1887.11.11
1,649 rows · 13,374 words · 52 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
Τῆς 11 Νοεμβρίου 1887.
(Τετάρτη)
Ὥρα 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρίδης ἐζήτησε τὸν λόγον.
§2ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Λυποῦμαι, ὅτι εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἑνὸς τῶν οὐσιωδεστέρων καὶ φιλανθρωποτέρων καθηκόντων, ὅπερ πρὸ πολλοῦ ἔδει ν’ ἀπασχολήσῃ αὐτὴν, καὶ τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἤδη ἐπιτελέσει πρὸς τοὺς παθόντας τελευταῖον ἐκ τῶν σεισμῶν ἐν Κορίνθῳ, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ σωτηρίας τῆς ζωῆς πολλῶν ἑκατοστύων ψυχῶν. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐκ τῶν ἐφημερίδων καὶ τοῦ γενομένου θορύβου ἐπληροφορήθησαν, ὅτι κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Σεπτεμβρίου ἐσείσθησαν αἱ παράλιαι κῶμαι τεσσάρων δήμων τῆς Κορινθίας καὶ ὑπέστησαν ἀξιοθρηνήτους καταστροφάς. Ὁ κακὸς δαίμων τοῦ τόπου ἐκείνου ἐφείσθη βεβαίως τυχαίως τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, καὶ δὲν ἔχομεν νὰ προσαγάγωμεν θύματα ἀνθρώπων ἀποθανόντων ὑπὸ τὰ ἐρείπια, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ συγκινήσωμεν καρδίας ἀσυγκινήτους, καὶ ἴσως τοῦτο συνετέλεσεν, ὅπως παρίδῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ στοιχειωδέστατον αὑτῆς καθῆκον, τοῦ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς καὶ παρήγορος εἰς τόσον πτωχὰς Κοινότητας, ὧν οἱ κάτοικοι, οἱ πλεῖστοι, πενίας ἕνεκεν, ἀδύνατον νὰ στεγασθῶσιν ὑπὸ καλύβας προχείρους καὶ νὰ σωθῶσιν ἀπὸ τοῦ ψύχους τοῦ χειμῶνος, αὐτοὶ, τὰ τέκνα των, τὰ ζῷά των καὶ ἡ περιουσία των. Οἱ ὑπὸ τοῦ σεισμοῦ παθόντες τέσσαρες δῆμοι εἶναι οἱ δῆμοι Περαχώρας, Κορίνθου, Σικυῶνος καὶ Τρικολώνων. Τὰ παθόντα ὅμως χωρία δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ δέκα. Ἐν ταῖς χώραις ταύταις δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε, ὅτι περὶ τὰς τριακοσίας οἰκογενείας ὑπέστησαν σπουδαίαν, βαρυτάτην ζημίαν, οἱ πτωχότεροι μάλιστα ἀνεπανόρθωτον, διότι, κρημνισθεισῶν τῶν μικρῶν αὐτῶν οἰκιῶν, βεβαίως εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἀνοικοδομήσωσιν ἄλλας. Ἀλλ’ ἂν μὴ πάντες οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἐκείνων, βεβαίως οἱ πλεῖστοι δὲν ἔχουσι τὰ μέσα, ἀλλ’ εἶναι ἐκτεθειμένοι ἀπὸ δύο ἤδη μηνῶν εἰς παντοίας στερήσεις καὶ δυσπραγίας καὶ εἰς ὅλα τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα τὸ ἄστεγον αὐτῶν ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, ἐν οἰκτρᾷ πενίᾳ καὶ ἐν ἀγωνίᾳ τοῦ τρόμου συνεπάγεται. Ὁ τύπος ἤγειρε φωνὴν ἀλλεπαλλήλως· τηλεγραφήματα ἀνέγνων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, οἱ κάτοικοι ἀνηνέχθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω τίνος ἕνεκα ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἔπραξεν, ἀλλὰ καθησυχάσασα τὴν συνείδησιν αὐτῆς σιωπᾷ. Τὰς πρώτας ἡμέρας ἐπεσκέφθην τὸν κ. Ὑπουργὸν, διὰ νὰ πληροφορηθῶ τὸ μέγεθος τοῦ συμβάντος καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ πράξῃ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ. Ἡ Κυβέρνησις μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπέστειλεν ὀλίγας σκηνὰς, καὶ μετὰ τοῦτο οὐδεὶς πλέον λόγος. Προεκλήθη νὰ δημοσιεύσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἀποσταλέντων εἰς τὸν τόπον τῆς καταστροφῆς πολυαρίθμων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ οὐδὲν εἴδομεν. Ἐν τούτοις δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι ἑκατὸν πεντήκοντα οἰκογένειαι εὑρίσκονται σήμερον εἰς οἰκτροτάτην θέσιν, ἥτις ἀμφιβάλλω ἂν δὲν θὰ συνεκίνει καὶ τὴν σκληροτέραν καρδίαν. Μία καλύβη, ὅπως κατασκευασθῇ προχείρως, χρήζει τριακοσίων τοὐλάχιστον δραχμῶν. Νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον, ἄνθρωποι χωρικοὶ, τῶν ὁποίων ἡ περιουσία δὲν ὑπερβαίνει πολλάκις τὰς δισχιλίας δραχμὰς, νὰ κατασκευάσωσι τοιαύτας; Εἶναι δυνατὸν ἄνθρωποι πτωχοὶ νὰ εὕρωσιν ἐν ὥρᾳ τοιαύτῃ χρήματα; Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον ἱερὸν, ὡς Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ, ὡς Κυβέρνησις χριστιανικὴ, ν’ ἀποστείλῃ εἰς αὐτοὺς συνδρομὴν, νὰ τοὺς βοηθήσῃ, ἔστω καὶ ἐπὶ ἐπιστροφῇ τῶν δοθησομένων, ἤτοι ἐπὶ πιστώσει. Ἀλλὰ νὰ παράσχῃ τὴν ἀρωγὴν ἄνευ χρονοτριβῆς, διότι ὁ χειμὼν ἐπέκειτο. Σήμερον ἔλαβον ἀφορμὴν πάλιν, διότι ἀνέγνωσα ἔν τινι ἐφημερίδι θρήνους καὶ ἱερεμιάδας, ἐκεῖθεν γραφομένους. Μὰ, τέλος πάντων, δὲν εἴμεθα καὶ ἡμεῖς πολῖται Ἕλληνες; δὲν τελοῦμεν φόρους; δὲν ἔχομεν Κυβέρνησιν; Τί ἐπταίσαμεν καὶ οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς ἡμᾶς παρήγορος; Ἔχω ἀναγνώσει, ὅτι καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο μεγάλη τιμὴ εἰς τοὺς ὑπηκόους των, ὅτι σώζουσι κρατοῦντες τὴν κεφαλὴν των ἐπὶ τῶν ὤμων των, ὅτι τοῦτο ἦτο ἱκανὴ ἀμοιβὴ αὐτῶν, ὅπως ἐργάζωνται τὴν γῆν, καὶ ἐκεῖνοι, λέγω, ὅταν τοιαῦται συμφοραὶ ἐνέσκηπτον, ἐπήρχοντο φιλανθρωπότατοι, πρὸς σωτηρίαν τῶν ὑπηκόων των, ἐκ προνοίας ἔστω ταμιευτικῆς. Ὑποβάλλω μίαν ἀναφορὰν, ὑπογεγραμμένην παρὰ τῶν δυστυχῶν πολιτῶν προχείρως, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπέστειλον ἀπὸ τῆς δεκάτης πέμπτης Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ δὲν τὴν ὑπέβαλον ἔκτοτε, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε πεισθῆ τέλος πάντων νὰ λάβῃ μέτρον τι σωστικὸν, ὅτι ἤθελεν ἐνθυμηθῆ ἐπὶ τέλους τὸ στοιχειῶδες τοῦτο καθῆκον. Ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θίξω τοιοῦτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν ἐλπίδα, ἀπατώμενος, ὅτι ἤθελε θίξει τὰς χορδὰς τῆς φιλανθρωπίας τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι σήμερον οὐδεμία πρόνοια περὶ αὐτῶν ἐλήφθη, ἀλλ’ ἐγκατελείφθησαν ἀστόργως εἰς τὴν τύχην των τόσαι ψυχαί. Καὶ ἠδύνατο νὰ ληφθῇ προχείρως πρόνοιά τις, χωρὶς νὰ διαταραχθῇ καὶ τὸ ἰσοζύγιον, δι’ ἑνὸς Διατάγματος, ὅπως δοθῶσι πέντε ἕως δέκα χιλιάδες δραχμῶν, τέλος πάντων, καὶ νὰ προκληθῇ οὕτως ἡ κοινωνικὴ εὐσπλαγχνία ὑπὲρ τῶν θυμάτων τοῦ σεισμοῦ, διότι ἡ φιλανθρωπία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπῆρξε πάντοτε πρόθυμος καὶ λίαν γενναία. Ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο ἔπραξεν. Ἀλλὰ τέλος πάντων οἱ πολῖται οὗτοι δὲν εἶναι ἄξιοι πέντε ὀβολῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, παθόντες τόσα δεινά; δὲν εἶναι τάχα καὶ οὗτοι μέλη τῆς αὐτῆς Πολιτείας; δὲν τελοῦσι φόρους; Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ἤκουσα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δυσηρεστήθη, διότι εἷς πολίτης ἐτηλεγράφησε πρὸς αὐτὸν οὐχὶ εὐλαβῶς, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν προέβη εἰς τίποτε.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παίζετε κωμῳδίαν; Τοιαῦτα λέγοντες ἀξιοῦτε, ὅτι ὁμιλεῖτε σπουδαίως; Ταῦτα εἶναι ἄξια κωμῳδίας καὶ ἀνάξια τοῦ βήματος.
§4ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐδόλως ἐρευνῶ τί φρονεῖτε. Δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν γνώμην σας. Ἀλλ’ ἐγὼ σπουδάζω καὶ σοβαρεύομαι, ἐλέγχων τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ παραλείψει ἱεροῦ καθήκοντος· σᾶς εἶπον δὲ, ὅτι ὡς ἤκουσα καὶ μὲ ἐβεβαίωσαν οἱ ἀκούσαντες. Ἂν τὸ διαψεύδητε, εἶναι δικαίωμά σας.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλαμβάνητε ὅσα περισυλλέγετε εἰς τὰς τριόδους.
§6ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τέλους ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ καὶ εἷς πολίτης, ὅστις νὰ ἔγραψεν ἀνευλαβῶς.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς ἔγραψεν ἀνευλαβῶς· πάντες ἀνηνέχθησαν εὐπρεπῶς.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.). Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τὰ ἤκουσαν καὶ οἱ στενογράφοι, τὰ ἐσημείωσαν ἀκριβῶς, θὰ δημοσιευθῶσι καὶ θὰ σταλῶσιν εἰς τοὺς δήμους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς, διὰ νὰ ἴδωσιν, ὅτι ἐνδιαφέρεται δι’ αὐτοὺς, ὅτι ἔκαμε ὅλην αὐτὴν τὴν τραγῳδίαν ὑπὲρ αὐτῶν, ὅτι προὐκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος, ὅτι, ὅτε συνέβη ὁ σεισμὸς, ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ μάθῃ τί συνέβη. Πραγματικῶς ἦλθε καὶ μοῦ ἐσύστησε τοὺς συμπολίτας του, ἐγὼ δὲ τὸν διεβεβαίωσα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλε σκηνὰς, ὅσαι τῇ ἐζητήθησαν, ἀπέστειλεν ἀξιωματικοὺς καὶ μηχανικοὺς, ὅπως ἴδωσι τοὺς τόπους καὶ προτείνωσι τὴν διόρθωσιν τῶν πραγμάτων. Κατέπεσαν καλύβαι· βεβαίως δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰς ἀνεγείρῃ, ἐφρόντισεν ὅμως νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἐπὶ τῶν σεισμῶν ἐπιτροπὴν, ἥτις συνεστήθη πέρυσιν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ μᾶς ἀπήντησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ τεσσαράκοντα χιλιάδας δραχμῶν ὑπὲρ τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν, μᾶς ἠρώτησε δὲ, πῶς νὰ τὰς διανείμωσιν· ἐγὼ ἀπήντησα, ὅτι εἰς αὐτὸ δὲν θέλω νὰ ἀναμιχθῶ διόλου, νὰ φροντίσῃ αὐτὴ νὰ στείλῃ ἄνθρωπον τῆς ἐμπιστοσύνης της. Οὐδεμίαν ἄλλην αἴτησιν ἔλαβον ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα. Ὑπέθεσα, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ στείλῃ δύο τῶν μελῶν της, τοὺς κκ. Δεικτάκην καὶ Κατσίμπαλην, ἔκαμεν ὅ,τι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ κάμῃ. Ὅλην αὐτὴν τὴν τραγῳδίαν, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τὴν ἀκούω τώρα ἀπὸ τὸ βῆμα. Ἂν ἦτο τοιοῦτόν τι, ὤφειλε νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ κἄτι τι περὶ αὐτῶν, ἄνευ ὅλης αὐτῆς τῆς ἱλαροτραγῳδίας. Ἡμεῖς ἔχομεν καὶ φίλους βουλευτὰς ἐκ Κορινθίας, οἵτινες, ἂν ἦτο ἀληθὴς αὐτὴ ἡ τραγῳδία, θὰ μᾶς ἔλεγον κἄτι τι. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει εἰς τὸ μέρος τῆς Κυβερνήσεως, αὕτη ἔκαμεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ.
§9ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Βλέπω, Κύριοι, ὅτι ἡ τραγικὴ σκηνὴ, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς περιγράψω διὰ βραχέων, ἐτράπη ἤδη εἰς κωμῳδίαν, ἧς ἐμνήσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνέβη ἐσπευσμένως ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μὲ τὴν ἀφελῆ προαίρεσιν νὰ εἴπῃ λόγους κενοὺς, ὅπως διαψεύσῃ τὸ φυσικὸν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον συνετάραξεν ὁλόκληρον τὴν Πελοπόννησον, — ἐννοῶ τὸν σεισμὸν καὶ τὰ ἐξ αὐτοῦ δεινὰ τῆς Κορινθίας — ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν βεβαιοῖ ταῦτα ὁ κ. Δημητριάδης. Εἶχε δὲ τὴν ἀξίωσιν νὰ προσέλθω ἐγὼ, ἢ ἄλλος συνάδελφός μου, ὅπως ὑπομνήσωμεν αὐτῷ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλουσιν αὐτῷ οἱ νόμοι τῆς Πολιτείας. Τοῦτο καὶ μόνον ἀρκεῖ νὰ παραστήσῃ, ὅτι δὲν εἴμεθα ἢ πρὸ κωμῳδίας καὶ οὐχὶ εἰς σοβαρὰν θέσιν. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐγενόμην δεκτὸς εἰς τὴν πατρίδα μου διὰ κωδωνοκρουσιῶν, οὔτε δι’ ἀγγελμάτων, ὅτι εἶμαι δημοκρατικὸς, οὔτε ὅτι ἔσωσα τὴν πατρίδα μου. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ παρερμηνεύσῃ τόσῳ ἀναξίως, τόσῳ ἀπρεπῶς ἕνα παλμὸν, τὸν ὁποῖον φυσικώτατα αἰσθάνεται πᾶς ἄνθρωπος ὑπὲρ δεινοπαθούντων συμπολιτῶν του, καὶ τὸν ὁποῖον τόσον ἁπλῶς διηρμήνευσεν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ τὸν παραστήσῃ ὡς προερχόμενον ἐκ δημοκοπίας. Δὲν τὸν κατακρίνω, ὅτι ἔζησε καὶ ἐγήρασεν ἐν ἀτμοσφαίρᾳ δημοκοπικῇ· ἐκεῖνο ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν κατακρίνω, εἶναι, ὅτι ἐλησμόνησε τὴν λαϊκότητα του καὶ τὸ ἀξίωμα, ὅπερ φέρει, ζητεῖ δὲ νὰ εὕρῃ ἀνακούφισιν τῆς συνειδήσεώς του εἰς τὸ ὅτι ἐγὼ ἢ ὁ κ. Δημητριάδης δὲν τοῦ ὑπεμνήσαμεν τὸ καθῆκόν του. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ φέρῃ αὔριον τὰ ἔγγραφα τῶν ὑπαλλήλων του, καὶ θὰ τῷ ἀναγνώσω ἐγὼ ὅσα ὁ τμηματάρχης του δὲν τῷ ἀνέγνωσεν. Ἀλλὰ διατὶ ἐλησμόνησε νὰ μεταβῇ, ὡς ὤφειλεν, ὁ ἴδιος, καὶ ὡς εἶχε καθῆκον ἀπαραίτητον, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα; Τρὶς τῆς ἡμέρας ὁ σιδηρόδρομος διασχίζει τὴν Κορινθίαν. Καὶ ἔχετε τὴν τόλμην σεῖς, ὅταν ἔρχεται εἷς Ἀντιπρόσωπος νὰ ὑψώσῃ φωνὴν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, νὰ τοῦ λέγητε ὅτι δημοκοπεῖ; Ἐντροπή!
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐντροπὴ σύ!
