1888.12.20
3.573 στίχοι · 28.352 λέξεις · 161 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42.
Τῆς 20 Δεκεμβρίου 1888.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 3. Μ. Μ.
(Προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Κοκκέβη).
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ εἰς τὴν ὁμιλίαν μου ἀναφερομένη παράγραφος τῶν πρακτικῶν δὲν ἔχει καλῶς, καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ ὡς ἑξῆς, ὡς εἶναι τὸ ἀκριβές: «Κατόπιν εἷς τῶν Βουλευτῶν Ἀρκαδίας εἶπεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν προέβαλε πρότασιν μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις ἐπὶ τῆς πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν ἐπερωτήσεως, διότι, ἂν προέβαλλε τοιαύτην, ὤφειλε νὰ προτείνῃ νὰ ζητηθῇ παρ’ αὐτοῦ ποινικὴ εὐθύνη· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ὀφείλει νὰ καταψηφίσῃ τὴν προταθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πρότασιν».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Τὰ πρακτικὰ, διορθωθέντα συμφώνως τῇ ἀνωτέρω παρατηρήσει, ἐπικυροῦνται).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα πολιτῶν ἐκ Πύργου, ἐκτιθέντων, ὅτι συλλαλητήριον, γενόμενον ἐκεῖ, ἐνετείλατο αὐτοῖς, νὰ διαβάσωσι τῇ Βουλῇ εὐχὴν, ὅπως χορηγήσῃ αὕτη τὰ μέσα πρὸς σύστασιν πανελληνίου οἰνοποιΐας. Τηλεγράφημα Χρήστου Παπασταθοπούλου, κατοίκου Πατρῶν, παραπονουμένου κατὰ τοῦ αὐτόθι ὑπαστυνόμου Μυλιώνη.
§4ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον, Κύριοι, χθὲς ἐπιστολὴν ἐκ Σύρου παρά τινος συμπολίτου μου καπνοπώλου, ὁ ὁποῖος μὲ παρακαλεῖ νὰ ἀνακοινώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορώσας εἰς ἕνα ἐκ τῶν ἐκεῖ Διευθυντῶν τοῦ καπνοκοπτηρίου, τὸν Διευθυντὴν τοῦ καπνοκοπτηρίου τῆς διαμετακομίσεως. Ὁ κύριος οὗτος φαίνεται, ὅτι ἀπὸ καιροῦ δὲν ἐκπληροῖ εὐόρκως τὰ καθήκοντά του, καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς πολλοὺς καπνοπώλας, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν νὰ καταγγείλωσιν αὐτὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· τὸν κατήγγειλαν διὰ πολλὰς πράξεις, ὡς ἀναφέρει ἡ ἐπιστολὴ, καὶ ἰδίως διότι δὲν ἐξήσκει τὴν προσήκουσαν ἐπίβλεψιν, καὶ ὁ καπνὸς, ὁ προωρισμένος νὰ ἐξέρχηται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, κατὰ μέγα μέρος ἀπεστέλλετο εἰς ἐπαρχίας ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ Δημόσιον ἐζημιοῦτο τὸν φόρον. Ἀλλ’ οἱ μετερχόμενοι τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ καὶ μεταχειριζόμενοι τὰ μέσα ταῦτα παρεμβάλλουσι πολλὰ προσκόμματα εἰς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι τιμιώτερον διαχειρίζονται τὸ ἐμπόριον, καὶ οὕτω δὲν δύναται νὰ γίνῃ συναγωνισμός. Ὁ παραπονούμενος καπνοπώλης ἀναφέρει, ὅτι ὁ καταγγελλόμενος Διευθυντὴς τοῦ καπνοκοπτηρίου τῆς διαμετακομίσεως εἰς τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις συμπεριλαμβάνει καὶ πρόσωπα οὐδεμίαν προσφέροντα ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος· τὰ δὲ χρήματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει, τὰ ὠφελεῖται αὐτός· ὅτι προκειμένου νὰ κόψῃ καπνὸν, προτιμᾷ πρόσωπά τινα, καὶ ἄλλα πρόσωπα ἀποπέμπει καὶ τὰ κακομεταχειρίζεται· ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέστειλεν Ἐπιθεωρητὴν καὶ ἐνήργησεν ἀνακρίσεις, καὶ κατὰ τὸν ἐπιστολογράφον ὅλαι αἱ πράξεις αὗται ἀπεδείχθησαν, ἀλλὰ οὐδεμία ἐγένετο ἐνέργεια κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου· ἕνεκα δὲ τούτου ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐγένετο θρασύτερος καὶ ἐξακολουθεῖ μετ’ ἐπιτάσεως τὴν αὐτὴν διαγωγήν· ὅτι κατόπιν αὐτὸς, ὁ ὁποῖος μοὶ ἀπευθύνει τὴν ἐπιστολὴν, ἀπηύθυνεν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν διεβίβασε δι’ ἐπιστολῆς του· ὅτι συνεπείᾳ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐστάλη Ἐπιθεωρητὴς, ὁ ὁποῖος ἐνήργησεν ἀνακρίσεις καὶ κατὰ τὰς ἀνακρίσεις ἐβεβαιώθησαν ὅλαι αἱ ἀποδοθεῖσαι εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον αἰτιάσεις· καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προεκάλεσε Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου μετέθεσεν ἐκ Σύρου τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, καὶ ὅτι τὸ Διάταγμα ἐδημοσιεύθη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος μένει εἰσέτι ἐν Σύρῳ. Ἐὰν, Κύριοι, ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐκθέτει ὁ συμπολίτης μου εἰς τὴν ἐπιστολήν του, ἦναι ἀληθῆ ἢ ὄχι, ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, διότι δὲν τὰ γνωρίζω. Τὰ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶναι καὶ ἁρμόδιος νὰ τὰ βεβαιώσῃ. Ἐπίσης δὲν γνωρίζω, ἂν ἐγένετο μετάθεσις τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, οὐδὲ ἂν τὸ Διάταγμα κατεχωρίσθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂν ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος μένῃ καὶ ὑπηρετῇ εἰσέτι ἐν Σύρῳ. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ μεταθέσῃ ἐκεῖθεν τὸν ὑπάλληλον, καὶ τὸν μετέθεσεν, φρονῶ, ὅτι ἡ περαιτέρω ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ διατήρησίς του δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, ἰδίως δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν ἅπαξ κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου καὶ οἱ ὁποῖοι, ὡς ἐκ τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον μετέρχονται, εἶναι ἠναγκασμένοι καθ’ ἑκάστην νὰ ἔρχωνται εἰς συνάφειαν μετὰ τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου. Ὅσον ἀνεξίκακος καὶ ἂν θεωρηθῇ ὁ Διευθυντὴς οὗτος, ἔχων ὑπ’ ὄψει, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι κατεφέρθησαν κατ’ αὐτοῦ, βεβαίως θὰ τοὺς κακομεταχειρίζηται. Ἐὰν πράγματι ἦναι ἀληθὲς τὸ γεγονὸς τῆς μεταθέσεως, φρονῶ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δίκαιον εἶναι νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ Διάταγμα, ἐκτοπίζων ἐκεῖθεν τὸν ὑπάλληλον ἄνευ ἀναβολῆς.
§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς κ. Ταρμπάζης ἐπηρώτησε τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν περὶ 140 λιρῶν, τὰς ὁποίας, κατὰ τὰς πληροφορίας αὐτοῦ, εἶχε σφετερισθῆ ὁ ἐν Ἐλασσῶνι Πρόξενος κ. Παπαδόπουλος. Αἱ πληροφορίαι τοῦ ἐντίμου συναδέλφου εἶναι ἀνακριβεῖς. Ἐξ ἐγγράφων μακρῶν τοῦ Προξένου Ἐλασσῶνος, συνοδευομένων ὑπὸ πασῶν τῶν ἀναγκαίων ἀποδείξεων, σήμερον περιελθόντων εἰς χεῖράς μου, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ περὶ οὗ ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις Τ. Σκανδάλης, ζωέμπορος, ἐκ Τρικκάλων, μετέβη εἰς Ἐλασσῶνα διὰ τὸ ἐμπόριον αὑτοῦ· ἐκεῖ δὲ διατρίβων, ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἐν καταστάσει μέθης εὑρίσκετο, κατέπεσεν ἀπό τινα ἐξώστην, ὅτι ἐκ τῆς καταπτώσεως ταύτης ἔπαθε δεινῶς σωματικῶς, ἀλλ’ ἔπαθε καὶ διανοητικῶς, ὅτι ὁ Πρόξενος σπεύσας παρέλαβεν αὐτὸν μετ’ ἄλλων πολιτῶν καὶ ἐφρόντισε περὶ τῆς νοσηλείας αὐτοῦ, ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν παρελάμβανον αὐτὸν οἱ πολῖται, κατέπεσεν ἐκ τοῦ σάκκου του δέμα, περιέχον 140 λίρας, τὰς ὁποίας παρέδωκαν οἱ συνοδεύοντες αὐτὸν εἰς τὸν Πρόξενον, καὶ ἐκρατήθησαν αὗται ὡς παρακαταθήκη παρὰ τῷ Προξενείῳ. Διαρκούσης τῆς νοσηλείας, μετέβη ὁ υἱὸς τοῦ παθόντος εἰς Ἐλασσῶνα ἐκ Τρικκάλων· ἐνώπιον δὲ τοῦ υἱοῦ, συνυπογράψαντος καὶ συναινοῦντος, ἐγένοντο αἱ πληρωμαὶ διὰ τὴν νοσηλείαν καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα τῆς διαμονῆς καὶ διατροφῆς τοῦ παθόντος ἐν Ἐλασσῶνι. Προκατεβλήθησαν δὲ ἐκ τῶν 140 λιρῶν καὶ τὰ προαπαιτούμενα πρὸς ἐπαναφορὰν τοῦ παθόντος εἰς Τρίκκαλα. Τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν τούτων, τὸ ὁποῖον φαίνεται ἐγκεκριμένον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ παθόντος, ἀνῆλθεν εἰς 19 λίρας καὶ ¼, τὰ δὲ ὑπόλοιπα χρήματα ἀπεδόθησαν, μίαν ἡμέραν νομίζω πρὸ τῆς ἐπερωτήσεως, εἰς τὸν ἔχοντα δικαίωμα· ἀπεδόθησαν δὲ μετά τινος βραδύτητος διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι, ὅτε ἀνεχώρησεν ὁ παθὼν ἐξ Ἐλασσῶνος, ἐξηκολούθει νὰ μὴ ἔχῃ τὰς φρένας ἐντελῶς σώας, ἕνεκα τῆς διαταράξεως, ἣν ἔπαθεν ἐκ τῆς καταπτώσεως ὁ ἐγκέφαλός του· ὅτε δὲ, ἐπανελθόντος αὐτοῦ εἰς Τρίκκαλα, ἐστάλη ἐκεῖθεν εἰς τὸν Πρόξενον πληρεξούσιον, διορίζον ἐντολοδόχον, ὅπως παραλάβῃ τὰ χρήματα, τὰ μείναντα ἐν τῷ Προξενείῳ, παρετήρησεν ὁ Πρόξενος, ὅτι τὸ πληρεξούσιον τοῦτο ἦτο συντεταγμένον ὑπὸ τοῦ Συμβολαιογράφου ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ παθόντος, καὶ ἐκ τούτου ὑπώπτευσεν, μὴ εὑρίσκηται ὁ παθὼν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκετο, ὅτε κατέλιπε τὴν Ἐλασσῶνα· ἐτηλεγράφησε δὲ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ φροντίσῃ νὰ βεβαιωθῇ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ παθόντος, ὥστε καὶ αὐτὸς νὰ δύνηται νὰ παραδώσῃ τὰ χρήματα ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν παρουσιαζόμενον ὡς πληρεξούσιον τοῦ εἰρημένου Σκανδάλη. Ὁ Εἰσαγγελεὺς προέβη εἰς τὴν προσήκουσαν ἐξέτασιν, ἔχω δὲ ἐνταῦθα καὶ τῶν ἰατρῶν τὰς γνωμοδοτήσεις, καὶ ἀπήντησεν εἰς τὸν Πρόξενον, ὅτι εἶχον ἐπανέλθει αἱ φρένες εἰς τὸν παθόντα καὶ ὅτι ἐγκύρως ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ ὁ Πρόξενος εἰς τὸν διορισθέντα πληρεξούσιον. Ἅμα δ’ ὡς ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν ταύτην τοῦ Εἰσαγγελέως μετὰ τῶν σχετικῶν ἀποδείξεων, κατέβαλε τὰ χρήματα εἰς τὸν παρουσιασθέντα ὡς πληρεξούσιον.....
§6ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Τὰ κατέβαλε κύριε Ὑπουργὲ, ἀφοῦ κατεκράτησε 15 λίρας.
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ ἐπροσέξατε, κύριε Βουλευτά. Πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι ἐκράτησεν οὐχὶ 15 λίρας, ἀλλὰ 19 καὶ ¼.
§8ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ἐκτὸς τῶν 19 λιρῶν ἐκράτησε καὶ 15 λίρας, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον· ἀλλ’ ὁ λόγος εἶναι, διότι ὁ Πρόξενος ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ αὐτάς.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Πρόξενος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε, ὑπηρετεῖ ἐν τῷ Προξενικῷ κλάδῳ ἀπὸ τριακονταετίας. Ὁ κ. Ἀριστείδης Παπαδόπουλος ὑπηρέτησε πολλαχοῦ, οὐδέποτε δὲ ἠκούσθη τι κατ’ αὐτοῦ, τὸ δυνάμενον νὰ ἐγείρῃ ἀμφιβολίας περὶ τῆς τιμιότητος αὐτοῦ. Ἐπαναλέγω, ὅτι πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα, ἐπειδὴ ἐγένετο σήμερον ἀμφισβήτησις, προθύμως καταθέτω ἐνταῦθα, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι μέχρι λεπτοῦ ἀπεδόθησαν πάντα τὰ χρήματα, ὅτι δὲ αἱ γενόμεναι δαπάναι ἐγένοντο τῇ συναινέσει καὶ ὑπογραφῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ παθόντος.
§10ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀπόδειξις παραλαβῆς;
§11ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα ὑπάρχει. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀπόδειξιν).
§12ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Βεβαίως, ἀλλ’ ἀφοῦ ὥρκισαν τὸν ἄνθρωπον ὡρκίσθη κατ’ ἀρχὰς, καὶ κατόπιν ἐκράτησαν τὰς 15 λίρας.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ταῦτα ἔχουσιν ἀνακριβῶς, δύνασθε νὰ καταγγείλητε τὸν Πρόξενον εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ ἔστε βέβαιος, ὅτι θὰ τιμωρηθῇ, ἀρκεῖ νὰ δυνηθῆτε νὰ ἀποδείξητε τὸν ἰσχυρισμὸν ὑμῶν.
§14Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πολλὰ ἐγείρονται παράπονα, κύριε Πρόεδρε, ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, τῶν ἐκπληρωσάντων τὰ χρέη αὐτῶν κατὰ τὰς ἄρτι διεξαχθείσας ἐπαναληπτικὰς ἐκλογὰς ἐν Ζακύνθῳ, Λακωνίᾳ καὶ Λαρίσσῃ, διότι δὲν ἐπληρώθησαν ἀκόμη αἱ ἀποζημιώσεις, ἃς ὁ νόμος χορηγεῖ αὐτοῖς. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι δὲν ἀποστέλλονται μόνον μέλη τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, δικασταί, ἀλλὰ καὶ δικηγόροι. Καὶ πρὸ ὀλίγου μὲν ἔτι ἐπεκράτει τὸ σύστημα τοῦ νὰ χορηγῆται εἰς τοὺς ἀποστελλομένους δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους προκαταβολή τις διὰ τὴν δαπάνην ἀνόδου καὶ καθόδου, ἀπέναντι ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατόπιν ἤθελον λάβει, ὑποβάλλοντες τὰς καταστάσεις αὑτῶν. Τοιουτοτρόπως διηυκολύνετο ἡ μετάβασις αὐτῶν. Ἀπό τινος ὅμως χρόνου, πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ἐλήφθη τὸ μέτρον, νὰ μὴ χορηγῶνται τοιαῦται προκαταβολαί. Καὶ δὲν πρόκειται τῇ στιγμῇ ταύτῃ νὰ συζητηθῇ κατὰ πόσον ἡ χορήγησις προκαταβολῶν ἦναι νόμιμος ἢ μὴ, ἐκεῖνο, ὅμως τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι, ἀφοῦ μεταξὺ τῶν ἀποστελλομένων δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, ὑπάρχουσι καὶ δικηγόροι, νέοι μάλιστα, τὸ πρῶτον ἀρχόμενοι τοῦ σταδίου αὑτῶν, καὶ μὴ ἔχοντες ἄφθονα τὰ ὑλικὰ μέσα, εἶναι ἄτοπον καὶ ἄδικον νὰ ἀναγκάζωνται οὗτοι, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωρίζετε, ἐὰν δὲν ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, ὑποβάλλονται εἰς βαρυτάτας ποινὰς, νὰ δανείζωνται, ἵνα ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Γνωρίζω δὲ, καὶ εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν δικηγόρων τούτων, ἵνα ἀποφύγωσιν ἀφ’ ἑνὸς τὰς ποινὰς, ἐὰν δὲν μετέβαινον εἰς τὴν θέσιν αὑτῶν, ἵνα δὲ ἀφ’ ἑτέρου οἰκονομήσωσι τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως αὑτῶν καὶ ἐπανόδου, ἠναγκάσθησαν μὲ βαρυτάτους τόκους νὰ δανεισθῶσι τὰ ἀναγκαιοῦντα αὐτοῖς χρηματικὰ ποσά. Ἔκτοτε παρῆλθε πολὺς χρόνος, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη, ὅπως ἐξοφληθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις αὐτῶν, αἱ ἐπὶ τοῦ νόμου στηριζόμεναι. Ἴσως θὰ μοὶ προταθῇ ἡ δικαιολογία, ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις. Ὅλα ταῦτα τὰ ὑποθέτω, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἀκόμη νὰ κατανοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις, νὰ μὴ λάβῃ ὁπωσδήποτε ἓν μέτρον, ὅπως πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα. Νομίζω μάλιστα, ὅτι, μολονότι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀνήκει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς δικαστικῆς, ἔχει καθῆκον καὶ οὗτος νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἐκλείψῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω, θεωρῶν τὸ ζήτημα ἄξιον προσοχῆς.
§15ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ πίστωσις, ἡ προβλεφθεῖσα ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἦτο ἐπαρκὴς καὶ ἀφῆκε καὶ περίσσευμα, προκειμένου περὶ τῶν ἐκλογῶν τῶν Νομαρχιακῶν Συμβούλων· ἀπεδείχθη ὅμως ἀνεπαρκὴς ὡς πρὸς τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογάς· διότι φαίνεται, δὲν προεβλέφθησαν τόσα κενὰ, ὅσα ἐγένοντο· ἐκ τούτου ὑπῆρξεν ἀνάγκη, ὅπως παρασκευασθῇ νομοσχέδιον, ἵνα δυνηθῶμεν ν’ ἀποζημιώσωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοὺς δικαστικούς, οἵτινες ἀπεστάλησαν πρὸς ἐπιτήρησιν τῆς τελευταίας διεξαγωγῆς ἐκλογῶν Βουλευτικῶν ἐν τῷ Κράτει. Δὲν ἠδυνάμεθα δὲ νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν πίστωσιν, τὴν διὰ τοὺς Νομαρχιακοὺς Συμβούλους, καθ’ ὅσον ἀνήκει εἰς ἄλλο ἄρθρον, καὶ μετάθεσις πιστώσεως ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον, γνωρίζει ὁ ἔντιμος ἐπερωτήσας, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται. Τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχει ἕτοιμον, ἀλλ’ ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς δὲν ἐπιτρέπει βεβαίως νὰ ψηφισθῇ, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν τοὺς δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους.
§16Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λησμονεῖ, ὅτι αἱ πληρωμαὶ αὗται ὀφείλονται πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἠδύνατο, ὅπως ἔλαβε πρόνοιαν διὰ τὰ ὀφειλόμενα διὰ τύπωσιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ ἄλλων ἀφορώντων εἰς τὴν ἐκλογικὴν ἐνέργειαν, ἠδύνατο καὶ περὶ τούτου νὰ προνοήσῃ ἐγκαίρως. Νομίζω, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται θέλων νὰ ἐπιῤῥίψῃ καὶ πάλιν τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Παρέλειψε τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ τὸ παρέλειψε, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ φροντίδα. Ἐμμένω δὲ εἰς τὴν γνώμην μου, ὅτι εἰς τὸ μέλλον τοὐλάχιστον πρέπει νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, ὅπως τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πρὸς τοὺς δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους πληρωμὴν τῶν δικαιωμάτων των ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μὴ ἐπαναλαμβάνωνται τὰ ἄτοπα ταῦτα. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ἐν γένει τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Πρὸ δύο μηνῶν ἐργαζόμεθα, ἐψηφίσθησαν δὲ τόσαι πιστώσεις. Εἰσήγαγεν ἐγκαίρως τοιαύτην τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δὲν ἐψηφίσθη; Εἰσήγαγεν ὅμως περὶ ἐκλογικῶν καταλόγων πίστωσιν, ἣν καὶ ἐψηφίσαμεν.
§17ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τοσαῦται καταστροφαὶ ἐγένοντο, κατὰ τὰ τελευταῖα μάλιστα ταῦτα ἔτη, εἰς τὸν δασικὸν πλοῦτον τοῦ Βασιλείου, τοσοῦτον σοβαρὰ θεωρῶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν καταστροφῶν τούτων, ὥστε ἐπίστευσα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ φέρω τὸν λόγον περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὄχι μόνον ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως, ἣν ἐπερωτῶ, ποῖα τέλος μέτρα λαμβάνει ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, διότι τὸ ζήτημα εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε ἀφορᾷ ὄχι μόνον εἰς τὴν διοίκησιν, ἀλλ’ ἀφορᾷ συνάμα καὶ εἰς τὰ ζωτικώτατα συμφέροντα, εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτὴν τοῦ Ἔθνους. Πιστεύω, ὅτι βεβαίως δὲν θὰ νομίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔλαβον τὸν λόγον, ὕστερον ἀφ’ ὅσα ἐδήλωσα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα παρατείνω τὰς συνεδριάσεις ἀσκόπως. Μάλιστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει....
§18ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ δικαιολογῆσθε.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀνάξιον νὰ δικαιολογῆσθε καθ’ ἡμέραν.
§20ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐὰν δέν μοι ἐπιτρέπηται νὰ ὁμιλήσω, κατέρχομαι ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπηται, παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτῃ κἀνείς.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀποτελῶ μέρος τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς παρατηρήσω τοῦτο.
§22ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ λάβω μαθήματα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνθυμεῖται, ὅτι πρὸ δεκατριῶν ἐτῶν ἠσχολήθην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μετ’ αὐτοῦ, δηλαδὴ ἔγραψα σειρὰν ἄρθρων εἰς τὴν «Ὥραν», τὰ ὁποῖα εἶχον τύχει τότε τῆς ἐγκρίσεως αὐτοῦ, διότι ἀπέδιδε μεγάλην σπουδαιότητα εἰς τὸ θέμα. Διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι ἐγκρίνει τὴν σπουδαιότητα τὴν ἔκτακτον, τὴν ἀποδιδομένην παρ’ ἐμοῦ εἰς αὐτό. Ἡ καταστροφὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε δύναταί τις νὰ προείπῃ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον δάση εἰς τὴν Ἑλλάδα. Προπέρυσι, νομίζω, ἦτο γνωστὸν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ἔκτασις ἡ δασική, ἡ καταστραφεῖσα ἐν Ἑλλάδι ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, ἀνήρχετο περίπου εἰς 100,000 στρέμματα. Κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος συνέβη ἐν τῇ Ἀττικῇ φοβερὰ πυρκαϊά, ἡ ὁποία ἀπετέφρωσε περίπου δύο ἑκατομμύρια δένδρα. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πιστεύουσιν, ὅτι ἤδη εἶναι ἐπαισθητὰ εἰς τὴν Ἀττικὴν τὰ ἀποτελέσματα τῆς φοβερᾶς ἐκείνης καταστροφῆς, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ὑδάτων, τὰ ὁποῖα ἠλαττώθησαν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δημοσίας ὑγείας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς θερμοκρασίας, ἡ ὁποία ἐπηρεάζει ἀμέσως τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ἰδίως κατὰ τοὺς θερμοὺς μῆνας. Ἡ σπουδαιότης τοῦ θέματος τούτου εἶναι βεβαίως μεγίστη ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, ἤ, ἀκριβέστερον εἰπεῖν, ἡ ἔποψις αὕτη παρουσιάζει τὴν μᾶλλον ἄμεσον πρακτικὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος. Ἑπομένως τὸ ζήτημα ἐνδιαφέρει τὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλην ἔχει τὸ πρᾶγμα σπουδαιότητα μεγίστην, τὴν ὁποίαν ὑποπτεύομαι, ὅτι πάντες δὲν ἐκτιμῶμεν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Διότι φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τοιαύτη κατάστασις ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἐπί τινα ἀκόμη χρόνον ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἐὰν ἤθελε συντελεσθῆ, καὶ βεβαίως ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν θέλει συντελεσθῆ, τελεία καταστροφὴ τῶν δασῶν, τότε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ φυλὴ ἡ Ἑλληνική, τὸ Ἔθνος, τὸ κατοικοῦν τὴν χώραν ταύτην, θέλει λάβει καίριον τραῦμα εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ. Εἶναι ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιστήμη ἔλυσεν ἁπανταχοῦ. Ἡ ὕπαρξις ὡρισμένου ἀριθμοῦ ἀνθρώπων καὶ ζώων ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ὑπάρξεως ὡρισμένου ἀριθμοῦ δένδρων καὶ φυτῶν. Ἑπομένως ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν συνεπάγει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ πληθυσμοῦ, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν δύναμαι νὰ ἐκθέσω ἐνταῦθα, διότι τοιαύτη ἐπιστημονικὴ ἔκθεσις ἤθελε μεταβάλει τὸ βῆμα εἰς διδασκαλικὴν ἕδραν. Ἀλλ’ ἐν συνόλῳ λέγω, ὅτι ἡ καταστροφὴ αὕτη τῶν δασῶν ἐπηρεάζει οὐχὶ μόνον τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, τὴν αὔξησιν τοῦ ὁποίου διακωλύει σπουδαιότατα, ἀλλ’ ἐπηρεάζει καὶ τὴν φυσικὴν εὐρωστίαν καὶ εὐεξίαν τῶν κατοίκων. Ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν δασῶν ἀκριβῶς ἐν Ἑλλάδι, δὲν γνωρίζομεν, διότι φαίνεται, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει ἐλαχίστην σπουδαιότητα. Ἴσως τὸ θεωρεῖ ἓν τῶν πολλῶν ζητημάτων, περὶ τῶν ὁποίων ἐν ὡρισμένῃ στιγμῇ θὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μέριμνάν της. Δὲν τὸ νομίζει κατεπεῖγον. Καὶ δὲν λέγω ταῦτα, ἵνα ἐπικρίνω τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις προγενεστέρα ἔπραξεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου πλείονα τῆς παρούσης. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὐαρεστηθῇ, καὶ ἐπὶ τούτῳ τῇ ἀπευθύνω παράκλησιν, νὰ χορηγήσῃ εἰς ἡμᾶς πληροφορίας λεπτομερεῖς περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δασῶν καὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῶν, νὰ μᾶς παρουσιάσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ἕνα χάρτην δασικὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν εἰλικρινῶς μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου πλούτου, τότε μόνον θὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μίαν ἰδέαν τῆς ἐκτάσεως τοῦ κακοῦ...
§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐζητήσαμεν πληροφορίας.
§24ΚΟΖΑΚΗΣ. Δὲν μᾶς τὰς ἔδωκε, κύριε συνάδελφε.
§25ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶπεν, ὅτι χρειάζονται πέντε μῆνες, ἵνα μᾶς τὰς δώσῃ.
§26ΚΟΖΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ λάβω ἄλλας πληροφορίας, παρὰ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν πρὸ 13 περίπου ἐτῶν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου τῶν δασῶν, τοῦ κ. Παν. Βαλσαμάκη. Ὁ δασικὸς πλοῦτος τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ βοτανικὴν ἔποψιν εἶναι μέγας. Μεγάλη ποικιλία δένδρων ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἤδη ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν, τῆς ἀλλεπαλλήλου καταστροφῆς αὐτῶν, εἶναι λίαν ἐπαισθητά. Τοιαύτην περιγράφει τὴν κατάστασιν ταύτην ὁ κ. Βαλσαμάκης. Σᾶς ἀναγινώσκω σύντομον περικοπὴν ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης, διότι εἶναι περιεργοτάτη. Ἡ ἔκθεσις παριστᾷ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὁποία ὑπῆρχε πρὸ δεκατριῶν περίπου ἐτῶν. Ὕστερον ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, ὕστερον ἀπὸ τὴν φοβερὰν ἐκείνην καταστροφὴν, ἥτις μᾶς παρουσιάζει ἐντὸς ἑνὸς καὶ μόνου ἔτους καταστροφὴν 100,000 περίπου στρεμμάτων, δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ ὀδυνηρὰ περιγραφή, ἣν κάμνει ὁ κ. Βαλσαμάκης, δὲν ἀνταποκρίνεται πλέον εἰς τὴν ἔκτοτε χειροτερεύσασαν κατάστασιν; (Ἀναγινώσκει): «Τὰ δάση, λέγει ὁ κ. Βαλσαμάκης, διὰ τῶν ῥιζῶν των συγκρατοῦσιν ἐπὶ τῶν ὀρέων τὴν φυτικὴν γῆν, ἐνῷ εἰς τὰ γυμνὰ μέρη ἀπεναντίας πᾶσα τυχαία βροχὴ, σχηματιζομένη εἰς χείμαῤῥον, συμπαρασύρει τὸ ἔδαφος, οἱ δὲ συγκατακυλιόμενοι λίθοι καταστρέφουσι διὰ παντὸς τὰς γεωργησίμους γαίας τῶν παρακειμένων πεδιάδων. Τοιαῦτα ἀξιοθρήνητα καὶ ἀνεπανόρθωτα ἀποτελέσματα τῆς καταστροφῆς τῶν ὀρεινῶν δασῶν ἀπαντῶμεν δυστυχῶς εἰς τὰ πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἡ βανδαλικὴ χεὶρ τοῦ ποιμένος ἔθεσε πῦρ καὶ κατέστρεψεν αὐτά. Χείμαῤῥός τις κατάξηρος πρὸς ΒΑ. τῆς πόλεως Πατρῶν, κατερχόμενος ἀπὸ τὸ ἡμίγυμνον Παναχαϊκὸν ὄρος, κατεκάλυψε διὰ λίθων καὶ ἀφήρεσεν ἀπὸ τὴν γεωργίαν χιλιάδας στρεμμάτων τῆς καλλίστης ποιότητος. Ὁ Βουραϊκὸς, κατερχόμενος ἀπὸ τὰ γυμνὰ ὄρη τῶν Καλαβρύτων, τὰς αὐτὰς πλησίον τοῦ Αἰγίου καταστροφὰς ἐπροξένησεν. Εἰς τὸ πεδίον τῆς Μαντινείας, παρὰ τῷ χωρίῳ Καρδαρᾶ, σημαντικὴ ἔκτασις γαιῶν καλύπτεται ἀπὸ λίθους, συμπαρασυρθέντας ἀπὸ τὸ ὑπερκείμενον ὄρος, ἀποψιλωθὲν ἕνεκα πυρκαϊᾶς. Διὰ νὰ μὴ κατονομάζωμεν δὲ ἄπειρα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς παρατηρεῖ τις εἰς ἕκαστον βῆμα, διερχόμενος τὴν ἄλλως τε ὡραίαν χώραν τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἀναφέρομεν μόνον τὸν ἄλλοτε μεγαλοπρεπῆ Σπερχειὸν τῆς Φθιώτιδος, οὗ τὰ ῥεῖθρα διαυγέστατα ἡσύχως κατήρχοντο ἐπὶ τοῦ Φθιωτικοῦ πεδίου ἐντὸς τῆς κοίτης του. Τὴν σήμερον, καὶ τοῦτο πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου κατεστράφησαν τὰ πλεῖστα τῶν ὀρεινῶν δασῶν, συμπαρασύρας τὰ ἐδάφη καὶ τοὺς λίθους τῶν ὀρέων, ὅθεν ἐκπηγάζει, καὶ κατερχόμενος ἐναποθέτει αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ Φθιωτικοῦ πεδίου, καταστρέφων αὐτό. Ἡ δὲ καταστροφὴ προβαίνει αὐξάνουσα, καθόσον, τῶν λίθων συσσωρευομένων ἐντὸς τῆς ἀρχικῆς κοίτης καὶ ἐμφραττόντων αὐτὴν, τὸ ὕδωρ ὑπερπλημμυρεῖ, σχηματίζον νέαν κοίτην ἐπὶ εὐφόρων γαιῶν, ἃς καθιστᾷ καὶ αὐτὰς ἀγόνους, ὡς τὰς προηγουμένας». Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκὼν, Κύριοι, ἡ ὁποία πολλαχοῦ τοῦ Κράτους καθ’ ἑκάστην παρουσιάζεται, καὶ ἀφορᾷ εἰς ἓν μέρος τῆς ἐκμεταλλευομένης περιουσίας. Ἀλλὰ θέλω ἐνδιατρίψει δι’ ὀλίγων περὶ τοῦ γενικοῦ ἀποτελέσματος τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν, διότι τοῦτο θέλει χρησιμεύσει διὰ νὰ ἐξηγήσῃ σαφέστερον τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποδοθῇ ἔκτακτος καὶ ἐθνικὴ σπουδαιότης εἰς τὸ ζήτημα. Ὅτι δὲν ἀποδίδεται ἐθνικὴ σπουδαιότης εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι τοῦτο θεωρεῖται ἓν ἀντικείμενον ἁπλῶς τῆς διοικητικῆς μερίμνης καὶ ἐκ τῶν δευτερευόντων, τοῦτο εἶναι πρόδηλον, διότι οὔτε νομοθετικὰ μέτρα ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινεν, ὕστερον ἀπὸ τὰς φοβερὰς καταστροφὰς τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, οὔτε ἡμεῖς τοὐλάχιστον γνωρίζομεν, ἐὰν ἔπραξέ τι, ὅπως προλάβῃ τὰς αὐτὰς καταστροφὰς εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ὅμως τὸ ζήτημα, ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου, δὲν εἶναι ζήτημα μόνον πολιτικόν, δὲν εἶναι ζήτημα μόνον διοικητικόν, δὲν εἶναι ζήτημα, ἐπηρεάζον μόνον τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, δηλαδή, ἐὰν τοιαύτη κατάστασις ἤθελεν ἐξακολουθήσει, ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ κινδυνεύει νὰ ἐκπέσῃ, νὰ ἐκφαυλισθῇ, νὰ ταπεινωθῇ καὶ διανοητικῶς καὶ φυσικῶς. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει τοιαύτην ἐθνικὴν σημασίαν ἔκτακτον, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου τὴν ἔκτακτον μέριμναν. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα Κεφαλληνίαν, ἐν παραδείγματι, ἡ κλιματολογικὴ κατάστασις μετεβλήθη ἀπὸ τῆς μεγάλης πυρκαϊᾶς, ἡ ὁποία ἀπετέφρωσε τὰ δύο τρίτα τοῦ μεγάλου δάσους τοῦ Αἴνου κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, κατὰ τὸ 1797, ὀλίγας ἑβδομάδας μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν Ἐνετῶν ἐκεῖθεν. Ὡς παρατηροῦσιν ἔγκριτοι συγγραφεῖς πολλοί, οἱ πλεῖστοι Ἄγγλοι, τὸ κλίμα τῆς Κεφαλληνίας οὐσιωδῶς μετεβλήθη διὰ τῆς καταστροφῆς ἐκείνης, τῆς μερικῆς μόνον, τοῦ λαμπροῦ δάσους τῆς Κεφαλληνίας, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν πλανῶμαι, εἶναι μοναδικὸν ἐν ταῖς νήσοις τῆς Μεσογείου, διότι δὲν ἤκουσα οὔτε εὗρόν που εἰς τὰς ἀναγνώσεις μου, ὅτι εἰς ἄλλην νῆσον τῆς Μεσογείου ὑπάρχουσι δάση καὶ δένδρα κωνοφόρα....
§27ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλατῶν.
§28ΚΟΖΑΚΗΣ. Δένδρα κωνοφόρα τοῦ μεγέθους τῆς Κεφαλληνιακῆς ἐλάτης.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κωνοφόρος εἶναι καὶ ἡ πεύκη.
§30ΚΟΖΑΚΗΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἡ ἐλάτη τῆς Κεφαλληνίας εἶναι ἴδιόν τι κωνοφόρον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται ἐν τῇ βοτανικῇ abies cefalonica. Εἶναι ἓν τῶν καλλίστων δένδρων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς τὴν Εὐρώπην. Εἶναι μοναδικὸν τὸ δάσος αὐτό. Δένδρα τινὰ εἶναι 600 καὶ 700 ἐτῶν, καὶ σώζεται τὸ ἓν τρίτον τοῦ δάσους αὐτοῦ. Ὁ Γάλλος συγγραφεὺς Rieman, ὁ ὁποῖος ἐπεσκέφθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν τὴν Κεφαλληνίαν, λέγει, ὅτι τὸ κλίμα τῆς νήσου οὐσιωδῶς μετεβλήθη ἀπὸ τῆς πυρκαϊᾶς, οὕτως, ὥστε κατά τινας βαθμοὺς ηὔξησεν ἡ θερμοκρασία κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας, καὶ κατά τινας βαθμοὺς ἀπεναντίας ἠλαττώθη κατὰ τὸν χειμῶνα. Δύναται δέ τις νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι, ἂν ἡ ἀποτέφρωσις ἦτο τελεία, ἡ Κεφαλληνία ἤθελεν ἔχει σήμερον 25 ἢ 30 χιλιάδας κατοίκους ὀλιγώτερον, πιθανῶς ἤθελεν ἔχει μόλις τὸ ¼ ἢ τὸ ⅕ τῆς παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῶν ἐπερχομένων κλιματολογικῶν μεταβολῶν. Καὶ ὑπὸ τοιούτων ἀποτελεσμάτων βεβαίως ἀπειλούμεθα εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Γνωρίζομεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων, καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν ἁρμοδίων ἐκθέσεων, ὅτι φαινόμενα ἀνάλογα παρετηρήθησαν κατὰ τὰς παραλίας τῆς Πελοποννήσου, ἐκεῖ, ὅπου διὰ μεγάλης καταστροφῆς τῶν δασῶν τοῦ Παναχαϊκοῦ ὄρους ἠλαττώθησαν κατὰ πολὺ τὰ ὕδατα, καὶ ἐν γένει αἱ χῶραι ἐκεῖναι, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑγείας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς γεωργίας, ἔπαθον ζημίας οὐκ ὀλίγας ἐντὸς τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ κάμω ἐπιστημονικὴν ἔκθεσιν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τῶν ἀμέσων καὶ τῶν ἐμμέσων, τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν, ἔρχομαι ἀμέσως εἰς τὸ κύριον θέμα, καὶ λέγω, ὅτι δὲν ἔχομεν ὑπηρεσίαν δασονομικήν, ἐνῷ αὕτη ἔπρεπε νὰ ἦναι μία τῶν πρωτίστων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Τοιαύτην πράγματι δὲν ἔχομεν. Ἔχομεν δύο νόμους, τὸν νόμον τοῦ 1861, καὶ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις Δεληγιώργη, νομίζω, κατὰ τὸ 1877, καὶ ἡ ὁποία ἐγένετο συνεπείᾳ ἑνὸς ἄρθρου τῆς «Ὥρας», τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ, ὅτι ἔγραψα ἐγὼ, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέλυε νόμον, ὁ ὁποῖος τότε πρὸ 13 ἢ 14 ἐτῶν εἶχεν ἐκδοθῆ εἰς τὴν Γαλλίαν διὰ τὴν Ἀλγερίαν εἰδικῶς. Περιεῖχε διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐπαναλαμβάνω. Ὁ Δεληγιώργης διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἀνέθετεν εἰς τὴν χωροφυλακὴν τὴν φύλαξιν τῶν δασῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε λίαν δεινὸν διὰ τὰ δάση τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ χωροφυλακὴ εἰς πᾶν ἄλλο φαίνεται κατάλληλος, παρὰ εἰς τὴν διατήρησιν τῶν δασῶν. Οὐδέποτε ὑπέστησαν τὰ δάση τοσαύτην καταστροφὴν, ὁποίαν ἀφ’ ὅτου ὁ νέος οὗτος νόμος ἐλειτούργησε. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν. Εἴχομεν ἕνα ἔξοχον ὑπάλληλον τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας, ὁ ὁποῖος ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν βεβαίως ἦτο ἐντελῶς ἀποτεθαῤῥημένος, διότι πράγματι ὑπέστη μέγαν ἀγῶνα εἰς τὸ μακρὸν καὶ ἔντιμον στάδιον αὑτοῦ, τὸν κ. Βαλσαμάκην. Ὁ κ. Βαλσαμάκης εἶναι ἀνὴρ, ὅστις ἐμορφώθη εἰς τὴν Γερμανίαν, ὑπάλληλος τόσον πεφωτισμένος, ὅσον καὶ ἐντιμότατος. Ἐπέπρωτο νὰ ἴδῃ ἐν τῷ διαστήματι τῆς τεσσαρακονταετίας περίπου, καθ’ ἣν ὑπηρέτησε, καὶ τῆς εἰκοσαετίας, καθ’ ἣν διηύθυνε τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἐπέπρωτο νὰ ἴδῃ τὴν καταστροφὴν τῶν προσφιλεστάτων αὐτῷ δασῶν, χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ προσφέρῃ οὐδεμίαν βοήθειαν εἰς τὰ δάση αὐτὰ, τὰ ὁποῖα τόσον ἀγαπᾷ. Διότι ὁ ὑπάλληλος οὗτος οὐδὲν ἠδύνατο νὰ διαπράξῃ ἄνευ ὑπηρεσίας. Ἀνάγκη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν θέλῃ ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει, ποῖα μέτρα φρονεῖ κατάλληλα πρὸς τοῦτο; Τί δύναται νὰ ὀργανίσῃ; Δύναται νὰ ὀργανίσῃ εἰδικὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν, δύναται νὰ στρατολογήσῃ δασοφύλακας εἰδικοὺς, παρασκευαζομένους δι’ εἰδικῶν προσόντων. Δύναται νὰ ὀργανίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον, τοῦτο εἶναι ἔργον διοικητικόν. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα, θέλει ἀποβλέψει εἰς τὰς τοπικὰς ἀνάγκας, εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ λάβῃ, διὰ νὰ προκαλέσῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν περιοίκων δασῶν δι’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι συμφέρον εἰς τοῦτο. Τὸ ζήτημα τοῦτο βεβαίως εἶναι πολύπλοκον, ἀλλ’ ἡμεῖς βεβαίως δὲν καλούμεθα νὰ λύσωμεν αὐτὸ, δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διατυπώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλει θεωρήσει κατάλληλα, ὅπως θέση τέρμα εἰς τοιαύτην ἐθνικὴν καταστροφήν. Τὰ μέσα ταῦτα μόνον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ γνωρίζῃ, ἀλλ’ ἀνάγκη ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἀποδίδει σπουδαιότητα εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ὅτι δυστυχῶς δὲν δίδει εἰς τὸ ζήτημα σπουδαιότητα, πρόχειρον ἔχομεν ἀπόδειξιν τὰ συμβάντα ἐν Ἀθήναις πρὸ 18 μηνῶν, ὅτε συνέβη ἡ φοβερὰ ἐκείνη καταστροφὴ, ἡ ὁποία δὲν θέλει ἀποκατασταθῆ οὔτε μετὰ 100 ἔτη, διότι ἐντὸς 40 ἐτῶν ἴσως θ’ ἀποκατασταθῶσι τινὰ τῶν δένδρων τῶν καταστραφέντων. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ πολλαὶ ἑκατοντάδες χιλιάδων δένδρων, τὰ ὁποῖα ἐπλησίαζον νὰ ἔχωσι τὴν ἡλικίαν τοῦ αἰῶνος, καὶ ἄλλα ὑπὲρ τὸν αἰῶνα, τὰ ὁποῖα φυσικῷ τῷ λόγῳ δὲν δύνανται νὰ ἀντικατασταθοῦν, ἐὰν δὲν παρέλθῃ καιρός. Μετὰ τὴν καταστροφὴν ἐκείνην τί ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις; Ἐκάλεσε μίαν Ἐπιτροπὴν ἐξ ὑπαλλήλων καὶ τοὺς ἠρώτησε περὶ τοῦ πρακτέου, καὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ λίαν ὀρθῶς ἀπήντησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθοῦν οἱ νόμοι. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς δὲν προκύπτει οὐδὲν πρακτικόν. Τὸ νὰ καλέσῃ ἡ Κυβέρνησις τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὡρισμένοι νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των, νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ τοῦ πρακτέου, καὶ ἐκεῖνοι νὰ ἀπαντῶσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθοῦν οἱ νόμοι, τοῦτο δὲν φέρει εἰς οὐδὲν συμπέρασμα. Ἀπόδειξις βεβαίως, ὅτι οἱ νόμοι εἰσὶν ἀνεπαρκεῖς, ἀφοῦ οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι, οἱ κληθέντες ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, γνωμοδοτοῦσιν, ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθοῦν, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἐφηρμόσθησαν. Καὶ πρὸς τὴν ποιμνιοβοσκὴν, καὶ πρὸς τὰ Μοναστήρια, καὶ πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους, καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτῶν, καὶ πρὸς πλεῖστα καὶ ποικίλα ζητήματα συνδέεται τὸ ζήτημα τῶν δασῶν. Περὶ τούτων πάντων ἡμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ δάση ἐν ταῖς διαφόροις ἐπαρχίαις τοῦ Κράτους, εἴμεθα βεβαίως κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἁρμόδιοι νὰ δώσωμεν μερικάς τινας γνώμας. Ἀνήκει ὅμως πρωτίστως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δείξῃ δραστηριότητα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, νὰ κάμῃ ἐρεύνας, νὰ μετέλθῃ πᾶν μέσον, ὅπως καὶ ἀκριβεῖς πληροφορίας λάβῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ πεποιθήσεις σχηματίσῃ περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐὰν βεβαίως ἐξακολουθῶμεν ἀκόμη τινὰ ἔτη, ζητοῦντες ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν πληροφορίας ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως τοὺς ὀνομάζει ἡ Κυβέρνησις, οἱ δὲ ἁρμόδιοι ἀπαντῶσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθοῦν οἱ νόμοι, ἐὰν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν παρουσιάζωμεν ἓν νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλὴν, προωρισμένον νὰ μὴ ἔχῃ οὐδεμίαν ἐφαρμογήν, βεβαίως ἐντὸς 15 ἐτῶν δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον δάση νὰ περισώσωμεν, καὶ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν ἄλλα Ἔθνη, καὶ θέλει ἴσως πραγματοποιηθῆ καὶ δι’ ἡμᾶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπραγματοποιήθη, κατὰ τὴν πεποίθησιν τῶν ἐπιστημόνων, εἰς Ἔθνη ἄλλα, ὅπως εἰς τὴν Ἱσπανίαν. Ἐκεῖ ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν πολλὰ ἐξηγεῖ πολιτικὰ καὶ κοινωνικὰ φαινόμενα, ἀφορῶντα εἰς τὴν σχετικὴν κατάπτωσιν τοῦ ἄλλοτε ἀνθοῦντος ἐκείνου Ἔθνους, καὶ σήμερον πάντοτε μεγάλου ἐκ τῆς θέσεως καὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς ἀνδρείας του. Εἰς τὴν Ἱσπανίαν ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν θεωρεῖται ὡς ἡ ἐπενεγκοῦσα ἀποτελέσματα δεινότατα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐθνικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς τῶν κατοίκων. Γνῶμαι βεβαίως δὲν θὰ λείψουν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ μεριμνήσῃ σπουδαίως περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει πολύτιμον σύμβουλον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Βαλσαμάκη....
§31ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι πλέον ὑπάλληλος.
§32ΚΟΖΑΚΗΣ. Δύναται νὰ κληθῇ, διὰ νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του. Εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος πρὸς τῇ ἐπιστήμῃ ἐπιπροσθέτει καὶ πεῖραν μακράν. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὰ μέσα καὶ ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ἀποτεινομένη εἰς τοὺς οἰκοκυραίους τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς τοὺς μεγαλοκτηματίας, τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις οἰκοῦντας, νὰ συλλέξῃ πληροφορίας πρακτικωτάτας, καὶ οὕτω νὰ προσθέσῃ καὶ τὰ τῆς πείρας πορίσματα εἰς τὰ τῆς θεωρίας ἀνθρώπων εἰδικῶν, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ καλέσῃ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐργασθῇ σπουδαίως, βεβαίως δύναται νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον νὰ ὀργανίσῃ ὑπηρεσίαν, καὶ δέον οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ φεισθῇ, οὔτε ἡ Βουλὴ ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀφθονώτατα τὰ μέσα, ὅπως ὀργανίσῃ σπουδαιοτάτην ὑπηρεσίαν. Τοῦτο εἶναι τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον κηρύσσω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα μόνον διοικητικὸν καὶ οἰκονομικόν, ἀφορῶν εἰς τὴν γεωργίαν καὶ τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ἀλλὰ πρωτίστως εἰς αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐὰν ἐγκαταλειφθῇ ἐντελῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐὰν τὰ δάση ἐν τῇ Ἑλλάδι ὁριστικῶς καταστραφῶσι, δυσκολώτατα δύναται νὰ γίνῃ πλέον ἀναδάσωσις, διότι αὕτη εἶναι ἔργον μεγίστων δαπανῶν καὶ λίαν ἀμφίβολον. Διότι ἓν δάσος καταστραφὲν, δυσχερέστατα, ἐνίοτε καὶ οὐδέποτε, δύναται ν’ ἀναπτυχθῇ. Διότι, ὅταν καταστραφῇ ἡ φυτικὴ γῆ, δὲν δύνασθε καὶ διὰ μεγίστων δαπανῶν νὰ ἐπανορθώσητε τὴν καταστροφὴν, ὅπως συνέβη εἰς πλεῖστα Κράτη. Ἔχω πρόχειρον ἓν παράδειγμα. Ἡ Πρωσσικὴ Κυβέρνησις πρὸ ἑνὸς περίπου αἰῶνος, διὰ νὰ εἰσπράξῃ διακοσίας χιλιάδας ταλλήρων, κατέστρεψεν ἓν δάσος γνωστόν. Ἔκτοτε ἐδαπάνησεν ἓξ ἑκατομμύρια ταλλήρων, διὰ νὰ κατορθώσῃ τὴν ἀναδάσωσιν, ἀλλὰ δὲν τὴν κατώρθωσεν, ἡ δὲ ἐπαρχία ἐκείνη εἶναι ἔρημος, ὅπως τοιαῦται ἐπαρχίαι διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους ἐρημώθησαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ἐρήμωσις ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν θὰ ἦναι γενικὴ ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν. Σημειώσατε, ὅτι καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν δὲν δύναται αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ ἐγκαταλειφθῇ. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὰς μεγίστας θυσίας, διὰ νὰ σώσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Διότι εἶναι βεβαιωμένον καὶ γνωστὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ 1876 ἡ ἀξία τῆς καταναλωθείσης ξυλείας ἐν Ἑλλάδι διὰ τὰς πρωτίστας καὶ ἀπολύτους ἀνάγκας ἀνῆλθεν εἰς 19,135,000 δραχμῶν. Ἑπομένως ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν διὰ θυσίας σχετικῶς πολὺ μικροτέρας θὰ προλάβωμεν πολὺ μεγαλειτέραν ζημίαν, διότι θὰ φθάσωμεν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν θ’ ἀναγκασθῶμεν ὅλην αὐτὴν τὴν ξυλείαν, τῆς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην, νὰ τὴν προμηθευώμεθα ἔξωθεν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἂν ἔπρεπε τὸ Ἔθνος νὰ ψηφίσῃ καὶ ἓν καὶ δύο ἑκατομμύρια φράγκα, ἐὰν ἔπρεπε νὰ κάμῃ καὶ μίαν ἔκτακτον θυσίαν, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ διστάσῃ, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θὰ δώσῃ πᾶσαν ὑποστήριξιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν παρουσιάσῃ τοιαύτην ἐργασίαν, ἐὰν παρουσιάσῃ νομοσχέδιον, ἐὰν ζητήσῃ μεγάλας κατὰ τὸ φαινόμενον θυσίας ἀπὸ τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ προλάβῃ τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν προδήλως οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ προλάβωσιν, ὅπως ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐκάλεσε τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι πιστεύω, ὅτι ἦσαν αὐτῷ γνωστοὶ, ἑπομένως θὰ ἐγνώριζε κατὰ πόσον αὐτοὶ θὰ ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ προλάβουν, ἢ νὰ μὴ προλάβουν τὴν καταστροφήν. Εἰς ἐμὲ δὲν ἀπόκειται βεβαίως νὰ διατυπώσω τὴν νομοθετικὴν αὐτὴν ἐργασίαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου. Λεπτομέρειαι ὑπερβολικαὶ ἤθελον εἶσθαι περιτταὶ, διότι, διὰ νὰ ἐκθέσωμεν λεπτομερῶς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, δὲν ἔχομεν τὰ στοιχεῖα τὰ θετικά. Ταῦτα ἔχει μόνον ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ, καίτοι πολλάκις ἐζητήθησαν καὶ ἐσχάτως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, δὲν ἔφερεν ἀκόμη τίποτε εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε, καὶ χωρὶς νὰ κληθῇ, νὰ φέρῃ τοιαύτας πληροφορίας, ἔπρεπεν αὕτη νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ὡς ἑνὸς τῶν σπουδαιοτάτων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐκλήθη ποτὲ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ μελετήσῃ. Λεπτομερείας περὶ τῶν καταστροφῶν ἀναγινώσκομεν καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ἐπαναλάβω ἀναγνώσεις τοιαύτας πολλῶν ἐτῶν, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅ,τι πάντες γνωρίζομεν περὶ τῶν καταστροφῶν αὐτῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς εἰδικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ τόπος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς περιστάσεις, τὰς σχετιζομένας πρὸς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν περίσωσιν τῶν δασῶν εἰς τὸ μέλλον, ἡ Κυβέρνησις βεβαίως εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ συναρμολογήσῃ δι’ ἀνακρίσεως εὐρείας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὅλα τὰ μέσα νὰ κάμῃ εἰς τὸ Κράτος, νὰ συναθροίσῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅπως προβῇ εἰς νομοθέτημα πρακτικὸν, διότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἀρκεῖ ν’ ἀντιγράψωμεν ἕνα νόμον, μίαν διάταξιν ἑνὸς νόμου, ἐπιτυχόντος εἰς ἄλλο Ἔθνος, καὶ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς. Νόμον περὶ δασῶν, κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον καλὸν, εἴχομεν, ἀντιγραφέντα ἀπὸ τῶν Γερμανικῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπέληξεν εἰς πλήρη καταστροφὴν τῶν δασῶν. Διότι ἔχομεν τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, τὸ πολιτικὸν, νὰ νομίζωμεν, ὅτι, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς μεταφράσωμεν ἓν ξένον νομοθέτητα, τοῦτο ἀρκεῖ, διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας ἡμῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ. Τὸ ζήτημα τῶν δασῶν ἔχει χαρακτῆρα ὅλως τοπικὸν ἐν Ἑλλάδι. Τὸ ζήτημα τῶν δασῶν ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχει ὅπως ἐν Εὐρώπῃ. Εὑρισκόμεθα εἰς περιστάσεις ὅλως εἰδικὰς, καὶ ἐπὶ τῶν εἰδικῶν τούτων περιστάσεων ἀκριβῶς πρέπει νὰ γίνῃ ἓν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν νὰ ἦναι πρακτικὸν, διὰ νὰ φέρῃ πρακτικὰ ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο, ἵνα μὴ περισσότερον κατατρίβω τὸν χρόνον ἐπὶ τοῦ βήματος, συνιστῶ, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐσχάτως ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς, καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς παρούσης καταστάσεως τῶν δασῶν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ νὰ μᾶς παρουσιάσῃ νέα μέτρα, δυνάμενα νὰ ὑποσχεθῶσι τὴν σωτηρίαν τῶν δασῶν, δυνάμενα νὰ ὑποσχεθῶσιν, ὅτι ἡ καταστροφὴ θέλει σταματήσει. Ἐὰν τοῦτο δὲν κάμῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ, ὅπως εἰς τὸ παρελθὸν, νὰ πιστεύῃ, ὅτι κατορθοῖ τι διὰ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα πληρέστατα ἀπέτυχον, ὡς τοῦτο ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔμειναν εἰς τὸ χαρτὶ, ἐὰν πιστεύῃ, λέγω, ὅτι πράττει τι, καλοῦσα ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι εἰς ἀπάντησιν τῶν συμβουλῶν καὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ζητεῖ παρ’ αὐτῶν, ἀπαντῶσιν, ὅτι οὐδεμίαν γνώμην ἔχουσι νὰ δώσουν, διότι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθοῦν οἱ νόμοι, τότε βεβαίως θὰ πεισθῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν συναίσθησιν τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ κατὰ τὰ ἐπερχόμενα ἔτη τὴν αὐτὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, καὶ θέλομεν ἀπολήξει εἰς μίαν τελείαν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν οὔτε διὰ τῶν μεγίστων θυσιῶν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπανορθώσωμεν. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, καὶ ἂν 100 καὶ 200 ἑκατομμύρια ἔχωμεν νὰ δαπανήσωμεν, δὲν θὰ ἤμεθα πλέον εἰς κατάστασιν νὰ διορθώσωμεν τὴν καταστροφήν. Θέλομεν τότε ὑποστῆ τὴν τύχην μας, καὶ ἡ τύχη μας θὰ ἦναι ἡ ἔκπτωσις τῆς φυλῆς ἡμῶν, καὶ ἡ ὁριστικὴ ἀποτυχία τῆς ἐλπιζομένης ἐθνικῆς ἡμῶν παλιγγενεσίας.
§33Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Χαίρω, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἔθιξε ζήτημα λίαν σπουδαῖον. Τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἧς τυγχάνω μέλος, συνεζητήθη εὐρύτατα, καταναλῶσαν ὁλόκληρον συνεδρίασιν, εὐτυχῶς δὲ καὶ τὰ μέλη τῆς τε πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας εὑρέθησαν σύμφωνα, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι σπουδαῖα μέτρα περὶ τῶν δασῶν. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας ἐξέθηκε καὶ ἀνέπτυξε τὴν σπουδαιότητα τῆς ὑπάρξεως τῶν δασῶν, τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχει τὸ Κράτος ἐκ τῆς καθημερινῆς καταστροφῆς αὐτῶν, καὶ ἐν γένει τὴν σημασίαν τῶν ὑπὸ ἔποψιν ὠφελείας τοῦ Κράτους, καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑγιεινήν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει σπουδαιότητα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν διοικητικήν. Πάντες γνωρίζομεν, Κύριοι, πῶς σήμερον διέπονται τὰ τῶν δασῶν. Πάντες γνωρίζομεν, τίνες εἶναι οἱ φύλακες αὐτῶν, ὁποῖαι δὲ καταχρήσεις γίνονται, πρὸς ζημίαν καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν, καὶ ὅτι οὐδεμία σπουδαία πρόνοια λαμβάνεται περὶ αὐτῶν. Σήμερον τὴν ἐπίβλεψιν τῶν δασῶν ἔχουσιν οἱ χωροφύλακες, βλέπει δέ τις, ὅτι εἰς ἐκτάσεις 15, 20, 30 ὡρῶν εἶναι διωρισμένος εἷς χωροφύλαξ, ὅπως ἐπιβλέπῃ τὰ τῆς συντηρήσεως, τὰ τῆς ξυλεύσεως καὶ ἐν γένει τὰ τῆς προστασίας αὐτῶν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν δύναται νὰ ἐκπληροῖ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν του εἷς καὶ μόνος χωροφύλαξ, ὀφείλων νὰ ἐπιβλέπῃ ἔκτασιν 20 καὶ 30 ὡρῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν τοῦτο, ἀπεδείχθη ἐκ τῆς πείρας, ὅτι οἱ ἐπιτετραμμένοι τὰ τῆς συντηρήσεως τῶν δασῶν πᾶν ἄλλο πράττουσιν, ἢ νὰ μεριμνῶσι περὶ αὐστηρᾶς ἐκπληρώσεως τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων. Οἱ δασοχωροφύλακες οὗτοι, συνεννοούμενοι μετὰ κομματαρχῶν τῆς φατρίας, ἐκμεταλλεύονται τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν, ζημιοῦντες σπουδαίως τὸ Κράτος, ὠφελοῦντες δὲ ἑαυτοὺς καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὰ αὐτὰ μετ’ ἐκείνων φρονήματα, τῆς ἰσχυούσης, ἐννοεῖται, πάντοτε φατρίας, ἀπειλοῦσι δὲ πολλάκις καὶ αὐτοὺς τοὺς νομίμως ξυλευομένους, ὅτι θέλουσι τοὺς καταγγείλει καὶ τοὺς τυραννήσει, ἂν δὲν δώσωσι πρὸς ἐκείνους ὠφέλειάν τινα χρηματικήν, τοὺς καταγγέλλουσι δὲ ψευδῶς, διαπραγματευόμενοι κατόπιν νὰ ἀνακαλέσωσι τὴν καταγγελίαν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον δοθῆ τὰ ζητούμενα χρηματικὰ ὀφέλη. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύεται καθ’ ἑκάστην ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις, ὅπου βλέπει τις πρωτόκολλα ἄκυρα καὶ ψευδῆ, συντασσόμενα μόνον καὶ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν παρανόμου χρηματικῆς ὠφελείας, ἄλλοτε δὲ πάλιν δὲν συντάσσονται πρωτόκολλα καὶ δὲν γίνονται καταγγελίαι κατὰ τῶν παρανόμως ὑλοτομούντων καὶ κατὰ τῶν ἐμπρηστῶν, μόνον καὶ μόνον διότι οὗτοι ἔχουσι προστάτας ἰσχυροὺς πολιτικούς. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐπιμείνωμεν, ἐξαναγκάζοντες τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ σπουδαῖον μέτρον περὶ τῆς φυλάξεως τῶν δασῶν, περὶ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν καὶ τῆς ἀναδασώσεως τῆς χώρας, διότι ἄλλως πολλὰ θὰ ἐπισυμβῶσι δυστυχήματα εἰς τὸν τόπον, δυστυχήματα ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτής. Καὶ ὅταν βλέπητε ὀλίγον μακρὰν τῆς πρωτευούσης, ὅπως πέρυσι, γινομένας καταστροφὰς εἰς τὰ δάση, δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, τί συμβαίνει εἰς ἀπωτέραν ἀπὸ τῆς πρωτευούσης ἀπόστασιν. Τὰ δάση ἔχουσι συμφέρον νὰ καίωσι καὶ οἱ ποιμένες, καὶ οἱ γεωργοί, καὶ οἱ ἀνθρακοποιοὶ καὶ πλεῖστοι ἄλλοι, ἔχοντες ἀνάλογα συμφέροντα, πολλάκις δὲ αὐτοὶ οἱ νεμόμενοι τὰ δάση, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν κυριότητα αὐτῶν, ἰδίως δὲ αἱ Μοναί, τὰ ἡγουμενοσυμβούλια δηλαδὴ αὐτῶν, ἵνα κατόπιν κόπτωσι καὶ πωλῶσι τὰ ξύλα. Ὅταν δὲ λαλῶμεν περὶ πυρκαϊᾶς δασῶν, δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι καίονται τὰ δάση ἐντελῶς, καίεται μόνον τὸ φύλλωμα τῶν δένδρων, οὐχὶ δὲ τὰ ξύλα τὰ χονδρά, οἱ κορμοί. Ὅταν δὲ τοιαύτην ὑποστῶσι τὰ δάση ἀνεπανόρθωτον ζημίαν, εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ κόπτωνται κατόπιν καὶ νὰ πωλῶνται πρὸς ὄφελος τῶν νομέων αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ὁ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κ. Καλλιγᾶς εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἐκ πολλῶν ἄρθρων, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο μὲν ἴσως νὰ ἔχῃ ἐλλείψεις, ἀλλ’ ὅπερ ἐμερίμνα περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, καὶ τὸ ὁποῖον, ἂν συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ, ἠδύνατο νὰ τροποποιηθῇ εἰς τρόπον, δυνάμενον νὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς ἐν αὐτῷ ἔχοντα. Δυστυχῶς ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν συνεζητήθη, καὶ ἔκτοτε ἐλησμονήθη τὸ ζήτημα τῶν δασῶν. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως προεῖπον, ἐγένετο μέγας καὶ ἐκτεταμένος λόγος περὶ τούτου. Ἤκουσα ἐκεῖ λεχθὲν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡτοίμασεν ἢ ἑτοιμάζει σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπερ μετ’ ὀλίγον ἤθελεν εἰσαγάγει εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐδὲν περὶ τούτου μέχρι τοῦδε εἴδομεν. Ἐμμένω εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κεφαλληνίας Βουλευτοῦ προταθεῖσαν γνώμην, περὶ τῆς ἀμέσου μερίμνης πρὸς διάσωσιν καὶ προφύλαξιν τῶν δασῶν, καθότι θὰ ἔλθῃ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ μετανοήσωμεν πάντες, διότι αἱ ἐγειρόμεναι διαμαρτυρίαι πρὸς διάσωσιν αὐτῶν δὲν ἐλήφθησαν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, Κύριοι, καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν, ὅπου εἶναι γνωστὸν ὁποῖα καὶ ὁπόσα ὑπάρχουσιν ἐκεῖ δάση, καὶ εἰς αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἰδιόκτητα δάση, διορίζονται φύλακες ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, φύλακες ἔχοντες στενὸν καὶ ὡρισμένον χῶρον δικαιοδοσίας καὶ οἵτινες ἔχουσι διπλᾶ καθήκοντα, ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ ἐξυπηρετῶσι τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους περὶ δασῶν, ἀλλὰ συγχρόνως ἔχουσι καὶ τὸ καθῆκον νὰ ὑπακούωσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, καὶ νὰ βοηθῶσιν αὐτόν, ὅταν οὗτος, συμμορφούμενος μὲ τοὺς νόμους, ἐκμεταλλεύηται τὰ ἑαυτοῦ δάση· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, ὡς προεῖπον, εἷς χωροφύλαξ ἔχει δικαιοδοσίαν 30 ὡρῶν, καὶ μάλιστα φύλαξ, ὅστις εἶναι ἀπόλυτος κύριος τῶν μερῶν ἐκείνων, ὅστις, διὰ νὰ λάβῃ 20, 30 ἢ 50 δραχμάς, ποσῶς δὲν διστάζει νὰ παραδώσῃ ὁλόκληρον τὸ δάσος εἰς καταστροφήν. Ἄν, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀποδίδωμεν πάντες εἰς τὰ δάση τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν τινὲς ἐξ ἡμῶν φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδίδωσι, τὸ πρᾶγμα διαφέρει, ἂν ὅμως, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, πάντες ἀποδίδωμεν τὴν αὐτὴν σημασίαν, νομίζω, ὅτι ἤγγικεν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὑποβάλλουσα ἡμῖν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἣν δέον νὰ βασανίσωμεν ἐν κοινῇ συμπράξει, διότι ἐπὶ τούτου δὲν ὑπάρχει κομματικὴ διαφορά, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν τὴν πολύτιμον ταύτην ἐθνικὴν περιουσίαν, πολύτιμον καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑλικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑγιεινήν.
§34ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Συνέπεσε νὰ προκληθῇ ἡ προσοχή μου ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος διὰ δύο κυρίως λόγους, πρῶτον διότι ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία πρό τινων χρόνων ἦτο καταστόλιστος ὑπὸ ὡραίων δασῶν καὶ ἤδη εἶναι ἔρημος τούτων, καὶ δεύτερον διότι συνέπεσε νὰ ἔχω ἰδιοκτησίαν τινὰ δάσους καὶ ἐφειλκύετο ἡ προσοχή μου πρὸς τοιαῦτα ζητήματα. Καὶ ἐρωτῶ ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν συμπολίτην μου, τί ἐγένοντο τὰ δάση τοῦ δήμου Κτημενίων, τοῦ δήμου τῶν Ἀγράφων, τοῦ δήμου Ἀγραίων; τί ἐγένοντο τὰ δάση ἐν γένει τῆς Εὐρυτανίας; Σχεδὸν τὰ πλεῖστα, ἵνα μὴ εἴπω πάντα, κατεστράφησαν ἐξ ὁλοκλήρου. Ἴσως εἰς δήμους ὁλοκλήρους δὲν ὑπάρχει πλέον δάσος, δὲν ὑπάρχει ἔκτασις, δυναμένη νὰ ὀνομασθῇ δάσος, ἐν αὐτῷ τῷ δήμῳ Καρπενησίων δὲν ὑπάρχει πλέον δάσος, ἐκτὸς ἴσως μόνον ἑνὸς ἰδιοκτήτου, διότι βεβαίως ὡς πρὸς αὐτὸ ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἐπίβλεψις. Ἀλλ’ ὅταν γίνηται λόγος περὶ τοιούτων ἀντικειμένων,—καὶ δὲν τὸ λέγω μόνον διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν— αἱ Κυβερνήσεις ἐν Ἑλλάδι ἀδιαφοροῦσιν· ἄλλα ζητήματα προκαλοῦσι τὴν προσοχήν των. Ἂν τοιοῦτον ζήτημα φέρητε εἰς τὸ Κοινοβούλιον, εἰς τὸν τύπον, θεωρεῖσθε σχολαστικοί· δὲν ἐννοοῦσι νὰ συζητῶσι περὶ τοιούτων· ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, συνταράττουν τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὸν πολιτικὸν κόσμον. Εἶναι περιττὸν, Κύριοι, νὰ ἐκθέσῃ τις θεωρητικῶς, οὕτως εἰπεῖν, καὶ γενικῶς, ποία εἶναι ἡ χρησιμότης τῶν δασῶν καὶ ποία ἡ βλάβη, ἡ ἐκ τῆς καταστροφῆς αὐτῶν. Αἱ τοιαῦται παρατηρήσεις δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν καὶ ἐπιῤῥοὴν προκειμένου περὶ ἄλλων κοινωνιῶν, ὅπου βεβαίως μικραὶ δύνανται νὰ ἦναι αἱ βλάβαι, προκαλοῦσιν ὅμως, καίτοι μικραί, τὴν μεγάλην προσοχὴν τῶν Κυβερνήσεων· ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἡ Ἑλλὰς τρέχει ἄμεσον κίνδυνον ἐκ τῆς πλήρους καταστροφῆς τῶν δασῶν. Ἐγένετο λόγος περὶ τῶν μέτρων τῶν ληπτέων· βεβαίως διὰ τὴν διατήρησιν παντὸς ἀγαθοῦ ἔν τινι χώρᾳ, ὅπως καὶ διὰ τὴν ἀποτροπὴν παντὸς κακοῦ, δύο ἐπόψεις παρουσιάζονται, δύο τρόποι θεραπείας: ἡ διοίκησις καὶ οἱ νόμοι, οἱ νόμοι ἐννοεῖται οἱ πρακτικοί. Τὰ δύο ταῦτα πρέπει νὰ τίθενται εἰς ἐνέργειαν. Ἀλλὰ νόμους μὲν ἔχομεν, καὶ νόμους αὐστηροὺς περὶ δασῶν, διότι καὶ ἡ Μοναρχία ἡ πρώην εἶχε μεριμνήσει ἐνωρὶς καὶ ἔδειξεν ἰδιάζουσαν στοργὴν πρὸς τὴν διατήρησιν τῶν δασῶν· ἀλλὰ τί ὠφελοῦν οἱ νόμοι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀληθὴς προσοχὴ καὶ ἐπίβλεψις πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως; Ἐγένετο λόγος περὶ ἐλλείψεως ἀρκετοῦ ἀριθμοῦ δασοφυλάκων, ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι, ἂν ηὔξανον οἱ δασοφύλακες, ἡ καταστροφὴ ἤθελεν εἶσθαι μεγαλειτέρα, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ λεγομένη φύλαξις τῶν δασῶν, ὥστε ὁ δασοφύλαξ καὶ ὑποθάλπει τὴν καταστροφὴν αὐτῶν. Ὁ δασοφύλαξ δὲν περιφέρεται διὰ νὰ προλάβῃ τὴν καταστροφὴν τοῦ δάσους, ἢ διὰ νὰ καταγγείλῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ καταστρέφουν, περιέρχεται ἁπλῶς, διὰ νὰ εἰσπράξῃ ἴδια ὠφελήματα. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανών· δὲν λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ εἶναι σπανιώταται. Καὶ βλέπετε, Κύριοι, ὅτι γίνεται τὸ τοιοῦτον μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἀφέλειαν, καὶ τὰ χωρία πολλάκις κάμνουν ἔρανον, καὶ προσδιορίζουν ἓν ποσὸν καὶ λέγουν: «Αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ τὸ δώσωμεν εἰς τὸν δασοφύλακα»· καὶ ὁ δασοφύλαξ, ὡς ἐκ τῆς γενικῆς ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν τῷ ἐμπνέει αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, θεωρεῖ, ὅτι οὐδὲν ἀσυνείδητον πράττει. Καὶ βλέπετε ἀνθρώπους εὐσυνειδήτους, ἐκτιμωμένους δηλαδὴ ὡς τοιούτους, κατὰ κοινούς τινας κανόνας, νὰ περιέρχωνται τὰ χωρία καὶ μὲ ὅλην των τὴν ἀφέλειαν νὰ ἐκτιμῶσι τὸ τοιοῦτον ἔργον, διότι θεωροῦσιν, ὅτι λεηλασία γενικὴ προεκηρύχθη πλέον εἰς τὸ Κράτος, καὶ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀφήσῃ αὐτὸς, θὰ τὸ ἁρπάσῃ ἄλλος, τὸν βλέπετε λοιπὸν, μὲ ὅλην τὴν ἀφέλειαν νὰ εἰσπράττῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χωρία ὁλόκληρα συλλέγουν διὰ κοινοῦ ἐράνου, ἀναφανδὸν, δημοσίως τελουμένου, καθ’ ὅσον λέγουν: αὐτὸ εἶναι διὰ τὸν δασοφύλακα, αὐτὸ εἶναι διὰ τὸν ἀπαριθμητὴν, καὶ τὸ ἄλλο, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον ὑπάλληλον, καὶ τοιουτοτρόπως ἔχομεν τὴν ἔκτακτον ἐκείνην φορολογίαν, τὴν ὁποίαν πληρόνει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Λέγων δὲ ταῦτα δέον νὰ μὴ λησμονήσω ἐξαιρέσεις ἐντίμους. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἐλλείψεως τῆς διοικήσεως, ὁμολογῶ, ὅτι ἔρχεται ἡ ἀνεπάρκεια τῶν νόμων. Τῷ ὄντι οἱ νόμοι ἡμῶν φαίνονται αὐστηρότατοι ὡς πρὸς τὴν διατήρησιν τῶν δασῶν, ἀλλ’ εἶναι νόμοι, οἱ ὁποῖοι, προκειμένου μόνον περὶ Μοναρχίας, ἠδύναντο νὰ ἔχωσι πρακτικὴν ἀξίαν. Παραδείγματος χάριν, σᾶς λέγει ὁ νόμος ὁ δασονομικὸς, ὅτι ὁ δασονόμος πρέπει νὰ πράττῃ τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἂν δὲν τὸ πράξῃ; δὲν ὑπάρχει κύρωσις. Ἐὰν εἴχομεν Μοναρχίαν, τὴν κύρωσιν θὰ τὴν ἀνεπλήρου ἡ Μοναρχία, ἀλλὰ προκειμένου περὶ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, πρέπει οἱ νόμοι νὰ ἦναι πρακτικοὶ καὶ νὰ ἔχουν ἀπαραίτητον στοιχεῖον τὴν λεγομένην κύρωσιν. Ἄλλοτε, σκεπτόμενος περὶ συμπληρώσεων νομοθετικῶν, εὕρισκον, ὅτι, ἂν διατάξεις τινὲς καθίστων προσεκτικοὺς τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας, καὶ ἐὰν ἐπεβάλλοντο εἰς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις καὶ ποιναὶ ἐν περιπτώσει παραλείψεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν, ἠδύνατο τοῦτο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διάσωσιν τῶν δασῶν. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω, ὅτι οἱ νόμοι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι πρακτικοὶ καὶ τέλειοι, δὲν δύνανται νὰ ὠφελήσουν, ἢ αἱ Κυβερνήσεις δὲν λαμβάνωσι πρόνοιαν περὶ ἐφαρμογῆς αὐτῶν. Ποίαν σημαντικότητα ἔχουσι τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ὅταν οἱ κυβερνῶντες δὲν αἰσθάνωνται ταραχὴν, ἀκούοντες τὴν καταστροφὴν ἑνὸς δάσους; Πρέπει λοιπὸν, Κύριοι, ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιστα, νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον σχετίζεται, τολμῶ εἰπεῖν, μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ τόπου.
§35ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ, ποῖα μέτρα σκοπεῖ νὰ λάβῃ ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος· πέποιθα, ὅτι οὔτε αὐτὴ αὕτη εἶναι εὐχαριστημένη ἐκ τῆς παρούσης καταστάσεως τῶν δασῶν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πραγματικῆς αὐτῶν καταστάσεως, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑπηρεσίας, τῆς ἀφορώσης εἰς τοῦτον. Γνωρίζω δὲ καὶ ἐγὼ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δάση ὁλόκληρα ἐξολοθρευθέντα, γνωρίζω, ὅτι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ὑπηρεσίας ἐν τοῖς δάσεσι διαπράττονται αἱ μεγαλείτεραι πιέσεις, τὰ δὲ δάση ἐξακολουθοῦσι καταστρεφόμενα δυστυχῶς. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ ζωτικώτατον διὰ τὸν τόπον, θεωρῶ δὲ περιττὸν νὰ ἀναπτύξω τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, διότι πάντες τὸ ἀναγνωρίζουσι, πάντες γνωρίζουσι τὴν χρησιμότητα τῶν δασῶν· ὀφείλει ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἡσυχάσῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν, εὐλόγως ἀνησυχούσας ἐπὶ τούτῳ, πληροφοροῦσα αὐτὰς, ὁποῖαι αἱ σκέψεις καὶ τὰ μέτρα, ἅτινα προτίθεται νὰ λάβῃ· ἃς μὴ νομίζῃ δὲ, ὅτι μόνον καὶ κύριον αὐτῆς καὶ ἡμῶν ἐνταῦθα ἔργον εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς οὗ τὴν συζήτησιν τοσοῦτον ἐπισπεύδει νὰ εἰσέλθωμεν, παρορῶσα σπουδαιότατα ἀντικείμενα.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὰ ἔργα μας, θέλομεν ὑποβάλει νομοσχέδιον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ θέλει παρατηρήσει, ὅτι εἰργάσθη ἡ Κυβέρνησις πρακτικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον, δὲν εἶναι τόσον εὔκολον, ὅσον νομίζουσιν οἱ προαγορεύσαντες.
§37ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι σκέπτεται νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὰ δάση, δὲν εἶναι παντάπασιν ἐφησυχαστικὴ, διότι πολλάκις τὴν ἐπανέλαβεν, ἀλλὰ πάντοτε τὴν ἐλησμόνησεν. Εὐχόμενος νὰ μὴ λάβῃ τὴν αὐτὴν τύχην καὶ ἡ σημερινὴ δήλωσίς του, αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσας ἐπιτυχίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας καὶ οἱ κατόπιν ἀγορεύσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Συμφωνῶ καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τὸ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀκαρνανίας Βουλευτοῦ λεχθὲν, ὅτι εἶναι εὐτύχημα, ὅτι δὲν εἶναι πολὺς ὁ ἀριθμὸς τῶν δασοφυλάκων, διότι ὄντως ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν ἔχει εὐθὺν λόγον πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν δασοφυλάκων· ὅσῳ περισσότεροι δασοφύλακες ὑπάρχουσι, τόσῳ μεγαλειτέρα καταστροφὴ γίνεται. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχωσιν ἐξαιρέσεις, βεβαιῶ ὅμως, ὅτι οἱ ἐπιτετραμμένοι τὰ τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας χωροφύλακες ἀπολύτως δὲν ἀσχολοῦνται εἰς τὸ καθῆκον αὐτῶν, ὅπερ ἐννοοῦσι νὰ ἐκμεταλλεύωνται ἐπὶ ἰδίᾳ ὠφελείᾳ, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιδιώκουσι διὰ μυρίων μέσων νὰ διορίζωνται δασοφύλακες, ὅπερ κατήντησε ρουσφέτι περιζήτητον· τὸ ὄνειρον τῶν χωροφυλάκων εἶναι, νὰ διορισθῶσι δασοφύλακες· ἤκουσα πολλὰ νὰ λέγωνται περὶ τῶν μέσων, εἰς ἃ καταφεύγουσιν, ἵνα ἐπιτύχωσι παρὰ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν Μοιράρχων καὶ Ὑπομοιράρχων, ὅπως διορισθῶσι δασοφύλακες..... Δὲν γνωρίζω ὁποίαν ἔννοιαν εἶχεν ὁ ἀκουσθεὶς ἐντεῦθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἀσθενὴς ψιθυρισμὸς, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιμένω ἐπὶ τῆς ἀκριβείας τῶν λόγων μου, παρακαλῶν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μὴ ἀμφιβάλλῃ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ τις ὁ ἀμφισβητῶν τοὺς λόγους μου, τὸν προκαλῶ καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ διαψεύσῃ. Ὁ πόθος δ’ οὗτος τῶν χωροφυλάκων δὲν εἶναι δυσεξήγητος, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δασοφύλακος τὴν ἐκμεταλλεύονται ἐπὶ ἰδίῳ χρηματικῷ συμφέροντι. Περιέρχονται μὲν τὰς δασικὰς περιφερείας, τὰς ὑπαγομένας ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ των, ὡς σᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ νὰ ἐμποδίζωσι τοὺς βλάπτοντας τὰ δάση, ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς φορολογῶσι, καὶ ὄχι μόνον δὲν καταδιώκουσι τὰ ἀνομήματα, τὰ περὶ τὰ δάση, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας τὴν μῆνίν των ἐκδηλοῦσιν ἀκριβῶς κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι συμμορφωθῆ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου· καὶ ἐξηγοῦμαι σαφέστερον, διὰ νὰ ἰδῆτε εἰς ποίαν οἰκτρὰν κατάστασιν ἔφθασεν ἡ ὑπηρεσία τῆς δασοφυλακῆς. Ὅσοι τῶν πολιτῶν θελήσωσι, συμμορφούμενοι πρὸς τὸν νόμον, νὰ λάβωσιν ἄδειαν ξυλεύσεως, οὗτοι ἐπισύρουσι καθ’ ἑαυτῶν τὴν καταδίωξιν τῶν δασοφυλάκων, οὐ μόνον μύρια προσκόμματα ἀπαντῶντες, ἀλλὰ καὶ ποινικὴν καταδίωξιν ὑφιστάμενοι, λόγῳ ἐκδικήσεως. Τρόπον τινὰ ὁ χωροφύλαξ λέγει πρὸς τὸν πολίτην: «Διατὶ πληρόνεις εἰς τὸ Ταμεῖον καὶ ἔρχεσαι μὲ ἄδειαν νὰ κόψῃς ξύλα; ἐγὼ εἶμαι ὁ κύριος αὐτῆς τῆς περιφερείας, ἐγὼ θέλω νὰ ὠφεληθῶ, αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον μου· ἀντὶ νὰ πληρώσῃς 10 καὶ 20 δραχμὰς εἰς τὸ Ταμεῖον, διατὶ νὰ μὴ πληρώσῃς εἰς ἐμὲ 5 ἢ 10 καὶ νὰ κόψῃς ὅσα ξύλα θέλεις; Ἐπειδὴ εἶσαι τόσον ἁπλοῦς καὶ ἠλίθιος, ἐν τῇ καταστάσει τῇ σημερινῇ τῆς ἐκλύσεως τῶν νόμων, νὰ πληρόνῃς εἰς τὸν ταμίαν, ἀδικῶν ἐμὲ, ὅστις ἐχάλασα τὸν κόσμον νὰ διορισθῶ δασοφύλαξ, θὰ σὲ τιμωρήσω». Καὶ ἅμ’ ἔπος, ἅμ’ ἔργον· ἀμέσως πρωτόκολλον. Ἀκριβῶς δὲ ἔρχονται εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα ὡς κατηγορούμενοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ συμμορφῶσι μὲ τὸν νόμον. Οἱ χωροφύλακες λέγουν: «εἰς σᾶς, οἵτινες ἐφοδιάζεσθε μὲ ἄδειαν, ὄχι μόνον θέλει ἀπαγορευθῆ ἡ ξύλευσις, ἀλλὰ περιπλέον θὰ ἔχητε καὶ τὰς περιπετείας μιᾶς ποινικῆς καταδιώξεως ἡ ὁποία θὰ σᾶς κοστίσῃ ἀκριβά»· καὶ κοστίζει τῳόντι ἀκριβὰ, διότι δυστυχῶς πολλάκις τὰ Πλημμελειοδικεῖα, μὴ ἐννοήσαντα τὸ ποιὸν τῶν δασοφυλάκων καὶ τῶν πρωτοκόλλων των, παρέχουσιν εἰς αὐτὰ πίστιν καὶ καταδικάζουσι τοὺς πολίτας. Ἐννοεῖται, ὅτι μετὰ τὰ πικρὰ διδάγματα, τὰ δοθέντα εἰς τοὺς χωρικοὺς, οὗτοι πλέον δὲν μεταβαίνουσιν εἰς τὰς Ἐφορίας νὰ πληρόνωσιν, ἵνα λάβωσιν ἄδειαν, ἀλλὰ τηροῦσι τὴν σύντομον διαδικασίαν, πληρόνοντες τοὺς χωροφύλακας, εἰς οὓς δίδουσι καὶ ὀλιγώτερα χρήματα, καὶ ἐλευθερίαν ἀπεριόριστον ἔχουν, νὰ θύσωσι καὶ ἀπολέσωσιν ἐπὶ τῶν δασῶν. Διαβεβαιῶ καὶ πάλιν τήν τε Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπηρεσία δασικὴ, προλαμβάνουσα, καταστέλλουσα καὶ τιμωροῦσα τὰ ἀνομήματα, τὰ περὶ τὰ δάση, οὐδεμία ὑπάρχει ἀπολύτως. Ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε βραδύνει εἰς τὴν λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων, πρὸς περιστολὴν τῶν καταστροφῶν τῶν δασῶν, τότε ἤθελον συμβουλεύσει αὐτὴν νὰ ἀφαιρέσῃ τοὐλάχιστον ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας τὰ τῆς δασοφυλακῆς καθήκοντα, καὶ νὰ ἀφήσῃ τὰ δάση εἰς τὴν τύχην των· ὀλιγώτερον ταῦτα θὰ καταστραφῶσιν, ἐγκαταλιμπανόμενα ἀφύλακτα, ἢ ὅσον βλάπτονται νῦν, ἐπιτηρούμενα καὶ φυλαττόμενα τόσον ἀπαισίως ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας, καὶ ἀπορῶ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν πρὸς αὐτοὺς ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις φαίνεται, ὅτι δὲν παροικεῖ ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἀγνοεῖ τὰ ἐν αὐτῇ συμβαίνοντα. Ἂς ἀποβάλῃ λοιπὸν τὴν ἰδέαν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔχομεν νῦν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν δασοφυλακῆς, καὶ ἂς σπεύσῃ νὰ λάβῃ μέτρα σύντονα, διότι, ἂν δὲν ληφθῶσι τοιαῦτα, ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἀποφαλακρωθῇ ἐντελῶς ἡ Ἑλλάς. Τὰ δάση ἔχουσι πολλοὺς ἐχθροὺς, οἱ ποιμένες τὰ καίουσι, διότι θέλουσι νὰ προετοιμάσουν τὸ ἔδαφος πρὸς χόρτον, οἱ γεωργοὶ τὰ καίουσι, διότι θέλουσι νὰ τὰ μεταβάλωσιν εἰς τόπους καλλιεργησίμους, ἐπίσης οἱ ὑλοτόμοι, οἱ ξυλευόμενοι, τὰ κόπτουσιν ἀνηλεῶς πρὸς κερδοσκοπίαν, οἱ ἀνθρακεῖς τὰ ἐξοντόνουσι, στήνοντες τὰς καμίνους των ἐντὸς αὐτῶν....
§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι, 500 μέτρα μακράν.
§39ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο εὐχάριστον νὰ ἐτηρεῖτο καὶ τὸ μέτρον τοῦτο, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τηρεῖται, διότι οἱ ἀνθρακεῖς γνωρίζουσι νὰ ἀγοράζωσι τὴν σιωπὴν τῶν ἁρμοδίων ἀντὶ ὀλίγων σάκκων ἀνθράκων, οὓς παρέχουσιν αὐτοῖς δωρεάν. Ἰδοὺ δὲ, καὶ ἄλλην πληροφορίαν σᾶς δίδω· ὅτι τουτέστι Μοίραρχοι, Ὑπομοίραρχοι καὶ Ἔφοροι σπανίως ἀγοράζουσιν ἄνθρακας διὰ τὴν οἰκιακήν των ἀνάγκην.....
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν περιῆλθε τοιοῦτόν τι εἰς γνῶσίν μου.
§41ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ καὶ μὲ τὴν ἄγνοιάν σας ταύτην, καὶ ἄγομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἀληθῶς εἶσθε ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐν Ἑλλάδι συμβαινόντων καὶ τῆς πραγματικῆς καταστάσεώς μας. Περαίνων τὰς βραχείας ταύτας παρατηρήσεις μου, σᾶς παρακαλῶ νὰ σπεύσητε πρὸς σωτηρίαν τῶν καθ’ ἑκάστην καταστρεφομένων δασῶν· ἂν δὲν σπεύσητε, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς, ἡ Ἑλληνικὴ χώρα θὰ ἀποφαλακρωθῇ ἐντελῶς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς καταδείξω τὴν τρισμεγίστην ζημίαν, ἥτις ὑπὸ ποικίλας ἐπόψεις προσγίνεται εἰς τὴν πατρίδα μας ἐκ τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν. Ταῦτα ἀποτελοῦσιν οὐ μόνον τὸ γραφικὸν κάλλος τῶν ὀρέων μας, ἀλλὰ καὶ συντελοῦσι τὰ μέγιστα καὶ πρὸς τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων καὶ πρὸς τὴν γονιμότητα τοῦ ἐδάφους. Χώρα, ἥτις ἀφίνει νὰ καταστρέφωνται τὰ δάση της, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἄλλων ἀποδείξεων, ὅπως πεισθῇ τις, ὅτι εἶναι χώρα βάρβαρος. Εἰς ἄλλα Ἔθνη διὰ μυρίων θυσιῶν καὶ τεραστίων ἀγώνων προσπαθοῦσι νὰ δασώσωσι τὰ γυμνὰ ὄρη των, ἐνῷ ἡμεῖς τὰ ἀφίνομεν ἀνηλεῶς νὰ καταστρέφωνται, τῆς Κυβερνήσεως ἐπαναπαυομένης εἰς τὴν φύλαξιν τῶν χωροφυλάκων, οἵτινες εἶναι οἱ ἀληθεῖς δήμιοι τῶν δασῶν. Τὸ θέμα δὲν ἔχει ἀνάγκην πλειοτέρων λόγων, ὅπως καταδειχθῇ ἡ ὑψίστη σοβαρότης του. Περὶ τῶν ληπτέων μέτρων δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ ἀναπτύξωμεν, διότι τὰ περὶ τούτων ἀνεπτύχθησαν ἐπανειλημμένως ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, ἡ δὲ δημοσιογραφία δὲν παρέλιπε τὸ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔργον της, πολλάκις ἀσχοληθεῖσα. Ἐπιτροπαὶ εἰδικαὶ, ἐκ περιτροπῆς σχηματισθεῖσαι, ἐξέθηκαν τὰς γνώμας αὐτῶν, ἀποτελούσας ὀγκώδη φάκελλον, σηπόμενον ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Δασονομικοῦ Τμήματος. Τὰ στοιχεῖα ἑπομένως δὲν σᾶς λείπουσι, χρειάζεται μόνον ἀγαθὴ καὶ στερεὰ θέλησις καὶ στοργὴ πρὸς τὸν τόπον, καὶ τὰ αἰσθήματά σας ταῦτα ἐπεχείρησα νὰ τονίσω διὰ τῶν ὀλίγων παρατηρήσεών μου.
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχουσι δύο νομοσχέδια, περὶ ὧν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δοθῶσι πληροφορίαι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτά εἰσιν αἱ συμβάσεις περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν καὶ περὶ τοῦ λιμένος Πατρῶν. Τὸ πρῶτον θέλει συζητηθῆ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐν αὐτῇ, γνωρίζομεν, ὅτι, καίπερ ζητοῦντες, δὲν λαμβάνομεν πληροφορίας. Θεωρῶ ἑπομένως ἀναγκαῖον νὰ ζητήσω ταύτας ἐν τῇ Βουλῇ πρὸ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Καὶ πρώτη πληροφορία, τῆς ὁποίας ἔχω ἀνάγκην, εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναφέρεταί τι, ὅπερ μοὶ φαίνεται ἀντίθετον πρὸς τὴν σύμβασιν. Ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει, ὅτι τὸ κεφάλαιον, τὸ προοριζόμενον διὰ τὰ ἔργα τοῦ σιδηροδρόμου, συνεφωνήθη νὰ καταβάλληται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀναλόγως τῆς προόδου τῆς ἐργασίας. Κατὰ τὴν σύμβασιν ὅμως, γνωρίζομεν, ὅτι τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου, τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, κατεβλήθη ἤδη εἰς τὴν Τράπεζαν, ἥτις πληρόνει τοὺς ἐργολάβους ἀναλόγως τῶν ἐκτελουμένων ἔργων. Μνημονεύεται προσέτι ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ σημείωσις συνημμένη, δίδουσα τὰς λεπτομερείας τῆς διαθέσεως τοῦ ἐκ τοῦ δανείου ληφθέντος ποσοῦ. Τοιαύτην σημείωσιν δὲν εἴδομεν. Ἴσως ἐλησμονήθη νὰ κατατεθῇ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ αὐτήν. Οὐσιωδεστέραν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5ου. Ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Καλαμῶν πρόκειται νὰ κατασκευασθῇ δι’ ὡρισμένου κεφαλαίου, ἀνερχομένου εἰς 24,000,000 φράγκων. Ἡ πίστωσις ὅμως, ἥτις ζητεῖται διὰ τοῦ ἄρθρου 5, μᾶς δεικνύει ἐξ ὑπαρχῆς, ὅτι καὶ ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ θὰ ἔχωμεν ὑπέρβασιν δαπάνης καὶ περιπλοκὰς λογιστικάς, ὅπως παρετηρήσαμεν τοιαύτας καὶ εἰς ἄλλα ἔργα καὶ πληρωμὰς τοῦ Δημοσίου. Ἡ τοιαύτη περιπλοκὴ τῶν εἰδικῶν πιστώσεων καὶ τῶν εἰδικῶν δαπανῶν μὲ τὴν γενικὴν λειτουργίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν δύναται νὰ λήξῃ εἰς ὀλεθρίαν διατάραξιν τῶν οἰκονομικῶν μας, οὐ μόνον ὑπὸ ἔποψιν λογιστικήν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν οὐσιαστικήν. Τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁρισθὲν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν, ἀνέρχεται εἰς 24,000,000 δραχμῶν. Ταῦτα διατίθενται διὰ τῆς συμβάσεως, τῆς γενομένης μετὰ τῶν ἐργολάβων, εἰς τὴν κύρωσιν τῆς ὁποίας ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἑξῆς· 21,600,000 προσδιωρίσθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, συμπεριλαμβανομένων καὶ ἐπιπροσθέτων ἔργων, 500,000 ὡρίσθησαν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν καταληφθησομένων κτημάτων, καὶ 1,900,000 διὰ τοὺς μεσολαβοῦντας τόκους. Οὕτω δὲ συμπληροῦται τὸ ὅλον κεφάλαιον, ὅπερ θέλει προμηθευθῆ διὰ τοῦ ἐκδοθέντος δανείου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 5ου παρατηρῶ, ὅτι ζητεῖται πίστωσις διὰ τὴν πληρωμὴν 50 χιλιομέτρων 6,000,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογίας, εἰς ἣν παρεχωρήθη ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου, δηλ. πρὸς 120,000 κατὰ χιλιόμετρον. Ἐκτὸς τῶν 50 τούτων χιλιομέτρων, μέλλουσι νὰ κατασκευασθῶσιν ἕτερα 130 χιλιόμετρα, ἅτινα θ’ ἀπαιτήσωσι πληρωμὴν 15,600,000 δρ. Οὕτω δὲ θὰ συμπληρωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 21,600,000 δραχμῶν. Ἐπιπροστίθεται ὅμως μία νέα δαπάνη ἐκ 50,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία δὲν προβλέπεται ἐν τῷ προορισμῷ τῶν εἰσπραχθησομένων χρημάτων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 24,000,000. Ἡ δαπάνη αὕτη, ἡ μὴ περιλαμβανομένη εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δανείου τῶν 24,000,000, δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ ἐξ αὐτοῦ καὶ πρέπει νὰ βαρύνῃ τὸν γενικὸν Προϋπολογισμόν. Διὰ νὰ μὴ βαρύνῃ αὕτη τὸν γενικὸν καὶ τακτικὸν Προϋπολογισμόν, ἀνάγκη ὁ εἰδικὸς πόρος τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων νὰ ἐπαυξηθῇ ἀναλόγως τῶν ἐπιπροσθετομένων πιστώσεων’ ἐπειδὴ ὅμως δὲν ηὐξήθη οὗτος, δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ ἐξ αὐτοῦ ἡ πίστωσις αὕτη, καὶ ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ βαρύνῃ τὸν Γενικὸν Προϋπολογισμόν. Ζητεῖται προσέτι πίστωσις πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων διὰ τὸ 1889. Οἱ τόκοι τοῦ δανείου τούτου θέλουσι, κατὰ τὴν σύμβασιν μὲ τοὺς ἐργολάβους, πληρωθῇ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου δανείου μέχρι τῆς 21 Μαΐου 1891. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ταύτης οὗτοι θὰ πληρώνονται παρὰ τῶν ἐργολάβων, εἰς οὓς ἀφέθη ἡ κάρπωσις τοῦ κεφαλαίου, τοῦ εἰσπραχθέντος ἐκ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, καὶ περιπλέον 1,900,000 φρ. Σήμερον, πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τούτων, ζητεῖται διὰ μὲν τὸ 1889 πίστωσις φρ. 1,020,000, ὁμοία θὰ ζητηθῇ διὰ τὸ 1890, καὶ ἀναλόγως αὐτῆς διὰ μῆνας 4 καὶ ἡμέρας 21 τοῦ 1891, ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρις 21 Μαΐου, θὰ ζητηθῇ πίστωσις 399,685 δρ. Οὕτω δὲ ἀντὶ τῶν φρ. 1,900,000, ἅτινα ὡρίσθησαν διὰ τοὺς μεσολαβοῦντας τόκους τοῦ δανείου τῶν 24,000,000, μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τοῦ σιδηροδρόμου, θὰ ἔχωμεν νὰ πληρώσωμεν φρ. 2,439,000, ἤτοι δρ. 539,000 περιπλέον ἐκείνων, αἵτινες ὡρίσθησαν ἐκ τοῦ δανείου. Αἱ 539,000 δραχμαὶ αὗται πόθεν θὰ πληρωθῶσι; θὰ αὐξηθῇ τὸ δάνειον, ἢ θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ τακτικὸς Προϋπολογισμός; Τὰς λεπτομερείας ταύτας ἐπιθυμῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἀναγκαίαν ἐξήγησιν πρὸ τῆς πρώτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως τοῦ λιμένος Πατρῶν, παρετήρησα μετ’ ἀπορίας, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 πρόκειται, λόγῳ ἐπιεικείας, ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Πατρῶν νὰ χαρίσῃ, ἡμεῖς δὲ νὰ ἐπικυρώσωμεν τὴν δωρεὰν δρ. 1,706,000. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δωρεᾶς, ἀλλὰ περὶ ἐπαυξήσεως δαπάνης δικαιολογουμένης ἕνεκα τῆς γαιολογικῆς φύσεως τοῦ λιμένος. Μολονότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου, δὲν νομίζω ὅμως ἐπιτρεπόμενον νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ πληρωμὴ 1,706,000 δρ., ὡς γινομένη χαριστικῶς χάριν ἐπιεικείας. Ἐὰν ἐπιβάλληται αὕτη ὑπὸ τῆς κατασκευῆς τοῦ λιμένος, θὰ ψηφίσω καὶ ἐγὼ ὑπὲρ αὐτῆς, διότι θεωρῶ τὸν λιμένα Πατρῶν ὡς ἔργον πρωτίστης ἀνάγκης. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξηγηθῇ, πόθεν προέρχεται ἡ προσθήκη τῆς δαπάνης ταύτης, οὕτως ὥστε, ψηφίζοντες τὴν πληρωμὴν δρ. 1,706,000, νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι δὲν χαρίζομεν εἴς τινα τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλὰ τὸ πληρόνομεν ὡς δαπάνην ἀναγκαίαν. Ἡ πληρωμὴ τοιούτου ποσοῦ ὑπὸ τὸν χαριστικὸν τίτλον τῆς ἐπιεικείας δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπίκρισιν παντός, μὴ γνωρίζοντος τὰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλει νὰ ζητήσῃ τροποποίησιν τῆς συμβάσεως τοιαύτην, ὥστε ἡ πληρωμὴ τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ γίνῃ οὐχὶ λόγῳ ἐπιεικείας, ἀλλ’ ὡς ἀντάλλαγμα τῶν προσθέτων ἔργων, ἅτινα πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ἐκ τῆς πληρωμῆς ταύτης τῶν δραχ. 1,706,000 ὁ ἐργολάβος ἀπαλλάσσεται τῆς ὑποχρεώσεως νὰ κατασκευάσῃ 70 μέτρα κυματοθραύστου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τῆς συμβάσεως προστίθενται 180 νέα μέτρα κυματοθραύστου, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία προστίθεται εἰς τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὸν ἐργολάβον· διὰ τοῦ ἄρθρου δὲ 7, οὗτος ἀπαλλάσσεται τῆς κατασκευῆς 70 μέτρων, ὧν ἡ ἀξία δὲν ἐκπίπτεται ἐκ τῶν εἰς αὐτὸν γενησομένων πληρωμῶν. Ἑπομένως εἰς τὴν χάριν τῶν 1,706,000 δρ. ἐπιπροστίθεται καὶ ἑτέρα, ἡ τῶν 70 μέτρων, ἥτις ἰσοδυναμεῖ μὲ δραχμὰς 490,000 περίπου. Τὰ 910 μέτρα τοῦ κυματοθραύστου ὑπολογίζονται διὰ δρ. 6,852,000, ἤτοι περίπου 7 χιλιάδας δραχμὰς κατὰ τρέχον μέτρον. Ἀπαλαττόμενος δὲ ὁ ἐργολάβος τῆς κατασκευῆς τοῦ μέρους ἐκείνου τοῦ κυματοθραύστου, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ κατασκευασθῇ ἐντὸς θαλάσσης βαθυτέρας, ὠφελεῖται πλειότερον τῆς κατὰ μέσον ὅρον ἀξίας ἑκάστου μέτρου. Ἑπομένως, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἀνέρχεται εἰς δρ. 2,200,000 τὸ ποσόν, ὅπερ πρόκειται νὰ δώσῃ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Πατρῶν ἄνευ καθαρᾶς δικαιολογίας. Ἡ προτεινομένη δικαιολογία τῆς ἐπιεικείας δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ψήφου, ἣν πρόκειται νὰ δώσῃ. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν, ἣν ἐπρότεινα, τῆς συμβάσεως, διὰ νὰ δυνηθῶμεν, ἐν πλήρει γνώσει καὶ συνειδήσει, νὰ ψηφίσωμεν αὐτήν. Καὶ ἑτέραν τροποποίησιν θεωρῶ ἀναγκαίαν εἰς τὸ ἄρθρον 14, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ὁποίου ὁ ἐργολάβος ὀφείλει ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ καταθέσῃ 260,000 δρ. ὡς ἐγγύησιν, ἐὰν δὲ δὲν καταθέσῃ ταύτας, τὰ ποσὰ, ἅτινα θὰ ὀφείλωνται εἰς αὐτὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 13, δὲν θὰ φέρωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ τόκον. Ἡ τοιαύτη κύρωσις τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἐργολάβου δὲν ἔχει πολλὴν σημασίαν, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 13 διὰ πᾶσαν ἡμέραν βραδύτητος εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν πρὸς αὐτὸν ὀφειλομένων θὰ λαμβάνῃ οὗτος 200 δραχμὰς ἀποζημίωσιν. Ὁ ἐργολάβος θὰ δύναται ἑπομένως νὰ μὴ καταθέσῃ τὰς 260,000 δρ. ἄνευ ζημίας τού τινος, διότι θὰ κινδυνεύῃ μὲν νὰ χάσῃ τοὺς τόκους τῶν εἰς αὐτὸν ὀφειλομένων, θὰ δικαιοῦται ὅμως νὰ λαμβάνῃ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν δρ. 200 κατὰ πᾶσαν ἡμέραν ὑπερημερίας. Ὅθεν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ ὡς κύρωσις, ὅτι ὁ ἐργολάβος, ἐν περιπτώσει μὴ καταθέσεως τῶν 260,000 δραχμῶν, δὲν θὰ λαμβάνῃ μήτε τόκους, μήτε ἀποζημίωσιν διὰ τὰ εἰς αὐτὸν ὀφειλόμενα ποσά.
§43Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριοι, πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ ἀποστράτου μοιράρχου Ἰωάννου Ντάη. Ἀληθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, καθῆκον δ’ εἶχον νὰ ἐρευνήσω ταῦτα μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς...
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀναβάλλετε δι’ αὔριον, διὰ νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὰς σημειώσεις μου; Εἶναι καλὸν νὰ μᾶς εἰδοποιῆτε ἀπὸ τῆς προτεραίας. Δὲν ἐγίνωσκον, ὅτι ἤθελε συζητηθῆ τὸ ζήτημα τοῦτο σήμερον.
§45Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πολὺ καλὰ, αὔριον· δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§46ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐκ Πατρῶν φίλιππος Λεούσης παραπονεῖται, ὅτι ὁ ἐκεῖ νομομηχανικὸς Ζαφειρίου ἀρνεῖται νὰ τῷ ἐκδώσῃ ἄδειαν οἰκοδομῆς, ἣν ἐζήτησεν ἀπὸ ἑνὸς ἔτους, ἠναγκάσθη δὲ μάλιστα νὰ ἀπευθύνῃ αἴτησιν θεραπείας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ τὴν παρέπεμψεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦτο δὲ ἐζήτησε πληροφορίας, ἀλλ’ ὁ κύριος Νομομηχανικὸς δὲν ἀπήντησε....
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐρωτήσω καὶ θὰ σᾶς φέρω ἀπάντησιν.
§48ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ὁ ἐκ Πατρῶν Ἀνδρέας Σαρδελλιᾶνος παραπονεῖται, ὅτι ἀπὸ 7 ἢ 8 ἐτῶν κατέβαλεν εἰς δόσεις γαιῶν δηλωθεισῶν 700 δραχμὰς, καίτοι δὲ αἱ δηλωθεῖσαι γαῖαι ἐκηρύχθησαν δασικὴ περιφέρεια, ὁ δὲ Ἔφορος ὑπέβαλε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δὲν ἐξεδόθη ἀκόμη ἔνταλμα πρὸς ἐπιστροφὴν τῶν δραχ. 700. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα τοῦτο τῆς ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων.
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἠλείας Βουλευτοῦ, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Πύργου, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμία τροποποίησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ἐγένετο τῆς πλατείας, ὅπου τὸ Ἐπαρχεῖον. Ἐγένετο μόνον κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον τροποποίησις ἐπὶ τοῦ χώρου τοῦ πέριξ τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου, ἥτις ἀπέχει τῆς πλατείας τοῦ Ἐπαρχείου.
§50ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν μακρὸς ἐγένετο λόγος περί τινος πλοιάρχου Παρασκευᾶ Ἀγαπητοῦ, ὅστις κατέθηκεν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν, παραπεμφθεῖσαν πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ἐν ᾗ παραπονεῖται οὗτος, ὅτι οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἐδυνήθη νὰ λάβῃ περὶ τοῦ κατασχεθέντος πλοίου αὐτοῦ καὶ τοῦ φορτίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει ἐνεργήσει τὸ καθ’ ἑαυτὸν, πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν προσβληθέντων συμφερόντων τοῦ πλοιάρχου καὶ τῆς προσβληθείσης Ἑλληνικῆς σημαίας· διότι ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ὁ πλοίαρχος Παρασκευᾶς Ἀγαπητὸς τυγχάνει δημότης τοῦ δήμου Ἑρμουπόλεως. Ἱκαναὶ παρῆλθον ἡμέραι, οὐδεμίαν δὲ μέχρι τοῦδε ἔσχεν ἀπάντησιν ὁ ῥηθεὶς πλοίαρχος, καίτοι μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπανειλημμένως. Ἐκεῖ ἄλλοτε μὲν ἀκούει, ὅτι, ἕνεκεν ἀκηδείας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, ἡ ὑπόθεσις αὐτοῦ ἐντελῶς ἐναυάγησεν, ἄλλοτε δὲ μανθάνει, ὅτι ἐκκρεμὴς ἵσταται συνεννόησις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Πύλην. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὅμως ἐπὶ δύο ἔτη μένει ἐν Ἀθήναις. Ἐδαπάνησε τὰ περισσεύματα τῆς περιουσίας αὐτοῦ, καὶ σήμερον πένης διατρέχει τὰς ὁδούς. Σημειωθήτω δὲ, ὅτι, κατ’ ἐπισήμους ἐκθέσεις, τὸ μὲν πλοῖον αὐτοῦ, διακοσίων ἐνεννήκοντα τόννων, ἔχει ἀξίαν τριάκοντα χιλιάδων δραχμῶν, τὸ δὲ φορτίον, ἐκ φλοιοῦ, ἐπίσης τὴν αὐτὴν ἀξίαν. Ἐζημιώθη ἄρα ὁ δυστυχὴς οὗτος ἑξήκοντα χιλιάδας δραχμῶν. Ἐπεθύμουν, ἂν ἦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν εὔκολον, νὰ ἔδιδε κατ’ αὐτὴν τὴν συνεδρίασιν ἀπάντησιν περὶ τῆς στάσεως τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἀφοῦ ἐν ταῖς ἡμιεπισήμοις συνεντεύξεσιν, ἄλλοι μὲν λέγουσιν εἰς τὸν παθόντα, ὅτε ἡ ὑπόθεσις ἐναυάγησεν, ἄλλοι δὲ, ὅτι ἐκκρεμὴς εἰσέτι τυγχάνει, ἐν ταῖς ἐπισήμοις ἀνακοινώσεσι, ταῖς ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης γενησομέναις παρὰ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ τοὐλάχιστον νὰ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν. Διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τέλος πάντων δίκαιον, ἀφοῦ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον στερεῖται οὗτος τῆς περιουσίας αὐτοῦ, προσβληθείσης συνάμα καὶ τῆς Ἑλληνικῆς σημασίας, νὰ ἐμπαίζηται ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, ποτὲ μὲν λαμβάνων ἐλπίδας, ποτὲ δὲ ἀπελπιζόμενος. Ἐκτὸς δὲ τούτου, καταθέτω ἀναφορὰν, ἀποσταλεῖσάν μοι παρὰ τριῶν κοινοτήτων τῆς Λεβαδείας, ἤτοι Καρυᾶς, Ἁγίου Δημητρίου καὶ Πετρομαγούλας τοῦ δήμου Ὀρχομενοῦ, φέρουσαν τὰς ὑπογραφὰς ἁπάντων τῶν κατοίκων τῶν τριῶν τούτων κοινοτήτων, ἐπαναφέρουσαν δὲ τὸ ζήτημα τῆς προσβολῆς τῶν ἰδιοκτησιῶν αὐτῶν παρὰ τῆς Ἑταιρίας τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, καὶ διὰ μακρῶν ἀναπτύσσουσαν τὰ δικαιώματα αὐτῶν, καὶ καταγγέλλουσαν ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους τὰς φοβερὰς καὶ ἀδίκους πράξεις τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος ἐπανειλημμένως παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ σχεδιάγραμμα τῶν μερῶν ἐκείνων, ἵνα ἴδωμεν κατὰ ποῖον τρόπον καὶ κατὰ ποῖα σημεῖα καὶ ὅρια ἐγένετο ἡ παραχώρησις τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καίτοι ἐπανειλημμένως εἶπεν, ὅτι θέλει φέρει τὸ σχεδιάγραμμα, ἀγρὸν ἠγόρασε μέχρι τοῦδε. Ἤδη αἱ πράξεις τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς εἰσι τοιαῦται, ὥστε καὶ βιοπραγίας κατὰ γυναικῶν ἐνήργησαν οἱ στρατιῶται, ὡς ῥητῶς ἀναφέρουσιν οἱ ὑπογράφοντες ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ, ἣν θέλω καταθέσει, παρακαλῶν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲν θέλῃ, ἢ ἐὰν καὶ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ δὲν ἐπιτρέπωσι τὴν ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως, τοὐλάχιστον νὰ δώσῃ διαταγὴν, ὅπως παύσωσι τὰ ὄργανα τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ὑποστηρίζοντα τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἑταιρίας διὰ βιαιοπραγιῶν κατὰ τῶν γυναικῶν.
§51Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς πρώτης τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέβαλε πρὸ μικροῦ, τῆς ἐπερωτήσεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὸν ἐκ Καστελλορίζου πλοίαρχον, τοῦ ὁποίου τὸ πλοῖον καὶ τὸ φορτίον κατεσχέθησαν ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὀλίγα τινὰ, ὅπως ταῦτα περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατά τινα προηγηθεῖσαν συνεδρίασιν ἐπληροφόρησε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Τουρκικὴ ἐξουσία κατέσχε τὸ πλοῖον τοῦτο καὶ τὸ φορτίον αὐτοῦ, διότι τὸ πλοῖον ἔφερεν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ἐνῷ ὁ ἰδιοκτήτης αὐτοῦ ἦτο ὑπήκοος Ὀθωμανός....
