Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 12

1887.11.12

2.232 στίχοι · 16.636 λέξεις · 8 πίνακες · 41 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1887.11.12
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1888)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12

Τῆς 12 Νοεμβρίου 1887.

(Πέμπτη).

Ὥρᾳ 2 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.

§2ΚΟΡΠΑΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως παρακαλῶ νὰ εἴπω ὀλίγα τινά.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§4ΚΟΡΠΑΣ. Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, νομίζω, οἱ ὑπάλληλοι τῶν τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν ἔκαμον ἀπεργίαν, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους εἶχον κατὰ τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἑταιρίας. Ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἑταιρίας αὐθωρεὶ ἀπέλυσε πάντας τοὺς ὑπαλλήλους. Βεβαίως ἐν τῷ δικαιώματι αὑτῆς ἔπραξε τοῦτο· ἀλλ’, ὡς μὲ βεβαιοῦσιν, οἱ προσληφθέντες πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν πεπειραμένων ἐκείνων ὑπαλλήλων εἶναι ὅλως τυχαῖοι καὶ ἀδαεῖς τῆς τέχνης τοῦ διευθύνειν τὰς ἁμάξας, ἐντεῦθεν δὲ οὐδόλως παράδοξον νὰ ἴδωμεν δυστυχήματα, ὅπως πολλάκις εἴδομεν τοιαῦτα τελούμενα πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅπως ἡ Διεύθυνσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύῃ τοὺς ὑπαλλήλους της, οὕτω καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἀρύεται ἐκ τῆς συμβάσεως, νὰ ἐπιτηρῇ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν τροχιοδρόμων· εἰς τοῦτο δὲ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μὴ συμβῶσι καὶ πάλιν νέα δυστυχήματα, ὡς προεῖπον. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ θέση τέρμα, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, εἰς μίαν κατάστασιν ὄχι κανονικὴν τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων. Ἐν τοῖς διαφόροις δήμοις τοῦ Κράτους πλεῖστα, ἴσως τὰ περισσότερα, τὰ μὴ πλήρη Ἑλληνικὰ σχολεῖα ἀργοῦσιν, οἱ δὲ μαθηταὶ περιφέρονται ἐντελῶς ἄεργοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὑποθέτω, ὅ,τι καὶ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐργάζεται εἰς τὴν κατάρτισιν νομοσχεδίων, μεταῤῥυθμιζόντων τὸ σύστημα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ εἴτε νομοθετικὸν εἴτε διοικητικὸν μέτρον, διότι νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι εὐάρεστος καὶ οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν γογγύζουσι καὶ καθ’ ἡμῶν τῶν Ἀντιπροσώπων καὶ κατὰ τοῦ ἰδίου Ὑπουργοῦ, διότι ἐπάθομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παθαίνει, ὅστις, παραγγείλας νέα ὑποδήματα, πετᾷ τὰ ἐφθαρμένα καὶ μένει ἀνυπόδητος, μέχρις οὗ ἑτοιμασθῶσι τὰ καινουργῆ.

§5ΤΖΑΝΕΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπεργίας τῶν ὑπαλλήλων τῶν τροχιοδρόμων μοὶ ἔκαμον παράπονον τινὲς τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, τὸ δὲ παράπονον εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι, πλὴν τοῦ ὅτι ἀντικατεστάθησαν οἱ ἀπεργήσαντες καὶ ἀπολυθέντες δι’ ἀδαῶν ὑπαλλήλων, τοῖς καθυστεροῦνται καὶ οἱ μισθοὶ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παρεμβῇ, διότι εἶναι ἑπόμενον νὰ ἔχωμεν θλιβερὰς ἱστορίας, διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι μεταξὺ τούτων εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, δὲν τὸ τρώγουν ἀνάλατο τὸ ψωμὶ, ἂς ἀφήσωμεν δὲ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν κομμένας χεῖρας καὶ πόδας ἀπὸ τοὺς διευθύνοντας, οἱ ὁποῖοι πρώτην φορὰν ἀναβαίνουν εἰς τὰς τοιαύτας ἁμάξας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου.

§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ καὶ δευτέρα παρατήρησις ἐγένετο ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ὀφείλω νὰ εἴπω τὰ ἑπόμενα. Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ προσεκάλεσα τὸν Διευθυντὴν τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος μοὶ ἐξέθεσεν, ὅτι οἱ διευθύνοντες τοὺς ἁμαξηλάτας ὠργάνωσαν τὴν ἀπεργίαν, διὰ νὰ ὑποχρεώσωσι τὴν Ἑταιρίαν νὰ τοῖς αὐξήσῃ τοὺς μισθούς· προσεκάλεσαν περὶ τοὺς 40 εἰς Κολοκυνθοῦν καὶ τοὺς ὥρκισαν νὰ μὴ ἐργασθῶσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν, μέχρις οὗ ἡ Διεύθυνσις αὐτῶν ἐνδώσῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις των. Ἡ Διεύθυνσις ὅμως ἀνεπλήρωσε τὴν ἔλλειψιν ἐκείνων δι’ ἄλλων. Ἰδόντες οἱ ἀπεργήσαντες, ὅτι ἀπέτυχον τοῦ σκοποῦ των, προσέφυγον εἰς τὸν Διευθυντὴν, ζητοῦντες νὰ τοὺς δεχθῇ πάλιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὁ Διευθυντὴς μοὶ εἶπεν, ὅτι, ἐκτὸς τῶν κυρίως ὑποκινητῶν τῆς στάσεως, τοὺς ἐπιλοίπους, ὅσοι ζητήσωσι συγγνώμην, σκέπτεται νὰ τοὺς προσλάβῃ πάλιν. Ἡ ἰδέα λοιπὸν, ὅτι ἀντικατεστάθησαν δι’ ἀδειῶν, δὲν εἶναι ὀρθὴ, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, ἐὰν συμβῇ τι, θὰ ζητήσω λόγον αὐστηρὸν παρὰ τῆς Ἑταιρίας.

§7ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Καταθέτω διαφόρους ἀναφορὰς τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων τοῦ δήμου Ἀβίας καί τινων ἄλλων μερῶν, καὶ κατάλογον ἐμπεριέχοντα διάφορα ὀνόματα παθόντων ἐκ τοῦ σεισμοῦ, οὐδὲ ὀβολὸν λαβόντων. Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι καὶ χθὲς εἶπον, ὅτι ἡ ἀποσταλεῖσα ἐπιτροπὴ ἔδωκε τὴν διαχείρισιν εἰς πολιτευόμενα πρόσωπα. Δὲν ἀδικῶ τὰ πρόσωπα ταῦτα, διότι ἤθελον νὰ περιποιηθῶσι τοὺς φίλους των, ἀλλ’ ἡ ἀποστολὴ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἦτο αὕτη. Τόσον δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι δι’ ἄλλους σκοποὺς ἐδόθησαν αὐτὰ τὰ χρήματα, ὥστε πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν ἐδόθησαν εἰς πολιτευόμενον πρόσωπον 1000 δραχμαὶ ἐνταῦθα, ὄχι διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν, διὰ τοὺς ἀπόρους παθόντας ἐκ τοῦ σεισμοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ τὰ μεταχειρισθῶσιν εἰς δρόμους, εἰς τακτοποίησιν σχολείων κτλ. Νομίζω, ὅτι ὁ προορισμὸς τῶν χρημάτων αὐτῶν δὲν εἶναι νὰ δοθῶσι διὰ τοιούτους σκοποὺς, ἀλλὰ διὰ τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ σεισμοῦ. Ταῦτα ἐκθέτω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ἵνα λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰς αἰτήσεις τῶν παθόντων.

§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχομεν καὶ τὰ ἄλλα ἔγγραφα καὶ θέλομεν ἐξετάσει.

§9ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Σχετικῶς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐξ Ἑρμουπόλεως ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, περὶ τοῦ ὅτι τὰ ἀτελῆ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἐνεστῶτος σχολικοῦ ἔτους δὲν λειτουργοῦσι, κρίνω ἐπάναγκες νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι προέβημεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἀφοῦ ἐπείσθημεν ἐκ τῶν παραστάσεων εἰδικῶν προσώπων, ὅτι τὰ ἀτελῆ ταῦτα Ἑλληνικὰ Σχολεῖα οὐδόλως συντελοῦσιν ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ λαοῦ, καὶ ἀφοῦ συγχρόνως ἐμεριμνήσαμεν περὶ καταρτίσεως νομοσχεδίου, πληροῦντος τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκπαιδεύσεως πλέον τελεσφόρως, καὶ τὸ ὁποῖον τάχιστα θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν.

§10ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω σημείωσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.

§11ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ διατάξητε τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς, ἣν εἰσέτι δὲν εἶδον ἀναγεγραμμένην, προτάσεώς μου περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς κλπ. Καὶ ἐπείγομαι, κ. Πρόεδρε, τοσούτῳ μᾶλλον διὰ τοῦτο, καθόσον ἔγκριτός τις ἐφημερὶς ἐκ τῶν ἐνταῦθα ἔγραψεν, ὅτι μετὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου κ. Σάκκη, ὁμιλοῦντες ἐν τῇ Βουλῇ, συνήθως ὁμιλοῦμεν περὶ βοσκῆς. Καὶ ἀληθῶς, κ. Πρόεδρε, τοῦτο πράττοντες, ἔχομεν ὑπ’ ὄψει κατὰ πρόνοιαν νὰ παράσχωμεν τὰ μέσα τῆς τροφῆς καὶ πρὸς τὸν συντάκτην τῆς ἐγκρίτου ἐκείνης ἐφημερίδος. Ἡ ἀμοιβὴ, κ. Πρόεδρε, πρὸς τοὺς τοιούτους συντάκτας καὶ ἐπαρκὴς εἶναι καὶ ἀνάλογος, ἀφοῦ διὰ τῶν γραφομένων παρὰ τούτων, ἀντὶ νὰ θεραπεύωνται τὰ ἐκ τῆς πολιτικῆς κακὰ, ἀσεβῶς ὑβρίζονται οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου. Ἐπιμένω λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶν ν’ ἀναγραφῇ ἐκ τῶν πρώτων ἡ πρότασίς μου αὕτη.

§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἀξιότιμοι ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔθηκαν πρὸ τῆς Βουλῆς προδήλως τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπελήφθη τῆς πολιτικῆς συζητήσεως ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος 1888, ἐξέδραμεν ἐπὶ τὸ παρελθὸν καὶ ἀπηύθυνεν αἰτιάσεις καὶ μομφὰς κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὡς τοιαύτης καὶ ὡς ἀνελθούσης ἐπὶ ἔτος περίπου ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν. Κατὰ τὸ κρατοῦν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἡμῶν σύστημα, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ προκαλῇ ἐν παντὶ ζητήματι καὶ χρόνῳ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν· ἐξήσκησεν ἄρα παρεχόμενον αὐτῇ δικαίωμα. Ἡμεῖς ὅμως, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἔχομεν ὡς ἀρχὴν νὰ μὴ παρακάμπτωμεν πρὸ τῶν προκαλουμένων πολιτικῶν συζητήσεων· δεχόμεθα ἑπομένως προθύμως τὴν πρόκλησιν, τὴν δεχόμεθα δὲ τοσούτῳ μᾶλλον εὐχαρίστως, ὅσῳ ἡ πολιτικὴ συζήτησις ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, δῆλον ὅτι ἀφορᾷ εἰς θέμα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει πρωτίστως καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν. Ἀπὸ πολλοῦ ἤδη χρόνου, κατὰ τὰ τελευταῖα πρὸ πάντων ἔτη, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα κατέστη παρ’ ἡμῖν τὸ πρωτεῦον ἐν ταῖς συζητήσεσι τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ προκαλοῦν πρωτίστως τὴν προσοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοῦ καὶ τὸ ἀποτελοῦν τὴν κυριωτέραν ἀποστολὴν τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως. Ἐπὶ ἐδάφους τοιούτου δεχόμεθα εὐχαρίστως τὴν συζήτησιν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι ἔσται δυνατὸν ἐξ αὐτῆς νὰ διαφωτισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία, ἔσται δυνατὸν νὰ διαλευκανθῶσιν ὅλαι αἱ ἀμφιβολίαι, ὅλοι οἱ ἐνδοιασμοὶ, οἱ προβληθέντες ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ μορφώσῃ δὲ ἀσφαλῆ γνώμην καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία περὶ τοῦ τίς ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ δίκαιον, ἡ Συμπολίτευσις, ἢ ὑποστηρίζουσα τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἢ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον ᾐτιάθη καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς προβαλοῦσαν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡμᾶς, ὡς ὑποστηρίξαντας τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ λειτουργοῦν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν πολιτικὴν ταύτην συζήτησιν ἔλαβεν ὡς πρόφασιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέδραμεν ἐπὶ τὸ παρελθὸν καὶ ἀπηύθυνεν αἰτιάσεις καὶ μομφὰς κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλεν ἐκ καθήκοντος, ἐπιβαλλομένου αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ὑποβάλλων τὸν Προϋπολογισμὸν, νὰ συνυποβάλῃ μετ’ αὐτοῦ καὶ ἀπολογισμὸν τῆς ληξάσης χρήσεως καὶ προσωρινὴν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ὤφειλε δὲ, κατ’ ἐμέ, ἀνεξαρτήτως τοῦ τυπικοῦ τούτου λόγου, ἐξ ὑψηλοτέρου καθήκοντος, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, προκειμένου περὶ τοῦ διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος Προϋπολογισμοῦ, οὐ μόνον ἅπαντα τὰ στοιχεῖα, τὰ δικαιολογοῦντα τοὺς διὰ τὸ μέλλον ὑπολογισμοὺς καὶ προβλέψεις, ἀλλὰ καὶ ὅλας τὰς πληροφορίας, ὅσαι ἠδύναντο νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ λειτουργοῦντος οἰκονομικοῦ συστήματος, καθ’ οὗ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ἀντιταχθῆ ζωηρῶς, παριστῶσα αὐτὸ ὡς ἀπρόσφορον καὶ ἐπιβλαβέστατον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, καὶ προσέσχον, ὅτε ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡμίλει εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἀνέγνων τὸν λόγον αὐτοῦ, οὐδαμοῦ δὲ εὗρον αἰτίασιν ἢ μομφὴν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ἀφηγηθῇ τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ὅτε κατὰ Μάϊον τοῦ 1886 παρέλαβε τὴν ἐξουσίαν, τοῦτο, ἐνῷ δὲν συνιστᾷ αἰτίασιν κατὰ τῶν προκατόχων του, ἐπεβάλλετο αὐτῷ νὰ μὴ τὸ παραλείψῃ, διότι ὄντως ἦν δυσχερεστάτη ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ, ἐπιβάλλουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν λῆψιν ἐκτάκτων μέτρων καὶ τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην τῶν ψηφισθεισῶν ἐπιβαρύνσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μὴ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ Μάϊον τοῦ 1886 αἱ ὀφειλαὶ τοῦ Δημοσίου, αἱ ἀμέσως ἀπαιτηταὶ ἢ αἱ ἐπιβάλλουσαι ἄμεσον πρόνοιαν, ἀνήρχοντο εἰς 92,000,000, ἐνῷ οἱ ἀπέναντι τῶν ὀφειλῶν αὐτῶν διαθέσιμοι πόροι ἀνήρχοντο εἰς μόνον 39,000,000; Ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν, νὰ μὴ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν 1885 καὶ 1886, τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων Προϋπολογισμῶν, κατέλιπον ἔλλειμμα 120,000,000; Πλὴν δὲ τῶν εἰς τοῦτο ἀφορώντων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέληξε τὸν λόγον ἀπευθύνας καί τινα ἀναγκαίαν συμβουλὴν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον εἶχον συμβουλεύσει εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ παραδεχθῇ σύστημα οἰκονομικὸν, τοῦ ὁποίου βάσις καὶ σκοπὸς ἦτο ἡ ἀθέτησις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Εἶπε, χωρὶς οὐδένα νὰ ὀνομάσῃ, ὅτι ἐπάναγκες εἶναι ἡ λέξις «χρεωκοπία» νὰ μὴ ἐξενεχθῇ τοῦ λοιποῦ ἐκ τοῦ βήματος τούτου, οὐδὲ νὰ προφέρηται ὑπό τινος τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, διότι καὶ ἡ ἁπλῆ διάδοσις, ὅτι εὑρίσκονται παρ’ ἡμῖν οἱ σκεπτόμενοι περὶ λύσεως ἐν τῇ ἀθετήσει τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, παραβλάπτει οὐσιωδῶς αὐτὰ ταῦτα τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ παρακωλύει τὴν ὑλικὴν πρόοδον τοῦ Ἔθνους συλλήβδην. Ἀλλ’ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἀξιότιμοι ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔκριναν ἀναγκαῖον ἐν τῇ ἀρξαμένῃ πολιτικῇ συζητήσει ν’ ἀναπτύξωσιν ἅπασαν αὐτῶν τὴν εὐφράδειαν, ὅπως ἀποδείξωσιν, ὅτι οὗτοι οὐδέποτε τὴν λέξιν «χρεωκοπία» ἐξήνεγκον. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ λειτουργοῦντος οἰκονομικοῦ συστήματος, πεισθέντες δὲ, ὅτι τὸ προταθὲν ὑπ’ αὐτῶν μέτρον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν Σύνοδον ἥκιστα ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν καὶ εἰς τὴν ὑλικὴν προαγωγὴν τῆς χώρας, εὗρον, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ἐμμείνωσιν εἰς τὰς γνώμας των ἐκείνας, ἐκ τούτου δὲ καλῶς ἐξηγεῖται ἡ καταβληθεῖσα νῦν ὑπ’ αὐτῶν προσπάθεια ἵν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι αὐτοὶ οὐδέποτε συνεβούλευσαν τὴν ἀθέτησιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους.

§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ ὁμιλῆτε μόνον περὶ ὑμῶν καὶ ὄχι περὶ ἡμῶν; Νομίζομεν ὅτι δὲν εἶσθε ἁρμόδιος νὰ ὁμιλῆτε περὶ τοῦ τί φρονοῦμεν ἡμεῖς.

§14ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ εἰς τὸν διακόψαντά με, ὅτι εἰς οὐδένα δίδω τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, δεύτερον τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτῃ, ἀφοῦ ἐγὼ οὐδέποτε διέκοψα αὐτὸν ὁμιλοῦντα, τέλος δὲ τῷ προσθέτω, ὅτι πᾶσαν κρίσιν, ἣν ἐντεῦθεν μεταδίδω εἰς τὴν Βουλὴν, στηρίζω καὶ δικαιολογῶ πάντοτε διὰ τῶν κειμένων καὶ τῶν πραγμάτων. Ἐπειδὴ δὲ προκαλοῦμαι καὶ ἐπειδὴ δέον νὰ ἐκλίπῃ πᾶς ἐπὶ τούτῳ ἐνδοιασμὸς, εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀναγνώσω ὑμῖν ἐπίσημα κείμενα. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξεπροσωπεῖτο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας αὐτῆς, εἰσηγητὴς δὲ αὐτῆς ἦτο ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπάνος, τὰς γνώμας δὲ τὰς ὑπὸ τῆς μειοψηφίας ὑποστηριχθείσας ἀπεδέξατο καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, κατὰ τὸ πλεῖστον τοὐλάχιστον. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐγνωμάτευσε τότε ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ διερμηνεύουσα τὸ φρόνημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν τῇ ἀπὸ 14 Μαρτίου 1887 ἐκθέσει αὐτῆς (ἀναγινώσκει). «Μεταξὺ τοῦ πιθανοῦ τούτου ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν δραχμῶν 93,270,000, ἃς ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει διὰ τὰς δαπάνας τοῦ 1887, ὑπάρχει ἔλλειμμα δραχμῶν 23,270,000. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ὀφείλομεν νὰ καλύψωμεν δι’ οἰκονομιῶν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τὰς οἰκονομίας ταύτας ἐν τῇ διοικήσει τοῦ τόπου καὶ ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν τῷ ναυτικῷ ἡμῶν, δὲν ἠθέλομεν διστάσει νὰ συστήσωμεν τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν, τῶν ἀναγραφομένων διὰ τοὺς κλάδους τούτους, Ἀλλ’ ἐπὶ ποσοῦ δραχμῶν 51,017,235, εἰς ὃ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνέρχεται τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν τῶν κλάδων τούτων τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους, δὲν νομίζομεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεύρωμεν οἰκονομίας, ἀνερχομένας εἰς τὸ ποσὸν τῶν 23,270,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ παραλύσωμεν τὴν λειτουργίαν αὐτῶν καὶ χωρὶς νὰ καταστήσωμεν ἀδύνατον οὐ μόνον τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας καὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων, ἀλλὰ καὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτὴν τῶν 70,000,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν δυνατὴν διὰ καλῆς καὶ βελτιωμένης διοικήσεως τοῦ τόπου. Ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν δι’ ὀργανικῶν μεταῤῥυθμίσεων καὶ ἐν τοῖς κλάδοις τούτοις σπουδαίας οἰκονομίας, ἀλλὰ μόνον τόσας, ὅσαι εἶναι δυναταὶ ἄνευ παραλύσεως τῆς καλῆς αὐτῶν λειτουργίας. Αἱ οἰκονομίαι δὲ αὗται δὲν δύνανται νὰ φθάσωσι τὸ ποσὸν τῶν 23,270,000 δραχμῶν, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ οἰκονομήσωμεν. Ὅθεν μοιραίως θεωροῦμεν ἐπιβαλλομένην τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν μέρος τῶν ἀναγκαίων οἰκονομιῶν καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Τοῦτο, ὡς ἀνεπτύξαμεν ἤδη, παρεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις. Παρεδέχθη ὅμως αὐτὸ ἐν μέτρῳ, μὴ θεραπεύοντι τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, καὶ κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον δὲν θεωροῦμεν ὡς κατάλληλον ἵνα συντελέσῃ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πίστεως διὰ τῆς ἀνελλιποῦς ἀποτίσεως τῶν ὀφειλῶν ἡμῶν, ὅταν ἡ ἀνάπτυξις τῶν παραγωγικῶν τοῦ τόπου δυνάμεων ἐπιτρέψῃ τοῦτο. Ὅπως ἐπιτύχωμεν θετικὸν ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζομεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους οἰκονομίαν σπουδαιοτέραν ἐκείνης, ἣν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τῶν 6, τῶν 25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, νὰ ἐπιζητήσωμεν δὲ ταύτην χωρὶς νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὁριστικὴν καὶ ἀμετάτρεπτον ἀπώλειαν ποσοῦ τινος ἐκ τῶν εἰς αὐτοὺς ὀφειλομένων, ὅπως ἐν μέρει ἐπιβάλλει αὐτὴν ἡ μετατροπὴ αὕτη. Πιστεύομεν ὅμως, ὅτι τὴν οἰκονομίαν, ἣν θεωροῦμεν ἀναγκαίαν νὰ ἐπιζητήσωμεν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους, δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς πληρωμῆς τοῦ χρεωλυσίου τῶν κυριωτέρων δανείων ἡμῶν, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἀνεπαρκὴς πρὸς ἐπίτευξιν θετικοῦ καὶ ἀναμφισβητήτου ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ ἑτέρου ἐπὶ τῶν δανείων ἡμῶν οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, ἐξασφαλίζοντος τοιοῦτον ἰσοζύγιον.» Δὲν εἶναι δὲ μόνον ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς ἀνέγνωσα ὑμῖν ἀπόσπασμα, ἡ συμβουλεύσασα τὴν ἀναβολὴν τοῦ χρεωλυσίου καί, ἐν ἀνεπαρκείᾳ αὐτῆς, τὴν ἀναβολὴν καὶ ἑτέρου μέρους τῆς διὰ τὰ δάνειά μας ὀφειλῆς. Τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς γνώμην ὑπεστήριξαν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοὶ οἱ πρωτεύοντες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Βουλευταί. Πρῶτος δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, ὅστις πρὸ ὀλίγου μὲ διέκοψεν, ἐν τῷ συμπεράσματι τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον τότε ἀπήγγειλεν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ διὰ τὸ τρέχον ἔτος 1887 Προϋπολογισμοῦ, ἰδοὺ αὐταῖς λέξεσι πῶς διετύπωσε τὴν ἑαυτοῦ γνώμην· «Ὅθεν δὲν μένουσιν εἰμὴ οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια.... ....Πρὸς τοὺς δανειστάς μας πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ εὐπαῤῥησιάστως νὰ εἴπωμεν αὐτοῖς, ὡς ὁ ἔμπορος, τοῦ ὁποίου ἠστόχησαν αἱ ἐργασίαι. Νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτούς: ἔλθετε νὰ συνενοηθῶμεν. Δὲν ἀρνούμεθα τὴν ὀφειλὴν, ἀλλὰ θ’ ἀναβάλωμεν νὰ σᾶς πληρώσωμεν. Καὶ εὐθὺς ὡς παρέλθει ἡ στενοχωρία, ἀναδεχόμεθα τὴν πληρωμήν». Πλὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἐν τῇ αὐτῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ διὰ τὸ 1887 Προϋπολογισμοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Καραπάνος, ὁ καὶ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ οὗτος δὲ ἐν τῷ συμπεράσματι τῆς ὁμιλίας αὐτοῦ ἰδοὺ αὐταῖς λέξεσι πῶς διετύπωσε τὴν γνώμην του (ἀναγινώσκει): «Ὅταν δὲν δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν ἰσοζύγιον βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν, τότε οὐ μόνον δικαιούμεθα, ἀλλὰ καὶ ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν συγκαταβάσεις καὶ θυσίας τοιαύτας, αἵτινες νὰ ἐπιτρέψωσιν ἡμῖν νὰ μὴ συντρίψωμεν τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Τὸ κεφάλαιον, ὅπερ τοιοῦτον φέρει χαρακτῆρα, εἶναι τὸ τῶν χρεωλύτρων, τῶν ὁποίων δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν τὴν πληρωμὴν, μέχρις ὅτου δι’ ἐπιτυχίας θετικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν ὀργανώσωμεν τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν πράγματα κατὰ τρόπον βοηθοῦντα τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πόρων ἡμῶν καὶ ἐπιτρέποντα τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς........................ Διὰ τῶν οἰκονομιῶν τούτων θὰ ἐλαττώσωμεν τὸ κεφάλαιον τῶν δαπανῶν ἡμῶν κατὰ 14,500,000, θὰ μᾶς μείνῃ δὲ ἔλλειμμα 8,500,000....................... Τὴν κάλυψιν τοῦ κλάσματος τούτου τοῦ ἐλλείμματος θὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ συνεννοήσεως μετὰ τῶν δανειστῶν ἡμῶν, δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν πολλῶν δυνατῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἄνευ βλάβης αὐτῶν θὰ δύνανται οὗτοι νὰ μᾶς εὐκολύνωσιν, ἀπαλλάττοντες ἡμᾶς τῆς ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν πληρωμὴν καὶ ἑτέρου μέρους τῶν δανείων ἡμῶν, χάριν τῆς σωτηρίας καὶ τοῦ τόπου καὶ τῶν συμφερόντων τῶν δανειστῶν αὐτοῦ.»

§15ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρόκειτο περὶ συνεννοήσεως μετὰ τῶν δανειστῶν.

§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ συνεννοήσεως μετὰ τῶν δανειστῶν, διότι γνωστὸν εἶναι εἰς αὐτοὺς, τοὺς τὰ μέτρα ταῦτα συμβουλεύοντας εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι οὐδεὶς τῶν δανειστῶν οἴκοθεν ἤθελε δεχθῆ τὴν ἐλάττωσιν τῆς περιουσίας του. Ὁ ἀξιότιμος μάλιστα ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς ὡμολόγησε κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν, ὅτι πολλοὶ τῶν κατόχων ἡμετέρων χρεωγράφων εἰσὶ κερδοσκόποι, ὡς τοιοῦτοι δὲ οὐδέποτε ἤθελον συναινέσει οἴκοθεν εἰς τὴν ὑποτίμησιν τῶν χρεωγράφων. Ἡ προσθήκη δὲ τοῦ αὐτοῦ Βουλευτοῦ, ὅτι ὡμίλησε τελευταίως μετὰ πολλῶν, κατεχόντων ἡμέτερα χρεώγραφα, οὐδεμίαν ἔχει πρακτικὴν ἀξίαν, καθόσον αἱ συγκαταθέσεις τῶν δανειστῶν δίδονται ἐν συνελεύσεσιν, ἃς προκαλοῦσι κατὰ Νόμον οἱ πτωχεύοντες ὀφειλέται. Ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ μέτρον νομοθετικὸν, καὶ τοιοῦτο συνεβούλευεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις προέτεινεν, οὐ μόνον ν’ ἀποκόψῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἡμῶν τὰ χρεωλύσια, ἀλλὰ νὰ ἀποκόψῃ καὶ μέρος τῶν τόκων. Τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων ἡμῶν δὲν ἀνέρχονται εἰμὴ εἰς 4,000,000 δραχμῶν, τὸ δὲ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ καλυφθῇ, ἀνήρχετο εἰς 23,000,000 κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς 20,000,000 δὲ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας. Ἐπρόκειτο λοιπὸν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους νὰ ζητηθῇ περικοπὴ ἐξ 20,000,000· ὅταν δὲ ἐπρόκειτο ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν χρεωλυσίων νὰ κερδήσωμεν μόνον 4,000,000, βεβαίως, μοιραίως καὶ ἀναγκαίως ἔπρεπε τὰ ὑπόλοιπα 16,000,000 νὰ τὰ ἀποκόψωμεν ἐκ τῶν τόκων. Καὶ τότε εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὅμοιον ἦν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1875 ἔλαβεν διὰ τοῦ ἐκδοθέντος τότε ἰραδὲ, ἤτοι αὐτοκρατορικοῦ Διατάγματος. Δὲν εἶπεν, ὅτι ἀναστέλλει τὰς πληρωμὰς ἐν γένει τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου· εἶπεν ἀκριβῶς ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς συνεβούλευε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεώς του. Διὰ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ ἐκείνου Διατάγματος ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς ἀναβάλλει τὴν πρὸς τοὺς δανειστὰς της πληρωμὴν τοῦ ἡμίσεος τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου, διὰ δὲ τὸ ἀναστελλόμενον ἥμισυ τοῦτο τῆς ὀφειλῆς της θὰ ἐκδώσῃ νέα χρεώγραφα, ἐξασφαλίζοντα τὴν ἐν τῷ μέλλοντι πληρωμὴν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ αὐτοκρατορικὸν αὐτὸ Διάταγμα ἐθεωρήθη, καὶ εὐλόγως, ὡς ἐπίσημον κήρυγμα τῆς χρεωκοπίας. Πάντες δὲ γινώσκομεν τὰς ἐπελθούσας ὡς ἐκ τούτου καταστροφὰς ἐν τῇ ὁμόρῳ ἐπικρατείᾳ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφόν μας διακρίνει ἔκτακτον θάῤῥος, διότι, ὅτε τότε ὡμίλουν, ἠθέλησε νὰ μὲ διακόψῃ λέγων μοι, ὅτι δὲν ἐγένετο τοῦτο, ἀλλ’ ἐξεδόθη Διάταγμα αὐτοκρατορικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεστάλη ἐν γένει ἡ πληρωμὴ παντὸς ποσοῦ, ἀναγομένου εἰς τὸ δημόσιον χρέος· προσήγαγον ὅμως εἰς αὐτὸν τὸ ἐκ συμπτώσεως εὑρεθὲν εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ αὐτοκρατορικῇ ἐφημερίδι δημοσιευθὲν αὐτοκρατορικὸν Διάταγμα, χρονολογούμενον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῇ 14 Σεπτεμβρίου 1875. Ἡμεῖς ὁμολογουμένως ἐλυπήθημεν, ὅτε τοιαύτας ἰδέας ἠκούομεν ἐκ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ σπουδαίων πολιτευτῶν ἀπαγγελλομένας· ἐλυπήθημεν δὲ ἰδίως, διότι ἐγινώσκομεν, ὁποίας θὰ εἶχον συνεπείας ἐπὶ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Χαίρομεν δὲ ἐκ καρδίας σήμερον βλέποντες αὐτοὺς ἐκείνους, οἵτινες τότε συνεβούλευον τὴν ἀποκοπὴν τῶν χρεωλυσίων καὶ μέρους τῶν τόκων, δηλαδὴ τὴν χρεωκοπίαν, μεταμελομένους καὶ ἐκ παντὸς τρόπου προσπαθοῦντας ν’ ἀποδείξωσιν ἑαυτοὺς ὡς μὴ ἔχοντας τὴν γνώμην ταύτην. Καίπερ ὅμως χαίροντες ἐπὶ τῇ μεταμελείᾳ των, φρονοῦμεν οὐχ ἧττον, ὅτι δὲν ἔχουσι δίκαιον ἰσχυριζόμενοι, ὅτι δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα, προκειμένης συζητήσεως πολιτικῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, νὰ μὴ συμβουλεύωμεν, ὄχι μόνον εἰς τοὺς τὴν τοιαύτην γνώμην ἐξενεγκόντας ἀξιοτίμους ρήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα Συνάδελφον, νὰ μὴ ἐξενέγκῃ τοῦ λοιποῦ τοιαύτην λέξιν, διότι καὶ ἡ λέξις αὕτη μόνη, ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ προφερομένη, δύναται νὰ παραβλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Οὐδεὶς δύναται λοιπὸν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ συμβουλὴ, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, περατῶν τὸν εἰσιτήριον αὐτοῦ λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, ἔδωκε, νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ἡ λέξις «χρεωκοπία», ἤτοι νὰ μὴ γίνηται τοῦ λοιποῦ λόγος περὶ ἀθετήσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων, δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ. Ἡ συμβουλὴ ὅμως αὕτη δὲν εἶναι αἰτίασις ἢ μομφὴ κατά τινος. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ αὐτὸς Πρωθυπουργὸς, ἀφηγούμενος τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἐν μηνὶ Μαΐῳ τοῦ 1886, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, ἐμέμφετό τινα τῶν προκατόχων αὐτοῦ. Ἄλλοι ἦσαν οἱ ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν καὶ ὑπολαβόντες, ὅτι πρώτιστον καθῆκον αὐτῶν ἦτο νὰ παραστήσωσι τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου καθ’ ὑπερβολὴν οἰκτρὰν καὶ ἀπελπιστικὴν καὶ ἀναβάλλοντες τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι αἴτιος τῆς ἐπαγομένης τὴν ἀναστολὴν καταστάσεως ἦτο ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ποῖος ἐξ ἡμῶν, ὅσοι ἐτυγχάνομεν μέλη τῆς Βουλῆς ἐκείνης, δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, οὐ μόνον τὰ ἐλλείμματα τῶν προηγουμένων διαχειρίσεων μετέδιδε μεθ’ ὑπερβολῆς, οὐ μόνον τὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων παρίστανεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς οἰκτροτάτην, ἀλλὰ νομίζων, ὅτι ἠδύνατο ἡ ἐντύπωσις νὰ ἦναι ἰσχυροτέρα, νομίζων, ὅτι ἀπηλλάσσετο τῆς ἐπιβαρυνούσης αὐτὸν εὐθύνης, διεκήρυττε καὶ ἐζήτει ἐπιμόνως νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐξ ἀπογραφῆς κληρονόμος; Ποῖος ἐξ ἡμῶν δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι ἐπὶ μῆνα ὁλόκληρον δὲν ἠσχολεῖτο εἴς τι ἄλλο, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καταρτίσῃ τὸ φωτογράφημα, ὡς οὗτος ἀπεκάλει αὐτὸ, τῆς οἰκτρᾶς οἰκονομικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησεν εἰς αὐτὸν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις;

§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους δὲν εὑρέθησαν εἰμὴ εἴκοσι πέντε δραχμαί.

§18ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔν τινι συνεδριάσει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐπειδὴ περὶ τούτου ἐγένετο λόγος, ἀνήνεγκεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885 ἡ τότε Κυβέρνησις παρέλαβεν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους 12,000,000, ἅτινα ἀκριβῶς ἐσημειώθησαν εἰς χρήματα καὶ εἰς παραστατικὰ χρημάτων, παρέλαβε προσέτι ἔντοκα γραμμάτια ἀδιάθετα δραχ. 900,000, παρέλαβεν ἐξ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας ἀπαιτητὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν πάσῃ στιγμῇ δρ.350,000, παρέλαβε κατατεθειμένας παρὰ ταῖς Τραπέζαις ἀπέναντι τῶν δόσεων τῶν δανείων, ἀλλὰ μὴ εἰσέτι ἀπαιτητὰς, 800,000, παρέλαβεν ὁμολογίας πολλῶν ἑκατομμυρίων ἀδιαθέτους τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, παρέλαβε, τέλος, κατηργημένην τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἤτοι τὴν εὐκολίαν ἐκδόσεως γραμματίων, ἥν καὶ ἐχρησιμοποίησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἀπριλίου 1885 πρὸς πορισμὸν χρημάτων. Ἀπαντήσας εἰς τὸν διακόψαντά με ἀξιότιμον ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴν, ἐξακολουθῶ: Ἐνῷ δὲ τοιαύτην παρίστα τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἐφρόνει, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τὴν βελτίωσιν αὐτῆς, προβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνατροπὴν τῆς οἰκονομικῆς νομοθεσίας, ἥτις τῇ εἰσηγήσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἶχε ψηφισθῆ. Διὰ τῶν νέων δὲ Νόμων, τοὺς ὁποίους τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, κατήργησε τοὺς οἰκονομικοὺς καὶ φορολογικοὺς νόμους, οἵτινες τότε μόλις ἤρξαντο λειτουργοῦντες καὶ ἀποφέροντες αἰσιωτάτους καρπούς. Ὅτε δὲ ἡμεῖς ὡς Ἀντιπολίτευσις τότε ἐκηρυσσόμεθα κατὰ πάσης μεταῤῥυθμίσεως, ἢ μᾶλλον κατὰ πάσης ἐλαττώσεως τῶν φόρων, ὅτε δι’ ἐπιχειρημάτων βασίμων ἀπεδεικνύομεν, ὅτι ἐπρόκειτο τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ὑποστῇ βλάβην σπουδαίαν ἐκ τῆς ψηφίσεως τῶν προβαλλομένων ὑπ’ αὐτοῦ Νόμων, τότε ἢ οὐδὲν ἀπήντα, ἢ περιωρίζετο εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι, ἐπειδὴ συντασσόμεθα πρὸς τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, τὸν τὴν κατάστασιν ταύτην δημιουργήσαντα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὀρθὰς γνώμας ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου πραγμάτων. Ἀνέτρεψε τὸν Νόμον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ εἰσήγαγε νέον σύστημα, τοῦ ὁποίου προείδομεν ἔκτοτε τὰ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα, βεβαιωθέντα βραδύτερον ἐκ τῶν πραγμάτων· κατήργησε τὸν Νόμον περὶ σιγαροχάρτου, καίτοι βραδύτερον ὁ ἴδιος μεταμεληθεὶς διετήρησεν αὐτὸν ἐν ἐνεργείᾳ· ἠλάττωσε τὸν ἔγγειον φόρον τοῦ ἐλαίου καὶ ἐν γένει προῆλθεν εἰς μέτρα προδήλως ἐλαττοῦντα τὰς δημοσίας προσόδους, ὡσανεὶ ἦτο ἀνθηρὰ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις καὶ ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὸν νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς φόρους. Τοιαύτη ἐφρόνει, ὅτι ἦτο ἡ ἀποστολὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, διότι, ὡς ἔλεγεν, ἔπρεπε διὰ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἐπαγγελιῶν αὐτοῦ ὡς ἀντιπολιτευομένου νὰ δημιουργήσῃ σύνδεσμον μεταξὺ τῶν πολιτευομένων καὶ τοῦ λαοῦ. Μόνον δὲ κατὰ τὴν Βʹ. Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἐνῷ ἐν ἀρχῇ ἐνόμιζεν, ὅτι διὰ μόνων τῶν οἰκονομιῶν, κατὰ τὰς πρὸς τὸν λαὸν ἐπαγγελίας αὐτοῦ ὡς ἀντιπολιτευομένου, ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ ἢ προσεγγίσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἔφερε τῷ ὄντι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οἰκονομίας ἐκ 5½, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἑκατομμυρίων ὀνομαστικῶν, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν μόνον 1½ ἑκατομμύριον ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀναφερόμενον εἰς πραγματικὰς οἰκονομίας, ἤτοι εἰς περικοπὴν δαπανῶν, αἵτινες ἄλλως ἦσαν ἀναγκαῖαι πρὸς λειτουργείαν τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς. Μὲ τοιοῦτον οἰκονομικὸν πρόγραμμα ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰσηγούμενος πρὸς αὐτὴν Προϋπολογισμὸν ἑτεροσκελῆ, παριστῶντα ἔλλειμμα 11 ἑκατομμυρίων. Ὅτε δὲ τὸν προσεκαλοῦμεν νὰ δηλώσῃ τὰς γνώμας αὐτοῦ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν καλυφθήσεται τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ, ἀπέσχεν ἐν ἀρχῇ πάσης δηλώσεως, κατὰ δὲ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ἐδήλωσε μόνον, ὅτι θὰ πληρώσῃ αὐτὸ δι’ ἐντόκων γραμματίων καὶ διὰ τῆς ἀδείας, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, πρὸς πώλησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καίτοι ὡς πρὸς αὐτάς, μὴ προνοήσας ἐγκαίρως, εὑρέθη ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἡ προσφορὰ ἦτο πολὺ κατωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐπιτύχει, ἐὰν ἐμερίμνα ἐγκαίρως. Δὲν εἶχε λοιπὸν δικαίωμα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας σεβαστός μοι φίλος κ. Σωτηρόπουλος, νὰ λαμβάνωσιν ἀφετηρίαν τῆς ἀρξαμένης ὑπ’ αὐτῶν πολιτικῆς συζητήσεως τὸν λόγον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἐξέδραμεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἀπηύθυνεν αἰτιάσεις κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ μήπως ἔπαυσαν αἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αἰτιάσεις κατὰ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, τοῦ διοικήσαντος τὰ κοινὰ κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884! Ἀπὸ τοῦ 1885, ὅτε μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου συνήλθομεν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ, δὲν παύομεν ἀκούοντες τῶν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου ἐγκλήσεων τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὡς ἀντιπολιτευομένων καὶ ὡς διαχειριζομένων τὰ κοινά. Κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν τὴν πολιτικήν, ἥτις ἤδη ἤρξατο, ἠκούσατε πάλιν ἐπαναλαμβανομένας τὰς αἰτιάσεις ταύτας. Αἱ μομφαὶ αὗται ἐπανειλημμένως ἀνῃρέθησαν δι’ ἀριθμῶν, ἐξηγμένων ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων, καὶ διὰ τῶν πραγμάτων· καὶ ὅμως οἱ ἀξιότιμοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥήτορες ἐπανερχόμενοι ἐπαναλαμβάνουσι τὰς αὐτὰς αἰτιάσεις. Μίαν μόνην αἰτίασιν δὲν ἠκούσαμεν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας συζητήσεις, τὴν αἰτίασιν, ἣν ἠκούσαμεν κατὰ δύο ἄλλας παρελθούσας Συνόδους, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἐδανείσθη 300 ἑκατομμύρια καὶ τὰ ἐσπατάλησε πάντα, χωρὶς οὐδὲ ὀβολὸν νὰ προσθέσῃ εἰς τὰς δημοσίας ἀποθήκας καὶ οὐδὲν νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῶν κοινῶν. Μόνον ἡ αἰτίασις αὕτη δὲν ἐπανελήφθη, ἐκ τοῦ φόβου βεβαίως, ὅτι ἡ δι’ ἀριθμῶν ἀναίρεσις αὐτῆς, ἐπαναλαμβανομένη τρίτην φορὰν, δὲν ἤθελεν ὠφελήσει αὐτοὺς πολιτικῶς. Ἠκούσαμεν ὅμως ἐπαναληφθείσας ἄλλας. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ περιορισθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀλλ’ εὗρεν, ὅτι ἔπρεπε διὰ ῥητορικῆς ἀποστροφῆς νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κοινοῦ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐτῶν 1882–1884, ἵνα παραστήσῃ τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν ὡς μηδεμίαν ἐμπνέοντα ἐμπιστοσύνην δι’ ὧν δίδει διαβεβαιώσεων περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἰσοζυγίου. Μᾶς εἶπε χθές, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ 1882, παρέλαβεν ἐκ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως 2 ἢ 30 ἑκατομμύρια, ὅτι παρέλαβε κινητὸν ὑλικὸν καὶ ὅτι ἅπαν ἐκεῖνο τὸ περίσσευμα τὸ ἐδαπάνησεν, ἐδαπάνησε δὲ καὶ ὅσα εἰσέπραξεν ἐκ τῶν πολλῶν φόρων, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ὁποίων εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν, διὰ τῆς ἀδικαιολογήτου ἐξογκώσεως τῶν δαπανῶν. Τοιαῦται αἰτιάσεις, ἐκφερόμεναι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ σπουδαίου πολιτευτοῦ, οἷος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτής, ἀφίνουσι βεβαίως ἐντυπώσεις ἐπὶ τῶν ἀκροατῶν· τοιοῦτος δὲ βεβαίως ἦτο ὁ πολιτικὸς σκοπὸς, δι’ ὃν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐπανέλαβε πάλιν χθὲς ὅ,τι ἄλλοτε εἶπε. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν αἰτιάσεων εἶχον δώσει εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Νομίζω ταύτην ἐπαρκῆ καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ ἐκ νέου εἰς τὴν διὰ τῆς ἀπαντήσεώς μου ἐκείνης δοθεῖσαν εἰλικρινῆ καὶ ἀκριβῆ τῶν πραγμάτων παράστασιν. Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις, ἣν ἔδωκα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἐλέχθη εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν, τὴν διαλυθεῖσαν, καὶ νῦν ἐπανελήφθη, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἀρχῆθεν τάσιν, καὶ σήμερον ἀκόμη εὑρίσκεται ἐμπεφορημένος ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐλαττώματος, ν’ αὐξάνῃ τὰς δαπάνας, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατώρθωσε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀπὸ 53 ἢ 54 ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1880, νὰ τὸν ἀναβιβάσῃ εἰς 96 ἑκατομμύρια. Βεβαίως, ὅταν τις ἀκούσῃ διαφορὰν 40 ἑκατομμυρίων, ἐκ πρώτης ἐντυπώσεως νομίζει, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ διαχειρισάμενος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου κατὰ τὰ παρελθόντα τρία ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884, βεβαίως προσέθηκε δαπάνας, αἵτινες δὲν ἦσαν ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖαι. Αὐτὴ αὕτη ἡ αἰτίασις εἶχε προβληθῆ, συζητουμένου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, τότε δὲ αὐτὸς ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν, παρετήρησεν, ὅτι αἱ παρατηρούμεναι αὐξήσεις εἰς τὰ ἔξοδα ἐπεβάλλοντο ὑπὸ ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων, ἀπαραιτήτων καὶ ἀναποφεύκτων, διὰ τὰς ὁποίας ἄλλως δὲν ἦτο αὐτὸς ὑπεύθυνος. Συγκρίνων δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 πρὸς τὸν τοῦ 1880, εἶπε τότε, ὅτι

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
διά τὰς νέας Ἐπαρχίας, εἶχε προστεθή δαπάνη περίπου Δραχ. 4,000,000
διὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων » 800,000
» 120 » » 8,000,000
ἔξοδα ὁδοποιΐας » 1,000,000
ἔξοδα ὑπηρεσίας δανείου » 1,500,000
συντάξεις πολιτικῶν ὑπαλλήλων » 300,000
συντήρησιν καταδίκων » 100,000
ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας (ἔχοντα ἀνάλογον αὔξησιν ἐσόδων)» 1,498,000
Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν » 7,300,000
» Ναυτικῶν » 2,300,000
Τὸ ὅλον » 26,798,000

«Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς διαφορᾶς, ἥτις παρουσιάζεται ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1880 καὶ 1883, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ συγκρίνω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 καὶ πρὸς αὐτὸν τοῦτον τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Ὅσοι ἦσθε Βουλευταὶ κατὰ τὸ 1880, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ τότε ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν μὲ πρόγραμμα οἰκονομικὸν, πράγματι δὲ ἁπάσας τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐπαγγελθῆ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τὰς ἐπραγματοποίησεν ἅμα ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν· οὕτω δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ἐκρίθη ὑφ’ ὅλων τῶν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολουμένων ὡς εἷς τῶν οἰκονομικωτέρων Προϋπολογισμῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ἀνεβίβασε τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους εἰς δραχ. 53,000,000 περίπου· τίς εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880; Μεγίστη καὶ κεφαλαιώδης διαφορὰ εἶναι εἰς τὸ δημόσιον χρέος, ἀνερχομένη εἰς τὸ οὐ σμικρὸν ποσὸν τῶν δραχμῶν 25,384,358. Δεύτερον, εἰς τὰς συντάξεις, 728,566. Τρίτον, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, 8,173,183. Τέταρτον, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, 1,768,066, καὶ πέμπτον, εἰς τὰ ἔξοδα ἐπιστασίας καὶ διοικήσεως, 4,341,135. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἡ διαφορὰ αὕτη ἀνέρχεται εἰς 40,395,308. Ἀφαιρέσατε ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὴν διαφορὰν ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 συνετάχθη εἰς παλαιὰς δραχμὰς, ἐνῷ ὁ τοῦ 1887 ἐμφαίνει νέας δραχμὰς, ἀλλὰ προσθέσατε τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ διοίκησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἔχομεν τὸν αὐτὸν σχεδὸν Προϋπολογισμόν. «ΜΠΑΣΙΑΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων εἶναι ἐξωγκωμένοι οἱ ἀριθμοί. «ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι οἱ πραγματικοὶ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐκ καταστάσεως λεπτομεροῦς λαμβάνων σᾶς ἀναγινώσκω. «Κατὰ τὸ 1880 δημόσιον χρέος εἰς παλαιὰς δραχμὰς 12,952,070. Κατὰ τὸ 1887 ἐκ νέων δραχμῶν 46,948,706. Συντάξεις, κατὰ τὸ 1880 παλαιαὶ δραχμαὶ 3,890,030, κατὰ τὸ 1887 νέαι δραχμαὶ 4,201,780. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν, κατὰ τὸ 1880 παλαιαὶ δραχμαὶ 11,100,586, κατὰ τὸ 1887 νέαι δραχμαὶ 18,084,420. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν, κατὰ τὸ 1880 παλαιαὶ δραχ. 2,111,229, κατὰ τὸ 1887 νέαι δραχμαὶ 3,652,887. Ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας, κατὰ 1880 παλαιαὶ δραχμαὶ 2,381,384, κατὰ τὸ 1887 νέαι δραχμαὶ 6,467,368: «Δὲν ἔχετε, παρὰ νὰ λάβητε εἰς χεῖράς σας τοὺς δύο Προϋπολογισμούς, καὶ θὰ ἴδητε τὴν διαφοράν· εἶναι ζήτημα ἀριθμητικὸν, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ». «Καὶ προχθὲς ἐποιησάμην μνείαν αἰτιάσεώς τινος κατὰ τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἰτιάσεως, ἡ ὁποία καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν εἶχεν ἐντεῦθεν ἐκτοξευθῆ καὶ προχθὲς μετὰ μείζονος λεπτομερείας ἀνεπτύχθη, τῆς αἰτιάσεως, ὅτι 25,000,000 εἶχε παραλάβει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτε κατὰ τὸ 1882 ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν προκάτοχον αὐτῆς. Καὶ ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστός μοι φίλος κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς κατέθηκαν λογαριασμοὺς, ἀλλὰ κατὰ διάφορον τρόπον συντεταγμένους, δι’ ὧν προσεπάθησαν ν’ ἀποδείξωσιν, ὁ μὲν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνήρχετο εἰς 25,000,000, ὁ δὲ, διορθώσας αὐτὸ, ἠλάττωσεν εἰς 15,000,000. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἀμφότεροι ὑπελόγισαν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος διαχείρισις εἶχε παραδώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὸ 1882, ἐνδεικνύει κἄτι τι, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ ἐνεποίησε λυπηρὰν αἴσθησιν· ἀμφότεροι τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῶν ποιοῦσιν ἐξετάζοντες μόνον τὴν διαχείρισιν τῶν χρήσεων, ἀνεξαρτήτως τῆς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους. Ὅλοι γινώσκετε, ὅτι εἰς τοὺς Ἰσολογισμοὺς τῶν ἑταιριῶν ὑπάρχει μία μερὶς «κέρδη καὶ ζημίαι». Τοιαύτη μερὶς ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ δημόσια βιβλία, κυρίως κατοπτρίζοντα τὰς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, τὰς χρηματιστικὰς, ἤτοι τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν τῶν παρακαταθηκῶν, τὰ τιμήματα ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον τυχὸν πωλεῖται, τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ ταμεῖον χρῆμα ἐκ συνομολογουμένων προσωρινῶν δανείων, κλπ. Ἑπομένως δὲν πρέπει τις ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν ἑκάστης χρήσεως νὰ συναγάγῃ ποσόν τι, καὶ νὰ νομίζῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀκριβῶς ἀποτελεῖ περίσσευμα, παραδοθὲν ἀπὸ προκάτοχον εἰς διάδοχον Ὑπουργεῖον. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς εἶχεν οὕτω διατυπώσει τὴν αἰτίασίν του· εἶπεν, ὅτι

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 εἶχεν εἰσπράξειδραχ.10,356,840
Ἀπὸ δάνειον 120,000,000 » 82,122,780
Ἀπὸ νομισματοποιΐαν » 1,200,000
Ἀπὸ ὑλικὸν » 3,070,000
Ἤτοι τὸ ὅλον » 96,749,620

Ἐπλήρωσεν εἰς ἐλλείμματα

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
τῶν ἐτῶν 1880 καὶ 1881 » 82,431,631
Ἄρα παρέλαβε » 14,317,989

«Ἀλλὰ πρῶτον παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον, ὅτι ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 βεβαίως δὲν ὑπῆρχον ἀδιάθετοι κατὰ τὸ 1882, διότι αὗται εἶχον διατεθῆ ἀπὸ τοῦ 1880, ἀδιάφορον, ἂν ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην, ἢ ἀπὸ ἄλλον Ὑπουργόν. Ἀδιάθετοι ὁμολογίαι ὑπῆρχον μόνον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Ἔχω δὲ ἀκριβῆ σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, καὶ τὴν ὁποίαν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἡ σημείωσις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
«Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Μαρτίου τοῦ 1882 παρέλαβεν ἀπὸ τὸ
δάνειον τῶν 120,000,000 ἐν Παρισίοις 11,286,604
Ἀπὸ Πιστωτ. Τράπεζαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ δαν. 2,017,000
Ἀπὸ 4,954 ἀδιαθέτους ὁμολογίας τοῦ αὐτοῦ δαν. 1,838,961
15,142,565
Ἀπὸ δάνειον ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 9,803,887
Ἐν ὅλῳ 24,946,452
Ἐπλήρωσεν εἰς ἔξοδα ὀφειλόμενα
τῆς χρήσεως 1881 28,928,765

«Ἰδοὺ δὲ πῶς συμβιβάζεται μὲ τὴν σημείωσιν ταύτην τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον, ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι ὑπῆρχεν ὡς ἐκ τῆς νομισματοποιΐας καὶ ἐκ τιμήματος ὑλικοῦ, διότι καὶ ταῦτα ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 24,000,000, θ’ ἀφήσωσιν ὑπόλοιπον ἐκ δρ. 307,667. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μικρὰ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς σημειώσεως ταύτης τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη εἶναι μικρὰ, ἀνερχομένη εἰς δεκάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. «Ἐγὼ ὅμως, νομίζων, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἔχρηζε μείζονος ἐλέγχου, ἐκ τῶν δημοσιευθεισῶν καταστάσεων τοῦ οἰκονομικοῦ λογαριασμοῦ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἐσχημάτισα πίνακα, δεικνύοντα ἀκριβῶς τὴν γενομένην ληψοδοσίαν τοῦ Κράτους ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1882 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1884. Τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐργασίας ταύτης εἶναι, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον ἐν τοῖς ταμείοις τὴν 31 Δεκεμβρίου 1881 ἀνήρχετο εἰς 12,345,682 τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐν τοῖς ταμείοις τὴν 31 Δεκεμβρίου 1884 ἀνήρχετο εἰς 15,442,583, ὥστε ἡ διαφορὰ εἶναι 3 περίπου ἑκατομμύρια. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ προβάλλῃ τις τοιαύτας αἰτιάσεις περὶ περισσευμάτων, διότι καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι οἱ Ἀπολογισμοὶ ἔχουσιν, ὡς οἱ προαγορεύσαντες παρέστησαν, πρέπει καὶ αὖθις νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὑπάρχωσιν ἐλλείμματα ἐκ τῶν προηγουμένων διαχειρίσεων, καὶ παραβάλλοντες ταῦτα πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, νὰ ἐξαγάγωμεν ὀρθὰ συμπεράσματα. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ σᾶς ἀπησχόλησα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· ἦτο ὅμως ἀναγκαῖον νὰ λεχθῶσι ταῦτα, διὰ νὰ μὴ ἀπομείνῃ εἴς τινας ἐξ ὑμῶν ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμὸς, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1882 παρέλαβεν 25 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα οὐδαμοῦ ἐμφαίνονται.» Τὴν σαφῆ καὶ λεπτομερῆ ταύτην ἀπάντησιν ἔδωκα τότε, νῦν δὲ δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ εἴπω τι πλειότερον ἐπὶ τῶν αἰτιάσεων τούτων. Καὶ ἡ αἰτίασις, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ διαχειρισάμενος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὰ ἔτη 1882–1884, παρέλαβε περισσεύματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη εἰς ἀνάγκας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διεχειρίσθη τὰ δημόσια, εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρων ἑκατομμυρίων πολλῶν καὶ ὅτι ηὔξησε τὰ δημόσια ἔξοδα, ὅλα ταῦτα ἐξελέγχονται ὡς μὴ ἀληθῆ διὰ τῶν πραγμάτων. Ἐὰν τὰ ἔξοδα ἀνεβιβάσθησαν, δὲν ἀνεβιβάσθησαν, διότι ὑπῆρξε τάσις τις πρὸς δημιουργίαν δαπανῶν μὴ ἀναγκαίων· ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων προῆλθε καὶ ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἐγέννησαν καὶ ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας καὶ ὁ στρατιωτικὸς διοργανισμὸς ἡμῶν, καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ὑπηρεσίας. Μετὰ τὴν ἀναίρεσιν τῶν εἰς τὴν προηγουμένην διαχείρισιν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ ἀναγομένων αἰτιάσεων, μεταβαίνω εἰς τὸ κύριον θέμα. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον συνεζητήθησαν διὰ μακρῶν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ὑπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς, ἀποκρούσαντες τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τότε, ἰσχυριζόμεθα, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἐγκαινιζομένου διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 καὶ τῶν φορολογικῶν καὶ οἰκονομικῶν Νόμων, τῶν ψηφισθέντων τότε, ἦτο δυνατὴ ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἦτο πρὸ πάντων δυνατὴ ἡ ἀνόρθωσις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, διὰ τῆς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσι συνδυασμοὶ οἰκονομικοὶ, δυνάμενοι νὰ ἐπιδράσωσι καὶ ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν παραγωγήν. Εὐτυχῶς ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπεδέξατο τὰς ἰδέας ἡμῶν, ἀποκρούσασα ἐκείνας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· τὸ σύστημα δὲ ἐκεῖνο ἤρξατο λειτουργοῦν ἐπὶ 10 ἤδη μῆνας· τὰ πράγματα ἐδικαίωσαν τὰς προσδοκίας ἡμῶν καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἡ πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου ἀποκρούει πᾶσαν ἰδέαν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀθέτησιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, εὐθὺς ὡς ἡ Βουλὴ ἡ Ἑλληνικὴ ἦτο διατεθειμένη νὰ ἀποδεχθῇ καὶ ψηφίσῃ τὰ βάρη, διὰ τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὴ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, ἀμέσως ἡ δημοσία πίστις ἀνέλαβε. Δὲν εἶναι ρητορικὸν ἐπιχείρημα, ἀλλὰ γεγονὸς πραγματικὸν, ὅτι ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις ἀνέλαβεν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς χθὲς ἀκόμη εἶπεν, ὅτι τὸ ἄγγελμα, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 δὲν θὰ παρουσιάσῃ ἔλλειμμα, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς, ὁ εἰσαχθεὶς διὰ τὸ 1888, θὰ παρουσιάσῃ περίσσευμα, οὐδεμίαν ἐντύπωσιν παρήγαγε. Παρατηρῶ ὅμως εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶναι κάτοχοι τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ὁμολογιῶν, ἡ ἐντύπωσις ἐγένετο ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπεδέξατο τὸ λειτουργοῦν ἤδη οἰκονομικὸν σύστημα. Ὅσοι ἔχετε ἀφορμὴν νὰ παρακολουθῆτε τὰς τιμὰς τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης βεβαίως ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αἱ ὁμολογίαι τῶν δανείων τῶν 170 καὶ τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἐτιμῶντο πρὸς φράγκα 290–300, ἐνῷ σήμερον ὁ ἀναγινώσκων εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας βλέπει, ὅτι τὰ χρεώγραφα ταῦτα ἔχουν 360–365 φρ. Ποῦ ὀφείλεται αὕτη τῶν χρεωγράφων ἡμῶν ἡ ὑπερτίμησις; Ἀλλ’ ἴσως ἤθελε μοὶ ἀπαντήσει τις, τί ἐκέρδησαν ἐκ τούτου τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; ἐκέρδησαν βεβαίως, διότι ἠνωρθώθη ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις καὶ ἐκ μόνης ταύτης τῆς ἀνορθώσεως κατωρθώθη ὁ οἰκονομικὸς συνδυασμὸς, ὁ σχετιζόμενος πρὸς τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομυρίων. Ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ συγχαρῶ ἐκ μέσης ψυχῆς τῇ Κυβερνήσει διὰ τὴν ὁποίαν κατήγαγεν ἐπιτυχίαν ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους διὰ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τούτου. Ἐνόμιζον δὲ, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἤθελον πράξει τὸ αὐτὸ, διότι καὶ αὐτοὶ ἐγίνωσκον, ὡς καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ πρῶτον νῦν συνωμολογήθη δάνειον ὑπὸ ὅρους τοσούτῳ συμφέροντας τῷ Δημοσίῳ. Ἐὰν πρὶν ἢ ἐγκαινισθῇ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀπηυθύνετό τις εἰς κεφαλαιούχους καὶ ἐζήτει ὑπὲρ τοῦ Κράτους δάνειον, οὐδὲ πρὸς 8% ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τοιοῦτον· ἀφοῦ δὲ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων συνωμολογήθη ἐπὶ τόκῳ κατωτέρῳ τῶν 6%, νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτυχία, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ὀφείλομεν ἅπαντες νὰ συγχαρῶμεν τῇ Κυβερνήσει; Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ὁμιλήσαντες τὴν αὐτὴν ἔχουσι μετ’ ἐμοῦ πεποίθησιν, ἀλλ’ ἐνόμισαν ἐν τῷ πολιτικῷ αὐτῶν συμφέροντι, ὅτι ἠδύναντο τὴν ἐπιτυχίαν ταύτην νὰ μετατρέψωσιν ἢ παραστήσωσιν ὡς ἀποτυχίαν, ἐὰν ἰσχυρίζοντο ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἰσχυρίσθησαν. Ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς, ὅτι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν τῇ συνομολογήσει τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἤτοι νὰ συνδυασθῇ μὲ τὴν παραγγελίαν τῶν τριῶν θωρηκτῶν πλοίων, ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἦτο ἄσχετον πρὸς κέρδη πορισθέντα ἴσως ὑπὸ τῶν συνομολογησάντων τὸ δάνειον. Ἀλλ’ ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, βραδύτερον δὲ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐξέθηκαν ἡμῖν τὰ περὶ τούτων, καταθέντες καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ ἀποδείξαντες διὰ τρόπου μὴ ἐπιδεκτικοῦ ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν παραγγελίαν τῶν τριῶν θωρηκτῶν διαπραγμάτευσις ἦτο περατωμένη πρὶν συλληφθῇ κἄν ἡ ἰδέα περὶ συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων· ὅτε σᾶς ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦν διατεθειμένη νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ πλοῖα ταῦτα καὶ ἂν δὲν συνωμολόγει τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἐσταμάτησε δὲ πρὸ τῆς ἀπαιτήσεως τῶν δανειστῶν νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ ἡ διαχείρισις τῶν προσόδων, τῶν πρὸς τοῦτο ὁρισθεισῶν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς πληρωμῆς τῶν δόσεων· ὅτε ἐκ τούτου καὶ μόνου ἐσταμάτησε νὰ ὑπογράψῃ τὴν ὁριστικὴν σύμβασιν, ἐκ συμπτώσεως δὲ ἐπῆλθεν ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου, ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς ἔπραξε προσενεχθεῖσα πρὸς τὴν ἑταιρίαν, τὴν ἀναλαμβάνουσαν τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων, νὰ προεξοφλήσῃ διὰ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τὸ συμφωνηθὲν τίμημα τῶν πλοίων. Ἐπρόκειτο ἡ συνομολογηθεῖσα τότε σύμβασις διὰ τὰ θωρηκτὰ πλοῖα νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν τὸ τίμημα 27½ ἑκατομμυρίων, πληρωτέων εἰς δόσεις ἐν διαστήματι ὀκτὼ ἐτῶν, ἐπὶ τόκῳ 7% διὰ τὰ πλοῖα, 9$ δὲ διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐπ’ αὐτῶν πυροβολικοῦ. Ἀφοῦ δὲ κατωρθώθη αὐτὸ νὰ καταβιβασθῇ εἰς μόνον 25½ ἑκατομμύρια, νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγῃ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε λᾶθός τι, ἢ ὅτι εἶχε σχέσιν τινὰ ἡ παραγγελία τῶν πλοίων πρὸς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου; Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ Comptoir d’ Escompte ἐνδιαφέρετο ὑπὲρ τῆς Societé des Forges et Chantiers, ἥτις ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν, νομίζετε, ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἀπεφάσισε νὰ μετάσχῃ εἰς τὰ τοῦ δανείου; Τὸ Comptoir d’ Escomptes δὲν μετεῖχεν εἰμὴ ἐν μέρει εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, οἱ ἀναλαβόντες δὲ αὐτὸ κατὰ τὸ πλεῖστον οὐδὲν εἶχον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ἀναλαβούσης τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων ἑταιρίας, οὐδὲ τὸ παράπαν ἐπηρεάσθησαν ἐκ τούτου· ἐὰν δὲ τὸ Comptoir d’ Escompte ἀφώρα εἰς ἕτερον τι ἠθικὸν κέρδος, νά γένηται τουτέστιν ἡ ναυπήγησις τῶν πλοίων εἰς Γαλλικὸν ναυπηγεῖον καὶ οὐχὶ εἰς Ἀγγλικὸν, ὡς ἐκ τούτου δὲ συντέλεσεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, τοῦτο οὐδὲ κατακριτέον εἶναι, οὐδὲ ἀποδεικνύει γενομένην ἐν τῷ δανείῳ θυσίαν. Ἄλλως τε γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἀδύνατον ἦν νὰ ἐπιτευχθῶσιν ὅροι κρείσσονες τῶν συνομολογηθέντων διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων. Ἀλλὰ δὲν εἶπον τοῦτο μόνον οἱ ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Προσέθηκαν ἔτι, ὅτι ἡ ἐκχώρησις τῶν μονοπωλίων εἰς τὴν ἑταιρίαν, τὴν συστᾶσαν ἐπὶ τούτῳ, ἀποτελεῖ ἀπαλλοτρίωσιν τῶν προνομίων τοῦ Κράτους· εἶναι ἀπαλλοτρίωσις τῶν διοικητικῶν δικαιωμάτων ἡμῶν, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος βουλευτὴς, εἶναί τι τὸ προσβάλλον ἴσως καὶ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, καὶ ἔπρεπε νὰ λάβωμεν ἀντάλλαγμα πολὺ μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν. Ἀλλ’ ὅστις ἐξ ἡμῶν ἀνέγνω τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἶδεν ἐν αὐτῇ, ὅτι οὐδέν τι νεώτερον ἐγένετο ἀφ’ ὅ,τι ὑπῆρχε μέχρι τότε. Τὰ μονοπώλια εἶχον ἐκχωρηθῆ εἰς τὰς ἐνταῦθα Τραπέζας διὰ τὸ δάνειον τῶν 22,500,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, τὸ συνομολογηθὲν κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1886 πρὸς πληρωμὴν χρεῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, κληροδοτηθέντων ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Εἶχον ἐκχωρηθῆ καὶ πρὸ τούτου εἰς ἰδιώτας, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐργολάβοι διεχειρίζοντο αὐτά. Ὡς ἐνθυμοῦνται δὲ, ὅσοι ὑπῆρχον εἰς τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, ὅστις τότε διηύθυνε τὰ οἰκονομικὰ, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔφερε σύμβασιν μετὰ τῶν ἰδιωτῶν ἐκείνων, διὰ τῆς ὁποίας ἐξεχώρει ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὰ μονοπώλια ταῦτα εἰς αὐτούς· δὲν ἐπρόκειτο δὲ τότε περὶ παραχωρήσεως πρὸς ἑταιρίαν, οἵα ἡ ἄρτι συστᾶσα, τῆς ὁποίας ἱδρυταὶ εἶναι τὰ πρῶτα τραπεζικὰ καταστήματα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Εὐρώπης, καὶ τῆς ὁποίας (ἑταιρίας) τὰ κεφάλαια ἀναβαίνουσιν εἰς 10 ἑκατομμύρια. Ὁποία δὲ ἐγένετο ἐκχώρησις; μὴ τυχὸν παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα τοῦ παράγειν ἅλας ἢ τοῦ ἀγοράζειν ἀπευθείας παρὰ τῶν προμηθευτῶν τὸ πετρέλαιον ἢ τὸ σιγαρόχαρτον; Οὐδὲν τοιοῦτον· ἀλλ’ ἁπλῆ διαχείρισις ἐνεπιστεύθη εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, ὅπως χρησιμεύσῃ τὸ τίμημα τῶν εἰδῶν τούτων πρὸς πληρωμὴν τῆς δόσεως τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐχορηγήθη εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἐπρόκειτο νὰ γίνεται ὑπὸ ὑπαλλήλων δημοσίων, ἴσως δὲ καὶ ἐπὶ δαπάνῃ ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρᾳ. Ὅλοι γινώσκετε, ὅτι, ἀφ’ ἧς παρεχωρήθησαν τὰ μονοπώλια εἰς τὰς Τραπέζας, συνεστάθησαν εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι κατ’ ἐπαρχίας. Τὴν ἰδέαν εἶχε λάβει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε νὰ συστήσῃ τὰς ἁλαταποθήκας, διότι ἡ ὑπηρεσία εὑρίσκετο εἰς ἀδυναμίαν· ἔπρεπε νὰ μεσολαβήσῃ ἡ ἰδιωτικὴ δραστηριότης, ἔπρεπε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προσλάβῃ ἀρωγὸν μίαν Τράπεζαν, ἵνα κατορθωθῇ τοῦτο. Τὸ Κράτος διετήρησε πάντα τὰ κυριαρχικὰ αὑτοῦ δικαιώματα· δὲν παρεχώρησεν εἰμὴ τὰς εἰσπράξεις τοῦ τιμήματος τῶν εἰδῶν τῶν μονοπωλίων. Ὅταν ἀναλογισθῆτε, ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη πάντα τὰ δημόσια εἰσοδήματα εἰσπράττονται ὑπὸ Τραπεζῶν, τοῦτο, τὸ γενόμενον παρ’ ἡμῖν δι’ ἓν μόνον εἶδος προσόδου, οὐ μόνον δὲν προσβάλλει τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καθιεροῖ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπωλίων ἡ σύστασις ἀποδειχθῇ ἐξυπηρετοῦσα τὰ συμφέροντα τοῦ τε Δημοσίου καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐδάνεισαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, αὐτῆς ταύτης τῆς ἑταιρίας ἡ εὐδοκίμησις θέλει συντελέσει εἰς τὴν περαιτέρω ἀνόρθωσιν καὶ ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, αὐτῆς ταύτης τῆς ἑταιρίας ἡ μεσολάβησις θέλει συντελέσει εἰς ἑτέρους οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς πρὸς ὠφέλειαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.

§19ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν μᾶς λέγετε, εἰς ποῖον Κράτος γίνονται τοιαῦται ἐκχωρήσεις;

§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι δὲν δέχομαι διακοπὰς, καίτοι ἠδυνάμην πολλὰ ν’ ἀναφέρω παραδείγματα, οἷον τὴν Ἱσπανίαν κλπ.

§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος θέλει μόνον νὰ ὁμιλῇ, ἀδιάφορον ἂν λέγῃ ἀλήθειαν ἢ ὄχι· ἀφοῦ εἶπεν ὅτι ἐξ ἀδυναμίας δὲν συνεστήσαμεν τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας....

§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον, ὅτι ἡ δημοσία ὑπηρεσία εὑρίσκετο εἰς ἀδυναμίαν νὰ συστήσῃ εἰδικὰς ἁλαταποθήκας. Τοῦτο ὡμολόγησεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς μὴ ἀρνηθεῖσα, ὅτι δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἀναγκαίαν ὑπηρεσίαν διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ἁλάτων εἰς ἀπομεμακρυσμένα καὶ μεσόγεια μέρη καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς ἀπαιτουμένους διαχειριστάς. Ἀλλὰ δὲν ἐλέχθη τοῦτο καὶ μόνον ἀναφορικῶς πρὸς τὸν οἰκονομικὸν συνδυασμὸν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἐλέχθη καὶ ἕτερόν τι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ, ὅτι ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου τούτου ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα ν’ ἀποβληθῶσιν ἐκ τοῦ Χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου αἱ ὁμολογίαι τοῦ αὐτοῦ δανείου, ὡς ἐκ τούτου δὲ καίριον ὑπέστη τραῦμα ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις. Ὁ τοῦτο ἐξενεγκὼν ἀπὸ τοῦ βήματος γινώσκει κάλλιστα διὰ τίνα λόγον προσωρινῶς ἀπηγορεύθη ἡ ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τοῦ Λονδίνου κυκλοφορία τῶν ὁμολογιῶν τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἀπέφυγε νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἀληθῆ αἰτίαν.

§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἀνέφερον τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἔμαθον ἐν Παρισίοις.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων δὲν θέλει διακοπάς· παρακαλῶ ἑπομένως νὰ μὴ διακόπτητε.

§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν ὅμως ὁ ῥήτωρ ἐκφέρῃ προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις καὶ ἰδέας μὴ λεχθείσας παρὰ τῶν ἀντιπάλων του, οὗτοι δικαιοῦνται νὰ τὸν διακόπτωσι.

§26ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν διακόψαντά με ἀξιότιμον Συνάδελφον, ὅτι, ὅταν τις γινώσκῃ καλῶς τὸν ἀληθῆ λόγον, οὗ ἕνεκεν ἀνεκόπη προσωρινῶς ἡ ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τοῦ Λονδίνου κυκλοφορία τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τούτου, παραλείπῃ δὲ τὴν ἀφήγησιν αὐτοῦ, ὅπως αἰτιαθῇ καὶ ἐπὶ τούτῳ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐν ἀπολύτῳ καλῇ πίστει διατελῶν.

§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ λέξις, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ ἀγορεύων, μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι, ἀφηγούμενος πράγματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει καλῶς, ὡς ἐνδιαφερόμενος, δύναται νὰ εἴπῃ ὅ,τι θέλει. Ὅταν ὅμως ὁμιλῇ περὶ τῶν ἰδεῶν ἄλλου, πρέπει νὰ ὁμιλῇ ὡς ὀφείλει νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος.

§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως δὲν δύνασθε νὰ μοὶ κανονίσητε. Δέον νὰ ἐνθυμηθῆτε, πῶς τὰ περὶ τούτου ἀφηγήθητε, ἵνα μεμφθῆτε τὴν Κυβέρνησιν, νὰ παραβάλητε δὲ αὐτὰ πρὸς ὅσα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος θέλω μεταδώσει εἰς τὴν Βουλήν; τότε δὲ δύνασθε νὰ κρίνητε, ἂν εἶχον δίκαιον, εἰπὼν ὅσα εἶπον. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι οἱ ἐν Λονδίνῳ ἀναλαβόντες μέρος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἶχον πωλήσει πολλὰς τῶν ὁμολογιῶν εἰς κεφαλαιούχους, μικροτέρους αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον σχηματίσει δεύτερον Συνδικάτον, τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο ἐκ πολλῶν προσώπων. Τὰ πρόσωπα ταῦτα, ἐπειδὴ εἶχον ἀγοράσει τὰς ὁμολογίας παρὰ τοῦ ἀρχικοῦ Συνδικάτου εἰς τιμὴν κατά τι κατωτέραν τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, εἶχον συμφέρον διὰ πωλήσεων προώρων ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ νὰ προβιβάσωσι τὴν τιμὴν τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν καὶ πέραν τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, κατώρθωσαν δὲ πολλὰς τοιαύτας πωλήσεις ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ νὰ πραγματοποιήσωσιν. Ἀλλ’ οἱ τὸ πρῶτον ἀναλαβόντες τὸ δάνειον, οἱ ἀποτελέσαντες τὸ ἀρχικὸν Συνδικάτον, εἶχον ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ παραδώσωσιν εἰς κυκλοφορίαν τοὺς τίτλους τῶν ὁμολογιῶν πρὸ ὡρισμένης διορίας. Οἱ ἀγοράσαντες ὅμως ὁμολογίας ἐκ τῶν ἀποτελεσάντων τὸ δεύτερον Συνδικάτον ἐπληροφορήθησαν τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ δὲ ταύτῃ ἐζήτησαν παρὰ τῶν πωλητῶν τὴν παράδοσιν τῶν τίτλων· τίτλους ὅμως δὲν εἶχον οἱ πωληταί, διότι οἱ πωληταὶ οὗτοι ἦσαν ἐκδοχεῖς τῶν ἀποτελεσάντων τὸ ἀρχικὸν Συνδικάτον καὶ ἀναλαβόντων τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ τεθῶσιν ἀμέσως εἰς κυκλοφορίαν οἱ τίτλοι· οἱ ἀγορασταὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἀνηνέχθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Χρηματιστηρίου, ἥτις διοικεῖ τὰ τοῦ Χρηματιστηρίου αὐτοκρατορικῶς. Αὕτη δὲ ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, νὰ διακοπῇ ἡ ἀναγραφὴ τῶν ὁμολογιῶν τούτων ἐν τῷ πίνακι τοῦ Χρηματιστηρίου. Ἐν τῇ ἐκδοθείσῃ ἀποφάσει οὐδεὶς ἀναφέρεται δικαιολογικὸς λόγος; διότι οὕτω συνειθίζεται· εἶναι ὅμως γνωστὸς ὁ λόγος καὶ ἀνάγεται ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἐν κυκλοφορίᾳ οἱ τίτλοι, καίτοι τὸ δάνειον ἐθεωρήθη ὡς ὁλοσχερῶς διατεθὲν καὶ ἐγγραφὲν ὡς ἐκ τῶν ὅρων τῆς μετὰ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως συμβάσεως. Ἐκ τούτου προεκλήθη τελευταίως καὶ ἡ διάλυσις τοῦ ἀρχικοῦ Συνδικάτου. Ὅταν δοθῶσιν οἱ τίτλοι, θέλει κατορθωθῆ ἡ ἐκ νέου κυκλοφορία εἰς τὸ Χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς οὐδὲ εἰς τοῦτο περιωρίσθη· ἰσχυρίσθη πρὸς δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, συνομολογήσασα τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἐπίεσε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ν’ ἀγοράσῃ παρὰ τῶν ἀρχικῶς ἀναλαβόντων τὸ δάνειον 20 χιλ. ὁμολογίας εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, καθ’ ἣν ἠγοράσθησαν αὗται παρὰ τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου νὰ ζητῇ εὐθύνην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ χρηματιστικῇ πράξει, τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα συνωμολόγησεν οἴκοθεν, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Διοίκησις τῆς Τραπέζης ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο ἐν τῷ συμφέροντί της νὰ πράξῃ. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι τὰς ὁμολογίας ταύτας ἠγόρασεν, ἀφοῦ ἤδη ἦν ὑπογεγραμμένη ἡ σύμβασις τοῦ δανείου, ἡ δὲ Κυβέρνησις οὐδὲν εἶχε πλέον νὰ κερδήσῃ ἐκ τῆς συμμετοχῆς τῆς Τραπέζης εἰς τὸ δάνειον. Ἡ Τράπεζα, διοικουμένη ἄριστα ὑπὸ ἀνδρῶν εἰδικῶν καὶ ἐμπείρων, ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὸ δάνειον, μετὰ δὲ τὴν ἐπιτυχίαν αἱ ὁμολογίαι ἤθελον ἔχει ὑπερτίμησιν, ἢ ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς, ἐσύμφερεν εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ τοποθετήσῃ οὕτω τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐν Εὐρώπῃ διαθέσιμα· ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀνεπηρέαστος προῆλθεν εἰς συμφωνίαν μετά τινος ἐκ τῶν μετασχόντων εἰς τὸ δάνειον τοῦτο καὶ ἠγόρασε τὰς ὁμολογίας ταύτας ἐπὶ τιμῇ κατὰ τι κατωτέρᾳ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως. Γινώσκω καλῶς μάλιστα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλυπήθη, ὅτε ἐπληροφορήθη τοῦτο, οὐχὶ διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἠγόρασε τὰς 20 χιλιάδας ὁμολογίας εἰς τιμὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην, διότι τοῦτο δὲν ἐνδιέφερεν αὐτὸν, ἀλλὰ διότι ἐνόμιζεν, ὅτι, ἂν δὲν ἠγόραζε ταύτας, ἤθελεν ἔχει διαθέσιμον τὸ εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν ὁμολογιῶν διατεθὲν ποσὸν καὶ ἠδύνατο νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπιτυχίαν ἑτέρων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Τίνα δὲ ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πρὸς τὸ δάνειον σχετιζομένου συνδυασμοῦ τούτου; Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐκέρδησεν ἀκριβῶς 6,664,360, ἐκ τούτων δὲ 3,317,000 ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου διὰ τῆς ἐξοφλήσεως ὑφισταμένων δανείων καὶ ὀφειλῶν καὶ μετατροπῆς ἄλλων δανείων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλλον τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς πληρωμὴν ἀνωτέρου τόκου, καὶ 3,349,000 ἐκ τῆς μὴ καταβληθείσης ὑπερτιμήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Νομίζω, ὅτι κέρδος τοιοῦτον δὲν εἶναι ἀνάξιον λόγου καὶ ὅτι δύναται νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλή. Σᾶς εἶπον ἤδη, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ἐπήγασεν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ἐπήγασε καὶ κέρδος ἐκ δραχμῶν 3,317,000 ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου. Τὸ κέρδος δὲ τοῦτο εἶναι μόνιμον, δὲν ἐπηρεάζει μόνον τὰ ἀποτελέσματα τοῦ διὰ τὸ τρέχον ἔτος 1887 Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἑπομένων ἐτῶν, διότι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐχρησίμευσεν εἰς πληρωμὴν τῶν προκαταβολῶν, εἰς πληρωμὴν τοῦ εἰς μεταλλικὸν δανείου πρὸς τὰς Τραπέζας καὶ διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν δανείων τῶν 4, 6 καὶ 25 ἑκατομ., διὰ δὲ τοῦ συνδυασμοῦ τούτου ἐπετεύχθη ἡ κατασκευὴ τριῶν θωρηκτῶν πλοίων, ἤτοι ἐπετεύχθη ἡ ἀνάπτυξις τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Ἐννοῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴν, προβάλλοντα τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῶσι πλοῖα· τὴν γνώμην ταύτην σέβομαι· ἐξετάζει τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν, ὡς φρονῶν, ὅτι περὶ μόνου τοῦ ἰσοζυγίου πρέπει νὰ μεριμνῶμεν· ἀλλὰ πρὸς τὴν γνώμην του αὐτὴν δὲν εὑρίσκω συντασσομένους τοὺς ἑτέρους ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι οὐδεὶς ἔψεξε τὸ μέτρον τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις συμφωνεῖ ὡς πρὸς τοῦτο μετὰ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ φρονεῖ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ παρασκευάσῃ ναυτικὸν, ἀλλὰ νὰ εὑρίσκηται εἰς οἵαν εὑρέθη θέσιν πρὸ ἑνὸς ἔτους. Ἀλλὰ τί κατωρθώθη διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου συνδυασμοῦ; Κατωρθώθη νὰ κατασκευασθῶσι τὰ πλοῖα, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ τῶν ἐξόδων Προϋπολογισμός· κατωρθώθη, ὥστε καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἑπόμενον ἔτος ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ ἐλαφρυνθῇ κατὰ 1 ἑκατομμύριον.

§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν περιελήφθη τὸ ποσὸν τοῦτο.

§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ περιληφθῇ, διότι κατὰ τὸ 1888 δὲν εἶναι βέβαιον, ἐὰν θὰ πληρωθῇ δόσις τις. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν πλοίων ἐδόθησαν μόνον 17 χιλιάδες ὁμολογίαι, ὑπολείπονται δὲ 60 χιλιάδες ἀδιάθετοι, αἱ ὁποῖαι θὰ διατεθῶσιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ προσήκουσα διορία. Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἕτερον θέμα, εἰς ἐκεῖνο δηλαδὴ, τὸ ὁποῖον ἔλαβον ὡς ἀφετηρίαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἤτοι εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887. Ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπέκρουε πάντας τοὺς προταθέντας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως φορολογικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς νόμους καὶ προέβαλλε τὰ μέτρα ἐκεῖνα, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος. Ἰσχυρίζετο ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συντριβῇ ἢ ἐξαντληθῇ ἡ Ἑλλὰς, ἂν οἱ φόροι ἐκεῖνοι ἐνομοθετοῦντο. Ἡ γνώμη ἡμῶν, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἤθελε κατορθωθῇ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν φόρων τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εὐθὺς ὡς ἐμπεδωθῇ ἡ πεποίθησις περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, θὰ ἐπιτευχθῶσι βεβαίως οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, συντελοῦντες εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ὑλικῶν πόρων, ἡ γνώμη ἡμῶν αὕτη ἐθεωρεῖτο ὡς πεπλανημένη καὶ ἀπεκρούετο ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Συνεπὴς εἰς ἑαυτὴν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπέλαβεν, ὅτι καὶ σήμερον, ὅτε κατετέθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οἱ πίνακες, οἱ βεβαιοῦντες τὴν ἐπὶ 9 μῆνας διαχείρισιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ τρ. ἔτους 1887, καὶ σήμερον, ὅτε προσάγονται στοιχεῖα ἐπαρκῆ, ὅπως σχηματίσωμεν ἀσφαλῆ πεποίθησιν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀμφισβητήσῃ τῶν ἀριθμῶν τὴν ἀξίαν, καὶ ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον αὐτῇ νὰ προσφύγῃ εἰς διάφορα ἐπιχειρήματα, διὰ ν’ ἀποδείξῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ διὰ τῶν ἀριθμῶν πιστοποιούμενα, ὡς μὴ ἀκριβῆ. Ὁ ἕτερος τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν ἑνὸς προσθέτου ἐπιχειρήματος, ὄπισθεν μιᾶς ἐνδείξεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐντεῦθεν ἐξήγησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τὸν κ. Ῥικάκην, ἐρωτήσαντα, πόσαι εἰσὶν αἱ εἰσπράξεις καὶ αἱ δαπάναι κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1887, ὠχυρώθη ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ προσθέτου ἐπιχειρήματος καὶ ἐζήτησε νὰ ἐλέγξῃ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ἐν τῇ καταστάσει ἀναφερομένους. Εἴδομεν δὲ αὐτὸν λεπτολογοῦντα ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῇ καταστάσει· καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα ἀνηνέχθη εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα ἐσχημάτισε 12τημόρια καὶ συνέκρινε τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαφόρων πληρωμῶν, προσπαθῶν ν’ ἀποδείξῃ τοὺς ἀριθμοὺς οὐχὶ ἀκριβεῖς. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος, ὅτε τὸν λόγον ἐπὶ τούτου ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐξήγησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μία πρόσθετος ἔνδειξις, ὅτι θέλει ἔχει ἰσοζύγιον ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1887, εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι τὴν 30 Σεπτεμβρίου εἴχομεν εἰσπράξεις ὑπερβαινούσας τὰ ἔξοδα κατὰ 2 ἑκατομμύρια, ἐνόμισεν, ὅτι ἐπεβάλλετο αὐτῷ ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐρωτήσῃ τὸν τὴν ἐξήγησιν ταύτην δόντα Πρωθυπουργὸν, ἂν ἐστηρίζετο εἰς τὰς καταστάσεις τῶν ταμείων, αἵτινες δὲν εἶναι ὡς πρὸς τοῦτο λίαν ἀκριβεῖς, ὡς παραλείπουσαι τὰς ἐκκρεμεῖς πληρωμάς. Καίτοι ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἡ ἀπάντησις, ὅτι τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον προσήγαγεν ὡς ἔνδειξιν, καὶ ὅτι, ἂν ἀνηνέχθη εἰς τὰς εἰσπράξεις καὶ πληρωμὰς, τὰς πραγματοποιηθείσας μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, ἀνηνέχθη ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα πραγματοποιηθείσας κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐκ τῆς καταστάσεως, ἥν ἐξήγαγον ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐλαχίστη ὑπάρχει διαφορὰ καὶ εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη ὡς πρὸς τὰς πληρωμὰς, τὰς μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου ἑκάστου τῶν παρελθόντων δύω ἐτῶν πραγματοποιηθείσας. Ἰδοὺ ἀκριβὴς κατάστασις.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1887 1886 1885
Αʹ. Χρέος ἐξωτερικὸν 180,946 201,600 201,520
Βʹ. » ἐσωτερικὸν 19,085,75619,424,69018,260,902
Γʹ. Συντάξεις 662,347 592,335 552,452
Δʹ. Χορηγία πρὸς τὴν Α. Μ. 590,625 590,625 675,000
Εʹ. Βουλὴ 57,268 34,583 87,068
Ϛʹ. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν 704,440 663,450 588,729
Ζʹ. » Δικαιοσύνης 1,599,827 1,567,838 1,826,402
Θʹ. » Ἐκκλησιαστ. 1,229,402 1,171,804 1,146,680
ΙΒʹ.» Οἰκονομικῶν 489,843 526,131 530,961
ΙΓʹ.Ἔξοδα διοικήσεως 2,144,131 1,614,360 2,340,921
ΙΔʹ.Ἐπιστροφαὶ 44,754 45,184 32,593
ΙΕʹ.Ἀποζημιώσεις 65,014 37,262 70,240
ΙΗʹ.Κεφάλαιον ὁδοποιΐας 1,661,162 40,050
28,515,51526,509,91226,313,468

Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας παρετήρησεν, ὅτι τὸ ἐν τῇ καταστάσει σημειούμενον ὡς πληρωθὲν διὰ τὴν Βασιλικὴν χορηγίαν ποσὸν δὲν εἶναι τὸ ἀναλογοῦν εἰς τοὺς 9 μῆνας. Τοῦτο ὅμως εἶναι εὐεξήγητον· τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς σημειοῦται καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη 1885 καὶ 1886. Προέρχεται δὲ ἐκ τούτου, ὅτι πληρόνεται μὲν ἡ χορηγία ἐγκαίρως, ἀλλὰ τὰ ἐντάλματα δὲν ἐκδίδονται ἐγκαίρως καὶ δὲν καταχωρίζονται εἰς τὰ τοῦ δημοσίου ταμείου βιβλία. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅ,τι ἐγένετο εἰς τὸ 1887 ἐγένετο καὶ εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη 1885 καὶ 1886, διότι συμβαίνει Βουλευταί τινες νὰ μὴ δίδωσιν ἐγκαίρως τὰς ἀποδείξεις των καὶ οὕτω νὰ μὴ ἦναι δυνατὴ ἡ τακτοποίησις τῆς πληρωμῆς καὶ νὰ μένῃ οὕτως ἐκκρεμής. Τοῦτο ὅμως εἰς οὐδένα παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὡς πρόσθετος ἔνδειξις εἶναι καὶ ἡ παρατηρουμένη κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1887 ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς πληρωμάς, ὡς ἀφετηρίαν πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Ὁ ἐπιθυμῶν νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα βασιμώτερα ὀφείλει ἕτερόν τι νὰ πράξῃ· ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ 1887 κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1887 βεβαιωθέντα καὶ εἰσπραχθέντα καὶ εἰς ταῦτα νὰ προσθέσῃ τὰς κατόπιν εἰσπράξεις, ὁδηγούμενος ἐκ τῶν ὑπαρχόντων στοιχείων καὶ ἐκ τῶν φυσικῶν ἐκτιμήσεων περὶ τῶν βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων, μέχρι μὲν τῆς 31 Δεκεμβρίου 1887 ὡς πρὸς τὰ πλεῖστα, μέχρι δὲ τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1888 ὡς πρὸς τὰ ὑπόλοιπα. Λυποῦμαι, διότι εἰσέτι δὲν ἐδημοσιεύθη ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτής· διότι ὁμολογῶ, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν προσεῖχον, ὅτε ὡμίλει ἐπικαλούμενος ἀναλογίας τινὰς, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ λεπτομερῶς αὐτῶν, ἀμφιβάλλω δὲ, καὶ ἄν τις μεταξὺ τῶν ἄλλων κ. Συναδέλφων, τῶν ἀκροασαμένων αὐτοῦ, ὑπῆρξεν εὐτυχέστερος ἐμοῦ. Ἀνέγνωσεν ἀναλογίας ἐπ’ ἀναλογιῶν, προσθέσεις καὶ ἀφαιρέσεις ἐπ’ αὐτῶν, ἀριθμοὺς ἐπὶ ἀριθμῶν, καὶ συγκεντρώσεις ἀναλογιῶν· ταῦτα δὲ ἐνδεικνύουσι μὲν λογιστικὴν ἐργασίαν, διεξαχθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι τὴν λογιστικὴν μέθοδον, ἣν ἠκολούθησε, δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ. Ὀφείλω ὅμως πρὸ πάντων νὰ μὴ σιωπήσω πρὸ τῆς ἀξιώσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης κ. βουλευτοῦ, ἀξιώσεως, ἀναγομένης εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ καταλογίζωνται αἱ γενόμεναι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταβολαὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τοῖς πίναξιν, οἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ποσόν, ὅπερ καὶ νῦν καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος κατεβλήθη πρὸς ἀπότισιν τῆς συμπεφωνημένης χορηγίας τῶν κατασκευαζομένων σιδηροδρόμων, ἐσημείωσεν ὑπὸ τὸν τύπον ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἐσημείωσε δὲ εὐλόγως οὕτω, διότι ἀκριβῶς διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλεται ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους εἰς μεγάλας καταβολὰς, τὸ ποσὸν δὲ αὐτῶν βεβαίως δὲν δύναται νὰ πορίζηται ἐκ τῶν τακτικῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Οὐ μόνον δὲ ἡ ἡμετέρα, ἀλλὰ καὶ Κυβερνήσεις ἄλλων ἐπικρατειῶν τὴν αὐτὴν ἠκολούθησαν τακτικὴν ὡς πρὸς τὰς καταβολὰς πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, ἢ πρὸς παροχὴν τῶν χορηγιῶν, αἵτινες συνομολογοῦνται μετὰ τῶν ἑταιριῶν. Συνομολογοῦνται δάνεια ἐπὶ τούτῳ, τὸ δὲ Κράτος ἀναλαμβάνει εἰς βάρος τῶν τακτικῶν προσόδων μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων αὐτῶν. Αὐτὴν τὴν τακτικὴν ἠκολουθήσαμεν καὶ εἰς παρελθόντα ἔτη, αὐτὴν ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι, παρουσιασθῇ ἑταιρία, ἀναλαμβάνουσα τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου μέχρι Λαρίσσης, ἢ μέχρι τῶν μεθορίων, τὸ δὲ Κράτος ἀναγκασθῇ εἰς τὴν καταβολὴν 5,000,000 ἢ 10,000,000 ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους, ταῦτα βεβαίως ἐκ τῶν τακτικῶν προσόδων δὲν δύνανται νὰ οἰκονομηθῶσιν· ὥστε ἀναντιῤῥήτως ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀναγκασθῇ νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, ἢ ἄλλως νὰ προμηθευθῇ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν ἀναγράφουσα αὐτὸ εἰς ἔκτακτον Προϋπολογισμόν. Εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴν κ. Σωτηρόπουλον, ὅστις παρετήρησεν, ὅτι δὲν πρέπει εἰς τὰς καταστάσεις, τὰς προσαχθείσας εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, νὰ δώσωμεν πολλὴν πίστιν, διότι αὗται δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, τὴν ἀνακρίβειαν δὲ αὐτῶν ἀνεὗρεν ὡς ἐκ τῆς μικρᾶς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν καταστάσεων τῶν δημοσιευθεισῶν ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ καταστάσεως δημοσιευθείσης ὑπὸ τοῦ Τελωνειακοῦ Τμήματος, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ὡς γινώσκει κάλλιον ἐμοῦ, ἡ κατάστασις ἡ δημοσιευομένη ὑπὸ τῶν Τμημάτων δὲν δύναται νὰ ἦναι πάντοτε ἐν πληρεστάτη ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν δημοσιευομένην ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, εἰμὴ μόνον κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Οἱ εἰδικοὶ ταμίαι, ἤτοι οἱ τελῶναι, οἵτινες εἰσπράττουσι τοὺς εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομένους φόρους, δὲν κατορθοῦσι πάντοτε ἀκριβῶς τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ μηνὸς νὰ παραδίδωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν. Οὕτω, ἐπὶ παραδείγματι, ἐνῷ ὁ τελώνης εἰσέπραξεν ἐξ ἐγγείων φόρων κατὰ τὸ διάστημα τοῦ μηνὸς ποσὸν δραχ. 1,000,000, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἐσημείωσεν εἰς τὴν πρὸς τὸ ἁρμόδιον Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ κατάστασιν, εἰς τὸν ταμίαν παρέδωκεν ἓν μέρος αὐτῶν κατὰ τὴν πρώτην ἢ τὴν δευτέραν ἡμέραν τοῦ ἐπιόντος μηνός. Ἰδοὺ ὁ λόγος τῆς διαφορᾶς.

