1886.11.01
1.180 στίχοι · 9.039 λέξεις · 86 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
Τῆς 1 Νοεμβρίου 1886.
(Σάββατον).
Ὥρᾳ 3 Μ. Μ. (Εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Βλέπω, κύριοι, ὅτι ἤδη ἔχομεν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ εἴμεθα διατεθειμένοι ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἂν δὲν ὑπάρχῃ γενικὴ συναίνεσις τῆς Βουλῆς. Αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν συνῆλθον ἔτι, ἵνα παρασκευάσωσι τὰς ἐκθέσεις των βραδύνουσι ὑπερβαλλόντως, καὶ ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ βραδύτης, ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων καὶ ἄνευ τῆς γνώμης τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἂν ὅμως θεωρῇ ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο πρόωρον σήμερον, εἴμεθα πρόθυμοι, καθ’ ἣν ἤκουσα ἐκφραζομένην εὐχὴν παρά τινων ἐκ τῶν κκ. βουλευτῶν, ἵνα προσδιορίσωμεν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὁπωσδήποτε θέλει γίνει ἔναρξις τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἥτις ἤδη ἐδημοσιεύθη. Ὅ,τι δήποτε ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου, ἡμεῖς θέλομεν συμφωνήσει, δεχόμεθα δὲ τὴν προσεχῆ Τρίτην ἢ Τετάρτην ὡς τὴν ὁριστέαν ἡμέραν.
§3ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἀκούω νὰ γίνεται λόγος περὶ ἐκθέσεων τῶν Ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀνέγνωσα τὸν Κανονισμὸν καὶ παρατηρῶ ὅτι τὰ νομοσχέδια τυποῦνται καὶ τίθενται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ, τότε παραπέμπονται εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς. Ἠρώτησα καὶ χθές, ἐγένετο καμμία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; ὄχι· πῶς λοιπὸν ἐστάλησαν;
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτομεν ὅτι ἐγένετο τοιαύτη ἀπόφασις, διότι πολλὰ διεξάγονται ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ συνήθειαν. Τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀποστέλλονται εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ὅτι σιωπηρῶς ἐγένετο ἡ εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς παραπομπή. Ἄν ὅμως ὑπάρχει περὶ τούτου ἀντίῤῥησις, πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἂν σταλῶσιν εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς τὰ νομοσχέδια, πρέπει αὗται νὰ ὑποβάλωσιν ἐντὸς βραχείας διορίας τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν· ἂν δ’ αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν ὑποβάλωσιν ἐγκαίρως ἐκθέσεις, πρέπει ληξάσης τῆς διορίας νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὴν ἤδη δημοσιευθεῖσαν. Δυνάμεθα, νομίζω, νὰ προσδιορίσωμεν τὴν προσεχῆ Τετάρτην πρὸς τὴν τοιαύτην ἔναρξιν, εἴτε μετὰ τῶν γνωμοδοτήσεων τῶν Ἐπιτροπῶν, εἴτε καὶ ἄνευ τῶν γνωμοδοτήσεων αὐτῶν.
§5ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐνεγράφησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς διαφόρους κατηγορίας, ἡ πρωτίστη ὅμως κατηγορία εἶναι ἡ τῶν νομοσχεδίων τῶν σκοπούντων νὰ συμπληρώσωσι τὰ κενὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Κατὰ τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπηνέχθησαν ἐν αὐτῷ ἐλαττώσεις 6,686,000, ἀλλ’ ἐγένοντο προσθῆκαι διάφοροι ἄλλαι, ἡ δὲ αὔξησις ἡ ἐκ τῶν φόρων ἀνέρχεται εἰς 20,395,000. Αἱ προσθῆκαι αὗται πρόκειται νὰ νομοθετηθῶσιν, ἡ δὲ συζήτησις ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων τούτων εἶναι συζήτησις καθαρῶς εἰδικὴ ἐπὶ τοῦ ἂν πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ ἢ μὴ τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ φόρου, ἐπὶ τοῦ ἂν πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ ἢ μὴ τὴν προτεινομένην ταύτην αὔξησιν καὶ ἐπὶ τοῦ ἂν πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ ἢ μὴ τὰς διατάξεις τῶν λεπτομερειῶν ἢ νὰ μεταῤῥυθμίσῃ αὐτὰ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς εἰδικῆς ταύτης συζητήσεως, ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων τούτων συνδέεται μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐργασθῶμεν σπουδαίως ἐπὶ τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν οἱονδήποτε οἰκονομικὸν σύστημα, νομίζω, ὅτι συμφέρει διὰ τὴν σκόπιμον ἐργασίαν νὰ συζητηθῇ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι οὕτω μία ψῆφος ἀποδοχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλει εὐκολύνει πλέον τὴν συζήτησιν καὶ ἀποδοχὴν τῶν νομοσχεδίων κατὰ τὰς λεπτομερείας, ἢ μία ψῆφος μὴ ἀποδοχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλει ὁδηγήσει τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μέτρον οἱονδήποτε. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἤρχισε τὰς ἐργασίας της, δὲν γνωρίζω διατί, δύνανται δὲ νὰ προβάλλωσιν, ὅτι τὰς μεταμεσημβρινὰς ὥρας ἀσχολοῦνται ἐνταῦθα, ἠδυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ταχυτέραν προεξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐὰν ἀπεδεχόμεθα ἀναστολὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ μάλιστα, ἂν ἡ Βουλὴ ἐργάζεται, δὲν ἔχει εἰμὴ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἰς τὸ πρῶτον δ’ ἐν αὐτῇ ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἔλθει εἰς συζήτησιν, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν σκοπούντων νὰ πληρώσωσι τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλει λάβει χώραν συζήτησις, ἥτις πάλιν θέλει ἐπαναληφθῆ εἰς ἑπόμενον ἄλλο νομοσχέδιον καὶ ἀπολεσθῆ μάτην χρόνος, μηκυνομένων τῶν συζητήσεων. Διὰ ταῦτα ὑποβάλλω ἁπλῶς γνώμην, εἰς τὴν ὁποίαν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ἀντίῤῥησις, δὲν ἐπιμένω, νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν ἐπί τινας ἡμέρας καὶ νὰ προσκληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ν’ ἀσχοληθῇ ἀνενδότως, ὅπως ὑποβάλωσιν ἡ τε πλειονοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία τὰς ἑαυτῶν ἐκθέσεις καὶ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἀναβολὴ ζητεῖται παρ’ ἁπάσης τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀναβολὴ τριῶν ἡμερῶν, οὐδαμῶς δὲ ἀναβολὴ σκοποῦσα τὴν μὴ ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἰμὴ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι σπουδαία καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐπιβαλλομένη, δὲν δύναται δὲ νὰ γείνῃ ἐπιπολαίως καὶ ἐν βραχεῖ. Ἡ ἐργασία ἐκείνη ἀπαιτεῖ πολλὰς ἡμέρας· ἑπομένως ἀναβολὴ χάριν τῆς ἐνάρξεως τῶν συζητήσεων μετὰ τὴν ὑποβολὴν καὶ διανομὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ σημαίνει διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν ἐπὶ χρόνον πολὺν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὑποθέτω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ μετὰ τοσούτων μηνῶν διακοπὴν τῆς ἐνεστώσης Συνόδου. Ἡ συζήτησις ἡ γενικὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι φυσικὸν νὰ προταχθῇ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὁπωσδήποτε σχετιζομένων πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς τὴν γενικὴν συζήτησιν ἡ ὑποβολὴ τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἄνευ τοιαύτης ἐκθέσεως δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὰ τοῦ οἰκονομικοῦ σχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος εἰς αὐτὴν, καὶ ἂν κατὰ τοιοῦτον τρόπον θέλει νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν, τουτέστι νὰ ἐξετάσῃ ἐν πρώτοις ἐν συνόλῳ τὴν ἔννοιαν τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων συνάμα μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ κατόπιν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως ἑνὸς ἑκάστου τῶν νομοσχεδίων, ἡμεῖς θέλομεν συνδράμει πρὸς τοῦτο τοὺς κυρίους βουλευτὰς τοὺς τοιαύτην ἔχοντας γνώμην· ἀλλὰ δὲν νομίζομεν, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ ἀφορμὴ ὅπως ἀναβληθῶσιν ἐπὶ πολὺ αἱ συνεδριάσεις ἡμῶν. Διὰ ταῦτα φρονῶ ὅτι, ἂν διακόψωμεν μέχρι τῆς Τετάρτης, ἀρξώμεθα δὲ τὴν Τετάρτην τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπιφυλαττομένου ἐννοεῖται εἰς πάντα βουλευτὴν τοῦ δικαιώματος ὅπως συζητήσῃ γενικώτερον, ἐὰν θέλῃ, εὐθὺς ἀπὸ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι δίδομεν τὴν προσήκουσαν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα. Ἀναγγέλλω ὅτι κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν ἔντυπος ἡ κατάστασις περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκποιηθέντων κτηνῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐδημοσιεύθη τὸ σχέδιον νόμου περὶ τοῦ Δασμολογίου κατ’ ἀντιπαράθεσιν πρὸς τὸν κείμενον νόμον, ἵνα κατανοηθῶσιν αἱ προτεινόμεναι διαφοραὶ ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου. Οὕτω δύναταί τις ν’ ἀντιληφθῇ ἐκ τοῦ παραλληλισμοῦ τῶν κειμένων κατὰ πόσον ὁ κείμενος νόμος μεταβάλλεται ὑπὸ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου. Ἐπίσης διενεμήθη καὶ πίναξ τῶν προϋπολογιζομένων εἰσπράξεων ἐκ τῆς προβαλλομένης μεταβολῆς τοῦ Δασμολογίου. Οὗτος εἶχε ζητηθῆ καὶ παρὰ πολλῶν βουλευτῶν καὶ εἶχον εἰπεῖ ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῷ Τυπογραφείῳ. Ἤδη ἐτελείωσεν ἡ τύπωσις καὶ ἐγένετο ἡ διανομή. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδέχεται, καὶ ἂν δὲν ἐξεφράσθη ῥητῶς ἡ γνώμη αὐτῆς, προτείνω ὅπως ἀποφανθῇ ἂν παραδέχεται ἵνα παραπεμφθῶσι πάντα τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς, δεύτερον δὲ ἵνα διακόψῃ τὰς συνεδριάσεις ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, ἐπαναλάβῃ δ’ αὐτὰς τὴν προσεχῆ Τετάρτην, ὅτε θέλει ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, εἴτε κατατεθῶσιν εἴτε δὲν κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν Ἐπιτροπῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποσταλῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς τὰς εἰδικὰς Ἐπιτροπάς;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς μέχρι τῆς προσεχοῦς Τετάρτης;
