1887.05.18
1.180 στίχοι · 8.925 λέξεις · 109 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
τῆς 18ης Μαΐου 1887.
(Παρασκευὴ)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν Νομάρχην Μεσσηνίας ἐπεδόθησαν πρὸ πολλοῦ ἀναφοραὶ ὑπὸ τῶν ἐμπόρων, καὶ μετὰ τοῦτο πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα ἐπεδόθη ὑπόμνημα. Διὰ τούτων ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος παρέστησε πολλὰς ἀνάγκας, καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι ταῦτα τὰ ἔγγραφα. Εἶπον, ὅτι ἡ ὕπαρξις 36 ἐργαστηρίων ἐκκλησιαστικῶν ἐν Καλάμαις διακινδυνεύει καὶ διακυβεύει τὴν τύχην τῆς πόλεως· δύο ὑπέστημεν μεγάλας πυρκαϊὰς ἕνεκα τούτων, διότι καὶ τὰ 36 ταῦτα ἐργαστήρια εἶναι κατεσκευασμένα ἐκ ξύλων· κατὰ τὸ τέλος δὲ Ἰουνίου γίνεται ἀναμίσθωσις τῶν ἐργαστηρίων τούτων ἁπάντων. Ἐζήτησαν λοιπὸν διὰ τῆς πρὸς τὸν Νομάρχην ἀναφορᾶς καὶ τοῦ πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα ὑπομνήματος, καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπηύθυναν ὁμοίαν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν....
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον αὐτὴν, καὶ θὰ τὴν ἀναγνώσω.
§3ΤΖΑΝΕΣ. Ἐζήτησαν καὶ ζητοῦσι, νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Κυβέρνησις, ἢ τὸ Δημόσιον, νὰ μισθώσωσι μὲν τὰ ἐργαστήρια ταῦτα οἱ ἔμποροι, εἴτε ἐν ὅλῳ, εἴτε χωριστὰ, ἀλλὰ νὰ τοῖς δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ τὰ ἐπισκευάσωσι. Διὰ τῆς ἐπισκευῆς ταύτης θὰ αὐξήσωσι μετὰ πέντε ἔτη τὰ εἰσοδήματα τοῦ Δημοσίου σπουδαίως, καὶ θὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ ἡ πόλις ἀπὸ τὰς συνεχεῖς πυρκαϊὰς, ἕνεκα τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκονται. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ αὐτοῦ, διότι πραγματικῶς, ἂν δὲν μεριμνήσῃ, Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις, οἱ ἔμποροι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ τὰ ἐγκαταλείψωσι· δὲν χρησιμεύουσι πλέον, ὅπως ἐσκευρώθησαν, διότι εἶναι ἀπὸ τοῦ καιροῦ τοῦ Καποδιστρίου ἴσως κατεσκευασμένα διὰ ξύλων, οὐδεμία δὲ ἐπισκευὴ ἐγένετο ἔκτοτε, ἀλλ’ ὅπως ἐκ τῶν ἱερῶν ναῶν τῆς Δήλου προσετίθεντο ξύλα, οὕτω καὶ εἰς τὰ ἐργαστήρια ταῦτα προσετίθεντο σανίδες καί τινα ἄλλα ξύλα. Λάβετε λοιπὸν πρόνοιαν περὶ αὐτῶν, σκεφθῆτε, καὶ ἂν ἦναι ἀνάγκη, καὶ νομοθέτημα δύνασθε νὰ εἰσαγάγητε, ἢ νὰ διατάξητε τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ὁ ὁποῖος νὰ λάβῃ μέτρα· ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι μετὰ πέντε ἔτη θὰ ἐξασφαλισθῇ εἰσόδημα διπλάσιον τοῦ σημερινοῦ. Καὶ πρέπει νὰ μάθητε, ὅτι ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἐργαστηρίων τούτων συντηροῦνται καὶ αἱ καλογραῖαι τοῦ μοναστηρίου, ἐν ᾧ κεῖνται ταῦτα, καὶ βλέπετε, ὅτι, ἂν ἐγκαταλειφθῶσι ταῦτα ὑπὸ τῶν ἐμπόρων, θὰ ἐγκαταλειφθῶσι καὶ αὗται εἰς τὴν τύχην των, καὶ δὲ θὰ ἔχωσι νὰ συντηρηθῶσι. Κύριε Πρόεδρε, εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως· τὴν πρότασιν ἐκείνην ἀντικαθιστῶ διὰ τῆς παρούσης, καὶ παρακαλῶ νὰ διατάξητε νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ἡ στέγη τοῦ πέρυσι μισθωθέντος καταστήματος διὰ Πρωτοδικεῖον διεῤῥάγη προχθὲς, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, μετὰ κρότου καὶ θορύβου, ὅστις ἔτρεψεν εἰς φυγὴν τοὺς ἐν τῇ συνεδριάσει εὑρισκομένους, καὶ ὁποῖα μέτρα ἔλαβε καὶ τί σκέπτεται νὰ κάμῃ· διότι τρέχουσι τὸν κίνδυνον νὰ καταπλακωθῶσι ὑπὸ τὰ ἐρείπια αὐτοῦ, ὄχι μόνον οἱ δικηγόροι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀκροαταὶ καὶ οἱ διάδικοι καὶ οἱ δικασταί.
§5ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεὶς μοὶ ἀνήγγειλε περὶ τούτου· ἤδη λαμβάνω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ τὴν πληροφορίαν ταύτην, καὶ θέλω φροντίσει νὰ ἐξετάσω, ὅπως ληφθῇ πᾶσα πρόνοια.
§6ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μεριμνήσητε, ἵνα ἀποσταλῇ ἐπιτροπὴ ἐκ μηχανικῶν νὰ γνωμοδοτήσῃ. Κατεπείγει δὲ ἡ ὑπόθεσις, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐνεργήσητε ταχέως.
§7ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὔριον ἀμέσως.
§8ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως τῶν ἐκκρεμῶν διαφορῶν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου, τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας καὶ τοῦ Μοντζενιγείου κληροδοτήματος ἀναφέρει, ὅτι, ἐκ τῶν κτημάτων, ὧν ἡ κυριότης ἀναγνωρίζεται ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐν Κερκύρᾳ, ἐξαιρεῖται τὸ μέρος τοῦ ἀγροκηπίου, ὅπερ εἶχε δωρηθῆ πρὸς τὸν Βασιλέα, δυνάμει πράξεως τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου. Σήμερον ἀνέγνων ἐν τῷ «Αἰῶνι», ὅτι τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο τοῦ Συμβουλίου εἶχεν ἀκυρώσει τότε ὁ ἐνασκῶν ἐν Κερκύρᾳ τὰ καθήκοντα Ἐπάρχου μακαρίτης Ζαΐμης. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἐὰν πράγματι εἶχεν ἀκυρωθῆ τὸ ψήφισμα, διότι ἡ πληροφορία αὕτη μοὶ χρησιμεύει διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πληροφορία εἶναι πρόχειρος· ὁ ἐκπληρῶν τὰ χρέη Ἐπάρχου εἶχεν ἐγκρίνει, ἡ δὲ πληροφορία τῆς ἐφημερίδος εἶναι ὅλως ἐσφαλμένη.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Τζάνε, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον ἀναφορὰν διαφόρων ἐμπόρων τῶν Καλαμῶν, διὰ τῆς ὁποίας παριστάνουσι τὴν κατάστασιν τῶν ἐργαστηρίων ἐκείνων ἐλεεινὴν, καὶ παρακαλοῦσι νὰ ληφθῇ πρόνοια.
§11ΣΑΚΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης τῶν ἐργαστηρίων, διότι ὁμολογουμένως ἐν Μεσσηνίᾳ διατρέχουν μέγαν κίνδυνον ἐκ τούτου, εἰς τὰ καταστήματα δὲ ταῦτα εὑρίσκονται ὑπὲρ τὰ δύο ἑκατομμύρια περιουσίας, καθόσον ἐκεῖ εἶναι οἱ καλλίτεροι ἔμποροι τῶν ὑφασμάτων, καὶ ἂν δὲν ληφθῇ πρόνοια, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπέλθωσι δυστυχήματα, διότι ἔχουν καταῤῥεύσει τὰ ἐργαστήρια ταῦτα, ἐκτὸς τῆς παλαιότητός των.
§12ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν θὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας περὶ τῆς ὁδοποιίας καὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτῆς.
§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐδῶ τὰς ἔχω.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: Περὶ διοικήσεως τῆς κληροδοτηθείσης εἰς τὸ ἔθνος περιουσίας τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλου Ζάππα· καὶ Περὶ ἀποδόσεως μέρους τῶν ἐκ τῆς θηραϊκῆς γῆς εἰσπράξεων εἰς τὸν δῆμον Θηρασίας). (Μετὰ ταῦτα γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ. συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1887· καὶ Περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν στρατιωτικῆς δυνάμεως διὰ τὸ ἔτος 1887. Εἰς βʹ. δὲ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: Περὶ τῶν κτηματικῶν ὑποθέσεων τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Ἀττικῆς. Περὶ τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Περὶ ὑπαγωγῆς τελωνιακῶν τινων ὑπαλλήλων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΦΜʹ τῆς 11 Νοεμβρίου 1875).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τῶν τελωνιακῶν νόμων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1–6 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχουσιν. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, διαγραφείσης τῆς ἐν τῇ βʹ γραμμῇ λέξεως «ἐμπορεύματα» καὶ προστεθεισῶν μετὰ τὴν λέξιν «ἀλλοδαπῆς» τῶν λέξεων «ἐμπορευμάτων, μὴ ἐξαιρεθέντων ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ», ἔτι δὲ ἀντικατασταθείσης τῆς λέξεως «τριμήνου» διὰ τῆς λέξεως «πενταμήνου». Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, μεταβληθείσης τῆς λέξεως «τριμήνου» εἰς «πενταμήνου», καὶ τὰ ἄρθρα 9–11 ὡς ἔχουσι).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12. (Ἀναγινώσκεται).
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 εἶχε προταθῆ τροπολογία ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων. Συνεπείᾳ τῆς τροπολογίας ταύτης προτείνω καὶ ἐγώ, ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, νὰ τεθῇ τὸ ἑξῆς: «Ἐν ταῖς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1, ἐδαφίου ά, τοῦ ἀπὸ 13 Ἰουνίου 1877 ΧΙϚʹ. Νόμου προνοουμέναις περιπτώσεσιν, ὁ αὐτουργὸς ἢ συναίτιος λαθρεμπορίου δύναται νὰ προφυλακισθῇ, ἐφαρμοζομένων καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 235 καὶ 237 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας».
§18ΤΟΜΑΝ. Ἐπρόκειτο περὶ τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλαμβανομένων.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λαθρεμπορία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, εἰμὴ μόνον ἐπ’ αὐτοφώρῳ.
