Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΑ · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 5

1887.11.02

1.808 στίχοι · 14.439 λέξεις · 31 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1887.11.02
Προεδρεία
ΑΝΔΡΕΟΥ ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
ΙΑ
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1888)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5

Τῆς 2 Νοεμβρίου 1887.

(Δευτέρα).

Ὥρᾳ 2 μ. μ.

(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγγέλλει δι’ ἐγγράφου εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ βουλευταὶ κκ. Γ. Ῥοῦφος καὶ Πέτρος Μαυρομιχάλης ἀνέλαβον δημαρχικὰ καθήκοντα καὶ ἑπομένως ἔπαυσαν νὰ ὦσι βουλευταί. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἔγγραφον). Ὑπεβλήθησαν τὰ πρακτικὰ τῶν ἐπαναληφθεισῶν ἐκλογῶν τῶν νομῶν Εὐβοίας καὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰ οἰκεῖα τμήματα. Ὁ ἐκ Μόσχας Πετρὼφ ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του 8,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκπονηθέντος Γεωγραφικοῦ Ἄτλαντος τοῦ Ἀγῶνος.

§2ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.

§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ποταμὸς Πάμισος ἐν Μεσσηνίᾳ, ὡς ἐκ τῶν τελευταίων βροχῶν, ἐπλημμύρησε καὶ κατέκλυσε μεγάλην ἔκτασιν γῆς καλλιεργημένης, καὶ ἐπήνεγκε καταστροφὴν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐκτὸς τῶν φορολογουμένων καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ζημιωθῇ. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὸν κ. Νομομηχανικὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ ἄνοιγμα τῶν χανδάκων τῆς ὁδοῦ, ἵνα ἀνευρίσκωσι διέξοδον τὰ ὕδατα, ἀποστείλῃ δὲ τὴν βορβοροφάγον, ἵνα προβῇ εἰς τὸ ἄνοιγμα τοῦ στομίου τοῦ ποταμοῦ καὶ δυνηθῶσιν οὕτω τὰ ὕδατα νὰ ἐξέρχωνται, διότι ἐπίκεινται ὡς ἐκ τοῦ χειμῶνος καὶ ἄλλαι βροχαὶ καὶ αἱ καταστροφαὶ θὰ ἦναι μεγαλείτεραι.

§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐστάλησαν περὶ τούτου ὅλαι αἱ ὁδηγίαι.

