνοχος τῶν εἰρημένων πράξεων. Τοὐναντίον ὅμως, ἔχομεν τηλεγράφημα τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Σύρου, ὅπερ λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Ἀθήνας.—Ἰωάννης Ντούνιας, παραπεμφθεὶς Κακουργιοδικεῖον ἐπὶ πλαστογραφίᾳ καὶ παραβάσει ὑγειονομικῶν διατάξεων δι’ ὑπ’ ἀριθ. 560 καὶ 567 τοῦ 1883 βουλευμάτων, ἐδικάσθη ἐνώπιον Κακουργιοδικείου Σύρου, καὶ κατεδικάσθη εἰς τρίμηνον φυλάκισιν ἐπὶ τῇ πρώτῃ πράξει, καὶ ἑξάμηνον ἐπὶ τῇ δευτέρᾳ». Ἐνταῦθα ἔχει λάθος, διότι, ὡς ἠκούσατε, κατεδικάσθη εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν. Καὶ ἐξακολουθεῖ τὸ τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει): «Πρωτότυπα ἀποφάσεων ὑπάρχουσι παρὰ Γραμματεῖ αὐτόθι Ἐφετῶν. Ὁ αὐτὸς κατεδικάσθη ἐπὶ ἐξυβρίσει κτλ. «Εἰσαγγελεὺς ΣΑΠΟΥΝΤΖΑΚΗΣ». Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἶναι συνεπεία τοῦ τηλεγραφήματος, ὡς εἶπον, τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Σημειώσατε, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Σύρου τῇ 1ῃ Δεκεμβρίου 1888, καὶ βεβαίως κατόπιν λαμβάνει τὴν ἀναγνωσθεῖσαν ἀπάντησιν. Ἀλλὰ δὲν παρέρχονται, Κύριοι, ἢ 9 μόνον ἡμέραι, καὶ πρὸς συμπλήρωσιν ὅλης αὐτῆς τῆς ἀλληλογραφίας καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν βεβαιουμένων ἐπισήμων γεγονότων, ἔχομεν αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, γράφοντα πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Σύρου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀριθ. 126,651.—Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Δεκεμβρίου 1888. Ἔφορον Σύρου. Ἐγκαταστήσατε διορισθέντα γραφέα Ἐφορίας Ι. Ντούνιαν, οὗτινος ἐπωνυμία ἕνεκα γραφικοῦ λάθους διορθωθήσεται κλπ. «Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.» Προβαίνει λοιπὸν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἰς τὸν διορισμὸν ἀνθρώπου, περὶ οὗ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἦν βέβαιος, ὅτι, ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, εἶχε προβῆ εἰς πράξεις ἀξίας ἀποφάσεως τῶν Κακουργιοδικῶν. Ὅτι δὲ τοιαύτας ἐφρόνει τὰς πράξεις, καὶ ὅτι συνεπείᾳ τῶν πράξεων τούτων ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἐδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ῥηθέντος ὑπαλλήλου, ἀπόδειξις, ὅτι ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ ἐζήτει νὰ βεβαιωθῇ καὶ πάλιν, ἂν αὗται πράγματι εἶχον λάβει χώραν, ἢ ἦσαν συκοφαντίαι, ὅμοιαι πρὸς ἐκείνας, ἃς καὶ ἡμεῖς λέγομεν περὶ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Ταῦτα πάντα, Κύριοι, μοὶ εἶχον ἀνακοινωθῆ παρὰ φίλου ἐκ Σύρου· δύναμαι νὰ εἴπω μάλιστα, ὅτι καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐγγράφων ἐγνώριζον. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐπερωτῶν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, παρεκάλεσα αὐτὸν λεπτομερῶς νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἔφερε, καίτοι οὐχὶ πάντα. Ἐπερωτῶν δὲ τῇ 15 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν περὶ τοῦ διορισμοῦ τούτου, ἐπέμενον, ὅτι τὰ πράγματα εἶχον οὕτως, ὡς ἐγὼ ἐξέθετον αὐτά. Ὅτι δὲ οὕτως εἶχον, ἀπόδειξις, ὅτι τῇ 15 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. ἐποιούμην τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἐν τῇ Βουλῇ, τῇ αὐτῇ δὲ ἡμέρᾳ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, μὴ δυνάμενος βεβαίως πλέον ἄλλως νὰ πράξῃ, μεταβαίνει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀπολύει τὸν ἐν λόγῳ ὑπάλληλον δι’ εἰδικῆς διαταγῆς τῆς 15 τοῦ ἰδίου μηνὸς, κατακεχωρισμένης δὲ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 319 τῆς 16 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως τώρα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς θέλει ἰσχυρισθῆ, ὅτι εὐθὺς, ὡς τὰ πράγματα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κατηγγέλθησαν, ἐμνήσθη τῆς ὑποθέσεως καὶ προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου. Ἀλλ’ ἐγὼ πάντοτε θέλω ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, καὶ μετ’ ἐμοῦ θέλει ἐρωτᾷ αὐτὸν καὶ πᾶς λογικὸς ἄνθρωπος, πῶς δὲν ἐνεθυμεῖτο τὰ τηλεγραφήματα, ἅτινα αὐτὸς οὗτος προεκάλει πρὸ 6 ἢ καὶ 5 ἡμερῶν, ἅτινα δὲ ἐβεβαίουν αὐτὸν, ὅτι ὁ ῥηθεὶς ὑπάλληλος εἶναι ἀνάξιος δημοσίας θέσεως; Καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προβαίνει εἰς τοιοῦτον διορισμόν! Ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔφερε καὶ δύο ἄλλα ἔγγραφα, ἅτινα ἐγὼ δὲν ἐζήτησα, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἔφερε ταῦτα πρὸς ἰδίαν ἀπολογίαν. Τῶν ἐγγράφων τούτων ποιοῦμαι χρῆσιν ἀμέσως, πρῶτον μὲν, ἵνα ἐξαγάγω ἐκ τοῦ κόπου τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, νὰ καταφύγῃ εἰς αὐτὰ, ἔπειτα δὲ, ὅπως μὴ ἀναγκασθῶ καὶ ἐπαναλάβω τὸν λόγον. Εἶπον, ὅτι ὁ ῥηθεὶς ὑπάλληλος εἶχε καταδικασθῆ κατὰ τὸ 1884 ἔτος. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος 1885 εὑρίσκομεν ἐν τῷ φακέλλῳ τηλεγράφημα τοῦ Νομάρχου Κυκλάδων κ. Λυμπεράκη πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν μακαρίτην Παπαμιχαλόπουλον, ἐν ᾧ λέγονται πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἠναγκάσθην διορίσαι προσωρινῶς καπνιστὴν λοιμοκαθαρτηρίου Δήλου Ἰωάννην Ντούνιαν. Παρακαλῶ ἐγκριθῆναι διορισμός. Νομάρχης ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ.» Ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος δὲ σημειοῦται: «κατεπεῖγον περὶ χολέρας». Ὑπῆρχε κατεπείγουσα ἀνάγκη, ἡ νόσος ἔκρουε τὰς πύλας τοῦ Κράτους· ὁ ἐκεῖ Νομάρχης ἠναγκάσθη προσωρινῶς νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ, ὡς καπνιστοῦ, σημειώσατε, καὶ οὐχὶ ὑπαλλήλου τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας τοῦ Κράτους, ἐνῷ συγχρόνως δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης διετέλει ἐν γνώσει τῶν κατὰ τοῦ Ντούνια ἀποφάσεων, ὅπως ὁ ἐκ Μεσολογγίου Πρωθυπουργός. Ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος διὰ τῆς ἀπὸ 30 Ἰουλίου 1885 ἔτους διαταγῆς ἐγκρίνει τὸν διορισμὸν τοῦτον. Ἀλλὰ δὲν παρέρχονται, Κύριοι, ἢ 8 ἡμέραι, καὶ ὁ Παπαμιχαλόπουλος προβαίνει ἀμέσως εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ἐγνώριζε τὰς ἀποφάσεις τῶν Κακουργιοδικῶν, ὅτε προέβη εἰς τὸν τοιοῦτον διορισμόν. Σημειώσατε δὲ, ὅτι δὲν εἶχε προβῆ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ὡς ἐῤῥήθη, ἀλλ’ ὁ Νομάρχης κ. Λυμπεράκης προσωρινῶς, ἕνεκα τοῦ κατεπείγοντος, εἶχε διορίσει τὸν Ντούνιαν καπνιστὴν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ἐνέκρινεν ἁπλῶς τὸν διορισμόν. Εὐθὺς ὅμως, δηλ. τῇ 9 Αὐγούστου 1884 ἔτους, ὑπάρχει διαταγὴ, δι’ ἧς ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἀπελύετο. Τώρα διατὶ ἀπελύθη; Ὑποθέτω, ὅτι περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ὑπόθεσις αὕτη τῶν Κακουργιοδικῶν, καὶ προέβη ἀμέσως εἰς τὴν ἀπόλυσιν. Ἐξ οὐδενὸς τοὐλάχιστον ἐγγράφου, ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ἔφερεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύεται, ὅτι διετέλεσε πρὸ τοῦ διορισμοῦ ὁ Παπαμιχαλόπουλος ἐν γνώσει τῶν κατὰ τοῦ Ἰωάννου Ντούνια ἀποφάσεων, ἐνῷ τοὐναντίον ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων, χρονολογικῶς ἐξεταζομένων, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὁ σήμερον διευθύνων τὰ πράγματα, διετέλει ἐν πληρεστάτῃ γνώσει, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐζήτει νὰ βεβαιωθῇ καὶ ἐβεβαιοῦτο, ὅτι ὁ Ἰωάννης Ντούνιας εἶχε καταδικασθῆ παρὰ τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν διὰ δύο ἐγκλήματα, κατὰ παράβασιν τῶν ὑπηρεσιῶν. Καὶ ὅμως προέβη εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ, εἰς τὴν διαταγὴν πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον περὶ ὁρκοδοσίας τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου. Νομίζω, ὅτι, μετὰ τὰ ἀναπτυχθέντα, ἅτινα προσεπάθησα νὰ καταστήσω σαφῆ, καίτοι αὐτὰ καθ’ ἑαυτά εἰσιν ἀρκούντως εὔληπτα, οὐδεμία μένει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς σπανίως πρέπει νὰ ποιῆται χρῆσιν τῆς ἰδέας, τοῦ ὅτι οὐδὲν ἄλλο πράττουσιν οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἢ νὰ συκοφαντῶσιν αὐτόν.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς, ἔχων ἐνώπιόν του τὰ ἔγγραφα, παρέστησεν, ὅτι ὁ μὲν προκάτοχός μου, διορίσας τὸ πρόσωπον, περὶ οὗ ἐπραγματεύθη, δὲν ἐγίνωσκε τὰ προηγούμενα αὐτοῦ, καίτοι λίαν πρόσφατα, ἐγὼ δὲ τὰ ἐγίνωσκον. Τὰ ἔγγραφα οὐδόλως ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὰ ἐγίνωσκον, τοὐναντίον ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν τὰ ἐγίνωσκον, καὶ ὅτι, ὅτε τὰ ἔμαθον, ἠρεύνησα τὰ περὶ τούτου, συνεπείᾳ δὲ τῆς ἐρεύνης, προέβην εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς, μαθὼν, ὅτι προέκειτο νὰ ἀπολυθῇ ὁ ὑπάλληλος οὗτος, διότι, ὡς εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγίνωσκεν ὅλα, καὶ τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς τῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ καταγγείλῃ τὰ γενόμενα, ἵνα παραστήσῃ, ὅτι ἡ παῦσις ἐγένετο συνεπείᾳ τῆς καταγγελίας αὐτοῦ, καὶ οὐχὶ συνεπείᾳ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων. Τί ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων; Ὅτι ὁ Ντούνιας διωρίσθη ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου μετὰ τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, ἐπαύθη δὲ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ προκατόχου μου. Καίτοι ὅμως ἐπαύθη παρὰ τοῦ προκατόχου μου, διωρίσθη οὐχ ἧττον εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν παρὰ τοῦ Ἐφόρου Σύρου. Τοῦτο δὲ τὸ πληροφοροῦμαι σήμερον, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς, παραστήσας, ὅτι κατέθεσα μὲν πολλὰ ἔγγραφα, δὲν κατέθεσα ὅμως ὅλα, κατὰ τοῦτο μόνον εἶπέ τι ἀκριβές, ὅτι κατέθεσα ὅλα τὰ ἔγγραφα, πλὴν ἑνός, τὸ ὁποῖον, χθὲς εἶπον, ὅτι ἤθελε κατατεθῆ σήμερον, τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ἐφόρου Σύρου περὶ τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας, τῆς ἀνατεθείσης εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον. Τὸ τηλεγράφημα ἔλαβον πρὸ ὀλίγου. Κατ’ αὐτὸ (ἀναγινώσκει): «Προκάτοχός μου Γρηγοράκης εἰς Ἰωάννην Ντούνιαν εἶχεν ἀναθέσει ὑπηρεσίαν καπνοῦ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς ἰσχύοντος νόμου καπνοῦ, τουτέστιν ἐπὶ ἰσχύος νόμου προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἧς εἶχεν ἀναλάβει ὑπηρεσίαν Ἐφορίας, διορισθεὶς Ἔφορος ἐπὶ Κυβερνήσεως Δηλιγιάννη.» Πρόκειται ἐδῶ περὶ παρανόμου ἐνεργείας, τελεσθείσης οὐχὶ ὅτε ἡμεῖς διετελοῦμεν ἐν τοῖς πράγμασιν. Ὁ Ἔφορος Γρηγοράκης ἐπαύθη παρ’ ἡμῶν· ὑπὸ τὸν Ἔφορον δὲ Γρηγοράκην οὗτος διετέλει ὡς ὑπάλληλος, πληρονόμενος ὑπὸ τῶν καπνοπωλῶν, οὕτω δὲ ἐνήργει, ὡς φαίνεται, ὥστε νὰ προκαλέσῃ ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως τὴν ἀναφοράν, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ περὶ ἧς καὶ ἐγὼ θὰ ποιήσω λόγον μετ’ ὀλίγον. Τὸν Ντούνιαν τοῦτον διωρίσαμεν ἐκ τῷ Καπνοκοπτηρίῳ, ἀγνοοῦντες ἐντελῶς τὰ προηγούμενα αὐτοῦ. Ἐκεῖ ἐλάβομεν ἀφορμὴν ἐκ παραπόνων νὰ στείλωμεν τὸν Ἐπιθεωρητὴν, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ, ὁ δὲ Ἐπιθεωρητὴς ἀπήντησεν οὐχὶ εὐμενῶς περὶ αὐτοῦ ἐν συνόλῳ, καίπερ οὐδὲν ὡρισμένον κατ’ αὐτοῦ εἰπών, περὶ τῆς ἱκανότητος ὅμως αὐτοῦ εὐμενέστατα. Ἐνομίσαμεν, κατόπιν τῆς τοιαύτης ἐκθέσεως, ὅτι, ἀφοῦ παρεπονοῦντο οἱ καπνοπῶλαι περὶ τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ, καίτοι ἀόριστος ἦτο ἡ ἔκφρασις τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ἔπρεπε νὰ ἀπομακρύνωμεν τὸν ὑπάλληλον τοῦτον ἀπὸ τοῦ Καπνοκοπτηρίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οὐδὲν ἀνηνέχθη ὡρισμένον κατ’ αὐτοῦ, ὁ δὲ ὑπάλληλος παρίστατο ὡς ἱκανὸς, δὲν ἐνομίσαμεν, ὅτι ἀπηγορεύετο ὁ διορισμὸς αὐτοῦ εἰς τὴν εὐτελῆ θέσιν τοῦ γραφέως τῆς Ἐφορίας. Εὐθὺς ὅμως, ὡς διωρίσαμεν αὐτὸν γραφέα τῆς Ἐφορίας, οἱ καπνοπῶλαι, ἔχοντες ἀφορμὰς παραπόνων, ἰδίως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν οὗτος παρανόμως εἰργάζετο παρὰ τῷ ἐφόρῳ Γρηγοράκῃ ἐν Σύρῳ, ἔστειλαν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, λέγοντες, ὅτι ὑπάρχει καταδικαστικὴ ἀπόφασις κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου. Ταῦτα ἦσαν ἐντελῶς ἄγνωστα εἰς ἡμᾶς ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἀπόδειξις τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, δι’ οὗ ἠρωτῶμεν, ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι εἶχε καταδικασθῆ ὁ ὑπάλληλος οὗτος. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπήντησεν, ὅτι ἦτο τοῦτο ἀληθές. Ἑπομένως ἐζητήσαμεν ἀντίγραφα τῶν ἀποφάσεων τῶν καταδικαστικῶν, διὰ τὰ περαιτέρω. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ἔφορος ἀπηύθυνεν ἐρώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἧς δὲν ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἐκθέσας τὰ περὶ τούτου, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐγκαταστήσῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, ὅστις ἐσημειοῦτο Ν. Π. Ντούνιας, ἐνῷ τ’ ἀρχικὰ τῶν ὀνομάτων του στοιχεῖα δὲν ἦσαν Ν. Π. Ἀπηντήσαμεν εὐθὺς εἰς τὸν Ἔφορον περὶ τῆς ταυτότητος τοῦ διορισθέντος, ἐντελλόμενοι, ἵνα ἐγκαταστήσῃ αὐτὸν, ἐνταῦθα δὲ ἐξηκολουθήσαμεν τὴν ἐνέργειαν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν κατὰ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις· λαβόντες δὲ γνῶσιν τοῦ περιεχομένου αὐτῶν, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπολύσωμεν τὸν ὑπάλληλον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, προκειμένου περὶ καταδίκης ἐπὶ παραβάσει διατάξεων τοῦ Ὑγειονομικοῦ Κανονισμοῦ, οὗτινος ἡ τήρησις δέον νὰ περιφρουρῆται δι’ ἄκρας αὐστηρότητος, οἱ προκάτοχοι ἡμῶν ὤφειλον νὰ μὴ διορίσωσιν αὐτὸν, εἰς ὑγειονομικὴν μάλιστα θέσιν, οὐχ ἧττον, πληροφορηθέντες ἐκ τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων, ὅτι εἶχε παραβῆ ὁ ὑπάλληλος διατάξεις ὑγειονομικάς, ἀπελύσαμεν αὐτὸν τὴν 15 τοῦ μηνὸς, ὅτε, φαίνεται, μαθὼν ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ περὶ τῆς ἀπολύσεως, ἔσπευσε νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ περὶ τοῦ ὑπαλλήλου εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ ἀπόλυσις ἐγένετο συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεώς του, ἐνῷ ἐκ τοῦ φακέλλου καταφαίνεται ὁλόκληρος ἡ σειρὰ τῶν ἀπὸ πολλοῦ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐνεργηθέντων παρ’ ἡμῶν.
