1887.05.16
2.128 στίχοι · 16.209 λέξεις · 167 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60
Τῆς 16 Μαΐου 1887.
(Σάββατον).
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κούμανι τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας παρακαλοῦσι νὰ τροπολογηθῇ, ἢ καταργηθῇ, ὁ νόμος περὶ καταλυμάτων, διότι ὑποφέρουσιν ἐκ τῶν καταπιέσεων.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον ζητηθῆ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διάφοροι πληροφορίαι, σχετιζόμεναι πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ κτηματικῆς δωρεᾶς εἰς τὸν Διάδοχον. Τὰς πληροφορίας ἠρύσθη ἡ ὑπηρεσία, ἀποστείλασα ἐπίτηδες γεωμέτρας, οἵτινες κατεμέτρησαν ὁλόκληρον τὸν χῶρον, ἐν ᾧ αἱ γαῖαι, τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ παραχώρησις, παρεσκευάσθη δὲ καὶ σχεδιογράφημα, ὅπερ καὶ ἐτυπώθη ἤδη. Ὑποβάλλων τὰς πληροφορίας, ὑποβάλλω καὶ τὸ σχεδιογράφημα εἰς ἱκανὰ ἀντίτυπα, ὅπως διανεμηθῇ εἰς πάντας τοὺς Βουλευτάς. Τὸ σχεδιογράφημα περιέχει, ὡς εἶπον, πάντα τὸν χῶρον, ἐντὸς δὲ τοῦ χώρου τούτου ὑπάρχουσιν αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι θέλουσι παραχωρηθῆ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὑπάρχουσι καὶ αἱ γαῖαι αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἐξακολουθεῖ ἐν τῇ νομικῇ καταστάσει, ἐν ᾗ εὑρίσκονται καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰ τῆς νομικῆς καταστάσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τρίτους. Καὶ οὐ μόνον τὸ σχεδιογράφημα περιέλαβε πάντα τὸν χῶρον, διακρῖνον τὰ ἐν αὐτῷ ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ὧν προτείνεται ἡ παραχώρησις, ἀπὸ τῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ δεικνύον εἰς τίνας ταῦτα ἀνήκουσιν, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς πληροφορίαις ἀνεγράφησαν πάντα τὰ ἀναγόμενα εἴς τε τὰ κτήματα, τὰ παραχωρηθησόμενα, καὶ εἰς τὰ κτήματα, τὰ μὴ παραχωρηθησόμενα ἐντὸς τῆς περιοχῆς, καθὸ ὑποκείμενα εἰς ἄλλας νομικὰς σχέσεις. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 259). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ διοικήσεως τῆς κληροδοτηθείσης εἰς τὸ Ἔθνος περιουσίας τοῦ ἀειμνήστου Εὐαγγέλου Ζάππα, καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἀποδόσεως μέρους τῶν ἐκ τῆς Θηραϊκῆς γῆς εἰσπράξεων τοῦ δήμου Θήρας εἰς τὸν δῆμον Θηρασίας. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 260–261).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὰ νομοσχέδια: Περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1887. Περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν στρατιωτικῆς δυνάμεως διὰ τὸ ἔτος 1887. Εἰς αʹ δὲ συζήτησιν τὸ περὶ τῶν κτηματικῶν ὑποθέσεων τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Ἀττικῆς).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή). Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, τὸν βαθμὸν καὶ τὴν μηνιαίαν μισθοδοσίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸν ἀριθμὸν, τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθὸν τοῦ προσωπικοῦ κατὰ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἴδωμεν, ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἕως τώρα γίνεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τὴν δαπάνην, ἥτις θὰ γίνηται κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπεβλήθη ὁ πίναξ οὗτος ἀλλ’ εἰσέτι δὲν ἐτυπώθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 καὶ τὰ ἐπίλοιπα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ὁμοίως εἰς αʹ συζήτησιν τὸ περὶ ὑπαγωγῆς τελωνιακῶν τινων ὑπαλλήλων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου ΦΜʹ. τῆς 11 Νοεμβρίου 1875).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τῶν τελωνιακῶν νόμων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, καὶ τὰ ἄρθρα 1–6). Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται).
§8ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁμοία διάταξις εἶχε ψηφισθῆ καὶ ἐφαρμοσθῆ πρὸ ἐτῶν. Ἐξ ὅσων ἐνθυμοῦμαι ἡ διάταξις αὕτη ἔφερε σπουδαίας καὶ μεγάλας δυσκολίας εἰς τὴν ναυτιλίαν. Δὲν εἶμαι διόλου ἐναντίος τῆς διατάξεως ταύτης ἀλλ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ζήτημα τῶν σπουδαίων δυσκολιῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐπενέγκῃ εἰς τὴν ναυτιλίαν μας, ἥτις ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως καὶ εὐκολιῶν μᾶλλον, ἀντὶ περιορισμῶν.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅτι φέρει στενοχωρίαν εἰς τὴν ναυτιλίαν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνομεν, ὅπως ἐκ νέου ἰσχύσῃ παρ’ ἡμῖν, εἶναι βέβαιον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ στενοχωρία, ἀποχρῶσα, ὅπως μᾶς πείσῃ, νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τοιαύτην πρότασιν. Ἰδίως δὲν εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ στενοχωρία προκειμένου περὶ τῆς ἱστιοφόρου ναυτιλίας, ἡ δὲ ἱστιοφόρος ναυτιλία εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ ναυτιλία, ἡ στενοχωρηθησομένη, διότι ὡς πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ναυτιλίαν ἡ στενοχωρηθησομένη θὰ ἦναι ἡ ὑπὸ ξένην σημαίαν. Τὸ μέτρον εἶχε ψηφισθῆ κατὰ τὸ 1877 καὶ ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἐφαρμογῇ προσέκοψεν εἰς πολλὰς δυσχερείας, ὧν ἕνεκα προετάθησαν τροποποιήσεις, καὶ ἐπὶ τέλους ἐθεώρησεν ἡ Βουλὴ, ὅτι ἦτο καλὸν νὰ δοκιμασθῇ καὶ ἡ κατάργησις, διότι εἶχε μὲν ἐπέλθει μεγάλη βελτίωσις εἰς τὰς εἰσπράξεις τὰς τελωνιακὰς μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ἀλλὰ πολλοὶ διετείνοντο, ὅτι δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἡ βελτίωσις ἕνεκα τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὠφείλετο εἰς ἄλλας περιστάσεις. Προὐτάθη ἄρα ἡ ἄρσις τῶν δυσχερειῶν, τῶν ὁποίων τότε ἐζητεῖτο ἡ θεραπεία διὰ καταργήσεως δοκιμαστικῆς. Ἡ δοκιμὴ ἐγένετο, καὶ νομίζω, ὅτι ἀπεδείχθη εἰς πάντας τοὺς καταγινομένους εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι ἡ κατάργησις ἔβλαψεν. Ἰδίως δὲ ἡ βλάβη εἶναι ἐπαισθητὴ, ἀφ’ ὅτου ηὔξησαν οἱ δασμοὶ, διότι, ὅσον βαρύτεροι εἶναι οἱ δασμοὶ, τοσοῦτον ἀναγκαιότερος ὁ ἔλεγχος τοῦ προξενικοῦ δηλωτικοῦ. Ποιεῖται τὸ νομοσχέδιον ἐξαίρεσιν τῶν ἀτμοπλοίων τῶν ταχυδρομικῶν, διότι εἰς ταῦτα ἐξαιρετικῶς εἶναι ἰδιαζόντως ἐπαισθητὴ ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου πίεσις, καὶ τοῦτο ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε θὰ ὑπηγόρευεν ἴσως εἰς αὐτὰ σκέψεις περὶ διακοπῆς τῶν εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς λιμένας προσεγγίσεων. Ἀλλ’ ἡ στενοχωρία, μεγίστη προκειμένου περὶ τῶν ταχυδρομικῶν ἀτμοπλοίων, παραλαμβανόντων ἐμπορεύματα μέχρι τῆς στιγμῆς τοῦ ἀπόπλου καὶ μὴ προφθανόντων νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν προξενικὴν Ἀρχὴν τὸ δηλωτικὸν, δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ πρὸς τὰ ἄλλα ἀτμόπλοια. Νομίζω ἄρα, ὅτι μετὰ τὴν ἐξαίρεσιν τῶν ταχυδρομικῶν ἀτμοπλοίων καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν, τὸ μέτρον, καίτοι θὰ ἐπήγετο στενοχωρίαν, δὲν θὰ ἦτο ὅμως τοσοῦτον πιεστικὸν, ὥστε νὰ μᾶς ἀναγκάσῃ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ κείμενα, ὧν τὰ ἐπιζήμια ἀποτελέσματα εἶναι ἀναμφήριστα, καὶ σήμερον, ὅτε τὰ δασμολογικὰ ἡμῶν τέλη εἶναι βαρύτατα, κατέστησαν λίαν ἐπαισθητά.
§10ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὅτι ὁ νόμος συντελεῖ εἰς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζεται, εἶναι ἀναμφίβολον, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν θὰ ἀπολαύσῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τούτου, ἀναλογῇ μὲ τὴν ζημίαν, ἣν θὰ ὑποστῇ ἡ Ἑλληνικὴ ναυτιλία. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ λειτουργίας τοῦ νόμου, μόνον καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, βεβαίως οὐδεμία ἔρευνα περὶ τούτου ὤφειλε νὰ γίνῃ, διότι τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα νὰ προστατεύσῃ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις τὸ συμφέρον του· ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ νόμος οὗτος λειτουργεῖ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ἄλλων Κρατῶν, ὁ νόμος οὗτος ἐμποδίζει καὶ φέρει δυσχερείας, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ναυτιλίαν, καὶ εἰς τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ναυτιλία ἐκτελεῖ καὶ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Πρέπει δὲ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ σημεῖον, εἰς ὃ περιῆλθεν ἡ ἱστιοφόρος ἡμῶν ναυτιλία, ἰδίως τῆς ἀκτοπλοΐας τῆς διεθνοῦς, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ τοιοῦτος νόμος θὰ ἐπενέγκῃ δυσκολίας μεγάλας ὡς πρὸς τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειάν της. Φρονῶ, ὅτι ἀπέναντι τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ ἡ ναυτιλία, θὰ ἦναι μικρὰ ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν θ’ ἀποκτήσῃ τὸ Κράτος, καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ἵνα σταθμίσῃ καλῶς τὸ συμφέρον τῆς ναυτιλίας καὶ νὰ μὴ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, πρὶν ἢ πεισθῇ, ὅτι ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ ἡ ναυτιλία, εἶναι κατωτέρα τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ἡ ἐκ τοῦ μέτρου ζημία τῆς ναυτιλίας ἡμῶν, τῆς μετερχομένης ἰδίως τὴν διεθνῆ ἀκτοπλοΐαν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαία, ἡ ναυτιλία δὲ αὕτη εἶναι ἡ κυρίως λαθρεμπορευομένη. Τὰ λαθρεμπόρια, ὡς γινώσκετε, γίνονται κυρίως ἐκ σταθμῶν πλησίον τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς κειμένων. Ἡ Πρέβεζα π. χ. εἶναι σταθμὸς, λειτουργῶν περὶ τὰ τῆς λαθρεμπορίας καθ’ ὅλην τὴν παραλίαν τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος μέχρι Πατρῶν. Ἐπίσης ἐκεῖθεν τῆς Πρεβέζης ἡ παραλία ἡ ἠπειρωτικὴ λειτουργεῖ μέχρι Κερκύρας. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μέτρον τι, ὁποῖον ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, ἂν θέλωμεν νὰ παύσῃ ἡ λαθρεμπορία. Πάντα τὰ ἄλλα ληφθέντα μέτρα ἀπεδείχθησαν ἀτελεσφόρητα, ὡς πρὸς δὲ τὴν ἀκτοπλοϊκὴν ναυτιλίαν τῶν ἱστιοφόρων δὲν βλέπω, ὅτι αὕτη θέλει ὑποστῆ σπουδαίαν ἐκ τούτου ἐνόχλησιν. Ἡ ἐνόχλησις εἶναι σπουδαία εἰς τὰ ταχυδρομικὰ ἀτμόπλοια, ἀλλὰ ταῦτα ἐξαιροῦνται τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου· ὑφίσταται, καίτοι εἶναι ὀλιγώτερον ἐπαισθητὴ, καὶ εἰς τὴν ἀτμοπλοΐαν τὴν μὴ ταχυδρομικὴν, τὴν ἀφορῶσαν ὅμως εἰς τὴν μεγαλειτέραν ταχύτητα· ἀλλ’ ἡ ἱστιοφόρος ναυτιλία δὲν ἐκτιμᾷ τὸν χρόνον, ὡς ἡ ἀτμοπλοϊκὴ, ὅταν δ’ ἡ οἰκονομία τοῦ χρόνου δὲν ἦναι τὸ πρωτίστως σκοπούμενον, ἡ ἐνόχλησις δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῇ ἀποχρῶν λόγος, ὅπως ἀποτρέψῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον γνωρίζω, τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν τελωνιακὴν νομοθεσίαν οὐδεμιᾶς ἐπικρατείας, πλὴν τῆς Ἱσπανίας, καὶ τοῦτο, διότι εἰς τὴν Ἱσπανίαν παράκεινται τὰ Γάδειρα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς ἄλλην ἐπικράτειαν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων εὔκολον εἶναι τὰ φορτονόμενα ἐμπορεύματα νὰ ἀποβιβάζωνται λαθραίως εἰς τὰ παράλια τῆς Ἱσπανίας, διὰ τοῦτο ἐλήφθη εἰς τὴν ἐπικράτειαν ἐκείνην τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦτο μέτρον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, μὴ εὑρίσκων τοιαύτην διάταξιν εἰς οὐδεμίαν ἄλλην νομοθεσίαν, ἐπολέμησα αὐτὴν, ὅτε κατὰ τὸ 1877 προετάθη εἰς τὴν Βουλὴν, συνετέλεσα δὲ κατὰ τὸ 1880, Πρόεδρος ὢν τῆς Βουλῆς καὶ πρωθυπουργοῦντος τοῦ καὶ νῦν κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν. Φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπαναληφθῇ σήμερον· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι θέλει συντελέσει τὰ μέγιστα εἰς τὴν κατάπαυσιν τῆς λαθρεμπορίας, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου θέλει ζημιώσει τὰ μέγιστα τὴν Ἑλλ. ναυτιλίαν, διότι οἱ ναυτιλλόμενοι μετέρχονται διάφορα μέσα, διὰ νὰ κερδίζωσι· καὶ ὀφείλομεν μὲν ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἐμποδίζωμεν τὰ ἀθέμιτα κέρδη, ὅταν βλάπτωσι τὴν ἐπικράτειαν ἡμῶν, δὲν ἔχομεν ὅμως κἀνὲν δικαίωμα, νὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τὴν ἐνέργειαν τῶν πολιτῶν, ὅταν πρόκηται περὶ ξένων ἐπικρατειῶν· πλοῖα ἱστιοφόρα φορτόνουσι λ. χ. ἀπὸ τὴν Τεργέστην διὰ νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, προσεγγίζουσιν εἰς διάφορα μέρη, καὶ ἐκεῖ, ἂν δυνηθῶσιν, ἐξάγουσιν ἐμπορεύματα καὶ τὰ ἐξάγουσι πολλάκις, χωρὶς νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὰς τελωνιακὰς διατυπώσεις τῶν μερῶν ἐκείνων· ἀλλ’ ὅταν ἦναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία ἀπαιτεῖ νὰ ἐφοδιάζωνται μὲ δηλωτικὸν τοῦ Προξένου, τότε δὲν ἠμποροῦν νὰ προβῶσιν εἰς κἀμμίαν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, διότι ἡ ἀρχὴ τοῦ μέρους, ὅπου θέλουσι προσεγγίζει, θὰ τοὺς ὑποχρεώνῃ νὰ παρουσιάζωσι τὸ δηλωτικόν.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὡς πρὸς τὴν ξένην Ἀρχὴν δὲν μεταβάλλεται ἡ θέσις των.
§14ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ξένη Ἀρχὴ, γνωρίζουσα, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ πλοίαρχος νὰ φέρῃ δηλωτικὸν, δύναται ἀξιόλογα νὰ τὸν βιάσῃ, ὅπως τὸ παρουσιάσῃ.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ, διότι τὸ δηλωτικὸν θὰ ἦναι ἐσφραγισμένον.
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως τε, ἐὰν κάμῃ ἐκφορτώσεις εἰς ξένα μέρη, πῶς θέλει κατορθώσει νὰ λάβῃ πιστοποιητικὸν, ὅτι ἔκαμεν ἐκεῖ ἀποβίβασιν; τότε θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ τέλος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑποβληθῆ, ἐὰν ἤρχετο εἰς τὸν τόπον. Διὰ τοῦτο νομίζω πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ψηφισθῇ.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ διὰ τοῦ ἄρθρου 7 προτεινόμενος περιορισμὸς τοῦ ἐμπορίου εἶναι εἰς δυσαναλογίαν πρὸς τὰς ὠφελείας, ἃς θὰ φέρῃ εἰς τὴν τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου περιωρίσθην νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἐνταῦθα νομίζω, ὅτι ὀφείλω οὐ μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν, ἢ τὴν τροποποίησιν τῶν ἄρθρων 7 καὶ ἐφεξῆς· κατ’ αὐτὰ, οἱ λαμβάνοντες ἐμπορεύματα ἐκ τῶν καταστημάτων τῆς διαμετακομίσεως πρὸς ἐξαγωγὴν ὀφείλουσι νὰ δώσωσιν ἐγγύησιν, ὅτι θὰ ἐκφορτώσωσι ταῦτα εἰς ξένον λιμένα, καὶ θὰ λάβωσι παρὰ τοῦ Ἕλληνος Προξένου πιστοποιητικὸν, ὅτι πράγματι ἐξήγαγον αὐτά. Ποία ἔσεται ἡ ἐκ τούτου ὠφέλεια ἡμῶν; Τὰ ἐκ τῶν καταστημάτων τῆς διαμετακομίσεως λαμβανόμενα ἐμπορεύματα δὲν θὰ δύνανται νὰ ἐκφορτώνωνται ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ θὰ ἐμποδισθῇ τὸ δι’ αὐτῶν ἐνεργούμενον σήμερον λαθρεμπόριον, ὅπερ δὲν εἶναι ἐκ τῶν μεγαλειτέρων. Διὰ τοῦ πιστοποιητικοῦ ὅμως τοῦ Ἕλληνος Προξένου τὰ Ἑλλ. τελωνεῖα θὰ μεταβληθῶσιν εἰς τελωνοφύλακας τῶν ξένων τελωνείων, καὶ θὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν μὴ λαθραίαν εἰσαγωγὴν ἐν ξένῳ λιμένι τῶν ἐκ τῆς διαμετακομίσεως ληφθέντων ἐμπορευμάτων. Ὁ Πρόξενος, πρὶν δώσῃ τὸ πιστοποιητικὸν, θὰ λάβῃ φυσικῶς τὰς πληροφορίας τῆς ἐκφορτώσεως τῶν ἐμπορευμάτων παρὰ τοῦ ξένου τελωνείου, συνήθως δὲ παρὰ τῆς Τουρκικῆς τελωνιακῆς Ἀρχῆς, διότι κυρίως τὰ ἐκ τῶν καταστημάτων τῆς διαμετακομίσεως λαμβανόμενα ἐμπορεύματα μεταφέρονται εἰς Τουρκίαν. Ἀφίνω, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δύσκολον εἰς τὸν ἔμπορον, νὰ λάβῃ καὶ χωρὶς νὰ ἐκφορτώσῃ τὰ ἐμπορεύματά του ἀπόδειξιν τῆς τελωνιακῆς Τουρκικῆς Ἀρχῆς καὶ, ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης, ζητήσῃ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ Προξένου, καὶ παραδέχομαι, ὅτι ἡ ἐγγύησίς του θὰ τὸν ὑποχρεόνῃ νὰ ἐξάγῃ τακτικῶς εἰς τὸν ξένον λιμένα τὸ ἐμπόρευμά του. Τί θὰ συμβῇ ἐκ τούτου; Θὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἐν Ἑλλάδι προμήθεια ὅλων ἐκείνων τῶν εἰδῶν, ἅτινα εἰσάγονται εἰς ξένους λιμένας, χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν ἀνάγκην νὰ διέλθωσιν ὅλας τὰς τελωνιακὰς διατυπώσεις. Τοιαῦτα δὲ ἐμπορεύματα ὑπάρχουσι πολλὰ, καὶ τοῦτο δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Κυκλάδων καὶ ἰδίως ἐκ Σύρου.
