| 816 | 1) | Τὰ ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως | 2,300,000 | |
| 817 | 2) | Προμήθειαι ½% καθ’ ἑξαμη- | ||
| 818 | νίαν ἐπὶ τῆς προκαταβολῆς τῶν 35,000,000, | |||
| 819 | πληρωθεῖσαι διὰ τέσσαρας ἑξαμηνίας | 700,000 | ||
| 820 | 3) | Τὸ κέρδος (jouissance) ἑνὸς τοκομερι- | ||
| 821 | δίου, προκῦπτον ἐκ τῆς προκαταβολῆς τῆς ἀξίας | |||
| 822 | τῶν ὁριστικῶς (ferme) ἀνατεθεισῶν 110,000 | |||
| 823 | ὁμολογιῶν ἐπὶ τρεῖς τριμηνιαίας δόσεις | 1,375,000 | ||
| 824 | 4) | Ἀπαλλαγὴ ἐκ τῶν τελῶν τοῦ χαρτο- | ||
| 825 | σήμου (λ. 50 κατὰ τοκομερίδιον ἑξαμηνιαῖον) | |||
| 826 | τῶν 110,000 ὁμολογιῶν (ferme), ἐπὶ 37½ | |||
| 827 | ἔτη, κατ’ ἔτος δραχ. 110,000 Χ 37½ | 4,125,000 | ||
| 828 | 5) | Ἐκ τῆς διὰ τῆς συμβάσεως ἐπιβλη- | ||
| 829 | θείσης εἰς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεως, ὅπως | |||
| 830 | παρὰ ταῖς συμβληθείσαις Τραπέζαις καταθέ- | |||
| 831 | τῇ τὰς διὰ τὸ δάνειον ὑπεγγύους εἰσπράξεις. | |||
| 832 | Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι κατὰ τὸ ἐπερχόμενον | |||
| 833 | ἔτος θὰ ἦναι πραγματοποιημένον ὅλον τὸ δά- | |||
| 834 | νειον, καὶ θὰ κατατίθηνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν | |||
| 835 | αὐτοῦ περιοδικῶς 10,000,000 καθ’ ἑξαμηνίαν, | |||
| 836 | καὶ ὅτι τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ | |||
| 837 | ἐπὶ τρεῖς μόνον μῆνας θὰ ἀπασχολῆται εἰς | |||
| 838 | προεξοφλήσεις ἐμπορικὰς, θὰ ἀποφέρῃ κατ’ | |||
| 839 | ἔτος κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ὠφέλειαν δραχ. | |||
| 840 | 200,000 Χ 33 ἔτη | 6,600,000 | ||
| 841 | 6) | Προμήθειαν διὰ τὰς πληρωμὰς τῶν τό- | ||
| 842 | κων ½% ἐπὶ 10,000,000 κατ’ ἔτος, δραχ. | |||
| 843 | 50,000 Χ 33 ἔτη | 1,650,000 | ||
| 844 | 7) | Ἐπειδὴ εἰς τὴν συμβληθεῖσαν Τράπε- | ||
| 845 | ζαν Κων/πόλεως κατετέθησαν τὰ κεφάλαια | |||
| 846 | τῶν τε ὁμολογιῶν (fermes) καὶ τῆς πρόκατα- | |||
| 847 | βολῆς ἐπὶ τόκῳ 3%, εἶχε τὴν εὐκολίαν νὰ | |||
| 848 | καταβάλῃ ταῦτα βαθμηδὸν, καθ’ ὅσον ἀπεσύ- | |||
| 849 | ροντο. Τὴν εὐκολίαν ταύτην δὲν καταλογίζω | |||
| 850 | εἰς χρήματα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐλάμβανε συγχρό- | |||
| 851 | νως ἐπὶ τῶν ἰδίων κεφαλαίων τόκον 7% ἐκ | |||
| 852 | τῶν ὁμολογιῶν καὶ τῆς προκαταβολῆς, καὶ συ- | |||
| 853 | νεπῶς ὤφειλε τὸν αὐτὸν νὰ ἀποδίδῃ καὶ ἐπὶ | |||
| 854 | τῶν παρ’ αὐτοῦ κεφαλαίων, ὠφελήθη τὴν | |||
| 855 | διαφορὰν 4%, ἀνερχομένην εἰς δραχ. | 300,000 | ||
| 856 | 17,050,000 |
1888.11.10
1.445 στίχοι · 11.107 λέξεις · 1 πίνακας · 33 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11.
Τῆς 10 Νοεμβρίου 1888
(Πέμπτη)
Ὥρα 3 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Πλατάνου Α. Δεσποτόπουλος ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς παρελθούσης Συνόδου μετ’ ἐκθέσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 13).
§2ΚΟΡΠΑΣ. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνικῶν ταχυδρομείων καὶ τῆς εἰσαγωγῆς ἑλληνικῶν ἐφημερίδων εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος μένει, ἐπὶ βλάβῃ τόσων ἑλληνικῶν συμφερόντων, ἐκκρεμές. Καὶ ἄλλοτε ἐζητήθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πληροφορίαι, καὶ ἐδόθησαν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀποχρῶσαι. Ἀλλ’ ἔκτοτε τὸ ζήτημα ἔμεινε τεθαμμένον εἰς τὰς τουρκικὰς καλλένδας. Καὶ ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Τουρκικοῦ Ὑπουργείου, δι’ ἧς ἀπηγορεύθη ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος ἑλληνικῶν ἐφημερίδων ἐξετελεῖτο μετὰ χαλαρότητός τινος, τὸ πρᾶγμα κἄπως ᾠκονομεῖτο, ἀλλ’ ἀπό τινος χρόνου τὰ κατὰ τῶν ἑλληνικῶν ἐφημερίδων ἐν Τουρκίᾳ ληφθέντα μέτρα εἶναι τοσοῦτον δρακόντεια, ὥστε ἀποβαίνει ἀδύνατον νὰ εἰσέλθωσιν ἑλληνικαὶ ἐφημερίδες εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος. Ἐξικνεῖται δὲ ἡ καταδίωξις εἰς τοσοῦτον, ὥστε καὶ εἰς τὸν ἐξ Ἑλλάδος μεταβαίνοντα καὶ φέροντα ἑλληνικὰς ἐφημερίδας ἐνεργεῖται σωματικὴ ἔρευνα, καὶ οὐ μόνον κατάσχονται αὗται, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ ἔτι, δι’ ὧν εἶναι περιτετυλιγμένα μικρὰ εἴδη τοῦ ταξειδίου. Ἐκ τούτου δὲ ἡ ἀγανάκτησις καὶ ἡ δυσφορία τῶν ἡμετέρων ὁμογενῶν εἶναι μεγίστη. Ἵνα ἐννοήσητε δὲ εἰς ποῖον βαθμὸν ἐξικνεῖται αὕτη, ἀρκεῖ νὰ μάθητε, ὅτι φιλόπατρις ὁμογενὴς πρό τινων ἡμερῶν μοὶ ἔγραφεν ἔκ τινος πόλεως, παρακαλῶν ν’ ἀποστείλω πρὸς αὐτὸν διὰ Προξενείου ἑτέρας Δυνάμεως πάντα τὰ φύλλα, τὰ περιέχοντα τὰ τῆς Ὀλυμπιακῆς Ἐκθέσεως καὶ τὰ τῶν γενομένων ἐσχάτως ἑορτῶν, διότι λέγει, ὅτι ὀλίγα τινὰ ἔμαθε, καὶ ταῦτα ἐξ εὐρωπαϊκῶν ἐφημερίδων. Ἔπαθον οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως ἐκείνης ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπαθον κατὰ τὸ 1843 οἱ κάτοικοι νήσου τινὸς τοῦ Αἰγαίου πελάγους, οἵτινες ἔμαθον τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ Συντάγματος ἐκ Μασσαλίας. Ταῦτα δὲ θὰ ἦσαν δεδικαιολογημένα ἐφ’ ὅσον αἱ σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς Τουρκίας ἦσαν χαλαραί· ἀλλὰ σήμερον, ὅτε οὐ μόνον ὁμαλαὶ τυγχάνουσιν, ἀλλὰ καὶ τρυφερώταται, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ δώσῃ μείζονα ὤθησιν εἰς τὴν πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἐνέργειάν της, ἵνα μὴ μένωσιν οἱ ὁμογενεῖς ἐν τῷ σκότει καὶ παραβλάπτωνται τόσα ἐθνικὰ συμφέροντα.
§3ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σκιαδᾶ τοῦ δήμου Τριταίας τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, οἵτινες παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ διορισμοῦ δημοδιδασκάλου εἰς τὸ χωρίον των, καὶ ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῆς μαστιζούσης τὸν τόπον ἐκεῖνον ζωοκλοπῆς.
§4ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ σκοπεῖται ἡ ἄρσις βαρυτάτων συνεπειῶν, ἀπειλουσῶν τοὺς ἰδιοκτήτας οἰκοδομῶν ἐπὶ ἐθνικῶν οἰκοπέδων ἐν Πάτραις. Διάφοροι νόμοι ἐπανειλημμένως ἐχορήγησαν προθεσμίας, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὤφειλον οἱ κάτοχοι τῶν τοιούτων οἰκοδομῶν, περὶ ὧν προὐνόησεν ὁ ΨΞʹ Νόμος, νὰ ζητήσωσι τὴν δι’ ἐκτιμήσεως παραχώρησιν εἰς αὑτοὺς τῶν οἰκοπέδων τούτων. Ἀλλ’ οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἐκ περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των, ἢ καὶ ἐξ ἀγνοίας τοῦ νόμου, παρημέλησαν τὰς προθεσμίας ταύτας, καὶ ἤδη εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀπειλῆς, ἣν ἐπάγεται ἡ παρέλευσις τῆς προθεσμίας, τουτέστι νὰ περιέλθωσι καὶ τὸ οἰκόπεδον καὶ ἡ οἰκοδομὴ εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον, ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ ὁποίου συνηγοροῦσιν οὐ μόνον λόγοι δικαιοσύνης καὶ ἐπιεικείας ὑπὲρ τῶν κατόχων, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ Δημοσίου. (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 14).
§5ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἀνέγνωμεν ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ ἐνταῦθα ἀφιχθέντες ἐπληροφορήθημεν θετικῶς, ὅτι δύο ἔντιμοι συνάδελφοι ἡμῶν ὑπέβαλον τὰς παραιτήσεις αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Καὶ τὴν μὲν παραίτησιν τοῦ κ. Καρτάλη ἀνέγνωμεν ἐνυπόγραφον εἰς τὰς ἐφημερίδας, τὴν δὲ παραίτησιν τοῦ κ. Κοκωσλῆ ἔχετε εἰς χεῖρας ὑμῶν ἀπὸ τῆς 4 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. καὶ ἐν τούτοις οὐδεμίαν ἀναγγελίαν ἐκάμετε εἰς τὴν Βουλήν. Σήμερον μάλιστα διεδόθη ἀνὰ τὴν πόλιν, ὅτι ὑμεῖς αὐτοπροσώπως ἔχετε τηλεγραφικὰς συνεννοήσεις μετὰ τοῦ κ. Κοκωσλῆ, καὶ νομίζω, ὅτι ὀφείλετε νὰ ἀναγγείλητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συνεννοήσεων ὑμῶν, ἐὰν δὲν παραβλάπτωνται σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδὲν συμφέρον ὑπάρχει. Ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω πίστιν εἰς τηλεγραφικὴν παραίτησιν, παρεκάλεσα δύο τῶν συναδέλφων νὰ συνεννοηθῶσι μετὰ τοῦ τηλεγραφήσαντος καὶ νὰ λάβωσιν ἔγγραφον τὴν παραίτησίν του· μέχρι δὲ τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἓν τηλεγράφημα εἶναι ἀρκετὸν εἰς παραδοχὴν παραιτήσεως Βουλευτοῦ, εἶναι ἐλευθέρα νὰ τὸ πράξῃ.
§7ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ν’ ἀναγνώσητε τὸ τηλεγράφημα.
§8Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὅσα ἔγγραφα καὶ τηλεγραφήματα ὑποβάλλονται εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὁ Πρόεδρος ἔχει καθῆκον ἀπαραίτητον ν’ ἀνακοινῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ ἐλάβετε τηλεγράφημα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὠφείλετε ὁπωσδήποτε νὰ τὸ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν· ἄλλως, παραβαίνετε τὸν Κανονισμόν.
§9ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος λέγει, ὅτι ἔχει ἓν τηλεγράφημα τοῦ κ. Κοκωσλῆ, ἀλλὰ νομίζει, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ. Λυποῦμαι διότι εἶμαι ἠναγκασμένος ἐγὼ, νέος Βουλευτὴς, νὰ ὑπομνήσω πρὸς τὸν πεπειραμένον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃ εἶναι ὑπόχρεως ἀμέσως νὰ ἐξαγγέλλῃ πᾶν ἔγγραφον εἰσερχόμενον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον τὸν λόγον. Ἐθεώρησα, ὅτι παραίτησις διὰ τηλεγραφήματος δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ, καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω παρὰ τοῦ ἰδίου προσώπου, ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ἡ παραίτησις, ἢ ὄχι.
§11ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ κ. ὁ Βουδούρης διὰ τηλεγραφήματος παρητήθη.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχεν ἀντιπρόσωπον ἐνταῦθα τὸν κ. Καλογερόπουλον. Ἰδοὺ τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Κοκωσλῆ (ἀναγινώσκει): «Μὴ δυνάμενος νὰ παρευρίσκωμαι εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἕνεκα τῆς πασχούσης ὑγείας μου, ὑποβάλλω τὴν παραίτησίν μου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν δεχθῇ.»
§13ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ὑποβολῆς παραιτήσεως, οὐχὶ περὶ ἀποδοχῆς. Ἡ παραίτησις τοῦ κ. Κοκωσλῆ δὲν θὰ ἦναι τόσον εὔκολον νὰ γίνῃ δεκτή, οὔτε ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προβάλλει, εἶναι τόσον σπουδαῖος· διὰ τοῦτο καλῶς ἐπράξατε ζητήσαντες ἐγγράφως νὰ ὑποβληθῇ ἡ παραίτησίς του.
§14ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ῥητὴ διάκρισις δύο διαφόρων ζητημάτων. Τὸ καθῆκον τοῦ Προέδρου ἦτο, ἅμα ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα, νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν· τί δὲ θέλει πράξει ἡ Βουλή, εἶναι ἔργον ἰδικόν της.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχον πιστεύσει.
