1887.05.20
2,871 rows · 22,398 words · 173 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63
τῆς 20 Μαΐου 1887.
(Τετάρτη)
Ὥρα 3 μ. μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰδοποιήθη ἡ Βουλὴ, ὅτι χθὲς κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν ἐγένετο παραδρομή τις. Ἡ παραδρομὴ αὕτη διωρθώθη ὡς ἑξῆς: «Ἐπαναληφθείσης τῆς συζητήσεως ἐγένετο αὖθις ἔνστασις μὴ ἀπαρτίας· ἀναγνωσθέντος δὲ τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἐγένετο ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ βουλευτοῦ Π. Σάκκη, ἐξ ἧς συνήχθη μετὰ τὴν διαλογὴν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας διὰ ψήφων 77 κατὰ 8, ἐπὶ ψηφοφορησάντων ἐν ὅλῳ 85, ὡς τὸ προσαρτώμενον ὧδε πρωτόκολλον ψηφοφορίας». (Οὕτω διορθωθέντα τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλη εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησις τῶν κατοίκων Λαμίας, αἰτουμένων τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς, καὶ ἀναφορὰ τῶν καταδίκων ἐν ταῖς φυλακαῖς Χαλκίδος, αἰτουμένων νὰ συστηθῶσιν εἰς τὴν Βασιλικὴν χάριν.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὰς ἀρχὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἐκκρεμῶν δανείων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου, περὶ ὧν δὲν εἶχε ληφθῆ ὁριστικὴ πρόνοια. Εἶχον παραστήσει τότε, ὅτι ὡς πρὸς τὰς προκαταβολὰς ἐπετεύχθη ἡ συμφωνία μετὰ τῶν δανειστῶν, ὅπως ἀναβληθῇ μέχρι τέλους τοῦ 1887 ἡ ἀπαίτησις περὶ τῆς ἀποτίσεως τῶν προκαταβολῶν ἐκείνων, συνάμα δὲ ἐψηφίσθησαν νόμοι, ἐπιτρέποντες τὴν συνομολόγησιν καὶ ἄλλων δανείων. Ἐψηφίσθη νόμος, ἐπιτρέπων τὴν συνομολόγησιν δανείου δι’ ἐντόκων γραμματίων ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων μέχρι ποσοῦ ἱκανοῦ πρὸς τροπὴν τῶν προκαταβολῶν εἰς τὸ δάνειον τοῦτο, καὶ πρὸς παροχὴν εἰς τὸ Δημόσιον μεταλλικοῦ μέχρις 25,000,000. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐπραγματοποιήθη δάνειον μεταλλικὸν 19,000,000, ἐπραγματοποιήθη καὶ ἐκ τροπῆς προκαταβολῶν ποσὸν 2,500,000, ἑπομένως ἐν συνόλῳ 21,500,000. Ἀλλὰ ταῦτα ἐπραγματοποιήθησαν δι’ ἐντόκων γραμματίων, οὐχὶ δὲ διὰ παγίων ὁμολογιῶν. Πρὸς τούτοις ἐψηφίσθη νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπετρέπετο δάνειον 30,000,000 δραχμῶν πρὸς ἀπόκτησιν πολεμικῶν πλοίων, καὶ ἕτερος, καθ’ ὃν τὰ δάνεια τῶν 25,000,000, τῶν 4,000,000 καὶ τῶν 6,000,000 ἤθελον τραπῆ καθ’ ὅρους διαγεγραμμένους, ἢ ἤθελεν ἀποδοθῆ τὸ κεφάλαιον αὐτῶν εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν δανειστῶν, οἵτινες δὲν ἤθελον ἀποδεχθῆ τὴν τοιαύτην τροπήν. Ταῦτα πάντα ἐπέβαλλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προνοήσῃ περὶ παγίου δανείου. Αἱ διαπραγματεύσεις, αἵτινες πρὸ ἱκανοῦ χρόνου ἤρξαντο, προβαίνουσιν εὐτυχῶς· εἰσέτι δὲν κατέληξαν εἰς οὐσιαστικὰ ἀποτελέσματα, ἐπειδὴ δὲ ἀγνοοῦμεν ἐπὶ πόσον ἔτι θὰ διαρκέσῃ ἡ Σύνοδος αὕτη τῆς Βουλῆς, νομίζομεν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τοῦδε νόμος, ἐπιτρέπων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συνομολόγησιν διαρκοῦς δανείου ἐπὶ τοῖς ὅροις, ἐπὶ τοῖς ὁποίοις μέχρι τοῦδε ἐπετρέπετο εἰς αὐτὴν τοῦτο. Κατὰ τὰ νενομισμένα περὶ τῶν ἀδιαθέτων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐπιτρέπεται, ὅπως αἱ ὁμολογίαι αὗται διατίθηνται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ κάτω τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως. Διὰ τοῦ δανείου περὶ ἐντόκων γραμματίων ὁρίζεται ποῖαι αἱ ἐγγυήσεις, ποῖα τὰ μονοπώλια, τῶν ὁποίων ἡ διαχείρισις παρέχεται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κατεχόντων τὰ ἔντοκα γραμμάτια, καὶ ὁρίζεται τόκος 8% καὶ χρεωλύσιον. Ἐπίσης καὶ περὶ τοῦ δανείου πρὸς ἀπόκτησιν πολεμικῶν πλοίων ὑπάρχει καθωρισμένος τόκος καὶ χρεωλύσιον καὶ ἄδεια παροχῆς ἐγγυήσεων. Πάντων τούτων τῶν δανείων θὰ γένηται τροπὴ, τουτέστιν ἀντικαθίστανται ταῦτα διὰ τοῦ νέου δανείου, παρεχούσης τῆς Βουλῆς, διὰ νέου αὐτῆς νομοθετήματος, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο καὶ περιοριζούσης αὐτὴν περὶ τὴν διαπραγμάτευσιν εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου ὑπὸ ὅρους οὐχὶ βαρυτέρους τῶν μέχρι τοῦδε ἐπιτρεπομένων. Ἑπομένως δὲν πρόκειται νὰ νεωτερίσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν ἤδη, ἐπὶ τῶν νῦν κειμένων. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίζετο, θὰ ἐπετρέποντο πάντα, ὅσα τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει, θὰ ἐπετρέποντο δηλ. πάντα τὰ ἔχοντα σπουδαιότητα· ἴσως τὸ νομοσχέδιον περὶ τὰς λεπτομερείας ἀναγράφει τι διάφορον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅμως ἐπιτρέπονται πάντα ταῦτα χάριν δανείου ἑνιαίου. Ἐν τοιούτῳ πνεύματι εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ ὅπως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἀμέσως, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ αὔριον. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 270.)
§4ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὔριον, κατὰ τοιαύτην ἑορτήν;
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι θὰ συνέλθωμεν αὔριον· εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ συνεδριάσωμεν, καὶ τοῦτο διότι δὲν γινώσκομεν ἐπὶ πόσον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ παραταθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Νομίζω δὲ, ὅτι αὕτη εἶναι καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῇ περὶ τούτου.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάσῃ αὔριον;
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, νόμον ἐκδοθέντα ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΑΤΚΗʹ τῇ 21 Μαρτίου 1887, ἐπιτρέποντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαπραγματευθῇ πρὸς τὰς Τραπέζας, τὰς ἀναλαβούσας τὴν κατασκευὴν τῶν κερματικῶν γραμματίων, τὴν κατάργησιν τοῦ χρεωλυσίου τῶν γραμματίων ἐκείνων. Ἡ Κυβέρνησις διεπραγματεύθη πρὸς αὐτὰς τὰ περὶ τούτου καὶ κατέληξεν εἰς σύμβασιν καταργοῦσαν τὸ χρεωλύσιον. Καὶ ἐὰν τοῦτο μόνον ἐν τῇ συμβάσει ἀνεγράφετο, ἦτο περιττὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ζητοῦντες τὴν κύρωσιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῇ συμβάσει ἀνεγράψαμεν καὶ ἕτερον ὅρον, χρήζει αὕτη τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ καταστατικὸν τῶν κερματικῶν γραμματίων ὁ ὀφειλόμενος εἰς τὰς Τραπέζας ἐτήσιος τόκος ἀναγράφεται εἰς 2%, ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ περιωρίσθη εἰς 1%, ἐκ δὲ τοῦ συνόλου τῶν 18 ἑκατομμυρίων, τὰ 4 ἑκατομμύρια τρέπονται ἐκ κερματικῶν γραμματίων εἰς ἀκέραια γραμμάτια, μένουσι δὲ κερματικὰ 14 ἑκατομμύρια. Διὰ τῆς συμφωνίας ταύτης ἐπέρχεται οἰκονομία εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν 180 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος.—Ὑποβάλλω καὶ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 87,592 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1886. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 271–272).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ψηφίζεται εἰς αʹ. συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Τμήματος ἐπὶ τῆς Γεωργίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς αʹ συζήτησιν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ἄρθρα 1–7, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8. (Ἀναγινώσκεται).
§11ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν ἄλλην συζήτησιν. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 8–26 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 27. (Ἀναγινώσκεται).
§14ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μᾶς εἴπῃ, ποῖα εἶναι τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα, περὶ ὧν τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁμιλεῖ.
§15ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα καὶ τὰ Δημοτικὰ, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ δημόσια αὐτῶν ἔργα.
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τὰ Δημοτικὰ Ταμεῖα τὰ εἰδικὰ, περὶ ὧν τὸ ἄρθρον τοῦτο, οὐδὲ τὰ Ἐπαρχιακὰ, ἀλλ’ εἶναι μόνον τὰ Λιμενικὰ καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιίας.
§17ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν θὰ ἀδικήσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, πιστεύων, ὅτι δὲν προσέχει, δὲν ἔχει καιρόν· μὲ ὅλην τὴν νοημοσύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει, μὲ ὅλην τὴν μακρὰν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν, ἔρχονται νομοθετήματα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ ὁποῖα ὁμοιάζουσι πρὸς ἐκεῖνα τῶν Ἀβδηριτῶν, τὰ διὰ κάῤῥου φερόμενα εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἐπινεστίων καὶ ἐκεῖθεν, ἐπιψηφιζόμενα, εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἀφροδίτης, διὰ ν’ ἀναρτηθῶσι, πρὸς γνῶσιν τῶν πολιτῶν τῶν Ἀβδήρων· ὁμοιάζομεν δυστυχῶς ἐκείνοις, καὶ παρατηρῶ ἀναγεγραμμένας ἐν τοῖς νόμοις τοῦ κ. Λομβάρδου διατάξεις, διὰ τὰς ὁποίας θὰ συγχαρῶ τὸν συντάκτην τῶν νομοθετημάτων τούτων, ὡς γνήσιον ἀπόγονον τῶν ἀειμνήστων Ἐπινεστίων. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω πρὸς τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τὸν πατσᾶ του πρῶτον ἴσως ἐμαγείρευσεν. Αἱ ἀναγεγραμμέναι διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐν γένει τιμωρίαν τῶν δυστυχισμένων αὐτῶν ὀργάνων τῶν δημοσίων ἔργων, εἰσὶ κατὰ τὸ σύστημα τῆς Καρολίνας ἀναγεγραμμέναι.
§18ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν προσέχω πολὺ εἰς τὴν σύνταξιν νομοσχεδίων ἰδιαιτέρων τῶν δημοσίων ἔργων, διότι ταῦτα μελετῶνται καὶ προαποφασίζονται ἀπὸ πολὺ εἰδικοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι καταγίνονται εἰς αὐτὰ τὰ ἔργα. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον δὲν προσέχω πολὺ, διότι γνωρίζω, ὅτι, ὅταν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητηθῶσι, θὰ εὕρωσιν ἐνώπιόν των τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κ. Τζάνεν, ὁ ὁποῖος ὅ,τι δήποτε λελανθασμένον, οἱαδήποτε παραδρομὴ ὑπάρχει, θὰ μᾶς κάμῃ προσεκτικοὺς καὶ θὰ μᾶς τὸ ὑποδείξῃ, ὅπως τὸ διορθώσωμεν. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅ,τι δήποτε εὕρῃ τερατῶδες, νὰ μοὶ τὸ σημειώσῃ, ὥστε πρὶν ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ εἴπω εἰς αὐτοὺς τοὺς εἰδικοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἀσχολουμένους περὶ τὰ τοιαῦτα ἔργα, τοὺς λέγοντας, ὅτι ἐσπούδασαν καὶ ἐτελειοποιήθησαν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἐγὼ ἔχω τὸν κ. Τζάνεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὁ ὁποῖος ἀνακαλύπτει τὰ τερατώδη λάθη των καὶ τὰ διορθώνει.
§19ΤΖΑΝΕΣ. Τὸν κ. Λομβάρδον ἐγὼ ὠνόμασα πολιτικὸν Μαυσωλεῖον καὶ εἶναι σεβαστὸς διὰ τὸ παρελθόν του· ἐξ αὐτοῦ δέχομαι καὶ εἰρωνείας· ἐὰν ἦτο ἄλλος, θὰ τῷ ἔδιδον τὴν ἁρμόζουσαν ἀπάντησιν. Δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ διασκευάσωμεν τὰ πράγματα, εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ κρίνωμεν· νομίζω, ὅτι ἐδῶ, ὅπου ἤλθομεν, ἐκεῖνοι, οἵτινες μᾶς ἀπέστειλαν, εἶπον, ὅτι εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ κρίνωμεν, καὶ κρίνοντες εὑρίσκομεν, ὅτι πολλὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἔχει τὸν καιρὸν νὰ ἴδῃ, δὲν εἶναι ἐπιτυχῆ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ ἀπὸ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως· θέλω ὁ κλάδος οὗτος νὰ ὀργανισθῇ· εἰς τὴν Μεσσηνίαν ἔχομεν πολλὰς ἀνάγκας, καὶ θέλω τὸ ταχύτερον νὰ ἴδω τὸν κλάδον τοῦτον μορφωμένον, ὡς ἐμπρέπει εἰς ἡμᾶς. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω ὅμως, μὲ ὅλον τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὰς ἐπιτροπὰς, ἢ καβάλα διορῶσι τὰ πράγματα, ἢ, κατὰ τὸ ἔτι κοινότερον λεγόμενον, σ’ τὸ βρόντο. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 28).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29. (Ἀναγινώσκεται).
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦτο περιλαμβάνῃ πάντων τῶν Εἰδικῶν Ταμείων τὰ ἔργα, πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ τελευταία παράγραφος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀξία πάντων τῶν τοιούτων ἔργων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 60 χιλιάδας, διότι ἐνδέχεται εἰς ἕνα Δῆμον νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ ἐκτελέσῃ ἓν ἔργον, καὶ δὲν θὰ τῷ ἐπιτραπῇ, ἐὰν ἔφθασε νὰ συμπληρωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 60 χιλιάδων, πρέπει δὲ νὰ τὸ ἀναβάλῃ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος· ἑπομένως, ἢ πρέπει εἰς τὸ ἄρθρον 27 νὰ διασαφήσητε, ὅτι Εἰδικὰ Ταμεῖα ἐννοεῖτε μόνον τὰ Λιμενικὰ Ταμεῖα, καὶ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ὁδοποιίας, ἤ, ἂν θέλητε νὰ περιλάβητε πάντα τὰ Εἰδικὰ Ταμεῖα, τότε πρέπει ν’ ἀπαλείψητε τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 29. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 30. (Ἀναγινώσκεται).
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, εἰς τὴν βʹ παράγραφον πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι τὸ Συμβούλιον γνωμοδοτεῖ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ὁδοποιΐας, διότι ἡ δημοτικὴ ὁδοποιΐα καὶ ἡ ἐπαρχιακὴ ἔχουσιν ἰδιαίτερα κεφάλαια, καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους τὰ κεφάλαια τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας διαχειρίζονται κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, τὰ δὲ κεφάλαια τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ γίνεται περὶ τούτου Προϋπολογισμὸς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν· δὲν δύναται π. χ. εἷς δῆμος τῆς Εὐρυτανίας, διὰ νὰ κατασκευάσῃ δημοτικήν τινα ὁδὸν, νὰ ἔχῃ τὴν ἀνάγκην, ὅπως περιληφθῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου. Τί κοινὸν μεταξὺ τῶν δήμων καὶ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ὁδοποιΐας; Ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ διαχειρίζεται τοὺς λογαριασμοὺς, διακρίνει τί ἀνήκει εἰς ἕκαστον Ταμεῖον, καὶ φροντίζει μόνον καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 30 οὐδὲν μεταβάλλεται τῶν καθεστώτων· ὁρίζομεν μόνον, ποῖα εἶναι τὰ ὑποβλητέα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τὰ ὑποβλητέα ὑποβάλλονται εἰς τὴν προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου.
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται δυνάμει ἀποφάσεως Εἰδικοῦ Ταμείου, δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλήν.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν ζητεῖται ἡ κύρωσις τῆς Βουλῆς. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 30 καὶ τὰ ὑπόλοιπα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως μεταλλεύσεως μαγγανεζιούχου σιδήρου ἐπὶ τοῦ μεταλλείου χαλκοῦ καὶ ψευδαργύρου τοῦ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1876 παραχωρηθέντος.
§28ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, περὶ τίνος μεταλλείου πρόκειται; καὶ διατὶ μόνον 1,5% ὁρίζεται;
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιπροσθέτει τὸν προσδιορισμὸν ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου· τουτέστιν ὑφίσταται ἡ ὑποχρέωσις, ἡ ἐν τῷ κειμένῳ νόμῳ, τῆς πληρωμῆς τοῦ 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ, ἀλλ’ ἂν ἡ καθαρὰ πρόσοδος δὲν ἀνέρχηται εἰς 1,5% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου, ὀφείλεται πάντως ἐπὶ ταύτης τὸ 1,5%, καὶ τοῦτο διότι παρετηρήθη, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς διατάξεως περὶ τοῦ 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ ἀπέληγεν εἰς τὴν βεβαίωσιν, ὅτι καθαρὸν εἰσόδημα δὲν ὑπάρχει. Ἐθεωρήθη ἄτοπον ν’ ἀνεχθῶμεν τοῦτο ἤδη, ὅτε διὰ νόμου γίνεται ἡ παραχώρησις τοῦ μεταλλείου καὶ κανονίζονται τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁπωσδήποτε ὁ ζητῶν καὶ λαμβάνων τὴν παραχώρησιν μεταλλείου πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς πληρωμὴν, ἔστω καὶ διατρέχων τὸν κίνδυνον νὰ καταλογίσῃ αὐτὴν εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ζημιῶν, διότι δὲν δικαιοῦται ν’ ἀφαιρῇ ἀπὸ τοῦ Δημοσίου ἓν νόμημα, χωρὶς νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ὑποχρεοῦται εἰς χρηματικὴν καταβολὴν θετικήν. Ἐν τῇ παραχωρήσει ταύτῃ, κατὰ τὰς ἐκτιμήσεις τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ἀναλογία τῶν 5% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ ὡρίσθη ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰς 1,5%. Ἀλλ’ ἀφοῦ διὰ νόμου θὰ ὁρίζηται ἡ ἀναλογία, θὰ κανονίζηται αὕτη ἑκάστοτε παρὰ τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὰς περιστάσεις τῆς παραχωρήσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄνω νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). (Ὡσαύτως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς πρώτην συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. Περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμὴν Πατρῶν–Πύργου. Περὶ κανονισμοῦ τῆς εἰς τὸ Κράτος εἰσαγωγῆς καὶ τῆς διαθέσεως δυναμίτιδος).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυλακῶν.
§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι καλλίτερον τὰ περὶ τοποθετήσεως τῶν καταδίκων, διὰ νὰ λείψῃ ἐντελῶς ἡ μεταφορὰ τῶν καταδίκων ἀπὸ τῆς μιᾶς φυλακῆς εἰς τὴν ἄλλην, διότι καὶ τοῦτο καταντᾷ νὰ ᾖναι ἀπὸ τὰ λεγόμενα ῥουσφέτια, καθ’ ὅσον οἱ κατάδικοι ζητοῦσι ν’ ἀλλάξωσι φυλακήν. Σήμερον τοῦτο γίνεται μὲ τὴν ἄδειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτεῖται ἡ ἔγκρισις καὶ ἀπόφασις τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν φυλακῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν φυλακῶν ἠμπορεῖ νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοὺς πειρασμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποβάλλεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ νὰ ἐνδίδῃ καὶ αὐτὸς εἰς συστάσεις. Νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ νομοθετηθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον καταδικάζει τινὰ, πρέπει νὰ προσδιορίζῃ καὶ τὴν φυλακὴν, ἐν τῇ ὁποίᾳ οὗτος θέλει ἐκτελέσει τὴν ποινήν· ἂν δὲ παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἀραίωσις τῶν κρατουμένων ἔν τινι φυλακῇ, τότε ἡ ἀραίωσις αὕτη νὰ γίνηται οὐχὶ κατὰ τὸ δοκοῦν τῷ Ἐφόρῳ, ἢ τῷ Ὑπουργῷ, ἀλλὰ κατά τινα σειράν· π. χ. οἱ πρῶτοι εἰσελθόντες νὰ μεταφέρωνται, ὥστε τὰ πράγματα νὰ γίνωνται μόνα των, καὶ νὰ λείψωσιν οὕτω αἱ ἐνοχλήσεις ἐκ μέρους τῶν καταδίκων καὶ τῶν συγγενῶν αὐτῶν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ ἄνω νομοσχέδιον, ὡς καὶ τὰ ἀκόλουθα, εἰς πρώτην συζήτησιν: Περὶ κηρυκείων δικαιωμάτων. Περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν ἢ εἰς διαλελυμένας Μονὰς ἀνηκόντων γηπέδων, οἰκοπέδων καὶ κτιρίων. Περὶ ἅλατος διὰ βιομηχανικὴν καὶ γεωπονικὴν χρῆσιν). (Ἐνταῦθα προσέρχεται καὶ ὁρκίζεται ὁ κατὰ τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν Πατρῶν ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς κ. Στέφανος Στεφανόπουλος).
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, ὅπως ἐπιτραπῇ πρόσθετος δασμὸς εἰς τὸν δῆμον Γαργαλιάνων πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 273).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων τοῦ Δημοσίου ἐν Πάτραις εἰς τοὺς ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομήσαντας.
§34ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ποσάκις ἐχορηγήθη παράτασις προθεσμίας εἰς τοὺς οἰκοδομήσαντας ἐν Πάτραις μέχρι τοῦδε, διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι πεντηκοντάκις ἐδόθησαν παρατάσεις, ἐνῷ εἰς ἄλλας πόλεις, ὅπου ἐπετράπη συνοικισμὸς, δὲν ἐγένετο.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν Πάτραις παρετάθη πολλάκις ἡ διορία πρὸς ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποκτήσεως οἰκοπέδων, ἡ δὲ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, τείνουσα εἰς πρόκλησιν τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ συνοικισμοῦ τῆς Κορίνθου, μοὶ φαίνεται δικαία. Πρέπει τῳόντι νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐκ τοῦ συνοικισμοῦ ἐν Κορίνθῳ καὶ τῆς παρατάσεως τῶν διὰ τῶν παλαιῶν νόμων χορηγηθεισῶν διοριῶν. Τοῦτο δὲν προφθάνομεν νὰ πράξωμεν ἤδη, θέλομεν τὸ πράξει κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν Συνόδων, καὶ ἐλπίζω, ὅτι κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον θὰ δυνηθῶμεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. (Γίνονται δεκτά, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ ἐπιστάτου τῆς διαχειρίσεως τῆς σμύριδος, καὶ τῆς προσθήκης ἑνὸς Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Περὶ ἐπιβολῆς εἰδικοῦ φόρου πρὸς μηχανικὰς μελέτας τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων. Εἰς βʹ δὲ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1887. Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχμῶν 172,915 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1886 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Περὶ ἀδείας συστάσεως ἰδιωτικοῦ Φρενοκομείου, συντηρουμένου ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Δρομοκαΐτου).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως τῆς κληροδοτηθείσης εἰς τὸ Ἔθνος περιουσίας τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλου Ζάππα.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Χθὲς εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐξέφρασα ὑπόνοιαν, μήπως αἱ διατάξεις αὐτοῦ ἀντίκεινται εἰς τὴν διαθήκην τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα. Ἡ ἀνάγνωσις τῆς διαθήκης, ἣν κατέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μεταβάλλει σήμερον τὴν ὑπόνοιάν μου ταύτην εἰς βεβαιότητα. Κατὰ τὴν διαθήκην τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλου Ζάππα, συνταχθεῖσαν κατὰ τὸ 1860, κληρονόμος αὐτοῦ εἶναι ὁ ἐξάδελφός του Κωνσταντῖνος Ζάππας, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐκτελέσῃ ὡρισμένα κληροδοτήματα. Ἓν ἐκ τῶν κληροδοτημάτων τούτων εἶναι καὶ ἡ παράδοσις 400 μετοχῶν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, καὶ 1500 φλωρίων κατ’ ἔτος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἐν Ἀθήναις Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ἀνὰ τετραετίαν Ἐκθέσεως. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην τῶν κληροδοτημάτων ἀναθέτει οὐ μόνον τὴν διαχείρισιν τοῦ εἰδικοῦ τούτου κληροδοτήματος, ἀλλὰ καὶ τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας αὐτοῦ καὶ τοῦ καταστήματος τῶν Ὀλυμπίων, οὗτινος τὴν κατασκευὴν ἀναθέτει εἰς τὸν ἐξάδελφόν του Κωνσταντῖνον. Τὸ ἄρθρον εʹ τῆς διαθήκης εἶναι καθαρόν. Ἐν τέλει δὲ τοῦ ἄρθρου Ϛʹ ἀναθέτει εἰς τὴν ἰδίαν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐπίβλεψίν τινα ἐπὶ τοῦ κληροδοτήματος, ὅπερ ἀφίνει εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὑτοῦ πατρίδα, τὸ Λάμποβον. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη τῶν κληροδοτημάτων, ἣν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ ἀοίδιμος Εὐάγγελος Ζάππας κατὰ τὸ 1860, εἶναι ἡ Ἐπιτροπή, ἡ συγκειμένη ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς Ἐθνικῆς βιομηχανίας, ἥτις ἐσχηματίσθη διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1837, καὶ ἐκ προσθέτων 4 μελῶν, ἅτινα διορίζει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1858. Τὸ Διάταγμα τοῦτο, ὅπερ ἐκανόνισε τὴν σύστασιν τῶν Ὀλυμπίων, συνεπλήρωσε τὴν Ἐπιτροπήν, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ διευθύνῃ αὐτά, καὶ εἰς ἣν ὁ ἀοίδιμος Ζάππας ἀνέθηκε τὴν διαχείρισιν τῆς κληρονομίας του. Διὰ τῆς διαθήκης τοῦ ἀοιδίμου Ζάππα ὁρίζεται Ἐπιτροπὴ εἰδικὴ καὶ ἔχουσα αὐθυπαρξίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν τινὰ ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ παντὸς ἄλλου. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲ αὕτη συμπληροῖ τὰ ἕνεκα θανάτου ἢ ἄλλου λόγου ἐκλείποντα μέλη αὐτῆς διὰ προσώπων τῆς ἰδίας αὐτῆς ἐκλογῆς. Ἀντὶ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, εἰς ἣν ὁ ἀοίδιμος Ζάππας ἐνεπιστεύθη τὴν διαχείρισιν τῆς κληρονομίας του, τὸ νομοσχέδιον σχηματίζει νέαν τοιαύτην, εἰς ἣν ἀναθέτει τὴν διαχείρισιν τῆς καταλειφθείσης εἰς τὸ Ἔθνος περιουσίας τοῦ ἀοιδίμου Ζάππα καὶ ἣν ὑποβάλλει εἰς νέας ὁδηγίας καὶ ὑποχρεώσεις. Οὐ μόνον ἀντικαθίσταται δι’ ἄλλης ἡ Ἐπιτροπή, ἥτις κατὰ τὴν διαθήκην τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ διευθύνῃ τὰ κληροδοτήματα αὐτοῦ, ἀλλὰ παρέχεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ δικαίωμα ἀπόλυτον, νὰ μεταῤῥυθμίζῃ τὸν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς συνταχθησόμενον προϋπολογισμὸν τῆς διαχειρίσεως τῆς κληρονομίας, ὅπως ἂν αὐτὸς βούληται. Θὰ διαθέτῃ δηλαδὴ οὗτος κατὰ βούλησιν τὴν διαχείρισιν τῶν κληροδοτημάτων τούτων. Ὡς πάντες γνωρίζετε, τὸ ζήτημα τῶν κληροδοτημάτων εἶναι πολὺ λεπτόν. Ὀφείλομεν δὲ νὰ σεβώμεθα τὴν θέλησιν τῶν διαθετῶν, οὐ μόνον διότι τοιαύτην ἔχομεν νομικὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ καὶ διότι συμφέροντα γενικά τε καὶ μερικὰ ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν τοῦτο. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ὑποκαταστήσωμεν τὴν θέλησιν ἡμῶν εἰς τὴν θέλησιν τῶν διαθετῶν, οὐ μόνον θὰ γεννήσωμεν δυσκολίας εἰς τὴν ἐκτέλεσιν διαφόρων κληροδοτημάτων ὑφισταμένων, ἀλλὰ θὰ ἐμποδίσωμεν καὶ τὴν προσφορὰν τοιούτων ἐν τῷ μέλλοντι. Ἡ παραβίασις τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλου Ζάππα δύναται νὰ γίνῃ αἰτία βλάβης οὐσιαστικῶς σπουδαίας, ἐν περιπτώσει θανάτου τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα. Ἔχοντες δὲ ἀπέναντι ἡμῶν ξένην Κυβέρνησιν, ἐποφθαλμιῶσαν τὴν περιουσίαν τοῦ ἀοιδίμου Ζάππα, καὶ μὴ ἔχοντες ἄλλον τίτλον ἰσχυρόν, ἐκτὸς τῆς διαθήκης αὐτοῦ, ὀφείλομεν τὸν τίτλον τοῦτον νὰ διατηρῶμεν ἄθικτον καὶ ἀπαραβίαστον.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν περιουσίαν αὐτοῦ ὁ ἀοίδιμος Εὐάγγελος Ζάππας κατέλιπεν, οὐχὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλ’ εἰς τὸ Ἔθνος. Ὀνομάζει δὲ ἡ διαθήκη τὴν Ἐπιτροπήν, διότι ἐκείνη ἐπαρουσιάζετο τότε ὡς διαχειριζομένη τὰ κληροδοτήματα, τὰ εἰς τὸ Ἔθνος καταλειπόμενα. Ἀνέκαθεν οὕτως ἡρμηνεύθη ἡ διαθήκη, ἀπόδειξις δέ, ὅτι διὰ Διατάγματος ἐκανονίσθησαν τὰ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δύναται τῷ ὄντι ἀντὶ τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 ἐκφράσεως «ἡ ὑπάρχουσα Ἐπιτροπὴ κτλ.» νὰ γραφῇ, παραλιπομένης τῆς πρώτης περιόδου: «Ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ παρόντος ὀφείλει ἡ Ἐπιτροπή, ὡς νῦν εἶναι συγκεκροτημένη, νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν συγκροτουμένην κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος, τὴν ὑπηρεσίαν κτλ.» Ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 1, ἀντὶ τῶν λέξεων «πενταμελοῦς Ἐπιτροπῆς, ἐξαρτωμένης....», νὰ γραφῇ: «Τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων καὶ τῶν κληροδοτημάτων. Τὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης καθορίζονται ὡς ἑξῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἔσται πενταμελής, ἐξαρτωμένη....» Ἀφοῦ μέχρι τοῦδε τὰ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἐκανονίζοντο διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, πολλῷ μᾶλλον δύναται νὰ κανονίζωνται ἐν τῷ μέλλοντι διὰ νόμου. Ὡς πρὸς δὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὅτι, φαινομένου οὕτω τοῦ Ἔθνους ὡς ἀναλαμβάνοντος τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας ἀντὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, δύναται ἐκ τούτου νὰ ἐπέλθῃ περιπλοκή, οὐ μόνον τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ τοὐναντίον ἡ τοιαύτη τοῦ Ἔθνους παράστασις εἶναι ἀναγκαία. Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ βεβαιωθῇ ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ὅτι ἡ περιουσία ἐδωρήθη εἰς τὸ Ἔθνος καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων καὶ τῶν κληροδοτημάτων. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι νομικὸν πρόσωπον, καὶ ἑπομένως εἰς ταύτην δὲν ἠδύνατο νὰ γενῇ δωρεά· ἀλλὰ καὶ νομικὸν πρόσωπον ἐὰν ἦτο, ζήτημα θὰ ἐγεννᾶτο ἐν Ῥουμανίᾳ περὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ προσώπου τούτου, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ διέτρεχε κίνδυνον ἡ περιουσία, ἡ καταλειφθεῖσα. Μόνον ἐάν, ὅπως πράγματι ἔχει, ἡ διαθήκη κληροδοτῇ τὴν περιουσίαν εἰς τὸ Ἔθνος, δὲν δύναται ἡ Ῥουμανικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι τὸ κληροδότημα δὲν ἐγένετο πρὸς ἀνεγνωρισμένον νομικὸν πρόσωπον, διότι τὸ Ἔθνος εἶναι νομικὸν πρόσωπον καὶ κατὰ τὰ ἐν Ῥουμανίᾳ ἰσχύοντα. Ὥστε τὰ τῆς διαθήκης οὐδόλως πρέπει νὰ παρακωλύσωσιν ἡμᾶς, ὅπως κανονίσωμεν τὰ τῆς διοικήσεως τῆς περιουσίας κατὰ τὸν τρόπον τὸν μᾶλλον λυσιτελῆ. Ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ διοικοῦσα ἔσται αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων, καταρτιζομένη καὶ λειτουργοῦσα κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου κανονιζόμενα.