§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν αὐτὴν περίπου ἐποχὴν, τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπεβάλομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἕνεκεν ὅμως περιστάσεων ἀπροόπτων δὲν ἠδυνήθη ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ αὐτὸν ἐγκαίρως· ἐπῆλθεν ἡ ἐκλογὴ νέας Βουλῆς καὶ πάλιν κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος ὑπεβλήθη ὁ Προϋπολογισμὸς· τούτου ἕνεκα τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἐκανονίσθησαν βραδέως καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ὑπῆρξε κατά τι ἀτελής. Ἐλπίζομεν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο νὰ δυνηθῶμεν ἐγκαίρως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους· διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐγκαίρως ἡμεῖς ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ τούτου. Ἀναγκαιότατον εἶναι πάντοτε ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ προσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως, ἀναγκαιότατον ἦτο καὶ πέρυσι, ἀναγκαιότερον δὲ ἢ τὸ πρόσθεν, διότι ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ εἶχε περιέλθει εἰς τὸ ἀδιέξοδον καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἐκανονίζοντο οἱ τρόποι, δι’ ὧν ἠθέλομεν ἐπιδιώξει τὴν διόρθωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν πέρυσιν ἦτο σπουδαία ἡ ἔγκαιρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰσαγωγὴ, ἔτι σπουδαιοτέρα καθίσταται κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διότι ναὶ μὲν μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν θέλομεν ὑποβάλει σπουδαίους οἰκονομικοὺς νόμους, οὐδὲ νόμους ἐπιβαρύνοντας τὴν κοινωνίαν διὰ νέας φορολογίας, ἀλλὰ σήμερον δυνάμεθα τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως νὰ μελετήσωμεν πολὺ μᾶλλον ἐπισταμένως καὶ πολὺ μᾶλλον πεφωτισμένως ἢ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εὑρισκόμεθα ἀπέναντι καταστάσεως νέας, εἴμεθα βεβιασμένοι νὰ προβῶμεν εἰς λύσιν ἐν τῷ σκότει, ἀλλὰ σήμερον δυνάμεθα ἐκ τοῦ φωτὸς, τὸ ὁποῖον ἐπέχυσεν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν πέρυσιν ἀποφασισθέντων, νὰ ὁδηγηθῶμεν περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν μέτρων, δι’ ὧν νομίζομεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον καταρτίζονται οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι καὶ ὁ ὕπατος αὐτῶν, ὁ Προϋπολογισμὸς, ἐφ’ ὅσον προΐσταται τῶν πραγμάτων ἡ νῦν Κυβέρνησις, εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν ἐρχόμεθα πρῶτον ἤδη ὑποβάλλοντες εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ τῶν οἰκονομικῶν σκέψεις ἡμῶν. Ταύτας ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διετυπώσαμεν ἐν νομοσχεδίοις καὶ ἐν Προϋπολογισμοῖς ἀφ’ ὅτου διευθύνομεν τὰ κοινά· διετυπώσαμεν αὐτὰς καὶ ἐπὶ τῆς προηγουμένης ἡμῶν ὑπουργείας, ἡ δὲ τότε ἐφαρμογὴ ἀπέληξεν εἰς τὴν 7ην Ἀπριλίου. Αὕτη ἡ 7η Ἀπριλίου ἦτο ἔκφρασις τῆς γνώμης τῆς κοινωνίας κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν συστήματος, ἀλλ’ ἐπῆλθον γεγονότα βραδύτερον, τὰ ὁποῖα ἀμέσως σχετίζονται πρὸς τὰ οἰκονομικὰ, ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν, ὅτι αὐτὴ ἡ κοινὴ γνώμη, ἥτις εἶχεν ἀπαιτήσει τὴν μεταβολὴν συστήματος, αὐτὴ ἡ κοινὴ γνώμη ἀπῄτησε τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα καὶ ἀπῄτησεν αὐτὴν διὰ τῶν αὐτῶν ἐκείνων ἀντιπροσώπων, δι’ ὧν εἶχεν ἐκφράσει τὴν ἀντίθετον γνώμην. Ἐπανήλθομεν ἄρα εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἵνα ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα ἡμῶν· ἀλλὰ τὸ σύστημα δὲν ἀπῄντα κατάστασιν, ὁποίαν πρότερον εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν. Ὅτε τὸ σύστημα ἐκεῖνο κατηρτίσθη, ἡ κατάστασις τῆς Πολιτείας ἦτο μᾶλλον εὔκολος πρὸς διαῤῥύθμισιν ἢ ὅτε πάλιν ἐκλήθημεν, ἵνα διευθύνωμεν τὰ κοινά. Ὑποβαλόντες πέρυσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ἐξεθέσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τί ἡ κατάστασις ἦτο δυσχερεστέρα, κατὰ τί ἐπήγετο μεταβολὰς εἰς τὸ σύστημα, οὐχὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν, ἀλλὰ πρὸς ἐπαύξησιν τῆς ἐντάσεως ἐν τῇ αὐτῇ διευθύνσει· ἐξεθέσαμεν, ὅτι τὸ σύστημα ἡμῶν ἀφώρα ἀνέκαθεν εἰς τὴν διὰ τῆς ἐπιτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Πολιτείας ἀνάκτησιν τῆς δημοσίας πίστεως καὶ εἰς τὴν διὰ τῆς δημοσίας πίστεως ἐξομάλισιν τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν. Ἀλλὰ ἡ πλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Πολιτείας ἦτο δυσκολωτέρα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἢ ὅσον ἦτο πρότερον, διότι ἀπὸ τῆς πρώτης καταστάσεως ἕως ἐκείνης, ἣν εὕρομεν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, εἶχεν ἐπέλθει ἐπιβάρυνσις 120 ἑκατομμυρίων εἰς τὸ Δημόσιον, 120 ἑκατομμυρίων προερχομένων ἐξ ἐλλείμματος δύο τακτικῶν Προϋπολογισμῶν καὶ ἐξ ἐλλείμματος δύο ἐκτάκτων. Τότε οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἠμφισβητήθησαν· ἐλέχθη, ὅτι οἱ τακτικοὶ καὶ ἔκτακτοι Προϋπολογισμοὶ τοῦ 1885 καὶ 1886 δὲν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι ἤθελον ἀφήσει ἔλλειμμα ἐν συνόλῳ 120 ἑκατομμυρίων· ἠκούσαμεν διὰ μακρῶν ἀναπτυσσομένους τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἐστήριζον οἱ ἀντιφρονοῦντες τὴν γνώμην αὐτῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἐλλείμματα θὰ ἦσαν ἴσως καὶ μηδαμινά. Σήμερον δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἐξέλεγξιν τῶν τότε παρ’ ἡμῶν ῥηθέντων· δύναται ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ κρίνῃ, ἐπὶ ἀριθμῶν στηριζομένη, ἐὰν ὀρθῶς ἢ κακῶς ἐξετιμήθη ἡ κατάστασις, ἐὰν πράγματι ταῦτα τὰ ἐλλείμματα ἐπεβάρυνον τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου κατὰ 120 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ δὲν ἦτο αὕτη ἡ μόνη ἐπιβάρυνσις· ἐπιβάρυνσις ἔτι σπουδαιοτέρα, ἐν ταῖς ἀμέσοις συνεπείαις, ἦτο ἡ προερχομένη ἐκ τῶν προσωρινῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Ταμείου. Εὕρομεν, ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν, χρέη ἀπαιτητὰ μὴ πληρωθέντα, χρέη κυμαινόμενα, ὧν ἀπῃτεῖτο ἡ ἀνανέωσις, ἣν δυσκόλως ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν· εὕρομεν κατάστασιν δημοσίας πίστεως, ἥτις μικρὰν ἐπέτρεπεν ἐλπίδα τακτοποιήσεως τῶν προσωρινῶν ὑποχρεώσεων διὰ τῆς τροπῆς αὐτῶν εἰς πάγιον χρέος τοῦ Κράτους. Ἔχοντες πρὸ ἡμῶν εἰς ἐπίλυσιν ζητήματα, ἀπαιτοῦντα ἄμεσον ἀπόφασιν, ὅπως ἐξευρεθῶσι τὰ μέσα πρὸς ἀπότισιν ὑποχρεώσεων τότε ὀφειλομένων, βάσιν τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν ἐθέσαμεν τὴν ἰδέαν, ἣν ἡ Βουλὴ ἠσπάσθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ παράσχωμεν πλήρεις τὰς ἐγγυήσεις εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν. Ἔπρεπε νὰ βεβαιώσωμεν ἐκείνους, εἰς οὓς ἠθέλομεν ἀποταθῆ, νὰ συνδράμωσιν ἡμᾶς πρὸς ἀπότισιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, ὅτι εἴχομεν τὴν ἀπόφασιν καὶ τὰ μέσα ν’ ἀπαντήσωμεν τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡ παρ’ αὐτῶν παρεχομένη εὐκολία ἐπήγετο. Τότε ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ δύο ἀντίθετοι γνῶμαι· ἡ γνώμη, ὅτι αὕτη ἡ πολιτικὴ ἦτο ἡ μόνη ἄγουσα εἰς αἴσιον τέλος, ὅτι αὕτη ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι αὕτη μόνη ἡ γνώμη ἐπετρέπετο εἰς Κράτος ἐλεύθερον· ἀνεπτύχθη καὶ ἡ ἀντίθετος πολιτική, ὅτι τουτέστιν ἦτο ἀδύνατον ἡ Πολιτεία νὰ ἐκπληρώσῃ ἀνελλιπῶς τὰς χρηματικὰς αὐτῆς ὑποχρεώσεις, ὅτι ἑπομένως ἔπρεπε ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὸ ἀδύνατον τῆς ἐκπληρώσεως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιαύτης πεποιθήσεως νὰ πολιτευθῶμεν. Ἡ Βουλὴ ἀπέκρουσε τὴν τελευταίαν ταύτην ἰδέαν, ἡ Βουλὴ ἠσπάσθη διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας τὴν πρώτην ἰδέαν, τὴν ἠσπάσθη ὅμως ἐν τῷ σκότει ἐργαζομένη, διότι τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπηγγελλόμεθα, ὅτι ἠθέλομεν πραγματοποιήσει τὸ ποθούμενον, δὲν εἶχον δοκιμασθῆ, μόνον δι’ ἐπιχειρημάτων, ἐκ τῶν προτέρων ἠδυνήθημεν νὰ συστήσωμεν τὰ μέτρα ταῦτα ἄνευ τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων βεβαιώσεως. Ταύτην τὴν βεβαίωσιν ἔχομεν ἤδη, καὶ διὰ τοῦτο πρὸ παντὸς ἄλλου, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς οἱονδήποτε ἔργον, εἴτε οἰκονομικὸν, εἴτε πολιτικὸν, ἔχει τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως διαλευκανθῶσι τὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ὅπως γνωρίζῃ, ἂν ὀρθαί εἰσιν αἱ σκέψεις αἱ ὑπαγορεύσασαι αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, οἵα διετυπώθη. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαιτήσῃ ὅπως προσαχθῶσι πάντα τὰ ἔγγραφα καὶ πᾶσαι αἱ καταστάσεις, αἱ δυνάμεναι νὰ καθοδηγήσωσιν αὐτὴν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ψηφισθέντων, περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, περὶ τῆς ἐπιτυχίας ἢ τῆς ἀποτυχίας. Οἱ τῆς τότε πλειοψηφίας ἔχουσι καὶ πρὸς ἑαυτοὺς καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος τὸ καθῆκον νὰ ζητήσωσι νὰ πεισθῶσιν, ἂν καλῶς τότε ἔκριναν ἢ κακῶς, διότι, ἐὰν τὰ πράγματα τοὺς ἀποδείξωσιν, ὅτι κακῶς ἔκριναν, βεβαίως ἄκαιρος καὶ ἄτοπος θὰ ἦτο ἡ φιλοτιμία, ἥτις θὰ ὑπηγόρευεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην. Δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ κρηπὶς τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος, πρόκειται περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἐν τῷ ὁποίῳ σήμερον δὲν ἐπιτρέπεται φιλοτιμία προσωπική. Ἡ μόνη ἐπιτρεπομένη φιλοτιμία εἶναι ἡ ἐν ἐπιγνώσει ἀπόφασις. Ὅταν, ἐκτυλιχθείσης τῆς καταστάσεως, πεισθῇ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι καλῶς ἐψήφισεν, ὀφείλει νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν γνώμην, ἣν ἐσχημάτισε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων τὸ σύστημα ἐκεῖνο θέλει συμπληρωθῆ καὶ θέλει καταστῆ ἐφαρμοστέον εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ καὶ ἡ μειοψηφία ἡ τότε τῶν αὐτῶν βεβαίως αἰσθημάτων ἐμφορεῖται, καὶ ἂν τὰ πράγματα πείσωσιν αὐτήν, ὅτι κακῶς ἐσκέπτετο πέρυσιν, ὅτε συνίστα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, βεβαίως θέλει παραιτήσει τὰς ἰδέας, αἵτινες ἀπετέλουν τὸ πρόγραμμα αὐτῆς. Τοιαύτας ὑποχρεώσεις καὶ πρὸς τὴν πλειοψηφίαν καὶ πρὸς τὴν μειοψηφίαν ἐρχόμεθα νὰ ἐπιτελέσωμεν ἤδη. Φέρομεν πάντας τοὺς πίνακας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα καὶ αὐτὴ δυνηθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μελετήσῃ αὐτοὺς καὶ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς μελλούσης πολιτικῆς. Ἡμεῖς ἐμελετήσαμεν τοὺς πίνακας καὶ ἐμορφώσαμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι καλῶς ἐσκέφθημεν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἔχομεν δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν αὐτὴν γνώμην θέλει σχηματίσει καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν πινάκων, καὶ ἐν ταύτῃ τῇ βεβαιότητι προκαλοῦμεν πάντας, καὶ συμπολιτευομένους καὶ ἀντιπολιτευομένους, νὰ μελετήσωσιν αὐτοὺς, πεποιθότες, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ θέλουσι λησμονήσει ἐντελῶς πάνθ’ ὅσα τυχὸν εἶπον ἄλλοτε καὶ τὰ ὁποῖα ἐν μικροτέρου λόγου ζητήμασι θὰ ἠδύναντο ἴσως διὰ τῆς φιλοτιμίας νὰ τοὺς ἐδέσμευον. Πρέπει νὰ ἔλθωσιν οὗτοι εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πινάκων, ἐγκαταλείποντες πᾶσαν προκατάληψιν. Ἂν ἡ ἀνάγνωσις ἀποδεικνύῃ, ὅτι δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀνελιπῆ ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, βεβαίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἀντίθετον γνώμην, θὰ συμφωνήσωσι μεθ’ ἡμῶν, ἀποδεχόμενοι τὰς βάσεις τοῦ ἡμετέρου συστήματος, καὶ θὰ ἐργασθῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ οὐχὶ εἰς ἀπόῤῥιψιν τοῦ συστήματος, ἀλλ’ εἰς συμπλήρωσιν καὶ διαῤῥύθμισιν αὐτοῦ τοιαύτην, ὥστε ἡ ἐφαρμογὴ νὰ καταστῇ εὐχερεστέρα. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τούτου καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ σημείου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἠρξάμην κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Καὶ αὐτὸς ὁ Λογιστικὸς νόμος ἐπέβαλεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις τὴν ὑποχρέωσιν μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ προσάγωσι τὰς καταστάσεις τοῦ παρελθόντος. Ἡ ὑποχρέωσις ὅμως, ἥτις εἶναι τυπικὴ ἐκ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, εἶναι παρ’ ἡμῖν ἀπαραίτητος, ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τούτων νὰ στηρίξωμεν πάντα τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν, πάσας τὰς περὶ μεταῤῥυθμίσεων, ἃς εἰσηγάγομεν, ἀποφάσεις, εἴτε πρὸς διατήρησιν εἴτε πρὸς ἀνατροπήν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσάγοντες τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ τὰ τέλη τοῦ 8βρίου, ἠδυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν ὡς ἐκ τῆς ὥρας ἐκείνης τοῦ ἔτους τὸν Ἀπολογισμὸν μόνον τοῦ 1884, διότι ὁ τοῦ 1885 δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ συνταχθῇ εἰμὴ μετὰ τὴν 31 8βρίου· ἤδη δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, καὶ τοῦτον εἰσάγω. Ὡς πρὸς τὸ 1886 δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἤδη, ὅ,τι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπράξαμεν ὡς πρὸς τὸ 1885. Δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν προσωρινὴν κατάστασιν μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους τούτου· ἐπειδὴ δὲ ἡ 30 Σεπτεμβρίου δὲν εἶναι τὸ τέρμα τῆς χρήσεως, ἀλλ’ ὑπολείπεται εἷς ἔτι μὴν, δυνάμεθα ὡς πρὸς τὸν μῆνα τοῦτον, λήξαντα προχθὲς, νὰ εἰσαγάγωμεν οὐχὶ κατάστασιν ἐπίσημον καὶ κανονικὴν, ἀλλὰ διοικητικὰς πληροφορίας, πληροφορίας ὅμως ἀσφαλεῖς καὶ ἱκανὰς, ἵνα διαφωτίσωσι τὴν Βουλήν· διότι παρῆλθεν ἤδη ὁ Ὀκτώβριος καὶ εἴχομεν λάβει τὴν πρόνοιαν νὰ ζητήσωμεν τηλεγραφικῶς πάσας τὰς εἰδήσεις, αἵτινες ἠδύναντο νά ἦναι ἀναγκαῖαι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1886 καταστάσεων. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἴχομεν παραστήσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ προτέρα, ἐκείνη, τὴν ὁποίαν παρεδώσαμεν, ἀποχωρήσαντες τῆς ἐξουσίας, κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἔθνους, κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου, εἶχε δεινωθῆ οἰκονομικῶς, ὅτι πλὴν τῶν προνοιῶν, περὶ ὧν πρότερον ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλή, τῇ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς ὑπηρεσίας νέου χρέους, προστεθέντος ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς μεσολαβησάσης ἀπὸ τῆς 7 Ἀπριλίου ἕως τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν. Παρεστήσαμεν, ὅτι τὰ πράγματα, τὰ ἐν τῷ μεταξὺ λαβόντα χώραν ἐπήγοντο καὶ ὡς πρὸς τὸ 1885 καὶ ὡς πρὸς τὸ 1886 ἐλλείμματα ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολογισμῷ, ἐλλείμματα ἐν τῷ ἐκτάκτῳ Προϋπολογισμῷ· ταῦτα δὲ ὅλα παρεστήσαμεν ὡς συμποσούμενα εἰς 120,000,000. Ἠξίωσαν τότε πολλοὶ καὶ ἐντριβεῖς θεωρούμενοι περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ὅτι δὲν θὰ ἦσαν τὰ ἐλλείμματα τοιαῦτα, ὁποῖα ἡμεῖς ἐλέγομεν, ὁ Ἀπολογισμὸς ὅμως τοῦ 1885 ἐπεβεβαίωσε πάντα, ὅσα ἡμεῖς ἐλέγομεν. Ἐκ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τούτου ἐξάγεται, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1885, ἐντελῶς περαιωθεῖσα, ἀφῆκεν ἔλλειμμα τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ 24,950,000, ἐκτάκτου δὲ Προϋπολογισμοῦ 36,737,000, ἐν συνόλῳ 61,687,000. Ἀλλ’ ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ περιλαμβάνεται καὶ ἡ πίστωσις ἡ διατεθεῖσα εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, ἀφαιροῦντες δὲ τὰ διατεθέντα ὑπὲρ τῶν σιδηροδρόμων, ἔχομεν ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, 57,555,000 δραχμῶν. Ἐν τῷ ὑπολογισμῷ δὲ περιλαμβάνομεν οὐ μόνον τὰ τακτικὰ ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἦσαν φόροι, τουτέστι τὰς εἰσφοράς. Δὲν περιλαμβάνομεν τὰ ἐκ τῶν δανείων εἰσπραχθέντα. Ὡς πρὸς τὸ 1886 εἶπον, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν Ἀπολογισμὸν, ἀφοῦ ἡ χρῆσις τοῦ 1886 ἔληξε μόλις πρὸ δύο ἡμερῶν, ἀλλὰ δύναμαι νὰ παρουσιάσω προσωρινὴν κατάστασιν μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου καὶ πληροφορίας περὶ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβῆ, ἐπειδὴ ταῦτα εἶναι τὸ ἓν εἰκοστὸν δεύτερον τῆς χρήσεως, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα σπουδαίως ἐν αὐτοῖς νὰ σφάλωμεν, τουτέστι πᾶν ἀριθμητικὸν σφάλμα θέλει ἔχει μικρὰν ἀξίαν πρὸς τὸ ὅλον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν κινδυνεύομεν νὰ σφάλωμεν, διότι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας συνέλεξεν ἡ ὑπηρεσία, εἶναι ἱκανῶς πλήρεις καὶ εἶναι ἀσφαλεῖς. Μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1887 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1886 εἰσεπράχθησαν, ἐκ τακτικῶν μὲν ἐσόδων 61,515,000, ἐξ εἰσφορῶν 952,000, ἑπομένως ἐν συνόλῳ 62,467,000. Εἰς ταῦτα δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰσπράξεις διὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον περὶ τὸ 1,000,000, ὥστε ἔχομεν εἰσπράξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1886 δρ. 63,467,000. Αἱ εἰσπράξεις αὗται ὑπολείπονται κατὰ πολὺ τῶν προϋπολογισθέντων 83,324,068· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη. Ἤδη ἀναφέρω τὰ τῶν εἰσπράξεων, ἵνα παραβάλω αὐτὰ πρὸς τὰ πληρωθέντα ἔξοδα, καὶ ὁρίσω τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1886. Τὰ ἔξοδα τοῦ 1886, ἤτοι αἱ πραγματικαὶ πληρωμαὶ, ἀνῆλθον εἰς 91,848, 000· ἑπομένως, ἂν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσωμεν τὰ ἔσοδα τῶν 63,467,000, ἔχομεν ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ 28,380,000. Ἔχομεν προσέτι ἔκτακτον Προϋπολογισμόν, περιλαμβάνοντα ἔξοδα δαπανηθέντα 37,414,000, εἰς ὧν τὴν ἀπότισιν αἱ τακτικαὶ πρόσοδοι τοῦ Κράτους, ἐπιπροστιθεμένων εἰς αὐτὰς καὶ τῶν ἐξ εἰσφορῶν προσόδων, οὐδόλως συνετέλουν. Τὸ ποσὸν τοῦτο καλύπτεται διὰ δανείων, ἑπομένως ἀποτελεῖ ἔλλειμμα· τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τῶν 37,414,000, προστιθέμενον εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξ 28,380,000, φέρει τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1886 εἰς 65,795,000, ἑπομένως τὰ ἐλλείμματα ὁμοῦ τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886 ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: ἔλλειμμα τακτικὸν τοῦ 1885 24,950,000, ἔλλειμμα τακτικὸν τοῦ 1886 28,380,000, τὸ ὅλον τῶν ἐλλειμμάτων τῶν τακτικῶν Προϋπολογισμῶν τῶν δύο χρήσεων 53,331,000. Ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ 1885 36,737,000, τοῦ 1886 37,414,000, τουτέστιν ἀμφοτέρων τῶν χρήσεων 74,151,000. Τὸ ἔλλειμμα ἄρα τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων Προϋπολογισμῶν τοῦ 1885 καὶ 1886 ἀνέρχεται εἰς 127,483,000. Ἀλλὰ ταῦτα τὰ 127,483,000 προέρχονται καὶ ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν γενομένων χάριν τῶν σιδηροδρόμων· ἂν ἀφαιρέσωμεν τὰς δαπάνας ταύτας, περιορίζεται τὸ ἔλλειμμα εἰς 119,559,000, τουτέστιν εἶναι σχεδὸν αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθημεν νὰ παραστήσωμεν πέρυσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε δὲν εἴχομεν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, ἀλλὰ μόνον προσωρινὴν κατάστασιν, ὅτε περὶ τοῦ 1886 ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ὁμιλῶμεν ἐπὶ εἰκασιῶν ἐξ ἐνδείξεων καὶ ἐξ ἀτελῶν πληροφοριῶν. Τὰ τοῦ 1886 ἔξοδα καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ περὶ τῶν προσόδων αὐτοῦ ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ὁδηγὸς περὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ἐχρησίμευσαν εἰς αὐτὴν ὡς ὁδηγὸς, ἀφοῦ ὑπεβλήθησαν εἰς βάσανον ἐνδελεχῆ. Ἐνθυμεῖται ἴσως ἡ Βουλή, ὅτι τότε παρεστήσαμεν ὡς πρὸς τὰς προσόδους ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης ἐξ αὐτῶν, ὁποίας μεταβολὰς ἐνομίζομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπενέγκωμεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διατηρηθῇ ἡ νομοθεσία ἡ τότε ὑφισταμένη. Ἀφοῦ δὲ τοιουτοτρόπως ἀνεθεωρήσαμεν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1886 καὶ ἐφθάσαμεν εἰς ὡρισμένον συμπέρασμα, ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι ἡ τότε κειμένη νομοθεσία ἦτο ἀνεπαρκής, ἵνα παράσχῃ ἔσοδα, ὅσα ἀπήτουν τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα κατὰ τὸ ἔτος 1887, καὶ ἐπὶ τούτων ἐστηρίχθημεν, ἵνα προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα αὕτη ἐψήφισεν. Ἤδη ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1886 δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν, ἂν ὀρθῶς ἢ κακῶς ἐξετιμήσαμεν τότε τὰ τῶν προσόδων, ἂν ἡ βάσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ὑπῆρξεν ἀληθής, ἂν οἱ περιορισμοὶ τῶν ἐκ τῶν κειμένων τότε φόρων προσδοκωμένων ἦσαν δεδικαιολογημένοι καὶ ἂν τὸ δεδικαιολογημένον τοῦ περιορισμοῦ τούτου καθιστᾷ δεδικαιολογημένα καὶ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητοῦμεν τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 εὑρίσκομεν, ὅπως ἐψηφίσθη, ἀναγεγραμμένα ἔσοδα 88,324,000 δραχμῶν, ἡμεῖς δὲ παρεστήσαμεν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο ὑπερβολικὸν καὶ θεωρήσαντες μίαν ἑκάστην τῶν προσόδων, ἀπελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐπετρέπετο ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 βεβαίωσις 76, 580,000· ἤδη δὲ τὰ ἀποτελέσματα μαρτυροῦσιν, ὅτι καὶ κάτω τοῦ ποσοῦ τούτου ἔπρεπε νὰ περιορίσωμεν τὰς προσόδους, διότι αἱ βεβαιώσεις ἔφθασαν εἰς 71,700,000. Ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ ἀναγράφοντος 88,324,000 βεβαιώσεις, ἔχομεν βεβαιώσεις πραγματοποιηθείσας 71,700,000. Ἔχω ἐνταῦθα τὸν πίνακα, ὅστις θέλει καὶ οὗτος κατατεθῆ μετὰ τῶν λοιπῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ τῶν ὁποίων θέλετε ἰδεῖ, ποῦ ὑπῆρξαν ὑπερβολικαὶ αἱ ἐκτιμήσεις, καὶ τίνων ἕνεκα λόγων παρεστάθη ἐν τέλει τῆς χρήσεως ἡ τοιαύτη διαφορὰ 16,600,000, τῶν πραγματικῶς βεβαιωθέντων πρὸς τὰ προϋπολογισθέντα. Βλέπομεν ἐν τῷ πίνακι βεβαιώσεις ἐπὶ ἔλαττον τοῦ φόρου τῶν οἴνων 1,783,000, διότι ἀναγράφονται προϋπολογισθέντα 3,000,000, ἐπραγματοποιήθησαν δὲ βεβαιώσεις 1,216,000. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων προϋπελογίσθησαν 3,000,000, ἐπραγματοποιήθησαν δὲ 2,542,000, ἑπομένως ἔχομεν βεβαιώσεις ἐπὶ ἔλαττον 547,000. Εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη ἔχομεν διαφορὰν 4,160,000 ἐπὶ ἔλαττον. Εἰς τὸ χαρτόσημον 1,880,000. Εἰς τὸν καπνὸν 2,776,000. Εἰς τὰς ἁλυκὰς 1,778,000. Εἰς τὰς προσωρινὰς δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν 1,523,000, καὶ ἐν ἄλλοις ἄρθροις ποσὰ ἐπὶ ἔλαττον βεβαιωθέντα ἱκανῶς σπουδαῖα. Ταῦτα ἀναφέρω διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἤμεθα δεδικαιολογημένοι τότε, λέγοντες, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 ἀνέγραψεν ἔξοδα εἰκονικὰ, καὶ ὅτι, ἐὰν ἐπὶ τοιαύτης βάσεως ἐστηρίζομεν καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887, ἠθέλομεν ἀναγράψει ἐν αὐτῷ μέγα ποσὸν, ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ἐξικνούμενον εἰς 16,000,000 δραχμῶν, καὶ ὅπερ, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνομεν περὶ αὐτοῦ πρόνοιαν, ἤθελεν ὡς εἰκονικὸν μετατραπῆ εἰς ἔλλειμμα. Ἀλλ’ ἤδη, ὡς ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ὀρθωτέρας, τῆς τότε γενομένης, δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν ἀναθρῶσκον τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τῶν 16,600,000 δραχμῶν· διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἀνεγράφησαν περιωρισμέναι κατά τὰ εἰρημένα πᾶσαι αἱ πρόσοδοι. Τὸ βάρος ἄρα, ὅπερ ἐπεβλήθη εἰς τὴν Πολιτείαν κατὰ τὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν διετέλει διακεκομμένη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον τώρα λειτουργεῖ, ὑπῆρξεν, ὅπως πέρυσιν ἐῤῥήθη, 120,000,000. Δικαίως ἄρα ἡ Βουλὴ ἐστήριξε τὰς σκέψεις αὐτῆς τότε ἐπὶ τοιαύτης ἐπιβαρύνσεως· τοῦτο ἀποδεικνύεται ἤδη ἐναργῶς ἐξ ἀπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1885, ἐκ προσωρινῆς καταστάσεως 21 μηνῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1886 καὶ ἐκ πληροφοριῶν περὶ τοῦ 22ου μηνός. Οὐδεμία ἄρα δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι προσετέθη ἐπιβάρυνσις, πρὸς ὑπηρεσίαν τῆς ὁποίας, κατὰ τοὺς παρ’ ἡμῖν συνήθεις ὅρους τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων, θὰ ἀπητεῖτο, ὅπως τότε ἐῤῥήθη, ποσὸν 10,000,000 καὶ ὅτι αἱ δυσχέρειαι τοῦ Προϋπολογισμοῦ ηὔξησαν κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο· τουτέστιν, ἐὰν πρὸ τῆς 7ης Ἀπριλίου ἀπητεῖτο, ἵνα προνοήσωμεν περὶ νέων προσόδων, καὶ ἂν τότε ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ πρόνοια αὕτη ἦτο ὑπερτέρα τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ὅτι ἦτο ὑπερτέρα τῆς διαθέσεως τῆς χώρας, ἐὰν ἡ χώρα ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν εἶχε τότε τὴν διάθεσιν πρὸς ἐπαύξησιν τῶν φορολογικῶν αὐτῆς βαρῶν, ἀφοῦ εἰς τὴν τότε ἀναγκαίαν πρόνοιαν ἐπιπροσετίθετο καὶ ἑτέρα περὶ δέκα ἔτι ἑκατομμυρίων, ἦτο φυσικὸν ν’ ἀπεκδεχώμεθα, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν προτείνει, θὰ ἐθεωροῦντο ἐπαχθῆ. Ἔπρεπεν ἄρα νὰ καταδείξωμεν τὴν ἀναπόδραστον αὐτῶν ἀνάγκην, πρέπει δὲ νὰ καταδείξωμεν αὐτὴν καὶ ἤδη ἐκ τῶν ὑστέρων δι’ ἀριθμῶν, ἵνα δικαιολογηθῶμεν ἀπέναντι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους οὕτω σπουδαίως ἐπεβαρύνομεν. Καὶ μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς πολιτικῆς τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου δὲν ἔπαυσαν οἱ παραίτιοι τῆς ἐπαυξήσεως τῶν δυσχερειῶν ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἄνευ ἀνάγκης ἐπεβλήθησαν φόροι, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῶν δυσχερειῶν δι’ ἄλλων μέσων, ἔστω καὶ ἂν τὰ μέσα ταῦτα ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προετάθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ ἐπιβαρύνσεις ἦσαν τοσαῦται, ὁποῖαι παρεστάθησαν ἤδη. Οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι ἐκάλουν ἀπάντησιν, ταύτην δὲ δίδουσιν ἤδη ὁμιλοῦντες ἀνθ’ ἡμῶν οἱ ἀριθμοί. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτω κατηρτίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887, ἀφοῦ κατηρτίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886, διορθωθέντος παρ’ ἡμῶν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐκτιμήσεων τῶν προσόδων, ἀφοῦ διεῤῥυθμίσθη διὰ τῆς ἀναπληρώσεως τῶν κενῶν διὰ νέων φορολογικῶν μέτρων, μένει νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον τὸ ὅλον σύστημα, τὸ παρ’ ἡμῶν προταθὲν καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθὲν, ἀνταπεκρίθη πρὸς τὴν ἀνάγκην, κατὰ πόσον αἱ ἐπαγγελίαι ἐπηλήθευσαν, κατὰ πόσον οἱ μέχρι τοῦδε παρουσιαζόμενοι ἀριθμοὶ ἐπικυροῦσι τὸ βάσιμον τῶν ὑπολογισμῶν ἡμῶν. Καὶ δὲν ἔχομεν ὡς πρὸς τὸ 1887 Ἀπολογισμὸν, ἀφοῦ μόλις εἰσερχόμεθα εἰς τὸν ἑνδέκατον μῆνα τῆς χρήσεως, ἀπαρτιζομένης ἐξ 22 μηνῶν. Ἀλλὰ καίτοι δὲν ἔχομεν Ἀπολογισμὸν, καίτοι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ὅπως διὰ τὸ ἔτος 1886, προσωρινὴν κατάστασιν διὰ τὸ πλεῖστον ἢ σχεδὸν διὰ τὸ ὅλον τῆς χρήσεως, αὐτοὶ οἱ δέκα μῆνες, περὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πληροφορίας, τουτέστιν οἱ ἐννέα μῆνες μέχρι τῆς 30ῆς Σεπτεμβρίου, περὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πλήρεις καὶ ἐπισήμους καταστάσεις, καὶ ὁ 10ος μὴν, περὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πληροφορίας διοικητικὰς, ἀποχρώσας καὶ ἀσφαλεῖς, αὐτοὶ οἱ δέκα μῆνες δύνανται κατὰ πολὺ νὰ μᾶς διαφωτίσωσι· διότι ναὶ μὲν ἡ χρῆσις ἀπαρτίζεται ἐξ 22 μηνῶν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι γενικὴ ἔκφρασις. Ὅταν εἰσδύσωμεν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα, εὑρίσκομεν, ὅτι οἱ 22 μῆνες δὲν εἶναι ὁ χρόνος τῆς διαρκείας ὅλων τῶν προσόδων, ἐξ ἐναντίας αἱ πλεῖσται τῶν προσόδων δὲν διαρκοῦσιν ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν 22 μῆνας, αἱ πλεῖσται διαρκοῦσι μόνον 12 μῆνας· τὰ τελωνιακὰ, τὸ χαρτόσημον, οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως, τὰ μονοπωλεῖα, τὸ ταχυδρομεῖον, τὸ τηλεγραφεῖον, αἱ κρατήσεις τῶν συντάξεων καὶ πλεῖσται, ὅσαι κατὰ νόμον βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους. Περὶ τούτων ἄρα ἔχοντες πληροφορίας ἀσφαλεῖς ἐπὶ 10 μῆνας, γινώσκομεν τὰ 10/12 τοῦ ὅλου καὶ δὲν εἶναι δύσκολον ν’ ἀποφανθῶμεν ἀσφαλῶς περὶ τῶν δύο ὑπολειπομένων δωδεκάτων· τὰ ποσὰ δὲ ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 94,000,000, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζεται ἡ σκέψις αὕτη, εἶναι περίπου ἐν συνόλῳ 70,000,000. Περὶ 70 ἄρα ἑκατομμυρίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ γινώσκωμεν τὰ ἀποτελέσματα κατὰ 10 δωδεκατημόρια καὶ ταῦτα τὰ 10 δωδεκατημόρια πρέπει νὰ μελετήσωμεν ἐπισταμένως, διότι ἐξ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ ὁδηγηθῶμεν περὶ τῆς λειτουργίας τῶν μέτρων. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα 24 περίπου ἑκατομμύρια δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ εἴπωμέν τι νέον. Πᾶσα σκέψις περὶ ἐκείνων εἶναι πρόωρος. Ὅτε ἐπὶ 22 μηνῶν μόλις οἱ 10 μῆνες παρῆλθον, βεβαίως δὲν δυνάμεθα ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας νὰ ὁδηγηθῶμεν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν ἀποτελέσματα περὶ 70 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 94,000,000, νομίζω, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα μᾶς διαφωτίσωσιν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 ἐψηφίσθη ἐν ἰσοζυγίῳ, τὸ περίσσευμα τὸ παρουσιαζόμενον ἦτο ἁπλῶς ἀριθμητικὸν, δὲν εἶχεν ἀξίαν οὐσιαστικὴν, ἦτο 387 χιλ. δραχ., ὥστε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν παρουσίαζε περίσσευμα, παρουσίαζεν ἁπλοῦν ἰσοζύγιον. Ποῖαι μεταβολαὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπεδείχθησαν ἐπελθοῦσαι ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα ἐν ἐκείνοις τοῖς φόροις, οἵτινες ἀποτελοῦσιν, ὅπως εἶπον, τὸ μέγιστον μέρος τῶν προσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ποῖα τὰ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, διότι καὶ ὡς πρὸς ἐκεῖνα ἡ χρῆσις, ἥτις ἔχει διάρκειαν 22 μηνῶν, κατὰ τὸ πλεῖστον περιορίζεται εἰς μόνον 12, ἐντὸς τῶν ὁποίων δυνάμεθα ὡς πρὸς τὸ πλεῖστον τῶν ἐξόδων νὰ γνωρίσωμεν καὶ ἐπισήμως εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται. Ὀφείλομεν ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν, ἡ ἐφαρμογὴ ἐπὶ 10 μῆνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων κατὰ πόσον ηὔξησε τὰς πιστώσεις τὰς ἀναγεγραμμένας, εἴτε διὰ νέων πιστώσεων, χορηγηθεισῶν διὰ Διαταγμάτων, ὅπως ἐπιτρέπει ὁ νόμος περὶ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε διὰ τῆς γεννηθείσης ἀνάγκης, ἥτις θέλει ὑποχρεώσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ πρὸς τακτοποίησιν ἀναπληρωματικὰς ἢ ἐκτάκτους πιστώσεις, καὶ προσέτι ποῖοι περιορισμοὶ ἐπῆλθον εἰς τὰς δαπάνας. Ἐὰν πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τῆς μελέτης ταύτης ποιησώμεθα ἀρχὴν ἀπὸ τῶν ἐσόδων, παρατηροῦμεν, ὅτι ἔχομεν ἔσοδα τοῦ 1887, ἐν οἷς θέλει ὑπάρξει πρόσοδος ἀνωτέρα τῆς ἀναγραφείσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὑπάρχουσιν ἄλλα, ἐν οἷς θέλει ὑπάρξει πρόσοδος κατωτέρα· πρόσοδον ἀνωτέραν θὰ ἔχωμεν εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, διότι εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 400,000 δραχμῶν καὶ μέχρι τοῦδε εἶναι βεβαιωμένον ποσὸν 655,000· ἐκ τελῶν χαρτοσήμου θὰ ἔχωμεν αὔξησιν ἱκανῶς σπουδαίαν, διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη πρόσοδος ἐκ χαρτοσήμου 7,700,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἡ πρόσοδος ἐκ χαρτοσήμου, ὡς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μέχρι τοῦδε, θέλει βεβαίως ὑπερβῆ τὰ 8,000,000· οἱ ὑπολογισμοὶ διὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τοῦ ἔτους γίνονται διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος νομίζω, ὅτι θέλει θεωρηθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἀσφαλής. Ὑπολογίζομεν, οἱ 10 πρῶτοι μῆνες τοῦ ἔτους 1887 ποῖον ποσὸν ἀπήνεγκον, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1886, τοῦ 1885, τοῦ 1884, καὶ κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς προσαυξήσεως τῆς προσόδου ἐκ χαρτοσήμου κατὰ τὸ 1886, τὸ 1885, τὸ 1884 κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τοῦ ἔτους, προσαυξάνομεν τὰ μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντα ἐκ φόρου χαρτοσήμου. Ἐὰν τοιαύτη προσαύξησις γίνῃ εἰς τὰ μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντα ἐκ φόρου χαρτοσήμου, ἔχομεν ἀσφαλῆ πρόσοδον, ὑπερβαίνουσαν τὰ 8,000,000. Περὶ πάντων, ὅσα ἀναφέρω, θέλω ὑποβάλει πίνακας, ἰδοὺ δὲ ὁ πίναξ ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου. Ἡ εἴσπραξις μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887 ἀνέρχεται εἰς 5,591,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1886 μέχρι τῆς αὐτῆς ἐποχῆς ἀνῆλθεν εἰς 5,097,000, κατὰ τὸ 1885 εἰς 4,381,000, κατὰ τὸ 1884 εἰς 4,538,000· ἐὰν ἄρα κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ 1886 αὐξήσωμεν τὴν μέχρι τῆς 30ῆς 7)βρίου πρόσοδον ἐκ χαρτοσήμου, ἡ ἀναλογία δὲ τοῦ 1886 εἶναι 69% διὰ τοὺς ἐπιλοίπους τρεῖς μῆνας, ἔχομεν πρόσοδον 8,100,000· ἐὰν κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ 1885, ἔχομεν πρόσοδον 8,200,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐὰν αὐξήσωμεν κατὰ τὴν σχετικὴν ἀναλογίαν τῆς προσόδου τῶν 9 μηνῶν τοῦ 1887 πρὸς τοὺς 9 μῆνας τοῦ 1886 καὶ τοῦ 1885, πρέπει νὰ ἐπιπροσθέσωμεν καὶ ποσὸν ἄλλο, ἑπομένως ἡ προϋπολογισθεῖσα πρόσοδος εἰς 7,775,000 πιθανότατα θέλει αὐξήσει κατὰ 500,000· ἀλλ’ ἐν τῷ σημειώματι, τὸ ὁποῖον συνυποβάλλω μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, σημειοῦται ἐκ χαρτοσήμου 200,000 δραχμῶν προσαύξησις. Ἐκ τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομείων κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τοῦ ὑπολογισμοῦ ἔχομεν αὔξησιν 300,000 δραχμῶν. Ἔχομεν δὲ καὶ προαυξήσεις 2,000,000 ἐκ διαφόρων ἐσόδων τυχηρῶν, αἵτινες μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἀνέρχονται εἰς 1,486,000. Ἑπομένως ἐν συνόλῳ ἔχομεν προσαύξησιν 2,830,000, ἅπερ, προστιθέμενα εἰς τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα ἔσοδα ἐξ 94,656,000, ἀναβιβάζουσιν αὐτὰ εἰς 97,486,000. Ἀλλ’ ἐκ τούτων πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν πάντα, ὅσα σήμερον μετὰ δεκάμηνον ἐφαρμογὴν θεωροῦμεν ὡς πιθανῶς μὴ βεβαιωτέα. Ἡ μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μᾶς πείθει, ὅτι ἐν τῷ φόρῳ τῶν ζώων θὰ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις, διότι τὰ ἀπαριθμηθέντα ζῶα δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸν μέσον ὅρον τοῦ παρελθόντος, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, πολλῷ μᾶλλον δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸν ὅρον, τὸν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886· τίνες οἱ λόγοι τῆς ἐλαττώσεως, δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, φαίνεται ὅμως, ὅτι ὑπάρχει τις ἐλάττωσις. Οὐχ ἧττον, καίτοι σημειοῦμεν τὴν βεβαίωσιν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἐλπίζομεν, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ γίνηται ἡ βεβαίωσις ἀσφαλῶς ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ, διότι θέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν μέτρον περὶ διαφόρου τρόπου βεβαιώσεως, περὶ βεβαιώσεως, στηριζομένης εἰς τὸν μέσον ὅρον τῆς τελευταίας πενταετίας καὶ ἀποτελουμένης ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ μέσου ὅρου· ἀλλ’ ἤδη ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἀναγράφομεν 480,000 δραχμῶν βεβαίωσιν ἐπὶ ἔλαττον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων. Ἐν τοῖς ἐγγείοις φόροις ἐπίσης πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν ἐλάττωσιν· ἡ σταφὶς ηὐτύχησεν ἐφέτος ὡς πρὸς τὸ ποιὸν καὶ τὴν τιμήν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν δὲν ἔφθασεν εἰς τὸν μέσον ὅρον, τὸν ἀναγραφέντα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὡς ἐκ τούτου πρέπει νὰ σημειωθῇ βεβαίωσις ἐπὶ ἔλαττον, ἐπίσης πρέπει νὰ σημειωθῇ ἐλάττωσις καὶ ἐκ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀμφότερα ταῦτα ἀποτελοῦσι 560,000 δραχμῶν. Τὰ τελωνιακὰ τέλη ἀνταπεκρίθησαν κατ’ ἀρχὴν εἰς τὰς προσδοκίας ἡμῶν, ὅτε προετείναμεν τὰς αὐξήσεις, ἤτοι τὴν αὔξησιν δασμῶν καὶ τὴν αὔξησιν διὰ τῆς πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἢ τοῦ ἀντιτίμου αὐτοῦ. Ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἐπιπροστιθέμεναι αἱ αὐξήσεις αὗται εἰς τὰς ψηφισθείσας τῇ εἰσηγήσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ φέρωσι μεγαλειτέραν πρόσοδον, θέλουσιν ἐλαττώσει καὶ τὰς προϋπαρχούσας. Ἐῤῥήθη τότε, ὅτι εἶναι μάταιον ἐπὶ προσόδων ἐκ δασμῶν 15,500,000 κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, νὰ προσδοκῶμεν προσαύξησιν, ὁποία ἡ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἀναγεγραμμένη, εἰς 28,547,000 δραχμῶν. Ἀναγράφετε, ἔλεγον οἱ ταῦτα ἰσχυριζόμενοι, 28 ἑκατομμύρια ἐκ φόρων εἰσαγωγῆς καὶ δὲν θέλετε λάβει οὐδὲ τὰ 15 ἑκατομμύρια τοῦ 1885, διότι ἐν τῇ φορολογίᾳ, ὅταν φθάσητε εἰς τὸ ἀνώτατον τῆς φορολογικῆς δεκτικότητος σημεῖον, ἀντὶ νὰ προσαυξάνητε διὰ τῶν προσθηκῶν, ἀφαιρεῖτε. Ἐν τούτοις τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα μαρτυροῦσιν, ὅτι ἡ πρόσοδος ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς θέλει πλησιάσει εἰς τὸ ποσὸν τῶν 28,000,000. Δὲν ἔχομεν ἔτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Νοεμβρίου καὶ τοῦ Δεκεμβρίου καὶ δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ ἀποφανθῶμεν ἀσφαλῶς, διότι τὰ μέχρι τοῦδε ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὑπάρχει παραλλαγὴ ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα. Οἱ πρῶτοι μῆνες τοῦ ἔτους δὲν ἔδιδον πλήρη τὴν ἐκ τῆς προσθέτου φορολογίας ἀναλογίαν τῆς προσαυξήσεως· οἱ τελευταῖοι ὅμως μῆνες, ὁ 7βριος καὶ ὁ 8βριος, ἔδωκαν πρόσοδον ἀνωτέραν τῆς ἀναλογίας τῆς προσαυξήσεως. Ἡ ἀναλογία τῆς προσαυξήσεως ἐπὶ τὸν μέσον ὅρον τριῶν ἐτῶν, ὅστις εἶχε ληφθῆ ὡς βάσις τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς προσόδου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1887, ἦτο 52 τοῖς ἑκατόν. Κατὰ Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον εἰσεπράχθησαν οὐ μόνον τὰ 52% ἐπὶ πλέον τοῦ μέσου ὅρου τῆς προσόδου τῶν ἐτῶν 1883, 1884 καὶ 1885, ἀλλὰ προσέτι εἰσεπράχθη κατὰ μῆνα 7βριον ποσὸν 400,000 δραχμῶν πέραν τῆς προσαυξήσεως, κατὰ δὲ μῆνα 8βριον ποσὸν 75,000 δραχμῶν πέραν τῆς προσαυξήσεως. Τί θὰ εἰσπραχθῇ κατὰ μῆνα Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, δὲν δυνάμεθα νὰ γινώσκωμεν. Δύνανται οἱ μῆνες οὗτοι νὰ μὴ δώσωσι προσαύξησιν πέραν τῆς ἀναλογίας, δύνανται ἴσως νὰ ὑστερήσωσι τῆς ἀναλογίας, ἀλλὰ κατὰ πιθανότητα οἱ μῆνες οὗτοι θ’ ἀπενέγκωσι τὴν προσαύξησιν τῶν δύο προηγουμένων μηνῶν, διότι οἱ πίνακες τοῦ παρελθόντος δεικνύουσι συνήθως τοὺς μῆνας τούτους ὁμοίους πρὸς τοὺς ἀμέσως πρὸ αὐτῶν. Ὁμιλῶν καὶ περὶ τῶν τελωνιακῶν περιορίζομαι εἰς τὴν εἰσαγωγήν. Εἶπον πρότερον, ὅτι γίνεται τις ἀφαίρεσις ἐπὶ τῆς προσόδου ἐκ τῆς σταφίδος, διότι αἱ πληροφορίαι τῶν ἐφοριῶν μᾶς πείθουσιν, ὅτι ἡ παραγωγὴ ὑπῆρξε κατωτέρα τῆς μέσης, ἡ ἀφαίρεσις ὅμως αὕτη ἐγένετο ἐν τοῖς ἐγγείοις φόροις, δὲν ἐγένετο ἐν τοῖς τελωνιακοῖς, διότι τὸ ἄρθρον, τὸ περὶ τελωνιακῶν, δὲν ἀφορᾷ εἰς ὅλους τοὺς φόρους, οἵτινες εἰσπράττονται ἐν τοῖς τελωνείοις. Ὁμιλοῦντες περὶ τῶν τελωνιακῶν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δασμολογίου, δυνάμεθα δὲ ἀσφαλῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ προσθῆκαι κατὰ τὸ πλεῖστον πραγματοποιοῦνται. Ἴσως δὲν πραγματοποιηθῇ ὁλόκληρος ἡ διαφορά, ἡ ἀπὸ τῶν 15,500,000 τοῦ 1885 μέχρι τῶν 28,500,000 τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887· ἴσως πραγματοποιηθῇ διαφορὰ κατὰ 1,400,000 ἐπὶ ἔλαττον, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι μέχρι τοῦδε τοσαύτη ὑπάρχει διαφορὰ προσόδου ἐπὶ ἔλαττον τῆς ἀναλογούσης. Ἐὰν ἄρα οἱ μῆνες 9βριος καὶ 10βριος δὲν δώσωσιν ὡς ὁ 7βριος καὶ ὁ 8βριος ποσὸν πέραν τῆς ἀναλογίας τῆς προσαυξήσεως, ἀλλὰ δώσωσι μόνον τὴν ἀναλογίαν, ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ποσοῦ θ’ ἀναβῇ εἰς 1,400,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων θὰ ὑπάρξῃ ἐλάττωσις 150,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τῶν ποτῶν θὰ ὑπάρξῃ ἐλάττωσις, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νόμου, διότι δὲν ἠδυνάμεθα ἔτι νὰ λάβωμεν τοὺς μηχανικοὺς μετρητὰς καὶ τ’ ἄλλα ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος. Ἐκ τούτου ἐλάττωσις 500,000 δραχμῶν. Τοῦ καπνοῦ, ὡς ἐκ τῆς βραδείας ἐφαρμογῆς, θὰ ὑπάρξῃ ἐλάττωσις προσόδου 1,000,000. Ὡς πρὸς τὰ τοῦ καπνοῦ ἔχομεν ἤδη ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλήν. Ἀνέγνωσα πρὸς ὑμᾶς πρότερον τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1886 καὶ εἴδετε, ὅτι κατὰ τὸ 1886, ἐφαρμοζομένου τοῦ καταργηθέντος συστήματος, εἴχομεν ἐπὶ ἔλαττον βεβαίωσιν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ 2,776,000. Ἤδη ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀσφαλῶς, ὅτι τὸ ποσὸν, εἰς ὃ ὑπελογίσθη ἡ ἐτησία κατανάλωσις, εἶναι ὁ κατώτατος ὅρος καὶ ὅτι βεβαίως ἔσται αὕτη ἀνωτέρα. Ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταναλώσεως κατὰ δεκαημερίαν, τὰ ποσὰ δὲ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ Προϋπολογισμὸς, εἶναι κατανάλωσις 27,777 ὀκάδων κατὰ δεκαημερίαν. Ἤρξατο ἡ κατανάλωσις ἀπὸ ποσῶν 20, 22, 23 χιλιάδων κατὰ δεκαήμερον, τὸ δὲ τελευταῖον τοῦτο δεκαήμερον ἔφθασεν εἰς ποσὸν 27,300, τουτέστιν εἰς τὴν ἀναλογίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμός. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐγένοντο μεγάλαι προμήθειαι κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου, καὶ προδήλως, ὅταν αἱ προμήθειαι αὗται ἐξαντληθῶσιν, ὅπως καὶ ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ τοῦ αὐτοῦ Νόμου εἴδομεν τὴν κατανάλωσιν αὐξάνουσαν, θέλομεν ἴδει αὐτὴν αὐξάνουσαν καὶ ἤδη. Ἀλλὰ καίτοι οὕτως ἐξησφαλίσθη ἡ βάσις τῆς προσόδου τοῦ καπνοῦ, ὁποία ἀνεγνωρίσθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, οὐχ ἧττον πρέπει νὰ σημειώσωμεν 1,000,000 ἐλάττωσιν προσόδου, διότι ἀντὶ τῆς 1ης Ἰουνίου δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον ἢ τὴν 10ην Αὐγούστου, τὰ δὲ πρῶτα δεκαήμερα ἀπήνεγκον πρόσοδον κατά τι κατωτέραν τῆς ἀναλογίας. Ἐπίσης καὶ ἡ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου πρόσοδος διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους σημειοῦται ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 200,000 δραχμῶν. Θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν προσόδου καὶ ἐκ τιμήματος ἐθνικῶν κτημάτων οὐχὶ ὅσην τὸ 1886, ὅτε οἱ προϋπολογισμοὶ ὑπερέβησαν τὰς εἰσπράξεις κατὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν 500,000 ἐλάττωσιν. Πάντα ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 4,890,000 δρ., ἅτινα, ἀφαιρούμενα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ἐπαυξηθέντος ὡς πρότερον ἐξέθηκα, φέρουσιν αὐτὸν εἰς 92,596,000. Αἱ βεβαιώσεις αὗται, οὕτω δι’ αὐξήσεων καὶ ἐλαττώσεων μεταῤῥυθμισθεῖσαι, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἤδη ὡς ἀσφαλεῖς, διότι ηὐξήσαμεν ἐκείνας μόνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέσματα, τὰ μέχρι τοῦδε, δεικνύουσι βεβαίαν αὔξησιν καὶ ηὐξήσαμεν αὐτὰς ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ, ἠλαττώσαμεν δὲ ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ ἐκείνας, ὧν ἡ ἐπὶ 10 μῆνας ἐφαρμογὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔπεισεν ἡμᾶς, ὅτι ἦσαν δεκτικαὶ περιορισμοῦ. Ποῖοι φόροι μένουσιν, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα ἤδη νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι δὲν ἐπεχύθη νέον φῶς ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμός; Εἶναι οἱ φόροι, περὶ ὧν καὶ ἄλλοτε ἡ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν. Αἱ περὶ αὐτῶν ἐκτιμήσεις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τῶν μέσων ὅρων τῶν προσόδων τοῦ παρελθόντος, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος, ἵνα θεωρήσωμεν, ὅτι αἱ βεβαιώσεις τοῦ παρελθόντος δὲν θέλουσι πραγματοποιηθῆ ἤδη, ὅτε ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ βλέπομεν τάσιν πρὸς αὔξησιν μᾶλλον ἢ πρὸς ἐλάττωσιν. Ἀλλὰ τὰ 92,596,000 εἶναι τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα καὶ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, προκειμένου περὶ ἀπολογισμοῦ καὶ περὶ σκέψεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλομεν στηρίξει πρακτικὰ μέτρα, τὸ τῶν βεβαιώσεων· τὸ ζήτημα εἶναι τὸ τῶν εἰσπράξεων, διότι αἱ εἰσπράξεις παρέχουσι τὸ χρῆμα· ὡς πρὸς δὲ τὰς εἰσπράξεις τίνα ἔχομεν διδόμενα; Οὐδὲν ἔχομεν διδόμενον ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις, ὅτι θέλουσιν αὗται ὑστερήσει τῶν βεβαιώσεων πλειότερον ἢ ἄλλοτε. Ὡς πρὸς τοὺς πλείστους τῶν φόρων δὲν ὑπάρχει ἀπόστασις μεταξὺ εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως. Ὡς πρὸς τὰ 70 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀνήνεγκον πρότερον, ἡ βεβαίωσις γίνεται διὰ τῆς εἰσπράξεως καὶ ἑπομένως συμπίπτει μετὰ τῆς εἰσπράξεως· πρόκειται ἄρα περὶ 24 ἑκατομμυρίων. Πρόκειται περὶ τῶν ἀμέσων φόρων, πρόκειται περὶ τοῦ τιμήματος τῶν γαιῶν καὶ κτημάτων, πρόκειται περὶ τοῦ μισθώματος ἐθνικῆς περιουσίας ἀκινήτου· οὗτοι εἶναι οἱ φόροι καί τινες ἄλλοι ὀλιγώτερον σπουδαῖοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἀπόστασις μεταξὺ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως. Ἡ ἀπόστασις αὕτη ἐν τῷ παρελθόντι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀνέβη εἰς 8% καὶ εἰς 9% ἀνέβη καὶ εἰς 10%, ἀλλ’ ἐκτάκτως ἐπὶ τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ· ἐπὶ δὲ τοῦ ποσοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφορὰ μεταξὺ εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως, δὲν δύναται τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ ὑπερβῇ τὰ 30%. Συνάμα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους ὑπέβαλον καὶ πίνακα, δεικνύοντα ἐπὶ ἑκάστου φόρου τὴν καθυστέρησιν εἰσπράξεως πρὸς τὴν βεβαίωσιν, καθ’ ὃν ὑπάρχουσι φόροι, ἐν οἷς ὑστερεῖ ἡ εἴσπραξις κατὰ 3 τοῖς ἑκατὸν, ὑπάρχουσι δὲ καὶ φόροι, ἐν οἷς ὑστερεῖ μέχρι 50 τοῖς ἑκατόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν προσόδων, καθ’ ἃς ὑστερεῖ ἡ εἴσπραξις τῆς βεβαιώσεως, ἡ ἀναλογία τῆς καθυστερήσεως οὐδέποτε ὑπερβαίνει τὰ 30 τοῖς ἑκατόν. Ἐπὶ 24 ἄρα ἑκατομμυρίων μείωσις 30% φέρει ποσὸν 7,200,000, δηλαδὴ τὸ ποσὸν περίπου τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ εἰς τοῦτο θέλω ἐπανέλθει, ἀφοῦ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἐξόδων. Ὡς πρὸς ταῦτα δὲ παρατηρῶ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 ἀνέγραψε ποσὸν 94,269,000 δραχμῶν, προσετέθησαν δὲ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἔκτοτε 626,000 δραχμῶν ἐκ διαφόρων λόγων, τουτέστι: τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 493,000 δραχμῶν, δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων 120,000 καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης 13,000 δραχμῶν· ὥστε ἔχομεν ἔξοδα 94,895,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τούτων δὲ ἔχομεν αὐξήσεις καὶ ἐλαττώσεις. Καὶ περὶ μὲν τῶν αὐξήσεων θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ οἰκεῖα νομοσχέδια, τὰς δ’ ἐλαττώσεις, ἀνωτέρας τῶν αὐξήσεων, μνημονεύω, ὅπως τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν αὐξήσεων ὑπόλοιπον λογισθῇ εἰς περιορισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχομέν τινας αὐξήσεις· ἔχομεν αὐξήσεις, προερχομένας ἐκ τῆς βραδείας διαθέσεως τῶν ὑπεραρίθμων ἵππων, ἥτις ἐπήνεγκε κατ’ ἀνάγκην μεγαλειτέραν δαπάνην διὰ τροφὴν τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένης. Ἔχομεν ὡσαύτως αὔξησιν ἐκ τῶν ἀμοιβῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν, διότι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶχεν ὑπολογισθῆ ἐλάσσων τοῦ πραγματικοῦ· ἔχομεν εἰς τὰς στερεὰς χορηγίας δαπάνας ἐπὶ πλέον τῶν ἀναγεγραμμένων. Ἔχομεν ὅμως καὶ δαπάνας ἐπὶ ἔλαττον. Ἀφαιροῦντες δὲ τὰς ἐπὶ πλέον δαπάνας ἀπὸ τῶν ἐπὶ ἔλασσον, ἔχομεν κατὰ πίνακας ἀσφαλεῖς βεβαιωμένην ἐλάττωσιν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου δαπανῶν 2,250,000 δραχμῶν. Ἐν τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις ἔχομεν ἐλαττώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν συνόλῳ ὑποθέτομεν, ὅτι θὰ ἦναι ἐν τῇ συνήθει ἀναλογίᾳ μεταξὺ 5½ ἕως 6%, ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ δὲ ἀναλογίᾳ, τὴν ὁποίαν καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐφηρμόσαμεν καὶ εὕρομεν ἀκριβῆ, θεωροῦμεν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἐλάττωσις 1,830,000. Ἀλλὰ μεγαλειτέρα πασῶν τούτων τῶν ἐλαττώσεων εἶναι ἡ ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους. Ὅτε ὑπεβάλομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 εἰς τὴν Βουλὴν, εἴπομεν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου, τῶν τε παγίων καὶ τῶν ἐκκρεμῶν, μᾶς περιῆγεν εἰς λίαν δυσχερῆ θέσιν, ὅτι ἠναγκαζόμεθα κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ προνοῶμεν περὶ χρημάτων πρὸς πληρωμὴν ὀφειλῶν ἀπαιτητῶν· διαρκούσης δὲ τῆς Συνόδου ἐκείνης ἠναγκάσθημεν νὰ δανεισθῶμεν δι’ ἐντόκων γραμματίων μεταλλικὸν 19,000,000 χάριν τοιούτων πληρωμῶν, ὑπῆρχον δ’ ἐνεχυριασμένοι τίτλοι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 καὶ ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν περὶ ἀπελευθερώσεως αὐτῶν. Ὡς πρὸς πάντα ταῦτα, διαρκούσης ἔτι τῆς Συνόδου ἐκείνης, καίτοι ἐν ἀρχῇ αὐτῆς ἦτο πανθομολόγητον, ὅτι δυσχερῶς θὰ ἐπετυγχάνετο οἱοσδήποτε οἰκονομικὸς συνδυασμὸς πρὸς ἐξομάλισιν αὐτῶν, ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιληφθῶμεν διαπραγματεύσεων, αἵτινες ἔληξαν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, ἀλλ’ ὧν τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο γνωστὸν καὶ πρὸ τῆς λήξεως· ὁμιλῶ περὶ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκαττομυρίων. Τὸ δάνειον τοῦτο ἐπήνεγκεν ἀποτελέσματα ὠφελιμώτατα εἰς τὰ τοῦ δημοσίου χρέους, διότι δι’ αὐτοῦ ἠδυνήθημεν νὰ ἐξοφλήσωμεν ὀφειλὰς, τῶν ὁποίων ὁ τόκος ἦτο ἀνώτερος τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τὸ δάνειον τῶν 135 ἑκατομ. Εἴχομεν ὀφειλὰς, τῶν ὁποίων ὁ τόκος ἦτο 9% καὶ 8% καὶ 7½% καὶ 7%· τὰς ὀφειλὰς ταύτας ἐτρέψαμεν διὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἰς ὀφειλὴν, ἧς ὁ τόκος ἀνέρχεται εἰς 5,93%, τὸ τοιοῦτον ἀφῆκεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἀδιάθετον πίστωσιν σπουδαίαν, ἀλλὰ πλὴν τούτου ἀφῆκεν ἀδιάθετον πίστωσιν καὶ ἡ κατάργησις τῶν χρεωλυσίων τῶν τραπέντων δανείων, διότι τὸ νέον δάνειον ὑπηρετεῖται διὰ χρεωλυσίου 75 ἐτῶν, τὸ δὲ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον κατ’ ἔτος πρὸς λύσιν δανείου 75 ἐτῶν, εἶναι ἐλάχιστον, ἐτρέψαμεν δὲ ἐν τῷ τοιούτῳ δανείῳ δάνεια, τῶν ὁποίων ἡ λύσις περιωρίζετο εἰς 12 ἢ 14 ἔτη· ἐκ τούτου προῆλθε μεγάλη ἀνακούφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁμοία ἀνακούφισις προῆλθε καὶ ἐξ ἑτέρου λόγου· ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνεγράφετο διὰ τὴν ἀπόκτησιν μεταλλικοῦ 25% διαφορὰ συναλλάγματος, τοῦτο δὲ τὸ μεταλλικὸν, ὡς ἐκ τῆς νέας τροπῆς τῶν πραγμάτων, τῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ ὡς ἐκ τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ δανείου τούτου διεθέτομεν, ἀπεκτήθη ἐπὶ ὅροις συμφεροτέροις. Ἐκ τούτου ἐπῆλθεν οἰκονομία σπουδαία. Πᾶσαι δὲ αἱ οἰκονομίαι, αἱ ἐν τῷ δημοσίῳ χρέει, αἱ ἀποῤῥεύσασαι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἀνέρχονται εἰς 6,664,000 δραχμῶν. Ἐπιπροσθετομένων εἰς ταύτας τῶν οἰκονομιῶν, ὧν προεμνήσθην, ἔχομεν ποσὸν 10,744,000, ὅπερ ἀφαιρούμενον ἀπὸ τῶν 94,895,000, ἀφίνει ἔξοδα πραγματοποιούμενα 84,150,000. Τὰ ποσὰ ταῦτα ἤθελον ἐλαττωθῆ ἔτι μᾶλλον, ἐὰν τὸ δάνειον ὅλον διετίθετο εἰς τροπὴν χρεῶν· καὶ βεβαίως ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν καταστάσει θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ διετίθετο ὁλόκληρον τὸ δάνειον πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, διότι θὰ συνετέλει εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἄλλη ἀνάγκη προγενεστέρα ἐν ταῖς σκέψεσι τῆς Κυβερνήσεως, περὶ ἧς, πρὸ τοῦ δανείου, εἶχε προβῆ εἰς διαπραγματεύσεις καὶ σχεδὸν εἰς συμφωνίας οὐχὶ ὁριστικὰς, ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη τοῦ καταρτισμοῦ στόλου. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐν τῷ δανείῳ τῶν 135,000,000 περιλαμβάνεται ποσὸν 26,000,000, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπραγματοποιήθησαν ἔτι, τουτέστι δὲν φέρουσιν ἀπὸ τοῦδε τόκον, ἀλλ’ εἶναι κατατεθειμένοι οἱ τίτλοι αὐτῶν εἰς χεῖρας τραπεζιτῶν καὶ θέλουσι φέρει τόκον ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν πληρόνεται ἑκάστη δόσις. Ἤδη μία δόσις ἐπληρώθη ἐκ 5,683,000 δραχμῶν, καὶ μόνον ὡς πρὸς ἐκείνην πληρόνονται τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου. Τὸ δάνειον ὅμως τοῦτο προϋπῆρχε καὶ προεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ εἶχε ψηφίσει ἄδειαν συνομολογήσεως δανείου 30 ἑκατομμυρίων, ἡ δὲ ἄδεια ἐκείνη ἐψηφίσθη κατόπιν διαπραγματεύσεων, εἰς ἃς εἶχε προέλθει ἡ Κυβέρνησις περὶ κατασκευῆς πλοίων. Αἱ διαπραγματεύσεις ἐκεῖναι εἶχον ἀπολήξει εἰς ὁριστικὸν σχέδιον συμφωνίας μετ’ αὐτῆς ἐκείνης τῆς Ἑταιρίας, μεθ’ ἧς συνεβλήθημεν καὶ ἤδη πρὸς κατασκευὴν τῶν πλοίων, ἡ δὲ τιμὴ τῶν πλοίων εἶχε προσδιορισθῆ εἰς 27,450,000 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ διαγωνισμοῦ τοῦ 1884. Ἐνθυμεῖσθε πόσος πάταγος εἶχε γίνει παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῇ ἀποστολῇ ναυτικῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν χάριν καταρτισμοῦ προγράμματος κατασκευῆς πλοίων. Τὸ πρόγραμμα κατηρτίσθη καὶ προεκλήθη διαγωνισμὸς, εἰς ὃν εἶχον προσέλθει πολλὰ τῶν πρωτευόντων ναυπηγείων, ἐν οἷς καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἤδη τὴν παραγγελίαν. Τὸ κατάστημα ἐκεῖνο εἶχε λάβει τὸ γέρας ἐν τῷ διαγωνισμῷ, γέρας κυρωθὲν καὶ ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐξ ἡμεδαπῶν καὶ ὑπὸ ναυπηγοῦ διακεκριμένου, ὃν μετεκαλέσαμεν ἐξ Ἰταλίας τῇ εὐμενεῖ συναινέσει τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ διαγωνισμοῦ τοῦ τότε ἐλήφθη ὡς βάσις τῆς συμφωνίας τῆς νῦν, ἀλλὰ βελτιουμένης τῆς προσφορᾶς ὡς πρὸς ἡμᾶς, διεπραγματεύθημεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ συνεφωνήσαμεν ἐπὶ ὅροις συμφερωτέροις, τουτέστιν ὅτι, ἐὰν ἀπεδεικνύετο, ὅτι αἱ τιμαὶ τοῦ ὑλικοῦ, αἱ νῦν παραβαλλόμεναι πρὸς τὰς τιμὰς τὰς τότε, εἶναι κατώτεραι, ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Ἑταιρία νὰ παραδεχθῇ ἐλάττωσιν τοῦ τιμήματος ἴσην πρὸς τὴν διαφορὰν, ἐπίσης ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ ἐπληρόνετο παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δι’ ὡρισμένας ἐργασίας ποσὸν ἀνώτερον τοῦ πληρονομένου κατὰ τὰ ἐπίσημα τιμολόγια ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Οὕτως, ἀποστείλαντες εἰς Γαλλίαν τὰ μέλη τῆς Γαλλικῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς, τὸν ναυπηγὸν Dupont καὶ τὸν Ναύαρχον Lejeune, κατηρτίσαμεν σχέδιον συμβάσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν χρῆμα, ἑπομένως ἔπρεπεν αὐτὴ αὕτη ἡ Ἑταιρία νὰ παραδεχθῇ διορίας πληρωμῆς, ἔπρεπε συνάμα αὐτὴ ν’ ἀναλάβῃ τὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ. Ὡς πρὸς τοῦτον προσετρέξαμεν πρὸς κανονισμὸν τοῦ τύπου εἰς ἑτέραν συμφωνίαν, ἥτις ἐγένετο πρὸς τὴν αὐτὴν Ἑταιρίαν κατὰ τὸ 1878. Τότε ἡ αὐτὴ Ἑταιρία εἶχε παραδεχθῆ τὴν πληρωμὴν πλοίων, εἰς αὐτὴν παραγγελθέντων, διὰ διορίας ὀκταετοῦς, ἐπροτείναμεν ἄρα εἰς αὐτὴν ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει, ἀλλ’ ἐπὶ τόκῳ βελτίονι ὡς πρὸς ἡμᾶς, νὰ συμφωνήσῃ τὰ περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν πλοίων· ἀπεδέχθη τοῦτο ἡ Ἑταιρία καὶ προεβαίνομεν πρὸς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἐγεννήθησαν διαφωνίαι, ὅτε συνελάβομεν τὴν ἐλπίδα τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἐπειδὴ δὲ τοῦτο θὰ συνωμολογεῖτο ἐπὶ ὅροις συμφερωτέροις ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, ἐπεζητήσαμεν νὰ συγχωνεύσωμεν ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ τὸν οἰκονομικὸν συνδυασμὸν, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὰ πλοῖα. Ἐν τῇ διαπραγματεύσει περὶ τῶν πλοίων, ἡ ὁποία εἶχε φθάσει σχεδὸν εἰς τὴν ὑπογραφὴν, εἴχομεν σταματήσει ἀπέναντι ἀξιώσεως τῆς Ἑταιρίας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀπαράδεκτον, ὅπως οὐ μόνον δοθῶσιν ἐγγυήσεις περὶ τῆς πληρωμῆς, ἀλλ’ ὅπως ἔχῃ αὐτὴ ἡ Ἑταιρία τὴν διαχείρισιν τῶν φόρων τῶν καθοριζομένων πρὸς τὴν ἐγγύησιν. Ἡ συμφωνία ἐκείνη, ἥτις εἶχε φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, παρεῖχε διορίας ὀκταετεῖς, διαιρουμένας εἰς ἑξάμηνα, ὁ δὲ τόκος ἦτο 7%. Ἡ Ἑταιρία εἶχε παραστήσει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἠναγκάζετο νὰ προτάττῃ ἀξιώσεις ἕνεκεν τῶν δυσχερειῶν εἰς εὕρεσιν τοῦ χρήματος, καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τὸν τόκον τοῦ τιμήματος τοῦ πυροβολικοῦ δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸ 7 τοῖς ἑκατὸν, ἀλλ’ ἀπῄτησεν 9 τοῖς ἑκατὸν, ἡμεῖς δ’ εἴχομεν δεχθῆ τὴν ἀπαίτησιν ταύτην, διότι ἐθεωροῦμεν ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ κατασκευασθῶσι τὰ πλοῖα. Ἐν ταύτῃ τῇ περὶ τοῦ τόκου διαπραγματεύσει ἡ Ἑταιρία εἶχεν ὁμολογήσει, ὅτι τὸ 7% καὶ τὸ 9% δὲν θὰ περιήρχετο ὅλον εἰς ὄφελος αὐτῆς, διότι θὰ ἠναγκάζετο αὕτη εἰς προεξόφλησιν τῶν γραμματίων τῶν ὀκταετῶν νὰ πληρώσῃ 2%. Ὅτε εἶχον διακοπῆ αἱ διαπραγματεύσεις, δι’ ὃν λόγον εἶπον, ἤτοι διὰ τὴν ἄρνησιν ἡμῶν, ὅπως παραχωρήσωμεν τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ συνελάβομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ ἐν ἄλλῳ δανείῳ νὰ περιλάβωμεν οἰκονομικὸν συνδυασμὸν ἐπαρκῆ πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τῶν πλοίων, ἐστράφημεν πρὸς τοὺς ναυπηγοὺς καὶ εἴπομεν πρὸς αὐτούς: μέχρι τοῦδε διαπραγματευόμενοι πρὸς ὑμᾶς, ἠναγκαζόμεθα νὰ χορηγῶμεν τόκον περιλαμβάνοντα 2% εἰς προεξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν τῶν ὀκταετῶν· ἤδη ἡμεῖς πραγματευόμεθα δάνειον καὶ δίδομεν ὑμῖν χρῆμα, ἀπαιτοῦμεν ἄρα ὅπως τὸ 2% δοθῇ πρὸς ἡμᾶς, ἐκπιπτόμενον ἐκ τοῦ τιμήματος τῶν πλοίων· τοῦτο ἡ Ἑταιρία ἀπεδέχθη, καὶ ἐγένοντο ἔπειτα διαπραγματεύσεις πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ὅρων τῆς ἐλαττώσεως. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς ἐγεννήθησαν ἀμφισβητήσεις καὶ κατ’ ἀρχὰς ὡρίσθη ἡ ἐλάττωσις εἰς 1,450,000, τουτέστι περιωρίζετο τὸ τίμημα τῶν πλοίων ἀπὸ 27,450,000 εἰς 26,000,000, ἡμεῖς ὅμως ἐπεμείναμεν, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς κακῶς ἐγένετο καὶ ὅτι εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν περαιτέρω ἐλάττωσιν 500 χιλιάδων· μετὰ πολλὰς διαπραγματεύσεις ἐπετεύχθη, ὅπως καὶ τοῦτο παραχωρηθῇ, οὐχὶ ὅμως διὰ περαιτέρω ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τῶν πλοίων, ἀλλὰ δι’ αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ δανείου. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ δανείου, εἴπομεν, ὅτι ὁ ὅρος τῆς τιμῆς τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου θὰ ἦτο 66 καὶ ⅔ τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ τὸ δάνειον ἐπραγματοποιήθη πρὸς 67,40%. Ἐν τῇ αὐξήσει τῆς τιμῆς περιελήφθη τὸ ποσὸν 500 χιλ. ἀντὶ τῆς κατὰ τοσοῦτον ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τῶν πλοίων, καὶ ἕτεραι 500 χιλ. δραχ. δι’ ἑτέραν τινὰ ἀπαίτησιν ἡμῶν. Ἐν τῇ διαπραγματεύσει οἱ μεθ’ ἡμῶν συμβαλλόμενοι δὲν εἶχον συμπεριλάβει τὴν συνήθη ἀπαίτησιν τοῦ ½% ὑπὲρ τῶν ἐκτελούντων τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Τοιοῦτο δικαίωμα παραχωρεῖται ἐν πᾶσι τοῖς δανείοις, οἱ δὲ μεθ’ ἡμῶν διαπραγματευόμενοι ἀπῄτουν, ἵνα περιληφθῇ περὶ τούτου διάταξις ἐν τῇ συμβάσει· ἀλλ’ ἡμεῖς, ἀφοῦ περὶ τούτου δὲν ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν, ἀπεκρούσαμεν τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι σιωπηρῶς ἐξυπηκούεται, εἴπομεν ὅτι ἐν ταῖς χρηματικαῖς συμφωνίαις οὐδὲν ἐξυπακούετο· ἀπελήξαμεν δὲ εἰς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ποσοῦ ἐν τῇ συμβάσει, ἐπ’ αὐξήσει ὅμως τῆς τιμῆς τοῦ δανείου, ὅση ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ½% καὶ ἣν ὑπελογίσαμεν εἰς 500 χιλιάδας δραχμὰς ἐφάπαξ. Τὰ δύο ποσὰ ταῦτα, ἐκ 500 χιλιάδων ἑκάτερον, ἀποτελοῦντα 1 ἑκατομμύριον, ἐπιπροσετέθησαν εἰς τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον τοῦ δανείου διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτοῦ ἀπὸ 66 καὶ ⅔ εἰς 67,40%· ὥστε πραγματικῶς τὰ πλοῖα παρηγγέλθησαν οὐχὶ ἀντὶ 26 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἀντὶ 25,500,000, τουτέστιν ὑπῆρξεν ἐλάττωσις 2 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τῆς τιμῆς, ἣν ἠθέλομεν πληρώσει κατὰ τὴν ἀρχικὴν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν συμφωνίαν. Πλὴν τούτου ἡ διὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἀντικατάστασις τῆς περὶ τῶν πλοίων συμφωνίας περιεῖχε μὲν ἄλλα πλεονεκτήματα, διότι τὰ ὀκταετῆ γραμμάτια θ’ ἀπήνεγκον τόκον 7%, ἐνῷ τὸ δάνειον συνωμολογήθη πρὸς 5 καὶ 93%, προσέτι δὲ μᾶς ἀπήλλαξε τῆς δυσχερείας τῆς πληρωμῆς τῶν ὀκταετῶν γραμματίων, πληρωμῆς, ἥτις πάντως θὰ ἐπήγετο τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δι’ ἑτέρου δανείου ἀποκτήσεως τῶν κεφαλαίων πρὸς ἀπότισιν τῶν χρεωλυτικῶν δόσεων. Καθ’ ὅλα ἄρα ὑπῆρξε λίαν ὠφέλιμος ἡ τροπὴ τῆς πρώτης συμφωνίας εἰς τὴν δευτέραν, τῆς συμφωνίας τῆς ἀπ’ εὐθείας γενομένης πρὸς τοὺς ναυπηγοὺς, πρὸς τὴν συμφωνίαν τὴν γενομένην πρὸς τοὺς συμβληθέντας μεθ’ ἡμῶν περὶ τοῦ δανείου.

§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς διακόψω;

§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.

§8ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ συμφωνίας γενομένης κατὰ τὸ 1878. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἦναι ἐν γνώσει τῆς Βουλῆς ἡ συμφωνία.

§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς, ἐλθόντες εἰς τὰ πράγματα κατὰ τὸ 1880, εὕρομεν σύμβασιν ὑπογεγραμμένην παρὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Μπούμπουλη περὶ κατασκευῆς πλοίων μετὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Forges et Chantiers καὶ κανονίζουσαν πληρωμὴν ὀκταετῆ. Τὴν συμφωνίαν ταύτην ἠρνήθην νὰ κυρώσω· ὑποβαλὼν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνεκοίνωσα πάντα τὰ κατ’ αὐτὴν, εἶπον δὲ, ὅτι τὴν σύμβασιν ταύτην ἀνακοινῶ, διότι ἀνέγραφεν ὑποχρέωσιν, ἐφ’ ᾗ ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἀλληλέγγυος πρὸς τοὺς προκατόχους αὑτῆς. Ἀλλ’ ὑποβαλὼν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶχον ἐκπληρώσει τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ἐκ τῆς συμβάσεως, καὶ ἐθεώρουν, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα οἱ ναυπηγοὶ ν’ ἀπαιτήσωσί τι πλέον παρ’ ἐμοῦ. Οὕτως ἡ ὑποβληθεῖσα αὕτη σύμβασις ἔμεινεν ἀψήφιστος, διότι οὐδεὶς πλέον ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο λόγος περὶ αὐτῆς.

§10ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, ἂν εἶχον ἀναγγελθῆ τὰ τῆς συμβάσεως ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, δηλαδὴ ἂν εἶχεν εἰσαχθῆ ἡ σύμβασις εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ δὲ ἀπορία αὕτη μοὶ ἤγειρε τὴν ὑπόνοιαν, μήπως ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἦναι γνωστὴ μόνον εἰς τὰ γραφεῖα καὶ ὄχι εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις.