§11ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀνηγγέλθη τηλεγραφικῶς ἀπὸ τὴν Κόρινθον, ὅτι σεισμοὶ κατέστρεψαν χωρία δήμων τινῶν τῆς Κορινθίας κατὰ τὴν 21 Σεπτεμβρίου ε. ε. Ἅμα ἦλθεν ἡ εἴδησις αὕτη, μετέβην εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον καὶ ἐζήτησα νὰ ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα. Δὲν εἴχομεν πληροφορίας διὰ τὴν Περαχώραν, διὰ τὸ Καλαμάκι καὶ δι’ ἄλλα χωρία. Διέταξε τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ σταλῶσιν ἀμέσως 40 σκηναὶ καὶ ἀξιωματικοὶ εἰς Κιάτον καὶ Ξυλόκαστρον· μετέβη ὁ Γραμματεὺς τῆς Νομαρχίας Ναυπλίου, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα. Βραδύτερον ἐλήφθησαν τηλεγραφήματα, ὅτι ἔπαθεν ἡ Περαχώρα, ὅτι κατεστράφησαν οἱ ναοὶ εἰς διάφορα χωρία. Ἡ Κυβέρνησις ἔστειλε καὶ ἄλλας σκηνὰς, ἔστειλεν ἕνα ὑπομοίραρχον εἰς τὸ Κιάτον, ἔστειλεν εἰς τὸ Ξυλόκαστρον ἀξιωματικούς. Πραγματικῶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπῆλθον φοβεραὶ ζημίαι, οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι ἔμειναν ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς βροχὰς καὶ τὸ ψῦχος, καὶ ἡ Κυβέρνησις παρεκλήθη νὰ φροντίσῃ, καὶ παρεκάλεσε τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν βοηθημάτων νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν, αὕτη δ’ ὑπεσχέθη νὰ στείλῃ ποσότητά τινα χρημάτων. Ἀλλὰ σήμερον αἱ ἀπαιτήσεις ὑπερηύξησαν. Τί νὰ κάμουν 40 χιλιάδες δραχμαί; Τώρα καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δυσκολεύεται νὰ μεταβῇ, διότι ἔγραψαν εἰς τὰς ἐφημερίδας περὶ τῆς κακῆς λογοδοσίας αὐτῆς. Ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πετρίδης, ὅτι οἱ ἄνθρωποι μένουσιν ἀπροστάτευτοι, εἶναι βέβαιον, καὶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πετρίδης, μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἐγκαίρως.
§12ΤΖΑΝΕΣ. Αἱ συνέπειαι ἐκ τῆς συμφορᾶς τῶν σεισμῶν ἐξακολουθοῦσιν εἰσέτι ἐν Μεσσηνίᾳ. Ἐκτιμῶ καὶ ἰδιαζόντως ὑπολήπτομαι τὰ πρόσωπα, ἅτινα συνεκρότησαν καὶ συγκροτοῦσι τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν συνεισφορῶν. Ἐκτιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι καὶ τὸν κ. Κατσίμπαλην καὶ τὸν κ. Δεικτάκην, καὶ δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ πιστεύω, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, οἱ ἔγκριτοι ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν Ἀθηνῶν, οἱ διακεκριμένοι διὰ τὴν τιμὴν αὐτῶν, ὅτι εἶναι κακῆς πίστεως· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποκρύψω, ὅτι ἡ διανομὴ τῶν χρημάτων ἐγένετο— ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις—κατὰ προκρουστικὸν τρόπον. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἐν τῷ χωρίῳ Γιανίτσι,—δὲν θὰ τὸ πιστεύσητε ἴσως,—οἵτινες ζῶσιν ἔτι καὶ νῦν ἐν ὑπαίθρῳ, διότι οἱ σεισμοὶ κατέστρεψαν τὰς καλύβας των καὶ τὰς οἰκίας των. Τὸ χωρίον Γιανίτσι εἶναι ὀρεινὸν, οἱ δὲ παθόντες εἶναι ὡρισμένοι. Δὲν θὰ πιστεύσητε, ὅτι ἔλαβον συνδρομὴν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι οὔτε οἰκίαν εἶχον, οὔτε ἔπαθον. Ταῦτα συνέβησαν καὶ ἀλλαχοῦ τῆς περιφερείας Καλαμῶν, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ προστεθῶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ὡς πρὸς τοὺς παθόντας ἐν Κορινθίᾳ· διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν τὴν ἰδίαν τακτικὴν, θὰ λάβωσιν ἀποζημιώσεις ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαθον. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ἄνθρωποι κακῆς πίστεως, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζον τὸν τόπον καὶ ὡδηγήθησαν παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἄλλα συμφέροντα. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔχει εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ Τόπου, τὰς τοιαύτας ὑποθέσεις νὰ τὰς διαχειρίζηται ἡ ἰδία.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς δυσάρεστον θέσιν εὑρίσκομαι, βεβαιῶν ὅσα ὁ κ. Τζάνες περὶ ἐπιτροπῆς εἶπεν. Ἄν μοι ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἤθελον εὐρύτερον ὁμιλήσει περὶ τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ ἐπιτροπὴ ὡς πρὸς τὴν διανομὴν τῶν βοηθημάτων ἐν Μεσσηνίᾳ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ στηριχθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται ἡ ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ νὰ μεριμνήσῃ μόνη ἀπ’ εὐθείας, καί, ἂν ἦναι δυνατὸν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεταβῇ ὁ ἴδιος ἐκεῖ καὶ νὰ διατάξῃ ὅ,τι δέον...
§14ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην ἔχω πρὸς τὸν Ὑπουργόν.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἂς σταλῇ εἷς ἄνθρωπος τῆς ὑπηρεσίας, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ὑπάρχῃ ἐμπιστοσύνη ἐκ μέρους τοῦ κοινοῦ ἀπόλυτος· διότι, ἂν στηριχθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς ἐπιτροπῆς, οἱ πολῖται θὰ εὑρίσκωνται ἐν ὑπαίθρῳ, καὶ θ’ ἀποθνήσκωσιν οἱ παθόντες, ὅπως ἀποθνήσκουσι καὶ εὑρίσκονται ἐν ὑπαίθρῳ οἱ ἐν Μεσσηνίᾳ, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ οὔτε κἂν κατεδέχθη νὰ ἐπισκεφθῇ, διένειμε δὲ τὰ χρήματα ὅπου τῇ εἰσηγήθη ἐκ μέρους πολιτευομένων, ἐχόντων συμφέρον νὰ ὑπηρετήσωσι πολιτικὰ πάθη.
§16ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑποστηρίζων τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, γνωρίζω καὶ διαβεβαιῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ μεταβᾶσα ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου διέθεσε 40 χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν καὶ ἰδίως εἰς τὸν δῆμον Ἀβίας, σᾶς διαβεβαιῶ δὲ, καὶ δύναμαι νὰ καταθέσω τὸν ναῦλον δύο προσώπων ἀμερολήπτων, ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, καὶ θὰ σᾶς βεβαιώσουν, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ ἐδόθησαν οὐχὶ εἰς τοὺς παθόντας, ἀλλ’ εἰς τοὺς φίλους. Ἢ ἠπατήθη, ἢ ἐχαρίσθη ἡ Ἐπιτροπὴ, αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω, ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ ἐδόθησαν εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπαθον καὶ τὰ ὁποῖα οὔτε οἰκίαν εἶχον, εἰς πρόσωπα, λέγω, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπαθον βλάβην, ὑπάρχουν δὲ χῆραι καὶ ὀρφανά, τὰ ὁποῖα μένουσιν εἰς τὸ ὕπαιθρον· τοιαύτη δὲ ἦτο ἡ διανομὴ τῶν χρημάτων, ὥστε ἐθεωρήθη ἐν τῷ τόπῳ, ὅτι δὲν ἦλθον διὰ τίποτε ἄλλο, παρὰ διὰ νὰ περιποιηθοῦν πρόσωπα, δίδοντες εἰς αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ κόσμος ἔδωσε διὰ τοὺς παθόντας, καὶ οὐχὶ διὰ νὰ χρησιμεύσουν διὰ τὴν πολιτικήν. Ἦτο ἀδύνατον νὰ εὕρῃ τις τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ τῇ ὁμιλήσῃ· τὴν νύκτα περιεφέρετο, τὴν ἡμέραν δὲν εὑρίσκετο διόλου. Ἔτρεχον αἱ χῆραι, οἱ πτωχοὶ, καὶ τοὺς ἔβλεπον μὲ τὴν μεγαλειτέραν περιφρόνησιν. Ἂς σταλῶσι δύο πρόσωπα ἀπὸ τὴν Βουλήν, διὰ νὰ βεβαιώσουν τὸ πρᾶγμα, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ ἐδόθησαν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαθον....
§17ΚΑΝΑΡΗΣ. Πότε ἐγένετο ἡ διανομή;
§18ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Πρὸ τριῶν μηνῶν.
§19ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἐν γνώσει τῶν ἀσχημιῶν;
§20ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τίνων εἰσηγήσεις ἐνέδωκεν ἡ Ἐπιτροπή;
§21ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι προσωπικά· δὲν εἰσέρχομαι.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι μετὰ τὰς διακοπὰς ταύτας πρέπει νὰ καθορίσητε ἀκριβῶς τί συμβαίνει.
§23ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Καθορίζω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ ὁρίσῃ, τὸν Ἀρχιερέα τοῦ τόπου, τὸν Διευθυντὴν τῆς Τραπέζης, τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου, τὸν Νομάρχην, καὶ αὐτοὶ νὰ διανείμωσι τὰ χρήματα.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν θέλετε νὰ δώσωμεν διασαφήσεις, νὰ μᾶς δώσητε προθεσμίαν τεσσάρων ἡμερῶν, διὰ νὰ φέρωμεν καταγγελίας.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἔχομεν ὅλως διάφορον γνώμην περὶ τῆς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη εὐσυνειδήτως καὶ μετ’ αὐταπαρνήσεως, ὅτι τὸ ἔργον, ὅπερ ἀνέλαβεν, ἦτο δυσχερέστατον, διότι τὸ χρῆμα, ὅπερ εἶχε, καίτοι ἀπολύτως ἐφαίνετο πολύ, σχετικῶς ὅμως πρὸς τὰς ἀνάγκας ἦτο ἐλάχιστον. Ὅταν δέ τις πρὸς τοιαύτας ἀνάγκας ἔχῃ ὀλίγα χρήματα νὰ διαθέσῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προκαλέσῃ παράπονα. Δὲν εἶναι δυνατὸν, ὅταν ἐξετάζωνται τὰ πράγματα, ὄχι σχετικῶς, ἀλλ’ ἀπολύτως, νὰ μὴ ἀνευρίσκηται, ὅτι ὑπάρχουσι παθήματα, ἅτινα δὲν ἐθεραπεύθησαν καὶ ἅτινα ἦσαν ἄξια θεραπείας, καὶ ὅτι σχετικῶς ἐθεραπεύθησαν ἄλλα, ἅτινα ἦσαν ὀλιγώτερον ἄξια θεραπείας. Ὅ,τι ὅμως φρονῶ, εἶναι, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐν πλήρει καλῇ πίστει, ὅτι εἰργάσθη ἐν σχετικῇ ἱκανότητι, ἀξίᾳ ἐπαίνου, θεωρῶ δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐπιτηρούσης Ἀρχῆς. Βεβαίως ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι σῶμα ξένον πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶναι σῶμα ἀνῆκον εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Βουλῆς ἐργαζόμενον, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔχει καθήκοντα ἀπέναντι τῆς Ἐπιτροπῆς. Δύναται ἄρα ἡ Βουλὴ καὶ πᾶς Βουλευτὴς νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς ἐνεργείας τῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὰς παραλείψεις τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν δὲ φρονῶσί τινες τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὅτι ἐγένοντο ἄτοπα, πρέπει νὰ τὰ ἀναπτύξωσι, καὶ πρέπει νὰ προκαλέσωσι περὶ αὐτῶν συζήτησιν. Ἐν ὅσῳ ὅμως δὲν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὐτῆς ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών της, καὶ ὅτι δὲν ἔδειξε τὴν ἱκανότητα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῶμεν παρὰ τῶν ἀναλαβόντων τοιοῦτον ἔργον, δικαιούμεθα νὰ θεωρῶμεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη εἶναι ἀξία τῶν ἐπαίνων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς εἰς αὐτὴν ἀπενείμαμεν. Θέλομεν λάβει ὑπ’ ὄψει πᾶσαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, θέλομεν βοηθήσει πάντα Βουλευτήν, ὅπως ἐξελέγξῃ τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε, διότι νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον αἱ ἐργασίαι τοιούτων Ἐπιτροπῶν νὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, τῆς δὲ Κυβερνήσεως ἡ ἐνέργεια ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Εἶναι ὅμως ἀναγκαῖον, ὄχι μόνον νὰ ὑποβάλλωνται τῆς Ἐπιτροπῆς αἱ ἐνέργειαι εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ἐν τῇ Βουλῇ νὰ διευκρινίζωνται τὰ πράγματα, διὰ νὰ μὴ ἀδικῶνται αἱ Ἐπιτροπαί, διότι βλέπετε τί συμβαίνει ἤδη, ὅτε οὐδεὶς θέλει νὰ μεταβῇ εἰς Κόρινθον. Μία Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν ἐν Κορίνθῳ παθόντων, ποσὸν σπουδαῖον ἀπολύτως, σχετικῶς ὅμως ἀνεπαρκὲς, ποσὸν 40,000 διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου βεβαίως μικρὰ θὰ ἐπέλθῃ θεραπεία, ἀλλ’ οὐχ ἧττον σπουδαία θὰ ἦναι δι’ ἐκείνους, ὑπὲρ ὧν θέλει διατεθῆ. Καὶ ὅμως δὲν εὑρίσκονται πρόσωπα, ἀποφασίζοντα νὰ μεταβῶσιν, ἡ δὲ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν δίδουσιν οἱ ὑποδεικνυόμενοι εἰς τοὺς παροτρύνοντας αὐτοὺς, ὅπως δεχθῶσι νὰ ἐκτελέσωσι τὸ ἱερὸν τοῦτο καθῆκον, εἶναι, ὅτι θέλουσιν ἐκτεθῆ εἰς δυσφημισμοὺς, ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι Βουλευταὶ, ἵνα ἀμυνθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος. Σήμερον ἄρα ἔχομεν ποσὸν 40,000 δραχμῶν, διατεθὲν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὲρ τῶν ἐν Κορίνθῳ παθόντων, καὶ μὴ δυνάμενον νὰ διανεμηθῇ, ὡς ἐκ τοῦ φόβου, ὑφ’ οὗ κατέχονται οἱ καλούμενοι ν’ ἀναλάβωσι τὸ ἔργον, τοῦ φόβου τῆς συκοφαντίας.
