Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period ΙΑ · Session Γ› Sitting 41

1888.12.19

2,492 rows · 19,075 words · 2 tables · 85 turns

Date
1888.12.19
Presidency
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Period
ΙΑ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41.

Τῆς 19 Δεκεμβρίου 1888

(Δευτέρα)

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν «Ἑρμῆς», δι’ ἐκτεταμένου ὑπομνήματος αὑτοῦ, ἐκθέτει τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα νομίζει συντελεστικὰ διὰ τὴν εὐρυτέραν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος.

§2ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς;

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνει διάφορα μέτρα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τῆς ἀναφορᾶς δὲ ταύτης ἀντίγραφον στέλλει καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.

§4ΤΙΝΕΣ. Νὰ διανεμηθῇ.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 188). Ὁ Χρῆστος Καλφιώτης προτείνει νὰ ὑπαχθῶσιν οἱ Καθηγηταί, οἱ Ἑλληνοδιδάσκαλοι καὶ οἱ Δημοδιδάσκαλοι εἰς τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμον. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως.

§6ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ζητήσει προχθὲς τὸν λόγον, ὅτε ἠγόρευεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας, διότι εἶχε παρεντεθῇ ζήτημά τι σπουδαιότατον. Εἶχε παρεντεθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τῆς γνωστῆς ὑποθέσεως τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ συναδέλφου κ. Λεβίδου. Καὶ ὅμως ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι οὐχὶ κυρίως εἶχε παρεντεθῇ, διότι ἠδύνατο νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου εἶχε λήξει, οὐδεμίαν δὲ εἶχον δυσκολίαν νὰ συντομεύσω τὴν ἀγόρευσίν μου. Τοσούτῳ μάλιστα εἰς τοῦτο προέβησαν, ὥστε, ὅτε ἠγόρευον, ἀπευθύνθην πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἠρώτησα αὐτὸν κατ’ ἐπανάληψιν, μήπως ἐπιθυμῇ νὰ παύσω τὴν ὁμιλίαν μου. Ἀλλὰ παρενετέθη ζήτημά τι ἕτερον, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπιφέρω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, διότι φρονῶ, ὅτι παρανόμως ἔλαβε χώραν μεταξὺ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἡ παρανόησις αὕτη ἔλαβε διαστάσεις καὶ ἐξετάθη καὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν. Τὸ ζήτημα δὲ εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον, κατ’ ἐμὲ, ὥστε δὲν δύναταί τις ἢ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπ’ αὐτοῦ, σχετικοῦ ὄντος πρὸς αὐτὴν τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἡ παρανόησις αὕτη ἐσχετίζετο ἀμέσως πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ κ. Λεβίδου. Ὑπετέθη, ὅτι ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς σκοπὸν μὴ ἐμπεριεχόμενον ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ ἐπερωτήσει, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ψηφοφορία νομοσχεδίου τινός! Βεβαίως εἰς τοῦτο ὑπῆρξε μεγίστη παρανόησις, διότι δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι Βουλευτὴς σοβαρὸς δύναται ποτὲ νὰ θεωρήσῃ ἀνεκτὸν καὶ πρὸς στιγμήν, νὰ καταγγέλληται, οὐχὶ Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ ἁπλοῦς ἰδιώτης, καὶ ἡ τοιαύτη καταγγελία καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις νὰ δύνανται καὶ πόῤῥωθεν νὰ σχετισθῶσι πρὸς σκοπόν τινα ἄλλον. Ἐγὼ τουλάχιστον ἀμέσως ἤθελον διαμαρτυρηθῆ, ἐὰν τοιαύτη ἰδέα ἐξεφράζετο, καὶ ἤθελον διαμαρτυρηθῆ διὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀγανακτήσεως ἐναντίον τοιούτου χαρακτηρισμοῦ τοιαύτης ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπιτραπήτω μοι νὰ προσθέσω μίαν ἐξήγησιν, καίτοι ὅλως προσωπικὴν ὑπό τινα ἔποψιν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀποδοκιμάζω, ἄπαγε! ἐν τῇ συνειδήσει μου οὐδὲ τοὺς εἰσηγουμένους, οὐδὲ τοὺς συζητήσαντας τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀλλὰ διὰ λόγους εὐνοήτους δὲν ἠρεσκόμην βεβαίως νὰ συμμετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι θὰ παρεβίαζον καθῆκον, ἐὰν δὲν ἐνόμιζον, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) οἱ δυνάμενοι τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης νὰ συζητήσωσιν ἐπαρκῶς, Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν πρώτην ὁμιλίαν του εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι ἐπαρχιακοί του ἀντίπαλοι δὲν κατεδέχθησαν νὰ φέρωσι τοιαύτην πρότασιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι τὴν τοιαύτην παρατήρησιν καλλίτερον θὰ ἦτο ἐὰν τὴν ἐγκατέλειπε· διότι ἡ τοιαύτη παρατήρησις ἔφερε τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἡ σιωπή μου θὰ ἐξηγεῖτο ὡς ἀποδοκιμασία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐποιήσαντο τὴν εἰσήγησιν τῆς ὑποθέσεως καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν. Κατόπιν δὲ, ὅτε ἔλαβε διαστάσεις ἡ συζήτησις αὕτη, μοὶ ἐγένοντο πάλιν εὔλογοι παραστάσεις παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι ἔτι μᾶλλον ἡ παρεξήγησις ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν ἐξηκολούθουν σιωπῶν· ἡ Βουλὴ τοσοῦτον ἀπησχολήθη ὑπὸ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἠναγκαζόμην τότε νὰ συμμετάσχω, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐδίσταζε νὰ δίδῃ καὶ χαρακτηρισμὸν ἐπὶ τῆς προθέσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνεζήτουν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἀπεφάσισε νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος εἶπεν, ὅσα εἶπε, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἴμεθα εἰς θέσιν πάντες νὰ ἐκτιμήσωμεν, ὁρμώμενος ἀπὸ μνησικακίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐφαίνετο ἔχων μνησικακίαν τινὰ ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος, ἡ μνησικακία του βεβαίως ἐδηλώθη εὐθὺς ἐν ἀρχῇ· εἶναι μνησικακία κατὰ τῆς λῃστείας, ὑπὸ τῆς ὁποίας προσωπικῶς ἔπαθεν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ὤφειλεν ἢ νὰ ἐνδιεφέρετο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ παρατηρήσῃ ἑαυτὸν συγχεόμενον πρὸς ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων ἔχει μνησικακίαν λίαν δικαίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτής. Ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον, οὐχὶ, ἵνα ἐπιβαρύνω τὸ Ὑπουργὸν μετὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἀλλ’ ἵνα ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν, ἐὰν κυρίως ὑπάρχωσι τὰ τρωτὰ, οὕτως εἰπεῖν, μέρη τῆς ὑποθέσεώς του, τὰ τρωτὰ οὐχὶ ἐξ ἐξωδίκων ἢ ἀναποδείκτων πληροφοριῶν, ἀλλὰ τὰ τρωτὰ ἐν τῇ ἐπισήμῳ αὐτοῦ ἐνεργείᾳ. Ὑπὸ τὸ κράτος λοιπὸν τοιούτων σκέψεων μετέσχον ἐκεῖνοι τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ παρεμπεσὸν καταντᾷ ζήτημα σημαντικώτατον, καὶ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος οὐδεὶς δύναται νὰ θυσιάσῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, ἐὰν τυχὸν ἤθελε διαφωνεῖ καὶ πρὸς αὐτοὺς ἐκείνους, μεθ’ ὧν κατὰ πάντα τὰ λοιπὰ δύναται νὰ συμπράττῃ. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπέθετον, ὅτι ὑπάρχει παρανόησις, ἤθελον σπεύσει νὰ κυρήξω τὴν διαφωνίαν μου, καθόσον μάλιστα εἶδον εἰς ἐφημερίδα δημοσιευθεῖσαν μίαν ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν δὲν ἀπέβαινε θεωρητικὴ ὁμιλία, ἐὰν δὲν ἔβλεπον αὐτὴν ἐστερημένην βάσεως πραγματικῆς, ἠδυνάμην νὰ ἐπικροτήσω. Ὑπάρχει, Κύριοι, παρακώλυσίς τις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτι φαίνεται ἀλλόκοτόν τι ἐπάθομεν. Ἐξῳκειώθημεν μέχρι τοῦδε πρὸς μίαν ἐργασίαν ἀληθῶς νοσηράν. Ἐπάθομεν ὅ,τι πάσχει ὁ κυριευθεὶς ὑπό τινος ἐλαττώματος, ὅστις, ἅμα ἐγκαταλείψας τὸ πάθος, αἰσθάνεται εἰς τὸν ὀργανισμόν του διαταράξεις διαφόρους. Καὶ κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, αὐτὸ ἐπάθομεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐὰν πρόκηται περὶ παρακωλύσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, περὶ ἀντιστάσεως, περὶ τῆς λεγομένης obstruction, ἐγὼ εἶμαι ἐντελῶς ἐναντίος.

§7ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κάλλιστα.

§8ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, Κύριοι, μεγίστη ἀνάγκη εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ὑπάρχει ἡ λειτουργία τῶν θεσμῶν. Προκειμένου περὶ τῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν τῆς κανονικῆς δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἡ οὐσία, οὕτως εἰπεῖν, τῶν πράξεων τῆς πλειοψηφίας. Δὲν δύναται ποτὲ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι, ἐπειδὴ ἀποδοκιμάζω τὸ δεῖνα νομοσχέδιον, ἐπειδὴ τὸ θεωρῶ ὀλέθριον, ἐκνόμως καὶ ἐκρύθμως θέλω ἀντιστῆ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Τοιαύτη ἰδέα ματαιώνει βεβαίως τὸ πολίτευμα. Καὶ καθ’ ὅσον πλειότερον τὸ πολίτευμα εἶναι ἐλεύθερον, ὅσῳ πλειότερον δύναται καὶ εἷς Βουλευτὴς νὰ ματαιώσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, κατὰ τοσοῦτον καὶ ἀναλόγως πρὸς τὸ δικαίωμα ὑπάρχει καὶ τὸ μέγεθος τῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως μὴ ποιώμεθα κατάχρησιν μιᾶς τοιαύτης εὐκολίας. Ἀλλὰ ἤθελε κηρυχθῆ, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐξαρτᾶται ἐξ ἑνὸς Βουλευτοῦ! Τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ Κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ Βουλευτής, ὅστις καὶ ἰδιοσυγκρασίαν νὰ ἔχῃ ἀρκετὰ ἰσχυρὰν, καὶ τὸν λόγον πρόχειρον καὶ ἰδέας τινὰς, ὥστε νὰ δύναται ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους νὰ καταναλίσκῃ συνεδριάσεις καὶ νὰ ματαιόνῃ πᾶν ἔργον τῆς Βουλῆς; Καὶ ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ καυχηθῶ ἐπὶ τοιαύτῃ τινὶ δυνάμει ἐντὸς τινων ὁρίων. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔχω τὴν δύναμιν ταύτην, κατὰ τοσοῦτον κατ’ εὐθὺν λόγον πρέπει νὰ ἔχω μείζονα καὶ τὴν φειδωλίαν τῆς ἐνασκήσεως τοῦ τοιούτου δικαιώματος. Ὑπετέθη, Κύριοι, ἴσως ὑπό τινων, εἰς δύο ὁμιλίας μου, ὅτι προέθετόν τινα καὶ κατηνάλισκον λ. χ. πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας πλειότερον, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην νὰ οἰκονομήσω, καὶ τὰ κατηνάλισκον διατί; διὰ νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις Σπάρταλη! Ἀλλὰ βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἦμαι ἀνόητος, ἵνα ὑποθέσω, ὅτι, καταναλίσκων πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας πλειότερον, ἐμποδίζω τὴν ψήφισιν μιᾶς πιστώσεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐπιμένει ἡ πλειοψηφία. Οὐδέποτε τὸ ἔπραξα, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν ταύτην τὴν στιγμὴν ν’ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ὁμιλίαι μου, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ μοὶ εἴπῃ τις, τί δύναται νὰ περικόψῃ, ὡς παρελκύον τὴν συζήτησιν. Βεβαίως θὰ εὕρισκεν, ὅτι οὐδὲν θὰ ἠδύνατο νὰ περικόψῃ. Ἐὰν δὲ εἶπον περισσότερόν τι, διότι διεκοπτόμην, τὸ ἔπραττον διότι παρέτεινον τὴν ἄμυναν κατὰ τῆς διακοπῆς τῆς στιγμῆς ἐκείνης· δὲν ἐγκρίνω δὲ, ὡς τρόπον συντομεύσεως τῶν συζητήσεων, τὸ νὰ ὑποχρεοῦται ὁ ἀγορεύων νὰ κατέλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐὰν φρονῇ τις, ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα, δύναται νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν ἀγορεύοντα, ὅτι δύναται αὔριον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁμιλίαν του· δὲν δύνασθε νὰ τῷ εἴπητε: περάτωσον τὸν λόγον σου, διότι παρῆλθεν ἡ ὥρα. Ὅταν, Κύριοι, συζητῶμεν μέχρι πρωΐας, εἶναι δυσχερέστατον, πρέπει νὰ ἦναί τις ὑπεράνθρωπος, ἵνα μὴ ἀπηυδήσῃ. Οὐδέποτε θὰ κατορθώσωσιν οἱ ἀγορεύοντες, εἴτε νὰ συντομεύσωσιν ἢ νὰ ἐπεκτείνωσι τὸν λόγον των κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς. Ἄλλο τι λοιπὸν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἁπλουστάτη ὑπάρχει διαφωνία (ἂς σπεύσω νὰ ὑπομνήσω τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ) ὡς πρὸς ζήτημα ἰδιαιτέρας στοργῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι αἰσθάνεται ἰδιαιτέραν στοργὴν πρὸς ἓν νομοσχέδιον, τὸ τῆς πιστώσεως ὑπὲρ Σπάρταλη. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν συμμερίζεται τὴν ἰδιαιτέραν στοργὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μήπως ἦναι ὑπόχρεως ἡ μειοψηφία νὰ συμμερίζηται πάντα τὰ αἰσθήματα, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἑκάστοτε δύναται νὰ κατέχηται ὁ κ. Πρωθυπουργός; Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ εἰς αὐτὸν νὰ ἔχῃ τὰ αἰσθήματά του. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀξιοῖ, ὅπως συμμερίζηται ταῦτα καὶ ἡ μειοψηφία. Ἡ μειοψηφία ἀπ’ ἐναντίας ἔχει ἰδιαιτέραν τινα στοργὴν πρὸς ἐκείνους, ὧν τὰ δεινοπαθήματα ἐξιστόρισε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Σακελλαρόπουλος. Ἐν τούτῳ ὑπάρχει ἡ διαφωνία· ὁ κ. Σακελλαρόπουλος ἔχει ἰδιαιτέραν στοργὴν πρὸς ἐκείνας λ. χ. τὰς γυναῖκας, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἐκτρώσεις, καὶ πρὸς ἐκεῖνα τὰ νεογνὰ, τὰ ὁποῖα φονεύονται ὑπὸ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἰδιαιτέραν στοργὴν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν Σπάρταλη. Ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ διαφωνία. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀποκρούομεν τὴν πίστωσιν ταύτην, δὲν κατεχόμεθα ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἰδέας ἀντιπαθείας, οὕτως εἰπεῖν, προκαταβολικῶς. Ἐγὼ μάλιστα δηλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι καὶ ἠγανάκτησα προχθὲς, ὅτε εἰς μίαν ἐφημερίδα ὑπουργικὴν εἶδον, ὅτι, ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη, ὠνόμασα τὸν κ. Σπάρταλην τοκογλύφον. Οὐδέποτε τοιαύτη λέξις ἐξῆλθε τοῦ στόματός μου. Μάλιστα ἐγὼ παρήτησα ἐντελῶς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἐξήγησα διατὶ παραιτῶ αὐτήν· εἶπον, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω, διότι ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ὡς βάσιν τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὴν ἀπαιτουμένην προδικασίαν τῆς γνώμης τῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀλλ’ ὅτε εἶδον ταῦτα πάντα γενόμενα συνεπείᾳ ἐντόνων δικαιοινώσεων Πρεσβευτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ τῶν διακοινώσεων τούτων, ἐκήρυξα, οὕτως εἰπεῖν, ἐμαυτὸν ἀναρμόδιον. Εἶπον, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω ἐπὶ ἐντόνου διακοινώσεως τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὅτι ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲν ἐκφράζω γνώμην, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην. Προσέθηκα μάλιστα, ὅτι προθύμως δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὡς ἕνα τῶν πλέον θερμῶν πατριωτῶν τὸν κ. Σπάρταλην. Ἀλλ’ ὅταν συμβαίνῃ αὐτὴ ἡ διαφωνία περὶ ζητήματα ἰδιαιτέρας στοργῆς, ποῖον ἐπέρχεται ἀποτέλεσμα; Ἡ μειοψηφία ἁπλῶς δὲν θυσιάζει ὑποθέσεις τινὰς, περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν, χάριν τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιδοκιμάσω ποτὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐννοοῦμεν ἐκρύθμως νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως Σπάρταλη, καὶ κατὰ τοῦτο ἐπιδοκιμάζω τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἤθελον ἐπιδοκιμάσει μάλιστα τὴν ἑξῆς ἰδέαν, ὅτι, ἐὰν ἐτίθετο ζήτημα συνθήκης, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ παραδεχθῶ συνθηκολογήσεις. Οὕτως ἀπέκρουσα προηγουμένως ἄλλην ἰδέαν συνθηκολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπίσης δὲν ἐνόουν καὶ τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα συνεννοηθῶμεν περὶ τῶν συζητητέων ἐντὸς ἑνὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Τοιαῦται συνθῆκαι, ἐκ τῶν προτέρων βεβαιῶ, δὲν δύνανται νὰ γένωνται, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ γινώσκῃ, ποῖα ζητήματα τὴν ἐπιοῦσαν δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ κατεπείγοντός τινος, ἢ περὶ ὀλίγου χρόνου ὑπολειπομένου, τότε μόνον ἠδύνατο νὰ ἐννοηθῇ ἔν τισιν ὁρίοις ἡ συνθηκολόγησις. Ἀλλὰ πότε, Κύριοι, μέχρι τοῦδε ὑπῆρξεν ἁπλῆ κατανάλωσις χρόνου ἐκ μέρους τῆς μειοψηφίας, ἵνα δύνασθε νὰ εἴπητε ὅσα λέγετε περὶ παρακωλύσεως καὶ ἑπομένως περὶ ἀνάγκης συνθηκολογήσεως; Ποῖον θέμα ἐκ τῶν συζητηθέντων δύναται νὰ θεωρηθῇ μὴ σπουδαῖον, ὥστε νὰ παραπονῆσθε, ὅτι ἕνεκα τῆς συζητήσεως ταύτης παρηγκωνίσθη ἡ ἡμερησία διάταξις, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Σπάρταλη; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ θεμάτων ματαίως καταναλισκόντων τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, τὰ θέματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ἐκεῖθεν, ἐκ τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος. Παρεισήγαγε ζήτημα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ ὁποῖον καὶ ἐσκανδάλισε τὴν Βουλὴν καὶ ἀπησχόλησεν αὐτὴν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ πάντες ἔκριναν, καὶ φίλοι του ἀκόμη, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ παρεμβληθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ πόσα ἄλλα ζητήματα δὲν εἰσήχθησαν ἐκεῖθεν, τῶν ὁποίων δὲν ἔβλεπέ τις τὸ κατεπεῖγον, ἀλλ’ οὐδὲ τὴν χρησιμότητα; Καὶ ἐὰν χθὲς ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἠγόρευσαν ἐκ τοῦ βήματος τούτου περὶ ἑνὸς νέου ἀντικειμένου, περὶ κλήρου, μήπως ἔλαβον αὐτοὶ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτου ζητήματος; Ἡ πρωτοβουλία δὲν ὑπῆρξεν ἐκεῖθεν; Δὲν θὰ εὕρητε λοιπὸν οὐδεμίαν ὥραν καταναλωθεῖσαν ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν ματαίως, ἐκτὸς ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἱ Κυβερνήσεις δὲν ὀρέγονται, ὅτι ἐκεῖνο εἶναι παρέλκυσις τῶν συνεδριάσεων καὶ τῶν τακτικῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, οὐδὲν εἶδος συνθηκολογίας ἀπεδέχθημεν. Ἐὰν λάβητε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως Σπάρταλη, οὐδὲν κατ’ ἐμὲ συμφέρον κομματικὸν ἔχει ἡ μειοψηφία νὰ αἰσθανθῇ λύπην ἐπὶ τούτῳ. Ἡ μειοψηφία καθῆκον μόνον ἠδύνατο νὰ αἰσθανθῇ, ὅπως ἐγκαρτερήσῃ, κατὰ τὸ δυνατὸν, εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης· ἀλλ’ οὐδὲν πλειότερον ὤφειλεν. Ἐὰν νομίζῃ ὁ λαὸς, ὅτι ἀδικεῖται, ψηφιζομένου τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ ἐξακολουθούσης τῆς τακτικῆς ταύτης, εἰς αὐτὸν ἀπόκειται νὰ ἐκτελέσῃ, ὅ,τι τὸ δικαίωμά του ὑπαγορεύει. Ἀλλ’ ἐνόσῳ ὑπάρχει Σύνταγμα, ἐνόσῳ ὑπάρχει Βουλὴ, πρέπει νὰ λειτουργῶσι κανονικῶς. Λοιπὸν ἁπλῶς δὲν γίνεται θυσία τῶν δικαιωμάτων τῆς μειοψηφίας, καὶ ταύτην πιστεύω μόνον τὴν ἔννοιαν εἶχον οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Τὴν γνώμην ταύτην εἶχον βεβαίως καὶ οἱ λόγοι ἄλλου Βουλευτοῦ, δυναμένου νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην, τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει· ταύτην τὴν ἔννοιαν εἶχον καὶ οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτοῦ, ὅστις σᾶς εἶπεν ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου του πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ στέρξωμεν εἰς πίεσιν. Τὴν πίεσιν λοιπὸν ἁπλῶς ἀποκρούομεν. Ἀποκρούομεν τὴν πίεσιν οὐχὶ ἐκρύθμως, ἀλλ’ ἁπλῶς, μὴ θυσιάζοντες ζητήματα οὐσιώδη καὶ κατεπείγοντα, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐὰν δέ τις προσθέτῃ τι πλέον τοῦ δέοντος, ἐὰν φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ζητήματα ἄκαιρα, ἐὰν συζητῇ ἐν οὐ δέοντι, οὐδὲν ἄλλο ὑπάρχει, Κύριοι, παρὰ τὸ κριτήριον τῆς κοινῆς γνώμης, ἵνα καταδικάσῃ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐκτεθῆ, ὅτι ἐμποδίζει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὅτι κακῶς ὑποβάλλει τὴν Βουλὴν εἰς ἐγκαρτέρησιν μείζονα τοῦ δέοντος. Αὐτὰ βεβαίως ζημιοῦσι τοὺς διαπράττοντας, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο νὰ εὐχηθῇ μία Κυβέρνησις, εἰμὴ παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ παρακώλυσιν ψηφίσεως εὐεργετικῶν διὰ τὸν λαὸν νομοθετημάτων. Τοιαύτη παρακώλυσις ἀπέναντι Κυβερνήσεως μάλιστα, ἡ ὁποία καυχᾶται, ὅτι ἔχει τὴν γνώμην τῆς χώρας, ὅπως εἶπε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ ἦτο ὅ,τι εὐκταῖον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἔπρεπε τῳόντι νὰ ἔχαιρεν, ἐξεγείρουσα τὸν λαὸν ἀπέναντι ἡμῶν, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ ὅσα παρατηρεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ οὐδὲν ἴχνος πράγματι παρακωλύσεως ὑπάρχει· ἐὰν ὑπῆρχε τοῦτο, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἤθελον τὸ καταδικάσει. Ἐγὼ αὐτὸς ἠδυνάμην νὰ ἔχω 10 ἐπερωτήσεις νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ συλλογίζομαι, ὅτι εἶναι ἄλλα ἀντικείμενα, μᾶλλον κατεπείγοντα, καὶ δύναμαι νὰ τὰς ἀναβάλω. Πλέον τούτων δὲν δύνασθε νὰ ἀπαιτήσητε. Καὶ ὑμεῖς μὲν βεβαίως μὲ μίαν λέξιν ψηφίζετε νόμους, διότι, ἐὰν Βουλευτής τις ὑπουργικὸς προτείνῃ κἄτι τι, σχετικὸν εἴτε πρὸς γενικὰ συμφέροντα, εἴτε πρὸς ἐπαρχιακά, μὲ μίαν λέξιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μεταβάλλεται ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἰς νόμον. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν ταύτην, ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι διὰ μακρῶν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ δίκαιά μας, ἀλλὰ τότε, ἐὰν ἐγὼ ὁμιλήσω, καθ’ ὑπόθεσιν, περὶ τῶν δικαίων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλος νομὸς τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τῶν νήσων, ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, θίγοντος συμφέροντα τοῦ λαοῦ, τότε θὰ μοὶ εἴπωσιν ἐκεῖθεν: «παρακωλύετε τὰς συνεδριάσεις, ἐν ᾧ ἡμεῖς, βλέπετε, πόσον συντόμως ἐνεργοῦμεν· μία λέξις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, γίνεται νόμος». Ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καθιέρωσε πρὸ καιροῦ τακτικὴν ἰδιαιτέραν! Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ κάμω τὴν ὑπόμνησιν αὐτῷ, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν τακτικὴν ταύτην. Σᾶς ἀποστομόνει, εἴδετε, μὲ μίαν λέξιν· τοῦ ἑνὸς ἡ γνώμη δὲν ἔχει κῦρος, τοῦ ἄλλου ὁ λόγος εἶναι τιμὴ δι’ αὐτόν· ὅταν ζητῇ τὸν λόγον εἷς τῶν Βουλευτῶν τῆς μειοψηφίας καὶ δὲν ἔχῃ διάθεσιν, ἀναβάλλεται ἡ συνεδρίασις, ἀλλ’ ὅταν Βουλευτὴς ἕτερος ἐκ τῆς πλειοψηφίας ἀνέρχηται νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τὴν μίαν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, βεβαίως δὲν ἀναβάλλεται ἡ συνεδρίασις· ἐὰν ζητήσῃ τις διακοπὴν 5 λεπτῶν, δὲν δίδουσι τὴν διακοπὴν τῶν 5 λεπτῶν, ὥστε φθάνει πλέον μέχρις ἀπανθρωπίας ἡ τοιαύτη τακτική. Ἐὰν, Κύριοι, ἀπησχόλησα πλέον τοῦ δέοντος ἴσως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν Βουλήν, τὸ ἔπραξα διότι τὴν περίστασιν θεωρῶ κρισιμωτάτην, καὶ θεωρῶ τὸ θέμα βεβαίως ἄξιον τῆς προσοχῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου. Ἐὰν ἤθελον κατηγορηθῆ ἐπὶ τέλους, ὅτι ἔκαμα δαπάνην χρόνου, προσφέρομαι νὰ θυσιάσω εἴτε μίαν ἐπερώτησιν, εἴτε μίαν ἄλλην ἀγόρευσιν, διὰ νὰ ἱκανοποιήσω τὴν Βουλὴν διὰ τὰς στιγμὰς αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἐπὶ ἐπουσιώδους, ὡς ἴσως ὑποθέτουσί τινες, ζητήματος ἐδαπάνησα. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω καὶ ἐπιμένω, ὅτι πρέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μεταβάλῃ τακτικήν.

§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαφωνῶν, Κύριοι, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἓν ζήτημα, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου μετὰ παῤῥησίας· δὲν καταλαμβάνω τὸ βῆμα, διὰ νὰ παρεμποδίσω τὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν ἠκούσατε τὴν ἀγόρευσίν μου. Ὅτε ἐγὼ εἶπον, ὅτι τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἔχω, νὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὥστε, ἂν ἠδυνάμην, ἤθελον κρατήσει ὁλοκλήρους μῆνας τὸ βῆμα, ἠθέλησα ν’ ἀποδείξω, πόσον νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἶπε: «δὲν θέλω νὰ ἐξακολουθήσητε συζητοῦντες, θὰ τὸ ψηφίσωμεν ἀπόψε»· ἡμεῖς εἴπομεν: «ὄχι, θὰ ἐκφράσωμεν τὰς ἰδέας μας πλήρεις, ἀδιάφορον, ἐὰν θὰ μακρηγορήσωμεν· αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκόν μας, αὐτὸ μᾶς λέγουσιν οἱ νόμοι τῆς πατρίδος μας· θὰ εἴπωμεν τὸ φρόνημά μας καὶ θ’ ἀποδείξωμεν εἰς τοὺς συμπολίτας μας, διατὶ διαφωνοῦμεν· διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ ἀποδείξωμεν· δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ εἴπῃ τις ναὶ ἢ ὄχι, ἐπιβάλλεται νὰ εἴπῃ, διατὶ εἶναι ὑπὲρ τοῦ ναί, ἢ ὑπὲρ τοῦ ὄχι»· καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ἀπόψε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα παρὰ ν’ ἀντισταθῶμεν εἰς τοῦτο, ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ἰδοὺ ποῦ ἠγέρθη ἡ διαφωνία ἡμῶν. Δὲν παραλύομεν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἡμεῖς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐμένομεν ἐκεῖ, ἦλθεν ἡ ἀκόλουθος ἡμέρα, καθ’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ ἐπερώτησις περὶ τῶν ἀφορώντων τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀδιάφορον, ἐὰν ᾖναι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ὁποίαν νομίζομεν πραχθεῖσαν παρὰ τὰ νόμιμα, ὀφείλομεν νὰ τὴν ἐξελέγξωμεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκόν μας, Κύριοι, καὶ αὐτὸ ἐκάμαμεν, καὶ πρέπει νὰ χρεωστῇ εὐγνωμοσύνην ὁ κ. Ὑπουργός, διότι τὸν ἐξελέγχομεν· διότι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχῃ πράξει παρανομίαν τινά, δὲν θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπούλως καὶ κακοβούλως θέλουσι νὰ τὸν δυσφημῶσι, νὰ τὸν κατηγορῶσιν. Ὑπηρετοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὁσάκις κάμνωμεν ἐξέλεγξιν τῶν πράξεων αὐτῆς. Βιάζεσθε, κύριε Πρόεδρε; φρονεῖτε ὅτι ὁ χρόνος χάνεται ἐπὶ ματαίῳ· Φέρετε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι θέσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ ὄχι τὸ νομοσχέδιον τοῦ Σπάρταλη, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ συζητοῦμεν καὶ θὰ σοὶ τὸ δώσωμεν, διότι θὰ τὸ πάρητε βεβαίως, ἀφοῦ ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ θὰ κάμωμεν, ὥστε νὰ σοὶ δοθῇ ταχύτερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει λόγον πρὸς τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Καὶ τοῦτο λέγεται συμβιβασμὸς μεταξύ μας, τὸν ὁποῖον ὁ προλαλήσας ἠθέλησε νὰ εἴπῃ; Ἔχομεν κἀνένα συμβιβασμόν; Προετείναμεν ἡμεῖς, πῶς πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ ἡ Συμπολίτευσις εἶπεν ὄχι, καὶ ἐρχόμεθα νὰ κάμωμεν συμβιβασμόν; Θέλομεν νὰ φέρωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν τάξιν. Κατὰ τὴν γνώμην μας, ποία εἶναι ἡ τάξις; ἡ τάξις εἶναι, νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν Προϋπολογισμὸν καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας. Δὲν θὰ ἐμμείνω περισσότερον ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, τὸ ὁποῖον χθὲς προέτεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διότι νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ εἶπον, ἵν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἴμεθα οἱ παρακωλύοντες τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ὅτι εἴμεθα οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἐκπληροῦντες μετὰ παῤῥησίας καὶ μετὰ φιλαργυρίας τὸ καθῆκον ἡμῶν.

§10ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξέφρασα τὴν ἰδέαν μου περὶ τοῦ διαδοθέντος, ὅτι ἐκ τῆς πλευρᾶς, εἰς ἣν ἀνήκω, προσπαθοῦμεν νὰ παρακωλύωμεν τὰς συνεδριάσεις. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην ἰδέαν ἐγὼ γνωρίζω, ὑπάρχουσαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εἶπον, ὅτι θεωρῶ (καὶ ὅτι ἀντελήφθην, ὅτι θεωρεῖ ἡ μερίς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω,) ὡς τὸ πολυτιμότατον δικαίωμα τῆς Βουλῆς, νὰ ἀσκῇ τὸν πλέον λεπτομερῆ ἔλεγχον περὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ τῆς διοικήσεως ἐν γένει. Εἶπον, ὅτι δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς περιορίζεται μόνον εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅτι πολυτιμότατον δικαίωμα καὶ σπουδαιότατον καθῆκον συνάμα τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ ἐπισκόπησις τῆς διοικήσεως, καὶ ἀντελήφθην, ὅτι ἀκριβῶς, ἀκολουθοῦσα τὴν ἀρχὴν ταύτην ἡ Ἀντιπολίτευσις, μετὰ πλείστης λεπτομερείας διεξῆλθε τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν γνωστὴν ὑπόθεσιν τοῦ Τάκη. Συνεπῶς συμμερίζομαι τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι πρὸ ὀλίγου ἐξεφράσθησαν ἐνταῦθα. Ἡμεῖς δὲν ἐννοῦμεν νὰ φέρωμεν ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου Σπάρταλη, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἀντελήφθην, καὶ οὐδενὸς ἄλλου νομοσχεδίου, οὔτε πιστεύομεν, ὅτι ὁμιλοῦντες διὰ μακρῶν περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ λάβουν τὴν μεγαλειτέραν ἀνάλυσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι διὰ μακρῶν ἀναλύοντες καὶ συζητοῦντες, παρακωλύομεν τὰς συνεδριάσεις. Τουλάχιστον ἐγώ, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἀναιροῦμαι παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου, οὕτως ἐννοῶ τὴν θέσιν ἡμῶν. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι δύναται ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐναγάγῃ εἰς ἀρχὴν τὴν παρακώλυσιν τῶν συνεδριάσεων, διότι τοῦτο ἤθελε δηλοῖ, ὅτι ἀγόμεθα πρὸς κατάλυσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι, τὸ κατ’ ἐμὲ, ὅτι αἱ μακραὶ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ γίνωσιν, ὅτι αὗται ἔχουσι τοιοῦτον χαρακτῆρα, τὸν χαρακτῆρα τῶν obstructions. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκέρδισε σπουδαίως εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματός της, ὅταν ἔδωκε τὴν μεγάλην ἀνάλυσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν Τάκη, διότι πιστεύω, ὅτι τοιαῦται ὑποθέσεις δὲν πρέπει νὰ μένωσι κεκαλυμμέναι· πιστεύω, ὅτι εἶναι ἔνδειξις ἐθνικῆς δυνάμεως, εἶναι ἔνδειξις ῥώμης, ὅταν ἡ Βουλή, ὅταν ὁ τόπος, ὅταν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν ζητῶσι νὰ ἀποκρύψωσι τὴν ἀλήθειαν ὄπισθεν τῶν δακτύλων. Δὲν ἔχομεν λόγον ν’ ἀποκρύπτωμεν τὰ ἕλκη, τὰ ὁποῖα διαβιβρώσκουσι τὴν κοινωνίαν ἡμῶν. Ἔχομεν μάλιστα μέγιστον συμφέρον νὰ ἐκθέτωμεν ταῦτα, διότι μόνον εἰς τὴν μεγάλην δημοσιότητα τοῦ βήματος καὶ τοῦ τύπου δυνάμεθα νὰ κατίδωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς διορθώσεως καταστάσεως πραγμάτων, ἡ ὁποία βεβαίως δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν κοινωνικὴν καὶ πολιτικὴν ἀποσύνθεσιν. Διὰ τοῦτο δηλῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου, ὅπως ἐγὼ ἀντελήφθην, εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες· καὶ ταῦτα δὲν λέγω ὑστερολογῶν, διότι ἐγὼ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου πρὸς τὴν Κυριακὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, μετ’ ἀρκούσης σαφηνείας, νομίζω, καὶ λεπτομερείας ἐξέθεσα ταῦτα· Διεβεβαίωσα δὲ, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν κἀμμίαν παρακώλυσιν, ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἐργασθῶμεν καὶ εἰς τὰ νομοσχέδια, ὅπως καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι δὲν δέχομαι τὴν μομφὴν, ὅτι αἱ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Τάκη καὶ ἐπὶ πάσης ἄλλης ὑποθέσεως, ἐνδιαφερούσης τὸν τόπον, μακραὶ συζητήσεις, σκοπὸν ἔχουσι τὴν παρακώλυσιν τῶν συνεδριάσεων.

§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος.

§12ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος;

§14ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ὄχι.

§15ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐγὼ θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, κύριε Πρόεδρε.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§17ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν σοβαρόν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπῆλθε σύγχυσίς τις, καὶ ἑπομένως θεωρῶ καθῆκόν μου, διότι μετέσχον καὶ ἐγὼ ἀπό τινων ἡμερῶν ταύτης τῆς συζητήσεως, νὰ διευκρινίσω κατὰ τὴν γνώμην μου τὰ πράγματα, πρὸς ἀποφυγὴν συγχύσεως. Καὶ εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρὸν, διότι ἀφορᾷ εἰς μομφὴν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προεσχεδιασμένην, ὡς φαίνεται, καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, μομφὴν, λέγω, προεσχεδιασμένην κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἀπὸ σκοποῦ διὰ μακρῶν καὶ ματαίων συζητήσεων προσπαθεῖ νὰ παρακωλύσῃ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ πῶς δὲν εἶναι βαρυτάτη ἡ μομφὴ, οὕτω πονήρως ἐκτοξευομένη, ὅταν μιᾶς ὁλοκλήρου πτέρυγος οἱ σκοποὶ τοιουτοτρόπως παρερμηνεύωνται, καὶ ὡς τοιοῦτοι ἐν τῷ τύπῳ, τῷ ἐξηγοῦντι τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, διὰ μεγάλης ὀχλοβοῆς χαρακτηρίζωνται; Τὸ λεγόμενον εἶναι βαρυσήμαντον καὶ νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον καὶ ἡ πτέρυξ ὁλόκληρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἕκαστον μέλος αὐτῆς νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐν τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ, ἐὰν τωόντι ἦναι ἀξία ἡ πτέρυξ, ἢ τὸ μέλος ἐκεῖνο, τοιαύτης μομφῆς. Τὸ κατ’ ἐμὲ,—καὶ ὁμιλῶ δι’ ἐμαυτὸν, ἐξηγῶν μόνον τὴν ἐμὴν γνώμην,—ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, ἐπῆλθε σύγχυσις, δι’ ἔλλειψιν ἀκριβοῦς διατυπώσεως τοῦ περὶ οὗ συζητοῦμεν θέματος. Δύο τινὰ συζητοῦμεν ἤδη, καὶ ἐκ τῆς συγχύσεως τῶν δύο τούτων θεμάτων ἐπῆλθεν ἡ φαινομένη διαφωνία μεταξὺ τῶν δύο ἀξιοτίμων προλαλησάντων. Κατὰ τὰς παρατεταμένας ταύτας συνεδριάσεις δύο θέματα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς εὐρείας συζητήσεις, προταθέντα ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· τὸ πρῶτον θέμα εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, καθ’ οὗ ἠγέρθησαν ὑπόνοιαι καὶ ἐνδείξεις, ὅτι οὐχὶ δικαίως, οὐδὲ προσηκόντως ἐπεδαψίλευσε τὴν χάριν εἰς τὸν λῃστὴν Ἀλέξιον Τάκην· δεύτερον θέμα ἦτο ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῶν δραχμῶν 335.110, πρὸς ἀπότισιν χρέους, ὀφειλομένου παρὰ τοῦ Κράτους πρὸς τὸν πρώην Γενικὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ κ. Σπάρταλην. Περὶ ἑκατέρων τούτων, τῶν τόσῳ σοβαρῶν θεμάτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν εὐθύνην καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, ἅτινα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς μακρὰς συζητήσεις, οὐδεὶς δύναται νὰ γίνῃ λόγος, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐπετέλει ὕψιστον αὑτῆς καθῆκον, ἐρευνῶσα ἐπισταμένως τὰ θέματα ταῦτα, εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν Ὑπουργῶν ἀφορῶντα. Οὐδεὶς εὐλόγως ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπεδίωκε πλάγιον σκοπὸν παρακωλύσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, παρατείνουσα τόσῳ σοβαρὰς συζητήσεις καὶ τόσῳ σπουδαίας. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι σοβαρωτέρας συζητήσεις, ἐμβριθεστέρας γνώμας, διαυγεστέρας ἀληθείας δὲν ἤκουσα, ἐξ ὅτου εἶμαι Βουλευτὴς, παρὰ τὰς ἑσπέρας ἐκείνας καὶ τὰς παννυχίδας, καθ’ ἃς συνεζητοῦμεν τὰ δύο ταῦτα θέματα. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς λῃστρικὰς συμμορίας, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ γίνῃ σύγκρισις τῆς ἀποκοπῆς τῆς κεφαλῆς τοῦ Μπονάτη καὶ τῆς χάριτος τῆς ἀπονεμηθείσης πρὸς τὸν Τάκην, καὶ ὅταν ἀκούητε τὰ συμβάντα περὶ τοῦ Δημάρχου Ἀπεραντίων καὶ περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ Ἀντεισαγγελέως Βουλπιώτου, καὶ περὶ χαρακτηρισμοῦ τῶν δολοφονιῶν εἰς ἀναιρέσεις, ὅτι δὲν ἔχει καθῆκον ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀπαραίτητον καὶ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν, καὶ ἕκαστος Βουλευτὴς, νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς τύχης τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν; καὶ νομίζετε, ὅτι θέματα τοιαῦτα δύνανται νὰ καταβιβασθῶσι καὶ νὰ ταπεινωθῶσι διὰ τοιούτων σκευωριῶν περὶ σκοπίμου δῆθεν κωλυσιεργίας, διαδιδομένων διὰ τοῦ τύπου; Νομίζετε, ὅτι λέγετε κἄτι τι σοβαρὸν, διαδίδοντες, ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι σκοποῦσι νὰ παρακωλύσωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἐλέγχοντες τοιαύτας ἀξιοποίνους τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν ὀργάνων των πράξεις; Ἐὰν τοιαύτας πράξεις τῶν Ὑπουργῶν δὲν ἔχομεν δικαίωμα εὐρέως νὰ συζητῶμεν, καὶ νὰ ζητῶμεν λόγον, τίνα λοιπὸν ἄλλην ἀποστολὴν ἔχομεν, παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; καὶ ἐὰν, διοικοῦντες ἐπὶ δέκα μῆνας, ἀργούσης τῆς Βουλῆς, καὶ ἐὰν τὰ ὄργανα ὑμῶν, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο μυρία διέπραξαν ὄργια, τὰ ὁποῖα πρόκειται ἤδη νὰ ἐξελέγξωμεν, σπουδαίως φρονεῖτε, ὅτι δύνασθε νὰ ἦσθε πιστευτοὶ, διαδίδοντες, ὅτι ἡμεῖς παρακωλύομεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; καὶ ὅταν λαμβάνητε τὰ χρήματα τῆς ὁδοποιΐας, τοὺς ἱδρῶτας ἑνὸς νομοῦ, καὶ τοὺς δαπανᾶτε χάριν πολιτικῶν ἐπιῤῥοῶν ἀδικώτατα εἰς ἄλλους νομοὺς, καὶ σᾶς ζητοῦμεν τοὺς ἀναγκαίους πίνακας, ὅπως ἐλέγξωμεν τὴν ἀστοργίαν καὶ κερδοσκόπον πολιτικὴν ὑμῶν, σεῖς δὲ ἀρνεῖσθε νὰ κομίσητε τούτους, καὶ οὕτω φυγομαχεῖτε, καλούμενοι εἰς ἀπολογίαν πρὸ δέκα πέντε ἡμερῶν, παρακωλύομεν ἡμεῖς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; Καὶ ὅταν, κυβερνῶντες ἐπὶ ἑπτὰ ὅλα ἔτη, οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνητε, καίπερ αὐτοκαλούμενοι ἀναμορφωταὶ, οὔτε περὶ τοῦ κατωτάτου κλήρου, οὔτε περὶ τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὔτε περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, οὔτε περὶ τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, καὶ ζητοῦμεν διὰ τὴν ἀσύγγνωστον ταύτην ὀλιγωρίαν ὑμῶν λόγον, διότι εἴχομεν καθῆκον νὰ ζητήσωμεν λόγον ὄχι μόνον δι’ ὅσα πράττετε σκολιὰ, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσα παραλείπετε νὰ πράττητε πρέποντα, ἐπιλαθόμενοι τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς εὐθύνης, νομίζετε, ὅτι δὲν σκοποῦμεν εἰλικρινῶς νὰ σᾶς ἐλέγξωμεν, ἀλλὰ νὰ παρακωλύσωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ τοῦτο δύνασθε νὰ ἐπικαλῆσθε ἐλεγχόμενοι! Μὰ τὴν ἀλήθειαν ὑπὸ ἀγανακτήσεως καταλαμβάνεται καὶ ὁ μᾶλλον ἀπαθὴς καὶ ὁ μᾶλλον στωϊκὸς, ὅταν ἀκούῃ ὁλόκληρον συναυλίαν ἐφημερίδων, ἀξιουσῶν, ὅτι εἶναι σπουδαῖαι καὶ δυνάμεναι νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης, καταφερομένων κατὰ ἀνδρῶν, τόσον ἐπιμελῶς καὶ μετὰ τοιαύτης αὐταπαρνήσεως ἐκπληρούντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ καθῆκον αὐτῶν. Εἶναι ὄντως ἄδικον καὶ σκληρὸν, νὰ ὑβρίζωσιν ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι κατετρίψαμεν τὸν βίον ἡμῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος ἀκηλίδωτοι. Ἀριθμῶ εἴκοσι πέντε ἐτῶν δημόσιον βίον καὶ ὑπηρεσιῶν πρὸς τὴν πατρίδα, εὐόρκως ἐπιτελέσας τὸ καθῆκόν μου, κατὰ τὴν κρίσιν μου, καὶ δὲν ἀνέχομαι νὰ μοὶ ἀποδίδωνται τοιαῦται συκοφαντίαι, ἃς ἀκούω, μετ’ εὐλόγου καταφρονήσεως, ἐπαναλαμβανομένας σκοπίμως. Καὶ διατί; Διότι ἐπιμελοῦμαι νὰ ἐκπληρῶ, ὅπως ἐννοῶ, τὸ ἀνατεθέν μοι ὑπὸ τοῦ λαοῦ καθῆκον! Οὐδὲ θὰ παραιτηθῶ τούτου, καὶ ἂν μυρία στόματα ὑβριστικὰ κατ’ ἐμοῦ ἀνοιχθῶσιν. Ἀλλὰ θὰ ἐπιτελέσω τοῦτο, ὅπως ἐννοῶ ἐγὼ, ὀφείλων εὐθύνας μόνον πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μου, οἵτινες μοὶ ἔκαμαν τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀποστείλωσιν ἐνταῦθα. Κύριοι, ὅταν ἀπονέμηται χάρις πρὸς κακούργους, ἑπτάκις διελθόντας τὰ ἑδώλια τῶν Κακουργιοδικείων, ἀνήκοντας εἰς αἱμοβόρον οἰκογένειαν, ἐπαγγελλομένην τὸν δολοφόνον ἐπὶ μισθῷ, ὅταν πρόσωπα, στενῶς συνδεόμενα πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι καυχῶνται καὶ ἐκαυχήθησαν διὰ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῶν, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸν τόπον, καὶ οἱ ὁποῖοι μόλις ἐσώθησαν δι’ ἑνὸς βουλεύματος, τοῦ ὁποίου τὴν σημασίαν ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, μόλις ἐσώθησαν ἀπὸ τὰ ἑδώλια τοῦ Κακουργιοκείου, καὶ ὅταν Ὑπουργοὶ παρίστανται ἐν τῷ βήματι τούτῳ, ὅπως δικαιολογήσωσι πράξεις τοιαύτας, λέγοντες, ὅτι τὰ ἐγκλήματα ἐγένοντο εἰς ἀνωμάλους ἐποχὰς, καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κατ’ ἀλλοδαπῶν καὶ οὐχὶ καθ’ ἡμεδαπῶν, καὶ καυχῶνται, ὅτι ἔφεραν νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀντὶ οὐδενὸς ἀγαθοῦ κατέστησαν τὸ Κράτος χωροφύλακα τῆς Τουρκίας, καὶ ἔχωσι τὸ θάῤῥος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκτείνωσι τὴν χεῖρα καὶ νὰ μᾶς ἐπιδεικνύωσι τόσον ἀφελῶς τὴν μεγαλοφροσύνην αὐτῶν διὰ τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα διέπραξαν, βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ἐπέλθῃ ἀδυσώπητος, ἐκτὸς ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ μακρὰ πολιτεία τῶν ἀνθρώπων τούτων τοῖς δίδει καὶ τὸ δικαίωμα, ἐὰν δὲν ἔπραξεν ἔργα, ἀλλὰ παραβάσεις καὶ παρανομίας, εἰς τοιαῦτα αὐχήματα γελοῖα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑπεύθυνοι παριστάμενοι καὶ διατελοῦντες ὑπὸ ἔλεγχον. Ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἐὰν ὁ Βίσμαρκ ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῆς Γερμανίας μὲ τοιοῦτον στόμφον, μὲ τὸν ὁποῖον παρέστη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ μὲ τοιαύτας ἐκφράσεις ἀπρεπεῖς, τὰς ὁποίας ἦτο ἀνάξιον, ἂν ὄχι αὐτοῦ, τοὐλάχιστον τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ κατέχει, νὰ προφέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀποκαλῶν τοὺς ἐλέγχοντας αὐτὸν βδελυρούς, καὶ τοὺς ἐπιτελοῦντας τὸ καθῆκον ἀξιομέμπτους. Νομίζει ἴσως ἐξ ἕξεως, ὅτι παρίσταται ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, καὶ οὐχὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων, ὅπως δώσῃ λόγον, ἔστω καὶ διὰ παραγνωριζομένας αὐτοῦ πράξεις. Λησμονεῖ, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀπολογηθῇ διὰ νὰ σώσῃ ἑαυτὸν ἀπὸ πάσης κατ’ αὐτοῦ ὑπονοίας· ἐὰν ἤθελε νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένος πάσης εὐθύνης, ἔπρεπε νὰ μὴ δίδῃ διὰ τῶν πράξεων αὐτοῦ ἀφορμὴν εἰς τοιαύτας βαρείας ὑπονοίας· ἡ πολιτεία τοῦ Ὑπουργοῦ πρέπει νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ παρέχῃ οὐδεμίαν ἀφορμὴν οὔτε νὰ λέγωνται, οὔτε νὰ ὑπονοῶνται κατ’ αὐτοῦ τοιαῦται ἔνοχοι προθέσεις· διότι ἡ μεγάλη δύναμις τῶν διαχειριζομένων τὰ δημόσια πράγματα δὲν εἶναι ὁ στόμφος, ἀλλ’ ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς κοινωνίας πρὸς αὐτοὺς, οἱ μετριόφρονες καὶ σεμνοὶ λόγοι καὶ οὐχὶ αἱ ὑβριστικαὶ ἐκφράσεις, ἃς ἠδύναντο ἀλλαχοῦ νὰ ἐκφράσωσιν, οὐδέποτε δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς λέγητε βδελυρούς, βεβαίως ἀρνεῖσθε εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Καὶ πῶς ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν τοῦτο, καίπερ διὰ τοιούτου ἀσέμνου τρόπου τοῦ Ὑπουργοῦ προκαλούμενοι; Ἡμεῖς ἐπετελέσαμεν λίαν εὐπρεπῶς καὶ κοσμίως τὸ ἄχαρι τοῦτο καθῆκον. Δὲν ἤκουσα οὐδένα τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου, τῶν τόσῳ εὐγλώττως καὶ εὐφραδῶς ἐλεγξάντων τὴν διαγωγὴν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, χαρίσαντος τὴν ζωὴν εἰς δύο λῃστὰς, οἷοι ὁ Ῥοκόφυλλος καὶ ὁ Τάκης, νὰ ἐκφέρῃ λέξιν μὴ εὐπρεπῆ, ἢ μὴ προσήκουσαν ἐν Κοινοβουλίῳ. Ἔπρεπε δὲ νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν προσῆλθε νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὰς πράξεις αὐτοῦ, ὅτι ἀπεσιώπησεν ἐντελῶς τὰς φοβερὰς λεπτομερείας τῆς βιογραφίας τοῦ τέρατος ἐκείνου, καὶ ἠναγκάσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ μελετήσῃ 30 δικογραφίας, καὶ νὰ καταναλώσῃ, τὶς οἶδε πόσας ὥρας, ὅπως κατορθώσῃ νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας ἀκριβῆ ἔλεγχον αὐτῶν. Μετὰ τοῦτο σᾶς ἐκαλέσαμεν νὰ ἀπολογηθῆτε. Πρὸς τί μᾶς ὑβρίζετε βδελυρούς; Τίνες εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι προφέρετε τοιαύτην λέξιν καθ’ ἡμῶν; ποῖα εἶναι τὰ ἔργα σας; ποῦ καὶ πῶς ὑπηρετήσατε τὴν πατρίδα; Ἢ νομίζετε, διότι ἐλάβετε μέρος εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν ἀνακριτικὴν κατηγορίας ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσωσι τὸν σεβασμόν σας, ὅτι ἔχετε δικαίωμα ἐπὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τῆς πατρίδος, καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάζεσθε ἐδῶ τόσῳ σεμνότυφοι; Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ παρουσιασθῆτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν χωρεῖ τοιοῦτος στόμφος; Πρέπει νὰ μελετήσῃ ἕκαστος καθ’ ἑαυτὸν, τί ἔπραξε διὰ τὸν ἀτυχῆ τοῦτον τόπον καὶ τίνα ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ δικαιώματα, ὅπως σεμνοτυφῇ οὕτω. Οὐδ’ ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος; ὁ ὁποῖος ἀπήλλαξε τῶν δεσμῶν τῆς δουλείας 300,000 Ἑλλήνων ἀναιμάκτως, οὐδέποτε ἐτόλμησε νὰ παρουσιασθῇ πρὸ τῆς Βουλῆς μὲ τὸν ὄγκον τοῦτον, μὲ τὸ γαυρίαμα τοῦτο, ὅπερ ἐπαρουσίασεν ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς σήμερον. Καὶ συζητοῦντες τοιαῦτα θέματα, Κύριοι, καὶ ἐλέγχοντες τοιαῦτα ἔργα καὶ τοιούτους λόγους, παρελκύομεν τὰς συνεδριάσεις; Ἔχομεν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σπάρταλη· πρόκειται νὰ πληρώσῃ τὸ Ἔθνος, ὁ λαὸς ὁ πτωχὸς, 400 χιλιάδας δραχμῶν, ὁ λαὸς, τὸν ὁποῖον δὲν κρίνετε ἄξιον νὰ ἀνακουφισθῇ οὐδὲ διὰ τῶν 80 χιλιάδων δραχμῶν διὰ τῆς καταργήσεως τῶν διοδίων, προφασιζόμενοι, ὅτι ἔχετε ἀρχὴν νὰ μὴ καταργῆτε φόρους, ἐὰν δὲν ἀναπληρωθῶσι δι’ ἄλλων, ἐνῷ πρὸς τοὺς ὑπὸ τὸν Σπάρταλην κρυπτομένους δωρεῖτε πολλὰς ἑκατοντάδας. Ἐπισπεύδετε τὴν περάτωσιν μιᾶς δραματικῆς ὄντως ὑποθέσεως, ἡ ὁποία διῆλθε δι’ ὅλων τῶν γραφείων καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ τοῦ 1868 ταλανιζομένη, ράκος λογαριασμῶν. Καὶ ὅμως κατήντησε τὸ ράκος τοῦτο νὰ περιβληθῇ τὴν τήβεννον τοῦ Ἄγγλου Πρεσβευτοῦ, ἵνα παρουσιασθῇ πρὸ τῆς Βουλῆς. Πρόκειται νὰ σᾶς ἐξελέγξωμεν, ὡς διασπαθοῦντας οὕτως ἀλογίστως τὸν ἱδρῶτα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· σᾶς λέγομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρωθῇ ἡ ἄδικος αὕτη ἀπαίτησις τῶν δανειστῶν τοῦ Σπάρταλη καὶ νομίζετε, ὅτι παρελκύομεν διὰ τοῦτο τὰς συνεδριάσεις; Ἀλλὰ, Κύριοι, τοῦτο εἶναι ἀδίκημα καθ’ ἡμῶν, καὶ οὐδεὶς θέλει στέρξει. Τὶ ἦτο συγκριτικῶς τὸ ζήτημα τῆς προτάσεως τῶν 4 χιλιάδων δραχμῶν, ἃς ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐδαπάνησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις; Καὶ ἠγείρατε ζήτημα καὶ σφοδρὰν συζήτησιν, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῆς προκατόχου περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς δαπάνης ταύτης, αἱ ὁποῖαι δὲν τῆς ἐδόθησαν καὶ βασανίζετε τὴν Βουλὴν ἐπὶ 2 ἡμερονύκτια διὰ τῆς προτάσεως ταύτης, τῆς ὄντως παραλόγου! Διότι δι’ ὅλων τῶν πολιτικῶν διόπτρων ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξήτασε τὴν πρότασίν σας ἐκείνην, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνακαλύψῃ, ποῖον σκοπὸν εἶχεν ἡ πρότασίς σας καὶ τί δι’ αὐτῆς ἐπεδιώκατε, εἰμὴ τὸν ἀντιπερισπασμὸν τῆς δημοσίας γνώμης. Καὶ ὕστερον λέγετε, ὅτι κατατρίβομεν ἡμεῖς τὸν χρόνον! Τοῦτο εἶναι τὸ ἓν ζήτημα, Κύριοι, περὶ ὃ ἐστράφησαν αἱ συζητήσεις, ἤτοι ὁ ἔλεγχος κυβερνητικῶν παρανομιῶν καὶ ἀδικημάτων. Καὶ εἶναι ὅλως χωριστόν. Ἔρχεται δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Τὰ ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα. Ἔχετε τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ κανονίζητε σεῖς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· βεβαίως ἔχετε τὸ δικαίωμα τοῦτο. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι καταρτίζει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· τίς ἠμφισβήτησε τοῦτο; Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη ἡ κυρία ἀξίωσις ὑμῶν. Τὴν συγκαλύπτετε ἐν τοῖς λόγοις. Νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ, τίς εἶναι αὕτη; Ἐζητεῖτε δι’ ὅλων τούτων νὰ ὁρίσητε τεταγμένον χρόνον εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἀντιπροσώπων, κατὰ τὸν ὁποῖον ὡρισμένα νομοθετήματα ἐξ ἅπαντος ὁπωσδήποτε, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι. Θέλετε νὰ ψηφίσητε τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῶν ἑορτῶν, ὡς νὰ ἦσθε σεῖς ἁρμόδιοι νὰ κανονίζητε, τίνα ἔκτασιν καὶ τροπὴν θὰ λάβῃ ἑκάστου θέματος ἡ συζήτησις. Ἐπιζητεῖτε νὰ περιορίσητε οὕτω τὸν λόγον. Ἀλλὰ τότε τὸν συνταγματικὸν ὁρισμὸν, ὅτι ἐπὶ ἑξάμηνον ἐπιτρέπεται νὰ παρατείνωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἀνάγκη νὰ τὸν διαγράψωμεν. Καὶ δὲν ὥρισε τοῦτο τὸ Σύνταγμα ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν· οἱ θεσμοθετήσαντες ἐκεῖνο ἄνδρες, οἱ διὰ μακρῶν ἀγώνων καὶ θυσιῶν κατορθώσαντες νὰ περιορίσωσι τὰς ἀτασθαλίας τοῦ Στέμματος κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, ἔκριναν ἐν ὅλῃ τῇ προνοίᾳ καὶ ἀμεροληψίᾳ, ἐσκέφθησαν, ὅτι βεβαίως αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ ἐκτείνωνται ἐπ’ ἄπειρον, ἵνα μὴ οὕτω παρακωλύωνται αἱ κυβερνητικαὶ ἐργασίαι. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν πρέπει αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς νὰ διαρκῶσι 12 μῆνας, ἀλλὰ βεβαίως ἐσκέφθησαν, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ διαρκῶσι καὶ ὀλιγώτερον τῶν ἓξ μηνῶν. Ἐὰν εἶχον ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὑμεῖς ἠθέλετε κυβερνᾷ, ὡς κυβερνᾶτε, ὀργιάζοντες, βεβαίως ἤθελον ἐκτείνει τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς ἐπὶ 12 μῆνας· διότι σεῖς πρέπει πάντοτε νὰ ἔχητε τὴν Βουλὴν, ἵνα σᾶς συγκρατῇ διὰ τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ πλησιάζουσι νὰ λήξωσιν οἱ ὡρισμένοι ἓξ μῆνες; Κινδυνεύει νὰ λήξῃ τὸ τέρμα, τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς τεθειμένον; Οὐχί· ἔχομεν νὰ ἐργασθῶμεν ἀκόμη 4 μῆνας. Ἀλλ’ ὄχι· δὲν σᾶς ἐπιτρέπω, βοᾷ ὁ Πρωθυπουργὸς, νὰ παρατείνητε ἐπὶ πλέον τὰς ἐργασίας σας. Ψηφίσατε πρὸ τῶν ἑορτῶν τὸν Προϋπολογισμὸν· οὕτω θέλω. Καὶ τί; ἐπιστεύσατε, ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς ἄξιοι νὰ μᾶς τάξητε σεῖς ἐπὶ τῶν συζητήσεων προθεσμίας; Ἀλλὰ θὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ φίλοι σας νὰ παραμείνωσιν ἐνταῦθα κατὰ τὰς ἑορτάς· θὰ στερηθῶσι τῆς εὐχαριστήσεως νὰ συνεορτάσωσι μετὰ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν. Τί ἡμεῖς διὰ τοῦτο πταίομεν; Διακόψατε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὄχι· ἐπιμένετε, ὡς νὰ κινδυνεύῃ τὸ Κράτος. Καὶ τούτων ὅλων τίς εἶναι ὁ λόγος; ὁ λόγος εἶναι, νὰ ψηφίσητε ταχέως τὸν Προϋπολογισμὸν, ἵνα ἀπαλλαχθῆτε ταχύτερον τοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν ἐνοχλήσεων τῶν φίλων σας. Θέλετε νὰ κυβερνᾶτε αὐτοβούλως καὶ ἀνεξελέγκτως. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν δυστυχῶς ἐναντίαν γνώμην· καὶ περὶ τὴν ἀντίθεσιν ταύτην, τὴν τόσῳ φυσικὴν καὶ εὔλογον, τῶν γνωμῶν κεῖται τὸ ζήτημα, καὶ περὶ τούτου ὁ μέγας θόρυβος, καὶ περὶ τούτου ἡ βοὴ τῶν ἐφημερίδων. Ἡμεῖς, Κύριοι,—καὶ τὸ λέγομεν καθαρὰ— ἐννοοῦμεν ἐπὶ ἕξ μῆνας νὰ διαρκῇ ἡ Βουλή, ἢ τουλάχιστον ὀλίγῳ ἔλασσον τῶν μηνῶν, οὓς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ ἐλέγχωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀδυσωπήτως, ὅταν παραβαίνῃ τοὺς νόμους καὶ τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβεν. Ἀλλ’ ἵνα ἐκτελέσωμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν ταῦτα, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν τὸν νοῦν μας ἐλεύθερον καὶ τὴν ὑγείαν ἡμῶν ἀσφαλῆ καὶ παρέχουσαν εἰς ἡμᾶς τὰς πρὸς τοῦτο δυνάμεις. Δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν νὰ συνεδριάζητε 8, 10, 15 ὥρας, μέχρις οὗ ἀποκάμωμεν, μέχρις οὗ καταπονηθῶμεν, ἵνα μὴ ἐλέγχωμεν τὰς πράξεις καὶ συζητῶμεν ἐπιμελῶς τὰ νομοσχέδια. Ἐδῶ εἶναι τὸ περὶ ὃ ἀνταγωνιζόμεθα δεύτερον ζήτημα. Οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως τῆς εὐρείας τῶν νομοσχεδίων, ἢ τῶν παρανόμων ὑμῶν πράξεων, ἐξελεγχομένων ἀκριβῶς, ἀλλὰ βεβαίως ἡ ὁποία εἶναι ὅλως εἰλικρινὴς, εἶναι σοβαρὰ καὶ πρὸ πάντων ἀναγκαία νὰ γίνῃ. Ὅταν λοιπὸν ἔρχησθε πιέζοντες ἡμᾶς μέχρι τῆς 12, μέχρι τῆς 1ης ὥρας μετὰ τὸ μεσονύκτιον, σᾶς ἐρωτῶ, ποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστῇ τὸ μαρτύριον τοῦτο; ὅταν διὰ τῆς παρατάσεως μετὰ τὴν μίαν μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὥραν τῶν συνεδριάσεων ἐπιφέρητε καθ’ ἡμῶν βίαν, καὶ μᾶς ἀπελπίσητε, τότε δικαίως ἀμυνόμεθα ὑπὲρ τῶν ἐκβιαζομένων καὶ ἀθετουμένων δικαιωμάτων ἡμῶν. Οὐδ’ εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν πρέπει νὰ ἀμυνώμεθα· ἐγὼ ἐδήλωσα καὶ δηλῶ καὶ ἤδη, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης θὰ ἦμαι Ἰρλανδός. Ὅταν φθάσῃ ἡ δευτέρα ὥρα καὶ μοὶ ἀπειλεῖτε τὴν ὕπαρξιν διὰ τοῦ καμάτου, διὰ τῆς ἀϋπνίας, θὰ ἀμυνθῶ καὶ θὰ ὑπερασπίσω τὰ δικαιώματά μου διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μοὶ δίδει ὁ Κανονισμός. Οὐδεὶς δὲ δύναται εὐλόγως νὰ μὲ ἐλέγξῃ, καὶ ἂν μὲ ἐλέγξῃ ἀδίκως, ἓν ὀφείλω αὐτῷ, τὴν καταφρόνησίν μου. Λοιπὸν ἔχομεν δύο θέματα. Θὰ συζητῶμεν εὐρέως, θὰ συζητῶμεν ἐν εἰλικρινείᾳ. Μετὰ τὴν προκεχωρηκυῖαν ὥραν θὰ ἀμυνώμεθα, θὰ κωλυσιεργῶμεν, θὰ προτείνωμεν ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ θὰ μετερχώμεθα πανθ’ ὅσα νόμιμα μέσα ἔχομεν. Ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια· καὶ πρέπει νὰ λέγηται ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰλικρινῶς. Ἐγὼ τουλάχιστον νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον, καθῆκον συνταγματικὸν, ὅταν μετὰ ὀκτάωρον καὶ ἐννεάωρον ἐργασίαν, ἀποκαμόντος τοῦ νοῦ μου καὶ τοῦ σώματος, δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ, δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον, διὰ παντὸς μέσου τὴν κατάχρησιν τῆς πλειονοψηφίας ταύτην νὰ τὴν ἀποκρούσω· τὴν ἀποκρούω δὲ διὰ νομίμου μέσου, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ μοὶ ἀμφισβητήσῃ. Τὰ δύο λοιπὸν ταῦτα ζητήματα εἶναι χωριστὰ καὶ πρέπει νὰ τεθῶσι χωριστὰ, καὶ ἂν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν προνοήσῃ νὰ κανονίσῃ ἐν μέτρῳ δικαίῳ τὸν χρόνον τῆς συνεδριάσεως, καὶ νὰ μὴ τὸν παρατείνῃ πέραν τῶν ἕξ ἢ ἑπτὰ ὡρῶν τὸ πολὺ, ἀλλ’ ἐπιμείνῃ διὰ τοῦ καμάτου νὰ παραβιάζῃ τὰ δικαιώματα ἡμῶν, ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι πάντες, τουλάχιστον ἐγὼ ἠξεύρω νὰ ἐπιτελέσω τὸ καθῆκόν μου, προτείνων ἀδιαλείπτως ἐνστάσεις μὴ ἀπαρτίας, καὶ οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ μὲ ἐλέγξῃ ἐπὶ τούτῳ, ὅτι πράττω ἀδίκημα, ἢ παράβασιν καθήκοντος.