§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι κατατεθειμένη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς θὰ εὑρεθῇ ἡ παρ’ ἐμοῦ γενομένη τότε εἰσήγησις. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπηρεσία, ἐφ’ ὅσον ἔχει τὰ πρωτότυπα, θέλει βεβαίως ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζητούμενον.

§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὴν ἀναζήτησιν τῆς συμβάσεως εἰς τὰ ἀρχεῖα.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν πληρωμὴν τὴν γενομένην διὰ τὰ πλοῖα, πληρωμὴν κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος ἀνερχομένην, ὡς εἶπον, διὰ τὴν πρώτην δόσιν εἰς 5,683,000, ἔχομεν πάλιν ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους ἐλάττωσιν, ὁποίαν ἐξέθηκα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πᾶσαι αἱ ἐλαττώσεις ἔκ τε τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἐξ ἄλλων κεφαλαίων ἀθροιζόμεναι ἀποτελοῦσι 10,744,000, ἅτινα ἀφαιρούμενα ἐκ τῶν 94,895,000, τῶν ἀναγεγραμμένων ὡς ἐξόδων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, περιορίζουσι τὰ ἔξοδα εἰς 84,150,000. Ἔχομεν ἄρα βεβαιωμένα ἔσοδα 92,596,000, ἔχομεν δὲ καὶ ἔξοδα 84,150,000. Ἐὰν ἄρα ἐπρόκειτο περὶ Προϋπολογισμοῦ, ἠθέλομεν εἴπει, ὅτι τὸ 1887 ἀναγράφει περίσσευμα ὅση εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 84,150,000 καὶ τῶν 92,596,000, τουτέστι περὶ τὰ 8,400,000 δραχμῶν. Τὰ ἔξοδα βεβαίως θέλουσι περιορισθῇ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα βεβαίως θέλουσιν ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασα. Ὑποβάλλω πάντας τοὺς πίνακας χάριν πλήρους περὶ τούτου ἐξετάσεως καὶ πλήρους κατ’ ἀντιμωλίαν συζητήσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐκ τούτων ἰσοζύγιον; Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀποστάσεως μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν βεβαιώσεων. Ἡ καθυστέρησις ἡ συνήθης ποία εἶναι; Ἔχω ἐδῶ σημειωμένας τὰς καθυστερήσεις κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἐκ τῶν ἤδη δημοσιευθέντων γινώσκετε, ὅτι αἱ ἀναλογίαι τῶν καθυστερήσεων εἶνε ὀκτὼ τοῖς ἑκατὸν, ἢ ἑπτὰ τοῖς ἑκατὸν, ἢ 9%. Κατὰ ταύτας τὰς ἀναλογίας αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1887 θὰ ὑστερήσωσι τῶν βεβαιώσεων περὶ τὰ 7,500,000. Ἐξετάζοντες δὲ τὰ ποσὰ τῶν καθυστερημάτων κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ἔχομεν: κατὰ τὸ 1883 6,141,000, κατὰ τὸ 1884 5,429,000, κατὰ τὸ 1885 8,657.000· ἀλλ’ ἐδῶ περιλαμβάνονται καὶ αἱ εἰσφοραί, αἱ κατὰ τὸ 1886, 7,365,000. Τὰ ποσὰ, ἐφ’ ὧν ἐφαρμόζεται ἡ καθυστέρησις, ὀλίγον διαφέρουσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ, πρόκειται μόνον περὶ τῶν προσόδων ἐκείνων, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ὑπάρχει ἀπόστασις μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ βεβαιώσεων. Ἑπομένως οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα ὑποθέσωμεν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο θέλει ὑπάρξῃ μεγαλειτέρα ἡ ἀπόστασις ἢ ἐν τῷ παρελθόντι, τοὐναντίον πάντα τὰ περὶ εἰσπράξεως μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι γοργοτέρῳ βήματι βαίνει αὕτη ἐν σχέσει πρὸς τὰς βεβαιώσεις, καὶ ὅτι, ἂν κατὰ τὰς ἀναλογίας τοῦ παρελθόντος θὰ ὑπῆρχε καθυστέρημα 7½ τοῖς ἑκατὸν, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἀνέλθῃ εἰς 6½%. Ὑπολογιζόμενον ὅμως καὶ πρὸς 7½%, πάλιν ἀφίνει περίσσευμα εἰσπράξεων πρὸς τὰς πραγματικὰς δαπάνας ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον.

§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα, πόσα εἰσεπράχθησαν εἰς τὰ Ταμεῖα;

§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ πληροφορίαι περὶ βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων δημοσιεύονται κατὰ μῆνα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, πάντες δὲ οἱ πίνακες ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν συνάμα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς προεῖπον. Εἶπον, ὅτι ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασις ἐπίσημος μέχρι τῆς 30 7βρίου 1887 τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἐκεῖ δ’ εὑρίσκονται πάντα ὅσα ζητεῖτε ἢ ὅσα δύνασθε νὰ ζητήσητε. Ἀλλ’ ἐξετάζοντες καὶ ταῦτα κατ’ ἀντιπαράθεσιν, εὑρίσκομεν, ὅτι κατὰ τὸ 1886 τῇ 30 7βρίου εἶχε βεβαιωθῆ ποσὸν 41,078,000 διότι περὶ βεβαιώσεως πρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν, τὰ περὶ εἰσπράξεων δὲν δύνανται σήμερον νὰ μᾶς δώσωσιν ὁδηγίαν, ἀφ’ οὗ αὗται θέλουσι πραγματοποιηθῆ ἐντὸς 22 μηνῶν· ἀλλὰ μέχρι τῆς 30 7βρίου 1886 εἶχον βεβαιωθῆ 41,078,000 τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886, ὁ ἐπανορθωθεὶς ὡς πρὸς τὸν ὑπολογισμὸν, οὐχὶ ὡς πρὸς τὴν βάσιν, ἦτο 76,580,000. Ἂν ἄρα τὰ 76,580,000 ἔδωσαν 41,078,000, τὰ 94,656,000 τοῦ 1887 πόσα ἔδει νὰ δώσωσιν; ἄν ἡ βεβαίωσις παρηκολούθει τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς αὐτὰς ἀναλογίας, ἔδει νὰ δώσωσι 50,635,000, ἀλλὰ δὲν δίδει 50· ἐκ τῶν πινάκων βλέπομεν, ὅτι μᾶς δίδει 54,937,000, ἑπομένως βαίνομεν τώρα γοργωτέρῳ τῷ βήματι ἢ κατὰ τὸ 1886. Ὡς πρὸς δὲ τὰς εἰσπράξεις ἔχομεν ἐνδείξεις, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλο τι, ἔχομεν ταύτην τὴν ἔνδειξιν, ὅτι πρῶτον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τῇ 30 7βρίου αἱ εἰσπράξεις ὑπερβαίνουσι τὰς δαπάνας καὶ τοῦτο κατὰ 2,510,000 δραχμῶν. Ὅλοι γινώσκετε, ὅτι οἱ πρῶτοι μῆνες τοῦ ἔτους ὀνομάζονται ἄγονοι, εἶναι μῆνες, κατὰ τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀναπληρῶνται τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ τῶν περισευμάτων τῶν τελευταίων μηνῶν. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τῇ 30 7βρίου εὑρίσκομεν ἐσόδων σχέσιν πρὸς τὰ ἔξοδα ἀφίνουσαν περίσσευμα ἐσόδων.

§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν τὸ εὑρίσκετε τοῦτο;

§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τοῦ πίνακος τῶν ταμιῶν καὶ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως.

§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ βάσις σας, διότι εἶναι ἐξωφλημένα ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν σωρείαν ἀτελεύτητον, εἶναι αἱ πληρωμαὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τόσα ἄλλα πράγματα.

§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Στηρίζομαι διὰ τὸ 1887, ὅπου καὶ διὰ τὸ 1886 καὶ διὰ τὸ 1885. Τουτέστιν, ἂν κατὰ τὸ 1887 ἔχωμεν περίσσευμα ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα τῇ 30 7βρίου, κατὰ δὲ τὸ 1886 εἴχομεν ἔλλειμμα ἐκεῖ, ὅπου ἤδη ἔχομεν περίσσευμα, λέγω, ὅτι ἡ ἔνδειξις εἶναι εὐάρεστος δι’ ἐκείνους, οἵτινες εὐχαριστοῦνται βλέποντες τὸν Προϋπολογισμὸν βαίνοντα πρὸς τὸ ἰσοζύγιον. Ἐννοεῖται, ὅτι, ὅταν προαναγγέλλω ὅτι φέρω ἐνδείξεις, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μοὶ λέγῃ τις, ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον φέρω, εἶναι ἔνδειξις. Εἶπον, ὅτι ἐνδείξεις μόνον δύναμαι νὰ δώσω· ἂν αἱ ἐνδείξεις ἦναι εὐάρεστοι πρὸς ἡμᾶς, δυσάρεστοι δὲ πρὸς ὑμᾶς, ὡς μαρτυρεῖ ἡ ταραχή σας, τοῦτο δὲν μειοῖ τὴν ἀξίαν αὐτῶν.

§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν ταῖς δαπάναις, αἵτινες ὑπολείπονται ἐκ τῶν εἰσπράξεων, περιλαμβάνεται καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων;

§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων, ἐφ’ ὅσον μὲν ταῦτα ἦσαν ἀπαιτητὰ, ἐγένετο, ἐφ’ ὅσον δὲ ταῦτα δὲν ἦσαν ἀπαιτητὰ, βεβαίως θὰ γίνῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν θὰ ὦσιν ἀπαιτητά. Θὰ ᾖ ἀπαιτητὸν κατὰ τὸν Δεκέμβριον ποσὸν 5,246,000, ἀλλὰ κατὰ τὴν αὐτὴν περίπου ἐποχὴν πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ διὰ τὴν ἀπότισιν τοκομεριδίων βαρυνόντων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, ὡς πληρωτέων κατὰ Ἰανουάριον. Ἐν συνόλῳ πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ 11,458,000. Τοῦτο παρουσιάζει δυσχέρειαν ὡς πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ μεταλλικοῦ, τὴν διαφορὰν δὲ τοῦ μεταλλικοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα τὴν ἔχομεν σημειωμένην, καὶ ὅτε ἐφέρομεν τὸν ὑπολογισμὸν 6,664,000 ἐπὶ ἔλαττον ἐν τῷ δημοσίῳ χρέει, περιελάβομεν ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς τὴν διαφορὰν 25% διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ, τοῦ ἀπαιτηθησομένου διὰ τὰ τοκομερίδια τοῦ Δεκεμβρίου. Ἡ ἐργασία ἡ ἐμὴ συνίστατο εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ δείξω κατὰ τί αἱ βεβαιώσεις θέλουσιν ὑπερτερήσει τὰς ἀναγραφείσας, κατὰ τί αἱ βεβαιώσεις θέλουσι καθυστερήσει τῶν ἀναγραφεισῶν, κατὰ τί αἱ δαπάναι θέλουσιν εἶσθαι ἀνώτεραι τῶν ἀναγραφεισῶν, κατὰ τί θέλουσιν εἶσθαι κατώτεραι τῶν ἀναγραφεισῶν. Ἐπὶ τούτῳ φέρω πᾶσαν χρήσιμον πληροφορίαν. Τὸ ἐξαγόμενον εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς, ὅτι αἱ βεβαιώσεις ἀνέρχονται εἰς 92,596,000, ὅτι αἱ δαπάναι ἀνέρχονται εἰς 84,000,000 καὶ μένει ὡς πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τὸ ζήτημα κατὰ πόσον αἱ εἰσπράξεις θὰ ὑστερήσωσι τῶν βεβαιώσεων. Ἂν αἱ εἰσπράξεις ὑστερήσωσι τῶν βεβαιώσεων, ὅσῳ καθυστέρησαν κατὰ προηγούμενα ἔτη, θέλομεν ἔχει περίσσευμα ἑκατομμυρίου, ἂν ὑστερήσωσι περισσότερον ἢ κατὰ τὸ παρελθὸν, τὸ περίσσευμα δύναται νὰ ἐκλείψῃ, ἐὰν ὀλιγώτερον, τὸ περίσσευμα δύναται νὰ αὐξήσῃ. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ἐξησφαλισμένον τὸ ἰσοζύγιον Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπλοογισμοῦ τῆς χρήσεως, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπαρκὴς πρόνοια καὶ περὶ τῶν τῆς διαχειρίσεως, διότι ἡ διαχείρισις, καίτοι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς χρήσεως, σχετιζομένη δὲ πρὸς αὐτὴν μόνον ἐφ’ ὅσον περιλαμβάνει καὶ τὴν χρῆσιν, περιλαμβάνει τὰ ἐκ τῆς χρήσεως περισσεύματα ἢ τὰ ἐκ τῆς χρήσεως ὑστερήματα, ἡ διαχείρισις δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πολλὰς δυσχερείας. Καὶ τὴν διαχείρισιν εὕρομεν, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, ἐν χείρονι ἔτι καταστάσει ἢ τὴν χρῆσιν. Τὴν χρῆσιν εὕρομεν παρουσιάζουσαν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνελάβομεν τὴν Ἀρχὴν, Προϋπολογισμὸν τακτικὸν, ὅστις ἔμελλε νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα 28,000,000, προσέτι δὲ περιλαμβάνουσαν καὶ Προϋπολογισμὸν ἔκτακτον. Ἀλλ’ εὕρομεν κατάστασιν διαχειρίσεως οἰκτροτάτην, ἥτις ἐπήγετο προνοίας παντοίας, προνοίας περὶ ἀμέσου ἀποφυγῆς κρίσεως οἰκονομικῆς, προνοίας καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος. Εἴχομεν τὰς προκαταβολὰς ἐπὶ τῇ ἐνεχυριάσει τῶν τίτλων τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, προκαταβολὰς, βραχείας διορίας, ὧν τινες ἦσαν καὶ ληξιπρόθεσμοι, καθ’ ἣν ἡμέραν ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν. Ἔπρεπε περὶ τῶν προκαταβολῶν τούτων νὰ προνοήσωμεν· εἴχομεν προμηθευτὰς, ἀπαιτοῦντας πληρωμὴν εἰς μεταλλικὸν, ἡμεῖς δὲ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην οὔτε μεταλλικὸν διεθέτομεν, οὔτε τραπεζικὰ γραμμάτια ἠδυνάμεθα νὰ τρέψωμεν εἰς μεταλλικόν. Ἡ κατάστασις ἐκείνη, ἥτις περιεγράφη εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις καὶ ἀνεγράφη ἐν ταῖς προτάσεσι, ταῖς ὑποβληθείσαις τότε εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τί μετεβλήθη; Ποία εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις τοῦ δημοσίου χρέους; Ποία εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις τοῦ κυμαίνοντος χρέους, καὶ ἡ σχέσις αὐτοῦ πρὸς τὸ πάγιον χρέος; Ἡ κατάστασις τοῦ κυμαίνοντος χρέους σήμερον εἶναι καθ’ ὅλα εὐάρεστος, διότι τὸ κυμαῖνον χρέος, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξέλιπεν, πᾶσαι αἱ προκαταβολαὶ ἀπετίθησαν διὰ τοῦ παγίου χρέους τοῦ 75ετοῦς, ἀπετίθησαν καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια εἰς μεταλλικὸν, αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθημεν ἡμεῖς καὶ ἡ ὑποστηρίζουσα ἡμᾶς Βουλὴ νὰ θεσπίσωμεν πρὸς εὕρεσιν τοῦ χρήματος εἰς πληρωμὴν τῶν ἀπαιτητῶν ὀφειλῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ἐξωφλήθησαν πάντα, ὅσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται ὡς προσωρινὰ χρέη, πλὴν ποσοῦ τινος ἐντόκων γραμματίων. Σήμερον ὑπάρχουσιν ἐν κυκλοφορίᾳ ἔντοκα γραμμάτια 8,715,000, ἀλλὰ καὶ ταῦτα θέλουν περιορισθῆ εἰς 5,000,000 διὰ συμβάσεως, ἥτις ὑπεγράφη καὶ θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, 5,000,000 ἔντοκα γραμμάτια εἶναι κάτω τοῦ ὅρου τῆς συνήθους ἀνάγκης τοιούτων οἰκονομικῶν γραμματίων. Εἶναι ἀνάγκη πάντοτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἢ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς παροχὴ γραμματίων τινῶν, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύνηται ν’ ἀποκτᾷ προσωρινῶς χρῆμα καὶ ν’ ἀποδίδῃ πάλιν αὐτὸ παρερχομένης τῆς ἀνάγκης. Ὥστε σήμερον τὸ κυμαῖνον χρέος, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον μᾶς ἐπίεζεν, ὅτε εἴχομεν κατὰ πρῶτον νὰ σκεφθῶμεν περὶ οἰκονομικῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν τῆς χώρας, σήμερον τὸ κυμαῖνον χρέος ἐντελῶς ἐξέλιπεν, ἔμεινε δὲ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὸ ὁποῖον ἐν παντὶ Κράτει θεωρεῖται κατ’ ἀναλογίαν ὡς ἀναγκαῖον πρὸς τὴν κίνησιν τῆς οἰκονομικῆς μηχανῆς. Μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑποβάλλω καὶ πλήρεις σημειώσεις περὶ ὅλων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ τοῦ κυμαίνοντος τούτου χρέους καὶ εἰς τὰ τῆς τροπῆς αὐτοῦ εἰς πάγιον, εἴτε διὰ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, εἴτε διὰ τῆς ἀποκτήσεως ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 παρ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως διὰ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος αὐτῶν τούτου, εἴτε διὰ τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν περὶ δανείου 15,000,000. Ταῦτα εἶναι περιττὸν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς ἐν λεπτομερείᾳ, διότι θὰ τὰ ἀνεύρητε ὅλα ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δύναμαι δὲ ἤδη, ἀφοῦ παρέστησα τὰ τοῦ 1887 ὡς πράγματι ἔχουσι καὶ ὡς ἀποῤῥέουσιν ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν, ὡς πρός τε τὴν χρῆσιν καὶ ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν, δύναμαι ἤδη νὰ μεταβῶ εἰς τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, αὐτοῦ τούτου, τὸν ὁποῖον ἤδη καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 ἤδη, ὅτε μελετᾶται ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἐφαρμογῆς τῆς δεκαμήνου, ἀποδεικνύει, ὅτι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ μέλλοντος τὴν οἰκονομικήν. Ἐπὶ τούτου ἄρα θέλομεν στηριχθῆ καὶ θέλομεν εἰς αὐτὸν φέρει μόνον τὰς τροποποιήσεις τὰς ὑπαγορευμένας ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς· ἀλλὰ θέλομεν δυνηθῆ κατὰ τὸ 1888 νὰ πράξωμεν καί τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πράξωμεν κατὰ τὸ 1887. Θέλομεν δυνηθῆ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἐσόδων νὰ στηρίξωμεν ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ καὶ ὄχι ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ τῶν προσόδων τοῦ παρελθόντος, ὅπως κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπράχθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Πολλάκις εἴδομεν Προϋπολογισμοὺς παρουσιάζοντας, ἐν παραβολῇ πρὸς τοὺς Ἀπολογισμούς, μεγάλας διαφοράς, καὶ ὑπετέθη, ὅτι οἱ συντάξαντες αὐτοὺς δὲν ἠδύναντο νὰ κατανοήσωσι τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἐλειτούργουν οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγραφον ἀριθμούς, οἵτινες δὲν ἐπηλήθευον πάντοτε. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ ἰδιόῤῥυθμον τῆς ἡμετέρας φορολογίας ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη διαφορὰ ἐν τοῖς Ἀπολογισμοῖς τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τουτέστι νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη διαφορὰ ἀνωτάτων καὶ κατωτάτων ὅρων ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, καί, ἂν κατ’ ἀρχὴν λάβωμεν τοὺς μέσους ὅρους, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον ἐν πολλοῖς νὰ ὑπολογίσωμεν πέραν τοῦ δέοντος, εἰς ἄλλα νὰ ὑπολογίσωμεν κάτω τοῦ ἀληθοῦς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε, συζητουμένων τῶν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ἐῤῥήθη ὀρθῶς, ὅτι, ὅπως τότε εἶχον τὰ πράγματα, δυσκόλως ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν τὴν ἐπαλήθευσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲν εἴχομεν εὐτυχίαν καθ’ ὅλα, ἐὰν ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας δὲν ἦτο ἄφθονος, ἐὰν ἡ ἐμπορικὴ κίνησις δὲν ἦτο ζωηρά, διότι οἱ Προϋπολογισμοὶ ἐν τῷ παρελθόντι συνετάσσοντο σχεδὸν πάντοτε ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ, καὶ τοῦτο ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τῆς παραστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου, ὡς ἐπιτυγχανομένου, διότι τὸ ἰσοζύγιον ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν πραγματοποίησιν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Βεβαίως οἱ συντάσσοντες ἤξευρον, ὅτι συνέτασσον ἐν τῷ ἀνωτάτῳ, ἀλλ’ ἦσαν ἐν τῇ ἀληθείᾳ ὅπως δήποτε, δὲν ἔγραφον ἀριθμοὺς ἰδανικούς, ἔγραφον ὅμως ἀριθμούς, οἵτινες τότε μόνον θὰ ἐπραγματοποιοῦντο ἐν τοῖς Ἀπολογισμοῖς, ἐὰν ἐβοήθουν αἱ καιρικαὶ περιστάσεις, ἐὰν ἐβοήθουν τὰ τῆς καταστάσεως τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν συναλλαγῶν ἐν εὐρυτέρῳ κύκλῳ. Ἐὰν οὕτως ἐξηκολουθοῦμεν συντάσσοντες τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸ ἰσοζύγιον θὰ ἦτο πάντοτε εἰκονικόν. Τὰ ἰσοζύγια τῶν Προϋπολογισμῶν, καὶ ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ συντασσομένων, διατρέχουσι κίνδυνόν τινα, νὰ ὦσιν ἰδανικὰ, ἀφοῦ οἱ Προϋπολογισμοὶ ἡμῶν εἶναι Προϋπολογισμοὶ βεβαιουμένων ἐσόδων πρὸς ψηφιζομένας πιστώσεις. Τὸ ἰσοζύγιον ζητητέον οὐχὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ· ἵνα ἔχωμεν δὲ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ, πρέπει νὰ ἔχωμεν περίσσευμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐσόδων βεβαιώσεων 7,000,000–8,000,000. Τότε μόνον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον εἶναι ἀσφαλές. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν τοσοῦτον περίσσευμα, δυνάμεθα καὶ πάλιν νὰ ἔχωμεν τὸ ἰσοζύγιον, θέλομεν ἐν μέρει τὸ ἀποκτήσει ἐκ τῆς οἰκονομίας ἐν ταῖς δαπάναις, διότι πᾶσαι αἱ ἀναγραφόμεναι δαπάναι δὲν πραγματοποιοῦνται, ἐὰν δὲ καὶ σκοπίμως διαρυθμίζηται ἡ Κυβερνητικὴ ἐνέργεια πρὸς τὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν, δύνανται νὰ ἀποκτηθῶσιν οἰκονομίαι καὶ ἀνώτεραι ἐκείνων, αἵτινες ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλονται. Ἀλλ’ ὅση καὶ ἂν ἦναι ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν ἐκ τοιούτων λόγων, εἴτε ἐκ τῆς φυσικῆς ἐφαρμογῆς, εἴτε ἐκ τῆς βεβιασμένης οἰκονομικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, πάλιν, ἐὰν ἔχωμεν ἁπλοῦν ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν βεβαιουμένων ἐσόδων πρὸς τὰ ψηφιζόμενα ἔξοδα, τὸ ἰσοζύγιον δὲν εἶναι ἀληθές· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ περίσσευμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν βεβαιωτέων ἐσόδων. Ἀλλὰ πρέπει προσέτι καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ νὰ ἦναι ὅλοι ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ, ὥστε ἐὰν ἐπέλθωσι καιρικαὶ περιστάσεις μὴ εὐνοϊκαὶ, νὰ μὴ διατρέχῃ τὸν κίνδυνον ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου· ἐὰν τοὐναντίον αἱ περιστάσεις ἦναι εὐνοϊκαὶ, θὰ ἔχωμεν τότε ποσὰ, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ ἰσοζύγιον ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίσταται μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ ἀναγεγραμμένων πιστώσεων· θὰ δυνάμεθα προσέτι, ἐὰν ἔχωμεν περίσσευμα, νὰ διαθέτωμεν αὐτὸ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἑπομένου ἔτους, κυρίως δὲ, ὅπως ἔχουσι τὰ τοῦ δημοσίου χρέους παρ’ ἡμῖν καὶ ἰδίως τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ δυνάμεθα νὰ διαθέτωμεν αὐτὸ εἰς βελτίωσιν τοῦ συναλλάγματος διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς τῶν τραπεζιτικῶν γραμματίων κυκλοφορίας. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888 συνετάχθη παρ’ ἡμῶν ὅσον ἦτο δυνατὸν ἐπὶ ταύτῃ τῇ βάσει, τουτέστιν ἐπὶ τῇ ἐπιλογῇ ἐν τῷ παρελθόντι τοῦ κατωτάτου ὅρου τῶν προσόδων, ἀντὶ τῆς ἐπιλογῆς τοῦ μέσου ὅρου, ἣν εἴχομεν παραδεχθῆ ἐξ ἀνάγκης κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887. Συνάμα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑποβάλλω ἐκθέσεις καὶ πίνακας, δεικνύοντας ἐν ἑνὶ ἑκάστῳ ἄρθρῳ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος, τοὺς μέσους ὅρους, τοὺς κατωτάτους ὅρους καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς προετιμήθη ὁ ὅρος ὁ ἀναγραφεὶς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅρος, ὅστις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ὁ κατώτατος. Κατὰ ταῦτα ἐπηνέχθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1887 προσθαφαιρέσεις πρὸς σύνταξιν αὐτοῦ χάριν τοῦ 1888. Καὶ εὐθὺς ἐν πρώτοις ἔχομεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· ἐπ’ αὐτοῦ ἐλαττοῦμεν κατὰ 240,000 δραχμῶν τὸ ἤδη ἀναγεγραμμένον ποσὸν, τὸ ἐλαττοῦμεν διότι καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος τὸ ποσὸν θέλει βεβαιωθῆ ἠλαττωμένον, ὅπως παρέστησα πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἀπαριθμήσει τῶν ἐλαττώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887· ἐξ ἐπικαρπίας ἐνοικιάσεως ἐθνικῶν γαιῶν θὰ ἔχωμεν ἐπὶ πλέον 63,000 δραχμῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1888, διότι ὁ φόρος οὗτος πρότερον δὲν ἐλειτούργει, ἀνεγράφοντο δὲ 7,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐβεβαιώθησαν 70,000 διὰ τὸ ἔτος 1887· δὲν περιέλαβον τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν ταῖς αὐξήσεσι τῶν προσόδων τοῦ 1887, διότι εἶναι μικροῦ λόγου, ἀλλ’ ἡ πρόσοδος αὕτη θέλει ὑπάρξει. Πρόκειται περὶ τῶν μὴ δηλωθεισῶν γαιῶν, ὅσαι δι’ ἐνοικιάσεως μισθοῦνται. Ὁ νόμος περὶ τῆς μισθώσεως ἐψηφίσθη πρό τινος χρόνου, ἡ ἐφαρμογὴ ὅμως αὐτοῦ ἐχώλαινεν, ἀλλ’ ἤδη ἤρξατο λειτουργῶν. Ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου ἀναγράφεται διαφόρως ἢ κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος, διότι κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος ἀνεγράψαμεν 400,000 δραχμῶν, ἐβεβαιώθη μέχρι τοῦδε ποσὸν 655,000 δραχμῶν, θέλει δὲ φθάσει ἴσως ἡ βεβαίωσις εἰς 670,000 δραχμῶν, τουτέστιν εἰς 270,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον τῶν ἀναγραφεισῶν· ἀλλὰ τὸ ποσὸν εἶχεν ἀναγραφῆ οὕτω μικρὸν, διότι τὸ ἔτος 1887 εἶναι ἄφορον, προκειμένου δὲ ἤδη περὶ εὐφόρου ἔτους, διότι ἐναλλὰξ ἔχομεν ὡς πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐλαίου εὔφορον καὶ ἄφορον ἔτος, ἀναγράφομεν ποσὸν ἐπὶ πλέον 1,100,000, τὸ κατὰ τὸν κατώτατον ὅρον τῶν εὐφόρων ἐτῶν ἐνδεικνύμενον. Ἐπὶ τῶν σύκων τὰ ἀποτελέσματα τὰ μέχρι τοῦδε δεικνύουσιν, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν 30,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῶν λακωνικῶν προϊόντων 12,000 δραχμῶν. Ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐλαττοῦται κατὰ 84,000· πρόκειται περὶ τοῦ φόρου τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ, τὰ δ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1887 ὑπαγορεύουσι τὴν ἐλάττωσιν. Εἰς τὴν πρόσοδον ἐκ φόρου τῶν κουκουλίων ἀναγράφομεν αὔξησιν 2,000 δραχμῶν, εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν βοσκῶν αὔξησιν 14,000 δραχμῶν. Τὴν ἐκ τῆς σταφίδος πρόσοδον ἀναγράφομεν ἠλαττωμένην κατὰ 623,700, εἰς τὴν πρόσοδον τοῦ φόρου τῶν ζώων ἀναγράφομεν ἐπὶ ἔλαττον 136,000 δραχμῶν. Ὡς εἶπον, θέλει ὑποβληθῆ νομοσχέδιον περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων ὅλως διαφόρου τῆς μέχρι τοῦ νῦν ἰσχυούσης· ἐλπίζω, ὅτι ἀποτέλεσμα τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου θέλει εἶσθαι ἡ βεβαίωσις τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἀναγράψει κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, οὐχ ἧττον χάριν ἀσφαλείας ἀναγράφομεν ἐλάττωσιν 136,000 δραχμῶν. Εἰς τὸν φόρον ἐξαγωγῆς ἀναγράφομεν ἐλάττωσιν 955,000, δραχμῶν, τοῦτο δὲ διότι οἱ φόροι τῆς ἐξαγωγῆς εἶναι οἱ ἑπτανησιακοὶ φόροι, ἀφορᾶ δὲ ἡ ἐλάττωσις εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, ὅπως δὲ ἐν τῷ ἄλλῳ Κράτει, ἐπειδὴ εἶναι εὐφορία κατὰ τὸ ἔτος 1888, πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν αὔξησιν, ἐν Ἑπτανήσῳ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν ἐλάττωσιν, διότι κατὰ τὸ 1888 εἰσπράττεται οὐχὶ ὁ φόρος τοῦ 1888, ἀλλὰ ὁ φόρος τοῦ 1887, οὗτινος ἡ παραγωγὴ ἐξάγεται κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Εἰς τὰ τέλη εἰσαγωγῆς ἀναγράφομεν ἐλάττωσιν 955,000 δραχμῶν, διότι, ὡς εἶπον, τὰ ἀποτελέσματα τὰ μέχρι τοῦδε ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ὑπολογισθεῖσα αὔξησις θέλει μὲν πραγματοποιηθῆ κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀλλὰ δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ κατὰ τὸ ὅλον· ἡ διαφορὰ δὲ θεωροῦμεν, ὅτι ἔσται αὕτη, τουτέστι λαμβάνομεν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν 10 μηνῶν μέχρι 31 Ὀκτωβρίου, προσθέτομεν δὲ διὰ τοὺς δύο μῆνας, οἱ ὁποῖοι δὲν παρῆλθον, τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο ἀμέσως προηγουμένων μηνῶν· οὕτω ὑπολογιζομένης τῆς προσόδου ταύτης, ἔχομεν ἐλάττωσιν 955,683 δραχμῶν. Ἐκ τελῶν χαρτοσήμου ἀναγράφομεν αὔξησιν 225,000 δραχμῶν· εἶναι πιθανὸν ὅμως τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύο τελευταίων μηνῶν νὰ κυρώσωσι τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἀνεκοίνωσα πρότερον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ αὔξησις θὰ ἦναι ἀνωτέρα τῆς ἀναγραφομένης. Ἐκ προστίμων ποινικῶν δικαστηρίων ἀναγράφομεν ἐλάττωσιν 100,000 δραχμῶν· ἐκ τελῶν κληρονομικῶν καὶ κληροδοσιῶν 60,000 δραχμῶν ἐλάττωσιν, διότι ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὰ προξενικὰ καὶ ἀναγράφονται ἐκεῖ· πρόκειται οὐχὶ περὶ τῶν κληρονομικῶν τελῶν ἐν γένει, ἀλλὰ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰσπραττομένων καὶ κακῶς ἀναγραφομένων ἄλλοτε ἐνταῦθα. Ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων ἀναγράφεται ἐλάττωσις 150,000 δραχμῶν. Τὰ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδα ἔχομεν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου, ἤδη πρέπει νὰ τὰ ἀναγράψωμεν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους· ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἀποδεικνύεται ἤδη, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κατανάλωσιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν θέσει ὡς βάσιν κατὰ τὸ 1887, τουτέστι τοῦ 1,000,000 ὀκάδων κατ’ ἔτος. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ κατανάλωσις αὕτη θέλει αὐξήσει ἀφοῦ μέχρι τοῦδε δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ἀποταμιευθὲν ποσὸν κατηναλώθη ὁλόκληρον, οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἐγγραφὴν τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ τοῦ 1887 καὶ ἑπομένως νὰ ἀναγράψωμεν αὔξησιν 1,595,000. Εἰς τὸ σιγαρόχαρτον διὰ τὸν αὐτὸν λόγον θὰ ἀναγράψωμεν αὔξησιν 872,000 δραχμῶν. Εἰς τὰ δικαιώματα ἐκ σιδηροδρόμων αὔξησιν 50,000 δραχμῶν, διότι τοῦτο ὑπαγορεύουσι τ’ ἀποτελέσματα τὰ μέχρι τοῦδε καὶ προσέτι ἡ παράδοσις εἰς κυκλοφορίαν κατὰ τὸ ἔτος 1888 προσθέτου γραμμῆς. Εἰς τὰ ταχυδρομικὰ τέλη αὔξησιν 100,000 δραχμῶν, εἰς τὰ τηλεγραφικὰ τέλη 200,000 δραχμῶν ὡς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1887. Ἐπὶ τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου αὔξησιν 20,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν μεταλλείων αὔξησιν 5,000. Εἰς τὰ ἰχθυοτροφεῖα ἐλάττωσιν 36,000, εἰς τὰ δικαιώματα ὑλοτομίας δασῶν ἐλάττωσιν 97,000, εἰς τὰ δασικὰ προϊόντα 1,972, καὶ πάλιν αὔξησιν εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν βαλανιδίων 152,000. Ἐπὶ τῶν προκαταβολῶν τῶν δηλουμένων γαιῶν ἀναγράφομεν ἐλάττωσιν 50,000 δραχμῶν καὶ εἰς τὰς προσωρινὰς χρεωλυτικὰς δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν ἐλάττωσιν 250,000 δραχμῶν. Ἐξ ἀπολήψεως ποινικῶν ἐξόδων ἐλάττωσιν 200,000. Εἰς τὴν ἐκ τοῦ μεταλλικοῦ ὑπερτίμησιν 186,000 δραχμῶν ἐπὶ ἔλαττον, διότι ἐπὶ ἔλαττον ἐσημειώσαμεν καὶ τὸ κύριον τέλος. Ἀπόληψις προκαταβολῶν δι’ ἐκλογικὰ εἴδη ἐπὶ ἔλαττον 260,000 δραχμῶν. Ὡς πρὸς τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι θέλει ὑποβληθῆ καὶ Νομοσχέδιον, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἧττον συνεχὴς ἐπανάληψις ἐκλογικῶν ἀγώνων, τουτέστι Νομοσχέδιον κανονίζον τὰ τῶν ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν διὰ τρόπου ἐπαγομένου βραδυτέραν τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν. Οὕτω τὰ ἔσοδα τοῦ 1888 ἀνέρχονται εἰς 95,306,000 δραχμῶν. Ὡς εἶπον, δὲν θέλομεν ὑποβάλει κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ὅπως κατὰ τὸ προηγούμενον, νόμους ἐπαυξάνοντας τὰ βάρη τοῦ λαοῦ. Ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν θέλομεν ἐμμείνει εἰς τὴν νομοθεσίαν τὴν πέρισυ ψηφισθεῖσαν, ὀλίγιστα δὲ νομοσχέδια ὑποβληθησόμενα θέλουσιν ἀφορᾷ εἰς τὴν βελτίονα διαῤῥύθμισιν τῆς φορολογίας. Οὕτω θέλομεν ὑποβάλει κώδικα περὶ χαρτοσήμου, ὅστις θὰ περιλαμβάνῃ καὶ μεταῤῥυθμίσεις, θὰ περιλαμβάνῃ τὴν κατάργησιν τοῦ προοδευτικοῦ τέλους, ἀντικαθισταμένου διὰ μεταῤῥυθμίσεως τῆς κλίμακος καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπαυξήσεως τῶν ἐσόδων ἐν συνόλῳ, ἀλλὰ πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς τηρήσεως τῶν αὐτῶν προσόδων. Εἰς τὰ ἔξοδα αἱ διαφοραὶ δὲν θὰ ἦναι σπουδαῖαι. Ἡ ἐφαρμογὴ, ἡ μέχρι τοῦδε, ὑπέδειξεν ὡς πρός τινα μεταῤῥυθμίσεις τινὰς, ἐπίσης ὡς πρὸς ἄλλα οἱ ψηφισθέντες νόμοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τὸ 1887, εἰμὴ ἀπὸ ἐποχῆς προκεχωρηκυίας τοῦ ἔτους, ἐνῷ ἤδη θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους. Ταῦτα πάντα ἐπάγονται μεταῤῥυθμίσεις τινάς. Εἰς τὸ δημόσιον δὲ χρέος θὰ ἔχωμεν 920,000 δραχμῶν ἐλάττωσιν, ἐν συνόλῳ δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1888 ἀναγράφει ποσὸν ἐπὶ ἔλαττον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, 2,385,000. Θὰ ἔχωμεν Προϋπολογισμὸν ἐσόδων 95,306,000, καὶ Προϋπολογισμὸν ἐξόδων 92,509,000, τουτέστι πλεόνασμα 2,796,000. Τὸ πλεόνασμα τοῦτο δὲν δύναται νὰ παρασταθῇ ἀσφαλῶς ὡς πλεόνασμα ἀπολογισμοῦ. Τὰ ἔξοδα ἀνεγράφησαν λίαν περιωρισμένα καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ἐν τῇ πραγματοποιήσει οὐδ’ αὐτὰς τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐπετύχομεν, οὐχ ἧττον θέλομεν πάντοτε ἔχει ἐλάττωσίν τινα καὶ ἐκεῖ· ἔχομεν ὅμως ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ, ὅπερ παρέχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι πολλὰ ἐξ αὐτῶν θέλουσιν ἀπενέγκει ποσὰ ἀνώτερα τῶν ἀναγραφέντων καὶ οὕτω θέλομεν φθάσει εἰς ποσὸν ὑπέρτερον τῶν διαφορῶν τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις καὶ πραγματοποιήσεις καὶ κατὰ τὸ 1888, ὅπως πραγματοποιοῦμεν κατὰ τὸ 1887 τὸ ἰσοζύγιον. Ἐν ταῖς προσόδοις ταῖς ἀναγεγραμμέναις ὑπάρχει καὶ ἡ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Αὕτη, ἐὰν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ ὁλόκληρος, ἤθελεν ἀπενέγκει μέγα ποσὸν, διότι ἔχομεν ἐν ταῖς κεκλεισμέναις χρήσεσι βεβαιώσει ἐκ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν καὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδευμάτων ποσὰ σπουδαῖα· ἀλλ’ ἰδίως ὡς πρὸς τὸν φόρον οἰκοδομῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων εἶναι τοιαύτη ἡ καθυστέρησις, ὡς ἐκ τῆς βραδείας βεβαιώσεως, ὥστε θέλει δεήσει νὰ λάβωμεν μέτρον τι νομοθετικόν. Τὰ μὴ βεβαιωθέντα μέχρι τοῦδε ἀνάγονται εἰς δύο μὲν φόρους τοῦ 1884, τουτέστι τὸν τακτικὸν καὶ τὸν τῆς συνεισφορᾶς, εἰς τὸν φόρον τοῦ 1885, εἰς τὸν τοῦ 1886 καὶ εἰς τὸν τοῦ 1887. Ἑπομένως θέλομεν ἔχει 6 ἐτῶν φόρους εἰσπρακτέους κατὰ τὸ 1888. Τοῦτο δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ τινὸς προνοίας περὶ εὐκολίας πρὸς τοὺς οὕτω ὀφείλοντας, ἀφ’ οὗ μάλιστα δὲν εὐθύνονται οὗτοι ἐπὶ τῇ βραδυτῆτι τῆς βεβαιώσεως· θέλομεν ἄρα ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, παρέχον διορίας ἐπὶ τόκῳ πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων εἰς ἐκείνους, οἵτινες θελήσουσι νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς εὐκολίας ταύτης. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἑτέρα τις πρόνοια ἐπιβαλλομένη, αὕτη δὲ δὲν σχετίζεται ἀμέσως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ σχετίζεται πρὸς τὴν διαχείρισιν καί τοι ἐπιβαρύνει τὸν Προϋπολογισμόν. Πλὴν τῶν ψηφιζομένων δαπανῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸ Κράτος ὑφίσταται πρὸ πολλοῦ βάρη ἐτήσια, μὴ ἀναγραφόμενα, καὶ τὰ ὁποῖα κατέστησαν σπουδαιότατα. Ἀπὸ χρόνων πολλῶν οἱ Δῆμοι, τοὐλάχιστον πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιβαλλομένου εἰς αὐτοὺς καθήκοντος τῆς παροχῆς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν· τούτου ἕνεκα προκαταβάλλονται τὰ ἔξοδα τῆς παροχῆς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἡ δὲ ἀπόδοσις αὐτῶν, γιγνομένη ἀνέκαθεν ἀτελῶς, εἶχε παραγάγει ὀφειλὰς ἐκ καθυστερημάτων, ὅτε νόμος τοῦ 1880 ἀπηγόρευσε τὴν ἐπιδίωξιν τῆς ἀποτίσεως τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὀφειλομένων ἱκανῶν ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἐξηκολούθησαν τὰ αὐτὰ καθυστερήματα, κατόπιν δὲ ὁδηγιῶν, δοθεισῶν ὑπὸ τῶν προκατόχων ἡμῶν, περὶ μὴ συμψηφισμοῦ ὡρισμένων τινῶν προσόδων πρὸς τὴν προκαταβολὴν, ἔφθασε τὸ ἐτήσιον καθυστέρημα εἰς 650,000 δραχμῶν. Ποσὸν τοιοῦτον, πληρονόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐτησίως ἄνευ ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν, περὶ ἧς πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ἄρα, ἅτινα θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει, βάσις εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θέλει τεθῇ ὁ σχηματισμὸς ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Τὸ ταμεῖον τοῦτο πρέπει οὕτω νὰ προικοδοτηθῇ, ὥστε νὰ ἐπαρκῇ καθ’ ὅλα εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, θέλει δὲ συντελεῖ εἰς τὴν ἐπάρκειαν τοῦ ταμείου τούτου καὶ χορήγημα ἐκ τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ χορήγημα τοῦτο, πρέπει νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθῇ τὸ Κράτος ὑφιστάμενον ὑποχρεώσεις, ἃς δὲν ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Τὸ μέτρον ἄρα τοῦτο θέλει εἶσθαι ἐκ τῶν πρώτων, εἰς ἃ θέλομεν προκαλέσει τὴν προσοχὴν ὑμῶν· διότι δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἐκανονίσαμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ ἔτους, ἐὰν περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὰ τῆς χρήσεως, τ’ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ δὲν κανονίσωμεν καὶ τὰ τῆς διαχειρίσεως οὕτως, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται δαπάναι, μὴ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὅταν τοιουτοτρόπως καὶ τὰ τῆς διαχειρίσεως κανονισθῶσιν, ἀφοῦ ταῦτα, ὡς εἶπον σήμερον, δὲν παρουσιάζουσι κατὰ τἆλλα τὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν παρουσίαζον πρότερον, ὡς ἐκ τῆς ἐνεχυριάσεως πολλῶν ὁμολογιῶν τοῦ Δημοσίου ἀπέναντι ἐκκρεμῶν χρεῶν ὡς ἐκ τῆς βραχείας διορίας τῶν χρεῶν ἐκείνων, τῆς ἐπαγομένης εἰς τὸ Κράτος τὴν ὑποχρέωσιν τῆς εὑρέσεως χρημάτων πρὸς ἀπότισιν κατὰ συνεχεῖς περιόδους, ἀφοῦ πάντα ταῦτα διεῤῥυθμίσθησαν ἤδη, καὶ οὐδὲν περὶ κυμαίνοντος χρέους ἔχομεν νὰ προνοήσωμεν, δὲν ὑπολείπεται εἰ μὴ μία καὶ μεγάλη δυσχέρεια. Ἀπεκτήσαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ λήγοντος ἔτους καὶ ἀποκτῶμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπιόντος τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο εἶναι εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐν ᾧ αἱ ὑποχρεώσεις ἡμῶν εἶναι ἐν μέρει καὶ εἰς μεταλλικόν· ἔχοντες δὲ ὅλον τὸ χρῆμα πρὸς ἀπότισιν τῶν ποσῶν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἔχοντες καὶ αὐτὸ τὸ χρῆμα, τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος κατὰ τὰς τρεχούσας τιμὰς, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι διατελοῦμεν ἐν ἀσφαλείᾳ, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι τὸ συνάλλαγμα δύναται ν’ ἀποκτηθῇ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ τὸ ὁποῖον κατά τε τὸ 1887 καὶ τὸ 1888 ἐσημειώθη εἰς 25%. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδύνατο ν’ ἀποκτηθῇ πρὸς 25% τὸ ἀναγκαῖον ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα, δὲν θὰ ἐπιτρέπηται πάντοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποκτήσῃ αὐτὸ, ὡς ἐκ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἀπόκτησις τοσούτου μεταλλικοῦ διὰ μιᾶς δύναται νὰ ἐπενέγκῃ εἰς τὴν κοινωνίαν ἐν γένει καὶ εἰς τὰς συναλλαγὰς αὐτῆς. Αὕτη ἄρα ἡ ἔλλειψις ἀποτελεῖ κενὸν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς ἡμῶν. Παρετηρήσατε ὁποίας ἀνωμαλίας φέρει ἐν τῇ ἀγορᾷ ἡ ἀμφιβολία, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ ἀγοράσει, ἢ οὔ, συνάλλαγμα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠδυνήθη νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ προσεχοῦς τοκομεριδίου, ἢ οὔ. Τοιαύτη ἀνωμαλία πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, καὶ μόνον ὅταν ἐκλείψῃ αὕτη, δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν ἔχουσι καλῶς. Ἤδη ὁ Προϋπολογισμὸς θέλει ψηφισθῆ ἐν ἰσοζυγίῳ καὶ ἐν περισσεύματι βεβαιώσεως, καίτοι δὲ τὸ περίσσευμα, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐπαρκὲς, εἶναι ὅμως ἐλπιζόμενον, ὅτι θὰ διατηρηθῇ καὶ ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ. Πλὴν τῶν ἄλλων μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θέλει καταστῆ ἐπαρκὲς, εἶναι καὶ ἡ βελτίωσις τῶν ἐν δημοσίῳ χρέει κατὰ τὸ 1888, ὡς ἐπετεύχθη καὶ κατὰ τὸ 1887. Ἐπετύχομεν αὐτὴν καὶ κατὰ τὸ 1887, διότι ἐπιστεύθη, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον θέλει πραγματοποιηθῆ. Ἤρκεσεν ἡ γνώμη παρὰ τοῖς πολλοῖς, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀδύνατον, ἵνα ὅ,τι ἐθεωρεῖτο ἐντελῶς ἀνέφικτον κατὰ τὰς ἀρχὰς τῶν συζητήσεων ἡμῶν ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ ἦναι πραγματοποιημένον σχεδὸν κατὰ τὸ τέλος αὐτῆς. Ἤδη, ὅτε θέλει διὰ τῶν πραγμάτων πιστοποιηθῇ, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον εἶναι ἀληθὲς, βεβαίως θέλομεν κατορθώσει κατὰ τὸ 1888 ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887. Μεταξὺ τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ὡς ἓν τῶν στοιχείων τῆς χρεωκοπίας, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἦτο καὶ ἡ κατάργησις τοῦ χρεωλυσίου. Τὴν κατάργησιν τοῦ χρεωλυσίου εἶναι πιθανώτατον, ὅτι θέλομεν ἐπιτύχει δι’ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν, στηριζομένων ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν. Οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, ὄχι βελτίονες, ἀλλ’ ἐπ’ αὐτῶν τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγένοντο οἱ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων εἶναι ἱκανοὶ, ἵνα μᾶς ἀπαλλάξωσιν ἀπὸ τοῦ βάρους τῆς πληρωμῆς χρεωλυσίου, καὶ ἐπενέγκει βελτίονα τῶν τοῦ δημοσίου χρέους διαῤῥύθμισιν, ἀλλὰ μόνη ἐπαρκὴς τῶν τοῦ δημοσίου χρέους διαῤῥύθμισις εἶναι ἡ ἐξασφαλίζουσα τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου. Τὴν δυσχέρειαν περὶ τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου παράγει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν ἄρα κυκλοφορίαν πρέπει ν’ ἀφορῶσιν αἱ ἐνέργειαι ἡμῶν. Ἔχοντες δὲ ἤδη ἐξησφαλισμένον τὸ ἰσοζύγιον, ἔχομεν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ διαπραγματευθῶμεν, ἔχομεν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαγραμματευόμενοι δυνάμεθα, ἢ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐὰν τοῦτο θεωρηθῇ ὑπαγορευόμενον ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας, ἢ νὰ φθάσωμεν εἰς περιορισμὸν τῶν δανεισθέντων εἰς τὸ δημόσιον γραμματίων ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορία τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ὑπερτίμησις αὐτοῦ, βελτίωσις εἰς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος τοιαύτη, ὥστε ἡ διὰ συναλλάγματος ἀπότισις τῶν εἰς μεταλλικὸν ὀφειλῶν τοῦ Κράτους νὰ μὴ διαταράττῃ τὴν ἀγοράν. Πάντα ταῦτα πρέπει νὰ ὦσι τὸ ἀντικείμενον τῆς μελλούσης ἡμῶν οἰκονομικῆς ἐνεργείας. Ἡ οἰκονομικὴ ὅμως αὕτη ἐνέργεια ἡμῶν ἀφετηρίαν ἄλλην δὲν δύναται νὰ ἔχῃ, εἰμὴ τὴν ἐπιψήφισιν Προϋπολογισμοῦ ἐν ἰσοζυγίῳ. Προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι, ὡς εἶπον, καί τοι τ’ ἀναγραφόμενα δὲν παρουσιάζουσι τὸ ἰσοζύγιον τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰ ἔξοδα, ὁ τρόπος ὅμως τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων ἐπιτρέπει τὴν προσδοκίαν, ὅτι ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ οὐ μόνον θέλομεν ἔχει ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ τρόπου, καθ’ ὅν εἶναι κατηρτισμένος ὁ Προϋπολογισμὸς, τὴν στερέωσιν τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τὴν ἐπαύξησιν τοῦ περισσεύματος ὑπόσχεται ἡ διαῤῥύθμισις τῶν τοῦ δημοσίου χρέους. Ἵνα δυνηθῶμεν ὅμως νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῶσι τὰ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ἐλπίζομεν, ὅτι ἡ λέξις χρεωκοπία δὲν θέλει ἐξενεχθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Ἡ ζημία, ἡ ἐκ τῆς λέξεως ταύτης κατὰ τὰς παρελθούσας διαπραγματεύσεις, εἶναι ἱκανὴ, ἵνα διδάξῃ ἐκείνους, οἵτινες προέβησαν οὕτως ἐλαφρῶς εἰς τὰς ἐκτιμήσεις αὐτῶν, ὅτι πρέπει πολὺ νὰ προσέχωσι κατὰ τίνα τρόπον ἐκφράζονται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Πρέπει νὰ προσέχωσι καὶ κατὰ τίνα τρόπον σκέπτονται, διότι τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ὑπῆρξαν ἐν Ἑλλάδι οἱ σκεπτόμενοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναζητηθῇ ἡ λύσις ἐν τῇ ἀθετήσει τῶν ὑποχρεώσεων, ἤρκεσεν, ἵνα κλονίσῃ τὰς πεποιθήσεις πολλῶν καὶ νὰ ἀποτρέψῃ πολλοὺς, ὅπως συντελέσωσιν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς συνδυασμοὺς, ἐκ τῶν ὁποίων περιμένεται ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἐν μέρει. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἵτινες ἐν ἀγανακτήσει ἤκουσαν τὴν λέξιν ταύτην, οἵτινες διὰ τῆς ψήφου των κατεδίκασαν αὐτὴν, βεβαιώσαντες, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν σταθμίζει τὸ βάρος τῶν πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς θυσιῶν, ἤδη, βλέποντες τὰ πράγματα δικαιολογοῦντα τὴν ψῆφον αὑτῶν ἐκείνην, θέλουσι προβῆ θαῤῥαλεώτερον ἔτι εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νέων μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ πολιτικὴ ἐκείνη θέλει ἐπιῤῥωσθῆ, θέλουσι προβῆ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ σήμερον προβαλλομένου, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἐξασφαλίζει οὗτος τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ἀνοίγων καὶ ἐμπεδῶν τὴν ὁδὸν τῆς ἐθνικῆς προόδου, τῆς ὁποίας μόνον ἀφετηρία ὑπῆρξεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887. Διὰ τῆς ψήφου ταύτης ἡ Βουλὴ θέλει διερμηνεύσει τὸ φρόνημα τοῦ Ἔθνους. Ἡ ἁπλῆ εἴδησις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, περὶ τῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ψήφου ὑμῶν, τῆς διατρανωσάσης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀποσκορακίζει πᾶσαν ἰδέαν περὶ ἀθετήσεως ὑποχρεώσεων, ἤρκεσεν ἵνα ἑλκύσῃ τὸ ξένον κεφάλαιον εἰς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἤδη, ὅτε ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ψῆφος ὑμῶν ἐδόθη ἐν ἐπιγνώσει, ὅτι ὁ λαὸς ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς ἀποφάσεις ὑμῶν, ἀποδεχθεὶς προθύμως ἁπάσας τὰς ἐπιβαρύνσεις καὶ ἀφορῶν μόνον εἰς τὸν ἱερὸν αὐτῶν σκοπὸν, ἤδη, ὅτε ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ κοινωνία δὲν παρεσύρθη τυφλῶς εἰς ἀποδοχὴν πολιτικῆς ὑπερτέρας τῶν ἠθικῶν καὶ τῶν ὑλικῶν δυνάμεων αὐτῆς, ἀλλ’ ὅτι τὰ ψηφισθέντα μέτρα ηὐδοκίμησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ ἄγουσιν εὐθὺ τὴν χώραν πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν, ἡ ψῆφος ὑμῶν περιβάλλεται πᾶσαν αὐτῆς τὴν σημασίαν καὶ ἱκανοποιεῖ ὑμᾶς τε καὶ τοὺς ἐντολεῖς ὑμῶν. Τὸ Ἔθνος, ὅπερ τὴν 7 Ἀπριλίου κατεδίκασε τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ταύτην, φωτισθὲν ἐκ τῶν πραγμάτων, ἠσπάσθη αὐτὴν, καὶ ἔστειλε τὴν Βουλὴν ταύτην με πρόγραμμα αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τότε εἶχε καταδικάσει. Τὸ πρόγραμμα τοῦτο καλεῖ ὑμᾶς ἤδη νὰ κυρώσητε διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, καὶ ὅπως ἡ ψῆφος ὑμῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους ὑπῆρξεν εὐεργετικὴ εἰς τὴν χώραν, οὕτως, ἔστε βέβαιοι, ὅτι εὐεργετικὴ εἰς αὐτὴν θέλει εἶσθαι καὶ ἡ ψῆφος, ἣν ζητοῦμεν παρ’ ὑμῶν σήμερον, ψῆφος ἀνταποκρινομένη καθ’ ὅλα πρὸς τὰς εὐχὰς, πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Ἔθνους. (Εὖγε! εὖγε!)

