1886.05.28
1,218 rows · 9,016 words · 121 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
Τῆς 28 Μαΐου 1886.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ κ. Ρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§2Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Στρατιῶταί τινες ἐκ τῶν ἀπολυομένων καὶ ἀνήκοντες εἰς τὸ σῶμα τοῦ Μηχανικοῦ, ἐνῷ ἐπρόκειτο ν’ ἀπολυθῶσι πρὸ δέκα καὶ δεκαπέντε ἡμερῶν, δὲν ἔλαβον τὰ ἀπολυτήρια αὐτῶν. Ὁ λοχαγὸς Ἀμπελᾶς ἐτηλεγράφησεν εἰς Λάρισσαν, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι τοῦδε δὲν ἔλαβον τὰ ἀπολυτήρια αὐτῶν. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως ἔλθωσι ταχύτερον αἱ ἀπολύσεις αὐτῶν· εἶναι δὲ οἱ τοιοῦτοι πλέον τῶν ἑκατόν. Ἄλλοι στρατιῶται, ἀπεσπασμένοι ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ ἐν Ναυπλίῳ στρατοῦ εἰς τὸ Τάγμα τοῦ Παπαδάκη, δὲν δύνανται νὰ λάβωσι τὰ φύλλα πορείας. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῶν.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Ὑπουργεῖον ἐφρόντισε περὶ ὅλων τούτων καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι δέχεται διὰ τηλεγραφικῆς ἀλληλογραφίας τὴν διεξαγωγήν, ἐνῷ ταῦτα διεξάγονται ταχυδρομικῶς. Ἀφοῦ διέταξε τὸ Ὑπουργεῖον τηλεγραφικῶς νὰ διεξάγωνται ταῦτα, βεβαίως θὰ διεξαχθῶσι τάχιστα. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν βεβαιοῖ, ὅτι ἀπεστάλη τηλεγράφημα, κατὰ δὲ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου ἡ τηλεγραφικὴ ἀπάντησις ἰσχύει ὅπως καὶ ἡ διὰ τοῦ Ταχυδρομείου.
§4ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ταχείας διεξαγωγῆς.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμία περὶ τῆς ταχύτητος ἀμφιβολία, ἀφοῦ διεξάγονται τὰ περὶ τούτων τηλεγραφικῶς.
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Σήμερον ἐπληροφορήθην, ὅτι ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν οἱ ἀπαλλασσόμενοι, διότι πρέπει νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ ζητήσωσιν ἀποδείξεις ὅτι ἀπαλλάσσονται, διὰ τὰς ἀποδείξεις δὲ ταύτας πρέπει νὰ πληρώσῃς· ὥστε πρέπει τηλεγραφικῶς νὰ γίνεται καὶ τοῦτο.
§7ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι γίνεται σύγχυσις καὶ εἰς τὰ τάγματα καὶ εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καταταχθέντας κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀθρόως προσελθόντας, οἵτινες πράγματι κατετάχθησαν εἰς τὸ 1ον σύνταγμα, κατόπιν δὲ μετετέθησαν εἰς ἄλλα τάγματα. Πράγματι οἱ καταταχθέντες καὶ μείναντες εἰς τὸ 1ον σύνταγμα φρονῶ ὅτι ἀπελύθησαν, οἱ ἄλλοι δὲ, οἵτινες κατετάχθησαν μὲν ἀρχικῶς εἰς αὐτὸ, ἀλλὰ ἤδη ὑπάρχουσιν εἰς ἄλλα τάγματα, θεωροῦνται ὡς ἀνυπότακτοι. Φρονῶ, ὅτι περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ λάβῃ μέτρον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκτὸς τούτου, συνεπείᾳ τῶν περιπτώσεων, αἵτινες εἶναι γνωσταὶ, τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, κατέταξεν εἰς τὸ ἐν Λαρίσσῃ σύνταγμα πολλοὺς, καὶ τὸ 1ον σύνταγμα δὲν ἔχει γνῶσιν τῆς ἡμέρας τῆς κατατάξεως αὐτῶν, διότι δὲν ἔλαβεν ἀρχικῶς φύλλα κατατάξεως. Οὕτω προσῆλθον καὶ κατετάχθησαν εἰς τὸ 1ον σύνταγμα πολλοὶ, ἄλλοι δὲ εἰς ἄλλα· εἶναι πολλοὶ ἄνδρες, ἀλλὰ πολλῶν ἐπαρχιῶν, οἵτινες κατετάχθησαν εἰς διάφορα τάγματα ἀρχικῶς καὶ εἰς ἄλλα εὑρίσκονται νῦν ὡς ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν ἐμπέδων ταγμάτων. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον ν’ ἀπολυθοῦν συνεπείᾳ τηλεγραφικῶν πληροφοριῶν τῶν οἰκείων Στρατολογικῶν Γραφείων περὶ τῆς ἡμέρας τῆς προσελεύσεως καὶ κατατάξεώς των.
§8ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπληρῶν ὅσα εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, προσθέτω ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ἂν διετάσσοντο τὰ ἐνταῦθα σώματα, ἐν οἷς εἶνε προσκεκολλημένοι ἔφεδροι, νὰ χορηγοῦν τοῖς ἀπολυομένοις φύλλα πορείας, χωρὶς νὰ περιμένουν πληροφορίας ἀπὸ τὰ οἰκεῖα τῶν ἐν λόγῳ ἐφέδρων τάγματα, διότι αἱ πληροφορίαι αὗται βραδύνουν, καὶ δὲν εἶνε δίκαιον νὰ ταλαιπωρῶνται οἱ ὁπλῖται ἐπὶ πλέον, ἀφοῦ τόσα καὶ τόσα ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας ὑπέστησαν. Ὅσον ἀφορᾷ τ’ ἀπολυτήρια, ταῦτα πρέπει ν’ ἀποσταλοῦν κατόπιν διὰ τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν πρὸς τοὺς ἀπολυομένους, ἐννοεῖται δὲ ὅτι οὐδεὶς θὰ παρουσιασθῇ νὰ ζητήσῃ φύλλον πορείας, ἐὰν δὲν ἦνε πεπεισμένος, ὅτι τυγχάνει ἀπολυτέος· καθόσον, ἂν τοιοῦτό τι πράξῃ, θὰ κηρυχθῇ λιποτάκτης, τὴν συνέπειαν δὲ ταύτην ὅλοι τὴν ἐννοοῦσι, καὶ τὴν ἀποφεύγουν· ὥστε οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει νὰ ζητήσῃ τις φύλλον πορείας χωρὶς νὰ ἦνε ἐκ τῶν ἀπολυτέων. Ἄλλως δὲ πολλοὶ παρουσιάζουν τοιαύτας ἀποδείξεις περὶ τοῦ ὅτι εἶνε ἀπολυτέοι, ὥστε περιττὴ ἀποβαίνει πᾶσα ἄλλη πληροφορία. Οὕτως ἐν παραδείγματι εἷς ἐκ τῶν προσκεκολλημένων εἰς τὸ ἔμπεδον τάγμα ἐφέδρων, ὀνομαζόμενος Γεώργιος Δρούκας, παρουσίασεν ἀφ’ ἑνὸς ἐπίσημον πιστοποίησιν τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου, ἐξ ἧς προκύπτει, ὅτι δὲν εἶνε ἀνυπότακτος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ πρῶτον ἀπολυτήριόν του, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν 28 ἐτῶν, ἥτις ἀπεστρατεύθη. Καὶ ὅμως καὶ εἰς αὐτὸν ἀρνοῦνται νὰ χορηγήσουν φύλλον πορείας ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δὲν ἦλθον ἀκόμη πληροφορίαι ἐκ τοῦ τάγματός του, καὶ βασανίζεται ἤδη ὁ ἄνθρωπος ἐπὶ ὀκτὼ ὅλας ἡμέρας μὴ λαμβάνων τροφοδοσίαν. Τὸ περιστατικὸν τοῦτο ὡς καὶ πολλὰ ἄλλα μοὶ δίδουν τὸ ἐνδόσιμον νὰ ὑποπτεύωμαι, ὅτι οἱ ἁρμόδιοι ἀξιωματικοὶ παρεμβάλλουν ἐπίτηδες προσκόμματα, μὴ χορηγοῦντες φύλλα πορείας λόγῳ ἰδιοωφελείας· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν θέλῃ νὰ πεισθῇ περὶ τούτου, νὰ διατάξῃ αὐστηρὰς ἀνακρίσεις πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἂν οἱ εἰς τὸ ἔμπεδον τάγμα προσκεκολλημένοι, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς 300 περίπου, λαμβάνουν τροφοδοσίαν κακτικῶς, ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν δὲν λαμβάνουν, νὰ ἐξετασθῇ μήπως σημειοῦνται ὡς λαμβάνοντες, ἐντεῦθεν δὲ θὰ ἐξηγηθῇ διατὶ ἐπὶ τόσον χρόνον βραδύνουν δῆθεν αἱ τηλεγραφικαὶ ζητηθεῖσαι ἀπὸ τὰ τάγματα πληροφορίαι τῶν οἰκείων ταγμάτων. Οὐ μόνον δὲ τὸ ἀντίτιμον τῆς τροφοδοσίας φαίνεται, ὅτι ὠφελοῦνται οἱ παρεμβάλλοντες τὰ προσκόμματα, ἀλλὰ καὶ τὰ ὀφειλόμενα τοῖς ἐφέδροις ἐκ προκαταβολῶν ἢ ἄλλων λόγων.
§9ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μάλιστα· αὐτὸ εἶνε ἀληθέστατον.
§10ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ἀκριβῶς τὶ συμβαίνει. Βλέποντες πολλοὶ ἔφεδροι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ λάβουν φύλλον πορείας, ἐπειγόμενοι δὲ ν’ ἀπέλθουν εἰς τὰς ἑστίας των, ἀναγκάζονται καὶ ἀναχωροῦν ἄνευ φύλλου πορείας ἀφίνοντες ἀκαθαρίστους τοὺς λογαριασμούς των καὶ χάνοντες πᾶν ὅ,τι εἰς αὐτοὺς ὀφείλεται, αὐτὸ δ’ ἐπιδιώκουν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀρνοῦνται νὰ ἐκδώσουν τὰ φύλλα πορείας καὶ εἰς ὄφελος τῶν ὁποίων μένουν τὰ εἰς τοὺς ἐφέδρους ὀφειλόμενα. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν παραδειγματικὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου αὐστηρότητα, διότι εἶνε ἀρκετὰ τὰ μαρτύρια ὅσα ὑπέστησαν οἱ ἀτυχεῖς ἔφεδροι, δὲν πρέπει δὲ, εἰς ἐπίμετρον, νὰ τοῖς προστίθενται καὶ τὰ κατὰ τὴν ἀπόλυσιν δεινὰ, ὧν ἓν εἶνε ἡ πεῖνα, ἀφοῦ ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας δὲν τοῖς χορηγεῖται οὔτε ἄρτος.
§11ΤΖΑΝΕΣ. Μοὶ ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἐν Λεονταρίῳ τῆς Μεγαλοπόλεως προεκλήθη ῥῆξις τρομερὰ καὶ αὐτὴν προεκάλεσεν ὁ Δήμαρχος. Κατὰ τὴν ῥῆξιν ταύτην ἐτραυματίσθη ὁ ἐνωμοτάρχης ἢ ἀπέθανε· φαίνεται, ὅτι εἰς τὴν συμπλοκὴν θὰ ἔλαβε μέρος καὶ αὐτὸς καὶ οἱ χωροφύλακες, ἐκ τούτου δὲ ἐπῆλθεν ὁ κίνδυνος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν σήμερον νὰ ἐρωτήσῃ διατὶ ἐγένετο θῦμα τοῦ Δημάρχου ὁ ἐνωμοτάρχης.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τῶν ἐφημερίδων μανθάνω, ὅτι οἱ αἰχμάλωτοι παρεδόθησαν. Ἐὰν τοῦτο εἶνε ἀληθὲς, αἰσθάνομαι τὴν ἀπορίαν, ἣν ἐκφράζω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ αὕτη δὲν λέγει τοῦτο. Πρὸς τούτοις δὲ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§13ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο συμπεφωνημένον μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ περάσωσι τοὺς αἰχμαλώτους ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην;
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ αἰχμάλωτοι ἀπεδόθησαν· δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ περὶ τούτου ἀνακοίνωσις εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δὲν ἐγένοντο ἀνακοινώσεις ἐπὶ πάντων τῶν συμβάντων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τὰ σύνορα καὶ τὰ ὁποῖα ἄλλως ἐγένοντο γνωστά. Ἐφ’ ὅσον ἡμῖν γίνεται εἰδικὴ ἐρώτησις, δίδεται καὶ ἀπάντησις καὶ εἰς ταύτην τὴν ἐρώτησιν δίδομεν τὴν ἀπάντησιν ὅτι οἱ αἰχμάλωτοι ἀπεδόθησαν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων πρέπει νὰ περιμένωμεν νὰ τελεσθῶσι τὰ συμπεφωνημένα μετὰ τῆς Πύλης καὶ κατόπιν νὰ καταθέσωμεν τά ἔγγραφα· διότι, ἐν ὅσῳ ὑπάρχουσιν ἐκκρεμῆ μεταξὺ Πύλης καὶ Ἑλλάδος τὰ περὶ ἐκτελέσεως τῶν συμπεφωνημένων, δὲν ἁρμόζει δημοσία συζήτησις περὶ αὐτῶν καὶ κατάθεσις ἐγγράφων.
§15ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διῆλθον ἐκ τῆς Θεσσαλονίκης;
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι διῆλθον ἐκ τῆς Θεσσαλονίκης παρὰ τὰ συμπεφωνημένα.