§64Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, εἰς ποίαν ὑπηρεσίαν εἶχε προσληφθῆ παρὰ τοῦ ἀποβιώσαντος Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου ὁ ὑπάλληλος οὗτος;
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα λέγει: «Προκάτοχός μου Γρηγοράκης, ὡς πληροφοροῦμαι, εἶχε προσλάβει αὐτὸν καὶ ἀναθέσῃ βιβλίον πιστοχρεώσεων καὶ λοιπὴν ἐργασίαν.»
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν ἐπαύθη ἀπὸ ὑμᾶς, ὅτε ἀνελάβετε τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πολὺ βραδύτερον.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἴσως βραδύτερον.
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πιθανὸν νὰ προσελήφθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ ἀνέγνωσα πρὸς τὴν Βουλήν, λέγει, ὅτι ὁ Ἔφορος Γρηγοράκης, διορισθεὶς ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εὐθύς, ὡς ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν, ἀνέθεσεν εἰς τὸν Ντούνιαν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ καπνοῦ.
§70ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε πρό τινων στιγμῶν, ὅτι εὐθύς, ὡς ἦλθεν εἰς γνῶσιν αὐτοῦ, ὅτι ὁ ῥηθεὶς ὑπάλληλος εἶχε προβῆ εἰς τοιαύτας πράξεις, προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Δὲν εἶπον τοῦτο, εἶπον, ὅτι ἐζήτησα τὰ ἀντίγραφα τῶν ἀποφάσεων.
§72ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ὑμεῖς πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα ἐτηλεγραφήσατε: «ἐξετάσατε, ἐὰν Ἰωάννης Ντούνιας παρεπέμφθη ἐνώπιον Κακουργιοδικῶν.» Ταῦτα ἐτηλεγραφεῖτε πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῇ 1 Δεκεμβρίου 1888· ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς ἀπαντᾷ: «Ἰωάννης Ντούνιας ἐδικάσθη καὶ κατεδικάσθη παρὰ Κακουργιοδικῶν κλπ.» Λοιπὸν ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐτηλεγράφει τῇ 1 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. καὶ ἐζήτει ἀπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως, νὰ μάθῃ, ἐὰν αἱ πράξεις τοῦ Ντούνια ᾖναι ἀληθεῖς, ἢ μή. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐβεβαίου, ὅτι αἱ πράξεις εἶναι ἀληθεῖς· ἐνῷ δὲ ἐβεβαίου ταῦτα, τῇ 10 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ., ἤτοι μετὰ 9 ἡμέρας, ἔχομεν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Ἔφορον Σύρου. Ἐγκαταστήσατε διορισθέντα γραφέα Ἐφορίας Ι. Ντούνιαν κλπ.» Λοιπὸν μετὰ τὴν παρ’ ὑμῶν γνῶσιν τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων δὲν προέβητε εἰς τὴν ἔγγραφον παραγγελίαν τοῦ Ἐφόρου, νὰ ἐγκαταστήσῃ τὸν Ντούνιαν, ὃν διωρίσατε, ὑποχωροῦντες, τίς οἶδεν, εἰς τίνας πιέσεις; ...
§73ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τί κατεδικάσθη; παρακαλῶ.
§74ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν, καὶ εἰς ἓξ μηνῶν φυλάκισιν καὶ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ἐκ τῶν ἐγγράφων, χρονολογικῶς κατατασσομένων, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς διετέλει ἐν πληρεστάτῃ γνώσει ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων, ὅτι ὁ Ντούνιας ἦτο τοιοῦτος· διετέλει δὲ ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλοτε εἶχε πέμψει Οἰκονομικὸν Ἐπιθεωρητήν, συνεπείᾳ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀπολύσει τὸν ὑπάλληλον τοῦτον ἐξ ἄλλης θέσεως, ἣν εἶχεν ἐν τῷ Καπνοκοπτηρίῳ....
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Ἐπιθεωρητὴς οὐδὲν εἶπε περὶ καταδίκης.
§76Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ἡ ἀνικανότης αὐτοῦ εἶχε προσδιορισθῆ διὰ 6 μῆνας, δὲν ὑπῆρχε νομικὴ ἀνικανότης, ἀλλ’ ἠθικὴ ἀνικανότης, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ ὅτε τὸν ἔπαυε καὶ ὅτε τὸν διώριζε.
§77ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως· ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι ἐσκόπει νὰ ἀπολύσῃ τὸν ῥηθέντα ὑπάλληλον, καὶ ἂν ἐγὼ δὲν ἐποιούμην τὴν ἐξήγησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἀπομένει εἰς ὑμᾶς νὰ πιστεύητε τοῦτο· ἐγὼ ὅμως διαμαρτύρομαι, ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὰ ἔγγραφα, ὅτι οὐδέποτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, ἐὰν ἐγὼ δὲν ἐποιούμην τὴν ἐπερώτησιν, ἧς συνεπείᾳ αὐθημερὸν ἀπέλυσεν αὐτόν.
§78ΤΟΜΑΝ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ δύο ἐπόψεις· ἐὰν ὑπῆρχεν ἐκ τοῦ νόμου κώλυμα εἰς τὸ νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν γραφέως ὁ Ἰωάννης Ντούνιας, καταδικασθεὶς καὶ ἀποτίσας τὴν ποινήν του, ἢ ἐκ τῆς ἠθικῆς, ὡς ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας κ. Βουλευτὴς εἶπε. Καὶ ἐκ τοῦ νόμου μὲν, εἰμὶ βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ, ὅστις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπῆρχε κώλυμα εἰς τὸ νὰ ἀνακτήσῃ δημοσίαν θέσιν ἄνθρωπος, ἀποτίσας τὴν ποινήν του, ἀφοῦ κατεδικάσθη εἰς ἓξ μηνῶν φυλάκισιν διὰ παράβασιν ὑγειονομικῶν διατάξεων, καθ’ ἣν ἐποχὴν κατεδικάσθησαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι καὶ Ἐπιθεωρητής τις, ἕνεκα ἀμελείας. Κατεδικάσθη καὶ εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων του ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἀλλ’ ἀποτίσας τὴν ποινὴν αὐτοῦ, βεβαίως ἀπέκτησε πᾶν δικαίωμα, νὰ καταλάβῃ δημοσίαν θέσιν, οὐδὲ δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἄλλως τὸ πρᾶγμα, διότι, ἂν τοῦτο παραδεχθῆτε, θέλετε παραδεχθῆ ἐπέκτασιν ποινικῆς διατάξεως, στερητικῆς μάλιστα δικαιωμάτων. Ἀλλ’ οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις, μετὰ τὴν ἔκτισιν τῆς ποινῆς, ἰδίᾳ σκοπούσης τὴν ἐξάγνισιν τοῦ καταδικασθέντος, ὅτι ἀποκλείεται οὗτος τοῦ δικαιώματος τοῦ γενέσθαι μικρὸς ὑπηρέτης τῆς Πολιτείας, ἐν ᾧ, ἀποτίσας τὴν ποινήν του, ἀπολαμβάνει τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀπονέμειν δικαιοσύνην ὡς ἔνορκος, τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τῆς ποινῆς νομίζητε, ὅτι ἐπιβάλλεται τοιαύτη ὑποχρέωσις, τότε θέλετε ἀνατρέψει τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸ σφάλλεσθαι ἀνθρώπινον, θέλετε καθιερώσει τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ ἅπαξ σφαλλόμενος καὶ παρὰ Δικαστηρίου τῆς πατρίδος του τιμωρηθείς, καὶ ἀποτίσας τὴν ποινὴν αὐτοῦ ἐν πλήρει τάξει, δὲν δύναται πλέον νὰ ἀπολαύσῃ ἑνὸς τεμαχίου ἄρτου...
§79ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴδετε τί λέγει ὁ Ἐπόπτης; «Ὀπαδὸς τῆς ἰδιωφελείας»!
§80ΤΟΜΑΝ. Ἐὰν νομίζητε, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι δύνασθε νὰ καθιερώσητε τοιαύτην ἀρχὴν, διὰ μιᾶς ἀορίστου μορφῆς νὰ ἀπολύητε πάντα ὑπάλληλον, βεβαίως θέλετε καθιερώσει ἄδικον ἀρχήν....
§81ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι ὄνειδος, νὰ λέγωνται τοιαῦτα διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τοῦ βήματος, μετὰ τοιαύτας καταδικαστικὰς ἀποφάσεις!
§82ΤΟΜΑΝ. Δὲν ὁμιλῶ ἐγὼ διὰ τὰς ἀποφάσεις, ὁμιλῶ διὰ τὰς φράσεις, τὰς περιεχομένας ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ἡ ὁποία, ἀσχέτως πρὸς πᾶσαν προηγουμένην γνῶσιν περὶ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, οὐδὲν ἀποτελεῖ. Ὅταν εἷς Ἐπιθεωρητὴς λέγῃ εἰς ἕνα ἄνθρωπον, ὅτι εἶναι ἰδιωφελής, τότε ὀφείλει νὰ ἀναφέρῃ ἔστω καὶ μίαν πρᾶξιν, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἀποδεικνύηται τοῦτο. Ἐπὶ τῆς ἁπλῆς καὶ μᾶλλον ἀορίστου μορφῆς, τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ἀφοῦ μάλιστα ἡ μορφὴ αὕτη συνοδεύεται καὶ ὑπὸ δύο συστατικῶν, διότι ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται, ὅτι εἶναι ἱκανώτατος καὶ δραστήριος, δὲν δύναται Ὑπουργός τις νὰ βασίσῃ ἀπόφασιν πρὸς ἀπόλυσιν ὑπαλλήλου. Ἀλλὰ θέλετε, Κύριοι, ὅτι τὰ πράγματα σήμερον ἄλλως ἔχουσιν, ἄλλαι ἀρχαὶ διέπουσι σήμερον τὰ κατὰ τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς ἀπολύσεις. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ κατὰ παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον, καθ’ ἣν Βουλευτής τις ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνασκῶν κατὰ μέτρον, νομιζόμενον τότε ἀρκετὸν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἐπηρώτα τὸν διευθύνοντα τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναμιγνύων δὲ ἐν τῇ ἐπερωτήσει ἐκείνῃ καὶ μομφήν τινα κατ’ αὐτοῦ, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ τότε διευθύνων τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διετήρει εἰς θέσιν δημοσίαν, ἔχουσαν καὶ χρηματικὴν διαχείρισιν, ὑπάλληλον, ὑποπεσόντα εἰς διαφόρους ἐγκληματικὰς πράξεις, κατηγορούμενον διὰ πράξεις ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐν ᾗ διετέλει, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, ὑπὸ ἀνάκρισιν εὑρισκόμενον διὰ τοιαύτας πράξεις, κατηγορηθέντα δὲ προηγουμένως διὰ πολλὰς ἑτέρας. Καὶ ἵνα περιβάλῃ τὴν ἑαυτοῦ ἐπερώτησιν μὲ μείζονα σημασίαν, ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ἀνέφερεν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὁ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατηρούμενος παρὰ τοῦ τότε διευθύνοντος τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατεδικάσθη ἐπὶ ζωοκλοπῇ. Ἔλεγε δὲ, ὅτι, ἐὰν τοῦτο νομίζητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετόν, νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἕτερον· αὐτόν, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ, διατηρεῖτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, αὐτὸς κατεδικάσθη καὶ εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ, καὶ δὲν ἀπεκατεστάθη. Συνέπεια τούτου ἦτο, νὰ ταράξῃ τὴν Βουλήν. Τότε ὑπῆρχον περισσότεροι λόγοι τοῦ βαρύνοντος τὸν πτωχὸν τὸν Ντούνιαν, τὸν πενόμενον αὐτὸν γραφέα, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ περιπέσῃ εἰς τὸ παράπτωμα ἐκεῖνο. Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἀπήντα πρὸς τὸν ἐπερωτήσαντα μὲ δύο λέξεις, καὶ αἱ λέξεις ἐκεῖναι ἤρκεσαν νὰ καθησυχάσωσι τὴν Βουλήν· δεόντως δ’ ἤρκεσαν εἰς τοῦτο, διότι ἐν ταῖς λέξεσιν ἐκείναις τὸ πρᾶγμα σαφῶς καὶ ἀληθῶς ἐξετίθετο. Ἔλεγεν ὁ τότε Ὑπουργός: Ἐὰν ὁ ὑπάλληλος διέπραξε νῦν ἐγκληματικὰς πράξεις, δι’ ἃς ἐνεργεῖται ἀνάκρισις, ἡ δικαιοσύνη θέλει ἀνεύρει ταύτας καὶ τιμωρήσει αὐτόν· πρὶν ἢ βεβαιωθῶσιν αὗται παρὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἐγὼ οὐδὲν δύναμαι νὰ πράξω. Ἐὰν δέ ποτε, ὡς ἄνθρωπος, ὑπέπεσεν εἰς ἀδίκημά τι, διὰ τὸ ὁποῖον κατεδικάσθη εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ, ἢ εἰς διετῆ φυλάκισιν λόγῳ ζωοκλοπῆς, ἀπέτισε τὴν ποινὴν αὐτοῦ, ἀπεκατεστάθη καὶ ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα νὰ καταλάβῃ οἱανδήποτε ἐν τῷ Κράτει θέσιν. Καὶ ἐσκέπτετο ὀρθῶς· καὶ τὴν γνώμην τούτου ἀσπαζόμενος καὶ ἐγὼ, εἶπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον πρὸς ὑμᾶς, κύριε Λεβίδη.—Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου δὲν ὑπάρχει οὐδὲν κώλυμα· ἐκ τῆς ἠθικῆς, φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπίσης· ἔχω δ’ ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τὴν γνώμην ἀνδρὸς, τὸν ὁποῖον σέβομαι καὶ τὸν ὁποῖον δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ διὰ πολλὰ, οὐδέποτε ὅμως ἐπὶ ἀνηθικότητι· ὁ συνάδελφος οὗτος εἶναι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς πρώην Κυβερνήσεως· ταῦτα δ’ ἔλεγεν ἐπὶ ἐπερωτήσει Βουλευτοῦ τινος τότε, προκειμένου περὶ τοῦ τότε ὑπαλλήλου καὶ διατηρουμένου εἰσέτι ἐν τῇ θέσει τοῦ ἁλαταποθηκαρίου Δομβραίνης.