§20ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λαθρέμπορος συλλαμβάνεται ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἀλλ’ ἔχει καὶ συναιτίους.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ τροπολογία ἀφορᾷ καὶ εἰς τὸν συναίτιον. (Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὴ ἡ ἀνωτέρω τροπολογία, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νομοσχεδίου. Μετὰ τοῦτο ἐψηφίσθησαν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 13–16 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς δευτέραν συζήτησιν). (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΧϞΔʹ περὶ τοῦ σώματος τῆς τελωνοφυλακῆς εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 3· «μεθ’ ὃ ὁ κατάλογος ἀκυροῦται, αἱ δὲ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς διακηρύξεως τοῦ Ὑπουργοῦ κενωθησόμεναι θέσεις πληροῦνται ἐκ τοῦ μετὰ νέας ἐξετάσεις κατὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 καταρτισθησομένου νέου πίνακος).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς προσλήψεως ἐκτάκτων ὑπαλλήλων ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν Δημοσίων ἔργων, κανονισμοῦ τοῦ βοηθητικοῦ τοῦ ἐν αὐτῇ προσωπικοῦ καὶ ἐπαναφορᾶς τῆς βʹ τάξεως τῶν ἐπαρχιακῶν μηχανικῶν.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν, συνοδευόμενον μετὰ τῆς ἐκθέσεως, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ, προτείνω νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθὼς καὶ τοῦ περὶ Ταμείου ὁδοποιΐας, διότι ὅλα εἶναι ἀλληλέγγυα. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ ἄδεια, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐγκρίνῃ τὴν σύστασιν τοῦ Φρενοκομείου Δρομοκαΐτου· ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ παραχωρεῖται ἡ ἐκμετάλλευσις μαγγανεζιούχου σιδήρου εἰς μεταλλεῖον ἤδη παρακεχωρημένον καὶ ἐργαζόμενον· ἕτερον νομοσχέδιον, ὅπως συστηθῇ ὄγδοον Τμῆμα, εἰς ὃ θὰ ὑπάγηται εἰδικῶς ἡ ὑπηρεσία τῆς γεωργίας, ἀποσπωμένη ἐκ τῆς τοῦ Τμήματος τῆς δημοσίας οἰκονομίας. Αὔξησις δαπάνης δὲν εἶναι, διότι καταργοῦνται αἱ θέσεις τοῦ Ἐφόρου τοῦ Δενδροκομείου καὶ τοῦ ἐμμίσθου μέλους τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου. Καταθέτω καὶ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης κ. Καραπάνος. Ὁ λογαριασμὸς τοῦ ἔτους 1861 μέχρι τοῦ 1867 εἶναι δημοσιευμένος· ἐπίσης ἐγένετο δευτέρα δημοσίευσις τῶν δαπανῶν ἀπὸ τοῦ 1867–1871. Εἰς τὸ πρὸ μικροῦ δημοσιευθὲν τεῦχος εἶναι μέχρι τοῦ 1885. Δὲν μένουσι, παρὰ αἱ τοῦ 1886, τὰς ὁποίας καταθέτω.
§24ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω εἰς τὰ τεύχη, εἶναι τὸ μῆκος τῶν ὁδῶν.
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρήγγειλα, ἀλλὰ δὲν ἔγινεν ἀκόμη. Ἐλπίζω νὰ τὴν καταθέσω προσεχῶς. (Ψηφίζονται εἰς γʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ νομοσχέδια: Περὶ προσχωρήσεως εἰς τὴν πρόσθετον πρᾶξιν περὶ ἀνταλλαγῆς ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν. Περὶ ἐγκρίσεως προσθέτου πράξεως εἰς τὴν διεθνῆ ταχυδρομικὴν σύμβασιν τῆς 3 Νοεμβρίου 1880 περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων, διομολογηθείσης ἐν Λισσαβῶνι τῇ 21 Μαρτίου 1885).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ νόμου καὶ τῶν ὀργανισμῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 (ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν), 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 11).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος ἔχει ἐδῶ μίαν προσθήκην.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὕτη ἀπεῤῥίφθη κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχει ὁ κ. Σωτηρόπουλος τροπολογίαν.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος προτείνει, ὅπως ὁ ἀριθμὸς, πρὸς ἀπαρτίαν ἐν γενικῇ συνεδριάσει, ἀναβιβασθῇ ἀπὸ 5 εἰς 7, ἐν δὲ δικαστικῇ συνεδριάσει ἀπὸ 4 εἰς 5. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο, διότι αἱ μὲν γενικαὶ συνεδριάσεις δὲν ἔχουσι μεγαλειτέραν σπουδαιότητα τῶν δικαστικῶν, διὰ δὲ τὰς δικαστικὰς εἶναι καλλίτερον νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸν μικρότερον ἀριθμὸν, διότι οὕτω θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἔχωμεν τρία τμήματα, ὅπερ μεγάλως θὰ εὐκολύνῃ τὴν ἐργασίαν. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 13, 14, 15 καὶ 16). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 17).
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἀποφάσεις κοινοποιοῦνται διὰ τῶν Ἐπαρχιακῶν ταμιῶν ὑπὸ τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων. Ἐν τῷ ἐντύπῳ ὑπάρχει ἀπό. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 17 μετὰ τὴν ἀνωτέρω διόρθωσιν). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 18).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπ.). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 18, ὁ κ. Σωτηρόπουλος προτείνει, ὅπως τὸ δικαίωμα τοῦ Προέδρου, ἵνα ἀποστέλλῃ ἐκ τῶν μελῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Σώματος, πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν δημοσίων ὑπολόγων, ἀναγγέλλων εἰς τὸ Σῶμα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποστολῆς, περιορισθῇ εἰς μόνους τοὺς ὑπαλλήλους, μὴ ἐπεκταθῇ δὲ, ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ ἐπὶ τὰ μέλη· θεωρεῖ δὲ βεβαίως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῶν μελῶν θὰ γίνεται, ἀποφάσει τοῦ Σώματος ἐν γενικῇ συνεδριάσει. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἄτοπον, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀποστέλλει εἰς ἐπιθεώρησιν, ὁσάκις παρουσιάζηταί τι ἔκτακτον. Ἡ ἐπιθεώρησις δὲν γίνεται κατὰ κανόνα διὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ Συνέδριον μόνον, ὁσάκις λαμβάνῃ ὑπονοίας, ἀποστέλλει τινά· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει εἶναι πρέπον, νὰ δύνηται ὁ Πρόεδρος, νὰ διεξάγῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην, χωρὶς νὰ ἀνακοινοῖ τοῦτο εἰς ἄλλον, ἐπὶ κινδύνῳ τῆς μυστικότητος τῆς ἀποστολῆς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ αὐτὸς τὸ μέλος, οὐδὲ ὑπάρχει κίνδυνος ἐκ τῆς ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος ν’ ἀποστέλλῃ μέλος τι εἰς ἐπιθεώρησιν, διὰ νὰ κατορθώσῃ διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτοῦ νὰ ἔχῃ πλειονοψηφίαν ἐν ὡρισμένῳ ζητήματι ἐν τῇ γενικῇ συνεδριάσει, ἢ ἐν συνεδριάσει δικαστικῇ. Προτείνω ἄρα νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 18). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 19).
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ ἄρθρῳ 19 καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν γραμμὴν μετὰ τὰς λέξεις: «ἀμφότεροι δὲ», νὰ προστεθῇ: «ὡς καὶ ὁ ἀρχειοφύλαξ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου». (Γίνεται τὸ ἄρθρον δεκτὸν μὲ τὴν προσθήκην· ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21. (Ἀναγινώσκεται).
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 21 ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ὑπέβαλε τροπολογίαν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Τὴν τροπολογίαν ταύτην παραδέχομαι καθ’ ὁλοκληρίαν, ὡς ἐδημοσιεύθη, διορθουμένου μόνον τυπογραφικοῦ τινος λάθους. Αὕτη θ’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ἄρθρον 21. (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σωτηροπούλου ὡς 21 ἄρθρον). (Ψηφίζονται τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς φόρου διὰ τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου εἰς Λιγούδισταν.
§38ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ ν’ ἀναβληθῇ, παρακαλῶ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Σκοπέλου δικαστικῶς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Βόλου καὶ τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης.
§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Προλαμβάνω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τὴν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν μιᾶς νήσου, δὲν ἔχομεν ἓν ἔγγραφον περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τὰς ἐκθέσεις, δι’ ὧν παρίσταται ἡ ἀνάγκη καὶ δικαιολογεῖται τὸ νομοσχέδιον. Δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν νομίζω τὴν ἀρχὴν, νὰ ἔρχηται οἱοσδήποτε νὰ προτείνῃ τὴν μεταβολὴν τῆς δικαστικῆς ἁρμοδιότητος τόσον εὐκόλως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς Κεφαλληνίας).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 336, 337, 338,339 καὶ 341 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§42ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὰς γενομένας προχθὲς μακρὰς συζητήσεις ἐπείσθην, ὅτι τινὲς τῶν ὑποβληθεισῶν παρατηρήσεων ἦσαν ὀρθαί, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἄρθρον 341 ὑποβάλλω τροποποιημένον ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει). «Ἐὰν ὁ ἀνακόπτων ἀπειθήσας δὲν ἐμφανισθῇ οὐδ’ εἰς ταύτην τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίου συνεδρίασιν, ἢ ἐὰν κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἀνακοπῆς δὲν κατετέθη τὸ περὶ καταβολῆς τῶν ἐξόδων τῆς κατ’ ἐρήμην διαδικασίας γραμμάτιον, κατὰ τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 338, ἢ τουλάχιστον δὲν προσάγηται τοῦτο κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δίκης καὶ ἅμα τῇ ἐνάρξει αὐτῆς, ἀποῤῥίπτεται ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως ἡ ἀνακοπὴ, καὶ ἡ κατ’ ἐρήμην ἀπόφασις ἀναλαμβάνει οὕτω τὸ κῦρός της καὶ ἐκτελεῖται. Ἄλλη ἀνακοπὴ εἶναι ἀπαράδεκτος». Οὕτως ὅμως μεταῤῥυθμιζομένου τοῦ ἄρθρου 341, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ 339, ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶχε μεταῤῥυθμισθῆ, ἵνα ἰσχύῃ τὸ καὶ σήμερον ἰσχῦον ἄρθρον 339, διότι πρέπει νὰ μείνῃ πλῆρες καὶ ἀμείωτον τὸ δικαίωμα τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ εἰσάγειν τὴν ἀνακοπὴν εἰς τὴν προσεχῆ ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ συνεδρίασιν.
§43ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂν ὑπάρχωσι πολλοὶ κατηγορούμενοι καὶ πρόκηται νὰ κάμωσιν ἀνακοπὴν, ὁ μὲν σήμερον, ὁ δὲ αὔριον, ὅλοι πρέπει νὰ καταβάλωσι τὰ ἔξοδα;
§44ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὐτοὶ θὰ συνεννοῶνται πρὸς ἀλλήλους, ὅπως συμβαίνει καὶ σήμερον, διότι εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπόχρεοι. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἡ καταβολὴ ἐκ μέρους ἑνὸς ἀπαλλάττει τοὺς λοιπούς.
§45ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 146.
§46ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ρικάκης προτείνει, νὰ μεταβληθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐπιδόσεως, καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ σχετικαὶ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν. Ἡμεῖς ἀγωνιζόμεθα, πῶς νὰ περιστείλωμεν τὰς πρὸς ὑπεκφυγὴν τάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων καὶ ἡ δημοσία τάξις βλάπτεται καὶ ἡ ὑπηρεσία χωλαίνει. Τὰ τῆς κλητεύσεως τῶν κατηγορουμένων καὶ τῶν μαρτύρων πρέπει ν’ ἀφεθῶσιν ὡς ἔχουσι, διότι σήμερον κατέστη ὥριμον τὸ ζήτημα τῆς, ὅσον ἔνεστιν, ἁπλοποιήσεως τῶν κατὰ τὰς ἐπιδόσεις καὶ ἐπὶ πολιτικῶν δικῶν· ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ περιστείλωμεν ἐν ταῖς πολιτικαῖς δίκαις, ὡς πηγὴν στρεψοδικιῶν καὶ παρελκύσεων τῶν δικῶν, νὰ ζητῶμεν νὰ τὸ εἰσαγάγωμεν καὶ εἰς τὰς ποινικὰς, δὲν εἶναι πρέπον.
§47ΤΖΑΝΕΣ. Οἱ λιπομάρτυρες, οἵτινες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κάμωσιν ἀνακοπὴν, ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλωσι καὶ τὰ ἔξοδα;
§48ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ λιπομάρτυρες δὲν ὑφίστανται τὴν ἐρήμην δίκην, ἀλλ’ ἁπλῶς τιμωροῦνται ἐπὶ τῇ ἀπειθείᾳ των, ἀνακόπτουσι δὲ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, οὐχὶ ὡς ἐρήμην, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν προκαταβολὴν τελῶν ἐρημοδικίας, διότι ἰσχύουσι πάντοτε περὶ αὐτῶν, ἐπὶ μὲν πταισμάτων τὸ ἄρθρον 335, ἐπὶ δὲ πλημμελημάτων τὸ ἄρθρον 382 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καθ’ ἅ, προσηκόντως τούτων δικαιολογουμένων, καταργεῖται ἢ ἀνατρέπεται ὁλόκληρος ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις.
