1886.11.03
1.024 στίχοι · 7.856 λέξεις · 73 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
Τῆς 3 Νοεμβρίου 1886.
(Δευτέρα)
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ ὥραν 4 μ. μ.
ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ μέρος τῶν πρακτικῶν, ἔνθα καταχωρίζεται ἡ ἀπάντησις, ἣν εἶχον δώσει εἰς τὸν βουλευτὴν Λακεδαίμονος, νὰ ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς διακοπῆς» διὰ τῶν λέξεων «διὰ Β. Διατάγματος διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.»
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§3ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι διακοπεισῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, τὸ προνόμιον τῶν βουλευτῶν ἀργεῖ;
§4ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρακαλεῖ νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικὰ εἰς ὅ,τι εἶπε. Εἶπον ὅτι ὑπάρχουν οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι θέτει εἰς ἀργίαν τὸ προνόμιον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§6ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ῥιζική, καὶ πιστεύω παρὰ πάντων τῶν βουλευτῶν. Δὲν δύναται πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ ἀνεχθῇ ἐκφράσεις τοιαύτας ἄνευ λογικῆς διαμαρτυρήσεως, διότι τὸ προνόμιον πλέον τῶν βουλευτῶν ἀπόκειται εἰς τὰς χεῖρας οἱουδήποτε αὐθάδους Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει παρὰ νὰ προκαλέσῃ ἓν Διάταγμα, δι’ οὗ νὰ λήξουν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς προσωρινῶς καὶ τότε νὰ συλλάβῃ ὅποιον θέλει. Τοιαύτην γνώμην δὲν πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλὴ, καὶ βεβαίως διαμαρτυρία γενικὴ πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ.
§7ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη γνώμη, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι εἶναι ἐναντίος τῆς γνώμης αὐτῆς.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σημειοῦνται αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ εἰς τὰ σημερινὰ πρακτικά. Τὰ πρακτικὰ κυροῦνται. Ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Καπετανάκης κατέθηκε δύο ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας θ’ ἀναγνώσῃ ὁ γραμματεύς. (Ἀναγινώσκονται).
§9ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συμφώνως πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν τὸ ἑσπέρας τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἔδωκα πρὸς τὴν Βουλὴν, ἔφερα καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω αὐτῇ λεπτομερεστάτας πληροφορίας ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ ὃ ἐστράφη ἡ κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐπερώτησις τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ. Ἀντὶ δὲ πάσης ἀφηγήσεως θεωρῶ καλὸν ν’ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ τοῦ ζητήματος ἔκθεσιν τοῦ παρὰ τοῖς ἐνταῦθα Πλημμελειοδίκαις εἰσαγγελέως, τὴν ὁποίαν χθὲς τὸ ἑσπέρας μοὶ ὑπέβαλεν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον. Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς προφορικῆς ὑμῶν παραγγελίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω, Κύριε Ὑπουργὲ, διὰ τῆς παρούσης ἀναφορᾶς, ὅσα κληθεὶς παρ’ ὑμῶν σήμερον τὴν πρωΐαν ἀνεκοίνωσα περί τε τοῦ τρόπου καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ κ. Δημητρακάκη ἐπὶ τῇ ἀποδιδομένῃ αὐτῷ κατηγορίᾳ ἀδίκου ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς κ. Εὐστρ. Σπαρτίδου. Ὁ διαληφθεὶς Σπαρτίδης τὴν 26 Μαΐου 1886, ἐμφανισθεὶς ἐνώπιον τοῦ τότε διευθύνοντος τὴν ἐνταῦθα Εἰσαγγελίαν κ. Σπανίδου, κατήγγειλε τὸν βουλευτὴν κ. Δημητρακάκην, ὡς ἐπιτεθέντα κατ’ αὐτοῦ τὴν 25 ἰδίου μηνὸς καὶ ἔτους ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν διακοπὴν τῆς Βουλῆς, ὁ προκάτοχός μου κ. Σπανίδης προέβη εἰς ἐξετάσεις μαρτύρων τινῶν, ἀλλ’ ἐγερθείσης ἐν αὐτῷ ἀμφιβολίας, ἂν τὸ καθιερούμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀκαταδίωκτον τῶν βουλευτῶν ὑφίσταται καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐπεζήτησε τὴν γνώμην τοῦ τότε Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν κ. Μπένση, καὶ οὗτος τὴν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Μαντζούφα, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 702 ε. ε. ἐγγράφου του, ὅπερ συνημμένως ὑποβάλλω, ἐγνωμοδότησεν, ὅτι δύναται νὰ καταδιωχθῇ. Μετατεθεὶς ἐνταῦθα καὶ ἀναλαβὼν τὰ καθήκοντά μου τὴν 28 Αὐγούστου ε. ε. ἔλαβον γνῶσιν τῆς τε δικογραφίας, ἐκκρεμοῦς παρὰ τῇ Εἰσαγγελίᾳ οὔσης, καὶ τῆς ἐν λόγῳ γνωμοδοτήσεως τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ διεβίβασα διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10508 τῆς 5 7βρίου ε. ε. ἐγγράφου μου τὴν δικογραφίαν πρὸς τὸν ἐνταῦθα Ἀνακριτὴν, ἵνα συμπληρώσῃ τὴν ἀνάκρισιν ἐπροτίμησα τὴν διὰ τακτικῆς ἀνακρίσεως περάτωσιν τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴν ταύτης δι’ ἀμέσου κλήσεως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὡς εἶχον δικαίωμα ἐκ τοῦ Νόμου νὰ πράξω, διότι, προκειμένου περὶ κατηγορουμένου βουλευτοῦ, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ μεριμνήσω ὅπως μὴ ἐγερθῇ παράπονον, ὅτι μετὰ σπουδῆς ἐπιδιώκεται ἡ καταδίωξις αὐτοῦ, ταὐτοχρόνως δ’ ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια ὑπὸ τακτικοῦ Ἀνακριτοῦ, χορηγηθῶσι πρὸς τὸν κατηγορούμενον κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἀνακρίσεως πάντα τὰ πρὸς ὑπεράσπισίν του μέσα καὶ ἐκτιμηθῇ ἡ προκειμένη ὑπόθεσις ὑπὸ τῶν συμβουλίων τῶν τε Πλημμελειοδικῶν καὶ Ἐφετῶν. Ὁ κ. Ἀνακριτής, λαβὼν τὴν δικογραφίαν, προέβη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων καὶ μετὰ ταύτην, ὑπολειπομένης τῆς ἐξετάσεως τοῦ κατηγορουμένου πρὸς περάτωσιν τῆς ἀνακρίσεως, παρήγγειλε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1070 τῆς 17 8βρίου ἐγγράφου του τῷ ἐνταῦθα Πταισματοδίκῃ νὰ ἐξετάσῃ τὸν κατηγορούμενον, ἐπανελθόντα τότε ἐνταῦθα ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας του πατρίδος, ὁ δὲ κ. Πταισματοδίκης, ὡς ἀναφέρει διὰ τοῦ συνημμένου ὑπ’ ἀριθ. 1028 σημερινοῦ ἐγγράφου του, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήψεως τῆς παραγγελίας τοῦ Ἀνακριτοῦ, ἤτοι πέντε ἡμέρας πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου, ἐκάλεσε διὰ τοῦ κλητῆρος τοῦ Πταισματοδικείου προφορικῶς τὸν κ. Δημητρακάκην πρὸς ἐξέτασιν, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἐνεφανίσθη, οὔτε εὗρεν αὐτὸν εἰς τὸν οἶκόν του ὁ Γραμματεὺς τοῦ Πταισματοδικείου, μεταβὰς τὴν ἰδίαν ἡμέραν πρὸς ἐξέτασίν του τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Δημητρακάκη καὶ τῇ παραγγελίᾳ τοῦ Πταισματοδίκου, οὗ τινος τυγχάνει νόμιμος ἀναπληρωτής. Ἔκτοτε δὲν ἐζητήθη πλέον ὁ κ. Δημητρακάκης· ἐπελθούσης δὲ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου, ὁ κ. Ἀνακριτὴς εἰδοποίησε τὸν Πταισματοδίκην νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς παραγγελίας του, διὰ δὲ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1101 τῆς 30 8βρίου ἐγγράφου του, ἀντίγραφον τοῦ ὁποίου συνάπτω, ἀπέστειλε πρός με τὴν δικογραφίαν, εὑρισκομένην ἔκτοτε εἰς τὸ γραφεῖόν μου, φρονῶν ὅτι, κατόπιν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου, τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ ἀνάκρισιν· ἐν τούτοις χθὲς μετέβη εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον ὁ κ. Δημητρακάκης χωρὶς νὰ κληθῇ, καθ’ ἣν ὥραν ἀπῆν τούτου ὁ Πταισματοδίκης, καὶ ἐζήτησε μετ’ ἐπιμονῆς παρὰ τοῦ Γραμματέως νὰ ἐξετασθῇ, ὁ δὲ Γραμματεύς, ἀγνοῶν τὴν περὶ ἐπιστροφῆς τῆς πρὸς ἐξέτασιν παραγγελίας διαταγὴν τοῦ κ. Ἀνακριτοῦ, ἣν ὁ Πταισματοδίκης ἕνεκα ἀσχολιῶν, ὡς ἐκτίθησι, δὲν εἶχεν εἰσέτι ἐπιστρέψει, ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως, μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν, ἐκ συγχύσεως καὶ πλάνης βεβαίως, ὅτι μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένη ἡ ἐξέτασις κατηγορουμένου βουλευτοῦ, ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, εἰ καὶ ἀμφίβολόν ἐστι τὸ ζήτημα, ἂν, ἀρξαμένης τῆς καταδιώξεως πρὸ τῆς Συνόδου, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀπαιτῆται μετὰ τὴν ἔναρξιν ταύτης ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς καταδιώξεως, ὁ δὲ κ. Δημητρακάκης μετὰ τὴν διατύπωσιν τῆς κατηγορίας ἠρνήθη ν’ ἀπολογηθῇ. Ταῦτα καὶ μόνα ἀληθῶς ἔλαβον χώραν, βεβαιούμενα ἐκ τῶν ἐπισυναπτομένων ἐπισήμων ἐγγράφων, βεβαίως δὲ δὲν ἤθελον ἐπακολουθήσει, ἂν ὁ Πταισματοδίκης ἦν εἰς τὸ γραφεῖόν του, καθ’ ἣν ὥραν ἐνεφανίσθη ἀπρόσκλητος ὁ κ. Δημητρακάκης, ἢ ἂν οὗτος δὲν ἐπέμενε νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τοῦ Γραμματέως, ἐνδόντος ἐξ ἀπειρίας καὶ συγχύσεως εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Δημητρακάκη. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 3 Νοεμβρίου 1886.