§83Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἡ συνέχεια τῆς αὐτῆς τακτικῆς. Ζητεῖτε πληροφορίας ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν διώρισεν ἐν δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ ἄνθρωπόν τινα, περὶ οὗ ἐγνώριζεν, ὅτι ἄλλοτε εἶχε παραβῆ τοὺς νόμους, καὶ ὅτι εἶχε τιμωρηθῆ, ἄνθρωπον, περὶ τῆς ἠθικότητος τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐν ἀμφιβολίᾳ, διότι εἶχε ζητήσει περὶ αὐτοῦ πληροφορίας παρὰ τῶν ὀργάνων του, καὶ εἶχε λάβει τοιαύτας. Ἀντὶ νὰ κατατεθῶσι μόνον τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτής, κατετέθησαν προσέτι καὶ δύο ἄλλα ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον εἶχε διορίσει καὶ ἄλλος Ὑπουργός, ὁ μακαρίτης Παπαμιχαλόπουλος, μέλος τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν μου Ὑπουργείου. Ἑπομένως ἐρχόμεθα πάλιν εἰς τὸν αὐτὸν παρονομαστήν. Δὲν ἐπράχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἀδίκημα, διότι καὶ ἄλλοι, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε πράξει τὸ ἀδίκημα τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἡ τακτικὴ αὕτη ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῇ, καὶ συνεπληρώθη ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Κυκλάδων, ὁ ὁποῖος διηγήθη ἱστορίαν τινά, λαβοῦσαν χώραν τῷ 1879. Περὶ ταύτης θέλω θέσει ὑμᾶς εἰς γνῶσιν ἐν πλήρει ἀκριβείᾳ, πρὸ τούτου ὅμως παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τούτου καὶ ἐκείνου. Τῷ 1879 ἐπηρωτήθην ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν διώρισα εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἁλαταποθηκαρίου Δομβραίνης, ἐν Θίσβῃ τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, ἄνθρωπον καταδεδικασμένον καὶ ἐστερημένον τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων. Εἶπον τότε, ὅτι διώρισα ἀληθῶς ἄνθρωπον, ὅστις εἶχε καταδικασθῆ διὰ πρᾶξιν, συμβᾶσαν τῷ 1862 ἢ 1863, καὶ ὅστις εἶχεν ἀποτίσει τὴν ποινήν του καὶ εἶχεν ἀποκατασταθῆ, κατὰ τὸν νόμον, διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, εἰς τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα. Μὲ ἐπηρώτησε τότε ὁ ἐπερωτήσας, ἂν αὐτὸς, ὁ διορισθεὶς ἁλαταποθηκάριος, δὲν ἦτο ὑπὸ κατηγορίαν νέαν, ἀπήντησα δ’ εἰς αὐτὸν, ὅτι εἶχεν ὑποβληθῆ μήνυσις κατ’ αὐτοῦ, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν του ὡς ἁλαταποθηκαρίου, ἀλλ’ ὅτι παρεκάλεσα τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν, ν’ ἀποστείλῃ ἀνακριτὴν ἐπίτηδες, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀπέστειλα προσέτι καὶ ὑπάλληλον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐνεργήσῃ καὶ οὗτος διοικητικὰς προανακρίσεις, ὥστε, καὶ πρὶν ἢ προσαχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δικαστικῆς ἀνακρίσεως νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν ἐκ τῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως ἤθελον πεισθῆ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἔσφαλεν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται τοιοῦτόν τι. Σήμερον ἀκούομεν, ὅτι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξεδηλώθη ἐπιθυμία νὰ λάβῃ πληροφορίας περὶ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται. Καὶ ἔλαβε τὴν πρόνοιαν ταύτην ὁ Ὑπουργὸς, ἕνεκα καταγγελιῶν, τὰς ὁποίας εἶχε λάβει κατὰ τοῦ προσώπου τούτου. Ὁ Ὑπουργὸς βεβαίως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ πάντας, ὅσους διορίζει· διὰ τοῦτο ἔστειλεν Οἰκονομικὸν Ἐπιθεωρητὴν, διὰ νὰ μάθῃ, ποῖός τις εἶναι οὗτος ὁ Ἰωάννης Ντούνιας, καθ’ οὗ αἱ κατηγορίαι. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν δὲ, τὰς ὁποίας ὁ Οἰκονομικὸς Ἐπιθεωρητὴς ἤθελε δώσει, ἔμελλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σχηματίσῃ γνώμην περὶ αὐτοῦ καὶ πράξῃ ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ. Ὁ Οἰκονομικὸς Ἐπιθεωρητής, ἐπληροφόρησε τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἐπιῤῥεπὴς εἰς τὴν χρηματολογίαν....
§84ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἀπέλυσεν αὐτόν.
§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἀπέλυσεν αὐτὸν, ὡς συμπληροῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Μοὶ ἐφάνη δὲ ἔκτροπος ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ἀνεκοίνωσεν ἡμῖν· καὶ ὀφείλω μὲν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἔχω ἀγαθὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην, διότι πρὸ ἐτῶν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ποιήσω τὴν γνωριμίαν αὐτοῦ, καὶ εἶχον λάβει περὶ αὐτοῦ καὶ πληροφορίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἐσχημάτισα ἀγαθὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην. Ἄλλως τυγχάνει καὶ ἄνθρωπος περὶ τοὺς νόμους ἀσχολούμενος. Ὀφείλω ὅμως καὶ ἔχω καθῆκον ν’ ἀνασκευάσω τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἐξήνεγκεν. Ἡ νομικὴ ἀνικανότης, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, δὲν εἶναι ἀπόλυτος, ἀλλὰ σχετική. Ἀλλ’ ἐὰν, ἀφοῦ ἐξέπνευσεν ἡ χρονικὴ αὕτη διάρκεια, ἐνίσταταί τις νὰ μὴ διορισθῇ εἰς ὑπηρεσίαν, παρατείνει οὕτω τὴν νομικὴν ἀνικανότητα, τὴν ὁποίαν ἀπόφασις δικαστικὴ περιώρισεν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον. Ἂν ἡ θεωρία αὕτη ἦναι ὀρθή, τότε ἐπέρχεται ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ διορίζῃ εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν πάντα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη εἰς προσωρινὴν ἀνικανότητα πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἀρχῆς, εὐθὺς ὡς ὁ χρόνος τῆς ἀνικανότητος αὐτοῦ παρέλθῃ, διὰ νὰ μὴ ὑποληφθῇ, ὅτι παρατείνει τὴν ἐπιβληθεῖσαν εἰς αὐτὸν ποινὴν, ἡ ὁποία ἐγκολάπτει ἀτιμίαν τινὰ εἰς αὐτόν. Οἱ ἐνασκοῦντες τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν δημοσίους ὑπαλλήλους, ἢ ὑπηρέτας, δύνανται νὰ πλανηθῶσι, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ περιπέσωσιν εἰς τὸ ἄτοπον, νὰ διορίσωσι καὶ ἀνθρώπους, ἢ ἀνικάνους, ἢ καὶ κακῆς πίστεως, ἢ καὶ ἀνθρώπους ὑποκειμένους εἰς τὸ πάθος τῆς καταχρήσεως, εἴτε φατριαστὰς καὶ μερολήπτας. Δὲν πρέπει νὰ ἐγκαλῇ τις τοὺς διορίζοντας διὰ πάσας τὰς πράξεις των, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωσι πάντας τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους διορίζουσιν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ὀφείλουσι, πρὶν ἢ προβῶσιν εἰς τὸν διορισμὸν, νὰ πληροφορῶνται καλῶς, ἂν οἱ διοριζόμενοι ἦναι ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ νὰ ἐξετάζωσιν, ἂν διαχειρίζωνται καλῶς καὶ ἀμερολήπτως τὴν ἀνατεθειμένην αὐτοῖς ὑπηρεσίαν, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ὅταν ὑπάρχωσιν ὑπόνοιαι, ὅτι αὐτὸς ὁ διαχειριζόμενος τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν εἶναι ἐπιῤῥεπὴς εἰς τὴν χρηματολογίαν, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τῶν χρημάτων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ τὴν ἰδιοποίησιν αὐτῶν.
§86ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυκλάδων ἦλθε μελετημένος· ἐγνώριζε καὶ τὰ προηγούμενα, ἐγνώριζε τί συνέβη κατὰ τὸ 1879. Ἐντεῦθεν συμπεραίνω, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ ὑποδείξας τὸν ἐν λόγῳ ὑπάλληλον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς διορισμὸν, ὅτι πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ὁδοιπορίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἐξετέθη ὁ κ. Βουλευτὴς, ὀφείλονται εἰς τὴν ἀπόλυσιν καὶ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου. Ἀποκαλύπτει δὲ ἡ δικογραφία αὕτη τὰς ἴνας, διὰ τῶν ὁποίων συνδέεται ὁ Βουλευτὴς Κυκλάδων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Πρόκειται ἀληθῶς περὶ ἑνὸς γραφέως, ἢ περὶ ἑνὸς βοηθοῦ Καπνοκοπτηρίου, καὶ τοιοῦτος ὑπάλληλος ἦτο ἀνάξιος νὰ ἐπασχολήσῃ μίαν ὁλόκληρον συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἀποβαίνει σπουδαιότατον, διότι μὲ τὰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἐντεῦθεν, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δικαιολογημένον φόβον, ὅτι μετὰ τὴν ἀπότισιν τῆς ποινῆς τοῦ Ῥαυτοπούλου θὰ διορισθῇ οὗτος Διευθυντὴς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου (ἱλαρότης). Καὶ πιστεύω, ὅτι, ἂν ἦναι ἐκ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, θὰ ἔχῃ τὴν ὑποστήριξίν σας (ἀποτείνεται πρὸς τὸν κ. Τόμαν).
§87ΤΟΜΑΝ. Ὁ παυθεὶς γραφεὺς εἶναι ἐκ Μεσσηνίας.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι, ἡ δικογραφία αὐτὴ ἀποδεικνύει θλιβερὰν εἰκόνα τῆς διοικήσεως τῆς Κυβερνήσεως· πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου, τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1888 εἶχε διορίσει, πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἐτέλεσε κακουργήματα ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὸ 1883, πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου παραπεμφθέντος κατὰ τὸ 1883 ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν, δικασθέντος δὲ ἐν Σύρῳ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι συνήγορος αὐτοῦ ὑπῆρξεν ὁ κ. Τόμαν.
§89ΤΟΜΑΝ. Μάλιστα. Ὑπῆρξα συνήγορος καὶ ἄλλων χειροτέρων.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν σᾶς κατηγορῶ, ὅτι ὑπήρξατε συνήγορος εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, ὡς δικηγόρος· πᾶς δικηγόρος θὰ ὑπερασπισθῇ καὶ κακούργους· ἐκεῖνο ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον σᾶς κατηγορῶ, ὡς καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι, ὅτι σεῖς, ὡς συνήγορος τοῦ καταδικασθέντος, τὸν ἐσυστήσατε καὶ τὸν διώρισεν ὁ Ὑπουργός. Ὠφείλατε νὰ καλύψητε τὸ πρόσωπον ἐξ αἰσχύνης, νὰ μὴ τολμήσητε δὲ νὰ ἀνέλθητε ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ πλέξητε τὸν πανυγηρικὸν τοῦ τοιούτου ὑπαλλήλου, διότι τὸ τοιοῦτον ἀποδεικνύει, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τῆς διαφθορᾶς καὶ κακοηθείας. Ἀληθῶς ὀφείλω νὰ καλύψω τὸ πρόσωπον ἐξ αἰσχύνης, ὅταν βλέπω Βουλευτήν, συνήγορον πρὶν ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, νὰ ἔρχηται νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι καλῶς διωρίσθη ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος. Εἶναι πρᾶξις ἀληθῶς ἀτιμωτικὴ διὰ Βουλευτήν, ἀτιμωτική, λέγω, εἶναι ἡ πρᾶξις...
§91ΤΟΜΑΝ. Τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖος ἠμπορεῖ νὰ κατηγορηθῇ δι’ ἀτιμωτικὴν πρᾶξιν.