§18ΤΟΜΑΝ. Πλεῖστα.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀποτελοῦσι, νομίζω, ἓν τῶν κυριωτέρων ἐμπορίων τῆς Σύρου. Μεταβάλλοντες διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 7 καὶ ἐφεξῆς εἰς τελωνοφύλακας τῶν ξένων τελωνείων τὰ ἡμέτερα τελωνεῖα, προξενοῦμεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον βλάβην, δυσανάλογον πρὸς τὰς ὠφελείας, ἃς θὰ προσπορισθῇ ἡ τελωνιακὴ ὑπηρεσία ἐκ τῆς περιωρισμένης περιστολῆς τῶν λαθρεμπορίων, ἣν θὰ φέρῃ τὸ συζητούμενον μέτρον. Νομίζω, ὅτι κατ’ ἄλλον τρόπον δύναται νὰ παρεμποδισθῇ ἡ ἐκφόρτωσις τῶν τοιούτων ἐμπορευμάτων εἰς Ἑλληνικοὺς λιμένας, καὶ δὲν βλέπω τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ μεταβάλωμεν τὰ τελωνεῖα ἡμῶν εἰς τελωνοφύλακας τῶν ξένων τελωνείων. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν, νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἄρθρων, ἢ εἰς τὴν ῥιζικὴν αὐτῶν τροποποίησιν.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης κατήρξατο τῶν παρατηρήσεων αὑτοῦ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον, τὸ διενεργούμενον ἐκ τῶν καταστημάτων τῆς διαμετακομίσεως, εἶναι ἀσήμαντον. Ἡ γενικῶς ἐπικρατοῦσα γνώμη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εἶναι, ὅτι τὸ λαθρεμπόριον τοῦτο εἶναι τὸ σημαντικώτατον πάντων, καὶ τούτου ἕνεκα γινώσκομεν, ὅτι ἐλήφθησαν μέτρα, ἀπαγορευτικὰ τῆς διαμετακομίσεως εἰδῶν τινων, λίαν ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν χώραν. Ἀπαγορεύεται π. χ. ἡ διαμετακόμισις τοῦ πετρελαίου, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι κυρίως ἐκ τῶν καταστημάτων τῆς διαμετακομίσεως γίνεται ἡ λαθρεμπόρευσις τοῦ εἴδους τούτου. Ἡ ζημία, ἡ ἐπερχομένη ἐκ τῆς ἐλλείψεως παντὸς ἐλέγχου σήμερον, εἶναι κατάδηλος, καὶ ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ὁ ἔλεγχος θέλει παράσχει εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι ἐπίσης βεβαία. Ἀλλ’ ὅσον βέβαιον καὶ ἐὰν ἦναι τὸ τελεσφόρον τοῦ ἐλέγχου καὶ ὅσον μεγάλη καὶ ἐὰν ἦναι ἡ ἐξ αὐτοῦ ὠφέλεια, δὲν δικαιολογεῖ μέτρα καταπιεστικὰ, δὲν δικαιολογεῖ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλουσι παρεμποδίσει τὴν διαμετακομιστικὴν κίνησιν ἐν τῇ χώρᾳ. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν πιέζουσι τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον. Ἐνῷ ἀνεγνώρισα τὸ βάσιμον τῶν ἐπὶ τῶν προηγουμένων διατάξεων παρατηρήσεων τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, εἰπόντος, ὅτι ἐκεῖνοι ἐνοχλοῦσι τὴν ναυτιλίαν, οὐδόλως δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὡς ὀρθὰς τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ὁ ἐξάγων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐκ τῆς διαμετακομίσεως, ἐὰν δὲν ἦναι λαθρέμπορος, οὐδεμίαν ὑφίσταται ζημίαν ἐκ τῆς ἐγγυήσεως, ἥτις εἶναι τυπικὴ, οὐδεμίαν ἐπάγεται ὑποχρέωσιν ὑλικῆς παροχῆς, ἐπάγεται μόνον βεβαίωσιν τοῦ ὑπέχοντος ἐν ὡρισμέναις περιπτώσεσιν, εὐθύνας, πρὸς ἄρσιν τῶν ὁποίων δὲν ἀπαιτεῖται, ὡς παρεστήθη, πιστοποίησις τοῦ Τελώνου τοῦ ξένου Κράτους, ἢ τοῦ Ἕλληνος Προξένου· αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνονται αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ταῦτα ἀναγράφουσι.....
§21ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περιλαμβάνω ἐγὼ ὅλα τὰ ἄρθρα.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταὐτὰ δὲ καὶ τὸ ἄρθρον τὸ μετ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναπτύσσει κατὰ τίνα τρόπον θέλει συνταχθῆ τὸ ἔγγραφον τοῦ Προξένου. Δὲν πρόκειται περὶ ἐγγράφου τῆς τελωνιακῆς Ἀρχῆς, δὲν πρόκειται περὶ βεβαιώσεως οἱασδήποτε Ἀρχῆς τῆς χώρας, ἔνθα γίνεται ἡ εἰσαγωγὴ, πρόκειται περὶ βεβαιώσεως τῆς αὐτόθι προξενικῆς Ἀρχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὥστε ἐνόχλησις ἀξία λόγου δὲν ὑφίσταται. Γίνεται ὅμως ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι, καίτοι ἐνόχλησιν σπουδαίαν δὲν ὑφίστανται ἐκ τοῦ μέτρου οἱ ἐντίμως ἐμπορευόμενοι, τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, διότι καὶ αἱ ἐνοχλήσεις τοῦ μὴ ἐντίμως ἐμπορευομένου, ἐφ’ ὅσον δὲν βλάπτει οὗτος τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπωνται ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπεριορίστως, ἰδίως δὲ δὲν ἐπιτρέπεται, χάριν περιορισμοῦ τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τελωνιακῶν καταχρήσεων, νὰ γίνηται ἡ Ἑλλὰς ὁ χωροφύλαξ ἄλλου Κράτους. Τῶν ἀντιῤῥήσεων τούτων τὸ βάσιμον εἶναι ἀμφισβητήσιμον, ἀλλ’ ὁμολογουμένως δὲν ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς νὰ γίνηται ὁ χωροφύλαξ ξένου Κράτους, καὶ ἐάν τις ἐκ τούτου ὠφελῆται, ἡ τοιαύτη συνέπεια δὲν ἀφορᾷ εἰς αὐτήν. Ἡ ἀντίῤῥησις ὅμως εἶναι ἄσκοπος, διότι οὐδεμία μεταβολὴ ἐπέρχεται ἐν τοῖς περὶ τούτου εἰς τὰ μέχρι τοῦδε κείμενα. Εἶπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς, ὅτι μέχρι τοῦδε, προκειμένου περὶ ἐξαγωγῆς ἐκ τῆς διαμετακομίσεως εἰδῶν τινων, τῶν ὁποίων ὑποθέτει, ὅτι γίνεται συνήθως εἰς Κράτη τινὰ λαθραία εἰσαγωγὴ, αἱ Ἀρχαὶ δὲν ἀπήτουν τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῷ δηλωτικῷ, διότι καὶ ἤδη ὑπάρχει δηλωτικὸν τῶν εἰδῶν, ὅσων ἡ ἐγγραφὴ ἤθελε βλάψει τὸν μεταφέροντα ἐν τῇ χώρᾳ τῆς ἐκφορτώσεως, ἐὰν οὗτος δὲν προετίθετο νὰ τὰ ἐκφορτώσῃ κατὰ πάντας τοὺς τύπους, τοὺς λειτουργοῦντας ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ. Αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐγίνετο καὶ πρότερον, ἐὰν ἐγίνετο καὶ ἐφ’ ὅσον ἐγίνετο, θὰ δύνηται νὰ γίνηται καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, μηδὲν κανονίζοντος περὶ τούτου εἰδικώτερον· ἀλλ’ ἐνῷ ἤδη δὲν ἀναγράφονται περὶ τῶν εἰδῶν τούτων, ὅσα οἱ κείμενοι νόμοι ὁρίζουσιν, ὡς ἀναγραπτέα, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου δὲν θ’ ἀναγράφωνται περὶ αὐτῶν, ὅσα τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ὡς ἀναγραπτέα. Ὑποτιθεμένου, ὅτι εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι αἱ Ἀρχαὶ τοῦ τόπου τῆς ἐξαγωγῆς ἐν Ἑλλάδι, θέλουσαι νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν τοιαύτην ἐμπορίαν, κλείουσι σήμερον τοὺς ὀφθαλμούς, παραλείπουσαι τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένων, μὴ ἐγγράφουσαι ἐν τῷ δηλωτικῷ, ὅσα ὁ κείμενος νόμος ἀπαιτεῖ, ἡ αὐτὴ παράλειψις δύναται νὰ γίνῃ παρ’ αὐτῶν, οὕτω διατεθειμένων, καὶ μετὰ τὴν μεταβολὴν τῶν ἐγγραπτέων· διότι, ὅταν τις ἀποφασίσῃ νὰ μὴ ἴδῃ τι, ἀδιάφορον πόσα καὶ ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἴδῃ, ἀφοῦ ἔστρεψε τὸ πρόσωπον πρὸς τὸ ἀντίθετον σημεῖον, δὲν τὰ βλέπει. Τοιαῦτα ἔσονται τ’ ἀποτελέσματα τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, κατ’ οὐδὲν μεταβάλλοντος τὰ νῦν κείμενα, ὡς πρὸς τὴν ἔντιμον ἐμπορίαν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν μὴ ἔντιμον ἐμπορίαν, περὶ τῆς ὁποίας ἴσως δὲν ὀφείλομεν νὰ λαμβάνωμεν νομοθετικὴν πρόνοιαν, κατ’ οὐδὲν μεταβάλλοντος τὴν σχέσιν αὐτῆς τὴν πραγματικὴν πρὸς τὰς Ἀρχὰς τῆς ἡμετέρας χώρας, οὐδὲ πρὸς τὰς Ἀρχὰς τῆς ξένης χώρας.
§23ΤΟΜΑΝ. Τὴν πιστοποίησιν τοῦ Προξένου κατὰ τὸν ψηφιζόμενον νόμον ὀφείλει, ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ τὴν προσαγάγῃ εἰς τὴν λιμενικὴν Ἀρχὴν, διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ ἐγγύησις;
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§25ΤΟΜΑΝ. Αὐτὸ τοῦτο ἀναγράφεται ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ;
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἡ Ἀρχὴ κατὰ σύστημα, ὡς λέγει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, ἐπὶ ὡρισμένων ἐμπορευμάτων παραλείπῃ τὴν ἐγγραφὴν ἐν τῷ δηλωτικῷ, δὲν ἐφαρμόζει τὰ τοῦ νόμου· ἐπίσης θὰ παραλείπῃ ὡς πρὸς τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα τὰς ἐγγραφὰς καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν τοῦτο ψηφισθῇ.
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις μου ὑπέβαλον, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ ὁρίζηται διὰ τοῦ νόμου ὁ κύκλος τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας τῶν κατωτέρων Ἀρχῶν. Δὲν θεωρῶ καλὸν νὰ ἐπιτρέπωμεν εἰς τὰς Ἀρχὰς ταύτας νὰ κλείωσιν εἰς τινα εἴδη τοὺς ὀφθαλμούς· διότι, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν τοῦτο διὰ δύο εἴδη, εἶναι πολὺ πιθανὸν, ὅτι θὰ κλείσωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς διὰ τέσσαρα. Τὸ κακὸν δύναται νὰ διορθωθῇ, ἂν ὁρισθῶσι τὰ εἴδη τῶν ἐμπορευμάτων, ἅτινα κατὰ τὴν μεταφορὰν ἐκ τῶν διαμετακομιστικῶν καταστημάτων θὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον. Δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὰ εἴδη ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ προτιμότερον νομίζω νὰ ἀφήσωμεν τὸν ὁρισμὸν αὐτῶν διὰ Β. Διατάγματος. Διὰ τὰ οὕτως ὁρισθησόμενα εἴδη θ’ ἀπαιτῆται πιστοποίησις τοῦ Προξένου περὶ τῆς ἐκφορτώσεώς των ἔν τινι ξένῳ λιμένι. Προσθέτοντες ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος ὁρίζονται τὰ εἴδη, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται αἱ διατυπώσεις τοῦ ἄρθρου 7 καὶ ἐφεξῆς, δυνάμεθα, χωρὶς νὰ δώσωμεν εἰς τὰς Ἀρχὰς ἐλευθερίαν, δυναμένην νὰ μεταβληθῇ εἰς κατάχρησιν, νὰ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνέπτυξεν ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι οὐδόλως ἐνόησα τὴν ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ. «L'entrepôt c'est l'etranger». Ἡ ἀποταμίευσις εἶναι ἔδαφος ξένον τι· οὗτος εἶναι ὁ ὁρισμὸς τῆς ἀποταμιεύσεως, κατὰ τὰ κείμενα παρ’ ἡμῖν καὶ κατὰ τὴν νομοθεσίαν ὅλων τῶν ἐθνῶν. Πᾶς ἐμπορευόμενος ἔχει τὸ δικαίωμα, ν’ ἀποθέσῃ εἰς τὸ ἀποταμιευτικὸν κατάστημα τὸ ἐμπόρευμά του, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοὺς δασμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποβάλλονται τὰ εἰς τὸ Κράτος εἰσαγόμενα, εἶναι δὲ ἐλεύθερος, ἢ νὰ τὰ εἰσαγάγῃ, πληρόνων τὸν δασμὸν τῆς εἰσαγωγῆς, ἢ νὰ τὰ φορτώσῃ πάλιν καὶ νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς ἄλλην Ἐπικράτειαν. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην εἶναι μὲν ὑποχρεωμένος ὁ ἔμπορος νὰ δώσῃ διασάφησιν εἰς τὴν τελωνιακὴν Ἀρχὴν, διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἀπαιτουμένη σημείωσις εἰς τὰ βιβλία, ἀλλ’ ἡ Ἀρχὴ δὲν ἐκδίδει ἔγγραφα, ὁ δὲ παραλαμβάνων τὰ ἐμπορεύματα τὰ μεταφέρει καὶ τὰ ἀποβιβάζει, ὅπου θέλῃ, ἄνευ τινὸς ἐλέγχου καὶ ἄνευ τῆς ὑποχρεώσεως, τοῦ νὰ προσαγάγῃ ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἀποβιβάσεως ταύτης. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅμως εἰσάγονται ὅλως νέοι περιορισμοί. Ὁ ἐμπορευόμενος ὀφείλει, ὅταν φορτώσῃ ἐμπορεύματα διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ δώσῃ ἐγγύησιν, περὶ τοῦ ὅτι θέλει μεταβιβάσει ταῦτα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὅταν δὲ ἐνεργήσῃ τὴν ἀποβίβασιν, ὀφείλει νὰ λάβῃ πιστοποίησιν ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν Ἀρχὴν, περὶ τοῦ γεγονότος τούτου, καὶ νὰ τὴν παρουσιάσῃ εἰς τὸ τελωνεῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐφόρτωσεν, ἄνευ δὲ τοῦ πιστοποιητικοῦ τούτου, ἡ τελωνιακὴ Ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτὸν ἢ τὸν ἐγγυητήν του νὰ πληρώσῃ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος. Εἶναι λοιπὸν μεγάλη διαφορά, μεταξὺ τῶν κειμένων καὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὴν πιστοποίησιν ταύτην δὲν θέλει ἐκδίδει ἡ τελωνιακὴ Ἀρχὴ τῆς ξένης ἐπικρατείας, ἀλλ’ ὁ Ἕλλην Πρόξενος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν, ποῦ θέλει στηριχθῆ ὁ Πρόξενος, διὰ νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην πιστοποίησιν; βεβαίως θὰ στηριχθῇ εἰς τὰ ἔγγραφα τοῦ τελωνείου, διότι ὁ Πρόξενος δὲν ἔχει οὔτε τὰ μέσα, οὔτε προσωπικὸν ἐπαρκὲς, διὰ νὰ παρίσταται εἰς τὰς ἐκφορτώσεις τῶν πλοίων καὶ νὰ βεβαιόνῃ, ἐὰν πράγματι ἐξεφορτώθησαν. Ἐὰν δὲ Πρόξενός τις τολμήσῃ νὰ πιστοποιήσῃ, ὅτι ἀπεβιβάσθησαν εἰς ἓν μέρος ἐμπορεύματα μεγάλης ἀξίας, καὶ γίνῃ κατόπιν ἔρευνα καὶ δὲν ἀποδειχθῇ ἀπὸ τὰ τελωνεῖα τῆς ἐπιτοπίου Ἀρχῆς, ὅτι ἀπεβιβάσθησαν ἐκεῖ, ὁ Πρόξενος ἐκεῖνος κινδυνεύει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον· καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ Πρόξενος, ὁ ὁποῖος νὰ δώσῃ τοιαύτην πιστοποίησιν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, στηριζόμενος εἰς τὴν ἁπλῆν διαβεβαίωσιν τοῦ ἐμπόρου ἢ τοῦ πλοιάρχου. Ἑπομένως, καθὼς παρέστησαν καὶ οἱ προλαλήσαντες, διὰ τοῦ μέτρου τούτου, ἡμεῖς ἀναλαμβάνομεν χρέη χωροφύλακος τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα δεδικαιολογημένοι, ζητοῦντες νὰ δεσμεύσωμεν τὸν Ἕλληνα ναυτιλλόμενον, χάριν τῶν ξένων ἐπικρατειῶν. Πρέπει δι’ αὐτὴν τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία πρώτην φορὰν εἰσάγεται, νὰ γίνῃ μεγαλειτέρα σκέψις, παρὰ διὰ τὴν ἄλλην, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου.
§29ΤΟΜΑΝ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης, νομίζουσα, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ ἐπέλθῃ φοβερὰ καταστροφὴ εἰς τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον, τότε θὰ παρακαλέσω πολὺ, καὶ συμφωνῶ κατὰ τοῦτο μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος Βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, νὰ ὁρίσῃ τὰ εἴδη, διότι ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι μέγα διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον τελεῖται ἐν Ἑρμουπόλει μὲ τὴν Τουρκίαν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι εἶδός τι ἐμπορίου λαμβάνεται ἐκ τῆς διαμετακομίσεως καὶ εἰσάγεται λάθρα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἂς περιορίσῃ εἰς τὰ εἴδη ταῦτα τὰς αὐστηρὰς διατάξεις, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἕτερα εἴδη, τὰ ὁποῖα, ἐξαγόμενα ἐκ τῆς διαμετακομίσεως, βεβαίως ἔχουσι προορισμὸν ἐκ τῶν προτέρων, διότι παρέχουσι κέρδος βέβαιον εἰς τὸν ἐξαγαγόντα, ὅτι θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Εἶναι λοιπὸν ἄδικον, αὐτὰ τὰ ἐκ τῶν προτέρων γνωστὰ διὰ τὸ ἐξωτερικὸν προωρισμένα ἐμπορεύματα νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τοιοῦτον περιορισμὸν, εἶναι ἄδικον διὰ τοὺς κλάδους τούτους τοῦ διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην προστασίας μεγίστης, διότι ἀφίνει ἐν τῷ τόπῳ ποσὰ εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εἰσαχθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ χρηματικὰ ποσά. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὁ περιορισμὸς οὗτος καταστρέφει ἐμπόριον, διεξαγόμενον ἐδῶ, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπέρχεται περιορισμὸς εἰς κλάδον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ εἴπῃ τις ἐκτενέστερον περὶ τοῦ πράγματος αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος φρονῶ, ὅτι μὲ κατανοεῖ ἐντελῶς, φρονῶ δὲ, ὅτι θὰ ἀποδεχθῇ ἐν μέρει τὴν παρατήρησιν.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπόδειξις, ὅτι σᾶς κατανοῶ ἐντελῶς, εἶναι, ὅτι προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7. Νὰ διαγραφῇ ἡ ἐν τῇ βʹ γραμμῇ λέξις «ἐμπορεύματα» καὶ νὰ προστεθῶσι μετὰ τὴν ἐν τῇ αὐτῇ γραμμῇ λέξιν «ἀλλοδαπῆς», αἱ λέξεις «ἐμπορευμάτων, μὴ ἐξαιρεθέντων ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ».
§31ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἡ τρίμηνος προθεσμία, ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 ἀναγραφομένη, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, προκειμένου μάλιστα περὶ πλοίων ἱστιοφόρων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶναι γνωστὸν, πολλάκις ἕνεκα ἐναντίων ἀνέμων ἀπαιτοῦσι δύο μῆνας καὶ τρεῖς, διὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν προορισμόν των καὶ συνεπῶς δὲν δύνανται ἐντὸς τριῶν μηνῶν νὰ φθάσωσι ν’ ἀποβιβάσωσι τὸ φορτίον των καὶ ν’ ἀποσταλῇ καὶ ἡ πιστοποίησις. Ἀπ’ ἐδῶ μέχρι Κων/πόλεως, ὡς ἐξ ἰδίας πείρας γνωρίζω, χρειάζονται ἐνίοτε δύο μῆνας διὰ νὰ φθάσωσι, καὶ πολλάκις τὰ ἰστιοφόρα δὲν μεταβαίνουσιν εἰς ἕνα λιμένα, ἀλλ’ εἰς διαφόρους, καὶ ἂν δὲν εὕρωσι νὰ πωλήσωσι τὸ φορτίον των εἰς τὸν ἕνα λιμένα, μεταβαίνουσιν εἰς ἄλλον, καὶ κατόπιν εἰς ἄλλον, ἕως ὅτου τὸ πωλήσωσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ δεχθῇ, ὥστε ἡ προθεσμία νὰ γίνῃ ἑξάμηνος.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ γίνῃ πεντάμηνος. (Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ). (Ὁμοίως γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἔχει. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, τεθείσης ἀντὶ τῆς τριμήνου προθεσμίας πενταμήνου). (Κατόπιν γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11 ὡς ἔχουσιν).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12. (Ἀναγινώσκεται).
