| 3138 | Χαρ. Τρικούπης | Ν | Στέφ. Δραγούμης | Ν | |
| 3139 | Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Δημ. Γ. Ῥάλλης | ||
| 3140 | Γ. Σισμάνης | Ν | Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας | Ν | |
| 3141 | Δ. Βουλπιώτης | Ν | Φωκίων Νέγρης | Ν | |
| 3142 | Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς | Ο | |
| 3143 | Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | Νικ. Μπουφίδης | Ν | |
| 3144 | Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ο | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | ||
| 3145 | Μ. Γουλιμῆς | Ν | Δημ. Καλλιφρονᾶς | ||
| 3146 | Μ. Ἰατρίδης | Ν | Νικ. Λεβίδης | ||
| 3147 | Δ. Χατζόπουλος | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ν | ||
| 3148 | Γεώργ. Μίλησης | Ν | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ν | |
| 3149 | Σπ. Νοταρᾶς | Ν | Τρύφ. Μουτσόπουλος | Ν | |
| 3150 | Γεώργ. Κούστας | Ν | Γ. Ῥοῦφος | ||
| 3151 | Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ν | Θάνος Κανακάρης | Ν | |
| 3152 | Σωτ. Δανόπουλος | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ν | ||
| 3153 | Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | ||
| 3154 | Μιχ. Νικηφοράκης | Ν | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ο | |
| 3155 | Δημ. Πετρίδης | Α. Φωτήλας | |||
| 3156 | Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ν | ||
| 3157 | Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ἀντ. Ῥικάκης | |||
| 3158 | Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ο | ||
| 3159 | Χρ. Χριστόπουλος | Ἰω. Κρεστενίτης | |||
| 3160 | Φίλιπ. Βάρβογλης | Ν. Κουμανιώτης | Ο | ||
| 3161 | Ἠλίας Φλέσσας | Στέφ. Στεφανόπουλος | |||
| 3162 | Κων. Κωνσταντόπουλος | Ν. Καλογερόπουλος | Ν | ||
| 3163 | Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | ||
| 3164 | Παν. Μανέτας | Ν | Ν. Παπανικολάου | Ν | |
| 3165 | Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | Ν. Καφετζόγλους | Ν | ||
| 3166 | Ἠλίας Παλαμήδης | Ν | Ἰω. Πεζάς | ||
| 3167 | Κωνστ. Κατσικόπουλος | Κων. Σινέλης | Ν | ||
| 3168 | Δ. Ζέγγελης | Ν | Κων. Λομβάρδος | Ν | |
| 3169 | Δημ. Ν. Βότσαρης | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | ||
| 3170 | Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ν | ||
| 3171 | Γεώργ. Χ. Παχύς | Ν | Διον. Λομβάρδος | Ν | |
| 3172 | Γεώργ. Θεοτόκης | Ν | Α. Ἀστεριάδης | ||
| 3173 | Κωνστ. Βασιλάκης | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | ||
| 3174 | Ἀντ. Καποδίστριας | Κων. Μαρκίδης | Ν | ||
| 3175 | Ν. Βασιλάκης | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ν | ||
| 3176 | Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν | ||
| 3177 | Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | ||
| 3178 | Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν | ||
| 3179 | Θεόφ. Προβατᾶς | Σωτ. Σωτηρόπουλος | |||
| 3180 | Ι. Παδοβᾶς | Ν | Κων. Κουμουνδοῦρος | ||
| 3181 | Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Περ. Πεῤῥωτής | |||
| 3182 | Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Δημ. Τζάνες | Ν | ||
| 3183 | Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ν | Περ. Μποῦτος | ||
| 3184 | Νικ. Βαλσαμάκης | Παν. Σάκκης | Ο | ||
| 3185 | Γερ. Μουσούρης | Νικ. Παπαλέξης | Ν | ||
| 3186 | Παν. Βενιεράτος | Ν | Νικ. Μισυρλῆς | ||
| 3187 | Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Πέτρ. Μαυρομιχάλης | Ν | ||
| 3188 | Γεώργ. Κόρπας | Ἀσημ. Χριστόπουλος | |||
| 3189 | Στέφ. Σκουλούδης | Ν | Εὐστάθ. Κοκκέβης | ||
| 3190 | Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ν | Δημ. Κάρτσωνας | ||
| 3191 | Χαρίλ. Προβελέγγιος | Δημ. Π. Γουδῆς | |||
| 3192 | Νικ. Νομικός | Ν | Σ. Χατζηγάκης | Ν | |
| 3193 | Μίνως Μπογιατζόγλους | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν | ||
| 3194 | Γεώργ. Μπούμπουρας | Ν | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν | |
| 3195 | Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν | Γ. Φραγγίδης | ||
| 3196 | Δημοσθ. Καΐρης | Ν | Α. Τακιατζῆς | Ν | |
| 3197 | Γεώργ. Δρόσος | Ν | Γ. Τάκης | Ν | |
| 3198 | Νικ. Κρίσπης | Ν | Ν. Ταρμπάζης | Ν | |
| 3199 | Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | ||
| 3200 | Κων. Κοσσονάκος | Ν | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ν | |
| 3201 | Ν. Παπαμιχαλόπουλος | Θεόδωρος Γκίκας | Ν | ||
| 3202 | Γ. Μαυρομιχάλης | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | ||
| 3203 | Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | ||
| 3204 | Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | |||
| 3205 | Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ν | Νικόλ. Κοντογιάννης | ||
| 3206 | Λεων. Καπετανάκος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ν | ||
| 3207 | Ξανθὸς Πικουλάκης | Ν | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ν | |
| 3208 | Γεώργ. Πετροπουλάκης | Ν | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ν | |
| 3209 | Ἰω. Καρτάλης | Δημ. Ζουλούμης | Ν | ||
| 3210 | Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | ||
| 3211 | Εὐάγγ. Σταμούλης | Θεμ. Κανάρης | |||
| 3212 | Ν. Κοκωσλῆς | Ν |
1887.05.19
3.219 στίχοι · 24.312 λέξεις · 1 πίνακας · 236 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62
Τῆς 19 Μαΐου 1887.
(Τρίτη).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπικυροῦνται).
§1ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον ἓν γεγονός. Ὁ κ. Πρύτανις τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, λησμονήσας ὅτι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἐλειτούργησε, λειτουργεῖ καὶ θὰ λειτουργῇ ἡ Ἑλληνικὴ ἐλευθερία, ὤφειλε νὰ στρέψῃ τὸ βλέμμα καὶ ἐνταῦθα, καὶ νὰ μὴ δείξῃ περιφρόνησιν κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, προκειμένου νὰ ἑορτασθῇ ἡ πεντηκονταετηρὶς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἔμαθον ὅτι ἐκλήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ πρόσκλησις αὕτη εἶναι περιφρονητικὴ, διότι δὲν ἐκλήθη ὁλόκληρον τὸ Προεδρεῖον. Ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ, ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρακαθήσωμεν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, ὥστε νὰ ἐκλεχθῇ πρεσβεία, ἥτις νὰ παραστήσῃ τὸ Ἔθνος ἐνώπιον τῆς τοιαύτης μεγάλης τελετῆς. Λυποῦμαι διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως παρεῖδε νὰ θέσῃ εἰς τὴν τάξιν τὸν κ. Πρύτανιν, καὶ νὰ τῷ παραστήσῃ, ὅτι ἡ τοιαύτη συμπεριφορά του καὶ ἡ πολιτεία του εἶναι ἀπρεπής. Θὰ τὸν παρακαλέσω, καίτοι ἀργὰ, νὰ μεσολαβήσῃ, οὐχὶ ὅπως καὶ ἡμεῖς παρευρεθῶμεν εἰς τὴν ἐκλαΐκευσιν τοῦ «Οἰδίποδος Τυράννου», ἢ εἰς τὰς κηδείας, τὰς ὁποίας ἐτέλεσε, διότι οὕτως ὠνομάσθησαν, ἀλλὰ νὰ μεσολαβήσῃ, ἵνα ζητήσῃ συγγνώμην ὁ κ. Πρύτανις ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον διὰ τὴν ἀνοίκειον συμπεριφοράν του. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, τί ἐλέγετο ἀπὸ τὸν λαὸν, ὅτε ἐφέρετο τὸ λάβαρον ἐκεῖνο εἰς τὸν ναὸν τῆς Μητροπόλεως· τοῦτο λέγω μόνον, ὅτι πάντες ἐθεώρησαν κηδείαν τὴν κατὰ τὴν χθεσινὴν ἡμέραν τελετήν. Ἐκηδεύετο ὄντως ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις, εἰργάσθησαν δὲ πράγματι νὰ κηδεύσωσιν αὐτήν. Δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ θάῤῥους, ὅτι ἦτο ἀνάλογος ἡ τελετὴ πρὸς τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ἀπό τινων ἐτῶν ἀποφέρει τὸ Πανεπιστήμιον· ἔπρεπε νὰ ἦναι κηδεία, διότι κηδεύεται ἀπό τινος ἡ Ἑλληνικὴ ἐκπαίδευσις ἡ ἀνωτέρα, διότι δὲν ἐξάγει πλέον τὸ καθίδρυμα ἐκεῖνο ἀληθεῖς ἐπιστήμονας τὸ πλεῖστον, ἀλλ’ ἐπαγγελματίας καὶ τίποτε περιπλέον. Ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω πολλοὺς ὀργανισμοὺς τῶν Ἰταλικῶν Πανεπιστημίων, καὶ εἶδον, ὅτι ἐν διαστήματι δεκαετίας τὸ Πανεπιστήμιον μόνον τῆς Βολωνίας διὰ τῶν καθηγητῶν, ὑφηγητῶν καὶ βοηθῶν ἐδημοσίευσε πλεῖστα συγγράμματα, ἀποτελοῦντα τόμον ὁλόκληρον, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον δυστυχῶς δὲν κατώρθωσεν ἀπό τινος νὰ δώσῃ ἓν σύγγραμμα, ἀλλ’ οἱ δυστυχεῖς φοιτηταὶ τυραννούμενοι πράττουσιν ὅ,τι ἐπράττομεν καὶ ἡμεῖς πρὸ ἐτῶν, σπουδάζοντες διὰ σημειώσεων. Δὲν θέλομεν, εἶπον, κ. Πρόεδρε, νὰ παρευρεθῶμεν εἰς τὴν κωμῳδίαν, ἡ ὁποία θὰ παρασταθῇ, διότι κωμῳδία εἶναι ἡ ἐκλαΐκευσις τοῦ «Οἰδίποδος Τυράννου», ἐνῷ εἰς ἅπαντα τὸν κόσμον τὰ Ἑλληνικὰ δράματα ἐν τοιαύτῃ τελειότητι παρίστανται, ὅπως ἐγράφησαν ἀπὸ τὸν δαιμόνιον Σοφοκλῆν· τὸ Πανεπιστήμιον ἐξελαΐκευσε τὸν «Οἰδίποδα Τύραννον» καὶ τὸν κατέστησε κωμῳδίαν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ν’ ἀναγκάσῃ τὸν κ. Πρύτανιν νὰ ζητήσῃ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους, περὶ ἧς ὅλως ἀσκέπτως ἔκρινεν.
§2ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω σύμβασιν, περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Πατρῶν εἰς Πύργον, μετ’ ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς. Ὑποβάλλω ὡσαύτως νομοσχέδιον περὶ φυλακῶν. (Ὅρα Παράρτημα ἀριθ. 262 –263).
§3ΤΖΑΝΕΣ. Τὴν σύμβασιν ἀπὸ Καλαμῶν εἰς Μύλους τοῦ σιδηροδρόμου πότε θὰ ὑποβάλητε;
§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι ὑπὸ μελέτην.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κηρυκείων δικαιωμάτων (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 264)·
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν Χθὲς, μὴ εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, δὲν ἐψηφοφορήθη ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτοῦ, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 336–339 καὶ 341 τῆς Ποιν. Δικονομίας· ἑπομένως θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἤδη ἐπὶ τῆς διακοπείσης συζητήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, δι’ ἧς προτείνεται νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις: «ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἐμφανισθεὶς ἀποχωρήσῃ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς περὶ τὴν ἀπόδειξιν διαδικασίας, αἱ ἐκδιδόμεναι ἀποφάσεις λογίζονται ὡς κατ’ ἀντιμωλίαν ἐκδοθεῖσαι,» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 341. (Ἀναγινώσκεται, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ γίνεται δεκτόν). (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἐπίλοιπα ἄρθρα, καθὼς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). (Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ νομοσχέδια: Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1887· καὶ Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 172,915 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1886 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ἰδιωτικοῦ Φρενοκομείου, συντηρουμένου ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Δρομοκαΐτου.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ ἄρθρου 1 αἱ λέξεις «συντηρουμένου» καὶ «ἐπὶ τούτῳ διατεθέντος»· ὡσαύτως νὰ λείψῃ ἡ λέξις «συντηρουμένου» ἐκ τοῦ τίτλου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, οὕτω τροποποιηθέν).
§9ΚΟΖΑΚΗΣ. Εἶναι εἰς θέσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν θὰ δέχωνται ἀσθενεῖς, εἰμὴ ἐπὶ πληρωμῇ; Τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὴν διαθήκην.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐγένετο εἰσέτι ὁ Κανονισμός. Ταῦτα θέλουσι κανονισθῆ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως τῆς κληροδοτηθείσης εἰς τὸ Ἔθνος περιουσίας τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλου Ζάππα.
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ διαθήκη τοῦ Ζάππα, διότι νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι εἰς ἀντίφασιν.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον ἐμελετήθη καὶ ὑπὸ τῶν νομικῶν συμβούλων καὶ παρ’ ἡμῶν, ἤμην δέ ποτε καὶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὥστε γνωρίζω ἐντελῶς τὰ τῆς διαθήκης· εἷς τῶν νομικῶν συμβούλων, εἰδικῶς ἀσχοληθεὶς εἰς τὸ θέμα, ἀπεστάλη πρὸ δύο ἐτῶν εἰς Ῥουμανίαν, ἵνα συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Ζάππα· ὥστε διατελοῦμεν ἐν τοιαύτῃ γνώσει τῆς διαθήκης, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραβιάσωμεν, συντάσσοντες τὸ νομοσχέδιον, τὰς διατάξεις αὐτῆς, οὐδὲ νὰ περιπέσωμεν εἰς ἀντίφασιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἐπίσης εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποδόσεως μέρους τῶν ἐκ τῆς Θηραϊκῆς γῆς εἰσπράξεων εἰς τὸν δῆμον Θηρασίας. Καὶ εἰς γʹ. συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: 1) περὶ τῶν κτηματικῶν ὑποθέσεων τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Ἀττικῆς, καὶ 2) περὶ τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς τελωνιακῶν τινων ὑπαλλήλων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου ΦΜʹ τῆς 11 Νοεμβρίου 1875.
§15ΤΟΜΑΝ. Ὁ νομοθέτης, ὑποπτευόμενος, ὅτι τινὲς τῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν ὑπηρετῶσιν ἐν ᾧ τόπῳ ἐνασκοῦσι καὶ τὰ πολιτικὰ αὐτῶν δικαιώματα, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν πολιτικὴν, ἐνομοθέτησε διὰ τοῦ Νόμου ΦΜʹ τῆς 11 Νοεμβρίου 1875, ὥστε νὰ μὴ δύνωνται νὰ διορίζωνται ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ· ὥρισεν ἰδίως θέσεις, ἃς νὰ μὴ δύνωνται νὰ καταλάβωσιν. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου τούτου ἐπεξετάθη καὶ ἐπὶ τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, ἐσχάτως δὲ εὐτυχῶς ζητεῖται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν τελωνοφυλάκων καὶ ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων. Βεβαίως ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ πλέον πίστιν εἰς τὸ ποιὸν τῶν ὑπαλλήλων· καὶ ἡ διάταξις μὲν αὕτη διά τινας ἔχοντας αὐτενέργειαν καὶ αὐτοβουλίαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εἶναι σοφὴ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν αὐστηρὸν νὰ ἐπεκτείνωμεν ταύτην καὶ ἐπὶ τῶν πτωχῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ὁ λόγος, ὅστις προεκάλεσε τὸ νομοθέτημα περὶ μὴ διορισμοῦ ἐντοπίων τοιούτων, καθ’ ὅσον οἱ ὑπάλληλοι, περὶ ὧν τὸ νομοσχέδιον ποιεῖται λόγον, εἶναι ἐκ τῶν ὑπαλληλίσκων ἐκείνων τῶν τελωνιακῶν, ἢ τῆς διαμετακομίσεως, οἵτινες, οὔτε αὐτοβουλίαν ἔχουσιν, οὔτε διοίκησιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε δύνανται νὰ παραβῶσι τὸ καθῆκόν των, μὴ ἐπιτρεπομένου τοῦ τοιούτου ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας των. Εἶναι λοιπὸν λίαν αὐστηρόν, νὰ τοὺς ἐκτοπίσωμεν μακρὰν τῆς κατοικίας των μὲ τὸν γλῖσχρον μισθὸν, ὃν λαμβάνουσιν, ἀναγκάζοντες αὐτοὺς οὕτω νὰ παραιτηθῶσι. Θὰ παρακαλέσω συνεπῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἐμμένῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, νὰ δεχθῇ τροποποίησίν τινα τοὐλάχιστον, καθ’ ἣν νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Τελώνου. Οὕτω δὲ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου προστατεύονται καὶ αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς δὲν ἀδικοῦνται, ἐκτοπιζόμενοι καὶ ἀναγκαζόμενοι νὰ παραιτηθῶσι.
§16ΤΖΑΝΕΣ. Ἄν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, δι’ οὗ νὰ ἐκτοπίζῃ καὶ τοὺς δημοδιδασκάλους, θὰ ἤμην σύμφωνος· διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι αὐτοὶ οἱ ὑπαλληλίσκοι ἐν ὥρᾳ ἐκλογῶν κάμνουσι τὸ μέρος των. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καλῶς ἔχει.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος περὶ μὴ τοποθετήσεως ἐν ταῖς ἰδίαις πατρίσι τῶν ὑπαλλήλων, ἀποδεικνύει κατάστασιν τῆς ὑπηρεσίας οὐχὶ εὐάρεστον. Τοιαύτης ὅμως οὔσης τῆς καταστάσεως, ὁ νόμος ἐχρησίμευσε καὶ ὑπεστηρίχθη παρὰ πάντων τῶν κομμάτων, ὅσα περιῆλθον εἰς τὴν Ἐξουσίαν, διότι ἀνεγνωρίσθη τὸ ἀπαραίτητον τῆς ἐφαρμογῆς νόμου, ὅστις, ἄν ἡ ὑπηρεσία ἦτο βέλτιον κατηρτισμένη, θὰ ἦτο βλαπτικός. Δὲν δυνάμεθα δὲ τοῦ νόμου τούτου τὰς διατάξεις, καίπερ ἀπολύτως μὴ δεδικαιολογημένας, ἐνόσῳ ὅμως δὲν ἐπέλθη ῥιζικὴ τῶν τῆς ὑπηρεσίας μεταῤῥύθμισις, νὰ μὴ ἐπεκτείνωμεν εἰς τὰς περιπτώσεις τὰς παραλειφθείσας ἐν τῷ ἀρχικῷ νόμῳ, ὁσάκις ἐκ τῆς πείρας ἡ ἐπέκτασις ἀποδεικνύεται ἀναγκαία. Εἰς τὴν τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος ἐπὶ πολλῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἀποθηκαρίων, τῶν εἰσπρακτόρων, τῶν βοηθῶν τῶν τελωνείων. Εἶναι δὲ ἴσως ἀναγκαιότερος ὁ νόμος οὗτος ἐπὶ τούτων τῶν ὑπαλλήλων ἢ ἐπὶ τῶν ἄλλων, ἐπὶ τοὺς ὁποίους ἐφαρμόζεται. Ἐπ’ ἐσχάτων ἡ ὑπηρεσία προὐκάλεσε κατὰ τόπους τὴν γνωμοδότησιν ἐπιτροπῶν, ἰδίως μάλιστα ἐν τοῖς κέντροις, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τῶν Νομαρχῶν, περὶ τῶν ληπτέων μέτρων πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν τελωνιακῶν πραγμάτων, ἀπανταχόθεν δὲ πρώτη παράστασις ἐγένετο περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκτοπίσεως παντὸς ἐντοπίου. Πρὸς ταύτην συμμορφούμενον τὸ Ὑπουργεῖον ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ μὴ ἐξαιρέσῃ τινὰ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐν ἑτέρῳ νομοσχεδίῳ περὶ τελωνοφυλάκων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τοὺς τελωνοφύλακας ἡ διάταξις περὶ μὴ διορισμοῦ ἐντοπίων. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ποιήσωμεν διάκρισιν. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξε τοῦ νόμου τὸ χρήσιμον ὡς πρὸς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους μέχρι τοῦδε ἐφηρμόσθη, ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ μὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐπὶ ἄλλων ὑπῆρξεν ἐπιβλαβής· νομίζω ἄρα, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τῶν τελωνιακῶν νόμων. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τ’ ἄρθρα 1–6).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ ἄρθρον 7 προτείνω, ὅπως μετὰ τὴν ἐν τῇ δευτέρᾳ γραμμῇ λέξιν «ἐμπορευμάτων» προστεθῶσιν αἱ λέξεις «μὴ ἐξαιρεθέντων ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ». Νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «τριμήνου» διὰ τῆς λέξεως «πενταμήνου», καὶ προστεθῶσιν ἐν τέλει τῆς παραγράφου δευτέρας τὰ ἑξῆς: «ὁμοία ἐγγύησις δύναται νὰ ληφθῇ καὶ διὰ τὰ ἐκ μεταφορᾶς ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον ἀποστελλόμενα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ἢ εἰς ἄλλους ἐμπορικοὺς λιμένας, ἐμπορεύματα». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ τὰ ἄρθρα 8, 9, καὶ 10 μὲ τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «τριμήνου» διὰ τῆς «πενταμήνου», καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίτυπον τῆς πρὸ μικροῦ ζητηθείσης διαθήκης τοῦ ἀειδίμου Εὐαγγέλου Ζάππα. Ὑποβάλλω δὲ καὶ νομοσχέδια: Περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν ἢ εἰς διαλελυμένας Μονὰς ἀνηκόντων γηπέδων, οἰκοπέδων, καὶ κτιρίων. Περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ ἐπιστάτου τῆς διαχειρίσεως τῆς σμύριδος, καὶ τῆς προσθήκης ἑνὸς οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ· καὶ Περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδων τοῦ Δημοσίου ἐν Πάτραις εἰς τοὺς ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομήσαντας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 265–267).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Νόμου ΧϞΔʹ. περὶ τοῦ σώματος τῆς τελωνοφυλακῆς. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τ’ ἄρθρα 1, 2, 3, ὡς ηὐξήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν, καὶ 4).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται).
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀντίῤῥησιν, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκρινεν εὔλογον ν’ αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τῶν τελωνοφυλάκων· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται ἡ αὔξησις, μᾶλλον θὰ βλάψῃ ἢ θὰ ὠφελήσῃ, διότι θὰ ψυχράνῃ τὸν ζῆλον τῶν ἀρχαίων τελωνοφυλάκων, οἱ ὁποῖοι, ὑπηρετοῦντες ἀπὸ πολλῶν πενταετηρίδων, κατώρθωσαν μέχρι τοῦδε νὰ ἔχωσι μισθὸν πολὺ ἀνώτερον ἀπὸ τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσιν οἱ κατὰ πρῶτον εἰσερχόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Κατὰ τὸν εἰσαχθέντα νόμον, οἱ κατὰ πρῶτον διοριζόμενοι τελωνοφύλακες λαμβάνουσι μισθὸν 50 δραχμὰς, ἀλλ’ ὁ μισθὸς οὗτος αὐξάνει κατὰ πενταετίαν, καὶ ἔχομεν σήμερον τελωνοφύλακας, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι πρὸς 75 δραχμάς. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅμως ἐξισοῦται ὁ μισθὸς ὅλων, ἑπομένως οἱ μὲν νέοι θὰ λάβωσιν αὔξησιν 30 δραχμῶν κατὰ μῆνα, οἱ δὲ ἀρχαῖοι μόνον 5 ἢ 10 δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ νομοθετήσωμεν ὅτι ὁ μισθὸς τῶν τελωνοφυλάκων αὐξάνει κατὰ 20 δραχμὰς, εἰς τρόπον, ὥστε ὁ λαμβάνων 50 δραχμὰς νὰ λάβῃ 70, ἀντὶ τῶν 80, τὰς ὁποίας τῷ παρέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὁ δὲ λαμβάνων 70 νὰ λάβῃ 90 καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι δὲν θὰ φέρῃ καλὰ ἀποτελέσματα ἡ κατάργησις διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ τελωνοφύλακες, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς ἑκάστην περιφέρειαν, λαμβάνουσι τὸ ἥμισυ τῶν ἐπιβαλλομένων ποινῶν διὰ τὰ λαθρεμπόρια καὶ τὰς ἄλλας τελωνιακὰς παραβάσεις. Ἡ σύλληψις τῶν λαθρεμπορίων δὲν ὀφείλεται εἰς μόνους τοὺς συλλαμβάνοντας αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν ὅλων τῶν Τελωνοφυλακῶν τῆς περιφερείας, διότι ἕκαστος γνωρίζει, ὅτι, ἐὰν συλληφθῇ λαθρεμπόριον, δὲν θὰ λάβῃ μόνον ὁ συλλαβὼν αὐτὸ ἀμοιβὴν, ἀλλὰ καὶ οἱ λοιποὶ ἄνδρες τοῦ Σώματος θὰ ἔχωσι μικρόν τι μέρισμα. Σχετικῶς μὲ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὑποβάλλω τροπολογίαν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκει). «Ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1887 οἱ μισθοὶ τῶν τελωνοφυλάκων καὶ δεκαρχῶν αὐξάνουσι κατὰ δραχμὰς εἴκοσιν».
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς δύο ὑποβάλλει τροπολογίας· τοῦτο μὲν ἐν τῷ ἄρθρῳ, περὶ οὗ πρόκειται ἤδη, προτείνει, ἵνα ἡ αὔξησις ᾖ οὐχὶ ὁμοιόμορφος πρὸς πάντας, ἀλλ’, ὅπως καὶ σήμερον ἔχει, ὑπὸ κλίμακα, ἑτέρας δὲ διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου προτείνει τὴν ἀπόῤῥιψιν, ὅπως ἐπιτύχῃ οὕτω τὴν μὴ κατάργησιν τῶν χορηγουμένων εἰς τοὺς τελωνοφύλακας καὶ τοὺς δεκάρχας μερισμάτων ἐπὶ τῶν προστίμων. Βεβαίως, ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὴν εὐπορίας τοῦ Δημοσίου, θὰ ἤμην σύμφωνος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν πρότασιν αὐτοῦ ταύτην, νὰ παρέχηται εἰς τοὺς τελωνοφύλακας καὶ τοὺς δεκάρχας τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον ἤδη οὗτοι λαμβάνουσιν ἐπὶ τῶν προστίμων ἐκ τῶν συλλαμβανομένων λαθρεμπορίων ἐντὸς τῆς περιφερείας αὐτῶν· ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεως οἱουδήποτε ὑπαλλήλου, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ὠφέλιμον διὰ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτοὺς ἀπολαυὰς ἀνωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας σήμερον ἔχουσιν, εἴτε ἀνάγονται αὗται εἰς τὸν μισθὸν, εἴτε ἀνάγονται εἰς τὰ ποσοστά. Σήμερον δὲν εἶναι ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν βελτίωσιν ταύτην τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας, διότι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῆς φειδοῦς· ἐπειδὴ ὅμως ἡ θέσις τῶν τελωνοφυλάκων εἶναι οἰκτρὰ, ἰδίως παρά τισι τελωνείοις, ὅπου ἡ διὰ ποσοστῶν ἀναπλήρωσις τοῦ ἀνεπαρκοῦς τῆς μισθοδοσίας εἶναι ἀνεπαίσθητος, ἐπειδὴ καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου τὰ ποσοστὰ εἶναι σπουδαιότερα, τὸ ἐκ τούτων ἀνῆκον εἰς τοὺς τελωνοφύλακας καθιστᾷ πως ἐπαρκεῖς τὰς ἀπολαυὰς μόνων τῶν τελωνοφυλάκων τῶν λαμβανόντων τοὺς ἀνωτέρους μισθοὺς, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι πρὸς τὸ παρὸν ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ταύτην τὴν μεταῤῥύθμισιν, τουτέστι νὰ λαμβάνῃ πᾶς τελωνοφύλαξ μισθὸν ἐπαρκέστερον εἰς τὰς ἀνάγκας του· διὰ νὰ κατορθώσωμεν δὲ τοῦτο, ἔπρεπε ν’ ἀφομοιώσωμεν τοὺς μισθοὺς, διότι, ἐὰν θέσωμεν ὡς κανόνα τὴν παροχὴν εἰς τὸν τελωνοφύλακα ἀπολαυῆς ἐπαρκοῦς εἰς τὰς δαπάνας του, θέλομεν ὑπερβῆ τὸν ὅρον τοῦ ἀνωτάτου σημερινοῦ μισθοῦ τελωνοφύλακος. Ἐὰν ἄρα εἰς τὸν μισθὸν τοῦτον προσθέσωμεν καὶ τὴν ἐκ τῆς κλίμακος διαφοράν, θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ ποσὸν σπουδαῖον. Βεβαίως ὠφέλιμον θὰ ἦτο νὰ ἐλάμβανε ποσοστὰ ὁ τελωνοφύλαξ, βεβαίως ὠφέλιμον θὰ ἦτο ὁ τελωνοφύλαξ νὰ ἀπέβλεπεν εἰς αὔξησιν μισθοῦ κατὰ χρονικὰς περιόδους, ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν· ἀρκεῖ, ὅτι οἱ μισθοὶ, τοὺς ὁποίους σήμερον ἀναγράφομεν, εἶναι ἀνώτεροι τῶν ἀνωτάτων ὅρων, καὶ ὡς πρὸς τοὺς τελωνοφύλακας καὶ ὡς πρὸς τοὺς δεκάρχας, ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς καταργήσεως τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον οἱ δεκάρχαι οὗτοι ἐκ τῶν ποσοστῶν, τὰ δὲ δικαιώματα ταῦτα, παρατηρεῖ ἀξιότιμος Βουλευτής, πλησίον μου καθήμενος, ἦσαν ἄλλα τόσα· ἦσαν ἄλλα τόσα δι’ ὀλιγίστους δεκάρχας, διὰ τοὺς ἄλλους δὲ ἦσαν ἐλάχιστα· ὁ δὲ τρόπος τῆς διανομῆς τῶν ποσοστῶν τούτων ἦτο αἰτία παραπόνων καὶ ἐπιβλαβὴς, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ διατηρηθῇ ὁ τρόπος οὗτος τῆς διανομῆς, ὁ ἤδη ἀναγεγραμμένος, θὰ προετίμων νὰ μὴ εἶχον ποσοστὰ, διότι οἱ δεκάρχαι ἐπιζητοῦσιν ὡρισμένα τελωνεῖα, ὅπως καὶ οἱ τελωνοφύλακες, εἰς τὰ ὁποῖα τὰ ποσοστὰ ταῦτα εἶναι ἀνώτερα· ἐὰν δὲ τοιοῦτος δεκάρχης μετατεθῇ ὕστερον εἰς ἄλλο τελωνεῖον, τὸ ὁποῖον παρέχει ὀλιγώτερα ποσοστὰ, εὑρίσκεται ἐν θέσει παραπονουμένου, ἀπογοητευμένου, μὴ ἐργαζομένου καὶ διαμαρτυρομένου. Ἅπαντα ταῦτα τοὐλάχιστον θὰ ἐκλείψωσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος, κατὰ τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Οἵ τε δεκάρχαι καὶ οἱ τελωνοφύλακες, οἵ τε παλαιοὶ καὶ οἱ νέοι, θὰ λαμβάνωσι μισθὸν, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ἐπαρκὴς πρὸς ζωάρκειαν. Τοῦτο δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅταν δὲ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ δυνηθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ βελτιώσεως μισθῶν, νομίζω, ὅτι οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ τύχωσι τοιαύτης προνοίας παρὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, εἶναι οἱ τῆς Τελωνοφυλακῆς, διότι περισσότερον δύνανται νὰ ὠφελήσωσιν οὗτοι, κάλλιον μισθοδοτούμενοι.