§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἔφερεν Ἑλληνικὴν σημαίαν, καὶ προέκειτο περὶ ἰδιοκτήτου ἔχοντος Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ἀλλὰ κεκτημένην κατὰ τρόπον μὴ ἀναγνωριζόμενον ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς ἀρχῆς. Διὸ καὶ ἔλεγεν ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις, ὅτι προέκειτο περὶ πολίτου Ὀθωμανοῦ, μὴ ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ πλοίου του Ἑλληνικὴν σημαίαν.
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τοῦτο ἐσκόπουν νὰ καταλήξω. Διότι, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδιδε τὰς πληροφορίας ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀνεγνώριζεν, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἔχουσί τινα βάσιν. Ἀλλ’ οἱ ἰσχυρισμοὶ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχουσι κἀμμίαν βάσιν, οὐχὶ διότι ἡμεῖς ἑρμηνεύομεν οὕτω τοὺς νόμους τῆς ἡμετέρας Ἐπικρατείας, ἀλλὰ διότι αἱ Δυνάμεις κατὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἔχουσι κανονίσει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀπέκτησε τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν ὁ πλοίαρχος τοῦ πλοίου, ἀποκτήσας τὸ δικαίωμα νὰ ἀνυψώσῃ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν ἐπὶ τοῦ πλοίου του. Κατὰ τὰς συνθήκας ἐκείνας, παρεχωρήθη δικαίωμα εἰς τοὺς κατοίκους τῶν χωρῶν ἐκείνων νὰ μεταναστεύωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, χωρὶς νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς οὐδὲν κώλυμα ὑπὸ τῆς Τουρκίας. Ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρχεν ἀμφιβολία περὶ τοῦ χρόνου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ γένηται ἡ μετανάστευσις, οἱ Πρέσβεις τῶν τριῶν Δυνάμεων διὰ ἐγκυκλίου προσδιώρισαν τὸν χρόνον τοῦτον, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι προσδιώρισαν τελευταίαν προθεσμίαν τὴν 31 Ἰουλίου 1837. Ὅσοι λοιπὸν εἶχον μεταναστεύσει ἐντὸς τῶν χρόνων τούτων ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῶνται πολῖται Ἕλληνες, ἐπανερχόμενοι δὲ εἰς τὸ Τουρκικὸν Κράτος, νὰ μὴ καταζητηθῶσιν ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς ἀρχῆς. Ὁ πατὴρ τοῦ πλοιάρχου Ἀγαπητοῦ εἶχε λάβει μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ 1821, καὶ ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1836 εἶχεν ἔλθει εἰς Σῦρον καὶ ἀποκατασταθῆ ἐκεῖ. Οὕτως ὁ πατὴρ τοῦ πλοιάρχου ἀπέκτησε τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, καὶ ὡς ἀγωνιστής, καὶ ὡς μεταναστεύσας ἐμπροθέσμως. Καὶ ὁ υἱὸς αὐτοῦ εἶναι πολίτης Ἕλλην, ὡς γεννηθεὶς ὑπὸ πατρὸς Ἕλληνος, οὐχὶ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δίδομεν εἰς τινα νόμον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων. Ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται ν’ ἀντικρούσῃ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον τῆς Πύλης, καὶ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ τὴν συνδρομὴν τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων, αἵτινες ἔχουσιν ὑπογράψει τὰ πρωτόκολλα περὶ τῶν μεταναστῶν, ὅπως συμβουλεύσωσι καὶ πείσωσι τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν τοῦ ἀδικουμένου πλοιάρχου.
§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν τὰ πράγματα ἦσαν τόσον ἁπλᾶ, ὡς ἐκτίθενται, καὶ ἀποδεδειγμένα, τότε βεβαίως ἡ διεξαγωγὴ τῆς ὑποθέσεως θὰ ἦτο εὐκολωτέρα καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἤθελεν ἀπολήξει εἰς λύσιν εὐάρεστον, ἂν καὶ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν εἶναι παντάπασι βέβαιον, ὅτι ἐπικαλούμενοι, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἐκ τῶν πρωτοκόλλων παρεχομένων ἡμῖν δικαίων, ἐκείνους, οἵτινες ἄλλοτε ὑπέγραψαν τὰ πρωτόκολλα ταῦτα, ἠθέλομεν τύχει τῆς συνδρομῆς αὐτῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσον ἁπλᾶ, διότι εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τοῦτο ἰσχυρίζεται ὁ πλοίαρχος, ὅτι εἶναι υἱὸς Καστελλοῤῥιζώτου μετανάστου, ἐγκαταστάντος ἐν Σύρῳ καὶ δημότου Ἑρμουπόλεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε προσαχθέντων ἐγγράφων,—καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἦτο συμφερώτερον νὰ μὴ ἐγίνετο περὶ τοιούτων λόγος ἐντεῦθεν,—ἀπ’ ἐναντίας προὐτάθη, ὅτι ὁ Παρασκευᾶς Ἀγαπητὸς ἔχει δημοτικὸν μεταγενέστερον τοῦ 1869, ἂν δὲ τοῦτο ἦναι ἀληθές, βεβαίως ἡ ὑπόθεσίς του διαφεύγει τὴν ἀνάμιξιν ἐκείνων τῶν Δυνάμεων, τῶν ὁποίων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐνόμισεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ἐπέμβασιν. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ὑποθέσεως, καὶ διὰ τοῦτο συντόμως εἶπον, ὅτε κατὰ πρῶτον ἀπήντησα εἰς τὴν αἰτηθεῖσαν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν φαίνεται, ὅτι ἔχει πολλὰς ἐλπίδας ἐπιτυχίας.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ ὑπόθεσις μετετοπίσθη καὶ ζητήσῃ τις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Ἑλληνικὴν ἐθνικότητα τοῦ πλοιάρχου ἐπὶ πολιτογραφήσει μετὰ τὸ ἔτος 1869, βεβαίως οἱ ἰσχυρισμοὶ ἡμῶν δὲν δύνανται νὰ εἰσακουσθῶσι, διότι ἡ Τουρκία κατὰ τὸ ἔτος 1868 ἐξέδωκε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκήρυξεν, ὅτι οἱ ὑπήκοοι αὐτῆς δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλλωσι τὴν ὑπηκοότητα αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἀγῶνα τοῦτον, τὸν βεβαίως ἀνεπιτυχῆ, ἀλλ’ ἐζήτησα νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ὑπηκοότητά του, δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησεν ὁ πατὴρ τοῦ πλοιάρχου διὰ τῆς μεταναστεύσεως. Τοῦτο εἶναι ζήτημα πραγματικόν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς, τώρα μάλιστα, ὅτε εἶναι καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, δύναται νὰ ἐξακριβώσῃ, ἐξετάζων καὶ βεβαιούμενος, ἂν ὁ πατὴρ τοῦ πλοιάρχου μετηνάστευσε κατὰ τὸ 1836 εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Φαίνεται, ὅτι εἰς τὴν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος παραχώρησιν περιελήφθησαν καὶ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐκαλλιεργοῦντο, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον μόνον αἱ ἐκτάσεις, αἱ ὁποῖαι πάντοτε ἐκαλύπτοντο ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἠδύναντο νὰ παραχωρηθῶσι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῶν πραγματογνωμόνων, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν πράγματι διεπράχθη τοιοῦτον ἀδίκημα, καὶ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν τὸ ἀνοσιούργημα τοῦτο.
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ σχεδιαγράφημα θὰ τὸ καταθέσω, ἐπίσης δὲ καὶ τὰ ἔγγραφα· εἶναι ὅμως δύσκολον τοῦτο, καθ’ ὅσον δέον νὰ ἀντιγραφῶσιν, ἵνα μὴ ἀπολεσθῶσι τὰ πρωτότυπα. Ἀλλ’ ὀφείλει νὰ μὴ λησμονήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἡ παραχώρησις ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1867, καθ’ ὃν πᾶσα ἀξίωσις, ἀφορῶσα εἰς τὰς γαίας, τὰς κειμένας ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν, εἶναι ἀπαράδεκτος, δυστυχῶς δὲ ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου περιελήφθη ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1867 ἄνευ ἐπαρκοῦς ἐξετάσεως τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὸ πρᾶγμα· αὔριον ἢ μεθαύριον θέλομεν ἰδεῖ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη συζητήσεως περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἐπικλήσεως δικαιωμάτων ἰδίων, καίτοι, προκειμένου περὶ γαιῶν, αἵτινες δὲν ἀνῆκον ποτὲ εἰς τοὺς παραπονουμένους, ἀλλ’ εἰς τὸ Δημόσιον, κατείχοντο δὲ παρακλητικῶς καὶ κακῶς ἐδηλώθησαν ὑπ’ αὐτῶν, μηδὲ δόσεις καταβαλόντων, εἶναι προφανές, ὅτι ὁ θόρυβος, ὁ γινόμενος ὑπό τινων κατοίκων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὡς δὲν στηρίζεται εἰς δικαιώματα ἐκ νόμου κεκτημένα, ἀποκρούεται προσέτι ὑπὸ τῆς γενικῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1867, ἀσφαλῶς ἀντιτασσομένης ἐναντίον ἀπαιτήσεως, μὴ στηριζομένης ἐπὶ νομίμου δικαιώματος κυριότητος. Τοσοῦτον δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι αἱ ἀξιώσεις αὗται δὲν στηρίζονται ἐπὶ νομίμου βάσεως, ὥστε καὶ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ τοῦ τόπου, ἥτις συνήθως ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων τίθεται ἐπὶ κεφαλῆς τῶν δημοτῶν, ἐνταῦθα ἀπ’ ἐναντίας συνεβούλευσεν αὐτοῖς, νὰ ἀπέχωσιν ἀπὸ τοιούτων ἀξιώσεων, ὡς μὴ στηριζομένων ἐπὶ τοῦ νόμου.
§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν αἱ γαῖαι αὗται ἦναι ἐθνικαὶ, ἢ ἰδιόκτητοι, τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν· τὸ ζήτημα εἶναι, ποία εἶναι ἡ συνήθης περίμετρος τῶν πλημμυρῶν, συνήθης δὲ περίμετρος εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία καλύπτεται πάντοτε ὑπὸ τῶν ὑδάτων, καὶ αὐτὴν τὴν ἔκτασιν ἔπρεπε νὰ σημειώσωσιν οἱ ἐμπειροτέχναι. Εἶναι ἀδιάφορον, ἂν αἱ ἐντὸς τῆς περιμέτρου γαῖαι ἦναι ἐθνικαί· εἰς οἱονδήποτε καὶ ἂν ἀνήκωσι, δὲν ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῶσι μετ’ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν ὡς λίμνην Κωπαΐδα, λόγῳ ἀποξηράνσεως. Ὁ νόμος βεβαίως ὁρίζει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ἀμφισβήτησις περὶ τῶν γαιῶν συνήθους περιμέτρου, ἀλλ’ ὁ νόμος, τόσον ὁ περὶ Κωπαΐδος, ὅσον καὶ ὁ γενικὸς νόμος, περὶ ζημιῶν, ἐνόει τὰς γαίας, τὰς πράγματι περιλαμβανομένας ἐντὸς τῆς συνήθους περιμέτρου, ἐνταῦθα δὲ θὰ ἔγεινε τὸ ἄτοπον, ὥστε ἐντὸς τῆς συνήθους περιμέτρου νὰ συμπεριληφθῶσι γαῖαι, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐκτὸς καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῶσι. Θὰ συζητήσωμεν καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 δὲν ὥρισεν αὐτὴν τὴν περίμετρον, ἀλλ’ ἀφῆκεν εὐρὺ στάδιον, καὶ ἔπρεπεν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν νὰ θέσωσι τὰ ὅρια, νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν φυσικὴν κατάστασιν, ὄχι δὲ νὰ ἀκολουθήσωσι τυφλῶς τὸ σχέδιον Sauvage, τὸ ὁποῖον εἶχε συνταχθῆ πρὸ τοσούτων ἐτῶν.
§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ φέρω τὰ ἔγγραφα καὶ θὰ συζητήσωμεν. Εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 ὥριζε συνήθη περίμετρον τῆς Κωπαΐδος τὴν περιγραφομένην ἐν τῷ διαγράμματι τοῦ Σωβὰζ, ἡ δὲ ἑπταμελὴς Ἐπιτροπὴ, ἡ μεταβᾶσα ἐπὶ τόπου καὶ ἐπὶ τόπου διαγράψασα τὴν περίμετρον, ἔθεσε τὰ ὅρια, ὡς σήμερον ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Κωπαΐδι, εἰς ὁρισμὸν τῆς περιμέτρου.
§60Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς πλανᾶται ἐπὶ τούτου. Ἀληθῶς ὁ νόμος λέγει, ὅτι οὐδεμία ἀξίωσις ἐπιτρέπεται ἐπὶ γαιῶν κειμένων ἐντὸς τῆς νομίμου περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν, ὁ νόμος ὅμως ἐκεῖνος δὲν εἶπεν, ὅτι οἱ ἐμπειροτέχναι ἔπρεπε νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει μόνον τὸ σχεδιάγραμμα τοῦ Sauvage, διότι τότε δὲν γνωρίζω, ἐὰν δὲν ἦτο περιττὴ ἡ ἐκεῖ μετάβασίς των· λέγει μὲν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει τὸ σχεδιάγραμμα ἐκείνου, ἀλλ’ ἔπρεπε συγχρόνως νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ ἐπὶ τῶν βράχων ἴχνη καὶ αἱ πληροφορίαι τῶν κατοίκων. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸν λόγον τῶν τόσων ἀτόπων, τὰ ὁποῖα ἀναφαίνονται ἐν τῇ ὑποθέσει τῆς παραχωρήσεως τῆς Κωπαΐδος· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν περιωρίσθη μόνον νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν ἑνὸς νόμου, ἵνα προφυλαχθῇ ἀπὸ τὰ βέλη, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην ἐπιῤῥίπτονται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ προσθέσῃ, ὅτι, ἐὰν οἱ παραπονούμενοι προστρέξωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια βεβαίως θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἔχουσιν ἄδικον. Ἐγένετο δὲ λόγος καὶ περὶ ἰδιοκτητῶν καὶ περὶ ἐθνικῶν γαιῶν. Ὅλοι, Κύριοι, εἰσὶν ἰδιοκτῆται ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, παρεχώρησε τὰς γαίας πρὸς διαφόρους κατόχους, ἔρχονται δὲ καὶ οὗτοι εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν μετὰ τῶν ἀνέκαθεν ἐχόντων ἰδιοκτησίας. Ὡς καὶ ἄλλοτε δὲ εἶπον, ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ τίνων γαιῶν πρόκειται ἐν τῷ νόμῳ· πρόκειται περὶ τῶν γαιῶν, ὧν ὁ Sanvage κατὰ τὸ 1847, γενομένης τότε ἐκτάκτου πλημμύρας, ἣν ἐξέλαβεν ὡς συνήθη, καθώρισε τὴν περίμετρον, ἢ περὶ τῶν γαιῶν, τῶν κατακλυζομένων πράγματι ὑπὸ τῶν ὑδάτων; Ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος καὶ τότε Πρωθυπουργὸς ῥητῶς ἐδήλωσε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν γαιῶν, τῶν ἀληθῶς κειμένων ἐντὸς τῆς ζώνης, τὸ ἀληθῶς δὲ μάλιστα τοῦτο εἶναι γεγραμμένον μὲ ἀραιὰ γράμματα, ἐννοεῖτε δὲ τὴν ἔννοιαν καὶ σημασίαν αὐτοῦ. Ἑπομένως τὸ ζήτημα τοῦ, ἂν πράγματι κεῖνται ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν αἱ γαῖαι αὗται, εἶναι ζήτημα πολὺ σπουδαῖον, δὲν πρέπει δὲ νὰ ὀχυρῶνται ὄπισθεν τῆς ἐκθέσεως τῶν πραγματογνωμόνων, πραγματογνωμόνων μάλιστα, οἱ ὁποῖοι, ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, ὅτι λίαν ἀσυνειδήτως ἐξετέλεσαν τὸ ἔργον αὐτῶν, πραγματογνωμόνων, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἐγευμάτιζον καὶ διεσκέδαζον, ἤρχοντο ἔφιπποι καὶ ἔθετον τὴν γραμμήν, κραυγαζόντων καὶ διαμαρτυρομένων τῶν δυστυχῶν χωρικῶν, πραγματογνωμόνων, οἱ ὁποῖοι, συγκινούμενοι ἐνίοτε ὑπὸ τῶν δικαίων παραπόνων, ἔλεγον: ἂς μὴ θέσωμεν ἐνταῦθα τὴν γραμμήν, ἀλλ’ ἂς τὴν θέσωμεν 50 ἢ 100 μέτρα πρὸς τὰ ἔξω. Τοιαύτη ἦτο, Κύριοι ἡ ἐργασία τῶν πραγματογνωμόνων ἐκείνων. Καὶ κατόπιν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι, ἐὰν οἱ παραπονούμενοι καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, δὲν θὰ δικαιωθῶσιν. Ἀκριβῶς διὰ τὴν φράσιν ταύτην ἔλαβον τὸν λόγον, διότι φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐμελέτησεν ἐπισταμένως τὸ ζήτημα.
§61ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ Δήμαρχος συνεβούλευσεν αὐτοῖς, νὰ μὴ καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, διότι δὲν θὰ δικαιωθῶσι.
§62Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Περὶ τοῦ τί πράττει ὁ Δήμαρχος, ἐντελῶς ἀδιαφορῶ. Δυστυχῶς καὶ οἱ Δήμαρχοι κατέστησαν τυφλὰ ὄργανα τῆς ἰσχυούσης μερίδος, καὶ κατέστησαν τυφλὰ ὄργανα διότι ἀπειλεῖται κατ’ αὐτῶν, ὅτι δὲν θὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν δήμων των, ἐὰν δὲν τεθῶσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κυβερνώντων. Ἀληθῶς ὁ νόμος καθώρισεν, ὅτι οὐδεμία ἰδιοκτησία ἐπιτρέπεται ἐπὶ γαιῶν, κειμένων ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν· ἀλλὰ ποῦ ἐστηρίχθη, καθορίσας τοῦτο; ἐστηρίχθη εἰς προηγούμενον νόμον; καὶ εἰς ποῖον νόμον; εἰς τὸν περὶ διακρίσεως κτημάτων; Οὐδαμοῦ ἐν αὐτῷ ἀναφέρεται περὶ λιμνῶν. Εἰς τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον; Ὄχι βεβαίως. Ποῦ λοιπὸν ἐστηρίχθη; Τὴν Κωπαΐδα τὴν ἐξέλαβεν ὡς μεγάλην λίμνην, ἐντὸς τῆς ὁποίας τὰ ὕδατα εἶναι διαρκῆ, ὅπως τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα ὁρίζει, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δημοσίαν καὶ μὴ ὑποκειμένην εἰς συναλλαγήν. Τὴν ἐξέλαβε δὲ ὡς τοιαύτην, διότι, ὅτε παρεχωρήθη ἡ ἀποξήρανσις αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ διατάξῃ μίαν ἔρευναν, μίαν μελέτην, πῶς ἔχουσιν ἐκεῖ τὰ πράγματα, διὰ νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι ἡ Κωπαΐς δὲν εἶναι λίμνη, καὶ μάλιστα μεγάλη, ἀλλὰ τέλμα, καὶ οὐδὲν πλέον, τέλμα, τὸ ὁποῖον ἐν καιρῷ τοῦ θέρους ἀποξηραίνεται, τέλμα, διὰ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ διέλθῃ, εἴτε ἔφιππος, εἴτε πεζῇ, χωρὶς νὰ βραχῇ ποσῶς, τέλμα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου βόσκουσιν ὅλα τὰ μεγάλα κτήνη καὶ μάλιστα αὐτὰ ταῦτα τῶν κατοίκων τῆς πρωτευούσης τῆς ἰδιαιτέρας ἐπαρχίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ. Ἐπειδὴ δὲ κακῶς ἔπραξεν ὁ νομοθέτης τοῦ 1867, ἕπεται, ὅτι δὲν ἔπραξαν ἐπίσης κακῶς καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες κατὰ τὸ 1880 παρεχώρησαν εἰς τὴν ὑπάρχουσαν Ἑταιρίαν τὴν ἀποξήρανσιν, ἐνῷ μάλιστα ἐν τῷ μεταξὺ ἠγέρθησαν τόσα παράπονα καὶ διαμαρτυρίαι; Νομίζετε, ὅτι ἔχουσιν ἄδικον οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, νὰ παραπονῶνται; Νομίζετε, ὅτι θὰ ἀδικηθῶσιν, ἐὰν προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια; Θέλετε δὲ νὰ μάθητε τὸ αἴτιον τῶν νῦν συμβαινουσῶν σκηνῶν; Οἱ ἐμπειροτέχναι, ποιήσαντες τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, ὡς προεῖπον, ἀσυνειδήτως, εἰς μερικὰ χωρία, ἐν οἷς καὶ τὸ χωρίον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, περιέλαβον ἐντὸς τῶν περιμέτρων τῶν συνήθων πλημμυρῶν, τί νομίζετε; τὴν ἐκκλησίαν τοῦ χωρίου καὶ τὸ φρέαρ τοῦ χωρίου! πηγαίνουσι δὲ οἱ ἄνθρωποι νὰ ὑδρευθῶσι, καὶ ἐμποδίζονται ὑπὸ τῶν εὐζώνων. Ἰδοὺ τὸ ἄτοπον τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἄτοπον, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει. Ὑπῆρξεν εὐκαιρία, καὶ ὑπῆρξε πρὸ τριῶν ἐτῶν, ὅτε ἐποιοῦμεν νέας παραχωρήσεις εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος, μεταβαλόντες τὸ ἀρχικὸν σχέδιον τῆς ἀποξηράνσεως καὶ ἀπαλλάξαντες αὐτὴν ἀπὸ τῶν δαπανῶν τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου ὄρους, χορηγήσαντες δὲ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἀρδεύσεως τοῦ Θηβαϊκοῦ πεδίου διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ σχεδίου τῆς ἀποξηράνσεως, παρατείναντες δὲ καὶ τὴν προθεσμίαν τοῦ ἔργου ἐπὶ ἓν ἔτι ἔτος. Δυστυχῶς ὅμως ἡ Κυβέρνησις, δὲν γνωρίζω διατί, ἐνόμισεν ἴσως, ὅτι τὰ παράπονα ταῦτα δὲν ἦσαν βάσιμα, ὅπερ ὅμως δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, διότι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλεν Ἐπιτροπὴν ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νέων τούτων παραχωρήσεων, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ αὕτη, ἀποτελουμένη ἀπὸ ἀνώτερα δικαστικὰ πρόσωπα, διαῤῥήδην καὶ ἀνεπιφυλάκτως εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ παραχώρησις, εἶναι δημευτικός, διότι καταλαμβάνονται γαῖαι, οὐδέποτε ὑπὸ ὑδάτων κατακλυζόμεναι, γαῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐκτείνονται, καὶ πέραν της δημοσίας ὁδοῦ. Καὶ παρακαλῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον νὰ εἴπῃ, ἐὰν πλησίον τῆς Γρανίτσας δὲν συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ δημοσία ὁδὸς ἐντὸς τῆς περιμέτρου....
§63ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς λεγομένης περιμέτρου.
§64Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Λοιπὸν, ὅταν ἓν ζήτημα καθίσταται δημοσίας τάξεως, ὅταν ἓν ζήτημα λαμβάνῃ τοιαύτας διαστάσεις, ὅταν τὰ παράπονα ἦναι τοσοῦτον δίκαια, νομίζετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ οἱαδήποτε πρόνοια; Δὲν ἀδικῶ τὴν Ἑταιρίαν, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐπαλαμβάνω δὲ καὶ ἤδη, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἤθελεν εἶσθαι πολὺ ἀνόητος, ἐὰν δὲν διεξεδίκει τὰ δικαιώματά της, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις κακῶς τῇ παρεχώρησεν. Ἀλλὰ πταίει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις, ἐνῷ ἐν πάσῃ ἰδιωτικῇ ὑποθέσει μεταξὺ τῶν διαδίκων ἀφίνει ἐλεύθερα τὰ Δικαστήρια, ἵνα λύσουν τὰς διαφορὰς αὐτῶν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔστειλεν εὐζώνους καὶ χωροφύλακας, ἵνα μεταβάλωσι τοὺς ἐνάγοντας εἰς ἐναγομένους καὶ τοὺς ἐναγομένους εἰς ἐνάγοντας.
§65ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅτε, κύριοι συνάδελφοι, τὸ πρῶτον ἤχθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν τὴν γνώμην μου, καὶ εἶπον τότε καθαρῶς, διαιρέσας τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς δύο διακεκριμένα στάδια, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱ κάτοικοι, παραπονούμενοι διὰ τὴν ἀποβολὴν αὐτῶν ἐκ τῶν γαιῶν, τῶν περιλαμβανομένων ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν, δὲν ἔχουσι δίκαιον νὰ παραπονῶνται. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ εἰλικρίνεια πάντοτε παρεξηγεῖται, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης γνωστὸν, ὅτι ἐγὼ, ἐναντίον τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσι πολλοὶ ἐκ τῶν πολιτευομένων, συνείθισα οὐδέποτε νὰ δημοκοπῶ, διότι δὲν βλέπω τὸ κέρδος τῆς δημοκοπίας ἐὰν ἔλεγόν τι, τὸ ὁποῖον νὰ ηὐχαρίστει τὰ ὦτα τῶν συμπολιτῶν μου, ἤθελον τοὺς ἐξωθήσει εἰς τοιαύτην καταστροφὴν, ὥστε ἡμέραν τινὰ ἀναμφισβητήτως θὰ μὲ καταρῶνται. Εἶχον λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω, καὶ εἶπον εἰς αὐτοὺς τὴν ἀλήθειαν, ἀντὶ ὅμως εὐχαριστήσεως, μὲ ὑβρίζουν διὰ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπέβαλε σήμερον, μολονότι τοῦτο δὲν πράττουσιν ἐν γνώσει, διότι διέγνωσα τὴν διάνοιαν, ἥτις συνέταξε, καὶ τὴν χεῖρα, ἥτις ἔγραψε τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Περὶ τούτου ἀδιαφορῶ ἐγὼ καὶ πάλιν θὰ εἴπω εἰς αὐτοὺς τὴν ἀλήθειαν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐπὶ τέλους θὰ μετανοήσωσιν, ὅτι, ἐνόσῳ ἐμμένωσιν εἰς τὴν σφαλερὰν αὐτὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν τοῖς συμβουλεύουσιν ἄνθρωποι μηδόλως πονοῦντες αὐτοὺς, θέλουσι βεβαίως ὑποστῆ μεγάλα δεινά. Ἔλεγον ἄλλοτε, εἰς τὸν κ. Λεβίδην ἀπαντῶν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κερδήσωσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ὁ δὲ ἀξιότιμος συνάδελφος μοὶ ἀπήντα, ὅτι ἐκέρδησαν ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, ἀνταπήντησα δὲ τότε εἰς αὐτὸν, ὅτι «δὲν τὸ πιστεύω· ἐὰν ἐκέρδησαν ὅμως, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ χάσουν ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν». Ἀλλ’ ὅτε ἔλεγον ταῦτα, δὲν ἐγνώριζον, Κύριοι, ὅτι εἶχον χάσει ἤδη, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγὼ ἠγόρευον, ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν. Ἔκτοτε ἀνεζήτησα καὶ ἀνεῦρον τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἴδῃ, ὁποία ἡ θέσις τῶν ζητημάτων κατὰ τὰς διενέξεις περὶ τῶν γαιῶν ἐκείνων, καὶ διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἐν συνειδήσει, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ παρίστανται ὡς ἀδικούμενοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, τό γε νῦν ἔχον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίστανται οἱ τοιοῦτοι. Ἀλλὰ εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Γεωργαντᾶς τόσα περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1867 εἶχε τὴν ἁρμοδιότητα νὰ κανονίσῃ τὴν περίμετρον· ὡς πρὸς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει διαφωνία, διότι καὶ ἐγὼ, ὅτε ἠγόρευον κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, εἶπον ῥητῶς,—καὶ μαρτυρεῖ τοῦτο ὁ κ. Σωτηρόπουλος, κινῶν τὴν κεφαλὴν, — ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ὡρίσθη, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸ σχέδιον τοῦ Sauvage, καὶ νὰ κανονίσῃ τὰς περιμέτρους, βεβαίως ἠδίκησαν τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων· ἀλλ’ ὁ νόμος τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι Ἐπιτροπὴ, διοριζομένη, καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς ὁρίζει, θέλει κανονίσει τὰς περιμέτρους, ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ δικαίωμα, ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τοῦ Sauvage, νὰ λάβῃ καὶ ἄλλας πληροφορίας ὑπ’ ὄψει, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει πάντων τούτων νὰ καταστρώσῃ τὴν περίμετρον τῶν συνήθων πλημμυρῶν· ἀλλὰ προσέτι αὐτὸς ὁ νόμος —καὶ σημειώσατε τοῦτο καλῶς—ὁρίζει, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποφασίζει ἀνεκκλήτως, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὕτη ὁρίσει ἅπαξ, εἶναι τίτλος ἰδιοκτησίας διὰ τὴν Ἑταιρίαν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη μετέβη ἐπὶ τόπου, καὶ ὁμολογουμένως, καθ’ ἃ καὶ ὁ συνάδελφός μου ἐξέθηκεν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη, κατὰ παράβασιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ἄνευ συναισθήσεως τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν εἶχε, προέβη εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς περιμέτρου ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶς τοῦ σχεδίου τοῦ Sauvage, χωρὶς νὰ ζητήσῃ οὐδεμίαν ἄλλην πληροφορίαν....
§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ παράβασιν τοῦ καθήκοντός της καὶ τοῦ νόμου.
§67ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ εἶπον.
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἄλλην φορὰν δὲν τὸ εἴπετε.
§69ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἐὰν λάβητε τὴν ἀγόρευσίν μου, θὰ ἴδητε ὅτι δυνατὸν νὰ ἐλλείπῃ ἡ φράσις «κατὰ παράβασιν τοῦ καθήκοντός της», ἀλλὰ βεβαίως ἔψεξα τὸν τοιοῦτον προσδιορισμὸν τῆς περιμέτρου ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκολάσατε ὅμως τὸ πρᾶγμα, λέγοντες, ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένη ἕνεκα τοῦ νόμου, ὅστις τὴν ἠνάγκαζε.
§71ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως ἦτο ὑποχρεωμένη, ἕνεκα τοῦ νόμου, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει πρωτίστως τὸ σχέδιον τοῦ Sauvage, ἀλλὰ τοῦτο ἠδύνατο ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν νὰ μεταῤῥυθμίσῃ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ προξενῇ ἀδικίας εἰς τοὺς κατοίκους. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο, καὶ τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1867 ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης εἶναι τίτλος ἰδιοκτησίας εἰς τὴν Ἑταιρίαν ἀμετάκλητος. Ἤδη εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ ἀμετακλήτου αὐτοῦ τίτλου· τί ὠφελεῖ, ἐὰν ἐντεῦθεν ἀγορεύοντες οἰκτείρωμεν τὴν τύχην τῶν κατοίκων ἐκείνων καὶ ψέγωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ σχέδιον τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν; ἤλθομεν ἐδῶ, διὰ νὰ ἐκφωνήσωμεν τὸν ἐπιτάφιον τῶν δικαιωμάτων τῶν χωρικῶν ἐκείνων, ἢ διὰ νὰ ψάλλωμεν Μνημόσυνα αὐτῶν; Βεβαίως ὄχι· δὲν εἶναι ὁ προορισμὸς οὗτος τῆς Βουλῆς· δὲν πρόκειται νὰ εἴπωμεν, ἐὰν ἠδικήθησαν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἠδικήθησαν παρὰ τοῦ νόμου, διότι τοῦτο τὸ εἴπομεν. Πρόκειται, Κύριοί μου, καθαρῶς νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα σήμερον, ὅτε αὐτοὶ παραπονοῦνται, ὅτε ἐκδιώκονται ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς, οὓς ἰσχυρίζονται, ὅτι κατέχουσιν, ἐὰν ἔχωσι δίκαιον νὰ παραπονῶνται....
§72Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὰ Δικαστήρια θὰ τὸ λύσωσι.
§73ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ ἔλυσαν ἤδη.
§74Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ ἔλυσαν οἱ χωροφύλακες.
§75ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀφήσατε αὐτὰ περὶ χωροφυλάκων, διότι δὲν εἶναι ἴσως ἡ κατάλληλος στιγμὴ νὰ τὰ συζητήσωμεν. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ζητήματος καθαρῶς τοπικοῦ, καὶ πρόκειται νὰ ἴδωμεν, ἐὰν αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι θέλουσι διὰ τῆς βίας νὰ καταλάβωσι τὰς γαίας, αἱ ὁποῖαι δυνάμει νόμου ἀνήκουσιν ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως πλέον εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἐὰν αὐτοὶ δικαιοῦνται παραπονούμενοι, ὅταν τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ τὴν ψιλὴν κυριότητα τῶν γαιῶν, προστατεύῃ τὴν κυριότητα αὐτοῦ, ἐκδιῶκον αὐτοὺς, τοὺς βίᾳ εἰσερχομένους εἰς τὴν κατοχὴν τῶν κτημάτων αὐτοῦ. Καὶ ἄλλοτε προσεπάθησαν νὰ καταλάβωσι τὰς γαίας, καὶ ἄλλοτε ἐξεδιώχθησαν, εἷς δὲ, καταλαβὼν καὶ μὴ ἐννοηθεὶς ἐπί τινα χρόνον, ἐνήχθη εἰς τὸ Δικαστήριον πρὸς ἀποζημίωσιν. Ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου, εἰς ὃ ἐνήχθη πρὸς ἀποζημίωσιν, ἐπρότεινε τὴν ἔνστασιν, ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν ἔχει τὴν κυριότητα καὶ τὴν κατοχὴν, κατὰ συνέπειαν τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος καὶ κατοχῆς ὑπεβλήθη ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου, ἀναβαλόντος τοῦ Εἰρηνοδίκου τὴν περὶ τούτου ἀπόφασίν του. Ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ παρὰ τούτου διετάχθησαν ἀποδείξεις, ἐὰν αἱ γαῖαι, περὶ ὧν πρόκειται, περιλαμβάνωνται ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν· τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐξεκάλεσεν αὐτὸς οὗτος ὁ καταλαβὼν τὰς γαίας, τὸ δὲ Ἐφετεῖον διὰ τῶν ἀκολούθων σκέψεων, τὰς ὁποίας θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἔλυσε σαφέστατα τὸ ζήτημα, καὶ δὲν μένει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, ἐὰν ἐξακολουθῶσι τὴν αὐτὴν ὁδὸν, καταλαμβάνοντες βίᾳ τὰς γαίας, θέλουσιν ὑποκύψει εἰς σπουδαίας ἀποζημιώσεις ἀπέναντι τῆς Ἑταιρίας. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, τὸ Δικαστήριον τί λέγει....
§76ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν συγκρότησιν, παρακαλῶ, τοῦ Δικαστηρίου.
§77ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν τὴν ἔχω ἐδῶ.
§78ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ διάδικος;
§79ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ Ἰωάννης Μούσας, κάτοικος Πετρομαγούλας.
§80Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μήπως ἔχετε καὶ τῆς Μονῆς Σκριποῦς;
§81ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν τὴν ἔχω, ἀλλ’ ἐὰν τὴν ἔχητε, κάμετε τὸν κόπον νὰ τὴν φέρητε.—Ἰδοὺ λοιπὸν τί λέγει ἡ ἀπόφασις (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ δὲν ἀμφισβητεῖται ὑπὸ τοῦ ἐκκαλοῦντος, ὅτι ἡ Κωπαΐς λίμνη εἶναι μεγάλη λίμνη καὶ δημοσία· ἀλλὰ δημοσίας οὔσης τῆς λίμνης ταύτης, ὁ αἰγιαλὸς αὐτῆς, ὁ ὑπὸ τῶν συνήθων μεγίστων πλημμυρῶν κατακλυζόμενος, ἐξομοιούμενος τῷ θαλασσίῳ αἰγιαλῷ, ὡς ἐκ τῆς ταυτότητος τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ καὶ εἰς κοινὴν χρῆσιν κείμενος, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως, (ἄρθρ. 15 τοῦ περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμου καὶ Νομ. 72 § 1 Πανδ. 18 1 Νομ. 83 § 5 Πανδ. 45 1) ὅτι δὲ καὶ αἱ λίμναι ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, προκύπτει σαφῶς ἐκ τοῦ Νόμου 112 Πανδ. 50, 16 Βασιλ. Βʹ. βʹ, 107, λέγοντος: «Αἰγιαλός ἐστὶ μέχρις οὗ τὸ μέγιστον τῆς θαλάσσης ἐκτρέχει κύμα, τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ λίμνης εἰ μὴ ἄρα πᾶσα ἰδιωτική ἐστί...» Σημειώσατε δὲ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι ὀρθότατον, ὅτι δηλ. ἡ περίμετρος αὕτη δὲν περιλαμβάνει τὰς γαίας, αἱ ὁποῖαι καταλαμβάνονται ὑπὸ τῶν ὑδάτων, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ὡρίσθη αὕτη ὡς περιλαμβάνουσα τὰς γαίας, τὰς καταλαμβανομένας ὑπὸ τῶν ὑδάτων ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως, δὲν δύναται, παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀλήθεια κατὰ νομικὸν πλάσμα, διότι δὲν δύνανται νὰ ἀντιτάξωσι τίποτε αὐτοὶ κατὰ τῆς Ἑταιρίας, ἐφ’ ὅσον ἔχει δυνάμει τοῦ νόμου ἀποκτήσει ἡ Ἑταιρία τὸ δικαίωμα νὰ καταλάβῃ τὰς γαίας ταύτας, τὰς περιλαμβανομένας ἐντὸς τῆς περιμέτρου, ὡς δῆθεν κατακλυζομένας ὑπὸ τῶν ὑδάτων, καθόσον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ τὰς καταλάβῃ, δυνάμει τοῦ νόμου, τὸ ἔχει ἡ Ἑταιρία ἀναμφισβήτητον (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ, τούτου οὕτως ἔχοντος, οἱ τοῦ ἐκκαλοῦντος ἰσχυρισμοὶ, ὅτι καὶ ἂν ἐν τῷ αἰγιαλῷ τῆς λίμνης ταύτης περιλαμβάνεται ὁ ἐπίδικος ἀγρὸς, ἐγένετο αὐτὸς κύριος αὐτοῦ διὰ χρησικτησίας, ὅτι παρέγραψε ἀποσβέσας πᾶν ἀλλότριον δικαίωμα, καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατο ἕνεκα τούτου νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν παραχώρησιν ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, εἶναι ἀποῤῥιπτέοι, ὡς ἀβάσιμοι καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ εἰρημένου ΡΟΓʹ νόμου περιεχομένης διατάξεως, ὅτι πᾶσα ἀξίωσις ἐπὶ γαιῶν κειμένων ἐντὸς τῆς νομίμου περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν εἶναι ἀπαράδεκτος....»