§16ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐνόμισε συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν τότε Εἰρηνοδίκην Ἀπολλωνίων τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος διὰ τοῦ κ. Λεωνίδα Ναούμ. Ὁ κ. Ναοὺμ μετέβη εἰς τὴν θέσιν του μετὰ γυναικὸς καὶ τέκνων, ἐγκατέστη δὲ εἰς τὸ ἐκεῖ Εἰρηνοδικειακὸν κατάστημα. Γινώσκουσι πάντες, ὅτι οἱ ἐν ταῖς ἐξοχαῖς Εἰρηνοδίκαι θεωροῦνται πρόσωπα ὑψηλά, καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὑψηλότερα, διότι αὐτοῦ ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ εἰς αὐτὸν καθημερινῶς προστρέχουσι διὰ τὰς μεταξὺ των διαφορὰς καὶ ὑποθέσεις. Ὁ δὲ Εἰρηνοδίκης, ὡς ἀνώτερος τοῦ δήμου ὑπάλληλος, θεωρεῖται ὡς ὑπόδειγμα οἰκογενειακοῦ καὶ κοινωνικοῦ βίου, καὶ τούτου ἕνεκα, πάντες φιλοτιμοῦνται νὰ περιποιηθῶσιν αὐτὸν καὶ στενὰς μετὰ τῆς οἰκογενείας του νὰ συνάψωσι σχέσεις. Τὰ τῆς δικαιοσύνης εἶχον καλῶς, ἀλλὰ δὲν παρῆλθε χρόνος πολύς, καὶ ἀπὸ δικαστοῦ ἐγένετο τῶν κατηγορουμένων συνήγορος, καὶ ἰδίως τῶν ἐπὶ παραβάσει τοῦ περὶ ποιμνιοβοσκῆς νόμου κατηγορουμένων, παραδεχθεὶς διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ ἐκδιδομένων ἀποφάσεων, ὅτι οἱ ποιμένες καὶ οἱ κάτοχοι ζώων, προξενούντων ζημίας, δὲν ὑπόκεινται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, ὅταν περιπλανώμενα καὶ ἀνεπιτήρητα ζημιῶσι τὰ ζῶα αὐτῶν. Ἡ νομολογία αὕτη, ὅλως ἀντίθετος τῶν ἄλλων δύο Εἰρηνοδικείων τῆς νήσου, δικαίως ἐτάραξε τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν δήμων, τῶν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον τοῦτο ὑπαγομένων, καθὼς καὶ τοὺς Δημάρχους αὐτῶν, οἵτινες ἐξέθεσαν τὰ παράπονα τῶν συνδημοτῶν των εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Λευκάδος, παρακαλοῦντες, ἵνα διὰ τῶν ἐνεργειῶν του αἱ ἀνώτεραι τοῦ Κράτους Ἀρχαὶ ἀποφανθῶσιν ὁποία ἐκ τῶν ἀναφερθεισῶν νομολογιῶν ἦτο συμφωνοτέρα τῷ νόμῳ· ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς οὐδεμίαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου ἔδωκε προσοχήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ναούμ, οὐ μόνον τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν ἀπεφάσισε τοιουτοτρόπως νὰ καταστρέψῃ, ἀλλὰ καὶ παντοιοτρόπως νὰ ζημιώσῃ καὶ νὰ πιέσῃ αὐτούς. Διὰ τοῦτο κατ’ ἐπανάληψιν ἀνέβαλε καὶ ἀναβάλλει τὰς τακτικὰς συνεδριάσεις τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἀφοῦ πρότερον ἀφήσει ἐπὶ πολλὰς ὥρας νὰ περιμένωσιν ἔξωθεν τοῦ Εἰρηνοδικειακοῦ καταστήματος τοὺς διαδίκους καὶ μάρτυρας, οἵτινες ἀπὸ μεμακρυσμένα χωρία μεταβαίνοντες ἐκεῖ, ἐπανέρχονται καὶ πάλιν ἄνευ ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεών των. Ὁ κ. Ναούμ ὅμως, ὅστις ἑξάμηνον ὑπέστη φυλάκισιν παρὰ τοῦ Πλημμελειοδικείου Μεσολογγίου, διὰ τοὺς εἰς αὐτὴν ἀναφερομένους λόγους, εἶναι ὅλως ἀδιάφορος διὰ τοὺς παρ’ αὐτοῦ δικαζομένους πολίτας. Ὡς ἀνέφερον, ὁ κ. Ναοὺμ ἦλθε μετὰ γυναικὸς καὶ τέκνων, δυστυχῶς ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ τῆς οἰκογενείας του δὲν εἶχον καλῶς. Καὶ ἐπειδὴ τοῦτο ἐγέννησε σκάνδαλον, ὁ Δήμαρχος Εὐγείρου εὑρέθη ὑποχρεωμένος νὰ προσαγάγῃ μήνυσιν κατ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Λευκάδος, παραπλησίαν αὐτῆς δὲ καὶ ἡ εἰς Ἰθάκην εὑρισκομένη νόμιμος αὐτοῦ σύζυγος· ἀλλὰ, καίτοι παρῆλθον μῆνες πολλοὶ, οὐδὲν περὶ τῆς ἐκβάσεως αὐτῶν ἐγνώσθη μέχρι τῆς σήμερον. Ἐπὶ τῶν μηνύσεων τούτων γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐγένετο ἀνάκρισις καὶ ὅτι διάφοροι ἐξητάσθησαν μάρτυρες, κατὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ναοὺμ ἤγειρε πόλεμον ἐξοντώσεως καὶ κατ’ ἐξοχὴν κατὰ τοῦ κ. Ἰωάννου Μαρία Χαλικιοπούλου, γόνου παλαιᾶς καὶ διακεκριμένης οἰκογενείας, ἀπολαμβάνοντος τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ὑπολήψεως ἁπάντων, διὰ τὴν ἱκανότητα καὶ ἀκεραιότητα αὐτοῦ, καὶ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον προσεπάθησε ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν πελατείαν, ἀλλὰ καὶ εἰς πρόστιμα τὸν ὑπέβαλε, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ δικολάβου ἐστέρησε. Τούτων ἕνεκα ὑποβάλλω τὴν ἀκόλουθον ἔγγραφον ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει): «Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν ἡ πρὸ μηνὸς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Λευκάδος ἐπιδοθεῖσα μήνυσις παρὰ τοῦ Δημάρχου Εὐγείρου κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Ἀπολλωνίων Λ. Ναούμ, περὶ πράξεως ἀντιβαινούσης εἰς τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ χρηστὰ ἤθη, καθὼς καὶ ἡ κατ’ αὐτοῦ τούτου παρὰ τῆς νομίμου συζύγου του Ἀγγελικῆς Ναοὺμ, τὸ γένος Τροχούλια, ἀπευθυνθεῖσα, ἐξεδικάσθησαν, καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα».
§17ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἶναι γνωστὰ εἰς πολλοὺς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, τὰ ἐγκλήματα, ἅτινα ἔλαβον χώραν ἐν Πάτραις πρό τινος χρόνου, καὶ τὰ ὁποῖα οὐ μόνον ἠπείλησαν τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀλλὰ καὶ τὸ αἴσθημα τῆς φρίκης διήγειραν ἐν ὁλοκλήρῳ τῇ πόλει, διὰ τὴν ἀγριότητα, μεθ’ ἧς ἐξετελέσθησαν. Ὡς ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων δὲ περιστάσεων, αἵτινες συνώδευσαν τὴν διάπραξιν αὐτῶν, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος τῶν κατηγορουμένων, ἐγένοντο γνωστὰ οὐ μόνον ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν, ἀλλὰ καὶ πολὺ πέραν τῶν ὁρίων τῆς πόλεως. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐλάβετε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀστυνομικοὶ κλητῆρες καὶ ἀρχικλητῆρες, συμβοηθούμενοι καὶ ὑπὸ ἑτέρων ἀνθρώπων, ἀνηκόντων εἰς τὰ ἄτακτα στοιχεῖα τῆς πόλεως, καὶ ὑπὸ τὰς ὄψεις δυστυχῶς τοῦ προϊσταμένου καὶ φίλου αὐτῶν, εἰσῆλθον ἐντὸς τοῦ κεντρικοῦ παρὰ τὴν πλατείαν τοῦ Γεωργίου καφφενείου τοῦ Ι. Πισπιρίγκου, φιλησυχωτάτου πολίτου, καὶ ἐξετέλεσαν ἐν αὐτῷ σκηνὰς ἀγριωτάτας, ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν ἡ κατακρεούργησις τοῦ δυστυχοῦς καφφεπώλου, ὅστις ἔτι καὶ νῦν, ἀφοῦ παρῆλθεν ἔτος ὁλόκληρον, κατάκειται κλινήρης, μὴ δυνάμενος νὰ ἀναλάβῃ ἐκ τῶν βαρυτάτων πληγῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπήνεγκον τὴν διὰ παντὸς ἀνικανότητα τοῦ ἐντίμου τούτου πολίτου καὶ πολυτίμου οἰκογενειάρχου. Ἐπὶ τῷ στυγερῷ τούτῳ ἐγκλήματι παρεπέμφθησάν τινες τῶν ἐνόχων εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, ἡ δὲ σχετικὴ δίκη, προσδιορισθεῖσα κατὰ τὴν λήξασαν σύνοδον ἐνώπιον τῶν ἐν Μεσολογγίῳ κακουργοδικῶν, ἀνεβλήθη. Δὲν γνωρίζω, ἂν λόγοι δικονομικοὶ προὐκάλεσαν τὴν τότε ἀναβολὴν τῆς ὑποθέσεως εἰς ἑτέραν σύνοδον, ἢ ἂν οὐσιαστικώτεροι λόγοι ἐπέβαλον τὸ μέτρον τοῦτο. Ἤδη πληροφοροῦμαι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη προσδιωρίσθη ἐκ νέου νὰ ἐκδικασθῇ ἐνώπιον τοῦ Κακουργοδικείου Πατρῶν, καὶ δικάσιμος ὡρίσθη ἡ 14 τρέχοντος μηνός· οἱ παθόντες ὅμως καὶ ἄλλοι ἀνεξάρτητοι πολῖται, περὶ τῆς ἑδραιώσεως τῆς δημοσίας τάξεως ἐνδιαφερόμενοι, μοὶ γνωστοποιοῦσιν, ὅτι ἐν Πάτραις, ἕνεκα τῆς δίκης ταύτης, οὐ μόνον ἐπίκειται κίνδυνος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνεπηρέαστος ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης καθίσταται προβληματική. Ἕνεκα τῶν περιστάσεων τούτων πείθομαι, ὅτι συντρέχει ἡ περίπτωσις, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 60 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ γεγονότα ταῦτα καὶ συνδυάζων αὐτὰ μὲ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ μνημονευθέντος ἄρθρου τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἐκτιμήσῃ ἂν πρέπῃ νὰ προκληθῇ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, διότι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπόκειται ἡ ἐκτίμησις τῶν περιστάσεων καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ περὶ παραπομπῆς ζητήματος εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Δὲν ἔχω δ’ ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν του ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ὅπως τὸ ἔπραξεν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἂν καί, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας του, ἡ δικαιοσύνη δὲν ἔτυχε πλήρους ἱκανοποιήσεως ἐν τῇ ἀνακριτικῇ ἐκτιμήσει τῆς ὑποθέσεως. Ἐνόμισα καλὸν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει νὰ ἐπιτελέσω τὸ καθῆκον, τὸ ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου ἀνατεθέν, καὶ ὅπερ πληρέστατα συμμερίζομαι, καὶ νὰ ὑποδείξω τὸ ἔκτακτον μέσον, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι χορηγοῦσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἡ ὑπόθεσις τύχῃ δικαίας ἐκτιμήσεως καὶ ἀνεπηρεάστου. Φρονῶ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἐν Πάτραις ἐκδικαζομένη, ἀδύνατον νὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστος ἐκ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐνδιαφερομένων, οἵτινες καὶ ἐντόπιοι εἶναι καὶ ἰσχυρᾶς προστασίας ἀπολαμβάνουσι. Μόνον ἐν Ἀθήναις, ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ καὶ πάσης τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐκδικαζομένη δύναται νὰ λυθῇ κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς δικαιοσύνης, διότι ἡ δίκη αὕτη δὲν ἐνδιαφέρει μόνον τοὺς παθόντας, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν Πατρῶν, καὶ πρόκειται νὰ λυθῇ ἐν ταύτῃ ἓν κοινωνικὸν ζήτημα, ἂν δηλονότι τὰ ἄτακτα στοιχεῖα θὰ ἔχωσιν ἀτιμωρητεὶ τὴν ἰσχὺν νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τοὺς φιλησύχους πολίτας καὶ νὰ συνταράττωσι τὴν ἀσφάλειαν αὐτῶν, ἢ ἂν ἐτελείωσε τὸ κράτος των καὶ οἱ ἥσυχοι πολῖται δύνανται νὰ ζῶσιν ἀσφαλῶς ἀπὸ τῶν ἐπιδρομῶν τῶν τοιούτων στοιχείων. Φοβοῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, μὴ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου, ὑφ’ οὓς ὅρους διεξάγεται ἐν Πάτραις ἡ δίκη, δὲν εὐχαριστήσῃ τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης καὶ ὑπὲρ τῆς παγιώσεως τοῦ κράτους τῶν νόμων.