§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὅτε ἐπεχείρησα νὰ ἐξετάσω, κατὰ πόσον εἶναι βάσιμοι αἱ αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, οὐδένα ἐποιησάμην λόγον περὶ τῶν ὑποτιθεμένων αἰτίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἀποδοθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· διὰ τοῦτο μετ’ ἀπορίας ἤκουσα αὐτοῦ, ἀποδίδοντός μοι τὴν αἰτίασιν, ὅτι ἐξέφρασα δῆθεν γνώμην, καθ’ ἣν ὤφειλε νὰ ἐξαιρεθῇ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν κατὰ τοῦ Τάκη κατηγοριῶν ὁ ἀδελφός του Ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν. Ἐγὼ, Κύριοι, τοιαύτην τινὰ γνώμην οὐδέποτε ἐξέφρασα. Ἐνθυμοῦμαι μόνον, ὅτι εἰς προγενεστέραν συνεδρίασιν, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Λεβίδου, ἠρώτησα ἁπλῶς, ἐὰν τὰ ἐν τῷ φύλλῳ τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» γραφέντα εἶχον προηγηθῆ τῆς ἐκδικάσεως τῆς κατὰ τοῦ Τάκη κατηγορίας, διότι ἐνόμισα, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς διαγωγῆς τοῦ ἀδελφοῦ του ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Ἑπομένως ἄνευ λόγου, νομίζω, καὶ ἀδίκως ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπέδωκε τὴν αἰτίασιν, περὶ τῆς ὁποίας εἶπεν ὑμῖν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὴν συζήτησιν περὶ τούτου προεκάλεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ δηλώσω τὴν γνώμην, ἣν ἔχω καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ λόγων ἐξαιρέσεως, νομίζω, ὅτι ἐπιμελῶς ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν δύο διακεκριμένας περιστάσεις· τοὺς λόγους τῆς ἐξαιρέσεως, τοὺς ὁποίους διαγράφει ὁ νόμος, ἵνα προβάλλωνται ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε διαδίκων κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ τοὺς λόγους τῆς ἐξαιρέσεως, τοὺς ὁποίους οἴκοθεν οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ὁσάκις νομίζωσιν ὀρθὸν, προβάλλουσιν, ἵνα ἀπόσχωσι τῆς ἐκπληρώσεως τῶν δικαστικῶν αὑτῶν καθηκόντων του. Οἱ δεύτεροι οὗτοι λόγοι ἠδύναντο ἴσως ὀρθότερον νὰ χαρακτηρισθῶσιν, οὐχὶ ὡς λόγοι ἐξαιρέσεως, ἀλλ’ ὡς λόγοι ἀποχῆς, καὶ πολλάκις οὐδόλως ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν Δικαστηρίων ἢ τῶν Συμβουλίων, ἀλλ’ ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος, ὁ αἰσθανόμενος ἐν ἑαυτῷ τοιούτους λόγους ἀποχῆς, δηλοῖ ἁπλῶς εἰς τοὺς συναδέλφους του, ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ μέρος, ἵνα μεριμνήσωσι περὶ ἀναπληρώσεως αὐτοῦ δι’ ἄλλου προσώπου. Καὶ περὶ τὴν ἐκτίμησιν δὲ τῶν τοιούτων λόγων καὶ τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια καὶ τὰ Δικαστήρια κρίνουσιν ἐπιεικέστατα, εὐρύτατα, καὶ βλέπομεν καθ’ ἑκάστην εἰς τὰ Δικαστήρια ἐντίμους δικαστὰς καὶ Εἰσαγγελεῖς, ἀπέχοντας ἁπλῶς νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς ὑποθέσεις ἄνευ νομίμου τινὸς ἐξαιρέσεως λόγου, ἀλλ’ ἐξ ὑπερβαλλούσης λεπτότητος καὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ἵνα περιφρουρήσωσι τὴν ὑπόληψιν αὑτῶν κατὰ πάσης παρεξηγήσεως καὶ ἵνα προφυλάξωσι τὴν συνείδησιν αὑτῶν ἀπὸ παντὸς περιορισμοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο, ὁσάκις πρόκηται περὶ κατηγορουμένου γνωστοῦ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἢ συγγενοῦς τῶν συγγενῶν του, ἢ συμπολίτου αὐτοῦ, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀποχωρεῖ, καὶ ἀναθέτει εἰς ἕτερον ὑπάλληλον τὴν ὑποστήριξιν τῆς κατηγορίας. Τὸ αὐτὸ πράττει ὁσάκις πρόκηται περὶ συνδημότου ἢ συγχωρίου. Εἶναι εὐτυχῶς πολλὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀναπληρώσωσι τὸν Εἰσαγγελέα, ὅταν νομίζῃ, ὅτι δὲν προσήκει, ἠθικῶς τουλάχιστον, ἂν ὄχι νομικῶς, νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του. Ὑπῆρχον ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοιοῦτοί τινες λόγοι, δυνάμενοι νὰ πείσωσι τὸν ἀδελφὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ ἀπόσχῃ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του; Ἐπρόκειτο περὶ ληστοῦ καταγομένου ἐκ τοῦ δήμου, ἐκ τοῦ χωρίου ἀκόμη, ἐξ οὗ κατήγετο καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς, ἐπρόκειτο περὶ κατηγορουμένου, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο καταγγελία κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ τῶν οἰκείων του, ὅτι ὑπέθαλπον αὐτόν. Ἠδύνατο, νομίζω, νὰ θεωρήσῃ προτιμότερον νὰ ἀπόσχῃ. Ἡ τοιαύτη γνώμη, Κύριοι, περιέχει τι τὸ ἄτοπον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐθεώρησε προσῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιτιμήσῃ ἐμὲ, ὡς ἐξενεγκόντα αὐτήν; Νομίζω, ποσῶς. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν ἐγὼ τοιαύτην αἰτίασιν κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του ἐξήνεγκον, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα, εἶναι ζητήματα, ὧν ἡ ἐκτίμησις εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἰδίου ὑπαλλήλου ἀνατίθεται μᾶλλον καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ἑτέρου. Ἀλλὰ, λαβὼν μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀρχιληστοῦ τούτου ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐξεπλήρωσεν ἆρά γε πρεπόντως τὰ ὑψηλὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐκπληρώσῃ; Ἄν, Κύριοι, ἠδύνατό τις νὰ ἔχῃ περὶ τούτου τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ταύτην τὴν ἦρεν αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι καταδίκη ἀμετάκλητος τῆς διαγωγῆς, ἣν ἐτήρησεν ὁ ἀδελφός του. Τί σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός; Ἀναγνωρίζω, λέγει, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀναιρέσεως. Ἡ πρᾶξις, ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν ἀρχιληστὴν, ἦτο προφανῶς καθαρὰ, ἀναμφισβήτητος δολοφονία. Καὶ ὅμως ὁ ἀδελφός του ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων ὑπεστήριξεν, οὐχὶ ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι δολοφονία, ἀλλ’ ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι ἀναίρεσις. Τὸ τοιοῦτο δικαιολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς προελθὸν ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, τοῦ νὰ προλάβῃ τὴν πλήρη ἀθώωσιν τοῦ Τάκη ἐπὶ φόνῳ, καὶ ἐξασφαλίσῃ τὴν καταδίκην αὐτοῦ ἐπὶ ἀναιρέσει. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀπορῶ ἀληθῶς, πῶς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐκφράζει τοιαύτην τινὰ γνώμην. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὑποστηρίζων τὴν κατηγορίαν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἀντιπροσωπεύει τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν κοινωνίαν, ὅτι ὀφείλει ἑπομένως, ἀγορεύων πρὸς τοὺς ἐνόρκους, νὰ λέγῃ πρὸς αὐτοὺς, ὅ,τι ἡ συνείδησις καὶ ἡ πεποίθησίς του τῷ ὑπαγορεύει, ὅτι Εἰσαγγελεὺς συνειδὼς τὸ καθῆκον καὶ τὴν ἀποστολήν του, δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, εἰμὴ ὅ,τι συνάδει μὲ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δικαιοσύνην. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τοιαῦτα τεχνάσματα, οἷα ἠθέλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν ἀδελφόν του, εἶναι ἀνάξια τῆς Εἰσαγγελίας, καὶ ἐξευτελίζουσιν αὐτήν. Ἑπομένως, ἐπαναλαμβάνω, ἡ διαγωγή, ἣν ἐτήρησεν ὁ ἀδελφός του κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, εἶναι διαγωγὴ κατακριτέα καὶ αὐστηρῶς κατακριτέα. Καὶ οὐδὲ νομίζω μάλιστα, Κύριοι, ὅτι τοιαῦτα τεχνάσματα δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκουσιν. Ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς νομίζῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἀποδείξεις ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου ἐπὶ δολοφονίᾳ, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ καθαρῶς εἰς τοὺς ἐνόρκους, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην κατηγορίαν. Ἐὰν ὅμως φρονῇ, ὅτι βάσιμος εἶναι ἡ ἐπὶ δολοφονίᾳ κατηγορία, καὶ ὅμως ἐπιχειρεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ ἀναίρεσιν, ὁ τοιοῦτος Εἰσαγγελεὺς ἐντελῶς θὰ ἀπολέσῃ τὴν δίκην· διότι ἡ ὑποχώρησις τοῦ Εἰσαγγελέως ἀποδεικνύει ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐνοχῆς, τὴν δὲ ἀμφιβολίαν θὰ ἐπεκτείνωσιν οἱ ἔνορκοι καὶ εἰς τὴν ἀναίρεσιν, ἐπιδεικνύοντες μάλιστα μείζονα τοῦ Εἰσαγγελέως ἐπιείκειαν. Ἄν ὁ Εἰσαγγελεὺς θέλῃ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς ἐνόρκους νὰ παραδεχθῶσιν ἀναίρεσιν, τότε ὀφείλει νὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ τοῦ φόνου. Καὶ τότε μόνον αὐτοὶ, θέλοντες νὰ φανῶσιν ἐπιεικεῖς, θὰ παραδεχθῶσι τὴν ἀναίρεσιν. Ὥστε οὐ μόνον κατακριτέα, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀτυχὴς ἦτο ἡ διαγωγή, ἣν ἐτήρησεν ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς Εἰσαγγελεύς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα βελτιώσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀδελφοῦ του παρέστησε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι καὶ ἕτεροι κατηγορούμενοι, προηγουμένως διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, ἐκ συστάσεως ἐνεργηθεῖσαν, δικασθέντες, κατεδικάσθησαν καὶ οὗτοι εἰς ἐλαφρὰς ποινάς. Ἡ καταδίκη, Κύριοι, ἄλλων διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν εἰς ἐλαφρὰν ποινὴν, οὐδὲν ἀποδεικνύει, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν χαρακτῆρα τῆς πράξεως· διότι γνωρίζετε, ὅτι ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων δὲν χαρακτηρίζονται αὐστηρῶς αἱ ἀποδιδόμεναι κατηγορίαι, καὶ πολλάκις ἐπέρχονται χαρακτηρισμοὶ ἐλαφρότατοι, οὐχὶ λόγῳ ἀκριβοῦς ἐκτιμήσεως, ἀλλ’ ἕνεκα ἐπιεικείας ἢ ἄλλων λόγων. Τὰ συμβάντα ταῦτα οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν ἐκτίμησιν τῆς διαγωγῆς τοῦ κ. Εἰσαγγελέως. Ἠδύναντο νὰ ἔχωσι σχέσιν, ἂν καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς, οἵτινες εἶχον λάβει μέρος εἰς τὰς δίκας ἐκείνας, εἶχον σχηματίσει γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξωσιν ἀναίρεσιν. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὐδὲ εἶναι ἀληθές. Τὸ ἐξήγαγεν ἐκ γνωμοδοτήσεων περὶ χάριτος, ἃς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ δι’ ὧν οἱ Πρόεδροι καὶ Εἰσαγγελεῖς δηλοῦσιν, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς ἐχαρακτήρισαν τὴν πρᾶξιν οἱ κύριοι ἔνορκοι. Τοῦτο δὲ ἔτι μᾶλλον ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν ἕτερος κατηγορούμενος, ὁ Ῥοκόφυλλος, κατεδικάσθη εἰς θάνατον. Ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ στυγερᾶς δολοφονίας. Ἵνα βελτιώσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀδελφοῦ του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀνέφερε προσέτι, ὅτι ὁ ἀδελφός του ἐζήτησε τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς ποινῆς καὶ τὸ Δικαστήριον ἐφάνη ἐπιεικέστερον. Ὁ ἀνώτατος ὅρος εἶναι 20 ἔτη, καὶ τὸ Δικαστήριον ἐπέβαλε 18. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν, τοιαῦτα προβάλλοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχει τινὰ σημασίαν, ἐὰν ἄνθρωπος, ὅστις ἐπρόκειτο νὰ ὑποστῇ πλείστας βαρυτάτας καταδίκας, κατεδικάσθη εἰς εἴκοσιν ἢ μόνον δεκαοκτὼ ἐτῶν δεσμά. Τὸ μόνον σπουδαῖον ζήτημα ἦτο, νὰ σώσῃ τὴν κεφαλήν του, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο οὐσιωδῶς Συνέδραμεν ὁ κ. Ἀντεισαγγελεὺς, ὑποστηρίξας τὴν ἀναίρεσιν....

§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Κωνσταντόπουλε, μίαν παρατήρησιν. Οἱ Σύνεδροι ἐὰν ἐφρόνουν καὶ αὐτοὶ, ὅτι κακῶς ἀπεφάνθησαν οἱ ἔνορκοι, ὅτι ἐπιεικῶς ἔλυσαν τὸ ζήτημα, ὤφειλον νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των αὐτὴν διὰ τῆς βαρυτάτης ποινῆς, ἣν ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλωσι, βαρυτάτη δὲ ποινὴ ἦσαν τὰ 20 ἔτη. Τοῦτο θὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ οἱ Σύνεδροι αὐτοὶ ἐπεδοκίμασαν τὴν ἐπιείκειαν τῶν ἐνόρκων. Ἄρα δὲν ἐπρόκειτο περὶ δολοφονίας.

§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, γνωρίζετε, ὑποθέτω, ὅτι πλείονα ἔτη τῆς ζωῆς μου κατηνάλωσα εἰς τὴν ἐξέτασιν τοιούτων ὑποθέσεων. Λοιπὸν διαβεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι καὶ ὅταν οἱ ἔνορκοι μεταβάλωσιν ἄνευ λόγου τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, οὐδέποτε σχεδὸν οἱ Σύνεδροι ἐπιβάλλουσιν ἀκριβῶς τὸν ἀνώτατον ὅρον.

§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχετε λάθος. Πάντοτε ἐκφράζουσι τὴν δυσαρέσκειάν των διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀνωτάτης ποινῆς.

§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ περὶ τούτου...

§23ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχετε, φαίνεται, τὴν ἀντίληψιν εἰσαγγελικὴν καὶ σᾶς φαίνονται μικραὶ αἱ μεγάλαι ποιναί. Ἐγὼ ἐπίσης ἔχω πολλῶν ἐτῶν πεῖραν, καὶ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι τὸ ἀντίθετον συμβαίνει· ὅταν οἱ δικασταὶ εὑρίσκωσιν ἐπιεικῆ τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν ἐνόρκων, ἐπιβάλλουσι πάντοτε τὸν ἀνώτατον ὅρον. Ἀλλ’ ἴσως εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος εἶμαι δικηγόρος, φαίνεται ἀνώτατος· σεῖς ὅμως εἶσθε Εἰσαγγελεὺς, καὶ ἔχετε τὴν ἀντίληψιν τοιαύτην, ὥστε νὰ σᾶς φαίνηται καὶ ὁ ἀνώτατος ὅρος, ὡς ἐλάχιστος.

§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ κατωτάτου καὶ ἀνωτάτου ὅρου. Πρόκειται περὶ τῆς διαγωγῆς, ἣν τηροῦσι τὰ Δικαστήρια τῶν Συνέδρων ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οἱ ἔνορκοι παραδέχονται ἀτόπως ἐλαφρότερον χαρακτηρισμὸν τῶν ἀδικημάτων. Ἐπαναλαμβάνω, καὶ δύναμαι νὰ ἀποδείξω στατιστικῶς, ὅτι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σπανιώτατα ἐπιβάλλεται ὁ ἀνώτατος ὅρος. Οὐδὲν λοιπὸν σημαίνει, ἂν ἀντὶ 20 ἐτῶν ἐπεβλήθησαν 18 ἐτῶν δεσμὰ εἰς ἄνθρωπον, ὅστις εἶχεν ἐπανειλημμένως καταδικασθῆ, καὶ ἐπρόκειτο νὰ δικασθῇ καὶ δι’ ἄλλας πράξεις, καθόσον, ὅπως ὁ διακόπτων με κύριος Μπουφίδης γνωρίζει, αἱ τοιαῦται καταδίκαι δὲν ἔχουσι καὶ πρακτικὴν ἔννοιαν, διότι συγχωνεύονται αἱ ποιναί. Ὥστε τὸ ἐπιχείρημα, ὅπερ ὁ κ. Ὑπουργός, ἠθέλησε νὰ προβάλῃ πρὸς δικαιολογίαν τοῦ κυρίου ἀδελφοῦ του, οὐδεμίαν ἔχει ἰσχύν. Τώρα, Κύριοι, καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ἀντικειμένου εὑρίσκομαι εἰς διαφωνίαν μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, περὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν δύνανται, καὶ ἐὰν πρέπῃ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τῆς χάριτος ἄλλαι καταδίκαι τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποστηρίζων ἀντίθετον γνώμην, καὶ μὲ ἀπορίαν μου ἤκουσα αὐτὸν, ἐπαναλαμβάνοντα, ὅτι, ὅταν ἐπιβληθῇ μία θανατικὴ ποινὴ εἴς τινα, ἵνα ἐκτιμήσῃ, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀπονείμῃ χάριν, δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς λοιπὰς καταδίκας κατὰ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ἀλλὰ μόνον τὴν ἐπιβαλοῦσαν εἰς αὐτὸν τὴν θανατικὴν ποινήν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, ἐὰν ἀκούσῃ, ὅτι δύο ἄνθρωποι διέπραξαν ἀπὸ κοινοῦ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, τιμωρουμένην μὲ θάνατον, καὶ ἐκ τούτων κατόπιν ὁ εἷς μὲν ἔζησεν ἐπὶ ἔτη εἰρηνικῶς καὶ ἐντίμως, ὁ δὲ ἕτερος διέπραξε κατόπιν πλείστας ἀναιρέσεις, 10 ληστείας καὶ ἄλλα ἀδικήματα, μὴ τιμωρούμενα μὲ θάνατον, καὶ πρόκηται κατόπιν νὰ σκεφθῇ, ἐὰν αὐτὸς ἦναι ἄξιος συγγνώμης καὶ χάριτος, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διακρίνῃ μεταξὺ τοῦ ἐμπράκτως ἀποδείξαντος τὴν μεταμέλειάν του καὶ τοῦ ἀκολουθήσαντος τὴν ὁδὸν τοῦ κακουργήματος, καὶ νὰ φανῇ ἐπιεικὴς εἰς τὸν πρῶτον, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὸν δεύτερον. Εἰς τὸ ζήτημα τῆς χάριτος ἔχει ἐπιῤῥοὴν ὁ βαθμὸς τῆς ἠθικῆς διαστροφῆς τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως· πῶς λοιπὸν ἀξιοῦσι νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ ἑπόμεναι πράξεις αὐτοῦ, διὰ τῶν ὁποίων προσδιορίζεται σαφέστερον ὁ βαθμὸς τῆς ἠθικῆς διαφθορᾶς κατὰ τὴν διάπραξιν τῆς πρώτης πράξεως; Οἱ κανόνες, οὓς ὀφείλει ὁ δικαστὴς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει μετὰ τὴν καταδίκην κατὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θεωρῶνται ὑποχρεωτικοί, καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ Ὑπουργὸς πρόκηται νὰ ἀπονείμῃ εἴς τινα χάριν. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑαυτὴν θεωρουμένη ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ εἰς θάνατον καταδίκη καὶ δι’ ἣν ἐδόθη ἡ χάρις, εἶναι ἆρά γε αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν τοιαύτη, ὥστε νὰ θεωρηθῇ οἰκτιρμοῦ ἄξιος ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἀποκρούσει τὴν ἰδέαν περὶ μετριάσεως τῆς ποινῆς; Ἠκούσατε, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ θηριώδους δολοφονίας τριῶν κοιμωμένων ἀνθρώπων, καὶ ὑπὸ δολοφόνων, εἰς οὓς ἀνυπόπτως παρέσχον φιλοξενίαν. Ἐὰν ἐσώθησαν οἱ δύο, δεινῶς τετραυματισμένοι, ἐσώθησαν οὐχὶ ἐκ τῆς ἐπιεικείας τῶν δολοφόνων. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξία χάριτος; Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐκτελῶμεν πάσας τὰς νομίμως ἐπιβληθείσας θανατικὰς ποινὰς, βεβαίως πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ ἡ ὡς ἄνω ἐπιβληθεῖσα. Ἐὰν πάλιν ἐκ τῶν πολλῶν θανατικῶν ποινῶν τινὰς πρόκειται νὰ ἐκτελέσωμεν, τότε καθῆκον ἱερὸν ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἐκτελῶσι τὰς ποινάς, τὰς ἐπιβεβλημένας εἰς τὰς βαρυτέρας καὶ στυγερωτέρας πράξεις. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει, ἐκτελέσαντες τὴν εἰς τὸν Μπονάτην ἐπιβληθεῖσαν ποινήν, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἐθεωρήσατε ἐπιτετραμμένον νὰ χαρίσητε ποινὴν, ἐπιβληθεῖσαν εἰς ἄνθρωπον, ὅστις τρεῖς ἀνθρώπους θηριωδῶς καὶ δολίως ἐπεχείρησε νὰ ἀποκτείνῃ. Καὶ τοῦτο λέγων, δὲν ἰσχυρίζομαι ἐγὼ, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ θανατικὴ ποινή, διότι οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ, οὐδὲ ὀφείλει νὰ ἀποφαίνηται περὶ τοιούτων φοβερῶν ζητημάτων, ὅταν δὲν ὑποχρεῶται ἐκ καθήκοντος νὰ πράξῃ τοῦτο. Πᾶς ἄνθρωπος κλίνει εἰς τὴν ἐπιείκειαν, καὶ οὐδέποτε δύναμαι νὰ κατηγορήσω τινά, ἐξασκήσαντα τοιαύτην ἐπιείκειαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω καθῆκον νὰ ἐξετάσω, εἶναι, ἂν τὴν ἐπιείκειαν ταύτην ἐξήσκησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν ἰσότητι καὶ δικαιοσύνῃ. Ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Μετὰ τὰ λεχθέντα δύνασθε ὑμεῖς νὰ σχηματίσητε περὶ τούτου οἱανδήποτε θέλητε γνώμην.

§25ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προκληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ θέσῃ ταύτην εἰς ψηφοφορίαν. Ἡ πρότασίς μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐγκρίνουσα τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§26ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§27ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ῥάλλη, νὰ ἐπανορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι αὐτὸς προσῆλθε πρὸς τὸν ἀδελφόν μου, ἢ ὅτι ἀνέλαβεν ὁ ἀδελφός μου τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ. Ἀνακαλῶ εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὸ δὶς ἢ τρὶς παρ’ ἐμοῦ ἐπισήμως βεβαιωθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὁ Ἀλέξιος Τάκης προσῆλθεν ἀμέσως πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, κατ’ ἐξαίρεσιν τῶν ἄλλων φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων· ἀνακαλῶ εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ τῶν ὑποθέσεων πάντων τῶν ἄλλων φυγοδίκων, δὲν προσδιωρίσθη νὰ γίνῃ εἰς Μεσολόγγιον, ὅπου ὁ ἀδελφός μου δικηγορεῖ, ἀλλ’ εἰς Λευκάδα, εἰς οὐδεμίαν δ’ ἀπολύτως ὑπόθεσιν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη παρέστη ὁ ἀδελφός μου ὡς συνήγορος.

§28ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς προσπαθεῖ ἐπανειλημμένως νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι προσελθὼν εἰς τὰς ἐν Μεσολογγίῳ Ἀρχὰς ὁ ἀρχιλῃστὴς Τάκης, ἐτέθη ἀμέσως, ἅμα τῇ προσελεύσει του παρὰ τῇ Εἰσαγγελίᾳ, εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ νομίζει, ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ μιᾶς ἐκθέσεως ἐμφανίσεως ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐμφανίσεως ἐγένετο, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ εἰς τὰς φυλακάς· ἐὰν δὲ εἶχεν ἐμφανισθῆ πρότερον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ἀφέθη ἐλεύθερος, δὲν συνετάχθη περὶ τούτου ἔκθεσις, οὔτε ἠδύνατο νὰ συντάξῃ τοιαύτην ἔκθεσιν ὁ Εἰσαγγελεὺς, διότι ἠδύνατο νὰ τρέξῃ καὶ κίνδυνον καταδιώξεως. Ὁσάκις ἡ Εἰσαγγελία ἀφίνῃ ἐλευθέρους τοὺς ἑκουσίως προσερχομένους, δὲν συντάσσει ἔκθεσιν. Ὅταν δὲ ἀποφασίζῃ νὰ τοὺς φυλακίσῃ, τότε συντάσσει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐμφανίσεως καὶ ἀποστέλλει αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακάς.

§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, τί βεβαιοῦσι τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα. Ἐὰν ὅμως, ἐναντίον τῶν ἐπισήμων βεβαιώσεων, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐγίνετό τι κατὰ τὸ παρελθὸν, ἁρμοδιώτερος εἶναι ὁ κ. Κωνσταντόπουλος νὰ τὸ βεβαιώσῃ, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτην ἰδίαν πεῖραν ἐκ τῆς μακρᾶς εἰσαγγελικῆς τοῦ ὑπηρεσίας.

§30ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§31ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Δὲν λέγω, ὅτι δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς πάντα ἕτερον νὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας, διότι πολλάκις εἶναι καὶ τοῦτο ζήτημα συναφές· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δύναμαι, εἰμὴ μετ’ εὐχαριστήσεως νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου περὶ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος τυγχάνει μιᾶς ἐπικυρώσεως ἐκ τῶν ὑστέρων. Εἶχον παρατηρήσει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μακρὰν τοῦ νὰ ζητῇ ψῆφον ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, πρὸ πάντων πρέπει νὰ ζητῇ φωτισμὸν καὶ γνώμας, καὶ ἀπαλλαγὴν παντός, εἰ δυνατόν, ἀντιπροσώπου ἀπὸ πάσης ὑπονοίας ἐναντίον αὑτοῦ. Καὶ ἰδού, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀγορεύσας, ἔπεισε, φαίνεται, ἕνα ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων καὶ διαπρεπὲς μέλος τῆς μειονοψηφίας, περὶ τοῦ ὅτι ἡ κατ’ αὐτοῦ ἐξενεχθεῖσα κατηγορία εἶναι ἀβάσιμος. Ἰδοὺ τοῦ λοιποῦ ἓν πολύτιμον κτῆμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι ἢ νὰ συγχαρῶ αὐτόν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ὑπόθεσις ἔχῃ πρὸ πάντων σήμερον τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας, τότε ἰδίως ἔχει τι τὸ ἄτοπον ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ ἐν γένει ἔχει τὸ ἄτοπον ἢ τὸ ἀκατανόητον ἡ διατύπωσις τῆς προτάσεως ταύτης, διότι λέγει, ὅτι «ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐγκρίνουσα τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ποίαν ἆρά γε ἐνέργειαν; Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ θέλωμεν ἔλλειψιν ἐνεργείας τινὸς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι ποία θὰ ἦναι ἡ ἐνέργεια, προκειμένου περὶ ὑποθάλψεως ληστοσυμμορίας; Τοῦτο πρέπει νὰ καθαρισθῇ, ἵνα μὴ μείνῃ οὐδεμία παρεξήγησις. Ἡ ἐνέργεια εἶναι βεβαίως τι θετικόν, εἰς ὅλην δὲ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐν τοῖς καθέκαστα καὶ ἐν τῷ συνόλῳ, πρόκειται νὰ ἀναζητήσωμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλοίμονον, ἂν ἐγκρίνωμεν ἐνέργειαν Ὑπουργοῦ πρὸς ὑπόθαλψιν ληστείας!...

§32ΡΑΛΛΗΣ. Τί παραδέχεσθε τέλος πάντων σεῖς;

§33ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω μόνον, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ἡ πρότασις, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων καὶ σκανδάλου, μὴ τυχὸν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ πλειοψηφία, ἐγκρίνουσα ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐγκρίνει τὴν ὑπόθαλψιν τῆς ληστείας. Καλὸν λοιπὸν ἡ πρότασις αὕτη νὰ τροποποιηθῇ, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ περὶ ἐλλείψεως ἐνεργείας. Δι’ ὅσα δὲ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας κ. Ῥάλλης εἶπεν, ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὡς πρὸς τοῦτο. Ἐγένοντο παρά τινος παρατηρήσεις, ὅτι ἐγὼ, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ αὐτοῦ, ἡρμήνευσα τοὺς λόγους του, ἐνῷ οἱ λόγοι του δὲν ἐπεδέχοντο ἑρμηνείαν. Συμφωνῶ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἡρμήνευσα τοὺς λόγους του, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο ἐδῶ ὁ κ. Ῥάλλης, ὅτε ὡμίλουν. Κατόπιν τῆς ἐντόνου παρατηρήσεως, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀπευθύνει πρὸς αὐτὸν, παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισα ὡς μὴ ἔχουσαν ἀξίαν, ὡς μὴ ἔχουσαν βάσιν πραγματικήν, ὁ κύριος Ῥάλλης ἐξήγησεν ὁ ἴδιος διὰ μακρῶν τὰς ἰδέας του. Εἶπεν, ὅτι, ἐὰν μᾶς ἐτίθετο ζήτημα κατεπείγοντος τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἐζήτουν τὴν ἐπιψήφισιν, ἠθέλομεν ἴσως ὑποχωρήσει, ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ, ἠθέλομεν θυσιάσει ἄλλας ἰδέας ἡμῶν, ἄλλας ἐπερωτήσεις, ἵνα προβῶμεν. Δὲν ἐδήλωσε λοιπόν, πιστεύω, παρακώλυσιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Λοιπὸν δὲν ἔκαμα ἐγὼ, ὡς ἐξέλαβεν, οὐδεμίαν ἑρμηνείαν ἰδεῶν αὐτοῦ, εἰπὼν, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία κατὰ θεωρίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ βάσεις λίαν ὀρθὰς, δὲν εἶχε βάσεις πραγματικάς. Ὁ κ. Ῥάλλης ἔλαβε κατόπιν τὸν λόγον, ἦλθε μάλιστα εἰς προτάσεις συνθηκολογήσεως πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ῥάλλης εἶπεν, ὅτι, ἐὰν μᾶς πείσητε περὶ τοῦ κατεπείγοντος τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, θέλομεν ὑποχωρήσει. Δὲν ἡρμήνευσα λοιπὸν γνώμην του, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ πολεμήσω ἁπλῶς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἐξεφράσθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἐξεφράσθησαν κατηγορίαι, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις παρακωλύει τὰς συνεδριάσεις. Ἐὰν, ἐναντίον τούτων, ὁ κ. Ῥάλλης ἐκήρυττε παρακώλυσιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἂς τὸ δηλώσῃ ῥητότερον.

§34ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λυποῦμαι πολὺ, ὅτι ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ἐξήνεγκε περὶ τῆς ἐν γένει λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης κρίσεις, τὰς ὁποίας ἔχω τὸ καθῆκον νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἀδίκους. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλος, ἵνα συζητήσωμεν εὐρέως τὸ θέμα τοῦτο, ὅπως ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐκ πεπλανημένων σκέψεων ἤχθη εἰς τοιαῦτα συμπεράσματα ὁ κύριος Βουλευτής. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλοτε νὰ ἀκούσῃ συζητούμενον τὸ θέμα τοῦτο, καὶ νὰ σχηματίσῃ ἰδέας ἀκριβῶς ἀντιθέτους τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος ἐξήνεγκεν. Ἀναμένων εὐχαρίστως τὴν τοιαύτην συζήτησιν, περιορίζομαι ἤδη νὰ εἴπω ὀλίγας μόνον λέξεις ὡς πρὸς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας σχετικῶς μὲ τὸ θέμα, τὸ ἀσχολοῦν τὴν Βουλὴν, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπήνεγκεν. Ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐκ τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκα πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν λόγων τῆς ἀπονομῆς τῆς χάριτος πρὸς τὸν Ἀλέξιον Τάκην, ἠθέλησα νὰ καλυφθῶ ὄπισθεν τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπιτροπῆς καὶ ὄπισθεν παραδειγμάτων προκατόχων μου. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πεισθῇ, ὅτι ἐκ λήθης τῶν λεχθέντων παρ’ ἐμοῦ προήχθη εἰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις. Ἐγὼ ἔδωκα σαφεῖς καὶ λεπτομερεῖς ἐξηγήσεις διὰ μακρῶν περὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος εἰς τὸν κατάδικον αὐτὸν, καὶ ἀπηγόρευον εἰς πάντα εὐσυνείδητον Ὑπουργὸν πᾶσαν σκέψιν περὶ ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς. Ἐὰν ἐπιβοηθητικῶς ἐμνήσθην καὶ τοῦ ὅτι ἔχομεν ὑπὲρ τῆς χάριτος τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ δικάσαντος αὐτὸν Δικαστηρίου, τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τὴν γνώμην τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπιτροπῆς, οὐδόλως τοῦτο δηλοῖ, ὅτι ἤθελον νὰ καλυφθῶ ὄπισθεν αὐτῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θέλῃ τις Ὑπουργὸς, νὰ καλύψῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην ἀπέναντι γνωμῶν, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὗται; Ἴσως αἱ γνῶμαι χρησιμεύουσιν ἐνίοτε ὡς ἐπιχειρήματα εἰς τὸν Ὑπουργὸν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἑαυτοῦ· οἱαιδήποτε ὅμως καὶ ἂν ὦσι, καὶ ὀρθαὶ καὶ πεπλανημέναι, οὔτε καλύπτουσιν ἢ ἐλαφρύνουσι τὸ παράπαν τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, ἥτις ἅμα τῇ ὑπογραφῇ αὐτοῦ μένει καὶ βαρύνει καὶ παρακολουθεῖ αὐτὸν ὁλόκληρος. Ἀκόμη περισσότερον αἱ ἀλήθειαι αὗται, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω, δύνανται νὰ ἀντιταχθῶσι πρὸς τὴν ἄλλην ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τοῦ διατὶ ἠθέλησα νὰ καλυφθῶ καὶ ὄπισθεν γνωμῶν προκατόχων συναδέλφων μου. Οὔτε ἀνάγκην εἶχον, οὔτε ἠθέλησα νὰ ὀχυρωθῶ ὄπισθεν γνωμῶν. Ἐμνήσθην ἁπλῶς καὶ παραδειγμάτων συναδέλφων μου, ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως δηλοῖ, ὅτι ἐνόουν ἐγὼ νὰ προασπίσω οὕτω τὴν ἐμὴν εὐθύνην, ἢ νὰ ἐνισχυθῶ ἐξ αὐτῶν δι’ ἀπορίαν ἐπιχειρημάτων πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐνεργείας μου. Ἐγὼ ῥητῶς καὶ σαφῶς καὶ διὰ μακρῶν ἐξήγησα πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν χάριν ἐθεώρουν ἐπιβαλλομένην ὑπὲρ τοῦ καταδίκου αὐτοῦ πρῶτον λόγῳ τοῦ χαρακτῆρος τῆς πράξεως, δι’ ἣν κατεδικάσθη, καθ’ ὃν τρόπον περιγράφει τὸ βούλευμα αὐτῆς, δεύτερον λόγῳ τῆς ἡλικίας, καθ’ ἣν τὸ ἔγκλημα αὐτοῦ διεπράχθη, διότι καὶ ἐκ τῶν δύο ἀποφάσεων ἀποδεικνύεται, ὅτι περὶ τὸ δέκατον τέταρτον ἔτος τῆς ἡλικίας του τὸ ἔγκλημα τοῦτο ἔπραξε. Τρίτος δὲ λόγος, ὁ τῆς παρόδου τοσούτου ἀπὸ τῆς πράξεως ἐκείνης χρόνου, ἐν τῇ διελεύσει τοῦ ὁποίου ἐξηλείφθησαν καὶ αἱ ἐντυπώσεις καὶ ἡ μνήμη ἀκόμη τῆς πράξεως. Δὲν εἶναι δὲ δυνατόν, μετὰ τοσαύτην πάροδον χρόνου, νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ πρώτιστος ἀληθῶς τῆς ἐκτελέσεως θανατικῆς ποινῆς σκοπὸς, ὁ τοῦ παραδειγματισμοῦ, ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐντελῶς ἀπὸ τῆς μνήμης τοῦ κόσμου ἐξηλείφθη ἡ ἐνθύμησις τῆς πράξεως. Τελευταῖον δὲ ἐδήλωσα, ὅτι εἰς τοῦτο σπουδαιότατα ἔλαβον ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἑκουσίας καὶ αὐθορμήτου αὐτοῦ προσελεύσεως. Καὶ πάντες οἱ νομικοὶ καὶ πάντες οἱ ψυχολογοῦντες δύνανται νὰ κρίνωσι περὶ τῆς μεγάλης ἐπιῤῥοῆς, ἣν ταῦτα πάντα πρέπει νὰ ἀσκῶσιν εἰς τὴν κρίσιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ ἔχῃ, ἢ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν κεφαλὴν ἐπὶ τοῦ σώματός του. Τὰ ἐλάχιστα ταῦτα ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπω, ἵνα ἐπανορθώσω ἀνακρίβειαν, ἢ κακὴν ἐκτίμησιν τοῦ κ. συναδέλφου. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ καὶ πάλιν ὡς πρὸς τὰς γενικὰς σκέψεις αὐτοῦ περὶ δικαιοσύνης, νὰ συζητήσω μετ’ αὐτοῦ ἐν καταλληλοτέραις στιγμαῖς.