§82ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν ἐστηρίχθη εἰς τὸν νόμον ἡ ἀπόφασις.
§83ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ εἰς τὰ δύο, ὡς λέγει (ἀναγινώσκει): «ἀνεξαρτήτως τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ εἰρημένου νόμου ΡΟΓʹ περιεχομένης διατάξεως, ὅτι πᾶσα ἀξίωσις ἐπὶ γαιῶν κειμένων ἐντὸς τῆς νομίμου περιμέτρου εἶναι ἀπαράδεκτος». Ἡ σκέψις εἶναι σαφής. Τὸ Δικαστήριον λέγει, ὅτι, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ ΡΟΙʹ ἡ διάταξις, ἡ κηρύττουσα ἀπαράδεκτον πᾶσαν ἀξίωσιν ἐπὶ γαιῶν ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν, ἤρκουν οἱ κείμενοι νόμοι, ἵνα ἀποκρουσθῇ ὡς ἀπαράδεκτος πᾶσα τοιαύτη ἀξίωσις. Ἀκούσατε ἤδη καὶ ἄλλην σκέψιν τοῦ Δικαστηρίου (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ αἱ περὶ τὴν Κωπαΐδα γαῖαι, αἱ ὑπὸ τῶν συνήθων μεγίστων πλημμυρῶν κατακλυζόμεναι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ὑπόκεινται εἰς κτῆσιν ἰδιωτικὴν, κατὰ τὰ ἄνω εἰρημένα, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύναντο νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς ἰδιώτας, κατὰ τὸν περὶ διανομῆς ΥΛΑʹ νόμον, τὸν ἀφορῶντα εἰς ἐθνικὰς γαίας, δυναμένας νὰ γίνωσι ἰδιωτικαὶ, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπέκειντο εἰς διανομὴν, ἐξηρέθησαν τῆς παραχωρήσεως διὰ τοῦ ἀπὸ 10 8βρίου 1874 Β. Διατάγματος, ὡς προωρισμέναι εἰς εἰδικὸν δημόσιον σκοπὸν διὰ προηγουμένου νόμου τοῦ νόμου, ΡΟΓʹ, ὥστε ἡ ὑπὸ τοῦ ἐκκαλοῦντος τυχὸν γενομένη δήλωσις τῶν ἐπιδίκων κατὰ τὸν ΥΛΑʹ νόμον οὐδὲν αὐτῷ προσεπόρισε δικαίωμα».
§84ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τί διατάσσει;
§85ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀποδείξεις, ἐὰν αἱ γαῖαι εὑρίσκωνται ἐντὸς τῆς ζώνης. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὰ Δικαστήρια ἀπεφήναντο ἤδη, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφανθῶσιν ἄλλως, ὅτι αἱ γαῖαι, αἱ περιλαμβανόμεναι ἐντὸς τῆς νομίμου περιμέτρου, προσδιορισθείσης κακῶς, ἐπαναλαμβάνω, καθ’ ὃν τρόπον προσδιωρίσθη, αἱ γαῖαι αὗται δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως, καὶ αἱ γαῖαι αὗται, δυνάμει τοῦ νόμου ΡΟΓʹ, παρεχωρήθησαν εἰς τὴν Ἑταιρίαν περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Ὅταν λοιπὸν δὲν ἠδυνήθημεν πάντες, διαμαρτυρηθέντες κατὰ τοῦ τοιούτου προσδιορισμοῦ τῆς περιμέτρου, νὰ φέρωμεν μεταβολήν τινα, ὅτε πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἡ Ἑταιρία συνῄνεσε, τῇ ἐνεργείᾳ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ παραχωρήσῃ ὡρισμένον ποσὸν στρεμμάτων, ἀλλὰ τοῦτο μόνον, ὅπως ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἐν οἷς καὶ ὁ συνάδελφος κ. Γεωργαντᾶς, χωρὶς νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἠδύνατο νὰ ἔχωσιν ἐντὸς τῆς περιμέτρου ἰδιοκτησίας, ἀφοῦ κατὰ νόμον αἱ ἐντὸς τῆς περιμέτρου γαῖαι δὲν δύνανται νὰ ὦσιν ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως, ἀφοῦ, λέγω, δὲν κατωρθώθη νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις τῶν πραγμάτων καὶ συνεννόησις πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, συνεβούλευσα νὰ ἀπέχωσιν οἱ κάτοικοι πάσης βιαίας καταλήψεως τῶν ἀγρῶν, διότι εἶπον πρὸς αὐτοὺς, ὅτι ἡ βιαία κατάληψις τῶν ἀγρῶν θὰ ἀναγκάσῃ τὴν Ἑταιρίαν νὰ ἐγείρῃ κατ’ αὐτῶν ἀγωγὰς περὶ ἀποζημιώσεως· καὶ εἶναι μὲν δυνατὸν ἐπὶ μακρὸν χρόνον νὰ παρατείνωσι τὰς δίκας ταύτας καὶ νὰ κατέχωσι τοὺς ἀγροὺς, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι κατ’ αὐτῶν, ὅταν δὲ τὸ ἀποτέλεσμα ἔλθῃ κατ’ αὐτῶν, μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν, θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ πληρώσωσι πρὸς τὴν Ἑταιρίαν ἀποζημιώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦναι τόσον μεγάλαι, ὥστε πᾶσα ἡ περιουσία αὐτῶν δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ νὰ τὰς ἀποπληρώσῃ. Ἀλλ’ ἐναντίον τῆς συμβουλῆς μου ταύτης, ἄλλοι, θέλοντες νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀδυναμίας των, ἐκολάκευον αὐτοὺς καὶ ὑπέθαλπον τὰς παραβόλους περὶ δῆθεν δικαίων ἰδέας των, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μία κακὴ συμβουλὴ, καὶ ἔλεγον πρὸς αὐτούς: «Δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Ἑταιρία, δὲν πρέπει νὰ τὸν σεβασθῆτε τὸν νόμον, διότι εἶναι ἀντισυνταγματικός· καταλάβετε τὰς γαίας, καὶ θὰ νικήσητε εἰς τὰ Δικαστήρια». Οἱ δὲ δυστυχεῖς χωρικοὶ, εὑρισκόμενοι μεταξὺ δύο τοιούτων συμβουλῶν, τῆς μὲν μιᾶς μὴ συμβιβαζομένης πρὸς τοὺς πόθους αὐτῶν, τῆς δὲ ἄλλης συμβιβαζομένης πρὸς τὰς ὀρέξεις των, ἠκολούθησαν τὴν δευτέραν συμβουλήν· ἀλλὰ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἤδη βεβαίως μεταμέλλονται διὰ τοῦτο, διότι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἠκολούθησε τὴν συμβουλὴν αὐτὴν καὶ ὁ ὁποῖος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν Ἐφετῶν ἔχασε τὴν δίκην, θᾶττον ἢ βράδιον θὰ πληρώσῃ ἀκριβὰ τὴν συμβουλήν. Καὶ δὲν ἔχει βεβαίως τί νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν, διότι δὲν ἔχει περιουσίαν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, ἐφ’ ὅσον ἔχει ἐναντίον του μίαν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ εἰς τὴν Ἑταιρίαν· τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, ἐὰν ἀκολουθῶσιν αὐτὴν τὴν ὁδόν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε, καὶ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἐκ τοῦ νόμου νὰ λάβῃ, ὡς ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐπὶ τῶν γαιῶν ἐκείνων κυριότητα τοῦ Δημοσίου, τὸ μέτρον τοῦτο, ἀντὶ νὰ ᾖναι πρόξενον κακοῦ εἰς αὐτοὺς, θὰ γίνῃ πρόξενον ἀγαθοῦ, διότι θὰ τοὺς σώσῃ ἀπὸ τὰς μεγάλας ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας, διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσωσιν αὐτοὶ, καθόσον ἐγὼ γνωρίζω εἰς ὁποίαν δυστυχῆ οἰκονομικὴν κατάστασιν εὑρίσκονται. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, τίς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ συμβουλεύσωμεν αὐτοὺς, νὰ ἐξακολουθῶσι βίᾳ καταλαμβάνοντες τὰς γαίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχουσιν οὐδὲν δικαίωμα, ὅταν ἐρχώμεθα ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα αὐτῶν; Δυνάμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 τοὺς ἠδίκησεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἀνέλαβεν ἐκ τοῦ νόμου τούτου τὸ καθῆκον νὰ προσδιορίσῃ τὴν περίμετρον τῶν συνήθων πλημμυρῶν, τοὺς ἠδίκησε, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἴμεθα πάντες σύμφωνοι· τίς εἶπε περὶ τούτου τὸ ἐναντίον; Ἐγὼ πρῶτος δὲν εἶπον, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 τοὺς ἠδίκησεν; ὅτι οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον νὰ ὁρίσωσι τὴν περίμετρον, ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὸ σχέδιον τοῦ Sauvage, καὶ ὥρισαν περίμετρον εὐρεῖαν τοσοῦτον, ὥστε ἀληθῶς, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. συνάδελφος, φθάνει μέχρι τῆς δημοσίας ὁδοῦ, σχεδὸν πλησίον τῆς πόλεως Λεβαδείας; Ἀλλὰ τοῦτο δυστυχῶς εἶναι ἀδιόρθωτον, διότι κατὰ νόμον ἡ παραχώρησις ἐγένετο ἀμετακλήτως. Τί θέλετε λοιπὸν νὰ κάμωσιν ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τοῦτο δὲν διορθοῦται; θέλετε διὰ τῆς βίας νὰ καταλάβωσι τὰς γαίας; Ἀλλὰ θὰ πληρώσωσιν ἀποζημιώσεις καὶ θὰ καταστραφῶσι. Τί τοὺς συμβουλεύετε λοιπὸν νὰ πράξωσιν; Ἐὰν ἀπόσχωσι τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν, εἶναι πολὺ πιθανὸν, καὶ ἡ Ἑταιρία, ἀναγνωρίζουσα ὅτι ἠδικήθησαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ αὕτη, λαμβάνουσα τὴν πρωτοβουλίαν, νὰ μεριμνήσωσιν, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἱκανοποίησίς τις τῶν ἀξιώσεων αὐτῶν. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, τίς εὑρίσκεται, ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐν δικαίῳ; ἐγὼ, ὁ ὁποῖος λέγω εἰς αὐτοὺς, μὴ ἐξακολουθῆτε παρανομοῦντες, διότι θὰ καταστραφῆτε παρανομοῦντες, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐξωθοῦσιν εἰς τὴν παρανομίαν, χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ παρανομία αὕτη δύναται νὰ τοὺς ἐξωθήσῃ εἰς τὴν καταστροφήν; Καὶ πρέπει ἀληθῶς νὰ λυποῦμαι, Κύριοι, τὸν συνάδελφον κ. Γεωργαντᾶν, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἀναγνωρίζει, ὡς καὶ ἐγὼ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἠδίκησαν αὐτοὺς, δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἀλήθειαν, ἣν δέν μοι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐννοεῖ....
§86Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ποῖοι εἶναι κάτοχοι τῶν γαιῶν αὐτῶν;
§87ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ Ἑταιρία.
§88Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅταν ἐπῆγαν οἱ εὔζωνοι καὶ οἱ χωροφύλακες, ποίους ἀπέβαλον;
§89ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τοὺς εἰσβαλόντας βίᾳ ἀπέβαλον· διότι κάτοχοι οὐδέποτε ἠδύναντο νὰ ᾖναι δυνάμει τοῦ νόμου, τοῦ ὁρίζοντος, ὅτι ἡ περίμετρος τῶν λιμνῶν δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς κτήσεως.
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε, ὅτι κακῶς περιελήφθησαν γαῖαι καλλιεργούμεναι.
§91ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχω τὴν ἀτυχίαν ἆρά γε νὰ μὴ ἐννοῶμαι καὶ ἀπὸ ὑμᾶς; Τὸ εἶπον, ἀλλ’ εἶπον προσέτι, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου ἡ πρᾶξις τῆς Ἐπιτροπῆς καθιστᾷ ἀμετακλήτως κύριον καὶ κάτοχον τὴν Ἑταιρίαν.
§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πρὶν γίνῃ ἡ πρᾶξις τῆς Ἐπιτροπῆς, αἱ γαῖαι αὗται κατείχοντο καὶ ἐκαλλιεργοῦντο.
§93ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα· παρ’ αὐτῶν κατὰ παράκλησιν, διότι αἱ γαῖαι ἀνῆκον εἰς τὸ Δημόσιον, δὲν κατείχοντο παρ’ αὐτῶν διανοίᾳ κυρίου.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐξῃρέθησαν τῆς διανομῆς.
§95ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Γαῖαι, ἀνήκουσαι κατὰ κυριότητα ἐντὸς τῆς περιμέτρου, ὑπῆρχον αἱ γαῖαι αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὸν κ. Γεωργαντᾶν, τινὲς εἰς τὸν κ. Νέγρην, καὶ εἰς τὸν κ. Λιδωρίκην.
§96ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τί ἐγένετο ὡς πρὸς αὐτάς;
§97ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὐδεὶς τὰς ἠνώχλησε. Πρόκειται περὶ ἐθνικῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας κατεῖχον αὐτοὶ πρὸ τῆς πράξεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τὰς κατεῖχον ἐν ὀνόματι τοῦ Δημοσίου, ὡς ἐνοικιασταὶ τοῦ Δημοσίου, πληρόνοντες φόρον ἐπικαρπίας Εἶτα ἐγένετο ἡ πρᾶξις τῆς Ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς μετεβιβάζετο εἰς τὴν Ἑταιρίαν ἡ κατοχὴ καὶ ἡ κυριότης, καὶ ἡ Ἑταιρία, δυνάμει τῆς πράξεως ταύτης, ἔλαβε τὴν κατοχήν· οἱ χωρικοὶ δὲν ἠδύναντο πλέον νὰ ἔχωσι κατοχήν· τί ἔπραξαν; εἰσέβαλον λάθρα ἢ βίᾳ, καὶ τὸ Δημόσιον, διατηροῦν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν, ἀπέβαλε τοὺς εἰσβαλόντας. Ποῦ εἶναι ἡ παράνομος ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; τοὐναντίον ἐγὼ φρονῶ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θέλει γίνει πρόξενος ἀγαθοῦ εἰς αὐτοὺς, διότι δὲν θέλουσι τραφῆ μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι δύνανται ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ κατέχωσι τὰς γαίας, ὥστε κατόπιν νὰ εὑρεθῶσιν, ὅταν ἀποφανθῶσι τὰ Δικαστήρια περὶ τούτου, ὑποχρεωμένοι νὰ πληρόνωσι διπλᾶ καὶ τριπλᾶ ποσὰ ἀποζημιώσεων ἐκείνων τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ὠφεληθῆ διὰ τῆς κατοχῆς αὐτῶν τῶν ἐτῶν. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει τις νὰ μὴ τοὺς πονῇ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διὰ νὰ τοῖς δίδῃ τὴν συμβουλὴν, τὴν ὁποίαν τοῖς δίδουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐξαναγκάζουσι νὰ καταλαμβάνωσι τὰς γαίας, αἵτινες δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτούς. Ὅταν ὅμως πονῇ δι’ αὐτοὺς, ὅταν συλλογίζηται, ὅτι πρέπει νὰ προστατεύσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ πάθωσιν οἱονδήποτε κακὸν, ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον, καὶ ἐκ φιλανθρωπίας ἀκόμη, νὰ εἴπῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἀλήθειαν, ἀδιάφορον, ἂν ἡ ἀλήθεια θέλῃ παραστήσει αὐτὸν ἀντιδημοτικόν· ἡ ἀλήθεια δὲ εἶναι, ὅτι ἀπέναντι τοῦ νόμου δὲν δύνανται νὰ πράξωσί τι, καὶ ἐφ’ ὅσον βλέπουσιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ πράξωσί τι, πρέπει νὰ ἀπέχωσι πάσης παρανόμου ἐνεργείας.
§98ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καλὸν εἶναι, κύριε Πρόεδρε, νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἐπί τινα λεπτὰ τῆς ὥρας.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας. (Μετὰ τὴν διακοπὴν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§100ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ καθαρῶς δικανικοῦ, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη περὶ τῶν γαιῶν τῆς Κωπαΐδος...
§101Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν διακοπὴν ἀπῆλθον οἱ Βουλευταὶ τοῦ Βουλευτηρίου, πρέπει νὰ βεβαιωθῇ, ἂν ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Ὑπομιμνήσκω τὴν τάξιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ ἐπαναλάβωμεν τὴν συνεδρίασιν· δὲν προτείνω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ βεβαιωθῇ, ἂν ἦναι ἀπαρτία.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνετε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας; τότε ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος· τοῦτο εἶναι δικαίωμά σας· ἡ ἔννοια τῶν παρατηρήσεών σας εἶναι, ὅτι φέρετε ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας.
§103ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι ζητήματα εὐπρεπείας.
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τότε θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ μὴ δεχώμεθα διακοπὰς τῶν συνεδριάσεων.
§105Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ὑπείκομεν εἰς ποινάς· εἶσθε πλειονοψηφία, καὶ δύνασθε νὰ διακόψητε ἢ νὰ μὴ διακόψητε· δὲν δύνασθε ὅμως νὰ μᾶς ἀπειλῆτε.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀπειλοῦμεν· ἀπαντῶμεν εἰς τὴν ἔνστασιν τοῦ κ. Χατζοπούλου.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ χθὲς δὲν ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος.
§108ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂν νομίζῃ τὸ Προεδρεῖον, ὅτι εἶναι ἀπαρτία, τότε ἀποφεύγομεν τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.
§109Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τὸ βεβαιώσῃ, πειθόμεθα εἰς τοὺς λόγους του.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον βεβαιοῖ, ὅτι εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ δικανικοῦ ζητήματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ δικαιώματα τῶν δημοσίων ἀρχῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν γαιῶν, τῶν κειμένων ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν τῆς λίμνης Κωπαΐδος. Ἀνεπτύχθησαν ὅμως πρὸ ὀλίγου δύο ἰδέαι, αἵτινες μοὶ ἔκαμον ἐντύπωσιν. Ἤκουσα ὑποστηριζόμενον, ὅτι νόμος, παραβλάπτων δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἄνευ ἀποζημιώσεως τῶν δικαιούχων, εἶναι ἰσχυρός, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτοῦ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ὁ τοιοῦτος νόμος τότε εἶναι ἰσχυρὸς, ὅταν δοθῇ ἡ δέουσα ἀποζημίωσις εἰς ἐκείνους, ὧν βλάπτεται ἢ ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι, ὅτι, κατὰ τὴν ὁμολογίαν πάντων τῶν ἀγορευσάντων, ἡ Ἐπιτροπή, ἥτις προσδιώρισε τὰ ὅρια τῶν συνήθων πλημμυρῶν τῆς λίμνης, ὑπερέβη τὰ καθήκοντα αὐτῆς. Ἀνέφερον οἱ ἀγορεύσαντες, ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἔφιπποι καὶ χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰς φυσικὰς ἀποδείξεις τῶν πλημμυρῶν, προσδιώρισαν τὴν περίμετρον τῶν τακτικῶν πλημμυρῶν πέραν τῶν φυσικῶν αὐτῶν ὁρίων. Ἀνέφερον μάλιστα, ὅτι καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ φρέαρ χωρίου συμπεριελήφθησαν ἐντὸς τῆς ζώνης ταύτης καὶ παρεδόθησαν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος· προσετέθη προσέτι, ὅτι εἰς ἰδιοκτήτας τινάς, ἔχοντας ἐντὸς τῆς ζώνης ταύτης ἰδιοκτησίαν, ἡ Ἑταιρία ἐφάνη γενναιόδωρος καὶ ἀνεγνώρισε τὰς κτήσεις αὐτῶν, καίτοι ἐδικαιοῦτο νὰ μὴ τὰς ἀναγνωρίσῃ. Ἐὰν τοιοῦτόν τι συνέβη, ἔχομεν ἐνώπιόν μας πρᾶξιν, παραβλάπτουσαν παρανόμως οὐ μόνον τὰ ἰδιωτικὰ δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ τὰ τοῦ Δημοσίου. Τοιαύτη πρᾶξις Ἐπιτροπῆς, διορισθείσης μὲν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπερβάσης ὅμως τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας της, δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ βάσιν ἀνεπίληπτον καὶ ἀναμφισβήτητον ἀποκτήσεως δικαιωμάτων. Δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, συμπεριλαβοῦσα ἐντὸς τῶν ὑπ’ αὐτῆς ὁρισθέντων ὁρίων γαίας, ἀνηκούσας εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ δώσασα ταύτας τῇ Ἑταιρίᾳ, ἐδώρησεν αὐτῇ ταύτας, ἡ δὲ Ἑταιρία, δεχθεῖσα τὴν δωρεὰν ταύτην, κέκτηται αὐτὰς ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης. Ἐὰν τοιοῦτόν τι συνέβη, ἐγένετο πρᾶξις ἐπιλήψιμος, ἐν γνώσει καὶ ἐν συνεννοήσει ἴσως μετὰ τῆς Ἑταιρίας. Τοιαύτη δὲ ἐπιλήψιμος πρᾶξις δὲν δύναται νὰ γεννήσῃ ἀνεπίληπτον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἰουδαϊκῶς τὸν νόμον καὶ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ τοιαύτη πρᾶξις γεννᾷ ἀνεπίληπτον δικαίωμα, ἐπιβάλλεται ἡμῖν τὸ καθῆκον τῆς ἐπανορθώσεως τῆς ἐξ αὐτῆς προσγιγνομένης βλάβης εἰς δικαιώματα ἰδιωτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Νομίζω δὲ, ὅτι ἔχομεν τὸ μέσον τοιαύτης ἐπανορθώσεως. Ἐξ’ ὅσων ἐνθυμοῦμαι, ἡ προθεσμία, ἥτις παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑταιρίαν πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, ἔληξεν ἤδη. Ἐπὶ τοῦ γεγονότος δὲ τούτου στηριζομένη ἡ Κυβέρνησις, ἔχει καθῆκον νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς γενομένας βλάβας, χωρὶς νὰ κατηγορηθῇ, ὅτι παρεβίασε τὰ δικαιώματα τῆς Ἑταιρίας. Δὲν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον τὴν Ἑταιρίαν, ἀλλ’ ἀφοῦ αὕτη δὲν εἶναι ἐμπρόθεσμος, ἡ Κυβέρνησις, δύναται ὡς ἀντάλλαγμα τῆς μὴ ἐκπτώσεως αὐτῆς, νὰ ζητήσῃ τὸν περιορισμὸν τῶν κτήσεων τῆς Ἑταιρίας ἐντὸς τῆς ἀληθοῦς ζώνης τῶν συνήθων πλημμυρῶν τῆς λίμνης. Ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν πληρέστερον τὸ ζήτημα τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, πότε ἀκριβῶς ἔληξεν ἡ προθεσμία τῆς τελείας ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τῆς λίμνης Κωπαΐδος, ἡ ἐπιβαλλομένη παρὰ τοῦ νόμου.
§112ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἔληξε, πρέπει νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Ἑταιρία, χωρὶς φράσεις καὶ αἰτιολογίας.
§113ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ τοῦτο.
§114Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι περίεργος, Κύριοι, ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἰδίως ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου καὶ συμπολίτου μου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ἑαυτὸν μὲν ὡς σωτῆρα τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων, οἵτινες παραπονοῦνται διὰ τὰ προσγινόμενα ἀδικήματα κατὰ τῆς περιουσίας αὐτῶν, ὑμᾶς δὲ, οἵτινες, ὁσάκις παρουσιάζεται περίστασις, διαμαρτυρόμεθα καὶ κατὰ τοῦ νόμου καὶ κατὰ τῶν βιαίων μέτρων, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἐναντίον τῶν κατοίκων, ὡς τοῦτον καὶ μόνον ἔχοντας σκοπόν, τὴν δημοκοπίαν. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποίαν γνώμην δύνασθε νὰ ἔχητε περὶ ἡμῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δημοκοπίας, νομίζω ὅμως, ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων δύνασθε νὰ κρίνητε, τίς δύναται νὰ ὀνομασθῇ δημοκόπος, καὶ τίς δύναται νὰ ὀνομασθῇ σωτήρ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου καὶ ἄλλοτε μὲν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς σήμερον, νομίζει, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων, τῶν ἐχόντων δικαίωμα κατοχῆς ἢ ἰδιοκτησίας περὶ τὴν Κωπαΐδα, θὰ καταστραφῶσιν, ἐὰν δὲν ἀναγνωρίσωσι τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τοῦ 1867, καὶ δὲν τρέξωσι νὰ παραιτηθῶσι πάσης ἐπὶ τῶν γαιῶν ἐκείνων ἀξιώσεως, ἀναμένοντες τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν τῆς Ἑταιρίας. Ἀλλὰ, ταῦτα λέγων ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, δὲν δύναται ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀδικεῖ τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων, ὅτι ἡ ὑπὸ τῶν ἐμπειροτεχνῶν καταρτισθεῖσα περίμετρος δὲν εἶναι δικαία, καὶ ὅτι τέλος πάντων ἀδικοῦνται ἐκεῖνοι, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν γαιῶν, τῶν κειμένων περὶ τὴν Κωπαΐδα. Καὶ καταγγέλλει ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν εἰς τούτους: «τρέξατε νὰ συμβιβασθῆτε μετὰ τῆς Ἑταιρίας, ἀναγνωρίσατε, ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1867 ἡ Ἑταιρία ἔχει δίκαιον, καὶ ὅτι, ἐὰν προστρέξητε εἰς τὰ Δικαστήρια, θέλετε ἀπολέσει τὰς δίκας ὑμῶν, καὶ θέλετε ὑποβληθῆ εἰς ἀποζημιώσεις, τὰς ὁποίας οὐδέποτε θὰ δυνηθῆτε νὰ καταβάλητε.» Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡμεῖς, οἵτινες παρ’ αὐτοῦ κατηγορούμεθα, ὡς ποιοῦντες πάταγον πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς δημοκοπίας, ἔχομεν ὅλως ἐναντίαν γνώμην τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, καὶ ἔχομεν ἐναντίαν γνώμην, διότι φρονοῦμεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 εἶναι ἀντισυνταγματικός. Καὶ ὅταν τοιαύτην ἔχωμεν ἰδέαν περὶ τοῦ νόμου ἐκείνου, νομίζομεν, ὅτι τὰ Δικαστήρια, καλῶς τιθεμένων τῶν ζητημάτων, οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀδικήσωσι τοὺς παραπονουμένους· ἀλλὰ, καὶ ἂν εἴπωσιν, ὅτι οὗτοι ἔχουσιν ἄδικον, πάντοτε θὰ ἔχωμεν τὸ παράπονον, ὅτι, μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ὀφείλουσι πάντες πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, ἡ τοιαύτη ἀπόφασις δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου προσήγαγεν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἐλπὶς ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῶν παραπονουμένων κατοίκων, τῶν ἐχόντων δικαιώματα ἐπὶ γαιῶν, κειμένων περὶ τὴν Κωπαΐδα. Καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην μου, Κύριοι, ἀγόρευσιν, προβλέπων τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ἤθελε φέρει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, εἶπον, ὅτι ἡ Κωπαΐς δὲν εἶναι μεγάλη λίμνη, δυναμένη νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς θάλασσαν, ἀνήκουσα εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ Δημοσίου, τὴν ἐκτὸς συναλλαγῆς, «domaine public de l’ Etat», ὡς λέγουσιν οἱ Γάλλοι, ἀλλ’ ὅτι εἶναι τέλμα, ἀποξηραινόμενον σχεδὸν ἐντελῶς ἐν καιρῷ τοῦ θέρους καὶ διὰ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ διέλθῃ εἴτε ἔφιππος, εἴτε πεζῇ. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, Κύριοι, ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, διότι εὐθὺς, ὡς παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Κωπαΐς εἶναι μεγάλη λίμνη, ἐξομοιουμένη πρὸς τὴν θάλασσαν, τυγχάνουσα ἐκτὸς συναλλαγῆς καὶ ἀνήκουσα εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων τῶν δημοσίων κτημάτων, τῶν μὴ ὑπαγομένων εἰς ἀπαλλοτρίωσιν, ὅπως τὰ φρούρια, ὅπως οἱ ποταμοὶ οἱ πλωτοὶ καὶ ἄλλα κτήματα τοῦ Κράτους, τότε βεβαίως ὅλα τὰ ζητήματα δύνανται νὰ λυθῶσιν κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ὅταν ὅμως παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Κωπαΐς εἶναι τέλμα καὶ οὐδὲν πλέον, ὅταν δεχθῶμεν, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς συναλλαγὴν, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς ἀπαλλοτρίωσιν, τότε ἡ βάσις ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς ἀντιθέτου γνώμης καταπίπτει, τότε ὁ νόμος τοῦ 1867 εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, οἱ κάτοικοι δὲ τῶν περὶ τὴν Κωπαΐδα μερῶν, οἵτινες ἀξιοῦσι δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἢ κατοχῆς, εἴτε ἐπὶ γαιῶν ἰδιοκτήτων, εἴτε ἐπὶ γαιῶν παραχωρηθεισῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου δυνάμει τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς γίνῃ παραχώρησις, οἱ κάτοχοι τοιούτων γαιῶν εἶναι κάτοχοι διανοίᾳ κυρίου, τότε, λέγω, οἱ οὕτω παραπονούμενοι ἔχουσι δίκαιον, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μας εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ δικαιωθῶσιν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Δικαστηρίων. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος σᾶς ἐπαρουσίασε μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου καὶ σᾶς ἀνέγνωσε τὰ μέρη ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ Δικαστήριον ἀποῤῥίπτει τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἀντιδίκου τῆς Ἑταιρίας, δι’ οὓς λόγους, ἀναγινώσκων τὸ σκεπτικὸν τῆς ἀποφάσεως, ἐξέθηκεν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν γνωρίζω, ἂν ἔδωκε προσοχήν τινα εἰς μίαν ἐκ τῶν σκέψεων τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ κάμω καὶ ἐγὼ χρῆσιν τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως, ὅπως ἀποδείξω τὸ ἀληθὲς τῶν ἰσχυρισμῶν μου, καὶ ὅτι ὅσα εἶπον εἶναι συνέπεια τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Κωπαΐς εἶναι τέλμα καὶ οὐχὶ λίμνη, ἑπομένως ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς ἀπαλλοτρίωσιν καὶ συναλλαγήν...
§115ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Γεωργαντᾶ, τί ἐννοεῖτε τέλμα;
§116Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τέλμα εἶναι ὁ βάλτος.
§117ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καλλιεργεῖται ὁ βάλτος;
§118ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν καλλιεργεῖται, ἀλλὰ βόσκουσι ζῶα· βόσκουσι τὰ ζῶα τῶν συμπολιτῶν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ βόσκουσιν ἀπὸ 100 ἐτῶν καὶ πλέον· τοῦτο ἐννοῶ. Λίμνην δὲ ἐννοῶ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὅπερ τὰ ὕδατα καλύπτουσι διαρκῶς, ὅπως καὶ οἱ Πανδέκται ὁρίζουσιν. Ἡ ἀπόφασις λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐπεκαλέσθη, λέγει ἐν μιᾷ τῶν σκέψεων αὐτῆς: «Ἐπειδὴ δὲν ἀμφισβητεῖται, ὅτι ἡ Κωπαΐς, εἶναι μεγάλη λίμνη δημοσία κτλ.» Δηλονότι ὅλη ἡ βάσις τοῦ διατακτικοῦ τῆς ἀποφάσεως, ἣν ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, εἶναι συνέπεια τοῦ, ὅτι οἱ ἀντίδικοι τῆς Ἑταιρίας δὲν ἠμφισβήτησαν, ὅτι ἡ Κωπαΐς εἶναι μεγάλη λίμνη δημοσία καὶ δυναμένη νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὴν θάλασσαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, κατὰ τῆς Ἑταιρίας δὲν ἐγένετο μία ἀγωγὴ παρ’ ὅλων τῶν κατοίκων, ἀλλὰ ἐγένοντο διάφοροι ἀγωγαὶ παρὰ διαφόρων κατοίκων, ἐχόντων δικαιώματα ἐπὶ τῶν μερῶν ἐκείνων. Καὶ δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ Μονὴ τῆς Σκριποῦς, ἡ ὁποία ἔχει μεγάλας ἐκτάσεις γαιῶν, κειμένων ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθως πλημμυρῶν, ἐὰν, λέγω, ἡ Μονὴ ἐκείνη ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, ἵνα ἐπιδιώξῃ τὰ δίκαια αὐτῆς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἄν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην, ἣν καὶ πρὸ ὀλίγου ἐξέφρασε, τοῦ νὰ μὴ προβῇ μέχρι τῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ νὰ συμβιβασθῇ μετὰ τῆς Ἑταιρίας, ἢ μᾶλλον νὰ παραχωρήσῃ τὰ δικαιώματά της εἰς τὴν Ἑταιρίαν, διότι ἄλλως θὰ ὑπέκειτο εἰς μεγάλας ἀποζημιώσεις. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι εἰς τὴν Μονὴν ἐκείνην, ἐγὼ ἔδωκα ἐναντίαν γνώμην· καὶ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις παρὰ τοῦ αὐτοῦ Ἐφετείου...
§119ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν;
§120Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Δημητριάδης ἐρωτᾷ, ἐὰν ἦναι ἐντὸς τῆς ζώνης. Ἐὰν ἦναι ἐντὸς τῆς ζώνης, δὲν ὑφίσταται ζήτημα, διότι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ περίμετρος εἶναι γνωστή, διότι ἔγεινε σχεδιόγραμμα, καὶ τοῦτο ἔχει ἡ Ἑταιρία ὑπ’ ὄψιν της, καὶ πέραν τούτου δὲν ἀξιοῖ δικαιώματα, ἑπομένως εἶναι ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν· καὶ ἐκ τῆς ἀποφάσεως δὲ θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν. Τὸ Δικαστήριον λοιπὸν τῶν Ἐφετῶν ἐκδίδει ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ἐσφαλμένως ἔκρινε τὸ Πρωτοδικεῖον, ὅτι δὲν δικαιοῦνται τὰ Δικαστήρια νὰ ἐξετάζωσιν, ἂν νόμος τις ἦναι ἀντισυνταγματικός, ἤτοι ἂν ἀντιβαίνῃ εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον τοῦ Κράτους, τὸν τὰ ὅρια ἑκάστης τῶν ἐξουσιῶν, ἐν αἷς καὶ ἡ Νομοθετική, ἀκριβῶς κανονίσαντα, διότι δὲν ἀπαγορεύεται εἰς τὰ Δικαστήρια ἡ ἔρευνα τῆς ἰσχύος νόμου τινός, ἀντιβαίνοντος εἰς ἕτερον νόμον, ἄρα καὶ ἡ τῆς ἰσχύος τοῦ εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον ἀντιβαίνοντος· ἑπομένως ὀρθῶς ἰσχυρίζεται ἡ Μονή, ὅτι, ἀφοῦ ἀληθῶς διὰ τοῦ ΡΟΓʹ νόμου παρεχωρήθησαν τῇ Ἑταιρίᾳ αἱ ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν ἰδιόκτητοι γαῖαι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως, παρὰ τὴν ῥητὴν ἀντίθετον διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, ἐσφαλμένως τὸ Πρωτοδικεῖον ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἐδικαιοῦτο δυνάμει τοῦ νόμου τούτου, ἀνισχύρου ὄντος, ὡς ῥητῶς ἀντιβαίνοντος εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον, νὰ καταλάβῃ τὰς ἐπιδίκους γαίας, ὡς κειμένας, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτῆς, ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν κτλ.» Λέγων δὲ τοῦτο, θὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ τὸ αὐτὸ φρονοῦσιν, ὅτι αἱ γαῖαί των κεῖνται ἐντὸς τῆς ζώνης τῶν συνήθων πλημμυρῶν, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ζώνης, οὐχὶ τῆς ζώνης τῆς χαραχθείσης ὑπὸ τῶν πραγματογνωμόνων, ἀλλὰ τῆς πραγματικῆς ζώνης...
§121ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Περὶ ἰδιοκτήτων γαιῶν πρόκειται, κύριε Γεωργαντᾶ;
§122ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Σᾶς ἐξήγησα πρὸ ὀλίγου τὴν διάκρισιν μεταξὺ κτημάτων, ἀνηκόντων μὲν εἰς εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἀνηκόντων εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου, τῶν μὴ ὑποκειμένων εἰς ἀπαλλοτρίωσιν καὶ συναλλαγήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲ, δὲν ἔχετε νὰ κάμητε διάκρισιν μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ μὴ, διότι ἐπὶ πασῶν τῶν γαιῶν, τῶν κειμένων ἐντὸς τοῦ μεγίστου κύματος τῆς θαλάσσης, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἰδιοκτησία· καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπὶ κτημάτων τοῦ Δημοσίου, ἀνηκόντων εἰς τὴν ἰδιωτικὴν κτῆσιν αὐτοῦ καὶ ὑποκειμένων εἰς ἀπαλλοτρίωσιν καὶ συναλλαγήν, δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἰδιοκτησίαι πανταχοῦ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ τέλματι. Καὶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς τοῦτο, κύριε Δημητριάδη. Ἐὰν ἡ Κωπαΐς ᾖναι μεγάλη λίμνη, ἐξομοιουμένη πρὸς τὴν θάλασσαν καὶ μὴ ὑποκειμένη εἰς συναλλαγήν, extra commercium, ἀνήκουσα εἰς τὴν τάξιν τῶν κτημάτων, τῶν λεγομένων domaine public de l’ état, καὶ μὴ δυναμένων νὰ παραχωρηθῶσιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑταιρίαν εἰς πλήρη αὐτῆς ἰδιοκτησίαν κατὰ τὸ ἥμισυ; Ἐὰν ἡ Κωπαΐς ᾖναι πράγματι μεγάλη λίμνη, ἀνήκουσα εἰς τὴν τάξιν τῶν κτημάτων τούτων, τῶν μὴ ὑπαγομένων εἰς ἀπαλλοτρίωσιν καὶ συναλλαγήν, νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν παραχωρήσῃ;...