§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναγράφουσι χωριστὰ οἱ ταμίαι τὰ κατατιθέμενα ὑπὸ τῶν εἰδικῶν ταμιῶν.

§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὡς εἴδετε, καθιέρωσε νῦν τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ δημοσιεύηται μία καὶ μόνη κατάστασις διὰ τὰ εἰσπραττόμενα ὑπό τε τῶν εἰδικῶν ταμιῶν καὶ τῶν ταμείων, δὲν δύναται ἢ νὰ προκύπτῃ αὐτὴ ἡ μικρὰ διαφορά. Ἀλλ’ ἡ παρατηρουμένη ὡς πρὸς ἓν καὶ μόνον ἔσοδον μικρὰ διαφορὰ μεταξὺ τῆς καταστάσεως τοῦ Τελωνειακοῦ Τμήματος καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἶναι ἀνακριβής. Τοὐναντίον μάλιστα οὐδεμίαν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ ὑποπτεύωμεν ἀνακρίβειαν τῶν καταστάσεων, τὰς ὁποίας τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐκδίδει, διότι μέχρι τοῦδε αἱ κατὰ μῆνα δημοσιευόμεναι ὑπ’ αὐτοῦ καταστάσεις ἀπεδείχθησαν διὰ τοῦ βραδύτερον δημοσιευθέντος Ἀπολογισμοῦ πάντοτε ἀκριβεῖς. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνακρίβειαν παρετήρησεν, ὅτι βλέπει ἀναγραφομένην πληρωμὴν συντάξεων μικροῦ ποσοῦ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Ἀλλ’, ὡς γινώσκετε, καὶ τῶν συντάξεων αἱ εἰσπράξεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τακτοποιῶνται ἢ κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, διότι τότε μόνον συγκεντροῦνται εἰς τὸ Ταμεῖον αἱ ἐκ τούτων κρατήσεις. Ἀντὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον, ἐν ἐλλείψει ἄλλων ἐπιχειρημάτων, προσεπάθησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν οἱ προαγορεύσαντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους παριστῶσιν οἱ προσαχθέντες πίνακες, καὶ ὧν ἐμνήσθη ἐντεῦθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι, ἀντὶ νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ δωδεκατημόρια καὶ εἰς τοὺς ἀναλογικοὺς πίνακας, συγκρίνοντες τὰς τοῦ τρέχοντος ἔτους εἰσπράξεις πρὸς ἐκείνας τοῦ 1885 καὶ 1886, ἦτο προτιμότερον νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει ἅπαντα τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐπὶ ἑκάστου αὐτῶν νὰ ἐνδείξωσι τὰς ἀμφιβολίας ἢ τοὺς ἐνδοιασμούς των καὶ νὰ μεταδώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπ’ αὐτῶν σκέψεις των. Ἐγὼ, ἀκριβῶς ἔχων αὐτὴν τὴν γνώμην, κατήρτισα ἕνα πίνακα, τοῦ ὁποίου θὰ σᾶς ἀνακοινώσω τοὺς ἀριθμοὺς, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, διότι νομίζω, ὅτι πρὸ πάντων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν, διὰ νὰ διαλευκάνωμεν τὸ ζήτημα. Εἶπον, ὅτι, ἀντὶ νὰ καταφεύγωμεν εἰς ἀναλογικοὺς πίνακας μετὰ προσθηκῶν καὶ ἀφαιρέσεων καὶ συγκεντρώσεων, ἀντὶ νὰ καταφεύγωμεν εἰς συγκρίσεις ἐπὶ τῷ χρονικῷ διαστήματι, τῷ μέχρι 30 Σεπτεμβρίου τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀντὶ νὰ λαμβάνωμεν ὡς βάσιν καὶ ἀφετηρίαν τῶν συλλογισμῶν μας ἕνα ὑπολογισμὸν, ἐκ προσθηκῶν καὶ ἀφαιρέσεων προκύπτοντα, εἶναι προτιμότερον καὶ λογικώτερον ἔτι νὰ ἐξετάσωμεν ἓν ἕκαστον τῶν ἐσόδων τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ κρίνωμεν, ἂν κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως θέλομεν ἔχει τῷ ὄντι ἰσοζύγιον. Ἔχομεν ἤδη γνωστὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων μέχρι 30 Σεπτεμβρίου, ἔχομεν εἰσέτι διά τινα τούτων γνωστὰ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου· ἀλλ’ ἔχομεν ὡς πρός τινα ἄλλα ἔσοδα κατάστασιν καὶ βεβαίωσιν τῶν ἀρχῶν περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς, ἐξ οὗ δυνάμεθα ἀλανθάστως νὰ ὁρίσωμεν τὸν προσδοκώμενον φόρον· ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, στοιχεῖα ἱκανὰ, διὰ νὰ κρίνωμεν βασίμως πλέον καὶ οὐχὶ δι’ ὑπολογισμῶν περὶ τῶν προσδοκωμένων, τῶν βεβαίων μᾶλλον, ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887. Ὅτε τῷ ὄντι ἐψηφίζομεν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἴσως ἐδικαιοῦντό τινες ν’ ἀμφιβάλλωσι, διότι ἐπρόκειτο ἐπὶ ἐπιχειρημάτων, καὶ ἐπὶ ὑπολογισμῶν νὰ στηριχθῶσιν, ὅπως παραδεχθῶσιν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ 1887 ἤθελεν εἶσθαι οἷος σήμερον παρουσιάζεται· ἀλλὰ σήμερον δὲν ἐπιτρέπονται οἱ ἐνδοιασμοὶ οὗτοι. Δὲν θέλω σᾶς ἀπασχολήσει ἀπαριθμῶν τὰ μικρότερα ποσὰ, καίτοι ὅλα ταῦτα εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, καὶ τὸν ὁποῖον κατήρτισα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντος διὰ τὰ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἀποτελέσματα μετὰ τῶν προσθηκῶν διὰ τὰς μεταγενεστέρας βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις. Ἄρχομαι λοιπὸν ἀπὸ τοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων 1887. Ἔχομεν τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· διὰ τὸν φόρον τοῦτον προϋπελογίσθησαν 2,760,000, ἐβεβαιώθησαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 2,489,034 καὶ εἰσεπράχθησαν 750,745· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦτον οὐδεὶς νῦν ἐπιτρέπεται ἐνδοιασμὸς, διότι ἤδη καὶ αἱ δηλώσεις καὶ αἱ ἀπαριθμήσεις εἰσὶ περατωμέναι, εἰς δὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι γνωστὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἑπομένως, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει καὶ τῶν κατὰ Ὀκτώβριον βεβαιώσεων, γινώσκομεν ἀκριβῶς, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τούτου θέλομεν ἔχει μέχρι τέλους τῆς χρήσεως βεβαιωμένον 2,478,757. Προλαμβάνω δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἔχω ἰδίαν στήλην καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἰδίαν δὲ διὰ τὰ βεβαιωθησόμενα καὶ εἰσπραχθησόμενα μέχρι τέλους τῆς χρήσεως. Φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται 400,000, ἀλλ’ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε βεβαιώσεων ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦτο θέλει ἀνέλθει εἰς 700,000 διότι ἔχομεν ἤδη βεβαιώσεις 650,000, ὑπολείπονται δὲ καί τινες ἐκκρεμεῖς. Φόρος ἐπὶ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται ποσὸν 36,000. Εἶναι δὲ βεβαιωμένον μέχρι τοῦδε ποσὸν 52,458. Ἐπικαρπία σπειρομένων ἐθνικῶν γαιῶν· προϋπελογίσθη ποσὸν δραχ. 7,000, ἐβεβαιώθη 7,798 μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, ἀλλὰ μετὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου ἐβεβαιώθη καὶ ἕτερον ποσὸν, ὥστε δυνάμεθα ἀλανθάστως νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν ἐκ τούτου πρόσοδον ἐκ δραχ. 43,620. Ἔγγειοι φόροι, εἰσπραττόμενοι εἰς τὰ τελωνεῖα· προϋπελογίσθησαν εἰς 5,431,800, ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 2,409,104. Οἱ ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον αὐτὸ ὑπολογισμοὶ καὶ ἐκτιμήσεις μας δύνανται νῦν νὰ κριθῶσιν ἀσφαλέστατοι, διότι τὸ κυριώτερον ἀντικείμενον τοῦ κεφαλαίου τούτου εἶναι ἡ σταφίς· ἐνῷ δὲ γινώσκομεν σχεδὸν ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς, γινώσκομεν συνάμα, ὅτι θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα, διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ σταφὶς κατὰ ποιὸν μὲν ἦν ἐφέτος ἀνωτέρα, κατὰ ποσὸν ὅμως κατωτέρα, εἰς δὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ποσὸν προσδιορίζει τὴν πρόσοδον. Ἑπομένως θέλομεν ἔχει, ἀντὶ τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, μόνον 5,131,000. Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς δὲν κρίνω περιττὸν ν’ ἀναφέρω, ὅτι κρατῶ ἀνὰ χεῖρας κατάστασιν, συνταχθεῖσαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τῶν Ἀρχῶν περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ ἔτους τούτου, ἀκριβῶς δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταστάσεως ταύτης ὡρίσθη τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψα ἀνωτέρω ὡς βεβαιώσιμον καὶ εἰσπράξιμον μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως. Ἄν τις ἔχῃ ἐνδοιασμὸν, δύναμαι καὶ τὴν κατάστασιν ταύτην νὰ καταθέσω. Ἔγγειος φόρος καὶ δικαίωμα ἐπικαρπίας βοσκῶν ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 180,000, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας τῶν Ἀρχῶν βεβαιωθήσεται ποσὸν 190,000. Φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἀνεγράφη 3,600,000, ἐβεβαιώθη δὲ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ποσὸν 2,900,197, ὑπάρχουσι δὲ βεβαιώσεις τινὲς ἐκκρεμεῖς, ὥστε βεβαίως βεβαιωθήσονται 3,100,000. — Φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀνεγράφη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν 3,240,000, αἱ γενόμεναι δὲ βεβαιώσεις μετὰ τῶν ἔτι ἐκκρεμῶν ἀναβιβάσουσι τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰς 3,300,000. Ὡς γινώσκετε, οἱ κατάλογοι τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων συντάσσονται κατὰ τριετίαν καὶ εἶναι γνωστὰ ἐκ τῶν προτέρων τὰ ἀποτελέσματα. Φόρος οἰκοδομῶν ἀνεγράφη ποσὸν 2,520,000· κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ μὲ τὰς βεβαιώσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ γίνωσι διὰ τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων, αἱ ὁποῖαι ἤδη εἶναι γνωσταὶ, ἀνελεύσεται τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰς 2,440,000. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς ὅσα ἐντεῦθεν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, ὅστις παρεπονήθη, ὅτι ἠδικήθη ἡ χρῆσις τοῦ 1885 ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τούτου, διότι ἐξ ἀμελείας ἄλλης Κυβερνήσεως δὲν ἐβεβαιώθη ἐγκαίρως ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Ὡς γινώσκετε, κατὰ τὴν μέχρι τοῦ τρέχοντος ἔτους κρατοῦσαν νομοθεσίαν, ὁ κατάλογος τῶν οἰκοδομῶν συντάσσεται κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Ὁ προκάτοχος τοῦ παραπονηθέντος Ὑπουργὸς διῴκησε μέχρι τοῦ μηνὸς Μαρτίου 1885. Εἶχε διατάξει, ὡς ἐξάγεται καὶ ἐκ τῶν ἐγκυκλίων, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν πρὸς τὰς διαφόρους Ἀρχὰς, νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ κατάρτισις τῶν καταλόγων τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τοῦ λήξαντος ἔτους 1884, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο κατέλιπε τὴν Ἀρχὴν, ἦλθε δὲ τὸ προκάτοχον τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργεῖον κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο ἡ ὑποχρέωσις τοῦ καταρτισμοῦ τῶν καταλόγων τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν διὰ τὴν πενταετίαν, τὴν ἀρχομένην ἀπὸ τοῦ 1884–1888. Διῴκησε τὰ κοινὰ ἐπὶ 12 μῆνας, κατὰ δὲ τὸ διάστημα αὐτὸ ὁ κατάλογος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων δὲν εἶχε καταρτισθῆ, μόλις δὲ ἀνηγγέλθη ὡς συνταχθεὶς κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, ὅτε ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον· ἀνηγγέλθη ὅμως συνάμα, ὅτι ὁ κατάλογος αὐτὸς συνετάχθη πλημμελέστατα, διότι δὲν κατεβλήθη ἡ ἐλαχίστη προσοχὴ εἰς τὴν πραγματικὴν ἀναγραφὴν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἀνεγράφησαν ποσὰ ἐνοικίων ἰδανικά· προεβλέποντο δὲ οὐ μόνον θορυβώδεις ἐνστάσεις, ἀλλὰ καὶ δυσχέρειαι περὶ τὴν ἐκδίκασιν αὐτῶν καὶ περὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ βεβαιωθησομένου φόρου. Πάντες δὲ γινώσκετε, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν καθυστερήσεων προέρχεται ἐκ τῆς ἐλαττωματικῆς βεβαιώσεως. Ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ βεβαιώσει τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὴν ἀκύρωσιν τοῦ καταλόγου ἐκείνου καὶ τὴν σύνταξιν νέου. Πρὸς διευκόλυνσιν δὲ τῆς ταχείας συντάξεως αὐτοῦ προεκάλεσε καὶ Νόμον, ἐπιτρέποντα ἄλλην μέθοδον πρὸς καταρτισμὸν τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τῶν οἰκοδομῶν. Κατωρθώθη δὲ καὶ νὰ συνταχθῇ καὶ νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἀνάκρισιν ὁ κατάλογος, μετ’ ὀλίγας δὲ ἡμέρας ἔσεται περατωμένη καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐνστάσεων. Ἐκ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, πείθεσθε, ὅτι δὲν ἠδικήθη ἡ χρῆσις τοῦ 1885, ἀλλ’ ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἑνὸς ἔτους δὲν κατώρθωσε νὰ καταρτίσῃ τὸν κατάλογον τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἀφῆκε δὲ εἰς τὸν διάδοχον τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἑπομένως τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, ἐξελέγχεται ὡς μὴ βάσιμον. Φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν· ἀνεγράφησαν 300,000, ἐβεβαιώθη καὶ εἰσεπράχθη ποσὸν 46,975· ὡς γινώσκετε ὅμως, ὁ φόρος τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν κυρίως βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, διότι αἱ πλεῖσται τῶν Ἑταιριῶν δὲν δημοσιεύουσι τακτικὸν Ἰσολογισμὸν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας. Δὲν εἶναι δὲ πιθανὸν νὰ βεβαιωθῇ φόρος κατώτερος τοῦ παρελθόντος ἔτους 1886, καθ’ ὃ ὁ φόρος οὗτος ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 293,004. Κατ’ ἀκολουθίαν σημειῶ ὡς βεβαιώσιμον καὶ εἰσπράξιμον μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν, ὅταν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο αἱ Ἀνώνυμοι Ἑταιρίαι δὲν εἶναι εἰς χείρονα θέσιν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου· ἀνεγράφη ποσὸν 3,168,000, ἀλλὰ βεβαίως οὔτε εἰς τὴν βεβαίωσιν οὔτε εἰς τὴν εἴσπραξιν, τὴν μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, ἀνεγράφη ποσόν τι, τοῦτο δὲ εἶναι φυσικώτατον, διότι ὅλοι γινώσκετε, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται μετὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου· ἐπειδὴ δ’ εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν γενομένων δηλώσεων καὶ καταμετρήσεων, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου ἀνέρχεται εἰς ὀκάδας 132,000,000 ἐπὶ φόρῳ λεπτῶν 2 κατ’ ὀκᾶν, μετὰ τῆς προσθήκης τῶν 20%, οὐδεμία ἀμφιβολία μένει, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ θέλει βεβαιωθῆ. Τελωνειακὰ τέλη. Ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν ἐκ δρ. 27,555,683, εἰσεπράχθησαν 18,008,682 μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου. Διὰ τὰ τελωνειακὰ τέλη εἶναι εὐχερέστατος ὁ ὑπολογισμὸς, διότι ἐκτὸς τῶν τοῦ Σεπτεμβρίου ὑπάρχει γνωστὸν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, δὲν ὑπολείπεται ἑπομένως νὰ ὑπολογίσωμεν εἰμὴ διὰ δύο μῆνας. Ὅταν δὲ γινώσκωμεν ἀκριβῶς, τί εἰσεπράχθη κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τῶν παρελθόντων ἐτῶν 1886, 1885, 1884 καὶ 1883, καὶ ληφθῇ ὁ μέσος ὅρος τῶν τότε εἰσπραχθέντων, προστεθῶσι δὲ καὶ αἱ κατόπιν γενόμεναι αὐξήσεις τῶν 12 τοῖς ἑκατὸν, αἱ γενόμεναι τῇ εἰσηγήσει τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, καὶ τῶν 19 τῇ εἰσηγήσει τοῦ παρόντος, καὶ τῶν 15 τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῆς εἰς χρυσὸν πληρωμῆς, εὔκολον εἶναι νὰ εὕρωμεν τὸ εἰσπραχθησόμενον κατὰ τοὺς ὑπολειπομένους δύο μῆνας. Κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον εἰσεπράχθησαν 2,870,000, βεβαίως δὲ θὰ εἰσπραχθῇ ἴσον περίπου ποσὸν κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ ὀλίγον τι κατώτερον κατὰ τὸν Δεκέμβριον, ἡ διαφορὰ δὲ ἔσεται μεταξὺ 10 ἕως 20 χιλιάδων· ἑπομένως ἀπὸ τὰ τελωνειακὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὴν δευτέραν στήλην τῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων ἐντὸς τοῦ ἔτους, θέλομεν ἔχει 26,244,752. Ἀντίτιμον καταναλωθέντος χαρτοσήμου. Ἀναγράφεται ποσὸν 7,775,000. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἀποτελεσμάτων καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν δύο τελευταίων μηνῶν,— διότι καὶ ὡς πρὸς τὸ χαρτόσημον εἶναι γνωσταὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, πρόκειται δὲ περὶ τῶν δύο μηνῶν,— εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθησόμενον κατὰ τὴν ἀνάλυσιν, τὴν ὁποίαν ἐντεῦθεν ἐξήγησεν ὑμῖν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θέλομεν ἔχει 8,000,000, δηλ. πλεόνασμα 225,000. Πρόστιμα, κληρονομικὰ τέλη καὶ ἐπισήμανσις καταστίχων, διάφορα δικαιώματα, ὑγειονομικὰ καὶ λοιμοκαθαρτικὰ δικαιώματα. Ἀνεγράφη ποσὸν 717,500, ἀλλὰ κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα βεβαιωθήσονται μόνον 657,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 60,000. Τέλη παιγνιοχάρτων· ἀνεγράφησαν 500,000, ἀλλὰ κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα δὲν θέλουσιν ὑπερβῆ τὰς 350,000. Ὅ,τι ὡδήγησεν εἰς ἐσφαλμένον ὑπολογισμὸν τῆς προσόδου ταύτης εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους αἱ εἰσπράξεις εἶχον ἀνέλθει εἰς 200,000 δραχμῶν, ὡς ἐκ τούτου δὲ ὑπελήφθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῇ ἀνώτερον τὸ ποσόν· ἀλλ’ ὡς φαίνεται, κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ἑκάστου ἔτους γίγνεται μεγαλειτέρα ἡ κατανάλωσις. Δικαίωμα καταναλώσεως πνευματωδῶν ποτῶν· ἀνεγράφη ποσὸν 900,000. Ὅτε ἀνεγράφη τὸ ποσὸν τοῦτο, ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ εἰσαχθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον Νόμος ἤθελε τεθῆ εἰς ἐνέργειαν ταχέως· ἀλλὰ δὲν ὑπελογίσθησαν αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ἤθελον παρουσιασθῆ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου, δυσχέρειαι ἀναγόμεναι ἰδίως εἰς τὴν προμήθειαν τῶν μηχανικῶν καταμετρητῶν, οἵτινές εἰσιν ἀπαραίτητοι πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου αὐτοῦ. Πρὸ παντὸς ἦτο ἀνάγκη τῶν μηχανικῶν καταμετρητῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἐγγύησις περὶ τῆς ἀκριβοῦς βεβαιώσεως τοῦ δικαιώματος τούτου. Τὰ μηχανήματα ταῦτα παρηγγέλθησαν εἰς τὴν Εὐρώπην ἐγκαίρως, δὲν ἦλθον ὅμως εἰσέτι, διότι δὲν ἦτο εὔκολος ἡ κατασκευὴ αὐτῶν· κατὰ συνέπειαν θὰ λειτουργῇ ὡς πρὸς τὰ πνευματώδη ποτὰ τὸ ἴδιον σύστημα καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, θὰ ἔχωμεν δὲ ὡς ἐκ τούτου ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 500,000. Ὡς πρὸς τὰ προξενικὰ τέλη οὐδεμία ἐγείρεται ἀμφιβολία περὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ ἐκ δραχ. 600,000, ὡς ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἀποτελεσμάτων, ὅταν μάλιστα ᾖναι γνωστόν, ὅτι κατὰ τὸ 1886 ἐβεβαιώθησαν προξενικὰ τέλη ἐκ δραχ. 604,901. Ὡς πρὸς τὸν καπνὸν ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 3,254,252. Ἐννοεῖται, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ εἶναι διφυὴς, εἶναι φόρος στηριζόμενος εἰς τὸν κατ’ εἰσήγησιν τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ψηφισθέντα Νόμον, καὶ φόρος στηριζόμενος εἰς τὸν νέον Νόμον. Καὶ τὰ μὲν βεβαιωθέντα μέχρι τῆς 30 7βρίου εἶναι γνωστὰ ἤδη, καθόσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν εἰσπραξίμων τῶν δύο μηνῶν, ἐπίσης δυνάμεθα ἀσφαλέστατα νὰ ὑπολογίσωμεν, διότι γινώσκομεν ἤδη, ὁπόση εἶναι ἡ κατανάλωσις. Ἡ κατανάλωσις κατὰ τὸ τελευταῖον δεκαήμερον τοῦ Ὀκτωβρίου ἀνῆλθεν εἰς ὀκ. 27,000. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὡς πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν, καθ’ ὅσον ὁ καιρὸς προβαίνει, κατὰ τοσοῦτον ἡ κατανάλωσις προβιβάζεται, διότι καταναλίσκονται αἱ γενόμεναι προμήθειαι, καὶ συνειθίζουσιν οἱ καταναλωταὶ εἰς τὸν φόρον, καίτοι ἰσχυρίσθη ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος βουλευτὴς, ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς εἰσαγωγῆς φόρου τινὸς οὗτος πληρόνεται εὐχερέστερον, κατὰ τὰ μεταγενέστερα ὅμως ὑφίσταται ἐλαττώσεις.......

§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ ἑρμηνεύετε ἰδέας ξένας, ὅταν δὲν τὰς ἐννοῆτε. Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι· ἂν ἐπροσέχετε, δὲν θὰ ἐλέγετε, ὅτι εἶπον αὐτό.

§34ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως σεῖς ἔχετε τὸ θάῤῥος, ὅ,τι εἴπετε χθὲς, νὰ τὸ ἀρνῆσθε σήμερον· ἀλλ’ ἐδῶ εἶναι ἑξήκοντα Συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐνθυμοῦνται.— Εἶναι εὔκολος λοιπὸν ὁ ὑπολογισμὸς τῶν εἰσπράξεων, αἱ ὁποῖαι θέλουσι γίνει κατὰ τοὺς δύο μῆνας, διότι γινώσκομεν ὅτι ἔχομεν κατὰ μῆνα 80 χιλιάδων ὀκάδων περίπου κατανάλωσιν. Ὑπάρχει ὅμως καί τις ἑτέρα ἐπὶ τοῦ καπνοῦ πρόσοδος, ἡ ὁποία δὲν εἰσεπράχθη μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, διότι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ πρώτου Νόμου ἐδίδοντο προθεσμίαι καὶ δὲν εἰσεπράττετο ὁ φόρος ἀμέσως, ἑπομένως εἶναι δυνατὸν κατά τι περισσότερον τοῦ ποσοῦ τοῦ σημειωθέντος ὡς εἰσπραξίμου νὰ βεβαιωθῇ. Φόρος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἀνεγράφη ποσὸν 1,577,265. Ἐπίσης ὡς πρὸς τὸ σιγαρόχαρτον εἶναι εὔκολος ὁ ὑπολογισμὸς διὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας, διότι παρακολουθεῖ, ὡς γινώσκετε, τὴν κατανάλωσιν τοῦ καπνοῦ· ὅταν γινώσκωμεν, ὅτι εἰς μίαν ὀκᾶν καπνοῦ ἀνήκουσι 12 φυλλάδια, ἕκαστον δὲ τῶν φυλλαδίων πωλεῖται πρὸς εἴκοσι λεπτὰ, ἀκριβέστατα δι’ ἑνὸς ὑπολογισμοῦ ἁπλοῦ ἀριθμητικοῦ γινώσκομεν, πόσον θέλομεν εἰσπράξει κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας· ἑπομένως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφω ὡς εἰσπράξιμον μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, εἶναι κατώτερον τοῦ ὑπολογισθέντος, διότι ὅ,τι συνέβη εἰς τὸν καπνὸν, συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἤτοι, ἀντὶ νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τῇ 1 Ἰουλίου, ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν τῇ 10 Αὐγούστου, δηλαδὴ ἀκριβῶς μετὰ δύο μῆνας καὶ δέκα ἡμέρας, ὡς ἐκ τούτου δὲ εἰς τὰς δύο ταύτας προσόδους θέλει παρουσιασθῆ ἔλλειμμα, κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὸ προϋπολογισθὲν, ἤτοι ἐκ μὲν τοῦ καπνοῦ εἰσπραχθήσονται 2,200,000, ἐκ δὲ τοῦ σιγαροχάρτου 1,341,812. Περὶ τῆς ἐκ τῶν εἰσιτηρίων θεάτρων, σιδηροδρόμων καὶ ἀτμοπλοίων προσόδου δὲν σᾶς ἀπασχολῶ, διότι σχεδὸν εἰσεπράχθη μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν, ὀλίγα δὲ ὑπολείπονται τὰ εἰσπραχθησόμενα κατὰ τοὺς ὑπολειπομένους δύο μῆνας. Πυρεῖα καὶ πετρέλαιον· εἶναι ἐπίσης εὔκολος ὁ ὑπολογισμὸς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων καταστάσεων, διότι γινώσκομεν πόσα πυρεῖα κατηναλώθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ πόσον πετρέλαιον κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους, εἶναι δὲ τὸ πρᾶγμα εὔκολον, διότι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ ἔτους συνήθως πυρείων καὶ πετρελαίου γίνεται μείζων κατανάλωσις, ἴσως διότι κατὰ τοὺς μῆνας αὐτοὺς εἶναι ἡ νὺξ μακροτέρα καὶ καταναλίσκεται περισσότερον πετρέλαιον, ὅπως καὶ πυρεῖα. Ἐν τούτοις ἐκ τῶν δύο τούτων εἰδῶν, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, θέλει προκύψει ἓν μικρὸν ἔλλειμμα 170,000, δραχμῶν. Εἰς τὸ τηλεγραφεῖον καὶ τὸ ταχυδρομεῖον, ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων εἶναι γνωστὸν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἓν μικρὸν περίσσευμα ἐκ 300,000 δραχμῶν, ἤτοι 100,000 ἀπὸ τὰ ταχυδρομικὰ τέλη καὶ 200,000 ἀπὸ τὰ τηλεγραφήματα. Εἰς τὰς ἁλυκὰς ἔχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 2,100,000· εἰσεπράχθη μέχρι τέλους 7βρίου 1887 ποσὸν 978,811, καὶ τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς προαγορεύσαντας ρήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τοὺς ὑπολοίπους τρεῖς μῆνας νὰ καταναλωθῇ ἅλας τοσοῦτον, ὥστε τὸ ἀναγραφὲν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν νὰ εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον. Ἀλλὰ παρατηρῶ ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ ἅλας διαχειρίζεται ὑπὸ ἑταιρίας τραπεζικῆς καὶ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα δὲν εἶναι ὁλοσχερῶς ἐξηκριβωμένα, καθόσον δὲν ἐγένετο εἰσέτι ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἁλαταποθήκαις ὑπολοίπου, γενήσεται δ’ αὕτη κατ’ αὐτὰς, ὡς ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης παραδόσεως εἰς τὴν νέαν ἑταιρίαν· πλὴν δὲ τούτου γενήσεται καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῆς φύρας τῶν ἐκ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν παραληφθεισῶν ποσοτήτων. Ἀλλὰ τὸ ἅλας, τὸ ὁποῖον θέλει καταναλωθῆ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, δὲν θὰ ἦναι κατώτερον τοῦ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη καταναλωθέντος, ὑπολογίζεται δὲ βασίμως, ὅτι τὸ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος καταναλωθησόμενον ἅλας θέλει ἀνέλθει εἰς ὀκάδ. 13,670,000. Θὰ ὑπάρξῃ ἄρα ἔλλειμμα ἐκ 50,000 δραχ. ὡς πρὸς τὸ προϋπολογισθέν. Ἰχυοτροφεῖα. Τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἐβεβαιώθη ἤδη πρὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου ε. ε. Δάση καὶ φόρος βαλανοκάρπου. Προϋπελογίσθη πρόσοδος ἐκ δραχμῶν 1,165,260, εἰσεπράχθη δὲ μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ποσὸν δραχ. 553,200. Ἀλλ’ ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ ὑλοτομία γίνεται ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου καὶ ἐφεξῆς, ὡσαύτως δὲ μετὰ τὸν Σεπτέμβριον ἐξάγεται ὁ βαλανιδόκαρπος, καὶ ὅταν συνάμα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατὰ τοὺς τρεῖς τούτους μῆνας τῶν παρελθόντων ἐτῶν εἰσεπράχθη ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ὑπολειπομένου πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντος, οὐδεὶς ὑφίσταται ἐνδοιασμὸς περὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως. Παρατρέχω ἔσοδά τινα μικροῦ ποσοῦ καὶ λόγου ἀνάξια, ἵνα μὴ σᾶς ἐπασχολήσω περισσότερον, καὶ μεταβαίνω εἰς τὸ κεφάλαιον Εʹ, τὸ ἀναφερόμενον «Ἐκποίησις ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φθαρτῶν κτημάτων». Ὡς γινώσκετε, ὅσοι ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ μελετήσητε τοὺς Νόμους αὐτοὺς, ἐπικρατεῖ τις ἀνωμαλία εἰσέτι περὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν χρεῶν καὶ ἐντεῦθεν ὡς πρὸς τὰς βεβαιώσεις ὄχι μόνον τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ ὑπέπεσαν εἰς σφάλμα, ὑπολογίσαντες περισσότερα τοῦ βεβαιωσίμου ποσοῦ. Δι’ αὐτὸ παραδέχομαι, συμφωνῶν κατὰ τοῦτο μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλομεν ἔχει ἐκ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ μίαν ἐλάττωσιν ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν 500 χιλ. δραχμῶν. Εἰς τὸ ἀντίτιμον ἐκ τοῦ ἐκποιουμένου ὑλικοῦ στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 360,000· μέχρι δὲ τῆς 30 Σεπτεμβρίου ἐβεβαιώθη 1,253,656, εἰσεπράχθη 1,037,351 καὶ ὑπολείπεται εἰσπράξιμον 216,305. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του ὁ ἐξ Ἀρκαδίας κ. βουλευτὴς εἶχεν ἀναβιβάσει τὴν ἐκ τούτου πρόσοδον εἰς 4,000,000. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου θέλει προκύψει πλεόνασμα τῷ ὄντι 2,000,000, δηλ. θέλομεν ἔχει μέχρι τέλους τοῦ ἔτους ποσὸν 2,360,000. Ἡ γενομένη δὲ παρατήρησις, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν περαιτέρω ἀπὸ τὴν 30 Σεπτεμβρίου εἴσπραξιν, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι δὲν γίνεται ἡ τακτοποίησις τοῦ ἀντιτίμου τῶν πωλουμένων κτηνῶν καὶ ἄλλων ὑλικῶν ἀμέσως· γίνεται μὲν ἡ πώλησις, ἀλλὰ κατὰ τὴν πρὸς τὸν ἀγοραστὴν παράδοσιν τὸ χρῆμα κατατίθεται εἰς τὸ στρατιωτικὸν ταμεῖον καὶ μέχρις οὗ ἀποσταλῇ ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον μεσολαβεῖ χρονικὸν διάστημα ἀρκετὰ σπουδαῖον· εἶναι μάλιστα γνωστὸν, ὅπως ἐπληροφορήθην ἐπισήμως, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸ στρατιωτικὸν ταμεῖον παρέδωκεν εἰς τὸ Κεντρικὸν 230,000 δραχμάς. Καὶ ὡς ἐκ τῶν γενομένων ἤδη πωλήσεων καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο θέλει προκύψει τὸ σημειωθὲν πλεόνασμα 2 ἑκατομμυρίων. Ὡς πρὸς τὰς πολιτικὰς συντάξεις· ἐπειδὴ καὶ πρότερον ἐγένετο λόγος, δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς πρόσοδος ἐκ τῶν συντάξεων ἐκ δραχ. 1,050,000, θὰ βεβαιωθῇ βεβαίως καὶ θὰ εἰσπραχθῇ, διότι εἶναι ὑπελογισμένον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι θέλει πληρωθῆ ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων, τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσὸν ἐκ τῶν λόγῳ συντάξεως κρατήσεων ἔσται ὅσον προϋπελογίσθη. Ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, παρατηρῶ, ὅτι, καίτοι ὡς ἐκ τῆς δραστηριωτέρας εἰσπράξεως ὑπολογίζεται εἰσπράξιμον ποσὸν ἀνώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος, οὐχ ἧττον ἀνέγραψα τὴν ἐκ τούτου πρόσοδον ὅση προϋπελογίσθη. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, βεβαιωθησόμενα καὶ εἰσπραχθησόμενα μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τρ. ἔτους 1887 εἰσὶ 47,417,056, βεβαιωθησόμενα δὲ μέχρι τῆς 30 Ὀκτωβρίου τοῦ 1888 44,731,013. Ἀλλὰ τὰ τῆς βʹ. κατηγορίας δὲν ὑπόκεινται ἅπαντα εἰς καθυστερήσεις, καθόσον βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται συνάμα. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον θέλομεν ἔχει τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Προϋπελογίσθησαν ἔσοδα 94,656,907. Ὑπολογιζόμεναι προσαυξήσεις, τὰς ὁποίας κρίνω ἀναγκαῖον ρητῶς ὧδε νὰ μνημονεύσω, (ὑπάρχει μικρά τις διαφορὰ πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν σημειωθείσας προσαυξήσεις) εἰσὶν αἱ ἑξῆς: Προσαυξήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Προσαυξήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887
Φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου 300,000
Φόροι κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων 16,000
Ἐπικαρπία ἐθνικῶν γαιῶν 36,620
Φόρος βοσκῶν 10,000
Φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων 60,000
Ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου 225,000
Ταχυδρομεῖον 100,000
Τηλεγραφεῖον 200,000
Ἐκ τοῦ κεφαλαίου «Μεταλλεῖα καὶ ὀρυκτὰ» 9,178
Ἀντίτιμον ἐκποιουμένου ὑλικοῦ στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας 2000000
Προκαταβολαὶ κληρωτῶν 200,000
Τὸ ὅλον 3,156,798

Μὲ τὰς προσαυξήσεις ταύτας ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναβαίνει εἰς 97,813,705. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ ἐλαττώσεις, αἱ ἑπόμεναι· Ἐλαττώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Φόροι ἀροτριώντων κτηνῶν 282,000
Ἔγγειοι φόροι εἰσπραττόμενοι εἰς τὰ τελωνεῖα 300,000
Φόρος ἐπὶ τῶν ζώων 500,000
Φόροι οἰκοδομῶν 80,000
Ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν τελῶν 1,310,931
Πρόστιμα, κληρον. τέλη, ἐπισήμανσις κατα-
στίχων, διάφορα δικαιώματα καὶ ὑγειονο-
μικὰ καὶ λοιμοκαθαρτικὰ δικαιώματα 60,000
Τέλη παιγνιοχάρτων 150,000
Δικαίωμα καταναλώσεως πνευματ. ποτῶν 500,000
» » καπνοῦ 1,054,252
» » σιγαροχάρτου 235,453
Ἀντίτιμον πυρείων 70,000
» πετρελαίου 100,000
Δικαίωμα θηραϊκῆς γῆς, μυλοπετρῶν κλπ. 7,000
Ἁλυκαὶ 50,000
Ἐκ τοῦ κεφαλαίου «ἐκποιήσεις ἐθν. κτημάτων» 500,000
Ὑπερτίμησις τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομέ-
νων εἰς μεταλλικὸν τελῶν εἰσαγωγῆς καὶ ἐξα-
γωγῆς 356,000
Ἀπόληψις ἐκλογικῶν ἐξόδων 10,000
Ἀπόληψις ἐξόδων κοινοποιήσεων καὶ ἐγγραφῶν
ὑποθηκῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου περὶ γαιῶν
καὶ φυτειῶν 100,000
Τὸ ὅλον τῶν ἐλαττώσεων 5,665,636

Ὥστε, ὅταν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐκ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἐσημείωσα ὡς προϋπολογισθὲν μετὰ τῶν προσαυξήσεων, θέλομεν ἔχει πάλιν 92,148,069. Ἐκ τούτων ἔσοδα ἐντὸς τοῦ ἔτους βεβαιούμενα καὶ εἰσπραττόμενα 47,417,056, ἔσοδα δὲ ἐντὸς τῆς χρήσεως βεβαιούμενα καὶ εἰσπραττόμενα 44,731,013, τὸ ὅλον 92,148,069. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς καθυστερήσεις, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν τὰ εἰς τὴν βʹ. κατηγορίαν ἀναγόμενα ἔσοδα ἦναι ὅλα δεκτικὰ καθυστερήσεων. Ὅπως θέλετε παρατηρήσει ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον θέλω σᾶς ἀναγνώσει, μεταξὺ αὐτῶν περιλαμβάνονταί τινα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφίνουσι καθυστερήσεις. Ἐπὶ παραδείγματι.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
αʹ.) Ἔγγειοι φόροι εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπρατ-
τομενοι 5,131,000
βʹ.) Φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἀνωνύμων
ἑταιριῶν 300,000
γʹ.) Δικαίωμα καταναλώσεως πνευματωδῶν
ποτῶν 400,000
δʹ.) Προξενικὰ τέλη 600,000
εʹ.) Μεταλλεῖα καὶ ὀρυκτὰ 700,000
ϛʹ.) Δικαίωμα θηραϊκῆς γῆς, μυλοπετρῶν κλπ. 100,000
ζʹ.) Ὕδατα θερμὰ 31,900
ηʹ.) Ἰχθυοτροφεῖα 506,000
θʹ.) Δάση καὶ φόρος βαλανόκάρπου 1,170,000
ιʹ.) Ἀντίτιμον ἐκποιουμένου ὑλικοῦ στρατιω-
τικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας 2,360,000
ιαʹ.)Ὑπερτίμησις τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰς
μεταλλικὸν εἰσπραττομένων τελῶν εἰσα-
γωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς 3,664,000
ιβʹ.)Ἐπιστροφαὶ χρημάτων 500,000
ιγʹ.)Εἰσπράξεις λόγῳ πολιτικῶν συντάξεων 1,050,000
ιδʹ.)Χρηματικὸν τίμημα ἀπαλλαγῆς ἢ ἐξαι-
ρέσεως στρατευσίμων 600,000
ιεʹ.)Ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων 2,800,000
Ἤτοι τὸ ὅλον 19,912,900

Ἑπομένως ἐκ τῶν ἀνωτέρω σημειωθεισῶν 44,731,013 πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι 19,912,900· ὅταν δὲ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἐντὸς τῆς χρήσεως ἀνελλιπῶς εἰσπραττόμενα ἔσοδα, θέλομεν ἔχει ὑπόλοιπον 24,818,113. Ἐπ’ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, διὰ νὰ ὦμεν ἀκριβεῖς ὡς πρὸς τοὺς ἐλαχίστους ὅρους τῶν εἰσπράξεων, τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν καθυστερήσεων, δηλ. 30%. Ἐὰν λοιπὸν ὑπολογίσωμεν εἰς 30% τὰς καθυστερήσεις, διὰ νὰ εὕρωμεν ἀκριβῶς τὰς εἰσπράξεις μας, διότι ἐπ’ αὐτῶν θὰ στηριχθῶμεν πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος ἢ τοῦ ἰσοζυγίου, ὀφείλομεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν δραχ. 7,445,434, θέλομεν δ’ ἔχει εἰσπράξιμα ἔσοδα 84,702,635.

§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.