§34ΤΟΜΑΝ. Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι πολὺ αὐστηρὰ, προκειμένου περὶ προφυλακίσεως, περὶ ἐκτάκτου μέσου, τοῦ δικαστικοῦ, περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, εἰδικῶς ἐπὶ πράξεων τοιούτων. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι βαδίζομεν πολὺ ταχέως. Εἴχομεν ἀφήσει τὰ λαθρεμπόρια ἐντελῶς ἀκαταδίωκτα, ἐθεωρήθη καλὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας καταδιώκονται καὶ ποινικῶς· ἤδη φθάνομεν εἰς ἕτερον, προφυλακίζομεν. Ἐπὶ τῶν πράξεων τούτων δὲν δύναταί τις νὰ θέσῃ βάσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, διότι οἱ τελωνοφύλακες, θέλοντες νὰ δείξωσι ζῆλον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὁρμώμενοι δὲ ἐνίοτε καὶ ἐκ τῆς ἀμοιβῆς, ἡ ὁποία δίδεται αὐτοῖς, προβαίνουσι, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλως πως, ἀπερισκέπτως ἐνίοτε εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πρωτοκόλλων τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ καὶ μόνῃ νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ αὐστηρὸν νὰ διατάσσηται προφυλάκισις, νομίζω δὲ, ὅτι θὰ ἦναι συμφερώτερον, ἐὰν τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς ἡ διάταξις: «δύνανται νὰ προφυλακισθῶσι μετὰ προκαταρκτικήν τινα ἀνάκρισιν, ἢ ἐὰν ὑπέπεσαν καὶ ἄλλοτε εἰς λαθρεμπορίαν».
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατυπώσατέ την ἐγγράφως.
§36ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Νομίζω καλὸν, πρὸς τῇ τροποποιήσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, νὰ προστεθῇ καὶ τοῦτο, ὅτι ἀποφυλακίζονται δι’ ἐγγυήσεως, ἣν ὁρίζει τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν.
§37ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἅμα εἶναι πλημμέλημα, δὲν εἶναι ἀνάγκη· ὑπάρχει αὐτὸς ὁ ὅρος. Εἰς τὰς εἰδικὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Ποινικὴ Δικονομία περὶ προφυλακίσεως ἐπὶ τῶν πλημμελημάτων, προστίθεται καὶ ἔτι μία περίπτωσις, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν μεταβάλλονται αἱ γενικαὶ διατάξεις, αἱ διέπουσαι τὴν ἀποφυλάκισιν ἐπὶ ἐγγυήσει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἔχει). (Ὁμοίως γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεων τοῦ νόμου ΣϞΔʹ περὶ τοῦ σώματος τῆς τελωνοφυλακῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐρώτησιν. Μετὰ τὸν διορισμὸν ὁ πίναξ τί θὰ γίνῃ;
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ πίναξ πρέπει ν’ ἀκυρῶται. (Ψηφίζονται καὶ τὰ ἐπίλοιπα ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς προσλήψεως ἐκτάκτων ὑπηλλήλων ἐν τῇ Διευθύνσει τῶν Δημοσίων ἔργων, κανονισμοῦ τοῦ βοηθητικοῦ τοῦ ἐν αὐτῇ προσωπικοῦ καὶ ἐπαναφορᾶς τῶν τῆς βʹ τάξεως ἐπαρχιακῶν μηχανικῶν.
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν πίνακα τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῶν δαπανῶν, τῶν σήμερον καταβαλλομένων διὰ το προσωπικὸν τοῦτο, καὶ τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὸ προτεινόμενον προσωπικόν· ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν αἴτησιν ταύτην καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ καὶ μίαν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον.
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὴν σημείωσιν τὴν ἔδωκα καὶ παρήγγειλα νὰ ἐκτελεσθῇ.
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ ἐγγραφῇ εἰς νομοσχέδιον, ὅτι ἀπαγορεύονται ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπηγορευμένα διὰ τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει τὸν διορισμὸν εἰς θέσιν μὴ νενομοθετημένην, ἐν τούτοις τώρα ὑποβάλλομεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ λέγομεν, ἀπαγορεύεται ὁ διορισμὸς δεῖνα. Ἐκ τούτου ἔπεται, ὅτι τὸ ἀνεχόμεθα καὶ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνηται.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι τοῦτο τὸ πρᾶγμα ἐξηκολούθησε νὰ γίνεται καὶ γίνεται ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα, λόγῳ, ὅτι δὲν ἀρκοῦσιν οἱ ὑπάρχοντες ὑπάλληλοι, καὶ ἔφθασε τὸ πρᾶγμα εἰς σημεῖον, ὅπου πρέπει νὰ διορθωθῇ. Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζονται ὡρισμένοι ὑπάλληλοι.
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι ὑπάλληλοι, αὐτοὶ εἶναι ἐργάται.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει τὸν διορισμὸν εἰς θέσιν. Αὗται δὲν εἶναι θέσεις. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἐπίσης ψηφίζονται εἰς δευτέραν συζήτησιν τὰ νομοσχέδια· Περὶ προσχωρήσεως εἰς τὴν πρόσθετον πρᾶξιν περὶ ἀνταλλαγῆς ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν. Περὶ ἐγκρίσεως προσθέτου πράξεως εἰς τὴν διεθνῆ ταχυδρομικὴν σύμβασιν τῆς 3 Νοεμβρίου 1880 περὶ ἀνταλλαγῆς τῶν ταχυδρομικῶν δεμάτων, διομολογηθείσης ἐν Λισσαβῶνι τῇ 21 Μαρτίου 1885.)
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ νόμου καὶ τῶν ὀργανισμῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ τροποποίησις, ἣν ὑπέβαλον εἰς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νομοσχεδίου, ἔχει γενικόν τινα χαρακτῆρα, ὅστις μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐξετάσω ἐν συνόλῳ τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου. Τὸ ζήτημα τοῦτο πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι χρήζει τῆς συντόνου προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου· χρήζει πρὸ πάντων τῆς τοιαύτης προσοχῆς ὁ ὑψηλότερος βαθμὸς τοῦ ἐλέγχου, ὁ ἀφορῶν εἰς τοὺς Ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 60 ἔθεσε τὸν Ἀπολογισμὸν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἀπῄτησε δὲ, ἵνα καὶ ὁ Ἀπολογισμὸς κυρῶται δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως καὶ ὁ Προϋπολογισμός. Ὁ Λογιστικὸς δὲ νόμος, ἀναπτύσσων καὶ συμπληρῶν τὴν θεμελιώδη ταύτην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀσχολεῖται ἐν τοῖς πλείστοις ἄρθροις αὐτοῦ εἰς τὰ τοῦ Ἀπολογισμοῦ. Ὁρίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ συνταχθῇ καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπαιτεῖ τὴν διὰ νόμου κύρωσιν αὐτοῦ. Καὶ ἡ θεμελιώδης διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ αἱ λεπτομερεῖς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ νόμου καὶ ὁ χαρακτὴρ ἐν γένει τοῦ Ἀπολογισμοῦ δεικνύουσιν, ὅτι οὗτος δὲν εἶναι μόνον ἁπλῆ συμπλήρωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὁ λόγος καὶ ὁ σκοπὸς αὐτοῦ. Ἄνευ Ἀπολογισμοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι ματαία σχεδὸν ἐργασία. Ποίαν σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ σκέψις καὶ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ ἐπιβολῆς φόρου, ἢ περὶ ἐκτελέσεως δαπάνης τινὸς, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἡ βεβαιότης, ὅτι ὁ ψηφισθεὶς φόρος ἐφηρμόσθη καὶ ὅτι ἡ ψηφισθεῖσα δαπάνη ἐξετελέσθη, καθ’ ὃν τρόπον ἀπεφασίσθησαν; Ἄνευ τῆς βεβαιότητος ταύτης οὐδεμίαν πρακτικὴν σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐμπιστοσύνη, ἣν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὅτι αὕτη θὰ ἐκτελέσῃ πιστῶς τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀρκοῦσα ἐξασφάλισις. Τοιαύτη δὲ ἀπόλυτος ἐμπιστοσύνη ἀντίκειται εἰς τὰς βάσεις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκτάκτως, εἴτε ἕνεκα προσωπικῶν λόγων, εἴτε ἕνεκα πραγματικῶν, δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ἀπόλυτος ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, πάλιν ἄνευ τῆς τακτικῆς λειτουργίας τῶν ἁρμοδίων ἐξουσιῶν καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένων διατυπώσεων, τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων, δὲν δύνανται τὰ πρόσωπα, τὰ χαίροντα τοιαύτην ἐμπιστοσύνην, νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν πιστὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου ἀποφασισθέντων. Τοιαύτη ἐμπιστοσύνη καὶ πεποίθησις εἰς τὰ πρόσωπα τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας ἤθελεν εἶσθαι οὐχὶ πλέον ὑπερβολικὴ, ἀλλὰ μωρά. Ἀφ’ ὅτου ὡρίσθη ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων χρημάτων ἐν παντὶ εὐνομουμένῳ Ἔθνει, ὁ ἔλεγχος αὐτῆς ἐκανονίσθη οὐ μόνον ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἐν ταῖς εἰδικαῖς δηλ. ὑπηρεσίαις, ἐν αἷς ἐκτελεῖται εἴσπραξις καὶ δαπάνη χρημάτων, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ κέντρῳ αὐτῆς, ἐξ οὗ ἀποῤῥέει καὶ ἐν ᾧ συγκεντροῦται ἡ ἐνέργεια τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων. Ὁ κεντρικὸς οὗτος ἔλεγχος παρακολουθεῖ ἐν ἑκάστῳ σημείῳ τὴν διαχείρισιν τῶν Δημοσίων χρημάτων, ἐπιβλέπει τὴν νόμιμον καὶ πιστὴν αὐτῆς ἐκτέλεσιν, μελετᾷ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς καὶ ἐξάγει γενικώτερα συμπεράσματα περὶ αὐτῆς καὶ περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου· ἄνευ τοιούτου ἐλέγχου δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι καλὰ οἰκονομικὰ Ἔθνους τινὸς καὶ καλὴ αὐτῶν διαχείρισις. Ὅπως βεβαία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ καταστροφὴ ἰδιώτου τινὸς, ὅστις εἰσπράττει καὶ δαπανᾷ χωρὶς νὰ ἐξελέγχῃ τὸ Ταμεῖόν του, οὕτω καὶ ἡ οἰκονομικὴ παραλυσία παντὸς Ἔθνους εἶναι ἀναπόφευκτος, ὅταν λείπῃ ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων, οἱ δὲ διαχειριζόμενοι αὐτὰ γνωρίζωσιν, ὅτι ἡ διαχείρισις αὐτῶν δὲν παρακολουθεῖται καὶ δὲν ἐξελέγχεται μετ’ αὐστηρότητος καὶ ἀκριβείας καὶ ὅτι καλύπτουσι τὴν εὐθύνην αὐτῶν διὰ τῆς ἐκτελέσεως τυπικῶν τινων διατυπώσεων καὶ διὰ τῆς ὁμοφροσύνης μετὰ τῶν προϊσταμένων αὐτῶν. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ οἱ συντάξαντες τὸν Λογιστικὸν ἡμῶν Νόμον, ἐπέστησαν ὅλην τὴν προσοχὴν αὐτῶν εἰς τὸν κεντρικὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων, ὅστις καταλήγει εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐν αὐτῷ, ὅπως καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐκτίθενται διὰ γενικῶν πινάκων, οἵτινες πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν ἑκάστου ἔτους, ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους, κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον. Ἐκτὸς δὲ τῶν γενικῶν τούτων πινάκων ὁ Λογιστικὸς Νόμος ἀπαιτεῖ καὶ τὴν ὑποβολὴν, δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν, εἰδικῶν λεπτομερῶν λογαριασμῶν, καθιστώντων δυνατὴν τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῆς. Οἱ λογαριασμοὶ οὗτοι πρέπει νὰ προεξελεγχθῶσιν ὑπὸ εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἐκ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἐκ μελῶν τῆς Γερουσίας, ἥτις ὑφίστατο κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Ἡ ἔλλειψις δὲ τῆς Γερουσίας δὲν δύναται ν’ ἀκυρώσῃ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου, διότι ὅλα τὰ δικαιώματα τῆς Γερουσίας μετεβιβάσθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἑτέρα δὲ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν τοῦ Ἀπολογισμοῦ, ἡ καὶ σπουδαιοτέρα, εἶναι ἡ δικαστική, ἣν ὀφείλει νὰ κάμῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, συγκρῖνον τὰ κονδύλια αὐτῶν πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπολόγων. Ἡ προεξέλεγξις τῆς εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ δήλωσις τῆς δικαστικῆς ἐξελέγξεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου προαπαιτοῦνται τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, τοῦ κυροῦντος τὸν Ἀπολογισμόν. Ἡ μὴ ἐπιβολὴ ὅμως αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐμποδίζει τὴν εἰς αὐτὴν ὑποβολὴν παρὰ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας τοῦ Ἀπολογισμοῦ καὶ τῶν σχετικῶν πρὸς αὐτὸν λογαριασμῶν καὶ πληροφοριῶν. Κατὰ τίνα τρόπον ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις αὗται τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου πάντες γνωρίζομεν. Πρὸ τοῦ 1856 νομίζω συνετάχθησαν Ἀπολογισμοί τινες, ἀπὸ τοῦ 1856 μέχρι τοῦ 1881 συνετάχθησαν 3 ἢ 4 γενικοὶ λογαριασμοί.
§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ Ἀπολογισμοί.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οἱ τοῦ 1869, 1870 καὶ 1871, οἵτινες δὲν εἶναι Ἀπολογισμοί, ἀλλὰ γενικοὶ λογαριασμοί. Ἀπὸ τοῦ 1871 μέχρι τοῦ 1881 οὐδεὶς τοιοῦτος λογαριασμὸς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Μὲ τὸν τίτλον δὲ «προσωρινῶν ἀπολογισμῶν» ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν τοιοῦτοι γενικοὶ λογαριασμοὶ διὰ τὰ ἔτη 1881, 1882, 1883, 1884 καὶ 1885. Οἱ ὑποβληθέντες λογαριασμοί εἰσιν οἱ πίνακες, οἵτινες κατὰ τὸν Λογιστικὸν Νόμον πρέπει νὰ προσαρτηθῶσιν εἰς τὸν νόμον, τὸν κυροῦντα τὸν Ἀπολογισμόν. Δὲν περιέχουσιν ὅμως τοὺς λεπτομερεῖς λογαριασμοὺς καὶ τὰς πληροφορίας, ἃς ὁ νόμος ὁρίζει, καὶ αἵτινες ἀπαιτοῦνται, ὅπως δυνηθῇ τις νὰ ἐξετάσῃ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ Κράτους καὶ μορφώσῃ ἰδέαν περὶ αὐτῆς. Δήλωσίς τις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἔκθεσις τῆς προεξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, δὲν γνωρίζω, ἄν ποτε ὑπεβλήθη εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Τί δὲ προέκυψεν ἐκ τούτου; Αἱ κυριώτεραι διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἔμειναν νεκρὸν γράμμα. Ἡ ἐν τοιαύτῃ δὲ, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν, ἀκηδίᾳ καὶ παρανομίᾳ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν ἐπήνεγκε τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα, ἅτινα πάντες γινώσκομεν. Δὲν γνωρίζομεν, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς, ἐὰν φόρος τις, ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐφηρμόσθη πιστῶς ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις, ἐὰν τὰ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ παρουσιασθέντα τυχὸν ἐλαττώματα προέρχονται ἐξ ἐλλείψεων τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἐκ σφαλμάτων τῶν ἐκτελούντων αὐτὸν προσώπων, ἢ ἐξ ἀδυναμίας, ἢ κακῆς θελήσεως τῶν φορολογουμένων. Δὲν γνωρίζομεν ἐν λεπτομερείᾳ καὶ ἐπισήμως, ἂν αἱ δαπάναι, ἃς ψηφίζομεν, γίνονται πρὸς πλήρη θεραπείαν τῆς ἀνάγκης, ἣν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει. Ἐὰν δὲ τυχαίως γίνῃ γνωστόν, ὅτι ἔλαβε χώραν κατάχρησίς τις, δυσκόλως θὰ εὑρεθῶσιν οἱ ἔνοχοι, καί, ἄν ποτε εὑρεθῶσι, δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ ἱκανοποιηθῶσι τὰ παθόντα συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Γενικὴ ἐπικρατεῖ ἰδέα, ὅτι αἴτιος τῆς καταστάσεως ταύτης τοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ἀληθὴς ὑπὸ τυπικὴν ἔποψιν, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν ὑφίσταται τοιοῦτον, οἷον τὸ ἐσχημάτισεν ὁ νόμος· ὡς ἔχει σήμερον, εἶναι μᾶλλον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξελέγχον τὴν διαχείρισιν τῶν εἰδικῶν Ταμείων καὶ τὰς συντάξεις καὶ ὑπογράφον τὰ παραχωρητήρια τῶν δηλωθεισῶν Ἐθνικῶν γαιῶν. Εἶναι δὲ συνάμα καὶ ἀποθήκη παλαιοχάρτων. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐπεσκέφθητε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον θὰ ἀντελήφθητε τούτου. Δὲν γνωρίζω, ποίαν ἐντύπωσιν ἐποίησεν εἰς ὑμᾶς, εἰς ἐμὲ ὅμως ἔκαμε τὴν ἐντύπωσιν, ἣν λαμβάνει τις εἰσερχόμενος ἐντὸς καταστήματός τινος παλαιοπωλῶν τῶν ἐν Γαλλίᾳ καλουμένων Marchand de bric à-brac. Ὅπως ἐν τοῖς τοιούτοις καταστήμασιν ἡ σωρεία τῶν ἐσκωριασμένων καὶ καὶ πεπαλαιωμένων πραγμάτων κρύπτει ἐνίοτε πολύτιμα καὶ χρήσιμα ἀντικείμενα, οὕτω καὶ ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ ἡ σωρεία τῶν σεσαθρωμένων καὶ σκωληκοβρώτων χαρτίων κρύπτει ἴσως πολύτιμα καὶ χρήσιμα ἔγγραφα, ἅτινα ἀδύνατον νὰ εὕρῃ τις. Εἰς τοιαύτην εὑρισκόμενον κατάστασιν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δὲν δύναται νὰ ᾖ ὑπεύθυνον. Ὑπεύθυνος εἶναι ὁ δυνάμενος νὰ πράξῃ τι καὶ μὴ πράττων τοῦτο. Τὸ Συνέδριον δὲ εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν ἀπολύτου ἀδυναμίας· ἡ μόνη εὐθύνη, ἣν φέρει, εἶναι ἡ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν χρονολογουμένη συγκατάθεσίς του νὰ αὐτοκτονήσῃ. Τίς λοιπὸν εἶναι ὑπεύθυνος τῆς καταστάσεως ταύτης; Μετὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δεύτερος ὑπεύθυνος παρίσταται τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅπερ φέρει μέρος τῆς εὐθύνης τῆς σημερινῆς καταστάσεως τοῦ δημοσίου ἐλέγχου. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἶναι ἡ ὑπηρεσία, ἥτις ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὰς πληροφορίας καὶ τοὺς λεπτομερεῖς λογαριασμοὺς, οἵτινες πρέπει κατ’ ἔτος νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ γνωστοποιῶνται εἰς τὸ Ἔθνος. Οὐ μόνον δὲ τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὰς πληροφορίας ταύτας δὲν ὑπέβαλε τὸ Λογιστήριον, ἀλλ’ ἔπαυσε νὰ στέλλῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τῆς ἐξελέγξεως τῶν ὑπολόγων. Τὰ στοιχεῖα ταῦτα εὑρίσκονται ἴσως παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ εἰς καλλιτέραν κατάστασιν ἐκείνης, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ πρὸ τοῦ 1871 σταλέντα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ, εἰς ἣν εὑρίσκονται κατάστασιν, ἔχασαν τὴν ἰδιότητα τῶν στοιχείων ἐλέγχου καὶ ἐρεύνης τῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου διαχειρίσεως. Εἶναι πιθανὸν, εἶναι ἴσως πλέον ἢ πιθανὸν, ὅτι, καὶ ἂν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἶχε πέμψει τὰ στοιχεῖα ταῦτα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τοῦτο δὲν θὰ ἐξετέλει ὡσαύτως τὰ εἰς αὐτὸ ἀνατεθειμένα καθήκοντα. Ἀλλ’ ἡ μὴ ἀποστολὴ αὐτῶν δίδει εἰς τὸ Συνέδριον τὸ δικαίωμα, νὰ μεμψιμοιρῇ καὶ νὰ ἐπιῤῥίπτῃ εἰς τὸ Λογιστήριον μέρος τῆς εὐθύνης αὑτοῦ. Τὸ Γενικὸν δὲ Λογιστήριον δὲν δύναται νὰ προτάξῃ τοιαύτην τυπικὴν δικαιολογίαν, διότι λαμβάνει τακτικῶς τοὺς λογαριασμοὺς καὶ τὰς καταστάσεις τῶν διαφόρων ὑπολόγων· ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ κυρίως εὐθυνόμενον διὰ τὴν κακὴν τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου κατάστασιν. Οἱ ὑπεύθυνοι κυρίως τῆς καταστάσεως ταύτης, εἶναι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις καὶ οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελον νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν Λογιστικὸν Νόμον καὶ νὰ πραγματοποιήσωσι τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων, οὐδεὶς ἤθελε παρακωλύσει αὐτούς. Ἡ δύναμις, ἥτις παρ’ ἡμῖν συγκεντροῦται εἰς χεῖρας τῶν Κυβερνήσεων, παρεῖχεν εἰς αὐτοὺς πᾶσαν πρὸς τοῦτο εὐκολίαν. Οὐκ ὀλίγαι δαπάναι γίνονται χάριν τοῦ ἐλέγχου τούτου, ἄνευ σπουδαίων ἀποτελεσμάτων, ἐὰν δὲ ὑφίστατο ἀνάγκη προσθήκης τινὸς εἰς τὰς γιγνομένας δαπάνας, τὸ Κοινοβούλιον προθύμως ἤθελε ψηφίσει ταύτην. Ἐγένοντο τοσαῦται προσθῆκαι δαπανῶν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ πρὸς ἐπιδίωξιν ἀποτελεσμάτων, σχετικῶς πολὺ μικροτέρων, ὥστε ἡ προσθήκη δαπάνης τινὸς πρὸς ἐπίτευξιν πραγματικοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων, οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ἐγείρῃ παρατήρησιν ἢ δυσκολίαν. Πολλὰς ἀποδείξεις ἠδυνάμην νὰ φέρω πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσωσι τοιοῦτον ἔλεγχον. Θὰ περιορισθῶ ὅμως εἰς ὀλίγας. Κατὰ τὸ 1882 ὁ τότε καὶ νῦν Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐν ἐκθέσει, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὸ ὑπ’ ἐμὲ Τμῆμα δὲν ἐπιδιώκει ἐπιδείξεις καὶ ἐπιδοκιμασίας, οὔτε διατείνεται, ὅτι ἐξεπλήρωσέ τι ὑπὲρ τὸ ὀφειλόμενον καθῆκον. Δικαιοῦται ὅμως νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι, ἅμα ὡς ἐδόθη εἰς τὰ ἔργα του ἡ ἀνάλογος ἐκτίμησις καὶ τῷ ἐπετράπη νὰ ἀφιερωθῇ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῶν, ἀφ’ ἧς ἐπὶ μακρὸν ἀπεπλανᾶτο, καὶ μ’ ὅλον τὸν διπλασιασμὸν τῶν ὑπολόγων, τὴν ἐπέκτασιν τῆς δικαιοδοσίας του ἐπὶ χώρας διπλασίας, τὴν προσθήκην μεγάλων νέων ὑπηρεσιῶν, καθὼς τῶν δανείων τῆς ὁδοποιΐας κτλ. μὲ τὸ πρὸ τριακονταετίας ὁρισθὲν αὐτῷ προσωπικόν, δύναται πάλιν νὰ προσφέρῃ ἐγκαίρως πλήρη τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ὑπηρεσίαν καὶ νὰ συμπληρώσῃ συγχρόνως τὸ ἐκ ταύτης καθυστεροῦν». Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ἑτέραν γνώμην τοῦ ἰδίου ἁρμοδίου προσώπου περὶ τῆς ἀφορμῆς τῆς σημερινῆς τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου καταστάσεως, καὶ τῆς ἐλλείψεως Ἀπολογισμῶν τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Δεϊμέζης ἐν σημειώσει, ἣν ἐδημοσίευσεν ἐν τῇ παρ’ αὐτοῦ ἐκδοθείσῃ μεταφράσει τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου τῆς Ἰταλίας. «... Εἴτε ἐξ ἀπειρίας πρὸς ἀκριβῆ κατανόησιν πολυπλόκων διατυπώσεων, εἴτε ἐκ προθέσεως (ἴσως διὰ τὸ τελευταῖον) αἱ ἐν τῇ Πολιτείᾳ λειτουργοῦσαι μεγάλαι Ἐξουσίαι, αἱ κατὰ τάξιν ἐναρμόνιον ἐνασκοῦσαι ὡρισμένα δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἐν γένει διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, οὔτε ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου τεθέντων αὐταῖς ὁρίων περιωρίσθησαν, οὔτε τὰ χορηγηθέντα αὐταῖς δικαιώματα ἐλέγχου ἐξετέλεσαν δεόντως. Τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν δημοσίων δαπανῶν, ὅπερ μετὰ τοῦ ἀντιστοίχου, τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων, ὁ Νόμος καὶ τὸ Σύνταγμα ἐνεπιστεύθησαν εἰς μόνην τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἀντεποιήθη αὐθαιρέτως ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία. Ἡ ῥητὴ ἀπαγόρευσις τοῦ ν’ ἀναγνωρίζηται νέα δαπάνη ἐκτὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μὴ ὑπαρχούσης ἀναλόγου προσόδου, οὐδέποτε ἐτηρήθη. Ἡ δημοσία λογοδοσία ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐν γένει διαχειρίσεως, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐντὸς προθεσμιῶν ἀνυπερβλήτων, οὐδέποτε ἀπεδόθη κατὰ τὰς κεκανονισμένας διατυπώσεις καὶ ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων Σωμάτων. Καὶ αὐταὶ τέλος αἱ στοιχειώδεις διατάξεις περιῆλθον εἰς ἀχρηστίαν, μέχρι τοῦ βαθμοῦ, τοῦ νὰ μὴ ἐξετάζωνται οἱ ἀτομικοὶ λογαριασμοὶ τῶν δημοσίων ὑπολόγων καὶ νὰ μὴ γίνηται ἡ χρῆσις τῶν χορηγουμένων πιστώσεων εἰς τὰς ἀνάγκας, ἃς ῥητῶς ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει, κτλ.» Ἐκ τῶν μαρτυριῶν τούτων, αἵτινες συμφωνοῦσι πρὸς ὅσα πάντες γνωρίζομεν, ἐξάγεται, ὅτι τὴν εὐθύνην τῆς σημερινῆς καταστάσεως τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν φέρουσιν αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις. Ὁ παρ’ αὐτῶν σφετερισμὸς τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἰδίᾳ ὁ παρ’ αὐτῶν πραγματικὸς προδιορισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους ἐξήλειψε τὸ ἐνδιαφέρον, ἴσως δὲ ἐγέννησε καὶ τὸ συμφέρον εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἵνα παρακωλύσῃ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν ἐξουσιῶν, αἵτινες διὰ τῶν ἐρευνῶν καὶ τοῦ ἐλέγχου αὐτῶν ἠδύναντο νὰ σταματήσωσι τὸν τοιοῦτον σφετερισμὸν ἀλλοτρίων καθηκόντων. Καὶ ἕτερος ἀνώτερος καὶ ἁρμόδιος ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, ὁ νῦν Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐκτραγῳδῶν τὴν κατάστασιν τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν ἐν ἐκθέσει του, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὰ 1883, λέγει τὰ ἑξῆς. «Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἢ πρέπει νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς, ἢ νὰ καταργηθῇ, διότι, εἰς ἣν περιῆλθε κατάστασιν, μᾶλλον ἐνθαῤῥύνει τοὺς κακῆς πίστεως ὑπολόγους νὰ διαχειρίζωνται κατὰ βούλησιν καὶ ἀφόβως τὰ τοῦ Δημοσίου χρήματα ἢ περιστέλλει καὶ τιμωρεῖ αὐτούς.» Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἐξάγεται, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἔκτοτε δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ σκιά, καὶ σκιὰ ἐπιβλαβής, διότι διὰ τῆς τοιαύτης ὑπάρξεώς του καταργεῖ ἕνα τῶν θεμελιωδεστέρων θεσμῶν τοῦ Κράτους. Ἦτο καὶ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ καὶ σήμερον κατέχων τὰ ἀξιώματα ταῦτα. Τί δὲ ἔπραξεν; Ἐγένετο πολὺς λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ἐψηφίσθη καὶ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου προσετίθετο νέον προσωπικὸν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐδόθησαν ὑποσχέσεις καὶ ἐπαγγελίαι περὶ ἐκτελέσεως πραγματικοῦ ἐλέγχου καὶ ἐφαρμογῆς τῶν περὶ Ἀπολογισμοῦ διατάξεων τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Ἀλλ’ οὐδὲν θετικὸν καὶ σπουδαῖον ἀποτέλεσμα προέκυψε. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εὑρίσκεται εἰς οἵαν καὶ τότε κατάστασιν, ἂν οὐχὶ καὶ χείρονα, ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐξακολουθεῖ, ὅπως πρότερον. Ὑπεβλήθησαν δὲ μόνον ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου οἱ γενικοὶ λογαριασμοί, οὓς ἀνέφερα ἤδη, τῶν ἐτῶν 1881–1885, τιτλοφορηθέντες προσωρινοὶ Ἀπολογισμοί, ἀλλὰ κατ’ ἐλάχιστον ἱκανοποιοῦντες τὰς περὶ Ἀπολογισμῶν διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, αἵτινες σκοποῦσι νὰ παράσχωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἐξετάσωσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου. Τὰς ἀνωτέρω ἀναπτύξεις ἐθεώρησα χρησίμους, οὐχὶ χάριν ἱστορικῆς ἐπικρίσεως τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ ὅπως ἐξηγήσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐνόμισα ἀναγκαίαν τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεώς μου. Ἐξ ὅσων ἀνέπτυξα ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν λείπουσι παρ’ ἡμῖν οἱ νόμοι, δὲν στερούμεθα νομοθεσίας, καταλλήλου πρὸς ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων. Ἐκεῖνο, οὗτινος στερούμεθα, εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων τούτων. Ὁ Λογιστικὸς Νόμος, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1852, βασίζεται ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν ἰδεῶν, ἐφ’ ὧν βασίζονται οἱ λογιστικοὶ νόμοι ὅλων τῶν εὐνομουμένων Κρατῶν· ἐὰν δὲ τὰ Κράτη ταῦτα εἰσήγαγον βελτιώσεις ἐν ταῖς λεπτομερείαις, εἰσήγαγον αὐτὰς ὁδηγούμενα ἐκ τῶν ἐλλείψεων, ἃς ἐδείκνυεν ἡ ἐφαρμογὴ τῆς νομοθεσίας αὐτῶν. Τοιαύτας βελτιώσεις ἐὰν θέλωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, πρέπει πρῶτον νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, αἵτινες δὲν χρήζουσι μεταῤῥυθμίσεως καὶ ἐφ’ ὧν θὰ στηρίξωμεν βελτιώσεις τῶν λεπτομερειῶν. Τὸ νομοσχέδιον προτείνει βελτίωσιν τοῦ ἐλέγχου διὰ τῆς θεωρήσεως τῶν ἐνταλμάτων τῶν Ὑπουργῶν παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὴν βελτίωσιν ταύτην, ἥτις ἐσχάτως ἐφηρμόσθη καὶ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσιν, ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὡς σπουδαίαν. Εἶναι ὅμως σπουδαία, ὅταν εἰσάγηται εἰς νομοθεσίαν ζῶσαν καὶ λειτουργοῦσαν. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἡ τοῦ ἐλέγχου νομοθεσία μένει ἀργή, φοβοῦμαι μήπως ἡ βελτίωσις αὕτη φέρῃ κακόν, ἀντὶ καλοῦ. Ἐὰν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἦναι εἰς θέσιν ν’ ἀκολουθῇ καὶ ἐξελέγχῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Ὑπουργικῶν ἐνταλμάτων ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν, φοβοῦμαι, ὅτι διὰ τῆς προτεινομένης βελτιώσεως θὰ ἐλαττώσωμεν τὴν εὐθύνην, ἣν οἱ Ὑπουργοὶ φέρουσι σήμερον, ὑπογράφοντες τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα, μεταβιβάζοντες μέρος τῆς εὐθύνης ταύτης, εἰς Συνέδριον, μὴ λειτουργοῦν κανονικῶς καὶ οὗτινος ἡ θεώρησις θ’ ἀποβῇ μηχανικὴ καὶ ἀνεύθυνος ἐργασία. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐνόμισα ἀναγκαῖον, σὺν ταῖς προτεινομέναις βελτιώσεσι, νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ κύρωσίς τις, καθιστῶσα βεβαίαν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν καὶ τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας, καὶ ἐπρότεινα τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 προσθήκην, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιλαμβάνεται τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑπομένου ἔτους πρὶν, συμφώνως μὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, ψηφίσῃ τὸν νόμον τὸν κυροῦντα τὸν Ἀπολογισμὸν τοὐλάχιστον τοῦ ἔτους, οὗτινος ἡ χρῆσις ἔληξε πρὸ δύο ἐτῶν». Ἡ πρώτη ἐντύπωσις τῆς τοιαύτης διατάξεως εἶναι, ὅτι δεσμεύει τὸ Κοινοβούλιον. Τοῦτο εἶναι ἀληθές· ἀλλ’ ἡ δέσμευσις αὕτη εἶναι πολὺ μικροτέρα ἐκείνης, ἐν ᾗ εὑρίσκεται σήμερον ἡ Βουλή, ἥτις, ἕνεκα τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν, νὰ ἐκπληρώσῃ ἓν τῶν δύο θεμελιωδῶν καὶ ὑψίστων αὐτῆς καθηκόντων, τὸ τῆς ἐξελέγξεως καὶ τῆς κυρώσεως τῶν Ἀπολογισμῶν. Μὴ ἐξελέγχουσα δὲ καὶ μὴ κυροῦσα τοὺς Ἀπολογισμούς, ἡ Βουλὴ ἀπέμαθε καὶ τὴν ἕξιν εὐσυνειδήτου ἐξετάσεως καὶ μελέτης καὶ τῶν Προϋπολογισμῶν. Κυροῦσα δὲ καὶ τούτους μηχανικῶς, καταργεῖ τὴν ἐκτέλεσιν ἀμφοτέρων τῶν θεμελιωδῶν αὐτῆς καθηκόντων. Ἡ σιωπηρὰ αὕτη δέσμευσις, ἣν ὑφίσταται ἡ Βουλή, εἶναι πολὺ ἀνωτέρα ἐκείνης, εἰς ἣν ἤθελεν ὑποβληθῆ, ἐὰν παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου. Εἰς ἣν δὲ εὑρίσκονται σήμερον θέσιν τὰ κοινοβουλευτικὰ ἡμῶν, νομίζω, ὅτι δυσκόλως ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα αὐτῆς ταῦτα, ἐὰν δὲν ἐπιβάλῃ καὶ εἰς ἑαυτὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑποχρέωσιν τοιαύτην, οἵα ἡ ἐν τῇ προτάσει μου περιεχομένη. Ἐνέχει δὲ καὶ ἑτέραν σημασίαν ἡ παραδοχὴ τοιαύτης δεσμεύσεως. Ἡ Κυβέρνησις, ὑποβάλλουσα τὸν Προϋπολογισμὸν, θὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἀναγκασθῇ ἑπομένως, ἢ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Λογιστικὸν Νόμον καὶ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν εἰλικρινῆ λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, ἢ ν’ ἀφήσῃ τὴν θέσιν αὐτῆς εἰς ἄλλους, οἵτινες θὰ ἔχωσι τὴν θέλησιν καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ πράξωσι τοῦτο. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2.)
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (Ἀναγινώσκεται).
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνταῦθα θὰ ὑποβάλω δύο τροπολογίας. Ἡ θεώρησις παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁλοκλήρου παρουσιάζει δυσκολίας, καὶ διὰ τοῦτο θέλω προτείνει, ὅπως γίνεται ἡ θεώρησις ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἑπομένως ἐν ἀρχῇ τοῦ ἄρθρου 3 προτείνω τὴν ἑξῆς διασκευὴν τῆς περιόδου· «τὸ πρὸς πληρωμὴν κτλ., ἀφοῦ μετὰ προηγουμένην ἐξέλεγξιν θεωρηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.» Θὰ πράττῃ δηλαδὴ οὗτος, ὅ,τι σήμερον πράττει ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅστις ὅμως εἶναι πρόσωπον, οὐχὶ ἀνεξάρτητον ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ....
§54ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καὶ θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, γέρων, νὰ κάμνῃ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν;
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προτείνω ἔτι, ὡς τελευταῖον ἐδάφιον, τὸ ἑξῆς: «Εἰς τὰ οὕτω θεωρούμενα ἐντάλματα, οἱ πληρόνοντες Ταμίαι ἀπαλλάσσονται τῆς πρὸς δικαιολόγησιν αὐτῶν εὐθύνης». Εἰς τὸ ἄρθρον δὲ 18 προτείνω προσθήκην, παρέχουσαν εἰς τὸν Πρόεδρον πειθαρχικήν τινα ἐξουσίαν. Μετὰ τὰς λέξεις «ἐπιβλέπει τὸ προσωπικὸν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἐν γένει», προστίθενται αἱ λέξεις: «ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ παραβάσεις τῆς περὶ τὴν ἐργασίαν τάξεως, τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως καὶ προστίμου 5–30 δραχμῶν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἐπὶ διαφόρων πιστώσεων. (Ὅρα Παράρτημα.) (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4–10 τοῦ νομοσχεδίου.)
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11. Ἐνταῦθα ὁ κ. Καραπάνος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκεται).
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ τροπολογία αὕτη, διότι διὰ νόμου δὲν ἐπιβάλλονται περιορισμοὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ περιορισμοὺς εἰς ἑαυτὴν διὰ τοῦ κανονισμοῦ, οὓς ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ ἄρῃ, ὁπόταν θέλῃ· τοιοῦτοι ἄρα περιορισμοὶ δὲν παραλύουσι τὴν ἐλευθέραν αὐτῆς λειτουργίαν· ἀλλὰ περιορισμοὶ, διὰ νόμου ἐπιβληθέντες, δὲν δύνανται ν’ ἀρθῶσιν, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ἑτέρου μέλους τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ἑπομένως, ὡς παρακωλύοντες τὴν ἐλευθέραν τῆς Βουλῆς λειτουργίαν, εἶναι ἀπαράδεκτοι. Ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, εἶναι ἀγαθὸς, ἀλλὰ τὸν ἐπιδιώκει οὐχὶ διὰ τοῦ καταλλήλου τρόπου. Οἱ περιορισμοὶ πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν· ταύτην πρέπει νὰ καταναγκάσωμεν εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος αὐτῆς. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12.)
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13. (Ἀναγινώσκεται).
§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου συνίσταται εἰς 10, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἀναβιβάζεται εἰς 13. Αἱ συνεδριάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι δικαστικαὶ καὶ γενικαὶ, καὶ διὰ μὲν τὰς δικαστικὰς ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία 4 μελῶν, εἰς τὰς γενικὰς δὲ 7. Κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, διὰ τὰς δικαστικὰς συνεδριάσεις ὁ ἀριθμὸς μένει ἀμετάβλητος, ἐνῷ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 5, διότι, ὅταν ἦναι 4, τότε ἀρκεῖ ὁ Πρόεδρος μὲ ἕνα ἐλεγκτὴν νὰ σχηματίσῃ τὴν πλειονοψηφίαν, ἐνῷ ὅταν ἦναι 5, ἢ περισσότεροι, τότε, ἵνα σχηματισθῇ ἡ πλειονοψηφία, ἀπαιτοῦνται τρία τοὐλάχιστον μέλη. Ὡς πρὸς τὰς γενικὰς δὲ συνεδριάσεις, ἀφοῦ αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν, τὸν ἀπαιτούμενον εἰς ἀπαρτίαν· ἀφοῦ μέχρι τοῦδε ἀπαιτοῦνται 7, διατὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς 5; Εἰς τὰς γενικὰς συνεδριάσεις παρουσιάζονται πολλάκις οὐσιώδη ἀντικείμενα καὶ κατ’ αὐτὰς λύονται μεγάλα ζητήματα. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 13–17).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 18. (Ἀναγινώσκεται).
§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 18 ἀναγράφονται τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα καὶ εἰς τοὺς κειμένους νόμους, καὶ ἦτο περιττὸν νὰ ἐπαναληφθῶσι. Μεταξὺ αὐτῶν ὅμως περιελήφθη καὶ ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δοθῇ εἰς αὐτόν. Κατὰ τὸν νόμον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστέλλῃ τοὺς ὑπαλλήλους του, ἢ ν’ ἀναθέτῃ εἰς τινα τῶν μελῶν του τὴν ἐπιθεώρησιν οἰκονομικῶν γραφείων, ἐντὸς τῆς πρωτευούσης, ἢ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς εὑρισκομένων· ἀλλὰ περὶ τῆς ἀποστολῆς ταύτης ἀποφασίζει τὸ σῶμα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ὅμως ἄρθρον ἡ ἐξουσία αὕτη μεταφέρεται καὶ συγκεντροῦται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Προέδρου, ὅστις θὰ ἔχῃ οὕτω τὸ δικαίωμα νὰ στέλλῃ οὐ μόνον τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐλεγκτάς· οὕτω δὲ λαμβάνει μεγάλην ἐξουσίαν, καὶ δύναται νὰ μεταβάλλῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι, ἐὰν γνωρίζῃ, ὅτι εἰς ὑπόθεσίν τινα ὑπάρχουσι μέλη, ἔχοντα ἐναντίαν γνώμην, δύναται νὰ τὰ ἀπομακρύνῃ. Παραλείπω δὲ, ὅτι εἶναι ἐξευτελιστικὸν διὰ τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου καὶ νὰ διατάσσωνται ἀπὸ μόνον τὸν Πρόεδρον, χωρὶς ν’ ἀποφασίσῃ ἡ πλειοψηφία τοῦ Σώματος. Φρονῶ δὲ, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον διὰ τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος νὰ σχηματίζῃ κατὰ τὸ δοκοῦν αὑτῷ τὴν πλειοψηφίαν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸ ἄρθρον τὴν λέξιν «τῶν μελῶν», ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος νὰ ἀπομακρύνῃ τὰ μέλη.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Θὰ σκεφθῶ, ἵνα ἴδωμεν, ἂν δὲν δυνάμεθα ἄλλην θεραπείαν νὰ προτείνωμεν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 18, 19 καὶ 20).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21. (Ἀναγινώσκεται).