§27ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς λόγον τῆς καταργήσεως τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, καθ’ ἣν ἀπονέμεται μέρισμα ποσοστῶν ἐκ τῶν ἐκ τοῦ λαθρεμπορίου πταισμάτων πρὸς τοὺς τελωνοφύλακας καὶ δεκάρχας φέρει τὴν οἰκονομικὴν ἀμηχανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐκ τῆς καταργήσεως ταύτης τῆς διατάξεως, ἀντὶ νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον, τοὐναντίον θέλει βλαβῆ. Πιστεύει ἆρά γε σπουδαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι μὲ 70 ἢ 90 ἢ καὶ 115 δραχ. κατὰ μῆνα, αἵτινες εἶναι ὁ ἀνώτατος ὅρος διὰ τοὺς δεκάρχας, δύναται εἷς οἰκογενειάρχης νὰ ζήσῃ ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Πειραιῶς, τῶν Πατρῶν, ἢ ἀλλαχοῦ, ἔνθα ὑπάρχουσιν Ὑποτελωνεῖα καὶ Τελωνεῖα; Ἔστω βέβαιος, ὅτι μὲ αὐτὸ τὸ ποσὸν εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ συντηρηθῇ εἷς οἰκογενειάρχης· ποῖον δὲ εἶναι τὸ ἀναμφισβήτητον συμπέρασμα; Ὅτι, ἀντὶ νὰ φροντίσῃ ὁ τελωνοφύλαξ ἢ ὁ δεκάρχης ν’ ἀνακαλύψῃ τὰ λαθρεμπόρια, θέλει φροντίζει ἐξεναντίας νὰ τὰ καλύπτῃ, διότι, γνωρίζων, ὅτι δὲν θὰ λάβῃ μέρισμα ἐκ τοῦ προστίμου, μὴ δυνάμενος νὰ συντηρηθῇ διὰ τοῦ εὐτελοῦς μισθοῦ του, θὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὸν ἀθέμιτον πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῇν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων. Τοῦτο θεωρῶ τόσον κατάδηλον, ὥστε δὲν πιστεύω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιμείνῃ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχήν του, εἶναι, ὅτι ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως τὰ μερίσματα ἀπονέμωνται ταχέως, μὴ ἀθωουμένων σκανδαλωδῶς καὶ μετὰ πάροδον πολλοῦ χρόνου τῶν λαθρεμπόρων.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἔχει, καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κεφαλληνίας καὶ ἱδρύσεως δι’ αὐτῆς φιλανθρωπικῶν καταστημάτων ἐν Κεφαλληνίᾳ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§30ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ, πρὶν ἢ ψηφισθῇ, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μᾶς εἴπῃ, τὰ μεγαλοπρεπῆ οἰκοδομήματα τῆς Κεφαλληνίας, τὸ Σωφρονιστήριον, τὸ Τελωνεῖον, τὸ Δικαστήριον καὶ ἄλλα τινὰ, ἀπὸ ποῖον Ταμεῖον ᾠκοδομήθησαν; διότι ἂν μὲν ᾠκοδομήθησαν ἀπὸ τὸ Ἐπαρχιακὸν Ταμεῖον, τότε ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐγχώριον περιουσίαν καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ αὐτῆς σήμερον, ἀφοῦ καὶ οἱ συνάδελφοι Κερκυραῖοι μεριμνῶσι καὶ νομοθετοῦσι περὶ τῆς ἰδικῆς των, ἐὰν ὅμως ᾠκοδομήθησαν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας, τότε κατέχονται δικαίως ἀπὸ τὸ Δημόσιον καὶ ἀνήκουσιν εἰς αὐτό.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον δὲν λύει τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ δὲν βλέπω κατὰ τί τοῦτο ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν.
§32ΜΠΑΣΙΑΣ. Ναὶ μὲν δὲν ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἡ περιουσία αὕτη ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων, καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ προβλέψωμεν καὶ περὶ αὐτῆς, ἐὰν ἀνήκῃ εἰς τὴν ἐγχώριον ἐπαρχιακὴν περιουσίαν.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀνήκει. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία ἑνὸς τῶν βουλευτῶν ἐκ Κεφαλληνίας, προτείνοντος νὰ τεθῶσιν, ἀντὶ τῶν λέξεων «τοῦ Δημάρχου Κρανίων, τεσσάρων πολιτῶν ἐκ τῶν μονίμως κατοικούντων καὶ διαμενόντων ἐν Ἀργοστολίῳ» αἱ ἑξῆς: «Ἕξ πολιτῶν, ἀπολαυόντων τῶν πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν αὑτῶν δικαιωμάτων, ἐχόντων τὴν ἐλευθέραν διαχείρισιν τῆς περιουσίας των, μὴ ὀφειλόντων ποσόν τι χρηματικὸν εἰς τοὺς δήμους τῆς Κεφαλληνίας, τὴν ἐγχώριον αὐτῆς περιουσίαν ἢ τὸ Δημόσιον, ὄντων δὲ δημοτῶν δύο μὲν τινὸς τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Κραναίας, ἑτέρων δύο τινὸς τῶν τῆς ἐπαρχίας Πάλλης καὶ τῶν ἄλλων δύο τινὸς τῶν τῆς ἐπαρχίας Σάμης»· καὶ ἑπομένως ἡ ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ τῆς δευτέρας παραγράφου λέξις «τεσσάρων» νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «ἕξ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, οὕτω διασκευασθέν. Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3–6, ὡς ἔχουσι, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως τῶν ἐκκρεμῶν διαφορῶν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου, τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας καὶ τοῦ Μοντζενιγείου κληροδοτήματος. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή). Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται.)
§36Ν. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ γίνῃ μία προσθήκη εἰς τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, νὰ ὁρισθῇ δηλ. τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ πληρώνηται τόκος 55,000 δραχμῶν.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ αἴτησίς σας περιέχεται ἐν τῷ ἄρθρῳ, διότι, ὅτε λέγομεν, ὅτι 55 χιλιάδες δραχμῶν εἶναι τόκος τοῦ κεφαλαίου πρὸς 5%, λέγομεν ποῖον εἶναι τὸ κεφάλαιον, ἀφοῦ ὁ ἀριθμητικὸς ὑπολογισμὸς ὁρίζει αὐτὸ, εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγραφῇ.
§38Ν. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ. Ἐπίσης δὲν ὁρίζεται πότε θὰ ἀρχίσῃ ἡ πληρωμὴ τοῦ τόκου, καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1887 ἡ σχετικὴ πίστωσις.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀναγράψωμεν ἀναδρομικῶς· θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Δικαίου· θὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, θὰ δημοσιευθῇ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως καὶ 10 ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν θὰ ἔχῃ ἰσχύν· ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἄρχονται αἱ ὀφειλαὶ, ὅπως ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἄρχονται καὶ τὰ ἀντίστοιχα δικαιώματα.
§40Ν. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ. Ἐπίσης παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸ κληροδότημα Μοντζενίγου ὀφείλονται οἱ τόκοι ἀπὸ τοῦ 1864. Βεβαίως, προκειμένου περὶ συμβιβασμοῦ, δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν ν’ ἀπαιτήσω καὶ ὅλους τοὺς ὀφειλομένους τόκους· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ πληρωθῶσιν οἱ τόκοι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν, ὅτι ὀφείλει τὸ κληροδότημα αὐτὸ, τουτέστιν ἀπὸ τοῦ 1880, ὁπότε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπαμιχαλόπουλος εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προκείμενον συμβιβασμόν. Ἤθελον λοιπὸν προτείνει νὰ καταβληθῶσιν οἱ τόκοι ἀπὸ τότε καὶ νὰ πληρώνωνται κατ’ ἐτησίας δόσεις ἀνὰ 15 χιλιάδας δραχμῶν.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ κληροδότημα, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀπολύτως, ὅτι ὀφείλεται· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς τὸ Δημόσιον ὀφείλει πρὸς τὴν κληρονομίαν τὸ ποσὸν, διότι τὸ ἐδανείσθη ἐξ αὐτῆς, ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἐγχώριον ὀφείλει πρὸ τὸ Δημόσιον καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ συμψηφισμὸς, ἐὰν ἦσαν τὰ αὐτὰ πρόσωπα ὀφειλέτης καὶ πιστωτὴς, καὶ τοιουτοτρόπως οὐδὲν θὰ ὠφείλετο. Ἀλλ’ ἡ ὀφειλὴ τοῦ ἐγχωρίου πρὸς τὸ Δημόσιον θεωρεῖται συμψηφιζομένη διὰ τῆς συμβιβαστικῆς λύσεως τῶν ἑτέρων διαφορῶν τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ ἐγχώριον, ἐξ ἧς γεννᾶται ὀφειλὴ τοῦ Δημοσίου 55 χιλ. δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἣν συνεδέσαμεν πρὸς τὸ κληροδότημα τὸ Μοντζενίγειον, διότι τὸ κληροδότημα τοῦτο πάντως ἔπρεπε ν’ ἄρξηται λειτουργοῦν. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς ὑπολογισμὸν, ὅπως προτείνει ὁ κ. ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς, διότι, ἐὰν ἐπιληφθῶμεν τοιούτου ὑπολογισμοῦ, παύει τὸ συμβιβαστικὸν τῆς λύσεως, καὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν δικαστικὴν λύσιν τῶν διαφορῶν, ἐν ᾗ, ἐὰν καλῆται νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον πρὸς τὸ κληροδότημα, ἢ πρὸς τὸ ἐγχώριον, ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνεγράψαμεν, καὶ τὸ Δημόσιον θέλει ἐγείρει τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἀξιώσεις κατὰ τοῦ ἐγχωρίου. Ἡ συμβιβαστικὴ λύσις, εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ φθάσωμεν σήμερον, εἶναι αὕτη: Ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπέρχεται ἡ λύσις, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει τὸ ζήτημα τῶν καθυστερουμένων τόκων καὶ τοῦ ἀνατοκισμοῦ, ἀφοῦ δὲ ἐβασανίσθησαν καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν καὶ αἱ ὀφειλαὶ καὶ αἱ πιστώσεις καὶ τὸ ἀμφισβητούμενον τινῶν καὶ τὸ βέβαιον ἄλλων, ἐθεωρήθη, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀπολήξωμεν εἰς ἀναγραφὴν 55 χιλ. δραχμῶν κατ’ ἔτος ὑπὲρ τοῦ Μοντσενιγείου κληροδοτήματος. Ἐὰν τοῦτο θεωρηθῇ καλὸν, πρέπει νὰ γίνῃ παραδεκτὸν, ὅπως προὐτάθη· ἐὰν δὲν θεωρηθῇ καλὸν, πρέπει τὸ νομοσχέδιον ν’ ἀποῤῥιφθῇ, διὰ νὰ γίνῃ νέα ἐξέτασις τοῦ ὅλου ζητήματος, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας θέλομεν ἀπολήξει ἴσως εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, ἴσως εἰς ἄλλο ἀποτέλεσμα, ἤτοι τῆς πληρωμῆς ἀνωτέρου ποσοῦ, ἀλλ’ ἴσως καὶ εἰς ἀποτέλεσμα πληρωμῆς κατωτέρου ποσοῦ, ἴσως δὲ καὶ εἰς ἀποτέλεσμα μὴ πληρωμῆς ποσοῦ τινος. Ὥστε σήμερον πρόκειται περὶ τούτου· ἂν ἡ συμβιβαστικὴ αὕτη λύσις ἦναι ἀποδεκτὴ, πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ, ὅπως προτείνεται, ἂν δὲν ἦναι ἀποδεκτὴ, τὸ ζήτημα μένει ἀνοικτὸν, προκαλοῦνται δὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Διαχειριστικὴ Ἐπιτροπὴ Κερκύρας νὰ μελετήσωσιν ἐκ νέου τὸ ζήτημα, ὡς καὶ τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια καὶ πάντες ἐν γένει οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὅπως καταρτίσωσιν ἄλλην λύσιν συμβιβαστικὴν, ἡ ὁποία νὰ δύνηται νὰ τύχῃ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς Βουλῆς.
§42Ν. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ. Εἴπετε, ὅτι ὑπελογίσθησαν οἱ τόκοι καὶ ὁ ἀνατοκισμὸς, καὶ ἐφθάσατε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν 55 χιλ. δραχμῶν· ἀλλ’ ὅμως εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα εἶχε φθάσει κατὰ τὸ 1880 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπαμιχαλόπουλος, διότι ἔκτοτε ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, κατόπιν ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀμοιβαίων ἀπαιτήσεων, ἐπείσθησαν, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔμεινεν ὀφειλέτης τοῦ κεφαλαίου τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τὸ κληροδότημα Μοντζενίγου καὶ ὅτι συνέφερε νὰ πληρώσῃ τὸν τόκον 5%. Ἄρα δίκαιον ὁ τόκος οὗτος νὰ πληρωθῇ εἰς τὸ κληροδότημα τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦ 1880.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἐπῆλθε κατὰ τὸ 1880 ἡ συμβιβαστικὴ λύσις, δὲν δύνανται τὰ τοῦ τόκου νὰ ὑπολογισθῶσιν, ὡσανεὶ εἶχε γενῇ ἡ λύσις. Ἡ πάροδος τοῦ χρόνου ἐπιδρᾷ ἐπὶ λύσεως συμβιβαστικῆς κατὰ τρόπον ὅλως διάφορον, ἢ ἐπὶ λύσεως δικαστικῆς.
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀφοῦ ἀφ’ ἑνὸς εὑρίσκετε, ὅτι αἱ χρεώσεις τοῦ Δημοσίου φέρουσι τόκον 55 χιλ. δραχμῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν αἱ πιστώσεις αὐτοῦ, αἱ ὑπερβαίνουσαι τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν, παρερχομένου τοῦ χρόνου, νὰ φθάνωσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα; Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὑπολογισμὸς ἀκριβὴς αὐτός. Τώρα εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἐὰν γίνηται μία συμβιβαστικὴ λύσις ἄνευ ὑπολογισμοῦ.
§45ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Μετὰ τὰ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λεχθέντα περὶ τοῦ κληροδοτήματος Μοντζενίγου, ὀφείλω νὰ δώσω διασαφήσεις τινὰς, ἃς θεωρῶ ἀναγκαίας πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν λεχθέντων. Τὸ κληροδότημα Μοντζενίγου ἔχει ὡρισμένον σκοπὸν, καὶ ἐὰν ἡ Ἰόνιος Κυβέρνησις ἔλαβεν αὐτὸ ἐπὶ τόκῳ 5%, ὁ σκοπὸς τοῦ διαθέτου δὲν μετεβλήθη διὰ τῆς ἐπὶ τόκῳ τοποθετήσεως τοῦ κεφαλαίου, ἑπομένως ὁ ἔπαρχος Κερκύρας οὐδὲν εἶχε δικαίωμα, νὰ μεταβάλῃ τὴν χρῆσιν τοῦ κληροδοτήματος, καὶ νὰ συνάψῃ συμψηφισμὸν μὲ τὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὀφειλόμενα παρὰ τῆς Ἐπαρχίας. Δικαίως ὅθεν ἡ Ἰόνιος Βουλὴ ἐθεώρησεν ἄνομον καὶ ἄκυρον τὸν συμψηφισμόν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἡ ἀναμφισβήτητος ὑποχρέωσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ πληρόνῃ τὸ κεφάλαιον καὶ τοὺς τόκους τοῦ κληροδοτήματος, ἐξάγεται καὶ ἐκ τῆς ἀπὸ 17/29 Μαρτίου 1864 συνομολογηθείσης συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν παραχώρησιν τῆς Ἑπτανήσου, εἰς τὴν ὁποίαν ῥητῶς σημειοῦται εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἡ πληρωμὴ τοῦ κληροδοτήματος. Ἑπομένως ἀβάσιμα τὰ περὶ τοῦ κληροδοτήματος τούτου λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1. Ὁμοίως γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων περὶ δημοτικῆς φορολογίας ὡς πρὸς τὴν νῆσον Κέρκυραν.
§47Ν. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ. Παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ προτείνω τροπολογίαν τινὰ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διανομῆς.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ τροπολογία σας.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας. (Γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ ἅλατος διὰ βιομηχανικὴν καὶ γεωπονικὴν χρῆσιν. Πρόκειται περὶ ἐφθαρμένου ἅλατος, ὅπως πωλῆται εἰς εὐτελῆ τιμὴν, ὅταν πρόκηται νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτοῦ διὰ τὴν βιομηχανίαν καὶ γεωπονίαν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 268).
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ δὲ τῆς κτηνοτροφίας;
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ εἰς τὴν κτηνοτροφίαν προωρισμένον δὲν περιελήφθη, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπολήξωμεν ἐκεῖ, ἀρχίζοντες ἐκ τῶν δύο τούτων, τῆς βιομηχανίας καὶ γεωπονίας.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει τὸν λόγον.
§55ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον μεταῤῥυθμίζει δύο ὑφισταμένους φόρους, τὸν ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τὸν ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Ὁ ἐπὶ τοῦ ζύθου φόρος ὀλίγον ἑλκύει τὴν προσοχὴν ἡμῶν, διότι δὲν προσβάλλει σπουδαῖα συμφέροντα ἐθνικῆς παραγωγῆς· ὁ φόρος ὅμως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων ἐγείρει τὸ ἐνδιαφέρον ἡμῶν, διότι εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν· ὁ φόρος οὗτος, ὅστις εἶναι δίκαιος καὶ λογικὸς ἐν γένει, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μεταβάλλεται εἰς φόρον ἄδικον καὶ ἐπιβλαβῆ. Τὰ βάρη καὶ αἱ δύσκολοι διατυπώσεις, ἃς ἐπιβάλλει εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν μικρῶν ἰδίως οἰνοπνευματοποιῶν, τῶν παραγόντων οἰνόπνευμα πρώτης ἀποστάξεως, τὸ καλούμενον σοῦμα, θὰ ἐπενέγκωσι τὴν καταστροφὴν τῆς ἐργασίας καὶ τῆς παραγωγῆς αὐτῶν. Ἂν αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς βαρείας διατυπώσεις, ἃς ἐπιβάλλουσι, διάφοροι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐφαρμοσθῶσιν ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἠδύνατό τις νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι αὕτη, κηδομένη τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἤθελε σταματήσει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν, ἅμα ὡς ἤθελεν εὑρεθῆ ἀπέναντι τοῦ κινδύνου τῆς καταστροφῆς σπουδαίας τοιαύτης παραγωγῆς. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἰδίως ἐπιδιώκει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου, εἴτε δι’ ἐνοικιάσεως τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ, εἴτε δι’ ἱδρύσεως καὶ ἐνοικιάσεως ὡσαύτως μονοπωλίου. Διὰ τῆς τοιαύτης αὐτοῦ ἐφαρμογῆς ὁ φόρος θὰ φέρῃ βεβαίως τὴν καταστροφὴν τῆς μικρᾶς παραγωγῆς οἰνοπνευμάτων. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο μόνον νὰ πάθῃ ἁπλῶς ἡ παραγωγὴ οἰνοπνευμάτων, ἡ βλάβη ἤθελεν εἶσθαι πάντοτε σοβαρὰ καὶ ἀσύγγνωστος, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο ἴσως ἀνυπολόγιστος ἐθνικὴ ζημία. Μετὰ τῆς μικρᾶς ὅμως ἀποστάξεως οἰνοπνευμάτων συνδέεται ἀμέσως καὶ στενῶς σπουδαιοτάτη ἐθνικὴ παραγωγή, ἡ τῆς οἰνοποιΐας. Ἡ οἰνοποιΐα, ἡ καὶ σήμερον μεγίστην ἔχουσα σπουδαιότητα, προώρισται νὰ καταλάβῃ τὴν πρώτην θέσιν ἐν τῇ ἐθνικῇ ἡμῶν παραγωγῇ, ἀνωτέραν ἴσως ἐκείνης, ἣν σήμερον κατέχει ἡ τῆς σταφίδος. Ἡ οἰνοποιΐα δὲ θὰ πάθῃ καίριον τραῦμα ἐκ τῆς καταστροφῆς τῆς μικρᾶς παραγωγῆς οἰνοπνεύματος, ἥτις διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν στεμφύλων καὶ τῶν βεβλαμμένων σταφυλῶν παρέχει εἰς αὐτὴν σπουδαίαν καὶ ἀναγκαίαν ὑποστήριξιν. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ παραγωγὴ σταφίδος εὑρίσκει ἐν τῇ μικρᾷ οἰνοπνευματοποιΐᾳ ἀναγκαίαν ὑποστήριξιν διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ βεβλαμμένου αὐτῆς μέρους. Τὴν καταστροφὴν τῆς μικρᾶς οἰνοπνευματοποιΐας δύναται νὰ ἐπενέγκῃ ὁλόκληρος ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου, θὰ καταστήσωσι δὲ βεβαιοτάτην αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 42 καὶ 43, αἵτινες καθιεροῦσι τὴν δι’ ἐνοικιάσεως ἢ διὰ μονοπωλίου ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου. Τὸ ἄρθρον 42 εἶναι κατὰ γράμμα ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ περὶ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν νόμου τοῦ 1883. Ἐν τῷ παρόντι ὅμως νομοσχεδίῳ τὸ ἄρθρον τοῦτο λαμβάνει ὅλως διάφορον σημασίαν καὶ βαρύτητα, διότι ἡ ἐνοικίασις τοῦ φόρου πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ οὐχὶ ἐπὶ τῶν παραγόντων οἰνοπνεύματα ἐπὶ ἐμπορίᾳ, ὅπως ἤθελε συμβῆ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1883, ἀλλὰ ἐπὶ ἑκάστου πολίτου, ἐπὶ ἑκάστου ἀμπελοκτηματίου, ἔχοντος τοὺς γνωστοὺς μικροὺς ἄμβικας καὶ ἀποστάζοντος συνήθως δι’ ἰδίαν χρῆσιν οἰνόπνευμα ἐκ τῶν στεμφύλων, ἢ ἐκ τῶν βεβλαμμένων αὐτοῦ σταφυλῶν, σταφίδων καὶ οἴνων. Ἡ δι’ ἐνοικιάσεως ἐφαρμογὴ φόρου εἶναι ὀλεθρία, ὁσάκις ὁ φόρος οὗτος ἦναι νέος καὶ ἀόριστος, καὶ ὅταν ἐπιτρέπῃ τὴν ἔρευναν καὶ τὴν ἐπέμβασιν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν ἐνέργειαν τῶν πολιτῶν. Ἡ εἴσπραξις δι’ ἐνοικιάσεως τῶν δημοσίων φόρων εἶναι μέσον, οὗτινος ποιοῦνται χρῆσιν αἱ Πολιτεῖαι ἐν τῇ νηπιώδει αὐτῶν καταστάσει· ἀλλὰ καὶ αὐταὶ δὲν καταφεύγουσιν εἰς τὸ μέσον τοῦτο, ὁσάκις ὁ φόρος εἶναι ἀόριστος, ὅπως ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ, καὶ δίδει εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν πολιτῶν. Ἡ ἐφαρμογὴ δὲ τοῦ νόμου διὰ μονοπωλίου θὰ θέσῃ εἰς ἀντίθεσιν καὶ εἰς πόλεμον τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ τοὺς ἐνοικιάσοντας αὐτό. Ἐν τῷ πολέμῳ δὲ τούτῳ τὸ ἓν θὰ καταστρέψῃ τὸ ἕτερον. Καὶ ἂν μὲν ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ καταστρέψῃ τὸ μονοπώλιον, ἐμποδίζουσα τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς ἀποζημιώσεις, ὧν δὲν δύναταί τις νὰ προΐδῃ τὴν σημασίαν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 43, αἵτινες προβλέπουσι τοιοῦτόν τι μόνον διὰ τὴν περίπτωσιν διαλύσεως τῆς ἐνοικιάσεως μετὰ παρέλευσιν πενταετίας καὶ αἵτινες περιέχουσι πολλὰς ἀοριστίας, ἰδίως ἐν ταῖς τελευταίαις δύο παραγράφοις, ἃς δὲν δύναταί τις νὰ ἐννοήσῃ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῶν ζημιῶν, ἃς θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ ἤθελε παρεμποδίσει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μονοπωλίου, ἡ τοιαύτη παρεμπόδισις θὰ ἔχῃ καὶ ἕτερον κακὸν ἀποτέλεσμα, τὴν ἐξευτέλισιν τοῦ φόρου, οὗτινος ἡ ἐν τῷ μέλλοντι ἐφαρμογὴ ἐπὶ λογικῶν καὶ δικαίων βάσεων θ’ ἀποβῇ δυσκολωτάτη. Ἐκ τῆς ὅλης ὅμως οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου δύναταί τις εὐκόλως νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ δυσκόλως θὰ δυνηθῇ νὰ παρακωλύσῃ τὸ μονοπώλιον καὶ ὅτι τοῦτο θὰ καταστρέψῃ αὐτήν. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ συνδυάσω τὰς διαφόρους διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ὁριζούσας τὰς διατυπώσεις καὶ τοὺς ὅρους, εἰς οὓς θὰ ὑπαχθῇ ἡ παρὰ τῶν μικρῶν ἀμπελοκτηματιῶν καὶ λοιπῶν ἰδιωτῶν μικρὰ παραγωγὴ οἰνοπνεύματος. Τὸ ἄρθρον 14 διαιρεῖ τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα εἰς τρεῖς κατηγορίας. Εἰς τὴν πρώτην δ’ αὐτῶν κατατάσσει τὰ κατασκευάζοντα οἰνόπνευμα (σοῦμαν) ἐκ πρώτης ἀποστάξεως δι’ ἄμβικος ἑνὸς μόνου εἴδους, ἐκ τῶν συνήθων ἐν Ἑλλάδι πρὸς παραγωγὴν σούμας, ἄνευ ἀνακαθαρτῆρος ἢ ἄλλου μηχανήματος πρὸς ἀνακαθαρισμὸν αὐτῆς. Χαρακτηρίζει ἑπομένως ὡς οἰνοπνευματοποιεῖα πρώτης κατηγορίας τὰς οἰκίας καὶ τὰς καλύβας τῶν πολιτῶν καὶ τῶν χωρικῶν, οἵτινες χρησιμοποιοῦσι τὰ στέμφυλα, τὰς βεβλαμμένας σταφυλὰς καὶ σταφίδας ἢ τὸν οἶνον αὐτῶν, ἀποστάζοντες ἐξ αὐτῶν οἰνόπνευμα διὰ τοῦ συνήθους ἁπλοῦ ἄμβικος. Τὸ ἄρθρον 15 ὑποχρεοῖ τοὺς ἰδιώτας τούτους οἰνοπνευματοποιούς, νὰ δηλώσωσιν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἐὰν κέκτηνται ἄμβικα καὶ τίνος χωρητικότητος, νὰ ζητήσωσι δὲ παρὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, 10 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐργασίας των, τὴν ἄδειαν πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος, ἥτις δὲν πρέπει νὰ διαρκέσῃ πλέον τῶν δύο μηνῶν. Ἐὰν δὲ μετὰ τὴν προθεσμίαν ταύτην ἀποκτήσῃ τις ἐξ αὐτῶν ἄμβικα, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τοῦτο ἐντὸς 10 ἡμερῶν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, εἰς ὃν ὀφείλει ὡσαύτως νὰ δηλώσῃ ἀμέσως πᾶσαν τροποποίησιν, μεταβολὴν ἢ μεταῤῥύθμισιν, ἣν ἤθελε φέρει, ἢ ἥτις ἤθελεν ἐπέλθει τυχαίως εἰς τὸν ἄμβικα αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων τούτων κατὰ τὸ ἄρθρον 16 ὁ Ἔφορος χορηγεῖ ἄδειαν, ἐν ᾗ ὁρίζει τὴν ὕλην, ἣν θὰ κατεργασθῇ, καὶ τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν ἡ ἐξ αὐτῆς ἀπόσταξις οἰνοπνεύματος. Ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς ἐργασίας αὐτῶν ὀφείλουσιν οὗτοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 23, νὰ δηλώσωσιν εἰς τὸν Ἔφορον τὸ ποσὸν τοῦ οἰνοπνευματούχου ὑγροῦ, ὅπερ παρήγαγον. Ὁ δὲ Ἔφορος κατὰ τὸ ἄρθρον 25 ὀφείλει νὰ ἐξελέγχῃ τὴν δήλωσιν καὶ ἐξακριβόνῃ, ἂν ὁ οἰνοπνευματοποιὸς δὲν ἀπέκρυψέ τι. Πῶς δὲ θὰ πραγματοποιῇ τὴν ἐξακρίβωσιν ταύτην; διὰ τῶν βιβλίων τῆς εἰσαγωγῆς τῶν πρώτων ὑλῶν, τὰ ὁποῖα θὰ τηρῇ ὁ χωρικὸς ἢ ὁ πολίτης οἰνοπνευματοποιὸς καὶ διὰ παντὸς ἄλλου μέσου. Τὸ οὕτως ἐξακριβωθὲν οἰνόπνευμα κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 31 δὲν δύναται οὗτος, μήτε νὰ πωλήσῃ πρὸς κατανάλωσιν, μήτε νὰ μεταβάλῃ εἰς οἰνοπνευματοῦχα ποτά. Δὲν δύναται δὲ νὰ ἐξαγάγῃ οὐδεμίαν ποσότητα ἐκ τῆς οἰκίας ἢ τῆς καλύβης αὐτοῦ, χωρὶς νὰ λάβῃ διαβατήριον παρὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου. Ἐξάγων δ’ αὐτήν, δὲν δύναται νὰ τὴν μεταφέρῃ μήτε εἰς τὸν ἀγρόν του μήτε εἰς ἄλλην οἰκίαν του, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ τὴν πωλήσῃ εἰς οἰνοπνευματοποιόν, ἀποστάζοντα σοῦμαν καὶ κομίσῃ εἰς τὸν Ἔφορον τὴν ἀπόδειξιν τούτου. Ὁλόκληρον ἑπομένως τὸ ποσὸν τῆς σούμας, ἣν παρήγαγεν ὁ χωρικὸς ἢ ὁ πολίτης, τὸ γνωστὸν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον ἐκ τῶν δηλώσεων καὶ ἐκ τῶν ἐξακριβώσεων αὐτοῦ, πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύηται καὶ συμπληρῶται ἐκ τοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ ὑπάρχοντος καὶ ἐκ τῶν ἀποδείξεων τῆς πωλήσεως τοῦ διὰ διαβατηρίου ἐξαχθέντος. Δὲν πρέπει δὲ νὰ περιέχῃ πλέον τῶν 36 βαθμῶν τοῦ ἑκατονταβάθμου οἰνοπνευματομέτρου. Ἐὰν δὲ τὸ ἐν τῇ οἰκίᾳ του ὑπάρχον ποσὸν σὺν τῷ πωληθέντι, τῷ ἀναφερομένῳ ἐν ταῖς ἀποδείξεσι τοῦ ἀγοραστοῦ, δὲν συμπληροῖ τὸ παραχθὲν παρ’ αὐτοῦ ποσὸν οἰνοπνεύματος, καταδικάζεται οὗτος κατὰ τὸ γʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 28 εἰς πληρωμὴν διπλασίου φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ἐλλείποντος ποσοῦ, ἢ εἰς πρόστιμον μέχρι 500 δραχ. κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 31, ἂν δὲ τὸ οἰνόπνευμα αὐτοῦ περιέχῃ ἔστω καὶ ἕνα βαθμὸν πλέον τοῦ 36ο, καταδικάζεται κατὰ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 28 εἰς πρόστιμον μέχρι 1000 δραχμῶν. Πρόστιμον δὲ μέχρι 500 δραχ. ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 31, ἐὰν παραλείψῃ τινὰ τῶν ἐπιβαλλομένων δηλώσεων διὰ τοὺς ἄμβικάς του, διὰ τὰς ὕλας, ἃς κατεργάζεται, διὰ τὸ οἰνόπνευμα, ὅπερ παράγει, κτλ. Ἡ ἐφαρμογὴ δὲ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰς πολυειδεῖς διατυπώσεις καὶ ὑποχρεώσεις, ἃς ἐπιβάλλει καὶ εἰς τοὺς μικροὺς οἰνοπνευματοπαραγωγοὺς, ἐξασφαλίζεται κατὰ τὸ ἄρθρον 38 διὰ τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς ἀνατεθειμένης εἰς πάντας τοῦ διοικητικούς, δικαστικοὺς καὶ οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὴν χωροφυλακὴν, ὡς καὶ εἰς τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὑπηρέτας καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Πάντες οὗτοι δύνανται νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ οἰνοπνευματοποιοῦ καὶ νὰ ἐξετάζωσιν, ἂν ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις, ἃς ἀνέπτυξα, νὰ συντάττωσι πρωτόκολλα διὰ πᾶσαν παράβασιν καὶ νὰ κατάσχωσι τὰ εἴδη, ἅτινα ἤθελον χαρακτηρίσει ὡς ὑπάρχοντα, ἢ ὡς κυκλοφοροῦντα, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ὑποβάλλει τοὺς ἰδιώτας εἰς ἐπιτήρησιν αὐστηροτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ἄλλα Κράτη ὑποβάλλουσι τὰ μεγάλα Καταστήματα οἰνοπνευματοποιΐας. Αἱ ἐπισκέψεις τῆς accise ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ τοῦ exercice ἐν Γαλλίᾳ, αἱ ἐφαρμοζόμεναι ἐπὶ μόνων τῶν μεγάλων οἰνοπνευματοποιείων, πολὺ ἀπέχουσι τῶν δραχοντείων διατάξεων τοῦ ἄρθρου 38. Ὁ παρ’ ἡμῖν ἰσχύων νόμος τοῦ 1883, ὅστις ἐπιβάλλει τὸν φόρον τῆς παραγωγῆς οἰνοπνεύματος ἐπὶ μόνων τῶν ἐπὶ ἐμπορίᾳ παραγόντων τοιοῦτο, πολὺ ἀπέχει τῆς αὐστηρότητος τῶν ἐπισκέψεων καὶ τῶν ἐπιτηρήσεων, ἃς τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει οὐ μόνον εἰς τοὺς ἐπὶ ἐμπορίᾳ, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς πολίτας καὶ χωρικούς, τοὺς παράγοντας οἰνόπνευμα πρὸς χρησιμοποίησιν τῶν ἰδίων αὐτῶν προϊόντων καὶ πρὸς ἰδίαν αὐτῶν συνήθως χρῆσιν. Ὑπὸ τὴν πίεσιν τοιούτων διατυπώσεων, τοιούτων περιορισμῶν καὶ τοιούτων κινδύνων, δὲν πιστεύω, ὅτι ἀμπελοκτήμων τις, ἢ ἄλλος χωρικὸς ἢ ἀστὸς, δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀπόσταξιν τῶν στεμφύλων, τῶν βεβλαμμένων σταφυλῶν καὶ σταφίδων του καὶ τῶν οἴνων του. Ἂν ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον ἡ Κυβέρνησις ἀπ’ εὐθείας, ἐνδέχεται νὰ σταματήσῃ αὕτη ἀπέναντι τῆς ἐξεγέρσεως, ἣν θὰ προκαλέσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν δρακοντείων αὐτοῦ διατάξεων. Ὅταν ὅμως ἐνοικιασθῇ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου, εἴτε ὡς τοιούτου, εἴτε ὡς μονοπωλίου, ὁ ἐνοικιαστής θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν περιοριστικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, διότι θὰ ἔχῃ συμφέρον νὰ καταστρέψῃ τὴν μικρὰν παραγωγὴν τῆς σούμας, ὅπως μὴ ἀγοράζῃ αὐτὴν εἰς τιμὴν πολὺ ἀνωτέραν τῆς δαπάνης, ἣν θὰ ὑφίσταται παράγων ὁ ἴδιος οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν. Διαθέτει δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου μέσα, ἀρκοῦντα, ἵνα πιέσῃ τοὺς μικροὺς παραγωγοὺς καὶ τοὺς ἐμποδίσῃ νὰ παραγάγωσι σοῦμαν. Ἡ τοιαύτη δὲ φυσικὴ ἐνέργεια τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἀναιρεῖ καὶ τὸν ἄλλον σκοπὸν, ὃν κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, τὸν σκοπὸν δηλ. τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς τῶν σακχαρωδῶν οὐσιῶν, καὶ τῆς ἐκ τῆς χρήσεως οἰνοπνεύματος ἐκ τοιούτων οὐσιῶν προφυλάξεως τῆς δημοσίας ὑγείας. Παράγων ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν εὐθηνότερον οἰνόπνευμα ὁ ἐνοικιαστής, οὐδὲν θὰ ἔχῃ συμφέρον νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἐντόπια σῦκα, τὴν βεβλαμμένην σταφίδα ἢ σταφυλὰς καὶ τὰ στέμφυλα. Αἱ βεβλαμμέναι σταφυλαὶ ἢ σταφίδες καὶ τὰ στέμφυλα θὰ μείνωσιν ἄχρηστα, θ’ ἀπολέσωσι δ’ οὕτω οἱ ἀμπελοκτήμονες καὶ οἱ σταφιδοκτήμονες πόρον, ὅστις συνετέλει πολλάκις εἰς τὴν ἀνακούφισιν καὶ τὴν ἐνθάῤῥυνσιν αὐτῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐντύπωσις, ἣν μοὶ προὐξένησε τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Εὑρίσκω ἐν αὐτῷ σπουδαίας καὶ θεμελιώδεις ἐλλείψεις, νομίζω δὲ, ὅτι ἐν τῇ σημερινῇ νυσταλέᾳ καὶ βεβιασμένῃ ἐργασίᾳ τῆς Βουλῆς δὲν δυνάμεθα νὰ μελετήσωμεν ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις νομοθέτημα, οἷον τὸ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ὅπερ ἐγείρει ζητήματα, ἅτινα ἐν ἄλλοις ἔθνεσι συζητοῦνται ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ εἰσέτι δὲν ἐλύθησαν. Τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου τούτου διὰ μονοπωλίου ἐλύθη καταφατικῶς εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἐν οἷς δὲν ἀντίκεινται οἱ φόροι οὗτοι πρὸς τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ἡ Ῥωσσία φορολογεῖ τὴν παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος διὰ μονοπωλίου, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε καὶ δὲν ὑπάρχει μικρὰ οἰνοπνευματοποιΐα, συνδεομένη μὲ τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Ἐν Γερμανίᾳ πρὸ δεκαετίας περίπου συζητεῖται τὸ ζήτημα, δὲν ἐλύθη δὲ εἰσέτι, διότι τὸ μονοπώλιον ἀντίκειται πρὸς τὴν τοπικὴν παραγωγὴν τῶν τεύτλων καὶ τῶν μήλων, ἥτις δὲν ἔχει διὰ τὴν Γερμανίαν τὴν σημασίαν, ἣν ἔχει δι’ ἡμᾶς ἡ οἰνοποιΐα. Ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἡ οἰνοποιΐα εἶναι ἐθνικὴ παραγωγὴ πρώτης τάξεως, ὅπως καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀφῆκαν πάντοτε ἐλευθέραν τὴν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ὑπὸ τῶν ἀμπελοκτημόνων. Ἅπαξ ὑπέβαλον αὐτὴν εἰς τὰς ἐπισκέψεις καὶ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ exercice κατὰ τὸ 1873. Τοῦτο ὅμως προὐξένησε τοιαύτην ἐξέγερσιν, ὥστε κατὰ τὸ 1875 ἡ Βουλὴ ἄνευ συζητήσεως καὶ ὁμοφώνως κατήργησε τὸν φόρον καὶ τὰς διατυπώσεις, τὰς ἐπιβληθείσας ἐπὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων τῶν παραγόντων οἰνόπνευμα, τῶν καλουμένων bouilleurs de cru. Ὁδηγούμενοι ἐκ τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου ἡμῶν καὶ ἐκ τῶν παραδειγμάτων τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ὀφείλομεν νὰ μελετήσωμεν ἐπισταμένως τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Τοῦτο δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν σήμερον, ὅτε ἡ Βουλὴ βιάζεται νὰ τελειώσῃ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Θεωρῶν δὲ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ δίκαιον καὶ λογικὸν, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν ἄδικον καὶ πιεστικὸν διὰ τῆς ψηφίσεως νομοθετήματος, τοιαύτας περιέχοντος ἐλλείψεις. Ἂν ὁ κατὰ τὸ 1883 ψηφισθεὶς νόμος, ὁ σήμερον ἰσχύων, παρουσιάζῃ ἐλλείψεις, δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν καὶ βελτιώσωμεν αὐτὸν, ὅπως ἔπραξαν καὶ πράττουσι πάντοτε τὰ Ἔθνη εἰς τὰ φορολογικὰ αὐτῶν νομοθετήματα, καὶ ἰδίως εἰς τ’ ἀφορῶντα τοὺς φόρους ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ἅτινα βελτιοῦσιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ δὲν ἀντικαθιστῶσιν ἑκάστοτε διὰ νέων συστημάτων. Ἐὰν ὁ ἐπιβαλλόμενος ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1883 φόρος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῶν οἰνοπνευμάτων δὲν καθιστᾷ πλήρη τὴν φορολογίαν αὐτῶν, ἂς δοκιμάσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς, ἢ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ὅστις ἐφαρμόζεται καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, εὑρισκόμενα εἰς τὰς αὐτὰς, εἰς ἃς καὶ ἡμεῖς δυσκολίας ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. Εἶναι προτιμότερον νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον 200 ἢ 300 χιλιάδας δραχμῶν ὀλιγώτερον, παρὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν σύστημα, ὅπερ θὰ ὠφελήσῃ μὲν τὸ Δημόσιον κατὰ ἑκατοντάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν, θὰ βλάψῃ δὲ κατὰ ἑκατομμύρια τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν. Κηδόμενοι τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων δὲν πρέπει κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν νὰ κόψωμεν τὸ δένδρον διὰ νὰ συλλέξωμεν τοὺς ἐπ’ αὐτοῦ καρπούς. Τὰς σκέψεις ταύτας ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ δὲ καὶ αὐτὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ σκεφθῶσι σπουδαίως ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα θὰ ἐπενέγκῃ ἡ ψήφισις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἰδίως δέ, ἂν τοῦτο πρόκηται νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ μονοπωλίου, ἢ καὶ δι’ ἐνοικιάσεως τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἠγόρευσεν ὡσανεὶ ἐνδιεφέρετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, καὶ κατέληξε προτείνων τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἦναι τὸ μεγαλείτερον δυστύχημα τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, καὶ, ἵνα πεισθῇ τις περὶ τούτου, ἀρκεῖ νὰ ἐξετάσῃ, τίνες οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου, τίνες οἱ ζητοῦντες, ὡς αὐτὸς, τὴν δι’ ἀναβολῆς ἀπόῤῥιψιν. Ἂν ἐξετάσῃ, τί συμβαίνει πέριξ τοῦ Βουλευτηρίου, θὰ ἴδῃ ὁμίλους, οὐχὶ ἐκ τῶν παραγωγῶν τῆς πρώτης ὕλης, οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν ὁποίων δῆθεν μεριμνᾷ ὁ κ. Βουλευτής, ὁμίλους, περιστοιχίζοντάς τινα ἐκ τῶν παραγωγῶν οἰνοπνευμάτων ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν καὶ ἐπιδιώκοντας τὸ ναυάγιον τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς ἀναβολῆς, διότι ἠξεύρουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δίδει ζωὴν εἰς τὴν ἐξ ἐγχωρίων οὐσιῶν πνευματοποιΐαν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐπιδιώκων τὸν σκοπὸν τοῦτον τοῦ ναυαγίου τοῦ νομοσχεδίου, παρέστησεν, ὅτι δῆθεν δὲν ἐμελετήθη, καὶ ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ δι’ αὐτοῦ κανονιζόμενον σύστημα δι’ ἄλλου, ἀλλαχοῦ ἰσχύοντος. Ἀλλὰ πάντα τ’ ἀλλαχοῦ ἰσχύοντα ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει. Ἀφ’ ὅτου ὁ ἰσχύων νόμος ἐφαρμόζεται καὶ παρετηρήθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ, ὡς ἔχει, συνεστήθησαν ἐπιτροπαὶ ἐπὶ ἐπιτροπῶν, καὶ οὐ μόνον παρ’ ἡμῶν, ὅτε διετελοῦμεν πρότερον ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ἀφ’ ἧς πάλιν ἀνελάβομεν τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν. Αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται ὑπέβαλον εἰς ἐνδελεχῆ βάσανον τὰ τῆς νομοθεσίας περὶ οἰνοπνευμάτων, τῆς ἀλλαχοῦ ἰσχυούσης, καὶ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἐνταῦθα κειμένου νόμου, τὸ δὲ συμπέρασμα ὑπῆρξεν, ὅτι, ἐὰν κατηργεῖτο ἡ εἰδικὴ περὶ τῶν οἰνοπνευμάτων φορολογικὴ νομοθεσία ὡς πρός τε τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν καὶ τὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγήν, τὸ Δημόσιον θὰ ὠφελεῖτο, ἀπολαμβάνον ἐκ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους σπουδαῖα ποσὰ, ἅτινα δὲν εἰσπράττονται σήμερον, ὡς ἐκ τοῦ ἄκρου περιορισμοῦ τῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγῆς οἰνοπνεύματος, πιεζομένης ὑπὸ τῆς φορολογικῆς τῶν οἰνοπνευμάτων νομοθεσίας, χάριν τῆς ἐγχωρίου πνευματοποιΐας. Δυστυχῶς ἡ οἰνοπνευματοποιΐα παρ’ ἡμῖν δὲν λειτουργεῖ ὡς βιομηχανία καθ’ ἑαυτὴν βιώσιμος, διότι δὲν κατορθοῦται παρ’ ἡμῖν παραγωγὴ οἰνοπνεύματος εὔωνος. Ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἕνεκα διαφόρων λόγων, ἕνεκα τῆς προόδου τῆς βιομηχανίας, ἕνεκα τοῦ δυνατοῦ ἐκεῖ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς οἰνοπνευματοποιΐας πρὸς τὴν κτηνοτροφίαν, ἕνεκα τῆς εὐθηνίας τῶν κεφαλαίων, τῆς μεγάλης πείρας περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ τῆς παραχθείσης ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ τελειοποιήσεως τῆς μηχανικῆς ἐργασίας, ἐπετεύχθη, ὅπως παράγηται τὸ οἰνόπνευμα εἰς τιμὴν, ἥτις εἶναι κατωτέρα τοῦ ἡμίσεος τῆς τιμῆς τοῦ ἐνταῦθα παραγομένου· ἐννοεῖται ἄρα, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπιβληθῇ βαρύτατος φόρος εἰσαγωγῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν οἰνόπνευμα, ἐπιβαρυνόμενον ἔτι διὰ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως, τὸν ὁποῖον ἐξ ἴσου πληρόνουσιν οἱ ἔξωθεν εἰσάγοντες, ὡς καὶ οἱ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ παράγοντες, εἶναι ἀδύνατον ἡ ἐσωτερικὴ παραγωγὴ, νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ὅταν κατορθῶται ἐπὶ τιμῇ 85 λεπτῶν τὴν ὀκᾶν νὰ εἰσάγηται οἰνόπνευμα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τελειότερον τοῦ ἐνταῦθα παραγομένου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι δύναται ἄνευ προστασίας νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὸ οἰνόπνευμα τοῦτο τὸ ἐγχώριον οἰνόπνευμα, ὅπερ οἱ παράγοντες παριστῶσιν, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ πωληθῇ ἐπωφελῶς κάτω τῶν δύο δραχμῶν τὴν ὀκᾶν; Περὶ παραγωγῆς ἄρα οἰνοπνεύματος ἐν Ἑλλάδι ἀπροστατεύτου δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα. Ἡ πνευματοποιΐα δὲν εἶναι βιομηχανία ἱκανὴ, ἵνα λειτουργήσῃ παρ’ ἡμῖν διὰ μόνων τῶν ἰδίων αὑτῆς δυνάμεων, διότι οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους παράγεται ἐνταῦθα τὸ οἰνόπνευμα, εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε ἡ ἔξωθεν εἰσαγωγὴ, ἂν ὁ δασμὸς δὲν ᾖναι ὑπέρμετρος, θέλει πάντοτε καταπονήσει τὴν ἐσωτερικὴν παραγωγὴν. Μόνον νόμοι εἰδικοὶ δύνανται νὰ καταστήσωσιν ἐπικερδῆ τὴν ἐν τῷ Κράτει παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Δὲν εἶναι ἄρα δίκαιον νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ὅπως ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν ἄλλων φόρων. Τοὺς ἄλλους φόρους δικαίως παριστῶμεν ὡς ἐπιβαρύνοντας τὴν παραγωγὴν καὶ ἀποστεροῦντας τὸ Δημόσιον, ὅταν ᾖναι ὑπερβολικοί, τῆς προσδοκίας μελλούσης προσόδου. Διὰ τῆς φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων οὐ μόνον δὲν ἐπιβαρύνομεν τὴν παραγωγὴν, ἀλλὰ τοὐναντίον συντελοῦμεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς καὶ διασώζομεν ταύτην. Εἶναι εὐεργετικὴ ἡ φορολογία αὕτη διὰ τὴν παραγωγὴν, δὲν εἶναι εὐεργετικὴ διὰ τὴν κατανάλωσιν. Ἀλλ’ ὁ καταναλωτὴς τοῦ οἰνοπνεύματος, κατὰ γενικὸν κανόνα, δὲν εἶναι ἄξιος πολλῆς εὐνοίας, ἐνῷ ὁ παραγωγὸς εἶναι ἄξιος ταύτης. Ὅταν οὕτως ἐξετάσωμεν τὸ σύστημα τῆς τῶν οἰνοπνευμάτων φορολογίας, ὡς σύστημα εὐεργετικὸν εἰς τὸν παραγωγὸν, δὲν πρέπει νὰ σταματήσωμεν εἰς τὴν εὐεργεσίαν πρὸς τὸν παραγωγὸν τοῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν ταύτην εἰς τὸν παραγωγὸν τῆς πρώτης ὕλης, εἰς ὃν κυριωδέστερον ἀφορᾷ ἡ μέριμνα τῆς Πολιτείας· ἀλλ’ αἱ πρῶται ὗλαι, αἱ ἐπισπώμεναι ἐφ’ ἑαυτὰς τὴν μέριμναν τῆς Πολιτείας, εἶναι αἱ σακχαρώδεις· περὶ τῶν ἀμυλωδῶν δὲν ἐνδιαφέρεται ἡ Πολιτεία, διότι αἱ πρῶται ὗλαι αἱ ἀμυλώδεις ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης προστασίας, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν παράγει τοιαύτας οὐσίας, ἀποχρώσας πρὸς τὴν αὐτούσιον κατανάλωσιν αὐτῶν ἐν τῇ χώρᾳ. Τὸ σύστημα ἄρα τὸ φορολογικὸν τῶν οἰνοπνευμάτων δέον ν’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐμψύχωσιν τῆς παραγωγῆς τῶν σακχαρωδῶν ὑλῶν, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὴν προστασίαν τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ ἐκ στεμφύλων, διότι ἡ προστασία αὕτη εἶναι ἡ σχετιζομένη πρὸς τὴν ἀφθονωτέραν ἐν Ἑλλάδι πρώτην ὕλην, ἥτις εἶναι τὸ συμπλήρωμα τῆς προσόδου ἐκ τῆς ἀμπέλου. Ταῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ἐσκέφθημεν κατὰ τίνα τρόπον δύναται, τοῦτο μὲν, νὰ πραγματοποιηθῇ πληρέστερον ἡ ἐπιδιωχθεῖσα διὰ τοῦ νόμου περιστολὴ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ξενικοῦ οἰνοπνεύματος, τοῦτο δὲ, νὰ ἐμψυχωθῇ ἡ ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας τῆς πνευματοποιΐας ἐκ σακχαρωδῶν ὑλῶν. Πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ διττοῦ τούτου σκοποῦ πρέπει ὁ νόμος νὰ λειτουργήσῃ, ὁ δὲ νόμος ὁ κείμενος σήμερον δὲν λειτουργεῖ, διότι, ἐνῷ κατὰ τινα ὑπολογισμὸν τὸ καταναλισκόμενον ἐν Ἑλλάδι οἰνόπνευμα ἀνέρχεται εἰς 3 ἑκατομμύρια ὀκάδων, καὶ ἑπομένως τὸ ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἔπρεπε νὰ ᾖναι 3,000,000 δραχμῶν, κατ’ ἄλλον δὲ ὑπολογισμὸν εἰς 2 ἑκατομμύρια ὀκάδων, καὶ ἑπομένως τὸ ἔσοδον ἔπρεπε ν’ ἀνέρχηται εἰς 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀφοῦ ὁ φόρος εἶναι 1 δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν, ἔσοδον ἐκ τῶν οἰνοπνευμάτων δὲν ἔχομεν σήμερον ἀνώτερον τῶν 450,000 δραχμῶν, ἐν ᾧ ὑφίσταται ἡ κατανάλωσις τῆς χώρας βάρη πολλαπλάσια, χάριν τῶν παραγόντων οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν. Αἱ περὶ ἀναβολῆς ἄρα τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου παρακελεύσεις, ἃς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ διετύπωσεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, μόνον σκοπὸν εἶχον τὴν διάσωσιν τοῦ καθεστῶτος, τουτέστι τὴν φορολογίαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χάριν τῶν παραγόντων οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν. Ὅτε ἐν τῷ ἀρχικῷ νόμῳ ἐλαμβάνετο πρόνοια καὶ περὶ τῆς παραγωγῆς οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, ἐθεωροῦμεν, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ ἦτο ἐπιβλαβὲς, διότι κατὰ τὰς γενικωτέρας πληροφορίας, καίτοι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀξιῶμεν, ὅτι ἔχομεν πληροφορίας θετικὰς, αἱ παραγόμεναι ἐν Ἑλλάδι σακχαρώδεις ὗλαι δὲν εἶναι ἱκαναὶ πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, εἰμὴ διὰ τὸ ⅓ τῆς καταναλώσεως, κατ’ ἄλλας διὰ τὸ ¼, καὶ πάλιν κατ’ ἄλλας διὰ τὸ ἥμισυ· ἤκουσα καὶ τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι ἀποχρῶσαι πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἴσου πρὸς τὴν κατανάλωσιν, ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη ἔχει ὀλίγους θιασώτας. Ἔπρεπεν ἄρα τὸ ὑπόλοιπον τῆς καταναλώσεως ν’ ἀναπληρωθῇ, καὶ ἦτο ὠφελιμώτερον διὰ τὴν χώραν, ν’ ἀναπληρωθῇ δι’ οἰνοπνεύματος, παραγομένου ἐν Ἑλλάδι ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, παρὰ δι’ οἰνοπνεύματος παραγομένου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἵνα ἐπιτύχωμεν, ὅπως καὶ τὸ ὑπόλοιπον μετὰ τὴν κατανάλωσιν τοῦ παραχθέντος οἰνοπνεύματος ἐκ σακχαρωδῶν οὐσιῶν ἀναπληρῶται δι’ οἰνοπνεύματος ἐγχωρίου, ἔστω καὶ ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, ἐθεωρήθη πρέπον, νὰ μὴ ληφθῶσι μέτρα ἐν τῷ νόμῳ κατὰ τῆς παραγωγῆς τοῦ οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον, νὰ ἐπιτραπῇ ὑπὲρ τῶν παραγόντων οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν εἰδῶν ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τῆς πρώτης ὕλης. Τῶν τοιούτων μέτρων τῆς ἰσότητος ἐν τῇ φορολογίᾳ τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, πρὸς τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἐκ σακχαρωδῶν, ἰσότητος, ἀποληγούσης εἰς εὔνοιαν ὑπὲρ τοῦ οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, ὡς παραγομένου εὐωνότερον, τῶν μέτρων τούτων ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν, οὐχὶ ἡ διὰ τοῦ οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν ἁπλῆ ἀναπλήρωσις τοῦ ἐλλείμματος τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς οἰνοπνεύματος ἐκ σακχαρωδῶν ὑλῶν πρὸς τὴν ὅλην ἐγχώριον κατανάλωσιν οἰνοπνεύματος, ἀλλὰ πλὴν τῆς ἀναπληρώσεως καὶ ἡ ὑποκατάστασις τοῦ οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν εἰς τὸ οἰνόπνευμα, τὸ ἐξ ἐγχωρίων σακχαρωδῶν οὐσιῶν, καὶ τοῦτο ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε τὰ ληφθέντα μέτρα πρὸς περιστολὴν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ξένου οἰνοπνεύματος οὐ μόνον δὲν ἴσχυσαν ἵνα συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς οἰνοπνεύματος ἐξ ἐγχωρίων προϊόντων, ἀλλὰ συντελέσαντα εἰς ὑπέρμετρον ἀνάπτυξιν τῆς οἰνοπνευματοποιΐας ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, ἀπέκλεισαν σχεδὸν τῆς ἀγορᾶς τὴν ἑτέραν. Κατὰ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα ἐπειγόντως, καὶ θὰ ἦτο ἀσύγγνωστον νὰ δώσωμεν προσοχὴν εἰς γνώμην, ὁποία ἡ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, καὶ καθ’ ἣν σήμερον, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ εἶναι νυσταλέα, κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν μέτρων προστατευτικῶν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς καὶ σκοπούντων τὴν καταπολέμησιν τῆς καταδολιεύσεως τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν μέτρων, τεινόντων εἰς τὴν ἀνάκτησιν παρὰ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς τῆς θέσεως ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἧς ἀπεστερήθη διὰ τῆς ἀνειλικρινοῦς ἐνεργείας τῶν παραγωγῶν οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν. Ἄν ταῦτα τὰ καταστήματα, πολεμοῦντα τὴν παραγωγὴν ἐξ ἐγχωρίων προϊόντων, ἐπολιτεύοντο πρὸς τὸ Δημόσιον εἰλικρινῶς, ἂν ἀπέδιδον πρὸς αὐτὸ, ὅ,τι ὤφειλον, ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ἀδικούμενα, ἀφοῦ, ἐγκαταστηθέντα ἐν τῇ χώρᾳ ὑπὸ τὸ Κράτος νομοθεσίας, ἐπιτρεπούσης αὐτοῖς τὴν ἐργασίαν, ἐξαναγκάζονται σήμερον διὰ μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας νὰ παλαίωσι πρὸς τὴν ἄλλην πνευματοποιΐαν ἐπὶ ὅροις ἀνίσοις. Ἀλλὰ τὰ καταστήματα, τὰ παράγοντα οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, τὰ κατορθώσαντα νὰ καταστήσωσι τὴν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἐξ ἐγχωρίου ὕλης ἀδύνατον, τί ἀπέδωσαν εἰς τὸ Δημόσιον; Σχεδὸν τίποτε. Κατὰ μέσον ὅρον τὰ δύο καταστήματα ἀπέδωσαν ἕκαστον 50,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, καὶ ὅμως κατέστρεψαν ἐντελῶς τὴν παραγωγὴν ἐξ ἐγχωρίων προϊόντων· ἤτοι, ἂν ἀνήρχετο ἡ κατανάλωσις εἰς 3,000,000 ὀκάδων καὶ ἑπομένως ὁ ὀφειλόμενος φόρος εἰς ἰσαρίθμους δραχμάς, ταῦτα, πληρόνοντα 100,000 δραχ., ἐνέμοντο τὰ 2,900,000, ἢ τὸ 1,900,000, ἐὰν ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ ὑπολογισθῇ εἰς 2,000,000, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ τις ὁ φρονῶν, ὅτι ἡ κατανάλωσις δύναται νὰ ἦναι κατωτέρα τῶν 2 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ κατωτέρα ἂν ὑποτεθῇ, πάλιν ἔχομεν ποσὸν φόρου σημαντικὸν, τὸ ὁποῖον ἐνέμοντο οἱ καταστηματάρχαι, οἱ παράγοντες οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν πνευματοποιῶν ἐξ ἐγχωρίων προϊόντων. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχει κατανάλωσις ἐν τῇ χώρᾳ, παρέχουσα τὸ ἔδαφος πρὸς φορολογίαν σπουδαίαν, 2 ἑκατομμυρίων, ἴσως δὲ καὶ τριῶν, εἶναι βέβαιον, ὅτι, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, αὕτη δὲν ἀπεδίδετο εἰς τὸ Δημόσιον, περιερχομένη εἰς χεῖρας, οὐχὶ τῶν παραγόντων οἰνόπνευμα ἐκ σακχαρωδῶν οὐσιῶν, διότι ἡ τοιαύτη παραγωγὴ περιεστάλη εἰς τὸ ἔπακρον, δὲν περιέρχεται δὲ οὐδὲ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διότι οἰνόπνευμα ὀλίγον εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ποῦ ἄρα περιέρχεται; Εἰς τοὺς παράγοντας οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, τούτου δὲ τὴν στέρησιν παριστῶσιν οὗτοι ὡς ἀδικίαν. Ἄδικον θεωροῦσιν, ὅτι δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται ἐπὶ πλέον νὰ καταστρέφωσι τὴν παραγωγὴν ἐξ ἐγχωρίων προϊόντων, καὶ νὰ νέμωνται φόρον τοῦ Κράτους, μέχρι 2,900,000 κατ’ ἔτος, ἢ 1,900,000 δραχμῶν, καὶ ἐν τῇ τοιαύτῃ καταστάσει ἔρχονται ἐνώπιον ἡμῶν, ζητοῦντες ν’ ἀναβάλωμεν τὴν διόρθωσιν, ν’ ἀφήσωμεν ἐπὶ 6 μῆνας μέχρι τῆς προσεχοῦς Συνόδου ἀνενοχλήτους τοὺς καταστηματάρχας ἐν τῷ ἔργῳ τῆς καταστροφῆς, τῆς καταδολιεύσεως τοῦ νόμου καὶ τῆς ἀθεμίτου ἰδιοποιήσεως τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου. Τούτων οὕτως ἐχόντων, πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ δισταγμὸς ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς ψήφισιν νόμου, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν οὗτος ἦναι ὁ νόμος, ὃν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, ἂν αἱ βάσεις τούτου ἦναι ὀρθαὶ, καὶ ἂν ἐν ταῖς λεπτομερείαις δὲν ὑπάρχῃ τι τὸ διορθωτέον. Ποῖαι εἶναι αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου; Θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ νόμου εἶναι ἡ διάκρισις μεταξὺ οἰνοπνεύματος, παραγομένου ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, καὶ οἰνοπνεύματος, παραγομένου ἐκ σακχαρωδῶν οὐσιῶν, ἵνα τοῦτο μὲν ἐξακολουθῇ, φορολογούμενον ὡς μέχρι τοῦδε, τὸ δὲ ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν φορολογῆται 50% ἐπὶ πλέον τοῦ ἐκ σακχαρωδῶν ὑλῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἔχει καὶ ἑτέραν βάσιν. Ἐπιτρέπει καὶ τὸ μονοπώλιον, ἐν περιπτώσει δὲ τοιαύτῃ οἱ μισθωταὶ τοῦ μονοπωλίου ὑποχρεοῦνται ν’ ἀγοράζωσι πᾶσαν τὴν παραγωγὴν τὴν ἐγχώριον τὴν ἐκ σακχαρωδῶν οὐσιῶν, τὴν λεγομένην σοῦμαν, ἐπὶ ὅρῳ τιμῆς, οὔτε κατωτέρας τῆς συνήθως, ἀλλ’ οὔτε καὶ πολὺ ἀνωτέρας, ἀφιεμένου εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμφωνῇ μετὰ τοῦ Μονοπωλίου ὅρον ἀνώτερον, ἂν ἀποδειχθῇ ἀναγκαῖος· ὁ κατώτερος ὅμως ὅρος, ὁ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πρέπει νὰ ἐγγυᾶται ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ἀπόληψιν τιμῆς, ἴσης πρὸς τὴν σημερινὴν ἀγοραίαν. Βεβαίως ὁ προσδιορισμὸς τιμῆς ἑνιαίας ἐπὶ τῷ σημερινῷ μέσῳ ὅρῳ τῶν ἀγοραίων τιμῶν ἐπάγεται, ἐνιαχοῦ μὲν ὑπέρβασιν τῆς τοπικῆς τιμῆς, ἐνιαχοῦ δὲ καθυστέρησιν, καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προσέχωμεν εἰς τὰς ἐκ μονομερείας παραστάσεις, τοιούτων ἕνεκα λόγων· ὁ προσδιορισμὸς τῆς τιμῆς πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς τὰς ἀγοραίας τιμὰς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ κατὰ διαφόρους ἐποχάς. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι κατωτάτη τιμή, ἱκανοποιοῦσα κατὰ μέσον ὅρον τὴν παραγωγήν, ἦτο ἡ τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ κατὰ βαθμὸν τοῦ ἑκατονταβάθμου, ἐπειδὴ ὅμως συνήθως παρ’ ἡμῖν δὲν μετρεῖται τὸ οἰνόπνευμα διὰ τοῦ ἀραιομέτρου τοῦ Gay-Lussac, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἀραιομέτρου τοῦ Καρτιέρου, ἀνεγράφη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ ὅρος κατὰ τὸ ἀραιόμετρον τοῦτο. Ἂν μὴ ἐγίνετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ὅρου κατὰ τὸ ἐν χρήσει ἀραιόμετρον καὶ ἀφίεντο τὰ τοῦ ἀναλογισμοῦ εἰς τὴν ἑκάστοτε ἐφαρμογήν, θὰ ἐξετίθεντο εἰς ζημίαν οἱ παραγωγοὶ σούμας. Καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς ἀνακοινωθείσαις ἡμῖν ἐπικρίσεσι τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου παρετηρήθη, ὅτι οἱ ἔχοντες συμφέρον, ἵνα παρασταθῇ ὁ ὅρος, ὁ ἀναγόμενος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς κατώτερος τοῦ δέοντος, ἀναλογίζουσι τοῦτον πρὸς τὸν κατὰ τὸ ἀραιόμετρον τοῦ Καρτιέρου ἐπὶ μέτρῳ κατωτέρῳ· οἱ δ’ ἔχοντες τὸ ἀντίθετον συμφέρον ἀναλογίζουσιν ἐπὶ μέτρῳ ἀνωτέρῳ. Ληπτέον δ’ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ ἀναλογισμὸς δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐντελῶς ἀκριβὴς, διότι τὰ συστήματα εἶναι διάφορα. Τὸ σύστημα τοῦ Gay-Lussac εἶναι τὸ τέλειον, ἐκφράζει δὲ τοὺς βαθμοὺς ὁμοιομόρφως ἐν παντὶ πνευματώδει ὑγρῷ, οἱασδήποτε ἀραιώσεως, ἐνῷ τὸ τοῦ Καρτιέρου, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ παλαιότερον τῶν συστημάτων, ἐκφράζει τοὺς βαθμοὺς κατὰ μέτρον διάφορον, ἀναλόγως τῆς ἀραιώσεως. Εἶναι ὅμως προτιμότερον τὸ σύστημα τοῦ Καρτιέρου, πλὴν τοῦ λόγου τῆς συνηθείας, καὶ διότι ἐν τούτῳ ἡ παραλλαγὴ τῶν βαθμῶν παρέχει τὸ συμφέρον εἰς τοὺς πωλοῦντας σούμαν, νὰ παράγωσιν αὐτὴν δυνατωτέραν, διότι, ὅσῳ μᾶλλον πνευματοῦχος εἶναι ἡ σοῦμα, ἐπὶ τοσοῦτον ἡ διαβάθμισις, κατὰ τὸ ἀραιόμετρον τοῦ Καρτιέρου, παριστᾷ τὴν δύναμιν ἀνωτέραν τῆς πραγματικῆς. Προτείνομεν ἄρα, ὅπως εἰς τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἓν λεπτὸν κατὰ βαθμὸν Gay-Lussac, ἀντικατασταθῇ ἡ ἀναγραφὴ 11½ λεπτῶν κατὰ βαθμὸν Καρτιέρου, βαθμὸν ὑπολογιζόμενον μετὰ τὸν 12ον, τῶν μέχρι καὶ τοῦ 12ου λογιζομένων ὡς μὴ περιλαμβανόντων οἰνόπνευμα.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τίνος βαθμοῦ θεωρεῖτε τὴν σοῦμαν;