§36ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἀκριβῶς, εἶναι ὀλιγώτερα κατά τι. Ἄλλως τοῦτο εἶναι ζήτημα ὑπολογισμοῦ. Εἶνε κονδύλιά τινα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν κατέγινεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ τὰ προσδιορίσῃ μετὰ πολλῆς ἀκριβείας. Ἐγὼ ὅμως, ἐπειδὴ εἶχον περισσότερον καιρὸν, τὰ ἐξήτασα λεπτομερέστερον. Καὶ κατ’ ἐμὲ, ὑπάρχει τὸ ἰσοζύγιον βεβαιωμένον. Διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ὁμιλίαν μου, πρέπει νὰ ἔλθω εἰς τὰ ἔξοδα. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, νομίζω, ὅτι αἱ ἐντεῦθεν γενόμεναι ἀμφισβητήσεις, οἱ ἐξηγηθέντες ἐντεῦθεν ἐνδοιασμοὶ περὶ τῆς ἀκριβείας αὐτῶν καὶ περὶ τῆς ἀφετηρίας, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐκ τῆς ἐνδείξεως τῶν μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1887 γενομένων πληρωμῶν, δὲν εἶχον πρακτικήν τινα ὑπόστασιν. Διότι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ρητῶς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πλὴν τῶν πιστώσεων τῶν ἀναπληρωτικῶν, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις προεκάλεσε, καὶ δι’ ἃς ὑποβληθήσονται εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς τὰ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς ἐκδοθέντα Β. Διατάγματα, πλὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας προτίθεται εἰσέτι νὰ προκαλέσῃ, σημειώνει ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μάλιστα ρητὴν ἐποιήσατο μνείαν, ὅτι πρόκειται νὰ προσαγάγῃ νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς μετάθεσιν πιστώσεων καὶ εἰς αὔξήσεις τινῶν ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰ προσαχθησόμενα ἐπὶ τούτῳ νομοσχέδια πρόκειται νὰ ἔχωμεν ποσὸν ἀδιαθέτων πιστώσεων ἐκ δραχ. 2,250,000. Δὲν δικαιούμεθα ν’ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τούτου, διότι τὴν κατάστασιν ταύτην τὴν ἐξήγαγεν ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων, δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐνδοιάζωμεν ἐπὶ τῆς διαβεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρέχει ἐπὶ τούτῳ εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, πόσαι ἐγένοντο πληρωμαὶ ἀπέναντι τῶν ἐξόδων μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, διὰ νὰ ἀνεύρωμεν, ὁπόσαι θέλουσι γίνει μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως, ἀφοῦ ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν τὴν εἰρημένην διαβεβαίωσιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἀνεγράφη λοιπὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ποσὸν δραχ. 94,269,000. Προεκλήθησαν πιστώσεις, διὰ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ νομοσχέδια, ἐκ ποσοῦ δρ. 626,000. Οὕτως ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς ποσὸν 94,895,000. Ἐξ αὐτοῦ ἐκπτωτέα εἶναι τὰ ἑξῆς: Ἀδιάθετος πίστωσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 2,250,000. Ἐκ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἀποτελεσμάτων ἐβεβαιώθη, ὅτι ὑπολείπεται πάντοτε ἀδιάθετον ποσὸν πιστώσεων ἀνάλογον πρὸς 8% ἢ 7%, ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελόγισε τὸ ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων εἰς τὸν ἐλάχιστον ὅρον, ἤτοι μεταξὺ 5–6%· κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν δὲ αὐτὸν τὸ ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων ἀνέρχεται εἰς 1,830,000. Ἐπίσης ἐβεβαιώθη ποσὸν ἀδιαθέτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου «τοῦ δημοσίου χρέους» ἐκ δραχ. 6,664,000, καὶ οὕτως ἔχομεν ποσὸν ἀδιαθέτων πιστώσεων 10,744,000. Ὅταν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκπέσωμεν ἐκ τῶν 94,895,000, ἔχομεν ὡς συμπέρασμα, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ 1887 θέλουσιν ἀνέλθει εἰς δραχ. 84,151,000, ἔχομεν δηλονότι βεβαιωμένον τὸ ἰσοζύγιον. Ἐπὶ τῆς τελευταίας ὅμως ἐκπτώσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀπαντήσω εἴς τινα τῶν προαγορευσάντων ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ἰσχυρισθέντα, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν τὸ γενόμενον, ἤτοι νὰ ληφθῇ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 τὸ μεταλλικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομεριδίων (coupons) τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, ἀλλ’ ἔπρεπε καὶ τοῦτο νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔξοδον. Εἰς τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον νὰ προβάλῃ ὃν προέβαλεν ἰσχυρισμόν· διότι, ἂν κατελογίζετο εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἡ ὑπερτίμησις τοῦ διὰ τὰ coupons τῆς ληξάσης ἑξαμηνίας χρησιμοποιηθέντος μέρους τοῦ δανείου, ἔδει νὰ καταλογισθῇ ἀφ’ ἑτέρου τὸ αὐτὸ ποσὸν εἰς ὄφελος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Δὲν ἠδύνατο δὲ καὶ κατὰ τοὺς λογιστικοὺς κανόνας νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς ἄλλως. Εἰς τὰ δημόσια βιβλία δὲν ἐγγράφεται ἢ τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου, διότι ἐπ’ αὐτοῦ θέλει πληρόνεσθαι ἐν τῷ μέλλοντι ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον· ἂν δὲ προέκυψε κέρδος τι ἐκτὸς τοῦ κεφαλαίου, τοῦτο καταλογίζεται ἐν τοῖς κανονικοῖς ἐσόδοις τοῦ Κράτους εἰς πίστωσιν τῆς χρήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπραγματοποιήθη. Ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι, συνομολογήσῃ τὸ Κράτος δάνειον ἐκ φρ. 10,000,000 εἰς χρυσὸν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ μεταχειρισθῇ εἰς ἀνάγκας ἐσωτερικὰς, θέλει βεβαίως εἰσπράξει ἐξ αὐτοῦ σὺν τῇ ὑπερτιμήσει δραχ. 12,500,000. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει νὰ ἀναγράψῃ τὰς δραχ. 10,000,000 ὡς πρόσοδον ἐκ τοῦ δανείου, τὰ δὲ 2,500,000 ὡς τακτικὴν πρόσοδον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ παρατηρῶ καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον, ὡς ὑποθέτω, θέλει πείσει τοὺς ἀντιδοξοῦντας, πλὴν ἐκείνων, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ φωτισθῶσιν ἐκ τῆς συζητήσεως. Αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκέρδησεν ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως, πῶς πρόκειται νὰ τὸ ἀποδώσῃ τὸ Κράτος, κατὰ τίνα μέθοδον καὶ κατὰ τίνα διάρκειαν; Ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θέλει διαρκέσει 75 ἔτη, δηλαδὴ ὅσον πρόκειται νὰ διαρκέσῃ τὸ δάνειον· τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια ἔλαβεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπέτυχεν ἐλάφρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1887, παρέπεμψε δὲ ἐκείνους, παρὰ τῶν ὁποίων τὰ ἔλαβεν, νὰ τὰ ἀνακτήσωσιν ἐν διαστήματι 75 ἐτῶν, ὥστε τὸ πολὺ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι μόνον τὸ ἑβδομηκοστὸν πέμπτον αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ δύναται νὰ κατολογισθῇ εἰς βάρος τοῦ ἐνιαυσίου Προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν διαρκέσῃ, καὶ τὸ πιθανώτατον εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ἦναι καταδεδικασμένη νὰ μένῃ ὑπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐπὶ διάστημα 75 ἐτῶν, βεβαίως τὸ ποσὸν αὐτὸ ὁλόκληρον ἀποτελεῖ πραγματικὴν πρόσοδον, εὐλόγως καταλογισθεῖσαν εἰς πίστωσιν τῆς τρεχούσης χρήσεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκετο ἠναγκασμένος νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐὰν δὲν συνωμολόγει τὸ δάνειον, χρυσὸν ἢ συνάλλαγμα ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ· ἐὰν ἐπρομηθεύετο τοῦτο ἐντεῦθεν, ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσῃ τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἅτινα θὰ ἔδιδε περιπλέον λόγῳ τῆς ὑπερτιμήσεως· ὅταν ὅμως εἶχε διαθέσιμον εἰς μεταλλικὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐπρόκειτο δὲ νὰ πληρώσῃ, δὲν ἐννοῶ, πῶς ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ, καὶ λογιστικῶς ἔτι, ἐὰν ἐξέδιδε χρηματικὰ ἐντάλματα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἀφοῦ τὸ χρῆμα αὐτὸ ἀνῆκεν εἰς τὸ Δημόσιον. Κατ’ ἀκολουθίαν αὐτὴ ἡ ἐλάφρυνσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι πραγματικὴ, ἤτοι τὸ ἐκ τούτου προελθὸν ἀδιάθετον ποσὸν πιστώσεως ἀποβαίνει ἀναμφισβήτητον. Οἱ περὶ τὰ λογιστικὰ ἐντριβεῖς ἠπόρησαν ἐπὶ τῷ ἐξηγηθέντι ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐνδοιασμῷ. Ὡς βλέπετε, Κύριοι, ἐγὼ δὲν ἠκολούθησα τὸ σύστημα τῶν προαγορευσάντων, ἀλλ’ ἐξήτασα ἓν πρὸς ἓν τὰ διάφορα ἔσοδα καὶ διὰ τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς ἐπορίσθην ὄχι ἀριθμητικοὺς ὑπολογισμοὺς, ὅπως τις τῶν προαγορευσάντων ἰσχυρίσθη, ἀλλὰ ἐξήγαγον ἐκ τῶν δημοσίων πινάκων ἀριθμοὺς, μὴ δυναμένους νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἀμφισβήτησίν τινα· δὲν ἐποιησάμην ἁπλᾶς ἐκτιμήσεις, δὲν μετεχειρίσθην τὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε μὲν οἱ ἀρχαιότεροι οἰκονομολόγοι ὠνόμαζον «πολιτικὴν ἀριθμητικὴν», οἱ δὲ νεώτεροι ὀνομάζουν «νόμον τῶν πιθανοτήτων». Ἵνα πορισθῶ τὰ μεταδοθέντα ὑμῖν συμπεράσματα, ἠκολούθησα τὴν πρακτικωτέραν καὶ φυσικωτέραν μέθοδον, προσήγαγον δὲ λεπτομερῆ ἐπὶ τούτῳ κατάστασιν, στηριζομένην εἰς τὰ δημόσια βιβλία καὶ εἰς τὰ ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ ὑπάρχοντα στοιχεῖα. Ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὡς πρὸς τὰ πλεῖστα τῶν ἐσόδων, βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις 9 μηνῶν, ὡς πρός τινα, εἰσπράξεις 10 μηνῶν· ὡς πρὸς σπουδαῖα ἕτερα ἔσοδα, ἔχομεν γνωστὰ τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ὁρίζουσι τὸ ποσὸν τοῦ βεβαιωθησομένου ἐσόδου ἀλανθάστως, ἤτοι ἔχομεν τὰς δηλώσεις καὶ καταμετρήσεις ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ζῴων, τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὸν φόρον τοῦ οἴνου. Ἔχομεν ὡς πρὸς ἕτερα τὴν ὁριστικότητα τῶν σχετικῶν φορολογικῶν καταλόγων, οἷον ὡς πρὸς τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων. Ἔχομεν, τέλος, ὡς πρὸς ἄλλα τὰς μετὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου γενομένας βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ν’ ἀμφισβητηθῶσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνήνεγκον, ὅπως δύνανται νὰ ἀμφισβητηθῶσιν οἱ ἀναλογικοὶ πίνακες ἑνὸς τῶν προαγορευσάντων, τοὺς ὁποίους οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἠδυνήθη νὰ κατανοήσῃ μέχρι τοῦδε, καὶ τοὺς ὁποίους ἴσως θέλομεν ἐννοήσει μεταχειριζόμενοι εἰδικότητας λογιστικάς. Σᾶς ἀνέλυσα ἓν πρὸς ἓν τὰ ἔσοδα καὶ σᾶς ἀπέδειξα ὡς πρὸς μὲν τὴν ά. κατηγορίαν τῶν ἐσόδων, τίνα θέλομεν ἔχει ἀποτελέσματα τὴν 31 Δεκεμβρίου τρέχοντος ἔτους 1887, ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, τίνα θέλομεν ἔχει ἀποτελέσματα τῇ 30 8βρίου 1888, ὅτε λήγει ἡ χρῆσις· ὡς πρὸς τὰ τῆς βʹ. κατηγορίας σᾶς εἶπον, τίνα εἰσὶ δεκτικὰ καθυστερήσεων καὶ ποῖα δὲν εἶναι τοιαῦτα, παρεδέχθην δὲ τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς καθυστερήσεως 30%, καίτοι φρονῶ, ὅτι αἱ καθυστερήσεις κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα δὲν θὰ ἦναι ὅσαι κατὰ τὸ παρελθὸν, διότι μείζων δραστηριότης καταβάλλεται περὶ τὴν εἴσπραξιν· καὶ ὁμολογῶ μὲν, ὅτι περὶ τὴν εἴσπραξιν καταβάλλεται νῦν μείζων ἢ τὸ πρόσθεν δραστηριότης, ἀποκρούω ὅμως τὴν ἐντεῦθεν ἐξενεχθεῖσαν αἰτίασιν, ὅτι καταπιέζεται ὁ λαός. Ἡ σύστασις τῶν Ὑποταμείων, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων Νόμου, ἡ ἐκ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας ὤθησις θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν καθυστερήσεων. Κατ’ ἐμὲ, αἱ καθυστερήσεις ἀποτελοῦσιν ἀκριβῶς μίαν νέαν φορολογίαν, μίαν ἀνισότητα ἀδικαιολόγητον ἐν τῇ φορολογίᾳ. Ὅταν τινὲς τῶν φορολογουμένων πληρώνωσιν ἐγκαίρως τοὺς φόρους των, τινὲς δὲ καθυστερῶσιν αὐτοὺς, παράγεται ἔλλειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐκ τούτου δὲ ἐπέρχεται ἡ ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθῶσι νέοι φόροι. Οὕτω δὲ ὁ πληρόνων τακτικῶς καὶ ἀκριβῶς τὸν φόρον του ὑποβάλλεται εἰς ποινήν. Δὲν παραδέχομαι δὲ, ὅτι μετέρχεται ἡ Κυβέρνησις μέσα ἀνεπιεικῆ ἐν τῇ εἰσπράξει τῶν φόρων· τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ νομοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, γινώσκω, ἡ εἴσπραξις γίνεται μετὰ τρόπου δραστηρίου μὲν, ἐπιεικοῦς ὅμως καὶ παρέχοντος πολλὰς εὐκολίας εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τῶν προαγορευσάντων, ὅτι οἱ φόροι ἀφῄρεσαν πᾶσαν ἰκμάδα ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις, ἡ τάξις τῶν ἐπαγγελματιῶν, ἡ τῶν βιομηχάνων, σπουδαίως ἐβλάβησαν καὶ ὅτι τὰ πάντα ἐπὶ τέλους ὑπέστησαν μέγαν κλονισμὸν ἐκ τῆς νέας φορολογίας, δὲν νομίζω ἀπὸ σκοποῦ νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ ἡ γεωργικὴ τάξις, ἡ ὁποία βεβαίως ἀποτελεῖ τὰ ¾ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, δὲν βλέπω ἐπ’ αὐτῆς νομοθετηθεῖσαν τοιαύτην ἐπιβάρυνσιν, ἥτις ἠδύνατο τῳόντι νὰ ἐπενέγκῃ τὴν καταστροφὴν αὐτῆς, διότι ἡ γεωργικὴ τάξις εἶναι ἡ ἧττον φορολογουμένη ἐξ ὅλων τῶν τάξεων. Εἷς μάλιστα τῶν προαγορευσάντων ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ ἰσχύοντος ἄλλοτε συστήματος ὠφέλησε μὲν τὴν τάξιν τῶν γεωργῶν, ἀλλ’ ἔβλαψε τὸ Δημόσιον. Οἱ γεωργοὶ, πληρόνοντες τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ὑποστάντες ἤδη μικρὰν αὔξησιν, βεβαίως δὲν ὑπέστησαν τοιαύτην ἐξάντλησιν, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἐπιτετραμμένον αὐτοῖς νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ ἔργα των καὶ πορίζωνται τὰ πρὸς συντήρησίν των μέσα. Ὡς πρὸς τοὺς κτηνοτρόφους, ὡσαύτως ἡ μικρὰ ἐπιβάρυνσις δὲν ἐπήνεγκε σπουδαίαν βλάβην· ἂν δὲ ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ζώων ἐπῆλθέ τις ἐλάττωσις, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν προσθήκην τῶν 20%, διότι ἡ ἐλάττωσις αὕτη παρατηρεῖται καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη ἄνευ τῆς προσθήκης ταύτης· τῆς ἐλαττώσεως ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ὁλονὲν ἐπεκτείνεται ἡ φυτεία καὶ ἡ καλλιέργεια, ἑπομένως αἱ γαῖαι αἱ πρὸς διατροφὴν τῶν ζῴων ἐλαττοῦνται. Δύναται νὰ προστεθῇ καὶ ἕτερος λόγος, ὅτι ἀπό τινος χρόνου εἰσάγονται ἔξωθεν ζῶα, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι ἐν τοῖς τόποις τῆς προελεύσεώς των εὐθηνότερα, καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν φορολογία εἶναι ἐλαφρά· ἦτο ἄλλοτε ἐλαφρὰ διότι ἐλήφθη πρόνοια ὑπὲρ τῶν κατωτέρων πληθυσμῶν τῶν μεγάλων πόλεων, ἀλλ’ ἐπ’ ἐσχάτων ἐπεβλήθη φόρος, τοσούτῳ βαρὺς μάλιστα, ὥστε μία ἐφημερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνέφερε καὶ τὸν φόρον αὐτὸν ὡς ἀπόδειξιν τῆς ὑπερβολῆς τῶν διὰ τοῦ νέου δασμολογίου ἐπιβαλλομένων φόρων. Προσέθηκε δὲ εἷς τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ἔπαθε καὶ ἡ βιομηχανία ἡμῶν ἐκ τῶν βαρέων τελῶν. Ἐγὼ ἐγίνωσκον μέχρι τοῦδε, ὅτι ἐκ τῶν βαρέων τελῶν δύναται νὰ πάθωσιν οἱ καταναλωταί, ἴσως μέχρι τινὸς καὶ τὸ ἐμπόριον, ἡ ἐγχώριος ὅμως βιομηχανία, ὅσον βαρύτερα εἶναι τὰ τέλη τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα, τοσοῦτον ἀναπτύσσεται. Εἶναι μάλιστα γνωστόν, ὅτι ἀνεπτύχθησαν ἀπό τινος νέαι βιομηχανίαι, τέως ἄγνωστοι παρ’ ἡμῖν. Νομίζω ὅτι ἤρχισαν νὰ παράγωνται κηρία, ἀρώματα, τάπητες κλπ.

§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ σιδηρουργεῖα ἀνεπτύχθησαν;

§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ σιδηρουργεῖα τὰς πρώτας ὕλας λαμβάνουσιν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἀτελεῖς, ἐνῷ τὰ ἕτοιμα βιομηχανήματα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ὑποβάλλονται εἰς φόρον. Ἀλλὰ εἰς τὸν βιομηχανικὸν κόσμον ὑπάρχουσιν ἕτεραι περιπέτειαι, ἄσχετοι πρὸς τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν· μεμονωμένον δὲ παράδειγμα δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία εἰς γενικὰς κρίσεις. Διὰ τοῦ δασμολογίου ὑπεβλήθησαν εἰς βαρὺ τέλος τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας, ἴσως καὶ ἕτερα εἴδη καταναλισκόμενα ἰδίως εἰς τὰς μεγαλοπόλεις, ἀλλ’ αὐτὰ ἀφορῶσιν ἐλάχιστον εἰς τὰς γεωργικὰς τάξεις, διότι αὗται καταναλίσκουσιν ὀλιγώτερον πάσης ἄλλης τάξεως ἐκ τῶν ἔξωθεν ἐρχομένων. Ἠθέλησαν νὰ ἐξετάσωσι, πῶς τὸ ἐμπόριον εἶναι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο κρεῖσσον ἢ κατὰ τὸ παρελθόν· ἀξιότιμος δὲ Συνάδελφος προαγορεύσας ἰσχυρίσθη, ὅτι τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἐκ τῶν καταστάσεων τῶν Τραπεζῶν βλέπει τις, ὅτι τὰ κυκλοφοροῦντα τραπεζικὰ γραμμάτια εἶναι σχετικῶς ὀλιγώτερα ἢ τὰ τοῦ παρελθόντος ἔτους· ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶνε, ὅτι ἄπειρα γίνονται παράπονα, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καθὼς καὶ αἱ ἄλλαι προνομιοῦχοι Τράπεζαι δὲν παρέχουσι τὰ μέσα, ὡς ἄλλοτε. Ἂν λοιπὸν ἦναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἐμπόριον εἶναι εἰς κατάστασιν κρείσσονα τῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ λειτουργοῦν δασμολόγιον δὲν συνετέλεσε βλάβην τινά. Ἴσως ἄλλοι βλέπουσι μὲ ὀφθαλμοὺς περισσότερον ὀξυδερκεῖς, ἀλλ’ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὑπὸ τὸ νέον οἰκονομικὸν σύστημα ἐπῆλθε ζωὴ εἰς τὸν τόπον, διότι τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα καὶ τὰ τῶν ἑταιριῶν ὑπερετιμήθησαν, τὸ ἐμπόριον ἐκινήθη, ἐν γένει δὲ ἡ κοινωνικὴ κατάστασις εἶναι μᾶλλον εὐχάριστος ἢ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἡ ἄποψις τῆς κοινωνίας ἡμῶν εἶναι μᾶλλον ἐνθαῤῥυντική, διότι παρ’ ὅλοις κρατεῖ ἡ ἐμπιστοσύνη ἐπὶ τὸ μέλλον. Ἐῤῥέθη ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ εὐφορία τῆς σταφίδος ἐφέτος ἦτο κρείσσων τῆς τοῦ παρελθόντος ἔτος, παρεσιωπήθη ὅμως, ὅτι ἡ Θεσσαλία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν περιεμένομεν ἐφέτος μεγάλην ἐσοδείαν, ὑπέστη τὸ αὐτὸ πάθημα τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὥστε καὶ ἐκεῖ θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη εἰσαγωγῆς σιτηρῶν. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, τὸ λειτουργοῦν ἤδη, οὐδεμίαν δυσκολίαν παρενέβαλεν εἰς τὴν κοινωνικὴν ἡμῶν εὐημερίαν καὶ πρόοδον· τοὐναντίον δὲ διεσκέδασε τοὺς γεννηθέντας φόβους περὶ τῶν ὀλεθρίων ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπέλθει ἐκ τῆς ἀθετήσεως τῶν τοῦ Κράτους ἡμῶν ὑποχρεώσεων. Οὐχὶ οἰκονομικὴν κρίσιν, ἀλλὰ πανωλεθρίαν ἠπείλει ἡ ἀθέτησις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἣν συνεβούλευσάν τινες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον. Ἀλλ’ οἱ προαγορεύσαντες, καταλήγοντες τὸν λόγον, ἀπετάθησαν πρὸς ἡμᾶς τοὺς Ἀντιπροσώπους, ἰδίᾳ δὲ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ὁ μὲν εἷς διὰ μιᾶς ἀποστροφῆς ρητορικωτάτης εἶπε: «δυσπιστεῖτε ἐπὶ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, διότι, ἐὰν ἐξακολουθῆτε ἐμπιστευόμενοι εἰς αὐτὴν, θὰ παρασκευάσητε δυσεπανόρθωτον ζημίαν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν». Ὁ δ’ ἕτερος, εἶπε: «προσέξατε, διότι διαχειρίζεται τὰ κοινὰ αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος διεχειρίσατο αὐτὰ κατὰ μίαν παρελθοῦσαν τριετίαν, καὶ ἐπειδὴ τότε, ἕνεκα διαφόρων πολιτικῶν περιστάσεων, συνέπεσεν οἱ ὑπολογισμοί του νὰ μὴ ἐπαληθεύσωσιν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι καὶ σήμερον δὲν θὰ ἐπαληθεύσωσιν». Ὑποθέτω, ὅτι αἱ ῥητορικαὶ αὗται ἀποστροφαὶ, δὲν ἀπηυθύνοντο πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, διότι οἱ Βουλευταὶ γινώσκουσι, πρὸς τίνα πρέπει νὰ ἐμπιστεύωνται καὶ πρὸς τίνα ὀφείλουσι νὰ δυσπιστῶσιν. Ἄλλως τε τοιαύτη πρὸς ἐξέγερσιν τῆς δυσπιστίας μας προσπάθεια εἶχε λόγον τινὰ, ὅτε ἐψηφίζοντο οἱ φορολογικοὶ Νόμοι καὶ ὁ τοῦ 1887 Προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ἐψηφίσαμεν ἤδη τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ προταθὲν ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ἐπείσθημεν, ὅτι ἐστέφθη ὑπὸ πληρεστάτης ἐπιτυχίας, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, τοὺς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα ψηφίσαντας, εἰς ἡμᾶς, οἵτινες ἀνελάβομεν ἀγῶνα ἀληθῆ καὶ ὑπεβλήθημεν εἰς θυσίαν ἀληθῆ διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὰς ἐπιβαρύνσεις τοῦ λαοῦ, νῦν, ὅτε βλέπομεν, ὅτι ἐκ τῆς ψήφου μας ἐκείνης ἐπῆλθον τοσούτῳ καλὰ ἀποτελέσματα, νὰ δυσπιστήσωμεν πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἀπόλλυσι τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ὑποστηριζόντων αὐτῶν ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις, ἧς τὸ πολιτικὸν ἢ οἰκονομικὸν σύστημα ἀπέτυχεν ἢ ἐξηλέγχθη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὡς παραβλάψαν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Τοῦτο εἴδομεν κατὰ Μάϊον τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ ὑποστηριζομένη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι καὶ τὸ πολιτικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς σύστημα διὰ πλήρους ἐστέφθη ἐπιτυχίας ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς χώρας ἡμῶν. Καταλήγω ἤδη τὸν λόγον φρονῶν, ὅτι ἐν τῷ προβαλλομένῳ ζητήματι ἐμπιστοσύνης ἡ πλειονοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου θέλει ἐνισχύσει διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως θαῤῥαλεώτερον προβῇ εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὑποσχόμενα τὴν περαιτέρω βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας. Κυροῦντες αὖθις διὰ τῆς ψήφου μας τὸ λειτουργοῦν οἰκονομικὸν σύστημα, οὐ μόνον ἀποδεικνύομεν, ὅτι εἴμεθα πολῖται ἐλευθέρου Κράτους, ἐννοοῦντος πλήρη καὶ ἀκριβῆ τὴν τήρησιν τῶν ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ὑποχρεώσεών του, ἀλλὰ συνάμα ἐκδηλοῦμεν ἣν ἔχομεν βαθείαν συναίσθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὸ οἰκονομικὸν καὶ πολιτικὸν μέλλον τῆς χώρας ἡμῶν. (Εὖγε!).

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Καραπάνος.