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο φέρω τροπολογίαν, σύμφωνον μὲ ὅσα εἶπον, κατὰ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἰδοὺ αὕτη. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). Ταῦτα λέγω διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ Πρόεδρος διανέμει τοὺς λογαριασμοὺς, οὐχὶ εἰς τοὺς λογιστὰς, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἐλεγκτάς. Προστίθεται καὶ λογιστὴς, ὁ ὁποῖος κάμνει τὴν ἐπεξεργασίαν, ἀλλ’ οὗτος διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ ἐλεγκτοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τελειώσῃ ὁ λογιστὴς τὴν ἐπεξεργασίαν, λαμβάνει τὰ ἔγγραφα καὶ δύναται εὐκόλως ν’ ἀποφανθῇ, ἂν ὁ λογιστὴς εἰργάσθη ἀκριβῶς, τότε δὲ ὁ λογιστὴς θέλει λαμβάνει τὴν κεκανονισμένην ἀποζημίωσιν, ἥτις θὰ ἦναι 5 δραχμαὶ τὴν ἡμέραν, ἀλλὰ δι’ ὅσας ἡμέρας τὸ Συνέδριον κανονίσει, ὅτι ἀρκοῦσιν ἵνα περατωθῇ ἡ ἐργασία.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἂν τελειώσῃ ἐντὸς ὀλιγωτέρου χρόνου, ἐννοεῖτε νὰ λάβῃ τὸ ὅλον;
§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα τὸ ὅλον. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 21 καὶ 22, ὡς καὶ τὸ σύνολον.)
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§69ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νὰ γίνωσιν αἱ ἀκόλουθοι μεταβολαὶ ἐν τῷ προσαρτωμένῳ πίνακι τῶν μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων. «Ναυτόπαις κατὰ μῆνα, ἀντὶ «20», «δραχμαὶ 18». Νὰ προστεθῇ δὲ· «Ἀρχιμουσικὸς, ἐπιμίσθιον μηνιαίως δραχμὰς 50» καὶ γραφῶσιν τὰ ἐν τῷ πίνακι οὕτω· «Πᾶσαι αἱ κατηγορίαι, ἐκτὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν μηχανικῶν καὶ τῶν ὑπολογιστῶν». «Ἐπιμίσθιον διευθυντοῦ μηχανῆς καὶ ἀρχιμουσικῶν». «Πτυχιοῦχοι μηχανικοὶ τορπιλληταί». Νὰ διαγραφῶσι δὲ τὰ ἐν τῷ πίνακι «ὑπολογιστὴς ἢ ἀρχικελευστὴς τοῦ οἰκονομικοῦ» καὶ οἱ σημειούμενοι σχετικοὶ ἀριθμοί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἔχει, ἑρμηνευθέντος, ὅτι «ναυτόπαις, μαθητευόμενος ναύτης» εἶναι δύο κεχωρισμέναι κατηγορίαι. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–30).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 31. (Ἀναγινώσκεται).
§71ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νὰ διαγραφῇ, παρακαλῶ, ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου. (Γίνεται οὕτω δεκτὸν τὸ ἄρθρον 31, καὶ τὰ ἄρθρα 32–35, ὡς ἔχουσι).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 36. (Ἀναγινώσκεται).
§73ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νὰ διορθωθῇ «προστιθεμένου μετὰ τὸ ἄρθρον «τῶν» τῶν λέξεων «τεχνιτῶν μηχανικῶν». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 36 μετὰ τῆς προσθήκης).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 37. (Ἀναγινώσκεται).
§75ΚΑΝΑΡΗΣ. Νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «ἀξιωματικοί», διότι εἰς πολλὰ πλοῖα δὲν ὑπάρχει ἀξιωματικὸς, ὑπάρχει μόνον προϊστάμενος.
§76ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μάλιστα, εἶναι σωστόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 37 μὲ τὴν ἀπάλειψιν τῆς λέξεως «ἀξιωματικοί». Ὁμοίως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 38–50).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 51. (Ἀναγινώσκεται).
§78ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νὰ προστεθῶσιν ἐν ἀρχῇ τῆς γʹ γραμμῆς καὶ πρὸ τῆς λέξεως «ἐσχαρεὺς» αἱ λέξεις «ὑπολογιστὴς ἤ». (Γίνεται οὕτω δεκτὸν τὸ ἄρθρον).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 52. Εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν: «Τὰ πειθαρχικὰ συμβούλια, διοριζόμενα ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Κυβερνήτου τοῦ πλοίου, ἢ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ὑπηρεσίας, συνέρχονται τῇ προσκλήσει τοῦ Προέδρου αὐτῶν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 53. (Ἀναγινώσκεται).
§81ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ν’ ἀντικατασταθῇ τοῦ ἄρθρου τὸ ἐδάφιον δʹ ὡς ἑξῆς: «δʹ. περὶ ἀπολύσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν, δι’ οὓς λόγους καὶ καθ’ ἃς περιπτώσεις τίθενται οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς ἀργίαν ἢ ἀπόταξιν. Ἀποφασίζει δὲ ὁ Ὑπουργός». (Γίνεται οὕτω δεκτὸν τὸ ἄρθρον 53 καὶ τὰ ἄρθρα 54 καὶ 55, ὡς ἔχουσιν).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 56.
§83ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Αὐτὸ τὸ ἄρθρον θὰ διαγραφῇ.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τότε τὸ ἄρθρον 57 γίνεται 56 καὶ οὕτως ἐφεξῆς. (Ψηφίζεται τὸ 56 καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). (Γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τῶν πολεμικῶν πλοίων).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου φόρου διὰ τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου ἐν τῷ δήμῳ Ἐράνης. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Ἐκ τοῦ αὐτοῦ φόρου θέλουσι κατασκευασθῆ καὶ τὰ ἀπαιτούμενα ὑδραγωγεῖα πρὸς διοχέτευσιν ὕδατος εἰς τὰ χωρία Κατσίμπαλη καὶ Βάλτα». (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροποποίησις, ἀποτελέσασα δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου μόνου, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). (Γίνεται ὡσαύτως δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ προσόντων καὶ πειθαρχικῆς τιμωρίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν νόμων καὶ περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων τούτων, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, μὲ τὴν προσθήκην ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τῶν λέξεων «καὶ ἐν τῇ Ἐθνικῇ Βιβλιοθήκῃ» μετὰ τὰς λέξεις «Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ»).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευματούχων ποτῶν.
§88ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, διὰ νὰ ἦναι παρόντες ὅλοι οἱ Βουλευταί, ἵνα ἴδωμεν τὰς τροπολογίας.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχουσι σπουδαῖαι τροπολογίαι.
§90ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Δευτέραν, ἂν αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν, καὶ νὰ τεθῇ πρῶτον.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως αὔριον θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦναι ἐκ τῶν πρώτων αὔριον, ἀλλὰ θὰ ἦναι ἐκ τῶν πρώτων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὴν Δευτέραν λοιπόν. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κεφαλληνίας καὶ ἱδρύσεως δι’ αὐτῆς φιλανθρωπικῶν καταστημάτων ἐν Κεφαλληνίᾳ.
§93ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, καθόσον μάλιστα ἡ γνώμη μου ἀντίκειται πρὸς τὴν γνώμην λίαν καλῶν φίλων, οὓς ἐκτιμῶ καὶ ἀγαπῶ. Ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι μοὶ ἔκαμον παράδοξον ἐντύπωσιν. Διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων καλούμεθα νὰ διαθέσωμεν καὶ διανείμωμεν περιουσίας, ἀνηκούσας εἰς πρόσωπα ἠθικά. Πρόκειται νὰ ἀφαιρέσωμεν περιουσίαν, ἀνήκουσαν εἰς δήμους, καὶ μέρος μὲν νὰ δώσωμεν εἰς φιλανθρωπικὰ καταστήματα, μέρος δὲ νὰ χαρίσωμεν εἰς ὀφειλέτας αὐτῶν. Ἐννοῶ καὶ δὲν ἀποκρούω τὸν σκοπὸν ἑνὸς τῶν νομοσχεδίων τούτων, νομίζω τοῦ περὶ τῆς Κεφαλληνίας. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κεφαλληνίας νομίζουσιν, ὅτι εἶναι πλημμελὴς ὁ τρόπος τῆς διαχειρίσεως τῆς κοινῆς περιουσίας, καὶ ζητοῦσι τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ Κερκυραϊκὰ νομοσχέδια, δὲν ἐννοῶ, πῶς δυνάμεθα, ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν λεπτομερειῶν, νὰ προβῶμεν νομοθετικῶς εἰς τὴν διανομὴν περιουσίας, ἀνηκούσης εἰς ἠθικὰ πρόσωπα.
§94ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.). Ἡ Κέρκυρα δὲν εἶναι ἠθικὸν πρόσωπον.
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ περιουσία ἡ ἐγχώριος ἀνήκει εἰς τοὺς δήμους Κερκύρας, οἵτινές εἰσιν ἠθικὰ πρόσωπα. Πῶς λοιπὸν θὰ διανείμωμεν τὴν περιουσίαν ταύτην, ἀποφασίζοντες, ὅτι τὸ δεῖνα κτῆμα, ὅπερ δὲν γνωρίζομεν, δίδεται εἰς τὸ δεῖνα πρόσωπον, τὸ ἕτερον εἰς τὸ ἄλλο καὶ οὕτω καθεξῆς; Ἐὰν τοιαύτην ἀρχὴν καθιερώσωμεν, δὲν ἠξεύρω τί θὰ ἐμποδίσῃ αὔριον ἄλλους Βουλευτὰς, δυναμένους νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας καὶ εὑρίσκοντας δικαιολογητικόν τινα λόγον, νὰ προτείνωσι τὴν διανομὴν περιουσίας, ἀνηκούσης εἰς τὸν νομόν των, ἢ εἰς δῆμόν τινα αὐτοῦ. Τοιαύτην ἐντύπωσιν μοὶ ἐπροξένησαν τὰ νομοσχέδια, ἅτινα πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἀνέγνωσα καὶ ὧν ἐπισπεύδεται ἡ ψήφισις. Ἤθελον ἐννοήσει, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζε καλὸν, νὰ προτείνῃ τὴν ψήφισιν γενικῆς τινος ἀρχῆς, ἥτις ἤθελεν εὐκολύνει τὴν διανομὴν τῆς κοινῆς ταύτης περιουσίας, ἐν γνώσει καὶ κατὰ τὴν θέλησιν τῶν ἐνδιαφερομένων ἠθικῶν προσώπων. Δὲν ἐννοῶ ὅμως τὴν παρ’ ἡμῶν ἄμεσον διανομὴν τῆς περιουσίας ταύτης.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός.). Ὅτε ἐγένετο ἡ ἕνωσις τῶν Ἰονίων νήσων καὶ τῆς Ἑλλάδος μεταξὺ τῶν ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν πρὸς λύσιν καὶ ἐπελύθησαν, παρουσιάσθη καὶ τὸ ζήτημα τῆς περιουσίας ἠθικῶν προσώπων πολιτειακῶν, ἐκλιπόντων συνεπείᾳ τῆς ἑνώσεως. Αἱ νῆσοι ἀπετέλουν Κράτη κατὰ τὴν νομοθεσίαν τὴν προηγουμένην, ἑπομένως ἦσαν ἠθικὰ πρόσωπα, εἶχον ἰδίαν περιουσίαν· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἑνώσεως τῶν Ἰονίων νήσων μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἔπαυσαν ὑφιστάμενα τὰ Κράτη, ἔπαυσαν ὑφιστάμεναι αἱ περιφέρειαι αὐτῶν ὡς ἠθικῶν προσώπων, καὶ συνεστήθησαν δῆμοι. Ἡ περιουσία ὅμως τῶν τέως Κρατῶν, μετὰ τὴν σύστασιν τῶν δήμων, εἰς οὐδένα διακεκριμένως ἐκ τῶν δήμων ἀνῆκεν· ἀνῆκεν εἰς τὴν διαδοχὴν τῶν ἠθικῶν προσώπων, τῶν ἀνυπάρκτων πλέον, τῶν μὴ ἐχόντων ὑπόστασιν. Ἡ περιουσία αὕτη δὲν εἶχεν ἰδιοκτήτην, διότι τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τῆς περιφερείας τῆς νήσου, τοῦ Κράτους, τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν ἑπτὰ, εἶχεν ἐκλείψει. Ἡ περιουσία αὐτοῦ τοῦ Κράτους, τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν ἑπτὰ, πῶς ἔδει νὰ διατεθῇ; Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει, ὅτι περὶ τούτου ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσωσιν οἱ δῆμοι. Πῶς δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἀπόφασιν εἰς τοὺς δήμους, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἡ περιουσία τῶν δήμων, ἀλλ’ εἶναι τοῦ καταργηθέντος Κράτους; Μόνον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι ἁρμόδιον ἵνα ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῆς, ἀλλὰ θὰ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῆς, ἔχον ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἶναι περιουσία, οὐχὶ τοῦ ὅλου Κράτους, ἀλλ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρότερον ἀπετέλουν Κράτος καὶ ἤδη ἀποτελοῦσι δήμους τοῦ ἐκλιπόντος Κράτους. Ὀφείλει ἄρα νὰ φροντίσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅπως διανείμῃ τὴν περιουσίαν κατὰ τὸ δίκαιον, ὀφείλει νὰ μελετήσῃ τὰ τοῦ χαρακτῆρος τῆς περιουσίας, τὰ τῆς πηγῆς ἑκάστου τῶν στοιχείων, ἐξ ὧν ἀπαρτίζεται, τὰ τῶν διαθέσεων τῶν ἐχόντων δικαιώματα ἐπὶ τῆς διαδοχῆς τοῦ ἐκλιπόντος Κράτους περὶ τὰ τῆς περιουσίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ὀφείλει ἡ Πολιτεία, νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῆς γνώμης τῶν ἐχόντων ἀξιώσεις ἐν τῇ διανομῇ, ἡ ὁριστικὴ ψῆφος περὶ διανομῆς ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, τοῦτο δὲ καὶ ἀνεγράφη ἐν τῇ πρώτῃ νομοθετικῇ ἀποφάσει περὶ τῆς ἀφομοιώσεως τῆς νομοθεσίας τῶν Ἰονίων νήσων μετά τῆς τοῦ λοιποῦ Βασιλείου. Ἐν ἄρθρῳ 11 τοῦ νόμου ΡΝʹ τοῦ 1866 περὶ ἀφομοιώσεως, ἔχομεν ἀναγεγραμμένην ἀρχὴν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀποῤῥέουσι πάντες οἱ μεταγενέστεροι νόμοι περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου Ἰονίου περιουσίας, οἷον οἱ νόμοι περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, Ἰθάκης........................
§97ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Περὶ διανομῆς, ἢ περὶ διαχειρίσεως;
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ διανομῆς, διότι ὁ νόμος ΡΝʹ τοῦ 1866 εἶχε κανονίσει προσωρινῶς τὰ περὶ τῆς διαχειρίσεως, ἀλλ’ εἶχεν ἀναγράψει, ὅτι ὁ προσωρινὸς οὗτος κανονισμὸς θὰ ἔχῃ διάρκειαν μέχρι τῆς διανομῆς διὰ νόμου τῆς περιουσίας ἑκάστου ἐγχωρίου ἑκάστου Κράτους. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον 11: «Ἀφ’ οὗ χρόνου λάβωσιν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν οἱ περὶ δημοτικῆς φορολογίας νόμοι τοῦ Βασιλείου καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ νόμου περὶ τῆς κατὰ δήμους διανομῆς, τῆς ἐπιχωρίου περιουσίας τῶν νήσων, ἡ διοίκησις τῆς περιουσίας ἑκάστης νήσου ἀνατίθεται εἰς ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἐκ τόσων μελῶν, ὅσοι εἰσὶν οἱ συνιστῶντες ἑκάστην νῆσον δῆμοι». Συνεπείᾳ τούτου συνεστήθησαν αἱ διαχειριστικαὶ ἐπιτροπαὶ ἐν ταῖς νήσοις, καὶ ἐγένετο ἐργασία πρὸς παρασκευὴν τῶν νόμων περὶ διανομῆς τῶν περιουσιῶν. Ἡ ἐργασία αὕτη ἀπέληξεν εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα ἐν τῇ νήσῳ Κεφαλληνίᾳ καὶ ἐν τῇ νήσῳ Ζακύνθῳ, δὲν ἀπέληξε δ’ ἔτι εἰς ἀποτέλεσμα ἐν τῇ νήσῳ Κερκύρᾳ. Ἐρχόμεθα ἤδη ὡς πρὸς τὴν νῆσον Κέρκυραν νὰ πράξωμεν, ὅ,τι καὶ πρότερον ἐπράξαμεν ὡς πρὸς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ Ζάκυνθον· ὡς πρὸς δὲ τὴν νῆσον Κεφαλληνίαν ἐρχόμεθα νὰ ἑρμηνεύσωμεν, νὰ συμπληρώσωμεν, νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν, νὰ βελτιώσωμεν τὰ ἀποφασισθέντα διὰ νόμου περὶ τῆς διανομῆς τῆς περιουσίας. Τοιοῦτος ὁ χαρακτὴρ τῶν νομοσχεδίων, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται ἤδη νὰ συζητήσωμεν. Πλὴν τούτου, ἐν τῇ σειρᾷ τῶν νομοσχεδίων τούτων ὑπάρχει καὶ νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς ἕτερόν τι, συναφὲς ὅμως, τουτέστιν εἰς τὴν συμβιβαστικὴν λύσιν τῶν ἐκκρεμῶν διαφορῶν τοῦ ἐγχωρίου τῆς Κερκύρας καὶ τοῦ Δημοσίου. Ἄνευ τῆς λύσεως τῶν ἐκκρεμῶν τούτων διαφορῶν, πᾶσα διανομὴ εἶναι ἀδύνατος, διότι ἡ κυριωτέρα περιουσία τῆς νήσου Κερκύρας εἶναι αὐτή, περὶ ἧς ἡ ἀμφισβήτησις πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἔπρεπεν ἡ ἀμφισβήτησις αὕτη νὰ ἀρθῇ, ἵνα γνωσθῇ, τί πρόκειται νὰ διανείμωμεν, καὶ ἀποκτήσῃ οὕτως ὑπόστασιν ἡ διανομή. Διὰ τοῦτο ἀρχόμεθα ἀπὸ νομοσχεδίου, ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως τῶν διαφορῶν τούτων, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς συμβιβαστικῆς ταύτης λύσεως, γινώσκοντες πλέον τί ἔχομεν νὰ διανείμωμεν, θέλομεν προβῆ ὡς πρὸς τὰ τῆς νήσου Κερκύρας εἰς ψήφισιν νόμου, κανονίζοντος τὰ τῆς διανομῆς, ὅπως ἐψηφίσαμεν ἤδη νόμους περὶ τῆς διανομῆς τῶν περιουσιῶν τῶν νήσων Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου.
§99ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Εἶδον μετ’ εὐχαριστήσεως τὴν εἰσαγωγὴν τῶν τριῶν νομοσχεδίων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐξομάλισιν τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἐκκρεμῶν διαφορῶν. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐγώ, ὡς ἀντιπρόσωπος Κερκύρας, κατὰ τὸν νόμον ἔχω δικαίωμα νὰ πληροφορηθῶ τί τρέχει, διότι κατὰ πρώτην φορὰν ὀλίγην ὥραν πρὸ τῆς συνεδριάσεως μοὶ ἔδωκαν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀναγνώσω, εἶδον ὅμως, ὅτι ἀναφέρονται συνθῆκαι, ἀναφέρονται ἀποφάσεις, ἀναφέρονται διαταγαὶ καὶ πολλὰ ἄλλα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δίκαιον, ἐπειδὴ τὰ ζητήματα ταῦτα ἀποβλέπουσιν εἰς τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, καὶ ἐπειδὴ οἱ Ἀντιπρόσωποι λείπουν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναβάλῃ μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα σήμερον νὰ τὰ ψηφίσωμεν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ νὰ μὴ προβῶμεν αὔριον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμεν ταύτην διὰ τὴν Δευτέραν, ἀφοῦ αὔριον θὰ φθάσωσι καὶ οἱ ἄλλοι Βουλευταί. (Γίνεται δεκτὴ εἰς αʹ συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κεφαλληνίας καὶ ἱδρύσεως δι’ αὐτῆς φιλανθρωπικῶν καταστημάτων ἐν Κεφαλληνίᾳ, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως τῶν ἐκκρεμῶν διαφορῶν μεταξὺ τοῦ Δημοσίου, τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας καὶ τοῦ Μοντζενιγείου κληροδοτήματος. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§103ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐξήγησιν παρακαλῶ· αἱ 55,000 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι θὰ πληρόνωνται ἐτησίως κατὰ τὸ ἄρθρον 1, ἐδάφιον γʹ, διὰ νὰ γίνῃ ὁ συμβιβασμὸς, θὰ πληρόνωνται μέχρις ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἢ ἐπ’ ἄπειρον;
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι τὸ κληροδότημα τῆς χήρας Μοντζενίγου, καὶ τὸ κληροδότημα ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ Κράτους τοῦ Ἑπτανησιακοῦ, ἑπομένως ὤφειλε τὸ Κράτος τοῦτο νὰ πληρόνῃ τὸν τόκον τοῦ κληροδοτήματος. Ἠγέρθη ζήτημα· τὸ Κράτος τὸ Ἑπτανησιακὸν εἶχε δανείσει.........