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο μένει, ὡς ἔχει ἐν τῷ νόμῳ. Ὡς σοῦμα ἀναγνωρίζεται τὸ ἐκ πρώτης ἀποστάξεως οἰνόπνευμα μέχρι τοῦ 36ου βαθμοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ βαθμὸς οὗτος δὲν ἀντιστοιχεῖ πρὸς ἀκέραιον βαθμὸν Καρτιέρου, θέλομεν ἀναγράψει τὸν ἀκέραιον βαθμὸν τοῦ ἀραιομέτρου Καρτιέρου, ὅστις ἀντιστοιχεῖ, οὐχὶ πρὸς 36, ἀλλὰ πρὸς 37 βαθμούς. Δὲν γίνεται τοῦτο χάριν αὐξήσεως τοῦ βαθμοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ μετρῶμεν δι’ ἀραιομέτρου, τοῦ ὁποίου τὸ ἀκέραιον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ 37, δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ 36, καὶ τοῦτο αὐθαιρέτως ὁρισθέν. Ἤδη, εἴτε λειτουργήσει τὸ σύστημα τῆς ἀμέσου ὑπὸ τοῦ Κράτους φορολογίας, εἴτε λειτουργήσει τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου, περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς διατάξεις, αἵτινες δὲν δύνανται, ἢ νὰ τῇ ἐξασφαλίσωσιν ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν κατανάλωσιν. Ἡ ἄμεσος ὑπὸ τοῦ Κράτους φορολογία παρέχει εἰς τὸν παράγοντα οἰνόπνευμα ἐξ ἐγχωρίων πρώτων ὑλῶν βραβεῖον 50 λεπτῶν ἐπὶ μιᾶς δραχμῆς καὶ 50 λεπτῶν, δι’ ὧν φορολογεῖται ὁ παράγων σοῦμαν ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, τὸ δὲ σύστημα τοῦ μονοπωλείου ὑποχρεοῖ τοὺς μισθωτὰς ν’ ἀγοράζωσιν ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ τὴν σοῦμαν. Ἡ τοιαύτη ὑπὲρ τῆς σούμας πρόνοια εἶναι ἐμψύχωσις τελεσφορωτέρα ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς καὶ αὐτοῦ τοῦ βραβείου τῶν 50 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν· διότι καὶ εἰς ἐκεῖνα ἔτι τὰ διαμερίσματα, ἔνθα ἡ ἀγοραία τιμὴ τῆς σούμας εἶναι τυχὸν ἀνωτέρα τοῦ ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑποχρεωτικοῦ διὰ τὸ μονοπώλιον ὅρου, ἐν ᾧ ἡ διαφορὰ δὲν δύναται νὰ ἦναι μεγάλη, ἀντισταθμίζει τὴν ἐκ ταύτης ζημίαν τὸ βέβαιον τῆς πωλήσεως, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖ τὸ ποσὸν, εὐθὺς ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς χρονοτριβὰς καὶ τὰς διακυμάνσεις τῶν τιμῶν, καὶ αὐτῆς τῆς ζητήσεως ἐν ἐλευθέρᾳ συναλλαγῇ. Ἄλλως τε τὰ διαμερίσματα, ἐν οἷς αἱ τιμαὶ ἐνδέχεται ἐξαιρετικῶς νὰ ὦσιν ἀνώτεραι τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ἐκεῖνα, ἔνθα ἡ σοῦμα δὲν παράγεται ἐκ στεμφύλων, ἀλλ’ ἐκ σταφυλῶν, διότι ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κοινοποιηθῇ ἡ τιμὴ τῆς σούμας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνήθους τιμῆς τῶν σταφυλῶν. Αἱ σταφυλαὶ εἶναι προωρισμέναι εἰς παραγωγὴν οἴνου, ἂν δὲ παράγωσιν οἰνόπνευμα, τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι δὲν εὗρον ἀγοραστὰς ἐν τῇ φυσικῇ αὑτῶν ἀγορᾷ, ὅτι τὸ προϊὸν, εἴτε ἕνεκα τῆς ποιότητος, εἴτε ἕνεκα τῆς ἀφθονίας, διατελεῖ ἐν ἀζητησίᾳ, ἂν δὲ ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν εὑρίσκῃ τις, χάρις εἰς τὸ μονοπώλιον, τιμὴν οὐχὶ εὐκαταφρόνητον, καίπερ κατωτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπεξεδέχετο ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν σταφυλῶν πρὸς οἰνοποιΐαν, εὐεργετεῖται σῳζόμενος ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ, ἀπὸ τῆς καταστροφῆς. Ἐν ᾧ ὅμως, ἀφορῶν εἰς τὰ διαμερίσματα, τὰ παράγοντα σοῦμαν ἐκ σταφυλῶν, παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον ὁ κατώτατος ὅρος τῆς τιμῆς τῆς σούμας νὰ ἱκανοποιῇ τὰς ἀξιώσεις τοῦ παράγοντος αὐτὴν ἐκ σταφυλῶν, ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ τιμὴ πρέπει νὰ ἦναι ἀνάλογος πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ παράγοντος αὐτὴν ἐκ στεμφύλων, ἡ δὲ ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀναλογιζομένη πρὸς τὰς ἀγοραίας τιμὰς τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ παραγομένου ἐκ στεμφύλων, εἶναι τιμὴ ἀποχρῶσα. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ, διατὶ, ἀφοῦ προσδιορίζομεν ἡμεῖς τὴν τιμὴν τῆς σούμας, καὶ πρόκειται ταύτην νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς μισθωτὰς τοῦ μονοπωλίου, παρέχοντες εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα ν’ ἀποζημιωθῶσι διὰ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως τοῦ οἰνοπνεύματος, διατὶ δὲν ὁρίζομεν τιμὴν ἀνωτέραν; Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἀπαντῶ, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ παράγοντες σοῦμαν ἔχουσι τὸ συμφέρον, νὰ μὴ ὁρισθῇ ἀνωτέρα τιμὴ, διότι, ὅσον ἀνωτέρα ὁρισθῇ ἡ τιμὴ τῆς σούμας, τοσοῦτον ἀνωτέρα θὰ ὁρισθῇ ἡ τιμὴ τοῦ οἰνοπνεύματος, ἥτις, ὅταν ὑπερβαίνῃ ὅριόν τι, θὰ περιστείλῃ τὴν κατανάλωσιν τοῦ οἰνοπνεύματος, ἐκ τῆς περιστολῆς δὲ ταύτης θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀποτυχία τοῦ μονοπωλίου καὶ τῶν παρεπομένων εὐεργετημάτων, ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Ἵνα λειτουργήσῃ τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου, πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τιμὴν ἀνάλογον πρὸς τὴν τέως ἀγοραίαν. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν περιπτώσει μισθώσεως τοῦ μονοπωλίου, εἰς ἣν πιθανῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ ἀπολήξῃ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο καὶ ἑπομένως, ὅτι θὰ λειτουργήσῃ τὸ ἕτερον τῶν συστημάτων τοῦ νομοσχεδίου, ἡ θέσις τῶν παραγωγῶν τῆς σούμας θὰ ἦναι κατὰ πάντα βελτίων τῆς δημιουργηθείσης ὑπὸ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας. Καὶ τὸ ἕτερον σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου ὑπὸ τῆς Πολιτείας, διασώζει τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν ἀπὸ τῶν ὀνύχων τῶν παραγωγῶν οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν· μεθ’ ὅσα δὲ καὶ ἂν ἠκούσατε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ὀλίγον διαφέρει τοῦ συστήματος τοῦ νομοθετικοῦ, τοῦ νῦν ἰσχύοντος. Διαφέρει, ὅτι βάσις τοῦ νῦν ἰσχύοντος συστήματος ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῆς παραγωγῆς εἶναι ἡ πρώτη ὕλη, ἐν ᾧ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὡς βάσις δὲν λαμβάνεται ἡ πρώτη ὕλη, ἀλλ’ ἡ καταμέτρησις τοῦ προϊόντος διὰ μηχανικοῦ μετρητοῦ. Ἀλλ’ ἐν ᾧ κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, λαμβανομένης ὡς βάσεως πρὸς ὑπολογισμὸν τῆς παραγωγῆς, τῆς εἰσαγομένης εἰς τὰ καταστήματα πρὸς μεταποίησιν πρώτης ὕλης, ἐπιτρέπεται κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἡ συμπλήρωσις καὶ διόρθωσις τῶν ἐκ τούτου ἐνδείξεων δι’ ἄλλων ἐνδείξεων, οὕτω κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ διὰ τοῦ μηχανικοῦ μετρητοῦ βεβαιοῦμεν τὴν παραγωγὴν, δυνάμεθα νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν βεβαίωσιν καὶ δι’ ἑτέρων ἐνδείξεων. Ἰδίως ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐπέμεινεν εἰς τὰ τῶν παραγόντων δι’ ἀποστακτηρίων πρώτης κατηγορίας οἰνόπνευμα, εἰπὼν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλει αὐτοὺς εἰς ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι οὐδαμοῦ ἀλλοῦ ἐγένοντο ἀποδεκταὶ, καὶ ἂν ἐγένοντο ἀποδεκταὶ ἐν Γαλλίᾳ ἅπαξ, κατηργήθησαν μετ’ ὀλίγον. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ἀναγράφεται φορολογία τοῦ ἐκ πρώτης ἀποστάξεως οἰνοπνεύματος, ἀλλ’ ἀναγράφονται διατάξεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν συλλογὴν στατιστικῶν πληροφοριῶν, ὡς πρὸς τὸ παραγόμενον οἰνόπνευμα ἐκ πρώτης ἀποστάξεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γινώσκωμεν τὸ παραγόμενον ποσὸν, οὐχὶ ἵνα τοῦτο φορολογήσωμεν, διότι δὲν φορολογεῖται κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν τὸ ἐκ πρώτης ἀποστάξεως παραχθὲν οἰνόπνευμα, ἀλλ’ ἵνα τὸ παρακολουθήσωμεν εἰς τὰ καταστήματα, ἔνθα ὑποβληθήσεται εἰς δευτέραν ἀπόσταξιν, καὶ φορολογήσωμεν τῆς δευτέρας ταύτης ἀποστάξεως τὸ προϊόν. Ἐν τούτῳ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης ἐνόμισεν, ὅτι ἀνεῦρεν ἐπιβάρυνσιν τοῦ οἰνοπνεύματος ἐκ πρώτης ἀποστάξεως, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον θέλει πάντως φορολογηθῇ τὸ ἐξ αὐτοῦ προϊόν, κατὰ τὸν κείμενον νόμον δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὴν δευτέραν ἀπόσταξιν καὶ τὴν παρεπομένην φορολογίαν, παραδιδόμενον εἰς κατανάλωσιν ἄνευ δευτέρας ἀποστάξεως. Κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν, ἡ κατανάλωσις τῆς σούμας δὲν ἀπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ κειμένου νόμου, μηδεμίαν περιέχοντος ἀπαγορευτικὴν τῆς καταναλώσεως διάταξιν. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο παρὼν ὁ κ. Βουλευτὴς κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, ὅτε ἐγένετο ἡ αὐτὴ παρατήρησις καὶ ὅτε ἀπήντησα πρὸς τοὺς τὰ τοιαῦτα ἰσχυριζομένους, ὅτι περιείχετο ἡ ἀπαγόρευσις, ἀλλὰ περιείχετο ἐν διατάξει, ἥτις δὲν ὡμίλει περὶ ἀπαγορεύσεως, ἀλλὰ περιεῖχε ταύτην ὡς συνέπειαν· περιείχετο ἡ ἀπαγόρευσις ἐν τῇ διατάξει, κατὰ τὴν ὁποίαν σοῦμα, ἀπαλλασσομένη τῆς φορολογίας, εἶναι ἡ μὴ ὑπερβαίνουσα τοὺς 36 βαθμοὺς, ἡ δ’ ἀνωτέρας δυνάμεως ὑπόκειται εἰς φορολογίαν. Τὸ ἐκ πρώτης ἀποστάξεως οἰνόπνευμα, τὸ κάτω τῶν 36 βαθμῶν, εἶναι ἀνεπίδεκτον καταναλώσεως καὶ ἐξ ἀνάγκης θέλει ὑποστῆ δευτέραν ἀπόσταξιν, ἵνα χρησιμοποιηθῇ, κατὰ ταύτην δὲ φορολογεῖται. Οὕτως ἔχουσι τὰ τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, ἡ αὐτὴ δὲ ἀρχὴ θὰ λειτουργήσῃ καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἀφορολόγητον εἶναι τὸ ἐκ πρώτης ἀποστάξεως οἰνόπνευμα, ὅταν δὲν ὑπερβαίνῃ τοὺς 36 βαθμούς. Μόνη διαφορὰ πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι ἐν ἐκείνῃ οὐδεμία ἐλαμβάνετο πρόνοια, ὅπως ἦναι γνωστὸν ποῦ θ’ ἀποθηκευθῇ τὸ παραγόμενον οἰνόπνευμα ἐκ πρώτης ἀποστάξεως, ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λαμβάνεται τοιαύτη πρόνοια, δι’ ἧς θὰ βεβαιῶται ποῦ θ’ ἀποταμιευθῇ ἡ σοῦμα καὶ κατὰ τίνα τρόπον θέλει γίνει ἡ μεταβίβασις τῆς οὕτως ἀποταμιευθείσης σούμας εἰς τὰ καταστήματα τῆς δευτέρας ἀποστάξεως. Δυνάμεθα δὲ νὰ ἐπενέγκωμέν τινας βελτιώσεις, ἀφορώσας εἰς τὴν ἄδειαν τῆς μεταφορᾶς. Παρετηρήθη, ὅτι θὰ ἦναι βαρεῖα ἡ ὑποχρέωσις, ὅπως ζητῆται ἡ ἄδεια τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ὅστις δύναται νὰ εὑρίσκηται μακρὰν, καὶ παρεδέχθημεν, ὅπως κατ’ ἐκλογὴν τοῦ παραγωγοῦ ζητῆται ἡ ἄδεια, εἴτε παρὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, εἴτε παρὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου, εἴτε παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Δημάρχου.
§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε καὶ τῶν τελωνιακῶν ὑπαλλήλων....
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ παρὰ τούτων. Δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τοὺς τελωνιακοὺς ὑπαλλήλους, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας, ἀλλὰ περὶ στατιστικῶν πληροφοριῶν, ἃς θέλομεν ὅσον ἔνεστι πληρεστέρας, ἀλλὰ θέλομεν αὐτὰς καὶ ὅσον ἔνεστιν ἀδαπάνως καὶ μᾶλλον ἀνενοχλήτως παρεχομένας. Ἑπομένως ἐν ἄρθρῳ 17, μετὰ τὰς λέξεις: «ἀδείᾳ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου», προσθετέον: «ἢ τοῦ ἁρμοδίου Εἰρηνοδίκου ἢ Δημάρχου»· μεθ’ ὅ, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας: «ἢ τῆς τελωνιακῆς Ἀρχῆς». Ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῶν τῶν παραγόντων οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, ἐθεωρήσαμεν πρέπον μετὰ τὰς συζητήσεις νὰ λάβωμεν πρόνοιάν τινα. Ἐν ταῖς συζητήσεσι παρεστήθη, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη μεγάλης εὐφορίας αἱ ἐγχώριοι πρῶται ὗλαι, αἱ σακχαρώδεις, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀποσταχθῶσιν ἐν βραχεῖ χρόνῳ, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῇ ἡ μεταποίησις αὐτῶν εἰς οἰνόπνευμα οὕτω ταχέως, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ καταστροφὴ μεγάλου μέρους αὐτῶν, ἐὰν ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπαγόρευσιν τῆς ἀναμίξεως τῶν σακχαρωδῶν ὑλῶν μετὰ τῶν ἀμυλωδῶν, ἐπὶ ποινῇ φορολογίας τοῦ ὅλου προϊόντος, ὡς ἐξ ἀμυλώδους ὕλης παραχθέντος. Δὲν παραδέχομαι καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ βάσιμον τοῦ ἰσχυρισμοῦ τῶν δι’ αὐτοῦ ὑποστηριξάντων τὸ ἐπιζήμιον τῆς ἀπαγορεύσεως, δὲν παραδέχομαι, ὅτι θέλει ἐπέλθει ἡ προαγγελλομένη καταστροφή, ἐὰν ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν· ἀφ’ ἑτέρου ἀναγνωρίζω, ὅτι διευκολύνει τὴν χρησιμοποίησιν τῶν σακχαρωδῶν οὐσιῶν πρὸς πνευματοποιΐαν ἡ ἀνάμιξις αὐτῶν κατὰ τὴν ἀπόσταξιν μετὰ μικρᾶς τινος ἀναλογίας ἀμυλώδους ὕλης. Ἵνα ἐπιτραπῇ ὅμως τοιαύτη ἀνάμιξις, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἐγγυήσεις, ὅτι τὸ ἀναμιχθησόμενον ποσὸν ἀμυλώδους ὕλης δὲν θὰ ἦναι ἀνώτερον τῆς ἀνάγκης. Προτείνω ἄρα, νὰ προστεθῶσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς δεύτερον ἐδάφιον, τὰ ἑξῆς: «Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὰ ἐργοστάσια τῆς τρίτης κατηγορίας τὴν ἀνάμιξιν ἀμυλωδῶν ὑλῶν μέχρι 15% τῶν ἑκάστοτε κατεργαζομένων πρώτων ὑλῶν, ἂν εἰς τὰ ἐργοστάσια ταῦτα ἦναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὁρισθησομένων μέσων τῆς ἐξελέγξεως τοῦ ποσοῦ τῶν ἀναμιγνυομένων ἀμυλωδῶν ὑλῶν, ὅπως ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τοῦ ἐκ τούτων παραγομένου οἰνοπνεύματος καὶ ἐπιβληθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 δικαίωμα καταναλώσεως»· τουτέστιν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὅπως δίδῃ ἄδειαν τοιαύτης ἀναμίξεως, ἀλλ’ ἀφοῦ πρότερον κανονίσῃ τὰ περὶ αὐτῆς διὰ τρόπου, προλαμβάνοντος τὴν κατάχρησιν. Οὕτω κανονιζομένη ἡ ἀνάμιξις, θὰ ἦναι ἐπωφελὴς πρὸς τοὺς πνευματοποιοὺς τῆς τρίτης κατηγορίας, ὧν τὰ καταστήματα εἶναι κυρίως προωρισμένα εἰς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν ὑλῶν, ἀλλὰ θὰ ἦναι ἐπωφελὴς καὶ εἰς αὐτὴν τὴν παραγωγὴν σακχαρωδῶν ὑλῶν. Τοιαῦτα εἶναι τὰ θεμελιώδη τοῦ νομοσχεδίου, καὶ περὶ τῶν θεμελιωδῶν μόνον προεκλήθην νὰ ὁμιλήσω, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἐπιφυλάσσομαι δὲ περὶ τὰ καθέκαστα νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει, πᾶν ὅ,τι ἤθελε προταθῇ τὸ διευκολύνον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τὰ τῆς φορολογίας, τῆς οὕτω διαῤῥυθμιζομένης. Ὡς δὲ εἶπον, θὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ παραδεχθῶ καὶ πᾶσαν τροποποίησιν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν παροχὴν εὐκολιῶν εἰς τοὺς παραγωγοὺς οἰνοπνεύματος ἐκ πρώτης ἀποστάξεως περὶ τὴν βεβαίωσιν τῆς παραγωγῆς, διότι, ἀφοῦ ἡ βεβαίωσις ἀφορᾷ ἁπλῶς εἰς στατιστικὴν πληροφορίαν, οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἵνα περὶ τοιούτων πληροφοριῶν ἀναπτύξωμεν ὑπερβάλλουσαν αὐστηρότητα.
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀξιέπαινος τῷ ὄντι ὁ σκοπὸς τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, προσπαθοῦντος διὰ παντὸς τρόπου νὰ προστατεύσῃ τὴν παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος ἀπὸ τὰς σακχαρώδεις ὕλας, ἀπέναντι τῆς παραγωγῆς ἀπὸ ἀμυλώδεις, πρῶτος δὲ ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω Νομὸν τοῦ Κράτους, ἐν τῷ ὁποίῳ παράγονται παντὸς εἴδους καὶ ἐν μεγάλῃ ποσότητι σακχαρώδεις ὕλαι, ὀφείλω νά ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν πρόνοιαν ταύτην. Ἀληθῶς ὀφείλομεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ προστατεύσωμεν τὴν παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος ἀπὸ τὰς σακχαρώδεις ὕλας, οὐχὶ μόνον διότι αἱ ὕλαι αὗται πλεονάζουσιν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ διότι, ὡς ἐῤῥέθη εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, τὸ οἰνόπνευμα, τὸ παραγόμενον ἀπὸ ἀμυλώδεις ὕλας, εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑγείαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ σκοπὸς ἡμῶν εἶναι νὰ προστατεύσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου τὴν παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος ἀπὸ τὰς σακχαρώδεις ὕλας, ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν παρὰ πολὺ, μήπως εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, εἰσχωρήσωσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι, ἀντὶ νὰ φέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, φέρωσι τὸ ἀντίθετον. Φρονῶ δὲ, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπως παρουσιάσθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὑπάρχουσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν μείνωσιν ἀμετάβλητοι, ὄχι μόνον δὲν θὰ προστατεύσωσι τὴν παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος ἀπὸ σακχαρώδεις ὕλας, ἀλλὰ καὶ θὰ τὴν καταστρέψωσιν ἐντελῶς. Ἐπὶ τούτου θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του, ὡς ἠκούσατε, εἶπεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ παραδεχθῇ πᾶσαν τροπολογίαν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου του. Τίνες εἶναι αἱ σακχαρώδεις ὕλαι, ἐξ ὧν παράγεται τὸ οἰνόπνευμα; Κατὰ πρῶτον λόγον εἶναι τὰ στέμφυλα, ἔπειτα τὰ ἀπομεινάρια τῶν σταφυλῶν, τὰ ἀπόσυκα, οἱ ὠξειδωμένοι οἶνοι καὶ ἡ βεβλαμμένη σταφίς. Αἱ ὕλαι αὗται δὲν εἶναι συγκεντρωμέναι εἰς ὀλίγα μέρη, οὔτε εἰς τὰς πόλεις· εἶναι κατεσπαρμέναι πανταχοῦ, εἰς ὅλας τὰς πόλεις, εἰς ὅλα τὰ χωρία καὶ εἰς τὰ κτήματα ἀκόμη· ἑπομένως, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς περιορισμὸν τὴν παραγωγὴν τῆς σούμας, αἱ ὕλαι αὗται, θὰ μείνωσιν ἄχρηστοι, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μετακομισθῶσιν ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσι μεγάλα ἐργοστάσια, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασκήσῃ πᾶσαν ἐπιτήρησιν. Ὅπως παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Νέγρης, ἀπὸ τὰ στέμφυλα μόνον 4% ἐξάγεται οἰνόπνευμα, ἡ δὲ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον μεταφορὰ τῶν στεμφύλων θὰ κοστίζῃ τόσον πολὺ, ὥστε θὰ προτιμήσῃ ἕκαστος ἰδιοκτήτης νὰ τὰ ἐγκαταλείψῃ μᾶλλον εἰς τὸν ἀγρὸν, παρὰ νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς μέρος, ὅπου δύναται νὰ ὑπάρχωσιν ἐργοστάσια. Διὰ νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰς ὕλας ταύτας, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τοὺς κατόχους νὰ μεταχειρίζωνται τὰ μικρὰ ἐκεῖνα σταλακτήρια, τὰ ὁποῖα στήνουσι συνήθως εἰς τὸ ὕπαιθρον καὶ διὰ τῶν ὁποίων μεταβάλλουσιν ὅλας αὐτὰς τὰς ὕλας εἰς πρωτόρακον. Ἐκ τούτου δὲν δύνανται νὰ μεταχειρισθῶσιν ἢ μόνον μικράν τινα ποσότητα, τὸ δὲ ὑπόλοιπον θέλουσι μεταφέρει καὶ πωλεῖ εἰς τὰ μέρη, ὅπου ὑπάρχουσιν ἐργοστάσια, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον χαρακτηρίζει ὡς ἐργοστάσια τῆς δευτέρας κατηγορίας, διότι μόνον εἰς ταῦτα εἶναι ἐπιτετραμμένον, νὰ ἐξάγωσιν ἀνώτερον οἰνόπνευμα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ συμβιβάσωμεν τὰ πάντα, ἐὰν ἀφήσωμεν ἐλεύθερα πάσης ἐπιτηρήσεως καὶ πάσης διατυπώσεως τὰ μικρὰ ἐργοστάσια, ἤτοι τὰ μικρὰ λαμπίκα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατεσπαρμένα εἰς ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιφάνειαν· δὲν βλέπω δὲ, ποίαν ζημίαν δύναται νὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τούτου. Τὴν ἐπιτήρησιν πρέπει νὰ περιορίσωμεν εἰς τὰ ἐργοστάσια τῆς δευτέρας κατηγορίας, τὰ ὁποῖα κατασκευάζουσι τὸ ἀνώτερον οἰνόπνευμα. Ἐὰν θελήσητε νὰ ὑποβάλητε τοὺς μικροὺς παραγωγοὺς τῆς σούμας εἰς διατυπώσεις, ἐὰν τοὺς ὑποχρεώσητε νὰ ζητῶσιν ἀδείας ἀπὸ τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους, νὰ δηλόνωσιν ἑκάστοτε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρήγαγον, ἐὰν τοὺς ὑποβάλητε εἰς ἐρεύνας, καὶ ἐὰν ἀφήσητε ἐλευθέραν τὴν μεταφορὰν, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ εἴπητε εἰς αὐτοὺς τοὺς μικροὺς ἀνθρώπους: «κάμνετε καλλίτερον, τὰ στέμφυλα, τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον ἀπὸ τὰς σταφυλὰς, τὸν οἶνον, ὁ ὁποῖος ἐξωδεύθη, τὴν σταφίδα, ἡ ὁποία ἐχάλασε, κτλ. νὰ τὰ ῥίπτητε ὡς λίπασμα εἰς τοὺς ἀγρούς σας, παρὰ νὰ ἐξάγητε ἐξ αὐτῶν οἰνόπνευμα». Δὲν βλέπετε δὲ ποίαν πρακτικὴν ὠφέλειαν θὰ ἔχῃ ἐκ τούτου τὸ Δημόσιον; Ἀφοῦ ἡ σοῦμα δὲν φορολογεῖται, πᾶσα ἐπιτήρησις ἐπ’ αὐτῆς εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπος, ἐκτὸς ἐὰν θέλητε διὰ πλαγίου τρόπου, ν’ ἀπαγορεύσητε τὴν μικρὰν αὐτὴν παραγωγήν· ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ εἴπητε καθαρῶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν τείνει εἰς τὸ νὰ ἐμψυχώσῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ οἰνοπνεύματος ἐκ σακχαρωδῶν ὑλῶν, ἀλλὰ ἐνίοτε εἰς τὸ ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν κατασκευὴν ταύτην. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐμφορεῖται ἀπὸ τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν τοῦ νὰ ἐμψυχώσῃ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, καὶ τὴν παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος ἀπὸ σακχαρώδεις ὕλας, θέλει συναινέσει, εἰς τὸ νὰ δεχθῇ ὅλας ἐκείνας τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπιφυλάττομαι νὰ προτείνω εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου, ἀναχωρῶν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἔθεσα, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἐντελῶς ἐλευθέρα καὶ ἀνεπιτήρητος ἡ παραγωγὴ καὶ μεταφορὰ τῆς σούμας.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Εἰμὶ ἕτοιμος νὰ δεχθῶ πᾶσαν τροποποίησιν, συντελοῦσαν εἰς τὸ ἀνεπαχθέστερον τῆς ἐπιτηρήσεως, ἄνευ βλάβης τοῦ τελεσφόρου αὐτῆς. Ἡ ἐπιτήρησις εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, ἀπεδείχθη δὲ ἡ ἀνάγκη, οὐ μόνον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς νόμων ὁμοίων, ὡς τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Ὅπως δ’ ἐκεῖ ἐλήφθη νομοθετικὴ πρόνοια περὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ ἐπιτηρήσεως τοῦ εἰς φύλλα καπνοῦ, καίπερ ἀφορολογήτου, οὕτω καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ποσοῦ τῆς σούμας, ἀλλὰ τὰ μέτρα ταῦτα πρέπει νὰ λάβωμεν, ὅσον ἔνεστιν, ἄνευ πιέσεως τοῦ παραγωγοῦ. Τούτων ἕνεκεν εἶπον, ὅτι εἰμὶ πρόθυμος, νὰ δεχθῶ πᾶσαν πρότασιν τείνουσαν, ὅπως τὸν ἔλεγχον, μηδόλως χαλαρούμενον, καταστήσῃ, ὅσον ἔνεστιν, ἀνεπαχθῆ. Ὅταν ὅμως αἱ προτάσεις τείνωσιν εἰς καταστροφὴν παντὸς ἐλέγχου, γενόμεναι ἀποδεκταί, θὰ καθίστων ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος, καὶ, ἐμποδίζουσαι τὴν παραχώρησιν τοῦ μονοπωλίου εἰς μίσθωσιν, θὰ ἔβλαπτον καιρίως τὴν ἐγχώριον παραγωγήν.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἤθελον συμφωνήσει μετ’ αὐτοῦ, ἐὰν ἠδυνάμην νὰ πιστεύσω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ μία παραγωγὴ οἰνοπνεύματος ἐκ σακχαρωδῶν οὐσιῶν καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συζητουμένου νόμου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς ἀνέπτυξεν ἐν λεπτομερείᾳ, πῶς κατασκευάζεται ἡ σοῦμα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ κατασκευασθῇ τοιαύτη, ὅταν οἱ μικροὶ παραγωγοὶ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς διατυπώσεις τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μεταξὺ τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας καὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, δὲν ὑπάρχει διαφορὰ, καὶ ὅτι αἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διαγραφόμεναι διατυπώσεις ἔχουσι σκοπὸν μόνον τὴν συλλογὴν στατιστικῶν πληροφοριῶν. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου καὶ τοῦ παρόντος εἶναι θεμελιώδης. Ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος φορολογεῖ μόνον τὴν ἐπὶ ἐμπορίᾳ παραγωγὴν, καὶ ταύτην ὑποβάλλει εἰς ἐπιτήρησιν. Τὸ συζητούμενον δὲ νομοσχέδιον ὑποβάλλει εἰς αὐστηρὰν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν μικρὰν παραγωγήν. Ὁ μικρὸς παραγωγὸς δὲν δύναται πλέον νὰ παραγάγῃ σοῦμαν, ὅταν ἀπαγορεύωμεν εἰς αὐτὸν νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὴν εἰς ἄλλην χρῆσιν, ἐκτὸς μόνον τῆς πωλήσεως εἰς τὰ ἐργοστάσια τῆς βʹ. καὶ γʹ. τάξεως. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ὑποβάλλομεν αὐτὸν εἰς τοσαύτας διατυπώσεις. Ἐὰν δὲ ἦναι ἀληθὲς, ὅτι καταναλίσκεται ἐν τῷ τόπῳ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ὀκάδων οἰνοπνεύματος, καὶ ὅτι δὲν ἐφορολογήθησαν ἢ μόνον 500,000 ὀκάδες, ἕπεται, ὅτι τὸ ὑπόλοιπον, ἐξ ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου ὀκάδων, παρήγαγον οἱ μικροὶ οἰνοπνευματοποιοί. Τὰ καταστήματα, τὰ παράγοντα οἰνόπνευμα ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς πλήρη ἔλεγχον καὶ ἐπίβλεψιν, ἥτις νὰ ἐμποδίσῃ πᾶσαν κατάχρησιν. Ἡ αὐστηρὰ ὅμως ἐπίβλεψις καὶ στενοχωρία τῆς μικρᾶς παραγωγῆς βεβαίως θὰ φέρῃ τὴν καταστροφὴν αὐτῆς. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐννοῇ τὴν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῆς μικρᾶς παραγωγῆς, ὡς εἶπε, χάριν μόνον στατιστικῶν πληροφοριῶν, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τοσαύτας διατυπώσεις. Ὀλίγισται τοιαῦται ἤθελον εἶσθαι ἀρκεταί. Καὶ ἐγὼ δὲ, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἤθελον προτείνει, οὐχὶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἄρθρων 42 καὶ 43, τῶν ἐπιτρεπόντων τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου. Διὰ τῆς ἀπαλείψεως τῶν ἄρθρων τούτων καὶ τῆς μετριάσεως τῶν ὑποχρεώσεων καὶ δεσμεύσεων τῶν μικρῶν παραγωγῶν, ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος ἐπανέρχεται εἰς τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ χαρακτῆρα, τοῦ λογικοῦ καὶ δικαίου φόρου.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶς περιορισμὸς καὶ πᾶσα ἀπαγόρευσις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ἀποκρουστέα, ἐπιτρέπεται δὲ μόνον, ὅταν δι’ αὐτῆς πρόκηται νὰ ἐπιδιώξωμεν σκοπόν τινα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν βλέπω τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκωμεν, ἢ ποῖον εἶναι τὸ ἀνώτερον συμφέρον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν, θέτοντες περιορισμοὺς εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς σούμας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήνεγκε τὸ παράδειγμα τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀναλογία· ἡ ἐπιτήρησις τοῦ εἰς φύλλα καπνοῦ εἶναι ἀναγκαία, διότι ταῦτα δύνανται ἐν κρυπτῷ, εἴτε διὰ μαχαιριδίων, εἴτε δι’ ἐργαλείων, νὰ μεταβληθῶσιν εἰς κεκομμένον καπνόν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς σούμας τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ σοῦμα νὰ μεταβληθῇ εἰς οἰνόπνευμα ἀνώτερον, εἰμὴ μόνον εἰς τὰ ἐργοστάσια τῆς δευτέρας κατηγορίας, ἅτινα, εὑρισκόμενα διαρκῶς ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Ἐξουσίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητα. Οὐδεὶς λοιπὸν λόγος ὑπάρχει, ὅπως διατηρηθῶσιν αἱ περιοριστικαὶ αὗται διατάξεις, ἐκτὸς μόνον ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ νὰ φορολογήσῃ καὶ ἐκεῖνο τὸ μικρὸν ποσὸν τῆς σούμας, τὸ ὁποῖον καταναλίσκει ὁ ἐργατικὸς πληθυσμός.