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐδένα βλέπω λόγον, ὅπως διακόψωμεν τὰς ἐργασίας μας. Τὰ Τμήματα, ἐὰν θέλωσι νὰ ἐργασθῶσιν, ἔχουσιν ἀρκοῦντα χρόνον, διότι ἡμεῖς ἐδῶ ἀρχίζομεν τὰς ἐργασίας μας τὴν 4 ὥραν μ. μ. Νομίζω, ὅτι ἐκτὸς τῶν νομοθετικῶν μας ἐργασιῶν ἔχομεν καὶ ἄλλας ἐπίσης ὑψηλὰς, τὸν ἔλεγχον τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων· τοσαῦται δὲ ἀσχημίαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, ὥστε πρὸς ἔλεγχον ἀπαιτεῖται πολὺς χρόνος. Δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ ἤδη ὁ χρόνος ἐπὶ ματαίῳ καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων νὰ ψηφισθῶσι σιδηροδρομικῶς ἢ ἐξαψαλμικῶς τὰ νομοσχέδια καὶ ὁ Προϋπολογισμός· δὲν πρέπει πλέον νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ τοιαύτη κωμῳδία, ἡ ὁποία γίνεται ἀπὸ πολλῶν χρόνων. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας μας, διότι πολλοὶ τῶν συναδέλφων, ὡς ἐδείχθη ἅμα τῇ ἐνάρξει, ἔχουσι ν’ ἀπευθύνωσιν ἐπερωτήσεις· ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσι καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν ἄνευ ἐκθέσεως τῶν Ἐπιτροπῶν, ὡς τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἐκ Τζουμέρκων κ. βουλευτοῦ, ὅπερ δικαίως ἐθεωρήθη ἐπεῖγον. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐνίσταμαι κατὰ τῆς προτεινομένης διακοπῆς.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅ,τι ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν εἶναι νὰ γένηται ἔναρξις τῆς συζητήσεως κατὰ τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Εἴμεθα πρόθυμοι ν’ ἀρχίσωμεν καὶ σήμερον εἴτε ἐπὶ τοῦ ὅλου εἴτε ἐπὶ ἐκείνων τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἤθελον θεωρηθῆ ὡς ὥριμα πρὸς συζήτησιν. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὑπάρχῃ καὶ γενικὴ γνώμη τῆς Βουλῆς. Ἐνομίσαμεν, ὅτι γενικὴ ἦτο ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ὅπως γένηται ἀναβολὴ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μέχρι τῆς προσεχοῦς Τετάρτης, διὰ τοῦτο ἐπροτείναμεν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ θεωρηθῶσιν ὥριμα πρὸς συζήτησιν τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδια, εἴτε ὑπάρχουν ἐκθέσεις Ἐπιτροπῶν εἴτε μή. Ταυτοχρόνως ἠκούσαμεν τὴν γνώμην, ὅτι μέχρι τῆς Τετάρτης θὰ ἦτο καλὸν, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἡμερησία διάταξις, νὰ μὴ ὑπάρχωσι καὶ συνεδριάσεις. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχουσι θέματα, χάριν τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ συνεδριάζωμεν, ἡμεῖς παραδεχόμεθα ὅ,τι δήποτε ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§12ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἀποβλέπει κυρίως εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ Ὑπουργικὰ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Τετάρτης. Τώρα βεβαίως δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ἀναβάλωμεν τὰς συνεδριάσεις μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Ἐξεναντίας, ἂν μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐξαντληθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις, θὰ διευκολυνθοῦν αἱ περαιτέρω ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐξακολουθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§14ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐνέργειαι γίνονται, ὅπως βεβαιώσωσι ξένοι, εἴτε ἐκ πλάνης εἴτε ἐξ ἰδιοτελείας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀξίζει νὰ προσλάβῃ μέρη τινὰ τῆς δούλης Ἑλλάδος· ἰδίως δ’ ἀναφέρουν τὴν πατρίδα μου Κρήτην, ὅτι αὕτη ἀγωνίζεται δι’ αὐτονομίαν καὶ οὐχὶ διὰ τὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσιν. Ἤθελον σιωπήσει, ἀρκούμενος εἰς τοὺς συνεχεῖς ἀγῶνας καὶ τὰς μεγάλας θυσίας τῆς Κρήτης ὑπὸ ἓν καὶ μόνον σύνθημα, «ἕνωσις ἢ θάνατος», ἤθελον, λέγω, σιωπήσει, ἐὰν μὴ ἤθελε παρεξηγηθῆ ἡ σιωπή μου ἐν τῷ ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, καθ’ ἣν ὥραν ἀνὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ γίνεται λόγος, ὅτι ὁ ἀφιχθεὶς ἐπίσημος Ἄγγλος, ὁ κ. Τσάνμπερλαιν, ἤκουσε παρ’ Ἕλληνος, ὅτι ἡ Κρήτη δὲν θέλει τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τὴν αὐτονομίαν. Εἰς τηλικαύτην ὕβριν, ἀποδιδομένην εἰς τὴν μαρτυρικὴν Κρήτην, τὴν τοσάκις διὰ ψηφισμάτων καὶ ἐπαναστάσεων ἐκφρασθεῖσαν ἐνώπιον τοῦ κόσμου, ὅτι μόνον τὴν ἕνωσιν καὶ οὐχὶ βελτίωσιν τῆς θέσεώς της ζητεῖ, ἡ σιωπή μου ἤθελεν εἶσθαι ἀσύγγνωστος, φρονῶ δὲ μάλιστα, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ διαμαρτυρηθῶσι μετ’ ἐμοῦ, ὅστις γινώσκω τοὺς πόθους τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι ὁ πρῶτος, ὁ ἐκφράσας τὴν ἰδέαν αὐτὴν περὶ τῆς Κρήτης, ὁ διάσημος πολιτευτὴς Τσάνμπερλαιν. Πρὸ αὐτοῦ ὁ ἔτι διασημότερος καὶ ἔξοχος πολιτικὸς, ὁ ἐπὶ πολλὰ ἔτη διαχειρισθεὶς τὰ κοινὰ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ὁ Γλάδστων, ὑπερασπιζόμενος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς πατρίδος του τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐτονομίας τῆς Ἰρλανδίας, εἶπε: «Καὶ ἡ Κρήτη ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου εἶναι εὐχαριστημένη μὲ τὸ πολίτευμα τῆς αὐτονομίας.» Ἀλλὰ μὴ ὁ τουρκόφιλος «Χρόνος» τοῦ Λονδίνου, εἰσηγήσει τοῦ μισθάρνου Στήλμαν, δὲν διεκήρυξεν, ὅτι «ὀλίγοι τινὲς Κρῆτες εἰσὶ δυσηρεστημένοι ἀπὸ τὸν Σουλτάνον;» Πείθομαι, Κύριοι, ἐξ ὅσων εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ κ. Τσάνμπερλαιν εἶναι διάσημος πολιτευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ἁγνὸς φιλέλλην, ὅτι πολλὰ παρ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ προσδοκᾷ ἡ ἑλληνικὴ φυλή· πείθομαι, ὡς ἤμην πεπεισμένος καὶ διὰ τὸν κ. Γλάδστωνα, τοῦ ὁποίου Ἕλληνές τινες ἔκαμαν τὸν ἀνδριάντα διὰ τὸν φιλελληνισμόν του. Ὅταν ὅμως βλέπω αὐτὸν φιλοβούλγαρον, ἐλπίζοντα νὰ διαδώσῃ τὸν πολιτισμὸν διὰ τῶν ἀσπονδοτέρων ἐχθρῶν τῶν Ἑλλήνων, ὅταν βλέπω αὐτὸν ἔχοντα τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ ἀποκλεισμοῦ χάριν τοῦ Σουλτάνου, ἐπιτραπήτω μοι νὰ δυσπιστῶ, μέχρις οὗ ἴδω ἔργα αὐτῶν. Συγχωρεῖται, κύριοι, εἰς ἐξόχους πολιτευτὰς τῆς Ἀγγλίας ν’ ἀγνοῶσι τί ἐπὶ ἑξήκοντα ἔτη ζητοῦσι, μετὰ τόσας ἐπαναστάσεις, οἱ Κρῆτες; Τί ἄλλο ἐζήτουν εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1841 ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ Ἄγγλου προξένου Ὄνγγλεη καὶ τοῦ στολάρχου Ἄγγλου Στούαρτ, ἢ τὴν ἕνωσιν καὶ μόνον τὴν ἕνωσιν; Τί ἄλλο ἐζήτουν, τρία ὅλα ἔτη ἀγωνιζόμενοι οἱ Κρῆτες, οἱ ἐκσφενδονίσαντες τὰς οἰκογενείας των εἰς ἀγνώστους τόπους διὰ νὰ πολεμῶσιν ἐλευθερώτερον, ἢ τὴν ἕνωσιν καὶ μόνην τὴν ἕνωσιν, παρόντος τοῦ μεγάλου Βεζύρη Ἀλῆ Πασᾶ, ὑποσχεθέντος τὰ πάντα ἐκτὸς τῆς ἑνώσεως; Τί ἄλλο ἐζήτουν εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878, ὅτε ἐσυνεδρίαζαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἰσχυρῶν ἐν Βερολίνῳ, ὅτε ἡ Ἀγγλία πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας ἔλαβε τὴν Κύπρον, ἢ μόνον τὴν ἕνωσιν, καὶ μόνην τὴν ἕνωσιν; Τί ἄλλο διὰ τῶν δημοψηφισμάτων ἐζήτουν οἱ Κρῆτες τὸν Σεπτέμβριον, ὅτε ἐγένετο τὸ ἀγγλικοβουλγαρικὸν πραξικόπημα, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἠγέρθη ὡς εἷς Ἕλλην διεκδικοῦσα τὰ ἐν τῇ Μακεδονίᾳ δικαιώματά της, ἢ μόνον τὴν ἕνωσιν καὶ μόνην τὴν ἕνωσιν; Τί ἄλλο ἐδήλωσαν δι’ ἐμοῦ καὶ δι’ ἄλλων Κρητῶν πρὸς τὸν πρωθυπουργὸν τότε κ. Δηλιγιάννην, ὅτε ἔλεγον, ὅτι εἰσὶν ἕτοιμοι ν’ ἀκολουθήσουν τὴν Ἑλλάδα μὲ 30,000 εὐζώνους, ἢ μόνον τὴν ἕνωσιν; (Συγκίνησις.) Ὀφείλετε, Κύριοι βουλευταὶ, νὰ διαμαρτυρηθῆτε κατὰ τῆς διαστροφῆς τῶν πόθων καὶ τῶν ἀγώνων τῆς Κρήτης· ἄλλως, δὲν θέλετε τὴν Κρήτην.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά;
§16ΕΤΕΡΟΙ. Διαμαρτυρόμεθα κατὰ πάσης παρεξηγήσεως.
§17ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ναὶ, κύριοι, οἱ Κρῆτες ἐπὶ τοσοῦτον λατρεύουν τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὥστε καὶ τὸν ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν παρευρισκόμενον θεωροῦν ὡς ἀντιπροσωπεύοντα οὐχὶ μόνον τὸν δῆμον Ἀδάμαντος, ἀλλὰ τὸν λαὸν τῆς Κρήτης. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι ἀντάξιος τοῦ ὀνόματος καὶ τῶν ἀγώνων τῆς Κρήτης. Ἂν ὅμως δὲν καταργηθῇ τὸ τῆς ἀντιπροσωπείας ἐν τῇ ἑλληνικῇ Βουλῇ δικαίωμα τῆς Κρήτης, καλλίτερος ἐμοῦ ἔσται ὁ διάδοχός μου. Δὲν εἶναι μακρὰν ὁ χρόνος, καθ’ ὃν οἱ Κρῆτες θὰ καταδείξουν ἐνόπλως εἰς τὴν Εὐρώπην τί ζητοῦν, τὴν ἕνωσιν ἢ τὴν αὐτονομίαν. Τοῦτο μόνον παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς φιλανθρωπίας, νὰ προτρέψῃ τὸν φιλέλληνα κ. Τσάνμπερλαιν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Κρήτην, ὅπως ἀκούσῃ τί ζητοῦσιν οἱ Κρῆτες διὰ τῶν ἐπαναστάσεων, ὅπως ἴδῃ τὰ ἐρείπια τῶν οἰκιῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν, ὅπως ἴδῃ τὰς χέρσους γαίας, τὰ ὀστᾶ τῶν μαρτύρων παντοῦ, ὅπως τέλος ἐπισκεφθῇ τὴν Μονὴν τοῦ Ἀρκαδίου, ὑπὸ τὰ ἐρείπια τῆς ὁποίας εἰσὶ τὰ ὀστᾶ τῶν μαρτυρησάντων γυναικοπαίδων καὶ ἀνδρῶν, προτιμησάντων ν’ ἀνατιναχθῶσιν εἰς τὸν ἀέρα, παρὰ νὰ παραδοθῶσιν. Ἐὰν ὁ κ. Τσάνμπερλαιν θέλῃ νὰ ἴδῃ νέον μαρτυρικὸν αἷμα χυνόμενον, ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι θὰ χυθῇ διὰ τὴν ἕνωσιν!