§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι συνεδρίασις αὔριον; Ἐν πρώτοις παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ζητήσητε ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ ὅλους τοὺς πίνακας, τῶν ὁποίων σήμερον ἐποιήσατο μνείαν· δεύτερον, σᾶς παρακαλῶ, εὐθὺς ὡς κατατεθῶσιν οἱ πίνακες, νὰ καλέσητε τὴν Βουλὴν εἰς συνεδρίασιν, διότι σήμερον τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διαιροῦνται εἰς δύο συστήματα ἐννοιῶν· εἶναι ἔννοιαι, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν, ἵνα δικαιολογήσῃ διατὶ συνέταξε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 ὡς συνέταξεν αὐτὸν, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἔννοιαι, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ παρελθόντος, τὴν ὁποίαν κατέκρινε διὰ τρόπου μὴ προσήκοντος. Ἔχομεν λοιπὸν δικαίωμα ν’ ἀναιρέσωμεν τὰς τελευταίας ἐννοίας ταύτας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ ν’ ἀποδείξωμεν καὶ διὰ χιλιοστὴν ταύτην φορὰν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν λέγει ἀκριβείας ἀπὸ τοῦ βήματος, ὁσάκις ὁμιλῇ περὶ τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀκόμη ν’ ἀναιρέσωμεν καὶ τὰς ἐννοίας αὐτοῦ τὰς ἄλλας καὶ περὶ τοῦ προσφάτου παρελθόντος, τοῦ ὁποίου πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσε. Πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσε τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀπέδωκεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἰδέας τινὰς, καὶ ἄλλας ἰδέας εἰς τὴν Συμπολίτευσιν, ἐπετέθη δὲ λάβρως, ἐπικρίνας τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας πέρυσιν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξέφερεν. Ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὅσα εἶπε δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, καὶ θέλομεν ἀποδείξει κατὰ τί διαφέρουσι τὰ δύο συστήματα, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠσπάσθη καὶ ἠκολούθησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ πενταετίας, καὶ τὸ σύστημα τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἠσπάσθη καὶ ἠκολούθησε μέχρι τοῦδε ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τὰς συζητήσεις ταύτας δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν διὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν γνωμῶν τοιούτων καὶ κρίσεων, οἵας ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι αὗται δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, εὐθὺς ὡς καταθέσῃ τοὺς πίνακας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ καλέσητε τὴν Βουλὴν εἰς συνεδρίασιν, ἵνα ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ἀναβολῆς· τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον καὶ σήμερον καὶ καθ’ οἱανδήποτε ἄλλην ἡμέραν. Οἱ πίνακες θέλουσι κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν τετυπωμένοι, δύναται δὲ πᾶς τις νὰ προκαλέσῃ περὶ αὐτῶν συζήτησιν, ὅταν θέλῃ· ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως ἐπάγεται τὴν ἀναβολὴν τῆς αὐριανῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν οἱ κύριοι δὲν ἦναι ἕτοιμοι ἵνα ἀπαντήσωσιν, ἐὰν, ἵνα ἀνασκευάσωσιν ὅσα εἶπον, ἔχωσιν ἀνάγκην 8 ἢ 10 ἡμερῶν μελέτης, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τὴν Βουλὴν. Ὅταν ἑτοιμασθῶσιν θέλομεν τοὺς ἀκροασθῆ.

§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν εἶχε δικαίωμα, ἵνα προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα προέβαλε, διότι εἶναι δικαίωμα ἑκάστου Βουλευτοῦ νὰ προκαλῇ συζήτησιν κατὰ πᾶσαν ἡμέραν, ὅταν δὲ διακόπτῃ ὑπάρχουσαν συζήτησιν ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου, δὲν ὑποβάλλεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἑπομένως ὅ,τι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἵνα, ὅταν κατατεθῶσιν οἱ πίνακες, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς συνεδρίασιν, ὅπως ἐνασκήσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν ἢ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αὐτὸ τὸ ἐζητήσαμεν στηριζόμενοι ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἠπόρησα δὲ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀντείπῃ, ὅτι, ἐὰν θέλητε νὰ συζητήσητε, συζητήσατε αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι ἄλλοτε δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ συζητήσητε. Καὶ τίς ἔδωκεν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς προσδιορίσῃ πότε αὐτὴ θέλει νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν θέλωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην, ἢ μετὰ δύο ἢ μετὰ πέντε ἡμέρας; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσέθηκε, πρὸς δικαιολογίαν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν νῦν, διὰ τοῦτο προβάλλομεν τὰς ἀντιῤῥήσεις ταύτας. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐζητήσαμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, σᾶς ἀπεδείξαμεν ἄλλοτε, ὅτε ἐποιήσατε ὁμοίαν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἠδυνήθημεν νὰ σᾶς ἀποδείξωμεν τότε ἀμέσως, ὅτι αἱ βάσεις ὑμῶν δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς· ἑπομένως δὲν ἔχετε ἀφορμὴν νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ζητεῖται ἀναβολὴ διότι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν στηριζόμενοι εἰς ἀριθμοὺς, ἐζητήσαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πᾶς λογικῶς σκεπτόμενος πείθεται, ὅτι εἴχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν· διότι ὑμεῖς ἀνεφέρατε ἀριθμοὺς, καὶ ἐὰν ἡμεῖς δὲν ἔχωμεν τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, ἠθέλετε ἔχει πάντοτε τὴν εὐκολίαν νὰ μᾶς προβάλλητε ἀντιῤῥήσεις. Οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, θέλομεν δὲ σᾶς ἀποδείξει, ὅτι τὰ χρέη τὰ κυμαινόμενα, τὰ ὁποῖα κατελίπατε τὴν 7 Ἀπριλίου εἰς τοὺς διαδόχους σας, ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα ἀπ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ διάδοχοί σας ἀφῆκαν εἰς ὑμᾶς. Καὶ ἐὰν ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα, διατὶ, ἐπὶ τίνος λόγου στηριζόμενοι, μᾶς εἴπετε, ὅτι παρελάβετε οἰκτροτάτην κατάστασιν τῶν κυμαινομένων χρεῶν κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886; Ἡ κατάστασις, εἰς ἣν ἀφήκατε αὐτὰ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1885, ἦτο οὐχὶ οἰκτροτάτη, ἀλλ’ ἀξία τοῦ ἐσχάτου οἴκτου. Καὶ ἐνῷ λέγετε, ὅτι ἐβελτιώσατε τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τῆς συνομολογήσως τοῦ δανείου τῶν 134 ἑκατομμυρίων, θέλετε νὰ συζητήσωμεν τὴν ὥραν ταύτην περὶ τούτου, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει οὔτε τὰς συμβάσεις, οὔτε τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομ. Ἡ ἀξίωσις ἡμῶν, τοῦ νὰ συζητήσωμεν ἐν ἄλλῃ ἡμέρᾳ, ἀφοῦ κατατεθῶσιν οἱ πίνακες, ἦτο ἀξίωσις λογικὴ, ἡ δὲ ἀντίῤῥησις ὑμῶν ἦτο ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ προβάλητε, διότι περιορίζετε τὸ Συνταγματικὸν ἡμῶν δικαίωμα, καὶ σεῖς οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἐτέθητε ἀνώτεροι τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἦτο καὶ ἀντίῤῥησις μὴ δικαιολογουμένη οὐδὲ ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἀφοῦ σεῖς μνημονεύετε ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς πρώτην φορὰν ἀκούομεν σήμερον, οὐδ’ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, μήπω διανεμηθέντων τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους εἴπετε, ὅτι καταθέτετε εἰς τὴν Βουλήν.

§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε. Ἐπειδὴ ὁ λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ σκοπεῖ νὰ φέρῃ μεταβολὴν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν, ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς εἰς ἄλλας πολλὰς συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος ἀπεδείξαμεν διὰ τῶν πραγμάτων ψευδῆ τὰ ἀναφερόμενα ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐπειδὴ διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι καὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν σήμερον, εἶναι ψευδῆ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν ἀπὸ τὴν πλάνην τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ διακυβεύσωσι τὰ κεφάλαια αὑτῶν, ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν καταστάσεων, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε, ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε δὲν εἶναι ἀληθῆ, ἀλλ’ εἶναι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐκφέρονται, ἵνα οἱ χρηματισταὶ, οἱ παίζοντες εἰς τὰ χρηματιστήρια, ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως καὶ ὑποτιμήσεως τῶν χρεωγράφων, εἶναι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σκοπὸν νὰ πλουτίσωσι τοὺς συνεταίρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἀναῤῥήσεώς του εἰς τὴν ἀρχὴν προέθετο. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν σᾶς ἀνέφερεν, ὅτι ἔχει ἰσοζύγιον, ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ συνομολογήσῃ τὰ δάνεια, πότε χάριν στόλου καὶ πότε χάριν ἄλλων σπουδαίων ἀντικειμένων, ἀφορώντων εἰς τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν μέγα ζήτημα, καὶ τὰ δάνεια ἐκεῖνα πραγματοποιούμενα πάντοτε κατεσπατάλησεν ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ, καὶ ὄχι εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, διὰ νὰ καλύψῃ τὰ ψεύδη, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ἀπήγγειλεν. Ἔχομεν ἀνάγκην λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, τῆς ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν ἐζητήσαμεν, ὄχι διὰ νὰ κερδήσωμεν καιρὸν,—διότι μόλις τώρα ἠρχίσαμεν,—ἀλλὰ διὰ νὰ σώσωμεν τοὺς πολίτας, τοὺς μέλλοντας νὰ διακυβεύσουν τὰς περιουσίας αὑτῶν, ἀπὸ τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς σύρει ὁ λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι κἂν δυνατὸν Πρόεδρος Κυβερνήσεως, ὑποβάλλων Προϋπολογισμὸν καὶ Ἀπολογισμοὺς μετὰ τοσούτων πινάκων, νὰ προτείνῃ, ὡς πράττει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν ἀμέσως, πρὶν ἢ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν οἱ ὑποβαλλόμενοι λογαριασμοὶ καὶ πίνακες.

§28ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶπε τοῦτο.

§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ζητήματα, ἅπερ ἐγείρει ἡ σημερινὴ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσιν, εἰμὴ ἀφοῦ διανεμηθῶσι τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα. Δὲν ἐννοῶ δὲ πρὸς τίνα σκοπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖ ἀμέσως τὴν ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τοιαύτην αὐτοῦ ἀπαίτησιν. Θεωρῶ οὐχ ἧττον καθῆκόν μου, νὰ φέρω παρατήρησίν τινα εἰς τὸν ἐπίλογον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τὴν ἐν αὐτῷ περιεχομένην ἄκαιρον διδασκαλίαν. Τὸν παρακαλῶ, ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, ἅτινά εἰσιν ἐμπεπιστευμένα αὐτῷ, νὰ παύσῃ ὁμιλῶν περὶ χρεωκοπίας. Τὴν λέξιν χρεωκοπία, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ὡς βλάψασαν τὰς διαπραγματεύσεις αὐτοῦ, ἐξήνεγκε πρῶτος αὐτὸς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν, διαστρέφοντες τὰς ἰδέας ἡμῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἐπαναλαμβάνει καὶ τώρα. Ἀφοῦ μελετήσωμεν τὰς πληροφορίας, ἃς φέρει σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ἡ θέσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν δικαιολογῇ τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν τὰ μέτρα, ἅτινα ὑπεδείξαμεν ἡμεῖς, δὲν ἤθελον προλάβει τὰς οἰκονομικὰς ἀσχημίας, ἃς ἐπήνεγκεν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν μέτρων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὰ μέτρα, ἅτινα ἡ Ἀντιπολίτευσις προέτεινε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὄχι μόνον δὲν ἤθελον προσάψει στίγμα εἰς τὴν πίστιν ἡμῶν, ἀλλ’ ἤθελον συντελέσει εἰς τὴν στερέωσιν αὐτῆς. Τὰ μέτρα δὲ, ἅτινα ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον δὲν ἀνύψωσαν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ὑπόληψιν, ἀλλὰ κατεβίβασαν αὐτὴν ἐκεῖ, ὅπου οὐδέποτε εἶχε πέσει. Γνωρίζουσι πάντες ἐνταῦθα, ὅτι πρώτην φορὰν πρὸ δύο περίπου μηνῶν τὸ Χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου διέγραψε τῶν καταλόγων αὐτοῦ τὸ Ἑλληνικὸν δάνειον. Οὐδέποτε δὲ τὸ Χρηματιστήριον τοῦτο διέγραψε δάνειόν τι διὰ τοὺς λόγους, δι’ οὓς διέγραψε τὸ ἡμέτερον. Τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν ζήτημα εἶναι καθαρῶς πραγματικὸν ζήτημα καὶ ὑψίστης δι’ ἡμᾶς σημασίας. Ὡς τοιοῦτον ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ, θέτοντες αὐτὸ ἄνω τῶν κομματικῶν παθῶν, ἀποφεύγοντες τὰς διαστροφάς. Τοιοῦτον ἐπίστευσα, ὅτι δίδει εἰς αὐτὸ χαρακτῆρα ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δυστυχῶς μετεμελήθη ἐν τῷ τέλει αὐτῆς καὶ τὸ ὑπέταξεν εἰς τὰ κομματικὰ πάθη. Θὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ν’ ἀφήσῃ εἰς αὐτὸ τὸν πραγματικὸν χαρακτῆρα, ὅπως μελετήσωμεν τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἐπιτύχωμεν τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπερ ἐπιθυμοῦμεν.