§65ΝΕΓΡΗΣ. Ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει προσεπάθησα νὰ ἐκθέσω, κατὰ πόσον ἐθεώρουν καὶ ἐγὼ συμφέρον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· ἰδίως νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ὅτι θέλουσιν ἔχει ὠφέλειαν μεγάλην, διότι, μὴ ἔχοντες πλέον νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰς ἀμυλώδεις οὐσίας, θὰ δύνανται νὰ πωλῶσιν εὐωνότερον τὴν σοῦμαν αὐτῶν· δεύτερον δὲ διότι, ἔχοντες πλήρη ἐλευθερίαν νὰ μεταχειρίζωνται τὰς σταφυλὰς πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος, δύνανται εἰς εἰδικὰς περιστάσεις, ὅτε τὸ γλεῦκος ὑποτιμᾶται, νὰ κατασκευάζωσιν οἰνόπνευμα ἐκ σταφυλῶν. Τὴν σήμερον ἐγείρεται ἀμφιβολία, ἐὰν ἡ ἐπίβλεψις, τὴν ὁποίαν θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τηρήσῃ ἀπέναντι τῶν ἀμπελοκτημόνων, θέλει ἐμποδίσει αὐτοὺς νὰ ἐργάζωνται. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν θέλει συμβῇ· ἐὰν δὲ ἐξετάσωμεν, τί γίνεται συνήθως, θὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι εἰς τὰ περισσότερα χωρία ὑπάρχουσιν εἷς ἢ δύο ἐργοστασιάρχαι, οἱ ὁποῖοι συνάζουσι τὰ στέμφυλα ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους χωρικούς, καὶ μετατρέπουσι ταῦτα εἰς σοῦμαν.
§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· ἔχετε λᾶθος.
§67ΝΕΓΡΗΣ. Ὅπως δήποτε, θὰ ἦτο ἀδύνατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξελέγξῃ τὸ ποσὸν, τὸ παραγόμενον ἀπὸ τὰ μεγάλα ἐργοστάσια, καὶ ὁ μόνος τρόπος, ἵνα ἐπιτύχῃ τοῦτο, εἶναι, νὰ γνωρίζῃ πόθεν προῆλθε τὸ εἰς αὐτὰ εἰσαγόμενον ποσὸν τῆς σούμας καὶ πόσον εἰσήχθη. Ἐὰν θέλωμεν λοιπὸν νὰ εἰσπράξωμέν τι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐπίβλεψιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὅσον εὐεργετικὸν καὶ ἂν θεωρῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ τοὺς ἐν γένει παραγωγοὺς σούμας, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν προσγινομένην ἀδικίαν εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, τὰ ἐπεξεργαζόμενα ἀμυλώδεις οὐσίας. Οἱ ἐργοστασιάρχαι οὗτοι, δυνάμει νόμου, ψηφισθέντος πρὸ τετραετίας, ἀπεφάσισαν νὰ καταβάλωσι πολλὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως δυνηθῶσι νὰ προσπορίζωνται τὴν δικαίαν ἀμοιβὴν τῶν κόπων αὐτῶν, ἀναπτύσσοντες συγχρόνως τὴν βιομηχανίαν τοῦ τόπου· οἱ ἐργοστασιάρχαι οὗτοι ὄχι μόνον κατηνάλωσαν ἅπασαν τὴν περιουσίαν αὐτῶν, ὅπως φέρωσιν εἰς πέρας τὸ ἔργον αὐτῶν, ἀλλ’ ἠναγκάσθησαν καὶ νὰ καταχρεωθῶσι διὰ μεγάλα ποσά. Ὅταν δὲ μετὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῶν 4 ἐτῶν περιέμενον νὰ ἴδωσι τοὺς κόπους αὐτῶν ἀμειβομένους, δὲν δύναμαι, λέγω, νὰ παραδεχθῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις διὰ νέου νομοσχεδίου νὰ εἴπῃ εἰς αὐτούς: «κακῶς ἐπράξατε νὰ βασισθῆτε εἰς τὸν παλαιὸν νόμον, κακῶς ἐπράξατε νὰ ῥίψητε ἅπαντα τὰ κεφάλαιά σας εἰς βιομηχανίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐπέτρεψα. Ὄχι μόνον σήμερον δὲν θέλετε ἀπολαύσει ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπεριμένετε, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ περιουσία, τὴν ὁποίαν ἐῤῥίψατε εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην, σήμερον θεωρῶ, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἄγονος διὰ σᾶς.» Συμφωνῶ πληρέστατα, ὅτι τὰ ἐργοστάσια ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσιν ἐν Ἑλλάδι, ὅτε τοσαύτας ὕλας σακχαρώδεις ἔχομεν νὰ ἐπεξεργασθῶμεν. Βεβαίως θὰ ἦτο καλλίτερον, ἂν ὁ νόμος τοῦ 1883 δὲν ἐπέτρεπε τοῦτο· δοθέντος ὅμως, ὅτι ἅπαξ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη, νομίζω, ὅτι σήμερον νέος νόμος, ἐρχόμενος νὰ καταστρέψῃ πολίτας, ὅσον ὀλίγοι καὶ ἂν ἦναι οὗτοι, ἤθελεν εἶσθαι ἄδικος, οὐ μὴν καὶ ἀσύμφορος. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ποῖος εἰς τὸ μέλλον βιομήχανος, βασιζόμενος εἰς τοὺς νόμους τοὺς κειμένους, θέλει τολμήσει νὰ ῥίψῃ τὰ κεφάλαια αὐτοῦ εἰς βιομηχανίαν, ἐὰν γνωρίζῃ, ὅτι μετ’ ὀλίγα ἔτη θὰ τῷ εἴπῃ ἡ Βουλή: «κακῶς ἔπραξας νὰ ῥίψῃς τὰ κεφάλαιά σου, βασισθεὶς εἰς τὸν νόμον μου· διὰ νέου νόμου καταστρέφω τὴν περιουσίαν σου»: Δυστυχῶς, Κύριοι, γνωρίζω, ὅτι λέγων ταῦτα προσκρούω εἰς γνώμην σεβαστὴν πρὸς ἅπαντας ἡμᾶς, γνώμην αὐθεντικήν· ἀλλ’ ὅσῳ πλέον σεβαστὸν εἶναι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν γνώμην ταύτην, τοσούτῳ μᾶλλον θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ προσπαθήσω ν’ ἀπαλλάξω αὐτὸ ἀπὸ ἀδικίας, ἥτις θεωρῶ, ὅτι θὰ βαρύνῃ καὶ ἡμᾶς. Νομίζω, ὅτι κακαὶ εἰσηγήσεις ἐγένοντο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι σήμερον καταχρεωμένοι, ὡς τοῦτο εἶναι πασίγνωστον, ἐκαρπώθησαν 1,500,000 καὶ ἐπέκεινα. Ἂν τοῦτο, Κύριοι, ἦτο ἀληθές, δὲν θὰ ἦσαν σήμερον χρεωμένοι. Θέλω λοιπὸν ἱκετεύσει, ἕνεκα τοῦ μεγάλου σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον τρέφω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦ μεγάλου σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὅλον τὸ Ἔθνος τρέφει πρὸς αὐτὸν, θέλω ἱκετεύσει αὐτὸν, ὅπως δεχθῇ τροποποίησιν, ἥτις νὰ ἀποζημιοῖ τοὺς ἀμυλώδεις οὐσίας ἐπεξεργαζομένους ἐργοστασιάρχας. Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἥτις λέγει, ὅτι τὰ μηχανήματα τῶν ἐργοστασιαρχῶν, οἵτινες θέλουσι παύσει νὰ ἐργάζωνται, θέλουσιν ἀποζημιωθῆ κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῶν, προστιθεμένου καὶ 20% περιπλέον ἀλλ’ ἡ ἀποζημίωσις αὕτη εἶναι μικρὰ ἀπέναντι τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα κατέβαλον. Πρέπει δὲ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐργοστασιαρχῶν, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἐντὸς τῶν πόλεων, πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἐκτὸς αὐτῶν. Ὅσοι μένουσιν εἰς τὰς πόλεις, βεβαίως μὲ τὸ 20% περιπλέον, θέλουσι δυνηθῆ νὰ μετατρέψωσι τὰς μηχανὰς αὐτῶν εἰς ἄλλο κατάστημα, καὶ νὰ μὴ ὑποστῶσιν ἄλλην ζημίαν. Ἀλλ’ οἱ ἐκτὸς τῶν πόλεων μένοντες τί δύνανται νὰ περιμένωσιν ἀπὸ τὸ 20%; οὐδέν· διότι αἱ οἰκοδομαὶ αὐτῶν ἀπήτησαν κεφάλαια πολλά, ὥστε, ἂν χρησιμεύωσι τοῦ λοιποῦ ὡς ἀποθῆκαι ἀγροτικαί, εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς νὰ ἐλάμβανον τὸ δέκατον τῶν καταβληθέντων κεφαλαίων. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσιν οὗτοι ἀποζημιωθῆ διὰ τὰς οἰκοδομὰς αὐτῶν κατὰ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας αὐτῶν, ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως, ἣν θέλουσιν ὑποστῆ αὗται.
§68ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὀφείλω νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν αὐτὴν αἴτησιν, καὶ κυρίως δι’ ἓν κατάστημα, ἀρκούντως σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἀνηγέρθη ἐν Χαλκίδι. Τὸ κατάστημα τοῦτο μόλις ἐτελειώθη, τὰ δὲ μηχανήματα αὐτοῦ εἶναι καθ’ ὁδόν. Ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς παρετήρησα, πολλὰς ὑπονοίας ἐξέφρασε κατὰ τῶν καταστηματαρχῶν, ὅτι δὲν κατέβαλον ἀνελλιπῶς τὸν ἑκάστοτε φόρον, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἄξιοι μεγάλης συμπαθείας. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ κατάστημα τῆς Χαλκίδος, φρονῶ, ὅτι οὐδεμία ὑπόνοια δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ τοῦ καταστήματος αὐτοῦ ἡ ζημία, ἐκ τοῦ ὑποβληθέντος καὶ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θὰ ἦναι καθαρά, καθόσον τὸ κατάστημα αὐτό, ἱδρυθὲν δι’ ἁδρᾶς δαπάνης, ὅπως ἐπεξεργάζηται καὶ ἀμυλώδεις οὐσίας, δὲν ἠδυνήθη ἀκόμη νὰ παραγάγῃ οὐδὲ μίαν ὀκᾶν οἰνοπνεύματος. Καταδικάζεται λοιπὸν μία περιουσία εἰς ἐντελῆ ἀχρηστίαν, χωρὶς νὰ δύνηται ὁ κύριος αὐτῆς νὰ ἀπαιτήσῃ τὸ παραμικρὸν ἀντάλλαγμα τῆς θυσίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, βασισθεὶς ἐπὶ τῶν κειμένων νόμων τοῦ Κράτους.
§69ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Εἶναι ἄδικον, Κύριοι, ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδίστασαν ἀπέναντι τόσων κινδύνων μιᾶς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐπὶ τῇ βάσει ἰσχύοντος νόμου, ἵδρυσαν τοιαῦτα βιομηχανικὰ καταστήματα, νὰ καταστραφῶσιν ἐντελῶς· διότι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐννοεῖται, ὅτι ἐπέρχεται πλῆρες τὸ οἰκονομικὸν ναυάγιον εἰς αὐτοὺς τοὺς ἄνδρας. Διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, νὰ μεταβάλῃ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁρίζον τὴν ἀποζημίωσιν, διότι ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ὁριζομένη ἀποζημίωσις, τουτέστιν ἡ εἰς μόνα τὰ μηχανήματα ἀφορῶσα, εἶναι τόσον μικρά, ὥστε εἶναι ἀναξία λόγου. Ἐγὼ προβαίνω ἔτι μᾶλλον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς καταστηματάρχας αὐτούς, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀξίαν τῶν μηχανημάτων, ἀλλὰ καί, κατ’ ἐκτίμησιν, διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ γηπέδου καὶ τῶν οἰκοδομῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ δικαία ἀποζημίωσις.
§70ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Νέγρην καὶ τὸν κ. Χατζῖσκον, ὅτι, ὅταν ἔρχωνται ἐργοστασιάρχαι καὶ ὑποβάλλωνται εἰς κολοσσιαίας δαπάνας πρὸς ἵδρυσιν ἐργοστασίων ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς νόμου, δὲν πρέπει κατόπιν δι’ ἄλλου νόμου νὰ χάνωσι τὰ κεφάλαιά των, διότι τότε οἱ νόμοι εἶναι παγίδες κατὰ τῶν πολιτῶν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι εὔλογον νὰ μεταβληθῇ τὸ ἄρθρον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποζημιῶνται ἐπαρκῶς οἱ ἐργοστασιάρχαι διὰ τὴν ὅλην ἀξίαν τῶν ἐργοστασίων, πλὴν τῆς τῶν γηπέδων, τὰ ὁποῖα δὲν καθίστανται ἄχρηστα. Ἄν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ νὰ μὴ μεταβάλῃ τὸ ἄρθρον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀποζημίωσιν, τότε δὲν βλέπω διατὶ νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ ἐργοστασίων, παραγόντων οἰνοπνεύματα ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν, καὶ ἐργοστασίων, παραγόντων οἰνοπνεύματα ἐκ σακχαρωδῶν οὐσιῶν. Ἐν Πάτραις ὑπάρχει μέγα ἐργοστάσιον, παράγον πνευματώδη ποτὰ ἐκ σακχαρωδῶν οὐσιῶν. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ κύριος αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μετὰ παντὸς ἄλλου ἐργοστασιάρχου; Ἀποκρούω ἑπομένως πᾶσαν διάκρισιν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Γίνονται ἐπίσης δεκτὰ, τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἤτοι μὲ τὴν προσθήκην μετὰ τὰς λέξεις «ἐφ’ ἑκάστης» καὶ πρὸς τῆς λέξεως «ὀκᾶς» τῆς λέξεως «μετρικῆς», τὸ ἄρθρον 3 μὲ τὴν προσθήκην κατόπιν τῆς λέξεως «ἐφ’ ἑκάστης» καὶ πρὸ τῆς λέξεως «ὀκᾶς» τῆς λέξεως «μετρικῆς», καὶ τὴν διαγραφὴν τῆς ἐν τῷ ἐδαφίῳ ά. λέξεως «ὡσαύτως»).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται.) Ἐπὶ τούτου ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου προέτεινε νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τὰ ἑξῆς. «Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὰ ἐργοστάσια γʹ. κατηγορίας τὴν ἀνάμιξιν ἀμυλωδῶν ὑλῶν μέχρι 15% τοῦ ὅλου ποσοῦ τῶν ἑκάστοτε κατεργαζομένων πρώτων ὑλῶν, ἂν εἰς τὰ ἐργοστάσια ταῦτα ἦναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὁρισθησομένων μέσων τῆς ἐξελέγξεως τοῦ ποσοῦ τῶν ἀναμιγνυομένων ἀμυλωδῶν ὑλῶν, ὅπως ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τοῦ ἐκ τούτων παραγομένου οἰνοπνεύματος καὶ ἐπιβληθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 δικαίωμα καταναλώσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 μὲ τὴν προσθήκην ταύτην καὶ τὰ ἄρθρα 5–13). Ἄρθρον 14. (Ἀναγινώσκεται.)
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τεθῇ, ἀντὶ 36 ἑκατονταβάθμου, 37, καὶ ἐν παρενθέσει 16 Cartier. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροποποιήθη).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15. (Ἀναγινώσκεται).
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ ἐδάφιον 3 νομίζω ὀρθοτέραν τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· νὰ διαγραφῶσιν ἀπὸ τῆς τρίτης παραγράφου καὶ ἐν τῇ τετάρτῃ αὐτῆς γραμμῇ τὰ ἀπὸ τῶν λέξεων «κατ’ ἔτος» καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσιν οὕτω: «νὰ εἰδοποιῶσιν ἐπὶ ἀποδείξει τὸν ἁρμόδιον Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ἢ τὸν Εἰρηνοδίκην, ἢ τὸν Δήμαρχον, ἢ τὴν Τελωνιακὴν Ἀρχὴν, ὅτι θέλουσι κατασκευάσει οἰνόπνευμα, δέκα ἡμέρας τοὐλάχιστον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐργασίας των, ὁρίζοντες καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας». Ἐν δὲ τῇ παραγράφῳ τετάρτῃ νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «Οἰκονομικὸν Ἔφορον», ἀντικαθιστάμεναι, ἐν μὲν τῇ τρίτῃ καὶ τετάρτῃ γραμμῇ διὰ τῶν λέξεων «τὰς αὐτὰς ὡς ἀνωτέρω Ἀρχὰς», ἐν δὲ τῇ ἕκτῃ διὰ τῶν λέξεων «τὰς αὐτὰς Ἀρχάς». (Γίνεται τὸ ἄρθρον δεκτὸν, οὕτω τροποποιηθέν).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16. (Ἀναγινώσκεται).
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν πρώτην παράγραφον περιλαμβάνονται καὶ τῆς πρώτης κατηγορίας οἱ οἰνοπνευματοποιοί.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀδιάφορον, ἄδεια δίδεται· εἶναι ὑποχρέωσις πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, οὐδεμίαν ἐπαγομένη ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν, ἑπομένως δὲν βλάπτει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17. (Ἀναγινώσκεται).
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν ἐν τῇ τετάρτῃ γραμμῇ λέξιν «Ἐφόρου» αἱ λέξεις «ἢ τοῦ ἁρμοδίου Εἰρηνοδίκου, ἢ Δημάρχου, ἢ τῆς Τελωνιακῆς Ἀρχῆς». (Μὲ τὴν προσθήκην ταύτην γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον). (Ὁμοίως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 18–22, ὡς ἔχουσιν).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23. (Ἀναγινώσκεται).
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι περιττά.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ ἐν τῇ δευτέρᾳ γραμμῇ λέξεις «τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς» διὰ τῶν λέξεων «τινὸς τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 ἀναφερομένων Ἀρχῶν», διαγραφῶσι δὲ αἱ ἐν τῇ ἑβδόμῃ γραμμῇ λέξεις «δι’ ἀποφάσεως τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου», καὶ ἀντικατασταθῇ ἐν τῇ δευτέρᾳ τοῦ ἄρθρου παραγράφῳ ὁ ἀριθμὸς «36» διὰ τοῦ ἀριθμοῦ «37».
§83ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ βʹ. ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου: «Ἡ αὐτὴ ποινὴ ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς αʹ. κατηγορίας, τοὺς παράγοντας οἰνόπνευμα πλέον τῶν 36⁰ περιεκτικότητος, ἢ ἐνεργοῦντας δευτέραν ἀπόσταξιν», παρατηρῶ ὅτι εἰς τὰ χωρία τῶν ὀρεινῶν ἐπαρχιῶν πρὸ πάντων οἱ κάτοικοι χρησιμοποιοῦσι τὰ στέμφυλα, καὶ μετὰ τὴν πρώτην ἀπόσταξιν κάμνουσι καὶ δευτέραν πρὸς ἰδίαν των χρῆσιν.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἀπαγορεύεται καὶ ὑπὸ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ἡ δ’ ἀπαγόρευσις εἶναι βάσις ὅλου τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας. Εὐθὺς ὡς ἐπιτρέψητε δευτέραν ἀπόσταξιν ἀφορολογήτως, ὅλον τὸ σύστημα, καὶ τὸ ἐν ἰσχύϊ καὶ τὸ νῦν προτεινόμενον, καταῤῥέει.
§85ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὑπομιμνήσκω τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ, ὅτι θὰ καταστραφῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ στέμφυλα ἐκεῖνα, δὲν θὰ χρησιμεύωσι πρὸς κατασκευὴν πλέον, διότι ἐκεῖνοι μόνον πρὸς ἰδίαν των χρῆσιν παράγουσιν.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἐκ Μεσσηνίας κ. βουλευτοῦ ἀποδεικνύεται πόσον εὐεργετικὴ εἶναι ἡ διάταξις περὶ τῆς μισθώσεως τοῦ μονοπωλίου, διότι, μισθουμένου τοῦ μονοπωλίου, οἱ οὕτω παράγοντες οἰνόπνευμα κάτω τοῦ βαθμοῦ 37 θὰ εὑρίσκωσι πάντοτε ἀγοραστὰς εἰς τιμὴν εὔλογον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 28, διασκευασθὲν ὡς ἀνωτέρω). (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29, ὡς ἔχει).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 30. (Ἀναγινώσκεται).
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐν ταῖς ἐννάτῃ καὶ δεκάτῃ γραμμαῖς λέξεις: «δι’ ἀποφάσεως τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου», καὶ προστεθῶσιν ὡς τελευταία τοῦ ἄρθρου παράγραφος τὰ ἑξῆς: «Ἡ αὐτὴ ποινή, ὑπολογιζομένη ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει, ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς γʹ. κατηγορίας, τοὺς ἀναμιγνύοντας εἰς τὰς πρώτας ὕλας ποσοστὸν ἀμυλωδῶν ὑλῶν πλέον τοῦ ἐπιτρεπομένου αὐτοῖς συμφώνως πρὸς τὸ ἐδάφιον βʹ. τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ παρόντος νόμου». (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 30, γίνεται δεκτόν).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 31. (Ἀναγινώσκεται).
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν πωλῇ τις σοῦμαν, δὲν ἠξεύρει τί θὰ τὴν κάμῃ ὁ ἀγοραστής. Ἑπομένως νὰ τιμωρῆται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καταναλίσκει σοῦμαν, διότι εἶναι βαρὺ νὰ τιμωρῆται ὁ πωλῶν.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἀποδειχθῇ.
§92ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θ’ ἀποδειχθῇ;
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀποδειχθῇ, δὲν θὰ ἐπιβληθῇ ἡ ποινή.
§94ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ πωλῶ εἰς ἕνα σοῦμαν, δὲν ἠξεύρω τί θὰ τὴν κάμῃ.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑπομένως δὲν θὰ τιμωρηθῇ ὁ πωλῶν τὴν σοῦμαν, ὅταν δὲν ἠξεύρῃ τί θὰ τὴν κάμῃ ὁ ἀγοραστής· ὅταν ὅμως ἀποδειχθῇ, ὅτι τὴν ἐπώλησε γινώσκων, ὅτι ὁ ἀγοραστὴς θὰ τὴν παρέδιδε πρὸς κατανάλωσιν, τότε θὰ τιμωρῆται.
§96ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ τεθῇ καὶ τὸ «οἱ ἐν γνώσει πωλοῦντες πρὸς κατανάλωσιν».
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοεῖται ἐκ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦτο. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 31, ὡς ἔχει. Ὁμοίως γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 32.)
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 33. (Ἀναγινώσκεται).
§99ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσετέθη καὶ εἰς ἄλλας διατάξεις παρομοίων νομοσχεδίων περὶ καταναλώσεως· δηλ., ὅταν τὸ Συμβούλιον πρόκηται ν’ ἀναθεωρήσῃ τὰς ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις τῶν ἐμπόρων, νὰ περιέρχηται τοῦτο εἰς γνῶσιν τοῦ καταδικασθέντος, ἵνα ὑπερασπίζῃ ἑαυτὸν δι’ ὑπομνημάτων κτλ. Ἄλλως εἶναι πολὺ σκληρὸν, ἐνῷ εἶναι ἀθῶος, αἴφνης, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τίποτε, νὰ τὸν δικάζῃ τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο ἐν μυστικότητι· τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὰς κοινοτέρας ἀρχὰς τοῦ Δικαίου καὶ δὲν περιέχεται οὔτε εἰς τοὺς αὐστηροτέρους Κώδικας οὐδενὸς Κράτους.
§100ΤΖΑΝΕΣ. Πρέπει νὰ εἰδοποιῆται αὐτός.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν «μετὰ προηγουμένην πρόσκλησιν πρὸς ἀπολογίαν».
§102ΡΙΚΑΚΗΣ. Τότε νὰ τροποποιηθῇ τὸ λεκτικὸν, διὰ νὰ ἦναι σαφές.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, νὰ διαγραφῶσιν οἱ ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ ἀριθμοὶ τῶν ἄρθρων «27 καὶ 28», ἐν δὲ τῇ παραγράφῳ δευτέρᾳ καὶ ἐν τῇ πέμπτῃ αὐτῆς γραμμῇ νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «καὶ πρὸς βλάβην τοῦ ἀθωωθέντος», νὰ προστεθῶσι δὲ ἐν τῇ ἑβδόμῃ γραμμῇ καὶ μετὰ τὴν λέξιν «αὐτῶν» αἱ λέξεις «καὶ πρὸς βλάβην τοῦ ἀθωωθέντος, μετὰ προηγουμένην πρόσκλησιν αὐτοῦ εἰς ἀπολογίαν». (Οὕτω τροποποιηθὲν τὸ ἄρθρον 33, γίνεται δεκτόν).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34. (Ἀναγινώσκεται).
§105ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐνοεῖ ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ περικοπὴ «ἐὰν οὗτος τὴν καταγγελίαν ἐνήργησεν ἐξ αὐτοβούλου ἐνεργείας αὐτοῦ καὶ δὲν ἀνεκάλυψε ταύτην ἐκπληρῶν ἐπιβεβλημένον αὐτῷ ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου καθῆκον»; Προκειμένου περὶ ἀδικημάτων εἰς οἱονδήποτε βαθμὸν, πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος ἔχει καθῆκον νὰ καταγγέλλῃ τὰς παραβάσεις.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ καταγγελίας τῆς παραβάσεως, ἀλλὰ περὶ ἀνακαλύψεως αὐτῆς. Ἐὰν ἀνακαλύψῃ τὴν παράβασιν ὁ ὑποχρεούμενος ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐκτελέσῃ τὰ συντελέσαντα εἰς τὴν ἀνακάλυψιν, δὲν ἔχει δικαίωμα ἀμοιβῆς· ἐὰν ὅμως ἀνακαλύψῃ τις τὴν παράβασιν ἐκ περιστάσεων ἄλλων, ἢ ἐξ ἐνεργειῶν τῆς ἰδίας αὐτοβουλίας, ὡς λέγει τὸ ἄρθρον, ἔχει δικαίωμα εἰς ἀμοιβὴν, διότι ἡ ἐνέργεια αὕτη εἶναι αὐτοπροαίρετος, καὶ ὄχι ἐκ τῶν νόμων ἐπιβαλλομένη.
§107ΤΖΑΝΕΣ. Ἐὰν συκοφαντήσωσιν ἢ διαβάλλωσι καὶ καταγγείλωσιν ἀδίκως, τότε τί γίνεται;
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπόκεινται εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις περὶ συκοφαντίας.
§109ΤΖΑΝΕΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ μία διάταξις καὶ κατ’ ἐκείνων. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 35, 36 καὶ 37, ὡς ἔχουσιν).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 38. (Ἀναγινώσκεται).
§111ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσιν ἐπιτετραμμένοι νὰ ἐνεργήσωσι τὴν κατάσχεσιν τῶν κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου εἰδῶν, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ καταστήματα καὶ νὰ ἐνεργῶσιν ἐρεύνας, διότι ἡ εἴσοδος εἰς τὰ καταστήματα, εἰς τὰ ἐργοστάσια καὶ τὰ οἰνοπωλεῖα εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνος. Φαντασθῆτε, ἐὰν δώσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς ὅλους τοὺς ὁπλίτας τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ καὶ ἐννοήσωσιν, ὅτι δύνανται, περιβαλλόμενοι δημόσιον χαρακτῆρα, νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα, ποῖα θέλουσιν εἶσθαι τὰ ἀποτελέσματα, ἐνῷ ἔχομεν συμφέρον νὰ τοὺς ἀπομακρύνωμεν ἀπὸ τοιαῦτα μέρη. Τοιαῦτα παράπονα μοὶ ἐγένοντο ἀπὸ τοὺς καταστηματάρχας τῶν Πατρῶν, καὶ τὰ ὑπέβαλον εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις, ὥστε νὰ μὴ εἰσέρχηται ὅλος ὁ στρατὸς ἐλευθέρως εἰς τὰ καταστήματα, ἐπὶ τῇ προφάσει ἐρεύνης.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνω, ὅπως δεχθῶμεν τὴν ὑμετέραν τροπολογίαν, ἀλλὰ προσθέτοντες, ὅτι κατὰ διαταγὴν τῶν παρ’ ὑμῶν ἀναφερομένων νὰ δύνωνται νὰ εἰσέρχωνται καὶ οἱ ἄλλοι.
§113ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐν γένει περιττὸν νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ οἰνοπνευματοπωλεῖα;
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς ἐκεῖ θὰ γίνεται ἡ κατάχρησις.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ρικάκη εἰς τὸ 38 ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐπίσης δύνανται οἱ οἰκονομικοὶ καὶ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς νὰ εἰσέρχωνται, κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐργασίας αὐτῶν, εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, ὡς καὶ εἰς τὰ καταστήματα, ἐν οἷς κατασκευάζονται οἰνοπνευματοῦχα ποτὰ, ἢ πωλοῦνται τοιαῦτα, πρὸς ἐνέργειαν ἐρεύνης. «Κατ’ ἐντολὴν εἰδικὴν τῶν ἀνωτέρω ὑπαλλήλων, δύνανται νὰ εἰσέρχωνται πρὸς τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν καὶ δημόσιοι ὑπηρέται, ὡς καὶ ὁπλῖται τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ».
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὕτη θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐδαφίου τοῦ ἀρχομένου ἀπὸ τῶν λέξεων «ἐπίσης δύνανται πάντες οὗτοι νὰ εἰσέρχωνται». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 38 μετὰ τῆς τροπολογίας). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 39).
§117ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου, κ. Πρόεδρε, περὶ ἀπαγορεύσεως εἰς τὰ μέλλοντα νὰ συστηθῶσιν οἰνοπνευματοποιεῖα, εἶναι εὔλογος ἡ ἀπαγόρευσις τῆς παραγωγῆς ὀλιγωτέρου ποσοῦ τῶν 200 ὀκάδων καθ’ ἑκάστην, ἀλλὰ διὰ τὰ ὑπάρχοντα εἶναι ἄδικος ἡ διάταξις, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θ’ ἀπολέσωσι τὴν περιουσίαν των, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ὑποβληθῇ ἀμέσως εἰς ἀποζημιώσεις.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσα παράγουσι ποσὸν μικρότερον δὲν εἶναι ληπτέα ὑπ’ ὄψει. Ὡς πρὸς ταῦτα ἐλήφθη μόνον πρόνοια, ὅπως ἀποζημιωθῶσιν ἐπαρκῶς. Ἐὰν θελήσωσι νὰ ἐξακολουθῶσι λειτουργοῦντα, ὀφείλουσι νὰ περιορισθῶσιν εἰς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἐκ πρώτης ἀποστάξεως· δὲν θὰ ἐπιτρέπηται δὲ ἡ μεταποίησις οἰνοπνεύματος ἐκ πρώτης ἀποστάξεως εἰς οἰνόπνευμα ἐκ δευτέρας ἀποστάξεως, εἰμὴ εἰς τὰ καταστήματα τὰ ἔχοντα ὑπόστασιν ἀρκούντως σπουδαίαν, γνώρισμα δὲ ταύτης εἶναι, κατὰ τὸ ἄρθρον, ἡμερησία παραγωγὴ 200 ὀκάδων.
§119ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ σύστασις οἰνοπνευματοποιείων δευτέρας καὶ τρίτης κατηγορίας.
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, ἐσημειώθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 39, ἀφοῦ, τῇ προτάσει τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου, μετὰ τὴν ἐν τῇ δευτέρᾳ γραμμῇ λέξιν «οἰνοπνευματοποιείων» προσετέθησαν τὰ ἑξῆς: «βʹ. καὶ γʹ. κατηγορίας», καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ καὶ ἐν τῇ δευτέρα γραμμῇ μετὰ τὴν λέξιν «οἰνοπνευματοποιείων» τὰ ἑξῆς: «βʹ. καὶ γʹ. κατηγορίας». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 40).
§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ αʹ. ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 40, ἀντὶ «τοῦ ἁρμοδίου ἐπάρχου», νὰ τεθῇ «τῆς ἁρμοδίας Διοικητικῆς Ἀρχῆς», καὶ νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τῆς βʹ. παραγράφου αἱ λέξεις: «καλουμένου εἰς ἀπολογίαν», καὶ ἐν τῇ δʹ. παραγράφῳ, μετὰ τὰς λέξεις «ἐπὶ δύο ἔτη», αἱ λέξεις: «πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ παρόντος νόμου».
§122ΝΕΓΡΗΣ. Τὴν ἑξῆς τροπολογίαν προτείνω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὴν δεχθῇ· δι’ ὅσα ἐργοστάσια εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν πόλεων νὰ τεθῇ: «ἐκτὸς τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μηχανημάτων, καὶ τὸ ἥμισυ τῆς ἀποζημιώσεως τῆς οἰκοδομῆς».
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν παραδέχομαι τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§124ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἐργοστάσια ταῦτα, ὡς ἐκ τῆς θέσεως καὶ τῆς μεγάλης εὐρυχωρίας των καὶ τῆς στερεότητος τῶν κτιρίων, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε δύνανται νὰ ἦναι κατάλληλα εἰς πολλὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ θὰ ἦναι εὐτύχημα διὰ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἔχῃ τοιαῦτα καταστήματα μὲ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας.
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ εὐτύχημα θὰ ἦτο ἀντίστοιχον θυσίας, ἐπιβαλλομένης διὰ τοῦ νόμου εἰς τοὺς κυρίους τῶν καταστημάτων, ἀπαγορεύεται δὲ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἡ διὰ νόμου ἐπιβολὴ τοιαύτης θυσίας εἰς ἰδιοκτήτην, διότι θὰ ἦτο αὕτη δήμευσις. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 40, 41 καὶ 42). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 43).