§18ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θεωρῶ, ὅτι πρέπει νὰ δώσω ἀμέσως ἀπάντησιν εἰς ἣν ὁ κ. συνάδελφος μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, λυποῦμαι δέ, ὅτι ἡ ἀπάντησις δὲν θὰ ἦναι εὐχάριστος εἰς αὐτόν, διότι δὲν θὰ ἦναι σύμφωνος μὲ τὴν αἴτησίν του. Πληροφορῶ λοιπὸν αὐτὸν, ὅτι οὔτε δύναμαι, οὔτε, ἐὰν ἠδυνάμην, θέλω κάμει ἐγὼ ἐπὶ τοῦ προκειμένου χρῆσιν τοῦ ἄρθ. τῆς Δικονομίας, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη. Δὲν θέλω κάμει δὲ χρῆσιν αὐτοῦ, τὸ μὲν διότι δὲν εὑρίσκω ἐπὶ τοῦ προκειμένου συντρέχοντας τοὺς ὅρους καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὸ ἐξαιρετικὸν ἐκεῖνο δικαίωμα, τοῦ ὁποίου ἀγνοῶ ἂν πλέον ἅπαξ ἢ δὶς ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἐγένετο χρῆσις, τὸ δὲ διότι δὲν αἰσθάνομαι τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους αἰσθάνεται ὁ κ. συνάδελφος, ὡς πρὸς τὴν τύχην καὶ τὴν ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεως. Οἱ λόγοι ἄλλως καὶ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἐπερωτήσας ἐμνήσθη τῆς ἐνεργείας τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, μνησθεὶς αὐτῆς λίαν εὐφήμως, θεωρῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποτελῶσιν ἀρκοῦσαν ἐγγύησιν διὰ τὸν συνάδελφον, ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν μέλλει νὰ διατρέξῃ κἀνένα κίνδυνον. Δύναται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ἄγρυπνος ἡ προσοχὴ τῶν ἁρμοδίων, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἡ ἄμυνα κατὰ πάσης ἐκνόμου ἐνεργείας. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἐδικάζετο ἡ ὑπόθεσις, θὰ ἐτύγχανε λύσεως συμφώνου τῇ δικαιοσύνῃ. Ἐνῷ δὲ ὁ συνάδελφος ἠγόρευεν, ἐμνήσθην ἀληθῶς γεγονότος, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐμπεδοῖ ἔτι πλεῖον τὴν πεποίθησιν, ἣν ἐξέφρασα. Ὅτε ἡ δίκη αὕτη εἶχε προσδιορισθῆ ἀλλαχοῦ, οἱ παθόντες εἶχον ἀπευθύνει καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀναφορὰς καὶ διὰ τοῦ ταχυδρομείου καὶ τηλεγραφικῶς, δι’ ὧν ἐξετραγώδουν τοὺς κινδύνους, οὓς ἤθελον τρέξει, δικαζόμενοι ἀλλαχοῦ καὶ οὐχὶ ἐν Πάτραις, ὅπου ἡ κοινωνία ἦτο ὁλόκληρος μάρτυς τῶν καθέκαστα καὶ ἦτο εἰς θέσιν νὰ διαφωτίσῃ τὴν δικαιοσύνην. Τώρα μανθάνω, ὅτι προσδιωρίσθη διὰ τὰς Πάτρας. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἁρμοδία ἐκεῖ Δικαστικὴ Ἀρχὴ θέλει ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν της.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§20Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο κατά τινα τῶν προηγηθεισῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ὑπέθετον, ὅτι δὲν ἤθελον μοὶ ἐπιβληθῆ ἄλλα καθήκοντα, εἰμὴ μόνον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐμὰς μελέτας ἐπὶ δύο μόνον θεμάτων, ἤτοι ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐὰν τὰ μέχρι τοῦδε βέβαια ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 κατεδείκνυον, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ εἰρημένου ἔτους ἔμελλε νὰ καταλήξῃ εἰς ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα, ἢ τοὐναντίον εἰς ἔλλειμμα, καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος ὡσαύτως, ἐὰν τὰ φορολογικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὕτη ἐψήφισε κατὰ τὸ 1887, ἐφαρμοσθέντα διὰ νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἰσοζυγίου, ἐὰν ταῦτα ἐπέδρασαν δυσαρέστως ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως, καὶ ἐὰν ἕνεκα τούτων ἡ παραγωγὴ ἠσθάνθη κάματον, καὶ ἡ κατανάλωσις ἐγένετο ἀπρόθυμος, ἢ τοὐναντίον, ἐὰν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν φορολογικῶν τούτων μέτρων ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ κατανάλωσις διατηρεῖται ἐν μεγάλῃ ἀκμῇ. Ἀλλὰ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1889 μοὶ ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον καὶ πέραν τῶν δύο τούτων θεμάτων· διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι σήμερον νὰ ἀπασχολήσω ὡσαύτως τὴν Βουλὴν, μ’ ὅλον ὅτι ἐξήντλησα ἤδη τὰς ἐπὶ τῶν δύο θεμάτων μελέτας μου. Ὅτε εἰσηγήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889 εἰς τὴν Βουλὴν, μοὶ ἐφάνη, ὅτι προσεπάθει πῶς νὰ διανείμῃ καθ’ ὅλην τὴν χώραν ἐλπίδας καὶ χαράν. Τὸ ἔαρ φύονται ποικιλόχροα ἄνθη, καὶ τὸ ἄρωμα αὐτῶν διαχέεται πανταχοῦ, τέρπον πᾶσαν τὴν φύσιν. Καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ποικιλοχρόους διένειμε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐλπίδας εἰς πάσας τὰς τάξεις τῶν πολιτῶν, καὶ δὲν ὑπῆρξεν ἀνάγκη τῆς χώρας, περὶ τῆς θεραπείας τῆς ὁποίας δὲν ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει προσεχῶς ἀσχοληθῆ. Οἱ πολῖται Ἕλληνες, ὅσοι ἔχουσιν ἐν ταῖς κτήσεσιν αὐτῶν ἕλη ἢ τέλματα, ἢ ὅσοι ἔχουσι κτήματα παρακείμενα εἰς τέλματα καὶ ἕλη, ἂς ἀκούσωσιν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρόκειται κατ’ αὐτὰς νὰ ἀποξηράνῃ αὐτά. Οἱ παρόχθιοι τῶν λιμνῶν κάτοικοι, τῶν ὁποίων ἡ ὑγίεια ὑπονομεύεται ἀπὸ τὰ ἐκπεμπόμενα ἐκ τῶν λιμνῶν μιάσματα, καὶ οἱ ὁποῖοι στεροῦνται ἐκτάσεων ἐπαρκῶν, διὰ νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν δραστηριότητά των καὶ νὰ ἐργασθῶσιν, ἂς ἀκούσωσιν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει ἀποξηράνει τὰς λίμνας αὐτὰς, καὶ θέλει παρασκευάσει εἰς αὐτοὺς ἀπεράντους καὶ εὐφόρους ἐκτάσεις πρὸς καλλιέργειαν. Οἱ ἰδιοκτῆται παροχθίων εἰς ποταμοὺς κτημάτων ἂς μάθωσιν, ὅτι αἱ κοῖται πάντων τῶν ποταμῶν θέλουσι διαῤῥυθμισθῆ, καὶ δὲν θέλουσι πλέον ὑπερεκχειλίζει τὰ ὕδατα τῶν ποταμῶν τὰς ὄχθας αὐτῶν, οὐδὲ κατακλύζει τὰ κτήματα αὐτῶν, ὅτι μάλιστα καὶ αἱ κοῖται αὐτῶν θέλουσιν διαῤῥυθμισθῆ οὕτως, ὥστε νὰ παράσχωσι νέον μέσον συγκοινωνίας, θέλομεν δὲ τότε ἰδεῖ καὶ τὴν ποταμοπλοΐαν ἐρχομένην ἐπίκουρον εἰς τὴν ἀτομικὴν δραστηριότητα τῶν πολιτῶν. Οἱ κάτοικοι τῆς Πελοποννήσου, οἵτινες εἶδον ἐκτελεσθὲν τὸ μέγα ἐκεῖνο δίκτυον τῶν 72 ὁδῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἐδαπανήθησαν τὰ 20 ἑκατομμύρια, ἅπερ ἐδανείσθη ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς βάρος τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, δὲν ἔχουσι πλέον νὰ ἐπιθυμήσωσι τίποτε, διότι σιδηρόδρομοι θέλουσι συνδέσει τὰ χωρία αὐτῶν καὶ ἄλλο νέον δίκτυον σιδηροδρομικὸν θέλει ἐπεκταθῆ μέχρι τῆς ἐμῆς πατρίδος, οἱ δὲ προσφιλεῖς μοι συνδημόται, οἱ κάτοικοι τῶν Λαγκαδίων, θέλουσιν ἐπιβαίνει τοῦ λοιποῦ οὐχὶ ἐπὶ ἡμιόνων, οὐδ’ ἐπὶ ὀχημάτων ἢ ἁμαξῶν, ἀλλ’ ἐπὶ βαγονίων τοῦ σιδηροδρόμου τῶν 60 ἑκατοστῶν τοῦ μέτρου, διὰ νὰ ταξειδεύωσι πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν των. Λυποῦμαι, διότι τὸ Οἴτυλον ἀπεκλείσθη, ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι αἱ παραστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου θέλουσι πείσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην εἰς τὸ σύμπλεγμα τῶν σιδηροδρόμων. Ἂν ἡ τάξις τῶν γεωργῶν ἔχῃ ἀνάγκην κεφαλαίων, ἐντὸς μικροῦ συνιστῶνται αἱ Γεωργικαὶ Τράπεζαι, ἐν αἷς θέλουσιν εὑρίσκει ἄφθονα καὶ εὐθηνότατα τὰ κεφάλαια. Ἂν οἱ κτηματίαι ἔχωσιν ἀνάγκην χρημάτων, Κτηματικαὶ Τράπεζαι θέλουσι συστηθῆ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ πλευρόν των, καὶ θέλουσι δύνασθαι διὰ τῆς πίστεως τῶν κτηματογράφων νὰ εὑρίσκωσιν εὐθηνότατα αὐτά. Καὶ ἡ τάξις τῶν ἐμπόρων δὲν θέλει στερηθῆ τῆς μερίμνης τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διότι ἐντὸς ὀλίγου αἴρεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τέσσαρα μόνον ἔτη ἀφήσατε ἀκόμη τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τέσσαρα μόνον, Κύριοι, καὶ ἐντὸς αὐτῶν θέλει ἀρθῆ καὶ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἰσότιμον τότε τὸ μέταλλον μὲ τὸ γραμμάτιον τῆς Τραπέζης. Οὕτω θέλετε ἀπαλλαχθῆ, συμπολῖται ἔμποροι, ἀπὸ τὸν ἐφιάλτην αὐτόν. Εὐθὺς ὡς ὁ Πρωθυπουργὸς ἐμνήσθη τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, περιῆλθεν εἰς ἀγανάκτησιν. Ποῖος δὲν ἐνθυμεῖται πόσας ὑπερανθρωπίνους προσπαθείας κατέβαλε κατὰ τὸ 1884, διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ἀπαλλάξῃ τὰς συναλλαγὰς ἀπὸ τοῦ ἐφιάλτου τούτου; Τότε μετὰ τὴν ἄρσιν συνέβη ἀνεξάρτητόν τι συμβεβηκός, οἰκονομικὴ κρίσις εἰς τὴν Εὐρώπην, μάλιστα μᾶς προσδιώρισε τότε, ὅτι αὕτη ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ὑποθέσεως τοῦ Ἀφγανιστὰν, ἥτις ἐπῆλθεν ἑπομένως καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε νηπίως ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ κρίσις ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ, μόλις ἀνῆλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν 7 Ἀπριλίου, ἐπανέφερεν ἀμέσως τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Βεβαίως νηπία ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ καὶ ποία κατηραμένη ἡμέρα ἡ τῆς 7 Ἀπριλίου, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὰ πράγματα, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ μέγα ἐκεῖνο δεινόν! Ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος γνωστὸν εἶναι πόσον δὲν φοβεῖται τὰ ἐλλείμματα, δὲν ἤθελε φοβηθῆ, εἶχε δὲ τὸ θάῤῥος νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὰ ἐλλείμματα τῶν 200 ἢ 120 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα κατέλιπον τὰ ἔτη 1885 καὶ 1886, οὐδὲ νὰ διστάσῃ καὶ πρὸ τῶν δανείων καὶ πρὸ τῶν φόρων, ἂν δὲν ἐνέπνεεν εἰς αὐτὸν δειλίαν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλὰ πρὸ ταύτης ἀπηύδησαν οἱ βραχίονες αὐτοῦ, ἐλπίζει δὲ καὶ ὑπόσχεται νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ ταύτην, ἂν τῷ παράσχητε τεσσάρων ἐτῶν πρωθυπουργικὴν διάρκειαν. Κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν κατελέγοντο ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἅπαντα ταῦτα τὰ ἀγαθὰ, ὧν ἐμνήσθην ἀνωτέρω, ἠκούσθη φωνὴ φιλικὴ ἀπὸ τῆς κορυφῆς τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, ἀπευθύνουσα πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν τὴν ἐρώτησιν: Μήπως πρόκειται καὶ περὶ νομοσχεδίου τινὸς περὶ ἐφευρέσεως τοῦ πηδαλίου τοῦ ἀεροστάτου; Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἠγανάκτησε, καὶ ἀπήντησε σοβαρῶς, ἀλλὰ καὶ αὐστηρῶς πρὸς τὸν ἐρωτήσαντα: «Οἱ φίλοι σου, εἶπεν, αὐτοὶ μόνοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ δέχωνται νὰ μὴ ψηφίζωνται τὰ ὑπ’ αὐτῶν προτεινόμενα, καὶ ἂν ψηφίζωνται, νὰ μὴ ἐκτελῶσιν αὐτά». Δὲν ἔκρινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀξιοπρεπὲς πρὸς ἑαυτὸν νὰ τρώσῃ τὸν προβαλόντα τὸ ἐρώτημα φίλον μου, ἔῤῥιψε τὸ βέλος κατ’ ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἐγώ, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐσχηματίσθη ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μετὰ τὴν 7ην Ἀπριλίου 1885, ἐδείχθημεν ἱκανοὶ νὰ στέργωμεν νὰ μὴ ψηφίζωνται ὅσα προετείνομεν, ἢ νὰ μὴ ἐκτελῶμεν ὅσα ἐψηφίσθησαν καὶ κυρωθέντα ἐξεδόθησαν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους; Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἶχε λόγους ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἵνα θεωρῇ ἑαυτὸν ἀδικηθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου, τοιαῦτα ἐρωτήσαντος; ἀλλὰ βεβαίως ἐγὼ ἔχω λόγους νὰ θεωρῶ ἐμαυτὸν ἀδικηθέντα ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ διὰ τῆς αἰτιάσεως, τὴν ὁποίαν ἄνευ λόγου μοὶ ἀπηύθυνε. Κατὰ τὸ δωδεκάμηνον διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβερνήσαμεν τὴν χώραν, ἐπροτείναμέν τι καὶ δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐστέρξαμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν μένοντες ἐν τῇ κυβερνήσει, ἡμεῖς, οἵτινες ἀπεχωρήσαμεν ἀπὸ τῆς ἐξουσίας, οὐχὶ διὰ τοιαύτην αἰτίαν, ἀλλὰ διότι ξένοι, ἐνθαῤῥυνθέντες ὑπὸ ἡμεδαπῶν, ἐπέδραμον εἰς τὴν χώραν, περιορίζοντες τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν αὐτῆς ὡς Κράτους; (Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν ταῖς σύρταις τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εὗρον ἐῤῥιμμένους νόμους, ψηφισθέντας ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κεκυρωμένους ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τῇ προτάσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκδεδομένους δ’ ὡς νόμους τοῦ Κράτους, ἀλλὰ κεκλεισμένους ἐκεῖ καὶ ἀμεληθέντας, μηδόλως δὲ τεθέντας εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἐκτέλεσιν. Δὲν γνωρίζω δὲ ποίους νόμους εὗρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ψηφισθέντας ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν, κυρωθέντας ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τῇ προτάσει ἡμῶν, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν ἐξετελέσαμεν. Ἐκεῖνοι δὲ πρὸ πάντων, οἵτινες, ὅταν ἐκτελῶσι τοὺς νόμους, λησμονοῦσιν, ὅτι ἐκτελοῦσιν αὐτοὺς ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους, καὶ νομίζουσιν ὅτι εἶναι ἀντιπρόσωποι ἑταιρίας τινὸς κερδοσκόπων τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διαστρέφουσι δέ, ἀντὶ νὰ ἐκτελῶσι, τὰς διατάξεις τῶν νόμων, καὶ στρεβλοῦσι τὴν ἔννοιαν αὐτῶν, διὰ νὰ θεραπεύσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ κόματος ἢ τῆς φατρίας αὐτῶν, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνωσι καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐκτελοῦμεν τοὺς νόμους. (Εὖγε, εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Ὁ Πρωθυπουργός, εἰσηγούμενος προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1889, ἔλεγε, καθ’ ἃ ἀναγινώσκω ἐν τῷ φύλλῳ τούτῳ τῆς ἐφημερίδος αὐτοῦ τῆς «Ὥρας»: «Τὸ μέγιστον κακόν, ὅπερ ἐκληροδότησεν ἡμῖν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, δὲν ἦτο τὸ ἔλλειμμα τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἦτο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ὅτε ἡμεῖς διὰ θυσιῶν μεγίστων τοῦ ἔθνους ἤραμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐπράξαμεν τοῦτο ὑπείκοντες εἰς ἀνάγκην, ἧς τὸ ἀναπόδραστον ἐλησμόνησαν τώρα πάντες, καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνάγκης παρίσταντο ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως, λέγοντες, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομικὴ ἐν τῇ χώρᾳ καταστροφή». Ταῦτα τὰ λόγια τοῦ Πρωθυπουργοῦ μοὶ ἔδωκαν τὴν ἀφορμὴν νὰ εἴπω, ὅσα πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτε ὁ Πρωθυπουργὸς ἐμελέτα νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ διεπραγματεύετο τὴν συνομολόγησιν δανείου πρὸς τοῦτο, καὶ ὅτε εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων εἰς τὴν Βουλήν, περιῆλθε δὲ τοῦτο εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῆς, καὶ ὅτε ἀκόμη ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξετέλει τὸν νόμον τοῦτον καὶ ἠγωνίζετο νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡ Ἀντιπολίτευσις μίαν εἶχε πάντοτε γνώμην, καὶ ταύτην δὲν ὤκνησε νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τότε, οὐδ’ ὤκνησε νὰ δημοσιεύσῃ, ἵνα καταστήσῃ αὐτὴν γνωστὴν εἰς ὅλην τὴν χώραν. Τὰ δὲ πράγματα ἐπελθόντα ἀπέδειξαν τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων της, καὶ ἐκύρωσαν, ὅτι ὀρθῶς ἐσκέπτετο τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ τὰ βέλτιστα συνεβούλευε καὶ τῇ Βουλῇ καὶ τῇ χώρᾳ. Ἐλέγομεν τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἦτο ἐνέργεια σπασμωδικὴ καὶ βιαία, ἥτις, ἀντὶ νὰ θεραπεύσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας ἀπὸ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπίεζεν αὐτὴν, ἤθελε χειροτερεύσει αὐτὴν, ἤθελε διαταράξει τὴν οἰκονομικὴν ἁρμονίαν τῆς χώρας, ἤθελεν ἐπιφέρει τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μετὰ μικρὸν ἐπήνεγκεν. Ἐλέγομεν τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολόγει, τῶν 170 ἑκατομμυρίων, οὐ μόνον συνωμολογεῖτο ὑπὸ ὅρους ἐπαχθεῖς, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καὶ πιθανότης, ὅτι τὸ δάνειον ἐκεῖνο, ἐκδιδόμενον εἰς ἐγγραφὴν, ἤθελεν ἐπιτύχει, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη, νὰ συνδυάσῃ τὸ δάνειον μὲ προκαταβολὰς ἀπὸ τοὺς ἐκδότας τοῦ δανείου, ἐπὶ ἐνεχυριάσει ὁμολογιῶν αὐτοῦ τοῦ δανείου, θέλει παραστήσει εἰς τὸν οἰκονομικὸν κόσμον δευτέραν ἔκδοσιν τῶν δανείων τῆς Αἰγύπτου, ἥτις τοιαῦτα ἐξέδιδε δάνεια, πολλὰ ὅμως ἐξ αὐτῶν κατεβρόχθισαν οἱ ἐκδόται αὐτῶν. Ἀλλὰ τότε οὐδεὶς μᾶς ἤκουσεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέμενε, τὸ δάνειον ἐψηφίσθη, καὶ ἐξεδόθη μᾶλλον, ἵνα καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα τῆς τριετοῦς κυβερνήσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ οὐχὶ νὰ προσπορίσῃ τὰ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀναγκαιοῦντα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ πορισθῇ ἐξ αὐτῶν, καὶ ἠναγκάσθη νὰ κρούῃ τὰς θύρας τῶν τραπεζιτῶν, καὶ μετὰ ὑπερανθρωπίνους ἀληθῶς προσπαθείας, μετ’ ἀγωνίας νὰ κατορθώσῃ νὰ συγκεντρώσῃ τὰ ἀπαιτούμενα ποσὰ, πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν πρὸς τὰς Τραπέζας. Καὶ εἰς τίνα δὲν προσέτρεξε τότε ὁ Πρωθυπουργός; Καὶ εἰς τὰ χρήματα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας προσέτρεξε, καὶ ἀπὸ τὰ χρήματα τῶν λιμένων ἔλαβε, καὶ τὰς εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον ὑπαρχούσας παρακαταθήκας ἐδαπάνησε, καὶ δὲν ἀπέμεινε ταμεῖόν τι εἰδικὸν, ἢ κεφάλαιόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπεχρεώθη νὰ εἰσενέγκῃ τὸν ὀβολόν του, ὅπως ἀποτελέσῃ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον γενομένη ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπήνεγκεν οὐχὶ κλονισμὸν, ἀλλὰ κατερείπωσιν τῆς πίστεως ἡμῶν. Δὲν προδίδω μυστήρια τοῦ Κράτους, ἐὰν ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εὕρομεν, ὅτι πρὸ μικροῦ ἔκρουεν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν θύραν τῆς Ἀγγλοαιγυπτιακῆς Τραπέζης ζητῶν δάνειον, ἀλλὰ μὴ εὑρίσκων. Βαρεῖαν ἀληθῶς παρελάβομεν ἡμεῖς τότε κληρονομίαν, πολλῷ βαρυτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπὸ ἡμᾶς ἐκληρονόμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἠναγκάσθημεν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ σκεπτώμεθα, πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκδώσει ὁ προκάτοχος ἡμῶν Πρωθυπουργὸς ἐπ’ ὀνόματι τῆς ἑταιρίας τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοπονήσου, πῶς θέλομεν πληρώσει τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῆς ά. ἑξαμηνίας, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εὕρομεν χρήματα ἐν τοῖς ταμείοις. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὶν ἢ συμπληρωθῇ μὴν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ νέου Ὑπουργείου, κατὰ Μάϊον ἔτι τοῦ 1885, ἀνέφερον εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν 3,484,187 καὶ 50 0)0 διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ὅτι ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν 1,711,500 διὰ τοὺς τόκους καὶ χρεωλύσια τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ὅτι ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν 945,000 διὰ τόκους τῶν παλαιῶν δανείων, καὶ ὅτι ὠφείλομεν προσέτι 2,031,063:60 πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ ἐντάλματος τῆς ἑταιρίας τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Κορίνθου, καὶ ἐζητήσαμεν τὴν συναίνεσιν αὐτοῦ, ἵνα πράξωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅ,τι ἔπραττεν ὁ προκάτοχος ἡμῶν Πρωθυπουργὸς, ἤτοι νὰ ἐνεχυριάσωμεν καὶ ἡμεῖς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἵνα λάβωμεν νέαν προκαταβολὴν 6,000,000, καὶ συμπληρώσωμεν τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν εἰρημένων ποσῶν, ἀνερχομένων εἰς 8,171, 751:10. Εἰς τοιαύτην εὑρέθημεν κατάστασιν, ὅτε ἀνήλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀναγκασθέντες δὲ νὰ τραπῶμεν μετ’ ὀλίγον τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, νὰ ἐπικηρύξωμεν ἐπιστρατείαν, ὑπεχρεώθημεν νὰ ἐπιβάλωμεν αὖθις τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Καὶ πῶς νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν αὐτήν; Ποῦ νὰ εὕρωμεν νὰ δανεισθῶμεν, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιστρατείας; Μόνον ὑπελείπετο ἡμῖν μέσον πρὸς εὕρεσιν δανείων, τὸ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Μήπως νομίζουσί τινες, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ ἐπαναλαμβάνωσι κατ’ ἔτος τὰ αὐτὰ μὴ ἀκριβῆ γεγονότα, καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐσμὲν καταδεδικασμένοι ν’ ἀναιρῶμεν κατ’ ἔτος τὰς ἀνακριβείας αὐτῶν, καὶ νὰ διαψεύδωμεν τὰς μὴ ἀληθεῖς ἀφηγήσεις; Καὶ ἐφέτος ἐπανέλαβον, ὅτι ἡμεῖς ἄνευ ἀνάγκης, ἀλλ’ ἐκ νηπιότητος, ἢ ἐκ μωρίας, ἐπεβάλομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, λησμονοῦντες, ὅτι ἐπεβάλομεν αὐτὴν ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπικήρυξιν τῆς ἐπιστρατείας. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἠδύνατο νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι, ἀφοῦ ἐπεκηρύξαμεν τὴν ἐπιστρατείαν, καὶ ἕνεκα ταύτης περιήλθομεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν δάνειον, ἡμεῖς ἐσμὲν ἐπὶ τούτῳ ὑπεύθυνοι. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὑπάρχῃ Ἕλλην, ὅστις εἶχεν ἀλλοίαν γνώμην ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1885. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ Ἕλλην, φρονῶν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπικηρυχθῇ ἡ ἐπιστρατεία, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ὅτι ἔπρεπε μετ’ ἀπαθείας ἡ Ἑλλὰς νὰ ἴδῃ διαρπαζομένην τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν, ἐν ᾗ κατοικοῦσι 45,000 Ἑλλήνων, νὰ ἴδῃ μετὰ ψυχρότητος ἀπειλούμενα τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐν ἄλλῳ παρακειμένῳ μεγάλῳ τμήματι ἑλληνικῆς χώρας, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος Ἕλλην, βεβαίως αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ἦναι ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ ἡμᾶς οὔτε διότι μετήλθομεν τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, οὔτε διότι, μετελθόντες τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἠναγκάσθημεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, μὴ εὑρίσκοντες, ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, δάνεια, οὐδὲ χρήματα ἐν τοῖς ταμείοις. Ὁ Πρωθυπουργὸς βεβαίως δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἐπικρίνῃ ἡμᾶς, πρῶτον διότι εἰς τὴν τριετῆ οἰκονομικὴν αὐτοῦ πολιτικὴν ὠφείλομεν τὴν τότε κατάστασιν τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, αὐτὸς δὲ εἶχε τὴν εὐθύνην ἐπὶ ταύτῃ, καὶ δεύτερον, διότι δὲν ἐλησμόνησεν ἀκόμη τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος τοὺς λόγους τοῦ Πρωθυπουργοῦ, διακηρύσσοντος τότε, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶχεν ἄλλην διέξοδον ἢ νὰ νὰ πολεμήσῃ, ὅτι πιθανὸν ἦτο νὰ ὑποπέσῃ εἰς ἥττας καὶ ἅπαξ καὶ δὶς, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποθαῤῥυνθῇ, ἔπρεπε δὲ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν ἀγῶνα, διότι βεβαίως ἐπὶ τέλους ἤθελε κατισχύσει. Καὶ δὲν ἔλεγε ταῦτα μόνος ὁ Πρωθυπουργός. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο τότε βεβαίως Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦτο ὅμως Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου τῶν Μακεδόνων, κεκυρτωμένος ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἰδιότητός του ἐκείνης, ἥτις τῷ ἐπέβαλλε νὰ μεριμνᾷ πρωτίστως περὶ διασώσεως ἐκείνης τῆς χώρας, τῆς ὁποίας πολῖται ἀπετέλουν τὸν ὑπὸ τὴν προεδρείαν αὐτοῦ Σύλλογον, ἦτο ἀκατάσχετος πρὸς τὸν ἀγῶνα, καὶ δὲν ἐθλίβετο, εἰμὴ μόνον διότι ἔλειπεν ὁ Καῖσαρ, ὅστις ἔμελλε νὰ διαβῇ τὸ Ῥουβίκωνα, διότι ὁ Καῖσαρ ἦτο εἰς τὸ Λονδῖνον. Λοιπὸν δὲν ἔχουσι δικαίωμα, οὐδ’ ὁ Πρωθυπουργὸς, οὐδ’ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ αἰτιαθῶσι ἡμῶν, διότι ἐπεβάλομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι ἤθελον ἀρνηθῆ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐπῆγεν ἀναγκαίως ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθημεν, ἤθελον δὲ ἀναιρέσει αὐτοὶ ἑαυτοὺς διὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τότε διεκήρυσσον, καὶ διὰ τὰς συμβουλὰς, τὰς ὁποίας ἔδιδον εἰς τὴν χώραν. Δὲν εἶπον ταῦτα διότι ζητῶ ν’ ἀπαλλαγῶ τῆς εὐθύνης, διὰ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν τότε ἐφηρμόσαμεν. Ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, κατ’ ἄλλην Σύνοδον, ἐδήλωσα, ὅτι παντάπασι δὲν ἐπιθυμῶ ἡ ἐμὴ εὐθύνη νὰ ἔχῃ σχέσιν τινὰ πρὸς τὴν εὐθύνην τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Ἔχω μάλιστα συμφέρον νὰ διατηρῶ κεχωρισμένην τὴν ἐμὴν εὐθύνην ἀπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἔχω δὲ τὸ θάῤῥος ν’ ἀντιμετωπίζω τὴν εὐθύνην μου διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας διέπραξα, διότι ἔχω τὴν συνείδησιν, ὅτι πᾶν ὅ,τι διέπραξα, τὸ ἔπραξα ἀφοῦ ἐπείσθην, ὅτι τοῦτο ἦτο συμφέρον εἰς τὸ Κράτος, οὐδέποτε δὲ ἔπραξα πρᾶξιν κερδοσκοπικὴν, ὁδηγούμενος ὑπὸ ἰδιαιτέρων σκέψεων ἢ ἐμπορευόμενος τὰ πράγματα τῆς πατρίδος μου (εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ τότε ἀκόμη, ὅτε παρέστην ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἔχων ἐσφραγισμένα τὰ χείλη μου, καὶ μηδὲν λέγων περὶ τῶν ὑπαιτίων τῶν ἀπαισίων συμβεβηκότων τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1886, μετὰ θάῤῥους περιεκάλυψα αὐτοὺς, τοσοῦτον ἐκτείνας καὶ τὴν ἐμὴν εὐθύνην, διότι ἤμην πεπεισμένος, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους μοὶ ἐπέβαλλε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, καὶ ὅτι, ἂν ἤθελον ἀδικηθῆ ἕνεκα τούτου, ὤφειλον ἀγογγύστως νὰ ὑπομείνω τὴν ἀδικίαν, οὐδέποτε ὅμως νὰ συντελέσω εἰς βλάβην αὐτοῦ. Εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο εὔκολον νὰ συνομολογήσω δάνειον, καθ’ ὃν χρόνον εἶχεν ἐπικηρυχθῆ ἐπιστρατεία. Νομίζετε ἀναγκαῖον νὰ σᾶς φέρω ἀποδείξεις; Εἶπον, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καθ’ ὃν κατέλιπε τὴν ἀρχὴν ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ καθ’ ὃν κληθέντες διεδέχθημεν ἡμεῖς αὐτὸν ἐν τῇ ἀρχῇ, ὅτι ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἦτο κατερειπωμένη, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε μετέλθει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν τριετῆ κυβέρνησίν του. Θέλετε ἀποδείξεις νὰ σᾶς φέρω; Δὲν διστάζω νὰ τὸ πράξω. Καὶ αἱ ἀποδείξεις εἰσὶν αἱ ὁμολογίαι ἀνθρώπων ἀπολαμβανόντων ὑπόληψιν τραπεζιτικὴν, κατοικούντων δὲ ἐν ταῖς πρωτευούσαις ἄλλου Κράτους, μηδεμίαν κοινωνίαν ἐχόντων πρὸς τὸν παρ’ ἡμῖν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν, ἑπομένως μηδεμίαν λαβόντων ἀφορμὴν νὰ συμπαθῶσι πρὸς ἡμᾶς καὶ μᾶς συνδράμωσι κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ βιοῦντες ἐλάχιστα γνωρίζουσι περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, τὰ μόνα δὲ, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθησαν νὰ μάθωσι, πιθανῶς εἰσιν ὅσα μετέδωκαν αὐτοῖς πληροφορίαι τοῦ Τσέστωνος τῆς Κωπαΐδος, ἢ τῶν ἄλλων ἀνταποκριτῶν ἐφημερίδων, τοὺς ὁποίους οὐδενὸς φείδεται, ἵνα διαθέτῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅπως φωτίζωσι τὴν Εὐρώπην περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον θέλω ἀναγνώσει, εἶναι ἀντίγραφον ἐπισήμου ἐγγράφου, κατατεθειμένου ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, λέγω δὲ ἐπισήμου ἐγγράφου, διότι δι’ αὐτοῦ Πρέσβυς τοῦ Βασιλέως, κατ’ ἐντολήν μου ἐκτελέσας ὑπηρεσίαν, ἣν εἶχον ἀναθέσει εἰς αὐτὸν, μοὶ ἀνήγγειλε τὸ ἀποτέλεσμα. Ὁ τραπεζίτης, τοῦ ὁποίου ἀποφεύγω νὰ εἴπω τὸ ὄνομα, κατοικεῖ ἐν Λονδίνῳ, μοὶ ἀνακοινώνει δὲ διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Πρέσβυς, ὅτι «ἠρνήθη ὁριστικῶς, ἕνεκα τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθησαν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν (il a péremptoiement refusé, vu l’ ètat où nos finanses ont étè amenèes), πρὸ πάντων ἕνεκα τῶν τραπεζιτῶν τῶν Παρισίων καὶ τῶν διηνεκῶν πωλήσεων». «Κατ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στιγμήν», ἐξακολουθεῖ λέγων ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος τραπεζίτης τοῦ Λονδίνου πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος, «οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἕλληνες, διακηρύσσοντες, ὅτι θέλουσι δυνηθῆ νὰ ἀγοράσωσιν ἐκ νέου βραδύτερον εἰς καλλιτέρας τιμὰς, καταῤῥίπτουσιν ἐντελῶς τὴν πίστιν». Καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο μοὶ ἔστειλεν ὁ ἐν Λονδίνῳ Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν 2)14 Νοεμβρίου 1885.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἔγγραφον Πρεσβευτοῦ ἰδικοῦ μας;
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, τοῦ κ. Γενναδίου, τὸ πρωτότυπον δὲ εὑρίσκεται ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐπήρχοντο τὰ συμβεβηκότα τῆς Φιλιππουπόλεως, ἐὰν ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1885 δὲν ἐλάμβανεν οὐδεμίαν ἀφορμὴν διὰ νὰ ἀσπασθῇ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν καὶ ἐπικηρύξῃ τὴν ἐπιστρατείαν, νομίζετε, ὅτι μέχρι τέλους ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιβληθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀναγνώσω πίνακα, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μοὶ εἶχε στείλει, δίδουσά μοι πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκοντο αἱ τραπεζικαὶ αὐτῆς ἐργασίαι; Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, ἀπὸ τῆς 1 Μαΐου 1884 μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1884, ἤτοι ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας, ἡ Τράπεζα εἶχεν ἐκδώσει συναλλάγματα ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ δραχ. 13,418,120, ἐνῷ ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1885 μέχρι 19ης Ἀπριλίου 1885, ἤτοι ἐπὶ μῆνας τρεῖς καὶ ἡμέρας δέκα καὶ ὀκτὼ, ἐξέδωκε συναλλάγματα ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀξίας δραχ. 14,480,000. Ἀπὸ δὲ τῆς τετάρτης Ἀπριλίου μέχρι τῆς 22 Ἀπριλίου 1885, δηλαδὴ ἐπὶ ἡμέρας 18, εἶχεν ἐξαργυρώσει τραπεζικὰ γραμμάτια ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Τὰς πληροφορίας ταύτας διαβιβάζων μοι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δι’ ἰδιαιτέρας ἐπιστολῆς, κατὰ τὴν 23 Ἀπριλίου 1885, μοὶ ἔγραφε: «Κατ’ παύτας περιμένομεν ἀπὸ τὴν ἐν Μασσαλίᾳ Γαλλικὴν Τράπεζαν ἓν ἑκατομμύριον εἰς ἄργυρον, οὗτινος τὸ ἀντίτιμον ἐμβάσαμεν ἤδη εἰς αὐτήν. Καθ’ ἃ δὲ πληροφορούμεθα ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, καὶ εἰς Κέρκυραν συμβαίνουσι τὰ αὐτὰ, δηλαδὴ ἡ ζήτησις τῆς ἐξαργυρώσεως». Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς διηγήθη διὰ ποίαν αἰτίαν ἔσπευσε ν’ ἀσχοληθῇ διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐνῷ ἐκάθητο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν (ἀναγινώσκει τὸ φύλλον τῆς «Ὥρας», δι’ οὗ ἐδημοσιεύθη ὁ λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ), ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν, «τότε προσῆλθον ἐν σώματι οἱ διευθύνοντες τὰ πιστωτικὰ ἐνταῦθα καταστήματα καὶ παρέστησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ συνάλλαγμα ὑπερετιμήθη μέχρις 21%, ὅτι ὅμως αὕτη ἡ ὑπερτίμησις ἦτο ὡς μηδὲν πρὸς τὴν ἐπικειμένην, διότι ἀρχὴ μόνον τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς καταστάσεως, ἣν παρήγαγεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἦτο ἡ εἰρημένη ὑπερτίμησις, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τὸ κυκλοφοροῦν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἦτο τοσοῦτον, ὥστε ἄνευ περαιτέρω αὐξήσεως αὐτῶν ἀπὸ ἑβδομάδος εἰς ἑβδομάδα θὰ ἔχωμεν ὑπερτιμήσεις τοῦ συναλλάγματος τοιαύτας, ὥστε, ἐὰν ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν δὲν ἐλαμβάνετο μέτρον τι ῥιζικὸν, θὰ ἐβλέπομεν ὑπερτίμησιν 40 καὶ 50% κτλ.» Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφρόνει τότε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπε νῦν, ὅτι φρονεῖ, ἤτοι, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ χρυσοῦ, ἔχει λόγον τὸν πλεονασμὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, διατὶ δὲν ἐφρόντιζε τότε δι’ ἄλλου τινὸς μέσου νὰ μειώσῃ τὸ ἐπελθὸν κακὸν, νὰ μὴ προβῇ δὲ ἀμέσως εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ μάλιστα ἀφοῦ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν παρεῖχον αὐτῷ τὴν εὐκολίαν ταύτην; Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι κακὸν οἰκονομικὸν, ἐνίοτε δὲ εἶναι καὶ καλόν. Ἀλλὰ τὸ κακὸν τοῦτο ἐὰν θέλῃ τις νὰ ἀποσοβήσῃ, δὲν δύναται νὰ τὸ ἐπιτύχῃ ὅταν θέλῃ, ἀλλ’ ὅταν δύναται, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1884 ἤθελε βεβαίως νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀφοῦ τὸν συνεβούλευον οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐνταῦθα πιστωτικῶν καταστημάτων, ὡς εἶπεν, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν ἄρῃ. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅταν δὲν δύναται, θέλει νὰ ἐκτελῇ ὅ,τι δὲν δύναται, ἐπίστευε δ’ ὅτι δύναται νὰ ὑποτάξῃ εἰς τὴν θέλησίν του καὶ τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄργυρον, καὶ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, καὶ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, καὶ τὴν πίστιν, καὶ τὰς ἐμπορικὰς συναλλαγὰς, καὶ τὰ πράγματα, καὶ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἂν καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἄρῃ αὐτήν. Λυποῦμαι ἀληθῶς, διότι ἐνέδωκεν εἰς τὰς περὶ τούτου παραστάσεις τῶν διευθυντῶν τῶν ἐνταῦθα πιστωτικῶν καταστημάτων, ὡς εἶπε, καὶ προέβη εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ δὲν ἐδυσπίστησε τὸ παράπαν εἰς τὰς παραστάσεις ἐκείνων, οὐδ’ ἐνόησεν, ὅτι οἱ τὰς παραστάσεις ποιήσαντες πρὸς αὐτὸν συνηγόρουν ὑπὲρ τοῦ ἰδίου αὐτῶν συμφέροντος, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ δημοσίου ταμείου· ἄν δὲ προέτρεπον αὐτὸν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ προσεπάθουν νὰ ὠθήσωσιν αὐτὸν εἰς τὸ μέτρον τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατὰ νοῦν εἶχον νὰ περιπλέξωσιν αὐτὸν εἰς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἵνα καρπωθῶσιν ὅσα ἐξ αὐτῶν ἐκαρπώθησαν κέρδη. Δὲν εἶχον μόνον τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐν γένει αἱ Τράπεζαι καὶ αἱ ἐμπορικαὶ ἐργασίαι εἶχον, ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, οἱ τὰς παραστάσεις πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τότε ποιήσαντες διευθυνταὶ τῶν πιστωτικῶν καταστημάτων, εἶχον καὶ προσωπικὸν συμφέρον, καὶ ἐδημιούργουν οὕτως ἀφορμὴν συνομολογήσεως μεγάλου δανείου, οὗ ἐσκόπουν νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἔκδοσιν, ὅπως κερδήσωσιν ὅσα οἱ ἐκδόται τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐκέρδησαν, ὅτε ἀνέλαβον τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ. Καὶ τί ἐκέρδησαν ἆρά γε; Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, οὐδὲ δύναμαι αὐτὸς νὰ προσδιορίσω ἐπακριβῶς τὸ ποσὸν τοῦ κέρδους αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο τότε μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι, ὅτε ὁ Πρωθυπουργὸς παρητήθη ἀπὸ τὴν ἀρχὴν καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἐκλήθημεν ἡμεῖς εἰς αὐτὴν, εἰργάσθησαν μεθ’ ἡμῶν, αὐτοὶ μοὶ προσδιώρισαν πόσα κέρδη συνεκόμισαν οἱ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συναλλαγέντες καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος δανείου ἀναλαβόντες. Ὁ χάρτης αὐτὸς (δεικνύει φύλλον χάρτου εἰς μέγα σχῆμα) δὲν εἶναι χάρτης ἐξερχόμενος ἀπὸ τὰ γραφεῖα ἐμοῦ, εἶναι χάρτης ἐξελθὼν ἀπὸ τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ χαρακτὴρ δὲ τῆς γραφῆς εἶναι χαρακτὴρ γραφῆς δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἰδοὺ δὲ ποῖα ἐπ’ αὐτοῦ εἰσιν ἀναγεγραμμένα κέρδη, συγκομισθέντα ὑπὸ τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ἐὰν δὲν ἦναι ἀκριβῆ, τὸ σφάλμα εἶναι αὐτῶν, ἐγὼ δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην, ἀναγινώσκω δὲ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους εὑρίσκω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ χάρτου, τοὺς παριστάνοντας τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα συνεκόμισαν οἱ μετὰ τοῦ Δημοσίου συναλλαγέντες τότε καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἀναλαβόντες (ἀναγινώσκει): Δάνειον 170,000,000
| 1) | Τὰ ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως | 2,300,000 |
| 2) | Προμήθειαι ½% καθ’ ἑξαμη- | |
| νίαν ἐπὶ τῆς προκαταβολῆς τῶν 35,000,000, | ||
| πληρωθεῖσαι διὰ τέσσαρας ἑξαμηνίας | 700,000 | |
| 3) | Τὸ κέρδος (jouissance) ἑνὸς τοκομερι- | |
| δίου, προκῦπτον ἐκ τῆς προκαταβολῆς τῆς ἀξίας | ||
| τῶν ὁριστικῶς (ferme) ἀνατεθεισῶν 110,000 | ||
| ὁμολογιῶν ἐπὶ τρεῖς τριμηνιαίας δόσεις | 1,375,000 | |
| 4) | Ἀπαλλαγὴ ἐκ τῶν τελῶν τοῦ χαρτο- | |
| σήμου (λ. 50 κατὰ τοκομερίδιον ἑξαμηνιαῖον) | ||
| τῶν 110,000 ὁμολογιῶν (ferme), ἐπὶ 37½ | ||
| ἔτη, κατ’ ἔτος δραχ. 110,000 Χ 37½ | 4,125,000 | |
| 5) | Ἐκ τῆς διὰ τῆς συμβάσεως ἐπιβλη- | |
| θείσης εἰς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεως, ὅπως | ||
| παρὰ ταῖς συμβληθείσαις Τραπέζαις καταθέ- | ||
| τῇ τὰς διὰ τὸ δάνειον ὑπεγγύους εἰσπράξεις. | ||
| Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι κατὰ τὸ ἐπερχόμενον | ||
| ἔτος θὰ ἦναι πραγματοποιημένον ὅλον τὸ δά- | ||
| νειον, καὶ θὰ κατατίθηνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν | ||
| αὐτοῦ περιοδικῶς 10,000,000 καθ’ ἑξαμηνίαν, | ||
| καὶ ὅτι τὸ ἥμισυ μόνον τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ | ||
| ἐπὶ τρεῖς μόνον μῆνας θὰ ἀπασχολῆται εἰς | ||
| προεξοφλήσεις ἐμπορικὰς, θὰ ἀποφέρῃ κατ’ | ||
| ἔτος κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ὠφέλειαν δραχ. | ||
| 200,000 Χ 33 ἔτη | 6,600,000 | |
| 6) | Προμήθειαν διὰ τὰς πληρωμὰς τῶν τό- | |
| κων ½% ἐπὶ 10,000,000 κατ’ ἔτος, δραχ. | ||
| 50,000 Χ 33 ἔτη | 1,650,000 | |
| 7) | Ἐπειδὴ εἰς τὴν συμβληθεῖσαν Τράπε- | |
| ζαν Κων/πόλεως κατετέθησαν τὰ κεφάλαια | ||
| τῶν τε ὁμολογιῶν (fermes) καὶ τῆς πρόκατα- | ||
| βολῆς ἐπὶ τόκῳ 3%, εἶχε τὴν εὐκολίαν νὰ | ||
| καταβάλῃ ταῦτα βαθμηδὸν, καθ’ ὅσον ἀπεσύ- | ||
| ροντο. Τὴν εὐκολίαν ταύτην δὲν καταλογίζω | ||
| εἰς χρήματα. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐλάμβανε συγχρό- | ||
| νως ἐπὶ τῶν ἰδίων κεφαλαίων τόκον 7% ἐκ | ||
| τῶν ὁμολογιῶν καὶ τῆς προκαταβολῆς, καὶ συ- | ||
| νεπῶς ὤφειλε τὸν αὐτὸν νὰ ἀποδίδῃ καὶ ἐπὶ | ||
| τῶν παρ’ αὐτοῦ κεφαλαίων, ὠφελήθη τὴν | ||
| διαφορὰν 4%, ἀνερχομένην εἰς δραχ. | 300,000 | |
| 17,050,000 |
Καὶ τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς σημειώσεις ταύτας συνεκόμισαν οἱ συναλλαγέντες μετὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ὑπολογίζονται εἰς 17,050,000. Ἀλλὰ καὶ 17 ἑκατομμύρια ἐὰν δὲν ἦσαν, καὶ 15 ἑκατομμύρια ἐὰν ἐκέρδησαν, καὶ 10 ἑκατομμύρια ἐὰν ἐκέρδησαν, διατὶ σεῖς συνωμολογήσατε δάνειον καὶ ἐσπεύσατε εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Διότι οἱ κύριοι οὗτοι, οἱ κερδήσαντες τὰ ἑκατομμύρια, σᾶς παρέστησαν ἐπερχόμενον τὸν κατακλεισμόν, καὶ σεῖς ἐσπεύσατε νὰ οἰκοδομήσητε τὴν κιβωτὸν, διὰ νὰ σώσητε τὸ Κράτος ἐν αὐτῇ ἀπὸ τοῦ κατακλυσμοῦ.