Ὁ Εὐπειθέστατος Εἰσαγγελεὺς
Δ. ΜΠΟΥΦΗΣ.
Συνυποβάλλω δὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ πταισματοδίκου πρὸς τὸν εἰσαγγελέα, καὶ τὴν ἰδιαιτέραν ἔκθεσιν τοῦ γραμματέως τοῦ πταισματοδίκου, ἀφηγουμένην πιστῶς τί συνέβη. Καταθέτω συγχρόνως τὴν γνωμοδότησιν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἄλλα τινὰ σχετικά, ὡς καὶ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀνακριτὴς ἐπιστρέφει τὴν δικογραφίαν εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ἕνεκα τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§10ΦΙΛΙΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀνακριτὴς, κύριε Ὑπουργέ;
§11ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Δραγούμης. Αὕτη εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἡ ἱστορία τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, οὕτω δὲ ἔχουσα, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἥτις οὐδόλως ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ἦναι καὶ γνώμη τῆς Βουλῆς, ἀποδεικνύει τρανῶς ὅτι οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε αἱ προνομίαι αἱ βουλευτικαὶ διέτρεξαν κίνδυνόν τινα, ὅτι ἡ εἰσαγγελικὴ καὶ ἡ ἀνακριτικὴ Ἀρχὴ ἐξεπλήρωσαν πιστῶς τὰ καθήκοντα αὐτῶν, ἐπιδειξάμεναι πρεπόντως ἄκραν εὐλάβειαν καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς τὰς προνομίας τὰς βουλευτικάς, καὶ ὅτι ὁ συνάδελφος, ὁ τὴν ἐπερώτησιν ὑποβαλὼν, τὴν πρόσκλησιν τὴν ἐγκαίρως καὶ νομιμώτατα πρὸς αὐτὸν γενομένην, διεχειρίσθη κατὰ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤλπισεν, εἰς ἑαυτὸν μὲν νὰ προσπορίσῃ ἀνύπαρκτον ἰδιότητα μάρτυρος καὶ καταδιωκομένου, εἰς δὲ τὴν Βουλὴν νὰ παράσχῃ ἐργασίαν ἐν ἡμέραις, καθ’ ἃς δὲν ἦτο κανονισμένη ἡ ἡμερησία διάταξις.
§12Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν θέλετε, κύριοι, ἄλλην ἀπόδειξιν ὅτι ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν κολοβώνομεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Τρικούπη κατέχοντος τὴν Ἐξουσίαν. Διώρισεν ἄλλοτε Πρέσβυν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος· τότε εἶχε μίαν πλειοψηφίαν, ἥτις ἐδέχετο τὰ πάντα. Κατήργησε τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα καθιερώνει τὸ Σύνταγμα, καὶ ἄλλη πλειονοψηφία ἐνέκρινε τὴν πρᾶξίν του, καταστρέψασαν προνόμια μεγάλων πληθυσμῶν. Αἱ ἐπιτυχίαι του αὗται τὸν ἐνεθάῤῥυναν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε τολμᾷ νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων των. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Βουλπιώτης, ὃν ἐξετίμησα πάντοτε, εἶπε προχθὲς ὅτι ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι κατὰ τὴν διακοπὴν τῆς Βουλῆς δὲν διακόπτεται καὶ ἡ ἰσχὺς τῶν προνομίων τῆς ἀσφαλείας τῶν βουλευτῶν, ἂν καί τινες ἔχουν τὴν τοιαύτην ἰδέαν, καὶ σήμερον συμφωνεῖ μὲ τούτους.
§13ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχει τοιαύτη ἰδέα, εἶπον, χωρὶς νὰ συμμερίζωμαι αὐτήν. Χαίρω ὅτι ἡ γνώμη τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἰδικήν σας· διότι, ἐνῷ οἱ προϊστάμενοι ἔδωσαν γνώμην, ὅτι δύναται, καίτοι ἔχουσα αὕτη τοιαύτας τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν ἐφετῶν γνώμας, ἐν τούτοις καθ’ ὅλον τὸν Ἰούλιον, τὸν Αὔγουστον καὶ τὸν ἥμισυ Ὀκτώβριον δὲν προέβη εἰς οὐδεμίαν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ δὲν ἔδωκεν οὐδεμίαν σημασίαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὡς ἀληθῶς στερεῖται πάσης σημασίας. Ἠπόρησα δὲ, διότι ἐνῷ οὕτως εἰργάσθη ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία, αὕτη κατεκρίθη, καὶ μετ’ αὐτῆς κατεκρίθη ἡ Κυβέρνησις ὡς προβᾶσα εἰς τοιαύτας τερατώδεις ἐνεργείας.
§14ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐπιμένω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη οὕτω καὶ δι’ ὑπαλλήλων της, τοὺς ὁποίους αὕτη ἐσφυρηλάτησε· καὶ θὰ διέλθω τὸν λόγον, δι’ ὃν εἰργάσθη ὅπως εἰργάσθη ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, ὃν μοὶ διεκοίνωσεν ὑπάλληλος ἀπολαύων πολλῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ λόγος τῆς ἐπισπεύσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἦτο, ὄχι νὰ τιμωρηθῶ μὲ ἡμέρας τινὰς φυλακίσεως, ἀλλὰ προπαρασκευαζομένης τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἠθέλησε νὰ μὲ ἔχῃ ὑπὸ ἐκκρεμῆ ἀνάκρισιν κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν καὶ νὰ μὲ φέρῃ ὅταν καὶ ὁσάκις θέλῃ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ μὴ παρευρεθῶ εἰς τὰς ἐκλογάς. Αὐτὸ εἶναι τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπενέβη τοσοῦτον σκανδαλωδῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καταπατοῦσα αὐτὰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Κύριε Ὑπουργὲ, εἶναι ἢ δὲν εἶναι διάρκεια τῆς αὐτῆς Συνόδου; Ἐξεδώκατε προχθὲς Διάταγμα ἐνάρξεως ἄλλης Συνόδου; ὄχι. Ἄρα εἶναι διάρκεια τῆς Συνόδου. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 63 λέγει βουλευτής, διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, δὲν καταδιώκεται. Κύριε Συνοδιγὲ, λέγετε ὅτι ἦτο διακοπή. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν διακοπὴν, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα λέγει, διαρκούσης τῆς Συνόδου. Καὶ εἶμαι τόσον βέβαιος ὅτι ἡ ἰδέα μου εἶναι ὀρθὴ, ὥστε τὴν συμμερίσθη προχθὲς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς εἶπον ἀνωτέρω. Λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν ἦτο τυχαία ἡ ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε σκοπὸν, ὁ ὁποῖος ἐματαιώθη, διότι ἦλθον περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἠμπορεῖτε νὰ διαλύσητε τὴν Βουλὴν διὰ τοὺς ἑξῆς οὐσιωδεστάτους λόγους: α) οἱ ἐλθόντες ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας των φίλοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ βουλευταὶ τῷ εἶπον ὅτι ἂν διαλύσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν εἶναι κατεστραμμένοι καὶ αὐτοὶ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος, καθόσον, ἂν κατὰ τὴν ἑβδόμην Ἀπριλίου μόλις ἔσωσε τὸ ¼ τῶν τῆς παρελθούσης Συνόδου φίλων του βουλευτῶν, διαλυομένης νῦν τῆς παρούσης Βουλῆς οὔτε τὸ ⅒ θὰ σώσῃ ἐκ τῶν ἐν αὐτῇ φίλων του· δεύτερος λόγος, ὁ καὶ οὐσιωδέστερος, δι’ ὃν δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ διάλυσις εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, εἶναι ὅτι δὲν τὴν δίδει ὁ Βασιλεύς. Εἰς τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην ἐχορήγει κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον τοῦ 1870 διάλυσιν, ἀλλὰ κατὰ Νοέμβριον τὴν ἠρνήθη, εἰπὼν εἰς αὐτὸν ὅτι τώρα, ὁπότε κινεῖται ἡ Εὐρώπη, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνωνται ἐκλογαὶ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἠνόει τὸν Γαλλο–Πρωσσικὸν πόλεμον. Καὶ ἀφοῦ διὰ τὴν ἐν τῇ Εὐρώπῃ ταραχὴν δὲν ἔδιδε, καὶ ὀρθῶς ποιῶν, τὴν διάλυσιν, τώρα, ὅτε ταράττεται ἅπασα ἡ Ἀνατολή, εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ὁ Βασιλεὺς διάλυσιν; Ἐὰν δοθῇ διάλυσις μὲ τοιαύτην ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατάστασιν, ἔχουν δίκαιον οἱ ξένοι νὰ εἴπωσι περὶ Ἑλλάδος τὴν παροιμίαν. «Ὁ κόσμος χάνεται καὶ ἡ γρηὰ ζαροχτενίζεται». Λοιπὸν δὲν ἔχετε διάλυσιν καὶ λυπεῖσθε διότι πρωώρως ἤρξασθε κατ’ ἐμοῦ καταδιώξεως. Σᾶς λέγω ὅμως ὅτι καὶ εἰς τὰς φυλακὰς ἂν μὲ εἴχετε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, πάλιν θὰ ἐγενόμην βουλευτὴς, διότι καὶ ὡς ὑπάλληλος καὶ ὡς Ἀντιπρόσωπος ὑπηρέτησα τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος εἰλικρινῶς, ἐνῷ ὁ πρωθυπουργὸς δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὠθῇ εἰς τὸν κρημνὸν, ὅπως καὶ τὴν κατέῤῥιψεν εἰς τὴν ἄβυσον τῆς χρεωκοπίας, τὴν ὁποίαν πολεμῶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν παλαίων κατὰ τῶν προτάσεών του. Ἰδού, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, διατί καὶ εἰσαγγελεῖς καὶ παραεισαγγελεῖς καὶ ὅλοι ἦσαν εἰς κίνησιν διὰ νὰ ἐκδικάσουν ὅσον τάχιστα αὐτὸ τὸ μέγα ἔγκλημα. Ἦτο καϊμὸς κόσμου διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ ὁ Σπαρτίδης!
§15ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν βλέπω ἐπίσπευσιν, κ. Δημητρακάκη, εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, βλέπω μάλιστα ἀξιέπαινον ἐπιφύλαξιν.
§16ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἐνήμερον τὸ πλημμελειοδικεῖόν σου, διὰ νὰ ἦναι καὶ ἐδῶ ἐνήμερον, ἐνῷ εἰς ἄλλας ὑποθέσεις εἶναι εἰς τὸ 1884;
§17ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τὸ πλημμελειοδικεῖον τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ἐνήμερον.
§18ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι, οὔτε γνωρίζεις Σὺ τίποτε!
§19ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Νὰ ἐξετάσητε καλλίτερα.
