1887.11.10
1.849 στίχοι · 14.407 λέξεις · 36 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
Τῆς 10 Νοεμβρίου 1887.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔμποροι ἐν Βόλῳ τηλεγραφικῶς ἀναφέρονται, ζητοῦντες ὅπως ληφθῇ φροντὶς περὶ τῆς ἐπανόδου τῶν εἰς τὴν Μακεδονίαν μεταναστευσάντων ἁλιέων τῆς λίμνης Κάρλας.
§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι κάμνει βεβαίως μεγάλην ἐντύπωσιν, ὅτι 150 περίπου οἰκογένειαι μετηνάστευσαν ἐξαίφνης εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, διότι ταῖς ἐμποδίζεται ἡ καλλιέργεια, θεωρῶ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλὸν, ἐὰν εὐηρεστεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τί συνέβη.
§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἁλιεῖς τινες τῆς λίμνης Βοιβηΐδος ἦλθον εἰς διένεξιν μετὰ τοῦ ἐργολάβου, ἕνεκα δὲ τῆς διενέξεως ταύτης μικρὸς ἀριθμὸς ἐξ αὐτῶν ἠθέλησε νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Μακεδονίαν. Περιμένομεν πλειοτέρας πληροφορίας περὶ τούτου, τὰς ὁποίας θ’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ ἐργολάβος ἐνοικιαστὴς τῆς λίμνης θὰ ἠθέλησε νὰ πιέσῃ τοὺς ἁλιεῖς. Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ἐὰν ἡ ἐνοικίασις ἐγένετο καὶ φέτος ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐγίνετο καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη; Ἐπιθυμῶ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ παρόντος ἔτους καὶ τὰ τῶν προηγουμένων.
§5ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μόνον μία ἐνοικίασις ἐγένετο προηγουμένη.
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφέρουσιν οἱ ὅροι τῶν γενομένων ἐνοικιάσεων ἐπὶ τῆς ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως;
§7ΚΑΝΤΑΡΤΖΗΣ. Μάλιστα, διαφέρουσιν· ἡ διένεξις δὲ αὕτη ἐγένετο φέτος διότι ὁ ἐνοικιαστὴς ἠθέλησε νὰ θέσῃ εἰς τοὺς ἁλιεῖς ὅρον, καθ’ ὅν ὑπεχρεοῦντο οὗτοι νὰ συναινέσωσιν, ὅπως μὴ μεταβαίνωσιν εἰς ἄλλην ἐργασίαν. Οἱ ἁλιεῖς ἀντέστησαν εἰς τὸν ὅρον τοῦτον καὶ ἐκ τούτου προῆλθεν ἡ διένεξις αὐτῶν.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλω φέρει τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς διακηρύξεις.
§9Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τοὺς μῆνας Μάϊον, Ἰούνιον, Ἰούλιον καὶ ἑπομένους.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπεβλήθη σήμερον τεῦχος, περιέχον πολλοὺς πίνακας, ὡς συνέχειαν τῶν ὑποβληθέντων πέρυσιν. Ἐν τοῖς πίναξι τούτοις περιέχονται καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, περιέχονται δὲ καὶ πολλαὶ ἄλλαι, τὰς ὁποίας ἴσως θέλετε ζητήσει.
§11ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον ΥΛΑʹ περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἐὰν ἤθελον δηλώσει γαίας περισσότεροι τοῦ ἑνὸς, τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἔδει νὰ γίνῃ κλήρωσις, ἐκεῖνος δὲ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θὰ ἐφαίνετο εὔνους ὁ κλῆρος, θὰ κατελάμβανε τὰς δηλωθείσας γαίας. Κλήρωσις τοιαύτη δὲν ἐγένετο τότε, οὕτω δὲ σήμερον συμβαίνει τὸ ἄτοπον, ὥστε νὰ κατέχῃ εἷς τῶν δύο ἢ τῶν περισσοτέρων δηλωτῶν, ἢ καὶ οὐδεὶς, καὶ ἐν τούτοις ἀμφότεροι ἢ ἅπαντες ζητοῦνται διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δόσεων. Τὸ Ὑπουργεῖον, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀνηνέχθησαν οἱ ἐκ τοῦ ἀτόπου τούτου ἀδικούμενοι, ἀπήντησεν, ὡς λέγουσιν οἱ ἴδιοι, ὅτι θέλει ληφθῆ νομοθετικὸν μέτρον πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ αὐτοῦ, διότι δὲν ὑπάρχει πλέον καιρὸς πρὸς κλήρωσιν. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, πρέπει νὰ ληφθῇ ἐπὶ τέλους αὐτὸ τὸ μέτρον καὶ νὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον Νόμου, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἀπαντήσω ἐπὶ τούτου αὔριον, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν αἱ ἀπαντήσεις νὰ συνοδεύωνται πάντοτε καὶ ὑπὸ τῶν ἐγγράφων.
§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χθὲς ἐξεπληρώσαμεν καθῆκον, σήμερον θέλομεν ἀμυνθῆ ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν. Καθῆκον εἶχον ὡς Ἀντιπολίτευσις, τῆς ὁποίας διερμηνεύω τὸ φρόνημα, ἀλλὰ καὶ ὡς ἁπλοῦς πολιτευτὴς, νὰ πληροφορήσω τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν, ὅτι μοὶ φαίνονται ἥκιστα πιθανὰ τ’ ἀγγέλματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, ἔδωκεν εἰς αὐτό. Καθῆκον εἶχον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοῦ, διὰ νὰ μὴ ἀποδεχθῇ ταῦτα μετὰ τῆς αὐτῆς εὐπιστίας, τὴν ὁποίαν ἔδειξε κατὰ τὸ παρελθὸν, ἵνα μὴ συντελέσῃ αὖθις εἰς παρασκευὴν μεγάλης χειροτερεύσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Τὸ δὲ καθῆκον τοῦτο ἐξεπληρώσαμεν μετὰ μεγάλης σπουδῆς, διότι ἡ πάροδος τοῦ καιροῦ ἐπεβάρυνεν ἡμᾶς δι’ εὐθύνης, ἂν ἀνεβάλλομεν νὰ πράξωμεν τοῦτο κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ σήμερον πρόκειται ν’ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν. Συμβαίνει ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἑλλάδος ἰδίως τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐθίζεται ἐν ταῖς ἄλλαις Βουλαῖς. Ἀλλαχοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἡ ἐλέγχουσα καὶ ἐπικρίνουσα, ἀλλ’ ἐνταῦθα μεταβάλλει θέσιν, καὶ πολλάκις ἀπὸ ἐλεγχούσης καὶ ἐπικρινούσης καθίσταται ἐλεγχομένη καὶ ἐπικρινομένη. Καὶ ἀντὶ αὕτη νὰ ἐξετάζῃ καὶ ἐλέγχῃ τὴν πορείαν τῶν κυβερνώντων, ἀναγκάζεται νὰ παρίσταται ἀπολογουμένη ὑπὲρ τῆς ἰδίας πολιτείας, καὶ ἀναιροῦσα ἀδίκους αἰτιάσεις, ἐπιῤῥιπτομένας εἰς αὐτήν. Ἡ τακτικὴ αὕτη τῳόντι ὠφελεῖ ἐκείνους, οἵτινες μετέρχονται αὐτὴν, δέν μοι φαίνεται ὅμως ἐντελῶς κοινοβουλευτικὴ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ συνεχίζετο ἐπ’ ἄπειρον, διότι ἀνατρέπει τὴν λειτουργίαν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λειτουργουσῶν ὁμάδων. Ἡ κακὴ τῶν οἰκονομικῶν κατάστασις κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886, καθ’ ὃν χρόνον ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον προΐσταται νῦν τῶν κοινῶν, εἰκονίσθη, ὡς καὶ χθὲς εἶπον, ὡς κατάστασις χάους, εἰς δὲ τὸ ἄμορφον τοῦτο χάος συνετέλεσε πρὸ παντὸς, κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντων, ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι αὐτὴ ἀνέκοψε τὴν πορείαν ἐκείνων, οἵτινες ἐκυβέρνων τότε ἐπὶ τριετίαν, καὶ δὲν ἀφῆκεν αὐτοὺς νὰ ἐξακολουθήσωσι κυβερνῶντες καὶ βαδίζοντες τὴν πορείαν των ἐκείνην, διὰ νὰ παραγάγωσι τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελον δρέψει. Ἀνακόπτουσα δὲ τὴν πορείαν τῶν ἐπὶ τριετίαν κυβερνώντων καὶ ἀναγαγοῦσα εἰς τὴν Ἀρχὴν ἄλλους, ἐγένετο αἰτία νὰ ἐπιβαρυνθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δι’ ἐλλείμματος 120 ἑκατομμυρίων, τῶν ὁποίων ἡ προσθήκη εἰς τὰ προγενέστερα ἐλλείμματα κατέστησε τῷ ὄντι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους κατάστασιν χάους. Ἰδοὺ διατὶ προσερχόμεθα ν’ ἀπολογηθῶμεν, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν· προσερχόμεθα ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι δὲν στηρίζονται ὡσαύτως ἐπὶ βάσεως, οὐδ’ ἀποδεικνύονται ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἐὰν δὲν ἤρκει ἡ δόξα, ὅτι μετὰ συνεχῆ ἐλλείμματα πέντε ἐτῶν, τῶν ὁποίων τὸ τελευταῖον κατὰ τὸ 1884 ἀνῆλθεν εἰς 30,640,000, ἐὰν δὲν ἤρκει ἡ δόξα αὕτη, ἦτο ἄδικον νὰ ζητήσωσι νὰ προσθέσωσι καὶ ἄλλα φύλλα δάφνης, κατακρίνοντες οὕτω καὶ μεμφόμενοι τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἀλλὰ θέλουσιν εἰπεῖ οἱ τὰ ἐναντία ἰσχυριζόμενοι: «Ὁ «Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 δὲν ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγ«μάτων, ὅτι ἐστηρίζετο ἐπὶ προβλέψεων πεπλανημένων, «ἀφοῦ προϋπελογίσατε σεῖς, οἱ τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖ«νον συντάξαντες, ἔσοδα 74,006,586 καὶ δὲν κατωρθώ«σατε νὰ βεβαιώσητε, εἰμὴ μόνον 66,110,568, καὶ ἐξ «αὐτῶν τῶν βεβαιωθέντων δὲν ἠδυνήθητε νὰ εἰσπράξητε, «εἰμὴ μόνον 59,374,676, ἤτοι 14,631,909 ὀλιγώτερα «τῶν προϋπολογισθέντων. Τοῦτο δὲν ἀρκεῖ ν’ ἀποδείξῃ, «ὅτι ἐσφάλατε εἰς τὰς προβλέψεις σας, ὅτι κακῶς ἐξε«τιμήσατε τὰ πράγματα, ὅτι ὑπελογίσατε ἔσοδα, ἐπὶ «τῶν ὁποίων ἐστηρίξατε τὰς δαπάνας σας, μὴ ἀληθῆ καὶ μὴ πραγματικά;» Αἱ προβλέψεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 περὶ τῶν ἐσόδων βεβαίως καταδηλοῦσι τὴν ἀποτυχίαν, τὴν ὁποίαν εἶπον, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ προβάλωσιν. Ἡ ἀποτυχία αὕτη θέλει ἰδίως ἀνευρεθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ἐξ ἀμέσων φόρων, καὶ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἐθνικῶν κτημάτων. Τὰ ἐξ ἀμέσων φόρων προϋπολογισθέντα ἔσοδα ἀνεγράφησαν εἰς δρ. 14,478,500, ἐβεβαιώθησαν δὲ μόνον 13,724,515, ἤτοι ἐβεβαιώθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 753,924, εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον 11,283,047, ἤτοι ὀλιγώτερα 3,195,452. Ἄς ἀναδράμωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἀμέσως προηγούμενον ἔτος καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ὁποίου ἐκυβέρνων οἱ καὶ νῦν κυβερνῶντες. Κατ’ αὐτὸ προϋπελογίσθησαν ἐξ ἀμέσων φόρων 16,825,000, ἐκ τοῦ φόρου δὲ τοῦ οἴνου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἄμεσος καὶ μετεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς ἔμμεσον, 3,200,000, δηλαδὴ ἐν ὅλῳ 20,025,000. Τί εἰσεπράχθη ἐκ τούτων; 14,095,932, ἤτοι ὀλιγώτερον 5,929,067. Λοιπὸν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1885 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 3,195,452, κατὰ τὸ 1884 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα 5,929,067. Ἐὰν ὑπῆρξε λοιπὸν πεπλανημένη πρόβλεψις κατὰ τὸ 1885, κατ’ ἀναλογίαν πολλῷ μεγαλειτέρα ὑπῆρξε πεπλανημένη ἡ πρόβλεψις, ἥτις εἶχε γίνει διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884. Ἀλλὰ διατὶ αὐταὶ αἱ κατ’ ἐπανάληψιν πλάναι περὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν εἰρημένων ἐσόδων; Αἱ πλάναι αὗται εἶναι ἀποτέλεσμα νομοθετικῆς πλημμελείας. Ἐν πρώτοις ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅστις μετέβαλε τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐφορολογοῦντο μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ δημητριακοὶ καρποὶ, κατέστησεν ὑπόχρεων πρὸς πληρωμὴν οὐχὶ τὸν παράγοντα, ἀλλὰ τὸν κάτοχον τοῦ ὀργάνου τῆς παραγωγῆς. Τὸ βάρος ἦτο λίαν ἐπαισθητόν. Οἱ ὑποκείμενοι εἰς τὸν φόρον τοῦτον εἶχον μέγα συμφέρον νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπεβάλλετο ὁ φόρος, καὶ ἑπομένως νὰ πωλήσωσι τὰ κτήνη των πρὸς σφαγὴν ἢ πρὸς ἄλλην χρῆσιν, ἵνα ἀποφύγωσι τὸν φόρον, ἢ νὰ ζητήσωσι διὰ παντὸς μέσου νὰ ὑπεκφύγωσιν αὐτόν. Ἑπομένως ἐκ τοῦ φόρου τούτου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν οὐδέποτε εἰσεπράχθη ἔσοδον ἀνάλογον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ προϋπελογίσθη. Ἐπειδὴ δὲ ὁμιλῶ περὶ τοῦ εἴδους τούτου τοῦ φόρου, ὀφείλω ν’ ἀναμνήσω καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς φορολογίας δὲν γνωρίζω οἷον ἀγαθὸν προσεπόρισεν εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, εἰς τὸ δημόσιον ὅμως ταμεῖον προσεπόρισε ζημίαν μεγάλην, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ 1876, 1877, 1878 καὶ 1879, δηλ. κατὰ τὴν τετραετίαν ταύτην, ἐβεβαιώθη ἐκ φόρου δημητριακῶν καρπῶν ποσὸν 16,453,606, κατὰ τὴν ἑπομένην τετραετίαν, ἤτοι τὰ ἔτη 1880, 1881, 1882 καὶ 1883, ἐβεβαιώθη ποσὸν μόνον 7,831,904, ἤτοι 8,521,615 ὀλιγώτερα. Καὶ σημειώσατε, ὅτι κατὰ τὸ 1882 καὶ 1883 ὑπεβλήθησαν εἰς φορολογίαν καὶ αἱ νέαι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπήγοντο εἰς φορολογίαν κατὰ τὴν προηγουμένην τετραετίαν. Νομοθετικὴ αἰτία ἦτο καὶ ἡ ἀναβολὴ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως ἄλλου ἐσόδου, ἀναγομένου εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν. Περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν εἶπον βραχέα χθὲς, ἴσως εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον. Εἶχε παρέλθει τὸ 1884, καὶ δὲν εἶχε βεβαιωθῆ παντάπασιν ὁ φόρος οὗτος· κατὰ τὸ 1885 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ βεβαίωσις, ἤρξαντο ὅμως αἱ πρὸς βεβαίωσιν ἐργασίαι. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως συνετάχθη κατάλογος, ὁ ὁποῖος ἐκρίθη πλημμελῶς συντεταγμένος, καὶ ἠκυρώθη διὰ νόμου, παρῆλθεν ἡ χρῆσις τοῦ 1885 ὁλόκληρος χωρὶς νὰ βεβαιωθῇ ὁ φόρος οὗτος. Ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ τῶν βεβαιωθέντων, τὴν ὁποίαν ἐλάττωσιν πρέπει νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅταν κρίνῃ περὶ ἐλαττώσεως βεβαιωθέντων ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 ἐξετελέσθη κατ’ ἐποχὴν, ἡ ὁποία εἶχε δύο μεγάλας περιπλοκάς. Ἡ πρώτη ἦτο, ὅτι ἐν μέσῳ τοῦ ἔτους, ἢ ὀλίγους μῆνας μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἔτους, ἐπῆλθε μεταβολὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ δευτέρα ἀτυχία ἦτο ἡ ἐπιστράτευσις. Ἑπομένως ὑπῆρχον δύο Κυβερνήσεις, ἐκτελέσασαι αὐτόν. Κατὰ τὸ πρῶτον τετράμηνον τοῦ 1885 ἐκυβέρνα εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε ψηφισθῆ, τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου προήδρευεν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, κατὰ τοὺς δώδεκα δὲ μῆνας, τοὺς ἑπομένους τῆς χρήσεως ἐκείνης, ἐκυβέρνα τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας ἐπανῆλθε πάλιν τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, τὸ ὁποῖον ἐξηκολούθησε καὶ ἐτελείωσε τὴν χρῆσιν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἤθελεν ἐξακολουθήσει νὰ κυβερνᾷ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1885, ἂς ἐξετάσωμεν ὁποῖα ἤθελον ἐπέλθει ἀποτελέσματα, διὰ νὰ κρίνωμεν, ἐὰν τὰ ἐπελθόντα ἦσαν χείρονα ἢ βελτίονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤθελον παραχθῆ. Συμβαίνει δὲ νὰ γνωρίζωμεν τὰς κυβερνητικὰς ἰδέας περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, διότι κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1884 εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐψηφίσθη. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου τὰ ἔσοδα ἐξ ἀμέσων φόρων εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς 16,186,000, ἤτοι εἰς δραχμὰς 1,707,500 περισσότερον ὅσων εἴχομεν προϋπολογίσει ἡμεῖς, διότι ἡμεῖς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠλαττώσαμεν τὸ προϋπολογισθὲν ἔσοδον ἐξ ἀμέσων φόρων. Δὲν γνωρίζω ποία θὰ ἦτο ἡ βεβαίωσις, ἥτις ἤθελε λάβει χώραν ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη. Δὲν γνωρίζω ποία θὰ ἦτο ἡ ἐνέργεια τῆς εἰσπράξεως. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς γενομένης βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ 1885 πρὸς τὰ τοῦ 1884 καὶ 1883 δύνανται νὰ παραβληθῶσι, διὰ νὰ κρίνῃ τις, ἐὰν εὑρίσκῃ πλεονεκτήματα μεγαλείτερα εἰς τὰς πρὸς βεβαίωσιν τῶν ἐσόδων ἐνεργείας, καθ’ ὃν χρόνον ἐκυβέρνα τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὑπὸ τὸν νῦν Πρωθυπουργόν. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ πλημμέλειαι, τὰς ὁποίας σᾶς ἐξέθηκα, ἔγκεινται ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, δὲν νομίζω, ὅτι ἤθελε δυνηθῆ νὰ παραγάγῃ ἀλλοῖα ἀποτελέσματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ὑπὸ τὸν παρ’ ἡμῶν συνταχθέντα Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885. Ἑπομένως, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν ἀνετρέπετο, ἤθελον εἰσπραχθῆ ἐξ ἀμέσων φόρων, οὐχὶ ὅσα εἰσεπράχθησαν ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἡμῶν, ἤτοι 3,516,276 ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων, ἀλλὰ 5,223,776 ὀλιγώτερον. Ἡ ἀποτυχία λοιπὸν ἤθελεν εἶσθαι μεγαλειτέρα, καὶ ἡ πρόβλεψις μᾶλλον πλημμελής. Μεταβαίνω εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 εἶχε προϋπολογισθῆ ἔσοδον ἐξ ἐμμέσων φόρων 41,491,769, εἰσεπράχθησαν δὲ ἐξ αὐτῶν 33,037,941, ἑπομένως ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 8,453,827. Πράγματι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε προϋπολογισθῆ ὡς ἔσοδον ἐκ τελωνιακῶν τελῶν, δὲν εἰσεπράχθη ὅλον, διότι εἰσεπράχθη κατὰ 3,187,538 ὀλιγώτερον. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσθη ὡς ἔσοδον ἐκ τελῶν χαρτοσήμου, δὲν εἰσεπράχθη ὅλον, ἀλλὰ κατὰ 1,185,162 ὀλιγώτερον. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσθη ἐκ τοῦ οἴνου, δὲν εἰσεπράχθη ὁλόκληρον, ἀλλὰ κατὰ 2,101,165 ὀλιγώτερον. Μόνον ἐξ αὐτῶν τῶν τριῶν φόρων εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 6,473,865. Ἡμεῖς, ὅτε ἀνήλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἡ νέα τελωνιακὴ νομοθεσία, ἥτις ἐνομοθετήθη κατὰ τὸ 1884, δὲν εἶχε μόνον παραλύσει τὸ ἐμπόριον, ἀλλ’ εἶχε παρεμβάλει ἀνυπέρβλητα προσκόμματα εἰς ὅλην τὴν τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ 1884 εἶχεν ἀποδείξει, ὅτι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1884 ἐκ τελωνιακῶν τελῶν 3,000,000 ὀλιγώτερα ἢ ὅσα εἶχον προϋπολογισθῆ. Ἐγνωρίζομεν προσέτι, ὅτι ἡ σπασμωδικῶς καὶ ἐσπευσμένως διαπραχθεῖσα ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶχε τοσοῦτον κλονίσει τὰς χρηματικὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν, ὥστε καὶ αὕτη εἶχε πολὺ συντελέσει εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐμπορικῆς δραστηριότητος. Εἴχομεν λοιπὸν κατὰ νοῦν νὰ ἀσχοληθῶμεν νὰ ἐπανορθώσωμεν διὰ νέων νόμων τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς νέας τελωνιακῆς νομοθεσίας, τὰ ὁποῖα ἐκρίνομεν πλημμελῆ. Ἐὰν δὲ μνημονεύσω τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη τὸ νέον δασμολόγιον, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡμεῖς εἴχομεν ἀποχωρήσει τοῦ Βουλευτηρίου, ἐὰν ἀναφέρω τὸ γεγονὸς τοῦτο ὡς πρωτοφανὲς, διότι, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ νόμου τοσοῦτον σημαντικοῦ καὶ τοσοῦτον ἐπιδρῶντος εἰς τὰς σχέσεις τῆς κοινωνίας, οὗτος εἰσήχθη καὶ ἐψηφίσθη ἀπούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπὸ μόνης τῆς μιᾶς πτέρυγος τῆς Βουλῆς, ἐνδέχεται τοῦτο νὰ προκαλέσῃ νέαν κατὰ τῶν τότε ἀποχωρησάντων τοῦ Βουλευτηρίου ἐπίθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τινὰς τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἐκρίνομεν ἀναγκαίας, ἐσπεύσαμεν ἐντὸς τοῦ 1885 νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν αὗται νὰ βελτιώσωσιν ἐντὸς τοῦ 1885 τὴν κατάστασιν τοῦ Ταμείου, οὐδὲ τὰς ἐλπίδας αὐτοῦ ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν, διότι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ψηφισθέντων νόμων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ 1885, ἀφοῦ κατὰ τὸ τέλος αὐτοῦ ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι. Ἀλλ’ ὁ αὐτὸς λόγος τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐγένετο αἰτία νὰ ἐλαττωθῶσι καὶ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου, διότι περιωρίσθησαν οὐσιωδῶς αἱ συναλλαγαί. Ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν νὰ φέρωμεν νόμους, τροποποιοῦντες τὴν νομοθεσίαν περὶ χαρτοσήμου, καὶ προσεδοκῶμεν, ὅτι διὰ τῶν νέων νόμων ἠδυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα ἢ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ 1884. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλας τὰς βελτιώσεις, τὰς ὁποίας ἐνομοθέτησεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία διὰ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐπροτείναμεν, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κατορθώσωμεν νὰ εἰσπραχθῶσι περισσότερα ὅσων εἰσεπράχθησαν, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 3,187,438 ὅσων εἶχον προϋπολογισθῆ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ ἐκυβέρνα κατὰ τὸ 1884, δὲν ἤθελεν ἀνατραπῆ, ὅτι ἤθελεν ἐξακολουθήσει νὰ κυβερνᾷ καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν τοῦ 1885, ἂς ἴδωμεν ποῖα ἤθελον παραχθῆ ἀποτελέσματα. Αἱ προβλέψεις αὐτοῦ κατὰ τὸ 1884 εἶχον ἀποτύχει, διότι, ἐνῷ εἶχε προϋπολογίσει 23,500,000, εἰσέπραξε μόνον 20,684,328. Ἀλλ’ ἐὰν εἶχον ἀποτύχει αἱ προβλέψεις τοῦ 1884, ἤθελον ναυαγήσει αἱ προβλέψεις αὐτοῦ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναγράψει κατὰ τὸ 1885 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὸ τέλος τοῦ 1884 καὶ ὁ ὁποῖος ἤθελε ψηφισθῆ, ἐὰν δὲν ἀνετρέπετο τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 εἶχεν αὐξήσει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπολογίσει ὡς ἔσοδον, ἀπὸ 23,500,000 εἰς 24,000,000, δηλ. εἶχε προσθέσει ἓν ἀκόμη ἑκατομμύριον· ἑπομένως, ἂν κατὰ τὸ 1884 εἰσέπραξεν ἐκτελῶν τελωνιακῶν 20,684,328, ἤτοι κατὰ 2,815,672 ὀλιγώτερα, κατὰ τὸ 1885 ἤθελον εἰσπραχθῆ 3,815,672 ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων. Καὶ τὸ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ἔσοδον καὶ αὐτὸ εἶχε περιπετείας. Καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις ἐκυβέρνα κατὰ τὴν τριετίαν ἐκείνην, ἐπεθύμει νὰ φέρῃ βελτιώσεις εἰς τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος ἐλειτούργει ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, διότι ἐβεβαιοῦτο ἀτελῶς καὶ εἰσεπράττετο πλημμελῶς, καὶ μετέβαλε τὸν φόρον τοῦ οἴνου ἀπὸ ἄμεσον εἰς ἔμμεσον, τὰ ἀποτελέσματα ἀπέδειξαν, ὅτι εἶχεν ἀποτύχει, διότι ἀπὸ 3,200,000, ὅσα εἶχε προϋπολογίσει, εἰσεπράχθησαν μόνον 787,209. Καὶ τοῦτο ἐγνωρίζομεν, ὅτε ἀνήλθομεν εἰς τὴν Ἀρχὴν, καὶ εἴχομεν κατὰ νοῦν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν φόρον τοῦ οἴνου ἄμεσον καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτὸν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ἀλλ’ ἐλθόντες εἰς τὴν Ἀρχὴν τὸν τέταρτον μῆνα τοῦ ἔτους 1885, καὶ συναντήσαντες ἀμέσως τὴν Βουλὴν, δὲν εἴχομεν καιρὸν νὰ προβάλωμεν τότε Νόμον, μεταβάλλοντα οὐσιωδῶς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας. Περιωρίσθημεν νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἵνα καταστήσωμεν αὐτὸν ἧττον ἐπαχθῆ, προσδοκῶντες, ὅτι οὕτως ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν εἴσπραξιν μεγαλειτέρου ποσοῦ ἢ ὅσον εἶχεν εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ φόρου τούτου, ἐμμέσου πάντοτε, ἀλλ’ ὑπὸ φορολογικὸν ὅρον μικρότερον, ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἐχρησίμευε, διότι εἰσεπράχθησαν αὖθις ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων. Ὅθεν κατὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον ἐπροτείναμεν νόμον, δι’ οὗ ἐπανηγάγομεν τὸν φόρον μεταξὺ τῶν ἀμέσων, καὶ τὴν ἐπαναφορὰν ταύτην ἀπεδέχθη καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι μεταξὺ τῆς πληθύος τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε, δὲν ἐπρότεινε τὴν μεταβολὴν τῆς βάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀλλὰ μόνον τὸν φορολογικὸν ὅρον ἀνεβίβασε. Κατὰ τὸ 1885 ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἐθνικῶν κτημάτων, αἱ προβλέψεις τῶν συνταξάντων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 δὲν ἐπέτυχον, διότι ἐκ 4,322,865, τὰ ὁποῖα εἶχον προϋπολογισθῆ, ἐβεβαιώθησαν μὲν 3,772,241, ἀλλ’ εἰσεπράχθησαν μόνον 1,099,801, ἤτοι ὀλιγώτερα κατὰ 3,223,064 τῶν προϋπολογισθέντων. Ἀλλ’ ἐὰν τότε εἰσεπράχθη ποσὸν ὀλιγώτερον, κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶχον εἰσπραχθῆ ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου δρ. 2,464,714 ὀλιγώτεραι τῶν προϋπολογισθεισῶν. Κατὰ τὴν γνώμην, ἣν εἴχομεν τότε, ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων ἐξ ἐκποιήσεως ἀκινήτων κτημάτων πρὸς τὰ εἰσπραττόμενα, προήρχετο ἐκ πλημμελείας περὶ τὴν βεβαίωσιν· διὰ τοῦτο ἐπροτείναμεν διάφορα νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητήσαμεν τὴν βελτίωσιν τῆς βεβαιώσεως τῶν δικαιωμάτων τούτων. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἐψηφίσθησαν καὶ ἐξετελέσθησαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τούτου δὲν κατωρθώσαμέν τι βέλτιον, διότι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ ἔγκειται ἀλλαχοῦ, ἔγκειται εἰς τὴν ἀπορίαν τῆς γεωργικῆς τάξεως. Ἡ γεωργικὴ τάξις δὲν κατορθόνει νὰ ἔχῃ ἀποταμιεύματα ἐκ τῆς ἰδίας ἐργασίας, ὥστε νὰ συντηρῇ ἕκαστος γεωργὸς τὴν ἰδίαν οἰκογένειαν, νὰ τρέπῃ δὲ ἓν ποσὸν τοῦ ἐτησίου περισσεύματός του εἰς κτῆσιν γαιῶν· ἑπομένως δὲν ἐπαρκοῦσι νὰ ἐκπληρῶσι τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ τοῦτο θέλει συμβαίνει ἓν ὅσῳ δὲν ἐπέλθει εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν εὐπορία τις, ἢ δὲν παρασχεθῇ αὐτῇ εὐκολία, ὅπως εὑρίσκῃ τὰ χρήματα ὑπὸ συμφερωτέρους ὅρους, εἴτε διὰ συστάσεως ἰδίου πιστωτικοῦ καταστήματος, ἢ διὰ παροχῆς κατ’ ἄλλον τρόπον κεφαλαίων εὐθηνοτέρων. Ἑπομένως τοῦτο θὰ ἐπαναλαμβάνηται συνεχῶς, καὶ ἐν ᾧ θέλομεν ὑπολογίζει τέσσαρα ἑκατομμύρια, θέλομεν εἰσπράττει μόνον ἓν, ἢ ἓν καὶ ἥμισυ. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ συντάξαντες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, εἰσάγοντες αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὡμολογήσαμεν ὅ,τι ἐνομίσαμεν, ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ἤτοι ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἤθελε καταλήξει εἰς ἔλλειμμα 11,490,419. Δὲν ἐδώκαμεν ἀφορμὴν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπαναπαυθῇ, ὅτι, ἐκτελουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ἤθελεν ἀπομείνει διαθέσιμόν τι ποσὸν εἰς τὰ Ταμεῖα ὡς περίσσευμα, ἢ ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπαρκέσωμεν διὰ τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους ἐκείνου εἰς τὰ ἔξοδα αὐτοῦ. Ἀφοῦ δὲ ἐκ τῶν 74,006,586, τὰ ὁποῖα ὑπελογίζομεν ὡς ἔσοδα, εἰσεπράχθησαν 59,374,676, ἕπεται, ὅτι εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,490,419 ἔπρεπε νὰ προστεθῇ καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπραχθέντων πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα. Ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 ἤθελεν ἀνέλθει εἰς 26,122,329. Διὰ νὰ καλύψωμεν μέρος τοῦ ἐλλείμματος τούτου, ἐζητήσαμεν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐκποιήσωμεν ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ αἱ προταθεῖσαι τότε εἰς ἡμᾶς τιμαὶ μᾶς ἐφάνησαν ὑποδεέστεραι τοῦ προσήκοντος, καὶ ἐσχηματίσαμεν τὴν γνώμην, ὅτι, ἂν ἐδίδομεν εἰς πώλησιν τοιαύτας, ἠθέλομεν συντελέσει εἰς τὴν ὑποτίμησιν τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Μᾶς ἐδόθη ἡ ἄδεια νὰ ἐκδώσωμεν ἔντοκα γραμμάτια 10 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ δὲν τὰ ἐξεδώκαμεν, ἑπομένως δὲν προσεπορίσθημεν ἔκτακτόν τι ἔσοδον ἐκ τούτων, ἵνα καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τῶν 11 ἑκατομμυρίων, εἰς τὸ ὁποῖον ἕνεκα τούτου προσετέθη καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων καὶ εἰσπραχθέντων. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ὡς συνετάξαμεν ἡμεῖς αὐτὸν, μᾶς ἤγαγεν εἰς ἔλλειμμα 26 ἑκατ., εἰς πόσον ἤθελε μᾶς ἀγάγει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον εἶχε συντάξει ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ἂν ἐπεψηφίζετο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀνετρέπετο τότε, καὶ ἐφήρμοζε τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτόν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀνέγραψεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ἔσοδα, ὅσα ἡμεῖς, 74,006,586, ἀλλ’ 85,641, 517. Καὶ μόνη ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν προϋπολογισθέντων καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσπραχθέντων ἤθελεν ἀναχθῆ εἰς 26,266,841. Ἀλλ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε παραλείψει νὰ περιλάβῃ ὀκτὼ περίπου ἑκατομμ. ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀπαιτητὰ, ἐκκαθαρισμένα καὶ ἀνεγνωρισμένα, ἑπομένως πληρωτέα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἐὰν περιελάμβανε καὶ ταῦτα, τὸ ἔλλειμμα ἤθελεν ἀνέλθει εἰς 34,266,841. Καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἦτο φυσικὸν, διότι, ἀφοῦ 30,600,000 ἦτο τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 ὑπὸ τὰς προβλέψεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 34 ἑκατομμύρια, ὡς ἦτο φυσικὸν καὶ εἰς ἡμᾶς, ἀφοῦ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884 ἦτο 30,600,000, νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ τὸ μειώσωμεν ἢ κατὰ 5 ἑκατ., διότι τόσου μόνου ποσοῦ οἰκονομίας καί τινων ἑκατοστύων χιλιάδων δραχμῶν εἴχομεν ἐπιτύχει νὰ ἐφαρμόσωμεν, ἀφοῦ ἐκλήθημεν νὰ προβλέψωμεν μόνον περὶ τοῦ δευτέρου ἑξαμήνου τοῦ ἔτους 1885. Ἐκτὸς ὅμως τῆς πρώτης περιπλοκῆς, ἡ ὁποία ἐγεννήθη κατὰ τὸ 1885 ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ Ὑπουργείου, ἐπῆλθε καὶ ἑτέρα περιπλοκὴ, ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὁποίας ἑπόμενον ἦτο, ὅτι ἤθελεν προσθέσει νέα ἔξοδα εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Τὸ ἐπαναστατικὸν κίνημα, τὸ ὁποῖον ἐξετελέσθη ἐν Φιλιππουπόλει, ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ χρόνου ἐκείνου νὰ μεταβάλῃ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς καὶ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐάν τις ἤθελε ζητήσει παρ’ ἡμῶν εὐθύνας διὰ τὴν μεταβολὴν ταύτην, ἠθέλομεν ἀπαντήσει: «Τί ζητεῖτε εὐθύνας παρ’ ἡμῶν τῶν Ὑπουργῶν τοῦ 1885; Ζητήσατε τοιαύτας καὶ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν τοῦ 1887. Μὴ ζητεῖτε μόνον εὐθύνας παρὰ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ζητήσατε τοιαύτας καὶ παρὰ τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου, ζητήσατε εὐθύνας παρ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ θέλησις ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους». Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν προσφεύγομεν εἰς τοιαύτην ἐπίκλησιν. Ἔχομεν τὸ θάῤῥος ν’ ἀναλάβωμεν μόνοι ἡμεῖς τὴν εὐθύνην τῆς μεταβολῆς τῆς πολιτικῆς μας. Ἐὰν δέ ποτε ἠθέλομεν προκληθῆ νὰ δώσωμεν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνας, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον μᾶς προκαλέσει, ἤθελον μᾶς εὕρει προθύμους, ἵνα ἀποδείξωμεν κατὰ τί ἐζημιώθη καὶ κατὰ τί ὠφελήθη ὁ Τόπος ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ τῆς ἐπιστρατεύσεως προσέθηκε νέα ἔξοδα, ἑπομένως δὲν εἴχομεν ἔλλειμμα μόνον τὰ 26,000,000, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα ὡς ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885. Δυστυχῶς οἱ ὑποβληθέντες ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πίνακες εἰς τὴν Βουλὴν δὲν διαιροῦσι τὰ ἔξοδα, τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1885, εἰς δύο διακεκριμένας κατηγορίας, εἰς ἔξοδα τακτικὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς ἔξοδα ἐπελθόντα ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Μᾶς ἀνήγγειλαν, ὅτι τὸ ὅλον ἔλλειμμα ἦτο 61,000,000, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπον πόσον ἤθελεν εἶσθαι τὸ ἔλλειμμα, ἂν τὸ Κράτος δὲν ἠσπάζετο τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ πόσον προσέθηκαν εἰς τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο αἱ δαπάναι τῆς ἐπιστρατεύσεως. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν οἱ πίνακες, οἱ εἰσαχθέντες ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι συμφέρουσα εἴς τινα. Ἐνδεχόμενον νὰ κριθῇ συμφέρουσα, ἐνδεχόμενον, ἀφοῦ ἀνηγγέλλετο, ὅτι εἰς 120 ἑκατομμύρια ἔφθασε τὸ ἔλλειμμα τῶν δύο ἐτῶν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν διατεθειμένοι νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῶν τακτικῶν ἐλλειμμάτων, νὰ εἴπωσιν, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1884 τὸ ἔλλειμμα ἦτο 30,600,000, πῶς κατὰ τὸ 1885 καὶ 1886 ἀνεβιβάσθη εἰς 120,000,000, δηλ. 60,000,000 κατ’ ἔτος; καὶ νὰ ῥίψωσι μαύρην καθ’ ἡμῶν ψῆφον· ἐνδεχόμενον ἦτο καὶ ἐκεῖνοι ἐκ τῶν ἀκουόντων, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν δύο ἐτῶν ἦτο 120,000,000, νὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι καὶ τὰ 120,000,000 ἐδαπανήθησαν εἰς ἀνάγκας τῆς ἐπιστρατείας, καὶ νὰ συνομολογήσωσι καὶ αὐτοί, ὅτι ἔλεγον ἀληθῆ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διέδιδον εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τὸ Κράτος διὰ πλείστων στομάτων καὶ ποικίλων φωνῶν, ὅτι εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν ἐδαπανήθησαν 200,000,000. Μοὶ ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ζητήσω, ἂν καὶ δὲν ἔχω τ’ ἀναγκαῖα στοιχεῖα, νὰ διαιρεθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1885 εἰς ἔλλειμμα τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς ἔλλειμμα ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἵνα ἀνεύρω καὶ ὅσα χάριν τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐδαπανήθησαν περισσότερα. Κατὰ τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐδαπανήθησαν τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν 55,177,545. Κατὰ τὸ 1884 δὲν εἴχομεν ἐπιστράτευσιν, εἴχομεν τακτικὰ ἔξοδα καὶ εὕρομεν ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ, ὅτι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην 30,455,762. Ἐὰν δὲ κατὰ τὸ 1884, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν ἐπιστράτευσις καὶ τὰ ἔξοδα ἦσαν τακτικὰ, ἐδαπανήθησαν 30,455,000 δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι ἐπιτρέπεται ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1885 δαπανηθέντων νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ 30 ταῦτα ἑκατομμύρια καὶ νὰ καταλογίσωμεν τὸ ὑπόλοιπον εἰς ἔξοδα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Τότε ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 24,721,000. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν δὲν ἀνετρέπετο τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ προεδρευόμενον κατὰ τὸ 1884 ὑπὸ τοῦ νῦν προϊσταμένου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐξηκολούθει τυχὸν καὶ κατὰ τὸ 1885 κυβερνῶν τὴν χώραν, ἐὰν δὲν ἤθελε μετέλθει καὶ αὐτὸ τὴν αὐτὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, οὐχὶ στηριζόμενος ἐπὶ εἰκασίας, ἀλλ’ εἰς ἀποδείξεις. Ἤθελον δ’ ἐρωτήσει τὴν κοινὴν συνείδησιν, μὴ τυχὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε δαπανήσει ὀλιγώτερα διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1885; Νομίζω, ὅτι ἔχω ἤδη τὴν ἀπάντησιν τῆς κοινῆς συνειδήσεως, ἥτις κατὰ διαφόρους τρόπους ἀνωμολόγησεν, ὅτι, ἀφοῦ κατ’ ἀτυχίαν τῆς Ἑλλάδος ἐγεννήθησαν αἱ ἀφορμαὶ, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠναγκάσθη ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπιστρατεύσῃ, εὐτύχημα ἦτο, ὅτι τὴν ἐπιστράτευσιν δὲν τὴν ἐξετέλεσεν ὁ προϊστάμενος τοῦ νῦν Ὑπουργείου, εὐτύχημα τοὐλάχιστον οἰκονομικὸν. Ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Κράτους κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου 1885, τῆς ὁποίας ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν, ἦτο κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις αὐτοῦ, ἐπὶ τριετίαν κυβερνήσασα τὸ Κράτος. Καὶ ἂν τὴν κατάστασιν ταύτην δύναταί τις νὰ εὕρῃ μὴ εὐχάριστον, δυσάρεστον, ἀποθαῤῥυντικὴν, ἂς ζητήσῃ τοὺς ὑπαιτίους. Νομίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξαιρεθῇ ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν ταύτην, διότι ἡ ἐξέτασις αὕτη πρὸ πάντων τὸν κ. Πρωθυπουργὸν θέλει ἔχει ἀντικείμενον. Ἀλλ’ ἡ εἰσήγησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρέστησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς πολιτευτὴν νέον, ὁ ὁποῖος ἀπεβιβάσθη πρὸ μικροῦ διά τινος ἀτμοπλοίου, ἀφικόμενος ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τίποτε περὶ τοῦ παρελθόντος, ὁ ὁποῖος δὲν διέπραξε τὰ κοινὰ, ἔμενεν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀναγινώσκων ἐνίοτε ἐφημερίδας, ὁ ὁποῖος δὲν εὐθύνεται διὰ τὴν τριετῆ διοίκησιν καὶ τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς χώρας, καὶ ὁ ὁποῖος ἐκλήθη νὰ δημιουργήσῃ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ χάους, τὸ ὁποῖον οἱ ἄλλοι εἶχον παρασκευάσει, τὸ χάος δὲ τοῦτο ἐζήτησε νὰ παραστήσῃ τρομερώτερον, ἀναμνησθεὶς τῆς κυβερνήσεως τῶν 12 μηνῶν, καθ’ οὓς ἡμεῖς διεχειριζόμεθα τὰ κοινά. Τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν ἐφήρμοζεν, ἐγνώσθη ἤδη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, καὶ διὰ τοῦτο αὐτὴ ἠγέρθη σύσσωμος, καὶ ἐξεδήλωσεν ἐπιθυμίαν νὰ ἴδῃ ἄλλον ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο πάντοτε ἡ τεραστία αὔξησις τῶν ἐξόδων, πρὸς ἀπάντησιν τῶν ὁποίων προσέφευγεν ἀμέσως εἰς τὴν τεραστίαν αὔξησιν τῶν φόρων, καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῶν αὐξανομένων φόρων δὲν ἐπήρκουν, προσέφευγεν εἰς τὴν διηνεκῆ καὶ ἀτελεύτητον συνομολόγησιν δανείων. Διαφέρομεν δὲ ἡμεῖς πρὸς τὸ σύστημα τοῦτο, μηδέποτε παύσαντες νὰ συμβουλεύωμεν κατὰ τὴν τριετίαν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μετέλθῃ τὸ ἀντίθετον σύστημα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου εἴμεθα ἡμεῖς. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα δὲν πρέπει ἀμέσως νὰ πληρόνωμεν δι’ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, ἤτοι δι’ αὐξήσεως φόρων καὶ διὰ δανείων, ἀλλὰ νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσωμεν τὰ ἐλλείμματα κατὰ πρῶτον λόγον δι’ ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, καὶ ὅταν αἱ ἐλαττώσεις φθάσωσιν εἰς τὸ τελευταῖον δυνατὸν σημεῖον, τότε νὰ προσβλέψωμεν εἰς αὔξησιν φόρων καὶ συνομολόγησιν δανείων. Δὲν πρέπει νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑπομένου ἔτους 1886. Τοῦτον συνετάξαμεν ἀληθῶς ἡμεῖς, καὶ συνετάξαμεν ἐν χρόνῳ πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, ἐφηρμόσαμεν δ’ αὐτὸν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 26 Ἀπριλίου. Ἐὰν αἱ προβλέψεις ἡμῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου ἐκρίνοντο ὑπὸ τῶν διαδεξαμένων ἡμᾶς πλημμελεῖς, διατὶ οὗτοι, συνεργαζόμενοι μετὰ τῆς Βουλῆς, δὲν ἐζήτησαν τὴν ἄδειαν, ἵνα ἐπενέγκωσιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅσας ἤθελον τροπολογίας; Ἐὰν ἡ ἐφαρμογὴ κατέληξεν εἰς ἔλλειμμα 10,000,000, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὴ ἐπιῤῥίψητε τὴν εὐθύνην ἐφ’ ἡμῶν, διότι ἐκυβερνήσαμεν τρεῖς μόνον μῆνας καὶ 26 ἡμέρας, ἀφοῦ οἱ νῦν κυβερνῶντες ἐκυβέρνησαν 18 μῆνας καὶ τέσσαρας ἡμέρας ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1886 καὶ ἠδύναντο κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπιφέρωσι πᾶσαν διόρθωσιν. Εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν ἀπαιτητῶν χρεῶν καὶ τῶν κυμαινομένων χρεῶν τοῦ Ταμείου, τὰ ὁποῖα ἀνελθὼν εἰς τὴν Ἀρχὴν εὗρεν. Ἡ φράσις, ᾗτινι ἐχρήσατο, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν ἦτο λίαν εὐκρινής. Εἶπεν, ὅτι εὗρεν ἀπαιτητὰ χρέη καὶ κυμαινόμενα χρέη. Ὑπέλαβον ἕνεκα τούτου, ὅτι εἶναι δύο κατηγορίαι χρεῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ καταθέσῃ πίνακα, δηλοῦντα ἑκατέραν τῶν κατηγοριῶν τούτων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέθηκε τὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος παριστᾷ, ὅτι κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886 εὗρεν 92,228,062 δρ. χρέη ἀπαιτητὰ, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τὴν πρόνοιαν νὰ πληρώσωμεν, καὶ ἀφήκαμεν εἰς βάρος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οὕτω δὲ ἡ διοίκησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶχε μόνον νὰ παλαίσῃ κατὰ τῆς ἀτελοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος κατὰ τὸ 1886 καὶ 1887, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ ὀγκώδους τούτου ποσοῦ τῶν ἀπαιτητῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα εὗρεν ἐλθὼν εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἴσως τις ἤθελεν ὑπολάβει, ὅτι πρόκειται περὶ χρεῶν, τὰ ὁποῖα συνωμολογήσαμεν ἡμεῖς· νομίζω δ’ ὅτι ἀμυνόμενος περὶ ἡμῶν, ὀφείλω νὰ μνημονεύσω καὶ περὶ τούτου. Μεταξὺ τῶν ἀπαιτητῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα εὗρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸν ὑποβληθέντα πίνακα, εἰσὶ χρέη λήγοντα κατὰ τὴν 5 Ἰουλίου καὶ τὴν 10 Ἰουλίου, ἀνερχόμενα εἰς 50,343,452, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον λήξει καθ’ ὃν χρόνον ἡμεῖς παρῃτήθημεν τῆς Ἀρχῆς, διὰ τὰ ὁποῖα ὅμως ἡμεῖς οὐδόλως ἐπταίσαμεν, ἐὰν ὤφειλεν αὐτὰ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διότι δὲν εἴχομεν αὐτὰ ἡμεῖς. Ἡμεῖς εἴχομεν συνομολογήσει ἐξ αὐτῶν μόνον 6,843,452, τὰ δὲ 43,500,000 εἶχον συνομολογήσει ἄλλοι, οἱ προκάτοχοι ἡμῶν. Οὕτω, εἶχε συνομολογήσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ χρέος τῆς προκαταβολῆς τῶν 35,000,000, τὸ τῆς ἐξ 1,500,000 προκαταβολῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ τῆς ἐξ 7,000,000 προκαταβολῆς, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκυβέρνα. Καὶ διὰ τῶν σημειώσεων, τὰς ὁποίας ἔγραψεν ἐν τῷ πίνακι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐξέφρασε παράπονον καθ’ ἡμῶν, διατὶ τὴν 26 Ἀπριλίου, ὅτε παρῃτήθημεν τῆς Ἀρχῆς, νὰ μὴ ἔχωμεν παρασκευάσει τὸν χρυσὸν ἕτοιμον εἰς τὰ Ταμεῖα, ὥστε, ὅτε ἦλθε κατὰ Μάϊον, νὰ τὸν εὕρῃ καὶ πληρώσῃ τὰ χρέη αὐτὰ κατὰ μῆνα Ἰούνιον καὶ Ἰούλιον, νὰ μὴ στενοχωρηθῇ δὲ τότε ζητῶν χρυσόν. Ἴσως ἤθελεν εἶσθαι μᾶλλον εὐχάριστον δι’ αὐτὸν νὰ μὴ ζητῇ χρυσὸν κατὰ Μάϊον ἢ Ἰούνιον ἀλλ’ ἡμεῖς τὸν Ἀπρίλιον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ εὑρέσεως χρυσοῦ. Καὶ ὅσοι ἐνθυμοῦνται τὰς πολιτικὰς περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1886, ἴσως μᾶς δικαιολογήσωσι, διατὶ δὲν ἠρχίσαμεν νὰ μεριμνῶμεν ἀπὸ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον περὶ εὑρέσεως χρυσοῦ. Ἐν παραμοναῖς πολιτικῶν συμβεβηκότων, ἐχόντων μεγάλην σημαντικότητα, κρίσεως πολιτικῆς, ἐπλέομεν ἐν τῷ πελάγει, ἀγωνιζόμενοι νὰ σώσωμεν τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας καὶ πρὸ πάντων τὴν ἐπ’ αὐτοῦ σημαίαν τῆς πατρίδος. Παραπονεῖται διατὶ δὲν ἐφροντίσαμεν νὰ παρασκευάσωμεν ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον χρυσὸν, διὰ νὰ πληρώσῃ κατὰ Ἰούλιον ὅσα ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν 50 τούτων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα καὶ τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ πίνακος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγράφει ὡς χρέη ἀπαιτητὰ καὶ ῥίπτει εἰς βάρος ἡμῶν, παραπονούμενος, ὅτι δὲν εἴχομεν ἀνεύρει τὸν χρυσὸν, ἀναγράφει προσέτι καὶ 10,260,000 ὀφειλόμενα διὰ τόκους δανείων ἐθνικῶν, συνωμολογημένων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι κατὰ τὴν 19 Ἰουλίου, ἐνῷ ἡμεῖς κατὰ Ἀπρίλιον παρῃτήθημεν, δὲν εἴχομεν δὲ φροντίσει νὰ ἔχωμεν ἕτοιμον καὶ δι’ αὐτὰ τὸν χρυσὸν, διὰ νὰ τὸν παραδώσωμεν ἕτοιμον εἰς τοὺς διαδόχους μας. Καὶ ἐστενοχωρήθη διὰ τοῦτο. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἴδιον μεγαλοθυμίας, τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς ὀφείλουσι νὰ ἔχωσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, καὶ ἰδίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ κυβερνήσωσι τοὺς λαοὺς, νὰ ἦναι δίκαιοι, νὰ μὴ ζητῶσι δὲ νὰ ὠφελῶνται διὰ ἀδικιῶν, τὰς ὁποίας ἐπιῤῥίπτουσιν εἰς ἄλλους. Ἡ τέχνη τοῦ κυβερνᾷν εἶναι τέχνη εὐγενεστάτη, οἱ κανόνες δὲ αὐτῆς δὲν ἐπιτρέπουσιν οὐδὲ τὴν ἀθέτησιν τῆς ἀληθείας, οὐδὲ τὴν λήθην τῆς δικαιοσύνης, πολλῷ δὲ μᾶλλον δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐν γνώσει ἐπίῤῥιψιν εὐθύνης ἐπὶ ἄλλους, καὶ τὴν ἐν γνώσει ἀναγραφὴν ἐλλείψεως εἰς βάρος ἄλλων. Ἡμεῖς, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, τὸ βεβαιοῦμεν δι’ ἀριθμῶν, καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ καταθέσωμεν τὴν ἔντυπον ταύτην σημείωσιν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς (δεικνύει ἔντυπον φύλλον), διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὥστε, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι σφάλλομεν, ἔχει ὅλα τὰ γραφεῖα εἰς τὴν διαταγήν του, ἔχει ὅλα τὰ βιβλία τῶν δημοσίων χρεῶν εἰς τὴν διάθεσίν του, νὰ μᾶς ἐξελέγξῃ καὶ νὰ μᾶς διαψεύσῃ. Κατὰ τὴν σημείωσιν ταύτην, κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ὅτε ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, εὕρομεν χρέη κυμαινόμενα, προσωρινὰ, 76,862,260, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλα μὲν ἦσαν συνωμολογημένα ἐπὶ βραχυτάτῃ προθεσμίᾳ, ἐπὶ λήξεσιν ἐπικειμέναις, ἄλλα δὲν ἦσαν ἐγκαταλελειμμένα εἰς τὸν ἀέρα, διότι οὔτε σύμβασις περὶ αὐτῶν ὑπάρχει, οὔτε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 εἶχον περιληφθῆ, οὐδεμία δ’ εἶχε ληφθῆ πρόνοια πρὸς ἀπότισιν αὐτῶν, καὶ ἐνῷ εἶχον ἀναγνωρισθῆ ὡς ὀφειλόμενα παρὰ τῆς Διοικήσεως, ἡ Διοίκησις οὐδαμῶς ἐφρόντισε περὶ τῆς ἀποτίσεως αὐτῶν. Εἰς τὰ κυμαινόμενα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εὕρομεν τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885, προσεθήκαμεν ἡμεῖς κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν 12 μηνῶν, καθ’ οὓς ἐκυβερνήσαμεν, χρέη 8,785,000, ἀλλ’ ἐπληρώσαμεν χρέη 21,562,260. Ἑπομένως, ἐὰν ἀπὸ ὅσα ἐπληρώσαμεν, ἀφαιρέσωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσεθήκαμεν, ἤτοι 8,785,000, ἐξωφλήσαμεν ἐκ τῶν 76,862,260 κυμαινομένων ἢ προσωρινῶν χρεῶν τὰ 12,777,260 καὶ ἀφήκαμεν κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν κατελίπομεν τὴν Ἀρχὴν, χρέη προσωρινὰ καὶ κυμαινόμενα 64,085,000. Νομίζω, ὅτι σᾶς ἠνώχλησα ἐφ’ ἱκανὸν, ἀπαγγέλλων ἀριθμοὺς καὶ ἀφηγούμενος συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν δύνανται νὰ ἑλκύωσι μετ’ εὐχαριστήσεως τὴν προσοχὴν τῶν ἀκουόντων. Εἰμὶ ὅμως ἠναγκασμένος νὰ ἐξακολουθήσω ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ ἀποκρούσω αἰτίασιν ἄλλην, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις δὲν ἀναγνωρίζει ἄλλην διαφορὰν τῶν δύο συστημάτων τῶν οἰκονομικῶν, περὶ τῶν ὁποίων τέσσαρα ἤδη ἔτη συζητοῦμεν ἐν τῇ Βουλῇ, ἑρμηνεύει δ’ οὕτω τὸν σκοπὸν ἢ τὸ πρόγραμμα ἑκατέρου τῶν συστημάτων τούτων. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφαρμόζει, λέγει, ὅτι συνίσταται εἰς τὸ ἑξῆς, εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἀναγέννησιν τῆς ἐθνικῆς πίστεως, διὰ τῆς ἀναγεννήσεως δὲ τῆς ἐθνικῆς πίστεως εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἀφοῦ δὲ τοιοῦτον ἔδωκεν ὁρισμὸν καὶ οὕτως ἐξήγησε τὰς ἐννοίας τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτοῦ συστήματος, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ δώσῃ καὶ τὸν ὁρισμὸν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, καὶ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰς ἐννοίας αὐτοῦ· οὕτω δ’ εἶπεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑποστηρίζει τὸ ἀντίθετον, δηλαδὴ τὸ δι’ ἀθετήσεων τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Πολιτείας, καὶ ἑπομένως τὴν διὰ τῆς καταπτώσεως τῆς ἐθνικῆς πίστεως διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Καὶ ἰδοὺ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κρατῶν εἰς τὰς χεῖράς του τὴν σημαίαν τῆς διασώσεως τῆς ἐθνικῆς πίστεως, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις κρατεῖ τὴν σημαίαν τῆς χρεωκοπίας. Ἀκούσατε καὶ ἐκλέξατε. Δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ πολίτης Ἕλλην, ἢ καὶ ἀλλοδαπὸς, ὅστις ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν σημαίαν τῆς χρεωκοπίας. Τοιαύτη ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν διὰ καταφανοῦς μεγαλοθυμίας προσδιώρισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἡμᾶς. Ἐπειδὴ περὶ χρεωκοπίας, Κύριοι, ὁ λόγος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς δώσω ἐξήγησιν. Ἡ χρεωκοπία δὲν εἶναι τὸ δόγμα οὐδεμιᾶς Σχολῆς, οὔτε πολιτικῆς, οὔτε οἰκονομικῆς, ἀφ’ ἧς ἐκτίσθη ὁ κόσμος. Ἡ χρεωκοπία δὲν εἶναι οὐδὲ πρόγραμμα, εἴτε κυβερνητικὸν, εἴτε πολιτικὸν, εἴτε διοικητικὸν, οὐδενὸς Κράτους, οὐδενὸς Ἔθνους, οὐδενὸς ἀτόμου, ὡς μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὥρισε, προτιμήσας τὴν λέξιν χρεωκοπίαν τῆς πτωχεύσεως, διότι ἴσως ἐπλανήθη περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν λέξεων χρεωκοπία καὶ πτώχευσις. Ἡ χρεωκοπία εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον οἱ ποινικοὶ νόμοι τιμωροῦσι. Δὲν γνωρίζω ἄν τις λυπῆται διότι δὲν καταδιωκόμεθα ἐνώπιον τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, δι’ ὅσα λέγομεν ἐνταῦθα, διότι ἠδύνατο νὰ μᾶς καταγγείλῃ πάντας ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅτε ἠθέλομεν διέλθει τὸ στάδιον ποινικῆς καταδιώξεως πάντες, δὲν ἠξεύρω ἂν ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ βεβαίως ἐπ’ ἀγαθῷ τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Δὲν γνωρίζω δὲ, ἂν ποτὲ Κράτη ἢ Κυβερνήσεις ἐξηλέγχθησαν ἐνεργήσασαι μετὰ τοσούτου δόλου, ὥστε νὰ ἐγκαλεσθῶσιν, ὅτι ἐγένοντο αἴτιοι νὰ χρεωκοπήσῃ τὸ Κράτος. Τὸ ἄτομον, ἂν διὰ δολίων πράξεων ζητῇ νὰ καλύψῃ τὴν πτώχευσίν του, πράττει χρεωκοπίαν, καὶ τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Αἱ Κυβερνήσεις, ἂν πράξωσι ταῦτα, δὲν τιμωροῦνται βεβαίως ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀλλὰ τιμωροῦνται ὑπὸ τῆς ἱστορίας, ἥτις μνημονεύει αὐτῶν κατηφὴς καὶ σκυθρωπή. Ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἱστορίας τιμωροῦνται ὡσαύτως καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπαίτιοι νὰ περιέλθῃ τὸ Κράτος εἰς πτώχευσιν, ἤτοι εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, καὶ μὲ ὅλην τὴν ἀγαθοπιστίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἔχει, μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἔχει, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, νὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος νὰ μὴ δύνηται νὰ πληρώσῃ αὐτὰς, διότι δὲν ἔχει. Ἡμεῖς δὲν συνεβουλεύσαμεν τὴν χρεωκοπίαν, οὐδ’ ἐπροτείναμεν αὐτήν. Δὲν συνεβουλεύσαμεν οὐδὲ τὴν πτώχευσιν, οὐδ’ ἐπροτείναμεν αὐτήν· ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἀνέγραψαν εἰς τὴν σημαίαν ἡμῶν τοιοῦτον πρόγραμμα, δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἄλλων διαδίδουσι περὶ αὐτῶν πράγματα μὴ ἀληθῆ.