§92ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι πρᾶξις ἀτιμωτικὴ διὰ Βουλευτήν, διότι δύναταί τις νὰ ὑπερασπίζηται οἱονδήποτε κακοῦργον, διότι ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος καὶ τῆς θέσεώς μας, ὀφείλομεν νὰ ὑπερασπίζωμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ σεβώμεθα τὴν ἐντολὴν ἡμῶν, ὅπως μὴ συνιστῶμεν τοὺς κακούργους ἐκείνους, ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως δὲ, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε, ἀπεδείχθη, ὅτι σεῖς εἶσθε ὁ συστήσας αὐτὸν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος διωρίσθη κατὰ τὸ 1883, παρεπέμφθη διὰ δύο πράξεις, συνηγοροῦντος δὲ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων, κατεδικάσθη εἰς τρίμηνον διὰ τὴν μίαν καὶ εἰς ἑξάμηνον διὰ τὴν ἄλλην πρᾶξιν, καὶ βεβαίως ἐπιεικῶς.
§93ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς ἕν ἔτος κατεδικάσθη.
§94ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνώπιον τῶν Συμβουλίων ἐχαρακτηρίσθησαν αἱ πράξεις ὡς κακουργήματα, ἀλλ’ ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων χαρακτηρίζονται ὡς πλημμελήματα, καὶ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πλημμελήματος τιμωροῦνται. Κατὰ τὸ 1884 τί λαμβάνει χώραν; Παρεμπίπτει ἀληθῶς μία πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1885, ὄπισθεν τῆς ὁποίας ἠθέλησε νὰ νὰ κρυβῇ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις αὕτη ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδέποτε ἐγνώρισεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὑπῆρξε καταδίκη κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου. Πῶς προεκλήθη ὁ διορισμὸς ἐκεῖνος; Ἡ δικογραφία εἶναι ἐνταῦθα. Ὁ διορισμὸς ἐκεῖνος παρὰ τῷ Ὑγειονομείῳ Σύρου προεκλήθη συνεπείᾳ αἰτήσεως τοῦ Νομάρχου Λυμπεράκη, ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε προσλάβει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. (Ἀναγινώσκει). Αὐτὸ ἐγένετο τὴν ὀγδόην, τὴν δὲ ἐννάτην, συμφώνως μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Νομάρχου, προβαίνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ. Ἀλλὰ μετὰ 5 ἡμέρας, μαθὼν τὰ κατ’ αὐτόν, προβαίνει εἰς τὴν ἀπόλυσίν του ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε διώριζε τὸν Ντούνιαν, δὲν ἐγνώριζε, ποῖος ἦτο ὁ ὑπάλληλος αὐτός. Ἐν τούτοις ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ὁ συμπολίτης μου εἶπεν, ὅτι, ἂν κατηγορῇ αὐτὸν, ὅτι διώρισεν ὑπάλληλον ἐν γνώσει τῆς καταδίκης του, ἀθωώνει ἐν τούτοις τὸν Ὑπουργόν· καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ εἴπητε, ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι διετέλει ἐν γνώσει τῆς κατηγορίας, ὑφ’ ἣν διετέλει ὁ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος. Αὐτὸ προκύπτει ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ 1885. Δὲν γνωρίζομεν πότε διωρίσθη παρὰ τῷ Καπνοκοπτηρίῳ, ἐν τῷ φακέλλῳ δὲν ὑπάρχει ὁ διορισμός· ἀλλὰ γνωρίζομεν, ὅτι τὴν 16 Ἰανουαρίου 1888 ὁ Οἰκονομικὸς Ἐπιθεωρητής, ἐρχόμενος ἐνταῦθα, ὑπέβαλε μίαν ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Καπνοκοπτηρίου Σύρου. Ἰδοὺ δὲ τί λέγει περὶ τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου: «Δύο λέξεις καὶ περὶ τοῦ βοηθοῦ Ἰωάννου Ντούνια. Οὗτος εἶναι μὲν ἱκανὸς καὶ δραστήριος, ἀλλ’ ἐπίφοβος καὶ τῆς ἰδιοφελείας ὀπαδός.» Ἐπίφοβος! Αὐτὰ τὰ λέγει ὁ Ἐπιθεωρητής. Σημειώσατε δὲ, ὅτι ὑπάρχει ἓν τηλεγράφημα διαφόρων καπνεμπόρων Σύρου ἐναντίον τοῦ Ντούνια, ἔχον ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τότε πρῶτον ἤκουσα τὰ περὶ καταχρήσεως.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Τέλος μετὰ τὰς ἐκθέσεις αὐτάς, μετὰ τὴν ἀναφορὰν τῶν καπνεμπόρων, εὐαρεστεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν 30 Ἰανουαρίου 1888 νὰ τὸν ἀπολύσῃ (ἀναγινώσκει): «Κοινοποιῶ ὑμῖν, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ, 9,860 καὶ ἀπὸ 28 λήγοντος μηνὸς πράξεώς μου, καταχωρισθείσης ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 29 τῆς 29 ἰδίου μηνὸς φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπελύθητε τῆς ὑπηρεσίας ταύτης.—Ὁ Ὑπουργὸς Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ». Ἀλλὰ παραδόξως τὴν 24 Νοεμβρίου βλέπομεν μίαν διαταγὴν ἄλλην τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ,—καὶ σημειώσατε, ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχον καταγγελθῆ αἱ καταχρήσεις τοῦ ὑπαλλήλου—δι’ ἧς ὁ Ντούνιας διορίζεται γραφεὺς ἐν τῇ Ἐφορίᾳ Σύρου.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἐλήφθη βραδύτερον.
§98ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ μνήμη σας δὲν εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ ἐνθυμῆται καὶ πότε ἔρχονται τὰ ἔγγραφα.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ προεκλήθη ἐκ τοῦ διορισμοῦ. Οἱ καπνοπῶλαι εἶχον παράπονα κατὰ τοῦ Ντούνια· ἅμα δ’ ὡς εἶδον αὐτὸν διορισθέντα, ἔστειλαν τὴν ἀναφοράν.
§100ΡΑΛΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε διετελεῖτε ἐν γνώσει ἀπὸ τῆς 24 Νοεμβρίου. Τὴν πρώτην Δεκεμβρίου 1888, διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Σύρου, ἐρωτᾶτε (ἀναγινώσκει): «Ἐξετάσατε καὶ ἀναφέρατε, παρακαλοῦμεν, ἐὰν ὁ Ἰωάννης Ντούνιας κατὰ τὸ 1884, κατηγορηθεὶς ἐπὶ ἀπιστίᾳ, παρεπέμφθη ἐνώπιον τῶν αὐτόθι Κακουργιοδικῶν, καὶ
ὁποία ἐξεδόθη ἀπόφασις.—Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.»
Τώρα εἶναι περίεργον, διατί κατηγορήθη ὁ συμπολίτης μου, ὅτι αὐτὸς ἔμαθε τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τὸ τέλος τοῦ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἐνεργείας ταύτης ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ πληροφορηθῶ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πῶς ἐμάντευσεν, ὅτι κατὰ τὸ 1884 ὁ Ἰωάννης Ντούνιας, κατηγορηθεὶς ἐπὶ ἀπιστίᾳ, παρεπέμφθη ἐνώπιον τοῦ αὐτόθι Κακουργιοδικείου; Μήπως εἶναι ὁ κ. Τόμαν, ὁ ὁποῖος σᾶς τὸ ἐπρόδωκεν; Ἐκ τοῦ φακέλλου δὲν προκύπτει τοιοῦτόν τι. Ἔχομεν καὶ μίαν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐν ἀντιγράφῳ καὶ ἥτις δὲν φέρει χρονολογίαν (ἀναγινώσκει): «Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, Ἀθήνας.—Ἰωάννης Ντούνιας, παραπεμφθεὶς Κακουργιοδικεῖον ἐπὶ πλαστογραφίᾳ καὶ παραβάσει ὑγειονομικῶν διατάξεων, δι’ ὑπ’ ἀριθ. 560 καὶ 567 τοῦ 1888 βουλευμάτων, ἐδικάσθη ἐνώπιον Κακουργιοδικείου Σύρου καὶ κατεδικάσθη εἰς τρίμηνον φυλάκισιν ἐπὶ τῇ πρώτῃ πράξει, καὶ ἑξάμηνον ἐπὶ τῇ δευτέρᾳ. Πρωτότυπα ἀποφάσεων ὑπάρχουσι παρὰ Γραμματεῖ αὐτόθι Ἐφετῶν. Ὁ αὐτὸς κα-
τεδικάσθη ἐπὶ ἐξυβρίσει κτλ.—Εἰσαγγελεὺς ΣΑΠΟΥΝΤΖΑ-
ΚΗΣ.»
Δὲν ἀρκεῖ ὅμως αὐτό· ὁπωσδήποτε τὸ τηλεγράφημα εἶναι τῆς 1 Δεκεμβρίου, ἡ ἀπάντησις δὲ τοῦ Εἰσαγγελέως Σαπουντζάκη θὰ ὑπεβλήθη τὴν δευτέραν, τὴν τρίτην, τὴν τετάρτην ἡμέραν, ἀλλὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου, ἴσως διότι συμπίπτει μὲ ἓν ἐκ τῶν ταξειδίων τοῦ Βουλευτοῦ Κυκλάδων, ὁ ὁποῖος θέλει ἀποδείξει, ποῖος ἀτιμάζει τὸ Βουλευτικὸν ἀξίωμα, τὴν 10 Δεκεμβρίου βλέπω (ἀναγινώσκει): «Ἐγκαταστήσατε διορισθέντα γραφέα Ἐφορίας Ἰωάννην Δούνιαν». Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, λέγει «οὗτινος ἡ ἐπωνυμία, ἕνεκα γραφικοῦ λάθους, διορθωθήσεται.»
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν διαταγὴν ταύτην ἔστειλα, διότι ἠρώτα ὁ Ἔφορος, ἂν πρόκηται περὶ τούτου τοῦ Δούνια, καὶ ἂν τοῦτον ὤφειλε νὰ ἐγκαταστήσῃ, διστάζων ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ ὀνόματος, διότι ἡ διαταγὴ ἀνέγραφε «Ντούνιαν» ἀντὶ «Δούνιαν», ἦτο δὲ τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὀνόματος.
§102ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν, ἀφοῦ εἶχε λάβει τὴν ἀπάντησιν τοῦ τηλεγραφήματος πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν, ἀπαντῶν τῇ 10 Δεκεμβρίου πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, τηλεγραφικῶς μάλιστα, λέγει: «Ἐγκαταστήσατε διορισθέντα γραφέα Ἐφορίας Ι. Δούνιαν, οὗτινος ἐπωνυμία, ἕνεκα γραφικοῦ λάθους διορθωθήσεται». Δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει φόβον νὰ χάσῃ τὸ ὄνομά του, νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως διορθωθῇ τὸ ντ εἰς δ, καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν τὸν Ἰωάννην Δούνιαν, αὐτὸν τὸν κατηγορηθέντα διὰ δύο πλαστογραφίας καὶ καταδικασθέντα εἰς βαθμὸν πλημμελήματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὅλη ἱστορία ἐκ τῶν ἐγγράφων καὶ ἐπ’ αὐτῆς πρέπει νὰ φιλοσοφήσωμεν. Ἀληθῶς νομικὸν κώλυμα πρὸς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ὑπάρχει, διότι ἀπέτισεν ὁ ἄνθρωπος τὴν ποινήν του καὶ διήνυσε τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶχε κηρυχθῆ ἀνίκανος νὰ ἀναλάβῃ δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω πάντα, ἰδίως τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν, ὅπως ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, διορισθέντες ἅπαξ παρ’ ἡμῶν, ἐκακούργησαν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας των, παρεπέμφθησαν ἐνώπιον τῶν Κακουργιοδικῶν καὶ κατεδικάσθησαν, ἂν ἄνθρωποι τοιοῦτοι πρέπῃ νὰ ἀναδιορίζωνται παρ’ ἡμῶν τῶν ἰδίων, καὶ ἄν, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐλήφθη πρόνοια παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως πληροφορηθῇ, ἂν ἔχῃ καταδικασθῆ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ἄν, λέγω, ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον νὰ τὸν ἐγκαταστήσῃ ἐκ νέου!
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἅμα ὡς ἔλαβον τὰ ἔγγραφα, ἀμέσως τὸν ἀπέλυσα.
§104ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ τὸ τηλεγράφημά σας φέρῃ χρονολογίαν τῆς 1 Δεκεμβρίου 1888, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ πείσητε, ἢ οἱοσδήποτε τῶν φίλων σας, ὅτι τὴν 10 Δεκεμβρίου 1888 δὲν εἴχετε γνῶσιν.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ὅλοι πεπεισμένοι περὶ τούτου, καὶ ὑμεῖς αὐτὸς εἶσθε πεπεισμένος.
§106ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν κερδίζετε τίποτε δι’ αὐτῆς τῆς βεβαιώσεως, ἐδῶ εἶναι ἔγγραφα καὶ χρονολογίαι, καὶ οἱαδήποτε διαστροφὴ δὲν εἶναι δυνατή. Ἐδῶ τηλεγραφεῖτε τὴν 1 Δεκεμβρίου, καὶ ἐρωτᾶτε, ἂν ὑπάρχῃ κατηγορία, ἢ οὔ.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἦτο διωρισμένος, ὅτε ἀπέστειλα τὸ τηλεγράφημα.