§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἔκβασις τῆς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀπευθυνθείσης ἐπερωτήσεως, περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν δύο ἤδη ἡμέρας, δὲν εἶναι συνήθης. Συνήθως οἱ ἐπερωτῶντες, ἀναπτύσσοντες τὰς ἐπερωτήσεις καὶ ἀνασκευάζοντες τὰς ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν διδομένας πληροφορίας, προβάλλουσι θέμα καὶ ζητοῦσι νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν διὰ τῶν λόγων των, ἵνα δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον προβάλλουσιν. Ἀλλὰ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης οἱ προβαλόντες αὐτὴν, οἱ συζητήσαντες, οἱ ἀνασκευάσαντες τὰς ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ὑποβληθείσας εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, δὲν προβάλλουσι θέμα. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον προβάλλεται πρὸς ἐπιψήφισιν, προὐτάθη ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατατάσσονται μεταξὺ τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἑπομένως δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι προβάλλεται τοῦτο τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, μὴ προβαλοῦσα θέμα, ἐξεπλήρωσεν εὐσυνείδητον καθῆκον, διότι, ὡς ἠκούσατε κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ ὡς συνεπληρώθησαν αἱ δοθεῖσαι πρὸς ἡμᾶς πληροφορίαι διὰ τῶν σήμερον λεχθέντων, ὑπῆρξεν, ὡς πρέπει πάντοτε νὰ ὑπάρχῃ, πλήρης ἐλευθερία εἰς τὰ μέλη αὐτῆς, ὅπως ἕκαστος ἐκτιμήσῃ, ὡς ἂν ἤθελον ὁδηγηθῆ ὑπὸ τῆς συνειδήσεώς του, ἑκάστην τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἑκάστην τῶν παραλείψεων αὐτοῦ. Ἐλέχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅσα ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι κατὰ τὴν συνείδησιν τοῦ ἐπερωτῶντος. Ἐπειδὴ δ’ ἡ ἐπερώτησις δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἐπιζήτησιν ποινικῆς εὐθύνης παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, δὲν ἐκαλούμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν τὰς πράξεις αὐτοῦ, ἢ τὰς παραλείψεις. Τοιαύτη συζήτησις ἄλλως δὲν προσῆκεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐπερωτήσεων, δὲν προσῆκεν εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ Ὑπουργοί, ἐπερωτώμενοι, πληροφοροῦσι τὴν Βουλήν, ἢ κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἐπερωτῶντες ἀνασκευάζουσιν ἢ διερμηνεύουσι τὰς δοθείσας ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν πληροφορίας, ἢ ἀσχολοῦνται, ὅπως ἀναλυθῇ ἑκάστη τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπηυθύνθη ἡ ἐπερώτησις, ὅπως διατιμηθῇ, ἐὰν ἦναι πρᾶξις, ἔχουσα ποινικὸν χαρακτῆρα, ἢ ὄχι· κατὰ τὸ στάδιον ἐκεῖνο, καθ’ ὃ ἀσχολοῦνται νὰ ἐξακριβώσωσιν ἑκάστην παράλειψιν τοῦ Ὑπουργοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπηυθύνετο ἡ ἐπερώτησις, ἂν ἔχῃ ποινικὸν ἢ ὄχι χαρακτῆρα, ἐὰν ἦναι πρᾶξις καταδικάσιμος, ἢ ἁπλῶς ὀλιγωρία. Ἡ μελέτη αὕτη δὲν προσῆκεν εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἐσκόπει ὡς πόρισμα τῆς μελέτης ταύτης νὰ προβάλῃ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἠπόρησα, διότι φίλος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπρόβαλε τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον προτάσσεται πρὸς ψηφοφορίαν, δὲν ἠπόρησα, διότι τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἀναγκαῖον ἦτο, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ νὰ ἀνεύρῃ ἀνακούφισιν ἐν μιᾷ ἀποφάσει τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰ στήθη μου δὲν ἐμφωλεύει οὐδὲν πάθος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἔχω οὐδὲν ἄλλο κατ’ αὐτοῦ παράπονον, ἢ τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἔχει πᾶς ἄνθρωπος, ὅταν πείθηται ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ γνώμη, ἣν ἐσχημάτισε περὶ ἑνὸς ἀνθρώπου, ἀποδείκνυται πεπλανημένη, ὅταν πείθηται, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι τοσοῦτον ἀγαθὸς, ὅσον ἐγὼ ὑπῆρξα τότε. Καὶ ἀληθῶς πρὸς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας διετέλουν ἐν σχέσει, ἣν πάντες οἱ συνάδελφοι ἔχομεν πρὸς ἀλλήλους, πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας περὶ αὐτοῦ ἐποριζόμην κατὰ τὰς συνήθεις ἐν τῇ Βουλῇ σχέσεις μου, ἦσαν πληροφορίαι ἀγαθαὶ καὶ συνετέλουν εἰς ἀγαθὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην. Τὸ παράπονον λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἔχω, εἶναι, ὅτι ἡ πολιτεία αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀνῄρεσε ταύτην τὴν ἀγαθὴν γνώμην μου. Ἀλλὰ τὸ παράπονον τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἤμην ἄξιος ἐλέγχου ἐπὶ εὐπιστίᾳ, δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ μὲ ὠθήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ζητήσω νὰ ἀδικήσω αὐτὸν, καὶ μάλιστα ἐπὶ τῇ διαχειρίσει, τῇ τοσοῦτον ἀκροσφαλεῖ, δικαιωμάτων ἱερῶν, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν περὶ αὐτῶν, ὠνόμασαν δίκαια, ἀνήκοντα μᾶλλον εἰς τὸν Θεὸν ἢ εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν δύναμαι ὅμως, Κύριοι, μὲ ὅλην τὴν ἀγαθὴν ταύτην πρόθεσίν μου, νὰ συστήσω εἰς τοὺς συναδέλφους μου νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία κατετέθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ὡς ἀνέγνων αὐτήν· δὲν δύναμαι νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ὑπερψηφίσῃ τῆς προτάσεως ταύτης, διότι συλλογίζομαι εἰς ποίαν ἔκπληξιν ἤθελον περιαχθῆ, ὅσοι μετὰ τρία, ἢ τέσσαρα, ἢ πέντε ἔτη ἤθελον προσφύγει εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἂν ταῦτα ἦναι πιστῶς ἐκτετυπωμένα καὶ δὲν ἔχωσι παραλλαχθῆ δι’ ἀλλοιώσεων καὶ πλαστογραφίας κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν, ἤθελον προσφύγει εἰς ταῦτα, καὶ ἤθελον ἀναγνώσει τὰ λεχθέντα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας περὶ τῶν πράξεων ἢ παραλείψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι θὰ περιήρχοντο ἐν ἀληθεῖ ἐκστάσει, πῶς μετὰ ταῦτα πάντα ἡ Βουλὴ ἠδυνήθη νὰ καταλήξῃ εἰς πρότασιν, τῆς ὁποίας ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι ἐγκρίνεται πᾶσα ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἀναγινώσκων τότε τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς θέλει σκανδαλισθῆ, ἀπορῶν, πῶς ἡ πλειοψηφία ἔστερξε νὰ καλύψῃ παραλείψεις καὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν συγκεχωρημέναι, ἢ δὲν ἦσαν ἀκριβῶς σύμφωνοι μὲ τὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀπονέμηται ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν. Ἐὰν τοιαῦται ὑπόνοιαι ἤθελον σκανδαλίσει τινὰ τότε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν ἀδικηθῆ ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ ἤθελε κριθῇ, ὡς προσφυγὼν εἰς τὴν προστασίαν τῆς πολιτικῆς, καὶ κατορθώσας διὰ τῆς πλειοψηφίας νὰ καλύψῃ τὰς παραλείψεις αὐτοῦ. Δὲν ἀξιῶ νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς ψίθυρον, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἤκουσα. Ὁμολογουμένως, ἂν ὁ ψίθυρος οὗτος ἐξηνέχθη ἐκ τῶν χειλέων ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως ὑπετάχθη εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ, ἐκεῖνος γνωρίζει καλῶς νὰ χαρακτηρίζῃ τὰς πράξεις, ὅσας κρίνει χρηστοήθεις καὶ ὅσας κρίνει κακοήθεις. Ἂν δὲ ἀποκαλέσῃ κακοήθη τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως, περὶ ἧς ὁ λόγος, ὡς ἐψιθύρισεν, ἂς ἀποκαλέσῃ χρηστοήθη τὴν παρασκευὴν, ἥτις πρὸ τετραετίας ἐγένετο ἐν τῷ Πλημμελειοδικείῳ τῆς Ἄρτης, ὅπως ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τῶν κατηγοριῶν, δι’ ἃς εἶχε παραπεμφθῆ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὅπως ὑποταχθῇ εἰς τὸ κόμμα. Μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, μέχρι τίνων ὁρίων ἐκτείνεται ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν πρόκειται νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἔγκρισιν ὑμῶν. Περιλαμβάνει τάχα ἡ ἔγκρισις αὕτη καὶ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθον κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης ὅ τε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Μᾶς ἔλεγον, ὅτι, ἐπερωτῶντες ἡμεῖς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ συζητοῦντες ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, ἀπασχολοῦμεν τὴν Βουλὴν διὰ λιβελλογραφημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον δημοσιευθῆ, καὶ μᾶς ὠνείδιζον διὰ τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν ἀσέβειαν ἡμῶν ταύτην. Διὰ τῆς προτάσεως, ἣν θέλομεν ψηφοφορήσει, ζητοῦσιν, ἵνα καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι δικαίως ὠνειδιζόμεθα τότε, ὡς προσφεύγοντες εἰς λιβελλογραφήματα καὶ εἰσάγοντες ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀνασκευάζων, τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἐπερωτησάντων, ἀπεκάλεσεν αὐτοὺς βδελυροὺς, καὶ διεῤῥήγνυε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ κατὰ τῶν ἀγορευόντων καὶ ἀναπτυσσόντων τὴν ἐπερώτησιν, ὡς μηδὲν ἧσσον πραττόντων ἢ συκοφαντούντων αὐτοῦ. Περιλαμβάνει τάχα καὶ τὸν ἰσχυρισμόν του τοῦτον πρὸς ἔγκρισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πρὸς ψηφοφορίαν προταθεῖσα πρότασις; Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὰ ὅρια τῆς προτάσεως, ὁ ἀναγινώσκων μετὰ τινα ἔτη τὰ πρακτικὰ τὰ στενογραφημένα τῆς Βουλῆς θέλει ἐκπλαγῆ διὰ τὸ τέλος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ πλειοψηφία σκοπεῖ, ὡς φαίνεται, νὰ φθάσῃ, τιθεῖσα τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Θέλει ἐκ τῶν πρακτικῶν τούτων πληροφορηθῆ, ὅτι ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ σφραγίσῃ διὰ τῆς σφραγῖδος τῆς ποινῆς τὸ στόμα ἀνδρὸς δημοσιογράφου, ὁ ὁποῖος ἔγραφε περὶ αὐτοῦ, καὶ κατήγγειλεν αὐτὸν ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ συκοφαντίᾳ, ποιούμενος χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι ἀπένεμον εἰς αὐτόν. Ὅθεν ἀπετάθη, εἴτε ὡς πολίτης, εἴτε ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν, καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῆς νὰ καταδιώξῃ τάχιστα ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἐπὶ συκοφαντίᾳ ἐκεῖνον, ὅστις ἔγραψε περὶ αὐτοῦ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Ἀλλὰ μετά τινας ἡμέρας αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκάλεσε τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ἐνετείλατο αὐτῷ, ἐκ μεγαλοφροσύνης, ὡς εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ προβῇ εἰς ἐνέργειάν τινα. Ἢ ἂν δὲν εἶπε ταῦτα ὁ Ὑπουργὸς, ἠνέχθη ὅμως δύο ἤδη ἔτη νὰ μένῃ ἐν ἀργίᾳ καὶ ἀπραξίᾳ ἡ μήνυσις αὐτοῦ, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς, τὸν ὁποῖον ἐξελιπάρει, ἵνα τάχιστα καταδιώξῃ τὸ ἔγκλημα, ἔμενεν ἐν πλήρει ἀπραξίᾳ, ἀδιαφοροῦντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκεῖνος λοιπὸν, ὅστις μετὰ πέντε ἔτη θέλει ἀναγνώσει τὰ πρακτικὰ ἡμῶν τὰ στενογραφημένα καὶ τὴν προταθεῖσαν καὶ ψηφισθησομένην πρότασιν, θέλει ἐρωτήσει: ἐν στιγμῇ τάχα ὀργῆς καὶ ἀγανακτήσεως προέβη εἰς τὴν κατὰ τοῦ δημοσιογράφου μήνυσιν ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός; Ἀλλὰ πῶς ἀνεβιβάσθη εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ ἄνθρωπος, τοσοῦτον ἐπιῤῥεπὴς εἰς τὸ πάθος τῆς ὀργῆς καὶ τῆς ἀγανακτήσεως, ὅστις ἐν ὀργῇ καὶ ἐν ἀγανακτήσει προέβη, εἰς μήνυσιν καὶ καταγγελίαν ἐνώπιον τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ συκοφαντίᾳ τῶν γραψάντων ὅσα ἐῤῥήθησαν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης; Δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστον τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὴν ἀνθρωπίνην ταύτην ἀσθένειαν, τοῦ ἀφίεσθαι εἰς τὸ πάθος τῆς ὀργῆς καὶ τῆς ἀγανακτήσεως; Ἂν δὲν καταληφθῇ ὑπὸ τῶν ἀποριῶν τούτων ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἀναγνώσῃ μετὰ τινα ἔτη τὰ πρακτικὰ ἡμῶν, θέλει βεβαίως ἀπορήσει, πῶς προέβη εἰς τὴν μήνυσιν ταύτην, πρὶν ἢ σκεφθῇ ὡρίμως, καὶ πῶς, ἀφοῦ σκεφθεὶς προέβη εἰς τὴν μήνυσιν, ἠνέχθη νὰ μὴ δοθῇ οὐδεμία εἰς αὐτὴν συνέπεια, νὰ ἐξακολουθῇ δὲ ὁ ὑβρίσας καὶ συκοφαντήσας αὐτὸν, κατὰ τὴν μήνυσιν, νὰ χλευάζῃ καὶ νὰ ἐμπαίζῃ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν προσφυγόντα εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ καὶ τὸ πρῶτον ἐὰν σκανδαλίσῃ τὸν μέλλοντα νὰ ἀναγνώσῃ μετὰ τινα ἔτη τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ ἡμῶν, καὶ τὸ δεύτερον ἄν εἴπῃ, ταῦτα δὲν εἶναι τόσῳ βαρέα, ὅσον βαρὺ θέλει εἶσθαι, ἐὰν ὁ ἀναγνώσων αὐτὰ ἐρωτήσῃ, μήπως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπραξεν, ὅ,τι πράττουσιν οἱ ἐλάχιστοι τῶν ὑπαλλήλων, ἢ οἱ κοινοὶ τῶν ἰδιωτῶν, οἵτινες, ὅταν κατηγορῶνται, σπεύδουσι καὶ γράφουσι μίαν μήνυσιν, μόνον διὰ τὸν τύπον, ἵνα δημοσιεύσωσιν αὐτὴν καὶ ἡσυχάσωσι τὴν κοινωνίαν, ἡ ὁποία ἐσκανδαλίσθη, ἀναγνοῦσα τὰς καταγγελίας, τὰς ἐκτοξευθείσας κατ’ αὐτῶν; Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἤθελεν ὑπολάβει ὁ ἀναγινώσκων τὰ πρακτικὰ ἡμῶν, βεβαίως θέλει ἀδικήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ἣν ἔχω περὶ αὐτοῦ γνώμην, διότι θέλει χαρακτηρήσει ταπεινὸν ἐπινόημα τὴν μήνυσιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀπορία αὕτη, ἡ ὁποία θέλει γεννηθῇ εἰς τὴν συνείδησιν ἐκείνου. Θέλει ἐρωτήσει ὡσαύτως, πῶς συνέβη νὰ γένωνται παραστάσεις πρὸς τὸν Τάκην καὶ τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους αὐτῶν, ἵνα προσέλθωσι εἰς τὴν δικαιοσύνην; πῶς συνέβη νὰ ἐμπνεύσωσι τοσαύτην ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Τάκην καὶ τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους αὐτῶν οἱ προτρέψαντες αὐτοὺς, ἵνα προσέλθωσιν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, καὶ νὰ πεισθῶσιν ὑπὸ μόνον τῶν συμβουλῶν καὶ τῶν παραστάσεων καὶ τῶν ὁδηγιῶν, τὰς ὁποίας οἱ συγγενεῖς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, συμπολῖται τῶν κατηγορουμένων τούτων, ἔδωκαν εἰς αὐτούς; Πῶς αὐτοὶ, ἀφ’ οὗ προσῆλθον εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἐδικάσθησαν ἐπὶ διαφόροις ἀξιοποίνοις πράξεσι, πῶς συνέβη νὰ δικασθῶσι δι’ ἄλλην πρᾶξιν ἐνώπιον Δικαστηρίου, ἐν ᾧ τὴν δημοσίαν ἀγωγὴν διεχειρίζετο ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἦτο Ἀντεισαγγελεὺς παρ’ Ἐφέταις, ἀλλὰ παρ’ αὐτοῖς ἦτο καὶ Εἰσαγγελεὺς, πῶς δ’ ἔστερξεν ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν κατηγορίαν καὶ δὲν ἐνέστη πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἐπιμένων νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν ἐργασίας, ἥτις ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ παρεξηγηθῇ, ἐπὶ μειώσει τῆς ἐπ’ αὐτὸν, ὡς δικαστικὸν λειτουργὸν, ἐμπιστοσύνης τῶν συμπολιτῶν του; Καὶ ἀφοῦ ἀνέλαβε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κατηγορίαν, πῶς συνέβη ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ σκεφθῇ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς κοινωνίας, διαχειριζόμενος τὴν ἀγωγὴν τῆς Πολιτείας, νὰ σκεφθῇ ὡς χρηματιζόμενος ἢ ὡς μεσίτης, καὶ νὰ ἐξετάσῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ ὁ ὑπόδικος, καὶ ὅπως κατορθώσῃ νὰ ἐπιτύχῃ νὰ καταδικασθῇ ὁ ὑπόδικος, νὰ πράξῃ ὅ,τι ἡ συνείδησις αὐτοῦ δὲν τῷ ἐπέτρεπε νὰ πράξῃ, ἤτοι νὰ χαρακτηρίσῃ ἠπιώτερον τὴν πρᾶξιν, ἥτις τῷ ἀπεδίδετο; Εἶπον ὡς μεσίτης, διότι εἰς τοὺς ζητοῦντας νὰ αὐξήσωσι τὸν πλοῦτον αὐτῶν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὅπως προσθέσωσιν ἓν δηνάριον εἰς τὸ ταμεῖον αὐτῶν, εἶναι συγκεχωρημένον, ἂν δὲν δύνανται νὰ κερδήσωσι χίλια, νὰ ἀρκῶνται εἰς ὀκτακόσια. Ἀλλὰ εἰς τὸν δημόσιον λειτουργὸν, καὶ μάλιστα εἰς τὸν δικαστικὸν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, αὐτὸς μὲν νὰ τυγχάνῃ πεπεισμένος, ὅτι ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν κατηγορεῖτο ὁ Τάκης, κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον, ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς φόνος, νὰ ἐπιβάλλῃ ὅμως εἰς τὴν συνείδησίν του σιωπὴν, διότι κρίνει, ὅτι ἡ πεποίθησίς του αὕτη δὲν θέλει γίνει δεκτὴ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, καὶ νὰ συγκατανεύσῃ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν οὐχὶ φόνον, ἀλλ’ ἀναίρεσιν. Ὁ ἀναγινώσκων τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τότε καὶ τὴν πρότασιν, ἥτις προὐτάθη, ἵνα τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, θέλει εὑρεθῆ εἰς ἀπορίαν, καὶ θέλει ἐρωτήσει ἑαυτὸν, ποία τις τάχα ἦτο ἡ κατάστασις τῆς πατρίδος ἡμῶν κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον, καθ’ ὃν ταῦτα ἐξετελοῦντο, ἵνα θεωρῆται οὐχὶ μόνον ἀνεκτὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ποῖον; ἡ ἐκτέλεσις τῆς θανατικῆς ποινῆς τοῦ Μπονάτη, καὶ ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος εἰς τὸν Ἀλέξιον Τάκην; Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἡ ποινὴ ἔχει κύριον λόγον τὸν παραδειγματισμόν. Ἡ ποινὴ δὲν ἔχει τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλὰ τὸν λόγον τῆς ἠθικοποιήσεως τοῦ ἀτόμου, ἡ δὲ κεφαλικὴ ποινὴ ἔχει λόγον τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς κοινωνίας ἀπὸ ἀδιορθώτου ἀνθρώπου. Ἂν ὁ Τάκης ἦτο ἀδιόρθωτος, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἐλπὶς νὰ ἠθικοποιηθῇ ποτε, ἡ ἐκτέλεσις τῆς κεφαλικῆς ποινῆς ἦτο ἀναπόφευκτος καὶ ἐπιβαλλομένη. Ἀλλ’ ὁ Μπονάτης ἦτο ἀδιόρθωτος; Τί ἔπραξεν ὁ Μπονάτης; Ὡς ἀφηγήθη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἀνέγνω τὸ πρακτικὸν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὁ Μπονάτης εἶχε τὸ ἐλάττωμα νὰ παίζῃ χαρτιὰ, ἢ νὰ μεθύσκηται. Οὐδεμίαν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν ἔπραξεν ἐν τῷ βίῳ του. Τὴν μόνην πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἔπραξεν, ἦτο ὁ φόνος ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἐμνημονεύθη ἐντεῦθεν. Ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐφόνευσεν αὐτόν; Ὑπὸ τὴν ἀγανάκτησιν, ὅτι ἐκεῖνος εἶχεν ἀφαιρέσει τὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρίας, τῆς ὁποίας ἦτο μέλος ὁ Μπονάτης, καὶ εἶχεν ἀπέλθει τῆς Κερκύρας. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν ὑπέλαβεν ὁ Μπονάτης, ὅτι ὁ φονευθεὶς εἶχεν ἀπέλθει εἰς Βρενδήσιον, κατόπιν δὲ συνήντησεν αὐτὸν ἐν τῇ πόλει, ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ἐφόνευσεν αὐτόν. Ἔπραξε φόνον, ἢ ἀναίρεσιν; Κλίνουσι σχεδὸν πάντες νὰ ἀποδεχθῶσιν, ὅτι ἔπραξεν ἀναίρεσιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔπραξε φόνον, ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις ἀπεφήνατο, ὅτι ἦτο φόνος. Ἀλλὰ κατὰ τί ὁ Μπονάτης ἦτο ἀδιόρθωτος, διότι ἠδύνατο νὰ ἐξοδεύσῃ πολλὰ χρήματα εἰς τὸ χαρτοπαίγνιον, ἢ διότι ἐμεθύσκετο, καὶ ἔπρεπεν ἡ κοινωνία νὰ ἀπαλλαγῇ τοιούτου ἐχθροῦ αὐτῆς, καὶ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ θανατικὴ ποινή; Ἤθελε μάλιστα ὁ ἀναγινώσκων μετά τινα ἔτη τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ψηφοφορηθησομένην πρότασιν, ἤθελεν αἰσθανθῆ καὶ ἀγανάκτησιν προσέτι, μανθάνων, ὅτι ὁ τοσάκις διαπράξας πράξεις, χαρακτηριζομένας ὡς κακουργήματα, τοσούτους διαπράξας φόνους, ὁτὲ μὲν ἐπὶ μισθῷ, ὁτὲ δὲ ἐπὶ ταπειναῖς ἄλλαις ἰδιοτελείαις, καὶ ἄλλοτε ἐκ πάθους καὶ μνησικακίας, ὁ ἀπαγαγὼν αἰχμαλώτους, ὁ τόσας διαπράξας ληστείας, αὐτὸς ἐκηρύχθη ἄξιος ἐπιεικείας καὶ χάριτος, συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως Ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἀπὸ ἀνωτάτους δικαστικοὺς λειτουργοὺς, διότι ἐκρίθησαν καὶ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἔπραξεν, ἄξια ἐπιεικείας, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διέπραξεν αὐτὰ, ἄξιος συγκαταβάσεως, καὶ ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἀνθρώπου σχεδὸν ἀγαθὸς (ἱλαρότης), καὶ ἡ κοινωνία οὐδὲν εἶχε πλέον νὰ φοβηθῇ παρ’ αὐτοῦ. Αὐτοί εἰσιν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τυγχάνουσι πεπεισμένοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωσι ψῆφον ὑπὲρ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς προέβαλεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, προβαλόντες ἐπερώτησιν περὶ ἐνασκήσεως τοῦ ἱεροῦ δικαιώματος τῆς χάριτος καὶ περὶ πράξεων, ἀναγομένων εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, σπεύδοντες, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, νὰ διαῤῥυθμίσωσι τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ πείσωσι δ’ αὐτὸν, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτοῦ δὲν ἐστηρίζοντο, ἐπὶ βάσεων, δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς λογικῆς, καὶ ὅτι, ἂν ἐπροτάθησαν ὑπ’ αὐτοῦ, δὲν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ πείσωσιν αὐτοὺς, ὅτι ἡ πολιτεία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπῆρξεν ἡ προσήκουσα. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπερωτήσαντες καὶ ἀναπτύξαντες τὴν ἐπερώτησίν των καὶ ἀνασκευάσαντες τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐσκόπουν οὐδὲ πρότασιν ἀποδοκιμασίας νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδὲ κατηγορητήριον νὰ προτείνωσιν, ἀλλ’ ὑπέβαλον, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των ἐντὸς τῶν ὅρων τούτων, διὰ νὰ φωτίσωσι τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ὀφείλει ἐν τῷ μέλλοντι νὰ διαχειρίζηται μετὰ μείζονος προσοχῆς καὶ ἀκριβείας τὴν δημοσίαν ἐντολὴν, ἣν ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὸν ἡ πατρίς.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται ἡ πρότασις. Θέλετε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;

§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐγκρίνουσα τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Καλογεροπούλου καὶ Σάκκη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Χαρ. Τρικούπης ΝΘεόδ. Β. Δηλιγιάννης
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΧρῖστος Χριστόπουλος
Γ. Σισμάνης ΝΦίλιπ. Βάρβογλης
Δ. Βουλπιώτης Ἠλίας Φλέσσας Ο
Ἀθ. Ἴσκος Κωντ. ΚωνσταντόπουλοςΟ
Ν. Καλαντζόπουλος ΝἈρ. Σακελλαρόπουλος
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Παναγ. Μανέτας Ν
Μ. Γουλιμῆς ΝἸωάννης Ἀντωνόπουλος Ο
Μ. Ἰατρίδης Ἠλίας Παλαμήδης Ν
Δ. Χατζόπουλος Κωνστ. Κατσικόπουλος Ο
Γεώργιος Μίλησης ΝΔ. Ζέγγελης
Σπυρίδων Νοταρᾶς ΟΔημ. Ν. Βότσαρης
Γιώργιος Κούστας ΟΚωνστ. Γ. Καραπάνος Ο
Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΝΓεώργιος Χ. Παχὺς Ν
Σωτήρ. Δανόπουλος ΝΣτέφανος Δραγούμης Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης ΝΔημ. Γ. Ράλλης Ο
Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝἈνδρέας Γ. Ψύλλας Ν
Δημήτρ. Πετρίδης ΟΦωκίων Νέγρης Ν
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟἸω. Α. Γεωργαντᾶς Ο
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ν
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΝικόλ. Κρίσπης Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
Νικ. Λεβίδης ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ν
Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΓεώργ. Μαυρομιχάλης
Ὄθων Μακρυγιάννης Ἀριστ. Πετροπουλάκης
Τρύφ. Μουτσόπουλος ΝΓιανν. Μαυρομιχάλης Ν
Θάνος Κανακάρης ΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Λεων. Καπετανάκος
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
Α. Παπαγιαννακόπουλος ΟΓ. Πετροπουλάκης
Α. Φωτήλας ΝΚ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
Ἀνδρ. Αὐγερινός ΝἸωάνν. Καρτάλης
Ἀντ. Ῥικάκης Ἀρ. Κανταρτζῆς Ν
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΟΕὐάγ. Σταμούλης Ν
Ἰω. Κρεστενίτης ΟΝ. Κοκωσλῆς
Ν. Κουμανιώτης ΟἸω. Παπαδόπουλος Ν
Χρ. Στεφανόπουλος ΝΚ. Μαρκίδης Ν
Ἀλέξ. Ζαΐμης ΟἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
Ν. Καλογερόπουλος ΝΔημ. Κουτσουμπλῆς Ν
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν
Ν. Παπανικολάου ΝἈναστ. Ζαρμάνης
Ν Καφετζόγλους ΝἈχιλ. Λογιωτάτου
Ἰω. Πεζᾶς ΝΣωτ. Σωτηρόπουλος Ο
Κων. Σινέλης ΝΚ. Κουμουνδοῦρος
Βασίλ. Βουδούρης Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Ν
Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΝΔημήτριος Τζάνες Ν
Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ο
Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης ΝΠαναγιώτης Σάκκης Ο
Διον. Λομβάρδος ΝΝικόλαος Παπαλέξης Ο
Γεώργ. Θεοτόκης ΝΝικόλαος Μισυρλῆς Ν
Κωνστ. Βασιλάκης Ν. Καράπαυλος Ο
Ἀντ. Καποδίστριας Ἀσημάκης ΧριστόπουλοςΝ
Ν. Βασιλάκης Εὐστάθιος Κοκκέβης
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΔημήτριος Κάρτσωνας Ν
Πολυχρ. Κωνσταντᾶς ΟΔημήτριος Π. Γουδῆς Ο
Σπυρ. Ἀλαμάνος Σ. Χατζηγάκης Ν
Θεόφιλος Προβατᾶς Κ. Ζωγλοπίτης Ν
Ἰωάννης Παδοβᾶς ΝἈθ. Καζαμπάκας Ν
Εὐάγγ. Μπασιᾶς ΟΓ. Φραγκίδης Ν
Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς ΝΑ. Τακιατζῆς
Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝΓ. Τάκης Ο
Νικόλ. Βαλσαμάκης ΟΝ. Ταρμπάζης Ο
Γεράσιμος Μουσούρης ΝΖ. Φαλιάγκας Ν
Παναγ. Βενιεράτος Σταμάτιος ΜπουντούρηςΝ
Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΟΘεόδωρος Γκίκας Ν
Γεώργιος Κόρπας Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
Στέφανος Σκουλούδης ΝΚ. Χαλκιόπουλος
Ἀλοΐσιος Τόμαν ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος
Χαρίλ. Προβελέγγιος ΝΝ. Κοντογιάννης Ν
Νικόλ. Νομικός ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
Μίνως Μπογιατζόγλους ΝΓ. Λιδωρίκης Ν
Γεώργιος Μπούμπουρας ΝΚ. Χατζῖσκος Ν
Λωρέντζος Δελαρόκας ΝΔ. Ζουλούμης Ο
Δημοσθένης Καΐρης ΝΚ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Γεώργ. Δρόσος ΝΘεμιστ. Κανάρης

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 112. Ἐκ τούτων 78 εἶπον Ναὶ, καὶ 34 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§40ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα, ἀναλύοντα τὴν πίστωσιν τῶν ἐκτάκτων ἀποστολῶν, ἐφ’ αἷς ἐζητήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Καταθέτω τὸν πίνακα τοῦτον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 189).

§42ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ᾼΥΠΒʹ περὶ συστάσεως Ταμείου φάρων, μετὰ τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 190).

§43ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι, Κύριοι, γνωρίζω ὅτι διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ ἀκούσω, τὸ δὴ λεγόμενον, τὰ ἐξ ἁμάξης ἔκ τινων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, πρὸ πάντων δὲ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἰς τὰς τοιαύτας διὰ τὸ Κοινοβούλιον πολυτίμους καὶ κρισίμους περιστάσεις τολμῶ νὰ συζητήσω περὶ ὑποθέσεως ἀναξίας λόγου, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ δὲν συμφωνῶ μὲ τοὺς νομίζοντας ἑκάστοτε, ὅτι μόνη ἐργασία ὠφέλιμος καὶ χρήσιμος εἰς τὸ Ἔθνος εἶναι ἡ ἐπιψήφισις σωρείας νομοσχεδίων, διὰ τοῦτο ἐπιλαμβάνομαι τῆς ὑποθέσεως, ἣν εἶχον ἐξετάσει κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον, ἀλλ’ ἥτις ἔμεινεν ἐκκρεμής, ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης τότε ἀποχωρήσεως τῶν ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν ἐκ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ἐννοῶ τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην, ἣν εἶχον ἀπευθύνει πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀναγομένην εἰς τὴν προμήθειαν χόρτου διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, ἥτις προμήθεια, ἐπὶ δύο ἔτη χορηγηθεῖσα εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἀφορᾷ εἰς ἀξίαν 800,000 περίπου δραχμῶν. Καίτοι πέρυσιν ἐγένετο μακρὰ καὶ λεπτομερὴς συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀπήντησε δὲ καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, οὐχ ἧττον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμῆται ἡ Βουλὴ ὅσα ἤκουσε πέρυσι, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνακεφαλαιώσω ἐν ὀλίγοις ὁλόκληρον τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως οἱ μὴ ἐνθυμούμενοι ἢ μὴ ἀκροασάμενοι ἐμοῦ τότε ὦσιν εἰς θέσιν νὰ ἐκφέρωσιν ἐτυμηγορίαν εὐσυνείδητον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναπτύξω. Εἶναι γνωστόν, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἡ Ἑλλὰς ἀπετέλεσεν ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον Βασίλειον, τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ διετρέφοντο μὲ ἄχυρον, πλὴν τῆς κριθῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔκρινε πρέπον, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὸ ἄχυρον διὰ χόρτου. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν προέβη εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἡ προμήθεια ἐχορηγήθη εἰς πρόσωπόν τι ἐπὶ δύο ἔτη. Πρώτη ἀπορία, πρὸ τῆς ὁποίας δύναταί τις νὰ σταματήσῃ, εἶναι ἡ ἑξῆς. Τίς ἡ ἀνάγκη, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀπεφάσισεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ 60 ὅλα ἔτη, ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν τροφὴν, τὴν δι’ ἀχύρου, διὰ χόρτου; Μήπως ἐπρόκειτο ἐκ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῆς νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον; Μήπως ἐπρόκειτο νὰ χορηγηθῇ καταλληλοτέρα τροφὴ εἰς τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ; Οὐδέτερον τούτων. Καὶ ὅτι μὲν καταλληλοτέρα δὲν εἶναι ἡ διὰ χόρτου τροφή....

§44ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ καλέσητε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔλθουν εἰς τὴν αἴθουσαν, διότι ἄλλως θὰ κάμω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.

§45ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν θέλουν ν’ ἀκούσουν· πῶς θέλετε νὰ τοὺς ὑποχρεώσητε;

§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὀκτὼ καὶ ἡμίσεια, καὶ καθ’ ἕνας θέλει νὰ ὑπάγῃ νὰ φάγῃ.

§47ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄτοπον δύναται νὰ θεραπευθῇ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν συναινεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι δύναται νὰ καταρτίσῃ ἀπαρτίαν. Ἐὰν νομίζῃ, ὅτι δὲν θὰ ἔλθωμεν, πλανᾶται, διότι θὰ ἔλθωμεν, ἵνα πολεμήσωμεν τὰ νομοσχέδιά της. Ἐν τούτοις μία διακοπὴ δύναται νὰ συμβιβάσῃ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς συνεδριάσεως καὶ τὴν μὴ ἀπώλειαν χρόνου δι’ ἐνστάσεων.

§48ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς γίνῃ μικρὰ διακοπή.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Κοκέβης). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. (Μετὰ τὴν γενομένην διακοπὴν συνέρχονται οἱ Βουλευταί).

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἂς ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.

§51ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ μικροῦ, Κύριοι, ἐσταμάτησα πρὸ τῆς ἀπορίας, διατὶ τάχα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεφάσισε νὰ μεταβάλῃ τὴν τροφὴν τῶν κτηνῶν, καὶ ἀντικαταστήσῃ τὸ ἄχυρον διὰ χόρτου; Ὑπάρχει ἆρά γε οἰκονομία διὰ τὸ Δημόσιον, ἢ πρόκειται τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ νὰ τρέφωνται διὰ καλλιτέρας τροφῆς; Οὐδέτερον τούτων, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, λαμβάνει χώραν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει τὸ Δημόσιον, λέγω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, ἀλλὰ καὶ ζημία προῆλθεν ἐκ τῆς μεταβολῆς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ποιότητα τῆς τροφῆς, δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐνόμισε πρέπον νὰ προκαλέσῃ πρὸ τῆς ἰδίας του ἀποφάσεως γνωμοδότησιν Ἐπιτροπῆς τινος, ἡ ὁποία ἠδύνατο ν’ ἀποφανθῇ. Μόνον δέ, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ μειοδοτικὴ δημοπρασία καὶ ἀφοῦ κατεκυρώθη ἡ προμήθεια ἐπὶ δύο ἔτη εἰς τὸν Ἀνδρέαν Καμπᾶν, τότε ἐνεθυμήθη ὁ κ. Τρικούπης, δὲν γνωρίζω πῶς σκεπτόμενος, νὰ ἐρωτήσῃ μίαν Ἐπιτροπήν, ἐὰν ἦναι καταλληλοτέρα ἡ διὰ χόρτου τροφὴ τῆς δι’ ἀχύρων. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἰδοὺ πῶς ἀποφαίνεται. (Ἀναγινώσκει τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς). Ἡ Ἐπιτροπὴ λοιπὸν τῶν εἰδημόνων, ἐρωτηθεῖσα, ἀποφαίνεται, ὅτι καταλληλοτέρα τροφὴ διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ ἐκρίθη ἀνέκαθεν καὶ κρίνεται τὸ ἄχυρον. Καὶ ὅμως ἐκ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ, τί νομίζετε, ὅτι ζημιοῦται τὸ Δημόσιον; Ζημιοῦται διὰ τὰ δύο ἔτη, διὰ τὰ ὁποῖα ἐχορηγήθη ἡ προμήθεια, τοὐλάχιστον 250,000 δραχμῶν. Διότι τὸ μὲν ἄχυρον τιμᾶται πρὸς λεπτὰ ἓξ ἢ ἑπτὰ κατ’ ὀκᾶν, τὸ δὲ χόρτον, ὅπως ἐδόθη εἰς τοὺς χορηγητὰς αὐτοῦ, τιμᾶται πρὸς λεπτὰ 18¼ κατ’ ὀκᾶν....

§52ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἔξοδα μεταφορᾶς τὸ χόρτον;

§53ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευτής, ἂν ἔχῃ ἔξοδα μεταφορᾶς τὸ χόρτον, ἐνῷ ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη χόρτου, διότι τὸ ἄχυρον εἶναι καταλληλοτέρα τροφὴ διὰ τὰ κτήνη καὶ τιμᾶται μόνον πρὸς λεπτὰ ἓξ κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τὸ χόρτον χορηγεῖται πρὸς 18¼, ὥστε προφανῶς τὸ Δημόσιον ζημιοῦται.

§54ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄχυρον, διὰ νὰ μεταφερθῇ εἰς Ἀθήνας, δὲν ἔχει καὶ δαπάνας;

§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθήσω ἀπαντῶν εἰς σᾶς, κύριε Βουλευτὰ, διότι δὲν ἐννοούμεθα. Ἀπολύτως σᾶς εἶπον, ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ χόρτον στοιχίζει ὄχι 18, ἀλλὰ καὶ 30 λεπτά, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ προμηθευθῇ τὸ Δημόσιον χόρτον, ἀφοῦ τὸ ἄχυρον ἀγοράζεται ἐνταῦθα ἀνεξόδως πρὸς 6 λεπτά....

§56ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα νὰ λέγηται, ὅτι τὸ ἄχυρον τιμᾶται....

§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕξ λεπτὰ στοιχίζει εἰς τὸ Δημόσιον. Τώρα δ’ ἀμέσως θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω διὰ τῆς ὁμολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον σεῖς βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ διαψεύσητε. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅπως παρατηρεῖ ἕτερος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι, γιγνομένης χρήσεως τοῦ χόρτου, περιορίζεται ἡ ποσότης τῆς κριθῆς, ἀλλὰ καὶ πάλιν διὰ τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ δὲν ἐξουδετεροῦται καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ χόρτου πρὸς τὴν τοῦ ἀχύρου, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς ἀναλογίας ταύτης εἶπον, ὅτι τὸ Δημόσιον ζημιοῦται 250,000 δραχμῶν....

§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀναλογία;

§59ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λογαριασμὸς εἶναι ὁ ἑξῆς. Ἕξ ὀκάδες ἀχύρου πρὸς 7½ λεπτὰ στοιχίζουσι 45 λεπτὰ, 3½ ὀκάδες κριθῆς πρὸς 20½ (ἀνώτατον ὅρον δηλαδὴ) στοιχίζουσι λεπτὰ 75, ἤτοι ἐν ὅλῳ δι’ ἕκαστον κτῆνος ἀπαιτοῦνται 1 καὶ 20)00, ἐὰν δίδηται ἄχυρον. Ἰδοὺ δὲ καὶ ὁ λογαριασμὸς τοῦ χόρτου. Διὰ 4½ ὀκάδες χόρτου πρὸς 18¼ ἀπαιτοῦνται λεπτὰ 82, διὰ 2½ ὀκάδες κριθῆς λεπτὰ 55, καὶ διὰ 2 ὀκάδες ἀχύρου πρὸς στρωμνὴν λεπτὰ 15, ἤτοι ἐν ὅλῳ 1 καὶ 52|00· ὥστε ἔχομεν διαφορὰν 32 λεπτῶν δι’ ἕκαστον κτῆνος ἐπὶ πλέον, ἐκ τῆς διαφορᾶς δὲ ταύτης προκύπτει ἡ ζημία τῶν δραχμῶν 250,000.

§60ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πόσα εἶναι τὰ κτήνη;

§61ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 1800. Ἀνὰ 30 λεπτὰ πόσον κάμνουν; λογαριάσατε: 540 δραχμὰς καθ’ ἡμέραν περισσοτέρας, παρ’ ὅσας θέλετε εἰς ἄχυρον. Καταλαμβάνετε; Διὰ τὰ δύο ἔτη εἶναι ἀκριβῶς 250,000 δραχμαὶ, ἃς ζημιοῦται τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ προσγίνῃ αὐτὴ ἡ ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, ἀντικαθισταμένης τῆς τροφῆς τοῦ ἀχύρου διὰ χόρτου. Εἶναι καὶ ἄλλο γεγονὸς, ἄξιον πολλῆς περιεργείας, τὸ ὁποῖον σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε. Τὸ χόρτον, τὸ ὁποῖον προμηθεύουσιν οἱ χορηγηταὶ εἰς τὰ κτήνη τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ προμηθεύσουν ἐκ Θεσσαλίας. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ἀπεφασίσθη διὰ τόσης ζημίας νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ τροφὴ τοῦ ἀχύρου διὰ χόρτου διὰ τὰ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ κτήνη, διὰ τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ τοιαῦτα ἐξακολουθεῖ νὰ γίνηται χρῆσις τοῦ ἀχύρου. Ἐὰν ἦτο ἀπαραίτητος ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἀχύρου διὰ χόρτου, πρὸ πάντων διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔπρεπε νὰ γίνηται χρῆσις χόρτου, τὸ ὁποῖον στοιχίζει πολὺ ὀλιγώτερον, διότι δὲν ἐπιβαρύνεται μὲ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς....

§62ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Ἐπιβαρύνεται.

§63ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ἐπιβαρύνηται, κύριε ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτὰ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβαρύνηται διὰ τόσης δαπάνης, ὅση ἀπαιτεῖται, ἵνα ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας. Ὁ κύριος ἐκ Θεσσαλίας βουλευτὴς, ὁ κ. Χατζηγάκης, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν, ἄριστα νὰ γνωρίζῃ τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, λέγει ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι ἐπιβαρύνεται μὲ ἔξοδα μεταφορᾶς ἀπὸ τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς μέχρι τοῦ Τυρνάβου, ὅπου ὑπάρχουσι κτήνη τοῦ στρατοῦ καὶ διατρέφονται μὲ ἄχυρον, μόνον μὲ 4 λεπτὰ, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντήσας εἰς ἐμὲ πέρυσιν, εἶπεν, ὅτι, διὰ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ τὸ χόρτον, ἐπιβαρύνεται μὲ ἔξοδα ἐννέα λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Πῶς λοιπὸν διατρέφονται τὰ κτήνη, τὰ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, μὲ χόρτον, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνεται μὲ ἔξοδα 9 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ διατρέφονται μὲ ἄχυρον;....

§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ ἀχύρου ἀπαιτεῖται δαπάνη.

§65ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ ἄχυρον παραδέχεσθε σεῖς, ὅτι στοιχίζει ἐνταῦθα 7 μόνον λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.

§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη, ὅτε δὲν εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἶναι εὐθηνὸν τὸ ἄχυρον ἐδῶ. Ἀλλ’ ἂν ὁ στρατὸς προεμηθεύετο ἄχυρον ἀντὶ χόρτου, θ’ ἀναπληροῦτο ἡ ἀνεπάρκεια τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς διὰ μεταφορᾶς ἀχύρου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἡ δὲ τιμὴ θὰ ἦτο πολλαπλασία.

§67ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως κατὰ τὸν καιρὸν τῆς ἐπιστρατεύσεως εἰσήχθη ἓν μέρος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἔκτακτον. Ἄχυρον ἐπαρκὲς παράγεται ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ.

§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδαμῶς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ.

§69ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἐγὼ θέλω ἐπικαλεσθῆ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ 1882, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ 1882 καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Τρικούπης εἶναι εἰς πλήρη ἀντίφασιν πρὸς τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κ. Τρικούπην. Ἰδοὺ μία ἐγκύκλιος τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Τρικούπη (ἀναγινώσκει): Δ. Υ. Ἀριθ. πρωτοκόλλου 72,250 τῆς 28 10βρίου 1882. Ἔγκυκλ. 385. Περὶ νομῆς κτηνῶν. «Λαβόντες ἀφορμὴν ἐκ τῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβαλλομένων πρακτικῶν προμηθείας νομῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζεται διὰ δημοσίου συναγωνισμοῦ οὐ μόνον ἡ προμήθεια κριθῆς καὶ ἀχύρου, ἀλλὰ καὶ χόρτου, πρὸς τροφὴν τῶν κτηνῶν, πρὸς δὲ ἐκ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 23,412 ἀναφορᾶς τοῦ Στρατιωτικοῦ Λογιστηρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ 8ον τάγμα τῶν εὐζώνων προμηθεύεται πρὸς τροφὴν τῶν κτηνῶν του χόρτον πρὸς λεπτὰ 15 κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τὸ ἄχυρον τιμᾶται μόνον 6 λεπτὰ, ἔχοντες δὲ ἀφ’ ἑτέρου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ τακτικὴ τροφὴ τῶν κτηνῶν ἐκτὸς τῆς κριθῆς εἶναι τὸ ἄχυρον, καὶ μόνον εἰς τὰ ἀσθενῆ κτήνη καὶ εἰς μέρη, ἔνθα δὲν παράγεται ἄχυρον, χορηγεῖται χόρτον, πλὴν εἰς μὲν τὴν αʹ περίπτωσιν ἀπαιτεῖται πιστοποίησις τοῦ ἁρμοδίου κτηνιάτρου, εἰς δὲ τὴν βʹ ὡσαύτως τῆς ἁρμοδίας ἐπιτοπίου ἀρχῆς πρὸς ὑποστήριξιν τῆς δαπάνης τοῦ τιμήματος τοῦ ἀχύρου. «Διατάσσομεν, ὅπως ἅπαντα τὰ σώματα καὶ στρατιωτικὰ καταστήματα, μηδὲ τῆς χωροφυλακῆς ἐξαιρουμένης, τὰ ἔχοντα κτήνη, ἐξασφαλίζωσι μὲν καὶ τὴν τοῦ χόρτου προμήθειαν, οὐχ ἧττον δὲν θέλουν ἐκτὸς τῶν εἰρημένων περιστάσεων χορηγεῖ τοιοῦτον εἰς τὰ κτήνη αὑτῶν, ἐπὶ ποινῇ ἀποτίσεως τῆς διαφορᾶς τοῦ τιμήματος ἀπὸ τοῦ ἀχύρου. Τὸ Στρατιωτικὸν Λογιστήριον ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου τοῦ προσεχοῦς ἔτους προσκαλεῖται ν’ ἀποῤῥίπτῃ πᾶσαν δαπάνην ἐναντίον τῶν διὰ τῆς παρούσης διατασσομένων ἐνεργουμένην. Ὁ Ὑπουργὸς Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.» Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λοιπὸν διὰ τῆς ἐγκυκλίου αὑτοῦ λέγει, ὅτι τὸ ἄχυρον εἶναι ἡ μόνη τροφὴ διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι τιμᾶται 6 λεπτὰ μόνον κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τὸ χόρτον ἀγοράζεται ἤδη πρὸς 18¼, καὶ ὅτι ὅλοι οἱ σωματάρχαι ὑποχρεοῦνται νὰ ἀγοράζωσι μόνον ἄχυρον, εἰς περίστασιν δὲ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἀγοράσει χόρτον ἄνευ ἀνάγκης, ὑποχρεοῦνται ν’ ἀποτίσωσι τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ ἀχύρου πρὸς τὸ χόρτον. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, μετὰ τοιαύτην ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δὲν μένει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τῆς τροφῆς τῶν κτηνῶν διὰ χόρτου ἐγένετο ἄνευ ἀνάγκης, χάριν ὡρισμένων προσώπων, πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐκρίθη καλὸν ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ τροφὴ τοῦ ἀχύρου διὰ χόρτου, ἔπρεπε βεβαίως νὰ γίνῃ μειοδοτικὴ δημοπρασία. Δι’ ὅλα τὰ εἴδη, ὅσων ἔχει ἀνάγκην τὸ Δημόσιον, ἐνεργεῖται μειοδοτικὴ δημοπρασία, πάντοτε δὲ ἡ προμήθεια περιορίζεται εἰς ἓν ἔτος, καὶ τοῦτο βεβαίως εἶναι μία πρόνοια, διὰ τῆς ὁποίας ἀσφαλίζονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι μετὰ ἓν ἔτος εἶναι δυνατὸν τὰ εἴδη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, χορηγοῦσιν ὡρισμένοι χορηγηταὶ, νὰ ἔχωσιν ὀλιγωτέραν τιμήν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ἐγένετο ἐξαίρεσις καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ ἀκόμη τὸ μέτρον τὸ γενικὸν, ἤτοι, ἀντὶ νὰ ἐκδοθῇ ἡ χορηγία τοῦ χόρτου ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος, ὅπως πάντοτε, ἐξεδόθη διὰ δύο ἔτη. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐκδοθῇ, ἔπρεπε νὰ γίνῃ δημοπρασία, καὶ πρὶν ἢ γίνῃ δημοπρασία ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι διατυπώσεις, αἱ διατυπώσεις δ’ εἶναι, ὅπως γνωρίζετε, ἡ δημοσίευσις διακηρύξεως περὶ τοῦ ποσοῦ, περὶ τῆς τιμῆς καὶ τῶν ὅρων ἐν γένει τῆς χορηγίας. Ἐγένετο λοιπὸν τοιαύτη διακήρυξις ὑπὸ τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ 30 Μαρτίου 1887, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἡμέραν καὶ ὥραν, καθ’ ἣν ἡ διακήρυξις αὕτη ὥριζεν, ὅτι θὰ ἐγίνετο ἡ δημοπρασία, δὲν προσῆλθε κἀνεὶς νὰ μειοδοτήσῃ. Ἐλήφθη λοιπὸν ἀνάγκη νὰ γίνῃ δευτέρα διακήρυξις, καὶ ἡ δευτέρα διακήρυξις αὕτη ἐγένετο τῇ 13 Ἀπριλίου 1887, ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν αὐτὴν διακήρυξιν οὐδεὶς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου μετέβη εἰς τὸν τόπον τῆς δημοπρασίας. Προσῆλθον μὲν τότε πολλοὶ νὰ μειοδοτήσωσιν, ἀλλ’ οὐδένα εὗρον, καὶ ἑπομένως ἀπεμακρύνθησαν, τῇ δὲ 14 Ἀπριλίου, δηλ. μετὰ μίαν ἡμέραν, ἐκδίδεται νέα διακήρυξις, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὴν διακήρυξιν). Κατὰ τὴν προσδιορισθεῖσαν ὑπὸ τῆς τρίτης ταύτης διακηρύξεως ἡμέραν δύο μόνον ἐπαρουσιάσθησαν μειοδόται. Ὁ εἷς εἶναι ὁ Ἀνδρέας Καμπᾶς, καὶ ὁ ἄλλος εἶναι ὁ Α. Βίμπος. Καὶ ὁ μὲν Ἀνδρέας Καμπᾶς δι’ ἐνσφραγίστου δελτίου προσεφέρθη ν’ ἀναλάβῃ τὴν χορηγίαν πρὸς λεπτὰ 18¼ κατ’ ὀκᾶν, ὁ ἄλλος δὲ, ὅστις, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνύεται, εἶναι σύντροφος τοῦ Καμπᾶ, προσεφέρθη νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ πρὸς 22 λεπτὰ· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι μία εἶναι ἡ προσφορά, ἀφοῦ εἶναι συνεταῖροι, καὶ εἰκονικῶς εἶχε κάμει ὁ δεύτερος τὴν προσφορὰν, διὰ νὰ φανῇ, ὅτι ἐγένετο δημοπρασία. Εἷς ἐκ τῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως εἶναι, ὅτι, διὰ νὰ γίνῃ τις εἰς τὴν δημοπρασίαν δεκτὸς, ὀφείλει νὰ καταθέσῃ προηγουμένως 30,000 δραχμῶν ἐγγύησιν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Φρουραρχείου. Ἐν τούτοις ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισε καλὸν νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἔγκρισιν πρὸς τὸν Καμπᾶν, χωρὶς νὰ καταθέσῃ οὗτος τὴν ἐγγύησιν τῶν 30,000 εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Φρουραρχείου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἰσχυρίσθη, ὅτι 30,000 δρ. εἰς χρεώγραφα κατέθηκεν εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ἐν πρώτοις ἡ κατάθεσις αὐτὴ δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν διὰ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἔχει δὲ καὶ οὐδεμίαν ἀξίαν διὰ τὸ Φρουραρχεῖον, καθόσον ἔδει νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ ταμεῖον αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεφάσισε ν’ ἀναγνωρίσῃ αὐτὸν ὁριστικῶς πλέον χορηγητὴν τοῦ χόρτου, ἀπηύθυνεν ἓν ἔγγραφον πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου λέγει (ἀναγινώσκει): «Δύνασθε ἤδη, συνεννοούμενοι μετὰ τοῦ μειοδότου Ἀνδρέου Καμπᾶ, νὰ λάβητε ἀπὸ τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν κλπ.» Ὥστε, ὡς ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου προκύπτει, ἂν ὁ Ἀνδρέας Καμπᾶς, ὁ μειοδότης, δὲν ἔδιδε τὴν συναίνεσίν του, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἠδύναντο νὰ ληφθῶσιν αἱ 30,000, δραχμῶν. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς βλέπετε, ὅτι παραβιάζεται ὑπὲρ τοῦ Καμπᾶ σπουδαιότατος ὅρος τῆς διακηρύξεως. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Μίαν ἡμέραν πρὶν ἢ συνταχθῇ τὸ συμβόλαιον μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ χορηγητῶν, δύο ἀξιότιμοι ἐνταῦθα πολῖται, Ἠλιόπουλος καὶ Κολοσούκας, ἐκοινοποίησαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας λέγουσιν, ὅτι «μαθόντες, ὅτι ἀναδείκνυται ὁ Α. Καμπᾶς ἀντὶ λεπ. 18¼ κατ’ ὀκᾶν χορηγητὴς τοῦ χόρτου, ἡμεῖς προσφερόμεθα νὰ χορηγήσωμεν αὐτὸ πρὸς 16 λεπτά». Γινώσκων, ὅτι ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ, ἡ μειοδοτικὴ, ἡ ὁποία ἐκοινοποιήθη διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἔλεγον κατ’ ἐμαυτόν: διὰ τί ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβεν αὐτὴν ὑπ’ ὄψει, ἀφοῦ προσεφέροντο οἱ ἀναφερόμενοι νὰ χορηγήσωσι τὸ χόρτον κατὰ 2¼ λεπτὰ ὀλιγώτερον ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις ἀνέλαβε τὴν χορηγίαν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας κατέθηκε, καὶ διὰ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τὴν περυσινὴν συζήτησιν, εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ δεχθῇ τὴν αἴτησιν αὐτήν, διότι εἶχε κοινοποιήσει τὴν ἔγκρισιν πρὸς τὸν μειοδότην Καμπᾶν. Ἀλλ’ ὅπως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν, ὁ Καμπᾶς δὲν εἶχε καταθέσει τὴν ἐγγύησιν τῶν 30,000, κατὰ συνέπειαν οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἔγκρισιν, ἐφ’ ὅσον αὐτὸς δὲν προκατέβαλλε τὴν ἐγγύησιν τῶν 30,000. Ἄλλως δὲ, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι αὐτὸς εἶχε συμμορφωθῇ πρὸς τὴν διακήρυξιν, καὶ ὅτι εἶχε καταθέσει πραγματικῶς τὸ ποσὸν τῶν 30,000 ἀντὶ ἐγγυήσεως, πάλιν ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς ἄριστα νὰ εἴπῃ πρὸ τῆς συντάξεως τοῦ Συμβολαίου, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκηρύξῃ νέαν δημοπρασίαν, ἀφοῦ ἤδη προσφέρονται ἀξιότιμοι καὶ γνωστοὶ πολῖται νὰ χορηγήσωσι τὸ χόρτον κατὰ 2¼ λεπτὰ ὀλιγώτερον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν προμήθειαν. Πλὴν νομίζω, ὅτι εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνακριβὴς καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι εἶχε κοινοποιηθῆ ἡ ἐγκριτικὴ διαταγὴ πρὸς τὸν χορηγητὴν Καμπᾶν. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσαγάγῃ ἀπόδειξιν, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἀποδεικνύηται, ὅτι τῳόντι εἶχε κοινοποιηθῆ ἡ ἐγκριτικὴ διαταγὴ εἰς τὸν χορηγητὴν, ἀντὶ ὅμως νὰ μοὶ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐκοινοποίησε τὴν ἔγκρισιν, μοὶ ἐπαρουσίασε τὸ πρωτότυπον τῆς ἐγκριτικῆς διαταγῆς, κάτωθι τοῦ ὁποίου, μένοντος παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ, ἔχει σημειώσει ὁ ἴδιος Καμπᾶς, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν τοῦ περιεχομένου, κοινοποιηθέντος αὐτῷ ἐπισήμως. Αὐτὴ εἶναι ἡ κοινοποίησις, ἡ ὁποία εἶχε γίνει, καὶ αὐτὴν τὴν κοινοποίησιν προέβαλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς φραγμὸν ἀνυπέρβλητον, τὸν ὁποῖον δὲν ἠδύνατο τάχα νὰ ὑπερβῇ, διὰ νὰ διατάξῃ νέαν δημοπρασίαν, κατόπιν τῆς προσφορᾶς τῶν δύο καὶ ἐπέκεινα λεπτῶν ὀλιγώτερον. Λοιπὸν δύναται ἕκαστος ὑμῶν νὰ κρίνῃ, ἂν ἦναι σπουδαῖος ἢ μὴ ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι ἡ κοινοποίησις δὲν ἀποδεικνύεται, εἰμὴ δι’ ἐπιδοτηρίου, ὑπογεγραμμένου παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου καὶ τοῦ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις· οὐδὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ κἄν αὐτὸς, ὅτι τῷ εἶχε κοινοποιηθῆ ἐγκριτικὴ διαταγὴ, ἀφοῦ εἰς χεῖράς του δὲν εἶχεν οὐδεμίαν ἄλλην ἀπόδειξιν, παρὰ τὴν ἰδιόχειρον σημείωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε γράψει ὑπὸ τὸ πρωτότυπον, ὅπερ μένει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Τώρα, Κύριοι, ἐξεταστέον τυγχάνει, ἂν ὑπάρχῃ λόγος τις, καὶ ποῖος, ὅστις δικαιολογεῖ τὴν σπουδὴν, μεθ’ ἧς ἡ δημοπρασία ἐγένετο· διότι σημειώσατε, ὅτι ἐτελέσθη αὕτη ἀπὸ τῆς 31 Μαρτίου μέχρι τῆς 24 Ἀπριλίου, ἤτοι εἰς διάστημα 20 ἡμερῶν, ἐνῷ ἐπρόκειτο ἡ χορηγία ν’ ἀρχίσῃ μετὰ 4 μῆνας. Διατὶ λοιπὸν ἡ σπασμωδικὴ, οὕτως εἰπεῖν, ταχύτης περὶ τὴν τέλεσιν τῆς δημοπρασίας; Ὀφείλομεν ἐν πρώτοις νὰ ἐγκύψωμεν εἰς τὴν ἔρευναν περὶ τοῦ ἂν ἦτο διὰ τὸ Δημόσιον συμφέρουσα ἡ τιμὴ τῶν 18¼ λεπτῶν, καὶ ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἀχθῶμεν εἰς ἀσφαλὲς συμπέρασμα περὶ τῶν αἰτίων τῆς σπουδῆς, μεθ’ ἧς ἐνηργήθησαν τὰ κατὰ τὴν δημοπρασίαν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τὴν δημοπρασίαν ὠνόμασεν Ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτέθησαν πρὸς λύσιν διάφορα ζητήματα, ἓν δὲ τῶν ζητημάτων ἦτο καὶ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ τιμὴ τῶν λεπτῶν 18¼ ἦτο, ναὶ ἢ ὄχι, συμφέρουσα διὰ τὸ Δημόσιον. Ἰδοὺ δὲ τί ἀποφαίνεται ἡ Ἐπιτροπή. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς). Ὥστε ἡ Ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως μὲν ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν 18 καὶ ¼ εἶναι ὑπέρογκος, διὰ μειονοψηφίας δὲ, ὅτι, ἐὰν τὸ Δημόσιον ἐπροτίμα νὰ προμηθευθῇ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν τὸ χόρτον, θὰ τῷ ἐστοίχιζεν 9 μόνον λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι κατὰ τὸ ἥμισυ ὀλιγώτερον παρ’ ὅσον λαμβάνει ὁ Καμπᾶς....

§70ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνες ἀπετέλουν τὴν Ἐπιτροπήν;

§71ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Ῥάλλης, Βενιζέλος, Στροῦμπος καὶ Πιλάβιος. Μετὰ τοιαύτην γνωμοδότησιν ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἦτο πρέπον, καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν μειοδοτικὴν προσφορὰν, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν οἱ δύο πολῖται Ἀθηναῖοι, ἦτο πρέπον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιμείνῃ νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἐγκριτικὴν διαταγὴν, καὶ ν’ ἀναθέσῃ ὁριστικῶς ἐπὶ δύο ἔτη εἰς τὸν Καμπᾶν νὰ προμηθεύῃ τὸ χόρτον ἀντὶ τιμῆς, ἡ ὁποία, κατὰ μὲν τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐθεωρεῖτο ὑπέρογκος, κατὰ δὲ ἓν μέλος αὐτῆς, θὰ περιωρίζετο εἰς τὸ ἥμισυ, ἂν ἡ προμήθεια ἐγίνετο ἀπ’ εὐθείας; Καὶ τότε, κύριε Πρωθυπουργὲ καὶ Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲν εἴχετε σκοπὸν ν’ ἀκολουθήσητε τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐρωτῶ, πρὸς τί διωρίσατε αὐτήν; μήπως τὴν διωρίσατε διὰ ν’ ἀκολουθήσητε τὴν γνώμην της εἰς μόνην τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελεν εἶσθαι σύμφωνος πρὸς τὰς ὑμετέρας ὑπόπτους προαιρέσεις; Τώρα, πόση νομίζετε, ὅτι εἶναι ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου; Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ γνωμοδότησις τοῦ μειονοψηφοῦντος μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπερ εἶναι ὁ κ. Βενιζέλος, συνταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ, διαμείνας πλεῖστον χρόνον ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ὢν εἰς θέσιν παντὸς ἄλλου κρεῖττον νὰ γνωρίζῃ πόσον ἤθελε στοιχίσει εἰς τὸ Δημόσιον τὸ χόρτον, ἐὰν ἀπ’ εὐθείας ἐπρομηθεύετο αὐτὸ ἐκ Θεσσαλίας, ἡ ζημία αὕτη εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου διὰ τὰ δύο ἔτη τιμήματος, ἤτοι 380 περίπου χιλιάδες δραχμῶν, διότι τὸ ὅλον, καθ’ ἣν κατέθηκε σημείωσιν ὁ κ. Τρικούπης, ἀνέρχεται εἰς 767 χιλιάδας δραχμῶν....

§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἐγένετο κατανάλωσις ἐπὶ 7 μῆνας.