§126ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ ἐκδόσεως τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας, ἀλλὰ διὰ συναγωνισμοῦ.
§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς θὰ θελήσῃ νὰ συναγωνισθῇ. Πολλοὶ παρουσιάζονται, ἐὰν πρόκηται νὰ γίνῃ ἰδιαιτέρα συμφωνία, καθ’ ἣν διαπραγματεύονται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ὅρων. Ὑπερθεματισταὶ δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ παρουσιασθῶσι, διακηρυττομένης τῆς παραχωρήσεως ἐπὶ προγράμματι ὡρισμένῳ. Αὐτὸς ὁ καταρτισμὸς μισθωτικῆς ἑταιρίας ἀπαιτεῖ συνεννόησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ διατάξεων, διευκολυνουσῶν τὴν σύμπραξιν τῶν ἀπαρτισόντων τὴν Ἑταιρίαν, καὶ πρέπει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἔχῃ ἀρκετὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν, ἵνα τῇ ἐπιτρέπῃ ἐν τούτῳ ἐλευθερίαν ἐνεργείας.
§128ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχει ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἴσως καλλίτερον. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 43, ἀφοῦ, τῇ προτάσει τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου, ἀντικατεστάθησαν αἱ λέξεις «τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ κατὰ βαθμὸν τοῦ ἑκατονταβάθμου οἰνοπνευματομέτρου» διὰ τῶν λέξεων «τῶν λεπτῶν ἕνδεκα καὶ ἡμίσεος κατὰ βαθμὸν τοῦ οἰνοπνευματομέτρου Καρτιέρου, ἀρχομένου τοῦ ὑπολογισμοῦ ἀπὸ τοῦ 12, μὴ συμπεριλαμβανομένου,» καὶ ὁ ἀριθμὸς «3, 35» διὰ τοῦ ἀριθμοῦ «3, 50», καὶ προσετέθη ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, εἰς τὴν γραμμὴν τρίτην πρὸ τῆς λέξεως «ὀκάδων» ἡ λέξις «μετρικῶν». (Ἐπίσης ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 44 καὶ 45).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 46. (Ἀναγινώσκεται).
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ προστεθῶσιν ὡς παράγραφος βʹ. τὰ ἑξῆς: «Ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τούτους, διοριζομένους παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, προτάσει τοῦ ἐργολάβου, ἰσχύουσι, κατ’ ἀναλογίαν, αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Νόμου ΑΡΟΒʹ. τῆς 5 Ἀπριλίου 1884 περὶ ἀσφαλείας καὶ ἀστυνομίας τῶν σιδηροδρόμων.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 46, μὲ τὴν ἄνω προσθήκην. Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 47 καὶ 48 ὡς ἔχουσιν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Βασιλικῆς ἐπιχορηγήσεως καὶ περὶ Ἀντιβασιλείας. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§132ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ συζητηθῇ, ἐὰν δὲν βεβαιωθῇ πρῶτον, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία. (Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.)
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§134ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τῆς εἰς τὸ Κράτος εἰσαγωγῆς καὶ διαθέσεως τῆς δυναμίτιδος. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ ἀπόψε καὶ ἡ Βουλὴ νὰ θεωρήσῃ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 269).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ Ἀντιβασιλείας.
§136ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, φρονῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἡ σπουδαιότης αὐτοῦ ἐπιβάλλει τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως εἰς χρόνον, καθ’ ὃν θὰ δύνηται ἡ Βουλὴ εὐρύτερον καὶ ἀνετώτερον νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὑψίστης ἐθνικῆς καὶ οἰκονομικῆς σημασίας. Κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τοῦ ἔτους πολλοὶ τῶν κ.κ. Βουλευτῶν εἰσιν ἀπόντες, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ τύχῃ εὐρείας συζητήσεως, τῆς ὁποίας εἶναι ἄξιον· πρέπει, εἰ δυνατὸν, σύμπασα ἡ Βουλὴ, ἀντιπροσωπεύουσα ὅλον τὸ Ἔθνος, νὰ συζητήσῃ καὶ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ ζητουμένη ἀναβολὴ θὰ χρησιμεύσῃ οὐ μόνον πρὸς τὴν εὐρυτέραν ταύτην μελέτην, ἀλλὰ καὶ πρὸς διαῤῥύθμισιν τελειοτέραν τῶν νομοσχεδίων, διότι, ὡς ἔχει νῦν, οὐ μόνον περικλείει θέματα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀποτελέσωσι χωριστὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ καὶ πολλαὶ διατάξεις αὐτοῦ εἰσίν, ἄλλαι μὲν ἀόριστοι, ἄλλαι δ’ ἀμφιβόλου νομιμότητος. Π. χ. τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸ περὶ κατατάξεως, προβιβασμοῦ καὶ καταστάσεως τῶν ἐν αὐτῷ διαλαμβανομένων προσώπων, μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ, μήπως ἀντίκηται εἰς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμούς. Ἐάν τις εἴπῃ: «ἰδοὺ κατὰ νόμον θ’ ἀπονέμωνται οἱ βαθμοί», δὲν θὰ εἴπῃ ἢ καθαρὰν σοφιστείαν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς πιστεύω θὰ ὑποστηρίξῃ· διότι, ὅταν λέγῃ τὸ Σύνταγμα, ὅτι κατὰ νόμον ἀπονέμονται οἱ βαθμοὶ, ἡμεῖς δὲ κάμνομεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου τοῦ λοιποῦ θὰ ἀπονέμωνται οὗτοι διὰ Β. Διατάγματος, δὲν παραβιάζομεν τὸ Σύνταγμα; Ἀλλὰ πλὴν τούτου, τὸ ἄρθρον 7, τὸ ἀναγράφον τὰ περὶ τῆς χορηγητέας δωρεᾶς τῷ Διαδόχῳ, καθὼς καὶ τὰ ἄλλα ἄρθρα εἶναι ἐντελῶς ἀόριστα καὶ ἀσαφῆ, εἰς τρόπον, ὥστε οὔτε τὸ Ἔθνος δὲν γνωρίζει τί δίδει, ἐὰν θὰ δώσῃ, οὔτε ὁ Διάδοχος τί λαμβάνει, ἐνῷ τὰ περὶ τούτου πρέπει νὰ ὦσι σαφῆ, διότι ὁ προκείμενος νόμος θ’ ἀποτελῇ τὸν τίτλον τῆς κυριότητος ἐπὶ τῶν κτημάτων, ἅτινα τὸ νομοσχέδιον προτίθεται νὰ δωρήσῃ τῷ Διαδόχῳ. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι «δωροῦμεν τὰς γαίας, τὰς κειμένας μεταξὺ τῶν δεῖνα ὀρέων καὶ τῶν δεῖνα θαλασσῶν», λέγομεν ἐκφράσεις καταπληκτικῶς ἀορίστους; τί δὲ νὰ ἐννοήσωμεν ἀπὸ τὸν παρουσιασθέντα οἱονεὶ γεωγραφικὸν χάρτην, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε δὲν φέρει ἐπίσημον χαρακτῆρα; πῶς δὲν συνετάχθη διάγραμμα ἐπιστημονικὸν καὶ ἐπίσημον;
§137ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν οὔτε τὸ συνταχθέν.
§138ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην οὐδενὸς ἄλλου ἐπιχειρήματος, ἵνα στηρίξω τὴν ἀναβολὴν, ἢ τῆς φωνῆς, ἡ ὁποία ἐξέρχεται ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, δι’ ἧς ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδὲν διάγραμμα ἔλαβεν· εἶναι πρέπον λοιπὸν νὰ προβῶμεν ἄνευ μελέτης; Θεωρεῖτε ἄξιον καὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ προβῶμεν τὴν δεκάτην τοῦ μεσονυκτίου εἰς παραχώρησιν ὁλοκλήρου ἐπαρχίας, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὴν ἀξίαν καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν παραχωρουμένων; Ἐκτὸς τούτου, κατὰ τὸ ἐδάφιον αʹ τοῦ ἄρθρου 7, δωροῦμεν τῷ Διαδόχῳ Κωνσταντίνῳ τὸ δάσος τῆς Δύμης, τὸ κείμενον ἐν τῷ ὁμωνύμῳ δήμῳ τῆς ἰδιαιτέρας μου Ἐπαρχίας. Περὶ τοῦ δάσους τούτου ἔχει συνταχθῆ διάγραμμα ἀπὸ τὸν κ. Ὀριγώνην, καὶ τὸ ὁποῖον, δυνάμει Β. Διατάγματος, ἀποτελεῖ ἐπίσημον χαρακτῆρα. Ἔχομεν ἀνάγκην λοιπὸν νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ διαγράμματος, τοῦ ἐπισήμου, διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν ἔκτασιν τοῦ δάσους, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς σκέψεις, πῶς πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰς ποικίλας καὶ διαφόρους σχέσεις, χωρὶς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς λαβύρινθον ἀδιέξοδον καὶ χωρὶς νὰ παραβλάψωμεν τὰ συμφέροντα καὶ δικαιώματα τῶν κυρίων ἢ κατόχων τῶν δωρουμένων μερῶν. Ἐκτὸς τούτου μανθάνω, καὶ δὲν πιστεύω αἱ πληροφορίαι μου νὰ μὴ ἦναι ἀκριβεῖς, ὅτι ἀναφοραὶ ἐκ τῶν Μονῶν, ὧν περιλαμβάνονται τὰ κτήματα εἰς τὴν δωρητέαν ἔκτασιν, ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ πιστεύω, ὅτι τοῦτο ἔλαβε ταύτας ὑπ’ ὄψει· ἀλλ’ εἶναι δίκαιον καὶ ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐν ταῖς ἀναφοραῖς, ἵνα κρίνῃ καὶ μορφώσῃ πεποίθησαν περὶ αὐτῶν· μανθάνω, ὅτι καὶ ἐκ τῆς Μονῆς τῶν Ταξιαρχῶν, ἢ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, ἢ καὶ ἐξ ἀμφοτέρων, ἀπεστάλησαν ἀναφοραὶ ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῶν μοναχῶν. Πῶς δὲν ἔχει γνῶσιν περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν;
§139ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐστάλη καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ τῆς Μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου ἀναφορά.
§140ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, ἡ ἀναφορὰ αὕτη νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, διότι ἀκούω, ὅτι εἶναι ἔγγραφον πολλῆς σημασίας, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐξετάζεται τὸ ζήτημα τοῦ ἀναπαλλοτριώτου τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων ὑφ’ ὅλας τὰς ὑπόψεις, καὶ θεωρῶ, ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ παραχωρῶμεν κτήματα Μονῶν, παραβιάζοντες καὶ τοὺς ἱεροὺς κανόνας καὶ κλείοντες τὰ ὦτα εἰς τὰς διαμαρτυρίας τῶν μοναχῶν. Ἐκτὸς τούτου, πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα τῶν κατεχόντων ἐκτάσεις ἐν τῇ δασικῇ περιφερείᾳ, διότι αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα, εἰσὶν ἀνακριβέσταται, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι. Ἰδοὺ τί ἐν τῇ «Ὥρᾳ» ἐδημοσίευσεν ἐπισήμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, αἵτινες ὑπὸ Βουλευτῶν ἀπηυθύνθησαν αὐτῷ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. (Ἀναγινώσκει τὰς δημοσιευθείσας ἐν τῇ «Ὥρᾳ» πληροφορίας περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν δωρουμένων). Ταῦτα πάντα δὲν εἶναι ἀκριβῆ, ὡς οὐδὲ τὰ περὶ τῶν κατεχόντων δασικὰς ἐκτάσεις, διότι μετὰ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐξῄρεσε τῆς δηλώσεως τὰς δασικὰς ἐκτάσεις, ἐπῆλθεν ὁ νόμος τοῦ 1883 περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς δήλωσιν γαιῶν καὶ φυτειῶν. (Ἀναγινώσκει τὸν σχετικὸν νόμον). Κατὰ τὸν νόμον ἄρα, ὃν ἠκούσατε, ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς κατέχοντας καὶ καλλιεργοῦντας γαίας καὶ φυτείας ἐντὸς καὶ πέριξ χωρίου, αὐθαιρέτως συνοικισθέντος ἐντὸς δασικῆς περιφερείας, ἡ δήλωσις ἐκτάσεως 50 στρεμμάτων καὶ ὅσων κατέχουσι πεφυτευμένων. Ὥστε οἱ δυνάμει τοῦ νόμου τούτου δηλώσαντες ἐντὸς δασικῆς περιφερείας ἐδήλωσαν νομίμως. Πρὸς τούτοις, πλὴν τοῦ διαγράμματος τοῦ κ. Ὀριγώνη, πλὴν τῆς τυπώσεως καὶ διανομῆς τῶν ἀναφορῶν τῶν Μοναστηρίων, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ ἀξία τῶν δωρουμένων κτημάτων, διότι γίνεται μὲν λόγος περὶ τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ φράσεων ἐντελῶς ἀκατανοήτων καὶ ἀκαταλήπτων, διὰ νὰ μὴ εἴπω λέξιν ἄλλην, ἡ ὁποία θὰ ἐχαρακτήριζε μὲν ἀκριβέστερον τὴν ποιότητα τῆς ἐκτιμήσεως, ἀλλὰ δὲν πρέπει, καθὸ βαρεῖα, νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ χείλη μου, τοὐλάχιστον τὴν ἑσπέραν ταύτην. Παρατηρῶ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῷ ἐπιγραφομένῳ «πληροφορίαι ἐπὶ ἐπερωτήσεων» τελευταῖον ἐδάφιον, λέγον. (Ἀναγινώσκει τὸ ἐδάφιον). Ὥστε κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας τὰ περισσότερα τῶν δωρουμένων κτημάτων δὲν ἔχουσι κἀμμίαν ἀξίαν, διότι εἶναι ἀνεπίδεκτα συναλλαγῆς. Ἰουδαϊκωτέρα ἑρμηνεία τῆς φράσεως «ἀνεπίδεκτα συναλλαγῆς» δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ, ἵνα μὴ εἴπω κακοηθεστέρα. Τὰ ἀνεπίδεκτα συναλλαγῆς χαρακτηρίζονται ὡς τοιαῦτα, διότι εἶναι, ὡς Ἐθνικὰ, νομήματα ἀναπαλλοτρίωτα, ὄχι δὲ, διότι δὲν ἔχουσιν ἀξίαν· τὰ δάση καὶ αἱ λίμναι καὶ αἱ πηγαὶ καὶ τὰ ἰχθυοτροφεῖα δὲν ἔχουσι κἀμμίαν ἀξίαν, ἢ ἔχουσι τοσαύτην, ἥτις δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ, καθότι οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ γίνωσιν ἀντικείμενον συναλλαγῆς. Ἐκ τῶν κτημάτων, τὰ μὲν, λέγουσιν, εἶναι ἀνεπίδεκτα συναλλαγῆς, διότι ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ δὲν ἐκποιοῦνται, τὰ δὲ εἶναι ἀνεπίδεκτα ἐκτιμήσεως, ὥστε ἀμφότερα κατὰ τὴν λογικήν των δὲν ἔχουσιν ἀξίαν, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὰ ἐκτιμήσεως, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ τὰ ἐκτιμήσῃ, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐκτάσεων, ἀποτελουσῶν τὸ εὐφορώτερον μέρος τῆς εὐφορωτέρας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, περὶ ἐκτάσεως ἐχούσης μῆκος 7 ὡρῶν καὶ πλάτος 5, αἵτινες μόνον εἰς γεωγραφικὸν χάρτην δύνανται νὰ παρασταθῶσιν. Ἀκούσετε δὲ, παρακαλῶ, τὸ παράδοξον συμπέρασμα τῶν παραδόξων συλλογισμῶν περὶ τῆς ὁλικῆς ἀξίας τῶν δωρουμένων, ἐκτιμωμένων κατὰ τὸ εἰσόδημα, οὗτινος νῦν τὸ Δημόσιον καὶ αἱ Μοναὶ ἀπολαμβάνουσιν. (Ἀναγινώσκει τὸ μέρος τῶν πληροφοριῶν, καθ’ ἃς εἰς 78,000 δραχμῶν ἀνέρχεται τὸ εἰσόδημα τῶν δωρουμένων κτημάτων). Ὥστε 78,000 εἶναι, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ εἰσόδημα τῶν δωρουμένων· ἀλλ’ ἴσως ὑπάρχουσι καὶ καθυστερήματα πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὧν ἀφαιρουμένων, τὸ εἰσόδημα πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ, ὅτι ἀνέρχεται εἰς ποσὸν πολλῷ ὀλιγώτερον τῶν 78,000. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μεγαλειτέρου εἰσοδήματος καὶ μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν καθυστερήσεων, ἡ ὅλη ἀξία τῶν δωρουμένων κτημάτων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 1,565,000. Ἡ αὐτὴ τολμηρὰ ἀνακρίβεια ἐπικρατεῖ καὶ ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τοῦ κατοικοῦντος εἰς τὰς δωρουμένας ἐκτάσεις πληθυσμοῦ, ὅπως μειωθῇ ἡ ἐντύπωσις, ἣν δύναται νὰ ἐξεγείρῃ ἡ ἰδέα τῆς ἐκτοπίσεως χιλιάδων ψυχῶν, ἀποδιωκομένων ἐκεῖθεν ἄνευ οὐδεμιᾶς προνοίας περὶ τῆς τύχης των. Τὰ δωρούμενα κτήματα, σᾶς λέγουσιν, εἶναι εὐτελεστάτης ἀξίας· εἰς 1,500,000 δραχμῶν ἀνέρχεται αὕτη, ἂν τὴν ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μεγαλειτέρου εἰσοδήματος, ἀνερχομένου εἰς 78,000 δραχμῶν· ἀλλὰ προσθέτουσιν, ὅτι τὸ εἰσόδημα τοῦτο δὲν εἶναι πραγματικὸν, διότι πολλαὶ καθυστερήσεις λαμβάνουσι χώραν, αἵτινες, ἂν ὑπολογισθῶσι, καὶ τὸ εἰσόδημα θὰ ἀποδείξωσι πολὺ εὐτελὲς καὶ τὴν ὅλην τῶν κτημάτων ἀξίαν ἀσήμαντον. Πληθυσμὸς, σᾶς λέγουσιν, ἐλάχιστος ἐκεῖ κατοικεῖ καὶ μάλιστα ἄνευ δικαιώματος, διότι κατέχουσι δασικὰς περιφερείας, αἵτινες ἐξηρέθησαν τῆς δηλώσεως. Δὲν γνωρίζει τις τί νὰ θαυμάσῃ πλειότερον, τὸν βαθμὸν τῆς χαμερποῦς πρὸς τὸν Βασιλικὸν οἶκον κολακείας, ἥτις ἀντὶ ἁδροτάτου ἀνταλλάγματος προσφέρεται, ἢ τὴν τόλμην περὶ τὴν παραχάραξιν περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκτάσεων, περὶ τῆς ἀξίας καὶ τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν καὶ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διαιτωμένων εἰς ταύτας κατοίκων. Ταῦτα πάντα θὰ συζητηθῶσιν εὐρέως ἐν δέοντι. Ἐν συμπεράσματι φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω πρὸς τὴν Βουλήν, περὶ ἀναβολῆς, εἶναι κατὰ πάντα δεδικαιολογημένη. Δὲν βλέπω ἄλλως τε τὸν λόγον τῆς σπουδῆς τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου· δὲν βλέπω τὴν μεγάλην ἀνάγκην νὰ ψηφισθῇ τοῦτο ἐντὸς τῆς τρεχούσης ἑβδομάδος ἢ τῆς ἑπομένης· δὲν βλέπω οὐδένα λόγον, οὔτε σπουδαῖον, οὔτε μὴ σπουδαῖον, ὁ ὁποῖος νὰ δύνηται νὰ λεχθῇ, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν σπουδήν. Τώρα, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄλλοι λόγοι ἀπόκρυφοι, αὐτὸ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ἐγώ. Ὅσα λέγω, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι τὰ ὑποβάλλω πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀναβολῆς, ἐπιφυλαττόμενος νὰ ἐκφέρω εὐρύτερον τὴν γνώμην, ἣν ἔχω ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἣν θὰ ἐκφράσω μετὰ θάῤῥους καὶ παῤῥησίας, μὴ ἀποβλέπων εἰς οὐδὲν ἄλλο, ἢ εἰς τὴν εὐρύτητα τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐκπληρῶ, καὶ εἰς τὴν ἰδιότητα, ἣν φέρω, οὐχὶ τοῦ Βουλευτοῦ μόνον, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἕλληνος πολίτου. Τότε θὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ παραχώρησις μεγάλων ἐκτάσεων δὲν ἀντίκηται καὶ εἰς ἄλλας τινὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν, ἂν αὕτη δὲν ἐπαναφέρῃ ἢ δὲν δημιουργῇ ἐκ νέου ἐν Ἑλλάδι τὰ τσιφλίκια, τὰ ὁποῖα ἡ ἱερὰ Ἑλληνικὴ ἐπανάστασις κατήργησε. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι θὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν μου, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι, οὐχὶ ὡς Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὡς Ἕλλην πολίτης· διότι, Κύριοι, τυχαίως ὅλως εἴμεθα ἐνταῦθα Βουλευταὶ, τυχαιότερον δὲ ἀνήκομεν εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν πτέρυγα, ἀλλὰ βεβαίως πάντες εἴμεθα Ἕλληνες καὶ ὡς τοιοῦτοι καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας, ὑψούμενοι ὑπεράνω πάσης ἄλλης σκέψεως καὶ μὴ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ἄλλο τι, ἢ τὴν ἰδιότητα ἡμῶν τὴν Ἑλληνικήν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως συναινέσῃ εἰς τὴν παρ’ ἐμοῦ ὑποβαλλομένην πρότασιν τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, ὅσος ἀπαιτεῖται, ἵνα τοῦτο μελετηθῇ εὐρύτερον καὶ συζητηθῇ ἀνετώτερον, ἵνα οὕτω ἡ περὶ τούτου ἀπόφασις τῆς Βουλῆς φέρῃ κῦρος, κῦρος πραγματικὸν, καὶ οὐχὶ κῦρος ἀριθμητικόν. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ διάγραμμα τοῦ κ. Ὀριγώνη, τὰ εἰδικὰ διαγράμματα, τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν συνετάχθησαν, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς ἐννόμους σχέσεις τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ κανονίσωμεν ταύτας, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος ἐπὶ τῇ βάσει θετικῶν δεδομένων καὶ εἰλικρινῶν ὑπολογισμῶν, πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὰς ἀναφορὰς τῶν ἐνδιαφερομένων Μονῶν, ὅπως ἴδωμεν ἂν ἡ Πολιτεία δικαιῶται νὰ θίξῃ τὰς ἀναπαλλοτριώτους αὐτῶν κτήσεις. Ταῦτα πάντα πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅπως ἐκφέρωμεν τὴν ψῆφον μας ἐπὶ τοιούτου βαρυσημάντου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου θὰ λύσῃ προσηκόντως, ἐὰν δὲν παραπλανηθῇ ἀπὸ ἄλλας σκέψεις, ἀλλ’ ὑψουμένη ὑπεράνω παντὸς ὑπολογισμοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψει αὐτῆς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὑπὲρ τῆς ἀκεραιότητος τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐτάχθη νὰ προστατεύῃ. Δὲν ζητῶ τὴν ἀναβολὴν, κύριε Πρόεδρε, δι’ ἐμὲ, διότι ἐγὼ δὲν αἰσθάνομαι δισταγμὸν ἐν τῇ συνειδήσει μου περὶ τῆς ψήφου, ἣν θὰ δώσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· τὴν ζητῶ διὰ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὅπως λάβῃ καιρὸν καὶ σκεφθῇ ὡριμώτερον· καὶ ἂν ἀποφασίσῃ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τοὐλάχιστον νὰ τακτοποιήσῃ νομοθετικῶς τὰ ποικίλα καὶ ἀκανθώδη ζητήματα, ἅτινα ἐν ταῖς λεπτομερείαις γεννῶνται, ὅπως μὴ προκύψωσιν ἀδικήματα διὰ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν. Ὡς πρὸς τὴν ψῆφον, ἣν ἕκαστος ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου θὰ δώσῃ, ἂς συμβουλευθῇ τὴν συνείδησίν του, ἀναλογιζόμενος, ὅτι αἱ εὔνοιαι τῶν Ὑπουργείων καὶ τῶν Βασιλέων ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔμεινε καὶ θὰ μείνῃ ἀθάνατον, ἡ δὲ ἱστορία αὐτοῦ θ’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς πορείας ἑκάστου ἡμῶν ἐν τῷ ἐθνικῷ τούτῳ ζητήματι. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι καὶ ἡ Βασιλεία αὐτὴ, δὲν θὰ παρέλθῃ καιρὸς, ὅτε θὰ ἐννοήσῃ τὴν ἔννοιαν καὶ τὰ ἐλατήρια τῶν παρεχομένων ἐκδουλεύσεων, καὶ θὰ ἴδῃ τὴν γραμμὴν, ἥτις χωρίζει τοὺς φίλους ἀπὸ τῶν κολάκων.
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του, τότε καὶ ἡμεῖς θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ ἡμέτερον καθῆκον, ἀποφαινόμενοι περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν δὲν ἐκφέρει ἤδη. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς δηλοῖ, ὅτι δὲν ἐκφράζει ἤδη γνώμην, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀξιοῖ τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκφράσεως τῆς γνώμης, τοῦτο δὲ, διότι ἡ Βουλὴ, κατ’ αὐτὸν, δὲν εἶναι ἀρκούντως πολυάριθμος. Τὸ κατ’ ἐμὲ, βλέπω τὴν Βουλὴν ἐντελῶς ἀντιπροσωπεύουσαν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύῃ, βλέπω αὐτὴν ἀντιπροσωπεύουσαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσι νὰ ἐπιτελέσωσι τὸ καθῆκον αὐτῶν. Διανύομεν τὸ τέλος τοῦ τετάρτου μηνὸς τῆς Συνόδου, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν καὶ τὰς διακοπὰς τοῦ Πάσχα δὲν δύναταί τις ν’ ἀξιοῖ, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τοιοῦτο τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν σημεῖον, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ ἀπουσία τῶν Βουλευτῶν. Ἡ συμπολίτευσις εὑρίσκεται ἅπασα ἐνταῦθα, ἀπέδειξε δὲ τοῦτο καὶ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, ἡ προκληθεῖσα πρὸ μικροῦ. Ποῖοι ἀπέχουσιν; Ἀπέχει ἡ Ἀντιπολίτευσις· ἀπέχει, διότι θέλει ν’ ἀπέχῃ. Ἐπειδὴ δὲ θέλει τι, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ καθῆκον νὰ μὴ θέλῃ, ἡμεῖς ἔχομεν ἕτερον καθῆκον, νὰ μὴ ὑποκύψωμεν εἰς τοιαύτην ἔκθεσμον θέλησιν. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν, ὅπως διὰ τῆς ἀνοχῆς ἡμῶν ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ θεσμοὶ ἡμῶν δὲν παρέχουσιν εἰς τὴν μειονοψηφίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιζητῇ. Δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν μειονοψηφίαν διὰ τοιούτων τεχνασμάτων, δι’ ἀποχῶν ἀκόσμων νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὴν ἀπόῤῥιψιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν τολμᾷ νὰ προσβάλῃ ἄντικρυς.
§142ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ......
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ὑμῶν, διότι ὑμεῖς μένετε παρὼν, ἀποδοκιμάζοντες οὕτω τὴν ἀποχὴν τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὴν ἀναβολὴν ζητεῖτε στηριζόμενος εἰς τὴν ἀπουσίαν ἐκείνων, ὁμιλῶ περὶ τοῦ γεγονότος τούτου καὶ λέγω, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν, ὅπως Βουλευταὶ ἀπέχοντες κατωρθώσωσι διὰ τῆς ἀποχῆς των νὰ μετατρέψωσι τὴν θέσιν αὐτῶν, μειονοψηφούντων, εἰς θέσιν πλειονοψηφούντων, καὶ κατορθώσωσιν, ὥστε ἡ θέλησις αὐτῶν, μειονοψηφούντων, νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ θέλησις ἡμῶν αὕτη στηρίζεται εἰς λόγους ἀποχρῶντας· ἡ θέλησις ἡμῶν εἶναι, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ἐξ ἐθνικοῦ καθήκοντος, συζητηθῇ, καὶ ἐκφράσῃ ἕκαστος τὴν γνώμην του καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, πρὶν ἢ ἀποχωρήσῃ. Ἀποχωροῦσα ἡ Βουλὴ, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ, θέλει ἀποδείξει ἔλλειψιν εὐλαβείας πρὸς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους θέλει, καὶ ὀφείλει νὰ θέλῃ, νὰ ἐπιδεικνύῃ πᾶσαν τιμήν. Ἀποκρούω ἄρα πάσῃ δυνάμει τὴν ἀναβολήν. Τὴν ἀναβολὴν ὑποστηρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ ἐξ ἄλλου λόγου. Εἶπεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην πληροφοριῶν· τίνων πληροφοριῶν; Πᾶσαι αἱ πληροφορίαι αἱ ζητηθεῖσαι ἐδόθησαν. Δὲν γνωρίζομεν, εἶπε, ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τοῦ κτήματος· καὶ ὅμως ὑπεβάλομεν διάγραμμα εἰς τὴν Βουλήν· Δὲν εἶναι, λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς, ἐπίσημον τὸ διάγραμμα τοῦτο. Διάγραμμα, ἀνακοινωθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, ποίαν μεγαλειτέραν ἐπισημότητα δύναται νὰ περιβληθῇ; Ἀλλ’ ὑπάρχει διάγραμμα ἐπίσημον, προσηρτημένον εἰς Διάταγμα δημοσιευθὲν, καὶ τὸ διάγραμμα ἐκεῖνο περιλαμβάνεται ἐν τῷ διαγράμματι, τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν. Πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν, ἐπαναλαμβάνει, ἕως ὅτου ἴδωμεν ἐκεῖνο τὸ διάγραμμα. Ἀλλὰ τὸ διάγραμμα ἐκεῖνο θὰ μένῃ πάντοτε εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου. Ἀντίγραφον μόνον θὰ ἴδητε, καὶ ἀντίγραφον εὑρίσκετε ἐν τῷ ὑπ’ ὄψει σας διαγράμματι. Ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφοραί. Ὅσαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφοραί, ὑπεβλήθησαν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐδημοσιεύθησαν ἐν ἐφημερίσι, διότι τοῦτον τὸν σκοπὸν εἶχον οἱ ἀναφερόμενοι. Οὐδὲν ὑπάρχει ἄγνωστον περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἀναφορῶν. Ἡ τύπωσις δύναται νὰ γίνῃ, ἀλλὰ σπουδαίως νὰ λέγῃ τις, ὅτι, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἔχομεν ἀνάγκην τῆς τυπώσεως ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν ἐν ταῖς ἐφημερίσι, δὲν ἐπιτρέπεται· δὲν ἐπιτρέπεται διὰ τοιούτου ἐπιχειρήματος νὰ ζητῶμεν τὴν ἀναβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἡμεῖς θὰ ὑποβάλωμεν πᾶν ὅ,τι ἐλάβομεν περὶ τούτου. Ὡς εἶπον, πᾶν ὅ,τι ἐλάβομεν ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσι δύο ἢ τρεῖς ἀναφοραί, αἵτινες δὲν ὑπεβλήθησαν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τοιούτῳ λόγῳ, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς μὴ τυπώσεως καὶ διανομῆς τοιούτων ἀναφορῶν, ν’ ἀναβάλωμεν σήμερον τὴν ἄμεσον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ζητοῦμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐξ ὑφαρπαγῆς. Τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη πρὸ πολλοῦ, καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν ἐζητήθησαν παρὰ Βουλευτῶν ἐξηγήσεις. Πᾶσαι αἱ ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν, ἐδόθησαν, ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν. Προβλέπων τὴν ἀπάντησιν ταύτην ὁ κ. Βουλευτὴς, λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς αἱ ὑποβληθεῖσαι πληροφορίαι. Ὅταν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἔχει τὴν τόλμην νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς αἱ κατατεθεῖσαι πληροφορίαι, τότε ἡμεῖς θὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ θὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν, εἶναι ἐπίσημοι καὶ ἀκριβεῖς. Ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἐπιτρέπεται πᾶσα συζήτησις, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται, ἀφοῦ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν εἶναι ἡ ἐκφραζομένη περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν πληροφοριῶν ἀμφιβολία, λόγος, ὅπως ζητῆται ἡ ἀναβολή. Τοὐναντίον διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὀφείλετε νὰ ζητῆτε, ὅπως ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, ὀφείλετε νὰ ζητῆτε, ὅπως μὴ γίνῃ ἀναβολὴ, ἵνα ἀποδείξητε τὴν ἀνακρίβειαν τῶν πληροφοριῶν ἡμῶν. Ἑπομένως, ἂν πρόκηται περὶ ἀναβολῆς, οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω περαιτέρω. Ἐὰν πρόκηται περὶ τῆς οὐσιαστικῆς συζητήσεως, θ’ ἀκούσω τί θὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτὴς, τί θὰ εἴπῃ πᾶς ἄλλος Βουλευτὴς, καὶ θ’ ἀπαντήσω.