§105ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ εἶδον εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἐρωτῶ μόνον, ἐὰν αἱ δραχμαὶ αὗται θὰ πληρόνωνται ἐσαεί.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐσαεί.
§107ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ συναφθῇ ἓν δάνειον χρεωλυτικόν, διὰ νὰ μὴ ἦναι ἐπ’ ἄπειρον τὸ Δημόσιον ὑπόχρεων νὰ πληρόνῃ;
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρόκειται νὰ πληρώσῃ εἰς ἐκπαιδευτικόν τινα σκοπόν· ἐὰν ἄλλως συμβιβασθῶμεν, θὰ πληρώσωμεν τὸ κεφάλαιον, καὶ εἶναι προτιμότερον νὰ πληρόνωμεν μόνον τὸν τόκον.
§109ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Τὰ εἰσοδήματα τί ἐγένοντο;
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπεῤῥοφήθησαν ὑπὸ τοῦ ἐγχωρίου, ἤτοι τοῦ Κράτους........
§111ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ὑπάρχῃ συνθήκη;
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ τοιαῦται ὑποχρεώσεις ἀναλαμβάνονται ὡς ἀποῤῥέουσαι ἐκ τοῦ φυσικοῦ δικαίου, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη συνθήκης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὁμοίως δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων περὶ δημοτικῆς φορολογίας ὡς πρὸς τὴν νῆσον Κέρκυραν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§115ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν πληροφορίαν· δὲν δίδει τίποτε σήμερον;
§116ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὄχι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 2).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§118ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς τὴν Κέρκυραν ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι οὗτοι· ὑπάρχουσιν ἄμεσοι φόροι, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐπιβάλλωνται εἰσφοραί;
§119ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Βεβαίως· μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν δὲν εἶχον πόρους οἱ ἀγροτικοὶ δῆμοι καὶ τότε ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ εἰσφορῶν καὶ ἐράνων· ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουσιν ἐν Ἑπτανήσῳ ἄμεσοι φόροι, ἐννοεῖται, ὅτι ὁ ἔρανος οὗτος ἐπεβλήθη ἐπὶ τῆς ἐγγείου φορολογίας, τῆς ὑποτιθεμένης. Συμβαίνει δὲ τὸ ἑξῆς, ὅτι, ἐπειδὴ ὅλη ἡ φορολογία βαρύνει τὴν γεωργίαν, διότι δὲν ἔχουσιν ἄμεσον φορολογίαν, ἐπειδὴ ἡ γεωργία βαρύνεται μὲ τὸν ὑπερβολικὸν φόρον τοῦ 19%, τὸν ὁποῖον ηὐξήσαμεν ἐσχάτως, ἐπέρχεται καὶ ἕτερον βάρος ὡς ἐκ τοῦ ἐράνου καὶ τοιουτοτρόπως τὸ βάρος τῆς γεωργίας καθίσταται δυσβάστακτον· ἐσκέφθημεν συνεπῶς, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ αὕτη ἡ κατάστασις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνακουφισθῇ ἡ γεωργικὴ τάξις, καὶ προέβημεν εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου, δι’ οὗ καταργεῖται ὁ ἔρανος, καὶ ἀντικαθίσταται διὰ ποσοῦ ἐκ τῶν ἐν τῷ Τελωνείῳ δημοτικῶν εἰσπράξεων, τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται καὶ αὔξησις.
§120ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰσπράττουσιν οἱ ἀγροτικοὶ δῆμοι μόνον τὸ ποσὸν τῶν 5,000 δραχμῶν;
§121ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὔτε εἰς τὸ δέκατον αὐτῶν δὲν γίνεται ἡ εἴσπραξις.
§122ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατ’ ἔτος;
§123ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι, κατὰ μῆνα (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὁμοίως δὲ καὶ τὸ σύνολον). (Ἐπίσης γίνεται δεκτὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς αʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἡ πρότασις νόμου περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΣΞΓʹ περὶ ὁδοποιΐας καὶ ΣΚϚʹ περὶ συστάσεως Ταμείου αὐτῆς.
§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸν λόγον.
§126ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1836 Β. Διατάγματος περὶ ἀνακοπῆς.
§128ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Εἶναι βεβαίως λίαν ἀξιέπαινος ἡ πρόνοια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θελήσαντος νὰ πληρώσῃ ἓν κενόν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1836 καὶ περὶ οὗ οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια, καίτοι πολλοὶ κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο διάστημα ἄνθρωποι ἕνεκα αὐτοῦ ἀπώλεσαν τὰς περιουσίας των, δίκαι δὲ μακραὶ καὶ πολυδάπανοι ἐγεννήθησαν. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, μεταῤῥυθμίσαν τὸ ἄρθρον 596 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, οὐδὲν ὥρισε περὶ προθεσμίας τῆς ἀνακοπῆς τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμενόντων. Ἕνεκα τῆς σιωπῆς καὶ ἀτελείας ταύτης τοῦ νόμου τὰ Δικαστήρια, ὁσάκις ἐκαλοῦντο νὰ δικάσωσιν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀπεφαίνοντο, εἴτε ἐφαρμόζοντα κατ’ ἀναλογίαν ἄλλας διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, εἴτε στηριζόμενα ἐπὶ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Ἐκ τούτου δὲ ἡ νομολογία ἐκυμαίνετο, ποτὲ μὲν παραδεχομένη προθεσμίαν ἀνακοπῆς ἑξάμηνον, ποτὲ δὲ τριετῆ καὶ ποτὲ τριακονταετῆ, ἣν τελευταῖον καὶ σταθερῶς ἀπεδέχθη. Πάντα ταῦτα πολλὰ παρήγαγον ἄτοπα καὶ πλείστας προὐξένησαν ζημίας· διότι, ἐν ὅσῳ μὲν δὲν ἦτο σταθερὰ ἡ νομολογία, οὐδεὶς ἐγίνωσκε, πῶς πρέπει νὰ κανονίσῃ τὰς μετὰ τῶν ἀπόντων διαφορὰς του καὶ πότε δύναται νὰ ᾖ βέβαιος, ὅτι ἔχει τέλος πάντων ὑπὲρ αὑτοῦ τελεσίδικον ἀπόφασιν, ἀφ’ ὅτου δὲ ἡ νομολογία σταθερῶς παρεδέχθη, ὅτι οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντες δύνανται ν’ ἀνακόψωσι τὴν ἐρήμην αὑτῶν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν ἐντὸς τριακονταετίας, ἄλλο, ὄχι μικρότερον κακὸν, προέκυψε, διότι ἡ ἡ ἀπόφασις δὲν ἦτο προσωρινῶς ἐκτελεστὴ καὶ τότε ὁ πιστωτὴς ἔπρεπε νὰ περιμένῃ μίαν ὁλόκληρον τριακονταετίαν, ὅπως δυνηθῇ νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν καὶ λάβῃ τὸ δίκαιόν του, τρέχων τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ ἴδῃ ἐν τῷ μεταξὺ ἐκποιουμένην ἢ ὑποθηκευομένην τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου, καὶ ἐκλιποῦσαν ἑπομένως πᾶσαν ἀσφάλειαν ὑπὲρ τῆς ἀπαιτήσεώς του, χωρὶς νὰ δύνηται ν’ ἀντιτάξῃ τι εἰς τοῦτο, ἤ, ἐὰν ἡ ἀπόφασις ἦτο προσωρινῶς ἐκτελεστή, ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν, νὰ κατάσχῃ καὶ ἐκπλειστηριάσῃ κτήματα τοῦ ὀφειλέτου του, τὰ κτήματα ταῦτα νὰ περιέλθωσιν εἰς τρίτους, μετὰ παρέλευσιν δὲ 15 ἢ 20 ἐτῶν νὰ ἐπανέλθῃ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ὁ ὀφειλέτης, ν’ ἀνακόψῃ τὴν ἐρήμην αὑτοῦ ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν, συνεπείᾳ δὲ τούτου νὰ καταπέσῃ ἡ ὅλη διαδικασία, καὶ οἱ τρίτοι, οἱ καλῇ τῇ πίστει ἀγοράσαντες τὰ κτήματα, νὰ ἴδωσιν αἴφνης ἑαυτοὺς ὑποχρεωμένους νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ κτήματα ταῦτα εἰς τὸν δύστροπον ὀφειλέτην. Ἐννοεῖτε δὲ ταῦτα ὁποίαν ἐγέννων σωρείαν δικῶν καὶ εἰς ὁποίας δαπάνας καὶ ζημίας ὑπέβαλλον τοὺς διαδίκους· δίκαι μεταξὺ πιστωτοῦ καὶ ὀφειλέτου ἀφ’ ἑνὸς, δίκαι μεταξὺ τῶν τρίτων κατόχων καὶ τοῦ πιστωτοῦ καὶ ὀφειλέτου ἀφ’ ἑτέρου. Τοιαῦτα τινὰ οὐχὶ σπανίως συνέβαινον, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ὡς δικηγόρος διεξήγαγον πλέον ἢ ἅπαξ τοιαύτας δίκας. Λίαν καλῶς λοιπὸν ἔπραξεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, εἰσαγαγὼν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ὁρίζεται ἀκριβῶς ἡ προθεσμία πρὸς ἀνακοπὴν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμενόντων, διότι δι’ αὐτοῦ θὰ ἐκλείψωσιν αἱ ζημίαι καὶ τὰ ἄτοπα, ἅπερ προηγουμένως ὑπέδειξε, καὶ θὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ συμφέροντα ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι δίκας μετ’ ἀνθρώπων, διαμενόντων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ· ἀλλὰ δέον νὰ προσέξωμεν, μήπως, ἐκ τῆς ὑπερβαλλούσης ἐπιθυμίας καὶ φροντίδος τοῦ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ διαμενόντων, φθάσωμεν εἰς τὸ ἕτερον, πολὺ μεῖζον ἄτοπον, τοῦ νὰ παραβλάψωμεν τὰ συμφέροντα τῶν ἀποδημούντων καὶ ἐμβάλωμεν αὐτοὺς εἰς τὸν φοβερὸν κίνδυνον, τοῦ νὰ βλέπωσι τὴν περιουσίαν των ἀφαρπαζομένην παρ’ ἀνθρώπων, πρὸς οὓς οὐδὲν ὀφείλουσι. Τοιοῦτο δὲ βεβαίως θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα, ἐὰν διὰ τοῦ νόμου δὲν ὁρισθῇ τρόπος ἐπιδόσεως τῶν ἀποφάσεων πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντας, παρέχων τὴν ἐγγύησιν, ὅτι θὰ περιέρχηται εἰς γνῶσιν αὐτῶν τὸ ἐπιδιδόμενον ἔγγραφον. Παρέχεται τοιαύτη ἐγγύησις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Νομίζω ὄχι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι, ἂν ἐπέβαλλεν εἰς τὸν κοινοποιοῦντα τὴν ἐρήμην ἀπόφασιν τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ ἐπιδώσῃ αὐτὴν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ καταχωρίσῃ ταύτην ἔν τινι ἐφημερίδι, ἐν Ἀθήναις ἐκδιδομένῃ, καὶ ἐὰν πρὸς τούτοις ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπεχρεοῦτο νὰ δημοσιεύσῃ αὐτὴν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, παρείχοντο ἱκαναὶ ἐγγυήσεις, ὅτι ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις θὰ ἐλάμβανεν ὁπωσδήποτε γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πολὺ ἐπλανήθη, διότι καθόσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ ἔγγραφον, ὅπερ θέλει ἐπιδίδεσθαι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, σπανίως θέλει περιέρχεσθαι εἰς χεῖρας τοῦ, πρὸς ὃν δέον νὰ ἐπιδοθῇ, εἴτε διότι οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν πολὺ ὀλίγον θὰ φροντίζωσι ν’ ἀποστείλωσι τὸ ἔγγραφον εἰς τὸ μέρος, ἔνθα οὗτος διαμένει, εἴτε διότι, καὶ ἂν ἀποσταλῇ ὅπου δεῖ, οἱ Πρόξενοι δὲν θὰ φροντίζωσι νὰ ἐπιδώσωσι τὸ ἔγγραφον, εἴτε καὶ διότι οἱ κλητῆρες, οἱ ἐπιφορτιζόμενοι ὑπὸ τῶν Προξένων τὰς ἐπιδόσεις, πολὺ ὀλίγον φροντίζουσι νὰ ἐκτελῶσι ταύτας, προτιμῶντες, ὅπως ἀποφύγωσι τὸν κόπον τοῦ νὰ ζητῶσι τὸν, πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, νὰ σημειῶσιν ἐν τῷ ἐπιδοτηρίῳ, ὅτι δὲν τὸν εὗρον. Ταῦτα εἶναι δυστυχῶς λίαν συνήθη παρ’ ἡμῖν, καὶ εἰς ἐμὲ πολλάκις συνέβη νὰ κοινοποιήσω ἔγγραφα κατ’ ἀνθρώπων διαμενόντων εἰς γνωστὸν καὶ ὡρισμένον τῆς ἀλλοδαπῆς μέρος, καὶ ἐν τούτοις, ἢ δὲν ἔλαβον ποσῶς ἐπιδοτήριον περὶ τῆς εἰς αὐτοὺς ἐγχειρίσεως τοῦ ἐγγράφου, ἢ ἔλαβον ἔκθεσιν τοῦ κλητῆρος τοῦ οἰκείου Προξενείου, ἐν ᾗ οὗτος ἐδήλου, ὅτι δὲν εὗρε τὸν πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, ἐνῷ ἐγὼ ἐγίνωσκον ἀκριβῶς, ὅτι οὗτος διέμενεν εἰς τὸ ὁρισθὲν μέρος. Ἐὰν δὲ ταῦτα συμβαίνωσιν, ὅταν ἦναι γνωστὴ ἡ διαμονὴ τοῦ ἐρήμην δικασθέντος, τί νὰ εἴπωμεν, ὅταν αὕτη ἦναι ἄγνωστος; τότε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, μακρὰν τοῦ νὰ ὑπάρχῃ πιθανότης, ὅτι θὰ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν αὐτοῦ τὸ ἐπιδοτέον ἔγγραφον, τοὐναντίον ὑπάρχει βεβαιότης, ὅτι οὐδέποτε θὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ.
§129ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Περὶ προσώπων ἀγνώστου διαμονῆς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λάβητε κἀμμίαν ἐγγύησιν, περὶ τῶν γνωστῶν πρόκειται.
§130ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Πρέπει λοιπὸν οἱ ἄγνωστον ἔχοντες τὴν διαμονὴν νὰ καταδικάζωνται, χωρὶς νὰ δύνωνται νὰ ὑπερασπισθῶσιν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἴσα ἴσα διότι δὲν εἶναι γνωστὴ ἡ διαμονή των, ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ δικαίωμα μείζονος προστασίας.
§131ΤΖΑΝΕΣ. Ἐὰν ἦναι ἀπόντες, ἡμεῖς ἔχομεν Προξένους καὶ δὲν εἶναι δύσκολον νὰ γνωσθῇ ἡ διαμονή των ἐντὸς τῆς τριμήνου προθεσμίας· ἐὰν δὲ ἦναι ἀγνώστου διαμονῆς, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τοὺς εὕρητε.
§132ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἴσα ἴσα διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν εὑρίσκω καλὸν τὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον τρόπον ἐπιδόσεως, διότι δὲν ἐξασφαλίζονται προσηκόντως τὰ συμφέροντα τῶν ἀπόντων καὶ ἰδίως τῶν ἀγνώστου διαμονῆς, τοὺς ὁποίους, ὅσην προσπάθειαν καὶ ἂν καταβάλῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τοὺς ἀνεύρῃ, ὅπως ἐπιδώσῃ αὐτοῖς τὸ δικόγραφον. Καὶ ταῦτα μὲν καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπίδοσιν, καθόσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἔν τινι ἐφημερίδι τῆς πρωτευούσης καταχώρισιν, οὐδὲ τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι μέσον ἱκανὸν, ὅπως λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐγγράφων οἱ δι’ οὓς ταῦτα ἐπιδίδονται. Γινώσκετε, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ ἐφημερίδες ἐλαχίστην ἔχουσιν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ κυκλοφορίαν. Καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς μεγαλοπόλεσι τῆς Εὐρώπης ἀκόμη σπανίως βλέπει τις Ἑλληνικὴν ἐφημερίδα, ὥστε, καὶ ἐν τοιαύτῃ πόλει ἂν διαμένῃ τις, δὲν ὑπάρχει μεγάλη πιθανότης, ὅτι θὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν πρὸς αὐτὸν κοινοποιουμένων ἐγγράφων. Φαντασθῆτε, ἂν διαμένῃ ἐν Ἀφρικῇ, Αὐστραλίᾳ ἢ Ἀμερικῇ, ἔνθα οὐδεμία ποτὲ εἰσέρχεται Ἑλληνικὴ ἐφημερίς. Τὸ κακὸν δὲ τοῦτο γίνεται ἔτι μεγαλείτερον ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν τὴν ἐφημερίδα θὰ προσδιορίζῃ ὁ Ὑπουργός· διότι, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἦναι εὐσυνείδητος, θὰ ὁρίζῃ βεβαίως ἐφημερίδα, ἔχουσαν μεγάλην κυκλοφορίαν, ἀλλὰ δύναται νὰ συμβῇ, ὥστε, θέλων νὰ προστατεύσῃ δημοσιογράφον φίλον του, νὰ ὁρίζῃ πρὸς καταχώρισιν τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδιδομένην ἐφημερίδα καίτοι ἡ ἐφημερὶς αὕτη οὐδεμίαν ἔχει κυκλοφορίαν. Τοῦτο δὲ, δηλαδὴ ὁ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ προσδιορισμὸς τῶν ἐφημερίδων, δύναται νὰ φέρῃ καὶ ἄλλο ἄτοπον, νὰ καθίσταται δηλαδὴ ἡ καταχώρισις τῶν ἀποφάσεων μονοπώλιον μιᾶς ἢ δύο ἐφημερίδων, οἱ συντάκται τῶν ὁποίων θ’ ἀπαιτῶσι μεγάλας ἀμοιβὰς παρὰ τῶν διαδίκων. Ἐκτὸς τούτων, τὸ νομοσχέδιον ἔχει μίαν ἄλλην σπουδαιοτάτην ἔλλειψιν. Δὲν ὁρίζει πότε ἄρχεται ἡ προθεσμία πρὸς ἔφεσιν παρὰ τῶν διαμενόντων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν γενικὴν ἀρχὴν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καθ’ ἣν ἡ πρὸς ἔφεσιν προθεσμία ἄρχεται ἀπὸ τῆς παρελεύσεως τῆς πρὸς ἀνακοπὴν καὶ ὅτι θὰ ἰσχύῃ ἡ συνήθης τῆς ἐφέσεως προθεσμία, τότε θὰ ἔχωμεν τρεῖς μῆνας διὰ τὴν ἀνακοπὴν καὶ ἕνα διὰ τὴν ἔφεσιν· ὥστε παρερχομένων ἐν ὅλῳ τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς εἰς τὴν ἐφημερίδα κοινοποιήσεως, ἡ ἀπόφασις θὰ καθίσταται τελεσίδικος καὶ ὁ δυστυχὴς διάδικος, ὁ διαμένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, θὰ καταδικάζηται ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως νὰ πληρώσῃ, ὅ,τι ὀφείλει, χωρὶς νὰ λάβῃ ποτὲ γνῶσιν τῆς κατ’ αὐτοῦ γενομένης ἀγωγῆς. Καὶ ταῦτα μὲν θὰ συμβαίνωσιν, ἐὰν ὁ ἀποδημῶν ἐδικάσθη ἐρήμην. Ἀλλ’ ἐὰν δικασθῇ κατ’ ἀντιμωλίαν, πρὶν δὲ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις ἀναχωρήσῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, χωρὶς ν’ ἀφήσῃ ἐν Ἑλλάδι ἀντίκλητον, τότε τί θέλει ἰσχύει; πότε θ’ ἄρχηται ἡ πρὸς ἔφεσιν προθεσμία; Περὶ τούτου οὐδὲν ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἑπομένως μένει καὶ πάλιν ἐν τῷ νόμῳ μέγα κενόν. Κατὰ τὴν δικονομίαν τοῦ ἄλλοτε Ἰονίου Κράτους αἱ πρὸς τοὺς ἀπόντας ἐπιδόσεις ἐγίνοντο ὡς ἑξῆς. Ἐπεδίδετο τὸ ἔγγραφον εἰς τὴν σύζυγον τοῦ ἀπόντος, ἐὰν δὲ δὲν εἶχε σύζυγον, εἰς τὸν πατέρα, ἐλλείψει αὐτοῦ εἰς τὴν μητέρα, ἐλλείψει μητρὸς εἰς τὸν ἀδελφὸν καὶ ἐν ἐλλείψει πάντων τούτων εἰς τὸν πλησιέστερον συγγενῆ, κατεχωρίζετο δὲ καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ τοιαύτη ἐπίδοσις ἐπανελαμβάνετο τρὶς κατὰ τρία διάφορα χρονικὰ διαστήματα. Οὕτως ὑπῆρχε πᾶσα πιθανότης, ὅτι οἱ, πρὸς οὓς ἡ ἐπίδοσις, θὰ ἐλάμβανον γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου, διότι οἱ συγγενεῖς αὐτῶν, γινώσκοντες κρεῖττον παντὸς ἄλλου, ποῦ διαμένουσι, θὰ ἐφρόντιζον νὰ τοὺς εἰδοποιήσωσι. Παραδέχομαι, ὅτι σήμερον, ὡς ἐκ τῆς ἀταξίας, μεθ’ ἧς γίνονται αἱ ἐπιδόσεις, καὶ τῆς εὐκολίας, μεθ’ ἧς συντάσσονται οὐχὶ σπανίως ἐπιδοτήρια πλαστὰ, καὶ ὁ τρόπος οὗτος δὲν παρέχει ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις. Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸν τρόπον ἐπιδόσεως, ὃν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον καὶ συνάμα προσθέσωμεν καὶ τὸν τῆς Ἰονίου δικονομίας, πρὸς τούτοις δὲ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν κοινοποιοῦντα τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιδίδῃ ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως εἰς τὸν Δήμαρχον, τὸν Ἐφημέριον καὶ τὸν Συμβολαιογράφον τῆς τελευταίας ἐν Ἑλλάδι κατοικίας τοῦ, πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, τότε βεβαίως θὰ ἔχωμεν οὐχὶ πιθανότητα, ἀλλὰ βεβαιότητα σχεδὸν, ὅτι τὸ ἔγγραφον θὰ περιέλθῃ ὅπως δήποτε εἰς γνῶσιν τοῦ, δι’ ὃν ἐπιδίδεται, διότι ἓν ἐκ τῶν προσώπων τούτων θὰ φροντίσῃ, νὰ εἰδοποιήσῃ περὶ τούτου τὸν ἐνδιαφερόμενον. Τὸ τοιοῦτον θ’ ἀπαιτήσῃ βεβαίως μείζονα δαπάνην, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι προκειμένου περὶ πράγματος οὕτω σπουδαίου, ἡ δαπάνη αὕτη εἶνε πλειότερον, ἢ πᾶσα ἄλλη, δεδικαιολογημένη. Τὸν τρόπον τοῦτον ἁπλῶς ὑποδεικνύω, χωρὶς νὰ ἔχω καὶ ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι ὁ ἄριστος, διότι τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ δυσκόλως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εὗρε τρόπον ἀσφαλῆ, ἐπαρκῶς ἐξασφαλίζοντα τὰ συμφέροντα ἀμφοτέρων τῶν διαδίκων. Καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, νὰ δεχθῇ, ὅπως τὸ νομοσχέδιόν του ὑποβληθῇ εἰς μεγαλειτέραν βάσανον, εἴτε παραπεμπόμενον εἰς εἰδικὴν ἐκ Βουλευτῶν Ἐπιτροπὴν, ὅπως τὸ μελετήσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὴν περὶ αὐτοῦ γνώμην της, εἴτε ἀναβαλλόμενον διὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ ἀνετώτερον καὶ μετὰ μείζονος προσοχῆς ἐξετασθῇ καὶ μελετηθῇ. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον ἔμενεν ἀκανόνιστον ὑπὸ τοῦ νόμου, δὲν βλάπτει νὰ μείνῃ ἐπ’ ὀλίγον ἀκόμη.