§73ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1887, καθ’ ὃν ἤρξατο ἡ προμήθεια, μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1888, ἔχετε τὴν κατάστασιν. Δὲν εἶναι τὸ πρῶτον ἔτος; Ἐπεφυλάχθην πέρυσι νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦθ’ ὅπερ εἶμαι ὑπόχρεως νὰ πράξω ἤδη, μεθ’ ὅσα εἶπον. Μακρὰν ἐμοῦ βεβαίως ἡ ἰδέα, ὅτι δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἀτομικὰ συμφέροντα ἐπὶ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεων. Ἀδιάσειστον ὅμως ἐσχημάτισα πεποίθησιν, ὅτι οὗτος, χάριν ὡρισμένων προσώπων, μεθ’ ὧν συνδέεται στενῶς, παρεβίασε τὸ καθῆκόν του ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον. Δυστυχῶς δὲ διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν αἱ σχετικαὶ τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου διατάξεις δὲν ποιοῦνται διάκρισιν μεταξὺ τοῦ δημοσίου ἐκείνου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος πρὸς ἰδίαν ὠφέλειαν παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος χάριν τρίτου παραβλάπτει αὐτά. Τίνα δὲ εἶναι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμῃ, ἃς ἔκαμε, παραχωρήσεις, πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου; Ὁ χορηγητὴς τοῦ χόρτου, ὡς εἶπον καὶ πέρυσιν, εἶναι στενὸς συγγενὴς προσώπου, τὸ ὁποῖον ἔχει στενοὺς δεσμοὺς μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ δὲν ἠξεύρω, πῶς συμβαίνουν περίεργοί τινες συμπτώσεις. Προχθὲς, ἀναπτύσσων ἄλλην ὑπόθεσιν, καθ’ ἣν ἀπεδείχθη, ὅτι ἄλλος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος ἐν Σύρῳ ἐσφετερίσθη δημόσια χρήματα καὶ ἐπλαστογράφησε δημόσια ἔγγραφα, ἔλεγον, ὅτι ὁ ἄπιστος αὐτὸς ὑπάλληλος οὐ μόνον δὲν κατεδιώχθη, ἀλλὰ καὶ διατηρεῖται σκανδαλωδῶς εἰς τὴν θέσιν του, συνδέεται δὲ καὶ οὗτος διὰ στενῆς συγγενείας μὲ τὸ ἴδιον πρόσωπον, μεθ’ οὗ ἔχει στενὰς σχέσεις ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τίνος λοιπὸν εἴδους συμπτώσεις εἶναι αὗται; Ἔλεγον καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν κατάστασις δὲν εἶναι διόλου εὐχάριστος. Ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ σήμερον κυβερνῶντες ὠθοῦσι τόσον πολὺ τὴν ὑπὲρ τῶν κομματικῶν συμφερόντων μέριμναν αὑτῶν καὶ φροντίδα, ὥστε πᾶς τις δύναται νὰ εὑρίσκῃ χάριν ἐνώπιον αὐτῶν, ἔστω καὶ ἂν διέπραξεν οἱονδήποτε ἔγκλημα, ἀρκεῖ μόνον νὰ παρέχῃ δείγματα ἀφοσιώσεως καὶ ἀποτελεσματικῆς ὑπηρεσίας πρὸς τὸ κόμμα. Καὶ δὲν παρέρχεται ἡμέρα, χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν πικρὰν πεῖραν τῆς τοιαύτης οἰκτρᾶς καταστάσεως. Δὲν νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι μένει ὄρθιον τίποτε ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλὰ διατὶ ἐπὶ τέλους νὰ εὑρισκώμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Ὑπάρχουσιν ὅρια, πέραν τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ προχωρήσωμεν. Μήτοι ἐκ τῆς διὰ παντὸς τρόπου ἐξυπηρετήσεως τῶν κομματικῶν συμφερόντων τῶν ἐν τοῖς πράγμασι πρόκηται νὰ σωθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι εἰς πλήρη ἐφαρμογὴν τὸ καταδικασθὲν ἐν τῇ συνειδήσει τῶν λαῶν ἀξίωμα, ὅτι ὁ σκοπὸς ἐξαγιάζει τὰ μέσα; Δύναται νὰ εἴπῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅ,τι ἂν θέλῃ πρὸς δικαιολογίαν του. Εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀναιρέσῃ τὰς αἰτιάσεις, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Εἶναι καιρὸς πλέον διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, νὰ κατανοήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ πρὸ τοῦ ὀλισθηροῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ἀκατασχέτως φέρεται. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν οἱ διαχειριζόμενοι, οὐχὶ πλέον τὸ περίσσευμα, ἀλλὰ τὸ ὑστέρημα τοῦ λαοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρωτήσῃ οὗτος μίαν ἡμέραν, ποῦ ἐδαπανήθη τὸ ὑστέρημά του τοῦτο. Πρόσωπα καὶ πάλιν πρόσωπα. Δύνασθε νὰ παράσχητε ἐκδούλευσίν τινα εἰς τὸ κόμμα; Τὰ πάντα διατίθενται ὑπὲρ ὑμῶν. Ἠδυνάμην, Κύριοι, νὰ ἀναμνησθῶ πολλῶν παραπλησίων, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἀναπτύξεως ἄλλων θεμάτων, μὴ σχετιζομένων πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἐκ προθέσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χάριν τρίτων προσώπων παρέβλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπέσυρε καθ’ ἑαυτοῦ ὄχι μόνον ἠθικὴν, ἀλλὰ καὶ ποινικὴν εὐθύνην σπουδαίαν.

§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐλάχιστα θὰ εἴπω, διότι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὡμίλησα διὰ μακρῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Τότε ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐξέφρασα τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἀπεγοητεύετο ὁ κ. Βουλευτὴς, μεθ’ ὅσα παρέστησα, ἀλλ’ ἤδη περὶ τοιαύτης ἐλπίδος δὲν ὁμιλῶ, διότι ἐγνώρισα τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὸν τρόπον τοῦ ἐργάζεσθαι τῶν περὶ αὐτὸν, καὶ οὐδεμία μοὶ ἐπιτρέπεται ἐλπὶς, ὅτι δύναταί ποτε νὰ ἀπογοητευθῇ. Θὰ ἐπαναλάβω ὅμως τινὰ ἐξ ὅσων πέρυσιν εἶπον, καίτοι ὡς πρός τινα εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἠναγκάσθη νὰ ὑποχωρήσῃ περὶ ταῦτα. Ἡ βάσις τῆς περυσινῆς ἀναπτύξεώς του ἦτο ὅλως διάφορος τῆς ἐφετεινῆς. Πέρυσιν εἶχε στηριχθῆ εἰς τὴν κατ’ αὐτὸν ἄνευ δημοπρασίας, ἄνευ δημοσιότητος γενομένην παραχώρησιν τοῦ χόρτου· ἤδη παρέστησεν, ὅτι ὅσα πέρυσιν εἶπε περὶ τούτου, περὶ τῆς δῆθεν δημοσιεύσεως ἐν μόνῃ τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, παρήνειρεν ἐκ περισσοῦ, ὅτι οὐδόλως ἐστηρίχθη εἰς αὐτὰ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ δημοσίευσις ἐγένετο μόνον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐπιτάττει ὁ νόμος, ὁ μὴ ἐπιτρέπων τὴν ἐπὶ πληρωμῇ καταχώρισιν διακηρύξεων τοῦ Δημοσίου ἐν ἄλλαις ἐφημερίσιν, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν μὴ δημοσίευσιν ἐν ἄλλαις ἐφημερίσι πλὴν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἐφημερίδες εἶχον δημοσιεύσει τὴν διακήρυξιν, προσήχθησαν δ’ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ φύλλα, ἑπομένως ἐστερήθη ὁ κ. Βουλευτὴς πᾶσαν τὴν ὠφέλειαν, ἣν ἤλπισε νὰ ἀρυσθῇ ἐκ τοῦ κεκανονισμένου τρόπου τῆς δημοσιότητος. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι οἱ ἐπιδιώξαντες τὴν εἰς αὐτοὺς παραχώρησιν τῆς ἐργολοβίας, κατόπιν τῆς ὑπὲρ ἄλλων γενομένης κατακυρώσεως, ἦσαν ἀθῶα πλάσματα, διετέλεσαντα ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ τῶν γενομένων δημοσιεύσεων περὶ τῶν δημοπρασιῶν, καὶ διὰ τοῦτο, μὴ προλαβόντα νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸν διαγωνισμὸν, σπεύσαντα δ’ εἰς ὑποβολὴν αἰτήσεως εὐθὺς, ὡς ἐκ τῆς κατακυρώσεως ἔμαθον τὸ γενόμενον. Τὰ ἀθῶα ταῦτα πλάσματα εἶναι οἱ ἐπιτηδειότεροι τῶν εἰς τοιαύτας ἐργολαβίας καταγινομένων ἀνθρώπων, εἶναι δακτυλοδεικτούμενοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἐγὼ τοὺς ἐγνώρισα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ δὲ ἐνέργειαι αὐτῶν περὶ τὰ τῶν συναγωνισμῶν ἐφείλκυσαν τὴν ἰδιάζουσαν προσοχήν μου διὰ τὸ ἐπινοητικὸν καὶ τὸ ἀκαταπόνητον. Ὅταν πρόκηται νὰ γενῇ συναγωνισμὸς, προσέρχονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, προσφερόμενοι, ἵνα ἄνευ συναγωνισμοῦ ἀναδεχθῶσι τὴν ἐργολαβίαν ἀντὶ ὡρισμένου τιμήματος, προκηρυσσομένου δ’ εἶτα τοῦ συναγωνισμοῦ κατὰ τὸν νόμον, ἐξαφανίζονται. Τοῦτο ἔπραξαν καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, δὲν ἐφάνησαν ἐν τῷ συναγωνισμῷ αὐτοὶ, ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνηγορεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, καίτοι πρὸ τοῦ συναγωνισμοῦ ὁλοήμερευον ἐν τοῖς διαδρόμοις τοῦ Ὑπουργείου. Δὲν ἐπαρουσιάσθησαν καὶ αὐτοὶ καὶ ἄλλοι, οὔτε κατὰ τὴν πρώτην, οὔτε κατὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν δημοπρασίαν. Ἠναγκάσθημεν ἄρα νὰ μεταβάλωμεν σύστημα διαγωνισμοῦ, ἵνα διασπάσωμεν τὴν σύστασιν τῆς ἀποχῆς καὶ ἐκηρύξαμεν τὸν νέον διαγωνισμὸν δι’ ἐνσφραγίστων δελτίων, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι ἐν μυστικῷ διαγωνισμῷ, δυσπιστοῦντες πρὸς ἀλλήλους οἱ ἐργολάβοι, θὰ ὑπέβαλλον προσφοράς. Ὁ δι’ ἐνσφραγίστων δελτίων διαγωνισμὸς ἀπέληξεν εἰς ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐγκρίνῃ αὐτὸ, τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέμεινεν ἐφ’ ἱκανόν· διότι, καίτοι ὁ δι’ ἐνσφραγίστων δελτίων διαγωνισμὸς, κατὰ κανόνα, τηρούμενον καὶ ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις, θεωρεῖται ὡς τελειωτικὸς, ἐποιησάμεθα ἐξαίρεσιν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ἕνεκα τῶν κακῶν προηγουμένων, καὶ ἀνεβάλομεν τὴν ἔγκρισιν, ἵνα παράσχωμεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς μὴ μετασχόντας τοῦ διαγωνισμοῦ, ὅπως προκαλέσωσι τὴν ἐπανάληψιν αὐτοῦ, ὑποβάλλοντες προσφορὰς ἀνωτέρας. Ἀλλ’ οὗτοι, ἐπιδιώκοντες τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοπρασίας, ἀπεῖχον, καίπερ ἐπανειλημμένως παρ’ ἡμῶν προκαλούμενοι, νὰ διατυπώσωσι πρότασιν περὶ προσφορᾶς ἀνωτέρας· ἐζήτουν τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοπρασίας, οὐχὶ ἵνα μετάσχωσι νέου διαγωνισμοῦ, ἀλλ’ ἵνα διαπραγματευθῶσι πρὸς τοὺς κατελθόντας εἰς τὸν συναγωνισμὸν τὴν ἀποχήν των. Ἀφοῦ ἐβεβαιώθη, ὅτι ἀνωτέρα προσφορὰ δὲν ὑπεβάλλετο, τὸ Ὑπουργεῖον ἐνέκρινε τὴν κατακύρωσιν. Τότε δὲ μόνον ἐξ ἀσφαλοῦς ὑπεβλήθη ἀναφορὰ περὶ προσφορᾶς βελτίονος, γενομένη ἐν γνώσει τῶν ἀναφερομένων, ὅτι ἦτο ἄκυρος. Ἰδοὺ τί περὶ τούτου εἶπον πέρυσιν. (Ἀναγινώσκει). Ἡ προσφορὰ, μὴ συνοδευομένη ὑπὸ ἐγγυοδοσίας, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ γένηται δεκτὴ, καὶ ἂν ὑπεβάλλετο ἐγκαίρως, τοιαύτη δὲ προσφορὰ ὑπεβλήθη μετὰ τὴν ἔγκρισιν, καὶ εἰς τοῦτο στηρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ὁλόκληρον αὑτοῦ τὸ οἰκοδόμημα. Τοιαύτην προσφοράν, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν. Αἱ περὶ τιμίας ἐνεργείας ἰδέαι τῶν ἀνθρώπων δὲν εἶναι πάντοτε αἱ αὐταί. Ἐγὼ τοιαύτην ἐνέργειαν δὲν θὰ ἐθεώρουν τιμίαν, ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐὰν πράττῃ ὡς ὁμιλεῖ, δὲν θὰ ἐδίσταζεν, εὐκαιρίας δοθείσης, νὰ ἐνεργήσῃ οὕτω. Ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς κατακυρώσεως, δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ γενόμενα, καὶ ἂν ἡ μετὰ τὴν ἔγκρισιν γενομένη ἀνωτέρα προσφορὰ συνωδεύετο καὶ ὑπὸ τῆς ἐγγυοδοσίας τῶν 30,000 δραχμῶν, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπανέλθῃ ἐπ’ αὐτὰ, προκειμένου περὶ προσφορᾶς ὅλως εἰκονικῆς καὶ γενομένης μόνον πρὸς σκοποὺς, ἐφ’ οἷς δὲν ἔχουσιν ἀφορμὴν, ἵνα ἐναβρύνωνται, οὔτε οἱ ὑποβαλόντες, οὔτε ὁ ἐν τῇ Βουλῇ προκαλῶν τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς θαυμάζει, ὅτι προετιμήσαμεν εἰς τροφὴν τῶν κτηνῶν τὸ χόρτον ἀντὶ τοῦ ἀχύρου. Ὑπέβαλον πέρυσι τὰς ἐκθέσεις διοικητῶν σωμάτων, καθ’ ἃς τὸ ἄχυρον ἐν τῷ κλίματι ἡμῶν ἦτο προτιμότερον τοῦ χόρτου, ἀλλὰ τοιοῦτον ἄχυρον, ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ ἐπρομηθεύετο, ἦτο κατώτερον τοῦ χόρτου, διότι καλοῦ ἀχύρου ἡ προμήθεια ἐν τῇ Ἀττικῇ ἦτο ἀνέφικτος, διὰ τὸ ἀνεπαρκὲς τῆς παραγωγῆς, ὅταν συντρέχῃ εἰς τὴν κατανάλωσιν καὶ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὸ ἀναπληροῦν τὸ ἐλλεῖπον ἐκ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς προεμηθεύοντο οἱ ἐργολάβοι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐκ τῆς Μ. Ἀσίας, καὶ τοῦτο, ἀποτελοῦν τὴν ὅλην σχεδὸν προμήθειαν τοῦ στρατοῦ, ἦτο κακῆς ποιότητος. Τούτων ἕνεκα οἱ σωματάρχαι ἐγνωμοδότησαν, ὅτι ἦτο προτιμότερον μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Θεσσαλίας νὰ προμηθεύηται τὸ Δημόσιον χόρτον πρὸς διατροφὴν τῶν κτηνῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ τιμὴ εἰς ἣν ἀπεκτήθη τὸ χόρτον, ἦτο ὑπερβολική· ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐπαρουσιάζοντο εἰς τοὺς δύο διαγωνισμοὺς ἄλλοι, νὰ προσφέρωσι κατωτέραν τιμήν; Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε παραστήσει πέρυσι τὰ κέρδη ὡς κολοσσιαῖα· ἤδη μετριάζει τὰς ἐκτιμήσεις, ἀλλ’ ἔστω καὶ ἂν τὰ κέρδη παρεστήθησαν παρ’ αὐτοῦ ὡς συμποσούμενα εἰς 360,000 δραχμῶν, ἢ καὶ εἰς τὸ ἥμισυ, ἢ καὶ εἰς τὸ τέταρτον, ἢ καὶ εἰς τὸ ὄγδοον τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐξητάσθη τὸ ζήτημα οὐ μόνον ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὑπολογισμῶν ἐπισήμων. Τοὺς δὲ πέρυσιν ὑποβληθέντας ὑπολογισμοὺς δυνάμεθα ἤδη νὰ ἐλέγξωμεν καὶ νὰ συμπληρώσωμεν ἐκ τῶν βεβαιωθέντων ἐν τῇ ἐκτελέσει. Ὑποβάλλω σημείωσιν, καθ’ ἣν τὰ ἔξοδα πιέσεως καὶ μεταφορᾶς χόρτου ἐκ Θεσσαλίας εἰς Ἀθήνας ἔχουσιν οὕτω:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1ον Διὰ τὴν πίεσιν τοῦ χόρτου εἰς δέματα· ὑλι-
κὸν καὶ ἐργασία κατ’ ὀκάν λ. 1½
2ον.Μεταφορὰ εἰς σιδηρόδρομον Καρδίτσης καὶ
ἐκεῖθεν δι’ αὐτοῦ εἰς Βῶλον. (Ἕκαστον βαγόνιον,
περιλαμβάνον περὶ τὰς 2 χιλιάδας ὀκάδας, πληρό-
νεται εἰς Καρδίτσαν 68 φράγκα χρυσᾶ, εἰς Σοφά-
δες 55 καὶ εἰς Δεμερλῆ 47). Κατ’ ὀκάν λ. 3½
3ον.Μεταφορὰ ἐκ Βώλου εἰς Πειραιᾶ (κατὰ τὴν
τελευταίαν σύμβασιν τῶν Ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιριῶν,
ὁ ναῦλος ἀπὸ Βώλου εἰς Πειραιᾶ ὡρίσθη εἰς λεπτὰ
3¾ κατ’ ὀκάν) λ. 3
4ον.Ἐπιβίβασις καὶ ἀποβίβασις εἰς Βῶλον καὶ
Πειραιᾶ λ. ½
5ον.Ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Ἀθήνας λ. 1
6ον.Ἔξοδα ἀποθηκῶν καὶ μεταφορᾶς αὐτοῦ εἰς
τὰ διάφορα σώματα λ. 1
7ον.Φύρα λ. 1
Τὸ ὅλον λεπ.11½

Εἰς ταῦτα τὰ 11½ λεπτὰ προσθετέον 1% ὑπὲρ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, προσθετέοι καὶ οἱ δημοτικοὶ φόροι καὶ οἱ τοῦ μώλου, ἀναβιβάζοντες τὸ ἄθροισμα εἰς 12 λεπτά. Πλὴν τούτων ἐπιβαρύνεται ἡ ἐργολαβία διὰ τόκων, ὡς γινομένης τῆς προμηθείας παρὰ τῶν ἐργολάβων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συγκομιδῆς, ἐνῷ ἡ παράδοσις εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ ἑπομένως ἡ πρὸς αὐτοὺς ἀπότισις τοῦ τιμήματος γίνεται κατὰ τὴν διάρκειν τοῦ ἔτους, ῥυθμιζομένη κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Οὐδὲν ὅμως σημειοῦται ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου, λαμβανομένων δ’ ὑπ’ ὄψει μόνων τῶν 12 λεπτῶν, ὡς ἐπιπροσθέτων, μένουσι μέχρι τοῦ τιμήματος ἐκ λεπτῶν 18 καὶ ¼ λεπτὰ 6 καὶ ¼ διὰ τὴν ἐπὶ τόπου ἀγορὰν τοῦ χόρτου, ἑπομένως, μόνον ἂν τοῦτο ἠγοράσθη κάτω τῶν λεπτῶν 6 καὶ ¼, μένει μικρὸν κέρδος. Τὸ ποσοστὸν ἄρα, τὸ ὁποῖον θὰ δυνηθῶσι νὰ κερδήσωσιν οἱ ἐργολάβοι, ἐὰν φροντίσωσι νὰ προμηθευθῶσι τὸ χόρτον ἐγκαίρως, ἐπιτύχωσι δὲ τιμὰς μετρίας, μὴ συμβῶσι δ’ αὐτοῖς καὶ ἀπρόοπτοι ζημίαι, πλὴν τῶν ἐκ τῆς φύρας καὶ τῶν τόκων, τὸ ποσοστὸν τοῦ κέρδους ἔσται πάντως ἐλάχιστον· ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως ἀνταποκρίνεται πρὸς ὁλικὸν τίμημα 650 χιλιάδων δραχμῶν, ἐὰν τὸ ποσοστὸν τοῦ κέρδους ᾖναι 5%, ὅπερ ἀπίθανον, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὅλον κέρδος θὰ ᾖναι 30 ἕως 35 χιλιάδων δραχμῶν, ἐνδέχεται ὅμως νὰ ᾖναι κατώτερον τοῦ ἡμίσεος ἢ τοῦ τετάρτου τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐνδέχεται ν’ ἀπολήξῃ ἡ ἐπιχείρησις καὶ εἰς ζημίαν....

§75ΚΑΖΑΜΠΑΚΑΣ. Πέρυσιν ἔχασε.

§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω περὶ τούτου πληροφορίας, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑπολογισμῶν ἀποῤῥέει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κερδήσῃ ἡ ἐργολαβία σπουδαίως, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν θετικῶς καὶ ἐπισήμως βεβαιωμένων προσθέτων δαπανῶν δὲν μένουσι πλέον τῶν λεπτῶν 6 καὶ ¼ διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ χόρτου. Ἐπιπροσθέτω δὲ παρεμπιπτόντως, ὅτι ἐφέτος, ἕνεκα τῆς ἀνομβρίας, ὑπάρχει ἔλλειψις καὶ ἑπομένως ὑπερτίμησις τοῦ χόρτου ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐν δὲ Τυρνάβῳ τὸ πρῶτον σύνταγμα τοῦ ἱππικοῦ, μετ’ ἐπανειλημμένας δημοπρασίας, ἐπρομηθεύθη τὸ χόρτον μέχρι 14 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, οὐχὶ εἰς δέμα. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ 350 χιλιάδων δραχμῶν κέρδους τῶν ἐργολάβων. Ὡς ἔγνωτε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι τὸ κέρδος ἀνώτερον τῶν 35,000, ἀλλὰ καὶ 40,000 καὶ 60,000 ἐὰν ἦτο, θ’ ἀντεστοίχει κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 1% ἐπὶ τῆς ὅλης προμηθείας, ὅπερ δὲν θὰ ἦτο παράδοξον, οὐδὲ ὑπερβολικόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἡ προμήθεια ἐγένετο κατὰ τρόπον, σκοποῦντα, ὅπως εὐνοηθῶσι πρόσωπα, διότι ἐγένετο διετὴς ἀντὶ μονοετοῦς, καὶ ἐζήτησε τὸν λόγον τῆς ὁρισθείσης διαρκείας. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνωσι δαπάναι διὰ τὴν παρασκευὴν τοῦ χόρτου ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅτι δὲν ὑπῆρχον τότε ἐκεῖ πιεστήριοι μηχαναί, καὶ μάλιστα ἀτμοκίνητοι, καὶ ὅτι τούτων ἕνεκα δὲν ἦτο εὔλογον ν’ ἀπεκδεχώμεθα, ὅτι διὰ προμήθειαν ἑνὸς μόνου ἔτους θὰ ἐπαρουσιάζοντο ἐργολάβοι, ἀναδεχόμενοι αὐτὴν ἐπὶ τιμήματι μετρίῳ. Ἐὰν ἐπαρουσιάζοντο ἐργολάβοι ἐπὶ διαρκείᾳ οὕτω περιωρισμένῃ, θὰ περιελάμβανον τὴν δαπάνην τῆς ἐγκαταστάσεως ἐν τοῖς ἐξόδοις, καὶ διανέμοντες αὐτὰ εἰς τὴν προμήθειαν ἑνὸς ἔτους, θὰ ἐπεβάρυνον κατὰ τοσοῦτον τὴν τιμὴν τοῦ χόρτου. Ἴσως ἔπρεπεν ἡ προμήθεια, ἕνεκα τῶν προκαταρκτικῶν δαπανῶν, νὰ συμφωνηθῇ ἐπὶ διάρκειαν μακροτέραν τῶν δύο ἐτῶν. Ἀφοῦ δὲ σήμερον εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι οἱ ἐργολάβοι ἠγόρασαν πιεστικὰς μηχανὰς ἀτμοκινήτους, καὶ ἐξετέθησαν εἰς σπουδαίας δαπάνας ἐγκαταστάσεως, ἡ ἐρώτησις, διατὶ ἐγένετο ἡ ἐργολαβία διετὴς, δικαιολογεῖται μᾶλλον ἐκ τῆς βραχυτέρας ἢ ἐκ τῆς μακροτέρας τοῦ δέοντος διαρκείας τῆς ἐργολαβίας. Εἰς τὸ φιλοπερίεργον τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, ὑπαγορεῦον αὐτῷ ἐρωτήσεις, συνιστῶμεν, ἀντὶ τῆς, εἰς ἣν ἀπήντησα, ἑτέραν πρὸς τὸν πελάτην του, ἤτοι, ἀφοῦ προέκειτο περὶ συμφωνιῶν τοσοῦτον συμφερουσῶν, διατὶ δὲν παρουσιάζετο ἐκεῖνος εἰς τὸν διαγωνισμόν; Καὶ εἰς ταύτην τὴν ἐρώτησιν τὴν ἀπάντησιν δίδω ἐγώ. Διότι ὁ πελάτης του προετίμα νὰ μὴ διαγωνισθῇ, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλῃ εἰς φορολογίαν τοὺς διαγωνιζομένους, προσφέρων τὴν ἀφάνειάν του ἐν τῷ διαγωνισμῷ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀντετάχθη κατὰ τοιούτων συστάσεων. Εἰδοποιῶ δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οἱ πελάται του ἐπαρουσιάσθησαν εἰς ἕτερον διαγωνισμόν....

§77ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει πελάτας.

§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὁ Κικέρων εἶχε πελάτας. (Ἱλαρότης). Λέγω, ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ πρόσωπα ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὸν διαγωνισμὸν ἐφέτος, δὲν ἐπαρουσιάσθησαν δὲ ἄλλοι, καὶ αἱ κινήσεις ὑπῆρξαν ἀντίστροφοι· μετὰ τὴν κατακύρωσιν οἱ ἀποσχόντες ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ ὑπέβαλον προσφορὰς βελτίονας τοῦ ὅρου, εἰς ὃν ἐγένετο ἡ κατακύρωσις ὑπὲρ τῶν παρουσιασθέντων· οὗτοι δὲ προσέδραμον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὀλοφυρόμενοι καὶ διαμαρτυρόμενοι, ὅτι πρόκειται νὰ μὴ ἐγκριθῇ τὸ ἀποτέλεσμα δημοπρασίας, ἐνεργηθείσης δι’ ἐνσφραγίστων δελτίων, καὶ ἥτις οὐδέποτε ἀκυροῦται, λόγῳ βελτίονος προσφορᾶς. Ταῦτα δὲ ἔλεγον αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν τῇ ὑποθέσει, ἧς τὴν ὑπεράσπισιν ἀνέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἠξίουν, ὅπως ἐπὶ ἀναφορᾷ, παρακαίρως ὑποβληθείσῃ καὶ μὴ συνοδευομένῃ ὑπὸ τῆς κανονικῆς ἐγγυήσεως, ἀκυρωθῇ δημοπρασία δι’ ἐνσφραγίστων δελτίων ἐνεργηθεῖσα, καὶ παρεπονοῦντο ἐπὶ τῇ παραγνωρίσει τοῦ δικαίου αὐτῶν. Πέρυσιν ἐπρόκειτο περὶ χόρτου, καὶ ἐζητεῖτο ἡ ἀκύρωσις τῆς δημοπρασίας λόγῳ βελτίονος προσφορᾶς, μετὰ τὴν ἔγκρισιν καὶ ἄνευ ἐγγυοδοσίας ὑποβαλλομένης. Ἐφέτος ἐπρόκειτο περὶ ποσοῦ, καὶ ἐζητεῖτο ἡ ἀκύρωσις πάλιν λόγῳ βελτίονος προσφορᾶς, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐγκρίσεως ὑποβαλλομένης καὶ συνοδευομένης δι’ ἐγγυοδοσίας, καὶ ὅμως οἱ πέρυσι διαμαρτυρόμενοι ἐπὶ τῇ μὴ ἀκυρώσει τῆς δημοπρασίας, ἐφέτος ἠξίουν νὰ μὴ ἀκυρωθῇ ἡ ὑπὲρ αὐτῶν γενομένη κατακύρωσις. Ἡ ἀκύρωσις ἐγένετο ἐφέτος ἐπειδὴ ἡ βελτίων προσφορὰ ὑπεβλήθη ἐγκαίρως, ἡ δὲ νέα δημοπρασία ἀπέληξεν εἰς σπουδαίαν ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς τοῦ σανοῦ. Καὶ πέρυσι θὰ ἠκυροῦτο ἡ δημοπρασία τοῦ χόρτου, ἐὰν ἐγκαίρως καὶ μετὰ ἐγγυοδοσίας ἐγίνετο ἡ νέα προσφορά. Ἡ προσφορὰ ἐκείνη, ὡς ἀπέδειξα, δὲν ἦτο πραγματικὴ, ἀλλὰ καὶ τοιαύτη ἂν ἦτο, ἡ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς τοῦ χόρτου κατὰ δύο λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, θὰ προσεπόριζεν εἰς τὸ Δημόσιον ὠφέλειαν μόλις τοῦ ἑνὸς ἕκτου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παρέστησεν ὁ κύριος Βουλευτής. Ὁ κύριος Βουλευτὴς προεκάλεσε τὴν συζήτησιν ἐπαγγελλόμενος, ὅτι ἤθελε καταδείξει ζημίαν σπουδαίαν τοῦ Δημοσίου. Οἱ παρ’ αὐτοῦ προσαχθέντες ἀριθμοὶ περιωρίσθησαν εἰς τὸ ἑκτημόριον, ἀλλὰ καὶ οὕτω περιοριζόμενοι, ἀπεδείχθησαν ἰδανικοὶ καὶ ἀποῤῥέοντες ἀπὸ ἐνεργειῶν εἰκονικῶν, μόνον ἐχουσῶν σκοπὸν τὴν καταδολίευσιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν ταῦτα θεωρῇ ὁ κύριος Βουλευτὴς σπουδαῖα, ἐγὼ ὅμως λυποῦμαι τὸν χρόνον, ὃν ἐδαπάνησα, ἀπαντῶν εἰς αὐτά.

§79ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, νὰ ὁμιλήσω ἐκ δευτέρου, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς τελευταίας φράσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα περὶ καταχρήσεων καὶ κλοπῶν δὲν θεωρεῖ σπουδαῖα. Καὶ μήπως ἐγὼ εἶπον τὸ ἐναντίον; Βεβαίως τὰ θεωρεῖς σπουδαῖα, διότι τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον, δὲν τὰ ἐξήγαγες ἀπὸ τὸ βαλάντιόν σου, ἀλλὰ τὰ πληρόνει ὁ λαός. Δὲν εἶναι, λέγεις, σπουδαῖα, καὶ τολμᾷς νὰ ἐκστομίσῃς, ὅτι πολὺν καιρὸν κατηνάλωσας ματαίως, διὰ νὰ ἀπαντήσῃς. Ἔχεις δίκαιον. Βεβαίως, ἂν δὲν ἐξώθεις τὴν τόλμην σου μέχρι τοῦ σημείου τούτου, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαπράττωνται τὰ ἀνήκουστα ἐν τῇ διοικήσει ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται ἀπαύστως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν ἠρκέσθη εἰς ὅσα εἶπε πέρυσιν, ἀλλ’ ἠθέλησε ν’ ἀπαντήσῃ καὶ ἀπόψε ὁ κ. Πρωθυπουργός, πλὴν οὐδὲν τῶν γεγονότων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπεκάλυψαν τὴν ἔκτροπον καὶ ἔκθεσμον ἐνέργειάν του, ἔθιξε. Τῷ εἶπον, διατὶ παρεβίασε τὴν ἰδίαν του ἐγκύκλιον, κατὰ τὴν ὁποίαν μόνη κατάλληλος τροφὴ διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ ἄχυρον, καὶ οὐδὲν εἰς τοῦτο ἀπήντησε. Τὸν ἠρώτησα, διατὶ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει μειοδοτικὴν προσφοράν, τὴν ὁποίαν γνωστὰ καὶ φερέγγυα πρόσωπα ὑπέβαλον, καὶ ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὑπογραφήν του. Ἀλλὰ ποῦ εἶχες τὴν ὑπογραφήν σου, κύριε Πρωθυπουργέ; Τὴν εἶχες εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἐγκριτικῆς διαταγῆς, ἥτις ἔμενεν εἰς τὸ συρτάριόν σου, δὲν ἐγένετο δὲ κοινοποίησις...

§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον λάβει γνῶσιν ἐκεῖνοι.

§81ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ μυρίους τρόπους ἠδύναντο νὰ λάβωσι γνῶσιν, νομίμως ὅμως δὲν ἔλαβον τοιαύτην. Ὁ διαχειριζόμενος δημόσια χρήματα δὲν δύναται νὰ τὰ διαχειρισθῇ ἄλλως, ἢ ὅπως διατάσσει ὁ νόμος. Ποῖος νόμος ὑπεχρέωσεν ὑμᾶς νὰ κοινοποιήσητε τὴν ἐγκριτικὴν διαταγὴν μετὰ τὴν μειοδοτικὴν προσφοράν;...

§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸ τῆς μειοδοτικῆς προσφορᾶς.

§83ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀπόδειξις περὶ τούτου. Καὶ ἔρχεσθε καὶ λέγετε, ὅτι, ἀφοῦ ἐθέσατε τὴν ὑπογραφήν σας, δὲν ἦτο ἄξιον ὑμῶν, νὰ μὴ κοινοποιήσητε τὴν ἔγκρισιν, ἀδιάφορον δὲ, ἂν ἐγένετο προσφορὰ συμφερωτέρα. Ἀλλὰ ταῦτα ἠδύνασθε νὰ λέγητε, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ διαχειρίσεως τῆς ἰδίας σας περιουσίας, καὶ οὐχὶ τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διασπαθίζητε τὸν δημόσιον πλοῦτον ἐπὶ τοιαύταις προφάσεσιν. Ἐν τῷ γραφείῳ σου δύνασαι νὰ κάμῃς ὅσας ἂν θέλῃς διαταγάς. Ἐνόσῳ αὗται δὲν κοινοποιοῦνται, οὐδὲν δικαίωμα καὶ οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν γεννῶσιν. Ἑπομένως, ἀφοῦ κοινοποίησις δὲν εἶχε γίνει εἰς τὸν Καμπᾶν, δέν σοι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ δεχθῇς τὴν μειοδοτικὴν προσφορὰν, ἐξ ἧς ἤθελεν ὠφεληθῆ τὸ Δημόσιον ἑκατοστύας ὅλας χιλιάδων δραχμῶν. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐγὼ, ὑποστηρίζων, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κοινοποιηθῇ ἡ ἔγκρισις μετὰ τὴν μειοδοτικὴν προσφορὰν, ἔχω ταπεινὴν ἰδέαν περὶ ἐμαυτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἀκατανόητον. Ποῖος τότε ἔχει μεγάλην περὶ ἑαυτοῦ ἰδέαν; Ὁ δεικνύων στοργὴν εἰς τὰς κλοπὰς καὶ καταχρήσεις; Ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι, ὅτι ἐγὼ μὲν δὲν ἀνέχομαι τὰς καταχρήσεις, ἐκεῖνος δὲ τὰς ἀνέχεται. Τίς μεταξὺ ἡμῶν εὑρίσκεται ἐν κρείττονι θέσει, ἂς κρίνωσιν οἱ ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως κρίνοντες τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα. Ἐπανειλημμένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμε χρῆσιν τῆς λέξεως «πελάτης». Τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι ἀληθὴς πελάτης αὐτοῦ εἶναι ὁ χορηγητὴς τοῦ χόρτου, ὁ ὁποῖος ὠφελήθη πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἀγνοῶ δὲ μάλιστα, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζει πάσας τὰς λεπτομερείας τῶν ἐξόδων καὶ τῶν δαπανῶν, εἰς ἃς ὑποβάλλεται ὁ χορηγητὴς οὗτος. Δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι πελάται ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑπαινίσσεται, οὐδὲ τοὺς εἶδον ποτέ, οὐδὲ τοὺς γνωρίζω. Ἐὰν ἔχῃ ἔννοιάν τινα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ λέξις πελάτης, τοιοῦτος δι’ ἐμὲ εἶναι ὁ λαὸς, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω. Σεῖς, ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, ἀναλαμβάνετε τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἡμεῖς φέρομεν ὡρισμένας κατηγορίας, κατηγορεῖτε δὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἔδωκαν ἀναφοράν, δι’ ἧς προσεφέρθησαν νὰ ὠφελήσουν τὸ Δημόσιον. Βλέπετε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐρειδόμενος εἰς τὴν ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν ἀρύεται ἐκ τῆς πλειοψηφίας, ἀνέρχεται τὸ βῆμα, ὄχι διὰ νὰ συζητήσῃ σπουδαίως καὶ ν’ ἀπαντήσῃ σοβαρῶς εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑβρίσῃ καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑποθέσεις, ἃς ὁ ἴδιος δημιουργεῖ, ὅπως ἐπ’ αὐτῶν θεμελιώσῃ ὑπεράσπισιν. Ἀλλὰ τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι ὑπεράνω τῆς πλειονοψηφίας του, ὑπεράνω τῆς δυνάμεώς του ὑπάρχει ἄλλη δύναμις, ἡ δύναμις τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται ἀκινδύνως νὰ περιφρονῇ. Τὸ δημόσιον φρόνημα ἀρκούντως ἐφωτίσθη μέχρι τοῦδε, διὰ νὰ μὴ πλανᾶται ἐπὶ πλέον, ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἐτυμηγορία του θὰ ἦναι ὑπὲρ τῶν συμπερασμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξα.