§17ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν θὰ τὰ μάθωμεν;
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως θὰ τὰ μάθωμεν, ὅταν συλλεχθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι καὶ φθάσωμεν εἰς ἀσφαλῆ συμπεράσματα· τότε δὲν θὰ ὑπάρχωσι λόγοι ἵνα μὴ γείνῃ συζήτησις.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τίνα ζητήματα εἶναι ἐκκρεμῆ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καθορίζῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἰδίᾳ αὐτῆς εὐθύνῃ. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ νὰ παραδεχθῇ τὸν χαρακτηρισμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δίδει εἰς ὑπόθεσιν ὡς ἐκκρεμῆ ἢ ὡς μὴ ἐκκρεμῆ, δύναται βεβαίως νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, δύναται νὰ τὴν ἐκφράσῃ, αἱ δὲ συνέπειαι τῆς ἐκφράσεως ἐναντίας γνώμης πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως εἶναι γνωσταὶ, ὥστε οὐδεὶς παρεμποδίζει τὴν ἐλευθέραν περὶ τούτου συζήτησιν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις πληροῖ τὸ ἴδιον ἑαυτῆς καθῆκον λέγουσα, ὅτι θεωρεῖ τὸ ζήτημα εἰσέτι ἐκκρεμὲς καὶ τὴν περὶ αὐτοῦ συζήτησιν ἐπιβλαβῆ, καὶ ἑπομένως αὐτὴ δὲν ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης συζητήσεως. Ἂν ἡ πλειονοψηφία ἦναι ἐναντίας γνώμης, ἀναντιῤῥήτως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, προκαλοῦσα καὶ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, ἥτις θέλει ἀποδεχθῆ τὴν γνώμην ταύτην. Ὡς πρὸς δὲ τὸ εἰδικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Πατρῶν κ. βουλευτὴς ἀνέφερε, λέγω, ὅτι εἷς τῶν λόγων, δι’ οὓς εἴπομεν πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς, εἶναι καὶ οὗτος, ὅτι ἐν τῇ ἀρχικῇ μὲν συμφωνίᾳ πρὸς τὰς Τουρκικὰς Ἀρχὰς οἱ αἰχμάλωτοι ἔπρεπε νὰ παραδοθῶσιν ἀμοιβαίως. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ τοιαύτη συμφωνία ἐπάγεται τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι θέλουσι παραδοθῆ διὰ τῆς συντομωτέρας ὁδοῦ, ὅτι ἡ παράδοσις ἡ γενομένη διὰ τῆς μακροτέρας ὁδοῦ εἶναι ἀθέτησις τῆς συμφωνίας. Τοῦτο φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, καὶ τοῦτο φρονοῦσα ἐποιήσατο παραστάσεις. Εἰς τὰς παραστάσεις ταύτας ἐδόθησαν ἀπαντήσεις ἱκανοποιοῦσαι τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ νέαι ὑποσχέσεις, ὅτι δὲν θέλει γίνει τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει ὡς ἀθέτησιν τῆς συμφωνίας. Πληροφορούμεθα ἤδη, ὅτι ἐγένετο ἀθέτησις συμφωνίας, ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τοῦτο ἐπιβάλλει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπιτελεῖ. Θεωρεῖ τις κατόπιν τούτων ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐκκρεμές; ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φρονῇ τοῦτο καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην ταύτην. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ τὸ ἐναντίον, καὶ τὸ ἐναντίον φρονοῦσα, ἐπιμένει καὶ ἐπὶ ἰδίᾳ αὑτῆς εὐθύνῃ δὲν ἀποδέχεται τὴν συζήτησιν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκλογικῶν περιφερειῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχε γίνει δεκτὸν ὅτι πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως θὰ ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι λίαν κατεπείγων. Ἂν θὰ ὑπάρξῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἐπιμένω.
§23ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ διατὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ζητεῖ μετὰ μίαν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς νὰ ἀνατραπῇ ἡ ἡμερησία διάταξις. Μήπως πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἐν ἐκτάσει τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Μετ’ ὀλίγον θὰ ἀναγνωσθῇ καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν λοιπὸν ἀντίῤῥησιν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§26ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Λέγει τὸ ἄρθρον, ὅτι «τὸν πρῶτον ἀναλογισμὸν ἐπὶ «τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 προσδιορισμοῦ τῆς ἐκλο«γικῆς περιφερείας θέλει ἐνεργήσει τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ᾼΚΑʹ Νόμου Συμβούλιον, καλούμενον ἐπὶ τούτῳ ὑπὸ «τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ». Ὁ νόμος δὲ αὐτὸς εἶναι ὁ τῆς 22 Ἰουνίου 1882. Κατὰ τὸ ἄρθρον λοιπὸν 3 τοῦ Νόμου τούτου, τὸ Συμβούλιον καταρτίζεται ἀπὸ τρία τοὐλάχιστον μέλη. Παρακαλῶ νὰ μὲ διαφωτίσητε ἂν καὶ τρία μέλη θὰ ἀρκέσωσιν, ἵνα καταρτίσωσι τὸν πρῶτον ἀναλογισμὸν, ἢ θὰ ἀπαιτεῖται ἡ σύμπραξις πάντων τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπέμπει εἰς τὸ ἕτερον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ὁρίζει, ὅτι τὸν ἀναλογισμὸν ἐνεργεῖ τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1882 ᾼΚΑʹ Νόμου Συμβούλιον. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο θέλει ἐργασθῆ συμφώνως πρὸς τὸν καταστατικὸν αὐτοῦ Νόμον· ἂν ὅμως γένηται πρότασις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως τεθῶσι πλείονες ἐγγυήσεις, καὶ ὅπως ἀπαιτηθῇ ἀπαρτία μεγαλειτέρα, ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν ἵνα δεχθῇ τοιαύτην τροπολογίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 καὶ 4 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν).
§28ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς αὐριανῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ παρακαλέσω τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκατατεθῇ, ὅπως πρὸ τοῦ νομοσχεδίου περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν εἰς 150, τεθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι ἀκριβῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τροποποιεῖ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Παραπέμπει εἰς ἐκείνας.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Τὰς τροποποιεῖ· διότι τὴν ἐπαρχιακὴν περιφέρειαν, περὶ ἧς ὁμιλεῖ ἐκεῖ, τὴν χαρακτηρίζει ὡς νομαρχιακὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκαίως πρέπει νὰ προταθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπομεν ὅτι τὰ τρία νομοσχέδια θεωροῦμεν ἀλληλένδετα, ἑπομένως οἱονδήποτε ἐξ αὐτῶν ἤθελε προταχθῆ, εἶναι ἀδιάφορον, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι θεωρεῖ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὴν ψήφισιν καὶ τῶν τριῶν νομοσχεδίων.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἠθέλομεν νὰ μάθωμεν.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τούτου ὄντος, ἡ κατάταξις τῶν νομοσχεδίων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον θέλει κανονισθῆ ἐκ τῆς οὐσίας, ἀναντιῤῥήτως δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ περιφερειῶν πρέπει νὰ ψηφισθῇ μετὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, διότι παραπέμπει ἐκεῖνο εἰς τοῦτο.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἀφοῦ διετυπώθη ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης· μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον ποῖον θὰ ψηφισθῇ πρῶτον καὶ ποῖον τελευταῖον. (Γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Νόμου περὶ φόρου οἰκοδομῶν).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μὴ προσμετρήσεως εἰς τὴν ἀρχαιότητα τοῦ διανυομένου χρόνου ἐν ἀδείᾳ 5½ μηνῶν καὶ ἐν ὡρισμένῃ διαθεσιμότητι.