§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἴδῃ, ἐὰν ἡμεῖς συνεβουλεύσαμεν τὴν χρεωκοπίαν, ἢ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύθη πρὸς τοῦτο.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον εἰς τὰς 2 εἶναι συνεδρίασις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5
2Τῆς 2 Νοεμβρίου 1887.
3(Δευτέρα).
4Ὥρᾳ 2 μ. μ.
5(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναγ-
8γέλλει δι’ ἐγγράφου εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ βουλευταὶ κκ.
9Γ. Ῥοῦφος καὶ Πέτρος Μαυρομιχάλης ἀνέλαβον δημαρχικὰ
10καθήκοντα καὶ ἑπομένως ἔπαυσαν νὰ ὦσι βουλευταί. (Ἀνα-
11γινώσκεται τὸ ἔγγραφον).
12Ὑπεβλήθησαν τὰ πρακτικὰ τῶν ἐπαναληφθεισῶν ἐκλο-
13γῶν τῶν νομῶν Εὐβοίας καὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Θὰ πα-
14ραπεμφθῶσιν εἰς τὰ οἰκεῖα τμήματα.
15Ὁ ἐκ Μόσχας Πετρὼφ ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του 8,000
16δραχμῶν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκπονηθέντος
17Γεωγραφικοῦ Ἄτλαντος τοῦ Ἀγῶνος.
18§2ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀνα-
19φορῶν.
20§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ποταμὸς Πάμισος ἐν Μεσ-
21σηνίᾳ, ὡς ἐκ τῶν τελευταίων βροχῶν, ἐπλημμύρησε καὶ κα-
22τέκλυσε μεγάλην ἔκτασιν γῆς καλλιεργημένης, καὶ ἐπήνεγκε
23καταστροφὴν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐκτὸς τῶν φορολογουμένων
24καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ζημιωθῇ. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ.
25Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὸν κ. Νομομηχα-
26νικὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ ἄνοιγμα τῶν χανδάκων τῆς ὁδοῦ, ἵνα
27ἀνευρίσκωσι διέξοδον τὰ ὕδατα, ἀποστείλῃ δὲ τὴν βορβορο-
28φάγον, ἵνα προβῇ εἰς τὸ ἄνοιγμα τοῦ στομίου τοῦ ποταμοῦ
29καὶ δυνηθῶσιν οὕτω τὰ ὕδατα νὰ ἐξέρχωνται, διότι ἐπί-
30κεινται ὡς ἐκ τοῦ χειμῶνος καὶ ἄλλαι βροχαὶ καὶ αἱ κατα-
31στροφαὶ θὰ ἦναι μεγαλείτεραι.
32§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐστάλη-
33σαν περὶ τούτου ὅλαι αἱ ὁδηγίαι.
34§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν αὐτὴν περί-
35που ἐποχὴν, τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπεβάλομεν τὸν Προϋπολο-
36γισμὸν τοῦ 1887, ἕνεκεν ὅμως περιστάσεων ἀπροόπτων δὲν
37ἠδυνήθη ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ αὐτὸν ἐγκαίρως· ἐπῆλθεν ἡ
38ἐκλογὴ νέας Βουλῆς καὶ πάλιν κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος ὑπεβλήθη
39ὁ Προϋπολογισμὸς· τούτου ἕνεκα τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
40τοῦ 1887 ἐκανονίσθησαν βραδέως καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ
41ὑπῆρξε κατά τι ἀτελής. Ἐλπίζομεν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο
42νὰ δυνηθῶμεν ἐγκαίρως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ
43Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους· διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐγ-
44καίρως ἡμεῖς ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ τούτου.
45Ἀναγκαιότατον εἶναι πάντοτε ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ
46προσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως, ἀναγκαιότατον ἦτο
47καὶ πέρυσι, ἀναγκαιότερον δὲ ἢ τὸ πρόσθεν, διότι ἡ κατά-
48στασις ἡ οἰκονομικὴ εἶχε περιέλθει εἰς τὸ ἀδιέξοδον καὶ διὰ
49τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἐκανονίζοντο οἱ τρόποι, δι’ ὧν ἠθέ-
50λομεν ἐπιδιώξει τὴν διόρθωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν πέρυσιν ἦτο
51σπουδαία ἡ ἔγκαιρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰσαγωγὴ,
52ἔτι σπουδαιοτέρα καθίσταται κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, διότι
53ναὶ μὲν μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν θέλομεν ὑπο-
54βάλει σπουδαίους οἰκονομικοὺς νόμους, οὐδὲ νόμους ἐπιβα-
55ρύνοντας τὴν κοινωνίαν διὰ νέας φορολογίας, ἀλλὰ σήμερον
56δυνάμεθα τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως νὰ μελετήσωμεν
57πολὺ μᾶλλον ἐπισταμένως καὶ πολὺ μᾶλλον πεφωτισμένως
58ἢ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος.
59Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εὑρισκόμεθα ἀπέναντι καταστά-
60σεως νέας, εἴμεθα βεβιασμένοι νὰ προβῶμεν εἰς λύσιν ἐν
61τῷ σκότει, ἀλλὰ σήμερον δυνάμεθα ἐκ τοῦ φωτὸς, τὸ ὁποῖον
62ἐπέχυσεν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν πέρυσιν ἀποφασισθέντων, νὰ ὁδη-
63γηθῶμεν περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν μέτρων, δι’ ὧν νομίζομεν,
64ὅτι δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Τὸ
65σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον καταρτίζονται οἱ
66οἰκονομικοὶ νόμοι καὶ ὁ ὕπατος αὐτῶν, ὁ Προϋπολογισμὸς,
67ἐφ’ ὅσον προΐσταται τῶν πραγμάτων ἡ νῦν Κυβέρνησις,
68εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν. Δὲν ἐρχόμεθα πρῶτον ἤδη
69ὑποβάλλοντες εἰς τὴν Βουλὴν τὰς περὶ τῶν οἰκονομικῶν
70σκέψεις ἡμῶν. Ταύτας ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
71διετυπώσαμεν ἐν νομοσχεδίοις καὶ ἐν Προϋπολογισμοῖς ἀφ’
72ὅτου διευθύνομεν τὰ κοινά· διετυπώσαμεν αὐτὰς καὶ ἐπὶ τῆς
73προηγουμένης ἡμῶν ὑπουργείας, ἡ δὲ τότε ἐφαρμογὴ ἀπέλη-
74ξεν εἰς τὴν 7ην Ἀπριλίου. Αὕτη ἡ 7η Ἀπριλίου ἦτο ἔκ-
75φρασις τῆς γνώμης τῆς κοινωνίας κατὰ τοῦ οἰκονομικοῦ
76ἡμῶν συστήματος, ἀλλ’ ἐπῆλθον γεγονότα βραδύτερον, τὰ
77ὁποῖα ἀμέσως σχετίζονται πρὸς τὰ οἰκονομικὰ, ἀποτέλε-
78σμα τῶν ὁποίων ὑπῆρξεν, ὅτι αὐτὴ ἡ κοινὴ γνώμη, ἥτις
79εἶχεν ἀπαιτήσει τὴν μεταβολὴν συστήματος, αὐτὴ ἡ κοινὴ
80γνώμη ἀπῄτησε τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα καὶ
81ἀπῄτησεν αὐτὴν διὰ τῶν αὐτῶν ἐκείνων ἀντιπροσώπων, δι’
82ὧν εἶχεν ἐκφράσει τὴν ἀντίθετον γνώμην. Ἐπανήλθομεν ἄρα
83εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἵνα ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα ἡμῶν· ἀλλὰ
84τὸ σύστημα δὲν ἀπῄντα κατάστασιν, ὁποίαν πρότερον εἶχε
85πρὸ ὀφθαλμῶν. Ὅτε τὸ σύστημα ἐκεῖνο κατηρτίσθη, ἡ κα-
86τάστασις τῆς Πολιτείας ἦτο μᾶλλον εὔκολος πρὸς διαῤ-
87ῥύθμισιν ἢ ὅτε πάλιν ἐκλήθημεν, ἵνα διευθύνωμεν τὰ κοινά.
88Ὑποβαλόντες πέρυσι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887, ἐξεθέ-
89σαμεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τί ἡ κατάστασις ἦτο δυσχερεστέρα,
90κατὰ τί ἐπήγετο μεταβολὰς εἰς τὸ σύστημα, οὐχὶ εἰς τὴν διεύ-
91θυνσιν, ἀλλὰ πρὸς ἐπαύξησιν τῆς ἐντάσεως ἐν τῇ αὐτῇ διευθύνσει·
92ἐξεθέσαμεν, ὅτι τὸ σύστημα ἡμῶν ἀφώρα ἀνέκαθεν εἰς τὴν
93διὰ τῆς ἐπιτελέσεως τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Πολιτείας ἀνάκτη-
94σιν τῆς δημοσίας πίστεως καὶ εἰς τὴν διὰ τῆς δημοσίας πί-
95στεως ἐξομάλισιν τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν. Ἀλλὰ ἡ
96πλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Πολιτείας ἦτο δυσκολωτέρα
97κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἢ ὅσον ἦτο πρότερον, διότι ἀπὸ τῆς
98πρώτης καταστάσεως ἕως ἐκείνης, ἣν εὕρομεν κατὰ τὸ πα-
99ρελθὸν ἔτος, εἶχεν ἐπέλθει ἐπιβάρυνσις 120 ἑκατομμυρίων
100εἰς τὸ Δημόσιον, 120 ἑκατομμυρίων προερχομένων ἐξ ἐλ-
101λείμματος δύο τακτικῶν Προϋπολογισμῶν καὶ ἐξ ἐλλείμματος
102δύο ἐκτάκτων. Τότε οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἠμφισβητήθησαν·
103ἐλέχθη, ὅτι οἱ τακτικοὶ καὶ ἔκτακτοι Προϋπολογισμοὶ τοῦ
1041885 καὶ 1886 δὲν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι ἤθελον ἀφήσει ἔλλειμμα
105ἐν συνόλῳ 120 ἑκατομμυρίων· ἠκούσαμεν διὰ μακρῶν ἀνα-
106πτυσσομένους τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἐστήριζον οἱ ἀντιφρονοῦντες
107τὴν γνώμην αὐτῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἐλλείμματα θὰ
108ἦσαν ἴσως καὶ μηδαμινά. Σήμερον δυνάμεθα νὰ προβῶμεν
109εἰς ἐξέλεγξιν τῶν τότε παρ’ ἡμῶν ῥηθέντων· δύναται ἡ
110Βουλὴ σήμερον νὰ κρίνῃ, ἐπὶ ἀριθμῶν στηριζομένη, ἐὰν ὀρθῶς
111ἢ κακῶς ἐξετιμήθη ἡ κατάστασις, ἐὰν πράγματι ταῦτα τὰ
112ἐλλείμματα ἐπεβάρυνον τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου κατὰ 120
113ἑκατομμύρια.
114Ἀλλὰ δὲν ἦτο αὕτη ἡ μόνη ἐπιβάρυνσις· ἐπιβάρυνσις ἔτι
115σπουδαιοτέρα, ἐν ταῖς ἀμέσοις συνεπείαις, ἦτο ἡ προερχομένη
116ἐκ τῶν προσωρινῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Ταμείου. Εὕρομεν, ἐλ-
117θόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν, χρέη ἀπαιτητὰ μὴ πληρωθέντα, χρέη
118κυμαινόμενα, ὧν ἀπῃτεῖτο ἡ ἀνανέωσις, ἣν δυσκόλως ἠδυ-
119νάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν· εὕρομεν κατάστασιν δημοσίας πί-
120στεως, ἥτις μικρὰν ἐπέτρεπεν ἐλπίδα τακτοποιήσεως τῶν
121προσωρινῶν ὑποχρεώσεων διὰ τῆς τροπῆς αὐτῶν εἰς πάγιον
122χρέος τοῦ Κράτους. Ἔχοντες πρὸ ἡμῶν εἰς ἐπίλυσιν ζητή-
123ματα, ἀπαιτοῦντα ἄμεσον ἀπόφασιν, ὅπως ἐξευρεθῶσι
124τὰ μέσα πρὸς ἀπότισιν ὑποχρεώσεων τότε ὀφειλομένων,
125βάσιν τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν ἐθέσαμεν τὴν ἰδέαν, ἣν ἡ Βουλὴ
126ἠσπάσθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ παράσχωμεν πλήρεις τὰς ἐγγυή-
127σεις εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν. Ἔπρεπε νὰ βεβαιώσωμεν ἐ-
128κείνους, εἰς οὓς ἠθέλομεν ἀποταθῆ, νὰ συνδράμωσιν ἡμᾶς πρὸς
129ἀπότισιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, ὅτι εἴχομεν τὴν ἀπό-
130φασιν καὶ τὰ μέσα ν’ ἀπαντήσωμεν τὰς δαπάνας, τὰς
131ὁποίας ἡ παρ’ αὐτῶν παρεχομένη εὐκολία ἐπήγετο.
132Τότε ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ δύο ἀντίθετοι γνῶ-
133μαι· ἡ γνώμη, ὅτι αὕτη ἡ πολιτικὴ ἦτο ἡ μόνη ἄγουσα
134εἰς αἴσιον τέλος, ὅτι αὕτη ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ
135τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι αὕτη μόνη ἡ
136γνώμη ἐπετρέπετο εἰς Κράτος ἐλεύθερον· ἀνεπτύχθη
137καὶ ἡ ἀντίθετος πολιτική, ὅτι τουτέστιν ἦτο ἀδύνατον ἡ
138Πολιτεία νὰ ἐκπληρώσῃ ἀνελλιπῶς τὰς χρηματικὰς αὐτῆς
139ὑποχρεώσεις, ὅτι ἑπομένως ἔπρεπε ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὸ
140ἀδύνατον τῆς ἐκπληρώσεως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τοιαύτης
141πεποιθήσεως νὰ πολιτευθῶμεν. Ἡ Βουλὴ ἀπέκρουσε τὴν
142τελευταίαν ταύτην ἰδέαν, ἡ Βουλὴ ἠσπάσθη διὰ μεγάλης
143πλειονοψηφίας τὴν πρώτην ἰδέαν, τὴν ἠσπάσθη ὅμως ἐν τῷ
144σκότει ἐργαζομένη, διότι τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπηγγελ-
145λόμεθα, ὅτι ἠθέλομεν πραγματοποιήσει τὸ ποθούμενον, δὲν
146εἶχον δοκιμασθῆ, μόνον δι’ ἐπιχειρημάτων, ἐκ τῶν προτέρων
147ἠδυνήθημεν νὰ συστήσωμεν τὰ μέτρα ταῦτα ἄνευ τῆς ἐκ τῶν
148ὑστέρων βεβαιώσεως. Ταύτην τὴν βεβαίωσιν ἔχομεν ἤδη, καὶ
149διὰ τοῦτο πρὸ παντὸς ἄλλου, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς
150οἱονδήποτε ἔργον, εἴτε οἰκονομικὸν, εἴτε πολιτικὸν, ἔχει τὸ κα-
151θῆκον καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως διαλευκανθῶσι τὰ
152τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ὅπως γνωρίζῃ, ἂν ὀρθαί εἰσιν αἱ
153σκέψεις αἱ ὑπαγορεύσασαι αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, οἵα διετυπώ-
154θη. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαιτήσῃ ὅπως προσα-
155χθῶσι πάντα τὰ ἔγγραφα καὶ πᾶσαι αἱ καταστάσεις, αἱ δυ-
156νάμεναι νὰ καθοδηγήσωσιν αὐτὴν περὶ τῆς ἐννοίας τῶν ψη-
157φισθέντων, περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, περὶ τῆς ἐπιτυχίας ἢ
158τῆς ἀποτυχίας. Οἱ τῆς τότε πλειοψηφίας ἔχουσι καὶ πρὸς
159ἑαυτοὺς καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος τὸ καθῆκον νὰ ζητήσωσι νὰ πει-
160σθῶσιν, ἂν καλῶς τότε ἔκριναν ἢ κακῶς, διότι, ἐὰν τὰ πράγ-
161ματα τοὺς ἀποδείξωσιν, ὅτι κακῶς ἔκριναν, βεβαίως ἄκαιρος
162καὶ ἄτοπος θὰ ἦτο ἡ φιλοτιμία, ἥτις θὰ ὑπηγόρευεν εἰς αὐ-
163τοὺς νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην. Δὲν πρόκει-
164ται περὶ παρωνυχίδος, πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁ-
165ποῖον εἶναι ἡ κρηπὶς τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος, πρό-
166κειται περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἐν τῷ ὁποίῳ
167σήμερον δὲν ἐπιτρέπεται φιλοτιμία προσωπική. Ἡ μό-
168νη ἐπιτρεπομένη φιλοτιμία εἶναι ἡ ἐν ἐπιγνώσει ἀπόφα-
169σις. Ὅταν, ἐκτυλιχθείσης τῆς καταστάσεως, πεισθῇ ἡ πλειο-
170νοψηφία, ὅτι καλῶς ἐψήφισεν, ὀφείλει νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν γνώ-
171μην, ἣν ἐσχημάτισε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ
172νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων τὸ
173σύστημα ἐκεῖνο θέλει συμπληρωθῆ καὶ θέλει καταστῆ ἐφαρ-
174μοστέον εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ καὶ ἡ μειοψηφία ἡ τότε
175τῶν αὐτῶν βεβαίως αἰσθημάτων ἐμφορεῖται, καὶ ἂν τὰ πράγ-
176ματα πείσωσιν αὐτήν, ὅτι κακῶς ἐσκέπτετο πέρυσιν, ὅτε
177συνίστα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ
178Κράτους, βεβαίως θέλει παραιτήσει τὰς ἰδέας, αἵτινες ἀπε-
179τέλουν τὸ πρόγραμμα αὐτῆς. Τοιαύτας ὑποχρεώσεις καὶ
180πρὸς τὴν πλειοψηφίαν καὶ πρὸς τὴν μειοψηφίαν ἐρχόμεθα νὰ
181ἐπιτελέσωμεν ἤδη. Φέρομεν πάντας τοὺς πίνακας ἐνώπιον
182τῆς Βουλῆς, ἵνα καὶ αὐτὴ δυνηθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως
183νὰ μελετήσῃ αὐτοὺς καὶ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς
184μελλούσης πολιτικῆς. Ἡμεῖς ἐμελετήσαμεν τοὺς πίνακας
185καὶ ἐμορφώσαμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι καλῶς ἐσκέφθημεν κατὰ
186τὸ παρελθὸν ἔτος, ἔχομεν δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν αὐτὴν
187γνώμην θέλει σχηματίσει καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως
188τῶν πινάκων, καὶ ἐν ταύτῃ τῇ βεβαιότητι προκαλοῦμεν
189πάντας, καὶ συμπολιτευομένους καὶ ἀντιπολιτευομένους, νὰ με-
190λετήσωσιν αὐτοὺς, πεποιθότες, ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ θέ-
191λουσι λησμονήσει ἐντελῶς πάνθ’ ὅσα τυχὸν εἶπον ἄλλοτε καὶ
192τὰ ὁποῖα ἐν μικροτέρου λόγου ζητήμασι θὰ ἠδύναντο ἴσως
193διὰ τῆς φιλοτιμίας νὰ τοὺς ἐδέσμευον. Πρέπει νὰ ἔλθω-
194σιν οὗτοι εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πινάκων, ἐγκαταλείποντες
195πᾶσαν προκατάληψιν. Ἂν ἡ ἀνάγνωσις ἀποδεικνύῃ, ὅτι
196δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀνελιπῆ ἐκτέλεσιν
197τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, βεβαίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον
198τὴν ἀντίθετον γνώμην, θὰ συμφωνήσωσι μεθ’ ἡμῶν, ἀποδε-
199χόμενοι τὰς βάσεις τοῦ ἡμετέρου συστήματος, καὶ θὰ ἐργα-
200σθῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ οὐχὶ εἰς ἀπόῤῥιψιν τοῦ συστή-
201ματος, ἀλλ’ εἰς συμπλήρωσιν καὶ διαῤῥύθμισιν αὐτοῦ τοι-
202αύτην, ὥστε ἡ ἐφαρμογὴ νὰ καταστῇ εὐχερεστέρα.
203Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τούτου καὶ
204ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ σημείου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἠρξάμην κατὰ τὸ
205παρελθὸν ἔτος. Καὶ αὐτὸς ὁ Λογιστικὸς νόμος ἐπέβαλεν εἰς
206τὰς Κυβερνήσεις τὴν ὑποχρέωσιν μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
207νὰ προσάγωσι τὰς καταστάσεις τοῦ παρελθόντος. Ἡ ὑπο-
208χρέωσις ὅμως, ἥτις εἶναι τυπικὴ ἐκ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου,
209εἶναι παρ’ ἡμῖν ἀπαραίτητος, ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης ἐπὶ τῶν
210πληροφοριῶν τούτων νὰ στηρίξωμεν πάντα τὸν Προϋπολο-
211γισμὸν ἡμῶν, πάσας τὰς περὶ μεταῤῥυθμίσεων, ἃς εἰσηγά-
212γομεν, ἀποφάσεις, εἴτε πρὸς διατήρησιν εἴτε πρὸς ἀνατροπήν.
213Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσάγοντες τὸν Προϋπολογισμὸν
214κατὰ τὰ τέλη τοῦ 8βρίου, ἠδυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν ὡς ἐκ
215τῆς ὥρας ἐκείνης τοῦ ἔτους τὸν Ἀπολογισμὸν μόνον τοῦ 1884,
216διότι ὁ τοῦ 1885 δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ συνταχθῇ εἰμὴ μετὰ τὴν
21731 8βρίου· ἤδη δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν Ἀπολογισμὸν
218τοῦ 1885, καὶ τοῦτον εἰσάγω. Ὡς πρὸς τὸ 1886 δυνάμεθα
219νὰ πράξωμεν ἤδη, ὅ,τι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπράξαμεν
220ὡς πρὸς τὸ 1885. Δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν προσωρινὴν
221κατάστασιν μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους τούτου·
222ἐπειδὴ δὲ ἡ 30 Σεπτεμβρίου δὲν εἶναι τὸ τέρμα τῆς χρή-
223σεως, ἀλλ’ ὑπολείπεται εἷς ἔτι μὴν, δυνάμεθα ὡς πρὸς τὸν
224μῆνα τοῦτον, λήξαντα προχθὲς, νὰ εἰσαγάγωμεν οὐχὶ κα-
225τάστασιν ἐπίσημον καὶ κανονικὴν, ἀλλὰ διοικητικὰς πλη-
226ροφορίας, πληροφορίας ὅμως ἀσφαλεῖς καὶ ἱκανὰς, ἵνα δια-
227φωτίσωσι τὴν Βουλήν· διότι παρῆλθεν ἤδη ὁ Ὀκτώβριος
228καὶ εἴχομεν λάβει τὴν πρόνοιαν νὰ ζητήσωμεν τηλεγραφικῶς
229πάσας τὰς εἰδήσεις, αἵτινες ἠδύναντο νά ἦναι ἀναγκαῖαι
230πρὸς συμπλήρωσιν τῶν περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1886 κατα-
231στάσεων. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἴχομεν παραστήσει εἰς
232τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ προτέρα, ἐκείνη, τὴν
233ὁποίαν παρεδώσαμεν, ἀποχωρήσαντες τῆς ἐξουσίας, κατόπιν
234τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἔθνους, κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου, εἶχε
235δεινωθῆ οἰκονομικῶς, ὅτι πλὴν τῶν προνοιῶν, περὶ ὧν πρό-
236τερον ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλή, τῇ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆ-
237κον νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς ὑπηρεσίας νέου χρέους,
238προστεθέντος ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς μεσολαβησάσης ἀπὸ
239τῆς 7 Ἀπριλίου ἕως τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἀνελάβομεν τὴν
240ἐξουσίαν. Παρεστήσαμεν, ὅτι τὰ πράγματα, τὰ ἐν τῷ με-
241ταξὺ λαβόντα χώραν ἐπήγοντο καὶ ὡς πρὸς τὸ 1885 καὶ
242ὡς πρὸς τὸ 1886 ἐλλείμματα ἐν τῷ τακτικῷ Προϋπολο-
243γισμῷ, ἐλλείμματα ἐν τῷ ἐκτάκτῳ Προϋπολογισμῷ·
244ταῦτα δὲ ὅλα παρεστήσαμεν ὡς συμποσούμενα εἰς
245120,000,000. Ἠξίωσαν τότε πολλοὶ καὶ ἐντριβεῖς θεωρού-
246μενοι περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ὅτι δὲν θὰ ἦσαν τὰ ἐλλείμματα
247τοιαῦτα, ὁποῖα ἡμεῖς ἐλέγομεν, ὁ Ἀπολογισμὸς ὅμως τοῦ 1885
248ἐπεβεβαίωσε πάντα, ὅσα ἡμεῖς ἐλέγομεν. Ἐκ τοῦ Ἀπολογισμοῦ
249τούτου ἐξάγεται, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1885, ἐντελῶς περαιω-
250θεῖσα, ἀφῆκεν ἔλλειμμα τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ 24,950,000,
251ἐκτάκτου δὲ Προϋπολογισμοῦ 36,737,000, ἐν συνόλῳ 61,687,
252000. Ἀλλ’ ἐν τῷ ποσῷ τούτῳ περιλαμβάνεται καὶ ἡ πί-
253στωσις ἡ διατεθεῖσα εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, ἀφαιροῦντες
254δὲ τὰ διατεθέντα ὑπὲρ τῶν σιδηροδρόμων, ἔχομεν ἔλλειμ-
255μα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, 57,555,000 δραχμῶν.
256Ἐν τῷ ὑπολογισμῷ δὲ περιλαμβάνομεν οὐ μόνον τὰ τακτικὰ
257ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἦσαν φό-
258ροι, τουτέστι τὰς εἰσφοράς. Δὲν περιλαμβάνομεν τὰ ἐκ τῶν
259δανείων εἰσπραχθέντα. Ὡς πρὸς τὸ 1886 εἶπον, ὅτι δὲν δύ-
260ναμαι νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν Ἀπολογισμὸν, ἀφοῦ ἡ
261χρῆσις τοῦ 1886 ἔληξε μόλις πρὸ δύο ἡμερῶν, ἀλλὰ δύνα-
262μαι νὰ παρουσιάσω προσωρινὴν κατάστασιν μέχρι τῆς 30
263Σεπτεμβρίου καὶ πληροφορίας περὶ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου.
264Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου δὲν εἶναι ἐν-
265τελῶς ἀκριβῆ, ἐπειδὴ ταῦτα εἶναι τὸ ἓν εἰκοστὸν δεύτερον
266τῆς χρήσεως, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα σπουδαίως ἐν αὐτοῖς
267νὰ σφάλωμεν, τουτέστι πᾶν ἀριθμητικὸν σφάλμα θέλει ἔχει
268μικρὰν ἀξίαν πρὸς τὸ ὅλον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν κινδυνεύο-
269μεν νὰ σφάλωμεν, διότι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας συνέ-
270λεξεν ἡ ὑπηρεσία, εἶναι ἱκανῶς πλήρεις καὶ εἶναι ἀσφαλεῖς.
271Μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1887 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ
2721886 εἰσεπράχθησαν, ἐκ τακτικῶν μὲν ἐσόδων 61,515,000,
273ἐξ εἰσφορῶν 952,000, ἑπομένως ἐν συνόλῳ 62,467,000.
274Εἰς ταῦτα δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰσπράξεις διὰ τὸν
275μῆνα Ὀκτώβριον περὶ τὸ 1,000,000, ὥστε ἔχομεν εἰσπρά-
276ξεις τῆς χρήσεως τοῦ 1886 δρ. 63,467,000. Αἱ εἰσπράξεις
277αὗται ὑπολείπονται κατὰ πολὺ τῶν προϋπολογισθέντων
27883,324,068· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη. Ἤδη
279ἀναφέρω τὰ τῶν εἰσπράξεων, ἵνα παραβάλω αὐτὰ πρὸς τὰ
280πληρωθέντα ἔξοδα, καὶ ὁρίσω τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ
281Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1886. Τὰ ἔξοδα τοῦ
2821886, ἤτοι αἱ πραγματικαὶ πληρωμαὶ, ἀνῆλθον εἰς 91,848,
283000· ἑπομένως, ἂν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσω-
284μεν τὰ ἔσοδα τῶν 63,467,000, ἔχομεν ἔλλειμμα τοῦ τα-
285κτικοῦ Προϋπολογισμοῦ 28,380,000. Ἔχομεν προσ-
286έτι ἔκτακτον Προϋπολογισμόν, περιλαμβάνοντα ἔξοδα
287δαπανηθέντα 37,414,000, εἰς ὧν τὴν ἀπότισιν αἱ τακτι-
288καὶ πρόσοδοι τοῦ Κράτους, ἐπιπροστιθεμένων εἰς αὐτὰς
289καὶ τῶν ἐξ εἰσφορῶν προσόδων, οὐδόλως συνετέλουν. Τὸ
290ποσὸν τοῦτο καλύπτεται διὰ δανείων, ἑπομένως ἀποτελεῖ
291ἔλλειμμα· τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τῶν 37,414,000, προστιθέμε-
292νον εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξ
29328,380,000, φέρει τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1886 εἰς 65,795,000,
294ἑπομένως τὰ ἐλλείμματα ὁμοῦ τοῦ 1885 καὶ τοῦ 1886
295ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: ἔλλειμμα τακτικὸν τοῦ 1885 24,950,000,
296ἔλλειμμα τακτικὸν τοῦ 1886 28,380,000, τὸ ὅλον τῶν
297ἐλλειμμάτων τῶν τακτικῶν Προϋπολογισμῶν τῶν δύο χρή-
298σεων 53,331,000. Ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ 1885 36,737,000,
299τοῦ 1886 37,414,000, τουτέστιν ἀμφοτέρων τῶν χρήσεων
30074,151,000. Τὸ ἔλλειμμα ἄρα τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων
301Προϋπολογισμῶν τοῦ 1885 καὶ 1886 ἀνέρχεται εἰς 127,
302483,000. Ἀλλὰ ταῦτα τὰ 127,483,000 προέρχονται καὶ
303ἐκ τῶν δαπανῶν τῶν γενομένων χάριν τῶν σιδηροδρόμων·
304ἂν ἀφαιρέσωμεν τὰς δαπάνας ταύτας, περιορίζεται τὸ ἔλ-
305λειμμα εἰς 119,559,000, τουτέστιν εἶναι σχεδὸν αὐτὸ τὸ
306ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθημεν νὰ παραστήσωμεν πέρυσιν εἰς
307τὴν Βουλήν, ὅτε δὲν εἴχομεν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1885, ἀλλὰ
308μόνον προσωρινὴν κατάστασιν, ὅτε περὶ τοῦ 1886 ἤμεθα
309ἠναγκασμένοι νὰ ὁμιλῶμεν ἐπὶ εἰκασιῶν ἐξ ἐνδείξεων καὶ
310ἐξ ἀτελῶν πληροφοριῶν. Τὰ τοῦ 1886 ἔξοδα καὶ οἱ ὑπολο-
311γισμοὶ περὶ τῶν προσόδων αὐτοῦ ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν
312Κυβέρνησιν ὡς ὁδηγὸς περὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προϋπο-
313λογισμοῦ τοῦ 1887, ἐχρησίμευσαν εἰς αὐτὴν ὡς ὁδηγὸς,
314ἀφοῦ ὑπεβλήθησαν εἰς βάσανον ἐνδελεχῆ. Ἐνθυμεῖται
315ἴσως ἡ Βουλή, ὅτι τότε παρεστήσαμεν ὡς πρὸς τὰς προσό-
316δους ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης ἐξ αὐτῶν, ὁποίας μεταβολὰς ἐνομί-
317ζομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπενέγκωμεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, ἐὰν ἐπρό-
318κειτο νὰ διατηρηθῇ ἡ νομοθεσία ἡ τότε ὑφισταμένη. Ἀφοῦ
319δὲ τοιουτοτρόπως ἀνεθεωρήσαμεν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ
320τῶν ἐσόδων τοῦ 1886 καὶ ἐφθάσαμεν εἰς ὡρισμένον συμπέ-
321ρασμα, ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι ἡ τότε κειμένη νομοθεσία ἦτο
322ἀνεπαρκής, ἵνα παράσχῃ ἔσοδα, ὅσα ἀπήτουν τὰ ἀναγκαῖα
323ἔξοδα κατὰ τὸ ἔτος 1887, καὶ ἐπὶ τούτων ἐστηρίχθημεν, ἵνα
324προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα αὕτη ἐψή-
325φισεν. Ἤδη ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1886
326δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν, ἂν ὀρθῶς ἢ κακῶς ἐξετιμήσαμεν τό-
327τε τὰ τῶν προσόδων, ἂν ἡ βάσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
3281887 ὑπῆρξεν ἀληθής, ἂν οἱ περιορισμοὶ τῶν ἐκ τῶν κει-
329μένων τότε φόρων προσδοκωμένων ἦσαν δεδικαιολογημένοι
330καὶ ἂν τὸ δεδικαιολογημένον τοῦ περιορισμοῦ τούτου κα-
331θιστᾷ δεδικαιολογημένα καὶ τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐζη-
332τοῦμεν τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων.
333Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 εὑρίσκομεν, ὅπως ἐψη-
334φίσθη, ἀναγεγραμμένα ἔσοδα 88,324,000 δραχμῶν, ἡμεῖς
335δὲ παρεστήσαμεν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο ὑπερβολικὸν καὶ
336θεωρήσαντες μίαν ἑκάστην τῶν προσόδων, ἀπελήξαμεν εἰς
337τὸ συμπέρασμα, ὅτι κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐπετρέπετο ν’ ἀνα-
338γραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1886 βεβαίωσις 76,
339580,000· ἤδη δὲ τὰ ἀποτελέσματα μαρτυροῦσιν, ὅτι καὶ
340κάτω τοῦ ποσοῦ τούτου ἔπρεπε νὰ περιορίσωμεν τὰς προ-
341σόδους, διότι αἱ βεβαιώσεις ἔφθασαν εἰς 71,700,000. Ἐπὶ Προ-
342ϋπολογισμοῦ ἀναγράφοντος 88,324,000 βεβαιώσεις, ἔχομεν
343βεβαιώσεις πραγματοποιηθείσας 71,700,000. Ἔχω ἐνταῦ-
344θα τὸν πίνακα, ὅστις θέλει καὶ οὗτος κατατεθῆ μετὰ τῶν
345λοιπῶν εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ τῶν ὁποίων θέλετε ἰδεῖ, ποῦ
346ὑπῆρξαν ὑπερβολικαὶ αἱ ἐκτιμήσεις, καὶ τίνων ἕνεκα λόγων
347παρεστάθη ἐν τέλει τῆς χρήσεως ἡ τοιαύτη διαφορὰ 16,
348600,000, τῶν πραγματικῶς βεβαιωθέντων πρὸς τὰ προϋπο-
349λογισθέντα. Βλέπομεν ἐν τῷ πίνακι βεβαιώσεις ἐπὶ ἔλαττον
350τοῦ φόρου τῶν οἴνων 1,783,000, διότι ἀναγράφονται προϋ-
351πολογισθέντα 3,000,000, ἐπραγματοποιήθησαν δὲ βεβαιώ-
352σεις 1,216,000. Ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων προϋπελογίσθη-
353σαν 3,000,000, ἐπραγματοποιήθησαν δὲ 2,542,000, ἑπομέ-
354νως ἔχομεν βεβαιώσεις ἐπὶ ἔλαττον 547,000. Εἰς τὰ τελω-
355νιακὰ τέλη ἔχομεν διαφορὰν 4,160,000 ἐπὶ ἔλαττον. Εἰς
356τὸ χαρτόσημον 1,880,000. Εἰς τὸν καπνὸν 2,776,000. Εἰς
357τὰς ἁλυκὰς 1,778,000. Εἰς τὰς προσωρινὰς δόσεις γαιῶν
358καὶ φυτειῶν 1,523,000, καὶ ἐν ἄλλοις ἄρθροις ποσὰ ἐπὶ
359ἔλαττον βεβαιωθέντα ἱκανῶς σπουδαῖα. Ταῦτα ἀναφέρω διὰ
360νὰ δείξω, ὅτι ἤμεθα δεδικαιολογημένοι τότε, λέγοντες, ὅτι ὁ
361Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 ἀνέγραψεν ἔξοδα εἰκονικὰ, καὶ
362ὅτι, ἐὰν ἐπὶ τοιαύτης βάσεως ἐστηρίζομεν καὶ τὸν Προϋπολο-
363γισμὸν τοῦ 1887, ἠθέλομεν ἀναγράψει ἐν αὐτῷ μέγα ποσὸν,
364ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη ἐξικνούμενον εἰς 16,000,000
365δραχμῶν, καὶ ὅπερ, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνομεν περὶ αὐτοῦ πρό-
366νοιαν, ἤθελεν ὡς εἰκονικὸν μετατραπῆ εἰς ἔλλειμμα.
367Ἀλλ’ ἤδη, ὡς ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ὀρθωτέρας, τῆς τό-
368τε γενομένης, δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν ἀνα-
369θρῶσκον τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τῶν 16,600,000 δραχμῶν· διό-
370τι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἀνεγράφησαν περιωρι-
371σμέναι κατά τὰ εἰρημένα πᾶσαι αἱ πρόσοδοι.
372Τὸ βάρος ἄρα, ὅπερ ἐπεβλήθη εἰς τὴν Πολιτείαν κατὰ
373τὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν διετέλει διακεκομμένη ἡ ἐφαρ-
374μογὴ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον τώρα λειτουργεῖ, ὑπῆρξεν,
375ὅπως πέρυσιν ἐῤῥήθη, 120,000,000. Δικαίως ἄρα ἡ Βουλὴ
376ἐστήριξε τὰς σκέψεις αὐτῆς τότε ἐπὶ τοιαύτης ἐπιβαρύν-
377σεως· τοῦτο ἀποδεικνύεται ἤδη ἐναργῶς ἐξ ἀπολογισμοῦ τοῦ
378ἔτους 1885, ἐκ προσωρινῆς καταστάσεως 21 μηνῶν τῆς
379χρήσεως τοῦ 1886 καὶ ἐκ πληροφοριῶν περὶ τοῦ 22ου μηνός.
380Οὐδεμία ἄρα δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι προσετέθη
381ἐπιβάρυνσις, πρὸς ὑπηρεσίαν τῆς ὁποίας, κατὰ τοὺς παρ’
382ἡμῖν συνήθεις ὅρους τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων, θὰ ἀπη-
383τεῖτο, ὅπως τότε ἐῤῥήθη, ποσὸν 10,000,000 καὶ ὅτι αἱ
384δυσχέρειαι τοῦ Προϋπολογισμοῦ ηὔξησαν κατὰ τὸ ποσὸν
385τοῦτο· τουτέστιν, ἐὰν πρὸ τῆς 7ης Ἀπριλίου ἀπητεῖτο, ἵνα
386προνοήσωμεν περὶ νέων προσόδων, καὶ ἂν τότε ἐθεωρήθη, ὅτι
387ἡ πρόνοια αὕτη ἦτο ὑπερτέρα τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ὅτι
388ἦτο ὑπερτέρα τῆς διαθέσεως τῆς χώρας, ἐὰν ἡ χώρα ἐδήλω-
389σεν, ὅτι δὲν εἶχε τότε τὴν διάθεσιν πρὸς ἐπαύξησιν τῶν φο-
390ρολογικῶν αὐτῆς βαρῶν, ἀφοῦ εἰς τὴν τότε ἀναγκαίαν πρό-
391νοιαν ἐπιπροσετίθετο καὶ ἑτέρα περὶ δέκα ἔτι ἑκατομμυρίων,
392ἦτο φυσικὸν ν’ ἀπεκδεχώμεθα, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠθέ-
393λομεν προτείνει, θὰ ἐθεωροῦντο ἐπαχθῆ. Ἔπρεπεν ἄρα νὰ
394καταδείξωμεν τὴν ἀναπόδραστον αὐτῶν ἀνάγκην, πρέπει δὲ
395νὰ καταδείξωμεν αὐτὴν καὶ ἤδη ἐκ τῶν ὑστέρων δι’ ἀριθ-
396μῶν, ἵνα δικαιολογηθῶμεν ἀπέναντι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους
397οὕτω σπουδαίως ἐπεβαρύνομεν. Καὶ μετὰ τὴν ἀποτυχίαν
398τῆς πολιτικῆς τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου δὲν ἔπαυσαν οἱ παραί-
399τιοι τῆς ἐπαυξήσεως τῶν δυσχερειῶν ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἄνευ
400ἀνάγκης ἐπεβλήθησαν φόροι, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν
401τῶν δυσχερειῶν δι’ ἄλλων μέσων, ἔστω καὶ ἂν τὰ μέσα ταῦ-
402τα ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προετάθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι
403δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ ἐπιβαρύνσεις ἦσαν τοσαῦται, ὁποῖαι
404παρεστάθησαν ἤδη. Οἱ ἰσχυρισμοὶ οὗτοι ἐκάλουν ἀπάντησιν,
405ταύτην δὲ δίδουσιν ἤδη ὁμιλοῦντες ἀνθ’ ἡμῶν οἱ ἀριθμοί.
406Ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτω κατηρτίσθη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
4071887, ἀφοῦ κατηρτίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ
408τοῦ 1886, διορθωθέντος παρ’ ἡμῶν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν
409ἐκτιμήσεων τῶν προσόδων, ἀφοῦ διεῤῥυθμίσθη διὰ τῆς ἀνα-
410πληρώσεως τῶν κενῶν διὰ νέων φορολογικῶν μέτρων, μένει
411νὰ ἐξετάσωμεν, κατὰ πόσον τὸ ὅλον σύστημα, τὸ παρ’ ἡμῶν
412προταθὲν καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθὲν, ἀνταπεκρίθη πρὸς
413τὴν ἀνάγκην, κατὰ πόσον αἱ ἐπαγγελίαι ἐπηλήθευσαν,
414κατὰ πόσον οἱ μέχρι τοῦδε παρουσιαζόμενοι ἀριθμοὶ ἐπικυ-
415ροῦσι τὸ βάσιμον τῶν ὑπολογισμῶν ἡμῶν. Καὶ δὲν ἔχο-
416μεν ὡς πρὸς τὸ 1887 Ἀπολογισμὸν, ἀφοῦ μόλις εἰσερ-
417χόμεθα εἰς τὸν ἑνδέκατον μῆνα τῆς χρήσεως, ἀπαρτιζομένης
418ἐξ 22 μηνῶν. Ἀλλὰ καίτοι δὲν ἔχομεν Ἀπολογισμὸν, καί-
419τοι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ὅπως διὰ τὸ ἔτος 1886,
420προσωρινὴν κατάστασιν διὰ τὸ πλεῖστον ἢ σχεδὸν διὰ
421τὸ ὅλον τῆς χρήσεως, αὐτοὶ οἱ δέκα μῆνες, περὶ τῶν ὁποίων
422δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πληροφορίας, τουτέστιν οἱ ἐννέα μῆνες
423μέχρι τῆς 30ῆς Σεπτεμβρίου, περὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ
424ἔχωμεν πλήρεις καὶ ἐπισήμους καταστάσεις, καὶ ὁ 10ος
425μὴν, περὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πληροφορίας διοι-
426κητικὰς, ἀποχρώσας καὶ ἀσφαλεῖς, αὐτοὶ οἱ δέκα μῆνες δύ-
427νανται κατὰ πολὺ νὰ μᾶς διαφωτίσωσι· διότι ναὶ μὲν ἡ χρῆ-
428σις ἀπαρτίζεται ἐξ 22 μηνῶν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι γενικὴ ἔκ-
429φρασις. Ὅταν εἰσδύσωμεν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα, εὑρίσκομεν,
430ὅτι οἱ 22 μῆνες δὲν εἶναι ὁ χρόνος τῆς διαρκείας ὅλων
431τῶν προσόδων, ἐξ ἐναντίας αἱ πλεῖσται τῶν προσόδων δὲν
432διαρκοῦσιν ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν 22 μῆνας,
433αἱ πλεῖσται διαρκοῦσι μόνον 12 μῆνας· τὰ τελωνιακὰ, τὸ
434χαρτόσημον, οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως, τὰ μονοπω-
435λεῖα, τὸ ταχυδρομεῖον, τὸ τηλεγραφεῖον, αἱ κρατήσεις
436τῶν συντάξεων καὶ πλεῖσται, ὅσαι κατὰ νόμον βεβαιοῦνται
437καὶ εἰσπράττονται ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους. Περὶ τούτων
438ἄρα ἔχοντες πληροφορίας ἀσφαλεῖς ἐπὶ 10 μῆνας, γινώσκο-
439μεν τὰ 10/12 τοῦ ὅλου καὶ δὲν εἶναι δύσκολον ν’ ἀποφανθῶ-
440μεν ἀσφαλῶς περὶ τῶν δύο ὑπολειπομένων δωδεκάτων· τὰ
441ποσὰ δὲ ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 94,000,000, εἰς τὰ ὁποῖα
442ἐφαρμόζεται ἡ σκέψις αὕτη, εἶναι περίπου ἐν συνόλῳ 70,
443000,000. Περὶ 70 ἄρα ἑκατομμυρίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ
444δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ γινώσκωμεν τὰ ἀποτελέσματα κατὰ
44510 δωδεκατημόρια καὶ ταῦτα τὰ 10 δωδεκατημόρια πρέπει
446νὰ μελετήσωμεν ἐπισταμένως, διότι ἐξ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ
447ὁδηγηθῶμεν περὶ τῆς λειτουργίας τῶν μέτρων. Ὡς πρὸς τὰ
448ἄλλα 24 περίπου ἑκατομμύρια δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ εἴ-
449πωμέν τι νέον. Πᾶσα σκέψις περὶ ἐκείνων εἶναι πρόωρος. Ὅτε
450ἐπὶ 22 μηνῶν μόλις οἱ 10 μῆνες παρῆλθον, βεβαίως δὲν
451δυνάμεθα ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας νὰ ὁδηγηθῶμεν περὶ
452τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν ἀποτελέσματα
453περὶ 70 ἑκατομμυρίων, ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 94,000,000,
454νομίζω, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα μᾶς διαφωτίσωσιν.
455Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 ἐψηφίσθη ἐν ἰσοζυγίῳ, τὸ