§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, λυποῦμαι πολὺ διότι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος ἠθέλησε ν’ ἀναμίξῃ προσωπικὰ ζητήματα ἐν ζητήματι γενικοῦ συμφέροντος. Δὲν θὰ εἴπω τι περὶ ὅσων μὲ παρηρμήνευσε καὶ ἅτινα μὲ ἠνάγκασαν νὰ τὸν διαψεύσω, ὡς π. χ. ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι οἱ φόροι, ἐφ’ ὅσον λειτουργοῦσιν, ἐπὶ τοσοῦτον καθίστανται κακοί. Δὲν ἐνόησε τὴν ἰδέαν μου. Εἶπον ὅτι, ὅταν φόρος τις ἐπιβαρύνῃ τὸν φορολογούμενον πλειότερον τῶν δυνάμεων αὐτοῦ, ὁ φόρος οὗτος, προϊόντος τοῦ χρόνου, θὰ φέρῃ ἐλάσσονα κατ’ ἀναλογίαν ἀποτελέσματα. Ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, μὴ ἐννοήσας, ἐσύγχυσε τὰ ζητήματα, ἐκλαμβάνων ὡς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ τὴν λειτουργίαν τῶν φόρων, καὶ τὴν ἐπήρειαν αὐτῶν ἐπὶ τῶν φορολογουμένων. Κακῶς ὡσαύτως ἤκουσεν, ὅτι δῆθεν ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπίεσε τὴν Ἐθν. Τράπεζαν· οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι· ὑπέθεσα, ὅτι αὕτη ἐνεθάῤῥυνε τὴν Τράπεζαν. Ὅτε δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν περὶ τῆς ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἀγορᾶς ὁμολογιῶν καὶ ὅτι δὲν τὴν ἐνεθάῤῥυνεν, ἀνέπτυξα τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐμόρφωσα τὴν τοιαύτην ὑπόθεσιν. Φαίνεται, ὅτι ὁ Συνάδελφος ἠθέλησε νὰ περιποιηθῇ τοὺς διευθύνοντας τὴν Τράπεζαν· ἀλλ’ οὗτοί εἰσι τοσοῦτον ἀξιότιμοι καὶ ἀνώτεροι πάσης ὑπονοίας, ὥστε βεβαίως δὲν θὰ αἰσθάνωνται τὴν ἀνάγκην τῶν περιποιήσεων τοῦ κ., Συναδέλφου. Ταῦτα ἀνέφερον ἁπλῶς καὶ ὡς παραδείγματα, ὅπως δείξω τὴν ἀκουσίαν ἢ ἑκουσίαν σύγχυσιν ἰδεῶν καὶ ἀριθμῶν, ἣν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος, καὶ ἣν θὰ δυνηθῇ ἴσως νὰ διορθώσῃ, ὅταν θελήσῃ νὰ ἐννοήσῃ καὶ ἑρμηνεύσῃ τὰς παρ’ ἐμοῦ ἐκφρασθείσας ἰδέας. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀναπτύξω, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς διαγραφῆς τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομυρίων ἐκ τοῦ Χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι τόσον γνωστὸν εἰς ὅλους καὶ ἑπομένως δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀνακρίβειά τις εἰς ὅσα χθὲς εἶπον. Ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἀνέπτυξα τὰ περὶ αὐτοῦ οὐχὶ καλῇ τῇ πίστῃ, ἡ ἰδέα δὲ αὕτη μ’ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος. Τὸν διέκοψα κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, ὅπως ὑποδείξω αὐτῷ, ὅτι πλανᾶται. Ἐὰν ἐπερίμενον ὅμως νὰ ἀκούσω ὅλην τὴν ἀφήγησίν του, ἤθελον ἐννοήσει, ὅτι ἐν ταῖς σκέψεσι καὶ ταῖς ἰδέαις αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ τῆς ἐννοίας τῶν λέξεων καλῆς καὶ κακῆς πίστεως καὶ ὅτι θεωρεῖ ταυτοσήμους τὰς φράσεις ταύτας, διότι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶπεν ὅσα καὶ ἐγώ, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι παρεσιώπησε τὴν ἀρχὴν τῆς ἀφηγήσεώς του, ὅπως ἀλλοιώσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ γεγονότος. Ὅταν τὸ Χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου ἐπείσθη, ὅτι δὲν ὑπάρχουν αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐν κυκλοφορίᾳ, διότι δὲν ἐνεγράφησαν ὑπὸ τοῦ κοινοῦ, τότε, εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος, ἡ Διεύθυνσις τοῦ Χρηματιστηρίου ἀπηγόρευσε τὴν ἐκτέλεσιν πράξεων ἐν αὐτῷ καὶ διέγραψε τὸ δάνειον ἐκ τῶν τιμολογίων αὐτοῦ. Ἐλησμόνησε δὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ Χρηματιστήριον, πρὶν διαγράψῃ τὸ δάνειον, ἐπίστευσεν, ὅτι αἱ ὁμολογίαι αὐτοῦ ἐνεγράφησαν καὶ ἐλήφθησαν παρὰ τοῦ κοινοῦ. Ὅπως δώσῃ τὴν ἄδειαν ἀγοραπωλησιῶν καὶ καταχωρίσῃ τὸ δάνειον εἰς τὰ τιμολόγια αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πεποίθησιν, ὅτι ἐνεγράφη καὶ ἐδόθη εἰς τὸν κοινὸν, διότι ἅμα ἐσχημάτισε τὴν ἐναντίαν πεποίθησιν ἡ Διεύθυνσις τοῦ Χρηματιστηρίου, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Συνάδελφος, διέγραψε τὸ δάνειον. Ἀλλὰ τίς ἔδωκε τὴν πρώτην πεποίθησιν τῆς ἐγγραφῆς τοῦ δανείου, ἂν δὲν ἔπραξαν τοῦτο οἱ διαχειρισθέντες καὶ ἐκδόσαντες αὐτό; Ὡς ἔμαθον, καὶ ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις οὗτοι ἐθεώρησαν τὴν παραχώρησιν τοῦ δανείου εἰς Συνδικάτα ὡς ἐγγραφὴν, καὶ τοιαύτην ἐχαρακτήρισαν αὐτὴν πρὸς τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Χρηματιστηρίου, ὅπερ διέγραψεν ἀκολούθως τὸ δάνειον, διότι ὁ τοιοῦτος χαρακτηρισμὸς δὲν ἦτο ἀκριβής. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος δὲν δύναται τὸ ἁπλοῦν τοῦτο ζήτημα νὰ μὴ τὸ ἐνόησεν, ὅπως δὲν ἐνόησε τὰ ἄλλα, τὰ κἆπως δυσκολώτερα· πιστεύω, ὅτι ἔκαμε χρῆσιν φράσεως, ἧς συγχύζει τὴν σημασίαν. Εὔχομαι εἰς τὰς ἄλλας ἀναπτύξεις του νὰ μὴ ἔκαμε τὴν αὐτὴν σύγχυσιν καὶ νὰ ὦσιν ἀκριβῆ τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἅτινα μᾶς ἀνέγνωσεν. Ὅσα ὅμως ἀνέπτυξεν ἐν οἱᾳδήποτε πίστει, οὐδὲν προσθέτουσιν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγούμενος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἅτινα ἀπεδείχθησαν δι’ ἐπισήμων ἀριθμῶν μὴ συμφωνοῦντα πρὸς τὰ πράγματα.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
2Τῆς 12 Νοεμβρίου 1887.
3(Πέμπτη).
4Ὥρᾳ 2 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον πρὸς
8ἐξακολούθησιν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
9§2ΚΟΡΠΑΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως παρακαλῶ
10νὰ εἴπω ὀλίγα τινά.
11§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
12§4ΚΟΡΠΑΣ. Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν,
13νομίζω, οἱ ὑπάλληλοι τῶν τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν ἔκαμον
14ἀπεργίαν, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους εἶχον κατὰ τῆς Διευ-
15θύνσεως τῆς Ἑταιρίας. Ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἑταιρίας αὐθω-
16ρεὶ ἀπέλυσε πάντας τοὺς ὑπαλλήλους. Βεβαίως ἐν τῷ δι-
17καιώματι αὑτῆς ἔπραξε τοῦτο· ἀλλ’, ὡς μὲ βεβαιοῦσιν, οἱ
18προσληφθέντες πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν πεπειραμένων ἐκεί-
19νων ὑπαλλήλων εἶναι ὅλως τυχαῖοι καὶ ἀδαεῖς τῆς τέχνης
20τοῦ διευθύνειν τὰς ἁμάξας, ἐντεῦθεν δὲ οὐδόλως παράδοξον
21νὰ ἴδωμεν δυστυχήματα, ὅπως πολλάκις εἴδομεν τοιαῦτα
22τελούμενα πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ὅπως ἡ Διεύ-
23θυνσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύῃ τοὺς ὑπαλλήλους της,
24οὕτω καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον,
25τὸ ὁποῖον ἀρύεται ἐκ τῆς συμβάσεως, νὰ ἐπιτηρῇ τὴν κανο-
26νικὴν λειτουργίαν τῶν τροχιοδρόμων· εἰς τοῦτο δὲ θὰ ἐπι-
27καλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν,
28ἵνα μὴ συμβῶσι καὶ πάλιν νέα δυστυχήματα, ὡς προεῖπον.
29Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ.
30Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ θέση τέρμα, ὅσον τὸ δυ-
31νατὸν ταχύτερον, εἰς μίαν κατάστασιν ὄχι κανονικὴν τῶν
32Ἑλληνικῶν Σχολείων. Ἐν τοῖς διαφόροις δήμοις τοῦ Κρά-
33τους πλεῖστα, ἴσως τὰ περισσότερα, τὰ μὴ πλήρη Ἑλλη-
34νικὰ σχολεῖα ἀργοῦσιν, οἱ δὲ μαθηταὶ περιφέρονται ἐντελῶς
35ἄεργοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὑποθέτω, ὅ,τι καὶ
36ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἐργάζεται εἰς τὴν κατάρτισιν νομοσχεδίων,
37μεταῤῥυθμιζόντων τὸ σύστημα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’
38ἤθελον παρακαλέσει νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ εἴτε νομοθετικὸν
39εἴτε διοικητικὸν μέτρον, διότι νομίζω, ὅτι ἡ κατάστασις
40αὕτη δὲν εἶναι εὐάρεστος καὶ οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν γογγύ-
41ζουσι καὶ καθ’ ἡμῶν τῶν Ἀντιπροσώπων καὶ κατὰ τοῦ
42ἰδίου Ὑπουργοῦ, διότι ἐπάθομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παθαίνει,
43ὅστις, παραγγείλας νέα ὑποδήματα, πετᾷ τὰ ἐφθαρμένα καὶ
44μένει ἀνυπόδητος, μέχρις οὗ ἑτοιμασθῶσι τὰ καινουργῆ.
45§5ΤΖΑΝΕΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπεργίας τῶν ὑπαλ-
46λήλων τῶν τροχιοδρόμων μοὶ ἔκαμον παράπονον τινὲς τῶν
47συμπολιτῶν ἡμῶν, τὸ δὲ παράπονον εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι, πλὴν
48τοῦ ὅτι ἀντικατεστάθησαν οἱ ἀπεργήσαντες καὶ ἀπολυθέν-
49τες δι’ ἀδαῶν ὑπαλλήλων, τοῖς καθυστεροῦνται καὶ οἱ μι-
50σθοὶ, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
51κῶν νὰ παρεμβῇ, διότι εἶναι ἑπόμενον νὰ ἔχωμεν θλιβερὰς
52ἱστορίας, διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι μεταξὺ τούτων εἶναι ἄν-
53θρωποι, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον, δὲν τὸ τρώ-
54γουν ἀνάλατο τὸ ψωμὶ, ἂς ἀφήσωμεν δὲ, ὅτι δυνάμεθα νὰ
55ἴδωμεν κομμένας χεῖρας καὶ πόδας ἀπὸ τοὺς διευθύνοντας, οἱ
56ὁποῖοι πρώτην φορὰν ἀναβαίνουν εἰς τὰς τοιαύτας ἁμάξας.
57Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ
58ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου.
59§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ
60καὶ δευτέρα παρατήρησις ἐγένετο ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμέ-
61νου, ὀφείλω νὰ εἴπω τὰ ἑπόμενα. Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ
62προσεκάλεσα τὸν Διευθυντὴν τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος
63μοὶ ἐξέθεσεν, ὅτι οἱ διευθύνοντες τοὺς ἁμαξηλάτας ὠργάνω-
64σαν τὴν ἀπεργίαν, διὰ νὰ ὑποχρεώσωσι τὴν Ἑταιρίαν νὰ
65τοῖς αὐξήσῃ τοὺς μισθούς· προσεκάλεσαν περὶ τοὺς 40 εἰς
66Κολοκυνθοῦν καὶ τοὺς ὥρκισαν νὰ μὴ ἐργασθῶσιν εἰς τὴν
67Ἑταιρίαν, μέχρις οὗ ἡ Διεύθυνσις αὐτῶν ἐνδώσῃ εἰς τὰς
68ἀπαιτήσεις των. Ἡ Διεύθυνσις ὅμως ἀνεπλήρωσε τὴν ἔλλειψιν
69ἐκείνων δι’ ἄλλων. Ἰδόντες οἱ ἀπεργήσαντες, ὅτι ἀπέτυχον
70τοῦ σκοποῦ των, προσέφυγον εἰς τὸν Διευθυντὴν, ζητοῦντες
71νὰ τοὺς δεχθῇ πάλιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὁ Διευθυντὴς μοὶ
72εἶπεν, ὅτι, ἐκτὸς τῶν κυρίως ὑποκινητῶν τῆς στάσεως, τοὺς
73ἐπιλοίπους, ὅσοι ζητήσωσι συγγνώμην, σκέπτεται νὰ τοὺς
74προσλάβῃ πάλιν. Ἡ ἰδέα λοιπὸν, ὅτι ἀντικατεστάθησαν δι’
75ἀδειῶν, δὲν εἶναι ὀρθὴ, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, ἐὰν συμβῇ τι, θὰ ζη-
76τήσω λόγον αὐστηρὸν παρὰ τῆς Ἑταιρίας.
77§7ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Καταθέτω διαφόρους ἀναφορὰς τῶν
78ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων τοῦ δήμου Ἀβίας καί τινων
79ἄλλων μερῶν, καὶ κατάλογον ἐμπεριέχοντα διάφορα ὀνό-
80ματα παθόντων ἐκ τοῦ σεισμοῦ, οὐδὲ ὀβολὸν λαβόντων.
81Ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι καὶ χθὲς εἶπον, ὅτι ἡ ἀποσταλεῖσα
82ἐπιτροπὴ ἔδωκε τὴν διαχείρισιν εἰς πολιτευόμενα πρόσωπα.
83Δὲν ἀδικῶ τὰ πρόσωπα ταῦτα, διότι ἤθελον νὰ περιποιη-
84θῶσι τοὺς φίλους των, ἀλλ’ ἡ ἀποστολὴ τῶν μελῶν τῆς
85ἐπιτροπῆς δὲν ἦτο αὕτη. Τόσον δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι δι’
86ἄλλους σκοποὺς ἐδόθησαν αὐτὰ τὰ χρήματα, ὥστε πρὸ τεσ-
87σάρων ἢ πέντε ἡμερῶν ἐδόθησαν εἰς πολιτευόμενον πρόσω-
88πον 1000 δραχμαὶ ἐνταῦθα, ὄχι διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν, διὰ
89τοὺς ἀπόρους παθόντας ἐκ τοῦ σεισμοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ τὰ με-
90ταχειρισθῶσιν εἰς δρόμους, εἰς τακτοποίησιν σχολείων κτλ.
91Νομίζω, ὅτι ὁ προορισμὸς τῶν χρημάτων αὐτῶν δὲν εἶναι
92νὰ δοθῶσι διὰ τοιούτους σκοποὺς, ἀλλὰ διὰ τοὺς πα-
93θόντας ἐκ τοῦ σεισμοῦ. Ταῦτα ἐκθέτω πρὸς τὴν Κυβέρνη-
94σιν καὶ τὴν Βουλὴν, ἵνα λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὰς αἰτήσεις τῶν
95παθόντων.
96§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχομεν
97καὶ τὰ ἄλλα ἔγγραφα καὶ θέλομεν ἐξετάσει.
98§9ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
99Σχετικῶς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐξ Ἑρμουπόλεως ἀξιο-
100τίμου βουλευτοῦ, περὶ τοῦ ὅτι τὰ ἀτελῆ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα
101ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἐνεστῶτος σχολικοῦ ἔτους δὲν λει-
102τουργοῦσι, κρίνω ἐπάναγκες νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν,
103ὅτι προέβημεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ἀφοῦ ἐπείσθημεν ἐκ τῶν
104παραστάσεων εἰδικῶν προσώπων, ὅτι τὰ ἀτελῆ ταῦτα Ἑλ-
105ληνικὰ Σχολεῖα οὐδόλως συντελοῦσιν ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύ-
106σεως τοῦ λαοῦ, καὶ ἀφοῦ συγχρόνως ἐμεριμνήσαμεν περὶ
107καταρτίσεως νομοσχεδίου, πληροῦντος τὰς ἀνάγκας τῆς ἐκ-
108παιδεύσεως πλέον τελεσφόρως, καὶ τὸ ὁποῖον τάχιστα θέλει
109ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν.
110§10ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτω σημείωσιν τῶν
111πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας παρακαλῶ νὰ προσαγάγῃ ὁ κ.
112Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
113§11ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ δια-
114τάξητε τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς, ἣν
115εἰσέτι δὲν εἶδον ἀναγεγραμμένην, προτάσεώς μου περὶ ἀπα-
116γορεύσεως βοσκῆς κλπ. Καὶ ἐπείγομαι, κ. Πρόεδρε, τοσούτῳ
117μᾶλλον διὰ τοῦτο, καθόσον ἔγκριτός τις ἐφημερὶς ἐκ τῶν
118ἐνταῦθα ἔγραψεν, ὅτι μετὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου κ.
119Σάκκη, ὁμιλοῦντες ἐν τῇ Βουλῇ, συνήθως ὁμιλοῦμεν περὶ
120βοσκῆς. Καὶ ἀληθῶς, κ. Πρόεδρε, τοῦτο πράττοντες, ἔχομεν
121ὑπ’ ὄψει κατὰ πρόνοιαν νὰ παράσχωμεν τὰ μέσα τῆς τροφῆς
122καὶ πρὸς τὸν συντάκτην τῆς ἐγκρίτου ἐκείνης ἐφημερίδος.
123Ἡ ἀμοιβὴ, κ. Πρόεδρε, πρὸς τοὺς τοιούτους συντάκτας καὶ
124ἐπαρκὴς εἶναι καὶ ἀνάλογος, ἀφοῦ διὰ τῶν γραφομένων παρὰ
125τούτων, ἀντὶ νὰ θεραπεύωνται τὰ ἐκ τῆς πολιτικῆς κακὰ,
126ἀσεβῶς ὑβρίζονται οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου. Ἐπιμένω
127λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶν ν’ ἀναγραφῇ ἐκ τῶν πρώ-
128των ἡ πρότασίς μου αὕτη.
129§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἀξιότιμοι
130ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔθηκαν πρὸ τῆς Βουλῆς προ-
131δήλως τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύ-
132νης. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπελήφθη τῆς πολιτικῆς συζητήσεως
133ἐπὶ τῇ προφάσει, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ
134Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν
135Προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος 1888, ἐξέδραμεν ἐπὶ τὸ
136παρελθὸν καὶ ἀπηύθυνεν αἰτιάσεις καὶ μομφὰς κατὰ τῆς
137Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὡς τοιαύτης καὶ ὡς ἀνελθούσης ἐπὶ
138ἔτος περίπου ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν. Κατὰ τὸ κρατοῦν ἐν τῷ Κοι-
139νοβουλίῳ ἡμῶν σύστημα, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευ-
140σιν νὰ προκαλῇ ἐν παντὶ ζητήματι καὶ χρόνῳ τὴν πολιτι-
141κὴν συζήτησιν· ἐξήσκησεν ἄρα παρεχόμενον αὐτῇ δικαίω-
142μα. Ἡμεῖς ὅμως, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, (δει-
143κνύει τὴν δεξιὰν) ἔχομεν ὡς ἀρχὴν νὰ μὴ παρακάμπτωμεν
144πρὸ τῶν προκαλουμένων πολιτικῶν συζητήσεων· δεχόμεθα
145ἑπομένως προθύμως τὴν πρόκλησιν, τὴν δεχόμεθα δὲ τοσού-
146τῳ μᾶλλον εὐχαρίστως, ὅσῳ ἡ πολιτικὴ συζήτησις ἀφο-
147ρᾷ εἰς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, δῆλον ὅτι ἀφορᾷ εἰς
148θέμα, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει πρωτίστως καὶ τὴν Βουλὴν
149καὶ τὴν κοινωνίαν. Ἀπὸ πολλοῦ ἤδη χρόνου, κατὰ τὰ τε-
150λευταῖα πρὸ πάντων ἔτη, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα κατέστη
151παρ’ ἡμῖν τὸ πρωτεῦον ἐν ταῖς συζητήσεσι τοῦ Κοινοβουλίου,
152τὸ προκαλοῦν πρωτίστως τὴν προσοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ κοι-
153νοῦ καὶ τὸ ἀποτελοῦν τὴν κυριωτέραν ἀποστολὴν τῆς ἡμε-
154τέρας Κυβερνήσεως. Ἐπὶ ἐδάφους τοιούτου δεχόμεθα εὐχα-
155ρίστως τὴν συζήτησιν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι ἔσται δυνατὸν
156ἐξ αὐτῆς νὰ διαφωτισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία,
157ἔσται δυνατὸν νὰ διαλευκανθῶσιν ὅλαι αἱ ἀμφιβολίαι, ὅλοι οἱ
158ἐνδοιασμοὶ, οἱ προβληθέντες ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ
159μορφώσῃ δὲ ἀσφαλῆ γνώμην καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία
160περὶ τοῦ τίς ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ δίκαιον, ἡ Συμπολίτευσις,
161ἢ ὑποστηρίζουσα τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἢ ἡ Ἀντιπολί-
162τευσις, ἥτις καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνο-
163δον ᾐτιάθη καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς προβαλοῦσαν εἰς τὴν
164Βουλὴν, καὶ ἡμᾶς, ὡς ὑποστηρίξαντας τὸ οἰκονομικὸν σύ-
165στημα, τὸ λειτουργοῦν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο.
166Εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ
167τὴν πολιτικὴν ταύτην συζήτησιν ἔλαβεν ὡς πρόφασιν, ὅτι
168ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ
169Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέδραμεν ἐπὶ τὸ παρελθὸν καὶ
170ἀπηύθυνεν αἰτιάσεις καὶ μομφὰς κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
171Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλεν ἐκ καθή-
172κοντος, ἐπιβαλλομένου αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ὑπο-
173βάλλων τὸν Προϋπολογισμὸν, νὰ συνυποβάλῃ μετ’ αὐτοῦ
174καὶ ἀπολογισμὸν τῆς ληξάσης χρήσεως καὶ προσωρινὴν
175κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ὤφειλε
176δὲ, κατ’ ἐμέ, ἀνεξαρτήτως τοῦ τυπικοῦ τούτου λόγου, ἐξ
177ὑψηλοτέρου καθήκοντος, νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, προ-
178κειμένου περὶ τοῦ διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος Προϋπολογισμοῦ, οὐ
179μόνον ἅπαντα τὰ στοιχεῖα, τὰ δικαιολογοῦντα τοὺς διὰ τὸ
180μέλλον ὑπολογισμοὺς καὶ προβλέψεις, ἀλλὰ καὶ ὅλας τὰς
181πληροφορίας, ὅσαι ἠδύναντο νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλὴν περὶ
182τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως ψη-
183φισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ λειτουργοῦντος οἰκονομικοῦ
184συστήματος, καθ’ οὗ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ἀντιταχθῆ ζωη-
185ρῶς, παριστῶσα αὐτὸ ὡς ἀπρόσφορον καὶ ἐπιβλαβέστατον.
186Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, καὶ προσέσχον, ὅτε ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ
187Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡμίλει εἰσάγων τὸν Προϋπολογι-
188σμὸν, καὶ ἀνέγνων τὸν λόγον αὐτοῦ, οὐδαμοῦ δὲ εὗρον αἰ-
189τίασιν ἢ μομφὴν κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ὁ ἀξιό-
190τιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ἀφη-
191γηθῇ τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ὅτε κατὰ
192Μάϊον τοῦ 1886 παρέλαβε τὴν ἐξουσίαν, τοῦτο, ἐνῷ δὲν συνι-
193στᾷ αἰτίασιν κατὰ τῶν προκατόχων του, ἐπεβάλλετο αὐτῷ
194νὰ μὴ τὸ παραλείψῃ, διότι ὄντως ἦν δυσχερεστάτη ἡ κα-
195τάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκεί-
196νῃ, ἐπιβάλλουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν
197λῆψιν ἐκτάκτων μέτρων καὶ τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην
198τῶν ψηφισθεισῶν ἐπιβαρύνσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἦτο
199ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μὴ
200ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ Μάϊον τοῦ 1886
201αἱ ὀφειλαὶ τοῦ Δημοσίου, αἱ ἀμέσως ἀπαιτηταὶ ἢ αἱ ἐπιβάλ-
202λουσαι ἄμεσον πρόνοιαν, ἀνήρχοντο εἰς 92,000,000, ἐνῷ οἱ
203ἀπέναντι τῶν ὀφειλῶν αὐτῶν διαθέσιμοι πόροι ἀνήρχοντο
204εἰς μόνον 39,000,000; Ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν, νὰ
205μὴ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ χρήσεις τῶν ἐτῶν
2061885 καὶ 1886, τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων Προϋπολογι-
207σμῶν, κατέλιπον ἔλλειμμα 120,000,000; Πλὴν δὲ τῶν εἰς
208τοῦτο ἀφορώντων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέληξε τὸν λόγον
209ἀπευθύνας καί τινα ἀναγκαίαν συμβουλὴν πρὸς ἐκείνους,
210οἵτινες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον εἶχον
211συμβουλεύσει εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ παραδεχθῇ σύστημα
212οἰκονομικὸν, τοῦ ὁποίου βάσις καὶ σκοπὸς ἦτο ἡ ἀθέτησις
213τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους. Εἶπε, χωρὶς οὐδένα νὰ ὀνο-
214μάσῃ, ὅτι ἐπάναγκες εἶναι ἡ λέξις «χρεωκοπία» νὰ μὴ ἐξε-
215νεχθῇ τοῦ λοιποῦ ἐκ τοῦ βήματος τούτου, οὐδὲ νὰ προφέρηται
216ὑπό τινος τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, διότι καὶ ἡ
217ἁπλῆ διάδοσις, ὅτι εὑρίσκονται παρ’ ἡμῖν οἱ σκεπτόμενοι
218περὶ λύσεως ἐν τῇ ἀθετήσει τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους,
219παραβλάπτει οὐσιωδῶς αὐτὰ ταῦτα τὰ συμφέροντα τοῦ
220Κράτους καὶ παρακωλύει τὴν ὑλικὴν πρόοδον τοῦ Ἔθνους
221συλλήβδην. Ἀλλ’ οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἀξιότιμοι ρή-
222τορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔκριναν ἀναγκαῖον ἐν τῇ ἀρξα-
223μένῃ πολιτικῇ συζητήσει ν’ ἀναπτύξωσιν ἅπασαν αὐτῶν
224τὴν εὐφράδειαν, ὅπως ἀποδείξωσιν, ὅτι οὗτοι οὐδέποτε τὴν
225λέξιν «χρεωκοπία» ἐξήνεγκον. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰ ἐπι-
226τευχθέντα ἀποτελέσματα ἐκ τοῦ λειτουργοῦντος οἰκονομι-
227κοῦ συστήματος, πεισθέντες δὲ, ὅτι τὸ προταθὲν ὑπ’ αὐτῶν
228μέτρον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν Σύνοδον ἥκι-
229στα ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν
230ἡμῶν καὶ εἰς τὴν ὑλικὴν προαγωγὴν τῆς χώρας, εὗρον,
231ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ ἐμμείνωσιν εἰς τὰς γνώμας των ἐκείνας,
232ἐκ τούτου δὲ καλῶς ἐξηγεῖται ἡ καταβληθεῖσα νῦν ὑπ’
233αὐτῶν προσπάθεια ἵν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι αὐτοὶ οὐδέποτε συν-
234εβούλευσαν τὴν ἀθέτησιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους.
235§13Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καλλίτερον
236νὰ ὁμιλῆτε μόνον περὶ ὑμῶν καὶ ὄχι περὶ ἡμῶν; Νομίζομεν ὅτι
237δὲν εἶσθε ἁρμόδιος νὰ ὁμιλῆτε περὶ τοῦ τί φρονοῦμεν ἡμεῖς.
238§14ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ εἰς τὸν διακό-
239ψαντά με, ὅτι εἰς οὐδένα δίδω τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ κανονίσῃ
240τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, δεύτερον τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ
241μὲ διακόπτῃ, ἀφοῦ ἐγὼ οὐδέποτε διέκοψα αὐτὸν ὁμιλοῦντα,
242τέλος δὲ τῷ προσθέτω, ὅτι πᾶσαν κρίσιν, ἣν ἐντεῦθεν με-
243ταδίδω εἰς τὴν Βουλὴν, στηρίζω καὶ δικαιολογῶ πάντοτε
244διὰ τῶν κειμένων καὶ τῶν πραγμάτων.
245Ἐπειδὴ δὲ προκαλοῦμαι καὶ ἐπειδὴ δέον νὰ ἐκλίπῃ
246πᾶς ἐπὶ τούτῳ ἐνδοιασμὸς, εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀνα-
247γνώσω ὑμῖν ἐπίσημα κείμενα. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βου-
248λευτικὴν Σύνοδον ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξεπροσωπεῖτο ἐν τῇ
249ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας αὐτῆς,
250εἰσηγητὴς δὲ αὐτῆς ἦτο ὁ ἀξιότιμος φίλος μου ἐξ Ἄρτης
251βουλευτὴς κ. Καραπάνος, τὰς γνώμας δὲ τὰς ὑπὸ τῆς μειο-
252ψηφίας ὑποστηριχθείσας ἀπεδέξατο καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις,
253κατὰ τὸ πλεῖστον τοὐλάχιστον. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐγνωμάτευσε
254τότε ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ διερ-
255μηνεύουσα τὸ φρόνημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐν τῇ ἀπὸ 14
256Μαρτίου 1887 ἐκθέσει αὐτῆς (ἀναγινώσκει).
257«Μεταξὺ τοῦ πιθανοῦ τούτου ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων τοῦ
258»Δημοσίου καὶ τῶν δραχμῶν 93,270,000, ἃς ὁ Προϋπολο-
259»γισμὸς ἀναγράφει διὰ τὰς δαπάνας τοῦ 1887, ὑπάρχει ἔλ-
260»λειμμα δραχμῶν 23,270,000. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ὀφεί-
261»λομεν νὰ καλύψωμεν δι’ οἰκονομιῶν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ
262»εὕρωμεν τὰς οἰκονομίας ταύτας ἐν τῇ διοικήσει τοῦ τόπου
263»καὶ ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν τῷ ναυτικῷ ἡμῶν, δὲν ἠθέλομεν
264»διστάσει νὰ συστήσωμεν τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν,
265»τῶν ἀναγραφομένων διὰ τοὺς κλάδους τούτους, Ἀλλ’ ἐπὶ
266»ποσοῦ δραχμῶν 51,017,235, εἰς ὃ κατὰ τὸν Προϋπολογι-
267»σμὸν ἀνέρχεται τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν τῶν κλάδων τούτων
268»τῆς ἐν γένει διοικήσεως τοῦ Κράτους, δὲν νομίζομεν, ὅτι
269»εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεύρωμεν οἰκονομίας, ἀνερχομένας εἰς τὸ
270»ποσὸν τῶν 23,270,000 δραχμῶν, χωρὶς νὰ παραλύσωμεν
271»τὴν λειτουργίαν αὐτῶν καὶ χωρὶς νὰ καταστήσωμεν ἀδύ-
272»νατον οὐ μόνον τὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας καὶ τὴν ὑπερά-
273»σπισιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων, ἀλλὰ καὶ τὴν εἴσ-
274»πραξιν αὐτὴν τῶν 70,000,000 δραχμῶν, τὴν ὁποίαν θεω-
275»ροῦμεν δυνατὴν διὰ καλῆς καὶ βελτιωμένης διοικήσεως
276»τοῦ τόπου. Ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν δι’ ὀργανικῶν
277»μεταῤῥυθμίσεων καὶ ἐν τοῖς κλάδοις τούτοις σπουδαίας
278»οἰκονομίας, ἀλλὰ μόνον τόσας, ὅσαι εἶναι δυναταὶ ἄνευ
279»παραλύσεως τῆς καλῆς αὐτῶν λειτουργίας. Αἱ οἰκονομίαι
280»δὲ αὗται δὲν δύνανται νὰ φθάσωσι τὸ ποσὸν τῶν 23,270,
281»000 δραχμῶν, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ οἰκονομήσωμεν. Ὅθεν
282»μοιραίως θεωροῦμεν ἐπιβαλλομένην τὴν ἀνάγκην νὰ ζητή-
283»σωμεν μέρος τῶν ἀναγκαίων οἰκονομιῶν καὶ εἰς τὸ κεφά-
284»λαιον τοῦ δημοσίου χρέους. Τοῦτο, ὡς ἀνεπτύξαμεν ἤδη,
285»παρεδέχθη καὶ ἡ Κυβέρνησις. Παρεδέχθη ὅμως αὐτὸ ἐν
286»μέτρῳ, μὴ θεραπεύοντι τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν ἀνάγκας, καὶ
287»κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον δὲν θεωροῦμεν ὡς κατάλληλον ἵνα
288»συντελέσῃ ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονο-
289»μικῆς ἡμῶν πίστεως διὰ τῆς ἀνελλιποῦς ἀποτίσεως τῶν
290»ὀφειλῶν ἡμῶν, ὅταν ἡ ἀνάπτυξις τῶν παραγωγικῶν τοῦ
291»τόπου δυνάμεων ἐπιτρέψῃ τοῦτο. Ὅπως ἐπιτύχωμεν θε-
292»τικὸν ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νομίζομεν, ὅτι ὀφείλο-
293»μεν νὰ ἐπιζητήσωμεν καὶ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου
294»χρέους οἰκονομίαν σπουδαιοτέραν ἐκείνης, ἣν ἐζήτησεν ἡ
295»Κυβέρνησις διὰ τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τῶν 6, τῶν
296»25 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, νὰ ἐπιζητήσωμεν δὲ ταύ-
297»την χωρὶς νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς δανειστὰς ἡμῶν ὁριστι-
298»κὴν καὶ ἀμετάτρεπτον ἀπώλειαν ποσοῦ τινος ἐκ τῶν εἰς
299»αὐτοὺς ὀφειλομένων, ὅπως ἐν μέρει ἐπιβάλλει αὐτὴν ἡ μετα-
300»τροπὴ αὕτη.
301»Πιστεύομεν ὅμως, ὅτι τὴν οἰκονομίαν, ἣν θεωροῦμεν
302»ἀναγκαίαν νὰ ἐπιζητήσωμεν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ δημο-
303»σίου χρέους, δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς
304»πληρωμῆς τοῦ χρεωλυσίου τῶν κυριωτέρων δανείων ἡμῶν,
305»καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἀνεπαρκὴς
306»πρὸς ἐπίτευξιν θετικοῦ καὶ ἀναμφισβητήτου ἰσοζυγίου τοῦ
307»Προϋπολογισμοῦ, δι’ ἑτέρου ἐπὶ τῶν δανείων ἡμῶν οἰκονο-
308»μικοῦ συνδυασμοῦ, ἐξασφαλίζοντος τοιοῦτον ἰσοζύγιον.»
309Δὲν εἶναι δὲ μόνον ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπι-
310τροπῆς, ἧς ἀνέγνωσα ὑμῖν ἀπόσπασμα, ἡ συμβουλεύσασα
311τὴν ἀναβολὴν τοῦ χρεωλυσίου καί, ἐν ἀνεπαρκείᾳ αὐτῆς,
312τὴν ἀναβολὴν καὶ ἑτέρου μέρους τῆς διὰ τὰ δάνειά μας
313ὀφειλῆς. Τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς γνώ-
314μην ὑπεστήριξαν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοὶ οἱ πρωτεύον-
315τες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως Βουλευταί. Πρῶτος δὲ ὁ ἀξιότιμος
316ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, ὅστις πρὸ ὀλίγου μὲ διέκοψεν, ἐν
317τῷ συμπεράσματι τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον τότε ἀπήγγειλεν
318ἐν τῇ συζητήσει τοῦ διὰ τὸ τρέχον ἔτος 1887 Προϋπολο-
319γισμοῦ, ἰδοὺ αὐταῖς λέξεσι πῶς διετύπωσε τὴν ἑαυτοῦ
320γνώμην·
321«Ὅθεν δὲν μένουσιν εἰμὴ οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια....
322....Πρὸς τοὺς δανειστάς μας πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς
323»καὶ εὐπαῤῥησιάστως νὰ εἴπωμεν αὐτοῖς, ὡς ὁ ἔμπορος, τοῦ
324»ὁποίου ἠστόχησαν αἱ ἐργασίαι. Νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτούς:
325»ἔλθετε νὰ συνενοηθῶμεν. Δὲν ἀρνούμεθα τὴν ὀφειλὴν, ἀλ-
326»λὰ θ’ ἀναβάλωμεν νὰ σᾶς πληρώσωμεν. Καὶ εὐθὺς ὡς παρ-
327»έλθει ἡ στενοχωρία, ἀναδεχόμεθα τὴν πληρωμήν».
328Πλὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ἀνῆλθεν
329ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἐν τῇ αὐτῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ διὰ
330τὸ 1887 Προϋπολογισμοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βου-
331λευτὴς κ. Καραπάνος, ὁ καὶ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας
332τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ οὗτος δὲ ἐν τῷ συμπεράσματι τῆς
333ὁμιλίας αὐτοῦ ἰδοὺ αὐταῖς λέξεσι πῶς διετύπωσε τὴν γνώ-
334μην του (ἀναγινώσκει):
335«Ὅταν δὲν δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν ἰσοζύγιον βέβαιον καὶ
336»ἀναμφισβήτητον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡμῶν, τότε οὐ μό-
337»νον δικαιούμεθα, ἀλλὰ καὶ ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν παρὰ
338»τῶν δανειστῶν ἡμῶν συγκαταβάσεις καὶ θυσίας τοιαύτας,
339»αἵτινες νὰ ἐπιτρέψωσιν ἡμῖν νὰ μὴ συντρίψωμεν τὰς πα-
340»ραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου. Τὸ κεφάλαιον, ὅπερ τοιοῦ-
341»τον φέρει χαρακτῆρα, εἶναι τὸ τῶν χρεωλύτρων, τῶν
342»ὁποίων δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν τὴν πληρωμὴν, μέχρις ὅτου
343»δι’ ἐπιτυχίας θετικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν
344»ὀργανώσωμεν τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν πράγματα κατὰ τρόπον
345»βοηθοῦντα τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πόρων ἡμῶν καὶ ἐπιτρέ-
346»ποντα τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς........................
347»Διὰ τῶν οἰκονομιῶν τούτων θὰ ἐλαττώσωμεν τὸ κεφά-
348»λαιον τῶν δαπανῶν ἡμῶν κατὰ 14,500,000, θὰ μᾶς μεί-
349νῃ δὲ ἔλλειμμα 8,500,000....................... Τὴν
350»κάλυψιν τοῦ κλάσματος τούτου τοῦ ἐλλείμματος θὰ
351»ζητήσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ συνεννοήσεως μετὰ τῶν δα-
352»νειστῶν ἡμῶν, δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν πολλῶν δυνατῶν οἰκονομι-
353»κῶν συνδυασμῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἄνευ βλάβης αὐτῶν θὰ
354»δύνανται οὗτοι νὰ μᾶς εὐκολύνωσιν, ἀπαλλάττοντες ἡμᾶς
355»τῆς ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης, ν’ ἀναβάλωμεν τὴν πληρω-
356»μὴν καὶ ἑτέρου μέρους τῶν δανείων ἡμῶν, χάριν τῆς σωτη-
357»ρίας καὶ τοῦ τόπου καὶ τῶν συμφερόντων τῶν δανειστῶν
358»αὐτοῦ.»
359§15ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρόκειτο περὶ συνεν-
360νοήσεως μετὰ τῶν δανειστῶν.
361§16ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ συνεννοήσεως μετὰ
362τῶν δανειστῶν, διότι γνωστὸν εἶναι εἰς αὐτοὺς, τοὺς τὰ μέτρα
363ταῦτα συμβουλεύοντας εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι οὐδεὶς τῶν
364δανειστῶν οἴκοθεν ἤθελε δεχθῆ τὴν ἐλάττωσιν τῆς περιου-
365σίας του. Ὁ ἀξιότιμος μάλιστα ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς ὡμο-
366λόγησε κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν, ὅτι πολλοὶ τῶν
367κατόχων ἡμετέρων χρεωγράφων εἰσὶ κερδοσκόποι, ὡς τοιοῦ-
368τοι δὲ οὐδέποτε ἤθελον συναινέσει οἴκοθεν εἰς τὴν ὑποτίμη-
369σιν τῶν χρεωγράφων. Ἡ προσθήκη δὲ τοῦ αὐτοῦ Βουλευ-
370τοῦ, ὅτι ὡμίλησε τελευταίως μετὰ πολλῶν, κατεχόντων
371ἡμέτερα χρεώγραφα, οὐδεμίαν ἔχει πρακτικὴν ἀξίαν, καθόσον
372αἱ συγκαταθέσεις τῶν δανειστῶν δίδονται ἐν συνελεύσεσιν, ἃς
373προκαλοῦσι κατὰ Νόμον οἱ πτωχεύοντες ὀφειλέται. Ἐπρό-
374κειτο νὰ ληφθῇ μέτρον νομοθετικὸν, καὶ τοιοῦτο συνεβού-
375λευεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ. Ἡ Ἀντιπολί-
376τευσις προέτεινεν, οὐ μόνον ν’ ἀποκόψῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
377Κράτους ἡμῶν τὰ χρεωλύσια, ἀλλὰ νὰ ἀποκόψῃ καὶ μέρος
378τῶν τόκων. Τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων ἡμῶν δὲν ἀνέρχον-
379ται εἰμὴ εἰς 4,000,000 δραχμῶν, τὸ δὲ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον
380ἐπρόκειτο νὰ καλυφθῇ, ἀνήρχετο εἰς 23,000,000 κατὰ τὴν
381ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς 20,000,000 δὲ
382κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας. Ἐπρόκειτο λοιπὸν ἐν τῷ
383κεφαλαίῳ τοῦ δημοσίου χρέους νὰ ζητηθῇ περικοπὴ ἐξ
38420,000,000· ὅταν δὲ ἐπρόκειτο ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν
385χρεωλυσίων νὰ κερδήσωμεν μόνον 4,000,000, βεβαίως,
386μοιραίως καὶ ἀναγκαίως ἔπρεπε τὰ ὑπόλοιπα 16,000,000
387νὰ τὰ ἀποκόψωμεν ἐκ τῶν τόκων.
388Καὶ τότε εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὅμοιον ἦν
389τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὸ
3901875 ἔλαβεν διὰ τοῦ ἐκδοθέντος τότε ἰραδὲ, ἤτοι αὐτοκρα-
391τορικοῦ Διατάγματος. Δὲν εἶπεν, ὅτι ἀναστέλλει τὰς πλη-
392ρωμὰς ἐν γένει τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου· εἶπεν ἀκρι-
393βῶς ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς συνεβούλευε καὶ
394ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεώς του. Διὰ τοῦ
395αὐτοκρατορικοῦ ἐκείνου Διατάγματος ἡ Ὀθωμανικὴ Κυ-
396βέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονο-
397μικῶν αὐτῆς ἀναβάλλει τὴν πρὸς τοὺς δανειστὰς της πλη-
398ρωμὴν τοῦ ἡμίσεος τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου, διὰ δὲ
399τὸ ἀναστελλόμενον ἥμισυ τοῦτο τῆς ὀφειλῆς της θὰ ἐκδώ-
400σῃ νέα χρεώγραφα, ἐξασφαλίζοντα τὴν ἐν τῷ μέλλοντι πλη-
401ρωμὴν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ αὐτοκρατορικὸν αὐτὸ Διάταγμα
402ἐθεωρήθη, καὶ εὐλόγως, ὡς ἐπίσημον κήρυγμα τῆς χρεωκο-
403πίας. Πάντες δὲ γινώσκομεν τὰς ἐπελθούσας ὡς ἐκ τούτου
404καταστροφὰς ἐν τῇ ὁμόρῳ ἐπικρατείᾳ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸν
405ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφόν μας διακρίνει ἔκτακτον
406θάῤῥος, διότι, ὅτε τότε ὡμίλουν, ἠθέλησε νὰ μὲ διακόψῃ
407λέγων μοι, ὅτι δὲν ἐγένετο τοῦτο, ἀλλ’ ἐξεδόθη Διάταγμα
408αὐτοκρατορικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεστάλη ἐν γένει ἡ πλη-
409ρωμὴ παντὸς ποσοῦ, ἀναγομένου εἰς τὸ δημόσιον χρέος· προσ-
410ήγαγον ὅμως εἰς αὐτὸν τὸ ἐκ συμπτώσεως εὑρεθὲν εἰς τὴν
411Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ αὐτοκρατορικῇ ἐφημερίδι
412δημοσιευθὲν αὐτοκρατορικὸν Διάταγμα, χρονολογούμενον, ἂν
413δὲν ἀπατῶμαι, τῇ 14 Σεπτεμβρίου 1875.
414Ἡμεῖς ὁμολογουμένως ἐλυπήθημεν, ὅτε τοιαύτας ἰδέας
415ἠκούομεν ἐκ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ σπουδαίων πολιτευ-
416τῶν ἀπαγγελλομένας· ἐλυπήθημεν δὲ ἰδίως, διότι ἐγινώσκο-
417μεν, ὁποίας θὰ εἶχον συνεπείας ἐπὶ τῆς δημοσίας ἡμῶν πί-
418στεως. Χαίρομεν δὲ ἐκ καρδίας σήμερον βλέποντες αὐτοὺς
419ἐκείνους, οἵτινες τότε συνεβούλευον τὴν ἀποκοπὴν τῶν
420χρεωλυσίων καὶ μέρους τῶν τόκων, δηλαδὴ τὴν χρεω-
421κοπίαν, μεταμελομένους καὶ ἐκ παντὸς τρόπου προσ-
422παθοῦντας ν’ ἀποδείξωσιν ἑαυτοὺς ὡς μὴ ἔχοντας τὴν
423γνώμην ταύτην. Καίπερ ὅμως χαίροντες ἐπὶ τῇ με-
424ταμελείᾳ των, φρονοῦμεν οὐχ ἧττον, ὅτι δὲν ἔχουσι δί-
425καιον ἰσχυριζόμενοι, ὅτι δὲν ἔχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίω-
426μα, προκειμένης συζητήσεως πολιτικῆς ἐπὶ τῶν οἰκονο-
427μικῶν ἡμῶν πραγμάτων, νὰ μὴ συμβουλεύωμεν, ὄχι μόνον
428εἰς τοὺς τὴν τοιαύτην γνώμην ἐξενεγκόντας ἀξιοτίμους ρή-
429τορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα Συνάδελ-
430φον, νὰ μὴ ἐξενέγκῃ τοῦ λοιποῦ τοιαύτην λέξιν, διότι καὶ
431ἡ λέξις αὕτη μόνη, ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ προφερομένη, δύνα-
432ται νὰ παραβλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Οὐδεὶς δύναται
433λοιπὸν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ συμβουλὴ, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιό-
434τιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, περατῶν τὸν
435εἰσιτήριον αὐτοῦ λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888,
436ἔδωκε, νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ἡ λέξις «χρεωκοπία», ἤτοι νὰ
437μὴ γίνηται τοῦ λοιποῦ λόγος περὶ ἀθετήσεως τῶν ὑπὸ τοῦ
438Κράτους ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων, δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ. Ἡ
439συμβουλὴ ὅμως αὕτη δὲν εἶναι αἰτίασις ἢ μομφὴ κατά τινος.
440Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ αὐτὸς Πρωθυπουργὸς, ἀφη-
441γούμενος τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἐν μηνὶ Μαΐῳ τοῦ
4421886, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, ἐμέμφετό τινα τῶν προκατό-
443χων αὐτοῦ. Ἄλλοι ἦσαν οἱ ἀνελθόντες ἐπὶ τὴν ἐξουσίαν καὶ
444ὑπολαβόντες, ὅτι πρώτιστον καθῆκον αὐτῶν ἦτο νὰ παρα-
445στήσωσι τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου καθ’
446ὑπερβολὴν οἰκτρὰν καὶ ἀπελπιστικὴν καὶ ἀναβάλλοντες τὴν
447ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους νὰ ἰσχυρίζωνται,
448ὅτι αἴτιος τῆς ἐπαγομένης τὴν ἀναστολὴν καταστάσεως ἦτο
449ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ποῖος ἐξ ἡμῶν, ὅσοι ἐτυγχάνομεν
450μέλη τῆς Βουλῆς ἐκείνης, δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ
451Ἀρκαδίας βουλευτὴς, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς
452τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπο-
453λογισμὸν τοῦ 1885, οὐ μόνον τὰ ἐλλείμματα τῶν προηγου-
454μένων διαχειρίσεων μετέδιδε μεθ’ ὑπερβολῆς, οὐ μόνον τὴν
455κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων παρίστανεν
456εἰς τὴν Βουλὴν ὡς οἰκτροτάτην, ἀλλὰ νομίζων, ὅτι ἠδύ-
457νατο ἡ ἐντύπωσις νὰ ἦναι ἰσχυροτέρα, νομίζων, ὅτι ἀπηλ-
458λάσσετο τῆς ἐπιβαρυνούσης αὐτὸν εὐθύνης, διεκήρυττε
459καὶ ἐζήτει ἐπιμόνως νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐξ ἀπογραφῆς
460κληρονόμος; Ποῖος ἐξ ἡμῶν δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι ἐπὶ μῆνα
461ὁλόκληρον δὲν ἠσχολεῖτο εἴς τι ἄλλο, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καταρ-
462τίσῃ τὸ φωτογράφημα, ὡς οὗτος ἀπεκάλει αὐτὸ, τῆς οἰ-
463κτρᾶς οἰκονομικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησεν
464εἰς αὐτὸν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις;
465§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους
466δὲν εὑρέθησαν εἰμὴ εἴκοσι πέντε δραχμαί.
467§18ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς. Ὁ ἀξιό-
468τιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔν τινι συνεδριά-
469σει κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐπειδὴ περὶ τούτου
470ἐγένετο λόγος, ἀνήνεγκεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατ’ Ἀπρίλιον
471τοῦ 1885 ἡ τότε Κυβέρνησις παρέλαβεν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ
472Κράτους 12,000,000, ἅτινα ἀκριβῶς ἐσημειώθησαν εἰς χρή-
473ματα καὶ εἰς παραστατικὰ χρημάτων, παρέλαβε προσέτι
474ἔντοκα γραμμάτια ἀδιάθετα δραχ. 900,000, παρέλαβεν ἐξ
475ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ παρὰ τῇ Τραπέζῃ Ἠπειροθεσσαλίας
476ἀπαιτητὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν πάσῃ στιγμῇ δρ.350,000,
477παρέλαβε κατατεθειμένας παρὰ ταῖς Τραπέζαις ἀπέναντι
478τῶν δόσεων τῶν δανείων, ἀλλὰ μὴ εἰσέτι ἀπαιτητὰς, 800,
479000, παρέλαβεν ὁμολογίας πολλῶν ἑκατομμυρίων ἀδιαθέ-
480τους τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, παρέλαβε, τέλος, κατηρ-
481γημένην τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἤτοι τὴν εὐκολίαν
482ἐκδόσεως γραμματίων, ἥν καὶ ἐχρησιμοποίησεν ἡ Κυβέρνη-
483σις τοῦ Ἀπριλίου 1885 πρὸς πορισμὸν χρημάτων.
484Ἀπαντήσας εἰς τὸν διακόψαντά με ἀξιότιμον ἐκ Μεσση-
485νίας βουλευτὴν, ἐξακολουθῶ: Ἐνῷ δὲ τοιαύτην παρίστα τὴν
486οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἐφρόνει, ὅτι ἠδύνατο
487νὰ ἐπιτύχῃ τὴν βελτίωσιν αὐτῆς, προβάλλων εἰς τὴν Βου-
488λὴν τὴν ἀνατροπὴν τῆς οἰκονομικῆς νομοθεσίας, ἥτις τῇ
489εἰσηγήσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἶχε ψηφισθῆ. Διὰ
490τῶν νέων δὲ Νόμων, τοὺς ὁποίους τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ ἐψή-
491φισεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, κατήργησε τοὺς οἰκονομικοὺς καὶ φο-
492ρολογικοὺς νόμους, οἵτινες τότε μόλις ἤρξαντο λειτουργοῦν-
493τες καὶ ἀποφέροντες αἰσιωτάτους καρπούς. Ὅτε δὲ ἡμεῖς
494ὡς Ἀντιπολίτευσις τότε ἐκηρυσσόμεθα κατὰ πάσης μεταῤ-
495ῥυθμίσεως, ἢ μᾶλλον κατὰ πάσης ἐλαττώσεως τῶν φόρων,
496ὅτε δι’ ἐπιχειρημάτων βασίμων ἀπεδεικνύομεν, ὅτι ἐπρόκειτο
497τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ὑποστῇ βλάβην σπουδαίαν ἐκ τῆς
498ψηφίσεως τῶν προβαλλομένων ὑπ’ αὐτοῦ Νόμων, τότε ἢ οὐ-
499δὲν ἀπήντα, ἢ περιωρίζετο εἰς τὴν παρατήρησιν, ὅτι,
500ἐπειδὴ συντασσόμεθα πρὸς τὸν προκάτοχον αὐτοῦ, τὸν τὴν
501κατάστασιν ταύτην δημιουργήσαντα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχω-
502μεν ὀρθὰς γνώμας ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου πραγ-
503μάτων. Ἀνέτρεψε τὸν Νόμον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ
504καὶ εἰσήγαγε νέον σύστημα, τοῦ ὁποίου προείδομεν ἔκτοτε
505τὰ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα, βεβαιωθέντα βραδύτερον ἐκ
506τῶν πραγμάτων· κατήργησε τὸν Νόμον περὶ σιγαροχάρτου,
507καίτοι βραδύτερον ὁ ἴδιος μεταμεληθεὶς διετήρησεν αὐτὸν