§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 τοῦ μεσονυκτίου.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41.
2Τῆς 19 Δεκεμβρίου 1888
3(Δευτέρα)
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν «Ἑρ-
8μῆς», δι’ ἐκτεταμένου ὑπομνήματος αὑτοῦ, ἐκθέτει τὰ μέ-
9τρα, τὰ ὁποῖα νομίζει συντελεστικὰ διὰ τὴν εὐρυτέραν
10κατανάλωσιν τῆς σταφίδος.
11§2ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τί ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς;
12§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνει διάφορα μέτρα εἰς τὴν Κυβέρ-
13νησιν. Τῆς ἀναφορᾶς δὲ ταύτης ἀντίγραφον στέλλει καὶ
14πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
15§4ΤΙΝΕΣ. Νὰ διανεμηθῇ.
16§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Πα-
17ράρτημα, ἀριθ. 188).
18Ὁ Χρῆστος Καλφιώτης προτείνει νὰ ὑπαχθῶσιν οἱ Κα-
19θηγηταί, οἱ Ἑλληνοδιδάσκαλοι καὶ οἱ Δημοδιδάσκαλοι εἰς
20τὸν περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμον. Παραπέμπεται ἡ
21ἀναφορά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαι-
22δεύσεως.
23§6ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ζητήσει προχθὲς τὸν λόγον,
24ὅτε ἠγόρευεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας, διότι
25εἶχε παρεντεθῇ ζήτημά τι σπουδαιότατον. Εἶχε παρεντεθῇ
26τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τῆς γνωστῆς
27ὑποθέσεως τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ συναδέλφου κ. Λεβίδου. Καὶ
28ὅμως ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι οὐχὶ κυρίως εἶχε παρεντεθῇ,
29διότι ἠδύνατο νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου εἶχε λή-
30ξει, οὐδεμίαν δὲ εἶχον δυσκολίαν νὰ συντομεύσω τὴν ἀγό-
31ρευσίν μου. Τοσούτῳ μάλιστα εἰς τοῦτο προέβησαν, ὥστε,
32ὅτε ἠγόρευον, ἀπευθύνθην πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς
33Δικαιοσύνης καὶ ἠρώτησα αὐτὸν κατ’ ἐπανάληψιν, μήπως
34ἐπιθυμῇ νὰ παύσω τὴν ὁμιλίαν μου. Ἀλλὰ παρενετέθη ζή-
35τημά τι ἕτερον, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπιφέρω ἐπὶ τοῦ
36ζητήματος τούτου τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, διότι φρονῶ,
37ὅτι παρανόμως ἔλαβε χώραν μεταξὺ ἀξιοτίμου συναδέλφου
38ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἡ
39παρανόησις αὕτη ἔλαβε διαστάσεις καὶ ἐξετάθη καὶ εἰς τὴν
40δημοσιογραφίαν. Τὸ ζήτημα δὲ εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον,
41κατ’ ἐμὲ, ὥστε δὲν δύναταί τις ἢ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν γνώμην
42του ἐπ’ αὐτοῦ, σχετικοῦ ὄντος πρὸς αὐτὴν τὴν λειτουργίαν
43τοῦ πολιτεύματος. Ἡ παρανόησις αὕτη ἐσχετίζετο ἀμέσως
44πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου
45ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτοῦ κ. Λεβίδου. Ὑπετέθη, ὅτι ἐγένετο ἡ
46ἐπερώτησις ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,
47πρὸς σκοπὸν μὴ ἐμπεριεχόμενον ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ ἐπερω-
48τήσει, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ψηφοφο-
49ρία νομοσχεδίου τινός!
50Βεβαίως εἰς τοῦτο ὑπῆρξε μεγίστη παρανόησις, διότι δὲν
51δύναται νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι Βουλευτὴς σοβαρὸς δύναται
52ποτὲ νὰ θεωρήσῃ ἀνεκτὸν καὶ πρὸς στιγμήν, νὰ καταγγέλ-
53ληται, οὐχὶ Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ ἁπλοῦς ἰδιώτης, καὶ ἡ
54τοιαύτη καταγγελία καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις νὰ δύναν-
55ται καὶ πόῤῥωθεν νὰ σχετισθῶσι πρὸς σκοπόν τινα ἄλλον.
56Ἐγὼ τουλάχιστον ἀμέσως ἤθελον διαμαρτυρηθῆ, ἐὰν τοι-
57αύτη ἰδέα ἐξεφράζετο, καὶ ἤθελον διαμαρτυρηθῆ διὰ τῆς
58μεγαλειτέρας ἀγανακτήσεως ἐναντίον τοιούτου χαρακτηρι-
59σμοῦ τοιαύτης ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἔλαβον
60τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπιτραπήτω μοι νὰ
61προσθέσω μίαν ἐξήγησιν, καίτοι ὅλως προσωπικὴν ὑπό τινα
62ἔποψιν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀποδοκιμάζω, ἄπαγε! ἐν τῇ
63συνειδήσει μου οὐδὲ τοὺς εἰσηγουμένους, οὐδὲ τοὺς συζητή-
64σαντας τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀλλὰ διὰ λόγους εὐνοήτους
65δὲν ἠρεσκόμην βεβαίως νὰ συμμετάσχω τῆς συζητήσεως
66ταύτης, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι θὰ παρεβίαζον καθῆκον, ἐὰν δὲν
67ἐνόμιζον, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ πτέρυγι ἐκείνῃ (δεικνύει
68τὴν ἀριστερὰν) οἱ δυνάμενοι τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης νὰ
69συζητήσωσιν ἐπαρκῶς, Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
70σύνης κατὰ τὴν πρώτην ὁμιλίαν του εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι ἐπαρ-
71χιακοί του ἀντίπαλοι δὲν κατεδέχθησαν νὰ φέρωσι τοιαύ-
72την πρότασιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ
73παρατηρήσω αὐτῷ, ὅτι τὴν τοιαύτην παρατήρησιν καλλί-
74τερον θὰ ἦτο ἐὰν τὴν ἐγκατέλειπε· διότι ἡ τοιαύτη παρα-
75τήρησις ἔφερε τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἡ σιωπή μου θὰ ἐξηγεῖτο
76ὡς ἀποδοκιμασία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐποιήσαντο τὴν εἰσή-
77γησιν τῆς ὑποθέσεως καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν. Κατό-
78πιν δὲ, ὅτε ἔλαβε διαστάσεις ἡ συζήτησις αὕτη, μοὶ ἐγέ-
79νοντο πάλιν εὔλογοι παραστάσεις παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλ-
80φων, ὅτι ἔτι μᾶλλον ἡ παρεξήγησις ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ,
81ἐὰν ἐξηκολούθουν σιωπῶν· ἡ Βουλὴ τοσοῦτον ἀπησχολήθη
82ὑπὸ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον ἠναγ-
83καζόμην τότε νὰ συμμετάσχω, καθόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
84Δικαιοσύνης δὲν ἐδίσταζε νὰ δίδῃ καὶ χαρακτηρισμὸν ἐπὶ
85τῆς προθέσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνεζήτουν ἐπὶ τῆς ὑπο-
86θέσεως ταύτης, καὶ ἀπεφάσισε νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος
87ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος εἶπεν, ὅσα εἶπε,
88τὰ ὁποῖα βεβαίως εἴμεθα εἰς θέσιν πάντες νὰ ἐκτιμήσωμεν,
89ὁρμώμενος ἀπὸ μνησικακίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἐφαίνετο ἔχων μνη-
90σικακίαν τινὰ ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος, ἡ μνησικακία
91του βεβαίως ἐδηλώθη εὐθὺς ἐν ἀρχῇ· εἶναι μνησικακία κατὰ
92τῆς λῃστείας, ὑπὸ τῆς ὁποίας προσωπικῶς ἔπαθεν. Ἀλλὰ
93δὲν πιστεύω νὰ ὤφειλεν ἢ νὰ ἐνδιεφέρετο καὶ ὁ κ. Ὑπουρ-
94γὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ παρατηρήσῃ ἑαυτὸν συγχεόμενον
95πρὸς ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων ἔχει μνησικακίαν λίαν δι-
96καίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτής.
97Ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον, οὐχὶ, ἵνα ἐπιβαρύνω
98τὸ Ὑπουργὸν μετὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἀλλ’
99ἵνα ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν, ἐὰν κυρίως ὑπάρχωσι τὰ τρωτὰ,
100οὕτως εἰπεῖν, μέρη τῆς ὑποθέσεώς του, τὰ τρωτὰ οὐχὶ ἐξ
101ἐξωδίκων ἢ ἀναποδείκτων πληροφοριῶν, ἀλλὰ τὰ τρωτὰ ἐν
102τῇ ἐπισήμῳ αὐτοῦ ἐνεργείᾳ. Ὑπὸ τὸ κράτος λοιπὸν τοιού-
103των σκέψεων μετέσχον ἐκεῖνοι τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ τὸ
104ζήτημα τὸ παρεμπεσὸν καταντᾷ ζήτημα σημαντικώτα-
105τον, καὶ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος οὐδεὶς δύναται νὰ θυσιάσῃ
106τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, ἐὰν τυχὸν ἤθελε διαφωνεῖ καὶ πρὸς
107αὐτοὺς ἐκείνους, μεθ’ ὧν κατὰ πάντα τὰ λοιπὰ δύναται νὰ
108συμπράττῃ. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπέθετον, ὅτι ὑπάρχει παρανόη-
109σις, ἤθελον σπεύσει νὰ κυρήξω τὴν διαφωνίαν μου, καθόσον
110μάλιστα εἶδον εἰς ἐφημερίδα δημοσιευθεῖσαν μίαν ὁμιλίαν
111τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν
112δὲν ἀπέβαινε θεωρητικὴ ὁμιλία, ἐὰν δὲν ἔβλεπον αὐτὴν
113ἐστερημένην βάσεως πραγματικῆς, ἠδυνάμην νὰ ἐπικροτήσω.
114Ὑπάρχει, Κύριοι, παρακώλυσίς τις τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοι-
115νοβουλίου ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἀναγκάζομαι
116νὰ ἐπαναλάβω ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτι φαίνεται ἀλλόκοτόν τι ἐπά-
117θομεν. Ἐξῳκειώθημεν μέχρι τοῦδε πρὸς μίαν ἐργασίαν ἀλη-
118θῶς νοσηράν. Ἐπάθομεν ὅ,τι πάσχει ὁ κυριευθεὶς ὑπό τινος
119ἐλαττώματος, ὅστις, ἅμα ἐγκαταλείψας τὸ πάθος, αἰσθάνε-
120ται εἰς τὸν ὀργανισμόν του διαταράξεις διαφόρους. Καὶ κατ’
121ἐμὴν ἰδέαν, αὐτὸ ἐπάθομεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐὰν πρό-
122κηται περὶ παρακωλύσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, περὶ
123ἀντιστάσεως, περὶ τῆς λεγομένης obstruction, ἐγὼ εἶμαι
124ἐντελῶς ἐναντίος.
125§7ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κάλλιστα.
126§8ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, Κύριοι, μεγίστη ἀνάγκη εἰς
127τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ὑπάρχει ἡ λειτουργία τῶν
128θεσμῶν. Προκειμένου περὶ τῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν τῆς
129κανονικῆς δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἡ οὐσία, οὕτως εἰ-
130πεῖν, τῶν πράξεων τῆς πλειοψηφίας. Δὲν δύναται ποτὲ νὰ
131εἴπῃ τις, ὅτι, ἐπειδὴ ἀποδοκιμάζω τὸ δεῖνα νομοσχέδιον,
132ἐπειδὴ τὸ θεωρῶ ὀλέθριον, ἐκνόμως καὶ ἐκρύθμως θέλω
133ἀντιστῆ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Τοιαύτη ἰδέα ματαιώνει
134βεβαίως τὸ πολίτευμα. Καὶ καθ’ ὅσον πλειότερον τὸ πολί-
135τευμα εἶναι ἐλεύθερον, ὅσῳ πλειότερον δύναται καὶ εἷς Βου-
136λευτὴς νὰ ματαιώσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, κατὰ
137τοσοῦτον καὶ ἀναλόγως πρὸς τὸ δικαίωμα ὑπάρχει καὶ τὸ
138μέγεθος τῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως μὴ ποιώμεθα κατάχρησιν
139μιᾶς τοιαύτης εὐκολίας. Ἀλλὰ ἤθελε κηρυχθῆ, ὅτι τὸ κοι-
140νοβουλευτικὸν πολίτευμα ἐξαρτᾶται ἐξ ἑνὸς Βουλευτοῦ! Τίς
141δύναται ν’ ἀρνηθῇ Κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ Βου-
142λευτής, ὅστις καὶ ἰδιοσυγκρασίαν νὰ ἔχῃ ἀρκετὰ ἰσχυρὰν, καὶ
143τὸν λόγον πρόχειρον καὶ ἰδέας τινὰς, ὥστε νὰ δύναται ἐπὶ
144ἑβδομάδας ὁλοκλήρους νὰ καταναλίσκῃ συνεδριάσεις καὶ
145νὰ ματαιόνῃ πᾶν ἔργον τῆς Βουλῆς; Καὶ ἐγὼ ἠδυνάμην
146νὰ καυχηθῶ ἐπὶ τοιαύτῃ τινὶ δυνάμει ἐντὸς τινων ὁρίων.
147Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔχω τὴν δύναμιν ταύτην, κατὰ τοσοῦτον
148κατ’ εὐθὺν λόγον πρέπει νὰ ἔχω μείζονα καὶ τὴν φειδωλίαν
149τῆς ἐνασκήσεως τοῦ τοιούτου δικαιώματος. Ὑπετέθη, Κύ-
150ριοι, ἴσως ὑπό τινων, εἰς δύο ὁμιλίας μου, ὅτι προέθετόν τινα
151καὶ κατηνάλισκον λ. χ. πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας πλειότερον,
152τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην νὰ οἰκονομήσω, καὶ τὰ κατηνάλισκον
153διατί; διὰ νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις Σπάρταλη! Ἀλλὰ
154βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἦμαι ἀνόητος, ἵνα ὑποθέσω, ὅτι, κατα-
155ναλίσκων πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας πλειότερον, ἐμποδίζω τὴν
156ψήφισιν μιᾶς πιστώσεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐπιμένει ἡ πλειο-
157ψηφία. Οὐδέποτε τὸ ἔπραξα, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν ταύτην
158τὴν στιγμὴν ν’ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ὁμιλίαι μου, δὲν θὰ ἠδύ-
159νατο νὰ μοὶ εἴπῃ τις, τί δύναται νὰ περικόψῃ, ὡς παρελκύον
160τὴν συζήτησιν. Βεβαίως θὰ εὕρισκεν, ὅτι οὐδὲν θὰ ἠδύνατο
161νὰ περικόψῃ. Ἐὰν δὲ εἶπον περισσότερόν τι, διότι διεκο-
162πτόμην, τὸ ἔπραττον διότι παρέτεινον τὴν ἄμυναν κατὰ
163τῆς διακοπῆς τῆς στιγμῆς ἐκείνης· δὲν ἐγκρίνω δὲ, ὡς τρό-
164πον συντομεύσεως τῶν συζητήσεων, τὸ νὰ ὑποχρεοῦται ὁ
165ἀγορεύων νὰ κατέλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐὰν φρονῇ τις,
166ὅτι παρῆλθεν ἡ ὥρα, δύναται νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν ἀγορεύοντα,
167ὅτι δύναται αὔριον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁμιλίαν του· δὲν δύ-
168νασθε νὰ τῷ εἴπητε: περάτωσον τὸν λόγον σου, διότι παρῆλ-
169θεν ἡ ὥρα. Ὅταν, Κύριοι, συζητῶμεν μέχρι πρωΐας, εἶναι
170δυσχερέστατον, πρέπει νὰ ἦναί τις ὑπεράνθρωπος, ἵνα μὴ
171ἀπηυδήσῃ. Οὐδέποτε θὰ κατορθώσωσιν οἱ ἀγορεύοντες, εἴτε
172νὰ συντομεύσωσιν ἢ νὰ ἐπεκτείνωσι τὸν λόγον των κατὰ τὸ
173δοκοῦν αὐτοῖς. Ἄλλο τι λοιπὸν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
174Ἁπλουστάτη ὑπάρχει διαφωνία (ἂς σπεύσω νὰ ὑπομνήσω
175τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ) ὡς πρὸς ζήτημα ἰδιαι-
176τέρας στοργῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι αἰσθάνεται
177ἰδιαιτέραν στοργὴν πρὸς ἓν νομοσχέδιον, τὸ τῆς πιστώσεως
178ὑπὲρ Σπάρταλη. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν συμμερίζεται τὴν
179ἰδιαιτέραν στοργὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Μήπως ἦναι ὑπό-
180χρεως ἡ μειοψηφία νὰ συμμερίζηται πάντα τὰ αἰσθήματα,
181ὑπὸ τῶν ὁποίων ἑκάστοτε δύναται νὰ κατέχηται ὁ κ. Πρω-
182θυπουργός; Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ εἰς αὐτὸν νὰ ἔχῃ τὰ αἰσθή-
183ματά του. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀξιοῖ, ὅπως συμμερίζηται
184ταῦτα καὶ ἡ μειοψηφία. Ἡ μειοψηφία ἀπ’ ἐναντίας ἔχει
185ἰδιαιτέραν τινα στοργὴν πρὸς ἐκείνους, ὧν τὰ δεινοπαθήματα
186ἐξιστόρισε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Σακελλα-
187ρόπουλος. Ἐν τούτῳ ὑπάρχει ἡ διαφωνία· ὁ κ. Σακελλαρό-
188πουλος ἔχει ἰδιαιτέραν στοργὴν πρὸς ἐκείνας λ. χ. τὰς γυ-
189ναῖκας, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται ἐκτρώσεις, καὶ πρὸς ἐκεῖνα τὰ
190νεογνὰ, τὰ ὁποῖα φονεύονται ὑπὸ τῶν μεταβατικῶν ἀποσπα-
191σμάτων· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει ἰδιαιτέραν στοργὴν πρὸς
192τὴν ὑπόθεσιν Σπάρταλη. Ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ διαφωνία. Καὶ
193ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀποκρούομεν τὴν πίστωσιν ταύτην, δὲν κατε-
194χόμεθα ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἰδέας ἀντιπαθείας, οὕτως εἰπεῖν, προ-
195καταβολικῶς. Ἐγὼ μάλιστα δηλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
196του, ὅτι καὶ ἠγανάκτησα προχθὲς, ὅτε εἰς μίαν ἐφημερίδα
197ὑπουργικὴν εἶδον, ὅτι, ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Σπάρταλη,
198ὠνόμασα τὸν κ. Σπάρταλην τοκογλύφον. Οὐδέποτε τοιαύτη
199λέξις ἐξῆλθε τοῦ στόματός μου. Μάλιστα ἐγὼ παρήτησα
200ἐντελῶς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἐξήγησα
201διατὶ παραιτῶ αὐτήν· εἶπον, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω,
202διότι ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ὡς βάσιν τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγ-
203κτικοῦ Συνεδρίου, τὴν ἀπαιτουμένην προδικασίαν τῆς γνώ-
204μης τῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀλλ’ ὅτε εἶδον
205ταῦτα πάντα γενόμενα συνεπείᾳ ἐντόνων δικαιοινώσεων Πρε-
206σβευτοῦ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ τῶν διακοινώσεων τούτων, ἐκήρυ-
207ξα, οὕτως εἰπεῖν, ἐμαυτὸν ἀναρμόδιον. Εἶπον, ὅτι δὲν δύναμαι
208νὰ συζητήσω ἐπὶ ἐντόνου διακοινώσεως τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς
209Ἀγγλίας, καὶ ὅτι ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲν ἐκφράζω γνώμην, διότι
210δὲν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην. Προσέθηκα μάλιστα, ὅτι προθύ-
211μως δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὡς ἕνα τῶν πλέον θερμῶν πα-
212τριωτῶν τὸν κ. Σπάρταλην. Ἀλλ’ ὅταν συμβαίνῃ αὐτὴ
213ἡ διαφωνία περὶ ζητήματα ἰδιαιτέρας στοργῆς, ποῖον ἐπέρ-
214χεται ἀποτέλεσμα; Ἡ μειοψηφία ἁπλῶς δὲν θυσιάζει ὑπο-
215θέσεις τινὰς, περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν, χάριν τῆς ὑπο-
216θέσεως Σπάρταλη. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιδοκιμάσω ποτὲ τὴν
217ἰδέαν, ὅτι ἐννοοῦμεν ἐκρύθμως νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ψήφισιν
218τῆς πιστώσεως Σπάρταλη, καὶ κατὰ τοῦτο ἐπιδοκιμάζω
219τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ
220ἤθελον ἐπιδοκιμάσει μάλιστα τὴν ἑξῆς ἰδέαν, ὅτι, ἐὰν
221ἐτίθετο ζήτημα συνθήκης, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ὑποχρέωσιν
222νὰ παραδεχθῶ συνθηκολογήσεις. Οὕτως ἀπέκρουσα προη-
223γουμένως ἄλλην ἰδέαν συνθηκολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπίσης
224δὲν ἐνόουν καὶ τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
225ἵνα συνεννοηθῶμεν περὶ τῶν συζητητέων ἐντὸς ἑνὸς ὡρισμέ-
226νου χρονικοῦ διαστήματος. Τοιαῦται συνθῆκαι, ἐκ τῶν προ-
227τέρων βεβαιῶ, δὲν δύνανται νὰ γένωνται, διότι οὐδεὶς δύ-
228ναται νὰ γινώσκῃ, ποῖα ζητήματα τὴν ἐπιοῦσαν δύνανται
229νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν. Ἐὰν
230ἐπρόκειτο περὶ κατεπείγοντός τινος, ἢ περὶ ὀλίγου χρόνου
231ὑπολειπομένου, τότε μόνον ἠδύνατο νὰ ἐννοηθῇ ἔν τισιν
232ὁρίοις ἡ συνθηκολόγησις. Ἀλλὰ πότε, Κύριοι, μέχρι τοῦδε
233ὑπῆρξεν ἁπλῆ κατανάλωσις χρόνου ἐκ μέρους τῆς μειοψη-
234φίας, ἵνα δύνασθε νὰ εἴπητε ὅσα λέγετε περὶ παρακωλύ-
235σεως καὶ ἑπομένως περὶ ἀνάγκης συνθηκολογήσεως; Ποῖον
236θέμα ἐκ τῶν συζητηθέντων δύναται νὰ θεωρηθῇ μὴ σπου-
237δαῖον, ὥστε νὰ παραπονῆσθε, ὅτι ἕνεκα τῆς συζητήσεως
238ταύτης παρηγκωνίσθη ἡ ἡμερησία διάταξις, δηλαδὴ ἐπὶ
239τοῦ προκειμένου ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Σπάρταλη;
240Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ θεμάτων ματαίως καταναλισκόντων
241τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, τὰ θέματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ
242ὁποῖα εἰσήχθησαν ἐκεῖθεν, ἐκ τῆς ὑπουργικῆς πτέρυγος.
243Παρεισήγαγε ζήτημα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ ὁποῖον καὶ
244ἐσκανδάλισε τὴν Βουλὴν καὶ ἀπησχόλησεν αὐτὴν ἐπὶ πολ-
245λὰς ἡμέρας καὶ πάντες ἔκριναν, καὶ φίλοι του ἀκόμη, ὅτι
246οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ παρεμβληθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο.
247Καὶ πόσα ἄλλα ζητήματα δὲν εἰσήχθησαν ἐκεῖθεν, τῶν
248ὁποίων δὲν ἔβλεπέ τις τὸ κατεπεῖγον, ἀλλ’ οὐδὲ τὴν χρη-
249σιμότητα; Καὶ ἐὰν χθὲς ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἠγόρευσαν
250ἐκ τοῦ βήματος τούτου περὶ ἑνὸς νέου ἀντικειμένου, περὶ
251κλήρου, μήπως ἔλαβον αὐτοὶ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς εἰσα-
252γωγῆς τοιούτου ζητήματος; Ἡ πρωτοβουλία δὲν ὑπῆρ-
253ξεν ἐκεῖθεν; Δὲν θὰ εὕρητε λοιπὸν οὐδεμίαν ὥραν κα-
254ταναλωθεῖσαν ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν ματαίως, ἐκτὸς ἐὰν ὑπο-
255θέσωμεν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἱ Κυβερνήσεις δὲν ὀρέ-
256γονται, ὅτι ἐκεῖνο εἶναι παρέλκυσις τῶν συνεδριάσεων
257καὶ τῶν τακτικῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο,
258Κύριοι, οὐδὲν εἶδος συνθηκολογίας ἀπεδέχθημεν. Ἐὰν λά-
259βητε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πι-
260στώσεως Σπάρταλη, οὐδὲν κατ’ ἐμὲ συμφέρον κομματικὸν
261ἔχει ἡ μειοψηφία νὰ αἰσθανθῇ λύπην ἐπὶ τούτῳ. Ἡ μειοψη-
262φία καθῆκον μόνον ἠδύνατο νὰ αἰσθανθῇ, ὅπως ἐγκαρτε-
263ρήσῃ, κατὰ τὸ δυνατὸν, εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τῆς πιστώ-
264σεως ταύτης· ἀλλ’ οὐδὲν πλειότερον ὤφειλεν. Ἐὰν νομίζῃ
265ὁ λαὸς, ὅτι ἀδικεῖται, ψηφιζομένου τοῦ τοιούτου νομοσχε-
266δίου, καὶ ἐξακολουθούσης τῆς τακτικῆς ταύτης, εἰς αὐτὸν
267ἀπόκειται νὰ ἐκτελέσῃ, ὅ,τι τὸ δικαίωμά του ὑπαγορεύει.
268Ἀλλ’ ἐνόσῳ ὑπάρχει Σύνταγμα, ἐνόσῳ ὑπάρχει Βουλὴ,
269πρέπει νὰ λειτουργῶσι κανονικῶς. Λοιπὸν ἁπλῶς δὲν γίνε-
270ται θυσία τῶν δικαιωμάτων τῆς μειοψηφίας, καὶ ταύτην
271πιστεύω μόνον τὴν ἔννοιαν εἶχον οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ
272Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Τὴν γνώμην ταύτην εἶχον βεβαίως
273καὶ οἱ λόγοι ἄλλου Βουλευτοῦ, δυναμένου νὰ ἐκφράσῃ τὴν
274γνώμην, τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει· ταύτην
275τὴν ἔννοιαν εἶχον καὶ οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας
276Βουλευτοῦ, ὅστις σᾶς εἶπεν ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου του πρὸ
277ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ στέρξωμεν εἰς πίεσιν.
278Τὴν πίεσιν λοιπὸν ἁπλῶς ἀποκρούομεν. Ἀποκρούομεν τὴν
279πίεσιν οὐχὶ ἐκρύθμως, ἀλλ’ ἁπλῶς, μὴ θυσιάζοντες ζητή-
280ματα οὐσιώδη καὶ κατεπείγοντα, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν ἐν
281τῷ σταδίῳ τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐὰν δέ τις προσθέτῃ τι
282πλέον τοῦ δέοντος, ἐὰν φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ζητήματα
283ἄκαιρα, ἐὰν συζητῇ ἐν οὐ δέοντι, οὐδὲν ἄλλο ὑπάρχει, Κύ-
284ριοι, παρὰ τὸ κριτήριον τῆς κοινῆς γνώμης, ἵνα καταδικάσῃ
285τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐκτεθῆ, ὅτι ἐμποδίζει τὰς ἐρ-
286γασίας τῆς Βουλῆς, ὅτι κακῶς ὑποβάλλει τὴν Βουλὴν εἰς
287ἐγκαρτέρησιν μείζονα τοῦ δέοντος. Αὐτὰ βεβαίως ζημιοῦσι
288τοὺς διαπράττοντας, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο νὰ εὐχηθῇ μία
289Κυβέρνησις, εἰμὴ παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς
290ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ παρακώλυσιν ψηφίσεως εὐερ-
291γετικῶν διὰ τὸν λαὸν νομοθετημάτων. Τοιαύτη παρακώ-
292λυσις ἀπέναντι Κυβερνήσεως μάλιστα, ἡ ὁποία καυχᾶται,
293ὅτι ἔχει τὴν γνώμην τῆς χώρας, ὅπως εἶπε χθὲς ὁ κ. Πρωθυ-
294πουργὸς, θὰ ἦτο ὅ,τι εὐκταῖον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἔπρεπε
295τῳόντι νὰ ἔχαιρεν, ἐξεγείρουσα τὸν λαὸν ἀπέναντι ἡμῶν,
296ἐὰν ἦναι ἀληθῆ ὅσα παρατηρεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’
297οὐδὲν ἴχνος πράγματι παρακωλύσεως ὑπάρχει· ἐὰν ὑπῆρχε
298τοῦτο, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἤθελον τὸ καταδικάσει. Ἐγὼ αὐ-
299τὸς ἠδυνάμην νὰ ἔχω 10 ἐπερωτήσεις νὰ ἀπευθύνω πρὸς
300τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ συλλογίζομαι, ὅτι εἶναι ἄλλα ἀντι-
301κείμενα, μᾶλλον κατεπείγοντα, καὶ δύναμαι νὰ τὰς ἀνα-
302βάλω. Πλέον τούτων δὲν δύνασθε νὰ ἀπαιτήσητε. Καὶ ὑμεῖς
303μὲν βεβαίως μὲ μίαν λέξιν ψηφίζετε νόμους, διότι, ἐὰν Βου-
304λευτής τις ὑπουργικὸς προτείνῃ κἄτι τι, σχετικὸν εἴτε πρὸς
305γενικὰ συμφέροντα, εἴτε πρὸς ἐπαρχιακά, μὲ μίαν λέξιν
306τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μεταβάλλεται ἡ γνώμη τοῦ κ. Βου-
307λευτοῦ εἰς νόμον. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν ταύ-
308την, ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι διὰ μακρῶν νὰ ὑποστηρί-
309ξωμεν τὰ δίκαιά μας, ἀλλὰ τότε, ἐὰν ἐγὼ ὁμιλήσω, καθ’
310ὑπόθεσιν, περὶ τῶν δικαίων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἔχῃ ἄλ-
311λος νομὸς τοῦ Κράτους, ἐκτὸς τῶν νήσων, ἐπὶ ἑνὸς νομοσχε-
312δίου, θίγοντος συμφέροντα τοῦ λαοῦ, τότε θὰ μοὶ εἴπωσιν
313ἐκεῖθεν: «παρακωλύετε τὰς συνεδριάσεις, ἐν ᾧ ἡμεῖς, βλέ-
314πετε, πόσον συντόμως ἐνεργοῦμεν· μία λέξις τοῦ κ. Πρωθυ-
315πουργοῦ, γίνεται νόμος». Ἀληθῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καθιέ-
316ρωσε πρὸ καιροῦ τακτικὴν ἰδιαιτέραν! Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ
317κάμω τὴν ὑπόμνησιν αὐτῷ, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν τακτικὴν
318ταύτην. Σᾶς ἀποστομόνει, εἴδετε, μὲ μίαν λέξιν· τοῦ ἑνὸς ἡ
319γνώμη δὲν ἔχει κῦρος, τοῦ ἄλλου ὁ λόγος εἶναι τιμὴ δι’ αὐ-
320τόν· ὅταν ζητῇ τὸν λόγον εἷς τῶν Βουλευτῶν τῆς μειοψη-
321φίας καὶ δὲν ἔχῃ διάθεσιν, ἀναβάλλεται ἡ συνεδρίασις,
322ἀλλ’ ὅταν Βουλευτὴς ἕτερος ἐκ τῆς πλειοψηφίας ἀνέρχηται
323νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τὴν μίαν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, βεβαίως
324δὲν ἀναβάλλεται ἡ συνεδρίασις· ἐὰν ζητήσῃ τις διακοπὴν 5
325λεπτῶν, δὲν δίδουσι τὴν διακοπὴν τῶν 5 λεπτῶν, ὥστε
326φθάνει πλέον μέχρις ἀπανθρωπίας ἡ τοιαύτη τακτική.
327Ἐὰν, Κύριοι, ἀπησχόλησα πλέον τοῦ δέοντος ἴσως ἐπὶ τοῦ
328ζητήματος τούτου τὴν Βουλήν, τὸ ἔπραξα διότι τὴν περίστα-
329σιν θεωρῶ κρισιμωτάτην, καὶ θεωρῶ τὸ θέμα βεβαίως ἄξιον τῆς
330προσοχῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου.
331Ἐὰν ἤθελον κατηγορηθῆ ἐπὶ τέλους, ὅτι ἔκαμα δαπάνην χρό-
332νου, προσφέρομαι νὰ θυσιάσω εἴτε μίαν ἐπερώτησιν, εἴτε μίαν
333ἄλλην ἀγόρευσιν, διὰ νὰ ἱκανοποιήσω τὴν Βουλὴν διὰ τὰς
334στιγμὰς αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἐπὶ ἐπουσιώδους, ὡς ἴσως ὑποθέτουσί
335τινες, ζητήματος ἐδαπάνησα. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω καὶ ἐπιμένω,
336ὅτι πρέπει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μεταβάλῃ τακτικήν.
337§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαφωνῶν, Κύριοι, πρὸς τὴν Κυ-
338βέρνησιν πρὸς ἓν ζήτημα, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκφράσω
339τὴν γνώμην μου μετὰ παῤῥησίας· δὲν καταλαμβάνω τὸ βῆ-
340μα, διὰ νὰ παρεμποδίσω τὴν συνεδρίασιν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκ-
341πληρώσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν ἠκούσατε
342τὴν ἀγόρευσίν μου. Ὅτε ἐγὼ εἶπον, ὅτι τοιαύτην ὑπο-
343χρέωσιν ἔχω, νὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὥστε, ἂν
344ἠδυνάμην, ἤθελον κρατήσει ὁλοκλήρους μῆνας τὸ βῆμα,
345ἠθέλησα ν’ ἀποδείξω, πόσον νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
346τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἶπε: «δὲν
347θέλω νὰ ἐξακολουθήσητε συζητοῦντες, θὰ τὸ ψηφίσωμεν
348ἀπόψε»· ἡμεῖς εἴπομεν: «ὄχι, θὰ ἐκφράσωμεν τὰς ἰδέας μας
349πλήρεις, ἀδιάφορον, ἐὰν θὰ μακρηγορήσωμεν· αὐτὸ εἶναι τὸ
350καθῆκόν μας, αὐτὸ μᾶς λέγουσιν οἱ νόμοι τῆς πατρίδος μας·
351θὰ εἴπωμεν τὸ φρόνημά μας καὶ θ’ ἀποδείξωμεν εἰς τοὺς
352συμπολίτας μας, διατὶ διαφωνοῦμεν· διότι ἔχομεν καθῆκον
353νὰ τὸ ἀποδείξωμεν· δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ εἴπῃ τις ναὶ ἢ ὄχι,
354ἐπιβάλλεται νὰ εἴπῃ, διατὶ εἶναι ὑπὲρ τοῦ ναί, ἢ ὑπὲρ τοῦ
355ὄχι»· καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ
356ἀπόψε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα παρὰ
357ν’ ἀντισταθῶμεν εἰς τοῦτο, ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκον ἡμῶν.
358Ἰδοὺ ποῦ ἠγέρθη ἡ διαφωνία ἡμῶν. Δὲν παραλύομεν τὰς
359συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἡμεῖς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐμένομεν ἐκεῖ,
360ἦλθεν ἡ ἀκόλουθος ἡμέρα, καθ’ ἣν ἐπῆλθεν ἡ ἐπερώτησις
361περὶ τῶν ἀφορώντων τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ
362τὴν γνώμην ἡμῶν, πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀδιά-
363φορον, ἐὰν ᾖναι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἢ τοῦ
364Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ὁποίαν νομίζομεν πραχθεῖ-
365σαν παρὰ τὰ νόμιμα, ὀφείλομεν νὰ τὴν ἐξελέγξωμεν. Αὐτὸ
366εἶναι τὸ καθῆκόν μας, Κύριοι, καὶ αὐτὸ ἐκάμαμεν, καὶ πρέ-
367πει νὰ χρεωστῇ εὐγνωμοσύνην ὁ κ. Ὑπουργός, διότι τὸν
368ἐξελέγχομεν· διότι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχῃ πράξει παρα-
369νομίαν τινά, δὲν θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
370ὑπούλως καὶ κακοβούλως θέλουσι νὰ τὸν δυσφημῶσι, νὰ τὸν
371κατηγορῶσιν. Ὑπηρετοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὁσάκις κάμνω-
372μεν ἐξέλεγξιν τῶν πράξεων αὐτῆς.
373Βιάζεσθε, κύριε Πρόεδρε; φρονεῖτε ὅτι ὁ χρόνος χάνεται
374ἐπὶ ματαίῳ· Φέρετε τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ
375νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι θέσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ,
376καὶ ὄχι τὸ νομοσχέδιον τοῦ Σπάρταλη, τὸ ὁποῖον ἀνήκει
377εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ συζητοῦμεν καὶ θὰ σοὶ τὸ δώσωμεν,
378διότι θὰ τὸ πάρητε βεβαίως, ἀφοῦ ἔχετε τὴν πλειονοψη-
379φίαν, καὶ θὰ κάμωμεν, ὥστε νὰ σοὶ δοθῇ ταχύτερον ἐκεῖνο,
380τὸ ὁποῖον ἔχει λόγον πρὸς τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τοῦ
381τόπου. Καὶ τοῦτο λέγεται συμβιβασμὸς μεταξύ μας, τὸν
382ὁποῖον ὁ προλαλήσας ἠθέλησε νὰ εἴπῃ; Ἔχομεν κἀνένα
383συμβιβασμόν; Προετείναμεν ἡμεῖς, πῶς πρέπει νὰ γίνῃ ἡ
384ἡμερησία διάταξις, καὶ ἡ Συμπολίτευσις εἶπεν ὄχι, καὶ ἐρχό-
385μεθα νὰ κάμωμεν συμβιβασμόν; Θέλομεν νὰ φέρωμεν τὴν
386Κυβέρνησιν εἰς τὴν τάξιν. Κατὰ τὴν γνώμην μας, ποία εἶναι
387ἡ τάξις; ἡ τάξις εἶναι, νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν
388Προϋπολογισμὸν καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν
389πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας.
390Δὲν θὰ ἐμμείνω περισσότερον ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τούτου,
391τὸ ὁποῖον χθὲς προέτεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, διότι
392νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ εἶπον, ἵν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἴμεθα οἱ
393παρακωλύοντες τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ὅτι
394εἴμεθα οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἐκπληροῦντες μετὰ παῤῥησίας καὶ
395μετὰ φιλαργυρίας τὸ καθῆκον ἡμῶν.
396§10ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν
397τελευταίαν συνεδρίασιν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξέφρασα τὴν ἰδέαν
398μου περὶ τοῦ διαδοθέντος, ὅτι ἐκ τῆς πλευρᾶς, εἰς ἣν ἀνήκω,
399προσπαθοῦμεν νὰ παρακωλύωμεν τὰς συνεδριάσεις. Ἐνθυ-
400μεῖσθε, ὅτι ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην ἰδέαν ἐγὼ
401γνωρίζω, ὑπάρχουσαν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εἶπον, ὅτι
402θεωρῶ (καὶ ὅτι ἀντελήφθην, ὅτι θεωρεῖ ἡ μερίς, εἰς τὴν ὁποίαν
403ἀνήκω,) ὡς τὸ πολυτιμότατον δικαίωμα τῆς Βουλῆς, νὰ
404ἀσκῇ τὸν πλέον λεπτομερῆ ἔλεγχον περὶ τῶν πράξεων τῆς
405Κυβερνήσεως καὶ περὶ τῆς διοικήσεως ἐν γένει. Εἶπον, ὅτι
406δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς περιορίζεται μόνον
407εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ
408ὁποῖα παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅτι πολυτιμότατον
409δικαίωμα καὶ σπουδαιότατον καθῆκον συνάμα τῆς Βουλῆς
410εἶναι ἡ ἐπισκόπησις τῆς διοικήσεως, καὶ ἀντελήφθην, ὅτι
411ἀκριβῶς, ἀκολουθοῦσα τὴν ἀρχὴν ταύτην ἡ Ἀντιπολίτευ-
412σις, μετὰ πλείστης λεπτομερείας διεξῆλθε τὰ ἀφορῶντα εἰς
413τὴν γνωστὴν ὑπόθεσιν τοῦ Τάκη. Συνεπῶς συμμερίζομαι
414τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι πρὸ ὀλίγου ἐξεφράσθησαν ἐνταῦθα.
415Ἡμεῖς δὲν ἐννοῦμεν νὰ φέρωμεν ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐπιψήφι-
416σιν τοῦ νομοσχεδίου Σπάρταλη, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἀντελήφθην,
417καὶ οὐδενὸς ἄλλου νομοσχεδίου, οὔτε πιστεύομεν, ὅτι ὁμι-
418λοῦντες διὰ μακρῶν περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς φρο-
419νοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ λάβουν τὴν μεγαλειτέραν ἀνάλυσιν
420ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι διὰ μακρῶν ἀναλύοντες καὶ συζη-
421τοῦντες, παρακωλύομεν τὰς συνεδριάσεις. Τουλάχιστον ἐγώ,
422καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἀναιροῦμαι παρὰ τῶν ἀξιο-
423τίμων συναδέλφων μου, οὕτως ἐννοῶ τὴν θέσιν ἡμῶν. Δὲν
424ἐννοῶ, ὅτι δύναται ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐναγάγῃ εἰς ἀρ-
425χὴν τὴν παρακώλυσιν τῶν συνεδριάσεων, διότι τοῦτο ἤθελε
426δηλοῖ, ὅτι ἀγόμεθα πρὸς κατάλυσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
427πολιτεύματος. Ἀλλὰ δὲν παραδέχομαι, τὸ κατ’ ἐμὲ, ὅτι
428αἱ μακραὶ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ αἱ ὁποῖαι πι-
429θανὸν νὰ γίνωσιν, ὅτι αὗται ἔχουσι τοιοῦτον χαρακτῆρα,
430τὸν χαρακτῆρα τῶν obstructions. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ
431ἐκέρδισε σπουδαίως εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματός της,
432ὅταν ἔδωκε τὴν μεγάλην ἀνάλυσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς
433τὴν ὑπόθεσιν Τάκη, διότι πιστεύω, ὅτι τοιαῦται ὑποθέσεις
434δὲν πρέπει νὰ μένωσι κεκαλυμμέναι· πιστεύω, ὅτι εἶναι ἔν-
435δειξις ἐθνικῆς δυνάμεως, εἶναι ἔνδειξις ῥώμης, ὅταν ἡ Βουλή,
436ὅταν ὁ τόπος, ὅταν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν ζητῶσι νὰ
437ἀποκρύψωσι τὴν ἀλήθειαν ὄπισθεν τῶν δακτύλων. Δὲν ἔχο-
438μεν λόγον ν’ ἀποκρύπτωμεν τὰ ἕλκη, τὰ ὁποῖα διαβιβρώ-
439σκουσι τὴν κοινωνίαν ἡμῶν. Ἔχομεν μάλιστα μέγιστον συμ-
440φέρον νὰ ἐκθέτωμεν ταῦτα, διότι μόνον εἰς τὴν μεγάλην δη-
441μοσιότητα τοῦ βήματος καὶ τοῦ τύπου δυνάμεθα νὰ κατί-
442δωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς διορθώσεως καταστάσεως πραγμάτων,
443ἡ ὁποία βεβαίως δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν κοινωνικὴν
444καὶ πολιτικὴν ἀποσύνθεσιν.
445Διὰ τοῦτο δηλῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ συμμερίζομαι ἐκεῖνα, τὰ
446ὁποῖα πρὸ ὀλίγου, ὅπως ἐγὼ ἀντελήφθην, εἶπον οἱ ἀξιότι-
447μοι προλαλήσαντες· καὶ ταῦτα δὲν λέγω ὑστερολογῶν, διότι
448ἐγὼ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου πρὸς τὴν Κυρια-
449κὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, μετ’ ἀρ-
450κούσης σαφηνείας, νομίζω, καὶ λεπτομερείας ἐξέθεσα ταῦτα·
451Διεβεβαίωσα δὲ, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν κἀμμίαν παρακώλυσιν,
452ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἐργασθῶμεν καὶ εἰς τὰ νομοσχέδια,
453ὅπως καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι
454δὲν δέχομαι τὴν μομφὴν, ὅτι αἱ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως Τάκη
455καὶ ἐπὶ πάσης ἄλλης ὑποθέσεως, ἐνδιαφερούσης τὸν τόπον,
456μακραὶ συζητήσεις, σκοπὸν ἔχουσι τὴν παρακώλυσιν τῶν
457συνεδριάσεων.
458§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος.
459§12ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
460§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος;
461§14ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ὄχι.
462§15ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐγὼ θὰ εἴπω ὀλίγας
463λέξεις, κύριε Πρόεδρε.
464§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
465§17ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐπὶ τοῦ
466προκειμένου ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν σοβαρόν, κατὰ
467τὴν γνώμην μου, ἐπῆλθε σύγχυσίς τις, καὶ ἑπομένως θεωρῶ
468καθῆκόν μου, διότι μετέσχον καὶ ἐγὼ ἀπό τινων ἡμερῶν
469ταύτης τῆς συζητήσεως, νὰ διευκρινίσω κατὰ τὴν γνώμην
470μου τὰ πράγματα, πρὸς ἀποφυγὴν συγχύσεως. Καὶ εἶπον,
471ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρὸν, διότι ἀφορᾷ εἰς μομφὴν κατὰ
472τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προεσχεδιασμένην, ὡς φαίνεται, καὶ
473ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, μομφὴν,
474λέγω, προεσχεδιασμένην κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι
475ἀπὸ σκοποῦ διὰ μακρῶν καὶ ματαίων συζητήσεων προσπα-
476θεῖ νὰ παρακωλύσῃ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βου-
477λῆς. Καὶ πῶς δὲν εἶναι βαρυτάτη ἡ μομφὴ, οὕτω πονήρως
478ἐκτοξευομένη, ὅταν μιᾶς ὁλοκλήρου πτέρυγος οἱ σκοποὶ
479τοιουτοτρόπως παρερμηνεύωνται, καὶ ὡς τοιοῦτοι ἐν τῷ τύπῳ,
480τῷ ἐξηγοῦντι τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, διὰ μεγάλης
481ὀχλοβοῆς χαρακτηρίζωνται; Τὸ λεγόμενον εἶναι βαρυσήμαν-
482τον καὶ νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον καὶ ἡ πτέρυξ ὁλόκληρος
483τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἕκαστον μέλος αὐτῆς νὰ δώσῃ
484ἐξηγήσεις καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐν τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ, ἐὰν
485τωόντι ἦναι ἀξία ἡ πτέρυξ, ἢ τὸ μέλος ἐκεῖνο, τοιαύτης μομ-
486φῆς. Τὸ κατ’ ἐμὲ,—καὶ ὁμιλῶ δι’ ἐμαυτὸν, ἐξηγῶν μόνον τὴν
487ἐμὴν γνώμην,—ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, ἐπῆλθε σύγχυσις, δι’ ἔλλει-
488ψιν ἀκριβοῦς διατυπώσεως τοῦ περὶ οὗ συζητοῦμεν θέματος.
489Δύο τινὰ συζητοῦμεν ἤδη, καὶ ἐκ τῆς συγχύσεως τῶν δύο
490τούτων θεμάτων ἐπῆλθεν ἡ φαινομένη διαφωνία μεταξὺ τῶν
491δύο ἀξιοτίμων προλαλησάντων. Κατὰ τὰς παρατεταμένας
492ταύτας συνεδριάσεις δύο θέματα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς εὐ-
493ρείας συζητήσεις, προταθέντα ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύ-
494σεως· τὸ πρῶτον θέμα εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιο-
495σύνης Ὑπουργοῦ, καθ’ οὗ ἠγέρθησαν ὑπόνοιαι καὶ ἐνδείξεις,
496ὅτι οὐχὶ δικαίως, οὐδὲ προσηκόντως ἐπεδαψίλευσε τὴν χάριν
497εἰς τὸν λῃστὴν Ἀλέξιον Τάκην· δεύτερον θέμα ἦτο ἡ συζή-
498τησις ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῶν δραχμῶν 335.110, πρὸς
499ἀπότισιν χρέους, ὀφειλομένου παρὰ τοῦ Κράτους πρὸς τὸν
500πρώην Γενικὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ κ. Σπάρ-
501ταλην. Περὶ ἑκατέρων τούτων, τῶν τόσῳ σοβαρῶν θεμά-
502των, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν εὐθύνην καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς
503Κυβερνήσεως, ἅτινα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς μακρὰς συζητή-
504σεις, οὐδεὶς δύναται νὰ γίνῃ λόγος, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις
505δὲν ἐπετέλει ὕψιστον αὑτῆς καθῆκον, ἐρευνῶσα ἐπισταμέ-
506νως τὰ θέματα ταῦτα, εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν Ὑπουργῶν ἀφο-
507ρῶντα. Οὐδεὶς εὐλόγως ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ Ἀντι-
508πολίτευσις ἐπεδίωκε πλάγιον σκοπὸν παρακωλύσεως τῶν
509ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, παρατείνουσα τόσῳ σοβαρὰς συζητή-
510σεις καὶ τόσῳ σπουδαίας. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι σοβαρωτέ-
511ρας συζητήσεις, ἐμβριθεστέρας γνώμας, διαυγεστέρας ἀλη-
512θείας δὲν ἤκουσα, ἐξ ὅτου εἶμαι Βουλευτὴς, παρὰ τὰς ἑσπέ-
513ρας ἐκείνας καὶ τὰς παννυχίδας, καθ’ ἃς συνεζητοῦμεν τὰ
514δύο ταῦτα θέματα. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι, ὅταν πρόκηται
515περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ
516ὅταν πρόκηται περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς λῃστρικὰς συμμο-
517ρίας, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ γίνῃ σύγκρισις τῆς ἀποκοπῆς
518τῆς κεφαλῆς τοῦ Μπονάτη καὶ τῆς χάριτος τῆς ἀπονεμη-
519θείσης πρὸς τὸν Τάκην, καὶ ὅταν ἀκούητε τὰ συμβάντα
520περὶ τοῦ Δημάρχου Ἀπεραντίων καὶ περὶ τῆς διαγωγῆς
521τοῦ Ἀντεισαγγελέως Βουλπιώτου, καὶ περὶ χαρακτηρισμοῦ
522τῶν δολοφονιῶν εἰς ἀναιρέσεις, ὅτι δὲν ἔχει καθῆκον ἡ Ἀντι-
523πολίτευσις, ἀπαραίτητον καὶ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν, καὶ
524ἕκαστος Βουλευτὴς, νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς τύχης τῆς Δι-
525καιοσύνης ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν; καὶ νομίζετε, ὅτι θέματα
526τοιαῦτα δύνανται νὰ καταβιβασθῶσι καὶ νὰ ταπεινωθῶσι
527διὰ τοιούτων σκευωριῶν περὶ σκοπίμου δῆθεν κωλυσιεργίας,
528διαδιδομένων διὰ τοῦ τύπου; Νομίζετε, ὅτι λέγετε κἄτι τι
529σοβαρὸν, διαδίδοντες, ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι σκοποῦσι νὰ
530παρακωλύσωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἐλέγχοντες τοιαύ-
531τας ἀξιοποίνους τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν ὀργάνων των πρά-
532ξεις; Ἐὰν τοιαύτας πράξεις τῶν Ὑπουργῶν δὲν ἔχομεν δι-
533καίωμα εὐρέως νὰ συζητῶμεν, καὶ νὰ ζητῶμεν λόγον, τίνα
534λοιπὸν ἄλλην ἀποστολὴν ἔχομεν, παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰ-
535θούσῃ ταύτῃ; καὶ ἐὰν, διοικοῦντες ἐπὶ δέκα μῆνας, ἀργού-
536σης τῆς Βουλῆς, καὶ ἐὰν τὰ ὄργανα ὑμῶν, κατὰ τὸ διά-
537στημα τοῦτο μυρία διέπραξαν ὄργια, τὰ ὁποῖα πρόκειται
538ἤδη νὰ ἐξελέγξωμεν, σπουδαίως φρονεῖτε, ὅτι δύνασθε νὰ
539ἦσθε πιστευτοὶ, διαδίδοντες, ὅτι ἡμεῖς παρακωλύομεν τὰς
540ἐργασίας τῆς Βουλῆς; καὶ ὅταν λαμβάνητε τὰ χρήματα
541τῆς ὁδοποιΐας, τοὺς ἱδρῶτας ἑνὸς νομοῦ, καὶ τοὺς δαπανᾶτε
542χάριν πολιτικῶν ἐπιῤῥοῶν ἀδικώτατα εἰς ἄλλους νομοὺς, καὶ
543σᾶς ζητοῦμεν τοὺς ἀναγκαίους πίνακας, ὅπως ἐλέγξωμεν
544τὴν ἀστοργίαν καὶ κερδοσκόπον πολιτικὴν ὑμῶν, σεῖς δὲ ἀρ-
545νεῖσθε νὰ κομίσητε τούτους, καὶ οὕτω φυγομαχεῖτε, καλού-
546μενοι εἰς ἀπολογίαν πρὸ δέκα πέντε ἡμερῶν, παρακωλύο-
547μεν ἡμεῖς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; Καὶ ὅταν, κυβερνῶν-
548τες ἐπὶ ἑπτὰ ὅλα ἔτη, οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνητε, καίπερ
549αὐτοκαλούμενοι ἀναμορφωταὶ, οὔτε περὶ τοῦ κατωτάτου
550κλήρου, οὔτε περὶ τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὔτε περὶ
551τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, οὔτε περὶ τῆς ἀνωτέρας ἐκπαι-
552δεύσεως, καὶ ζητοῦμεν διὰ τὴν ἀσύγγνωστον ταύτην ὀλι-
553γωρίαν ὑμῶν λόγον, διότι εἴχομεν καθῆκον νὰ ζητήσωμεν
554λόγον ὄχι μόνον δι’ ὅσα πράττετε σκολιὰ, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅσα
555παραλείπετε νὰ πράττητε πρέποντα, ἐπιλαθόμενοι τοῦ κα-
556θήκοντος καὶ τῆς εὐθύνης, νομίζετε, ὅτι δὲν σκοποῦμεν εἰλι-
557κρινῶς νὰ σᾶς ἐλέγξωμεν, ἀλλὰ νὰ παρακωλύσωμεν τὰς ἐρ-
558γασίας τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ τοῦτο δύνασθε νὰ ἐπικαλῆσθε
559ἐλεγχόμενοι! Μὰ τὴν ἀλήθειαν ὑπὸ ἀγανακτήσεως κατα-
560λαμβάνεται καὶ ὁ μᾶλλον ἀπαθὴς καὶ ὁ μᾶλλον στωϊκὸς,
561ὅταν ἀκούῃ ὁλόκληρον συναυλίαν ἐφημερίδων, ἀξιουσῶν,
562ὅτι εἶναι σπουδαῖαι καὶ δυνάμεναι νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς
563κοινῆς γνώμης, καταφερομένων κατὰ ἀνδρῶν, τόσον ἐπιμελῶς
564καὶ μετὰ τοιαύτης αὐταπαρνήσεως ἐκπληρούντων ἐν τῇ αἰ-
565θούσῃ ταύτῃ τὸ καθῆκον αὐτῶν. Εἶναι ὄντως ἄδικον καὶ σκλη-
566ρὸν, νὰ ὑβρίζωσιν ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι κατετρίψαμεν τὸν βίον
567ἡμῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος ἀκηλίδωτοι. Ἀριθμῶ
568εἴκοσι πέντε ἐτῶν δημόσιον βίον καὶ ὑπηρεσιῶν πρὸς τὴν
569πατρίδα, εὐόρκως ἐπιτελέσας τὸ καθῆκόν μου, κατὰ τὴν κρί-
570σιν μου, καὶ δὲν ἀνέχομαι νὰ μοὶ ἀποδίδωνται τοιαῦται
571συκοφαντίαι, ἃς ἀκούω, μετ’ εὐλόγου καταφρονήσεως, ἐπα-
572ναλαμβανομένας σκοπίμως. Καὶ διατί; Διότι ἐπιμελοῦμαι
573νὰ ἐκπληρῶ, ὅπως ἐννοῶ, τὸ ἀνατεθέν μοι ὑπὸ τοῦ λαοῦ κα-
574θῆκον! Οὐδὲ θὰ παραιτηθῶ τούτου, καὶ ἂν μυρία στόματα
575ὑβριστικὰ κατ’ ἐμοῦ ἀνοιχθῶσιν. Ἀλλὰ θὰ ἐπιτελέσω
576τοῦτο, ὅπως ἐννοῶ ἐγὼ, ὀφείλων εὐθύνας μόνον πρὸς τοὺς
577ἐντολεῖς μου, οἵτινες μοὶ ἔκαμαν τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀποστεί-
578λωσιν ἐνταῦθα.
579Κύριοι, ὅταν ἀπονέμηται χάρις πρὸς κακούργους, ἑπτάκις
580διελθόντας τὰ ἑδώλια τῶν Κακουργιοδικείων, ἀνήκοντας εἰς
581αἱμοβόρον οἰκογένειαν, ἐπαγγελλομένην τὸν δολοφόνον ἐπὶ
582μισθῷ, ὅταν πρόσωπα, στενῶς συνδεόμενα πρὸς τοὺς Ὑπουρ-
583γοὺς τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι καυχῶνται καὶ ἐκαυχήθησαν
584διὰ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῶν, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι με-
585γίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸν τόπον, καὶ οἱ ὁποῖοι μόλις ἐσώθη-
586σαν δι’ ἑνὸς βουλεύματος, τοῦ ὁποίου τὴν σημασίαν ἐγὼ
587δὲν ἐννοῶ, μόλις ἐσώθησαν ἀπὸ τὰ ἑδώλια τοῦ Κακουργιο-
588κείου, καὶ ὅταν Ὑπουργοὶ παρίστανται ἐν τῷ βήματι τού-
589τῳ, ὅπως δικαιολογήσωσι πράξεις τοιαύτας, λέγοντες, ὅτι
590τὰ ἐγκλήματα ἐγένοντο εἰς ἀνωμάλους ἐποχὰς, καὶ εἰς τὸ
591ἐξωτερικὸν κατ’ ἀλλοδαπῶν καὶ οὐχὶ καθ’ ἡμεδαπῶν, καὶ
592καυχῶνται, ὅτι ἔφεραν νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀντὶ οὐδενὸς ἀγαθοῦ
593κατέστησαν τὸ Κράτος χωροφύλακα τῆς Τουρκίας, καὶ
594ἔχωσι τὸ θάῤῥος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκτείνωσι τὴν
595χεῖρα καὶ νὰ μᾶς ἐπιδεικνύωσι τόσον ἀφελῶς τὴν μεγαλο-
596φροσύνην αὐτῶν διὰ τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα διέπραξαν,
597βεβαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ
598ἐπέλθῃ ἀδυσώπητος, ἐκτὸς ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ μακρὰ πο-
599λιτεία τῶν ἀνθρώπων τούτων τοῖς δίδει καὶ τὸ δικαίωμα,
600ἐὰν δὲν ἔπραξεν ἔργα, ἀλλὰ παραβάσεις καὶ παρανομίας,
601εἰς τοιαῦτα αὐχήματα γελοῖα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὑπεύ-
602θυνοι παριστάμενοι καὶ διατελοῦντες ὑπὸ ἔλεγχον. Ἀμφι-
603βάλλω, Κύριοι, ἐὰν ὁ Βίσμαρκ ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ
604ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῆς Γερμανίας μὲ τοιοῦτον στόμφον,
605μὲ τὸν ὁποῖον παρέστη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ
606μὲ τοιαύτας ἐκφράσεις ἀπρεπεῖς, τὰς ὁποίας ἦτο ἀνάξιον, ἂν
607ὄχι αὐτοῦ, τοὐλάχιστον τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ κατέχει, νὰ
608προφέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀποκαλῶν τοὺς ἐλέγχον-
609τας αὐτὸν βδελυρούς, καὶ τοὺς ἐπιτελοῦντας τὸ καθῆκον
610ἀξιομέμπτους. Νομίζει ἴσως ἐξ ἕξεως, ὅτι παρίσταται ἐνώ-
611πιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, καὶ οὐχὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
612τῶν Ἀντιπροσώπων, ὅπως δώσῃ λόγον, ἔστω καὶ διὰ παρα-
613γνωριζομένας αὐτοῦ πράξεις. Λησμονεῖ, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀπο-