§26Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ πράξεις τῆς Ἐπιτροπῆς βεβαίως ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον, τὸ δὲ πόρισμα τοῦ ἐλέγχου βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἐνήσκησε τὴν προσήκουσαν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τὴν διάπραξιν τῶν ἔργων τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν παρέσχεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὰ ἀναγκαῖα μέσα, ὅπως ἐκτελέσῃ ἀκριβῶς καὶ ἀνελλιπῶς τὸ καθῆκόν της. Ὥστε ἐπὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὰς πράξεις τῆς Ἐπιτροπῆς συμφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας νὰ μεταβάλῃ γνώμην ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὑπέχει πάντοτε καὶ διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, οὐδεὶς δύναται νὰ συλλέγῃ χρήματα, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐξετάζει προηγουμένως τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον συλλέγονται τὰ χρήματα. Διὰ τοῦτο ἡ σύστασις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνεκρίθη διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον παρέχει τὴν ἄδειαν τῆς συλλογῆς τῶν χρημάτων. Ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ χρήματα ἐζητήθησαν καὶ συνελέγησαν, ἦτο σκοπὸς φιλάνθρωπος, ἡ δὲ ἐπιτήρησις πάσης φιλανθρωπικῆς ἐπιχειρήσεως εἶναι καθῆκον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν γνωρίζω πῶς ἡ Ἐπιτροπὴ διεχειρίσθη τὰ χρήματα, ἔχω ὅμως ἐκ τῶν προτέρων ἀρίστην γνώμην περὶ τῆς ἐντιμότητος τῶν μελῶν αὐτῆς κκ. Δεικτάκη καὶ Κατσίμπαλη. Μία ὅμως τῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι εἶναι συμπαθέσταται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἠθέλησε νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν συλλεχθέντων χρημάτων ὑπὲρ τῶν ζημιωθέντων ἐκ τῶν σεισμῶν, καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐμάθομεν ὅτι 108,000 δραχμῶν ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ἀποστολὴν, φύλαξιν καὶ διανομὴν τῆς ξυλείας, ἥτις ἀπεστάλη εἰς Μεσσηνίαν. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ συμπαθὴς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐφημερὶς περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ δαπανηθέντος, ἐπαναλαμβάνω, δι’ ἀποστολὴν, φύλαξιν καὶ διανομὴν τῆς ξυλείας, τῆς ἀποσταλείσης εἰς τοὺς λιμένας τῆς Μεσσηνίας, ἦναι ἀληθεῖς, ἐκπλήσσομαι πῶς ἔγεινε δυνατὸν νὰ δαπανηθῇ τοσοῦτον ὀγκῶδες ποσὸν διὰ τὴν εἰρημένην ἀνάγκην. Ὡς πρὸς τὴν διανομὴν ὅμως τῶν χρημάτων εἰς τὰ ἄτομα τὰ ζημιωθέντα, μοὶ φαίνεται ὅτι ὑπῆρξε μεγάλη ἔλλειψις ἐν ταῖς ἐνεργείαις τῆς Κυβερνήσεως. Ἄξιοι βοηθείας ἦσαν ἀληθῶς οἱ ἐκ τῶν σεισμῶν ζημιωθέντες, ἀλλὰ πάντοτε ἀναλόγως τῆς ζημίας, ἣν ἕκαστος ὑπέστη· ἡ ζημία ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τῶν σεισμῶν λοιπὸν ἀποτελεῖ τὸν κύριον τίτλον ἑκάστου διὰ νὰ ζητήσῃ βοήθειαν. Ἀλλὰ δὲν ἤρκει μόνον ὁ τίτλος, ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ προηγουμένως καὶ ἡ εὐπορία ἢ ἀπορία ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐζημιώθη, διότι, ἐὰν τυγχάνῃ εὔπορος, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀξιωθῇ βοηθείας τινὸς, οὐδὲ τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ εὐπόρων χρήματα, συλλεγέντα ὑπὲρ τῶν ζημιωθέντων ἐκ τῶν σεισμῶν. Ἀλλὰ πόση ἦτο ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν ζημιωθέντων ὑπέστη; ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἑκάστου αὐτῶν; εἶναι ἄπορος καὶ εἰς πόσον βαθμόν; διὰ νὰ κριθῇ, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην βοηθείας· ὁ εὔπορος δὲν ἔχει ἀνάγκην τοιαύτης. Αὗται εἶναι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ συλλέξωσι τὰ ἄτομα, μόνη δὲ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὰ μέσα νὰ συλλέξῃ αὐτὰς, διότι μόνη αὕτη ἐνασκεῖ τὴν ἀστυνομίαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ἀλλ’ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφῆκαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐκτεθειμένα ἄνευ οὐδεμιᾶς ὁδηγίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς πληροφορίας εἴτε περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ζημίας ἑκάστου, εἴτε περὶ τῆς εὐπορίας ἢ ἀπορίας αὐτοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀφῆκεν εἰς τὸ πέλαγος τῆς ἀγνοίας τῶν περὶ τούτου τὴν Ἐπιτροπήν, ἥτις ἀνέθηκε τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν συλλογὴν τῶν πληροφοριῶν τούτων εἰς τὰ ἐπὶ τόπον μεταβάντα μέλη αὐτῆς. Ἀλλ’ ἦτο ἀδύνατον ἰδιῶται νὰ συλλέξωσι πληροφορίας, πόσον ἐζημιώθη ἕκαστος, καὶ ποία ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἑκάστου αὐτῶν. Διὰ τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἠδίκησε τὴν Ἐπιτροπήν, τὰ δ’ ἐπὶ τόπον μεταβάντα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἄνθρωποι φιλάνθρωποι καὶ ἔντιμοι, οἷοι οἱ κ. κ. Δεικτάκης καὶ Κατσίμπαλης, ἔπρεπε νὰ ἔχωσι τόσην πρὸς βοήθειαν τῶν συμπολιτῶν τὴν προθυμίαν, ἵνα ἀναλάβωσιν τὸ ἔργον. Καὶ οὗτοι μὲν κατέβαλον πᾶσαν ἀξιέπαινον προσπάθειαν πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ἀξίων βοηθείας· ἀλλ’ ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ προσκόψωσι, διότι οὐδ’ οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Δεικτάκης καὶ Κατσίμπαλης, οὐδὲ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ κατοικοῦντα ἐν Ἀθήναις, εἶχον εἰς τὴν διάθεσίν των τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μόνη ἡ Διοίκησις ἔχει, ἵνα βεβαιώσωσι τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἐκ τῆς βεβαιώσεως τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, ἄν τις ἔχῃ δικαίωμα νὰ λάβῃ βοήθειαν καὶ πόσην. Οὐδ’ ἔχει βάσιν τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δῆθεν τὸ πρὸς διανομὴν ὡρισμένον ποσὸν δὲν ἦτο ἐπαρκὲς εἰς τὰς ἀνάγκας, διότι, ὅταν εὑρίσκοντο πρότερον πάντες οἱ δικαιούμενοι νὰ τύχωσι βοηθείας, τὸ πρὸς διανομὴν ὡρισμένον ποσόν, ὅσον καὶ ἂν ἦτο, ἤθελε διανεμηθῆ εἰς πάντας, κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ποσοῦ τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑπέστη, καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀπορίας αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάντα τὰ ἔγγραφα τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα συνελέγησαν λόγῳ συνεισφορῶν ὑπὲρ τῶν παθόντων καὶ ζημιωθέντων ἐκ τῶν σεισμῶν· προσδιορίζω δὲ ὡς ἔγγραφα ἀναγκαιοῦντα: αʹ) τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πιστοποιοῦσι τὰς δαπάνας, αἵτινες ἐγένοντο δι’ ἑκάστην ἐνέργειαν τῆς Διοικήσεως, ἢ τῆς Ἐπιτροπῆς, πλὴν τῆς διανομῆς τῶν βοηθειῶν εἰς τὰ ἄτομα· ἑπομένως τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀγορὰν ξυλείας, ἥλων, τροφίμων, ναύλων, ἀγωγίων, ἀποστολῶν· β) ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διετέθη εἰς βοήθειαν προσώπων, νὰ κατατεθῶσιν αἱ ὁδηγίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἤ, ἐὰν τὴν ἀφῆκαν ἐλευθέραν, ἢ ἂν ἀφῆκαν εἰς αὐτὴν νὰ διαπράξῃ καὶ τὴν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν, ἢ ἂν διέπραξεν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ βεβαιώσῃ τὴν ζημίαν ἑκάστου καὶ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ κατάστασιν.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν κατηγοροῦμεν τὴν Ἐπιτροπὴν, ὅτι αὕτη ἐσφετερίσθη τὰ εἰς αὐτὴν ἐμπιστευθέντα χρήματα· λέγομεν ὅμως, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐμερολήπτησεν, ἕνεκα εἰσηγήσεων κακῶν, διανείμασα κακῶς τὰ εἰς αὐτὴν ἐμπιστευθέντα χρήματα. Δὲν συκοφαντοῦμεν, ἀλλὰ καταγγέλλομεν. Σεῖς εἶσθε ὁ συκοφάντης ἀπὸ τῆς γεννήσεώς σας ὡς πολιτευόμενος. Ἡμεῖς πάντοτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξηλέγξαμεν καὶ κατηγγείλαμεν, οὐδέποτε ἐσυκοφαντήσαμεν. Διὰ πραγμάτων θὰ ἀποδείξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διαμφισβητεῖτε, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνεχώρησεν ἐντεῦθεν διὰ νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας, τὰς Καλάμας, καὶ μέρος τῆς Ἀβίας· τὸ ἄλλο μέρος τῆς Μεσσηνίας τὸ ἐγκατέλειψεν, οὐδὲ κατεδέχθη νὰ τὸ ἐπισκεφθῇ. Εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο πολὺ ἀτόπως διένειμε τὰ χρήματα. Δὲν συκοφαντοῦμεν λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, συκοφάντα, ἀφ’ ἧς ἐγεννήθης, καταγγέλλοντες πράξεις ὡρισμένας. Ὑβρίσθημεν καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, εἰς τὴν τάξιν.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔπρεπε νὰ περιορίσητε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, κύριε Πρόεδρε, ὅτε αὐτὸς μᾶς ἀπεκάλει πρὸ ὀλίγου συκοφάντας. Συκοφαντοῦμεν, εἶπε, τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ τότε ἐσιώπησας, καὶ ἐσιώπησας παρὰ τὸ καθῆκόν σου καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν σου. Κατὰ τοῦ προσώπου μου ἐπιῤῥίπτεται ὕβρις ὡς συκοφάντου. Ὄχι· ἐγὼ δὲν εἶμαι συκοφάντης· ἀμύνομαι ὑπὲρ τῶν ἀδικηθέντων συμπολιτῶν μου, καὶ καταγγέλλω τὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία ἔλαβε χρήματα ἐκ φιλανθρώπων, οἵτινες εἶχον τὸ εὐγενὲς αἴσθημα νὰ συνδράμωσι τοὺς παθόντας, καὶ τὰ διένειμε μεροληπτικῶς, ἐναντίον τῆς ῥητῆς τῶν ἐντολέων διαθέσεως. Καὶ διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, ἀφοῦ ὁ κ. Πικουλάκης δὲν εἶναι πιστευτὸς, ὁ κ. Πετρίδης καὶ ὁ κ. Τζάνες καὶ ὁ κ. Καπετανάκης, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην, καὶ ἐὰν δὲν ἀποδείξω τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ἐντεῦθεν λεχθέντα, ἀναδέχομαι τὴν ὕβριν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐπέῤῥιψεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἄλλως, τὴν ῥίπτω εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ. Μὴ ἐκπλήττεσθε εἰς τὴν ἔκφρασίν μου, κύριοι Βουλευταὶ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ αἰσθανθῶ ὅλην τὴν ὀργὴν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ αἰσθανθῇ ἄνθρωπος, ἀδικούμενος καὶ στιγματιζόμενος ἀπὸ ἕνα ἐπίσημον ἄνθρωπον, ὡς τοὐλάχιστον θεωρεῖται διὰ τὸν κόσμον. Ὑβρίσθην ἀτόπως· ἀνευλαβῆ ἐτήρησε πρὸς ἐμὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γλῶσσαν· ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης νὰ ἀντεπεξέλθω διὰ τῶν ἰδίων ὅπλων, διαμαρτυρόμενος κατὰ τῆς ὕβρεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς ἐμὲ ἀδίκως, καὶ νὰ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν.— Σὺ εἶσαι συκοφάντης, ἀφ’ ἧς ἐγεννήθης· ἀνῆλθες διὰ τοῦ τίς πταίει, καὶ διὰ τῶν παρασκηνίων, διὰ τῶν ξένων· ἡ σκευωρία ἐγένετο εἰς ἐξοχικὴν ἔπαυλιν, μὲ ξένον ἐπιτετραμμένον καὶ μὲ ἐπίσημον πρόσωπον· ὕβρισας τὴν Βασιλείαν, ὅτι διαιρεῖ τὸν τόπον, ὅτι πολλαπλασιάζει τὰ κόμματα, καὶ ὅτι διοικεῖ κατὰ τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον παραβλάπτονται τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Ἦσο ἰδιώτης καὶ ἐδέχθης τὴν Πρωθυπουργίαν, ἐνῷ κατηγόρεις τὸν Βασιλέα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἐκ τῆς μειοψηφίας ὑπουργοὺς καὶ νὰ διαλύῃ τὰ Βουλάς. Ἐσυκοφάντησας λοιπὸν τὸν Βασιλέα, καὶ ἐδέχθης νὰ γίνῃς Ὑπουργὸς ἀπὸ ἰδιώτου· ἐσυκοφάντησας τὸν ἀντίπαλόν σου, καὶ παρέστης εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ ὑπερησπίσθης τὸ ὄργανον, δι’ οὗ ἐπορίσθης τὴν συκοφαντίαν. Καὶ τολμᾷς νὰ εἴπῃς ἐμὲ συκοφάντην καὶ τοὺς ἐντίμους συναδέλφους ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξέθηκαν μετὰ πόνου τὰ δυστυχήματα τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν! Τίς δύναται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον τίτλον ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του, ἐγὼ, ἢ Σεῖς; Ἐνομίσατε, ὅτι ἔχετε τὸν εὐγενῆ κ. Καραπάνον, διὰ νὰ τῷ ἀπαντήσητε εἰς ἐρώτησιν περὶ καταστάσεων, παίζοντες πρόσωπον εἰρωνικόν, πρὸς τὸν σκοπὸν ν’ ἀναγράψωσι τὰ περὶ τούτου αἱ φίλα πρὸς ὑμᾶς φρονοῦσαι ἐφημερίδες, διὰ νὰ ἀνακόψητε τὴν ἐντύπωσιν τῆς ἐρωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιστημονικῶς σᾶς ἔκαμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὁ κ. Καραπάνος, καὶ ἐδέχθη τὰς περιφρονητικὰς ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας ἐξετοξεύσατε κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἐνομίσατε, ὅτι θὰ ὑποχωρήσω, ὅπως ὁ κ. Πετρίδης ἐκ περιφρονήσεως ἐσιώπησε, μὴ ἀνταποδίδων τὰ ἴσα; Ὅταν μάλιστα ἔχω τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἐμοῦ, οὐδὲ Σᾶς, οὐδὲ ἄλλον τινα ἀνώτερον ὑμῶν πτοοῦμαι. Εἰς οὐδένα, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιτρέπω νὰ ἐπιῤῥίπτῃ κατ’ ἐμοῦ ὕβρεις. Ὅταν συζητῇς πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται, ὀφείλεις νὰ συζητῇς μεθ’ ὅλης τῆς εὐλαβείας, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς τὸ ἀξίωμά σου, νὰ σέβησαι ἐκείνους, διὰ νὰ σοὶ ἀνταποδίδωσι τὸν ἀνήκοντα σεβασμὸν, νὰ τηρῇς τὴν γλῶσσαν εὐγενῆ καὶ εὐλαβῆ, διὰ νὰ τηρῶσι καὶ οἱ ἀντίπαλοί σου τοιαύτην· ἐγὼ ὅμως σὲ διαβεβαιῶ, ὅτι, ἂν δὲν τηρῇς τοιαύτην, οὐδέποτε θέλω σὲ σεβασθῆ, διότι τότε δὲν εἶσαι ἄξιος σεβασμοῦ· ἡ γλῶσσά σου προκαλεῖ τὴν ἀσέβειαν.
§30ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ χειραγωγήσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς αἰτίας, δι’ ἣν δὲν εὑρίσκονται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀναλάβωσι τὴν διανομὴν τῶν χρημάτων. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν διανομὴν, τὴν ὅπως ἐλέχθη γενομένην, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν ἠγέρθησαν πολλὰ παράπονα καὶ ἀπεστάλησαν ἐκεῖθεν πολλαὶ ἀναφοραὶ, διὰ τοῦτο δὲν θέλει πλέον ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς πρόσωπα οἱαδήποτε. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐνδοιάζει. Κυρίως ὅμως πρὸς διανομὴν τῶν βοηθημάτων εἶχε συστηθῆ Ἐπιτροπὴ ἐν Καλάμαις, συγκειμένη ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἄπορον μοὶ φαίνεται, πῶς, προκειμένου πραγματικῶς νὰ βοηθήσωσι τοὺς παθόντας, ἐνεπιστεύθησαν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους κκ. Δεικτάκην καὶ Κατσίμπαλην, ἄνδρας μὴ γινώσκοντας οὔτε τὰ πρόσωπα, οὔτε τὸν τόπον. Φέρω ἓν παράδειγμα καὶ πιστεύω, ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ πείσω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι κύριοι οὗτοι δὲν ἐγνώριζον οὔτε τὰ πρόσωπα, οὔτε τὰ πράγματα. Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ παράδειγμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει στενώτατον συγγενῆ ἐν Καλάμαις, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπηύθυνον πρὸς αὐτὸν ἐπανειλημμένας ἐπιστολάς. Οὗτος ἔπαθε σημαντικῶς καὶ ἀπώλεσε τὴν ἐν Δολοῖς τῆς Ἀβίας οἰκίαν του. Ἐπειδὴ δὲ κατέστη ἑτοιμόῤῥοπος καὶ ἡ ἐν Καλάμαις νεόδμητος, ἂς ἀφήσωμεν δὲ καὶ τὴν καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε πάθει ἐκ τῆς πλημμύρας τοῦ ποταμοῦ, εὑρέθη εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος, πολὺ καλῶς ποιῶν, δὲν ἀναμιγνύεται εἰς χρηματολογικὰς ὑποθέσεις, — καὶ τοῦτο τὸν χαρακτηρίζει ὡς ἔντιμον, — μοὶ ἀπήντησεν ὅτι: «ἐγὼ δὲν ἀναμιγνύομαι εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἂς γίνῃ μία ἀναφορά». Ἐγένετο μία ἀναφορὰ, δευτέρα ἀναφορὰ· ἦλθεν ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ συγκειμένη ἀπὸ τὸν κ. Δεικτάκην καὶ τὸν κ. Κατσίμπαλην, καὶ τί φρονεῖτε, ὅτι προσέφερεν εἰς αὐτὸν, τὸν λεγόμενον Κῶσταν Κουρμαλίδην, φαρμακοποιὸν, ἀξιότιμον ἄνθρωπον, μὴ ψευδόμενον; Προσέφερον 200 δραχμάς! Ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν πρόκηται νὰ διανείμῃ βοηθήματα, νὰ μὴ ἐμπιστευθῇ εἰς κἀνένα, διότι δυστυχῶς διαιρούμεθα εἰς δύο· ὅταν ἰσχύωμεν ἡμεῖς, οἱ φίλοι οἱ ἰδικοί μας χαίρουσι τὰ πάντα· ὅταν ἰσχύωσιν οἱ ἄλλοι, οἱ φίλοι οἱ ἰδικοί των ἔχουσι τὰ πάντα. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἂς ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, καὶ θὰ ἴδῃ, ὅτι ἔλαβον ἄνθρωποι, τὸ ἐπαναλέγω, βοηθήματα, οἵτινες οὔτε οἰκίαν εἶχον, οὔτε, ἐὰν εἶχον, ἐβλάβη ἡ οἰκία των. Εἶναι περίεργον ἴσως ἀκουόμενον, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀληθές. Ἐπαναλέγω ὅτι σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν κεντρικὴν, οὐδεμίαν ἀπολύτως κακὴν πίστιν ἀποδίδω πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην, οὔτε πρὸς τὴν ἑτέραν, λέγω ὅμως, ὅτι καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν κεντρικὴν Ἐπιτροπὴν, ἀσχολούμενοι εἰς τὰ σπουδαῖα καὶ τυρβάζοντες περὶ ἄλλα, ἀφορῶντα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχουσι καιρὸν νὰ μεριμνήσωσιν, ὡς δύναται νὰ μεριμνήσῃ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεύθυνος εἰς τοιαύτας περιστάσεις καὶ ὡς τοιοῦτος ὑπεύθυνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ζητημάτων τούτων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ ἀνεπτύχθησαν.
