Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 12

1888.11.11

1.468 στίχοι · 10.757 λέξεις · 1 πίνακας · 77 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1888.11.11
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1889)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12

τῆς 11 Νοεμβρίου 1888.

(Παρασκευὴ)

Ὥρᾳ 3 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἷς ὑπαξιωματικὸς τοῦ ἀγῶνος, Χρυσανθάκης Λαζαρόπουλος, κάτοικος Πατρῶν, ζητεῖ ἀπονομὴν μηνιαίας συντάξεως καὶ ὑποβάλλει διάφορα ἔγγραφα τῶν διπλωμάτων του, ὑπογεγραμμένα παρ’ ἀγωνιστῶν.

§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τυπάλδος Κοζάκης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.

§4ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τῇ ἐντολῇ συμπολιτῶν μου Ἰθακησίων, ἀπευθύνω σύστασιν πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργόν. Πρὸ καιροῦ πολλοῦ στερεῖται διδασκάλου ἡ δευτέρα τάξις τοῦ ἐν Ἰθάκῃ Ἑλληνικοῦ Σχολείου, πρὸς μεγίστην ζημίαν τῶν μαθητῶν ἐκείνων· ὡσαύτως καὶ τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον Ἰθάκης ἔχει ἀνάγκην καὶ ἑτέρου δημοδιδασκάλου, διότι οἱ ἐν αὐτῷ διδάσκοντες δύο δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι πρὸς ἐντελῆ διδασκαλίαν τῶν μαθητῶν, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς διακοσίους. Τὴν σύστασιν αὐτὴν κάμνω κατὰ καθῆκον, διότι οἱ Βουλευταὶ εἴμεθα ὑπόχρεοι οὐ μόνον διὰ τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας μας νὰ ἐπασχολώμεθα, ἀλλὰ καὶ τοιαύτας μερικὰς συστάσεις νὰ συνιστῶμεν. Ἐὰν δὲν ἤμην ὑπόχρεως νὰ κάμω αὐτὴν τὴν σύστασιν, δὲν ἤθελον τὴν κάμει, τὸ ὁμολογῶ, διότι ἡ ἐν γένει κατάστασις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸν νομόν, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ λεπτομέρεια αὕτη καταντᾷ νὰ ἦναι ἀσήμαντος, σταγὼν ἐν τῷ ὠκεανῷ, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ὅταν ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν τὰ σχετικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ὑποβάλει.

§5ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Πρὸ μιᾶς ὥρας ἔλαβον τηλεγράφημα παρὰ τοῦ συμπολίτου μου Χριστοδούλου Γκίζα, ὁ ὁποῖος παραπονεῖται, ὅτι, ἐνῷ ἐπλήρωσε τὰς ἐτησίας δόσεις τοῦ ἔτους 1887, κατόπιν ἐκβιασθεὶς ἐπλήρωσε καὶ παγίας δόσεις ἐπὶ τῶν αὐτῶν κτημάτων καὶ τῶν αὐτῶν ποσῶν. Ἐζήτησε τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθη. Ἐπὶ τούτοις δὲ, παραπονούμενος, ἐπικαλεῖται τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, ὅπως τῷ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματά του. Τοῦτο δὲ ὄχι μόνον ὁ παραπονούμενος συμπολίτης μου ἔπαθεν, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, διότι, ὡς γνωρίζω, ὅτε ἤμην εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ὁ Ὑποταμίας ἐξεβίασε πολλοὺς νὰ πληρώσωσι παγίας δόσεις, ἐνῷ εἶχον πληρωμένας τὰς ἐτησίας. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν Ὑποταμίαν αὐτὸν, ἢ νὰ συμψηφίζωνται τὰ χρήματα αὐτὰ, ἢ νὰ μὴ εἰσπράττωνται.

§6ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Σχετικῶς εἰς ὅ,τι ὑπέβαλεν ὁ συνάδελφος, θέλω ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ἔλαβε πρόνοιαν πρὸς ἐπιστροφὴν τῶν καταβληθέντων παρὰ τῶν διαθεσίμων, οἵτινες, ἀφοῦ κατέβαλον τὸ χρῆμα πρὸς ἀπαλλαγὴν, προσεκλήθησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν Στρατὸν καὶ ὑπηρετοῦσιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιστρέφεται αὐτοῖς τὸ πληρωθέν.

§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πρέπει ὁ κ. Βουλευτὴς ν’ ἀναφέρῃ εἰδικῶς τὰς περιστάσεις.

§8ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅλοι οἱ διαθέσιμοι.

§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, διότι ἡ ἐπιστροφὴ τῶν κατατεθέντων χρημάτων γίνεται ἀμέσως, ὡς ὑποβληθῇ περὶ τούτου ἀναφορὰ διαθεσίμου τινός. Ἀλλὰ τινὲς ἀναμένουσι νὰ λάβωσι τὰ καταβληθέντα ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ τὰ ζητήσωσιν.

§10ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ γνωρίζῃ ἕκαστος Βουλευτὴς τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων.

§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας· εἶπον μόνον, ὅτι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν δὲν φροντίζουσι νὰ ζητήσωσι τὰ παρ’ αὐτῶν καταβληθέντα.

§12ΚΑΝΑΡΗΣ. Πολλοὶ ἐφρόντισαν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὰ λάβωσιν.

§13ΤΟΜΑΝ. Ἐγὼ ἐζήτησα πολλάκις καὶ μοὶ ἐπεστράφησαν.

§14ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι, διὰ νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ καταβληθέντα, ὀφείλουσιν οἱ δικαιούμενοι νὰ ζητήσωσι ταῦτα δι’ ἀναφορᾶς, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐκαθαρίσθη. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ οἱ δικαιούμενοι ἱκανοποιήθησαν, διότι πολλοὶ μετέβησαν εἰς τὸ ταμεῖον καὶ ἐζήτησαν τὰ χρήματά των, ὁ δὲ ταμίας δὲν ἀντέτεινεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι πρέπει νὰ τὰ ζητήσωσι δι’ ἀναφορᾶς. Ἀλλὰ ἡ ὑποβολὴ τῆς ἀναφορᾶς δὲν ἀποδεικνύει καὶ τὴν πληρωμήν, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποχρεῶμεν πτωχοὺς ἀνθρώπους, νὰ ζητῶσι τοιαύτην ἐπιστροφὴν δι’ ἀναφορᾶς, ἀφοῦ οὗτοι, ἅπαξ συμμορφωθέντες μὲ τὸν νόμον, κατέβαλον τὰ χρήματα, καὶ ὅμως ἐξακολουθοῦσι νὰ ὑπηρετῶσι. Δίκαιον εἶναι, ἅμα ὡς προσκαλοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσι, νὰ διατάσσηται καὶ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν παρ’ αὐτῶν καταβληθέντων χρημάτων.

§15ΚΑΝΑΡΗΣ. Νὰ σημειωθῇ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἐλήφθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τὸ μέτρον, ὅπως ἐπιστρέφωνται τὰ χρήματα κατόπιν ἀναφορᾶς.

§16Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τριάκοντα περίπου διαθέσιμοι τῆς ἐπαρχίας Ἄργους ἐκλήθησαν νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰ τάξεις τοῦ στρατοῦ, διαταχθέντες νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ διετίαν εἰς τὸ ἐν Λαρίσσῃ σύνταγμα, καὶ κατετάχθησαν. Ὀλίγας μετὰ τὴν κατάταξιν αὐτῶν ἡμέρας, παρουσιασθέντες εἰς τὴν Διοίκησιν τοῦ συντάγματος, ἐζήτησαν παρ’ αὐτῆς τὴν ἐπιστροφὴν τῶν κατατεθεισῶν ἑκατὸν δραχμῶν, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη εἰς αὐτούς. Οἱ ταμίαι ἀπήντησαν εἰς τοὺς γονεῖς των, ὅτι δὲν γνωρίζουσιν εἰς τίνα ν’ ἀποδώσωσι τὰ χρήματα, ἐὰν δηλαδὴ πρέπῃ ν’ ἀποδώσωσι ταῦτα πρὸς αὐτοὺς ἢ εἰς τοὺς ἀνακληθέντας ἐκ τῆς διαθεσιμότητος στρατιώτας. Ἐὰν ὁ κ. Τόμαν ἔχῃ ἄλλο ταμεῖον καὶ ἄλλην Ἀρχὴν, ἥτις εἶναι ἄγνωστος εἰς ἡμᾶς, τοῦτο δὲν τὸ ἐξετάζομεν ἡμεῖς, καὶ ἂς τὸ γνωρίζῃ μόνος του. Ἡμεῖς ὀφείλομεν ν’ ἀναφερθῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσωμεν λόγον παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, διατὶ μέχρι τοῦδε δὲν διετάχθη ἡ ἐπιστροφὴ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ὡς ἀντισήκωμα ἐκείνων τῶν διαθεσίμων, οἵτινες ἐκλήθησαν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ διετεῖ θητείᾳ.

§17ΤΟΜΑΝ. Ἐγὼ παρετήρησα εἰς τὴν ὑποβαλλομένην ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ ἐντίμου συναδέλφου παρατήρησιν περὶ τῆς μὴ ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων, ὅτι πάντα, ὅσα ἐζήτησα ἐγὼ δι’ αἰτήσεως τῶν καταβαλόντων, ἐπεστράφησαν. Ἄλλην Ἀρχήν, πρὸς ἣν ν’ ἀναφέρωμαι, δὲν γνωρίζω, οὔτε ἐξουσίαν γνωρίζω ἄλλην, εἰμὴ τὴν Ἀρχὴν, ἣν ὀφείλομεν πάντες νὰ γνωρίζωμεν, τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ἐὰν ἐλέχθη, ὅτι ἕνεκα εὐμενείας πρός με τὸ Ὑπουργεῖον διέταξεν ἐξαιρετικῶς τὴν πρός με ἀπόδοσιν, ἢ τὴν ἀπόδοσιν πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἐπροστάτευσα, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἴσως εἶναι γνωσταὶ αἱ εὐμενεῖς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως πρός με. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν χρημάτων ἐπῆλθε βραδύτης τις, ἥτις δὲν ὤφειλε νὰ ἐπέρχηται, διότι ἕνεκα τῆς βραδύτητος ταύτης παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα πτωχῶν ἀνθρώπων, καταθεσάντων τὰ χρήματά των. Πάντες ὅμως οἱ συμμορφωθέντες μὲ τοὺς τύπους καὶ ζητήσαντες διὰ τῆς ἁρμοδίας ὁδοῦ ἔλαβον τὰ κατατεθέντα.

§18ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τῶν ἐκ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων;

§19ΤΟΜΑΝ. Μάλιστα, περὶ τούτων ὁμιλῶ, διότι ἐλέχθη, ὅτι γενικῶς δὲν ἀποδίδονται τὰ χρήματα.

§20Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν γνωρίζω τί φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κυκλάδων περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τί περὶ ἡμῶν. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, πῶς πρέπει καὶ ποῦ πρέπει ν’ ἀναφερώμεθα, εἴμεθα μάλιστα στρατιῶται καὶ ἐμάθομεν νὰ ὑπακούωμεν καὶ νὰ εὐλαβώμεθα τοὺς νόμους. Ἔχω τὴν τιμὴν λοιπὸν νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Τόμαν, ὅτι ἐγὼ, παρουσιασθεὶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου, ἐζήτησα νὰ πληρωθῶ τὸ ποσὸν πτωχῆς τινος οἰκογενείας, καὶ τίνα ἀπάντησιν νομίζετε ἔλαβον; Οὐχὶ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ κ. Τόμαν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις. Ἔλαβον καὶ ἄλλην πληροφορίαν ἐπὶ πλέον, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἐξωμαλίσθη εἰσέτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διότι ὑπάρχει μία ἀμφιβολία, ἐὰν τὰ χρήματα τὰ δοθέντα ὡς ἀντισήκωμα ἐκ μέρους τῶν ἀπολυθέντων διαθεσίμων εἰς τοὺς κληθέντας νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ διετεῖ θητεία, ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀποδοθῶσιν ὁλόκληρα, ἢ ν’ ἀφαιρεθῇ τι ἐξ αὐτῶν· ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἐκκρεμὲς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα. Πῶς δὲ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων ἔλαβε τὰ χρήματα, δὲν θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω.

§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς, τοιαύτην προβαλὼν αἰτίασιν, πρέπει νὰ δηλώσῃ ἐπὶ τίνος ἀναφορᾶς ἐδόθη τοιαύτη ἀπάντησις. Διότι ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐπὶ οὐδεμιᾶς ἀναφορᾶς ἐδόθη ἀπάντησις τοιαύτη. Πιθανὸν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἀπευθυνθεὶς εἰς ὑπάλληλον ἀναρμόδιον νὰ ἔλαβεν ἀπάντησιν ἀκατάλληλον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὀνομάζεται ἀπάντησις ὑπηρεσίας. Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐλύθησαν πάντα τὰ ἐξ αὐτῶν προκληθέντα ζητήματα. Ἐλύθη, ὅτι δὲν ἀπητεῖτο πίστωσις, διότι ἡ ἀπόδοσις τῶν καταβληθέντων δὲν ἀνάγεται εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἐργασία διαχειρίσεως. Δὲν δύναται δὲ νὰ γεννηθῇ οὐδ’ ἐγεννήθη ζήτημα περὶ ἐκπτώσεως ποσοῦ τινος. Ἂν τὸ τίμημα ἀποδοτέον εἰς τοὺς καταβαλόντας γονεῖς ἢ τοὺς διαθεσίμους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων κατεβλήθη, τοῦτο εἶναι ζήτημα λεπτομερείας, λυόμενον ἑκάστοτε κατὰ τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται. Οὐδεμία τῶν ἄλλων περιστάσεων, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτής, ἐπαρουσιάσθη, αἱ ἀναφοραὶ δὲ ὅλαι αἱ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐξετελέσθησαν κατὰ τὰς τεθειμένας γενικὰς ἀρχάς.

§22Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἅπαντες οἱ κληθέντες νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ διετεὶ θητείᾳ διαθέσιμοι τοῦ νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸ ἐν Λαρίσσῃ πεζικὸν σύνταγμα, ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὴν ἀναφορὰν τοῦ συντάγματος καὶ ἐζήτησαν τὴν ἐπιστροφὴν τῶν κατατεθέντων ἐκ μέρους αὐτῶν χρημάτων, λόγῳ ἀντισηκώματος, πρὸ τῆς μεταβάσεώς των εἰς τὰς ἑστίας των.

§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ συντάγματος. Δὲν συνενοούμεθα. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν ἀναφορῶν, τῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον.

§24Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ συγχωρεῖ· διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ. Ὁ στρατιώτης, ἅμα τῇ κατατάξει του ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, δὲν ἀνήκει πλέον εἰς τὴν τάξιν τοῦ πολίτου, ἀλλὰ εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ συμφώνως μὲ τοὺς διέποντας τὸν στρατὸν κανονισμούς, οἱ ῥηθέντες στρατιῶται ὤφειλον ν’ ἀναφέρωσιν εἰς τὴν προϊσταμένην αὐτῶν ἀρχὴν καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον. Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτῆς, αὐτὸ μένει νὰ ἐξετάσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ διορθώσῃ πᾶσαν ἔλλειψιν αὐτῆς. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ἡ ἔλλειψις δὲν προέρχεται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διέταξεν, ὡς μὴ ὤφειλε, νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ κατατεθέντα παρὰ τῶν διαθεσίμων χρήματα ἅμα τῇ κατατάξει αὐτῶν ἐπὶ διετίαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.

§25ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρόκειται, Κύριοι, ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν, ἰδίᾳ μὲν ἀφορῶσαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, γενικῶς ὅμως ἀποβλέπουσαν εἰς ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν σῶμα. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ εἶσθαι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσῃ σήμερον εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην· ἀλλ’ ἡ ἀναβολὴ νομίζω, ὅτι διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν δὲν ἔχει πολλὴν σημασίαν, καὶ δύναται νὰ ὁρίσῃ οἱανδήποτε ἡμέραν θέλει πρὸς ἐκτενῆ συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ ἐν εἴδει εἰσαγωγῆς νὰ γνωρίζῃ μὲν ἀφ’ ἑνὸς ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται, νὰ παράσχω δὲ ἀφ’ ἑτέρου τῷ κ. Ὑπουργῷ πάντα τὰ μέσα, ὅπως ζητήσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, ἢ συσκεφθῇ καὶ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ταύτης, διὰ τοῦτο εὐχαρίστως θέλω δεχθῆ, ὅπως μὴ φθάσωμεν σήμερον εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Τῇ 30 Ὀκτωβρίου 1886 ἔτους, δηλαδὴ ἀκριβῶς πρὸ δύο ἐτῶν καί τινων ἡμερῶν, ἐφημερὶς τῶν Ἀθηνῶν, μεγίστην ἔχουσα διάδοσιν, ὁ «Χρόνος τῶν Ἀθηνῶν», ἐδημοσίευσε τὸ ἑξῆς περιεργότατον καὶ σκανδαλωδέστατον ἄγγελμα. Ἀναγινώσκω: «Δεκαπέντε περίπου φοβεροὶ φυγόδικοι, ἐν οἷς τινες καὶ φοβερὰς ληστείας διέπραξαν, ὁποῖοι οἱ Γαντζούδης, Μανταλέρος, Τάκης, (ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιληστοῦ Τάκη) καὶ λοιποὶ, προσελθόντες, ἀφέθησαν ἐν Μεσολογγίῳ ἐλεύθεροι νὰ περιέρχωνται ἐν ταῖς ἀγυιαῖς, κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δικηγόρου Χαριλάου Βουλπιώτου, ἀφιλοκερδῶς ἀναδεχομένου τοιούτου εἴδους πρὸ πάντων ὑποθέσεις. Καὶ ἐτέθησαν μὲν κατόπιν τινὲς εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς, ἀλλὰ μένουσι καί τινες εἰσέτι ἐλεύθεροι· ἀλλ’ ὁ Τάκης, ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιληστοῦ, «καὶ ἐκοιμᾶτο ἐν τῇ οἰκίᾳ» τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν Μεσολογγίῳ. Καὶ σημειωτέον, ὅτι, ὅτε πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐπρόκειτο περὶ τῆς καταδιώξεως τοῦ ἀρχιληστοῦ Τάκη, ὁ ἀξιότιμος διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ Ἄρτης λοχαγὸς κ. Μπαϊρακτάρης ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ ἐν Ἄρτῃ, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης νὰ διδάσκῃ ἄλλους περὶ τῆς καταδιώξεως τοῦ ἀρχιληστοῦ τούτου, ἀλλὰ ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Ὑπουργόν του, τὸν κύριον Βουλπιώτην, ἵνα οὗτος τὸν παραδώσῃ. Ταῦτα ὁ εἰσαγγελεὺς κ. Δημητριάδης, ἐλθὼν πρὸ μηνὸς εἰς Μεσολόγγιον, ἀνεκοίνωσεν ἐνώπιον πολλῶν. Σημειωτέον ἐπίσης, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν ὁ ἐπὶ ὑποθάλψει τοῦ ἀρχιληστοῦ Τάκη κατηγορούμενος ἀρχιποιμὴν Γιάγκος καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιληστοῦ εἶχον τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. Βουλπιώτου, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου ἔμενε καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιλῃστοῦ». Ὡς παρατηρεῖτε, ἐφημερίς, δημοσιευομένη ἐν Ἀθήναις, καὶ ἐκ τῶν μεγαλοσχήμων μάλιστα, ἀποδίδωσι τοσοῦτον ὡρισμένην κατηγορίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε, ἐὰν αὕτη ἠλήθευε, βεβαίως ἡ θέσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἤθελεν εἶσθαι πολὺ εὐχάριστος. Λέγων ταῦτα, βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ ἐκθέσω τὴν ἐμὴν γνώμην περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφηγοῦμαι μόνον τὰ πράγματα ὡς ἐδημοσιεύθησαν ἐπισημότατα διὰ τοῦ τύπου. Οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, ἢ ἐφημερὶς αὕτη καταγγέλλει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ὑποθάλποντα λῃστοσυμμορίαν ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ ἐν Μεσολογγίῳ διὰ τοῦ ἀξιοτίμου αὐτοῦ ἀδελφοῦ. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο τοσοῦτον σπουδαῖον καὶ τοσοῦτον σκανδαλῶδες, ὥστε βεβαίως δὲν ἐδύνατο πρὸ αὐτοῦ, ὁπωςδήποτε ἐλθόντος εἰς τὴν δημοσιότητα, νὰ κλείσῃ ὀφθαλμοὺς, καὶ ὦτα ὁ κ. Ὑπουργός. Ἔπρεπε ἄρα διὰ τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους ἐπισήμως νὰ διαψευσθῶσι τὰ τότε ἐν τῇ δημοσιότητι λαβόντα χώραν. Διὰ τοῦτο μετά τινας ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς περιέργου ταύτης εἰδήσεως ἀνεγινώσκομεν ἐν τῷ «Χρόνῳ τῶν Ἀθηνῶν» ἔγγραφον τῆς 5 Νοεμβρίου 1886 ἔτους τοῦ εἰσαγγελέως κ. Μπράβου, ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην. Τὸ ἔγγραφον λοιπὸν ἐκεῖνο, Κύριοι, θέλετε ἐπίσης μοὶ ἐπιτρέψει, ὅπως ἀναγνώσω ὑμῖν, ἵνα σχηματίσητε καὶ ποιάν τινα ἰδέαν περὶ τοῦ συμπολίτου τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις εἶναι ὁ εἰσαγγελεὺς κ. Μπράβος, ἐκ Μεγαρίδος ἕλκων τὴν καταγωγήν. Καὶ ἰδοὺ ἀμέσως τὸ ἔγγραφον (ἀναγινώσκει): «Σύνταξιν «Χρόνου Ἀθηνῶν.» «Τὰ περὶ φυγοδίκων ἐν τῷ «Χρόνῳ Ἀθηνῶν» γραφέντα εἰσὶν ἀνακριβῆ. Οἱ φυγόδικοι, περὶ ὧν πρόκειται, προσῆλθον αὐθορμήτως ἐνώπιόν μας. Ἀφέθησαν δὲ προσωρινῶς ἐλεύθεροι δι’ ἔλλειψιν χώρου ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ διότι ἐπέκειτο μίσθωσις τοῦ καταστήματος! Εὐθὺς δὲ ὡς ἐμισθώθη, προσῆλθον, εἰδοποιηθέντες παρ’ ἡμῶν, καὶ μόνοι των μετέβησαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐφυλακίσθησαν.

Ὁ εἰσαγγελεὺς

ΜΠΡΑΒΟΣ.»

Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἀληθὴς ἄρνησις τοῦ ὀνόματος τοῦ ὑπ’ αὐτὸ ὑπογεγραμμένου κ. Μπράβου. Σημειωτέον δὲ, ὅτι τοῦτο ἐστάλη καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας «Παλιγγενεσίαν» καὶ «Ὥραν,» ἀλλ’ αὗται, βεβαίως πονηρότεραι τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τυγχάνουσαι, ἐνόησαν, ὅτι δὲν ἦτο συμφέρον νὰ δημοσιεύσωσιν αὐτὸ, δι’ οὗ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐξέθετο πλέον εἰς τὸ κοινὸν τὴν διανοητικὴν αὐτοῦ ἱκανότητα. Ἐν τῷ δημοσιεύματι λοιπὸν ἐκείνῳ τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν,» ῥητῶς ἐλέγετο, ὅτι ὁ διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ Ἄρτης κ. Μπαϊρακτάρης ἐνώπιον τοῦ εἰσαγγελέως κ. Δημητριάδου ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Δὲν ἔπρεπεν ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης νὰ διδάσκῃ ἄλλους περὶ τῆς καταδιώξεως τοῦ ἀρχιληστοῦ τούτου, ἀλλὰ νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Ὑπουργόν του, κ. Βουλπιώτην ἵνα οὗτος τὸν παραδώσῃ.» Προκύπτει λοιπὸν σαφῶς καὶ καθαρῶς, ὅτι ὁ κ. Μπαϊρακτάρης ἔλεγε ταῦτα πρὸς τὸν εἰσαγγελέα κ. Δημητριάδην· φυσικὸν ἦτο ἄρα, ὅτι ἔπρεπεν ὁ εἰσαγγελεὺς κ. Δημητριάδης νὰ σπεύσῃ νὰ διαψεύσῃ τὰ δῆθεν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα περὶ τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη. Ὅθεν διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ «Χρόνου» ὁ κ. Δημητριάδης ἐτόλμησε νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἶπέ ποτε τὰ ἀνωτέρω. Ἐν τούτοις ἡ ἐφημερὶς ἐπέμενεν εἰς τὰ παρ’ αὐτῆς καταγγελθέντα, καὶ ἐπεκαλεῖτο πλέον οὐχὶ κοινούς τινας καὶ τυχαίους, ἀλλ’ ἐπισημοτάτους μάρτυρας περὶ τῆς ἀληθείας τῶν παρ’ αὐτῆς γραφέντων, καὶ περὶ τῶν μαρτύρων τούτων οὐδεμία ἐπιτρέπεται συζήτησις οὔτε εἰς ἡμᾶς, οὔτε εἰς τοὺς ἐντεῦθεν κυρίους συναδέλφους. Ἰδοὺ οἱ ῥηθέντες μάρτυρες· αʹ) Δημ. Δεσποταῖος, δικηγόρος· βʹ) Κ. Βορίλλας φοιτητής· γʹ) Κ. Τσιμπουράκης, δήμαρχος Ὠλενείας, καὶ δʹ) Ἀντώνιος Βάλβης, δικηγόρος καὶ πρώην βουλευτής. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὁ δήμαρχος κ. Τσιμπουράκης τυγχάνει καὶ φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τῇ δὲ 20ῇ Νοεμβρίου 1886 ἔτους, δηλ. κατ’ ἐξακολούθησιν πρὸ δύο ἐτῶν, ὁ αὐτὸς «Χρόνος Ἀθηνῶν» ἐδημοσίευε τὰ ἑξῆς περιεργότατα πράγματα (ἀναγινώσκει): «Πασίγνωστον εἶναι κατὰ τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας, ὡς διὰ πληθύος ἀλληλογραφιῶν καὶ προφορικῶν ἀνακοινώσεων κατοίκων τοῦ νομοῦ ἐκείνου βεβαιοῦται, ὅτι συστηματικὴν προστασίαν καὶ ὑπεράσπισιν, χάριν ἰδίως χρηματικῶν ὠφελημάτων, ἀπολαμβάνουσιν, οὐ μόνον ἄλλοι ἐγκληματίαι, ἀλλὰ καὶ λῃσταὶ, παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Δημητρίου Βουλπιώτου.» Ἀλλ’ ἐν ᾧ ταῦτα συνέβαινον ἐν τῇ δημοσιότητι, ὁ κ. Βάλβης, βουλευτής, οὗτινος ἔχω εἰς χεῖρας τὴν ἐπιστολὴν, εὐμενῶς παραχωρηθεῖσάν μοι, ἔγραφε πρὸς τὸν συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κύριε διευθυντὰ τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν.» Αὐτήκοος δὲν ἐγενόμην τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Δημητριάδου, εἰσαγγελέως Ἄρτης, ῥηθέντων ἔν τινι ἐνταῦθα Λέσχῃ, καὶ ἐφαπτομένων τῆς ὑπολήψεως τοῦ κ. Βουλπιώτου, Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ὑποστηρίζοντος καὶ ὑποθάλποντος τὸν λήσταρχον Τάκην, ἀλλὰ ταῦτα, ὡς ἐμποιήσαντα δικαίως πολλὴν τὴν αἴσθησιν, εὐθὺς τότε ἀφηγήθησαν μεταξὺ ἄλλων καὶ εἰς ἐμὲ οἱ ἐκ τῶν αὐτηκόων κ. κ. Δημ. Δεσποταῖος, δικηγόρος, Κωνστ. Τσιμπουράκης, δήμαρχος Ὠλενείας, καὶ Κωνστ. Βορίλλας, φοιτητής, οἵτινες καὶ ἤδη ἐπιβεβαιοῦσι τὰ λεχθέντα. Ταῦτα ἐπὶ τῆς προκλήσεώς σας αὐτόθι, τῆς εἰς τὸ φύλλον ὑπ’ ἀρ. 621 διατριβῆς τοῦ κ. Δημητριάδου. Μεσολόγγιον, τῇ 16 Νβρίου 1886.