§14ΤΙΝΕΣ. Ἐν γνώσει.
§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω πῶς οὗτοι χαρακτηρίζονται. Ἡμεῖς συνεστήσαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν καὶ δὲν ἐπαύσαμεν ἐπαναλαμβάνοντες καὶ ἤδη ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1886, νὰ τροποποιήσῃ τὸ σύστημά της, ἢ μᾶλλον νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ. Νὰ μὴ προσδοκᾷ, ὅτι τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀποτέλεσμα πλημμελειῶν διοικήσεως, ὅτι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα δύναται νὰ πληρώσῃ μόνον δι’ αὐξήσεως φόρων, ἢ διὰ προσθήκης νέων φόρων, καὶ ὅταν ἐξ αὐτῶν δὲν εἰσπράξῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προϋπολογίζει, διὰ συνομολογήσεως δανείων, διότι ἡ πολιτικὴ αὕτη ἄγει εἰς πτώχευσιν, ἢ κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς χρεωκοπίαν. Ἐζητήσαμεν λοιπὸν νὰ προλάβωμεν τὴν πτώχευσιν, νὰ προλάβωμεν τὴν χρεωκοπίαν. Ἀλλὰ κατὰ τοῦ συστήματος ἡμῶν τούτου, ὅτε εὑρίσκοντο τὰ ἑκατομμύρια ἄφθονα, εἰς ἀπάντησιν μᾶς ἐπεδείκνυον αὐτά, καὶ μᾶς ἔλεγον: ἰδού, δὲν βλέπετε; Ἔχομεν ἑκατομμύρια ἐμπρός, ἑκατομμύρια ὀπίσω, ἑκατομμύρια δεξιά, ἑκατομμύρια ἀριστερά. Σιωπᾶτε! Ὅτε ἤρχισαν νὰ γίνωνται σπανιώτερα τὰ ἑκατομμύρια, μᾶς ἔλεγον μικρολόγους, ἀσχολουμένους εἰς μικρολογίας καὶ διὰ μικρολογιῶν ἀπασχολοῦντας τὴν Βουλὴν τῆς πατρίδος. Ὅτε δὲ ηὔξησαν τὰ ἔξοδα κατὰ 56 ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν μεταξὺ τοῦ 1880 καὶ τοῦ 1884, ἢ κατὰ 63 ἑκατομμ. παλαιῶν δραχμῶν, καὶ ἐζητοῦμεν νὰ σταματήσωμεν αὐτούς, ἐνεθυμοῦντο τότε τὰ ᾄσματα τοῦ Ρήγα τοῦ Φεραίου, τὴν καταστροφὴν τοῦ Δραγατσανίου καὶ τὸν ὅρκον τῆς ἁγίας Λαύρας, καὶ μᾶς ἔλεγον: «Θὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην τις, «ὁ ὁποῖος θὰ προτείνῃ νὰ μεταβληθῶμεν εἰς ἔθνος Ἑβραίων;» Ἐζήτουν νὰ δαπανῶμεν μὲ τὰς δύο χεῖρας, ἵνα παρασκευάσωμεν στρατιωτικῶς τὴν πατρίδα, ὅπως διεκδικήσῃ διὰ τοῦ ξίφους ὅ,τι ἀνήκει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. Καὶ πέρυσιν ἀκόμη μᾶς ἔλεγον, ὅτι ἐλπίζουσιν, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν θὰ θελήσῃ νὰ φανῶμεν ὑποδεέστεροι τῶν Ἰταλῶν καὶ τῶν Γάλλων· ὅτε δὲ ἔφθασαν εἰς τὴν τελευταίαν στιγμήν, μᾶς ἔλεγον: «φρονεῖ τις, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον νὰ μὴ ἐκπληρώσητε ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχετε καὶ τὰς ὁποίας διὰ νὰ ἐκπληρώσητε πρέπει νὰ αὐξήσητε τὰ ἔσοδά σας; Ἂν δὲν τὰς ἐκπληρώσητε, θὰ κηρυχθῆτε ἐν χρεωκοπίᾳ· τίς δ’ ἐξ ὑμῶν φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἀδιαφορήσωμεν, ἂν θὰ κηρυχθῶμεν ἢ ὄχι ἐν χρεωκοπίᾳ;» Καὶ ἐπειδὴ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν προτιμᾷ νὰ χρεωκοπήσῃ, ψηφίσατε, μᾶς ἔλεγον, τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους σᾶς προβάλλομεν.—Αὐτὰ δὲν τὰ λέγω ἐγώ, τὰ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ταῦτα αὐτολεξεὶ ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1884. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ᾐτιάθη μόνον τοῦ κ. Καραπάνου, ὡς προβαλόντος τὴν χρεωκοπίαν, διότι ᾐτιάθη πρὸ ἐτῶν πάντων ἡμῶν, ἀλλ’ ἀφοῦ εἶχεν ἐξαντλήσει ὅλα τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Κατάχρησιν ἀληθῶς ἐποιήσατο, ἐπαναλαμβάνων αὐτὴν σήμερον. Βεβαίως ἐκ πλάνης ὁ κ. Πρωθυπουργός, διδοὺς τὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἰσχυρίζετο, ὅτι κατὰ τὸ 1882 ἤθελεν ὑπάρχει ἔλλειμμα 11,000,000, ἐνῷ ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ 1882 ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἤθελεν εἶσθαι 15 ,744,833 ἂν δὲν ἐπαρουσιάζοντο ἔκτακτα ἔσοδα 10,500,000, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγνώριζεν, ὅτε συνέτασσε τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐκ πωλήσεως ὑλικοῦ πολέμου καὶ ἐκ πωλήσεως τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο ἐμείωσε τὸ ἔλλειμμα εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατεδείχθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Βεβαίως ἐκ πλάνης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προϋπελόγιζεν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 ἤθελε παρουσιάσει περίσσευμα 122 χιλιάδων, ἐνῷ ἐπαρουσίασεν ἔλλειμμα 9,528,312. Βεβαίως ἐκ πλάνης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέσχετο καὶ ἐβεβαίου τὸ κοινὸν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 ἤθελεν ἀφήσει περίσσευμα 309 χιλιάδων, ἐνῷ ἀφῆκεν ἔλλειμμα 30,602,147. Βεβαίως ἐκ πλάνης ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προϋπελόγισεν ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ 10 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ δὲν εἰσεπράχθησαν, εἰμὴ μόλις 2. Βεβαίως ἐκ πλάνης προϋπελόγισεν ἐτησίως 3 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου, ἐνῷ δὲν εἰσέπραξεν, εἰμὴ 821,814. Τίς δύναται νὰ ἐλέγξῃ τὸν Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν πλάνην ταύτην; Πλήρης ἀγαθοπιστία. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀγαθὴν αὐτοῦ πίστιν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1885, ὅτε συνέταξε τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐξηκολούθησε πάλιν ἡ αὐτὴ πλάνη, διότι καὶ τότε προϋπελόγιζεν ἐξ ἀμέσων φόρων 5,682,535 περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἰσεπράχθησαν. Ἐξηκολούθησε πάλιν ἡ πλάνη αὐτοῦ, ὅτε κατὰ τὸ 1885 προϋπελόγισε 15,159,488 περισσότερα, ἀφ’ ὅσα εἰσεπράχθησαν ἐξ ἐμμέσων φόρων. Καὶ τότε ἐκ πλάνης προϋπελόγιζεν ἐκ τῶν τριῶν μόνον πόρων, ἤτοι ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, ἐκ τῶν ἐμμέσων καὶ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἀκινήτων κτημάτων, 25,500,216 περισσότερα, ἀφ’ ὅσα εἰσεπράχθησαν. Καὶ τότε ἐκ πλάνης προϋπελόγιζεν, ὅτι θέλει ἔχει περίσσευμα 388 χιλιάδων. Ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου τῆς προσθήκης 25 ἑκατομμυρίων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον πιθανότητα νὰ βεβαιωθῶσι καὶ εἰσπραχθῶσι, καὶ διὰ τῆς παραλείψεως 8 ἑκατομ. ὀφειλομένων ἐξόδων, εὔκολον ἦτο νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἰσοζύγιον. Διατὶ ὅμως παρέλειψε ν’ ἀναγράψῃ τὰ ἔξοδα τῶν 8 ἑκατομμυρίων; Ἴσως ἐκ πλάνης. Ἀλλὰ δυνατὸν πάντες νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν γνώμην; Δὲν εἶναι ἐνδεχόμενον τινὲς νὰ ὑπολάβωσιν, ὅτι παρελείφθη τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ἀναγραφῇ μετὰ τῶν ἐξόδων, διὰ νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα; Ἂν δὲ τοιοῦτόν τι ὑπολαμβάνωσι, καὶ συνέπιπτεν ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της, δὲν ἤθελέ τις ἐγκαλέσει αὐτοὺς, οὐ μόνον ἐπὶ πτωχεύσει, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ χρεωκοπίᾳ; Ἂν—τὸ ὁποῖον ἀπεύχομαι—ἤθελεν ἐπέλθει δυστυχὴς ἡμέρα, ἀποφρὰς ἡμέρα, ἡ Ἑλλὰς νὰ καταστῇ ἀνίκανος πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της, ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἤθελεν εἶσθαι ἀληθῶς ἀποφράς. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην φοβοῦμαι, μήπως ἴδωμεν τὸ χάος, εἰς τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εὗρε τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅτε ἦλθε νὰ κυβερνήσῃ αὐτήν· ἂν δὲ δυστυχῶς ἐπέλθῃ τὸ χάος τοῦτο, δὲν ἠξεύρω ἂν θέλῃ ζητηθῆ εὐθύνη μόνον παρὰ τῶν ὑπαιτίων. Βεβαίως οἱ ὑπαίτιοι δὲν θέλουσιν εὑρεῖ τὴν ὁδὸν, ὅπως καταλίπωσι τὸ ἔδαφος τοῦτο. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν δὲν θέλει ζητηθῆ εὐθύνη παρὰ μόνον τῶν ὑπαιτίων. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν εἶσθαι ἀληθῶς οἱ ὑπαίτιοι, οἱ δημιουργοὶ τοῦ χάους, θέλουσιν ἀξιωθῆ τῆς κατάρας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν γνωρίζω, πῶς θέλομεν ἐξέλθει ἐκ τῶν ἀμηχανιῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα· ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι ἐν τῷ ναυστάθμῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶχον δεθῆ τὰ θωρηκτὰ, τὰ ὁποῖα εἶχε κατασκευάσει ὁ Σουλτάνος Ἀζὶζ, ὅτε ὁ Μαχμοὺτ Νεδὶμ μετά τινα καιρὸν ἀπήγγειλε τὴν πτώχευσιν τῆς Τουρκίας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι αἱ μακραὶ στρατιαὶ τοῦ Ἰσμαὴλ ἐν Αἰγύπτῳ εἶχον διαλυθῆ, ὅτε μετ’ ὀλίγον οἱ Αἰγύπτιοι ὑπεβάλλοντο ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειαν κηδεμόνων καὶ ἀντιληπτόρων ἀλλοδαπῶν. Βλέπω, ὅτι καὶ τὰ πλοῖα τὰ ἰδικά μας ἐδέθησαν εἰς τὸν ναύσταθμον. Δὲν γνωρίζω ποίαν οἱ πίνακες τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέθηκε σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν εἰς τεύχη, ποίαν, λέγω, παρουσιάζουσι τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Μανθάνω, ὅτι ἔχομεν μόνον τὰ στελέχη. Μὲ ἀνησυχοῦσιν ὅμως τὰ συμπτώματα ταῦτα. Εὔχομαι ὅμως διὰ τὴν Ἑλλάδα, νὰ μὴ ἀνατείλῃ ἡ ἡμέρα, ἡ ὁποία ἀνέτειλεν ἐπὶ Μαχμοὺτ Νεδὶμ διὰ τὴν Τουρκίαν, νὰ μὴ ἀνατείλῃ ἡ ἡμέρα, ἡ ὁποία ἀνέτειλε διὰ τὴν Αἴγυπτον ἐπὶ Ἰσμαήλ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ γίνῃ διακοπὴ πέντε λεπτῶν. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτὰ)
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 καὶ ἡ προφορικὴ ἀνάπτυξις, ἣν ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως ταύτης, ἐγείρει τρία ζητήματα, τὸ τοῦ Ἀπολογισμοῦ παρελθουσῶν χρήσεων, τὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888 καὶ τὸ τῆς χρήσεως τῆς τρεχούσης τοῦ 1887. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν Ἀπολογισμῶν εἶπεν ἀρκοῦντα ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νομίζω περιττὸν νὰ προσθέσω τι. Περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν πρόκειται σήμερον, διότι τοῦτον θὰ συζητήσωμεν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ὅταν ἐπεξεργασθῇ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὑποβληθῇ παρ’ αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου, εἶναι τὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1887 καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τούτου θεωρῶ ἀναγκαίαν, διότι κατὰ τὴν χρῆσιν ταύτην ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ ἡμεῖς κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐπεκρίναμεν καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐξεφράσαμεν γνώμας ὡρισμένας. Ἐὰν ἐπειθόμεθα ἐξ ὅσων ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον ἡ χρῆσις τοῦ 1887, καὶ περὶ τῶν κατὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς πιθανῶν ἀποτελεσμάτων, οὐ μόνον ἠθέλομεν ἀποφύγει πᾶσαν ἐπίκρισιν, ἀλλὰ καὶ ἠθέλομεν ἐπαινέσει αὐτόν. Ἐὰν ἐπειθόμεθα, ὅτι ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, ἐθεράπευσε τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, καὶ ἔφερεν, ὄχι περίσσευμα ἑνὸς ἢ καὶ πλειοτέρων ἑκατομμυρίων, ὡς εἶπεν, ἀλλὰ καὶ ἁπλοῦν ἰσοζύγιον, δὲν ἠθέλομεν διστάσει νὰ τὸν ἐπιδοκιμάσωμεν καὶ νὰ τὸν ἐνθαῤῥύνωμεν εἰς τὴν πορείαν του· οὐ μόνον δὲν ἠθέλομεν αἰσθανθῆ δυσαρέσκειαν, ὅπως ὑπέθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἠθέλομεν αἰσθανθῆ εἰλικρινῆ χαράν, ἐὰν τοιοῦτο ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τρεχούσης χρήσεως. Δυστυχῶς ὅμως δὲν εὑρίσκομεν τὰ πράγματα σύμφωνα πρὸς τὰς βεβαιώσεις, ἃς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ὁριστικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887, τῶν παρισταμένων ὡς πιθανῶν ἐκ τῶν θετικῶν διδομένων αὐτῆς κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου τ. ἔ. Νομίζομεν ἑπομένως, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐκθέσωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν, ὄχι ἵνα πείσωμεν ἐκείνους, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ πεισθῶσιν, ὄχι ἵνα ζητήσωμεν νὰ σιωπήσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες τὰς ὕβρεις ἐκλαμβάνουσιν ὡς ἐπιχειρήματα, ἀλλ’ ἵνα φωτίσωμεν ἐκείνους, οἵτινες καλῇ τῇ πίστει ἐξακολουθοῦσι πιστεύοντες εἰς ἐπαγγελίας τοσάκις διαψευσθείσας καὶ οἵτινες διὰ τῆς ὑποστηρίξεώς των ἀναδέχονται τὴν εὐθύνην τῆς ἐφαρμογῆς συστήματος, ὅπερ ἀποδεικνύεται τοσοῦτον ἐπιβλαβὲς διὰ τὸν τόπον. Καὶ χθὲς ὁμιλῶν ἐπὶ παρεμπίπτοντός τινος ζητήματος εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν πόσον σκοτειναί, γενικαὶ καὶ ἀόριστοι εἰσὶν αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔχομεν, ὅπως κρίνωμεν καὶ μελετήσωμεν τὰς λεπτομερείας τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων. Εἶναι ἐργῶδες καὶ λίαν κοπιῶδες ἔργον ἡ μελέτη τῶν διαφόρων στοιχείων τῶν Ἀπολογισμῶν καὶ τῶν Προϋπολογισμῶν ἡμῶν. Θὰ προσπαθήσω οὐχ ἧττον, ἐφ’ ὅσον αἱ ὑπάρχουσαι πληροφορίαι καθιστῶσι τοῦτο δυνατόν, νὰ στηρίξω τὰς σκέψεις μου, οὐχὶ ἐπὶ θεωριῶν, ἀλλ’ ἐπὶ ἀριθμῶν καὶ ἐπὶ γεγονότων. Καὶ πρῶτον θὰ ἐξετάσω τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Δὲν θέλω ἐξετάσει τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα, διότι περὶ αὐτῶν ἀρκετὰ ἀνέπτυξε χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως δὲ πάντες γνωρίζομεν καὶ ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι αἱ βεβαιώσεις, αἵτινες παρέχουσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰ μέσα τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Αὐταί εἰσι βεβαίως ἡ βάσις τῶν εἰσπράξεων, ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις εἰσὶν αἱ δίδουσαι εἰς τὸ Δημόσιον τὸ χρῆμα τὸ ἀναγκαῖον εἰς τὰς δαπάνας του καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του. Πρὸς εὕρεσιν τοῦ ὅλου τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἔχομεν ἓν θετικὸν διδόμενον, τὰς εἰσπράξεις τῆς χρήσεως ταύτης ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου ε. ε. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον δὲν ἀρκεῖ, χρειάζεται καὶ ἕτερον θετικὸν διδόμενον, ὅπερ νὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἡμῖν ὡς μέσον συγκρίσεως. Τοιοῦτον εὑρίσκομεν εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν προηγουμένων χρήσεων. Μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων τῆς 30 Σεπτεμβρίου τοῦ τρέχοντος ἔτους ἑκάστης χρήσεως καὶ τῶν εἰσπράξεων τῆς αὐτῆς χρήσεως τῆς 30 Σεπτεμβρίου τοῦ ἑπ. ἔ. ὑπάρχουσιν ἀναλογίαι τινές, μὴ ἀπομακρυνόμεναι πολὺ ἀλλήλων. Ἐπὶ τῶν ἀναλογιῶν τούτων δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν, ὅπως εὕρωμεν τὸ ζητούμενον. Διὰ νὰ μὴ παρατείνω δὲ πολὺ τὸν λόγον καὶ διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλὴν, θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἔκθεσιν καὶ τὴν σύγκρισιν τῶν εἰσπράξεων τῶν δύο Σεπτεμβρίων τῆς χρήσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐπροτίμησα νὰ λάβω ὡς ὅρον συγκρίσεως τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1886, ἐλπίζων, ὅτι τοῦτο θὰ ἀρέσῃ καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ σύγκρισις αὕτη εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν εὐνοϊκὴ πρὸς τὰς ἰδέας καὶ τὰς σκέψεις αὐτοῦ. Κατὰ τὸ 1886 αἱ εἰσπράξεις ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους περιλαμβάνουσι καὶ τὰς πραγματοποιηθείσας ἐντὸς τῶν τεσσάρων πρώτων μηνῶν, καθ’ οὓς τὸ Ἔθνος ἦτο ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει καὶ καθ’ οὓς βεβαίως αὗται ἦσαν κατώτεραι ἐκείνων, αἵτινες ἤθελον πραγματοποιηθῆ, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἦσαν ὁμαλαί. Τὰς εἰσπράξεις δὲ τὰς μετὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1886 ἐξετέλεσεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν. Ἑπομένως, ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων τῆς χρήσεως μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1887, ἃς γνωρίζομεν ἐπισήμως, καὶ ἐκείνων, αἵτινες ἐπραγματοποιήθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1886, εἶναι ὅλως ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως. Αἰσιοδοξῶ καὶ ἐγὼ θὰ στηριχθῶ ἐπὶ τῆς ἀναλογίας ταύτης καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ εὕρω τὰς εἰσπράξεις, ἃς δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὡς δυνατὰς διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887. Ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων εἰσεπράχθησαν ἐντὸς τῶν ἐννέα πρώτων μηνῶν τοῦ 1886 δραχμαὶ 5,883,858. Μέχρι δὲ τοῦ Σεπτεμβρίου 1887 εἰσεπράχθησαν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1886 δραχμαὶ 12,641,961 Ἡ ἀναλογία ἑπομένως τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐννέα πρώτων μηνῶν πρὸς τὰς πραγματοποιηθείσας μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887 εἶναι ὡς 100 πρὸς 214. Ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων κατὰ τοὺς ἐννέα πρώτους μῆνας τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν 23,039,410, κατὰ τοὺς 21 δὲ μῆνας τῆς χρήσεως αὐτοῦ, δηλ. μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1887 δραχμαὶ 36,392,100. Ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων τούτων εἶναι ὡς 100 πρὸς 157. Ἡ ἀναλογία ὅμως ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὡς 100 πρὸς 152, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δοθεισῶν πληροφοριῶν. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἀνάγκη ἑπομένως νὰ εἰσέλθω εἰς πλειοτέρας ἀναπτύξεις, αἵτινές εἰσιν ἀναγκαῖαι, διότι ἰδίως ἐπὶ τῶν ἐμμέσων φόρων ἐφαρμόζεται κατὰ τὸ 1887 τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν τελῶν, ἐφ’ ὧν ἐφαρμόζεται κατὰ τὸ 1887 τὸ νέον βαρὺ δασμολόγιον, ἡ ἀναλογία, ἥτις εἶναι ὡς 100 πρὸς 151, ὑποβιβάζεται εἰς ἀναλογίαν ὡς 100 πρὸς 143, διότι, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνιακῶν τελῶν θὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ 1,400,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τῶν τελῶν χαρτοσήμου ἡ ἀναλογία εἶναι ὡς 100 πρὸς 145, διότι κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 5,032,000, κατὰ τὸν Σεπτέμβριον δὲ τοῦ 1887 εἰσεπράχθησαν διὰ τὴν αὐτὴν χρῆσιν δραχμαὶ 7,319,000, κατὰ τὴν ἀναλογίαν δὲ ταύτην δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσι μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 1887 δραχμαὶ 8,107,000, ποσὸν ἴσον πρὸς ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπελόγισεν ἐκ τελῶν χαρτοσήμου. Ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν εἰς τὰς ἀναλογίας τοῦ παρελθόντος, διότι φέτος ἐφαρμόζεται διάφορον σύστημα ἐπ’ αὐτοῦ. Ἑπομένως ἐπὶ τούτου καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου λαμβάνω ὡς βάσιν τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1887 καὶ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐντὸς τῶν ἑπομένων τριῶν μηνῶν θὰ φορολογηθῶσιν 80,000 ὀκάδες καπνοῦ κατὰ μῆνα, ἤτοι 240,000 διὰ τοὺς τρεῖς μῆνας. Αὗται πρὸς δρ., 7 καὶ 20)00, εἰς ἃς ἀνέρχονται κατ’ ὀκᾶν οἱ φόροι ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ τῆς κοπῆς αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, φέρουσι δραχμὰς 1,788,000, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὰς δραχμὰς 1,542,786, εἰσπραχθείσας κατὰ τὴν 30 λήξαντος Σεπτεμβρίου, φέρουσι δραχμὰς 3,330,786. Ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐμμέσων φόρων, τῶν μονοπωλίων, τῶν προξενικῶν τελῶν, τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, τῶν διαφόρων δικαιωμάτων κτλ. ἡ ἀναλογία εἶναι ὡς 100 πρὸς 185, διότι κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 3,304,276, κατὰ δὲ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1887 διὰ τὴν χρῆσιν 1886 δραχμαὶ 6,073,000. Ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων ὑποτίθεται κατὰ τοὺς ἄνω ὑπολογισμοὺς δυνατὴ εἴσπραξις δραχμῶν 44,470,000, ἥτις, συγκρινομένη πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα διὰ τὸ 1887 κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου, ἀναλογεῖ ὡς 152 πρὸς 100 καὶ ἀποδεικνύει τὸ βάσιμον τῶν γενικῶν ἀναλογιῶν, ἐφ’ ὧν στηρίζω τοὺς ὑπολογισμούς μου, καὶ τὸ εὐνοϊκὸν τῶν ἀναλογιῶν τούτων ὑπὲρ τοῦ συστήματος καὶ τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκ τῶν δημοσίων καταστημάτων εἰσεπράχθησαν κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1886 δρ. 1,430,000, κατὰ Σεπτέμβριον δὲ τοῦ 1887 διὰ τὴν χρῆσιν 1886 δραχμαὶ 2,323,000. Ἡ ἀναλογία εἶναι ὡς 100 πρὸς 163. Ἐκ τῶν δημοσίων νομημάτων καὶ κτημάτων εἰσεπράχθησαν κατὰ Σεπτέμβριον 1886 δραχμαὶ 1,907,000, κατὰ Σεπτέμβριον δὲ τοῦ 1887 δρ. 3,160,000. Ἡ ἀναλογία εἶναι ὡς 166 πρὸς 100. Ἐξ ἐκποιήσεων ἐθνικῶν κτημάτων εἰσεπράχθησαν τὸν Σεπτέμβριον 1886 δραχμαὶ 116,011 καὶ τὸν Σεπτέμβριον 1887 δραχμαὶ 1,810,431, ἡ ἀναλογία δ’ αὐτῶν εἶναι ὡς 870 πρὸς 100. Ἐπὶ τῶν διαφόρων εἰσοδημάτων ἔχομεν κονδύλιά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς ἀναλογίας τοῦ παρελθόντος. Τοιοῦτον εἶναι τὸ τῆς νομισματικῆς ὑπερτιμήσεως τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένων τελῶν εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς. Δὲν ἐννοῶ διατὶ τὸ κονδύλιον τοῦτο ἐτέθη εἰς τὰ διάφορα εἰσοδήματα, ἀντὶ νὰ τεθῇ εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη· ἀλλ’ ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι τυπική· τὸ θετικὸν εἶναι, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογίας τοῦ παρελθόντος διὰ τὰ διάφορα εἰσοδήματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρῶτον ἤδη κατατάσσεται τοιοῦτον κονδύλιον. Ὅθεν παραδέχομαι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν τελωνιακῶν τελῶν θὰ ἀνέλθῃ εἰς 1,400,000 καὶ ὅτι κατ’ ἀναλογίαν αὐτῆς θὰ ἐπέλθῃ καὶ εἰς τὸ ἔσοδον τῆς νομισματικῆς ὑπερτιμήσεως ἐλάττωσις 210.000 δραχμῶν, εἰς τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν δραχμῶν 4.020.000, καὶ ὅτι ἐξ αὐτῆς θὰ εἰσπραχθῶσι δραχμαὶ 3,810,000. Ἕτερον κονδύλιον, μὴ δυνάμενον νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς ἀναλογίας τοῦ 1886, εἶναι τὸ τοῦ ἐκποιουμένου στρατιωτικοῦ ὑλικοῦ, διότι, ὡς γνωρίζομεν, κατὰ τὸ 1887 ἐπωλήθησαν οἱ ἵπποι καὶ ἄλλο ὑλικὸν στρατοῦ, ὅπερ εἶχεν ἀγορασθῆ κατὰ τὴν ἐπιστρατείαν. Ἐκ τοῦ κονδυλίου τούτου ὑπολογίζω, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ τὸ βεβαιωθὲν ποσὸν ἐκ δραχμῶν 1,253,000. Τρίτον κονδύλιον, ὅπερ πρέπει ὡσαύτως νὰ ἐξαιρεθῇ, εἶναι τὸ τῆς διαφορᾶς νομισμάτων, ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 700,000 περίπου. Αἱ διαφοραὶ νομισμάτων πιστεύω, ὅτι προέρχονται κυρίως ἐκ χρημάτων τῶν συναφθέντων δανείων πρέπει ἑπομένως νὰ καταχωρισθῶσιν οὐχὶ μεταξὺ τῶν τακτικῶν, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Τὰ λοιπὰ διάφορα εἰσοδήματα, ἅτινα καὶ κατὰ τὸ 1887 εἰσὶν ὁμοειδῆ καὶ ἀνάλογα πρὸς τὰ λειτουργήσαντα καὶ κατὰ τὸ 1886, παρουσιάζουσιν ἀναλογίαν ὡς 100 πρὸς 224· διότι μέχρι μὲν τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1886 εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτῶν δραχμαὶ 1,469, 926, μέχρι δὲ τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1887 δραχ. 3,290,478. Ἐκ τῶν ἐκκλησιαστικῶν εἰσοδημάτων εἰσεπράχθησαν δραχ. 169,884 κατὰ Σεπτέμβριον 1886, καὶ δραχ. 311,023 κατὰ Σεπτέμβριον 1887· ἡ ἀναλογία ἑπομένως αὐτῶν εἶναι ὡς 100 πρὸς 184. Ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων καὶ τῶν καθυστερούντων εἰσεπράχθησαν τὸν Σεπτέμβριον 1886 δραχ. 1,056,277, καὶ τὸν Σεπτέμβριον 1887 δραχ. 2,384,310· ἑπομένως ἀναλογία ὡς 226 πρὸς 100. Πόρισμα τῶν διαφόρων τούτων ἀναλογιῶν εἶναι, ὅτι οἱ μὲν ἔμμεσοι φόροι, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσεπράχθησαν τὴν 30 Σεπτεμβρίου τρέχοντος ἔτους διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887 29,114,301, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῶν 100 πρὸς 152 δύνανται νὰ φέρωσιν εἴσπραξιν δραχ. 44,250,000. Διὰ τοὺς λοιποὺς δὲ φόρους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναλογιῶν, ἃς ἀνέπτυξα, καὶ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὴν καθυστεροῦσαν βεβαίωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὴν ὁμολογουμένην ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἐπὶ τῶν ζώων, καὶ τὴν ἐν αὐτοῖς συμπεριλαμβανομένην εἴσπραξιν ἐξ ὑλικοῦ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐκ διαφορᾶς νομισμάτων, εὑρίσκομεν ἀναλογίαν ὡς 100 πρὸς 200, παραδεχόμενοι αὐτὴν ὅλως εὐνοϊκὴν πρὸς τὰς ἰδέας καὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτης παραδεχόμεθα διὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1888, ὡς δυνατὴν εἴσπραξιν δραχ. 27,450,000 ἐκ τῶν φόρων, ἐξ ὧν εἰσεπράχθησαν δραχ. 13,707,009 κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου ε. ε. Προσθέτοντες εἰς τὰ ποσὰ ταῦτα δραχ. 3,810,000 ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως νομίσματος τῶν τελωνιακῶν τελῶν, φθάνομεν κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς τὸ ποσὸν 75,500,000 εἰσπράξεων διὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1888. Ἂν προσθέσωμεν καὶ διὰ τὸν Ὀκτώβριον τὸ αὐτὸ ποσὸν, ὅπερ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑποθέτει, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1888, δηλαδὴ ἓν ἑκατομμύριον, ἔχομεν εἰσπράξεις τῆς χρήσεως 1887 δρ. 76,500,000. Μεταξὺ τῶν ὑπολογισθέντων ἐσόδων τοῦ Κράτους ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, ἐκ δραχ. 94,656,000, καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δυνατῶν εἰσπράξεων ὑπάρχει διαφορὰ 18,156,000.
§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα, βεβαιώσεις. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε βεβαιώσεις.