§18Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἄρθρον 63ον τοῦ Συντάγματος (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Πρὸ ἡμερῶν μὲ ἐκάλεσεν ὁ Πταισματοδίκης νὰ μεταβῶ εἰς τὸ γραφεῖόν του διὰ νὰ μὲ ἐξετάσῃ· Ὑπέθεσα ὅτι καλοῦμαι ὡς μάρτυς· μετέβην σήμερον τὸ πρωΐ ὁ ὑπάλληλος οὗτος, συστελλόμενος νὰ πράξῃ ὅ,τι διετάχθη ὑπὸ τῶν προϊσταμένων του, μοὶ ἔδωκεν ἔγγραφον τοῦ ἐνταῦθα ἀνακριτοῦ. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἔλεγε· «Παραγγέλλεσθε νὰ καλέσητε τὸν βουλευτὴν Λακεδαίμονος κ. Δημητρακάκην καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσητε ἐὰν ἐτιμωρήθη καὶ ἄλλοτε β) νὰ τοῦ ἀπαγγείλητε κατηγορίαν, ὅτι εἰς τὸν πρόδρομον τῆς Βουλῆς ἐῤῥάπισε τὸν κ. Σπαρτίδην». Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, ἐῤῥέθη ἐνταῦθα ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποπειρᾶται καὶ διὰ τῆς δικαστικῆς ἐπεμβάσεως νὰ καταβάλῃ βουλευτὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τοὺς ὁποίους δὲν δύναται διὰ τῶν ρουσφετίων νὰ κερδήσῃ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰσάγων τοὺς νόμους καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν παρενεῖρε μίαν μομφὴν κατ’ ἐμοῦ εἶπεν ὅτι ὁμιλίαι ἐντὸς τῆς Βουλῆς περὶ συμβιβασμοῦ τοῦ Δημοσίου μετὰ τῶν ὀφειλετῶν του καὶ ὑπὸ τοῦ τύπου ἐπαναλαμβανόμεναι κατέστρεψαν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ἑπομένως καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους, καὶ τοῦτο διότι εἶπον ἐγὼ ἡμέραν τινὰ ὅτι πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς συζήτησιν μετὰ τῶν πιστωτῶν τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ δώσωμεν σπουδαιοτέραν προσοχὴν εἰς τὰ οἰκονομικά μας. Ἀλλὰ, κ. Πρωθυπουργὲ, σεῖς, ὅστις ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, νὰ ἴδωμεν ἐὰν αἱ πράξεις σας συμβιβάζονται μὲ αὐτό. Ἔχετε ἐφημερίδα ὑβρίζουσαν καθ’ ἑκάστην δείλην τὴν Βουλὴν ὡς προϊὸν κακόηθες τῆς 7ης Ἀπριλίου καὶ ὁ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν κλητὴρ τῶν ρουμουνικῶν σιδηροδρόμων ἀναγορεύεται τμηματάρχης, διοριζόμενος διευθυντὴς τοῦ γραφείου αὐτῆς τῆς ὑβριζομένης Βουλῆς, διότι γράφει τὰς ὕβρεις ταύτας. Λοιπὸν ποῖος ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους; Ἠμπορεῖς νὰ ὑβρίζῃς τὴν 7ην Ἀπριλίου διότι νομίζεις ὅτι σὲ ἠδίκησεν· εἶναι ὅμως ἀπρεπὲς καὶ περιφρόνησις εἰς τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους νὰ τοποθετῇς τὸν ὑβριστὴν τοῦ Σώματος τῶν ἀντιπροσώπων εὐταξίαν αὐτοῦ. Ἕτερος υἱὸς διοικητικοῦ ὑπαλλήλου διακριθέντος ἐπὶ πλαστογραφίᾳ καὶ καλπονοθεύσει, καὶ οἰκονομικοῦ ἐπὶ καταχρήσει καὶ κλοπῇ, ὁ Χρονόπουλος, μὲ τὴν ὑπογραφὴν του ἔγραψεν εἰς ἄλλην ἐφημερίδα «καθὼς ἀπὸ τὸ βρωμερὸν ὄστρακον ἐξέρχεται ἐνίοτε μαργαρίτης, οὕτω καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτὴν ἐξῆλθεν ὁ δεῖνα νόμος»· καὶ τοῦτον διότι ὕβρισε τὴν Βουλὴν τὸν προήγαγες ἄνευ προσόντων εἰς θέσιν Γενικοῦ προξένου ἐν Μελίτῃ. Ἐπειδὴ ἦλθεν ὁ λόγος περὶ τοῦ πόσον ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ κήδηται τῆς ὑπολήψεως τοῦ ἔθνους, θὰ φέρω παραδείγματα τί ἔπραξαν οἱ προκάτοχοί σας. Ὅτε ἦτον ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ ὁ ἀείμνηστος Κωλέτης τὸ ἔθνος ἦτο διῃρημένον εἰς αὐτόχθονας καὶ ἑτερόχθονας· καὶ τοὺς πρώτους ὕβριζον οἱ δεύτεροι ὡς ἀνθρώπους τοῦ τόπου στενοκεφάλους, θέλοντας νὰ κλείσουν εἰς τὸν Ὄρθρυν τὴν Ἑλλάδα· ὅτε ὅμως ἦλθον τὰ 1854 καὶ οἱ στενοκέφαλοι αὐτόχθονες ἔπιπτον εἰς τὰ πεδία τῆς Θεσσαλίας, οἱ Πελοποννήσιοι Λεβέντης καὶ Ἀποστολόπουλος, ὁ Ἐλευσίνιος Μελέτης καὶ ἄλλοι συμπολῖται τούτων, τότε οἱ ὑβρισταί των, τοὺς ὁποίους ἐδιώρισεν ὁ κακομοίρης ὁ Ὄθων νὰ διαχειρισθῶσι τὰς τοῦ ἀγῶνος δαπάνας, γινομένου πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν τόπων των, οὗτοι ἔκτιζον οἰκίας, καὶ διὰ τῆς ἐφημερίδος τὸ Πανελλήνιον ὕβριζον τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον ἵνα ἀρέσωσιν εἰς τοὺς ξένους, ἀπειλοῦντας τὴν κατάληψιν τοῦ ἔθνους, ἥτις καὶ ἐγένετο· ἀλλ’ ἔκτοτε δὲν ἐτόλμησαν νὰ εἴπωσί τι περὶ αὐτοχθόνων. Ὑπαρχούσης, λέγω, τῆς διαληφθείσης διαιρέσεως ἐπὶ πρωθυπουργίας Κωλέτου, ὁ γράφων τότε τὴν εἰς τὸ Γαλλικὸν ἐκδιδομένην Κυβερνητικὴν Ἐφημερίδα, συμπαθῶν ὡς ἐκ τῆς καταγωγῆς του πρὸς τοὺς ὑβριστὰς τῶν ἀνθρώπων τοῦ τόπου, ἠθέλησεν ἐν τῇ ἐφημερίδι νὰ εἰρωνεύσῃ τὴν ὑπὸ τούτων συγκροτουμένην Βουλήν· ἀλλ’ ἀναγνοὺς τοῦτο ὁ Κωλέτης τὸν ἀπέπεμψεν, εἰ καὶ δὲν ἦτον εὔκολος ἡ ἀντικατάστασίς του τότε, διότι ὀλίγοι ἐγνώριζον νὰ γράφωσι Γαλλικὰ καὶ μάλιστα αὐτόχθονες. Οὕτως ἐξετίμα ὁ Κωλέτης τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνα. Ἐπειδὴ δὲ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀξιοπρεπείας τοῦ ἔθνους ἂς εἴπωμεν ὅ,τι γνωρίζομεν ἕκαστος γινόμενον πρὸς βλάβην αὐτῆς. Προχθὲς εἴδομεν τηλεγράφημα μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ εἰς τὸ συνταγματικὸν Κράτος πᾶσα ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως εὐθύνει τὴν Κυβέρνησιν. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου συνεχαίρετο ὁ Βασιλεὺς τὸν Σκουλούδην διὰ μίαν κατεργάρικην ἐπιχείρησιν, ἥτις ἐκηρύχθη τοιαύτη καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐν τοῖς δικαστηρίοις μάλιστα αὐτῆς τῆς Γαλλίας, ἐννοῶ τὴν ἐπιχείρησιν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Εἰξεύρετε, κ. Τρικούπη, πῶς ἠμπορεῖ νὰ παραφρασθῇ τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ ἐπιτυχῶς; καὶ οὕτω τὸ ἀντελήφθη τὸ κοινόν. «Γιάσου, παλληκαρᾶ μου, ὅστις ἐκατώρθωσες νὰ ἐλαφρώσῃς τὸ βαλάντιον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ὁποίου κεφαλὴ θεωροῦμαι ἐγώ, νὰ σὲ ἴδω, ἔχων καὶ τὸ συγχαρητήριόν μου τοῦτο, νὰ μὴ ἀφήσῃς οὔτε λεπτὸν εἰς τὰ θυλάκια τῶν Ἑλλήνων, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκωνται». Σεῖς λοιπὸν ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους, ἀφοῦ δὲν ἐφείσθητε οὔτε ἐκείνης τοῦ Βασιλέως χάριν ἑνὸς εὐνοουμένου σου κερδοσκόπου; Ἄκουσον, κ. Τρικούπη, ἄλλο παράδειγμα προκατόχων σου, διὰ νὰ διδαχθῇς ὁποῖος πρέπει νὰ εἶσαι, προκειμένου περὶ ὑπολήψεως τοῦ ἔθνους. Ἡ 3η Σεπτεμβρίου ἦτο μὲν ἔργον τῶν ἀνθρώπων τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἔργον ἐξωτερικῆς συνδαυλίσεως, καὶ τοιαύτη πρωτίστως ἐχορηγήθη ὑπὸ τῆς Ρωσσικῆς πολιτικῆς, συνετέλεσε κατά τι καὶ ἡ τῆς Ἀγγλικῆς· αἱ ἄλλα Δυνάμεις δὲν ἐγνώριζον, ἂν καὶ ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ κόμμα τοι ἔλαβον μέρος πολλοὶ ἐπίσημοι ἄνδρες εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην. Μετὰ τὸ ἔργον ἐκεῖνο ἡ Δύναμις, ἡ ὁποία τὸ ἐπεδίωκε περισσότερον, δυσηρεστήθη μᾶλλον τῶν ἄλλων, διότι ἄλλα ἦσαν τὰ σχέδια, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἐνήργει ὁ ἐνταῦθα πρέσβυς της Κατακάζης, καὶ ἄλλα ἀποτελέσματα παρήχθησαν, διότι δὲν ἦσαν οἱ ἐπὶ ἐννεαετίαν γιγαντωδῶς παλαίσαντες ὑπὲρ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἔθνους των Μεταξᾶς, Καλέργης, Λόντος καὶ λοιποὶ ἐργάται τῆς ἐπισήμου ἐκείνης πράξεως Καραβελὼφ καὶ Ζανὼφ νὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ ἀλλοδαπῶν συμφερόντων, ἀλλ’ εἰργάσθησαν ὑπὲρ μόνων τῶν τῆς πατρίδος, καὶ διὰ τοῦτο εὐθὺς ὅπου ὁ Βασιλεὺς συγκατετέθη νὰ ἀνεχθῇ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, συνεβιβάσθησαν μετ’ αὐτοῦ, καὶ οὕτως ἔσωσαν τὸ ἔθνος ἀπὸ τὴν ἀναρχίαν καὶ ἄλλους κινδύνους. Ὁ Ὄθων διαγνοὺς τὴν μεταμέλειαν τῆς Ῥωσσικῆς πολιτικῆς καὶ τὰς ἐν τῇ Συνελεύσει ἀναφανείσας συνήθεις εἰς τοιαύτας περιστάσεις διενέξεις, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀντιστῇ εἰς τὰς περαιτέρω ἀξιώσεις τοῦ ἔθνους· διὰ τοῦτο ὅταν τὸν Μάρτιον τοῦ 1844 ἡ Συνέλευσις τῷ ἔῤῥιψε κατὰ πρόσωπον τὸ διάγγελμα, ἠρνεῖτο νὰ ὑπογράψῃ τὸ Σύνταγμα, εἰπὼν ὅτι προτιμᾷ νὰ παραιτηθῇ. Οἱ τότε ἐπίτιμοι ὑπουργοὶ ἀοίδιμοι Κουντουργιώτης, Μαυροκορδάτος καὶ Κωλέτης, καίπερ μὴ συμμερισθέντες τὸ κίνημα τῆς 3 7βρίου, ὅπως ἀπεδεικνύετο, τοῦ μὲν Κουντουργιώτου μὴ λαβόντος γνῶσιν, τοῦ δὲ Μαυροκορδάτου δι’ ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν Μεταξᾶν καὶ τοῦ Κωλέτου πρὸς τὸν Βρεσθένην ἀποδοκιμαζόντων τὸ τοιοῦτον ὡς πρόωρον, μολαταῦτα ἐφρόντισαν νὰ σώσωσι τὴν ὑπόληψιν τῆς Συνελεύσεως, ἣν ἤθελεν ὁ Ὄθων ν’ ἀναγκάσῃ διὰ τῆς παραιτήσεώς του εἰς παλινῳδίαν, καθὼς καὶ ὁ ἐν ἐνεργείᾳ ὑπουργὸς ἕτερος ἐπίσημος τοῦ ἀγῶνος ὁ Λόντος, ὅστις εἰς τὴν ἀπειλὴν τοῦ βασιλέως εἶπεν «χωλιᾷ ὁ λαγὼς τοῦ βουνοῦ», ὁ δὲ Κουντουργιώτης ἐπαρετήρησε μὲ τὴν συνήθη του γλῶσσαν, «ὅμως περ ὅμως ἔτσι τὸ θέλουν οἱ πληρεξούσιοι»· ὁ δὲ Μαυροκορδάτος ἐπρόσθεσεν ὅτι «διευθύνων διαρκῶς τὰς συνεδριάσεις τῆς Συνελεύσεως δὲν πιστεύει νὰ μεταβάλῃ αὕτη καθόλου γνώμην», καὶ ὁ Κωλέτης ἀπέτεινεν εἰς τὸν βασιλέα τὴν φράσιν: «διελθὼν μέρη τινὰ τῆς Εὐρώπης εἶδον πολλοὺς Βασιλεῖς χωρὶς θρόνον, οὐδένα ὅμως θρόνον ἄνευ ἡγεμόνος»· ὁ δὲ βασιλεὺς τρομάξας ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ὑπέγραψεν αὐτοστιγμεὶ τὸ Σύνταγμα. Ἑτέρα πρᾶξις μεγάλου ἐπίσης ἀνδρός. Εἰς τὰ 1868 ὁ μακαρίτης Βούλγαρης ἦτον ὑποχρεωμένος νὰ περιποιηθῇ πολὺ τὸν