§133ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν μου καὶ ἀπαντήσω εἰς τὸν προαγορεύσαντα. Ὁ μόνος σκοπὸς, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν, εἶναι, νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῆς ἐπιδόσεως ὁ διάδικος διότι, προκειμένου νὰ τὸν στερήσωμεν τοῦ δικαιώματος τῶν ἐνδίκων μέσων, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἡ προθεσμία ἤρχισε νομίμως νὰ τρέχῃ. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ὑπέβαλε καὶ τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἐν Ἑπτανήσῳ ἄλλως τε, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι διὰ τὸν ἐν Αὐστραλίᾳ διαμένοντα οὔτε ὁ ἐφημέριος, οὔτε ὁ Δήμαρχος τοῦ χωρίου ἐν Κεφαλληνίᾳ εἶναι οἱ ἁρμόδιοι, νὰ τῷ γνωστοποιήσωσι τὸ ἔγγραφον. Ἕως τώρα εἴχομεν τὴν μακρὰν προθεσμίαν· σήμερον πρόκειται νὰ τὴν περιορίσωμεν, ἀλλὰ μὴ ζητῶμεν τ’ ἄκρα· ἂς κάμωμεν ἕνα περιορισμὸν δίκαιον, μέτριον καὶ ἀνάλογον τῶν περιστάσεων. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἐπιζητήσωμεν, ὥστε τὸ δικόγραφον νὰ ἐπιδίδωται εἰς χεῖρας τοῦ ἀντιδίκου. Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ὁ ἔντιμος προαγορεύσας παρέστησεν, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὕρητε τὸν ζητούμενον ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, δὲν ὑφίσταται, διότι, ἀφοῦ ἡ ἔκθεσις τοῦ Προξένου βεβαιώσῃ, ὅτι ὁ διάδικος δὲν εὑρέθη ἐκεῖ, ὅπου ἐχαρακτηρίσθη ἡ κατοικία του, καὶ δὲν ἐπεδόθη τὸ ἔγγραφον, ἄρχεται ἡ διαδικασία τῆς ἀγνώστου διαμονῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ τροπολογία ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ δεχθῇ αὐτὴν, διότι, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, εἶναι ὁ μόνος τρόπος, ὁ ὁποῖος ἐξασφαλίζει τὰ δικαιώματα τῶν διαδίκων, χωρὶς νὰ παραβλάπτηται οὐδενὸς ἄλλου τὸ δικαίωμα.
§134ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Βεβαίως, προκειμένου περὶ σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην μου, διότι ἕκαστος ὀφείλει νὰ συντελέσῃ, ἐφ’ ὅσον δύναται, εἰς τὴν τελειοτέραν διατύπωσιν τῶν μέσων, δι’ ὧν δύναται συγχρόνως νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ περιουσία τοῦ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντος, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἐνάγοντος. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εὑρίσκω τὴν ἐπιζητουμένην ἐξασφάλισιν οὔτε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οὔτε ἐν τῇ προτάσει τοῦ κ. Ρικάκη. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εὑρίσκω καὶ ἐμὲ αὐτὸν ἀνεπαρκῆ τὴν στιγμὴν ταύτην, νὰ συντελέσω εἰς τελειοτέραν λύσιν τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος. Σκέπτομαί τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πλησιάσῃ ἴσως πρὸς τὴν τελειοτέραν λύσιν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι καὶ αὐτὸ τὸ τέλειον. Σκέπτομαι, ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν μεταβαίνοντα, νὰ κοινοποιήσῃ τῷ Ὑπουργῷ τῶν Ἐξωτερικῶν δήλωσιν περὶ διορισμοῦ πληρεξουσίου ἀντικλήτου ἐν Ἑλλάδι, ἥτις δήλωσις νὰ δημοσιεύηται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑποχρεῶται δὲ πᾶς ὁ ἔχων μετ’ αὐτοῦ διαφορὰν νὰ ἀπευθύνηται πρὸς τὸν ἀντίκλητον, ὅστις θέλει γνωρίζει καὶ τὴν διαμονὴν τοῦ ἐντολέως του, ὥστε νὰ δύνηται νὰ συνεννοηθῇ μετ’ αὐτοῦ, καὶ τὰ κατ’ αὐτὸν ἐν γένει, ἤθελον εἶσθαι καλλίτερον παντὸς ἄλλου μέσου, τοὐλάχιστον διὰ τοὺς ἐπιμελεῖς. Ἀλλ’, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ πρόξενον μεγάλων ζημιῶν, ὅταν πρόκηται μάλιστα περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὴν προσωπικὴν κατάστασιν τοῦ ἀνθρώπου, λ. χ. περὶ δίκης διαζυγίου, ἢ περὶ ἀκυρότητος ἑνὸς γάμου. Βλέπω δὲ καὶ ἄλλο ἄτοπον εἰς ἄλλην περίστασιν, ὅτι δηλαδὴ εἰς ἐνάγων κοινοποιεῖ ἀγωγὴν φανταστικὴν καθ’ ἑνὸς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντος καὶ λαμβάνει δι’ ἐρημοδικίας ἀπόφασιν, δι’ ἧς καταδικάζεται ὁ ἀντίδικός του, νὰ πληρώσῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, χωρὶς νὰ ὀφείλῃ τίποτε. Ὁ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένων δὲν λαμβάνει γνῶσιν τῆς κατ’ αὐτοῦ δίκης, καὶ ἐν τούτοις ἀποκτᾶται τελεσιδικία δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, διὰ μόνης τῆς εἰς τὸν Ὑπουργὸν κοινοποιήσεως. Τοῦτο εἶναι τελεία καταστροφὴ, ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προφυλαχθῇ, ἐνῷ, κατὰ τὴν ἀνωτέρω ὑποδειχθεῖσαν γνώμην μου, ὁ προνοητικὸς τοὐλάχιστον ἄνθρωπος δύναται νὰ προφυλαχθῇ ἀπὸ καταστροφῆς, διορίζων, καθ’ ὃν ὑπέδειξα τρόπον, τὸν ἀντίκλητόν του ἅμα ὡς θελήσῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐκληφθῇ ὡς τέλειόν τι ἡ γνώμη μου. Βλέπω καὶ εἰς αὐτὴν ἀτέλειαν· ὑπέδειξα καὶ τὰ κακὰ τὰ μεγαλείτερα τοῦ νομοσχεδίου· ὡμολόγησα καὶ τὴν ἀνεπάρκειάν μου, ἵνα ὑποδείξω τρόπον λύσεως ἀσφαλῆ. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν γνώμην μου, ὅπως ἀναβληθῇ διὰ τὸν Ὀκτώβριον ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων τούτων, διὰ νὰ μελετηθῇ, νὰ σταλῇ καὶ εἰς ἐπιτροπὴν, καὶ ἴσως εὑρεθῇ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὸ τέλειον· τοσούτῳ μᾶλλον, κ. Πρόεδρε, καθόσον δὲν βλέπω νὰ ἐπισπεύδῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου· δὲν πρόκειται διὰ τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ νὰ κινδυνεύσωμεν συμφέροντα, ἀφοῦ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐζήσαμεν ὑπὸ τὸ καθεστός. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει δὲν εὑρίσκω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Συναδέλφου καλλιτέραν, εὑρίσκω αὐτὴν μάλιστα χειροτέραν ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὁρίζει βραχυτέραν προθεσμίαν καὶ προσέτι, διότι εὑρίσκω ἐν αὐτῇ τὸ ἄτοπον, ὅτι οὐδέποτε ἀποκτᾶται τελεσιδικία, καθόσον σπανίως θὰ εὑρίσκηται ὁ διάδικος, ἵνα κοινοποιηθῇ πρὸς αὐτὸν τὸ δικόγραφον, καὶ, ἂν εὑρίσκηται, δὲν θὰ δέχηται τὸ δικόγραφον, καὶ οὐδέποτε θ’ ἀρχίζῃ ἡ προθεσμία.
§135ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐξήγησαν ἐπαρκῶς τοὺς λόγους, τοὺς προκαλέσαντας τὴν ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοθετήματος· δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσῃ τις τελεσιδικίαν καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντά του κατὰ τοῦ ἀντιδίκου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἡ νομοθεσία ἡ κειμένη δημιουργεῖ ἀπόλυτον πρὸς τοῦτο ἀδυναμίαν, τὸ δὲ ζήτημα εἶναι ἀνάξιον πολλῆς προσοχῆς, οὐδὲ ἡ παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος αὐτοῦ ἐπὶ πλέον εἶναί τι ἐντελῶς ἀζήμιον. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι εἶναι χιλιάδες ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν μέχρι τῆς ἐκδόσεως ἐρήμην ὁριστικῆς ἀποφάσεως καὶ ἐσταμάτησαν, διηνεκῶς δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑφίσταται τὴν ἐνόχλησιν, τὴν δικαίαν, τῶν παραπονουμένων καὶ ζητούντων παρ’ αὐτοῦ νὰ δώσῃ λύσιν τέλος πάντων εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ κενὸν τοῦτο τῆς νομοθεσίας ἡμῶν δὲν ἀνεκαλύφθη τώρα, οὐδ’ ἐκ τοῦ προχείρου ἐπιδιώκεται μία οἱαδήποτε διόρθωσις. Τὸ κενὸν τοῦτο εἶναι πρὸ δεκάδων ἐτῶν κατάδηλον, οὐδὲ ἠμέλησέ τις τῶν Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐργασθῇ πρὸς μελέτην καὶ ἐξεύρεσιν τρόπου συμπληρώσεως τοῦ κενοῦ τούτου. Εἶναι ὀγκώδης ὁ φάκελλος τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ παρ’ ἡμῖν διαπρεπέστεροι νομοδιδάσκαλοι ἔκαμον πρὸς ἐξεύρεσιν τρόπου συμπληρώσεως τοῦ κενοῦ. Τῆς μελέτης ταύτης ἔλαβον γνῶσιν, δὲν ἠρκέσθην δὲ εἰς τοῦτο, ἀλλὰ προεκάλεσα νέαν περὶ τούτου μελέτην, καὶ ἔσχον τὴν περιέργειαν νὰ ζητήσω καὶ μάθω, πῶς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι κεκανονισμένον εἰς τὰ ἄλλα Κράτη· ἐν γνώσει δὲ ὅλων αὐτῶν ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶναι ὁ πρακτικώτερος καὶ σχετικῶς τελεσφόρος. Τὸ 1874 ὑπεβλήθη νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου προὐτείνετο νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐπιδόσεις τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων, καὶ ἑπομένως ὡς πρὸς τὴν ἔναρξιν τῆς πρὸς ἀνακοπὴν τούτων προθεσμίας, ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων περὶ ἐπιδόσεως ἀγωγῶν, ἢ ἄλλων δικογράφων, ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, δηλαδὴ νὰ ἐπιδίδηται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅστις νὰ στέλλῃ τὸ δικόγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἐπιδόσεως νὰ ἄρχηται ἡ προθεσμία. Ὁ Ἄρειος Πάγος πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἶχε δοκιμάσει νὰ δώσῃ λύσιν ἐξ ἀναλογίας, ἐπεκτείνων σχετικήν τινα διάταξιν τῆς Δικονομίας. Τὴν γνώμην δὲ, τὴν ὁποίαν τότε εἶχεν ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ 20 ἴσως ἐτῶν ἐγκατέλιπε, ῥητῶς καὶ ὁμοιομόρφως πάντοτε ἀποφηνάμενος, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου προθεσμία πρὸς ἀνακοπὴν, τὴν γνώμην, λέγω, ἐκείνην εἶχεν ὑποστηρίξει καὶ ὁ σοφὸς καθηγητὴς ἡμῶν κ. Οἰκονομίδης, θεωρῶν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν νόμον, κανονίζοντα τὰ τῆς τοιαύτης προθεσμίας, δὲν δεσμευόμεθα ἀπὸ τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 197 τῆς Πολιτ. Δικονομίας, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι τὰ τῶν προθεσμιῶν δύνανται διὰ συνεννοήσεως παρὰ τῶν διαδίκων νὰ κανονίζωνται, εἰς τὸ Δικαστήριον ὅμως οὐδέποτε ἐπιτρέπεται νὰ ἀπομακρύνηται ἀπὸ τοῦ νόμου. Ἄρα φρονεῖ ὁ κ. Οἰκονομίδης, ὅτι, μὴ ὑπάρχοντος νόμου, δύναται τὸ Δικαστήριον κατ’ ἀναλογίαν νὰ ἐφαρμόσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου σχετικὰς διατάξεις κειμένας, ὑποστηρίζει δὲ ὅτι, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἰσχύωσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 541 τῆς Πολιτ. Δικονομίας. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, ἔρχεται, μετὰ τὴν μελέτην τῶν τοσούτων ἐτῶν, νὰ πληρώσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ὁμολογῶ, ὅτι τινὲς τῶν ὑποβληθεισῶν ἀντιῤῥήσεων εἶναι ἄξιαι προσοχῆς, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ τρόπος ἄλλος, παρέχων πλείονας ἐγγυήσεις, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως καθιστῶν δυνατὴν τὴν ἀπόκτησιν τελεσιδικίας κατὰ διαδίκου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ μένοντος. Χθὲς ἔτι, καίτοι τὰ ζητήματα εἶχον μελετηθῆ, παρεκάλεσα οὐχ ἧττον τὸν ἀξιότιμον καθηγητὴν τῆς Πολιτ. Δικονομίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κ. Ψαρᾶν, καὶ συνεμελετήσαμεν πάλιν τὸ ζήτημα, καὶ εὑρέθη ἐντελῶς σύμφωνος καὶ αὐτοῦ ἡ γνώμη πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς ἔχει διατυπωθῆ, καὶ ὡς ὑπεβλήθη εἰς ὑμᾶς, ἐστάλη καὶ πρὸς τὸν κ. Οἰκονομίδην, μὲ τὴν παράκλησιν, νὰ δώσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπὶ τούτου. Ἰδοὺ δὲ τί ὁ κ. Οἰκονομίδης ἰδίᾳ αὐτοῦ χειρὶ ἐσημείωσεν εἰς τὸ περιθώριον τοῦ νομοσχεδίου. «Στρεψόδικον ἐθεώρησα πάντοτε τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ καλῶς εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο». Ἀνέγνων μετ’ ἐπιστασίας τὴν μακρὰν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω, ὅτι θεραπεύει τι, ἢ ὅτι παρέχει γνώμην, δυναμένην πρακτικῶς νὰ συντελέσῃ εἰς κρείττονα τοῦ ζητήματος λύσιν· ἡ μία, ἀλλὰ καὶ ἐπαρκὴς ἀντίῤῥησις, ἡ ὁποία δύναται κατὰ τῆς τροπολογίας ταύτης νὰ ἀπευθυνθῇ, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν διὰ διακοπῆς πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς πρὸ ὀλίγου εἶπον. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπαιτεῖ νὰ γίνῃ ἡ ἐπίδοσις πρὸς τὸν διάδικον, τὸν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντα· ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτὸν, κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐπίδοσις; Τίνες εἰσὶν αἱ Προξενικαὶ Ἀρχαὶ καὶ τίνες οἱ Προξενικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου θὰ ἐκτελέσωσιν αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, καὶ τίνες εἰσὶν οἱ τρόποι, δι’ ὧν θὰ ἀμυνθῶμεν κατὰ τῆς πρὸς ἀποδοχὴν τοῦ δικογράφου ἀρνήσεως τοῦ διαδίκου; Τί θὰ κάμῃ ὁ Πρόξενος, ὅταν ὁ διάδικος ἀρνηθῇ νὰ λάβῃ τὸ ἐπιδιδόμενον δικόγραφον; Ἐρωτῶ τὸν ἕτερον κ. Συνάδελφον, τίνος Δικονομίας αἱ διατάξεις θὰ ἐφαρμοσθῶσι; Τῆς ἡμετέρας; Πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον καὶ παρὰ τίνος; Ἀλλὰ τῆς ξένης Δικονομίας, ἡ ὁποία ἰσχύει ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἐπιδόσεως; Ὑπολογίσατε ὅμως, ὁποῖον στάδιον ἐνστάσεων καὶ ἀμφισβητήσεων καὶ στρεψοδικιῶν ἀνοίγεται οὕτω. Οὐδαμοῦ ἠδυνήθησαν νὰ εὕρωσι κρείττονα λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ, ὡς εἰς μέτρον ἀναγκαῖον, κατελήξαμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τηρεῖται ὁ τρόπος, καθ’ ὃν γίνονται αἱ ἐπιδόσεις πρὸς τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ μένοντας, δηλ. τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ διευθύνῃ ἀμελητεὶ τὸ δικόγραφον, ὅπου ἀπευθύνεται, πλὴν ὅμως τούτου, θὰ γίνῃ δημοσίευσις αὐτοῦ ἐν ἐφημερίδι, τὴν ὁποίαν ἐπίτηδες δὲν ἀφήσαμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ διαδίκου, καὶ ἀνεθέσαμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ βάρος νὰ ὁρίζῃ ταύτην, ἵνα ὁρίζηται ἐφημερὶς ἐκ τῶν τὰ μάλα κυκλοφορουσῶν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ περιέλθῃ οὕτω τὸ δικόγραφον εἰς γνῶσιν παντὸς Ἕλληνος, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκηται. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν δὲν ἐπέλθῃ, θέλει πάντως περιέλθῃ εἰς γνῶσιν εἴτε τοῦ πατρός του, εἴτε τῆς μητρός του, εἴτε συγγενοῦς του, εἴτε οἱουδήποτε φίλου του, εἴτε οἱουδήποτε ὑπὲρ αὐτοῦ ἐνδιαφερομένου ἐν Ἑλλάδι, ὥστε πάντως θὰ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τῶν διαδίκων, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως. Δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι πλείονες ἐγγυήσεις. Δὲν λέγω, ὅτι εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἐπαναπαύει ἐντελῶς τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἐπὶ τριάκοντα πέντε ἔτη ἐστάθη ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ καλλίτερος τρόπος καὶ ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν λύσιν τέλος πάντων διὰ τοὺς πολλοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα ἔτη ἀδυνατοῦσι νὰ λάβωσι τὸ δίκαιόν των. Δὲν πρόκειται περὶ νομοθετήματος πολιτικῆς ἐννοίας· ἤθελον ἐγὼ ὁ ἴδιος ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ Κοινοβουλίου, ἤθελον νὰ εὕρω ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀσφαλεστέραν καὶ λυσιτελεστέραν τινὰ γνώμην, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἀμέσως ἀσπασθῆ· δυστυχῶς ὅμως δὲν ἤκουσα τοιαύτην.
§136ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἂς προστεθῇ καὶ μία ἐπίδοσις εἰς τὸν Δήμαρχον.