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον. Μεταξὺ τῶν δυνατῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐσόδων ὑπάρχει διαφορὰ 18,150,000. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παραδέχεται διαφορὰν μεταξὺ βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων περὶ τὰ 8,000,000. Παραδεχόμενοι ταύτην, ἔχομεν πάλιν διαφορὰν 10,150,000· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ, πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν πραγματοποιοῦνται αἱ ἐπαγγελίαι καὶ αἱ ἰδέαι, ἃς ὑπεστηρίξατε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ὡς θεμέλιον καὶ βάσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἐθέσατε τὴν βεβαίωσιν δραχ. 76,580,000 ἐκ τῆς τότε νομοθεσίας, καὶ ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομοῦντες ἀνεβιβάσατε τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας εἰς δραχ. 94,656,000. Σᾶς εἴπομεν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, ὅτι ἡ βάσις αὕτη εἶναι σαθρὰ καὶ δὲν στηρίζεται ἐπὶ θετικῶν ὑπολογισμῶν. Ἀπεκρούσατε τοῦτο καὶ παρεδέχεσθε ὡς ἀναμφισβήτητον τὴν βεβαίωσιν δραχ. 76,580,000 διὰ τῆς ὑφισταμένης τότε οἰκονομικῆς νομοθεσίας. Σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁμολογεῖ, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νομοθεσίας ταύτης δὲν θὰ βεβαιωθῶσιν 76,580,000 δρ., ἀλλὰ μόνον δραχ. 71,700,000. Πρὸς δικαιολόγησιν τούτου θὰ εἴπῃ ἴσως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρὸς εὕρεσιν τοῦ ποσοῦ, ἐφ’ οὗ ἐστήριζε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει τὸν μέσον ὅρον τῶν βεβαιώσεων, ὑποβιβάζων δ’ αὐτὸ σήμερον, λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τοὺς κατωτάτους ὅρους. Τοῦτο εἶναι ἐπιχείρημα, οὗτινος δὲν ἠξεύρω ἂν δὲν ἔκαμε χρῆσιν καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀκριβείας τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐλάμβανεν ὡς βάσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887. Ἡμεῖς διετεινόμεθα, ὅτι ἡ ὑφισταμένη τότε νομοθεσία δύναται νὰ δώσῃ βεβαιώσεις δραχ. 70,000,000 περίπου, ποσοῦ δηλαδὴ πλησιάζοντος ἐκεῖνο, ὅπερ ὁμολογεῖ σήμερον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Προεβαίνομεν δὲ καὶ περαιτέρω καὶ ἐλέγομεν, ὅτι διὰ μεταῤῥυθμίσεως τῆς φορολογίας ἡμῶν, διὰ βελτιώσεως αὐτῆς δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν καὶ μέχρις εἰσπράξεως 70,000,000. Αἱ δυναταὶ εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἐνδέχεται νὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν αὐτό. Ὑπάρχουσι λόγοι ἐξηγοῦντες τοῦτο. Ἐφέτος εἴχομεν ἐσοδείαν σταφίδος ἐκτάκτως καλήν, οὐχὶ κατὰ τὸ ποσόν, ἀλλὰ κατὰ τὸ ποιὸν καὶ τὴν ἀξίαν αὑτῆς. Ἡ ἐσοδεία αὕτη ἔφερεν ἀναντιῤῥήτως ἐξαιρετικήν τινα εὐημερίαν εἰς τὰς σταφιδοφόρους ἐπαρχίας, ἥτις, ὡς γνωρίζομεν, δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ὡς εὐτύχημα πάγιον καὶ ἀνεπίδεκτον μεταβολῆς. Ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη εὐημερία ἐπαρχιῶν τινων τῆς Ἑλλάδος παρημπόδισε πολὺ τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως, ἣν ἄνευ αὐτῆς ἤθελεν ἐπιφέρει ἡ βαρεῖα φορολογία. Εὑρισκόμεθα προσέτι ἐντὸς φαινομένης καὶ προσκαίρου εὐημερίας, προερχομένης ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἡ ἕνεκα ταύτης ὕπαρξις ἐν τῷ τόπῳ χαρτίνου νομίσματος ὑπερβαίνοντος τὰς νομισματικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας, φέρει προσκαίρως πληθωρικήν τινα αὔξησιν ἐπιχειρήσεών τινων, αἵτινες παρέχουσιν ἔσοδα εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ εὐημερία αὕτη εἶναι φαινομενικὴ καὶ πρόσκαιρος, καὶ εἰς τοῦτο πιστεύω, ὅτι συμφωνεῖ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις τοιαύτην ὑπεστήριζεν ἰδέαν, ὅτε πρὸ τριῶν περίπου ἐτῶν εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου, τοῦ σκοποῦντος τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ εὐημερία αὕτη δύναται νὰ δώσῃ πρόσκαιρόν τινα αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου, δύναται νὰ παρέξῃ προσκαίρως μεγαλειτέραν κίνησιν τῶν κεφαλαίων καὶ φαινομενικήν τινα εὐτυχίαν τοῦ τόπου, ἀλλὰ μὲ κίνδυνον οἰκονομικῶν συμφορῶν ἐν τῷ μέλλοντι. Τρίτος λόγος τῆς τοιαύτης αὐξήσεως τῶν εἰσπραχθέντων ποσῶν εἶναι ἡ δι’ ἀπηνοῦς καταδιώξεως εἴσπραξις πολλῶν φόρων παρὰ φορολογουμένων, παρ’ ὧν αὕτη ἀφαιρεῖ οὐ μόνον τὰ πρὸς παραγωγὴν ἀναγκαῖα μέσα, ἀλλ’ ἴσως καὶ τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Οἱ τρεῖς οὗτοι λόγοι ἐξηγοῦσι τὴν κατὰ 6½ περίπου ἑκατομμύρια δυνατὴν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1887 ἄνω τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἡμεῖς ὑπεθέτομεν ὡς πιθανόν. Ἀλλὰ μόνον τοῦτο ἠμφισβητήσαμεν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον; Εἴπομεν ἡμεῖς, ὅτι δὲν δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσιν ἄνω τῶν 70,000,000 δραχμῶν; Οὐχί. Ἀπεναντίας εἴπομεν, ὅτι δύνασθε ἴσως νὰ εἰσπράξητε καὶ πλειότερα· δύνασθε ἴσως νὰ προσεγγίσητε καὶ τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπελογίζετε. Ἀλλὰ ὑπὸ τίνας ὅρους; Ἀφαιροῦντες τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς, ἐξαντλοῦντες τὸν τόπον, καὶ καταστρέφοντες τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους πᾶσα Κυβέρνησις δύναται νὰ εἰσπράξῃ καὶ 100,000,000. Ὅτι δὲ τοιαῦτά εἰσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς πορείας καὶ τῆς πολιτικῆς ὑμῶν, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων, ἅτινα καὶ ὑμεῖς παραδέχεσθε καὶ ὁμολογεῖτε. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν ἐσόδων ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ 1,000,000 περίπου, ἧς τὸ πλεῖστον θὰ προέλθῃ ἐκ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ἐπὶ τῶν ζώων. Τί δέ εἰσι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη καὶ τὰ ζῷα; εἰσὶ τὰ ὄργανα τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας. Ἡ γεωργία δὲ καὶ ἡ κτηνοτροφία εἰσὶ δύο ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων παραγωγικῶν ἡμῶν κλάδων· διότι, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἐξ αὐτῶν ζῶσι τὰ δύο τρίτα τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος. Τοὺς μεγάλους δὲ καὶ παραγωγικοὺς τούτους πληθυσμοὺς πιέζει καὶ ἐξαντλεῖ ἀμέσως καὶ ἐμμέσως ἡ ἐφαρμοζομένη πλημμελὴς καὶ βαρεῖα φορολογία. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησεν ὡσαύτως, ὅτι τὰ τελωνιακὰ τέλη θὰ φέρουν ἔσοδα κατὰ 1,400,000 ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων. Τί σημαίνει ἡ ἐλάττωσις αὕτη; σημαίνει, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐπῆλθε κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἡ συνήθης ἀνάπτυξις τῆς καταναλώσεως καὶ ἡ κανονικὴ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν τελῶν, ἡ λεγομένη plus value, ἀλλ’ ὅτι ἀπ’ ἐναντίας ἐπῆλθε περιστολὴ τῆς καταναλώσεως καὶ ἐλάττωσις αὐτῆς. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς βάσιν τῶν ἐκ τελωνιακῶν τελῶν εἰσπράξεων τοῦ 1887 ἔλαβε τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν τελῶν δὲν θὰ φέρῃ ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως τῶν ἔξωθεν ἐρχομένων ἐμπορευμάτων, ἐξ ὧν εἰσπράττονται ταῦτα. Ὑπέθετεν, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ κατανάλωσις καὶ ὑπελόγιζεν εἰσπράξεις ἀναλόγους πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν τελῶν. Ἡμεῖς ἐλέγομεν, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη θὰ φέρῃ ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως· ἀλλὰ δὲν παρεδέχετο τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὑπάρχει σήμερον ἓν γεγονὸς, βεβαιούμενον καὶ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ἐλάττωσις τῶν τελωνιακῶν τελῶν κατὰ 1,400,000. Ἐὰν ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους τῆς ἐφαρμογῆς τῶν βαρέων τελωνιακῶν δασμῶν, ἐντὸς τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ οἱ καταναλωταὶ εὑρίσκονται ἀκόμη ὑπὸ τὸ κράτος ἕξεων, ἃς δύνανται νὰ θεραπεύσωσι διὰ προηγουμένων οἰκονομιῶν, ἐπῆλθε σπουδαία ἐλάττωσις καταναλώσεως, δυνάμεθα εὐκόλως νὰ φαντασθῶμεν, ὁποία ἔσεται αὕτη ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτε οἱ καταναλωταὶ θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην τῆς ἐγκαταλείψεως ἕξεων καταναλώσεως ἕνεκεν ἐλλείψεως τῶν πρὸς θεραπείαν αὐτῶν ἀναγκαίων μέσων. Τίνα δέ εἰσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐλαττώσεως τῆς καταναλώσεως; Ἡ ἐξασθένησις τῆς μικρᾶς ἡμῶν βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου ἡμῶν. Ἐξασθενοῦντες καὶ ἐξαντλοῦντες τὴν γεωργίαν, τὴν κτηνοτροφίαν, τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον, δύνασθε ν’ ἀναβιβάσητε τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, οὐ μόνον εἰς 76,500,000 δρ., ποσὸν, ὅπερ ἐθεωρήσαμεν ὡς δυνάμενον νὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὸ 1887, ἀλλὰ καὶ εἰς 90 καὶ εἰς 100 ἑκατομμύρια. Θὰ ἐπιτύχητε ὅμως τοῦτο δι’ ἓν ἢ δύο ἔτη καὶ θὰ περιαγάγητε τὸ Ἔθνος εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ παρέξῃ εἰς τὸ Κράτος τὰ πρὸς διατήρησιν αὐτοῦ ἀναγκαῖα μέσα. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη τὰς δαπάνας τῆς τρεχούσης χρήσεως. Εἰς 84,150,000 ἀναβιβάζει ταύτας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν δαπανῶν ἐστηρίχθη οὐχὶ ἐπὶ θετικῶν, ἀλλ’ ἐπὶ ἀριθμητικῶν βάσεων, κατὰ τὴν φράσιν, ἧς ἐποιήσατο χρῆσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα χαρακτηρίσῃ τὸ περίσσευμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887. Ὅπως διὰ τὰ ἔσοδα ἐμήκυνε τὸ μέτρον αὐτῶν διὰ νὰ τὰ μεγαλώσῃ, οὕτω διὰ τὰ ἔξοδα ἐσμίκρυνε τὸ μέτρον διὰ νὰ τὰ ἐλαττώσῃ. Καθ’ ὃν τρόπον ἐκτελοῦνται οἱ Προϋπολογισμοὶ ἡμῶν, δι’ ἀπειρίας ἐκτάκτων, ἀναπληρωτικῶν καὶ ἀδιαθέτων πιστώσεων, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξελέγξῃ τις τὰς λεπτομερείας τῶν δαπανῶν, αἵτινες κατὰ κεφάλαια σημειοῦνται ἐν τῷ διανεμηθέντι τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Μήτε ἡ Βουλή, μήτε Βουλευτής τις δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο· μόνον δὲ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εὐσυνειδήτως ἐργαζόμενον, δύναται νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξετάζων χθὲς τὰ πραγματοποιηθέντα ἔξοδα μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, τρέχοντος ἔτους, ἀπέδειξεν, ὅτι, ἐὰν ὁμαλῶς καὶ τακτικῶς ἐξετελοῦντο καὶ κατεγράφοντο ταῦτα, ἠθέλομεν ἔχει τὴν 30 Σεπτεμβρίου μεταξὺ τῶν πραγματικῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν πληρωθέντων ἐξόδων 4,000,000 ἔλλειμμα, ἀντὶ 1,000,000 περισσεύματος, ὅπως παρέστησεν αὐτὸ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ἑπομένως περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δαπανῶν, τῶν καταγραφομένων ὡς πραγματοποιηθεισῶν μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου τρέχοντος ἔτος, καὶ θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ὅλου τῶν πιθανῶν δαπανῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Στερούμενος παντὸς στοιχείου ἐξελέγξεως δὲν δύναμαι ν’ ἀμφισβητήσω τὰ ποσὰ, ἅτινα ἀναγράφει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς δαπανηθησόμενα ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Βεβαιοῖ, ὅτι ἐπὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων θὰ οἰκονομήσῃ 2,250,000 δρ. ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ 1,830,000 ἐκ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Τὴν βεβαίωσιν ταύτην δέχομαι ὡς ἐπίσημον δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν θὰ κάμῃ χρῆσιν ἄλλων ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· 2,250,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι τὸ ὑπόλοιπον μετὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις.
§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅτι θὰ πραγματοποιήσητε οἰκονομίας, ἀνερχομένας εἰς 4,080,000. Αὐτὸ ἐννοῶ καὶ ἐγώ. Τοῦτο βεβαιοῖ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τούτου ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ σημείωσιν, διότι περὶ τῶν οἰκονομιῶν τούτων οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἔρευναν καὶ ἐξέλεγξιν. Ὑπάρχουσιν ὅμως δύο κεφάλαια δαπανῶν, ἅτινα δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους οἰκονομία. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ τοιαύτην δραχ. 6,640,000 ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν τριῶν δανείων καὶ ἐκ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ἡ μετατροπὴ τῶν τριῶν δανείων τῶν 4, 25 καὶ 6 ἑκατομμυρίων ἔφερεν ὠφέλειαν δραχ. 853,000, ἥτις ἀνεγράφη ἤδη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, ἐπειδὴ δὲ ἐπληρώθη ἐντὸς τοῦ 1887 τὸ τοκομερίδιον τοῦ δανείου τούτου διὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, δὲν βλέπω τίνα ἄλλην ὠφέλειαν καὶ οἰκονομίαν θὰ φέρῃ ἡ μετατροπὴ αὐτῶν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1887. Τὴν ὠφέλειαν, ἣν ἔφερε τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἔλαβον ἀφορμὴν κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ νὰ ὑπολογίσω, ὅπως δ’ ἀνέπτυξα τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁριστικὴ αὐτοῦ ὠφέλεια ἀνέρχεται εἰς 500 χιλιάδας φράγκων περίπου. Μὴ παραδεχόμενος τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ στρογγύλου λογαριασμοῦ μᾶς εἶπε τότε, ὅτι δανειζόμεθα 90 ἑκατομμύρια πραγματικῶν φράγκων· τὰ 90 αὐτὰ ἑκατομμύρια τὰ μεταχειριζόμεθα πρὸς πληρωμὴν ἄλλων δανείων θὰ πληρώσωμεν 6%, ἐπληρόνομεν 8%, ἄρα ἔχομεν 2% ὠφέλειαν. Οὕτως ὑπολογίζων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τῶν 90 ἑκατομμυρίων τὰ μὲν 26 ἐπρόκειτο νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς κατασκευὴν πλοίων, τὰ δὲ 15 περίπου εἰς πληρωμὴν τῶν μετατραπέντων δανείων, ὧν ἡ ὠφέλεια εἶχεν ἤδη περιληφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἡ διὰ τοιούτου στρογγύλου λογαριασμοῦ ὠφέλεια ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ περιορισθῇ ἐπὶ 50 μόνον ἑκατομμυρίων περίπου τοῦ δανείου τούτου καὶ ὑπολογισθῆ εἰς 1,000,000 δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, εἰς 500 χιλιάδας δὲ περίπου διὰ τοὺς 6 μῆνας Ἀνέφερον ταῦτα διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν ἀπορίαν, ἥν μοι ἐγέννησεν ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων θὰ προέλθῃ ὠφέλεια 6,640,000 δραχ. εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους, καὶ τὴν ὑπόθεσίν μου, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τῆς ὠφελείας προέρχεται ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος ἔχομεν ὠφέλειαν 3,347,000, ἐκ δὲ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων καὶ ἄλλων ὠφελειῶν ἐπὶ τῶν δανείων καὶ τῶν προκαταβολῶν 3,317,000· ἑπομένως ἐπὶ τοῦ ὅλου τῶν 6,664,000 τὸ ἥμισυ σχεδὸν εἶναι ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ ἐκ τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν πράξεων.