§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ διαθέτης.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξέλιπε πρὸ πολλοῦ ἐκείνη· τὸ ὄνομα ἔμεινεν.
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν ἐξέλιπεν.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξέλιπεν ὁ ὀργανισμός της, διότι ὠργανώθη διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος· ὁ νῦν ὀργανισμὸς της ἐγένετο διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, προκληθέντος παρ’ ἐμοῦ. Ἤδη ζητοῦμεν νὰ γίνῃ ὀργανισμὸς διὰ νόμου, καὶ βεβαίως ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ὀργανισμὸς διὰ νόμου, ὅπου ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ ἐγένετο ὀργανισμὸς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος...
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπομακρυνόμεθα τῆς διαθήκης.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοσούτῳ μᾶλλον, ὡς εἶπον, εἶναι ἀναγκαῖον τοῦτο, διότι θέλει βεβαιώσει ὁ νόμος, ὅτι κατὰ τὴν διαθήκην ἡ περιουσία ἐδωρήθη εἰς τὸ Ἔθνος, καὶ ὅτι τὸ Ἔθνος διαχειρίζεται αὐτὴν, συμφώνως πρὸς τὴν διαθήκην, καθ’ ὃν τρόπον θεωρεῖ λυσιτελέστερον.
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν διαθήκην.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναται ὅμως νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς.
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει σύγχυσις ἰδεῶν. Οὐδὲν εἶπον περὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ κληροδοτήματος. Οὔτε εἰς ἐμὲ, οὔτε εἰς οὐδένα ἄλλον δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀμφιβολία τις, ὅτι τὸ κληροδότημα ἀφέθη εἰς τὸ Ἔθνος. Τοῦτο εἶναι ἰδιοκτησία ἐθνικὴ, καὶ περὶ τούτου ὀφείλομεν νὰ μὴ ἐγείρωμεν κἀμμίαν συζήτησιν, ἢ ἀμφιβολίαν. Ἄλλο ὅμως εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς. Ὁ μακαρίτης Ζάππας, ἐγκαταλιπὼν τὰ κληροδοτήματα, ὁρίζει ῥητῶς καὶ καθαρῶς τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν, ἣν ἀναθέτει εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπήν. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην, ἣν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ διαθέτης, διότι αὕτη εἶχε σχηματισθῆ δύο ἔτη πρὸ τῆς συντάξεως τῆς διαθήκης του, δὲν ἀναθέτει μόνον τὴν διαχείρισιν τῶν κληροδοτημάτων, τῶν ἀφεθέντων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπίβλεψιν ἐκείνων, ἅτινα ἀφῆκεν εἰς τὸ ἐν Τουρκίᾳ κείμενον χωρίον Λάμποβον. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην νὰ τὴν καταργήσωμεν καὶ τὴν ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἄλλης; Δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτῆς καθήκοντα καὶ δικαιώματα, ἅτινα τῇ ἀνέθηκε τὸ Κράτος διὰ νόμων ἢ διὰ Διαταγμάτων, δὲν δυνάμεθα ὅμως ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν διεύθυνσιν τῆς περιουσίας, ἣν ὁ μακαρίτης Ζάππας ἀφῆκεν εἰς τὸ Ἔθνος, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ διαχειρίζηται αὕτη, καθ’ ὃν τρόπον ὁ ἴδιος ἐνόμισε λυσιτελέστερον. Τίς μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι ὁ Εὐάγγελος Ζάππας δὲν ἐδυσπίστει ἴσως πρὸς τοὺς πολιτευομένους ἐν Ἑλλάδι καὶ δὲν ἤθελεν ἡ περιουσία αὐτοῦ νὰ διαχειρισθῇ ὑπὸ προσώπων ἀνεξαρτήτων ἀπὸ τῆς πολιτικῆς καὶ ἀπὸ πάσης ἄλλης ἐπιῤῥοῆς, οἷα ἐθεώρει ἴσως τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις εἶχεν ἀνεξάρτητον ὕπαρξιν, ὅτε οὗτος συνέταττε τὴν διαθήκην του; Τὸ νομοσχέδιον προσβάλλει ἀμέσως τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον ν’ ἀποσύρῃ αὐτό.
§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἡ περιουσία τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα ἀνήκει εἰς τὸ Ἔθνος, οὐδεὶς διενοήθη νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, ἐὰν δὲ ἦναι ἀνάγκη νὰ ὁρισθῶσι τὰ περὶ τούτου διὰ νόμου, διὰ νὰ βεβαιωθῇ τοῦτο ἔτι μᾶλλον, οὐδεὶς καὶ κατὰ τοῦτο θέλει φέρει τὴν ἐλαχίστην ἀντίῤῥησιν. Ἀλλ’ ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ, δωρούμενος τὴν περιουσίαν του εἰς τὸ Ἔθνος, ὥρισε διὰ τῆς διαθήκης του, παρὰ τίνων θέλει γίνεσθαι ἡ διαχείρισις αὐτῆς, καὶ κατὰ ποῖον τρόπον ὀφείλουσιν οὗτοι νὰ τὴν διαχειρίζωνται. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τοῦτο καλλίτερον, πρέπει νὰ ἀναδράμωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀοίδιμος Ζάππας συνέταξε τὴν διαθήκην αὑτοῦ. Ἀπὸ τοῦ 1837 ὑπῆρχε συστημένη Ἐπιτροπὴ, καλουμένη Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς Ἐθνικῆς Βιομηχανίας. Μεταξὺ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα τὸ σχετικὸν Διάταγμα ἀναθέτει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην, εἶναι καὶ ἡ διεξαγωγὴ τῶν Γεωργικῶν καὶ Βιομηχανικῶν Ἐκθέσεων· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1837 μέχρι τοῦ 1858 δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ οὐδεμία τοιαύτη ἔκθεσις, δι’ ἔλλειψιν τῶν ἀπαιτουμένων χρηματικῶν μέσων. Τὴν ἔλλειψιν ταύτην μαθὼν ὁ γενναῖος ἐκεῖνος ἀνὴρ, ἔσπευσε νὰ τὴν ἀναπληρώσῃ, καὶ δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν ἀφιέρωσε, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, τὰ μερίσματα τῶν 400 μετοχῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν εἰς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, ἀπέστειλε δὲ καὶ 3,000 ὁλλανδικὰ φλωρία, διὰ τὰ ἔξοδα τῆς πρώτης Ἐκθέσεως. Ἡ Κυβέρνησις, ἀποδεχθεῖσα, ὡς εἰκὸς, εὐγνωμόνως τὴν προσφορὰν τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα, ἀπεφάσισε νὰ ἐνεργήσῃ τὴν Ἔκθεσιν καὶ ἀνέθηκεν, ὡς ὤφειλε, τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐθνικῆς Βιομηχανίας, ἡ ὁποία, κατὰ τὸ Καταστατικὸν τοῦ 1837, εἶχε τὸ καθῆκον τοῦτο, πρὸς ἐνίσχυσιν δὲ τῆς Ἐπιτροπῆς προσέθηκε καὶ τέσσαρα ἄλλα πρόσωπα εἰς αὐτὴν, τὰ ὁποῖα διωρίσθησαν κατὰ πρότασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οὕτω δὲ συγκεκροτημένη ἡ Ἐπιτροπὴ, ὠνομάσθη Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη διεξήγαγε τὴν πρώτην Ἔκθεσιν, ἥτις ὑπερέβη πᾶσαν προσδοκίαν, καθόσον ἐπέτυχε κατὰ πάντα, ἀφοῦ ηὐχαριστήθησαν ἐξ αὐτῆς πάντες, ἰδίως δὲ ὁ ἀοίδιμος Ζάππας, εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ ὁποίου καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησεν, ὠφείλετο ἡ Ἔκθεσις ἐκείνη. Εὐχαριστηθεὶς λοιπὸν ἐκ τῆς ἐπιτυχίας τῆς Ἐκθέσεως ὁ Ζάππας, ἀπεφάσισε νὰ διαθέσῃ ὁλόκληρον τὴν μεγάλην αὑτοῦ περιουσίαν ὑπὲρ τῶν Ὀλυμπίων. Ὅθεν συνέταξε διαθήκην κατὰ τὸ 1860, τῆς ὁποίας τὸ κείμενον ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας. Κατ’ αὐτὴν, ἅπασα ἡ κινητὴ αὑτοῦ περιουσία περιέρχεται εἰς τὸν ἐξάδελφόν του Κωνσταντῖνον, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη μετ’ αὐτοῦ εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς μεγάλης ἐκείνης περιουσίας, ὑποχρεοῦται δὲ ὁ Κωνσταντῖνος νὰ δίδῃ κατ’ ἔτος 1500 φλωρία εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν κληροδοτημάτων. Τὸ ὄνομα τοῦτο ἔδωκεν αὐτὸς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων, ἥτις, ὡς ἐῤῥέθη, ἀπηρτίζετο ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἐθνικῆς Βιομηχανίας, μὲ τὴν προσθήκην τεσσάρων μελῶν. Λοιπὸν ἐνόσῳ ἔζη ὁ Κωνσταντῖνος Ζάππας ὤφειλε νὰ δίδῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων κατ’ ἔτος 1500 φλωρία, τὰ ὁποῖα νὰ χρησιμεύωσι διὰ νὰ γίνηται κατὰ τετραετίαν ἡ Ἔκθεσις, τὸν ὑπεχρέωσε δὲ συνάμα, νὰ κτίσῃ ἰδίᾳ δαπάνῃ τὸ μέγαρον τῶν Ὀλυμπίων, τὸ ὁποῖον, ὡς βλέπετε, εἶναι ἐν τῷ τελειοῦσθαι, καὶ νὰ δώσῃ καὶ κληροδοτήματά τινα, μέχρι 3000 φλωρίων, εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα, πρὸς συντήρησιν Σχολείων καὶ ἄλλων ἀγαθοεργῶν καταστημάτων. Μετὰ δὲ τὸν θάνατον τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα, διαλαμβάνει ῥητῶς ἡ διαθήκη, ἡ ἀκίνητος περιουσία θέλει περιέλθει εἰς τὴν διαχείρισιν, ὄχι εἰς τὴν κυριότητα, ἥτις βεβαίως ἀνήκει εἰς τὸ Ἔθνος, τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων ἢ κληροδοτημάτων. Ὁ Εὐάγγελος Ζάππας, καθ’ ὃν χρόνον συνέταττε τὴν διαθήκην του, εἶχεν ὑπ’ ὄψει πῶς συνεκροτεῖτο ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, ἐγνώριζε δὲ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἔχει ὡς βάσιν τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ἐμψυχώσεως τῆς Ἐθνικῆς βιομηχανίας, ἡ ὁποία ἔχει ἴδιον Καταστατικὸν καὶ ἰδίους Κανονισμούς, κατὰ τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὰ μέλη αὑτῆς, ὅταν παραιτηθῶσιν ἢ ἀποθάνωσι. Βάσις λοιπὸν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ὀλυμπίων εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς Ἐθνικῆς Βιομηχανίας, καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην προστίθενται τέσσαρα μέλη. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς διαθήκης, ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κατέστησε διαρκῆ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων, ἐστηρίχθη δὲ εἰς τὰς ἰδίας βάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐστηρίζοντο καὶ τὰ προηγούμενα Διατάγματα· ἐξακολουθεῖ δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη μέχρι τοῦδε διαχειριζομένη τὰ τῶν Ὀλυμπίων, καὶ ἐπιτηροῦσα τὴν ἀνέγερσιν τοῦ καταστήματος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀφαιρεῖται ἡ διαχείρισις ἀπὸ τὴν ὑφισταμένην Ἐπιτροπὴν, καὶ ἀνατίθεται εἰς πέντε μέλη, διοριζόμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ τὰ μέλη ταῦτα θέλουσι παρέχει ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, ἀλλ’ ὁ ἀοίδιμος Ζάππας, ὅτε συνέταττε τὴν διαθήκην του, ἐγνώριζεν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔχει Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε ν’ ἀφήσῃ τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας του εἰς αὐτὴν, ἐπροτίμησε νὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς Σωματεῖον, τὸ ὁποῖον διατελεῖ μὲν ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔχει Πρόεδρον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ παρίσταται εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου τὰ περισσότερα μέλη δὲν διορίζει ἡ Κυβέρνησις. Δὲν βλέπω ποῖος κίνδυνος προέκυψε μέχρι τοῦδε, ἢ δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς διαχειρίσεως, γινομένης ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων, καὶ παρίσταται ἡ ἀνάγκη, ἀντὶ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, νὰ σχηματίσωμεν ἄλλην, προσκρούοντες ὁπωσδήποτε εἰς τὸ γράμμα τῆς διαθήκης. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον, ἄνευ ἀνάγκης νὰ μεταβάλλωμεν τὰς διατάξεις τῶν διαθετῶν, διότι τοῦτο ψυχραίνει αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἀπὸ σκέψεις οἱασδήποτε, εἴτε καὶ ἀπὸ ἰδιοτροπίαν, θέλουσι νὰ διαθέσωσι τὰ τῆς περιουσίας των, ὅπως αὐτοὶ ἐγκρίνουν, καὶ ὄχι ὅπως ἐγκρίνει ἡ Κυβέρνησις. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Ζάππας ἐνόησε νὰ γίνεται ἡ διαχείρισις ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων, ἀφοῦ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη προεδρεύεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ συμμορφῶται μὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον καὶ μὲ ὅλους τοὺς κανόνας τοὺς ἰσχύοντας, καὶ τοὺς ἐκδοθησομένους περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων πραγμάτων καὶ χρημάτων Κανονισμούς, δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην τῆς καταργήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης.
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.). (Ὅρα Παράρτημα).
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν συγχέουσι δύο ζητήματα, ἀνεξάρτητα, ἀλλήλων. Δὲν πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας, καὶ εἶναι λυπηρὸν, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος συζητοῦμεν ζήτημα ἰδιοκτησίας. Εἶναι λυπηρὸν ἰδίως, διότι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἐγείρει τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπερ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἤγειρε, καὶ περὶ οὗ οὐδεὶς πρέπει νὰ γίνῃ λόγος. Ἡ ἰδιοκτησία ἀνήκει εἰς τὸ Ἔθνος, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ θέσωμεν ἐκτὸς πάσης συζητήσεως. Τὸ ζήτημα, ὅπερ συζητοῦμεν, εἶναι τὸ τῆς διαχειρίσεως αὐτῆς. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρέτρεξε τὸ οὐσιῶδες μέρος, ἀναγινώσκων τὴν διαθήκην τοῦ μακαρίτου Ζάππα. Δὲν ἀνέγνωσε τὴν φράσιν, δι’ ἧς ἀναθέτει οὗτος τὴν διαχείρισιν τῆς κληρονομίας του εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων.
§51ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι.
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων εἶχε σχηματισθῆ κατὰ τὸ 1858. Ἰδοὺ δὲ τί λέγει ἡ διαθήκη περὶ αὐτῆς. «1500 φλωριὰ...... νὰ δώσῃς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἐν Ἀθήναις Ὀλυμπίων καὶ κληροδοτημάτων διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ἀνὰ τετραετοῦς ἐκθέσεως αὐτῶν ἐν ἐκτάσει κατὰ τὸν Βασιλικὸν κανονισμόν, τὴν ὁποίαν Ἐπιτροπὴν τοῦ λοιποῦ θέλω τὴν ὀνομάσει Ἐπιτροπὴν τῶν κληροδοτημάτων». Εἶναι ἡ προτελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου πρώτου. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν κληροδοτημάτων, ἡ κανονιζομένη διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1875, ὅπερ εἶναι ἁπλῆ ἐπανάληψις τοῦ Διατάγματος τοῦ 1858, χάριν τῆς ἐκτελέσεως τῆς διαθήκης, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ μακαρίτου Ζάππα, ἀποβιώσαντος ὀλίγον πρὸ τοῦ 1875, ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη εἶναι ἡ σχηματισθεῖσα κατὰ τὸ 1858, ὡς Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων. Ταύτην δὲ ὁ ἀοίδιμος Ζάππας μετονομάζει Ἐπιτροπὴν τῶν κληροδοτημάτων. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ταύτην ἀνέθηκε τὴν διαχείρισιν....
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ ἐπὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς Βιομηχανίας.
§54ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ ὁποία εἶναι ἡ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς Βιομηχανίας κατὰ τὸ ἄρθρ. 2 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1858, καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1875.
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Λοιπὸν τροποποιεῖται ἡ Ἐπιτροπή;
§56ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι. Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1858 συγκροτεῖται αὕτη ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βιομηχανίας καὶ ἐκ τῶν 4 μελῶν, ἅτινα ὁρίζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὸ 1860, ὅτε συνέταξε τὴν διαθήκην του ὁ ἀοίδιμος Ζάππας, εἶχεν ἐνώπιόν του τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων, τὴν οὕτω σχηματισθεῖσαν, ταύτην δὲ μετωνόμασεν Ἐπιτροπὴν τῶν κληροδοτημάτων. Εἰς αὐτὴν ἀνέθηκε τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας του, ἣν ἀφῆκεν εἰς τὴν μεγάλην αὑτοῦ πατρίδα, τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα του, τὴν ἐν Τουρκίᾳ κειμένην. Περὶ ἰδιοκτησίας οὐδεὶς δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Αὕτη ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ διαχείρισις ὅμως ἀνήκει ἄνευ ἀμφιβολίας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ὀλυμπίων, ἣν ὁ μακαρίτης Ζάππας μετωνόμασεν Ἐπιτροπὴν τῶν κληροδοτημάτων, καὶ ἥτις, σχηματισθεῖσα διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1858, ἐκανονίσθη διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1875. Εἶναι δὲ καὶ αὕτη ἀμετάβλητος, ὅπως ὅλαι αἱ εἰδικαὶ ἐπιτροπαί, αἱ διαχειριζόμεναι κληροδοτήματα. Ὅλα τὰ κληροδοτήματα, π. χ., ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἰωαννίνων, καὶ ἅτινα, ὡς γνωρίζετε, εἰσὶ σπουδαιότατα, διαχειρίζονται ὑπὸ Ἐπιτροπῶν, αἵτινες, ἀπὸ ἑνὸς περίπου αἰῶνος, ἀνανεοῦνται δι’ ἰδίας ἐκλογῆς τῶν μελῶν αὐτῶν. Ἡ τοιαύτη δὲ διαχείρισις ἔσωσε τὰ κληροδοτήματα ταῦτα καὶ ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων καταχρήσεων, καὶ ἐκ τῶν ἐποφθαλμιάσεων ξένης Κυβερνήσεως. Νομίζω ἄδικον καὶ ἐπιβλαβές, νὰ θελήσωμεν νὰ παραβιάσωμεν σαφεῖς διατάξεις τῆς διαθήκης, καὶ νὰ ὑποκαταστήσωμεν τὴν θέλησιν ἡμῶν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ διαθέτου.
§57ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν, νὰ γνωρίζωσι κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν ζητημάτων τῶν διαθηκῶν, οἱ νομομαθεῖς λέγουσιν, ὅτι πρέπει νὰ καταβάλληται μεγάλη προσοχή. Λέγεται μάλιστα, ὅτι ὁ πρῶτος νομοδιδάσκαλος Γερμανὸς, ὁ γράψας περὶ διαθηκῶν, συνέταξε διαθήκην ἄκυρον, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ τὴν περιβάλῃ διὰ δεσίματος. Πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ μὴ μετακινήσωμεν καὶ τὰ κακῶς κείμενα, κατὰ τὸ νομικὸν ἀξίωμα. Ἐγὼ ἔχω μίαν γνώμην, ἀλλὰ πρὶν τὴν ἐκφέρω, λέγω, ὅτι μανθάνω, ὅτι ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα εὑρίσκεται ἐν τῇ ἡλικίᾳ, καθ’ ἣν οἱ ἄνθρωποι ἀρχίζουσι νὰ ἔχωσί τινας ἀδυναμίας.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὑπεβάλομεν τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Ζάππα.
§59ΤΖΑΝΕΣ. Καλὸν εἶναι καὶ αὐτὸ, ἀλλ’ ἠμπορεῖ καὶ κἄτι τι νὰ ὑπολανθάνῃ, καὶ διὰ τοῦτο, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Νομικῶν Συμβούλων. Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ὑπὸ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου. Πιθανὸν νὰ σφάλλω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ νόμος κανονίζει πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ συνοδευθῇ αὔριον τὸ νομοσχέδιον μὲ ἔκθεσιν ὁλοκλήρου τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου.
§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπατᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ 1865 μετέβαλε τὸ Διάταγμα τοῦ 1858. Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1858 ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων, τὴν ὁποίαν ὁ ἀοίδιμος Ζάπας μετωνόμασεν Ἐπιτροπὴν τῶν κληροδοτημάτων, εἶχε βάσιν τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Βιομηχανίας, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ προστίθενται ἑκάστοτε 4 μέλη. Ὅτε δὲ ἐδημοσιεύθη ἡ διαθήκη καὶ ἐφάνη, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἔχει καθήκοντα διαρκῆ, τότε ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τοῦ 1865, εἰς τὸ ὁποῖον τίποτε ἄλλο δὲν ἐσημειώθη, παρ’ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων καθίσταται διαρκὴς, ἔμελλε δὲ νὰ συγκροτῆται ἀπὸ τὰ ἴδια μέλη, τουτέστιν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἐθνικῆς Βιομηχανίας καὶ ἀπὸ 4 μέλη, τὰ ὁποῖα ἐσημειώθησαν καὶ ὀνομαστί. Ἀφοῦ δὲ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ἐξέλιπον, δὲν ἀμφισβητοῦμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἀντικαταστήσῃ, ἀλλὰ βάσις πρέπει νὰ ᾖναι ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βιομηχανίας.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προέτεινα ἐν ἄρθρῳ 1 τροπολογίαν, ὅπως, ἀντὶ τῶν λέξεων: «διοικεῖται ὑπὸ πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἐξαρτωμένης», θέσωμεν: «διοικεῖται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων καὶ τῶν κληροδοτημάτων. Τὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης καθορίζονται ὡς ἑξῆς: Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἔσεται πενταμελὴς, ἐξαρτωμένη κτλ.»
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τοῦτο σώζει τὴν διαθήκην;
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ σύνταξιν τὸ ἄρθρον ἦτο σύμφωνον μὲ τὴν διαθήκην, ἀλλ’ ἡ τροπολογία καθιστᾷ τρανωτέραν τὴν συμφωνίαν, ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ ἑβδόμῳ θὰ διαγραφῇ ἡ πρώτη περίοδος καὶ θ’ ἀρχίσῃ τὸ ἄρθρον ἀπὸ τῶν λέξεων «Ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ παρόντος ὀφείλει ἡ Ἐπιτροπὴ», μεθ’ ὅ, ἀντὶ τῶν ἐν τῷ κειμένῳ λέξεων τεθήτωσαν αἱ ἑξῆς: «ὡς νῦν εἶναι συγκεκροτημένη, νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν συγκροτουμένην κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος τὴν ὑπηρεσίαν κτλ.»
§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ αὐταὶ αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ θέμα εἶναι σπουδαῖον καὶ δύναται ἀληθῶς νὰ διακυβεύσῃ τὸ κῦρος τῆς διαθήκης. Ἡ διαθήκη δὲν διερμηνεύεται διὰ νόμου, ὅπως ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου, ἡ διαθήκη ἑρμηνεύεται ὡς ἀμφιβολία ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων. Νομίζω λοιπὸν ὀρθὴν τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου κ. Τζάνε περὶ ἀναβολῆς, διὰ νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα ἐκ νέου ἀπὸ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, νὰ παραβληθῇ τὸ νομοσχέδιον πρὸς τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης, καὶ αὔριον νὰ τὸ συζητήσωμεν ἐν ἀνέσει. Τίς ἡ ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπισπεύσωμεν, ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἐξακολουθεῖ νὰ συνεδριάζῃ καὶ ἐνῷ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἔχομεν, ἐκτὸς τῶν σήμερον ὑποβληθέντων, 45 νομοσχέδια;
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, ὁ ὁποῖος πρὸ διετίας ἢ τριετίας ἀπεστάλη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς Ῥουμανίαν, ἵνα συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Κωνσταντίνου Ζάππα. Ἔκτοτε μελετήσας ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος εἰδικώτερον τὰ τοῦ θέματος τούτου καὶ συνεννοηθεὶς μετὰ τοῦ κ. Κ. Ζάππα ἦτο παρεσκευασμένος πρὸς τὸν καταρτισμὸν τοιούτου νομοσχεδίου. Παρατηρεῖ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι μετέβαλον φράσιν τινὰ τοῦ οὕτω καταρτισθέντος νομοσχεδίου. Ἡ μεταβολὴ ἐγένετο, ἵνα καταστῇ καθαρωτέρα ἡ ἔννοια, ἐπειδὴ παρετηρήθη ἐν τῇ συζητήσει, ὅτι ὑπάρχει τις ἀμφιβολία περὶ αὐτῆς. Τὴν φράσιν μετέβαλον, τὴν ἔννοιαν οὐδόλως μετέβαλον. Ἡ ἔννοια εἶναι, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, εἰς ἣν ἀφορᾷ ἡ διαθήκη, καταρτίζεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, πληροῦντος ἐντολὴν τοῦ διαθέτου, μὴ κανονίσαντος τὰ τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τῆς λειτουργίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἀφήσαντος τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν περὶ τούτου εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἀπόδειξις τῆς τοιαύτης κατὰ τὴν διαθήκην ἐξουσίας τῆς Πολιτείας, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή δὲν εἶναι σήμερον κατηρτισμένη ὅπως ὅτε συνετάχθη ἡ διαθήκη· σήμερον ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι κατηρτισμένη διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, κατόπιν τῆς διαθήκης ἐκδοθέντος. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται ὡς ἐτροπολογήθη).
§68ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπροτάθη ἡ ἀναβολή.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη ἡ περὶ ἀναβολῆς πρότασις. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4, 5 καὶ 6). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7).
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 7 θὰ τροπολογηθῇ ὡς ἑξῆς. Ἡ πρώτη περίοδος νὰ διαγραφῇ· ἡ δὲ δευτέρα νὰ γίνῃ πρώτη, τροπολογουμένη ὡς ἑξῆς: «Ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ παρόντος, ὀφείλει ἡ Ἐπιτροπή, ὡς νῦν εἶναι συγκεκροτημένη, νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν συγκροτουμένην κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος τὴν ὑπηρεσίαν κτλ».