Διατελῶ μεθ’ ὑπολήψεως

Α. ΒΑΛΒΗΣ»

Ρητῶς λοιπὸν ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ ὁ κ. Βάλβης ὁμολογεῖ, ὅτι ταῦτα ἐλέχθησαν παρὰ τῶν αὐτηκόων μαρτύρων, οὓς κατονομάζει. Ἀλλὰ εἰς τὸν «Χρόνον τῶν Ἀθηνῶν» καὶ εἰς τὸν συντάκτην αὐτοῦ δὲν ἤρκεσαν τὰ ἀνωτέρω. Ἐνόουν αὐτοὶ νὰ μὴ ὀπισθοχωρήσωσιν ἀπέναντι διαδόσεως, ἧς τὴν ἀλήθειαν πάσῃ δυνάμει ὑπεστήριζον. Προεκάλεσεν ἄρα ὁ «Χρόνος τῶν Ἀθηνῶν» καὶ ἑτέραν ἐπιστολὴν, ἧς τὸ κείμενον παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε (ἀναγινώσκει): «Ἐν Μεσολογγίῳ τὴν 16 Νβρίου 1886. «Κύριε Συντάκτα τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν.» «Ἐν τῷ φύλλῳ τῆς ἀξιοτίμου ἐφημερίδος ὑμῶν, ὁ «Χρόνος Ἀθηνῶν», κατεχωρίσθη τηλεγράφημα τοῦ εἰσαγγελέως Ἄρτης κυρίου Δημητριάδου, δι’ οὗ δηλοῖ, ὅτι οὐδὲν εἶπεν ἐνταῦθα, ὡς ἀνέφερεν ἐπιστολὴ περὶ τοῦ κυρίου Μπαϊρακτάρη, ὡς εἰπόντος ἐν Ἄρτῃ, ὅτι «τί θέλει καὶ πιέζει τὸν κόσμον ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν σύλληψιν τοῦ ἀρχιληστοῦ Τάκη; Ἄς τὸν ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλπιώτην». Καίτοι γινώσκοντες τὴν δυσχερῆ θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἄρτης κ. Δημητριάδου, ἐν τούτοις, προκαλούμενοι ὑπὸ τῆς συντάξεως τῆς ἐφημερίδος ὑμῶν, ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ταῦτα ὁ κ. Δημητριάδης ἀνεπιφυλάκτως καὶ εἰς ἐπήκοον ἡμῶν καὶ ἄλλων ἀξιοτίμων προσώπων ἐξέθηκεν αὐτολεξεί. Δέξασθε κλπ. Κ. ΒΟΡΙΛΑΣ (φοιτητής), Δ. ΔΕΣΠΟΤΑΙΟΣ (δικηγόρος), Κ. ΤΣΙΜΠΟΥΡΑΚΗΣ (δήμαρχος Ὠλενείας)». Ὥστε ἐκ τούτου ἀριδήλως προκύπτει, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Δημητριάδης ἀνεκοίνωσεν ἐνώπιον τῶν ὡρισμένων μαρτύρων, ὅσα ὁ κ. Μπαϊρακτάρης, διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ, εἶπε περὶ ληστοσυμμοριῶν, ὑποθαλπομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχον πολλαὶ ἀσχολίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ μάλιστα ἴσως κατεγίνοντο, ἵνα χωνεύσωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὰς ἐντυπώσεις, ἃς εἶχον παραγάγει αἱ τετρακισχίλιαι ἐκεῖναι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, χάριτες. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἀφοῦ ἐπὶ ἕνα καὶ ἐπέκεινα μῆνα ὁ τύπος δι’ ἐπανειλημμένων δημοσιεύσεων καὶ παρατηρήσεων ἐθορύβει περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠναγκάσθη ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν παρὰ τοῖς ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέα ἔγγραφον μήνυσιν κατὰ τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν». Τῆς μηνύσεως ταύτης τὸ κείμενον παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδικῶν. «Ἐκ τοῦ φύλλου τοῦ «Αἰῶνος», τοῦ ἐκδοθέντος τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς καὶ περιέχοντος τηλεγράφημά τι ἐκ Μεσολογγίου, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ζητήσω καὶ ἀναγνώσω τὸ ἐκδοθὲν τὴν πρωΐαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας φύλλον τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», ὅπερ ἐγκλείω ᾧδε, καὶ εἰς ὃ περιέχεται κύριον ἄρθρον, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ ληστεία», δι’ οὗ συκοφαντοῦμαι καὶ ὑβρίζομαι καὶ ὡς ἰδιώτης καὶ ὡς Ὑπουργός. «Καταγγέλλω ὑμῖν, κ. Εἰσαγγελεῦ, τὸν συντάκτην τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸν ἐκδότην τῆς ἐφημερίδος καὶ πάντα ἄλλον ἐνεχόμενον εἰς τὰς ἐν αὐτῷ περιεχομένας ἀξιοποίνους καὶ μοχθηρὰς διαδόσεις, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα ἐνεργήσητε ἐν τάχει, ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὸ ὑμέτερον καθῆκον. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 21 Νοεμβρίου 1886. Δ. Βουλπιώτης.» Ἰδοὺ λοιπόν ἀπὸ τῆς 21 Νοεμβρίου 1886 ἔτους, ἤτοι πρὸ δύο ἐτῶν, διὰ καταγγελίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης παραγγέλλει τὸν ἐνταῦθα παρὰ πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέα, ὅπως ἐνεργήσῃ τὴν καταδίωξιν τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», καὶ μάλιστα ἐν τάχει. Ἕκαστος θέλει ὑποθέσει ὅτι, ὁ συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» διατελεῖ ἔκτοτε ἔν τινι τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, ἐξ ἀφορμῆς τῆς καταγγελίας ταύτης. Ἀλλὰ θέλετε ἐκπλαγῆ, Κύριοι, ἐὰν μάθητε, ὅτι μεθ’ ὅλην τὴν αὐστηρὰν καταγγελίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, ὡς λέγει, ἐσυκοφαντήθη καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς ἰδιώτης, μεθ’ ὅλην τὴν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα ἐν εἴδει παραγγελίας αἴτησιν, ὅπως ἐν τάχει καταδιωχθῇ ὁ συντάκτης τοῦ «Χρόνου τῶν Ἀθηνῶν», οὐδέποτε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ καταγγελία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐνηργήθη, ἀλλὰ κοιμᾶται, τίς οἶδεν ἐν τίνι θυρίδι τῶν ἀρχείων τῆς Εἰσαγγελίας Ἀθηνῶν. Δικαιοῦμαι, Κύριοι, νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐχαρίσθη ἆρά γε πρὸς τὸν τοσοῦτον σκαιῶς καὶ ἀγρίως, ὡς ἰσχυρίζεται, ἐξυβρίσαντα καὶ συκοφαντήσαντα αὐτὸν καὶ ὡς ἰδιώτην καὶ ὡς Ὑπουργόν; Βεβαίως δὲν ἐχαρίσθη· ἴσως ἤθελε χαρισθῆ, ἐὰν ὁ τότε συντάκτης τοῦ «Χρόνου τῶν Ἀθηνῶν» κατωρθοῦτο νὰ γίνῃ φίλος τῆς μερίδος, εἰς ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνήκει. Ἀλλ’ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐκτὸς τούτου διαμαρτύρεται, καὶ ζητεῖ καθ’ ἑκάστην νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην, ἵνα ἀποδείξῃ, ὡς λέγει, τὸ βάσιμον τῆς κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατηγορίας. Μήπως ὑπάρχῃ λοιπὸν ἄλλος τις λόγος, κωλύων τὴν ἁρμοδίαν Ἀρχὴν, ὅπως προβῇ εἰς τὸ καθῆκον αὑτῆς, καθ’ ὃ ἔχει βαρὺ καθῆκον; Πᾶσαι αὗται αἱ ἀπορίαι νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ γεννηθῶσιν εἰς τὴν ψυχὴν ἑκάστου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς, λαμβάνων τοιαύτην καταγγελίαν τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ Ὑπουργοῦ, δι’ ἧς ἐν τάχει παραγγέλλεται νὰ ἐνεργήσῃ τὰ κατὰ νόμον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμελῇ. Μήπως λοιπὸν ὄπισθεν τῆς Εἰσαγγελίας κρύπτεται ἄλλη Ἀρχὴ ἀνωτέρα, κωλύουσα τὴν ἐνέργειαν τῆς καταγγελίας ταύτης; Ἢ μήπως πρόκηται νὰ παράσχωμεν ἡμέραν τινὰ εἰς τὸν κατηγορούμενον τὴν ἔνστασιν τῆς παραγραφῆς; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ ἡ καταγγελία αὕτη ἤδη ἐπὶ δύο ἔτη μένει ἐκκρεμὴς ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ Ἀθηνῶν. Ἐπίσης, ἵνα συμπληρώσω τὴν ἐπερώτησίν μου, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ ἔν τινι τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων τὴν δικογραφίαν, τὴν εὑρισκομένην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφορῶσαν δὲ αὐτὸν τοῦτον τὸν ἀρχιληστὴν Τάκην, περὶ οὗ καὶ πρόκειται, ἵνα πεισθῶμεν, ποῦ ἐβασίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δοὺς πρό τινων ἡμερῶν εἰς αὐτὸν χάριν. Αὐτὸς κατεδικάσθη, Κύριοι, εἰς θάνατον! Προσῆλθεν ἀληθῶς εἰς τὰς Ἀρχὰς Μεσολογγίου, ὡς γράφει ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Μπράβος, καὶ κατεδικάσθη εἰς θάνατον, διότι ἐκηρύχθη ἔνοχος ληστρικῆς πράξεως παρὰ τοῦ Κακουργιοδικείου τῆς ἁρμοδίας περιφερείας, οἱ δὲ Σύνεδροι ἐπέβαλον αὐτῷ τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν· ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν ἀρχιληστὴν, ἐπαναλέγω, πρό τινων ἡμερῶν, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νομίζω ἄνευ τῆς συστάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων, ἢ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ἐδόθη χάρις.

§26ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ποία χάρις;

§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Χάρις Βασιλικὴ δι’ ἧς μεταβάλλεται ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Ἔχω, Κύριοι, εἰς χεῖράς μου τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» τῆς 22 Ὀκτωβρίου ἔ. ἔ., ἐν ᾗ λέγεται: «Προτάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ μεταβάλλομεν εἰς ἰσόβια δεσμὰ τὴν ποινὴν τοῦ Ἀλεξίου Δ. Τάκη, καταδικασθέντος διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3 τῆς 2 Νοεμβρίου 1887 ἀποφάσεως τῶν ἐν Λευκάδι Συνέδρων εἰς θάνατον.» Μόλις πρὸ ἔτους κατεδικάσθη εἰς θάνατον ἐπὶ φοβερωτάταις ληστρικαῖς πράξεσι, καὶ ἐν τούτοις δίδεται αὐτῷ χάρις! Καὶ πότε; Ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς διατελεῖ ὑπὸ τὸ βάρος φοβερᾶς κατηγορίας. Καὶ ποία εἶναι ἡ κατηγορία; Εἶναι ἐκείνη, ἣν αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς ἐνόμισε τοσοῦτον ἀξίαν ἀναιρέσεως καὶ ἐξαφανίσεως, ὥστε μετὰ ἕνα μῆνα, ἀφ’ ἧς ἐγράφησαν αἱ διαδόσεις ἐκεῖναι εἰς τὸν «Χρόνον τῶν Ἀθηνῶν», ἔσπευσε διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ νὰ παραγγείλῃ τὸν παρὰ πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέα, ὅπως ἐν τάχει ἐπισπεύσῃ τὴν κατὰ τοῦ κ. Δούνη κατηγορίαν. Ἐμπαιζόμεθα λοιπόν, ἢ ἐμπαίζομεν ἐνταῦθα; Καὶ δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἐγείρω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, οὐχὶ πλέον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρὸς ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Σῶμα, ὅπερ ἔσχε τὴν τόλμην ἐν τῷ Β. λόγῳ νὰ στηλιτεύσῃ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν τοῦ Κράτους, καὶ νὰ εἴπῃ ἡμῖν, ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους κινδυνεύει, ἐὰν αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι δὲν περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῆς Κεντρικῆς Διοικήσεως; «Προσέτι δὲ,» ἔλεγον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, «ὅπως περιφρουρηθῇ τελειότερον ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἕτερον νομοσχέδιον, διαῤῥυθμίζει ἐπὶ νέων βάσεων τὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνομίας, ἀσκουμένης ἐντονώτερον τῆς ἐπιβλέψεως τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας.» Ποίας κεντρικῆς ἐξουσίας; Ἐκείνης, ἥτις ἐπὶ δύο ἔτη συναπτὰ, ἤτοι ἐπὶ 700 καὶ ἐπέκεινα ἡμέρας, δέχεται νὰ διατελῇ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς κατηγορίας ταύτης! Τῆς ἐξουσίας, τῆς παρασχούσης χάριν εἰς τὸν ἀρχηγὸν συμμορίας, ἣν κατηγορεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπέθαλπεν ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ χάριν ἰδίως χρηματικῶν ὠφελημάτων! Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, πρῶτον μὲν, ὅπως δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, τί γίνεται ἡ ἐπὶ δύο καὶ ἐπέκεινα ἔτη κατηγορία κατὰ τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου τῶν Ἀθηνῶν», ἔπειτα δὲ, ὅπως κομίσῃ ἐνώπιον τοῦ σώματος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους τὸν φάκελλον, δι’ οὗ ἐδόθη ἡ χάρις εἰς αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν ἀρχιληστὴν, περὶ οὗ ὁ «Χρόνος τῶν Ἀθηνῶν» ἔγραφεν, ὅτι ὑπεθάλπετο ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.

§28ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ λιβελλογραφήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, ἐδημοσίευσε κατὰ τὸ 1886 μία θνησιγενὴς ἐφημερὶς τῶν Ἀθηνῶν, ἀντίτυπα δὲ αὐτῶν, ὡς ἐνθυμοῦνται οἱ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνάδελφοι, δὶς ἢ τρὶς ἐν συνεδριαζούσῃ τῇ Βουλῇ διενεμήθησαν ἐπίτηδες πρὸς τοὺς κκ. Βουλευτάς. Ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν σχεδὸν 20ετίαν ἤδη ἀδιαλείπτως νὰ ἀποτελῶ μέρος, ἔκρινεν αὐτὰ πάντοτε περιφρονήσεως ἄξια, καὶ οὔτε οἱ πολιτικοί μου ἀντίπαλοι, οὔτε οἱ ἐπαρχιακοί μου ἀντίπαλοι κατεδέχθησαν ποτὲ νὰ μνημονεύσωσιν αὐτῶν, καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, διενεμήθησαν πρὸς αὐτοὺς σκοπίμως δὶς ἢ τρὶς, συνεδριαζούσης τῆς Βουλῆς. Τοῦτο εἶναι, ὁμολογῶ, παρήγορον διὰ τοὺς πολιτευομένους, τοὺς ἐκτεθειμένους εἰς οἵους γνωρίζετε πάντες κινδύνους συκοφαντιῶν καὶ ὕβρεων· εἶναι ἀληθὴς παρηγορία δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν ἀδιαλείπτως διαπράττοντες τὰ κοινὰ καὶ δρῶντες, οὐδέποτε ἔλαθον βιοῦντες, ἀλλὰ τοὐναντίον, κληθέντες, μετέσχον πάντοτε προθύμως τῆς ἐπιτελέσεως καὶ ἐξαιρετικῶν δημοσίων καθηκόντων, δυσαρέστων μὲν καὶ ὀχληρῶν, δημιουργούντων δ’ ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν ἀπείρους ἐχθρότητας καὶ δυσαρεσκείας. Τοιαῦτα δὲ ἦσαν ἀληθῶς τὰ καθήκοντα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐξαιρετικῶς συνέπεσεν ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων νὰ κληθῶ πολλάκις ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἴτε ἐπιτροπαὶ πρὸς ἐξέτασιν καὶ ἔλεγχον κατηρτίσθησαν, εἴτε Εἰσαγγελεῖς πρὸς ὑποστήριξιν κατηγοριῶν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐξελέχθησαν, περιελήφθην σχεδὸν πάντοτε μεταξὺ αὐτῶν, γνωρίζετε δὲ πόσον αἱ τοιούτου εἴδους ἐργασίαι αὐξάνουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν δυσμενῶς πρός τινα διατεθειμένων. Ἐνῷ δὲ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πολιτική μου ἐν τῇ Βουλῇ δρᾶσις, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐπὶ μίαν ἤδη διετίαν, καίτοι τετράκις ἐπιμόνως ἀπεπειράθησαν οἱ τῶν λιβέλλων ἐργάται, οὓς θεωρῶ ἐντελῶς ἀσχέτους καὶ πρὸς τοὺς πολιτικούς μου ἀντιπάλους καὶ πρὸς τοὺς ἐπαρχιακούς μου ἀντιπάλους, νὰ προκαλέσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, δὲν ἀπέκτησαν ἐν αὐτῇ παρὰ μόνον τῆς περιφρονήσεως τὸ αἴσθημα· ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ αὐτὸς ὁ ἐπερωτήσας Βουλευτὴς, ἵνα ἀναβιβάσῃ μετὰ διετίαν ἐπὶ τοῦ βήματος τὰ λιβελλογραφήματα ἐκεῖνα, χωρὶς δι’ ὅλου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει αὐτὸς, ὁ τυχὼν καὶ κατὰ τὰς τρεῖς παρελθούσας Βουλευτικὰς Συνόδους, τὴν τοιαύτην πρὸς τὰ δημοσιεύματα ἐκεῖνα περιφρόνησιν τῆς Βουλῆς καὶ χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ἐπ’ αὐτῶν τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν δημοσίευσίν των περιφανῆ καὶ εὔγλωττον καὶ πανηγυρικὴν ἀπάντησιν τοῦ φρονήματος τῶν συμπολιτῶν μου. Οὐχὶ πάντα τὰ δημοσιεύματα ταῦτα, σᾶς βεβαιῶ μετὰ πάσης εἰλικρινείας, ὅσα ἀνέγνωσεν ἐντεῦθεν σήμερον, ἀλλὰ τινὰ ἐξ αὐτῶν περιῆλθον εἰς γνῶσίν μου τότε. Ἐζήτησα πληροφορίας, διότι, ὅπως ἠκούσατε ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν δημοσιευμάτων, τίποτε δὲν ἀναφέρεται ἀπ’ εὐθείας εἰς ἐμὲ, ἐζήτησα, λέγω, πληροφορίας καὶ ἔμαθον, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἦτο δὲ ἡ ἐποχὴ τῆς συστάσεως Κακουργιοδικείων, συνεπείᾳ τῶν δοθεισῶν πρός τε τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ τὰς ἄλλας Ἀρχὰς ὁδηγιῶν, καὶ τῶν ληφθέντων καὶ μέχρι σήμερον λειτουργούντων δραστηρίων μέτρων κατὰ φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων, ὅπως ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, (καὶ ἐπικαλοῦμαι περὶ τούτου τὴν μαρτυρίαν πάντων ὑμῶν) οὕτω καὶ ἐν Μεσολογγίῳ συνέπεσε νὰ προσέλθωσι πρὸς τὰς Ἀρχὰς σωρηδὸν τοιοῦτοι. Πλὴν δὲ τῆς ἐπισήμου ἐνεργείας πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς τοιαύτης προσελεύσεως τῶν φυγοδίκων καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς Εἰσαγγελεῖς καὶ πρὸς φίλους μου ἔγραψα νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν τοιαύτην προσέλευσιν, ἵνα μὴ λυμαίνηται πλέον τὸν τόπον ἡ φυγοδικία, μηδὲ νὰ ἀπασχολῆται κατ’ αὐτῆς καὶ μόνον ἡ στρατιωτικὴ δύναμις. Τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεδιώκετο, ἐπετεύχθη, καὶ οἱ φυγόδικοι σωρηδὸν προσήρχοντο αὐθορμήτως. Εἶναι ἐπισήμως βεβαιωμένον, ὅτι ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Μεσολογγίου δὲν ὑπῆρχε χῶρος πλέον πρὸς κάθειρξιν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ χῶρος ἐὰν ὑπῆρχεν, ἦτο προδήλως ὀρθὴ καὶ δικαία ἡ ζητηθεῖσα καὶ ἐγκριθεῖσα, κατ’ ἐκείνας δὲ τὰς ἡμέρας πραγματοποιουμένη, ἐξεύρεσις καὶ μίσθωσις φυλακῆς ἰδιαιτέρας διὰ τοὺς αὐθορμήτως προσερχομένους φυγοδίκους, οὓς εὐλόγως ἠξίωσαν καὶ ἀνετωτέρας τινὸς ἐν τῇ προφυλακίσει των καθείρξεως καὶ ἰδιαιτέρας μερίμνης, ὅπως προσδιορίζωνται κατὰ προτίμησιν πρὸς ἐκδίκασιν αἱ δίκαι αὐτῶν, καὶ ταχέως ἐκδικάζωνται. Πρὸς τοὺς οὕτω λοιπὸν αὐθορμήτως πρὸς αὐτὸν προσελθόντας καὶ ζητοῦντας νὰ δικασθῶσι φυγοδίκους, ἐν αἷς ἡμέραις ἐφρόντιζα περὶ εὑρέσεως καὶ μισθώσεως νέας φυλακῆς, ὁ Εἰσαγγελεὺς Μεσολογγίου ἐπέτρεψε νὰ μένωσι πρὸς ὥραν ἐλεύθεροι, ὅπως καὶ ἀληθῶς ἐγένετο, ὡς πρός τινας μὲν ἐπὶ ὥρας, ὡς πρὸς ἄλλους δὲ ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, μέχρις ὅτου ἐμισθώθη φυλακὴ, εἰς ἣν πάντες ἀνεξαιρέτως καὶ μέχρις ἑνὸς οἱ προσελθόντες ἐκεῖνοι καθείρχθησαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ φυγοδίκων ὑπὸ τῆς ἐξουσίας συλληφθέντων, τὸ πρᾶγμα ἦτο ἄξιον πολλῆς προσοχῆς καὶ αὐστηρότητος, ἀλλὰ, ὅπως ἠκούσατε, προέκειτο περὶ ἑκουσίως προσελθόντων καὶ ζητούντων νὰ φυλακισθῶσι καὶ δικασθῶσι, φυλακισθέντων δὲ τάχιστα πάντων καὶ δικασθέντων καὶ καταδικασθέντων, ἠκούσατε δὲ, ὅτι καί τις ἐξ αὐτῶν κατεδικάσθη εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν. Αὕτη εἶναι ἡ ἱστορία, ἥτις ἐχαρακτηρίσθη ὡς ὑπόθαλψις φυγοδίκων, καὶ ἃς κρίνωσι πάντες, ἐὰν δύναται αὕτη νὰ ἔχῃ πρός με ἀναφοράν. Οἱ οὕτως αὐθορμήτως προσελθόντες φυγόδικοι, ἐννοεῖται, ὅτι προσέφυγον εἰς δικηγόρους πρὸς ὑπεράσπισίν των, τινὲς δὲ ἴσως προσέφυγον καὶ πρὸς συγγενεῖς μου δικηγόρους καὶ πρὸς τὸν ἀδελφόν μου, δικηγόρον ὄντα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὀλίγιστοι ἦσαν ἐξ Εὐρυτανίας, ἐξ ἧς ἰδίως προέρχομαι, διότι ὀφείλω χάριν αὐτῆς νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐλαχίστους ἀριθμεῖ τοὺς πρὸς τὸ ἔγκλημα ἐπιῤῥεπεῖς, καὶ ἐπικαλοῦμαι εἰς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν τῶν γινωσκόντων αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν ἀναγινωσκόντων καθ’ ἑκάστην ἐφημερίδας ἐὰν βλέπωσι νὰ συμβαίνῃ συνεχῶς ἔγκλημα ἐν Εὐρυτανίᾳ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ζητήσαντας τὴν δικηγορικὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἀδελφοῦ μου, καὶ διὰ τοὺς ζητήσαντας τὴν ὑπεράσπισιν συγγενῶν ἢ ἀδελφῶν ἄλλων πολιτευομένων, καὶ διὰ πάντας ἐν γένει τοὺς ἑκουσίως καὶ αὐθορμήτως προσελθόντας, ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἐτηρήθη ἐπιεικὲς μέτρον ἀνέτου ὁπωσδήποτε προφυλακίσεως, καὶ ταχείας τῶν ὑποθέσεών των ἐκδικάσεως, τοῦτο δὲ ὁμολογῶ, ὅτι ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ συνιστῶ πάντοτε διὰ τοὺς αὐθορμήτως προσερχομένους, νὰ παρέχηται δηλαδὴ αὐτοῖς πᾶσα εὐκολία καὶ ταχέως νὰ προσδιορίζωνται αἱ δίκαι των καὶ ταχέως νὰ ἐκδικάζωνται, αὐστηρῶς δὲ νὰ κρίνωνται καὶ αὐστηρῶς νὰ ἀποτίνωνται αἱ ποιναὶ αὐτῶν. Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠθέλησαν καὶ ἐπειράθησαν τὸ γεγονὸς αὐτὸ νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν ἐναντίον μου, δὲν ἐδίστασαν νὰ τὸ συνδέσωσι καὶ πρὸς ἓν ἄλλο. Ὅπως ἠκούσατε, διέδωσάν τινες, ὅτι τοῖς εἶπέ τις, ὅτι ἤκουσε παρ’ ἄλλου, ἀκούσαντος ἀπὸ ἕνα ἄλλον, ὅτι ἡ καταδίωξις καὶ σύλληψις τοῦ δεῖνος φυγοδίκου ἢ λῃστοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ εὐκολώτερον, ἐὰν φίλοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τοῦτο συνετέλει. Ἅμα τῇ διαδόσει καὶ τῇ δημοσιεύσει ταύτῃ καὶ ὁ παρασταθεὶς ὡς ἀκούσας παρ’ ἄλλου καὶ ὁ παρασταθεὶς ὡς εἰπὼν τοιοῦτό τι ἔσπευσαν νὰ διαμαρτυρηθῶσι καὶ διὰ τοῦ τύπου, καὶ δι’ ἐπιστολῶν, διαψεύδοντες διαῤῥήδην τὰς τοιαύτας διαδόσεις. Ἡ λιβελλογραφία ὅμως ἐξηκολούθει τὸ ἔργον αὑτῆς καὶ ὑπῆρξε στιγμὴ καθ’ ἣν ἐθεώρησα, ὅτι δέν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον μόνον περιφρόνησιν ν’ ἀντιτάξω πρὸς αὐτὴν, ἀλλ’ ὅτι ὤφειλον νὰ προβῶ καὶ εἰς καταγγελίαν, καὶ κατήγγειλα τὴν πρᾶξιν, οὐχὶ μόνον ὡς ἐξύβρισιν, ἀλλὰ καὶ ὡς συκοφαντίαν, ἵνα ἀνοίξω τοιουτοτρόπως τὰς πύλας τῆς ἀνακρίσεως εἰς πάντα θέλοντα νὰ προσέλθῃ καὶ καταθέσῃ πᾶν, ὅ,τι ἐγίνωσκε, χωρὶς νὰ λησμονήσω, ὅτι καὶ πολιτικοὺς ἀντιπάλους καὶ ἐπαρχιακοὺς τοιούτους δεινοὺς ἔχω, περὶ ὧν ὅμως εἶχον καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πρός με ἀντίθεσίς των δὲν δύναται νὰ ὠθήσῃ αὐτοὺς πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ πρέποντος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἀνάκρισις αὕτη δὲν ἐπερατώθη, ἐὰν δὲν πλανῶμαι, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι δὲν εἶχον κἀνένα λόγον νὰ ἐνθυμηθῶ πλέον τὴν καταγγελίαν ἐκείνην. Ἐὰν εἶχον ἐπιθυμίαν τινὰ ἐνδόμυχον, ἡ ἐπιθυμία μου ἦτο νὰ μὴ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐν ὅσῳ εἶμαι Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Πρόκειται περὶ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται πενταετία πρὸς παραγραφήν· ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀτομική μου ἐπιθυμία ἦτο νὰ μείνωσιν ἀνοικταὶ δι’ αὐτὸ αἱ θύραι τῆς ἀνακρίσεως μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θὰ ἦτο δυνατὸν οἱ ἀντίπαλοί μου νὰ προΐστανται τῶν κοινῶν. Ἴσως ἐὰν ἄλλος ἦτο εἰς τὴν θέσιν μου, θὰ μετήρχετο ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον σύστημα, ἴσως ἐὰν ἄλλος ἦτο εἰς τὴν θέσιν μου, θὰ ἐφρόντιζεν, ἐνόσῳ ἦτο ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, νὰ κλείσῃ τὴν ἀνάκρισιν αὐτὴν ἐντὸς 8 ἡμερῶν. Ἐγὼ δὲν ἐμερίμνησα περὶ τούτου, οὐδὲ ἐνδομύχως τὸ ἐπεθύμησα. Εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι, καὶ ἂν οὕτω ἔπραττον, ἡ κατάκρισις τῶν φλεγομένων ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ μὲ κατακρίνωσι θὰ ἦτο δριμυτέρα, καὶ θὰ ἠκούομεν αὐτοὺς κραυγάζοντας, ὅτι ἡ σπουδὴ πρὸς περάτωσιν τῆς ὑποθέσεως ἀποδεικνύει τρανῶς τοὺς φόβους καὶ τὴν ἀνησυχίαν τοῦ καταγγείλαντος Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐφοβήθη μὴ τυχὸν ἡ ὑπόθεσις μείνῃ ἐκκρεμὴς καὶ ὅταν αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του ἀναχωρήσωσι τῆς ἀρχῆς. Θὰ ἠκούομεν αὐτοὺς ἐρωτῶντας δραματικῶς, τίς ἡ αἰτία τοιαύτης σπουδῆς; Μὴ ὁ Ἀννίβας εἶναι ἐπὶ θύραις; Μὴ ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους διατρέχει προφανῆ τινα κίνδυνον; Πρὸς τί ἡ τοιαύτη ἐσπευσμένη καταδίωξις ἁπλῶν ὑβριστῶν ἢ συκοφαντῶν, ἐν ᾧ τόσαι ἄλλαι ἀνακρίσεις βαρυτέρων καὶ ἐπικινδυνωτέρων ἐγκλημάτων μένουσιν ἐκκρεμεῖς; Τοιαῦτα βεβαίως θὰ ἠκούομεν, ἐὰν τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως ἐπεσπεύδετο. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ εὑρέθη Βουλευτὴς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ νὰ ἀναβιβάσῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τοιοῦτον ζήτημα, θέλω συστήσει εἰς τὴν Ἀνάκρισιν νὰ σπεύσῃ τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως, ἐναντίον τοῦ πόθου, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐξήγησα, ὅτι εἶχον, τοῦ πόθου νὰ ἴδω αὐτὴν λυομένην, ὅταν δὲν θὰ ἦμαι ἐγὼ ἐν τοῖς πράγμασι. Δὲν θεωρῶ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω πλείονα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἔρχεται τὸ δεύτερον θέμα τῆς ἐπερωτήσεως, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν δοθεῖσαν χάριν πρός τινα τῶν οὕτω προσελθόντων φυγοδίκων, καταδικασθέντα εἰς θάνατον, διότι ἡ χορηγηθεῖσα αὐτοῖς προστασία εἰς τοῦτο φαίνεται συνέκειτο, εἰς τὸ νὰ τεθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ καταδικασθῶσιν, ἄλλος μὲν εἰς θάνατον ἄλλος δὲ εἰς δεσμὰ καὶ οὕτω καθεξῆς, ἀναλόγως τῶν πράξεων, δι’ ἃς κατηγοροῦντο. Ἡ ποινὴ αὐτοῦ τοῦ εἰς θάνατον καταδικασθέντος, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη διὰ μίαν καὶ μόνην μεμονωμένην πρᾶξιν, πραχθεῖσαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸ δωδεκαετίας, μετεβλήθη εἰς ἰσόβια δεσμά, ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως τοῦ δικάσαντος αὐτὸν δικαστηρίου καὶ τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων ἐπιτροπῆς, τῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἐφετείου καὶ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Πρωτοδικείου καὶ ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα καὶ τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε μετεβλήθησαν ἐσχάτως αἱ ποιναὶ καὶ πάντων τῶν ἄλλων εἰς θάνατον καταδίκων. Βεβαιῶ δ’ ὅτι μετεβλήθησαν αἱ ποιναὶ καὶ δύο εἰς θάνατον καταδίκων ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ δικάσαντος αὐτοὺς Δικαστηρίου, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τῆς ἐπιτροπῆς, μεταξὺ ὅμως τῶν ὁποίων δὲν εἶναι αὐτός, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσεν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.

§29ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅτε εἶδον, Κύριοι, κατερχόμενος τοῦ βήματος, πόσον συνωφρυώθη ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τοῖς ἀναγγελθεῖσιν εἰς τὸ Σῶμα, καὶ κατὰ ποῖον πασίδηλον τρόπον ἔστρεψε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὰ νῶτα, ὁμολογῶ, ὅτι ἐπίστευσα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν ἀνέλθει ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ἤθελεν εἴπει, ὅτι ἀπὸ ταύτης τῆς στιγμῆς παύει νὰ κατέχῃ τὸ ἐδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀφίνων τὴν δικαιοσύνην ἀνεπηρέαστον καὶ ἐλευθέραν, αὐτὸς ὁ πρῶτος μοχλὸς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ὁ ἀνώτατος ἄρχων αὐτῆς, ἵνα αὕτη ἀφόβως ἐκτελέσῃ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον. Καὶ ἠξίουν μάλιστα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἐνθυμοῦμαι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῶν Βελεντζείων, ἧς καὶ αὐτὸς καὶ ἐγὼ (ὡς εἰσηγητὴς) ἀποτελοῦμεν μέρος, ὅτι ἠρεθίζοντο τὰ νεῦρα καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, τότε δὲ μέλους τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς κατά τινος Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι εὐθὺς ὡς εἶχε διαδοθῇ κατ’ ἐκείνου, ὅτι εἶχε προβῇ εἰς πράξεις, αἵτινες, ἐὰν ἀλήθευον, ἤθελον ἐκθέσει αὐτὸν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος τῆς Δικαιοσύνης παρῃτήθη, οὐχὶ αὐθωρεί, ἀλλὰ μετὰ πέντε ἢ δέκα ἡμέρας. Καὶ ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, εὐθὺς ὡς εἶχεν ἰδεῖ, ὅτι κατετίθεντο κατ’ αὐτοῦ μαρτυρίαι (ἀόριστοι ἢ ὡρισμέναι, δὲν ἐξετάζω σήμερον), ἀφῆκεν ὁμολογουμένως τὴν δικαιοσύνην ἀνεπηρέαστον, καὶ εὐγενῶς καὶ φιλοτίμως φερόμενος, ἔδωκεν αὐθωρεὶ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τὴν ἑαυτοῦ παραίτησιν. Καὶ ἀντὶ νὰ ἀκούσωμεν ὁμοίως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πράττοντα, ἔστω καὶ μετὰ δύο ὅλα ἔτη, εἴδομεν αὐτὸν ἀνελθόντα ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ μέγα φυσῶντα, ἵνα εἴπω κατὰ Δημοσθένη, καὶ προσπαθοῦντα ν’ ἀπολογηθῇ, ἐνῷ συμφερώτερον ἤθελε πράξει, ἐὰν ἐσιώπα. Εἶπεν, ὅτι τὰ λεχθέντα τότε καὶ δημοσιευθέντα ἐν ταῖς ἐφημερίσι διεψεύσθησαν. Παρά τίνος; Ὁ κ. Τσιμπουράκης ῥητῶς ὑμῖν λέγει, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς Ἄρτης κ. Δημητριάδης ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ ἄλλων ἐντιμοτάτων καὶ ἀξιοπίστων προσώπων ὡμολόγησεν, ὅ,τι ἤκουσε τότε καὶ ὅ,τι διεδόθη περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρ’ αὐτοῦ τοῦ διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ κ. Μπαϊρακτάρη. Δὲν ἠξεύρω, κύριε Χατζόπουλε, εἶναι φίλος ἡμῶν, ἢ τῆς συμπολιτεύσεως, ὁ κ. Τσιμπουράκης, δήμαρχος Ὠλενείας;