§108ΡΑΛΛΗΣ. Ἦτο διωρισμένος ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι δὲν εἶχεν ἐγκατασταθῆ καὶ ὅτι διετάξατε την ἐγκατάστασίν του τὴν 10 Δεκεμβρίου, δηλ. μετὰ 10 ἡμέρας ἀπὸ τοῦ τηλεγραφήματος πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ ἀναμφισβητήτως μετὰ ἡμέρας ὀκτὼ ἀπὸ τῆς ἀπαντήσεως ἐκείνου· περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι, ἐνῶ διετελεῖτε ἐν γνώσει τοῦ ὅτι εἶχε καταχρασθῆ ἅπαξ καὶ δὶς τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν τῷ ἐδείξατε διὰ τοῦ διορισμοῦ του, ἐνῶ ἐγνωρίζετε, ὅτι κατεδικάσθη ἀπὸ τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἐν τούτοις— καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω — «ἠναγκάσθητε» νὰ τὸν διορίσητε, καὶ ἀφοῦ ἠναγκάσθητε νὰ τὸν διορίσητε, ἠναγκάσθητε νὰ τὸν ἐγκαταστήσητε. Ἰδοὺ διατὶ σᾶς κατηγορῶ, διότι καὶ ἡ ἐνδοτικότης ἔχει τὰ ὅριά της, καὶ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ καταστροφὴ, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ὑποστῇ εἷς Ὑπουργὸς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀπώλεια ἐκ τοῦ, ὅτι δὲν παραχωρεῖτε πᾶν, ὅ,τι σᾶς ζητεῖ εἷς φίλος σας, ὀφείλετε νὰ ἐπιμείνητε, ὀφείλετε νὰ θέσητε τοὺς φίλους σας εἰς τὴν θέσιν των, καὶ νὰ τοῖς εἴπητε, ὅτι χάριν ἱκανοποιήσεως ποταπῶν τοπικῶν συμφερόντων προσωπικῶν, χάριν τῆς ἱκανοποιήσεως ἐκλογέως τινὸς, οἱ Ὑπουργοὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξευτελίζωσι μέχρις αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ τὴν ὑπογραφήν των καὶ τὴν ὑπηρεσίαν. Περὶ τούτου πρόκειται. Βεβαίως ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι σπουδαία, ἀλλ’ ὁ ἐξευτελισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέστη ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐνέδωκεν εἰς τοιαύτην ἀπαίτησιν, ὁ ἐξευτελισμὸς λέγω οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν παντὸς σεβομένου ἑαυτόν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐξέπληξεν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσεθέσατε τελευταῖον εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας, ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν ἐξηνέγκατε κατὰ τοῦ συμπολίτου μου, ὅτι οὗτος, πληροφορηθεὶς, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπολύσεως τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου, διετύπωσε τὴν ἐπερώτησιν· καὶ ἐν τούτοις φέρετε τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα δὲν φέρουν χρονολογίας, φέρετε δὲ τὴν ἀπόλυσιν, φέρουσαν τὴν χρονολογίαν τῆς ἐπερωτήσεως,— νύκτα ἢ ἡμέραν, πότε ἐτέθη ἡ χρονολογία, εἶναι ἀδιάφορον, ἠδύνατο νὰ χρονολογηθῇ τὸ ἔγγραφον καὶ ἀπὸ τὰς 15 Δεκεμβρίου, καὶ οὕτω πῶς ἐχρονολογήθη,— δηλ. ὅσῳ ἦτο δυνατὸν νὰ κρυβῇ ἀπὸ τὰ ὄμματα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κόσμου ὁ διορισμὸς τοιούτου ὑπαλλήλου, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦσθε βεβαίως κατηγανακτημένος, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐκρύπτετο, καὶ καὶ διετάσσετο ἡ ἐγκατάστασις του, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὸ σκάνδαλον ἐπρόκειτο νὰ ἐκραγῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τότε διετάξατε τὴν ἀπόλυσίν του. Τώρα ἀναμένω τὸν Βουλευτὴν Κυκλάδων, νὰ μοῦ δείξῃ ποῖος ἠμπορεῖ νὰ κατηγορηθῇ δι’ ἀτιμωτικὴν πρᾶξιν.
§109ΤΟΜΑΝ. Ὁ Βουλευτὴς Κυκλάδων θ’ ἀπαντήσῃ πρὸς ὑμᾶς μετὰ φλέγματος, μᾶλλον ἐμπρέποντος εἰς τὴν Βουλήν. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ὄχι διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν μομφήν, τὴν ῥιφθεῖσαν ἐντεῦθεν παρὰ παλαιοῦ Ἀντιπροσώπου, παρ’ οὗ περισσοτέραν ἤλπιζον προσήνειαν, μετριότητα καὶ ἁβροτέραν συμπεριφοράν, διότι νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς πάντας τὸ καθῆκον, καὶ ὅταν προκαλώμεθα, νὰ σιωπῶμεν, παρὰ νὰ καταφεύγωμεν εἰς ἀντεγκλήσεις ἀνοικείους. Ἀνέμενον νὰ διδαχθῶ ἐγὼ ὁ νέος ἀπὸ τὸν παλαιὸν βουλευτὴν κ. Ῥάλλην τὸν κοινοβουλευτικὸν τρόπον, ἀλλ’ ἠπατήθην· θέλει νὰ μὲ διδάξῃ τὸν τρόπον τῶν ἀντεγκλήσεων καὶ τῶν ὕβρεων· ἐγὼ δὲν θὰ τὸν ἀκολουθήσω, διότι ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος μοὶ ἐπιβάλλει, καίπερ ὑβριζόμενος, νὰ ἦμαι ἀνώτερος καὶ λεπτότερος, καὶ νὰ συμπεριφέρωμαι πρὸς τοὺς συναδέλφους μου εὐγενέστερον. Ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω τι πικρὸν ἐναντίον τοῦ συναδέλφου κ. Ῥάλλη....
§110ΡΑΛΛΗΣ. Εἰπέτε το.
§111ΤΟΜΑΝ. Ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ κάμω.
§112ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν τολμᾶτε, εἰπέτε το.
§113ΤΟΜΑΝ. Δὲν παραφέρομαι ἐγώ, ὡς σεῖς· συνείθισα νὰ κρατῶ τὴν θέσιν μου.
§114ΡΑΛΛΗΣ. Ὅστις τολμᾷ, ἂς ὁμιλήσῃ.
§115ΤΟΜΑΝ. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀτιμία τοῦ Βουλευτοῦ ἐκείνου, ὅστις, ὑπερασπισθεὶς ἄνθρωπον ἐν γνώσει τῆς ἀθωότητος αὐτοῦ, συνηγορεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀποτίσαντος τὴν ποινήν του, ὅπως τὸν ἐπαναφέρῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ τῷ δώσῃ ἄρτον. Ἂν τοῦτο νομίζητε, ὅτι εἶναι ἀτιμωτικὴ πολιτεία συναδέλφου σας, νὰ τὸ εἰπῆτε· φρονῶ ὅμως, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἔχει τοιαύτην ἰδέαν, ἐκτὸς ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι συνηγορῶν τις συνηγορεῖ ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς του. Ἂν συνηγόρησα ὑπὲρ αὐτοῦ, συνηγόρησα ἐν γνώσει τῆς ἀθωότητος αὐτοῦ, διότι, ναὶ μὲν ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις εἶναι δεδικασμένον, ἀλλὰ δὲν εἶναι πάντοτε ἀληθές. Ἡ ἀπόφασις, Κύριοι, εἶναι res judicata, ἀλλὰ δὲν εἶναι πάντοτε pro veritatae. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἰδιότητα ἀτιμωτικήν....
§116ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§117ΤΟΜΑΝ. Ὅτι δὲν εἶναι ἔντιμον, ὅτι ἀτιμάζω τὸ Βουλευτήριον.
§118ΡΑΛΛΗΣ. Κακῶς τὸ ἀντελήφθητε, δὲν εἶχον τοιαύτην ἔννοιαν οἱ λόγοι μου. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι ἀτιμωτικὸν εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐν γνώσει συνιστᾷ τοιοῦτον ὑπάλληλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συστήσῃ τὸν ὑπάλληλον εἰς ἄλλην Κυβέρνησιν, θὰ ἐνόουν αὐτόν, ἀλλ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει, δὲν ἐπετρέπετο νὰ τὸν συστήσῃ.
§119ΤΟΜΑΝ. Καὶ ἐὰν συνέστησα, συνέστησα ἐν πεποιθήσει, ὅτι συνιστῶ ἄνθρωπον, καταδικασθέντα μὲν, ἀδίκως ὅμως, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι συνιστῶ ἄνθρωπον, πάσχοντα ὄχι χάριν χαμερπῶν τοπικῶν συμφερόντων, διότι εὐτυχῶς εἶναι Μεσσήνιος, ἐκεῖ ἐνασκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα, καὶ οὐδὲν ἔχω συμφέρον ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ χάριν ἐλέους καὶ εὐσπλαγχνίας φρονῶν, ὅτι ἠδυνάμην νὰ συντελέσω, ὅπως δοθῇ ἄρτος εἰς τὸν μετανοήσαντα ἁμαρτωλὸν, συνέστησα τοῦτον. Εἶχον τὴν εἰλικρίνειαν νὰ τὸ εἴπω, καὶ ἀντὶ τῆς εἰλικρινείας ταύτης ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπερίμενα.
§120ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀδίκως κατεδικάσθη ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὶς παρὰ τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ ἐνταῦθα ἀμφοτέρας τὰς δικογραφίας.... (ὤ! ὤ! ὤ! ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§121ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι καλῶς θέλετε πράξει, νὰ μὴ καγχάζητε, ὅταν ζητῶνται δικογραφίαι, διότι πᾶσαι αἱ ζητηθεῖσαι ἐστηλίτευσαν τὴν διαγωγὴν τοῦ συναδέλφου ἡμῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἦσαν ἕν στιλέτο κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.... Ἀκριβῶς τοῦτο, ναὶ, στιλέτο ἠσθάνθη εἰς τὰ στήθη αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ φωνασκῆτε καὶ νὰ καγχάζητε, ὅταν ζητῶνται δικογραφίαι, ἵνα ἀποδειχθῇ τί; ὅτι δικαίως κατεδικάσθη ὁ Ντούνιας παρὰ τῶν ἐν Σύρῳ Κακουργιοδικῶν. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν κατάθεσιν ἀμφοτέρων τῶν δικογραφιῶν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον,
§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, ἀνεπαρκῆ ἠσθάνθη ἑαυτὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προκειμένου περὶ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησεν ἐπικουρίαν· εἶδε τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἵσταται κλονούμενον, εἶδε τὴν συνείδησιν τῶν φίλων αὐτοῦ ταρασσομένην, εἶχεν ἀνάγκην ἐνισχύσεως, διὰ νὰ λάβῃ τὴν ψῆφον αὐτῶν, εἶδεν, ὅτι ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ ἀπεκρούσθη μετ’ ἀγανακτήσεως ἡ πίστωσις, καὶ ἔπρεπε ν’ ἀναστηλωθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἐκ τῆς θέσεως ταύτης οἱ συνήγοροι προσεπάθησαν ν’ ἀνασκευάσουν τὴν ἀλήθειαν δι’ ἀοριστολογιῶν. Ἠσθάνθη ἐπὶ πλέον, λέγω, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν κοινὴν γνώμην ἐξεγηγερμένην, καὶ εἶδε τὴν ἀνάγκην ἐνισχύσεως, καὶ διὰ τοῦτο δύο ῥήτορες τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἀνῆλθον τὸ βῆμα καὶ διὰ φαντασιώδους ἱστορίας ἐζήτησαν νὰ ἐπισκοτίσωσι τὰ πράγματα, καὶ νὰ σβύσωσιν ἀπὸ τὴν πλήρη αὐτὴν δικογραφίαν τὰς ἐπισήμους ἀποδείξεις, τὰς προσαχθείσας ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τὸν ἕνα ἐκ τῶν φίλων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὁ κ. Κωσταντόπουλος ἀρκετὰ εἶπε, δυνάμενα νὰ ἀνατρέψωσι πάντα τὰ ἐπιχειρήματά του, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐζητήθη ἡ ἐπικουρία τοῦ ἑτέρου, ὅστις καὶ προσεπάθησε δι’ ἱστορίας μακρᾶς καὶ ἀσχέτου πρὸς τὸ ζήτημα, καὶ δι’ ἀνυπάρκτων νομικῶν ἰδεῶν, νὰ ἐπισκοτίσῃ τὰ πράγματα, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι κατώρθωσε ν’ ἀνατρέψῃ ζήτημα πασιφανὲς, πασίδηλον καὶ καθαρόν. Λυποῦμαι διὰ τὸν ἄνδρα, ὃν ὑπολήπτομαι, καὶ τὸν ὁποῖον παρέσυρεν ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς καὶ ἡ ἀγάπη, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζει, καὶ ἐλησμόνησεν ἐντελῶς ἑαυτοῦ, καὶ ὡς Βουλευτοῦ, καὶ ὡς ἀτόμου, καὶ ὡς ἐπιστήμονος· ἐλησμόνησεν ἑαυτοῦ, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του οὐδὲν ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ τῶν ἐπισήμων ἀποδείξεων, τῶν προσαχθέντων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἐσχεδίασεν ἱστορίαν, πλάσμα τι τῆς φαντασίας του, ἣν σᾶς ἀφηγήθη ἐντεῦθεν, μὴ στηριζομένην οὔτε εἰς τὸν νόμον, οὔτε, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὰ ἐπίσημα ταῦτα ἔγγραφα. Τί σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Σύρου συνάδελφος; Ὅτι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἀνέθηκεν εἰς τὸν Σπάρταλην νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων, αὕτη δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν ἀπότισιν τῆς ὀφειλῆς πρὸς αὐτὸν, οὐδὲ ἐσκέφθη κἂν περὶ αὐτῆς. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπετρέπεται εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον τοιαῦτα νὰ λέγῃ ἐκ τῆς θέσεως ταύτης; Καὶ δὲν ἀνεγνώσατε σεῖς, καὶ δὲν γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἐπανειλημμένως ἐζητήθησαν ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Σπάρταλη, διὰ νὰ ἴδῃ, τί ὤφειλεν ὁ Σπάρταλης, ἢ ἡ Κυβέρνησις πρὸς αὐτόν; καὶ ἐπειδὴ ὁ Σπάρταλης δὲν ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν ἀπαίτησιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον καὶ συμφέρον, ἀφοῦ ἦτο πιστωτὴς, ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη, ἐπειδὴ ἐφαίνετο ὡς ὀφειλέτης, νὰ προβῇ εἰς κατάσχεσιν χρημάτων τινῶν αὐτοῦ, κατατεθειμένων εἰς τὴν Τράπεζαν. Πῶς ἄλλως προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν κατάσχεσιν τῶν χρημάτων τούτων; Ἰδοὺ μία ἀνακρίβεια, ἓν ἐπιχείρημα τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἡμῶν, μὴ στηριζόμενον εἰς τὰ ἔγγραφα, ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὸ θάῤῥος εἰς αὐτὸν νὰ κακίσῃ μάλιστα τὰς Κυβερνήσεις τῆς πατρίδος του ἐπὶ κακοπιστίᾳ, ἐπὶ ἀρνήσει ὑπηρεσίας, χάριν τοῦ Σπάρταλη, μὴ δίδων προσοχὴν εἰς τὰς ἐπισήμους ἀποδείξεις, τὰς ἐν τῷ φακέλλῳ τούτῳ, τὰς προσαχθείσας παρὰ τοῦ φίλου του. Τί ἠθέλατε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ἢ νὰ καταλογίσῃ εἰς βάρος του τὴν ὀφειλὴν, ἀφοῦ εἰς τὰς ἐπανειλημμένας αὐτῆς αἰτήσεις περὶ ὑποβολῆς τῶν λογαριασμῶν ἐκώφευσεν; Ἀλλὰ καὶ τοῦτο, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐκώφευσε, δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἔπραξε, καὶ ὅτι εἰς τὸν Σπάρταλην οὐδὲν ὠφείλετο; Ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον φίλον μου κ. Μπογιατζόγλουν, δὲν ἐξεπλήρωσεν ἡ Κυβέρνησις τὸ καθῆκόν της; Δὲν εἶχον λοιπὸν, Κύριοι, δίκαιον νὰ ἐκπλαγῶ, καὶ δὲν ἐκπλήττεσθε καὶ σεῖς, διὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ κ. Μπογιατζόγλους; Δὲν πρέπει ἆρά γε νὰ λυπῆταί τις διὰ τοιούτους ἄνδρας, ἀπομακρυνομένους, οὕτως ἀποτόμως, τῆς ἀληθείας, χάριν τῆς πολιτικῆς; Ἀλλ’ ὁ κ. Μπογιατζόγλους δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο μόνον· σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ Σπάρταλης δὲν ἠδύνατο νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, διότι δὲν εἶναι ἁρμόδια τὰ Δικαστήρια διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτοῦ. Ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον, πῶς θέλει νὰ λάβωμεν τὸν Σπάρταλην; ὡς ὑπάλληλον τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὡς ἔμπορον; διότι περὶ αὐτοῦ δὲν μᾶς εἶπε τίποτε· ἐὰν μὲν τὸν λάβωμεν ὡς ἔμπορον, ὁ Σπάρταλης δὲν ἤθελε ζητήσει, ὅπως δὲν ἐζήτησε, νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, διότι δὲν εἶχέ τι νομίμως νὰ ζητήσῃ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ Σπάρταλης ἐν τῇ συνειδήσει του δὲν ἀναγνωρίζει, ὅτι τῷ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις· καὶ θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἄρχεται τὸ ἔλλειμμα τοῦ Σπάρταλη καὶ ἡ ἀπαίτησις τῆς Κυβερνήσεως περὶ ὑποβολῆς τοῦ λογαριασμοῦ, ὃν ἔχει πρὸς ἐκκαθάρισιν, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν παρουσιάζεται ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὑποστηρίζουσα τοὺς ἀπαιτητὰς τοῦ Σπάρταλη, λογαριασμοὺς ὁ Σπάρταλης δὲν ὑποβάλλει, κατὰ συνέπειαν μένει καθαρὸς ἐλλειμματίας, καὶ ἡ Κυβέρνησις δικαίως κατέσχε τὰ χρήματα, διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα. Ὁ Σπάρταλης εἶχε νὰ λάβῃ κατὰ τὴν γνώμην των 4,610 λίρας, ὅσας σᾶς ἀνέφερον. Ἐρωτῶ, ποῖος, ὅσῳ πλούσιος καὶ ἂν ἦναι, καὶ μάλιστα ἔμπορος, ἔχων νὰ λάβῃ τοσοῦτον ποσὸν, ἤθελε δείξει τοιαύτην γενναιότητα, προκειμένου νὰ λάβῃ 6 ἢ 10 χιλ. λίρας, τὰς ὁποίας τῷ ὀφείλει τὸ Δημόσιον, ὥστε, ἐνῷ τὸ κατάσχει τὰ χρήματά του, αὐτὸς νὰ μὴ παρουσιάζηταί που, οὔτε τὰ χρήματά του νὰ ζητήσῃ, οὔτε λογαριασμὸν νὰ ὑποβάλῃ, οὔτε εἰς Δικαστήριον προσφεύγει, οὔτε εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Τί θὰ εἴπῃ τοῦτο, Κύριοι; Θὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἐκ τῶν λογαριασμῶν του ἀπεδεικνύετο, καὶ εἶχε πεισθῆ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι δὲν τῷ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις, τοὐναντίον μάλιστα, ὅτι αὐτὸς ὀφείλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν 2½ χιλ. λίρας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος, ὅσῳ δήποτε πλούσιος καὶ ἂν ἦναι, ἔχων νὰ λάβῃ 6 ἢ 10 χιλιάδας, δὲν ἠξεύρω πόσας, λίρας...