614λογηθῇ διὰ νὰ σώσῃ ἑαυτὸν ἀπὸ πάσης κατ’ αὐτοῦ ὑπο-
615νοίας· ἐὰν ἤθελε νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένος πάσης εὐθύνης,
616ἔπρεπε νὰ μὴ δίδῃ διὰ τῶν πράξεων αὐτοῦ ἀφορμὴν εἰς τοι-
617αύτας βαρείας ὑπονοίας· ἡ πολιτεία τοῦ Ὑπουργοῦ πρέ-
618πει νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ παρέχῃ οὐδεμίαν ἀφορμὴν
619οὔτε νὰ λέγωνται, οὔτε νὰ ὑπονοῶνται κατ’ αὐτοῦ τοιαῦται
620ἔνοχοι προθέσεις· διότι ἡ μεγάλη δύναμις τῶν διαχειριζο-
621μένων τὰ δημόσια πράγματα δὲν εἶναι ὁ στόμφος, ἀλλ’ ἡ
622ἐμπιστοσύνη τῆς κοινωνίας πρὸς αὐτοὺς, οἱ μετριόφρονες καὶ
623σεμνοὶ λόγοι καὶ οὐχὶ αἱ ὑβριστικαὶ ἐκφράσεις, ἃς ἠδύναντο
624ἀλλαχοῦ νὰ ἐκφράσωσιν, οὐδέποτε δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς
625Βουλῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς λέγητε
626βδελυρούς, βεβαίως ἀρνεῖσθε εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τοῦ
627ἐλέγχου. Καὶ πῶς ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν τοῦτο,
628καίπερ διὰ τοιούτου ἀσέμνου τρόπου τοῦ Ὑπουργοῦ προκα-
629λούμενοι; Ἡμεῖς ἐπετελέσαμεν λίαν εὐπρεπῶς καὶ κο-
630σμίως τὸ ἄχαρι τοῦτο καθῆκον. Δὲν ἤκουσα οὐδένα τῶν
631ἀξιοτίμων συναδέλφων μου, τῶν τόσῳ εὐγλώττως καὶ εὐ-
632φραδῶς ἐλεγξάντων τὴν διαγωγὴν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, χαρί-
633σαντος τὴν ζωὴν εἰς δύο λῃστὰς, οἷοι ὁ Ῥοκόφυλλος καὶ ὁ
634Τάκης, νὰ ἐκφέρῃ λέξιν μὴ εὐπρεπῆ, ἢ μὴ προσήκουσαν ἐν
635Κοινοβουλίῳ. Ἔπρεπε δὲ νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
636Δικαιοσύνης, ὅταν προσῆλθε νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὰς πρά-
637ξεις αὐτοῦ, ὅτι ἀπεσιώπησεν ἐντελῶς τὰς φοβερὰς λεπτομε-
638ρείας τῆς βιογραφίας τοῦ τέρατος ἐκείνου, καὶ ἠναγκάσθη
639ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ μελετήσῃ 30 δικο-
640γραφίας, καὶ νὰ καταναλώσῃ, τὶς οἶδε πόσας ὥρας, ὅπως κα-
641τορθώσῃ νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας ἀκριβῆ ἔλεγχον αὐτῶν. Μετὰ
642τοῦτο σᾶς ἐκαλέσαμεν νὰ ἀπολογηθῆτε. Πρὸς τί μᾶς ὑβρί-
643ζετε βδελυρούς; Τίνες εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι προφέρετε τοιαύ-
644την λέξιν καθ’ ἡμῶν; ποῖα εἶναι τὰ ἔργα σας; ποῦ καὶ πῶς
645ὑπηρετήσατε τὴν πατρίδα; Ἢ νομίζετε, διότι ἐλάβετε μέ-
646ρος εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν ἀνακριτικὴν κατηγορίας ἀνδρῶν, οἱ
647ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσωσι τὸν σεβασμόν σας, ὅτι ἔχετε
648δικαίωμα ἐπὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τῆς πατρίδος, καὶ διὰ
649τοῦτο παρουσιάζεσθε ἐδῶ τόσῳ σεμνότυφοι; Ἀλλὰ λησμο-
650νεῖτε, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ παρουσιασθῆτε ἐνώπιον τῆς
651Βουλῆς, δὲν χωρεῖ τοιοῦτος στόμφος; Πρέπει νὰ μελετήσῃ
652ἕκαστος καθ’ ἑαυτὸν, τί ἔπραξε διὰ τὸν ἀτυχῆ τοῦτον τό-
653πον καὶ τίνα ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ δικαιώματα, ὅπως σεμνοτυφῇ
654οὕτω. Οὐδ’ ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος; ὁ ὁποῖος ἀπήλλαξε
655τῶν δεσμῶν τῆς δουλείας 300,000 Ἑλλήνων ἀναιμάκτως,
656οὐδέποτε ἐτόλμησε νὰ παρουσιασθῇ πρὸ τῆς Βουλῆς μὲ τὸν
657ὄγκον τοῦτον, μὲ τὸ γαυρίαμα τοῦτο, ὅπερ ἐπαρουσίασεν ὁ
658ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς σήμερον. Καὶ συζητοῦντες
659τοιαῦτα θέματα, Κύριοι, καὶ ἐλέγχοντες τοιαῦτα ἔργα καὶ
660τοιούτους λόγους, παρελκύομεν τὰς συνεδριάσεις; Ἔχομεν
661τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Σπάρταλη· πρόκειται νὰ πληρώσῃ τὸ
662Ἔθνος, ὁ λαὸς ὁ πτωχὸς, 400 χιλιάδας δραχμῶν, ὁ λαὸς,
663τὸν ὁποῖον δὲν κρίνετε ἄξιον νὰ ἀνακουφισθῇ οὐδὲ διὰ τῶν
66480 χιλιάδων δραχμῶν διὰ τῆς καταργήσεως τῶν διοδίων,
665προφασιζόμενοι, ὅτι ἔχετε ἀρχὴν νὰ μὴ καταργῆτε φόρους,
666ἐὰν δὲν ἀναπληρωθῶσι δι’ ἄλλων, ἐνῷ πρὸς τοὺς ὑπὸ τὸν
667Σπάρταλην κρυπτομένους δωρεῖτε πολλὰς ἑκατοντάδας.
668Ἐπισπεύδετε τὴν περάτωσιν μιᾶς δραματικῆς ὄντως ὑπο-
669θέσεως, ἡ ὁποία διῆλθε δι’ ὅλων τῶν γραφείων καὶ τοῦ
670Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ τοῦ 1868 ταλανιζομένη,
671ράκος λογαριασμῶν. Καὶ ὅμως κατήντησε τὸ ράκος τοῦτο
672νὰ περιβληθῇ τὴν τήβεννον τοῦ Ἄγγλου Πρεσβευτοῦ, ἵνα
673παρουσιασθῇ πρὸ τῆς Βουλῆς. Πρόκειται νὰ σᾶς ἐξελέγ-
674ξωμεν, ὡς διασπαθοῦντας οὕτως ἀλογίστως τὸν ἱδρῶτα
675τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· σᾶς λέγομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πλη-
676ρωθῇ ἡ ἄδικος αὕτη ἀπαίτησις τῶν δανειστῶν τοῦ Σπάρ-
677ταλη καὶ νομίζετε, ὅτι παρελκύομεν διὰ τοῦτο τὰς συνεδριά-
678σεις; Ἀλλὰ, Κύριοι, τοῦτο εἶναι ἀδίκημα καθ’ ἡμῶν, καὶ
679οὐδεὶς θέλει στέρξει. Τὶ ἦτο συγκριτικῶς τὸ ζήτημα τῆς
680προτάσεως τῶν 4 χιλιάδων δραχμῶν, ἃς ἄνευ δικαιολογητι-
681κῶν ἐδαπάνησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις; Καὶ ἠγείρατε
682ζήτημα καὶ σφοδρὰν συζήτησιν, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἡ Κυ-
683βέρνησις εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῆς
684προκατόχου περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς δαπάνης ταύτης, αἱ ὁποῖαι
685δὲν τῆς ἐδόθησαν καὶ βασανίζετε τὴν Βουλὴν ἐπὶ 2 ἡμε-
686ρονύκτια διὰ τῆς προτάσεως ταύτης, τῆς ὄντως παραλόγου!
687Διότι δι’ ὅλων τῶν πολιτικῶν διόπτρων ἡ Ἀντιπολίτευσις
688ἐξήτασε τὴν πρότασίν σας ἐκείνην, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ
689ἀνακαλύψῃ, ποῖον σκοπὸν εἶχεν ἡ πρότασίς σας καὶ τί δι’
690αὐτῆς ἐπεδιώκατε, εἰμὴ τὸν ἀντιπερισπασμὸν τῆς δημοσίας
691γνώμης. Καὶ ὕστερον λέγετε, ὅτι κατατρίβομεν ἡμεῖς τὸν
692χρόνον! Τοῦτο εἶναι τὸ ἓν ζήτημα, Κύριοι, περὶ ὃ ἐστρά-
693φησαν αἱ συζητήσεις, ἤτοι ὁ ἔλεγχος κυβερνητικῶν παρα-
694νομιῶν καὶ ἀδικημάτων. Καὶ εἶναι ὅλως χωριστόν.
695Ἔρχεται δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὸν κα-
696νονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Τὰ ἄλλα εἶναι δευτε-
697ρεύοντα. Ἔχετε τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ κανονίζητε σεῖς
698τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· βεβαίως ἔχετε τὸ δικαίωμα τοῦτο.
699Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι καταρτίζει ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειο-
700ψηφίας τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· τίς ἠμφισβήτησε τοῦτο;
701Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη ἡ κυρία ἀξίωσις ὑμῶν. Τὴν συγκα-
702λύπτετε ἐν τοῖς λόγοις. Νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ, τίς εἶναι αὕτη;
703Ἐζητεῖτε δι’ ὅλων τούτων νὰ ὁρίσητε τεταγμένον χρόνον
704εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἀντιπροσώπων, κατὰ τὸν ὁποῖον ὡρι-
705σμένα νομοθετήματα ἐξ ἅπαντος ὁπωσδήποτε, κατὰ τὴν ἔκ-
706φρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι. Θέλετε νὰ
707ψηφίσητε τὸν Προϋπολογισμὸν πρὸ τῶν ἑορτῶν, ὡς νὰ ἦσθε σεῖς
708ἁρμόδιοι νὰ κανονίζητε, τίνα ἔκτασιν καὶ τροπὴν θὰ λάβῃ
709ἑκάστου θέματος ἡ συζήτησις. Ἐπιζητεῖτε νὰ περιορίσητε οὕτω
710τὸν λόγον. Ἀλλὰ τότε τὸν συνταγματικὸν ὁρισμὸν, ὅτι ἐπὶ
711ἑξάμηνον ἐπιτρέπεται νὰ παρατείνωνται αἱ ἐργασίαι τῆς Βου-
712λῆς, ἀνάγκη νὰ τὸν διαγράψωμεν. Καὶ δὲν ὥρισε τοῦτο τὸ
713Σύνταγμα ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν· οἱ θεσμοθετήσαντες ἐκεῖνο
714ἄνδρες, οἱ διὰ μακρῶν ἀγώνων καὶ θυσιῶν κατορθώσαντες νὰ
715περιορίσωσι τὰς ἀτασθαλίας τοῦ Στέμματος κατὰ τῶν ἐλευ-
716θεριῶν τοῦ τόπου, ἔκριναν ἐν ὅλῃ τῇ προνοίᾳ καὶ ἀμερολη-
717ψίᾳ, ἐσκέφθησαν, ὅτι βεβαίως αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δὲν
718πρέπει νὰ ἐκτείνωνται ἐπ’ ἄπειρον, ἵνα μὴ οὕτω παρακω-
719λύωνται αἱ κυβερνητικαὶ ἐργασίαι. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν πρέπει αἱ
720ἐργασίαι τῆς Βουλῆς νὰ διαρκῶσι 12 μῆνας, ἀλλὰ βε-
721βαίως ἐσκέφθησαν, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ διαρκῶσι καὶ ὀλιγώτε-
722ρον τῶν ἓξ μηνῶν. Ἐὰν εἶχον ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὑμεῖς ἠθέλετε
723κυβερνᾷ, ὡς κυβερνᾶτε, ὀργιάζοντες, βεβαίως ἤθελον ἐκτεί-
724νει τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς ἐπὶ 12 μῆνας· διότι σεῖς πρέ-
725πει πάντοτε νὰ ἔχητε τὴν Βουλὴν, ἵνα σᾶς συγκρατῇ διὰ
726τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ πλησιάζουσι νὰ λήξωσιν οἱ ὡρισμένοι
727ἓξ μῆνες; Κινδυνεύει νὰ λήξῃ τὸ τέρμα, τὸ ὑπὸ τοῦ Συν-
728τάγματος διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς τεθειμένον; Οὐχί·
729ἔχομεν νὰ ἐργασθῶμεν ἀκόμη 4 μῆνας. Ἀλλ’ ὄχι· δὲν σᾶς
730ἐπιτρέπω, βοᾷ ὁ Πρωθυπουργὸς, νὰ παρατείνητε ἐπὶ πλέον
731τὰς ἐργασίας σας. Ψηφίσατε πρὸ τῶν ἑορτῶν τὸν Προϋπο-
732λογισμὸν· οὕτω θέλω. Καὶ τί; ἐπιστεύσατε, ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς
733ἄξιοι νὰ μᾶς τάξητε σεῖς ἐπὶ τῶν συζητήσεων προθεσμίας;
734Ἀλλὰ θὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ φίλοι σας νὰ παραμείνωσιν ἐν-
735ταῦθα κατὰ τὰς ἑορτάς· θὰ στερηθῶσι τῆς εὐχαριστήσεως
736νὰ συνεορτάσωσι μετὰ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν. Τί ἡμεῖς διὰ
737τοῦτο πταίομεν; Διακόψατε τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὄχι·
738ἐπιμένετε, ὡς νὰ κινδυνεύῃ τὸ Κράτος. Καὶ τούτων ὅλων
739τίς εἶναι ὁ λόγος; ὁ λόγος εἶναι, νὰ ψηφίσητε ταχέως τὸν
740Προϋπολογισμὸν, ἵνα ἀπαλλαχθῆτε ταχύτερον τοῦ ἐλέγχου
741καὶ τῶν ἐνοχλήσεων τῶν φίλων σας. Θέλετε νὰ κυβερνᾶτε
742αὐτοβούλως καὶ ἀνεξελέγκτως. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν δυστυ-
743χῶς ἐναντίαν γνώμην· καὶ περὶ τὴν ἀντίθεσιν ταύτην, τὴν
744τόσῳ φυσικὴν καὶ εὔλογον, τῶν γνωμῶν κεῖται τὸ ζήτημα,
745καὶ περὶ τούτου ὁ μέγας θόρυβος, καὶ περὶ τούτου ἡ βοὴ
746τῶν ἐφημερίδων. Ἡμεῖς, Κύριοι,—καὶ τὸ λέγομεν καθαρὰ—
747ἐννοοῦμεν ἐπὶ ἕξ μῆνας νὰ διαρκῇ ἡ Βουλή, ἢ τουλάχιστον
748ὀλίγῳ ἔλασσον τῶν μηνῶν, οὓς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ἡμεῖς
749ἐννοοῦμεν νὰ ἐλέγχωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀδυσωπήτως, ὅταν
750παραβαίνῃ τοὺς νόμους καὶ τὴν ἐντολὴν, ἣν ἔλαβεν. Ἀλλ’
751ἵνα ἐκτελέσωμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν ταῦτα, ἔχομεν ἀνάγ-
752κην νὰ ἔχωμεν τὸν νοῦν μας ἐλεύθερον καὶ τὴν ὑγείαν ἡμῶν
753ἀσφαλῆ καὶ παρέχουσαν εἰς ἡμᾶς τὰς πρὸς τοῦτο δυνά-
754μεις. Δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν νὰ συνεδριάζητε 8, 10, 15
755ὥρας, μέχρις οὗ ἀποκάμωμεν, μέχρις οὗ καταπονηθῶμεν,
756ἵνα μὴ ἐλέγχωμεν τὰς πράξεις καὶ συζητῶμεν ἐπιμελῶς τὰ
757νομοσχέδια. Ἐδῶ εἶναι τὸ περὶ ὃ ἀνταγωνιζόμεθα δεύτερον
758ζήτημα. Οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὸ ζή-
759τημα τῆς συζητήσεως τῆς εὐρείας τῶν νομοσχεδίων, ἢ τῶν
760παρανόμων ὑμῶν πράξεων, ἐξελεγχομένων ἀκριβῶς, ἀλλὰ
761βεβαίως ἡ ὁποία εἶναι ὅλως εἰλικρινὴς, εἶναι σοβαρὰ καὶ
762πρὸ πάντων ἀναγκαία νὰ γίνῃ. Ὅταν λοιπὸν ἔρχησθε πιέ-
763ζοντες ἡμᾶς μέχρι τῆς 12, μέχρι τῆς 1ης ὥρας μετὰ τὸ μεσο-
764νύκτιον, σᾶς ἐρωτῶ, ποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστῇ τὸ μαρ-
765τύριον τοῦτο; ὅταν διὰ τῆς παρατάσεως μετὰ τὴν μίαν μετὰ
766τὸ μεσονύκτιον ὥραν τῶν συνεδριάσεων ἐπιφέρητε καθ’ ἡμῶν
767βίαν, καὶ μᾶς ἀπελπίσητε, τότε δικαίως ἀμυνόμεθα ὑπὲρ
768τῶν ἐκβιαζομένων καὶ ἀθετουμένων δικαιωμάτων ἡμῶν.
769Οὐδ’ εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου ἐξ Εὐρυ-
770τανίας, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν πρέπει νὰ ἀμυνώμεθα·
771ἐγὼ ἐδήλωσα καὶ δηλῶ καὶ ἤδη, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκεί-
772νης θὰ ἦμαι Ἰρλανδός. Ὅταν φθάσῃ ἡ δευτέρα ὥρα καὶ μοὶ
773ἀπειλεῖτε τὴν ὕπαρξιν διὰ τοῦ καμάτου, διὰ τῆς ἀϋπνίας,
774θὰ ἀμυνθῶ καὶ θὰ ὑπερασπίσω τὰ δικαιώματά μου διὰ τῶν
775μέσων, τὰ ὁποῖα μοὶ δίδει ὁ Κανονισμός. Οὐδεὶς δὲ δύναται
776εὐλόγως νὰ μὲ ἐλέγξῃ, καὶ ἂν μὲ ἐλέγξῃ ἀδίκως, ἓν ὀφείλω
777αὐτῷ, τὴν καταφρόνησίν μου.
778Λοιπὸν ἔχομεν δύο θέματα. Θὰ συζητῶμεν εὐρέως, θὰ
779συζητῶμεν ἐν εἰλικρινείᾳ. Μετὰ τὴν προκεχωρηκυῖαν ὥραν
780θὰ ἀμυνώμεθα, θὰ κωλυσιεργῶμεν, θὰ προτείνωμεν ἐνστάσεις
781περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ θὰ μετερχώμεθα πανθ’ ὅσα νόμιμα
782μέσα ἔχομεν. Ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια· καὶ πρέπει νὰ λέγηται ἡ ἀλή-
783θεια ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰλικρινῶς. Ἐγὼ τουλάχι-
784στον νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον, καθῆκον συνταγματι-
785κὸν, ὅταν μετὰ ὀκτάωρον καὶ ἐννεάωρον ἐργασίαν, ἀποκα-
786μόντος τοῦ νοῦ μου καὶ τοῦ σώματος, δὲν δύναμαι νὰ ἀντι-
787ληφθῶ, δὲν δύναμαι νὰ συζητήσω, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆ-
788κον, διὰ παντὸς μέσου τὴν κατάχρησιν τῆς πλειονοψηφίας
789ταύτην νὰ τὴν ἀποκρούσω· τὴν ἀποκρούω δὲ διὰ νομίμου
790μέσου, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ μοὶ ἀμφισβητήσῃ.
791Τὰ δύο λοιπὸν ταῦτα ζητήματα εἶναι χωριστὰ καὶ πρέ-
792πει νὰ τεθῶσι χωριστὰ, καὶ ἂν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν
793προνοήσῃ νὰ κανονίσῃ ἐν μέτρῳ δικαίῳ τὸν χρόνον τῆς συνε-
794δριάσεως, καὶ νὰ μὴ τὸν παρατείνῃ πέραν τῶν ἕξ ἢ ἑπτὰ
795ὡρῶν τὸ πολὺ, ἀλλ’ ἐπιμείνῃ διὰ τοῦ καμάτου νὰ παρα-
796βιάζῃ τὰ δικαιώματα ἡμῶν, ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι πάντες,
797τουλάχιστον ἐγὼ ἠξεύρω νὰ ἐπιτελέσω τὸ καθῆκόν μου,
798προτείνων ἀδιαλείπτως ἐνστάσεις μὴ ἀπαρτίας, καὶ οὐδεὶς
799δικαιοῦται νὰ μὲ ἐλέγξῃ ἐπὶ τούτῳ, ὅτι πράττω ἀδίκημα,
800ἢ παράβασιν καθήκοντος.
801§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὅτε ἐπε-
802χείρησα νὰ ἐξετάσω, κατὰ πόσον εἶναι βάσιμοι αἱ αἰτιά-
803σεις, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
804Ὑπουργὸν, οὐδένα ἐποιησάμην λόγον περὶ τῶν ὑποτιθεμένων
805αἰτίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἀποδοθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ
806κ. Ὑπουργοῦ· διὰ τοῦτο μετ’ ἀπορίας ἤκουσα αὐτοῦ, ἀπο-
807δίδοντός μοι τὴν αἰτίασιν, ὅτι ἐξέφρασα δῆθεν γνώμην, καθ’
808ἣν ὤφειλε νὰ ἐξαιρεθῇ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν κατὰ τοῦ
809Τάκη κατηγοριῶν ὁ ἀδελφός του Ἀντεισαγγελεὺς τῶν ἐν
810Κερκύρᾳ Ἐφετῶν. Ἐγὼ, Κύριοι, τοιαύτην τινὰ γνώμην οὐ-
811δέποτε ἐξέφρασα. Ἐνθυμοῦμαι μόνον, ὅτι εἰς προγενεστέραν
812συνεδρίασιν, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Λεβίδου, ἠρώτησα ἁπλῶς,
813ἐὰν τὰ ἐν τῷ φύλλῳ τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» γραφέντα εἶχον
814προηγηθῆ τῆς ἐκδικάσεως τῆς κατὰ τοῦ Τάκη κατηγορίας,
815διότι ἐνόμισα, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ
816εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς διαγωγῆς τοῦ ἀδελφοῦ του ἐπὶ τῆς
817ὑποθέσεως. Ἑπομένως ἄνευ λόγου, νομίζω, καὶ ἀδίκως ὁ κ.
818Ὑπουργὸς μοὶ ἀπέδωκε τὴν αἰτίασιν, περὶ τῆς ὁποίας εἶπεν
819ὑμῖν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὴν συζήτησιν περὶ τούτου προεκάλε-
820σεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ δηλώσω
821τὴν γνώμην, ἣν ἔχω καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Προ-
822κειμένου, Κύριοι, περὶ λόγων ἐξαιρέσεως, νομίζω, ὅτι ἐπι-
823μελῶς ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν δύο διακεκριμένας περιστά-
824σεις· τοὺς λόγους τῆς ἐξαιρέσεως, τοὺς ὁποίους διαγράφει ὁ
825νόμος, ἵνα προβάλλωνται ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε διαδίκων κατὰ
826τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ τοὺς λόγους τῆς ἐξαιρέ-
827σεως, τοὺς ὁποίους οἴκοθεν οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ὁσάκις
828νομίζωσιν ὀρθὸν, προβάλλουσιν, ἵνα ἀπόσχωσι τῆς ἐκπλη-
829ρώσεως τῶν δικαστικῶν αὑτῶν καθηκόντων του. Οἱ δεύτε-
830ροι οὗτοι λόγοι ἠδύναντο ἴσως ὀρθότερον νὰ χαρακτηρισθῶ-
831σιν, οὐχὶ ὡς λόγοι ἐξαιρέσεως, ἀλλ’ ὡς λόγοι ἀποχῆς, καὶ
832πολλάκις οὐδόλως ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν Δι-
833καστηρίων ἢ τῶν Συμβουλίων, ἀλλ’ ὁ δικαστικὸς ὑπάλλη-
834λος, ὁ αἰσθανόμενος ἐν ἑαυτῷ τοιούτους λόγους ἀποχῆς, δη-
835λοῖ ἁπλῶς εἰς τοὺς συναδέλφους του, ὅτι δὲν δύναται νὰ
836λάβῃ μέρος, ἵνα μεριμνήσωσι περὶ ἀναπληρώσεως αὐτοῦ δι’
837ἄλλου προσώπου. Καὶ περὶ τὴν ἐκτίμησιν δὲ τῶν τοιούτων
838λόγων καὶ τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια καὶ τὰ Δικαστήρια
839κρίνουσιν ἐπιεικέστατα, εὐρύτατα, καὶ βλέπομεν καθ’ ἑκά-
840στην εἰς τὰ Δικαστήρια ἐντίμους δικαστὰς καὶ Εἰσαγγελεῖς,
841ἀπέχοντας ἁπλῶς νὰ λαμβάνωσι μέρος εἰς ὑποθέσεις ἄνευ
842νομίμου τινὸς ἐξαιρέσεως λόγου, ἀλλ’ ἐξ ὑπερβαλλούσης λε-
843πτότητος καὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ἵνα περιφρουρήσωσι τὴν
844ὑπόληψιν αὑτῶν κατὰ πάσης παρεξηγήσεως καὶ ἵνα προ-
845φυλάξωσι τὴν συνείδησιν αὑτῶν ἀπὸ παντὸς περιορισμοῦ.
846Καὶ διὰ τοῦτο, ὁσάκις πρόκηται περὶ κατηγορουμένου γνω-
847στοῦ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἢ συγγενοῦς τῶν συγγενῶν του, ἢ
848συμπολίτου αὐτοῦ, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀποχωρεῖ, καὶ ἀναθέτει
849εἰς ἕτερον ὑπάλληλον τὴν ὑποστήριξιν τῆς κατηγορίας. Τὸ
850αὐτὸ πράττει ὁσάκις πρόκηται περὶ συνδημότου ἢ συγχω-
851ρίου. Εἶναι εὐτυχῶς πολλὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ
852ἀναπληρώσωσι τὸν Εἰσαγγελέα, ὅταν νομίζῃ, ὅτι δὲν
853προσήκει, ἠθικῶς τουλάχιστον, ἂν ὄχι νομικῶς, νὰ ἐκπλη-
854ρώσῃ τὰ καθήκοντά του. Ὑπῆρχον ἐπὶ τοῦ προκειμένου
855τοιοῦτοί τινες λόγοι, δυνάμενοι νὰ πείσωσι τὸν ἀδελφὸν τοῦ
856κ. Ὑπουργοῦ, νὰ ἀπόσχῃ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόν-
857των του; Ἐπρόκειτο περὶ ληστοῦ καταγομένου ἐκ τοῦ δήμου,
858ἐκ τοῦ χωρίου ἀκόμη, ἐξ οὗ κατήγετο καὶ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς,
859ἐπρόκειτο περὶ κατηγορουμένου, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο
860καταγγελία κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ τῶν οἰκείων του,
861ὅτι ὑπέθαλπον αὐτόν. Ἠδύνατο, νομίζω, νὰ θεωρήσῃ προ-
862τιμότερον νὰ ἀπόσχῃ. Ἡ τοιαύτη γνώμη, Κύριοι, περιέχει
863τι τὸ ἄτοπον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐθεώρησε προσῆκον ὁ κ.
864Ὑπουργὸς νὰ ἐπιτιμήσῃ ἐμὲ, ὡς ἐξενεγκόντα αὐτήν; Νομί-
865ζω, ποσῶς. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμίαν ἐγὼ τοιαύτην
866αἰτίασιν κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του ἐξήνεγκον, διότι τὰ ζητή-
867ματα ταῦτα, εἶναι ζητήματα, ὧν ἡ ἐκτίμησις εἰς τὴν συνεί-
868δησιν τοῦ ἰδίου ὑπαλλήλου ἀνατίθεται μᾶλλον καὶ οὐχὶ εἰς
869τὴν ἐξέλεγξιν ἑτέρου.
870Ἀλλὰ, λαβὼν μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀρχιληστοῦ
871τούτου ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐξεπλήρωσεν ἆρά γε
872πρεπόντως τὰ ὑψηλὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ
873ἐκπληρώσῃ; Ἄν, Κύριοι, ἠδύνατό τις νὰ ἔχῃ περὶ τούτου
874τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ταύτην τὴν ἦρεν αὐτὸς ὁ κ.
875Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουρ-
876γοῦ εἶναι καταδίκη ἀμετάκλητος τῆς διαγωγῆς, ἣν ἐτήρη-
877σεν ὁ ἀδελφός του. Τί σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός;
878Ἀναγνωρίζω, λέγει, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀναιρέσεως. Ἡ
879πρᾶξις, ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν ἀρχιληστὴν, ἦτο προφανῶς
880καθαρὰ, ἀναμφισβήτητος δολοφονία. Καὶ ὅμως ὁ ἀδελφός
881του ἐνώπιον τῶν ἐνόρκων ὑπεστήριξεν, οὐχὶ ὅτι ἡ πρᾶξις
882εἶναι δολοφονία, ἀλλ’ ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι ἀναίρεσις. Τὸ τοι-
883οῦτο δικαιολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὡς προελθὸν ἐκ τῆς ἐπι-
884θυμίας, τοῦ νὰ προλάβῃ τὴν πλήρη ἀθώωσιν τοῦ Τάκη
885ἐπὶ φόνῳ, καὶ ἐξασφαλίσῃ τὴν καταδίκην αὐτοῦ ἐπὶ ἀναι-
886ρέσει. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀπορῶ ἀληθῶς, πῶς Ὑπουργὸς τῆς Δι-
887καιοσύνης ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐκφράζει τοιαύτην
888τινὰ γνώμην. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὑποστηρίζων
889τὴν κατηγορίαν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἀντιπροσωπεύει
890τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν κοινωνίαν, ὅτι ὀφείλει ἑπομένως, ἀγο-
891ρεύων πρὸς τοὺς ἐνόρκους, νὰ λέγῃ πρὸς αὐτοὺς, ὅ,τι ἡ συνεί-
892δησις καὶ ἡ πεποίθησίς του τῷ ὑπαγορεύει, ὅτι Εἰσαγγελεὺς
893συνειδὼς τὸ καθῆκον καὶ τὴν ἀποστολήν του, δὲν δύναται νὰ
894ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, εἰμὴ ὅ,τι συνάδει μὲ
895τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν δικαιοσύνην. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τοιαῦτα
896τεχνάσματα, οἷα ἠθέλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ ἀποδώσῃ εἰς
897τὸν ἀδελφόν του, εἶναι ἀνάξια τῆς Εἰσαγγελίας, καὶ ἐξευτε-
898λίζουσιν αὐτήν. Ἑπομένως, ἐπαναλαμβάνω, ἡ διαγωγή, ἣν
899ἐτήρησεν ὁ ἀδελφός του κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, εἶναι
900διαγωγὴ κατακριτέα καὶ αὐστηρῶς κατακριτέα. Καὶ οὐδὲ
901νομίζω μάλιστα, Κύριοι, ὅτι τοιαῦτα τεχνάσματα δύνανται
902νὰ ἐπιφέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκουσιν. Ὅταν
903ὁ Εἰσαγγελεὺς νομίζῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἀποδείξεις ἐνο-
904χῆς τοῦ κατηγορουμένου ἐπὶ δολοφονίᾳ, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ
905καθαρῶς εἰς τοὺς ἐνόρκους, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστη-
906ρίξῃ τοιαύτην κατηγορίαν. Ἐὰν ὅμως φρονῇ, ὅτι βάσιμος
907εἶναι ἡ ἐπὶ δολοφονίᾳ κατηγορία, καὶ ὅμως ἐπιχειρεῖ νὰ
908ὑποστηρίξῃ ἀναίρεσιν, ὁ τοιοῦτος Εἰσαγγελεὺς ἐντελῶς θὰ
909ἀπολέσῃ τὴν δίκην· διότι ἡ ὑποχώρησις τοῦ Εἰσαγγελέως
910ἀποδεικνύει ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐνοχῆς, τὴν δὲ ἀμφιβο-
911λίαν θὰ ἐπεκτείνωσιν οἱ ἔνορκοι καὶ εἰς τὴν ἀναίρεσιν, ἐπιδει-
912κνύοντες μάλιστα μείζονα τοῦ Εἰσαγγελέως ἐπιείκειαν. Ἄν
913ὁ Εἰσαγγελεὺς θέλῃ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς ἐνόρκους νὰ παρα-
914δεχθῶσιν ἀναίρεσιν, τότε ὀφείλει νὰ ἐπιμείνῃ ἐπὶ τοῦ φόνου.
915Καὶ τότε μόνον αὐτοὶ, θέλοντες νὰ φανῶσιν ἐπιεικεῖς, θὰ
916παραδεχθῶσι τὴν ἀναίρεσιν. Ὥστε οὐ μόνον κατακριτέα,
917ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀτυχὴς ἦτο ἡ διαγωγή, ἣν ἐτήρησεν ὁ
918ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς Εἰσαγγελεύς.
919Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα βελτιώσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀδελφοῦ
920του παρέστησε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι καὶ ἕτεροι κατηγορούμενοι,
921προηγουμένως διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν, ἐκ συστάσεως ἐνεργη-
922θεῖσαν, δικασθέντες, κατεδικάσθησαν καὶ οὗτοι εἰς ἐλαφρὰς
923ποινάς. Ἡ καταδίκη, Κύριοι, ἄλλων διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶ-
924ξιν εἰς ἐλαφρὰν ποινὴν, οὐδὲν ἀποδεικνύει, ὅσον ἀφορᾷ εἰς
925τὸν χαρακτῆρα τῆς πράξεως· διότι γνωρίζετε, ὅτι ἐνώπιον
926τῶν ἐνόρκων δὲν χαρακτηρίζονται αὐστηρῶς αἱ ἀποδιδόμε-
927ναι κατηγορίαι, καὶ πολλάκις ἐπέρχονται χαρακτηρισμοὶ
928ἐλαφρότατοι, οὐχὶ λόγῳ ἀκριβοῦς ἐκτιμήσεως, ἀλλ’ ἕνεκα
929ἐπιεικείας ἢ ἄλλων λόγων. Τὰ συμβάντα ταῦτα οὐδεμίαν
930ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν ἐκτίμησιν τῆς διαγωγῆς τοῦ κ. Εἰ-
931σαγγελέως. Ἠδύναντο νὰ ἔχωσι σχέσιν, ἂν καὶ οἱ Εἰσαγγε-
932λεῖς, οἵτινες εἶχον λάβει μέρος εἰς τὰς δίκας ἐκείνας, εἶχον
933σχηματίσει γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξωσιν ἀναίρεσιν.
934Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὐδὲ
935εἶναι ἀληθές. Τὸ ἐξήγαγεν ἐκ γνωμοδοτήσεων περὶ χάριτος,
936ἃς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ δι’ ὧν οἱ Πρόεδροι καὶ Εἰ-
937σαγγελεῖς δηλοῦσιν, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς ἐχαρακτήρισαν τὴν πρᾶ-
938ξιν οἱ κύριοι ἔνορκοι. Τοῦτο δὲ ἔτι μᾶλλον ἀποδεικνύεται
939καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι διὰ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν ἕτερος
940κατηγορούμενος, ὁ Ῥοκόφυλλος, κατεδικάσθη εἰς θάνατον.
941Ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γεννηθῇ ἀμ-
942φιβολία, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ στυγερᾶς δολοφονίας.
943Ἵνα βελτιώσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἀδελφοῦ του ὁ κ. Ὑπουρ-
944γὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀνέφερε προσέτι, ὅτι ὁ ἀδελφός του
945ἐζήτησε τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς ποινῆς καὶ τὸ Δικαστή-
946ριον ἐφάνη ἐπιεικέστερον. Ὁ ἀνώτατος ὅρος εἶναι 20 ἔτη,
947καὶ τὸ Δικαστήριον ἐπέβαλε 18. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν
948σπουδαιολογοῦμεν, τοιαῦτα προβάλλοντες ἀπὸ τοῦ βήματος
949τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχει τινὰ σημασίαν, ἐὰν ἄνθρωπος, ὅστις
950ἐπρόκειτο νὰ ὑποστῇ πλείστας βαρυτάτας καταδίκας, κατε-
951δικάσθη εἰς εἴκοσιν ἢ μόνον δεκαοκτὼ ἐτῶν δεσμά. Τὸ μόνον
952σπουδαῖον ζήτημα ἦτο, νὰ σώσῃ τὴν κεφαλήν του, καὶ εἰς
953τὸ ζήτημα τοῦτο οὐσιωδῶς Συνέδραμεν ὁ κ. Ἀντεισαγγε-
954λεὺς, ὑποστηρίξας τὴν ἀναίρεσιν....
955§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Κωνσταντό-
956πουλε, μίαν παρατήρησιν. Οἱ Σύνεδροι ἐὰν ἐφρόνουν καὶ αὐτοὶ,
957ὅτι κακῶς ἀπεφάνθησαν οἱ ἔνορκοι, ὅτι ἐπιεικῶς ἔλυσαν τὸ
958ζήτημα, ὤφειλον νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των αὐτὴν διὰ
959τῆς βαρυτάτης ποινῆς, ἣν ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλωσι, βαρυτάτη
960δὲ ποινὴ ἦσαν τὰ 20 ἔτη. Τοῦτο θὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ οἱ Σύνε-
961δροι αὐτοὶ ἐπεδοκίμασαν τὴν ἐπιείκειαν τῶν ἐνόρκων. Ἄρα
962δὲν ἐπρόκειτο περὶ δολοφονίας.
963§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, γνωρίζετε,
964ὑποθέτω, ὅτι πλείονα ἔτη τῆς ζωῆς μου κατηνάλωσα εἰς
965τὴν ἐξέτασιν τοιούτων ὑποθέσεων. Λοιπὸν διαβεβαιῶ ὑμᾶς,
966ὅτι καὶ ὅταν οἱ ἔνορκοι μεταβάλωσιν ἄνευ λόγου τὸν χαρα-
967κτηρισμὸν τῆς πράξεως, οὐδέποτε σχεδὸν οἱ Σύνεδροι ἐπι-
968βάλλουσιν ἀκριβῶς τὸν ἀνώτατον ὅρον.
969§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχετε λάθος. Πάντοτε ἐκφράζουσι
970τὴν δυσαρέσκειάν των διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀνωτάτης
971ποινῆς.
972§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ περὶ
973τούτου...
974§23ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχετε, φαίνεται, τὴν ἀντίληψιν εἰσαγ-
975γελικὴν καὶ σᾶς φαίνονται μικραὶ αἱ μεγάλαι ποιναί. Ἐγὼ
976ἐπίσης ἔχω πολλῶν ἐτῶν πεῖραν, καὶ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι τὸ
977ἀντίθετον συμβαίνει· ὅταν οἱ δικασταὶ εὑρίσκωσιν ἐπιεικῆ
978τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν ἐνόρκων, ἐπιβάλλουσι πάντοτε τὸν
979ἀνώτατον ὅρον. Ἀλλ’ ἴσως εἰς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος εἶμαι δικηγό-
980ρος, φαίνεται ἀνώτατος· σεῖς ὅμως εἶσθε Εἰσαγγελεὺς, καὶ
981ἔχετε τὴν ἀντίληψιν τοιαύτην, ὥστε νὰ σᾶς φαίνηται καὶ ὁ
982ἀνώτατος ὅρος, ὡς ἐλάχιστος.
983§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ κα-
984τωτάτου καὶ ἀνωτάτου ὅρου. Πρόκειται περὶ τῆς διαγωγῆς,
985ἣν τηροῦσι τὰ Δικαστήρια τῶν Συνέδρων ἐν περιπτώσει,
986καθ’ ἣν οἱ ἔνορκοι παραδέχονται ἀτόπως ἐλαφρότερον χαρα-
987κτηρισμὸν τῶν ἀδικημάτων. Ἐπαναλαμβάνω, καὶ δύναμαι
988νὰ ἀποδείξω στατιστικῶς, ὅτι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει
989σπανιώτατα ἐπιβάλλεται ὁ ἀνώτατος ὅρος. Οὐδὲν λοιπὸν
990σημαίνει, ἂν ἀντὶ 20 ἐτῶν ἐπεβλήθησαν 18 ἐτῶν δεσμὰ εἰς
991ἄνθρωπον, ὅστις εἶχεν ἐπανειλημμένως καταδικασθῆ, καὶ
992ἐπρόκειτο νὰ δικασθῇ καὶ δι’ ἄλλας πράξεις, καθόσον, ὅπως
993ὁ διακόπτων με κύριος Μπουφίδης γνωρίζει, αἱ τοιαῦται
994καταδίκαι δὲν ἔχουσι καὶ πρακτικὴν ἔννοιαν, διότι συγχω-
995νεύονται αἱ ποιναί. Ὥστε τὸ ἐπιχείρημα, ὅπερ ὁ κ. Ὑπουρ-
996γός, ἠθέλησε νὰ προβάλῃ πρὸς δικαιολογίαν τοῦ κυρίου
997ἀδελφοῦ του, οὐδεμίαν ἔχει ἰσχύν.
998Τώρα, Κύριοι, καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ἀντικειμένου εὑρίσκο-
999μαι εἰς διαφωνίαν μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, περὶ τοῦ
1000ζητήματος, ἐὰν δύνανται, καὶ ἐὰν πρέπῃ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’
1001ὄψει εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπονομῆς τῆς χάριτος ἄλλαι κατα-
1002δίκαι τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπι-
1003μένει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὑποστηρίζων ἀντίθετον γνώμην, καὶ
1004μὲ ἀπορίαν μου ἤκουσα αὐτὸν, ἐπαναλαμβάνοντα, ὅτι, ὅταν
1005ἐπιβληθῇ μία θανατικὴ ποινὴ εἴς τινα, ἵνα ἐκτιμήσῃ, ἐὰν
1006πρέπῃ νὰ ἀπονείμῃ χάριν, δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει
1007τὰς λοιπὰς καταδίκας κατὰ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ἀλλὰ
1008μόνον τὴν ἐπιβαλοῦσαν εἰς αὐτὸν τὴν θανατικὴν ποινήν.
1009Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, ἐὰν ἀκούσῃ, ὅτι δύο
1010ἄνθρωποι διέπραξαν ἀπὸ κοινοῦ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πρᾶ-
1011ξιν, τιμωρουμένην μὲ θάνατον, καὶ ἐκ τούτων κατόπιν ὁ εἷς
1012μὲν ἔζησεν ἐπὶ ἔτη εἰρηνικῶς καὶ ἐντίμως, ὁ δὲ ἕτερος διέ-
1013πραξε κατόπιν πλείστας ἀναιρέσεις, 10 ληστείας καὶ ἄλλα
1014ἀδικήματα, μὴ τιμωρούμενα μὲ θάνατον, καὶ πρόκηται
1015κατόπιν νὰ σκεφθῇ, ἐὰν αὐτὸς ἦναι ἄξιος συγγνώμης καὶ
1016χάριτος, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διακρίνῃ μεταξὺ τοῦ ἐμπρά-
1017κτως ἀποδείξαντος τὴν μεταμέλειάν του καὶ τοῦ ἀκολουθή-
1018σαντος τὴν ὁδὸν τοῦ κακουργήματος, καὶ νὰ φανῇ ἐπιεικὴς
1019εἰς τὸν πρῶτον, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὸν δεύτερον. Εἰς τὸ ζήτημα
1020τῆς χάριτος ἔχει ἐπιῤῥοὴν ὁ βαθμὸς τῆς ἠθικῆς διαστροφῆς
1021τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως· πῶς λοι-
1022πὸν ἀξιοῦσι νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ ἑπόμεναι πράξεις
1023αὐτοῦ, διὰ τῶν ὁποίων προσδιορίζεται σαφέστερον ὁ βαθμὸς
1024τῆς ἠθικῆς διαφθορᾶς κατὰ τὴν διάπραξιν τῆς πρώτης
1025πράξεως; Οἱ κανόνες, οὓς ὀφείλει ὁ δικαστὴς νὰ λαμβάνῃ
1026ὑπ’ ὄψει μετὰ τὴν καταδίκην κατὰ τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς
1027ποινῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θεωρῶνται ὑποχρεωτικοί,
1028καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ Ὑπουργὸς πρόκηται νὰ ἀπονείμῃ εἴς
1029τινα χάριν.
1030Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἑαυτὴν θεωρουμένη ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν
1031ἐπῆλθεν ἡ εἰς θάνατον καταδίκη καὶ δι’ ἣν ἐδόθη ἡ
1032χάρις, εἶναι ἆρά γε αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν τοιαύτη, ὥστε νὰ
1033θεωρηθῇ οἰκτιρμοῦ ἄξιος ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἀποκρούσει
1034τὴν ἰδέαν περὶ μετριάσεως τῆς ποινῆς; Ἠκούσατε, ὅτι
1035ἐπρόκειτο περὶ θηριώδους δολοφονίας τριῶν κοιμωμένων
1036ἀνθρώπων, καὶ ὑπὸ δολοφόνων, εἰς οὓς ἀνυπόπτως παρέ-
1037σχον φιλοξενίαν. Ἐὰν ἐσώθησαν οἱ δύο, δεινῶς τετραυ-
1038ματισμένοι, ἐσώθησαν οὐχὶ ἐκ τῆς ἐπιεικείας τῶν δολοφό-
1039νων. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξία χάριτος; Ἐὰν πρόκηται νὰ
1040ἐκτελῶμεν πάσας τὰς νομίμως ἐπιβληθείσας θανατικὰς ποι-
1041νὰς, βεβαίως πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ ἡ ὡς ἄνω ἐπιβλη-
1042θεῖσα. Ἐὰν πάλιν ἐκ τῶν πολλῶν θανατικῶν ποινῶν τινὰς
1043πρόκειται νὰ ἐκτελέσωμεν, τότε καθῆκον ἱερὸν ἐπιβάλλεται
1044εἰς τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἐκτελῶσι τὰς ποινάς, τὰς ἐπιβεβλημέ-
1045νας εἰς τὰς βαρυτέρας καὶ στυγερωτέρας πράξεις. Ἐν τοιαύτῃ
1046δὲ περιπτώσει, ἐκτελέσαντες τὴν εἰς τὸν Μπονάτην ἐπιβλη-
1047θεῖσαν ποινήν, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ἐθεωρήσατε
1048ἐπιτετραμμένον νὰ χαρίσητε ποινὴν, ἐπιβληθεῖσαν εἰς ἄν-
1049θρωπον, ὅστις τρεῖς ἀνθρώπους θηριωδῶς καὶ δολίως ἐπεχεί-
1050ρησε νὰ ἀποκτείνῃ.
1051Καὶ τοῦτο λέγων, δὲν ἰσχυρίζομαι ἐγὼ, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπε
1052νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ θανατικὴ ποινή, διότι οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ, οὐδὲ
1053ὀφείλει νὰ ἀποφαίνηται περὶ τοιούτων φοβερῶν ζητημάτων,
1054ὅταν δὲν ὑποχρεῶται ἐκ καθήκοντος νὰ πράξῃ τοῦτο. Πᾶς
1055ἄνθρωπος κλίνει εἰς τὴν ἐπιείκειαν, καὶ οὐδέποτε δύναμαι
1056νὰ κατηγορήσω τινά, ἐξασκήσαντα τοιαύτην ἐπιείκειαν.
1057Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω καθῆκον νὰ ἐξετάσω, εἶναι, ἂν τὴν
1058ἐπιείκειαν ταύτην ἐξήσκησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν ἰσότητι καὶ
1059δικαιοσύνῃ. Ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς
1060τῆς Δικαιοσύνης; Μετὰ τὰ λεχθέντα δύνασθε ὑμεῖς νὰ σχη-
1061ματίσητε περὶ τούτου οἱανδήποτε θέλητε γνώμην.
1062§25ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν μακρὰν συζήτησιν ἐπὶ τῆς
1063ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιω-
1064τίας, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προκληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βου-
1065λῆς. Καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν, καὶ παρακαλῶ
1066τὸν κ. Πρόεδρον νὰ θέσῃ ταύτην εἰς ψηφοφορίαν. Ἡ πρότα-
1067σίς μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ
1068λεχθέντα, ἐγκρίνουσα τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν τοῦ
1069Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν
1070διάταξιν».
1071§26ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1072§27ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ συγ-
1073χωρεῖτε, κύριε Ῥάλλη, νὰ ἐπανορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν.
1074Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι αὐτὸς προσῆλθε πρὸς τὸν ἀδελφόν
1075μου, ἢ ὅτι ἀνέλαβεν ὁ ἀδελφός μου τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ.
1076Ἀνακαλῶ εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὸ δὶς ἢ τρὶς παρ’ ἐμοῦ
1077ἐπισήμως βεβαιωθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὁ Ἀλέξιος Τά-
1078κης προσῆλθεν ἀμέσως πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, κατ’ ἐξαίρεσιν
1079τῶν ἄλλων φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων· ἀνακαλῶ εἰς τὴν
1080μνήμην ὑμῶν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη τοῦ Ἀλεξίου Τάκη, κατ’
1081ἐξαίρεσιν ἀπὸ τῶν ὑποθέσεων πάντων τῶν ἄλλων φυγοδί-
1082κων, δὲν προσδιωρίσθη νὰ γίνῃ εἰς Μεσολόγγιον, ὅπου ὁ ἀδελ-
1083φός μου δικηγορεῖ, ἀλλ’ εἰς Λευκάδα, εἰς οὐδεμίαν δ’ ἀπο-
1084λύτως ὑπόθεσιν τοῦ Ἀλεξίου Τάκη παρέστη ὁ ἀδελφός μου
1085ὡς συνήγορος.
1086§28ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς προσπα-
1087θεῖ ἐπανειλημμένως νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι προσελθὼν
1088εἰς τὰς ἐν Μεσολογγίῳ Ἀρχὰς ὁ ἀρχιλῃστὴς Τάκης, ἐτέθη
1089ἀμέσως, ἅμα τῇ προσελεύσει του παρὰ τῇ Εἰσαγγελίᾳ, εἰς
1090τὰς φυλακὰς, καὶ νομίζει, ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ μιᾶς
1091ἐκθέσεως ἐμφανίσεως ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ δύ-
1092ναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐμ-
1093φανίσεως ἐγένετο, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ εἰς
1094τὰς φυλακάς· ἐὰν δὲ εἶχεν ἐμφανισθῆ πρότερον εἰς τὸν Εἰσαγ-
1095γελέα, καὶ ἀφέθη ἐλεύθερος, δὲν συνετάχθη περὶ τούτου ἔκ-
1096θεσις, οὔτε ἠδύνατο νὰ συντάξῃ τοιαύτην ἔκθεσιν ὁ Εἰσαγ-
1097γελεὺς, διότι ἠδύνατο νὰ τρέξῃ καὶ κίνδυνον καταδιώξεως.
1098Ὁσάκις ἡ Εἰσαγγελία ἀφίνῃ ἐλευθέρους τοὺς ἑκουσίως
1099προσερχομένους, δὲν συντάσσει ἔκθεσιν. Ὅταν δὲ ἀποφασίζῃ
1100νὰ τοὺς φυλακίσῃ, τότε συντάσσει τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐμφα-
1101νίσεως καὶ ἀποστέλλει αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακάς.
1102§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, τί βεβαιοῦσι τὰ ἐπί-
1103σημα ἔγγραφα. Ἐὰν ὅμως, ἐναντίον τῶν ἐπισήμων βεβαιώ-
1104σεων, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐγίνετό τι κατὰ τὸ παρελθὸν, ἁρμο-
1105διώτερος εἶναι ὁ κ. Κωνσταντόπουλος νὰ τὸ βεβαιώσῃ, ἐὰν
1106ἔχῃ τοιαύτην ἰδίαν πεῖραν ἐκ τῆς μακρᾶς εἰσαγγελικῆς τοῦ
1107ὑπηρεσίας.
1108§30ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
1109§31ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τῆς θέσεως
1110τοῦ ζητήματος. Δὲν λέγω, ὅτι δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ εἰς
1111πάντα ἕτερον νὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας,
1112διότι πολλάκις εἶναι καὶ τοῦτο ζήτημα συναφές· ἀλλ’ ἐγὼ
1113δὲν δύναμαι, εἰμὴ μετ’ εὐχαριστήσεως νὰ παρατηρήσω, ὅτι
1114ἡ παρατήρησίς μου περὶ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος τυγ-
1115χάνει μιᾶς ἐπικυρώσεως ἐκ τῶν ὑστέρων. Εἶχον παρατηρή-
1116σει, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μακρὰν τοῦ νὰ
1117ζητῇ ψῆφον ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, πρὸ πάντων πρέπει
1118νὰ ζητῇ φωτισμὸν καὶ γνώμας, καὶ ἀπαλλαγὴν παντός, εἰ
1119δυνατόν, ἀντιπροσώπου ἀπὸ πάσης ὑπονοίας ἐναντίον αὑ-
1120τοῦ. Καὶ ἰδού, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀγο-
1121ρεύσας, ἔπεισε, φαίνεται, ἕνα ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων
1122καὶ διαπρεπὲς μέλος τῆς μειονοψηφίας, περὶ τοῦ ὅτι ἡ κατ’
1123αὐτοῦ ἐξενεχθεῖσα κατηγορία εἶναι ἀβάσιμος. Ἰδοὺ τοῦ λοι-
1124ποῦ ἓν πολύτιμον κτῆμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύ-
1125νης, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι ἢ νὰ συγχαρῶ αὐτόν. Ἀλλ’
1126ἐὰν ἡ ὑπόθεσις ἔχῃ πρὸ πάντων σήμερον τὸν χαρακτῆρα,
1127τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ πρὸ ὀλίγου
1128ἀγορεύσας, τότε ἰδίως ἔχει τι τὸ ἄτοπον ἡ θέσις τοῦ ζητή-
1129ματος. Ἀλλὰ ἐν γένει ἔχει τὸ ἄτοπον ἢ τὸ ἀκατανόητον ἡ
1130διατύπωσις τῆς προτάσεως ταύτης, διότι λέγει, ὅτι «ἡ
1131Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐγκρίνουσα τὴν ἐπὶ τοῦ προκει-
1132μένου ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μεταβαί-
1133νει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ποίαν ἆρά γε ἐνέργειαν;
1134Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ θέλωμεν ἔλλει-
1135ψιν ἐνεργείας τινὸς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι ποία θὰ ἦναι
1136ἡ ἐνέργεια, προκειμένου περὶ ὑποθάλψεως ληστοσυμμορίας;
1137Τοῦτο πρέπει νὰ καθαρισθῇ, ἵνα μὴ μείνῃ οὐδεμία παρεξή-
1138γησις. Ἡ ἐνέργεια εἶναι βεβαίως τι θετικόν, εἰς ὅλην δὲ αὐ-
1139τὴν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐν τοῖς καθέκαστα καὶ ἐν τῷ συνόλῳ,
1140πρόκειται νὰ ἀναζητήσωμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐνέργεια τοῦ κ.
1141Ὑπουργοῦ. Ἀλλοίμονον, ἂν ἐγκρίνωμεν ἐνέργειαν Ὑπουρ-
1142γοῦ πρὸς ὑπόθαλψιν ληστείας!...
1143§32ΡΑΛΛΗΣ. Τί παραδέχεσθε τέλος πάντων σεῖς;
1144§33ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω μόνον, ὅτι πρέπει νὰ τρο-
1145ποποιηθῇ ἡ πρότασις, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων καὶ
1146σκανδάλου, μὴ τυχὸν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ πλειοψηφία, ἐγκρί-
1147νουσα ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐγκρίνει τὴν ὑπόθαλψιν τῆς
1148ληστείας.
1149Καλὸν λοιπὸν ἡ πρότασις αὕτη νὰ τροποποιηθῇ, διότι
1150δὲν πρόκειται περὶ ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύ-
1151νης, ἀλλὰ περὶ ἐλλείψεως ἐνεργείας. Δι’ ὅσα δὲ ὁ ἀξιότιμος
1152προαγορεύσας κ. Ῥάλλης εἶπεν, ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω
1153ὀλίγας λέξεις ὡς πρὸς τοῦτο. Ἐγένοντο παρά τινος παρα-
1154τηρήσεις, ὅτι ἐγὼ, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ αὐτοῦ, ἡρμήνευσα τοὺς λό-
1155γους του, ἐνῷ οἱ λόγοι του δὲν ἐπεδέχοντο ἑρμηνείαν. Συμ-
1156φωνῶ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἡρμήνευσα τοὺς λόγους του, καὶ ἐπεθύ-
1157μουν νὰ ἦτο ἐδῶ ὁ κ. Ῥάλλης, ὅτε ὡμίλουν. Κατόπιν τῆς
1158ἐντόνου παρατηρήσεως, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀπευ-
1159θύνει πρὸς αὐτὸν, παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισα
1160ὡς μὴ ἔχουσαν ἀξίαν, ὡς μὴ ἔχουσαν βάσιν πραγματικήν,
1161ὁ κύριος Ῥάλλης ἐξήγησεν ὁ ἴδιος διὰ μακρῶν τὰς ἰδέας
1162του. Εἶπεν, ὅτι, ἐὰν μᾶς ἐτίθετο ζήτημα κατεπείγοντος
1163τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἐζήτουν τὴν ἐπιψήφι-
1164σιν, ἠθέλομεν ἴσως ὑποχωρήσει, ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ, ἠθέλο-
1165μεν θυσιάσει ἄλλας ἰδέας ἡμῶν, ἄλλας ἐπερωτήσεις, ἵνα
1166προβῶμεν. Δὲν ἐδήλωσε λοιπόν, πιστεύω, παρακώλυσιν τῆς
1167ἡμερησίας διατάξεως. Λοιπὸν δὲν ἔκαμα ἐγὼ, ὡς ἐξέλαβεν,
1168οὐδεμίαν ἑρμηνείαν ἰδεῶν αὐτοῦ, εἰπὼν, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ
1169κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία κατὰ θεωρίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ
1170βάσεις λίαν ὀρθὰς, δὲν εἶχε βάσεις πραγματικάς. Ὁ κ.
1171Ῥάλλης ἔλαβε κατόπιν τὸν λόγον, ἦλθε μάλιστα εἰς προ-
1172τάσεις συνθηκολογήσεως πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπὶ τῆς
1173ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ῥάλλης εἶπεν, ὅτι,
1174ἐὰν μᾶς πείσητε περὶ τοῦ κατεπείγοντος τοῦ νομοσχεδίου
1175ἐκείνου, θέλομεν ὑποχωρήσει. Δὲν ἡρμήνευσα λοιπὸν γνώμην
1176του, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ πολεμήσω ἁπλῶς γνώμας, αἱ ὁποῖαι
1177ἐξεφράσθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἐξεφράσθη-
1178σαν κατηγορίαι, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις παρακωλύει τὰς
1179συνεδριάσεις. Ἐὰν, ἐναντίον τούτων, ὁ κ. Ῥάλλης ἐκή-
1180ρυττε παρακώλυσιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἂς τὸ δη-
1181λώσῃ ῥητότερον.
1182§34ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λυποῦμαι
1183πολὺ, ὅτι ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀξιότι-
1184μος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ἐξήνεγκε περὶ τῆς ἐν γένει λει-
1185τουργίας τῆς δικαιοσύνης κρίσεις, τὰς ὁποίας ἔχω τὸ καθῆ-
1186κον νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἀδίκους. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλ-
1187ληλος, ἵνα συζητήσωμεν εὐρέως τὸ θέμα τοῦτο, ὅπως ἀπο-
1188δειχθῇ, ὅτι ἐκ πεπλανημένων σκέψεων ἤχθη εἰς τοιαῦτα
1189συμπεράσματα ὁ κύριος Βουλευτής. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ δοθῇ
1190ἀφορμὴ εἰς τὴν Βουλὴν ἄλλοτε νὰ ἀκούσῃ συζητούμενον
1191τὸ θέμα τοῦτο, καὶ νὰ σχηματίσῃ ἰδέας ἀκριβῶς ἀντιθέ-
1192τους τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος
1193ἐξήνεγκεν. Ἀναμένων εὐχαρίστως τὴν τοιαύτην συζήτησιν,
1194περιορίζομαι ἤδη νὰ εἴπω ὀλίγας μόνον λέξεις ὡς πρὸς
1195τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας σχετικῶς μὲ τὸ θέμα, τὸ
1196ἀσχολοῦν τὴν Βουλὴν, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπήνεγ-
1197κεν. Ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐκ τῶν ἐξηγήσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκα
1198πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν λόγων τῆς ἀπονομῆς τῆς χά-
1199ριτος πρὸς τὸν Ἀλέξιον Τάκην, ἠθέλησα νὰ καλυφθῶ ὄπι-
1200σθεν τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπιτροπῆς
1201καὶ ὄπισθεν παραδειγμάτων προκατόχων μου. Παρακαλῶ
1202αὐτὸν νὰ πεισθῇ, ὅτι ἐκ λήθης τῶν λεχθέντων παρ’ ἐμοῦ
1203προήχθη εἰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις. Ἐγὼ ἔδωκα σαφεῖς
1204καὶ λεπτομερεῖς ἐξηγήσεις διὰ μακρῶν περὶ τῶν λόγων,
1205οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον τὴν ἀπονομὴν τῆς χάριτος εἰς τὸν
1206κατάδικον αὐτὸν, καὶ ἀπηγόρευον εἰς πάντα εὐσυνείδητον
1207Ὑπουργὸν πᾶσαν σκέψιν περὶ ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς. Ἐὰν
1208ἐπιβοηθητικῶς ἐμνήσθην καὶ τοῦ ὅτι ἔχομεν ὑπὲρ τῆς χά-
1209ριτος τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ δικάσαντος αὐτὸν Δικαστη-
1210ρίου, τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τὴν
1211γνώμην τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων Ἐπιτροπῆς, οὐδόλως τοῦτο
1212δηλοῖ, ὅτι ἤθελον νὰ καλυφθῶ ὄπισθεν αὐτῶν. Πῶς εἶναι
1213δυνατὸν νὰ θέλῃ τις Ὑπουργὸς, νὰ καλύψῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ
1214εὐθύνην ἀπέναντι γνωμῶν, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὗται;
1215Ἴσως αἱ γνῶμαι χρησιμεύουσιν ἐνίοτε ὡς ἐπιχειρήματα εἰς
1216τὸν Ὑπουργὸν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἑαυτοῦ· οἱαιδήποτε ὅμως
1217καὶ ἂν ὦσι, καὶ ὀρθαὶ καὶ πεπλανημέναι, οὔτε καλύπτου-
1218σιν ἢ ἐλαφρύνουσι τὸ παράπαν τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ,
1219ἥτις ἅμα τῇ ὑπογραφῇ αὐτοῦ μένει καὶ βαρύνει καὶ παρα-
1220κολουθεῖ αὐτὸν ὁλόκληρος. Ἀκόμη περισσότερον αἱ ἀλήθειαι
1221αὗται, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω, δύνανται νὰ ἀντιταχθῶσι
1222πρὸς τὴν ἄλλην ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Βου-
1223λευτὴς, τοῦ διατὶ ἠθέλησα νὰ καλυφθῶ καὶ ὄπισθεν γνωμῶν
1224προκατόχων συναδέλφων μου. Οὔτε ἀνάγκην εἶχον, οὔτε ἠθέ-