§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔρχομαι νὰ δώσω διασαφήσεις τινὰς, ὄχι βεβαίως ν’ ἀπαντήσω εἰς ὕβρεις, ἐκτοξευθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὁ ὑβρίζων ἀπὸ τοῦ βήματος ὑβρίζει τὸν ἑαυτόν του· ὁ μὴ σεβόμενος τὸν συνάδελφόν του, μάλιστα ὅταν οὗτος ἔχῃ ἀνωτέραν αὐτοῦ θέσιν, αὐτὸς δὲν σέβεται τὸν ἑαυτόν του. Ἀπαντῶ πρῶτον εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Τζάνε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζει τὰς παρεκτροπὰς τῆς Ἐπιτροπῆς— δὲν ἠξεύρω ἀκριβῶς τί εἶπε...
§32ΤΖΑΝΕΣ. Τὰς ὑπερβολάς.
§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι οὔτε ὑπερβολὰς οὔτε ἄλλο τι ὡρισμένον γνωρίζω κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς· ἤκουσα καὶ εἶδον πολλὰ εἰς τὸν τύπον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀκούομεν καὶ βλέπομεν καθ’ ἡμέραν, ἀόριστα, γενικὰ, ἀλλ’ ὡρισμένον τίποτε. Δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς ἐμὲ — διὰ νὰ μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ φράσιν γνωστὴν — νὰ γίνῃ δυνατὸν εἰς ἐμὲ ν’ ἀποταθῶ καὶ ζητήσω λόγον ἀπὸ Ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἀπὸ πρόεδρον τὸν Μητροπολίτην, μέλη τὸν Δεικτάκην, τὸν Κατσίμπαλην, τὸν Παντιᾶν Ῥάλλην καὶ ἄλλους 6 ἢ 8 ἀπὸ τὰ πλέον ἔντιμα καὶ ἀπὸ τὰ πλέον σπουδαῖα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐν Ἀθήναις, καὶ νὰ τοῖς ζητήσω λόγον, πῶς αὐτοὶ διαχειρίζονται χρήματα, τὰ ὁποῖα τοῖς εἶπον, ὅσον ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ, τὰ ἀφίνω ὅλως διόλου εἰς τὴν διάθεσίν των νὰ σκεφθῶσι πῶς θὰ τὰ διανείμωσιν ἀμερολήπτως· οὐδὲν ἤθελον νὰ λάβω μέρος, οὔτε ἄμεσον οὔτε ἔμμεσον, πῶς ἤθελον μοιράσει τὰ χρήματα αὐτοὶ, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, δικαιολογεῖ τὴν ἀπόφασίν μου ταύτην, ἣν ἐτήρησα, ὡς σταθερὸν νόμον, εἰς ὅλην μου τὴν ζωὴν, ποτὲ, προκειμένου περὶ διανομῆς χρημάτων, νὰ μὴ ἀναμιγνύωμαι. Ἐὰν παρουσιασθῶσιν ὡρισμένα γεγονότα σήμερον, εἶναι ἄλλο ζήτημα· θὰ ζητήσω τότε ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· μὴ τρέχωμεν εἰς τοιαύτας περιστάσεις, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐχαριστηθῶσιν ὅλοι ἀπὸ χρηματικὰ βοηθήματα, εἰς τοιαύτας περιστάσεις προσφερόμενα. Θὰ καταντήσωμεν καὶ ἴσως κατηντήσαμεν εἰς θέσιν, νὰ μὴ εὑρίσκωμεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πολὺ καλὰ, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀναδέχωνται τὴν φροντίδα νὰ διανέμωσι χρήματα εἰς παθόντας ἐκ τοιούτων δυστυχημάτων, ὅταν περὶ Ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἀπὸ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον προηγουμένως καὶ τὰ ὁποῖα γνωρίζετε ὅλοι καὶ τὰ ὁποῖα ἐκτιμᾶτε ὅλοι, λέγεται, ὅτι μεροληπτικῶς τὰ διένειμε. Ποίαν αἰτίαν εἶχε νὰ μεροληπτήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη εἰς τὸν νομὸν Μεσσηνίας, ἐνῷ πρόεδρον εἶχε τὸν Μητροπολίτην Ἀθηνῶν, τὸν ἱεράρχην Μεσσηνίας; ποίαν αἰτίαν εἶχε νὰ μεροληπτήσῃ εἴτε ὁ Παντιᾶς Ῥάλλης, εἴτε ὁ Κατσίμπαλης; Δυνατὸν νὰ ἔσφαλλον, ἀλλ’ ἡ αἰτία θὰ προέρχηται ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐπληροφόρησαν. Ἀνέφερεν ὁ κ. Τζάνες τὸν συγγενῆ μου. Ἐπρόκειτο περὶ στενοῦς συγγενοῦς μου, ὅστις ὅμως παρεπονέθη ὄχι εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. Τζάνεν, ὅτι δὲν ἔλαβε χρήματα, καὶ εἶπον εἰς τὸν κ. Τζάνεν, ὁ ὁποῖος μοὶ τὸ ἀνέφερεν, ὅτι «δὲν ἀναμιγνύομαι· ἐὰν ἔχῃ πραγματικὴν ἀνάγκην βοηθείας, καὶ ἦναι ἄξιος βοηθείας, ἂς ἀποταθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.» Θέλω ζητήσει τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν, θὰ τὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ γνωρίσω εἰς αὐτὴν πῶς διενεμήθησαν ἀπὸ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προσδιώρισε νὰ τὰ διανείμωσιν, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλή, ἀφοῦ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα ἀπαθῶς καὶ χωρὶς ἔξαψιν, θέλει ἔλθει εἰς τὸ συμπέρασμα, νὰ ἐκφράσῃ εὐχαριστίας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν, διότι αὕτη κοπιάζει ἤδη ἐπὶ δύο σχεδὸν ὁλόκληρα ἔτη νὰ φανῇ βοηθὸς εἰς τοὺς δυστυχήσαντας αὐτούς.
§34ΣΑΚΚΗΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, οἱ κ. κ. Δεικτάκης καὶ Κατσίμπαλης εἰργάσθησαν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ τοὐλάχιστον μεθ’ ὅλης τῆς ἀμεροληψίας, ἐὰν δὲ ἠδικήθησάν τινες, τοῦτο συνέβη διότι ἠγνόουν τὰ πρόσωπα, ἢ διότι ἐπείσθησαν εἰς τὰς διαβεβαιώσεις προσώπων, θέσιν καλὴν κατεχόντων ἐν τῷ τόπῳ καὶ τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν νὰ καταχρασθῶσι τῆς ἐμπιστοσύνης των. Ὁμολογουμένως ἐν τῷ ἡμετέρῳ δήμῳ πολλοὶ ἐκ τῶν πραγματικῶς παθόντων οὐδὲν ἔλαβον βοήθημα· ἀλλὰ δὲν πταίουσι διὰ τοῦτο οὔτε ὁ κ. Δεικτάκης, οὔτε ὁ κ. Κατσίμπαλης, πταίουσιν ἄλλοι, οὓς κατήγγειλα κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τοὺς ἁρμοδίους, ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδεμία περὶ αὐτῶν ἐλήφθη πρόνοια. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν λοιπὸν Σύνοδον ὑπέδειξα ὡρισμένα γεγονότα εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν· εἶπον, ὅτι ἐπιτροπαί τινες παρέλαβον μεγάλης ἀξίας ὑλικόν, ὅπερ κατὰ τὸ πλεῖστον κατεχράσθησαν, ἀλλ’ οὔτε ἀνάκρισις ἐγένετο περὶ τούτου, οὔτε ἐφρόντισε κἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Εἰσαγγελίαν Καλαμῶν, ἐὰν ὑπῆρξε καταγγελία κατὰ τῶν προσώπων, ἅτινα διηύθυναν τὰ τῆς διανομῆς βοηθημάτων ἐν Πυλίᾳ. Ἡ κεντρικὴ ἐπιτροπὴ ἴσως ἐξετέλεσεν, ὡς ἠδύνατο, τὸ καθῆκόν της, ἀλλ’ ἐξακολουθῶ ὑποστηρίζων, ὅτι αἱ κατὰ τόπους ἐπιτροπαὶ διέπραξαν ἐγκλήματα, καὶ ὄχι ὀλίγα, καὶ τὰ ὁποῖά εἰσι γνωστότατα τοῖς ἁρμοδίοις. Ἤκουσα μάλιστα παρὰ τοῦ ἰδίου εἰσαγγελέως τῶν ἐν Καλάμαις Πρωτοδικῶν, εὑρισκομένου κατὰ τὸν Αὔγουστον ε. ε. ἐν Κορώνῃ, εἰπόντος μοι, ὅτι «τῷ ὄντι πρέπει ὁ ἀνακριτής, ἢ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐπὶ μῆνα ὁλόκληρον νὰ ἐξετάσω τὰ κατὰ τὴν διανομὴν λαβόντα χώραν, διότι ἔχουσιν ἀληθῶς συμβῆ αἴσχη πολλά.» Καὶ ὁ κ. Κατσίμπαλης καὶ ὁ κ. Δεικτάκης ὁμολογοῦσιν, ὅτι συνέβησαν ὄχι μικρὰ αἴσχη εἰς τὸν νομόν Μεσσηνίας καὶ ὅτι ἐποίησαν γνωστὰ ταῦτα εἰς Ἀθήνας, ζητοῦντες νὰ ἐξελεγχθῶσιν οἱ διαχειρισάμενοι ὑλικὸν ἢ χρήματα κατὰ τὴν διανομὴν, διότι ἰδίοις ὠσὶν ἤκουσαν, ὅτι ἐγένοντο πολλαὶ παρεκτροπαί.
§35ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁσάκις ἦλθον εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργείου τοιαῦτα παράπονα, τὸ Ὑπουργεῖον αὐθωρεὶ ἐφρόντισε νὰ τὰ θεραπεύσῃ.
§36ΣΑΚΚΗΣ. Τίποτε ἄλλο δὲν ἀπομένει, παρὰ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ νὰ φροντίσουν, ὅπως τιμωρηθῶσιν οἱ σφετερισθέντες τὸ χρῆμα καὶ στερήσαντες αὐτὸ ἀπὸ τοὺς παθόντας.
§37ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκ τινος τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβον πρὸ μικροῦ, φαίνεται, ὅτι τὰ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἐν Πάτραις δὲν εἶναι εἰς εὐάρεστον κατάστασιν. Ἐγὼ αὐτὸς, πρό τινος χρόνου, πρὶν ἢ ἀναχωρήσω ἐκεῖθεν, ὑπῆρξα αὐτόπτης μάρτυς σκηνῆς ἀγρίας, τὴν ὁποίαν προὐκάλεσαν ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἐπιτεθέντα κατὰ φιλησύχων πολιτῶν, διευθυντῶν τοῦ κεντρικωτέρου καφφενείου τῆς πόλεως. Οἱ παθόντες τότε ἀνηνέχθησαν εἰς τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Δήμαρχον, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀμφότεροι ὑπεσχέθησαν, ὅτι θὰ προνοήσουν περὶ τῆς τιμωρίας τῶν ἐπιτεθέντων, ἤδη ὅμως τὰ αὐτὰ ὄργανα πάλιν ἐπετέθησαν κατὰ τῶν αὐτῶν προσώπων, συνέλαβον τὸν ἕνα, καὶ ἔκαμαν κατ’ αὐτοῦ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπαγορεύσωσι τὰ συνήθη εἰς τοιούτους ἀνθρώπους ἄγρια πάθη. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι τῷ ἐπιβάλλεται, ὡς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς ἐκεῖ Εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, διότι, ἐὰν ἀμέσως ἐτιμωροῦντο τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τὴν πρώτην φοράν, ὅτε ἐγένετο ἡ σχετικὴ καταγγελία, δὲν θὰ ἐπαναλάμβανον ἤδη τὴν αὐτὴν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἷς τῶν βουλευτῶν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὑποβαλὼν χθὲς ἐπερώτησιν, ἐζήτησεν, ὅπως δοθῶσιν ἐξηγήσεις περὶ περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας δύο ἢ πλείονες εἶχον ὑποβάλει αἰτήσεις περὶ παραχωρήσεως τῶν αὐτῶν γαιῶν κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, δὲν ἐγένετο δὲ τὴν ἐπαύριον ἡ κλήρωσις, ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1871, καὶ συνέστησεν, ὅπως, ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὅπως παρεστάθησαν εἰς αὐτὸν, ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, συμπληροῦν καὶ τροποποιοῦν τὸν κείμενον νόμον. Πράγματι, προκειμένου περὶ γαιῶν ἐν Κερατσινίῳ τοῦ δήμου Πειραιῶς, παρουσιάσθη ἡ περίπτωσις, περὶ ἧς ἐπηρώτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς, τουτέστιν ἐγένοντο τὴν αὐτὴν ἡμέραν δηλώσεις περὶ τῶν αὐτῶν γαιῶν παρὰ πλειόνων, καὶ δὲν ἐγένετο τὴν ἐπαύριον ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ νόμου κλήρωσις. Κατόπιν τούτου οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀπετάθησαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητοῦντες ὅπως κανονισθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἀπετάθησαν δι’ ἀναφορῶν, ἀπετάθησαν καὶ δι’ αἰτήσεων θεραπείας. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀπήντα τὸ ἀδιέξοδον, διότι ὁ Νόμος κανονίζει τὰ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος διὰ κληρώσεως, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ὁρίζει, ὅτι ἡ κλήρωσις ἔδει νὰ γίνῃ τὴν ἐπαύριον τῆς ἐγγραφῆς τῶν δηλώσεων· ἡ δὲ ἐπαύριον αὕτη εἶχε παρέλθει. Ἐπῆλθον ὡς ἐκ τούτου συνεννοήσεις πρὸς τοὺς παραπονουμένους· ἐγένετο κατ’ εἰσήγησιν τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου πρὸς αὐτοὺς ἡ πρότασις, ὅπως συνεννοηθῶσι πάντες καὶ διὰ συμβολαίου ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι ἀποδέχονται, ἵνα κατ’ ἄλλην ἡμέραν γένηται ἡ κλήρωσις· καὶ ὑπέβαλεν εἷς ἐξ αὐτῶν ἀναφορὰν περὶ τούτου, ἰσχυριζόμενος, ὅτι πάντες οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἦσαν πρόθυμοι νὰ δώσωσι τοιαύτην ὑπόσχεσιν. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον προσεκάλεσε πάντας διὰ τῆς Ἐφορίας, ἵνα προέλθωσιν εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν, τινὲς δὲ τῶν ἐνδιαφερομένων ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν συνῄνεσαν εἰς τοῦτο. Ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ δοθῇ λύσις εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε μένει ἐκκρεμές. Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπάρχει κενὸν ἐν τῷ Νόμῳ καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ περὶ τούτου πρόνοια, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε τὸ κενὸν τοῦτο ἐγένετο ἐπαισθητόν. Τούτου ἕνεκα προσεχῶς μετ’ ἄλλων νομοσχεδίων τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας θέλει ὑποβληθῇ καὶ νομοσχέδιον κανονίζον τὰ περὶ τούτου. Ὑποβάλλω δὲ τὰ ἔγγραφα περὶ τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ἀφηγήθην πρὸς ὑμᾶς.
§39ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νομοθετικῆς προνοίας· ἐὰν δὲν ἐγένετο ἡ κλήρωσις τὴν ἐπαύριον, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἄλλην ἡμέραν.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δυνάμεθα, παρελθούσης τῆς ὑπὸ τοῦ Νόμου τεταγμένης ἡμέρας, νὰ προβῶμεν ἀνευθύνως διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν κλήρωσιν, ἐὰν μὴ συναινῶσι πάντες οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Ἀλλὰ τινὲς τούτων ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν συγκατατίθενται.