508ἐν ἐνεργείᾳ· ἠλάττωσε τὸν ἔγγειον φόρον τοῦ ἐλαίου καὶ ἐν
509γένει προῆλθεν εἰς μέτρα προδήλως ἐλαττοῦντα τὰς δη-
510μοσίας προσόδους, ὡσανεὶ ἦτο ἀνθηρὰ ἡ οἰκονομικὴ κατά-
511στασις καὶ ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὸν νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς φόρους.
512Τοιαύτη ἐφρόνει, ὅτι ἦτο ἡ ἀποστολὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐκεί-
513νης, διότι, ὡς ἔλεγεν, ἔπρεπε διὰ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν
514ἐπαγγελιῶν αὐτοῦ ὡς ἀντιπολιτευομένου νὰ δημιουργήσῃ
515σύνδεσμον μεταξὺ τῶν πολιτευομένων καὶ τοῦ λαοῦ. Μό-
516νον δὲ κατὰ τὴν Βʹ. Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἀνεγνώρισε
517τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἐνῷ ἐν ἀρχῇ ἐνό-
518μιζεν, ὅτι διὰ μόνων τῶν οἰκονομιῶν, κατὰ τὰς πρὸς τὸν
519λαὸν ἐπαγγελίας αὐτοῦ ὡς ἀντιπολιτευομένου, ἠδύνατο νὰ
520ἐπιτύχῃ ἢ προσεγγίσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
521Ἔφερε τῷ ὄντι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οἰκονομίας ἐκ 5½,
522ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἑκατομμυρίων ὀνομαστικῶν, ἀλλ’ ἐξ
523αὐτῶν μόνον 1½ ἑκατομμύριον ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς
524ἀναφερόμενον εἰς πραγματικὰς οἰκονομίας, ἤτοι εἰς περικο-
525πὴν δαπανῶν, αἵτινες ἄλλως ἦσαν ἀναγκαῖαι πρὸς λειτουρ-
526γείαν τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς.
527Μὲ τοιοῦτον οἰκονομικὸν πρόγραμμα ἦλθεν ἐνώπιον τῆς
528Βουλῆς, εἰσηγούμενος πρὸς αὐτὴν Προϋπολογισμὸν ἑτερο-
529σκελῆ, παριστῶντα ἔλλειμμα 11 ἑκατομμυρίων. Ὅτε δὲ
530τὸν προσεκαλοῦμεν νὰ δηλώσῃ τὰς γνώμας αὐτοῦ περὶ τοῦ
531τρόπου, καθ’ ὃν καλυφθήσεται τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ, ἀπέσχεν
532ἐν ἀρχῇ πάσης δηλώσεως, κατὰ δὲ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου
533ἐδήλωσε μόνον, ὅτι θὰ πληρώσῃ αὐτὸ δι’ ἐντόκων γραμμα-
534τίων καὶ διὰ τῆς ἀδείας, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, πρὸς πώλησιν
535τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καίτοι
536ὡς πρὸς αὐτάς, μὴ προνοήσας ἐγκαίρως, εὑρέθη ἐν ὥρᾳ, καθ’
537ἣν ἡ προσφορὰ ἦτο πολὺ κατωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν
538ἤθελεν ἐπιτύχει, ἐὰν ἐμερίμνα ἐγκαίρως.
539Δὲν εἶχε λοιπὸν δικαίωμα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βου-
540λευτής, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας σεβαστός μοι φί-
541λος κ. Σωτηρόπουλος, νὰ λαμβάνωσιν ἀφετηρίαν τῆς ἀρξα-
542μένης ὑπ’ αὐτῶν πολιτικῆς συζητήσεως τὸν λόγον τοῦ κ.
543Πρωθυπουργοῦ, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἐξέδραμεν εἰς τὸ παρελθὸν
544καὶ ἀπηύθυνεν αἰτιάσεις κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
545Ἀλλὰ μήπως ἔπαυσαν αἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως αἰ-
546τιάσεις κατὰ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, τοῦ διοικήσαντος
547τὰ κοινὰ κατὰ τὰ ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884! Ἀπὸ τοῦ
5481885, ὅτε μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου
549συνήλθομεν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ, δὲν παύομεν
550ἀκούοντες τῶν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου ἐγκλήσεων τῶν
551ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὡς ἀντιπολιτευομένων
552καὶ ὡς διαχειριζομένων τὰ κοινά. Κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν
553τὴν πολιτικήν, ἥτις ἤδη ἤρξατο, ἠκούσατε πάλιν ἐπανα-
554λαμβανομένας τὰς αἰτιάσεις ταύτας. Αἱ μομφαὶ αὗται ἐπα-
555νειλημμένως ἀνῃρέθησαν δι’ ἀριθμῶν, ἐξηγμένων ἐκ τῶν
556δημοσίων βιβλίων, καὶ διὰ τῶν πραγμάτων· καὶ ὅμως οἱ
557ἀξιότιμοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥήτορες ἐπανερχόμενοι ἐπα-
558ναλαμβάνουσι τὰς αὐτὰς αἰτιάσεις. Μίαν μόνην αἰτίασιν
559δὲν ἠκούσαμεν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας συζητήσεις,
560τὴν αἰτίασιν, ἣν ἠκούσαμεν κατὰ δύο ἄλλας παρελθούσας
561Συνόδους, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ νῦν
562Πρωθυπουργοῦ, ἐδανείσθη 300 ἑκατομμύρια καὶ τὰ ἐσπα-
563τάλησε πάντα, χωρὶς οὐδὲ ὀβολὸν νὰ προσθέσῃ εἰς τὰς δη-
564μοσίας ἀποθήκας καὶ οὐδὲν νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς βελτιώ-
565σεως τῶν κοινῶν. Μόνον ἡ αἰτίασις αὕτη δὲν ἐπανελήφθη,
566ἐκ τοῦ φόβου βεβαίως, ὅτι ἡ δι’ ἀριθμῶν ἀναίρεσις αὐτῆς,
567ἐπαναλαμβανομένη τρίτην φορὰν, δὲν ἤθελεν ὠφελήσει αὐ-
568τοὺς πολιτικῶς. Ἠκούσαμεν ὅμως ἐπαναληφθείσας ἄλλας.
569Ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ περιορι-
570σθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ πα-
571ρελθόντος καὶ τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀλλ’ εὗρεν, ὅτι ἔπρεπε
572διὰ ῥητορικῆς ἀποστροφῆς νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν
573τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κοινοῦ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐτῶν
5741882–1884, ἵνα παραστήσῃ τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν ὡς
575μηδεμίαν ἐμπνέοντα ἐμπιστοσύνην δι’ ὧν δίδει διαβεβαιώ-
576σεων περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἰσοζυγίου. Μᾶς εἶπε χθές, ὅτι
577τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ
5781882, παρέλαβεν ἐκ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως 2 ἢ
57930 ἑκατομμύρια, ὅτι παρέλαβε κινητὸν ὑλικὸν καὶ ὅτι ἅπαν
580ἐκεῖνο τὸ περίσσευμα τὸ ἐδαπάνησεν, ἐδαπάνησε δὲ καὶ ὅσα
581εἰσέπραξεν ἐκ τῶν πολλῶν φόρων, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν
582ὁποίων εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν, διὰ τῆς ἀδικαιολογήτου
583ἐξογκώσεως τῶν δαπανῶν.
584Τοιαῦται αἰτιάσεις, ἐκφερόμεναι ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
585του ὑπὸ σπουδαίου πολιτευτοῦ, οἷος ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσ-
586σηνίας βουλευτής, ἀφίνουσι βεβαίως ἐντυπώσεις ἐπὶ τῶν
587ἀκροατῶν· τοιοῦτος δὲ βεβαίως ἦτο ὁ πολιτικὸς σκο-
588πὸς, δι’ ὃν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐπανέλαβε πάλιν χθὲς
589ὅ,τι ἄλλοτε εἶπε. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, νὰ μοὶ
590ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ἐπὶ
591τῶν δύο αὐτῶν αἰτιάσεων εἶχον δώσει εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν
592κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Νομίζω ταύτην ἐπαρκῆ
593καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ ἐκ νέου εἰς τὴν διὰ
594τῆς ἀπαντήσεώς μου ἐκείνης δοθεῖσαν εἰλικρινῆ καὶ ἀκριβῆ
595τῶν πραγμάτων παράστασιν.
596Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις, ἣν ἔδωκα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύ-
597νοδον (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἐλέχθη εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν, τὴν
598διαλυθεῖσαν, καὶ νῦν ἐπανελήφθη, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυ-
599βερνήσεως εἶχεν ἀρχῆθεν τάσιν, καὶ σήμερον ἀκόμη εὑρίσκεται
600ἐμπεφορημένος ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐλαττώματος, ν’ αὐξάνῃ τὰς
601δαπάνας, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατώρθωσε τὸν Προϋπολογι-
602σμὸν τοῦ Κράτους ἀπὸ 53 ἢ 54 ἑκατομμυρίων, εἰς τὰ ὁποῖα
603ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1880, νὰ τὸν ἀναβιβάσῃ εἰς 96 ἑκα-
604τομμύρια. Βεβαίως, ὅταν τις ἀκούσῃ διαφορὰν 40 ἑκατομ-
605μυρίων, ἐκ πρώτης ἐντυπώσεως νομίζει, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος
606τῆς Κυβερνήσεως, ὁ διαχειρισάμενος τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
607τόπου κατὰ τὰ παρελθόντα τρία ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884,
608βεβαίως προσέθηκε δαπάνας, αἵτινες δὲν ἦσαν ἀπαραιτή-
609τως ἀναγκαῖαι. Αὐτὴ αὕτη ἡ αἰτίασις εἶχε προβληθῆ, συ-
610ζητουμένου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
6111883, τότε δὲ αὐτὸς ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς
612Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν, παρετήρησεν, ὅτι αἱ
613παρατηρούμεναι αὐξήσεις εἰς τὰ ἔξοδα ἐπεβάλλοντο ὑπὸ
614ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων, ἀπαραιτήτων καὶ ἀναποφεύκτων, διὰ
615τὰς ὁποίας ἄλλως δὲν ἦτο αὐτὸς ὑπεύθυνος. Συγκρίνων δὲ
616τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 πρὸς τὸν τοῦ 1880, εἶπε
617τότε, ὅτι
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
618διά τὰς νέας Ἐπαρχίας, εἶχε προστεθή δαπάνη περίπου Δραχ. 4,000,000
619διὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων » 800,000
620 » 120 » » 8,000,000
621ἔξοδα ὁδοποιΐας » 1,000,000
622ἔξοδα ὑπηρεσίας δανείου » 1,500,000
623συντάξεις πολιτικῶν ὑπαλλήλων » 300,000
624συντήρησιν καταδίκων » 100,000
625ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας (ἔχοντα ἀνάλογον αὔξησιν ἐσόδων)» 1,498,000
626Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν » 7,300,000
627» Ναυτικῶν » 2,300,000
628Τὸ ὅλον » 26,798,000
629«Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς διαφορᾶς, ἥτις παρουσιάζεται
630ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1880 καὶ 1883, κρίνω ἀναγ-
631καῖον νὰ συγκρίνω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 καὶ πρὸς
632αὐτὸν τοῦτον τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’
633ὄψει. Ὅσοι ἦσθε Βουλευταὶ κατὰ τὸ 1880, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ
634τότε ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξου-
635σίαν μὲ πρόγραμμα οἰκονομικὸν, πράγματι δὲ ἁπάσας τὰς
636οἰκονομίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐπαγγελθῆ ἐντὸς τῆς αἰθούσης
637ταύτης, τὰς ἐπραγματοποίησεν ἅμα ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν
638τῶν οἰκονομικῶν· οὕτω δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880
639ἐκρίθη ὑφ’ ὅλων τῶν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολουμένων ὡς
640εἷς τῶν οἰκονομικωτέρων Προϋπολογισμῶν. Ὁ Προϋπολογι-
641σμὸς τοῦ 1880 ἀνεβίβασε τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους εἰς
642δραχ. 53,000,000 περίπου· τίς εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ
643Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, πρὸς τὸν
644Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880; Μεγίστη καὶ κεφαλαιώδης δια-
645φορὰ εἶναι εἰς τὸ δημόσιον χρέος, ἀνερχομένη εἰς τὸ οὐ σμι-
646κρὸν ποσὸν τῶν δραχμῶν 25,384,358. Δεύτερον, εἰς τὰς
647συντάξεις, 728,566. Τρίτον, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
648τιωτικῶν, 8,173,183. Τέταρτον, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
649Ναυτικῶν, 1,768,066, καὶ πέμπτον, εἰς τὰ ἔξοδα ἐπιστα-
650σίας καὶ διοικήσεως, 4,341,135. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ἡ διαφορὰ
651αὕτη ἀνέρχεται εἰς 40,395,308. Ἀφαιρέσατε ἐκ τοῦ ποσοῦ
652τούτου τὴν διαφορὰν ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
6531880 συνετάχθη εἰς παλαιὰς δραχμὰς, ἐνῷ ὁ τοῦ 1887
654ἐμφαίνει νέας δραχμὰς, ἀλλὰ προσθέσατε τὰς δαπάνας, τὰς
655ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ διοίκησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ θέ-
656λετε ἴδει, ὅτι ἔχομεν τὸν αὐτὸν σχεδὸν Προϋπολογισμόν.
657«ΜΠΑΣΙΑΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων
658εἶναι ἐξωγκωμένοι οἱ ἀριθμοί.
659«ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι οἱ πραγματικοὶ ἀριθμοὶ, τοὺς
660ὁποίους ἐκ καταστάσεως λεπτομεροῦς λαμβάνων σᾶς ἀνα-
661γινώσκω.
662«Κατὰ τὸ 1880 δημόσιον χρέος εἰς παλαιὰς δραχμὰς
66312,952,070. Κατὰ τὸ 1887 ἐκ νέων δραχμῶν 46,948,706.
664Συντάξεις, κατὰ τὸ 1880 παλαιαὶ δραχμαὶ 3,890,030,
665κατὰ τὸ 1887 νέαι δραχμαὶ 4,201,780. Ὑπουργεῖον
666Στρατιωτικῶν, κατὰ τὸ 1880 παλαιαὶ δραχμαὶ 11,100,
667586, κατὰ τὸ 1887 νέαι δραχμαὶ 18,084,420. Ὑπουρ-
668γεῖον Ναυτικῶν, κατὰ τὸ 1880 παλαιαὶ δραχ. 2,111,229,
669κατὰ τὸ 1887 νέαι δραχμαὶ 3,652,887. Ἔξοδα διοική-
670σεως καὶ ἐπιστασίας, κατὰ 1880 παλαιαὶ δραχμαὶ
6712,381,384, κατὰ τὸ 1887 νέαι δραχμαὶ 6,467,368:
672«Δὲν ἔχετε, παρὰ νὰ λάβητε εἰς χεῖράς σας τοὺς δύο Προϋ-
673πολογισμούς, καὶ θὰ ἴδητε τὴν διαφοράν· εἶναι ζήτημα
674ἀριθμητικὸν, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ».
675«Καὶ προχθὲς ἐποιησάμην μνείαν αἰτιάσεώς τινος κατὰ
676τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἰτιάσεως, ἡ ὁποία καὶ
677κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν εἶχεν ἐντεῦθεν ἐκτοξευθῆ
678καὶ προχθὲς μετὰ μείζονος λεπτομερείας ἀνεπτύχθη, τῆς αἰ-
679τιάσεως, ὅτι 25,000,000 εἶχε παραλάβει ἡ Κυβέρνησις τοῦ
680κ. Τρικούπη, ὅτε κατὰ τὸ 1882 ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν
681ἀπὸ τὴν προκάτοχον αὐτῆς. Καὶ ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστός
682μοι φίλος κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυ-
683πουργὸς κατέθηκαν λογαριασμοὺς, ἀλλὰ κατὰ διάφορον
684τρόπον συντεταγμένους, δι’ ὧν προσεπάθησαν ν’ ἀποδείξω-
685σιν, ὁ μὲν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνήρχετο εἰς 25,000,000, ὁ
686δὲ, διορθώσας αὐτὸ, ἠλάττωσεν εἰς 15,000,000. Ὁ τρόπος,
687μὲ τὸν ὁποῖον ἀμφότεροι ὑπελόγισαν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ
688προκάτοχος διαχείρισις εἶχε παραδώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν
689τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὸ 1882, ἐνδεικνύει κἄτι τι, τὸ
690ὁποῖον, ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ ἐνεποίησε λυπηρὰν αἴσθησιν· ἀμφό-
691τεροι τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῶν ποιοῦσιν ἐξετάζοντες μόνον
692τὴν διαχείρισιν τῶν χρήσεων, ἀνεξαρτήτως τῆς ληψοδοσίας
693τοῦ Κράτους. Ὅλοι γινώσκετε, ὅτι εἰς τοὺς Ἰσολογισμοὺς
694τῶν ἑταιριῶν ὑπάρχει μία μερὶς «κέρδη καὶ ζημίαι». Τοιαύ-
695τη μερὶς ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ δημόσια βιβλία, κυρίως κατοπ-
696τρίζοντα τὰς ληψοδοσίας τοῦ Κράτους, τὰς χρηματιστικὰς,
697ἤτοι τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν τῶν παρακαταθηκῶν,
698τὰ τιμήματα ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον τυχὸν πωλεῖται, τὸ εἰσερ-
699χόμενον εἰς τὸ ταμεῖον χρῆμα ἐκ συνομολογουμένων προσω-
700ρινῶν δανείων, κλπ. Ἑπομένως δὲν πρέπει τις ἐκ τῶν ἀπο-
701λογισμῶν ἑκάστης χρήσεως νὰ συναγάγῃ ποσόν τι, καὶ νὰ νο-
702μίζῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀκριβῶς ἀποτελεῖ περίσσευμα, παρα-
703δοθὲν ἀπὸ προκάτοχον εἰς διάδοχον Ὑπουργεῖον. Ὁ ἀξιότιμος
704ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς εἶχεν οὕτω διατυπώσει τὴν αἰτίασίν
705του· εἶπεν, ὅτι
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
706ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 εἶχεν εἰσπράξειδραχ.10,356,840
707Ἀπὸ δάνειον 120,000,000 » 82,122,780
708Ἀπὸ νομισματοποιΐαν » 1,200,000
709Ἀπὸ ὑλικὸν » 3,070,000
710Ἤτοι τὸ ὅλον » 96,749,620
711Ἐπλήρωσεν εἰς ἐλλείμματα
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
712τῶν ἐτῶν 1880 καὶ 1881 » 82,431,631
713Ἄρα παρέλαβε » 14,317,989
714«Ἀλλὰ πρῶτον παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον,
715ὅτι ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 βεβαίως δὲν
716ὑπῆρχον ἀδιάθετοι κατὰ τὸ 1882, διότι αὗται εἶχον διατεθῆ
717ἀπὸ τοῦ 1880, ἀδιάφορον, ἂν ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην, ἢ ἀπὸ
718ἄλλον Ὑπουργόν. Ἀδιάθετοι ὁμολογίαι ὑπῆρχον μόνον ἐκ
719τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Ἔχω δὲ ἀκριβῆ σημείωσιν,
720τὴν ὁποίαν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γεν. Λογιστη-
721ρίου, καὶ τὴν ὁποίαν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀναγνώσω.
722Ἡ σημείωσις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
723«Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Μαρτίου τοῦ 1882 παρέλαβεν ἀπὸ τὸ
724δάνειον τῶν 120,000,000 ἐν Παρισίοις 11,286,604
725Ἀπὸ Πιστωτ. Τράπεζαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ δαν. 2,017,000
726Ἀπὸ 4,954 ἀδιαθέτους ὁμολογίας τοῦ αὐτοῦ δαν. 1,838,961
727 15,142,565
728Ἀπὸ δάνειον ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 9,803,887
729Ἐν ὅλῳ 24,946,452
730Ἐπλήρωσεν εἰς ἔξοδα ὀφειλόμενα
731τῆς χρήσεως 1881 28,928,765
732«Ἰδοὺ δὲ πῶς συμβιβάζεται μὲ τὴν σημείωσιν ταύτην τὸ
733ποσὸν, τὸ ὁποῖον, ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι ὑπῆρχεν ὡς ἐκ τῆς
734νομισματοποιΐας καὶ ἐκ τιμήματος ὑλικοῦ, διότι καὶ ταῦτα
735ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 24,000,000, θ’ ἀφήσωσιν
736ὑπόλοιπον ἐκ δρ. 307,667. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μικρὰ δια-
737φορὰ μεταξὺ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ση-
738μειώσεως ταύτης τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη
739εἶναι μικρὰ, ἀνερχομένη εἰς δεκάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν.
740«Ἐγὼ ὅμως, νομίζων, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἔχρηζε μείζονος
741ἐλέγχου, ἐκ τῶν δημοσιευθεισῶν καταστάσεων τοῦ οἰκονο-
742μικοῦ λογαριασμοῦ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἐσχημάτισα
743πίνακα, δεικνύοντα ἀκριβῶς τὴν γενομένην ληψοδοσίαν τοῦ
744Κράτους ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1882 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου
7451884. Τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐργασίας ταύτης εἶναι, ὅτι τὸ ὑ-
746πόλοιπον ἐν τοῖς ταμείοις τὴν 31 Δεκεμβρίου 1881 ἀνήρ-
747χετο εἰς 12,345,682 τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐν τοῖς ταμείοις τὴν
74831 Δεκεμβρίου 1884 ἀνήρχετο εἰς 15,442,583, ὥστε ἡ δια-
749φορὰ εἶναι 3 περίπου ἑκατομμύρια. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι
750δὲν εἶναι πρέπον νὰ προβάλλῃ τις τοιαύτας αἰτιάσεις περὶ
751περισσευμάτων, διότι καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι οἱ Ἀπολο-
752γισμοὶ ἔχουσιν, ὡς οἱ προαγορεύσαντες παρέστησαν, πρέπει
753καὶ αὖθις νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὑπάρχωσιν ἐλλείμματα ἐκ τῶν
754προηγουμένων διαχειρίσεων, καὶ παραβάλλοντες ταῦτα πρὸς
755τὰ ἀποτελέσματα τῆς γενικῆς ληψοδοσίας, νὰ ἐξαγάγωμεν
756ὀρθὰ συμπεράσματα. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ σᾶς ἀπησχόλησα
757ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· ἦτο ὅμως ἀναγκαῖον νὰ λεχθῶσι
758ταῦτα, διὰ νὰ μὴ ἀπομείνῃ εἴς τινας ἐξ ὑμῶν ὁ ἐλάχιστος
759ἐνδοιασμὸς, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ 1882 παρέλαβεν 25 ἑκα-
760τομμύρια, τὰ ὁποῖα οὐδαμοῦ ἐμφαίνονται.»
761Τὴν σαφῆ καὶ λεπτομερῆ ταύτην ἀπάντησιν ἔδωκα τότε,
762νῦν δὲ δὲν πιστεύω νὰ ἦναι ἀνάγκη νὰ εἴπω τι πλειότερον
763ἐπὶ τῶν αἰτιάσεων τούτων. Καὶ ἡ αἰτίασις, ὅτι ὁ νῦν Πρόεδρος
764τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ διαχειρισάμενος τὰ οἰκονομι-
765κὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὰ ἔτη 1882–1884, παρέλαβε πε-
766ρισσεύματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη εἰς ἀνάγκας τῆς δημο-
767σίας ὑπηρεσίας, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ διεχειρίσθη
768τὰ δημόσια, εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν ἐπιβολὴν φό-
769ρων ἑκατομμυρίων πολλῶν καὶ ὅτι ηὔξησε τὰ δημόσια ἔξοδα,
770ὅλα ταῦτα ἐξελέγχονται ὡς μὴ ἀληθῆ διὰ τῶν πραγμά-
771των. Ἐὰν τὰ ἔξοδα ἀνεβιβάσθησαν, δὲν ἀνεβιβάσθησαν,
772διότι ὑπῆρξε τάσις τις πρὸς δημιουργίαν δαπανῶν μὴ ἀναγ-
773καίων· ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων προῆλθε καὶ ἐκ τοῦ δημοσίου
774χρέους καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἐγέννησαν καὶ ἡ
775προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας καὶ ὁ στρατιωτικὸς διοργα-
776νισμὸς ἡμῶν, καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ὑπηρεσίας.
777Μετὰ τὴν ἀναίρεσιν τῶν εἰς τὴν προηγουμένην διαχεί-
778ρισιν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ ἀναγομένων αἰτιάσεων, μετα-
779βαίνω εἰς τὸ κύριον θέμα.
780Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον συνεζητή-
781θησαν διὰ μακρῶν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ οἰκονομικὸν σύστη-
782μα, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ὑπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν.
783Ἡμεῖς, ἀποκρούσαντες τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
784τότε, ἰσχυριζόμεθα, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ ἐγκαινιζο-
785μένου διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 καὶ τῶν φορολο-
786γικῶν καὶ οἰκονομικῶν Νόμων, τῶν ψηφισθέντων τότε, ἦτο
787δυνατὴ ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἦτο
788πρὸ πάντων δυνατὴ ἡ ἀνόρθωσις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως,
789διὰ τῆς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσι συνδυασμοὶ οἰ-
790κονομικοὶ, δυνάμενοι νὰ ἐπιδράσωσι καὶ ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ
791τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν παραγωγήν. Εὐτυ-
792χῶς ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπεδέξατο τὰς ἰδέας ἡμῶν,
793ἀποκρούσασα ἐκείνας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· τὸ σύστημα δὲ
794ἐκεῖνο ἤρξατο λειτουργοῦν ἐπὶ 10 ἤδη μῆνας· τὰ πράγματα
795ἐδικαίωσαν τὰς προσδοκίας ἡμῶν καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι, εὐθὺς
796ὡς ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἡ πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου ἀπο-
797κρούει πᾶσαν ἰδέαν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἀθέτησιν τῶν ὑποχρεώ-
798σεων τοῦ Κράτους, εὐθὺς ὡς ἡ Βουλὴ ἡ Ἑλληνικὴ ἦτο διατεθει-
799μένη νὰ ἀποδεχθῇ καὶ ψηφίσῃ τὰ βάρη, διὰ τῶν ὁποίων ἦτο
800δυνατὴ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, ἀμέσως ἡ δημοσία
801πίστις ἀνέλαβε. Δὲν εἶναι ρητορικὸν ἐπιχείρημα, ἀλλὰ γεγονὸς
802πραγματικὸν, ὅτι ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις ἀνέλαβεν. Ὁ ἀξιό-
803τιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς χθὲς ἀκόμη εἶπεν, ὅτι τὸ ἄγγελ-
804μα, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 δὲν θὰ παρουσιάσῃ ἔλ-
805λειμμα, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς, ὁ εἰσαχθεὶς διὰ τὸ 1888, θὰ
806παρουσιάσῃ περίσσευμα, οὐδεμίαν ἐντύπωσιν παρήγαγε. Πα-
807ρατηρῶ ὅμως εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν, ὅτι εἰς ἐκείνους,
808οἵτινες εἶναι κάτοχοι τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ὁμολογιῶν, ἡ ἐν-
809τύπωσις ἐγένετο ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ πλειοψηφία
810τῆς Βουλῆς ἀπεδέξατο τὸ λειτουργοῦν ἤδη οἰκονομικὸν σύ-
811στημα. Ὅσοι ἔχετε ἀφορμὴν νὰ παρακολουθῆτε τὰς τιμὰς
812τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τῆς
813Εὐρώπης βεβαίως ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην
814αἱ ὁμολογίαι τῶν δανείων τῶν 170 καὶ τῶν 120 ἑκατομ-
815μυρίων ἐτιμῶντο πρὸς φράγκα 290–300, ἐνῷ σήμερον ὁ
816ἀναγινώσκων εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας βλέπει, ὅτι τὰ χρεώ-
817γραφα ταῦτα ἔχουν 360–365 φρ. Ποῦ ὀφείλεται αὕτη
818τῶν χρεωγράφων ἡμῶν ἡ ὑπερτίμησις; Ἀλλ’ ἴσως ἤθελε μοὶ
819ἀπαντήσει τις, τί ἐκέρδησαν ἐκ τούτου τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
820Κράτους; ἐκέρδησαν βεβαίως, διότι ἠνωρθώθη ἡ δημοσία
821ἡμῶν πίστις καὶ ἐκ μόνης ταύτης τῆς ἀνορθώσεως κατωρ-
822θώθη ὁ οἰκονομικὸς συνδυασμὸς, ὁ σχετιζόμενος πρὸς τὸ δά-
823νειον τῶν 135 ἑκατομυρίων. Ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ
824Ἑλληνικοῦ λαοῦ νομίζω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον
825νὰ συγχαρῶ ἐκ μέσης ψυχῆς τῇ Κυβερνήσει διὰ τὴν
826ὁποίαν κατήγαγεν ἐπιτυχίαν ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
827Κράτους διὰ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τούτου.
828Ἐνόμιζον δὲ, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύ-
829σεως ἤθελον πράξει τὸ αὐτὸ, διότι καὶ αὐτοὶ ἐγίνωσκον, ὡς
830καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ πρῶτον νῦν συνωμολογήθη δάνειον ὑπὸ
831ὅρους τοσούτῳ συμφέροντας τῷ Δημοσίῳ. Ἐὰν πρὶν ἢ ἐγ-
832καινισθῇ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς παρούσης Κυβερνή-
833σεως ἀπηυθύνετό τις εἰς κεφαλαιούχους καὶ ἐζήτει ὑπὲρ τοῦ
834Κράτους δάνειον, οὐδὲ πρὸς 8% ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τοι-
835οῦτον· ἀφοῦ δὲ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων συνωμο-
836λογήθη ἐπὶ τόκῳ κατωτέρῳ τῶν 6%, νομίζετε, ὅτι
837δὲν εἶναι ἐπιτυχία, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ ὀφείλομεν ἅπαντες νὰ
838συγχαρῶμεν τῇ Κυβερνήσει; Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι
839καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ὁμιλήσαντες τὴν αὐτὴν ἔχουσι μετ’ ἐμοῦ
840πεποίθησιν, ἀλλ’ ἐνόμισαν ἐν τῷ πολιτικῷ αὐτῶν συμφέ-
841ροντι, ὅτι ἠδύναντο τὴν ἐπιτυχίαν ταύτην νὰ μετατρέψωσιν
842ἢ παραστήσωσιν ὡς ἀποτυχίαν, ἐὰν ἰσχυρίζοντο ὅσα ἀπὸ
843τοῦ βήματος τούτου ἰσχυρίσθησαν.
844Ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς, ὅτι αὐτὸ
845τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν τῇ συνομολογήσει τοῦ δανείου
846τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἤτοι νὰ συνδυασθῇ μὲ τὴν πα-
847ραγγελίαν τῶν τριῶν θωρηκτῶν πλοίων, ἀποδεικνύει, ὅτι
848τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἦτο ἄσχετον πρὸς κέρδη πορισθέντα
849ἴσως ὑπὸ τῶν συνομολογησάντων τὸ δάνειον. Ἀλλ’ ὅτε
850ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερ-
851νήσεως, βραδύτερον δὲ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν,
852ἐξέθηκαν ἡμῖν τὰ περὶ τούτων, καταθέντες καὶ ὅλα τὰ σχε-
853τικὰ ἔγγραφα καὶ ἀποδείξαντες διὰ τρόπου μὴ ἐπιδεκτι-
854κοῦ ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν παραγγελίαν
855τῶν τριῶν θωρηκτῶν διαπραγμάτευσις ἦτο περατωμένη
856πρὶν συλληφθῇ κἄν ἡ ἰδέα περὶ συνομολογήσεως τοῦ δα-
857νείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων· ὅτε σᾶς ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Κυ-
858βέρνησις ἦν διατεθειμένη νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν τὴν
859ἀφορῶσαν εἰς τὰ πλοῖα ταῦτα καὶ ἂν δὲν συνωμολόγει τὸ
860δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἐσταμάτησε δὲ πρὸ τῆς
861ἀπαιτήσεως τῶν δανειστῶν νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ ἡ διαχεί-
862ρισις τῶν προσόδων, τῶν πρὸς τοῦτο ὁρισθεισῶν πρὸς ἐξασφά-
863λισιν τῆς πληρωμῆς τῶν δόσεων· ὅτε ἐκ τούτου καὶ μό-
864νου ἐσταμάτησε νὰ ὑπογράψῃ τὴν ὁριστικὴν σύμβασιν,
865ἐκ συμπτώσεως δὲ ἐπῆλθεν ἡ συνομολόγησις τοῦ δα-
866νείου, ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς ἔπραξε προσενεχθεῖσα πρὸς τὴν
867ἑταιρίαν, τὴν ἀναλαμβάνουσαν τὴν ναυπήγησιν τῶν πλοίων,
868νὰ προεξοφλήσῃ διὰ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τὸ συμφω-
869νηθὲν τίμημα τῶν πλοίων. Ἐπρόκειτο ἡ συνομολογηθεῖσα
870τότε σύμβασις διὰ τὰ θωρηκτὰ πλοῖα νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν τὸ
871τίμημα 27½ ἑκατομμυρίων, πληρωτέων εἰς δόσεις ἐν δια-
872στήματι ὀκτὼ ἐτῶν, ἐπὶ τόκῳ 7% διὰ τὰ πλοῖα, 9$ δὲ
873διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐπ’ αὐτῶν πυροβολικοῦ. Ἀφοῦ δὲ κα-
874τωρθώθη αὐτὸ νὰ καταβιβασθῇ εἰς μόνον 25½ ἑκατομμύ-
875ρια, νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγῃ τις, ὅτι ἡ Κυ-
876βέρνησις ἔπραξε λᾶθός τι, ἢ ὅτι εἶχε σχέσιν τινὰ ἡ παραγγε-
877λία τῶν πλοίων πρὸς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου; Καὶ ἐὰν
878ὑποτεθῇ ὅτι τὸ Comptoir d’ Escompte ἐνδιαφέρετο ὑπὲρ
879τῆς Societé des Forges et Chantiers, ἥτις ἀνέλαβε τὴν
880κατασκευὴν τῶν θωρηκτῶν, νομίζετε, ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἀπε-
881φάσισε νὰ μετάσχῃ εἰς τὰ τοῦ δανείου; Τὸ Comptoir
882d’ Escomptes δὲν μετεῖχεν εἰμὴ ἐν μέρει εἰς τὴν συνομο-
883λόγησιν τοῦ δανείου, οἱ ἀναλαβόντες δὲ αὐτὸ κατὰ τὸ
884πλεῖστον οὐδὲν εἶχον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ἀναλαβούσης
885τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων ἑταιρίας, οὐδὲ τὸ παράπαν
886ἐπηρεάσθησαν ἐκ τούτου· ἐὰν δὲ τὸ Comptoir d’ Escompte
887ἀφώρα εἰς ἕτερον τι ἠθικὸν κέρδος, νά γένηται τουτέστιν ἡ
888ναυπήγησις τῶν πλοίων εἰς Γαλλικὸν ναυπηγεῖον καὶ οὐχὶ
889εἰς Ἀγγλικὸν, ὡς ἐκ τούτου δὲ συντέλεσεν εἰς τὴν συνομο-
890λόγησιν τοῦ δανείου, τοῦτο οὐδὲ κατακριτέον εἶναι, οὐδὲ
891ἀποδεικνύει γενομένην ἐν τῷ δανείῳ θυσίαν. Ἄλλως τε γνω-
892στὸν εἶναι, ὅτι ἀδύνατον ἦν νὰ ἐπιτευχθῶσιν ὅροι κρείσσονες
893τῶν συνομολογηθέντων διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πλοίων.
894Ἀλλὰ δὲν εἶπον τοῦτο μόνον οἱ ρήτορες τῆς Ἀντιπολι-
895τεύσεως. Προσέθηκαν ἔτι, ὅτι ἡ ἐκχώρησις τῶν μονοπω-
896λίων εἰς τὴν ἑταιρίαν, τὴν συστᾶσαν ἐπὶ τούτῳ, ἀποτελεῖ
897ἀπαλλοτρίωσιν τῶν προνομίων τοῦ Κράτους· εἶναι ἀπαλ-
898λοτρίωσις τῶν διοικητικῶν δικαιωμάτων ἡμῶν, ὡς εἶπεν ὁ
899ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος βουλευτὴς, εἶναί τι τὸ προσβάλλον
900ἴσως καὶ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, καὶ ἔπρεπε νὰ λάβωμεν
901ἀντάλλαγμα πολὺ μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐλάβο-
902μεν. Ἀλλ’ ὅστις ἐξ ἡμῶν ἀνέγνω τὴν σύμβασιν τοῦ δα-
903νείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἶδεν ἐν αὐτῇ, ὅτι οὐδέν τι
904νεώτερον ἐγένετο ἀφ’ ὅ,τι ὑπῆρχε μέχρι τότε. Τὰ μονοπώ-
905λια εἶχον ἐκχωρηθῆ εἰς τὰς ἐνταῦθα Τραπέζας διὰ τὸ δά-
906νειον τῶν 22,500,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, τὸ συνομολογηθὲν
907κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1886 πρὸς πληρωμὴν χρεῶν ἐν τῷ ἐξω-
908τερικῷ, κληροδοτηθέντων ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνή-
909σεως. Εἶχον ἐκχωρηθῆ καὶ πρὸ τούτου εἰς ἰδιώτας, οἱ
910ὁποῖοι ὡς ἐργολάβοι διεχειρίζοντο αὐτά. Ὡς ἐνθυμοῦνται δὲ,
911ὅσοι ὑπῆρχον εἰς τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον, ὁ ἀξιότιμος
912ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, ὅστις τότε διηύθυνε τὰ οἰκονομικὰ,
913ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔφερε σύμβασιν μετὰ τῶν ἰδιωτῶν
914ἐκείνων, διὰ τῆς ὁποίας ἐξεχώρει ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὰ μονο-
915πώλια ταῦτα εἰς αὐτούς· δὲν ἐπρόκειτο δὲ τότε περὶ πα-
916ραχωρήσεως πρὸς ἑταιρίαν, οἵα ἡ ἄρτι συστᾶσα, τῆς ὁποίας
917ἱδρυταὶ εἶναι τὰ πρῶτα τραπεζικὰ καταστήματα τῆς Ἑλ-
918λάδος καὶ τῆς Εὐρώπης, καὶ τῆς ὁποίας (ἑταιρίας) τὰ κε-
919φάλαια ἀναβαίνουσιν εἰς 10 ἑκατομμύρια. Ὁποία δὲ ἐγένε-
920το ἐκχώρησις; μὴ τυχὸν παρεχωρήθη τὸ δικαίωμα τοῦ
921παράγειν ἅλας ἢ τοῦ ἀγοράζειν ἀπευθείας παρὰ τῶν προ-
922μηθευτῶν τὸ πετρέλαιον ἢ τὸ σιγαρόχαρτον; Οὐδὲν τοιοῦ-
923τον· ἀλλ’ ἁπλῆ διαχείρισις ἐνεπιστεύθη εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐ-
924τὴν, ὅπως χρησιμεύσῃ τὸ τίμημα τῶν εἰδῶν τούτων πρὸς
925πληρωμὴν τῆς δόσεως τοῦ δανείου τῶν 135,000,000. Αὐ-
926τὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐχορηγήθη εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἐπρόκειτο
927νὰ γίνεται ὑπὸ ὑπαλλήλων δημοσίων, ἴσως δὲ καὶ ἐπὶ δα-
928πάνῃ ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρᾳ. Ὅλοι γινώσκετε, ὅτι, ἀφ’ ἧς
929παρεχωρήθησαν τὰ μονοπώλια εἰς τὰς Τραπέζας, συνεστά-
930θησαν εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι κατ’ ἐπαρχίας. Τὴν ἰδέαν εἶ-
931χε λάβει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσε
932νὰ συστήσῃ τὰς ἁλαταποθήκας, διότι ἡ ὑπηρεσία εὑρί-
933σκετο εἰς ἀδυναμίαν· ἔπρεπε νὰ μεσολαβήσῃ ἡ ἰδιωτι-
934κὴ δραστηριότης, ἔπρεπε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προσλά-
935βῃ ἀρωγὸν μίαν Τράπεζαν, ἵνα κατορθωθῇ τοῦτο. Τὸ
936Κράτος διετήρησε πάντα τὰ κυριαρχικὰ αὑτοῦ δικαιώματα·
937δὲν παρεχώρησεν εἰμὴ τὰς εἰσπράξεις τοῦ τιμήματος τῶν
938εἰδῶν τῶν μονοπωλίων. Ὅταν ἀναλογισθῆτε, ὅτι εἰς ἄλλα
939Κράτη πάντα τὰ δημόσια εἰσοδήματα εἰσπράττονται ὑπὸ
940Τραπεζῶν, τοῦτο, τὸ γενόμενον παρ’ ἡμῖν δι’ ἓν μόνον εἶδος
941προσόδου, οὐ μόνον δὲν προσβάλλει τὰ κυριαρχικὰ δικαιώμα-
942τα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καθιεροῖ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον
943εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν.
944Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν τῆς Ἑταιρίας τῶν Μονοπω-
945λίων ἡ σύστασις ἀποδειχθῇ ἐξυπηρετοῦσα τὰ συμφέροντα
946τοῦ τε Δημοσίου καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐδάνεισαν πρὸς τὴν
947Κυβέρνησιν, αὐτῆς ταύτης τῆς ἑταιρίας ἡ εὐδοκίμησις
948θέλει συντελέσει εἰς τὴν περαιτέρω ἀνόρθωσιν καὶ ἐμπέδωσιν
949τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, αὐτῆς ταύτης τῆς ἑταιρίας
950ἡ μεσολάβησις θέλει συντελέσει εἰς ἑτέρους οἰκονομικοὺς
951συνδυασμοὺς πρὸς ὠφέλειαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους.
952§19ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν μᾶς λέγετε, εἰς ποῖον Κράτος γίνονται
953τοιαῦται ἐκχωρήσεις;
954§20ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι δὲν δέχο-
955μαι διακοπὰς, καίτοι ἠδυνάμην πολλὰ ν’ ἀναφέρω παρα-
956δείγματα, οἷον τὴν Ἱσπανίαν κλπ.
957§21Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος θέλει μόνον νὰ
958ὁμιλῇ, ἀδιάφορον ἂν λέγῃ ἀλήθειαν ἢ ὄχι· ἀφοῦ εἶπεν ὅτι
959ἐξ ἀδυναμίας δὲν συνεστήσαμεν τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας....
960§22ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο· εἶπον, ὅτι ἡ δημοσία
961ὑπηρεσία εὑρίσκετο εἰς ἀδυναμίαν νὰ συστήσῃ εἰδικὰς ἁλα-
962ταποθήκας. Τοῦτο ὡμολόγησεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου
963τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς μὴ ἀρνηθεῖσα, ὅτι δὲν ἦτο εἰς κατά-
964στασιν νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἀναγκαίαν ὑπηρεσίαν διὰ τὴν
965μεταφορὰν τῶν ἁλάτων εἰς ἀπομεμακρυσμένα καὶ μεσόγεια
966μέρη καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς ἀπαιτουμένους διαχειριστάς.
967Ἀλλὰ δὲν ἐλέχθη τοῦτο καὶ μόνον ἀναφορικῶς πρὸς τὸν
968οἰκονομικὸν συνδυασμὸν τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἐλέ-
969χθη καὶ ἕτερόν τι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης βουλευτοῦ,
970ὅτι ἡ ἀποτυχία τοῦ δανείου τούτου ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα
971ν’ ἀποβληθῶσιν ἐκ τοῦ Χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου αἱ
972ὁμολογίαι τοῦ αὐτοῦ δανείου, ὡς ἐκ τούτου δὲ καίριον ὑπέστη
973τραῦμα ἡ δημοσία ἡμῶν πίστις. Ὁ τοῦτο ἐξενεγκὼν ἀπὸ
974τοῦ βήματος γινώσκει κάλλιστα διὰ τίνα λόγον προσωρι-
975νῶς ἀπηγορεύθη ἡ ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τοῦ Λονδίνου κυ-
976κλοφορία τῶν ὁμολογιῶν τῶν 135 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’
977ἀπέφυγε νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἀληθῆ αἰτίαν.
978§23ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἀνέφερον τοὺς λόγους, τοὺς ὁποί-
979ους ἔμαθον ἐν Παρισίοις.
980§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων δὲν θέλει διακοπάς· παρακαλῶ
981ἑπομένως νὰ μὴ διακόπτητε.
982§25ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅταν ὅμως ὁ ῥήτωρ ἐκφέρῃ προσωπι-
983κὰς ἀντεγκλήσεις καὶ ἰδέας μὴ λεχθείσας παρὰ τῶν ἀντι-
984πάλων του, οὗτοι δικαιοῦνται νὰ τὸν διακόπτωσι.
985§26ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν διακόψαντά με ἀξιό-
986τιμον Συνάδελφον, ὅτι, ὅταν τις γινώσκῃ καλῶς τὸν ἀληθῆ
987λόγον, οὗ ἕνεκεν ἀνεκόπη προσωρινῶς ἡ ἐν τῷ Χρηματιστη-
988ρίῳ τοῦ Λονδίνου κυκλοφορία τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου
989τούτου, παραλείπῃ δὲ τὴν ἀφήγησιν αὐτοῦ, ὅπως αἰτιαθῇ
990καὶ ἐπὶ τούτῳ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς
991ἐν ἀπολύτῳ καλῇ πίστει διατελῶν.
992§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ λέξις, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ ἀγο-
993ρεύων, μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι, ἀφηγούμενος
994πράγματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει καλῶς, ὡς ἐνδιαφερόμενος, δύ-
995ναται νὰ εἴπῃ ὅ,τι θέλει. Ὅταν ὅμως ὁμιλῇ περὶ τῶν ἰδεῶν
996ἄλλου, πρέπει νὰ ὁμιλῇ ὡς ὀφείλει νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος.
997§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως δὲν δύνα-
998σθε νὰ μοὶ κανονίσητε. Δέον νὰ ἐνθυμηθῆτε, πῶς τὰ περὶ
999τούτου ἀφηγήθητε, ἵνα μεμφθῆτε τὴν Κυβέρνησιν, νὰ πα-
1000ραβάλητε δὲ αὐτὰ πρὸς ὅσα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος θέλω
1001μεταδώσει εἰς τὴν Βουλήν; τότε δὲ δύνασθε νὰ κρίνητε, ἂν
1002εἶχον δίκαιον, εἰπὼν ὅσα εἶπον. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι οἱ ἐν
1003Λονδίνῳ ἀναλαβόντες μέρος τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομ-
1004μυρίων εἶχον πωλήσει πολλὰς τῶν ὁμολογιῶν εἰς κεφα-
1005λαιούχους, μικροτέρους αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον σχηματίσει
1006δεύτερον Συνδικάτον, τὸ ὁποῖον ἀπετελεῖτο ἐκ πολλῶν προ-
1007σώπων. Τὰ πρόσωπα ταῦτα, ἐπειδὴ εἶχον ἀγοράσει τὰς
1008ὁμολογίας παρὰ τοῦ ἀρχικοῦ Συνδικάτου εἰς τιμὴν κατά
1009τι κατωτέραν τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως, εἶχον συμφέρον διὰ
1010πωλήσεων προώρων ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ νὰ προβιβάσωσι
1011τὴν τιμὴν τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν καὶ πέραν τῆς τιμῆς τῆς
1012ἐκδόσεως, κατώρθωσαν δὲ πολλὰς τοιαύτας πωλήσεις ἐν τῷ
1013Χρηματιστηρίῳ νὰ πραγματοποιήσωσιν. Ἀλλ’ οἱ τὸ πρῶτον
1014ἀναλαβόντες τὸ δάνειον, οἱ ἀποτελέσαντες τὸ ἀρχικὸν Συν-
1015δικάτον, εἶχον ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ παραδώσω-
1016σιν εἰς κυκλοφορίαν τοὺς τίτλους τῶν ὁμολογιῶν πρὸ ὡρι-
1017σμένης διορίας. Οἱ ἀγοράσαντες ὅμως ὁμολογίας ἐκ τῶν
1018ἀποτελεσάντων τὸ δεύτερον Συνδικάτον ἐπληροφορήθησαν τὸ
1019γεγονὸς τοῦτο, ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ δὲ ταύτῃ ἐζήτησαν παρὰ
1020τῶν πωλητῶν τὴν παράδοσιν τῶν τίτλων· τίτλους ὅμως δὲν
1021εἶχον οἱ πωληταί, διότι οἱ πωληταὶ οὗτοι ἦσαν ἐκδοχεῖς τῶν
1022ἀποτελεσάντων τὸ ἀρχικὸν Συνδικάτον καὶ ἀναλαβόντων
1023τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ τεθῶσιν ἀμέσως εἰς κυκλοφορίαν
1024οἱ τίτλοι· οἱ ἀγορασταὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἀνηνέχθη-
1025σαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Χρηματιστηρίου, ἥτις διοικεῖ τὰ
1026τοῦ Χρηματιστηρίου αὐτοκρατορικῶς. Αὕτη δὲ ἐξέδωκεν
1027ἀπόφασιν, νὰ διακοπῇ ἡ ἀναγραφὴ τῶν ὁμολογιῶν τούτων
1028ἐν τῷ πίνακι τοῦ Χρηματιστηρίου. Ἐν τῇ ἐκδοθείσῃ ἀποφά-
1029σει οὐδεὶς ἀναφέρεται δικαιολογικὸς λόγος; διότι οὕτω συν-
1030ειθίζεται· εἶναι ὅμως γνωστὸς ὁ λόγος καὶ ἀνάγεται ἀναμ-
1031φισβητήτως εἰς τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἐν κυκλοφορίᾳ
1032οἱ τίτλοι, καίτοι τὸ δάνειον ἐθεωρήθη ὡς ὁλοσχερῶς διατε-
1033θὲν καὶ ἐγγραφὲν ὡς ἐκ τῶν ὅρων τῆς μετὰ τῆς ἡμετέρας
1034Κυβερνήσεως συμβάσεως. Ἐκ τούτου προεκλήθη τελευταίως
1035καὶ ἡ διάλυσις τοῦ ἀρχικοῦ Συνδικάτου. Ὅταν δοθῶσιν οἱ
1036τίτλοι, θέλει κατορθωθῆ ἡ ἐκ νέου κυκλοφορία εἰς τὸ Χρη-
1037ματιστήριον τοῦ Λονδίνου.
1038Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς οὐδὲ εἰς τοῦτο πε-
1039ριωρίσθη· ἰσχυρίσθη πρὸς δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, συνομολογήσασα
1040τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἐπίεσε τὴν Ἐθνικὴν Τρά-
1041πεζαν ν’ ἀγοράσῃ παρὰ τῶν ἀρχικῶς ἀναλαβόντων τὸ δάνειον
104220 χιλ. ὁμολογίας εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, καθ’ ἣν ἠγο-
1043ράσθησαν αὗται παρὰ τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμέ-
1044νον εἰς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου νὰ ζητῇ εὐθύνην ἀπὸ τὴν
1045Κυβέρνησιν ἐπὶ χρηματιστικῇ πράξει, τὴν ὁποίαν ἡ Τρά-
1046πεζα συνωμολόγησεν οἴκοθεν, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Διοίκησις τῆς
1047Τραπέζης ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο ἐν τῷ συμφέροντί της νὰ πράξῃ.
1048Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι τὰς ὁμολογίας ταύτας ἠγόρασεν, ἀφοῦ
1049ἤδη ἦν ὑπογεγραμμένη ἡ σύμβασις τοῦ δανείου, ἡ δὲ Κυ-
1050βέρνησις οὐδὲν εἶχε πλέον νὰ κερδήσῃ ἐκ τῆς συμμετοχῆς
1051τῆς Τραπέζης εἰς τὸ δάνειον. Ἡ Τράπεζα, διοικουμένη ἄρι-
1052στα ὑπὸ ἀνδρῶν εἰδικῶν καὶ ἐμπείρων, ὑπέλαβεν, ὅτι ἦτο
1053δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὸ δάνειον, μετὰ δὲ τὴν ἐπιτυχίαν αἱ
1054ὁμολογίαι ἤθελον ἔχει ὑπερτίμησιν, ἢ ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς
1055ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς, ἐσύμφερεν εἰς
1056τὴν Τράπεζαν νὰ τοποθετήσῃ οὕτω τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶ-
1057χεν ἐν Εὐρώπῃ διαθέσιμα· ἡ Διοίκησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέ-
1058ζης ἀνεπηρέαστος προῆλθεν εἰς συμφωνίαν μετά τινος ἐκ τῶν
1059μετασχόντων εἰς τὸ δάνειον τοῦτο καὶ ἠγόρασε τὰς ὁμολο-
1060γίας ταύτας ἐπὶ τιμῇ κατὰ τι κατωτέρᾳ τῆς τιμῆς τῆς ἐκ-
1061δόσεως. Γινώσκω καλῶς μάλιστα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
1062τῆς Κυβερνήσεως ἐλυπήθη, ὅτε ἐπληροφορήθη τοῦτο, οὐχὶ
1063διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἠγόρασε τὰς 20 χιλιάδας ὁμολο-
1064γίας εἰς τιμὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην, διότι τοῦτο δὲν ἐνδιέφε-
1065ρεν αὐτὸν, ἀλλὰ διότι ἐνόμιζεν, ὅτι, ἂν δὲν ἠγόραζε ταύτας,
1066ἤθελεν ἔχει διαθέσιμον τὸ εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν ὁμολογιῶν δια-