§49ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, διὰ τῆς τροπολογίας μου ζητῶ ν’ ἀποφύγωμεν πάντα κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν. Ζητῶ, ὅπως ὁ κλητὴρ, ὁ ὁποῖος ἀφίνει σήμερον ἁπλῶς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κατηγορουμένου μίαν κλῆσιν, συντάσσῃ μίαν ἔκθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ βεβαιοῖ, ὅτι τὴν ἐπέδωκεν εἰς χεῖρας τοῦ κατηγορουμένου, προσυπογράφοντος, ἢ τὴν ἐτοιχοκόλλησεν ἐπὶ παρουσίᾳ ἑνὸς μάρτυρος· ἡ διαδικασία εἶναι ἁπλουστάτη, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀσφαλεστάτη, ἀφοῦ παραδέχεσθε, ὅτι εἷς κατηγορούμενος διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ δικασθῇ ἐρήμην, αἱ δὲ συνέπειαι εἶναι μεγάλαι, καθότι δὲν θὰ δύνηται νὰ κάμῃ ἀνακοπήν, ἂν δὲν καταβάλῃ τὰ ἔξοδα, οὔτε νὰ κάμῃ δευτέραν ἀνακοπήν· πρέπει λοιπὸν νὰ τῷ δώσωμεν τὰ μέσα, ὅπως ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι πράγματι ἐρημοδικεῖ ἐξ ἀπειθείας, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀναμφισβητήτους ἀποδείξεις τῆς ἐπιδόσεως. Τὸ αὐτὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, τοῦ νὰ ἐπιτευχθῇ, ὅσον τὸ δυνατὸν, ἡ κανονικωτέρα λειτουργία τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν θέλομεν ν’ ἀφήσωμεν καὶ τοὺς συμπολίτας μας εἰς τοὺς κινδύνους καὶ τὸ αὐθαίρετον· διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου.
§50ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ὅλην τὴν διάθεσιν, ἵνα τὰ νομοθετήματά του ψηφισθῶσιν, ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερα, ἀσφαλίζοντα τὴν δικαιοσύνην καὶ τὸν πολίτην, ὅστις ἐνίοτε εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ πείθηται εἰς τὰ παρακελεύσματα αὐτῆς. Εἶναι ἀποδεδειγμένον, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἴσως θὰ τὸ ἐνθυμῆται, ἂν καὶ πρὸ καιροῦ ἀπεμακρύνθη τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ δικηγόρου, ὅτι οἱ κλητῆρες ἀπὸ τὰ γραφεῖα στέλλωσι τὰ κατηγορητήρια· τοῦτο δὲ κατέστρεψε μάλιστα μίαν τάξιν ἀνθρώπων, τὴν τῶν ποιμένων, διότι οἱ καλούμενοι νὰ δικασθῶσι δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς, ἐκλητεύοντο ὑπὸ τῶν κλητήρων κατὰ παραγγελίαν δι’ ἄλλων ποιμένων, πολλάκις ἐχθρῶν των, οἵτινες δὲν τὰ ἐπέδιδον. Ἕνεκα καὶ τῶν λόγων τούτων τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥικάκη ἀνάγκη νὰ δεχθῶμεν. Ἀληθῶς πρέπει ὁ κλητὴρ νὰ μεταβαίνῃ ἐπὶ τόπου, ἵνα ἐπιδίδῃ τὸ κατηγορητήριον καὶ συντάσσῃ ἐπιδοτήριον ἔγκυρον· πρέπει τέλος πάντων νὰ εὑρεθῇ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ἀγνοῇ ὁ κατηγορούμενος, ὅτι ἐξεδόθη ἀπόφασις, ἡ ὁποία τῷ ἐπιβάλλει ποινήν.
§51ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ σκοπὸς, ὡς εἶπον, τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, νὰ περιστείλωμεν τὰς ὑπεκφυγὰς τῆς δικαιοσύνης, καὶ τὴν συστηματικὴν καὶ μέχρις ἀσυγγνώστου καταχρήσεως χωρήσασαν ἐρημοδικίαν. Ἄνευ σπουδαίων μέτρων εἰς περιστολὴν τῶν κατὰ κανόνα ἀδικαιολογήτων τούτων ὑπεκφυγῶν πρὸς παρέλκυσιν τῶν δικῶν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐλπίζωμεν τὴν τόσον ποθητὴν καὶ σωτήριον ἐνημερότητα τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Θ’ ἀκούσητε βεβαίως μετ’ ἄλγους ψυχῆς καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως τοὺς ἑξῆς ἐπισήμους ἀριθμούς. Κατὰ τὴν Αʹ. τριμηνίαν τοῦ 1885 τὰ Πλημμελειοδικεῖα τοῦ Κράτους ἐδίκασαν, κατ’ ἀντιμωλίαν μὲν ὑποθέσεις 6,706, ἐρήμην δὲ 3,412. Κατὰ τὴν αὐτὴν δὲ τριμηνίαν τοῦ 1886, κατ’ ἀντιμωλίαν μὲν 8,398, ἐρήμην δὲ 4,156· καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν τριμηνίαν τοῦ 1887, κατ’ ἀντιμωλίαν μὲν 8,431, ἐρήμην δὲ 3,427. Ἡ τοιαύτη τῶν ἐρημοδικιῶν πρὸς τὰς κατ’ ἀντιμωλίαν ἐκδικαζομένας ὑποθέσεις ἀναλογία εἶναι βεβαίως ἀξία πάσης προσοχῆς καὶ μελέτης. Ὑμεῖς, κύριοι Συνάδελφοι, ὅσοι εἶσθε δικηγόροι, γνωρίζετε, τί σημαίνει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δικαστηρίου, μία ἀναβολὴ, μία ἐρημοδικία. Οἱ προϊστάμενοι τῶν Δικαστηρίων ὑπέδειξαν ἔκτακτα ἀληθῶς πρὸς καταστολὴν τοῦ κακοῦ τούτου μέτρα, ἔνιοι δὲ ἐπρότειναν καὶ αὐτὴν τὴν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐρημοδικίας. Ἡμεῖς ἔχομεν δι’ ἐλπίδος, ὅτι διὰ τῶν μεταβολῶν τῶν ἠπίων, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ περισταλῇ τὸ κακόν. Ὡς πρὸς τὸν τρόπον δὲ τῆς ἐπιδόσεως, τὸν ἐπὶ 50 ἔτη λειτουργοῦντα, δὲν ἠκούσθησαν σπουδαῖα παράπονα, οὐδὲ κἀνεὶς ἀληθῶς ἐπίστευσεν, ὅτι ἡ κακὴ κατάστασις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης προέρχεται ἐκ τούτου. Ἐὰν δὲ δεχθῶμεν τὰς προτεινομένας ὡς πρὸς τοῦτο γνώμας, θέλομεν βεβαίως πολλαπλασιάσει τὰ μέσα τῶν ὑπεκφυγῶν, τὰς ὁποίας ἀγωνίζεται νὰ περιστείλῃ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, νὰ μὴ θελήσητε νὰ μεταβάλητε ὡς πρὸς τοῦτο τὸ καθεστός.
§52ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν, ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγει, εἶναι κυρίως νὰ πατάξῃ τὴν ἀποφυγὴν τῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς ἐρημοδικίας· καὶ ἀληθῶς, ὡς εἶχε τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὅν χρόνον ὑπεβλήθη, διὰ τῶν αὐστηροτάτων διατάξεων αὐτοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, εἴτε δυνάμενοι, εἴτε μὴ, ἤθελον σπεύσει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰ ἀδύνατα, διὰ νὰ ἀποφύγωσι τὰς συνεπείας μιᾶς ἐρημοδικίας· ἀλλὰ μετὰ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐνόμισεν ὀρθὰς καὶ στηριζομένας εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἐπιείκειαν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μέχρι τῆς ὥρας τῆς καταδίκης των θεωροῦνται ἀθῶοι, μετὰ τὰς τροπολογίας, λέγω, ἃς ἀπεδέχθη τὸ νομοσχέδιον, μᾶς ἀπομακρύνει τοῦ σκοποῦ, ὅν ἐπιδιώκομεν, ἐὰν ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 336 δὲν ἀφαιρεθῇ ἡ περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κατηγορούμενος, ἐμφανισθεὶς ἅπαξ, δὲν δύναται νὰ ἀποχωρήσῃ, δικαζόμενος ἐρήμην. Τούτου γενομένου δεκτοῦ, οὐδεὶς θὰ δικάζηται κατ’ ἀντιμωλίαν, πάντες θὰ δικάζωνται ἐρήμην, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκλέξωσι μεταξὺ τοῦ κινδύνου, ὅν ἤθελον τρέξει, δικαζόμενοι ἐνώπιον μαρτύρων, ὧν τὰς καταθέσεις ἀγνοοῦσι, καὶ τοῦ κινδύνου νὰ πληρώσωσι τὰ ἔξοδα τῆς ἐρημοδικίας ἐκ δραχ. 15, ὡς ἀντάλλαγμα τῶν ὁποίων θὰ ἔχωσι τὸ κέρδος τοῦ νὰ γνωρίζωσι, τί κατετέθη ἐναντίον αὐτῶν κατὰ τὴν ἐρήμην δίκην, διὰ νὰ ἑτοιμάσωσι τὴν ὑπεράσπισίν των. Ὡς δὲ εἶχον μέχρι τοῦδε ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν τὰ περὶ τούτου, πολλοὶ ἐκ τῶν κατηγορουμένων, εἴτε ἐκ πεποιθήσεως εἰς τὴν ἀθωότητα αὑτῶν, εἴτε ἐξ ἐλπίδος ἄλλης, παρίσταντο κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, οἱ πλεῖστοι δὲ ἐξ αὐτῶν παρέμενον καὶ ἐδικάζοντο κατ’ ἀντιμωλίαν. Ἤδη ὅμως, ἀφαιρουμένης τῆς ἐλπίδος, ἣν παρεῖχε τὸ δικαίωμα τῆς ἀποχωρήσεως, οὐδεὶς θέλει προσέρχεσθαι, ἐκ φόβου μήπως, ματαιουμένων τῶν ἐπὶ τοὺς μάρτυρας ἐλπίδων του, δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποχωρήσῃ. Μὴ νομίσητε, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἐρημοδικία εἶναι πάντοτε μέσον ὑπερασπίσεως στρεψοδίκου μόνον κατηγορουμένου· ἡ ἐρημοδικία εἶναι δικαίωμα ἀνεγνωρισμένον ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ τοῦ δικαιώματος τούτου πρὸ πάντων ὁ ἀθῶος κατηγορούμενος δικαιοῦται νὰ ποιῆται χρῆσιν. Κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις, ὁ Εἰσαγγελεὺς δύναται δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως νὰ εἰσάγῃ τὰς ὑποθέσεις εἰς τὸ ἀκροατήριον, ὡς ἐκ τούτου δὲ ὁ κατηγορούμενος οὐδεμίαν λαμβάνει γνῶσιν τῆς κατηγορίας, οὐδὲ γνωρίζει τί θὰ καταθέσωσι κατ’ αὐτοῦ οἱ μάρτυρες. Μὴ ὑποθέτων δὲ, ὅτι θὰ καταθέσωσι ψεύδη, προσέρχεται καὶ παρίσταται· κατὰ τὸ στάδιον ὅμως τῆς διαδικασίας, παρατηρεῖ, ὅτι οἱ μάρτυρες ψεύδονται, ὅτι ψεύδονται ἀναισχύντως, καὶ ὅτι τὰ ψεύδη αὐτῶν δύναται οὗτος δι’ ἄλλων μαρτύρων νὰ καταῤῥίψῃ· τί θέλετε νὰ κάμῃ αὐτὸς ὁ κατηγορούμενος; ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας ν’ ἀποχωρήσῃ, δικαζόμενος ἐρήμην, διὰ νὰ φέρῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του καὶ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ μάρτυρες, οἱ κλητευθέντες ὑπὸ τῆς κατηγορίας, ἐψεύσθησαν. Τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο ζητοῦσι σήμερον νὰ τῷ ἀφαιρεθῇ! Ἐὰν μέχρι τοῦδε συνέβησαν ἐρημοδικίαι, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποδώσωμεν εἰς τὰς στρεψοδίκους διαθέσεις τῶν κατηγορουμένων. Κατὰ τὸ πλεῖστον, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν εἰσαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς ἐκθέσεις, ὡς μᾶς ἀνέφερεν, ἔπρεπε νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ ὁμολογήσωσιν, ὅτι καθήμενοι εἰς τὰ γραφεῖα αὐτῶν καὶ ἀποστέλλοντες σωρείαν δικογραφιῶν κατὰ τὰς δικασίμους, δὲν ἐξυπηρετοῦσιν ὡς πρέπει τὴν δικαιοσύνην· ὤφειλον νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι καὶ οἱ Δικασταὶ εἶναι ἄνθρωποι καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν τὰ ἀδύνατα παρ’ αὐτῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν, κ. Ὑπουργὲ, ὅταν εἰσάγωνται ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ 60 ὑποθέσεις πρὸς ἐκδίκασιν, νὰ ἀποδοθῇ καλῶς ἡ δικαιοσύνη· ὅταν οἱ Πρόεδροι, ἢ οἱ Προεδρεύοντες, ἀναγκάζωνται δι’ ἠλεκτρικῆς ταχύτητος νὰ διεξάγωσι τὰς ὑποθέσεις, καὶ ἕνεκα τούτου, ὄχι μόνον εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι κατὰ τὸ πλεῖστον νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ὑπεράσπισιν αὑτοῦ, ἀλλὰ πολλάκις καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν ν’ ἀναπτυχθῇ, καὶ εἰς τοὺς μάρτυρας νὰ καταθέσωσιν, ὅ,τι γνωρίζουσι, μὴ νομίζητε, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη τελεῖ τὸν προορισμόν της. Διὰ νὰ διεξαχθῇ σοβαρῶς ἡ δίκη ἐπί τινος οἱουδήποτε πλημμελήματος, ἀπαιτεῖται τοὐλάχιστον μιᾶς ὥρας χρονικὸν διάστημα· ἐντούτοις, ἐν διαστήματι 6 καὶ 7 ὡρῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπερανθρώπως συνεδριάζουσιν οἱ Δικασταὶ, ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν οἱ κκ. Εἰσαγγελεῖς νὰ δικάζωνται 60 ὑποθέσεις!! Δὲν ἀποδίδεται ὅμως οὕτω ἡ δικαιοσύνη. Ἐὰν οἱ κκ. Εἰσαγγελεῖς ἤθελον νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν καὶ ἐφήρμοζον τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ποιούμενοι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς αὐτοὺς ὁ νόμος, ν’ ἀποφαίνωνται διὰ προβουλεύματος ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων αὐτοῖς μηνύσεων, δὲν θὰ εἴχομεν τὴν σωρείαν ταύτην τῶν δικαζομένων, οὗ ἕνεκα ἔχομεν ἀδικίαν, σύγχυσιν καὶ ἐξευτελισμόν. Καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἴς τινα συνεδρίασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐν Ἀθήναις, συνέβη τὸ ἑξῆς περιεργότατον καὶ ἐνδεικνῦον πληρέστατα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν αἱ ὑποθέσεις συζητοῦνται. Προσεκλήθη εἷς κατηγορούμενος κατ’ ὄνομα,—καὶ ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὸ ὄνομά του—Γεώργιος Αἰγινήτης. Συνειθίζεται, πρὸς οἰκονομίαν χρόνου ἐκ μέρους τῶν Προεδρευόντων, ἐνῷ ἐκφωνεῖται τὸ ὄνομα, ὁ δὲ κατηγορούμενος εὑρίσκεται εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον τῆς αἰθούσης καὶ ἄρχεται προσερχόμενος, νὰ λαμβάνῃ ὁ Πρόεδρος τὴν ταυτότητά του, χωρὶς ἐκεῖνος ν’ ἀπαντᾷ, καὶ ὅταν πλησιάζῃ εἰς τὴν ἕδραν, δὲν προλαμβάνει ν’ ἀκούσῃ ἄλλο ἢ τό: «Κατηγορούμενε, κάθησαι κάτω». Ἐξεφωνήθη λοιπὸν τὸ ὄνομα τοῦ Γεωργίου Αἰγινήτου, συνέπεσεν ὅμως κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἐκτὸς τοῦ κατηγορουμένου Γ. Αἰγινήτου, νὰ ἦναι παρὼν καὶ εἷς μηνυτὴς Γ. Αἰγινήτης, ὅστις εἶχε καταγγείλει τινὰ, ὁ ὁποῖος τὸν ἐτραυμάτισε, καὶ νομίσας, ὅτι αὐτὸς ἐκαλεῖτο, εἶπεν, ὅτι ἦτο παρὼν καὶ προσήρχετο πρὸς τὴν ἕδραν· ὁ Πρόεδρος κατὰ τὰ συνειθισμένα ἤρχισεν: «ὀνομάζεσαι Γεώργιος Αἰγινήτης, ἐγεννήθης εἰς Αἴγιναν, κατοικεῖς ἐνταῦθα, ὀπωροπώλης, ἐτῶν 45, χριστιανὸς ὀρθόδοξος· ἔχεις δικηγόρον;» Ὁ Αἰγινήτης ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν ἔχει δικηγόρον· καὶ πράγματι δὲν εἶχεν ἀνάγκην δικηγόρου, διότι ἦτο μηνυτής. «Κατηγορεῖσαι· κάθησαι κάτω», τῷ λέγει ὁ Πρόεδρος. «Ἔχεις μάρτυρας;» Ὁ Αἰγινήτης ἀπαντᾷ: «δὲν ἦλθον οἱ μάρτυρες»,—διότι συνέπεσε τινὲς μάρτυρες, τοὺς ὁποίους εἶχε προσκαλέσει, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν μήνυσίν του, νὰ μὴ ἔχωσιν ἔλθει ἀκόμη.—«Ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς ἐρήμην δίκης», λέγει ὁ Πρόεδρος· ὁ Γραμματεὺς ἀναγινώσκει τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα συντάσσονται, ὅπως συντάσσονται, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνταχθῶσιν ἄλλως ἐν τοιαύτῃ διεξαγωγῇ τῶν ὑποθέσεων. Δύο τρεῖς μάρτυρες, ἐξετασθέντες κατὰ τὴν ἐρήμην δίκην, λέγουσιν, ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἐκτύπησε τὸν παθόντα. «Σήκω ἐπάνω, λέγει ὁ Πρόεδρος, διατὶ ἐβάρεσες τὸν ἄνθρωπον»; Ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος, μὴ ὢν κατηγορούμενος, ἀλλὰ μηνυτὴς, ἀπαντᾷ: «αὐτὸς μὲ ἐβάρεσεν». Ἀλλ’ αὕτη εἶναι ἡ συνήθης ἀπάντησις τῶν κατηγορουμένων, καὶ ὡς τοιαύτη ἐξελήφθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου, ὅστις, «Καθήσαι κάτω», ἀπαντᾶ ἀμέσως. «Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει τὸν λόγον». Ὁ Εἰσαγγελεὺς ζητεῖ νὰ κηρυχθῇ ἔνοχος ὁ κατηγορούμενος, τὸ Δικαστήριον τὸν καταδικάζει εἰς 10 ἡμερῶν φυλάκισιν, καὶ οἱ χωροφύλακις ἀπάγουσι τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον εἰς τὴν θέσιν τῶν καταδίκων. Μετὰ μίαν ὥραν ἔρχεται ὁ συνάδελφος κ. Ῥάλλης, φέρων μεθ’ ἑαυτοῦ τὸν κατηγορούμενον Γ. Αἰγινήτην, καὶ παρακαλεῖ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ εἰσαγάγῃ πρὸς ἐκδίκασιν τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπαντᾷ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐξεδικάσθη. «Πῶς! ἐδικάσθη ἐρήμην;» «Ὄχι, κατ’ ἀντιμωλίαν κατεδικάσθη, ἀπαντᾷ ὁ Εἰσαγγελεὺς, καὶ τὸν ἔχουν ἐκεῖ οἱ χωροφύλακες». «Πῶς, ἐρωτᾷ ὁ κ. Ῥάλλης, τὸν ἔχουν ἐκεῖ οἱ χωροφύλακες, ἀφοῦ τὸν ἔχω ἐγὼ ἐδῶ;» Ἐννοεῖτε, κ. Πρόεδρε, κατὰ τίνα τρόπον διεξάγονται αἱ ὑποθέσεις εἰς τὸ Πλημελειοδικεῖον· οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῶσιν ἄλλως, διότι, διὰ νὰ διεξαχθῶσιν ἄλλως, ἀνάγκη νὰ εἰσάγωνται τὸ πολὺ ὑποθέσεις μέχρις 20. Καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ εἰσάγωνται ὀλιγώτεραι ὑποθέσεις, ὄχι μόνον ἐὰν ηὐξάνοντο αἱ δικάσιμοι, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν συνέβαινεν εἰς τὰ Εἰσαγγελικὰ Γραφεῖα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει, ἐὰν διὰ τοὺς κ.κ. Εἰσαγγελεῖς δὲν ἐθεωροῦντο ὡς μὴ ὑφιστάμεναι αἱ διατάξεις τοῦ Ποιν. Νόμου, καθ’ ἃς ἡ ἐξύβρισις, αἱ αἰκίαι καὶ τὰ τούτοις ὅμοια θεωροῦνται πταίσματα, καὶ δὲν ἐχαρακτηρίζοντο ὅλα, ἄδικος ἐπίθεσις, τραῦμα προμελετημένον, διατάραξις οἰκιακῆς εἰρήνης, καὶ δὲν εἰσήγοντο ὅλα δι’ ἀπευθείας κλήσεως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Μὲ αὐτὴν δὲ τὴν ἀτελεστάτην διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων μόλις κατορθοῦται ν’ ἀποδεικνύηται ὅτι αἱ πράξεις, δὲν ἔφερον τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἀπέδωκεν εἰς αὐτὰς ἡ κατηγορία, ἐντεῦθεν δὲ ἀθωοῦνται τὰ 9/10 τῶν κατηγορουμένων, καὶ οὕτω ταπεινοῦται καὶ ἐξευτελίζεται ἡ δικαιοσύνη, ὄχι βεβαίως διότι ἀθωοῦνται κακῶς, ἀλλὰ διότι εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου κάμνει ἐντύπωσιν κακὴν, διότι τὸ κοινὸν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ διὰ τίνα λόγον ἐπέρχεται τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων καὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις φέρει τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα παρατηρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ταῦτα δὲ τὰ ἄτοπα δύνανται ἄριστα νὰ ἐκλείψωσιν, ἂν οἱ κκ. Εἰσαγγελεῖς ἐργασθῶσιν ὡς ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν πρέπει οἱ Εἰσαγγελεῖς νὰ κλείωσι πάντοτε τὰ ὦτα εἰς τὴν φωνὴν τοῦ κατηγορουμένου, προκαταλαμβανόμενοι πάντοτε κατ’ αὐτοῦ. Καὶ ὅταν ὑπὸ τὸ κράτος μιᾶς νομοθεσίας, ἡ ὁποία ἐγένετο καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι δεσποτισμὸς, παρέχωνται ἐλάχιστα δικαιώματα εἰς τὴν ὑπεράσπισιν, κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ζῶμεν ὑπὸ τοιοῦτον φιλελεύθερον πολίτευμα, ζητοῦμεν νὰ περιορισθῶσιν ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ δικαιώματα, χωρὶς νὰ κλίνωμεν τὸ οὖς εἰς τὴν φωνὴν τοῦ ἀθώου πολίτου. Ἐὰν ἐγνωρίζετε ὁποῖα καὶ ὁπόσα πάσχουσιν οἱ δυστυχεῖς ἀθῶοι κατηγορούμενοι καὶ πόσαι πλᾶναι δικαστικαὶ συμβαίνουσιν ἐκ τῆς προκαταλήψεως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἀθῶος ὁ πολίτης ὁ καθήμενος εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν ὁ μάρτυς τῆς ὑπερασπίσεως, δὲν θὰ ἐδίδετε τόσην πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας τῶν Εἰσαγγελέων! Ὅταν ἡ πεῖρα τοιαῦτα διδάσκῃ, τί θέλετε νὰ νομοθετήσωμεν; θέλετε νὰ δεχθῶμεν, ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν ἐντελῶς ἀνίσχυρον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης; Βεβαίως τοῦτο δὲν θὰ τὸ πράξωμεν ἡμεῖς· ἀλλ’ ἐνῷ σᾶς λέγουσιν, ὅτι ἐπιδιώκουσι διὰ τῆς ὑποβολῆς τῆς διατάξεως ταύτης νὰ κατορθώσωσιν, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται αἱ ἐρημοδικίαι, αἱ ὁποῖαι γίνονται, ἀναγράφουσιν εἰς τὸ ἄρθρον 336 διάταξιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ ἐρημοδικία θὰ γίνῃ κανών· διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ παραστῇ τις, τὸ πρῶτον καλούμενος, ἐνώπιον τοῦ Πλημελειοδικείου, γνωρίζων, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀκούσῃ τοὺς μάρτυρας καὶ εἶτα ν’ ἀποχωρήσῃ. Θὰ ἔλθῃ δὲ ἐποχὴ, καθ’ ἣν, ὅταν κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητήσῃ στατιστικὰς πληροφορίας, θὰ ἴδῃ, ὅτι οὐδεὶς πλέον θέλει παραστῆ ἵνα δικασθῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατ’ ἀντιμωλίαν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ συναινέσῃ ν’ ἀφαιρεθῇ τοὐλάχιστον ἡ διάταξις αὕτη ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 336, οὕτω δὲ θὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον, περιέχον διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων κανονίζεται ἡ ἐσωτερικὴ ὑπηρεσία τῶν γραφείων τῶν Πλημελειοδικῶν καὶ τῆς Εἰσαγγελίας, ἂν καὶ περὶ ταύτης νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μεριμνήσῃ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον, διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν μέχρι τοῦδε κεκανονισμένων.