§30ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§31ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος λοιπὸν τὰ διέψευσεν; Ὁ διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ κ. Μπαϊρακτάρης ῥητῶς ἐμνημονεύετο, ὅτι εἶπεν εἰς τὸν εἰσαγγελέα Ἄρτης ὅσα ἐδημοσιεύθησαν. Εἴδατε ὑμεῖς διάψευσίν τινα τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη ἐν ταῖς ἐφημερίσι περὶ τούτου; Δύο ἔτη παρῆλθον ἔκτοτε, ἡ ὑπόθεσις συζητεῖται καὶ ὁ κ. Μπαϊρακτάρης σιωπᾷ. Ποῖος τὰ διέψευσεν; Ὁ κ. Δεσποταῖος; Ὁ κ. Βορίλλας; Πάντων αὐτῶν τὰς ὑπογραφὰς ἔχω δημοσιευθείσας ἐν τῷ «Χρόνῳ Ἀθηνῶν», οὗτοι δὲ ῥητῶς κατηγοροῦσι: «καίτοι γινώσκοντες τὴν δυσχερῆ θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως Ἄρτης κ. Δημητριάδου, ἐν τούτοις, προκαλούμενοι ὑπὸ τῆς συντάξεως τῆς ἐφημερίδος, ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ταῦτα ὁ κ. Δημητριάδης ἀνεπιφυλάκτως καὶ εἰς ἐπήκοον ἡμῶν καὶ ἄλλων ἀξιοτίμων προσώπων ἐξέθηκεν αὐτολεξεί». Οὐδεὶς λοιπὸν διέψευσέ τι, καὶ τὰ πράγματα μένουσιν ἀκέραια. Ἓν μόνον δὲν ἔμεινεν ἀκέραιον, ἡ ἐνέργεια τῆς δικαιοσύνης, ἣν ὑμεῖς ἐσταματήσατε. Ἐσταματήσατε αὐτὴν, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἢ μεγαλοφρονεῖτε; Ἀλλ’ ἡμεῖς γνωρίζομεν πῶς συμπεριφέρεσθε πρὸς τοὺς ὑμετέρους πολιτικοὺς ἀντιπάλους· διότι δημοτικὸς σύμβουλος Ἀθηνῶν, καὶ Βουλευτὴς συγχρόνως τυγχάνων, εἶπε λέξεις τινὰς ὡς δημοτικὸς σύμβουλος καὶ ἐν συνεδριάσει τοῦ Συμβουλίου κατὰ τοῦ τότε Νομάρχου Ἀττικῆς ἀξιοτίμου κ. Δημητριάδου, λέξεις, ἃς ἐθεωρήσατε ὡς ἐξύβρισιν τοῦ ἀξιώματος τοῦ Νομάρχου, ἐνῷ τὰ λεχθέντα ἔτεινον εἰς ὑπεράσπισιν τῶν δημοτικῶν δικαιωμάτων, ἀσυστόλως παρ’ ὑμῶν καταπατουμένων, ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν ἐξεδώκατε προβούλευμα, ἐξεδώκατε καὶ ἐκοινοποιήσατε κλητήριον θέσπισμα, ἐδικάσατε τὸν δημοτικὸν ἐκεῖνον σύμβουλον καὶ Βουλευτὴν, καὶ ἐφυλακίσατε αὐτὸν μετὰ τῶν κοινῶν ἐγκληματιῶν. Λοιπὸν μεγαλοφρονεῖτε; Δὲν πιστεύω ἡ εὐγενὴς ἰδιότης αὕτη νὰ χαρακτηρίζῃ πρὸ παντὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, διότι δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν λοιπῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει ἄρα νὰ μὴ καταπληχθῶ ἐξ ὅλου ἐκείνου τοῦ ὄγκου, ὃν παρεστήσατε ἀπὸ τοῦ βήματος. Τί ὠφείλατε νὰ πράξητε; Νὰ παραιτηθῆτε. Τί ὠφείλατε νὰ πράξητε; Νὰ ζητήσητε ἄδειαν τοῦ προϊσταμένου ὑμῶν, ἵνα μεταβῆτε εἴς τι μέρος τῆς ἀλλοδαπῆς χάριν τῆς ὑμετέρας ὑγείας, καὶ νὰ ἀφήσητε τὴν δικαιοσύνην ἐλευθέραν, πρὸ πάντων μὴ διοικουμένην παρ’ ὑμῶν, οὐδὲ παρ’ ὑμῶν ὁδηγουμένην καὶ περιστελλομένην. Διότι ἐν τῇ καταστάσει, εἰς ἣν ἠγάγετε τὰ τῆς Πολιτείας, πρέπει τις νὰ ἦναι Γράκχος, ὅταν τυγχάνῃ δημόσιος ὑπάλληλος, πρέπει νὰ ἦναι Γράκχος ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὸν προϊστάμενον Ὑπουργόν· καὶ Γράκχοι δὲν ὑπάρχουσι δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι. Λοιπὸν δὲν ἀπελογήθητε εἰς ὅσα ἐκατηγόρησαν ὑμᾶς καὶ εἰς ὅσα κατηγορῶ ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀφοῦ οὕτω θέλετε. Διότι ὅσα ἐξέθηκα ἐντεῦθεν περιβάλλονται μὲν τὸν τύπον τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλ’ εἶναι ῥητὴ κατ’ οὐσίαν κατηγορία. Καὶ ἂν ἐκεῖ ἦτο ἡ πλειονοψηφία, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) οὐδεμίαν στιγμὴν ἠθέλετε κατέχει τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἤθελε σχηματισθῆ εὐθὺς ἀνακριτικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐξετάσῃ διατὶ διετάξατε νὰ σταματήσῃ ἡ ἐνέργεια τῆς δικαιοσύνης κατὰ τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», καὶ διατὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀπενείματε βασιλικὴν χάριν εἰς ἀρχηγὸν ληστοσυμμορίας, ὃν μέλος τῆς οἰκογενείας ὑμῶν ἐπροστάτευσεν, ὡς ὡμολογήσατε. Κατεδικάσθη εἰς θάνατον! εἴπετε. Καὶ ὑμεῖς κατεδικάσατε αὐτόν; Οἱ ἔνορκοι ἐκήρυξαν αὐτὸν ἔνοχον. Αὐτὸ δὰ ἔλειπε, νὰ μὴ καταδικασθῇ, ὅταν ἕψησεν ἀνθρώπους, ὅταν ἐζεμάτισεν ἄλλους δι’ ἐλαίου, ὅταν δὲν ἀφῆκεν εἰς ἡσυχίαν ὁλόκληρον κοινωνίαν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη! Αὐτὸ ἔλειπε, νὰ ἀπονείμητε αὐτῷ καὶ κἀνὲν παράσημον διὰ τοῦ ὑμετέρου συναδέλφου, ὅμοιον ἐκείνοις, ἅτινα πέρυσι κατὰ χιλιάδας ἀπενείματε εἰς παντοίους ἀνωνύμους ἀνθρώπους. Κατεδικάσθη εἰς θάνατον παρὰ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἀσεβοῦντες πρὸς αὐτὴν, καὶ πολλαπλασιάζοντες τὰς χάριτας, καὶ ἀκολουθοῦντες ἀκριβῶς τὸ παλαιὸν ὑμῶν σύστημα, ἀπενείματε καὶ αὐτῷ χάριν, μόλις ἀκριβῶς μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς καταδίκης! Καὶ ὅταν βλέπω ταῦτα, πείθομαι, ὅτι ματαίως ἀληθῶς καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας συνεκινοῦντο, ὅτε μίαν πρὸς μίαν ἀνέλυον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς δοθείσας παρ’ ὑμῶν χάριτας εἰς 4,000 φοβεροὺς ἐγκληματίας, οἵτινες ἐπλημμύρησαν τὴν Ἑλλάδα, ὧν τὸ γένος ἐπολλαπλασιάσατε, καὶ οἵτινες εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς ὀδυνηρᾶς καὶ ἐπικινδύνου καταστάσεως, εἰς ἣν ἠγάγετε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Ἐπλημμύρησαν τὰ ἐγκλήματα, καὶ ἡ πλημμύρα αὕτη ὀφείλεται εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν σῶμα, καὶ τὴν πλημμύραν ταύτην ἐξακολουθεῖτε ἐξογκοῦντες διὰ τῆς ἀπονομῆς χάριτος καὶ εἰς ἐκείνους ἀκόμη, περὶ ὧν κατηγορήθητε, ὅτι ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας ἐφροντίζετε, παρέχοντες αὐτοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ ὑμῶν καὶ τοῦ ὑμετέρου ἀδελφοῦ ἄσυλον. Ἤλθατε ἐνταῦθα καὶ ἐνομίσατε, ὅτι ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῆς μεγαλοφροσύνης δύνασθε νὰ σωθῆτε. Καὶ ἐβεβαιώσατε ἐπισήμως, ὅτι οὐδὲν ἀφήκατε νὰ ἐνεργήσωσι κατὰ τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» ἤδη ἐπὶ δύο ἔτη, διότι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος παραγραφῆς, ἐπειδὴ μετὰ πέντε ἔτη τὸ ἀδίκημα τοῦτο παραγράφεται. Ἐπὶ τῇ δικαιολογίᾳ ταύτῃ ἐλυπήθην, διότι δὲν εἶναι ὑπεράσπισις ἐμπρέπουσα οὐδὲ εἰς ἁπλοῦν δικηγόρον περὶ τυχαίου αὐτοῦ πελάτου, νὰ λέγητε, ὅτι ἐνεχειρίσατε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καταγγελίαν, δι’ ἧς παρεπονεῖσθε, ὅτι ἐσυκοφαντήθητε καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς ἰδιώτης, ἐν τάχει νὰ ἐνεργήσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, διότι προσβάλλεται ἡ ὑπόληψις ὑμῶν καὶ ἡ τιμή, καὶ κατόπιν νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐν τάχει σημαίνει ἀκριβῶς τι ἀντίθετον, ἐν μακρῷ χρόνῳ, οὐδέποτε. Ἐγώ, Κύριοι, ἐνόμιζον, ὅτι ἐπὶ τέλους ἠθέλομεν σταθῆ εἰς τὰ δύο ἔτη, βλέπω ὅμως, ὅτι καὶ πέντε ἔτη ἐδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ σιωπᾷ ἀπέναντι φοβερᾶς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας. Δὲν ἠξεύρω τί θέλει προκύψει, ὅταν φέρῃ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς συναμφοτέρας τὰς δικογραφίας, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ἴδω τὰς δικογραφίας, τὴν περὶ καταδιώξεως τοῦ συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», καὶ τὴν δι’ ἧς ἀπενεμήθη χάρις εἰς τὸν Τάκην, νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει, παρακαλῶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς 36 δικογραφίας τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ε. ε., δι’ ὧν ἀπενεμήθησαν χάριτες εἰς φοβερωτάτους κακούργους· νὰ φέρῃ 5 δικογραφίας τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, 14 τοῦ Μαρτίου, 16 τοῦ Ἀπριλίου, 20 τοῦ Μαΐου, 10 τοῦ Ἰουνίου, 13 τοῦ Ἰουλίου, 5 τοῦ Σεπτεμβρίου, 61 τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ 4 τοῦ Νοεμβρίου ε. ε., ἤτοι ὁμοῦ 184 δικογραφίας, δι’ ὧν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἀπενεμήθησαν χάριτες. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ φέρῃ τὰς 184 δικογραφίας, ἃς θέλομεν συμμελετήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ἴδωμεν ποῦ ἐβασίσθη καὶ ἔδωκε τὴν σωρείαν αὐτὴν τῶν χαρίτων. Νὰ φέρῃ δὲ καὶ ἄλλας 182 δικογραφίας περὶ χαρίτων, ἀπονεμηθεισῶν εἰς στρατιωτικοὺς κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ τότε θέλομεν συζητήσει ἐκτενέστερον περὶ τῆς πολιτείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.

§32ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὅτε εἰς ἐποχὴν πολὺ ἀφεστῶσαν τῆς παρούσης ἐγένετο μέγας ἐν τῇ κοινωνίᾳ θόρυβος, διότι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔκρινε καλὸν χάριν ἐκλογικῶν ὑπολογισμῶν νὰ δώσῃ χάριν εἰς 1800 πολιτικοὺς καταδίκους, καὶ ἀπηυθύνθη ἐπερώτησις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰς χάριτας αὐτὰς, ἀνῆλθεν οὗτος τὸ βῆμα καὶ μετὰ στόμφου εἶπε προοιμαζόμενος: «ἐπεθύμουν νὰ λάβω ἀφορμὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἵνα δικαιολογηθῶ καὶ φιμώσω ῥυπαρὰ στόματα». Εἶναι, Κύριοι, τοῦτο γνώρισμα λυπηρὸν, εἶναι σύμπτωμα ἀπελπιστικὸν τῆς ἠθικῆς ἐκλύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ κοινωνία ἡμῶν, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ πολιτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει. Ἔλεγε τότε ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ἐζήτει εὐκαιρίαν νὰ φιμώσῃ ῥυπαρὰ στόματα, καὶ ἐνόμιζέ τις, ὅτι δικαιολογούμενος θὰ προέβαλλεν, ὅτι οὐδεμία ἀπενεμήθη χάρις εἰς καταδίκους. Καὶ ὅμως ὡμολόγησεν ἐκεῖνο, δι’ ὅπερ κατηγορεῖτο, ἤτοι, ὅτι 1800 χάριτας ἀπένειμεν εἰς πολιτικοὺς καταδίκους. Αὐτὴ ἦτον ἡ δικαιολογία, διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγεν, ὅτι θὰ ἐφίμωνε ῥυπαρὰ στόματα. Τὸ αὐτὸ σύστημα ἀκολουθῶν καὶ ἤδη, καίτοι δὲν τὸν κατηγόρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐζήτησε πληροφορίας, ἀνῆλθεν οὐχ ἧττον τὸ βῆμα, καὶ πεφυσιωμένως, ὡς πάντοτε, ἐξύβρισε τὸν Βουλευτὴν ἐκεῖνον, διότι ἔσχεν, ὡς εἶπε, τὸ θάῤῥος ν’ ἀνακινήσῃ ζήτημα ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπόληψίν του, ὅπερ οὐδεὶς ἄλλος μέχρι τοῦδε ἀνεκίνησε, ὡσανεὶ οἱ Βουλευταὶ καθῆκον εἶχον, οὐχὶ νὰ ἀποκαλύπτουν τὰ αἴσχη τὰ κοινωνικὰ καὶ τὰ πολιτικὰ, ἔστω καὶ ἂν ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ τὰ περικαλύπτουν. Ἐνόμιζον, ὅτε εἶδον τὸν Ὑπουργὸν ἀνελθόντα μετὰ τοσούτου θάῤῥους τὸ βῆμα, ὅτι θὰ μᾶς ἔλεγε: «Τί μέμφεσθε ἐμὲ, διότι ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της; Ἐγώ, διότι μοὶ ἀπεδόθη βαρεῖα κατηγορία, ὅτι περιέθαλπον ληστὰς ἕνεκα χρηματικῶν λόγων, ἔσπευσα νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ ἐπειδὴ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐξετέλεσε τὸ ἰδικόν της, θὰ τιμωρήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φέρουσι τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην». Ἀντὶ τούτου ὅμως προσέφυγεν εἰς ἐπιχειρήματα ἀνάξια ὄχι Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ καλοῦ ὀπωσοῦν δικολάβου. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπεθύμει νὰ μὴ ἐκδικασθῇ αὐτὴ ἡ κατηγορία, διὰ νὰ μὴ εἴπῃ ὁ κόσμος, ὅτι ἐπηρεάσθη ἡ δικαιοσύνη. Καὶ τότε τὸν ἐρωτῶ: πρὸς τί ἐνεχείρισε τὴν μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντίᾳ; Καὶ ἀφοῦ διὰ τῆς μηνύσεώς του παρεκάλει τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως ἐν τάχει ἐνεργήσῃ τὰ καθ’ ἑαυτὸν, τί ἔπραξεν, ὅτε εἶδεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἐνήργησε τίποτε; Ἀλλὰ βεβαίως, τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ, ἀφοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐνεργῇ κατὰ διαταγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;

§33ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) Πῶς τὸ λέγετε αὐτό;

§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὸ εἴπετε.

§35ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶπον ὅτι οὔτε ἐμνήσθην τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ ὅτι, ἂν ἐμνήσθην αὐτῆς, ἐμνήσθην κατεχόμενος ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ πόθου, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ νὰ ἐνεργήσῃ ἐν ἐλευθερίᾳ ἀπὸ πάσης ἐπιδράσεως· Δὲν παρήγγειλα τίποτε. Διαστρέφετε τοὺς λόγους μου.

§36ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1886 δὲν ἐμνήσθη ἔκτοτε τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ τὴν 6 Μαΐου 1888, τὴν 17 Μαΐου 1888 καὶ τὴν 22 νομίζω Μαΐου 1888, ὁ «Σύλλογος», ἐφημερὶς ἔχουσα μεγίστην διάδοσιν ἐν Ἀθήναις, ἔγραψεν ἀλλεπάλληλα ἄρθρα περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰ ὁποῖα ἄρθρα ἀνέγνωσεν ὁ Ὑπουργὸς, διότι τῷ ἐστάλησαν, ἵνα τὰ ἀναγνώσῃ καὶ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, ἐκτὸς ἐὰν οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοί του δὲν μεταβιβάζουν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ὅ,τι τοῖς στέλλουν. Ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι τῷ ἐστάλησαν καὶ τὰ ἀνέγνωσεν ὁ Ὑπουργὸς μετὰ μεγάλης προσοχῆς, καὶ πολὺ συνεκινήθη, καὶ ὑπέθετεν, ὅτι τῶν ἄρθρων ἐκείνων ἤθελε γίνει ἐξακολούθησις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ὥστε δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπὶ δύο ἔτη κοιμᾶται ἡ ὑπόθεσις, καὶ οὐδέποτε ἐμνήσθη αὐτῆς.

§37ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ὁ ἐνταῦθα Εἰσαγγελεὺς δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς εἰσαγωγὴν τῆς δίκης εἴτε μετὰ προανάκρισιν, εἴτε ἀπευθείας, διότι διετάχθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐθορυβήθη διὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς καὶ μοὶ εἶπε: «Τίς σοὶ εἶπεν, ὅτι διέταξα τὸν Εἰσαγγελέα νὰ μὴ ἐνεργήσῃ;» Ἐγὼ ἀπήντησα, ὅτι τὸν διέταξεν αὐτὸς οὗτος, καὶ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω διατὶ ἀπήντησα οὕτως. Ἐδόθη μήνυσις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸ δύο καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν, ἀφορῶσα εἰς διασκέδασιν πάσης ὑπονοίας περὶ τοῦ ὅτι ἦτο δυνατὸν οὗτος νὰ ὑποθάλπῃ ληστὰς ἐπὶ χρηματικῇ ὠφελείᾳ. Παραγγέλλει ὁ ἴδιος, ὅπως ἐν τάχει ἐνεργηθοῦν τὰ δέοντα, καὶ ὅμως ἐπὶ δύο ἔτη δὲν ἐνεργεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς τίποτε. Διὰ τί τοῦτο; Διότι πόθος του ἦτο, εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς, νὰ μὴ τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Ἐρωτῶ νῦν: Διαστρέφω ἐγὼ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθέντα, ἢ τοὐναντίον ὁ Ὑπουργὸς ζητεῖ ν’ ἀποπλανήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κόσμον; Καὶ εἶναι πιστευτὸν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἀθηνῶν, μετὰ τόσῳ σκανδαλώδη ἐξέλιξιν τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως, ἦτο δυνατὸν ν’ ἀφήσῃ τὴν μήνυσιν αὐτὴν ἀνενέργητον, ἂν δὲν παρηγγέλλετο ἀνεπισήμως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ἐμμέσως, ὅτι ἐκ γεναιοφροσύνης δὲν θέλει νὰ ἐκδικασθῇ ἡ ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατηγορία, ἐνόσῳ εἶναι αὐτὸς Ὑπουργὸς, ὅπως μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἐπιζητεῖ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν δικαιοσύνην. Πλὴν, διὰ νὰ ἐκτιμήσητε τὸ μέτρον τῆς γεναιοφροσύνης τῶν σημερινῶν Ὑπουργῶν σᾶς ὑπομιμνήσκω τὸ γνωστὸν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐν μέσῃ πρωτευούσῃ. Δύο ὑπαξιωματικοὶ ἔτυχε κατὰ κακήν των μοῖραν νὰ διέρχωνται πρὸ τῆς οἰκίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἔνθα συνέβη συμπλοκὴ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ θεράποντος αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἐτραυμάτισαν ἐλαφρῶς. Ὁ κ. Τρικούπης ὄχι μόνον δὲν παρημπόδισε τὴν δίκην, ἀλλὰ καὶ ἐξεδικάσθη αὕτη τάχιστα ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, ὅπερ κατεδίκασε τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς εἰς ἑξαετῆ εἱρκτὴν διὰ πρᾶξιν, δι’ ἣν τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἤθελε τοὺς καταδικάσει εἰς ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν!

§38ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ παρομοίασις κατάλληλος.

§39ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ παρομοίασις κατάλληλος, λέγει εἷς τῶν Βουλευτῶν. Ἀφοῦ ὁμιλῶμεν περὶ τῆς ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν ἐπιδράσεως ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἡ σύγκρισις εἶναι πλέον ἢ κατάλληλος.

§40ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφοῦ γίνεται ἐπερώτησις περὶ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, δὲν πρέπει νὰ παραβάλωμεν τὸν Ὑπουργὸν μὲ ἕνα μάγειρον.

§41ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε, Κύριοι, τὰ περὶ γενναιοφροσύνης τοῦ κ. Βουλπιώτου λεγόμενα, ὅτι δὲν ἤθελε νὰ διεξαχθῇ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἡ δίκη ἐνόσῳ αὐτὸς τυγχάνει Ὑπουργὸς, εἶναι λόγοι κενοὶ, μὴ βαρύνοντες διόλου ἐπὶ τῆς συνειδήσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ πείθωνται. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περιπλέχθη εἰς ὑπόθεσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθῃ ἄσπιλος, καὶ διὰ τοῦτο παρημπόδισε τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης. Ὅτι δὲ εἶναι βέβαιον τοῦτο, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ πλείστων ἄλλων περιστατικῶν, διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐν Μεσολογγίῳ διεξάγεται τόσῳ πλημμελῶς, ὥστε δίδει χώραν εἰς λυπηρὰς σκέψεις περὶ τῆς ἐν γένει τύχης τοῦ τόπου. Δὲν ἤξευρον, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τοιαύτη ἐπερώτησις, διὰ νὰ φέρω ἀποδείξεις, ὅτι καὶ πρὸ μικροῦ ἀκόμη, ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ τὴν προστασίαν τῶν φίλων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἷς κατηγορούμενος ἐπὶ ἀνθρωποκτονίᾳ ἀφέθη ἐλεύθερος, ἵνα μεταβῇ ἄνευ οὐδεμιᾶς συνοδείας εἰς Ζάκυνθον, ὅπως δικασθῇ ἐκεῖ ἐν τῷ Κακουργιοδικείῳ. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα γίνονται, καὶ ἐνῷ ἔχετε γνῶσιν μιᾶς ἱστορικῆς προτάσεως τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ Εἰσαγγελέως, ἀναφερομένης εἰς τὸν σκανδαλωδῶς συλληφθέντα καὶ προφυλακισθέντα πρώην βουλευτὴν κ. Κ. Στράτον, ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ περιαυτολογῶν ἀπρεπῶς, νομίζει, ὅτι θὰ μᾶς καταπλήξῃ λέγων, ὅτι περιφρονεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐναντίον του διέδωκαν τὰ ἐν τῷ «Χρόνῳ Ἀθηνῶν» δημοσιευθέντα. Καὶ τίνας διαδόσεις περιφρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργός; Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν Δεσποταίου, Βάλβη, Δημητριάδου, Τσιμπουράκη καὶ Βαρίλλα, συμπολιτῶν τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀξίων πάσης πίστεως καὶ ὑπολήψεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἔδωκαν δείγματα ἐσχάτης ἀνευλαβείας κατὰ τῆς δημοσίας ἠθικῆς οἱ σήμερον κυβερνῶντες τὴν χώραν. Αὔριον θὰ σᾶς φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν δικογραφίαν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἔχει γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἴσως δὲ καὶ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων, Ἀλλ’ εἶναι δύσκολον νὰ ἔχῃ γνωμοδότησιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Οὐδὲν τούτου εὐκολώτερον ἐν τῇ σημερινῇ ἐποχῇ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι: διατὶ ἔδωκε χάριν εἰς λῃστὴν μετὰ μικρὸν ἀφ’ ἧς κατεδικάσθη εἰς θάνατον; Ἔχει, λέγει, συστάσεις. Καὶ ἐγὼ τῷ παρατηρῶ, ὅτι συστάσεις εἶχε καὶ ὅτε μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἀπὸ τῆς καταδίκης εἰς εἱρκτὴν ἔδωκε πλήρη χάριν εἰς δύο πρό τινος χρόνου ἐν Κεφαλληνίᾳ καταδικασθέντας. Ἀλλὰ τίς ἀμφιβάλλει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν θέλῃ, δύναται νὰ λάβῃ συστάσεις ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ ἀπό τινα Δικαστήρια;

§42ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι πολὺ ἀκριβὲς αὐτό. Τὰ δικαστήρια δὲν ὑποκύπτουν εἰς τὰς τοιαύτας αἰτήσεις τῶν Ὑπουργῶν.

§43ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι τόσον σπουδαῖον τὸ ζήτημα τοῦτο, ὥστε λυποῦμαι βλέπων τινὰς τῶν συμπολιτευομένων Βουλευτῶν, θέλοντας νὰ ἐπιδεικνύωσιν ἄκαιρον καὶ ὑπερβάλλοντα ζῆλον ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ πρᾶξιν, ἥτις δὲν ἀφορᾷ οὔτε τὴν Συμπολίτευσιν οὔτε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ τὴν τύχην καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ οἱ Κύριοι τῆς Συμπολιτεύσεως ἄλλως φρονοῦν, ἂς κύπτωμεν ὑπὸ τὴν θέλησίν των, ἐφόσον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν τόπον τοιαύτη κατάστασις.

§44ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐγερθεῖσα συζήτησις δὲν δύναται νὰ λήξῃ χωρὶς νὰ προκύψῃ ἐκ ταύτης ἓν συμπέρασμα. Βεβαίως δὲν συμμερίζομαι τὸ προβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἐπερωτήσαντος Βουλευτοῦ, ὅτι ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησιν αὑτοῦ. Ἀλλοίμονον, ἂν καθιεροῦτο τοιαύτη ἀρχή, νὰ παραιτῶνται οἱ Ὑπουργοί, διότι ὑποβάλλεται μία οἱαδήποτε αἰτίασις κατ’ αὐτῶν. Ἐν τούτοις φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις, πρὶν δοθῇ πλήρης ἱκανοποίησις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πλήρη δὲ ἱκανοποίησιν δύναται νὰ παράσχῃ μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ διότι εἶναι ἐν γνώσει τῶν διατρεχόντων, ἐνῷ ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ, καὶ διότι ἐκπροσωπεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ἐφ’ ἧς ἀντανακλᾷ σπουδαία μομφή. Πρέπει νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Βουλευτηρίου τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ ἀκεραίαν τὴν ὑπόληψίν του, εἰς τοῦτο δὲ μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ τὸν συντρέξῃ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἠκούσατε λεχθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λίαν δυσμενῶς ἐξετίμησε καὶ λίαν ἀνεπαρκῆ ἐθεώρησε τὴν ἀπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης (θόρυβος). Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀξιώσῃ τοιαύτης πανδήμου ἱκανοποιήσεως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τότε ὀφείλει οὗτος ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα αὕτη ἐκτιμήσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ ἐπερωτήσαντος ἐκτυλιχθέντα.

§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ κύριος Βουλευτὴς θέλει νὰ ἐκφράσω γνώμην. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι λιβελογραφίαι, ὁποῖαι αἱ προσαχθεῖσαι πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀνάξιαι πάσης συζητήσεως (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§46ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂν ὅσα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὸν «Χρόνον τῶν Ἀθηνῶν» ἦναι λιβελλογραφίαι, τότε δὲν ἔπρεπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ καταγγελίαν. Ἀφοῦ τὴν ἐνήργησεν, ἢ ὤφειλε νὰ φθάσῃ μέχρι τέλους, ἢ νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του.

§47ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τί ἐννοεῖ λιβελλογραφήματα; Ἐκεῖνα, ἅτινα ἔγραψεν ὁ «Χρόνος», ἢ ἐκεῖνα, ἅτινα ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος; Ἐὰν νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον αὐτῷ νὰ ὁμιλῇ περὶ ἐμοῦ, ὡς ὡμίλησε, τῷ ἀπαντῶ, ὅτι αὐτὸς ἐβάδισε τὴν πολιτικὴν τῆς λιβελλογραφίας καὶ τῶν συκοφαντιῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λιβελλογραφήσας τὸν ἀνεύθυνον ἡγεμόνα διὰ τοῦ «τίς πταίει», αὐτὸς ὁ συκοφαντήσας τὸν Κουμουνδοῦρον, ὅταν ἔλεγε περὶ ἐκείνου, ὅτι ὑπὸ τὴν κλίνην αὐτοῦ εἶχε τοποθετημένον μηχάνημα, δι’ οὗ κατεσκεύαζε καϋμέδες (ποδοκροτήματα καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§48ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ διατάξητε τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων, κ. Πρόεδρε.

§49ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν, οὔτε περὶ λιβελλογραφημάτων, οὔτε περὶ συκοφαντιῶν. Ἐὰν ἐννοῇ τὰ γραφέντα ἐκ τῆς συντάξεως τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», δηλαδὴ τὰς κρίσεις τῆς ἐφημερίδος, ἐκεῖνος, ὃν ἀποκαλεῖ λιβελλογράφον, θέλει ἔχει τὴν φιλοτιμίαν αὔριον νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν ἀπάντησιν τῷ Πρωθυπουργῷ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅταν Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀναλαμβάνῃ τὴν ἀνάγνωσιν ἐγγράφων ἐπισημοτάτων, νὰ ὁμιλῇ περὶ λιβελλογραφημάτων. Ποῖον εἶναι λιβελλογράφημα; Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Δεσποταίου, τοῦ πρὶν Βουλευτοῦ; Δὲν ἐβάσισα τὴν ἐπερώτησίν μου ἐπὶ τῶν γραφέντων παρὰ τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» καὶ ἐκεῖ ἐδυνάμην νὰ βασίσω αὐτὴν, διότι πολλάκις ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς προσέφυγον εἰς τὸν συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», ἐκλιπαροῦντες τὴν ὑποστήριξιν ἐκείνου· τὴν ἐπερώτησίν μου βασίζω ἐπὶ ἐγγράφων, ἅτινα ὤφειλε νὰ σεβασθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως Μπράβου, ὅστις ἀπεδείχθη ὁ βλακίστατος τῶν ὑπὸ τὸν ἥλιον Εἰσαγγελέων, ὅστις λέγει, ὅτι ἀφῆκεν ἐγκληματίας καὶ λῃστὰς νὰ περιφέρωνται εἰς διαφόρους οἰκίας καὶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Τὴν ἐπερώτησίν μου ἐβάσισα εἰς αὐτὴν τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπογεγραμμένην καταγγελίαν. Καὶ ἀντὶ νὰ ἀπολογηθῶσιν εἰς τοιαύτην κατηγορίαν, ἧς ὁμοίαν οὐδὲ οἱ πρεσβύτατοι τῶν Βουλευτῶν ἤκουσάν ποτε ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ὁ μὲν ἀνέρχεται τὸ βῆμα κομπάζων, καὶ λέγει εἰς ἡμᾶς, ὅτι περὶ αὐτοῦ θέλει ὁμιλήσει καὶ ἡ ἱστορία, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς, προκαλούμενος λίαν εὐφυῶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτοῦ, ὀχυροῦται ὄπισθεν τῆς ἐκφράσεως, ὅτι δὲν ἀπαντᾷ εἰς λιβελλογραφήματα. Ἐὰν ἡ Εἰσαγγελία ἦναι λιβελλογράφος, ἐὰν οἱ φίλοι ὑμῶν, ὁ Δήμαρχος Ὠλενείας ἦναι λιβελλογράφος, ἐὰν οἱ πρώην Βουλευταὶ ἦναι λιβελλογράφοι, ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ ἀπαντήσω. Ἀλλὰ πότε παρακαλῶ ἐβαπτίσατε αὐτοὺς λιβελλογράφους; Σήμερον, ὅτε συνετρίβητε. Καὶ διατὶ δὲν ἦσαν λιβελλογράφοι, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἔχω τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ ἐνταῦθα, ἔλεγεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Καταγγέλλω ὑμῖν τὸν συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» ὡς συκοφαντήσαντά με καὶ ὡς ἰδιώτην καὶ ὡς Ὑπουργόν.» Ἐὰν ἦσαν λιβελογράφοι, διατὶ ἐδέχθητε νὰ διακινδυνεύσητε τὴν εὐθύνην ὑμῶν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου; Διατί παρηγγείλατε τὸν Εἰσαγγελέα νὰ εἰσάξῃ τὸν δημοσιογράφον ἐκεῖνον ἐνώπιον τῶν κακουργιοδικῶν, ὅπως ἐξέλθητε ἄσπιλος, ὡς νομίζετε; Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ λιβελογραφίας, ἀλλὰ περὶ πράξεως, ἥν μέχρις οὗ δυνηθῆτε νὰ ἀναιρέσητε διά τινος δικαστικῆς ἀποφάσεως κατὰ τοῦ τότε συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», ἔχετε ἀκεραίαν ἐπὶ τῶν ὤμων ὑμῶν ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς ἐγκληματικῆς πράξεως, ἐφ’ ᾗ κατηγορεῖσθε. Ἄλλοτε ἤκουον τοῦ Πρωθυπουργοῦ λέγοντος, ὅτι, εὐθὺς ὡς καὶ τὸ ἐλαφρότατον νέφος θελήσῃ νὰ ἐπισκιάσῃ τὴν ὑπόληψιν τῆς πολιτικῆς μερίδος, ἧς προΐσταται, δὲν ἀρκοῦσιν αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου, ἵνα ἐξέλθῃ αὐτὸς καὶ τὸ κόμμα του, ἐννοεῖ, ὅπως καὶ αὐτὸς καὶ ἡ μερὶς αὐτοῦ μένωσιν ἄσπιλοι. Καὶ σήμερον οὐχὶ πλέον νέφος, ἀλλὰ σκοτεινότατος οὐρανὸς καὶ βαρύτατος καλύπτει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐκείνους ἐκ τῆς ὑπουργικῆς φάλαγγος, οἵτινες ἐννοοῦσι νὰ ὑποστηρίζωσι διὰ κραυγῶν καὶ διακοπῶν τοὺς Ὑπουργοὺς (θόρυβος). Μαύρη καταιγὶς ἐπίκειται κατὰ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν, Κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ ὅλων τῶν Ἀγγλικῶν ἐργοστασίων τὰ ἀλεξιβρόχια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προστατεύσωσιν ὑμᾶς ἀπὸ ταύτης. Καὶ ἐν τούτοις λέγετε, ὅτι πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, καὶ ὅτι ἐστὲ μεγαλόφρονες. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ προσκομισθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα καὶ ἡ δικογραφία, δι’ ἧς κατηγγέλθη ὁ συντάκτης τοῦ «Χρόνου» ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἡ δικογραφία, δι’ ἧς ἀπενεμήθη χάρις εἰς τὸν λήσταρχον Ἀλέξιον Τάκην. Ὅταν ἔλθωσιν αἱ δικογραφίαι αὗται καὶ αἱ περὶ χαρίτων δοθεισῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους τούτου, τότε θέλομεν συζητήσει καὶ πάλιν.