§124ΡΑΛΛΗΣ. 19 χιλιάδας.
§125ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δέκα ἐννέα χιλιάδας λίρας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις, ἐπιθυμοῦσα νὰ ἐξοφλήσῃ τὸν μετ’ αὐτοῦ λογαριασμὸν, προσκαλεῖ αὐτὸν εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν αἰτιολογικῶν του ἐγγράφων, αὐτὸς νὰ δεικνύῃ τοιαύτην περιφρόνησιν πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 19 χιλ. λιρῶν, ὥστε οὐδὲ κἂν νὰ σκέπτηται, ὅτι τῷ κατέσχον χρήματα εἰς τὴν Τράπεζαν, οὔτε νὰ παραπονεθῇ. Βλέπομεν μόνον τὸν συγγενῆ του κ. Καλλιγᾶν καὶ ἀντιπρόσωπόν του, ὁ ὁποῖος, ὡς βλέπετε, ἔχει ἐναντίαν γνώμην τοῦ κ. Μπογιατζόγλου, δηλ. ὅτι ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, προσφεύγοντα εἰς αὐτὰ, ἀλλὰ μὴ ὑποστηρίζοντα τὴν ἀγωγὴν, φαίνεται, διότι εἰδοποιήθη, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἀποδείξεις, καὶ διὰ τοῦτο ἐκρίθη συμφερώτερον εἶτα, ἀφοῦ νόμιμος καὶ ἀληθὴς ἀπαίτησις δὲν ὑπῆρχε, διὰ τῆς ὁδοῦ, ἣν σήμερον Ῥούμβωλδ καὶ Κυβέρνησις ἐπιβάλλουσι, νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ δωρεὰ πρὸς τὸν Στήλμαν. Πότε λοιπὸν ἀναφέρεται ἀπαίτησις Σπάρταλη; Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Ῥούμβωλδ ἀνεμίχθη καὶ ἐζήτει ἀπαίτησιν ὀφειλῆς, μὴ στηριζομένης εἰς οὐδὲν δικαιολογητικὸν, διότι ἀκόμη ὁ Σπάρταλης δὲν εἶχεν ὑποβάλει λογαριασμοὺς, καὶ δὲν ὑπέβαλε διότι δὲν εἶχε τότε ἀναγκάζεται ὁ κ. Τρικούπης νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν Ῥούμβωλδ, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ δωρεὰ, καθόσον ἄνευ νέων δικαιολογητικῶν δὲν δύναται τὸ Συνέδριον νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἀναθεώρησιν. Διετάχθη κατὰ συνέπειαν ὁ Σπάρταλης νὰ ὑποβάλῃ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξήχθησαν ἐξ ἐμπορικῶν βιβλίων, ἀλλ’ εἶναι ἁπλαῖ σημειώσεις, ἄδηλον πῶς καὶ πόθεν ἐξαχθεῖσαι. Ὅθεν, κατὰ τὴν γνώμην μου, κατὰ τὰ ἔγγραφα, καὶ κατὰ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ Σπάρταλης ἔλαβε, δὲν ὑπάρχει ἀληθὴς ἀπαίτησις. Αὐτὸ λέγουσι τὰ ἔγγραφα, αὐτὸ λέγει ἡ στάσις τοῦ Σπάρταλη, αὐτὸ λέγει ὁ κ. Τρικούπης διὰ τῶν εἰσηγήσεών του πρὸς τὸν Ῥούμβωλδ, ὁ ὁποῖος ζητεῖ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐξόφλησιν τοῦ ἀνυπάρκτου χρέους. Ἀνεστράφησαν, ὡς βλέπετε, οἱ ὅροι· ὁ κ. Σπάρταλης, ἀπὸ ὀφειλέτης, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου, ἡ ὁποία βεβαίως ἐστηρίζετο ἐπὶ τῶν ὑπ’ ὄψει τῆς Κυβερνήσεως λογαριασμῶν, ἐγένετο δανειστὴς σήμερον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Σπάρταλης ἦτο εἰλικρινὴς καὶ συνεπῶς μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐζήτησεν· ἐγνώριζεν, ὅτι οὐδὲν εἶχε νὰ λάβῃ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀντέταξέ τι εἰς τὴν κατάσχεσιν, εἶναι ἀληθέστατον· ἀλλ’ ἀκόμη εἶναι ἀληθὲς καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἀνέθεσεν εἰς αὐτὸν τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων, τῷ ὡμίλησε καί περὶ προμηθείας, διότι τὸν ἐξελάμβανεν ὡς ἔμπορον· τοῦτο καταδείκνυται ἐκ τῆς ἀπαντήσεώς του· ὡς ὑπάλληλος δὲν εἶχε δικαίωμα προμηθείας· τοῦτο εἶναι ἀξίωμα. Ὁ Σπάρταλης εἰς τὴν ἐρώτησιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντᾷ, ὡς εἴδετε ἐν τῇ κατατεθειμένῃ ἐπιστολῇ του, ὅτι «ἐγὼ ὑπηρετῶ τὴν πατρίδα μου καὶ συνεπῶς ἀξίωσιν περὶ προμηθείας δὲν ἔχω». Τί θὰ εἴπῃ τοῦτο; Θὰ εἴπῃ, ὅτι εἰλικρινῶς ὁ Σπάρταλης ὑπηρέτει τὴν πατρίδα του, καὶ ὅτι ἠξίου νὰ λάβῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἀληθῶς κατέθετεν, εἴτε ἐκ τοῦ ταμείου του ἰδιαιτέρως, εἴτε ἐκ τοῦ ἐμπορικοῦ ταμείου, ὅπερ ἀντεπροσώπευεν. Εὐσυνείδητος λοιπὸν, ὅπως ἐφάνη ἐξ ἀρχῆς, ἀποκρούσας τὴν προμήθειαν, καὶ ὅτε τοῦ ἐζητεῖτο νὰ ὑποβάλῃ λογαριασμοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ὡς εἰλικρινὴς καὶ πατριώτης, δὲν κατεδέχθη νὰ ὑποβάλῃ τοιούτους ψευδεῖς, διὰ νὰ λάβῃ ποσὸν χρημάτων, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ. Ἤδη ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν τῷ ἀνήκῃ ἀποζημίωσις διὰ τὰ κατασχεθέντα χρήματά του. Τὸ ζήτημα εἶναι νομικὸν, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος, φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω πλέον περὶ αὐτοῦ, διότι περὶ αὐτοῦ ὡμίλησεν εὐκρινέστατα ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, νομικὸς, τοῦ ὁποίου τὴν εἰδικότητα, ἱκανότητα καὶ ἐμβρίθειαν γνωρίζετε πάντες, εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θὰ ἐνδιατρίψω, πρῶτον διότι αὐτὸ, ἐπαναλέγω, τὸ ἀνέπτυξεν ἀρκετὰ καλὰ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, καὶ δεύτερον, διότι δὲν ἐπέμεινε καὶ ὁ κ. Μπογιατζόγλους πολὺ ἐπὶ τούτου. Ὁ κ. Μπογιατζόγλους ἐπέμενε παρὰ πολὺ εἰς τὴν παραγραφήν· εἶπεν, ὅτι ἡ παραγραφὴ δὲν ὑπάρχει, καὶ δὲν ὑπάρχει παραγραφή, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπαίτησις. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤθελον νὰ ἦμαι εἰλικρινὴς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο προεκάλεσα Συμβούλιον νομομαθῶν ἐκ τῶν ἐγκρίτων, τοὺς ὁποίους δὲν δύναμαι νὰ ἀναφέρω, καὶ αὐτοὶ ἔδωκαν γνώμην, ὅτι ἡ παραγραφὴ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἄρχεται ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον κατέσχε τὰ χρήματα τοῦ Σπάρταλη....
§126ΤΖΑΝΕΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ νομομαθεῖς;
§127ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ σᾶς τοὺς ἀναφέρω, φρονῶ δὲ, ὅτι, ὅ,τι μέχρι τοῦδε εἶπον, εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κύριε συνάδελφε καὶ συμπολῖτα, εἴτε καὶ ἰδιαιτέρως, οὐδέποτε μὲ εὗρον ἀνακριβῆ.
§128ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν, πρόκειται περὶ τῶν νομομαθῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν δύνασθε νὰ μᾶς τοὺς εἴπητε....
§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ παραγραφὴ λοιπὸν, κατὰ τοὺς νομομαθεῖς, τοὺς ὁποίους ἠρώτησα, ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1874, ὅτε ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν κατάσχεσιν· ὅθεν ὑπάρχει παραγραφὴ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ, ἂν ἠδύνατο ὁ Σπάρταλης νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, ἢ ὄχι, καὶ περὶ αὐτοῦ ἠρώτησα, καὶ οἱ νομομαθεῖς δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπεκαλέσθησαν καὶ ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ δύναμαι νὰ ἀναγνώσω· εἶναι ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου. (Ἀναγινώσκει).
§130ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι συμφωνοτάτη μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπογιατζόγλου.
§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς ὅ,τι ἀνεγνώσατε, λέγεται τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ διαχειριστοῦ· ἂν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, θὰ ἦτο ἀναρμόδιον τὸ Δικαστήριον.
§132ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἔχει τὴν ἰδέαν ὁ κ. Μπουφίδης, ὅτι εἶναι ἀναρμόδιον τὸ Δικαστήριον εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σπάρταλη; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§133ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι συμφωνοτάτη πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Μπογιατζόγλου, καὶ πρὸς ταύτην δὲν εἶναι δυνατὸν βασίμως ν’ ἀντιταχθῇ οὐδέν. Τὰ τακτικὰ Δικαστήρια εἶναι ἀναρμόδια νὰ δικάσωσι διαχείρισιν ὑπολόγου.
§134ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διαχειρίσεως ὑπολόγου, ἀλλὰ περὶ ἀπαιτήσεων τοῦ Σπάρταλη κατὰ τοῦ Δημοσίου.