§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Προκειμένου νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασεν ὁ Νόμος περὶ δηλώσεως τῶν γαιῶν, λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἰδιαιτέρως τῷ εἶχον ὑποβάλει ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν πλεονασμάτων. Τὸ ζήτημα τῶν πλεονασμάτων ἀποβλέπει εἰς πᾶσαν τὴν γεωργικὴν τάξιν· περὶ αὐτοῦ προέβλεψεν εἰδικὸς Νόμος, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὁποίου ὅμως ἐπήνεγκε μεγάλας ζημίας εἰς τοὺς γεωργούς. Ὅπως γνωρίζετε, ὁ Νόμος τῶν πλεονασμάτων ὁρίζει, ὅτι κατ’ ἔτος τὸ Δημόσιον ἐνοικιάζει τὰ πλεονάσματα τὰ μὴ δηλωθέντα. Ἀλλ’ ἐνοικιάζει ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζει οὔτε τὸ Δημόσιον, οὔτε ὁ ἐνοικιαστής, καθόσον ποτὲ δὲν ἔγινεν ἡ καταμέτρησις, δὲν ἔγινε κτηματολόγιον, δὲν ἐξευρέθη τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος γεωργὸς κατέχει· οἱ ἐνοικιασταὶ ἑπομένως ἐν τῇ ἀβεβαιότητι ταύτῃ ἐννοοῦσι νὰ κερδοσκοπήσωσι· καὶ ἔχομεν παράδειγμα τὴν ἐπαρχίαν τῶν Πατρῶν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὰ πλεονάσματα ἐνωκιάσθησαν διὰ 1200 δραχμὰς ὅλης τῆς ἐπαρχίας. Πῶς δὲ ἐξετελέσθη ἡ ἐνοικίασις αὕτη; Ἀκούσατε, κύριοι! Ὁ ἐνοικιαστής, συνοδευόμενος ἐννοεῖται ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, μετέβαινεν εἰς ἓν χωρίον, συνήντα τὸν πρῶτον χωρικόν, εἰς ὃν ἔλεγεν, ὅτι ἔχει πλεόνασμα, καὶ ἀπῄτει ὡρισμένον ποσόν. Ὁ δυστυχὴς ὁ χωρικὸς, βλέπων, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ του συνέταττε πρωτόκολλον δι’ 25 π. χ. δραχμὰς, ἐπλήρονε μέρος αὐτοῦ, καὶ οὕτως ἀπὸ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν οἱ ἐνοικιασταὶ εἰσέπραξαν 50,000 δραχμῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ ἀτόπημα τοῦτο καὶ δι’ εἰδικοῦ Νόμου νὰ προβλέψῃ, ὥστε νὰ πληρωθῇ τὸ κενὸν τοῦ Νόμου δηλαδὴ, ἐὰν ὑπάρχῃ πλεόνασμα πραγματικὸν, νὰ ἐπέλθῃ ὑποχρέωσις νόμιμος καὶ δικαία, ὑπηρετοῦσα συγχρόνως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Νόμος, εἰς ὃν ἀφορῶσιν αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ, δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν· κατὰ τὸν Νόμον ὅμως τοῦτον ἔχουσιν οἱ δηλωταὶ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζωσι τὰ τῶν πλεονασμάτων· ἐὰν δὲ ἐκτίθενται εἰς τὰ ἀτοπήματα, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς, τοῦτο συμβαίνει ἐξ ἰδίας αὐτῶν ὑπαιτιότητος, διότι ὁ Νόμος ἐπιτρέπει εἰς τοὺς δηλωτὰς ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους νὰ δηλώσωσι τὰ πλεονάσματα· ὅταν δὲ οὗτοι παραλείψωσι τοῦτο, τότε ἐκτελοῦνται τὰ τῆς μισθώσεως τῶν ἀδηλώτων. Ἡ μίσθωσις τῶν ἀδηλώτων κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἀπέτυχε, τουτέστι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς δημοπρασίας ὡρίσθησαν, ὑπῆρξαν ἐλάχιστα, οἱ δὲ ἀντὶ τῶν ποσῶν τούτων μισθώσαντες ἐκέρδησαν πολλά. Ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος ὑπῆρξαν τὰ μισθώματα σπουδαιότερα. Παρατηρεῖτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἐν ταῖς καταστάσεσι, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι, ἐνῷ διὰ τὸ 1887 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἴχομεν σημειώσει ἐκ τοῦ πόρου τούτου, στηριζόμενοι εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ παρελθόντος ἔτους, πρόσοδον 7,000 δραχμῶν, ἐπραγματοποιήθη μέχρι τοῦδε πρόσοδος 70,000 δραχμῶν, ἣν καὶ ἐνεγράψαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς δὲν ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὸν συναγωνισμὸν πολλοὶ καὶ ἑπομένως ἐγένοντο κατακυρώσεις μέχρις 7,000, ἀλλὰ κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος ἐγένοντο κατακυρώσεις μέχρις 70,000, καὶ δὲν εἶναι ἀπίθανον κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος νὰ κατακυρωθῶσιν αἱ μισθώσεις αὗται διὰ ποσὸν ἀνώτερον. Ἑπομένως δὲν βλέπω, ὅτι ἐκτίθενται οἱ δηλωταὶ σήμερον εἰς ἀδίκημα. Κατὰ τὸν Νόμον δύνανται οὗτοι ἐν ἀρχῇ ἑκάστου ἔτους νὰ δηλώσωσι τὰ πλεονάσματα καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἀπαλλάσσωνται ἀπὸ πάσης πιέσεως, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἤδη, ὅτε ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ Νόμος οὗτος λειτουργεῖ, θέλομεν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ἰδεῖ προσερχομένους τοὺς δηλωτὰς, ἵνα δηλώσωσι τὰ πλεονάσματα. Ἐὰν τοῦτο γενῇ, θέλει ἐκλείψει ἐντελῶς τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο παραστάσεις ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς ἐμὲ καὶ ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν.
§43ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουρ. τῆς Δικαιοσύνης). Καταθέτω ἔγγραφα, ἀναφερόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς πειθαρχικῆς καταδιώξεως καὶ τιμωρίας δικηγόρου τινὸς ἐκ Πατρῶν, περὶ ἧς κατά τινα συνεδρίασιν ἐπηρώτησεν ἔντιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔναυλος διαμένει εἰσέτι εἰς τὰς ἀκοὰς ὅλων ἡμῶν ἡ μακρὰ ἀγόρευσις, τὴν ὁποίαν ἀπήγγειλε κατὰ μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐβεβαίωσεν, ὅτι καὶ τὸ 1887 δὲν θὰ καταλίπῃ ἔλλειμμα, καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1888 θὰ παρουσιάσῃ ἀφεύκτως πλεόνασμα. Τὰ τηλεγραφικὰ σύρματα ἔσπευσαν νὰ ἀναγγείλωσι πανταχοῦ τὸ εὐφρόσυνον τοῦτο ἄγγελμα, αἱ δὲ φιλίως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον διακείμεναι ἐφημερίδες ἔγραψαν καὶ δὲν παύουν γράφουσαι ἐκτεταμένα ἄρθρα, παριστάνουσαι, ὅτι τὰ συμπεράσματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἀνεπίδεκτα πάσης ἀμφισβητήσεως. Ἀλλὰ μετὰ λύπης παρετήρησα, ὅτι, μὲ ὅλας τὰς διαβεβαιώσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ μὲ ὅλην τὴν προσπάθειαν, ἡ ὁποία καταβάλλεται ἀπὸ τὰ ὑπουργικὰ ὄργανα, ἡ ἀγόρευσις αὕτη δὲν παρήγαγε τὴν προσδοκωμένην ἐντύπωσιν, ἡ δὲ κοινωνία καὶ τὰ Χρηματιστήρια ἔμειναν ἐντελῶς ἀδιάφορα. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ ἔτος 1888 ἡ ἀδιαφορία καὶ ἡ δυσπιστία αὕτη θεωρεῖται ἀρκετὰ δεδικαιολογημένη, καθόσον ἀκόμη δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἔτος τοῦτο καὶ πᾶσα σκέψις καὶ ὑπολογισμὸς περὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ δὲν στηρίζεται, εἰμὴ ἐπὶ ἁπλῶν εἱκασιῶν. Φαίνεται ὅμως ἀνεξήγητος διὰ τὸ 1887, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα εἰς τὸν ἑνδέκατον μῆνα τοῦ ἔτους τούτου καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων νομίζει, ὅτι τὰ διδόμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη, εἶναι θετικὰ καὶ ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως. Τὴν ἐξήγησιν τοῦ δυσάρεστου τούτου φαινομένου εὑρίσκομεν εἰς τὸ παρελθὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, παρελθὸν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου, ὁσάκις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλῇ περὶ ἰσοζυγίων καὶ πλεονασμάτων, οἱ λόγοι του δὲν ἔχουσι τὸ ἀπαιτούμενον κῦρος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὄχι μόνον κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν Προϋπολογισμῶν ὑποπίπτει εἰς ἀσυγγνώστους πλάνας, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα τῶν Ἀπολογισμῶν διαφέρουσιν ἀπὸ τὰς προβλέψεις τῶν Προϋπολογισμῶν κατὰ δεκάδας ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ ὁσάκις, διαρκούσης τῆς χρήσεως, ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, ὑπέπεσεν εἰς τερατώδη λάθη, ἕνεκα δὲ τούτου οὐδεὶς δύναται νὰ πιστεύῃ εἰς ὅσα λέγει. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτε κατὰ μῆνα Νοέμβριον τοῦ 1885 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1885, ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἔμελλε νὰ ἀφήσῃ περίσσευμα. Ἐπειδὴ δὲ ὁ τότε βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Χοϊδᾶς τὸν διέκοψεν, εἰπὼν, ὅτι τὰ αὐτὰ ἔλεγε καὶ περὶ τοῦ 1884, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασεν, ἀπαντῶν εἰς αὐτὸν, νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι, ἂν καὶ συνέβησαν πολλαὶ ἔκτακτοι καὶ ἀπρόβλεπτοι περιστάσεις, μολαταῦτα οὐδεμίαν ἔχει ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ τὸ 1884, ἐὰν δὲν ἀφήσῃ περίσσευμα, θέλει ὅμως κλείσει μὲ ἰσοζύγιον. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ νὰ ἴδητε πόσον ἀπομακρύνεται τῆς ἀληθείας, ὁσάκις ὁμιλῇ περὶ πλεονασμάτων καὶ ἰσοζυγίων. «Καὶ πέρυσιν», εἶπεν, «εἴχομεν περίσσευμα, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, μεθ’ ὅλα τὰ ἐπελθόντα δυσάρεστα, θέλει ἀπολήξει σχεδὸν εἰς ἰσοζύγιον. Εἶναι πρόδηλον ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα παρέστησα πρὸ ὀλίγου ὡς πιθανὰ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἀνεφύοντο αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι τοῦ τρέχοντος ἔτους.... βεβαίως θὰ εἴχομεν περίσσευμα καὶ περίσσευμα ἀνώτερον τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.» Νοέμβριος τοῦ 1884 ἦτο, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1884, ἐβεβαίονε τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν, ὅτι ἤθελεν ἔχει ἰσοζύγιον· καὶ ὅμως, ὅτε ἔληξεν ἡ χρῆσις καὶ συνετάχθη ὁ Ἀπολογισμὸς, ἀντὶ ἰσοζυγίου παρουσιάσθη ἔλλειμμα, καὶ ποῖον ἔλλειμμα; 30,600, 000· μικρὰ, βλέπετε, καὶ ἀσήμαντος ἡ διαφορά. Δὲν ἐπλανήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰμὴ μόνον κατὰ 30,600,000. Τὸν Νοέμβριον τοῦ 1884, λαλῶν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1884, ἐβεβαίωσε τὸ ἰσοζύγιον· τὸν Νοέμβριον τοῦ 1887 βεβαιόνει τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ τὸ ἔτος τοῦτο δὲν θὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα. Εἶχε καὶ τότε ὑπ’ ὄψει τὰ διδόμενα, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ σήμερον, ἤτοι τὰ μέχρι τέλους τοῦ Σεπτεμβρίου ἀποτελέσματα· ἀφοῦ δὲ ἐπλανήθη τότε κατὰ 30,600,000, ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι δὲν πλανᾶται καὶ σήμερον, πιστεύων, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1887 θὰ κλείσῃ ἐν ἰσοζυγίῳ, ἢ ὅτι θ’ ἀφήσῃ καὶ περίσσευμα; Ἀλλ’ ἴσως ἀντιτάξῃ τις εἰς τοῦτο, ὅτι ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1884 μέχρι Νοεμβρίου 1887 παρῆλθον τρία ὁλόκληρα ἔτη καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδιδάχθη πολλά, ἀπέκτησε γνώσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶχε τότε, καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμῃ ἀκριβεστέρους ὑπολογισμοὺς καὶ νὰ μὴ σφάλλῃ, ὅσον ἔσφαλλε τότε. Διὰ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν μεταβολὴν ταύτην ἡμεῖς, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν παραδεχθῇ κατὰ πρῶτον λόγον αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργός· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ὤφειλε νὰ πράξῃ ὅ,τι πράττουν πάντες οἱ εἰλικρινῶς μετανοοῦντες ἁμαρτωλοί, νὰ ὁμολογήσῃ δηλαδὴ ἐν συντριβῇ καρδίας, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα δὲν εἶχε τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, ὅπως προβλέπῃ τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα, ὅτε συνέταττε τοὺς Προϋπολογισμούς, οὔτε νὰ τὰ ἀντιλαμβάνηται ἐν τῷ μέσῳ τῆς χρήσεως, νὰ ζητήσῃ δὲ συγχώρησιν, δι’ ὅσα ἐκ τῆς ἀπειρίας του ταύτης ἐπῆλθον δυσάρεστα, τὰ ὁποῖα ἔβλαψαν μεγάλως τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι, ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα ἔφθασαν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι ζήτημα ἐὰν καὶ πότε θέλωμεν δυνηθῆ νὰ ἐξέλθωμεν, πρώτη αἰτία εἶναι οἱ ἐσφαλμένοι ὑπολογισμοί· ἐπειδὴ οἱ συντάττοντες τοὺς Προϋπολογισμοὺς δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ὑπολογίσωσιν ἀκριβῶς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, καὶ ἐπειδὴ ἀνέγραφον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔσοδα πολὺ ἀνώτερα τῶν πραγματικῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐξώγκονον τὰ ἔξοδα, ὡς ἐκ τούτου ἐπήρχετο τὸ ἔλλειμμα καὶ ἡ ἀνωμαλία. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὄχι μόνον δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι ἔσφαλλε τότε, καὶ ὅτι ἕνεκα τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν, εἶναι σήμερον εἰς κατάστασιν νὰ μὴ σφάλλῃ, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας καυχᾶται, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1882, ὅτε ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, εἶχε σύστημα οἰκονομικόν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἐφήρμοσε μεθ’ ὅλης τῆς ὑπομονῆς, καὶ ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔτι καὶ νῦν ὑποστηρίζει, δὲν εἶναι, εἰμὴ ἔντασις τοῦ αὐτοῦ συστήματος. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἁπλῆ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος ἔφερε τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα γινώσκομεν, ἀπὸ τὴν ἔντασιν αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν ἄλλο, εἰμὴ ἔντασιν καὶ αὔξησιν τῶν αὐτῶν ἀποτελεσμάτων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως εἶναι τοσοῦτον πεπεισμένος περὶ τῆς ὀρθότητος καὶ ἐπιτυχίας τοῦ συστήματός του, ὥστε δὲν παύει καταρώμενος τὴν 7 Ἀπριλίου, ὡς ἀνακόψασαν τὴν ἐθνοσωτήριον αὐτοῦ πορείαν, καὶ διατεινόμενος, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης ἦτο προϊόν δημοκοπίας καὶ πλάνης, διὰ τὴν ὁποίαν μετανοήσας μετ’ οὐ πολὺ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐξήσκησε διὰ τῆς κοινῆς γνώμης τοιαύτην πίεσιν ἐπὶ τῶν Βουλευτῶν, ὥστε ἠναγκάσθησαν νὰ τὸν ἐπαναφέρουν εἰς τὰ πράγματα, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματός του. Ἐπὶ τέλους καυχᾶται, ὅτι τὸ σύστημά του, ἐφαρμοσθὲν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἐπέτυχε πληρέστατα, καὶ μακαρίζει ἑαυτὸν καὶ τὸ Ἔθνος διὰ τὴν ἐπιμονήν του καὶ διὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν, σᾶς παρουσίασε δὲ, ὡς προεῖπον, καὶ πίνακάς τινας, διὰ τῶν ὁποίων φρονεῖ, ὅτι ἐπικυροῦνται τὰ συμπεράσματά του. Θέλω ἐνασχοληθῆ διὰ βραχέων εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν πινάκων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται τὰ συμπεράσματα τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ πρὸ τούτου θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἀνακαλέσω μὲν εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐφαρμόζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ἐνθυμίσω δὲ καὶ πρὸς αὐτὸν ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐπανῆλθε κατὰ τὸ 1886 εἰς τὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ ἀκουσθῇ μίαν ἔτι φορὰν, ὅτι οὔτε ἐπόθησεν οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ποθήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοσοῦτον ταχέως τὴν ἐπάνοδόν του εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ὅτε ἤρχισεν ἐφαρμοζόμενον τὸ περιλάλητον τοῦτο σύστημα, ἤτοι ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους 1882, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ Τόπου ὁ κ. Τρικούπης, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἐλάμβανον πρόσθετον αὔξησιν, ἡ ὁποία, κατὰ τοὺς ὑποβληθέντας εἰς τὴν Βουλὴν ὑπολογισμοὺς ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέβαινεν εἰς 12,000,000, προερχόμενα