§20ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τί ἐνομίσατε, κ. πρωθυπουργέ, ὅτι εἶμαι ἐγὼ ψοφοδεὴς ὡσὰν ἐκείνους τοὺς ὁποίους διὰ τοιούτων ἀπειλῶν ἠγρεύσατε ἄλλοτε; Ἔχετε πολὺ λάθος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἶναι ὅτι ἐκάματε ἓν ἔτι βῆμα εἰς τὴν καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος· περὶ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν. Ἐγὼ δὲν ἐκλήθην μόνον τὴν 18 Ὀκτωβρίου, ὅπως διατείνονται αἱ Ἀρχαί, ἀλλὰ καὶ τὴν 30 Ὀκτωβρίου, ὅτε ἦλθεν ὑπάλληλος τοῦ Πταισματοδικείου καὶ μὴ εὑρών με εἰς τὴν οἰκίαν, εἶπε τοῦ ὑπηρέτου, καί τοι τρεῖς ἦλθεν ὁ Πταισματοδίκης νὰ μὲ ἐξετάσῃ, δὲν μὲ εὗρεν, διὰ τοῦτο μὲ παρακαλεῖ νὰ διέλθω τὸ πρωΐ ἀπὸ τὸν Πταισματοδίκην· ἄλλως, νὰ εἰδοποιήσω νὰ ἔλθῃ ἐκεῖνος. Συνεπείᾳ τῆς παραγγελίας ταύτης μετέβην εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον τὴν πρωΐαν καὶ εὗρον δύο ὑπογραμματεῖς νέους, οἵτινες γνωρίσαντές με εἶπον νὰ περιμείνω ὀλίγον νὰ ἔλθῃ ὁ Πταισματοδίκης διὰ νὰ μὲ ἐξετάσῃ. Μετ’ ὀλίγον ἦλθέ τις μεσῆλιξ, ὃν ἐγὼ ἐθεώρησα ὡς Πταισματοδίκην, διότι τῷ εἶπον οἱ ὑπογραμματεῖς ὅτι ἦλθεν νὰ ἐξετασθῇ ὁ κ. Δημητρακάκης. Αὐτὸς ἐπῆρε τὸν φάκελλον καὶ ἀντὶ νὰ μὲ ἐρωτήσῃ μοὶ εἶπεν ἀναγνώσατε καὶ ἀπαντήσατε εἰς τὸν γράφοντα ὑπογραμματέα καὶ ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀνακριτοῦ λέγον ῥητῶς: καλέσατε τὸν βουλευτὴν Λακεδαίμονος Δημητρακακὴν καὶ ἀφοῦ τὸν ἐρωτήσητε ἂν ἐτιμωρήθη καὶ ἄλλοτε νὰ τῷ ἀπαγγείλλετε κατηγορίαν, ὅτι εἰς τὸν πρόδρομον τῆς Βουλῆς ἐῤῥάπισε τὸν Σπαρτίδην. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ δὲν ἀπετέλει μέρος τῆς δικογραφίας, κ. ὑπουργέ.
§21ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ δικογραφία δὲν ἐστάλη παντάπασιν ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν εἰς τὸν Πταισματοδίκην τὴν δικογραφίαν τὴν εἶχε παρ’ ἑαυτῷ ὁ ἀνακριτής· ὅταν δὲ οὗτος ἀπεφάσισεν ἀναθέσῃ εἰς τὸν Πταισματοδίκην τὴν ὑπόθεσιν, ἔκαμε παραγγελίαν καὶ δὲν ἦτο διόλου ἄπορον νὰ εὕρητε ἐκεῖ τὴν παραγγελίαν ἐκείνην, ἀλλ’ ἡ δικογραφία ἔμεινε παρὰ τῷ ἀνακριτῇ.
§22ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§23ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κ. ὑπουργέ. Ὅταν ἐζήτει ὁ ἀνακριτὴς 5 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως νὰ ἀνακριθῶ, δὲν εἴξευρεν ὅτι τὴν 23ην δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ καμμίαν ἐνέργειαν κατ’ ἐμοῦ;
§24ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διὰ τοῦτο ἔχω πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρχῃ παρεξήγησις.
§25ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα ἦτο νὰ μὲ φυλακίσουν ὅπως ἐφυλάκισαν τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς πρόπερσιν ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς διότι ἐπέκρινε πρᾶξίν τινα τοῦ νομάρχου. Λοιπὸν, κ. ὑπουργέ, ἡ καταδίωξις ἔγεινε Κυβερνητικῇ ἐνεργείᾳ καὶ μάθε ὅτι ἐνίοτε μικροὶ ὑπάλληλοι ἔχουν μεγαλειτέραν πολιτικὴν ἐνέργειαν παρὰ οἱ ἴδιοι ὑπουργοί, καὶ σκοπὸς ἐδῶ ἦτο νὰ μὲ κάμουν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν νὰ περιφέρωμαι ἀπὸ Ἀθήνας εἰς Σπάρτην. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν περίστασιν ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν, διότι ἐδῶ ἀναφανδὸν φαίνεται ἡ τάσις ὅπως αἱ Δικαστικαὶ Ἀρχαὶ ἠμποροῦν νὰ καταπατήσωσι τὸ Σύνταγμα. Νομίζετε, κ. ὑπουργέ, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ δαμάσητε τοὺς βουλευτὰς μὲ τὴν ἀπειλὴν τῆς καταδιώξεως τῶν δικαστηρίων; Ἡ πρόθεσις νὰ καταπατήσητε τὸ Σύνταγμα ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν γλῶσσαν, ἣν τηροῦσι τὰ ὄργανά σας. Τί γράφει συχνὰ πυκνὰ ὁ ὑπὲρ τοῦ Τρικούπη τύπος; «Θέλεις, τῷ λέγει, νὰ σώσῃς τὸν Τόπον; ἀνάβαλε ἐπὶ πενταετίαν τὴν λειτουργίαν τοῦ Συντάγματος, καὶ δίωξε αὐτοὺς τοὺς κατεργαρέους» (ἐννοῶν τοὺς βουλευτὰς), καὶ διοίκησε μὲ τὰς συμβουλὰς τοῦ Σπαρτίδου καὶ Ἀναγνωστοπούλου, ἢ καὶ τῶν συντακτῶν τῆς Ἡμέρας τοῦ Τριεστίου, οἵτινες μᾶς συμβουλεύουν ὅτι διὰ νὰ σωθῶμεν πρέπει νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν Αὐστρίαν. Καὶ ἐν τούτοις τοὺς γράφοντας τὰς τοιαύτας κακοήθεις ἀντεθνικὰς ἰδέας ὁ κ. Τρικούπης περιποιεῖται πλουσιοπαρόχως εἰς βάρος τοῦ δυστυχισμένου Ἐθνικοῦ Ταμείου, ὅπως πληρώνει καὶ τοὺς «Συλλόγους» τοῦ Βουκουρεστίου ὑβρίζοντας πᾶν τὸ Ἑλληνοπρεπές! Εἰς τὸν Φάρον δὲ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ τῆς τριετοῦς πρωθυπουργίας του ὁ κ. Τρικούπης ἐχορήγει ἀνὰ δεκαοκτὼ χιλιάδας φρ. κατ’ ἔτος, διὰ νὰ ὑβρίζῃ πάντας τοὺς λοιποὺς Ἕλληνας, οὓς θεωρεῖ ἀπωλεσμένους, ἂν ὁ Θεὸς δὲν ἔστελλεν αὐτὸν τὸν θεόπνευστον προφήτην, τὸν Τρικούπην. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, ἀπὸ ποῖον κεφάλαιον δαπανᾷ; ἀπὸ τὸ καταχωριζόμενον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὰς πλέον ἱερὰς ὑποθέσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Λοιπὸν ψηφίζομεν φόρους διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τοὺς ἱεροὺς σκοποὺς, καὶ ὁ κ. Τρικούπης τοὺς σκορπᾷ εἰς μισθωμένους ὑμνητάς του. Τελευταῖον, κ. Τρικούπη, φρονεῖς ὅτι πρέπει νὰ πέσῃ τὸ Σύνταγμα; φέρε ἐκεῖνον ὅστις διὰ τοῦ ὅρκου του ὑπεσχέθη νὰ τὸ τηρήσῃ, νὰ εἴπῃ ὅτι τὴν τοιαύτην θυσίαν θεωρεῖ ἀναγκαίαν διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἔθνους, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο λαμβάνει αὐτὸς τὴν εὐθύνην, καὶ ἐγὼ πρῶτος θέλω δώσει ὑπὲρ τῆς αἰτήσεώς του ταύτης ψῆφον· ἀλλ’ ἂν παρέλθῃ ὁ ἀνάλογος χρόνος καὶ ἀντὶ βελτιώσεως εὑρεθῶμεν εἰς κατάπτωσιν, τότε θὰ εἶμαι ἐκ τῶν πρώτων, ὅστις θὰ ζητήσω τὴν αὐστηροτέραν τιμωρίαν κατὰ τοῦ τοιούτου ὑπευθύνου. Αὐτὸ τὸ ἐννοεῖτε καὶ σεῖς ὅτι δὲν γίνεται, διὰ τοῦτο ἀποπειρᾶσθε νὰ καταπατῆτε τὸ Σύνταγμα βαθμηδὸν, κρυπτόμενοι ὑπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἣν παρασύρετε εἰς τοιαύτας ἀντεθνικὰς πράξεις. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ζητεῖτε τώρα νὰ ἀφαιρέσητε τὴν προσωπικὴν ἀσφάλειαν τοῦ βουλευτοῦ, ἣν τὸ Σύνταγμα τῷ ἐξησφάλισεν, ἵνα δαμάσητε τὴν ἀνεξαρτησίαν του, ὅπερ εἶναι τὸ ὅλον τῆς ἰσχύος τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ ἀξιώματος. Ὅσα δὲ φέρετε σήμερον, κ. ὑπουργὲ, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἀξιώσεώς σας εἶναι σοφίσματα, καθόσον ὄχι γνώμη τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, οἷος δήποτε καὶ ἂν ᾖ, ἀλλ’ ἀπόφασις ὁλοκλήρου τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος. Λυποῦμαι, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, διότι καὶ ὡς νέον καὶ ὡς νομικὸν σὲ ἐξετίμησα ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς πεποιθήσεώς σας καὶ διὰ τοῦτο προχθὲς δὲν παρεπονέθην καθ’ ὑμῶν, διότι καμμίαν γνῶσιν δὲν ἔχετε σεῖς εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην, νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ καταπατήσῃ τὸ Σύνταγμα μὲ μίαν γνωμοδότησιν ἑνὸς εἰσαγγελέως.