κύριον Βαλαωρίτην, καὶ τὰς περιποιήσεις ταύτας ἀπῄτει καὶ ὁ Βασιλεύς· ἡ πρώτη ἀπαίτησις ἦτο ἡ ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἀποβολὴ τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ἥτις καὶ ἐξετελέσθη· ἡ δευτέρα ἦτον ἡ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὑπόδειξις ὡς προέδρου τῆς Βουλῆς τοῦ Κουρκουμέλη. Οὗτος, κύριοι, διότι συνειργάσθην μετ’ αὐτοῦ, ἦτον ὁ μᾶλλον θετικὸς καὶ πεπειραμένος εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοὺς τότε ἐλθόντας πολιτευομένους τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλ’ εἶχε πράξει τί, ὅπερ αὐτὸς ἠνόει σωτήριον διὰ τὴν ἰδίαν του πατρίδα τὴν Κέρκυραν, διὰ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ὅμως ἦτον ἔγκλημα. Ὅτε τὸ 1858–1860 ἐγένετο ἡ δριμεῖα ἐνέργεια τῆς Ἰονικῆς Βουλῆς, αἰτούσης τὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσιν, ὁ Κουρκουμέλης ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν Ἁρμοστὴν, ὅτι οἱ τὴν ἕνωσιν ζητοῦντες ἐλπίζουν νὰ τὴν ἐπιτύχωσι, διότι ἐννοοῦσιν, ὅτι ἡ Ἀγγλία δὲν ἔχει ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου εἰμὴ τὸ ψιλὸν δικαίωμα τῆς προστασίας, θέλουν δὲ ἀπελπισθῆ, ἂν ἡ Ἀγγλία κηρύξῃ τὴν Ἑπτάνησον ὡς ὑπαγομένην εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀποικιῶν. Ἡ γνώμη αὕτη ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Κυανὴν Βίβλον, καὶ ὁ Κουρκουμέλης ἐθεωρήθη ὡς προδίδων τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Οἱ Κερκυραῖοι ὅμως — ἐννοῶ τὴν πόλιν καὶ ὄχι τὰς ἐξοχὰς — δὲν ἐξετίμησαν πολὺ τὴν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως, διὸ καὶ τοὺς ἀντιφρονοῦντας εἰς τοῦτο Κουρκουμέλην, Βράϊλαν καὶ ἄλλους ἐξέλεξαν ἐπανειλημμένως βουλευτάς των. Ὅταν ὁ Βούλγαρης ἔθηκεν τὸν Κουρκουμέλην ὑποψήφιον πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οἱ παρ’ αὐτῷ ἰσχυροὶ ἐταράχθησαν καὶ ἰσχυρὰς παραστάσεις τῷ ἔκαμαν, ἀλλ’ οὐδὲν ἐκατώρθωσαν. Ἀλλ’ ὅταν ὑπῆγον ἐγὼ εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ τῷ παρετήρησα, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Κουρκουμέλη, ἄλλως ἱκανοῦ καὶ τιμίου, διὰ τὴν θέσιν τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, βλάπτει πολὺ τὴν ὑπόληψίν της, καὶ αὐτοῦ, ὅστις τὸν ὑποστηρίζει, διότι ἡ Βουλὴ αὕτη ἐδίωξε τὸν Λομβάρδον τὸν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως ἐργασθέντα, καὶ ἂν ἐκλέξῃ πρόεδρον τὸν μᾶλλον παντὸς ἐργασθέντα διὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἑνώσεως Κουρκουμέλην, θὰ πιστεύσῃ ὁ ἔξω κόσμος, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐλευθέρας Ἑλλάδος εἶναι ἐναντία τῆς ἑνώσεως τιμωροῦσα τὸν ἑνωτικὸν καὶ βραβεύουσα τὸν ἀντιφρονοῦντα, τοῦτο δὲ θὰ ἦναι ἓν ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα εἰς τοὺς Τόρεις, οἵτινες καθ’ ἑκάστην ἐγκαλοῦν εἰς τὰς Βουλὰς τοὺς Οὐΐγγους, ἐπιτρέψαντας τὴν ἕνωσιν καὶ βλάψαντας διὰ τούτου τὴν Ἑπτάνησον, καὶ τώρα θὰ προσθέσωσι, ὅτι ἡ τελευταία πρᾶξις τῆς Βουλῆς διδάσκει, ὅτι τὴν ἕνωσιν ἀποδοκιμάζει καὶ ἡ λοιπὴ Ἑλλάς (συγκίνησις). Σᾶς ὁρκίζομαι, κύριοι, μόλις ἐτελείωσα τὴν παρατήρησίν μου ταύτην καὶ πάραυτα διέταξε νὰ φέρωσι τὴν ἅμαξάν του ἵνα μεταβῇ ἀμέσως εἰς τὸ στρατόπεδον, ὅπου ἦτον ὁ Βασιλεὺς, διὰ νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ, ὅτι δὲν θὰ ἐκλεχθῇ ὁ Κουρκουμέλης πρόεδρος, καὶ ὥρισε τὸν στρατηγὸν Λαζαρέτον. Δὲν ἔχει οὕτω, κύριε Μαυρομιχάλη, ὅστις εἶσθε τότε ὑπουργός;
§19Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ναί.
§20ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὕστερον ἀπὸ τὰ ὁποῖα διῆλθον περὶ τῆς ἀδιαφορίας ἢ μᾶλλον τῆς τάσεως, ἣν δεικνύετε, διὰ νὰ προσβληθῇ ἡ ἐθνικὴ ὑπόληψις, ἔρχεσθε νὰ ἐπιτεθῆτε καὶ ἀπευθείας κατὰ τῆς προσωπικῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, ἐπιζητοῦντες τὴν φυλάκισίν του δι’ οἱουδήποτε τρόπου δυνηθῆτε! καὶ διὰ τοῦτο ὁ Εἰσαγγελεὺς παρήγγελε νὰ ἐρωτηθῶ καὶ ἂν ἐτιμωρήθην ἄλλοτε, ὅπερ μαρτυρεῖ, ὅτι ὑπῆρχε σκοπὸς, καθ’ ἣν περίπτωσιν εἶχον τιμωρηθῆ διὰ πλημέλημμα, νὰ προφυλακισθῶ ὡς ὑποπεσὼν εἰς ὑποτροπὴν πλημμελοῦς πράξεως.
§21ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος νὰ ἐρωτηθῇ, ἂν ἐτιμωρήθη ἄλλοτε;
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ, προσκληθεὶς διὰ νὰ μοὶ ἀπαγγελθῇ κατηγορία.
§23ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐπήγατε;
§24ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἦλθεν ὁ ἴδιος ὁ Πταισματοδίκης καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ζητεῖται ἡ μαρτυρία μου, ἐννοῶν μάλιστα αὐτὸν, ὅτι ἐξετέλει διαταγὰς ἀνωτέρου. Ἐγὼ δὲ ἀφοῦ ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀνακριτοῦ τῷ εἶπον ὅτι δὲν ἀπαντῶ, διότι διαρκεῖ ἡ Σύνοδος τῆς Βουλῆς· τοὐναντίον, θέλω ζητήσει καὶ τὴν τιμωρίαν τοῦ τε εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ.
§25ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλάβετε περιέργειαν νὰ παρατηρήσητε ποίαν χρονολογίαν ἔφερε τὸ ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ἐκλήθητε;
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα· ἔφερε χρονολογίαν, καθ’ ἣν εἴχομεν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν, ἐξηκολούθει ὅμως καὶ τότε ἡ Σύνοδος. Καὶ παράξενον πρᾶγμα· εἰσαγγελεὺς εἶναι νομίζω ὁ κ. Μπούφης, ὁ ὁποῖος εἶναι φίλος μου καὶ καλὸς ὑπάλληλος, ὥστε δὲν εἶχεν οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἐναντίον μου διὰ νὰ προκαλέσῃ κατ’ ἐμοῦ ἐσπευσμένην καταδίωξιν καὶ μάλιστα νὰ θέλῃ νὰ μάθῃ ἂν ἐτιμωρήθην διὰ νὰ μὲ προφυλακίσῃ· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τοῦτο τῷ ἐπεβλήθη ἀπὸ τὴν Ἐξουσίαν.
§27ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σᾶς βεβαιῶ μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον, ὅτι οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ κατέλθῃ ἡ Ἐξουσία, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ, μέχρι τοιούτου σημείου. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐμφιλοχωρεῖ ὁμολογουμένως πλάνη τις ἢ λάθος, ὅπερ, ὅπως σεῖς ὁ ἴδιος ἐξηγήσατε, δὲν δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν εἰσαγγελέα! Σεῖς ὁ ἴδιος ἐβεβαιώσατε, ὅτι ἡ παραγγελία τοῦ εἰσαγγελέως ἵνα ὑποβληθῆτε εἰς ἐξέτασιν, εἴτε ὡς μάρτυς εἴτε ὡς κατηγορούμενος, ἀνήγετο εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἤργει ἡ Βουλή. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ παραγγελίας, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ ἐξετασθῆτε ὡς μάρτυς, οὐδὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ κώλυμα· ἐὰν ὡς κατηγορούμενος, εἰσὶν οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς, τῆς διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς γενομένης, ἤργει ἐπίσης τὸ προνόμιον, περὶ οὗ πρόκειται· ἀλλ’ ἡ πρόσκλησις μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένετο νομίμως. Θὰ ζητήσω ἀμέσως τὸν λόγον παρὰ τῶν ἁρμοδίων νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν πῶς τοῦτο ἐγένετο.
§28ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πιθανὸν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ μὴ γνωρίζῃ, νὰ γνωρίζωσιν ὅμως ἁρμοδιώτεροι.
§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις ἐν Ἑλλάδι θὰ καταφύγῃ εἰς τοιαῦτα μέτρα παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος καὶ οὔτε ἔχομεν ἕτερον τοιοῦτον παράδειγμα.
§30ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐκινδύνευσεν ὁ Τερτίπης νὰ φυλακισθῇ; ὁ Ζωγράφος; Ἀλλὰ τότε ὑπῆρχε λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐνῷ τώρα εἴχομεν μόνον διακοπάς.
§31ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ σήμερον τὴν πρὸς ὑμᾶς ἐπιδοθεῖσαν κλῆσιν τὴν ἀπεδοκίμασα.
§32ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὰ τὰ λέγετε, διότι θέλετε νὰ σώσητε τὸν εἰσαγγελέα. Ἐγὼ πρῶτος προσεπάθησα νὰ πράξω τοῦτο, διότι εἶναι φίλος μου.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Τίς ἔστειλε τὴν πρόσκλησιν;
§34ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ Πταισματοδίκης ἐντολῇ τοῦ ἀνακριτοῦ, τοῦ ὁποίου ὅμως δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀναγνώσω τὴν ὑπογραφήν· ὁ δὲ δυστυχὴς Πταισματοδίκης ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ καὶ αὐτὸς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, καὶ εἶπεν, ὅτι βλέπετε διὰ τοῦ ἐγγράφου δὲν πρόκειται νὰ τιμωρηθῆτε, ἀλλὰ μόνον νὰ ἀνακριθῆτε· αὐτὸ δηλ. τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν πρὸ μικροῦ.
§35ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτὸ, τοὐναντίον εἶπον, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ὑποβληθῆτε εἰς ἐξέτασιν.
§36ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἴπετε, ὅτι πιθανὸν νὰ περιέπεσεν ὁ εἰσαγγελεὺς εἰς πλάνην νομίσας, ὅτι αἱ διακοπαὶ διακόπτουν καὶ τὸ προνόμιον τοῦ ἀκαταδιώκτου τοῦ βουλευτοῦ.
§37ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ναί, αὐτὸ τὸ εἶπον· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ πιστεύητε, ὅτι ἐνέχεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην.