ἐν μέρει μὲν ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἐν μέρει δὲ ἀπὸ τὴν κανονικὴν αὔξησιν τὴν ἐκ τῆς προόδου τοῦ τόπου. Εἰς τὰ ταμεῖα καὶ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου ὑπῆρχον μεγάλα περισσεύματα ἐκ τῶν προηγουμένων δανείων καὶ προμηθειῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς προηγουμένης χρήσεως ἄφινον ὑπόλοιπον 30,000,000 δραχμῶν. Ἡ δημοσία πίστις εὑρίσκετο εἰς σημεῖον εὐάρεστον. Τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἐκδοθὲν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐπὶ τιμῇ πολὺ ἀνωτέρα ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν κυκλοφοροῦσι σήμερον τὰ χρεώγραφα ἡμῶν, ἐκαλύφθη δὶς, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ὑπερτίμησις, ἥτις ἐπλησίασε ν’ ἀναβιβάσῃ τὴν τιμὴν ἑκάστης ὁμολογίας εἰς τὰς δραχμὰς 400. Περιπλέον εἶχεν ὡριμάσει ἡ ἰδέα, ὅτι ἦτο ἤδη καιρὸς νὰ ἐπιβληθῶσιν οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τῶν πνευματωδῶν ποτῶν καὶ τοῦ οἴνου, ἐκ τῆς μετρίας καὶ καταλλήλου ἐπιβολῆς τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλισθῇ πρόσοδος ἐπαρκὴς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δανείων πρὸς ἐπαύξησιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὅτε ἤρχισε νὰ ἐφαρμόζηται τὸ σύστημα· ἡ ἐφαρμογὴ δὲ αὐτοῦ ἀπεῤῥόφησε τὴν πρόσθετον αὔξησιν τῶν 12,000,000, κατέφαγε τὰ περισσεύματα τῶν 30,000,000, ἐπέβαλε τοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως, τοὺς ὁποίους προανέφερον, καὶ τοὺς ἐπέβαλε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν βιομηχανίαν ἔβλαψεν, ἐσύστησε τρία νέα μονοπώλια, ἤτοι τὰ μονοπώλια τοῦ σιγαροχάρτου, τῶν πυρείων καὶ τοῦ πετρελαίου, διὰ τῆς συστάσεως δὲ αὐτῶν ἀφήρεσε τὰ μέσα τοῦ ζῆν ἀπὸ πολλὰς οἰκογενείας, αἱ ὁποῖαι ἠσχολοῦντο εἰς τὴν κατασκευὴν καὶ τὸ ἐμπόριον τῶν ἀντικειμένων τούτων. Πλὴν τούτων ἐπηύξησε τοὺς φόρους, ἐν γένει μὲν κατὰ 12% διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, εἰδικῶς δὲ καὶ κατὰ προσθήκην κατὰ 10–20% τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη καὶ τοὺς φόρους τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοὺς φόρους τῶν ζώων. Παραλείπω τὸ νέον δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάρυνεν ὑπερμέτρως πολλὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἀλλ’ ὅλοι οἱ πόροι οὗτοι δὲν ἤρκεσαν νὰ καλύψουν τὴν πρὸς τὰς δαπάνας τάσιν τοῦ συστήματος, ὥστε εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ ἐπανειλημμένως καὶ εἰς τὴν συνομολόγησιν νέων δανείων. Ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἐξωγκοῦντο τὰ ἔξοδα, καὶ τὰ ἐλλείμματα ἐλάμβανον μεγαλειτέρας διαστάσεις, ἡ δημοσία πίστις κατέπεσεν εἰς βαθμὸν ἀπίστευτον· ἐνῷ κατὰ τὸ 1881 τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἐκδοθὲν πρὸς 373 δραχμὰς, ἐκαλύφθη δὶς, τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ἐκδοθὲν μὲ τιμὴν πολὺ κατωτέραν, δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ εὕρῃ ἀγοραστὰς, καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων, ἠναγκάσθη νὰ ἐνεχυριάσῃ τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τούτου πρὸς 250 δραχμὰς ἑκάστην· μολονότι δὲ οἱ λαβόντες αὐτὰς ὡς ἐνέχυρον εἶχον δικαίωμα αἱρέσεως καὶ ἠδύναντο νὰ τὰς ἀγοράσωσι πρὸς 300 δραχμὰς, δὲν ἤθελον νὰ ἐνασκήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ἠπείλουν καθ’ ἑκάστην νὰ τὰς ἐκθέσωσιν εἰς τὰ χρηματιστήρια πρὸς πώλησιν. Σύστημα τοιοῦτον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐξαντλήσῃ τὴν ὑπομονὴν καὶ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐπὶ τριετίαν ὑπεστήριζε τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ μάλιστα κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον αὐτῆς προσῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προτείνων νέα φορολογικὰ βάρη, ἤτοι τὴν φορολογίαν τῶν καυσοξύλων καὶ τῶν φουρκάδων, καὶ τὴν αὔξησιν τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἰδίως τὸν διπλασιασμὸν τῶν δικαστικῶν τελῶν. Ἐδέησεν ἑπομένως νὰ γίνῃ χρῆσις τοῦ Βασιλικοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς, ὅστις δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτοῦ, καταδικάσας τὸ σύστημα πανηγυρικῶς· ἡ ἧττα τῆς ὑπουργικῆς φάλαγγος ὑπῆρξε πλήρης, δὲν ἐσώθησαν, εἰμὴ μόνον τινὲς τῶν Ὑπουργῶν καὶ ὀλίγοι ἐκ τῶν φίλων αὐτῶν, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων εἶχον συνδυασθῆ ἕνεκα τοπικῶν λόγων μετὰ ἀντιπολιτευομένων. Καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐχαριστεῖται νὰ λέγῃ, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου ἦσαν προϊὸν δημοκοπίας καὶ πλάνης. Νομίζω, ὅτι δὲν ἤθελεν ἔχει τὴν τόλμην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λέγῃ τὰ τοιαῦτα, ἐὰν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ συγκρίνῃ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ὡς κυβερνήτης τῆς χώρας ἠκολούθησε, μὲ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον πρὶν ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν διετύπονεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶναι βαρεῖς, ἔλεγε τότε, οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους πληρόνει τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος,—ἂν καὶ ἡ τότε φορολογία δὲν ὑπερέβαινε τὰ 35,000,000,—εἶναι βαρεῖς καὶ πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσιν. Ἀλλ’ ἐλθὼν εἰς τὰ πράγματα, ἐλησμόνησε τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην, καὶ ἡ φορολογία ἀνεβιβάσθη εἰς 70,000,000 καὶ ἐπέκεινα. Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, ἔλεγεν, εἶναι πολυδάπανος, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ περισταλῇ διὰ μεγάλων οἰκονομιῶν. Καὶ ὅμως, ἐνῷ τότε τὰ ἔξοδα περιωρίζοντο εἰς 45 ἕως 48 ἑκατομμύρια, σήμερον δὲν ἀρκοῦσιν οὔτε 95,000,000. Τότε εὕρισκεν, ὅτι εἶναι πολυτέλεια καὶ ζημία ἐθνικὴ τὸ νὰ δαπανῶμεν διὰ τὸν στρατὸν 12,000,000, καὶ ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ εἰς τρόπον, ὥστε ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ καταβιβασθῇ εἰς 7,000,000, ἐδογμάτιζε δὲ, ὅτι Ἔθνη, τὰ ὁποῖα φροντίζουν νὰ ἔχουν πολὺν στρατὸν καὶ ναυτικὸν, καὶ παραβλάπτουσιν ἐκ τούτων τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν κατάστασιν, καθίστανται ἀνίκανα νὰ ἐκπληρώσωσι τὸν προορισμόν των, καὶ ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἤθελε νὰ παραιτηθῇ τῶν πόθων αὑτῆς, ὤφειλεν, ἐλαττοῦσα τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, νὰ φροντίσῃ νὰ ρυθμίσῃ τὰ οἰκονομικά της. Ἀλλ’ ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπερέβη τὰ 24,000,000. Κατεδίκαζε τὴν συναλλαγὴν, καὶ ὅμως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἡ συναλλαγὴ ἀνεβιβάσθη εἰς ἐπιστήμην, ἐν γένει δὲ πᾶσα ἡ πολιτεία αὐτοῦ ἦτο διηνεκὴς ἀναίρεσις τοῦ προγράμματός του, καὶ διὰ τοῦτο ἑπόμενον ἦτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καλούμενος ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ, νὰ τὸν καταδικάσῃ, ὡς τὸν κατεδίκασεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καυχᾶται, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνεγνώρισε ταχέως τὴν πλάνην του, καὶ διὰ τοῦτο ἐπίεσε τοὺς ἰδίους Ἀντιπροσώπους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐκλέξει, ὅπως τὸν καταβιβάσωσιν ἀπὸ τὴν Ἀρχὴν, καὶ τοὺς ἠνάγκασε νὰ τὸν ἐπαναφέρωσιν εἰς αὐτήν. Θαυμάζω, Κύριοι, πῶς ἀνὴρ πολιτικὸς, οἷος ὁ κ. Τρικούπης, ἐπιτρέπει εἰς ἑαυτὸν νὰ λέγῃ δημοσίως τοιαῦτα πράγματα, ἀφοῦ ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει ὑπὸ ποίας περιστάσεις καὶ ἐκ τίνος ἀνάγκης ἐβιάσθησάν τινες τῶν Βουλευτῶν τῆς 7 Ἀπριλίου νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸν ψῆφον, καὶ ν’ ἀνεχθῶσι τὴν ἐπάνοδόν του εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἡ Βουλὴ τῆς 7 Ἀπριλίου διέκειτο πάντοτε δυσμενῶς πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, τὸ φρόνημά της δὲ τοῦτο ἐξεδήλωσε τρανῶς κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. Ἐνῷ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ κ. Τρικούπης ὤθει τὴν τότε Κυβέρνησιν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεργείας, καὶ ἐδογμάτιζεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται οὐδεμία συζήτησις περὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς, ἐναντιούμενος καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς φίλους της, ὁσάκις οὗτοι ἐζήτουν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἵνα δυνηθῶσι νὰ δώσωσι συμβουλήν τινα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, αἴφνης ὁ κ. Τρικούπης μετέβαλε πολιτικὴν, ἐκήρυξε τὸ Ἔθνος ἀνίκανον πρὸς ἐνέργειαν, ἀπεκάλεσε τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος ἀγέλην, καὶ ἔθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἀνέλθῃ αὐτὸς εἰς τὴν ἐξουσίαν· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν πρότασίν του καὶ πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν ἔκαμον εἰς αὐτὸν τὴν παρατήρησιν, ὅτι ματαιοπονεῖ φέρων ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἐνώπιον Βουλῆς, τῆς ὁποίας γνωρίζει τὰς διαθέσεις, Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐστάλη ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἵνα τὸν καταῤῥίψῃ, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἐπουλώθησαν ἀκόμη αἱ πληγαὶ, τὰς ὁποίας ἡ τριετὴς αὐτοῦ διοίκησις εἶχεν ἀνοίξει. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπέλαυε τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, παρῃτήθη, ὁ δὲ κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος καυχᾶται σήμερον, ὅτι εἶχε κατασταθῆ τότε δημοτικώτατος καὶ ἀπελάμβανε πᾶσαν τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, τοσοῦτον ἦτο πεπεισμένος περὶ τοῦ ἐναντίου, ὥστε κληθεὶς ἀπὸ τὸν Ἡγεμόνα ν’ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐτόλμησε, διότι ἐγνώριζε κάλλιστα τὰς διαθέσεις καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ. Τὸ Στέμμα τότε, ἐν τῷ δικαιώματι αὐτοῦ, ἀνέθεσε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ λεγόμενον ἄχρουν Ὑπουργεῖον, τοῦτο δὲ, ἀντὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἀμέσως πᾶν ὅ,τι αἱ περιστάσεις τῆς χώρας ἀπῄτουν, ἐσταύρωσε τὰς χεῖρας καὶ ἐκάλει τὴν Βουλήν, οὐχὶ ὅπως ζητήσῃ γνώμην ἢ συνδρομὴν παρ’ αὐτῆς, ἀλλ’ ὅπως προτείνῃ αὕτη ἄλλο Ὑπουργεῖον. Ἐλησμόνησαν τὰ μέλη τοῦ ἀχρόου, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς, ἡ δὲ Βουλὴ ἐπιδρᾷ ἐμμέσως εἰς τὸν σχηματισμὸν καὶ τὴν διατήρησιν τῶν Ὑπουργείων, ἐκπληροῦσα τὰ καθήκοντά της· ἀλλὰ τότε οὐδὲν καθῆκον εἶχε νὰ ἐκπληρώσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα τὸ Στέμμα ἔκρινεν ἄξια τῆς ἐμπιστοσύνης του, ὤφειλον νὰ προβῶσιν ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν δεόντων, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ καλέσωσι τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις συνῆλθε καὶ αὕτη· ἡ πλειοψηφία ἔμενε πάντοτε εἰς τὴν θέσιν της, ἀλλὰ δυστυχῶς διῃρέθη κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, διότι τινὰ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας ἐπεθύμουν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ἄλλα δὲ, καίπερ ἔχοντα τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν, ἐθεώρησαν τοῦτο, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, μὴ κατορθωτὸν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποτελέσωσι μόνα των πλειονοψηφίαν, ἠναγκάσθησαν νὰ συνταχθῶσι μετὰ τῶν φίλων τοῦ κ. Τρικούπη καὶ νὰ τὸν ἀναδείξωσι πλειονοψηφοῦντα. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἐπανόδου τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν ἐξουσίαν. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὰ ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ πρόσωπα, ὅσα ἔδωκαν ψῆφον εἰς τὸν κ. Τρικούπην καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων ἤμην καὶ ἐγὼ, δὲν ἐσκέπτοντο οὔτε περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, οὔτε περὶ ἄλλου τινὸς ἐσωτερικοῦ ζητήματος· ἔβλεπον, ὅτι οἱ στόλοι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων εἶχον ἀποκλείσει τὰ παράλια ἡμῶν, καὶ ὅτι πολλαὶ νῆσοι καὶ πόλεις ἤρχισαν νὰ στερῶνται τῶν πρὸς τὸ ζῆν, καὶ τὸ προϊὸν πολλῶν ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων ἐκινδύνευε νὰ καταστραφῇ, δι’ ἔλλειψιν θείου, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἵστατο ἀντιμέτωπος πρὸς τὸν τουρκικὸν καὶ κίνδυνος ἦτο ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ συμβῶσι συμπλοκαὶ, ὡς καὶ συνέβησαν ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις δὲν κατείχοντο εἰμὴ ὑπὸ μόνης τῆς ἰδέας, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ σχηματισθῇ ἀμέσως Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν τόλμην, ἧς ἐστερεῖτο τὸ ἄχρουν, ἵνα ἐκτελέσῃ ὅσα αἱ περιστάσεις ὑπηγόρευον. Ἂν ὁ κ. Τρικούπης εἶχε τόσον πατριωτισμὸν, ὅσην ἔδειξε φιλαρχίαν, νομίζω, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην δὲν ἔπρεπε νὰ ζητῇ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι ἐγνώριζεν ὁποῖαι ἦσαν αἱ πρὸς αὐτὸν διαθέσεις τῆς Βουλῆς· ὤφειλε μάλιστα, ἀφοῦ τῷ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ πλησιάσῃ τὸ Στέμμα καὶ ἀφοῦ συνέβη, κατὰ παράδοξον ἀληθῶς σύμπτωσιν, οἱ ἀποτελέσαντες τὸ ἄχρουν Ὑπουργεῖον νὰ ἦναι πολιτικοὶ φίλοι του, ὤφειλε, λέγω, νὰ συμβουλεύσῃ πάντας, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ καὶ νὰ παρέρχωνται αἱ ἡμέραι, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἀμέσως ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, τοὺς ὁποίους ὁ Βασιλεὺς ἐκάλεσε, πάντα ὅσα οὗτος κατόπιν ἐξετέλεσε καὶ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὁποίων οὐδεμία τότε ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις. Ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς παρετάθη ὁ ἀποκλεισμὸς, συνεπλάκη ὁ στρατὸς εἰς τὰ σύνορα καὶ συνέβη τὸ δυστύχημα τῆς Κούτρας. Πᾶσαι αὗται αἱ ἀποτυχίαι καὶ αἱ ἀτιμώσεις ἐπιβαρύνουσιν ἐκείνους, οἵτινες ἀμέσως ἢ ἐμμέσως συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀναβολήν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι ἐπεθύμησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἐπάνοδον τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ἐπίεσε τοὺς Ἀντιπροσώπους, ἵνα συνταχθῶσι μετὰ τῶν φίλων του. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ παρελθὸν, ἠθέλομεν εἶσθαι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητοι, ἐὰν περιεμένομεν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην, οὐδ’ ἐφαντάσθημεν ποτὲ, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ἐπανερχόμενος, ἤθελεν ἐπανορθώσει τὰ οἰκονομικὰ, ἀφοῦ ἐπὶ τριετίαν διαχειριζόμενος αὐτὰ τὰ κατέστρεψεν. Ἡ σημασία τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Τρικούπη· ὁ κ. Τρικούπης ἐγνώριζε κάλλιστα, ὅτι ἡ μεγάλη πλειονοψηφία, ἡ ὁποία τὸν ἔφερεν εἰς τὴν Ἀρχὴν, ἦτο προσωρινὴ, καὶ ὅτι ἤθελεν ἐκλείψει, ἅμα παρήρχοντο αἱ δυστυχεῖς περιστάσεις. Διὰ τοῦτο ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς τοὺς νέους περὶ ἐκλογῶν νόμους, ἵνα ἔχῃ τούτους ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τῆς Βουλῆς, ἐὰν, ὡς προέβλεπεν, ἤθελε τὸν ἐγκαταλείψει· ἕνεκα δὲ τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκετο ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ὑπέκυψε καὶ ἐπεψήφισε τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον σκοπὸν ἄλλον, παρὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὅπλον, ἵνα συντρίψωσι τὴν κεφαλήν της, ὅπερ καὶ συνέβη. Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔντασιν, ὡς τὴν ὀνομάζει, τοῦ οἰκονομικοῦ του συστήματος, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔδειξεν ἀμέσως, ὅτι δὲν ἦτο διατεθειμένη νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑποστηρίζουσα αὐτόν. Ἐγένετο λοιπὸν ἡ διάλυσις, διὰ τὴν ὁποίαν ἐχρησίμευσεν ὡς ὅπλον ἡ μεταβολὴ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, οὕτω δὲ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον νέας Βουλῆς, προερχομένης ἀπὸ τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν. Εἰς τὴν νέαν Βουλὴν ὑπεβλήθη ἡ ἔντασις τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤτοι ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ τὸ 1887. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀνέρχονται εἰς 95,000,000, ἐπειδὴ δὲ τὰ μέχρι τοῦδε ἔσοδα τοῦ Κράτους περιορίζονται εἰς 60,000,000 δραχ., ἦτο ἀνάγκη νὰ εὑρεθῶσιν ἄλλα 35,000,000, ταῦτα δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινε νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῆς φορολογίας, ἤτοι ἀπὸ τὴν διαῤῥύθμισιν καὶ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων· ἐπρότεινε, μὲ ἄλλας λέξεις, προσθήκην φορολογίας ἐκ 35,000,000. Ἀλλ’ ἐκ τῶν 60,000,000, τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραττομένων, μόνον τὰ 45,000,000 προέρχονται ἐκ φορολογίας, τὰ δὲ λοιπὰ ἀνήκουσιν εἰς διάφορα ἄλλα ἔσοδα, ἑπομένως διὰ τῆς ἀπαιτήσεως ἄλλων 35,000,000 αὐξάνει ἡ φορολογία διὰ μιᾶς κατὰ 80%. Ἀπέναντι τοιούτων προτάσεων ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐξεγερθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, καθόσον ἐφρόνει, ὅτι καὶ οἱ πρότερον ἰσχύοντες φόροι ἦσαν ὑπέρογκοι, δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν ὑπάρχῃ Ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ φόροι ἀπὸ ἑνὸς ἔτους εἰς ἄλλο ἔλαβον τοιαύτην αὔξησιν. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐλέγξω τοὺς φρονοῦντας, ὅτι ἡ φορολογία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἐλαφρὰ καὶ ἐπιδεκτικὴ αὐξήσεως, μετὰ τῶν ὁποίων συντάσσεται δυστυχῶς κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, λησμονῶν ὅσα ἔλεγεν ἄλλοτε, ὅτε ὑπεστήριζεν, ὅτι ἡ φορολογία ἦτον ὑπέρογκος παρ’ ἡμῖν καὶ ὅτι ἡ μὴ ἐλάττωσις αὐτῆς ἤθελεν ἐπιφέρει ζημίαν καὶ ὀπισθοδρόμησιν. Πολλὰ ἐῤῥέθησαν περὶ τῆς ἀναλογίας τῶν φόρων καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δύναται νὰ ἐξευρεθῇ κατὰ προσέγγισιν, ἂν ἡ φορολογία Ἔθνους τινὸς ἦναι ἀνωτέρα ἢ μικροτέρα τῆς φορολογίας ἄλλου Ἔθνους. Καὶ ἄλλοι μὲν ἔλαβον ὡς βάσιν τὴν ἀναλογίαν κατὰ κεφαλὴν, ἄλλοι δὲ ἐστήριξαν τοὺς ὑπολογισμούς των ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οὐδέτερον τῶν συστημάτων τούτων δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἀσφαλὲς ἀποτέλεσμα καὶ ὅτι ὁ θέλων νὰ σχηματίσῃ ἀκριβῆ ἰδέαν, ἂν Ἔθνος τι φορολογῆται βαρύτερον ἢ ἐλαφρότερον ἄλλου Ἔθνους, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ πόσα εἰς ἑκατέραν τῶν δύο χωρῶν πληρόνουσιν οἱ ἔχοντες τὸ αὐτὸ εἰσόδημα φορολογούμενοι. Ὑπάρχει ἰδέα, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἀγγλίας εἶναι ὁ μᾶλλον φορολογούμενος. Ἀλλ’ ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ πολίτης, ὁ ἔχων καθαρὸν εἰσόδημα 80 λιρῶν, ἤτοι 2 χιλιάδων δραχμῶν, δὲν πληρόνει οὐδένα φόρον, διότι τὰ κατώτερα τῶν 80 λιρῶν εἰσοδήματα δὲν ὑπόκεινται εἰς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Ἔγγειος φόρος εἰς τὴν χώραν ἐκείνην δὲν ὑπάρχει, εἰμὴ δι’ ὀλίγιστα μόνον κτήματα· ἐπίσης δὲν ἐπιβάλλεται καὶ φόρος ἐπιτηδεύματος, εἰμὴ μόνον εἰς τοὺς πωλοῦντας τὰ ποτὰ καὶ τὸν καπνόν· τὰ ζῷα δὲν φορολογοῦνται, κατὰ δὲ τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον, ὅλα τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα ἀντικείμενα τῆς κοινῆς χρήσεως εἶναι ἀπηλλαγμένα τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους. Ἑπομένως, ὁ πολίτης, ὁ ἔχων εἰσόδημα ὀλιγώτερον τῶν 80 λιρῶν, δὲν πληρόνει, εἰμὴ μόνον ἐμμέσως φόρον τινὰ διὰ τὸν ζῦθον καὶ τὸν καπνόν· ἀλλ’ ἐὰν ὁ ζῦθος θεωρῆται ἀναγκαῖος, ὁ καπνὸς ὅμως δὲν εἶναι τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης καὶ δύναταί τις νὰ τὸν ἀποφύγῃ. Ἐξετάσατε ἤδη πόσα πληρόνει ἐν Ἑλλάδι ὁ παραγωγὸς, ὁ ἔχων καθαρὸν εἰσόδημα 2 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐὰν οὗτος ἦναι π. χ. σταφιδοκτήμων, διὰ νὰ ἔχῃ εἰσόδημα 2 χιλιάδων δραχμῶν, πρέπει νὰ παράγῃ σταφιδόκαρπον ἀξίας 4 χιλιάδων δραχμῶν, διότι τὸ ἥμισυ ἀποῤῥοφᾶται ὑπὸ τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, ἐπειδὴ δὲ ἡ σταφὶς ὑποβάλλεται εἰς ἄμεσον φόρον 10% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ὁ παραγωγὸς οὗτος θέλει πληρώσει ἄμεσον φόρον 400 δραχμὰς, τὰ χρήματα δὲ, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, θέλει τὰ μεταχειρισθῆ εἰς τὸ νὰ ἀγοράσῃ ἄρτον, κρέας καὶ λοιπὰ τρόφιμα, νὰ προμηθευθῇ ἐνδύματα καὶ νὰ πληρώσῃ ἐνοίκιον, πάντα δὲ ταῦτα ἐπιβαρύνονται μὲ φόρους, οἱ ὁποῖοι πίπτουσι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Ὑπάρχουσι μάλιστα ἀντικείμενα κοινῆς χρήσεως καὶ πρώτης ἀνάγκης, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸ τελευταῖον τελωνειακὸν δασμολόγιον, φορολογοῦνται μὲ 50%, καί τινα, τῶν ὁποίων ὁ φόρος πλησιάζει ἢ καὶ ὑπερβαίνει τὴν ἀξίαν, ὅπως εἶναι ἡ ζάκχαρις καὶ ἄλλα· ὥστε δὲν εἶναι ὑπερβολὴ, ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι ὁ ἔχων ἐτήσιον εἰσόδημα 2,000 δραχμῶν καὶ πληρώσας ἤδη 400 δραχμὰς δι’ ἄμεσον φόρον, πληρόνει καὶ ἄλλα τόσα τοὐλάχιστον δι’ ἀμέσους φόρους. Μετὰ τὴν παραβολὴν ταύτην, κρίνατε ὑμεῖς, ἐὰν ὁ Ἕλλην φορολογῆται ἐλαφρότερον ἀπὸ τὸν Ἄγγλον. Εἶχε λοιπὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις δίκαιον ν’ ἀντιταχθῇ πέρυσιν εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη, καὶ νὰ πολεμήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Βλέπουσα δὲ, ὅτι καθίστατο δύσκολος ἡ ἐπίτευξις τοῦ ἰσοζυγίου, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν ἔφθασαν τὰ οἰκονομικὰ, ἐπρότεινεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνωσι μεγάλαι οἰκονομίαι εἰς τοὺς προϋπολογισμούς ὅλων τῶν Ὑπουργείων καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἐπὶ τέλους δὲ, ὡς μέτρον ἐσχάτης ἀνάγκης, ἐσύστησε καὶ τὴν συγκαταθέσει τῶν δανειστῶν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ χρεωλυσίου. Ἀλλὰ τὰς προτάσεις ταύτας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἴδετε πῶς τὰς ἐχαρακτήρισαν καὶ πῶς τὰς χαρακτηρίζουσιν, ὡς προτάσεις χρεωκοπίας, καὶ θέλουσι νὰ ἐπιῤῥίψωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς ἡμᾶς τὴν μομφὴν, ὅτι ὑπεστηρίξαμεν τὴν χρεωκοπίαν, ἐνῷ ἡμεῖς ἀπὸ τόσων ἐτῶν λέγομεν εἰς τοὺς κυβερνήτας καὶ τὴν Βουλήν: προσέξατε, διότι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖτε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον παρασκευάζει ἄλλην κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀπηυχήθημεν πάντοτε καὶ ἀπευχόμεθα. Θέλω ἐκθέσει μετ’ ὀλίγον, διατὶ δὲν παραδέχομαι τὰ συμπεράσματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ πρὸς στιγμήν, ὅτι θέλει κατορθωθῆ κατὰ τὸ 1887 ἡ εἴσπραξις ὁλοκλήρου τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ, οὐδόλως θέλω συγχαρῆ διὰ τοῦτο οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε τὸ Ἔθνος· ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ ὑπέρογκον τῆς ἐπιβληθείσης φορολογίας, καὶ φρονῶν ἐν πεποιθήσει, ὅτι, ὅταν οἱ φόροι ὑπερβαίνωσι τὸ ἀνάλογον μέτρον, τὸ ὁποῖον κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀνώτερον τῶν 15%, στειρεύουσι τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις καὶ ἐξαντλοῦσι τοὺς πόρους τοῦ Ἔθνους, νομίζω, ὅτι πᾶσα τοιαύτη ἐπιτυχία θέλει εἶσθαι ἐντελῶς προσωρινή. Δύναται ὁ ποιμὴν νὰ κουρεύῃ κατ’ ἔτος τὸ πρόβατον καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸ ἔριον αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ ν’ ἀφαιρέσῃ καὶ τὸ δέρμα, ὅπως ἀπολαύσῃ περισσότερον ὄφελος, δὲν θὰ ἔχῃ οὔτε ἔριον οὔτε πρόβατον. Ἐν τούτοις ὁ πέρυσιν ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς καυχᾶται σήμερον, ὅτι τὸ σύστημά του ἐπέτυχε καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ὅτι αἱ προβλέψεις του ἐπηλήθευσαν. Καὶ ὡς πρώτην ἐπιτυχίαν θεωρεῖ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Ἅμα ἔμαθε, λέγει, ὁ κόσμος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τὰς προτάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὅτι ἀπεφάσισε νὰ ἐπιβληθῶσιν ὅλοι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινεν, ἀμέσως ὑψώθη ἡ πίστις τοῦ Κράτους καὶ ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 μὲ ὅρους πολὺ συμφέροντας. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ φαινόμενον οἱ ὅροι τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 δὲν εἶναι ἐπιβλαβεῖς διὰ τὸ Κράτος, διότι ὁ συμφωνηθεὶς τόκος εἶναι ὀλιγώτερος, σχετικῶς μὲ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον πληρόνομεν διὰ τὰ ἄλλα δάνεια· ἀλλ’ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει ὅλας τὰς ἄλλας παροχὰς, μὲ τὰς ὁποίας συνεδέθη τὸ δάνειον τοῦτο, θέλετε ὁμολογήσει, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι τὸ χειρότερον τῶν μέχρι τοῦδε συνομολογηθέντων, καὶ ὅτι ἀποδεικνύει οὐχὶ ἀνόρθωσιν τῆς δημοσίας πίστεως, ἀλλὰ κατάπτωσιν αὐτῆς εἰς τὸ ἔσχατον ὅριον. Διὰ νὰ λάβωμεν αὐτὸ, παρεχωρήσαμεν τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων εἰς ἑταιρίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μόνα τὰ Ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἀπώλεσαν πᾶσαν πίστιν, καταδέχονται νὰ πράξωσιν, ἀπαλλοτριούμενα μέρους τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 συνεδέθη μὲ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, καὶ δύναται μὲν νὰ λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι ὅλως ἄσχετον τὸ ἓν μὲ τὸ ἄλλο, ἀλλ’ ἡ κοινωνία ἔχει ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 135,000,000 καὶ ἡ κατασκευὴ τῶν πλοίων ἀπεφασίσθησαν συγχρόνως, καὶ ὅτι ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, ἔχει ὡς κυριώτερον μέτοχον τὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου. Ἡ ἑταιρία τῶν Forges et Chantiers, ἥτις κατασκευάζει τὰ πλοῖα, ἔχει κυριώτερον μέτοχον τὸ Comptoir d’ Escomptes, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου· ὅταν δὲ ὁ δανειστὴς ἐπιβάλλῃ εἰς τὸν δανειζόμενον τὴν ἀγορὰν πραγμάτων, ἐγείρεται ἡ εὔλογος ὑπόνοια, ὅτι δὲν ἀρκεῖται εἰς μόνην τὴν ἐκ τῶν τόκων ὠφέλειαν, ἀλλ’ ὅτι ἐπιδιώκει καὶ ἄλλην. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου καὶ ἡ σύγχρονος παραγγελία τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων παρήγαγεν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀπέχων, ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρός μου, νὰ ὁμιλῶ περὶ ὑπονοιῶν, οὐδέποτε συκοφαντήσας τινὰ, οὐδὲ ἀνεχθεὶς ν’ ἀκούσω τινὰ συκοφαντοῦντα ἄλλον, δὲν ἤθελον κάμει λόγον περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου οὔτε σήμερον, οὔτε ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου εἷς τῶν συνεργατῶν τῆς «Ἀκροπόλεως» καὶ ἐζήτει νὰ μάθῃ τί φρονῶ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἐὰν δὲν συνέβαινε νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπίσκεψίν μου συμπολίτης ἡμῶν εὐϋπόληπτος, ὁ ὁποῖος μὲ τιμᾷ ἐνίοτε μὲ ἐπισκέψεις, καὶ ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἰδιοκτήτης πολλῶν ἀτμοκινήτων, ἔζησε πολὺν χρόνον εἰς τὴν Ἑσπερίαν καὶ διατελεῖ εἰς ἀνταπόκρισιν μετὰ τῶν κυριωτέρων πόλεων. Ὁ συμπολίτης μας οὗτος μοὶ ἔλεγεν, ὅτι κατὰ τὰς διαβιβαζομένας ἐξ Εὐρώπης εἰδήσεις οἱ χορηγήσαντες τὸ δάνειον ἀνέλαβον καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, καὶ ὅτι τοῦτο ἐγείρει ὑπονοίας ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Δυστυχῶς δὲν εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πρὶν ἢ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον, εἶχεν ἀποφασίσει ὁριστικῶς τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων· ἀπ’ ἐναντίας τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε κατὰ πρότασιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὴν πώλησιν τῶν παλαιῶν πλοίων, τῶν σχοινίων καὶ ἄλλων τοιούτων μικρᾶς ἀξίας ἀντικειμένων, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐπεσπεύδετο ἡ κατασκευή. Μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καυχᾶται, ὅτι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἀποτελεσμάτων ἐπιβεβαιοῦται ἡ ἐπιτυχία τῶν προβλέψεών του. Θέλω ἐξετάσει συγκεκριμένως τὰ διδόμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐστήριξε τὴν διαβεβαίωσιν αὑτοῦ, περὶ τοῦ ὅτι θὰ ἐπαληθεύσωσιν αἱ προβλέψεις του, καὶ ὅτι τὸ 1887 θὰ κλείσῃ μὲ περίσσευμα. Δύο εἶναι αἱ καταστάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐτυπώθησαν. Ἡ μία διαλαμβάνει πόσα εἰσεπράχθησαν ἐντὸς τῶν πρώτων ἐννέα μηνῶν καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν. Ἐπειδὴ ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης προκύπτει, ὅτι τὰ πληρωθέντα εἶναι ὀλιγώτερα τῶν εἰσπραχθέντων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξάγει ἐκ τούτου τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ 1887 θὰ ἔχῃ περίσσευμα. Ἅμα ἤκουσα τοῦτο, ἔσπευσα, διακόπτων αὐτὸν, νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη οὐδὲν ἀποδεικνύει, διότι εἰς τὰς καταστάσεις τῶν ταμιῶν δὲν ἐγγράφονται τὰ ἡμιεξωφλημένα ἐντάλματα καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἐκκρεμεῖς πληρωμαί· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἡ κατάστασίς του περιέχει ἐνδείξεις, αἱ ὁποῖαι δύναται νὰ ἦναι δυσάρεστοι εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ εἶναι εὐχάριστοι δι’ αὐτόν. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, νομίζω, ὅτι ἐπείσθητε πάντες, ὅτι αἱ καταστάσεις αὗται οὐδὲν ἀποδεικνύουσιν, ὡς ἐκ περισσοῦ δὲ ἀναφέρω καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κἀνὲν κῦρος κατάστασις, ἡ ὁποία παρουσιάζει, ὅτι διὰ συντάξεις ἐπληρώθη διὰ τοὺς δέκα μῆνας ἓν ἑκατομμύριον, ἐνῷ αἱ συντάξεις δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος ἀναβαίνουσιν εἰς 4 ἑκατομμύρια. Πρόδηλον, ὅτι εἶναι πληρωμένα πολὺ περισσότερα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένα εἰσέτι εἰς τὰ ταμιακὰ βιβλία. Ἡ ἑτέρα κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πάντες νὰ δώσωμεν μεγάλην σημασίαν, περιέχει τὰ βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα ἔσοδα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887. Εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν στηριζόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βεβαιοῖ, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ, ἢ τοὐλάχιστον θέλουσι βεβαιωθῆ ὅσα προϋπελόγισεν ἔσοδα. Τὰ πλεῖστα, εἶπε, τῶν εἰσοδημάτων βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται συγχρόνως, ὥστε ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις γίνεται ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους τῆς χρήσεως· ἀφοῦ δὲ ἔχομεν ἤδη γνωστὰ τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐννέα πρώτων μηνῶν, δυνάμεθα ἐξ ἀναλογίας νὰ εἴπωμεν ἀλανθάστως ὁποῖα ἔσονται δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος. Τὸ κατ’ ἐμέ, ἂν καὶ ἀνέγνωσα μετὰ προσοχῆς τὴν κατάστασιν ταύτην, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀρυσθῶ ἐξ αὐτῆς τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ἀρυσθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός· διότι, ἐὰν ἐπὶ τῶν περισσοτέρων φόρων, οἱ ὁποῖοι βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἐντὸς τοῦ ἔτους, βασισθῶ εἰς τὰ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου ἀποτελέσματα, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ πιστεύσω, ὅτι οὐδὲ τὰ ἡμίση τῶν προϋπολογισθέντων θὰ εἰσπραχθῶσι· καὶ ἀκούσατε διατί. Ἀπὸ τέλη παιγνιοχάρτων προϋπελογίσθη ἔσοδον πεντακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ὅπερ κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς 350 χιλιάδας δι’ ὅλον τὸ ἔτος· ἐν τούτοις κατὰ τοὺς 9 μῆνας ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν μόνον 104 χιλιάδες. Τὰ τέλη τῶν παιγνιοχάρτων εἶναι ἐκ τῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων συγχρόνως, ὥστε δὲν πιστεύω, ὅτι κατὰ τοὺς τρεῖς ὑπολειπομένους μῆνας θέλει εἰσπραχθῆ ποσὸν, ὅπερ προστιθέμενον εἰς τὰς 104 χιλιάδας νὰ ἀποτελέσῃ τὰς 350,000. Τὸ προϋπολογισθὲν ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν περιορίζεται κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς 300,000· ἀλλὰ κατὰ τοὺς 9 μῆνας εἰσεπράχθησαν 159,000.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἐκ τῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων συνάμα.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιοῦται ὅμως ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους καὶ τὰ βεβαιωθέντα εἶναι μόνον 173,000. Ἐκ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων σημειοῦται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔσοδον 2,000,000, κατὰ δὲ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐλπίζεται νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 2,300,000. Ἐν τούτοις κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας εἰσεπράχθησαν μόνον 1,300,000, καὶ οὐδόλως θεωρῶ πιθανὸν κατὰ τοὺς ἑπομένους τρεῖς μῆνας νὰ εἰσπραχθῇ ἓν ἔτι ἑκατομμύριον. Ἐκ τῶν ἁλάτων προϋπολογίζεται ἔσοδον 2,300,100, ἀλλὰ κατὰ τοὺς ἐννέα μῆνας εἰσεπράχθησαν μόνον 978,000, καὶ ἀπίθανον φαίνεται νὰ εἰσπραχθῶσιν 1,322,000 μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Τὰ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα ἀπὸ φόρους καταναλώσεως καπνοῦ καὶ σιγαροχάρτου συμποσοῦνται εἰς 1,300,000 ἀπέναντι 4,800,000 προϋπολογισθέντων, ὥστε διὰ τοὺς τρεῖς μῆνας μένουν 3,500,000, ἅτινα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εἰσπραχθῶσι, μ’ ὅλην τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, φρονοῦντος, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ μεγάλη κατανάλωσις κατὰ τοὺς μῆνας αὐτοὺς καὶ θὰ ἔχῃ τ’ ἀποτελέσματα, ὡς προϋπολόγισε. Διὰ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας εὑρίσκω βεβαίωσιν 47,000 μόνον δραχμῶν, δὲν βλέπω δὲ πόθεν θέλει συμπληρωθῆ τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν 300,000, ἀφοῦ παρῆλθον οἱ ἐννέα πρῶτοι μῆνες καὶ ἐβεβαιώθη τὸ ἔσοδον τῆς πρώτης ἑξαμηνίας.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν συμπίπτει.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δὲν συμπίπτει, ἀφ’ οὗ τῶν πλείστων ἀνωνύμων ἑταιριῶν οἱ ἰσολογισμοὶ γίνονται καθ’ ἑξαμηνίαν; Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν θὰ εἰσπραχθῶσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπολογίζει, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων θέλει νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι θέλει φθάσει εἰς εὐάρεστα ἀποτελέσματα, δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ μᾶς ἐμπνεύσωσι τὴν πεποίθησιν ταύτην. Ἐκ τῶν πυρείων καὶ τοῦ πετρελαίου προϋπελογίσθησαν 4,700,000, ἤτοι 400,000 σχεδὸν κατὰ μῆνα, καὶ ὅμως διὰ τοὺς ἐννέα μῆνας ἔχομεν εἴσπραξιν 2,800,000, ἤτοι ἀνὰ 300,000 μόνον κατὰ μῆνα. Ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω καὶ ἄλλα κονδύλια, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὰ ἀνωτέρω ἀρκοῦσι πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζει τὰ συμπεράσματά του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι ἀσφαλής. Ἄλλως τε αἱ τοιαῦται καταστάσεις, συντασσόμεναι, ὅπως συντάσσονται ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν εἶναι τακτικαί, οὐδὲ παρέχουσι τὴν ἀνήκουσαν ἐμπιστοσύνην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν κατώρθωσε νὰ δημοσιεύῃ κατὰ μῆνα μίαν γενικὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία νὰ παριστάνῃ ὅλας τὰς μερίδας τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας νὰ δύναται ἕκαστος νὰ λαμβάνῃ σαφῆ τὴν ἰδέαν τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Ἐνδέχεται ἡ τοιαύτη προσωρινὴ κατάστασις νὰ ἔχῃ ἐλλείψεις, ἀλλ’ ἐπειδὴ κλείει πάντοτε μὲ ἰσοζύγιον τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ, δὲν δύναται νὰ λάβωσι χώραν εἰς αὐτὴν τὰ λάθη, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν εἰς τὰς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἑκάστοτε δημοσιεύονται καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν συμφωνοῦσι πάντοτε πρὸς ἀλλήλας. Ἡ κατάστασις, ἡ περιλαμβάνουσα πάντα τὰ ἔσοδα, σημειώνει ὡς εἰσπραχθέντα ἐκ τῶν εἰσπραττομένων εἰς τὰ τελωνεῖα ἐγγείων φόρων μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 2,409,000· ἐξ ἄλλης δὲ καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσε τὸ Τελωνειακὸν Τμῆμα, βλέπω, ὅτι ἀπὸ 1 Ἰανουκρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου εἰσεπράχθησαν ἐξ ἐγγείων φόρων 3,500,000. Οἱ ἔγγειοι φόροι βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται εἰς τὰ τελωνεῖα συγχρόνως, τῶν δὲ ὑπολόγων αἱ καταστάσεις διαλαμβάνουσι καὶ τὰ βεβαιωθέντα καὶ τὰ εἰσπραχθέντα, δὲν ἐννοῶ δὲ διατί ἡ μία κατάστασις, ἡ ὁποία συντάσσεται ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, φέρει ὡς βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα 2,400,000, ἡ δὲ ἄλλη 3,500,000. Ἐπίσημος εἶναι καὶ ἡ μία, ἐπίσημος εἶναι καὶ ἡ ἄλλη, καὶ ἀμφότεραι δημοσιεύονται ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». Διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὥστε κατὰ μῆνα νὰ δίδῃ εἰς τὸ κοινὸν μίαν γενικωτέραν καὶ πραγματικωτέραν κατάστασιν, διαλαμβάνουσαν ὅλας τὰς μερίδας τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ καὶ κλείουσαν τὴν ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους μὲ ἰσοζύγιον. Ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης ἠθέλομεν βλέπει οὐ μόνον τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάστασιν τῶν κυμαινομένων χρεῶν, καὶ ἂν κατατίθενται ἐγκαίρως εἰς τὰς Τραπέζας τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων καὶ τὰ τοιαῦτα. Περὶ τῶν ἐξόδων θεωρῶ περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, καθόσον εἶμαι σύμφωνος μὲ τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας. Μεθ’ ὅσα σᾶς ἐξέθεσα, νομίζω, ὅτι ὅλως πρόωρος εἶναι ἡ χαρὰ, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐμπνεύσῃ καὶ εἰς ἡμᾶς, περὶ τοῦ ὅτι τὸ 1887 δὲν θέλει ἀφήσει ἔλλειμμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ὑπ’ ὄψει διδόμενά τινα, τὰ ὁποῖα, καθὼς σᾶς ἀπέδειξα, δὲν εἶναι ἀσφαλῆ. Τὰ αὐτὰ καὶ παρόμοια διδόμενα εἶχε καὶ κατὰ τὸ 1884 καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου μῆνα· ἀλλ’ ἀφοῦ τότε ἐλανθάσθη κατὰ 30,600,000, δὲν εἶναι διόλου παράδοξον καὶ ἤδη, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1887, νὰ ἔχωμεν, ἂν ὄχι τὸ αὐτὸ, πάντοτε ὅμως ἔλλειμμα καὶ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον νὰ προσεγγίζῃ εἰς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Καὶ ἐπειδὴ θὰ ἦναι ἔλλειμμα, διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἦναι λίαν προσεκτικὴ εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας· δὲν ἦτο καιρὸς σήμερον, ἐνῷ εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικά μας εἰς τοιαύτην κατάστασιν, νὰ παραγγείλωμεν τὴν κατασκευὴν πλοίων, καὶ νὰ δαπανῶμεν εἰς ἀνέγερσιν στρατώνων· ἕνεκα τούτων, θέλομεν ἔχει καὶ πρόσθετον ἔλλειμμα διὰ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, ὑπερβαῖνον τὰ 12,000,000, ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ, τὸ ὁποῖον, καθόσον δύναταί τις ἀπὸ τοῦδε νὰ κρίνῃ, δὲν δύναται νὰ ᾖναι κατώτερον τῶν 12,000,000. Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία σήμερον παρουσιάζεται. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἐξακολούθησιν σκοπεύει, ὡς λέγει, νὰ ἐντείνῃ, βάσιν ἔχει τὴν ἐξόγκωσιν τῶν δαπανῶν, ἄφευκτος συνέπεια τῆς ὁποίας εἶναι ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας. Κατ’ ἔτος αὐξάνει τὰς δαπάνας, καὶ ἕνεκα τούτου ἀναγκάζεται κατ’ ἔτος νὰ προτείνῃ νέας φορολογίας. Καὶ ἐφέτος ἀκόμη, μολονότι ἀνήγγειλεν, ὅτι δὲν θέλει προτείνει νέους φόρους, μᾶς εἶπεν ὅμως, ὅτι θέλει κωδικοποιήσει τοὺς νόμους περὶ χαρτοσήμου, ἐν τῇ κωδικοποιήσει δὲ ταύτῃ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι θέλει περιλάβει τὰς διατάξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐπρότεινε καὶ κατὰ τὸ 1885 καὶ κατὰ τὰς ὁποίας τὰ δικαστικὰ τέλη διπλασιάζονται, ἡ δὲ κλίμαξ τοῦ χαρτοσήμου αὐξάνει. Τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον ἀσπάζονται οἱ περὶ τὸν κ. Τρικούπην, εὗρον ἄλλοτε ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἐφημερίδι, ἥτις ἐκπροσωπεῖ τὰ φρονήματά του· «διηνεκὴς ἐργασία», ἔγραφεν ἡ «Ὥρα» εἰς ἄρθρον, τοῦ ὁποίου ὁ συντάκτης θὰ ἦτο βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, «διηνεκὴς ἐργασία καὶ βαρεῖα φορολογία, εἶναι ὁ κλῆρος τῶν νεωτέρων λαῶν». Ἐργάζου, λέγουν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀδιαλείπτως, διότι σκοπὸν ἔχομεν ἀδιακόπως νὰ αὐξάνωμεν τὰ φορολογικά σου βάρη· κρατοῦντες εἰς χεῖρας τὸ μαστίγιον τῆς φορολογίας, ὡς ἄλλοι ἐπιστάται τοῦ Φαραὼ, δὲν θέλομεν σοὶ ἐπιτρέψει οὐδὲ στιγμὴν ἀναπαύσεως, διότι ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν, ὅπως σὲ διοικήσωμεν. Ὅσα ἐλέγομεν ἄλλοτε περὶ ἐλαττώσεως φόρων καὶ ἐξόδων, ἐχρησίμευσαν ὡς δίκτυον, διὰ νὰ συλλάβωμεν τὸν ἰχθὺν, ἀφοῦ δὲ συνελήφθη ὁ ἰχθὺς, τὸ δίκτυον ἐῤῥίφθη κατὰ πρόσωπον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἁπλότητα νὰ πιστεύσουν εἰς τὰς ἐπαγγελίας μας. Τοιαῦτα εἶναι τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα ἐπικρατοῦσιν εἰς τοὺς κύκλους τῶν νῦν κυβερνώντων. Τὰ δόγματα ταῦτα δύνανται νὰ ᾖναι ἀρεστὰ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν φορολογοῦνται, καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κερδοσκοποῦντες ἔκλεισαν εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῶν πολλὰ χρεώγραφα, ἀγοράσαντες αὐτὰ εἰς εὐτελεῖς τιμὰς, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἴδουν ἔστω καὶ προσωρινὸν ἰσοζύγιον, διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ τὰ μεταβιβάσωσιν εἰς ἄλλους. Οὐδέποτε ὅμως δόγματα τοιαῦτα δύνανται νὰ τύχωσι διαρκοῦς ἐπιδοκιμασίας καὶ ἐγκρίσεως ἐκ μέρους Ἑλληνικῆς Βουλῆς· δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἐπιδοκιμάζωνται ἀπὸ ἄνδρας πολιτικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον πολλάκις τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὰς ἐπαρχίας των, καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὴν κατάστασιν καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ φορολογουμένου λαοῦ. Τοῦτο, Κύριοι, τὸ ᾐσθάνθη πρὸ πολλοῦ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ εἶναι πεπεισμένος, ὅτι, μὲ ὅλην τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν συμβαίνει κατὰ καιροὺς νὰ ἀπολαμβάνῃ ἐκ μέρους τῶν Βουλῶν, ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτῶν εἶναι προσωρινὴ, καὶ ὅτι δύναται καὶ σήμερον νὰ τὸν ἐγκαταλείψῃ, ὅπως τὸν ἐγκατέλειψε καὶ κατὰ τὸ 1885. Διὰ τοῦτο ἐπεζήτησε νὰ ἐπιφέρῃ ῥιζικὴν μεταβολὴν εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς. Οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, εἰς οὐδένα ἄλλον ἔτειναν σκοπὸν, παρὰ εἰς τὴν τοιαύτην μεταβολήν. Ἀπέκλεισε τοὺς στρατιωτικοὺς ἀπὸ τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ ἐξαιρέσῃ οὐδὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν φώτων των καὶ διὰ τῆς πείρας των ἤθελον εἶσθαι λίαν χρήσιμοι εἰς τὸ Κοινοβούλιον· ἀφ’ ἑτέρου ἀπεκάλεσαν προϊόντα τῆς ζωοκλοπῆς καὶ τοῦ ἐγκλήματος τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγοντο ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἐπαρχιακῆς περιφερείας. Δικαιολογῶν τὸ νέον ἐκλογικὸν σύστημα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι πάντες, ὅσοι εἰσήρχοντο εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, δὲν ἀντεπροσώπευον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἀλλ’ ἦσαν προϊόντα τοῦ ἐγκλήματος...
§50ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν τὸ εἶπον ἐγὼ αὐτό· καὶ ἄλλοτε ἔκαμα τὴν διασάφησιν ταύτην.
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπατε.— Ἤλπιζον, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ἤθελον ἔλθει ἄλλα πρόσωπα εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἀλλ’ ἠπατήθησαν· τοὐλάχιστον ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματός των δὲν ἐδικαίωσε τὰς προσδοκίας των. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέστειλε καὶ πάλιν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ 9/10 ἐχρημάτισαν Ἀντιπρόσωποι καὶ ὑπὸ τὸ ἄλλο σύστημα. Ἂν δὲ εἰσῆλθον καὶ νέοι τινὲς συνάδελφοι, ὅπως συνέβαινε πάντοτε, καὶ οἱ συνάδελφοι οὗτοι ἔχουν τὴν αὐτὴν καταγωγὴν μὲ ἡμᾶς. Τὸ σύστημα λοιπὸν δὲν ἐπέτυχεν· ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἤρχοντο καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἐπαρχιακῆς περιφερείας. Προσωπικὸν δὲ τοιοῦτον, ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δύσκολον εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολὺ ὑποστηρίζον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπογυμνόνει τὸν λαὸν καὶ καταστρέφει τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Τελευτῶν, Κύριοι, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ εἶσθε ἐπιφυλακτικοὶ ὡς πρὸς τὰς κρίσεις ὑμῶν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1887. Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, θέλω λάβει καὶ τότε, ἐλπίζω, τὸν λόγον καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι αἱ προβλέψεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι ἐν πολλοῖς πεπλανημέναι, καὶ ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1888 οὔτε περίσσευμα οὔτε ἰσοζύγιον θὰ ἔχωμεν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 μ. μ.