§135ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αἱ ἀπαιτήσεις δὲ προέκυψαν ἕνεκα τῶν λογαριασμῶν, τοὺς ὁποίους εἶχε πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἑπομένως ἔπρεπε νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§136ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐννοεῖ νὰ περιορίσῃ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἰς τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ ταμιακὸς ὑπάλληλος διαχειρίζεται τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου, καὶ οὐχὶ ὅταν ἔχῃ ὁ ὑπάλληλος καὶ οἱασδήποτε ἄλλας ἀπαιτήσεις. Τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς, δὲν τὴν ὑποστηρίζει διότι πιστεύει, ὅτι εἶναι ἡ ὀρθή, τὴν φέρει ἐν τῷ μέσῳ, διὰ νὰ συγχύσῃ τὴν κρίσιν τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ πιστευθῇ, ὅτι εἶναι συζητητέον τὸ ζήτημα. Οἱ ἐλθόντες εἰς ἐπικουρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ῥήτορες δὲν ἔχουσι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσι, καὶ τοῦτο γίνεται κατάδηλον ἐκ τῶν ἀσθενῶν ἐπιχειρημάτων των. Ὁ Ἄρειος Πάγος, Κύριοι, ἐκ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα, εἴδετε, ὅτι ἀποφαίνεται ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν ἐπὶ ἰδίου ζητήματος (διακοπαί). Ἐπειδὴ εἶσθε δικανικοί, φρονεῖτε, ὅτι θὰ μειώσητε αὐθεντίαν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τῶν σοφιστειῶν σας; Ὄχι. Ἐγώ, ἐκτὸς τῆς πεποιθήσεως, ἣν ἐσχημάτισα ἐκ τῆς ἀποφάσεως, συνεβουλεύθην, μὴ ὢν νομικός, ἀλλὰ στρατιώτης, νομομαθεῖς ἄνδρας, οἵτινες, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἤθελον νὰ μὲ ἐκθέσωσιν. Ὁ κ. Τρικούπης ὁπωσδήποτε ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὴν πίστωσιν ταύτην διὰ τὸν Σπάρταλην, ἀδιάφορον εἰς αὐτόν, ἄν, ὡς σᾶς εἶπον, προσκαλούμενος ὁ Σπάρταλης δὲν ὑπέβαλεν ἐγκαίρως τοὺς λογαριασμούς του, ἂν κατασχεθέντων τῶν χρημάτων του δὲν ἔφερεν ἀντίῤῥησίν τινα· ἀδιάφορον, ἂν παρουσιάζηται ὡς ἐλλειμματίας. Ὁ κ. Τρικούπης ἔχει ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ τοὺς κόπους τοῦ Στῆλμαν, καὶ διὰ τοῦτο, ἀδιαφορῶν εἰς πάντα ταῦτα, ζητεῖ τὴν πίστωσιν. Ἐγώ, Κύριοι, διὰ τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δωρεὰν κάμνομεν, ἢ μᾶλλον ἀποτίομεν τὸν φόρον πρὸς τὸν Στῆλμαν. Περὶ τούτου πάντες εἶσθε βέβαιοι· οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι Τρικούπης καὶ Ῥούμβωλδ νὰ δώσωσι τὸ ὑποσχεθὲν χρῆμα πρὸς τὸν ὑπηρετήσαντα αὐτούς, διότι ἄλλως δὲν θέλουσι μείνει εὐχαριστημένοι, καὶ τοῦτο, διότι εἶναι ἐκτεθειμένοι ἀπέναντί του. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, ὅλοι αὐτοὶ οἱ λογαριασμοί, νὰ ἐπαρουσιάζοντο εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὅλαι αἱ δοσοληψίαι, ἵνα ἐξετασθῶσιν ἐκ νέου καὶ εἰλικρινῶς, διὰ νὰ ἴδωμεν, πόθεν ἐξήχθη ἡ ἀπαίτησις αὕτη, ἀπὸ τὰ ἐμπορικὰ βιβλία, ἢ ἀπὸ τὸ πρωτόκολλον τοῦ Γενικοῦ Προξενείου, τοῦ ὁποίου προΐστατο;—διότι ἐπὶ τοιούτων, ἐὰν ὁ Σπάρταλης ἦναι ὁ ἀπαιτητής, θὰ ἐστηρίζετο ἡ ἀπαίτησις.—Ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν βλέπω τὸν Σπάρταλην ζητοῦντα, ἐρωτῶ, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται, διεκδικῶν τὴν ἀνύπαρκτον ἀπαίτησιν, καὶ διατὶ διὰ τοῦ Ῥούμβωλδ; Ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία ἔχει ἀπαίτησιν δι’ ἄλλας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρέσχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸν κ. Τρικούπην εἰς παρῳχημένας ἐποχάς, καὶ τὴν καλύπτει διὰ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Σπάρταλη; Πρόκειται νὰ πληρώσωμεν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ λογαριασθῇ ὡς ὑπηρεσία τοῦ Κράτους; Ἔχομεν μίαν ἐπιστολὴν τοῦ Σπάρταλη, ὅτε ἐδόθη ἡ ἐντολή, ἡ ὁποία λέγει: δὲν ἔχω ἀπαιτήσεις προμηθείας· ἔχομεν ἄλλην κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν φαίνεται ὁ κ. Ῥούμβωλδ, δι’ ἧς παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέσῃ τὴν προμήθειάν του εἰς εὐεργετικοὺς σκοπούς. Ποίαν προμήθειαν; Ἄν θεωρηθῇ ἔμπορος, δὲν δικαιοῦται, διότι οὕτω συνεβλήθη· ἂν θεωρηθῇ ὑπάλληλος, δὲν δύναται νὰ λάβῃ τοιαύτην. Κατὰ συνέπειαν ἀπαίτησις δὲν ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ δευτέρα ἐπιστολὴ γεννᾷ τὴν ἀπαίτησιν, αὕτη εἶναι σαφὴς, διότι, ὡς ἠκούσατε, ἀφίνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέσῃ τὴν πίστωσιν. Ἄν εἴπητε, ὅτι δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζω τὴν δευτέραν, ὡς τῇ ἐλευθέρᾳ βουλήσει συνταχθεῖσαν καὶ ἀποσταλεῖσαν, ἕνεκα τῆς διακρίσεως, τῆς ὁποίας ἐν αὐτῇ ποιεῖται μνείαν. Ὁ Σπάρταλης, εὐσυνείδητος καὶ πατριώτης, ἀναγνωρίζει, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα προμηθείας, διότι ὡς ὑπάλληλος δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τοιαύτην, ὡς ἔμπορος οὕτω συνεβλήθη, μὴ θέλων δὲ νὰ ἐξελεγχθῇ ὡς μὴ τίμιος καὶ ὡς μὴ πατριώτης, βιαζόμενος ὅμως νὰ κάμῃ ἐπιστολὴν, ἀπαιτοῦσαν προμήθειαν, προσέθηκε τὴν περικοπὴν αὐτὴν, ἀφίνων εἰς ἡμᾶς νὰ διακρίνωμεν τὴν βίαν ἐξ αὐτῆς. Λοιπὸν ὡς ἔμπορος συνηλλάγη ἄνευ προμηθείας, ὡς ὑπάλληλος δὲν δικαιοῦται, ὡς πατριώτης ὅμως μᾶς καταγγέλλει τὴν κλοπήν. Ποῦ εὑρίσκετε ἤδη ὑποχρέωσιν πληρωμῆς προμηθείας; Κύριοι, ἡλίου φαεινότερον εἶναι, ὅτι δὲν ὀφείλομεν τίποτε. Ἂς συνέλθωμεν τέλος πάντων, ἂς παύσῃ ὁ κομματικὸς φανατισμὸς, ἂς σκεφθῶμεν ὡς ἀληθεῖς Ἀντιπρόσωποι. Πολὺ καλά· φρονεῖτε, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ εἶναι σωτήριον διὰ τὸν τόπον· ἔστω. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ συστήματος, ἐδῶ πρόκειται νὰ λῃστευθῇ ἡ χώρα ἡμῶν εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν πεινᾷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ἀποτίει βαρεῖς καὶ ἐπαχθεστάτους φόρους. Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν ἐκπληροῦμεν ὕψιστον καθῆκον, παρακωλύοντες τὴν ψήφισιν τοιαύτης πιστώσεως; δὲν ἐκπληροῦμεν κατὰ γράμμα τὴν ἐντολὴν τῶν ἐντολέων ἡμῶν; Ἐντρέπομαι, διότι εἶμαι Ἀντιπρόσωπος αὐτὴν τὴν ἐποχήν. Ἀπαιτῶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πλειότερον σεβασμὸν καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν της καὶ δι’ ἡμᾶς. Καὶ παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ κυρίου Μπογιατζόγλου, λυπούμενος, διότι ὁ κ. Μπογιατζόγλους παρέρχεται εἰς τὸ βῆμα, ὑποστηρίζων τοιαῦτα ζητήματα, ἀνάξια τοιαύτης ἐποχῆς ἐλευθέρου Ἔθνους καὶ συνταγματικοῦ Κοινοβουλίου, ζητήματα, μὴ στηριζόμενα οὔτε εἰς τὴν λογικὴν, οὔτε εἰς τὸ δίκαιον. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐγεννώμην εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχήν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι οὐδέποτε πλειοψηφίαν, παρέχουσαν τοιαύτην ἐμπιστοσύνην, ἐπὶ τοιούτων ἰδίως ζητημάτων, πρὸς Κυβέρνησιν, σκεφθεῖσαν ποτὲ νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτας πιστώσεις πρὸς ψήφισιν, διαφορὰν δηλ. μεταξὺ συναλλαττομένων, τὴν λύσιν τῆς ὁποίας νὰ ἐπιβάλλῃ Δύναμις ξένη εἰς Κράτος ἐλεύθερον, ὡς εἰς ἀνελεύθερον καὶ ὑποτεταγμένον. Καὶ ἐνῷ κατὰ τοιαύτης πολιτείας τῶν κυβερνώντων ἀντιτασσόμεθα οὕτω, κατὰ πλειονοψηφίας, ἥτις εἰς τοιαῦτα ζητήματα ἐννοεῖ νὰ δώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, ἀκούομεν καὶ θ’ ἀκούσωμεν αὔριον, διατὶ παρακωλύομεν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἀντὶ νὰ εἴπωσι, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν καταλείπει τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ προσκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὰ τακτικά της ἔργα. Θὰ μᾶς ὑβρίζωσι, θὰ μᾶς προπηλακίζωσιν οἱ φίλοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, καὶ διότι εἴμεθα συνεπεῖς εἰς τὴν ἀποστολὴν ἡμῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἔζων εἰς ἐποχὴν ἐκλύσεως τοῦ Κράτους, διότι ἀληθῶς εἰς τοιοῦτο σημεῖον ἐφθάσαμεν, ὅταν εὑρίσκωνται ἄνθρωποι, οὕτω συμπεριφερόμενοι πρὸς ἡμᾶς, καὶ τοιουτοτρόπως ὑποστηρίζοντες αὐτοὺς, λέγοντες: «θέλω ἐγὼ νὰ δώσω εἰς τὸν Στήλμαν χρήματα· τί σᾶς μέλει;» Διὰ νὰ κατορθώσωσι παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ ἀντιπερισπασμὸν, καὶ παρὰ τῇ συνειδήσει ἡμῶν, κύριοι Βουλευταὶ, σᾶς ἐπαρουσίασαν τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὡς Ὑπουργοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου οὗτος προεκάλει τὴν ἐξέλεγξιν καὶ ἐξομάλυνσιν. Ἀλλὰ, ἐρωτῶ, ἐὰν σᾶς παρουσιάσῃ τις λογαριασμόν τινα, θὰ τὸν πληρώσητε ἀμέσως καὶ ἀνεξελέγκτως; δὲν θὰ διατάξητε ἁρμοδίως ἐξέτασιν, δὲν θὰ ἐρωτήσητε, ἐὰν ἦναι ἀκριβὴς, διὰ νὰ προβῆτε εἰς ἐξόφλησιν; Τί ἄλλο, παρὰ τοῦτο, ἔκαμεν ὁ κ. Δηλιγιάννης; Ἐζήτησε νὰ ἐξελεγχθῶσι τὰ κατὰ Σπάρταλην, καὶ νὰ ἐξοφληθῇ ἡ ἀπαίτησις αὐτοῦ, ἐὰν ἦτο ἀληθής. Μὴ τάχα εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, πληρώσατε τὸν Σπάρταλην ἀνεξελέγκτως; ἢ μήπως συνεβούλευσε τὸν Σπάρταλην, νὰ προσαγάγῃ σημειώσεις οἱασδήποτε, ἐφ’ ὧν νὰ φαίνηται στηριζομένη ἡ ἀπαίτησις, ὅπως ἔπραξεν ὁ κ. Τρικούπης πρὸς τὸν κ. Ρούμβωλδ; Προσέτρεξαν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὡς εἰς ἄγκυραν σωτηρίας, διὰ νὰ ἐγείρωσι τὴν ἐρώτησιν εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν: πῶς ἀντιτάσσεσθε, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι, ὡς κυβερνῆται, εἴχετε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός; χωρὶς νὰ ἐννοοῦν, ὅτι ἐκ βάθρων ἀνατρέπουν τὸ ἐπιχείρημά των, ὅτι δηλ. αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἐπροθυμοποιοῦντο ν’ ἀποτίσωσι τὴν ὀφειλὴν πρὸς τὴν Σπάρταλην, ἐνῷ ἐκ τούτου καταδηλοῦται, ὅτι οἱ κυβερνῶντες καὶ αἱ Κυβερνήσεις οὐδέποτε ἐπαύσαντο μεριμνῶντες περὶ τακτοποιήσεως τῶν λογαριασμῶν τούτων, πρὸς ἀπότισιν ἢ πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων. Στενοχωρεῖσθε, ὅταν βλέπητε τοὺς ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνερχομένους τὸ βῆμα καὶ ῥίπτοντας φῶς ἐπὶ τῆς ῥυπαρᾶς ταύτης ὑποθέσεως, ὅταν βλέπητε αὐτοὺς ἀνατρέποντας ἄρδην καὶ ἐκ θεμελίων τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἐπικούρων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Στενοχωρεῖσθε, διότι βλέπετε τὸ παιδαριῶδες ἐπιχείρημα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶχε ν’ ἀντιτάξῃ τι σοβαρὸν καὶ ἀληθὲς εἰς τὴν ψευδῆ ταύτην ὑπόθεσιν, παρὰ τὴν ἀπειλὴν ἀπέναντι τῆς δῆθεν ἀπειλῆς τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας: «Ἂν μοῦ τὸ λέγῃς ὡς Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, πρέπει νὰ φέρῃς τὸν στόλον, νὰ μᾶς ἀποκλείσῃς καὶ πάλιν»—ἀποστροφὴν πρὸς τὸ παρελθὸν, ἀναξίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ παλληκαρισμὸν γελοῖον, ἀπέναντι τοῦ Πρέσβεως.—Μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἤκουον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, λέγοντα ταῦτα, ὅτι εὑρισκόμην εἴς τινα τῶν ἀγυιῶν τῆς πόλεως καὶ ἤκουον παῖδα ἐρίζοντα πρὸς ἄλλον, ἀλλ’ ἐννοοῦντα τὴν ἀδυναμίαν του, νὰ τῷ λέγῃ: «ἂν περάσῃς ἀπὸ τὴ γειτονιά μου»... Κύριοι, δὲν λέγονται τοιαῦτα ἀπὸ Πρωθυπουργὸν ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, σοβαρῶς καὶ σπουδαίως ἐργαζομένων. Ὤφειλε νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διατὶ ὁ κ. Σπάρταλης νὰ μὴ στείλῃ τὸν λογαριασμόν του τόσον καιρὸν, διατὶ νὰ μὴ ζητήσῃ τὰ χρήματά του διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, ἀλλὰ καὶ διατὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ὡς νὰ ἤμεθα κακῆς πίστεως, ἢ νὰ ἀρνούμεθα τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, ἢ νὰ μὴ ὑπάρχῃ διαδικασία ἐν τῷ Κράτει, δι’ ἧς νὰ διεξάγηται ἡ λύσις τοιούτων ζητημάτων. Εἰς τὴν λύσιν τούτων τῶν ἀποριῶν ὤφειλε νὰ καταγίνῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δι’ ἐπιχειρημάτων σοβαρῶν, καὶ νὰ πείσῃ καὶ ἡμᾶς καὶ ὑμᾶς περὶ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ πραγματικοῦ. Ὑπάρχει προηγούμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἠρνήθημεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν Σπάρταλην, νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ λέγῃ τοιαῦτα; Ἀπορεῖτε διότι ἀγανακτοῦμεν! καὶ ἀσχάλλετε διότι ἐμμένομεν συζητοῦντες! Ἔχει δίκαιον ὁ Σπάρταλης, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ εἰς τίνα ἠρνήθημεν τὸ δίκαιόν του ἡμεῖς; Μήπως δὲν ἐξωφλήσαμεν ἄλλοτε λογαριασμὸν πολὺ σοβαρώτερον μὲ τὴν Γερμανίαν, χωρὶς ν’ ἀναγκάσωμέν τινα νὰ μᾶς πιέσῃ; Μήπως τάχα τόσοι δικαιοῦχοι δὲν κατέφυγον εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐνάγοντες τὸ Κράτος, καὶ ἐδικαιώθησαν; Ἀλλὰ τί πρῶτον, ἢ τί ὕστατον νὰ ἐξελέγξωμεν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων σας, καὶ νὰ μὴ σᾶς εὕρωμεν γυμνούς; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισκοτίσητε τὴν ἀλήθειαν, ὅσον θέλετε, καὶ σεῖς κύριε Πρωθυπουργὲ, καὶ οἱ φίλοι σας, κατέχοντες τὸ βῆμα. Οὐδένα θέλετε πείσει. Ὅσα δήποτε ἐπιχειρήματα καὶ ἂν συσωρεύσωσιν οἱ δικαστικοὶ, τὸ ζήτημα εἶναι πασιφανὲς, καὶ ἡ ἀλήθεια μία, ὅτι ὁ Σπάρταλης οὐδὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ. Κύριοι, ἐκτὸς τούτου, δὲν φαίνεται, ὡς σᾶς προεῖπον, ἢ δὲν μᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τίς ὁ ζητῶν. Ἐρωτώμενος, σᾶς ἀπαντᾷ: οἱ πιστωταὶ, καὶ ὀφείλομεν νὰ τοὺς πληρώσωμεν, διότι ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους τὸ ὑπαγορεύει. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐπ’ ὀνόματι τίνος θὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα; Ἐπ’ ὀνόματι ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ τὰ χρήματα. Ποῖος εἶναι αὐτός; Κανείς. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἓν πρὸς ἓν ἐξηλέγχθησαν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ τε κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν συνηγόρων. Πάντα ἀπεδείχθησαν κενὰ ἰδεῶν ἀληθῶν καὶ ἀκριβείας, ἕωλα, ἀνάξια εἰς χείλη τοιούτων ἀνδρῶν. Μ’ ὅλα ταῦτα θὰ ἴδωμεν, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει, σεῖς δὲ ἐπιμένετε, ἄλλον τινὰ ἐνθουσιώδη ῥήτορα νὰ πλάσῃ ἕτερον πύργον ἐξ ἀράχνης πάλιν, καὶ νὰ θέλῃ νὰ ἀνατρέψῃ τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν, τὰ ὁποῖα ἀντλοῦμεν ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις προσήγαγεν. Ἐγὼ, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ θερμῶς, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ τὰ ὅμοια τούτῳ νὰ παύσητε ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα, ἀλλ’ εἰς τὴν ἰδίαν σας τιμὴν καὶ τὴν ἰδίαν σας ἀξιοπρέπειαν. Νὰ καταψηφίσητε τῆς πιστώσεως, ἵνα κρατήσητε τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὸ ὕψος του, παραδειγματίζοντες οὕτω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς πρός τε τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προτάσεις, τὰ συστήματα καὶ τοὺς νόμους, τοὺς ἀφορῶντας τὰ τοῦ Κράτους, καὶ ὡς πρὸς τὸν ὀφειλόμενον εἰς ἡμᾶς σεβασμόν. Δὲν ὁμιλῶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Ὁμιλῶ ὡς Βουλευτὴς Ἕλλην, διότι φρονῶ, ὅτι καιρίως ὑβρίσθημεν ἐκ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· δὲν ὁμιλῶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ὁμιλῶ ὡς Ἕλλην, διότι φρονῶ, ὅτι μεγάλως ἀδικοῦμαι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀποτίνομεν μεγάλους φόρους, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ζητῇ νὰ ἐξοφλῇ τοὺς ἰδίους του λογαριασμοὺς πρὸς τὸν Στῆλμαν τὸ Κράτος. Δὲν νομίζω πῶς ὠφελήθη τὸ Κράτος διὰ τῶν προσπαθειῶν τοῦ τέρατος ἐκείνου ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς πατρίδος μας. Ἔχει ὅρια τὸ κόμμα καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος. Ἠμπορεῖ νὰ σφάλλωμεν ἡμεῖς, κατακρίνοντες τὸ ὅλον σύστημα τῆς διοικήσεως αὐτοῦ, ἠμπορεῖ καὶ νὰ σφάλλητε καὶ σεῖς, ὑποστηρίζοντες τοιοῦτον σύστημα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ συστήματος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ ὑποστηρίζητε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὡς ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχετε περὶ αὐτοῦ. Φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαιτήσητε, νὰ μὴ τεθῇ ὑπουργικὸν τὸ ζήτημα, ἵνα μείνῃ ἐλευθέρα ἡ συνείδησις ὑμῶν. Διατὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν σᾶς ἀφίνει ἐλευθέρους; διατὶ ἀνάγει τὸ ζήτημα εἰς ὑπουργικόν; εἶναι ὑπουργικὸν τὸ ζήτημα τοῦτο; Πρόκειται περὶ μιᾶς πληρωμῆς, περὶ μιᾶς ἁπλῆς πιστώσεως ἡ ὁποία δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὸ σύστημα τῆς διοικήσεώς του. Ἀλλὰ καὶ διατὶ δὲν ἀναφέρει τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πληρωθῇ; Δὲν τὸ ἀναφέρει, διότι θὰ ἦναι ἠναγκασμένος μυστικὴν νὰ κάμῃ τὴν ψηφοφορίαν, ὡς γνωρίζετε· διὰ τοῦτο δὲ φέρει γενικῶς τὴν πίστωσιν, ἵνα μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην· θέλει πολιτικὸν ζήτημα, ἵνα ἦσθε δεσμευμένοι. Τί θὰ προτιμήσητε; ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ψῆφόν σας εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλὰ σεῖς φρονεῖτε, ὅτι τὸ γενικὸν σύστημα τῆς διοικήσεως τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καλλίτερον τοῦ ἰδικοῦ μας. Ἀναγκαίως λοιπὸν θὰ ψηφίσητε τὴν πίστωσιν. Ἰδοὺ διατὶ ἐτέθη ὡς ὑπουργικὸν τὸ ζήτημα. Ὅπως θέλετε ἐξετάσατε τὸ ζήτημα, εἴτε ὅπως τὸ θέτει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἴτε ἐκ τῆς ὅλης ἱστορίας αὐτοῦ καὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑπ’ ὄψει· θέλετε ἰδεῖ, ὅτι προσεπάθησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ μὴ σᾶς ἀφήσῃ νὰ ψηφίσητε κατὰ συνείδησιν. Ἐν τῷ φακέλλῳ εὑρίσκομεν ἐπιστολὴν ἰδιαιτέραν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐκ μέρους τοῦ Ῥούμβωλδ· ἐν αὐτῇ ἀπειλεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ μέρους, ὡς λέγει ἡ ἐπιστολὴ, τοῦ εἰλικρινοῦς φίλου, ὅτι ἐὰν δὲν λάβωσι τὰ χρήματα ταῦτα, εἴτε διὰ τῆς Βουλῆς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας (βλέπετε, ἐδῶ ἔχει μελετηθῆ τὸ ζήτημα, διότι γνωρίζουν πῶς θὰ περάσῃ ἡ πίστωσις, γνωρίζουν τὸν Κανονισμὸν,) εἴτε διοικητικῶς, διὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, λυπεῖται, ὅτι θὰ προσαγάγῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας Μαρκήσιος Σώλσβαρυ τὰ ἀνταλλαγέντα ἔγγραφα, ἕνεκα τῶν ὁποίων θέλει ἐκτεθῆ. Τί ἐννοεῖ ὁ κ. Ῥούμβωλδ, λέγων, ὅτι λυπεῖται ἀναγγέλλων εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι θὰ εὑρεθῇ ἡ αὐτοῦ ἐξοχότης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκθέσῃ τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Κοινοβούλιον; Ἐννοῶ ἐκ τούτου, ὅτι ἄλλην βάσιν ἔχει ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ἔδωσε λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἀποτίσῃ, ἐπειδὴ δὲ ἡ αἰτία δὲν εἶναι ἡ πρέπουσα δι’ ἕνα πολίτην, ἐξέρχεται τῶν καθηκόντων αὐτοῦ πρὸς τὴν πατρίδα του· τέλος πάντων ἐλογίσθη ἡ ἀπότισις ὑπηρεσίας, ζημιούσης μὲν τὴν πατρίδα ὠφελούσης δὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν ἀνάῤῥησίν του εἰς τὴν ἐξουσίαν· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἐκφράζει τὴν λύπην του ὁ κ. Ῥούμβωλδ, καὶ διὰ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ ἐκτεθῇ, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ πληρώσῃ τὴν ἀπαίτησιν. Εἶναι ἠναγκασμένος κατὰ συνέπειαν, νὰ ἦναι βέβαιος περὶ τῆς ψήφου ὑμῶν, ὅπως ἐκπληρωθῇ ἡ ὑπόσχεσίς του καὶ ἀποφύγῃ τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπαπειλεῖ. Δὲν δύναται ὅθεν νὰ παρέλθῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς συζητήσεις, τὰς ἀφορώσας τὸ Κράτος, δηλ. εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτόν. Ὄχι, δὲν δύναται. Ἔχει λόγους, καὶ διὰ νὰ ἦναι βέβαιος, δὲν προτάσσει τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι ἡ πλειοψηφία δὲν δύναται νὰ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ Προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο τὸ γνωρίζει. Δὲν τολμᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν, διότι, ἂν δὲν λάβῃ τὴν πίστωσιν, τίς ἠξεύρει τί θὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ Ἀγγλικοῦ Κοινοβουλίου· καὶ ἂν δὲν ἦναι τοῦτο ἀληθὲς, ἂς ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν. Διὰ τοῦτο ἐμμένει εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ ἂν παρέλθωσι καὶ δύο μῆνες, καὶ ἂν μείνῃ τὸ Κράτος ἄνευ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἂν ἐμμείνωμεν ἡμεῖς ἐξακολουθοῦντες τὴν συζήτησιν μέχρι τέλους τοῦ νομίμου χρόνου τῆς Συνόδου, ὁ Πρωθυπουργὸς θὰ ἐπιμένῃ. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα, Κύριοι, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφισβήτησις. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει σας ἔχετε πεισθῆ ἤδη, καὶ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως, παρὰ νὰ πεισθῆτε, διότι τότε θὰ ἀμβλυωπῆτε πρὸς τὴν ἀλήθειαν, τὴν δηλουμένην διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων. Ὀφείλετε, Κύριοι, νὰ καταψηφίσητε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Πρέπει ν’ ἀποδείξητε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι εἶναι θνητὸς πολιτευτὴς, πρέπει ν’ ἀποδείξητε εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπειά του, ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ συμφέρον τοῦ τόπου σᾶς ὑπαγορεύει νὰ μὴ τὸν ἀκολουθῆτε εἰς ὅλα τὰ ζητήματα· διότι παρετηρήσατε, ἀπό τινος χρόνου, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως δηλ. τῶν συνεδριάσεων τῆς παρούσης Συνόδου, ὅτι, ἀφοῦ ἐπείσθη, ὅτι εἶσθε ἀκλόνητοι εἰς τὰ ἑδώλιά σας, ὅτι οὐδὲ ἑορτὰς συλλογίζεσθε, οὐδὲ οἰκογένειαν, ἀφοῦ ἐπείσθη, ὅτι θὰ τὸν ὑποστηρίζητε, παραβλέποντες πᾶν καθῆκον θρησκευτικὸν καὶ κοινωνικὸν, πᾶν ὀφειλόμενον πρὸς τὴν πατρίδα, τοιουτοτρόπως συμπεριφέρεται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν πλειοψηφίαν, ὥστε προεκάλεσε τὴν ἀγανάκτησίν μου προχθές, καὶ ἐπῆλθον δριμύτατος, λησμονήσας ἐμαυτοῦ. Ἐπιῤῥίπτει τὰς ἰδίας του πράξεις εἰς τοὺς ἄλλους, ὅπως ἔκαμεν εἰς τὸ περὶ χόρτου ζήτημα. Σᾶς εἶπεν εἰς τὸ περὶ χόρτου, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις συνέλεξε καὶ ἀπεταμίευσε τὸν σανὸν καὶ ὅτι ἐκ τῆς κακῆς διατηρήσεως αὐτοῦ κατεστράφη, καὶ ἀνέγνωσε τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον προσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριζε τὴν κατηγορίαν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· καὶ τί ἀπεδείχθη; ὅτι ἡ ἄχρους Κυβέρνησις συνέλεξε τὸ χόρτον, καὶ ὅτι ἡ παροῦσα ἀπεθήκευσεν αὐτό. Προσέξατε, Κύριοι, διότι θὰ ἔλθῃ ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ μεταμεληθῆτε, ἀλλὰ θὰ ἦναι ἀργά. Ἀναλογισθῆτε τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης τυφλῆς ὑμῶν ὑποστηρίξεως εἰς ὅλα τὰ ζητήματα. Ἐὰν δὲν ἐφειδόμην χρόνου, ἐὰν δὲν σᾶς ἐσεβόμην, ἐὰν ἤθελον νὰ σᾶς κουράσω πολὺ, ἤθελον σᾶς ἀναφέρει πράξεις ποικίλας, ὁμοίας μὲ τὴν τοῦ χόρτου. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι, Κύριοι, ἡμεῖς, οἱ ὑπηρετοῦντες ἐκ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ἐξελέγχοντες τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀναγινώσκωμεν τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ βλέπωμεν, ἐὰν τὰ ἀναγινωσκόμενα ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦναι καὶ ἀναγεγραμμένα ἐν αὐτοῖς. Καὶ πρὸ μικροῦ ἀκόμη, κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ Ντάη, δὲν εἴδετε τί εἰκόνα ἐπαρουσίασεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Κύριοι, ἡ ὑποστήριξις τὴν ὁποίαν παρέχετε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, — ἂς μοὶ συγχωρηθῆ ἡ λέξις — τὸν ἐμέθυσεν (οὐχὶ βεβαίως κυριολεκτικῶς), καὶ ἀπέβαλε πάντα χαλινὸν, καὶ ὑβρίζει σεβαστοὺς ἄνδρας, καυτηριάζοντας αὐτὸν, ἐν τῷ δικαιώματι τοῦ ἀληθοῦς ἐλέγχου, ἄνδρας, καταναλώσαντας πάντα αὐτῶν τὸν βίον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, φέροντας δὲ περγαμηνὰς πολλὰς καὶ ἀνωτέρας τῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Περιφρονεῖ τὴν Βουλὴν, διαστρέφων μετ’ ἀσεβείας αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν. Δὲν σᾶς λέγω κενὰς λέξεις· ὅ,τι σᾶς λέγω, τὰ βλέπετε, τὰ ψηλαφεῖτε, εἶναι ἔναυλα εἰς τὰς ἀκοάς σας. Προσέξατε. Δὲν θὰ ἐξακολουθήσω, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, κατερχόμενος τοῦ βήματος, ὅτι ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν παρέχετε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως τὴν προσφέρετε, ζημίαν φοβερὰν θὰ ἐπαγάγῃ εἰς τὸν τόπον.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 9 μ. μ.