§38ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σᾶς εἶπον μὴ λαμβάνετε τὴν εὐθύνην δι’ ἄλλους, διότι ἴσως ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ εἶναι ἄλλοι ἰσχυρώτεροι σοῦ καὶ ἄλλων Ὑπουργῶν, οἵτινες ἐπίεσαν τὸν εἰσαγγελέα νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην παρανομίαν, καὶ οἵτινες ἐπεδίωκαν παντὶ τρόπῳ τὴν προφυλάκισίν μου. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὁποῖα βάσανα περιμένουν αὐτὴν τὴν ἀναθεματισμένην Βουλὴν, τὴν ὁποίαν ἐγέννησεν ἐκείνη ἡ κατηραμένη ἡμέρα τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου· ἔχει πολλὰ ἀκόμη νὰ τραβήξῃ· οὔτε Σύνταγμα, οὔτε νόμος δύναται νὰ τὴν προστατεύσῃ, ἀφοῦ μάλιστα καὶ πολλὰ μέλη αὐτῆς ἐλθόντα ἐνταῦθα ὑπὸ τὰς πτέρυγας τῆς πολιτικῆς τῆς ἑβδόμης Ἀπριλίου ἀποτελοῦν σήμερον μέρος τοῦ ἐν τῇ Βουλῇ σώματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἂς εἶναι βοήθειά τους, ἀλλ’ ἀλλοίμονον εἰς τὸν μεταμεληθησόμενον, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα νὰ λογαριασθῶμεν μὲ τοὺς ἐκλογεῖς μας.
§39ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα παράρτημα).
§40ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας διακόψας τὸν ὑποβαλόντα τὴν ἐπερώτησιν κύριον βουλευτὴν ἐκ Σπάρτης ἔδωσα, ἐνόμισα ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ προσθέσω τι, τὸ αὐτὸ δὲ νομίζω καὶ μεθ’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν. Οὐδεμία διαφορὰ γνωμῶν μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Σπάρτης καὶ ἐμοῦ ὑφίσταται ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος, διότι καὶ τὸ γράμμα καὶ ὁ σκοπὸς καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου ἐκείνου δὲν εἶναι δεκτικὰ διπλῆς ἐννοίας. Ἀναμφισβητήτως κατ’ αὐτὸ ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐπαναληφθεισῶν ἤδη τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ καλέσῃ πρὸς ἀπολογίαν βουλευτήν· ἐπειδὴ ὅμως περιπεπλεγμένως πως τὰ πράγματα ἀφηγήθησαν, ἐδήλωσα ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὅτι παραχρῆμα θέλω ζητήσει λόγον περὶ τῶν συμβάντων, θέλω καταθέσει τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποβάλει τὴν γνώμην καὶ ἐκτίμησίν μου περὶ τοῦ συμβάντος.
§41ΤΖΑΝΕΣ. Μεταξὺ τῶν συμφορῶν, αἵτινες προέκυψαν κατὰ τὴν 15 παρελθόντος Αὐγούστου, προέκυψε καὶ περίπτωσίς τις, ἐπὶ τὴν ὁποίαν στηρίζω ἐπερώτησιν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργόν. Κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς φοβερᾶς ἐκείνης νυκτὸς οἱ ἐκ Τριφυλλίας, Πυλίας καὶ ἄλλων μερῶν στρατιῶται, μαθόντες ὅτι ἄλλων μὲν ἐτάφησαν ὑπὸ τὰ ἐρείπια οἱ πατέρες, ἄλλων δὲ αἱ μητέρες, οἱ ἀδελφοὶ καὶ τὰ τέκνα, κατέλιπον τὰς τάξεις των καὶ μετέβησαν εἰς τὰς οἰκίας των, ὅθεν πολλοὶ πράγματι ἐπέστρεψαν πενθηφοροῦντες. Οἱ στρατιῶται οὗτοι ἐτιμωρήθησαν διὰ τοῦτο, ἥτις τιμωρία συνεπάγεται πρόσθετον ὑπηρεσίαν. Ἐρωτῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐὰν μετὰ τὴν συμφορὰν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔπαθον οἱ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι στρατιῶται, θὰ ὑποστῶσι καὶ τὴν ποινὴν τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας; Ἔχω ἐντολὴν ἐκ τῶν συμπολιτῶν μου νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν περὶ τοῦ λιμένος, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται, καὶ περὶ τῶν ἐνεργειῶν καὶ ἐργασιῶν περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων ἰδίᾳ τῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν, Λαρίσσης, Μύλων, Τριπόλεως καὶ Καλαμῶν. Τὰς περὶ τούτων ἐπερωτήσεις μου καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ παρακαλῶ αὐτὸ νὰ τὰς διαπέμψῃ πρὸς οὓς αὗται ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§42ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ ἐπεισοδίου, τοῦ σχετιζομένου μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κύριον Δημητρακάκην, ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἃς θεωρῶ πληρέστατα καλῆς πίστεως, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὅτι εἶναι ἀνωφελὲς μάλιστα νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν πρὶν ἐπιχυθῇ φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἴδωμεν ἐν τῷ φωτὶ τὸν ὑπαίτιον. Ἐγὼ μάλιστα ἐνθυμοῦμαι καὶ ἀνάλογόν τι, τὸ ὁποῖον καὶ πάλιν παρασιωπῶ, ἀναμένων τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων.
§43ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Κατὰ προηγηθεῖσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τινὲς τῶν κκ. βουλευτῶν ἐζήτησαν πληροφορίας περὶ ὑποθέσεων ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τούτων ἔρχομαι νὰ δώσω τὰς ἀναγκαίας ἀπαντήσεις. Καὶ πρῶτον ὁ ἐκ Θήρας συνάδελφος ἠρώτησεν ἂν ἐγένετο ἡ ἐπικύρωσις δημοπρασίας τινὸς τῶν κτημάτων τῆς ἐν Ἀμοργῷ Μονῆς τῆς Χοζοβιωτίσσης. Πληροφορῶ τὸν κύριον βουλευτὴν, ὅτι περί τινων κτημάτων τῆς Μονῆς ταύτης ἐγένετο πρὸ καιροῦ δημοπρασία, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς δὲν ἐκρίθη συμφέρον νὰ ἐπικυρωθῇ, καὶ ἀκυρωθέντος τούτου διετάχθη νέα δημοπρασία, τῆς ὁποίας τὰ πρακτικὰ δὲν ὑπεβλήθησαν εἰσέτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐπίσης ὁ αὐτὸς κύριος συνάδελφος ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν ἐνοικιασμένων κτημάτων τῆς αὐτῆς Μονῆς τῶν κειμένων ἐν Οἴᾳ, ἐὰν δηλαδὴ πληρώνεται τὸ συμπεφωνημένον μίσθωμα, καὶ νὰ καταθέσω τὰ περὶ τούτου σχετικὰ ἔγγραφα. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς τῶν κτημάτων ἐκείνων δὲν προσῆλθεν, ἐπὶ διαφόροις προφάσεσι, νὰ συντάξῃ καὶ συνυπογράψῃ τὸ ἀπαιτούμενον συμβόλαιον, καθυστερεῖ δὲ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς μισθώσεως τὸ μίσθωμα. Τὸ συμβούλιον τῆς Μονῆς ζητῆσαν τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἤγειρεν ἐπὶ τούτοις ἀγωγήν, ἡ δὲ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς ἔκτοτε εἰς τὰ δικαστήρια. Ὁ αὐτὸς κύριος βουλευτὴς ἠρώτησε ποῖαι ἐνέργειαι γίνονται περὶ ἐνοικιάσεως ὅλων τῶν κτημάτων τῆς Μονῆς Ἀμοργοῦ. Περὶ τούτου πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι πρὸ πολλοῦ τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιδιώκει μετὰ δραστηριότητος τὴν ἐνοικίασιν τῶν κτημάτων τῶν διαφόρων Μονῶν, συμφώνως πρὸς τὴν σύστασιν, ἣν καὶ ἄλλοι κ. κ. Βουλευταὶ ἐξέφρασαν δυστυχῶς ὅμως τὸ μέτρον τοῦτο προσκρούει συχνάκις εἰς διαφόρους δυσχερείας, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὴν δύσκολον εὕρεσιν ἀξιοχρέων μισθωτῶν καὶ συμφερόντων μισθωμάτων. Πρὶν καταλίπω τὰ περὶ μοναστηριακῶν κτημάτων θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ διορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκ λάθους βεβαίως περιέπεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς καὶ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁμιλῶν προχθὲς κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Λευκάδος ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ἐπληροφόρησε τότε τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατωρθώθη νὰ ἐκποιηθῇ διὰ δημοπρασίας τὸ ἐκ σταφυλῶν δικαίωμα τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου καὶ ὅτι ἡ δημοπρασία ἐκείνη ἀπέφερε πρόσοδον 16,000 δραχμῶν. Ἡ πληροφορία αὕτη διδομένη παρὰ βουλευτοῦ, ὅστις διηύθυνε τότε τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργεῖον, πιθανὸν εἶναι ὅτι ἤθελε θεωρηθῇ παρὰ τῶν κυρίων βουλευτῶν ὡς ἀναμφισβήτητος, δυστυχῶς ὅμως ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα καταθέτω, ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν κατωρθώθη ὅ,τι ὁ κύριος βουλευτὴς ἰσχυρίσθη. Ἀληθῶς ἐγένετο ἐνέργειά τις περὶ ἐκποιήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐν Λευκάδι Μονῆς, ἀλλ’ ἡ ἐνέργεια ἐγένετο μετὰ τὸ τέλος τοῦ τρυγητοῦ, καὶ μόνον τινὲς τῶν ἀγροληπτῶν ἐκ τῶν τρυγησάντων τὰς ἀμπέλους ἐπλήρωσαν βραδύτερον ἑκουσίως τὰ εἰς αὐτοὺς ἀναλογοῦντα, ὧν τὸ ποσὸν ἐν συνόλῳ ἀνέρχεται εἰς 2,300 δραχμῶν.
§44ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον λέγει, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ στείλῃ νὰ τὰ εἰσπράξῃ, ἐνῷ οἱ κάτοχοι τῶν σταφυλῶν λέγουσιν, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ πληρώσωσιν.
§45ΜΑΝΕΤΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ ταμίας δέχεται τοὺς οἰκειοθελῶς πληρόνοντας, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐκβιάσῃ τὴν πληρωμήν, διότι δὲν ἔχει τίτλον ἐκτελεστόν· ἂν προσέλθωσι καὶ οἱ ἀπολειπόμενοι νὰ πληρώσωσιν οἰκειοθελῶς, θὰ τοὺς δεχθῇ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πάλλης συνάδελφος παρεπονέθη, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐκώφευσεν εἰς πολλὰς αἰτήσεις τῆς Πετριτσείου σχολῆς, καὶ ὅτι τὸ σχολεῖον δὲν εἶναι ἐντελῶς κατηρτισμένον. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ παραπόνου τούτου λέγω, ὅτι ἡ Σχολὴ εἶναι συμπεπληρωμένη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1885. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Ἐφορία τῆς Σχολῆς ἐζήτησεν, ὅπως καὶ ἕτερος καθηγητὴς προστεθῇ καὶ ὁ ἔχων τὴν διεύθυνσιν ὀνομασθῇ Γυμνασιάρχης, τρίτον δὲ νὰ χορηγηθῇ ἐπιμίσθιον· ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποδεχθῇ τὰς αἰτήσεις ταύτας, πρὶν μάθῃ ποία ἡ κατάστασις τοῦ κληροδοτήματος, ποῖος ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἀπολογισμὸς τῶν δαπανῶν τῆς Σχολῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τὴν Ἐφορίαν.
§46ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Πότε ἐζητήθησαν αἱ πληροφορίαι;
§47ΜΑΝΕΤΑΣ. Πρό τινων ἡμερῶν. Ἀλλὰ ἀσχέτως τούτου ὤφειλεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν ἀπολογισμόν. Διὰ νὰ κρίνωμεν ἐὰν αἱ αἰτήσεις δύνανται νὰ γίνωσι δεκταί, ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὴν κατάστασιν τῶν δαπανῶν καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ κληροδοτήματος ἡ ἐπιτροπή, διὰ νὰ κρίνωμεν, ἐὰν δύναται τὸ κληροδότημα νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς ἄλλα βάρη.