§123ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε σεῖς φρονεῖτε, ὅτι τὴν παρεχώρησεν ὡς τέλμα;
§124ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι τέλμα.
§125ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὴν παρεχώρησε;
§126ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἔχω νὰ ἐξετάσω τοῦτο. Ὑμεῖς φρονεῖτε, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ νόμος τοῦ 1867 τὴν χαρακτηρίζει ὡς μεγάλην λίμνην, ὅτι εἶναι καὶ τοιαύτη· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι κακῶς τὴν ἐχαρακτήρισεν ὡς τοιαύτην, ἀφοῦ εἶναι τέλμα, βάλτος. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ νόμος περὶ διαιρέσεως κτημάτων, εἰς ὃν στηρίζεται ἡ ἀπόφασις, ἣν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ, λαλεῖ που περὶ λιμνῶν; Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος περὶ διακρίσεως κτημάτων (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 15. «Αἱ ὁδοὶ καὶ ἀγυιαί, αἱ διατηρούμεναι μ’ ἔξοδα τοῦ δημοσίου ταμείου, οἱ δυνάμενοι νὰ κατασταθῶσι πλευστοὶ ποταμοὶ μὲ τὰς ὄχθας των, οἱ αἰγιαλοί, οἱ λιμένες, οἱ ὅρμοι, καὶ ἐν γένει ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἐπικρατείας, ὅσα δὲν δύνανται νὰ γενῶσιν ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία, θεωροῦνται ὡς κτήματα δημόσια». Λέγει τι περὶ λίμνης; Παρακαλῶ πάντα, ὅστις νομίζει, ὅτι λέγει τι περὶ λίμνης καὶ τὸ παρέλειψα, νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι, ἐὰν ἐξεδόθη μία ἀπόφασις ὡς ἐκείνη, ἣν ἐπεκαλέσθη ὁ συνάδελφός μου, ἐξεδόθη δυστυχῶς ἕνεκα σφάλματος τῶν ἐναγόντων. Καὶ ἐὰν ἐξεδόθη ἄλλη ἀπόφασις ὑπὲρ τῶν ἐναγόντων καὶ κατὰ τῆς Ἑταιρίας, ἐξεδόθη ἕνεκα τῆς καλῆς ὑπερασπίσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Καὶ δύνασθε, Κύριοι, μετὰ μίαν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα, ἀπόφασιν δὲ τοῦ Ἐφετείου, τελεσίδικον καταστᾶσαν, ἡ ὁποία ῥητῶς καὶ καθαρῶς λέγει, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 εἶναι ἀντισυνταγματικὸς καὶ δημευτικός, καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὴν Ἑταιρίαν ποινὴν 25,000 δραχμῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε διαταράξει τοὺς ἐνάγοντας, δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἐγείρομεν ἐνταῦθα δημοκοπικῶς θόρυβον, καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου εἶναι ὁ σωτὴρ τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων, οἵτινες, μὴ πειθόμενοι εἰς τοὺς λόγους του, δὲν θέλουσι νὰ παραδώσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν των; λέγω δὲ ἰδιοκτησίαν των καὶ ἐπαναλαμβάνω, διότι καὶ αἱ γαῖαι, αἱ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου παραχωρηθεῖσαι εἰς αὐτούς, καὶ αἱ γαῖαι αὐταὶ κατέστησαν ἰδιοκτησία αὐτῶν ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν οὗτοι, ἐκπληρώσαντες τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις των, κατέχουσι διανοίᾳ κυρίου. Δὲν γνωρίζω δὲ τὴν διάκρισιν μεταξὺ ἰδιοκτησιῶν προερχομένων ἐκ κληρονομίας ἢ ἐξ ἀγορᾶς, καὶ ἰδιοκτησιῶν προερχομένων ἐκ παραχωρήσεων αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ πωλητὴς πρὸς τοὺς νέους κυρίους καὶ κατόχους. Καὶ κατακρίνω, Κύριοι, τὴν διαγωγὴν καὶ συμπεριφορὰν τῆς Κυβερνήσεως, διότι διὰ χωροφυλάκων καὶ εὐζώνων ἠθέλησε νὰ ἐγκαταστήσῃ τὴν Ἑταιρίαν ἐπὶ τῶν μερῶν ἐκείνων. Καὶ εὑρέθησαν ἄνθρωποι, θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν τοιαύτην τῆς Κυβερνήσεως ἐνέργειαν, λέγοντες, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἀποβαλοῦσα τοὺς ληστρικῶς θέλοντας νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὰς γαίας τοῦ Δημοσίου. Ἠθέλησαν νὰ εἰσβάλωσι ληστρικῶς οἱ κάτοχοι γαιῶν παραχωρηθεισῶν εἰς αὐτοὺς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως; ἠθέλησαν νὰ εἰσβάλωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκαλλιέργουν καὶ καλλιεργοῦσι τὰς γαίας ταύτας, βόσκουσι δὲ τὰ ποίμνια αὐτῶν, καὶ τῶν ὁποίων αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη περιουσία, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, διότι δυστυχῶς εἴς τινα ἐκ τῶν χωρίων ἐκείνων δὲν ὑπάρχουσιν ἰδιοκτησίαι, πλὴν τῶν γαιῶν, τῶν παραχωρηθεισῶν εἰς αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου; καὶ δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δι’ εὐζώνων καὶ χωροφυλάκων ἀπέβαλεν αὐτοὺς τῆς κατοχῆς, καὶ δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν οὗτοι ὡς εἰσβαλόντες, ἐν ᾧ εἶναι οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν ἐκείνων; Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τοῦτο εἶναι λίαν σπουδαῖον, καὶ εἶναι σπουδαῖον, διότι ὁ νόμος, μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀπροσεξίας καὶ ἀπανθρωπίας καὶ σκληρότητος ψηφισθείς, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τί παραχωρεῖ, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τίνα μέρη ἠδύνατο νὰ παραχωρήσῃ, καὶ παρεχώρησε τὰ πάντα τυφλοῖς ὄμμασιν, οὐδεμίαν δοὺς προσοχήν. Ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα, Κύριοι, νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ φωνάξω, διότι καὶ ὅτε ἤμην φίλος τῆς μερίδος ἐκείνης, ἥτις σήμερον ἀποτελεῖ τὴν πλειοψηφίαν, διεμαρτυρήθην καὶ ἐφώναξα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ὑπερασπιζόμενος τὰ δικαιώματα αὐτῶν τῶν κατοίκων, οἵτινες μένουσιν εἰς τὰς ὁδοὺς, τῶν ὁποίων τὰ ποίμνια δὲν ἔχουσι τὴν στιγμὴν αὐτὴν ποῦ νὰ βοσκήσωσι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐντελῶς καταστρέφονται, διατί; ἵνα ἀποξηρανθῇ ἡ Κωπαΐς, ἵνα εὐεργετηθῇ ὁ τόπος, ἵνα καταστῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Καὶ ἠδύνατο βεβαίως νὰ καταστῇ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, ἐὰν καὶ οἱ πέριξ κάτοικοι μετεῖχον τῶν ἀγαθῶν αὐτῆς, ἀλλ’ ὅταν δημεύηται ἡ μόνη αὐτῶν περιουσία, λογχίζωνται δὲ αἱ γυναῖκες, διότι πειρῶνται νὰ ὑδρευθῶσιν ἐκ τοῦ φρέατος τοῦ χωρίου, οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων θὰ ἔχωσι πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ καταρῶνται ἐκείνους, οἵτινες, εἴτε ἕνεκα ἀπροσεξίας, εἴτε ἕνεκα ἀμελείας, εἴτε καὶ ἐκ προθέσεως, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὰ δίκαια αὐτῶν παράπονα, ἀλλ’ ἠθέλησαν νὰ δωρήσωσι τὴν περιουσίαν των εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀνέλαβον νὰ ἀποξηράνωσι τὸ τέλμα ἐκεῖνο καὶ τὰς ξηρὰς γαίας ἀκόμη, τὰς ἀνηκούσας, εἴτε λόγῳ παλαιᾶς ἰδιοκτησίας, εἴτε λόγῳ παραχωρήσεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, εἰς τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων. Καὶ δὲν ὑπάρχει, λέγουν, ἰδιοκτησία, ὅταν τὸ Δημόσιον ποιῆται παραχωρήσεις εἰς τοὺς κατοίκους. Καὶ τὸ Δημόσιον ἔκαμε παραχωρήσεις οὐχὶ μόνον δυνάμει τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, ἀλλὰ καὶ λόγῳ προικοδοσίας, ὅπως τοιαῦται ἐγένοντο πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἡμῶν, τὸν κ. Κοντόσταυλον, καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὸν ἕτερον συνάδελφον ἡμῶν, τὸν κ. Νέγρην. Καὶ ἂν ἡ Κωπαΐς ἦτο μεγάλη λίμνη, μὴ ὑποκειμένη εἰς ἀπαλλοτρίωσιν καὶ συναλλαγὴν, πῶς τὸ Δημόσιον παρεχώρει τὰς γαίας ταύτας; Τὸ Δημόσιον, Κύριοι, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβληθῇ εἰς μεγίστας ἀποζημιώσεις, καὶ θὰ ὑποβληθῇ εἰς μεγίστας ἀποζημιώσεις, διότι οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ λάβῃ τὸ ζήτημα τῶν ἀμφισβητήσεων τούτων ὑπὸ σπουδαίαν καὶ σοβαρὰν ἔποψιν· διότι, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ πάντα ταῦτα τὰ ζητήματα, δοθείσης εὐκαιρίας καὶ ἀφορμῆς, οὐδεμίαν ἠθέλησε νὰ δώσῃ προσοχήν. Εἶναι λοιπὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται σπουδαίως νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται σπουδαίως νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν πρὸ πάντων, ἥτις δὲν πρέπει, ἐπιπολαίως σκεπτομένη, διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως νὰ προβαίνῃ εἰς ἐγκατάστασιν τῆς Ἑταιρίας, ἐναντίον κεκτημένων δικαιωμάτων. Ἐὰν οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι, ἐὰν οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν τούτων ἔχωσιν ἄδικον, ἰδοὺ τὰ Δικαστήρια. Καὶ διατὶ, Κύριοι, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ Α ἢ τοῦ Β καὶ περὶ ἀμφισβητήσεως κατοχῆς ἢ κυριότητος, κατέχει πάντοτε ὁ κατέχων μέχρι τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως, ἐν τῇ προκειμένει δὲ ὑποθέσει πρέπει νὰ ἀντιστραφῶσιν οἱ ὅροι καὶ πρέπει διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως νὰ κατασταθῇ κάτοχος ἡ Ἑταιρία καὶ νὰ μεταβληθῇ ἀπὸ ἐναγούσης εἰς ἐναγομένην, ἐνῷ, ἐὰν δὲν μετέβαινον ἐκεῖ στρατιῶται καὶ χωροφύλακες, αἱ ὑποθέσεις ἤθελον μὲν εἰσαχθῆ εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐκδικάσεως αὐτῶν κάτοχοι θὰ ἦσαν οἱ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης κατέχοντες; Περατῶν, Κύριοι, τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω ὑμῖν καὶ πάλιν, ὅπως μὴ διαστρέφωνται τὰ ζητήματα καὶ ὅπως μὴ παριστάμεθα ἡμεῖς μὲν δημοκόποι, ἄλλοι δὲ σωτῆρες, ὅτι ἡ βάσις τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Κωπαΐδος· καὶ ἐὰν μὲν ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ἡ Κωπαΐς, μετ’ ἀποδείξεις καὶ αὐτοψίαν, χαρακτηρισθῇ ὡς μεγάλη λίμνη, ἐξομοιουμένη πρὸς τὴν θάλασσαν, ἐναντίον παντὸς νόμου, ἐναντίον δὲ καὶ αὐτοῦ τοῦ νόμου περὶ διακρίσεως κτημάτων, τότε θὰ σιγήσωμεν ἐνώπιον τοῦ δικαστικοῦ ἀδικήματος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ, διότι ἡ Κωπαΐς εἶναι τέλμα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ θέρος βόσκουσιν ὅλα τὰ μεγάλα κτήνη, δύναται δέ τις νὰ διέλθῃ ἐκεῖθεν, ὡς προεῖπον, καὶ πεζῇ ἔτι. Ἐὰν ὅμως ἡ Κωπαΐς, ὡς πέποιθα, μετ’ ἀπόδειξιν καὶ αὐτοψίαν, χαρακτηρισθῇ ὡς τέλμα καὶ οὐδὲν πλέον, τότε πᾶν δικαίωμα ἰδιοκτησίας εἶναι νόμιμον, οὐχὶ μόνον ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ τέλματι, καὶ τότε οἱ εἰς τὰ Δικαστήρια καταφυγόντες θὰ δικαιωθῶσι, τὸ δὲ Δημόσιον θὰ ὑποστῇ μεγάλας ζημίας. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ σπουδαιότατον, κυρίως διὰ τὸν λόγον τοῦ, ὅτι διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως εὐζώνων καὶ χωροφυλάκων ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὅρους τῶν διαδίκων.
§127ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπόδειξις, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν, εἶναι πραγματικῶς σπουδαῖον, πρῶτον μὲν, ὅτι δὲν παραδέχεται αὐτὸ ὡς σπουδαῖον ὁ κ. Μίλησης.
§128ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ παραδέχομαι.
§129ΛΕΒΙΔΗΣ. Δεύτερον δὲ, ὅτι τοσαῦτα λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, δι’ ὃν δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ ζήτημα οὐχὶ ὡς σπουδαῖον μόνον, ἀλλὰ καὶ σπουδαιότατον, ὅτι, ἐὰν τὸ ζήτημα δὲν ἦτο τοιοῦτον, ἡμεῖς, οἱ ἐντεῦθεν καθήμενοι, δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὴν τύχην νὰ συμπράττῃ μεθ’ ἡμῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ μέλος διαπρεπὲς τῆς πτέρυγος ταύτης, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) οἷος εἶναι ὁ κ. Νέγρης, ὅστις διὰ μακρῶν κατὰ παρελθοῦσάν τινα συνεδρίασιν ἠγόρευσεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, συμφωνῶν μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ συνταχθεὶς μεθ’ ἡμῶν....
§130ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν συνετάχθην μεθ’ ὑμῶν.
§131ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὄχι μεθ’ ἡμῶν, ἀλλὰ μετὰ τοῦ ζητήματος ἡμῶν. Καὶ τρίτον, τὸ ζήτημα τυγχάνει σπουδαῖον, διότι προσάγονται καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἀποφάσεις διάφοροι περὶ τούτου καὶ ἀντιμαχόμεναι. Δύναμαι δὲ καὶ ἐγὼ νὰ προσαγάγω καὶ ἄλλην ἀκόμη ἀπόφασιν, ἣν λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἔχω κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνταῦθα. Δύναμαι δὲ νὰ προσαγάγω καὶ γνωμοδότησιν τοῦ διαπρεποῦς νομοδιδασκάλου καὶ ἐντριβεστάτου περὶ τὸ ἀστικὸν δίκαιον καθηγητοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου. Καὶ γνωρίζετε, ὅτι ὁ κ. Παπαῤῥηγόπουλος, καίτοι εἶναι σοφώτατος νομομαθής, πλανώμενος ὡς πρὸς τ’ ἄλλα ζητήματα, ἀνήκει εἰς τὰς πολιτικὰς ἰδέας τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιάν). Διὰ τῆς γνωμοδοτήσεως δὲ ταύτης, ἣν ὁ κ. Παπαῤῥηγόπουλος ἔδωκε πρὸς τοὺς προχθὲς ἐλθόντας ἐνταῦθα ἀντιπροσώπους τῆς κοινότητος τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ἀποφαίνεται, ὅτι δίκαιον ἔχουσιν αἱ κοινότητες Ἁγίου Δημητρίου, Καρυᾶς καὶ Πετρομαγούλας, διεξάγουσαι τὸν ἀγῶνα τοῦτον...
§132ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Παπαῤῥηγόπουλος ἔχει δώσει ἐναντίαν γνωμοδότησιν ὁμοῦ μὲ τὸν κ. Ῥάλλην καὶ τὸν κ. Οἰκονομίδην.
§133ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἔχετε λάθος. Προχθὲς ἔδωκε τὴν γνωμοδότησιν, ἣν ἀνέφερον καὶ ἣν αὔριον θέλω προσαγάγει. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ἀντωνόπουλος καὶ ὁ κ. Εὐταξίας, ἀμφότεροι δὲ φίλοι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὁμοίως ἐγνωμοδότησαν. Τώρα ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα σχετικὸν, ὅπερ εὐθύνει τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει. Τὸ νὰ ἀνατεθῇ τουτέστιν εἰς Ὑπομοίραρχόν τινα τῆς χωροφυλακῆς ἐν Λεβαδείᾳ, δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 18,284 τῆς 17 Νοεμβρίου 1888 ἔτους τηλεγραφήματος τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἡ λύσις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, ὅτι κατωρθώθη ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, Ὑπομοίραρχός τις τῆς χωροφυλακῆς νὰ καταστῇ ἱκανὸς νὰ λύῃ ζητήματα, περὶ ὧν διαφωνοῦσιν οἱ ἄριστοι τῶν νομομαθῶν καὶ τὰ Δικαστήρια. Ἡ ὑπόθεσις ἄρα δὲν εἶναι τοσοῦτον ἁπλῆ, ὅσον ἠθέλησαν νὰ χαρακτηρίσωσιν αὐτὴν οἱ κ.κ. Ὑπουργοί. Ἀνέγνω ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς καὶ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Μπουφίδης ἀπόφασίν τινα τοῦ Ἐφετείου, ἀλλὰ δὲν ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ἐὰν αὐτὴ ἦναι ἡ τελευταία ἀπόφασις τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο τάχα καὶ αἴτησις ἀναιρέσεως κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης; Οὐδεμίαν περὶ τούτου ἔχομεν βεβαίωσιν. Ἀλλ’ ἰδοὺ, Κύριοι, ὅτι ἕτερος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἀναγινώσκει ἑτέραν ἀπόφασιν, ἧς τὸ ὀρθὸν, τὸ δίκαιον καὶ τὸ νόμιμον ὑποπίπτουσιν εἰς τὴν κρίσιν ἑκάστου...
§134ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχει βάσιν ἰδιοκτησίας αὕτη, ἑπομένως εἶναι διάφορος.
§135ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδένα εἶχε λόγον, οὔτε δικαίωμα, ἵνα ἀναμιχθῇ διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως εἰς ὑπόθεσιν ἐντελῶς ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ἐὰν ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περιωρίζετο ἁπλῶς νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν Ὑπομοίραρχον Λεβαδείας, ὅτι ὤφειλε νὰ προλάβῃ τὰς μεταξὺ Ἑταιρίας καὶ χωρικῶν συγκρούσεις, ἤθελεν εἶσθαι ἐντὸς τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Δραγούμης ῥητῶς λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὀφείλετε νὰ παράσχητε πᾶσαν συνδρομὴν, οὐ μόνον, ὅπως προληφθῶσιν ἀξιόποινοι πράξεις, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἡ Ἑταιρία διατηρήσῃ κατοχὴν τῶν ἐντὸς τῆς παραχωρηθείσης αὐτῇ περιμέτρου γαιῶν». Λοιπὸν ἐκ τοῦ Γραφείου αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ τοσοῦτον πολυάσχολος, ὁ δύο Ὑπουργεῖα διευθύνων, ὁ νυχθημερὸν ἐνταῦθα συζητῶν, ὁ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων καταγινόμενος, ὃν δὲν ἀφίνει νὰ ἡσυχάσῃ ἡ Μακεδονία, ἡμέραν τινὰ ἀποφασίζει, δι’ ἑνὸς τηλεγραφήματος, νὰ κρίνῃ, οὐχὶ τοὐλάχιστον αὐτὸς, περὶ τῶν γνώσεων τοῦ ὁποίου ἐδύνατό τις νὰ ἔχῃ μικρὰν ἐγγύησιν, ἀλλ’ ἀποφασίζει νὰ κρίνῃ περὶ ζητημάτων πολυπλόκων κυριότητος καὶ κατοχῆς ὁ Ὑπομοίραρχος τῆς χωροφυλακῆς Λεβαδείας. Ἰδοὺ ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ εἰδεχθείᾳ καὶ ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ ἐπικινδύνῳ ἐμφανίσει. Τίς θέλει δυνηθῆ πλέον ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην Λεβαδείας ν’ ἀμφισβητήσῃ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ἀντιποιεῖται τὰ δικαιώματα τοῦ Εἰρηνοδίκου; Τί θέλετε ἀντιτάξει κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου Λεβαδείας; Ὅτι συγχύζει τὰς ἐξουσίας; Ἀλλ’ αὐτὸς θέλει ἀπαντήσει εἰς ὑμᾶς: «ὑμεῖς μὲ ἐδιδάξατε νὰ συγχύζω τὰς ἐξουσίας». Ὑπάρχουσι δὲ περὶ Κωπαΐδος καὶ λιμνῶν πολλοὶ νόμοι καὶ συμβάσεις. Πρώτη σύμβασις εἶναι ἡ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Μομφεριέρου, ἥτις, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, φέρει ἡμερομηνίαν 22 Ἰουλίου 1865 ἔτους. Κατόπιν ἔχομεν τὸν νόμον, περὶ οὗ μακρὸς ἐγένετο λόγος, ὑπὸ στοιχεῖα ΡΟΓʹ τῆς 24 Ἰανουαρίου 1867 ἔτους «περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης». Ἔχομεν τὸ Β. Διάταγμα τῆς 11 Ἰουνίου 1880 ἔτους, «περὶ ἀποξηράνσεως καὶ καλλιεργείας τῆς Κωπαΐδος λίμνης», καὶ τὴν σύμβασιν μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ Ι. Βούρου τῆς 30ῆς Μαΐου 1880 ἔτους, ὡς ἐπίσης καὶ τὸν νόμον ΣΚΘʹ «περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν» τῆς 26ης Ἀπριλίου 1867. Ἐν πάσαις ταύταις ταῖς συμβάσεσι καὶ ἐν πᾶσι τούτοις τοῖς νόμοις σπουδαῖος γίνεται λόγος περὶ τοῦ, τίς ἐστὶν ἡ συνήθης περίμετρος τῶν συνήθων πλημμυρῶν. Ἤκουσα, Κύριοι, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁρισάσης τὴν περίμετρον τῆς συνήθους πλημμύρας, εἶναι, κατὰ τὸν νόμον ΡΟΓʹ, ὁριστικὴ καὶ ἀμετάκλητος, ὅτι δὲ, ὡς τοιαύτη, εἰς οὐδένα δύναται νὰ ὑποβληθῇ ἔλεγχον. Ἀληθῶς οἱ νόμοι τοῦτο λέγουσιν· ἀλλ’ ἠκούσατε, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς, καίπερ τοιοῦτος ὑπάρχων, ἀντιβαίνει εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀντιβαίνει εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην, καθ’ ἣν «οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως». Καὶ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον δὲν ὑπέβαλε Βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μόνον, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐνέχει ἀμφιβολίαν ἡ ὀρθότης αὐτοῦ· ἠκούσατε τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ἀναπτυσσόμενον δι’ ἐμβριθῶν ἐπιχειρημάτων παρ’ ἀνωτάτου Δικαστηρίου τῆς πατρίδος, παρὰ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ προχωρῶ καὶ περαιτέρω· ἐγὼ λέγω, ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ἀντιβαίνει ὁ νόμος οὗτος εἰς τὸ Σύνταγμα, αὐτὸς οὗτος ὁ νόμος δεικνύει εἰς ἡμᾶς καταφανῶς καὶ ἀριδήλως, ὅτι τότε μόνον εἶναι ἀμετάκλητος ἡ πρᾶξις τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἐμπειροτεχνῶν, ὅταν αὕτη λάβῃ χώραν νομίμως, ἤτοι καθ’ ὃν τρόπον διαγράφει ὁ νόμος. Καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἐνταῦθα νὰ ἐπιστήσητε ὀλίγον τὴν ὑμετέραν προσοχήν. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 4ον τοῦ νόμου ΡΟΓʹ; (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐμπειροτέχναι, ὁδηγούμενοι ἐκ τοῦ διαγράμματος τοῦ Γάλλου μηχανικοῦ κ. Σωβάζ, ἐκ τῶν ἐπὶ τῶν βράχων σταθερῶν ἰχνῶν, καὶ ἐκ πάσης ἄλλης ἀναμφιλέκτου ἀποδείξεως, θέλουσιν ἐνεργήσει χωροσταθμίσεις, καὶ θέλουν στήσει ἐπὶ τοῦ ἐδάφους δαπάνῃ τῆς Ἑταιρίας σταθερὰ σήματα, ἱκανὰ, ὅπως ὁρισθῇ θετικῶς ἡ περίμετρος τῆς συνήθους πλημμύρας κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τῆς συμβάσεως. Ἀφοῦ δὲ τοιουτοτρόπως ἐξακριβωθῇ ἀμετακλήτως κλπ.» Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι, ἵνα ἔχωμεν πρᾶξιν τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁρισάσης τὴν περίμετρον τῆς συνήθους πλημμύρας, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ἡ Ἐπιτροπή, εἰκῆ δὲ καὶ τυχαίως, κατόπιν ἴσως πότου ἢ προγεύματος, νὰ ὁρίσῃ τὰ ὅρια τῶν συνήθων ἢ τῶν ἐκτάκτων πλημμυρῶν· εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην ῥητῶς παραγγέλλει ὁ νομοθέτης, νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, νὰ ὁδηγηθῇ ἐκ τοῦ διαγράμματος τοῦ Σωβάζ, νὰ ἴδῃ τὰ ἴχνη τὰ σταθερὰ τῶν βράχων, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως αὐτῆς, τοῦ ὁρισμοῦ τῶν συνήθων καὶ τῶν ἐκτάκτων πλημμυρῶν. Δὲν περιορίζεται δὲ ἕως ἐκεῖ μόνον ὁ νομοθέτης, ἀλλὰ παραγγέλλει τῇ Ἐπιτροπῇ, ἵνα καὶ ἐκ πάσης ἄλλης ἀναμφιλέκτου ἀποδείξεως πεισθῇ. Ἐν τῷ αὐτῷ δὲ ἄρθρῳ ὁ νομοθέτης λέγει: «ἀφοῦ δὲ τοιουτοτρόπως ἐξακριβωθῇ ἀμετακλήτως ἡ εἰρημένη περίμετρος κλπ. ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει συντάξει λεπτογραφικὸν χάρτην κλπ.» Λοιπὸν μόνον, ἐὰν τοιουτοτρόπως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐργασθῇ, λεπτομερῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως, ἐὰν εὕρῃ τὰ σταθερὰ ἴχνη τῶν βράχων, καὶ συλλέξῃ πᾶσαν ἄλλην ἀναμφίλεκτον ἀπόδειξιν, μόνον τότε ἔχει κῦρος ἡ πρᾶξις αὐτῆς. Δίδει ἄρα ὁ νόμος τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε, νὰ συζητήσῃ περὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα εὕρῃ, ἐὰν αὕτη ἐξεπλήρωσε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Τοῦτο δὲ θέλει τὸ λύσει ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐγείρεται ἐνταῦθα ἕτερον ζήτημα, ἐπίσης ὡς τὰ προηγούμενα σπουδαῖον, τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου περὶ διακρίσεως κτημάτων τοῦ 1837 ἔτους. Ζήτημα σπουδαιότατον, δυνάμενον νὰ δώσῃ χώραν εἰς παντοίας ἑρμηνείας καὶ παντοίας ἀμφισβητήσεις. Ὁ νόμος οὗτος ῥητῶς λέγει ἐν ἄρθρῳ 15 (ἀναγινώσκει): «αἱ ὁδοὶ καὶ ἀγυιαί, αἱ διατηρούμεναι μ’ ἔξοδα τοῦ δημοσίου ταμείου, οἱ δυνάμενοι νὰ κατασταθῶσι πλευστοὶ ποταμοὶ μὲ τὰς ὄχθας των, οἱ αἰγιαλοί, οἱ λιμένες, οἱ ὅρμοι, καὶ ἐν γένει ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἐπικρατείας, ὅσα δὲν δύνανται νὰ γενῶσιν ἰδιοκτησία ἰδιωτική, θεωροῦνται ὡς κτήματα δημόσια κλπ.» Λοιπὸν αἱ λίμναι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς κτήματα δημόσια; δηλ. ὡς domaine public de l’ état; Πρῶτον ζήτημα· βεβαίως δὲν εἶναι ἁρμόδιος ὁ Ὑπομοίραρχος τῆς χωροφυλακῆς νὰ λύσῃ αὐτό. Δεύτερον ζήτημα: πᾶσαι αἱ λίμναι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δημόσια κτήματα, domaine public de l’ état, ἢ μόνον αἱ μεγάλαι λίμναι, ἢ οὐδὲ αὐταί; Ἐὰν ἡ Κωπαΐς ᾖναι μικρὰ λίμνη, ἢ τέλμα, ὡς βεβαιοῦσιν οἱ εἰδήμονες, δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνην τῶν δημοσίων κτημάτων (domaine public de l’ état), τὴν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμου; Ἐγώ, Κύριοι, ἔχω ἑρμηνευτὴν τοῦ ἰσχύοντος παρ’ ἡμῖν ἀστικοῦ δικαίου τὸν κ. Καλλιγᾶν· ἰδοὺ τί λέγει οὗτος, ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος (ἀναγινώσκει): «ἡ διὰ γενικῶν λέξεων προσθήκη, ὅτι καὶ ὅσα δὲν δύνανται νὰ γενῶσιν ἰδιοκτησία ἰδιωτική, εἶναι ὅσον ἔνεστιν ἀόριστος, διότι παρελείφθησαν τοῦ Γαλλικοῦ Κώδικος αἱ λέξεις ἐκ τοῦ ἐδάφους τῆς Ἐπικρατείας, ὥστε ὑπάγουσιν ἐνταῦθα διώρυγας, γεφύρας, σιδηροδρόμους κτλ. τουτέστι τὰ ὑπηρετοῦντα εἰς δημοσίαν χρῆσιν». Ὁ Γαλλικὸς Νόμος εἶχε τὰς λέξεις ἐκ τοῦ ἐδάφους τῆς Ἐπικρατείας, αἵτινες παρελείφθησαν ἐκ τοῦ ἡμετέρου νόμου τοῦ 1837. Λοιπὸν ἐρωτῶ, αἱ λίμναι ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνην; Βεβαίως, ἐὰν μεγίστη τις λίμνη ὑπηρετῇ δημόσιόν τινα σκοπόν, οἷον συγκοινωνίας ἢ ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμου. Ἀλλὰ τίς δύναταί ποτε νὰ δεχθῇ, ὅτι λίμνη μικρὰ ἢ τέλμα δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κτῆμα δημόσιον, domaine public de l’ état; Τέλμα δὲ ἀνέκαθεν ἐχαρακτηρίσθη καὶ εἶναι ἡ Κωπαΐς. Ταῦτα πάντα ἄρα, Κύριοι, πείθουσιν, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐπανειλημμένως ἔρχεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι τοσοῦτον ἁπλοῦν, ὅσον ἐξ ἀρχῆς ὑπετέθη, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ζήτημα, δεόμενον δικαστικῆς λύσεως, εἶναι καὶ τοῦτο. Καθῆκον λοιπὸν ἔχομεν, νὰ ἀφήσωμεν τὴν Ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν νόμιμον ἀρχήν, εἰς τὴν ἐκ τοῦ νόμου ἐξουσίαν, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἀφήσωμεν τοὺς χωρικοὺς νὰ ἀποταθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν νόμιμον ἐξουσίαν, ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι ὑπάρχει περίστασις δι’ αὐτοὺς ν’ ἀποταθῶσι πρῶτοι εἰς τὰ Δικαστήρια. Ὅτι δὲ τοιοῦτον εἶναι τὸ καθῆκον ἡμῶν, προκύπτει ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς συζητήσεως, τῆς τοσοῦτον πεισμόνως καὶ λεπτομερῶς διεξαγομένης, ἐν ᾗ παντοῖαι ἐκφέρονται γνῶμαι. Ἔχω, Κύριοι, τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ κ. Δραγούμη, ὅστις ἀνατίθησι τῷ Ὑπομοιράρχῳ Λεβαδείας τὴν λύσιν τῆς δικαστικῆς ταύτης διενέξεως. Παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε αὐτὸ, διότι προεκλήθη ἡ ἀνάγνωσίς του (ἀναγινώσκει): «... Ὀφείλετε ἄρα νὰ παράσχητε πᾶσαν συνδρομὴν, οὐ μόνον, ὅπως προληφθῶσιν ἀξιόποινοι πράξεις, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἡ Ἑταιρία διατηρήσῃ κατοχὴν τῶν ἐντὸς τῆς παραχωρηθείσης αὐτῇ περιμέτρου γαιῶν, δυναμένων τῶν χωρικῶν νὰ ἐπιδιώξωσι διὰ τῶν Δικαστηρίων πᾶσαν ἐπὶ τοιούτων γαιῶν ἀξίωσίν των. «Ὁ Ὑπουργὸς Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ» Ἀλλ’ ἐρωτῶ, Κύριοι, ἐν τίνι δικαιώματι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀποφαίνεται, ὅτι οἱ χωρικοὶ πρέπει νὰ ὦσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὀφείλουσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων νὰ ἐπιδιώξωσι τὰ δικαιώματα αὑτῶν, καὶ οὐχὶ ἡ Ἑταιρία; Ἐν τίνι δικαιώματι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁρίζει ὡς ἐνάγοντας τοὺς χωρικούς; Ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν μερῶν ἐκείνων τί γνωρίζομεν; Ὅτι ἡ Ἑταιρία εἶναι νέα τις ὕπαρξις, νέα τις ἐμφάνισις, νέον τι γεγονός. Ἡ Ἑταιρία δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, ἐνῷ οἱ χωρικοὶ καὶ αἱ γαῖαι αὐτῶν ὑπῆρχον ἐκεῖ ἀφ’ ἧς, οὕτως εἰπεῖν, ἡ γῆ ἐγένετο. Οὕτως ἱσταμένων τῶν πραγμάτων, διατὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν, νὰ μεταβῇ εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δίκαια αὑτῆς δι’ ἀγωγῆς; Διατὶ ἐπιβαρύνετε ὡς ἐνάγοντας τοὺς χωρικούς; Ἕκαστος, Κύριοι, ἀμερολήπτως, καὶ οὐχὶ ἐκ προκαταλήψεως καὶ ἐκ συμπαθειῶν κρίνων τὰ πράγματα, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μεροληπτικὴ ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ποῖοι οἱ δεσμοὶ τῆς μερίδος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, ἢ ἂν πρόσωπα, ἐγγὺς κείμενα τῷ κ. Ὑπουργῷ, ἢ τῷ κ. Πρωθυπουργῷ, συνδέωνται στενῶς πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑταιρίας. Ἐγὼ ἐξετάζω τὴν ὑπόθεσιν ἱστορικῶς καὶ νομικῶς, εὑρίσκω δὲ, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τέλος πάντων ἤθελε νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἐν τῇ δικαστικῇ ταύτῃ διενέξει, ἡ γνώμη αὕτη ἔπρεπε νὰ ἦναι τοιαύτη τις· νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν «ὕπαγε εἰς τὰ Δικαστήρια», οὐχὶ δὲ νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς χωρικούς, οἵτινες μάλιστα τυγχάνουσι καὶ συμπολῖται αὐτοῦ, ἴσως δὲ καὶ ἐψήφισαν ὑπὲρ αὐτοῦ: «ὑπάγετε ὑμεῖς εἰς τὰ Δικαστήρια, καὶ ἐὰν ἔχητε δίκαιον, θέλετε εὕρει αὐτό.» Ὅταν, Κύριοι, οὕτως ἐξετασθῶσι τὰ ζητήματα, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ὀρθῶς ἐπράξαμεν, ἐπανειλημμένως ἐπερωτήσαντες τὴν Κυβέρνησιν καὶ περὶ αὐτῆς τῆς παραβάσεως τῶν νόμων. Εἶναι ἀληθῶς ὀδυνηρὸν, ὅτι τοσοῦτον ἐπλεόνασεν ἡ ἀνομία, ὥστε δὲν θέλουσιν ἀρκέσει ἡμῖν ἴσως οὐδὲ οἱ ἓξ μῆνες, τὸ ἀνώτατον χρονικὸν διάστημα τῆς Συνόδου, ἵνα ἐλέγχωμεν καθ’ ἑκάστην εἴτε τὰς σήμερον ἀναφυομένας παρανόμους πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, εἴτε ἐκείνας, αἵτινες εἶχον συντελεσθῆ, ὅτε ἡμεῖς ἀκόμη δὲ εἴχομεν ἀρχίσει νὰ συνεδριάζωμεν ἐνταῦθα. Ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ αἴτιοι τοῦ τοιούτου ἐλέγχου. Τὸν ἔλεγχον ἐνασκοῦμεν ἐκ δικαιώματος καὶ ἐκ καθήκοντος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Τίς ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων, αἵτινες προεβλήθησαν μέχρι τοῦδε ἐνταῦθα, δὲν ὑπεστηρίχθη δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, οὓς οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ παρεβίασαν; Τίς ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων, δὲν ἀπεδείχθη, ὅτι εἶχεν εὔλογον αἰτίαν ὑπάρξεως, καὶ τίς δὲν ἀπεδείχθη, ὅτι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἦτο σπουδαία, καὶ τίς δὲν ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν προεβλήθη ἐνταῦθα, ἵνα συντελέσῃ δῆθεν εἰς τὴν παρακώλυσιν ἄλλων ἐργασιῶν, ἀλλὰ διότι ἀνέκαθεν ἐθεωρήθη σπουδαία, ὅπως ἐξ ἀρχῆς ὑπῆρξεν; Ἡ ὑπόθεσις τοῦ Σπάρταλη, ἥτις εἶναι πρᾶξις νομοθετική; Παραβίασις τῶν νόμων, καὶ ἀπεδείχθη. Ἡ ὑπόθεσις τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῇ ἐξετάσει ὅλου ἐκείνου τοῦ πολυπλόκου ζητήματος τοῦ Τάκη; Καὶ αὕτη ἀπεδείχθη. Καὶ ἑκατοντάκις ἐὰν εὑρεθῇ πλειονοψηφία, ἔχουσα τὴν ἐναντίαν γνώμην, εἶναι τὸ πρῶτον ζήτημα, ὅπερ θέλει τεθῆ πρὸ τοῦ λαοῦ, ὅταν κληθῇ οὗτος νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς πολιτείας τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὅλης εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ οὐδέποτε θέλει σβεσθῆ, οὗτινος δὲ ἡ λύσις ὀρθῶς καὶ δικαίως τότε μόνον θέλει δοθῆ, ὅταν ὁ λαὸς θέση τὴν χεῖρα αὑτοῦ, ἵνα ψηφίσῃ. Πάντα τὰ ζητήματα, ὅσα ἤχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦδε, προέκυψαν ἐκ τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων, ἧς αἴτιοι ἐγένοντο οἱ κύριοι Ὑπουργοί, εἴτε ἐν συνόλῳ, εἴτε εἷς ἕκαστος ἐξ αὐτῶν. Τέλος πάντων ὅ, τι ἐπράξατε, ἔστω καλῶς πεπραγμένον· θέλομεν συζητήσει περὶ αὐτῶν ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς προβάλλονται παραβιάσεις τῶν νόμων, καὶ ἀποδεικνύονται ἐνταῦθα ἐκ τῶν κειμένων τῶν νόμων, ἐκ τῶν ἑρμηνειῶν αὐτῶν καὶ ἐκ τῶν πραγματικῶν γεγονότων, καιρὸς εἶναι πλέον οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀποφασίσωσι νὰ τραπῶσι τὴν ὁδὸν τῶν νόμων, νὰ εἴπωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, τὴν ἐν Λεβαδείᾳ, νὰ ἐπιτηρῇ μέν, μὴ προέλθωσι συγκρούσεις μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑταιρίας καὶ τῶν ἐκεῖ χωρικῶν, ῥητῶς ὅμως νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς τοὺς ἐκεῖ στρατιώτας νὰ ἐξακολουθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἅτινα ὑμεῖς εἰς αὐτοὺς ἀνεθέσατε, συγχύζοντες τὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους καὶ ἐντειλάμενοι Ὑπομοιράρχῳ τινὶ τῆς χωροφυλακῆς νὰ ἀποφαίνηται εἰς τίνα ἀνήκει ἡ κατοχή, ἢ ἡ κυριότης τῶν μερῶν ἐκείνων περὶ τὴν Κωπαΐδα.