§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω τὸν λόγον καὶ ἐπανέλθω εἰς τὴν πρότασίν μου, διότι ὅλα τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε ἐκτιθέμενα πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν ἔντιμον συνάδελφον, ὅλα εἶναι ἀληθῆ καὶ στρέφονται καὶ ἐφαρμόζονται δυστυχῶς κατὰ τοῦ ἀδυνάτου πολίτου. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ μίαν ὑποστήριξιν οἱανδήποτε, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται διὰ μέσων ὄχι εὐθέων, ἀλλὰ νομίμων, νὰ διαλάθῃ τὴν δικαιοσύνην, θὰ ἐπιτύχῃ, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβεῖται ὁ Ὑπουργὸς, δὲν θὰ κατωρθώσῃ νὰ τὸ ἀποφύγῃ, θὰ γίνῃ δὲ θῦμα τῆς αὐστηρότητος ὁ ἀδύνατος, ὁ ἀσθενής· ὁ ἀσθενὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ προσαχθῇ χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν κλῆσιν, ὁ ἀδύνατος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θεωρηθῇ ἔκπτωτος τῆς ἀνακοπῆς, χωρὶς νὰ τῷ ἐπιδοθῇ ἡ ἀπόφασις· καὶ διατί, Κύριοι; Διότι ἔχετε τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων καὶ ἐφαρμόζετε αὐτὸν μέχρι τῶν τελωνοφυλάκων, καὶ ὅμως ἔχετε δικαστικοὺς κλητῆρας ἐντοπίους, καταδολιευομένους τὸν νόμον κατὰ τῶν ἀντιθέτων, καὶ ὅταν ὁ κατηγορούμενος ἀρνῆται, ὅτι τῷ ἐπεδόθη κλῆσις, ὁ δὲ κλητὴρ, ἰσχυρίζεται ὅτι τὴν ἐπέδωκεν εἰς τὴν κατοικίαν του, πῶς θέλει δυνηθῆ ὁ κατηγορούμενος ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν τὴν ἔλαβε; Συλλογίζεσθε τὸ ἐκ τούτου ἀδίκημα; συλλογίζεσθε ποῖον κίνδυνον θὰ διατρέξῃ ἡ δικαιοσύνη; Τί σᾶς ζητοῦμεν; Ἐξασφαλίσατέ μας, ἐξασφαλίσατε τὸν ἀθῶον ἀλλ’ ἀδύνατον ἀπέναντι τοῦ ἰσχυροῦ, ἀπέναντι ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, εἴτε ἐκ φατριασμοῦ, εἴτε ἐκ πάθους, εἴτε ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου, θὰ προσπαθήσῃ νὰ τὸν ἐξοντώσῃ.
§54ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσα ἠκούσαμεν ἀποτελοῦσι τὴν εἰκόνα τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως, ἣν δημιουργεῖ αὐτὴ ἡ ἔκνομος καὶ πᾶν ὅριον ὑπερβᾶσα κατάχρησις τῶν ἐρημοδικιῶν, τῶν ἀναβολῶν καὶ τῶν ἄλλων τῆς ὑπεκφυγῆς μέσων. Σᾶς ἀνήνεγκον πρότερον στατιστικὰς πληροφορίας, χαρακτηριζούσας ἀρκούντως τὴν κατάστασιν ταύτην, καὶ σᾶς ἐξήγησα, ὅτι ταῦτα πάντα ἐπέβαλλον εἰς ἡμᾶς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως διὰ καταλλήλων νομοθετημάτων ἐπιτύχωμεν τὴν ἐφικτὴν βελτίωσιν, μεταξὺ δὲ τοσούτων ἄλλων νομοθετημάτων εἶναι καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Εἴδετε, ὅτι ἐκ τῶν εἰσαγομένων πρὸς ἐκδίκασιν ποινικῶν ὑποθέσεων αἱ μὲν ἡμίσεις δικάζονται ἐρήμην, τὸ δὲ τρίτον τῶν λοιπῶν ἀναβάλλεται, καὶ αἱ ἐρήμην δὲ καὶ αἱ ἀναβαλλόμεναι εἰσάγονται πάλιν ἐκ νέου, ἵνα δικασθῶσι μετὰ μῆνας, ἢ καὶ μετὰ ἔτος, καὶ οὕτω δημιουργεῖται δυσδιέξοδος λαβύρινθος. Αὐτὰ δὲ, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον δραματικῶς ἐξετραγώδησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἐπικαλοῦμαι πρὸς ὑποστήριξιν καὶ ἐνίσχυσιν τῶν λόγων μου. Διὰ τῶν λεχθέντων ὁμολογουμένως σᾶς συνεκίνησεν, ἐξήγησε δὲ αὐτὸς, ὁ ἀληθῶς εὐθὺς δικηγόρος, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ λείψωσιν, ἐνόσῳ εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, καὶ θὰ ἦναι τοιαύτη ἐφ’ ὅσον, εἶπεν, ἐν ἑκάστῃ συνεδριάσει τῶν Πλημμελειοδικείων εἰσάγονται 50 ὑποθέσεις. Τὸ πᾶν λοιπὸν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐξαρτᾷ ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς ὀλιγωτέρων ὑποθέσεων, ἐνῷ, καὶ τοσούτων εἰσαγομένων, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι πολλαὶ δεκάδας χιλιάδων ἐκκρεμεῖς. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλείψῃ τὸ κακὸν, ἂν δὲν φθάσωμεν μίαν ἡμέραν εἰς ἐνήμερον κατάστασιν; Πῶς δὲ θὰ φθάσωμεν εἰς ἐνήμερον κατάστασιν, ὅταν, εἰσαγομένων εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα 10 χιλ. π. χ. ὑποθέσεων, αἱ 5 χιλ. αὐτῶν θὰ ἔλθωσιν ἐκ νέου καὶ πάλιν ἐκ νέου, ἵνα δικασθῶσι; Τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐξετραγώδησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, αὐτὰ σκοπεῖ νὰ περιστείλῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ὅσον εἶναι δυνατόν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ὑπηγορεύθη ἀπὸ λόγους αὐστηροτέρας τῶν ὑποθέσεων ἐκδικάσεως, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ λόγους ἄρσεως ἀφορμῶν πρὸς περαιτέρω παρέλκυσιν τῶν δικῶν. Ὅθεν δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπαρκῶς δεδικαιολογημέναι αἱ ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς διατάξεως τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐρήμην δίκης εἰς ἐκεῖνον, ὅστις, ἀφοῦ παρέστη καὶ ὑπέβαλεν ἐνστάσεις καὶ μετέσχε τῆς ἐξετάσεως τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας, καὶ ἐξήτασε μάρτυρας, καὶ ἀφοῦ ἐταλάνισε πολυειδῶς, ἀλλὰ ματαίως, τὸ Δικαστήριον ἐπὶ ὥρας, ἀποσύρεται τέλος, δεικνύων καὶ ἀνευλάβειαν πρὸς αὐτό. Παρακαλῶ νὰ πεισθῆτε, ὅτι τὰ μέτρα τὰ προτεινόμενα, κατὰ τὴν πεποίθησιν πάντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰδικῶς εἰς τοῦτο ἀσχολοῦνται, θέλουσι τὰ μέγιστα συντελέσει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν δικῶν, ἥτις ἐλάττωσις θ’ ἀγάγῃ ἡμᾶς ταχέως εἰς θέσιν, νὰ μὴ ἀκούωμεν τοὺς συναδέλφους τόσον δραματικῶς παραπονουμένους, ὅτι ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν εἰσαγομένων δικῶν κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν δὲν ἐπαρκεῖ τὸ Δικαστήριον κλπ.
§55ΤΖΑΝΕΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ὅσα εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εἶναι πραγματικὰ καὶ ἔτι πλείονα. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι νὰ παριστάμεθα πλέον ἐν τοῖς Πλημμελειοδικείοις καὶ ἐν γένει τοῖς ποινικοῖς δικαστηρίοις, διότι—τὸ λέγω—ὁσάκις παρέστην ὡς πληρεξούσιος ἐνώπιον τούτων, ὁ πελάτης μου ὁ δυστυχὴς τὴν ἔφαγε κατακέφαλα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἂν ἠδύνατο ν’ ἀποκαλύψῃ τὰς στέγας ὑπὸ τὰς ὁποίας Εἰσαγγελεῖς τινες ἐνεργοῦσι, δὲν ἤθελεν ὁμιλήσει μὲ αὐτὴν τὴν γλῶσσαν. Ποῖος Εἰσαγγελεὺς προσδιορίζει τὰς ὑποθέσεις εἰς τὸ Κράτος; οὐδείς· τὰς ὑποθέσεις τὰς προσδιορίζουσιν οἱ ὑπάλληλοι, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς ὑπογράφει τυφλοῖς ὄμμασι. Δὲν ὁμιλῶ ἐναντίον ὅλων τῶν Εἰσαγγελέων, ἀλλ’ ἐὰν κατορθώσωμεν τὸ πλεῖστον τῶν Εἰσαγγελέων νὰ τοὺς καταστήσωμεν ἀληθεῖς Εἰσαγγελεῖς, ἀληθεῖς ὑπαλλήλους, τότε βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον· ἀλλ’ ὅμως δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν ποτὲ νὰ ἡσυχάσωμεν, ἂν δὲν παραστήσωμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι, ὅταν εἰσάγωνται ἀπ’ εὐθείας αἱ μηνύσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι πταίσματα, εἶναι τίποτε, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰς ἀκυρώνῃ στηριζόμενος εἰς τὰ πράγματα, εἰς τὴν λογικὴν, εἰς τὸν νόμον. Δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἐπιμένωμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν κατηγορούμενον τὸ δικαίωμα, ὁπόταν εἰσάγηται ἀπ’ εὐθείας, ὡς εἶπεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, νὰ σπεύσῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ἵνα ἴδῃ τί τρέχει καὶ διατὶ κατηγορεῖται. Πρέπει ἐλευθέρως νὰ ἐνεργήσῃ, ἀφοῦ εὑρίσκεται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, μὴ δυνάμενος νὰ ἐνθυμηθῇ ἂν ἐπετέθη ἀδίκως, διότι ἐνίοτε, οὔτε κατ’ ὄναρ εἶδεν, ὅτι ὑπάρχει κατ’ αὐτοῦ κατηγορία. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιμένω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ λάβῃ ὅσον τὸ δυνατὸν πλειοτέρας ἀσφαλείας ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, νὰ καταστήσῃ αὐτὸν οὕτω πως ἱκανὸν, ὥστε, ὅταν ἔρχηται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, νὰ ἠξεύρῃ διατὶ ἔρχεται, νὰ λαμβάνῃ τουτέστι τὴν ἐρήμην ἀπόφασιν, νὰ λαμβάνῃ τὸ κατηγορητήριον. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδέποτε ἐκοινοποιήθη ἀπόφασις ἢ κατηγορητήριον ἀπὸ τοὺς κλητῆρας, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, καὶ οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς κατὰ μέγα μέρος εἶναι ἐκ τῆς κοινωνικῆς ὑποστάθμης.—Κύριε Πρόεδρε, διατὶ νὰ τὰ λέγωμεν; Εἴμεθα, ὡς ἐν νοσοκομείῳ, ὅλοι ἀσθενεῖς, καὶ ἡ Δικαιοσύνη μας πάσχει· δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ὁ δικαστὴς μὲ τὸ μισθάριον τοῦ Καποδιστρίου. Ἑπόμενον ἐκ τούτου, εἰς τὰ Δικαστήρια τὸ καταστάλλαγμα τῆς κοινωνίας ν’ ἀπομείνῃ, καὶ θὰ ἴδωμεν ὅλους τοὺς καλοὺς Δικαστὰς ἀποχωροῦντας.