§71ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δίδει χώραν εἰς μίαν κατάχρησιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ὀλυμπίων καὶ ἡ ἐπὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς ἐθν. Βιομηχανίας θὰ συνεδριάζῃ, προεδρευομένη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ θὰ προβαίνῃ εἰς ἀποφάσεις. Ἡ ἐπὶ τῆς Βιομηχανίας Ἐπιτροπὴ εἶναι πολυαριθμοτέρα καὶ θὰ ἔχῃ πάντοτε τὴν πλειοψηφίαν.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ ὁρίζει τὸ ἄρθρον, ὅτι τὰ καθήκοντα τῆς ἐπὶ τῆς Βιομηχανίας Ἐπιτροπῆς εἶναι συμβουλευτικά, τοῦτο ἀρκεῖ.
§73ΡΙΚΑΚΗΣ. Πολλαὶ πράξεις δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀποτέλεσμα μόνιμον.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλο ἀποτέλεσμα ἢ τὸ ἀποῤῥέον ἐκ δικαιοδοσίας συμβουλευτικῆς. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 7, 8, 9 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). (Γίνονται δεκτά, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, τὰ νομοσχέδια: Περὶ ἀποδόσεως μέρους τῶν ἐκ Θηραϊκῆς γῆς εἰσπράξεων εἰς τὸν δῆμον Θηρασίας· καὶ Περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως τῶν ἐκκρεμῶν διαφορῶν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου, τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας καὶ τοῦ Μοντζενιγείου κληροδοτήματος).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς ἐγχώρια συμφέροντα τῆς νήσου Κερκύρας· ὅπως δὲ παρετήρησα ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει, εἰς τὰ τοιούτου συμφέροντος νομοσχέδια ἡ Κυβέρνησις τότε μόνον θεωρεῖ, ὅτι δύναται νὰ παρέχῃ συνδρομὴν πρὸς ψήφισιν, ὅταν ὑπάρχῃ ἐν τῷ τόπῳ συμφωνία ὑπὲρ τῶν μέτρων τῶν ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ἀναγραφομένων, ἢ ὅταν, μὴ ὑπαρχούσης συμφωνίας, ὑπάρχῃ ὅμως ἀνάγκη διαῤῥυθμίσεως, καὶ θεωρῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν προτεινομένην διαῤῥύθμισιν ὡς δικαίαν καὶ συμφέρουσαν. Ἀπόλυτος ἀνάγκη διαῤῥυθμίσεως σήμερον δὲν ὑφίσταται, εἶναι ἀνεκτὴ καὶ μικρά τις ἔτι ἀναβολή, ἀλλ’ ἡ διαῤῥύθμισις, ἔστω καὶ βραδυτέρα, ἐπιβάλλεται καὶ ὑπὸ νόμου. Τὸ καθεστὼς ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐγχωρίου περιουσίας εἶναι προσωρινόν· ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ τῷ περὶ ἀφομοιώσεως· ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος ταυτοχρόνως ἐπιβάλλει εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως προνοήσῃ περὶ διαρκοῦς κανονισμοῦ τοῦ θέματος τούτου. Ταύτην τὴν πρόνοιαν σκοπεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· ἐξητάσαμεν ἄρα, ἂν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐμάθομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει.
§77Κ. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς σπουδῆς, μεθ’ ἧς εἰσήχθη καὶ ψηφίζεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, πολλὰς περιλαμβάνον διατάξεις, δὲν ἠδυνήθην νὰ μελετήσω αὐτὸ, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχω πρόχειρα τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, ἵνα σχηματίσω οἱανδήποτε περὶ αὐτοῦ γνώμην.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω, ὅτι δὲν ἔχετε γνώμην ἐναντίαν.
§79Κ. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματίσω γνώμην, οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ εἰδικῶν τινων διατάξεων ἤκουσά τινας παρατηρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας, ἐπείσθην, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἑκατέρωθεν, ταύτας δὲ ἀναγράφω ὡς τροπολογίας, ἐχούσας ὡς ἑξῆς· ἐν τῷ ἄρθρῳ 4, ἔνθα γίνεται λόγος περὶ τῶν ἀκινήτων κτημάτων, τῶν περιερχομένων εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν κυριότητα τοῦ δήμου Κερκύρας, προστίθενται ὡς ἐδάφιον 6 τὰ ἑξῆς: «τὰ ὄπισθεν τοῦ Γυμνασίου καὶ μέχρι τῆς Βασιλικῆς πύλης, ἐπὶ τῶν παλαιῶν τειχῶν, γήπεδα». Ἐν τῷ ἄρθρῳ 6, προτείνεται ἡ ἀντικατάστασις τῶν λέξεων «ἐντὸς 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος» διὰ τῶν λέξεων «ἐντὸς 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 16 ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς». Ἐν τῷ ἄρθρῳ 9, μετὰ τὴν λέξιν «ἰδιωτῶν» προστίθενται αἱ λέξεις: «πλὴν τῶν πρώην τιμαριούχων καὶ τῶν ἐδαφονομέων ἐγχωρίων κτηματοληπτικῶν βαρῶν». Ἐν τῷ ἄρθρῳ 10, ἀντικαθίσταται ἡ λέξις «κτηματολογικῶν» διὰ τῶν λέξεων «ἢ ἀκυρώσεως κτηματοληπτικῶν». Ἐν ἄρθρῳ 12, προστίθενται ἐν τέλει: «Οἱ τίτλοι δὲ τῶν χρηματικῶν κεφαλαίων ἀνεξαιρέτως κατατίθενται εἰς τὸ ἐν Κερκύρᾳ κατάστημα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13, διαγράφονται αἱ ἐν τῇ βʹ παραγράφῳ λέξεις «λόγῳ ἀφαιρέσεως ὕδατος»· ὡσαύτως ἐν ἄρθρῳ 16, διαγράφονται αἱ λέξεις «κατὰ τὸ ἄρθρον 6», προστίθενται δὲ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου: «διαλυομένης συγχρόνως τῆς ὑφισταμένης διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, μετὰ τῶν ὑποβληθεισῶν, ὡς ἄνω, ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τροπολογιῶν). (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, εἰς γʹ συζήτησιν, τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων περὶ δημοτικῆς φορολογίας ὡς πρὸς τὴν νῆσον Κέρκυραν).
§81Ν. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ εἶχον ὑποβάλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ 1 καὶ τοῦ 2 ἄρθρου καὶ δὲν ἀνεγνώσθησαν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁπωσδήποτε ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδέχεται ταύτας.
§84Ν. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ. Τότε τὰς ἀποσύρω.
§85ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ συστάσεως Σχολῆς ναυτικῶν δοκίμων, καὶ νομοσχέδιον περὶ ἐξομοιώσεως τῶν ἐπικούρων ἀνθυποπλοιάρχων πρὸς τοὺς τακτικοὺς μαχίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 274–275).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς Β. Οἰκογενείας καὶ περὶ Ἀντιβασιλείας. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1–6).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται).
§88ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλούμεθα, κύριοι Βουλευταί, νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ σπουδαιότης οὐδένα ἐξ ὑμῶν λανθάνει. Εἶναι τῳόντι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑψίστης ἐννοίας καὶ μεγίστης σημαντικότητος, οὐ μόνον ἕνεκα τῆς ἀνυπολογίστου ἀξίας τοῦ ἀντικειμένου, ὅπερ πρόκειται νὰ δωρηθῇ, οὐ μόνον ἕνεκα τῶν ἐπιβλαβῶν συνεπειῶν, ἃς δύναται νὰ ἔχῃ δι’ ὁλοκλήρους πληθυσμοὺς τῶν ἐπαρχιῶν Ἠλείας, Καλαβρύτων καὶ Πατρῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ὑψηλὴν καὶ ὅλως ἐξαιρετικὴν θέσιν, ἣν ἐν τῇ Πολιτείᾳ κατέχει τὸ πρόσωπον, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἡ δωρεά. Ταῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὀφείλομεν ἀπροκαταλήπτως καὶ μακρὰν πάσης ἐκ τῶν ἄνωθεν ἐπιδράσεως νὰ ἐξετάσωμεν τὰ κατὰ τὴν δικαιολογικὴν βάσιν τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου, ὅπως ἐν πεποιθήσει ἀποφανθῶμεν κατόπιν, ἂν πρέπῃ, ἢ ὄχι, νὰ τὸ μεταβάλωμεν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν εἰς νόμον. Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ δικαιολογικὴ βάσις αὐτοῦ; Κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις τὸ εἰσήγαγε, δύο εἶναι οἱ λόγοι, ἐφ’ ὧν τοῦτο στηρίζεται, καὶ δι’ ὧν δικαιολογεῖται. Καὶ ὁ μὲν εἷς εἶναι ἄμεσος, ὁ δὲ ἄλλος ἔμμεσος, ἢ ἐπιβοηθητικός. Ἂς ἐρευνήσωμεν ἑπομένως τὴν ἀξίαν ἑκατέρου τῶν λόγων τούτων. Κατὰ μὲν τὸν πρῶτον, ὀφείλει τὸ Ἔθνος νὰ ὁρίσῃ ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου, λόγῳ ἀξιοπρεποῦς παραστάσεως, ἐτησίαν χρηματικὴν χορηγίαν, ἐπειδὴ δὲ, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς ἀμηχανίας, εἰς ἣν διατελοῦμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν πλέον τῶν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται ἡμῖν νὰ δώσωμεν καὶ ἓν ἀκίνητον κτῆμα, ὅπως ἐκ τοῦ εἰσοδήματός του αὐξηθῇ ἡ μικρὰ τῶν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν χορηγία· κατὰ δὲ τὸν δεύτερον λόγον, συμφέρει εἰς τὸ Ἔθνος νὰ δώσῃ μεγάλας ἀκινήτους κτήσεις εἰς τὸν Διάδοχον, διότι ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἐφαρμοσθησομένη ἐντελεστέρα καλλιέργεια θ’ ἀποβῇ πρότυπον καὶ ὑπόδειγμα, πρὸς πλήρη κάρπωσιν τῶν παρ’ ἡμῖν ἀκινήτων. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, Κύριοι, νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀμφότεροι οἱ λόγοι οὗτοι στεροῦνται πάσης ἀξίας, καὶ οὐδένα δύνανται νὰ πείσωσι περὶ τοῦ ὅτι εἶναι ἀπόῤῥοια ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ εἰλικρινοῦς πεποιθήσεως. Χωρὶς νὰ ἐξετάσω, ἂν ἐτησία χορηγία διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὸν Διάδοχον, ὅστις, μὴ ἀποχωρισθεὶς εἰσέτι τοῦ πατρός του, δὲν ἤνοιξεν ἴδιον οἶκον, ἦναι μικρὰ ἢ μεγάλη· χωρὶς νὰ ἐξετάσω, ἂν καὶ ὁ Διάδοχος δὲν ὀφείλῃ νὰ ἐκτιμήσῃ ἀποχρώντως τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ὅπως μὴ ἔχῃ μεγάλας ἀξιώσεις, χωρίς, λέγω, νὰ χωρήσω εἰς τοιαύτας λεπτολόγους ἐρεύνας, δέχομαι ὡς ἀκριβὲς τὸ ὑπὸ τῶν κκ. Ὑπουργῶν λεγόμενον, ὅτι ἡ χορηγία αὕτη εἶναι μικρά. Ἀλλὰ τότε, διὰ τί νὰ μὴ τὴν αὐξήσωσιν; Ἀφοῦ κρίνουσιν, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἀρκεῖ πρὸς ἀξιοπρεπῆ καὶ ἀνάλογον πρὸς τὴν λαμπρότητα τῆς θέσεως τοῦ Διαδόχου παράστασιν, τότε ἂς τὸ ἀναβιβάσωσιν εἰς τριακοσίας, τετρακοσίας, ἔστω καὶ πεντακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, ἔστωσαν δὲ βέβαιοι, ὅτι οὐδεμία εἰς τοῦτο θὰ ἐγερθῇ ἀντίῤῥησις. Ἀλλὰ μᾶς ἀντιτάσσουσιν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου δὲν ἐπιτρέπουσι δῆθεν τοιαύτην αὔξησιν. Αὐτὸ δὲ διὰ τοὺς σήμερον κυβερνῶντας ὑπερβαίνει καὶ τὰ ὅρια τοῦ ἀστείου. Μετὰ τὴν ἀκατάσχετον καὶ μέχρις ἐγκληματικότητος ῥοπήν των εἰς τὴν κατασώτευσιν τοῦ δημοσίου πλούτου ἀποκρίνονται, ὅτι εἶναι φειδωλοὶ εἰς τὴν πρὸς τὸν Διάδοχον χορηγίαν! Δὲν εἶναι λοιπὸν, ὄχι, δὲν εἶναι ἀληθὴς καὶ πάσης ὑστεροβουλίας ἀμέτοχος ὁ πρῶτος λόγος, ὅστις πρὸς δικαιολογίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου φέρεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Καὶ ἂν τοιαύτην ἔχω γνώμην περὶ τοῦ πρώτου λόγου, τί νὰ εἴπω περὶ τοῦ δευτέρου; Πρέπει, μᾶς λέγουσι, νὰ δώσωμεν γαίας εἰς τὸν Διάδοχον, ὅπως δώσῃ ὤθησιν εἰς προκοπὴν τῆς γεωργίας. Πρέπει νὰ καταστήσωμεν μεγαλοκτηματίαν καὶ ἀρχικαλλιεργητὴν τὸν Διάδοχον, ὅπως ἡ ὑπ’ αὐτοῦ εἰσαχθησομένη ἐντελεστέρα καλλιέργεια χρησιμεύσῃ ὡς «πρότυπον καὶ ὑπόδειγμα πρὸς πλήρη κάρπωσιν τῶν παρ’ ἡμῖν ἀκινήτων κτημάτων». Ἐνθυμήθησαν, βλέπετε, οἱ ἄνθρωποι νὰ μεριμνήσωσι καὶ περὶ τῆς γεωργίας, ἐξέλεξαν δὲ τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ὡς εἰσηγητὴν ἐντελεστέρας καλλιεργείας. Καὶ πῶς; Ἐπὶ τοσοῦτον ἆρά γε ἐπωρώθησαν τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν οἱ σήμερον κυβερνῶντες, ὥστε νὰ ὑποστηρίζωσι σπουδαίως καὶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι τοιαῦται παρακρούσεις δύνανται νὰ κριθῶσιν εὐμενῶς ὑπὸ τοῦ λαοῦ; Ἀδυνατοῦσι τάχα αὐτοὶ νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι αἱ τοιαῦται καὶ τόσον ἀπροκαλύπτως περὶ τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ἐκφερόμεναι ἰδέαι ἐπισκοτίζουσι τὴν αἴγλην, ἥτις πρέπει νὰ περιβάλῃ τὴν ὑψηλὴν ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέσιν του; Ποῦ τότε τὸ γόητρον καὶ ποῦ τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἀξιώματος ἐκείνου, ὅστις προώρισται νὰ γίνῃ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων; Βεβαίως, ἠθέλομεν ἀρνηθῆ εἰς τὸν εἰσαγαγόντα τὸ νομοσχέδιον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν κοινοτέραν νοημοσύνην, ἐὰν ἐπιστεύομεν, ὅτι σπουδαιολογῶν προέταξεν, ἣν προέταξεν αἰτιολογίαν. Δὲν τὸν ἀδικοῦμεν ἐπὶ τοσοῦτον. Εἶχεν ἀνάγκην νὰ προσαγάγῃ τυπικῶς μίαν οἱανδήποτε αἰτιολογίαν, ὡς τοιαύτην δ’ ἐξέλεξε τὴν προχειροτέραν, ἀδιαφορῶν περὶ τῶν κρίσεων τούτου ἢ ἐκείνου. Οἱ λόγοι ὅμως, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν αἰτιολογίαν ταύτην. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι φαινομενικοί. Ὄπισθεν αὐτῶν κρύπτεται ὁ ἀληθής, οὗτος δὲ εἶναι, ὅτι οἱ σήμερον κυβερνῶντες, ὅπως καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας περιστάσεις, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἠθέλησαν νὰ ἐπιδείξωσιν ὑπέρμετρον ζῆλον καὶ ἐξαιρετικὴν εὔνοιαν ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου. Ἀλλ’ ἐὰν σπουδαίως φρονῶσιν οἱ κυβερνῶντες, ὅτι ὠφελοῦσι τὴν Βασιλείαν διὰ τοιούτων εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους θυσιῶν, τοὺς βεβαιῶ, ὅτι οἰκτρὰν πλανῶνται πλάνην. Κακήν, κακίστην ἐκδούλευσιν παρέχουσιν εἰς τὸν Θρόνον, οὕτω σκεπτόμενοι καὶ τοιαῦτα διενεργοῦντες. Ποῖον εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον ἔρεισμα, ποῖον εἶναι τὸ ἀδιάσειστον καὶ ἀκλόνητον θεμέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐρείδονται αἱ βασιλεύουσαι δυναστεῖαι; Οὐδεὶς ἠρνήθη ποτὲ, οὔτε δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι τοιοῦτον εἶναι ἡ ἀνυπόκριτος ἀγάπη τοῦ λαοῦ πρὸς αὐτὰς, ἀγάπη, ἣν ἐμπνέει μόνη ἡ πεποίθησις, ὅτι οἱ Βασιλεῖς δὲν σκέπτονται πῶς ν’ αὐξήσωσι διὰ παντὸς τρόπου τὴν περιουσίαν των, ἀλλὰ πῶς νὰ ὁδηγήσωσι τὸ Ἔθνος, οὗτινος ἐκλήθησαν, ἢ κληθήσονται νὰ βασιλεύσωσιν, εἰς ὁδὸν προόδου καὶ ἀνυψώσεως. Καὶ ποῦ εἶναι πλέον τὰ θέλγητρα, ποῦ εἶναι ἡ λάμψις τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βασιλέως ἢ τοῦ Διαδόχου, ὅταν θέλωσιν οἱ κυβερνῶντες νὰ τοὺς παραστήσωσιν οὐχὶ ὡς ὀνειροπολοῦντα νυκτός τε καὶ ἡμέρας τοῦ Ἔθνους τὸ μεγαλεῖον, ἀλλ’ ὡς μεριμνῶντας καὶ τυρβάζοντας περὶ τοῦ πῶς νὰ σχηματίσωσι μεγάλας περιουσίας; Καὶ νομίζουσιν οἱ κυβερνῶντες, ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν θὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς τὸν λαὸν, ὅπως εἰς τοιαύτας λυπηρὰς καὶ ἀπαισίας διὰ τὸν Θρόνον προέλθῃ σκέψεις; Καὶ εἰς ἕνα μόνον πολίτην ἐὰν ἐμπνεύσωσιν οἱ Ὑπουργοὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ Διάδοχος δὲν ἐννοοῦσι νὰ ταυτίσωσι τὴν τύχην των πρὸς τὴν τύχην τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ἐννοοῦν νὰ κάμουν τὴν τύχην των εἰς τὴν Ἑλλάδα, διαπράττουσιν ἔγκλημα κατ’ αὐτῶν· καὶ ἂν εἰς ἑνὸς μόνου πολίτου τὴν καρδίαν ἐνσταλάξωσιν οἱ Ὑπουργοὶ τὴν πικρίαν κατὰ τοῦ Διαδόχου, διαπράττουσι μέγα κατ’ αὐτοῦ καὶ μεγίστης ποινῆς ἄξιον ἀδίκημα. Ἂς ἀρκεσθῶσιν οἱ κυβερνῶντες τὸν τόπον εἰς τὸ ἄλλο ἀδίκημα, ὅπερ πρὸ μικροῦ ἀπειργάσαντο κατὰ τοῦ Διαδόχου, καὶ ἂς σταματήσωσι. Τὸν παρέσυραν, ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, εἰς τελετὰς καὶ πανηγύρεις, ἐν αἷς ὑπελάνθανεν ἐπιδίωξις ἐπιτυχίας τῶν Κυβερνητικῶν ὑποψηφίων. Καὶ τί προέβαλον πρὸς δικαιολογίαν τῶν τοιούτων ὑπόπτων καὶ σκανδαλωδῶν τελετῶν; Τὸ αἴσιον γεγονὸς τῆς ἐνηλικιώσεώς του. Καὶ ὅμως αὐτοὶ οἱ ἴδιοι Ὑπουργοὶ ὁμολογοῦσι σήμερον διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς ἐνηλικιώσεως ἦτο ψευδὲς καὶ ἀνύπαρκτον. Δὲν ἀρκοῦνται λοιπὸν εἰς τὸ μέγα αὐτὸ ἀδίκημα, ἀλλὰ θέλουσι νὰ διαπράξωσι κατ’ αὐτοῦ καὶ ἄλλο, ἔτι μεγαλείτερον! Ποία εἰλικρινὴς ἰδέα ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ προικοδοτήσεως τοῦ Διαδόχου καὶ παραχωρήσεως πρὸς αὐτὸν προσωπικῆς ἀπεράντου ἐκτάσεως γαιῶν, ἀφοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰς ὅλα τὰ βασιλευόμενα Κράτη οὐδὲ σπιθαμὴν γῆς δίδει τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς Βασιλεῖς ἢ τοὺς Διαδόχους; Ὁ ἀπαράβατος οὗτος κανὼν κρατεῖ ἐν πᾶσι τοῖς διεπομένοις ὑφ’ οὗ καὶ ἡμεῖς πολιτεύματος Κράτεσι, διότι θέλουσιν, ἵνα ἡ Βασιλεία ἵσταται τόσον ὑψηλὰ, ὥστε οὔτε ὡς συκοφαντία κἂν νὰ δύνηται νὰ λεχθῇ περὶ αὐτῆς, ὅτι τὴν προσοχήν της ἔχει ἐστραμμένην εἰς τὸν διὰ προσκτήσεως καὶ καλλιεργείας γαιῶν χρηματισμόν. Καὶ ἐνῷ τοιαῦτα κρατοῦσι παρ’ ἄλλοις Ἔθνεσιν, οἱ ἡμέτεροι Ὑπουργοὶ,—καὶ πρὸς τί νὰ λέγω οἱ Ὑπουργοί;—ὁ ἡμέτερος Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ δωρήσῃ τῷ Διαδόχῳ, ὄχι μόνον γαίας, ἀξίας πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπὶ τῶν γαιῶν τούτων ἐγκατεστημένους πολίτας Ἕλληνας! Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐγερθῇ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν αἴσθημα παραπόνων πικρῶν κατὰ τοῦ Διαδόχου; Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ πολύτιμος ὑπηρεσία, ἣν ἐννοεῖ—ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ Στέμμα; Δὲν ἐννοεῖ τάχα, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἂν ψηφισθῇ, ὅπερ ἀπεύχομαι, ἄρχεται πάλη μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλείας; Ἢ νομίζει, ὅτι ἐκ τοιαύτης πάλης δύναται νὰ ἐξέλθῃ νικήτρια ἡ Βασιλεία; Μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον ἡ ἱστορία δὲν ἐπλουτίσθη μὲ κἀνὲν τοιοῦτο παράδειγμα. Ὤ! θὰ ἔλεγον, ὅτι ἡ ἐπίμονος ἐπιζήτησις τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ 7 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου εἶναι φανερὰ καὶ φοβερὰ ἐπιβουλὴ κατὰ τοῦ Στέμματος, ἂν ἔφθανα μέχρι τοῦ νὰ πιστεύσω, ὅτι δὲν διατελεῖ ἐν καλῇ πίστει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις, ἐν ἀξιοθρηνήτῳ φρεναπάτῃ διατελῶν, νομίζει ἴσως, ὅτι, ἐνῷ ζημιοῖ τὸ Ἔθνος, ὠφελεῖ ἀφ’ ἑτέρου ἄνευ οὐδενὸς κινδύνου τὸν Θρόνον. Ἂν λοιπὸν, κ. κ. Βουλευταὶ, εἶσθε εἰλικρινῶς ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας καὶ ἀνυποκρίτως ἀγαπᾶτε τὸν Ἡγεμόνα καὶ τὸν Διάδοχον, δὲν πρέπει νὰ ψηφίσητε τὸ ὑπὸ συζήτησιν 7 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Θέλετε νὰ καταβιβάσητε τὸν Διάδοχον εἰς τὴν ταπεινὴν θέσιν ἀντιδίκου κατὰ τῶν ἐχόντων κτήσεις ἐν ταῖς ἀπεράντοις ἐκτάσεσιν, ὧν ζητεῖται ἡ παραχώρησις; Θέλετε νὰ ἐγερθῶσι κλήσεις κατὰ τοῦ Διαδόχου περὶ προσωρινῶν μέτρων, ἀγωγαὶ περὶ κατοχῆς, ἀγωγαὶ περὶ κυριότητος; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γεννηθῶσι τοιαῦται δικαστικαὶ διενέξεις, ἀφοῦ μέγα μέρος τῶν ἐν τῷ ἀτελεστάτῳ καὶ ψευδεῖ διαγράμματι περιεχομένων γαιῶν κατέχεται ὑπὸ χιλιάδων κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν Ἠλείας, Καλαβρύτων καὶ Πατρῶν; Θέλετε νὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι εἰς τὴν Πελοπόννησον νὰ λέγωσιν, ὅτι ἦλθεν ὁ Διάδοχος, δίκην ἀλλοφύλου ἐπιδρομέως, καὶ μᾶς ἥρπασε τὰς ἀμπέλους μας, τὰς σταφιδαμπέλους μας, τοὺς ἀγρούς μας, τὰς καλύβας μας, τὰς οἰκίας μας; Ἢ νομίζετε, ὅτι, μὲ ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ καλὴν θέλησιν ὁ Διάδοχος, θὰ δυνηθῇ νὰ προλάβῃ τοιαύτας ἁρπακτικὰς τάσεις; Κύριος οἶδε πόσα καὶ τίνος εἴδους ἀδικήματα θὰ διαπράξωσι κατόπιν ἀχρεῖοι χωροφύλακες καὶ ἀχρειέστεροι ἐπιστάται, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Διαδόχου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θὰ ἁμιλλῶνται τίς τοῦ ἄλλου νὰ δείξῃ μεγαλειτέραν ἀφοσίωσιν. Ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρὼν ὁ μέλλων Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, ἵνα ἐνωτισθῇ τῶν τοιούτων εἰλικρινῶν σκέψεων καὶ κρίσεων, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι θὰ διέτασσε τότε μετ’ ἀγανακτήσεως νὰ διαγραφῇ τὸ 7 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρών, διότι ἔχω βασίμους λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι οὐδεμία ἀμιγὴς κολακείας καὶ πλαγίων σκέψεων γνώμη φθάνει εἰς τὰς ἀκοάς του. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τὰ παρὰ τῶν μὴ ψευδαφωσιωμένων ἐν τῇ Βουλῇ περὶ αὐτοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως λεγόμενα, ἢ οὐδόλως περιέρχονται εἰς γνῶσιν αὐτῶν, ἢ περιέρχονται παραμεμορφωμένα. Βεβαίως, θὰ παριστῶσιν εἰς τὸν Διάδοχον, ὅτι οἱ κατοικοῦντες ἐν ταῖς τοῦ νομοσχεδίου γαίαις οὐδόλως θορυβοῦνται, οὐδὲ ἀνησυχοῦσιν ἐπὶ τῇ προσφερομένῃ αὐτῷ δωρεᾷ· ἀλλὰ πῶς ἐχώρησεν εἰς τὸν νοῦν τῶν κκ. Ὑπουργῶν, ἢ μᾶλλον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι εἶναι δυνατόν, νὰ μὴ γογγύσωσι, νὰ μὴ ἀγανακτήσωσι κατὰ τῆς Βασιλείας ἐκεῖνοι, οἵτινες καλλιεργοῦσιν ἐθνικὰς γαίας καὶ συντηροῦσι τὰς οἰκογενείας των, ὅταν αὔριον, κατὰ διαταγὴν τῆς Αὐλῆς, θὰ ὑπάγωσιν οἱ χωροφύλακες καὶ θὰ τοῖς εἴπωσι: φύγετε; Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας περὶ τῆς ἀνακριβείας τοῦ διαγράμματος, ὅπερ εἶναι νόθον· χωρὶς νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἦτο ἀδύνατον, ἀπολύτως ἀδύνατον, ἐν χρονικῷ διαστήματι εἴκοσιν ἡμερῶν νὰ καταμετρηθῶσι τόσῳ μεγάλαι καὶ ἀνώμαλοι ἐν πολλοῖς ἐκτάσεις, ἑπτὰ μὲν ὡρῶν κατὰ μῆκος, πέντε δὲ περίπου κατὰ πλάτος· χωρὶς νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ 250,000 στρεμμάτων, ὅπως ἐκτίθεται ἐν τῇ ἐκθέσει, ἀλλὰ περὶ τετρακοσίων τοὐλάχιστον χιλιάδων· χωρὶς, λέγω, ν’ ἀσχοληθῶ εἰς τοιαύτας λεπτομερείας, δέχομαι ὡς ἀληθὲς τὸ περιεχόμενον τοῦ διαγράμματος καὶ ἐρωτῶ: τί θὰ γίνωσιν ἐκεῖναι αἱ ὀλίγαι χιλιάδες ἀνθρώπων, αἵτινες κατ’ αὐτὸ κατοικοῦσι σποράδην ἐντὸς τῶν διακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων στρεμμάτων; Δυοῖν θάτερον: ἢ θὰ μείνωσιν ἐντὸς τῆς ἐκτάσεως ταύτης, καί, καθ’ ὅ κατέχοντες καὶ καλλιεργοῦντες κατὰ τὸ πλεῖστον ἐθνικὰς γαίας ἐκ τῶν πρὸς παραχώρησιν, θὰ κατασταθῶσιν ἀληθεῖς δουλοπάροικοι, ἢ θὰ ἐκδιωχθῶσι διὰ τῆς λόγχης τοῦ χωροφύλακος. Καὶ πόθεν θὰ ἐκδιωχθῶσιν; Ἀπὸ τὴν γῆν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες των ἐπότισαν μὲ αἷμα καὶ ἐλίπαναν μὲ κόκκαλα. Μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει. Ἢ θὰ φύγωσι, μὲ μικρὰν ἴσως ἀποζημίωσιν, ἢ θὰ γίνωσι δουλοπάροικοι. Ἀλλ’ εἴτε τὸ ἓν συμβῇ, εἴτε τὸ ἄλλο, ἐρωτῶ: οἱ γογγυσμοὶ καὶ τὰ παράπονα τῶν δουλοπαροίκων ἐκείνων, ἢ τῶν ἐκδιωχθησομένων ἐκ τῶν οἰκιῶν καὶ τῶν κτημάτων των, δὲν θὰ μεταβληθῶσιν εἰς ἀδιάλλακτον μῖσος κατὰ τοῦ Βασιλέως, κατὰ τοῦ Διαδόχου, καὶ ἐν γένει κατὰ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας; Τί δὲ νὰ εἴπῃ τις περὶ τῶν κτημάτων τῶν Μονῶν; Ὅταν ἐπιβάλλητε βέβηλον χεῖρα ἐπὶ τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, πρέπει νὰ διατελῆτε εἰς ἑκουσίαν καὶ λίαν ὕποπτον τύφλωσιν, διὰ νὰ ὑποστηρίζητε, ὅτι δὲν ἐκθέτετε εἰς προφανῆ κίνδυνον τὴν Βασιλείαν. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ τί δύναται νὰ κατορθώσῃ θρησκευτικὸς φανατισμὸς, ἐντέχνως ὑπεκκαιόμενος καὶ συνδαυλιζόμενος ὑπὸ τῶν δυσηρεστημένων. Καὶ θ’ ἀκούσητε αὔριον νὰ σᾶς λέγωσιν, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ἐζήλωσε τὴν φήμην τοῦ Κούζα, ὅστις ὅμως, ἁρπάσας τὰς τῶν Ἑλληνικῶν Μονῶν ἐν Ρωμουνίᾳ κτήσεις, τὰς ἥρπασεν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους του, ἐνῷ σεῖς πρόκειται νὰ τὰς προσφέρητε δῶρον εἰς τὸν Διάδοχον. Καὶ πρέπει νὰ σημειωθῇ καλῶς τοῦτο. Τὸ ἡμέτερον Ἔθνος εὑρέθη καὶ ἄλλοτε, εὑρίσκεται δὲ καὶ ἤδη εἰς ἀθλίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐσκέφθη ποτὲ σπουδαίως νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν, αἵτινες ἔχουσι δικαίαν καὶ ἐπιβλητικὴν ἀξίωσιν ἐπὶ τῆς διατηρήσεώς των καὶ τοῦ σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων των. Καὶ ἔρχεσθε σήμερον σεῖς, μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν, ζητοῦντες διὰ τρόπου ὑπούλου ν’ ἀποξενώσητε τὴν ἱστορικὴν μονὴν τοῦ Μ. Σπηλαίου, τὴν σπουδαιοτάτην Μονὴν τῶν Ταξιαρχῶν καὶ ἐκείνην τῆς Χρυσοποδαριτίσσης μεγάλων αὐτῶν κτήσεων, αἵτινες, ὡς ἱερὰ ἀναθήματα, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας οἱουδήποτε ἄλλου! Τοὺς προφανεῖς αὐτοὺς κινδύνους διὰ τὴν Βασιλείαν βλέπων, ἐνόμισα πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θ’ ἀπέσυρε τὸ προκείμενον καὶ πολύκροτον καταστὰν νομοσχέδιον, ἢ ὅτι τοὐλάχιστον θὰ τὸ ἐτροποποίει, ἀπαλείφουσα τὸ ἄρθρον 7. Τοιαύτην ἰδέαν ἐσχηματίσαμεν μετὰ πολλῶν συναδέλφων, ὅτε εἴδομεν, ὅτι παρηγκωνίζετο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἀλλ’ ἐπλανήθημεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει, ἀδιαφορῶν διὰ τὰς συνεπείας, ἐπετέθη δὲ χθὲς καθ’ ἡμῶν, πλήρης θυμοῦ, διότι, ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην, δεικνύομεν κατ’ αὐτὸν ἀνευλάβειαν πρὸς τὸν Θρόνον. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ἐκθέτοντες μετὰ θάῤῥους τὴν γνώμην μας, ἥτις εἶναι ἀπόῤῥοια ἀδιασείστου πεποιθήσεως, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχομεν νὰ διακηρύξωμεν, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ ἐπιζητῶμεν Βασιλικὴν εὔνοιαν, ὅτι καὶ εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας, ἀφοῦ ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία τὸν ἀνέχεται, καὶ ἀγαπῶμεν τόν τε νῦν καὶ τὸν μέλλοντα Βασιλέα, καὶ εὐλαβούμεθα αὐτοὺς περισσότερον ἐκείνων, οἵτινες ἐκ παντὸς τρόπου προσπαθοῦσι νὰ φαίνωνται ἀφωσιωμένοι, ἕτοιμοι νὰ στρέψωσι τὰ νῶτα, ἅμα ὡς ἤθελε πνεύσει ἀντιθέτου πολιτικῆς ἄνεμος. Ἡ ἱστορία ὅμως διδάσκει, ἂν οἱ μετὰ παῤῥησίας λέγοντες πρὸς τοὺς Βασιλεῖς τὴν ἀλήθειαν ἔβλαψαν αὐτοὺς, ἢ ἐξεναντίας οἱ χαμερπεῖς κόλακες, οἵτινες, τὰ πάντα πρὸς χάριν λέγοντες καὶ πράττοντες, παρεσκεύασαν αὐτοῖς ἐκθρονίσεις καὶ ἄλλας χειροτέρας δοκιμασίας. Ἄν ἡμεῖς πολεμοῦμεν μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς μας τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, πράττομεν τοῦτο, διότι τὸ θεωροῦμεν ἐν πεποιθήσει καὶ διὰ τὸ Ἔθνος λίαν ἐπιζήμιον, καὶ διὰ τὴν Βασιλείαν ἐπικίνδυνον, καὶ διὰ τοὺς εἰσαγαγόντας αὐτὸ ἥκιστα κολακευτικόν. Ἐὰν οἱ εἰσηγηταὶ αὐτοῦ ὡρμῶντο, ὅπως λέγουσιν, ἐκ τῆς εἰλικρινοῦς ἰδέας, τοῦ νὰ χορηγήσωσι τῷ Διαδόχῳ πρόσθετόν τι εἰσόδημα πρὸς ἀνάλογον αὔξησιν τῆς δυσαναλόγου ἐτησίας χορηγίας, τότε διὰ τί νὰ δώσωσι τὰς μεγάλας αὐτὰς κτήσεις πρὸς τὸν Βασιλόπαιδα Κωνσταντῖνον προσωπικῶς, καὶ ὄχι πρὸς τὸ Στέμμα, ἤτοι πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου; Μήπως ἂν ἐχορηγεῖτο τῷ Διαδόχῳ ἰσοβίως ἡ κάρπωσις τῶν κτήσεων αὐτῶν, δὲν θὰ εἶχε τὸ πρόσθετον εἰσόδημα; Καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ζητοῦσι νὰ ψηφίσωμεν δωρεὰν πρὸς τὸν Διάδοχον Κωνσταντῖνον προσωπικῶς, ἀφ’ ἑτέρου ἐπιμένουσιν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ γίνῃ φανερὰ ψηφοφορία, ἐναντίον ῥητῆς καὶ ἀνεπιδέκτου διφορουμένης ἑρμηνείας διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντικρούων με χθὲς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπεκαλέσθη, ὡς συνειθίζει νὰ πράττῃ, ὅταν ὑποστηρίζῃ παρανομίαν τινὰ, προηγούμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον, προκειμένου νὰ γίνῃ ἡ τοῦ δάσους Μπάφι δωρεὰ πρὸς τὸν Βασιλέα, ἡ ψηφοφορία ἐγένετο φανερά. Τῷ ἀντέταξα, ὅτι τότε δὲν ἠγέρθη οὐδεμία, οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη, ἀντίῤῥησις ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεξενεύθη διὰ τὴν τοιαύτην παρατήρησίν μου, εἰπὼν, ὅτι, εἴτε ἐγένετο, εἴτε δὲν ἐγένετο ἀντίῤῥησις, ἡ ψηφοφορία ἦτο ἀναγκαία. Εἰς τὰ τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐγὼ μὲν δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμὸν, διότι σέβομαι ἐμαυτὸν, σέβομαι τὴν Βουλὴν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀποτείνομαι, σέβομαι τὸ Ἔθνος, ὅπερ θὰ μὲ ἀκούσῃ, ἡμεῖς ὅμως δύνασθε νὰ κρίνητε περὶ τῆς ἀξίας των. Θὰ ἦτο τῳόντι ἀστεῖον, ἂν μετὰ τὴν ἐν ἐνθουσιασμῷ καὶ ἀνευφημίαις ὁμόθυμον τῆς τότε Βουλῆς γνώμην ἐνηργεῖτο ἐπὶ τὸ τυπικώτερον καὶ μυστικὴ διὰ κάλπης καὶ σφαιριδίων ψηφοφορία. Ἔπειτα, μήπως ταὐτίζωνται ἀκριβῶς αἱ δύο περιστάσεις ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα; Τότε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Ἡγεμόνος, νῦν δὲ πρόκειται περὶ τοῦ οὐδεμίαν ἀρχὴν διαχειριζομένου Βασιλόπαιδος Κωνσταντίνου. Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθω εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου. Εἶπον, ὅτι δὲν ὡρμήθη ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ τῆς εἰλικρινοῦς ἰδέας τοῦ νὰ χορηγηθῇ τῷ Διαδόχῳ ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῶν πρὸς δωρεὰν προορισθεισῶν ἐθνικῶν κτήσεων ἀνάλογος αὔξησις τῆς ἐτησίας χορηγίας του. Παρεκτὸς δὲ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα εἶπον, καὶ τὰ ὁποῖα ἀποκλείουσι πᾶσαν τοιαύτην ὑπόθεσιν, δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν καὶ τὰ ἑξῆς, ἀρκούντως χαρακτηριστικά. Θέλουσι νὰ δώσωσι δάση πολύτιμα, γαίας ἀπεράντου ἐκτάσεως καὶ πρώτης ποιότητος, καλλιεργημένας καὶ μὴ, μοναστηριακὰ κτήματα, χωρία ὁλόκληρα μετὰ τῶν κατοίκων των, πρὸς ἵδρυσιν δουλοπαροικίας, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἀρκοῦνται εἰς τοῦτο καὶ μόνον. Προσθέτουσιν εἰς τὴν δωρεὰν, χάριν ποικιλίας, καὶ ἓν ἄλλο μικρὸν πρᾶγμα, τρία ὁλόκληρα ἰχθυοτροφεῖα! Καὶ τώρα ἐρωτῶ: Τίς ἰδέα ὑπηγόρευσε τὴν παραχώρησιν καὶ τῶν ἰχθυοτροφείων; Μήπως πρόκηται καὶ ἐδῶ νὰ εἰσαγάγῃ ὁ Διάδοχος σύστημα ἐντελεστέρας καλλιεργείας, ὅπως αὕτη χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον καὶ ὑπόδειγμα εἰς τοὺς ἁλιεῖς; Τῇ ἀληθείᾳ ἀδυνατεῖ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς νὰ ἐξηγήσῃ τὰ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ ἀπό τινος χρόνου τελούμενα! Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ φοβῆται τοὐλάχιστον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, μήπως γίνῃ καὶ ἡ πολὺ σοβαροτέρα ὑπόθεσις, ὅτι ἀνεβίβασε τὴν ἐπικατάρατον συναλλαγὴν, ὑπὲρ ἧς ἔδειξε καὶ δεικνύει ἰδιάζουσαν στοργὴν, μέχρι καὶ τῆς ὑψηλῆς ἐκείνης θέσεως, περὶ τῆς ὁποίας οὐδὲ ὑπόνοια ἐπὶ τοιαύτῃ καταπτώσει ἔπρεπε νὰ ἐγείρηται. Καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ δίδει ἀφορμὴν εἰς τοιαύτας ὑπονοίας, νομίζει ἴσως, ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὴν Βασιλείαν, καὶ δὲν εἶναι παράδοξον νὰ πιστεύῃ καὶ νὰ δίδῃ διαβεβαιώσεις, ὅτι ὁ Βασιλεὺς καὶ ὁ Διάδοχος δύνανται ἐφεξῆς νὰ καυχῶνται, ὅτι καθεύδουσιν ἐπὶ ῥόδων. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, Κύριοι, ὑποστηρίζω μετ’ ἀδιασείστου πεποιθήσεως, ὅτι, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βασιλείας, δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ἄς σταθμίσωμεν καλῶς καὶ μακρὰν πάσης ὁθενδήποτε ἐπιδράσεως τὰς περιστάσεις, ὅπως μὴ παρασυρθῶμεν εἰς ἄτοπον, τοῦ ὁποίου αἱ συνέπειαι δύνανται ν’ ἀποβῶσιν ὀλέθριαι ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις. Βλέπω μετὰ θλίψεως ἐν ταῖς τάξεσι τῆς πλειοψηφίας διαθέσεις ὑπὲρ παραδοχῆς τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ παροῦσα περίστασις εἶναι τόσον ἐξαιρετικὴ, ὥστε οὐδόλως πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ περὶ κομματικῆς πειθαρχίας κρατοῦσαι παρ’ ἡμῖν ἰδέαι. Εὑρισκόμεθα τῳόντι ἀπό τινος χρόνου εἰς ὀλισθηρὸν ἔδαφος καὶ τείνομεν ὁλογὲν εἰς τὸ ν’ ἀπαλλοτριωθῶμεν τῆς αὐτοβουλίας καὶ τῆς ἐλευθερίας ἡμῶν περὶ τὸ κρίνειν καὶ σκέπτεσθαι, πλὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρέπει νὰ προσέξωμεν πολύ. Εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη κατεδίκασαν τὴν συνήθειαν τῆς ἀπονομῆς ἀκινήτων κτήσεων εἰς τοὺς Βασιλεῖς, θὰ ᾖναι πολὺ ὀδυνηρὸν δι’ ἡμᾶς ν’ ἀποτελέσωμεν ἐλεεινὴν ἐξαίρεσιν, διὰ νὰ εἴπωσιν ἐχθροὶ καὶ φίλοι τῆς Ἑλλάδος, ὅτι κατέστημεν ὄνειδος καὶ ἐξουθένημα λαῶν. Ἀλλὰ καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰς ἀναπτυχθείσας γενικωτέρας ἰδέας, τὰς περιστρεφομένας κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς Βασιλείας, δὲν εἴμεθα ἆρά γε ὑπόχρεοι νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς κολοσσιαίας ζημίας τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς βλάβης πολλῶν χιλιάδων κατοίκων; Σᾶς ζητοῦσι νὰ ψηφίσητε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου δωροῦνται πρὸς τὸν διάδοχον Κωνσταντῖνον γαῖαι ἐθνικαὶ καὶ μοναστηριακαὶ τετρακοσίων χιλιάδων καὶ ἐπέκεινα στρεμμάτων, περιπλέον δὲ τρία ἰχθυοτροφεῖα, μεταλλικὰ ὕδατα καὶ δάση σπουδαιότατα. Ἀλλ’ ἐν τίνι δικαιώματι δύνασθε σεῖς ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ Ἔθνος τόσῳ μεγάλην περιουσίαν καὶ νὰ τὴν δώσητε εἰς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον; Πόθεν ἀρύεσθε αὐτὴν τὴν παράδοξον ἐντολὴν τῆς ἀπεμπολήσεως σπουδαιοτάτου μέρους τῆς χώρας; Καὶ ὅταν καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν, νὰ δωρῆτε τόσον πολὺ χονδρικῶς τὰς ἀνεπιδέκτους συναλλαγῆς ἐθνικὰς κτήσεις πρὸς τοὺς Βασιλεῖς καὶ τοὺς Βασιλόπαιδας, τότε ποῦ θὰ καταντήσωμεν μετ’ ὀλίγον; Ἐδῶ προκαλῶ σπουδαίως τὴν ὑμετέραν προσοχὴν καὶ ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὸν πατριωτισμόν σας. Ἡμεῖς, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, δὲν ἔχομεν ἐντολὴν ν’ ἀπογυμνώνωμεν τὸ Ἔθνος χάριν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ νὰ περιφρουρῶμεν καὶ προστατεύωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα κατὰ πάσης, ὁθενδήποτε προερχομένης, ἐπιδρομῆς. Ἐὰν, ὅπερ δὲν πιστεύω, ἠθέλετε ψηφίσει ὑπὲρ τῆς πρωτοφανοῦς ταύτης εἰς τὰ χρονικὰ τῶν Ἐθνῶν δωρεᾶς, τότε τί θὰ ἔχητε ν’ ἀντιτάξητε πρὸς δικαιολογίαν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας; Καὶ ἀποτείνομαι πρὸ πάντων πρὸς τὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἂν μὴ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀφεύκτως ὅμως βραδύτερον θ’ ἀκούσῃ, ἂν ἐπιψηφισθῇ τὸ 7ον ἄρθρον, πολλὰ καὶ πικρὰ παράπονα ὑπὸ πλείστων συμπολιτῶν του, ὧν ἡ τύχη ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἐπηρεάζεται περισσότερον ἢ ὅσον ἐπηρεάζεται ἡ τύχη ἄλλων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί ἔχει νὰ προβάλῃ πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν παραπόνων; Προκειμένου νὰ ὑποβάλωμεν τὸ Ἔθνος εἰς μίαν θυσίαν, πρέπει νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι, κάμνοντες τὴν μεγάλην ταύτην θυσίαν, ἀποβλέπομεν εἰς μεγαλείτερόν τι καὶ ὑψηλότερον ἐθνικὸν συμφέρον, κατάδηλον δὲ πρόκειται, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον συμφέρον ἐξυπηρετεῖται. Ἐξεναντίας δοκιμασίας ἐθνικὰς θ’ ἀρχίσῃ νὰ ἐγκυμονῇ εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἡ παραχώρησις, ἂν αὕτη συντελεσθῇ. Μᾶς λέγουσιν, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ταλαίπωρον Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἠξιώθη ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας, μετὰ πέντε ὅλους αἰῶνας, νὰ περιπτύξῃ εἰς τὰς ἀγκάλας του Ἕλληνα Διάδοχον, πρέπει νὰ δειχθῇ γενναῖον καὶ νὰ ὑποβληθῇ ἀγγογγύστως εἰς πᾶσαν ὑπὲρ αὐτοῦ θυσίαν. Ἀλλ’ αὐτὰ, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι κεναὶ πάσης ἐννοίας καὶ ἄμοιροι πάσης ἀξίας φρασεολογίαι. Ἐὰν, ὅταν προφέρωμεν τὰς βαρυσημάντους διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν λέξεις «Κωνσταντῖνος, Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου», ἐννοῶμεν εἰλικρινῶς καὶ οὐχὶ καθ’ ὑπόκρισιν ν’ ἀνερχώμεθα εἰς τὸ ὕψος τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, ἣν αὗται ἐγκλείουσι, δὲν πρέπει νὰ καταβιβάζωμεν τὴν ἰδέαν ταύτην, καὶ νὰ τὴν ποδοκυλίωμεν εἰς τὸν βόρβορον τῆς ὑλικῆς συμφεροντολογίας, εἰς ἣν ἀποβλέπει ἡ καλλιέργεια γαιῶν, ἰχθυοτροφείων καὶ δασῶν, καθ’ ἃ λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οὐδεμίαν λοιπὸν ἰσχυρὰν καὶ πείθουσαν δικαιολογίαν θὰ ἔχωμεν ν’ ἀντιτάξωμεν εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας, ἐὰν μᾶς ζητήσωσι, καὶ βεβαίως θὰ μᾶς ζητήσωσι, λόγον περὶ τῆς ἀπεμπολήσεως τῶν ἐθνικῶν κτήσεων. Εἶπον οἱ ἐνθέρμως ὑπὲρ τῆς δωρεᾶς συνηγοροῦντες, ὅτι ὁ λαὸς εἶναι ἤδη κεκηρυγμένος ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ τοῦτο ἀπεδείχθη ἐκ τῆς ἐνθουσιώδους ὑποδοχῆς, ἧς ἔτυχεν ἡ Βασιλικὴ οἰκογένεια κατὰ τὴν πρόσφατον ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον περιοδείαν της. Ἠθέλησαν, βλέπετε, νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν ἀσεβῶς καὶ αὐτὸ τὸ ἁγνὸν καὶ ἄδολον αἴσθημα τοῦ Πελοποννησιακοῦ λαοῦ, ὅπερ ἐξεδήλωσεν ὑπὲρ τοῦ Ἡγεμόνος καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ Βασιλικοῦ οἴκου. Καὶ ἦτο δυνατὸν ὁ φύσει φιλόξενος καὶ φιλότιμος τῆς Πελοποννήσου λαὸς, νὰ μὴ διατρανώσῃ τὰ φιλόξενα αἰσθήματά του ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως, ὅστις ἐπὶ 20 καὶ ἐπέκεινα ἔτη δὲν εἶχεν ἐπισκεφθῇ οὐδεμίαν Πελοποννησιακὴν πόλιν! Καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐκδηλώσῃ ὁ λαὸς αὐτὸς ἄπειρον σεβασμὸν καὶ ἀγάπην πρὸς τὴν σεπτὴν Ἄνασσαν, πρὸς τὸν Διάδοχον καὶ πρὸς τὴν Βασιλόπαιδα Ἀλεξάνδραν; Ἀλλὰ ποίαν σχέσιν δύναται νὰ ἔχῃ, παρακαλῶ, ἡ ἔνδειξις αὕτη τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν δωρεάν;....
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοιοῦτοι ὑπῆρξαν αὐτοὶ καθ’ ὅλον τὸν πολιτικόν των βίον. Τὰ πάντα ἐκμεταλλεύονται πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν.