1225λησα νὰ ὀχυρωθῶ ὄπισθεν γνωμῶν. Ἐμνήσθην ἁπλῶς καὶ
1226παραδειγμάτων συναδέλφων μου, ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως δη-
1227λοῖ, ὅτι ἐνόουν ἐγὼ νὰ προασπίσω οὕτω τὴν ἐμὴν εὐθύνην,
1228ἢ νὰ ἐνισχυθῶ ἐξ αὐτῶν δι’ ἀπορίαν ἐπιχειρημάτων πρὸς
1229ὑποστήριξιν τῆς ἐνεργείας μου. Ἐγὼ ῥητῶς καὶ σαφῶς καὶ
1230διὰ μακρῶν ἐξήγησα πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν χάριν ἐθεώ-
1231ρουν ἐπιβαλλομένην ὑπὲρ τοῦ καταδίκου αὐτοῦ πρῶτον λό-
1232γῳ τοῦ χαρακτῆρος τῆς πράξεως, δι’ ἣν κατεδικάσθη, καθ’
1233ὃν τρόπον περιγράφει τὸ βούλευμα αὐτῆς, δεύτερον λόγῳ
1234τῆς ἡλικίας, καθ’ ἣν τὸ ἔγκλημα αὐτοῦ διεπράχθη, διότι
1235καὶ ἐκ τῶν δύο ἀποφάσεων ἀποδεικνύεται, ὅτι περὶ τὸ δέ-
1236κατον τέταρτον ἔτος τῆς ἡλικίας του τὸ ἔγκλημα τοῦτο
1237ἔπραξε. Τρίτος δὲ λόγος, ὁ τῆς παρόδου τοσούτου ἀπὸ τῆς
1238πράξεως ἐκείνης χρόνου, ἐν τῇ διελεύσει τοῦ ὁποίου ἐξη-
1239λείφθησαν καὶ αἱ ἐντυπώσεις καὶ ἡ μνήμη ἀκόμη τῆς πρά-
1240ξεως. Δὲν εἶναι δὲ δυνατόν, μετὰ τοσαύτην πάροδον χρόνου,
1241νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ πρώτιστος
1242ἀληθῶς τῆς ἐκτελέσεως θανατικῆς ποινῆς σκοπὸς, ὁ τοῦ πα-
1243ραδειγματισμοῦ, ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐντελῶς ἀπὸ
1244τῆς μνήμης τοῦ κόσμου ἐξηλείφθη ἡ ἐνθύμησις τῆς πρά-
1245ξεως. Τελευταῖον δὲ ἐδήλωσα, ὅτι εἰς τοῦτο σπουδαιότατα
1246ἔλαβον ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἑκουσίας καὶ αὐθορμή-
1247του αὐτοῦ προσελεύσεως. Καὶ πάντες οἱ νομικοὶ καὶ πάντες
1248οἱ ψυχολογοῦντες δύνανται νὰ κρίνωσι περὶ τῆς μεγάλης
1249ἐπιῤῥοῆς, ἣν ταῦτα πάντα πρέπει νὰ ἀσκῶσιν εἰς τὴν κρίσιν
1250ἑνὸς Ὑπουργοῦ, περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ ἔχῃ, ἢ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν
1251κεφαλὴν ἐπὶ τοῦ σώματός του.
1252Τὰ ἐλάχιστα ταῦτα ἐθεώρησα, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπω,
1253ἵνα ἐπανορθώσω ἀνακρίβειαν, ἢ κακὴν ἐκτίμησιν τοῦ κ.
1254συναδέλφου. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ καὶ πάλιν ὡς πρὸς τὰς γε-
1255νικὰς σκέψεις αὐτοῦ περὶ δικαιοσύνης, νὰ συζητήσω μετ’
1256αὐτοῦ ἐν καταλληλοτέραις στιγμαῖς.
1257§35Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἔκβασις τῆς πρὸς τὸν Ὑπουρ-
1258γὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀπευθυνθείσης ἐπερωτήσεως, περὶ τῆς
1259ὁποίας συζητοῦμεν δύο ἤδη ἡμέρας, δὲν εἶναι συνήθης. Συνή-
1260θως οἱ ἐπερωτῶντες, ἀναπτύσσοντες τὰς ἐπερωτήσεις καὶ
1261ἀνασκευάζοντες τὰς ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν διδομένας πληρο-
1262φορίας, προβάλλουσι θέμα καὶ ζητοῦσι νὰ πείσωσι τὴν
1263Βουλὴν διὰ τῶν λόγων των, ἵνα δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ τοῦ θέ-
1264ματος, τὸ ὁποῖον προβάλλουσιν. Ἀλλὰ ἐπὶ τῆς ἐπερωτή-
1265σεως ταύτης οἱ προβαλόντες αὐτὴν, οἱ συζητήσαντες, οἱ
1266ἀνασκευάσαντες τὰς ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουρ-
1267γοῦ ὑποβληθείσας εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας, δὲν προ-
1268βάλλουσι θέμα. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον προβάλλεται πρὸς ἐπι-
1269ψήφισιν, προὐτάθη ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατατάσσονται
1270μεταξὺ τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἑπομένως δύναμαι νὰ πι-
1271στεύσω, ὅτι προβάλλεται τοῦτο τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ τοῦ
1272Ὑπουργοῦ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, μὴ προβαλοῦσα θέμα, ἐξε-
1273πλήρωσεν εὐσυνείδητον καθῆκον, διότι, ὡς ἠκούσατε κατὰ
1274τὴν συζήτησιν, καὶ ὡς συνεπληρώθησαν αἱ δοθεῖσαι πρὸς
1275ἡμᾶς πληροφορίαι διὰ τῶν σήμερον λεχθέντων, ὑπῆρξεν, ὡς
1276πρέπει πάντοτε νὰ ὑπάρχῃ, πλήρης ἐλευθερία εἰς τὰ μέλη
1277αὐτῆς, ὅπως ἕκαστος ἐκτιμήσῃ, ὡς ἂν ἤθελον ὁδηγηθῆ ὑπὸ
1278τῆς συνειδήσεώς του, ἑκάστην τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ
1279τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἑκάστην τῶν παραλείψεων αὐτοῦ.
1280Ἐλέχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅσα ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι
1281κατὰ τὴν συνείδησιν τοῦ ἐπερωτῶντος. Ἐπειδὴ δ’ ἡ ἐπερώ-
1282τησις δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἐπιζήτησιν ποινικῆς
1283εὐθύνης παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, δὲν ἐκαλούμεθα νὰ
1284χαρακτηρίσωμεν τὰς πράξεις αὐτοῦ, ἢ τὰς παραλείψεις.
1285Τοιαύτη συζήτησις ἄλλως δὲν προσῆκεν εἰς τὴν ἀνάπτυ-
1286ξιν τῶν ἐπερωτήσεων, δὲν προσῆκεν εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο,
1287κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ Ὑπουργοί, ἐπερωτώμενοι, πληροφοροῦσι
1288τὴν Βουλήν, ἢ κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἐπερωτῶντες ἀνασκευά-
1289ζουσιν ἢ διερμηνεύουσι τὰς δοθείσας ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν
1290πληροφορίας, ἢ ἀσχολοῦνται, ὅπως ἀναλυθῇ ἑκάστη τῶν
1291πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπηυθύνθη ἡ ἐπε-
1292ρώτησις, ὅπως διατιμηθῇ, ἐὰν ἦναι πρᾶξις, ἔχουσα ποινικὸν
1293χαρακτῆρα, ἢ ὄχι· κατὰ τὸ στάδιον ἐκεῖνο, καθ’ ὃ ἀσχο-
1294λοῦνται νὰ ἐξακριβώσωσιν ἑκάστην παράλειψιν τοῦ Ὑπουρ-
1295γοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπηυθύνετο ἡ ἐπερώτησις, ἂν ἔχῃ ποι-
1296νικὸν ἢ ὄχι χαρακτῆρα, ἐὰν ἦναι πρᾶξις καταδικάσιμος, ἢ
1297ἁπλῶς ὀλιγωρία. Ἡ μελέτη αὕτη δὲν προσῆκεν εἰς τὴν
1298Βουλὴν μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἐσκό-
1299πει ὡς πόρισμα τῆς μελέτης ταύτης νὰ προβάλῃ κατηγορη-
1300τήριον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ.
1301Ἀλλὰ δὲν ἠπόρησα, διότι φίλος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπρό-
1302βαλε τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον προτάσσεται πρὸς ψηφοφορίαν,
1303δὲν ἠπόρησα, διότι τὰ λεχθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς
1304ἐπερωτήσεως ταύτης ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἀναγκαῖον ἦτο,
1305ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ νὰ ἀνεύρῃ ἀνα-
1306κούφισιν ἐν μιᾷ ἀποφάσει τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς.
1307Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰ στήθη μου δὲν ἐμφωλεύει
1308οὐδὲν πάθος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν
1309ἔχω οὐδὲν ἄλλο κατ’ αὐτοῦ παράπονον, ἢ τὸ παράπονον,
1310τὸ ὁποῖον εὐλόγως ἔχει πᾶς ἄνθρωπος, ὅταν πείθηται ἐκ τῶν
1311πραγμάτων, ὅτι ἡ γνώμη, ἣν ἐσχημάτισε περὶ ἑνὸς ἀν-
1312θρώπου, ἀποδείκνυται πεπλανημένη, ὅταν πείθηται, ὅτι
1313δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι τοσοῦτον ἀγαθὸς, ὅσον ἐγὼ ὑπῆρξα
1314τότε. Καὶ ἀληθῶς πρὸς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυ-
1315τανίας διετέλουν ἐν σχέσει, ἣν πάντες οἱ συνάδελφοι ἔχο-
1316μεν πρὸς ἀλλήλους, πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ
1317Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας
1318περὶ αὐτοῦ ἐποριζόμην κατὰ τὰς συνήθεις ἐν τῇ Βουλῇ
1319σχέσεις μου, ἦσαν πληροφορίαι ἀγαθαὶ καὶ συνετέλουν
1320εἰς ἀγαθὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην. Τὸ παράπονον λοιπὸν, τὸ
1321ὁποῖον ἔχω, εἶναι, ὅτι ἡ πολιτεία αὐτοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς
1322Δικαιοσύνης, ἀνῄρεσε ταύτην τὴν ἀγαθὴν γνώμην μου. Ἀλλὰ
1323τὸ παράπονον τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἤμην ἄξιος
1324ἐλέγχου ἐπὶ εὐπιστίᾳ, δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ μὲ ὠθήσῃ ἐπὶ
1325τοσοῦτον, ὥστε νὰ ζητήσω νὰ ἀδικήσω αὐτὸν, καὶ μάλιστα
1326ἐπὶ τῇ διαχειρίσει, τῇ τοσοῦτον ἀκροσφαλεῖ, δικαιωμάτων
1327ἱερῶν, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν περὶ αὐτῶν, ὠνό-
1328μασαν δίκαια, ἀνήκοντα μᾶλλον εἰς τὸν Θεὸν ἢ εἰς τοὺς ἀν-
1329θρώπους. Δὲν δύναμαι ὅμως, Κύριοι, μὲ ὅλην τὴν ἀγαθὴν
1330ταύτην πρόθεσίν μου, νὰ συστήσω εἰς τοὺς συναδέλφους μου
1331νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία κατετέθη ὑπὸ
1332τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας, ὡς ἀνέγνων αὐτήν· δὲν δύ-
1333ναμαι νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ὑπερψηφίσῃ τῆς προ-
1334τάσεως ταύτης, διότι συλλογίζομαι εἰς ποίαν ἔκπληξιν ἤθε-
1335λον περιαχθῆ, ὅσοι μετὰ τρία, ἢ τέσσαρα, ἢ πέντε ἔτη ἤθε-
1336λον προσφύγει εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βου-
1337λῆς, ἂν ταῦτα ἦναι πιστῶς ἐκτετυπωμένα καὶ δὲν ἔχωσι
1338παραλλαχθῆ δι’ ἀλλοιώσεων καὶ πλαστογραφίας κατὰ τὴν
1339ἐκτύπωσιν, ἤθελον προσφύγει εἰς ταῦτα, καὶ ἤθελον ἀνα-
1340γνώσει τὰ λεχθέντα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας περὶ τῶν
1341πράξεων ἢ παραλείψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
1342Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι θὰ περιήρχοντο ἐν ἀληθεῖ ἐκστάσει,
1343πῶς μετὰ ταῦτα πάντα ἡ Βουλὴ ἠδυνήθη νὰ καταλήξῃ
1344εἰς πρότασιν, τῆς ὁποίας ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι ἐγκρίνεται πᾶσα
1345ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιο-
1346σύνης. Ὁ ἀναγινώσκων τότε τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ
1347τῆς Βουλῆς θέλει σκανδαλισθῆ, ἀπορῶν, πῶς ἡ πλειοψηφία
1348ἔστερξε νὰ καλύψῃ παραλείψεις καὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν
1349ἦσαν συγκεχωρημέναι, ἢ δὲν ἦσαν ἀκριβῶς σύμφωνοι μὲ
1350τὴν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀπονέμηται ἐν τῇ πα-
1351τρίδι ἡμῶν. Ἐὰν τοιαῦται ὑπόνοιαι ἤθελον σκανδαλίσει
1352τινὰ τότε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελεν ἀδικηθῆ
1353ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ ἤθελε κριθῇ, ὡς προσφυγὼν εἰς τὴν προστα-
1354σίαν τῆς πολιτικῆς, καὶ κατορθώσας διὰ τῆς πλειοψηφίας
1355νὰ καλύψῃ τὰς παραλείψεις αὐτοῦ.
1356Δὲν ἀξιῶ νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς ψίθυρον, τὸν ὁποῖον πρὸ
1357μικροῦ ἤκουσα. Ὁμολογουμένως, ἂν ὁ ψίθυρος οὗτος ἐξηνέ-
1358χθη ἐκ τῶν χειλέων ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ποινικῆς κατα-
1359διώξεως ὑπετάχθη εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ὑπη-
1360ρετεῖ, ἐκεῖνος γνωρίζει καλῶς νὰ χαρακτηρίζῃ τὰς πράξεις,
1361ὅσας κρίνει χρηστοήθεις καὶ ὅσας κρίνει κακοήθεις. Ἂν δὲ
1362ἀποκαλέσῃ κακοήθη τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως, περὶ
1363ἧς ὁ λόγος, ὡς ἐψιθύρισεν, ἂς ἀποκαλέσῃ χρηστοήθη τὴν
1364παρασκευὴν, ἥτις πρὸ τετραετίας ἐγένετο ἐν τῷ Πλημμελειο-
1365δικείῳ τῆς Ἄρτης, ὅπως ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τῶν κατηγοριῶν,
1366δι’ ἃς εἶχε παραπεμφθῆ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὅπως
1367ὑποταχθῇ εἰς τὸ κόμμα.
1368Μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, μέχρι τίνων ὁρίων ἐκτείνεται ἡ
1369ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις κατὰ τὴν
1370ὑποβληθεῖσαν πρότασιν πρόκειται νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἔγκρι-
1371σιν ὑμῶν. Περιλαμβάνει τάχα ἡ ἔγκρισις αὕτη καὶ τὴν
1372τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθον κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς
1373ἐπερωτήσεως ταύτης ὅ τε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ
1374ὁ προϊστάμενος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Μᾶς ἔλεγον,
1375ὅτι, ἐπερωτῶντες ἡμεῖς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ
1376συζητοῦντες ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, ἀπασχολοῦμεν
1377τὴν Βουλὴν διὰ λιβελλογραφημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον δη-
1378μοσιευθῆ, καὶ μᾶς ὠνείδιζον διὰ τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν ἀσέ-
1379βειαν ἡμῶν ταύτην. Διὰ τῆς προτάσεως, ἣν θέλομεν ψηφοφο-
1380ρήσει, ζητοῦσιν, ἵνα καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ὅτι δικαίως ὠνει-
1381διζόμεθα τότε, ὡς προσφεύγοντες εἰς λιβελλογραφήματα καὶ
1382εἰσάγοντες ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
1383Δικαιοσύνης, ἀνασκευάζων, τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἐπερω-
1384τησάντων, ἀπεκάλεσεν αὐτοὺς βδελυροὺς, καὶ διεῤῥήγνυε
1385τὰ ἱμάτια αὐτοῦ κατὰ τῶν ἀγορευόντων καὶ ἀναπτυσσόν-
1386των τὴν ἐπερώτησιν, ὡς μηδὲν ἧσσον πραττόντων ἢ συκο-
1387φαντούντων αὐτοῦ. Περιλαμβάνει τάχα καὶ τὸν ἰσχυρισμόν
1388του τοῦτον πρὸς ἔγκρισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πρὸς ψηφοφο-
1389ρίαν προταθεῖσα πρότασις; Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι
1390τὰ ὅρια τῆς προτάσεως, ὁ ἀναγινώσκων μετὰ τινα ἔτη τὰ
1391πρακτικὰ τὰ στενογραφημένα τῆς Βουλῆς θέλει ἐκπλαγῆ
1392διὰ τὸ τέλος, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ πλειοψηφία σκοπεῖ, ὡς φαί-
1393νεται, νὰ φθάσῃ, τιθεῖσα τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπε-
1394ρωτήσεως. Θέλει ἐκ τῶν πρακτικῶν τούτων πληροφορηθῆ,
1395ὅτι ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐνόμισεν, ὅτι
1396εἶχε καθῆκον νὰ σφραγίσῃ διὰ τῆς σφραγῖδος τῆς ποινῆς
1397τὸ στόμα ἀνδρὸς δημοσιογράφου, ὁ ὁποῖος ἔγραφε περὶ αὐτοῦ,
1398καὶ κατήγγειλεν αὐτὸν ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ συκοφαντίᾳ, ποιού-
1399μενος χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι ἀπένεμον
1400εἰς αὐτόν. Ὅθεν ἀπετάθη, εἴτε ὡς πολίτης, εἴτε ὡς Ὑπουρ-
1401γὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν, καὶ
1402ἐζήτησε παρ’ αὐτῆς νὰ καταδιώξῃ τάχιστα ἐπὶ ἐξυβρίσει
1403καὶ ἐπὶ συκοφαντίᾳ ἐκεῖνον, ὅστις ἔγραψε περὶ αὐτοῦ ἐκεῖνα,
1404τὰ ὁποῖα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Ἀλλὰ μετά
1405τινας ἡμέρας αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκάλεσε
1406τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ ἐνετείλατο αὐτῷ, ἐκ μεγαλοφροσύνης,
1407ὡς εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ προβῇ εἰς ἐνέργειάν τινα. Ἢ
1408ἂν δὲν εἶπε ταῦτα ὁ Ὑπουργὸς, ἠνέχθη ὅμως δύο ἤδη ἔτη
1409νὰ μένῃ ἐν ἀργίᾳ καὶ ἀπραξίᾳ ἡ μήνυσις αὐτοῦ, ὁ δὲ Εἰ-
1410σαγγελεὺς, τὸν ὁποῖον ἐξελιπάρει, ἵνα τάχιστα καταδιώξῃ
1411τὸ ἔγκλημα, ἔμενεν ἐν πλήρει ἀπραξίᾳ, ἀδιαφοροῦντος τοῦ
1412κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκεῖνος λοιπὸν, ὅστις μετὰ
1413πέντε ἔτη θέλει ἀναγνώσει τὰ πρακτικὰ ἡμῶν τὰ στενο-
1414γραφημένα καὶ τὴν προταθεῖσαν καὶ ψηφισθησομένην πρό-
1415τασιν, θέλει ἐρωτήσει: ἐν στιγμῇ τάχα ὀργῆς καὶ ἀγανα-
1416κτήσεως προέβη εἰς τὴν κατὰ τοῦ δημοσιογράφου μήνυσιν
1417ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός; Ἀλλὰ πῶς ἀνεβιβάσθη
1418εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ ἄνθρωπος, τοσοῦτον ἐπιῤῥεπὴς
1419εἰς τὸ πάθος τῆς ὀργῆς καὶ τῆς ἀγανακτήσεως, ὅστις ἐν ὀργῇ
1420καὶ ἐν ἀγανακτήσει προέβη, εἰς μήνυσιν καὶ καταγγελίαν
1421ἐνώπιον τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ συκο-
1422φαντίᾳ τῶν γραψάντων ὅσα ἐῤῥήθησαν καὶ κατὰ τὴν συζή-
1423τησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης; Δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστον
1424τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μὲ τὴν ἀνθρω-
1425πίνην ταύτην ἀσθένειαν, τοῦ ἀφίεσθαι εἰς τὸ πάθος τῆς ὀρ-
1426γῆς καὶ τῆς ἀγανακτήσεως;
1427Ἂν δὲν καταληφθῇ ὑπὸ τῶν ἀποριῶν τούτων ἐκεῖνος, ὅστις
1428θὰ ἀναγνώσῃ μετὰ τινα ἔτη τὰ πρακτικὰ ἡμῶν, θέλει βε-
1429βαίως ἀπορήσει, πῶς προέβη εἰς τὴν μήνυσιν ταύτην, πρὶν
1430ἢ σκεφθῇ ὡρίμως, καὶ πῶς, ἀφοῦ σκεφθεὶς προέβη εἰς τὴν
1431μήνυσιν, ἠνέχθη νὰ μὴ δοθῇ οὐδεμία εἰς αὐτὴν συνέπεια,
1432νὰ ἐξακολουθῇ δὲ ὁ ὑβρίσας καὶ συκοφαντήσας αὐτὸν, κατὰ
1433τὴν μήνυσιν, νὰ χλευάζῃ καὶ νὰ ἐμπαίζῃ τὸν κύριον
1434Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν προσφυγόντα εἰς τὴν κατα-
1435διωκτικὴν ἀρχήν.
1436Ἀλλὰ καὶ τὸ πρῶτον ἐὰν σκανδαλίσῃ τὸν μέλλοντα νὰ
1437ἀναγνώσῃ μετὰ τινα ἔτη τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ
1438ἡμῶν, καὶ τὸ δεύτερον ἄν εἴπῃ, ταῦτα δὲν εἶναι τόσῳ βαρέα,
1439ὅσον βαρὺ θέλει εἶσθαι, ἐὰν ὁ ἀναγνώσων αὐτὰ ἐρωτήσῃ,
1440μήπως καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπραξεν, ὅ,τι πράτ-
1441τουσιν οἱ ἐλάχιστοι τῶν ὑπαλλήλων, ἢ οἱ κοινοὶ τῶν ἰδιω-
1442τῶν, οἵτινες, ὅταν κατηγορῶνται, σπεύδουσι καὶ γράφουσι
1443μίαν μήνυσιν, μόνον διὰ τὸν τύπον, ἵνα δημοσιεύσωσιν αὐ-
1444τὴν καὶ ἡσυχάσωσι τὴν κοινωνίαν, ἡ ὁποία ἐσκανδαλίσθη,
1445ἀναγνοῦσα τὰς καταγγελίας, τὰς ἐκτοξευθείσας κατ’ αὐ-
1446τῶν; Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἤθελεν ὑπολάβει ὁ ἀναγινώσκων τὰ
1447πρακτικὰ ἡμῶν, βεβαίως θέλει ἀδικήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν
1448τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ἣν ἔχω περὶ αὐτοῦ γνώμην, διότι
1449θέλει χαρακτηρήσει ταπεινὸν ἐπινόημα τὴν μήνυσιν αὐτοῦ.
1450Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀπορία αὕτη, ἡ ὁποία θέλει γεν-
1451νηθῇ εἰς τὴν συνείδησιν ἐκείνου. Θέλει ἐρωτήσει ὡσαύτως, πῶς
1452συνέβη νὰ γένωνται παραστάσεις πρὸς τὸν Τάκην καὶ τὸν Ῥο-
1453κόφυλλον καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους αὐτῶν, ἵνα προσέλθωσι
1454εἰς τὴν δικαιοσύνην; πῶς συνέβη νὰ ἐμπνεύσωσι τοσαύτην ἐμ-
1455πιστοσύνην εἰς τὸν Τάκην καὶ τὸν Ῥοκόφυλλον καὶ τοὺς ἄλ-
1456λους συναδέλφους αὐτῶν οἱ προτρέψαντες αὐτοὺς, ἵνα προ-
1457σέλθωσιν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, καὶ νὰ πεισθῶσιν ὑπὸ μόνον
1458τῶν συμβουλῶν καὶ τῶν παραστάσεων καὶ τῶν ὁδηγιῶν,
1459τὰς ὁποίας οἱ συγγενεῖς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,
1460συμπολῖται τῶν κατηγορουμένων τούτων, ἔδωκαν εἰς αὐτούς;
1461Πῶς αὐτοὶ, ἀφ’ οὗ προσῆλθον εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἐδι-
1462κάσθησαν ἐπὶ διαφόροις ἀξιοποίνοις πράξεσι, πῶς συνέβη νὰ
1463δικασθῶσι δι’ ἄλλην πρᾶξιν ἐνώπιον Δικαστηρίου, ἐν ᾧ τὴν
1464δημοσίαν ἀγωγὴν διεχειρίζετο ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς
1465Δικαιοσύνης; Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης
1466ἦτο Ἀντεισαγγελεὺς παρ’ Ἐφέταις, ἀλλὰ παρ’ αὐτοῖς ἦτο
1467καὶ Εἰσαγγελεὺς, πῶς δ’ ἔστερξεν ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν
1468Ἐφετῶν νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν κατηγορίαν καὶ δὲν ἐνέστη
1469πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἐπιμένων νὰ ἀπαλλάξῃ
1470αὐτὸν ἐργασίας, ἥτις ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ παρεξηγηθῇ, ἐπὶ
1471μειώσει τῆς ἐπ’ αὐτὸν, ὡς δικαστικὸν λειτουργὸν, ἐμπιστο-
1472σύνης τῶν συμπολιτῶν του; Καὶ ἀφοῦ ἀνέλαβε νὰ ὑποστη-
1473ρίξῃ τὴν κατηγορίαν, πῶς συνέβη ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν
1474Ἐφετῶν νὰ σκεφθῇ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς κοινωνίας, δια-
1475χειριζόμενος τὴν ἀγωγὴν τῆς Πολιτείας, νὰ σκεφθῇ ὡς χρη-
1476ματιζόμενος ἢ ὡς μεσίτης, καὶ νὰ ἐξετάσῃ, πῶς εἶναι δυ-
1477νατὸν νὰ καταδικασθῇ ὁ ὑπόδικος, καὶ ὅπως κατορθώσῃ νὰ
1478ἐπιτύχῃ νὰ καταδικασθῇ ὁ ὑπόδικος, νὰ πράξῃ ὅ,τι ἡ συνεί-
1479δησις αὐτοῦ δὲν τῷ ἐπέτρεπε νὰ πράξῃ, ἤτοι νὰ χαρακτη-
1480ρίσῃ ἠπιώτερον τὴν πρᾶξιν, ἥτις τῷ ἀπεδίδετο; Εἶπον ὡς
1481μεσίτης, διότι εἰς τοὺς ζητοῦντας νὰ αὐξήσωσι τὸν πλοῦτον
1482αὐτῶν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὅπως προσθέσωσιν ἓν δηνάριον
1483εἰς τὸ ταμεῖον αὐτῶν, εἶναι συγκεχωρημένον, ἂν δὲν δύναν-
1484ται νὰ κερδήσωσι χίλια, νὰ ἀρκῶνται εἰς ὀκτακόσια. Ἀλλὰ
1485εἰς τὸν δημόσιον λειτουργὸν, καὶ μάλιστα εἰς τὸν δικαστι-
1486κὸν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, αὐτὸς μὲν νὰ τυγχάνῃ πε-
1487πεισμένος, ὅτι ἡ πρᾶξις, δι’ ἣν κατηγορεῖτο ὁ Τάκης, κατὰ
1488τὸν Ποινικὸν Νόμον, ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς φόνος, νὰ
1489ἐπιβάλλῃ ὅμως εἰς τὴν συνείδησίν του σιωπὴν, διότι κρίνει,
1490ὅτι ἡ πεποίθησίς του αὕτη δὲν θέλει γίνει δεκτὴ ὑπὸ τοῦ
1491Δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων, καὶ νὰ συγκατανεύσῃ νὰ χαρα-
1492κτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν οὐχὶ φόνον, ἀλλ’ ἀναίρεσιν.
1493Ὁ ἀναγινώσκων τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τότε καὶ
1494τὴν πρότασιν, ἥτις προὐτάθη, ἵνα τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, θέλει
1495εὑρεθῆ εἰς ἀπορίαν, καὶ θέλει ἐρωτήσει ἑαυτὸν, ποία τις
1496τάχα ἦτο ἡ κατάστασις τῆς πατρίδος ἡμῶν κατὰ τὸν χρό-
1497νον τοῦτον, καθ’ ὃν ταῦτα ἐξετελοῦντο, ἵνα θεωρῆται οὐχὶ
1498μόνον ἀνεκτὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Κοινο-
1499βουλίου, τὸ ποῖον; ἡ ἐκτέλεσις τῆς θανατικῆς ποινῆς τοῦ
1500Μπονάτη, καὶ ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος εἰς τὸν Ἀλέξιον Τά-
1501κην; Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττι-
1502κῆς, ὅτι ἡ ποινὴ ἔχει κύριον λόγον τὸν παραδειγματισμόν.
1503Ἡ ποινὴ δὲν ἔχει τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλὰ τὸν λόγον τῆς
1504ἠθικοποιήσεως τοῦ ἀτόμου, ἡ δὲ κεφαλικὴ ποινὴ ἔχει λόγον
1505τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς κοινωνίας ἀπὸ ἀδιορθώτου ἀνθρώπου.
1506Ἂν ὁ Τάκης ἦτο ἀδιόρθωτος, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἐλπὶς νὰ ἠθι-
1507κοποιηθῇ ποτε, ἡ ἐκτέλεσις τῆς κεφαλικῆς ποινῆς ἦτο ἀνα-
1508πόφευκτος καὶ ἐπιβαλλομένη. Ἀλλ’ ὁ Μπονάτης ἦτο ἀδιόρ-
1509θωτος; Τί ἔπραξεν ὁ Μπονάτης; Ὡς ἀφηγήθη ὁ Ὑπουργὸς
1510τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἀνέγνω τὸ πρακτικὸν τοῦ Προέδρου
1511καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὁ Μπονάτης εἶχε τὸ
1512ἐλάττωμα νὰ παίζῃ χαρτιὰ, ἢ νὰ μεθύσκηται. Οὐδεμίαν
1513ἐγκληματικὴν πρᾶξιν ἔπραξεν ἐν τῷ βίῳ του. Τὴν μόνην
1514πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἔπραξεν, ἦτο ὁ φόνος ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου
1515τὸ ὄνομα ἐμνημονεύθη ἐντεῦθεν. Ὑπὸ ποίας περιστάσεις
1516ἐφόνευσεν αὐτόν; Ὑπὸ τὴν ἀγανάκτησιν, ὅτι ἐκεῖνος εἶχεν
1517ἀφαιρέσει τὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρίας, τῆς ὁποίας ἦτο μέλος
1518ὁ Μπονάτης, καὶ εἶχεν ἀπέλθει τῆς Κερκύρας. Καὶ κατ’
1519ἀρχὰς μὲν ὑπέλαβεν ὁ Μπονάτης, ὅτι ὁ φονευθεὶς εἶχεν
1520ἀπέλθει εἰς Βρενδήσιον, κατόπιν δὲ συνήντησεν αὐτὸν ἐν τῇ
1521πόλει, ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ἐφόνευσεν αὐτόν. Ἔπραξε φόνον, ἢ ἀναί-
1522ρεσιν; Κλίνουσι σχεδὸν πάντες νὰ ἀποδεχθῶσιν, ὅτι ἔπρα-
1523ξεν ἀναίρεσιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἔπραξε
1524φόνον, ἀφοῦ ἡ ἀπόφασις ἀπεφήνατο, ὅτι ἦτο φόνος. Ἀλλὰ
1525κατὰ τί ὁ Μπονάτης ἦτο ἀδιόρθωτος, διότι ἠδύνατο νὰ ἐξο-
1526δεύσῃ πολλὰ χρήματα εἰς τὸ χαρτοπαίγνιον, ἢ διότι ἐμε-
1527θύσκετο, καὶ ἔπρεπεν ἡ κοινωνία νὰ ἀπαλλαγῇ τοιούτου ἐχ-
1528θροῦ αὐτῆς, καὶ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ θανατικὴ ποινή;
1529Ἤθελε μάλιστα ὁ ἀναγινώσκων μετά τινα ἔτη τὰ στε-
1530νογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ψηφοφορηθη-
1531σομένην πρότασιν, ἤθελεν αἰσθανθῆ καὶ ἀγανάκτησιν προσέτι,
1532μανθάνων, ὅτι ὁ τοσάκις διαπράξας πράξεις, χαρακτηριζο-
1533μένας ὡς κακουργήματα, τοσούτους διαπράξας φόνους, ὁτὲ
1534μὲν ἐπὶ μισθῷ, ὁτὲ δὲ ἐπὶ ταπειναῖς ἄλλαις ἰδιοτελείαις,
1535καὶ ἄλλοτε ἐκ πάθους καὶ μνησικακίας, ὁ ἀπαγαγὼν αἰχ-
1536μαλώτους, ὁ τόσας διαπράξας ληστείας, αὐτὸς ἐκηρύχθη
1537ἄξιος ἐπιεικείας καὶ χάριτος, συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως Ἐπι-
1538τροπῆς, συγκειμένης ἀπὸ ἀνωτάτους δικαστικοὺς λειτουρ-
1539γοὺς, διότι ἐκρίθησαν καὶ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρα-
1540ξεν, ἄξια ἐπιεικείας, καὶ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διέπραξεν αὐτὰ,
1541ἄξιος συγκαταβάσεως, καὶ ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἀνθρώπου σχε-
1542δὸν ἀγαθὸς (ἱλαρότης), καὶ ἡ κοινωνία οὐδὲν εἶχε πλέον νὰ
1543φοβηθῇ παρ’ αὐτοῦ.
1544Αὐτοί εἰσιν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ ἀξιότιμοι συνά-
1545δελφοί μου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τυγχάνουσι πεπεισμένοι,
1546ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωσι ψῆφον ὑπὲρ τῆς προτάσεως, τὴν
1547ὁποίαν ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς προέβαλεν
1548ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των,
1549προβαλόντες ἐπερώτησιν περὶ ἐνασκήσεως τοῦ ἱεροῦ δικαιώ-
1550ματος τῆς χάριτος καὶ περὶ πράξεων, ἀναγομένων εἰς τὴν
1551ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των,
1552σπεύδοντες, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, νὰ διαῤῥυθμίσωσι τοὺς
1553ἰσχυρισμοὺς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ πείσωσι
1554δ’ αὐτὸν, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτοῦ δὲν ἐστηρίζοντο, ἐπὶ βά-
1555σεων, δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ τῆς λογικῆς, καὶ ὅτι, ἂν ἐπροτά-
1556θησαν ὑπ’ αὐτοῦ, δὲν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ πείσωσιν αὐτοὺς, ὅτι
1557ἡ πολιτεία τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπῆρξεν ἡ
1558προσήκουσα.
1559Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπερωτήσαντες καὶ ἀναπτύξαντες τὴν ἐπε-
1560ρώτησίν των καὶ ἀνασκευάσαντες τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ
1561Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐσκόπουν οὐδὲ πρότασιν
1562ἀποδοκιμασίας νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδὲ κατη-
1563γορητήριον νὰ προτείνωσιν, ἀλλ’ ὑπέβαλον, ὅτι ἔπρεπε νὰ
1564περιορισθῶσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των ἐντὸς
1565τῶν ὅρων τούτων, διὰ νὰ φωτίσωσι τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ὀφεί-
1566λει ἐν τῷ μέλλοντι νὰ διαχειρίζηται μετὰ μείζονος προσο-
1567χῆς καὶ ἀκριβείας τὴν δημοσίαν ἐντολὴν, ἣν ἐνεπιστεύθη
1568εἰς αὐτὸν ἡ πατρίς.
1569§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται ἡ πρότασις. Θέλετε δι’ ὀνο-
1570μαστικῆς κλήσεως;
1571§37Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
1572§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ,
1573μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐγκρίνουσα τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέρ-
1574γειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μεταβαίνει εἰς τὴν
1575ἡμερησίαν διάταξιν.»
1576Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχό-
1577μενοι λέγουσιν Ὄχι.
1578(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
1579ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Καλογεροπούλου καὶ Σάκκη,
1580κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1581Χαρ. Τρικούπης ΝΘεόδ. Β. Δηλιγιάννης
1582Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΧρῖστος Χριστόπουλος
1583Γ. Σισμάνης ΝΦίλιπ. Βάρβογλης
1584Δ. Βουλπιώτης Ἠλίας Φλέσσας Ο
1585Ἀθ. Ἴσκος Κωντ. ΚωνσταντόπουλοςΟ
1586Ν. Καλαντζόπουλος ΝἈρ. Σακελλαρόπουλος
1587Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Παναγ. Μανέτας Ν
1588Μ. Γουλιμῆς ΝἸωάννης Ἀντωνόπουλος Ο
1589Μ. Ἰατρίδης Ἠλίας Παλαμήδης Ν
1590Δ. Χατζόπουλος Κωνστ. Κατσικόπουλος Ο
1591Γεώργιος Μίλησης ΝΔ. Ζέγγελης
1592Σπυρίδων Νοταρᾶς ΟΔημ. Ν. Βότσαρης
1593Γιώργιος Κούστας ΟΚωνστ. Γ. Καραπάνος Ο
1594Ἀλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΝΓεώργιος Χ. Παχὺς Ν
1595Σωτήρ. Δανόπουλος ΝΣτέφανος Δραγούμης Ν
1596Ἀναστ. Δημητριάδης ΝΔημ. Γ. Ράλλης Ο
1597Μιχαὴλ Νικηφοράκης ΝἈνδρέας Γ. Ψύλλας Ν
1598Δημήτρ. Πετρίδης ΟΦωκίων Νέγρης Ν
1599Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟἸω. Α. Γεωργαντᾶς Ο
1600Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΝικόλ. Μπουφίδης Ν
1601Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΝικόλ. Κρίσπης Ν
1602Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
1603Νικ. Λεβίδης ΟΚωνστ. Κοσσονάκος Ν
1604Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΓεώργ. Μαυρομιχάλης
1605Ὄθων Μακρυγιάννης Ἀριστ. Πετροπουλάκης
1606Τρύφ. Μουτσόπουλος ΝΓιανν. Μαυρομιχάλης Ν
1607Θάνος Κανακάρης ΝΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
1608Ἀθ. Πετιμεζᾶς Λεων. Καπετανάκος
1609Νεοκλ. Πετιμεζᾶς Ξανθὸς Πικουλάκης Ν
1610Α. Παπαγιαννακόπουλος ΟΓ. Πετροπουλάκης
1611Α. Φωτήλας ΝΚ. Παπαμιχαλόπουλος Ο
1612Ἀνδρ. Αὐγερινός ΝἸωάνν. Καρτάλης
1613Ἀντ. Ῥικάκης Ἀρ. Κανταρτζῆς Ν
1614Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΟΕὐάγ. Σταμούλης Ν
1615Ἰω. Κρεστενίτης ΟΝ. Κοκωσλῆς
1616Ν. Κουμανιώτης ΟἸω. Παπαδόπουλος Ν
1617Χρ. Στεφανόπουλος ΝΚ. Μαρκίδης Ν
1618Ἀλέξ. Ζαΐμης ΟἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
1619Ν. Καλογερόπουλος ΝΔημ. Κουτσουμπλῆς Ν
1620Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Εὐθ. Μπατζιᾶς Ν
1621Ν. Παπανικολάου ΝἈναστ. Ζαρμάνης
1622Ν Καφετζόγλους ΝἈχιλ. Λογιωτάτου
1623Ἰω. Πεζᾶς ΝΣωτ. Σωτηρόπουλος Ο
1624Κων. Σινέλης ΝΚ. Κουμουνδοῦρος
1625Βασίλ. Βουδούρης Περικλῆς Πεῤῥωτὴς Ν
1626Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος ΝΔημήτριος Τζάνες Ν
1627Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ο
1628Ἀναστ. Ἐ. Λούντζης ΝΠαναγιώτης Σάκκης Ο
1629Διον. Λομβάρδος ΝΝικόλαος Παπαλέξης Ο
1630Γεώργ. Θεοτόκης ΝΝικόλαος Μισυρλῆς Ν
1631Κωνστ. Βασιλάκης Ν. Καράπαυλος Ο
1632Ἀντ. Καποδίστριας Ἀσημάκης ΧριστόπουλοςΝ
1633Ν. Βασιλάκης Εὐστάθιος Κοκκέβης
1634Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΔημήτριος Κάρτσωνας Ν
1635Πολυχρ. Κωνσταντᾶς ΟΔημήτριος Π. Γουδῆς Ο
1636Σπυρ. Ἀλαμάνος Σ. Χατζηγάκης Ν
1637Θεόφιλος Προβατᾶς Κ. Ζωγλοπίτης Ν
1638Ἰωάννης Παδοβᾶς ΝἈθ. Καζαμπάκας Ν
1639Εὐάγγ. Μπασιᾶς ΟΓ. Φραγκίδης Ν
1640Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς ΝΑ. Τακιατζῆς
1641Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝΓ. Τάκης Ο
1642Νικόλ. Βαλσαμάκης ΟΝ. Ταρμπάζης Ο
1643Γεράσιμος Μουσούρης ΝΖ. Φαλιάγκας Ν
1644Παναγ. Βενιεράτος Σταμάτιος ΜπουντούρηςΝ
1645Γ. Τυπάλδος Κοζάκης ΟΘεόδωρος Γκίκας Ν
1646Γεώργιος Κόρπας Ἀνάργ. Σιμόπουλος Ν
1647Στέφανος Σκουλούδης ΝΚ. Χαλκιόπουλος
1648Ἀλοΐσιος Τόμαν ΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος
1649Χαρίλ. Προβελέγγιος ΝΝ. Κοντογιάννης Ν
1650Νικόλ. Νομικός ΝἈλκιβ. Παπαλουκᾶς Ν
1651Μίνως Μπογιατζόγλους ΝΓ. Λιδωρίκης Ν
1652Γεώργιος Μπούμπουρας ΝΚ. Χατζῖσκος Ν
1653Λωρέντζος Δελαρόκας ΝΔ. Ζουλούμης Ο
1654Δημοσθένης Καΐρης ΝΚ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
1655Γεώργ. Δρόσος ΝΘεμιστ. Κανάρης
1656§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 112. Ἐκ τούτων
165778 εἶπον Ναὶ, καὶ 34 Ὄχι. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγέ-
1658νετο δεκτή.
1659Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1660§40ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας δια-
1661τάξεως τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1662§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἔντιμος
1663ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ καταθέσω πίνακα, ἀνα-
1664λύοντα τὴν πίστωσιν τῶν ἐκτάκτων ἀποστολῶν, ἐφ’ αἷς
1665ἐζητήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις. Καταθέτω τὸν
1666πίνακα τοῦτον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 189).
1667§42ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω
1668νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ
1669νόμου ᾼΥΠΒʹ περὶ συστάσεως Ταμείου φάρων, μετὰ τῆς
1670σχετικῆς ἐκθέσεως. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 190).
1671§43ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καίτοι, Κύριοι, γνωρίζω
1672ὅτι διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ ἀκούσω, τὸ δὴ λεγόμενον, τὰ
1673ἐξ ἁμάξης ἔκ τινων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, πρὸ πάντων δὲ τῶν
1674φίλων τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἐπὶ
1675τῷ λόγῳ, ὅτι εἰς τὰς τοιαύτας διὰ τὸ Κοινοβούλιον πολυ-
1676τίμους καὶ κρισίμους περιστάσεις τολμῶ νὰ συζητήσω περὶ
1677ὑποθέσεως ἀναξίας λόγου, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ δὲν συμφωνῶ
1678μὲ τοὺς νομίζοντας ἑκάστοτε, ὅτι μόνη ἐργασία ὠφέλιμος
1679καὶ χρήσιμος εἰς τὸ Ἔθνος εἶναι ἡ ἐπιψήφισις σωρείας νομο-
1680σχεδίων, διὰ τοῦτο ἐπιλαμβάνομαι τῆς ὑποθέσεως, ἣν εἶχον
1681ἐξετάσει κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον, ἀλλ’ ἥτις ἔμει-
1682νεν ἐκκρεμής, ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης τότε ἀποχωρήσεως τῶν
1683ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν ἐκ τῶν συνεδριάσεων τῆς
1684Βουλῆς. Ἐννοῶ τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην, ἣν εἶχον ἀπευ-
1685θύνει πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀναγομένην
1686εἰς τὴν προμήθειαν χόρτου διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, ἥτις
1687προμήθεια, ἐπὶ δύο ἔτη χορηγηθεῖσα εἰς ὡρισμένα πρόσωπα,
1688ἀφορᾷ εἰς ἀξίαν 800,000 περίπου δραχμῶν.
1689Καίτοι πέρυσιν ἐγένετο μακρὰ καὶ λεπτομερὴς συζήτη-
1690σις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀπήντησε δὲ καὶ ὁ Πρωθυ-
1691πουργὸς, οὐχ ἧττον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμῆται ἡ
1692Βουλὴ ὅσα ἤκουσε πέρυσι, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ὑποχρεωμέ-
1693νος νὰ ἀνακεφαλαιώσω ἐν ὀλίγοις ὁλόκληρον τὴν ὑπόθεσιν,
1694ὅπως οἱ μὴ ἐνθυμούμενοι ἢ μὴ ἀκροασάμενοι ἐμοῦ τότε ὦσιν
1695εἰς θέσιν νὰ ἐκφέρωσιν ἐτυμηγορίαν εὐσυνείδητον, ἐπὶ τῇ
1696βάσει τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀναπτύξω.
1697Εἶναι γνωστόν, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἡ Ἑλλὰς ἀπετέλεσεν ἐλεύθε-
1698ρον καὶ ἀνεξάρτητον Βασίλειον, τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ
1699διετρέφοντο μὲ ἄχυρον, πλὴν τῆς κριθῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὸ
1700παρελθὸν ἔτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔκρινε πρέ-
1701πον, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὸ ἄχυρον διὰ χόρτου. Μετὰ τὴν
1702ἀπόφασιν αὐτὴν προέβη εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, ἐπὶ
1703τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἡ προμήθεια ἐχορηγήθη εἰς πρόσωπόν
1704τι ἐπὶ δύο ἔτη. Πρώτη ἀπορία, πρὸ τῆς ὁποίας δύναταί τις
1705νὰ σταματήσῃ, εἶναι ἡ ἑξῆς. Τίς ἡ ἀνάγκη, ἕνεκα τῆς ὁποίας
1706ἀπεφάσισεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μετὰ 60 ὅλα
1707ἔτη, ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν τροφὴν, τὴν δι’ ἀχύρου, διὰ
1708χόρτου; Μήπως ἐπρόκειτο ἐκ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῆς
1709νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον; Μήπως ἐπρόκειτο νὰ χορηγηθῇ
1710καταλληλοτέρα τροφὴ εἰς τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ; Οὐδέτε-
1711ρον τούτων. Καὶ ὅτι μὲν καταλληλοτέρα δὲν εἶναι ἡ διὰ
1712χόρτου τροφή....
1713§44ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ καλέσητε
1714τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἔλθουν εἰς τὴν αἴθουσαν, διότι
1715ἄλλως θὰ κάμω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
1716§45ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν θέλουν ν’ ἀκούσουν· πῶς θέλετε
1717νὰ τοὺς ὑποχρεώσητε;
1718§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὀκτὼ καὶ ἡμίσεια, καὶ
1719καθ’ ἕνας θέλει νὰ ὑπάγῃ νὰ φάγῃ.
1720§47ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄτοπον δύναται νὰ θεραπευθῇ ἐν περι-
1721πτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν συναινεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ διακοπῇ
1722ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι
1723δύναται νὰ καταρτίσῃ ἀπαρτίαν. Ἐὰν νομίζῃ, ὅτι δὲν θὰ
1724ἔλθωμεν, πλανᾶται, διότι θὰ ἔλθωμεν, ἵνα πολεμήσωμεν τὰ
1725νομοσχέδιά της. Ἐν τούτοις μία διακοπὴ δύναται νὰ συμ-
1726βιβάσῃ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς συνεδριάσεως καὶ τὴν μὴ
1727ἀπώλειαν χρόνου δι’ ἐνστάσεων.
1728§48ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς γίνῃ μικρὰ διακοπή.
1729§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Κοκέβης). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ
1730ἡμίσειαν ὥραν.
1731(Μετὰ τὴν γενομένην διακοπὴν συνέρχονται οἱ Βουλευταί).
1732§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
1733Ὁ κ. Παπαγιαννακόπουλος ἂς ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγό-
1734ρευσίν του.
1735§51ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ μικροῦ, Κύριοι, ἐστα-
1736μάτησα πρὸ τῆς ἀπορίας, διατὶ τάχα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
1737Στρατιωτικῶν ἀπεφάσισε νὰ μεταβάλῃ τὴν τροφὴν τῶν
1738κτηνῶν, καὶ ἀντικαταστήσῃ τὸ ἄχυρον διὰ χόρτου; Ὑπάρ-
1739χει ἆρά γε οἰκονομία διὰ τὸ Δημόσιον, ἢ πρόκειται τὰ
1740κτήνη τοῦ στρατοῦ νὰ τρέφωνται διὰ καλλιτέρας τροφῆς;
1741Οὐδέτερον τούτων, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, λαμβάνει
1742χώραν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν
1743δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει τὸ Δημόσιον, λέγω, ὅτι ὄχι
1744μόνον δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, ἀλλὰ καὶ ζημία προῆλθεν ἐκ
1745τῆς μεταβολῆς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ποιότητα τῆς τρο-
1746φῆς, δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἐνό-
1747μισε πρέπον νὰ προκαλέσῃ πρὸ τῆς ἰδίας του ἀποφάσεως
1748γνωμοδότησιν Ἐπιτροπῆς τινος, ἡ ὁποία ἠδύνατο ν’ ἀπο-
1749φανθῇ. Μόνον δέ, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ μειοδοτικὴ δημοπρασία
1750καὶ ἀφοῦ κατεκυρώθη ἡ προμήθεια ἐπὶ δύο ἔτη εἰς τὸν Ἀν-
1751δρέαν Καμπᾶν, τότε ἐνεθυμήθη ὁ κ. Τρικούπης, δὲν γνωρί-
1752ζω πῶς σκεπτόμενος, νὰ ἐρωτήσῃ μίαν Ἐπιτροπήν, ἐὰν ἦναι
1753καταλληλοτέρα ἡ διὰ χόρτου τροφὴ τῆς δι’ ἀχύρων. Καὶ ἡ
1754Ἐπιτροπὴ αὕτη ἰδοὺ πῶς ἀποφαίνεται. (Ἀναγινώσκει τὴν
1755γνωμοδότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς).
1756Ἡ Ἐπιτροπὴ λοιπὸν τῶν εἰδημόνων, ἐρωτηθεῖσα, ἀπο-
1757φαίνεται, ὅτι καταλληλοτέρα τροφὴ διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρα-
1758τοῦ ἐκρίθη ἀνέκαθεν καὶ κρίνεται τὸ ἄχυρον. Καὶ ὅμως ἐκ
1759τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ, τί νομίζετε, ὅτι ζημιοῦται τὸ
1760Δημόσιον; Ζημιοῦται διὰ τὰ δύο ἔτη, διὰ τὰ ὁποῖα ἐχορη-
1761γήθη ἡ προμήθεια, τοὐλάχιστον 250,000 δραχμῶν. Διότι
1762τὸ μὲν ἄχυρον τιμᾶται πρὸς λεπτὰ ἓξ ἢ ἑπτὰ κατ’ ὀκᾶν,
1763τὸ δὲ χόρτον, ὅπως ἐδόθη εἰς τοὺς χορηγητὰς αὐτοῦ, τιμᾶ-
1764ται πρὸς λεπτὰ 18¼ κατ’ ὀκᾶν....
1765§52ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἔξοδα μεταφορᾶς τὸ χόρτον;
1766§53ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. Βουλευ-
1767τής, ἂν ἔχῃ ἔξοδα μεταφορᾶς τὸ χόρτον, ἐνῷ ἐγὼ λέγω, ὅτι
1768δὲν ἦτο ἀνάγκη χόρτου, διότι τὸ ἄχυρον εἶναι καταλληλο-
1769τέρα τροφὴ διὰ τὰ κτήνη καὶ τιμᾶται μόνον πρὸς λεπτὰ ἓξ
1770κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τὸ χόρτον χορηγεῖται πρὸς 18¼, ὥστε
1771προφανῶς τὸ Δημόσιον ζημιοῦται.
1772§54ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄχυρον, διὰ νὰ μεταφερθῇ εἰς
1773Ἀθήνας, δὲν ἔχει καὶ δαπάνας;
1774§55ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξακο-
1775λουθήσω ἀπαντῶν εἰς σᾶς, κύριε Βουλευτὰ, διότι δὲν ἐν-
1776νοούμεθα. Ἀπολύτως σᾶς εἶπον, ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι
1777τὸ χόρτον στοιχίζει ὄχι 18, ἀλλὰ καὶ 30 λεπτά, δὲν ἦτο
1778ἀνάγκη νὰ προμηθευθῇ τὸ Δημόσιον χόρτον, ἀφοῦ τὸ ἄχυ-
1779ρον ἀγοράζεται ἐνταῦθα ἀνεξόδως πρὸς 6 λεπτά....
1780§56ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα νὰ λέγηται, ὅτι τὸ ἄχυ-
1781ρον τιμᾶται....
1782§57ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕξ λεπτὰ στοιχίζει εἰς
1783τὸ Δημόσιον. Τώρα δ’ ἀμέσως θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω διὰ τῆς
1784ὁμολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον
1785σεῖς βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ διαψεύσητε. Εἶναι μὲν ἀληθὲς,
1786ὅπως παρατηρεῖ ἕτερος τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι, γιγνο-
1787μένης χρήσεως τοῦ χόρτου, περιορίζεται ἡ ποσότης τῆς κρι-
1788θῆς, ἀλλὰ καὶ πάλιν διὰ τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ δὲν ἐξου-
1789δετεροῦται καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς
1790διαφορᾶς τῆς τιμῆς τοῦ χόρτου πρὸς τὴν τοῦ ἀχύρου, ἐπὶ
1791τῇ βάσει δὲ τῆς ἀναλογίας ταύτης εἶπον, ὅτι τὸ Δημόσιον
1792ζημιοῦται 250,000 δραχμῶν....
1793§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀναλογία;
1794§59ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λογαριασμὸς εἶναι ὁ
1795ἑξῆς. Ἕξ ὀκάδες ἀχύρου πρὸς 7½ λεπτὰ στοιχίζουσι 45
1796λεπτὰ, 3½ ὀκάδες κριθῆς πρὸς 20½ (ἀνώτατον ὅρον δη-
1797λαδὴ) στοιχίζουσι λεπτὰ 75, ἤτοι ἐν ὅλῳ δι’ ἕκαστον κτῆ-
1798νος ἀπαιτοῦνται 1 καὶ 20)00, ἐὰν δίδηται ἄχυρον. Ἰδοὺ δὲ
1799καὶ ὁ λογαριασμὸς τοῦ χόρτου. Διὰ 4½ ὀκάδες χόρτου πρὸς
180018¼ ἀπαιτοῦνται λεπτὰ 82, διὰ 2½ ὀκάδες κριθῆς
1801λεπτὰ 55, καὶ διὰ 2 ὀκάδες ἀχύρου πρὸς στρωμνὴν λεπτὰ
180215, ἤτοι ἐν ὅλῳ 1 καὶ 52|00· ὥστε ἔχομεν διαφορὰν 32 λε-
1803πτῶν δι’ ἕκαστον κτῆνος ἐπὶ πλέον, ἐκ τῆς διαφορᾶς δὲ ταύ-
1804της προκύπτει ἡ ζημία τῶν δραχμῶν 250,000.
1805§60ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Πόσα εἶναι τὰ κτήνη;
1806§61ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 1800. Ἀνὰ 30 λεπτὰ
1807πόσον κάμνουν; λογαριάσατε: 540 δραχμὰς καθ’ ἡμέραν
1808περισσοτέρας, παρ’ ὅσας θέλετε εἰς ἄχυρον. Καταλαμβάνετε;
1809Διὰ τὰ δύο ἔτη εἶναι ἀκριβῶς 250,000 δραχμαὶ, ἃς ζημι-
1810οῦται τὸ Δημόσιον.
1811Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς γνώμης τῆς Ἐπι-
1812τροπῆς, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ προσγίνῃ
1813αὐτὴ ἡ ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, ἀντικαθισταμένης τῆς τρο-
1814φῆς τοῦ ἀχύρου διὰ χόρτου. Εἶναι καὶ ἄλλο γεγονὸς, ἄξιον
1815πολλῆς περιεργείας, τὸ ὁποῖον σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε.
1816Τὸ χόρτον, τὸ ὁποῖον προμηθεύουσιν οἱ χορηγηταὶ εἰς τὰ
1817κτήνη τῆς φρουρᾶς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀνέλαβον τὴν
1818ὑποχρέωσιν νὰ τὸ προμηθεύσουν ἐκ Θεσσαλίας. Καὶ ὅμως,
1819ἐνῷ ἀπεφασίσθη διὰ τόσης ζημίας νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ
1820τροφὴ τοῦ ἀχύρου διὰ χόρτου διὰ τὰ ἐν Ἀθήναις καὶ Πει-
1821ραιεῖ κτήνη, διὰ τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ τοιαῦτα ἐξακολουθεῖ νὰ
1822γίνηται χρῆσις τοῦ ἀχύρου. Ἐὰν ἦτο ἀπαραίτητος ἡ ἀντι-
1823κατάστασις τοῦ ἀχύρου διὰ χόρτου, πρὸ πάντων διὰ τὰ
1824κτήνη τοῦ στρατοῦ, τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔπρεπε νὰ γίνηται
1825χρῆσις χόρτου, τὸ ὁποῖον στοιχίζει πολὺ ὀλιγώτερον, διότι
1826δὲν ἐπιβαρύνεται μὲ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς....
1827§62ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Ἐπιβαρύνεται.
1828§63ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν ἐπιβαρύνηται,
1829κύριε ἐκ Θεσσαλίας Βουλευτὰ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβα-
1830ρύνηται διὰ τόσης δαπάνης, ὅση ἀπαιτεῖται, ἵνα ἔλθῃ εἰς
1831Ἀθήνας. Ὁ κύριος ἐκ Θεσσαλίας βουλευτὴς, ὁ κ. Χατζη-
1832γάκης, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν, ἄριστα νὰ γνωρίζῃ τὰ κατὰ
1833τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, λέγει ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι ἐπιβαρύνε-
1834ται μὲ ἔξοδα μεταφορᾶς ἀπὸ τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς
1835μέχρι τοῦ Τυρνάβου, ὅπου ὑπάρχουσι κτήνη τοῦ στρατοῦ
1836καὶ διατρέφονται μὲ ἄχυρον, μόνον μὲ 4 λεπτὰ, ἐνῷ ὁ κ.
1837Πρωθυπουργὸς, ἀπαντήσας εἰς ἐμὲ πέρυσιν, εἶπεν, ὅτι, διὰ
1838νὰ ἔλθῃ ἐδῶ τὸ χόρτον, ἐπιβαρύνεται μὲ ἔξοδα ἐννέα λε-
1839πτῶν κατ’ ὀκᾶν. Πῶς λοιπὸν διατρέφονται τὰ κτήνη, τὰ
1840ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, μὲ χόρτον, τὸ ὁποῖον ἐπιβα-
1841ρύνεται μὲ ἔξοδα 9 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τὰ ἐν Θεσσα-
1842λίᾳ διατρέφονται μὲ ἄχυρον;....
1843§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ διὰ τὴν μεταφορὰν
1844τοῦ ἀχύρου ἀπαιτεῖται δαπάνη.
1845§65ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ ἄχυρον παραδέ-
1846χεσθε σεῖς, ὅτι στοιχίζει ἐνταῦθα 7 μόνον λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
1847§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη, ὅτε δὲν εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερι-
1848κοῦ, εἶναι εὐθηνὸν τὸ ἄχυρον ἐδῶ. Ἀλλ’ ἂν ὁ στρατὸς
1849προεμηθεύετο ἄχυρον ἀντὶ χόρτου, θ’ ἀναπληροῦτο ἡ ἀνε-
1850πάρκεια τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς διὰ μεταφορᾶς ἀχύρου
1851ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἡ δὲ τιμὴ θὰ ἦτο πολλαπλασία.
1852§67ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως κατὰ τὸν και-
1853ρὸν τῆς ἐπιστρατεύσεως εἰσήχθη ἓν μέρος ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ.
1854Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἔκτακτον. Ἄχυρον ἐπαρκὲς παράγεται ἐκ
1855τοῦ ἐσωτερικοῦ.
1856§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδαμῶς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ.