§26ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι, ἀληθῶς ἀπορῶ πῶς καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐξακολουθεῖ ἡ κατάκρισις κατὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἔτι δὲ μᾶλλον ἀπορῶ, ὅτι τὴν κατάκρισιν αὐτὴν συνεμερίσθη καὶ δι’ ἐκφράσεων πολὺ τραχειῶν διετύπωσε καθ’ ὡρισμένου μάλιστα λειτουργοῦ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής. Εἰς ὑποστήριξιν δὲ τῆς τοιαύτης του ἐκτιμήσεως ὁ κύριος βουλευτὴς ἀνέγνω πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον τοῦ ἀνακριτοῦ, τὸ πρὸς τὸν Πταισματοδίκην, διὰ τοῦ ὁποίου παρήγγελλε ν’ ἀπαγγελθῇ κατηγορία κατὰ τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ, καὶ ἔκαμεν εἰς τὸν ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον πολλὴν ἐντύπωσιν διατί ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς νὰ ἀπευθύνηται τοιαύτη παραγγελία. Βεβαίως ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀπευθυνθῇ αὕτη, βεβαίως ὁ ἀνακριτὴς δὲν εἶχε γνώμην, ὅτι καὶ ἀρξαμένων τῶν ἐργασιῶν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαγγελθῇ κατηγορία καὶ διὰ τοῦτο πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν ἐπέστρεψε τὴν δικογραφίαν, βεβαίως ὅμως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ ὁ τρόπος, δι’ οὗ διεξήχθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἤθελον θεωρήσει παρεξήγησιν δυνατὴν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ὑποθέσεως, ἥτις διετέλει ἐν προανακρίσει παρὰ Πταισματοδίκῃ τινὶ, τηρουμένου πλήρους τοῦ δικαιώματος τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς νὰ εἰσαγάγῃ δι’ ἀπευθείας κλήσεως τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ δικαστήριον· ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔχομεν ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ παραγγελία ἐξεδίδετο ἀπὸ ἀνακριτὴν, τοῦτο ἀποκλείει ἓν δικαίωμα παρεξηγήσεως τῆς ἐνεργείας, διότι πασίγνωστον εἶνε, ὅτι κανὲν ἀπολύτως οὐσιαστικὸν ἀποτέλεσμα δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ ἐπιτάχυνσις κατηγορίας ἐπὶ ὑποθέσεως, ἥτις εὑρίσκετο εἰς χεῖρας ἀνακριτοῦ. Ἡ ὑπόθεσις δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ πέρας ἄνευ παρεμβάσεως τοῦ συμβουλίου, καὶ ἤθελε διατρέξει δρόμον μακρὸν, τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο εὐτυχὲς, ὅπως δυστυχῶς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, ἐὰν διήνυε καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς Συνόδου. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν ἀφορμὴν παρεξηγήσεως· εὑρίσκω τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς ἐν πλήρει συνειδήσει εὐλαβεστάτην πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς βουλευτικὰς προνομίας, καὶ θεωρῶ αὐτὴν ἀξίαν ἐπαίνου. Ἄριστα ἔπραξεν ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ μὴ εἰσαγάγῃ, ὡς εἶχε δικαίωμα, δι’ ἀπευθείας κλήσεως τὴν ὑπόθεσιν· ἄριστα ἔπραξε νὰ διευθύνῃ αὐτὴν πρὸς τὸν ἀνακριτήν. Καὶ ὁ κ. Σπανίδης ἤθελε κάμει τὸ ἴδιον, καὶ ἀπόδειξις εἶνε, ὅτι καὶ αὐτὸς ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ προκαλέσῃ τὴν γνωμοδότησιν τῶν προϊσταμένων του, καὶ παρακαλῶ πάντας νὰ μὴ ἔχουν δισταγμόν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐδείχθη ὑπὸ πάντων ἡ ἀπαιτουμένη εὐλάβεια, δι’ ἣν καὶ πάλιν θεωρῶ ἐπαίνου ἀξίαν τὴν Δικαστικὴν Ἀρχὴν διὰ τὴν εὐλάβειαν αὐτὴν, καὶ διότι δὲν ἔκαμε χρῆσιν τῆς ἐλευθερίας, ἣν ἀνεγνώρισεν αὐτῇ ἡ ἄλλως ὀρθοτάτη γνωμοδότησις τοῦ κυρίου Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἴδητε, ὁσάκις πρόκειται κατὰ βουλευτοῦ ἀνάκρισις περὶ τοιούτων ἐπουσιωδῶν ζητημάτων, τοιαύτη νὰ δεικνύεται εὐλάβεια.—Καί τοι ὅμως ἐπαινῶ τὴν Δικαστικὴν Ἀρχὴν, οὕτω πολιτευθεῖσαν, δὲν ἀποδέχομαι ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἠδύνατο κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς τῆς Συνόδου νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ἔχων δὲ γνώμην ἐναντίαν πρὸς τοῦτο, διόλου δὲν λησμονῶ τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον «Βουλευτὴς, διαρκούσης τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, δὲν καταδιώκεται, οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος»· ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι, ὅταν ἡ διακοπὴ τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου ἀποφασίζεται διὰ Β. Διατάγματος, ἡ Βουλὴ δὲν ὑφίσταται ἐνεργὸς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τοιαύτης διακοπῆς· τοῦτο δὲ ὁρίζει σαφέστατα τὸ ἄρθρον 38 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ «Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναβάλλῃ τὴν ἔναρξιν ἢ νὰ διακόπτῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου.» Ἐρωτῶ δὲ, πῶς δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν διαρκοῦσαν τὴν Βουλευτικὴν Σύνοδον, ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ συνταγματικῷ δικαιώματί του διακόπτῃ τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῆς; Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ἦνέ τι διαρκὲς, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξακολούθησις διακόπτεται διὰ νομίμου συνταγματικοῦ μέτρου; (Θόρυβος). Ἀπορῶ διὰ τὰς ἀντιῤῥήσεις ὑμῶν, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἔχω ὑπὲρ τῆς ἑρμηνείας ταύτης ὁμόφωνον τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, διότι παμψηφεὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὴν ἀπόφασίν της ἐκείνην, δι’ ἧς συνῄνει ἵνα διὰ Διατάγματος διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς ἐπὶ 4½ μῆνας. Ψηφίζουσα τοῦτο, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγίνωσκεν, ὅτι εἶχε διανύσει ἤδη ἕνα μῆνα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ ὅτι, ἂν καὶ οἱ 4 μῆνες ἤθελον ὑπολογισθῆ, ἤθελον μείνει 15 ἡμέραι μόνον πρὸς ἐργασίαν, βεβαίως ἠννόει, ὅτι δὲν θὰ ὑφίστατο ἡ Σύνοδος κατὰ τὴν διακοπήν. Ἐπὶ τούτων στηριζόμενος ἔχω ἀκλόνητον τὴν πεποίθησιν, ὅτι κατὰ τὴν διακοπὴν, τὴν ἀπαγγελλομένην διὰ Β. Διατάγματος, ἡ Βουλὴ δὲν θεωρεῖται λειτουργοῦσα, καὶ τὰ προνόμια ἑπομένως, τὰ δοθέντα εἰς τοὺς βουλευτὰς κατὰ τὴν διάρκειαν μόνον τῆς Βουλῆς, ἐπίσης ἀργοῦσιν.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἡ γνώμη σας εἶναι ὀρθὴ, κύριε ὑπουργὲ, καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ συμφωνῇ τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διατί ἔχομεν κατ’ ἐξακολούθησιν τὸν κύριον Πρόεδρον προεδρεύοντα;
§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διότι ἡ Σύνοδος εἶνε ἡ αὐτή· διεκόπη μόνον ἡ ἐξακολούθησις αὐτῆς καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τοιαύτης διακοπῆς ἡ Σύνοδος δὲν ὑφίσταται, δὲν εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, συνεπῶς δὲ καὶ αἱ παρομαρτοῦσαι τῇ διαρκείᾳ τῆς βουλευτικῆς Συνόδου προνομίαι καὶ ἀσυλίαι.