§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐκ διαφορᾶς νομισμάτων;
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν περιλαμβάνεται ἐνταῦθα· καὶ χθὲς ἐλέχθη, ὅτι προέρχεται ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος, τοῦτο ὅμως εἶναι ἐσφαλμένον, ἔχω δὲ ἐνταῦθα πίνακα λεπτομερῆ περὶ τούτων, τὸν ὁποῖον σᾶς δίδω.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ μελετήσω τὸν πίνακα, ὃν ἐξαίφνης παρουσιάζετε τώρα, ἀντὶ νὰ τὸν ὑποβάλητε ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπιφυλάττομαι νὰ πράξω τοῦτο, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὸν πίνακα τοῦτον. Ὅ,τι δήποτε ὅμως καὶ ἂν περιέχῃ ὁ πίναξ οὗτος, τὸ ποσὸν ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος, ὅπερ ὑπολογίζετε ὡς ὠφέλειαν καὶ οἰκονομίαν, δὲν δύναται νὰ ᾖ κατώτερον τῶν 4,000,000 δραχμῶν, διότι ἐκτὸς τῶν 3,317,000 περίπου, ἃς παραδέχεσθε, ὑπάρχουσι καὶ ἕτεραι 700,000, ἃς ἀναγράφετε ὡς ἔσοδον ἐκ διαφορᾶς νομισμάτων, προερχόμενον, ἂν ὄχι καθολοκληρίαν, ἀλλὰ βεβαίως κατὰ τὰ 9|10 ἐκ δανείων. Ἀλλ’ εἶναι οἰκονομία αὐτή; εἶναι πραγματικὴ οἰκονομία; εἶναι ἐλάττωσις δαπανῶν; Οὐχὶ βεβαίως. Ὑπάρχει ἐν αὐτῷ ὠφέλειά τις, διότι διὰ τοῦ δανείου εὕρατε μεταλλικὸν καὶ δὲν ἠναγκάσθητε ν’ ἀγοράσητε συνάλλαγμα καὶ συντελέσητε εἰς ὑπερβολικὴν αὐτοῦ ὕψωσιν· τοῦτο ὅμως δὲν ὑπεβίβασε τὴν τιμὴν τοῦ μεταλλικοῦ, δὲν ἔδωκεν εἰς τὸ εἰκοσάφραγκον ἀξίαν 20 δραχμῶν. Πληρώσαντες δὲ ὀφειλὰς τοῦ Δημοσίου εἰς μεταλλικὸν, εἰς εἰκοσάφραγκα, δὲν δικαιοῦσθε νὰ ὑπολογίσητε αὐτὰ πρὸς εἴκοσι δραχμὰς ἕκαστον, ἀλλ’ ὀφείλητε νὰ τὰ ὑπολογίσητε εἰς τὴν ἀγοραίαν αὐτῶν ἀξίαν, ἤτοι πρὸς εἴκοσι πέντε δραχμάς. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τὸ μεταλλικὸν ἀποβάλλει τὴν ἰδιότητα τοῦ νομίσματος καὶ ἀποβαίνει ἐμπόρευμα. Ὁ δίδων δὲ ἐμπόρευμα ἀντὶ χρημάτων πρὸς πληρωμὴν χρέους του ὀφείλει νὰ ὑπολογίσῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἀξίαν, ἣν πράγματι ἔχει, καὶ οὐχὶ εἰς ἐκείνην, ἣν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν καὶ οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Δημοσίου συντάττονται εἰς δραχμὰς, ἀντιπροσωπευομένας ὑπὸ τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων, εἰς δραχμὰς δὲ ὑπολογίζονται πᾶσαι αἱ εἰσπράξεις καὶ πληρωμαὶ τῶν δημοσίων ταμείων, δι’ οἱωνδήποτε νομισμάτων ἤθελον ἐκτελεσθῆ. Ἀλλοίμονον ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως. Θὰ εἴχομεν τότε τραγέλαφον λογιστικὸν, κυκεῶνα διαχειρίσεως καὶ πηγὴν ἀνεξάντλητον καταχρήσεων. Θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ παρουσιασθῇ καὶ ἰδιότροπός τις ταμίας, ὅστις εἰσπράττων 10 φράγκα χρυσᾶ, 10 τάλληρα καὶ 10 δραχμὰς νὰ ὑπολογίσῃ εἰς χρέος του 30 μόνον δραχμάς! Ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος ἀνήκει εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ὀφείλει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταχωρίσῃ αὐτὴν εἰς τὰ ἐκ τῶν δανείων ἔσοδα καὶ τὴν ὑπολογίσῃ συνάμα ὡς δαπάνην εἰς τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπὲρ οὗ τὴν ἐδαπάνησεν. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὸ ἔτος 1887, καίπερ μὴ ἔχοντες ἐνώπιον ἡμῶν τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα πρὸς ἀκριβῆ αὐτῆς ἐξέτασιν, εὑρίσκομεν οὐχ ἧττον, ὅτι ἡ ἐξ αὐτῆς οἰκονομία δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 2,500,000 δρ. Ἑπομένως πλέον τῶν 4,000,000 δρ. ἐκ τῶν 6,664.000, ἃς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν ὡς ὠφέλειαν ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ Δημοσίου, προέρχονται ἐκ διαφορᾶς συναλλάγματος. Ἐπιπρόσθετον ἀπόδειξιν τούτου εὑρίσκομεν ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888, ὅστις, καίπερ ἐπωφελούμενος ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἐλαττώσεων, ἃς ἔφερον οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐξ ὧν κατὰ τὸ ἥμισυ μόνον ὠφελεῖται ἡ χρῆσις τοῦ 1887, οὐχ ἧττον δὲν παρουσιάζει, εἰμὴ δρ. 1,000,000 περίπου ἐλάττωσιν τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους. Ἕτερον κεφάλαιον δαπανῶν, ὅπερ πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ὑπολογιζόμενα ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1887, εἶναι τὸ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐπιχορηγήσεων εἰς τοὺς σιδηροδρόμους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν πληρωμὴν ταύτην δὲν ἐγγράφει εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν· εἰς τίνα λοιπὸν Προϋπολογισμὸν θὰ τὴν ἐγγράψῃ; Ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν δὲν ἔχομεν. Ὁ εἰδικὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἔχει τὰς δαπάνας του, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνεται καὶ τὸ πληρωθὲν ποσὸν διὰ τὰ πλοῖα. Τὰ ποσὰ δὲ τὰ πληρωθέντα καὶ πληρωθησόμενα εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, ἐὰν δὲν συμπεριληφθῶσι μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ μείνωσι, κατὰ τὴν κοινὴν φράσιν, εἰς τὸν ἀέρα. Δύναται ἴσως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ πλάσῃ ἐν τῷ μέλλοντι εἰδικὸν ἢ ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν δημοσίων ἔργων ἢ σιδηροδρόμων, καὶ θὰ συμπεριλάβῃ ἐν αὐτῷ καὶ τὴν δαπάνην αὐτήν. Ἡ ἐπιχορήγησις τῶν σιδηροδρόμων εἶναι δαπάνη, μὴ ἐπαναλαμβανομένη κατ’ ἔτος, ἂν καὶ εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι κατ’ ἔτος νὰ πραγματοποιῶμεν τοιαύτας δαπάνας. Ἀλλὰ τοιαύτας δαπάνας, μὴ ἐπαναλαμβανομένας τακτικῶς, ἔχομεν καὶ ἄλλας, ὡς π. χ. τὰς δι’ ἐπισκευὰς καὶ κατασκευὰς δημοσίων κτιρίων κλπ. Τυπικῶς δὲ δυνάμεθα νὰ συντάξωμεν καὶ ἔκτακτον Προϋπολογισμόν, περιλαμβάνοντα τὰς δαπάνας ταύτας. Ἀλλὰ τοιοῦτον δὲν ἔχομεν, καὶ ἂν τὸν κατασκευάσωμεν σήμερον, δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν ἀναδρομικὴν δύναμιν καὶ ἀναγράψωμεν ἐν αὐτῷ δαπάνας, ἐκτελεσθείσας ἤδη διὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θὰ κατασκευάσωμεν τοιοῦτον ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν, ὁδηγούμενοι ἐκ τοῦ παραδείγματος τῶν Κρατῶν, ἅτινα εἶχον ἐκτάκτους Προϋπολογισμοὺς καὶ τοὺς καταργοῦσι, διότι ἐπείσθησαν, ὅτι ἡ ὕπαρξις αὐτῶν συντελεῖ εἰς τὴν διατάραξιν καὶ εἰς τὴν βλάβην τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν. Ἡ Γαλλία, ἥτις εἶχε διαφόρους ἐκτάκτους Προϋπολογισμούς, παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς καταργήσεως αὐτῶν, χάριν τῆς τάξεως καὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς. Τὰ Κράτη ἔρχονται ἀρωγὰ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων κατὰ διαφόρους τρόπους, εἴτε δι’ ἐπιχορηγήσεως, εἴτε δι’ ἐγγυήσεως ἐλαχίστου ὅρου καθαρῶν εἰσπράξεων, εἴτε διὰ παροχῆς δανείου, εἴτε δι’ ἀμέσου κατασκευῆς διὰ τῶν τακτικῶν αὐτοῦ πόρων, ἢ δι’ ἐκτάκτων. Ἕκαστον τῶν συστημάτων τούτων βαρύνει κατὰ διάφορον τρόπον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Τὸ σύστημα τῆς διὰ δανείου ἢ δι’ ἐγγυήσεως κατασκευῆς βαρύνει τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου, ἢ διὰ τοῦ πληρονομένου ποσοῦ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐγγυωμένου καθαροῦ εἰσοδήματος· τὸ σύστημα τῆς ἐπιχορηγήσεως, ὅπερ εἶναι τὸ ὠφελιμώτερον καὶ καλλίτερον διὰ τὸν τόπον καὶ ὅπερ μετὰ λύπης ἤθελον ἰδεῖ ἐγκαταλιμπανόμενον, βαρύνει διὰ τοῦ πληρονομένου ποσοῦ τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν, ὁσάκις τὸ Κράτος δὲν ἔχῃ λειτουργοῦντα ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν δημοσίων ἔργων. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἑπομένως, οἵτινες δὲν ἔχομεν τοιοῦτον ἔκτακτον Προϋπολογισμόν, αἱ πληρωθεῖσαι καὶ πληρωθησόμεναι ἐπιχορηγήσεις εἰς τὰς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων βαρύνουσι τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπελόγισε τὰς δαπάνας τῆς τρεχούσης χρήσεως εἰς δραχμὰς 84,210,000. Εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο πρέπει νὰ προσθέσωμεν δραχμὰς 1,587,000, πληρωθείσας ἐπιχορηγήσεις εἰς σιδηροδρόμους, ἑτέρας δραχμὰς 800,000 περίπου, πληρωθησομένας διὰ τὸ ἀπὸ Αἰγίου εἰς Πάτρας τμῆμα τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ 4,000,000 περίπου διὰ τὴν διαφορὰν συναλλάγματος, ἣν ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου. Οὕτω δὲ αἱ δαπάναι τῆς χρήσεως τοῦ 1887 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 90,600,000 δραχμῶν. Ὑπολογίσαντες εἰς 76,500,000 τὰ ἔσοδα, εὑρίσκομεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1887 θὰ ἀνέλθῃ εἰς 14,100,000. Ἐνδέχεται εὐνοϊκαὶ περιστάσεις νὰ ἐλαττώσωσιν αὐτὸ, ἐνδέχεται ὅμως καὶ ἀπρόβλεπτοι δυσκολίαι νὰ τὸ αὐξήσωσιν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει τὸ ἔλλειμμα ὑφίσταται, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ᾖ. Τὸ δὲ περίσσευμα, ὅπερ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι καὶ ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει τῆς χρήσεως τοῦ 1887 ἰδανικὸν καὶ ἀριθμητικόν, ὅπως ἦτο καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς χρήσεως ταύτης. Τὸ θετικὸν καὶ ἀναντίῤῥητον τοῦτο ἔλλειμμα πάντες ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὸ καλύψωμεν. Ἐπιθυμοῦμεν ὅμως νὰ τὸ καλύψωμεν οὐχὶ δι’ ἀριθμητικῶν, ἀλλὰ διὰ θετικῶν πράξεων. Διὰ τίνων θετικῶν πράξεων ζητεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καλύψῃ αὐτό; Πρῶτον διὰ τῆς ἐπιτάσεως: τῆς φορολογίας εἰς βαθμὸν, δυνάμενον ἴσως νὰ δικαιώσῃ προσωρινῶς τὰς ἐπαγγελίας αὐτοῦ, ὅστις ὅμως θὰ πιέσῃ καὶ ἐξασθενίσῃ τὴν παραγωγὴν καὶ θὰ ἐξαντλήσῃ τὸν τόπον. Ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου ποῖα ἀποτελέσματα πρόκειται νὰ φέρῃ ἐντὸς τοῦ 1887 ἡ ἐφαρμοζομένη φορολογία ἐπὶ τῆς γεωργίας, τῆς κτηνοτροφίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς μικρᾶς βιομηχανίας ἡμῶν. Καὶ ἡμεῖς παρεδέχθημεν, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν πόρους ἐν τῇ φορολογίᾳ, ἀλλὰ τοὺς πόρους τούτους πρέπει νὰ τοὺς ζητήσωμεν, μεταῤῥυθμίζοντες τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα, καὶ ἰδίως τοὺς ἀμέσους φόρους καὶ τὰ τελωνιακὰ τέλη, κατὰ τρόπον μὴ παραβλάπτοντα καὶ μὴ ἐξαντλοῦντα τὴν γεωργίαν, τὴν κτηνοτροφίαν, τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν ἡμῶν, ἀλλὰ παρέχοντα εἰς αὐτὰς ἀνακούφισιν καὶ ὑποστήριξίν τινα. Τὸ ὑφιστάμενον τοῦτο ἔλλειμμα ζητεῖ ὡσαύτως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ καλύψῃ δι’ οἰκονομιῶν ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ὑπηρεσίαις τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ τὰς οἰκονομίας ἐν τῷ στρατῷ ζητεῖ νὰ ἐπιτύχῃ, μὴ ἐφαρμόζων τὸ ἰσχῦον στρατιωτικὸν σύστημα, οὗτινος ἡ ἐφαρμογὴ, ὅπως ᾖ ἀποτελεσματικὴ καὶ φέρῃ τὴν στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν τοῦ Ἔθνους καὶ τὴν μόρφωσιν στρατοῦ, ἀπαιτεῖ δαπάνας πολὺ ἀνωτέρας καὶ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως, οὐ μόνον δὲν ἐννοεῖ νὰ δαπανήσῃ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ποσά, ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ πραγματικὴ καὶ πλήρης ἐφαρμογὴ τοῦ ἰσχύοντος συστήματος, ἀλλὰ πιεζόμενος ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν ἀναγκῶν, ἐννοεῖ νὰ ἐλαττώσῃ καὶ ἠλάττωσε τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένας δαπάνας, παραλείπων οὕτω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τούτου, ἐγκαταλιμπάνων τὴν στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν τοῦ Ἔθνους καὶ καθιστῶν ἀδύνατον τὴν ἀληθῶς στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν καὶ ἐνασχόλησιν τῶν στελεχῶν. Οἰκονομίας ἐν τῷ στρατῷ παρεδέχθημεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν. Ἀλλὰ παρεδέχθημεν νὰ ζητήσωμεν ταύτας, τροποποιοῦντες τὸ ἰσχῦον στρατιωτικὸν σύστημα κατὰ τρόπον, συμβιβάζοντα αὐτὸ πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, ἐπιτρέποντα τὴν εἰλικρινῆ αὐτοῦ ἐφαρμογὴν καὶ ἐπιτυγχάνοντα τὴν στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν τοῦ Ἔθνους καὶ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ χρησιμοποίησιν τῶν στελεχῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδιώκει οἰκονομίας καὶ εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ εἰς τίνας κλάδους ἐπιδιώκει ταύτας; Οὐχὶ βεβαίως εἰς ἐκείνους, οἵτινες, πεπροικισμένοι μὲ πολυτελὲς προσωπικόν, ὑπηρετοῦσι τὰς συγκεντρωτικὰς καὶ κομματικὰς αὐτοῦ ἰδέας. Ἐννοεῖ ἴσως νὰ φέρῃ οἰκονομίας εἰς τοὺς κλάδους ἐκείνους, οἵτινες δὲν ὑπηρετοῦσι τὰς τοιαύτας ἰδέας· ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι κλάδοι μικρὰς δύνανται νὰ παρέξωσιν οἰκονομίας. Ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν, ὅτι οἰκονομίαι πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῶσιν εἰς τοὺς κλάδους τοὺς ὑπηρετοῦντας τὴν ἄκραν συγκέντρωσιν τῆς διοικήσεως. Ἐζητήσαμεν δὲ τοῦτο διὰ δύο λόγους, πρῶτον διότι νομίζομεν, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ δοθῇ εἰς τὸ Ἔθνος πραγματικὴ αὐτοδιοίκησις καὶ ἀπόλαυσις τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ, καὶ δεύτερον διότι νομίζομεν, ὅτι δυνάμεθα ἐν τοῖς κλάδοις τούτοις νὰ ἐπιτύχωμεν οἰκονομίας, διὰ τῶν ὁποίων ν’ ἀνακουφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ν’ ἀναπτυχθῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι ἐκεῖναι, αἵτινες προτίθενται τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖ προσέτι οἰκονομίας πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δημοσίων χρεῶν. Εἰς τοῦτο καὶ ἡμεῖς συμφωνοῦμεν. Διαφωνοῦμεν ὅμως εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ εὕρωμεν τὰς οἰκονομίας ταύτας, καὶ εἰς τοὺς συνδυασμοὺς, δι’ ὧν θὰ ἐπιτύχωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ποσὸν τὸ πληρονόμενον διὰ τὰ δημόσια χρέη. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦτο δι’ ἀριθμητικῶν περισσευμάτων, καὶ διὰ περιποιήσεως τῶν συμφερόντων, οὐχὶ τῶν πραγματικῶν ἡμῶν δανειστῶν, ἀλλὰ τῶν μεσαζόντων μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δανειστῶν αὐτοῦ. Διὰ τοιούτων μέσων πιστεύει, ὅτι δύναται νὰ κάμῃ ἅλματα πιστωτικὰ, ἅτινα θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς αὐτὸν τὴν μετατροπὴν τῶν δανείων ἡμῶν καὶ τὴν δι’ αὐτῆς ἐλάττωσιν τοῦ χρεωλυσίου καὶ τῶν τόκων τῶν χρεῶν ἡμῶν. Ἡμεῖς, μὴ παραδεχόμενοι ὡς συμφέρον καὶ τίμιον τὰ ἐπιδεικνυόμενα ἀριθμητικὰ καὶ ἰδανικὰ περισσεύματα, μὴ πιστεύοντες, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ἀνάπτυξις καὶ παγίωσις τῆς πίστεως ἡμῶν διὰ χρηματιστικῶν ἁλμάτων, εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ περιποιηθῶμεν τὰ συμφέροντα τῶν πραγματικῶν ἡμῶν δανειστῶν, ἐκείνων, οἵτινες κατέχουσι τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ὅπως ἀπολαμβάνωσι τοὺς ἐξ αὐτῶν τόκους. Οὕτω σκεπτόμενοι, ἐθεωρήσαμεν προτιμοτέραν τὴν συνεννόησιν μετὰ τῶν τοιούτων δανειστῶν ἡμῶν, καὶ τὴν δι’ εὐθείας ὁδοῦ ἀναβολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ χρεωλυσίου. Ἀντὶ νὰ περιορίσητε τὴν συζήτησιν εἰς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, ὅπως ἀπῄτει ἡ σοβαρότης τοῦ θέματος, ἀντὶ νὰ συζητήσητε εἴτε τὰς ἰδέας ἡμῶν, εἴτε τὰς σκέψεις, ἃς ἡμεῖς ἐξεθέσαμεν, καὶ ζητήσητε νὰ μᾶς πείσητε, ἐπροτιμήσατε νὰ ῥήξητε κραυγὴν καὶ νὰ διαδώσητε, ὅτι ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν χρεωκοπίαν, ὡσὰν ἡ χρεωκοπία νὰ ᾖ δυνατὸν ν’ ἀποτελέσῃ πρόγραμμα καὶ σημαίαν ἀτόμου τινὸς, ἢ πολιτικῆς ὁμάδος. Ἠπατήθητε πολλάκις εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς ὑμῶν. Ὑπεβάλετε Προϋπολογισμοὺς μὲ περισσεύματα, οἵτινες ὅμως ἔληξαν εἰς κολοσσαῖα ἐλλείμματα. Ἄκοντες, πιστεύομεν, ἠπατήσατε καὶ τὸν τόπον καὶ τοὺς ἔξω ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ αὐτοῦ, οἵτινες ἐπίστευσαν εἰς τὰ παρ’ ὑμῶν ὑποσχόμενα περισσεύματα. Ἠδυνάμεθα, μιμούμενοι ὑμᾶς, νὰ εἴπωμεν, ὅτι σημαία καὶ πρόγραμμα ὑμῶν εἶναι ὁ δόλος καὶ ἡ ἀπάτη. Ἀλλὰ δὲν εἴπομεν τοιοῦτόν τι, διότι ἐσκέφθημεν, ὅτι ἀποτελεῖτε μίαν τῶν πολιτικῶν ὁμάδων τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἥτις σήμερον διοικεῖ τὸν τόπον καὶ ἥτις, καὶ ἂν ἀργότερον παύσῃ διοικοῦσα αὐτὸν, θὰ ἐπανέλθῃ ἴσως μετὰ ταῦτα εἰς τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Προσεπαθήσαμεν νὰ σᾶς πείσωμεν, ὅτι ὑπερτιμᾶτε τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, ὅτι κακῶς ὑπολογίζετε τοὺς πόρους καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδέποτε σᾶς ἀπεδώκαμεν τὴν σημαίαν τοῦ δόλου καὶ τῆς ἀπάτης. Σεῖς ὅμως δὲν ἠθελήσατε ποτὲ νὰ συζητήσητε μήτε τὸ ἡμέτερον σύστημα, μήτε τὰς ἰδέας ἡμῶν. Ἐπροτιμήσατε νὰ μᾶς ἀποτείνητε ὕβριν, καὶ μολονότι ὁμολογεῖτε, ὅτι ἡ πορεία ὑμῶν αὕτη ἔβλαψε καὶ βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, οὐχ ἧττον δὲν διστάζετε νὰ ἐξακολουθήσητε αὐτὴν, ἀποδίδοντες εἰς ἡμᾶς πρόγραμμα καὶ σημαίαν ἐγκληματικήν. Ἐὰν ἦναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς ὑμῶν, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου ἔπαθον ἐκ τῆς διαδόσεως, ὅτι δῆθεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ζητεῖ τὴν χρεωκοπίαν, αἴτιοι εἶσθε ὑμεῖς, οἵτινες καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν Εὐρώπῃ διὰ τῶν ὀργάνων ὑμῶν διεδίδετε, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ζητεῖ πρᾶξιν, ἥτις οὐδὲν δύναται νὰ ᾖ ἕτερον ἢ δυστύχημα, ὅπερ δύνανται νὰ φέρωσι θετικαὶ πράξεις καὶ γεγονότα, καὶ ὅπερ ἡμεῖς ἀπευχόμεθα καὶ ζητοῦμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ προλάβωμεν. Ἂς ἐξετάσωμεν τίνα ἔφερεν ἀποτελέσματα ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος ὑμῶν, καὶ ποῖα ἠδύνατο νὰ φέρῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἰδεῶν ἡμῶν. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους εὑρίσκεσθε διαρκῶς εἰς διαπραγματεύσεις καὶ συνδυασμοὺς δανείων, δι’ ὧν προσπορίζεσθε χρήματα ἐν μέρει πρὸς πληρωμὴν προϋπαρχόντων χρεῶν, καὶ ἐν μέρει πρὸς θεραπείαν τῶν τρεχουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Δημοσίου. Οἱ συνδυασμοὶ οὗτοι ἔληξαν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ὅπως συνάψητε τὸ δάνειον τοῦτο, ἐπεβάλετε εἰς τὸν τόπον βαρυτάτας ὑποχρεώσεις. Μετεβάλετε τὰς βάσεις τῆς πίστεως ἡμῶν, ἀπαλλοτριώσαντες μέρος τῆς διοικητικῆς ἡμῶν ἀνεξαρτησίας διὰ τῆς ἐκχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς διαθέσεως τῶν μονοπωλείων εἰς ἑταιρίαν, ἥτις ἀνέλαβεν ἀπ’ εὐθείας ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς δανειστὰς, καὶ ἥτις εἶναι ὑποτεταγμένη εἰς αὐτούς. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω τινὰ ἐφ’ ὅσων ἐμάθομεν κατόπιν περὶ τοῦ δανείου τούτου. Ἐμάθομεν κατόπιν, ὅτι μετὰ τοῦ δανείου ἦτο ἀναποσπάστως συνδεδεμένη καὶ ἡ ἀγορὰ τῶν πλοίων. Δὲν θέλω νὰ προδικάσω τὸ ζήτημα ἐν γένει τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων, τῆς ἀνάγκης, τῆς χρησιμότητος καὶ τοῦ ἐπικαίρου αὐτῆς, ἥτις θὰ ἔλθῃ ἴσως ἀργότερον. Ἀλλὰ νομίζω καθῆκόν μου νὰ δείξω, ὅτι καὶ ἕτερον βάρος ἐπεβλήθη εἰς τὸν τόπον διὰ τοῦ τοκογλυφικοῦ συνδυασμοῦ τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων μὲ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Ὅτι δὲ ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων οἱ ἀναλαβόντες τὸ δάνειον προσεπορίσθησαν ἔκτακτόν τινα καὶ ἰδιαιτέραν ὠφέλειαν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι τὸ Δημόσιον ἤθελεν ἐπιτύχει πολὺ ἐπωφελεστέρους ὅρους διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων, λαμβάνον παρὰ τῶν δανειστῶν καὶ πληρόνον τὴν ἀξίαν αὐτῶν εἰς μετρητά, εἴτε πρὸς τοὺς σήμερον κατασκευάζοντας αὐτά, εἴτε πρὸς ἄλλον κατασκευαστὴν πλοίων. Ὅτι δὲ ὑπάρχει τοιαύτη ὠφέλεια, ἀποδεικνύεται ἐπιπροσθέτως καὶ ἐκ τῆς διηγήσεως, ἣν ἐποιήσατο εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς παρουσιασθείσης δυσκολίας εἰς τὴν ἐκ φρ. 500 χιλ. διαφορὰν τῆς τιμῆς τῶν πλοίων καὶ ἣν οἱ δανεισταὶ παρεδέχθησαν εἰς βάρος τῆς ὁμάδος τοῦ δανείου, ὅπως μὴ ἐλαττωθῇ ἡ ἐκ τῶν πλοίων ὠφέλεια. Τίς ἡ ὠφέλεια αὕτη, δὲν γνωρίζω. Δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ταύτην ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς συνομολογηθείσης μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀναδεχθέντων τὸ δάνειον καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων. Τὴν ὕπαρξιν ὅμως τοιαύτης ὠφελείας καὶ τὸ ἐξ αὐτῆς νέον βάρος τοῦ Δημοσίου οὐδεὶς νομίζω δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Ἕτερον βάρος, ὅπερ ὑπέστη ὁ τόπος ἕνεκα τοῦ δανείου, εἶναι καὶ ἡ ὠφέλεια, ἣν προσεπορίσθησαν οἱ ἀναλαβόντες αὐτὸ εἰς βάρος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς ἣν ἐπώλησαν ὁμολογίας καὶ ἥτις, ἐνθαῤῥυνομένη, πιστεύω, παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἠγόρασεν αὐτὰς εἰς τιμὴν κατὰ 8% περίπου ἀνωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ἡ Κυβέρνησις τὰς εἶχε παραχωρήσει.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐνεθάῤῥυνε παντάπασι· ἀπ’ ἐναντίας ἡμεῖς ἤμεθα ἐναντίοι.