§90ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε, Κύριοι, νὰ μάθητε ἂν πράγματι ὁ λαὸς ἦναι ὑπὲρ τῆς δωρεᾶς; Οὐδὲν τούτου εὐκολώτερον. Ὀνομάσατε ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, ὅπως αὕτη, μεταβαίνουσα ἐπὶ τόπου, βολιδοσκοπήσῃ τὰ πνεύματα καὶ ἐξετάσῃ τὰς διαθέσεις τῶν κατοίκων· ἐὰν δὲ μετὰ τοῦ τοῦτο μᾶς διαβεβαιώσῃ, ὅτι τῳόντι οἱ κάτοικοι ποθοῦσι νὰ ἐκδοθῶσιν αἱ γαῖαι πρὸς τὸν Διάδοχον, τότε ἂς προβῇ ἡ Βουλή. Ἐνόσῳ ὅμως τοιοῦτό τι δὲν γίνεται, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐπὶ τοῦ ἐκ τῆς ὑποδοχῆς τεκμηρίου βασιζόμενος, νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὁ λαὸς στέργει τὴν ἀποξένωσιν τοῦ Δημοσίου ἀπὸ πολυτίμων κτήσεών του, τοῦθ’ ὅπερ σπουδαιότατα θὰ παραβλάψῃ συμφέροντα ἰδιωτικά. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εὑρίσκονταί τινες, οἱ ὁποῖοι, παραπλανώμενοι ὑπὸ ἀχρείων καὶ βδελυρῶν πρακτόρων, τῶν καὶ ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει θελόντων νὰ ἐκμυζήσωσι κομματικὸν συμφέρον, θεωροῦσι τὴν παραχώρησιν ὡς ὠφέλιμον, τοῦτο οὐδόλως πρέπει νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῶν κρίσεων καὶ σκέψεων ἡμῶν, διότι καθῆκον ἔχομεν νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα ἐκείνων, οἵτινες δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκφέρωσιν ὀρθὴν περὶ αὐτῶν γνώμην. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦτα θύματα πλάνης καὶ ῥαδιουργίας, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶναι ἐλάχιστος ἀπέναντι τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν κατοίκων, οἵτινες διατελοῦσιν ἐν ἀναβρασμῷ καὶ ἀναστατώσει ἐπὶ τῇ μελετωμένῃ δωρεᾷ. Οὐδὲ δύνανται νὰ λείψωσί ποτε ἄνθρωποι, οἵτινες ἐξ ὑπολογισμῶν ἀτομικῶν μικροσυμφερόντων δείκνυνται πρόθυμοι νὰ θυσιάσωσι καὶ τὰ σπουδαιότερα ἐθνικὰ συμφέροντα, ἡμεῖς ὅμως πρέπει νὰ ἱστάμεθα πολὺ ὑψηλὰ, καὶ νὰ κρίνωμεν τὰ πράγματα ἐκ περιοπῆς, καὶ ὄχι ἐκ τῆς ἐπόψεως τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος τούτου τοῦ ἐμπόρου, ἢ ἐκείνου τοῦ τοκογλύφου. «Αἴ, καὶ τί θὰ πάθῃ ἡ ἐθνικὴ περιουσία; λέγουσί τινες. Μήπως πρόκηται νὰ δοθῇ εἰς κἀνένα ξένον; Θὰ τὴν ἔχῃ καὶ θὰ τὴν καταστήσῃ προσοδοφόρον ὁ Ἕλλην Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐνσαρκοῦται πᾶσα ἐθνικὴ ἰδέα». Ὡραῖαι ἀληθῶς εἶναι αἱ λέξεις αὗται, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἐνέχουσι πρακτικὴν ἀξίαν. Καὶ τίς ἐγγυᾶται ἡμῖν, ὅτι ἐν προσεχεῖ ἢ ἀπωτέρῳ μέλλοντι δὲν θὰ περιέλθῃ ὁ ἐθνικὸς αὐτὸς θυσαυρὸς, εἴτε δι’ ἀναγκαστικῆς ἢ ἑκουσίας ἐκποιήσεως, εἴτε διὰ κληροδοσίας, εἴτε διὰ προικοδοσίας, εἰς Ἄγγλους, Γερμανοὺς ἢ οἱουσδήποτε ἄλλους ξένους; Θέλετε τότε νὰ ἔχητε ἐν μέσῳ τῆς Πελοποννήσου ξένους φεουδάρχας καὶ Ἕλληνας δουλοπαροίκους; Τοιοῦτος ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ μεγάλου ἡμῶν ἀγῶνος; Μὴ λοιπὸν πλανηθῆτε, κύριοι Βουλευταί, μὴ ἀπατηθῆτε, διότι καὶ λόγον ἔχετε νὰ δώσητε εἰς τὴν συνείδησίν σας, καὶ ἡ ἱστορία θὰ σᾶς κρίνῃ πολὺ αὐστηρῶς, ἂν ψηφίσητε τὸ 7ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Ἀντιτάξετε τὸ προσῆκον τῇ περιστάσει ψυχικὸν σθένος κατὰ τῆς ἐπιμονῆς τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἣν ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω, πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, ὅτι, ἐκτὸς τῶν πολλῶν ἄλλων προϊόντων, τὰ ὁποῖα ὑπόσχονται νὰ παραγάγωσιν αἱ γαῖαι τῆς Δύμης καὶ τῆς Μανωλάδος διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐντελεστέρας καλλιεργείας, εἶναι καὶ ἓν ἄλλο προϊόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ διαλάθῃ τὴν προσοχήν της, τὸ προϊόν δὲ τοῦτο καλεῖται ἐκδίκησις, ἐπανάστασις.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§92Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠρωτήσατε ἂν ἔχῃ τις τὸν λόγον;
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον;
§94ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ πρὸ ὀλίγου γενόμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν γιγνομένου, ἐπέβαλεν εἰς πολλὰ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ καθῆκον, νὰ μὴ παρευρίσκωνται κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἡμερῶν. Ἐὰν οἱ νόμοι, καὶ πρὸ πάντων ὑπὸ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα, ἦναι ὑπὸ τὴν φρούρησιν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ὑπέδειξε διὰ ν’ ἀναλάβωσι τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅμως καὶ ὑπὸ τὴν ἄγρυπνον φυλακὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ὅταν δὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοῦ Κοινοβουλίου, ἐν ᾗ πρέπει νὰ δίδηται τὸ πρῶτον παράδειγμα τῆς φιλοτιμίας, ἡ πλειοψηφία ὀλισθαίνῃ περὶ τὴν τήρησιν τῶν θεσμῶν, καὶ ὑπεκφεύγῃ τὰς ὑπ’ αὐτῶν ἐπιβαλλομένας ὑποχρεώσεις, ὅταν μάλιστα ταῦτα πράττωνται τῇ εἰσηγήσει τῶν τεταγμένων νὰ φρουρῶσιν ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων Ὑπουργῶν, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ παρίσταται καὶ αὕτη ἀπαθὴς θεατὴς τῶν γινομένων, καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων νὰ σταματήσῃ τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὴν ὀλισθηρὰν ταύτην κατωφέρειαν· δὲν ἦτο, λέγω, ἐπιτετραμμένον εἰς τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσιν ἀγρύπνως νὰ φρουρῶσι καὶ νὰ καθιστῶσι σεβαστὸν τὸ γράμμα τοῦ πολιτεύματος, νὰ λησμονῶσι τὸ καθῆκόν των τοῦτο. Καὶ ἐπιβάλλουσιν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ῥητῶς τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται οὐδέποτε συζήτησις νομοσχεδίων, ἂν δὲν ἦναι ἡ Βουλὴ ἐν πλήρει καὶ νομίμῳ ἀπαρτίᾳ, οὐδὲ νὰ ἐπιτραπῇ ποτε ν’ ἀναγινώσκωνται τὰ νομοσχέδια, ὅπως κατὰ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ Ὄρθρου οἱ ἀγρυπνήσαντες κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας ἀμαθεῖς ἱερεῖς ἀναγινώσκουσι τοὺς ψαλμοὺς καὶ τὰς προφητείας, νὰ γίγνηται δὲ ἡ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ψηφοφορία οὐχὶ κατ’ ἄρθρον, καὶ ν’ ἀθετῆται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἕκαστον ἄρθρον πρέπει νὰ συζητῆται κεχωρισμένως καὶ νὰ ψηφίζηται κεχωρισμένως. Ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις προσῆλθε προθύμως κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡ παρουσία αὐτῆς ἦτο ἀπαραίτητος καὶ ἀπολύτως ἀναγκαία πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ σώματος, ἂν οὕτως ἐχορήγησε προθύμως τὴν ἑαυτῆς συνδρομήν, μηδὲν παρεμβαλοῦσα πρόσκομμα διὰ νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου, τὰ ὁποῖα εἶχον προταθῆ, λόγῳ, ὅτι κανονίζουσι τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως οὕτω νὰ νομοθετηθῇ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Ὑπουργείου, ἀφοῦ τέλος ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε διὰ ψηφοφορίας ἀποφανθῆ ὑπὲρ αὐτοῦ, δὲν ἦτο συγκεχωρημένον ὅμως εἰς αὐτὴν νὰ κυρόνῃ διὰ τῆς παρουσίας της ἀτόπους καὶ ἐκθέσμους ἐνεργείας, ὧν ἀποτέλεσμα ἦτο, νὰ ψηφίζωνται ἑκατοστύες νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων μόνον ὁ ἀριθμὸς ἐξευτελίζει τὸ Κοινοβούλιον, καὶ καταστρέφει πᾶσαν περὶ τῆς σπουδαιότητος αὐτοῦ γνώμην καὶ ὑπόληψιν ἐν τῷ κοινῷ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τίς δύναται νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἐν διαστήματι 27 ἡμερῶν ἦτο δυνατὸν, πολιτικὸν σῶμα, ἐξ 100 καὶ πλέον μελῶν ἀπαρτιζόμενον, νὰ μελετήσῃ ἐμβριθῶς, νὰ συζητήσῃ ἐπισταμένως καὶ νὰ δώσῃ εὐσυνείδητον ψῆφον ἐπὶ 100 νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀνεγινώσκοντο τροχάδην καὶ κατὰ πρωτότυπον ἀληθῶς τρόπον ἀναγνώσεως, μηδενὸς ἴσως ἀκούοντος, ἢ μηδενὸς ἀντιλαμβανομένου τὰ κακῶς καὶ ἐλλιπῶς ἀναγινωσκόμενα; Καὶ τὴν διαγωγὴν ταύτην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνέγνων ἐν ταῖς σήμερον ἐκδοθείσαις ἐφημερίσιν, ὅτι ἐτόλμησέ τις ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει, οὐ μόνον νὰ ψέξῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιτιμήσῃ, καὶ νὰ παραστήσῃ αὐτὴν ὡς ἐκδηλοῦσαν τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς μειοψηφία ἐπεθύμει. Οἱ εἰσηγηταὶ τῆς πλειοψηφίας ποιοῦνται ἀληθῆ καὶ ἀκόλαστον κατάχρησιν τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις παρεχώρησαν εἰς τὴν διάθεσίν των ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἀλλὰ ποιοῦνται τὴν ἀκόλαστον ταύτην κατάχρησιν ἐπὶ μειώσει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς· ἀφοῦ δὲ διὰ τῆς καταχρήσεως ταύτης συντελοῦσιν εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τῶν κρατούντων θεσμῶν, δὲν ὀκνοῦσι συγχρόνως νὰ δυσφημῶσι καὶ ἐκείνους, οἵτινες μετ’ εὐσυνειδησίας καὶ θάῤῥους ἐξεπλήρωσαν πάντοτε τὸ καθῆκόν των. Ἂν ἠθέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν θέλησιν ἡμῶν, ἢ ἂν ἐσκοποῦμεν νὰ παρακωλύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἠδυνάμεθα νὰ ἀποπειραθῶμεν νὰ τὸ πράξωμεν καὶ νὰ τὸ κατορθώσωμεν πιθανῶς, καὶ τριάκοντα μόνον ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις παρευρισκομένων ἐκ τῶν πολλῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδὲν τοιοῦτον ἐπειράθημεν ἢ ἐπεθυμήσαμεν νὰ πράξωμεν. Ἀφοῦ δὲ τὸ Ὑπουργεῖον ἠδύνατο διὰ μόνων τῶν φίλων αὐτοῦ νὰ σχηματίσῃ τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς, ἐπαύσαμεν νὰ παρευρισκώμεθα κατὰ τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς, ἀφήκαμεν δὲ ὑμᾶς νὰ διαχειρίζησθε τὴν δύναμίν σας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὅπως ἂν θέλητε, ἀλλ’ ὑπὸ ἰδίαν ὑμῶν εὐθύνην. Εἶναι δὲ ἡ εὐθύνη ἀξία τῆς μελέτης πάντων ἡμῶν, ὅσοι θέλομεν νὰ ἐμφανιζώμεθα ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς. Δὲν εἶναι μόνον ἡ εὐθύνη ἐπὶ τῇ ζημίᾳ, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρομεν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, ὅταν ψηφίζωμεν καὶ κατασκευάζωμεν νόμους, τοὺς ὁποίους, τυγχάνει ἀναντίῤῥητον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐμελετήσαμεν καὶ ἐσπουδάσαμεν, ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη καὶ ἡ εὐθύνη, διότι ποιούμεθα κατάχρησιν, καὶ κατάχρησιν ἄνευ ἀνάγκης, κατάχρησιν ἀκόλαστον τῆς κατὰ τύπους διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐκδηλωθείσης πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἔθνους, ἡ δὲ κατάχρησις αὕτη ἀληθῶς κλονίζει τὰς πεποιθήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τοὺς θεσμοὺς, τοὺς ὁποίους τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐξελέξατο καὶ κατεσκεύασε. Μοὶ ἐνεποίησε δὲ καὶ ποιάν τινα ἐντύπωσιν ἡ ἀνάγνωσις τῶν χθὲς ὑπό τινος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ λεχθέντων, ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκτοξευθεῖσα πρόσαψις πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δὲν παρευρίσκεται ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τῆς Βουλῆς φυγομαχοῦσα ἢ ἐκ δειλίας καὶ ἀτολμίας νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτῆς. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἀληθῶς τυγχάνει τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ἤτοι ὅτι ἐν ταῖς τάξεσι ταύταις (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν) δὲν βλέπω οὐδένα καθήμενον ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ διανύσωσι τὸ πολιτικὸν στάδιόν των εἴτε κολακεύοντες καὶ ἕρποντες, εἴτε ἀπειλοῦντες καὶ ὑβρίζοντες. Οὐδεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων τούτων ἀπησχόλησέ ποτε τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολλὰς ὥρας, δημιουργῶν καὶ συζητῶν ζήτημα, ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ἐπισκευασθῇ ἡ «Ἀμφιτρίτη», ἡ θαλαμηγὸς τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ἢ ζήτημα, ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ πλοῖον τοῦτο ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Βασιλέως, διότι καίονται πολλοὶ ἄνθρακες ἐν ταῖς μηχαναῖς αὐτοῦ, καὶ δὲν συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον νὰ ταξειδεύῃ. Τοιαῦτα ἐχρησίμευον τότε εἰς αὐτοὺς, προσπαθοῦντας δι’ αὐτῶν εἴτε νὰ ἐπιβάλωσιν ἑαυτοὺς εἰς τὴν διάπραξιν τῶν κοινῶν πραγμάτων, εἴτε νὰ συστήσωσιν ἑαυτοὺς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς ἄνδρας θαῤῥαλέους καὶ τολμητίας, δυναμένους ν’ ἀποκαταστήσωσι τὴν τάξιν καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ὑψηλοτάτας πολιτικὰς σφαίρας, εἴτε νὰ καταδείξωσιν εἰς ἄλλους, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι αὐτῶν εἰσι χρησιμώταται εἰς αὐτούς. Καὶ οὐ μόνον οὐδένα καθορῶ ἐπὶ τῶν θρανίων τούτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καθήμενον ἐκ τῶν ἀνδρῶν, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσα, ἀλλὰ δὲν βλέπω ἐπ’ αὐτῶν προσέτι καὶ οὐδένα ἀσπαζόμενον τὸ ἔργον τοῦ κόλακος, ἕρποντα πρὸ τῆς ἰσχύος, διαβάλλοντα δὲ καὶ συκοφαντοῦντα τοὺς συμπολίτας αὑτοῦ. Τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐγνώσθησαν ἀληθῶς, ὅτι ἀνήκουσιν οὔτε εἰς τὸ ἓν οὔτε εἰς τὸ ἄλλο ἐκ τῶν δύω τούτων ἄκρων, τὰ ὁποῖα περιέγραψα. Εἶχον ἑπομένως τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσι παῤῥησίᾳ τὰς γνώμας των μετὰ τῆς εὐσυνειδησίας, μεθ’ ἧς ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντά των, καὶ μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι, οἱαιδήποτε καὶ ἂν γένωνται παραστάσεις παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔργον ἔχουσι νὰ διαστρέφωσι τὰ πράγματα, κολακεύοντες καὶ συκοφαντοῦντες, αἱ παραστάσεις αὗται οὐ μόνον εἰσὶν ἄξιαι περιφρονήσεως, ἀλλὰ καὶ βεβαίως θέλουσι ναυαγήσει πρὸ τῆς ἀληθείας. Καὶ διατὶ ν’ ἀποφύγωμεν ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν παῤῥησίᾳ, ἀφοῦ πρὸς τοῦτο ἐτάχθημεν ἐνταῦθα, ἀποσταλέντες ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους; Μήπως ἡ γνώμη ἡμῶν τείνῃ πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ παραβαίνομεν οὕτω τὸ καθῆκον ἡμῶν; Μήπως ἡ γνώμη ἡμῶν τείνει πρὸς διατάραξιν τῆς πολιτειακῆς ἁρμονίας, τὴν ὁποίαν οἱ θεσμοὶ κατέστησαν; Μήπως ἡ γνώμη ἡμῶν τείνῃ ἵνα μειώσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ θεσμοὶ ἀπένειμαν εἰς τὴν Βασιλικὴν Ἐξουσίαν; Ἢ μήπως λέγοντες τὴν γνώμην ἡμῶν, καὶ εὐχόμενοι ἡ γνώμη ἡμῶν νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ νὰ εἰσακουσθῇ ὑπ’ αὐτοῦ, δὲν πράττωμεν τοῦτο μετὰ τῆς εὐλαβείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ὡς συνταγματικοὶ πολῖται Ἕλληνες πρὸς τὸν ἐπὶ τοῦ Θρόνου τῆς πατρίδος ἡμῶν καθήμενον; Τὸ νομοσχέδιον περὶ Βασιλικῆς οἰκογενείας ἀπησχόλησε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἀπὸ τῆς δευτέρας ἡμέρας, ἀφ’ ἧς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐμελέτησαν τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὰς διατάξεις αὐτοῦ, διότι ἑκάστη τῶν διατάξεων αὐτοῦ τυγχάνει σημαντική. Σημαντικαὶ ἀληθῶς καὶ οὐσιωδέσταταί εἰσι καὶ αἱ διατάξεις αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις τῶν μελῶν τῆς Βασ. οἰκογενείας πρὸς τὴν κοινωνίαν, ἐν ᾗ βιοῦσι, καὶ αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις τῆς Βασ. οἰκογενείας πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Βασ. οἰκογενείας, καὶ αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις τῶν μελῶν τῆς Βασ. οἰκογενείας πρὸς τοὺς Κανονισμούς, καθ’ οὓς διέπονται τὰ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, καὶ αὐταὶ αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις αὐτῶν πρὸς τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους. Πᾶσαι αὗται αἱ διατάξεις ἔχρῃζον μεγάλης καὶ ἐπισταμένης μελέτης, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν μελέτην ἡμῶν ταύτην, διὰ νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν νόμου, ὁ ὁποῖος κανονίζει τοσοῦτον ἀκροσφαλεῖς σχέσεις, σχέσεις ὅμως, διὰ τὰς ὁποίας καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον ζηλοτύπως πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ εὐλαβῶς πρέπει νὰ μεριμνᾷ. Ἡ διάταξις ὅμως τοῦ ἄρθρ. 7 τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐσταματήσαμεν, ὑπερβαίνει κατὰ τὴν σημαντικότητα, πάσας τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐὰν ἔλειπεν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7, ἴσως ἠθέλομεν σταματήσει πρὸ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4, καὶ ἴσως ἠθέλομεν ἐρωτήσει τοὺς κκ. Ὑπουργούς: ἀφοῦ φρονεῖτε ὅτι ἔχετε ἀνάγκην νόμου, ἵνα ἐπὶ τῆς ἐν τῷ στρατῷ καταστάσεως τοῦ Διαδόχου ἢ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας μὴ ἐφαρμόζητε τὰς περὶ προβιβασμοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἢ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν διατάξεις τῶν περὶ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης κοινῶν νόμων, διατὶ προέβητε εἰς πράξεις τοιαύτας ἐναντίον τῶν νόμων τούτων, τὰς ὁποίας μόνον διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀποκτᾶτε τὸ δικαίωμα νὰ διαπράττητε κατὰ βούλησιν; Καὶ ἠθέλομεν ἀπευθύνει τὴν ἐπερώτησιν ταύτην πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, οὐχὶ διὰ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν εὐθύνην τινὰ, ἀφοῦ ἐσμὲν κατ’ οὐσίαν σύμφωνοι καὶ δὲν ἀντιλέγομεν πρὸς τὰς περὶ τούτου διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐλέγξωμεν αὐτοὺς αὖθις διὰ τὴν ὀλιγωρίαν, ἣν ἔδειξαν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ μεθ’ ἧς διεξήγαγον τὰ τῆς ἑορτῆς τῆς ἐνηλικιότητος τοῦ Διαδόχου. Διότι, ἂν ἐτέλουν τὰς ἑορτὰς παρούσης τῆς Βουλῆς, ἤθελεν εἶσθαι εὔκολον εἰς αὐτοὺς νὰ προκαλέσωσι τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν νομοθέτησιν τῶν διατάξεων, περὶ ὧν πρόκειται, πρὶν ἢ πανηγυρίσωσι τὰς ἑορτὰς καὶ πρὶν ἢ δυνάμει τῶν ἑορτῶν ποιήσωσι χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, περὶ ὧν ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται, καὶ δὲν ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραβῶσι τοὺς ἰσχύοντας νόμους, διὰ νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἔπραξαν. Καὶ ἠθέλομεν εἰπεῖ αὐτοῖς ταῦτα, οὐ μόνον δι’ οὓς ἐξεθήκαμεν ἀνωτέρω λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ συστήσωμεν εἰς αὐτοὺς μείζονα εὐλάβειαν πρὸς τὸν ἐπὶ τοῦ Θρόνου καθήμενον· διότι εὐλαβοῦνται τὸν Βασιλέα μόνοι οἱ συμβουλεύοντες τὴν ἀκριβῆ φύλαξιν καὶ τήρησιν τῶν νόμων, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ προπετῶς ὑποβάλλοντες εἰς τὸν Ἡγεμόνα προτάσεις καταδήλως ἀναιρούσας τῶν ἰσχυόντων νόμων τὰς διατάξεις. Ἀλλὰ πρὸ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 7, πᾶσαι αἱ ἀφορμαὶ, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀναγκάσει ἡμᾶς ν’ ἀπευθύνωμεν εἰς τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς τὰς τοιαύτας ἐρωτήσεις, εἰσὶν ὠχραί· διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 ὑπερβαίνει πάσας τὰς ἄλλας, καὶ τυγχάνει ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις σημαντικωτάτη· ἰδίως δ’ εἶναι σημαντικὴ, διότι ἀνατρέπει τὴν ἱστορίαν τῆς Πατρίδος ἡμῶν. Δυστυχεῖς ἀληθῶς ἦσαν αἱ περιπέτειαι τοῦ βίου τῆς Πατρίδος ἡμῶν ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους· ἀλλ’ αἱ δυστυχίαι ἐκεῖναι εἶχον καί τι καλὸν, διότι ἐξωμάλυναν ἐπὶ τοσοῦτον τὰς κοινωνικὰς περιστάσεις τῆς χώρας, ὥστε ἀπήλλαξαν ἡμᾶς ἀπὸ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐν πάσαις ταῖς παλαιαῖς κοινωνίαις καὶ ἐν πᾶσι τοῖς παλαιοῖς Κράτεσιν ἀνομολογοῦσι καὶ ἀσχολοῦνται πάντες πῶς νὰ περιστείλωσιν. Ὅτε ἐδημιουργήθη τὸ πρῶτον ἡ Βασιλεία ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὰ 1831 καὶ 1832 καὶ πρὸ τούτου, ὅτε ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν ἡ ἵδρυσις Βασιλείας ἐν Ἑλλάδι, οὐδεὶς διενοήθη, ὅτι αἱ γαῖαι τοῦ Δημοσίου ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὴν Βασιλείαν, εἴτε εἰς παραχωρήσεις πρὸς κάρπωσιν, εἴτε εἰς παραχωρήσεις πρὸς κτῆσιν. Ἀνεγίνωσκον πρό τινων ἡμερῶν ἱστορικὸν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον τῷ ὄντι περιποιεῖ τιμὴν εἰς τοὺς πατέρας ἡμῶν. Τὴν Ἑλλάδα ἐκυβέρνα ὁ ἀείμνηστος Καποδίστριας, ἐσπάρασσον δὲ δυστυχῶς τότε ἐμφύλιοι διχόνοιαι ἀλλ’ ἐν τῇ Εὐρώπῃ κατεβάλλετο πᾶσα προσπάθεια διὰ ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ ἑπταετὴς Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Καποδιστρίου δι’ ἱδρύσεως Βασιλείας κληρονομικῆς. Ἀπέβλεψαν τότε εἰς τὸν μετέπειτα γενόμενον βασιλέα τῶν Βέλγων, τὸν ἀείμνηστον Λεοπόλδον. Ἡ Γερουσία τῆς Ἑλλάδος, τὸ μόνον Σῶμα, τὸ ὁποῖον τότε ἐκρίνετο ὡς δυνάμενον ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Πατρίδα ἡμῶν, Σῶμα ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐτέλει ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ ἀειμνήστου Καποδιστρίου, ἀπηύθυνεν ὑπόμνημα εἰς τὰς Δυνάμεις, καὶ ἐν αὐτῷ ἐξήγει ἐμμέσως πρὸς τὴν τότε Βασιλικὴν Ὑψηλότητα, τὸν ἔπειτα γενόμενον Βασιλέα τῶν Βέλγων πρίγκιπα Λεοπόλδον, τὸν ὑποψήφιον τότε Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων, ποίας τὸ Ἔθνος εἶχεν ἰδέας περὶ τῶν κτήσεων αὑτοῦ, τὰς ὁποίας διὰ τῶν αἱμάτων τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων εἶχεν ἀποκτήσει. Ἔγραφε δ’ ἡ Γερουσία ἐν τῷ ὑπομνήματι αὑτῆς τὴν 30 Ἀπριλίου 1830, ὅτι τὰ ἐθνικὰ κτήματα ἡρπάγησαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ ἀνεκτήθησαν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας μὲ χειμάῤῥους αἱμάτων· ὅτι ἐκ τῶν κτημάτων τούτων ἄλλα ἐξεποιήθησαν ἤδη, ἄλλα ἐξασφαλίζουσι τὰ δύο δάνεια τῆς Λόνδρας (τὰ δάνεια τοῦ 1824 καὶ 1825), ἄλλα τρέφουσι τὰ τρία τέταρτα τοῦ Ἑλληνικοῦ γυμνοῦ Ἔθνους, καὶ ἄλλα φυλάσσονται διὰ νὰ περιθάλψωσι τοὺς δυστυχήσαντας διὰ τὴν πατρίδα των Ἕλληνας, καὶ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἑλλάδος χρέη. Εὐέλπιδες ὅμως, γράφει ἐπὶ τέλους ἐν τῷ ὑπομνήματι ἡ Γερουσία, εἰσὶν οἱ Ἕλληνες, ὅτι αἱ ὀφειλόμεναι ἀποζημιώσεις πρὸς τὰς ναυτικὰς νήσους, πρὸς τὸν κατὰ ξηρὰν στρατὸν, πρὸς πολλοὺς ἄλλους διὰ τὸ Ἔθνος δυστυχήσαντας ἢ ἀριστεύσαντας πολίτας, ἡ ἐμψύχωσις τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, καθὼς καὶ ἡ ἀναγέννησις τῶν φώτων, θέλουσιν εἶσθαι πρὸ πάντων τὸ ἀντικείμενον τῶν ἀγαθῶν σκοπῶν τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος.» Τοιαῦτα ἔγραφεν ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ κατὰ τὸ 1830 ἡ Γερουσία τῆς Ἑλλάδος, ἐξηγοῦσα εἰς ποίας προωρίζοντο χρήσεις αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι καὶ τὰ ἐθνικὰ κτήματα· οὐδαμοῦ δ’ ἀναφέρει, ὅτι ταῦτα ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς προικοδοτήσεις τῆς ἱδρυομένης τότε Βασιλείας, ἢ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Ἀλλὰ τοιαῦτα ὤφειλε νὰ γράψῃ, διότι πρὸ τῆς Γερουσίας τοῦ 1830 οὐδεμία τῶν συσταθεισῶν κατὰ τὸν μακρὸν ἀγῶνα τῆς πατρίδος Ἐθνικῶν Συνελεύσεων ἐδήλωσέ ποτε ἀλλοίαν γνώμην. Ὤφειλεν ἡ Γερουσία τοῦ 1830 νὰ ἐμμείνῃ πιστὴ εἰς τὰς παραδόσεις, ἃς εἶχε παραλάβει παρὰ τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων. Τί λέγω νὰ μείνῃ πιστή; Ὤφειλε νὰ ὑποταγῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων, διότι ἀποφάσεις τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ παρίστων αἱ διατάξεις Ρζʹ, Ρηʹ καὶ Ρθʹ τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐπιδαύρου, ἀποφάσεις εἶναι τῆς ἐν Ἄστρει αἱ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΠϚʹ Πθʹ καὶ Ρʹ ἐκδοθεῖσαι, ἀποφάσεις τῆς ἐν Τροιζῆνι ἦσαν αἱ ὑπὸ τοὺς ἀριθ. 147 καὶ 148 τοῦ πολιτεύματος διατυπωθεῖσαι. Οὐδεμία δὲ τῶν διατάξεων τούτων, οὐδαμοῦ εὕρηται ἄλλο τι, εἰμὴ, ὅτι αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι, ὅσαι ἤθελον περισσεύσει μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τοὺς ἀγωνιστὰς ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἔπρεπε νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας. Οὐδαμοῦ δ’ ἐμνημονεύθη ὑπό τινος τῶν Συνελεύσεων, ὅτι ἤθελε διατεθῆ μέρος τῶν ἐθνικῶν γαιῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Βασιλείας. Διὰ τοῦτο, ὅτε μετέπειτα ἱδρύθη ἡ Βασιλεία καὶ ἐγκατεστάθη ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Ὄθων, εἰς οὐδένα ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ προικίσῃ τὸ Στέμμα διὰ γαιῶν καὶ κτημάτων, ἐνῷ τότε ἦσαν ἀδιάθετοι ὅλως πᾶσαι αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι καὶ τὰ ἐθνικὰ κτήματα, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἦτο πενιχρότατος, ἀνεπαρκὴς δὲ πάντως εἰς πληρωμὴν βασιλικῆς χορηγίας. Καὶ τὸ πενιχρὸν ἐκεῖνο Δημόσιον Ταμεῖον ἀπέτισε κατὰ τὰ πρῶτα ἕνδεκα ἔτη τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος, ὡς ἐπληροφορήθην ἐκ τῆς ἐρεύνης τῶν Ἀπολογισμῶν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1833 μέχρι τοῦ 1844, ὡς ἀνακτορικὴν ἐπιχορήγησιν ποσὸν ὡς ἔγγιστα 986,000 δραχμῶν καθ’ ἕκαστον ἔτος. Καὶ ἦτο πράγματι ἄπορον καὶ πενόμενον τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διότι ὁ πόλεμος ἐξηκολούθει πρὸς τοὺς Τούρκους μέχρι τοῦ 1829, ἦτο δ’ ἀκόμη κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ἡ Ἑλλὰς οὐδὲν ἄλλο ἢ ἐρείπια, κατεστραμμέναι αἱ οἰκίαι τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων, καὶ τὰ δένδρα αὐτῶν καὶ αἱ ἄμπελοι αὐτῶν, οὐδὲ παρίστα τότε ἡ Πελοπόννησος τὸ τερπνὸν τῷ ὄντι θέαμα, τὸ ὁποῖον μετὰ 50 ἐτῶν βίον εἰρήνης παριστᾷ σήμερον εἰς τὰς ὄψεις τῶν ἐπισκεπτομένων αὐτήν. Δὲν εἶχεν ἐρευνηθῆ τότε ἡ ὑπόθεσις ὑπὸ τὴν ταπεινὴν ἔποψιν οἰκονομίας χρημάτων, ἢ τῆς δαπάνης καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς ἐνοχλήσεως τοῦ πορίζεσθαι χρήματα. Ἐν ᾧ δ’ ἦτο εὐκολώτερον νὰ παραχωρήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἰς τὸν Βασιλέα Ὄθωνα μικρόν τι ποσὸν χρηματικόν, διὰ τὸ ἐλλεῖπον δὲ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς Βασιλικῆς χορηγίας νὰ παραχωρήσῃ κτήματα, διὰ νὰ καρπῶται αὐτὰ καὶ συντηρῇ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, καὶ ἐνῷ τὰ κτήματα καὶ αἱ γαῖαι τοῦ Δημοσίου δὲν ἐσπάνιζον τότε, οὐδόλως διενοήθησαν τοιοῦτόν τι, διότι αἱ Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις δὲν ἐσκέπτοντο, ὡς ἐσκέφθη τὸ ἐνεστὸς Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἐφρόντιζον, πῶς ν’ ἀποκαταστήσωσι τὸν κοινωνικὸν βίον τῆς Πατρίδος ὁμαλὸν, πῶς ν’ ἀπαλλάξωσιν αὐτὸν ἀπὸ πασῶν τῶν περιπλοκῶν, αἵτινες βασανίζουσιν ἀκόμη τὰς παλαιὰς κοινωνίας, πῶς νὰ σώσωσιν αὐτὸν ἀπὸ πασῶν τῶν θλίψεων ἢ τῶν δυσαρεσκειῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι καὶ νῦν ἐν διαφόροις χώραις τῆς Εὐρώπης. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1843, ὅτε προσδιώριζε τὴν Βασιλικὴν χορηγίαν τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Ὄθωνος, καὶ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863, ὅτε ηὐτύχησε νὰ συντάξῃ τὸ λειτουργοῦν πολίτευμα, καὶ νὰ κανονίσῃ δι’ αὐτοῦ τὰς πρὸς τὸ Ἔθνος σχέσεις τῆς νέας δυναστείας, δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀναιρέσωσι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει ἕως τότε, ἤτοι τὸ σύστημα τῆς χρηματικῆς χορηγίας εἰς τὴν Βασιλικὴν Ἀρχήν. Ἡ Βασιλικὴ Ἀρχὴ, ἐκπροσωποῦσα τὴν ἐθνικὴν μεγαλειότητα, παριστᾷ τὸ Ἔθνος κατὰ τὰς πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη σχέσεις αὐτοῦ, διαχειρίζεται ἀληθῶς ὕψιστα συμφέροντα· ἀλλ’ αὕτη ἐνασκεῖ καὶ πολυτιμοτάτας προνομίας, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὴν, ἑκάστη δὲ τῶν ἰδιοτήτων τούτων καὶ πᾶσαι ὁμοῦ ἐπιβάλλουσι μεγάλα βάρη εἰς τὴν Βασιλικὴν Ἀρχήν. Τὰ βάρη ταῦτα πρέπει προθύμως καὶ ἀγογγύστως νὰ ὑπέχῃ τὸ Ἔθνος, παρέχον εἰς τὴν Βασιλικὴν Ἀρχὴν τὰ ἀναγκαιοῦντα χρηματικὰ μέσα, οὐ μόνον πρὸς εὐζωΐαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν μεγαλοπρεπεστέραν ἐνάσκησιν τῶν Βασιλικῶν δικαιωμάτων, καὶ πρὸς τὴν φιλανθρωποτέραν καὶ εὐγενεστέραν ἐμφάνισιν τῆς Βασιλικῆς Ἀρχῆς ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς Πατρίδος. Οὕτω τῆς Βασιλικῆς Ἀρχῆς ἡ παράστασις θέλει εἶσθαι οὐ μόνον λαμπροτέρα, ἀλλὰ καὶ ἀγαθοεργὸς καὶ ὑπηρετικὴ τῶν κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν σκοπῶν, ὡς ἐμπρέπει εἰς τὸν Βασιλέα. Τὰ βάρη ταῦτα προθύμως ἔσπευσαν αἱ Συνελεύσεις καὶ τοῦ 1843 καὶ τοῦ 1863 ν’ ἀναθέσωσιν εἰς τὸ Ἔθνος, καὶ νῦν πάντες ἐσμὲν πρόθυμοι νὰ παράσχωμεν πρὸς τὴν Βασιλείαν, ἥτις εὐτυχῶς ἀνάσσει ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖα μέσα. Τὸ παράδειγμα τῶν Συνελεύσεων ἐκείνων ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος ὀφείλει προθύμως ν’ ἀκολουθήσῃ, οὐδ’ ὑποθέτω, ὅτι ἤθελέ ποτε ὑπάρξει Βουλὴ, ἡ ὁποία ἤθελε καταδηλώσει τὸν ἐλάχιστόν ποτε δισταγμὸν, ἵνα συντελέσῃ, ὅπως μετὰ τοιαύτης δαψιλείας χορηγηθῶσι τ’ ἀναγκαιοῦντα μέσα εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου. Πρότασις τοιαύτη, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰσαγομένη, ὁσονδήποτε καὶ ἂν προσδιώριζεν ἀνώτερον ποσὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη διὰ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς παμψηφεὶ καὶ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, καὶ ἐν τῷ μέσῳ χειροκροτήσεων τῶν μελῶν αὐτῆς ἤθελε τεθῆ ἐπ’ αὐτῆς ἡ σφραγὶς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποία ἀτυχὴς σκέψις ἤγαγε τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἐγκαταλίπωσι τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον τὸ Ἔθνος διὰ τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων αὐτοῦ ἐνεκαθίδρυσε, καὶ νὰ στρέψωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὰς ἀκινήτους κτήσεις, καὶ νὰ προτείνωσι νὰ προσφέρωμεν δῶρον εἰς τὸν Διάδοχον κτήσεις καὶ κτήματα, ἐπὶ τῷ λόγῳ συμπληρώσεως τῆς προσδιοριζομένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου χρηματικῆς χορηγήσεως αὐτοῦ. Τίς εἶπεν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅτι, ἐὰν ἔκρινον ἀνεπαρκῆ τὴν χρηματικὴν χορηγίαν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προσδιώρισαν ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλομεν διστάσει νὰ ἐπιψηφίσωμεν ποσὸν ἀνώτερον αὐτῆς, ἂν τοιοῦτον μᾶς ἐπρότεινον; Ποῖοι λόγοι ἔπεισαν αὐτοὺς, ὅτι ἠδύναντο νὰ τολμήσωσι νὰ ἀθετήσωσι πάσας τὰς περὶ τούτου ἀποφάσεις πασῶν τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων, καὶ ἦλθον προτείνοντες εἰς τὴν Βουλὴν παραχώρησιν γαιῶν καὶ κτημάτων, ὅπως οἱ καρποὶ αὐτῶν χρησιμεύσωσι πρὸς συμπλήρωσιν τῆς χρηματικῆς χορηγίας καὶ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Διαδόχου; Καὶ τέλος πάντων, ποῖος συνεβούλευσε τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ προτείνωσι τὴν δώρησιν κτημάτων καὶ γαιῶν, οὐχὶ ὡς δωρεὰν γινομένην πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος, ἀλλ’ ὡς δωρεὰν γινομένην πρὸς τὸ πρόσωπον τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου; Ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ἀφ’ ἧς εἶδε τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, προωρίσθη νὰ διατελέσῃ εἰς μίαν τῶν ἑξῆς καταστάσεων, ἤτοι, εἴτε νὰ ᾖναι Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, εἴτε νὰ ᾖναι Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἐν ὅσῳ διατελεῖ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους προθύμως ψηφίζουσι πᾶσαν, ὅσην δήποτε, χρηματικὴν χορηγίαν, ἵνα ἔχῃ ἄφθονα καὶ ἐπαρκῆ μέσα, καὶ καταρτίσῃ ἑαυτὸν ἱκανὸν, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ Θεία Πρόνοια ἐπιφυλάσσει εἰς αὐτὸν, ὅταν αἱ Βουλαὶ τῆς Θείας Προνοίας ἤθελον τὸ ἀποφασίσει. Ἀλλ’ ὅταν αὐτὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἤθελεν ἐπέλθει, ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, γινόμενος Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, θέλει λαμβάνει τὴν προσδιωρισμένην Βασιλικὴν χορηγίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἀπονέμει εἰς τὸ Στέμμα. Καὶ ἂν τυχὸν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εὔχομαι νὰ ᾖναι ὅσον οἷόν τε ἀπώτερος, ἤθελον αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου παραλλάξει, καὶ ἕνεκα τούτου ἤθελε κριθῆ ἀνεπαρκὴς ἡ τανῦν προσδιωρισμένη Βασιλικὴ χορηγία, διατὶ οἱ Κύριοι Ὑπουργοὶ ὑπέθεσαν, ὅτι θέλουσιν ἔχει ἥσσονα πατριωτισμὸν αἱ Κυβερνῶντες κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καὶ δὲν θέλουσι σπεύσει καὶ ἐκεῖνοι νὰ προβάλωσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν προτάσεις πρὸς αὔξησιν τῆς Βασιλικῆς χορηγίας; Διατὶ καὶ πῶς ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, νὰ σπεύσωσιν ἀπὸ τοῦδε νὰ κανονίσωσι τὰ περὶ τούτου, παρέχοντες τὴν προτεινομένην δωρεὰν, πρὸς τίνα; Πρὸς τὸν νῦν Διάδοχον, ἢ πρὸς τὸν μέλλοντα Βασιλέα, διότι οὐδεμία ἄλλη κατάστασις ὑπάρχει διὰ τὸν πρωτότοκον υἱὸν τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, παρὰ νὰ ᾖναι ἢ Διάδοχος, ἢ Βασιλεύς. Ἐὰν τυχὸν οἱ Ὑπουργοὶ, ἀσεβοῦντες, διενοήθησαν νὰ προνοήσωσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἄλλης, τρίτης καταστάσεως, καθ’ ἣν ὑπέθεσαν ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλλην. Θρόνου δὲν θέλει εἶσθαι οὐδὲ Διάδοχος, οὐδὲ Βασιλεὺς, ἡ τοιαύτη φροντὶς τῶν Ὑπουργῶν ἦτο ἀνευλαβὴς πρὸς τὸ Στέμμα, ὡς στηριχθεῖσα ἐπὶ τοιαύτης ἀτόπου ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἦτο καὶ ὑβριστικὴ πρὸς τὸ Ἔθνος, διότι ὑπέθεσαν δι’ αὐτὸ ὅ,τι τὸ Ἔθνος οὐδέποτε ἔδωκεν εἰς οὐδένα τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσῃ περὶ αὐτοῦ. Συκοφαντεῖτε οὕτω τὸ Ἔθνος, ἐνῷ τοῦτο οὐδέποτε καὶ οὐδενὶ ἔδωκε τὴν ἐλαχίστην πρὸς τοῦτο ἀφορμὴν, δημιουργοῦντες ὡς ὑπόθεσιν μὴ ἀδύνατον τὴν λύσιν τῶν συμβολαίων, τὰ ὁποῖα τὸ Ἔθνος ἔχει συνομολογήσει μετὰ τῆς δυναστείας, ἡ ὁποία εὐτυχῶς ἀνάσσει, καὶ παριστῶντες διὰ τῶν τοιούτων προτάσεων ὑμῶν, ὅτι τοιαύτην τινὰ περίπτωσιν ἐσκοπεῖτε νὰ κανονίσητε, προτείνοντες προσωπικὴν δωρεὰν εἰς τὸν Διάδοχον. Δὲν γνωρίζω πῶς οἱ ἄλλοι κρίνουσι τὴν ἰδιότητα ταύτην τοῦ Ἑλλην. Ἔθνους, περὶ ἧς σκοπῶ νὰ ὁμιλήσω. Ἐγὼ ὅμως κρίνω ταύτην ὡς ἀρετὴν, διακρίνουσαν μεταξὺ τῶν Ἐθνῶν τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ Ἑλλην. Ἔθνος εἶναι ὑπὲρ πάντα ἄλλον λαὸν φίλον τῆς Βασιλείας. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἱστορικῶς τὰς αἰτίας, αἵτινες παρεσκεύασαν ἐν τῇ Πατρίδι ἡμῶν τὴν μεταβολὴν τοῦ 1662, ὀφείλω ὅμως νὰ βεβαιώσω, ὅτι καὶ πρὸ τῆς μεταβολῆς καὶ κατ’ αὐτὴν καὶ κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ὁ νῦν εὐτυχῶς ἀνάσσων ἐν Ἑλλάδι ἀπεδέξατο τὸ προσενεχθὲν αὐτῷ Στέμμα, καὶ ἀπὸ τῆς αἰσίας ἀφίξεως αὐτοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα μέχρι τοῦ χρόνου τούτου, ὁ λαὸς τοῦ Ἑλλην. Βασιλείου καὶ οἱ ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου Ἕλληνες κατεδήλωσαν πάντοτε μεγίστην πρὸς τὴν Βασιλικὴν Ἀρχὴν εὐλάβειαν. Καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐν ἄλλαις χώραις πολιτικαὶ θεωρίαι, εἴτε καινοφανεῖς, εἴτε σκολιαὶ καὶ πεπλανημέναι, συνετάραξαν οὐχὶ ἅπαξ τὴν ἐν μεγάλοις Κράτεσι καθεστηκυῖαν τάξιν, καθ’ ὃν χρόνον αἱ τοιαῦται ἔκτροποι καὶ ἔκρυθμοι πολιτικαὶ θεωρίαι ἠπείλησαν πολλάκις κινδύνῳ καὶ τὴν ζωὴν αὐτὴν τῶν Ἡγεμόνων, ἡ Ἑλλὰς ἔδιδε τὸ ἀξιομίμητον παράδειγμα τῆς ἄκρας πρὸς τοὺς Συνταγματικοὺς θεσμοὺς εὐλαβείας καὶ τοῦ ἀπολύτου πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἡγεμόνος καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας σεβασμοῦ. Ἀλλὰ διατί μνημονεύω τῶν χρόνων τούτων; Μήπως πρὸ τεσσαρακονταετίας δὲν ἐκλονίσθη τὸ πολιτικὸν οἰκοδόμημα ἐν πάσαις ταῖς χώραις τῆς Εὐρώπης; Μήπως ἐκεῖ δὲν ἐκλονίζετο τότε τὸ πᾶν καὶ δὲν ἀνετράπη πολλαχοῦ τὸ πᾶν; Ἀλλὰ τότε, κατὰ τὸ 1848, πλήρης καὶ ἄκρα ἐκράτει ἐν Ἑλλάδι τάξις. Καὶ ὅταν πρόκηται νὰ νομοθετήσητε, ἢ νὰ κυβερνήσητε λαὸν τόσον εὐλαβῆ καὶ τόσον σεμνὸν, τόσον ἀπόλυτον σεβασμὸν καταδηλώσαντα εἰς τοὺς θεσμοὺς τῆς Πατρίδος, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ δημιουργῆτε ὑποθέσεις ἀτόπους, καὶ νὰ μεριμνᾶτε περὶ ἀναγκῶν καὶ περὶ καταστάσεων καὶ σχέσεων, τὰς ὁποίας αἱ ἄτοποι ὑμῶν ὑποθέσεις ἐπάγουσιν; Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι, οὐ μόνον τὴν προσωπικὴν πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου δωρεὰν, τὴν ὁποίαν προτείνετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν ἀποδέχομαι οὔτε δωρεὰν κτημάτων καὶ γαιῶν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλλην. Στέμματος, συμφώνως πρὸς τὰς τοιαύτας δωρεὰς, τὰς ὁποίας ἀλλαχοῦ ἔχουσι προσφέρει πρὸς τὸ Στέμμα. Ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλλην. Στέμματος προορίζεται ν’ ἀναλάβῃ, ὅταν ἡ Θεία Πρόνοια ἀποφασίσῃ, καθήκοντα πολλῷ δυσχερέστατα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς τοὺς διαφόρους Βασιλεῖς τῆς Εὐρώπης. Ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος, ὅταν γίνῃ Βασιλεὺς, ὅπως καὶ ὁ σεπτὸς πατὴρ αὐτοῦ, ὁ νῦν Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, προωρίσθησαν νὰ διαχειρίζωνται δυσχερεστάτην ἐντολὴν, διότι δυσχερεστάτην κατέστησε τὴν ἐντολὴν τῆς Βασιλικῆς Ἀρχῆς καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἱστορία τῆς Πατρίδος ἡμῶν· ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες ἐτάχθησαν, ἵνα ἐπιμεληθῶσι τῆς ἀνατροφῆς καὶ παρασκευῆς τοῦ Διαδόχου πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς μεγάλης ταύτης ἐντολῆς, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσεγγίζουσι, δυνάμει τοῦ Συντάγματος, τὸ Στέμμα καὶ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, περὶ ἑνὸς ὀφείλουσι νὰ μεριμνῶσι, πῶς ἑκάτερος τούτων νὰ συντελέσῃ, ἵνα κατασταθῇ ἱκανώτερος ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλλην. Στέμματος πρὸς διαχείρισιν τῆς ἀνατεθείσης αὐτῷ, κατὰ τὰς ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας, ἀποφάσεις, μεγίστης καὶ δυσχεροῦς ἐντολῆς. Δὲν εὐλαβοῦνται τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουσι νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλλην. Στέμματος, τὸν μέλλοντα Βασιλέα τῆς Πατρίδος, δι’ ἀναγκῶν καὶ φροντίδων, ἥκιστα συναφῶν πρὸς τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ. Οἱ Ἡγεμόνες τῶν μικρῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα τυγχάνουσι περιβεβλημένα διὰ καθηκόντων, οἷα ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πρὸς τὸν καθόλου Ἑλληνισμόν, τὰ ὁποῖα ὅμως εἰσὶν ἀσθενῆ, στεροῦνται δὲ τῶν μέσων, τῶν ἀναγκαιούντων καὶ τεινόντων πρὸς ἐκτέλεσιν τοιαύτης ἐντολῆς, διότι δὲν ἔχουσιν οὐδὲ πολυπληθεῖς στρατιὰς διὰ νὰ συγκεντρώσωσιν ὑπὸ τὰς σημαίας, οὐδὲ κραταιοὺς στόλους, τὴν ἰσχὺν αὐτῶν πορίζονται καὶ καθίστανται ἰσχυρὰ ἰδίως διὰ τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τῶν λαῶν πρὸς τὸν ἐπὶ τοῦ Θρόνου καθήμενον. Ὅταν δὲ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν λαῶν αὐτῶν ἀναβιβασθῇ μέχρι τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, οἱ Βασιλεῖς τότε προσεπορίσθησαν ἰσχυροτάτην δύναμιν, ἀπολύτως ἀναγκαίαν εἰς τοὺς κεκλημένους, οἷος τυγχάνει ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, νὰ ἐργασθῶσι καὶ παρασκευάσωσι τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ὁμοφύλων λαῶν. Τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ φροντίσατε, Κύριοι ὑπουργοί, νὰ κρατύνητε, καὶ μὴ ἐπιβαρύνετε τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας διὰ φροντίδων, αἵτινες ἐπιβαρύνουσι τοὺς συνήθεις οἰκογενειάρχας· διότι οὕτω δημιουργεῖτε μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ πολιτῶν ἀντιθέσεις ἐπὶ συμφερόντων, τοιαῦται δ’ ἀντιθέσεις οὐ μόνον δὲν συνειθίζουσι τὸν λαὸν νὰ θαυμάζῃ τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, καὶ νὰ πληρῶται ἐνθουσιασμοῦ ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει αὐτῶν, ἀλλὰ συνειθίζουσι τοὺς πολίτας νὰ ὑποβλέπωσι τὴν δύναμιν καὶ νὰ μὴ ἦναι εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς ἰσχύος τῆς Βασιλικῆς Ἀρχῆς. Ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὰ Συνταγματικὰ ἰδίως Κράτη τὰ ἔργα τῶν Ὑπουργῶν εἶναι ἔργα δύσκολα, διότι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ μὴ ἦναι ἐστερημένοι τῆς ἰσχυρᾶς ἐκείνης δυνάμεως, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑποτάξῃ τὰ ταπεινὰ συμφέροντα τοῦ ἀτόμου εἰς τὸ καθῆκον, καὶ νὰ περιστείλῃ πᾶσαν ἐπινόησιν, τὴν ὁποίαν ἀκατάσχετος φιλαρχία δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ. Σᾶς ὁμολογῶ δὲ, ὅτι, οὐ μόνον ἀποστρέφομαι, ἀλλὰ καὶ βδελύσσομαι τὴν κολακείαν, πρὸς οἱονδήποτε καὶ ἂν οἱ κόλακες ἕρπωσι, εἴτε πρὸς τοὺς Βασιλεῖς, εἴτε πρὸς τοὺς λαούς. Καὶ βδελύσσομαι τοὺς κόλακας, διότι γίνονται ἐργάται μεγάλων κακῶν ἐν τῇ Πατρίδι, καὶ μάλιστα, ἂν ἐκλήθησαν νὰ κυβερνήσωσιν ἐν αὐτῇ. Ἐὰν κολακεύωσι τοὺς λαοὺς, λέγουσιν εἰς αὐτοὺς, οὐχὶ ὅ,τι συμφέρει αὐτοῖς, ἀλλ’ ὅ, τι ἀρέσκει αὐτοῖς. Ἀλλ’ ὅ, τι ἀρέσκει εἰς τοὺς λαοὺς, δὲν συμφέρει πάντοτε εἰς αὐτούς. Ἐὰν κολακεύωσι τοὺς Βασιλεῖς, τὸ αὐτὸ πράττουσι καὶ πρὸς αὐτούς· λέγουσι πρὸς τοὺς βασιλεῖς, ἐπινοοῦσιν, ὅσα ἀρέσκουσιν εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ τὰ ἀρέσκοντα δὲν εἶναι πάντοτε συμφέροντα. Ἐὰν δὲ ἐκ πνεύματος τοιούτου εἰσάγωσιν, εἴτε εἰς τοὺς λαοὺς, εἴτε εἰς τοὺς Βασιλεῖς ἐπιθυμίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶχον πρότερον, τὰς ὁποίας ὅμως αὐτοὶ οἱ σύμβουλοι ἐπενόησαν, ἢ ἂν ἐνισχύωσιν αὐτοὺς νὰ ἐπιθυμήσωσιν, ὅπως ἐκπληρωθῶσιν αἱ ἐπιθυμίαι των αὗται, οἱ τοιοῦτοι εἶναι ἄξιοι οὐ μόνον τῆς βδελυγμίας, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀρῶν τῶν συμπολιτῶν των, διότι δημιουργοῦσι μεγάλας ἐν τῇ Πατρίδι των συμφοράς.
§95Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀποφεύγομεν τὰς συζητήσεις, δὲν τολμῶμεν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, φοβούμεθα τὴν δυσμένειαν τῆς Βασιλείας· τοιαῦτα ἐκτοξεύουσιν ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ποταπῶς ἕρπουσιν εἰς τὰς Αὐλὰς τῶν Βασιλέων, πρὸς μεγάλην τῆς Πατρίδος ἡμῶν ζημίαν. Ὄχι! ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν μετὰ παῤῥησίας τοιαύτης, ἥτις χαρακτηρίζει τοὺς ἀληθῶς ὑπηρετοῦντας τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος, διότι πιστεύομεν, ὅτι, ὅταν πρὸς τὸν Βασιλέα λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, οὐ μόνον ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑπηρετοῦμεν τὴν Πατρίδα, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀγαπῶμεν τὴν Βασιλείαν καὶ οὕτως ὑποστηρίζομεν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους, καὶ φρονοῦμεν, ὅτι, τὰ ἐναντία πράττοντες, παρασκευάζομεν γενικὴν καταστροφὴν, δηλαδὴ τῆς Πατρίδος καὶ τῆς Βασιλείας· δὲν θέλομεν τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Διάδοχον γεωργούς, οὐδὲ ἐμπόρους· δὲν θέλομεν νὰ μᾶς διδάξῃ, πῶς νὰ κινῶμεν τὸ ἄροτρον, ἀλλὰ πῶς πρέπει νὰ διοικηθῇ καλλίτερον ἡ Πατρὶς, ἵνα ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸν ὑψηλὸν αὐτῆς προορισμὸν· δὲν θέλομεν οὔτε τὸν Βασιλέα οὔτε τὸν Διάδοχον φροντίζοντας πῶς ν’ αὐξήσωσι περισσότερον τοὺς ὑλικοὺς αὐτῶν πόρους, ἀλλὰ τὸν θέλομεν ἐν τοῖς στρατῶσι, τὸν θέλομεν νὰ περιέρχηται τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον, νὰ σπουδάζῃ τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα, τὸν χαρακτῆρα τὸν Ἑλληνικόν, τὸν θέλομεν ἐντὸς Βιβλιοθήκης σπουδάζοντα τὴν διοίκησιν τῶν Ἐθνῶν, τὸν θέλομεν ἀρχηγὸν στρατοῦ, ἱκανοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν του, τὸν θέλομεν νὰ σπουδάσῃ ὅλα τὰ σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ πατέρες ἡμῶν πολεμήσαντες ἠλευθέρωσαν τὴν Πατρίδα· καὶ τότε ἀληθῶς ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος. Εἰς οὐδένα θέλομεν τὴν γῆν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες ἡμῶν ἐπότισαν μὲ τὸ αἷμά των, νὰ δώσωμεν· θέλομεν μόνον ν’ ἀνταμείβωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἀγωνίζονται ὑπὲρ ἐθνικοῦ μεγαλείου. Θέλομεν ὁ Διάδοχος ἡμῶν νὰ καταστῇ σεβαστὸς εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους διὰ τὰς γνώσεις αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀληθὴς πλοῦτος καὶ ἡ ἀκαταμάχητος κραταιὰ δύναμις· τὸν θέλομεν μέγαν Ἀλέξανδρον καὶ ὄχι χρηματιστὴν εἰς τὰ Χρηματιστήρια. Τοιαύτην ἔχομεν γνώμην καὶ μετὰ παῤῥησίας ἐκθέτομεν αὐτήν. Δὲν σᾶς μιμούμεθα, διότι τὸ παράδειγμα καὶ ἡ διαγωγή σας εἶναι φανερὰ καταστροφὴ τῆς Πατρίδος· δὲν θέλομεν νὰ ἤμεθα συνένοχοι καὶ συνεργάται τῶν πράξεων ὑμῶν, θέλομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον μας μετὰ παῤῥησίας ἀνθρώπων εἰλικρινῶν καὶ ἐντίμων· δὲν θέλομεν νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας, ἥτις δὲν μᾶς ἐπιτρέπει τοιαύτας ὑπηρεσίας καὶ δωρεὰς νὰ κάμωμεν ὑπὲρ οὐδενὸς, ἀλλὰ μόνον ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες ὑπηρέτησαν δι’ ἀρετῶν μεγάλων τὴν Πατρίδα ἡμῶν. Αἰτιολογεῖτε τὸ τοιοῦτον ἔργον, λέγοντες, ὅτι θέλετε νὰ κρατῆτε εἰς περίβλεπτον θέσιν τὸν Διάδοχον, θέλετε νὰ εἰσαγάγητε εἰς τὴν Πατρίδα νέου εἴδους καλλιέργειαν. Σᾶς ἐρωτῶ: τοιοῦτον προορισμὸν ἔχουσιν οἱ Βασιλεῖς Ἔθνους, ὡς τὸ Ἑλληνικόν; καὶ νομίζετε, ὅτι ὑπηρετεῖτε τὴν Πατρίδα σας, τοιαῦτα εἰς τὸν νεαρὸν αὐτὸν Ἡγεμόνα παρέχοντες διδάγματα; Οἱ ἔχοντες προορισμὸν νὰ μεγαλουργήσωσι πρέπει νὰ ἦναι ἀνώτεροι χρημάτων, σεῖς ὅμως διδάσκετε αὐτοὺς νὰ ταπεινῶνται πρὸ αὐτῶν· ζητεῖτε διὰ τῆς παροχῆς ταύτης νὰ κάμητε ἐχθροὺς τοῦ Ἡγεμόνος, ἐνῷ τοιούτους δὲν ἔχει μέχρι σήμερον· ζητεῖτε νὰ ἐξομοιώσητε τὸν Βασιλέα πρὸς τοὺς Τούρκους, οἵτινες κατέκτησαν καὶ ἐτυράννησαν τὴν Πατρίδα ἡμῶν, ἐνῷ ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἐξαγάγωμεν αὐτὸν τῆς εἰδεχθοῦς καὶ ἐπικινδύνου ταύτης θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν προσπαθεῖτε ἐκ παντὸς τρόπου νὰ τὸν ῥίψητε· ἰδοὺ ποία διαφορὰ ἰδεῶν καὶ γνωμῶν μεταξὺ ἡμῶν τε καὶ ὑμῶν, ἡ ὁποία δὲν ἀνεφάνη ἀπὸ τῆς σήμερον, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν ὡς πολιτευομένων. Σεῖς ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν εἰσήλθετε εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν, δὲν ἐκάμετε ἄλλο ἢ νὰ ἕρπητε πρὸ τῶν ξένων καὶ τῆς Αὐλῆς· ἡ ἰσχὺς τῆς Ἐξουσίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεσθε, δὲν εἶναι ἀγαθαὶ ἐθνικαὶ πράξεις, ἀλλὰ φοβερὰ δυστυχήματα. Τὴν Βασιλείαν εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἐκράτησαν πάντες οἱ πολιτικοὶ τῆς Πατρίδος μας, ζητοῦμεν νὰ τὴν κρατήσωμεν καὶ ἡμεῖς. Σεῖς ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖτε νὰ καταστήσητε αὐτὸ νόμον τοῦ Κράτους, οὐδὲν ἄλλο κατωρθόνετε ἢ νὰ φυγαδεύσητε τὴν ἀγάπην, τὴν ὑπόληψιν καὶ τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τὴν Βασιλείαν οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ἔθνος καὶ τὸ Κοινοβούλιον. Διατὶ τρέμετε πρὸ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας, καὶ δὲν ἀφίνετε νὰ λειτουργήσῃ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον σαφῶς διατάσσει μυστικὴν ψηφοφορίαν; Φοβεῖσθε, διότι δὲν ἔχετε πεποίθησιν, ὅτι ἡ προσφερομένη ὑφ’ ὑμῶν εἰς τὸν Θρόνον ὑπηρεσία θὰ τύχῃ γενικῆς τῆς Βουλῆς ἐπιδοκιμασίας. Διατὶ δὲν ἀφίνετε εἰς τὸ ὕψος του τὸν θεσμὸν αὐτόν; διατὶ τὸν ποδοπατεῖτε, εἰσάγοντες κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τοιαῦτα νομοσχέδια, καὶ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν παριστάνοντες εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸν Βασιλέα ὡς μέλος τοῦ κόμματος ὑμῶν; Καὶ μεταχειρίζεσθε αὐτὸν ὡς μέσον πρὸς διατήρησιν τῆς Ἐξουσίας, ἀφοῦ ἐπείσθητε, ὅτι εἶσθε ἀνίκανοι νὰ διοικήσητε κοινοβουλευτικῶς, καὶ νὰ κρατήσητε τὴν Ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε, χάριν λόγων, τοὺς ὁποίους γνωρίζετε, ὅτι ὑφίστανται ἐν τῇ πτερύγει ταύτῃ (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Τί θέλετε μεταξὺ ὑμῶν τὸν Βασιλέα; τί θέλετε τὸν Διάδοχον ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν; ζητεῖτε ζωὴν ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου εὐλαβῶς ἔπρεπε ν’ ἀτενίζητε, καὶ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ μᾶς ἐκβάλητε τῶν ὀχυρωμάτων μας, προβάλλοντες τοιαῦτα νομοσχέδια καὶ παρερμηνεύοντες πρὸ τῆς Βασιλικῆς συνειδήσεως τὴν στάσιν ἡμῶν ἀπέναντι τῶν νομοσχεδίων. Ἡμεῖς διὰ τῆς διαγωγῆς μας ὑπηρετοῦμεν τὴν Πατρίδα, στηρίζομεν τὸν Θρόνον, ἐνῷ σεῖς, κολακεύοντες καὶ ἕρποντες πρὸ αὐτοῦ, μεγάλας ζημίας, οὐ μόνον πρὸς τὴν Πατρίδα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Βασιλείαν ἐπιφέρετε. Ἀλλ’ ἀφοῦ θέλετε τέλος πάντων νὰ δώσητε δεῖγμα ψευδὲς τῆς ἀφοσιώσεως ὑμῶν πρὸς τὸν Ἄνακτα, ἀφοῦ θέλετε ν’ ἁρπάσητε τὴν περιουσίαν τοῦ Ἔθνους, διατὶ τοὐλάχιστον δὲν μᾶς λέγετε, ποῖα εἶναι τὰ πραγματικὰ ὅρια καὶ ποία ἡ ἔκτασις τῆς ἀκινήτου ταύτης ἐθνικῆς περιουσίας; Διατὶ ἐῤῥίψατε ἐνώπιον ἡμῶν σχεδιάγραμμα, τὸ ὁποῖον ψευδέστατα διαγράφει τὰ ὅρια καὶ τὴν ἔκτασιν; διατὶ ἔχετε διατάξεις ἐν τῷ νόμῳ τοιαύτας, ὥστε νὰ παρέχωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀεννάου δωρεᾶς πρὸς τὸν Διάδοχον ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐκεῖ ἰδιοκτήτων κτημάτων, ὅτι εἶναι ἄδικος καὶ ἐξευτελεστικὴ πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Θρόνον τοιαύτη σας διαγωγή; Καὶ ἐπιστεύσατε, ὅτι θὰ τρομάξωμεν καὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν μετὰ παῤῥησίας νὰ εἴπωμεν ὅ,τι αἰσθανόμεθα, καὶ νὰ ἀντισταθῶμεν κατὰ παντὸς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῆς χώρας ἡμῶν; Γνωρίζοντες τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖ ἡ Βασιλεία ἐν τῇ Πατρίδι ἡμῶν, ὡδηγήσατε τὸν Βασιλέα νὰ περιέλθῃ τὴν Πελοπόννησον, νομίσαντες, ὅτι διὰ τοιούτου μέσου ἠθέλετε δυνηθῆ ν’ ἀποτρέψητε ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλεται εἰς τοιαύτας περιστάσεις· καὶ ἐνῷ ἡμεῖς συζητοῦμεν ἐνταῦθα, σεῖς ταύτην τὴν στιγμὴν ἐκμεταλλεύεσθε τὴν ἑορτὴν τοῦ Πανεπιστημίου (ἀκούονται ζητωκραυγαὶ τῶν φοιτητῶν ἔξωθεν) καὶ ἔρχεσθε ν’ ἀποδείξητε διὰ τῆς τελετῆς ταύτης, ὅτι ὁ λαὸς ἀποδέχεται τὰ μέτρα ὑμῶν καὶ ὅτι οὐδεμίαν προσοχὴν δίδει εἰς τὰς δικαίας ἡμῶν φωνὰς, ἀλλ’ ἀπασχολεῖται εἰς ἑορτὰς καὶ διασκεδάσεις. Δὲν ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ συζητήσῃ καλῇ τῇ πίστει καὶ παράσχῃ τὰ μέσα τῆς συζητήσεως ξηρῶς καὶ σοβαρῶς, ἀλλ’ ἔρχεται νὰ συκοφαντήσῃ καὶ διαβάλῃ τὴν πτέρυγα ταύτην πρὸς τὸν λαὸν, πρὸς τὴν Βασιλείαν, πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅπως πάντοτε πολιτεύεται, καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς αὐτοῦ καθιερώθη, ἐκφράσεις παρὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκτοξεύωνται. Ψηφίσατε, λέγει, ἀσυζητητεί· πρέπει νὰ ἔχητε πᾶσαν ἐμπιστοσύνην εἰς ἐμέ. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς σὲ, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ἀφ’ ἧς ἦλθες εἰς τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα, οὐδέποτε εἶπες ἀλήθειαν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, — ἐπειδὴ ὁ λόγος μὲ ἀναγκάζει ἐνταῦθα, — ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τῆς προσαρτήσεως τῶν χωρῶν, ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ζήτημα δὲν ὑπάρχει ὄχι εἰς τὸ Ω, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸ Α· ὅτε δὲ ἔλαβε πληροφορίας, ὅτι πλησιάζει νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ἐκείνου, ἀνῆλθε τὸ βῆμα καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔχει τὴν ἄδειαν παρὰ τῶν πρέσβεων νὰ ἀναγγείλῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐργασιῶν, τὰ ὁποῖα κατωρθώθησαν δῆθεν ὑπ’ ἐκείνου, καὶ ἀνεκοίνωσε τηλεγράφημα τοῦ Ρέουτερ, τὸ ὁποῖον πρὸ 8 ἡμερῶν εἶχε δημοσιευθῆ εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐκαθήμην ἐκεῖ καὶ ἔῤῥηξα κραυγὴν ἀγανακτήσεως, διότι τοιαῦτα ψεύδη, λεγόμενα παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ Κράτους καὶ ἀκουόμενα ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ξένων Δυνάμεων, εἶνε ὕβρις, οὐ μόνον κατὰ τοῦ λέγοντος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ Ἔθνους. Ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε, ὅτι εἶχε διαστρέψει ἔγγραφα, ἀναγόμενα εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, τὰ ὁποῖα ἐγὼ αὐτὸς ἐκ τῆς θέσεως ταύτης εἰς ἐπήκοον τῶν Βουλευτῶν ἀναγνοὺς ἀπεκάλυψα· καὶ πλείονα ἄλλα παραδείγματα ἔχω, δυνάμενα ἱκανῶς νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν δυσπιστίαν ἡμῶν, τὴν ὁποίαν πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν πρέπει νὰ ἔχωμεν. Ἔχω λοιπὸν τὴν γνώμην καὶ συμβουλεύω,—ἐὰν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς πείρας μου,—καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἔστω, ἐὰν ἡ θέλησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπερισχύσῃ, ν’ ἀποῤῥίψητε μετὰ παῤῥησίας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν ὑβρίζετε τὴν Βασιλείαν, ψηφίζοντες οὕτω, ἀλλ’ ὑπηρετεῖτε αὐτὴν, ὅτι δὲν ἀδικεῖτε τὴν Πατρίδα, ἀλλ’ ἀποδεικνύετε, ὅτι καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς χώρας ἡμῶν, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐτάφησαν εἰς τὴν δωρουμένην γῆν, σέβεσθε, τιμᾶτε καὶ κρατεῖτε εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κρατῶσιν αὐτοὺς οἱ ἄνθρωποι, οἱ καθήμενοι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ.