§30ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταὶ, περὶ τὸ ὁποῖον ἐστράφη ἡ συζήτησις, εἶναι προδήλως λίαν σπουδαῖον. Πρόκειται περὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ περὶ τῆς ἀπροσκόπτου ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Πρόκειται δὲ συγχρόνως περὶ ἑρμηνείας οὐσιωδεστάτης διατάξεως τοῦ θεμελιώδους νόμου, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνακοινωθῶσι καὶ συζητηθῶσιν αἱ γνῶμαι περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τῆς διατάξεως ταύτης. Τὸ ἄρθρον, κύριοι, 63 τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύει τὴν καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ, διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς Συνόδου. Γεννᾶται ἐντεῦθεν τὸ ζήτημα ποία τις εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης. Κατὰ τὸ ῥητὸν γράμμα τῆς διατάξεως ταύτης, ἀπὸ τῆς λήξεως ἑκάστης Συνόδου μέχρι τῆς παραμονῆς τῆς ἐνάρξεως τῆς ἑπομένης Συνόδου ὁ βουλευτὴς δύναται νὰ καταδιωχθῇ, ὅπως καὶ πάντες οἱ λοιποὶ πολῖται· οὐδεμίαν ἔχει προνομίαν. Μόνον ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου ἀρχίζει ἡ προνομία αὕτη, καὶ διαρκεῖ μέχρι τῆς λήξεως αὐτῆς. Τί ἐξάγεται ἀμέσως ἐκ τῆς τοιαύτης ἀναμφισβητήτου ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος; ὅτι ὁ βουλευτὴς προστατεύεται οὐχὶ χάριν τοῦ προσώπου αὐτοῦ, ἀλλὰ χάριν μόνης τῆς ἐκπληρώσεως τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει ἐκπλήρωσις καθήκοντος, οὐδεμία προστασία χορηγεῖται εἰς τὸν βουλευτήν· ἅμα ἔλθῃ ὁ χρόνος τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ἀρχίζει ἡ προστασία καὶ διαρκεῖ μέχρι λήξεως τοῦ χρόνου τούτου, ἤγουν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου μέχρι τῆς λήξεως. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ δύναται νὰ προκύψῃ νέα τις κατάστασις πραγμάτων, τρίτη· ἐνδέχεται νὰ διακόψῃ ὁ Βασιλεὺς δυνάμει τοῦ ἄρθρου 38 τοῦ Συντάγματος τὴν ἐξακολούθησιν τῆς Συνόδου, καὶ ἐρωτᾶται, κατὰ τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς ταύτης τί θὰ ἰσχύσῃ, τὸ καταδιωκτὸν τοῦ βουλευτοῦ, ἢ τὸ ἀκαταδίωκτον; Ἐὰν, λόγος τῆς βουλευτικῆς προνομίας εἶναι ἡ ἀπρόσκοπτος ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων τοῦ βουλευτοῦ, πρέπει νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς παύει ἡ βουλευτικὴ προνομία, διότι οὐδὲν καθῆκον καλεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ ὁ βουλευτὴς ἀπὸ τῆς διακοπῆς μέχρι τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Δι’ ὃν λόγον ἐπιτρέπεται ἡ καταδίωξις βουλευτοῦ καὶ τὴν παραμονὴν ἀκόμη τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου, διὰ τὸν αὐτὸν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἰσχὺν τῆς βουλευτικῆς προνομίας κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς διακοπῆς δὲν δίδουσι τὴν ὀρθοτέραν ἑρμηνείαν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ τὸ ἐσφαλμένον τῆς γνώμης αὐτῶν ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν λοιπῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἣν ὁ ἀξιότιμος εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐν τῷ ἐγγράφῳ του ἀναφέρει. Ἐνῷ τὸ ἄρθρον 63 ἀπαγορεύει τὴν καταδίωξιν διαρκούσης τῆς Συνόδου, ἔχομεν ἑτέραν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν τοῦ ἄρθρου 54, καθ’ ἣν ἡ Σύνοδος δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ πλέον τῶν ἓξ μηνῶν. Προδήλως τὸν αὐτὸν τρόπον ὑπολογισμοῦ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις. Ἐὰν κατὰ τὴν διακοπὴν ἡ Σύνοδος θεωρεῖται ὡς διαρκοῦσα καὶ ὁ χρόνος τῆς διακοπῆς ὑπολογίζεται εἰς τὴν ἑξάμηνον προθεσμίαν, εἶναι προφανέστατον, ὅτι ἡ προθεσμία αὕτη ἔληξε σχεδὸν καὶ ἡ Σύνοδος δὲν ὑφίσταται. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἄτοπον νὰ φθάσωμεν εἰς τοιαύτην συνέπειαν, τότε πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς οὔτε ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ διήρκει ἡ Σύνοδος. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, κύριοι, φρονῶ, ὅτι μία τοιαύτη ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος, ὅτι δηλ. κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς τῆς Συνόδου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ καταδίωξις τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλοιώνει καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ὑψηλὴν ἔννοιαν τῆς βουλευτικῆς προνομίας. Σκοπὸς τῆς βουλευτικῆς προνομίας εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν νόμιμον ἐκπλήρωσιν τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων καὶ οὐχὶ νὰ καλύψῃ τὸ ἔγκλημα νὰ προστατεύσῃ τὸν βουλευτὴν κατὰ τῶν κυβερνητικῶν πιέσεων ἀλλ’ οὐχὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἀνώτερον τοῦ νόμου· νὰ προλάβῃ τὰς φατριαστικὰς ἐνεργείας τῶν καταδιωκτικῶν Ἀρχῶν, οὐχὶ ὅμως νὰ καταστήσῃ τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν ἀνίκανον νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν δικαιοσύνην. Τὴν πρόληψιν τῶν ἐπιβλαβῶν τούτων συνεπειῶν ἐνεπιστεύθη τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν πατριωτισμὸν, εἰς τὴν συνείδησιν, εἰς τὴν τιμὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ Κοινοβούλιον θέλει σπεύσει πάντοτε νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως, προκειμένων τοιούτων περιπτώσεων, καὶ νὰ ἄρῃ πᾶν ἐμπόδιον παρεμβαλλόμενον εἰς τὴν πορείαν τῆς δικαιοσύνης. Ἐντεῦθεν ἕπεται, ὅτι ἡ ἰσχὺς τῆς βουλευτικῆς προνομίας προϋποτίθησι τὴν ἐνεργὸν παρουσίαν τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς πρόληψιν παντὸς ἐξ αὐτῶν ἀτόπου. Ὅταν τὸ Κοινοβούλιον δὲν λειτουργῇ, ἐνδέχεται νὰ μένῃ ἀκαταδίωκτον ἔγκλημα σκανδαλῶδες καὶ νὰ περιφέρεται ἐλεύθερος ὁ ἐγκληματίας, γαυριῶν ἐπὶ τῷ βουλευτικῷ του ἀξιώματι. Συμπεραίνω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς ὑπεστήριξεν. Ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία εἶναι, ὅτι δύναται νὰ καταδιωχθῇ ὁ βουλευτὴς καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν διακοπῶν τῆς βουλευτικῆς Συνόδου. Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσητε καὶ ἕτερον ζήτημα, ἀναγόμενον εἰς τὴν περὶ ἧς πρόκειται διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἤκουσα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀναγνόντος ἔγγραφον, καθ’ ὃ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ γνώμη, ὅτι ἡ ἀρξαμένη καταδίωξις δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ μετὰ τὴν κατόπιν ἐπελθοῦσαν ἔναρξιν τῆς βουλευτικῆς Συνόδου.
§32ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἡ γνώμη μου, ἀνέφερα ὅμως ὅτι ὑπάρχει καὶ γνώμη τοιαύτη, καὶ ἐννοῶ αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ κ. Σαρίπολος.
§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ γνώμη αὕτη, ἵνα προληφθῶσι τὰ δυνάμενα νὰ προκύψωσιν ἐξ αὐτῆς ἄτοπα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ὑπέδειξε σήμερον, ὅτι ἔχει τοιαύτην γνώμην, ἀποδώσας τὴν καταδίωξιν τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ εἰς σκοπὸν προφυλακίσεως αὐτοῦ, καὶ ἀποκλεισμοῦ ἐντεῦθεν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων κατὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἐξακολούθησιν τῆς Συνόδου. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι καὶ σπουδαιότατος συνάδελφος ὑποστηρίζει τὴν γνώμην, ὅτι ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου ἡ πρὸ αὐτοῦ ἀρξαμένη καταδίωξις. Ἐρωτῶ, κύριοι βουλευταὶ, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὀρθὴ ἡ τοιαύτη γνώμη; Δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀρξαμένη καταδίωξις, εἴτε ἔσχεν ὡς συνέπειαν τὴν προφυλάκισιν τοῦ βουλευτοῦ, εἴτε οὔ; Ἐγὼ, κύριοι, φρονῶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὅτι ἐπερχομένης τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς, οὐ μόνον νέα καταδίωξις τοῦ βουλευτοῦ δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ οὔτε ἡ ἐξακολούθησις ἀρξαμένης πρότερον καταδιώξεως. Καὶ στηρίζω, κύριοι, τὴν γνώμην αὐτὴν πρῶτον εἰς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξεν ἡ Συντακτικὴ Ἐξουσία χορηγήσασα τὴν προνομίαν ταύτην. Ἐδιπίστησε, κύριοι, ἡ Συντακτικὴ Ἐξουσία πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἥτις διορίζει τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ τοὺς δικαστὰς καὶ ἐκλέγει μεταξὺ τούτων τοὺς ἀνακριτάς, ὑποπτεύσασα μὴ τυχὸν προκαλέσῃ ἀνυποστάτους καταδιώξεις κατὰ τοῦ βουλευτοῦ, καὶ ἀπομακρύνῃ αὐτὸν ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του διὰ κλήσεως ἐνώπιον τῶν ἀνακριτῶν ἢ τῶν δικαστηρίων, καὶ οὕτως ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον ἢ τὴν ἀποδοκιμασίαν, εἰς ἣν ἡ παρουσία τοῦ βουλευτοῦ ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ. Ἐὰν τοιοῦτος εἶναι προφανῶς ὁ σκοπὸς τοῦ Συντάγματος, ὁ σκοπὸς οὗτος ἀποτυγχάνει ἐντελῶς, διότι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προκαλέσῃ τοιαύτας καταδιώξεις ὀλίγας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου ἡμέρας, ἵνα ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξακολουθῇ αὐτὰς καὶ διαρκούσης τῆς Συνόδου, καὶ παρακωλύῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τοῦ βουλευτοῦ. Ἐὰν σπουδαῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Συντακτικῆς Ἐξουσίας, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι πᾶσα καταδίωξις τοῦ βουλευτοῦ καὶ αὐτὴ ἡ πρότερον ἀρξαμένη πρέπει νὰ παύσῃ ἅμα ἐπέλθῃ ἡ ἔναρξις τῆς Συνόδου. Τοῦτο, κύριοι, καὶ ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ ἄρθρου 63 ὑποστηρίζεται, διότι κατ’ αὐτὸ δὲν καταδιώκεται ὁ βουλευτὴς ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἐν τούτοις δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν καταδιώκεται διαρκούσης τῆς Συνόδου ὁ βουλευτὴς, ὅταν ἐξακολουθῇ κατ’ αὐτοῦ καταδίωξις προηγουμένη.
§34ΤΙΝΕΣ. Καὶ ἂν εἶναι φυλακισμένος;
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μοὶ λέγουσιν, ἐὰν εἶναι προφυλακισμένος; Τὴν ἐρώτησιν, κύριοι, ταύτην κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος ἀπηύθυνεν εἷς τῶν πληρεξουσίων πρὸς τὸν Πρόεδρον τότε τῆς Συνελεύσεως, ὁ δὲ Πρόεδρος ἀπήντησεν, ὅτι θὰ μείνῃ προφυλακισμένος· ἕτερος ὅμως πληρεξούσιος ἀντέταξεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ, πῶς, ἐνῷ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προφυλακισθῇ ὁ ἐλεύθερος βουλευτὴς ἀρξαμένης τῆς Συνόδου, πρέπει νὰ μένῃ ἐν ταῖς φυλακαῖς ὁ προφυλακισθεὶς πρὸ τῆς Συνόδου. Ἐθεώρησε τοῦτο ὡς ἀντίφασιν. Ἐν τούτοις ἄνευ περαιτέρω ἐξηγήσεως ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον. Κατὰ συνέπειαν ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις οὐδόλως χρησιμεύει εἰς ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ περίπτωσιν ἀναστολῆς τῶν ποινικῶν ἀγωγῶν, ἐξ ἐκείνων, ἃς ῥητῶς ἀναγνωρίζει ἡ ποινικὴ δικονομία, εἴτε ἀνέκαθεν ὑπαρχούσας, ὡς ἡ ἔλλειψις ἐγκλήσεως, εἴτε κατόπιν ἀναφυομένας, ὡς ὁ γάμος τοῦ ἀπαγαγόντος μετὰ τῆς ἀπαχθείσης· ἑπομένως πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, ὅ,τι γίνεται καὶ εἰς τὰς λοιπὰς τῶν ἀναστολῶν περιπτώσεις, ἤγουν νὰ ζητηθῇ ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ εἰσαγγελέως ἢ ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως καὶ ἡ ἀπόλυσις τοῦ κατηγορουμένου, μέχρις οὗ ὁ λόγος τῆς Βουλῆς ἐκλείψῃ, ἤγουν ἐπέλθῃ ἡ πρὸς καταδίωξιν ἄδεια τῆς Βουλῆς.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτοδικαίως ἐξέρχεται;
§37ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχί, ἀλλὰ τὸ συμβούλιον θὰ διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισιν, ἂν ἀνεύρῃ, ὅτι ὑπάρχει λόγος ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως, ἤγουν ἀνάγκη τῆς πρὸς τοῦτο ἀδείας τῆς Βουλῆς.