§50ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἄνευ συμπεράσματος. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεσχέθη τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἄχρις οὗ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφανθῇ πεφωτισμένως περὶ τῆς ὑποθέσεως· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως καὶ ἀπὸ τοῦδε ὑποχρεοῦται νὰ μὴ τηρήσῃ σιγήν.

§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἔγγραφα, οἱανδήποτε ἀξίαν καὶ ἂν ἀποδίδωσιν εἰς αὐτὰ οἱ ζητοῦντες, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ ἀρνηθῇ, διότι ἡ προσαγωγὴ ἐγγράφων, ζητουμένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν συνταγματικήν. Ἑπομένως τὰ ζητούμενα θέλουσι προσαχθῆ· ὅταν ὅμως λέγωσιν οἱ αἰτοῦντες, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ἡ Βουλὴ, ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν θεωρεῖ τὰ προσαχθησόμενα ἔγγραφα ἔχοντα ἀξίαν τινά, δὲν παραδέχεται ἀναβολὴν συζητήσεως, διότι ἡ ἀναβολὴ θ’ ἀπεδείκνυεν, ὅτι θεωρεῖ τὴν συζήτησιν ταύτην ὡς ἔχουσαν ἔννοιαν, ἐνῷ θεωρεῖ αὐτὴν, οὐδεμίαν ἔχουσαν ἄλλην ἔννοιαν, ἢ μόνον προσωπικήν.

§52ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις καὶ τὸ συμπέρασμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ὀλίγον σκοτεινὰ, διότι λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ὧν ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην πρὸς μόρφωσιν γνώμης, ἀλλὰ ταύτην νὰ ἐκφράσῃ ἀπόψε, πρὶν ἢ ταῦτα κατατεθῶσιν. Ὁ τρόπος οὗτος ἔχει τι τὸ πρωθύστερον, ἵνα μὴ εἴπω χεῖρον. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεσχέθη τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖα πρὸς σχηματισμὸν πλήρους γνώμης, πῶς δυνάμεθα νὰ ἐκφράσωμεν ἀπὸ τοῦδε τοιαύτην; Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις, ἣν ὑπέβαλον, τοῦ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἄχρις οὗ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, εἶναι σύμφωνος τῇ γνώμῃ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ὅμως θέλητε ἀπόψε ἀπόφασιν, πρὶν ἴδητε τὰ ἔγγραφα, τότε δεικνύετε, ὅτι φοβεῖσθε αὐτὰ, καὶ οὕτως ἀδικεῖτε ὑμᾶς αὐτάς.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ τίποτε ἡ Βουλὴ σήμερον.

§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴτε ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἀπόψε νὰ παραδεχθῇ, εἴτε ἀποφασίσῃ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν ἀναβολὴν, τὰ ἔγγραφα θὰ ὑποβληθῶσι, καὶ ἡ ὑποβολὴ θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς νέαν συζήτησιν. Ὅ,τι λέγει ἡ Κυβέρνησις εἶναι, ὅτι δὲν παραδέχεται τὴν ἀναβολήν, οὐδ’ ἐννοεῖ, ὅτι ἔχουσι σημασίαν τινὰ τὰ λεχθέντα. Ἐὰν ὑποβληθῇ πρότασις περὶ ἀναβολῆς, θέλει καταψηφισθῇ παρ’ ἡμῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι οὐδεμιᾶς ἔχει ἀνάγκην ἀποφάσεως περὶ τοῦ ζητήματος, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν.

§55ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ διὰ τὸ ζήτημα καθ’ ἑαυτὸ, διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ συζήτησις δὲν ἔληξεν, ἀλλὰ διὰ μίαν ἀρχὴν, ἣν θέτει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἣν καὶ ἄλλοτε ἤλεγξα ἀπὸ τοῦ βήματος, λαμβάνω τὸν λόγον. Τὰ δικαιώματα τῆς πλειοψηφίας ἔχουσιν ὅρια, ἃ οὐδέποτε αὕτη δύναται νὰ ὑπερβῇ. Ἐνόσῳ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς διασκέψεως ἐπὶ οἱασδήποτε ὑποθέσεως, οὐδεμία πλειοψηφία δύναται νὰ ἀρνῆται τὴν παροχὴν τῶν μέσων τοῦ φωτισμοῦ, ἣν ζητεῖ Βουλευτής. Λέγω μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ἐσκέπτετο κάλλιον ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου του, δὲν ἤθελεν ἐκφράσει τὴν ἰδέαν ταύτην, ἥτις καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ῥιζικῶς σφαλερὰ, διότι ἐν τῷ σταδίῳ, εἰς ὃ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις, οὐδέποτε ὁ Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ἐγγράφων, ὅτι ἡμεῖς ἀποφαινόμεθα καὶ χωρὶς νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἃς συζητήσῃ δὲ κατόπιν μόνη της ἡ μειονοψηφία. Τοῦτο εἶναι ὕβρις καὶ πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς τῆς πλειονοψηφίας.

§56ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐκενώσατε τὰ ἀκροατήρια.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλάκις παρετήρησα, ὅτι πρέπει τὰ ἀκροατήρια νὰ μένωσιν ἥσυχα.

§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπεσύρθη ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς;

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπέβαλον γραπτήν.

§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ἀποκρούομεν τὴν πρότασιν, ἵνα ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἄνευ σημασίας.

§61ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς περιμένομεν αὔριον τὴν δικογραφίαν.

§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύνανται νὰ περιμένωσιν οἱ Κύριοι οὗτοι ὅσον θέλουσιν. Ὅ,τι ἤθελον νὰ ἐξηγήσω, εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδὲν περιμένει. Οἱ Κύριοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ περιμένωσι τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων· ἡ Βουλὴ οὐδὲν περιμένει, διότι θεωρεῖ, ὅτι οὐδεμιᾶς ἐκφράσεως γνώμης ἔχει ἀνάγκην, διότι οὐδὲν προσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὸ χρῆζον ἐκφράσεως γνώμης. Ἡ συζήτησις περιεστράφη περὶ θέμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ μὴ ἄξιον συζητήσεως. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ ἄλλους νὰ συζητήσωσιν, ἐὰν θέλωσιν· ὀφείλει μάλιστα νὰ τοῖς παράσχῃ τὰ μέσα. Ὅταν δὲ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἃς συζητήσωσι.

§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διακρίνωμεν δύο ζητήματα ἀπ’ ἀλλήλων, τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς τάξεως. Τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας συνίσταται εἰς τὸ ἑξῆς «ἔχει βάσιν τινὰ ἡ ἐπερώτησις, ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν; Ἡ Βουλὴ ἔχει ἀφορμὴν νὰ σκεφθῇ, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης;» Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν συνεζητήθη καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν γνώμην ἀκριβῆ. Ἀλλ’ ἀπὸ τούτου τοῦ ζητήματος διαφέρει τὸ ζήτημα τῆς τάξεως. Τοῦτο κανονίζεται ὑπὸ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξάγονται αἱ συζητήσεις εἰς τὰ Κοινοβούλια ἐπὶ ἐπερωτήσεων. Ὅταν γίνῃ ἐπερώτησις καὶ συζήτησις, καὶ νομίσῃ ἡ Βουλή, ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ὑπόθεσις, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀγορεύων, τότε κηρύσσεται ἡ λῆξις, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται δι’ ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ ἡμερησία διάταξις ἢ εἶναι ἁπλῆ, δι’ ἧς ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται, ὅτι, ἀκούσασα τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ εἶναι σύνθετος, δι’ ἧς ἀποφαίνεται ἐκ πλαγίου γνώμην τινά. Τώρα περὶ τίνος πρόκειται; Ἐκλείσθη ἡ συζήτησις ἢ ὄχι; Ὑπάρχουσι Βουλευταὶ λέγοντες, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην ἐγγράφων, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει φέρει τὰ ἔγγραφα. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπιθυμεῖ νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις; Ἀλλὰ προτείνει ὁ Πρωθυπουργὸς ἡμερησίαν διάταξιν εἰς τὴν Βουλήν; «Ἂς προτείνῃ τοιαύτην, καὶ ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ ψηφοφορήσωμεν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ λέγῃ, ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ συζητῇ. Μὴ συζητήσητε, ὅταν αὔριον κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα· τοῦτο ἥκιστα ἀφορᾷ ἡμᾶς, οἵτινες θέλομεν συζητήσει καὶ ἂν δὲν συζητήσητε καὶ σεῖς. Ἐὰν δὲν λαμβάνητε τὸν λόγον, ὅταν πρόκηται νὰ ὑπερασπίσητε ὑμᾶς αὐτοὺς, παραιτεῖσθε δικαιώματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα ἔχετε. Ἐὰν ὅμως δὲν θέλητε νὰ λάβητε τὸν λόγον, ὅταν πρόκηται περὶ καθήκοντος, τοῦτο δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν σας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τελευταίου τούτου, πρόκειται περὶ ὑπερασπίσεως, ἐὰν δὲ δὲν θέλητε νὰ λάβητε τὸν λόγον, δύνασθε νὰ μὴ τὸν λάβητε. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν κωλυόμεθα ἀπὸ τούτου, ὅπως συζητήσωμεν.

§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ λάβῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, διότι ὑπάρχουσί τινες Βουλευταὶ φρονοῦντες, ὅτι δὲν ἔληξεν ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ ὅτι, μὴ ληξάσης αὐτῆς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν ἄλλου θέματος, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἀποφασίσῃ νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλο θέμα. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἔληξεν· ἐὰν ἐξηκολούθουν συζητοῦντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ, θὰ εἴχομεν γεγονὸς μαρτυροῦν, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔληξεν, ἀφοῦ ὅμως δὲν ἐξακολουθοῦσι συζητοῦντες, διότι θὰ προσαχθῶσιν αὔριον τὰ ἔγγραφα, ταῦτα μὲν θὰ προσαχθῶσιν, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν κωλυόμεθα, ὅπως θεωρήσωμεν τὴν συζήτησιν παύσασαν σήμερον. Ἀφοῦ συζήτησις δὲν ὑφίσταται πλέον, ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν θεωροῦμεν τὴν προσεχῆ προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων ὡς δικαιολογοῦσαν τὴν ἀξίωσιν, ἵνα θεωρηθῇ ἡ συζήτησις ὡς ὑφισταμένη, οὐδὲν ἄλλο ἀπολείπεται νὰ πράξωμεν ἢ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου, ἡμεῖς τοῦτο προτείνομεν, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ ἡ Βουλή.

§65ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὁ εἰσαγαγὼν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, εἰσήγαγεν αὐτὸ ὡς ἐπερώτησιν, συμπέρασμα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων. Προσέθηκε μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν, ὁποιανδήποτε θέλῃ, πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, ποῖος ὁ λόγος καὶ ἡ ἀνάγκη ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐνῷ αὐτοδικαίως ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐπερώτησιν μεταβαίνει εἰς αὐτήν; Ἡ συζήτησις θὰ λάβῃ χώραν μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ἡ δὲ Κυβέρνησις δύναται νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἡμέραν· καὶ μόνον ὡς πρὸς τὸν ὁρισμὸν καὶ τὴν προσαγωγὴν δύναται νὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀρνεῖται τὴν προσαγωγὴν, οὐδὲ δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συζήτησιν. Ἡ πρότασις ὅθεν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶναι ὅλως ἄσκοπος, διότι ἤδη μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἔπαυσαν αἱ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως παρατηρήσεις καὶ θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις ἅμα προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα. Ἀποδεικνύεται δὲ τοσοῦτο μᾶλλον ἄσκοπος ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι, ὅταν γίνεται πρότασις περὶ μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὑποτίθεται, ὅτι ἔληξεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ δὲν δύναται πλέον νὰ ἐπαναληφθῇ κατὰ τὸν Κανονισμόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παραδέχεται, ὅτι, ὑποβαλλομένων τῶν ἐγγράφων, τότε νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως συζήτησις, δὲν ἐννοῶ τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ πρότασίς του. Ἐπιθυμεῖ ν’ ἀριθμήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν φίλων του; Τοῦτο δύναται νὰ τὸ πράξῃ μετὰ τὴν συζήτησιν καὶ καθ’ οἱανδήποτε στιγμὴν φρονεῖ τοῦτο ἀναγκαῖον εἰς αὐτόν.

§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ πρότασίς μου δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐναντία εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἀφοῦ ἀφορᾷ ἀκριβῶς εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ προβλεπόμενον. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, ὅτι, ὅταν οὐδεὶς πλέον ἐπὶ συζητήσεώς τινος ζητῇ τὸν λόγον, ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὸ θέμα, τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἑπόμενον. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ εἶπον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ ἑπόμενον θέμα, διότι θέλουσι νὰ κρατήσωμεν ἀνοικτὴν τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἡμεῖς θέλομεν τὸ ἐναντίον: νὰ μὴ κρατήσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην ἀνοικτήν. Ἐὰν θέλητε νὰ κρατήσητε τὴν συζήτησιν ἀνοικτήν, δύνασθε νὰ καταφύγητε εἰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα παρέχει ὁ Κανονισμός. Ἔννοια δὲ τῆς προτάσεως δὲν εἶναι ἡ διδομένη εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος δὲν ἀποδέχεται τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ προβαλόντος αὐτὸ, δὲν ἀποδέχεται, ὅτι τὸ εἰς συζήτησιν προβληθὲν θέμα εἶχε σπουδαιότητα.

§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ προσφεύγωμεν εἰς ἑρμηνείαν τῶν ἀποφάνσεων τῆς Βουλῆς, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀκόμη δὲν ἐξέδωκεν τὰς ἀποφάσεις ταύτας, καὶ δύναται νὰ τὰς ἐκδώσῃ εὐκρινῶς καὶ σαφῶς, χωρὶς νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ ἑρμηνεύωμεν ταύτας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ, ὅτι δὲν θεωρεῖ σπουδαίαν τὴν ἐπερώτησιν, δύναται νὰ ὑποβάλῃ τοιαύτην πρότασιν, ἀλλὰ νὰ ἐπιθυμῇ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν μετάβασιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὡς ἀπόφανσιν, ὅτι δὲν θεωρεῖ σπουδαίαν τὴν ἐπερώτησιν, τοῦτο εἶναι αὐθαίρετον.

§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τὴν πρότασιν ἡμῶν, πρέπει νὰ περιέχηται ἐν τῇ προτάσει. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως περιλάβωμεν ἐν τῇ προτάσει, ὅτι: «ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§69ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δηλαδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει νὰ ἄρῃ τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ῥίψῃ ταύτην εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Πολὺ καλὰ, ἡμεῖς τὸ δεχόμεθα.

§70ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι τῆς προτάσεώς μου. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δηλ. ὅτι θὰ φέρῃ αὔριον καὶ θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κ. κ. Σάκκη καὶ Κρίσπη, κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Χαρ. Τρικούπης Δ. Χατζόπουλος Ο
Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΓεώρ. Μίλησης Ν
Γ. Σισμάνης ΝΣπυρ. Νοταρᾶς Ἀρν.
Δ. Βουλπιώτης Γεώργ. Κούστας
Ἀθ. Ἴσκος ΟἈλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΝ
Ν. Καλαντζόπουλος ΝΣωτήριος Δανόπουλος
Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀναστ. Δημητριάδης Ν
Μ. Γουλιμῆς ΝΜιχαὴλ Νικηφοράκης Ν
Μ. Ἰατρίδης ΝΔημήτριος Πετρίδης Ο
Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟΝικόλ. Βαλσαμάκης
Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΓεράσιμος Μουσούρης Ν
Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟΠαναγ. Βενιεράτος
Χρ. Χριστόπουλος Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ο
Φίλιππος Βάρβογλης ΟΓεώργιος Κόρπας Ο
Ἠλίας Φλέσσας ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ν
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ν
Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΟΧαρ. Προβελέγγιος Ν
Παναγ. Μανέτας Νικόλ. Νομικός Ν
Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΟΜίνως Μπογιατζόγλους Ν
Ἠλίας Παλαμήδης ΝΓεώργιος Μπούμπουρας Ν
Κωνστ. Κατσικόπουλος ΟΛωρέντζος Δελαρόκας Ν
Δ. Ζέγγελης ΝΔημοσθένης Καΐρης Ν
Δημ. Ν. Βότσαρης Γεώργιος Δρόσος Ν
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΝικόλαος Κρίσπης Ν
Γεώργ. Χ. Παχὺς ΝΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
Στέφανος Δραγούμης Κωνστ. Κοσσονάκος Ν
Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΟΓεώργιος Μαυρομιχάλης Ο
Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝἈριστ. Πετροπουλάκης Ο
Φωκίων Νέγρης ΝΓιανν. Μαυρομιχάλης Ν
Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς ΟΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
Νικόλ. Μπουφίδης ΝΛεων. Καπετανάκος Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΞανθὸς Πικουλάκης Ν
Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΓεώρ. Πετροπουλάκης Ο
Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΟΚωνστ. ΠαπαμιχαλόπουλοςΟ
Σπυρ. Κουκούλεζας ΝἸωάν. Καρτάλης
Ὄθων Μακρυγιάννης ΝἈργ. Κανταρτζῆς Ν
Τρύφων Μουτσόπουλος ΝΕὐάγ. Σταμούλης Ν
Θάνος Κανακάρης ΝΝ. Κοκωσλῆς
Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
Νεοκλ. Πετιμεζᾶς ΟΚωνστ. Μαρκίδης Ν
Α. Παπαγιαννακόπουλος ΟἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
Α. Φωτήλας ΝΔημ. Κουτσουμπλῆς Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς ΝΕὐθ. Μπατζιᾶς Ν
Ἀντ. Ῥικάκης Ἀναστ. Ζαρμάνης Ν
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΟἈχιλ. Λογιωτάτου Ν
Ἰω. Κρεστενίτης ΟΣωτήριος Σωτηρόπουλος Ο
Ν. Κουμανιώτης ΟΚωνστ. Κουμουνδοῦρος Ο
Χρ. Στεφανόπουλος ΝΠερικλῆς Πεῤῥωτῆς Ν
Ἀλέξ. Ζαΐμης Δημήτρ. Τζάνες
Νικόλ. Καλογερόπουλος ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ο
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝΠαναγ. Σάκκης Ν
Ν. Παπανικολάου ΝΝικόλαος Παπαλέξης
Νικόλ. Καφετζόγλους ΝΝικόλαος Μισυρλῆς Ν
Ἰωάννης Πεζᾶς ΝΝ. Καράπαυλος Ο
Κωνστ. Σινέλης ΝἈσημάκης Χριστόπουλος Ν
Βασίλειος Βουδούρης ΝΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΝΔημήτριος Κάρτσωνας Ν
Ἀναστ. Ε. Λούντζης ΝΔημήτρ. Π. Γουδῆς Ο
Διον. Λομβάρδος ΝΣ. Χατζηγάκης Ν
Γεώργ. Θεοτόκης Κ. Ζωγλοπίτης Ν
Κωνστ. Βασιλάκης Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
Ἀντ. Καποδίστριας ΟΓ. Φραγκίδης Ν
Νικόλαος Βασιλάκης Α. Τακιατζῆς
Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΓ. Τάκης Ο
Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς ΟΝ. Ταρμπάζης Ο
Σπυρ. Ἀλαμάνος ΟΖ. Φαλιάγκας Ν
Θεόφιλος Προβατᾶς Σταμάτ. Μπουντούρης Ν
Ἰωάννης Παδοβᾶς ΝΘεόδωρος Γκίκας Ν
Εὐάγγ. Μπασιᾶς ΟἈνάργ. Σιμόπουλος
Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
Νικόλ. Κοντογιάννης ΟΔημ. Ζουλούμης Ν
Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
Γεώργιος Λιδωρίκης ΝΘεμιστοκλῆς Κανάρης Ο
Κωνστ. Χατζῖσκος Ν

§72Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (Εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν τὸ ζήτημα ἀφορᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον.

§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§74Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ψηφίζω ὑπὲρ τῆς προτάσεως. (Γίνεται ἡ διαλογή).