§37ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§38Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Εἶναι τῳόντι, κύριοι βουλευταὶ, ἀνάγκη, πρὸ πάσης ἀναλύσεως τῶν ὑπὸ συζήτησιν μεταῤῥυθμιστικῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀναζητηθῇ ἡ ἐσωτέρα αὐτῶν ἔννοια, νὰ ἐρευνηθῇ βαθύτερον ὁ ὑπαγορεύσας αὐτὰ σκοπὸς, διὰ νὰ ἐξηγηθῇ σαφῶς ποίαν θὰ ἔχῃ σημασίαν ἡ ὑπὲρ αὐτῶν ζητουμένη ψῆφός σας. Ἐὰν δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀποκαλύψωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς ὑβριστικοὺς κατ’ αὐτῆς στοχασμούς των, ἔσπευσαν ὅμως νὰ διασαλπίσωσιν αὐτοὺς διὰ τῶν μυρίων τῆς δημοσιογραφίας στομάτων, μεθ’ ὅσης δὲ καὶ ἂν ἠγωνίσατο προχθὲς ἀναρμόστου κατ’ ἐμὲ ἐπιμονῆς ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ὅπως ἀνακηρύξῃ τὰ ἐν τῷ τύπῳ κυβερνητικὰ ὄργανα, ἀπὸ τῶν ὁποίων ὅμως ἀντλεῖ καθ’ ἑκάστην τὸ παρὰ τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ κῦρος αὐτοῦ, οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ἡ κοινωνία ἀγνοοῦσι ποῖοι ταυτότητος ἰδεῶν δεσμοὶ συνδέουσιν αὐτὸν πρὸς τὰ ὄργανα ταῦτα. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐὰν δὲν ἐπιδοκιμάζω τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου τὰς προχθὲς ἐξενεχθείσας βιαίας κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προσωπικὰς ἐγκλήσεις, ἐπικροτῶ ὅμως τὴν ἐμπρέπουσαν ἀληθῶς εἰς τὸν μακρὸν αὐτοῦ κοινοβουλευτικὸν βίον πρωτοβουλίαν, ἣν ἔσχε, τοῦ ν’ ἀνακαλύψῃ ἐνώπιον ὑμῶν καὶ στιγματίσῃ μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν βαρεῖαν ὕβριν, τὴν ἄδικον μομφὴν, ἣν ἀπετόλμησαν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τῶν νομοσχεδίων οἱ εἰσηγηταί. Τὸ ἔθνος, κύριοι, διέρχεται ἀπαισίαν κακοδαιμονίας περίοδον, καὶ τῆς κακοδαιμονίας ταύτης ὑπεύθυνον ζητοῦσι νὰ καταστήσωσι τὴν Ἀντιπροσωπείαν του, τῆς κακοδαιμονίας ταύτης ἐνόχους θέλουσι νὰ καταγγείλωσιν ἡμᾶς. Ἐὰν ἀπὸ τῆς τελευταίας μεταπολιτεύσεως τὸ ἔθνος μαραίνηται ὁσημέραι, ἐὰν ἡ διαφθορὰ κατέκλυσε τὰ πολιτικὰ ἤθη του, ἐὰν τὰ οἰκονομικά του περιῆλθον εἰς ἀπελπιστικὸν σημεῖον ἐντελοῦς ἐξαντλήσεως, ἐὰν ἡ ἐκπαίδευσίς του ἐχαλαρώθη μέχρις ἀποσυνθέσεως καὶ ἡ δικαιοσύνη του ὑπεδουλώθη εἰς τὴν φατρίαν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐθνικὴν πολιτικὴν ἀνάλογον πρὸς τὰς μεγάλας καὶ ἱερὰς αὑτοῦ ὑποχρεώσεις, ἐὰν ὁ στρατός του δὲν ὠργανώθη ἐπαξίως τοῦ ἐθνικοῦ αὑτοῦ προορισμοῦ καὶ αἱ ναυτικαὶ δυνάμεις του ἀριθμοῦσιν ἀτμοτελωνίδας ἀντὶ θωρηκτῶν, τῆς ἀξιοθρηνήτου ταύτης καταστάσεως, ὅλης αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς πανωλεθρίας αἴτιοι εἶσθε σεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, καὶ ὅσον ὀλιγώτεροι ἀπομείνετε ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, τόσῳ πλειότεραι θὰ στειρεύσωσι τῆς ἐθνικῆς κακοδαιμονίας πηγαί. Ἰδού, κύριοι, ἡ ἀληθής, ἡ πραγματικὴ ἔννοια τῶν μεταῤῥυθμιστικῶν νομοσχεδίων, ὅπερ ἡ φιλόπατρις τῆς ἀναμορφωτικῆς Κυβερνήσεως μέριμνα ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν, ζητοῦσα ὑπὲρ αὑτοῦ ὡς ψῆφον τὴν καταδίκην σας. Μάτην ἐν τῇ ἀγορεύσει του ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἐξήντλησεν ὅλον τῆς πλουσίας εὐγλωττίας του τὸν θησαυρὸν, ὅπως συγκαλύψῃ τὴν ἔννοιαν ταύτην· ἐν τῇ ὁρμῇ τοῦ λόγου ἡ κρατοῦσα ἐν τῷ πνεύματι αὑτοῦ ἰδέα τῷ ἐξέφυγεν ἀκεραία καὶ διὰ θερμῆς ἐπικλήσεως, καταπροδιδούσης τὸν στοχασμόν του, «ἀνυψώσατε, σᾶς εἶπε, τὸ Κοινοβούλιον, ἀνυψώσατέ το ἀπὸ τῆς ταπεινῆς λειτουργίας, εἰς ἣν τὸ κατεῤῥίψατε, σεῖς, τῆς μικρᾶς ἐπαρχιακῆς περιφερείας οἱ ἀντιπρόσωποι, οἱ μὴ ἐκπροσωποῦντες τὸ ἔθνος, οἱ ὑπηρετοῦντες οὐχὶ μεγάλας πολιτικὰς ἰδέας, ἀλλὰ ταπεινὰ τοπικὰ συμφέροντα, τὰ συμφέροντα τῶν ἐκλογέων σας τὰ προσωπικά». Εἰς ἄλλους, κύριοι βουλευταί, εἰς ἐκείνους πρὸ πάντων, οἵτινες ἐπανειλημμένως ἠξιώθησαν νὰ παρακαθήσωσιν ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, εἰς ἐκείνους ἀπόκειται καὶ τὸ δικαίωμα καὶ ἡ τιμὴ τοῦ ν’ ἀποκρούσωσι τὴν ὕβριν ταύτην μετ’ ἀγανακτήσεως ἐμπρεπούσης εἰς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, συναισθανομένους ὅτι ἐξεπλήρωσαν πάντοτε εὐόρκως καὶ μετὰ συνειδήσεως τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὰς προσδοκίας καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην του.
§39ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ παζάρι ἐκεῖ ἀπὸ πίσω δὲν θὰ παύσῃ; Εἶναι ἑκατὸν ἐντὸς τῆς Αἰθούσης ἐκτὸς τῶν βουλευτῶν· ἂς ἔλθουν αὐτοὶ νὰ ψηφίσουν.
§40ΖΕΡΒΟΣ. Ἄς καθήσουν αὐτοὶ ἐδῶ, καὶ νὰ φύγωμεν ἡμεῖς.