§137ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θεωρῶ ὡς ὀρθοτάτην τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπουφίδου, ὅπως ἀναβληθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν μελέτην μιᾶς Ἐπιτροπῆς.
§138ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πολλαὶ Ἐπιτροπαὶ τὸ ἐμελέτησαν ἐπὶ 25 ἤδη ἔτη.
§139ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμολογεῖ, ὅτι οὐδεμία λύσις δίδεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§140ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοιοῦτον.
§141ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὸ εἴπετε· καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἐνῷ ὁ κ. Μπουφίδης ἰσχυρίσθη τοῦτο, σεῖς οὐδεμίαν ἐφέρατε ἀντίῤῥησιν εἰς αὐτό. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀσφαλίζονται τὰ δικαιώματα τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμενόντων ὀφειλετῶν, ἢ δῆθεν ὀφειλετῶν, πλὴν, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Μπουφίδης, δύναταί τις στρεψόδικος νὰ ἐναγάγῃ Ἕλληνα, διαμένοντα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, νὰ δικάσῃ αὐτὸν ἐρήμην, καὶ τὴν ἀπόφασιν τὴν ἐρήμην νὰ καταστήσῃ τελεσίδικον, ὡς μὴ λαμβάνοντος γνῶσιν τῆς ἐρημοδικίας του τοῦ ὀφειλέτου, μακρὰν διαμένοντος. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἔνθα δύναμαι νὰ εὕρω πολλὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ὀρθόν. Περιεμέναμεν 35 ἔτη· ἐχάθη ὁ κόσμος, ἐὰν περιμείνωμεν μέχρι Νοεμβρίου; Πρέπει νὰ πείσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι νομοθετοῦμεν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνομεν εὐθύνην ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ χάσωσι συμφέροντα, καὶ ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μας. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μπουφίδου, τοῦ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ παραπεμφθῇ τοῦτο εἰς ἐπιτροπὴν Βουλευτῶν. Εἴδατε, ὅτι καὶ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια παρεπέμφθησαν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις τὰ ἐμελέτησε καὶ τὰ ἐβελτίωσε, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο καὶ ἀντίῤῥησίς τις κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπιδέχεται καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ συζήτησιν, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ θὰ τὸ μελετήσῃ καὶ θὰ τὸ ἐξετάσῃ ἐν ἡσυχίᾳ, καὶ δύναται νὰ τὸ καταρτίσῃ ὡς δεῖ.
§142ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι, προκειμένου νὰ νομοθετήσωμεν καὶ νὰ ἀναπληρώσωμεν ἓν κενὸν, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη, δὲν ἐκπληροῦμεν τὸν σκοπόν μας, οὐδὲ συμπληροῦμεν τὸ κενὸν, προτείνοντες νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τέλειον, ἀφοῦ εἶναι δυνατὸν δι’ αὐτοῦ ὁ διάδικος νὰ μὴ λάβῃ γνῶσιν, οὐδὲ πρέπει εἰς ἁπλῆν πρόληψιν νὰ στηρίξωμεν τελεσιδικίαν. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ ὑποβληθῶ εἰς τὰς προκληθείσας γνωμοδοτήσεις, ὅταν τὴν πρότασιν, τοῦ νὰ ἐπιδοθῇ ἡ ἀπόφασις εἰς χεῖρας τοῦ διαδίκου, θεωρῆτε μὴ πραγματοποιήσιμον καὶ νομίζετε, ὅτι ἐκπληροῦτε τὸν σκοπόν σας, παραδίδοντες αὐτὸ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν; Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι τὸ ἐναντίον. Ἐννοῶ, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Πρόξενος πρέπει νὰ πιστοποιῇ, ἂν ἐγένετο ἡ ἐπίδοσις, νὰ ὑπάρχῃ ἔκθεσις, ἐξ ἧς νὰ δύνηται νὰ βεβαιωθῇ τὸ ἀπαραίτητον γεγονὸς, ὅτι ἔλαβε γνῶσιν ὁ διάδικος τοῦ ἐγγράφου, διότι μόνον τότε δυνάμεθα νὰ τὸν θεωρήσωμεν ἐκπρόθεσμον, ἐνῷ μόνη ἡ ἐπίδοσις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ πλήρης κατόπιν σιωπὴ δὲν ἐκπληροῖ τὸν προορισμὸν τοῦ νόμου, ὅπως ἐπέλθῃ τελεσιδικία κατὰ τοῦ δικασθέντος ἐρήμην. Τὸ ἔγγραφον δύναται νὰ μὴ τὸ δεχθῇ ὁ διάδικος, ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου θὰ συνταχθῇ ἔκθεσις, καὶ ἑπομένως ἔχομεν ἐνταῦθα μεγαλειτέραν ἐγγύησιν, παρὰ τὴν ἐπίδοσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§143ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν εἶναι παντοῦ Πρόξενοι.
§144ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀκόμη χειρότερον· ἂν δὲν ὑπάρχῃ Πρόξενος, τί θὰ κάμῃ τὸ δικόγραφον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν; Μήπως οὗτος εἶναι ἀντίκλητος τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμενόντων; Θέλετε νὰ νομιμοποιήσητε ἓν ψεῦδος, καὶ νὰ ψηφίσητε διάταξιν, καταστρέφουσαν μεγάλα δικαιώματα. Διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων σας σᾶς πολεμῶ· διότι, ἐὰν ἀπαντᾶτε τὸ ἀδύνατον, πρέπει νὰ σταματήσητε.
§145ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέδειξεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑποκύπτει σήμερον, καὶ ὑποβάλλει τὸ νομοθέτημα· πρὸς τούτοις κατέδειξεν, ὅτι ἐξ ἀτελείας τοῦ νομοθετήματος προκύπτουσι μεγάλαι δυσχέρειαι καὶ μεγάλα ζητήματα· σᾶς λέγω δὲ ὡρισμένως, ὅτι πρὸ εἰκοσαετίας ὑφίσταται μεταξὺ ἑνὸς συμπολίτου μου καὶ ἑνὸς ἐν Τεργέστῃ κατοικοῦντος διαφορὰ, ἥτις οὔτε ἐλύθη, οὔτε θὰ λυθῇ, ἕνεκα τῆς ἀτελείας τοῦ νομοθετήματος. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ νομοθέτημα δὲν εἶναι τέλειον, ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν νὰ ψηφισθῇ, καὶ ἂν ἴδωμεν, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ, ἐπιφέρομεν βελτίωσιν. Δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησε νὰ εἴπῃ, ὅτι πρὸ διετίας, ὅτε προΐστατο τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Κοντόσταυλος, συνεκροτήθη Ἐπιτροπὴ ἀπὸ 12 ἢ 15 πρόσωπα διακεκριμένα, τῶν ὁποίων ἐγὼ ἤμην ὁ ἐλάχιστος, ἡ ὁποία ἐβασάνισεν ἐπὶ 5 ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν διατάξεων τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται, εἶναι ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης. Ἐκεῖ ἦσαν μέλη ὁ κ. Παπαῤῥηγόπουλος, ὁ κ. Οἰκονομίδης, ὁ κ. Ψαρᾶς, ὁ κ. Φιλάρετος κλπ., ἑπομένως δὲν εἰσάγεται ἐκ τοῦ προχείρου, ἔχομεν δὲ καθῆκον νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοθέτημα, διότι κινδυνεύουσι σπουδαῖα συμφέροντα.
§146ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Πρέπει νὰ προστατεύσωμεν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ.
§147ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρέπει νὰ τεθῇ προθεσμία μείζων.
§148ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ δέχομαι.
§149ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡσαύτως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται περισσότεραι δημοσιεύσεις. Ἂν ἀφήσωμεν δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ὁρίζῃ ἑκάστοτε τὴν ἐφημερίδα, τότε εἶναι κίνδυνος, μήπως ἡ δημοσίευσις ἀποβῇ ἐντελῶς ἄσκοπος, καὶ ἐπιθυμῶ, ὡς πρὸς τοῦτο, νὰ ὁρίζηται ἡ ἐφημερὶς, ἐν ᾗ θὰ γίνωνται αἱ τοιαῦται δημοσιεύσεις ἐκ τῶν προτέρων, ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους, διότι οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἔχουσιν ὡρισμένα κέντρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκουσιν ἐφημερίδας, καὶ οὕτω, ἐγγραφόμενοι συνδρομηταὶ εἰς γνωστὴν ἐκ τῶν προτέρων ἐφημερίδα, θὰ δύνωνται ἀσφαλέστερον νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τοιούτων σπουδαίων δικαστικῶν δημοσιεύσεων καὶ νὰ προστατεύωσι τὰ συμφέροντά των.
§150ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς προθεσμίας καὶ νὰ διπλασιάσω αὐτὴν εἰς ἕξ μῆνας διὰ τοὺς ἐν τῇ Τουρκίᾳ καὶ δώδεκα διὰ τοὺς ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Ἐπίσης δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τὴν διπλῆν καὶ τετραπλῆν δημοσίευσιν.
§151ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐκ τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ἀποδοχῆς τῶν διαφόρων τροπολογιῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι προσηκόντως μεμελετημένον, μολονότι μᾶς λέγουσιν, ὅτι εἶναι ἀπόῤῥοια μελέτης 35 ἐτῶν, καὶ ὅτι ἔχουσιν ἐκθέσεις τοῦ κ. Ψαρᾶ καὶ τοῦ κ. Οἰκονομίδου. Ἂν καὶ δὲν ἔχωμεν γνῶσιν τῶν ἐκθέσεων τῶν σοφῶν νομοδιδασκάλων, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἐπαναλάβωμεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι δὲν ἀσφαλίζει τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντας· ἀπόδειξις δὲ τῆς ἀτελείας τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς μὴ ἐπαρκοῦς μελέτης εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλογεροπούλου, περὶ ἐπεκτάσεως τῆς προθεσμίας. Τοῦτο θὰ εἰπῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰδέα σαφὴς καὶ ὡρισμένη, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος, νὰ μελετηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν, καὶ ὄχι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ τὸ ψηφίσωμεν, ὡς νὰ κινδυνεύῃ ἡ Πατρὶς, καὶ ὡς νὰ πρόκηται νὰ σωθῇ διὰ τῆς βεβιασμένης ἐπιψηφίσεως τοιούτου νομοσχεδίου.
§152ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἔντιμος φίλος μου δύναται νὰ ζητήσῃ ἀναβολὴν καὶ νὰ ἐπιτύχῃ αὐτὴν ἴσως, ἀλλὰ τὸ κατόρθωμα δὲν θὰ ἦναι πολὺ σπουδαῖον· δύναται νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι καὶ ἐπὶ 50 ἔτη ἂν ἤθελεν ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα, εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν ταύτην θὰ εὑρίσκετο. Δὲν εἶναι ζήτημα, πρώτην φορὰν καὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι ἀναφυόμενον· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐν πάσῃ νομοθεσίᾳ συνεζητήθη, ἐφ’ οὗ ὅμως οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς ἐπαρκὲς ἀποτέλεσμα, διότι ἡ λύσις αὐτοῦ ὑπερβαίνει τὰς δυνάμεις τὰς ἀνθρωπίνους. Πρόκειται ἁπλῶς νὰ εὑρεθῇ ὅσον οἷόν τε ὀλιγώτερον ἀτελὲς σύστημα. Τὸ ζήτημα ἐμελετήθη καὶ οὐδαμοῦ εὑρέθη λύσις, παρέχουσα ἐγγυήσεις μείζονας τῶν ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ ἀναβάλωμεν;
§153ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζωμεν, τότε σιωπῶ, τὸ ἀποδέχομαι, ἐὰν μάλιστα πρόκηται νὰ διατρέξωμεν καὶ τὸν ἔσχατον κίνδυνον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐχάθη ὁ κόσμος μέχρι τοῦ Νοεμβρίου, διὰ νὰ τὸ μελετήσωμεν καὶ διὰ νὰ εἴμεθα ἐν γνώσει τοῦ τί ψηφίζομεν.
§154ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφ’ ὅτου δικηγορεῖτε, τὸ μελετᾶτε.
§155ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι μεμελετημένον. Ἐδῶ ὑπάρχουσι Συνάδελφοι μὴ νομικοὶ, οἱ ὁποῖοι πρέπει ἐν γνώσει νὰ ψηφίσωσι, νὰ ἴδωμεν τί θὰ γράψῃ ὁ τύπος, τί θὰ εἴπωσιν οἱ ἁρμόδιοι καὶ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ οἱ Δικηγορικοὶ Σύλλογοι, ὧν εἰσέτι τὴν γνώμην δὲν ἐμάθομεν.
§156ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχουσι μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἐφάνη ἐφημερὶς Ἑλληνική, καὶ ὅπου οὐδέποτε οἱ ἄνθρωποι ἀναγινώσκουσιν ἐφημερίδα, ἑπομένως καὶ ἡ δευτέρα κοινοποίησις, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, δὲν παρέχει ἐγγυήσεις περισσοτέρας, δὲν κάμνει ἄλλο, παρὰ νὰ αὐξάνῃ τὴν δαπάνην, ἐνῷ ἡ ἐπίδοσις εἰς τὸν Δήμαρχον παρέχει ἐγγυήσεις, διότι ὁ Δήμαρχος θὰ τὸ κοινοποιήσῃ εἰς τοὺς συγγενεῖς, καὶ θὰ γνωρίζῃ ἴσως, ποῦ εἶναι ὁ διάδικος.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Σεπτεμβρίου 1836 Διατάγματος περὶ ἀνακοπῆς). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ἄρθρων 689 καὶ 690 τῆς Πολ. Δικονομίας. Ὁ κ. Σάκκης ἔχει τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ.
§158ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ τροπολογία αὕτη θὰ εἶχε πολλὴν σημασίαν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν κειμένων διατάξεων, τουτέστιν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίας’ καταργουμένης ὅμως τῆς ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίας, ἡ τροπολογία δὲν δὲν ἔχει σημασίαν. Εἶναι περιττὸν νὰ ζητήσωμεν πιστοποιητικὸν περὶ τῆς καταγωγῆς ἢ κατοικίας τοῦ αἰτοῦντος, διότι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀναρμοδίως εἰσάγει τὴν αἴτησίν του, ἀσφαλεστάτη ἐγγύησις εἶναι ἡ πρόσκλησις τῶν δανειστῶν, οἵτινες δὲν θὰ παρίδωσι τοῦτο. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν ἀκουσθεισῶν γνωμῶν ὑποβάλλω τὰς ἑξῆς τροπολογίας: Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Μπουφίδης εἶχε ζητήσει τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐδαφίου 2 τοῦ ἄρθρ. 690, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ μὴ θεωρῶνται διεκφεύγοντες τὴν ἀναστολὴν οἱ δανεισταὶ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκλητεύθησαν, διότι πιθανὸν νὰ ἦναι δανεισταὶ, οἱ ὁποῖοι νὰ ἦναι ἄγνωστοι, ἐκ συναλλαγματικῶν λ. χ. Τὴν παρατήρησιν εὑρῆκα δικαίαν, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῆς τροποποιῶ ὡς ἑξῆς τὸ ἄρθρον 690: «Ἐπὶ τῇ αἰτήσει ταύτῃ δύναται, κατὰ τὸ δοκοῦν τῷ ἁρμοδίῳ Δικαστηρίῳ, νὰ ἀνασταλῇ ἐφ’ ἅπαξ καὶ μέχρι τῶν ἓξ μηνῶν ἡ καταδίωξις. Ἡ ἀναστολὴ αὕτη δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις, τὰς ἐκ χρεῶν μὴ περιληφθέντων ἐν τῇ αἰτήσει.» Χωρὶς δὲ νὰ ζητηθῇ παρ’ οὐδενὸς, ὑποβάλλω πρόσθετον ἐδάφιον εἰς τὸ ἄρθρον 690, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν, νὰ καταστήσῃ εὐκολωτέραν τὴν διεξαγωγὴν τῶν δικῶν τούτων, ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ, μὴ τυχὸν ἡ ἐφ’ ἅπαξ περιοριζομένη εἰς 6 μῆνας ἀναστολὴ δὲν ἐπαρκέσῃ, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ὁριστικὸν τέλος ἡ δίκη. Ἐθεώρησα, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ παράσχωμεν εὐκολίαν τινὰ πρὸς ταχεῖαν καὶ ὁριστικὴν περάτωσιν τῶν τοιούτων δικῶν. Προσθέτω λοιπὸν ἐδάφιον, ἔχον οὕτως: «Αἱ δίκαι περὶ παραχωρήσεως περιουσίας εἰσάγονται καὶ δικάζονται ὡς κατεπείγουσαι, ἄνευ πράξεως πρὸς τοῦτο τοῦ ἁρμοδίου Προέδρου, πᾶσαι δὲ αἱ ἐκδιδόμεναι ἀποφάσεις εἰσὶ προσωρινῶς ἐκτελεσταί.» Τοιουτοτρόπως ἐκλείπει ἐντελῶς πᾶς κίνδυνος καὶ πᾶσα ὑπόνοια ἐνόχου καὶ ὑπαιτίου παρελκύσεως τῆς δίκης. (Γίνεται οὕτω δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). (Ὁμοίως ψηφίζονται εἰς γʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια: Περὶ προσθέτου διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 182 τῆς Πολ. Δικονομίας. Περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἄρθρων 118 καὶ 234 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1882 ᾼΝΕʹ Νόμου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή). Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§160ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μόνον κάμνω μίαν διάκρισιν· ὅταν πρόκηται μετάθεσις μεταξὺ ἰσοβάθμου θέσεως, τότε νομίζω, ὅτι εἶναι ἀποχρῶσαι αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν Εἰσαγγελέων· ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ ὑποβιβασμοῦ, τότε νομίζω, ὅτι δὲ εἶναι ἀρκοῦσα ἡ γνωμοδότησις, ἀλλὰ δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου.
§161ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δέχομαι τὴν τροπολογίαν, ὡς πρὸς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν τοῦ ὑποβιβασμοῦ νὰ προηγῆται καὶ γνωμοδότησις τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, διαγραφεισῶν ἐν τῇ βʹ. γραμμῇ τῶν λέξεων «ἢ ὑποβιβασμὸς διὰ μεταθέσεως ἀπὸ Εἰρηνοδικείου ἢ εἰδικοῦ Πταισματοδικείου ἀνωτέρας τάξεως εἰς κατωτέρας» καὶ προστεθείσης τῆς ἑξῆς παραγράφου: «Ὑποβιβασμὸς δὲ διὰ μεταθέσεως ἀπὸ Εἰρηνοδικείου ἢ εἰδικοῦ Πταισματοδικείου ἀνωτέρας τάξεως εἰς κατωτέρας, ἐπιτρέπεται μόνον τῇ ἐγγράφῳ αἰτήσει τοῦ μετατιθεμένου, ἢ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ ἁρμοδίου Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν περὶ τοῦ ὑποβιβασμοῦ, προκαλουμένῃ ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως.»)
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ χρόνου καὶ περιπτώσεων μεταθέσεως τῶν Ἐφετῶν, Πρωτοδικῶν κλπ. (Γίνεται δεκτὸν, προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀντικατασταθῇ ὁ τίτλος ὡς ἑξῆς: «Περὶ ὁρισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν παρὰ τοῖς Ἐφετείοις καὶ Πρωτοδικείοις, περὶ κανονισμοῦ χρόνου καὶ περιπτώσεων μεταθέσεως αὐτῶν κλπ.». (Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ ἀκόλουθος τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, προτείνοντος νὰ ταχθῇ ὡς ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκει). «Ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Πρωτοδικῶν παρ’ ἑκάστῳ Δικαστηρίῳ ὁρίζεται τὸ πρῶτον δεκαπενθήμερον τοῦ Αὐγούστου κατὰ διετίαν, ἀρχομένην ἀπὸ τῆς πρώτης Αὐγούστου 1887, διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διὰ τοῦ ἐτησίου Προϋπολογισμοῦ ὁριζομένου ὁλικοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Πρωτοδικῶν. «Καὶ ἐντὸς τῆς διετίας δύναται νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἐφετῶν ἢ τῶν Πρωτοδικῶν Δικαστηρίου τινὸς καὶ ν’ αὐξηθῇ ἑτέρου, διὰ Βασιλικοῦ ὡσαύτως Διατάγματος, ἂν ὑποβληθῶσι, προκειμένου μὲν περὶ Πρωτοδικείων, σύμφωνοι γνωμοδοτήσεις τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, εἰς ὧν τὴν περιφέρειαν ὑπάγονται τὰ Πρωτοδικεῖα, παρ’ οἷς γενήσεται ἥ τε προσθήκη καὶ ἡ ἐλάττωσις, προκειμένου δὲ περὶ Ἐφετείων, γνωμοδότησις τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως.» (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία, ταχθεῖσα ὡς ἄρθρον 1).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 τάσσεται ὡς ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§165ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ προστεθῶσιν ὡς ἐδάφιον ά. τὰ ἑξῆς: «Τῆς περιπτώσεως τῆς § 2 τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, ὅτε ἡ μετάθεσις δικαστοῦ ἐκ τοῦ Δικαστηρίου, οὗ ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς, γίνεται μόνον εἰς ἐκεῖνο, οὗ αὐξάνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν.» (Γίνεται οὕτω δεκτὸν τὸ ἄρθρον· ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3, ταχθέντα ὡς ἄρθρα 3 καὶ 4. Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον).
§166ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Αὔριον, κύριοι Βουλευταὶ, ἔχομεν συνεδρίασιν κατὰ τὴν συνήθη ὥραν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 11 καὶ ½ μ. μ.