§96ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσθέσω νέον τι εἰς ὅσα οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐξέθηκαν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος ὑμᾶς ζητήματος, ἐξαντλήσαντες αὐτὸ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Ἀλλὰ χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξήνεγκε μομφὴν δειλίας κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς μὴ τολμώσης δῆθεν νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἰδέας αὑτῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποδειχθῇ ἔτι μᾶλλον, ὅτι λίαν πεπλανημένην γνώμην ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ φρονήματος καὶ τοῦ χαρακτῆρος ἐκείνων, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ μὲ ἀξιώσῃ ἀπαντήσεως, ἢ, ὡς ἔχει τὴν ἀφέλειαν νὰ νομίζῃ, δὲν θὰ μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι οὐδέποτε ὡς τιμήν μου ἐθεώρησα τὴν ἀπάντησίν του. Ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος ἂς ὁδηγήσῃ αὐτὸν νὰ κρίνῃ, ἐὰν ὀφείλῃ, ἢ ὄχι, ἀπάντησιν πρὸς Ἀντιπολίτευσιν, ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου δημοσίᾳ ἐν Ἑλληνικῇ Βουλῇ συζητοῦσαν. Ἐγὼ ἀπευθύνομαι, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ συγχρόνως πρὸς πάσας τὰς ἐν τῇ Πολιτείᾳ Ἐξουσίας, καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, τὴν πηγὴν ταύτην πάσης Ἐξουσίας καὶ πάσης δυνάμεως. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, ὅτι ὑποχρέωσις τῶν συνταγματικῶν Ἐθνῶν εἶναι, νὰ παρέχωσιν εἰς τὴν Β. Οἰκογένειαν τὰ ὑλικὰ ἐκεῖνα μέσα, ὅσα εἶναι ἀνάλογα καὶ ἐπαρκῆ πρὸς ἐπιφανῆ παράστασιν ἐκείνων, οἵτινες καλοῦνται διαδοχικῶς νὰ ἐξασκήσωσι τὴν ὑψίστην ἐν τῷ Κράτει δημοσίαν λειτουργίαν, καὶ νὰ παραστήσωσιν αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν μεγαλειότητα. Τοιαύτην τινὰ ὑποχρέωσιν καλούμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην θέλομεν ἐκπληρώσει μετὰ χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως, ἐμφορούμενοι ὑπὸ τῶν αἰσθημάτων, ὅσα σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐξεδήλωσε κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον ὑπὲρ τοῦ Διαδόχου, καὶ ἀνταποκρινόμενοι πρὸς τὰ αἰσθήματα τῆς ἀγάπης καὶ ἀφοσιώσεως, τὰ ὁποῖα πρὸς σύμπασαν τὴν Β. Οἰκογένειαν πανηγυρικῶς ἐξεδήλωσαν οἱ λαοὶ τῆς Πελοποννήσου κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας. Ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι οὔτε πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν ἐκείνην ἀντιβαίνει, οὔτε πρὸς τὰ αἰσθήματα ταῦτα ἀντίκειται ἡ ἐμβριθὴς μελέτη περὶ τοῦ προσήκοντος καταρτισμοῦ τῆς εἰς τὸν Διάδοχον ἀπονεμηθησομένης χορηγίας. Τουναντίον ἡ τοιαύτη μελέτη εἶναι καθῆκον, ἐπιβαλλόμενον εἰς τοὺς γνησίους ἀντιπροσώπους τῶν ἐλευθέρων λαῶν, καὶ χαίρω, διότι τοιαύτη τις μελέτη προεκλήθη σήμερον. Ἐὰν ἀποβλέψωμεν, Κύριοι, εἰς τὰ ἐν ἄλλοις συνταγματικοῖς Ἔθνεσι συμβαίνοντα ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων, θέλομεν ἀνεύρει, ὅτι αἱ πρὸς τὴν Β. Οἰκογένειαν χορηγούμεναι τοιαῦται χορηγίαι ἀποτελοῦνται κυρίως ἐκ χρηματικῶν παροχῶν, καθ’ ὡρισμένα χρονικὰ διαστήματα παρεχομένων. Χορηγοῦνται ἀληθῶς ἐνίοτε εἰς τὰ μέλη τῆς Β. Οἰκογενείας καὶ κτηματικαὶ παροχαὶ, ἐκ κινητῶν ἢ ἀκινήτων κτημάτων, ἀλλὰ πρὸς ἄμεσον χρῆσιν τῶν μελῶν τῆς Β. Οἰκογενείας, ἀναγκαίων ἢ χρησίμων, ἐξ ἀνακτόρων, φερ’ εἰπεῖν, ἐξ ἐπαύλεων, ἐκ κειμηλίων φύσεως ἢ τέχνης καὶ τῶν τοιούτων. Χαρακτηριστικὸν δὲ προσὸν καὶ ἀπαραίτητον πάντων τῶν τοιούτων ἀντικειμένων εἶναι, ὅτι καθίστανται ἀμέσως ἀναπαλλοτρίωτα πρὸς διαρκῆ χρῆσιν τῆς Β. Οἰκογενείας, ἀπαγορεύεται δὲ, οὐ μόνον ἡ ἐκποίησις αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιβολὴ παντὸς ἐπ’ αὐτῶν πραγματικοῦ βάρους, ὑποθήκης, ἢ ἐνεχύρου. Τοιαύτην μικτὴν παροχὴν ἐσκόπει φαίνεται τὸ νομοσχέδιον νὰ καταρτίσῃ ὑπὲρ τοῦ ἡμετέρου Διαδόχου. Τὸ προηγούμενον ἄρθρον προὐνόησε περὶ τῆς χρηματικῆς παροχῆς, τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον μεριμνᾷ περὶ κτηματικῆς παραχωρήσεως. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ παραχωρήσωσι κτῆμά τι, πρὸς ἄμεσον χρῆσιν τοῦ ἡμετέρου Διαδόχου χρήσιμον ἢ ἀναγκαῖον, οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου διενοήθησαν νὰ δωρήσωσιν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου δασικὰς περιφερείας καὶ ἄλλας ἐκτάσεις γαιῶν, τῶν ὁποίων οὐδὲ τὰ ὅρια εἶναι ἀκόμη ῥητῶς καὶ σαφῶς διαγεγραμμένα, ἤγουν οὔτε τὰ ὅρια τὰ χωρίζοντα τὸ σύνολον τῶν παραχωρουμένων ἐκτάσεων, οὔτε τὰ ὅρια τῶν ἐντὸς τῆς ὅλης ἐκτάσεως παραχωρουμένων γαιῶν. Συμφωνῶ μετὰ τῶν προαγορευσάντων, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, δυνάμενος νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην πρὸς τὸν Διάδοχον παροχήν. Ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ἔχει ἀνάγκην ὑλικῶν μέσων διά τε τὴν προσήκουσαν παράστασιν καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἀνατροφῆς αὐτοῦ, καὶ ἡμεῖς, ἀντὶ νὰ δώσωμεν ἀμέσως καὶ ἀφθόνως εἰς τὸν Διάδοχον τὰ μέσα, ὧν ἔχει ἀνάγκην, δίδομεν πρὸς αὐτὸν ἐκτάσεις χέρσων καὶ ἀκαλλιεργήτων γαιῶν, ἵνα αὐτὸς μεριμνήσῃ περὶ τῆς καρπώσεως αὐτῶν, καὶ καρπωθῇ ἐντεῦθεν τὰ μέσα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην. Ἀλλὰ τὰ ἔσοδα, Κύριοι, τῶν γαιῶν τούτων δὲν εἶναι μεγάλα, ὅπως αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ δὲ εἴσπραξις αὐτῶν θέλει ἀπαιτήσει δαπάνας καὶ φροντίδας, τῶν ὁποίων τὸ μέγεθος καὶ τὰς δυσχερείας ἐκεῖνοι μόνον ἀγνοοῦσιν, ὅσοι οὐδέποτε διεχειρίσθησαν ἀγροτικὰ κτήματα. Ἀληθῶς τὰ ἔσοδα δύνανται νὰ ἐπαυξήσωσι διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας, ἀλλὰ τότε ἀπαιτοῦνται ἔτι μείζονες δαπάναι καὶ ἔτι μείζονες φροντίδες, εἰς τὰς ὁποίας μόνον ἀποκλειστικὴ ἐνασχόλησις, μόνον ἄμεσον ἀτομικὸν συμφέρον δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ. Διότι πάντες οἱ εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις μεσάζοντες ἐπιδιώκουσι συνήθως ἴδια συμφέροντα καὶ ἴδια τέλη. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι ὡς ἀξίωμα ἀνεγνωρίζετο ἐν Πάτραις, ὅτε διέτριβον ἐκεῖ, ὅτι αἱ σταφιδάμπελοι ἅπασαι θὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας χωρικῶν, αὐτοπροσώπως καλλιεργούντων αὐτάς, διότι μόνον εἰς τὰς χεῖρας τοιούτων χωρικῶν δύνανται ν’ ἀφήσωσι πρόσοδόν τινα, οὐδέποτε δὲ εἰς χεῖρας πολιτῶν, δι’ ἄλλων καλλιεργούντων. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι ὀρθὸν, εἶναι προσῆκον, νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου αὐτὰς τὰς φροντίδας περὶ καλλιεργείας καὶ καρπώσεως τῶν τοιούτων κτημάτων; Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι, ἵνα ἐκπληρώσῃ ὁ Διάδοχος τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν, εἰς ἣν ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας ἐκλήθη, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐλπίδας καὶ προσδοκίας, ὅσας σύμπας ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπ’ αὐτοῦ ἐστήριξε καὶ στηρίζει, ὀφείλει νὰ ἀφιερώσῃ ἅπαντα αὐτοῦ τὸν νοῦν καὶ ἅπασαν τὴν διάνοιαν καὶ ἅπασαν τὴν ἐπιμέλειαν καὶ προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς Βασιλικῆς αὐτοῦ ἀνατροφῆς, εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων καὶ δυσχερῶν ἐκείνων γνώσεων, αἵτινες καταρτίζουσι τοὺς μεγάλους ἄνδρας καὶ τοὺς μεγάλους ἡγεμόνας. Διὰ τοῦτο ἀπορῶ, πῶς διενοήθησαν νὰ ἀναθέσωσιν εἰς τοιοῦτον ἡγεμονόπαιδα τὴν φροντίδα τῆς ἐκχερσώσεως γαιῶν καὶ τῆς καλλιεργείας ἰχθυοτροφείων! Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, δὲν θεωρεῖτε μεγάλην, σπουδαίαν, φοβερὰν τὴν δυσχέρειαν, ἡ ὁποία περιέχεται ἐν τῇ προκειμένῃ κτηματικῇ παροχῇ, ὡς ἐκ τῆς ἀσαφείας τῆς ἰδιοκτησίας ἐν ταῖς ἀπεράντοις αὐταῖς ἐκτάσεσι τῶν παραχωρουμένων γαιῶν; Οὐδόλως εἶναι διακεκριμένον, τίνες εἶναι αἱ ἐθνικαὶ καὶ τίνες αἱ ἰδιόκτητοι. Ἐνοικοῦσιν ἐν ταῖς γαίαις ἐκείναις χιλιάδες πολιτῶν, καὶ οὐχὶ μόνον ὅσοι περιέχονται ἐν ταῖς πληροφορίαις ταῖς ὑποβληθείσαις, ἀγνοῶ πότε, εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ, ἐντὸς τοῦ διαγράμματος, τὸ ὁποῖον διενεμήθη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἄλλαι κῶμαι καὶ χωρία, περὶ τῶν κατοίκων τῶν ὁποίων οὐδὲν λέγεται. Ὑπάρχουσιν, ἐπαναλαμβάνω, χιλιάδες πολιτῶν, καὶ ἐκ τῶν ἀνθρώπων τούτων ἄλλοι μὲν ἀξιοῦσι δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐπὶ μεγάλων ἐκτάσεων, ἕτεροι δὲ κατέχουσι ἀληθῶς ἐθνικὰς γαίας, ἀλλὰ τὰς κατέχουσι πρὸ πλείστων ἐτῶν καὶ ἐκαλλιέργησαν αὐτὰς καὶ ἐνεφύτευσαν ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ᾠκοδόμησαν τὰς οἰκίας, ἐν αἷς στεγάζουσι τὰς οἰκογενείας των. Ἅπαντες δὲ οἱ κάτοικοι οὗτοι ἐξασκοῦσι κατ’ ἀνοχὴν πρὸ αἰώνων πράξεις καρπώσεως καὶ τῶν γαιῶν καὶ τῶν δένδρων, τὰς ὁποίας ἕνεκα τοῦ χρόνου ἐκλαμβάνουσιν ὡς ἴδια αὐτῶν δικαιώματα. Ἐντὸς τῶν γαιῶν αὐτῶν κατέρχονται ἐκ τῶν Καλαβρύτων καὶ ἄλλων ὀρεινῶν ἐπαρχιῶν χιλιάδες ποιμένων μετὰ τῶν ποιμνίων των καὶ διαχειμάζουσιν ἐν αὐταῖς. Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἡ ἀληθὴς, ἡ πλήρης ἐξάσκησις τοῦ παραχωρουμένου δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν γαιῶν τούτων, ἀφεύκτως θέλει προκαλέσει μυρίας ἔριδας, καὶ ἀμφισβητήσεις, καὶ γογγυσμοὺς, καὶ συγκρούσεις, καὶ πλείστους δικαστικοὺς ἀγῶνας. Ἀποδεικνύουσι δὲ τὸν ἰσχυρισμόν μου τὰ προηγούμενα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπεχείρησαν νὰ καθέξωσιν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα γαίας, νομίμως ἀποκτηθείσας. Ἐγὼ αὐτὸς μετὰ ἐννέα ἄλλων ἀνωτάτων ὑπαλλήλων, ὧν περιττὸν νὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματα, ἐδηλώσαμεν δι’ ἄλλων προσώπων χίλια στρέμματα γαιῶν, ἃς εἰσέτι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ καθέξωμεν. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς καὶ πάλιν, εἶναι πρέπον, εἶναι συμφέρον νὰ ἐμβάλωμεν τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς περιπλοκὰς καὶ εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς δικαστικοὺς ἀγῶνας πρὸς τοὺς ἰδίους αὐτοῦ ὑπηκόους, ἐν τῇ πρώτῃ μετ’ αὐτῶν συναφείᾳ; Ἰδοὺ, Κύριοι, διατὶ εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εὕρω λόγον, πείθοντα περὶ τοῦ προσήκοντος καταρτισμοῦ τῆς πρὸς τὸν Διάδοχον χορηγίας. Καὶ ἔτι ὀλιγώτερον δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατὶ ἡ παραχώρησις αὕτη γίνεται ὡς προσωπικὴ πρὸς τὸν Διάδοχον δωρεά. Τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν δύναται νὰ ἐξηγήσῃ μόνον ἡ ὕπαρξις ὑπονοιῶν περὶ τῆς διαρκείας τῶν δεσμῶν, οἱ ὁποῖοι συνδέουσι τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν μετὰ τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ τὰς τοιαύτας ὑπονοίας ἀποκρούει σύμπασα ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἀντιτασσόμεθα λοιπὸν κατὰ τῆς τοιαύτης παροχῆς καὶ κατὰ πάσης ἄλλης κτηματικῆς παροχῆς πρὸς τὸν Διάδοχον ἐπὶ κερδοσκοπίᾳ. Καὶ δὲν ἀγνοοῦμεν, ὅτι, πράττοντες οὕτω, δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν νέας ἀφορμὰς, ἵνα χαρακτηρίσωσιν ἡμᾶς ὡς δυσμενῶς πρὸς τὴν Βασιλείαν διατεθειμένους, ἵνα ἀποδώσωσιν ἡμῖν, ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἀπέδωκεν ἡμῖν προχθὲς αἰσθήματα καὶ ἰδέας, ἐπιζητῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀδικαιολόγητον, τὴν παντὸς στιγματισμοῦ ἀξίαν ἀπονομὴν δισχιλίων σχεδὸν χαρίτων ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν, καὶ ὑπὸ ὅρους καὶ κανόνας ἀγνώστους καὶ εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην. Γνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διατρέχομεν τοιοῦτον κίνδυνον, ἀλλ’ οἱ ἔχοντες, Κύριοι, τὴν συναίσθησιν ὅτι ἐκπληροῦσι μεγάλα πρὸς τὴν Πατρίδα καθήκοντα, δύνανται ν’ ἀτενίσωσι μετὰ περιφρονήσεως πρὸς τὰς ἀνηθίκους ταύτας προσάψεις. Μετὰ τὰς εὐγλώττους δηλώσεις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῶν πρὸς τὴν Βασιλείαν αἰσθημάτων αὐτῆς, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Βεβαίως δὲν εἶναι δυσμενῶς κατὰ τῆς Βασιλείας διατεθειμένοι οἱ ἐλέγχοντες αὐστηρῶς τὰς ἀτασθαλίας ὑπευθύνου Κυβερνήσεως. Ἐχθροὶ τῆς Βασιλείας ἀληθεῖς εἶναι ἐκεῖνοι, ὅσοι προσπαθοῦσι νὰ παραστήσωσι τὴν Βασιλείαν συνένοχον καὶ συμπράκτορα τῶν ἀτασθαλιῶν τούτων. Ἐχθροὶ τῆς Βασιλείας εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες καταχρῶνται τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, ὄχι πρὸς ἑδραίωσιν τῆς εἰς τὴν Βασιλείαν ἀγάπης καὶ ἀφοσιώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἰδίων φατριαστικῶν συμφερόντων. Δυσμενεῖς πρὸς τὴν Βασιλείαν δὲν εἶναι ὅσοι μετὰ τῆς ὀφειλομένης πρὸς αὐτὴν εὐλαβείας, ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦ θάῤῥους, τοῦ ἐμπρέποντος εἰς ἐλευθέρους πολίτας, ὑποβάλλουσι πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅ,τι νομίζουσι δίκαιον καὶ προσῆκον. Ἐχθροὶ καὶ ἐπίβουλοι ἐχθροὶ τῆς Βασιλείας εἶναι οἱ ἐξωθοῦντες αὐτὴν εἰς πράξεις καὶ ἐνεργείας, ἀμαυρούσας τὸ γόητρον τῆς Βασιλείας ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἔθνους. Ἀντιτασσόμεθα λοιπὸν, Κύριοι, κατὰ τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ τῆς πρὸς τὸν Διάδοχον χορηγίας. Καθ’ ἡμᾶς ἡ χορηγία αὕτη πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξόχως Βασιλικὸν χαρακτῆρα. Ὁρίσατε τὸ ποσὸν, ὅπερ θεωρεῖτε ἐπαρκὲς πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Διαδόχου τοῦ Στέμματος· συμφωνοῦμεν ἐκ τῶν προτέρων. Μεριμνήσατε, ἔστω καὶ περὶ παροχῆς πρὸς τὸν Διάδοχον κτήματός τινος πρὸς ἄμεσον αὐτοῦ χρῆσιν· οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν, καίτοι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπέλπιδα ἔχομεν γνώμην περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ μὴ, μὴ περιβάλητε τὸν Διάδοχον μὲ ἀσχολίας καὶ φροντίδας, ἀπαδούσας εἰς τὸν μέγαν αὐτοῦ προορισμὸν, καὶ ἀντικειμένας εἰς τὰς ἐντεῦθεν ἐπιβαλλομένας αὐτῷ ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ ἀπέναντι τῆς ἱστορίας. Ἀντιτασσόμεθα, τὸ λέγω καὶ πάλιν, κατὰ τοιαύτης παροχῆς, ἐν ὀνόματι τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶν μὲ τοὺς προαγορεύσαντας, κηρύσσομαι κατὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου· ἐὰν δὲ τὰ παρ’ αὐτῶν ῥηθέντα δὲν ἰσχύσωσι νὰ μεταβάλωσι τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας καὶ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο κατὰ τὴν βʹ. συζήτησιν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πρῶτοι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ θέλουσιν ὁμιλήσει καὶ θέλουσι προσπαθήσει ν’ ἀναιρέσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν παρὰ τῶν προαγορευσάντων.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος ἕτερος, κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Παρακαλῶ τοὺς κκ. Βουλευτὰς νὰ λάβωσι τὰς ἕδρας των. Ψηφοφορεῖται τὸ ἄρθρον 7. Οἱ παραδεχόμενοι, αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§99ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ψηφοφορία θὰ γίνῃ μυστικὴ, διότι τὸ ἄρθρον 7 πραγματεύεται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο χθές.
§101ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς, κ. Πρόεδρε, ἐπρόκειτο περὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, ἐπρόκειτο καὶ περὶ διατάξεων, αἵτινες, ὡμολογήσαμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι δὲν εἶναι προσωπικαί. Σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 7, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτόχρημα προσωπικὸν, πρόκειται λοιπὸν περὶ προσωπικωτάτου ζητήματος, καὶ δὲν δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε ψηφοφορίαν φανεράν, χωρὶς νὰ παραβιάσητε τὸν Κανονισμόν· ποίαν δὲ ἔννοιαν ἔχει ἡ παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτον νομοθέτημα, σεῖς κάλλιον ἐμοῦ δύνασθε νὰ τὸ ἐννοήσητε.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἔλυσε τὸ ζήτημα τοῦτο χθὲς, καὶ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν ταύτην.
§103ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δεδικασμένον δὲν ὑπάρχει· χθὲς ἦτο ἄλλο.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν;
§105ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.
§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ τὸ Σύνταγμα εἰς ψηφοφορίαν.
§107ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησιν τὴν ὑμετέραν· δύνασθε νὰ θέσητε ζήτημα τοιοῦτον ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ;
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ περὶ τούτου.
§109ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ δεδικασμένον ἡ ψηφοφορία τῆς χθές. Μὴ θέλετε νὰ καταστήσητε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν ἰδεῶν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀποφαινομένη δὲν παρανομεῖ.
§111ΣΑΚΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω διὰ τί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἀλλὰ θέλει νὰ παραβιάσῃ αὐτὸν, καταβιβάζων οὕτω τὸν Διάδοχον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, οὗ τὸ ὄνομα ὑπὸ τόσον αἰσίους οἰωνοὺς φέρεται ἀνὰ τὰ στόματα ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων. Ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων, ὡς τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ ἕβδομον ἄρθρον τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, εἶναι καθαρὰ καὶ σαφὴς, φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμόν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς περὶ τούτου, θέτων τὸ ζήτημα εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν, ὅπως ὁ Κανονισμὸς ἀναγράφει. Ἐὰν δὲ, στηριζόμενοι εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ζητῆτε νὰ παραβιάσητε τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω, ὅτι διαπράττετε οὕτω παρανομίαν, ἥτις θὰ ἦναι ὕβρις πρὸς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, θὰ ἦναι καταπάτησις τῶν θεσμῶν, οὓς οἱ πρόγονοι ἡμῶν δι’ αἵματος καθιέρωσαν. Ἡ δὲ Κυβέρνησις, διὰ τοιαύτης, ἥκιστα κοινοβουλευτικῆς, συμπεριφορᾶς ζητοῦσα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της ἐν τῇ Βουλῇ, ἐπιβάλλει καὶ εἰς τὴν Ἀριστερὰν τὸ καθῆκον ν’ ἀποχωρήσῃ τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ νὰ μὴ παρακάθηται ἐν αὐτῇ ὡς θεατὴς καὶ ψευδομάρτυς τοιούτων ἀνομημάτων.
§112ΤΙΝΕΣ. Πολὺ ὡραῖα!
§113ΕΤΕΡΟΙ. Τί εἶναι αὐτά! (Θόρυβος).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, μετὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς δὲν δύναμαι νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν ταύτην ἀπαιτοῦμεν νὰ σεβασθῆτε τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν· δὲν δυνάμεθα νὰ σεβασθῶμεν γνώμας καὶ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται πρὸς τὸ Σύνταγμα ῥητῶς.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τεθῇ ἐκ νέου τὸ ζήτημα.
§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ τοιοῦτον ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν· εἶναι ῥητὸς ὁ Κανονισμὸς, καὶ δὲν δύνασθε νὰ θέσητε τοῦτον εἰς ψηφοφορίαν.
§118Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν καὶ χθὲς καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ φρονῶμεν, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἔπρεπε νὰ γίνῃ μυστική· καὶ τοῦτο τὸ πράττομεν, διότι θέλομεν νὰ δώσωμεν κῦρος εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον θὰ γίνῃ νόμος. Ἐὰν ὑμεῖς φρονῆτε, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ φανερὰ ἡ ψηφοφορία, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχηται τὴν γνώμην ταύτην, βεβαίως τὴν εὐθύνην φέρετε ὑμεῖς.
§119ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡμεῖς φέρομεν τὴν εὐθύνην τῆς παραβιάσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ἐὰν τὸ ἐπιτρέψωμεν.
§120ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν;
§122ΤΙΝΕΣ. Δὲν δύνασθε νὰ τὴν ἐρωτήσητε.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μὲ διακόψητε.
§124ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, καὶ σᾶς διακόπτω· δὲν σᾶς ἐπιτρέπω... (Θόρυβος).
§125ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον διὰ τῆς βίας δύνασθε νὰ κάμψητε τοιαύτην παρανομίαν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ζητῆτε τὸν λόγον, ὅταν θέλητε νὰ ὁμιλήσητε.
§127ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν δὲν σέβησθε τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν κἀνένα λόγον, οὔτε νὰ ζητήσωμεν σειράν...
§128ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὀφείλετε, κ. Πρόεδρε, νὰ θέσητε τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, καὶ οἱ θέλοντες νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ, νὰ ψηφίσωσιν, οἱ δὲ μὴ θέλοντες νὰ ψηφίσωσιν, ἂς καταψηφίσωσιν, ὅσοι δὲ δὲν θέλουσι νὰ παρίστανται, δύνανται ν’ ἀπέλθωσι, δὲν δύνανται ὅμως νὰ ματαιώσωσι τὴν συνεδρίασιν, οὔτε νὰ ἐπιβληθῇ ἡ μειοψηφία εἰς τὴν πλειοψηφίαν... (Πρὸς τὴν Ἀριστεράν). Ὀφείλετε νὰ ὑπακούσητε εἰς τὴν πλειοψηφίαν· αὕτη ἐπικρατεῖ· εἶσθε ὀλιγώτεροι καὶ θὰ ὑποκύψητε. (Θόρυβος).
§129ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι· δὲν ὑποκύπτομεν.
§130ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει οὕτω: (Ἀναγινώσκει).
§131ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀναγνώσατε παρακάτω.
§132ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκει). Περιέχει τὸ ἄρθρον αὐτὸ καί τινας ἐξαιρέσεις, ἀλλὰ φρονεῖτε ὅτι αἱ ἐξαιρέσεις αὗται ἔχουσιν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Ἐὰν νομίζητε τοῦτο, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ σχετικὰ ἄρθρα, διὰ νὰ ἰδῆτε περὶ τίνος πραγματεύονται.
§133ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ τα.