§48ΤΖΑΝΕΣ. Ἂς μοι συγχωρήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἀπευθύνω αὐτῷ μίαν παραίνεσιν. Πιστεύω, ὅτι τὴν παραίνεσίν μου ταύτην θ’ ἀποδεχθῇ εὐμενῶς, διότι ἐξεύρει καλῶς πόσον τὸν ἐκτιμῶ καὶ ποίαν ὑπόληψιν ἔχω εἰς αὐτόν. Δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ σκέπτηται πᾶσα Κυβέρνησις περὶ μισθώσεως καὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων, τοῦτο δὲ πάντες οἱ βουλευταὶ τὸ γινώσκουσι. Ἔχομεν παροιμίαν τινὰ εἰς τὴν κοινὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν οἱ πατέρες μας ὡμίλουν καὶ ἐγὼ ἀγαπῶ ἐνίοτε νὰ ὁμιλῶ, ὅτι «μὴν ἀφίνῃς τὸν ποντικὸν νὰ περάσῃ ἀπὸ τὰ γένεια σου, διότι κάνει ἀράδι.» Ἔχω γνώμην, τὴν ὁποίαν, κύριοι βουλευταί, ἰδοὺ προτείνω εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν, νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μεθ’ ἧς νὰ συντελέσῃ ὁριστικῶς καὶ νὰ παύσῃ ἡ κουρὰ καὶ συνεπῶς νὰ λείψουν οἱ κηφῆνες, διότι ἤδη τὰ Μοναστήρια κατήντησαν τῶν κηφήνων ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐνδιαιτήματα, ἐνῷ ἄλλοτε ἦσαν τὰ προπύργια τῆς θρησκείας. Νὰ παύσῃ ἡ κουρὰ, ναί, νὰ ἀφήσωμεν ὀλίγους μοναχοὺς ἐν τοῖς Μοναστηρίοις, εἰς τοὺς λοιποὺς νὰ δοθῶσι τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀγνώστων· ἰδοὺ περὶ τῆς Μονῆς Βουλκάνου λέγω, ὅτι ἐν αὐτῇ ἀρκοῦσι πέντε, μεθ’ ὧν ἐπόπται τοῦ Κράτους νὰ συνδιαχειρίζωνται τὴν περιουσίαν αὐτῆς ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· τότε τὰ εἰσοδήματα θὰ εἰσέλθουν εἰς τὸν κοινὸν κορβανᾶν καὶ δὲν θὰ κατασπαταλῶνται τὰ ἱερὰ αὐτὰ χρήματα. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον καὶ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ κοινωνικὴν καὶ ὑπὸ ἐθνικήν. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργὸν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἐπαναλέγω αὐτῷ, ὅτι δὲν πρέπει μία Κυβέρνησις τοιουτοτρόπως νὰ σκέπτηται περὶ τῶν Μονῶν. Αἱ Μοναὶ περιέχουσι πλοῦτον καὶ κτηματικὴν μεγάλην περιουσίαν, καὶ ἐὰν προβῶμεν εἰς πώλησιν τῶν κτημάτων, θὰ πάθωμεν ὅ,τι ἐπάθαμεν καὶ μὲ τὴν ἐκποίησιν τῶν ἐθνικῶν κτημάτων. Ἐὰν τὰ ἐνοικιάσωμεν, τὸ αὐτὸ θέλει συμβῆ, καὶ γινώσκετε, κύριε Πρόεδρε, τοῦτο καλλίτερα ἀπὸ ἐμὲ, διότι ἔχετε μεγαλειτέραν ἡλικίαν ἐμοῦ. Ἄλλως, ὁ μεγαλείτερος κίνδυνος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπεθύμουν νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι θὰ δώσωμεν ἀφορμὴν, νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὰς ὑποδούλους Μονὰς, αἵτινες καὶ πλοῦτον μέγαν χρυσοῦ ἔχουσι καὶ τιμαλφῆ πράγματα καὶ μεγάλην περιουσίαν, θὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ μᾶς εἴπωσι πολὺ ταχέως: δὲν ἔχετε δικαίωμα, εἶναι περιουσία ἰδική μας καὶ δυνάμεθα νὰ τὰ πωλήσωμεν. Καὶ οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν μὲ πλῆρες δικαίωμα θὰ ὠφεληθῶσι τῆς περιστάσεως, ἀφοῦ ἡμεῖς ἀφήσαμε τὸν ποντικὸν κατὰ τὴν παροιμίαν νὰ κάμῃ ἀράδι.
§49ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Περὶ τῶν ἀμφιβολιῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ τελευταῖον λαλήσας καὶ μᾶς ἔδειξεν ἐξωτερικὸν κίνδυνον, περὶ τούτου θὰ κάμω τὸν λόγον, διότι φρονῶ, ὅτι ποτὲ δὲν ἐπῆλθε λόγος δυνάμενος νὰ προκαλέσῃ τὸν τοιοῦτον κίνδυνον. Ἐὰν πρόκειται περὶ τακτοποιήσεως καὶ περιορισμοῦ τῶν καταχρήσεων, τῶν γενομένων εἰς αὐτὸν τὸν πλοῦτον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Δὲν πρόκειται περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἢ περὶ διαχειρίσεως εἰς ἄλλα ἀντικείμενα παρὰ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι σχετικὰ μετὰ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος ἔχει ἔξοδα ἐκκλησιαστικὰ ἐκ τοῦ ταμείου τῶν φόρων τῆς χήρας, τῶν ἀπόρων καὶ τῶν ὀρφανῶν, πληρώνει τὰ ἔξοδα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, πληρώνει τὰ ἔξοδα τοῦ γραφείου, πληρώνει τὰ ἐπιδόματα τῶν Ἐπισκόπων, πληρώνει τοὺς διδασκάλους τῶν ἱερατικῶν σχολῶν, πληρώνει τοὺς μισθοὺς τῶν ἱεροκηρύκων, πάντα τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἔξοδα. Δὲν ἔπρεπε τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ἀπαλλάττηται ἀπὸ τοιαύτην δαπάνην, ἀφοῦ αἱ Μοναὶ ἔχουσιν ἰδίαν περιουσίαν; Ἀλλ’ ἡ περιουσία αὕτη παραμελεῖται, καὶ γίνονται πολλαὶ καταχρήσεις. Ἐγὼ προχείρως ἠδυνάμην νὰ καταθέσω καὶ ἓν σχέδιον περὶ τακτοποιήσεως τῶν ἐτησίων εἰσοδημάτων, τῶν προερχομένων ἐκ τῆς περιουσίας τῶν διατηρουμένων Μονῶν. Εἶναι ἀνάγκη, κατ’ ἐμὲ, νὰ γίνῃ ἓν ταμεῖον ἴδιον, εἰς τὸ ὁποῖον μετὰ τὸ ἀνάλογον διὰ τὴν γενικὴν συντήρησιν τῶν μοναχῶν εἰσόδημα, τὸ περίσσευμα νὰ κατατίθηται εἰς τὸ Ταμεῖον. Ὅτι δὲ ὑπάρχει περίσσευμα, πάντες τὸ γνωρίζετε καὶ τὸ βλέπετε. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ ταμεῖον τῆς διαχειρίσεως καὶ ἀποκρούει πάντα τὰ σκάνδαλα καὶ τὰς καταχρήσεις. Ἄλλοτε εἰμπορῶ νὰ καταθέσω τοιοῦτο νομοσχέδιον περὶ τακτοποιήσεως τῶν ἐτησίων εἰσοδημάτων τῶν προερχομένων ἐκ τῆς περιουσίας τῶν διατηρουμένων Μονῶν.
§50Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι τὸ Γυμνάσιον δὲν εἶναι πλῆρες, ἐλλείποντος ἑνὸς καθηγητοῦ καὶ τακτικοῦ γυμνασιάρχου· ἀνακριβῶς δὲ λέγει, ὅτι ἐμερίμνησε περὶ τῆς Σχολῆς καὶ ἐπεφόρτισε τὸν Νομάρχην νὰ ἐξετάσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν αὐτῆς, διότι ἡ Ἐφορία ἀπὸ πρώτης Σεπτεμβρίου ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι ἐλλείπει καθηγητής, τοῦτο δὲ μόλις τὴν 23 Ὀκτωβρίου ἐπεφόρτισε τὸν Νομάρχην νὰ καλέσῃ τὴν Ἐφορίαν καὶ ἐξετάσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Σχολῆς. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἂν εἶχεν ὄρεξιν νὰ διορίσῃ τὸν καθηγητὴν καὶ ἂν τὸν ἔμελε περὶ τῆς Σχολῆς, ἤθελεν ἀνερευνήσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πληροφορηθῇ παρὰ τοῦ οἰκείου τμηματάρχου, ὅτι ὑπάρχει νόμος, καθ’ ὃν χορηγοῦνται ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Ληξουρίου 12,000 δρ. ὑπὲρ τῆς Σχολῆς ἐκτὸς τῆς ἰδίας ἑαυτῆς περιουσίας, ὥστε κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην μετεχειρίσθη ἀνακόλουθον σχῆμα, διότι ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ καθηγητοῦ καὶ ἀκολούθως νὰ ζητήσῃ λόγον περὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Σχολῆς παρὰ τῆς Ἐφορίας, συγκειμένης ἐξ ἀξιοτίμων προσώπων. Εὐελπιστῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἑνὸς καθηγητοῦ καὶ θέλει κανονίσει τὴν μισθοδοσίαν τοῦ διδασκάλου τῆς Γαλλικῆς κυρίου Σερεμέτη καὶ θέλει διορίσει γυμνασιάρχην τὸν ἱκανὸν καὶ πεπαιδευμένον καθηγητὴν κύριον Ζαχαρόπουλον, ἀναγράψει δὲ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν ἐπιχορήγησιν τῶν 1000 δραχμῶν, ἃς ἀπήλειψεν· ἄλλως, δὲν θὰ παύσω παραπονούμενος κατὰ τῆς τοιαύτης ἀδικίας ἐναντίον ἐπαρχίας συνεισφερούσης εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον 700,000 περίπου δρ. κατ’ ἔτος, καὶ οὔσης ἐγκαταλελειμμένης εἰς τὴν τύχην της.
§51ΜΑΝΕΤΑΣ (Ὑπουργὸς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἠδυνάμην νὰ προβῶ εἰς τὸν διορισμὸν ἕνεκα παραλείψεως τῆς Ἐφορίας, μὴ κατορθωσάσης νὰ δώσῃ ἀκόμη λογαριασμόν.
§52ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Εἴθε καὶ οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἐμερίμνων περὶ τῶν δημοσίων ὡς μεριμνᾷ ἡ Πετρίτσειος Ἐφορία περὶ τοῦ συμφέροντος καὶ τῆς προόδου τῆς Σχολῆς.
§53ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ μοναστηριακῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Δημάρχου Ἄριος περὶ τῆς Μονῆς....
§54ΜΑΝΕΤΑΣ. Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ σᾶς πληροφορήσω.
§55ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον τῆς Μονῆς ἐκείνης ἄνευ ἀδείας προέβη εἰς ἐκποίησιν πέντε κτημάτων, τὰ ὁποῖα δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως ὁριστικῆς ἐπεδικάσθησαν εἰς τὴν Μονήν. Ὁ Δήμαρχος μαθὼν τοῦτο κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν. Πρὸς τούτοις δὲ ἀναφέρει, ὅτι ἐκτελοῦν πολλὰ οἱ καλόγηροι, ὅτι τὰ κτήματα τῆς Μονῆς τὰ διέθεσαν ὑπὲρ τῶν συγγενῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι τὰ μετέβαλον ἀντὶ ἐλαιοπεριβόλου εἰς σταφιδάμπελον. Πρὸς δὲ ἦτο καὶ εἷς ὑδρόμυλος, τὸν ὁποῖον ἔδωσαν εἰς τοὺς συγγενεῖς των· τὸ δὲ μέρος τὸ καλλίτερον τὸ κατέχουν καὶ τὸ ἐναφύτευσαν ἐλαιῶνα οἱ συγγενεῖς των. Ὅλα αὐτὰ ἀνεφέρθησαν ἐπανειλημμένως καὶ δὲν ἐγένετο τίποτε. Πρὸ μηνῶν, ἤτοι κατὰ τὸν Αὔγουστον, ἠθέλησα νὰ ἐρωτήσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τί ἀπήντησε; Μὲ ἓν βλέμμα βλοσυρόν: καὶ τί δικαίωμα ἔχει ὁ Δήμαρχος νὰ ἀνακατεύηται εἰς τὰ μοναστηριακά; Καὶ ὁ Δήμαρχος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακατεύηται εἰς τὰ μοναστηριακὰ, ἀφοῦ τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχει πᾶς πολίτης; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
§56ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς νομίζω, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται καλῶς τί ἐγὼ κυρίως ἔψεξα· ἔψεξα κυρίως, καὶ μετ’ ἐμοῦ πιστεύω θὰ συμφωνήσῃ, τὸ ὅτι ἠκύρωσε τὴν ἐνοικίασιν τῶν κτημάτων τῶν Μονῶν Λευκάδος καὶ ἰδίως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ἀφοῦ ὁ ἴδιος διέταξε ταύτην. Διὰ πλειστηριασμοῦ νομίμως ἐγένετο ἡ δημοπρασία· πλειοδοτήσεις ἔγειναν παρ’ ὡρισμένων προσώπων καὶ τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὸν Ἔπαρχον νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὸν πλειοδοτήσαντα, ὁ Ἔπαρχος ὅμως δὲν ἐκοινοποίησε τὴν ἔγκρισιν. Ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς κρυφίως συνέταξεν ἄλλο συμβόλαιον ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Ἀρχῆς καὶ παρεχώρησεν εἰς δύο συγγενεῖς του τὰ ἐνοικιασθέντα ἤδη εἰσοδήματα τῆς Μονῆς. Ὁ Ὑπουργὸς μαθὼν, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη αὐθαίρετος πρᾶξις, ἐναντίον τῆς ἀποφάσεώς του, ἀντὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ συμβολαίου, τὸ ὁποῖον εἶχε συνάψει παρανόμως ὁ ἡγούμενος μετὰ τῶν συγγενῶν του, δι’ οὗ παρεχώρει τὰ εἰσοδήματα εἰς τοὺς συγγενεῖς του, ὁ Ὑπουργὸς τί ἔπραξεν; ἠκύρωσε τὴν ἰδίαν ἀπόφασιν καὶ ἄφησεν ἔγκυρον τὴν παράνομον πρᾶξιν.