§144ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν πιστεύω νὰ ἔπεισεν οὐδένα, ὅτι τῷ ὄντι ὑπάρχουσι λόγοι, ἐπιβάλλοντες τὴν κατεπείγουσαν καὶ ταχίστην τοῦ νομοσχεδίου ἐπιψήφισιν. Θὰ ὁμιλήσωμεν βεβαίως καὶ θὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην μας περὶ τοῦ ἐθνικοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προβάλλει ὡς ἐλατήριον τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ, δι’ ὄνομα Θεοῦ, δὲν εἶναι ἀνάγκη τοιαύτης σπουδῆς. Μὴ κατελήφθημεν ἐν στιγμῇ ψυχολογικῇ ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ τοσούτου, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ κρατηθῶμεν; Ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν λόγον τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τούτου. Δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐδένα, ἐπαναλαμβάνω, ἔπεισεν, οὐδὲ τὴν ἑαυτοῦ συνείδησιν, ὅτι τῷ ὄντι ὑπάρχουσι λόγοι, οἵτινες δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅτι αἱ δοθεῖσαι ὑπ’ αὐτοῦ πληροφορίαι εἰσὶν ἐπαρκεῖς. Οὐδέποτε πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δίδει τὴν ἐλαχίστην πίστιν εἰς αὐτὰς τὰς ἀνακριβεστάτας πληροφορίας, τῶν ὁποίων ὑποστηρίζει τὸ ἀκριβὲς, διὰ νὰ ἀντλήσῃ καὶ νέον ἐπιχείρημα, ὅπως ψηφίσωμεν, εἰ δυνατὸν, τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ νομοσχέδιον. Εἴπετέ μοι τί συμβαίνει, διὰ νὰ σᾶς παρακολουθήσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀκατάσχετον ὁρμήν σας. Μὴ πρόκηται νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῆς διασώσεως νήσου Ἑλληνικῆς, τῆς ὁποίας ἡ θέσις εἶναι προβληματική; Μὴ πρόκηται νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῶν κινδυνευόντων συνόρων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐλαχίστη ἀναβολή; Μὴ πρόκηται νὰ λάβωμεν μέριμναν περὶ τῆς ἀπειλούσης τὸ Ἔθνος χρεωκοπίας, καὶ ἡ τιμὴ αὐτοῦ δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀναβάλωμεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου; Προκαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς του καὶ ἐκεῖ νὰ εὕρῃ ἓν κἄν ἀληθὲς ἐπιχείρημα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ πείσῃ καὶ τὸν ἑαυτόν του καὶ ἡμᾶς, ὅτι τῷ ὄντι ἐπιβάλλεται ἡ κατεπείγουσα ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὅταν, Κύριοι, πραγματευώμεθα περὶ τοιούτων ὑψηλῶν ζητημάτων, εἰς οὐδένα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τὰ ἰδιοποιῆται ὡς ζητήματα, ἀνήκοντα εἰς αὐτὸν, καὶ νὰ παριστᾷ ἡμᾶς τοὺς ἀντιφρονοῦντας ὡς δῆθεν ἀντιδίκους. Καὶ δι’ αὐτὸ, καίτοι δὲν ἔχω τὴν τόλμην νὰ ὁμιλήσω ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας τὴν πορείαν ἤλεγξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἁπλοῦς στρατιώτης αὐτῆς τυγχάνω, ἐντούτοις δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ παράπονον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἐντελῶς ἄδικον. Πότε, διὰ ποίας πράξεως, κατὰ ποίαν ἐποχὴν ἡ σημερινὴ Ἀντιπολίτευσις παρεκώλυσε τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, καθ’ ἣν ἐπεψηφίσθησαν βροχὴ νομοσχεδίων, πάσης φύσεως, γενικὰ καὶ εἰδικὰ, ἐπαρχιακὰ καὶ προσωπικά; Ἄς εὕρῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οἱανδήποτε ἄλλην περίοδον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν βίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθησαν τοσαῦτα νομοσχέδια, ὅσα ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τυφλῶς κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς Συνόδου ταύτης. Ἀλλὰ μὴ θέλωμεν νὰ οἰκειοποιηθῶμεν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον καὶ δὲν εἶναι ζήτημα τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ κόμματος. Δὲν μᾶς λανθάνει ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, οὐδὲ δυσκολευόμεθα νὰ μαντεύσωμεν τὸ ἀνέκδοτον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὴν ζητουμένην ἀναβολήν· ἐπιθυμεῖ διὰ τοῦ προκλητικοῦ του τρόπου νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τοιαύτην στάσιν ἀπέναντι τοῦ νομοσχεδίου, ἐξ ἧς νὰ ἀρυσθῇ πολιτικὸν ὄφελος πλησίον ἐκείνων, εἰς οὓς παρέχει μεθ’ ὑπολογισμοῦ τὰς ἀντεθνικὰς ταύτας ἐκδουλεύσεις. Ἀλλ’ εἰς μάτην κοπιάζει, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ἄνευ τῶν προκλήσεων τούτων, δὲν θὰ διστάσῃ νὰ ἐπιτελέσῃ εὐθαρσῶς τὸ καθῆκόν της. Διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν γραμμὴν, ἐξ ἧς ἐξῆλθον, ἀπαντῶν εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα, παύω τὴν περαιτέρω συζήτησιν, ἥτις θὰ μᾶς εἰσῆγε διὰ πλαγίας ὁδοῦ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς, καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπερ τῳόντι δεῖται πολλῆς μελέτης καὶ ἐξετάσεως, ἀφοῦ μάλιστα πάντα τὰ στοιχεῖα, ὧν ἔχει ἀνάγκην ἡ Βουλή, ὅπως καταρτίσῃ σπουδαίαν γνώμην, δὲν προσήχθησαν· πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων, ὡμολόγησαν ὅτι οὐδεμίαν ἔλαβον εἰσέτι πληροφορίαν, οὐδένα χάρτην, καὶ ἐντούτοις μετ’ ὀλίγας στιγμὰς καλεῖτε αὐτοὺς νὰ ψηφίσωσι δωρεὰν ἐκτάσεων, τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζουσιν οὔτε τὴν περιφέρειαν, οὔτε τὴν ἀξίαν, οὔτε οὐδὲν ἄλλο ἐκ τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ εὐσυνείδητος Βουλευτὴς, ὅταν ἐκφέρῃ τὴν ψῆφόν του ἐπὶ σπουδαίου ζητήματος. Δι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τὴν πλειοψηφίαν, νὰ μὴ θελήσῃ διὰ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ, νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὴν γνώμην, τὴν κατὰ πάντα λογικὴν καὶ δεδικαιολογημένην. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν προσκρούω εἰς τὰ αἰσθήματα τῆς πλειονότητος τῆς Βουλῆς, ζητῶν, ὅπως μᾶς χορηγηθῇ ἀνάλογος χρόνος πρὸς ἐξέτασιν καὶ μελέτην τοῦ ζητήματος, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένω, παρακαλῶν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν πλειοψηφίαν, ὅπως συναινέσωσιν εἰς τὴν ζητουμένην ἀναβολήν.
§145ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἡ θέλησις ἡμῶν εἶναι, νὰ ψηφισθῇ τώρα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· διότι, ἂν ἡ Βουλὴ ἀπέλθῃ χωρὶς νὰ τὸ ψηφίσῃ, θ’ ἀποδείξῃ ἀνευλάβειαν εἰς τὸν Θρόνον». Τοὺς λόγους τούτους ἐξεστόμισε πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἐπειδὴ δ’ ἔπραξε τοῦτο βεβαίως, ἵνα δείξῃ, ὅτι ἐν αὐτῷ μόνῳ τηροῦνται ζωηρὰ καὶ ἀκμαῖα τὰ ὑπὲρ τῆς Βασιλείας φίλια αἰσθήματα, διὰ τοῦτο εὔχομαι, ὅπως μὴ ταχέως εὑρεθῇ τὸ Στέμμα εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναμνησθῇ τοῦ γνωστοῦ ἐκείνου: «Θεέ μου, φύλαττέ με ἀπὸ τοὺς φίλους μου, διότι κατὰ τῶν ἐχθρῶν μου λαμβάνω πᾶν προφυλακτικὸν μέτρον». Θ’ ἀποδείξῃ, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ Βουλὴ ἀνευλάβειαν εἰς τὸν Θρόνον, ἂν δὲν σπεύσῃ νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον, ὅπερ οὐδὲν παρουσιάζει τὸ κατεπεῖγον. Παράδοξος τρόπος τοῦ συλλογίζεσθαι. Πῶς καὶ διὰ τί ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τόσον σπουδαίου νομοσχεδίου παρίσταται ὡς ἐνδεικτικὴ ἀνευλαβείας πρὸς τὸ Στέμμα; Τίνα τὰ μεταξὺ Βουλῆς καὶ Βασιλείας προηγούμενα, ἅτινα ἐπιβάλλουσιν ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν τῇ πρώτῃ, νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πῶς μετὰ τοσαύτης εὐκολίας, χαρακτηρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα, ὡς ζήτημα προσωπικῆς φιλοτιμίας διὰ τὸν Θρόνον; Πάντα ταῦτα ἔχουσι βεβαίως ἕνα λόγον, καὶ ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι, ὅτι θέλουσι νὰ ἐνασκήσωσιν ἐπὶ τῆς Βουλῆς εἶδός τι ψυχολογικῆς βίας, διότι καλῶς γινώσκουσιν, ὅτι ἡ συνείδησις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἀποκρούει τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον· πλὴν ταῦτα θ’ ἀναπτυχθῶσι κατὰ τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν, ἂν τοιαύτη ἐπακολουθήσῃ, ἤδη δὲ περιορίζομαι εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. Ἐζητήσαμεν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἀπουσιάζει ὅλη σχεδὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι, ἂν ἀκόσμως ἀποχωρῇ αὕτη τῶν συνεδριάσεων, τοῦτο δὲν εἶναι λόγος πρὸς ἀναβολήν. Διαμαρτύρομαι ἐξ ὀνόματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς τοιαύτης δυσφημίας. Ἂν ἀπουσιάζωσι τὰ πλεῖστα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ, ὅτι δὲν ἀνέχονται νὰ παρίστανται μάρτυρες τῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πρωτοφανοῦς ἀκοσμίας, μεθ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῆς πλειονοψηφίας ψηφίζουσιν ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἡμερῶν σπουδαιότατα νομοθετήματα, μέλλοντα σοβαρῶς νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ Ἔθνους. Εἶπε περιπλέον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀποχωρεῖ ἐπίτηδες, ἵνα ματαιώσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν τολμᾷ νὰ πολεμήσῃ ἄντικρυς. Ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω, καὶ ἀποκρούω ἐξ ὀνόματος ἁπάσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν πρόσθετον ταύτην μομφήν. Ἔχουσα ὅλον τὸ θάῤῥος τῆς γνώμης της, θ’ ἀντεπεξέλθῃ αὕτη ἐῤῥωμένως καὶ ἐν ἀκλονήτῳ πεποιθήσει κατὰ νομοσχεδίου, ὅπερ θεωρεῖ ἐπιβλαβὲς καὶ διὰ τὴν Βασιλείαν καὶ διὰ τὸ Ἔθνος, ἂν δὲ δὲν παρίσταται σήμερον ἐν σώματι, τοῦτο συμβαίνει, διότι δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι θὰ ἤρχετο ἡ σειρά του, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐδείκνυε τόσην πρὸς ἔναρξιν τῆς συζητήσεως σπουδήν. Διὰ τοῦτο δὲ μάλιστα προτείνω, ὅπως, ἂν δὲν στέργῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν δι’ ἄλλην Σύνοδον ἀναβολὴν, στέρξῃ τουλάχιστον, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον. Ἂν οἱ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος ἀναπτυχθέντες σπουδαῖοι λόγοι δὲν ἴσχυσαν νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναβολῆς, ὑπάρχει καὶ ἄλλος σπουδαιότερος λόγος, ὁ ἑξῆς: Τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον περιέχει μὲν πολλὰς γενικὰς περὶ Βασιλικῆς οἰκογενείας διατάξεις, διὰ τὰς ὁποίας ἡ ψηφοφορία θὰ ἦναι φανερὰ, περιέχει ὅμως καὶ διατάξεις, ἀναφερομένας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου, δι’ αὐτὰς δὲ θὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία. Οὐδὲ δύναται νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου ἡ ἐλαχίστη ἀντίῤῥησις, διότι τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἀνεπίδεκτον διφορουμένης σημασίας, ἔχει δὲ οὕτω: «διὰ σφαιριδίων μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων πρόσωπα, ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς». Τούτου ὄντος ἀναμφισβητήτου, ἐρωτῶ: ἐν περιπτώσει μὴ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, πῶς θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ δι’ ἄλλας μὲν διατάξεις πρέπει νὰ ἦναι φανερὰ, δι’ ἄλλας δὲ μυστική; Δέον ἑπομένως νὰ καταρτισθῶσι δύο νομοσχέδια, ὧν τὸ μὲν ἓν νὰ περιλάβῃ τὰς γενικὰς περὶ Βασιλικῆς οἰκογενείας διατάξεις, τὸ δὲ ἄλλο τὰς περὶ τῆς δωρεᾶς πρὸς τὸν Διάδοχον Κωνσταντῖνον, ὥστε κατ’ ἀνάγκην θ’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, τοὐλάχιστον διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον, ὅπως λάβῃ καιρὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ διαιρέσῃ τὰ νομοσχέδια. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ ἡ ἐπιβοηθητικὴ αὕτη πρότασις θ’ ἀποκρουσθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§146ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν προβῆ εἰς τὴν ψηφοφορίαν, εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς φρονεῖ, ὅτι, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν· ὑπάρχουσιν ἄλλοι, φρονοῦντες, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι προσωπικὸν, ὅτι, προκειμένου περὶ θέματος, ἀφορῶντος εἰς τὸν Διάδοχον, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι προσωπικόν. Τὸ ζήτημα, ἄν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν Διάδοχον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ἀποτελῶσι θέμα προσωπικὸν, ἢ δὲν ἀποτελῶσι θέμα προσωπικὸν, εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ. Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀναπτύξωσι τὴν γνώμην αὑτῶν, τὴν περὶ ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀναπτύξωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ δὲ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ, καὶ κατὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς θέλομεν προβῆ κατὰ τοῦτον ἢ τὸν ἄλλον τρόπον εἰς τὰ τῆς ψηφοφορίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς θεωρεῖ, εἶπεν, ὅτι, ὀρθῶς ἐφαρμοζόμενος ὁ Κανονισμὸς, ἐπιβάλλει ἡμῖν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ψηφοφορήσωμεν μυστικῶς, ὄχι μόνον τὰ ἄρθρα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν δωρεὰν τοῦ Διαδόχου, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν ἀρχὴν καὶ κατὰ τὸ σύνολον· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὄχι μόνον ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ τῷ συνόλῳ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν φανερῶς, ἀλλὰ καὶ ἐν μιᾷ ἑκάστῃ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Θεωρῶ δὲ, ὅτι θὰ ἦτο ὅλως ἄτοπον, νὰ ἐψήφιζεν ἡ Βουλὴ μυστικῶς ἐπὶ τοιούτου θέματος. Θεωρῶ, ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ ἄρθρον, τὸ πραγματευόμενον περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας, ἀποδεικνύει, ὅτι ἐν τῇ γνώμῃ τῶν συνταξάντων τὸν Κανονισμὸν πάντα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν πρέπει νὰ ψηφοφορῶμεν φανερῶς, καὶ διὰ τοῦτο εἰδικῶς ἐμνημόνευσα τὰ περὶ Βασιλείας καὶ Βασιλικῆς οἰκογενείας ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Ὁσάκις δὲ τοιαῦτα ζητήματα ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, πάντοτε ἐψηφοφορήθησαν φανερῶς, οὐδὲ διενοήθη τις νὰ προτείνῃ τοιαῦτα, ὅσα ἀπόψε ἠκούσαμεν. Ἐγένετο δωρεὰ πρὸς τὸν Βασιλέα τοῦ δάσους Μπάφι, καὶ τὰ περὶ τούτου ἐψηφίσθησαν φανερῶς.... Ἀκούω τινὸς τῶν Βουλευτῶν, λέγοντος, ὅτι δὲν ἐγένετο ἀντίῤῥησις τότε. Μήπως ὁ Κανονισμὸς ποιεῖται διάκρισιν μεταξὺ ψηφοφοριῶν; ὅταν γίνηται ἀντίῤῥησις, καὶ ὅταν δὲν γίνηται ἀντίῤῥησις; Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι, προκειμένου περὶ Βασιλέως, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ προσωπικὸν ζήτημα. Δὲν εἶναι δυνατὸν, προκειμένου περὶ Βασιλέως, προκειμένου περὶ Διαδόχου, νὰ θεωρηθῇ ζήτημα προσωπικόν. Οὐδὲν γίνεται πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν Διάδοχον, ὅπερ δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι γίνεται προσωπικῶς. Ἀστεῖον θὰ ἦτο τῷ ὄντι, ἐὰν ἐθεωρεῖτο ἐθνικὴ δωρεὰ πρὸς τὸν Διάδοχον, ὡς σχετιζομένη πρὸς λόγους προσωπικούς, καὶ ὅτι τοιοῦτον ἔχει χαρακτῆρα τὸ νομοσχέδιον, ὥστε πρέπει νὰ λάβωμεν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐπιτάσσει ὁ Κανονισμὸς ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων. Ἄν ὑπάρχῃ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δώσῃ τις μυστικὴν ψῆφον, εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, περὶ οὗ πραγματεύεται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δώσῃ τις μυστικὴν τὴν ψῆφόν του περὶ αὐτοῦ· ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν ταύτην ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου, καὶ ὄχι μόνον ἐνώπιον τῆς συνειδήσεως ἡμῶν. Πρέπει ἕκαστος, ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς κρίνῃ καὶ μᾶς ἐπικρίνῃ, νὰ γινώσκῃ, πῶς ψηφίζομεν ἐν τούτῳ, καί, τὸ καθ’ ἡμᾶς, οὐδέποτε θέλομεν συναινέσει νὰ ψηφοφορηθῇ τοιοῦτον ζήτημα μυστικῶς.
§147ΤΖΑΝΕΣ. Νομίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ μυστικὴν ψηφοφορίαν· διότι, ἂν νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς τὸ Στέμμα μομφήν, ὀφείλει νὰ εἴπῃ καθαρά: δὲν σὲ θέλω! Ἐν ὅσῳ ὅμως θεωρεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας συναφῆ πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους καὶ ἀποδίδει πρὸς αὐτὸν βαρύτητά τινα, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ ζητήσῃ μυστικὴν ψηφοφορίαν, διότι μυστικὴ ψηφοφορία εἶναι μομφὴ καὶ δυσπιστία κατὰ τοῦ Στέμματος. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ὅστις ἔχει τὸ θάῤῥος, πρέπει νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ, ποία εἶναι ἡ γνώμη του, ἀπὸ τοῦ βήματος.
§148ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κ. Πρόεδρε, περὶ ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ περὶ ἑρμηνείας τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τῷ ὁποίῳ ῥητῶς ἀναφέρεται, ὅτι αἱ ἐν αὐτῷ γαῖαι δωροῦνται τῷ Διαδόχῳ Κωνσταντίνῳ. Ἐρωτῶ λοιπόν: εἶναι ἢ δὲν εἶναι τὸ ζήτημα καθαρῶς προσωπικόν;
§149ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι.
§150ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι. Λοιπὸν τί ἄλλο θέλεις;
§151ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ὑμῶν, οἵτινες ἐδώκατε τοιαύτην ἀπάντησιν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν σᾶς ἠρώτων περὶ τοῦ, ἂν ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἦναι νὺξ ἢ ἡμέρα, θὰ ἀπηντᾶτε, ὅτι εἶναι ἡμέρα· οἵαν δ’ ἀξίαν θὰ εἶχεν ἡ ἀπάντησίς σας περὶ τοῦ ὅτι εἶναι ἡμέρα, ἐνῷ πλησιάζει νὰ σημάνῃ μεσονύκτιον, τὴν αὐτὴν ἔχει καὶ ἐκείνη, καθ’ ἣν ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἂς προχωρήσωμεν. Εἶπον, ὅτι, ὡς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἀφορᾷ εἰς πρόσωπον, ὀνομαστὶ ἀναφερόμενον, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ δὲν δύναται νὰ προκύψῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι ἡ ψηφοφορία δέον νὰ ἦναι μυστικὴ, διότι κατὰ τοῦτο καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἀνεπίδεκτα διφορουμένης ἐννοίας, οὐδὲ δύναται νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς περὶ τούτου, διότι τότε τίθεται ζήτημα, ὄχι περὶ τοῦ τί ἐννοεῖ ὁ Κανονισμὸς, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἂν ἰσχύῃ ἢ ὄχι· καὶ ἐδῶ, κ. Πρόεδρε, προκαλῶ σπουδαίως τὴν προσοχήν σας. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ζητήματα, ἀφορῶντα εἰς τὸν Βασιλέα ἢ τὸν Διάδοχον, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι προσωπικά. Ἀλλὰ δυστυχῶς διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἡ λογικὴ εἶναι ἀδυσώπητος, ἐπειδὴ δὲ τὸ ἄρθρον 61 ποιεῖται ἐξαιρέσεις τινὰς, ἀναγκάζομαι νὰ μνημονεύσω αὐτῶν ῥητῶς, ἵνα μὴ πλανηθῇ τις ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ῥηθέντων. Αἱ ἐξαιρέσεις αὗται εἶναι αἱ τῶν ἄρθρων 46, 52 καὶ 53 τοῦ Συντάγματος, ἐκ τούτων δὲ ἡ πρώτη ἀφορᾷ εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν, μὴ ὑπάρχοντος Διαδόχου, ὁ Βασιλεὺς μετὰ τῆς Βουλῆς διορίζει αὐτὸν, ἡ δευτέρα πραγματεύεται περὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀντιβασιλέως ἐν περιπτώσει χηρείας τοῦ Θρόνου, καὶ ἡ τρίτη ἀναφέρεται εἰς τὴν σύστασιν Ἀντιβασιλείας, ἕνεκα νόσου, ἀποδημίας, ἢ ἀνικανότητος τοῦ Βασιλέως. Ὥστε βλέπετε, ὅτι οὐδεμία τῶν τριῶν τούτων περιπτώσεων συντρέχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἑπομένως ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ γίνῃ μυστική. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία· ἀλλὰ τίς ἔδωκεν αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ οὕτω; Ἐπὶ τοσοῦτον λοιπὸν ἐπελαθόμεθα τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν, ὥστε ἀφήσαμεν τὰ πάντα εἰς χεῖρας ἑνὸς καὶ μόνου ἀνθρώπου; Ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, καὶ σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ἐτάχθητε νὰ διευθύνητε τὰς συνεδριάσεις, μόνον γνώμονα ἔχοντες τὸν Κανονισμόν. Ὑμεῖς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ καὶ κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι περιεβλήθητε μὲ τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, οὐχὶ ἵνα διατελῆτε ὑπὸ τὰ νεύματα τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ νὰ ἐξυπηρετῆτε μονομερῶς ταύτην ἢ ἐκείνην τῶν πολιτικῶν μερίδων, ἀλλὰ νὰ ποιῆσθε χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων σας ὑπὲρ ὅλων καὶ καθ’ ὅλων ἐξίσου, ἄνευ τῆς παραμικρᾶς διακρίσεως. Δύνασθε νὰ εἴπητε πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἔχετε σπουδαίους πρὸς τοῦτο λόγους, ὅτι εἶσθε ἕτοιμος νὰ θυσιάσητε ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ζωήν σας, ποτὲ ὅμως μὴ τῷ δώσητε νὰ ἐννοήσῃ, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, ὅτι εἶσθε πρόθυμος νὰ θυσιάσητε ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τὴν ὑπόληψίν σας. Ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ταῦτα, διότι ὀδυνηρὰν μοὶ ἐνεποίησεν αἴσθησιν ἡ φράσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία. Καὶ τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις δύναται νὰ λέγῃ, ὅτι εἶναι ἀνώτερος τοῦ Κανονισμοῦ; Καὶ τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ὑποκαταστήσῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Προέδρου, ὅστις μόνος εἶναι ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ, ἂν ὑπάρχῃ, ἢ οὔ, περίπτωσις μυστικῆς ψηφοφορίας; Οὐδεμία ἐπὶ τέλους μοὶ ὑπολείπεται ἀμφιβολία, κ. Πρόεδρε, ὅτι, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, τῆς ὁποίας τὴν κατάδηλον ἔννοιαν θὰ ᾐσχύνοντο καὶ οἱ τοῦ χειροτέρου εἴδους σοφισταὶ ν’ ἀμφισβητήσωσι, θὰ θέσητε τὸ ζήτημα εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν, τηροῦντες οὕτω ἀμείωτον τὴν ἀγαθὴν περὶ τῆς ὑπολήψεως ὑμῶν ἰδέαν. Μὴ ἀνεχθῆτε νὰ μεταβληθῇ τὸ Βουλευτήριον εἰς νεκροταφεῖον τοῦ πολιτεύματος.
§152ΤΖΑΝΕΣ. Ὀφείλω νὰ μὴ ἀφήσω χωρὶς ἀπάντησιν τὸν ἔντιμον Συνάδελφόν μου, θὰ προσπαθήσω ὅμως νὰ μὴ ἦμαι, ὡς ἐκεῖνος, εἰς βρασμὸν ψυχικῆς ὁρμῆς. Μὲ ψυχραιμίαν θὰ εἴπω εἰς τὸν ἔντιμον Συνάδελφόν μου τὰ ἑξῆς, ὅτι, καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἐγὼ ἔκαμα ὁμιλίαν πρὸς αὐτὸν, ἡ ὁμιλία μου αὕτη θὰ ἦτο ἐμπιστευτικὴ, ἢ....
§153ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο διόλου ἐμπιστευτική· ἦσαν παρόντες καὶ ἄλλοι.
§154ΤΖΑΝΕΣ. Ἄλλως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἴδιον τῆς καλῆς ἀνατροφῆς, ἀλλ’ εἶναι τῆς κοινοτέρας ἀγωγῆς, νὰ ἔρχηταί τις, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγένετό τις ἐμπιστευτικὴ ἢ ἁπλῆ ὁμιλία, ν’ ἀνακοινοῖ ταύτην εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν· τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις τρανὴ, ὅτι ὁ τοιοῦτος δὲν ἔχει ἀνατροφὴν καὶ εἶναι καὶ λέγεται κοινὸς ἄνθρωπος. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος συνάδελφος δὲν ἐπέτυχεν οὔτε νὰ μὲ μεμφθῇ, οὔτε νὰ μὲ ἐλέγξῃ, οὔτε ἄλλο τι διὰ τῆς τοιαύτης πολιτείας καὶ συμπεριφορᾶς του—ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι ἠξεύρω νὰ κρύπτωμαι, ἐκεῖ, ὅπου καὶ κίνδυνον ἂν πρόκηται νὰ συναντήσω.—Ἂς προσέξῃ. Ἰδοὺ ἐνώπιον ὅλου τοῦ Ἔθνους ὁποῖα ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, καὶ ὁποίας ἔχω πολιτειακὰς καὶ πολιτικὰς ἰδέας, καὶ τί φρονῶ ἐπὶ τῶν συζητουμένων νόμων. Ἄκουσον, κ. βουλευτὰ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι βασιλικὸς, βασιλικωτατότατος μάλιστα (ἱλαρότης). Αἱ οἰκογενειακαὶ παραδόσεις μου, ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνατροφή μου, ἡ ἱστορία τοῦ τόπου ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1862, μοὶ ἐπάγουσι τὴν ἱερὰν ὑποχρέωσιν, νὰ σέβωμαι, νὰ ὑποστηρίζω καὶ νὰ χειραγωγῶ τὸ κατὰ δύναμιν τὸ Στέμμα τῆς Πατρίδος. Τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας μάλιστα θέτω ὑπεράνω, εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὅπου εὑρίσκω τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Ἴσως, κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνωσι τοιαῦται ἐξηγήσεις, ἀλλὰ μὲ προεκάλεσεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅστις πρέπει νὰ μάθῃ ἔτι, ὅτι ἔχω τὴν συνείδησιν καὶ τὴν γνῶσιν τῆς ψήφου μου καὶ δύναμαι ἐλευθέρως νὰ δίδω αὐτὴν, χωρὶς νὰ ἐξαρτῶ ταύτην ἐκ συμφερόντων. Ἡ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ δεκαετὴς πολιτεία μου εἶναι ἀρκοῦσα ἀπόδειξις τῆς ἀληθείας τῶν λόγων καὶ φρονημάτων μου. Ἐν τούτοις ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς, ἀνάγκη νὰ μάθῃ καὶ ὅτι, καθ’ ἃς ἔχω σκέψεις, τὸν Διάδοχον, ὃν παρήγαγον τοσαῦται προσδοκίαι, τοσοῦτοι στεναγμοὶ, τόσαι ἐλπίδες καὶ ἄλλα τόσα ὄνειρα, θεωρῶ ἐγὼ, οὐχὶ μορμολύκειον, ἀλλὰ μέγιστον παράγοντα ἐθνικὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ μεταξὺ ἰδίως τῶν ἐθναρίων τοῦ Αἵμου. Συνεπῶς λοιπὸν θέλω νὰ προικίσω τὸν Διάδοχον διὰ τῆς ψήφου μου καὶ μὲ τὴν θυσίαν ἑνὸς καὶ πλειόνων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ διὰ τῆς παροχῆς βαλτωδῶν γαιῶν. Θέλω ἐγὼ διὰ τῆς ψήφου μου νὰ τὸν προικίσω πρὸς τιμὴν τοῦ Ἔθνους, καὶ θέλω νὰ τὸν παραστήσω πρὸς ἅπαντα τὸν κόσμον, οὐχὶ πένητα, ὄχι πτωχὸν, ἀλλὰ πλούσιον, λαβόντα περιουσίαν Ἑλληνικὴν, ὡς εἶναι Ἑλληνικώτερος πάντων, ὡς ἐγὼ αὐτὸς εἶδον. Μία πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον, καὶ θυσία ἔστω, εἶναι ἐπείγουσα, εἶναι ἀναγκαία, διότι τὴν τοιαύτην θυσίαν ἀπαιτοῦσιν οἱ καιροὶ, αἱ ἀνάγκαι, αἱ ἱστορικαὶ ὑποχρεώσεις καὶ ἀναμνήσεις τοῦ Ἔθνους. Διὰ τῆς γενησομένης παροχῆς πρὸς τὸν Διάδοχον Κωνσταντῖνον, ἐξ ἐθνικῶν ἀποκλειστικῶς ἀγρῶν, οὐδεὶς παραβλάπτεται ὅπως δήποτε καὶ εἰς τὰ ἐλάχιστα αὐτοῦ συμφέροντα πολίτης Ἕλλην. Τέλος πάντων, κ. Παπαγιαννακόπουλε, τοιαύτας ἔχω ἰδέας, τοιαῦτα φρονῶ, καὶ οὐδένα κίνδυνον διατρέχω, ἐκθέτων τὰ φρονήματά μου ἐνώπιον ὅλου τοῦ Ἔθνους, ὅπερ μετ’ ἐμοῦ φρονῶ τάσσεται εἰς τὸ περὶ Διαδόχου ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, ἣν οἱ ἐπερχόμενοι καιροὶ θὰ καταδείξωσι ματαίαν.
§155ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἔντιμος Συνάδελφός μου ἐπείσθην, ὅτι εἶμαι ἀπηλλαγμένος τοῦ κόπου νὰ τῷ ἀπαντήσω, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐπίθεσιν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ, ὅτι μοὶ ἔκαμεν ἐμπιστευτικὴν ἀποκάλυψιν, ἰδοὺ πῶς συνέβη. Ἐνώπιον πολλῶν τὸν ἠρώτησα, ποία εἶναι ἡ ἰδέα του περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσε τὰς ἰδέας του.
§156ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν μου, καὶ σὲ προκαλῶ, ἐὰν ἦσαι πατριώτης, ἐὰν δὲν ἐμφορῆσαι ἀπὸ ἄλλας ἰδέας....
§157ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ποίας;
§158ΤΖΑΝΕΣ. Ἀπὸ τὰς στενὰς ἐκείνας ἰδέας τοῦ τοπισμοῦ, ὑπὸ τὴν στενωτέραν αὐτῶν ἔννοιαν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Γεροκωστόπουλος καὶ ἕτερος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας ἀξιοῦσι νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἕτεροι φρονοῦσι τὸ ἐναντίον.