§41ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐν ὀνόματι, κύριοι, τῆς εὐθύνης, ἥτις βαρύνει καὶ τὴν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ βραχεῖαν πολιτείαν ἡμῶν τῶν ἄλλων, ὧν ὁ κοινοβουλευτικὸς βίος μετρεῖται ἀπὸ τῆς χθές, δικαιούμεθα, νομίζω, καὶ ἡμεῖς νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τοῦ ὀνείδους, ὅπερ ζητοῦσι νὰ προσάψωσιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους καὶ νὰ ἀποκρούσωμεν μετ’ ἀποστροφῆς τὴν ἠθικὴν αὐτοκτονίαν, ἣν ἀξιοῦσιν ἀπὸ τῆς τυφλῆς ἡμῶν ὑποταγῆς. Ἐὰν τῳόντι ἐπέστη ὁ χρόνος νὰ ἀναζητηθῶσι τῆς ἐθνικῆς κακοδαιμονίας οἱ ἐργάται, διὰ νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὸ ἀπαίσιον αὑτῶν ἔργον, ζητήσατέ τους ἐκεῖ, εἰς τὸ μέγα ἐκεῖνο χωνευτήριον, ὅπερ καλεῖται Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ἐκεῖ ὅθεν ἐκπορεύεται ἀληθῶς ἡ ἔκλυσις τῆς διοικήσεως, κατεργαζομένη τὴν διαφθορὰν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, ἐκεῖ ὅπου διοχετεύονται, διὰ μυρίων ἀποῤῥοφούμενοι πόρων, οἱ ἱδρῶτες τοῦ λαοῦ, ὅπου καὶ ἡ παιδεία καὶ ἡ δικαιοσύνη δέχονται τῷ ὄντι τὸ χρίσμα τῆς φατρίας ὡς ἀπόλυτον ὅρον ὑπάρξεως ἢ συντηρήσεως ἀνέτου, ὅπου πᾶσα ἐσωτερικῆς βελτιώσεως προσπάθεια ματαιοῦται, ἐὰν δὲν δεχθῇ τὸν τύπον καὶ τὸ στίγμα τῆς κομματικῆς συναλλαγῆς, ἐκεῖ ὅθεν σκορπίζονται εἰς τοὺς ἀνέμους ἑκατομμύρια ὑπὲρ στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, οὐδέποτε συντελουμένων. Ἐκεῖ, κύριοι, μεταῤῥυθμισταί, ἐν τῷ ἀπαισίῳ ἐκείνῳ χωνευτηρίῳ, ἐν ᾧ ἀναῤῥοφᾶται ὅλη τοῦ ἔθνους ἡ ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ ἰκμὰς, ἐκεῖ πρέπει ν’ ἀναζητήσητε τοῦ ἐθνικοῦ μαρασμοῦ τοὺς ἐργάτας, καὶ οὐχὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσητε, προθύμου καὶ φιλοστόργου ἔτυχον πάντοτε φροντίδος καὶ συνδρομῆς, διότι οὐδεμίαν οὐδέποτε ὑπὲρ αὐτῶν ἠρνήθη θυσίαν ἡ Βουλὴ, οὐδὲν οὐδέποτε παρενέβαλε κατ’ αὐτῶν πρόσκομμα, ὅταν σεῖς, οἱ ἰθύνοντες τὰς τύχας τοῦ ἔθνους μεγάλοι πατριῶται, προετάσσετε τὰ συμφέροντα ταῦτα τὰ ἐθνικὰ ὡς δέλεαρ κατὰ τῆς εὐπιστίας ἡμῶν, ὡς ἱερόσυλον μέσον ὑπεροχῆς καὶ κατισχύσεως ἐν τῷ κατὰ τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν μικρῷ κομματικῷ ἀνταγωνισμῷ. Ἀλλ’ ἐὰν ἀξιοῖτε ἀληθῶς καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ν’ ἀναζητηθῇ εὐθύνη τῆς καταγγελλομένης ἐθνικῆς κακοδαιμονίας, ζητήσατέ την, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ, θὰ τὴν ἀνεύρητε πρὸ πάντων ἐν τῇ ψήφῳ τῆς τυφλῆς ἐμπιστοσύνης, μεθ’ ἧς τόσα περιεβλήθητε ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, σεῖς οἱ σήμερον βάλλοντες κατ’ αὐτοῦ τὸν λίθον τῆς καταδίκης.
§42ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ παύσουν οἱ διάλογοι ἔξω.
§43ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἡ καταδίκη αὕτη, κύριοι βουλευταὶ, δὲν εἶναι ἡ μόνη βαρύνουσα τὰ νομοσχέδια καὶ τοὺς εἰσηγητὰς αὐτῶν ἁμαρτία. Τὴν ὕβριν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας παρηκολούθησεν ἡ ἀσεβὴς καταπάτησις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐν τῷ διττῷ τούτῳ πραξικοπήματι κεῖται ὅλη ἡ ἔξοχος ἀναμορφωτικὴ περίνοια, ἣν προχθὲς ἠκούσατε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀντιποιούμενον ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀκούωμεν.
§45ΤΙΝΕΣ. Κενώσατε ἐπὶ τέλους τὴν αἴθουσαν, κύριε πρόεδρε.
§46ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Σταματήσατε, κύριε Βουλευτά.
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε πρόεδρε, νὰ ἐξέλθουν ὅλοι οἱ μὴ Βουλευταί.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξέλθουν ἅπαντες οἱ μὴ Βουλευταί.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ διαλύσητε τὴν συνεδρίασιν, ἂν δὲν ἠμπορῇ νὰ γίνῃ ἡσυχία.
§50ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διακόψατε ἐπὶ πέντε λεπτὰ τὴν συνεδρίασιν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξῆλθον ἅπαντες οἱ μὴ Βουλευταί.
§52ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐξῆλθον· ἐκεῖ ἀπ’ ὀπίσω εἶναι παζάρι.
§53ΖΕΡΒΟΣ. Τουλάχιστον διὰ νὰ ἀναπνεύσωμεν ὀλίγον, νὰ γίνῃ διακοπή.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ 15 λεπτῶν).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταλάβετε, κύριοι Βουλευταὶ, τὰς θέσεις σας, διὰ νὰ συνεχίσῃ ὁ ῥήτωρ τὴν ὁμιλίαν του.