§38ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος ἔλαβε πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν προσωποκρατουμένων, διότι οὕτω κανονίζεται ἡ δευτέρα παράγραφος αὐτοῦ. (Τὴν ἀναγινώσκει). Ἐνῷ δὲ φροντίζει τὸ Σύνταγμα νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῶν προσωποκρατουμένων, οὐδὲν λέγει περὶ ἐκείνου, ὅστις ἐφυλακίσθη δυνάμει ἐντάλματος ἢ βουλεύματος δικαστικοῦ, ἀληθῶς ἡ ἐξήγησις πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου; Ἄλλη καμμία διάταξις δὲν ὑπάρχει νὰ ἀκυροῖ τὸ βούλευμα ἢ τὸ ἔνταλμα τῆς προφυλακίσεως. Ἐὰν ἔχητε τοιαύτην διάταξιν καὶ ὑποδείξητε αὐτὴν, θὰ κύψω τὸν αὐχένα· ἀλλὰ τοὐναντίον εἰς τὴν βʹ. παράγραφον τοῦ ἄρθρου 63 θὰ εὕρητε τὴν διάταξιν περὶ ἧς ἔκαμα λόγον. Τώρα ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως γνώμη ἑνὸς βουλευτοῦ, αὐτὴ δὲν εἶναι καὶ γνώμη τοῦ Συντάγματος.
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν διακόψαντά με ἀξιότιμον βουλευτὴν παρατηρῶ, ὅτι ἐκ τῶν ῥητῶν ἐν τῷ Συντάγματι ἀπολύσεων τῶν προσωπικῶς κρατουμένων οὐδὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ συμπέρασμα περὶ τῶν ποινικῶς κρατουμένων. Τῶν πολιτικῶς κρατουμένων ἠδύνατο ἡ Συντακτικὴ Ἐξουσία νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν χάριν τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ περὶ τῶν ποινικῶς κρατουμένων δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ γενικὸν τοιοῦτον μέτρον, διότι ἐνδέχεται νὰ κρατῶνται ὡς κατάδικοι, ἢ ὡς συλληφθέντες ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἢ δυνάμει ἀδείας τῆς Βουλῆς. Ἀποχρῶσα φροντὶς εἶναι ἡ ἀπαίτησις τῆς ἀδείας πρὸς καταδίωξιν, διότι συνέπεια αὑτῆς εἶναι ὅτι τὸ δικαστικὸν συμβούλιον θὰ ἐξετάσῃ ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τοιαύτης ἀδείας, καὶ θὰ διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισιν, ἂν ἡ ἄδεια δὲν ὑπάρχῃ. Δὲν ὑπάρχει λόγος τις ἵνα διακρίνωμεν μεταξὺ προηγηθείσης ἢ μὴ προφυλακίσεως, διότι ἐξακολουθεῖ νὰ καταδιώκεται διαρκούσης τῆς Συνόδου καὶ ὁ πρὸ αὐτῆς ἐν ταῖς φυλακαῖς εὑρισκόμενος. Ἀρκεῖ ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀπηγόρευσε τὴν καταδίωξιν ἄνευ ἀδείας, καὶ ἡ ποινικὴ ἡμῶν δικονομία θὰ ὁδηγήσῃ περὶ τοῦ πρακτέου ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Φρονῶ ἑπομένως ὅτι αἱ ἀντιῤῥήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ δὲν συντελοῦσι ποσῶς εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἀντιθέτου γνώμης του καὶ ὅτι κατὰ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς οὔτε προφυλάκισις ἐπιτρέπεται, οὔτε ἐξακολούθησις ἀρξαμένης προφυλακίσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ διαταχθῇ ὑπὸ τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας ἡ ἀναστολὴ τῆς περαιτέρω καταδιώξεως ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀδείας τῆς Βουλῆς, καὶ συνεπῶς ἡ ἀποφυλάκισις τοῦ κατηγορουμένου.
§40ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ὅταν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φέρῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ κύριος βουλευτὴς Ἀττικῆς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Γεώργιος Λογοθέτης λέγει ὅτι ἐτραυματίσθη ὑπὸ τοῦ υἱοῦ τοῦ βουλευτοῦ Καλαμῶν κυρίου Μαυρομιχάλη, τὸ δὲ Συμβούλιον παρέπεμψεν αὐτὸν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ζητεῖ δὲ νὰ ἀποσταλῇ ἡ αἴτησίς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§42Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων τοῦ Δημοσίου ἔκ τε τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ εἰσοδημάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1886 ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου—ἐὰν δὲ δυνατόν, καὶ μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου—ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα καὶ βεβαιωθέντα κατὰ τὴν αὐτὴν χρονικὴν περίοδον τῶν χρήσεων τοῦ 1882, 1883, 1884 καὶ 1885. Ἐξ Ἄρτης ἔλαβον τηλεγράφημα, δι’ οὗ οἱ κάτοικοι Ἄρτης παραπονοῦνται ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν διοδίων, ὑποστηριζόμενοι καὶ παρὰ τῶν Δημοσίων ὀργάνων, καταπιέζουσιν αὐτοὺς, λαμβάνοντες δικαιώματα μὴ ὀφειλόμενα. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἄρσιν τοῦ τελουμένου τοιούτου ἀδικήματος καὶ ἀποφυγὴν περαιτέρω σκανδάλων.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης παρατηρῶ, ὅτι δὲν γεννῶνται πρῶτον ἤδη μεταξὺ τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν διοδίων καὶ τῶν κατοίκων διενέξεις. Οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν διοδίων ἐφαρμόζουσι τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἀπέκτησαν ὅπως εἰσπράττωσι τὰ διόδια κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον οἱ κάτοικοι θεωροῦσιν οὐχὶ νόμιμον, παρεπονέθησαν δὲ οἱ κάτοικοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρὸς εἴσπραξιν τῶν διοδίων τυγχάνουσι τῆς προστασίας τῆς Δημοσίας Ἀρχῆς οἱ ἐνοικιασταί. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἀξίωσιν ταύτην τῶν ἐνοικιαστῶν ἀπήντησεν, ὅτι ἡ μίσθωσις τῆς εἰσπράξεως τῶν διοδίων οὐδὲν δικαίωμα χορηγεῖ εἰς αὐτούς, ὅπως πραγματοποιῶσι τὴν εἴσπραξιν διὰ τῆς Δημοσίας Δυνάμεως· ἡ Δημοσία δύναμις ἀπεστάλη μόνον ἵνα χρησιμεύῃ εἰς πρόληψιν τῶν ρήξεων, καὶ τοῦτο ὑπὲρ τῶν κατοίκων πιεζομένων καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν πιεζόντων. Ἐστάλη στρατιωτικὴ δύναμις, ὅπως ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ δίοδος καὶ ἐξομαλισθῶσιν αἱ διαφοραί, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος κελεύει. Τοῦτο ἐξακολουθεῖ καὶ ἤδη· ἐὰν μισθωταὶ τῶν διοδίων ἐξακολουθῶσι φρονοῦντες, ὅτι ἔχουσι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀρνοῦνται οἱ κάτοικοι, ὁ νόμος ὁρίζει τὶ γίνεται ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν· ἡ Κυβέρνησις ὅμως δὲν θέλει ἐπιτρέψει ἵνα διὰ τῆς Δημοσίας δυνάμεως ἐπιβάλωσι τὴν θέλησίν των.