§23Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ πατριῶται οὗτοι;
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, κ. συνάδελφε, ἀλλὰ τὰ ὀνόματά των εἰσὶ γνωστά. Πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον ὑμῖν, εἶναι ἀληθῶς ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς καὶ διατὶ ἤρθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία κατὰ τὸ 1884, πῶς καὶ διατὶ ἐπεβλήθη κατὰ τὸ 1885. Ἀλλὰ δὲν πταίω ἐγώ· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο λυσιτελὲς εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναμνήσῃ εἰς αὐτὴν τὰς ὑπερανθρώπους προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλε κατὰ τὸ 1884, διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ νὰ σώσῃ τὴν χώραν, νὰ καταγγείλῃ δ’ ἡμᾶς, ὅτι ἐπεβάλομεν ἔπειτα αὐτὴν ἄνευ ἀνάγκης. Δὲν μᾶς κατήγγειλεν ὅμως, ὅτι ἐπεβάλομεν αὐτὴν διὰ νὰ δώσωμεν δεκάδας ἑκατομμυρίων κέρδη εἰς ἄλλους. Ἐδιδάχθη ὅμως φαίνεται ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τὸ πάθημά του ἐκεῖνο, διότι προχθὲς ἔδειξεν, ὅτι κατενόησε καὶ κατέμαθεν, ὅτι τὸ αἴρειν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν δὲν εἶναι τόσον εὐχερὲς, ὅσον τὸ διορίζειν καὶ παύειν ὑπαλλήλους. Προχθὲς, ὅτε ἐπεδείκνυεν εἰς τοὺς μετερχομένους τὴν ἐμπορίαν ἐν Ἑλλάδι τὸ ἀγαθὸν, τὸ ὁποῖον παρασκευάζει δι’ αὐτοὺς, καὶ ὅτε ἐπέσειεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλπίδα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ὑπεσχέθη πλέον τὴν ἄμεσον ἄρσιν, αὐτὴν τὴν βιαίαν καὶ ἐσπευσμένην, ἀλλὰ μᾶς προδιέθεσε περὶ ἄρσεως βαθμιαίας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Κατενόησε τέλος πάντων, ὅτι ὅσα συνεβουλεύομεν ἡμεῖς κατὰ τὸ 1884 ἦσαν ὀρθὰ, καὶ τὰς συμβουλὰς ὑμῶν ταύτας ἐπαγγέλλεται ἤδη νὰ ἐφαρμόσῃ, μὴ ἀναγγέλλων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλει συνομολογήσει δάνειον ἀμέσως, καὶ δι’ αὐτοῦ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὅπως κατὰ τὸ 1884, ἀλλ’ ὅτι θέλει φροντίσει νὰ ἄρῃ αὐτὴν, ἐλαττόνων ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ χρέος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου αὕτη ἐπεβλήθη. Ἐζήτησεν ἕνεκα τούτου νὰ ἀφήσῃ αὐτὸν ἡ Βουλὴ τέσσαρα ἔτη νὰ διαμείνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅπως φέρῃ εἰς πέρας τὸ σχέδιόν του. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐσπευσμένη καὶ βιαία ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ἦναι θεραπεία τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπάγει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὅταν οἱ ἐτήσιοι Προϋπολογισμοὶ καταλείπωσιν ἐλλείμματα, εἶναι τάχα θεραπεία τοῦ κακοῦ ἡ βαθμιαία ἄρσις αὐτῆς, ὅταν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπάρχωσι πάντοτε ἐλλείμματα; Ἐν ὅσῳ ἔχετε ἔλλειμμα, εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ δανείζησθε, διότι δὲν δύνασθε νὰ πληρόνητε πάντα τὰ ἐτήσια ἔξοδα διὰ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, πολλῷ δ’ ἧσσον δὲν ἀποταμιεύετέ τι ἐκ τῶν ἐσόδων τούτων μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ἐτησίων ἐξόδων. Ἀφοῦ δὲ δὲν ἔχετε κατ’ ἔτος τοιαῦτα ἀποταμιεύματα, ἀφοῦ δὲν ἔχετε περισσεύματα, διὰ νὰ μειώσητε ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον ὀφείλετε ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, περὶ τίνος ἄρσεως ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὁμιλεῖτε; Ὁ Πρωθυπουργὸς νομίζει εὔκολον τὴν μέθοδον. Ἀφοῦ γνωρίζουσιν αὐτὴν, ἂν ὄχι οἱ γραφεῖς τῶν Ὑπουργείων, βεβαίως ὅμως οἱ ἔχοντες κἄποιαν γνῶσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, δὲν ἦτο ἀπίθανον νὰ γνωρίζῃ αὐτὴν καὶ ὁ Πρωθυπουργός. Εἶπε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ὅλου τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἑκάστοτε θέλει ἐπιστρέφει εἰς τὰς Τραπέζας, πρὸς μείωσιν τοῦ πρὸς αὐτὰς χρέους τοῦ δημοσίου ταμείου, οὗ ἕνεκα ὑφίσταται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀλλὰ μόνον τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων, τοὺς ὁποίους θέλει πληρόνει, δανειζόμενος τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θέλει ἑκάστοτε ἀποδίδει εἰς τὰς Τραπέζας, μόνον τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων, τὸ ὁποῖον θέλει ἀναγράψει εἰς τὰ ἔξοδα, διὰ νὰ μετατρέπῃ ἓν ποσὸν ἐκ τοῦ χρέους εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἀπὸ δανείου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ εἰς δάνειον ἐπὶ συνήθει τόκῳ. Ἀντὶ νὰ πληρώσῃ 1%, τὸ ὁποῖον πληρόνει νῦν, θέλει τότε πληρόνει 6 ἢ 7 τοῖς 100, καὶ οὕτως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θέλει μειώσει καὶ ἐπὶ τέλους ἀποσβέσει τὸ ποσὸν τοῦ χρέους ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Οὕτω θέλει ἐπέλθει ὁ περιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, καὶ ἑπομένως θέλει ἐπιτευχθῆ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς τὸ ἄλλο νόμισμα, περιορισθῇ ὁ πλεονασμὸς αὐτῶν, καὶ ἐπέλθει ἡ ὑποτίμησις τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς διατηρηθῇ εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἐξακολουθήσῃ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσε κατὰ τὸ 1887 καὶ ἐφαρμόζει μέχρι τοῦδε, νομίζω, ὅτι, ὄχι μόνον τέσσαρα ἔτη ἐὰν ἀφήσωμεν αὐτὸν εἰς τὴν κυβέρνησιν, δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν τοιούτων πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μέτρων αὑτοῦ, ἀλλ’ οὐδὲ 14 οὐδὲ 24 ἔτη ἐὰν μένῃ ἐν τῇ κυβερνήσει, θέλει δυνηθῆ νὰ φθάσῃ ποτέ. Ἐξ ἐναντίας, ὅσα παρέρχονται ἔτη, ἐφαρμόζοντος αὐτοῦ τὸ νῦν ἐφαρμοζόμενον οἰκονομικὸν σύστημα, τόσον θέλει ἀπομακρύνεσθαι ἀπὸ τῆς ὥρας, καθ’ ἣν θέλει γενῆ δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τὸ Κράτος περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ πῶς νὰ φθάσῃ ἡ ὥρα ἐκείνη; Διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1887, ἐπεβάρυνε τὰ ἐπερχόμενα ἔτη διὰ τῶν τόκων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολόγησε διὰ νὰ καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1887. Τὸ ἔλλειμμα λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν κατὰ τὸ 1887, δὲν θέλει ἐλαττωθῆ, ἀλλὰ θέλει αὐξήσει κατὰ τὸ 1888, διότι κατὰ τὸ 1888 θέλομεν ἔχει προσθήκην ἐλλείμματος καὶ τοὺς τόκους τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήσαμεν κατὰ τὸ 1887, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα, τὸ δὲ 1889 θέλομεν ἔχει καὶ τοὺς τόκους τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα θέλομεν συνομολογήσει κατὰ τὸ 1888, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα καὶ τοὺς τόκους. Καὶ μήπως συνομολογοῦμεν δάνειον, μόνον διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέφυγεν εἰς ἄλλο σύστημα, τὸ τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ἠξεύρετε, Κύριοι, τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου τούτου; Ὁ ὅρος ἐδημιουργήθη κατ’ εὐφημισμόν. «Οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ», περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, οὐδὲν ἄλλο εἰσὶν, εἰμὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγουσιν εἰς τὴν Εὐρώπην «δάνεια détournés». Δανειζόμεθα 135 ἑκατομμύρια κατὰ τὸ αʹ ἑξάμηνον τοῦ 1887, διὰ νὰ δανεισθῶμεν δ’ αὐτὰ πληρόνωμεν 26 ἑκατομμύρια διὰ νὰ ἀγοράσωμεν θωρηκτά! Εἰς ἣν εὑρισκόμεθα κατὰ τὸ 1887 κατάστασιν, καθ’ ἣν ἔδωκε πρὸς τὴν Βουλὴν περιγραφὴν αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτε ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ οὐδὲ 100,000 δραχμῶν, κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καθ’ ὃν σᾶς εἶχεν εἰπεῖ ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὰ ἐκ τῆς ἐπιστρατείας ἐπελθόντα βάρη ἀνήρχοντο εἰς 200 ἑκατομμύρια, ἐπιβαρύνοντα τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατ’ αὐτὸν τὸν χρόνον ἔκρινε κατάλληλον ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ δανεισθῇ 39 ἢ 40 ἑκατομμύρια, διὰ νὰ λάβῃ 26 ἑκατομμύρια, καὶ δαπανήσῃ αὐτὰ, ὅπως κατασκευάσῃ θωρηκτὰ πλοῖα! Τίς ἀκούων τούτων δὲν αἰσθάνεται συγκίνησιν, θλιβόμενος διὰ τὴν μαύρην μοῖραν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ τόπος, νὰ κληθῇ ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν ἐνθυμήθη, ὅτι δὲν εἴχομεν κρατερὰ σκάφη, περὶ τῶν ὁποίων ἀνέφερεν ἐν τῷ Β. λόγῳ; Καὶ 26 ἑκατομ. εἰσὶ τὰ πραγματικῶς πληρωθέντα. Ἀλλ’ αὐτὰ ἐδανείσθη πρὸς 66%, ἤτοι ἀνέλαβεν ἕνεκα αὐτῶν δάνειον 40 ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον ἐτησίως τὸ δημόσιον ταμεῖον θέλει πληρόνει τὸν τόκον πρὸς 4%, ἤτοι φρ. 1,600,000 καὶ τὸ συμπεφωνημένον χρεωλύσιον. Κατὰ τόσον ποσὸν ἐπεβάρυνε τὸν Προϋπολογισμὸν μόνη ἡ ἀγορὰ τῶν τριῶν κρατερῶν σκαφῶν, ἡ ἐν τοιούτῳ χρόνῳ γενομένη, γενομένη ὅμως, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Καὶ τοὺς τόκους τῶν δανείων, τοὺς πληρωτέους κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1882; Νέον δάνειον. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο πρόχειρος συνδυασμὸς οἰκονομικὸς, ὁ Πρωθυπουργὸς συνωμολόγησε δάνειον καθαρὸν, εὐκρινὲς, 10,200,000 φράγκων εἰς χρυσόν. Ἀλλὰ βραχυπρόθεσμον, διότι συνωμολόγησεν αὐτὸ ἐπὶ προθεσμίᾳ ἑνὸς ἔτους. Προσέθηκε τὸν ἐτήσιον τόκον εἰς τὸ κεφάλαιον, καὶ ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν εἰς 10,812,000 φράγκα χρυσᾶ, κατέθηκε δὲ τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀλλ’ οἱ τόκοι τοῦ δανείου αὐτοῦ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔτους, ἤτοι οἱ τόκοι τοῦ 1888, δὲν βαρύνουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888; Καὶ τὸ βάρος τοῦτο δὲν προστίθεται εἰς τὰ ἄλλα ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα τὸ ἔτος 1887 ἐκληροδότησεν εἰς τὸ 1888; Καὶ ἐπέστη ἡ ά ἑξαμηνία τοῦ 1888, καθ’ ἣν ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν τόκους καὶ χρεωλύσια, καὶ εἴχομεν ἀνάγκην χρυσοῦ. Νέος οἰκονομικὸς συνδυασμὸς, διὰ νὰ εὑρεθῇ δάνειον κεκαλυμμένον. Καὶ εἰς τὸν συνδυασμὸν τοῦτον προωρίσθη νὰ χρησιμεύσῃ ὁ σιδηρόδρομος Μύλων–Τριπόλεως –Καλαμῶν. Ἀναγκάζομαι μνημονεύσας τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Τριπόλεως–Καλαμῶν, νὰ διακόψω ὅσα περὶ αὐτοῦ εἶχον νὰ εἴπω ὑμῖν, ἀναμνησθεὶς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε προχθὲς (ἀναγινώσκει τὸ φύλλον τῆς «Ὥρας», δι’ οὗ ἐδημοσιεύθη ὁ λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ). «Ἀπῄτησέ τις τῶν διεκδικούντων κῦρος παρὰ τῇ ἑτέρᾳ τῶν μερίδων τῆς Βουλῆς, νὰ πιστεύσῃ αὐτὸν ἡ Βουλὴ, ὅτι πρὸς διακωμῴδησιν τῆς Βουλῆς, πρὸς ἐμπαιγμὸν αὐτῆς, εἰσήγοντο τὰ περὶ σιδηροδρόμου Μύλων καὶ Καλαμῶν, καὶ ὅτι ἦσαν ἀστεϊσμός. Ἀλλ’ οἱ χαρακτηρίζοντες τὸν σιδηρόδρομον ὡς ἀστεϊσμὸν, κατὰ τὰς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου ἐκλογὰς πιθανώτατα διὰ τοῦ ἀστεϊσμοῦ τούτου θέλουσι λάβει τὴν εἰς Ἀθήνας ἄγουσαν». Τὴν φράσιν «ἐτράπην τὴν ἐπὶ τὰς Ἀθήνας ἄγουσαν» ἔγραψα μετά τινα ἐκλογὴν, καθ’ ἣν διὰ παραβάσεως τῶν νόμων καὶ διὰ χρήσεως τῆς στρατιωτικῆς βίας εἶχον ἀποκλεισθῆ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Μήπως ὁ Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀνέμνησε τὴν φράσιν ταύτην, διὰ νὰ μοὶ προαγγείλῃ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι μελετᾷ διὰ παραπλησίων μέσων νὰ ἐπιζητήσῃ τὸν ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἀποκλεισμόν μου κατὰ τὰς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου γενησομένας ἐκλογάς; Τὸ ἄγγελμα δι’ ἐμὲ τυγχάνει ἀνάξιον προσοχῆς, διότι οὐδέποτε ὑπέλαβον, ὅτι ἐγὼ ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἐκλέγωμαι Βουλευτὴς, οὐδέποτε δὲ ἔκρινα, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη μὲ ἀποστέλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰσὶν ὑποχρεωμένοι νὰ μὲ ἀποστέλλωσι καὶ πάντοτε. Ἐγὼ προσεπάθησα νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου εὐσυνειδήτως, διὰ νὰ δύναμαι νὰ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλουσι καὶ αὖθις μὲ ἐμπιστευθῆ, ἀλλὰ τὴν ἐλπίδα ταύτην ἔχω ἐρευνῶν τοὺς μυχοὺς τῆς ἐμῆς συνειδήσεως καὶ ἐξετάζων τὴν πολιτείαν μου. Ἐὰν ὅμως κατά τινα προσεχῆ ἐκλογικὴν περίοδον ἐπιτύχωσιν αἱ κυβερνητικαὶ ἀπόπειραι, αἱ γενόμεναι καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1887, καὶ συμβῇ νὰ ἀποκλεισθῶ τῆς Βουλῆς, τὸ πρᾶγμα δὲν θέλω θεωρήσει ὡς δυστύχημα, διότι θέλει μὲ ἀρκέσει ἡ πεποίθησις, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, μεταβὰς εἰς τὸν τόπον καὶ ζητήσας τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων μου. Ἡ ἀνάμνησις ὅμως, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ Πρωθυπουργὸς, τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 4 Ἰανουαρίου 1887 προσπαθειῶν του, δεικνύει τὸ σέβας του πρὸς τοὺς θεσμοὺς, καὶ τὴν εὐλάβειάν του πρὸς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἔσφαλα, ὑποθέσας, ὅτι ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ εἰργάσθη διὰ νὰ καταστήσῃ τὴν ἐπιτυχίαν μου κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1887 ἀδύνατον, ἀλλ’ ὅτι ἤθελε πάντως συσταλῆ νὰ ἀποκαλύψῃ τὰς ἐνεργείας του ταύτας, καὶ δημοσίᾳ νὰ ὑπαινιχθῇ αὐτάς. Ἀλλ’ ἔσφαλα, θέλων ἐξ ἐπιεικείας νὰ μὴ ἔχω περὶ τοῦ ἀνδρὸς γνώμην χείρονα ἐκείνης, ἣν μοὶ μεταδίδουσιν αἱ πράξεις του. Τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Τριπόλεως–Καλαμῶν ἔκρινα ἀπαραίτητον, καὶ πᾶσαν τοῦ Δημοσίου συνδρομὴν πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου ἔκρινα ἐπιβαλλομένην εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐξεπλησσόμην δὲ ὅτε ἔβλεπον τὴν Κυβέρνησιν ὀλιγωροῦσαν τοιούτου ὁμολογουμένως ἐπιβεβλημένου εἰς αὐτὴν καθήκοντος. Ὁ τρόπος ὅμως, καθ’ ὃν διεχειρίσθη τὰ 20 ἑκατομμύρια, τὰ πρὸς κατασκευὴν δῆθεν ὁδῶν ἐν τῷ Κράτει δαπανηθέντα, ἐμείονε τὴν ἔκπληξίν μου, διότι ἀνελογιζόμην, ὅτι, πλὴν τῶν σπαταληθέντων πρὸς πλουτισμὸν τῶν μελῶν τοῦ κόμματος, καὶ τὰ δαπανηθέντα πράγματι πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, καὶ ταῦτα ἐδαπανήθησαν πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν χάριν τοῦ κόμματος, καὶ οὐχὶ χάριν ἀποκαταστάσεως ὠφελίμου συγκοινωνίας. Ὅτε δ’ ἔβλεπον, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔσπευδε νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμου Ἀγρινίου– Μεσολογγίου, καὶ νὰ παριστᾷ, ὅτι διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου πρόκειται νὰ συνδεθῶσι τρεῖς πόλεις, τὸ Μεσολόγγιον, τὸ Αἰτωλικὸν καὶ τὸ Ἀγρίνιον, περὶ δὲ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Τριπόλεως–Καλαμῶν δὲν ἔφερε σύμβασιν, ἀλλὰ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζήτει τὴν ἄδειαν νὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον ἡ Κυβέρνησις μόνη, εὐλόγως ἔκρινα ὡς ἐμπαιγμὸν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν πολιτῶν τῆς Ἀρκαδίας καὶ Μεσσηνίας τὴν τοιαύτην πρότασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι μετέβαλον νῦν τὴν γνώμην ταύτην, διότι παρεχώρησεν εἰς τοὺς Βέλγους τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου; Παντάπασιν. Ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ ἀνάγκη νὰ εὕρῃ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1888 χρυσὸν, διὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων, δὲν ἤθελεν ἐνθυμηθῆ τὸν σιδηρόδρομον Μύλων–Καλαμῶν· ἠναγκάσθη δὲ νὰ ἐνθυμηθῇ αὐτὸν, μεταχειρισθεὶς τὴν ἀνάγκην ταύτην τῆς Πελοποννησιακῆς συγκοινωνίας, ὡς εὐκαιρίαν διὰ νὰ συναρμόσῃ ἕνα οἰκονομικὸν συνδυασμὸν ἢ ἓν δάνειον, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ εὕρῃ τὸν χρυσόν. Καὶ πῶς νὰ μὴ πιστεύω τοῦτο, ὅταν λαμβάνω ὑπ’ ὄψει τοὺς ὅρους τῆς συμφωνίας περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν; Ὁ Πρωθυπουργὸς, διὰ τοῦ νόμου περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου Μύλων–Τριπόλεως– Καλαμῶν, ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῇ 24 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἤθελον χρησιμεύσει διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξέδωκεν ὁμολογίας, καὶ τὰς ὁμολογίας ταύτας ἢ μέρος αὐτῶν ἔδωκεν εἰς τοὺς ἐργολάβους, τοὺς ἀναλαβόντας τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, πρὶν ἢ ἀρχίσωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ἐναντίον τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως. Τὸ ἄρθρον 28 τῆς συμβάσεως διατάσσει νὰ δοθῶσιν ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων πρὸς πληρωμὴν τῶν τελεσθέντων ἔργων, τὸ δὲ ἄρθρον 11 διατάσσει, ὅτι «ἡ πληρωμὴ τῶν ὁμολογιῶν θέλει γίνεσθαι ἐφ’ ὅσον καὶ καθ’ ὅσον ἀποπερατοῦνται τὰ ἔργα τμήματός τινος, καὶ παραλαμβάνονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως». Ἀλλὰ πρὶν ἢ γένηται ἔναρξις τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, ἐδόθησαν αἱ ὁμολογίαι εἰς τοὺς ἐργολάβους, διὰ νὰ δυνηθῶσιν, οὗτοι νὰ πωλήσωσιν αὐτὰς καὶ πορισθῶσι χρυσόν. Τὸν χρυσὸν τοῦτον εἰσάγοντες εἰς τὴν χώραν οἱ ἐργολάβοι, δὲν ἤθελον δαπανήσει διὰ τὸν σιδηρόδρομον, ἀλλ’ ἔμελλον νὰ δώσωσιν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, λαμβάνοντες ἀντ’ αὐτοῦ τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ ὁ μὲν Πρωθυπουργὸς ἤθελε πληρώσει τὸν χρυσὸν εἰς τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1888, οἱ δὲ ἐργολάβοι ἤθελον ἐξοδεύσει τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Οἱ ἐργολάβοι, λαβόντες τὰς ὁμολογίας, ἐπώλησαν αὐτὰς ὑποτετιμημένας, πρὸς 72 καὶ ½%, λαβόντες οὐχὶ 500 φράγκα δι’ ἑκάστην, ὅση ἦτο ἡ ἀξία αὐτῆς, ἀλλὰ 362½ φράγκα, καὶ ζημιωθέντες 137½ φράγκα καθ’ ἑκάστην ὁμολογίαν. Ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς ἔδωκεν αὐτοῖς ὅλας τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 24 ἑκατομμυρίων, καὶ τὰς 48 χιλιάδας, ὅπερ δὲν πιστεύω, ἡ ζημία ἀνέρχεται εἰς 6,600,000. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἔδωκεν ὅλας τὰς ὁμολογίας, ἀλλ’ ὀλιγωτέρας, ἡ ζημία δι’ ἑκάστην ὁμολογίαν εἶναι 137 φράγκα καὶ 50 λεπτά, τὴν ὁποίαν ὑπέχουσιν οἱ ἀναδεχθέντες τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἐργολάβοι. Οἱ ἀγοράσαντες τὰς ὁμολογίας ἐξέδωκαν αὐτὰς εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν εἰς τιμὴν 81½, δηλ. φρ. 407½, καὶ ἡ ἔκδοσις ἐπέτυχε, μάλιστα αἱ ἐγγραφαὶ ὑπερέβησαν τὸ ποσὸν τὸ εἰς πώλησιν ἐκτεθὲν, καὶ αἱ ἐφημερίδες τοῦ Ὑπουργείου μᾶς ἀνήγγειλαν τὸ εὐχάριστον γεγονὸς, ὡς ἀπόδειξιν τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν οἱ ἐργολάβοι ὑπέστησαν, τῶν φρ. 137 κατὰ ὁμολογίαν, τί ἐνδεικνύει; Οἱ ἐργολάβοι θέλουσι δαπανήσει 120 χιλ. φράγκων πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου κατὰ χιλιόμετρον, ὅσα συνεφώνησαν νὰ λάβωσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔστερξαν νὰ λάβωσιν ἀντὶ τῶν χρημάτων ὁμολογίας, ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ὁποίων δὲν εἰσέπραξαν εἰμὴ 87 χιλιάδας φρ. κατὰ χιλιόμετρον. Ἀλλὰ τότε ἡμεῖς ἐπράξαμεν πρᾶξιν ἀσύνετον, πληρόνοντες 120,000 κατὰ χιλιόμετρον, ἐνῷ διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου δὲν ἤθελον δαπανηθῆ εἰμὴ 87,000 φράγκων κατὰ χιλιόμετρον. Ἢ οἱ ἐργολάβοι ἦσαν τόσῳ μωροὶ, στέρξαντες νὰ ζημιωθῶσι, διὰ νὰ κατασκευάσωσι τὸν σιδηρόδρομον, 33,000 φράγκων κατὰ χιλιόμετρον, ἀφοῦ ἤθελον δαπανήσει τὰς 120,000, ἐνῷ δὲν εἶχον λάβει εἰμὴ 87,000 κατὰ χιλιόμετρον; Ἀλλὰ καὶ ἂν αὐτοὶ ἦσαν τόσῳ μωροὶ, συμφέρον εἴχομεν νὰ μὴ ἀνεχθῶμεν τὴν μωρίαν αὐτῶν, ἵνα μὴ κατασκευασθῇ ψευδοσιδηρόδρομος, ἀντὶ ἀληθοῦς σιδηροδρόμου, ὑπὸ ἐργολάβων, οἵτινες ζημιούμενοι, ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ ποιήσωνται χρῆσιν ὑλικοῦ κακῆς ποιότητος ἢ ἐφθαρμένου, ὅπως δαπανήσωσιν ὀλιγώτερα. Ὅθεν ἐν πάσῃ περιπτώσει ζημιούμεθα. Ἢ μήπως τυχὸν συνεφώνησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τὰς 120,000 φρ. εἰς χρυσὸν, ἤτοι περισσότερα ἀφ’ ὅσα ὁ προϊστάμενος τῆς γαλλικῆς ἀποστολῆς εἶχε προσδιορίσει διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου κατὰ χιλιόμετρον, ὅπως διὰ τοῦ πλαγίου τούτου τρόπου ἀποδώσῃ εἰς τοὺς ἐργολάβους τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑποφέρει, λαμβάνοντες ὁμολογίας ἀντὶ 500 φράγκων ἑκάστην καὶ πωλοῦντες αὐτὰς ἀντὶ 362½ μόνον; Ἀλλὰ τούτου τεθέντος ἐπληρώσαμεν περισσότερα διὰ τὰ 180 χιλιόμετρα, ἐπὶ τὰ ὁποῖα ἐκτείνεται ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, φράγκα 5,940,000, ὑπολογίσαντες τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς εἰς 120,000, ἀντὶ 87,000, ὅσα πράγματι ἔλαβον οἱ ἐργολάβοι.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμίαν. Αὗται εἶναι πράξεις τὰς ὁποίας ἐξετέλεσαν ἀφ’ ἑαυτῶν· ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδωκεν ἀκόμη τίποτε.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Πρωθυπουργὸς βεβαιοῖ, ὅτι δὲν ἔδωκεν οὐδεμίαν ὁμολογίαν, ἑπομένως μένει εἰς ἡμᾶς νὰ κρίνωμεν, ὅτι οἱ ἐργολάβοι ἐξέδωκαν ἰδίας αὑτῶν ὁμολογίας δανείου, ὅτι μόνοι ἐπώλησαν αὐτὰς πρὸς δραχμὰς 362:50, ὅτι μόνοι ἀπεφάσισαν νὰ ζημιωθῶσιν 137:50 φράγκα κατὰ μετοχήν. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ συμβεβηκότος τούτου δὲν δικαιολογοῦνται αὖθις πᾶσαι αἱ ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην. Ἀφοῦ οἱ ἐργολάβοι δὲν διστάζουσι νὰ ζημιωθῶσιν 137:50 φράγκα καθ’ ὁμολογίαν, ἡ δὲ ζημία των αὕτη ἐπὶ 48,000 ὁμολογιῶν, ἐκδοθεισῶν ὑπ’ αὐτῶν, θέλει ἀνέλθει εἰς 6,480,000, μειώνει δ’ ἀναγκαίως τὸ τίμημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέλαβον τὴν κατασκευὴν κατὰ χιλιόμετρον τοῦ σιδηροδρόμου, ἀπὸ 120,000 εἰς 87,000 κατὰ χιλιόμετρον, δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο, ὅτι ἡ τιμή, εἰς τὴν ὁποίαν παρεχωρήσατε τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ, ἦτο ὑπέρογκος, καὶ ὅτι, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ κατασκευασθῇ ὁ σιδηρόδρομος δι’ 87,000 κατὰ χιλιόμετρον, ὑμεῖς ἐπληρώσατε 120,000 εἰς χρυσόν; Καὶ ἄλλην παρετήρησα βελτίωσιν εἰς τὰς πρὸς τὸ Κοινοβούλιον σχέσεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἐνθυμοῦμαι τὸν Πρωθυπουργὸν κατ’ Ὀκτώβριον τοῦ 1880 — ἐτύγχανε τότε Πρωθυπουργός. — Συνελθούσης τῆς Βουλῆς, ἡ πλειοψηφία αὐτῆς ἦρε τὴν πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, ἑπομένως ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ, καὶ ἐσχηματίσθη τότε Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν Κουμουνδοῦρον. Τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ ἤρξατο τῶν μετὰ τῆς Βουλῆς ἐργασιῶν του, ὁ δὲ πρώην Πρωθυπουργὸς, ἀναβὰς τὸ βῆμα, ἔλεγεν, ὅτι μόλις ἠκούσθη εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, τὰ ἐθνικὰ χρεώγραφα ὑπετιμήθησαν ἀμέσως, διότι ἐν Εὐρώπῃ μόνον τὸ ὄνομα τοῦ παραιτηθέντος τότε Πρωθυπουργοῦ ἐνέπνεεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ κεφάλαια καὶ τὰς Τραπέζας. Τὴν ἀξίωσιν ταύτην δὲν προβάλλει πλέον ὁ Πρωθυπουργός. Δὲν λέγει πλέον πρὸς ἡμᾶς, ὅτι τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ὑπερετιμήθησαν τελευταῖον, διότι κυβερνᾷ ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ ἡ Εὐρώπη ἔμαθεν, ὅτι εἶναι ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἀλλ’ ὅτι ὑπερετιμήθησαν, διότι ἐνεπνεύσθη πίστις εἰς αὐτοὺς ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει. Ἡ πίστις τῶν Κρατῶν εἶναι πολύτιμος κτῆσις, καὶ εὔχομαι ἡ πατρὶς νὰ ἀνακτήσῃ τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν πρὸ τοῦ 1882 εἶχε, διότι ἀπὸ τοῦ 1882 ἤρξατο ἡ πτῶσις αὐτῆς. Ἡ ὕψωσις τῶν χρεωγράφων ὅμως δὲν εἶναι ἀπόδειξις ἐθνικῆς εὐημερίας, ἂν καὶ ἦναι ἀπόδειξις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ἀπόδειξις ἐθνικῆς εὐημερίας, διότι ἐνθυμοῦμαι συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον ἐν ἱστορίᾳ ἀνέγνων· ἀξιοθρήνητον συμβεβηκός, ὅπερ ἱστορεῖ ὁ Luis Blanc, «ὅτι αἱ κατακτήσεις τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ ἐνεποίησαν θλῖψιν εἰς τὸ ἥμισυ τῆς Γαλλίας. Καὶ ἐνῷ ἀνυψοῦτο ἡ ἐθνικὴ τιμὴ, ἔπιπτον τὰ χρεώγραφα, ἀνυψώθησαν δὲ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔμαθον οἱ ἐν Παρισίοις τὴν καταστροφὴν τοῦ Wa-Διὰ τοῦτο δὲν ἀναζητῶ ἐν ταῖς διακυμάνσεσι τῶν τιμῶν τῶν χρεωγράφων ἀποδείξεις περὶ τῆς ἐθνικῆς εὐημερίας, ἀναζητῶ ὅμως ἐκ τῶν διακυμάνσεων τῶν τιμῶν τῶν χρεωγράφων νὰ πληροφορηθῶ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ πίστις τοῦ Κράτους. Ἡ πίστις τοῦ Κράτους εἶναι βεβαίως σήμερον εἰς κρείττονα κατάστασιν, ὄχι ἐν παραβολῇ πρὸς τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας εἶχον τὰ ἐθνικὰ χρεώγραφα, καθ’ ὃν χρόνον ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξύφαινε τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον προέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθὲν ὑπὸ ταύτης ἐφαρμόζεται νῦν, ἀλλὰ πρὸς τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας εἶχον τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἐν παρασκευαῖς πολέμου καὶ ἐκρίνετο ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ὡς εὑρισκομένη ἐν παραμοναῖς ἐνάρξεως ἐχθροπραξιῶν. Δὲν ἀνυψώθησαν λοιπὸν τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ἀλλ’ ἀνέκτησαν τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας εἶχον ἀπολέσει, ὅτε ἡ Εὐρώπη ἐφρόνει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς τὴν ἐπιοῦσαν ἔσεται ἐν πολέμῳ. Ἂν λοιπὸν πολλὰς μονάδας προσέθηκαν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις εἰς τὰς τιμὰς τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, τὰς προσέθηκαν, διότι ἐπείσθησαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν παρασκευάζεται εἰς πόλεμον, ἀλλὰ διανύει ἔτη εἰρήνης, καὶ ἀσχολεῖται εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἐσωτερικῶν αὐτῆς πραγμάτων. Ὡς ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε ἠρεύνησα τὸ θέμα, ἂν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐψήφισε κατὰ τὸ 1887, δηλ. τῶν προσθηκῶν καὶ τῶν αὐξήσεων τῶν φόρων, ἐπήνεγκε τὸν κάματον εἰς τὴν παραγωγὴν, ἢ κατέστησεν ἀπρόθυμον τὴν κατανάλωσιν, ὡς τότε ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς, ἡ μελέτη ἐκείνη μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἔχομεν ἀποδείξεις καὶ τοῦ καμάτου τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἀπροθύμου τῆς καταναλώσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αἱ αὐξήσεις καὶ αἱ προσθῆκαι τῶν φόρων, αἱ ὁποῖαι ἔφερον ἡμᾶς εἰς τοῦτο. Δυστυχῶς καὶ τῶν φόρων ἡ διασκευὴ, καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ ἐπέλθῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα καὶ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Δὲν πρέπει νὰ παραλείψω, ὅτι εἴδη τινὰ παραγωγῆς περιῆλθον εἰς ἀληθῆ ἀπόγνωσιν. Ἐν ἀπογνώσει λ.χ. τυγχάνει ἡ τάξις τῶν ἀμπελοκτημόνων ἢ τῶν σταφιδοκτημόνων, ἡ ὁποία ἐκ τῶν στεμφύλων παρῆγε ποσόν τι ἔσοδόν τι, τὸ ὁποῖον προσετίθετο εἰς τὸ εἰσόδημά της. Ὁ νόμος ὅμως περὶ φόρου οἰνοπνευμάτων ἔθηκε τὴν τάξιν ταύτην εἰς μέγα δίλημμα, διότι ἀναγκάζει αὐτὴν νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ἐργασίας της, τὸ εἶδος τοῦτο τῆς παραγωγῆς, ἢ νὰ ὑποταχθῇ εἰς ἄλλην διάταξιν τοῦ νόμου καὶ νὰ στέρξῃ νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τοῦ οἴνου κατὰ ἓν λεπτόν. Τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους, καὶ νὰ ζητῇ ποσοστόν τι ἐκ τῆς παραγωγῆς τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ ποιεῖται κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος τὸ Κράτος, ὅταν εἰσέρχηται εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας τῶν πολιτῶν, καὶ ζητῇ διὰ τοῦ φόρου ἢ τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας νὰ ἀναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν μετέρχονται, ἢ νὰ τραπῶσιν εἰς ἄλλην ἐργασίαν. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς εἶπεν ἀπὸ τοῦ 1884, ὅτι ἀρέσκεται εἰς τὴν μεγάλην βιομηχανίαν, καὶ ὅτι θέλει καταστρέψει τὴν μικρὰν βιομηχανίαν. Ἡ μεγάλη βιομηχανία εἶναι τὰ ἐργοστάσια τῶν οἰνοπνευμάτων, τὰ κατὰ τὴν ὁδὸν Πειραιῶς ἱδρυθέντα. Ἐπιθυμεῖ λοιπὸν ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν νόμων νὰ καταστραφῇ πᾶσα ἄλλη βιομηχανία οἰνοπνευματοποιΐας, ὅπως ἀναγκάσῃ τοὺς μετερχομένους τὴν μικρὰν οἰνοπνευματοποιητικὴν βιομηχανίαν νὰ ἱδρύσωσι καὶ οὗτοι μεγάλα καταστήματα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι κατάχρησις τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους ἡ νομοθέτησις παραπλησίων μέτρων. Ἔχω σημείωσιν, σταλεῖσάν μοι ἐκ μιᾶς πόλεως τῆς Πελοποννήσου, καθ’ ἣν δέκα χιλιάδες φορτίων στεμφύλων ἐῤῥίφθησαν ὡς ἄχρηστα, ἐνῷ ἤθελον ἐξαχθῆ ἐξ αὐτῶν τρεῖς χιλιάδες βαρελῶν οἰνοπνεύματος, καὶ ἤθελεν εἰσπράξει τὸ Δημόσιον δραχ. 49,500 ἐκ τοῦ φόρου, ὅστις ἐπληρόνετο ἐπ’ αὐτοῦ, τῶν 33 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Οἱ βουλευταὶ ἐξ Ἠλείας δύνανται νὰ ἐπιβεβαιώσωσιν ἢ μὲ διαψεύσωσι, διότι ἡ σημείωσις μοὶ ἐστάλη ἐκ τῆς πόλεως Πύργου.