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 123. Ἐκ τούτων 75 εἶπον Ναὶ, 47 εἶπον Ὄχι, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τὴν πρότασιν διὰ ψήφων 75 κατὰ 47. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 καὶ 45′ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
2τῆς 11 Νοεμβρίου 1888.
3(Παρασκευὴ)
4Ὥρᾳ 3 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἷς ὑπαξιωματικὸς τοῦ ἀγῶνος, Χρυσαν-
8θάκης Λαζαρόπουλος, κάτοικος Πατρῶν, ζητεῖ ἀπονομὴν
9μηνιαίας συντάξεως καὶ ὑποβάλλει διάφορα ἔγγραφα τῶν
10διπλωμάτων του, ὑπογεγραμμένα παρ’ ἀγωνιστῶν.
11§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
12§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τυπάλδος Κοζάκης ἔχει τὸν λόγον
13πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
14§4ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΚΟΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τῇ ἐντολῇ
15συμπολιτῶν μου Ἰθακησίων, ἀπευθύνω σύστασιν πρὸς τὸν
16ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργόν. Πρὸ καιροῦ πολλοῦ
17στερεῖται διδασκάλου ἡ δευτέρα τάξις τοῦ ἐν Ἰθάκῃ Ἑλ-
18ληνικοῦ Σχολείου, πρὸς μεγίστην ζημίαν τῶν μαθητῶν
19ἐκείνων· ὡσαύτως καὶ τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον Ἰθάκης ἔχει
20ἀνάγκην καὶ ἑτέρου δημοδιδασκάλου, διότι οἱ ἐν αὐτῷ διδά-
21σκοντες δύο δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι πρὸς ἐντελῆ διδα-
22σκαλίαν τῶν μαθητῶν, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς διακοσίους.
23Τὴν σύστασιν αὐτὴν κάμνω κατὰ καθῆκον, διότι οἱ Βου-
24λευταὶ εἴμεθα ὑπόχρεοι οὐ μόνον διὰ τὰ γενικὰ συμφέροντα
25τῆς ἐπαρχίας μας νὰ ἐπασχολώμεθα, ἀλλὰ καὶ τοιαύτας
26μερικὰς συστάσεις νὰ συνιστῶμεν.
27Ἐὰν δὲν ἤμην ὑπόχρεως νὰ κάμω αὐτὴν τὴν σύστασιν,
28δὲν ἤθελον τὴν κάμει, τὸ ὁμολογῶ, διότι ἡ ἐν γένει κατά-
29στασις τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τὸν νομόν, τὸν
30ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, εἶναι τοιαύτη,
31ὥστε ἡ λεπτομέρεια αὕτη καταντᾷ νὰ ἦναι ἀσήμαντος,
32σταγὼν ἐν τῷ ὠκεανῷ, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λό-
33γον ἐπὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ὅταν ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν
34τὰ σχετικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρ-
35νησις θέλει ὑποβάλει.
36§5ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Πρὸ μιᾶς ὥρας ἔλαβον τηλεγράφημα
37παρὰ τοῦ συμπολίτου μου Χριστοδούλου Γκίζα, ὁ ὁποῖος
38παραπονεῖται, ὅτι, ἐνῷ ἐπλήρωσε τὰς ἐτησίας δόσεις τοῦ
39ἔτους 1887, κατόπιν ἐκβιασθεὶς ἐπλήρωσε καὶ παγίας δό-
40σεις ἐπὶ τῶν αὐτῶν κτημάτων καὶ τῶν αὐτῶν ποσῶν. Ἐζή-
41τησε τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων, ἀλλὰ δὲν εἰσηκού-
42σθη. Ἐπὶ τούτοις δὲ, παραπονούμενος, ἐπικαλεῖται τὴν ἀν-
43τίληψιν τῆς Βουλῆς, ὅπως τῷ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματά
44του. Τοῦτο δὲ ὄχι μόνον ὁ παραπονούμενος συμπολίτης μου
45ἔπαθεν, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, διότι, ὡς γνωρίζω, ὅτε
46ἤμην εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ὁ Ὑποταμίας ἐξεβίασε πολλοὺς νὰ
47πληρώσωσι παγίας δόσεις, ἐνῷ εἶχον πληρωμένας τὰς ἐτη-
48σίας. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ
49τὸν Ὑποταμίαν αὐτὸν, ἢ νὰ συμψηφίζωνται τὰ χρήματα
50αὐτὰ, ἢ νὰ μὴ εἰσπράττωνται.
51§6ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Σχετικῶς εἰς ὅ,τι ὑπέβαλεν ὁ συνά-
52δελφος, θέλω ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιω-
53τικῶν, ἐὰν ἔλαβε πρόνοιαν πρὸς ἐπιστροφὴν τῶν καταβληθέν-
54των παρὰ τῶν διαθεσίμων, οἵτινες, ἀφοῦ κατέβαλον τὸ χρῆμα
55πρὸς ἀπαλλαγὴν, προσεκλήθησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
56Στρατιωτικῶν νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν Στρατὸν καὶ ὑπηρε-
57τοῦσιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιστρέφεται αὐτοῖς τὸ πληρωθέν.
58§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πρέπει ὁ κ. Βουλευτὴς
59ν’ ἀναφέρῃ εἰδικῶς τὰς περιστάσεις.
60§8ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅλοι οἱ διαθέσιμοι.
61§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, διότι ἡ ἐπιστροφὴ τῶν κατατεθέν-
62των χρημάτων γίνεται ἀμέσως, ὡς ὑποβληθῇ περὶ τού-
63του ἀναφορὰ διαθεσίμου τινός. Ἀλλὰ τινὲς ἀναμένου-
64σι νὰ λάβωσι τὰ καταβληθέντα ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ
65τὰ ζητήσωσιν.
66§10ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
67κῶν ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ γνωρίζῃ ἕκαστος Βουλευτὴς τὰ
68τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων.
69§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς ὀφεί-
70λει νὰ γνωρίζῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας· εἶπον μόνον, ὅτι οἱ
71ἔχοντες λαμβάνειν δὲν φροντίζουσι νὰ ζητήσωσι τὰ παρ’
72αὐτῶν καταβληθέντα.
73§12ΚΑΝΑΡΗΣ. Πολλοὶ ἐφρόντισαν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν
74νὰ τὰ λάβωσιν.
75§13ΤΟΜΑΝ. Ἐγὼ ἐζήτησα πολλάκις καὶ μοὶ ἐπεστράφησαν.
76§14ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
77εἶπεν, ὅτι, διὰ νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ καταβληθέντα, ὀφείλου-
78σιν οἱ δικαιούμενοι νὰ ζητήσωσι ταῦτα δι’ ἀναφορᾶς, νο-
79μίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐκαθαρίσθη. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν
80ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ οἱ δικαιούμενοι ἱκανοποιήθησαν, διότι
81πολλοὶ μετέβησαν εἰς τὸ ταμεῖον καὶ ἐζήτησαν τὰ χρή-
82ματά των, ὁ δὲ ταμίας δὲν ἀντέτεινεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι πρέ-
83πει νὰ τὰ ζητήσωσι δι’ ἀναφορᾶς. Ἀλλὰ ἡ ὑποβολὴ τῆς
84ἀναφορᾶς δὲν ἀποδεικνύει καὶ τὴν πληρωμήν, καὶ φρονῶ,
85ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποχρεῶμεν πτωχοὺς ἀνθρώπους, νὰ ζη-
86τῶσι τοιαύτην ἐπιστροφὴν δι’ ἀναφορᾶς, ἀφοῦ οὗτοι, ἅπαξ
87συμμορφωθέντες μὲ τὸν νόμον, κατέβαλον τὰ χρήματα, καὶ
88ὅμως ἐξακολουθοῦσι νὰ ὑπηρετῶσι. Δίκαιον εἶναι, ἅμα ὡς
89προσκαλοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσι, νὰ διατάσσηται καὶ ἡ ἐπι-
90στροφὴ τῶν παρ’ αὐτῶν καταβληθέντων χρημάτων.
91§15ΚΑΝΑΡΗΣ. Νὰ σημειωθῇ, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ πρα-
92κτικά, ὅτι ἐλήφθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τὸ μέτρον, ὅπως
93ἐπιστρέφωνται τὰ χρήματα κατόπιν ἀναφορᾶς.
94§16Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τριάκοντα περίπου διαθέσιμοι τῆς
95ἐπαρχίας Ἄργους ἐκλήθησαν νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰ τάξεις
96τοῦ στρατοῦ, διαταχθέντες νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ διετίαν εἰς
97τὸ ἐν Λαρίσσῃ σύνταγμα, καὶ κατετάχθησαν. Ὀλίγας μετὰ
98τὴν κατάταξιν αὐτῶν ἡμέρας, παρουσιασθέντες εἰς τὴν Διοί-
99κησιν τοῦ συντάγματος, ἐζήτησαν παρ’ αὐτῆς τὴν ἐπιστρο-
100φὴν τῶν κατατεθεισῶν ἑκατὸν δραχμῶν, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπάν-
101τησις ἐδόθη εἰς αὐτούς. Οἱ ταμίαι ἀπήντησαν εἰς τοὺς γο-
102νεῖς των, ὅτι δὲν γνωρίζουσιν εἰς τίνα ν’ ἀποδώσωσι τὰ χρή-
103ματα, ἐὰν δηλαδὴ πρέπῃ ν’ ἀποδώσωσι ταῦτα πρὸς αὐτοὺς
104ἢ εἰς τοὺς ἀνακληθέντας ἐκ τῆς διαθεσιμότητος στρατιώτας.
105Ἐὰν ὁ κ. Τόμαν ἔχῃ ἄλλο ταμεῖον καὶ ἄλλην Ἀρχὴν, ἥτις
106εἶναι ἄγνωστος εἰς ἡμᾶς, τοῦτο δὲν τὸ ἐξετάζομεν ἡμεῖς,
107καὶ ἂς τὸ γνωρίζῃ μόνος του. Ἡμεῖς ὀφείλομεν ν’ ἀναφερ-
108θῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσωμεν λόγον παρὰ τοῦ
109ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, διατὶ μέχρι τοῦδε δὲν διετάχθη ἡ ἐπι-
110στροφὴ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ὡς ἀντισήκωμα
111ἐκείνων τῶν διαθεσίμων, οἵτινες ἐκλήθησαν νὰ ὑπηρετήσω-
112σιν ἐπὶ διετεῖ θητείᾳ.
113§17ΤΟΜΑΝ. Ἐγὼ παρετήρησα εἰς τὴν ὑποβαλλομένην ἐν
114τῇ Βουλῇ ὑπὸ ἐντίμου συναδέλφου παρατήρησιν περὶ τῆς
115μὴ ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων, ὅτι πάντα, ὅσα ἐζήτησα
116ἐγὼ δι’ αἰτήσεως τῶν καταβαλόντων, ἐπεστράφησαν. Ἄλ-
117λην Ἀρχήν, πρὸς ἣν ν’ ἀναφέρωμαι, δὲν γνωρίζω, οὔτε ἐξου-
118σίαν γνωρίζω ἄλλην, εἰμὴ τὴν Ἀρχὴν, ἣν ὀφείλομεν πάντες
119νὰ γνωρίζωμεν, τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ἐὰν ἐλέχθη, ὅτι
120ἕνεκα εὐμενείας πρός με τὸ Ὑπουργεῖον διέταξεν ἐξαιρετι-
121κῶς τὴν πρός με ἀπόδοσιν, ἢ τὴν ἀπόδοσιν πρὸς ἐκείνους, τοὺς
122ὁποίους ἐγὼ ἐπροστάτευσα, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἴσως
123εἶναι γνωσταὶ αἱ εὐμενεῖς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως πρός
124με. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν
125χρημάτων ἐπῆλθε βραδύτης τις, ἥτις δὲν ὤφειλε νὰ ἐπέρ-
126χηται, διότι ἕνεκα τῆς βραδύτητος ταύτης παραβλάπτον-
127ται τὰ συμφέροντα πτωχῶν ἀνθρώπων, καταθεσάντων τὰ
128χρήματά των. Πάντες ὅμως οἱ συμμορφωθέντες μὲ τοὺς τύ-
129πους καὶ ζητήσαντες διὰ τῆς ἁρμοδίας ὁδοῦ ἔλαβον τὰ
130κατατεθέντα.
131§18ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τῶν ἐκ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων;
132§19ΤΟΜΑΝ. Μάλιστα, περὶ τούτων ὁμιλῶ, διότι ἐλέχθη,
133ὅτι γενικῶς δὲν ἀποδίδονται τὰ χρήματα.
134§20Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν γνωρίζω τί φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος
135βουλευτὴς Κυκλάδων περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τί περὶ ἡμῶν.
136Ἡμεῖς γνωρίζομεν, πῶς πρέπει καὶ ποῦ πρέπει ν’ ἀναφερώ-
137μεθα, εἴμεθα μάλιστα στρατιῶται καὶ ἐμάθομεν νὰ ὑπακούω-
138μεν καὶ νὰ εὐλαβώμεθα τοὺς νόμους. Ἔχω τὴν τιμὴν λοι-
139πὸν νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Τόμαν, ὅτι ἐγὼ, παρουσιασθεὶς
140εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου, ἐζήτησα
141νὰ πληρωθῶ τὸ ποσὸν πτωχῆς τινος οἰκογενείας, καὶ τίνα
142ἀπάντησιν νομίζετε ἔλαβον; Οὐχὶ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ
143κ. Τόμαν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις. Ἔλαβον καὶ ἄλλην
144πληροφορίαν ἐπὶ πλέον, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἐξωμαλί-
145σθη εἰσέτι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διότι ὑπάρχει μία ἀμφιβολία, ἐὰν
146τὰ χρήματα τὰ δοθέντα ὡς ἀντισήκωμα ἐκ μέρους τῶν
147ἀπολυθέντων διαθεσίμων εἰς τοὺς κληθέντας νὰ ὑπηρετή-
148σωσιν ἐπὶ διετεῖ θητεία, ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀποδοθῶσιν ὁλόκλη-
149ρα, ἢ ν’ ἀφαιρεθῇ τι ἐξ αὐτῶν· ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο
150εἶναι ἐκκρεμὲς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ
151χρήματα. Πῶς δὲ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων
152ἔλαβε τὰ χρήματα, δὲν θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω.
153§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευ-
154τὴς, τοιαύτην προβαλὼν αἰτίασιν, πρέπει νὰ δηλώσῃ ἐπὶ
155τίνος ἀναφορᾶς ἐδόθη τοιαύτη ἀπάντησις. Διότι ἐγὼ λέγω,
156ὅτι ἐπὶ οὐδεμιᾶς ἀναφορᾶς ἐδόθη ἀπάντησις τοιαύτη. Πι-
157θανὸν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ
158ἀπευθυνθεὶς εἰς ὑπάλληλον ἀναρμόδιον νὰ ἔλαβεν ἀπάντησιν
159ἀκατάλληλον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὀνομάζεται ἀπάντησις ὑπη-
160ρεσίας. Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐλύθησαν πάντα τὰ ἐξ αὐτῶν
161προκληθέντα ζητήματα. Ἐλύθη, ὅτι δὲν ἀπητεῖτο πίστωσις,
162διότι ἡ ἀπόδοσις τῶν καταβληθέντων δὲν ἀνάγεται εἰς τὰς δα-
163πάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἐργασία διαχειρί-
164σεως. Δὲν δύναται δὲ νὰ γεννηθῇ οὐδ’ ἐγεννήθη ζήτημα περὶ
165ἐκπτώσεως ποσοῦ τινος. Ἂν τὸ τίμημα ἀποδοτέον εἰς τοὺς
166καταβαλόντας γονεῖς ἢ τοὺς διαθεσίμους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων
167κατεβλήθη, τοῦτο εἶναι ζήτημα λεπτομερείας, λυόμενον
168ἑκάστοτε κατὰ τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται.
169Οὐδεμία τῶν ἄλλων περιστάσεων, περὶ ὧν ἐποιήσατο λό-
170γον ὁ κ. Βουλευτής, ἐπαρουσιάσθη, αἱ ἀναφοραὶ δὲ ὅλαι αἱ
171πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐξετελέσθησαν κατὰ τὰς τεθειμένας
172γενικὰς ἀρχάς.
173§22Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντή-
174σω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἅπαντες οἱ κληθέντες νὰ
175ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ διετεὶ θητείᾳ διαθέσιμοι τοῦ νομοῦ Ἀρ-
176γολιδοκορινθίας καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸ ἐν Λαρίσ-
177σῃ πεζικὸν σύνταγμα, ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὴν ἀναφορὰν
178τοῦ συντάγματος καὶ ἐζήτησαν τὴν ἐπιστροφὴν τῶν κατα-
179τεθέντων ἐκ μέρους αὐτῶν χρημάτων, λόγῳ ἀντισηκώματος,
180πρὸ τῆς μεταβάσεώς των εἰς τὰς ἑστίας των.
181§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀνα-
182φορᾶς τοῦ συντάγματος. Δὲν συνενοούμεθα. Ἐγὼ ὡμί-
183λησα περὶ τῶν ἀναφορῶν, τῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον.
184§24Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ συγχωρεῖ· δια-
185τελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας
186τοῦ στρατοῦ. Ὁ στρατιώτης, ἅμα τῇ κατατάξει του ἐν ταῖς
187τάξεσι τοῦ στρατοῦ, δὲν ἀνήκει πλέον εἰς τὴν τάξιν τοῦ
188πολίτου, ἀλλὰ εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ συμφώνως μὲ τοὺς
189διέποντας τὸν στρατὸν κανονισμούς, οἱ ῥηθέντες στρατιῶ-
190ται ὤφειλον ν’ ἀναφέρωσιν εἰς τὴν προϊσταμένην αὐτῶν ἀρ-
191χὴν καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον. Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία δὲν ἐξετέλεσε
192τὸ καθῆκον αὑτῆς, αὐτὸ μένει νὰ ἐξετάσῃ τὸ Ὑπουργεῖον,
193νὰ διορθώσῃ πᾶσαν ἔλλειψιν αὐτῆς. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ γνω-
194ρίζω, εἶναι, ὅτι ἡ ἔλλειψις δὲν προέρχεται ἐκ τῆς ὑπηρε-
195σίας, ἀλλ’ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διέταξεν, ὡς μὴ
196ὤφειλε, νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ κατατεθέντα παρὰ τῶν διαθε-
197σίμων χρήματα ἅμα τῇ κατατάξει αὐτῶν ἐπὶ διετίαν εἰς
198τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.
199§25ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρόκειται, Κύριοι, ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν,
200ἰδίᾳ μὲν ἀφορῶσαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης,
201γενικῶς ὅμως ἀποβλέπουσαν εἰς ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν
202σῶμα. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλῃ εἶσθαι εἰς θέσιν
203ν’ ἀπαντήσῃ σήμερον εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην· ἀλλ’
204ἡ ἀναβολὴ νομίζω, ὅτι διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν δὲν ἔχει πολ-
205λὴν σημασίαν, καὶ δύναται νὰ ὁρίσῃ οἱανδήποτε ἡμέραν θέ-
206λει πρὸς ἐκτενῆ συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Ἐν τούτοις,
207ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ ἐν εἴδει εἰσαγωγῆς νὰ γνωρίζῃ μὲν ἀφ’
208ἑνὸς ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται, νὰ παράσχω δὲ ἀφ’ ἑτέ-
209ρου τῷ κ. Ὑπουργῷ πάντα τὰ μέσα, ὅπως ζητήσῃ τὰς δε-
210ούσας πληροφορίας, ἢ συσκεφθῇ καὶ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς
211ἐπερωτήσεώς μου ταύτης, διὰ τοῦτο εὐχαρίστως θέλω δε-
212χθῆ, ὅπως μὴ φθάσωμεν σήμερον εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα
213ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως.
214Τῇ 30 Ὀκτωβρίου 1886 ἔτους, δηλαδὴ ἀκριβῶς πρὸ δύο
215ἐτῶν καί τινων ἡμερῶν, ἐφημερὶς τῶν Ἀθηνῶν, μεγίστην
216ἔχουσα διάδοσιν, ὁ «Χρόνος τῶν Ἀθηνῶν», ἐδημοσίευσε τὸ
217ἑξῆς περιεργότατον καὶ σκανδαλωδέστατον ἄγγελμα. Ἀνα-
218γινώσκω:
219«Δεκαπέντε περίπου φοβεροὶ φυγόδικοι, ἐν οἷς τινες καὶ
220φοβερὰς ληστείας διέπραξαν, ὁποῖοι οἱ Γαντζούδης, Μαν-
221ταλέρος, Τάκης, (ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιληστοῦ Τάκη) καὶ λοι-
222ποὶ, προσελθόντες, ἀφέθησαν ἐν Μεσολογγίῳ ἐλεύθεροι νὰ
223περιέρχωνται ἐν ταῖς ἀγυιαῖς, κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ ἀδελφοῦ
224τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δικηγόρου Χαριλάου Βουλ-
225πιώτου, ἀφιλοκερδῶς ἀναδεχομένου τοιούτου εἴδους πρὸ πάν-
226των ὑποθέσεις. Καὶ ἐτέθησαν μὲν κατόπιν τινὲς εἰς τὰς πο-
227λιτικὰς φυλακὰς, ἀλλὰ μένουσι καί τινες εἰσέτι ἐλεύθεροι·
228ἀλλ’ ὁ Τάκης, ἀδελφὸς τοῦ ἀρχιληστοῦ, «καὶ ἐκοιμᾶτο ἐν
229τῇ οἰκίᾳ» τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν Μεσολογγίῳ.
230Καὶ σημειωτέον, ὅτι, ὅτε πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐπρόκειτο περὶ
231τῆς καταδιώξεως τοῦ ἀρχιληστοῦ Τάκη, ὁ ἀξιότιμος διοι-
232κητὴς τοῦ μεταβατικοῦ Ἄρτης λοχαγὸς κ. Μπαϊρακτάρης
233ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ ἐν Ἄρτῃ, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ Πρωθυ-
234πουργὸς κ. Τρικούπης νὰ διδάσκῃ ἄλλους περὶ τῆς κατα-
235διώξεως τοῦ ἀρχιληστοῦ τούτου, ἀλλὰ ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν
236Ὑπουργόν του, τὸν κύριον Βουλπιώτην, ἵνα οὗτος τὸν παρα-
237δώσῃ. Ταῦτα ὁ εἰσαγγελεὺς κ. Δημητριάδης, ἐλθὼν πρὸ μη-
238νὸς εἰς Μεσολόγγιον, ἀνεκοίνωσεν ἐνώπιον πολλῶν. Σημειω-
239τέον ἐπίσης, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν ὁ ἐπὶ ὑποθάλψει τοῦ ἀρχιλη-
240στοῦ Τάκη κατηγορούμενος ἀρχιποιμὴν Γιάγκος καὶ ὁ ἀδελ-
241φὸς τοῦ ἀρχιληστοῦ εἶχον τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. Βουλπιώ-
242του, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ὁποίου ἔμενε καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀρ-
243χιλῃστοῦ».
244Ὡς παρατηρεῖτε, ἐφημερίς, δημοσιευομένη ἐν Ἀθήναις,
245καὶ ἐκ τῶν μεγαλοσχήμων μάλιστα, ἀποδίδωσι τοσοῦτον
246ὡρισμένην κατηγορίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιο-
247σύνης, ὥστε, ἐὰν αὕτη ἠλήθευε, βεβαίως ἡ θέσις τοῦ κ. Ὑ-
248πουργοῦ δὲν ἤθελεν εἶσθαι πολὺ εὐχάριστος. Λέγων ταῦτα,
249βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ ἐκθέσω τὴν ἐμὴν γνώμην περὶ τοῦ κ.
250Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφηγοῦμαι μόνον τὰ πράγ-
251ματα ὡς ἐδημοσιεύθησαν ἐπισημότατα διὰ τοῦ τύπου. Οὐ-
252δὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, ἢ ἐφημερὶς αὕτη καταγγέλλει τὸν
253κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ὑποθάλποντα λῃστο-
254συμμορίαν ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ ἐν Μεσολογγίῳ διὰ τοῦ ἀξιο-
255τίμου αὐτοῦ ἀδελφοῦ.
256Ἐννοεῖτε, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο τοσοῦτον σπουδαῖον
257καὶ τοσοῦτον σκανδαλῶδες, ὥστε βεβαίως δὲν ἐδύνατο πρὸ
258αὐτοῦ, ὁπωςδήποτε ἐλθόντος εἰς τὴν δημοσιότητα, νὰ κλείσῃ
259ὀφθαλμοὺς, καὶ ὦτα ὁ κ. Ὑπουργός. Ἔπρεπε ἄρα διὰ τῶν
260ἀρχῶν τοῦ Κράτους ἐπισήμως νὰ διαψευσθῶσι τὰ τότε ἐν
261τῇ δημοσιότητι λαβόντα χώραν. Διὰ τοῦτο μετά τινας
262ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς περιέργου ταύτης εἰδήσεως
263ἀνεγινώσκομεν ἐν τῷ «Χρόνῳ τῶν Ἀθηνῶν» ἔγγραφον τῆς
2645 Νοεμβρίου 1886 ἔτους τοῦ εἰσαγγελέως κ. Μπράβου,
265ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην. Τὸ ἔγγραφον λοιπὸν ἐκεῖνο,
266Κύριοι, θέλετε ἐπίσης μοὶ ἐπιτρέψει, ὅπως ἀναγνώσω ὑμῖν,
267ἵνα σχηματίσητε καὶ ποιάν τινα ἰδέαν περὶ τοῦ συμπολί-
268του τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις εἶναι ὁ εἰ-
269σαγγελεὺς κ. Μπράβος, ἐκ Μεγαρίδος ἕλκων τὴν καταγω-
270γήν. Καὶ ἰδοὺ ἀμέσως τὸ ἔγγραφον (ἀναγινώσκει):
271«Σύνταξιν «Χρόνου Ἀθηνῶν.»
272«Τὰ περὶ φυγοδίκων ἐν τῷ «Χρόνῳ Ἀθηνῶν» γραφέντα
273εἰσὶν ἀνακριβῆ. Οἱ φυγόδικοι, περὶ ὧν πρόκειται, προσῆλ-
274θον αὐθορμήτως ἐνώπιόν μας. Ἀφέθησαν δὲ προσωρινῶς
275ἐλεύθεροι δι’ ἔλλειψιν χώρου ἐν ταῖς φυλακαῖς, καὶ διότι
276ἐπέκειτο μίσθωσις τοῦ καταστήματος! Εὐθὺς δὲ ὡς ἐμισθώθη,
277προσῆλθον, εἰδοποιηθέντες παρ’ ἡμῶν, καὶ μόνοι των μετέ-
278βησαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐφυλακίσθησαν.
279Ὁ εἰσαγγελεὺς
280ΜΠΡΑΒΟΣ.»
281Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἀληθὴς ἄρνησις
282τοῦ ὀνόματος τοῦ ὑπ’ αὐτὸ ὑπογεγραμμένου κ. Μπράβου.
283Σημειωτέον δὲ, ὅτι τοῦτο ἐστάλη καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας
284«Παλιγγενεσίαν» καὶ «Ὥραν,» ἀλλ’ αὗται, βεβαίως πονη-
285ρότεραι τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τυγχάνουσαι, ἐνόησαν, ὅτι δὲν
286ἦτο συμφέρον νὰ δημοσιεύσωσιν αὐτὸ, δι’ οὗ ὁ κ. Εἰσαγ-
287γελεὺς ἐξέθετο πλέον εἰς τὸ κοινὸν τὴν διανοητικὴν αὐτοῦ
288ἱκανότητα.
289Ἐν τῷ δημοσιεύματι λοιπὸν ἐκείνῳ τοῦ «Χρόνου Ἀθη-
290νῶν,» ῥητῶς ἐλέγετο, ὅτι ὁ διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ Ἄρ-
291της κ. Μπαϊρακτάρης ἐνώπιον τοῦ εἰσαγγελέως κ. Δημη-
292τριάδου ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Δὲν ἔπρεπεν ὁ Πρωθυπουργὸς κ.
293»Τρικούπης νὰ διδάσκῃ ἄλλους περὶ τῆς καταδιώξεως τοῦ
294»ἀρχιληστοῦ τούτου, ἀλλὰ νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Ὑπουρ-
295»γόν του, κ. Βουλπιώτην ἵνα οὗτος τὸν παραδώσῃ.» Προ-
296κύπτει λοιπὸν σαφῶς καὶ καθαρῶς, ὅτι ὁ κ. Μπαϊρακτάρης
297ἔλεγε ταῦτα πρὸς τὸν εἰσαγγελέα κ. Δημητριάδην· φυσικὸν
298ἦτο ἄρα, ὅτι ἔπρεπεν ὁ εἰσαγγελεὺς κ. Δημητριάδης νὰ
299σπεύσῃ νὰ διαψεύσῃ τὰ δῆθεν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα περὶ τοῦ
300κ. Μπαϊρακτάρη. Ὅθεν διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὴν σύν-
301ταξιν τοῦ «Χρόνου» ὁ κ. Δημητριάδης ἐτόλμησε νὰ ἀρ-
302νηθῇ, ὅτι εἶπέ ποτε τὰ ἀνωτέρω. Ἐν τούτοις ἡ ἐφημερὶς
303ἐπέμενεν εἰς τὰ παρ’ αὐτῆς καταγγελθέντα, καὶ ἐπεκαλεῖτο
304πλέον οὐχὶ κοινούς τινας καὶ τυχαίους, ἀλλ’ ἐπισημοτάτους
305μάρτυρας περὶ τῆς ἀληθείας τῶν παρ’ αὐτῆς γραφέντων,
306καὶ περὶ τῶν μαρτύρων τούτων οὐδεμία ἐπιτρέπεται συζή-
307τησις οὔτε εἰς ἡμᾶς, οὔτε εἰς τοὺς ἐντεῦθεν κυρίους συναδέλ-
308φους. Ἰδοὺ οἱ ῥηθέντες μάρτυρες· αʹ) Δημ. Δεσποταῖος, δικη-
309γόρος· βʹ) Κ. Βορίλλας φοιτητής· γʹ) Κ. Τσιμπουράκης,
310δήμαρχος Ὠλενείας, καὶ δʹ) Ἀντώνιος Βάλβης, δικηγόρος
311καὶ πρώην βουλευτής. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ὁ δήμαρχος κ.
312Τσιμπουράκης τυγχάνει καὶ φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
313Τῇ δὲ 20ῇ Νοεμβρίου 1886 ἔτους, δηλ. κατ’ ἐξακολού-
314θησιν πρὸ δύο ἐτῶν, ὁ αὐτὸς «Χρόνος Ἀθηνῶν» ἐδημοσίευε
315τὰ ἑξῆς περιεργότατα πράγματα (ἀναγινώσκει):
316«Πασίγνωστον εἶναι κατὰ τὸν νομὸν Αἰτωλοακαρνανίας,
317ὡς διὰ πληθύος ἀλληλογραφιῶν καὶ προφορικῶν ἀνακοινώ-
318σεων κατοίκων τοῦ νομοῦ ἐκείνου βεβαιοῦται, ὅτι συστημα-
319τικὴν προστασίαν καὶ ὑπεράσπισιν, χάριν ἰδίως χρηματικῶν
320ὠφελημάτων, ἀπολαμβάνουσιν, οὐ μόνον ἄλλοι ἐγκλημα-
321τίαι, ἀλλὰ καὶ λῃσταὶ, παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δι-
322καιοσύνης κ. Δημητρίου Βουλπιώτου.»
323Ἀλλ’ ἐν ᾧ ταῦτα συνέβαινον ἐν τῇ δημοσιότητι, ὁ κ.
324Βάλβης, βουλευτής, οὗτινος ἔχω εἰς χεῖρας τὴν ἐπιστολὴν,
325εὐμενῶς παραχωρηθεῖσάν μοι, ἔγραφε πρὸς τὸν συντάκτην
326τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
327«Κύριε διευθυντὰ τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν.» Αὐτήκοος δὲν
328ἐγενόμην τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Δημητριάδου, εἰσαγγελέως Ἄρτης,
329ῥηθέντων ἔν τινι ἐνταῦθα Λέσχῃ, καὶ ἐφαπτομένων τῆς
330ὑπολήψεως τοῦ κ. Βουλπιώτου, Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης,
331ὡς ὑποστηρίζοντος καὶ ὑποθάλποντος τὸν λήσταρχον Τάκην,
332ἀλλὰ ταῦτα, ὡς ἐμποιήσαντα δικαίως πολλὴν τὴν αἴσθη-
333σιν, εὐθὺς τότε ἀφηγήθησαν μεταξὺ ἄλλων καὶ εἰς ἐμὲ οἱ ἐκ
334τῶν αὐτηκόων κ. κ. Δημ. Δεσποταῖος, δικηγόρος, Κωνστ.
335Τσιμπουράκης, δήμαρχος Ὠλενείας, καὶ Κωνστ. Βορίλλας,
336φοιτητής, οἵτινες καὶ ἤδη ἐπιβεβαιοῦσι τὰ λεχθέντα. Ταῦτα
337ἐπὶ τῆς προκλήσεώς σας αὐτόθι, τῆς εἰς τὸ φύλλον ὑπ’
338ἀρ. 621 διατριβῆς τοῦ κ. Δημητριάδου.
339Μεσολόγγιον, τῇ 16 Νβρίου 1886.
340Διατελῶ μεθ’ ὑπολήψεως
341Α. ΒΑΛΒΗΣ»
342Ρητῶς λοιπὸν ἐν τῇ ἐπιστολῇ ταύτῃ ὁ κ. Βάλβης ὁμο-
343λογεῖ, ὅτι ταῦτα ἐλέχθησαν παρὰ τῶν αὐτηκόων μαρτύρων,
344οὓς κατονομάζει. Ἀλλὰ εἰς τὸν «Χρόνον τῶν Ἀθηνῶν»
345καὶ εἰς τὸν συντάκτην αὐτοῦ δὲν ἤρκεσαν τὰ ἀνωτέρω.
346Ἐνόουν αὐτοὶ νὰ μὴ ὀπισθοχωρήσωσιν ἀπέναντι διαδόσεως,
347ἧς τὴν ἀλήθειαν πάσῃ δυνάμει ὑπεστήριζον. Προεκάλεσεν
348ἄρα ὁ «Χρόνος τῶν Ἀθηνῶν» καὶ ἑτέραν ἐπιστολὴν, ἧς τὸ
349κείμενον παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε (ἀναγινώσκει):
350«Ἐν Μεσολογγίῳ τὴν 16 Νβρίου 1886.
351«Κύριε Συντάκτα τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν.»
352«Ἐν τῷ φύλλῳ τῆς ἀξιοτίμου ἐφημερίδος ὑμῶν, ὁ
353«Χρόνος Ἀθηνῶν», κατεχωρίσθη τηλεγράφημα τοῦ εἰ-
354σαγγελέως Ἄρτης κυρίου Δημητριάδου, δι’ οὗ δηλοῖ,
355ὅτι οὐδὲν εἶπεν ἐνταῦθα, ὡς ἀνέφερεν ἐπιστολὴ περὶ τοῦ
356κυρίου Μπαϊρακτάρη, ὡς εἰπόντος ἐν Ἄρτῃ, ὅτι «τί
357θέλει καὶ πιέζει τὸν κόσμον ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν σύλληψιν
358τοῦ ἀρχιληστοῦ Τάκη; Ἄς τὸν ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Ὑπουρ-
359γὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. Βουλπιώτην». Καίτοι γινώσκοντες
360τὴν δυσχερῆ θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἄρτης κ. Δημητριά-
361δου, ἐν τούτοις, προκαλούμενοι ὑπὸ τῆς συντάξεως τῆς ἐφη-
362μερίδος ὑμῶν, ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ταῦτα ὁ
363κ. Δημητριάδης ἀνεπιφυλάκτως καὶ εἰς ἐπήκοον ἡμῶν καὶ
364ἄλλων ἀξιοτίμων προσώπων ἐξέθηκεν αὐτολεξεί.
365Δέξασθε κλπ.
366Κ. ΒΟΡΙΛΑΣ (φοιτητής), Δ. ΔΕΣΠΟΤΑΙΟΣ (δικηγό-
367ρος), Κ. ΤΣΙΜΠΟΥΡΑΚΗΣ (δήμαρχος Ὠλενείας)».
368Ὥστε ἐκ τούτου ἀριδήλως προκύπτει, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς
369κ. Δημητριάδης ἀνεκοίνωσεν ἐνώπιον τῶν ὡρισμένων μαρ-
370τύρων, ὅσα ὁ κ. Μπαϊρακτάρης, διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ,
371εἶπε περὶ ληστοσυμμοριῶν, ὑποθαλπομένων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑ-
372πουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
373Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρχον πολ-
374λαὶ ἀσχολίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ μά-
375λιστα ἴσως κατεγίνοντο, ἵνα χωνεύσωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὰς
376ἐντυπώσεις, ἃς εἶχον παραγάγει αἱ τετρακισχίλιαι ἐκεῖναι,
377ὡς ἐνθυμεῖσθε, χάριτες. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἀφοῦ ἐπὶ ἕνα
378καὶ ἐπέκεινα μῆνα ὁ τύπος δι’ ἐπανειλημμένων δημοσιεύ-
379σεων καὶ παρατηρήσεων ἐθορύβει περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύ-
380της, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠναγκάσθη ν’ ἀπευ-
381θύνῃ πρὸς τὸν παρὰ τοῖς ἐν Ἀθήναις πλημμελειοδίκαις
382Εἰσαγγελέα ἔγγραφον μήνυσιν κατὰ τοῦ συντάκτου τοῦ
383«Χρόνου Ἀθηνῶν». Τῆς μηνύσεως ταύτης τὸ κείμενον πα-
384ρακαλῶ νὰ ἀκούσητε (ἀναγινώσκει):
385«Πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις πλημμελειο-
386δικῶν.
387«Ἐκ τοῦ φύλλου τοῦ «Αἰῶνος», τοῦ ἐκδοθέντος τὴν ἑσπέ-
388ραν τῆς χθὲς καὶ περιέχοντος τηλεγράφημά τι ἐκ Μεσο-
389λογγίου, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ζητήσω καὶ ἀναγνώσω τὸ
390ἐκδοθὲν τὴν πρωΐαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας φύλλον τοῦ «Χρόνου
391Ἀθηνῶν», ὅπερ ἐγκλείω ᾧδε, καὶ εἰς ὃ περιέχεται κύριον
392ἄρθρον, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης
393καὶ ἡ ληστεία», δι’ οὗ συκοφαντοῦμαι καὶ ὑβρίζομαι καὶ
394ὡς ἰδιώτης καὶ ὡς Ὑπουργός.
395«Καταγγέλλω ὑμῖν, κ. Εἰσαγγελεῦ, τὸν συντάκτην τοῦ
396ἄρθρου τούτου, τὸν ἐκδότην τῆς ἐφημερίδος καὶ πάντα ἄλ-
397λον ἐνεχόμενον εἰς τὰς ἐν αὐτῷ περιεχομένας ἀξιοποίνους
398καὶ μοχθηρὰς διαδόσεις, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα ἐνεργή-
399σητε ἐν τάχει, ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὸ ὑμέτερον καθῆκον.
400Ἐν Ἀθήναις, τῇ 21 Νοεμβρίου 1886.
401Δ. Βουλπιώτης.»
402Ἰδοὺ λοιπόν ἀπὸ τῆς 21 Νοεμβρίου 1886 ἔτους, ἤτοι
403πρὸ δύο ἐτῶν, διὰ καταγγελίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
404καιοσύνης παραγγέλλει τὸν ἐνταῦθα παρὰ πλημμελειοδί-
405καις Εἰσαγγελέα, ὅπως ἐνεργήσῃ τὴν καταδίωξιν τοῦ συν-
406τάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», καὶ μάλιστα ἐν τάχει. Ἕκα-
407στος θέλει ὑποθέσει ὅτι, ὁ συντάκτης τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν»
408διατελεῖ ἔκτοτε ἔν τινι τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, ἐξ ἀφορ-
409μῆς τῆς καταγγελίας ταύτης. Ἀλλὰ θέλετε ἐκπλαγῆ, Κύ-
410ριοι, ἐὰν μάθητε, ὅτι μεθ’ ὅλην τὴν αὐστηρὰν καταγγελίαν
411τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, ὡς λέγει, ἐσυ-
412κοφαντήθη καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς ἰδιώτης, μεθ’ ὅλην τὴν
413πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα ἐν εἴδει παραγγελίας αἴτησιν, ὅπως
414ἐν τάχει καταδιωχθῇ ὁ συντάκτης τοῦ «Χρόνου τῶν Ἀθη-
415νῶν», οὐδέποτε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ καταγγελία
416τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐνηργήθη, ἀλλὰ κοιμᾶται, τίς οἶδεν ἐν
417τίνι θυρίδι τῶν ἀρχείων τῆς Εἰσαγγελίας Ἀθηνῶν.
418Δικαιοῦμαι, Κύριοι, νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ
419τῆς Δικαιοσύνης, ἐχαρίσθη ἆρά γε πρὸς τὸν τοσοῦτον σκαιῶς
420καὶ ἀγρίως, ὡς ἰσχυρίζεται, ἐξυβρίσαντα καὶ συκοφαντή-
421σαντα αὐτὸν καὶ ὡς ἰδιώτην καὶ ὡς Ὑπουργόν; Βεβαίως
422δὲν ἐχαρίσθη· ἴσως ἤθελε χαρισθῆ, ἐὰν ὁ τότε συντάκτης
423τοῦ «Χρόνου τῶν Ἀθηνῶν» κατωρθοῦτο νὰ γίνῃ φίλος τῆς
424μερίδος, εἰς ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνήκει. Ἀλλ’ ὁ ἄνθρωπος
425αὐτὸς ἐκτὸς τούτου διαμαρτύρεται, καὶ ζητεῖ καθ’ ἑκάστην
426νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην, ἵνα ἀποδείξῃ, ὡς λέγει, τὸ βάσιμον
427τῆς κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατηγορίας. Μήπως ὑπάρχῃ
428λοιπὸν ἄλλος τις λόγος, κωλύων τὴν ἁρμοδίαν Ἀρχὴν, ὅπως
429προβῇ εἰς τὸ καθῆκον αὑτῆς, καθ’ ὃ ἔχει βαρὺ καθῆκον;
430Πᾶσαι αὗται αἱ ἀπορίαι νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ γεννη-
431θῶσιν εἰς τὴν ψυχὴν ἑκάστου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
432ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς, λαμβάνων τοιαύτην καταγ-
433γελίαν τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ Ὑπουργοῦ, δι’ ἧς ἐν τάχει
434παραγγέλλεται νὰ ἐνεργήσῃ τὰ κατὰ νόμον, ὅτι εἶναι δυ-
435νατὸν νὰ ἀμελῇ. Μήπως λοιπὸν ὄπισθεν τῆς Εἰσαγγελίας
436κρύπτεται ἄλλη Ἀρχὴ ἀνωτέρα, κωλύουσα τὴν ἐνέργειαν
437τῆς καταγγελίας ταύτης; Ἢ μήπως πρόκηται νὰ παρά-
438σχωμεν ἡμέραν τινὰ εἰς τὸν κατηγορούμενον τὴν ἔνστασιν
439τῆς παραγραφῆς;
440Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιο-
441σύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ ἡ καταγγελία
442αὕτη ἤδη ἐπὶ δύο ἔτη μένει ἐκκρεμὴς ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ
443Ἀθηνῶν. Ἐπίσης, ἵνα συμπληρώσω τὴν ἐπερώτησίν μου,
444παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ
445ἔν τινι τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων τὴν δικογραφίαν, τὴν
446εὑρισκομένην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφορῶσαν
447δὲ αὐτὸν τοῦτον τὸν ἀρχιληστὴν Τάκην, περὶ οὗ καὶ πρό-
448κειται, ἵνα πεισθῶμεν, ποῦ ἐβασίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς
449Δικαιοσύνης, δοὺς πρό τινων ἡμερῶν εἰς αὐτὸν χάριν. Αὐτὸς
450κατεδικάσθη, Κύριοι, εἰς θάνατον! Προσῆλθεν ἀληθῶς εἰς
451τὰς Ἀρχὰς Μεσολογγίου, ὡς γράφει ὁ Εἰσαγγελεὺς κ. Μπρά-
452βος, καὶ κατεδικάσθη εἰς θάνατον, διότι ἐκηρύχθη ἔνοχος
453ληστρικῆς πράξεως παρὰ τοῦ Κακουργιοδικείου τῆς ἁρμοδίας
454περιφερείας, οἱ δὲ Σύνεδροι ἐπέβαλον αὐτῷ τὴν ἐσχάτην τῶν
455ποινῶν· ἀλλ’ εἰς αὐτὸν τὸν ἀρχιληστὴν, ἐπαναλέγω, πρό
456τινων ἡμερῶν, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιο-
457σύνης, καὶ νομίζω ἄνευ τῆς συστάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῶν
458Συνέδρων, ἢ τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως, ἐδόθη χάρις.
459§26ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ποία χάρις;
460§27ΛΕΒΙΔΗΣ. Χάρις Βασιλικὴ δι’ ἧς μεταβάλλεται ἡ
461ποινὴ τοῦ θανάτου.
462Ἔχω, Κύριοι, εἰς χεῖράς μου τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυ-
463βερνήσεως» τῆς 22 Ὀκτωβρίου ἔ. ἔ., ἐν ᾗ λέγεται: «Προ-
464τάσει τοῦ ἡμετέρου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ μετα-
465βάλλομεν εἰς ἰσόβια δεσμὰ τὴν ποινὴν τοῦ Ἀλεξίου Δ.
466Τάκη, καταδικασθέντος διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3 τῆς 2 Νοεμ-
467βρίου 1887 ἀποφάσεως τῶν ἐν Λευκάδι Συνέδρων εἰς θά-
468νατον.» Μόλις πρὸ ἔτους κατεδικάσθη εἰς θάνατον ἐπὶ φοβε-
469ρωτάταις ληστρικαῖς πράξεσι, καὶ ἐν τούτοις δίδεται αὐτῷ
470χάρις! Καὶ πότε; Ἐνῷ ὁ κ. Ὑπουργὸς διατελεῖ ὑπὸ τὸ
471βάρος φοβερᾶς κατηγορίας. Καὶ ποία εἶναι ἡ κατηγορία;
472Εἶναι ἐκείνη, ἣν αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς ἐνόμισε τοσοῦτον
473ἀξίαν ἀναιρέσεως καὶ ἐξαφανίσεως, ὥστε μετὰ ἕνα μῆνα,
474ἀφ’ ἧς ἐγράφησαν αἱ διαδόσεις ἐκεῖναι εἰς τὸν «Χρόνον τῶν
475Ἀθηνῶν», ἔσπευσε διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ νὰ παραγγείλῃ
476τὸν παρὰ πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέα, ὅπως ἐν τάχει
477ἐπισπεύσῃ τὴν κατὰ τοῦ κ. Δούνη κατηγορίαν.
478Ἐμπαιζόμεθα λοιπόν, ἢ ἐμπαίζομεν ἐνταῦθα; Καὶ δὲν
479δικαιοῦμαι νὰ ἐγείρω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, οὐχὶ πλέον
480πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ πρὸς ὁλό-
481κληρον τὸ Ὑπουργικὸν Σῶμα, ὅπερ ἔσχε τὴν τόλμην ἐν τῷ
482Β. λόγῳ νὰ στηλιτεύσῃ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν τοῦ
483Κράτους, καὶ νὰ εἴπῃ ἡμῖν, ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους
484κινδυνεύει, ἐὰν αἱ δημοτικαὶ ἀστυνομίαι δὲν περιέλθωσιν εἰς
485χεῖρας τῆς Κεντρικῆς Διοικήσεως; «Προσέτι δὲ,» ἔλεγον οἱ
486κύριοι ὑπουργοὶ ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, «ὅπως περιφρου-
487ρηθῇ τελειότερον ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἕτερον νομοσχέδιον,
488διαῤῥυθμίζει ἐπὶ νέων βάσεων τὰ τῆς δημοτικῆς ἀστυνο-
489μίας, ἀσκουμένης ἐντονώτερον τῆς ἐπιβλέψεως τῆς κεντρικῆς
490ἐξουσίας.» Ποίας κεντρικῆς ἐξουσίας; Ἐκείνης, ἥτις ἐπὶ δύο
491ἔτη συναπτὰ, ἤτοι ἐπὶ 700 καὶ ἐπέκεινα ἡμέρας, δέχεται
492νὰ διατελῇ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς κατηγορίας ταύτης! Τῆς
493ἐξουσίας, τῆς παρασχούσης χάριν εἰς τὸν ἀρχηγὸν συμμορίας,
494ἣν κατηγορεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ὑπέθαλπεν ἐν τῇ οἰκίᾳ
495αὐτοῦ χάριν ἰδίως χρηματικῶν ὠφελημάτων! Διὰ τοῦτο
496παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, πρῶτον
497μὲν, ὅπως δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν,
498τί γίνεται ἡ ἐπὶ δύο καὶ ἐπέκεινα ἔτη κατηγορία κατὰ τοῦ
499συντάκτου τοῦ «Χρόνου τῶν Ἀθηνῶν», ἔπειτα δὲ, ὅπως
500κομίσῃ ἐνώπιον τοῦ σώματος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους
501τὸν φάκελλον, δι’ οὗ ἐδόθη ἡ χάρις εἰς αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν
502ἀρχιληστὴν, περὶ οὗ ὁ «Χρόνος τῶν Ἀθηνῶν» ἔγραφεν, ὅτι
503ὑπεθάλπετο ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιο-
504σύνης.
505§28ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ λι-
506βελλογραφήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, ἐδημοσίευσε κατὰ τὸ
5071886 μία θνησιγενὴς ἐφημερὶς τῶν Ἀθηνῶν, ἀντίτυπα δὲ
508αὐτῶν, ὡς ἐνθυμοῦνται οἱ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνά-
509δελφοι, δὶς ἢ τρὶς ἐν συνεδριαζούσῃ τῇ Βουλῇ διενεμήθησαν
510ἐπίτηδες πρὸς τοὺς κκ. Βουλευτάς. Ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ
511Ἔθνους, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν σχεδὸν 20ετίαν ἤδη
512ἀδιαλείπτως νὰ ἀποτελῶ μέρος, ἔκρινεν αὐτὰ πάντοτε περι-
513φρονήσεως ἄξια, καὶ οὔτε οἱ πολιτικοί μου ἀντίπαλοι, οὔτε
514οἱ ἐπαρχιακοί μου ἀντίπαλοι κατεδέχθησαν ποτὲ νὰ μνη-
515μονεύσωσιν αὐτῶν, καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, διενεμήθησαν
516πρὸς αὐτοὺς σκοπίμως δὶς ἢ τρὶς, συνεδριαζούσης τῆς Βου-
517λῆς. Τοῦτο εἶναι, ὁμολογῶ, παρήγορον διὰ τοὺς πολιτευομέ-
518νους, τοὺς ἐκτεθειμένους εἰς οἵους γνωρίζετε πάντες κινδύ-
519νους συκοφαντιῶν καὶ ὕβρεων· εἶναι ἀληθὴς παρηγορία δι’
520ἐκείνους, οἵτινες ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν ἀδιαλείπτως διαπράττον-
521τες τὰ κοινὰ καὶ δρῶντες, οὐδέποτε ἔλαθον βιοῦντες, ἀλλὰ
522τοὐναντίον, κληθέντες, μετέσχον πάντοτε προθύμως τῆς ἐπι-
523τελέσεως καὶ ἐξαιρετικῶν δημοσίων καθηκόντων, δυσαρέ-
524στων μὲν καὶ ὀχληρῶν, δημιουργούντων δ’ ἐκ τῆς φύσεως
525αὐτῶν ἀπείρους ἐχθρότητας καὶ δυσαρεσκείας. Τοιαῦτα δὲ
526ἦσαν ἀληθῶς τὰ καθήκοντα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐξαιρετικῶς συ-
527νέπεσεν ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων νὰ κληθῶ
528πολλάκις ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἴτε ἐπιτροπαὶ πρὸς ἐξέτασιν
529καὶ ἔλεγχον κατηρτίσθησαν, εἴτε Εἰσαγγελεῖς πρὸς ὑποστή-
530ριξιν κατηγοριῶν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐξελέχθησαν, περι-
531ελήφθην σχεδὸν πάντοτε μεταξὺ αὐτῶν, γνωρίζετε δὲ πόσον
532αἱ τοιούτου εἴδους ἐργασίαι αὐξάνουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν δυσ-
533μενῶς πρός τινα διατεθειμένων. Ἐνῷ δὲ τοιαύτη ὑπῆρξεν
534ἡ πολιτική μου ἐν τῇ Βουλῇ δρᾶσις, ἐπαναλαμβάνω καὶ
535πάλιν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐπὶ μίαν ἤδη διετίαν, καίτοι τετράκις
536ἐπιμόνως ἀπεπειράθησαν οἱ τῶν λιβέλλων ἐργάται, οὓς θεω-
537ρῶ ἐντελῶς ἀσχέτους καὶ πρὸς τοὺς πολιτικούς μου ἀντι-
538πάλους καὶ πρὸς τοὺς ἐπαρχιακούς μου ἀντιπάλους, νὰ προ-
539καλέσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, δὲν ἀπέ-
540κτησαν ἐν αὐτῇ παρὰ μόνον τῆς περιφρονήσεως τὸ αἴσθημα·
541ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ αὐτὸς ὁ ἐπερωτήσας Βουλευτὴς, ἵνα ἀνα-
542βιβάσῃ μετὰ διετίαν ἐπὶ τοῦ βήματος τὰ λιβελλογραφήματα
543ἐκεῖνα, χωρὶς δι’ ὅλου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει αὐτὸς, ὁ τυχὼν καὶ
544κατὰ τὰς τρεῖς παρελθούσας Βουλευτικὰς Συνόδους, τὴν
545τοιαύτην πρὸς τὰ δημοσιεύματα ἐκεῖνα περιφρόνησιν τῆς
546Βουλῆς καὶ χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν ἐπ’ αὐτῶν τρεῖς μῆνας
547μετὰ τὴν δημοσίευσίν των περιφανῆ καὶ εὔγλωττον καὶ πα-
548νηγυρικὴν ἀπάντησιν τοῦ φρονήματος τῶν συμπολιτῶν μου.
549Οὐχὶ πάντα τὰ δημοσιεύματα ταῦτα, σᾶς βεβαιῶ μετὰ
550πάσης εἰλικρινείας, ὅσα ἀνέγνωσεν ἐντεῦθεν σήμερον, ἀλλὰ
551τινὰ ἐξ αὐτῶν περιῆλθον εἰς γνῶσίν μου τότε. Ἐζήτησα
552πληροφορίας, διότι, ὅπως ἠκούσατε ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν
553δημοσιευμάτων, τίποτε δὲν ἀναφέρεται ἀπ’ εὐθείας εἰς ἐμὲ,
554ἐζήτησα, λέγω, πληροφορίας καὶ ἔμαθον, ὅτι κατὰ τὴν ἐπο-
555χὴν ἐκείνην, ἦτο δὲ ἡ ἐποχὴ τῆς συστάσεως Κακουργιοδι-
556κείων, συνεπείᾳ τῶν δοθεισῶν πρός τε τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ
557τὰς ἄλλας Ἀρχὰς ὁδηγιῶν, καὶ τῶν ληφθέντων καὶ μέχρι
558σήμερον λειτουργούντων δραστηρίων μέτρων κατὰ φυγοδί-
559κων καὶ φυγοποίνων, ὅπως ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, (καὶ
560ἐπικαλοῦμαι περὶ τούτου τὴν μαρτυρίαν πάντων ὑμῶν)
561οὕτω καὶ ἐν Μεσολογγίῳ συνέπεσε νὰ προσέλθωσι πρὸς τὰς
562Ἀρχὰς σωρηδὸν τοιοῦτοι. Πλὴν δὲ τῆς ἐπισήμου ἐνεργείας
563πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς τοιαύτης προσελεύσεως τῶν φυγοδίκων
564καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς Εἰσαγγελεῖς καὶ πρὸς φίλους μου ἔγρα-
565ψα νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν τοιαύτην προσέλευσιν, ἵνα μὴ
566λυμαίνηται πλέον τὸν τόπον ἡ φυγοδικία, μηδὲ νὰ ἀπασχο-
567λῆται κατ’ αὐτῆς καὶ μόνον ἡ στρατιωτικὴ δύναμις. Τὸ
568ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεδιώκετο, ἐπετεύχθη, καὶ οἱ φυγό-
569δικοι σωρηδὸν προσήρχοντο αὐθορμήτως. Εἶναι ἐπισήμως βε-
570βαιωμένον, ὅτι ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Μεσολογγίου δὲν ὑπῆρχε
571χῶρος πλέον πρὸς κάθειρξιν ἄλλων, ἀλλὰ καὶ χῶρος ἐὰν
572ὑπῆρχεν, ἦτο προδήλως ὀρθὴ καὶ δικαία ἡ ζητηθεῖσα καὶ
573ἐγκριθεῖσα, κατ’ ἐκείνας δὲ τὰς ἡμέρας πραγματοποιουμένη,
574ἐξεύρεσις καὶ μίσθωσις φυλακῆς ἰδιαιτέρας διὰ τοὺς αὐθορ-
575μήτως προσερχομένους φυγοδίκους, οὓς εὐλόγως ἠξίωσαν
576καὶ ἀνετωτέρας τινὸς ἐν τῇ προφυλακίσει των καθείρξεως
577καὶ ἰδιαιτέρας μερίμνης, ὅπως προσδιορίζωνται κατὰ προ-
578τίμησιν πρὸς ἐκδίκασιν αἱ δίκαι αὐτῶν, καὶ ταχέως ἐκδικά-
579ζωνται. Πρὸς τοὺς οὕτω λοιπὸν αὐθορμήτως πρὸς αὐτὸν προ-
580σελθόντας καὶ ζητοῦντας νὰ δικασθῶσι φυγοδίκους, ἐν αἷς
581ἡμέραις ἐφρόντιζα περὶ εὑρέσεως καὶ μισθώσεως νέας φυλα-
582κῆς, ὁ Εἰσαγγελεὺς Μεσολογγίου ἐπέτρεψε νὰ μένωσι πρὸς
583ὥραν ἐλεύθεροι, ὅπως καὶ ἀληθῶς ἐγένετο, ὡς πρός τινας μὲν
584ἐπὶ ὥρας, ὡς πρὸς ἄλλους δὲ ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, μέχρις
585ὅτου ἐμισθώθη φυλακὴ, εἰς ἣν πάντες ἀνεξαιρέτως καὶ μέχρις
586ἑνὸς οἱ προσελθόντες ἐκεῖνοι καθείρχθησαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο
587περὶ φυγοδίκων ὑπὸ τῆς ἐξουσίας συλληφθέντων, τὸ πρᾶγμα
588ἦτο ἄξιον πολλῆς προσοχῆς καὶ αὐστηρότητος, ἀλλὰ, ὅπως
589ἠκούσατε, προέκειτο περὶ ἑκουσίως προσελθόντων καὶ ζητούν-
590των νὰ φυλακισθῶσι καὶ δικασθῶσι, φυλακισθέντων δὲ τάχι-
591στα πάντων καὶ δικασθέντων καὶ καταδικασθέντων, ἠκού-
592σατε δὲ, ὅτι καί τις ἐξ αὐτῶν κατεδικάσθη εἰς τὴν ἐσχά-
593την τῶν ποινῶν. Αὕτη εἶναι ἡ ἱστορία, ἥτις ἐχαρακτηρί-
594σθη ὡς ὑπόθαλψις φυγοδίκων, καὶ ἃς κρίνωσι πάντες, ἐὰν
595δύναται αὕτη νὰ ἔχῃ πρός με ἀναφοράν. Οἱ οὕτως αὐθορμή-
596τως προσελθόντες φυγόδικοι, ἐννοεῖται, ὅτι προσέφυγον εἰς
597δικηγόρους πρὸς ὑπεράσπισίν των, τινὲς δὲ ἴσως προσέφυγον
598καὶ πρὸς συγγενεῖς μου δικηγόρους καὶ πρὸς τὸν ἀδελφόν
599μου, δικηγόρον ὄντα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὀλίγιστοι ἦσαν ἐξ
600Εὐρυτανίας, ἐξ ἧς ἰδίως προέρχομαι, διότι ὀφείλω χάριν αὐ-
601τῆς νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐλαχίστους ἀριθμεῖ τοὺς πρὸς τὸ ἔγ-
602κλημα ἐπιῤῥεπεῖς, καὶ ἐπικαλοῦμαι εἰς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν
603τῶν γινωσκόντων αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν ἀναγινωσκόν-
604των καθ’ ἑκάστην ἐφημερίδας ἐὰν βλέπωσι νὰ συμβαίνῃ συ-
605νεχῶς ἔγκλημα ἐν Εὐρυτανίᾳ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ζητήσαν-
606τας τὴν δικηγορικὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἀδελφοῦ μου, καὶ διὰ
607τοὺς ζητήσαντας τὴν ὑπεράσπισιν συγγενῶν ἢ ἀδελφῶν ἄλ-
608λων πολιτευομένων, καὶ διὰ πάντας ἐν γένει τοὺς ἑκουσίως
609καὶ αὐθορμήτως προσελθόντας, ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἐτηρήθη ἐπι-
610εικὲς μέτρον ἀνέτου ὁπωσδήποτε προφυλακίσεως, καὶ τα-
611χείας τῶν ὑποθέσεών των ἐκδικάσεως, τοῦτο δὲ ὁμολογῶ, ὅτι
612ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ συνιστῶ πάντοτε διὰ τοὺς
613αὐθορμήτως προσερχομένους, νὰ παρέχηται δηλαδὴ αὐτοῖς
614πᾶσα εὐκολία καὶ ταχέως νὰ προσδιορίζωνται αἱ δίκαι των
615καὶ ταχέως νὰ ἐκδικάζωνται, αὐστηρῶς δὲ νὰ κρίνωνται καὶ
616αὐστηρῶς νὰ ἀποτίνωνται αἱ ποιναὶ αὐτῶν.
617Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠθέλησαν καὶ ἐπειράθησαν τὸ γεγονὸς
618αὐτὸ νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν ἐναντίον μου, δὲν ἐδίστασαν νὰ τὸ
619συνδέσωσι καὶ πρὸς ἓν ἄλλο. Ὅπως ἠκούσατε, διέδωσάν τινες,
620ὅτι τοῖς εἶπέ τις, ὅτι ἤκουσε παρ’ ἄλλου, ἀκούσαντος ἀπὸ
621ἕνα ἄλλον, ὅτι ἡ καταδίωξις καὶ σύλληψις τοῦ δεῖνος φυγο-
622δίκου ἢ λῃστοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ εὐκολώτερον,
623ἐὰν φίλοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῆς
624Δικαιοσύνης εἰς τοῦτο συνετέλει. Ἅμα τῇ διαδόσει καὶ τῇ
625δημοσιεύσει ταύτῃ καὶ ὁ παρασταθεὶς ὡς ἀκούσας παρ’ ἄλ-
626λου καὶ ὁ παρασταθεὶς ὡς εἰπὼν τοιοῦτό τι ἔσπευσαν νὰ
627διαμαρτυρηθῶσι καὶ διὰ τοῦ τύπου, καὶ δι’ ἐπιστολῶν, δια-
628ψεύδοντες διαῤῥήδην τὰς τοιαύτας διαδόσεις. Ἡ λιβελλο-
629γραφία ὅμως ἐξηκολούθει τὸ ἔργον αὑτῆς καὶ ὑπῆρξε στιγμὴ
630καθ’ ἣν ἐθεώρησα, ὅτι δέν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον μόνον περι-
631φρόνησιν ν’ ἀντιτάξω πρὸς αὐτὴν, ἀλλ’ ὅτι ὤφειλον νὰ προ-
632βῶ καὶ εἰς καταγγελίαν, καὶ κατήγγειλα τὴν πρᾶξιν, οὐχὶ
633μόνον ὡς ἐξύβρισιν, ἀλλὰ καὶ ὡς συκοφαντίαν, ἵνα ἀνοίξω
634τοιουτοτρόπως τὰς πύλας τῆς ἀνακρίσεως εἰς πάντα θέλοντα
635νὰ προσέλθῃ καὶ καταθέσῃ πᾶν, ὅ,τι ἐγίνωσκε, χωρὶς νὰ
636λησμονήσω, ὅτι καὶ πολιτικοὺς ἀντιπάλους καὶ ἐπαρχιακοὺς
637τοιούτους δεινοὺς ἔχω, περὶ ὧν ὅμως εἶχον καὶ ἔχω τὴν πε-
638ποίθησιν, ὅτι ἡ πρός με ἀντίθεσίς των δὲν δύναται νὰ ὠθήσῃ
639αὐτοὺς πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ πρέποντος.
640Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἀνάκρισις αὕτη δὲν ἐπερατώθη, ἐὰν δὲν
641πλανῶμαι, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι
642δὲν εἶχον κἀνένα λόγον νὰ ἐνθυμηθῶ πλέον τὴν καταγγελίαν
643ἐκείνην. Ἐὰν εἶχον ἐπιθυμίαν τινὰ ἐνδόμυχον, ἡ ἐπιθυμία
644μου ἦτο νὰ μὴ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐν ὅσῳ εἶμαι Ὑ-
645πουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Πρόκειται περὶ ἐγκλήματος, τὸ
646ὁποῖον τιμωρεῖται ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ διὰ τὸ ὁποῖον
647ἀπαιτεῖται πενταετία πρὸς παραγραφήν· ὁμολογῶ, ὅτι ἡ
648ἀτομική μου ἐπιθυμία ἦτο νὰ μείνωσιν ἀνοικταὶ δι’ αὐτὸ αἱ
649θύραι τῆς ἀνακρίσεως μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θὰ ἦτο δυ-
650νατὸν οἱ ἀντίπαλοί μου νὰ προΐστανται τῶν κοινῶν. Ἴσως
651ἐὰν ἄλλος ἦτο εἰς τὴν θέσιν μου, θὰ μετήρχετο ἀκριβῶς τὸ
652ἀντίθετον σύστημα, ἴσως ἐὰν ἄλλος ἦτο εἰς τὴν θέσιν μου, θὰ
653ἐφρόντιζεν, ἐνόσῳ ἦτο ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, νὰ κλείσῃ τὴν ἀνάκρισιν
654αὐτὴν ἐντὸς 8 ἡμερῶν. Ἐγὼ δὲν ἐμερίμνησα περὶ τούτου,
655οὐδὲ ἐνδομύχως τὸ ἐπεθύμησα. Εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι, καὶ ἂν
656οὕτω ἔπραττον, ἡ κατάκρισις τῶν φλεγομένων ὑπὸ τῆς ἐπι-
657θυμίας τοῦ νὰ μὲ κατακρίνωσι θὰ ἦτο δριμυτέρα, καὶ θὰ
658ἠκούομεν αὐτοὺς κραυγάζοντας, ὅτι ἡ σπουδὴ πρὸς περάτωσιν
659τῆς ὑποθέσεως ἀποδεικνύει τρανῶς τοὺς φόβους καὶ τὴν ἀνη-
660συχίαν τοῦ καταγγείλαντος Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐφοβήθη μὴ
661τυχὸν ἡ ὑπόθεσις μείνῃ ἐκκρεμὴς καὶ ὅταν αὐτὸς καὶ οἱ φί-
662λοι του ἀναχωρήσωσι τῆς ἀρχῆς. Θὰ ἠκούομεν αὐτοὺς ἐρω-
663τῶντας δραματικῶς, τίς ἡ αἰτία τοιαύτης σπουδῆς; Μὴ ὁ
664Ἀννίβας εἶναι ἐπὶ θύραις; Μὴ ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους δια-
665τρέχει προφανῆ τινα κίνδυνον; Πρὸς τί ἡ τοιαύτη ἐσπευ-
666σμένη καταδίωξις ἁπλῶν ὑβριστῶν ἢ συκοφαντῶν, ἐν ᾧ τό-
667σαι ἄλλαι ἀνακρίσεις βαρυτέρων καὶ ἐπικινδυνωτέρων ἐγ-
668κλημάτων μένουσιν ἐκκρεμεῖς; Τοιαῦτα βεβαίως θὰ ἠκούο-
669μεν, ἐὰν τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως ἐπεσπεύδετο. Ἐν τούτοις,
670ἀφοῦ εὑρέθη Βουλευτὴς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ νὰ ἀναβιβάσῃ
671ἐπὶ τοῦ βήματος τοιοῦτον ζήτημα, θέλω συστήσει εἰς τὴν
672Ἀνάκρισιν νὰ σπεύσῃ τὸ πέρας τῆς ὑποθέσεως, ἐναντίον τοῦ
673πόθου, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐξήγησα, ὅτι εἶχον, τοῦ πόθου νὰ
674ἴδω αὐτὴν λυομένην, ὅταν δὲν θὰ ἦμαι ἐγὼ ἐν τοῖς πράγ-
675μασι.
676Δὲν θεωρῶ, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω πλείονα περὶ τῆς
677ὑποθέσεως ταύτης.
678Ἔρχεται τὸ δεύτερον θέμα τῆς ἐπερωτήσεως, τὸ ἀφορῶν
679εἰς τὴν δοθεῖσαν χάριν πρός τινα τῶν οὕτω προσελθόντων
680φυγοδίκων, καταδικασθέντα εἰς θάνατον, διότι ἡ χορηγη-
681θεῖσα αὐτοῖς προστασία εἰς τοῦτο φαίνεται συνέκειτο, εἰς τὸ
682νὰ τεθῶσιν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ νὰ καταδικασθῶσιν, ἄλλος
683μὲν εἰς θάνατον ἄλλος δὲ εἰς δεσμὰ καὶ οὕτω καθεξῆς, ἀνα-
684λόγως τῶν πράξεων, δι’ ἃς κατηγοροῦντο. Ἡ ποινὴ αὐτοῦ
685τοῦ εἰς θάνατον καταδικασθέντος, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη
686διὰ μίαν καὶ μόνην μεμονωμένην πρᾶξιν, πραχθεῖσαν, ἂν δὲν
687ἀπατῶμαι, πρὸ δωδεκαετίας, μετεβλήθη εἰς ἰσόβια δεσμά,
688ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως τοῦ δικάσαντος αὐτὸν δικα-
689στηρίου καὶ τῆς ἐπὶ τῶν χαρίτων ἐπιτροπῆς, τῆς ἀποτε-
690λουμένης ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀπὸ τὸν
691Εἰσαγγελέα τοῦ Ἐφετείου καὶ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ
692Πρωτοδικείου καὶ ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα καὶ τὸν ἁρ-
693μόδιον τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε
694μετεβλήθησαν ἐσχάτως αἱ ποιναὶ καὶ πάντων τῶν ἄλλων
695εἰς θάνατον καταδίκων.
696Βεβαιῶ δ’ ὅτι μετεβλήθησαν αἱ ποιναὶ καὶ δύο εἰς θά-
697νατον καταδίκων ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Προέδρου καὶ
698Εἰσαγγελέως τοῦ δικάσαντος αὐτοὺς Δικαστηρίου, ἀλλὰ μό-
699νον ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τῆς ἐπιτροπῆς, μεταξὺ ὅμως τῶν
700ὁποίων δὲν εἶναι αὐτός, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσεν ὁ βουλευ-
701τὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.
702§29ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅτε εἶδον, Κύριοι, κατερχόμενος τοῦ βή-
703ματος, πόσον συνωφρυώθη ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τοῖς ἀναγ-
704γελθεῖσιν εἰς τὸ Σῶμα, καὶ κατὰ ποῖον πασίδηλον τρόπον
705ἔστρεψε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὰ νῶτα,
706ὁμολογῶ, ὅτι ἐπίστευσα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν ἀνέλθει
707ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ἤθελεν εἴπει, ὅτι ἀπὸ ταύτης τῆς στιγ-
708μῆς παύει νὰ κατέχῃ τὸ ἐδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀφίνων τὴν
709δικαιοσύνην ἀνεπηρέαστον καὶ ἐλευθέραν, αὐτὸς ὁ πρῶτος
710μοχλὸς τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ὁ ἀνώτατος ἄρχων
711αὐτῆς, ἵνα αὕτη ἀφόβως ἐκτελέσῃ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον. Καὶ
712ἠξίουν μάλιστα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
713νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἐνθυμοῦμαι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῶν Βε-
714λεντζείων, ἧς καὶ αὐτὸς καὶ ἐγὼ (ὡς εἰσηγητὴς) ἀποτε-
715λοῦμεν μέρος, ὅτι ἠρεθίζοντο τὰ νεῦρα καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ νῦν
716Ὑπουργοῦ, τότε δὲ μέλους τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς κατά
717τινος Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι εὐθὺς ὡς εἶχε
718διαδοθῇ κατ’ ἐκείνου, ὅτι εἶχε προβῇ εἰς πράξεις, αἵτινες,
719ἐὰν ἀλήθευον, ἤθελον ἐκθέσει αὐτὸν εἰς ποινικὴν καταδίω-
720ξιν, ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος τῆς Δικαιοσύνης παρῃτήθη, οὐχὶ
721αὐθωρεί, ἀλλὰ μετὰ πέντε ἢ δέκα ἡμέρας.
722Καὶ ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, εὐ-
723θὺς ὡς εἶχεν ἰδεῖ, ὅτι κατετίθεντο κατ’ αὐτοῦ μαρτυρίαι
724(ἀόριστοι ἢ ὡρισμέναι, δὲν ἐξετάζω σήμερον), ἀφῆκεν ὁμο-
725λογουμένως τὴν δικαιοσύνην ἀνεπηρέαστον, καὶ εὐγενῶς
726καὶ φιλοτίμως φερόμενος, ἔδωκεν αὐθωρεὶ ἀπὸ τοῦ Ὑπουρ-
727γείου τὴν ἑαυτοῦ παραίτησιν. Καὶ ἀντὶ νὰ ἀκούσωμεν
728ὁμοίως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης πράττοντα,
729ἔστω καὶ μετὰ δύο ὅλα ἔτη, εἴδομεν αὐτὸν ἀνελθόντα ἐπὶ
730τὸ βῆμα καὶ μέγα φυσῶντα, ἵνα εἴπω κατὰ Δημοσθένη,
731καὶ προσπαθοῦντα ν’ ἀπολογηθῇ, ἐνῷ συμφερώτερον ἤθελε
732πράξει, ἐὰν ἐσιώπα.
733Εἶπεν, ὅτι τὰ λεχθέντα τότε καὶ δημοσιευθέντα ἐν ταῖς
734ἐφημερίσι διεψεύσθησαν. Παρά τίνος; Ὁ κ. Τσιμπουράκης
735ῥητῶς ὑμῖν λέγει, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς Ἄρτης κ. Δημητριά-
736δης ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ ἄλλων ἐντιμοτάτων καὶ ἀξιοπίστων
737προσώπων ὡμολόγησεν, ὅ,τι ἤκουσε τότε καὶ ὅ,τι διεδόθη
738περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρ’ αὐτοῦ τοῦ διοικητοῦ τοῦ μετα-
739βατικοῦ κ. Μπαϊρακτάρη. Δὲν ἠξεύρω, κύριε Χατζόπουλε,
740εἶναι φίλος ἡμῶν, ἢ τῆς συμπολιτεύσεως, ὁ κ. Τσιμπουρά-
741κης, δήμαρχος Ὠλενείας;
742§30ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι φίλος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
743§31ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος λοιπὸν τὰ διέψευσεν; Ὁ διοικητὴς
744τοῦ μεταβατικοῦ κ. Μπαϊρακτάρης ῥητῶς ἐμνημονεύετο, ὅτι
745εἶπεν εἰς τὸν εἰσαγγελέα Ἄρτης ὅσα ἐδημοσιεύθησαν. Εἴ-
746δατε ὑμεῖς διάψευσίν τινα τοῦ κ. Μπαϊρακτάρη ἐν ταῖς ἐφη-
747μερίσι περὶ τούτου; Δύο ἔτη παρῆλθον ἔκτοτε, ἡ ὑπόθεσις
748συζητεῖται καὶ ὁ κ. Μπαϊρακτάρης σιωπᾷ. Ποῖος τὰ διέ-
749ψευσεν; Ὁ κ. Δεσποταῖος; Ὁ κ. Βορίλλας; Πάντων αὐ-
750τῶν τὰς ὑπογραφὰς ἔχω δημοσιευθείσας ἐν τῷ «Χρόνῳ
751Ἀθηνῶν», οὗτοι δὲ ῥητῶς κατηγοροῦσι: «καίτοι γινώσκον-
752τες τὴν δυσχερῆ θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως Ἄρτης κ. Δημη-
753τριάδου, ἐν τούτοις, προκαλούμενοι ὑπὸ τῆς συντάξεως τῆς
754ἐφημερίδος, ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ταῦτα ὁ κ.
755Δημητριάδης ἀνεπιφυλάκτως καὶ εἰς ἐπήκοον ἡμῶν καὶ
756ἄλλων ἀξιοτίμων προσώπων ἐξέθηκεν αὐτολεξεί».
757Οὐδεὶς λοιπὸν διέψευσέ τι, καὶ τὰ πράγματα μένουσιν
758ἀκέραια. Ἓν μόνον δὲν ἔμεινεν ἀκέραιον, ἡ ἐνέργεια τῆς δι-
759καιοσύνης, ἣν ὑμεῖς ἐσταματήσατε. Ἐσταματήσατε αὐτὴν,
760ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἢ μεγαλοφρονεῖτε;
761Ἀλλ’ ἡμεῖς γνωρίζομεν πῶς συμπεριφέρεσθε πρὸς τοὺς
762ὑμετέρους πολιτικοὺς ἀντιπάλους· διότι δημοτικὸς σύμβουλος
763Ἀθηνῶν, καὶ Βουλευτὴς συγχρόνως τυγχάνων, εἶπε λέξεις
764τινὰς ὡς δημοτικὸς σύμβουλος καὶ ἐν συνεδριάσει τοῦ Συμ-
765βουλίου κατὰ τοῦ τότε Νομάρχου Ἀττικῆς ἀξιοτίμου κ. Δη-
766μητριάδου, λέξεις, ἃς ἐθεωρήσατε ὡς ἐξύβρισιν τοῦ ἀξιώμα-
767τος τοῦ Νομάρχου, ἐνῷ τὰ λεχθέντα ἔτεινον εἰς ὑπεράσπι-
768σιν τῶν δημοτικῶν δικαιωμάτων, ἀσυστόλως παρ’ ὑμῶν κα-
769ταπατουμένων, ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν ἐξεδώκατε προβού-
770λευμα, ἐξεδώκατε καὶ ἐκοινοποιήσατε κλητήριον θέσπισμα,
771ἐδικάσατε τὸν δημοτικὸν ἐκεῖνον σύμβουλον καὶ Βουλευτὴν,
772καὶ ἐφυλακίσατε αὐτὸν μετὰ τῶν κοινῶν ἐγκληματιῶν. Λοι-
773πὸν μεγαλοφρονεῖτε; Δὲν πιστεύω ἡ εὐγενὴς ἰδιότης αὕτη
774νὰ χαρακτηρίζῃ πρὸ παντὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, διότι
775δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν λοιπῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων.
776Θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει ἄρα νὰ μὴ καταπληχθῶ ἐξ ὅλου
777ἐκείνου τοῦ ὄγκου, ὃν παρεστήσατε ἀπὸ τοῦ βήματος. Τί
778ὠφείλατε νὰ πράξητε; Νὰ παραιτηθῆτε. Τί ὠφείλατε νὰ
779πράξητε; Νὰ ζητήσητε ἄδειαν τοῦ προϊσταμένου ὑμῶν,
780ἵνα μεταβῆτε εἴς τι μέρος τῆς ἀλλοδαπῆς χάριν τῆς ὑμε-
781τέρας ὑγείας, καὶ νὰ ἀφήσητε τὴν δικαιοσύνην ἐλευθέραν,
782πρὸ πάντων μὴ διοικουμένην παρ’ ὑμῶν, οὐδὲ παρ’ ὑμῶν
783ὁδηγουμένην καὶ περιστελλομένην. Διότι ἐν τῇ καταστά-
784σει, εἰς ἣν ἠγάγετε τὰ τῆς Πολιτείας, πρέπει τις νὰ ἦναι
785Γράκχος, ὅταν τυγχάνῃ δημόσιος ὑπάλληλος, πρέπει νὰ
786ἦναι Γράκχος ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὸν προϊ-
787στάμενον Ὑπουργόν· καὶ Γράκχοι δὲν ὑπάρχουσι δυστυχῶς
788ἐν Ἑλλάδι.
789Λοιπὸν δὲν ἀπελογήθητε εἰς ὅσα ἐκατηγόρησαν ὑμᾶς καὶ
790εἰς ὅσα κατηγορῶ ὑμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀφοῦ οὕτω θέλετε.
791Διότι ὅσα ἐξέθηκα ἐντεῦθεν περιβάλλονται μὲν τὸν τύπον
792τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλ’ εἶναι ῥητὴ κατ’ οὐσίαν κατηγορία.
793Καὶ ἂν ἐκεῖ ἦτο ἡ πλειονοψηφία, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν)
794οὐδεμίαν στιγμὴν ἠθέλετε κατέχει τὸ ἑδώλιον τοῦ Ὑπουργοῦ,
795ἀλλ’ ἤθελε σχηματισθῆ εὐθὺς ἀνακριτικὴ τῶν πραγμάτων ἐπι-
796τροπὴ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐξετάσῃ διατὶ διετάξατε νὰ σταμα-
797τήσῃ ἡ ἐνέργεια τῆς δικαιοσύνης κατὰ τοῦ συντάκτου τοῦ
798«Χρόνου Ἀθηνῶν», καὶ διατὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀπενείματε βα-
799σιλικὴν χάριν εἰς ἀρχηγὸν ληστοσυμμορίας, ὃν μέλος τῆς
800οἰκογενείας ὑμῶν ἐπροστάτευσεν, ὡς ὡμολογήσατε. Κατεδι-
801κάσθη εἰς θάνατον! εἴπετε. Καὶ ὑμεῖς κατεδικάσατε αὐτόν;
802Οἱ ἔνορκοι ἐκήρυξαν αὐτὸν ἔνοχον. Αὐτὸ δὰ ἔλειπε, νὰ μὴ
803καταδικασθῇ, ὅταν ἕψησεν ἀνθρώπους, ὅταν ἐζεμάτισεν ἄλ-
804λους δι’ ἐλαίου, ὅταν δὲν ἀφῆκεν εἰς ἡσυχίαν ὁλόκληρον κοι-
805νωνίαν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη! Αὐτὸ ἔλειπε, νὰ ἀπονείμητε
806αὐτῷ καὶ κἀνὲν παράσημον διὰ τοῦ ὑμετέρου συναδέλφου,
807ὅμοιον ἐκείνοις, ἅτινα πέρυσι κατὰ χιλιάδας ἀπενείματε εἰς
808παντοίους ἀνωνύμους ἀνθρώπους. Κατεδικάσθη εἰς θάνατον
809παρὰ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἀσεβοῦντες πρὸς αὐτὴν, καὶ
810πολλαπλασιάζοντες τὰς χάριτας, καὶ ἀκολουθοῦντες ἀκριβῶς
811τὸ παλαιὸν ὑμῶν σύστημα, ἀπενείματε καὶ αὐτῷ χάριν,
812μόλις ἀκριβῶς μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς καταδίκης! Καὶ ὅταν
813βλέπω ταῦτα, πείθομαι, ὅτι ματαίως ἀληθῶς καὶ ἡ Βουλὴ
814καὶ ἡ κοινωνία ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας συνεκινοῦντο, ὅτε
815μίαν πρὸς μίαν ἀνέλυον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς δο-
816θείσας παρ’ ὑμῶν χάριτας εἰς 4,000 φοβεροὺς ἐγκληματίας,
817οἵτινες ἐπλημμύρησαν τὴν Ἑλλάδα, ὧν τὸ γένος ἐπολλα-
818πλασιάσατε, καὶ οἵτινες εἶναι οἱ αἴτιοι τῆς ὀδυνηρᾶς καὶ
819ἐπικινδύνου καταστάσεως, εἰς ἣν ἠγάγετε τὴν δημοσίαν
820ἀσφάλειαν. Ἐπλημμύρησαν τὰ ἐγκλήματα, καὶ ἡ πλημ-
821μύρα αὕτη ὀφείλεται εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν σῶμα,
822καὶ τὴν πλημμύραν ταύτην ἐξακολουθεῖτε ἐξογκοῦντες διὰ
823τῆς ἀπονομῆς χάριτος καὶ εἰς ἐκείνους ἀκόμη, περὶ ὧν κα-
824τηγορήθητε, ὅτι ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας ἐφροντίζετε, παρέ-
825χοντες αὐτοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ ὑμῶν καὶ τοῦ ὑμετέρου ἀδελφοῦ
826ἄσυλον.
827Ἤλθατε ἐνταῦθα καὶ ἐνομίσατε, ὅτι ὀχυρούμενοι ὄπισθεν
828τῆς μεγαλοφροσύνης δύνασθε νὰ σωθῆτε. Καὶ ἐβεβαιώσατε
829ἐπισήμως, ὅτι οὐδὲν ἀφήκατε νὰ ἐνεργήσωσι κατὰ τοῦ συν-
830τάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» ἤδη ἐπὶ δύο ἔτη, διότι δὲν
831ὑπάρχει κίνδυνος παραγραφῆς, ἐπειδὴ μετὰ πέντε ἔτη τὸ
832ἀδίκημα τοῦτο παραγράφεται. Ἐπὶ τῇ δικαιολογίᾳ ταύτῃ
833ἐλυπήθην, διότι δὲν εἶναι ὑπεράσπισις ἐμπρέπουσα οὐδὲ εἰς
834ἁπλοῦν δικηγόρον περὶ τυχαίου αὐτοῦ πελάτου, νὰ λέγητε,
835ὅτι ἐνεχειρίσατε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καταγγελίαν, δι’ ἧς πα-
836ρεπονεῖσθε, ὅτι ἐσυκοφαντήθητε καὶ ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς
837ἰδιώτης, ἐν τάχει νὰ ἐνεργήσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, διότι προσ-
838βάλλεται ἡ ὑπόληψις ὑμῶν καὶ ἡ τιμή, καὶ κατόπιν νὰ
839ἰσχυρίζησθε, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐν τάχει σημαίνει ἀκριβῶς τι
840ἀντίθετον, ἐν μακρῷ χρόνῳ, οὐδέποτε. Ἐγώ, Κύριοι, ἐνό-
841μιζον, ὅτι ἐπὶ τέλους ἠθέλομεν σταθῆ εἰς τὰ δύο ἔτη, βλέπω
842ὅμως, ὅτι καὶ πέντε ἔτη ἐδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ
843σιωπᾷ ἀπέναντι φοβερᾶς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας. Δὲν ἠξεύ-
844ρω τί θέλει προκύψει, ὅταν φέρῃ τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς
845συναμφοτέρας τὰς δικογραφίας, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν
846ἴδω τὰς δικογραφίας, τὴν περὶ καταδιώξεως τοῦ συντάκτου
847τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», καὶ τὴν δι’ ἧς ἀπενεμήθη χάρις εἰς
848τὸν Τάκην, νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ.
849Ὑπουργὸς ἐπιμένει, παρακαλῶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
85036 δικογραφίας τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ε. ε., δι’ ὧν ἀπενε-
851μήθησαν χάριτες εἰς φοβερωτάτους κακούργους· νὰ φέρῃ 5
852δικογραφίας τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, 14 τοῦ Μαρτίου, 16
853τοῦ Ἀπριλίου, 20 τοῦ Μαΐου, 10 τοῦ Ἰουνίου, 13 τοῦ Ἰου-
854λίου, 5 τοῦ Σεπτεμβρίου, 61 τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ 4 τοῦ
855Νοεμβρίου ε. ε., ἤτοι ὁμοῦ 184 δικογραφίας, δι’ ὧν κατὰ τὸ
856ἔτος τοῦτο ἀπενεμήθησαν χάριτες. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ
857φέρῃ τὰς 184 δικογραφίας, ἃς θέλομεν συμμελετήσει μετὰ
858τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ἴδωμεν ποῦ ἐβασίσθη καὶ ἔδωκε
859τὴν σωρείαν αὐτὴν τῶν χαρίτων. Νὰ φέρῃ δὲ καὶ ἄλλας
860182 δικογραφίας περὶ χαρίτων, ἀπονεμηθεισῶν εἰς στρατιω-
861τικοὺς κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, καὶ τότε θέλομεν συζητήσει
862ἐκτενέστερον περὶ τῆς πολιτείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
863§32ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι Βου-
864λευταί, ὅτι, ὅτε εἰς ἐποχὴν πολὺ ἀφεστῶσαν τῆς παρού-
865σης ἐγένετο μέγας ἐν τῇ κοινωνίᾳ θόρυβος, διότι ἡ παροῦσα
866Κυβέρνησις ἔκρινε καλὸν χάριν ἐκλογικῶν ὑπολογισμῶν νὰ
867δώσῃ χάριν εἰς 1800 πολιτικοὺς καταδίκους, καὶ ἀπηυθύν-
868θη ἐπερώτησις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰς
869χάριτας αὐτὰς, ἀνῆλθεν οὗτος τὸ βῆμα καὶ μετὰ στόμφου
870εἶπε προοιμαζόμενος: «ἐπεθύμουν νὰ λάβω ἀφορμὴν ἐπὶ τοῦ
871ἀντικειμένου τούτου, ἵνα δικαιολογηθῶ καὶ φιμώσω ῥυπαρὰ
872στόματα». Εἶναι, Κύριοι, τοῦτο γνώρισμα λυπηρὸν, εἶναι
873σύμπτωμα ἀπελπιστικὸν τῆς ἠθικῆς ἐκλύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν
874εὑρίσκεται ἡ κοινωνία ἡμῶν, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ πολι-
875τικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει. Ἔλεγε τότε ὁ
876Ὑπουργὸς, ὅτι ἐζήτει εὐκαιρίαν νὰ φιμώσῃ ῥυπαρὰ στόματα,
877καὶ ἐνόμιζέ τις, ὅτι δικαιολογούμενος θὰ προέβαλλεν, ὅτι
878οὐδεμία ἀπενεμήθη χάρις εἰς καταδίκους. Καὶ ὅμως ὡμο-
879λόγησεν ἐκεῖνο, δι’ ὅπερ κατηγορεῖτο, ἤτοι, ὅτι 1800 χάρι-
880τας ἀπένειμεν εἰς πολιτικοὺς καταδίκους. Αὐτὴ ἦτον ἡ δι-
881καιολογία, διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγεν, ὅτι θὰ ἐφίμωνε ῥυπαρὰ
882στόματα. Τὸ αὐτὸ σύστημα ἀκολουθῶν καὶ ἤδη, καίτοι δὲν
883τὸν κατηγόρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς, ἀλλ’
884ἁπλῶς ἐζήτησε πληροφορίας, ἀνῆλθεν οὐχ ἧττον τὸ βῆμα,
885καὶ πεφυσιωμένως, ὡς πάντοτε, ἐξύβρισε τὸν Βουλευτὴν
886ἐκεῖνον, διότι ἔσχεν, ὡς εἶπε, τὸ θάῤῥος ν’ ἀνακινήσῃ ζήτημα
887ἀφορῶν εἰς τὴν ὑπόληψίν του, ὅπερ οὐδεὶς ἄλλος μέχρι τοῦδε
888ἀνεκίνησε, ὡσανεὶ οἱ Βουλευταὶ καθῆκον εἶχον, οὐχὶ νὰ ἀπο-
889καλύπτουν τὰ αἴσχη τὰ κοινωνικὰ καὶ τὰ πολιτικὰ, ἔστω
890καὶ ἂν ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ τὰ
891περικαλύπτουν. Ἐνόμιζον, ὅτε εἶδον τὸν Ὑπουργὸν ἀνελ-
892θόντα μετὰ τοσούτου θάῤῥους τὸ βῆμα, ὅτι θὰ μᾶς ἔλεγε:
893«Τί μέμφεσθε ἐμὲ, διότι ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ
894καθῆκόν της; Ἐγώ, διότι μοὶ ἀπεδόθη βαρεῖα κατηγορία,
895ὅτι περιέθαλπον ληστὰς ἕνεκα χρηματικῶν λόγων, ἔσπευσα
896νὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου, καὶ ἐπειδὴ ἡ δικαιοσύνη δὲν
897ἐξετέλεσε τὸ ἰδικόν της, θὰ τιμωρήσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φέ-
898ρουσι τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην». Ἀντὶ τούτου ὅμως προσέ-
899φυγεν εἰς ἐπιχειρήματα ἀνάξια ὄχι Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ
900καλοῦ ὀπωσοῦν δικολάβου. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπεθύμει νὰ μὴ
901ἐκδικασθῇ αὐτὴ ἡ κατηγορία, διὰ νὰ μὴ εἴπῃ ὁ κόσμος, ὅτι
902ἐπηρεάσθη ἡ δικαιοσύνη. Καὶ τότε τὸν ἐρωτῶ: πρὸς τί ἐνε-
903χείρισε τὴν μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντίᾳ; Καὶ ἀφοῦ διὰ τῆς μη-
904νύσεώς του παρεκάλει τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως ἐν τάχει ἐνερ-
905γήσῃ τὰ καθ’ ἑαυτὸν, τί ἔπραξεν, ὅτε εἶδεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγε-
906λεὺς δὲν ἐνήργησε τίποτε; Ἀλλὰ βεβαίως, τί ἔπρεπε νὰ
907πράξῃ, ἀφοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐνεργῇ
908κατὰ διαταγὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
909§33ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης) Πῶς τὸ
910λέγετε αὐτό;
911§34ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὸ εἴπετε.
912§35ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Εἶπον ὅτι οὔτε ἐμνήσθην τῆς ὑποθέ-
913σεως αὐτῆς, καὶ ὅτι, ἂν ἐμνήσθην αὐτῆς, ἐμνήσθην κατεχό-
914μενος ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ πόθου, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ εἰσαγγε-
915λικὴ ἀρχὴ νὰ ἐνεργήσῃ ἐν ἐλευθερίᾳ ἀπὸ πάσης ἐπιδράσεως·
916Δὲν παρήγγειλα τίποτε. Διαστρέφετε τοὺς λόγους μου.
917§36ΛΕΒΙΔΗΣ. Σᾶς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1886 δὲν
918ἐμνήσθη ἔκτοτε τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ τὴν 6 Μαΐου
9191888, τὴν 17 Μαΐου 1888 καὶ τὴν 22 νομίζω Μαΐου 1888,
920ὁ «Σύλλογος», ἐφημερὶς ἔχουσα μεγίστην διάδοσιν ἐν Ἀθή-
921ναις, ἔγραψεν ἀλλεπάλληλα ἄρθρα περὶ τῆς ἐνοχῆς τοῦ
922Ὑπουργοῦ, τὰ ὁποῖα ἄρθρα ἀνέγνωσεν ὁ Ὑπουργὸς, διότι
923τῷ ἐστάλησαν, ἵνα τὰ ἀναγνώσῃ καὶ ἐκτελέσῃ τὸ κα-
924θῆκόν του, ἐκτὸς ἐὰν οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοί του δὲν
925μεταβιβάζουν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ὅ,τι τοῖς στέλλουν. Ἀλλ’
926ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι τῷ ἐστάλησαν καὶ τὰ ἀνέγνωσεν ὁ Ὑπουρ-
927γὸς μετὰ μεγάλης προσοχῆς, καὶ πολὺ συνεκινήθη, καὶ
928ὑπέθετεν, ὅτι τῶν ἄρθρων ἐκείνων ἤθελε γίνει ἐξακολούθησις
929ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ὥστε δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι
930ἐπὶ δύο ἔτη κοιμᾶται ἡ ὑπόθεσις, καὶ οὐδέποτε ἐμνήσθη
931αὐτῆς.
932§37ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ὁ ἐνταῦθα
933Εἰσαγγελεὺς δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς εἰσαγωγὴν τῆς δίκης
934εἴτε μετὰ προανάκρισιν, εἴτε ἀπευθείας, διότι διετάχθη ἀπὸ
935τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐθορυβήθη διὰ τοῦτο ὁ
936Ὑπουργὸς καὶ μοὶ εἶπε: «Τίς σοὶ εἶπεν, ὅτι διέταξα τὸν
937Εἰσαγγελέα νὰ μὴ ἐνεργήσῃ;» Ἐγὼ ἀπήντησα, ὅτι τὸν
938διέταξεν αὐτὸς οὗτος, καὶ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω διατὶ ἀπήν-
939τησα οὕτως. Ἐδόθη μήνυσις ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸ δύο
940καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν, ἀφορῶσα εἰς διασκέδασιν πάσης ὑπονοίας
941περὶ τοῦ ὅτι ἦτο δυνατὸν οὗτος νὰ ὑποθάλπῃ ληστὰς ἐπὶ
942χρηματικῇ ὠφελείᾳ. Παραγγέλλει ὁ ἴδιος, ὅπως ἐν τάχει
943ἐνεργηθοῦν τὰ δέοντα, καὶ ὅμως ἐπὶ δύο ἔτη δὲν ἐνεργεῖ ὁ
944Εἰσαγγελεὺς τίποτε. Διὰ τί τοῦτο; Διότι πόθος του ἦτο,
945εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς, νὰ μὴ τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Ἐρω-
946τῶ νῦν: Διαστρέφω ἐγὼ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ λεχθέντα,
947ἢ τοὐναντίον ὁ Ὑπουργὸς ζητεῖ ν’ ἀποπλανήσῃ τὴν Βουλὴν
948καὶ τὸν κόσμον; Καὶ εἶναι πιστευτὸν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς
949Ἀθηνῶν, μετὰ τόσῳ σκανδαλώδη ἐξέλιξιν τῆς τοιαύτης ὑπο-
950θέσεως, ἦτο δυνατὸν ν’ ἀφήσῃ τὴν μήνυσιν αὐτὴν ἀνενέργη-
951τον, ἂν δὲν παρηγγέλλετο ἀνεπισήμως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ;
952Ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ἐμμέσως, ὅτι ἐκ γεναιοφρο-
953σύνης δὲν θέλει νὰ ἐκδικασθῇ ἡ ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατηγορία,
954ἐνόσῳ εἶναι αὐτὸς Ὑπουργὸς, ὅπως μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἐπιζητεῖ
955νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν δικαιοσύνην. Πλὴν, διὰ νὰ ἐκτιμήσητε
956τὸ μέτρον τῆς γεναιοφροσύνης τῶν σημερινῶν Ὑπουργῶν
957σᾶς ὑπομιμνήσκω τὸ γνωστὸν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε
958χώραν ἐν μέσῃ πρωτευούσῃ. Δύο ὑπαξιωματικοὶ ἔτυχε κατὰ
959κακήν των μοῖραν νὰ διέρχωνται πρὸ τῆς οἰκίας τοῦ Πρω-
960θυπουργοῦ, ἔνθα συνέβη συμπλοκὴ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ
961θεράποντος αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἐτραυμάτισαν ἐλαφρῶς. Ὁ κ.
962Τρικούπης ὄχι μόνον δὲν παρημπόδισε τὴν δίκην, ἀλλὰ καὶ
963ἐξεδικάσθη αὕτη τάχιστα ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, ὅπερ
964κατεδίκασε τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς εἰς ἑξαετῆ εἱρκτὴν διὰ
965πρᾶξιν, δι’ ἣν τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἤθελε τοὺς καταδικά-
966σει εἰς ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν!
967§38ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ παρομοίασις κατάλληλος.
968§39ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ παρομοίασις
969κατάλληλος, λέγει εἷς τῶν Βουλευτῶν. Ἀφοῦ ὁμιλῶμεν
970περὶ τῆς ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν ἐπιδράσεως ἐπὶ τῆς δικα-
971στικῆς ἐξουσίας, ἡ σύγκρισις εἶναι πλέον ἢ κατάλληλος.
972§40ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφοῦ γίνεται ἐπερώτησις περὶ ἑνὸς Ὑ-
973πουργοῦ, δὲν πρέπει νὰ παραβάλωμεν τὸν Ὑπουργὸν μὲ ἕνα
974μάγειρον.
975§41ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε, Κύριοι, τὰ περὶ
976γενναιοφροσύνης τοῦ κ. Βουλπιώτου λεγόμενα, ὅτι δὲν ἤθελε
977νὰ διεξαχθῇ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἡ δίκη ἐνόσῳ αὐτὸς τυγχάνει
978Ὑπουργὸς, εἶναι λόγοι κενοὶ, μὴ βαρύνοντες διόλου ἐπὶ τῆς
979συνειδήσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ πείθωνται. Τὸ γε-
980γονὸς εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περιπλέχθη
981εἰς ὑπόθεσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθῃ
982ἄσπιλος, καὶ διὰ τοῦτο παρημπόδισε τὴν ἐνέργειαν τῆς δι-
983καιοσύνης. Ὅτι δὲ εἶναι βέβαιον τοῦτο, ἀποδεικνύεται καὶ
984ἐκ πλείστων ἄλλων περιστατικῶν, διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ
985γνωρίζω, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐν Μεσολογγίῳ διεξάγεται τό-
986σῳ πλημμελῶς, ὥστε δίδει χώραν εἰς λυπηρὰς σκέψεις
987περὶ τῆς ἐν γένει τύχης τοῦ τόπου. Δὲν ἤξευρον, ὅτι ἐπρό-
988κειτο νὰ γίνῃ τοιαύτη ἐπερώτησις, διὰ νὰ φέρω ἀποδεί-
989ξεις, ὅτι καὶ πρὸ μικροῦ ἀκόμη, ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ τὴν
990προστασίαν τῶν φίλων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑ-
991πουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἷς κατηγορούμενος ἐπὶ ἀνθρω-
992ποκτονίᾳ ἀφέθη ἐλεύθερος, ἵνα μεταβῇ ἄνευ οὐδεμιᾶς συνο-
993δείας εἰς Ζάκυνθον, ὅπως δικασθῇ ἐκεῖ ἐν τῷ Κακουργιοδικείῳ.
994Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα γίνονται, καὶ ἐνῷ ἔχετε γνῶσιν μιᾶς ἱστο-
995ρικῆς προτάσεως τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ Εἰσαγγελέως, ἀναφε-
996ρομένης εἰς τὸν σκανδαλωδῶς συλληφθέντα καὶ προφυλα-
997κισθέντα πρώην βουλευτὴν κ. Κ. Στράτον, ἔρχεται ὁ κ.
998Ὑπουργὸς, καὶ περιαυτολογῶν ἀπρεπῶς, νομίζει, ὅτι θὰ μᾶς
999καταπλήξῃ λέγων, ὅτι περιφρονεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐναν-
1000τίον του διέδωκαν τὰ ἐν τῷ «Χρόνῳ Ἀθηνῶν» δημοσιευθέν-
1001τα. Καὶ τίνας διαδόσεις περιφρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργός; Τὰ λεχ-
1002θέντα ὑπὸ τῶν Δεσποταίου, Βάλβη, Δημητριάδου, Τσιμπου-
1003ράκη καὶ Βαρίλλα, συμπολιτῶν τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀξίων
1004πάσης πίστεως καὶ ὑπολήψεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ πρώ-
1005τη φορά, καθ’ ἣν ἔδωκαν δείγματα ἐσχάτης ἀνευλαβείας
1006κατὰ τῆς δημοσίας ἠθικῆς οἱ σήμερον κυβερνῶντες τὴν χώ-
1007ραν. Αὔριον θὰ σᾶς φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν δικογραφίαν,
1008τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ θὰ σᾶς
1009εἴπῃ, ὅτι ἔχει γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ἴσως δὲ καὶ
1010τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων, Ἀλλ’ εἶναι δύσκολον νὰ
1011ἔχῃ γνωμοδότησιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Οὐδὲν τού-
1012του εὐκολώτερον ἐν τῇ σημερινῇ ἐποχῇ.
1013Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι: διατὶ ἔδωκε χάριν εἰς λῃ-
1014στὴν μετὰ μικρὸν ἀφ’ ἧς κατεδικάσθη εἰς θάνατον; Ἔχει,
1015λέγει, συστάσεις. Καὶ ἐγὼ τῷ παρατηρῶ, ὅτι συστάσεις εἶχε
1016καὶ ὅτε μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἀπὸ τῆς καταδίκης εἰς εἱρ-
1017κτὴν ἔδωκε πλήρη χάριν εἰς δύο πρό τινος χρόνου ἐν Κε-
1018φαλληνίᾳ καταδικασθέντας. Ἀλλὰ τίς ἀμφιβάλλει, ὅτι ὁ
1019Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν θέλῃ, δύναται νὰ λάβῃ
1020συστάσεις ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς καὶ ἀπό τινα Δικαστήρια;
1021§42ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι πολὺ ἀκριβὲς αὐτό. Τὰ δικα-
1022στήρια δὲν ὑποκύπτουν εἰς τὰς τοιαύτας αἰτήσεις τῶν Ὑ-
1023πουργῶν.
1024§43ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι
1025τόσον σπουδαῖον τὸ ζήτημα τοῦτο, ὥστε λυποῦμαι βλέπων
1026τινὰς τῶν συμπολιτευομένων Βουλευτῶν, θέλοντας νὰ ἐπι-
1027δεικνύωσιν ἄκαιρον καὶ ὑπερβάλλοντα ζῆλον ὑπὲρ τοῦ Ὑ-
1028πουργοῦ διὰ πρᾶξιν, ἥτις δὲν ἀφορᾷ οὔτε τὴν Συμπολίτευσιν
1029οὔτε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ τὴν τύχην καὶ τὴν ἀξιοπρέ-
1030πειαν τοῦ ἔθνους. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ οἱ Κύριοι τῆς Συμπο-
1031λιτεύσεως ἄλλως φρονοῦν, ἂς κύπτωμεν ὑπὸ τὴν θέλησίν
1032των, ἐφόσον ἐπιβάλλεται εἰς τὸν τόπον τοιαύτη κατά-
1033στασις.
1034§44ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐγερθεῖ-
1035σα συζήτησις δὲν δύναται νὰ λήξῃ χωρὶς νὰ προκύψῃ ἐκ
1036ταύτης ἓν συμπέρασμα. Βεβαίως δὲν συμμερίζομαι τὸ προ-
1037βληθὲν ὑπὸ τοῦ ἐπερωτήσαντος Βουλευτοῦ, ὅτι ὀφείλει ὁ
1038Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησιν
1039αὑτοῦ. Ἀλλοίμονον, ἂν καθιεροῦτο τοιαύτη ἀρχή, νὰ πα-
1040ραιτῶνται οἱ Ὑπουργοί, διότι ὑποβάλλεται μία οἱαδήποτε
1041αἰτίασις κατ’ αὐτῶν. Ἐν τούτοις φρονῶ, ὅτι δὲν δύνα-
1042ται νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις, πρὶν δοθῇ πλήρης ἱκανοποίη-
1043σις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πλήρη δὲ ἱκανο-
1044ποίησιν δύναται νὰ παράσχῃ μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ
1045διότι εἶναι ἐν γνώσει τῶν διατρεχόντων, ἐνῷ ἡ Βουλὴ εἶναι
1046ἐν ἀγνοίᾳ, καὶ διότι ἐκπροσωπεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ἐφ’ ἧς
1047ἀντανακλᾷ σπουδαία μομφή. Πρέπει νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Βουλευ-
1048τηρίου τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύ-
1049νης μὲ ἀκεραίαν τὴν ὑπόληψίν του, εἰς τοῦτο δὲ μόνον ὁ
1050κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ τὸν συντρέξῃ, τοσούτῳ μᾶλ-
1051λον, καθόσον ἠκούσατε λεχθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὁ κ.
1052Πρωθυπουργὸς λίαν δυσμενῶς ἐξετίμησε καὶ λίαν ἀνεπαρκῆ
1053ἐθεώρησε τὴν ἀπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύ-
1054νης (θόρυβος).
1055Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀξιώσῃ τοιαύτης πανδή-
1056μου ἱκανοποιήσεως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τό-
1057τε ὀφείλει οὗτος ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα αὕτη ἐκ-
1058τιμήσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ ἐπερωτήσαντος ἐκτυλιχθέντα.
1059§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ κύριος Βουλευτὴς θέ-
1060λει νὰ ἐκφράσω γνώμην. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι λιβελο-
1061γραφίαι, ὁποῖαι αἱ προσαχθεῖσαι πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βου-
1062λήν, εἶναι ἀνάξιαι πάσης συζητήσεως (χειροκροτήματα ἐκ
1063τῶν ἀκροατηρίων).
1064§46ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂν ὅσα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὸν «Χρό-
1065νον τῶν Ἀθηνῶν» ἦναι λιβελλογραφίαι, τότε δὲν ἔπρεπεν ὁ
1066κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ καταγγελίαν.
1067Ἀφοῦ τὴν ἐνήργησεν, ἢ ὤφειλε νὰ φθάσῃ μέχρι τέλους, ἢ
1068νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του.
1069§47ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρωθυπουρ-
1070γὸν, τί ἐννοεῖ λιβελλογραφήματα; Ἐκεῖνα, ἅτινα ἔγραψεν ὁ
1071«Χρόνος», ἢ ἐκεῖνα, ἅτινα ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος;
1072Ἐὰν νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον αὐτῷ νὰ ὁμιλῇ περὶ
1073ἐμοῦ, ὡς ὡμίλησε, τῷ ἀπαντῶ, ὅτι αὐτὸς ἐβάδισε τὴν πολι-
1074τικὴν τῆς λιβελλογραφίας καὶ τῶν συκοφαντιῶν. Αὐτὸς εἶ-
1075ναι ὁ λιβελλογραφήσας τὸν ἀνεύθυνον ἡγεμόνα διὰ τοῦ «τίς
1076πταίει», αὐτὸς ὁ συκοφαντήσας τὸν Κουμουνδοῦρον, ὅταν
1077ἔλεγε περὶ ἐκείνου, ὅτι ὑπὸ τὴν κλίνην αὐτοῦ εἶχε τοποθε-
1078τημένον μηχάνημα, δι’ οὗ κατεσκεύαζε καϋμέδες (ποδοκρο-
1079τήματα καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
1080§48ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ διατάξητε τὴν ἐκκένωσιν τῶν
1081ἀκροατηρίων, κ. Πρόεδρε.
1082§49ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν, οὔτε περὶ λιβελλογρα-
1083φημάτων, οὔτε περὶ συκοφαντιῶν. Ἐὰν ἐννοῇ τὰ γραφέντα
1084ἐκ τῆς συντάξεως τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», δηλαδὴ τὰς κρί-
1085σεις τῆς ἐφημερίδος, ἐκεῖνος, ὃν ἀποκαλεῖ λιβελλογράφον,
1086θέλει ἔχει τὴν φιλοτιμίαν αὔριον νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν
1087ἀπάντησιν τῷ Πρωθυπουργῷ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμέ-
1088νον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅταν Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήμα-
1089τος ἀναλαμβάνῃ τὴν ἀνάγνωσιν ἐγγράφων ἐπισημοτάτων,
1090νὰ ὁμιλῇ περὶ λιβελλογραφημάτων. Ποῖον εἶναι λιβελλο-
1091γράφημα; Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Δεσποταίου, τοῦ πρὶν Βου-