§44ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ Δημοσία δύναμις, ἥτις παρίσταται ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, δίδει τὴν προστασίαν της εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν παρανόμων διοδίων· ὥστε ἤθελεν εἶσθαι ὠφελιμώτερον νὰ ἔλειπεν ἡ Δημοσία δύναμις. Τοῦτο εἶναι γεγονὸς, ὅτι πάντοτε ὑπεστήριξαν τοὺς ἐνοικιαστὰς εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν διοδίων, καὶ εἶναι εὐχῆς ἔργον, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λείψῃ ἡ Δημοσία δύναμις, τοὐλάχιστον νὰ μὴ ὑποστηρίζῃ τοὺς ἐνοικιαστὰς εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν διοδίων.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Δημοσία δύναμις ἀπεστάλη κατόπιν ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων καὶ τηλεγραφήματος τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης· οὗτοι παρίστων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἄνευ Δημοσίας δυνάμεως ἐπιέζοντο καὶ ἔπρεπε νὰ ἀποσταλῇ δύναμις διὰ νὰ τοὺς προστατεύσῃ. Ἐστάλη ἡ δύναμις καὶ ἔχομεν τηλεγράφημα τῶν ἐνοικιαστῶν διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ὅτι αὕτη ἐπεμβαίνει ὑπὲρ τῶν κατοίκων καὶ ἐμποδίζει τὴν εἴσπραξιν τῶν διοδίων. Ἡμεῖς δὲν εἰσηκούσαμεν τὰς διαμαρτηρήσεις ταύτας τῶν μισθωτῶν τῶν διοδίων· ἐὰν ὅμως ἐγινώσκομεν ὅτι καὶ οἱ κάτοικοι καὶ οἱ μισθωταὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀπομακρυνθῇ ἡ Δημοσία δύναμις, δὲν θὰ εἴχομεν δυσκολίαν νὰ τὴν ἀπομακρύνωμεν, ἀλλὰ δὲν ἐμάθομεν τοῦτο· φρονοῦμεν δὲ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ δύναμις ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας καὶ τῆς τάξεως. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παρετήρησεν, ὅτι δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον κυροῦν Διάταγμα χρῆζον τῆς βουλευτικῆς κυρώσεως περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τοιοῦτος νόμος εἶναι ἀναγκαῖος, ὅπως εἶναι ἀναγκαῖος καὶ δι’ ἄλλο Διάταγμα, ἐκδοθὲν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ χρῆζον νομοθετικῆς κυρώσεως· δὲν εἶχον δὲ ὑποβληθῆ εὐθὺς, διότι εἴχομεν πρόθεσιν νὰ ὑποβάλωμεν ὅλα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν στρατὸν τὴν αὐτὴν ἡμέραν. Ἤδη ὑποβάλλω τὰ δύο νομοσχέδια, συνάμα δὲ μετ’ αὐτῶν, ὡς λίαν ἐπείγοντα, καὶ ἄλλα νομοσχέδια ἀφορῶντα εἰς τὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου κυροῦται τὸ ἀπὸ 19 Ἰουλίου ἐ. ἔ. Βασιλικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ ἐπετράπη νὰ ὑποβληθῶσι μέχρι καὶ τῆς 31 Αὐγούστου ἐ. ἔ. αἱ περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως αἰτήσεις τῶν κληρωτῶν τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς. Οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος παράτασιν τῆς διορίας, εὑρίσκονται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐν τῇ πράξει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἅπερ παρατίθενται. Δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου κυροῦται τὸ ἀπὸ 25 Αὐγούστου Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν τοῦ προπαρασκευαστικοῦ ὑπαξιωματικῶν σχολείου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιλαμβάνει καὶ διατάξεις μεταρρυθμιστικὰς τοῦ νόμου τῆς 9 Ἀπριλίου 1884 περὶ τοῦ εἰρημένου σχολείου. Ἐν ἐκθέσει ἀναπτύσσονται οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, καὶ περιττὸν φρονῶ νὰ ἐνδιατρίψω ἤδη. Πλὴν τούτων τῶν νομοσχεδίων ἐπεῖγον λίαν εἶναι καὶ τὸ ὑποβαλλόμενον ἤδη, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται ἀναβολὴ κατατάξεως τῶν κληρωτῶν τῆς δευτέρας σειρᾶς τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς μέχρι πρώτης Ἰουλίου 1887. Λέγω, ὅτι εἶναι ἐπεῖγον, διότι, ἂν ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν ἀναβολὴν, πρέπει νὰ συζητήσῃ εὐθὺς τὸν νόμον, ἵνα εἰδοποιηθῶσιν ἐγκαίρως οἱ ὑπόχρεοι καὶ μὴ προσέλθωσιν. Οἱ λόγοι, οἱ ὑπαγορεύοντες τὸ μέτρον τοῦτο, εἶναι, ὅτι ὡς ἐκ τῆς κατηγορίας τῶν ἀνυποτάκτων ὁ στρατὸς περιέχει ἀριθμὸν ἀνδρῶν ἀνώτερον τοῦ ἀναγκαίου· ἑπομένως διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς κατατάξεως εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀνυπότακτοι θὰ ἔχωσιν ἀποτίσῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτῶν, ἐπιτυγχάνεται ὥστε οἱ ἄνδρες τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς νὰ ὑπηρετήσωσι καθ’ ἣν ὥραν θὰ ἦναι χρήσιμοι· θὰ ἦναι δὲ τότε τοσούτῳ μᾶλλον χρήσιμοι, καθ’ ὅσον προτείνομεν δι’ ἄλλου νομοσχεδίου μεταβολὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ὅλου στρατολογικοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸν Ὀκτώβριον τοῦ ἑπομένου ἔτους θέλει κληθῆ ἡ κλάσις τοῦ ἔτους ἐκείνου, εἶναι δ’ ἐπιθυμητὸν, ὅταν ἡ κλάσις ἐκείνη ἔλθῃ ὑπὸ τὰς σημαίας, νὰ εὕρῃ ἐν ταῖς τάξεσι κλάσιν προηγουμένην καὶ μέλλουσαν, νὰ παραμείνῃ ἐπὶ χρόνον τινὰ, ὅπως συμπράξῃ μετ’ αὐτῆς. Ἂν δὲν λάβωμεν πρόνοιαν περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως, μόνον ἐπὶ τρεῖς μῆνας θέλει συμπράξει ἡ κλάσις τοῦ 1887 μετὰ τῆς δευτέρας τοῦ 1886 καὶ ἑπομένως κατὰ τὸ 1888 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου θὰ ἔχωμεν μόνον τοὺς τῆς σειρᾶς τοῦ 1887 κληρωτούς.
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μία σειρὰ θὰ ὑπάρχῃ;
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μία· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ θεραπεύσωμεν διὰ τοιαύτης μεταβατικῆς διατάξεως.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν ἀπογραφὴν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, θὰ ὑπάγωνται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου;
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νέον νομοθέτημα θ’ ἄρξηται λειτουργοῦν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου 1887· ὑπάρχει ἄρα ἀνάγκη τῆς μεταβατικῆς διατάξεως, περὶ ἧς λαμβάνομεν πρόνοιαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἡ μεταβατικὴ διάταξις εἶναι λίαν κατεπείγουσα, διότι, ἂν δὲν ληφθῇ ἀπὸ τοῦδε, θέλει ἐκτελεσθῆ ὁ κείμενος νόμος.
§50ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀφοῦ ἀρχίσῃ νὰ τίθενται εἰς ἐνέργειαν αἱ μεταβατικαὶ διατάξεις, ὑποτίθεται ὅτι γίνεται δεκτὸς καὶ ὁ ὀργανισμός σας· τὸ πρῶτον τὸ ἐννοῶ, τὸ ἐδικαιολογήσατε λογικώτατα, πλεονάζουν στρατιῶται, ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ὑπηρετοῦν κληροῦχοι καὶ ἀνυπότακτοι· ἀλλὰ τὸ δεύτερον...
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀρκεῖ τοῦτο. Ὡμίλησα ὅμως καὶ περὶ τοῦ ἑτέρου λόγου χάριν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι ψηφίσει τὸν νέον ὀργανισμόν. Ἕτερον νομοσχέδιον, ἐπίσης ἀποῤῥέον ἀπὸ τοῦ πρώτου λόγου τοῦ ὑπαγορεύσαντος τὸ περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως νομοσχέδιον, εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς χορήγησιν ἀδείας εἰς τοὺς ὁπλίτας καὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου τῆς ἀδείας εἰς τὸν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐδέησε κατόπιν τῆς κατατάξεως ἀνυποτάκτων, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἐν τῷ στρατῷ ἀριθμὸν ὑπερβάλλοντα, νὰ χορηγήσωμεν ἀδείας. Αἱ ἄδειαι αὗται κατὰ τὸν κείμενον νόμον δὲν προσμετροῦσιν εἰς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας· ἑπομένως ἡ διάρκεια τῶν ἀδειῶν τούτων, ἐπανερχομένων τῶν στρατιωτῶν εἰς τὰς τάξεις, θέλει ἀναπληρωθῆ διὰ χρόνου ὑπηρεσίας· ἀφοῦ δὲ διατελοῦμεν ἐν ἐκρύθμῳ καταστάσει, ἣν ἐγέννησεν ἡ προσέλευσις τόσων ἀνυποτάκτων, ἐπιβάλλεται θεραπεία τοῦ κακοῦ, ἡ χορήγησις ἀδειῶν εἰς τοὺς ἐπὶ ἑξάμηνον τοὐλάχιστον ὑπηρετήσαντας ἐκ τῶν κληρούχων. Ἄδειαι τοιαῦται δὲν δύνανται νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας λόγῳ τιμωρίας. Πᾶσα παραχώρησις πρὸς τοὺς ὑπηρετοῦντας λόγῳ τιμωρίας δύναται νὰ κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν τῆς κοινωνίας ἐπὶ τὸ κῦρος τῶν νόμων τῶν στρατιωτικῶν.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Δηλαδὴ ἐλαττόνετε τὴν θητείαν διὰ νὰ τὴν αὐξήσητε.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐλαττόνομεν τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας τῶν κληρωτῶν κατὰ τὸ παρὸν ἔτος· διότι, ἐὰν ἤθελον διανύσῃ ἐν ταῖς τάξεσιν οἱ ὑπηρετοῦντες τὸ ἐνεστὸς ἔτος τὴν διάρκειαν τῆς ὑποχρεώσεως αὑτῶν, ἠθέλαμεν ἄνευ ὠφελείας καὶ ἐπὶ βλάβῃ μάλιστα τοῦ στρατοῦ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον δαπάνην ἑκατομμυρίων. Ἑπομένως τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκεν ἀδείας, καλεῖται δὲ ἡ Βουλὴ τὰς ἀδείας ταύτας νὰ χαρακτηρίσῃ διὰ νόμου ὡς προσμετρούσας εἰς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας.
§54ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Μετὰ πόσον χρόνον ὑπηρεσίας;
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ ἑξάμηνον τοὐλάχιστον.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς πάντας;
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει σκοπὸν πρῶτον νὰ καταστήσῃ προσμετρούσας τὰς ἀδείας ἐκείνων οἵτινες ἔλαβον ἤδη αὐτάς· παρατίθενται δ’ ὑπὸ τὸ νομοσχέδιον αἱ ἐγκύκλιοι κατὰ τὰς ὁποίας ἐδόθησαν αἱ ἄδειαι ἐκεῖναι, ἕτερον δὲ σκοπὸν ἔχει νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως αὐτὸ δίδῃ τοιαύτας προσμετρούσας ἀδείας.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς δίδονται αἱ ἄδειαι; κατ’ ἐκλογήν;
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τῶν ἐγκυκλίων θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἐδόθησαν κατὰ κατηγορίας· ἐδόθησαν εἰς τὸ πεζικόν, εἰς τοὺς εὐζώνους, εἰς τὸ μηχανικόν, οὐχὶ δὲ εἰς τ’ ἄλλα εἰδικὰ ὅπλα. Περὶ τῶν δοθησομένων ἀδειῶν δὲν ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ περιορισμός τις, ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς χορηγήσεως αὐτῶν, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶμεν τὸν κατὰ κατηγορίαν προσδιορισμόν, διότι δὲν ἐννοοῦμεν τὴν χορήγησιν τῶν τοιούτων ἀδειῶν κατ’ ἐπιλογήν. Ὑποβάλλω πρὸς τούτοις νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας πρὸς κατάταξιν ἐν τῇ Σχολῇ τῶν εὐελπίδων. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ηὐξήθη κατὰ ἕν ἔτος τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν κατατασσομένων μαθητῶν ἐπὶ πενταετίαν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἡ δὲ πενταετία λήγει κατὰ τὸν προσεχῆ Ἰούλιον, ἑπομένως κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος δὲν θὰ ὦσι δεκτοὶ εἰς κατάταξιν, ὡς μέχρι τοῦδε, οἱ ἔχοντες ἡλικίαν ἀνωτέραν τῆς κανονικῆς, οὐχὶ ὅμως καὶ τῆς ἐπιτρεπομένης ἐξαιρετικῶς διὰ τοῦ νόμου. Οἱ λόγοι, οἱ ἀρχικῶς ὑπαγορεύσαντες τὴν αὔξησιν τοῦ ὁρίου ἡλικίας, ὑφίστανται ἔτι καὶ νῦν, διότι δὲν ἐπετεύχθη ἔτι ὁ καταρτισμὸς σχολῆς προπαρασκευαστικῆς διὰ τὴν Σχολὴν τῶν εὐελπίδων· τοιαύτη Σχολὴ μόλις ἤδη συνεκροτήθη, τοὺς δὲ καρποὺς αὐτῆς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναμένωμεν ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν τὴν παράτασιν ἐπὶ μίαν ἔτι πενταετίαν τῆς αὐξήσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας, καὶ τοῦτο ὅσον ἔνεστι ταχύτερον, ἵνα προειδοποιηθῶσιν οἱ ἔχοντες τὴν ἡλικίαν τὴν ἐξαιρετικῶς ἐπιτρεπομένην διὰ τῆς μεταβατικῆς ταύτης διατάξεως, ὅπως προπαρασκευασθῶσιν ἐγκαίρως. (Ὅρα Παράρτημα) Ἀναγγέλλω τοὺς διανεμηθέντας χθὲς πίνακας συνεπείᾳ διαφόρων ἐπερωτήσεων. Ἔχω ἐνταῦθα πίνακα τῆς ὑλοτομηθείσης ξυλείας καὶ τῶν συλλεγέντων ἢ κατασκευασθέντων δασικῶν προϊόντων κατὰ τὸ 1885 συγκριτικῶς μὲ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἐτῶν 1882, 1883 καὶ 1884. Καταθέτω ὡσαύτως πίνακα τῶν ἐν τοῖς ταμείοις τοῦ Κράτους βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερούντων ἐσόδων τοῦ Κεφαλαίου καὶ ἄρθρου 9 συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Καλαμπάκας. Δὲν ἀναφέρει ἡ ἐπερώτησις καὶ τὸ ἔτος, ὑπεθέσαμεν ὅμως ὅτι ζητεῖται διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1885.