§57ΜΑΝΕΤΑΣ. Διότι σεῖς παρεστήσατε, ὅτι ἐγένοντο προσφοραὶ μετὰ τὴν δημοπρασίαν, εἶπον ὅτι ἐδέχθημεν εἰς τὴν τιμὴν, ἥτις προσεφέρθη.
§58ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε, ὁπωσδήποτε, σεῖς ὠφείλετε νὰ διατάξητε τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ἰδιωτικοῦ συμβολαίου, τοῦ γενομένου ἐναντίον τῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, καὶ νὰ διατάξητε δημοπρασίαν.
§59ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἐπρόκειτο περὶ συλλογῆς τοῦ καρποῦ, αὕτη δὲ εἶναι πρᾶξις, ἥτις ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ.
§60ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐνοικιάζετε τὸ ἀντίτιμον τοῦ εἰσοδήματος εἰς χρήματα, ἑπομένως δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐξετάσητε περὶ τοῦ καρποῦ· ἐνοικιάζετε τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ αὐτὸς, ἀδιαφορεῖτε δὲ ἂν συνελέγη ἢ ὄχι. Πρόκειται περὶ τοῦ πόσον ἦτο τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον, καὶ εἰς αὐτὸ ὁ ἐνοικιαστὴς παρέχει ὡρισμένην προσφοράν.
§61ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὅταν ἡ πρόσοδος συνεκομίσθη, οὐδεὶς πλέον προσφέρει τιμήν.
§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐὰν ἐξητάζετε, θὰ ἐμανθάνετε, ὅτι ἐγένετο πραγματικὴ ἐκτίμησις διὰ πραγματογνωμόνων, καὶ οὔτε ἦτο γνωστὸν πόσον ἔχει ἕκαστος ἐπίμορτος παραγάγει καὶ τί ὀφείλει νὰ πληρώσῃ. Τέλος πάντων ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κακῶς ἔγεινεν, εἶναι ἡ τοιαύτη πρᾶξις καὶ ἡ ἐπέμβασις τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς εἰς καθαρῶς δικαστικὰ καθήκοντα. Οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τοὺς στρατιώτας καὶ χωροφύλακας νὰ μεταβῶσι καὶ διὰ τῆς λόγχης νὰ δικάσωσιν. Ἐγὼ λοιπὸν τὴν πρᾶξιν τὴν ἰδικήν σας καὶ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν αὐτὰς κατακρίνω. Ἐγὼ εἶχον διατάξει δημοπρασίαν, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα ἀπέδειξε μεγάλην αὔξησιν εἰσοδημάτων. Εἶχον τὴν πληροφορίαν, ὅτι οὐδέποτε εἶχον ἐκδοθῆ εἰς ἐνοικίασιν ἢ δημοπρασίαν, ἤδη δὲ ἡ ἀπόπειρα, ἥτις ἔλαβε χώραν, ἐπέφερε σπουδαίαν αὔξησιν εἰσοδημάτων, ἂν καὶ αἱ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν ἐξετελέσθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν, ἂν καὶ δὲν εἰσήχθη ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Ἐὰν δὲν συνέβη τοῦτο, ἐγὼ δὲν πταίω, διότι δὲν ἤμην Ὑπουργὸς ὅταν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ ἐκτέλεσις· ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος δι’ οἱανδήποτε χαλάρωσιν περὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσίν μου. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἤθελε πλήρη τὸν ἔλεγχον, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πλήρη τὸν φάκελλον. Ἐνταῦθα δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διαταγὴ περὶ τῶν δημοπρασιῶν, οὐδὲν ἔγγραφον τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν, δὲν ὑπάρχουσιν αἱ προσφοραὶ, ἡ ἀλληλογραφία τῆς ὑποθέσεως, αἱ ἐγγυήσεις, ἡ προσφορὰ περὶ ἐνοικιάσεως τοῦ εἰσοδήματος, οὔτε ὅλη ἡ ἀλληλογραφία, ἥτις διημείφθη μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τοῦ Ἐπάρχου καὶ τοῦ ἡγουμένου.
§63ΜΑΝΕΤΑΣ. Αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔφερα, εἶναι ἀρκετά· εἰς τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ὁ διάδοχός σας, ἐμπεριέχονται ὅλα ταῦτα.
§64ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτὰς ἐκ Λευκάδος ἐὰν ἀπέφεραν εἰσοδήματα τὰ κτήματα αὐτὰ, ὁ δὲ κ. Ἀσπρογέρακας καὶ ὁ κ. Τσαρλαμπᾶς μοὶ εἶπον ὅτι ἐλήφθησαν εἰσοδήματα ἀνώτερα, ἐνῷ πρότερον δὲν εἰσεπράττοντο. Τοῦτο μόνον γνωρίζω. Ὅσον ἀφορᾶ τὰ ζήτημα ἐὰν κατ’ ἀρχὴν πρέπει τὰ κτήματα καὶ τὰ εἰσοδήματα τῶν Μονῶν νὰ ἐνοικιάζωνται, ἐγὼ δὲν δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ γενικῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως· ἔχω γνώμην τινὰ, ἣν σκοπῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν καιρῷ.
§65ΤΣΑΡΛΑΜΠΑΣ. Αἱ πληροφορίαι τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργοῦ, καθόσον ἀφορᾶ τὴν Λευκάδα, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διὰ πλειστηριασμοῦ πώλησις τῶν σταφυλῶν τῆς Μονῆς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, ἕνεκα τῆς ῥαδιουργίας τοῦ ἡγουμενικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἐξετελέσθη, ἀλλ’ οἱ καλλιεργηταὶ δι’ ἀναφορᾶς των εἰς τὴν Διοικητικὴν Ἀρχὴν ἀπεδέχθησαν ἵνα ἕκαστος πληρώσῃ τὴν μερίδα τῆς Μονῆς εἰς τὴν παρὰ τῆς Ἀρχῆς προσδιορισθησομένην τιμὴν, καὶ τοῦτο ἀπέφερε κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Μονὴν εἰσόδημα δραχμῶν ἐννέα χιλιάδων καὶ ἐπέκεινα· ἐὰν δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐξωφλήθη, δὲν εἶναι χάριν τοῦ συστήματος, ἢ δυστροπίας τῶν ἀγροληπτῶν, ἀλλὰ διότι ὁ κύριος ταμίας ἀπεποιεῖτο ν’ ἀναλάβῃ τὴν φροντίδα τῆς εἰσπράξεως, ἐπὶ διαφόροις προφάσεσι· γινώσκω δὲ τοῦτο καλῶς, διότι προσωπικῶς ἀνεφέρθην εἰς τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, ὅπως δώσῃ τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς, ἀλλ’ οὐδὲν ὁριστικὸν μέτρον ἐπέτυχον. Ἡ μὴ ὁλόκληρος πληρωμὴ ἑπομένως τῆς ἀξίας τῶν σταφυλῶν εἰς τοῦτο καὶ μόνον ὀφείλεται· ἐὰν δὲ καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἡ Κυβέρνησις ἤθελε διατάξει τὸ αὐτὸ μέτρον, τὸ ἐκ σταφυλῶν εἰσόδημα τῶν Μονῶν ἤθελε βεβαίως διπλασιασθῆ, καὶ οὔτε ἡ μεταξὺ τοῦ ἡγουμένου καὶ τῶν συγγενῶν αὐτοῦ ἀνήθικος συμπαιγνία ἤθελε λάβει χώραν, οὔτε τόσοι πολῖται φιλήσυχοι ἀδίκως θὰ εὑρίσκοντο εἰς τὰς φυλακάς. Δυστυχῶς αἱ Μοναὶ τῆς Λευκάδος ἀείποτε ἐξυπηρετοῦν παλαιὰν τοῦ τόπου φατρίαν, μεθ’ ἧς οἱ διαχειριζόμενοι αὐτὰς εἶχον συνδεδεμένα τὰ προσωπικά των συμφέροντα, καὶ ἔπρεπεν ἑπομένως οἱ ἡγούμενοι νὰ λάβωσι πᾶσαν ὑποστήριξιν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ἀναβιώσεως τῆς φατρίας αὐτῆς, καὶ ἑπομένως, χάριν τοῦ σκοποῦ τούτου, καὶ στρατιωτικοὶ καὶ δικαστικοὶ ἔλαβον καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ λαμβάνουν παράνομον ὑποστήριξιν. Πιστεύσατε, κύριοι, ὅτι ἡ Μονὴ αὕτη εἶναι ὁ μεγαλείτερος ἰδιοκτήτης τοῦ τόπου. Ἔχει πλέον τῶν 50 χιλιάδων δραχμῶν εἰσόδημα, καὶ ἑκατοστύες οἰκογενειῶν καλλιεργοῦσι τὰ κτήματα αὐτῆς· ἐκτὸς τούτου, ἐγὼ αὐτὸς παρέδωκα εἰς τὸν νῦν ἡγούμενον πιστώματα, ἀξίας πλέον τῶν 80 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἀναφέρω τοῦτο ἵνα καταδείξω τὴν σημαντικότητα τῆς Μονῆς, καὶ ἑπομένως καταληπτὸς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δίδεται εἰς τὸν ἡγούμενον ἡ παρὰ τοῦ συναδέλφου μου κυρίου Ἀσπρογέρακα ἤδη ἐξιστορηθεῖσα καταπιεστικὴ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως.
§66ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑΣ. Ἵνα μὴ σκιαμαχῶμεν, παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἀναφορὰν τοῦ Ἠλία Ζαβιτσάνου, τὴν σταλεῖσαν τὸν Νοέμβριον τοῦ 1883, διὰ τῆς ὁποίας προσέφερεν 22,000 δραχ. διὰ τὰ ἐνιαύσια εἰσοδήματα τῆς Μονῆς, καθὼς νὰ καταθέσῃ καὶ πάντα τὰ σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν Μονήν.