1092λευτοῦ; Δὲν ἐβάσισα τὴν ἐπερώτησίν μου ἐπὶ τῶν γρα-
1093φέντων παρὰ τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» καὶ ἐκεῖ ἐδυνάμην
1094νὰ βασίσω αὐτὴν, διότι πολλάκις ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Πρω-
1095θυπουργὸς προσέφυγον εἰς τὸν συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀ-
1096θηνῶν», ἐκλιπαροῦντες τὴν ὑποστήριξιν ἐκείνου· τὴν ἐπερώ-
1097τησίν μου βασίζω ἐπὶ ἐγγράφων, ἅτινα ὤφειλε νὰ σεβασθῇ
1098ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως
1099Μπράβου, ὅστις ἀπεδείχθη ὁ βλακίστατος τῶν ὑπὸ τὸν
1100ἥλιον Εἰσαγγελέων, ὅστις λέγει, ὅτι ἀφῆκεν ἐγκληματίας
1101καὶ λῃστὰς νὰ περιφέρωνται εἰς διαφόρους οἰκίας καὶ εἰς
1102τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Τὴν
1103ἐπερώτησίν μου ἐβάσισα εἰς αὐτὴν τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουρ-
1104γοῦ ὑπογεγραμμένην καταγγελίαν. Καὶ ἀντὶ νὰ ἀπολογη-
1105θῶσιν εἰς τοιαύτην κατηγορίαν, ἧς ὁμοίαν οὐδὲ οἱ πρεσβύ-
1106τατοι τῶν Βουλευτῶν ἤκουσάν ποτε ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ὁ
1107μὲν ἀνέρχεται τὸ βῆμα κομπάζων, καὶ λέγει εἰς ἡμᾶς, ὅτι
1108περὶ αὐτοῦ θέλει ὁμιλήσει καὶ ἡ ἱστορία, ὁ δὲ Πρωθυπουρ-
1109γὸς, προκαλούμενος λίαν εὐφυῶς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ
1110Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτοῦ, ὀχυροῦται ὄπισθεν τῆς
1111ἐκφράσεως, ὅτι δὲν ἀπαντᾷ εἰς λιβελλογραφήματα. Ἐὰν ἡ
1112Εἰσαγγελία ἦναι λιβελλογράφος, ἐὰν οἱ φίλοι ὑμῶν, ὁ Δή-
1113μαρχος Ὠλενείας ἦναι λιβελλογράφος, ἐὰν οἱ πρώην Βου-
1114λευταὶ ἦναι λιβελλογράφοι, ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ ἀπαντήσω.
1115Ἀλλὰ πότε παρακαλῶ ἐβαπτίσατε αὐτοὺς λιβελλογράφους;
1116Σήμερον, ὅτε συνετρίβητε. Καὶ διατὶ δὲν ἦσαν λιβελλογρά-
1117φοι, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἔχω τὴν ὑπο-
1118γραφὴν αὐτοῦ ἐνταῦθα, ἔλεγεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Καταγ-
1119γέλλω ὑμῖν τὸν συντάκτην τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν» ὡς συ-
1120κοφαντήσαντά με καὶ ὡς ἰδιώτην καὶ ὡς Ὑπουργόν.»
1121Ἐὰν ἦσαν λιβελογράφοι, διατὶ ἐδέχθητε νὰ διακινδυ-
1122νεύσητε τὴν εὐθύνην ὑμῶν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου; Διατί
1123παρηγγείλατε τὸν Εἰσαγγελέα νὰ εἰσάξῃ τὸν δημοσιογρά-
1124φον ἐκεῖνον ἐνώπιον τῶν κακουργιοδικῶν, ὅπως ἐξέλθητε
1125ἄσπιλος, ὡς νομίζετε; Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ λιβελο-
1126γραφίας, ἀλλὰ περὶ πράξεως, ἥν μέχρις οὗ δυνηθῆτε νὰ
1127ἀναιρέσητε διά τινος δικαστικῆς ἀποφάσεως κατὰ τοῦ τότε
1128συντάκτου τοῦ «Χρόνου Ἀθηνῶν», ἔχετε ἀκεραίαν ἐπὶ τῶν
1129ὤμων ὑμῶν ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς ἐγκληματικῆς πράξεως,
1130ἐφ’ ᾗ κατηγορεῖσθε.
1131Ἄλλοτε ἤκουον τοῦ Πρωθυπουργοῦ λέγοντος, ὅτι, εὐθὺς
1132ὡς καὶ τὸ ἐλαφρότατον νέφος θελήσῃ νὰ ἐπισκιάσῃ τὴν ὑπό-
1133ληψιν τῆς πολιτικῆς μερίδος, ἧς προΐσταται, δὲν ἀρκοῦσιν
1134αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου, ἵνα ἐξέλθῃ αὐτὸς καὶ τὸ κόμμα
1135του, ἐννοεῖ, ὅπως καὶ αὐτὸς καὶ ἡ μερὶς αὐτοῦ μένωσιν ἄσπι-
1136λοι. Καὶ σήμερον οὐχὶ πλέον νέφος, ἀλλὰ σκοτεινότατος οὐ-
1137ρανὸς καὶ βαρύτατος καλύπτει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον
1138καὶ ἐκείνους ἐκ τῆς ὑπουργικῆς φάλαγγος, οἵτινες ἐννοοῦσι
1139νὰ ὑποστηρίζωσι διὰ κραυγῶν καὶ διακοπῶν τοὺς Ὑπουρ-
1140γοὺς (θόρυβος). Μαύρη καταιγὶς ἐπίκειται κατὰ τῆς κεφα-
1141λῆς ὑμῶν, Κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ ὅλων τῶν Ἀγγλικῶν ἐρ-
1142γοστασίων τὰ ἀλεξιβρόχια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προστατεύ-
1143σωσιν ὑμᾶς ἀπὸ ταύτης. Καὶ ἐν τούτοις λέγετε, ὅτι πρόκει-
1144ται περὶ παρωνυχίδος, καὶ ὅτι ἐστὲ μεγαλόφρονες. Ἐγὼ ἐζή-
1145τησα νὰ προσκομισθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα
1146καὶ ἡ δικογραφία, δι’ ἧς κατηγγέλθη ὁ συντάκτης τοῦ «Χρό-
1147νου» ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἡ δικογραφία, δι’ ἧς ἀπενεμήθη χά-
1148ρις εἰς τὸν λήσταρχον Ἀλέξιον Τάκην. Ὅταν ἔλθωσιν αἱ
1149δικογραφίαι αὗται καὶ αἱ περὶ χαρίτων δοθεισῶν κατὰ τὴν
1150διάρκειαν τοῦ ἔτους τούτου, τότε θέλομεν συζητήσει καὶ
1151πάλιν.
1152§50ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν
1153πρέπει νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις αὕτη ἄνευ συμπεράσματος.
1154Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεσχέθη
1155τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ
1156ἡ συζήτησις ἄχρις οὗ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα, ἵνα λάβῃ
1157γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφανθῇ πεφωτισμένως περὶ τῆς ὑπο-
1158θέσεως· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως καὶ ἀπὸ τοῦδε ὑποχρεοῦται
1159νὰ μὴ τηρήσῃ σιγήν.
1160§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἔγγραφα, οἱανδή-
1161ποτε ἀξίαν καὶ ἂν ἀποδίδωσιν εἰς αὐτὰ οἱ ζητοῦντες, δὲν
1162ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ ἀρνηθῇ, διότι ἡ προ-
1163σαγωγὴ ἐγγράφων, ζητουμένων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀποτελεῖ
1164ὑποχρέωσιν συνταγματικήν. Ἑπομένως τὰ ζητούμενα θέλουσι
1165προσαχθῆ· ὅταν ὅμως λέγωσιν οἱ αἰτοῦντες, ὅτι πρέπει ν’ ἀνα-
1166βληθῇ ἡ συζήτησις, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ἡ Βουλὴ, ἡ Κυ-
1167βέρνησις ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν θεωρεῖ τὰ προσαχθησόμενα ἔγγραφα
1168ἔχοντα ἀξίαν τινά, δὲν παραδέχεται ἀναβολὴν συζητήσεως,
1169διότι ἡ ἀναβολὴ θ’ ἀπεδείκνυεν, ὅτι θεωρεῖ τὴν συζήτησιν
1170ταύτην ὡς ἔχουσαν ἔννοιαν, ἐνῷ θεωρεῖ αὐτὴν, οὐδεμίαν ἔχου-
1171σαν ἄλλην ἔννοιαν, ἢ μόνον προσωπικήν.
1172§52ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις καὶ τὸ συμπέ-
1173ρασμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ὀλίγον σκοτεινὰ, διότι
1174λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, ὧν ἡ
1175Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην πρὸς μόρφωσιν γνώμης, ἀλλὰ ταύτην
1176νὰ ἐκφράσῃ ἀπόψε, πρὶν ἢ ταῦτα κατατεθῶσιν. Ὁ τρόπος
1177οὗτος ἔχει τι τὸ πρωθύστερον, ἵνα μὴ εἴπω χεῖρον. Ἀφοῦ ὁ
1178κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεσχέθη τὴν κατάθεσιν τῶν
1179ἐγγράφων, ἅτινα ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖα πρὸς σχηματισμὸν
1180πλήρους γνώμης, πῶς δυνάμεθα νὰ ἐκφράσωμεν ἀπὸ τοῦδε
1181τοιαύτην; Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις, ἣν ὑπέβαλον,
1182τοῦ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἄχρις οὗ κατατεθῶσι τὰ ἔγ-
1183γραφα, εἶναι σύμφωνος τῇ γνώμῃ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δι-
1184καιοσύνης. Ἐὰν ὅμως θέλητε ἀπόψε ἀπόφασιν, πρὶν ἴδητε
1185τὰ ἔγγραφα, τότε δεικνύετε, ὅτι φοβεῖσθε αὐτὰ, καὶ οὕτως
1186ἀδικεῖτε ὑμᾶς αὐτάς.
1187§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ τίποτε ἡ
1188Βουλὴ σήμερον.
1189§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴτε ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἀπόψε νὰ πα-
1190ραδεχθῇ, εἴτε ἀποφασίσῃ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν ἀναβολὴν, τὰ
1191ἔγγραφα θὰ ὑποβληθῶσι, καὶ ἡ ὑποβολὴ θὰ δώσῃ ἀφορμὴν
1192εἰς νέαν συζήτησιν. Ὅ,τι λέγει ἡ Κυβέρνησις εἶναι, ὅτι δὲν
1193παραδέχεται τὴν ἀναβολήν, οὐδ’ ἐννοεῖ, ὅτι ἔχουσι σημασίαν
1194τινὰ τὰ λεχθέντα. Ἐὰν ὑποβληθῇ πρότασις περὶ ἀναβο-
1195λῆς, θέλει καταψηφισθῇ παρ’ ἡμῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις φρο-
1196νεῖ, ὅτι οὐδεμιᾶς ἔχει ἀνάγκην ἀποφάσεως περὶ τοῦ ζητή-
1197ματος, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν.
1198§55ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχὶ διὰ τὸ ζήτημα καθ’ ἑαυτὸ,
1199διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ συζήτησις δὲν
1200ἔληξεν, ἀλλὰ διὰ μίαν ἀρχὴν, ἣν θέτει ὁ κ. Πρωθυπουργός,
1201ἣν καὶ ἄλλοτε ἤλεγξα ἀπὸ τοῦ βήματος, λαμβάνω τὸν
1202λόγον. Τὰ δικαιώματα τῆς πλειοψηφίας ἔχουσιν ὅρια, ἃ
1203οὐδέποτε αὕτη δύναται νὰ ὑπερβῇ. Ἐνόσῳ εὑρισκόμεθα
1204εἰς τὸ στάδιον τῆς διασκέψεως ἐπὶ οἱασδήποτε ὑποθέσεως,
1205οὐδεμία πλειοψηφία δύναται νὰ ἀρνῆται τὴν παροχὴν τῶν
1206μέσων τοῦ φωτισμοῦ, ἣν ζητεῖ Βουλευτής. Λέγω μάλιστα,
1207ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ἐσκέπτετο κάλλιον ὑπὲρ ἑαυτοῦ
1208καὶ τοῦ συναδέλφου του, δὲν ἤθελεν ἐκφράσει τὴν ἰδέαν
1209ταύτην, ἥτις καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ῥιζικῶς σφαλερὰ, διότι ἐν τῷ
1210σταδίῳ, εἰς ὃ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις, οὐδέποτε ὁ Πρωθυπουργὸς
1211δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ἐγγρά-
1212φων, ὅτι ἡμεῖς ἀποφαινόμεθα καὶ χωρὶς νὰ προσαχθῶσι τὰ
1213ἔγγραφα, ἃς συζητήσῃ δὲ κατόπιν μόνη της ἡ μειονοψηφία.
1214Τοῦτο εἶναι ὕβρις καὶ πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ πρὸς τὴν ἀξιο-
1215πρέπειαν αὐτῆς τῆς πλειονοψηφίας.
1216§56ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐκενώσατε τὰ
1217ἀκροατήρια.
1218§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλάκις παρετήρησα, ὅτι πρέπει τὰ
1219ἀκροατήρια νὰ μένωσιν ἥσυχα.
1220§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπεσύρθη ἡ πρότασις
1221περὶ ἀναβολῆς;
1222§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπέβαλον γραπτήν.
1223§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ἀποκρούομεν
1224τὴν πρότασιν, ἵνα ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἄνευ
1225σημασίας.
1226§61ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς περιμένομεν αὔριον
1227τὴν δικογραφίαν.
1228§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύνανται νὰ περιμένωσιν οἱ Κύριοι οὗτοι
1229ὅσον θέλουσιν. Ὅ,τι ἤθελον νὰ ἐξηγήσω, εἶναι, ὅτι ἡ
1230Βουλὴ οὐδὲν περιμένει. Οἱ Κύριοι ἔχουσι τὸ δικαί-
1231ωμα νὰ περιμένωσι τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων· ἡ
1232Βουλὴ οὐδὲν περιμένει, διότι θεωρεῖ, ὅτι οὐδεμιᾶς ἐκφρά-
1233σεως γνώμης ἔχει ἀνάγκην, διότι οὐδὲν προσήχθη ἐνώπιον
1234τῆς Βουλῆς, τὸ χρῆζον ἐκφράσεως γνώμης. Ἡ συζή-
1235τησις περιεστράφη περὶ θέμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις
1236θεωρεῖ μὴ ἄξιον συζητήσεως. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμπο-
1237δίσῃ ἄλλους νὰ συζητήσωσιν, ἐὰν θέλωσιν· ὀφείλει μάλιστα
1238νὰ τοῖς παράσχῃ τὰ μέσα. Ὅταν δὲ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα,
1239ἃς συζητήσωσι.
1240§63Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διακρί-
1241νωμεν δύο ζητήματα ἀπ’ ἀλλήλων, τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας
1242ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς τάξεως. Τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας συνί-
1243σταται εἰς τὸ ἑξῆς «ἔχει βάσιν τινὰ ἡ ἐπερώτησις, ἣν ὁ
1244ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν;
1245Ἡ Βουλὴ ἔχει ἀφορμὴν νὰ σκεφθῇ, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην περὶ
1246τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης;» Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν
1247συνεζητήθη καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν γνώμην ἀκριβῆ.
1248Ἀλλ’ ἀπὸ τούτου τοῦ ζητήματος διαφέρει τὸ ζήτημα τῆς
1249τάξεως. Τοῦτο κανονίζεται ὑπὸ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διεξά-
1250γονται αἱ συζητήσεις εἰς τὰ Κοινοβούλια ἐπὶ ἐπερωτήσεων.
1251Ὅταν γίνῃ ἐπερώτησις καὶ συζήτησις, καὶ νομίσῃ ἡ Βουλή,
1252ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ὑπόθεσις, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀγορεύων,
1253τότε κηρύσσεται ἡ λῆξις, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται δι’ ἡμε-
1254ρησίας διατάξεως. Ἡ ἡμερησία διάταξις ἢ εἶναι ἁπλῆ,
1255δι’ ἧς ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται, ὅτι, ἀκούσασα τὰ λεχθέντα,
1256μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἢ εἶναι σύνθετος,
1257δι’ ἧς ἀποφαίνεται ἐκ πλαγίου γνώμην τινά. Τώρα περὶ
1258τίνος πρόκειται; Ἐκλείσθη ἡ συζήτησις ἢ ὄχι; Ὑπάρ-
1259χουσι Βουλευταὶ λέγοντες, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην ἐγ-
1260γράφων, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει φέρει τὰ ἔγ-
1261γραφα. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπιθυμεῖ νὰ κλείσῃ ἡ συζή-
1262τησις; Ἀλλὰ προτείνει ὁ Πρωθυπουργὸς ἡμερησίαν διάταξιν
1263εἰς τὴν Βουλήν; «Ἂς προτείνῃ τοιαύτην, καὶ ἐσμὲν ἕτοιμοι
1264νὰ ψηφοφορήσωμεν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ λέγῃ, ὅτι ἡμεῖς
1265δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ
1266συζητῇ. Μὴ συζητήσητε, ὅταν αὔριον κατατεθῶσι τὰ ἔγ-
1267γραφα· τοῦτο ἥκιστα ἀφορᾷ ἡμᾶς, οἵτινες θέλομεν συζητήσει
1268καὶ ἂν δὲν συζητήσητε καὶ σεῖς.
1269Ἐὰν δὲν λαμβάνητε τὸν λόγον, ὅταν πρόκηται νὰ ὑπε-
1270ρασπίσητε ὑμᾶς αὐτοὺς, παραιτεῖσθε δικαιώματος, τὸ ὁποῖον
1271κατὰ τὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα ἔχετε. Ἐὰν ὅμως δὲν θέ-
1272λητε νὰ λάβητε τὸν λόγον, ὅταν πρόκηται περὶ καθήκον-
1273τος, τοῦτο δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν σας. Ἐπὶ τοῦ προ-
1274κειμένου ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τοῦ τελευταίου τούτου,
1275πρόκειται περὶ ὑπερασπίσεως, ἐὰν δὲ δὲν θέλητε νὰ λάβητε
1276τὸν λόγον, δύνασθε νὰ μὴ τὸν λάβητε. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν
1277κωλυόμεθα ἀπὸ τούτου, ὅπως συζητήσωμεν.
1278§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρατηρεῖ, ὅτι δὲν δυ-
1279νάμεθα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐκτὸς
1280ἐὰν ἡ Βουλὴ λάβῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, διότι ὑπάρχουσί
1281τινες Βουλευταὶ φρονοῦντες, ὅτι δὲν ἔληξεν ἡ συζήτησις περὶ
1282τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ ὅτι, μὴ ληξάσης αὐτῆς, δὲν δυνάμεθα
1283νὰ ἐπιληφθῶμεν ἄλλου θέματος, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ αὐτὴ
1284ἀποφασίσῃ νὰ μεταβῇ εἰς ἄλλο θέμα. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν
1285γνώμην, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἔληξεν· ἐὰν ἐξηκολούθουν
1286συζητοῦντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ, θὰ εἴχομεν γεγονὸς μαρ-
1287τυροῦν, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔληξεν, ἀφοῦ ὅμως δὲν ἐξακο-
1288λουθοῦσι συζητοῦντες, διότι θὰ προσαχθῶσιν αὔριον τὰ
1289ἔγγραφα, ταῦτα μὲν θὰ προσαχθῶσιν, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν
1290κωλυόμεθα, ὅπως θεωρήσωμεν τὴν συζήτησιν παύσασαν σή-
1291μερον. Ἀφοῦ συζήτησις δὲν ὑφίσταται πλέον, ἀφοῦ ἡμεῖς
1292δὲν θεωροῦμεν τὴν προσεχῆ προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων ὡς
1293δικαιολογοῦσαν τὴν ἀξίωσιν, ἵνα θεωρηθῇ ἡ συζήτησις ὡς
1294ὑφισταμένη, οὐδὲν ἄλλο ἀπολείπεται νὰ πράξωμεν ἢ νὰ
1295μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καὶ ἐπειδὴ κατὰ
1296τὸν κ. Βουλευτὴν πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου,
1297ἡμεῖς τοῦτο προτείνομεν, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ ἡ
1298Βουλή.
1299§65ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὁ εἰσαγαγὼν
1300τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, εἰσήγαγεν αὐτὸ ὡς ἐπε-
1301ρώτησιν, συμπέρασμα τῆς ὁποίας εἶναι ἡ προσαγωγὴ τῶν
1302ἐγγράφων. Προσέθηκε μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
1303Δικαιοσύνης δύναται νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν, ὁποιανδήποτε θέλῃ,
1304πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει,
1305ποῖος ὁ λόγος καὶ ἡ ἀνάγκη ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι
1306μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐνῷ αὐτοδικαίως ἡ
1307Βουλὴ μετὰ τὴν ἐπερώτησιν μεταβαίνει εἰς αὐτήν; Ἡ συζή-
1308τησις θὰ λάβῃ χώραν μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων,
1309ἡ δὲ Κυβέρνησις δύναται νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἡμέραν· καὶ
1310μόνον ὡς πρὸς τὸν ὁρισμὸν καὶ τὴν προσαγωγὴν δύναται
1311νὰ προκαλέσῃ ψηφοφορίαν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀρνεῖ-
1312ται τὴν προσαγωγὴν, οὐδὲ δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συζή-
1313τησιν. Ἡ πρότασις ὅθεν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεταβῶμεν
1314εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶναι ὅλως ἄσκοπος, διότι ἤδη
1315μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἔπαυσαν αἱ
1316ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως παρατηρήσεις καὶ θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζή-
1317τησις ἅμα προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα. Ἀποδεικνύεται δὲ τοσοῦτο
1318μᾶλλον ἄσκοπος ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι,
1319ὅταν γίνεται πρότασις περὶ μεταβάσεως εἰς τὴν ἡμερησίαν
1320διάταξιν, ὑποτίθεται, ὅτι ἔληξεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντι-
1321κειμένου τούτου, καὶ δὲν δύναται πλέον νὰ ἐπαναληφθῇ
1322κατὰ τὸν Κανονισμόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρα-
1323δέχεται, ὅτι, ὑποβαλλομένων τῶν ἐγγράφων, τότε νὰ ἐπανα-
1324ληφθῇ ἡ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως συζήτησις, δὲν ἐννοῶ τίνα
1325σκοπὸν ἔχει ἡ πρότασίς του. Ἐπιθυμεῖ ν’ ἀριθμήσῃ τὸν
1326ἀριθμὸν τῶν φίλων του; Τοῦτο δύναται νὰ τὸ πράξῃ μετὰ
1327τὴν συζήτησιν καὶ καθ’ οἱανδήποτε στιγμὴν φρονεῖ τοῦτο
1328ἀναγκαῖον εἰς αὐτόν.
1329§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ πρότασίς μου δὲν
1330δύναται νὰ ᾖναι ἐναντία εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ,
1331ἀφοῦ ἀφορᾷ ἀκριβῶς εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ προβλεπό-
1332μενον. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, ὅτι, ὅταν οὐδεὶς πλέον ἐπὶ συ-
1333ζητήσεώς τινος ζητῇ τὸν λόγον, ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς
1334τὸ θέμα, τὸ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἑπόμενον. Οἱ κύριοι Βου-
1335λευταὶ εἶπον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ ἑπό-
1336μενον θέμα, διότι θέλουσι νὰ κρατήσωμεν ἀνοικτὴν τὴν συ-
1337ζήτησιν ταύτην. Ἡμεῖς θέλομεν τὸ ἐναντίον: νὰ μὴ κρα-
1338τήσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην ἀνοικτήν. Ἐὰν θέλητε νὰ
1339κρατήσητε τὴν συζήτησιν ἀνοικτήν, δύνασθε νὰ καταφύ-
1340γητε εἰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα παρέχει ὁ Κανονισμός. Ἔννοια
1341δὲ τῆς προτάσεως δὲν εἶναι ἡ διδομένη εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ
1342ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς,
1343ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος δὲν ἀποδέχεται τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ
1344προβαλόντος αὐτὸ, δὲν ἀποδέχεται, ὅτι τὸ εἰς συζήτησιν
1345προβληθὲν θέμα εἶχε σπουδαιότητα.
1346§67Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν δι-
1347καίωμα νὰ προσφεύγωμεν εἰς ἑρμηνείαν τῶν ἀποφάνσεων τῆς
1348Βουλῆς, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀκόμη δὲν ἐξέδωκεν τὰς ἀποφάσεις
1349ταύτας, καὶ δύναται νὰ τὰς ἐκδώσῃ εὐκρινῶς καὶ σαφῶς,
1350χωρὶς νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ ἑρμηνεύωμεν ταύτας. Ὁ κ. Πρω-
1351θυπουργὸς, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ,
1352ὅτι δὲν θεωρεῖ σπουδαίαν τὴν ἐπερώτησιν, δύναται νὰ ὑπο-
1353βάλῃ τοιαύτην πρότασιν, ἀλλὰ νὰ ἐπιθυμῇ νὰ ἑρμηνεύσῃ
1354τὴν μετάβασιν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὡς
1355ἀπόφανσιν, ὅτι δὲν θεωρεῖ σπουδαίαν τὴν ἐπερώτησιν, τοῦτο
1356εἶναι αὐθαίρετον.
1357§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει,
1358ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τὴν πρότασιν ἡμῶν,
1359πρέπει νὰ περιέχηται ἐν τῇ προτάσει. Διὰ τοῦτο προτείνω,
1360ὅπως περιλάβωμεν ἐν τῇ προτάσει, ὅτι: «ἡ Βουλὴ, ἀρκε-
1361σθεῖσα εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχ-
1362θέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
1363§69ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δηλαδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
1364σύνης θέλει νὰ ἄρῃ τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ
1365ῥίψῃ ταύτην εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Πολὺ καλὰ,
1366ἡμεῖς τὸ δεχόμεθα.
1367§70ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι τῆς προ-
1368τάσεώς μου. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ
1369Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀρκεσθεῖσα
1370εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δηλ. ὅτι θὰ φέρῃ
1371αὔριον καὶ θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα.
1372§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔχει
1373ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ
1374τῆς Δικαιοσύνης λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν
1375διάταξιν.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουσιν Ναὶ, οἱ μὴ
1376παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
1377(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὸ τὴν
1378ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κ. κ. Σάκκη καὶ Κρίσπη, κατὰ
1379τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1380Χαρ. Τρικούπης Δ. Χατζόπουλος Ο
1381Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος ΝΓεώρ. Μίλησης Ν
1382Γ. Σισμάνης ΝΣπυρ. Νοταρᾶς Ἀρν.
1383Δ. Βουλπιώτης Γεώργ. Κούστας
1384Ἀθ. Ἴσκος ΟἈλέξανδρος ἈντωνόπουλοςΝ
1385Ν. Καλαντζόπουλος ΝΣωτήριος Δανόπουλος
1386Ἐπ. Σακελλαρόπουλος Ἀναστ. Δημητριάδης Ν
1387Μ. Γουλιμῆς ΝΜιχαὴλ Νικηφοράκης Ν
1388Μ. Ἰατρίδης ΝΔημήτριος Πετρίδης Ο
1389Ἄγγ. Γεωργαντᾶς ΟΝικόλ. Βαλσαμάκης
1390Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης ΟΓεράσιμος Μουσούρης Ν
1391Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης ΟΠαναγ. Βενιεράτος
1392Χρ. Χριστόπουλος Γ. Τυπάλδος Κοζάκης Ο
1393Φίλιππος Βάρβογλης ΟΓεώργιος Κόρπας Ο
1394Ἠλίας Φλέσσας ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ν
1395Κωνστ. Κωνσταντόπουλος ΟἈλοΐσιος Τόμαν Ν
1396Ἀρ. Σακελλαρόπουλος ΟΧαρ. Προβελέγγιος Ν
1397Παναγ. Μανέτας Νικόλ. Νομικός Ν
1398Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος ΟΜίνως Μπογιατζόγλους Ν
1399Ἠλίας Παλαμήδης ΝΓεώργιος Μπούμπουρας Ν
1400Κωνστ. Κατσικόπουλος ΟΛωρέντζος Δελαρόκας Ν
1401Δ. Ζέγγελης ΝΔημοσθένης Καΐρης Ν
1402Δημ. Ν. Βότσαρης Γεώργιος Δρόσος Ν
1403Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΟΝικόλαος Κρίσπης Ν
1404Γεώργ. Χ. Παχὺς ΝΕὐστάθιος Κεχαγιᾶς
1405Στέφανος Δραγούμης Κωνστ. Κοσσονάκος Ν
1406Δημήτρ. Γ. Ῥάλλης ΟΓεώργιος Μαυρομιχάλης Ο
1407Ἀνδρέας Γ. Ψύλλας ΝἈριστ. Πετροπουλάκης Ο
1408Φωκίων Νέγρης ΝΓιανν. Μαυρομιχάλης Ν
1409Ἰω. Α. Γεωργαντᾶς ΟΝικήτας Βαρβιτσιώτης Ν
1410Νικόλ. Μπουφίδης ΝΛεων. Καπετανάκος Ο
1411Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΞανθὸς Πικουλάκης Ν
1412Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΓεώρ. Πετροπουλάκης Ο
1413Νικόλ. Δ. Λεβίδης ΟΚωνστ. ΠαπαμιχαλόπουλοςΟ
1414Σπυρ. Κουκούλεζας ΝἸωάν. Καρτάλης
1415Ὄθων Μακρυγιάννης ΝἈργ. Κανταρτζῆς Ν
1416Τρύφων Μουτσόπουλος ΝΕὐάγ. Σταμούλης Ν
1417Θάνος Κανακάρης ΝΝ. Κοκωσλῆς
1418Ἀθ. Πετιμεζᾶς Ἰω. Παπαδόπουλος Ν
1419Νεοκλ. Πετιμεζᾶς ΟΚωνστ. Μαρκίδης Ν
1420Α. Παπαγιαννακόπουλος ΟἈριστ. Ἀργυρόπουλος Ν
1421Α. Φωτήλας ΝΔημ. Κουτσουμπλῆς Ν
1422Ἀνδρ. Αὐγερινὸς ΝΕὐθ. Μπατζιᾶς Ν
1423Ἀντ. Ῥικάκης Ἀναστ. Ζαρμάνης Ν
1424Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΟἈχιλ. Λογιωτάτου Ν
1425Ἰω. Κρεστενίτης ΟΣωτήριος Σωτηρόπουλος Ο
1426Ν. Κουμανιώτης ΟΚωνστ. Κουμουνδοῦρος Ο
1427Χρ. Στεφανόπουλος ΝΠερικλῆς Πεῤῥωτῆς Ν
1428Ἀλέξ. Ζαΐμης Δημήτρ. Τζάνες
1429Νικόλ. Καλογερόπουλος ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ο
1430Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΝΠαναγ. Σάκκης Ν
1431Ν. Παπανικολάου ΝΝικόλαος Παπαλέξης
1432Νικόλ. Καφετζόγλους ΝΝικόλαος Μισυρλῆς Ν
1433Ἰωάννης Πεζᾶς ΝΝ. Καράπαυλος Ο
1434Κωνστ. Σινέλης ΝἈσημάκης Χριστόπουλος Ν
1435Βασίλειος Βουδούρης ΝΕὐστάθιος Κοκκέβης Ο
1436Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς ΝΔημήτριος Κάρτσωνας Ν
1437Ἀναστ. Ε. Λούντζης ΝΔημήτρ. Π. Γουδῆς Ο
1438Διον. Λομβάρδος ΝΣ. Χατζηγάκης Ν
1439Γεώργ. Θεοτόκης Κ. Ζωγλοπίτης Ν
1440Κωνστ. Βασιλάκης Ἀθ. Καζαμπάκας Ν
1441Ἀντ. Καποδίστριας ΟΓ. Φραγκίδης Ν
1442Νικόλαος Βασιλάκης Α. Τακιατζῆς
1443Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς ΟΓ. Τάκης Ο
1444Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς ΟΝ. Ταρμπάζης Ο
1445Σπυρ. Ἀλαμάνος ΟΖ. Φαλιάγκας Ν
1446Θεόφιλος Προβατᾶς Σταμάτ. Μπουντούρης Ν
1447Ἰωάννης Παδοβᾶς ΝΘεόδωρος Γκίκας Ν
1448Εὐάγγ. Μπασιᾶς ΟἈνάργ. Σιμόπουλος
1449Ἀγαμέμνων Μεταξᾶς Κωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
1450Ἀνδρ. Ἄνν. ΚαβαλιεράτοςΝὈδυσσεὺς Πετρόπουλος Ο
1451Νικόλ. Κοντογιάννης ΟΔημ. Ζουλούμης Ν
1452Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος Ο
1453Γεώργιος Λιδωρίκης ΝΘεμιστοκλῆς Κανάρης Ο
1454Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
1455§72Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. (Εἰσερχόμενος εἰς τὴν αἴθουσαν). Κύ-
1456ριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἐὰν τὸ ζήτημα ἀφορᾷ εἰς τὴν
1457Κυβέρνησιν ὁλόκληρον.
1458§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
1459§74Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ψηφίζω ὑπὲρ
1460τῆς προτάσεως.
1461(Γίνεται ἡ διαλογή).
1462§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 123. Ἐκ τούτων 75
1463εἶπον Ναὶ, 47 εἶπον Ὄχι, καὶ εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἑπομένως ἡ
1464Βουλὴ ἐδέχθη τὴν πρότασιν διὰ ψήφων 75 κατὰ 47.
1465Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1466§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
1467§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1468Ὥρᾳ 6 καὶ 45′ μ. μ.