§56ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 38, ὅπως τροποποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, μίαν παρατήρησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπαιτεῖ, ἵνα τὰ τέλη τῆς ἐρήμην δίκης καταβληθῶσι μέχρι τῆς συντάξεως τῆς ἀνακοπῆς ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου γραμματέως, ὅπως δὲ ἐτροπολόγησε τὸ ἄρθρον πρὸ ὀλίγου, δέχεται, ἵνα ὁ κατηγορούμενος μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως τῆς ἀνακοπῆς του καταβάλῃ τὰ τέλη. Βεβαίως, ὅπως ἐτέθη ἡ διάταξις, διὰ τὸν κατηγορούμενον, ζητεῖται ταχυτέρα προκαταβολὴ μιᾶς μόνον ὥρας, ἂν ἐξετάσητε τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν πρακτικὴν ἔποψιν τῆς πληρωμῆς, διότι ὁ κατηγορούμενος σήμερον, δυνάμει τοῦ περὶ καθυστερούντων νόμου, ἅμα ἐμφανιζόμενος εἰς τὸ Δικαστήριον, εἴτε καταδικασθῇ, εἴτε ἀθωωθῇ, εἴτε ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς δίκης, θὰ ζητηθῇ παρὰ τοῦ εἰσπράκτορος, ἵνα, πρὶν ἐξέλθῃ τοῦ Δικαστηρίου, πληρώσῃ τὰ τέλη τῆς ἐρήμην δίκης. Τὸ πρᾶγμα ὅμως ἔχει σημασίαν, ἐν ᾗ περιπτώσει συμβῇ, ὥστε ἡ ἐρήμην διαδικασία ν’ ἀκυρωθῇ λόγῳ παρανόμου καὶ ἀκύρου κλητεύσεως. Ὁ κατηγορούμενος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κατέβαλε τὸ χρῆμα, ἡ διαδικασία ἠκυρώθη, καὶ δίκαιον ὁ ἀδίκως πληρώσας ν’ ἀναλάβῃ τὸ χρῆμά του. Ἀλλὰ πῶς θὰ τὸ ἀναλάβῃ; Πρέπει νὰ ὑποβάλῃ ἐπὶ χαρτοσήμου αἴτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ὑποβάλῃ ἀντίγραφον ἐπὶ χαρτοσήμου τῆς ἀποφάσεως, καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα. Διατὶ λοιπὸν νὰ ζητήσωμεν τὴν καταβολὴν αὐτῶν τῶν τελῶν εἰς τὸν ταμίαν ἢ τὸν εἰσπράκτορα, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται ἄνευ ἐντάλματος ν’ ἀποδώσῃ μηδὲ λεπτόν; Ἔχομεν τὸν Γραμματέα τοῦ Δικαστηρίου, ὁ ὁποῖος προκαταβολικῶς εἰσπράττει σήμερον τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου εἰς τὰς πολιτικὰς δίκας. Διατὶ νὰ δυσπιστῶμεν πρὸς αὐτὸν, προκειμένου νὰ εἰσπράττῃ οὗτος καὶ τὰ τέλη τῶν ποινικῶν δικῶν; Νομίζω ὀρθὸν νὰ θέσωμεν ἐνταῦθα διάταξιν, ὅπως ὁ Γραμματεὺς εἰσπράττῃ τὰ τέλη τῆς ἐρήμην δίκης καὶ ἐπιστρέφῃ τὰ κακῶς εἰσπραχθέντα, ὅταν ἡ ἐρήμην διαδικασία ἀκυρωθῇ, ἵνα δύνηται ὁ Γραμματεὺς εὐχερῶς καὶ ἀνεξόδως νὰ ἐπιστρέφῃ τὸ χρῆμα μετὰ τὴν ἀκύρωσιν ὁλοκλήρου τῆς ἐρήμην διαδικασίας, διότι ἄλλως, οὐδὲν ἄλλο θὰ πράξωμεν, εἰμὴ νὰ καταδικάσωμεν τοὺς ἀνθρώπους, εἴτε νομίμως κλητευθέντας εἴτε μὴ, νὰ καταβάλωσι χρῆμα ἄνευ ἐλπίδος ἀναλήψεως, καθ’ ὅσον ἐννοεῖται, ὅτι ἐνώπιον τῆς δαπάνης καὶ τοῦ κόπου, τὸν ὁποῖον θὰ καταβάλῃ, διὰ νὰ ἀναζητήσῃ 5 ἢ 9 δραχμὰς, πᾶς τις θὰ ὑποχωρήσῃ. Δίκαιον λοιπὸν καὶ πρακτικὸν νομίζω, νὰ ἐπιτραπῇ ἡ καταβολὴ τῶν τελῶν τῆς ἐρήμην διαδικασίας παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ Γραμματεῖ, καὶ νὰ ἐπιτραπῇ συγχρόνως εἰς τὸν Γραμματέα ἄμεσος ἐπιστροφὴ τῶν ἀδίκως καταβληθέντων, ἅμα τὸ Δικαστήριον κηρύξῃ ἄκυρον τὴν ἐρήμην διαδικασίαν.
§57ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ διάταξις, ἡ ἐπιβάλλουσα τὴν πληρωμὴν τῶν τελῶν τῆς ἐρημοδικίας εἰς τοὺς ταμίας καὶ τοὺς εἰσπράκτορας, εἶναι ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων, καὶ δὲν εὑρίσκω πείθοντα λόγον νὰ μεταβάλω τὴν διάταξιν ταύτην. Ὅταν δὲ συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας ἀνήνεγκε, νὰ ἀκυρωθῇ ἐρήμην διαδικασία ὁλόκληρος ἕνεκα μὴ νομίμου κλητεύσεως, καίτοι τοῦτο σπανιώτατα συμβαίνει, ἐννοεῖται ὅτι, τὰ ὡς ἔξοδα τῆς ἐρημοδικίας πληρωθέντα θὰ ἐπιστραφῶσι.
§58ΤΟΜΑΝ. Νομίζω, ὅτι, ἂν ἀναγραφῇ, νὰ κατατίθηνται παρὰ τῷ Γραμματεῖ ἐπὶ ἀποδείξει, θὰ ἦναι εὐχερέστερον τὸ πρᾶγμα, καὶ τὸ Δημόσιον ἀσφαλίζεται· ἡ ἀνακοπὴ τοῦ ὑποστάντος τὴν ποινὴν τῆς ἐρημοδικίας νὰ ἦναι ἀπαράδεκτος, ἂν δὲν προσαγάγῃ εἰς τὸν Γραμματέα τὴν προκαταβολήν.
§59ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συζητούμενον ζήτημα θεωρῶ ἐντελῶς δευτερευούσης σημασίας, ᾗ καὶ συμφωνῶ μὲ τὸν βουλευτὴν Εὐβοίας· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θεωρῶ σπουδαιότατον, εἶναι τὸ ἄρθρον 336, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτής. Ἡ εἰσαγομένη καινοτομία δὲν πρέπει νὰ διαλάθῃ τὴν προσοχὴν τῶν κκ. Βουλευτῶν, ἐπιβάλλει δὲ τὸ καθῆκον πρὸς σπουδαιοτάτην μελέτην, ἰδίως εἰς τοὺς ἐν τῷ δικηγορικῷ ἐπαγγέλματι ἀσχολουμένους συναδέλφους ἡμῶν, διότι αὐτοὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κατανοήσωσι τὴν σπουδαιότητα αὐτῆς. Ἡ εἰσαγομένη μεταῤῥύθμισις διὰ τῆς δευτέρας διατάξεως τοῦ ἄρθρου 336 ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὴν διάταξιν). Ἂν διὰ ταύτης σκοποῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐρημοδικιῶν, βεβαιότατα δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὰς αὐξάνομεν τερατωδῶς. Περὶ αὐτοῦ οὐδεὶς πιστεύω καλῆς πίστεως ἀμφιβάλλει, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες γνωρίζουσιν, ἔστω καὶ ὀλίγον, τὰ ἐλατήρια τῶν ἐρημοδικιῶν. Οἱ πλεῖστοι ἀποφεύγουσι νὰ δικασθῶσι κατ’ ἀντιμωλίαν κατὰ τὴν πρώτην δικάσιμον, διότι θέλουσι νὰ δοκιμάσωσι τὸ ἔδαφος, θέλουσι νὰ ἴδωσι τί θὰ εἴπωσιν οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας, διὰ νὰ γνωρίζωσι τί πρέπει νὰ ἀντιτάξωσι καὶ τί ἔχουσι νὰ πολεμήσωσι. Νῦν δὲν εἶναι μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐρημοδικιῶν, διότι ὁ κατηγορούμενος προσέρχεται γνωρίζων, ὅτι εἶναι εἰς θέσιν καὶ μετὰ τὴν πρόοδον τῆς δίκης ν’ ἀποχωρήσῃ, δι’ αὐτὸ παρουσιάζονται πολλοὶ κατηγορούμενοι, δι’ αὐτὸ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐρημοδικιῶν, καίτοι μέγας, εἶναι ἐλάχιστος ἀπέναντι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐρημοδικιῶν, τὰς ὁποίας θὰ γεννήσῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἐδαφίου τούτου. Ποῖος θὰ ἔχῃ τὴν μωρίαν, ἀφοῦ δὲν καταργεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐρήμην δικάζεσθαι ἀπολύτως, ποῖος θὰ ἔχῃ τὴν μωρίαν νὰ ἐμφανισθῇ, χωρὶς νὰ βολιδοσκοπήσῃ τὸ ἔδαφος; Ἂν θέλωμεν νὰ μένωμεν ἐν τῇ λογικότητι, εἶναι καλλίτερον, νὰ καταργήσωμεν τὸ ἐρήμην δικάζεσθαι ἀπολύτως. Ἂν λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ καινοτομία αὕτη στηρίζηται ἐπὶ τῆς ἐπιθυμίας νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐρημοδικιῶν, οὐδεὶς πιστεύω θ’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι δὲν περιορίζομεν τὸν ἀριθμὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, ἀλλὰ τὸν αὐξάνομεν τεραστίως. Ἴσως ὅλοι τότε θὰ δικάζωνται ἐρήμην, πλὴν σπανιωτάτων ἐξαιρέσεων· ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν ἀτελέστατον τρόπον, καθ’ ὃν ἐπιδίδονται τὰ κατηγορητήρια, καὶ τὸ ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν ὑποθέσεων εἰσάγονται ἀπ’ εὐθείας, συνδυάσωμεν δὲ ταῦτα μὲ τὸ εὐρὺ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως τῶν ἐπὶ πλημμελήμασι κατηγορουμένων· ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν τῶν Δικαστηρίων καὶ τῶν Εἰσαγγελικῶν μας Γραφείων, καὶ ἂν συνδυάσωμεν ταῦτα καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα παραλείπω, διότι δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς στάδιον ἀναλύσεως, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ὀδυνηρὰ διὰ τοὺς πονοῦντας τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν ταῦτα πάντα λέγω συνδυάσωμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν, παρὰ νὰ ἐπιμείνωμεν, μέχρις ὅτου πείσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν παράγραφον ταύτην, διότι αἰσθανόμεθα, ὅτι ἔχομεν καθῆκον διὰ παντὸς μέσου νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν νὰ ψηφισθῇ ἡ τοιαύτη διάταξις.