§160ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος θὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἀποκαταστήσατε πρῶτον τὴν τάξιν, κ. Πρόεδρε· διότι ἡ ἱλαρότης, ἡ ὁποία ἠγέρθη ἀπὸ τὰ σκοπίμως προκληθέντα ἐπεισόδια, δύναται καὶ πρὸς στιγμὴν ἀκόμη νὰ μᾶς κάμῃ νὰ λησμονήσωμεν τὸ ὕψιστον ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Ἂς εἴπωσιν, ὅ,τι θέλουσιν οἱ ταπεινοὶ κόλακες, οἱ ἕρποντες χαμερπῶς, διότι ἐκ τῆς τακτικῆς ταύτης ἀντλοῦσι τὴν δύναμίν των· ἂς εἴπωσιν οὗτοι, ὅ,τι θέλουσιν, ἄλλοι ἂς γελῶσι βεβιασμένως καὶ καθ’ ὑπολογισμὸν πρὸς ἐπίδειξιν ταπεινῆς ἀφοσιώσεως, οἱ τρίτοι ἂς δεικνύωσιν ἐνθουσιασμὸν αὐθόρμητον, κυβερνητικῶς παρεσκευασμένον· ἡμεῖς θὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μας καὶ θὰ πολεμήσωμεν μέχρις ἐσχάτων, ἐνισχυόμενοι ὑπὸ τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ὅτι εἰς καιροὺς χαλεποὺς, εἰς καιροὺς ἐκφαυλίσεως τῶν πολιτικῶν ἠθῶν καὶ ἐθνικῶν φρονημάτων, δὲν ἐκλονίσθημεν ἐν τῷ ἀγῶνι, ὃν διεξάγομεν. Ἀλλὰ τίς ὁ λόγος, ὁ ἀναγκάζων τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν ἐπιμονήν του περὶ φανερᾶς ψηφοφορίας, ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ; Ὁ μόνος λόγος, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ αὐτὸν νὰ παρασύρῃ καὶ σᾶς, κ. Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος ἐγηράσατε ἐν τῇ ἕδρᾳ ταύτῃ καὶ ὁ ὁποῖος ἀνήκετε εἰς ἱστορίαν, νὰ σᾶς παρασύρῃ, λέγω, εἰς τολμηρὰν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐστί, διότι δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ τοσαύτης τῷ ὄντι ἀφοσιώσεως ὑπηρετοῦσι τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ. Δὲν ἐμπιστεύεται αὐτοῖς ἓν ζήτημα ὑψίστης σημασίας καὶ ἐθνικῆς νὰ τὸ ψηφοφορήσωσι μόνον ἐν γνώσει τῆς συνειδήσεώς των. Ὁ τοιοῦτος φόβος του, περὶ καταψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ, δὲν προσβάλλει τὴν φιλοτιμίαν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἀποτελεῖ συγχρόνως ἐπίσημον καταδίκην αὐτοῦ; Ἂς μὴ λέγωσι, Κύριοι, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάξια νὰ λέγωνται παρὰ σπουδαίων ἀνδρῶν, ὅτι δῆθεν τοιοῦτον ζήτημα πρέπει ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου νὰ ψηφοφορηθῇ. Ὄχι, κ. Πρωθυπουργὲ, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, ἀλλὰ δὲν τολμᾷς νὰ ψηφοφορηθῇ μυστικῶς· σὲ προκαλῶ, ἐὰν τολμᾷς, ἄφες νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, καὶ τότε θὰ ἴδῃς τὴν ἀληθῆ γνώμην τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ τρυφεροῦ σου νομοσχεδίου. Θέλετε τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἔθνους καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ; ἐμπιστεύθητε λοιπὸν εἰς τὴν συνείδησιν αὐτοῦ, ἐμπιστεύθητε εἰς τὴν συνείδησιν τῆς πλειοψηφίας, ἐὰν τῳόντι ἔχητε πεποίθησιν εἰς αὐτήν.
§161ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Προσβάλλετε τοὺς Βουλευτάς.
§162ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπ’ ἐναντίας, τοὺς προσβάλλει ἐκεῖνος, ὅστις δὲν τοὺς ἐμπιστεύεται· ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ θὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας. Ἐὰν λέξις τις ἄλλη διέφυγε τῶν χειλέων μου, παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὡς ἔχουσα κακὴν ἔννοιαν, διότι τοιαύτη δὲν ὑπῆρξεν ἐν τῇ διανοίᾳ μου. Θὰ μοὶ εἴπητε, διατὶ λοιπὸν νὰ μὴ γίνῃ φανερὰ ψηφοφορία; Ἐν πρώτοις, διότι ἀντίκειται εἰς τὸν Κανονισμόν· αὐτὸς εἶναι ὁ τυπικὸς λόγος, ὁ δὲ οὐσιαστικὸς λόγος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν νομοθέτην ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ πάντων τῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀναφέρονται ὀνομαστὶ πρόσωπα. Ὁ νομοθέτης, κύριε Πρόεδρε, ἀπῄτησε τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν ἐν τοιούτοις ζητήμασι, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀνεπηρέαστον ἔκφρασιν τῆς θελήσεως τοῦ ψηφοφοροῦντος. Ὁ νομοθέτης, ἄνθρωπος ὤν, ἐσκέφθη ἀνθρωπίνως, Πάντες, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, ἔχομεν μυρίας ἀδυναμίας, μυρίους πειρασμοὺς, μυρίας βλέψεις, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑποκήμεθα εἰς τὰς ἀδυναμίας τῆς φύσεώς μας· καὶ δι’ αὐτὸ ὁ νομοθέτης, ὅπως ἐκάλεσε τοὺς ἐκλογεῖς ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, οὕτω καὶ τοὺς Βουλευτὰς, προκειμένου περὶ πολιτικῶν ζητημάτων, νὰ ψηφοφορήσωσι μυστικῶς, διὰ νὰ συμβουλευθῶσι μόνον τὴν συνείδησίν των, ἐσκέφθη, ὅτι ἐν φανερᾷ ψηφοφορίᾳ ἠδύνατο νὰ τοὺς παρασύρῃ προσωπικός τις λόγος, ἢ προσωπική τις ἐκδούλευσις, ἢ λόγοι ἁβροφροσύνης, ἢ λόγοι ὑπερβολικῆς εὐλαβείας, ὥστε νὰ τοὺς κάμῃ παρὰ τὴν συνείδησίν των νὰ πράξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔκαμνον, ἐὰν ἐξέφραζον τὴν γνώμην των ἐν τῇ κάλπῃ. Τὸ ζήτημα δὲν ἐπιδέχεται λοιπὸν ἀμφισβήτησιν, δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν κατὰ τὸν Κανονισμὸν, δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησιν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οὐσιαστικήν· διατὶ ἐπιμένει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμὸς; Μᾶς φέρουσιν ὡς παράδειγμα παρόμοιον ζήτημα, ψηφοφορηθὲν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, διὰ φανερᾶς καὶ ὄχι διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἐπρόκειτο τότε περὶ τοῦ κτήματος Μπάφι, διότι τοῦτο ὑπῃνίσσετο ὁ τὸ παράδειγμα προβαλὼν κ. Πρωθυπουργός· ἀλλὰ τὸ κτῆμα τοῦτο εἶχεν ἐκτιμηθῆ τότε ἀντὶ 60,000 μόνον δραχμῶν, καὶ δὲν ἠγέρθη κἀμμία ἀντίῤῥησις περὶ τοῦ τρόπου τῆς ψηφοφορίας, ἐπρόκειτο δὲ περὶ πωλήσεως τοῦ κτήματος εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ὄχι περὶ δωρεᾶς. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις, καὶ ὅπερ ἐδικαιολόγει τότε τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν, τὸ ζήτημα δὲν διετυπώθη κατὰ τρόπον προσωπικῆς παραχωρήσεως, ἀλλ’ ὅτι δωρεῖται εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ὄχι εἰς τὸν Γεώργιον. Ἰδοὺ ἡ πρότασις. (Ἀναγινώσκει ταύτην). Τοσούτῳ δ’ ὁμόφωνος ἦτο ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὥστε, ἐν ᾧ ὁ Βασιλεὺς ἐζήτει τὴν δι’ ἀγορᾶς ἀπόκτησιν τοῦ κτήματος Μπάφι, ἡ Βουλὴ ἐξ εὐλαβείας καὶ ἀγάπης πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, διὰ τῆς ἀποφάσεώς της δὲν ἐπώλησεν, ἀλλ’ ἐδώρησε τὸ κτῆμα τοῦτο· ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Βουλῆς, ὑπέγραψεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς εὐχαριστῶν τὸ Σῶμα, ἀλλὰ μὴ ἀποδεχόμενος τὴν δωρεάν· καὶ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη εἶναι κατακεχωρισμένη εἰς τὰ Πρακτικά, καὶ ἰδοὺ τὸ περιεχόμενον. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως). Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 60,000 δραχμῶν κατέθηκεν ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν Τράπεζαν. Οὕτως ἔχει ἡ ἱστορία τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως τοῦ κτήματος Μπάφι· τὴν πρότασιν τὴν ἠκούσατε, τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Βασιλέως πρὸς τὴν Βουλὴν σᾶς ἀνέγνωσα, καὶ δύνασθε εὐκόλως νὰ συναγάγητε τὴν μεγάλην διαφοράν, ἥτις ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις παρουσιάζεται μεταξὺ τοῦ ζητήματος ἐκείνου καὶ τοῦ κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν συζητουμένου. Ἐπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως ἐφαρμόζοντες τὸν Κανονισμὸν, τοῦ ὁποίου ἡ εὐλαβὴς τήρησις ἀνετέθη ὑμῖν, θέσητε τὸ ζήτημα εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν, προσκαλοῦντες τοὺς Βουλευτάς, ὅπως ἐν ἐλευθέρᾳ συνειδήσει δώσωσιν, οἱανδήποτε ψῆφον ἐγκρίνωσιν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ θελήσει των. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διστάζῃ, καὶ δὲν ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ψηφοφορίας, σεῖς ὅμως, ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι τὴν Κυβέρνησιν, ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὸ Ἔθνος, μὴ θελήσητε διὰ παρανόμου ψηφοφορίας νὰ κυρωθῇ πρᾶξις, ἡ ὁποία οὐδὲν πρέπει νὰ φέρῃ στίγμα. Ἀλλὰ πρῶτον νὰ βεβαιωθῇ ἂν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, καὶ πρὸς τοῦτο ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§163ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ψηφισθῇ τὸ ζήτημα τῆς φανερᾶς ἢ μυστικῆς ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Εἴμεθα ἄνω τῶν 15.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας· ἑπομένως ἡ πρότασις ὑμῶν, ὅπως γίνῃ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, θέλει βεβαιώσει, ἐὰν ὑπάρχῃ, ἢ οὐ, ἀπαρτία.
§165ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ παραβιασθῇ καὶ κατὰ τοῦτο ὁ Κανονισμὸς, ἂς παραβιασθῇ. Κάμνω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ προτοῦ ληθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν δύναται τίποτε ἄλλο νὰ γίνῃ.
§166ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς φαντάζεται, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ Κανονισμῷ διάταξις, καθ’ ἣν, ὅταν τις προτείνῃ ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ψηφοφορίαν, πρὶν ἢ βεβαιωθῇ ἡ ἀπαρτία. Ἀφοῦ ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως βεβαιοῖ τὴν ἀπαρτίαν καὶ οὐδὲν ἐν τῷ Κανονισμῷ ὑπάρχει περὶ τούτου, ἡ βεβαίωσις αὕτη εἶναι ἡ ἀρίστη. Ὅ,τι ἀπαιτεῖται εἶναι, μετὰ τὴν ἔνστασιν νὰ γίνῃ βεβαίωσις τῆς ἀπαρτίας, ἡ βεβαίωσις δὲ ἄριστα γίνεται διὰ τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀφοῦ δὲ ὁ Κανονισμὸς οὐδὲν ἄλλο ζητεῖ, δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν πλειότερον.
§167ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τὸ ἴδιον, δὲν εἶναι κἀμμία διαφορά.
§169ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἔχω σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη· δὶς ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ, καὶ δὶς ἀπεφάνθη ἐναντίον τῆς ἀναβολῆς. Πρόκειται περὶ τοῦ, ἂν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν καθ’ ὑμᾶς· κατ’ ἄλλους τὸ ζήτημα εἶναι καθαρὸν, καὶ ἐννοοῦσι νὰ ψηφοφορηθῇ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας· σεῖς μὲν ὑποστηρίζετε τοῦτο, ἕτεροι δὲ τὸ ἐναντίον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, καὶ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος θὰ ἰδῆτε, ἂν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, ἢ ὄχι.
§171ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ζητήματος, ἂν πρέπῃ νὰ γίνῃ μυστικὴ ἢ φανερὰ ψηφοφορία κατὰ τὸν Κανονισμὸν, καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν, ὅπως ἡ Βουλὴ ᾖ ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, θὰ ἐξακολουθήσω ὁμιλῶν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι διέκοψα καὶ δὲν ἐπεράτωσα τὴν ὁμιλίαν μου. (Διάλογοι). Εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ φρονῆτε, ὅ,τι θέλετε, εἶναι ἐλεύθερος ὁ κ. Πρόεδρος νὰ φρονῇ, ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραβιάζωμεν τὸν Κανονισμόν. Θέλω, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, νὰ ὁμιλήσω, ἵνα καταδείξω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, θέλω νὰ βεβαιωθῇ πρῶτον, ὅτι εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπικαλεῖσθε τὸν Κανονισμὸν, σᾶς παρατηρῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς πρὸς τὸ μέρος αὐτὸ, δὲν ἐγένετο ἡ αὐστηρὰ χρῆσις καὶ ὅτι πολλάκις, τετράκις καὶ πεντάκις ὡμίλησαν Βουλευταὶ ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ δὲν ἔκαμα κἀμμίαν παρατήρησιν περὶ τούτου. Ὁ Κανονισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε, δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βουλευτὴν νὰ ὁμιλήσῃ δὶς, καὶ τῇ συγκατανεύσει τῆς Βουλῆς, ἐρωτωμένης παρὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἄλλην φορὰν, ἐνῷ ἐγὼ σᾶς ἐπέτρεψα νὰ ὁμιλήσητε καὶ τρὶς καὶ τετράκις.
§173ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω λοιπὸν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι σεῖς μὲν ὑποστηρίζετε τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν, ἕτεροι δὲ τὴν φανεράν· θέλω λοιπὸν προσκαλέσει τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἦναι ἀπαρτία, ἢ ὄχι.
§175ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἔλθῃ εἷς ὡς ψηφολέκτης.
§177ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τί ἐπάνω;
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν γνωμῶν περὶ μυστικῆς ἢ φανερᾶς ψηφοφορίας.
§179ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξακολουθήσω νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία.
§180ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπερατώθη ἡ συζήτησις, διότι ὡμιλήσατε καὶ ἐκαθήσατε.
§181ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τί δὲν ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ, ἐὰν ἦναι ἀπαρτία;
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ θὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, εἶναι τὸ ἴδιον.
§183ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀναγινώσκηται ὁ κατάλογος ἐπὶ ψηφοφορίας, — ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησίν σας, — δὲν ἐργάζεται ἡ Βουλή;
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§185ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ, ὅταν δὲν ἦναι ἀπαρτία, πρέπει νὰ ἐργάζηται ἡ Βουλή, προτοῦ νὰ βεβαιωθῇ τοῦτο;
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν συμπίπτῃ τοιοῦτον ζήτημα, ἐκ τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως θὰ φανῇ, ἐὰν ἦναι ἀπαρτία, ἢ ὄχι. (Διάλογοι).
§187ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶσθε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶσθαι Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων.
§188Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Λυποῦμαι καὶ δι’ ὑμᾶς, καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τὴν Βουλήν, νὰ ζητῆται τόσον φανερῶς ἡ παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ· διότι ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ γίνῃ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ προτοῦ βεβαιωθῇ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦναι εἰς ἀπαρτίαν, ἢ ὄχι, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ἄλλην ἐργασίαν.
§189ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδαμοῦ εὕρηται τοιαύτη διάταξις· τοιαύτη διάταξις ἐπενοήθη μόνον ἐν τῇ φαντασίᾳ τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§190ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτητε κ. Πρόεδρε, ἀφοῦ σεῖς ἐπετιμήσατε τὸν κ. Βουλευτήν, διότι σᾶς διέκοψεν.
§191Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι λυπηρὸν νὰ παραβαίνηται τοιουτοτρόπως ὁ Κανονισμὸς, διότι, κατὰ ῥητὴν διάταξιν, εὐθὺς ὡς γίνῃ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐργασίαν· καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην ταύτην.
§192ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ ἐνθυμίσητε εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν τὰ πρὸ μικροῦ συμβάντα, δηλαδή, ἀφοῦ ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἐὰν πρέπῃ νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἢ μυστικὴ, ἀφοῦ ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ φανερὰ, ὁ δὲ κ. Γεροκωστόπουλος εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μυστικὴ, διὰ πολλοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι κολακευτικοὶ διὰ τοὺς Συναδέλφους του, σεῖς εἴπετε, ὅτι θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, καὶ προεκαλέσατε ν’ ἀποφασίσῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· ὁ κ. Γεροκωστόπουλος εἶπε: «μάλιστα, ἀλλὰ πρῶτον νὰ βεβαιωθῇ, ἐὰν ἦναι ἀπαρτία», καὶ ἀπηντήσαμεν, ὅτι θὰ βεβαιωθῶμεν τοῦτο ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου διὰ τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως. Συνέβησαν αὐτά; τὰ ἐνθυμεῖσθε καλά, κ. Πρόεδρε;
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§194ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, δὲν ἔχουσιν οὕτω;
§195ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§196ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑφαρπαγῆς ἐδῶ· ἐὰν πρόκηται διὰ παραβάσεως τοῦ Συντάγματος....
§197ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ οὐδεμιᾶς παραβάσεως θὰ μᾶς πείσητε ἢ διὰ μέσων ἀντιθέτων τοῦ Κανονισμοῦ, ἐκτὸς ἐὰν κάμητε χρῆσιν τῆς ὑλικῆς δυνάμεως. Ἔχω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας· θὰ καταγγέλλωμεν ἐδῶ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσι νὰ ὑποβιβάσωσι τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς, θέλοντες νὰ ὑφαρπάσωσι βεβιασμένην ἀπόφασιν περὶ τούτου. (Θόρυβος).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἔλθῃ, παρακαλῶ, εἷς ψηφολέκτης.
§199ΤΙΝΕΣ. Ὑπάρχει ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Μὴ προχωρῆτε.
§200ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ παραβαίνητε τὸν Κανονισμὸν, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων γίνεται μυστικὴ ψηφοφορία· δὲν πρέπει νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν περὶ τούτου.
§201ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσοι εἶναι παλαιοὶ Βουλευταὶ ἐνταῦθα, γινώσκουσιν, ὅτι πολλάκις ἦλθεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, τουτέστιν ἐν ὥρᾳ φανερᾶς ψηφοφορίας ἐγένετο ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ἀφοῦ ἐτελείωσεν ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις, ἐφάνη ἐὰν ἦναι ἀπαρτία, ἢ ὄχι.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τυπάλδε, λάβετε τὸν κόπον νὰ ἔλθητε ψηφολέκτης.
§203ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμὸν, κύριε Πρόεδρε, καὶ πράττετε ἔκθεσμον πρᾶξιν.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκθεσμον πρᾶξιν πράττετε ὑμεῖς. Σᾶς ἀφαιρῶ τὸν λόγον... Κύριε Τυπάλδε, ὀφείλετε, ὅταν σᾶς καλῇ τὸ Προεδρεῖον, νὰ ἔλθητε ὡς ψηφολέκτης.
§205ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ὁ κ. Γεροκωστόπουλος ἔκαμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§206ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, διηνεκῶς ἀκούομεν, ὅτι ἀφοῦ ἐγένετο ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, παραβιάζομεν τὸν Κανονισμόν, ἐὰν ἄλλως προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν ἢ δ’ ἁπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου. Τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Κανονισμῷ· ὑπάρχει ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ ἐν τῇ φαντασίᾳ τινῶν Βουλευτῶν. Ἐν τῷ Κανονισμῷ ὑπάρχει, ὅ,τι ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι ἡ Βουλὴ συνεδριάζει ἐν ἀπαρτίᾳ· ἀρκεῖ δὲ, πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ ἀπαρτία νὰ βεβαιῶται, εἴτε γινομένης ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, εἴτε ἀναγινωσκομένου τοῦ καταλόγου πρὸς ἔλεγχον τῶν παρόντων Βουλευτῶν. Οὐχ ἧττον ἡμεῖς εἴμεθα εὐδιάθετοι νὰ συναινέσωμεν καὶ εἰς ταύτην τὴν ἀπαίτησιν τῶν κυρίων, τῶν ἐπιζητούντων τὴν παρακώλυσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ τὴν κατορθώσωσιν. Ἡμεῖς θὰ κατορθώσωμεν ὅ,τι θέλομεν, διότι θέλοντες τὰ νόμιμα πλειοψηφοῦμεν, καὶ, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐν τοῖς νομίμοις ἡ πλειονοψηφία ἐπικρατεῖ. Ἀλλ’ ἐπίσης κατὰ τὸ Σύνταγμα παραχωρεῖται, εἰς τοὺς θέλοντας νὰ συζητήσωσι, πλήρης ἐλευθερία. Παρεχωρήσαμεν τὴν ἐλευθερίαν ταύτην ὑπερπλήρη, διότι, ἐνῷ ὁ Κανονισμὸς περιορίζει τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου εἰς δύο ἀγορεύσεις, ἡμεῖς ἐπετρέψαμεν εἰς τὸν αὐτὸν νὰ ἀγορεύσῃ τετράκις. Ἀλλ’ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τῷ ἐπιτρέψωμεν, νὰ ἀγορεύσῃ καὶ πεντάκις.
§207ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς ὁμιλεῖτε δεκάκις.
§208ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ σᾶς ἐπιτρέψωμεν νὰ ὁμιλήσητε καὶ πεντάκις, διότι θέλομεν, τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς συζητήσεως ὑπερπλήρη. Ἑπομένως παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, πρὸς βεβαίωσιν ἁπλῶς τῆς ἀπαρτίας, καὶ κατόπιν, εἴτε μετὰ συζήτησιν, εἴτε ἄνευ συζητήσεως, προβαίνομεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου πρὸς ψήφισιν περὶ τοῦ ζητήματος.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, Κύριε Τυπάλδε, ψηφολέκτης.
§210ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχομαι ἐγώ. (Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 87 εἶναι παρόντες· ἑπομένως εἶναι ἀπαρτία. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα. Οἱ παραδεχόμενοι.....
§212ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω, σᾶς εἶπον.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§214ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκάμετε πρότασιν ἀναβολῆς, καὶ δὲν τὴν ἐδέχθη ἡ Βουλή. Τὶ νὰ σᾶς κάμω;
§216ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ σχηματισθῇ πεποίθησις πλήρης περὶ τῆς ὀρθῆς λύσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, τουτέστιν ἐὰν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὡς ἐκ τοῦ 7 ἄρθρου αὐτοῦ, περιέχει προσωπικὸν χαρακτῆρα, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ἡ ψηφοφορία πρέπῃ νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἢ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, ἠδυνάμην νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναλυτικώτερον τὰ πρὸ δεκαετίας συμβάντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα τὰ τότε λεχθέντα, ἰδίως δὲ τὰ ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη ἐπὶ τοῦ ζητήματος προβληθέντα ἐπιχειρήματα, χρησιμεύσωσιν ὡς στοιχεῖα πολύτιμα τοῦ καταρτισμοῦ μιᾶς γνώμης δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ τὴν καταρτίσωσι σύμφωνον μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν ἡ προδιάθεσις τῆς Βουλῆς ὑπάρχῃ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὑπάρχει, ἵνα τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ βαρυσημάντου νομοσχεδίου ἐκφέρῃ ὡς ὁ Κανονισμὸς καὶ οἱ Νόμοι κελεύουσιν, οὐδεμία ἀμφιβολία θ’ ἀπομείνῃ, οὐδὲ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία, οὐδὲ περὶ τῶν λόγων, οἵτινες πείθουσι τὸν σήμερον κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν παρὰ τὰ κεκανονισμένα ἐπιψήφισιν τοῦ ζητήματος. Θέλω ἀναγνώσει τὰ ἐν τῇ συνεδριάσει ἐκείνῃ λεχθέντα, μεταξὺ τῶν ὁποίων θ’ ἀκούσητε καὶ γνώμας αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἵτινες ἐμμέσως συνδέονται μετὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματος καὶ ἐκ τῶν ὁποίων θὰ προκύψῃ ἀναντιῤῥήτως ἡ ὀρθότης τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσης ἐπιμονῆς ὑποστηρίζομεν, ὅπως ἐπιβάλωμεν τὸ δίκαιον ἡμῶν εἰς τὴν ἀριθμητικὴν πλειοψηφίαν, ἥτις ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τὸ παραβιάσῃ. Πρόκειται περὶ τῆς συνεδριάσεως 74 τῆς 10 Φεβρουαρίου 1877, καθ’ ἣν ἐποχὴν προέδρευε τοῦ σώματος τῆς Βουλῆς ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν σχετικῶν χωρίων. (Ἀναγινώσκει....)
§217ΚΟΥΜΑΝΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διατί μᾶς βασανίζετε; δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ· 15 εἴμεθα.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι Βουλευταὶ, ἐγένετο ἄλλη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. (Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἤδη θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν πρέπῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ἢ ὄχι.
§220ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐτελείωσα τὸν λόγον μου· μὲ διέκοψεν ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§221ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε χιλιάκις.
§222ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐξακολουθήσατε λοιπὸν, διὰ νὰ τελειόνωμεν.
§223ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα σεῖς νὰ μοὶ εἴπητε νὰ ἐξακολουθήσω.
§224ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει τοῦτο, ἀπαντῶμεν εἰς αὐτὸν, ὅτι μόνον τῇ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ὁμιλήσῃ, διότι μέχρι τοῦδε ἠγόρευσε δὶς καὶ τρίς. Παρακαλῶ ἄρα νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐὰν τῷ δίδῃ τὴν ἄδειαν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ πάλιν.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρέβη τὸν Κανονισμὸν, διότι πεντάκις καὶ ἑξάκις ὡμίλησεν.
§226ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠγόρευσε πλέον τοῦ ἐπιτρεπομένου ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ· θὰ ἤμεθα ὅμως διατεθειμένοι νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς αὐτὸν καὶ αὖθις νὰ ἀγορεύσῃ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἠθέλησε νὰ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα ἡμῶν τοῦτο, λέγομεν, ὅτι δὲν τῷ ἐπιτρέπομεν ν’ ἀγορεύσῃ καὶ πάλιν. (Θόρυβος).
§227ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω νὰ ὁμιλήσω· ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁσάκις Βουλευτὴς ἐπιμένῃ νὰ ὁμιλήσῃ τρὶς ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, ἐρωτᾶται ἡ Βουλή· ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε τετράκις. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ;
§229ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§230ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἀποσύρω καὶ τὴν πρότασίν μου ὡς πρὸς τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν τοῦ ζητήματος περὶ φανερᾶς ἢ μυστικῆς ψηφοφορίας.
§231ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Προτείνομεν τοῦτο ἡμεῖς.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν λέγουσι Ναί· οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὡς ψηφολέκτου τοῦ κ. Σάκκη, κατὰ τὸ κάτωθι πρωτόκολλον ψηφοφορίας). (Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Παπαγιαννακοπούλου, εἶπεν οὗτος):
§233ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐ μόνον λέγω ὄχι, ἀλλὰ καὶ διαμαρτύρομαι, κ. Πρόεδρε, διότι ἐθέσατε εἰς ψηφοφορίαν τὸν Κανονισμόν. (Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Ἀσημ. Χριστοπούλου, εἶπεν οὗτος):
§234ΑΣΗΜ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ θέλων νὰ παρασταθῶ μάρτυς τοῦ τελουμένου ἀνουσιουργήματος, ἀποχωρῶ τὴν ἑσπέραν ταύτην τῆς συνεδριάσεως.
| Χαρ. Τρικούπης | Ν | Στέφ. Δραγούμης | Ν |
| Ἀνδρ. Σκαλτσοδῆμος | Ν | Δημ. Γ. Ῥάλλης | |
| Γ. Σισμάνης | Ν | Ἀνδρ. Γ. Ψύλλας | Ν |
| Δ. Βουλπιώτης | Ν | Φωκίων Νέγρης | Ν |
| Ἀθ. Ἴσκος | Ν | Ἰωάν. Α. Γεωργαντᾶς | Ο |
| Ν. Καλαντζόπουλος | Ν | Νικ. Μπουφίδης | Ν |
| Ἐπ. Σακελλαρόπουλος | Ο | Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς | |
| Μ. Γουλιμῆς | Ν | Δημ. Καλλιφρονᾶς | |
| Μ. Ἰατρίδης | Ν | Νικ. Λεβίδης | |
| Δ. Χατζόπουλος | Σπυρ. Κουκούλεζας | Ν | |
| Γεώργ. Μίλησης | Ν | Ὄθων Μακρυγιάννης | Ν |
| Σπ. Νοταρᾶς | Ν | Τρύφ. Μουτσόπουλος | Ν |
| Γεώργ. Κούστας | Ν | Γ. Ῥοῦφος | |
| Ἀλέξ. Ἀντωνόπουλος | Ν | Θάνος Κανακάρης | Ν |
| Σωτ. Δανόπουλος | Ἀθ. Πετιμεζᾶς | Ν | |
| Ἀναστ. Δημητριάδης | Ν | Νεοκλ. Πετιμεζᾶς | |
| Μιχ. Νικηφοράκης | Ν | Α. Παπαγιαννακόπουλος | Ο |
| Δημ. Πετρίδης | Α. Φωτήλας | ||
| Ἄγγ. Γεωργαντᾶς | Ἀνδρ. Αὐγερινός | Ν | |
| Θεόδ. Π. Δηλιγιάννης | Ἀντ. Ῥικάκης | ||
| Θεόδ. Β. Δηλιγιάννης | Ἀχ. Γεροκωστόπουλος | Ο | |
| Χρ. Χριστόπουλος | Ἰω. Κρεστενίτης | ||
| Φίλιπ. Βάρβογλης | Ν. Κουμανιώτης | Ο | |
| Ἠλίας Φλέσσας | Στέφ. Στεφανόπουλος | ||
| Κων. Κωνσταντόπουλος | Ν. Καλογερόπουλος | Ν | |
| Ἀρ. Σακελλαρόπουλος | Ἀλέξ. Κοντόσταυλος | Ο | |
| Παν. Μανέτας | Ν | Ν. Παπανικολάου | Ν |
| Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος | Ν. Καφετζόγλους | Ν | |
| Ἠλίας Παλαμήδης | Ν | Ἰω. Πεζάς | |
| Κωνστ. Κατσικόπουλος | Κων. Σινέλης | Ν | |
| Δ. Ζέγγελης | Ν | Κων. Λομβάρδος | Ν |
| Δημ. Ν. Βότσαρης | Διον. Ζήβας ἢ Πλακᾶς | Ν | |
| Κωνστ. Γ. Καραπάνος | Ἀναστ. Ε. Λούντζης | Ν | |
| Γεώργ. Χ. Παχύς | Ν | Διον. Λομβάρδος | Ν |
| Γεώργ. Θεοτόκης | Ν | Α. Ἀστεριάδης | |
| Κωνστ. Βασιλάκης | Ἰω. Παπαδόπουλος | Ν | |
| Ἀντ. Καποδίστριας | Κων. Μαρκίδης | Ν | |
| Ν. Βασιλάκης | Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος | Ν | |
| Εὐάγγ. Τσαρλαμπᾶς | Δημ. Κουτσουμπλῆς | Ν | |
| Πολυχρ. Κωνσταντᾶς | Εὐθ. Μπατζιᾶς | Ν | |
| Σπυρ. Ἀλαμάνος | Ἀναστ. Ζαρμάνης | Ν | |
| Θεόφ. Προβατᾶς | Σωτ. Σωτηρόπουλος | ||
| Ι. Παδοβᾶς | Ν | Κων. Κουμουνδοῦρος | |
| Εὐάγγ. Μπασιᾶς | Περ. Πεῤῥωτής | ||
| Ἀγαμ. Μεταξᾶς | Δημ. Τζάνες | Ν | |
| Ἀνδρ. Ἄνν. Καβαλιεράτος | Ν | Περ. Μποῦτος | |
| Νικ. Βαλσαμάκης | Παν. Σάκκης | Ο | |
| Γερ. Μουσούρης | Νικ. Παπαλέξης | Ν | |
| Παν. Βενιεράτος | Ν | Νικ. Μισυρλῆς | |
| Γ. Τυπάλδος Κοζάκης | Πέτρ. Μαυρομιχάλης | Ν | |
| Γεώργ. Κόρπας | Ἀσημ. Χριστόπουλος | ||
| Στέφ. Σκουλούδης | Ν | Εὐστάθ. Κοκκέβης | |
| Ἀλοΐσιος Τόμαν | Ν | Δημ. Κάρτσωνας | |
| Χαρίλ. Προβελέγγιος | Δημ. Π. Γουδῆς | ||
| Νικ. Νομικός | Ν | Σ. Χατζηγάκης | Ν |
| Μίνως Μπογιατζόγλους | Κ. Ζωγλοπίτης | Ν | |
| Γεώργ. Μπούμπουρας | Ν | Ἀθ. Καζαμπάκας | Ν |
| Λωρέντζος Δελαρόκας | Ν | Γ. Φραγγίδης | |
| Δημοσθ. Καΐρης | Ν | Α. Τακιατζῆς | Ν |
| Γεώργ. Δρόσος | Ν | Γ. Τάκης | Ν |
| Νικ. Κρίσπης | Ν | Ν. Ταρμπάζης | Ν |
| Εὐστάθ. Κεχαγιᾶς | Ζ. Φαλιάγκας | Ν | |
| Κων. Κοσσονάκος | Ν | Σταμάτ. Μπουντούρης | Ν |
| Ν. Παπαμιχαλόπουλος | Θεόδωρος Γκίκας | Ν | |
| Γ. Μαυρομιχάλης | Ἀνάργ. Σιμόπουλος | Ν | |
| Ἀριστ. Πετροπουλάκης | Κωνστ. Χαλκιόπουλος | Ο | |
| Γιανν. Μαυρομιχάλης | Ὀδυσσεὺς Πετρόπουλος | ||
| Νικήτ. Βαρβιτσιώτης | Ν | Νικόλ. Κοντογιάννης | |
| Λεων. Καπετανάκος | Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς | Ν | |
| Ξανθὸς Πικουλάκης | Ν | Γεώργιος Λιδωρίκης | Ν |
| Γεώργ. Πετροπουλάκης | Ν | Κωνστ. Χατζῖσκος | Ν |
| Ἰω. Καρτάλης | Δημ. Ζουλούμης | Ν | |
| Ἀργ. Κανταρτζῆς | Ν | Κων. Ἀναγνωστόπουλος | |
| Εὐάγγ. Σταμούλης | Θεμ. Κανάρης | ||
| Ν. Κοκωσλῆς | Ν |
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν συνόλῳ 85· ὑπὲρ τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας 77, κατὰ δὲ 8. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ περὶ Ἀντιβασιλείας).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.