§60ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐζήτησα ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τοῦ 1885.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καταθέτω ὡσαύτως πίνακα τῶν βεβαιωθέντων διὰ τὸ 1886 φόρων τῶν ἐπιτηδευμάτων, κατόπιν ἐπερωτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ὑπάρχει ὡσαύτως ἐνταῦθα καὶ πίναξ περὶ τῶν εἰδῶν, ἐφ’ ὧν διὰ τῆς συμβάσεως τῆς Ἑλληνογαλλικῆς συνωμολογήθησαν ἐλαττώσεις τελῶν, καὶ περὶ οὗ ἐποιησάμην λόγον κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν.
§62ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον παρακαλέσει νὰ μᾶς ὑποβάλετε πίνακα τῶν ἀνυποτάκτων. Συμπληρῶν ἤδη τὴν ἐπερώτησίν μου ζητῶ ὅπως συμπληρώσητε τὸν φάκελλον τῶν αἰτήσεων μετὰ τῶν πιστοποιητικῶν καὶ τῶν γνωμοδοτήσεων τῆς ἐπιτροπῆς.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη δημοσιεύεται ὁ πίναξ, μετ’ αὐτοῦ δὲ θέλω ὑποβάλει καὶ ὅ,τι σήμερον ζητεῖτε.
§64ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἕνα στρατιώτην, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν εἰς τὸν ναύσταθμον, τὸν κατεδίκασαν ὡς λιποτάκτην εἰς δύο ἔτη.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου.
§66ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει βεβαίως σύγχυσις, ἀλλ’ αὕτη δὲν εὐθύνει τοὺς σήμερον διοικοῦντας τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν θὰ κάμω λόγον περὶ τούτου, διότι ἐννοῶ τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατείας. Ἐὰν ὅμως ἀποδίδεται ἡ σύγχυσις εἰς τὴν σημερινὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου, δὲν δύναμαι νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ· ἡ σύγχυσις προῆλθεν ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ κατάταξις ἐν τῇ ἐπιστρατείᾳ, ἀδιακόπως δὲ καταγινόμεθα ὅπως ἀποκαταστήσωμεν ποιάν τινα τάξιν καὶ ἀναγνωρίσωμεν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἀδικοῦνται· πράττομεν πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατόν, ἵνα φέρωμεν τὰ πράγματα εἰς κατάστασιν ὁμαλήν. Δὲν ἐννοῶ ταῦτα λέγων νὰ ψέξω τοὺς πρὸ ἐμοῦ διοικήσαντας, διότι βεβαίως σύγκλησις ἐφεδρείας ἐπὶ τοιούτων διαστάσεων, ἐφ’ ὧν ἐγένετο, δὲν ἠδύνατο νὰ λειτουργήσῃ κανονικῶς μετὰ τόσων ὀλίγων ἐτῶν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ καθολικῆς στρατολογίας. Ἤδη καταγινόμεθα ὅπως ἐπιτευχθῇ ἵνα τὰ τῆς στρατολογίας ἐφαρμόζωνται κανονικώτερον, ἀλλὰ καὶ πάλιν θ’ ἀπαιτηθῇ χρόνος πολύς.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀποδίδω εἰς τὴν σημερινὴν διεύθυνσιν τὴν σύγχυσιν, ἀλλ’ εἰς ἐλλείψεις τῆς ὑπηρεσίας, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος ὑπηρετήσας καὶ λαβὼν ἀπολυτήριον νὰ κατηγορῆται ὡς λιποτάκτης; Πρέπει πρὶν παραπεμφθῶσιν οἱ κατηγορούμενοι εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, νὰ ἐξετάζεται ἂν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, διὰ νὰ μὴ προσθέσωμεν καὶ νέα βάσανα εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Τὰ ἀποσπάσματα, τὰ ὁποῖα στέλλονται νὰ συλλάβωσιν αὐτοὺς τοὺς ὑπηρετήσαντας τὴν πατρίδα, καθ’ ἡμέραν ἐγείρουν παράπονα· τὸ τοιοῦτον δυσκόλως δικαιολογεῖται.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τί ἔχω νὰ δικαιολογήσω ἐν τοῖς γενομένοις, ἀφοῦ ὑπάρχῃ σύγχυσις. Περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς συγχύσεως θ’ ἀπῃτῆτο δικαιολόγησις, ἀλλὰ σᾶς εἶπον πόθεν προῆλθεν· εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρακρατοῦνται ἐν ταῖς τάξεσιν ἢ συλλαμβάνονταί τινες μὴ ὑπέχοντες ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ ἐπέρχεται ταχέως ἡ διόρθωσις. Ὅταν ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς ἐπιστρατείας, ἦτο λίαν δύσκολον νὰ διακρίνωμεν τοὺς ἀπολυτέους ἀπὸ τῶν ὀφειλόντων νὰ παραμείνωσιν ἐν τῷ στρατῷ, οὐδὲ τοὺς ἐκ τῶν ἐμπέδων ταγμάτων μετατεθέντας εἰς τὰ συντάγματα ἀπὸ τῶν ἀρχικῶς εἰς ταῦτα καταταχθέντων.
§70ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἡ διόρθωσις δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐὰν παύσωσιν αἱ ἐρημοδικίαι.
§71ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§72ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λαμβάνω, κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου περὶ δηλώσεως καὶ ἐξελέγξεως καπνοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1886. Ὁ καιρὸς ὑπῆρξε φέτος εὐνοϊκὸς πολὺ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ καπνοῦ, οὐχὶ ὅμως καὶ διὰ τὴν συσκευασίαν αὐτοῦ εἰς δεσμίδας καὶ δέματα. Ὁ αὐχμηρὸς καιρὸς ὁ ἐπικρατῶν μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἐπιτρέπει κἂν νὰ θίγῃ τις τὸν εἰς φύλλα ἔτι κρεμάμενον καπνὸν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νὰ συσκευάσῃ αὐτὸν εἰς δεσμίδας καὶ δέματα. Τοῦτο μόνον μετὰ βροχὰς καὶ ἐπικρατοῦντος καθόλου ὑγροῦ καιροῦ δύναται νὰ γείνῃ. Ἀλλ’ ἄνευ τοιαύτης συσκευασίας, κύριοι, εἶνε ἀδύνατον νὰ ζυγίσῃ ὁ καλλιεργητὴς τὸν ὑπ’ αὐτοῦ παραχθέντα καπνὸν, νὰ γνωρίσῃ ἄρα, ὁπόσον τὸ ποσὸν αὐτοῦ καὶ νὰ δηλώσῃ τοῦτο. Ἂν δὲ θελήσῃ νῦν νὰ δηλώσῃ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ παραχθὲν ποσὸν κατὰ συμπερασμὸν, πῶς θὰ γείνῃ τότε ἡ ἐξέλεγξις, ἀφοῦ εἶνε ἀδύνατον καὶ κατ’ αὐτὴν νὰ ζυγισθῇ ὁ καπνὸς, ὡς διακελεύει ὁ νόμος, πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ δηλωθέντος ποσοῦ; Ἂν μὴ προληφθῇ τὸ κακὸν ἐγκαίρως, καὶ οἱ καλλιεργηταὶ τοῦ καπνοῦ θὰ ὦσιν ἐκτεθειμένοι εἰς μυρίας καταπιέσεις τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐξέλεγξιν τῶν δηλώσεων, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ἦνε ἐκτεθειμένον εἰς πολλὰς καταχρήσεις. Εἰς ἀποφυγὴν πάντων τούτων ἀπεφασίσαμεν διάφοροι Βουλευταὶ ἐκ καπνοφόρων ἐπαρχιῶν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προκειμένην πρότασιν νόμου, δι’ ἧς κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος παρατείνεται ἡ προθεσμία διὰ μὲν τὴν δήλωσιν τοῦ καπνοῦ μέχρι τῆς 15 Δεκεμβρίου, διὰ δὲ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν δηλώσεων μέχρι τῆς 15 Ἰανουαρίου ἐπιόντος ἔτους. Παρακαλῶ δὲ, ἵνα ἡ πρότασις αὕτη προταχθῇ πάσης ἄλλης ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ ἐπιψηφισθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιον ὡς ἐπείγουσα τὰ μάλιστα, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ὡς γνωστὸν, ἤτοι τῇ 15 τοῦ μηνὸς τούτου, λήγει ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένη προθεσμία πρὸς δήλωσιν τοῦ καπνοῦ, ἄρχεται δὲ τὴν ἐπιοῦσαν ἡ ἐξέλεγξις. Τὸ νομοσχέδιον ἡμῶν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ
Περὶ δηλώσεως καὶ ἐξελέγξεως καπνοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1886. «Διὰ τὸ ἔτος 1886 ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ἀπὸ 26 Ἰουλίου 1885 ΑΣΞʹ. νόμου καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοῦ τεταγμένη προθεσμία πρὸς δήλωσιν τοῦ καπνοῦ λήγει τῇ 15 Δεκεμβρίου, ἡ δὲ κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐξέλεγξις τῆς ἀκριβείας τῶν δηλώσεων ἄρχεται ἀπὸ τῆς 16 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. καὶ λήγει τῇ 15 Ἰανουαρίου ἐπιόντος ἔτους.»
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς καταβολήν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6½ μ. μ.