§60ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὑμῶν τῶν διαμαρτυρομένων, ἂν μεταξὺ τῶν ἐρήμην δικαζομένων σήμερον, ὅτε ὑφίσταται τὸ δικαίωμα τοῦ προσέρχεσθαι εἰς τὸ Δικαστήριον, καὶ βασανίζειν αὐτὸ, καὶ ὑποβάλλειν ἐνστάσεις, καὶ προσάγειν μάρτυρας ὑπερασπίσεως, καὶ κατόπιν ἀποχωρεῖν, ἐπικαλοῦμαι, λέγω, τὴν μαρτυρίαν ὑμῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ποία εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν οὕτως ἐπερχομένων ἐρημοδικιῶν πρὸς τὰς ἀληθεῖς ἐρημοδικίας, τὰς ἐκ τῆς παντελοῦς ἀπουσίας τῶν κατηγορουμένων; ἐπὶ πόσων δηλαδὴ δικῶν προσέρχεται ὁ κατηγορούμενος καὶ φεύγει μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων, καὶ ἐπὶ πόσων ἐπέρχεται ἡ ἐρημοδικία, χωρὶς νὰ ἐμφανισθῇ ποσῶς ὁ κατηγορούμενος; Ἐλάχιστοι βεβαίως, οὔτε 5% θὰ ἦναι ἐκεῖνοι, οἵτινες προσέρχονται· φέρουσι σωρείαν ἐνστάσεων ἀκυρωτικῶν, παρίστανται εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων, προσάγουσι μάρτυρας ὑπερασπίσεως καὶ εἰς τὸ τέλος, πρὸς χλεύην τῆς δικαιοσύνης, ἀποσύρονται. Δὲν προσδοκῶ ἑπομένως ἐκ τούτου κυρίως σπουδαίαν ἐλάττωσιν τῶν ἐρημοδικιῶν, ἀλλὰ θεωρῶ καὶ ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ αὐτὸ τὸ ἄτοπον. Καὶ ἡ ἐπιδιωκομένη λοιπὸν, ἔστω καὶ μικρὰ, ἐκ τούτου ἐλάττωσις τῶν ἐρημοδικιῶν, καὶ ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ προασπίσω τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Δικαστηρίων, μοὶ ἐπιβάλλουσι τὸ καθῆκον ν’ ἀντισταθῶ εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῶν συναδέλφων. Ἐὰν δὲν ἦναι πολλαὶ αἱ τοιαῦται ἐρημοδικίαι, εἶναι ὅμως ἐρημοδικίαι πολλῷ εἰδεχθεστέρας μορφῆς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες πᾶσαι σκοποῦσι νὰ περιστείλωσι τὰς ἐρημοδικίας, τὰς μὴ ἐξ εὐλόγων κωλυμάτων προερχομένας.
§61ΤΟΜΑΝ. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχῃ μορφωμένην τοιαύτην πεποίθησιν περὶ τῆς προθέσεως ἐκείνων, οἵτινες κατὰ γενικὸν κανόνα δὲν προσέρχονται κατὰ τὴν πρώτην δικάσιμον, προτιμότερον εἶναι, νὰ καταργήσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν ἐρημοδικίαν, ἐπιτρεπομένην μόνον ἕνεκεν ἀνυπερβλήτου κωλύματος πρὸς τὴν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου παράστασιν· ἀλλ’ ὅταν ἅπαξ ἐπιτρέπῃ, καίτοι φρονεῖ, ὅτι οἱ μὴ προσερχόμενοι δὲν προσέρχονται καταδολιευόμενοι τὸν νόμον, ὀφείλει νὰ ἦναι προσεκτικώτερος. Ἡμεῖς δὲν παρακαλοῦμεν διὰ τοὺς δολιευομένους, ἡμεῖς παρακαλοῦμεν νὰ φανῇ ἐπιεικὴς καὶ εὐμενής, μὴ στερῶν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, διὰ νὰ ἴδωσιν, ἐὰν οἱ μάρτυρες, ἐὰν οἱ κατ’ αὐτῶν ἐπιτιθέμενοι θὰ ἔχωσι τὴν θρασύτητα, αὐτῶν παρόντων, νὰ ἐμμείνωσιν εἰς ὅσα εἶπον ἐν τῇ προανακρίσει· οἱ 90 ἢ 100 προσερχόμενοι καὶ ἀποχωροῦντες προσέρχονται μὲ αὐτὸν τὸν σκοπόν· αὐτοὶ δὲν καταδολιεύονται τὸν νόμον, οὐδ’ ἐννοοῦσι νὰ χλευάσωσι τὰ Δικαστήρια ἀποχωροῦντες· προσέρχονται ἐκεῖ καὶ βολιδοσκοποῦσιν, ἂν οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας θὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ εἴπωσι κατ’ αὐτῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ψευδῶς κατ’ αὐτῶν εἶπον ἐν τῇ προανακρίσει· ἂν δὲ ἴδωσιν, ὅτι διὰ τῆς παρουσίας των δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωσιν αὐτοὺς εἰς συναίσθησιν, τότε καὶ μόνον φεύγουσι, διὰ νὰ προσκομίσωσιν ἴδια μέσα πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν γεγονότων τούτων, τὰ ὁποῖα οὔτε ἡ παρουσία αὐτῶν ἤρκεσε νὰ ἐξουδετερώσῃ, οὔτε τῶν συνηγόρων των ἡ προσοχὴ ἤρκεσε νὰ ἐξαφανίσῃ· αὐτὸν τὸν λόγον ἔχουσι. Προσβολὴν κατὰ τῆς Δικαιοσύνης δεικνύουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δὲν ἐμφανίζονται. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν τοιαύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ πεποίθησιν, ἐγὼ θὰ συνεφώνουν μετ’ αὐτοῦ νὰ καταργηθῇ γενικῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἐρημοδικίας· ἄλλως, φρονῶ, ὅτι ἡ ἐρημοδικία δέον νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς δικαίωμα· δέον νὰ ἀναγνωρίσωμεν τοῦτο πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται, οὐχὶ διὰ νὰ ἐξευτελίσωσι τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξακριβώσωσι διὰ τῆς παρουσίας των ἔτι μᾶλλον τὴν ἀλήθειαν, χάριν αὐτῆς ταύτης τῆς Δικαιοσύνης.
§62ΚΑΪΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὀρθοτάτη, διότι σκοπεῖ νὰ περιστείλῃ τὴν ἐρημοδικίαν τῶν δι’ ἀπευθείας κλήσεως εἰσαγομένων κατηγοριῶν καὶ τῶν εἰσαγομένων συνεπείᾳ βουλεύματος τῶν Πλημμελειοδικῶν· οἱ κατηγορούμενοι οὗτοι εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τὴν ἀνάκρισιν καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ προπαρασκευάσωσι τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως, ὅσοι δὲ ἔρχονται καὶ ἀποσύρονται, αὐτοὶ δικαίως πρέπει νὰ δικάζωνται ἐρήμην.
§63Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§64ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὰς γενομένας ἀναπτύξεις, εὐχαρίστως βλέπω, ὅτι πολλοὶ τῶν συναδέλφων, προχωροῦντες πλειότερον ἐμοῦ, προτείνουσι καὶ γνώμην καταργήσεως τῆς ἐρημοδικίας. Αὕτη εἶναι γνώμη γνωστὴ καὶ μεμελετημένη, πολλοὶ δὲ Πρόεδροι καὶ Εἰσαγγελεῖς αὐτὴν τὴν γνώμην προέβαλον. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν δι’ ἠπιωτέρων μέσων νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦ σκοποῦ, καὶ ὡς μέσον ἠπιώτερον εἰσήγαγον τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Ἐὰν καὶ τοῦτο δὲν φέρῃ τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα, ἐννοεῖται, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ λάβωμεν γενναιότερα μέτρα, πρὸς καταστολὴν τῆς καταχρήσεως τῆς ἐρημοδικίας. Σήμερον ὅμως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ ἠπιώτερα μέσα, τὰ ὁποῖα εἰσάγει τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, καὶ ἅπερ ἐλπίζω, ὅτι θέλουσι φέρει τὸ ἐπιζητούμενον ἀποτέλεσμα.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία μου, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Ἐνόμιζον, ὅτι τροπολογία, ἡ ὁποία παντάπασι δὲν θίγει τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία παραδέχεται σιωπηλῶς τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται, ὅτι τροπολογία, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιώκει, ἤθελε γίνει ἀποδεκτή. Ἐπειδὴ δὲ τὴν ὑπέβαλον καὶ τὴν ὑπεστήριξα μετὰ πλήρους πεποιθήσεως, οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν ἀγορευσάντων συναδέλφων παρεδέχθησαν τὴν γνώμην ταύτην, δὲν δύναμαι σιωπηλῶς νὰ τὴν ἐγκαταλείψω, καὶ νὰ θεωρηθῶ ὡς ἀποσύρων αὐτήν· ἑπομένως, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναγνωσθῇ αὕτη, καὶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, εὔχομαι δὲ, νὰ μὴ ἐπέλθωσι τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῆς ἐπιμονῆς.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥικάκη. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 146. Ἡ κλῆσις ἐπιδίδεται εἰς χεῖρας τοῦ κατηγορουμένου, ἐὰν δὲ οὗτος ἦναι ἀπὼν, ἢ ἦναι ἀγράμματος, τοιχοκολλᾶται εἰς τὴν θύραν τῆς οἰκίας του ἐπὶ παρουσίᾳ δύο, ἢ ἑνὸς γείτονος, τὸ δὲ ἐπιδοτήριον ὑπογράφεται ὑπὸ τοῦ κλητῆρος καὶ τοῦ παραλαβόντος τὴν κλῆσιν, ἢ τοῦ παραστάντος κατὰ τὴν τοιχοκόλλησιν μάρτυρος. «Ἄρθρον 337. Ἐντὸς μηνὸς τὸ βραδύτερον δι’ ἐπιμελείας τοῦ κατηγόρου ὁ κλητὴρ ἐπιδίδει κατὰ τὸ ἄρθρον 146 εἰς τὸν καταδικασθέντα τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 336 ἀπόσπασμα τῆς κατ’ ἐρήμην ἀποφάσεως, ἥτις, ἐὰν ὁ καταδικασθεὶς δὲν κάμῃ ἀνακοπὴν, ἐκτελεῖται».
§67ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶναι ματαία ἡ τροπολογία, ἐὰν δὲν περιλαμβάνῃ, ὅτι τὸ ἐπιδοτήριον ὑπογράφεται ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου, διότι πάντοτε ὁ κλητὴρ θὰ λέγῃ, ὅτι ἐπέδωκεν εἰς χεῖρας τοῦ κατηγορουμένου.
§68ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ τροπολογία λέγει, ὅτι, ἂν ἦναι ἀγράμματος, τοιχοκολλᾶται, καὶ ὑπογράφονται μάρτυρες· τώρα, ἂν θέλητε ν’ ἀποῤῥιφθῇ, πολὺ καλά· ἀλλὰ μὴ θέλητε.... (Διάλογοι).
§69ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ πρῶτος κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπίδοσις, ἑπομένως ὁ κ. Ῥικάκης ἔχει ἄδικον νὰ νομίζῃ, ὅτι θέλω ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ τροπολογία του. Λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπίδοσις, καὶ ἐζήτησα νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τὴν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις αἱ διατάξεις τῆς Πολ. Δικονομίας.
§70ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§71ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἐννοῶ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπίδοσις πραγματικῶς· καθ’ ἃ ὅμως τροπολογεῖται τὸ ἄρθρον 146, δὲν ἐξασφαλίζεται ἡ ἐπίδοσις, διότι ὁ κλητὴρ δὲν πράττει τίποτε ἄλλο καὶ σήμερον, παρ’ ὅ,τι λέγει ἡ τροπολογία εἰς τὴν αʹ σειράν, τουτέστι γράφει ὁ κλητὴρ, ὅτι παρέδωκεν εἰς χεῖρας, χωρὶς νὰ παραδώσῃ εἰς χεῖρας τοῦ κατηγορουμένου τὸ ἔγγραφον, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο παραπονούμεθα.