§134ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἄρθρα 46, 52 καὶ 53 τοῦ Συντάγματος, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται αἱ ἐξαιρέσεις, λέγουσιν. (Ἀναγινώσκει ταῦτα). Σᾶς ἐρωτῶ: ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου μία ἐξ αὐτῶν τῶν τριῶν περιπτώσεων, περὶ τῶν ὁποίων ποιεῖται μνείαν τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Κανονισμοῦ; Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ, δύνασθε ν’ ἀμφιβάλλητε πλέον περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς γνώμης ἡμῶν; Λέγετε, ὅτι, ἐπειδὴ εἶσθε πλειοψηφία, θὰ ἐπιβληθῆτε εἰς ἡμᾶς, παραβαίνοντες τὸν Κανονισμόν. Ὄχι, δὲν σᾶς ἐπιτρέπομεν νὰ παραβιάσητε τὸν Κανονισμόν, διότι, ἐὰν κάμητε νόμον διὰ τῆς παραβιάσεως αὐτοῦ, δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ πρὸς στιγμήν, ἀλλ’ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἔθνους δὲν εἶναι νόμος.
§135ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐπειδὴ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ὁμιλεῖτε ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι ὑποστηρίζετε τὰ συμφέροντά του, πῶς ἐξηγεῖτε τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ κατὰ τὰς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐνεργηθείσας τέσσαρας ἐπαναληπτικὰς ἐκλογάς;
§136ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν αὐτό· ἄλλο εἶναι ὁ Κανονισμὸς, καὶ ἄλλο ἡ ἐκλογή.
§137ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ὑποστηρίζετε μόνον τὰς ἰδέας σας, τὰς ἰδιοτροπίας σας, τὰ συμφέροντά σας, καὶ ὄχι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὰ ὁποῖα ἀντιπράττετε δι’ ὅσων σήμερον ὑποστηρίζετε· καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέδειξε τοῦτο διὰ τῆς ψήφου του, ψήφου ἐξενεχθείσης διὰ τοῦ μᾶλλον ἐκφραστικοῦ τρόπου. Πρέπει λοιπὸν νὰ παύσητε λέγοντες τὰ τοιαῦτα.
§138ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αἱ συμπληρωτικαὶ ἐκλογαὶ παρέχωσιν εἰς ὑμᾶς τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύητε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιδοκιμάζει πάντα ὅσα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως γίνονται. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι ζήτημα περὶ τοῦ, ἂν πρέπῃ νὰ δωρηθῶσι γαῖαι καὶ ἰχθυοτροφεῖα εἰς τὸν Διάδοχον, καὶ μάλιστα διὰ ψηφοφορίας ἐναντίας τῷ Κανονισμῷ, δὲν ἐτέθη ὑπ’ ὄψει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξέλεξε τοὺς Βουλευτὰς κατὰ τὰς ἐπαναληπτικὰς ἐκλογάς.
§139ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ χθὲς, κ. Πρόεδρε, ἐξέθηκα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὰς γνώμας μου πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ σήμερον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως συμπληρωτικῶς προσθέσω βραχύτατά τινα. Ὡς παρατηρεῖτε, καὶ ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου δὲν μένει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, καὶ συνεπῶς δέον νὰ λυθῇ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Τὸ ἄρθρον 61, τὸ περὶ τούτου πραγματευόμενον, κάμνει ἐξαιρέσεις τινὰς, τὰς ὁποίας ῥητῶς ἀναγράφει, τὰ δὲ περὶ τούτου ἄρθρα σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφός μου. Ἡ περίστασις αὕτη, τοῦ ὅτι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ ἐπὶ πάντων τῶν προσωπικῶν ζητημάτων μυστικὴν ψηφοφορίαν, καὶ ἡ παρακολούθησις τῶν διατάξεων περὶ ῥητῶν ἐξαιρέσεων ἀποδεικνύει, ὅτι πέραν τῶν ἐξαιρέσεων τούτων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἄλλως πως ἐπὶ ζητημάτων, εἰς ἃ ἀναφέρονται ὀνομαστὶ πρόσωπα. Ὁ νόμος περιέχει τὸν κανόνα, μετὰ δὲ τὸν κανόνα ἐποιήσατο ῥητὰς ἐξαιρέσεις. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ ἐξαιρέσεις αὗται, ἴσως ἐδικαιοῦτό τις νὰ παραπλανηθῇ, καὶ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἐναπόκειται εἰς τὴν διάκρισιν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων ζητημάτων, νὰ ἑρμηνεύῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς ῥητῶς ἀναγράφει τρεῖς ἐξαιρέσεις, ἀποκλειούσας πᾶσαν ἄλλην. Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ θελήσῃ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φέρῃ τὸ ὑπέρτατον κῦρος, κῦρος ἀναμφισβήτητον, νὰ μὴ θελήσῃ, λέγω, νὰ ψηφοφορηθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον διὰ τρόπου, ἀντιβαίνοντος εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησιν τῶν Βουλευτῶν, τὴν γνώμην αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ μοὶ εἴπωσιν, ἐὰν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν ἦναι ἐξ ἐκείνων, ἅτινα, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, πρέπει νὰ λυθῶσι διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους, οἵτινες φέρονται ἀνὰ τὰ στόματα καὶ οἵτινες ἀναγκάζουσι τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ θέλῃ νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία. Ἐπαναλαμβάνω, παρακαλῶν τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν κήδηται τοῦ γοήτρου τῆς Βασιλείας καὶ τοῦ ἠθικοῦ κύρους τῶν πράξεων τῆς Βουλῆς, νὰ συντελέσῃ νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα οὕτω περιαφθῇ εἰς τὰς πράξεις αὐτῆς τὸ κῦρος, οὗ ἔχουσιν ἀνάγκην· ἄλλως, ἂν κατορθωθῇ νὰ γίνῃ ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ πρᾶξις αὕτη κυροῦται μὲν κατὰ τύπους, κατ’ οὐσίαν ὅμως θὰ στερῆται πάσης νομίμου ἰσχύος.
§140ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀντιτασσόμενοι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἴσως δὲν ἤθελον ἐπιθυμήσει ἄλλο τι τόσον, ὅσον τὴν πάλην, ἡ ὁποία ἀνεφύη ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς ψηφοφορίας, διότι οἱ ἀντιτασσόμενοι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν εἶχον βεβαίως πρότερον τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι γινομένης μυστικῆς ψηφοφορίας, ἡ συνείδησις τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας ἤθελεν ὑπαγορεύσει ἄλλο τι, παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ κατὰ τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἐπιμένουσα κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης, παρέχει ἀμέσως τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφοφορηθῇ, δὲν θὰ ᾖναι τὸ ἔργον τῆς συνειδήσεως τῆς πλειοψηφίας. Τοιουτοτρόπως δὲ, Κύριε Πρόεδρε, κατ’ οὐσίαν ματαιοῦται ἐντελῶς ἡ τοιαύτη πρὸς τὸν Διάδοχον παραχώρησις, καὶ ἀποβαίνει ἁπλῶς μία τυχαία ζημία, τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος θὰ ὑποστῇ, ἀλλ’ ἀξίαν δὲν θὰ ἔχῃ, διότι, ἕνεκα τῆς ὠθήσεως, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τὸ ζήτημα ἡ Κυβέρνησις, γεννᾶται ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἡ συνείδησις τῆς πλειοψηφίας δὲν θέλει ἐπιψηφίσει τοιοῦτον νομοσχέδιον. Καὶ δὲν ἐννοῶ, πῶς ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲν ἐννοῶ, πῶς δύναται σπουδαίως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει ζήτημα προσωπικόν. Μήπως ἐννοῇ ὁ Κανονισμὸς, ὅτι τὸ προσωπικὸν ζήτημα ὑπάρχει μόνον ὅταν ἀνάγηται εἰς πρόσωπον ὅλως τυχαῖον, καὶ δὲν ἀνάγηται εἰς πρόσωπον ὑψηλόν; Διότι ποῖος εἶναι ὁ λόγος τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας; εἶναι, νὰ μὴ κινῆται ὁ ψηφίζων ἐκ τῆς εὐλαβείας πρὸς τὸ πρόσωπον, ἵνα ψηφίζῃ ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς του. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία, εἰς ποίαν ἄλλην περίστασιν δύνασθε νὰ τὴν εὕρητε, παρὰ εἰς αὐτήν; Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ μυστικὴ ψηφοφορία κεκανονισμένη, ἔπρεπε νὰ ἐπινοηθῇ εἰς τοιαύτην περίστασιν. Καὶ τί ἐγένετο χθές; Ψηφοφορουμένης τῆς οὐσίας, συγχρόνως ἀπεφασίζετε, ὅτι γίνεται ἡ ψηφοφορία φανερά. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, ὁ Κανονισμὸς πλέον δὲν ὑφίσταται, διότι, ἂν ἡ Βουλὴ εἰς ἕκαστον ζήτημα δύνηται συγχρόνως ν’ ἀποφασίζῃ ἐν τῇ αὐτῇ συζητήσει τῇ περὶ τῆς οὐσίας, ὅτι τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ δεῖνος ἄρθρου θὰ τὴν ἐκτελέσῃ φανερὰν, ἐπὶ ἄλλου δὲ ἄρθρου θὰ τὴν ἐκτελέσῃ μυστικὴν, τότε ὁ Κανονισμὸς ποίαν ἀξίαν ἔχει; Ἂν πρόκηται νὰ μεταβληθῇ ὁ Κανονισμὸς, τὸ τοιοῦτον θὰ γίνῃ θέμα εἰδικῆς συζητήσεως, καὶ μετὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ, τότε ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀπεφάσισεν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ὁ Κανονισμός· βέβαια ἡ Βουλὴ δύναται νὰ μεταβάλλῃ τὸν Κανονισμὸν, ἀλλ’ ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι εἰς ἑκάστην στιγμὴν, χωρὶς νὰ τίθηται θέμα, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφοφορῇ, εἴτε διὰ μυστικῆς, εἴτε διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας; Καὶ ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ἁπλῶς διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, κατ’ οὐσίαν εἶναι διάταξις τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ Σύνταγμα εἰς τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα παραπέμπει ὁ Κανονισμὸς, ῥητῶς κάμνει λόγον περὶ φανερᾶς ψηφοφορίας ἐπὶ ἄλλων θεμάτων. Τὸ Σύνταγμα λοιπὸν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τοὺς Κανονισμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ὡς καὶ ὁ νῦν ἰσχύων, ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων ἐπιβάλλουσι τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν· ὅταν λοιπὸν τὸ Σύνταγμα εἰς τὰς ἐξαιρέσεις ἐκείνας σᾶς λέγῃ, ὅτι ἡ ψηφοφορία γίνεται φανερὰ, προϋποθέτει τὸ Σύνταγμα, ὅτι εἰς τὰ ἄλλα προσωπικὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς αὐτὴν τὴν Βασιλείαν, ἡ ψηφοφορία γίνεται μυστική. Ναὶ μὲν φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ἡ περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας διάταξις εἶναι τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν θὰ ἔκαμνε λόγον περὶ φανερᾶς ψηφοφορίας, ἂν δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐν γένει περὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ ᾖναι μυστικὴ, καὶ ἀφοῦ, διατάσσον καὶ περὶ τῆς Β. Οἰκογενείας καὶ περὶ Διαδόχου, λέγει, ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας, ἃς μνημονεύουσι τὰ ἀναφερόμενα ἄρθρα, γίνεται φανερὰ ἡ ψηφοφορία, ἐννοεῖ, ὅτι εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν γίνεται ἡ ψηφοφορία μυστική. Λοιπὸν ἡ παράβασις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι παράβασις αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως βλέπετε, τινὲς φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ ᾖναι μυστική, ἕτεροι δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι φανερά. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§142ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τί κρίνετε σεῖς, ὡς Πρόεδρος, κατὰ τὴν συνείδησίν σας; τί λέγει ὁ Κανονισμός;
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλήν.
§144ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.
§145ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ φανερὰ ἡ ψηφοφορία, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§147ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τί παρεδέχθη; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τοιοῦτον ζήτημα· εἶναι πλαστογραφία τῆς Βουλῆς. (Θόρυβος).
§148ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας, Κύριε Πρόεδρε.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§150ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ μὲν τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐγὼ, διότι ἄλλοι ῥήτορες πρὸ ἐμοῦ, τῶν ὁποίων τὸ κῦρος εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἐπαρκῶς ἀνέπτυξαν τὸ ἀπρεπὲς, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλην λέξιν, τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Πρὸς τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν ἀξιοτίμων ἐκείνων ῥητόρων, κατ’ οὐσίαν εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος. Ἤδη ὅμως, προκειμένου περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω, ὅτι, ὁσοιδήποτε καὶ ἂν λάβωσι τὸν λόγον, τὸ ζήτημα δὲν δύναταί ποτε νὰ θεωρηθῇ ἐξηντλημένον, διότι πρόκειται περὶ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἐφ’ ὅσον τις φρονεῖ, ὅτι προσβάλλεται, ὄχι δικαίωμα, ἀλλὰ καθῆκον ἔχει, νὰ ἀγορεύῃ. Ἤκουσα νὰ λέγωσιν ἐκεῖθεν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι καὶ αὐτὸ ζήτημα πλειονοψηφίας. Ἀληθῶς πάντα τὰ ζητήματα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ φθάνουσιν εἰς τὸ τέλος νὰ γίνωνται ζητήματα πλειοψηφίας, ἀλλ’ ἀνώτερον τῆς πλειοψηφίας ἵσταται πάντοτε τὸ δίκαιον καὶ ἡ λογική. Ἂν ἀνοίξητε τὸ 61 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ.....
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ψηφοφορία, κύριε Βουλευτὰ, καὶ ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλεσμα· δὲν ἠμπορεῖτε πλέον νὰ ὁμιλῆτε.
§152ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι παραβιάζετε τὸν Νόμον, καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα, νὰ ὁμιλῶ πάντοτε.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, σᾶς ἐπαναλαμβάνω.
§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Νόμος καταπατεῖ καὶ συντρίβει πᾶσαν πλειονοψηφίαν, παρανομοῦσαν.
§155ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἐζήτησα ἐντεῦθεν τὸν λόγον· νομίζω δὲ, ὅτι, καὶ ἂν ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς θέτομεν τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου προσπαθοῦμεν καὶ ὅπου τὸ θέτομεν, οὐδεὶς εἶναι ἱκανὸς νὰ μᾶς ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον. Λοιπὸν λέγω, ὅτι τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Κανονισμοῦ θέλει διὰ σφαιριδίων μυστικὴν ψηφοφορίαν......
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐλύθη, κ. Βουλευτὰ, παρὰ τῆς πλειοψηφίας.
§157ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ σεβασθῆτε τὴν θέσιν σας, κύριε Πρόεδρε.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πλειοψηφία τὸ ἔλυσεν αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§159ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρανομία! Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀθετήσητε τὸν Κανονισμόν, οὔτε σεῖς, οὔτε ἡ πλειοψηφία· ἀσεβεῖτε πρὸς τοὺς νόμους.
§160ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἐμπρὸς, κύριε Πρόεδρε. (Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως τὸ ἄρθρον 7.)
§161ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 8.)
§162ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τί ἀναγινώσκετε;
§163ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8· ὁμοίως τὸ ἄρθρον 9).
§164ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι νόμος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ψηφίζετε· εἶναι χάρτης ἄγραφος.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἤδη.
§166Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν ἐν τῇ τάξει καὶ εἶναι ἀναγκαῖον, νὰ ἐπανέλθωμεν ἐν τῇ τάξει, ἵνα ἐκπληρώσωμεν, ὅ,τι ὀφείλει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν. Τὸ ἄρθρον 61, παράγραφος 2, τοῦ Κανονισμοῦ διατάσσει, ὅτι μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται οὐχὶ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, ὅπως τινὲς, εἶπον, ἀλλ’ ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται πρόσωπα ὀνομαστὶ ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ὁ συντάκτης τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπιθυμῶν νὰ καταστήσῃ σαφῆ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ ἐκφράσῃ, ἐπειδὴ ὑπώπτευσεν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἂν δειτάσσετο ἁπλῶς, ὅτι μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται ἐπὶ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων, νὰ γεννηθῇ δισταγμὸς, ποῖον εἶναι τὸ προσωπικὸν ζήτημα, καὶ ἐντεῦθεν νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Βουλὴ νὰ διαιρεθῇ τὰς γνώμας, καὶ τινὲς μὲν νὰ λέγωσιν, ὅτι εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα, ἄλλοι δὲ, ὅτι δὲν εἶναι προσωπικὸν, διεσάφησε καταλεπτῶς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐν τῷ νῷ, καὶ εἶπεν, ὅτι προσωπικὰ ζητήματα ἐννοεῖ ὅλα τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρεται, πρόσωπον ὀνομαστὶ, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ διατάσσει νὰ γίνηται μυστικὴ ψηφοφορία. Ἡ διάταξις αὕτη μάλιστα τοῦ Κανονισμοῦ δὲν συμβαίνει νὰ ἦναι ἁπλῶς κανονιστικὴ, ἀλλ’ εἶναι διάταξις τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον, ὅταν ἔκρινεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἡ περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας γενικὴ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, διέταξε ῥητῶς νὰ γίνηται φανερὰ ψηφοφορία. Λοιπὸν ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ῥυθμίσωμεν τὴν τακτικήν μας κατὰ τὴν σαφῆ διατάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 ἔπρεπε νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία. Παρ’ ἐλπίδα προέκυψεν ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον δὲν ἤκουσα ν’ ἀπαγγείλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ φανερὰ ψηφοφορία, διότι δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Κανονισμοῦ.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς ὑπεστήριξεν αὐτὸ, καὶ ἐγὼ, συμμεριζόμενος τὴν γνώμην ταύτην, προεκάλεσα τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ.
§168ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὕτως ἔχει; Πολὺ καλά. Ὅταν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐννοίας διατάξεως νόμου, ἐπιτρέπεται νὰ προσφύγῃ τις εἰς τὴν ἑρμηνείαν. Ἔχετε πολλὰ εἴδη ἑρμηνειῶν· πρώτη ἐξ αὐτῶν εἶναι ἡ γραμματική. Ὅταν ὅμως ἡ ἑρμηνεία ἡ γραμματικὴ ἀποκλείῃ πᾶσαν ἄλλην ἔννοιαν, πλὴν τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν δίδουσιν αἱ φράσεις τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, τότε ἀπαγορεύεται ἡ λογικὴ ἑρμηνεία, ἀπαγορεύεται δὲ πᾶς δισταγμὸς, ὁ ὁποῖος ἤθελε προταθῆ. Ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι πᾶν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται πρόσωπον ὀνομαστὶ, ψηφοφορεῖται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας· δὲν ἐπιτρέπεται ἑπομένως ν’ ἀρνηθῇ τις νὰ ψηφοφορήσῃ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὀνομάζει πρόσωπον. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅτι, μολονότι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρει ὀνομαστὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου, μ’ ὅλα ταῦτα, δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ προβάλῃ, ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτοῦ δὲν εἶναι ὀρθὸς, διότι δὲν εἶναι λογικὸς, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος παριστᾷ τὴν δημοσίαν τάξιν, νὰ προβάλλῃ τοιούτους ἰσχυρισμούς· ἀλλ’ ἂν ἐπιμένῃ, ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ καὶ ζημίᾳ, νὰ προβάλλῃ ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον οὐδὲ ἡ λογικὴ, οὐδὲ ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία ὑποστηρίζει, καὶ ὁ ὁποῖος ἀντιβαίνει εἰς τὸν ἐπίσημον χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον φέρει, τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς δημοσίας τάξεως, βεβαίως ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτοῦ τὴν ἐλευθερίαν ταύτην. Ὑπολαμβάνει λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δωρεᾶς δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 61, μολονότι ἡ περὶ ταύτης διάταξις ἀναφέρει ὀνομαστὶ πρόσωπα; Τοῦ ἰσχυρισμοῦ του τούτου φυσικὴν συνέπειαν προβάλλει, ὅτι πρέπει νὰ λύσῃ τὸν δισταγμὸν ἡ πλειοψηφία. Ἀλλὰ κατὰ τῆς γνώμης του ταύτης ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ προτείνωμεν τὸ ἀπαράδεκτον τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Κανονισμοῦ, διότι τὸ ἄρθρον 61 δὲν εἶναι δεκτικὸν ἑρμηνείας, ἀφοῦ ἡ ἔννοια, ἡ ἐκ τοῦ γράμματος αὐτοῦ ἐξαγομένη, εἶναι σαφής. Ὅθεν θέλει προταθῆ τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ προκληθῇ ψηφοφορία, καὶ θέλουσι ψηφίσει ὅσοι συμμερίζονται τὴν γνώμην τοῦ Πρωθυπουργοῦ κατὰ τῆς προτάσεως, μετὰ τοῦτο δὲ ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐπὶ τῆς οὐσιαστικῆς ψηφοφορίας, θέλομεν δὲ παραμείνει ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἀλλὰ σιωπῶντες, καὶ ἀφίνοντες τὴν πλειοψηφίαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ψηφοφορῇ, εἴτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρότασις ἀπαραδέκτου, εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν ἔλθῃ ἡ ψηφοφορία τῆς οὐσίας.
§169ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τί θέλει πράξει ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ποῖαι ἔσονται αἱ συνέπειαι τῶν πράξεών της, τοῦτο ἀφορᾷ εἰς αὐτήν· ἰδίως δὲ ἡ ἀξία τῶν πράξεων αὐτῆς καὶ τῶν συνεπειῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἐξ αὐτῶν ἐντυπώσεων ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοῦ κύρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ κῦρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δύναται νὰ θεωρῆται παρ’ αὐτῆς ὡς μέγα, καὶ ἑπομένως νὰ φρονῇ αὕτη, ὅτι τῆς τοιαύτης αὐτῆς πορείας τὰ ἀποτελέσματα ἔσονται σπουδαῖα, ἡμᾶς ὅμως τὰ ἀποτελέσματα τῆς πορείας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως οὐδόλως ταράττουσιν, ἀρκεῖ νὰ δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν. Ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνομεν, εἶναι μέτρα πρὸς τὸ ἀγαθὸν προτεινόμενα καὶ ἐφαρμοσθησόμενα, καὶ διὰ τοῦτο, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ πορεία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἐμποδίσῃ τὴν πραγμάτωσιν τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, καὶ τοῦτο μᾶς ἀρκεῖ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἠξίωσεν, ὅτι τὰ ζητήματα δύνανται ν’ ἀμφισβητῶνται μόνον ὅταν, κατὰ τὴν γνώμην ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὰ προτείνει, ἦναι ἐπιδεκτικὰ ἀμφιβολίας, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἀμφισβητῶνται ὅταν, κατὰ τὴν γνώμην ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὰ προτείνει, δὲν ἦναι ἐπιδεκτικὰ ἀμφιβολίας. Ἑπομένως ὁ προτείνων ζήτημα εἶναι καὶ ὁ ἀποφασίζων ὁποία θὰ ἦναι ἡ περὶ αὐτοῦ ἀπόφασις· ἀλλὰ καὶ οὕτως ἂν κρίνωμεν ἐν τῷ θέματι τούτῳ, δὲν δικαιοῦται ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν δικαιοῦται αὐτὸς ὁ προαγορεύσας ν’ ἀξιοῖ, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν ἀμφιβολίας, διότι πάντοτε ἔλυσε τὸ ζήτημα ἡ Βουλὴ, καὶ αὐτὸς ὁ προαγορεύσας, ἀκριβῶς ἀντιθέτως πρὸς ὅσα οὗτος ἀνέφερε. Ζητήματα προὐτάθησαν ἐν τῇ Βουλῇ πολλάκις, ἐν οἷς ὀνομαστὶ ἀνεφέροντο πρόσωπα. Εἰς τὴν Βουλὴν ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια περὶ παραχωρήσεων εἰς πρόσωπα, ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα, ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια περὶ συμβάσεων, ὀνομαστὶ ἀναφερομένων τῶν προσώπων, πρὸς ἃ συνωμολογοῦντο αἱ συμβάσεις, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπ’ αὐτῶν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε μυστικά. Ἂν ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ εἶχε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν εἰς αὐτὴν ὁ προαγορεύσας, ἂν τουτέστιν ἀρκῇ νὰ μνημονεύηται πρόσωπον καὶ πρέπει ἡ ψηφοφορία νὰ γένηται μυστικὴ, πῶς αἱ παραχωρήσεις προνομίων καὶ αἱ ἐγκρίσεις συμβάσεων πρὸς πρόσωπα ἀπεφασίσθησαν διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας, κατὰ τῆς ὁποίας οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἐγένετο; Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἐγένετό ποτε ἀντίῤῥησις καὶ εὐθὺς ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ παρετήρησεν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἐννοεῖ, ὅτι, ὁσάκις ὄνομά τι ἀναφέρηται ἐν προτάσει, ἀρκεῖ τοῦτο διὰ νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, ἀλλὰ πρέπει τὸ ὄνομα ν’ ἀναφέρηται διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος νὰ καθιστᾷ τὸ ζήτημα προσωπικόν. Ἐν τῷ θέματι δὲ τούτῳ, περὶ οὗ ἤδη πρόκειται, τὸ ὄνομα δὲν καθιστᾷ τὸ ζήτημα προσωπικόν, διότι πρόκειται περὶ ἐκπληρώσεως ὑποχρεώσεως τῆς Πολιτείας πρὸς τὸ Στέμμα καὶ τοὺς περὶ τὸ Στέμμα. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τῆς Πολιτείας οὐδὲν ἔχει τὸ προσωπικόν· εἴτε Κωνσταντῖνος, εἴτε Γεώργιος, εἴτε Νικόλαος ὀνομάζεται ὁ Διάδοχος τοῦ Στέμματος, εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Στέμματος θὰ γένηται ἡ παραχώρησις, ἡ ὁποία παρ’ ἡμῶν προτείνεται, καὶ ἡ ὁποία ἐψηφίσθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, δὲν εἶναι δὲ ἡ παραχώρησις πρὸς τὸ ἄτομον καθ’ ἑαυτὸ, ἀλλὰ πρὸς τὸν ἤδη κατέχοντα τὴν θέσιν, τὸ δὲ κατέχον ἤδη τὴν θέσιν πρόσωπον, ἀφοῦ λαμβάνει τὴν δωρεὰν καθὸ Διάδοχος, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, διότι ὀνομαστὶ μνημονεύεται, ὡς καθιστῶν τὸ ζήτημα τοῦτο προσωπικόν.
§170ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ταραττώμεθα διὰ τὸ θάῤῥος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ νὰ παρέχῃ τοιαύτας ἑρμηνείας ἀρεστὰς προχείρως εἰς τοιαῦτα θέματα. Αὐτὸ εἶναι ἀπόδειξις τῆς εὐλαβείας πρὸς τὴν πλειοψηφίαν· λ. χ. δὲν δυσκολεύεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι πάντοτε ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἔχει πλέον κἀμμίαν ἀξίαν, διότι, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι, προκειμένου περὶ δωρεᾶς πρὸς πρόσωπον, ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἐφαρμόζεται, τότε βεβαίως οὐδεμίαν ἔχει ποτὲ ἐφαρμογήν. Ἂν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν ἔχῃ ἐφαρμογὴν, πότε θὰ ἔχῃ; Ἀλλὰ δὲν ἐδίστασε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ψηφοφοροῦνται μυστικῶς συμβάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἀναφέρεται πρόσωπον· καὶ τοῦτο τὸ ἐνόμισε σπουδαῖον ἐπιχείρημα. Ἀλλ’ εἶναι σπουδαῖα, Κύριοι ταῦτα; δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ; Τότε παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ, πότε ἔχει. Διαφέρει βεβαίως τὸ ζήτημα, ὅταν πρόκηται περί τινος συμβάσεως ἀμφοτεροβαροῦς, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται, Κύριοι, περὶ παραχωρήσεως, περὶ δωρεᾶς πρὸς πρόσωπον, ἐὰν αὐτὴ ἡ περίστασις δὲν προβλέπηται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ποία περίστασις προβλέπεται; Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐὰν ἡμεῖς ἀγωνιζώμεθα κατὰ τῶν τοιούτων ἑρμηνειῶν, ἔχομεν ἆρά γε συμφέρον νὰ μὴ συμβῶσι πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅπως συντελεσθῇ αὐτὴ ἡ δωρεά; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξέφρασε μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν πραγματικῶς ἔχει· εἶπεν: «ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν περὶ τῶν ἀντιῤῥήσεων· ἀρκεῖ, ὅτι δυνάμεθα διὰ τῆς πλειοψηφίας νὰ κατορθώσωμεν τὴν παραχώρησιν». Ἀλλὰ, Κύριοι, πρώτην φορὰν βλέπω Κυβέρνησιν νὰ λέγῃ, ὅτι ἀδιαφορεῖ, καὶ ὅταν γίνωνται τοιαῦται συζητήσεις προκειμένου περὶ τοῦ Στέμματος, περὶ τοῦ Διαδόχου, διότι δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι μία Ἀντιπολίτευσις δύναται νὰ ἔχῃ συμφέρον νὰ πολεμῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅταν δὲν ἔχῃ συμφέρον νὰ τὸ πολεμῇ, τότε ἡ Κυβέρνησις, εὐλαβουμένη τὰ καθήκοντά της πρὸς τὸ Στέμμα, πρέπει παρὰ πολὺ νὰ προσέχῃ, ὄχι ὅταν μία ὁλόκληρος Ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ καὶ ὅταν εἷς Βουλευτὴς ἀντιτάσσῃ τὴν γνώμην του. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἠσέβησε πρὸς τὸ Στέμμα ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ ἔχῃ πάντοτε ἐστραμμένην τὴν προσοχήν του, μήπως δύναται νὰ προκύψῃ τίποτε, ἔστω καὶ κατὰ παρεξήγησιν, ἐναντίον τοῦ Στέμματος. Ἀλλὰ τί λέγει; «Ἀδιαφορῶ περὶ τῶν ἀντιῤῥήσεων». Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἐὰν τὴν τοιαύτην ἐξήγησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν θέλει ἀκούσει ὁ Διάδοχος μετὰ μεγίστης, τολμῶ εἰπεῖν, ἀγανακτήσεως.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§172ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 276). Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 87,592 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 277). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 11½ μ. μ.