§27ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ γίνεται εἰς ὅλον τὸ Κράτος.
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ τρόπος οὗτος ἀποτελεῖ ἐκβίασιν τῶν πολιτῶν νὰ στέρξωσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς φόρον ἑνὸς λεπτοῦ περισσότερον κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ οἴνου, διότι οὕτω μόνον δύνανται νὰ ἀπαλλαγῶσι. Καὶ ὄντως πολλοὶ δῆμοι, καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Ἄρτῃ, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ὀλυμπίᾳ ἀκόμη, ἔστερξαν τὸ τοιοῦτον. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου δὲν κάμπτεται ὑπὸ τὸ βάρος τοσαύτης φορολογίας; Καὶ ὁ οἶνος δὲν χρησιμεύει μόνον ὡς ἀντικείμενον τροφῆς, ἀλλὰ καὶ ὡς συμπλήρωμα τοῦ ἡμερομισθίου. Ἑπομένως ἡ ἀκρίβεια τοῦ οἴνου συντείνει εἰς τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἡμερομισθίου τῶν ἐργατῶν, οἱ δὲ σταφιδοκτήμονες ὑπόκεινται ἕνεκα τούτου εἰς αὔξησιν τῶν ἐξόδων πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων αὐτῶν. Καὶ οὕτω κάμπτεται καὶ ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος ὑπὸ τὸ βάρος τοῦτο. Καὶ ἐπειδὴ ὁμιλῶ περὶ σταφίδος, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ κυβερνῶντες πρέπει νὰ προσέξωσι πολὺ εἰς τὴν τύχην τοῦ προϊόντος αὐτοῦ, διότι, ἂν ἕνεκα συμβεβηκότος, εἴτε ἐν τῇ χώρᾳ συντελουμένου, εἴτε ὑπὸ τῆς νομοθεσίας παρασκευαζομένου, εἴτε ἐν τῇ καταναλώσει παρεμπίπτοντος, ἐπέλθῃ ἡ ἀζητησία τοῦ προϊόντος, τὸ κακὸν θέλομεν αἰσθανθῆ πάντες, καὶ οἱ ἔχοντες σταφίδα καὶ οἱ μὴ ἔχοντες. Θέλει δὲ πρὸ πάντων αἰσθανθῆ αὐτὸ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἰσπράττει μόνον τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον φέρει ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος φόρος, ἀλλὰ πορίζεται ἐκ τοῦ εἰσαγομένου ἐν τῇ χώρᾳ ἀντιτίμου σταφίδος τὴν πληρωμὴν φόρων καὶ πολλῶν ἄλλων ἐσόδων. Καὶ ἂν δὲν ἦτο εὐτυχὴς ἡ ἐσοδεία, ἰδίως δὲ ἂν δὲν ἐξησφαλίζετο ἡ κατανάλωσις τοῦ μεγαλειτέρου ποσοῦ τοῦ παραχθέντος σταφιδοκάρπου κατὰ τὸ 1887, ἀμφιβάλλω, ἂν τὸ Κράτος ἤθελεν εἰσπράξει ἐξ ἐσόδων κεκλεισμένων χρήσεων 652,727 δρ. περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶχε προϋπολογίσει. Ἀλλὰ πρὸ πάντων, Κύριοι, καὶ ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ κατανάλωσις καὶ ἡ οἰκονομικὴ τῆς χώρας εὐημερία ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, μάλιστα τῶν οἰκονομικῶν. Πρό τινος ἀνεγίνωσκον, ὅτι ἐν τῇ Γερουσίᾳ τῆς Γαλλίας, καθ’ ὃν χρόνον ἠρεύνων τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, εὑρόντες κατὰ τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Pavillon Marsan, ὅτι ὑπερέβησαν τὴν πίστωσιν, ἥτις εἶχε χορηγηθῆ, ἔσπευσαν κατὰ τὴν 6 Ἰουλίου 1887 νὰ δώσωσι ψῆφον κατακρίσεως κατὰ τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Δημοσίων ἔργων Ὑπουργοῦ κ. Caillaux. Καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια περὶ τῆς ἀκριβείας ἢ περὶ τῆς τιμιότητος τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων, ἦτο δὲ βέβαιον, ὅτι αἱ δαπάναι ἐπραγματοποιήθησαν πᾶσαι μέχρι λεπτοῦ. Καὶ ἐν ᾧ ἦτο ὁρατὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι διὰ τῶν δαπανηθέντων ἀνηγέρθη μεγαλοπρεπέστατον οἰκοδόμημα ὑπὸ τοῦ κ. Lefard. Ἀλλ’ ἐσκέφθησαν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβεῖς προϋπολογισμοὺς τῆς δαπάνης, δὲν ἦτο δ’ ἐπιτετραμμένη εἰς αὐτὸν ἀπροσεξία, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν προσδιωρίσθη ἐπακριβῶς τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἤθελε δαπανηθῆ. Ἀλλ’ ἐὰν παρ’ ἡμῖν ἐξετάσητε τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, ἐὰν ἐξετάσητε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ζητοῦνται καὶ λαμβάνονται αἱ πιστώσεις, τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πραγματοποιοῦνται τὰ δι’ αὐτῶν ἐπιτρεπόμενα ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἔξοδα, πῶς θέλετε δυνηθῆ νὰ διεξέλθητε τὸ ψεῦδος, τὸ ὁποῖον πανταχοῦ θέλει σᾶς ἀποπνίγει; Εἰς πόσα κακὰ προσκόπτει ἡ οἰκονομικὴ εὐημερία τῆς χώρας! Μοὶ φαίνεται, ὅτι, πρὶν ἢ καταλίπω τὸ βῆμα, πρέπει νὰ ἀναμνησθῶ καὶ σχεδίων τινῶν, τὰ ὁποῖα ὁ Πρωθυπουργὸς προανήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλει εἰσαγάγει εἰς αὐτήν. Ἐν Ἑλλάδι, ἰδίως ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ ἰσχύοντος πολιτεύματος, κατεβλήθη πᾶσα προσπάθεια ὑπὸ τῶν κυβερνώντων, ἵνα χειραφετήσωσιν ἀπὸ τῆς κηδεμονίας τῆς κυβερνητικῆς τὴν ἀτομικὴν ἢ κοινοτικὴν ἐργασίαν. Ἐξεδόθη νόμος, καθ’ ὃν ἡ σύστασις Λιμενικῶν ταμείων κατέστη εὐχερεστάτη, ἡ φροντὶς δὲ καὶ ἡ ἐπιμέλεια τοῦ ἔργου ἀνετίθετο εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν ἀνθρώπων τοῦ τόπου, τῶν ἐχόντων συμφέρον νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπός, δι’ ὃν τὰ τοιαῦτα ταμεῖα συνεστάθησαν. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου πολλὰ ταμεῖα συνεστάθησαν καὶ πολλὰ λιμενικὰ ἔργα συνετελέσθησαν, ὑπὸ τὴν ἄμεσον μὲν διεύθυνσιν καὶ ἐπιμέλειαν τῶν ἐπιτροπῶν, ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην δ’ ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Τελευταῖον ὅμως ἀνέγνων, ὅτι καὶ τὸ νομοθέτημα τοῦτο καὶ πάντα τὰ ἄλλα, ὅσα στηρίζονται ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, πρόκειται νὰ μεταβληθῶσι, νὰ συγχωνευθῶσι δὲ τὰ ταμεῖα ταῦτα μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὸ δικαίωμα τοῦ εἰσπράττειν ἔσοδα καὶ ἔχειν ἴδιον ταμεῖον εἶναι δικαίωμα στενῶς συνδεόμενον μετὰ τῆς αὐτοτελείας τῶν δήμων. Ἂν αὐτοὶ δὲν εἰσπράττωσι δι’ ἰδίων ὀργάνων τὰ χρηματικὰ μέσα, ὧν χρήζουσιν, ἀλλ’ εἰσπράττει αὐτὰ ἄλλη τις Ἀρχή, καὶ εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀνετέθη νὰ δίδῃ εἰς τοὺς δήμους τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα, ἡ αὐτοτέλεια τῶν δήμων περιορίζεται, διότι δὲν δύνανται νὰ δαπανήσωσιν, εἰμὴ ὅταν ἡ Ἀρχὴ, ἡ κληθεῖσα ἵνα δίδῃ αὐτοῖς τὰ χρήματα, ἐγκρίνῃ νὰ προβῶσιν εἰς δαπάνας. Τὸν περιορισμὸν δὲ τοῦτον εἰσήγαγεν ὁ Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται νὰ καταργηθῶσι τὰ ταμεῖα τῶν δήμων καὶ νὰ ἀνατεθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν ταμείων τῶν δήμων εἰς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήγγειλε προχθὲς καὶ ἄλλον σκοπὸν, ὃν ἔχει. Ἀνήγγειλεν, ὅτι προτίθεται νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν δημοτικὴν ἀστυνομίαν ἀπὸ τοὺς δήμους, ὅταν οἱ δῆμοι ἤθελον ζητήσει τοῦτο. Ὅπως δὲ ἐνθαῤῥύνῃ ἡμᾶς, ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι παρέλαβε τὰ σχέδια ταῦτα ἐκ νόμου ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1836 λειτουργοῦντος. Οἱ φρονοῦντες, ὅτι τὸ ἀστυνομεῖν δὲν εἶναι κυβερνητικὸν δικαίωμα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι δημοτικὸν, πείθονται, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς δήμους νὰ παραιτηθῶσιν αὐτοῦ. Ἑπομένως, ἂν δῆμός τις ζητήσῃ νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπ’ αὐτοῦ ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία, ἵνα ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς ἡ δημοσία διοίκησις, ζητεῖ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ, οὐδὲ ἡ δημοσία διοίκησις νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ. Καὶ τοῦτο μὲν ὡς πρὸς τὴν αἵρεσιν, ἣν ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνέφερεν. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν. Δύναται καὶ συμφέρει τῷ Κράτει νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἀπὸ τοὺς δήμους καὶ νὰ συγκεντρωθῇ εἰς χεῖρας τῆς γενικῆς διοικήσεως; Τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σοβαρόν. Καὶ ἂν προταθῇ νομοσχέδιον τοιοῦτον,—εὔχομαι δὲ νὰ μὴ προταθῇ,—δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει τὸ συζητήσει μετὰ μεγίστης σπουδαιότητος, λησμονοῦσα πᾶσαν ἄλλην σκέψιν, καὶ θέλει ἁμιλληθῆ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας, τὴν δημοτικὴν αὐτοβουλίαν, ὅπως δύνηται τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ τὴν λυσιτελεστάτην εἰς τὴν διοίκησιν τῆς χώρας ἐπικουρίαν τῶν μικρῶν αὐτῶν κοινωνιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς ἐμνήσθη τοῦ πράγματος, δύναμαι καὶ σήμερον ἔτι, πρὶν ἢ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἐκδηλώσω τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ Διοικητικὴ Ἀστυνομία Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν μίαν καὶ μόνην ἐξαίρεσιν, τὴν νομοθετηθεῖσαν τῷ 1849 ἐπὶ τῆς ἄλλης ἀστυνομικῆς νομοθεσίας τοῦ τόπου, ἡ Διοικητικὴ Ἀστυνομία Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, λέγω, πρὸ πολλοῦ χρόνου μετεβλήθη εἰς πολιτικὸν σῶμα. Ἂν δὲ ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη, ὡς κατωρθώθη κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους νὰ ἀπονέμηται, ἔκλεισεν ἢ κλείῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τῶν ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου Σώματος τελουμένων ἐγκλημάτων, πολλάκις ὅμως ἔφθασαν μέχρι τῶν γραφείων ἡμῶν αἱ οἰμωγαὶ τῶν ἀνθρώπων, οὓς ἐν τοῖς ὑπογείοις ἔκλεισαν καὶ ἐβασάνισαν οἱ Μπογράκοι καὶ οἱ Ἐλευθερίου. Ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ ἔχωσιν ἐν τοῖς δήμοις τὰ ἐκμάγματα τοῦ τύπου τῶν Μπογράκων καὶ τῶν Ἐλευθερίου, αὐτοὶ ἤθελον πράξει καλλίτερον νὰ δηλώσωσιν, ὅτι θεωροῦσιν ἐπιζημίους τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς, καὶ ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἐκλείψωσι πλέον ἀπὸ τῆς πατρίδος, ὅπως ἀναθέσωμεν πάντες τὰς ἐλπίδας ἡμῶν εἰς ἕνα μονάρχην. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ διατάξητε τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων, κύριε Πρόεδρε.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν διέταξα. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ.
§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἀργὰ, θεωρῶ ἀναγκαῖον ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 καὶ 30′ μ. μ.