456περίσσευμα τὸ παρουσιαζόμενον ἦτο ἁπλῶς ἀριθμητικὸν, δὲν
457εἶχεν ἀξίαν οὐσιαστικὴν, ἦτο 387 χιλ. δραχ., ὥστε δυνάμεθα
458νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν παρουσίαζε περίσσευμα, παρουσίαζεν ἁ-
459πλοῦν ἰσοζύγιον. Ποῖαι μεταβολαὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπεδείχθη-
460σαν ἐπελθοῦσαι ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα ἐν ἐκείνοις τοῖς φόροις, οἵτινες
461ἀποτελοῦσιν, ὅπως εἶπον, τὸ μέγιστον μέρος τῶν προσόδων
462τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ποῖα τὰ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὰ ἔξο-
463δα, διότι καὶ ὡς πρὸς ἐκεῖνα ἡ χρῆσις, ἥτις ἔχει διάρκειαν 22
464μηνῶν, κατὰ τὸ πλεῖστον περιορίζεται εἰς μόνον 12, ἐντὸς
465τῶν ὁποίων δυνάμεθα ὡς πρὸς τὸ πλεῖστον τῶν ἐξόδων νὰ
466γνωρίσωμεν καὶ ἐπισήμως εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται. Ὀφεί-
467λομεν ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν, ἡ ἐφαρμογὴ ἐπὶ 10 μῆνας τοῦ
468Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων κατὰ πόσον ηὔξησε τὰς πι-
469στώσεις τὰς ἀναγεγραμμένας, εἴτε διὰ νέων πιστώσεων,
470χορηγηθεισῶν διὰ Διαταγμάτων, ὅπως ἐπιτρέπει ὁ νό-
471μος περὶ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε διὰ τῆς γεννηθείσης
472ἀνάγκης, ἥτις θέλει ὑποχρεώσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ
473πρὸς τακτοποίησιν ἀναπληρωματικὰς ἢ ἐκτάκτους πιστώ-
474σεις, καὶ προσέτι ποῖοι περιορισμοὶ ἐπῆλθον εἰς τὰς δαπάνας.
475Ἐὰν πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τῆς μελέτης ταύτης
476ποιησώμεθα ἀρχὴν ἀπὸ τῶν ἐσόδων, παρατηροῦμεν, ὅτι ἔχο-
477μεν ἔσοδα τοῦ 1887, ἐν οἷς θέλει ὑπάρξει πρόσοδος ἀνωτέρα
478τῆς ἀναγραφείσης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὑπάρχουσιν ἄλλα,
479ἐν οἷς θέλει ὑπάρξει πρόσοδος κατωτέρα· πρόσοδον ἀνωτέραν
480θὰ ἔχωμεν εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, διότι εἶναι ἀναγεγραμ-
481μένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν 400,000 δραχμῶν καὶ
482μέχρι τοῦδε εἶναι βεβαιωμένον ποσὸν 655,000· ἐκ τελῶν
483χαρτοσήμου θὰ ἔχωμεν αὔξησιν ἱκανῶς σπουδαίαν, διότι ἐν
484τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνεγράφη πρόσοδος ἐκ χαρτοσήμου 7,
485700,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἡ πρόσοδος ἐκ χαρτοσήμου, ὡς ἐκ
486τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μέχρι τοῦδε, θέλει βεβαίως ὑπερβῆ
487τὰ 8,000,000· οἱ ὑπολογισμοὶ διὰ τοὺς δύο τελευταίους
488μῆνας τοῦ ἔτους γίνονται διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος νομίζω, ὅτι
489θέλει θεωρηθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἀσφαλής. Ὑπολογίζομεν, οἱ
49010 πρῶτοι μῆνες τοῦ ἔτους 1887 ποῖον ποσὸν ἀπήνεγκον, ἐν ἀν-
491τιπαραβολῇ πρὸς τοὺς 10 πρώτους μῆνας τοῦ 1886, τοῦ 1885,
492τοῦ 1884, καὶ κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς προσαυξήσεως τῆς
493προσόδου ἐκ χαρτοσήμου κατὰ τὸ 1886, τὸ 1885, τὸ 1884
494κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τοῦ ἔτους, προσαυξάνομεν
495τὰ μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντα ἐκ φόρου χαρτοσήμου. Ἐὰν
496τοιαύτη προσαύξησις γίνῃ εἰς τὰ μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντα
497ἐκ φόρου χαρτοσήμου, ἔχομεν ἀσφαλῆ πρόσοδον, ὑπερβαίνου-
498σαν τὰ 8,000,000. Περὶ πάντων, ὅσα ἀναφέρω, θέλω ὑπο-
499βάλει πίνακας, ἰδοὺ δὲ ὁ πίναξ ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ
500χαρτοσήμου. Ἡ εἴσπραξις μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου 1887
501ἀνέρχεται εἰς 5,591,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1886 μέχρι τῆς αὐ-
502τῆς ἐποχῆς ἀνῆλθεν εἰς 5,097,000, κατὰ τὸ 1885 εἰς 4,
503381,000, κατὰ τὸ 1884 εἰς 4,538,000· ἐὰν ἄρα κατὰ τὴν
504ἀναλογίαν τοῦ 1886 αὐξήσωμεν τὴν μέχρι τῆς 30ῆς 7)βρίου
505πρόσοδον ἐκ χαρτοσήμου, ἡ ἀναλογία δὲ τοῦ 1886 εἶναι
50669% διὰ τοὺς ἐπιλοίπους τρεῖς μῆνας, ἔχομεν πρόσο-
507δον 8,100,000· ἐὰν κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ 1885, ἔχο-
508μεν πρόσοδον 8,200,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐὰν αὐξήσωμεν
509κατὰ τὴν σχετικὴν ἀναλογίαν τῆς προσόδου τῶν 9 μηνῶν
510τοῦ 1887 πρὸς τοὺς 9 μῆνας τοῦ 1886 καὶ τοῦ 1885, πρέ-
511πει νὰ ἐπιπροσθέσωμεν καὶ ποσὸν ἄλλο, ἑπομένως ἡ προϋ-
512πολογισθεῖσα πρόσοδος εἰς 7,775,000 πιθανότατα θέλει
513αὐξήσει κατὰ 500,000· ἀλλ’ ἐν τῷ σημειώματι, τὸ ὁποῖον
514συνυποβάλλω μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, σημειοῦται ἐκ
515χαρτοσήμου 200,000 δραχμῶν προσαύξησις. Ἐκ τηλε-
516γραφικῶν καὶ ταχυδρομείων κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον
517τοῦ ὑπολογισμοῦ ἔχομεν αὔξησιν 300,000 δραχμῶν.
518Ἔχομεν δὲ καὶ προαυξήσεις 2,000,000 ἐκ διαφόρων ἐσόδων
519τυχηρῶν, αἵτινες μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου ἀνέρχονται εἰς
5201,486,000. Ἑπομένως ἐν συνόλῳ ἔχομεν προσαύξησιν 2,830,
521000, ἅπερ, προστιθέμενα εἰς τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνα-
522γεγραμμένα ἔσοδα ἐξ 94,656,000, ἀναβιβάζουσιν αὐτὰ εἰς
52397,486,000. Ἀλλ’ ἐκ τούτων πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν πάντα,
524ὅσα σήμερον μετὰ δεκάμηνον ἐφαρμογὴν θεωροῦμεν ὡς πι-
525θανῶς μὴ βεβαιωτέα. Ἡ μέχρι τοῦδε ἐφαρμογὴ τοῦ Προϋπο-
526λογισμοῦ μᾶς πείθει, ὅτι ἐν τῷ φόρῳ τῶν ζώων θὰ ἐπέλθῃ
527ἐλάττωσις, διότι τὰ ἀπαριθμηθέντα ζῶα δὲν ἀνῆλθον εἰς
528τὸν μέσον ὅρον τοῦ παρελθόντος, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἀναγρά-
529ψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, πολλῷ μᾶλλον δὲν
530ἀνῆλθον εἰς τὸν ὅρον, τὸν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπο-
531λογισμῷ τοῦ 1886· τίνες οἱ λόγοι τῆς ἐλαττώσεως,
532δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, φαίνεται ὅμως, ὅτι ὑπάρχει τις
533ἐλάττωσις. Οὐχ ἧττον, καίτοι σημειοῦμεν τὴν βεβαίωσιν
534ἐπὶ ἔλαττον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἐλπίζομεν, ὅτι ἐν τῷ μέλ-
535λοντι θὰ γίνηται ἡ βεβαίωσις ἀσφαλῶς ἐπὶ τῷ μέσῳ
536ὅρῳ, διότι θέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν μέτρον περὶ
537διαφόρου τρόπου βεβαιώσεως, περὶ βεβαιώσεως, στηριζομέ-
538νης εἰς τὸν μέσον ὅρον τῆς τελευταίας πενταετίας καὶ ἀπο-
539τελουμένης ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ μέσου ὅρου· ἀλλ’ ἤδη ἐν
540τοῖς ἀποτελέσμασι τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887 ἀναγρά-
541φομεν 480,000 δραχμῶν βεβαίωσιν ἐπὶ ἔλαττον ἐκ τοῦ
542φόρου τῶν ζώων. Ἐν τοῖς ἐγγείοις φόροις ἐπίσης πρέπει νὰ
543ἀναγράψωμεν ἐλάττωσιν· ἡ σταφὶς ηὐτύχησεν ἐφέτος ὡς
544πρὸς τὸ ποιὸν καὶ τὴν τιμήν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν δὲν
545ἔφθασεν εἰς τὸν μέσον ὅρον, τὸν ἀναγραφέντα ἐν τῷ Προϋπο-
546λογισμῷ, ὡς ἐκ τούτου πρέπει νὰ σημειωθῇ βεβαίωσις ἐπὶ
547ἔλαττον, ἐπίσης πρέπει νὰ σημειωθῇ ἐλάττωσις καὶ ἐκ
548τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀμφότερα ταῦτα ἀποτελοῦσι
549560,000 δραχμῶν. Τὰ τελωνιακὰ τέλη ἀνταπεκρίθησαν
550κατ’ ἀρχὴν εἰς τὰς προσδοκίας ἡμῶν, ὅτε προετείναμεν τὰς
551αὐξήσεις, ἤτοι τὴν αὔξησιν δασμῶν καὶ τὴν αὔξησιν διὰ
552τῆς πληρωμῆς εἰς χρυσὸν ἢ τοῦ ἀντιτίμου αὐτοῦ. Ἐλέχθη
553ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἐπιπροστιθέμεναι αἱ αὐξήσεις αὗται εἰς
554τὰς ψηφισθείσας τῇ εἰσηγήσει τῆς προκατόχου Κυβερνή-
555σεως, ἀντὶ νὰ φέρωσι μεγαλειτέραν πρόσοδον, θέλουσιν ἐλατ-
556τώσει καὶ τὰς προϋπαρχούσας. Ἐῤῥήθη τότε, ὅτι εἶναι μά-
557ταιον ἐπὶ προσόδων ἐκ δασμῶν 15,500,000 κατὰ τὸ προη-
558γούμενον ἔτος, νὰ προσδοκῶμεν προσαύξησιν, ὁποία ἡ ἐν τῷ
559Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887 ἀναγεγραμμένη, εἰς 28,547,000
560δραχμῶν. Ἀναγράφετε, ἔλεγον οἱ ταῦτα ἰσχυριζόμενοι, 28 ἑκα-
561τομμύρια ἐκ φόρων εἰσαγωγῆς καὶ δὲν θέλετε λάβει οὐδὲ τὰ
56215 ἑκατομμύρια τοῦ 1885, διότι ἐν τῇ φορολογίᾳ, ὅταν φθά-
563σητε εἰς τὸ ἀνώτατον τῆς φορολογικῆς δεκτικότητος ση-
564μεῖον, ἀντὶ νὰ προσαυξάνητε διὰ τῶν προσθηκῶν, ἀφαιρεῖτε.
565Ἐν τούτοις τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα μαρτυροῦσιν, ὅτι
566ἡ πρόσοδος ἐκ τελῶν εἰσαγωγῆς θέλει πλησιάσει εἰς τὸ πο-
567σὸν τῶν 28,000,000. Δὲν ἔχομεν ἔτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ
568Νοεμβρίου καὶ τοῦ Δεκεμβρίου καὶ δὲν δυνάμεθα ἑπομένως
569νὰ ἀποφανθῶμεν ἀσφαλῶς, διότι τὰ μέχρι τοῦδε ἀποδεικνύ-
570ουσιν, ὅτι ὑπάρχει παραλλαγὴ ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα. Οἱ πρῶ-
571τοι μῆνες τοῦ ἔτους δὲν ἔδιδον πλήρη τὴν ἐκ τῆς προσθέ-
572του φορολογίας ἀναλογίαν τῆς προσαυξήσεως· οἱ τελευταῖοι
573ὅμως μῆνες, ὁ 7βριος καὶ ὁ 8βριος, ἔδωκαν πρόσοδον ἀνω-
574τέραν τῆς ἀναλογίας τῆς προσαυξήσεως. Ἡ ἀναλογία τῆς
575προσαυξήσεως ἐπὶ τὸν μέσον ὅρον τριῶν ἐτῶν, ὅστις εἶχε
576ληφθῆ ὡς βάσις τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς προσόδου ἐν τῷ
577Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1887, ἦτο 52 τοῖς ἑκατόν.
578Κατὰ Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον εἰσεπράχθησαν οὐ μό-
579νον τὰ 52% ἐπὶ πλέον τοῦ μέσου ὅρου τῆς προσό-
580δου τῶν ἐτῶν 1883, 1884 καὶ 1885, ἀλλὰ προσέτι εἰσε-
581πράχθη κατὰ μῆνα 7βριον ποσὸν 400,000 δραχμῶν πέραν
582τῆς προσαυξήσεως, κατὰ δὲ μῆνα 8βριον ποσὸν 75,000
583δραχμῶν πέραν τῆς προσαυξήσεως. Τί θὰ εἰσπραχθῇ κατὰ
584μῆνα Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον, δὲν δυνάμεθα νὰ γινώ-
585σκωμεν. Δύνανται οἱ μῆνες οὗτοι νὰ μὴ δώσωσι προσαύ-
586ξησιν πέραν τῆς ἀναλογίας, δύνανται ἴσως νὰ ὑστερή-
587σωσι τῆς ἀναλογίας, ἀλλὰ κατὰ πιθανότητα οἱ μῆνες οὗ-
588τοι θ’ ἀπενέγκωσι τὴν προσαύξησιν τῶν δύο προηγουμέ-
589νων μηνῶν, διότι οἱ πίνακες τοῦ παρελθόντος δεικνύουσι
590συνήθως τοὺς μῆνας τούτους ὁμοίους πρὸς τοὺς ἀμέσως πρὸ
591αὐτῶν. Ὁμιλῶν καὶ περὶ τῶν τελωνιακῶν περιορίζομαι εἰς
592τὴν εἰσαγωγήν. Εἶπον πρότερον, ὅτι γίνεται τις ἀφαίρεσις
593ἐπὶ τῆς προσόδου ἐκ τῆς σταφίδος, διότι αἱ πληροφορίαι τῶν
594ἐφοριῶν μᾶς πείθουσιν, ὅτι ἡ παραγωγὴ ὑπῆρξε κατωτέρα
595τῆς μέσης, ἡ ἀφαίρεσις ὅμως αὕτη ἐγένετο ἐν τοῖς ἐγγείοις
596φόροις, δὲν ἐγένετο ἐν τοῖς τελωνιακοῖς, διότι τὸ ἄρθρον, τὸ
597περὶ τελωνιακῶν, δὲν ἀφορᾷ εἰς ὅλους τοὺς φόρους, οἵτινες
598εἰσπράττονται ἐν τοῖς τελωνείοις. Ὁμιλοῦντες περὶ τῶν
599τελωνιακῶν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ
600δασμολογίου, δυνάμεθα δὲ ἀσφαλῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ προσ-
601θῆκαι κατὰ τὸ πλεῖστον πραγματοποιοῦνται. Ἴσως δὲν
602πραγματοποιηθῇ ὁλόκληρος ἡ διαφορά, ἡ ἀπὸ τῶν 15,500,000
603τοῦ 1885 μέχρι τῶν 28,500,000 τῶν ἀναγεγραμμένων
604ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887· ἴσως πραγματοποιηθῇ
605διαφορὰ κατὰ 1,400,000 ἐπὶ ἔλαττον, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο
606ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι μέχρι τοῦδε
607τοσαύτη ὑπάρχει διαφορὰ προσόδου ἐπὶ ἔλαττον τῆς ἀνα-
608λογούσης. Ἐὰν ἄρα οἱ μῆνες 9βριος καὶ 10βριος δὲν δώ-
609σωσιν ὡς ὁ 7βριος καὶ ὁ 8βριος ποσὸν πέραν τῆς ἀναλογίας
610τῆς προσαυξήσεως, ἀλλὰ δώσωσι μόνον τὴν ἀναλογίαν, ἡ
611ἐλάττωσις τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
612τοῦ 1887 ποσοῦ θ’ ἀναβῇ εἰς 1,400,000 δραχμῶν.
613Ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων θὰ ὑπάρξῃ ἐλάττωσις 150,000
614δραχμῶν. Ἐπὶ τῶν ποτῶν θὰ ὑπάρξῃ ἐλάττωσις, διότι μέ-
615χρι τοῦδε δὲν ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νόμου, διότι δὲν ἠ-
616δυνάμεθα ἔτι νὰ λάβωμεν τοὺς μηχανικοὺς μετρητὰς καὶ τ’ ἄλ-
617λα ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν
618τοῦ νέου συστήματος. Ἐκ τούτου ἐλάττωσις 500,000 δραχ-
619μῶν. Τοῦ καπνοῦ, ὡς ἐκ τῆς βραδείας ἐφαρμογῆς, θὰ ὑπάρξῃ
620ἐλάττωσις προσόδου 1,000,000. Ὡς πρὸς τὰ τοῦ καπνοῦ
621ἔχομεν ἤδη ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διαφω-
622τίσωσι τὴν Βουλήν. Ἀνέγνωσα πρὸς ὑμᾶς πρότερον τ’ ἀπο-
623τελέσματα τοῦ 1886 καὶ εἴδετε, ὅτι κατὰ τὸ 1886, ἐφαρμο-
624ζομένου τοῦ καταργηθέντος συστήματος, εἴχομεν ἐπὶ ἔλαττον
625βεβαίωσιν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ 2,776,000. Ἤδη ἐκ τῶν μέχρι
626τοῦδε ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τῆς διὰ
627τῶν κοπτηρίων φορολογίας δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀσφαλῶς,
628ὅτι τὸ ποσὸν, εἰς ὃ ὑπελογίσθη ἡ ἐτησία κατανάλωσις, εἶναι ὁ
629κατώτατος ὅρος καὶ ὅτι βεβαίως ἔσται αὕτη ἀνωτέρα. Ἔχο-
630μεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς καταναλώσεως κατὰ δεκαημερίαν,
631τὰ ποσὰ δὲ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ Προϋπολογισμὸς,
632εἶναι κατανάλωσις 27,777 ὀκάδων κατὰ δεκαημερίαν. Ἤρ-
633ξατο ἡ κατανάλωσις ἀπὸ ποσῶν 20, 22, 23 χιλιάδων κατὰ
634δεκαήμερον, τὸ δὲ τελευταῖον τοῦτο δεκαήμερον ἔφθασεν
635εἰς ποσὸν 27,300, τουτέστιν εἰς τὴν ἀναλογίαν, ἐπὶ τῆς
636ὁποίας στηρίζεται ὁ Προϋπολογισμός. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἐ-
637γένοντο μεγάλαι προμήθειαι κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐφαρ-
638μογῆς τοῦ Νόμου, καὶ προδήλως, ὅταν αἱ προμήθειαι αὗται
639ἐξαντληθῶσιν, ὅπως καὶ ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ τοῦ αὐτοῦ
640Νόμου εἴδομεν τὴν κατανάλωσιν αὐξάνουσαν, θέλομεν ἴδει
641αὐτὴν αὐξάνουσαν καὶ ἤδη. Ἀλλὰ καίτοι οὕτως ἐξησφαλί-
642σθη ἡ βάσις τῆς προσόδου τοῦ καπνοῦ, ὁποία ἀνεγνωρίσθη
643ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, οὐχ ἧττον πρέπει νὰ σημειώσωμεν
6441,000,000 ἐλάττωσιν προσόδου, διότι ἀντὶ τῆς 1ης Ἰου-
645νίου δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον ἢ τὴν 10ην
646Αὐγούστου, τὰ δὲ πρῶτα δεκαήμερα ἀπήνεγκον πρόσοδον
647κατά τι κατωτέραν τῆς ἀναλογίας. Ἐπίσης καὶ ἡ ἐκ τοῦ
648σιγαροχάρτου πρόσοδος διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους σημειοῦ-
649ται ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 200,000 δραχμῶν. Θὰ ἔχωμεν
650ἐλάττωσιν προσόδου καὶ ἐκ τιμήματος ἐθνικῶν κτημάτων
651οὐχὶ ὅσην τὸ 1886, ὅτε οἱ προϋπολογισμοὶ ὑπερέβησαν τὰς
652εἰσπράξεις κατὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀλλὰ θὰ ἔ-
653χωμεν 500,000 ἐλάττωσιν. Πάντα ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 4,890,
654000 δρ., ἅτινα, ἀφαιρούμενα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων,
655ἐπαυξηθέντος ὡς πρότερον ἐξέθηκα, φέρουσιν αὐτὸν εἰς 92,596,
656000. Αἱ βεβαιώσεις αὗται, οὕτω δι’ αὐξήσεων καὶ ἐλαττώσεων
657μεταῤῥυθμισθεῖσαι, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἤδη ὡς ἀσφαλεῖς,
658διότι ηὐξήσαμεν ἐκείνας μόνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὰ ἀποτελέ-
659σματα, τὰ μέχρι τοῦδε, δεικνύουσι βεβαίαν αὔξησιν καὶ ηὐ-
660ξήσαμεν αὐτὰς ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ, ἠλαττώσαμεν δὲ ἐπὶ τῷ
661ἀνωτάτῳ ἐκείνας, ὧν ἡ ἐπὶ 10 μῆνας ἐφαρμογὴ τοῦ Προϋ-
662πολογισμοῦ ἔπεισεν ἡμᾶς, ὅτι ἦσαν δεκτικαὶ περιορισμοῦ.
663Ποῖοι φόροι μένουσιν, ἐπὶ τῶν ὁποίων δυνάμεθα ἤδη νὰ
664θεωρήσωμεν, ὅτι δὲν ἐπεχύθη νέον φῶς ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ
665Προϋπολογισμός; Εἶναι οἱ φόροι, περὶ ὧν καὶ ἄλλοτε ἡ πεῖρα
666μᾶς ἐδίδαξεν. Αἱ περὶ αὐτῶν ἐκτιμήσεις ἐν τῷ Προϋπολο-
667γισμῷ ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τῶν μέσων ὅρων τῶν προσόδων τοῦ
668παρελθόντος, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος, ἵνα θεωρήσωμεν, ὅτι αἱ
669βεβαιώσεις τοῦ παρελθόντος δὲν θέλουσι πραγματοποιηθῆ
670ἤδη, ὅτε ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ βλέπομεν
671τάσιν πρὸς αὔξησιν μᾶλλον ἢ πρὸς ἐλάττωσιν. Ἀλλὰ τὰ
67292,596,000 εἶναι τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα καὶ τὸ ζή-
673τημα δὲν εἶναι, προκειμένου περὶ ἀπολογισμοῦ καὶ περὶ
674σκέψεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλομεν στηρίξει πρακτικὰ μέ-
675τρα, τὸ τῶν βεβαιώσεων· τὸ ζήτημα εἶναι τὸ τῶν εἰσπρά-
676ξεων, διότι αἱ εἰσπράξεις παρέχουσι τὸ χρῆμα· ὡς πρὸς δὲ
677τὰς εἰσπράξεις τίνα ἔχομεν διδόμενα; Οὐδὲν ἔχομεν δι-
678δόμενον ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις, ὅτι θέλουσιν αὗται ὑστε-
679ρήσει τῶν βεβαιώσεων πλειότερον ἢ ἄλλοτε. Ὡς πρὸς τοὺς
680πλείστους τῶν φόρων δὲν ὑπάρχει ἀπόστασις μεταξὺ εἰσ-
681πράξεως καὶ βεβαιώσεως. Ὡς πρὸς τὰ 70 ἑκατομμύ-
682ρια, τὰ ὁποῖα ἀνήνεγκον πρότερον, ἡ βεβαίωσις γίνε-
683ται διὰ τῆς εἰσπράξεως καὶ ἑπομένως συμπίπτει μετὰ τῆς
684εἰσπράξεως· πρόκειται ἄρα περὶ 24 ἑκατομμυρίων. Πρόκει-
685ται περὶ τῶν ἀμέσων φόρων, πρόκειται περὶ τοῦ τιμήματος
686τῶν γαιῶν καὶ κτημάτων, πρόκειται περὶ τοῦ μισθώματος
687ἐθνικῆς περιουσίας ἀκινήτου· οὗτοι εἶναι οἱ φόροι καί τινες
688ἄλλοι ὀλιγώτερον σπουδαῖοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἀπό-
689στασις μεταξὺ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως. Ἡ ἀπόστασις
690αὕτη ἐν τῷ παρελθόντι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀνέβη εἰς
6918% καὶ εἰς 9% ἀνέβη καὶ εἰς 10%,
692ἀλλ’ ἐκτάκτως ἐπὶ τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ· ἐπὶ
693δὲ τοῦ ποσοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφορὰ
694μεταξὺ εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως, δὲν δύναται τὸ ποσὸν
695τοῦτο νὰ ὑπερβῇ τὰ 30%. Συνάμα μετὰ τοῦ Προϋ-
696πολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους ὑπέβαλον καὶ πίνακα,
697δεικνύοντα ἐπὶ ἑκάστου φόρου τὴν καθυστέρησιν εἰσπράξεως
698πρὸς τὴν βεβαίωσιν, καθ’ ὃν ὑπάρχουσι φόροι, ἐν οἷς ὑστερεῖ
699ἡ εἴσπραξις κατὰ 3 τοῖς ἑκατὸν, ὑπάρχουσι δὲ καὶ φόροι,
700ἐν οἷς ὑστερεῖ μέχρι 50 τοῖς ἑκατόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ὅλου πο-
701σοῦ τῶν προσόδων, καθ’ ἃς ὑστερεῖ ἡ εἴσπραξις τῆς βεβαιώ-
702σεως, ἡ ἀναλογία τῆς καθυστερήσεως οὐδέποτε ὑπερβαίνει τὰ
70330 τοῖς ἑκατόν. Ἐπὶ 24 ἄρα ἑκατομμυρίων μείωσις 30%
704φέρει ποσὸν 7,200,000, δηλαδὴ τὸ ποσὸν περίπου τὸ
705ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ
706εἰς τοῦτο θέλω ἐπανέλθει, ἀφοῦ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἐξόδων.
707Ὡς πρὸς ταῦτα δὲ παρατηρῶ, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
7081887 ἀνέγραψε ποσὸν 94,269,000 δραχμῶν, προσετέθησαν
709δὲ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἔκτοτε 626,000 δραχμῶν
710ἐκ διαφόρων λόγων, τουτέστι: τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερι-
711κῶν 493,000 δραχμῶν, δι’ ἐπιστροφὰς χρημάτων 120,000
712καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης 13,000 δραχμῶν· ὥστε
713ἔχομεν ἔξοδα 94,895,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τούτων δὲ ἔχο-
714μεν αὐξήσεις καὶ ἐλαττώσεις. Καὶ περὶ μὲν τῶν αὐξήσεων
715θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ οἰκεῖα νομοσχέδια,
716τὰς δ’ ἐλαττώσεις, ἀνωτέρας τῶν αὐξήσεων, μνημονεύω, ὅπως
717τὸ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν αὐξήσεων ὑπόλοιπον λογισθῇ
718εἰς περιορισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων.
719Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἔχομέν τινας αὐξή-
720σεις· ἔχομεν αὐξήσεις, προερχομένας ἐκ τῆς βραδείας δια-
721θέσεως τῶν ὑπεραρίθμων ἵππων, ἥτις ἐπήνεγκε κατ’ ἀνάγκην
722μεγαλειτέραν δαπάνην διὰ τροφὴν τῆς ἐν τῷ Προϋπολο-
723γισμῷ ἀναγεγραμμένης. Ἔχομεν ὡσαύτως αὔξησιν ἐκ τῶν
724ἀμοιβῶν τῶν ὑπαξιωματικῶν, διότι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶχεν
725ὑπολογισθῆ ἐλάσσων τοῦ πραγματικοῦ· ἔχομεν εἰς τὰς στε-
726ρεὰς χορηγίας δαπάνας ἐπὶ πλέον τῶν ἀναγεγραμμένων.
727Ἔχομεν ὅμως καὶ δαπάνας ἐπὶ ἔλαττον. Ἀφαιροῦντες δὲ
728τὰς ἐπὶ πλέον δαπάνας ἀπὸ τῶν ἐπὶ ἔλασσον, ἔχομεν κατὰ
729πίνακας ἀσφαλεῖς βεβαιωμένην ἐλάττωσιν τῶν ἀναγεγραμ-
730μένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
731Ὑπουργείου δαπανῶν 2,250,000 δραχμῶν. Ἐν τοῖς ἄλλοις
732Ὑπουργείοις ἔχομεν ἐλαττώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν συνόλῳ ὑπο-
733θέτομεν, ὅτι θὰ ἦναι ἐν τῇ συνήθει ἀναλογίᾳ μεταξὺ 5½
734ἕως 6%, ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ δὲ ἀναλογίᾳ, τὴν ὁποίαν καὶ ἐπὶ
735τῶν πραγμάτων ἐφηρμόσαμεν καὶ εὕρομεν ἀκριβῆ, θεωροῦ-
736μεν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἐλάττωσις 1,830,000. Ἀλλὰ μεγαλει-
737τέρα πασῶν τούτων τῶν ἐλαττώσεων εἶναι ἡ ἐκ τοῦ δημο-
738σίου χρέους. Ὅτε ὑπεβάλομεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887
739εἰς τὴν Βουλὴν, εἴπομεν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν χρεῶν τοῦ
740Δημοσίου, τῶν τε παγίων καὶ τῶν ἐκκρεμῶν, μᾶς περιῆγεν εἰς
741λίαν δυσχερῆ θέσιν, ὅτι ἠναγκαζόμεθα κατ’ ἐκείνην τὴν
742στιγμὴν νὰ προνοῶμεν περὶ χρημάτων πρὸς πληρωμὴν ὀφει-
743λῶν ἀπαιτητῶν· διαρκούσης δὲ τῆς Συνόδου ἐκείνης ἠναγκά-
744σθημεν νὰ δανεισθῶμεν δι’ ἐντόκων γραμματίων μεταλλικὸν
74519,000,000 χάριν τοιούτων πληρωμῶν, ὑπῆρχον δ’ ἐνεχυ-
746ριασμένοι τίτλοι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 καὶ ἔ-
747πρεπε νὰ φροντίσωμεν περὶ ἀπελευθερώσεως αὐτῶν. Ὡς
748πρὸς πάντα ταῦτα, διαρκούσης ἔτι τῆς Συνόδου ἐκείνης,
749καίτοι ἐν ἀρχῇ αὐτῆς ἦτο πανθομολόγητον, ὅτι δυσχερῶς
750θὰ ἐπετυγχάνετο οἱοσδήποτε οἰκονομικὸς συνδυασμὸς πρὸς
751ἐξομάλισιν αὐτῶν, ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιληφθῶμεν διαπραγμα-
752τεύσεων, αἵτινες ἔληξαν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, ἀλλ’ ὧν
753τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο γνωστὸν καὶ πρὸ τῆς λήξεως· ὁμιλῶ περὶ
754τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκαττομυρίων. Τὸ δάνειον τοῦτο ἐπήνεγκεν
755ἀποτελέσματα ὠφελιμώτατα εἰς τὰ τοῦ δημοσίου χρέους, διότι
756δι’ αὐτοῦ ἠδυνήθημεν νὰ ἐξοφλήσωμεν ὀφειλὰς, τῶν ὁποίων
757ὁ τόκος ἦτο ἀνώτερος τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τὸ δάνειον
758τῶν 135 ἑκατομ. Εἴχομεν ὀφειλὰς, τῶν ὁποίων ὁ τόκος ἦτο
7599% καὶ 8% καὶ 7½% καὶ 7%· τὰς
760ὀφειλὰς ταύτας ἐτρέψαμεν διὰ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκα-
761τομμυρίων εἰς ὀφειλὴν, ἧς ὁ τόκος ἀνέρχεται εἰς 5,93%,
762τὸ τοιοῦτον ἀφῆκεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887
763ἀδιάθετον πίστωσιν σπουδαίαν, ἀλλὰ πλὴν τούτου ἀφῆκεν
764ἀδιάθετον πίστωσιν καὶ ἡ κατάργησις τῶν χρεωλυσίων
765τῶν τραπέντων δανείων, διότι τὸ νέον δάνειον ὑπηρετεῖται
766διὰ χρεωλυσίου 75 ἐτῶν, τὸ δὲ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον
767κατ’ ἔτος πρὸς λύσιν δανείου 75 ἐτῶν, εἶναι ἐλάχιστον,
768ἐτρέψαμεν δὲ ἐν τῷ τοιούτῳ δανείῳ δάνεια, τῶν ὁποίων ἡ
769λύσις περιωρίζετο εἰς 12 ἢ 14 ἔτη· ἐκ τούτου προῆλθε με-
770γάλη ἀνακούφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁμοία ἀνακούφισις
771προῆλθε καὶ ἐξ ἑτέρου λόγου· ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀνε-
772γράφετο διὰ τὴν ἀπόκτησιν μεταλλικοῦ 25%
773διαφορὰ συναλλάγματος, τοῦτο δὲ τὸ μεταλλικὸν, ὡς
774ἐκ τῆς νέας τροπῆς τῶν πραγμάτων, τῶν ἐκ τοῦ δανείου
775τῶν 135 ἑκατομμυρίων, καὶ ὡς ἐκ τοῦ χρήματος, τὸ ὁποῖον ἐκ
776τοῦ δανείου τούτου διεθέτομεν, ἀπεκτήθη ἐπὶ ὅροις συμφε-
777ροτέροις. Ἐκ τούτου ἐπῆλθεν οἰκονομία σπουδαία. Πᾶσαι
778δὲ αἱ οἰκονομίαι, αἱ ἐν τῷ δημοσίῳ χρέει, αἱ ἀποῤῥεύσασαι
779ἐκ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων, ἀνέρχονται εἰς 6,664,
780000 δραχμῶν. Ἐπιπροσθετομένων εἰς ταύτας τῶν οἰκονο-
781μιῶν, ὧν προεμνήσθην, ἔχομεν ποσὸν 10,744,000, ὅπερ
782ἀφαιρούμενον ἀπὸ τῶν 94,895,000, ἀφίνει ἔξοδα πραγμα-
783τοποιούμενα 84,150,000.
784Τὰ ποσὰ ταῦτα ἤθελον ἐλαττωθῆ ἔτι μᾶλλον, ἐὰν τὸ δά-
785νειον ὅλον διετίθετο εἰς τροπὴν χρεῶν· καὶ βεβαίως ἐν τῇ
786οἰκονομικῇ ἡμῶν καταστάσει θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ διετί-
787θετο ὁλόκληρον τὸ δάνειον πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν, διότι θὰ
788συνετέλει εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ὑπῆρ-
789χεν ἄλλη ἀνάγκη προγενεστέρα ἐν ταῖς σκέψεσι τῆς Κυβερ-
790νήσεως, περὶ ἧς, πρὸ τοῦ δανείου, εἶχε προβῆ εἰς διαπραγ-
791ματεύσεις καὶ σχεδὸν εἰς συμφωνίας οὐχὶ ὁριστικὰς, ὑπῆρχεν
792ἡ ἀνάγκη τοῦ καταρτισμοῦ στόλου. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ-
793τον ἐν τῷ δανείῳ τῶν 135,000,000 περιλαμβάνεται ποσὸν
79426,000,000, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπραγματοποιήθησαν ἔτι, του-
795τέστι δὲν φέρουσιν ἀπὸ τοῦδε τόκον, ἀλλ’ εἶναι κατατεθει-
796μένοι οἱ τίτλοι αὐτῶν εἰς χεῖρας τραπεζιτῶν καὶ θέλουσι
797φέρει τόκον ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν πληρόνεται ἑκάστη
798δόσις. Ἤδη μία δόσις ἐπληρώθη ἐκ 5,683,000 δραχμῶν,
799καὶ μόνον ὡς πρὸς ἐκείνην πληρόνονται τὰ τῆς ὑπηρεσίας
800τοῦ δανείου. Τὸ δάνειον ὅμως τοῦτο προϋπῆρχε καὶ προεψη-
801φίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ εἶχε ψηφίσει ἄδειαν συνο-
802μολογήσεως δανείου 30 ἑκατομμυρίων, ἡ δὲ ἄδεια ἐκείνη
803ἐψηφίσθη κατόπιν διαπραγματεύσεων, εἰς ἃς εἶχε προέλθει ἡ
804Κυβέρνησις περὶ κατασκευῆς πλοίων. Αἱ διαπραγματεύσεις
805ἐκεῖναι εἶχον ἀπολήξει εἰς ὁριστικὸν σχέδιον συμφωνίας μετ’
806αὐτῆς ἐκείνης τῆς Ἑταιρίας, μεθ’ ἧς συνεβλήθημεν καὶ ἤδη
807πρὸς κατασκευὴν τῶν πλοίων, ἡ δὲ τιμὴ τῶν πλοίων εἶχε
808προσδιορισθῆ εἰς 27,450,000 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελε-
809σμάτων τοῦ διαγωνισμοῦ τοῦ 1884. Ἐνθυμεῖσθε πόσος πά-
810ταγος εἶχε γίνει παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῇ ἀποστολῇ
811ναυτικῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν χάριν καταρτισμοῦ προγράμμα-
812τος κατασκευῆς πλοίων. Τὸ πρόγραμμα κατηρτίσθη καὶ προ-
813εκλήθη διαγωνισμὸς, εἰς ὃν εἶχον προσέλθει πολλὰ τῶν πρω-
814τευόντων ναυπηγείων, ἐν οἷς καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἤδη
815τὴν παραγγελίαν. Τὸ κατάστημα ἐκεῖνο εἶχε λάβει τὸ γέρας ἐν
816τῷ διαγωνισμῷ, γέρας κυρωθὲν καὶ ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐξ ἡμεδαπῶν
817καὶ ὑπὸ ναυπηγοῦ διακεκριμένου, ὃν μετεκαλέσαμεν ἐξ Ἰταλίας
818τῇ εὐμενεῖ συναινέσει τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἀπο-
819τέλεσμα τοῦ διαγωνισμοῦ τοῦ τότε ἐλήφθη ὡς βάσις τῆς
820συμφωνίας τῆς νῦν, ἀλλὰ βελτιουμένης τῆς προσφορᾶς ὡς
821πρὸς ἡμᾶς, διεπραγματεύθημεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀποτε-
822λέσματος τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ συνεφωνήσαμεν ἐπὶ ὅροις συμφε-
823ρωτέροις, τουτέστιν ὅτι, ἐὰν ἀπεδεικνύετο, ὅτι αἱ τιμαὶ τοῦ
824ὑλικοῦ, αἱ νῦν παραβαλλόμεναι πρὸς τὰς τιμὰς τὰς τότε,
825εἶναι κατώτεραι, ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Ἑταιρία νὰ παραδεχθῇ
826ἐλάττωσιν τοῦ τιμήματος ἴσην πρὸς τὴν διαφορὰν, ἐπίσης
827ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ ἐπληρόνετο παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς
828Κυβερνήσεως δι’ ὡρισμένας ἐργασίας ποσὸν ἀνώτερον τοῦ
829πληρονομένου κατὰ τὰ ἐπίσημα τιμολόγια ὑπὸ τῆς Γαλ-
830λικῆς Κυβερνήσεως. Οὕτως, ἀποστείλαντες εἰς Γαλλίαν τὰ
831μέλη τῆς Γαλλικῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς, τὸν ναυπηγὸν
832Dupont καὶ τὸν Ναύαρχον Lejeune, κατηρτίσαμεν σχέδιον
833συμβάσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡμεῖς δὲν ἠδυ-
834νάμεθα νὰ διαθέσωμεν χρῆμα, ἑπομένως ἔπρεπεν αὐτὴ αὕτη
835ἡ Ἑταιρία νὰ παραδεχθῇ διορίας πληρωμῆς, ἔπρεπε συνάμα
836αὐτὴ ν’ ἀναλάβῃ τὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ. Ὡς πρὸς
837τοῦτον προσετρέξαμεν πρὸς κανονισμὸν τοῦ τύπου εἰς ἑτέραν
838συμφωνίαν, ἥτις ἐγένετο πρὸς τὴν αὐτὴν Ἑταιρίαν κατὰ τὸ
8391878. Τότε ἡ αὐτὴ Ἑταιρία εἶχε παραδεχθῆ τὴν πληρω-
840μὴν πλοίων, εἰς αὐτὴν παραγγελθέντων, διὰ διορίας ὀκταε-
841τοῦς, ἐπροτείναμεν ἄρα εἰς αὐτὴν ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει, ἀλλ’
842ἐπὶ τόκῳ βελτίονι ὡς πρὸς ἡμᾶς, νὰ συμφωνήσῃ τὰ περὶ τῆς
843πληρωμῆς τῶν πλοίων· ἀπεδέχθη τοῦτο ἡ Ἑταιρία καὶ
844προεβαίνομεν πρὸς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, ἀλλ’
845ἐγεννήθησαν διαφωνίαι, ὅτε συνελάβομεν τὴν ἐλπίδα τῆς συνο-
846μολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, ἐπειδὴ δὲ τοῦτο θὰ
847συνωμολογεῖτο ἐπὶ ὅροις συμφερωτέροις ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν
848αὐτοῦ, ἐπεζητήσαμεν νὰ συγχωνεύσωμεν ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ
849τὸν οἰκονομικὸν συνδυασμὸν, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὰ πλοῖα. Ἐν τῇ
850διαπραγματεύσει περὶ τῶν πλοίων, ἡ ὁποία εἶχε φθάσει σχεδὸν
851εἰς τὴν ὑπογραφὴν, εἴχομεν σταματήσει ἀπέναντι ἀξιώσεως
852τῆς Ἑταιρίας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀπαράδε-
853κτον, ὅπως οὐ μόνον δοθῶσιν ἐγγυήσεις περὶ τῆς πληρω-
854μῆς, ἀλλ’ ὅπως ἔχῃ αὐτὴ ἡ Ἑταιρία τὴν διαχείρισιν τῶν
855φόρων τῶν καθοριζομένων πρὸς τὴν ἐγγύησιν. Ἡ συμφωνία
856ἐκείνη, ἥτις εἶχε φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, παρεῖχε διορίας
857ὀκταετεῖς, διαιρουμένας εἰς ἑξάμηνα, ὁ δὲ τόκος ἦτο 7%.
858Ἡ Ἑταιρία εἶχε παραστήσει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι
859ἠναγκάζετο νὰ προτάττῃ ἀξιώσεις ἕνεκεν τῶν δυσχερειῶν
860εἰς εὕρεσιν τοῦ χρήματος, καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τὸν τόκον
861τοῦ τιμήματος τοῦ πυροβολικοῦ δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸ 7 τοῖς
862ἑκατὸν, ἀλλ’ ἀπῄτησεν 9 τοῖς ἑκατὸν, ἡμεῖς δ’ εἴχομεν δεχθῆ
863τὴν ἀπαίτησιν ταύτην, διότι ἐθεωροῦμεν ἀπαραιτήτως ἀναγ-
864καῖον νὰ κατασκευασθῶσι τὰ πλοῖα. Ἐν ταύτῃ τῇ περὶ
865τοῦ τόκου διαπραγματεύσει ἡ Ἑταιρία εἶχεν ὁμολογήσει, ὅτι
866τὸ 7% καὶ τὸ 9% δὲν θὰ περιήρχετο ὅλον εἰς ὄφε-
867λος αὐτῆς, διότι θὰ ἠναγκάζετο αὕτη εἰς προεξόφλησιν
868τῶν γραμματίων τῶν ὀκταετῶν νὰ πληρώσῃ 2%. Ὅτε
869εἶχον διακοπῆ αἱ διαπραγματεύσεις, δι’ ὃν λόγον εἶπον,
870ἤτοι διὰ τὴν ἄρνησιν ἡμῶν, ὅπως παραχωρήσωμεν τὴν δια-
871χείρισιν τῶν ὑπεγγύων προσόδων, καὶ συνελάβομεν τὴν ἐλ-
872πίδα, ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ ἐν ἄλλῳ δανείῳ νὰ περιλάβωμεν οἰ-
873κονομικὸν συνδυασμὸν ἐπαρκῆ πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τῶν πλοί-
874ων, ἐστράφημεν πρὸς τοὺς ναυπηγοὺς καὶ εἴπομεν πρὸς αὐτούς:
875μέχρι τοῦδε διαπραγματευόμενοι πρὸς ὑμᾶς, ἠναγκαζόμε-
876θα νὰ χορηγῶμεν τόκον περιλαμβάνοντα 2% εἰς προε-
877ξόφλησιν τῶν ὁμολογιῶν τῶν ὀκταετῶν· ἤδη ἡμεῖς πραγμα-
878τευόμεθα δάνειον καὶ δίδομεν ὑμῖν χρῆμα, ἀπαιτοῦμεν ἄρα
879ὅπως τὸ 2% δοθῇ πρὸς ἡμᾶς, ἐκπιπτόμενον ἐκ τοῦ τι-
880μήματος τῶν πλοίων· τοῦτο ἡ Ἑταιρία ἀπεδέχθη, καὶ ἐγέ-
881νοντο ἔπειτα διαπραγματεύσεις πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν ὅρων τῆς
882ἐλαττώσεως. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς ἐγεννήθησαν ἀμφισβη-
883τήσεις καὶ κατ’ ἀρχὰς ὡρίσθη ἡ ἐλάττωσις εἰς 1,450,000,
884τουτέστι περιωρίζετο τὸ τίμημα τῶν πλοίων ἀπὸ
88527,450,000 εἰς 26,000,000, ἡμεῖς ὅμως ἐπεμείναμεν, ὅτι ὁ
886ὑπολογισμὸς κακῶς ἐγένετο καὶ ὅτι εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ
887ζητήσωμεν περαιτέρω ἐλάττωσιν 500 χιλιάδων· μετὰ πολ-
888λὰς διαπραγματεύσεις ἐπετεύχθη, ὅπως καὶ τοῦτο παρα-
889χωρηθῇ, οὐχὶ ὅμως διὰ περαιτέρω ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς
890τῶν πλοίων, ἀλλὰ δι’ αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ δανείου. Ὡς
891ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ δανείου,
892εἴπομεν, ὅτι ὁ ὅρος τῆς τιμῆς τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ
893δανείου θὰ ἦτο 66 καὶ ⅔ τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ τὸ δάνειον
894ἐπραγματοποιήθη πρὸς 67,40%. Ἐν τῇ αὐξήσει
895τῆς τιμῆς περιελήφθη τὸ ποσὸν 500 χιλ. ἀντὶ τῆς κατὰ το-
896σοῦτον ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τῶν πλοίων, καὶ ἕτεραι 500 χιλ.
897δραχ. δι’ ἑτέραν τινὰ ἀπαίτησιν ἡμῶν. Ἐν τῇ διαπραγματεύσει
898οἱ μεθ’ ἡμῶν συμβαλλόμενοι δὲν εἶχον συμπεριλάβει τὴν συ-
899νήθη ἀπαίτησιν τοῦ ½% ὑπὲρ τῶν ἐκτελούντων
900τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Τοιοῦτο δικαίωμα παραχωρεῖ-
901ται ἐν πᾶσι τοῖς δανείοις, οἱ δὲ μεθ’ ἡμῶν διαπραγματευό-
902μενοι ἀπῄτουν, ἵνα περιληφθῇ περὶ τούτου διάταξις ἐν τῇ
903συμβάσει· ἀλλ’ ἡμεῖς, ἀφοῦ περὶ τούτου δὲν ἐγένετο λόγος
904κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν, ἀπεκρούσαμεν τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι
905σιωπηρῶς ἐξυπηκούεται, εἴπομεν ὅτι ἐν ταῖς χρηματικαῖς
906συμφωνίαις οὐδὲν ἐξυπακούετο· ἀπελήξαμεν δὲ εἰς τὴν ἀνα-
907γραφὴν τοῦ ποσοῦ ἐν τῇ συμβάσει, ἐπ’ αὐξήσει ὅμως τῆς
908τιμῆς τοῦ δανείου, ὅση ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ
909½% καὶ ἣν ὑπελογίσαμεν εἰς 500 χιλιάδας δραχ-
910μὰς ἐφάπαξ. Τὰ δύο ποσὰ ταῦτα, ἐκ 500 χιλιάδων ἑκά-
911τερον, ἀποτελοῦντα 1 ἑκατομμύριον, ἐπιπροσετέθησαν εἰς τὸ
912πραγματικὸν κεφάλαιον τοῦ δανείου διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτοῦ
913ἀπὸ 66 καὶ ⅔ εἰς 67,40%· ὥστε πραγματικῶς τὰ
914πλοῖα παρηγγέλθησαν οὐχὶ ἀντὶ 26 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’
915ἀντὶ 25,500,000, τουτέστιν ὑπῆρξεν ἐλάττωσις 2 ἑκατομ-
916μυρίων ἐπὶ τῆς τιμῆς, ἣν ἠθέλομεν πληρώσει κατὰ τὴν ἀρ-
917χικὴν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν συμφωνίαν. Πλὴν τούτου ἡ διὰ τοῦ
918δανείου τῶν 135 ἑκατομμυρίων ἀντικατάστασις τῆς περὶ