§67ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μόλις τώρα ἐτυπώθησαν διάφορα νομοσχέδια περὶ πιστώσεων καὶ περὶ προκαταβολῆς ὡς καὶ περὶ κυρώσεως Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακται πιστώσεις ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Ὑποβάλλω ταῦτα ἤδη. Ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1885 νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως χορηγηθείσης ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 334,000 διὰ δικαιώματα καὶ ποσοστὰ ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου χαρτοσήμου, γραμματοσήμου, σιγαροχάρτου καὶ πυρείων, διὰ προμήθειαν πετρελαίου, ἔξοδα καλλιεργείας ἁλυκῶν καὶ ἐπιστροφὰς χρημάτων, καθόσον αἱ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ψηφισθεῖσαι πιστώσεις δὲν ἐπήρκεσαν εἰς τὰς πρακτικὰς ἀνάγκας τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1886. Νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 810,000. Ἤτοι δραχ. 750,000 διὰ τὰ ἔξοδα τῆς μετακινήσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ τῆς τροφοδοσίας καὶ τῶν ὁδοιπορικῶν τῶν ἀπολυθέντων ἐφέδρων καὶ ἐπιστράτων, μὴ ἀρκεσάσης τῆς διὰ τοῦ τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ χορηγηθείσης ἐπὶ τούτῳ πιστώσεως, καὶ 60,000 πρὸς ἀγορὰν τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πωλουμένων πυρείων, ὧν ἡ παρακαταθήκη ἐξηντλήθη. Νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 3,726,932 διὰ τὰς ἑξῆς ἀνάγκας. Δραχμὰς 311,002 διὰ περίθαλψιν τῶν ἐκ τοῦ σεισμοῦ παθόντων καὶ δι’ ἀγορὰν ἀλεύρου ἀποσταλέντος εἰς Σκόπελον κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Δραχμὰς 179,930 πρὸς ἀπόδοσιν τῶν ἑκουσίων εἰσφορῶν, ἃς κατέβαλον, καὶ ἐξαγορὰν τῶν ὁμολογιῶν, ἃς ἔλαβον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 30,000,000 τὰ δημοτικὰ καὶ λιμενικὰ ταμεῖα ἐναντίον τοῦ προῤῥισμοῦ καὶ τῶν διεπόντων αὐτὰ νόμων· καὶ Δραχμὰς 3,236,000 πρὸς ἀνέγερσιν νέων καὶ συμπλήρωσιν τῶν κατασκευαζομένων στρατιωτικῶν κτιρίων καὶ συντήρησιν τῶν ὑπαρχόντων. Ἡ πίστωσις αὕτη ἀποτελεῖ ὑπόλοιπον μὴ διατεθὲν ἐκ τῆς χορηγηθείσης ὑπὸ τοῦ νόμου ΑΛʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰδικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 8,190,000. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 5,406,800 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου χρέους. Καὶ ἕτερον, δι’ οὗ χορηγεῖται προκαταβολὴ 1,000,00 δι’ ἀποζημιώσεις τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. (Ὅρα Παράρτημα).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν ἐξέλεγξιν δύο ἐκλογῶν. Πρῶτον τῆς ἐκλογῆς Πυλίας. (Ἀναγινώσκεται τὸ διατακτικὸν τῆς ἐκθέσεως τοῦ Τμήματος). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἔκθεσιν τοῦ Τμήματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν καὶ παραδέχεται ὡς νόμιμον βουλευτὴν Πυλίας τὸν κ. Καράπαυλον. Ἔχομεν ἤδη τὴν ἐκλογὴν Εὐρυτανίας. (Ἀναγινώσκεται τὸ διατακτικὸν τῆς ἐκθέσεως τοῦ Τμήματος). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἔκθεσιν τοῦ Τμήματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν καὶ παρεδέχθη ὡς νόμιμον Βουλευτὴν Εὐρυτανίας τὸν κ. Μιχαὴλ Ἰατρίδην. (Ἐνταῦθα ὁρκίζονται οἱ δύο ἀνωτέρω βουλευταὶ τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν κληρωτῶν κτλ. εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§71ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς προέβη εἰς πρᾶξιν παράνομον διὰ Β. Διατάγματος ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἔπρεπε πρώτιστα νὰ ὑποβάλῃ τὸ Διάταγμα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσῃ συγγνώμην διὰ τὴν παρανομίαν ταύτην· ἐπετράπη εἰς ὡρισμένα πρόσωπα νὰ ζητήσωσι ἀναβολὴν κατατάξεως, κατὰ ῥητὴν παράβασιν στρατολογικοῦ νόμου, μὴ ἐπιτρέποντος τοιαύτην ἐκπρόθεσμον ἀναβολὴν κατατάξεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ Διάταγμα, συγχρόνως δὲ καὶ κατάστασιν τῶν τυχόντων ἀναβολῆς κατατάξεως δυνάμει αὐτοῦ τοῦ Διατάγματος.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀντελήφθην περὶ τίνος Διατάγματος ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτής. Ὑπάρχουσι Διατάγματα χρῄζοντα τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν ὑπεβλήθησαν εἰσέτι, διότι οὐδὲν τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ στρατιωτικὰ ὑπεβάλομεν. Ἐνομίσαμεν σκοπιμώτερον νὰ ὑποβληθῶσιν ὅλα τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ὁμοῦ, ὡς καὶ τὰ κυροῦντα Διατάγματα, ἵνα γίνῃ κατὰ τὴν ὑποβολὴν ἡ προσήκουσα γενικὴ εἰσήγησις.
§73ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι συναφὲς μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν. Πρόκειται περὶ τῆς παρανόμως δοθείσης ἀδείας ἀναβολῆς κατατάξεως ὡρισμένων ἀτόμων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἐμπροθέσμως ὑποβάλει αἰτήσεις, τοιαῦτα δὲ ἄτομα εἶναι οἱ τὸ τελευταῖον ἢ προτελευταῖον ἔτος τῶν σπουδῶν τῶν διανύοντες φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Πολυτεχνείου, οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ ἄλλοι. Ἄλλως τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἤδη ὑποβληθῆ, ὡς καὶ τὸ περὶ παρανόμου αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν τῆς προπαρασκευαστικῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν Σχολῆς.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον πρῶτον. (Ἀναγινώσκεται).
§75ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι οἱ ἀναγκασθέντες ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας νὰ προκαταβάλλωσι θέλουσι ἀναλάβει τὰ χρήματά των.
§76ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Κοττίκα εἶναι σπουδαία, καθόσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν χρημάτων συνεπείᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν, θὰ ἰσχύσῃ μόνον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεώς του, ἐκεῖνοι δὲν οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε ὑπέστησαν τὴν καταβολὴν, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ λάβωσιν αὐτὴν ὀπίσω, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ πρόσθετον ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη προσθέτου ἄρθρου, οὐδὲ ἐξηγήσεως ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπαλλάσσονται τῆς ὑποχρεώσεως οἱ ἀνήκοντες εἰς ὡρισμένην κατηγορίαν, ἑπομένως πᾶσα πληρωμὴ, γενομένη παρ’ αὐτῶν, ὁποτεδήποτε ἐγένετο, κακῶς ἐγένετο. Μόνη διαφορὰ μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέθεσαν, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέθεσαν, εἶναι ὅτι οὗτοι μὲν εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλονται ἐνόχλησιν περὶ χρηματικῆς καταβολῆς, ἐκεῖνοι δὲ ἠναγκάσθησαν νὰ καταβάλωσι τὸ χρῆμα, θὰ ἐπιδιώξωσι δὲ ἤδη τὴν ἐπιστροφὴν αὐτοῦ, ἄνευ ὅμως οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἐνόχλησιν καὶ οὐδενὸς δικαιώματος κατὰ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸ χρῆμα ὡς λαβόντων τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ λάβωσιν. Τὸ χρῆμα καλῶς ἐλήφθη, ἀλλὰ καθίσταται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιστρεπτέον. Τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ νόμου τούτου ὡς καὶ τὸ δεύτερον ἐκφράζεται εὐκρινῶς, οὐδεμίαν ποιοῦντα διάκρισιν προσώπων· ἑπομένως, ὅπως οἱ μὴ πληρώσαντες οὐδὲν θὰ πληρώσωσιν, οὕτως οἱ πληρώσαντες θὰ ἀναλάβωσιν ὅ,τι ἐπλήρωσαν.
§78ΡΑΛΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἦτο ἀκριβὴς ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ, θὰ εἶχεν εὐρύτερα τὰ ἀποτελέσματα. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκφράζει ἀπορίαν κατὰ τίνα τρόπον ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἡ αἴτησις περὶ ἀπαλλαγῆς ἐγένετο δεκτὴ, θέλει ἐπαναλάβει τὸ προκαταβληθὲν χρῆμα, Θέλει ζητήσει τὴν ἐπιστροφὴν καὶ ἡ αἴτησίς του γενήσεται δεκτή. Ἡ δὲ περίπτωσις τοῦ μὴ ἀπαλλαγέντος μετὰ τὴν προκαταβολὴν δὲν σχετίζεται πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἔχον ἐφαρμογὴν μόνον ἐπὶ ἐκείνους ἐκ τῶν προκαταβαλόντων ὅσοι δὲν ἀνέλαβον τὸ χρῆμα, ἐνῷ ἐν τῇ περὶ ἧς ὁ λόγος περιπτώσει τὸ χρῆμα ἐπιστρέφεται ὡς ἀχρεώστητον ἐπὶ τῇ ἀποῤῥίψει τῆς περὶ ἀπαλλαγῆς αἰτήσεως. Ἑπομένως ἐν ταύτῃ μὲν τῇ περιπτώσει ἐπιστρέφεται τὸ χρῆμα κατὰ τὰ νῦν κείμενα, ἐν δὲ τῇ περιπτώσει, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτής, θὰ ἐπιστρέφεται κατὰ τὸ ψηφιζόμενον ἤδη σχέδιον νόμου, ἐν ἀμφοτέραις δὲ ταῖς περιπτώσεσιν ἀποδίδεται τὸ χρῆμα, ὡς ἀχρεωστήτως ληφθέν. Ὑπάρχει δ’ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις, ἐξ ἧς ἀποδίδονται τὰ ἀχρεωστήτως λαμβανόμενα.
§80ΡΑΛΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§81ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὁρισμὸν περὶ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν χρημάτων, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ προσθήκη, διότι εἶναι γνωστὸς ὁ τρόπος, δι’ οὗ ἐπιστρέφονται τὰ χρήματα. Δυνάμει τοῦ νόμου, ἂν ψηφίζομεν, οἱ κληρωτοὶ τοῦ 1886 δὲν ὤφειλον νὰ πληρώσωσιν· ἑπομένως πᾶς πληρώσας θὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων του, καὶ ὁ ταμίας θὰ ἐκδώσῃ γραμμάτιον. Ἀλλ’ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀποβλέψῃ εἰς ἔλλειψιν προηγουμένου νόμου, καθ’ ὃν οἱ αἰτούμενοι τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἐκπρόθεσμοι εἰσὶν ὑπόχρεοι εἰς καταβολὴν ὡρισμένων χρημάτων ἐὰν ἀπαλλαχθῶσι, καὶ τοῦτο καλὸν, ἀλλ’ ἂν δὲν ἀπαλλαχθῶσι, τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα κατέθεσαν κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου πρέπει νὰ ἐπιστραφῶσιν. Ἐσχάτως ἤρχισε νὰ ἐπικρατῇ ἄλλη ἑρμηνεία· ἐγὼ προσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐζήτησα ἐπιστροφὴν χρημάτων διὰ δυστυχῆ μονογενῆ, τοῦ ὁποίου ἡ μήτηρ εἶχε νυμφευθῆ, καὶ τοῦ ὁποίου ἀπεῤῥίφθη ἡ αἴτησις, ἀγνοῶ ἂν ὀρθῶς ἢ ὄχι. Ὁ κ. Βαρελίδης μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ ἄλλου θέματος, ἐντελῶς ἀσχέτου πρὸς τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Καθ’ ὅσον γινώσκω ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν κειμένων νόμων ἡ καταβολὴ ἐπιστρέφεται πάντοτε, ὁσάκις ἀποῤῥιφθῇ ἡ αἴτησις, καὶ ταύτην τὴν ἑρμηνείαν θεωρῶ ὀρθήν, καὶ ὁσάκις εἶχον νὰ δώσω γνώμην ἢ προέβην εἰς ἀπόφασιν, τοιαύτην ἑρμηνείαν ἔδωκα, εἶναι δὲ περιττὸν νὰ νομοθετῶμεν ἐκ νέου περὶ τούτου.
§83ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅτε ὁ νόμος, περὶ οὗ πρόκειται, συνετάχθη, ἐπρότεινα κατὰ τὴν συζήτησιν τοιαύτην διάταξιν, ὁ δὲ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ἤδη, ὅτι εἶναι περιττή· ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω ὅτι τὰ χρήματα δὲν ἐπιστρέφονται. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀποστέλλει τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως τοῦτο διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων. Ἤδη πιστεύω συμφώνως τῷ νόμῳ θὰ διατάξῃ τὰ δέοντα ὁ κύριος Πρωθυπουργός.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον δεύτερον. (Ἀναγινώσκεται).
§85ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἐκφράζω τὴν εὐχὴν ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ΡΝΓʹ. νόμου, διότι εἶναι ἀδύνατον οἱ κληρωτοὶ νὰ παρευρίσκωνται κατὰ τὴν κλήρωσιν εἰς τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια, διότι πολλοὶ ἀπουσιάζουσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ δεύτερον ἄρθρον καθὼς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου εἰς κύρωσιν τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας ἀνανεωθείσης συνθήκης. (Ὅρα Παράρτημα). (Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 Μ. Μ.)