1067τεθὲν ποσὸν καὶ ἠδύνατο νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν Κυ-
1068βέρνησιν πρὸς ἐπιτυχίαν ἑτέρων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν.
1069Τίνα δὲ ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πρὸς τὸ δάνειον
1070σχετιζομένου συνδυασμοῦ τούτου; Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν
1071ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐκέρδησεν ἀκριβῶς
10726,664,360, ἐκ τούτων δὲ 3,317,000 ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ
1073τόκου διὰ τῆς ἐξοφλήσεως ὑφισταμένων δανείων καὶ ὀφει-
1074λῶν καὶ μετατροπῆς ἄλλων δανείων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλλον
1075τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς πληρωμὴν ἀνωτέρου τόκου, καὶ
10763,349,000 ἐκ τῆς μὴ καταβληθείσης ὑπερτιμήσεως τοῦ
1077ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Νομίζω, ὅτι κέρδος τοιοῦτον
1078δὲν εἶναι ἀνάξιον λόγου καὶ ὅτι δύναται νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ ἡ
1079Βουλή. Σᾶς εἶπον ἤδη, ὅτι, ἀνεξαρτήτως τοῦ κέρδους, τὸ
1080ὁποῖον ἐπήγασεν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγμα-
1081τος, ἐπήγασε καὶ κέρδος ἐκ δραχμῶν 3,317,000 ἐκ τῆς
1082διαφορᾶς τοῦ τόκου. Τὸ κέρδος δὲ τοῦτο εἶναι μόνιμον, δὲν
1083ἐπηρεάζει μόνον τὰ ἀποτελέσματα τοῦ διὰ τὸ τρέχον ἔτος
10841887 Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἑπο-
1085μένων ἐτῶν, διότι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐχρησίμευσεν εἰς πληρω-
1086μὴν τῶν προκαταβολῶν, εἰς πληρωμὴν τοῦ εἰς μεταλλικὸν
1087δανείου πρὸς τὰς Τραπέζας καὶ διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν δα-
1088νείων τῶν 4, 6 καὶ 25 ἑκατομ., διὰ δὲ τοῦ συνδυασμοῦ τούτου
1089ἐπετεύχθη ἡ κατασκευὴ τριῶν θωρηκτῶν πλοίων, ἤτοι ἐπε-
1090τεύχθη ἡ ἀνάπτυξις τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων.
1091Ἐννοῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴν, προβάλ-
1092λοντα τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ κατασκευα-
1093σθῶσι πλοῖα· τὴν γνώμην ταύτην σέβομαι· ἐξετάζει τὸ οἰ-
1094κονομικὸν ζήτημα ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν, ὡς φρονῶν, ὅτι
1095περὶ μόνου τοῦ ἰσοζυγίου πρέπει νὰ μεριμνῶμεν· ἀλλὰ
1096πρὸς τὴν γνώμην του αὐτὴν δὲν εὑρίσκω συντασσομένους
1097τοὺς ἑτέρους ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι οὐ-
1098δεὶς ἔψεξε τὸ μέτρον τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων. Νο-
1099μίζω, ὅτι καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις συμφωνεῖ ὡς πρὸς τοῦτο
1100μετὰ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ φρονεῖ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται
1101εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ παρασκευάσῃ ναυτικὸν, ἀλλὰ νὰ
1102εὑρίσκηται εἰς οἵαν εὑρέθη θέσιν πρὸ ἑνὸς ἔτους. Ἀλλὰ τί
1103κατωρθώθη διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου συνδυασμοῦ; Κα-
1104τωρθώθη νὰ κατασκευασθῶσι τὰ πλοῖα, χωρὶς τὸ παράπαν
1105νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ τῶν ἐξόδων Προϋπολογισμός· κατωρθώθη,
1106ὥστε καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἑπόμενον ἔτος ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ
1107ἐλαφρυνθῇ κατὰ 1 ἑκατομμύριον.
1108§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν περιελήφθη τὸ ποσὸν τοῦτο.
1109§30ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ περιληφθῇ,
1110διότι κατὰ τὸ 1888 δὲν εἶναι βέβαιον, ἐὰν θὰ πληρωθῇ δό-
1111σις τις. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο διὰ τὴν
1112ἀγορὰν τῶν πλοίων ἐδόθησαν μόνον 17 χιλιάδες ὁμολογίαι,
1113ὑπολείπονται δὲ 60 χιλιάδες ἀδιάθετοι, αἱ ὁποῖαι θὰ δια-
1114τεθῶσιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ προσήκουσα διορία.
1115Μεταβαίνω ἤδη εἰς ἕτερον θέμα, εἰς ἐκεῖνο δηλαδὴ,
1116τὸ ὁποῖον ἔλαβον ὡς ἀφετηρίαν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαν-
1117τες κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἤτοι εἰς τὰ ἀποτελέσματα
1118τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887. Ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν
1119Βουλευτικὴν Σύνοδον συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν,
1120ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπέκρουε πάντας τοὺς προταθέντας ὑπὸ τῆς
1121Κυβερνήσεως φορολογικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς νόμους καὶ προ-
1122έβαλλε τὰ μέτρα ἐκεῖνα, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος. Ἰσχυρίζετο
1123ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας
1124δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ
1125συντριβῇ ἢ ἐξαντληθῇ ἡ Ἑλλὰς, ἂν οἱ φόροι ἐκεῖνοι
1126ἐνομοθετοῦντο. Ἡ γνώμη ἡμῶν, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἤθελε
1127κατορθωθῇ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν φόρων τὸ ἰσοζύγιον
1128τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εὐθὺς ὡς ἐμπεδωθῇ ἡ πεποίθησις περὶ
1129τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου,
1130θὰ ἐπιτευχθῶσι βεβαίως οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, συντελοῦν-
1131τες εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ εἰς
1132τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ὑλικῶν πόρων, ἡ γνώ-
1133μη ἡμῶν αὕτη ἐθεωρεῖτο ὡς πεπλανημένη καὶ ἀπεκρούετο
1134ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Συνεπὴς εἰς ἑαυτὴν ἡ Ἀντιπολί-
1135τευσις ὑπέλαβεν, ὅτι καὶ σήμερον, ὅτε κατετέθησαν ἐνώπιον
1136τῆς Βουλῆς οἱ πίνακες, οἱ βεβαιοῦντες τὴν ἐπὶ 9 μῆνας δια-
1137χείρισιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ τρ. ἔτους
11381887, καὶ σήμερον, ὅτε προσάγονται στοιχεῖα ἐπαρκῆ,
1139ὅπως σχηματίσωμεν ἀσφαλῆ πεποίθησιν περὶ τῶν ἀποτελε-
1140σμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀμφι-
1141σβητήσῃ τῶν ἀριθμῶν τὴν ἀξίαν, καὶ ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμέ-
1142νον αὐτῇ νὰ προσφύγῃ εἰς διάφορα ἐπιχειρήματα, διὰ ν’ ἀπο-
1143δείξῃ τ’ ἀποτελέσματα, τὰ διὰ τῶν ἀριθμῶν πιστοποιούμενα,
1144ὡς μὴ ἀκριβῆ. Ὁ ἕτερος τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
1145ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν ἑνὸς προσθέτου
1146ἐπιχειρήματος, ὄπισθεν μιᾶς ἐνδείξεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότι-
1147μος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐντεῦθεν ἐξήγησεν
1148εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀ-
1149χαΐας καὶ Ἤλιδος, τὸν κ. Ῥικάκην, ἐρωτήσαντα, πόσαι εἰσὶν αἱ
1150εἰσπράξεις καὶ αἱ δαπάναι κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1887,
1151ὠχυρώθη ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ προσθέτου ἐπιχειρήματος καὶ
1152ἐζήτησε νὰ ἐλέγξῃ τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ἐν τῇ καταστάσει
1153ἀναφερομένους. Εἴδομεν δὲ αὐτὸν λεπτολογοῦντα ἐπὶ τῶν
1154ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῇ καταστάσει·
1155καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔσοδα ἀνηνέχθη εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν
1156τοῦ 1885, ὡς πρὸς δὲ τὰ ἔξοδα ἐσχημάτισε 12τημόρια καὶ
1157συνέκρινε τὰ ἀποτελέσματα τῶν διαφόρων πληρωμῶν, προσ-
1158παθῶν ν’ ἀποδείξῃ τοὺς ἀριθμοὺς οὐχὶ ἀκριβεῖς. Νομίζω
1159μάλιστα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς καὶ φί-
1160λος μου κ. Σωτηρόπουλος, ὅτε τὸν λόγον ἐπὶ τούτου ἔφε-
1161ρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐξήγησεν εἰς τὴν Βου-
1162λὴν, ὅτι μία πρόσθετος ἔνδειξις, ὅτι θέλει ἔχει ἰσοζύγιον ἐκ
1163τῆς χρήσεως τοῦ 1887, εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι τὴν 30 Σεπτεμ-
1164βρίου εἴχομεν εἰσπράξεις ὑπερβαινούσας τὰ ἔξοδα κατὰ 2
1165ἑκατομμύρια, ἐνόμισεν, ὅτι ἐπεβάλλετο αὐτῷ ἡ ὑποχρέωσις
1166νὰ ἐρωτήσῃ τὸν τὴν ἐξήγησιν ταύτην δόντα Πρωθυπουργὸν,
1167ἂν ἐστηρίζετο εἰς τὰς καταστάσεις τῶν ταμείων, αἵτινες δὲν
1168εἶναι ὡς πρὸς τοῦτο λίαν ἀκριβεῖς, ὡς παραλείπουσαι τὰς ἐκ-
1169κρεμεῖς πληρωμάς. Καίτοι ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἡ ἀπάντησις,
1170ὅτι τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον προσήγαγεν ὡς ἔνδειξιν, καὶ ὅτι,
1171ἂν ἀνηνέχθη εἰς τὰς εἰσπράξεις καὶ πληρωμὰς, τὰς πραγμα-
1172τοποιηθείσας μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, ἀνηνέχθη ἐν συγ-
1173κρίσει πρὸς τὰς κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα πραγμα-
1174τοποιηθείσας κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, κρίνω ἀναγκαῖον
1175νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐκ τῆς καταστάσεως, ἥν ἐξήγαγον
1176ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐλαχίστη ὑπάρ-
1177χει διαφορὰ καὶ εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη ὡς πρὸς τὰς πλη-
1178ρωμὰς, τὰς μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου ἑκάστου τῶν παρελ-
1179θόντων δύω ἐτῶν πραγματοποιηθείσας.
1180Ἰδοὺ ἀκριβὴς κατάστασις.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1181 1887 1886 1885
1182
1183Αʹ. Χρέος ἐξωτερικὸν 180,946 201,600 201,520
1184Βʹ. » ἐσωτερικὸν 19,085,75619,424,69018,260,902
1185Γʹ. Συντάξεις 662,347 592,335 552,452
1186Δʹ. Χορηγία πρὸς τὴν Α. Μ. 590,625 590,625 675,000
1187Εʹ. Βουλὴ 57,268 34,583 87,068
1188Ϛʹ. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν 704,440 663,450 588,729
1189Ζʹ. » Δικαιοσύνης 1,599,827 1,567,838 1,826,402
1190Θʹ. » Ἐκκλησιαστ. 1,229,402 1,171,804 1,146,680
1191ΙΒʹ.» Οἰκονομικῶν 489,843 526,131 530,961
1192ΙΓʹ.Ἔξοδα διοικήσεως 2,144,131 1,614,360 2,340,921
1193ΙΔʹ.Ἐπιστροφαὶ 44,754 45,184 32,593
1194ΙΕʹ.Ἀποζημιώσεις 65,014 37,262 70,240
1195ΙΗʹ.Κεφάλαιον ὁδοποιΐας 1,661,162 40,050
1196 28,515,51526,509,91226,313,468
1197Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας παρετήρησεν,
1198ὅτι τὸ ἐν τῇ καταστάσει σημειούμενον ὡς πληρωθὲν διὰ
1199τὴν Βασιλικὴν χορηγίαν ποσὸν δὲν εἶναι τὸ ἀναλογοῦν εἰς
1200τοὺς 9 μῆνας. Τοῦτο ὅμως εἶναι εὐεξήγητον· τὸ αὐτὸ ἀκρι-
1201βῶς σημειοῦται καὶ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη 1885 καὶ
12021886. Προέρχεται δὲ ἐκ τούτου, ὅτι πληρόνεται μὲν ἡ χο-
1203ρηγία ἐγκαίρως, ἀλλὰ τὰ ἐντάλματα δὲν ἐκδίδονται ἐγκαί-
1204ρως καὶ δὲν καταχωρίζονται εἰς τὰ τοῦ δημοσίου ταμείου
1205βιβλία. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τὴν
1206ἀφορῶσαν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅ,τι ἐγένετο εἰς τὸ 1887 ἐγέ-
1207νετο καὶ εἰς τὰ προηγούμενα ἔτη 1885 καὶ 1886, διότι συμ-
1208βαίνει Βουλευταί τινες νὰ μὴ δίδωσιν ἐγκαίρως τὰς ἀποδεί-
1209ξεις των καὶ οὕτω νὰ μὴ ἦναι δυνατὴ ἡ τακτοποίησις τῆς
1210πληρωμῆς καὶ νὰ μένῃ οὕτως ἐκκρεμής. Τοῦτο ὅμως εἰς οὐ-
1211δένα παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ
1212κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὡς πρόσθετος ἔνδειξις εἶναι καὶ ἡ πα-
1213ρατηρουμένη κατὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου 1887 ἐπὶ πλέον
1214διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς πληρωμάς, ὡς ἀφετηρίαν
1215πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887.
1216Ὁ ἐπιθυμῶν νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα βασιμώτερα ὀφεί-
1217λει ἕτερόν τι νὰ πράξῃ· ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ
12181887 κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ
1219μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1887 βεβαιωθέντα καὶ εἰσπρα-
1220χθέντα καὶ εἰς ταῦτα νὰ προσθέσῃ τὰς κατόπιν εἰσπράξεις,
1221ὁδηγούμενος ἐκ τῶν ὑπαρχόντων στοιχείων καὶ ἐκ τῶν φυσι-
1222κῶν ἐκτιμήσεων περὶ τῶν βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων, μέχρι
1223μὲν τῆς 31 Δεκεμβρίου 1887 ὡς πρὸς τὰ πλεῖστα, μέχρι
1224δὲ τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1888 ὡς πρὸς τὰ ὑπόλοιπα.
1225Λυποῦμαι, διότι εἰσέτι δὲν ἐδημοσιεύθη ἐν ταῖς ἐφημερί-
1226σιν ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης
1227βουλευτής· διότι ὁμολογῶ, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν προσεῖχον, ὅτε
1228ὡμίλει ἐπικαλούμενος ἀναλογίας τινὰς, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀν-
1229τιληφθῶ λεπτομερῶς αὐτῶν, ἀμφιβάλλω δὲ, καὶ ἄν τις μεταξὺ
1230τῶν ἄλλων κ. Συναδέλφων, τῶν ἀκροασαμένων αὐτοῦ, ὑπῆρξεν
1231εὐτυχέστερος ἐμοῦ. Ἀνέγνωσεν ἀναλογίας ἐπ’ ἀναλογιῶν,
1232προσθέσεις καὶ ἀφαιρέσεις ἐπ’ αὐτῶν, ἀριθμοὺς ἐπὶ ἀριθμῶν,
1233καὶ συγκεντρώσεις ἀναλογιῶν· ταῦτα δὲ ἐνδεικνύουσι μὲν λο-
1234γιστικὴν ἐργασίαν, διεξαχθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁμολογῶ,
1235ὅτι τὴν λογιστικὴν μέθοδον, ἣν ἠκολούθησε, δὲν ἠδυνήθην
1236ν’ ἀντιληφθῶ.
1237Ὀφείλω ὅμως πρὸ πάντων νὰ μὴ σιωπήσω πρὸ τῆς ἀξι-
1238ώσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης κ. βουλευτοῦ, ἀξιώσεως,
1239ἀναγομένης εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ κατα-
1240λογίζωνται αἱ γενόμεναι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταβολαὶ διὰ
1241τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τοῖς
1242πίναξιν, οἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ποσόν,
1243ὅπερ καὶ νῦν καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος κατεβλήθη πρὸς
1244ἀπότισιν τῆς συμπεφωνημένης χορηγίας τῶν κατασκευαζο-
1245μένων σιδηροδρόμων, ἐσημείωσεν ὑπὸ τὸν τύπον ἐκτάκτου
1246Προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἐσημείωσε δὲ εὐλόγως οὕτω, διότι ἀκρι-
1247βῶς διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων ἡ Κυβέρνησις
1248ὑποβάλλεται ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους εἰς μεγάλας καταβολὰς,
1249τὸ ποσὸν δὲ αὐτῶν βεβαίως δὲν δύναται νὰ πορίζηται ἐκ τῶν
1250τακτικῶν προσόδων τοῦ Κράτους. Οὐ μόνον δὲ ἡ ἡμετέρα,
1251ἀλλὰ καὶ Κυβερνήσεις ἄλλων ἐπικρατειῶν τὴν αὐτὴν ἠκο-
1252λούθησαν τακτικὴν ὡς πρὸς τὰς καταβολὰς πρὸς κατασκευὴν
1253τῶν σιδηροδρόμων, ἢ πρὸς παροχὴν τῶν χορηγιῶν, αἵ-
1254τινες συνομολογοῦνται μετὰ τῶν ἑταιριῶν. Συνομολο-
1255γοῦνται δάνεια ἐπὶ τούτῳ, τὸ δὲ Κράτος ἀναλαμβάνει
1256εἰς βάρος τῶν τακτικῶν προσόδων μόνον τὸ ποσὸν, τὸ
1257ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων αὐτῶν.
1258Αὐτὴν τὴν τακτικὴν ἠκολουθήσαμεν καὶ εἰς παρελθόντα
1259ἔτη, αὐτὴν ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι.
1260Ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι, παρουσιασθῇ ἑταιρία, ἀναλαμβά-
1261νουσα τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου μέχρι Λαρίσσης,
1262ἢ μέχρι τῶν μεθορίων, τὸ δὲ Κράτος ἀναγκασθῇ εἰς τὴν
1263καταβολὴν 5,000,000 ἢ 10,000,000 ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους,
1264ταῦτα βεβαίως ἐκ τῶν τακτικῶν προσόδων δὲν δύνανται νὰ
1265οἰκονομηθῶσιν· ὥστε ἀναντιῤῥήτως ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀναγκασθῇ
1266νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, ἢ ἄλλως νὰ προμηθευθῇ τὸ ἀναγ-
1267καῖον ποσὸν ἀναγράφουσα αὐτὸ εἰς ἔκτακτον Προϋπολογισμόν.
1268Εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴν κ. Σωτηρό-
1269πουλον, ὅστις παρετήρησεν, ὅτι δὲν πρέπει εἰς τὰς καταστά-
1270σεις, τὰς προσαχθείσας εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν
1271Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, νὰ δώσωμεν πολλὴν πίστιν, διότι
1272αὗται δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, τὴν ἀνακρίβειαν δὲ αὐτῶν ἀνεὗρεν
1273ὡς ἐκ τῆς μικρᾶς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν καταστάσεων τῶν
1274δημοσιευθεισῶν ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ καταστά-
1275σεως δημοσιευθείσης ὑπὸ τοῦ Τελωνειακοῦ Τμήματος, νομίζω
1276ἀναγκαῖον νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ὡς γινώσκει κάλλιον ἐμοῦ,
1277ἡ κατάστασις ἡ δημοσιευομένη ὑπὸ τῶν Τμημάτων δὲν δύ-
1278ναται νὰ ἦναι πάντοτε ἐν πληρεστάτη ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν
1279κατάστασιν τὴν δημοσιευομένην ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστη-
1280ρίου, εἰμὴ μόνον κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Οἱ εἰδικοὶ
1281ταμίαι, ἤτοι οἱ τελῶναι, οἵτινες εἰσπράττουσι τοὺς εἰς τὰ
1282τελωνεῖα εἰσπραττομένους φόρους, δὲν κατορθοῦσι πάν-
1283τοτε ἀκριβῶς τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ μηνὸς νὰ παραδί-
1284δωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων αὐτῶν.
1285Οὕτω, ἐπὶ παραδείγματι, ἐνῷ ὁ τελώνης εἰσέπραξεν ἐξ ἐγ-
1286γείων φόρων κατὰ τὸ διάστημα τοῦ μηνὸς ποσὸν δραχ.
12871,000,000, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἐσημείωσεν εἰς τὴν πρὸς τὸ
1288ἁρμόδιον Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου ὑποβληθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ
1289κατάστασιν, εἰς τὸν ταμίαν παρέδωκεν ἓν μέρος αὐτῶν κατὰ
1290τὴν πρώτην ἢ τὴν δευτέραν ἡμέραν τοῦ ἐπιόντος μηνός. Ἰδοὺ
1291ὁ λόγος τῆς διαφορᾶς.
1292§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀναγράφουσι χωριστὰ οἱ τα-
1293μίαι τὰ κατατιθέμενα ὑπὸ τῶν εἰδικῶν ταμιῶν.
1294§32ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὡς εἴδετε,
1295καθιέρωσε νῦν τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ δημοσιεύηται μία καὶ μό-
1296νη κατάστασις διὰ τὰ εἰσπραττόμενα ὑπό τε τῶν εἰδικῶν
1297ταμιῶν καὶ τῶν ταμείων, δὲν δύναται ἢ νὰ προκύπτῃ αὐτὴ
1298ἡ μικρὰ διαφορά. Ἀλλ’ ἡ παρατηρουμένη ὡς πρὸς ἓν καὶ
1299μόνον ἔσοδον μικρὰ διαφορὰ μεταξὺ τῆς καταστάσεως τοῦ
1300Τελωνειακοῦ Τμήματος καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Γενικοῦ
1301Λογιστηρίου δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Γενικοῦ
1302Λογιστηρίου εἶναι ἀνακριβής. Τοὐναντίον μάλιστα οὐδεμίαν
1303ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ ὑποπτεύωμεν ἀνακρίβειαν τῶν κατα-
1304στάσεων, τὰς ὁποίας τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἐκδίδει, διότι
1305μέχρι τοῦδε αἱ κατὰ μῆνα δημοσιευόμεναι ὑπ’ αὐτοῦ κα-
1306ταστάσεις ἀπεδείχθησαν διὰ τοῦ βραδύτερον δημοσιευθέντος
1307Ἀπολογισμοῦ πάντοτε ἀκριβεῖς. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν ὁ αὐτὸς
1308ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνακρίβειαν παρετήρησεν, ὅτι βλέπει
1309ἀναγραφομένην πληρωμὴν συντάξεων μικροῦ ποσοῦ μέχρι
1310τέλους Σεπτεμβρίου. Ἀλλ’, ὡς γινώσκετε, καὶ τῶν συντά-
1311ξεων αἱ εἰσπράξεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τακτοποιῶνται ἢ
1312κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, διότι τότε μόνον συγκεντροῦνται
1313εἰς τὸ Ταμεῖον αἱ ἐκ τούτων κρατήσεις.
1314Ἀντὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον, ἐν ἐλλείψει ἄλλων ἐπι-
1315χειρημάτων, προσεπάθησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν οἱ προαγορεύ-
1316σαντες ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ἀριθ-
1317μῶν, τοὺς ὁποίους παριστῶσιν οἱ προσαχθέντες πίνακες, καὶ
1318ὧν ἐμνήσθη ἐντεῦθεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἤτοι,
1319ἀντὶ νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ δωδεκατημόρια καὶ εἰς τοὺς ἀνα-
1320λογικοὺς πίνακας, συγκρίνοντες τὰς τοῦ τρέχοντος ἔτους εἰσ-
1321πράξεις πρὸς ἐκείνας τοῦ 1885 καὶ 1886, ἦτο προτιμότερον
1322νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει ἅπαντα τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ
1323Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐπὶ ἑκάστου αὐτῶν νὰ ἐν-
1324δείξωσι τὰς ἀμφιβολίας ἢ τοὺς ἐνδοιασμούς των καὶ νὰ
1325μεταδώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπ’ αὐτῶν σκέψεις των.
1326Ἐγὼ, ἀκριβῶς ἔχων αὐτὴν τὴν γνώμην, κατήρτισα ἕνα πί-
1327νακα, τοῦ ὁποίου θὰ σᾶς ἀνακοινώσω τοὺς ἀριθμοὺς, κατὰ
1328κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων,
1329διότι νομίζω, ὅτι πρὸ πάντων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν
1330ἐσόδων πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν, διὰ νὰ διαλευκάνωμεν τὸ
1331ζήτημα.
1332Εἶπον, ὅτι, ἀντὶ νὰ καταφεύγωμεν εἰς ἀναλογικοὺς πίνακας
1333μετὰ προσθηκῶν καὶ ἀφαιρέσεων καὶ συγκεντρώσεων, ἀντὶ
1334νὰ καταφεύγωμεν εἰς συγκρίσεις ἐπὶ τῷ χρονικῷ διαστή-
1335ματι, τῷ μέχρι 30 Σεπτεμβρίου τῶν παρελθόντων ἐτῶν,
1336ἀντὶ νὰ λαμβάνωμεν ὡς βάσιν καὶ ἀφετηρίαν τῶν συλλο-
1337γισμῶν μας ἕνα ὑπολογισμὸν, ἐκ προσθηκῶν καὶ ἀφαιρέ-
1338σεων προκύπτοντα, εἶναι προτιμότερον καὶ λογικώτερον ἔτι
1339νὰ ἐξετάσωμεν ἓν ἕκαστον τῶν ἐσόδων τῶν ἀναγεγραμμένων
1340εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ κρίνωμεν, ἂν κατὰ τὸ τέ-
1341λος τῆς χρήσεως θέλομεν ἔχει τῷ ὄντι ἰσοζύγιον. Ἔχομεν
1342ἤδη γνωστὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσπράξεων μέχρι 30 Σε-
1343πτεμβρίου, ἔχομεν εἰσέτι διά τινα τούτων γνωστὰ καὶ τὰ
1344ἀποτελέσματα τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου· ἀλλ’ ἔχομεν ὡς
1345πρός τινα ἄλλα ἔσοδα κατάστασιν καὶ βεβαίωσιν τῶν ἀρ-
1346χῶν περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς, ἐξ οὗ δυνάμεθα ἀλαν-
1347θάστως νὰ ὁρίσωμεν τὸν προσδοκώμενον φόρον· ἔχομεν, ἐπα-
1348ναλαμβάνω, στοιχεῖα ἱκανὰ, διὰ νὰ κρίνωμεν βασίμως πλέον
1349καὶ οὐχὶ δι’ ὑπολογισμῶν περὶ τῶν προσδοκωμένων, τῶν
1350βεβαίων μᾶλλον, ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1887.
1351Ὅτε τῷ ὄντι ἐψηφίζομεν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἴσως ἐδι-
1352καιοῦντό τινες ν’ ἀμφιβάλλωσι, διότι ἐπρόκειτο ἐπὶ ἐπιχει-
1353ρημάτων, καὶ ἐπὶ ὑπολογισμῶν νὰ στηριχθῶσιν, ὅπως πα-
1354ραδεχθῶσιν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ 1887
1355ἤθελεν εἶσθαι οἷος σήμερον παρουσιάζεται· ἀλλὰ σήμερον δὲν
1356ἐπιτρέπονται οἱ ἐνδοιασμοὶ οὗτοι. Δὲν θέλω σᾶς ἀπασχολή-
1357σει ἀπαριθμῶν τὰ μικρότερα ποσὰ, καίτοι ὅλα ταῦτα εἶναι
1358ἀναγεγραμμένα εἰς τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας,
1359καὶ τὸν ὁποῖον κατήρτισα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν τῇ Ἐφη-
1360μερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσιευθέντος διὰ τὰ μέχρι τέ-
1361λους Σεπτεμβρίου ἀποτελέσματα μετὰ τῶν προσθηκῶν διὰ
1362τὰς μεταγενεστέρας βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις.
1363Ἄρχομαι λοιπὸν ἀπὸ τοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ Προϋ-
1364πολογισμοῦ τῶν ἐσόδων 1887. Ἔχομεν τὸν φόρον τῶν ἀρο-
1365τριώντων κτηνῶν· διὰ τὸν φόρον τοῦτον προϋπελογίσθησαν
13662,760,000, ἐβεβαιώθησαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 2,489,
1367034 καὶ εἰσεπράχθησαν 750,745· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν φόρον
1368τοῦτον οὐδεὶς νῦν ἐπιτρέπεται ἐνδοιασμὸς, διότι ἤδη καὶ
1369αἱ δηλώσεις καὶ αἱ ἀπαριθμήσεις εἰσὶ περατωμέναι, εἰς δὲ
1370τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι γνω-
1371στὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἑπομένως, λαμ-
1372βανομένων ὑπ’ ὄψει καὶ τῶν κατὰ Ὀκτώβριον βεβαιώ-
1373σεων, γινώσκομεν ἀκριβῶς, ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τούτου θέλο-
1374μεν ἔχει μέχρι τέλους τῆς χρήσεως βεβαιωμένον 2,478,
1375757. Προλαμβάνω δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὸν πίνα-
1376κα, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἔχω ἰδίαν στήλην κα-
1377θόσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται καὶ εἰσ-
1378πράττονται ἐντὸς τοῦ ἔτους, ἰδίαν δὲ διὰ τὰ βεβαιωθη-
1379σόμενα καὶ εἰσπραχθησόμενα μέχρι τέλους τῆς χρήσεως.
1380Φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφον-
1381ται 400,000, ἀλλ’ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε βεβαιώσεων ἀπο-
1382δεικνύεται, ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦτο θέλει ἀνέλθει εἰς 700,000
1383διότι ἔχομεν ἤδη βεβαιώσεις 650,000, ὑπολείπονται δὲ καί
1384τινες ἐκκρεμεῖς.
1385Φόρος ἐπὶ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτη-
1386μάτων. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται ποσὸν 36,
1387000. Εἶναι δὲ βεβαιωμένον μέχρι τοῦδε ποσὸν 52,458.
1388Ἐπικαρπία σπειρομένων ἐθνικῶν γαιῶν· προϋπελογίσθη πο-
1389σὸν δραχ. 7,000, ἐβεβαιώθη 7,798 μέχρι τέλους Σεπτεμ-
1390βρίου, ἀλλὰ μετὰ τὴν 30 Σεπτεμβρίου ἐβεβαιώθη καὶ ἕτε-
1391ρον ποσὸν, ὥστε δυνάμεθα ἀλανθάστως νὰ ὑπολογίσωμεν
1392τὴν ἐκ τούτου πρόσοδον ἐκ δραχ. 43,620.
1393Ἔγγειοι φόροι, εἰσπραττόμενοι εἰς τὰ τελωνεῖα· προϋπε-
1394λογίσθησαν εἰς 5,431,800, ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθη-
1395σαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 2,409,104. Οἱ ὡς πρὸς τὸ
1396ἔσοδον αὐτὸ ὑπολογισμοὶ καὶ ἐκτιμήσεις μας δύνανται νῦν νὰ
1397κριθῶσιν ἀσφαλέστατοι, διότι τὸ κυριώτερον ἀντικείμενον τοῦ
1398κεφαλαίου τούτου εἶναι ἡ σταφίς· ἐνῷ δὲ γινώσκομεν σχεδὸν
1399ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τῆς ἐφετεινῆς παραγωγῆς, γινώσκομεν συνά-
1400μα, ὅτι θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα, διότι, ὡς παρετήρησεν ὁ κ.
1401Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ σταφὶς κατὰ ποιὸν μὲν ἦν
1402ἐφέτος ἀνωτέρα, κατὰ ποσὸν ὅμως κατωτέρα, εἰς δὲ τὸ δη-
1403μόσιον ταμεῖον τὸ ποσὸν προσδιορίζει τὴν πρόσοδον. Ἑπομένως
1404θέλομεν ἔχει, ἀντὶ τοῦ ἀναγραφομένου ποσοῦ ἐν τῷ Προϋπολο-
1405γισμῷ, μόνον 5,131,000. Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς
1406δὲν κρίνω περιττὸν ν’ ἀναφέρω, ὅτι κρατῶ ἀνὰ χεῖρας κατά-
1407στασιν, συνταχθεῖσαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τῶν
1408Ἀρχῶν περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ ἔτους τούτου, ἀκριβῶς δὲ
1409ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταστάσεως ταύτης ὡρίσθη τὸ ποσὸν, τὸ
1410ὁποῖον ἀνέγραψα ἀνωτέρω ὡς βεβαιώσιμον καὶ εἰσπράξιμον
1411μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως. Ἄν τις ἔχῃ ἐνδοιασμὸν,
1412δύναμαι καὶ τὴν κατάστασιν ταύτην νὰ καταθέσω.
1413Ἔγγειος φόρος καὶ δικαίωμα ἐπικαρπίας βοσκῶν ἀνε-
1414γράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 180,000, ἀλλὰ κατὰ
1415τὰ ἀποτελέσματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ κατὰ τὰς
1416πληροφορίας τῶν Ἀρχῶν βεβαιωθήσεται ποσὸν 190,000.
1417Φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἀνεγράφη 3,600,000, ἐβεβαιώθη δὲ
1418μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ποσὸν 2,900,197, ὑπάρχουσι δὲ
1419βεβαιώσεις τινὲς ἐκκρεμεῖς, ὥστε βεβαίως βεβαιωθήσονται
14203,100,000. — Φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀνεγράφη εἰς τὸν
1421Προϋπολογισμὸν ποσὸν 3,240,000, αἱ γενόμεναι δὲ βεβαιώσεις
1422μετὰ τῶν ἔτι ἐκκρεμῶν ἀναβιβάσουσι τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰς 3,
1423300,000. Ὡς γινώσκετε, οἱ κατάλογοι τοῦ φόρου τῶν ἐπι-
1424τηδευμάτων συντάσσονται κατὰ τριετίαν καὶ εἶναι γνωστὰ
1425ἐκ τῶν προτέρων τὰ ἀποτελέσματα.
1426Φόρος οἰκοδομῶν ἀνεγράφη ποσὸν 2,520,000· κατὰ
1427τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόν-
1428τος ἔτους καὶ μὲ τὰς βεβαιώσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται
1429νὰ γίνωσι διὰ τὸν δῆμον τῶν Ἀθηναίων, αἱ ὁποῖαι ἤδη
1430εἶναι γνωσταὶ, ἀνελεύσεται τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰς 2,440,000.
1431Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, νομίζω, ὅτι
1432δύναμαι νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς ὅσα ἐντεῦθεν εἶπεν ὁ ἀξιό-
1433τιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς, ὅστις παρεπονήθη, ὅτι ἠδική-
1434θη ἡ χρῆσις τοῦ 1885 ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου
1435τούτου, διότι ἐξ ἀμελείας ἄλλης Κυβερνήσεως δὲν ἐβεβαιώθη
1436ἐγκαίρως ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων. Ὡς
1437γινώσκετε, κατὰ τὴν μέχρι τοῦ τρέχοντος ἔτους κρατοῦσαν
1438νομοθεσίαν, ὁ κατάλογος τῶν οἰκοδομῶν συντάσσεται κατὰ
1439τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Ὁ προκάτοχος τοῦ παραπονηθέντος
1440Ὑπουργὸς διῴκησε μέχρι τοῦ μηνὸς Μαρτίου 1885. Εἶχε
1441διατάξει, ὡς ἐξάγεται καὶ ἐκ τῶν ἐγκυκλίων, αἱ ὁποῖαι ἐξε-
1442δόθησαν πρὸς τὰς διαφόρους Ἀρχὰς, νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ κατάρ-
1443τισις τῶν καταλόγων τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τοῦ λή-
1444ξαντος ἔτους 1884, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο κατέλιπε
1445τὴν Ἀρχὴν, ἦλθε δὲ τὸ προκάτοχον τοῦ σημερινοῦ Ὑπουρ-
1446γεῖον κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1885, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο ἡ
1447ὑποχρέωσις τοῦ καταρτισμοῦ τῶν καταλόγων τοῦ φόρου
1448τῶν οἰκοδομῶν διὰ τὴν πενταετίαν, τὴν ἀρχομένην ἀπὸ τοῦ
14491884–1888. Διῴκησε τὰ κοινὰ ἐπὶ 12 μῆνας, κατὰ δὲ τὸ
1450διάστημα αὐτὸ ὁ κατάλογος τῶν οἰκοδομῶν τοῦ δήμου
1451Ἀθηναίων δὲν εἶχε καταρτισθῆ, μόλις δὲ ἀνηγγέλθη ὡς συν-
1452ταχθεὶς κατὰ Μάϊον τοῦ 1886, ὅτε ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν
1453τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον· ἀνηγγέλθη ὅμως συνάμα, ὅτι ὁ
1454κατάλογος αὐτὸς συνετάχθη πλημμελέστατα, διότι δὲν κα-
1455τεβλήθη ἡ ἐλαχίστη προσοχὴ εἰς τὴν πραγματικὴν ἀνα-
1456γραφὴν τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἀνεγράφησαν ποσὰ ἐνοικίων
1457ἰδανικά· προεβλέποντο δὲ οὐ μόνον θορυβώδεις ἐνστάσεις, ἀλλὰ
1458καὶ δυσχέρειαι περὶ τὴν ἐκδίκασιν αὐτῶν καὶ περὶ τὴν εἴσ-
1459πραξιν τοῦ βεβαιωθησομένου φόρου. Πάντες δὲ γινώσκετε,
1460ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν καθυστερήσεων προέρχεται ἐκ τῆς
1461ἐλαττωματικῆς βεβαιώσεως. Ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ βεβαιώσει τὸ
1462Ὑπουργεῖον διέταξε τὴν ἀκύρωσιν τοῦ καταλόγου ἐκείνου καὶ
1463τὴν σύνταξιν νέου. Πρὸς διευκόλυνσιν δὲ τῆς ταχείας συντά-
1464ξεως αὐτοῦ προεκάλεσε καὶ Νόμον, ἐπιτρέποντα ἄλλην μέθο-
1465δον πρὸς καταρτισμὸν τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου τῶν
1466οἰκοδομῶν. Κατωρθώθη δὲ καὶ νὰ συνταχθῇ καὶ νὰ ἐκτεθῇ
1467εἰς ἀνάκρισιν ὁ κατάλογος, μετ’ ὀλίγας δὲ ἡμέρας ἔσεται
1468περατωμένη καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐνστάσεων. Ἐκ τῶν ὀλί-
1469γων, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, πείθεσθε, ὅτι δὲν ἠδικήθη ἡ χρῆ-
1470σις τοῦ 1885, ἀλλ’ ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
1471καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἑνὸς ἔτους δὲν κατώρθωσε νὰ καταρ-
1472τίσῃ τὸν κατάλογον τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ἀφῆκε δὲ εἰς
1473τὸν διάδοχον τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἑπομένως τὸ παράπονον,
1474τὸ ὁποῖον ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς,
1475ἐξελέγχεται ὡς μὴ βάσιμον.
1476Φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν Ἀνωνύμων Ἑται-
1477ριῶν· ἀνεγράφησαν 300,000, ἐβεβαιώθη καὶ εἰσεπρά-
1478χθη ποσὸν 46,975· ὡς γινώσκετε ὅμως, ὁ φόρος τῶν
1479Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν κυρίως βεβαιοῦται καὶ εἰσπράτ-
1480τεται μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, διότι αἱ πλεῖσται τῶν
1481Ἑταιριῶν δὲν δημοσιεύουσι τακτικὸν Ἰσολογισμὸν κατὰ τὴν
1482λῆξιν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας. Δὲν εἶναι δὲ πιθανὸν νὰ βε-
1483βαιωθῇ φόρος κατώτερος τοῦ παρελθόντος ἔτους 1886, καθ’
1484ὃ ὁ φόρος οὗτος ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 293,004. Κατ’ ἀκο-
1485λουθίαν σημειῶ ὡς βεβαιώσιμον καὶ εἰσπράξιμον μέχρι τῆς
1486λήξεως τῆς χρήσεως τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν, ὅταν μάλι-
1487στα ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο αἱ Ἀνώνυμοι
1488Ἑταιρίαι δὲν εἶναι εἰς χείρονα θέσιν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν
1489ἦσαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος.
1490Φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου· ἀνεγράφη ποσὸν 3,168,000, ἀλλὰ
1491βεβαίως οὔτε εἰς τὴν βεβαίωσιν οὔτε εἰς τὴν εἴσπραξιν, τὴν
1492μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, ἀνεγράφη ποσόν τι, τοῦτο δὲ εἶ-
1493ναι φυσικώτατον, διότι ὅλοι γινώσκετε, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ
1494οἴνου βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται μετὰ τὴν 30 Σεπτεμ-
1495βρίου· ἐπειδὴ δ’ εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν γενομένων δηλώσεων
1496καὶ καταμετρήσεων, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου ἀνέρχεται εἰς
1497ὀκάδας 132,000,000 ἐπὶ φόρῳ λεπτῶν 2 κατ’ ὀκᾶν,
1498μετὰ τῆς προσθήκης τῶν 20%, οὐδεμία ἀμφιβολία μένει,
1499ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ θέλει βεβαιωθῆ.
1500Τελωνειακὰ τέλη. Ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν
1501ἐκ δρ. 27,555,683, εἰσεπράχθησαν 18,008,682 μέχρι τῆς 30
1502Σεπτεμβρίου. Διὰ τὰ τελωνειακὰ τέλη εἶναι εὐχερέστατος
1503ὁ ὑπολογισμὸς, διότι ἐκτὸς τῶν τοῦ Σεπτεμβρίου ὑπάρχει
1504γνωστὸν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, δὲν
1505ὑπολείπεται ἑπομένως νὰ ὑπολογίσωμεν εἰμὴ διὰ δύο μῆ-
1506νας. Ὅταν δὲ γινώσκωμεν ἀκριβῶς, τί εἰσεπράχθη κατὰ
1507τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τῶν παρελθόντων ἐτῶν 1886,
15081885, 1884 καὶ 1883, καὶ ληφθῇ ὁ μέσος ὅρος τῶν τότε
1509εἰσπραχθέντων, προστεθῶσι δὲ καὶ αἱ κατόπιν γενό-
1510μεναι αὐξήσεις τῶν 12 τοῖς ἑκατὸν, αἱ γενόμεναι τῇ
1511εἰσηγήσει τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, καὶ τῶν 19 τῇ
1512εἰσηγήσει τοῦ παρόντος, καὶ τῶν 15 τοῖς ἑκατὸν ἐκ τῆς εἰς
1513χρυσὸν πληρωμῆς, εὔκολον εἶναι νὰ εὕρωμεν τὸ εἰσπραχθη-
1514σόμενον κατὰ τοὺς ὑπολειπομένους δύο μῆνας. Κατὰ τὸν
1515μῆνα Ὀκτώβριον εἰσεπράχθησαν 2,870,000, βεβαίως δὲ θὰ
1516εἰσπραχθῇ ἴσον περίπου ποσὸν κατὰ τὸν Νοέμβριον καὶ ὀλί-
1517γον τι κατώτερον κατὰ τὸν Δεκέμβριον, ἡ διαφορὰ δὲ ἔσεται
1518μεταξὺ 10 ἕως 20 χιλιάδων· ἑπομένως ἀπὸ τὰ τελωνειακὰ
1519τέλη, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὴν δευτέραν στήλην
1520τῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων ἐντὸς τοῦ ἔτους,
1521θέλομεν ἔχει 26,244,752.
1522Ἀντίτιμον καταναλωθέντος χαρτοσήμου. Ἀναγράφεται
1523ποσὸν 7,775,000. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἀποτελε-
1524σμάτων καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν δύο τελευταίων μηνῶν,—
1525διότι καὶ ὡς πρὸς τὸ χαρτόσημον εἶναι γνωσταὶ αἱ εἰσπρά-
1526ξεις τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, πρόκειται δὲ περὶ τῶν δύο μη-
1527νῶν,— εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθησόμενον κατὰ
1528τὴν ἀνάλυσιν, τὴν ὁποίαν ἐντεῦθεν ἐξήγησεν ὑμῖν ὁ κ. Πρόε-
1529δρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θέλομεν ἔχει 8,000,000,
1530δηλ. πλεόνασμα 225,000.
1531Πρόστιμα, κληρονομικὰ τέλη καὶ ἐπισήμανσις καταστί-
1532χων, διάφορα δικαιώματα, ὑγειονομικὰ καὶ λοιμοκαθαρτικὰ
1533δικαιώματα. Ἀνεγράφη ποσὸν 717,500, ἀλλὰ κατὰ τὰ μέ-
1534χρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα βεβαιωθήσονται μόνον
1535657,000, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 60,000.
1536Τέλη παιγνιοχάρτων· ἀνεγράφησαν 500,000, ἀλλὰ κατὰ
1537τὰ μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποτελέσματα δὲν θέλουσιν ὑπερβῆ
1538τὰς 350,000. Ὅ,τι ὡδήγησεν εἰς ἐσφαλμένον ὑπολογισμὸν
1539τῆς προσόδου ταύτης εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887,
1540εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ πα-
1541ρελθόντος ἔτους αἱ εἰσπράξεις εἶχον ἀνέλθει εἰς 200,000
1542δραχμῶν, ὡς ἐκ τούτου δὲ ὑπελήφθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ
1543ὑπολογισθῇ ἀνώτερον τὸ ποσόν· ἀλλ’ ὡς φαίνεται, κατὰ τοὺς
1544τελευταίους μῆνας ἑκάστου ἔτους γίγνεται μεγαλειτέρα ἡ
1545κατανάλωσις.
1546Δικαίωμα καταναλώσεως πνευματωδῶν ποτῶν· ἀνεγρά-
1547φη ποσὸν 900,000. Ὅτε ἀνεγράφη τὸ ποσὸν τοῦτο, ὑπῆρ-
1548χεν ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ εἰσαχθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφισθεὶς κατὰ
1549τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον Νόμος ἤθελε τεθῆ εἰς ἐνέργειαν τα-
1550χέως· ἀλλὰ δὲν ὑπελογίσθησαν αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ἤθελον
1551παρουσιασθῆ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου, δυσχέρειαι
1552ἀναγόμεναι ἰδίως εἰς τὴν προμήθειαν τῶν μηχανικῶν κα-
1553ταμετρητῶν, οἵτινές εἰσιν ἀπαραίτητοι πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ
1554Νόμου αὐτοῦ. Πρὸ παντὸς ἦτο ἀνάγκη τῶν μηχανικῶν κα-
1555ταμετρητῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ
1556οὐδεμία ἐγγύησις περὶ τῆς ἀκριβοῦς βεβαιώσεως τοῦ δι-
1557καιώματος τούτου. Τὰ μηχανήματα ταῦτα παρηγγέλθησαν
1558εἰς τὴν Εὐρώπην ἐγκαίρως, δὲν ἦλθον ὅμως εἰσέτι, διότι δὲν
1559ἦτο εὔκολος ἡ κατασκευὴ αὐτῶν· κατὰ συνέπειαν θὰ λει-
1560τουργῇ ὡς πρὸς τὰ πνευματώδη ποτὰ τὸ ἴδιον σύστημα
1561καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, θὰ ἔχωμεν δὲ ὡς ἐκ τούτου ἔλλειμμα ἐκ
1562δραχ. 500,000.
1563Ὡς πρὸς τὰ προξενικὰ τέλη οὐδεμία ἐγείρεται ἀμφιβολία
1564περὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ ἐκ δραχ.
1565600,000, ὡς ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἀποτελεσμάτων,
1566ὅταν μάλιστα ᾖναι γνωστόν, ὅτι κατὰ τὸ 1886 ἐβεβαιώθη-
1567σαν προξενικὰ τέλη ἐκ δραχ. 604,901.
1568Ὡς πρὸς τὸν καπνὸν ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πο-
1569σὸν 3,254,252. Ἐννοεῖται, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ
15701887 ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ εἶναι διφυὴς, εἶναι φόρος στηριζό-
1571μενος εἰς τὸν κατ’ εἰσήγησιν τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ψη-
1572φισθέντα Νόμον, καὶ φόρος στηριζόμενος εἰς τὸν νέον Νόμον.
1573Καὶ τὰ μὲν βεβαιωθέντα μέχρι τῆς 30 7βρίου εἶναι γνωστὰ
1574ἤδη, καθόσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν εἰσπραξίμων
1575τῶν δύο μηνῶν, ἐπίσης δυνάμεθα ἀσφαλέστατα νὰ ὑπολογί-
1576σωμεν, διότι γινώσκομεν ἤδη, ὁπόση εἶναι ἡ κατανάλωσις.
1577Ἡ κατανάλωσις κατὰ τὸ τελευταῖον δεκαήμερον τοῦ Ὀ-
1578κτωβρίου ἀνῆλθεν εἰς ὀκ. 27,000. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι ὡς
1579πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν, καθ’ ὅσον ὁ καιρὸς προβαίνει, κατὰ τοσοῦ-
1580τον ἡ κατανάλωσις προβιβάζεται, διότι καταναλίσκονται αἱ
1581γενόμεναι προμήθειαι, καὶ συνειθίζουσιν οἱ καταναλωταὶ εἰς
1582τὸν φόρον, καίτοι ἰσχυρίσθη ὁ ἐξ Ἄρτης ἀξιότιμος βουλευ-
1583τὴς, ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς εἰσαγωγῆς φόρου τινὸς οὗ-
1584τος πληρόνεται εὐχερέστερον, κατὰ τὰ μεταγενέστερα ὅμως
1585ὑφίσταται ἐλαττώσεις.......
1586§33ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μὴ ἑρμηνεύετε ἰδέας ξένας, ὅταν δὲν
1587τὰς ἐννοῆτε. Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτόν τι· ἂν ἐπροσέχετε,
1588δὲν θὰ ἐλέγετε, ὅτι εἶπον αὐτό.
1589§34ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως σεῖς ἔχετε τὸ θάῤῥος, ὅ,τι εἴ-
1590πετε χθὲς, νὰ τὸ ἀρνῆσθε σήμερον· ἀλλ’ ἐδῶ εἶναι ἑξήκον-
1591τα Συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐνθυμοῦνται.— Εἶναι εὔκολος λοι-
1592πὸν ὁ ὑπολογισμὸς τῶν εἰσπράξεων, αἱ ὁποῖαι θέλουσι γίνει
1593κατὰ τοὺς δύο μῆνας, διότι γινώσκομεν ὅτι ἔχομεν κατὰ μῆνα
159480 χιλιάδων ὀκάδων περίπου κατανάλωσιν. Ὑπάρχει ὅμως
1595καί τις ἑτέρα ἐπὶ τοῦ καπνοῦ πρόσοδος, ἡ ὁποία δὲν εἰσε-
1596πράχθη μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, διότι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ
1597πρώτου Νόμου ἐδίδοντο προθεσμίαι καὶ δὲν εἰσεπράττετο ὁ
1598φόρος ἀμέσως, ἑπομένως εἶναι δυνατὸν κατά τι περισσότερον
1599τοῦ ποσοῦ τοῦ σημειωθέντος ὡς εἰσπραξίμου νὰ βεβαιωθῇ.
1600Φόρος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἀνεγράφη ποσὸν 1,577,265.
1601Ἐπίσης ὡς πρὸς τὸ σιγαρόχαρτον εἶναι εὔκολος ὁ ὑπολογι-
1602σμὸς διὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας, διότι παρακολουθεῖ, ὡς γι-
1603νώσκετε, τὴν κατανάλωσιν τοῦ καπνοῦ· ὅταν γινώσκωμεν,
1604ὅτι εἰς μίαν ὀκᾶν καπνοῦ ἀνήκουσι 12 φυλλάδια, ἕκαστον δὲ
1605τῶν φυλλαδίων πωλεῖται πρὸς εἴκοσι λεπτὰ, ἀκριβέστατα
1606δι’ ἑνὸς ὑπολογισμοῦ ἁπλοῦ ἀριθμητικοῦ γινώσκομεν, πόσον
1607θέλομεν εἰσπράξει κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας· ἑπομένως τὸ
1608ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφω ὡς εἰσπράξιμον μέχρι τέλους
1609τοῦ ἔτους, εἶναι κατώτερον τοῦ ὑπολογισθέντος, διότι ὅ,τι
1610συνέβη εἰς τὸν καπνὸν, συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου,
1611ἤτοι, ἀντὶ νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τῇ 1 Ἰουλίου, ἐτέθη εἰς
1612ἐνέργειαν τῇ 10 Αὐγούστου, δηλαδὴ ἀκριβῶς μετὰ δύο μῆ-
1613νας καὶ δέκα ἡμέρας, ὡς ἐκ τούτου δὲ εἰς τὰς δύο ταύτας
1614προσόδους θέλει παρουσιασθῆ ἔλλειμμα, κατὰ σύγκρισιν πρὸς
1615τὸ προϋπολογισθὲν, ἤτοι ἐκ μὲν τοῦ καπνοῦ εἰσπραχθήσον-
1616ται 2,200,000, ἐκ δὲ τοῦ σιγαροχάρτου 1,341,812.
1617Περὶ τῆς ἐκ τῶν εἰσιτηρίων θεάτρων, σιδηροδρόμων καὶ
1618ἀτμοπλοίων προσόδου δὲν σᾶς ἀπασχολῶ, διότι σχεδὸν
1619εἰσεπράχθη μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου τὸ προϋπολογισθὲν πο-
1620σὸν, ὀλίγα δὲ ὑπολείπονται τὰ εἰσπραχθησόμενα κατὰ τοὺς
1621ὑπολειπομένους δύο μῆνας.
1622Πυρεῖα καὶ πετρέλαιον· εἶναι ἐπίσης εὔκολος ὁ ὑπολογι-
1623σμὸς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπισήμων καταστάσεων, διότι γινώ-
1624σκομεν πόσα πυρεῖα κατηναλώθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος
1625καὶ πόσον πετρέλαιον κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας
1626τοῦ παρελθόντος ἔτους, εἶναι δὲ τὸ πρᾶγμα εὔκολον, διότι
1627κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τοῦ ἔτους συνήθως πυρείων