919τῶν πλοίων συμφωνίας περιεῖχε μὲν ἄλλα πλεονεκτήματα,
920διότι τὰ ὀκταετῆ γραμμάτια θ’ ἀπήνεγκον τόκον 7%,
921ἐνῷ τὸ δάνειον συνωμολογήθη πρὸς 5 καὶ 93%, προσ-
922έτι δὲ μᾶς ἀπήλλαξε τῆς δυσχερείας τῆς πληρωμῆς τῶν
923ὀκταετῶν γραμματίων, πληρωμῆς, ἥτις πάντως θὰ ἐπή-
924γετο τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δι’ ἑτέρου δανείου ἀποκτήσεως
925τῶν κεφαλαίων πρὸς ἀπότισιν τῶν χρεωλυτικῶν δόσεων.
926Καθ’ ὅλα ἄρα ὑπῆρξε λίαν ὠφέλιμος ἡ τροπὴ τῆς πρώτης
927συμφωνίας εἰς τὴν δευτέραν, τῆς συμφωνίας τῆς ἀπ’ εὐθείας
928γενομένης πρὸς τοὺς ναυπηγοὺς, πρὸς τὴν συμφωνίαν τὴν γε-
929νομένην πρὸς τοὺς συμβληθέντας μεθ’ ἡμῶν περὶ τοῦ δα-
930νείου.
931§6Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς
932διακόψω;
933§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
934§8ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ συμφωνίας γενομένης
935κατὰ τὸ 1878. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἦναι ἐν γνώσει τῆς Βουλῆς
936ἡ συμφωνία.
937§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς, ἐλθόντες εἰς τὰ πράγματα κατὰ
938τὸ 1880, εὕρομεν σύμβασιν ὑπογεγραμμένην παρὰ τοῦ τέως
939Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Μπούμπουλη περὶ κατασκευῆς
940πλοίων μετὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Forges et Chantiers καὶ
941κανονίζουσαν πληρωμὴν ὀκταετῆ. Τὴν συμφωνίαν ταύτην
942ἠρνήθην νὰ κυρώσω· ὑποβαλὼν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνε-
943κοίνωσα πάντα τὰ κατ’ αὐτὴν, εἶπον δὲ, ὅτι τὴν σύμβασιν
944ταύτην ἀνακοινῶ, διότι ἀνέγραφεν ὑποχρέωσιν, ἐφ’ ᾗ ἡ Κυ-
945βέρνησις ἦτο ἀλληλέγγυος πρὸς τοὺς προκατόχους αὑτῆς.
946Ἀλλ’ ὑποβαλὼν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶχον ἐκπληρώσει
947τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ἐκ τῆς συμβάσεως, καὶ ἐθεώρουν, ὅτι
948δὲν εἶχον δικαίωμα οἱ ναυπηγοὶ ν’ ἀπαιτήσωσί τι πλέον
949παρ’ ἐμοῦ. Οὕτως ἡ ὑποβληθεῖσα αὕτη σύμβασις ἔμεινεν
950ἀψήφιστος, διότι οὐδεὶς πλέον ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο λόγος
951περὶ αὐτῆς.
952§10ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, ἂν εἶχον ἀναγ-
953γελθῆ τὰ τῆς συμβάσεως ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, δηλαδὴ
954ἂν εἶχεν εἰσαχθῆ ἡ σύμβασις εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ δὲ ἀπορία
955αὕτη μοὶ ἤγειρε τὴν ὑπόνοιαν, μήπως ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἦναι
956γνωστὴ μόνον εἰς τὰ γραφεῖα καὶ ὄχι εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ
957τοῦτο θέλω παρακαλέσει νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν
958ἡ σύμβασις.
959§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι κατατεθειμένη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ
960εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς θὰ εὑρεθῇ ἡ παρ’ ἐμοῦ γενομένη
961τότε εἰσήγησις. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπηρεσία, ἐφ’ ὅσον ἔχει τὰ πρωτό-
962τυπα, θέλει βεβαίως ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζητούμενον.
963§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ
964τὴν ἀναζήτησιν τῆς συμβάσεως εἰς τὰ ἀρχεῖα.
965§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
966§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν πληρωμὴν τὴν γε-
967νομένην διὰ τὰ πλοῖα, πληρωμὴν κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος
968ἀνερχομένην, ὡς εἶπον, διὰ τὴν πρώτην δόσιν εἰς 5,683,000,
969ἔχομεν πάλιν ἐκ τοῦ δημοσίου χρέους ἐλάττωσιν, ὁποίαν
970ἐξέθηκα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πᾶσαι αἱ ἐλαττώσεις ἔκ τε
971τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἐξ ἄλλων κεφαλαίων ἀθροιζόμεναι
972ἀποτελοῦσι 10,744,000, ἅτινα ἀφαιρούμενα ἐκ τῶν 94,
973895,000, τῶν ἀναγεγραμμένων ὡς ἐξόδων ἐν τῷ Προϋπο-
974λογισμῷ τοῦ 1887, περιορίζουσι τὰ ἔξοδα εἰς 84,150,000.
975Ἔχομεν ἄρα βεβαιωμένα ἔσοδα 92,596,000, ἔχομεν δὲ καὶ
976ἔξοδα 84,150,000. Ἐὰν ἄρα ἐπρόκειτο περὶ Προϋπολο-
977γισμοῦ, ἠθέλομεν εἴπει, ὅτι τὸ 1887 ἀναγράφει περίσ-
978σευμα ὅση εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν 84,150,000
979καὶ τῶν 92,596,000, τουτέστι περὶ τὰ 8,400,000
980δραχμῶν. Τὰ ἔξοδα βεβαίως θέλουσι περιορισθῇ εἰς τὸ πο-
981σὸν τοῦτο, τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα βεβαίως θέλουσιν
982ἀνέλθει εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασα.
983Ὑποβάλλω πάντας τοὺς πίνακας χάριν πλήρους περὶ τούτου
984ἐξετάσεως καὶ πλήρους κατ’ ἀντιμωλίαν συζητήσεως. Ἀλλ’
985ὑπάρχει ἐκ τούτων ἰσοζύγιον; Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀπο-
986στάσεως μεταξὺ τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν βεβαιώσεων. Ἡ καθυ-
987στέρησις ἡ συνήθης ποία εἶναι; Ἔχω ἐδῶ σημειωμένας τὰς
988καθυστερήσεις κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἐκ τῶν ἤδη δη-
989μοσιευθέντων γινώσκετε, ὅτι αἱ ἀναλογίαι τῶν καθυστερή-
990σεων εἶνε ὀκτὼ τοῖς ἑκατὸν, ἢ ἑπτὰ τοῖς ἑκατὸν, ἢ 9%.
991Κατὰ ταύτας τὰς ἀναλογίας αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1887 θὰ
992ὑστερήσωσι τῶν βεβαιώσεων περὶ τὰ 7,500,000. Ἐξετά-
993ζοντες δὲ τὰ ποσὰ τῶν καθυστερημάτων κατὰ τὰ παρελ-
994θόντα ἔτη, ἔχομεν: κατὰ τὸ 1883 6,141,000, κατὰ τὸ
9951884 5,429,000, κατὰ τὸ 1885 8,657.000· ἀλλ’ ἐδῶ πε-
996ριλαμβάνονται καὶ αἱ εἰσφοραί, αἱ κατὰ τὸ 1886, 7,365,
997000. Τὰ ποσὰ, ἐφ’ ὧν ἐφαρμόζεται ἡ καθυστέρησις, ὀλίγον
998διαφέρουσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1887, διότι δὲν
999πρόκειται περὶ τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ, πρόκειται μό-
1000νον περὶ τῶν προσόδων ἐκείνων, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας
1001ὑπάρχει ἀπόστασις μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ βεβαιώσεων.
1002Ἑπομένως οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα ὑποθέσωμεν, ὅτι
1003κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο θέλει ὑπάρξῃ μεγαλειτέρα ἡ ἀπό-
1004στασις ἢ ἐν τῷ παρελθόντι, τοὐναντίον πάντα τὰ περὶ
1005εἰσπράξεως μέχρι τοῦδε γνωστὰ ἀποδεικνύουσιν, ὅτι γοργο-
1006τέρῳ βήματι βαίνει αὕτη ἐν σχέσει πρὸς τὰς βεβαιώσεις,
1007καὶ ὅτι, ἂν κατὰ τὰς ἀναλογίας τοῦ παρελθόντος θὰ ὑπῆρχε
1008καθυστέρημα 7½ τοῖς ἑκατὸν, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα
1009θὰ ἀνέλθῃ εἰς 6½%. Ὑπολογιζόμενον ὅμως καὶ πρὸς
10107½%, πάλιν ἀφίνει περίσσευμα εἰσπράξεων πρὸς
1011τὰς πραγματικὰς δαπάνας ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον.
1012§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, κατὰ τὰ ἀπο-
1013τελέσματα, πόσα εἰσεπράχθησαν εἰς τὰ Ταμεῖα;
1014§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ πληροφορίαι περὶ βεβαιώσεων καὶ
1015εἰσπράξεων δημοσιεύονται κατὰ μῆνα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς
1016Κυβερνήσεως, πάντες δὲ οἱ πίνακες ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βου-
1017λὴν συνάμα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς προεῖπον. Εἶπον,
1018ὅτι ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασις ἐπίσημος μέχρι
1019τῆς 30 7βρίου 1887 τῆς χρήσεως τοῦ 1887, ἐκεῖ δ’ εὑρίσκον-
1020ται πάντα ὅσα ζητεῖτε ἢ ὅσα δύνασθε νὰ ζητήσητε. Ἀλλ’ ἐξε-
1021τάζοντες καὶ ταῦτα κατ’ ἀντιπαράθεσιν, εὑρίσκομεν, ὅτι κατὰ
1022τὸ 1886 τῇ 30 7βρίου εἶχε βεβαιωθῆ ποσὸν 41,078,000
1023διότι περὶ βεβαιώσεως πρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν, τὰ περὶ εἰσ-
1024πράξεων δὲν δύνανται σήμερον νὰ μᾶς δώσωσιν ὁδηγίαν,
1025ἀφ’ οὗ αὗται θέλουσι πραγματοποιηθῆ ἐντὸς 22 μηνῶν·
1026ἀλλὰ μέχρι τῆς 30 7βρίου 1886 εἶχον βεβαιωθῆ 41,078,
1027000 τῆς χρήσεως τοῦ 1886, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ
10281886, ὁ ἐπανορθωθεὶς ὡς πρὸς τὸν ὑπολογισμὸν, οὐχὶ ὡς
1029πρὸς τὴν βάσιν, ἦτο 76,580,000. Ἂν ἄρα τὰ 76,580,000
1030ἔδωσαν 41,078,000, τὰ 94,656,000 τοῦ 1887 πόσα ἔδει
1031νὰ δώσωσιν; ἄν ἡ βεβαίωσις παρηκολούθει τὸν Προϋπολο-
1032γισμὸν κατὰ τὰς αὐτὰς ἀναλογίας, ἔδει νὰ δώσωσι
103350,635,000, ἀλλὰ δὲν δίδει 50· ἐκ τῶν πινάκων βλέπομεν,
1034ὅτι μᾶς δίδει 54,937,000, ἑπομένως βαίνομεν τώρα γοργω-
1035τέρῳ τῷ βήματι ἢ κατὰ τὸ 1886. Ὡς πρὸς δὲ τὰς εἰσπρά-
1036ξεις ἔχομεν ἐνδείξεις, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄλλο τι,
1037ἔχομεν ταύτην τὴν ἔνδειξιν, ὅτι πρῶτον κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο
1038τῇ 30 7βρίου αἱ εἰσπράξεις ὑπερβαίνουσι τὰς δαπάνας
1039καὶ τοῦτο κατὰ 2,510,000 δραχμῶν. Ὅλοι γινώσκετε, ὅτι
1040οἱ πρῶτοι μῆνες τοῦ ἔτους ὀνομάζονται ἄγονοι, εἶναι μῆνες, κατὰ
1041τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀναπληρῶνται τὰ ἐλλείμματα τοῦ
1042Προϋπολογισμοῦ ἐκ τῶν περισευμάτων τῶν τελευταίων μη-
1043νῶν. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τῇ 30 7βρίου εὑρίσκο-
1044μεν ἐσόδων σχέσιν πρὸς τὰ ἔξοδα ἀφίνουσαν περίσσευμα
1045ἐσόδων.
1046§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν τὸ εὑρίσκετε τοῦτο;
1047§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τοῦ πίνακος τῶν ταμιῶν καὶ τῆς
1048προσωρινῆς καταστάσεως.
1049§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ βάσις σας,
1050διότι εἶναι ἐξωφλημένα ἐντάλματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν
1051σωρείαν ἀτελεύτητον, εἶναι αἱ πληρωμαὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
1052Στρατιωτικῶν καὶ τόσα ἄλλα πράγματα.
1053§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Στηρίζομαι διὰ τὸ 1887, ὅπου καὶ διὰ
1054τὸ 1886 καὶ διὰ τὸ 1885. Τουτέστιν, ἂν κατὰ τὸ 1887
1055ἔχωμεν περίσσευμα ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα τῇ 30 7βρίου,
1056κατὰ δὲ τὸ 1886 εἴχομεν ἔλλειμμα ἐκεῖ, ὅπου ἤδη ἔχομεν
1057περίσσευμα, λέγω, ὅτι ἡ ἔνδειξις εἶναι εὐάρεστος δι’ ἐκείνους,
1058οἵτινες εὐχαριστοῦνται βλέποντες τὸν Προϋπολογισμὸν βαί-
1059νοντα πρὸς τὸ ἰσοζύγιον. Ἐννοεῖται, ὅτι, ὅταν προαναγγέλλω
1060ὅτι φέρω ἐνδείξεις, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μοὶ λέγῃ τις,
1061ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον φέρω, εἶναι ἔνδειξις. Εἶπον, ὅτι ἐνδείξεις
1062μόνον δύναμαι νὰ δώσω· ἂν αἱ ἐνδείξεις ἦναι εὐάρεστοι πρὸς
1063ἡμᾶς, δυσάρεστοι δὲ πρὸς ὑμᾶς, ὡς μαρτυρεῖ ἡ ταραχή σας,
1064τοῦτο δὲν μειοῖ τὴν ἀξίαν αὐτῶν.
1065§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν ταῖς δαπάναις, αἵτινες ὑπολεί-
1066πονται ἐκ τῶν εἰσπράξεων, περιλαμβάνεται καὶ ἡ πληρωμὴ
1067τῶν τοκομεριδίων;
1068§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων, ἐφ’ ὅσον
1069μὲν ταῦτα ἦσαν ἀπαιτητὰ, ἐγένετο, ἐφ’ ὅσον δὲ ταῦτα δὲν
1070ἦσαν ἀπαιτητὰ, βεβαίως θὰ γίνῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’
1071ἣν θὰ ὦσιν ἀπαιτητά. Θὰ ᾖ ἀπαιτητὸν κατὰ τὸν Δεκέμ-
1072βριον ποσὸν 5,246,000, ἀλλὰ κατὰ τὴν αὐτὴν περίπου ἐποχὴν
1073πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ διὰ τὴν ἀπότισιν τοκομερι-
1074δίων βαρυνόντων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888, ὡς πληρω-
1075τέων κατὰ Ἰανουάριον. Ἐν συνόλῳ πρέπει νὰ λάβωμεν πρό-
1076νοιαν περὶ 11,458,000. Τοῦτο παρουσιάζει δυσχέρειαν ὡς πρὸς
1077τὴν ἀπόκτησιν τοῦ μεταλλικοῦ, τὴν διαφορὰν δὲ τοῦ μεταλ-
1078λικοῦ πρὸς τὸ χαρτονόμισμα τὴν ἔχομεν σημειωμένην, καὶ
1079ὅτε ἐφέρομεν τὸν ὑπολογισμὸν 6,664,000 ἐπὶ ἔλαττον ἐν
1080τῷ δημοσίῳ χρέει, περιελάβομεν ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς τὴν
1081διαφορὰν 25% διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ μεταλλικοῦ, τοῦ
1082ἀπαιτηθησομένου διὰ τὰ τοκομερίδια τοῦ Δεκεμβρίου. Ἡ
1083ἐργασία ἡ ἐμὴ συνίστατο εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ δείξω κατὰ
1084τί αἱ βεβαιώσεις θέλουσιν ὑπερτερήσει τὰς ἀναγραφεί-
1085σας, κατὰ τί αἱ βεβαιώσεις θέλουσι καθυστερήσει τῶν
1086ἀναγραφεισῶν, κατὰ τί αἱ δαπάναι θέλουσιν εἶσθαι ἀνώτε-
1087ραι τῶν ἀναγραφεισῶν, κατὰ τί θέλουσιν εἶσθαι κατώτεραι
1088τῶν ἀναγραφεισῶν. Ἐπὶ τούτῳ φέρω πᾶσαν χρήσιμον πλη-
1089ροφορίαν. Τὸ ἐξαγόμενον εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐξέθηκα πρὸς
1090ὑμᾶς, ὅτι αἱ βεβαιώσεις ἀνέρχονται εἰς 92,596,000, ὅτι αἱ
1091δαπάναι ἀνέρχονται εἰς 84,000,000 καὶ μένει ὡς πρὸς τὸ
1092ἰσοζύγιον τὸ ζήτημα κατὰ πόσον αἱ εἰσπράξεις θὰ
1093ὑστερήσωσι τῶν βεβαιώσεων. Ἂν αἱ εἰσπράξεις ὑστερή-
1094σωσι τῶν βεβαιώσεων, ὅσῳ καθυστέρησαν κατὰ προηγού-
1095μενα ἔτη, θέλομεν ἔχει περίσσευμα ἑκατομμυρίου, ἂν ὑστε-
1096ρήσωσι περισσότερον ἢ κατὰ τὸ παρελθὸν, τὸ περίσσευμα δύ-
1097ναται νὰ ἐκλείψῃ, ἐὰν ὀλιγώτερον, τὸ περίσσευμα δύναται
1098νὰ αὐξήσῃ. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, δυ-
1099νάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ἐξησφαλισμένον τὸ ἰσοζύγιον
1100Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπλοογισμοῦ
1101τῆς χρήσεως, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐπαρκὴς πρόνοια καὶ περὶ
1102τῶν τῆς διαχειρίσεως, διότι ἡ διαχείρισις, καίτοι ἀνεξάρτητος
1103ἀπὸ τῆς χρήσεως, σχετιζομένη δὲ πρὸς αὐτὴν μόνον ἐφ’ ὅσον
1104περιλαμβάνει καὶ τὴν χρῆσιν, περιλαμβάνει τὰ ἐκ τῆς χρήσεως
1105περισσεύματα ἢ τὰ ἐκ τῆς χρήσεως ὑστερήματα, ἡ διαχείρισις
1106δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πολλὰς δυσχερείας. Καὶ τὴν
1107διαχείρισιν εὕρομεν, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, ἐν χείρονι ἔτι
1108καταστάσει ἢ τὴν χρῆσιν. Τὴν χρῆσιν εὕρομεν παρουσιά-
1109ζουσαν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνελάβο-
1110μεν τὴν Ἀρχὴν, Προϋπολογισμὸν τακτικὸν, ὅστις ἔμελλε νὰ
1111ἀπολήξῃ εἰς ἔλλειμμα 28,000,000, προσέτι δὲ περιλαμ-
1112βάνουσαν καὶ Προϋπολογισμὸν ἔκτακτον. Ἀλλ’ εὕρομεν κα-
1113τάστασιν διαχειρίσεως οἰκτροτάτην, ἥτις ἐπήγετο προνοίας
1114παντοίας, προνοίας περὶ ἀμέσου ἀποφυγῆς κρίσεως οἰκονομι-
1115κῆς, προνοίας καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος. Εἴχομεν τὰς προκα-
1116ταβολὰς ἐπὶ τῇ ἐνεχυριάσει τῶν τίτλων τοῦ δανείου τῶν
1117170,000,000, προκαταβολὰς, βραχείας διορίας, ὧν τινες
1118ἦσαν καὶ ληξιπρόθεσμοι, καθ’ ἣν ἡμέραν ἀνελάβομεν τὴν
1119ἐξουσίαν. Ἔπρεπε περὶ τῶν προκαταβολῶν τούτων
1120νὰ προνοήσωμεν· εἴχομεν προμηθευτὰς, ἀπαιτοῦντας πλη-
1121ρωμὴν εἰς μεταλλικὸν, ἡμεῖς δὲ κατὰ τὴν στιγμὴν
1122ἐκείνην οὔτε μεταλλικὸν διεθέτομεν, οὔτε τραπεζικὰ
1123γραμμάτια ἠδυνάμεθα νὰ τρέψωμεν εἰς μεταλλικόν.
1124Ἡ κατάστασις ἐκείνη, ἥτις περιεγράφη εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις
1125καὶ ἀνεγράφη ἐν ταῖς προτάσεσι, ταῖς ὑποβληθείσαις τότε εἰς
1126τὴν Βουλὴν, κατὰ τί μετεβλήθη; Ποία εἶναι ἡ σημερινὴ κα-
1127τάστασις τοῦ δημοσίου χρέους; Ποία εἶναι ἡ σημερινὴ κα-
1128τάστασις τοῦ κυμαίνοντος χρέους, καὶ ἡ σχέσις αὐτοῦ πρὸς τὸ
1129πάγιον χρέος; Ἡ κατάστασις τοῦ κυμαίνοντος χρέους σή-
1130μερον εἶναι καθ’ ὅλα εὐάρεστος, διότι τὸ κυμαῖνον χρέος,
1131δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξέλιπεν, πᾶσαι αἱ προκαταβολαὶ
1132ἀπετίθησαν διὰ τοῦ παγίου χρέους τοῦ 75ετοῦς, ἀπετίθη-
1133σαν καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια εἰς μεταλλικὸν, αὐτὰ ἐκεῖνα,
1134τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθημεν ἡμεῖς καὶ ἡ ὑποστηρίζουσα ἡμᾶς
1135Βουλὴ νὰ θεσπίσωμεν πρὸς εὕρεσιν τοῦ χρήματος εἰς πλη-
1136ρωμὴν τῶν ἀπαιτητῶν ὀφειλῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· ἐξωφλή-
1137θησαν πάντα, ὅσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται ὡς προ-
1138σωρινὰ χρέη, πλὴν ποσοῦ τινος ἐντόκων γραμματίων. Σήμερον
1139ὑπάρχουσιν ἐν κυκλοφορίᾳ ἔντοκα γραμμάτια 8,715,000,
1140ἀλλὰ καὶ ταῦτα θέλουν περιορισθῆ εἰς 5,000,000 διὰ συμ-
1141βάσεως, ἥτις ὑπεγράφη καὶ θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν κύρωσιν
1142τῆς Βουλῆς, 5,000,000 ἔντοκα γραμμάτια εἶναι κάτω τοῦ ὅ-
1143ρου τῆς συνήθους ἀνάγκης τοιούτων οἰκονομικῶν γραμματίων.
1144Εἶναι ἀνάγκη πάντοτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἢ εἰς τὴν διάθεσιν
1145αὐτῆς παροχὴ γραμματίων τινῶν, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύνηται
1146ν’ ἀποκτᾷ προσωρινῶς χρῆμα καὶ ν’ ἀποδίδῃ πάλιν αὐτὸ
1147παρερχομένης τῆς ἀνάγκης. Ὥστε σήμερον τὸ κυμαῖνον χρέος,
1148τὸ ὁποῖον τοσοῦτον μᾶς ἐπίεζεν, ὅτε εἴχομεν κατὰ πρῶτον
1149νὰ σκεφθῶμεν περὶ οἰκονομικῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν τῆς χώ-
1150ρας, σήμερον τὸ κυμαῖνον χρέος ἐντελῶς ἐξέλιπεν, ἔμεινε δὲ
1151τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὸ ὁποῖον ἐν παντὶ
1152Κράτει θεωρεῖται κατ’ ἀναλογίαν ὡς ἀναγκαῖον πρὸς τὴν
1153κίνησιν τῆς οἰκονομικῆς μηχανῆς.
1154Μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑποβάλλω καὶ πλήρεις ση-
1155μειώσεις περὶ ὅλων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ τοῦ κυμαίνοντος
1156τούτου χρέους καὶ εἰς τὰ τῆς τροπῆς αὐτοῦ εἰς πάγιον, εἴτε
1157διὰ τοῦ δανείου τῶν 135,000,000, εἴτε διὰ τῆς ἀποκτήσεως
1158ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 παρ’ ἐκείνων, οἵ-
1159τινες εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως διὰ τῆς ἐνασκήσεως
1160τοῦ δικαιώματος αὐτῶν τούτου, εἴτε διὰ τῆς συμβάσεως
1161πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν περὶ δανείου 15,000,000. Ταῦ-
1162τα εἶναι περιττὸν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς ἐν λεπτομερείᾳ,
1163διότι θὰ τὰ ἀνεύρητε ὅλα ἐν τῷ τεύχει τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
1164Δύναμαι δὲ ἤδη, ἀφοῦ παρέστησα τὰ τοῦ 1887 ὡς πράγ-
1165ματι ἔχουσι καὶ ὡς ἀποῤῥέουσιν ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα
1166καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν, ὡς πρός τε τὴν χρῆσιν καὶ ὡς
1167πρὸς τὴν διαχείρισιν, δύναμαι ἤδη νὰ μεταβῶ εἰς τὰ τοῦ
1168Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, αὐτοῦ τούτου, τὸν ὁποῖον ἤδη
1169καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν.
1170Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1887 ἤδη, ὅτε μελετᾶται ὑπὸ τὸ
1171φῶς τῆς ἐφαρμογῆς τῆς δεκαμήνου, ἀποδεικνύει, ὅτι δύναται
1172νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ μέλλοντος
1173τὴν οἰκονομικήν. Ἐπὶ τούτου ἄρα θέλομεν στηριχθῆ καὶ θέ-
1174λομεν εἰς αὐτὸν φέρει μόνον τὰς τροποποιήσεις τὰς ὑπαγορευ-
1175μένας ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς μέχρι τοῦδε
1176ἐφαρμογῆς· ἀλλὰ θέλομεν δυνηθῆ κατὰ τὸ 1888 νὰ πράξω-
1177μεν καί τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πράξωμεν κατὰ τὸ
11781887. Θέλομεν δυνηθῆ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἐσόδων νὰ
1179στηρίξωμεν ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ καὶ ὄχι ἐπὶ τῷ μέσῳ ὅρῳ τῶν
1180προσόδων τοῦ παρελθόντος, ὅπως κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπράχθη
1181ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Πολλάκις εἴ-
1182δομεν Προϋπολογισμοὺς παρουσιάζοντας, ἐν παραβολῇ πρὸς
1183τοὺς Ἀπολογισμούς, μεγάλας διαφοράς, καὶ ὑπετέθη, ὅτι οἱ
1184συντάξαντες αὐτοὺς δὲν ἠδύναντο νὰ κατανοήσωσι τοὺς
1185ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἐλειτούργουν οἱ οἰκονομικοὶ νόμοι,
1186καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγραφον ἀριθμούς, οἵτινες δὲν ἐπηλήθευον
1187πάντοτε. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ ἰδιόῤῥυθμον τῆς
1188ἡμετέρας φορολογίας ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη
1189διαφορὰ ἐν τοῖς Ἀπολογισμοῖς τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ
1190Προϋπολογισμῷ, τουτέστι νὰ ὑπάρχῃ μεγάλη διαφορὰ ἀνω-
1191τάτων καὶ κατωτάτων ὅρων ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, καί, ἂν κατ’
1192ἀρχὴν λάβωμεν τοὺς μέσους ὅρους, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον
1193ἐν πολλοῖς νὰ ὑπολογίσωμεν πέραν τοῦ δέοντος, εἰς ἄλλα νὰ
1194ὑπολογίσωμεν κάτω τοῦ ἀληθοῦς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἄλλοτε,
1195συζητουμένων τῶν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν
1196τῇ Βουλῇ, ἐῤῥήθη ὀρθῶς, ὅτι, ὅπως τότε εἶχον τὰ πράγμα-
1197τα, δυσκόλως ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν τὴν ἐπαλήθευσιν
1198τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν δὲν εἴχομεν εὐτυχίαν καθ’ ὅλα, ἐὰν
1199ἡ παραγωγὴ τῆς χώρας δὲν ἦτο ἄφθονος, ἐὰν ἡ ἐμπορικὴ
1200κίνησις δὲν ἦτο ζωηρά, διότι οἱ Προϋπολογισμοὶ ἐν τῷ πα-
1201ρελθόντι συνετάσσοντο σχεδὸν πάντοτε ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ, καὶ
1202τοῦτο ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τῆς παραστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου, ὡς ἐπι-
1203τυγχανομένου, διότι τὸ ἰσοζύγιον ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν
1204πραγματοποίησιν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Βεβαίως οἱ συν-
1205τάσσοντες ἤξευρον, ὅτι συνέτασσον ἐν τῷ ἀνωτάτῳ, ἀλλ’
1206ἦσαν ἐν τῇ ἀληθείᾳ ὅπως δήποτε, δὲν ἔγραφον ἀριθμοὺς
1207ἰδανικούς, ἔγραφον ὅμως ἀριθμούς, οἵτινες τότε μόνον θὰ
1208ἐπραγματοποιοῦντο ἐν τοῖς Ἀπολογισμοῖς, ἐὰν ἐβοήθουν αἱ
1209καιρικαὶ περιστάσεις, ἐὰν ἐβοήθουν τὰ τῆς καταστά-
1210σεως τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν συναλλαγῶν ἐν εὐρυτέρῳ
1211κύκλῳ. Ἐὰν οὕτως ἐξηκολουθοῦμεν συντάσσοντες τὸν
1212Προϋπολογισμὸν, τὸ ἰσοζύγιον θὰ ἦτο πάντοτε εἰκονικόν.
1213Τὰ ἰσοζύγια τῶν Προϋπολογισμῶν, καὶ ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ
1214συντασσομένων, διατρέχουσι κίνδυνόν τινα, νὰ ὦσιν ἰδανικὰ,
1215ἀφοῦ οἱ Προϋπολογισμοὶ ἡμῶν εἶναι Προϋπολογισμοὶ βεβαι-
1216ουμένων ἐσόδων πρὸς ψηφιζομένας πιστώσεις. Τὸ ἰσοζύγιον
1217ζητητέον οὐχὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλ’ ἐν τῷ Ἀπολογι-
1218σμῷ· ἵνα ἔχωμεν δὲ ἰσοζύγιον ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ, πρέπει νὰ
1219ἔχωμεν περίσσευμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐσόδων βεβαιώσεων
12207,000,000–8,000,000. Τότε μόνον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν,
1221ὅτι τὸ ἰσοζύγιον εἶναι ἀσφαλές. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν τοσοῦτον περίσ-
1222σευμα, δυνάμεθα καὶ πάλιν νὰ ἔχωμεν τὸ ἰσοζύγιον, θέλομεν
1223ἐν μέρει τὸ ἀποκτήσει ἐκ τῆς οἰκονομίας ἐν ταῖς δαπάναις,
1224διότι πᾶσαι αἱ ἀναγραφόμεναι δαπάναι δὲν πραγματο-
1225ποιοῦνται, ἐὰν δὲ καὶ σκοπίμως διαρυθμίζηται ἡ Κυβερ-
1226νητικὴ ἐνέργεια πρὸς τὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν, δύ-
1227νανται νὰ ἀποκτηθῶσιν οἰκονομίαι καὶ ἀνώτεραι ἐκείνων,
1228αἵτινες ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλονται.
1229Ἀλλ’ ὅση καὶ ἂν ἦναι ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν ἐκ τοι-
1230ούτων λόγων, εἴτε ἐκ τῆς φυσικῆς ἐφαρμογῆς, εἴτε
1231ἐκ τῆς βεβιασμένης οἰκονομικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπο-
1232λογισμοῦ τῶν ἐξόδων, πάλιν, ἐὰν ἔχωμεν ἁπλοῦν ἰσοζύγιον
1233ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν βεβαιουμένων ἐσόδων πρὸς τὰ
1234ψηφιζόμενα ἔξοδα, τὸ ἰσοζύγιον δὲν εἶναι ἀληθές· πρέπει
1235νὰ ὑπάρχῃ περίσσευμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν βεβαιω-
1236τέων ἐσόδων. Ἀλλὰ πρέπει προσέτι καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ
1237νὰ ἦναι ὅλοι ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ, ὥστε ἐὰν ἐπέλθωσι
1238καιρικαὶ περιστάσεις μὴ εὐνοϊκαὶ, νὰ μὴ διατρέχῃ
1239τὸν κίνδυνον ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς διαταράξεως τοῦ ἰσοζυ-
1240γίου· ἐὰν τοὐναντίον αἱ περιστάσεις ἦναι εὐνοϊκαὶ, θὰ ἔχωμεν
1241τότε ποσὰ, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν
1242τὸ ἰσοζύγιον ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίσταται μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ
1243ἀναγεγραμμένων πιστώσεων· θὰ δυνάμεθα προσέτι, ἐὰν ἔχω-
1244μεν περίσσευμα, νὰ διαθέτωμεν αὐτὸ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ
1245ἑπομένου ἔτους, κυρίως δὲ, ὅπως ἔχουσι τὰ τοῦ δημοσίου χρέ-
1246ους παρ’ ἡμῖν καὶ ἰδίως τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
1247θὰ δυνάμεθα νὰ διαθέτωμεν αὐτὸ εἰς βελτίωσιν τοῦ συναλ-
1248λάγματος διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστι-
1249κῆς τῶν τραπεζιτικῶν γραμματίων κυκλοφορίας.
1250Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1888 συνετάχθη παρ’ ἡμῶν
1251ὅσον ἦτο δυνατὸν ἐπὶ ταύτῃ τῇ βάσει, τουτέστιν ἐπὶ τῇ ἐπιλογῇ
1252ἐν τῷ παρελθόντι τοῦ κατωτάτου ὅρου τῶν προσόδων, ἀντὶ τῆς
1253ἐπιλογῆς τοῦ μέσου ὅρου, ἣν εἴχομεν παραδεχθῆ ἐξ ἀνάγκης
1254κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1887.
1255Συνάμα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑποβάλλω ἐκθέσεις καὶ
1256πίνακας, δεικνύοντας ἐν ἑνὶ ἑκάστῳ ἄρθρῳ ἀποτελέσματα τοῦ
1257παρελθόντος, τοὺς μέσους ὅρους, τοὺς κατωτάτους ὅρους καὶ
1258τοὺς λόγους, δι’ οὓς προετιμήθη ὁ ὅρος ὁ ἀναγραφεὶς ἐν τῷ Προϋ-
1259πολογισμῷ, ὅρος, ὅστις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ὁ κατώτατος.
1260Κατὰ ταῦτα ἐπηνέχθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσό-
1261δων τοῦ 1887 προσθαφαιρέσεις πρὸς σύνταξιν αὐτοῦ χάριν
1262τοῦ 1888. Καὶ εὐθὺς ἐν πρώτοις ἔχομεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν
1263ἀροτριώντων κτηνῶν· ἐπ’ αὐτοῦ ἐλαττοῦμεν κατὰ 240,000
1264δραχμῶν τὸ ἤδη ἀναγεγραμμένον ποσὸν, τὸ ἐλαττοῦμεν
1265διότι καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος τὸ ποσὸν θέλει βεβαιωθῆ
1266ἠλαττωμένον, ὅπως παρέστησα πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν
1267ἐν τῇ ἀπαριθμήσει τῶν ἐλαττώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ
1268τοῦ 1887· ἐξ ἐπικαρπίας ἐνοικιάσεως ἐθνικῶν γαιῶν θὰ
1269ἔχωμεν ἐπὶ πλέον 63,000 δραχμῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
1270τοῦ 1888, διότι ὁ φόρος οὗτος πρότερον δὲν ἐλειτούργει, ἀνε-
1271γράφοντο δὲ 7,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐβεβαιώθησαν 70,000
1272διὰ τὸ ἔτος 1887· δὲν περιέλαβον τὸ ποσὸν τοῦτο ἐν ταῖς
1273αὐξήσεσι τῶν προσόδων τοῦ 1887, διότι εἶναι μικροῦ λό-
1274γου, ἀλλ’ ἡ πρόσοδος αὕτη θέλει ὑπάρξει. Πρόκειται περὶ
1275τῶν μὴ δηλωθεισῶν γαιῶν, ὅσαι δι’ ἐνοικιάσεως μισθοῦνται.
1276Ὁ νόμος περὶ τῆς μισθώσεως ἐψηφίσθη πρό τινος χρόνου, ἡ
1277ἐφαρμογὴ ὅμως αὐτοῦ ἐχώλαινεν, ἀλλ’ ἤδη ἤρξατο λει-
1278τουργῶν. Ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου ἀναγράφεται διαφόρως
1279ἢ κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος, διότι κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος
1280ἀνεγράψαμεν 400,000 δραχμῶν, ἐβεβαιώθη μέχρι τοῦ-
1281δε ποσὸν 655,000 δραχμῶν, θέλει δὲ φθάσει ἴσως ἡ
1282βεβαίωσις εἰς 670,000 δραχμῶν, τουτέστιν εἰς 270,000
1283δραχμῶν ἐπὶ πλέον τῶν ἀναγραφεισῶν· ἀλλὰ τὸ ποσὸν
1284εἶχεν ἀναγραφῆ οὕτω μικρὸν, διότι τὸ ἔτος 1887 εἶναι
1285ἄφορον, προκειμένου δὲ ἤδη περὶ εὐφόρου ἔτους, διότι ἐναλ-
1286λὰξ ἔχομεν ὡς πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐλαίου εὔφορον
1287καὶ ἄφορον ἔτος, ἀναγράφομεν ποσὸν ἐπὶ πλέον 1,100,000,
1288τὸ κατὰ τὸν κατώτατον ὅρον τῶν εὐφόρων ἐτῶν ἐνδεικνύ-
1289μενον. Ἐπὶ τῶν σύκων τὰ ἀποτελέσματα τὰ μέχρι τοῦδε
1290δεικνύουσιν, ὅτι πρέπει νὰ προσθέσωμεν 30,000 δραχμῶν, ἐπὶ
1291τῶν λακωνικῶν προϊόντων 12,000 δραχμῶν. Ἡ πρόσοδος
1292ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐλαττοῦται κατὰ 84,000· πρό-
1293κειται περὶ τοῦ φόρου τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ, τὰ
1294δ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1887 ὑπαγορεύουσι τὴν ἐλάττωσιν.
1295Εἰς τὴν πρόσοδον ἐκ φόρου τῶν κουκουλίων ἀναγράφομεν αὔξησιν
12962,000 δραχμῶν, εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν βοσκῶν αὔξησιν 14,000
1297δραχμῶν. Τὴν ἐκ τῆς σταφίδος πρόσοδον ἀναγράφομεν ἠλαττω-
1298μένην κατὰ 623,700, εἰς τὴν πρόσοδον τοῦ φόρου τῶν ζώων
1299ἀναγράφομεν ἐπὶ ἔλαττον 136,000 δραχμῶν. Ὡς εἶπον,
1300θέλει ὑποβληθῆ νομοσχέδιον περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν
1301ζώων ὅλως διαφόρου τῆς μέχρι τοῦ νῦν ἰσχυούσης· ἐλπίζω,
1302ὅτι ἀποτέλεσμα τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου θέλει εἶ-
1303σθαι ἡ βεβαίωσις τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἀναγράψει
1304κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, οὐχ ἧττον χάριν ἀσφαλείας ἀνα-
1305γράφομεν ἐλάττωσιν 136,000 δραχμῶν. Εἰς τὸν φόρον ἐξα-
1306γωγῆς ἀναγράφομεν ἐλάττωσιν 955,000, δραχμῶν, τοῦτο
1307δὲ διότι οἱ φόροι τῆς ἐξαγωγῆς εἶναι οἱ ἑπτανησιακοὶ φόροι,
1308ἀφορᾶ δὲ ἡ ἐλάττωσις εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, ὅπως δὲ ἐν
1309τῷ ἄλλῳ Κράτει, ἐπειδὴ εἶναι εὐφορία κατὰ τὸ ἔτος 1888,
1310πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν αὔξησιν, ἐν Ἑπτανήσῳ διὰ τὸν αὐ-
1311τὸν λόγον πρέπει νὰ ἀναγράψωμεν ἐλάττωσιν, διότι κατὰ
1312τὸ 1888 εἰσπράττεται οὐχὶ ὁ φόρος τοῦ 1888, ἀλλὰ ὁ φόρος
1313τοῦ 1887, οὗτινος ἡ παραγωγὴ ἐξάγεται κατὰ τὸ ἔτος
1314ἐκεῖνο. Εἰς τὰ τέλη εἰσαγωγῆς ἀναγράφομεν ἐλάττωσιν 955,
1315000 δραχμῶν, διότι, ὡς εἶπον, τὰ ἀποτελέσματα τὰ μέχρι
1316τοῦδε ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ ὑπολογισθεῖσα αὔξησις θέλει μὲν
1317πραγματοποιηθῆ κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀλλὰ δὲν θέλει πραγ-
1318ματοποιηθῆ κατὰ τὸ ὅλον· ἡ διαφορὰ δὲ θεωροῦμεν, ὅτι ἔσται
1319αὕτη, τουτέστι λαμβάνομεν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν 10 μηνῶν
1320μέχρι 31 Ὀκτωβρίου, προσθέτομεν δὲ διὰ τοὺς δύο μῆ-
1321νας, οἱ ὁποῖοι δὲν παρῆλθον, τὰ ἀποτελέσματα τῶν
1322δύο ἀμέσως προηγουμένων μηνῶν· οὕτω ὑπολογιζομέ-
1323νης τῆς προσόδου ταύτης, ἔχομεν ἐλάττωσιν 955,683
1324δραχμῶν. Ἐκ τελῶν χαρτοσήμου ἀναγράφομεν αὔξη-
1325σιν 225,000 δραχμῶν· εἶναι πιθανὸν ὅμως τὰ ἀπο-
1326τελέσματα τῶν δύο τελευταίων μηνῶν νὰ κυρώσωσι
1327τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἀνεκοίνωσα πρότερον εἰς
1328τὴν Βουλὴν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ αὔξησις θὰ ἦναι ἀνωτέρα
1329τῆς ἀναγραφομένης. Ἐκ προστίμων ποινικῶν δικαστηρίων
1330ἀναγράφομεν ἐλάττωσιν 100,000 δραχμῶν· ἐκ τελῶν κλη-
1331ρονομικῶν καὶ κληροδοσιῶν 60,000 δραχμῶν ἐλάττωσιν,
1332διότι ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὰ προξενικὰ καὶ ἀναγράφονται
1333ἐκεῖ· πρόκειται οὐχὶ περὶ τῶν κληρονομικῶν τελῶν ἐν γένει,
1334ἀλλὰ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰσπραττομένων καὶ κακῶς ἀνα-
1335γραφομένων ἄλλοτε ἐνταῦθα. Ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων ἀνα-
1336γράφεται ἐλάττωσις 150,000 δραχμῶν. Τὰ ἐκ τοῦ καπνοῦ
1337ἔσοδα ἔχομεν ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ
13381887 ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου, ἤδη πρέπει νὰ τὰ ἀναγράψωμεν
1339ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους· ὡς εἶπον καὶ πρότερον, ἀποδει-
1340κνύεται ἤδη, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κατανάλωσιν, τὴν
1341ὁποίαν εἴχομεν θέσει ὡς βάσιν κατὰ τὸ 1887, τουτέστι τοῦ
13421,000,000 ὀκάδων κατ’ ἔτος. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ
1343κατανάλωσις αὕτη θέλει αὐξήσει ἀφοῦ μέχρι τοῦδε δὲν
1344δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ἀποταμιευθὲν ποσὸν κατηναλώ-
1345θη ὁλόκληρον, οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν
1346εἰς τὴν ἐγγραφὴν τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ τοῦ 1887 καὶ ἑπομένως
1347νὰ ἀναγράψωμεν αὔξησιν 1,595,000. Εἰς τὸ σιγαρόχαρτον
1348διὰ τὸν αὐτὸν λόγον θὰ ἀναγράψωμεν αὔξησιν 872,000
1349δραχμῶν. Εἰς τὰ δικαιώματα ἐκ σιδηροδρόμων αὔξησιν 50,
1350000 δραχμῶν, διότι τοῦτο ὑπαγορεύουσι τ’ ἀποτελέσματα τὰ
1351μέχρι τοῦδε καὶ προσέτι ἡ παράδοσις εἰς κυκλοφορίαν κατὰ
1352τὸ ἔτος 1888 προσθέτου γραμμῆς. Εἰς τὰ ταχυδρομικὰ τέλη
1353αὔξησιν 100,000 δραχμῶν, εἰς τὰ τηλεγραφικὰ τέλη 200,
1354000 δραχμῶν ὡς ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ 1887. Ἐπὶ
1355τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου αὔξησιν 20,000 δραχμῶν, ἐπὶ τῆς
1356καθαρᾶς προσόδου τῶν μεταλλείων αὔξησιν 5,000. Εἰς τὰ
1357ἰχθυοτροφεῖα ἐλάττωσιν 36,000, εἰς τὰ δικαιώματα ὑλοτο-
1358μίας δασῶν ἐλάττωσιν 97,000, εἰς τὰ δασικὰ προϊόντα
13591,972, καὶ πάλιν αὔξησιν εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας
1360τῶν βαλανιδίων 152,000. Ἐπὶ τῶν προκαταβολῶν τῶν
1361δηλουμένων γαιῶν ἀναγράφομεν ἐλάττωσιν 50,000 δραχμῶν
1362καὶ εἰς τὰς προσωρινὰς χρεωλυτικὰς δόσεις γαιῶν καὶ φυ-
1363τειῶν ἐλάττωσιν 250,000 δραχμῶν. Ἐξ ἀπολήψεως ποινι-
1364κῶν ἐξόδων ἐλάττωσιν 200,000. Εἰς τὴν ἐκ τοῦ μεταλλι-
1365κοῦ ὑπερτίμησιν 186,000 δραχμῶν ἐπὶ ἔλαττον, διότι ἐπὶ
1366ἔλαττον ἐσημειώσαμεν καὶ τὸ κύριον τέλος. Ἀπόληψις προ-
1367καταβολῶν δι’ ἐκλογικὰ εἴδη ἐπὶ ἔλαττον 260,000 δραχ-
1368μῶν. Ὡς πρὸς τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι θέλει ὑποβληθῆ καὶ
1369Νομοσχέδιον, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἧττον συνεχὴς ἐπα-
1370νάληψις ἐκλογικῶν ἀγώνων, τουτέστι Νομοσχέδιον
1371κανονίζον τὰ τῶν ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν διὰ τρόπου ἐπα-
1372γομένου βραδυτέραν τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν. Οὕτω τὰ ἔσοδα