§72ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ λέγει ἁπλούστερον τὸ πρᾶγμα ἡ τροπολογία μου. (Ἀναγινώσκει ταύτην).
§73ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ἀμφισβητηθῇ ἡ ἰδιότης τοῦ μάρτυρος, κ. Ῥικάκη, ἐν τῷ Δικαστηρίῳ, θὰ διαταχθῇ ἀπόδειξις;
§74ΤΖΑΝΕΣ. Ἀποτελοῦσιν ἀπόδειξιν τὰ ἔγγραφα τῆς ἐπιδόσεως. (Διάλογοι).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ῥικάκη....
§76ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον συζητεῖται κατ’ ἀρχήν· ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ τροπολογία, ἀφοῦ οὐδὲν ἄρθρον ἀνεγνώσθη;
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐζητήσατε τὸν τροπολογίαν, δι’ αὐτὸ σᾶς τὴν ἀνέγνωσα. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τις τὸν λόγον;
§78ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος, ἐὰν ἀποχωρήσῃ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, θεωρεῖται ὡς κατ’ ἀντιμωλίαν δικαζόμενος. Τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον προέβαλεν, ὡς προερχόμενον ἐκ τῶν νῦν ἰσχυουσῶν σχετικῶν διατάξεων, εἶναι ἐλάχιστον ἀπέναντι τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προέλθῃ, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος, προσερχόμενος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἵνα δικασθῇ, καὶ βλέπων, ὅτι οἱ μάρτυρες ψεύδονται, δὲν δύνηται ν’ ἀποχωρῇ, διὰ νὰ φέρῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως. Τὸ κακὸν αὐτὸ θὰ ἦναι πρὸ πάντων πολὺ σοβαρὸν εἰς τὰς ζωοκλοπὰς, καθ’ ἃς μάρτυρες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι μόνοι οἱ μηνυταὶ, οἵτινες εἶναι καὶ παθόντες. Προσέρχονται οἱ κατηγορούμενοι ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι δὲν θὰ ψευσθῶσιν οἱ μάρτυρες οὗτοι, καὶ ὅμως, ὡς ἔχοντες ἄμεσον συμφέρον, διότι θὰ λάβωσιν ἀποζημίωσιν, ψεύδονται, λέγουσι δὲ μάλιστα, ὅτι ὄχι μόνον εἶδον τοὺς κατηγορουμένους κλέπτοντας τὰ ζῶα, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὑπεσχέθησαν οὗτοι νὰ πληρώσωσι τὸν ἵππον π. χ. ἢ τὸν βοῦν. Ἀκούει ὁ κατηγορούμενος καὶ μένει ἐμβρόντητος. Τί νὰ κάμῃ λοιπόν; Εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποχωρήσῃ, ὅπως φέρῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του· καὶ ὅμως τῷ λέγετε: Δὲν ἐπιτρέπομεν ν’ ἀποχωρήσῃς· θὰ δικασθῇς καὶ θὰ καταδικασθῇς ἀνυπεράσπιστος. Τὸ ἄρθρον δὲ μάλιστα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι συντεταγμένον οὕτως, ὥστε, ἐὰν ἀποχωρήσῃ ὁ κατηγορούμενος μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, θεωρεῖται ὡς κατ’ ἀντιμωλίαν δικαζόμενος, τοῦθ’ ὅπερ θὰ εἴπῃ, ὅτι δικάζεται ἀναπολόγητος. Ἀλλὰ τότε ἀνατρέπομεν τὰς θεμελιωδεστέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι οἱ ἀποχωροῦντες δεικνύουσιν ἀνευλάβειαν πρὸς τὸ Δικαστήριον. Ἀλλὰ διότι προσέρχονται οἱ κατηγορούμενοι καὶ, βλέποντες τοὺς μάρτυρας ψευδομένους, ἀποχωροῦσιν, ἵνα φέρωσι τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς των, δείκνυνται ἀνευλαβεῖς πρὸς τὸ Δικαστήριον; Τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα εἶναι πλέον ἢ σαθρόν· ἐφ’ ᾧ κηρύσσομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς γνώμης τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ ὑπὸ συζήτησιν διάταξις πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ.
§79ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία εἶναι σοφὴ, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ἔκαμαν, ἦσαν σοφοί· δὲν εἶναι συμφέρον καὶ ὀρθὸν νὰ τὴν μεταβάλωμεν, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μπουφίδου, ὅτι ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, ἡ ἀπαγορεύουσα τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κατηγορουμένου ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, εἶναι ἀδικωτάτη, εἶναι δρακόντειος, διότι θ’ ἀποστερήσῃ αὐτὸν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπολογίας καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ὑπερασπίσεως. Δὲν ἐπίκειται δὲ ὁ κίνδυνος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα δικαιολογήσῃ τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀνέφερεν, ὅτι ἕνεκα αὐτοῦ προκύπτουσιν ἄπειροι ἐρημοδικίαι καὶ συμβαίνουσιν ἄτοπα καὶ διαιωνίσεις δικῶν, ἀφοῦ ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς βεβαιοῖ, ὅτι μόνον περὶ 90 τοιούτων πρόκειται κατ’ ἔτος· ποῦ εἶναι αἱ ἄλλαι ἐρημοδικίαι, τὰς ὁποίας ἐπικαλεῖται; Ἐὰν ᾖναι 90 οἱ ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἀποχωροῦντες μετὰ τὴν ἀποδεικτικὴν διαδικασίαν, δὲν ἐννοῶ ποῦ εἶναι αἱ χιλιάδες τῶν ἐρημοδικιῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς, διὰ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν διάταξιν ταύτην. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι ἄδικος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§81ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ τροπολογία μου εἶναι ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου 1, προστιθεμένου τοῦ ἄρθρου 146· συνεπῶς θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, εἰς ὃ προστίθεται καὶ τὸ ἄρθρον 146.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν προτείνεται τροπολογία τοῦ ἄρθρου 146· αὕτη δύναται νὰ προταθῇ ἐν ἰδίῳ νομοσχεδίῳ, δὲν δύναται νὰ προταθῇ ἐν τούτῳ τῷ νομοσχεδίῳ.
§83ΡΙΚΑΚΗΣ. Συνδέονται, διότι τὸ ἄρθρον 337 ὁμιλεῖ περὶ ἐπιδόσεως καὶ λέγει: «Ἐντὸς μηνὸς τὸ βραδύτερον, δι’ ἐπιμελείας τοῦ κατηγόρου, ὁ κλητὴρ ἐγχειρίζει εἰς τὸν καταδικασθέντα, ἢ ἀφίνει εἰς τὴν οἰκίαν του κτλ.»
§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, ἐν ᾧ σεῖς ὑποβάλλετε τροπολογίαν περὶ ἐπιδόσεως· εἶναι ἐντελῶς ἄλλο τὸ θέμα.
§85ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐμποδίζεται ἡ προσθήκη τοῦ ἄρθρου 146, ὅπερ κανονίζει ἐν γένει τὰ τῆς ἐπιδόσεως, καὶ διὰ νὰ κάμω τὴν τροπολογίαν μᾶλλον ἐφικτὴν, ἀφήρεσα τὴν κατὰ τὴν τοιχοκόλλησιν παρουσίαν γειτόνων, καὶ ἀρκοῦμαι μόνον εἰς τὴν παρουσίαν ἑνὸς καὶ μόνου μάρτυρος, ὅπως ὑπάρχῃ ὁπωσδήποτε μία ἐγγύησις.
§86ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ παράγραφος: «Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἐμφανισθεὶς ἀποχωρήσῃ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς περὶ τὴν ἀπόδειξιν διαδικασίας, αἱ ἐκδιδόμεναι ἀποφάσεις λογίζονται ὡς κατ’ ἀντιμωλίαν ἐκδοθεῖσαι».
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τῆς βʹ. παραγράφου τοῦ 1 ἄρθρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§88ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἦσθε 15, οἱ ὁποῖοι νὰ τὴν ζητήσητε· σεῖς εἶσθε ὀλίγοι.
§90ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τοὺς παρόντας εἴμεθα 15. (Θόρυβος).
§91ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐκαθήσαμεν ἐπὶ 15 ἡμέρας μέχρι τῆς 12 τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἐψηφίσθη ἀπειρία νομοσχεδίων, δώσατέ μας στάδιον, ὅταν ἔχωμεν ἀντίθετον γνώμην, διότι εἶναι ἐντροπὴ νὰ μὴ φανῇ, ὅτι δὲν εὑρέθησάν τινες ἐκ τῶν Βουλευτῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι νὰ ζητήσωσι τὴν ἀπάλειψιν αὐτῆς τῆς διατάξεως.
§92ΤΟΜΑΝ. Κύριε Πρόεδρε, σεῖς ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ τηρήσητε τὸν Κανονισμόν, καὶ, ἂν ἀντιλαμβάνησθε, ὅτι εἴμεθα ὀλιγώτεροι ἀπὸ 15, εἰπῆτε, ὅτι δὲν δύνασθε κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ προβῆτε εἰς ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπον· ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι ἀπαιτοῦνται 15· σεῖς εἶσθε μόνον 5.
§94ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. Πρόεδρε.
§95ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶσθε 15· θέλετε νὰ φέρητε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας....(Θόρυβος).
§96ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μοὶ ἀποδίδητε τοιαύτην πρόθεσιν, διότι καθήμεθα ἐπὶ 15 ἡμέρας καὶ ψηφίζομεν τόσα νομοσχέδια, καὶ δὲν θέλετε νὰ μᾶς δώσητε στάδιον... (Διάλογοι). Λοιπὸν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι.
§98ΤΖΑΝΕΣ. Ὀφείλω, ὄχι ὡς Βουλευτὴς, ἀλλ’ ὡς δικηγόρος, νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐγὼ ὁ Δημήτριος Π. Τζάνες, ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς καὶ δικηγόρος τὸ ἐπάγγελμα, διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 336, 337, 338, 339 καὶ 341 τῆς Ποιν. Δικονομίας περιεχομένης περιόδου: «Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἐμφανισθεὶς ἀποχωρήσῃ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς περὶ τὴν ἀπόδειξιν διαδικασίας, αἱ ἐκδιδόμεναι ἀποφάσεις λογίζονται ὡς κατ’ ἀντιμωλίαν ἐκδοθεῖσαι», ὡς ἐναντίας εἰς τὰ συμφέροντα τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ τόπου.
§99ΤΟΜΑΝ. Εἰς αὐτὴν τὴν διαμαρτυρίαν ἀναγόμεθα ὅλοι ἡμεῖς, καὶ τελειόνει.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς τοῦτο.
§101ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένω, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Θόρυβος).
§102ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἕκαστος ἔχει ἐνταῦθα δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις. Ἀπεφάνθητε, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι 15 οἱ ζητοῦντες τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν· πᾶς ὁ ἔχων ἐναντίαν γνώμην ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταχειρισθῇ ὅσα δικαιώματα τῷ παρέχει ὁ Κανονισμός.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθὼς καὶ διεμαρτυρήθησαν.
§104ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήθη αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§106ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐξαντληθῇ, ἐνόσῳ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ μέσον· εἶσθε ἄδικος, ὄχι ὡς Πρόεδρος, ἀλλ’ ὡς μέλος τῆς πλειοψηφίας. (Θόρυβος).
§107ΤΟΜΑΝ. Πείθομαι εἰς τὴν ὑμετέραν ἀντίληψιν, κ. Πρόεδρε. Ἐζήτησα καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν ἄλλων τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ἀλλ’ ἀφοῦ σεῖς ἐπείσθητε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς πρὸς τοῦτο, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἐγὼ σέβομαι τὴν ἀπόφασίν σας, καὶ ἐὰν ἐπιμένωσι νὰ λέγωσιν, ὅτι ἐζητήσαμεν 15 τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἐγὼ ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου ταύτην.
§108ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· καὶ διὰ νὰ ἴδητε τίς ἡ ἰσχὺς ἑνὸς, ἔχοντος τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἑαυτοῦ, θὰ ἀναγνωσθῇ 400 φορὰς ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 10 καὶ ½ μ. μ.