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑπέθεσα, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ἐνθάῤῥυνσις, διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων τραπεζικῶν καταστημάτων, τῶν ἐπιδιωκόντων κέρδη διὰ τῆς ἀγοραπωλήσεως χρεωγράφων. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅπως ἔχει σήμερον, συνδέεται ἀμέσως μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ ὅσον δ’ ᾖ ἰδιαίτερον κατάστημα, ἔχει τὸν ἰδιάζοντα χαρακτῆρα τῶν γενικῶν καὶ ἐθνικῶν ὑπηρεσιῶν. Αἱ οἰκονομίαι τοῦ τόπου, ἡ νομισματικὴ ἡμῶν κυκλοφορία εἶναι εἰς χεῖρας αὐτῆς. Οὕτω κρίνων τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπέθεσα, ὅτι μὴ συμμετασχοῦσα εἰς τὸ δάνειον ὡς συμβαλλόμενον μέρος δὲν ἤθελε μεταβληθῇ εἰς ἁπλοῦν ἀγοραστὴν ὁμολογιῶν εἰς τιμὴν κατὰ 8% ἀνωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν συνωμολογήθη τοῦτο, ὅπως κερδοσκοπήσῃ ἐπ’ αὐτῶν, ἢ ὅπως ἀπολαύσῃ τόκον πολὺ κατώτερον ἐκείνου, ὃν εὑρίσκει εἰς τὰς καθημερινὰς ἐν τῷ τόπῳ πράξεις. Ὑπέθεσα, ὅτι ἠγόρασεν ὁμολογίας, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸ δάνειον καὶ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ....
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταύτην τὴν ὑπόθεσιν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαψεύσω.
§31ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δύνασθε ὅμως νὰ διαψεύσητε, ὅτι εἰς βάρος τοῦ Τόπου ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἀγορᾶς τῶν ὁμολογιῶν τούτων ὠφέλεια περίπου 1,000,000 ὑπὲρ τῶν ἀναλαβόντων τὸ δάνειον. Οὗτοι ἔπρεπε νὰ δικαιολογήσωσι τὰς ὠφελείας ταύτας ὑπηρετοῦντες τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς δι’ ἅλματος ἀνυψώσεως τῆς πίστεως ἡμῶν εἰς τὸν βαθμὸν ἐκεῖνον, εἰς ὃν εὑρίσκεται ἡ πίστις τῆς Γαλλίας καὶ Ἰταλίας, πρὸς ἃς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀρέσκεται νὰ παραλληλίζῃ ἡμᾶς. Ἔπρεπε νὰ ἐκδώσωσι τὸ δάνειον εἰς τιμὴν ἀνάλογον τῶν ἰδεῶν τούτων. Δὲν εἶχον ὅμως πεποίθησιν περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐγγραφῆς αὐτοῦ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 80% περίπου, ἣν ὥρισαν διὰ τὴν ἔκδοσίν του. Ἐφρόντισαν καὶ ἐσχημάτισαν συνδικάτα καὶ ἐν Παρισίοις καὶ ἐν Λονδίνῳ, εἰς ἃ παρεχώρησαν τὰ πλεῖστα τοῦ δανείου μὲ 3, 4 καὶ 5% κάτω τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως. Ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, ὡς γνωρίζομεν, ἀπέτυχεν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀποτυχίαν ταύτην οἱ ἀναλαβόντες αὐτὸ δὲν ἐνόησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν πολιτικὴν τῆς δι’ ἅλματος ἀνυψώσεως τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Ἐδήλωσαν εἰς τὸ Χρηματιστήριον, ὅτι τὸ δάνειον ἐνεγράφη, καὶ ἐπέτυχον τὴν ἐν τοῖς τιμολογίοις (cote) αὐτοῦ καταχώρησιν. Ἐξετέλεσαν ἐπ’ αὐτοῦ πράξεις, αἵτινες ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ δήλωσις δὲν ἦτο ἀκριβὴς, καὶ ἠνάγκασαν τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου νὰ διαγράψῃ τῶν τιμολογίων αὐτοῦ τὸ δάνειον ἡμῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ αἴγλη, διὰ τῆς ὁποίας περιεβλήθη ἡ πίστις ἡμῶν ἐκ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Τίνες δέ εἰσιν αἱ ὁριστικαὶ ὠφέλειαι, ἃς τοῦτο θὰ φέρῃ εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δημοσίων χρεῶν, τὰς εὑρίσκομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888, ὅστις, μεθ’ ὅλους τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, τοὺς λαβόντας χώραν ἐντὸς τοῦ 1887, καὶ μ’ ὅλας τὰς ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς θυσίας, εἰς ἃς ὑπεβλήθημεν δι’ αὐτῶν, παρουσιάζει ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν δημοσίων χρεῶν οἰκονομίαν 1,000,000 περίπου, ποσὸν δηλαδὴ κατώτερον τῆς ὠφελείας, ἣν ἔφερεν εἰς αὐτὸ ἑτέρα πρᾶξις, περιβαλοῦσα ὡσαύτως δι’ αἴγλης τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν πίστιν, ἡ μετατροπὴ τῶν δανείων τῶν 6, 25 καὶ 4 ἑκατομμυρίων. Ὑποστηρίζων κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ δάνειον εἶπεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ καθορίζεται ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν θέσις, καὶ ἐξασφαλίζεται ἡ διαχείρισις καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1887. Ἀλλὰ μόλις παρῆλθον μῆνές τινες καὶ ἠναγκάσθη νὰ συνάψῃ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἕτερον δάνειον 15,000,000. Σήμερον δὲ, ὡς ἀκούομεν, διαπραγματεύεται καὶ ἄλλο δάνειον, πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἥτις κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς του πρόκειται νὰ λήξῃ μὲ περισσεύματα καὶ ἰσοζύγια. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχητε ἰσοζύγια καὶ περισσεύματα, διατὶ ἀδιακόπως δανείζεσθε; Θὰ εἰπῆτε ἴσως, ὅτι πράττετε τοῦτο διὰ νὰ προμηθευθῆτε μεταλλικὸν καὶ διὰ νὰ μὴ ὑψώσητε ἐπιβλαβῶς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ἀγοράζοντες τοιοῦτον ἐνταῦθα. Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς δὲν σᾶς φέρει εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσωμεν δανειζόμενοι, καὶ ὅτι ὁ τόπος δὲν δύναται πλέον ν’ αὐξήσῃ τὰς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεις του; Δὲν σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ νομισματικὴ ἡμῶν κυκλοφορία καὶ ἡ παθητικὴ θέσις τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν συναλλαγῶν ἡμῶν; Καὶ ἄν ποτε ὁ τόπος δυνηθῇ ν’ ἀναπτύξῃ τοὺς πόρους αὐτοῦ καὶ καταστήσῃ πιθανὸν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ ἐπίτασις τῶν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων ἡμῶν θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἐπίτευξιν τοιούτου καλοῦ. Διὰ τῆς ἐπιτάσεως ταύτης μήτε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ νὰ ἄρωμεν, μήτε ὑφισταμένης αὐτῆς θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τὸ ἀναγκαῖον μεταλλικὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὑποχρεώσεων, ἃς ἐπιτείνει ἡ ἀδιάκοπος σύναψις δανείων. Ὁποῖα ἤθελον εἶσθαι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συνδυασμοῦ, ὃν ἡμεῖς ἐνομίσαμεν δυνατὸν διὰ τῆς περιποιήσεως τῶν συμφερόντων τῶν πραγματικῶν ἡμῶν δανειστῶν καὶ διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ χρεωλυσίου;
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἐδέχοντο ἐκεῖνοι, θὰ τὸ ἐδεχόμεθα καὶ ἡμεῖς· ἀλλ’ ἀπετάθημεν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰ πλεῖστα, καὶ ἐκεῖνοι ἀπήντησαν, ὅτι τοῦτό ἐστι χρεωκοπία.
§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα τῶν τοιούτων διαπραγματεύσεων μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν. Ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ χρεωκοπία, διότι τὴν ἀναβολὴν τοῦ χρεωλυσίου ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τῇ συγκαταθέσει τῶν κατεχόντων τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δὲν θέλουσι παραιτήσει τὸ χρεωλύσιον, εἰμὴ ὅταν ἴδωσιν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ τὸ πληρωθῶσι· καὶ τοῦτο ὀνομάζεται εἰς πᾶσαν γλῶσσαν χρεωκοπία.
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ἐξακολουθεῖτε ἐπαναλαμβάνοντες τὴν λέξιν, ἥτις ὑπηρετεῖ ἴσως τὰ κομματικὰ ὑμῶν συμφέροντα, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδίαν ὑμῶν ὁμολογίαν βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Ἐξακολουθεῖτε δ’ ἐπιῤῥίπτοντες αὐτὴν ὡς μομφὴν καθ’ ἡμῶν, ἐνῷ πρὸ ὀλίγου εἴπετε, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἤλθετε εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν δανειστῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἰδέας ἡμῶν. Ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἰδέας ταύτης ἤθελεν ἀπαρέσει εἰς τοὺς κερδοσκοποῦντας ἐπὶ τῶν Ἑλλην. χρεωγράφων, ἤθελε φέρει προσωρινὴν ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς αὐτῶν, ἀλλ’ ἤθελεν ἐφησυχάσει καὶ ἐνθαῤῥύνει τοὺς πραγματικοὺς ἡμῶν δανειστάς. Τίνες δέ εἰσιν οὗτοι; Εἰσὶν ἐκεῖνοι, οἵτινες κατέχουσι τὰ Ἑλλ. χρεώγραφα, ὅπως ἀπολαμβάνωσι τοὺς τόκους αὐτῶν. Οὗτοί εἰσιν οἱ πραγματικῶς ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου καὶ οἵτινες παρέχουσι τὴν ὑποστήριξίν των εἰς αὐτόν. Ἐπὶ τῶν τοιούτων δανειστῶν στηρίζεται ἡ πίστις ὅλων τῶν Ἐθνῶν καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν μεσαζόντων καὶ ἐπὶ τῶν ἁπλῶς κερδοσκοπούντων ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις, οἵτινες ἀποτελοῦσιν ἄλλην τάξιν δανειστῶν, ἥτις τάχιστα ἐνθαῤῥύνεται καὶ σπεύδει ν’ ἀναβιβάσῃ τὴν τιμὴν τῶν χρεωγράφων, ὅταν ἴδῃ θαῤῥυνομένους τοὺς πραγματικοὺς δανειστάς. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, πραγματικὸς δανειστὴς τῆς Ἑλλάδος, ἀπολαμβάνων 8 καὶ 9% τόκον, ἐνῷ τὰ χρεώγραφα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν φέρουσι 4 καὶ 5%, θέλει ἀποκρούσει τὴν ἀναβολὴν τοῦ χρεωλυσίου, ὅταν ἀσφαλισθῇ περὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου; Εἶδον πολλοὺς τοιούτους κατόχους Ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐνταῦθα. Οἱ ἐν Εὐρώπῃ, μεθ’ ὧν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω, εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ὡς σημαίαν καὶ πρόγραμμα τὴν διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἐξάλειψιν τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους. Τοιαύτην ἰδέαν εἶχε δώσει εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ἡ χρῆσις τῆς λέξεως χρεωκοπίας, ἧς τοσαύτην ἐποιήσαντο κατάχρησιν τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ὅταν ἐξήγησα εἰς αὐτοὺς τὴν ἀληθῆ ἡμῶν ἰδέαν, ἤκουσα παρ’ αὐτῶν, ὅτι οὐ μόνον δὲν τὴν θεωροῦσιν ἀξιοκατάκριτον, ἀλλὰ ὅτι καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἤθελον διπλασιάσει τὸ ποσὸν τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἅτινα κατέχουσι σήμερον, ἅμα πεισθῶσι περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Ἐὰν ἐφησυχάσωμεν καὶ ἐνθαῤῥύνωμεν τοὺς πραγματικοὺς ἡμῶν δανειστάς, ἐὰν παύσωμεν ἀποθαῤῥύνοντες καὶ ἀνησυχοῦντες αὐτοὺς διὰ τῶν ἀδιακόπων δανείων οὐχὶ χάριν τῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου, ἀλλὰ χάριν τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν ἡμῶν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἑδραιώσωμεν καὶ ἐνισχύσωμεν τὴν πίστιν ἡμῶν. Μετὰ τοιαύτην ἐνθάῤῥυνσιν τῶν θετικῶν δανειστῶν ἡμῶν ἡ κερδοσκοπία ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις θ’ ἀποβάλῃ πᾶσαν δυσαρέσκειαν καὶ θὰ σπεύσῃ μετὰ προθυμίας εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς τιμῆς τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Ὅλα τὰ χρεώγραφα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἀξία αὐτῶν στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγματικῶν κατόχων. Ὅταν δὲ οὗτοι ἔχωσι θάῤῥος καὶ πεποίθησιν, οἱ κερδοσκοποῦντες ἀκολουθοῦσιν αὐτοὺς καὶ ἀναβιβάζουσι τὰς τιμάς των, οὐδέποτε δὲ μόνη ἡ κερδοσκοπία δύναται ἐπὶ πολὺ καὶ παγίως νὰ ἀναβιβάσῃ καὶ ὑποστηρίξῃ αὐτάς, ὅταν οἱ πραγματικοὶ δανεισταὶ καὶ κάτοχοι στεροῦνται πεποιθήσεως ἐπ’ αὐτῶν. Τοιαῦτα εἶναι τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἅτινα δεικνύει ἡ θέσις αὐτῆς κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου τρέχοντος ἔτους. Ἔλλειμμα δέκα καὶ τεσσάρων ἑκατομμυρίων, τοὐλάχιστον Πίεσις καὶ ἐξάντλησις σπουδαίων παραγωγικῶν κλάδων τοῦ τόπου, τῆς γεωργίας, τῆς κτηνοτροφίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Ἐγκατάλειψις τῆς στρατιωτικῆς ἐκγυμνάσεως τοῦ Ἔθνους καὶ παράλυσις τοῦ στρατοῦ. Χρηματιστικοὶ καὶ δανειστικοὶ συνδυασμοὶ, ὧν τὰ ἀποτελέσματά εἰσιν ὑποχρεώσεις καὶ θυσίαι βαρεῖαι, ὠφέλεια δὲ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Εὔχομαι ν’ ἀπατῶμαι καὶ τὸ εὔχομαι ἀπὸ καρδίας, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν εἶναι πρῶτον Ἕλλην καὶ δεύτερον Βουλευτὴς, ἀντιπολιτευόμενος ἢ συμπολιτευόμενος. Ἀλλὰ, καίπερ εὐχόμενος τοῦτο, δὲν ἐλπίζω, ὅτι ἡ ταμιευτικὴ καὶ χρηματιστικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Φοβοῦμαι, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον ἐκεῖνο, ὅπερ σήμερον εἶναι μόνον δύσκολον, καὶ ὅπερ ὅλοι ποθοῦμεν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7½ μ. μ.