§136ΝΕΓΡΗΣ. Αἰσθάνομαι, Κύριοι, τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν χωρικῶν τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, καθόσον ἔτυχε καὶ ἐγὼ ἐκ τοῦ πλησίον νὰ ἀκούσω τὰ παράπονα αὐτῶν καὶ νὰ εὕρω αὐτὰ δίκαια. Τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος παρουσιάζεται ὑπὸ δύο διαφόρους ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν κοινωνικήν. Βεβαίως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, τοὺς ἔχοντας δικαιώματα ἀνεγνωρισμένα, οὗτοι οὐδὲν ἔχουσι νὰ φοβῶνται, μὴ τὸ δίκαιόν των καταπατηθῇ, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν γνώμην μου. Δὲν θέλω λοιπὸν χρονοτριβήσει ἐπ’ αὐτῶν, ὅπως ἑλκύσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θεωρῶ πολὺ σπουδαιότερον τοῦ ἑτέρου. Θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐκείνων τῶν χωρικῶν, τοὺς ὁποίους αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἠθέλησαν νὰ θεωρήσωσιν ὡς κατὰ παράκλησιν κατέχοντας τὰ μέρη ἐκεῖνα. Οἱ χωρικοὶ οὗτοι ἄλλα μὲν μέρη ἐκαλλιέργουν, εἰς ἄλλα δὲ μέρη ἔβοσκον τὰ ποίμνιά των πρὸ χρόνων ἀμνημονεύτων, ὡς εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ πᾶς τις, ὁ ὁποῖος μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἴδῃ τὰ μέρη, τὰ προσδιωρισμένα διὰ τὴν βοσκήν, τὰ ὁποῖα λέγουσι μάλιστα βοϊδολείβαδα. Βεβαίως, ἐὰν ζητήσῃ τις τίτλους ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, δὲν δύνανται νὰ παρουσιάσωσι τοιούτους, οὐδὲ νὰ διεκδικήσωσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τὰ δίκαιά των, ὡς κατὰ παράκλησιν κάτοχοι τῶν μερῶν ἐκείνων. Οὕτω δὲ βλέπουσι τὰ ποίμνιά των ἀποδιωκόμενα ἀπὸ τὰ μόνα μέρη, ὅπου ἠδύναντο νὰ εὕρωσι βοσκήν, καὶ καταστρεφόμενα ἀνηλεῶς καὶ τοῦτο γίνεται ἐν ὀνόματι τοῦ νόμου! Ἀλλ’ ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ μνησθῶ τοῦ ῥητοῦ τῶν Λατίνων: «Summum jus summa injuria.» Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ χωρικός, ὁ ὁποῖος ἐκ πατρὸς συνείθισε νὰ κατέχῃ κατὰ τὴν ἰδέαν του νομίμως, κατὰ δὲ τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ παράκλησιν, τὸ μέρος τοῦτο, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ, ὅτι δὲν τῷ γίνεται ἀδικία, καὶ ἀδικία φοβερωτάτη, δηλαδὴ ἀφαίρεσις περιουσίας ἀπὸ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἐντεταλμένης νὰ ὑπερασπίζηται αὐτήν; Ἀναγνωρίζω τὸ δύσκολον τῆς θέσεως τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἑταιρίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἢ νὰ συστήσω εἰς αὐτὴν, ὅτι ἐνώπιον τοῦ ἀδίκου, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τοὺς χωρικούς, ὀφείλει νὰ εὕρῃ μέσον θεραπείας. Τὸ μέσον εὑρίσκεται, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εὑρέθη ἤδη, ὡς πρὸς τοὺς ἔχοντας τίτλους. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις συνηλλάχθη μετὰ τῆς Ἑταιρίας, ὅπως παραχωρήσῃ 15 χιλιάδας στρεμμάτων, ἵνα ἀποζημιωθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται, διατὶ νὰ μὴ πράξῃ τοῦτο καὶ διὰ τοὺς χωρικούς, τοὺς εὑρισκομένους ἐν πολλῇ χείρονι θέσει τῶν ἰδιοκτητῶν; Ἡ λύσις, κατ’ ἐμὲ, τοῦ ζητήματος θὰ ἦτο ἡ ἑξῆς. Ὅπως καὶ ἄλλοτε, ἐνώπιον τῶν παραπόνων τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐστάλη Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τόπου, ὅπως ἐξετάσῃ, ἐὰν ἡ περίμετρος τοῦ παραχωρουμένου εἰς τὴν Ἑταιρίαν χώρου εἶχε χαραχθῆ δεόντως, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, μεταβᾶσα ἐπὶ τόπου, ἐξεφράσθη τότε λίαν ἐντόνως κατὰ τοῦ τρόπου τῆς χαράξεως τῆς περιμέτρου, οὕτω καὶ σήμερον, ἵνα βεβαιωθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν προσγίνωνται ἄδικα εἰς τοὺς χωρικούς, δέον νὰ συστηθῇ Ἐπιτροπή, ἥτις νὰ ἀναζητήσῃ, ποῖα τῷ ὄντι εἶναι τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα κατέχονται πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων παρὰ τῶν χωρικῶν, καὶ νὰ ὑποδείξῃ ταῦτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τότε, ἀποζημιόνουσα τήν Ἑταιρίαν, δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν τῶν χωρικῶν τούτων, παραχωροῦσα αὐτοῖς τὰ ἐν λόγῳ μέρη, συμφώνως μὲ τὸν νόμον περὶ δηλώσεως ἐθνικῶν γαιῶν. Θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ συστήσω θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα εὕρῃ τοὺς ἀδικουμένους χωρικοὺς καὶ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν.
§137ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἤδη γενομένη παρατήρησις, ὅτι ἐξεδόθησαν ἀντιφατικαὶ ἀποφάσεις ἐκ μέρους τῶν Δικαστηρίων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων προσέφυγον οἱ ἀδικηθέντες χωρικοί, τὰ ἀδικηθέντα μέρη, τοῦτο καὶ μόνον ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ὑπῆρξεν ἀπ’ ἀρχῆς τοσοῦτον ἁπλοῦν, ὅπως τὸ ὑπέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑπάρχει μία ἀμφισβήτησις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐκδίδονται ἐπανειλημμέναι ἀποφάσεις καὶ ἀντιφατικαὶ πρὸς ἑαυτάς· ἡ μία λύει τὸ ζήτημα ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, ἡ ἑτέρα λύει τὸ ζήτημα ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας, καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέναντι τοιαύτης δυσχερείας δικαστικῆς ἰδιοποιεῖται τὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς Ἑταιρίας καὶ τῶν χωρικῶν, καὶ τὴν ἀπονέμει εἰς τὸν Ὑπομοίραρχον Λεβαδείας. Ἐκεῖθεν ἡ ἀμφισβήτησις ἡμῶν. Καὶ τοῦτο καὶ μόνον ἀποδεικνύει, ὅτι δίκαιον εἴχομεν πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠλέγξαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Ἰσχυρίσθησαν ἐντεῦθεν, ὅτι οἱ σήμερον ὑποστηρίζοντες τοὺς χωρικοὺς ἀδικοῦσιν αὐτούς, καὶ ὅτι πράττουσι τοῦτο οὐχὶ ἐν πεποιθήσει περὶ τοῦ δικαίου τῶν χωρικῶν, ἀλλὰ διότι θέλουσι νὰ δημοκοπήσωσιν, ἀλλὰ διότι θέλουσι νὰ συλλέξωσι 10 ἢ 20 ψήφους τῆς κοινότητος τοῦ Ἁγίου Δημητρίου,—διότι πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι τόσαι εἶναι αἱ ψῆφοι, ἢ τὸ πολὺ 30. Χάριν δὲ τῶν 30 τούτων ψήφων βλέπετε ὁλόκληρον στρατιὰν Βουλευτῶν τῆς Ἀττικοβοιωτίας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην 16 χιλιάδων ψήφων, ἵνα κατορθώσωσι νὰ ἐπιτύχωσι, βλέπετε ὁλόκληρον στρατιὰν Βουλευτῶν, προσπαθοῦσαν νὰ ἐξαπατήσῃ τοὺς χωρικούς, δημοκοποῦσαν ἀπέναντι αὐτῶν, καὶ καταστρέφουσαν αὐτούς, διότι θὰ τοὺς ἐκθέσῃ εἰς ἀποζημιώσεις.—Λέγουσι δὲ ταῦτα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἑτέρου κηρύττουσι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἠδικήθησαν οἱ χωρικοί, ὅτι ἠδικήθησαν, ἀλλ’ ἡ ἀδικία αὕτη ἐγένετο κατὰ τὸ 1867, ὅτε ὁ νόμος ἐψηφίσθη, καὶ ἀπέναντι τῆς ἀναγνωριζομένης παρ’ αὐτῶν ἀδικίας τοὺς παραπέμπουσιν εἰς τὴν ἄλλην ζωήν· τοῖς λέγουσι: «βεβαίως ἠδικήθητε, τὸ ἀναγνωρίζομεν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα τίποτε νὰ πράξωμεν ὑπὲρ ὑμῶν. Ἔχετε ὑπομονήν· ὅταν ἔλθῃ ἡ δευτέρα παρουσία, θὰ σᾶς ἀναγνωρίσωσι· καὶ βεβαίως ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος θὰ σταλῇ εἰς τὴν Κόλασιν, ὅπως πληρώσῃ τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας της.» Αὕτη εἶναι ἡ λογική, ἣν εἴδομεν ἀναπτυσσομένην ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸ ὀλίγου καὶ εἰς τὴν ὁποίαν κατ’ ἐπανάληψιν ἐπιμένουσιν. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἠθέλομεν κατακριθῆ διὰ τὴν δημοκοπίαν, ἡ ὁποία οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχει, ἢ τὴν συλλογὴν αὐτῶν τῶν 15 ἢ 20 ψήφων, ὀφείλομεν νὰ ἀποβλέψωμεν σπουδαίως ἐπὶ τὴν γενομένην ἀδικίαν εἰς τοὺς ὀλίγους συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τις νόμιμος προστασία ὑπὲρ αὐτῶν, νὰ τὴν ἐπιδιώξωμεν. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπασχολοῦμεν τὰς ὥρας τῆς Βουλῆς εἰς συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Διοίκησις ἤθελε περιορισθῆ ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν καθηκόντων της, δὲν ἤθελε μεταβάλει τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, δὲν ἤθελε ζήτημα καθαρῶς δικαστικὸν νὰ τὸ λύσῃ αὐτὴ διὰ τῶν ὀργάνων τῶν διοικητικῶν, ἢ τῶν ὀργάνων τῆς χωροφυλακῆς, βεβαίως δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταναλίσκωμεν τόσας ὥρας, συζητοῦντες ἐνταῦθα ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα διὰ τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ τοῦτο εἶναι ἓν μέσον λύσεως τῶν ζητημάτων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τὸ προσφορώτερον, ὅταν ὑπάρχωσιν ἀμφισβητήσεις δικαιωμάτων, ὅταν μάλιστα καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαιωμάτων τούτων, ἀναγνωρίζωσιν, ὅτι ὑπῆρξαν δικαιώματα, καὶ τὰ δικαιώματα ταῦτα κατεστράφησαν. Ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι, οὐδέποτε τὰ δικαιώματα ταῦτα κατεστράφησαν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἡρμήνευσαν τὸν νόμον τοῦ 1867, ὅσοι τὸν ἡρμήνευσαν ἐναντίον τῶν χωρικῶν, οὐδὲν ἕτερον ἔπραξαν, ἢ νὰ τὸν παρερμηνεύσωσι· καὶ περὶ τούτου πρέπει νὰ πεισθῇ πᾶς τις καὶ πρέπει νὰ πεισθῇ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις· διότι ἐντεῦθεν εἶναι ἐλπίς, ὅτι τὰ παράνομα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ὁπωσδήποτε ἀπέκτησεν ἓν δικαίωμα, ἡ Ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος, τὰ παράνομα, λέγω, ταῦτα μέτρα δύναται εἰς τὸ μέλλον νὰ τὰ ἀναστείλῃ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, Κύριοι, ὅτι οὐδεμία τῶν μέχρι τοῦδε ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει καὶ ἡρμήνευσεν ἀκριβῶς τὴν σύμβασιν καὶ τὸν νόμον τῆς παραχωρήσεως, ὅτι πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἀποφάσεις ἐμφοροῦνται εἴτε ὑπὸ τῆς ἰδέας τῆς προστασίας τῆς Ἑταιρίας, εἴτε ὑπὸ τῆς ἰδέας τῆς προστασίας τῶν χωρικῶν· καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε δύο ἀποφάσεις τοῦ αὐτοῦ Δικαστηρίου, τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, δύο ἀποφάσεις ἀκριβῶς ἀντιθέτους· διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐγκύψωσιν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐννοήσωσιν οἱ δικάσαντες, ὅτι ὑπάρχουσι διπλᾶ καὶ μάλιστα τριπλᾶ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα κανονίζονται διὰ τοῦ νόμου καὶ τῆς σχετικῆς συμβάσεως· ὑπάρχει τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ὑπάρχει τὸ συμφέρον τῆς Ἑταιρίας, ὑπάρχει τὸ συμφέρον τῶν ἰδιοκτητῶν. Τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ εἷς νόμος, ἢ μία σύμβασις, ἡ ὁποία συνωμολογήθη μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρίας; ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ πάντα ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχε τὸ Δημόσιον· ἠδύνατο δηλαδὴ νὰ παραχωρήσῃ ὅλας ἐκείνας τὰς γαίας, τὰς ὁποίας ἐκέκτητο κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ παραχώρησις. Πλέον τούτου ἠδύνατο νὰ πράξῃ; Βεβαίως ὄχι. Εἶπον, ὅτι τὸ ἔπραξε, καὶ ἠδίκησε τοὺς χωρικούς· τοῦτο δὲν εἶναι ὁμολογία· δὲν πρέπει νὰ νομίζητε, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐνομοθέτουν, ὑπῆρξαν τοσοῦτον ὀλίγωροι πρὸς τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, ὥστε νὰ παραχωρήσωσι σπουδαιότατα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἀνέκαθεν ἀναντιῤῥήτως ἀνῆκον εἰς τοὺς χωρικούς. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως τότε ἀκριβῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα ὡς ἐτέθη σήμερον, ἀλλὰ τότε δὲν εἶχον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπερησπίζοντο τὰ νόμιμα καὶ τὰ δίκαια τῶν ἰδιοκτητῶν, δὲν εἶχον ἐναντίον των μίαν Ἑταιρίαν, ἡ ὁποία νὰ ἀμφισβητῇ καὶ νὰ διεκδικῇ δικαιώματα περιπλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τῇ παρεχωρήθησαν. Ἡ συζήτησις λοιπὸν ἐγίνετο ὁμαλή· ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἶναι ἀντιπρόσωποι καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, προσεπάθει δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐξήγει τὸν νόμον, καὶ ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία ἐψήφιζε τὸν νόμον, νὰ μὴ προσκρούσῃ εἰς οὐδεμίαν συμφωνίαν. Σήμερον ὅμως τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλως· σήμερον ὑπάρχει μία Ἑταιρία, ἡ ὁποία δικαίως ἢ ἀδίκως κατέλαβε δικαιώματα ὡρισμένης ἐκτάσεως. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ κατακρίνω τὴν Ἑταιρίαν· διότι, πράττουσα τοῦτο, προστατεύει τὰ δικαιώματα της, ὡς αὐτὴ νομίζει· ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἡμεῖς δικαιούμεθα νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον καὶ μέχρι τίνος προστατεύει τὰ δικαιώματα τὰ ἐπιδικασθέντα καὶ κατὰ πόσον δὲν ὑπερπηδᾷ τὸ ὅριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῇ ἔθετο ὁ νόμος. Ποῖον εἶναι τὸ ὅριον; Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν σκέψιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου σᾶς ἐξέθηκα, ὅτι εἶχεν ὁ νόμος νὰ κανονίσῃ τριπλᾶ συμφέροντα, τὰ συμφέροντα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τοῦ Δημοσίου, ἀφ’ ἑτέρου τῆς Ἑταιρίας πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ τρίτον τὸ συμφέρον τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀναγκαίως πρέπει νὰ εὕρωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ὅλας τὰς σκέψεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι κατώρθωσαν νὰ συνδυάσωσι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἑταιρίας, καὶ τὸ συμφέρον τῆς Ἑταιρίας πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἀλλ’ ἐσύγχυσαν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ συμφέρον μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρίας πρὸς τοὺς τρίτους, πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας. Εἰς τοιαύτην δὲ σύγχυσιν ὀφείλεται ἡ ἐφαρμογὴ τῆς δʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 4, εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ Ἑταιρίας καὶ Δημοσίου. Ὅταν δὲ τὸ Δικαστήριον τῶν Ἐφετῶν διὰ τῆς τελευταίας αὐτοῦ ἀποφάσεως ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀπαράδεκτον πᾶσαν ἀγωγήν, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς τὰς ἰδιοκτησίας, περὶ τῶν ὁποίων ἰσχυρίζονται οἱ ἰδιοκτῆται, ὅτι εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν, οὐδὲν ἄλλο ἔκαμε τὸ Ἐφετεῖον, ἢ νὰ ἐφαρμόσῃ εἰς σχέσεις μεταξὺ τῆς Ἑταιρίας, ὡς δικαιοδόχου τοῦ Δημοσίου, καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν διάταξιν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ Ἑταιρίας καὶ Δημοσίου. Εἶμαι ἱκανὸς νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει καθαρὰ ἡ ἰδέα μου. Θὰ ἴδητε εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, ὅτι καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἐκείνου τοῦ 1867 καὶ τῆς συμβάσεως, ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνεζήτουν ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου, ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὴν σκέψιν ταύτην τῆς διακρίσεως τῶν διαφόρων συμφερόντων· καὶ ὅτε μὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀσφαλισθῇ ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον παρεχώρει εἰς αὐτὴν τὸ Δημόσιον, τότε ἀνέγραφεν ὁ νομοθέτης τὴν παράγραφον ἐκείνην τοῦ ἀπαραδέκτου πάσης ἀξιώσεως· ὅτε δ’ ἐπρόκειτο περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν κεκτημένων ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν, τὰ ὁποῖα ἀσφαλίζει τὸ Σύνταγμα, δὲν λαμβάνει ποσῶς ὑπ’ ὄψει τὴν διάταξιν ἐκείνην. Ἐὰν εὕρωμεν ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐκείνοις τοιοῦτόν τι, βεβαίως θέλετε ἀποφανθῆ, ὅτι ἡ μόνη ὀρθὴ ἑρμηνεία τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1867 εἶναι αὕτη, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον. Ἐν σελίδι 65 τῶν πρακτικῶν τῆς Βʹ Συνόδου τῆς Αʹ Βουλευτικῆς Περιόδου (εἶναι ἡ συνεδρίασις τῆς 2 Ἰανουαρίου 1867) λαμβάνει τὸν λόγον ὁ μακαρίτης Κυπριάδης ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς παραγράφου ταύτης, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀντιτάσσεται κατὰ τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος, λέγων ὅτι (ἀναγινώσκει): «.... Διὰ νὰ ἦναι παραδεκτὴ πᾶσα ἀξίωσις, πρέπει νὰ ἦναι ὁμολογούμενον καὶ ἀναντίῤῥητον, ὅτι αὐτὴ ὑπάγεται εἰς τὸ ὅριον τῆς συνήθους πλημμύρας· ἅμα ὅμως ἦναι ἐκτὸς, ἠμπορεῖς πολὺ καλὰ νὰ τὴν φέρῃς εἰς τὸ Δικαστήριον, νὰ ἀποδείξῃς, ὅτι δὲν εἶναι ἐντὸς τῆς συνήθους πλημμύρας. Λοιπὸν ὁ φόβος σου ἔχει κἄποιον λόγον, διότι εἶναι γαῖαι, κατακλυζόμεναι μὲν, ἀλλὰ σπειρόμεναι, δὲν ἔχει ὅμως ἐφαρμογὴν, διότι τῆς συνήθους πλημμύρας αἱ γαῖαι εὑρίσκονται πάντοτε σχεδὸν πλημμυριζόμεναι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σπείρωνται. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἄν τινες νομίζουν, ὅτι αἱ γαῖαί των δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὰς συνήθεις πλημμύρας, αὐτῶν αἱ ἀξιώσεις δὲν μένουν ἀπαράδεκτοι, ἀλλ’ ὑπάρχουν τὰ Δικαστήρια». Λοιπὸν ἀκριβῶς ὁ Κυπριάδης, ἁπλοῦς Βουλευτὴς, σκέπτεται ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, σκέπτεται, ἂν οἱ ἰδιοκτῆται καλῶς ἰσχυρίζωνται, ὅτι ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν, καὶ δὴ ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος, ὑπάρχει μία ἰδιοκτησία, ἂν δύνανται μὲ τὴν διάταξιν ταύτην τῆς παραγράφου 5, ἐδαφ. 4, νὰ προσφύγωσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Καὶ ὕστερον λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι, καὶ ἄν τινες νομίζουν, ὅτι αἱ γαῖαί των δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὰς συνήθεις πλημμύρας, αὐτῶν αἱ ἀξιώσεις δὲν μένουν ἀπαράδεκτοι, ἀλλ’ ὑπάρχουν τὰ Δικαστήρια». Ἡ γνώμη τοῦ μακαρίτου Κυπριάδου, γνώμη ἁπλοῦ Βουλευτοῦ, δὲν δύναται νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ ἐνταῦθα, καὶ αὐτὴ καὶ μόνη, πρὸς τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου 4. Ἀλλὰ μετ’ αὐτὸν ἔρχεται ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, δηλ. ὁ εἰσηγητὴς, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τί λέγει; (ἀναγινώσκει): «ΚΟΥΜΟΥΝ-ΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, νομίζω, ὅτι εἶναι καθαρόν: «Πᾶσα ἀξίωσις ἐπὶ γαιῶν ἐντὸς τῆς νομίμου περιμέτρου τῆς συνήθους πλημμύρας, εἶναι ἀπαράδεκτος». Δηλαδὴ ἔχομεν τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ Κουμουνδοῦρος, καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει ὁ Κυπριάδης, περὶ τοῦ ὅτι δὲν εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ἀγωγὴ, ἔχομεν καὶ τὴν θεωρίαν, τὴν περιλαμβανομένην ἐν αὐτῷ τῷ κειμένῳ νόμῳ.
§138ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ Κυπριάδης λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαράδεκτος.
§139ΡΑΛΛΗΣ. (ἀναγινώσκει). «Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι, καὶ ἄν τινες νομίζουν...» κλπ. Δηλ. ἀκριβῶς ἔχομεν αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὴν περίπτωσιν τῆς κοινότητος τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Ἡ κοινότης αὕτη λέγει, ὅτι «ὁλόκληρον τὸ χωρίον μας, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει τὰ ὁρόσημα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἰργάσθη συμφώνως μὲ τὸ 4 ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1867, μὲ τὰς οἰκίας του μὲ τοὺς ναοὺς κλπ. περιλαμβάνεται εἰς τὰς ἰδιοκτησίας τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος». Καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς διὰ τὴν κοινότητα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, εἶναι ἀληθὲς καὶ διὰ τὰς ἰδιοκτησίας τοῦ κ. Νέγρη καὶ τοῦ κ. Γεωργαντᾶ· διότι δὲν ἠξεύρω, διὰ τί τάχα ἡ ἰδιοκτησία τῆς κοινότητος Ἁγίου Δημητρίου θὰ ἦναι ἧττον σεβαστὴ, παρὰ ἡ τῆς Ἑταιρίας, ἢ ἡ τῶν ἰδιοκτητῶν τούτων......
§140ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν ἐκεῖ ἰδιοκτησίαι.
§141ΡΑΛΛΗΣ. Ἅμα εἴπωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἰδιοκτησίαι, καταστρέφομεν πλέον τὸ ἀπαράδεκτον, καὶ εἶναι περιττὸν πλέον νὰ κάθημαι ἐδῶ καὶ κατατρίβω τὸν καιρὸν, καὶ τοιαῦτα ν’ ἀποδώσωμεν ἀδικήματα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἡρμήνευσεν ὅλως διαφόρως τὸν νόμον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν προέβη εἰς τοῦτο, διὰ τί τὸ ἔπραξε; Διότι ἐθεώρησεν, ὅτι διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκανονίσθησαν ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως αἱ κτήσεις τῆς Ἑταιρίας. Ἀλλὰ σεῖς, Κύριοι, ὅταν πρόκηται περὶ Νέγρη καὶ Γεωργαντᾶ, ἰδιοκτητῶν, διὰ τί δὲν δημεύετε τὴν περιουσίαν αὐτῶν, ὅταν δὲ πρόκηται περὶ τοῦ Μούσα, δημεύετε τὰς περιουσίας;
§142ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὄχι, δὲν δημεύεται.
§143ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ἡ ἰδέα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι αὕτη, ὅτι, ἀφοῦ ὁ νόμος ὥρισε τὴν διαδικασίαν, διὰ τῆς ὁποίας καθορίζεται ἡ κτῆσις τῆς Ἑταιρίας, ὅτι, ἀφοῦ ἐτέθησαν, συμφώνως τῇ διαδικασίᾳ, τὰ ὁρόσημα, θεωρεῖται ἐκ τοῦ νόμου ὡς κύριος καὶ κάτοχος τῆς ὅλης ἐκείνης ἐκτάσεως ἡ Ἑταιρία, καὶ ἑπομένως δίδει διαταγὴν εἰς τὸν Ὑπομοίραρχον νὰ προστατεύσῃ τὴν Ἑταιρίαν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν της, οὕτω πως καταρτισθεῖσαν.... Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ἰδέας σας, κύριε Ὑπουργέ;
§144ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω κατόπιν.
§145ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὕτω πως διακρίνω τοῦτο. Διότι δὲν ὑπέθετον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ δώσητε ἐπὶ ἀμφισβητουμένου δικαίου τὸ δικαίωμα, νὰ ἐπιβάλητε τὸ καθῆκον εἰς τὴν Ὑπομοιραρχίαν Λεβαδείας, νὰ λύσῃ τὴν διαφοράν. Ἀναχωρεῖτε ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι οὕτω πως ἐθεωρήσατε, ὅτι διὰ τῆς περιμέτρου ἐκείνης, τῆς οὕτω πως προσδιορισθείσης ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπέκτησε δικαίωμα κυριότητος καὶ κατοχῆς ἀπέναντι πάντων ἡ Ἑταιρία, καὶ ἑπομένως ὁ Ὑπομοίραρχος δὲν ἔχει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ἢ τὰ ὁρόσημα ἐκεῖνα, καὶ ἑπομένως νὰ προστατεύσῃ τὴν Ἑταιρίαν, ἀλλὰ, ἀναχωροῦντες ἐκ τῆς ἰδέας αὐτῆς, καταστρέφετε τὴν βάσιν τοῦ ἀπαραδέκτου, τὴν ὁποίαν ἀντιτάσσετε κατὰ τοῦ Μούσα. Ἂν μὲν αἱ ἰδιοκτησίαι των εὑρίσκωνται ἐντὸς τῆς περιμέτρου, τὴν ὁποίαν ὥρισαν οἱ πραγματογνώμονες, συμφώνως κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 4. ἐπίσης ὑπόκεινται αἱ ἰδιοκτησίαι των εἰς τὴν παραχώρησιν τὴν γενομένην, καὶ δύναται, ὁποτεδήποτε θελήσῃ ἡ Ἑταιρία, νὰ καταλάβῃ αὐτὰς διὰ τοῦ αὐτοῦ Ὑπομοίραρχου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδώσατε διαταγὴν μόνον νὰ προστατεύσῃ κατὰ τῶν χωρικῶν τὴν Ἑταιρίαν. Σᾶς εἶπον, ὅτι, ἂν νομίζητε, ὅτι ἡ περίμετρος αὕτη ὥρισε τὰς κτήσεις, τὰς παραχωρηθείσας πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, ἀναγκαίως θὰ περιλάβητε ὅλας ἐκείνας τὰς ἰδιοκτησίας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς περιμέτρου· οὕτω πως ὡρίσθη· ἅμα φύγητε ἐκεῖθεν, καταστρέφετε τὴν βάσιν· καὶ κάμνετε πολὺ καλά. Ἡ διάκρισις αὕτη ἀποδεικνύει, ὅτι, μόνον, διότι ὑπάρχουσιν ἀπέναντι τῆς Ἑταιρίας χωρικοί, ἀντιτάσσετε πρὸς αὐτοὺς καὶ τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ ἄρθρου 4 καὶ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, ὅταν δὲ ὑπάρχωσιν ἀπέναντι τῆς Ἑταιρίας συμφέροντα σπουδαιότερα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσι δραστηριώτερον, δὲν πράττετε τὸ αὐτὸ, δὲν ἀντιτάσσετε ποτὲ τὸ ἀπαράδεκτον, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑταιρία ἀναγκάζεται νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτὰ, ὄχι διότι αὕτη ἔχει ἄδικον, ἀλλὰ διότι ἔχουσι δίκαιον ἐκεῖνοι, νὰ προστατεύσωσι τὰς ἰδιοκτησίας των, καὶ ἔκαμον κάλλιστα νὰ τὰς προστατεύσωσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κάμνουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν, παρακαλῶ τοὺς κυρίους ἐκείνους νὰ τὸ κάμωσι καὶ ὑπὲρ τῶν χωρικῶν καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοῖς παρέσχον τὴν δύναμιν νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δίκαια τῆς ἰδικῆς των ἰδιοκτησίας, διότι, ἂν δὲν εἶχον τὴν δύναμιν τῶν συμπολιτῶν των, δὲν ἤθελον ἔχει τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ συμπολῖται αὐτῶν, νὰ τοῖς εἴπωσι: «τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν σᾶς παρέσχομεν, νὰ μᾶς τὴν ἀνταποδώσητε, προστατεύοντες τὴν ἰδιοκτησίαν μας». Ἡ θέσις τῶν πραγμάτων εἶναι αὕτη: Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἰδιοκτησία; Ἂν ὑπάρχῃ ἰδιοκτησία, ἐπίσης ἰδιοκτησία εἶναι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ Μούσα, ὅπως καὶ τοῦ Νέγρη καὶ τοῦ Γεωργαντᾶ. Ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ δημεύσῃ τὰς ἰδιοκτησίας, ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ κανονίσῃ τριπλᾶ συμφέροντα, τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Ἑταιρίας ἀφ’ ἑτέρου, τὸ συμφέρον τῆς Ἑταιρίας, ὡς δικαιοδόχου τοῦ Δημοσίου, καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν, ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ, καθόσον ἀπέβλεπεν εἰς ὅλην τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ παρεχώρει πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τὸ Δημόσιον, νὰ καταστήσῃ ἀπαράδεκτον πᾶσαν ἀξίωσιν, καθ’ ὅσον δύναται ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, αὐτὴν τὴν ἐσεβάσθη, διότι δὲν ἠδύνατο, παρὰ νὰ τὴν σεβασθῇ. Διότι, ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ αὕτη, δὲν δυνάμεθα νὰ καθιερώσωμεν τὸ δικαίωμα, ὅτι στερεῖταί τις τῆς ἰδιοκτησίας του. Δὲν εἶναι δὲ μήτε ἀναρχικὸν τὸ ἀξίωμα, ὅτι ἡ θεωρία δὲν δύναται νὰ κατισχύσῃ νόμου τοῦ Συντάγματος, μήτε πρέπον νὰ προσφύγῃ τις εἰς τὴν Ἀμερικὴν, διὰ νὰ εὕρῃ παράδειγμα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς ταύτης. Πρόκειται περὶ ἀντινομιῶν. Ἀφίνω ἐντελῶς κατὰ μέρος τὴν ἰδέαν, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως. Εὑρίσκομεν δύο διατάξεις, ἀντιφατικὰς πρὸς ἀλλήλας, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι κατισχύουσα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὁρίζεται γενικῶς ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ἡ ὁποία θεωρεῖ τὴν δήμευσιν, ὡς μὴ δυναμένην νὰ τελεσθῇ παρ’ ἡμῖν. Ὁ νομοθέτης τοῦ 1867, ἐσκέφθη, καθὼς φαίνεται ἐκ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα, ἐσκέπτετο τί; Ἐσκέπτετο, ὅτι, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν προέγραφε καὶ ἐδήμευε τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν ἰδιωτῶν ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας, οὐδὲν ἔπραττε. Διότι οἱ ἰδιῶται εἶχον ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπικαλεσθῇ τις τὴν ἑτέραν θεωρίαν, ὅτι τὰ δικαιώματα διὰ μιᾶς ἐγκρίσεως, ἢ μιᾶς γνωμοδοτήσεως δύνανται νὰ βεβαιωθῶσιν· οὐδέποτε θέλομεν ἀναγνωρίσει τοιαύτην δικαιοδοσίαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκείνην, δικαιοδοσίαν δημεύσεως τῆς ἰδιοκτησίας, ἀντικαθιστῶντες οὕτω παρ’ ἡμῖν τὰς Διοικητικὰς Ἐπιτροπάς. Ἡ δικαιοδοσία ἐκείνη ἐχρησίμευσεν, ὅπως ὁρισθῶσιν ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου τὰ δικαιώματα τῆς Ἑταιρίας· ἀλλὰ τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιωτῶν ἔμειναν ἀκέραια· οἱ ἰδιῶται ἔχουσι πάντοτε ἐλευθέραν τὴν θύραν τῶν Δικαστηρίων. Τὸ λέγει ὁ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἡρμήνευε τὰς σχετικὰς διατάξεις, τὸ λέγει καὶ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ εἰσηγητὴς τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἂν δὲ οὕτω πως ἔχωσι τὰ πράγματα, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἡρμήνευσε τὰς διατάξεις ἐκείνας, ὅπως ἔχουν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἑρμηνείας ἐκείνης παρήγγειλεν εἰς τὸν Ὑπομοίραρχον Λεβαδείας, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κατοχὴν τῆς Ἑταιρίας, ὅτι ἔπραξε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο τῆς δικαιοδοσίας του· ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ πέραν τῆς σφαίρας τῆς ἁρμοδιότητός του, καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν σφαῖραν τῶν Δικαστηρίων· διότι μόνον τὰ Δικαστήρια δύνανται ν’ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ ζητήματος κατοχῆς καὶ ἰδιοκτησίας, διότι, ἂν ἡ Διοίκησις ἤθελεν ἐπιληφθῇ καὶ τῆς λύσεως τοιούτου ζητήματος, ἀλλοίμονον! ἠθέλομεν ἔχει πλήρη ἀναρχίαν. Ὅλαι αἱ σοφαὶ ἐκεῖναι διατάξεις περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καταπίπτουσιν, οὐδὲν ὑπολείπεται πλέον, καὶ θὰ ἔχωμεν τὴν αὐτοδικίαν ἀντὶ τῆς δικαιοσύνης. Τάχα τί ἐφοβεῖτο ἡ Ἑταιρία, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὴν προστασίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Ὑπομοιραρχίας Λεβαδείας; Μήπως δὲν εἶχεν εἰς χεῖράς της τὸν Εἰρηνοδίκην; Ὁ Εἰρηνοδίκης βεβαίως θ’ ἀνήκῃ εἰς τὴν κρατοῦσαν φατρίαν, ἢ εἰς τὴν κρατοῦσαν μερίδα, ἂν θέλητε κἄπως ἠπιώτερον. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν προστασίαν τοῦ Εἰρηνοδίκου. Ἀλλ’ ὄχι! ἔπρεπε νὰ μὴ ἀπασχολήσωμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀδιάφορον ἂν ὁ Εἰρηνοδίκης ἦναι ἁρμόδιος νὰ ἐπιληφθῇ τῆς λύσεως ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν σφαῖραν τὴν δικαστικήν.