§56Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ὅσῳ καὶ ἂν ἐπιθυμῶ, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εἶμαι βραχὺς, εὐλαβούμενος τὸν χρόνον σας, ὅσῳ καὶ ἂν θέλω νὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγα, ὅπως μὴ ἐξαντλήσω τὴν ἐπιείκειαν ὑμῶν, εἶμαι δυστυχῶς ὑποχρεωμένος ν’ ἀναζητήσω καὶ προσαγάγω ἐνώπιον ὑμῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποδείξεις ἀναμφηρίστους περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῶν νομοσχεδίων του, ἀντισυνταγματικότητος, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τόσης ἀκάμπτου ἐπιμονῆς ἠμφισβήτησε προχθὲς ἐν τῇ ἀγορεύσει του. Τὰς ἀποδείξεις ταύτας θέλω ἀντλήσει, κύριοι, ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων, διότι νομίζω, ὅτι ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἐκείναις δυνάμεθα ν’ ἀνεύρωμεν τὸ συνταγματικὸν καὶ θεμελιῶδες κῦρος τῶν διατάξεων, κατὰ τῶν ὁποίων σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου του βάλλει βέβηλον χεῖρα. Θέλω ἀντλήσει αὐτὰς ἐκ τῶν κρίσεων καὶ τῶν γνωμῶν ἀνδρῶν, ὧν ἡ αὐθεντία ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ἡ ὑπέροχος θέσις ἐν τῇ Πολιτείᾳ καὶ ἡ ἰδιάζουσα σχέσις πρὸς τὰς ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει μακρὰς ἐπὶ τοῦ Πολιτεύματος συζητήσεις καθιστῶσι τὰς γνώμας ταύτας ὑπερτέρας πάσης ἀμφισβητήσεως. Δὲν ἐλπίζω ἀληθῶς νὰ πείσω δι’ αὐτῶν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, οὐχὶ, κύριοι, διότι τὸ κῦρος τῶν προσαχθησομένων ἀποδείξεων δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀνατρέψῃ καὶ ἐν τῷ πνεύματι καὶ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ πᾶσαν ἀντίθετον πρὸς αὐτὰς ἰδέαν καὶ γνώμην, ἀλλὰ διότι κατανοῶ, ὅτι πρὸ διαγεγραμμένου σχεδίου, πρὸ μεμελετημένου πραξικοπήματος οὐδὲν ἰσχύει ὁ ὀρθὸς λόγος. Ἀλλὰ θὰ μακαρίσω, κύριοι, ἐμαυτὸν, ἐὰν τοὐλάχιστον δυνηθῶ νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι αἱ διατάξεις τῶν νομοσχεδίων, ἅπερ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν, ἐὰν ἐνέχωσιν ἀναμφισβητήτως βαρυτάτην κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὕβριν, ἐγκλείουσιν οὐχ ἧττον προσεχῆ ἴσως κατὰ τοῦ Πολιτεύματος κίνδυνον. Τέσσαρα, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν μεταῤῥυθμιστικὰ νομοσχέδια, ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἀποῤῥέοντα ἰδέας, τὴν αὐτὴν φέροντα τῆς ἀντισυνταγματικότητος σφραγῖδα, καὶ διὰ τοῦτο ἀληθῶς ἀλληλένδετα, ὡς ὀρθῶς ἐχαρακτήρισεν αὐτὰ ὁ κύριος πρωθυπουργός. Διὰ τοῦ πρώτου τῶν νομοσχεδίων τούτων, μεταῤῥυθμίζοντος οὐχὶ διατάξεις τινὰς τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου, ὡς ἀφελῶς ἰσχυρίζονται οἱ ὑποβολεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀνατρέποντος ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, καταπατοῦνται ἀσεβῶς θεσπίσματα τῶν μεγάλων τοῦ Ἔθνους Συντακτικῶν Συνελεύσεων, διὰ τοῦ πρώτου τῶν νομοσχεδίων τούτων αʹ) περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν τοῦ Κράτους εἰς 150, βʹ) περικόπτεται ἐπίσης ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκ τῶν τριῶν προνομιούχων ναυτικῶν νήσων ἐκλεγομένων Βουλευτῶν, καὶ γʹ) ὡς μέτρον τοῦ ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας ἐκλεκτέου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν λαμβάνεται οὐχὶ πλέον ὁ πληθυσμὸς τῶν κατοίκων, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγεγραμμένων ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις δημοτῶν. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον, κύριοι, ἐπαγγελλόμενον καὶ τοῦτο μεταῤῥυθμίσεις δῆθεν τοῦ αὐτοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, μεταβάλλει τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ὁρίζον αὐτὴν κατὰ Νομοὺς παρὰ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Τὸ τρίτον δὲ τέλος καὶ τέταρτον νομοσχέδιον, τὸν αὐτὸν φέροντα ἀθῶον μεταῤῥυθμιστικὸν τίτλον, θίγουσιν οὐχ ἧττον ἀναφαίρετα δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ, δικαιώματα ἀπονεμηθέντα αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ σήμερον ἀσυστόλως καταπατούμενα. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, κύριοι, θέλω ἐξετάσει ἀδιαίρετα, διότι ἀδιαίρετα εἶναι ἀληθῶς καὶ ἐκ τῆς ἰδέας, ἥτις τὰ ὑπηγόρευσε, καὶ ἐκ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουσιν· θέλω τὰ ἐξετάσει οὐχὶ κατ’ οὐσίαν καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐκ τῆς Συνταγματικῆς αὐτῶν ἀπόψεως, ἐλπίζω δὲ νὰ δυνηθῶ νὰ σᾶς πείσω ὅτι, ἐὰν δὲν εἶναι ἐξ ἐνέδρας ἐπιβουλή, εἶναι ὅμως βεβαίως ἀσύγγνωστος πλάνη ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐγκαινιζομένας τολμηρὰς μεταῤῥυθμίσεις. Καὶ ἄρχομαι ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κ. Βουλευτῶν. Κύριοι, ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν τοῦ Κράτους εἰς 150 δὲν ἐῤῥίφθη ἐν τῷ θεμελιώδει νόμῳ εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν. Ἡ διάταξις αὕτη ἐλήφθη ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, προσδιορίζοντος τότε εἰς 80 τὸν ἀριθμὸν τοῦτον· ἐὰν δὲ ἀναδράμωμεν εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1843, θέλομεν εὐχερῶς ἀνεύρει τὸν λόγον, δι’ ὃν τότε μὲν ὡρίσθη εἰς 80, κατόπιν δὲ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864 ηὐξήθη εἰς 150 ὁ ἐλάχιστος τῶν βουλευτῶν τοῦ Κράτους ἀριθμός. Κατὰ τὰ Πρακτικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχω ὑπ’ ὄψιν, ἡ περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν διάταξις, ἡ καὶ κατόπιν ψηφισθεῖσα, εἶχεν ἐν τῷ σχεδίῳ ὡς ἑξῆς· «Ὁ περὶ ἐκλογῆς νόμος προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ. Πώποτε ὅμως δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐλάσσων τῶν ὀγδοήκοντα.» Τότε, κύριοι, εἷς τῶν πληρεξουσίων παρετήρησεν ὅτι «ἂν καὶ δὲν εἶναι ἐναντίος εἰς τὸν τεθέντα ἀριθμὸν, ἐπιθυμεῖ ὅμως νὰ μάθῃ διὰ ποῖον λόγον ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη αὐτόν». Ὁ δὲ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ἀείμνηστος Λέων Μελᾶς, προθύμως ἀνταποκρινόμενος εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ συναδέλφου του, ἔσπευσε ν’ ἀπαντήσῃ, ἐξηγῶν τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκοπὸν τῆς διατάξεως ἐκείνης. «Ἡ ἐπιτροπὴ, εἶπε, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν ἐν γένει πληθυσμὸν αὐτῆς, μὴ ὑπερβαίνοντα τὰς 800 χιλιάδας καὶ σκεφθεῖσα ... ὅτι τὸ ὀλιγομελὲς βουλευτικοῦ τινος σώματος στερεῖ αὐτὸ τῶν ἀναγκαίων φώτων καὶ δὲν ἐγγυᾶται τὴν σκέψιν, ἐπειδὴ μάλιστα συμβαίνει πολλάκις, ὥστε τινὲς νὰ ἦνε ἀπόντες, εἴτε δι’ ἀσθένειαν, εἴτε δι’ ἄλλας αἰτίας, ἔθεσε τὸν ἀριθμὸν 80 ὡς ἐλάσσονα ὅρον, ἀναλογισαμένη μέχρι τῶν 10,000 ψυχῶν ἀνὰ ἕνα βουλευτήν.» Εἷς λοιπὸν βουλευτὴς, κύριοι, ἀνὰ 10,000 ψυχῶν ὑπῆρξεν ὁ ἀναλογικὸς ὅρος, τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ἔθετο ὡς βάσιν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀναλογισμοῦ, ὁρίσαν εἰς 80 τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν καὶ τὸν ἀναλογικὸν τοῦτον ὅρον, τὴν βάσιν ταύτην συνεχίζουσα, ἀπεδέξατο ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862, ὡς μαρτυρεῖται ἐκ τῶν συζητήσεων, ἃς προὐκάλεσεν ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τῆς διατάξεως ἐκείνης, κύριοι, ὡς εἶχε διατυπωθῆ ἀρχικῶς ἐν τῷ σχεδίῳ, πολλαὶ προὐτάθησαν τροπολογίαι, ἀλλ’ ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως ἀπεῤῥίφθησαν, διότι πᾶσαι ἀπέβλεπον εἰς προσδιορισμὸν ἐλαχίστου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ἐλάσσονα τῶν 150. Οὕτως ἡ μὲν τροπολογία τοῦ κ. Ῥοντήρη ὥριζε τὸν ἀριθμὸν τοῦτον εἰς 120, ἡ τοῦ κ. Ἀντωνιάδου εἰς 100, ἡ τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου εἰς 75 καὶ ἡ τῶν κ. κ. ἀδελφῶν Ἀννίνων εἰς 60. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, ἐμφορουμένη ὑπὸ τῆς ἰδέας τοῦ νὰ μὴ παρεκκλίνῃ οὐδὲ κατὰ κεραίαν τοῦ ἀναλογικοῦ ὅρου τοῦ ἑνὸς βουλευτοῦ ἐπὶ δεκακισχιλίων κατοίκων, ὃν εἶχε καθιερώσει καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ἀποῤῥίψασα πάσας τὰς τροπολογίας ταύτας, ἀπεδέξατο καὶ ἐπεψήφισε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλοῦ, προσδιορίζουσαν εἰς 150 τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, ἀναλόγως τοῦ τότε πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους, ὑπολογιζομένου εἰς ἓν καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύριον. Ὁ κ. Παπαδιαμαντόπουλος, ὅστις, ὡς εἶπον, εἶχεν ὑποβάλει τροπολογίαν ὁρίζουσαν τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν εἰς 75—καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὴν λεπτομέρειαν ταύτην—κατανοήσας τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως, ἔσπευσε πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Καλοῦ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν πρώτην ἐκείνην τροπολογίαν του δι’ ἑτέρας, εἰς τὴν ὁποίαν ῥητῶς ἀναφέρεται, ὅτι «οὐδέποτε ἡ ἀναλογία τοῦ ἀριθμοῦ δύναται νὰ ἦναι ἐλάσσων τοῦ ἑνὸς βουλευτοῦ πρὸς 10,000 κατοίκους». Καὶ ἂν, κύριοι, ἡ τροπολογία αὕτη ἐψηφίζετο τότε, ἤθελε μᾶς ἀπαλλάξει, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην, ἀπὸ τῆς συντελουμένης σήμερον τολμηρᾶς κατὰ τοῦ Συντάγματος ἐπιδρομῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῆς δυστυχῶς ὁ κ. Καλὸς ἐποιήσατο τὴν παρατήρησιν, ὅτι «εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἰδικήν του τροπολογίαν», οὕτω δὲ συγχωνευθεῖσα μετ’ αὐτῆς ἐκρίθη περιττὸν ὑπὸ τοῦ Προέδρου νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, παραμείνασα ὅμως ὡς ἑρμηνευτικὴ συμπλήρωσις τῆς κατόπιν ψηφισθείσης τροπολογίας τοῦ κ. Καλοῦ. Τὰ πρακτικὰ, κύριοι, κεῖνται ἐνταῦθα, μαρτυροῦντα τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω ὑμῖν τὸ πόρισμα τῶν γενομένων συζητήσεων, ὅπως πεισθῆτε περὶ ταύτης (ἀναγινώσκει). «ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν. «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. «Ἐκ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνώσθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν, αἱ μὲν ἀφορῶσι τὴν ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ δίδωνται οἱ βουλευταὶ, αἱ δὲ ἀφορῶσι τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, τὸν ὁποῖον θὰ δίδῃ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια εἰς τὸ μέλλον. Καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ πρῶτον ἀντικείμενον, ὁ κ. Ἀντωνιάδης προτείνει τὰ ἑξῆς· «Ὁ περὶ ἐκλογῆς νόμος ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς οὗτος δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν ἀναλογίαν ἑνὸς βουλευτοῦ πρὸς 15,000 ψυχάς. «Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη. «Ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου· «Οὐδέποτε ἡ ἀναλογία τοῦ ἀριθμοῦ δύναται νὰ ἦναι ἐλάσσων τοῦ ἑνὸς βουλευτοῦ πρὸς 10,000 κατοίκους». «ΚΑΛΟΣ. Εἶναι σύμφωνος μὲ ἐμέ. «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τῶν κ. κ. Ἀννίνων ἔχει ὡς ἑξῆς.... «ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται. «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ κ. Ροντήρη ἡ τροπολογία νομίζω, ὅτι πίπτει, διότι τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως εἶναι ὑπέρ τῶν ... «Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ ἦναι ὁ ἐλάσσων ἀριθμὸς 150 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη». Καὶ γίνεται οὕτω δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλοῦ μετὰ τὴν σαφῆ καὶ ἀνεπιφύλακτον αὐτοῦ δήλωσιν, ὅτι αὕτη εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν τοῦ κ. Παπαδιαμαντοπούλου, καθ’ ἣν «οὐδέποτε ἡ ἀναλογία τοῦ ἀριθμοῦ δύναται νὰ ἦναι ἐλάσσων τοῦ ἑνὸς βουλευτοῦ πρὸς 10,000 κατοίκους». Καὶ ζητοῦσι, κύριοι, σήμερον παρὰ τὸ ἐμφανὲς καὶ δεδηλωμένον τῆς Συνελεύσεως καὶ τοῦ Συντάγματος πνεῦμα, μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας καὶ τοῦ μικροῦ τμήματος τῆς Ἠπείρου, ἥτις ἀνήγαγε τὸν πληθυσμὸν τῆς Χώρας εἰς δύο καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ζητοῦσι νὰ περιορίσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν εἰς 150, στρεβλοῦντες καὶ καταδολιευόμενοι τὴν περὶ τούτου Συνταγματικὴν διάταξιν, ἥτις, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα, διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐλαχίστου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν εἰς 150, ἠθέλησε σαφῶς νὰ κανονίσῃ καὶ ἐξασφαλίσῃ ὡς ἐλάχιστον ἀναλογικὸν ὅρον ἕνα βουλευτὴν ἀνὰ 10 χιλιάδας ψυχῶν. Ὁ ἐπιφανὴς, κύριοι, καθηγητὴς καὶ συγγραφεὺς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, κ. Σαρίπολος, ὁ καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Πολιτεύματος Ἐπιτροπείας, ἀναλύων τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ σοφῇ αὐτοῦ περὶ Συνταγματικοῦ δικαίου πραγματείᾳ, παρατηρεῖ τὰ ἑξῆς· «Κατὰ ταῦτα, ὁ μὲν ἀνώτατος ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν μένει ἀπροσδιόριστος, προβαίνει δ’ αὔξων—καὶ οὐχὶ μειούμενος, κύριοι—καθ’ ὅσον αὐξάνει ὁ τοῦ Κράτους πληθυσμός· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὡς βάσις ἐλήφθη τὸ ἀναλογεῖν ἕνα βουλευτὴν ἀνὰ μυρίους κατοίκους, πρὸς τούτῳ δὲ καὶ ἕτερον αἱρεῖσθαι ἀνὰ πᾶν κλάσμα μυριάδος ἐγγεγραμμένον ἐστὶν ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ, οὗτος δ’ οὐκ ἔστιν ἀμετάβλητος, φόβῳ μὴ δι’ ἑτέρου νόμου ὑψωθῇ ἡ ἀναλογία καὶ ἐλαττωθῇ ἕνεκεν αὐτῆς τὸ Βουλευτικὸν Σῶμα ὑπὲρ τὸ δέον, ὅπερ πολιτικῶς ἀσύμφορον, προὐνόησε τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεῦον μειῶσαι αὐτὸ κατωτέρω τῶν ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα».