1373τοῦ 1888 ἀνέρχονται εἰς 95,306,000 δραχμῶν. Ὡς εἶπον, δὲν
1374θέλομεν ὑποβάλει κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ὅπως κατὰ τὸ προη-
1375γούμενον, νόμους ἐπαυξάνοντας τὰ βάρη τοῦ λαοῦ. Ὡς πρὸς
1376τὴν φορολογίαν θέλομεν ἐμμείνει εἰς τὴν νομοθεσίαν τὴν
1377πέρισυ ψηφισθεῖσαν, ὀλίγιστα δὲ νομοσχέδια ὑποβληθησό-
1378μενα θέλουσιν ἀφορᾷ εἰς τὴν βελτίονα διαῤῥύθμισιν τῆς φο-
1379ρολογίας. Οὕτω θέλομεν ὑποβάλει κώδικα περὶ χαρτοσή-
1380μου, ὅστις θὰ περιλαμβάνῃ καὶ μεταῤῥυθμίσεις, θὰ περι-
1381λαμβάνῃ τὴν κατάργησιν τοῦ προοδευτικοῦ τέλους, ἀντικα-
1382θισταμένου διὰ μεταῤῥυθμίσεως τῆς κλίμακος καὶ ἄλλων
1383τινῶν διατάξεων οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπαυξήσεως τῶν
1384ἐσόδων ἐν συνόλῳ, ἀλλὰ πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς τηρήσεως
1385τῶν αὐτῶν προσόδων. Εἰς τὰ ἔξοδα αἱ διαφοραὶ δὲν θὰ
1386ἦναι σπουδαῖαι. Ἡ ἐφαρμογὴ, ἡ μέχρι τοῦδε, ὑπέ-
1387δειξεν ὡς πρός τινα μεταῤῥυθμίσεις τινὰς, ἐπίσης ὡς πρὸς
1388ἄλλα οἱ ψηφισθέντες νόμοι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐφαρμο-
1389σθῶσι κατὰ τὸ 1887, εἰμὴ ἀπὸ ἐποχῆς προκεχωρηκυίας
1390τοῦ ἔτους, ἐνῷ ἤδη θέλουσιν ἐφαρμόζεσθαι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς
1391τοῦ ἔτους. Ταῦτα πάντα ἐπάγονται μεταῤῥυθμίσεις τινάς.
1392Εἰς τὸ δημόσιον δὲ χρέος θὰ ἔχωμεν 920,000 δραχμῶν ἐλάτ-
1393τωσιν, ἐν συνόλῳ δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1888
1394ἀναγράφει ποσὸν ἐπὶ ἔλαττον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
13951887, 2,385,000. Θὰ ἔχωμεν Προϋπολογισμὸν ἐσόδων 95,
1396306,000, καὶ Προϋπολογισμὸν ἐξόδων 92,509,000, τουτέ-
1397στι πλεόνασμα 2,796,000. Τὸ πλεόνασμα τοῦτο δὲν
1398δύναται νὰ παρασταθῇ ἀσφαλῶς ὡς πλεόνασμα ἀπολογι-
1399σμοῦ. Τὰ ἔξοδα ἀνεγράφησαν λίαν περιωρισμένα καὶ δὲν
1400δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ἐν τῇ πραγματοποιήσει οὐδ’ αὐτὰς
1401τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐπετύχομεν, οὐχ
1402ἧττον θέλομεν πάντοτε ἔχει ἐλάττωσίν τινα καὶ ἐκεῖ· ἔχο-
1403μεν ὅμως ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἐσόδων ἐπὶ τῷ
1404κατωτάτῳ, ὅπερ παρέχει τὴν ἐλπίδα, ὅτι πολλὰ ἐξ αὐτῶν
1405θέλουσιν ἀπενέγκει ποσὰ ἀνώτερα τῶν ἀναγραφέντων καὶ
1406οὕτω θέλομεν φθάσει εἰς ποσὸν ὑπέρτερον τῶν διαφορῶν τῶν
1407εἰσπράξεων πρὸς τὰς βεβαιώσεις καὶ πραγματοποιήσεις καὶ
1408κατὰ τὸ 1888, ὅπως πραγματοποιοῦμεν κατὰ τὸ 1887 τὸ
1409ἰσοζύγιον. Ἐν ταῖς προσόδοις ταῖς ἀναγεγραμμέναις ὑπάρχει
1410καὶ ἡ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Αὕτη, ἐὰν ἠδύνατο νὰ
1411πραγματοποιηθῇ ὁλόκληρος, ἤθελεν ἀπενέγκει μέγα ποσὸν,
1412διότι ἔχομεν ἐν ταῖς κεκλεισμέναις χρήσεσι βεβαιώσει ἐκ τοῦ
1413φόρου οἰκοδομῶν καὶ τοῦ φόρου ἐπιτηδευμάτων ποσὰ
1414σπουδαῖα· ἀλλ’ ἰδίως ὡς πρὸς τὸν φόρον οἰκοδομῶν τοῦ
1415δήμου Ἀθηναίων εἶναι τοιαύτη ἡ καθυστέρησις, ὡς ἐκ τῆς
1416βραδείας βεβαιώσεως, ὥστε θέλει δεήσει νὰ λάβωμεν
1417μέτρον τι νομοθετικόν. Τὰ μὴ βεβαιωθέντα μέχρι τοῦδε
1418ἀνάγονται εἰς δύο μὲν φόρους τοῦ 1884, τουτέστι τὸν τα-
1419κτικὸν καὶ τὸν τῆς συνεισφορᾶς, εἰς τὸν φόρον τοῦ 1885,
1420εἰς τὸν τοῦ 1886 καὶ εἰς τὸν τοῦ 1887. Ἑπομένως θέλομεν
1421ἔχει 6 ἐτῶν φόρους εἰσπρακτέους κατὰ τὸ 1888. Τοῦτο
1422δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ τι-
1423νὸς προνοίας περὶ εὐκολίας πρὸς τοὺς οὕτω ὀφείλοντας, ἀφ’
1424οὗ μάλιστα δὲν εὐθύνονται οὗτοι ἐπὶ τῇ βραδυτῆτι τῆς
1425βεβαιώσεως· θέλομεν ἄρα ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομο-
1426σχέδιον, παρέχον διορίας ἐπὶ τόκῳ πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀ-
1427φειλομένων εἰς ἐκείνους, οἵτινες θελήσουσι νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ
1428τῆς εὐκολίας ταύτης. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἑτέρα τις πρόνοια
1429ἐπιβαλλομένη, αὕτη δὲ δὲν σχετίζεται ἀμέσως πρὸς τὸν
1430Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ σχετίζεται πρὸς τὴν διαχείρισιν καί
1431τοι ἐπιβαρύνει τὸν Προϋπολογισμόν. Πλὴν τῶν ψηφιζομένων
1432δαπανῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸ Κράτος ὑφίσταται
1433πρὸ πολλοῦ βάρη ἐτήσια, μὴ ἀναγραφόμενα, καὶ τὰ
1434ὁποῖα κατέστησαν σπουδαιότατα. Ἀπὸ χρόνων πολλῶν
1435οἱ Δῆμοι, τοὐλάχιστον πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἀπεδείχθησαν ἀνε-
1436παρκεῖς πρὸς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπι-
1437βαλλομένου εἰς αὐτοὺς καθήκοντος τῆς παροχῆς τῆς δη-
1438μοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν· τούτου ἕνεκα
1439προκαταβάλλονται τὰ ἔξοδα τῆς παροχῆς τῆς δημοτικῆς
1440ἐκπαιδεύσεως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἡ δὲ ἀπόδοσις αὐτῶν, γι-
1441γνομένη ἀνέκαθεν ἀτελῶς, εἶχε παραγάγει ὀφειλὰς ἐκ καθυ-
1442στερημάτων, ὅτε νόμος τοῦ 1880 ἀπηγόρευσε τὴν ἐπιδίωξιν
1443τῆς ἀποτίσεως τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὀφειλομένων
1444ἱκανῶν ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἐξηκολούθησαν τὰ αὐτὰ
1445καθυστερήματα, κατόπιν δὲ ὁδηγιῶν, δοθεισῶν ὑπὸ τῶν προ-
1446κατόχων ἡμῶν, περὶ μὴ συμψηφισμοῦ ὡρισμένων τινῶν προ-
1447σόδων πρὸς τὴν προκαταβολὴν, ἔφθασε τὸ ἐτήσιον καθυστέ-
1448ρημα εἰς 650,000 δραχμῶν. Ποσὸν τοιοῦτον, πληρονόμενον
1449ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐτησίως ἄνευ ἀναγραφῆς ἐν τῷ Προϋπο-
1450λογισμῷ, ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν, περὶ ἧς πρέπει νὰ ληφθῇ
1451πρόνοια. Ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ἄρα, ἅτινα θέλουσιν ὑπο-
1452βληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν
1453γένει, βάσις εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως θέλει
1454τεθῇ ὁ σχηματισμὸς ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
1455Τὸ ταμεῖον τοῦτο πρέπει οὕτω νὰ προικοδοτηθῇ, ὥστε νὰ
1456ἐπαρκῇ καθ’ ὅλα εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύ-
1457σεως, θέλει δὲ συντελεῖ εἰς τὴν ἐπάρκειαν τοῦ ταμείου τού-
1458του καὶ χορήγημα ἐκ τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ οἱονδήποτε καὶ ἂν
1459ἦναι τὸ χορήγημα τοῦτο, πρέπει νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ
1460Προϋπολογισμῷ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθῇ τὸ Κράτος
1461ὑφιστάμενον ὑποχρεώσεις, ἃς δὲν ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Τὸ μέ-
1462τρον ἄρα τοῦτο θέλει εἶσθαι ἐκ τῶν πρώτων, εἰς ἃ θέλομεν
1463προκαλέσει τὴν προσοχὴν ὑμῶν· διότι δὲν δυνάμεθα νὰ θεω-
1464ρήσωμεν, ὅτι ἐκανονίσαμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ ἔτους, ἐὰν
1465περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὰ τῆς χρήσεως, τ’ ἀναγραφόμενα ἐν
1466τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ δὲν κανονίσωμεν καὶ τὰ τῆς δια-
1467χειρίσεως οὕτως, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται δαπάναι, μὴ ἀναγε-
1468γραμμέναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
1469Ὅταν τοιουτοτρόπως καὶ τὰ τῆς διαχειρίσεως κανονισθῶ-
1470σιν, ἀφοῦ ταῦτα, ὡς εἶπον σήμερον, δὲν παρουσιάζουσι
1471κατὰ τἆλλα τὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν παρουσίαζον πρό-
1472τερον, ὡς ἐκ τῆς ἐνεχυριάσεως πολλῶν ὁμολογιῶν τοῦ Δη-
1473μοσίου ἀπέναντι ἐκκρεμῶν χρεῶν ὡς ἐκ τῆς βραχείας διορίας
1474τῶν χρεῶν ἐκείνων, τῆς ἐπαγομένης εἰς τὸ Κράτος τὴν ὑπο-
1475χρέωσιν τῆς εὑρέσεως χρημάτων πρὸς ἀπότισιν κατὰ συνε-
1476χεῖς περιόδους, ἀφοῦ πάντα ταῦτα διεῤῥυθμίσθησαν ἤδη,
1477καὶ οὐδὲν περὶ κυμαίνοντος χρέους ἔχομεν νὰ προνοήσω-
1478μεν, δὲν ὑπολείπεται εἰ μὴ μία καὶ μεγάλη δυσχέρεια.
1479Ἀπεκτήσαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ λήγοντος ἔτους
1480καὶ ἀποκτῶμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπιόντος τὸ ἰσο-
1481ζύγιον, ἀλλὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο εἶναι εἰς τραπεζικὰ
1482γραμμάτια, ἐν ᾧ αἱ ὑποχρεώσεις ἡμῶν εἶναι ἐν μέ-
1483ρει καὶ εἰς μεταλλικόν· ἔχοντες δὲ ὅλον τὸ χρῆμα
1484πρὸς ἀπότισιν τῶν ποσῶν τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ
1485Προϋπολογισμῷ, ἔχοντες καὶ αὐτὸ τὸ χρῆμα, τὸ ἀπαιτού-
1486μενον πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος κατὰ τὰς τρεχούσας τι-
1487μὰς, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι διατελοῦμεν ἐν ἀσφαλείᾳ,
1488διότι δὲν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι τὸ συνάλλαγμα
1489δύναται ν’ ἀποκτηθῇ ἀντὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναγράφομεν
1490ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ τὸ ὁποῖον κατά τε τὸ 1887 καὶ
1491τὸ 1888 ἐσημειώθη εἰς 25%. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδύνατο
1492ν’ ἀποκτηθῇ πρὸς 25% τὸ ἀναγκαῖον ἐξωτερικὸν συ-
1493νάλλαγμα, δὲν θὰ ἐπιτρέπηται πάντοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν
1494ν’ ἀποκτήσῃ αὐτὸ, ὡς ἐκ τῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἀπόκτη-
1495σις τοσούτου μεταλλικοῦ διὰ μιᾶς δύναται νὰ ἐπενέγκῃ εἰς
1496τὴν κοινωνίαν ἐν γένει καὶ εἰς τὰς συναλλαγὰς αὐτῆς. Αὕτη
1497ἄρα ἡ ἔλλειψις ἀποτελεῖ κενὸν ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς
1498ἡμῶν. Παρετηρήσατε ὁποίας ἀνωμαλίας φέρει ἐν τῇ ἀγορᾷ
1499ἡ ἀμφιβολία, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ ἀγοράσει, ἢ οὔ, συνάλ-
1500λαγμα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠδυνήθη νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς
1501πληρωμῆς τοῦ προσεχοῦς τοκομεριδίου, ἢ οὔ. Τοιαύτη ἀνω-
1502μαλία πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, καὶ μόνον ὅταν ἐκλείψῃ αὕτη, δυ-
1503νάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν
1504ἔχουσι καλῶς. Ἤδη ὁ Προϋπολογισμὸς θέλει ψηφισθῆ ἐν
1505ἰσοζυγίῳ καὶ ἐν περισσεύματι βεβαιώσεως, καίτοι δὲ τὸ
1506περίσσευμα, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐπαρκὲς, εἶναι ὅμως
1507ἐλπιζόμενον, ὅτι θὰ διατηρηθῇ καὶ ἐν τῷ Ἀπολογισμῷ. Πλὴν
1508τῶν ἄλλων μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θέλει καταστῆ ἐπαρκὲς, εἶναι
1509καὶ ἡ βελτίωσις τῶν ἐν δημοσίῳ χρέει κατὰ τὸ 1888, ὡς
1510ἐπετεύχθη καὶ κατὰ τὸ 1887. Ἐπετύχομεν αὐτὴν καὶ κατὰ
1511τὸ 1887, διότι ἐπιστεύθη, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον θέλει πραγματο-
1512ποιηθῆ. Ἤρκεσεν ἡ γνώμη παρὰ τοῖς πολλοῖς, ὅτι τὸ πρᾶγμα
1513δὲν εἶναι ἀδύνατον, ἵνα ὅ,τι ἐθεωρεῖτο ἐντελῶς ἀνέφικτον
1514κατὰ τὰς ἀρχὰς τῶν συζητήσεων ἡμῶν ἐν τῇ παρελθούσῃ
1515Συνόδῳ ἦναι πραγματοποιημένον σχεδὸν κατὰ τὸ τέλος
1516αὐτῆς. Ἤδη, ὅτε θέλει διὰ τῶν πραγμάτων πιστο-
1517ποιηθῇ, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον εἶναι ἀληθὲς, βεβαίως θέλομεν
1518κατορθώσει κατὰ τὸ 1888 ὅσα καὶ κατὰ τὸ 1887.
1519Μεταξὺ τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ὡς ἓν τῶν στοι-
1520χείων τῆς χρεωκοπίας, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἦτο
1521καὶ ἡ κατάργησις τοῦ χρεωλυσίου. Τὴν κατάργησιν τοῦ
1522χρεωλυσίου εἶναι πιθανώτατον, ὅτι θέλομεν ἐπιτύχει δι’ οἰ-
1523κονομικῶν συνδυασμῶν, στηριζομένων ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως,
1524ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν. Οἰ-
1525κονομικοὶ συνδυασμοὶ, ὄχι βελτίονες, ἀλλ’ ἐπ’ αὐτῶν τῶν βά-
1526σεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγένοντο οἱ τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκα-
1527τομμυρίων εἶναι ἱκανοὶ, ἵνα μᾶς ἀπαλλάξωσιν ἀπὸ τοῦ βά-
1528ρους τῆς πληρωμῆς χρεωλυσίου, καὶ ἐπενέγκει βελτίονα τῶν
1529τοῦ δημοσίου χρέους διαῤῥύθμισιν, ἀλλὰ μόνη ἐπαρ-
1530κὴς τῶν τοῦ δημοσίου χρέους διαῤῥύθμισις εἶναι ἡ ἐξα-
1531σφαλίζουσα τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου. Τὴν δυσ-
1532χέρειαν περὶ τὴν πληρωμὴν τοῦ τοκομεριδίου παράγει ἡ
1533ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν ἄρα κυ-
1534κλοφορίαν πρέπει ν’ ἀφορῶσιν αἱ ἐνέργειαι ἡμῶν. Ἔχον-
1535τες δὲ ἤδη ἐξησφαλισμένον τὸ ἰσοζύγιον, ἔχομεν ἔδαφος, ἐπὶ
1536τοῦ ὁποίου νὰ διαπραγματευθῶμεν, ἔχομεν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ
1537ὁποίου διαγραμματευόμενοι δυνάμεθα, ἢ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν
1538ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐὰν τοῦτο θεωρηθῇ
1539ὑπαγορευόμενον ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας, ἢ νὰ φθά-
1540σωμεν εἰς περιορισμὸν τῶν δανεισθέντων εἰς τὸ δημόσιον
1541γραμματίων ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορία τοιοῦτον, ὥστε νὰ
1542ἐπέλθῃ ὑπερτίμησις αὐτοῦ, βελτίωσις εἰς τὴν τιμὴν τοῦ συ-
1543ναλλάγματος τοιαύτη, ὥστε ἡ διὰ συναλλάγματος ἀπότι-
1544σις τῶν εἰς μεταλλικὸν ὀφειλῶν τοῦ Κράτους νὰ μὴ διατα-
1545ράττῃ τὴν ἀγοράν.
1546Πάντα ταῦτα πρέπει νὰ ὦσι τὸ ἀντικείμενον τῆς μελ-
1547λούσης ἡμῶν οἰκονομικῆς ἐνεργείας. Ἡ οἰκονομικὴ ὅμως αὕ-
1548τη ἐνέργεια ἡμῶν ἀφετηρίαν ἄλλην δὲν δύναται νὰ ἔχῃ, εἰ-
1549μὴ τὴν ἐπιψήφισιν Προϋπολογισμοῦ ἐν ἰσοζυγίῳ. Προϋπολο-
1550γισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι,
1551ὡς εἶπον, καί τοι τ’ ἀναγραφόμενα δὲν παρουσιάζουσι
1552τὸ ἰσοζύγιον τῶν εἰσπράξεων πρὸς τὰ ἔξοδα, ὁ τρό-
1553πος ὅμως τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν
1554ἐσόδων ἐπιτρέπει τὴν προσδοκίαν, ὅτι ἐν τῷ Ἀπολογι-
1555σμῷ οὐ μόνον θέλομεν ἔχει ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα.
1556Ἀλλὰ πλὴν τοῦ τρόπου, καθ’ ὅν εἶναι κατηρτισμένος ὁ
1557Προϋπολογισμὸς, τὴν στερέωσιν τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τὴν
1558ἐπαύξησιν τοῦ περισσεύματος ὑπόσχεται ἡ διαῤῥύθμισις τῶν
1559τοῦ δημοσίου χρέους. Ἵνα δυνηθῶμεν ὅμως νὰ διαῤῥυθμίσω-
1560μεν τὰ τοῦ δημοσίου χρέους, δὲν πρέπει νὰ ἐπαναληφθῶσι
1561τὰ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ἐλπίζομεν, ὅτι ἡ λέξις
1562χρεωκοπία δὲν θέλει ἐξενεχθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1563κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Ἡ ζημία, ἡ ἐκ τῆς λέ-
1564ξεως ταύτης κατὰ τὰς παρελθούσας διαπραγματεύσεις,
1565εἶναι ἱκανὴ, ἵνα διδάξῃ ἐκείνους, οἵτινες προέβησαν οὕτως
1566ἐλαφρῶς εἰς τὰς ἐκτιμήσεις αὐτῶν, ὅτι πρέπει πολὺ νὰ προ-
1567σέχωσι κατὰ τίνα τρόπον ἐκφράζονται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ.
1568Πρέπει νὰ προσέχωσι καὶ κατὰ τίνα τρόπον σκέπτονται,
1569διότι τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ὑπῆρξαν ἐν Ἑλλάδι οἱ σκεπτόμενοι,
1570ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναζητηθῇ ἡ λύσις ἐν τῇ ἀθετήσει τῶν
1571ὑποχρεώσεων, ἤρκεσεν, ἵνα κλονίσῃ τὰς πεποιθήσεις πολλῶν
1572καὶ νὰ ἀποτρέψῃ πολλοὺς, ὅπως συντελέσωσιν εἰς τοὺς οἰκο-
1573νομικοὺς συνδυασμοὺς, ἐκ τῶν ὁποίων περιμένεται ἡ ἀνόρθω-
1574σις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἐν μέρει. Ἐκεῖνοι ὅ-
1575μως, οἵτινες ἐν ἀγανακτήσει ἤκουσαν τὴν λέξιν ταύτην, οἵτι-
1576νες διὰ τῆς ψήφου των κατεδίκασαν αὐτὴν, βεβαιώσαντες,
1577ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν σταθμίζει τὸ βάρος τῶν πρὸς τὴν ἐπι-
1578τέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς θυσιῶν, ἤδη, βλέπον-
1579τες τὰ πράγματα δικαιολογοῦντα τὴν ψῆφον αὑτῶν
1580ἐκείνην, θέλουσι προβῆ θαῤῥαλεώτερον ἔτι εἰς τὴν ψήφισιν
1581τῶν νέων μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ πολιτικὴ ἐκείνη θέλει
1582ἐπιῤῥωσθῆ, θέλουσι προβῆ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογι-
1583σμοῦ, τοῦ σήμερον προβαλλομένου, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἐξα-
1584σφαλίζει οὗτος τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ
15851887, ἀνοίγων καὶ ἐμπεδῶν τὴν ὁδὸν τῆς ἐθνικῆς προόδου,
1586τῆς ὁποίας μόνον ἀφετηρία ὑπῆρξεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
15871887. Διὰ τῆς ψήφου ταύτης ἡ Βουλὴ θέλει διερμηνεύσει
1588τὸ φρόνημα τοῦ Ἔθνους. Ἡ ἁπλῆ εἴδησις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ,
1589περὶ τῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ψήφου ὑμῶν, τῆς
1590διατρανωσάσης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀποσκορακίζει πᾶσαν ἰδέαν περὶ
1591ἀθετήσεως ὑποχρεώσεων, ἤρκεσεν ἵνα ἑλκύσῃ τὸ ξένον κε-
1592φάλαιον εἰς ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν. Ἤδη, ὅτε
1593ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ψῆφος ὑμῶν ἐδόθη ἐν ἐπιγνώσει, ὅτι
1594ὁ λαὸς ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς ἀποφάσεις ὑμῶν, ἀποδεχθεὶς
1595προθύμως ἁπάσας τὰς ἐπιβαρύνσεις καὶ ἀφορῶν μό-
1596νον εἰς τὸν ἱερὸν αὐτῶν σκοπὸν, ἤδη, ὅτε ἀπεδείχθη,
1597ὅτι ἡ κοινωνία δὲν παρεσύρθη τυφλῶς εἰς ἀποδοχὴν πο-
1598λιτικῆς ὑπερτέρας τῶν ἠθικῶν καὶ τῶν ὑλικῶν δυνά-
1599μεων αὐτῆς, ἀλλ’ ὅτι τὰ ψηφισθέντα μέτρα ηὐδοκίμη-
1600σαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ ἄγουσιν εὐθὺ τὴν χώραν πρὸς
1601τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν, ἡ ψῆφος ὑμῶν περιβάλλεται
1602πᾶσαν αὐτῆς τὴν σημασίαν καὶ ἱκανοποιεῖ ὑμᾶς τε καὶ τοὺς
1603ἐντολεῖς ὑμῶν. Τὸ Ἔθνος, ὅπερ τὴν 7 Ἀπριλίου κατεδίκασε
1604τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ταύτην, φωτισθὲν ἐκ τῶν πραγμάτων,
1605ἠσπάσθη αὐτὴν, καὶ ἔστειλε τὴν Βουλὴν ταύτην με πρό-
1606γραμμα αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τότε εἶχε καταδικάσει. Τὸ
1607πρόγραμμα τοῦτο καλεῖ ὑμᾶς ἤδη νὰ κυρώσητε διὰ τῆς
1608ψήφου ὑμῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1888, καὶ ὅπως
1609ἡ ψῆφος ὑμῶν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους
1610ὑπῆρξεν εὐεργετικὴ εἰς τὴν χώραν, οὕτως, ἔστε βέβαιοι, ὅτι
1611εὐεργετικὴ εἰς αὐτὴν θέλει εἶσθαι καὶ ἡ ψῆφος, ἣν ζητοῦμεν
1612παρ’ ὑμῶν σήμερον, ψῆφος ἀνταποκρινομένη καθ’ ὅλα πρὸς
1613τὰς εὐχὰς, πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις
1614τοῦ Ἔθνους. (Εὖγε! εὖγε!)
1615§23Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι συνεδρία-
1616σις αὔριον; Ἐν πρώτοις παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ ζητήσητε ἀπὸ
1617τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ καταθέσῃ ὅλους τοὺς πίνακας, τῶν
1618ὁποίων σήμερον ἐποιήσατο μνείαν· δεύτερον, σᾶς παρακαλῶ,
1619εὐθὺς ὡς κατατεθῶσιν οἱ πίνακες, νὰ καλέσητε τὴν Βουλὴν
1620εἰς συνεδρίασιν, διότι σήμερον τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ.
1621Πρωθυπουργοῦ διαιροῦνται εἰς δύο συστήματα ἐννοιῶν· εἶναι
1622ἔννοιαι, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν, ἵνα δικαιολογήσῃ διατὶ συνέ-
1623ταξε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1888 ὡς συνέταξεν αὐτὸν,
1624ἀλλ’ εἶναι καὶ ἔννοιαι, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὴν διαχείρι-
1625σιν τοῦ παρελθόντος, τὴν ὁποίαν κατέκρινε διὰ τρόπου μὴ
1626προσήκοντος. Ἔχομεν λοιπὸν δικαίωμα ν’ ἀναιρέσωμεν τὰς
1627τελευταίας ἐννοίας ταύτας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸ τῆς
1628γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ ν’ ἀποδείξωμεν
1629καὶ διὰ χιλιοστὴν ταύτην φορὰν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν
1630λέγει ἀκριβείας ἀπὸ τοῦ βήματος, ὁσάκις ὁμιλῇ περὶ τοῦ
1631παρελθόντος. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀκόμη ν’ ἀναιρέσωμεν καὶ τὰς ἐν-
1632νοίας αὐτοῦ τὰς ἄλλας καὶ περὶ τοῦ προσφάτου παρελθόντος,
1633τοῦ ὁποίου πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσε. Πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσε
1634τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύ-
1635νοδον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀπέδωκεν εἰς τὴν Ἀν-
1636τιπολίτευσιν ἰδέας τινὰς, καὶ ἄλλας ἰδέας εἰς τὴν Συμπολί-
1637τευσιν, ἐπετέθη δὲ λάβρως, ἐπικρίνας τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας
1638πέρυσιν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐξέφερεν.
1639Ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουρ-
1640γὸν, ὅτι ὅσα εἶπε δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, καὶ θέλομεν ἀποδείξει
1641κατὰ τί διαφέρουσι τὰ δύο συστήματα, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον
1642ἠσπάσθη καὶ ἠκολούθησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ πενταε-
1643τίας, καὶ τὸ σύστημα τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἠσπάσθη
1644καὶ ἠκολούθησε μέχρι τοῦδε ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τὰς συ-
1645ζητήσεις ταύτας δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν διὰ τὴν γενι-
1646κὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ἔχομεν καθῆκον
1647νὰ μὴ ἀφήσωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν
1648γνωμῶν τοιούτων καὶ κρίσεων, οἵας ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυ-
1649πουργὸς, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἀποδείξωμεν,
1650ὅτι αὗται δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, κ. Πρόε-
1651δρε, εὐθὺς ὡς καταθέσῃ τοὺς πίνακας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ
1652καλέσητε τὴν Βουλὴν εἰς συνεδρίασιν, ἵνα ἀσχοληθῇ περὶ
1653τοῦ δευτέρου μέρους τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
1654§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ἀναβολῆς· τὸ βῆ-
1655μα εἶναι ἐλεύθερον καὶ σήμερον καὶ καθ’ οἱανδήποτε ἄλλην
1656ἡμέραν. Οἱ πίνακες θέλουσι κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν τετυ-
1657πωμένοι, δύναται δὲ πᾶς τις νὰ προκαλέσῃ περὶ αὐτῶν συ-
1658ζήτησιν, ὅταν θέλῃ· ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως ἐπάγεται τὴν ἀνα-
1659βολὴν τῆς αὐριανῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν οἱ κύριοι δὲν ἦναι
1660ἕτοιμοι ἵνα ἀπαντήσωσιν, ἐὰν, ἵνα ἀνασκευάσωσιν ὅσα εἶπον,
1661ἔχωσιν ἀνάγκην 8 ἢ 10 ἡμερῶν μελέτης, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ
1662τὴν Βουλὴν. Ὅταν ἑτοιμασθῶσιν θέλομεν τοὺς ἀκροασθῆ.
1663§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδὲν εἶχε δικαί-
1664ωμα, ἵνα προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα προέβαλε, διότι εἶναι
1665δικαίωμα ἑκάστου Βουλευτοῦ νὰ προκαλῇ συζήτησιν κατὰ
1666πᾶσαν ἡμέραν, ὅταν δὲ διακόπτῃ ὑπάρχουσαν συζήτησιν ἐπὶ
1667ἄλλου ἀντικειμένου, δὲν ὑποβάλλεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ
1668τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἑπομένως ὅ,τι ἡμεῖς
1669ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἵνα, ὅταν κα-
1670τατεθῶσιν οἱ πίνακες, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρωθυ-
1671πουργὸς, καλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς συνεδρίασιν, ὅπως ἐνασκή-
1672σωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν
1673ἐξέτασιν ἢ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αὐτὸ τὸ ἐζητή-
1674σαμεν στηριζόμενοι ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ Συντάγ-
1675ματος. Ἠπόρησα δὲ, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι
1676ἠδύνατο νὰ ἀντείπῃ, ὅτι, ἐὰν θέλητε νὰ συζητήσητε, συζητή-
1677σατε αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι ἄλλοτε δὲν ἔχετε δικαίωμα
1678νὰ συζητήσητε. Καὶ τίς ἔδωκεν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξου-
1679σίαν τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς προσδιορίσῃ πότε αὐτὴ θέλει νὰ
1680συζητήσωμεν, ἐὰν θέλωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην, ἢ μετὰ δύο
1681ἢ μετὰ πέντε ἡμέρας;
1682Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσέθηκε, πρὸς δικαιολογίαν,
1683ὅτι, ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν νῦν, διὰ τοῦ-
1684το προβάλλομεν τὰς ἀντιῤῥήσεις ταύτας. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ
1685ὁποῖοι ἐζητήσαμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως, τὴν
1686ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
1687σᾶς ἀπεδείξαμεν ἄλλοτε, ὅτε ἐποιήσατε ὁμοίαν εἰσήγησιν τοῦ
1688Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἠδυνήθημεν νὰ σᾶς ἀποδείξωμεν τότε
1689ἀμέσως, ὅτι αἱ βάσεις ὑμῶν δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς· ἑπομένως δὲν
1690ἔχετε ἀφορμὴν νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ζητεῖται ἀναβολὴ διότι δὲν
1691εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Ἀλλ’ ἐπει-
1692δὴ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν στηριζόμενοι εἰς ἀριθμοὺς,
1693ἐζητήσαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πᾶς λογικῶς σκεπτόμενος πείθε-
1694ται, ὅτι εἴχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν· διότι ὑμεῖς ἀνε-
1695φέρατε ἀριθμοὺς, καὶ ἐὰν ἡμεῖς δὲν ἔχωμεν τοὺς ἀριθμοὺς τού-
1696τους, ἠθέλετε ἔχει πάντοτε τὴν εὐκολίαν νὰ μᾶς προβάλλητε
1697ἀντιῤῥήσεις. Οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε, δὲν ἦσαν ἀκρι-
1698βεῖς, θέλομεν δὲ σᾶς ἀποδείξει, ὅτι τὰ χρέη τὰ κυμαινόμενα,
1699τὰ ὁποῖα κατελίπατε τὴν 7 Ἀπριλίου εἰς τοὺς διαδόχους σας,
1700ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα ἀπ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ διάδοχοί
1701σας ἀφῆκαν εἰς ὑμᾶς.
1702Καὶ ἐὰν ἦσαν πολὺ μεγαλείτερα, διατὶ, ἐπὶ τίνος λόγου
1703στηριζόμενοι, μᾶς εἴπετε, ὅτι παρελάβετε οἰκτροτάτην κατά-
1704στασιν τῶν κυμαινομένων χρεῶν κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1886;
1705Ἡ κατάστασις, εἰς ἣν ἀφήκατε αὐτὰ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ
17061885, ἦτο οὐχὶ οἰκτροτάτη, ἀλλ’ ἀξία τοῦ ἐσχάτου οἴκτου.
1707Καὶ ἐνῷ λέγετε, ὅτι ἐβελτιώσατε τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τῆς
1708συνομολογήσως τοῦ δανείου τῶν 134 ἑκατομμυρίων, θέλετε
1709νὰ συζητήσωμεν τὴν ὥραν ταύτην περὶ τούτου, χωρὶς νὰ
1710ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει οὔτε τὰς συμβάσεις, οὔτε τὴν διαχείρισιν
1711τοῦ δανείου τῶν 135 ἑκατομ. Ἡ ἀξίωσις ἡμῶν, τοῦ νὰ συζη-
1712τήσωμεν ἐν ἄλλῃ ἡμέρᾳ, ἀφοῦ κατατεθῶσιν οἱ πίνακες, ἦτο
1713ἀξίωσις λογικὴ, ἡ δὲ ἀντίῤῥησις ὑμῶν ἦτο ἀντίῤῥησις, τὴν
1714ὁποίαν δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ προβάλητε, διότι περιορίζετε
1715τὸ Συνταγματικὸν ἡμῶν δικαίωμα, καὶ σεῖς οἱ Ὑπουργοὶ
1716δὲν ἐτέθητε ἀνώτεροι τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἦτο καὶ ἀντίῤ-
1717ῥησις μὴ δικαιολογουμένη οὐδὲ ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἀφοῦ
1718σεῖς μνημονεύετε ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς πρώτην φορὰν
1719ἀκούομεν σήμερον, οὐδ’ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, μήπω διανεμηθέν-
1720των τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους εἴπετε, ὅτι καταθέτετε εἰς
1721τὴν Βουλήν.
1722§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε. Ἐπειδὴ ὁ λόγος
1723τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ σκοπεῖ νὰ φέρῃ μεταβολὴν ἐν τῷ
1724Χρηματιστηρίῳ καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς τὴν περιουσίαν τῶν
1725πολιτῶν, ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς εἰς ἄλλας πολλὰς συζητήσεις
1726ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος ἀπεδείξαμεν διὰ τῶν πραγμάτων
1727ψευδῆ τὰ ἀναφερόμενα ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουρ-
1728γοῦ, καὶ ἐπειδὴ διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι καὶ ταῦτα, τὰ
1729ὁποῖα ἐλέχθησαν σήμερον, εἶναι ψευδῆ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ
1730σώσωμεν ἀπὸ τὴν πλάνην τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι
1731θὰ διακυβεύσωσι τὰ κεφάλαια αὑτῶν, ἔχομεν ἀνάγκην διὰ
1732τῆς ὑποβολῆς τῶν καταστάσεων, διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
1733τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε, ν’ ἀποδεί-
1734ξωμεν, ὅτι ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε δὲν εἶναι ἀληθῆ,
1735ἀλλ’ εἶναι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐκφέρονται, ἵνα οἱ χρηματισταὶ,
1736οἱ παίζοντες εἰς τὰ χρηματιστήρια, ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς ὑπερ-
1737τιμήσεως καὶ ὑποτιμήσεως τῶν χρεωγράφων, εἶναι λόγοι, οἱ
1738ὁποῖοι ἔχουν σκοπὸν νὰ πλουτίσωσι τοὺς συνεταίρους τοῦ κ.
1739Πρωθυπουργοῦ, σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἀπὸ τῆς ἀναῤῥήσεώς του
1740εἰς τὴν ἀρχὴν προέθετο. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν σᾶς ἀνέ-
1741φερεν, ὅτι ἔχει ἰσοζύγιον, ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς
1742νὰ συνομολογήσῃ τὰ δάνεια, πότε χάριν στόλου καὶ πότε
1743χάριν ἄλλων σπουδαίων ἀντικειμένων, ἀφορώντων εἰς τὸ ἐθνι-
1744κὸν ἡμῶν μέγα ζήτημα, καὶ τὰ δάνεια ἐκεῖνα πραγματο-
1745ποιούμενα πάντοτε κατεσπατάλησεν ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ, καὶ ὄχι
1746εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, διὰ νὰ καλύψῃ τὰ ψεύδη, τὰ
1747ὁποῖα ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ἀπήγγειλεν.
1748Ἔχομεν ἀνάγκην λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, τῆς ἀναβολῆς, τὴν
1749ὁποίαν ἐζητήσαμεν, ὄχι διὰ νὰ κερδήσωμεν καιρὸν,—διότι
1750μόλις τώρα ἠρχίσαμεν,—ἀλλὰ διὰ νὰ σώσωμεν τοὺς πολίτας,
1751τοὺς μέλλοντας νὰ διακυβεύσουν τὰς περιουσίας αὑτῶν, ἀπὸ
1752τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς σύρει ὁ λόγος τοῦ κ. Πρω-
1753θυπουργοῦ.
1754§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι κἂν
1755δυνατὸν Πρόεδρος Κυβερνήσεως, ὑποβάλλων Προϋπολογισμὸν
1756καὶ Ἀπολογισμοὺς μετὰ τοσούτων πινάκων, νὰ προτείνῃ, ὡς
1757πράττει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν ἀμέσως,
1758πρὶν ἢ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν οἱ ὑποβαλλόμενοι λογα-
1759ριασμοὶ καὶ πίνακες.
1760§28ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶπε τοῦτο.
1761§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰ ζητήματα, ἅπερ ἐγείρει ἡ σημερινὴ
1762ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶ-
1763σιν, εἰμὴ ἀφοῦ διανεμηθῶσι τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα. Δὲν
1764ἐννοῶ δὲ πρὸς τίνα σκοπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
1765ζητεῖ ἀμέσως τὴν ἐπ’ αὐτῶν συζήτησιν, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν
1766θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τοιαύτην αὐτοῦ ἀπαίτησιν.
1767Θεωρῶ οὐχ ἧττον καθῆκόν μου, νὰ φέρω παρατήρησίν τινα
1768εἰς τὸν ἐπίλογον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τὴν ἐν αὐτῷ πε-
1769ριεχομένην ἄκαιρον διδασκαλίαν. Τὸν παρακαλῶ, ἐν ὀνόματι
1770τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, ἅτινά εἰσιν ἐμπεπιστευμένα αὐ-
1771τῷ, νὰ παύσῃ ὁμιλῶν περὶ χρεωκοπίας. Τὴν λέξιν χρεωκοπία,
1772τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ὡς βλάψασαν τὰς διαπραγματεύσεις αὐτοῦ,
1773ἐξήνεγκε πρῶτος αὐτὸς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν, διαστρέφοντες τὰς
1774ἰδέας ἡμῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἐπαναλαμ-
1775βάνει καὶ τώρα. Ἀφοῦ μελετήσωμεν τὰς πληροφορίας, ἃς φέ-
1776ρει σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ συζητήσωμεν, ἐὰν ἡ θέσις τῶν
1777οἰκονομικῶν ἡμῶν δικαιολογῇ τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Προ-
1778έδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν τὰ μέτρα, ἅτινα ὑπεδείξαμεν
1779ἡμεῖς, δὲν ἤθελον προλάβει τὰς οἰκονομικὰς ἀσχημίας, ἃς
1780ἐπήνεγκεν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν μέτρων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὰ
1781μέτρα, ἅτινα ἡ Ἀντιπολίτευσις προέτεινε κατὰ τὴν παρελθοῦ-
1782σαν Σύνοδον, ὄχι μόνον δὲν ἤθελον προσάψει στίγμα εἰς τὴν
1783πίστιν ἡμῶν, ἀλλ’ ἤθελον συντελέσει εἰς τὴν στερέωσιν αὐ-
1784τῆς. Τὰ μέτρα δὲ, ἅτινα ἐφήρμοσεν ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον
1785δὲν ἀνύψωσαν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν ὑπόληψιν, ἀλλὰ κα-
1786τεβίβασαν αὐτὴν ἐκεῖ, ὅπου οὐδέποτε εἶχε πέσει. Γνωρίζουσι
1787πάντες ἐνταῦθα, ὅτι πρώτην φορὰν πρὸ δύο περίπου μηνῶν τὸ
1788Χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου διέγραψε τῶν καταλόγων αὐ-
1789τοῦ τὸ Ἑλληνικὸν δάνειον. Οὐδέποτε δὲ τὸ Χρηματιστήριον
1790τοῦτο διέγραψε δάνειόν τι διὰ τοὺς λόγους, δι’ οὓς διέγραψε
1791τὸ ἡμέτερον. Τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν ζήτημα εἶναι καθαρῶς
1792πραγματικὸν ζήτημα καὶ ὑψίστης δι’ ἡμᾶς σημασίας. Ὡς
1793τοιοῦτον ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ, θέτοντες αὐτὸ
1794ἄνω τῶν κομματικῶν παθῶν, ἀποφεύγοντες τὰς διαστρο-
1795φάς. Τοιοῦτον ἐπίστευσα, ὅτι δίδει εἰς αὐτὸ χαρακτῆρα ἐν τῇ
1796ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
1797ἀλλὰ δυστυχῶς μετεμελήθη ἐν τῷ τέλει αὐτῆς καὶ τὸ ὑπέ-
1798ταξεν εἰς τὰ κομματικὰ πάθη. Θὰ παρακαλέσω αὐτὸν, ν’
1799ἀφήσῃ εἰς αὐτὸ τὸν πραγματικὸν χαρακτῆρα, ὅπως μελετή-
1800σωμεν τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ δυνηθῶμεν νὰ
1801εὕρωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἐπιτύχωμεν τὸ πραγματικὸν
1802ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπερ ἐπιθυμοῦμεν.
1803§30ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἴδῃ, ἐὰν ἡμεῖς συνε-
1804βουλεύσαμεν τὴν χρεωκοπίαν, ἢ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπολι-
1805τεύθη πρὸς τοῦτο.
1806§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον εἰς τὰς 2 εἶναι συνεδρίασις.
1807Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1808Ὥρᾳ 6 μ. μ.