1857§69ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἐγὼ θέλω ἐπικα-
1858λεσθῆ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν
1859Στρατιωτικῶν τοῦ 1882, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ Πρωθυ-
1860πουργὸς τοῦ 1882 καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ.
1861Τρικούπης εἶναι εἰς πλήρη ἀντίφασιν πρὸς τὸν νῦν Πρόεδρον
1862τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κ.
1863Τρικούπην.
1864Ἰδοὺ μία ἐγκύκλιος τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
1865τικῶν κ. Τρικούπη (ἀναγινώσκει):
1866Δ. Υ. Ἀριθ. πρωτοκόλλου 72,250 τῆς 28 10βρίου 1882.
1867Ἔγκυκλ. 385.
1868Περὶ νομῆς κτηνῶν.
1869«Λαβόντες ἀφορμὴν ἐκ τῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβαλ-
1870λομένων πρακτικῶν προμηθείας νομῆς, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐξα-
1871σφαλίζεται διὰ δημοσίου συναγωνισμοῦ οὐ μόνον ἡ προμή-
1872θεια κριθῆς καὶ ἀχύρου, ἀλλὰ καὶ χόρτου, πρὸς τροφὴν τῶν
1873κτηνῶν, πρὸς δὲ ἐκ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 23,412 ἀναφορᾶς τοῦ
1874Στρατιωτικοῦ Λογιστηρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ 8ον τάγμα
1875τῶν εὐζώνων προμηθεύεται πρὸς τροφὴν τῶν κτηνῶν του
1876χόρτον πρὸς λεπτὰ 15 κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τὸ ἄχυρον τιμᾶται
1877μόνον 6 λεπτὰ, ἔχοντες δὲ ἀφ’ ἑτέρου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ τα-
1878κτικὴ τροφὴ τῶν κτηνῶν ἐκτὸς τῆς κριθῆς εἶναι τὸ ἄχυρον,
1879καὶ μόνον εἰς τὰ ἀσθενῆ κτήνη καὶ εἰς μέρη, ἔνθα δὲν παρά-
1880γεται ἄχυρον, χορηγεῖται χόρτον, πλὴν εἰς μὲν τὴν αʹ
1881περίπτωσιν ἀπαιτεῖται πιστοποίησις τοῦ ἁρμοδίου κτηνιάτρου,
1882εἰς δὲ τὴν βʹ ὡσαύτως τῆς ἁρμοδίας ἐπιτοπίου ἀρχῆς πρὸς
1883ὑποστήριξιν τῆς δαπάνης τοῦ τιμήματος τοῦ ἀχύρου.
1884«Διατάσσομεν, ὅπως ἅπαντα τὰ σώματα καὶ στρατιωτι-
1885κὰ καταστήματα, μηδὲ τῆς χωροφυλακῆς ἐξαιρουμένης, τὰ
1886ἔχοντα κτήνη, ἐξασφαλίζωσι μὲν καὶ τὴν τοῦ χόρτου προ-
1887μήθειαν, οὐχ ἧττον δὲν θέλουν ἐκτὸς τῶν εἰρημένων περι-
1888στάσεων χορηγεῖ τοιοῦτον εἰς τὰ κτήνη αὑτῶν, ἐπὶ ποινῇ
1889ἀποτίσεως τῆς διαφορᾶς τοῦ τιμήματος ἀπὸ τοῦ ἀχύρου.
1890Τὸ Στρατιωτικὸν Λογιστήριον ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου τοῦ
1891προσεχοῦς ἔτους προσκαλεῖται ν’ ἀποῤῥίπτῃ πᾶσαν δαπά-
1892νην ἐναντίον τῶν διὰ τῆς παρούσης διατασσομένων ἐνερ-
1893γουμένην. Ὁ Ὑπουργὸς Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.»
1894Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λοιπὸν διὰ τῆς ἐγκυκλίου αὑτοῦ λέ-
1895γει, ὅτι τὸ ἄχυρον εἶναι ἡ μόνη τροφὴ διὰ τὰ κτήνη τοῦ
1896στρατοῦ, καὶ ὅτι τιμᾶται 6 λεπτὰ μόνον κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ τὸ
1897χόρτον ἀγοράζεται ἤδη πρὸς 18¼, καὶ ὅτι ὅλοι οἱ σωμα-
1898τάρχαι ὑποχρεοῦνται νὰ ἀγοράζωσι μόνον ἄχυρον, εἰς περί-
1899στασιν δὲ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἀγοράσει χόρτον ἄνευ
1900ἀνάγκης, ὑποχρεοῦνται ν’ ἀποτίσωσι τὴν διαφορὰν τῆς τι-
1901μῆς τοῦ ἀχύρου πρὸς τὸ χόρτον.
1902Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, μετὰ τοιαύτην ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ
1903Πρωθυπουργοῦ, δὲν μένει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἀν-
1904τικατάστασις τῆς τροφῆς τῶν κτηνῶν διὰ χόρτου ἐγένετο ἄνευ
1905ἀνάγκης, χάριν ὡρισμένων προσώπων, πρὸς μεγίστην ζημίαν
1906τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐκρίθη
1907καλὸν ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ τροφὴ τοῦ ἀχύρου διὰ χόρτου,
1908ἔπρεπε βεβαίως νὰ γίνῃ μειοδοτικὴ δημοπρασία. Δι’ ὅλα τὰ
1909εἴδη, ὅσων ἔχει ἀνάγκην τὸ Δημόσιον, ἐνεργεῖται μειοδοτικὴ
1910δημοπρασία, πάντοτε δὲ ἡ προμήθεια περιορίζεται εἰς ἓν ἔτος,
1911καὶ τοῦτο βεβαίως εἶναι μία πρόνοια, διὰ τῆς ὁποίας ἀσφα-
1912λίζονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι μετὰ ἓν ἔτος
1913εἶναι δυνατὸν τὰ εἴδη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, χορηγοῦσιν ὡρι-
1914σμένοι χορηγηταὶ, νὰ ἔχωσιν ὀλιγωτέραν τιμήν. Ἐπὶ τοῦ
1915προκειμένου ὅμως ἐγένετο ἐξαίρεσις καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ ἀκόμη
1916τὸ μέτρον τὸ γενικὸν, ἤτοι, ἀντὶ νὰ ἐκδοθῇ ἡ χορηγία τοῦ
1917χόρτου ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος, ὅπως πάντοτε, ἐξεδόθη διὰ δύο
1918ἔτη. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐκδοθῇ, ἔπρεπε νὰ γίνῃ δημοπρασία, καὶ
1919πρὶν ἢ γίνῃ δημοπρασία ἔπρεπε νὰ προηγηθῶσιν αἱ ἀναγ-
1920καῖαι διατυπώσεις, αἱ διατυπώσεις δ’ εἶναι, ὅπως γνωρίζετε,
1921ἡ δημοσίευσις διακηρύξεως περὶ τοῦ ποσοῦ, περὶ τῆς τιμῆς
1922καὶ τῶν ὅρων ἐν γένει τῆς χορηγίας. Ἐγένετο λοιπὸν τοιαύτη
1923διακήρυξις ὑπὸ τοῦ Φρουραρχείου Ἀθηνῶν, κατ’ ἐντολὴν τοῦ
1924Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τῇ 30 Μαρτίου 1887, ἀλλὰ
1925κατὰ τὴν ἡμέραν καὶ ὥραν, καθ’ ἣν ἡ διακήρυξις αὕτη
1926ὥριζεν, ὅτι θὰ ἐγίνετο ἡ δημοπρασία, δὲν προσῆλθε κἀνεὶς
1927νὰ μειοδοτήσῃ. Ἐλήφθη λοιπὸν ἀνάγκη νὰ γίνῃ δευτέρα
1928διακήρυξις, καὶ ἡ δευτέρα διακήρυξις αὕτη ἐγένετο τῇ 13
1929Ἀπριλίου 1887, ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν αὐτὴν διακή-
1930ρυξιν οὐδεὶς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου μετέβη εἰς
1931τὸν τόπον τῆς δημοπρασίας. Προσῆλθον μὲν τότε πολλοὶ νὰ
1932μειοδοτήσωσιν, ἀλλ’ οὐδένα εὗρον, καὶ ἑπομένως ἀπεμακρύν-
1933θησαν, τῇ δὲ 14 Ἀπριλίου, δηλ. μετὰ μίαν ἡμέραν, ἐκδίδε-
1934ται νέα διακήρυξις, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει
1935τὴν διακήρυξιν). Κατὰ τὴν προσδιορισθεῖσαν ὑπὸ τῆς τρί-
1936της ταύτης διακηρύξεως ἡμέραν δύο μόνον ἐπαρουσιά-
1937σθησαν μειοδόται. Ὁ εἷς εἶναι ὁ Ἀνδρέας Καμπᾶς,
1938καὶ ὁ ἄλλος εἶναι ὁ Α. Βίμπος. Καὶ ὁ μὲν Ἀνδρέας
1939Καμπᾶς δι’ ἐνσφραγίστου δελτίου προσεφέρθη ν’ ἀνα-
1940λάβῃ τὴν χορηγίαν πρὸς λεπτὰ 18¼ κατ’ ὀκᾶν, ὁ ἄλ-
1941λος δὲ, ὅστις, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνύεται, εἶναι σύν-
1942τροφος τοῦ Καμπᾶ, προσεφέρθη νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ πρὸς 22
1943λεπτὰ· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι μία εἶναι ἡ προσφορά, ἀφοῦ εἶναι
1944συνεταῖροι, καὶ εἰκονικῶς εἶχε κάμει ὁ δεύτερος τὴν προσφο-
1945ρὰν, διὰ νὰ φανῇ, ὅτι ἐγένετο δημοπρασία. Εἷς ἐκ τῶν ὅρων
1946τῆς διακηρύξεως εἶναι, ὅτι, διὰ νὰ γίνῃ τις εἰς τὴν δημο-
1947πρασίαν δεκτὸς, ὀφείλει νὰ καταθέσῃ προηγουμένως 30,000
1948δραχμῶν ἐγγύησιν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Φρουραρχείου. Ἐν
1949τούτοις ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
1950ἐνόμισε καλὸν νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἔγκρισιν πρὸς τὸν Καμ-
1951πᾶν, χωρὶς νὰ καταθέσῃ οὗτος τὴν ἐγγύησιν τῶν 30,000
1952εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Φρουραρχείου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι
1953ἰσχυρίσθη, ὅτι 30,000 δρ. εἰς χρεώγραφα κατέθηκεν εἰς τὴν
1954Πιστωτικὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ ἐν πρώτοις ἡ κατάθεσις αὐτὴ
1955δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν διὰ τὴν Κυβέρνησιν,
1956δὲν ἔχει δὲ καὶ οὐδεμίαν ἀξίαν διὰ τὸ Φρουραρχεῖον, καθό-
1957σον ἔδει νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ ταμεῖον αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἀρ-
1958κεῖ τοῦτο. Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεφά-
1959σισε ν’ ἀναγνωρίσῃ αὐτὸν ὁριστικῶς πλέον χορηγητὴν τοῦ
1960χόρτου, ἀπηύθυνεν ἓν ἔγγραφον πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον, διὰ
1961τοῦ ὁποίου λέγει (ἀναγινώσκει): «Δύνασθε ἤδη, συνεννοού-
1962μενοι μετὰ τοῦ μειοδότου Ἀνδρέου Καμπᾶ, νὰ λάβητε ἀπὸ
1963τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν κλπ.» Ὥστε, ὡς ἐκ τοῦ ἐγγρά-
1964φου τούτου προκύπτει, ἂν ὁ Ἀνδρέας Καμπᾶς, ὁ μειοδό-
1965της, δὲν ἔδιδε τὴν συναίνεσίν του, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἠδύναντο
1966νὰ ληφθῶσιν αἱ 30,000, δραχμῶν. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς βλέπετε,
1967ὅτι παραβιάζεται ὑπὲρ τοῦ Καμπᾶ σπουδαιότατος ὅρος τῆς
1968διακηρύξεως. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Μίαν ἡμέραν πρὶν ἢ
1969συνταχθῇ τὸ συμβόλαιον μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ χορηγη-
1970τῶν, δύο ἀξιότιμοι ἐνταῦθα πολῖται, Ἠλιόπουλος καὶ Κο-
1971λοσούκας, ἐκοινοποίησαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρα-
1972τιωτικῶν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας λέγουσιν, ὅτι «μαθόντες,
1973ὅτι ἀναδείκνυται ὁ Α. Καμπᾶς ἀντὶ λεπ. 18¼ κατ’ ὀκᾶν χο-
1974ρηγητὴς τοῦ χόρτου, ἡμεῖς προσφερόμεθα νὰ χορηγήσωμεν
1975αὐτὸ πρὸς 16 λεπτά». Γινώσκων, ὅτι ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἀνα-
1976φορὰ, ἡ μειοδοτικὴ, ἡ ὁποία ἐκοινοποιήθη διὰ δικαστικοῦ
1977κλητῆρος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἔλεγον
1978κατ’ ἐμαυτόν: διὰ τί ἆρά γε ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβεν
1979αὐτὴν ὑπ’ ὄψει, ἀφοῦ προσεφέροντο οἱ ἀναφερόμενοι νὰ χο-
1980ρηγήσωσι τὸ χόρτον κατὰ 2¼ λεπτὰ ὀλιγώτερον ἀπὸ
1981ἐκεῖνον, ὅστις ἀνέλαβε τὴν χορηγίαν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1982Στρατιωτικῶν καὶ διὰ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας κατέ-
1983θηκε, καὶ διὰ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τὴν
1984περυσινὴν συζήτησιν, εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ
1985δεχθῇ τὴν αἴτησιν αὐτήν, διότι εἶχε κοινοποιήσει τὴν ἔγ-
1986κρισιν πρὸς τὸν μειοδότην Καμπᾶν. Ἀλλ’ ὅπως ἔλαβον τὴν
1987τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν, ὁ Καμπᾶς δὲν εἶχε κατα-
1988θέσει τὴν ἐγγύησιν τῶν 30,000, κατὰ συνέπειαν οὐδεμίαν
1989ὑποχρέωσιν εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἔγκρισιν,
1990ἐφ’ ὅσον αὐτὸς δὲν προκατέβαλλε τὴν ἐγγύησιν τῶν 30,000.
1991Ἄλλως δὲ, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι αὐτὸς εἶχε συμμορφωθῇ
1992πρὸς τὴν διακήρυξιν, καὶ ὅτι εἶχε καταθέσει πραγματικῶς
1993τὸ ποσὸν τῶν 30,000 ἀντὶ ἐγγυήσεως, πάλιν ἠδύνατο ὁ
1994Ὑπουργὸς ἄριστα νὰ εἴπῃ πρὸ τῆς συντάξεως τοῦ Συμβολαίου,
1995ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκηρύξῃ νέαν δημοπρασίαν,
1996ἀφοῦ ἤδη προσφέρονται ἀξιότιμοι καὶ γνωστοὶ πολῖται νὰ
1997χορηγήσωσι τὸ χόρτον κατὰ 2¼ λεπτὰ ὀλιγώτερον ἐκεί-
1998νων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν προμήθειαν. Πλὴν νομίζω, ὅτι
1999εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνακριβὴς καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι εἶχε
2000κοινοποιηθῆ ἡ ἐγκριτικὴ διαταγὴ πρὸς τὸν χορηγητὴν Καμ-
2001πᾶν. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ
2002προσαγάγῃ ἀπόδειξιν, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ ἀποδεικνύηται, ὅτι
2003τῳόντι εἶχε κοινοποιηθῆ ἡ ἐγκριτικὴ διαταγὴ εἰς τὸν χο-
2004ρηγητὴν, ἀντὶ ὅμως νὰ μοὶ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐκοινοποίησε τὴν
2005ἔγκρισιν, μοὶ ἐπαρουσίασε τὸ πρωτότυπον τῆς ἐγκριτικῆς
2006διαταγῆς, κάτωθι τοῦ ὁποίου, μένοντος παρὰ τῷ Ὑπουρ-
2007γείῳ, ἔχει σημειώσει ὁ ἴδιος Καμπᾶς, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν
2008τοῦ περιεχομένου, κοινοποιηθέντος αὐτῷ ἐπισήμως. Αὐτὴ
2009εἶναι ἡ κοινοποίησις, ἡ ὁποία εἶχε γίνει, καὶ αὐτὴν τὴν
2010κοινοποίησιν προέβαλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς
2011φραγμὸν ἀνυπέρβλητον, τὸν ὁποῖον δὲν ἠδύνατο τάχα νὰ
2012ὑπερβῇ, διὰ νὰ διατάξῃ νέαν δημοπρασίαν, κατόπιν τῆς
2013προσφορᾶς τῶν δύο καὶ ἐπέκεινα λεπτῶν ὀλιγώτερον. Λοι-
2014πὸν δύναται ἕκαστος ὑμῶν νὰ κρίνῃ, ἂν ἦναι σπουδαῖος
2015ἢ μὴ ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι ἡ κοινοποίησις
2016δὲν ἀποδεικνύεται, εἰμὴ δι’ ἐπιδοτηρίου, ὑπογεγραμμένου
2017παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου καὶ τοῦ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις·
2018οὐδὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ κἄν αὐτὸς, ὅτι τῷ εἶχε κοινο-
2019ποιηθῆ ἐγκριτικὴ διαταγὴ, ἀφοῦ εἰς χεῖράς του δὲν εἶχεν
2020οὐδεμίαν ἄλλην ἀπόδειξιν, παρὰ τὴν ἰδιόχειρον σημείωσιν,
2021τὴν ὁποίαν εἶχε γράψει ὑπὸ τὸ πρωτότυπον, ὅπερ μένει εἰς
2022τὸ Ὑπουργεῖον.
2023Τώρα, Κύριοι, ἐξεταστέον τυγχάνει, ἂν ὑπάρχῃ λόγος
2024τις, καὶ ποῖος, ὅστις δικαιολογεῖ τὴν σπουδὴν, μεθ’ ἧς ἡ δη-
2025μοπρασία ἐγένετο· διότι σημειώσατε, ὅτι ἐτελέσθη αὕτη
2026ἀπὸ τῆς 31 Μαρτίου μέχρι τῆς 24 Ἀπριλίου, ἤτοι εἰς
2027διάστημα 20 ἡμερῶν, ἐνῷ ἐπρόκειτο ἡ χορηγία ν’ ἀρχίσῃ
2028μετὰ 4 μῆνας. Διατὶ λοιπὸν ἡ σπασμωδικὴ, οὕτως εἰπεῖν,
2029ταχύτης περὶ τὴν τέλεσιν τῆς δημοπρασίας; Ὀφείλομεν ἐν
2030πρώτοις νὰ ἐγκύψωμεν εἰς τὴν ἔρευναν περὶ τοῦ ἂν ἦτο
2031διὰ τὸ Δημόσιον συμφέρουσα ἡ τιμὴ τῶν 18¼ λεπτῶν, καὶ
2032ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἀχθῶμεν εἰς ἀσφα-
2033λὲς συμπέρασμα περὶ τῶν αἰτίων τῆς σπουδῆς, μεθ’ ἧς ἐνηρ-
2034γήθησαν τὰ κατὰ τὴν δημοπρασίαν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
2035Στρατιωτικῶν μετὰ τὴν δημοπρασίαν ὠνόμασεν Ἐπιτρο-
2036πὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτέθησαν πρὸς λύσιν διάφορα ζητή-
2037ματα, ἓν δὲ τῶν ζητημάτων ἦτο καὶ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ
2038τιμὴ τῶν λεπτῶν 18¼ ἦτο, ναὶ ἢ ὄχι, συμφέρουσα διὰ
2039τὸ Δημόσιον. Ἰδοὺ δὲ τί ἀποφαίνεται ἡ Ἐπιτροπή. (Ἀνα-
2040γινώσκει τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς). Ὥστε ἡ Ἐπιτροπὴ
2041ὁμοφώνως μὲν ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν 18 καὶ ¼
2042εἶναι ὑπέρογκος, διὰ μειονοψηφίας δὲ, ὅτι, ἐὰν τὸ Δημόσιον
2043ἐπροτίμα νὰ προμηθευθῇ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν
2044τὸ χόρτον, θὰ τῷ ἐστοίχιζεν 9 μόνον λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι
2045κατὰ τὸ ἥμισυ ὀλιγώτερον παρ’ ὅσον λαμβάνει ὁ Καμπᾶς....
2046§70ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνες ἀπετέλουν τὴν Ἐπι-
2047τροπήν;
2048§71ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Ῥάλλης, Βενιζέλος,
2049Στροῦμπος καὶ Πιλάβιος.
2050Μετὰ τοιαύτην γνωμοδότησιν ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἦτο πρέπον,
2051καὶ ἀσχέτως πρὸς τὴν μειοδοτικὴν προσφορὰν, τὴν ὁποίαν
2052ἔκαμαν οἱ δύο πολῖται Ἀθηναῖοι, ἦτο πρέπον ὁ κ. Πρωθυ-
2053πουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιμείνῃ νὰ
2054κοινοποιήσῃ τὴν ἐγκριτικὴν διαταγὴν, καὶ ν’ ἀναθέσῃ ὁρι-
2055στικῶς ἐπὶ δύο ἔτη εἰς τὸν Καμπᾶν νὰ προμηθεύῃ τὸ χόρ-
2056τον ἀντὶ τιμῆς, ἡ ὁποία, κατὰ μὲν τὴν ὁλομέλειαν τῆς
2057Ἐπιτροπῆς, ἐθεωρεῖτο ὑπέρογκος, κατὰ δὲ ἓν μέλος αὐτῆς,
2058θὰ περιωρίζετο εἰς τὸ ἥμισυ, ἂν ἡ προμήθεια ἐγίνετο ἀπ’
2059εὐθείας; Καὶ τότε, κύριε Πρωθυπουργὲ καὶ Ὑπουργὲ τῶν
2060Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲν εἴχετε σκοπὸν ν’ ἀκολουθήσητε τὴν
2061γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐρωτῶ, πρὸς τί διωρίσατε αὐτήν;
2062μήπως τὴν διωρίσατε διὰ ν’ ἀκολουθήσητε τὴν γνώμην
2063της εἰς μόνην τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελεν εἶσθαι σύμ-
2064φωνος πρὸς τὰς ὑμετέρας ὑπόπτους προαιρέσεις;
2065Τώρα, πόση νομίζετε, ὅτι εἶναι ἡ ζημία τοῦ Δημο-
2066σίου; Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ γνωμοδότησις τοῦ μειονο-
2067ψηφοῦντος μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπερ εἶναι ὁ κ. Βενιζέ-
2068λος, συνταγματάρχης τοῦ ἱππικοῦ, διαμείνας πλεῖστον χρό-
2069νον ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ὢν εἰς θέσιν παντὸς ἄλλου κρεῖττον νὰ
2070γνωρίζῃ πόσον ἤθελε στοιχίσει εἰς τὸ Δημόσιον τὸ χόρτον,
2071ἐὰν ἀπ’ εὐθείας ἐπρομηθεύετο αὐτὸ ἐκ Θεσσαλίας, ἡ ζημία
2072αὕτη εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου διὰ τὰ δύο ἔτη τιμήματος,
2073ἤτοι 380 περίπου χιλιάδες δραχμῶν, διότι τὸ ὅλον, καθ’ ἣν
2074κατέθηκε σημείωσιν ὁ κ. Τρικούπης, ἀνέρχεται εἰς 767 χι-
2075λιάδας δραχμῶν....
2076§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος
2077ἐγένετο κατανάλωσις ἐπὶ 7 μῆνας.
2078§73ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου
2079τοῦ 1887, καθ’ ὃν ἤρξατο ἡ προμήθεια, μέχρι τοῦ Σεπτεμ-
2080βρίου τοῦ 1888, ἔχετε τὴν κατάστασιν. Δὲν εἶναι τὸ πρῶ-
2081τον ἔτος;
2082Ἐπεφυλάχθην πέρυσι νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου μετὰ
2083τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦθ’ ὅπερ εἶμαι ὑπό-
2084χρεως νὰ πράξω ἤδη, μεθ’ ὅσα εἶπον. Μακρὰν ἐμοῦ βεβαίως
2085ἡ ἰδέα, ὅτι δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ἐξυπηρετήσῃ
2086ἀτομικὰ συμφέροντα ἐπὶ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεων. Ἀδιά-
2087σειστον ὅμως ἐσχημάτισα πεποίθησιν, ὅτι οὗτος, χάριν ὡρι-
2088σμένων προσώπων, μεθ’ ὧν συνδέεται στενῶς, παρεβίασε τὸ
2089καθῆκόν του ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἐζημίωσε τὸ Δημό-
2090σιον. Δυστυχῶς δὲ διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν αἱ σχετικαὶ τοῦ
2091ποινικοῦ ἡμῶν νόμου διατάξεις δὲν ποιοῦνται διάκρισιν με-
2092ταξὺ τοῦ δημοσίου ἐκείνου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος πρὸς ἰδίαν
2093ὠφέλειαν παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, καὶ
2094ἐκείνου, ὁ ὁποῖος χάριν τρίτου παραβλάπτει αὐτά. Τίνα δὲ
2095εἶναι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνόμισεν ὁ κ. Πρω-
2096θυπουργὸς, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμῃ, ἃς ἔκαμε, παραχωρήσεις,
2097πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου; Ὁ χορηγητὴς τοῦ χόρτου, ὡς
2098εἶπον καὶ πέρυσιν, εἶναι στενὸς συγγενὴς προσώπου, τὸ ὁποῖον
2099ἔχει στενοὺς δεσμοὺς μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ δὲν
2100ἠξεύρω, πῶς συμβαίνουν περίεργοί τινες συμπτώσεις. Προχθὲς,
2101ἀναπτύσσων ἄλλην ὑπόθεσιν, καθ’ ἣν ἀπεδείχθη, ὅτι ἄλ-
2102λος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος ἐν Σύρῳ ἐσφετερίσθη δημόσια χρή-
2103ματα καὶ ἐπλαστογράφησε δημόσια ἔγγραφα, ἔλεγον, ὅτι
2104ὁ ἄπιστος αὐτὸς ὑπάλληλος οὐ μόνον δὲν κατεδιώχθη, ἀλλὰ
2105καὶ διατηρεῖται σκανδαλωδῶς εἰς τὴν θέσιν του, συνδέεται
2106δὲ καὶ οὗτος διὰ στενῆς συγγενείας μὲ τὸ ἴδιον πρόσωπον, μεθ’
2107οὗ ἔχει στενὰς σχέσεις ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τίνος λοιπὸν εἴδους
2108συμπτώσεις εἶναι αὗται; Ἔλεγον καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἡ πο-
2109λιτικὴ ἡμῶν κατάστασις δὲν εἶναι διόλου εὐχάριστος. Ἀπε-
2110δείχθη, ὅτι οἱ σήμερον κυβερνῶντες ὠθοῦσι τόσον πολὺ τὴν
2111ὑπὲρ τῶν κομματικῶν συμφερόντων μέριμναν αὑτῶν καὶ
2112φροντίδα, ὥστε πᾶς τις δύναται νὰ εὑρίσκῃ χάριν ἐνώπιον
2113αὐτῶν, ἔστω καὶ ἂν διέπραξεν οἱονδήποτε ἔγκλημα, ἀρκεῖ
2114μόνον νὰ παρέχῃ δείγματα ἀφοσιώσεως καὶ ἀποτελεσματικῆς
2115ὑπηρεσίας πρὸς τὸ κόμμα. Καὶ δὲν παρέρχεται ἡμέρα, χω-
2116ρὶς νὰ λαμβάνωμεν πικρὰν πεῖραν τῆς τοιαύτης οἰκτρᾶς κατα-
2117στάσεως. Δὲν νομίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι μένει ὄρθιον τί-
2118ποτε ἐν τῷ τόπῳ. Ἀλλὰ διατὶ ἐπὶ τέλους νὰ εὑρισκώμεθα
2119εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Ὑπάρχουσιν ὅρια, πέραν τῶν
2120ὁποίων δὲν πρέπει νὰ προχωρήσωμεν. Μήτοι ἐκ τῆς διὰ παντὸς
2121τρόπου ἐξυπηρετήσεως τῶν κομματικῶν συμφερόντων τῶν ἐν
2122τοῖς πράγμασι πρόκηται νὰ σωθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ διὰ
2123τοῦτο εἶναι εἰς πλήρη ἐφαρμογὴν τὸ καταδικασθὲν ἐν τῇ
2124συνειδήσει τῶν λαῶν ἀξίωμα, ὅτι ὁ σκοπὸς ἐξαγιάζει τὰ
2125μέσα; Δύναται νὰ εἴπῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅ,τι
2126ἂν θέλῃ πρὸς δικαιολογίαν του. Εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀναιρέσῃ
2127τὰς αἰτιάσεις, αἵτινες ἀνεπτύχθησαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐ-
2128τῆς. Εἶναι καιρὸς πλέον διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, νὰ κατα-
2129νοήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ πρὸ τοῦ ὀλισθηροῦ ἐδά-
2130φους, ἐφ’ οὗ ἀκατασχέτως φέρεται. Δὲν πρέπει νὰ λησμο-
2131νῶσιν οἱ διαχειριζόμενοι, οὐχὶ πλέον τὸ περίσσευμα, ἀλλὰ τὸ
2132ὑστέρημα τοῦ λαοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρωτήσῃ οὗτος
2133μίαν ἡμέραν, ποῦ ἐδαπανήθη τὸ ὑστέρημά του τοῦτο. Πρό-
2134σωπα καὶ πάλιν πρόσωπα. Δύνασθε νὰ παράσχητε ἐκδού-
2135λευσίν τινα εἰς τὸ κόμμα; Τὰ πάντα διατίθενται ὑπὲρ ὑμῶν.
2136Ἠδυνάμην, Κύριοι, νὰ ἀναμνησθῶ πολλῶν παραπλη-
2137σίων, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἀνα-
2138πτύξεως ἄλλων θεμάτων, μὴ σχετιζομένων πρὸς τὸ ὑπὸ συ-
2139ζήτησιν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἐκ
2140προθέσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χάριν τρίτων προσώπων παρέ-
2141βλαψε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ ἐπέσυρε καθ’ ἑαυτοῦ
2142ὄχι μόνον ἠθικὴν, ἀλλὰ καὶ ποινικὴν εὐθύνην σπουδαίαν.
2143§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐλάχιστα θὰ εἴπω, διότι
2144ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὡμίλησα διὰ μακρῶν κατὰ τὸ πα-
2145ρελθὸν ἔτος. Τότε ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐξέφρασα
2146τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἀπεγοητεύετο ὁ κ. Βουλευτὴς, μεθ’ ὅσα
2147παρέστησα, ἀλλ’ ἤδη περὶ τοιαύτης ἐλπίδος δὲν ὁμιλῶ,
2148διότι ἐγνώρισα τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὸν τρόπον τοῦ ἐργά-
2149ζεσθαι τῶν περὶ αὐτὸν, καὶ οὐδεμία μοὶ ἐπιτρέπεται ἐλπὶς,
2150ὅτι δύναταί ποτε νὰ ἀπογοητευθῇ. Θὰ ἐπαναλάβω ὅμως
2151τινὰ ἐξ ὅσων πέρυσιν εἶπον, καίτοι ὡς πρός τινα εἶναι περιτ-
2152τὸν νὰ ὁμιλήσω, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς ἠναγκάσθη
2153νὰ ὑποχωρήσῃ περὶ ταῦτα. Ἡ βάσις τῆς περυσινῆς ἀνα-
2154πτύξεώς του ἦτο ὅλως διάφορος τῆς ἐφετεινῆς. Πέρυσιν εἶχε
2155στηριχθῆ εἰς τὴν κατ’ αὐτὸν ἄνευ δημοπρασίας, ἄνευ δη-
2156μοσιότητος γενομένην παραχώρησιν τοῦ χόρτου· ἤδη παρέ-
2157στησεν, ὅτι ὅσα πέρυσιν εἶπε περὶ τούτου, περὶ τῆς δῆθεν
2158δημοσιεύσεως ἐν μόνῃ τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, πα-
2159ρήνειρεν ἐκ περισσοῦ, ὅτι οὐδόλως ἐστηρίχθη εἰς αὐτὰ, ἀλλ’
2160ἐπειδὴ ἡ δημοσίευσις ἐγένετο μόνον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
2161Κυβερνήσεως, ὡς ἐπιτάττει ὁ νόμος, ὁ μὴ ἐπιτρέπων τὴν ἐπὶ
2162πληρωμῇ καταχώρισιν διακηρύξεων τοῦ Δημοσίου ἐν ἄλλαις
2163ἐφημερίσιν, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν μὴ δη-
2164μοσίευσιν ἐν ἄλλαις ἐφημερίσι πλὴν τῆς Ἐφημερίδος τῆς
2165Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ἐφημερίδες εἶχον δημοσιεύ-
2166σει τὴν διακήρυξιν, προσήχθησαν δ’ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ
2167φύλλα, ἑπομένως ἐστερήθη ὁ κ. Βουλευτὴς πᾶσαν τὴν ὠφέ-
2168λειαν, ἣν ἤλπισε νὰ ἀρυσθῇ ἐκ τοῦ κεκανονισμένου τρόπου
2169τῆς δημοσιότητος. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρέστησεν, ὅτι οἱ ἐπι-
2170διώξαντες τὴν εἰς αὐτοὺς παραχώρησιν τῆς ἐργολοβίας, κα-
2171τόπιν τῆς ὑπὲρ ἄλλων γενομένης κατακυρώσεως, ἦσαν ἀθῶα
2172πλάσματα, διετέλεσαντα ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ τῶν γενομένων
2173δημοσιεύσεων περὶ τῶν δημοπρασιῶν, καὶ διὰ τοῦτο, μὴ
2174προλαβόντα νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸν διαγωνισμὸν, σπεύσαντα
2175δ’ εἰς ὑποβολὴν αἰτήσεως εὐθὺς, ὡς ἐκ τῆς κατακυρώσεως
2176ἔμαθον τὸ γενόμενον. Τὰ ἀθῶα ταῦτα πλάσματα εἶναι οἱ
2177ἐπιτηδειότεροι τῶν εἰς τοιαύτας ἐργολαβίας καταγινομένων
2178ἀνθρώπων, εἶναι δακτυλοδεικτούμενοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
2179Ἐγὼ τοὺς ἐγνώρισα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνέ-
2180λαβον τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν,
2181αἱ δὲ ἐνέργειαι αὐτῶν περὶ τὰ τῶν συναγωνισμῶν ἐφείλκυ-
2182σαν τὴν ἰδιάζουσαν προσοχήν μου διὰ τὸ ἐπινοητικὸν καὶ
2183τὸ ἀκαταπόνητον. Ὅταν πρόκηται νὰ γενῇ συναγωνισμὸς,
2184προσέρχονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, προσφερόμενοι, ἵνα ἄνευ
2185συναγωνισμοῦ ἀναδεχθῶσι τὴν ἐργολαβίαν ἀντὶ ὡρισμένου
2186τιμήματος, προκηρυσσομένου δ’ εἶτα τοῦ συναγωνισμοῦ κατὰ
2187τὸν νόμον, ἐξαφανίζονται. Τοῦτο ἔπραξαν καὶ κατὰ τὴν
2188περίστασιν ταύτην, δὲν ἐφάνησαν ἐν τῷ συναγωνισμῷ αὐ-
2189τοὶ, ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνηγορεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς, καίτοι πρὸ
2190τοῦ συναγωνισμοῦ ὁλοήμερευον ἐν τοῖς διαδρόμοις τοῦ
2191Ὑπουργείου. Δὲν ἐπαρουσιάσθησαν καὶ αὐτοὶ καὶ ἄλλοι,
2192οὔτε κατὰ τὴν πρώτην, οὔτε κατὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν δη-
2193μοπρασίαν. Ἠναγκάσθημεν ἄρα νὰ μεταβάλωμεν σύστημα
2194διαγωνισμοῦ, ἵνα διασπάσωμεν τὴν σύστασιν τῆς ἀποχῆς καὶ
2195ἐκηρύξαμεν τὸν νέον διαγωνισμὸν δι’ ἐνσφραγίστων δελτίων,
2196ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι ἐν μυστικῷ διαγωνισμῷ, δυσπιστοῦν-
2197τες πρὸς ἀλλήλους οἱ ἐργολάβοι, θὰ ὑπέβαλλον προσφοράς.
2198Ὁ δι’ ἐνσφραγίστων δελτίων διαγωνισμὸς ἀπέληξεν εἰς ἀποτέ-
2199λεσμα, ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐγκρίνῃ αὐτὸ, τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέμεινεν
2200ἐφ’ ἱκανόν· διότι, καίτοι ὁ δι’ ἐνσφραγίστων δελτίων διαγωνι-
2201σμὸς, κατὰ κανόνα, τηρούμενον καὶ ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις,
2202θεωρεῖται ὡς τελειωτικὸς, ἐποιησάμεθα ἐξαίρεσιν ἐν τῇ περι-
2203πτώσει ταύτῃ, ἕνεκα τῶν κακῶν προηγουμένων, καὶ ἀνε-
2204βάλομεν τὴν ἔγκρισιν, ἵνα παράσχωμεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς
2205τοὺς μὴ μετασχόντας τοῦ διαγωνισμοῦ, ὅπως προκαλέσωσι
2206τὴν ἐπανάληψιν αὐτοῦ, ὑποβάλλοντες προσφορὰς ἀνωτέρας.
2207Ἀλλ’ οὗτοι, ἐπιδιώκοντες τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοπρασίας,
2208ἀπεῖχον, καίπερ ἐπανειλημμένως παρ’ ἡμῶν προκαλούμενοι,
2209νὰ διατυπώσωσι πρότασιν περὶ προσφορᾶς ἀνωτέρας· ἐζή-
2210τουν τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοπρασίας, οὐχὶ ἵνα μετάσχωσι
2211νέου διαγωνισμοῦ, ἀλλ’ ἵνα διαπραγματευθῶσι πρὸς τοὺς
2212κατελθόντας εἰς τὸν συναγωνισμὸν τὴν ἀποχήν των. Ἀφοῦ
2213ἐβεβαιώθη, ὅτι ἀνωτέρα προσφορὰ δὲν ὑπεβάλλετο, τὸ
2214Ὑπουργεῖον ἐνέκρινε τὴν κατακύρωσιν. Τότε δὲ μόνον ἐξ
2215ἀσφαλοῦς ὑπεβλήθη ἀναφορὰ περὶ προσφορᾶς βελτίονος, γε-
2216νομένη ἐν γνώσει τῶν ἀναφερομένων, ὅτι ἦτο ἄκυρος. Ἰδοὺ
2217τί περὶ τούτου εἶπον πέρυσιν. (Ἀναγινώσκει).
2218Ἡ προσφορὰ, μὴ συνοδευομένη ὑπὸ ἐγγυοδοσίας, δὲν θὰ
2219ἠδύνατο νὰ γένηται δεκτὴ, καὶ ἂν ὑπεβάλλετο ἐγκαίρως,
2220τοιαύτη δὲ προσφορὰ ὑπεβλήθη μετὰ τὴν ἔγκρισιν, καὶ εἰς
2221τοῦτο στηρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ὁλόκληρον αὑτοῦ τὸ οἰκοδό-
2222μημα. Τοιαύτην προσφοράν, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἔπρε-
2223πε νὰ δεχθῶμεν. Αἱ περὶ τιμίας ἐνεργείας ἰδέαι τῶν ἀνθρώ-
2224πων δὲν εἶναι πάντοτε αἱ αὐταί. Ἐγὼ τοιαύτην ἐνέργειαν
2225δὲν θὰ ἐθεώρουν τιμίαν, ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐὰν πράττῃ
2226ὡς ὁμιλεῖ, δὲν θὰ ἐδίσταζεν, εὐκαιρίας δοθείσης, νὰ ἐνερ-
2227γήσῃ οὕτω. Ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του
2228εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς κατακυρώσεως, δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ
2229ἐπανέλθῃ εἰς τὰ γενόμενα, καὶ ἂν ἡ μετὰ τὴν ἔγκρισιν γε-
2230νομένη ἀνωτέρα προσφορὰ συνωδεύετο καὶ ὑπὸ τῆς ἐγγυο-
2231δοσίας τῶν 30,000 δραχμῶν, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον δὲν ἠδύ-
2232νατο νὰ ἐπανέλθῃ ἐπ’ αὐτὰ, προκειμένου περὶ προσφορᾶς
2233ὅλως εἰκονικῆς καὶ γενομένης μόνον πρὸς σκοποὺς, ἐφ’ οἷς
2234δὲν ἔχουσιν ἀφορμὴν, ἵνα ἐναβρύνωνται, οὔτε οἱ ὑποβαλόντες,
2235οὔτε ὁ ἐν τῇ Βουλῇ προκαλῶν τὴν παροῦσαν συζήτησιν.
2236Ὁ κ. Βουλευτὴς θαυμάζει, ὅτι προετιμήσαμεν εἰς τροφὴν
2237τῶν κτηνῶν τὸ χόρτον ἀντὶ τοῦ ἀχύρου. Ὑπέβαλον πέρυσι
2238τὰς ἐκθέσεις διοικητῶν σωμάτων, καθ’ ἃς τὸ ἄχυρον ἐν τῷ
2239κλίματι ἡμῶν ἦτο προτιμότερον τοῦ χόρτου, ἀλλὰ τοιοῦτον
2240ἄχυρον, ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ ἐπρομηθεύετο, ἦτο
2241κατώτερον τοῦ χόρτου, διότι καλοῦ ἀχύρου ἡ προμήθεια
2242ἐν τῇ Ἀττικῇ ἦτο ἀνέφικτος, διὰ τὸ ἀνεπαρκὲς τῆς παρα-
2243γωγῆς, ὅταν συντρέχῃ εἰς τὴν κατανάλωσιν καὶ ἡ στρατιω-
2244τικὴ ὑπηρεσία. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὸ ἀναπληροῦν τὸ ἐλ-
2245λεῖπον ἐκ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς προεμηθεύοντο οἱ ἐργο-
2246λάβοι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐκ τῆς Μ. Ἀσίας, καὶ τοῦτο, ἀπο-
2247τελοῦν τὴν ὅλην σχεδὸν προμήθειαν τοῦ στρατοῦ, ἦτο κα-
2248κῆς ποιότητος. Τούτων ἕνεκα οἱ σωματάρχαι ἐγνωμοδότη-
2249σαν, ὅτι ἦτο προτιμότερον μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Θεσσαλίας
2250νὰ προμηθεύηται τὸ Δημόσιον χόρτον πρὸς διατροφὴν τῶν
2251κτηνῶν.
2252Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ τιμὴ εἰς
2253ἣν ἀπεκτήθη τὸ χόρτον, ἦτο ὑπερβολική· ἀλλὰ διατὶ δὲν
2254ἐπαρουσιάζοντο εἰς τοὺς δύο διαγωνισμοὺς ἄλλοι, νὰ προσφέ-
2255ρωσι κατωτέραν τιμήν; Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶχε παραστήσει
2256πέρυσι τὰ κέρδη ὡς κολοσσιαῖα· ἤδη μετριάζει τὰς ἐκτιμή-
2257σεις, ἀλλ’ ἔστω καὶ ἂν τὰ κέρδη παρεστήθησαν παρ’ αὐτοῦ
2258ὡς συμποσούμενα εἰς 360,000 δραχμῶν, ἢ καὶ εἰς τὸ ἥμισυ,
2259ἢ καὶ εἰς τὸ τέταρτον, ἢ καὶ εἰς τὸ ὄγδοον τοῦ ποσοῦ τού-
2260του, ἐξητάσθη τὸ ζήτημα οὐ μόνον ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος
2261τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὑπολογισμῶν ἐπισήμων. Τοὺς
2262δὲ πέρυσιν ὑποβληθέντας ὑπολογισμοὺς δυνάμεθα ἤδη νὰ
2263ἐλέγξωμεν καὶ νὰ συμπληρώσωμεν ἐκ τῶν βεβαιωθέντων ἐν
2264τῇ ἐκτελέσει. Ὑποβάλλω σημείωσιν, καθ’ ἣν τὰ ἔξοδα πιέ-
2265σεως καὶ μεταφορᾶς χόρτου ἐκ Θεσσαλίας εἰς Ἀθήνας ἔχου-
2266σιν οὕτω:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
22671ον Διὰ τὴν πίεσιν τοῦ χόρτου εἰς δέματα· ὑλι-
2268 κὸν καὶ ἐργασία κατ’ ὀκάν λ. 1½
22692ον.Μεταφορὰ εἰς σιδηρόδρομον Καρδίτσης καὶ
2270 ἐκεῖθεν δι’ αὐτοῦ εἰς Βῶλον. (Ἕκαστον βαγόνιον,
2271 περιλαμβάνον περὶ τὰς 2 χιλιάδας ὀκάδας, πληρό-
2272 νεται εἰς Καρδίτσαν 68 φράγκα χρυσᾶ, εἰς Σοφά-
2273 δες 55 καὶ εἰς Δεμερλῆ 47). Κατ’ ὀκάν λ. 3½
22743ον.Μεταφορὰ ἐκ Βώλου εἰς Πειραιᾶ (κατὰ τὴν
2275 τελευταίαν σύμβασιν τῶν Ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιριῶν,
2276 ὁ ναῦλος ἀπὸ Βώλου εἰς Πειραιᾶ ὡρίσθη εἰς λεπτὰ
2277 3¾ κατ’ ὀκάν) λ. 3
22784ον.Ἐπιβίβασις καὶ ἀποβίβασις εἰς Βῶλον καὶ
2279 Πειραιᾶ λ. ½
22805ον.Ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Ἀθήνας λ. 1
22816ον.Ἔξοδα ἀποθηκῶν καὶ μεταφορᾶς αὐτοῦ εἰς
2282 τὰ διάφορα σώματα λ. 1
22837ον.Φύρα λ. 1
2284 Τὸ ὅλον λεπ.11½
2285Εἰς ταῦτα τὰ 11½ λεπτὰ προσθετέον 1% ὑπὲρ τοῦ
2286Μετοχικοῦ Ταμείου, προσθετέοι καὶ οἱ δημοτικοὶ φόροι καὶ
2287οἱ τοῦ μώλου, ἀναβιβάζοντες τὸ ἄθροισμα εἰς 12 λεπτά.
2288Πλὴν τούτων ἐπιβαρύνεται ἡ ἐργολαβία διὰ τόκων, ὡς γι-
2289νομένης τῆς προμηθείας παρὰ τῶν ἐργολάβων κατὰ τὴν
2290ἐποχὴν τῆς συγκομιδῆς, ἐνῷ ἡ παράδοσις εἰς τὴν δημοσίαν
2291ὑπηρεσίαν καὶ ἑπομένως ἡ πρὸς αὐτοὺς ἀπότισις τοῦ τιμή-
2292ματος γίνεται κατὰ τὴν διάρκειν τοῦ ἔτους, ῥυθμιζομένη
2293κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Οὐδὲν ὅμως σημειοῦται
2294ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου, λαμβανομένων δ’ ὑπ’ ὄψει μόνων
2295τῶν 12 λεπτῶν, ὡς ἐπιπροσθέτων, μένουσι μέχρι τοῦ τιμή-
2296ματος ἐκ λεπτῶν 18 καὶ ¼ λεπτὰ 6 καὶ ¼ διὰ τὴν ἐπὶ
2297τόπου ἀγορὰν τοῦ χόρτου, ἑπομένως, μόνον ἂν τοῦτο ἠγο-
2298ράσθη κάτω τῶν λεπτῶν 6 καὶ ¼, μένει μικρὸν κέρδος. Τὸ
2299ποσοστὸν ἄρα, τὸ ὁποῖον θὰ δυνηθῶσι νὰ κερδήσωσιν οἱ ἐρ-
2300γολάβοι, ἐὰν φροντίσωσι νὰ προμηθευθῶσι τὸ χόρτον ἐγκαί-
2301ρως, ἐπιτύχωσι δὲ τιμὰς μετρίας, μὴ συμβῶσι δ’ αὐτοῖς
2302καὶ ἀπρόοπτοι ζημίαι, πλὴν τῶν ἐκ τῆς φύρας καὶ τῶν τό-
2303κων, τὸ ποσοστὸν τοῦ κέρδους ἔσται πάντως ἐλάχιστον·
2304ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως ἀνταποκρίνεται πρὸς
2305ὁλικὸν τίμημα 650 χιλιάδων δραχμῶν, ἐὰν τὸ ποσοστὸν
2306τοῦ κέρδους ᾖναι 5%, ὅπερ ἀπίθανον, κατὰ τοὺς ὑπο-
2307λογισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὅλον κέρδος θὰ ᾖναι 30 ἕως
230835 χιλιάδων δραχμῶν, ἐνδέχεται ὅμως νὰ ᾖναι κατώτερον
2309τοῦ ἡμίσεος ἢ τοῦ τετάρτου τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐνδέχεται
2310ν’ ἀπολήξῃ ἡ ἐπιχείρησις καὶ εἰς ζημίαν....
2311§75ΚΑΖΑΜΠΑΚΑΣ. Πέρυσιν ἔχασε.
2312§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω περὶ τούτου πληροφορίας, ἀλλ’
2313ἐκ τῶν ὑπολογισμῶν ἀποῤῥέει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κερ-
2314δήσῃ ἡ ἐργολαβία σπουδαίως, ἀφοῦ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν θε-
2315τικῶς καὶ ἐπισήμως βεβαιωμένων προσθέτων δαπανῶν δὲν
2316μένουσι πλέον τῶν λεπτῶν 6 καὶ ¼ διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ
2317χόρτου. Ἐπιπροσθέτω δὲ παρεμπιπτόντως, ὅτι ἐφέτος, ἕνεκα
2318τῆς ἀνομβρίας, ὑπάρχει ἔλλειψις καὶ ἑπομένως ὑπερτίμησις
2319τοῦ χόρτου ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐν δὲ Τυρνάβῳ τὸ πρῶτον σύν-
2320ταγμα τοῦ ἱππικοῦ, μετ’ ἐπανειλημμένας δημοπρασίας,
2321ἐπρομηθεύθη τὸ χόρτον μέχρι 14 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, οὐχὶ
2322εἰς δέμα. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ 350 χιλιάδων
2323δραχμῶν κέρδους τῶν ἐργολάβων. Ὡς ἔγνωτε, δὲν εἶναι
2324δυνατὸν νὰ ᾖναι τὸ κέρδος ἀνώτερον τῶν 35,000, ἀλλὰ καὶ
232540,000 καὶ 60,000 ἐὰν ἦτο, θ’ ἀντεστοίχει κατ’ ἀνώτατον
2326ὅρον εἰς 1% ἐπὶ τῆς ὅλης προμηθείας, ὅπερ δὲν θὰ ἦτο
2327παράδοξον, οὐδὲ ὑπερβολικόν. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἡ
2328προμήθεια ἐγένετο κατὰ τρόπον, σκοποῦντα, ὅπως εὐνοηθῶσι
2329πρόσωπα, διότι ἐγένετο διετὴς ἀντὶ μονοετοῦς, καὶ ἐζήτησε
2330τὸν λόγον τῆς ὁρισθείσης διαρκείας. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἔπρεπε
2331νὰ γίνωσι δαπάναι διὰ τὴν παρασκευὴν τοῦ χόρτου ἐν
2332Θεσσαλίᾳ, ὅτι δὲν ὑπῆρχον τότε ἐκεῖ πιεστήριοι μηχαναί,
2333καὶ μάλιστα ἀτμοκίνητοι, καὶ ὅτι τούτων ἕνεκα δὲν ἦτο
2334εὔλογον ν’ ἀπεκδεχώμεθα, ὅτι διὰ προμήθειαν ἑνὸς μόνου
2335ἔτους θὰ ἐπαρουσιάζοντο ἐργολάβοι, ἀναδεχόμενοι αὐτὴν ἐπὶ
2336τιμήματι μετρίῳ. Ἐὰν ἐπαρουσιάζοντο ἐργολάβοι ἐπὶ διαρ-
2337κείᾳ οὕτω περιωρισμένῃ, θὰ περιελάμβανον τὴν δαπάνην
2338τῆς ἐγκαταστάσεως ἐν τοῖς ἐξόδοις, καὶ διανέμοντες αὐτὰ εἰς
2339τὴν προμήθειαν ἑνὸς ἔτους, θὰ ἐπεβάρυνον κατὰ τοσοῦτον
2340τὴν τιμὴν τοῦ χόρτου. Ἴσως ἔπρεπεν ἡ προμήθεια, ἕνεκα
2341τῶν προκαταρκτικῶν δαπανῶν, νὰ συμφωνηθῇ ἐπὶ διάρκειαν
2342μακροτέραν τῶν δύο ἐτῶν. Ἀφοῦ δὲ σήμερον εἶναι βεβαιω-
2343μένον, ὅτι οἱ ἐργολάβοι ἠγόρασαν πιεστικὰς μηχανὰς ἀτμο-
2344κινήτους, καὶ ἐξετέθησαν εἰς σπουδαίας δαπάνας ἐγκατα-
2345στάσεως, ἡ ἐρώτησις, διατὶ ἐγένετο ἡ ἐργολαβία διετὴς, δι-
2346καιολογεῖται μᾶλλον ἐκ τῆς βραχυτέρας ἢ ἐκ τῆς μακρο-
2347τέρας τοῦ δέοντος διαρκείας τῆς ἐργολαβίας. Εἰς τὸ φιλο-
2348περίεργον τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, ὑπαγορεῦον αὐτῷ ἐρωτή-
2349σεις, συνιστῶμεν, ἀντὶ τῆς, εἰς ἣν ἀπήντησα, ἑτέραν πρὸς
2350τὸν πελάτην του, ἤτοι, ἀφοῦ προέκειτο περὶ συμφωνιῶν
2351τοσοῦτον συμφερουσῶν, διατὶ δὲν παρουσιάζετο ἐκεῖνος εἰς
2352τὸν διαγωνισμόν; Καὶ εἰς ταύτην τὴν ἐρώτησιν τὴν ἀπάν-
2353τησιν δίδω ἐγώ. Διότι ὁ πελάτης του προετίμα νὰ μὴ δια-
2354γωνισθῇ, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλῃ εἰς φορολογίαν τοὺς διαγωνι-
2355ζομένους, προσφέρων τὴν ἀφάνειάν του ἐν τῷ διαγωνισμῷ. Τὸ
2356Ὑπουργεῖον ἀντετάχθη κατὰ τοιούτων συστάσεων. Εἰδο-
2357ποιῶ δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οἱ πελάται του ἐπαρουσιά-
2358σθησαν εἰς ἕτερον διαγωνισμόν....
2359§77ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει πελάτας.
2360§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὁ Κικέρων εἶχε πελάτας. (Ἱλαρότης).
2361Λέγω, ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ πρόσωπα ἐπαρουσιάσθησαν
2362εἰς τὸν διαγωνισμὸν ἐφέτος, δὲν ἐπαρουσιάσθησαν δὲ ἄλλοι,
2363καὶ αἱ κινήσεις ὑπῆρξαν ἀντίστροφοι· μετὰ τὴν κατακύρω-
2364σιν οἱ ἀποσχόντες ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ ὑπέβαλον προσφορὰς
2365βελτίονας τοῦ ὅρου, εἰς ὃν ἐγένετο ἡ κατακύρωσις ὑπὲρ τῶν
2366παρουσιασθέντων· οὗτοι δὲ προσέδραμον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
2367ὀλοφυρόμενοι καὶ διαμαρτυρόμενοι, ὅτι πρόκειται νὰ μὴ ἐγ-
2368κριθῇ τὸ ἀποτέλεσμα δημοπρασίας, ἐνεργηθείσης δι’ ἐνσφρα-
2369γίστων δελτίων, καὶ ἥτις οὐδέποτε ἀκυροῦται, λόγῳ βελ-
2370τίονος προσφορᾶς. Ταῦτα δὲ ἔλεγον αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες
2371ἐν τῇ ὑποθέσει, ἧς τὴν ὑπεράσπισιν ἀνέλαβεν ὁ κ. Βουλευ-
2372τὴς, ἠξίουν, ὅπως ἐπὶ ἀναφορᾷ, παρακαίρως ὑποβληθείσῃ
2373καὶ μὴ συνοδευομένῃ ὑπὸ τῆς κανονικῆς ἐγγυήσεως, ἀκυρωθῇ
2374δημοπρασία δι’ ἐνσφραγίστων δελτίων ἐνεργηθεῖσα, καὶ
2375παρεπονοῦντο ἐπὶ τῇ παραγνωρίσει τοῦ δικαίου αὐτῶν. Πέ-
2376ρυσιν ἐπρόκειτο περὶ χόρτου, καὶ ἐζητεῖτο ἡ ἀκύρωσις τῆς
2377δημοπρασίας λόγῳ βελτίονος προσφορᾶς, μετὰ τὴν ἔγκρισιν
2378καὶ ἄνευ ἐγγυοδοσίας ὑποβαλλομένης. Ἐφέτος ἐπρόκειτο
2379περὶ ποσοῦ, καὶ ἐζητεῖτο ἡ ἀκύρωσις πάλιν λόγῳ βελτίονος
2380προσφορᾶς, ἀλλὰ πρὸ τῆς ἐγκρίσεως ὑποβαλλομένης καὶ
2381συνοδευομένης δι’ ἐγγυοδοσίας, καὶ ὅμως οἱ πέρυσι διαμαρ-
2382τυρόμενοι ἐπὶ τῇ μὴ ἀκυρώσει τῆς δημοπρασίας, ἐφέτος
2383ἠξίουν νὰ μὴ ἀκυρωθῇ ἡ ὑπὲρ αὐτῶν γενομένη κατακύρω-
2384σις. Ἡ ἀκύρωσις ἐγένετο ἐφέτος ἐπειδὴ ἡ βελτίων προσ-
2385φορὰ ὑπεβλήθη ἐγκαίρως, ἡ δὲ νέα δημοπρασία ἀπέληξεν
2386εἰς σπουδαίαν ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς τοῦ σανοῦ. Καὶ πέρυσι
2387θὰ ἠκυροῦτο ἡ δημοπρασία τοῦ χόρτου, ἐὰν ἐγκαίρως καὶ
2388μετὰ ἐγγυοδοσίας ἐγίνετο ἡ νέα προσφορά. Ἡ προσφορὰ
2389ἐκείνη, ὡς ἀπέδειξα, δὲν ἦτο πραγματικὴ, ἀλλὰ καὶ τοιαύτη
2390ἂν ἦτο, ἡ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς τοῦ χόρτου κατὰ δύο λε-
2391πτὰ τὴν ὀκᾶν, θὰ προσεπόριζεν εἰς τὸ Δημόσιον ὠφέλειαν
2392μόλις τοῦ ἑνὸς ἕκτου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παρέστησεν ὁ κύ-
2393ριος Βουλευτής. Ὁ κύριος Βουλευτὴς προεκάλεσε τὴν συζή-
2394τησιν ἐπαγγελλόμενος, ὅτι ἤθελε καταδείξει ζημίαν σπου-
2395δαίαν τοῦ Δημοσίου. Οἱ παρ’ αὐτοῦ προσαχθέντες ἀριθμοὶ
2396περιωρίσθησαν εἰς τὸ ἑκτημόριον, ἀλλὰ καὶ οὕτω περιοριζό-
2397μενοι, ἀπεδείχθησαν ἰδανικοὶ καὶ ἀποῤῥέοντες ἀπὸ ἐνεργειῶν
2398εἰκονικῶν, μόνον ἐχουσῶν σκοπὸν τὴν καταδολίευσιν τῶν
2399συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν ταῦτα θεωρῇ ὁ κύριος
2400Βουλευτὴς σπουδαῖα, ἐγὼ ὅμως λυποῦμαι τὸν χρόνον, ὃν
2401ἐδαπάνησα, ἀπαντῶν εἰς αὐτά.
2402§79ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, νὰ ὁμι-
2403λήσω ἐκ δευτέρου, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς τελευταίας
2404φράσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ὑπ’
2405ἐμοῦ λεχθέντα περὶ καταχρήσεων καὶ κλοπῶν δὲν θεωρεῖ
2406σπουδαῖα. Καὶ μήπως ἐγὼ εἶπον τὸ ἐναντίον; Βεβαίως τὰ
2407θεωρεῖς σπουδαῖα, διότι τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζη-
2408μιώθη τὸ Δημόσιον, δὲν τὰ ἐξήγαγες ἀπὸ τὸ βαλάντιόν σου,
2409ἀλλὰ τὰ πληρόνει ὁ λαός. Δὲν εἶναι, λέγεις, σπουδαῖα, καὶ
2410τολμᾷς νὰ ἐκστομίσῃς, ὅτι πολὺν καιρὸν κατηνάλωσας μα-
2411ταίως, διὰ νὰ ἀπαντήσῃς. Ἔχεις δίκαιον. Βεβαίως, ἂν δὲν
2412ἐξώθεις τὴν τόλμην σου μέχρι τοῦ σημείου τούτου, δὲν θὰ
2413ἦτο δυνατὸν νὰ διαπράττωνται τὰ ἀνήκουστα ἐν τῇ διοική-
2414σει ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα καταγγέλλονται ἀπαύστως ἀπὸ
2415τοῦ βήματος τούτου.
2416Δὲν ἠρκέσθη εἰς ὅσα εἶπε πέρυσιν, ἀλλ’ ἠθέλησε ν’ ἀπαν-
2417τήσῃ καὶ ἀπόψε ὁ κ. Πρωθυπουργός, πλὴν οὐδὲν τῶν γεγο-
2418νότων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπεκάλυψαν τὴν ἔκτροπον καὶ ἔκ-
2419θεσμον ἐνέργειάν του, ἔθιξε. Τῷ εἶπον, διατὶ παρεβίασε τὴν
2420ἰδίαν του ἐγκύκλιον, κατὰ τὴν ὁποίαν μόνη κατάλληλος
2421τροφὴ διὰ τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ εἶναι τὸ ἄχυρον, καὶ οὐδὲν
2422εἰς τοῦτο ἀπήντησε. Τὸν ἠρώτησα, διατὶ δὲν ἔλαβεν ὑπ’
2423ὄψει μειοδοτικὴν προσφοράν, τὴν ὁποίαν γνωστὰ καὶ φερέγ-
2424γυα πρόσωπα ὑπέβαλον, καὶ ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν τῷ ἦτο ἐπι-
2425τετραμμένον ν’ ἀρνηθῇ τὴν ὑπογραφήν του. Ἀλλὰ ποῦ εἶχες
2426τὴν ὑπογραφήν σου, κύριε Πρωθυπουργέ; Τὴν εἶχες εἰς τὸ
2427σχέδιον τῆς ἐγκριτικῆς διαταγῆς, ἥτις ἔμενεν εἰς τὸ συρτά-
2428ριόν σου, δὲν ἐγένετο δὲ κοινοποίησις...
2429§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον λάβει γνῶσιν
2430ἐκεῖνοι.
2431§81ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ μυρίους τρόπους
2432ἠδύναντο νὰ λάβωσι γνῶσιν, νομίμως ὅμως δὲν ἔλαβον τοι-
2433αύτην. Ὁ διαχειριζόμενος δημόσια χρήματα δὲν δύναται
2434νὰ τὰ διαχειρισθῇ ἄλλως, ἢ ὅπως διατάσσει ὁ νόμος. Ποῖος
2435νόμος ὑπεχρέωσεν ὑμᾶς νὰ κοινοποιήσητε τὴν ἐγκριτικὴν
2436διαταγὴν μετὰ τὴν μειοδοτικὴν προσφοράν;...
2437§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸ τῆς μειοδοτικῆς προσφορᾶς.
2438§83ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀπό-
2439δειξις περὶ τούτου. Καὶ ἔρχεσθε καὶ λέγετε, ὅτι, ἀφοῦ ἐθέ-
2440σατε τὴν ὑπογραφήν σας, δὲν ἦτο ἄξιον ὑμῶν, νὰ μὴ κοινο-
2441ποιήσητε τὴν ἔγκρισιν, ἀδιάφορον δὲ, ἂν ἐγένετο προσφορὰ
2442συμφερωτέρα. Ἀλλὰ ταῦτα ἠδύνασθε νὰ λέγητε, ἐὰν ἐπρό-
2443κειτο περὶ διαχειρίσεως τῆς ἰδίας σας περιουσίας, καὶ οὐχὶ
2444τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διασπα-
2445θίζητε τὸν δημόσιον πλοῦτον ἐπὶ τοιαύταις προφάσεσιν. Ἐν
2446τῷ γραφείῳ σου δύνασαι νὰ κάμῃς ὅσας ἂν θέλῃς διαταγάς.
2447Ἐνόσῳ αὗται δὲν κοινοποιοῦνται, οὐδὲν δικαίωμα καὶ οὐδε-
2448μίαν ὑποχρέωσιν γεννῶσιν. Ἑπομένως, ἀφοῦ κοινοποίησις
2449δὲν εἶχε γίνει εἰς τὸν Καμπᾶν, δέν σοι ἦτο ἐπιτετραμμένον
2450νὰ μὴ δεχθῇς τὴν μειοδοτικὴν προσφορὰν, ἐξ ἧς ἤθελεν
2451ὠφεληθῆ τὸ Δημόσιον ἑκατοστύας ὅλας χιλιάδων δραχμῶν.
2452Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐγὼ, ὑποστηρίζων, ὅτι δὲν
2453ἔπρεπε νὰ κοινοποιηθῇ ἡ ἔγκρισις μετὰ τὴν μειοδοτικὴν
2454προσφορὰν, ἔχω ταπεινὴν ἰδέαν περὶ ἐμαυτοῦ. Τοῦτο εἶναι
2455ἀκατανόητον. Ποῖος τότε ἔχει μεγάλην περὶ ἑαυτοῦ ἰδέαν;
2456Ὁ δεικνύων στοργὴν εἰς τὰς κλοπὰς καὶ καταχρήσεις; Ἡ
2457διαφορὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι, ὅτι
2458ἐγὼ μὲν δὲν ἀνέχομαι τὰς καταχρήσεις, ἐκεῖνος δὲ τὰς ἀνέ-
2459χεται. Τίς μεταξὺ ἡμῶν εὑρίσκεται ἐν κρείττονι θέσει, ἂς
2460κρίνωσιν οἱ ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως κρίνοντες τὰ πρόσωπα
2461καὶ τὰ πράγματα.
2462Ἐπανειλημμένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμε χρῆσιν τῆς
2463λέξεως «πελάτης». Τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι ἀληθὴς πελάτης
2464αὐτοῦ εἶναι ὁ χορηγητὴς τοῦ χόρτου, ὁ ὁποῖος ὠφελήθη
2465πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἀγνοῶ δὲ μάλιστα, πῶς ὁ κ.
2466Πρωθυπουργὸς γνωρίζει πάσας τὰς λεπτομερείας τῶν ἐξό-
2467δων καὶ τῶν δαπανῶν, εἰς ἃς ὑποβάλλεται ὁ χορηγητὴς
2468οὗτος. Δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι πελάται ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑπαι-
2469νίσσεται, οὐδὲ τοὺς εἶδον ποτέ, οὐδὲ τοὺς γνωρίζω. Ἐὰν ἔχῃ
2470ἔννοιάν τινα ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ λέξις πελάτης, τοιοῦτος
2471δι’ ἐμὲ εἶναι ὁ λαὸς, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω. Σεῖς, ἀνερ-
2472χόμενος τὸ βῆμα, ἀναλαμβάνετε τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἀν-
2473θρώπων ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἡμεῖς φέρομεν ὡρισμένας
2474κατηγορίας, κατηγορεῖτε δὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἔδωκαν
2475ἀναφοράν, δι’ ἧς προσεφέρθησαν νὰ ὠφελήσουν τὸ Δημόσιον.
2476Βλέπετε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουρ-
2477γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐρειδόμενος εἰς τὴν ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν
2478ἀρύεται ἐκ τῆς πλειοψηφίας, ἀνέρχεται τὸ βῆμα, ὄχι διὰ νὰ
2479συζητήσῃ σπουδαίως καὶ ν’ ἀπαντήσῃ σοβαρῶς εἰς τὰ ἐπι-
2480χειρήματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑβρίσῃ καὶ
2481νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑποθέσεις, ἃς ὁ ἴδιος δημιουργεῖ, ὅπως ἐπ’
2482αὐτῶν θεμελιώσῃ ὑπεράσπισιν. Ἀλλὰ τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι
2483ὑπεράνω τῆς πλειονοψηφίας του, ὑπεράνω τῆς δυνάμεώς του
2484ὑπάρχει ἄλλη δύναμις, ἡ δύναμις τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς
2485δύναται ἀκινδύνως νὰ περιφρονῇ. Τὸ δημόσιον φρόνημα ἀρ-
2486κούντως ἐφωτίσθη μέχρι τοῦδε, διὰ νὰ μὴ πλανᾶται ἐπὶ
2487πλέον, ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἐτυ-
2488μηγορία του θὰ ἦναι ὑπὲρ τῶν συμπερασμάτων, εἰς τὰ
2489ὁποῖα κατέληξα.
2490§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.
2491§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2492Ὥρᾳ 12 τοῦ μεσονυκτίου.