1628καὶ πετρελαίου γίνεται μείζων κατανάλωσις, ἴσως διότι
1629κατὰ τοὺς μῆνας αὐτοὺς εἶναι ἡ νὺξ μακροτέρα καὶ κατα-
1630ναλίσκεται περισσότερον πετρέλαιον, ὅπως καὶ πυρεῖα. Ἐν
1631τούτοις ἐκ τῶν δύο τούτων εἰδῶν, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην,
1632θέλει προκύψει ἓν μικρὸν ἔλλειμμα 170,000, δραχμῶν.
1633Εἰς τὸ τηλεγραφεῖον καὶ τὸ ταχυδρομεῖον, ἐκ τῶν μέχρι
1634τοῦδε βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων εἶναι γνωστὸν, ὅτι θὰ
1635ἔχωμεν ἓν μικρὸν περίσσευμα ἐκ 300,000 δραχμῶν, ἤτοι
1636100,000 ἀπὸ τὰ ταχυδρομικὰ τέλη καὶ 200,000 ἀπὸ τὰ
1637τηλεγραφήματα.
1638Εἰς τὰς ἁλυκὰς ἔχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πο-
1639σὸν 2,100,000· εἰσεπράχθη μέχρι τέλους 7βρίου 1887 πο-
1640σὸν 978,811, καὶ τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς προαγορεύ-
1641σαντας ρήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι δὲν
1642εἶναι δυνατὸν κατὰ τοὺς ὑπολοίπους τρεῖς μῆνας νὰ κατανα-
1643λωθῇ ἅλας τοσοῦτον, ὥστε τὸ ἀναγραφὲν εἰς τὸν Προϋπολογι-
1644σμὸν ποσὸν νὰ εἰσπραχθῇ ὁλόκληρον. Ἀλλὰ παρατηρῶ ὡς
1645πρὸς τοῦτο, ὅτι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ ἅλας διαχειρίζεται
1646ὑπὸ ἑταιρίας τραπεζικῆς καὶ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα δὲν εἶ-
1647ναι ὁλοσχερῶς ἐξηκριβωμένα, καθόσον δὲν ἐγένετο εἰσέτι
1648ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἁλαταποθήκαις ὑπολοί-
1649που, γενήσεται δ’ αὕτη κατ’ αὐτὰς, ὡς ἐκ τῆς ἐπιβαλλο-
1650μένης παραδόσεως εἰς τὴν νέαν ἑταιρίαν· πλὴν δὲ τούτου
1651γενήσεται καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῆς φύρας τῶν ἐκ τῶν γενικῶν
1652ἀποθηκῶν παραληφθεισῶν ποσοτήτων. Ἀλλὰ τὸ ἅλας, τὸ
1653ὁποῖον θέλει καταναλωθῆ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, δὲν θὰ ἦναι
1654κατώτερον τοῦ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη καταναλωθέντος,
1655ὑπολογίζεται δὲ βασίμως, ὅτι τὸ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος κατα-
1656ναλωθησόμενον ἅλας θέλει ἀνέλθει εἰς ὀκάδ. 13,670,000.
1657Θὰ ὑπάρξῃ ἄρα ἔλλειμμα ἐκ 50,000 δραχ. ὡς πρὸς τὸ προϋ-
1658πολογισθέν.
1659Ἰχυοτροφεῖα. Τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἐβεβαιώθη ἤδη
1660πρὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου ε. ε.
1661Δάση καὶ φόρος βαλανοκάρπου. Προϋπελογίσθη πρόσο-
1662δος ἐκ δραχμῶν 1,165,260, εἰσεπράχθη δὲ μέχρι τέλους
1663Σεπτεμβρίου ποσὸν δραχ. 553,200. Ἀλλ’ ὅταν ληφθῇ
1664ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ ὑλοτομία γίνεται ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου
1665καὶ ἐφεξῆς, ὡσαύτως δὲ μετὰ τὸν Σεπτέμβριον ἐξάγε-
1666ται ὁ βαλανιδόκαρπος, καὶ ὅταν συνάμα ληφθῇ ὑπ’
1667ὄψει, ὅτι κατὰ τοὺς τρεῖς τούτους μῆνας τῶν παρελθόντων
1668ἐτῶν εἰσεπράχθη ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ὑπολειπομένου πρὸς
1669συμπλήρωσιν τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφέντος, οὐ-
1670δεὶς ὑφίσταται ἐνδοιασμὸς περὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπρά-
1671ξεως τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ μέχρι τῆς λήξεως τῆς
1672χρήσεως.
1673Παρατρέχω ἔσοδά τινα μικροῦ ποσοῦ καὶ λόγου ἀνά-
1674ξια, ἵνα μὴ σᾶς ἐπασχολήσω περισσότερον, καὶ μεταβαίνω
1675εἰς τὸ κεφάλαιον Εʹ, τὸ ἀναφερόμενον «Ἐκποίησις ἐθνικῶν
1676γαιῶν καὶ φθαρτῶν κτημάτων». Ὡς γινώσκετε, ὅσοι ἐλάβετε
1677ἀφορμὴν νὰ μελετήσητε τοὺς Νόμους αὐτοὺς, ἐπικρατεῖ τις
1678ἀνωμαλία εἰσέτι περὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν χρεῶν καὶ ἐν-
1679τεῦθεν ὡς πρὸς τὰς βεβαιώσεις ὄχι μόνον τὸ σημερινὸν
1680Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ καὶ οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ ὑπέπεσαν εἰς
1681σφάλμα, ὑπολογίσαντες περισσότερα τοῦ βεβαιωσίμου ποσοῦ.
1682Δι’ αὐτὸ παραδέχομαι, συμφωνῶν κατὰ τοῦτο μετὰ τοῦ κ.
1683Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλομεν ἔχει ἐκ τοῦ κε-
1684φαλαίου αὐτοῦ μίαν ἐλάττωσιν ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν 500
1685χιλ. δραχμῶν.
1686Εἰς τὸ ἀντίτιμον ἐκ τοῦ ἐκποιουμένου ὑλικοῦ στρα-
1687τιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋ-
1688πολογισμῷ ποσὸν 360,000· μέχρι δὲ τῆς 30 Σεπτεμ-
1689βρίου ἐβεβαιώθη 1,253,656, εἰσεπράχθη 1,037,351 καὶ
1690ὑπολείπεται εἰσπράξιμον 216,305. Ἄν δὲν ἀπατῶμαι, ἐν
1691τῇ ὁμιλίᾳ του ὁ ἐξ Ἀρκαδίας κ. βουλευτὴς εἶχεν ἀναβιβάσει
1692τὴν ἐκ τούτου πρόσοδον εἰς 4,000,000. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο
1693ἀκριβὲς, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου
1694θέλει προκύψει πλεόνασμα τῷ ὄντι 2,000,000, δηλ. θέλομεν
1695ἔχει μέχρι τέλους τοῦ ἔτους ποσὸν 2,360,000. Ἡ γενομένη δὲ
1696παρατήρησις, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν περαιτέρω
1697ἀπὸ τὴν 30 Σεπτεμβρίου εἴσπραξιν, δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι
1698δὲν γίνεται ἡ τακτοποίησις τοῦ ἀντιτίμου τῶν πωλουμέ-
1699νων κτηνῶν καὶ ἄλλων ὑλικῶν ἀμέσως· γίνεται μὲν ἡ πώ-
1700λησις, ἀλλὰ κατὰ τὴν πρὸς τὸν ἀγοραστὴν παράδοσιν τὸ
1701χρῆμα κατατίθεται εἰς τὸ στρατιωτικὸν ταμεῖον καὶ μέχρις
1702οὗ ἀποσταλῇ ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον μεσολαβεῖ
1703χρονικὸν διάστημα ἀρκετὰ σπουδαῖον· εἶναι μάλιστα γνω-
1704στὸν, ὅπως ἐπληροφορήθην ἐπισήμως, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμε-
1705ρῶν τὸ στρατιωτικὸν ταμεῖον παρέδωκεν εἰς τὸ Κεντρικὸν
1706230,000 δραχμάς. Καὶ ὡς ἐκ τῶν γενομένων ἤδη πωλήσεων
1707καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν εἶναι βεβαιω-
1708μένον, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο θέλει προκύψει τὸ σημειωθὲν
1709πλεόνασμα 2 ἑκατομμυρίων.
1710Ὡς πρὸς τὰς πολιτικὰς συντάξεις· ἐπειδὴ καὶ πρό-
1711τερον ἐγένετο λόγος, δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσ-
1712θέσω, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋ-
1713πολογισμῷ ὡς πρόσοδος ἐκ τῶν συντάξεων ἐκ δραχ.
17141,050,000, θὰ βεβαιωθῇ βεβαίως καὶ θὰ εἰσπραχθῇ,
1715διότι εἶναι ὑπελογισμένον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μισθοῦ τῶν
1716ὑπαλλήλων. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία,
1717ὅτι θέλει πληρωθῆ ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων, τὸ εἰσπραχθη-
1718σόμενον ποσὸν ἐκ τῶν λόγῳ συντάξεως κρατήσεων ἔσται ὅσον
1719προϋπελογίσθη.
1720Ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, παρατηρῶ,
1721ὅτι, καίτοι ὡς ἐκ τῆς δραστηριωτέρας εἰσπράξεως ὑπολογίζε-
1722ται εἰσπράξιμον ποσὸν ἀνώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος,
1723οὐχ ἧττον ἀνέγραψα τὴν ἐκ τούτου πρόσοδον ὅση προϋπελο-
1724γίσθη. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον, βεβαιωθησόμενα καὶ εἰσπρα-
1725χθησόμενα μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τρ. ἔτους 1887 εἰσὶ
172647,417,056, βεβαιωθησόμενα δὲ μέχρι τῆς 30 Ὀκτωβρίου
1727τοῦ 1888 44,731,013. Ἀλλὰ τὰ τῆς βʹ. κατηγορίας δὲν
1728ὑπόκεινται ἅπαντα εἰς καθυστερήσεις, καθόσον βεβαιοῦνται
1729καὶ εἰσπράττονται συνάμα.
1730Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον θέλομεν ἔχει τὰ ἑξῆς ἀποτελέ-
1731σματα. Προϋπελογίσθησαν ἔσοδα 94,656,907. Ὑπολογιζό-
1732μεναι προσαυξήσεις, τὰς ὁποίας κρίνω ἀναγκαῖον ρητῶς
1733ὧδε νὰ μνημονεύσω, (ὑπάρχει μικρά τις διαφορὰ πρὸς τὰς
1734ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν σημειωθείσας
1735προσαυξήσεις) εἰσὶν αἱ ἑξῆς:
1736Προσαυξήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1737Προσαυξήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887
1738Φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου 300,000
1739Φόροι κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων 16,000
1740Ἐπικαρπία ἐθνικῶν γαιῶν 36,620
1741Φόρος βοσκῶν 10,000
1742Φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων 60,000
1743Ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου 225,000
1744Ταχυδρομεῖον 100,000
1745Τηλεγραφεῖον 200,000
1746Ἐκ τοῦ κεφαλαίου «Μεταλλεῖα καὶ ὀρυκτὰ» 9,178
1747Ἀντίτιμον ἐκποιουμένου ὑλικοῦ στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας 2000000
1748Προκαταβολαὶ κληρωτῶν 200,000
1749Τὸ ὅλον 3,156,798
1750Μὲ τὰς προσαυξήσεις ταύτας ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναβαίνει
1751εἰς 97,813,705.
1752Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ ἐλαττώσεις, αἱ ἑπόμεναι·
1753Ἐλαττώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1754Φόροι ἀροτριώντων κτηνῶν 282,000
1755Ἔγγειοι φόροι εἰσπραττόμενοι εἰς τὰ τελωνεῖα 300,000
1756Φόρος ἐπὶ τῶν ζώων 500,000
1757Φόροι οἰκοδομῶν 80,000
1758Ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν τελῶν 1,310,931
1759Πρόστιμα, κληρον. τέλη, ἐπισήμανσις κατα-
1760στίχων, διάφορα δικαιώματα καὶ ὑγειονο-
1761μικὰ καὶ λοιμοκαθαρτικὰ δικαιώματα 60,000
1762Τέλη παιγνιοχάρτων 150,000
1763Δικαίωμα καταναλώσεως πνευματ. ποτῶν 500,000
1764» » καπνοῦ 1,054,252
1765» » σιγαροχάρτου 235,453
1766Ἀντίτιμον πυρείων 70,000
1767» πετρελαίου 100,000
1768Δικαίωμα θηραϊκῆς γῆς, μυλοπετρῶν κλπ. 7,000
1769Ἁλυκαὶ 50,000
1770Ἐκ τοῦ κεφαλαίου «ἐκποιήσεις ἐθν. κτημάτων» 500,000
1771Ὑπερτίμησις τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπραττομέ-
1772νων εἰς μεταλλικὸν τελῶν εἰσαγωγῆς καὶ ἐξα-
1773γωγῆς 356,000
1774Ἀπόληψις ἐκλογικῶν ἐξόδων 10,000
1775Ἀπόληψις ἐξόδων κοινοποιήσεων καὶ ἐγγραφῶν
1776ὑποθηκῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου περὶ γαιῶν
1777καὶ φυτειῶν 100,000
1778Τὸ ὅλον τῶν ἐλαττώσεων 5,665,636
1779Ὥστε, ὅταν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐκ τοῦ ποσοῦ
1780τὸ ὁποῖον ἐσημείωσα ὡς προϋπολογισθὲν μετὰ τῶν προσαυ-
1781ξήσεων, θέλομεν ἔχει πάλιν 92,148,069. Ἐκ τούτων ἔσοδα
1782ἐντὸς τοῦ ἔτους βεβαιούμενα καὶ εἰσπραττόμενα 47,417,056,
1783ἔσοδα δὲ ἐντὸς τῆς χρήσεως βεβαιούμενα καὶ εἰσπραττόμενα
178444,731,013, τὸ ὅλον 92,148,069. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ
1785ὑπολογίσωμεν τὰς καθυστερήσεις, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν
1786τὰ εἰς τὴν βʹ. κατηγορίαν ἀναγόμενα ἔσοδα ἦναι ὅλα δεκτικὰ
1787καθυστερήσεων. Ὅπως θέλετε παρατηρήσει ἐκ τοῦ πίνακος,
1788τὸν ὁποῖον θέλω σᾶς ἀναγνώσει, μεταξὺ αὐτῶν περιλαμβά-
1789νονταί τινα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφίνουσι καθυστερήσεις. Ἐπὶ
1790παραδείγματι.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1791αʹ.) Ἔγγειοι φόροι εἰς τὰ τελωνεῖα εἰσπρατ-
1792 τομενοι 5,131,000
1793βʹ.) Φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἀνωνύμων
1794 ἑταιριῶν 300,000
1795γʹ.) Δικαίωμα καταναλώσεως πνευματωδῶν
1796 ποτῶν 400,000
1797δʹ.) Προξενικὰ τέλη 600,000
1798εʹ.) Μεταλλεῖα καὶ ὀρυκτὰ 700,000
1799ϛʹ.) Δικαίωμα θηραϊκῆς γῆς, μυλοπετρῶν κλπ. 100,000
1800ζʹ.) Ὕδατα θερμὰ 31,900
1801ηʹ.) Ἰχθυοτροφεῖα 506,000
1802θʹ.) Δάση καὶ φόρος βαλανόκάρπου 1,170,000
1803ιʹ.) Ἀντίτιμον ἐκποιουμένου ὑλικοῦ στρατιω-
1804 τικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας 2,360,000
1805ιαʹ.)Ὑπερτίμησις τῶν εἰς τὰ τελωνεῖα εἰς
1806 μεταλλικὸν εἰσπραττομένων τελῶν εἰσα-
1807 γωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς 3,664,000
1808ιβʹ.)Ἐπιστροφαὶ χρημάτων 500,000
1809ιγʹ.)Εἰσπράξεις λόγῳ πολιτικῶν συντάξεων 1,050,000
1810ιδʹ.)Χρηματικὸν τίμημα ἀπαλλαγῆς ἢ ἐξαι-
1811 ρέσεως στρατευσίμων 600,000
1812ιεʹ.)Ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων 2,800,000
1813 Ἤτοι τὸ ὅλον 19,912,900
1814Ἑπομένως ἐκ τῶν ἀνωτέρω σημειωθεισῶν 44,731,013
1815πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι 19,912,900· ὅταν δὲ ἀφαιρέσωμεν τὰ
1816ἐντὸς τῆς χρήσεως ἀνελλιπῶς εἰσπραττόμενα ἔσοδα, θέλομεν
1817ἔχει ὑπόλοιπον 24,818,113. Ἐπ’ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ παρα-
1818δεχθῶμεν, διὰ νὰ ὦμεν ἀκριβεῖς ὡς πρὸς τοὺς ἐλαχίστους
1819ὅρους τῶν εἰσπράξεων, τὸν ἀνώτατον ὅρον τῶν καθυστερή-
1820σεων, δηλ. 30%. Ἐὰν λοιπὸν ὑπολογίσωμεν εἰς 30%
1821τὰς καθυστερήσεις, διὰ νὰ εὕρωμεν ἀκριβῶς τὰς
1822εἰσπράξεις μας, διότι ἐπ’ αὐτῶν θὰ στηριχθῶμεν πρὸς προσ-
1823διορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος ἢ τοῦ ἰσοζυγίου, ὀφείλομεν ν’ ἀφαι-
1824ρέσωμεν τὸ ποσὸν δραχ. 7,445,434, θέλομεν δ’ ἔχει εἰσπρά-
1825ξιμα ἔσοδα 84,702,635.
1826§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
1827νήσεως.
1828§36ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἀκριβῶς, εἶναι ὀλιγώτερα κατά
1829τι. Ἄλλως τοῦτο εἶναι ζήτημα ὑπολογισμοῦ. Εἶνε κον-
1830δύλιά τινα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν κατέγινεν ὁ κ. Πρόε-
1831δρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ τὰ προσδιορίσῃ μετὰ πολλῆς
1832ἀκριβείας. Ἐγὼ ὅμως, ἐπειδὴ εἶχον περισσότερον καιρὸν,
1833τὰ ἐξήτασα λεπτομερέστερον. Καὶ κατ’ ἐμὲ, ὑπάρχει τὸ ἰσο-
1834ζύγιον βεβαιωμένον.
1835Διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ὁμιλίαν μου, πρέπει νὰ ἔλθω
1836εἰς τὰ ἔξοδα. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, νομίζω, ὅτι αἱ ἐντεῦθεν
1837γενόμεναι ἀμφισβητήσεις, οἱ ἐξηγηθέντες ἐντεῦθεν ἐνδοια-
1838σμοὶ περὶ τῆς ἀκριβείας αὐτῶν καὶ περὶ τῆς ἀφετηρίας, τὴν
1839ὁποίαν ἔλαβον ἐκ τῆς ἐνδείξεως τῶν μέχρι τῆς 30 Σεπτεμ-
1840βρίου 1887 γενομένων πληρωμῶν, δὲν εἶχον πρακτικήν
1841τινα ὑπόστασιν. Διότι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
1842Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ρητῶς ἐδήλω-
1843σεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πλὴν τῶν πιστώσεων τῶν ἀνα-
1844πληρωτικῶν, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις προ-
1845εκάλεσε, καὶ δι’ ἃς ὑποβληθήσονται εἰς τὴν κύρωσιν τῆς
1846Βουλῆς τὰ ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς ἐκδοθέντα Β. Διατάγματα,
1847πλὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας προτίθεται εἰσέτι νὰ προκαλέσῃ,
1848σημειώνει ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων. Ὡς
1849πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μάλιστα ρητὴν ἐποι-
1850ήσατο μνείαν, ὅτι πρόκειται νὰ προσαγάγῃ νομοσχέδια, ἀφο-
1851ρῶντα εἰς μετάθεσιν πιστώσεων καὶ εἰς αὔξήσεις τινῶν ἐξ αὐτῶν,
1852ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰ προσαχθησόμενα ἐπὶ τούτῳ νομοσχέδια
1853πρόκειται νὰ ἔχωμεν ποσὸν ἀδιαθέτων πιστώσεων ἐκ δραχ.
18542,250,000. Δὲν δικαιούμεθα ν’ ἀμφιβάλλωμεν περὶ τούτου,
1855διότι τὴν κατάστασιν ταύτην τὴν ἐξήγαγεν ἐκ τῶν δημο-
1856σίων βιβλίων, δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐν-
1857δοιάζωμεν ἐπὶ τῆς διαβεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς
1858τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
1859παρέχει ἐπὶ τούτῳ εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως δὲν εἶναι
1860ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν, πόσαι ἐγένοντο πληρωμαὶ ἀπέναντι
1861τῶν ἐξόδων μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, διὰ νὰ ἀνεύρωμεν,
1862ὁπόσαι θέλουσι γίνει μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως, ἀφοῦ
1863ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν τὴν εἰρημένην διαβεβαίωσιν τοῦ ἁρμοδίου
1864Ὑπουργοῦ.
1865Ἀνεγράφη λοιπὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων
1866ποσὸν δραχ. 94,269,000. Προεκλήθησαν πιστώσεις, διὰ τὰς
1867ὁποίας πρόκειται νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ
1868νομοσχέδια, ἐκ ποσοῦ δρ. 626,000. Οὕτως ὁ Προϋπολογισμὸς
1869τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται ἐν ὅλῳ εἰς ποσὸν 94,895,000. Ἐξ αὐ-
1870τοῦ ἐκπτωτέα εἶναι τὰ ἑξῆς: Ἀδιάθετος πίστωσις τοῦ Ὑπουρ-
1871γείου τῶν Στρατιωτικῶν 2,250,000. Ἐκ τῶν ἄλλων Ὑπουρ-
1872γείων ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γνωστῶν ἀποτελεσμάτων ἐβεβαιώ-
1873θη, ὅτι ὑπολείπεται πάντοτε ἀδιάθετον ποσὸν πιστώσεων
1874ἀνάλογον πρὸς 8% ἢ 7%, ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς
1875τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελόγισε τὸ ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώ-
1876σεων εἰς τὸν ἐλάχιστον ὅρον, ἤτοι μεταξὺ 5–6%· κατὰ
1877τὸν ὑπολογισμὸν δὲ αὐτὸν τὸ ποσὸν τῶν ἀδιαθέτων πιστώ-
1878σεων τῶν ἄλλων Ὑπουργείων ἀνέρχεται εἰς 1,830,000.
1879Ἐπίσης ἐβεβαιώθη ποσὸν ἀδιαθέτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ κε-
1880φαλαίου «τοῦ δημοσίου χρέους» ἐκ δραχ. 6,664,000, καὶ
1881οὕτως ἔχομεν ποσὸν ἀδιαθέτων πιστώσεων 10,744,000.
1882Ὅταν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκπέσωμεν ἐκ τῶν 94,895,000,
1883ἔχομεν ὡς συμπέρασμα, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ 1887 θέλουσιν
1884ἀνέλθει εἰς δραχ. 84,151,000, ἔχομεν δηλονότι βεβαιωμέ-
1885νον τὸ ἰσοζύγιον.
1886Ἐπὶ τῆς τελευταίας ὅμως ἐκπτώσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς
1887τὸ κεφάλαιον τοῦ δημοσίου χρέους, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ
1888ἀπαντήσω εἴς τινα τῶν προαγορευσάντων ἀξιοτίμων Βου-
1889λευτῶν, ἰσχυρισθέντα, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν τὸ γενόμενον, ἤτοι
1890νὰ ληφθῇ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000 τὸ μεταλλικὸν
1891ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τοκομερι-
1892δίων (coupons) τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, ἀλλ’ ἔπρεπε καὶ
1893τοῦτο νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔξοδον. Εἰς τὸν ἀξιότιμον Συνά-
1894δελφον παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον νὰ προβάλῃ ὃν
1895προέβαλεν ἰσχυρισμόν· διότι, ἂν κατελογίζετο εἰς βάρος
1896τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἡ ὑπερτίμησις τοῦ διὰ τὰ
1897coupons τῆς ληξάσης ἑξαμηνίας χρησιμοποιηθέντος μέρους
1898τοῦ δανείου, ἔδει νὰ καταλογισθῇ ἀφ’ ἑτέρου τὸ αὐτὸ ποσὸν
1899εἰς ὄφελος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Δὲν ἠδύνατο δὲ
1900καὶ κατὰ τοὺς λογιστικοὺς κανόνας νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς
1901ἄλλως. Εἰς τὰ δημόσια βιβλία δὲν ἐγγράφεται ἢ τὸ κεφά-
1902λαιον τοῦ δανείου, διότι ἐπ’ αὐτοῦ θέλει πληρόνεσθαι ἐν τῷ
1903μέλλοντι ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον· ἂν δὲ προέκυψε κέρδος τι
1904ἐκτὸς τοῦ κεφαλαίου, τοῦτο καταλογίζεται ἐν τοῖς κανονικοῖς
1905ἐσόδοις τοῦ Κράτους εἰς πίστωσιν τῆς χρήσεως, κατὰ τὴν
1906ὁποίαν ἐπραγματοποιήθη. Ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι, συνομολο-
1907γήσῃ τὸ Κράτος δάνειον ἐκ φρ. 10,000,000 εἰς χρυσὸν εἰς τὴν
1908ἀλλοδαπὴν, καὶ τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ μεταχειρισθῇ εἰς
1909ἀνάγκας ἐσωτερικὰς, θέλει βεβαίως εἰσπράξει ἐξ αὐτοῦ
1910σὺν τῇ ὑπερτιμήσει δραχ. 12,500,000. Ἐν τοιαύτῃ περι-
1911πτώσει ὀφείλει νὰ ἀναγράψῃ τὰς δραχ. 10,000,000 ὡς
1912πρόσοδον ἐκ τοῦ δανείου, τὰ δὲ 2,500,000 ὡς τακτικὴν
1913πρόσοδον τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ παρατηρῶ καὶ ἕτερόν τι, τὸ
1914ὁποῖον, ὡς ὑποθέτω, θέλει πείσει τοὺς ἀντιδοξοῦντας, πλὴν
1915ἐκείνων, οἵτινες δὲν θέλουσι νὰ φωτισθῶσιν ἐκ τῆς συζητή-
1916σεως. Αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκέρδησεν ὁ Προϋπολογι-
1917σμὸς τῶν ἐξόδων ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως, πῶς πρόκειται νὰ
1918τὸ ἀποδώσῃ τὸ Κράτος, κατὰ τίνα μέθοδον καὶ κατὰ τίνα
1919διάρκειαν; Ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία
1920θέλει διαρκέσει 75 ἔτη, δηλαδὴ ὅσον πρόκειται νὰ
1921διαρκέσῃ τὸ δάνειον· τὰ τρία ταῦτα ἑκατομμύρια ἔλαβεν ὁ
1922Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπέτυχεν ἐλάφρυνσιν τοῦ
1923Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1887, παρέπεμψε δὲ ἐκεί-
1924νους, παρὰ τῶν ὁποίων τὰ ἔλαβεν, νὰ τὰ ἀνακτήσωσιν ἐν
1925διαστήματι 75 ἐτῶν, ὥστε τὸ πολὺ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ
1926τις, ὅτι μόνον τὸ ἑβδομηκοστὸν πέμπτον αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ
1927δύναται νὰ κατολογισθῇ εἰς βάρος τοῦ ἐνιαυσίου Προϋπολο-
1928γισμοῦ· ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν διαρκέσῃ,
1929καὶ τὸ πιθανώτατον εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ἦναι καταδε-
1930δικασμένη νὰ μένῃ ὑπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐπὶ
1931διάστημα 75 ἐτῶν, βεβαίως τὸ ποσὸν αὐτὸ ὁλόκληρον ἀπο-
1932τελεῖ πραγματικὴν πρόσοδον, εὐλόγως καταλογισθεῖσαν εἰς
1933πίστωσιν τῆς τρεχούσης χρήσεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1934νομικῶν εὑρίσκετο ἠναγκασμένος νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸ
1935ἐξωτερικὸν, ἐὰν δὲν συνωμολόγει τὸ δάνειον, χρυσὸν
1936ἢ συνάλλαγμα ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ· ἐὰν ἐπρομηθεύετο
1937τοῦτο ἐντεῦθεν, ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσῃ τὸ ποσὸν
1938τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἅτινα θὰ ἔδιδε περιπλέον λόγῳ
1939τῆς ὑπερτιμήσεως· ὅταν ὅμως εἶχε διαθέσιμον εἰς μεταλλι-
1940κὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἐπρόκειτο δὲ νὰ
1941πληρώσῃ, δὲν ἐννοῶ, πῶς ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ, καὶ
1942λογιστικῶς ἔτι, ἐὰν ἐξέδιδε χρηματικὰ ἐντάλματα ἐπὶ τοῦ
1943Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ἀφοῦ τὸ χρῆμα αὐτὸ ἀνῆκεν
1944εἰς τὸ Δημόσιον. Κατ’ ἀκολουθίαν αὐτὴ ἡ ἐλάφρυνσις τοῦ
1945Προϋπολογισμοῦ εἶναι πραγματικὴ, ἤτοι τὸ ἐκ τούτου προ-
1946ελθὸν ἀδιάθετον ποσὸν πιστώσεως ἀποβαίνει ἀναμφισβήτη-
1947τον. Οἱ περὶ τὰ λογιστικὰ ἐντριβεῖς ἠπόρησαν ἐπὶ τῷ ἐξη-
1948γηθέντι ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἄρτης ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐνδοιασμῷ.
1949Ὡς βλέπετε, Κύριοι, ἐγὼ δὲν ἠκολούθησα τὸ σύστη-
1950μα τῶν προαγορευσάντων, ἀλλ’ ἐξήτασα ἓν πρὸς ἓν
1951τὰ διάφορα ἔσοδα καὶ διὰ τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς ἐπορί-
1952σθην ὄχι ἀριθμητικοὺς ὑπολογισμοὺς, ὅπως τις τῶν προα-
1953γορευσάντων ἰσχυρίσθη, ἀλλὰ ἐξήγαγον ἐκ τῶν δημοσίων
1954πινάκων ἀριθμοὺς, μὴ δυναμένους νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἀμ-
1955φισβήτησίν τινα· δὲν ἐποιησάμην ἁπλᾶς ἐκτιμήσεις, δὲν
1956μετεχειρίσθην τὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε μὲν οἱ ἀρ-
1957χαιότεροι οἰκονομολόγοι ὠνόμαζον «πολιτικὴν ἀριθμητι-
1958κὴν», οἱ δὲ νεώτεροι ὀνομάζουν «νόμον τῶν πιθανοτήτων».
1959Ἵνα πορισθῶ τὰ μεταδοθέντα ὑμῖν συμπεράσματα, ἠκο-
1960λούθησα τὴν πρακτικωτέραν καὶ φυσικωτέραν μέθοδον,
1961προσήγαγον δὲ λεπτομερῆ ἐπὶ τούτῳ κατάστασιν, στηρι-
1962ζομένην εἰς τὰ δημόσια βιβλία καὶ εἰς τὰ ἐν τῇ δημοσίᾳ
1963ὑπηρεσίᾳ ὑπάρχοντα στοιχεῖα. Ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὡς
1964πρὸς τὰ πλεῖστα τῶν ἐσόδων, βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις 9
1965μηνῶν, ὡς πρός τινα, εἰσπράξεις 10 μηνῶν· ὡς πρὸς σπουδαῖα
1966ἕτερα ἔσοδα, ἔχομεν γνωστὰ τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ὁρίζουσι τὸ
1967ποσὸν τοῦ βεβαιωθησομένου ἐσόδου ἀλανθάστως, ἤτοι ἔχο-
1968μεν τὰς δηλώσεις καὶ καταμετρήσεις ὡς πρὸς τὸν
1969φόρον τῶν ζῴων, τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν
1970καὶ τὸν φόρον τοῦ οἴνου. Ἔχομεν ὡς πρὸς ἕτερα τὴν ὁρι-
1971στικότητα τῶν σχετικῶν φορολογικῶν καταλόγων, οἷον ὡς
1972πρὸς τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων. Ἔχομεν,
1973τέλος, ὡς πρὸς ἄλλα τὰς μετὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου γενο-
1974μένας βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις τῶν παρελθόντων ἐτῶν.
1975Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ν’ ἀμφισβητηθῶσι τὰ ποσὰ, τὰ
1976ὁποῖα σᾶς ἀνήνεγκον, ὅπως δύνανται νὰ ἀμφισβητηθῶσιν οἱ
1977ἀναλογικοὶ πίνακες ἑνὸς τῶν προαγορευσάντων, τοὺς ὁποίους
1978οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἠδυνήθη νὰ κατανοήσῃ μέχρι τοῦδε, καὶ
1979τοὺς ὁποίους ἴσως θέλομεν ἐννοήσει μεταχειριζόμενοι εἰδικό-
1980τητας λογιστικάς. Σᾶς ἀνέλυσα ἓν πρὸς ἓν τὰ ἔσοδα καὶ
1981σᾶς ἀπέδειξα ὡς πρὸς μὲν τὴν ά. κατηγορίαν τῶν ἐσό-
1982δων, τίνα θέλομεν ἔχει ἀποτελέσματα τὴν 31 Δε-
1983κεμβρίου τρέχοντος ἔτους 1887, ὡς πρὸς τὰ ἄλλα,
1984τίνα θέλομεν ἔχει ἀποτελέσματα τῇ 30 8βρίου 1888, ὅτε
1985λήγει ἡ χρῆσις· ὡς πρὸς τὰ τῆς βʹ. κατηγορίας σᾶς εἶπον,
1986τίνα εἰσὶ δεκτικὰ καθυστερήσεων καὶ ποῖα δὲν εἶναι τοιαῦ-
1987τα, παρεδέχθην δὲ τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς καθυστερήσεως
198830%, καίτοι φρονῶ, ὅτι αἱ καθυστερήσεις κατὰ τὸ
1989ἔτος τοῦτο καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα δὲν θὰ ἦναι ὅσαι κατὰ τὸ
1990παρελθὸν, διότι μείζων δραστηριότης καταβάλλεται περὶ τὴν
1991εἴσπραξιν· καὶ ὁμολογῶ μὲν, ὅτι περὶ τὴν εἴσπραξιν καταβάλ-
1992λεται νῦν μείζων ἢ τὸ πρόσθεν δραστηριότης, ἀποκρούω ὅμως
1993τὴν ἐντεῦθεν ἐξενεχθεῖσαν αἰτίασιν, ὅτι καταπιέζεται ὁ λαός.
1994Ἡ σύστασις τῶν Ὑποταμείων, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ περὶ εἰσπράξεως
1995τῶν δημοσίων ἐσόδων Νόμου, ἡ ἐκ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας
1996ὤθησις θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν καθυστε-
1997ρήσεων. Κατ’ ἐμὲ, αἱ καθυστερήσεις ἀποτελοῦσιν ἀκριβῶς
1998μίαν νέαν φορολογίαν, μίαν ἀνισότητα ἀδικαιολόγητον ἐν
1999τῇ φορολογίᾳ. Ὅταν τινὲς τῶν φορολογουμένων πληρώ-
2000νωσιν ἐγκαίρως τοὺς φόρους των, τινὲς δὲ καθυστερῶσιν
2001αὐτοὺς, παράγεται ἔλλειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐκ τού-
2002του δὲ ἐπέρχεται ἡ ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθῶσι νέοι
2003φόροι. Οὕτω δὲ ὁ πληρόνων τακτικῶς καὶ ἀκριβῶς τὸν φό-
2004ρον του ὑποβάλλεται εἰς ποινήν. Δὲν παραδέχομαι δὲ, ὅτι
2005μετέρχεται ἡ Κυβέρνησις μέσα ἀνεπιεικῆ ἐν τῇ εἰσπράξει
2006τῶν φόρων· τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ νομοῦ,
2007τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, γινώσκω, ἡ
2008εἴσπραξις γίνεται μετὰ τρόπου δραστηρίου μὲν, ἐπιεικοῦς
2009ὅμως καὶ παρέχοντος πολλὰς εὐκολίας εἰς τοὺς ὀφειλέτας
2010τοῦ Δημοσίου.
2011Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τῶν προαγορευ-
2012σάντων, ὅτι οἱ φόροι ἀφῄρεσαν πᾶσαν ἰκμάδα ἐκ τοῦ Ἑλλη-
2013νικοῦ λαοῦ, ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις, ἡ τάξις τῶν ἐπαγγελμα-
2014τιῶν, ἡ τῶν βιομηχάνων, σπουδαίως ἐβλάβησαν καὶ ὅτι τὰ
2015πάντα ἐπὶ τέλους ὑπέστησαν μέγαν κλονισμὸν ἐκ τῆς νέας
2016φορολογίας, δὲν νομίζω ἀπὸ σκοποῦ νὰ προσθέσω ὀλίγας
2017λέξεις. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ ἡ γεωργικὴ τάξις, ἡ
2018ὁποία βεβαίως ἀποτελεῖ τὰ ¾ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ,
2019δὲν βλέπω ἐπ’ αὐτῆς νομοθετηθεῖσαν τοιαύτην ἐπιβάρυνσιν,
2020ἥτις ἠδύνατο τῳόντι νὰ ἐπενέγκῃ τὴν καταστροφὴν αὐτῆς,
2021διότι ἡ γεωργικὴ τάξις εἶναι ἡ ἧττον φορολογουμένη ἐξ
2022ὅλων τῶν τάξεων. Εἷς μάλιστα τῶν προαγορευσάντων ἰσχυ-
2023ρίσθη, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ ἰσχύοντος ἄλλοτε συστήματος
2024ὠφέλησε μὲν τὴν τάξιν τῶν γεωργῶν, ἀλλ’ ἔβλαψε τὸ Δη-
2025μόσιον. Οἱ γεωργοὶ, πληρόνοντες τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων
2026κτηνῶν καὶ ὑποστάντες ἤδη μικρὰν αὔξησιν, βεβαίως δὲν ὑπέ-
2027στησαν τοιαύτην ἐξάντλησιν, ὥστε νὰ μὴ ἦναι ἐπιτετραμμέ-
2028νον αὐτοῖς νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ ἔργα των καὶ πορίζωνται τὰ
2029πρὸς συντήρησίν των μέσα. Ὡς πρὸς τοὺς κτηνοτρόφους, ὡσαύτως
2030ἡ μικρὰ ἐπιβάρυνσις δὲν ἐπήνεγκε σπουδαίαν βλάβην· ἂν
2031δὲ ὡς πρὸς τὸν φόρον τῶν ζώων ἐπῆλθέ τις ἐλάττωσις,
2032τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν προσθήκην τῶν 20%,
2033διότι ἡ ἐλάττωσις αὕτη παρατηρεῖται καὶ κατὰ τὰ παρελ-
2034θόντα ἔτη ἄνευ τῆς προσθήκης ταύτης· τῆς ἐλαττώσεως ὁ
2035λόγος εἶναι, ὅτι ὁλονὲν ἐπεκτείνεται ἡ φυτεία καὶ ἡ καλ-
2036λιέργεια, ἑπομένως αἱ γαῖαι αἱ πρὸς διατροφὴν τῶν ζῴων
2037ἐλαττοῦνται. Δύναται νὰ προστεθῇ καὶ ἕτερος λόγος, ὅτι
2038ἀπό τινος χρόνου εἰσάγονται ἔξωθεν ζῶα, τὰ ὁποῖα βεβαίως
2039εἶναι ἐν τοῖς τόποις τῆς προελεύσεώς των εὐθηνότερα, καὶ
2040περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ κατὰ τὴν
2041εἰσαγωγὴν φορολογία εἶναι ἐλαφρά· ἦτο ἄλλοτε ἐλαφρὰ
2042διότι ἐλήφθη πρόνοια ὑπὲρ τῶν κατωτέρων πληθυσμῶν τῶν
2043μεγάλων πόλεων, ἀλλ’ ἐπ’ ἐσχάτων ἐπεβλήθη φόρος, το-
2044σούτῳ βαρὺς μάλιστα, ὥστε μία ἐφημερὶς τῆς Ἀντιπολι-
2045τεύσεως ἀνέφερε καὶ τὸν φόρον αὐτὸν ὡς ἀπόδειξιν τῆς ὑπερ-
2046βολῆς τῶν διὰ τοῦ νέου δασμολογίου ἐπιβαλλομένων φό-
2047ρων. Προσέθηκε δὲ εἷς τῶν προαγορευσάντων, ὅτι ἔπαθε καὶ
2048ἡ βιομηχανία ἡμῶν ἐκ τῶν βαρέων τελῶν. Ἐγὼ ἐγίνωσκον
2049μέχρι τοῦδε, ὅτι ἐκ τῶν βαρέων τελῶν δύναται νὰ πά-
2050θωσιν οἱ καταναλωταί, ἴσως μέχρι τινὸς καὶ τὸ ἐμπόριον,
2051ἡ ἐγχώριος ὅμως βιομηχανία, ὅσον βαρύτερα εἶναι τὰ τέ-
2052λη τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα,
2053τοσοῦτον ἀναπτύσσεται. Εἶναι μάλιστα γνωστόν, ὅτι ἀνε-
2054πτύχθησαν ἀπό τινος νέαι βιομηχανίαι, τέως ἄγνωστοι
2055παρ’ ἡμῖν. Νομίζω ὅτι ἤρχισαν νὰ παράγωνται κηρία, ἀρώ-
2056ματα, τάπητες κλπ.
2057§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ σιδηρουργεῖα ἀνεπτύχθησαν;
2058§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ σιδηρουργεῖα τὰς πρώτας ὕλας
2059λαμβάνουσιν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ἀτελεῖς, ἐνῷ τὰ ἕτοιμα βιομη-
2060χανήματα ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ὑποβάλλονται εἰς φόρον. Ἀλλὰ
2061εἰς τὸν βιομηχανικὸν κόσμον ὑπάρχουσιν ἕτεραι περιπέτειαι,
2062ἄσχετοι πρὸς τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν· μεμονωμένον
2063δὲ παράδειγμα δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία
2064εἰς γενικὰς κρίσεις. Διὰ τοῦ δασμολογίου ὑπεβλήθησαν εἰς
2065βαρὺ τέλος τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας, ἴσως καὶ ἕτερα εἴδη
2066καταναλισκόμενα ἰδίως εἰς τὰς μεγαλοπόλεις, ἀλλ’ αὐτὰ
2067ἀφορῶσιν ἐλάχιστον εἰς τὰς γεωργικὰς τάξεις, διότι αὗται
2068καταναλίσκουσιν ὀλιγώτερον πάσης ἄλλης τάξεως ἐκ τῶν
2069ἔξωθεν ἐρχομένων. Ἠθέλησαν νὰ ἐξετάσωσι, πῶς τὸ ἐμ-
2070πόριον εἶναι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο κρεῖσσον ἢ κατὰ τὸ παρελ-
2071θόν· ἀξιότιμος δὲ Συνάδελφος προαγορεύσας ἰσχυρίσθη, ὅτι
2072τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’
2073ἐκ τῶν καταστάσεων τῶν Τραπεζῶν βλέπει τις, ὅτι τὰ
2074κυκλοφοροῦντα τραπεζικὰ γραμμάτια εἶναι σχετικῶς ὀλι-
2075γώτερα ἢ τὰ τοῦ παρελθόντος ἔτους· ἀπόδειξις δὲ τούτου
2076εἶνε, ὅτι ἄπειρα γίνονται παράπονα, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα
2077καθὼς καὶ αἱ ἄλλαι προνομιοῦχοι Τράπεζαι δὲν παρέχουσι
2078τὰ μέσα, ὡς ἄλλοτε. Ἂν λοιπὸν ἦναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἐμπό-
2079ριον εἶναι εἰς κατάστασιν κρείσσονα τῆς τοῦ παρελθόντος
2080ἔτους, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ λειτουργοῦν δασμολόγιον
2081δὲν συνετέλεσε βλάβην τινά. Ἴσως ἄλλοι βλέπουσι μὲ ὀ-
2082φθαλμοὺς περισσότερον ὀξυδερκεῖς, ἀλλ’ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὁμο-
2083λογήσω, ὅτι ὑπὸ τὸ νέον οἰκονομικὸν σύστημα ἐπῆλθε ζωὴ
2084εἰς τὸν τόπον, διότι τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα καὶ τὰ τῶν
2085ἑταιριῶν ὑπερετιμήθησαν, τὸ ἐμπόριον ἐκινήθη, ἐν γένει δὲ ἡ
2086κοινωνικὴ κατάστασις εἶναι μᾶλλον εὐχάριστος ἢ τὸ παρελ-
2087θὸν ἔτος. Ἡ ἄποψις τῆς κοινωνίας ἡμῶν εἶναι μᾶλλον ἐν-
2088θαῤῥυντική, διότι παρ’ ὅλοις κρατεῖ ἡ ἐμπιστοσύνη ἐπὶ τὸ
2089μέλλον. Ἐῤῥέθη ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ εὐφορία τῆς σταφίδος ἐφέτος
2090ἦτο κρείσσων τῆς τοῦ παρελθόντος ἔτος, παρεσιωπήθη ὅμως,
2091ὅτι ἡ Θεσσαλία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν περιεμένομεν ἐφέτος μεγά-
2092λην ἐσοδείαν, ὑπέστη τὸ αὐτὸ πάθημα τοῦ παρελθόντος ἔτους,
2093ὥστε καὶ ἐκεῖ θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη εἰσαγωγῆς σιτηρῶν.
2094Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν,
2095τὸ λειτουργοῦν ἤδη, οὐδεμίαν δυσκολίαν παρενέβαλεν εἰς
2096τὴν κοινωνικὴν ἡμῶν εὐημερίαν καὶ πρόοδον· τοὐναντίον
2097δὲ διεσκέδασε τοὺς γεννηθέντας φόβους περὶ τῶν ὀλεθρίων
2098ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπέλθει ἐκ τῆς ἀθετήσεως
2099τῶν τοῦ Κράτους ἡμῶν ὑποχρεώσεων. Οὐχὶ οἰκονομικὴν
2100κρίσιν, ἀλλὰ πανωλεθρίαν ἠπείλει ἡ ἀθέτησις τῶν ὑποχρεώ-
2101σεων τοῦ Κράτους, ἣν συνεβούλευσάν τινες κατὰ τὴν παρελ-
2102θοῦσαν Βουλευτικὴν Σύνοδον.
2103Ἀλλ’ οἱ προαγορεύσαντες, καταλήγοντες τὸν λόγον, ἀπε-
2104τάθησαν πρὸς ἡμᾶς τοὺς Ἀντιπροσώπους, ἰδίᾳ δὲ πρὸς τὸν
2105Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ὁ μὲν εἷς διὰ μιᾶς ἀποστροφῆς ρητο-
2106ρικωτάτης εἶπε: «δυσπιστεῖτε ἐπὶ τὴν σημερινὴν Κυβέρνη-
2107»σιν, διότι, ἐὰν ἐξακολουθῆτε ἐμπιστευόμενοι εἰς αὐτὴν, θὰ
2108»παρασκευάσητε δυσεπανόρθωτον ζημίαν εἰς τὴν χώραν
2109»ἡμῶν». Ὁ δ’ ἕτερος, εἶπε: «προσέξατε, διότι διαχειρίζε-
2110»ται τὰ κοινὰ αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ, ὁ ὁποῖος διε-
2111»χειρίσατο αὐτὰ κατὰ μίαν παρελθοῦσαν τριετίαν, καὶ ἐπει-
2112»δὴ τότε, ἕνεκα διαφόρων πολιτικῶν περιστάσεων, συνέπεσεν
2113»οἱ ὑπολογισμοί του νὰ μὴ ἐπαληθεύσωσιν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι
2114»καὶ σήμερον δὲν θὰ ἐπαληθεύσωσιν». Ὑποθέτω, ὅτι αἱ ῥη-
2115τορικαὶ αὗται ἀποστροφαὶ, δὲν ἀπηυθύνοντο πρὸς τοὺς Βου-
2116λευτὰς, διότι οἱ Βουλευταὶ γινώσκουσι, πρὸς τίνα πρέπει νὰ
2117ἐμπιστεύωνται καὶ πρὸς τίνα ὀφείλουσι νὰ δυσπιστῶσιν.
2118Ἄλλως τε τοιαύτη πρὸς ἐξέγερσιν τῆς δυσπιστίας μας προσ-
2119πάθεια εἶχε λόγον τινὰ, ὅτε ἐψηφίζοντο οἱ φορολογικοὶ Νό-
2120μοι καὶ ὁ τοῦ 1887 Προϋπολογισμός. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡμεῖς, οἱ
2121ἀνήκοντες εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ἐψηφίσαμεν ἤδη τὸ οἰκο-
2122νομικὸν σύστημα, τὸ προταθὲν ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερ-
2123νήσεως, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ἐπείσθημεν, ὅτι
2124ἐστέφθη ὑπὸ πληρεστάτης ἐπιτυχίας, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι
2125ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, τοὺς τὸ οἰκονομικὸν σύστημα
2126ψηφίσαντας, εἰς ἡμᾶς, οἵτινες ἀνελάβομεν ἀγῶνα ἀληθῆ καὶ
2127ὑπεβλήθημεν εἰς θυσίαν ἀληθῆ διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὰς ἐπι-
2128βαρύνσεις τοῦ λαοῦ, νῦν, ὅτε βλέπομεν, ὅτι ἐκ τῆς ψή-
2129φου μας ἐκείνης ἐπῆλθον τοσούτῳ καλὰ ἀποτελέσματα, νὰ
2130δυσπιστήσωμεν πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἀπόλ-
2131λυσι τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ὑποστηριζόντων αὐτῶν ἐκείνη
2132ἡ Κυβέρνησις, ἧς τὸ πολιτικὸν ἢ οἰκονομικὸν σύστημα
2133ἀπέτυχεν ἢ ἐξηλέγχθη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὡς παραβλάψαν
2134τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Τοῦτο εἴδομεν κατὰ Μάϊον τοῦ πα-
2135ρελθόντος ἔτους. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ
2136ὑποστηριζομένη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου
2137καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι καὶ τὸ πολιτικὸν καὶ τὸ οἰ-
2138κονομικὸν αὐτῆς σύστημα διὰ πλήρους ἐστέφθη ἐπιτυχίας
2139ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς χώρας ἡμῶν.
2140Καταλήγω ἤδη τὸν λόγον φρονῶν, ὅτι ἐν τῷ προβαλλο-
2141μένῳ ζητήματι ἐμπιστοσύνης ἡ πλειονοψηφία τοῦ Κοι-
2142νοβουλίου θέλει ἐνισχύσει διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της τὴν
2143Κυβέρνησιν, ὅπως θαῤῥαλεώτερον προβῇ εἰς τὰ μέτρα, τὰ
2144ὑποσχόμενα τὴν περαιτέρω βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
2145Κράτους καὶ τὴν εὐημερίαν τῆς χώρας. Κυροῦντες αὖθις
2146διὰ τῆς ψήφου μας τὸ λειτουργοῦν οἰκονομικὸν σύστημα, οὐ
2147μόνον ἀποδεικνύομεν, ὅτι εἴμεθα πολῖται ἐλευθέρου Κράτους,
2148ἐννοοῦντος πλήρη καὶ ἀκριβῆ τὴν τήρησιν τῶν ἐν τῷ πα-
2149ρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ὑποχρεώσεών του, ἀλλὰ συνάμα
2150ἐκδηλοῦμεν ἣν ἔχομεν βαθείαν συναίσθησιν καὶ ἐμπιστοσύ-
2151νην ἐπὶ τὸ οἰκονομικὸν καὶ πολιτικὸν μέλλον τῆς χώρας
2152ἡμῶν. (Εὖγε!).
2153§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος ἔχει τὸν
2154λόγον ὁ κ. Καραπάνος.
2155§40ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, λυποῦμαι πολὺ διότι
2156ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος ἠθέλησε ν’ ἀναμίξῃ προ-
2157σωπικὰ ζητήματα ἐν ζητήματι γενικοῦ συμφέροντος. Δὲν
2158θὰ εἴπω τι περὶ ὅσων μὲ παρηρμήνευσε καὶ ἅτινα μὲ ἠνάγ-
2159κασαν νὰ τὸν διαψεύσω, ὡς π. χ. ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι οἱ φό-
2160ροι, ἐφ’ ὅσον λειτουργοῦσιν, ἐπὶ τοσοῦτον καθίστανται κακοί.
2161Δὲν ἐνόησε τὴν ἰδέαν μου. Εἶπον ὅτι, ὅταν φόρος τις ἐπι-
2162βαρύνῃ τὸν φορολογούμενον πλειότερον τῶν δυνάμεων αὐ-
2163τοῦ, ὁ φόρος οὗτος, προϊόντος τοῦ χρόνου, θὰ φέρῃ ἐλάσσονα
2164κατ’ ἀναλογίαν ἀποτελέσματα. Ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος,
2165μὴ ἐννοήσας, ἐσύγχυσε τὰ ζητήματα, ἐκλαμβάνων ὡς ἓν
2166καὶ τὸ αὐτὸ τὴν λειτουργίαν τῶν φόρων, καὶ τὴν ἐπήρειαν
2167αὐτῶν ἐπὶ τῶν φορολογουμένων.
2168Κακῶς ὡσαύτως ἤκουσεν, ὅτι δῆθεν ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ Κυ-
2169βέρνησις ἐπίεσε τὴν Ἐθν. Τράπεζαν· οὐδέποτε εἶπον τοιοῦ-
2170τόν τι· ὑπέθεσα, ὅτι αὕτη ἐνεθάῤῥυνε τὴν Τράπεζαν. Ὅτε δὲ
2171ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν περὶ
2172τῆς ὑπὸ τῆς Τραπέζης ἀγορᾶς ὁμολογιῶν καὶ ὅτι δὲν τὴν ἐνε-
2173θάῤῥυνεν, ἀνέπτυξα τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐμόρφωσα τὴν τοιαύ-
2174την ὑπόθεσιν. Φαίνεται, ὅτι ὁ Συνάδελφος ἠθέλησε νὰ περι-
2175ποιηθῇ τοὺς διευθύνοντας τὴν Τράπεζαν· ἀλλ’ οὗτοί εἰσι τοσοῦ-
2176τον ἀξιότιμοι καὶ ἀνώτεροι πάσης ὑπονοίας, ὥστε βεβαίως δὲν
2177θὰ αἰσθάνωνται τὴν ἀνάγκην τῶν περιποιήσεων τοῦ κ., Συνα-
2178δέλφου. Ταῦτα ἀνέφερον ἁπλῶς καὶ ὡς παραδείγματα, ὅπως δεί-
2179ξω τὴν ἀκουσίαν ἢ ἑκουσίαν σύγχυσιν ἰδεῶν καὶ ἀριθμῶν, ἣν
2180ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος, καὶ ἣν θὰ δυ-
2181νηθῇ ἴσως νὰ διορθώσῃ, ὅταν θελήσῃ νὰ ἐννοήσῃ καὶ ἑρμη-
2182νεύσῃ τὰς παρ’ ἐμοῦ ἐκφρασθείσας ἰδέας.
2183Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀναπτύξω, εἶ-
2184ναι τὸ ζήτημα τῆς διαγραφῆς τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκα-
2185τομυρίων ἐκ τοῦ Χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου. Τὸ ζήτημα
2186τοῦτο δὲν εἶναι τόσον γνωστὸν εἰς ὅλους καὶ ἑπομένως δύ-
2187ναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀνακρίβειά τις εἰς ὅσα χθὲς
2188εἶπον. Ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἀνέπτυξα τὰ περὶ
2189αὐτοῦ οὐχὶ καλῇ τῇ πίστῃ, ἡ ἰδέα δὲ αὕτη μ’ ἔφερεν ἐπὶ
2190τοῦ βήματος. Τὸν διέκοψα κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, ὅπως
2191ὑποδείξω αὐτῷ, ὅτι πλανᾶται. Ἐὰν ἐπερίμενον ὅμως νὰ ἀκούσω
2192ὅλην τὴν ἀφήγησίν του, ἤθελον ἐννοήσει, ὅτι ἐν ταῖς σκέψεσι
2193καὶ ταῖς ἰδέαις αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ τῆς ἐν-
2194νοίας τῶν λέξεων καλῆς καὶ κακῆς πίστεως καὶ ὅτι θεωρεῖ
2195ταυτοσήμους τὰς φράσεις ταύτας, διότι περὶ τοῦ ζητήματος
2196τούτου εἶπεν ὅσα καὶ ἐγώ, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι παρε-
2197σιώπησε τὴν ἀρχὴν τῆς ἀφηγήσεώς του, ὅπως ἀλλοιώσῃ
2198τὴν ἔννοιαν τοῦ γεγονότος. Ὅταν τὸ Χρηματιστήριον τοῦ
2199Λονδίνου ἐπείσθη, ὅτι δὲν ὑπάρχουν αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου
2200τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἐν κυκλοφορίᾳ, διότι δὲν ἐνεγράφησαν
2201ὑπὸ τοῦ κοινοῦ, τότε, εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος, ἡ Διεύθυνσις
2202τοῦ Χρηματιστηρίου ἀπηγόρευσε τὴν ἐκτέλεσιν πράξεων ἐν
2203αὐτῷ καὶ διέγραψε τὸ δάνειον ἐκ τῶν τιμολογίων αὐτοῦ.
2204Ἐλησμόνησε δὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ Χρηματιστήριον, πρὶν δια-
2205γράψῃ τὸ δάνειον, ἐπίστευσεν, ὅτι αἱ ὁμολογίαι αὐτοῦ ἐνε-
2206γράφησαν καὶ ἐλήφθησαν παρὰ τοῦ κοινοῦ. Ὅπως δώσῃ
2207τὴν ἄδειαν ἀγοραπωλησιῶν καὶ καταχωρίσῃ τὸ δάνειον εἰς
2208τὰ τιμολόγια αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πεποίθησιν, ὅτι ἐνε-
2209γράφη καὶ ἐδόθη εἰς τὸν κοινὸν, διότι ἅμα ἐσχημάτισε τὴν
2210ἐναντίαν πεποίθησιν ἡ Διεύθυνσις τοῦ Χρηματιστηρίου, ὡς
2211εἶπε καὶ ὁ κ. Συνάδελφος, διέγραψε τὸ δάνειον. Ἀλλὰ τίς
2212ἔδωκε τὴν πρώτην πεποίθησιν τῆς ἐγγραφῆς τοῦ δανείου,
2213ἂν δὲν ἔπραξαν τοῦτο οἱ διαχειρισθέντες καὶ ἐκδόσαντες
2214αὐτό;
2215Ὡς ἔμαθον, καὶ ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐν Παρισίοις οὗτοι ἐθεώ-
2216ρησαν τὴν παραχώρησιν τοῦ δανείου εἰς Συνδικάτα ὡς ἐγ-
2217γραφὴν, καὶ τοιαύτην ἐχαρακτήρισαν αὐτὴν πρὸς τὴν Δι-
2218εύθυνσιν τοῦ Χρηματιστηρίου, ὅπερ διέγραψεν ἀκολούθως τὸ
2219δάνειον, διότι ὁ τοιοῦτος χαρακτηρισμὸς δὲν ἦτο ἀκριβής.
2220Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος δὲν δύναται τὸ ἁπλοῦν
2221τοῦτο ζήτημα νὰ μὴ τὸ ἐνόησεν, ὅπως δὲν ἐνόησε τὰ ἄλλα,
2222τὰ κἆπως δυσκολώτερα· πιστεύω, ὅτι ἔκαμε χρῆσιν φρά-
2223σεως, ἧς συγχύζει τὴν σημασίαν.
2224Εὔχομαι εἰς τὰς ἄλλας ἀναπτύξεις του νὰ μὴ ἔκαμε τὴν
2225αὐτὴν σύγχυσιν καὶ νὰ ὦσιν ἀκριβῆ τὰ ἀποτελέσματα τῆς
2226χρήσεως τοῦ 1887, ἅτινα μᾶς ἀνέγνωσεν.
2227Ὅσα ὅμως ἀνέπτυξεν ἐν οἱᾳδήποτε πίστει, οὐδὲν προσ-
2228θέτουσιν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰ-
2229σηγούμενος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἅτινα ἀπεδείχθησαν
2230δι’ ἐπισήμων ἀριθμῶν μὴ συμφωνοῦντα πρὸς τὰ πράγματα.
2231§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2232Ὥρα 7 μ. μ.