§146ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅλη ἡ συζήτησις ἡ μακρὰ, ἥτις ἀπησχόλησεν ἡμᾶς ἐπὶ τόσην ὥραν, δὲν ἤθελε βεβαίως γίνει, ἂν δὲν ὑπῆρχε σύγχυσις περὶ τὸ συζητούμενον θέμα καὶ σύγχυσις περὶ τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας, αἵτινες ἔλυσαν θέματα, ἡ μία μὲν αὐτὸ τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἡ ἄλλη δὲ ἕτερον, ἐντελῶς ξένον. Διότι, Κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται ἐνταῦθα; δὲν πρόκειται παντελῶς περὶ ἰδιοκτησίας ἰδιωτῶν, τὴν ὁποίαν προσβάλλει ἡ Ἑταιρία, ἐπικαλουμένη ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν περίμετρον τῶν συνήθων πλημμυρῶν, τὴν διαγραφομένην ἐν τῷ διαγράματι τοῦ Sauvage καὶ χαραχθεῖσαν ἐπὶ τόπου ὑπὸ τῆς ἑπταμελοῦς Ἐπιτροπῆς. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς περιπτώσεως ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπει ἡ ἀπόφασις, ἡ ἐντεῦθεν ἀναγνωσθεῖσα καὶ λύσασα ζήτημα, διαιρέσαν τὴν Ἑταιρίαν καὶ τὸ Δημόσιον πρὸς τὴν Μονὴν Σκριποῦς, τῆς ἐν Λεβαδείᾳ. Ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ ἡ Μονὴ Σκριποῦς παρίσταται διεκδικοῦσα ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν ἰδιοκτησίαν, ἀπὸ Τουρκοκρατίας ἀνήκουσαν εἰς αὐτὴν ἀναμφισβητήτως, καὶ αὐτὴ ἡ Ἑταιρία προσεπικαλουμένη τὸ Δημόσιον εἰς τὴν δίκην, εἶπε: «μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, ἂν ἦσαι ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος ἐκείνου· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μ’ ἐνδιαφέρει, εἶναι, ὅτι τὸ κτῆμα κεῖται ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν, καὶ ἐπειδὴ ὁ νόμος μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρούσω τὴν ἀξίωσίν σου, διότι τὸ κτῆμα κεῖται ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημυρῶν, τὴν ἀποκρούω.» Ἦλθεν ἐπὶ τούτοις τὸ Ἐφετεῖον καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι ἀφαίρεσις ἰδιοκτησίας ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, εἶναί τι ἀντισυνταγματικόν. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1867 ἐν ἄρθρῳ 4 ὁρίζει, ὅτι πᾶσα ἀξίωσις ἰδιοκτησίας ἐπὶ κτήματος, κειμένου ἐντὸς τῆς περιμέτρου, εἶναι ἀπαράδεκτος· ἀλλ’ ἡ διάταξις εἶναι ἀντισυνταγματική. Ἐπειδὴ δὲ ἐγώ, τὸ Δικαστήριον, δὲν εἶμαι ὑπόχρεων νὰ ἐφαρμόσω νόμον ἀντισυνταγματικόν, δίδω δίκαιον εἰς τὴν Μονήν, τὴν διεκδικοῦσαν, καὶ ἐφαρμόζω ἐγώ, τὸ Δικαστήριον, ἄλλην διάταξιν νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι ὑπόχρεων ν’ ἀποζημιώσῃ τὴν Ἑταιρίαν διὰ τὴν ἀπώλειαν τοιαύτης ἰδιοκτησίας, τὴν ὁποίαν προσεδόκα ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν, καὶ ἐπειδὴ τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι ὑπόχρεων, διότι ἡ Ἑταιρία δι’ ἑτέρου νόμου ὑπεχρεώθη, αὐτὴ ν’ ἀναλάβῃ τὴν ζημίαν, δίδουσα 15,000 στρεμμάτων εἰς ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτησιῶν, τῶν καταλαμβανομένων ὑπὸ τῆς περιμέτρου, διὰ τοῦτο τὸ μέρος τῶν 15,000 στρεμμάτων καταλογίζω εἰς ἐγγύησιν τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης, τὸ δὲ Δημόσιον θέτω ἐκτὸς τῆς δίκης. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Γεωργαντᾶς. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ἐνταῦθα, εἶναι ὅλως ἀλλότριον, εἰς παραπλήσιον δὲ ζήτημα ἀποβλέπει ἡ ἑτέρα ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ ἕτερος τῶν ἐντίμων συναδέλφων. Ἐνταῦθα πρόκειται περὶ γαιῶν, αἵτινες οὐδέποτε ἀνῆκον εἰς ἰδιώτας, περὶ γαιῶν ἀληθῶς κειμένων ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν, — καὶ ἡ περίμετρος αὕτη χρησιμεύει εἰς ἡμᾶς ἐνταῦθα, ὅπως ἔχωμεν ὡρισμένον, ὅτι αἱ γαῖαι αὗται δὲν κεῖνται ἐκτὸς τῆς γραμμῆς τῶν συνήθων πλημμυρῶν, — πρόκειται λοιπὸν περὶ γαιῶν, κειμένων ἀληθῶς ἐντὸς τῆς περιμέτρου, καὶ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου εἰς τοῦτο χρησιμεύει, ὅτι διὰ τῆς περιμέτρου βλέπομεν, ποῦ κεῖνται αἱ γαῖαι, ἀλλ’ αἱ γαῖαι αὗται οὐδέποτε ἀνῆκον εἰς ἰδιώτας, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, κατ’ ἐντολὴν δὲ τοῦ Δημοσίου κατείχοντο ὑπὸ ἰδιωτῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι, οἱ ἐπιτρέποντες τὴν διανομὴν τῆς ἐθνικῆς γῆς. Σήμερον τί γνωρίζομεν πάντες ἡμεῖς; ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι οὗτοι, ἀπὸ τοῦ 1871 τεθέντες εἰς ἰσχύν, σκοπὸν εἶχον ν’ ἀφαιρέσωσι; νὰ θέσωσιν ἐκποδὼν τὴν ἔκνομον ἐκείνην κατάστασιν, ἥτις οὐδὲν ἄλλο ἦτο, ἢ κατοχὴ αὐθαίρετος ἐθνικῶν γαιῶν, ἐξ ἀνοχῆς ὅμως καὶ κατ’ ἀνάγκην καλυπτομένη διὰ τοῦ προσχήματος κατὰ παράκλησιν κατοχῆς, νὰ θέσωσι, λέγω, ἐκποδὼν τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ νὰ κανονίσωσιν εὐεργετικῶς ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων χωρικῶν κατοχὴν νόμιμον, ἥτις ἤθελε φέρει αὐτοὺς εἰς τὴν κυριότητα μετὰ πάροδον ὡρισμένων ἐτῶν καὶ καταβολὴν ὡρισμένων δόσεων. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐψηφίσθησαν, ἡ κατοχὴ ἡ κατὰ παράκλησιν ἐθνικῶν γαιῶν ἔπαυσεν αὐθωρεὶ ἀναγνωριζομένη· δὲν ὑπάρχει γῆ ἐθνικὴ σήμερον ἐν Ἑλλάδι, περὶ ἧς ἐπιτρέπεται νὰ λεχθῇ, ὅτι κατέχεται κατὰ παράκλησιν νομίμως ὑπὸ χωρικῶν Ἑλλήνων. Πᾶσα γῆ, κατεχομένη ἄνευ νομίμου δηλώσεως, ἀνήκει ἀναντιῤῥήτως εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ δὲ Δημόσιον δύναται ἀμέσως καὶ ἀπ’ εὐθείας ν’ ἀποβάλῃ πάντα τοιοῦτον κάτοχον· τὸ Δημόσιον δύναται νὰ εἴπῃ: «παρανόμως κατέχεις· σοὶ ἔδωκα τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσῃς. Ἐδήλωσας; κατέλαβες καὶ ἀπέκτησας τὴν κυριότητα. Δὲν ἐδήλωσας; ἡ γῆ αὕτη δὲν ἀνήκει εἰς σέ, ἐκτὸς μόνον ἐὰν κατέχῃς ὡς ἐνοικιαστὴς διὰ συμβολαίου»,—διότι ὑπάρχουσι τοιαῦται κατοχαὶ λόγῳ ἐνοικιάσεως. Αἱ γαῖαι λοιπὸν, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, εἶναι γαῖαι ἐθνικαί, καὶ ὡς γαῖαι ἐθνικαί, ἐντὸς τῆς περιμέτρου κείμεναι, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, ἔχον μόνον τὴν ψιλὴν κυριότητα, καθόσον διὰ τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως παρεχωρήθη ἡ ἐπικαρπία εἰς τὴν Ἑταιρίαν, εἰς ἣν ἐπί τινων γαιῶν παρεχωρήθη καὶ πλήρης κυριότης. Ταύτας τὰς γαίας, τὰς ἀνηκούσας εἰς τὸ Δημόσιον, τὰς μὴ δηλωθείσας, ἢ τῶν ὁποίων αἱ δηλώσεις δὲν ἐτελεσφόρησαν, διότι Διάταγμα τοῦ 1874 ἐπελθὸν ἐξῄρεσεν αὐτὰς τῆς διανομῆς, τὰς γαίας ταύτας, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς ἐμέ, τὸ Δημόσιον, τὰς ὁποίας κατέχει ἡ Ἑταιρία ὑλικῶς, ἐξ ἐμοῦ παράγουσα τὸ δικαίωμα, τὰς ὡρισμένας ταύτας γαίας, περὶ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἐννοῶ νὰ τὰς κατέχῃ οὕτω, διατηρουμένων εἰς τὸν ἅπαντα χρόνον τῶν δικαιωμάτων μου. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν τοιοῦτον σαφὲς θέμα, ὅλως διάφορον ἐκείνου, ὅπερ ἀνεπτύχθη ἐντεῦθεν, ἐνόμισεν, ὅτι δὲν παραβαίνει τὸ καθῆκον αὑτοῦ, ἂν διατάξῃ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν νὰ προστατεύσῃ τὰ νόμιμα δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἐπὶ γαιῶν δημοσίων ὡρισμένων, κειμένων ἐντὸς ὡρισμένης περιφερείας.
§147ΡΑΛΛΗΣ. Ὅπως τὸ ἔθηκε τὸ ζήτημα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἦτο εὔκολον νὰ τὸ λύσῃ κατὰ τὸ πνεῦμά του. Ὅταν βεβαίως θέτῃ ὡς ἀρχὴν, ὡς βάσιν τοῦ συλλογισμοῦ του, ὅτι ὅλαι ἐκεῖναι αἱ γαῖαι, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, εἶναι γαῖαι τοῦ Δημοσίου, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ὁ συμπολίτης μας, ἐξεδόθη ἐπὶ ἀγωγῆς, δι’ ἧς ὁ Μούσας καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι ἰδιοκτῆται τῶν γαιῶν ἐκείνων. Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει ὁλόκληρον τὸ ἱστορικὸν ἐν τῇ ἀποφάσει.
§148ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Σᾶς τὸ λέγω ἐγὼ τὸ ἱστορικόν.
§149ΡΑΛΛΗΣ. Διότι δὲν ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν ὁλόκληρον, παρὰ μόνον σκέψεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι βεβαίως ἐσφαλμέναι, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει τὴν ἄλλην ἀπόφασιν. Σκέπτεται αὕτη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 4, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ νόμου περὶ διακρίσεως κτημάτων, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ παράλια ἀνήκουσιν εἰς τὴν κοινὴν χρῆσιν. Τοῦτο καὶ μία ἀπόφασις ἠδύνατο νὰ παραγνωρίσῃ, ἀλλὰ τὸ γεγονός, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ἂν ὑπάρχῃ, ἢ ὄχι, ἰδιοκτησία, ἀνήκουσα εἰς τοὺς ἀγρότας ἐκείνους, τὸ γεγονὸς τοῦτο βεβαίως ἡ ἀπόφασις δὲν τὸ λύει. Ἂν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀγωγήν, ἠθέλομεν ἀποδείξει ἀκριβῶς, ὅ,τι ἰσχυρίζονται ἐκεῖνοι, ὅτι ἔχουσιν ἰδιοκτησίας. Γνωρίζω δὲ τοῦτο, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχον ἔλθει αὐτοὶ οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Ἁγίου Δημητρίου καὶ συνεβουλεύθησαν δικηγόρους, παρ’ αὐτῶν δ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι αὐτοὶ προβάλλουσι δικαιώματα ἰδιοκτησίας. Εἶναι καί τινες ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀντλοῦσι τὰ δικαιώματά των ἐκ τῶν δηλώσεων γαιῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς δύναται νὰ γεννηθῇ ἡ ἀμφιβολία, περὶ ἧς ἔκαμε λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ ὡς πρὸς ἐκείνους, —καὶ δὲν ἠξεύρω, ἂν ὁ Μούσας ἦναι μεταξὺ τούτων, —καὶ τοιοῦτοι οἱ πλεῖστοι μεταξὺ τῶν τῆς κοινότητος τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, οἵτινες διεκδικοῦσι δικαιώματα ἰδιοκτησίας, —πανθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἐπιῤῥοήν, ὀφείλομεν δὲ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἑρμηνείαν, ἣν ἐξέθηκα ἐνώπιον ἡμῶν, διὰ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, θ’ ἀφήσωμεν δηλαδὴ εἰς τὰ Δικαστήρια ν’ ἀποφανθῶσιν, ἂν ὑπάρχῃ τίτλος ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς· θ’ ἀφήσωμεν εἰς τὰ Δικαστήρια ν’ ἀποφανθῶσιν, ἂν ὑπάρχῃ τίτλος ἰδιοκτησίας ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας, ἢ ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν, καὶ δὲν θέλομεν παρεμβαίνει διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, ὅπως λύσωμεν ἕν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρῶς δικαστικόν.
§150ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καθ’ ὃν τρόπον διετυπώθη τὸ ζήτημα ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ, διότι ἠκούσατε αὐτὸν ἰσχυριζόμενον, ὅτι ἐξεδόθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος δύο ἀντιφατικαὶ ἀποφάσεις, ἠκούσατε τὴν παράδοξον ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, τὴν παρερμηνείαν τῆς γνώμης τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου, ὡς καὶ τοῦ ἀγορεύσαντος ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ 1867 Βουλευτοῦ, πάντα ὅμως ταῦτα διεστράφησαν καθ’ ὁλοκληρίαν. Καὶ πρῶτον δὲν ὑπάρχουσιν ἀντιφατικαὶ ἀποφάσεις· ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Γεωργαντᾶς, ἀφορᾷ εἰς ζήτημα κυριότητος, τουτέστι καθαρᾶς ἰδιοκτησίας· περὶ τούτου δὲ ἐξ ἀρχῆς εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867, προκειμένου περὶ ἰδιοκτησιῶν, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἐπιῤῥοήν, καὶ οἱ ἰδιοκτῆται δὲν δύνανται νὰ στερηθῶσι τῶν ἰδιοκτησιῶν των· πῶς περιέλαβεν ἡ ὁρισθεῖσα περίμετρος ἰδιοκτησίας καὶ τί ἐνόει ὁ εἰσηγητὴς καὶ ὁ ἀγορεύσας βουλευτὴς Κυπριάδης, λέγων, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, διότι ὁ χῶρος, ὁ περιλαμβανόμενος ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν, συνήθως κατακλύζεται ὑπὸ τῶν ὑδάτων, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἰδιοκτησία ἐκεῖ, εἶναι σαφές· ἔκαμνε μίαν ὑπόθεσιν πολὺ λογικὴν, διότι ὑπέθετεν, ὅτι ὁ χῶρος, ὃν ἔδει νὰ περιλάβῃ ἡ περίμετρος, θὰ ἦτο χῶρος κατακλυζόμενος συνήθως ὑπὸ τῶν ὑδάτων, καὶ ἑπομένως ἰδιοκτησία ἐπὶ τοιούτου ἐδάφους, ἀχρήστου ἐντελῶς πρὸς πᾶσαν λειτουργίαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Ἀλλὰ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἡ τοσοῦτον λογικὴ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου τοῦ Σωβάζ, δὲν ἐπραγματώθη, διότι δυστυχῶς οἱ τὴν ζώνην προσδιορίσαντες ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διαγράμματος τοῦ Σωβὰζ καὶ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν, περιέλαβον χῶρον, μὴ κατακλυζόμενον ὑπὸ τῶν ὑδάτων, καὶ ἐντεῦθεν παρουσιάζεται τὸ περίεργον φαινόμενον, τοῦ νὰ περιλαμβάνωνται ἰδιοκτησίαι τινὲς ἐντὸς τῆς ζώνης· αὐταὶ ὅμως βεβαίως δὲν δύνανται νὰ καταληφθῶσι παρ’ οὐδενὸς, κατεχόμεναι καὶ καρπούμεναι παρὰ τῶν κυρίων αὐτῶν, οὓς οὐδέποτε ἡ Ἑταιρία ἠνώχλησεν. Ἡ Ἑταιρία δὲν ἤγειρε ποτὲ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι καὶ αἱ ἐντὸς τῆς περιμέτρου περιλαμβανόμεναι τυχὸν ἰδιοκτησίαι ἀνήκουσι δυνάμει τῆς παραχωρήσεως εἰς αὐτήν. Ἡ Ἑταιρία ἐσεβάσθη τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας πάντοτε, ὅταν μάλιστα τὸ δικαίωμα τοῦτο στηρίζηται ἐπὶ ἀναμφισβητήτων τίτλων. Ἡ ἀπόφασις λοιπὸν, ἣν ἐπικαλοῦνται, ἡ ἐκδοθεῖσα ἐπὶ δίκης μεταξὺ τῆς Μονῆς Σκριποῦς καὶ τῆς Ἑταιρίας, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα, διότι ἡ Μονὴ δὲν ἐπρόβαλεν ἣν καὶ οἱ χωρικοὶ ἀξίωσιν, ἀξίωσιν στηριζομένην ἐπὶ δηλώσεων ἐθνικῶν γαιῶν, ἀλλ’ ἐπρόβαλε δικαίωμα κυριότητος....
§151Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πόθεν τὸ ἐξάγετε;
§152ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τὸ ἐξάγω ἐκ τῆς ἀποφάσεως, ἣν ἀνεγνώσατε, ἥτις περιλαμβάνει τὴν ἀγωγὴν τῆς Μονῆς, καὶ ἥτις ἀγωγὴ εἶναι ἀγωγὴ διεκδικητική. Ἂν θελήσητε νὰ τὴν ἀναγνώσητε καὶ νὰ τὴν ἐννοήσητε, θὰ τὴν ἐννοήσητε βεβαίως. Ἡ Μονὴ, ἐπαναλαμβάνω, στηρίζει τὴν ἀγωγήν της ἐπὶ δικαιώματος ἰδιοκτησίας. Τί ἀντέταξεν ἡ Ἑταιρία; Ἡ Ἑταιρία δὲν εἶπεν, ὅτι, διότι ὑπάρχει ἐντὸς τῆς ζώνης ἡ ἰδιοκτησία αὕτη, ἀνήκει εἰς αὐτὴν, δυνάμει τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι κυρία ἡ Μονὴ, διότι δὲν ὑπῆρξέ ποτε ἰδιοκτησία αὐτῆς· τὸ δὲ Δικαστήριον τῶν Πρωτοδικῶν διατάσσει ἀποδείξεις, ἂν περιλαμβάνηται ἐντὸς τῆς ζώνης κακῶς. Τὸ Ἐφετεῖον ὅμως λέγει, σκεπτόμενον ὀρθότατα ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀποδειχθῇ, ἂν ἦναι ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς ζώνης, διότι ἀρκεῖ ν’ ἀποδείξῃ ἡ Μονὴ, ὅτι εἶναι κυρία, ἵνα ἡ Ἑταιρία μὴ ἔχῃ δικαίωμα ἐπ’ αὐτοῦ, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς ζώνης εἶναι, καθόσον ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ στερήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἴμεθα πάντες σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, οἱ χωρικοὶ ἀντιτάσσουν τοιοῦτον δικαίωμα κατὰ τῆς Ἑταιρίας; Εἴπομεν, ὅτι οὐδέποτε ἀντέταξαν, οὐδ’ ἠδύναντο ν’ ἀντιτάξωσι τοιοῦτον δικαίωμα κατὰ τῆς Ἑταιρίας, καὶ θὰ ἀποροῦν, ἀναγινώσκοντες, ὅτι τοῖς ἀποδίδομεν τοιαῦτα δικαιώματα ἰδιοκτησίας, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ὠνειρεύθησαν νὰ ἀντιτάξουν αὐτοί. Οἱ χωρικοὶ λέγουσιν, ὅτι δυνάμει τῶν δηλώσεων θὰ γίνωσι κύριοι, καὶ ὤφειλε τὸ Δημόσιον νὰ δώσῃ αὐτοῖς παραχωρητήρια. Τὸ Δημόσιον εἶπεν, ὅτι αἱ γαῖαι αὗται δὲν δύνανται νὰ παραχωρηθῶσιν· οἱ χωρικοὶ ἐξηκολούθουν νὰ ἐπιμένωσι, λέγοντες, ὅτι, «ἐπειδὴ ἅπαξ ἐδηλώσαμεν, ἐξακολουθοῦμεν νὰ τὰς κατέχωμεν». Ἀλλ’ αἱ δηλώσεις αὗται ἐματαιώθησαν, διότι δυνάμει Διατάγματος αἱ γαῖαι ἐξηρέθησαν τῆς διανομῆς. Πόθεν ἀποδεικνύεται τοῦτο; Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα προηγουμένως, καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι θὰ ἐκπλαγῶσιν οἱ χωρικοί, ἂν μάθωσιν, ὅτι ἐνταῦθα ἐγένετο ὑπεράσπισις δικαίων κυριότητος αὐτῶν, δικαίων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ὠνειρεύθησαν αὐτοί. Ἀκούσατε, πῶς ἐγεννήθη ἡ δίκη. Ὁ Μούσας αὐτὸς κατέλαβε γαίας, τὰς ὁποίας κατεῖχε πρὸ τῆς παραχωρήσεως, γαίας περιλαμβανομένας ἐντὸς τῆς περιμέτρου. Ἡ Ἑταιρία ἤγειρεν ἀγωγὴν κατ’ αὐτοῦ περὶ ἀποζημιώσεως ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου Λεβαδείας. Κατὰ τὴν συζήτησιν εἶπεν ὁ Μούσας, ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν εἶναι κυρία καὶ κάτοχος. Τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἐσταμάτησε, καὶ συνεπείᾳ τούτου διὰ κλήσεως τὸ ζήτημα εἰσήχθη ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν. Ἀκούσατε τὴν σχετικὴν σκέψιν, διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι πρόκειται περὶ τούτου. (Ἀναγινώσκει). Ἠρνήθη τὸ δικαίωμα τῆς Ἑταιρίας περὶ κυριότητος καὶ κατοχῆς, ἰσχυριζόμενος, ὅτι εἶναι κάτοχος, καὶ ἤρκει τοῦτο. Εἰσήχθη λοιπὸν ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ διετάχθη ἀπόδειξις, ἐὰν αἱ γαῖαι αὗται ἀποτελῶσι τὴν ὄχθην τῆς λίμνης. Τὸ δὲ Ἐφετεῖον διὰ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέγνωσα προηγουμένως, δεχόμενον τὰς αὐτὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας δέχεται τὸ Πρωτοδικεῖον, μετεῤῥύθμισε τὴν ἀπόφασιν, καθόσον δὲν ἦτο πλῆρες τὸ θέμα, καὶ ἔταξε πληρέστερον θέμα. Τί ἰσχυρίζεται δὲ ὁ κύριος αὐτός; Ἰσχυρίζεται δικαίωμα ἰδιοκτησίας; Οὐχί· διότι τίτλον ἰδιοκτησίας δὲν ἔχει· ἀλλ’ ἰσχυρίζεται, ὅτι κατεῖχεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον καὶ ὅτι ἐδήλωσε τὰς γαίας ὡς ἐθνικὰς, καὶ κατὰ συνέπειαν, ὅτι δικαιοῦται νὰ τὰς καταλάβῃ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἀπόφασις (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ... ὥστε ἡ ὑπὸ τοῦ ἐκκαλοῦντος τυχὸν γενομένη δήλωσις τῶν ἐπιδίκων οὐδὲν αὐτῷ προσεπόρισε δικαίωμα». Ἐνῷ δὲ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐπικαλεῖται δήλωσιν, οἱ κύριοι ἐδῶ συζητοῦν περὶ δικαιωμάτων κυριότητος. Ἀλλ’ οὕτω ὀρθῶς εἶπον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ συζητῇ τις πρὸς αὐτούς. Πρόκειται λοιπὸν περὶ γαιῶν, ἃς οἱ χωρικοὶ ἐδήλωσαν, κατὰ τὸν περὶ διαθέσεως ἐθνικῶν γαιῶν νόμον, ἰσχυρίζονται δὲ, ὅτι, δυνάμει τῆς δηλώσεώς των, πρέπει νὰ καταλάβωσι τὰς γαίας, μὴ ἀκούοντες οὐδὲ τὴν φωνὴν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου εἶπεν αὐτοῖς, ὅτι δυνάμει τῆς δηλώσεώς των οὐδὲν ἀπέκτησαν δικαίωμα, ἀφοῦ αἱ γαῖαι δὲν ἠδύναντο νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς ἰδιώτας, μὴ δυνάμεναι, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, νὰ γίνωσιν ἰδιωτικαὶ κτήσεις. Ἐρωτῶ ἤδη, μεθ’ ὅσα σᾶς εἶπον: ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐθνικῶν γαιῶν καὶ οὐχὶ περὶ ἰδιοκτησιῶν, νομίμως τὸ Δημόσιον προστατεύει τὰ ἐπὶ τῶν γαιῶν δικαιώματά του, ναὶ ἢ οὔ; Τίς δύναται νὰ εἴπῃ οὔ; Ἀφοῦ δὲ πρόκειται περὶ ἐθνικῶν γαιῶν, μὴ δυναμένων νὰ παραχωρηθῶσι καὶ ἐφ’ ὧν οὐδὲν δικαίωμα κατὰ τοὺς νόμους ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν οἱ χωρικοί, οἱ μέχρι τῆς παραχωρήσεως κατέχοντες κατὰ παράκλησιν τοῦ Δημοσίου γαίας, ἃς μετὰ τὴν παραχώρησιν κατέλαβεν ἡ Ἑταιρία νομίμως, ὁποίαν πρᾶξιν πράττουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες συμβουλεύουσι τοὺς χωρικοὺς νὰ ἐκτίθενται εἰς βανδαλισμούς, δυναμένους νὰ τοὺς καταστρέψωσι; Χαρακτηρίσατε ὑμεῖς τὴν τοιαύτην συμβουλήν· ἐγὼ δεόντως ἐν τῇ συνειδήσει μου τὴν χαρακτηρίζω....
§153Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ποῖος κατέχει σήμερον τὰς γαίας τῆς Μονῆς Σκριποῦς;
§154ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲ τὰς κατέχω βέβαια, καὶ ἑπομένως μὴ μὲ ἐρωτᾶτε.
§155ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἡ Μονὴ Σκριποῦς, ἂν ἐξετάσητε ἀκριβῶς τὰ πράγματα, δύναται νὰ ὑποστῇ ἀμφισβήτησιν τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἐπικαλεῖται· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Ῥάλλης, πρὸ ὀλίγου ὁμιλῶν, ἀνέγνωσε μέρος τῶν πρακτικῶν τῆς συζητήσεως τοῦ 1867, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀληθῶς ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου, ἀπαντῶν εἰς παρατήρησιν τοῦ μακαρίτου Κυπριάδου, ὅστις ὑπεστήριζε παρατηρήσεις ὀρθοτάτας τοῦ ἐκ Λεβαδείας βουλευτοῦ κ. Σπυροπούλου τότε, εἶπεν ἀληθῶς ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος (ἀναγινώσκει): «Μάλιστα, νομίζω, ὅτι εἶναι καθαρόν: πᾶσα ἀξίωσις ἐπὶ γαιῶν ἐντὸς τῆς νομίμου περιμέτρου τῆς συνήθους πλημμύρας εἶναι ἀπαράδεκτος». Ἀλλ’ ὅτε κατόπιν ἠθέλησε νὰ ὁρίσῃ σαφέστερον τὴν ἰδέαν αὑτοῦ, ἀκούσατε τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Κύριοι, νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἀδικήσωμεν κἀνένα, αἴρεται, ὅταν εἴπωμεν, ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ μὴ ἦναι παραδεκταὶ ἀπαιτήσεις ἰδιοκτησίας διὰ γαίας, αἱ ὁποῖαι ἐμπεριλαμβάνονται ἀληθῶς ἐντὸς τῆς συνήθους πλημμύρας· καὶ ἀκόμη ἤθελον προσθέσει καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι καὶ γῆ, ἐφ’ ἧς ὁ πολίτης ἔχει δικαίωμα ἰδιοκτησίας διὰ τίτλων, ὄχι διὰ μαρτυριῶν, διότι διὰ μαρτυριῶν ἠμπορεῖ νὰ πάρῃ ὅλην τὴν λίμνην, θέλει ἀποζημιοῦσθαι διὰ γαιῶν, ἀνηκουσῶν εἰς τὸ Δημόσιον, ὥστε νὰ μὴ γεννηθῇ κἀμμία δυσκολία, καὶ νὰ μένῃ ἀσφαλὴς καὶ βεβαία ἡ μερὶς τῆς Ἑταιρίας». Ὥστε ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος τὴν δήλωσιν αὐτὴν τὴν περιώρισεν οὕτως, ὅτι ἐννοεῖ νὰ σεβασθῇ τὰς ἰδιοκτησίας ἐκείνων, οἵτινες ἀποδεικνύουσι τὸ δικαίωμα αὑτῶν διὰ τίτλων, ὅπως ἐξαιρεθῇ τὸ μέρος τοῦτο καὶ μείνῃ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, νὰ μὴ παρουσιάζωνται ὅμως ἄλλοι, προβάλλοντες ἀξιώσεις ἰδιοκτησίας, καὶ, στηρίζοντες αὐτὰς ἐπὶ μαρτυριῶν, τῶν τοσοῦτον ἐπισφαλῶν, νὰ ἀφαιρῶσιν ἀπὸ τῆς Ἑταιρίας, ἄρα καὶ ἀπὸ τοῦ Κράτους, γαίας. Ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου, ἐν τῇ περιπτώσει, εἰς ἣν ἀφορᾷ ἡ ἀπόφασις, ἣν ἐπεκαλέσθησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, πρόκειται περὶ γαιῶν, ἐν αἷς οὐδεὶς ὑπάρχει τίτλος ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ διεκδικεῖ αὐτὰς ἡ Μονή, στηριζομένη εἰς τὴν πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων κατοχήν. Ὥστε ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἑρμηνεία τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν ἤθελεν ἐπιτραπῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρεμβῇ διοικητικῶς, καθὸ ζητήματος ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἥτις ἀπησχόλησεν ἡμᾶς, εἶναι προφανὲς, ὅτι πρόκειται περὶ γαιῶν, ἀνηκουσῶν εἰς τὸ Δημόσιον, ὑπαχθεισῶν μὲν κατ’ ἀρχὰς, ἐξ ὀλιγωρίας τῶν Ἀρχῶν, εἰς τὴν διανομὴν, ἀλλὰ διὰ Β. Διατάγματος ἐξαιρεθεισῶν ἔπειτα τῆς διανομῆς, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἥτις ἀνελάμβανε τὴν ἀποξήρανσιν.
§156Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἔπρεπε νὰ προσαχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα, διὰ νὰ καταφανῇ, ὅτι καὶ ἐπὶ ἰδιοκτησιῶν τὰ αὐτὰ μέτρα ἐλήφθησαν. Ἡ Μονὴ τῆς Σκριποῦς ἀπεβλήθη διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως τῆς ἰδιοκτησίας της, ἡ Μονὴ τῆς Σκριποῦς, ἡ ὁποία δι’ ἀποφάσεως τῶν Ἐφετῶν ἐδικαιώθη. Οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων ἰσχυρίζονται, ὅτι ἔχουσιν ἰδιοκτησίαν, καὶ ὅστις ἀμφισβητεῖ τοῦτο, πλανᾶται. Λέγοντες δὲ, ὅτι ἔχουσιν ἰδιοκτησίαν, δὲν λέγουσιν, ὅτι δὲν ἔλαβον τὰς γαίας παρὰ τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ὅτι λαβόντες αὐτὰς, εἴτε δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1871, εἴτε ἐκ προηγουμένων ἀποκτήσεων, ἐξεπλήρωσαν τὰς ὑποχρεώσεις των, καὶ ὅτι εὐθὺς, ὡς ἐπλήρωσαν τὰς δόσεις, συνήφθη συνάλλαγμα ἀγοραπωλησίας, καὶ συνεπῶς πάντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται μεταξὺ ἰδιωτῶν ἐπὶ τοιούτων σχέσεων, ὑφίστανται καὶ μεταξὺ χωρικῶν καὶ Δημοσίου. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1874, ἐνοῆσαν τί ἐγένετο ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ἐξῄρεσε τὰς γαίας, ἀλλὰ πότε τὰς ἐξῄρεσεν;...
§157ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ νόμος ἐξῄρεσε τὰς γαίας, τὰς διατεθειμένας πρὸς ὡρισμένον σκοπόν.
§158Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μάλιστα, τὰς δι’ ὡρισμένον σκοπόν. Περιέχονται λοιπὸν καὶ αἱ γαῖαι αὗται, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ἐξετελέσθη τὸ συνάλλαγμα τῆς ἀγοραπωλησίας, δὲν ὑπάρχει δὲ ἀξίωσις ἄλλων. Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἔλαβε τὰ αὐτὰ μέτρα καὶ ἐπὶ ἰδιοκτησιῶν, καὶ ἐπὶ τῆς Μονῆς Σκριποῦς, καὶ ἐπὶ τοῦ χωρίου Μαζίου, καὶ ἡ Ἑταιρία ἐγκατεστάθη, χωρὶς νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς πολίτας, καὶ θέλουσι νὰ παραστήσωσι, μετὰ τοιαύτην συμπεριφορὰν τῆς Κυβερνήσεως, θέλουσι νὰ παραστήσωσι τοὺς χωρικούς, ὅτι ἀδίκως καὶ ἄνευ νομίμου λόγου ἀξιοῦσι δικαιώματα! Βεβαίως τὰ πάντα δύναται νὰ δικαιολογήσῃ Κυβέρνησις, ἔχουσα κολοσσιαίαν πλειοψηφίαν. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ δικαιολόγησις αὕτη δὲν ἔχει κἀνένα λόγον ἀπέναντι τῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐν ὅσῳ βλέπουσι τοὺς εὐζώνους ἀπέναντί των, καταρῶνται τὴν Κυβέρνησιν.
§159ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τοῦ σκεπτικοῦ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ συμπολίτης μου, ἠδύνατο ἀληθῶς νὰ φθάσῃ τις εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὡρισμένως ὁ Μούσας δὲν ἐπεκαλεῖτο ἕτερον τίτλον ἰδιοκτησίας, εἰμὴ ἐκεῖνον, ὅν ἔλαβε συμφώνως μὲ τὸν νόμον περὶ δηλώσεως ἐθνικῶν γαιῶν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα βεβαίως, ἄν οὕτω τίθεται ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, δὲν τίθεται ὁμοίως ἐπὶ πασῶν τῶν ὑποθέσεων τῶν παραπονουμένων. Ὑπάρχουσι πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι προβάλλουσι δικαίωμα κατοχῆς ἐπὶ ὡρισμένων γαιῶν καὶ ὅτι ὑπάρχουσι πλεῖστοι τοιοῦτοι, ἀποδεικνύει ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ συμπολίτης μου, ὅτι ἠδικήθησαν ἐκ τοῦ νόμου περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Πῶς ἠδικήθησαν; Διότι ἀπώλεσαν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον. Τινὲς ἐξ αὐτῶν ἀπέκτησαν δικαιώματα συνεπείᾳ δηλώσεων, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ εὑρίσκονται εἰς ἴσην μοῖραν μὲ τοὺς ἀποκτήσαντας τοιαῦτα προηγουμένως, διότι τὸ Δημόσιον οὐδέποτε ἐξῄρεσε τὰς γαίας ἐκείνας τῆς διανομῆς, διότι, ἀφ’ ἧς ἐδήλωσαν, ἔγειναν κύριοι, οὐδ’ ἠδύνατο διὰ μεταγενεστέρας πράξεως νὰ ἔλθῃ τὸ Δημόσιον νὰ καταργήσῃ τὸ ἀποκτηθὲν δικαίωμα, λόγῳ, ὅτι προϋπῆρχε διάταξις, ἐξαιροῦσα τὰς γαίας, αἵτινες ἤθελον προορισθῆ δι’ ἰδιαίτερον σκοπόν. Ἡ σύμβασις τοῦ 1867 εἶχε καταργηθῆ, οὐδ’ ὑφίστατο πλέον ὁ ἐξ αὐτῆς ἰδιαίτερος σκοπός, καὶ διὰ τοῦτο ἔγεινεν ἡ σύμβασις τοῦ 1880. Ἄν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸ ἱστορικὸν τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸν σχετικὸν νόμον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐθεώρει ὡς μὴ ὑπάρχουσαν πλέον τὴν σύμβασιν τοῦ 1867 καὶ τὸν κυροῦντα αὐτὴν νόμον, διότι τὸ ἐξ αὐτῆς δικαίωμα ἔπαυσε νὰ ὑφίσταται ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐξέπνευσεν ἡ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὤφειλε νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἀποξήρανσις. Λοιπὸν τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται, οὐδὲν ἀποδεικνύει κατὰ τοῦ νομίμου τῶν δηλώσεων, οὐδὲ προκύπτει ἐξ αὐτοῦ, ὅτι αἱ γαῖαι τῆς Κωπαΐδος εἶχον ἐξαιρεθῆ τῆς διανομῆς, ὡς ὁρίζουν οἱ νόμοι περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς.
§160ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ σύμβασις, ἡ παραχωροῦσα τὴν ἀποξήρανσιν εἰς τὸν Μομφεριέρον, κυροῦται διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος ῥητῶς ἀναφέρεται εἰς τὰς διατάξεις αὐτῆς, ὡς διατάξεις αὐτοῦ τοῦ ἰδίου νόμου. Ἑπομένως, καὶ ἐὰν ἐκ τύχης ἐξέπνευσεν ἡ σύμβασις, αἱ διατάξεις αὐτῆς, αἱ συσσωματωμέναι ἐν τῷ νόμῳ, ἔχουσιν ἰσχύν, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔχει ἰσχύν, δὲν κατηργήθη.
§161ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἕνα εἶχε σκοπόν, νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν τοῦ 1867. Ἐκλιπούσης τῆς συμβάσεως, ἐξέλιπε καὶ ὁ νόμος. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12 τοῦ Μεσονυκτίου.