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μᾶς ἐφώτισε.
§58ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Σεῖς δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ φωτισθῆτε, διότι εἶσθε νεοφώτιστος. Ἀποδεχόμενος δὲ, κύριοι, ὁ σοφὸς διδάσκαλος τὸ πολυμελὲς τοῦ Βουλευτικοῦ Σώματος καὶ ὑποστηρίζων αὐτὸ διὰ τῆς αὐθεντικῆς γνώμης τῶν διασημοτέρων δημοσιολόγων, ἀρχαίων καὶ νεωτέρων, οἵτινες βεβαίως δὲν συντελοῦσι πλειότερον τοῦ κ. Σαριπόλου εἰς διαφωτισμὸν τῶν ἀφωτίστων, ἐπάγεται ὡς ἰδίαν κρίσιν τὰ ἑπόμενα. «Ὅθεν ὅσῳ μᾶλλον πολυμελὲς τὸ Βουλευτικὸν, τόσῳ βέλτιον τὰ τῆς Πολιτείας καὶ τῶν πολιτῶν συμφέροντα προστατεύονται, ἔτι δὲ καὶ ἡ τοῦ Σώματος ἀνεξαρτησία ἐξασφαλίζεται».
§59ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Καὶ ἂν τοὺς κάμωμεν χιλίους;
§60ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Τότε φθάνομεν εἰς τὸ ἄλλο ἄτοπον. «Τοὐναντίον δὲ ὅσῳ εὐαριθμότερα εἰσὶ τὰ Σώματα, τόσῳ μᾶλλον τείνουσι μετασχηματισθῆναι εἰς σωματεῖα πρὸς τὸ ἑαυτῶν ἀποβλέποντα συμφέρον, τότε δὲ παραμελοῦσί τε καὶ παραγνωρίζουσι τὴν ἐντολὴν, ἧς ἔλαχον. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐξουσία»—καὶ τοῦτο πιστεύω ἐνδιαφέρει πλειότερον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν—«εὐκοπώτερον περιέρχεται αὐτὴ ὑποχείριος καθιστᾶσα, ὥστε καὶ ἐπιβάλλειν αὐτοῖς τὸ ἑαυτῆς θέλημα.» Ἀντικρούων, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικὸν καὶ ὑποστηρίζων τὸ ἀπαράδεκτον αὐτοῦ κατ’ ἀρχὴν δὲν δύναμαι δυστυχῶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν, διὰ νὰ σᾶς καταδείξω τίνες ἐκ τῆς ἐπιζητουμένης περικοπῆς κίνδυνοι, προσεχεῖς ἴσως, ἀπειλοῦσι τὰς Συνταγματικὰς ἐλευθερίας, τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, αὐτὴν τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ Σώματος. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ κρίνητε τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, προφυλάσσοντες τὴν ψῆφον ὑμῶν ἀπὸ συνενοχῆς εἰς ἀληθὲς πραξικόπημα, σκοποῦν τὴν ἵδρυσιν πλουτοκρατικῆς ὀλιγαρχίας, διεπούσης τὰ τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἴδιον αὐτῆς συμφέρον. Δευτέρα, κύριοι, τοῦ αὐτοῦ ἀντισυνταγματικοῦ νομοσχεδίου διάταξις, οὐχὶ πλέον ἀντιστρατευομένη εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀνατρέπουσα τὸ μέγα, τὸ ἀσάλευτον κῦρος θεσπισμάτων, ἅπερ κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα μεγάλαι τοῦ Ἔθνους Συνελεύσεις ἐθεσπίσαντο, εἶναι ἡ περικόπτουσα τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν τῶν τριῶν προνομιούχων νήσων Ὕδρας Σπετσῶν καὶ Ψαρῶν. Ἡ ἐν Ἄστρει, κύριοι, Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1822, ἡ πρώτη ὁρίσασα διὰ νόμου τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, ἐθεσπίσατο ὑπὲρ τριῶν ναυτικῶν νήσων τὴν ἑπομένην προνομιοῦχον διάταξιν, περιεχομένην ἐν τῷ ΙΖʹ νόμῳ τῆς 9 Νοεμβρίου 1822, ἔχοντι ὡς ἑξῆς: «Ἡ νῆσος Ὕδρα τρεῖς παραστάτας νὰ ἐκλέγῃ, δύο ἡ νῆσος Σπετσῶν καὶ δύο ἡ νῆσος Ψαρῶν». Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε, κύριοι, τὴν μεγίστην σημασίαν τοῦ προνομίου τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν ὅτι ἐνῷ εἰς τὸν μικρὸν, τὸν ἐλάχιστον πληθυσμὸν ἑκάστης τῶν τριῶν ναυτικῶν νήσων, ἐχορηγήθη τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκλέγῃ δύω καὶ τρεῖς ἀντιπροσώπους, εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐκλέγωσιν ἢ ἕνα μόνον παραστάτην ἀνὰ 25 χιλιάδας ψυχῶν. Τὸ προνόμιον τοῦτο, περιφανῆ ἐκδήλωσιν τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἔθνους διὰ τὰς βαρυτίμους ὑπὲρ αὐτοῦ θυσίας ἐκείνων εἰς οὓς ἀπενέμετο, ἐσεβάσθησαν καὶ ἐκύρωσαν πᾶσαι ἀλληλοδιαδόχως αἱ κατόπιν ἐλθοῦσαι Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις, αἱ κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα καὶ μετ’ αὐτόν. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐθέσπισε καὶ ἐσεβάσθη ἡ μεγάλη τοῦ ἀγῶνος γενεὰ, ὑποτάσσουσα ἴσως τὰς φιλοτίμους αὐτῆς ἀντιζηλίας εἰς τὴν φωνὴν τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ καθήκοντος, ὅ,τι ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ηὐλαβήθη τὸ Ἔθνος καὶ αἱ Ἀντιπροσωπεῖαι αὐτοῦ, ἦλθε νὰ τὸ συντρίψῃ ἀσεβῶς ὑπὸ τοὺς πόδας του ὁ κ. Τρικούπης, καλῶν ὑμᾶς συνεργάτας ἐν τῷ ἀνοσίῳ ἔργῳ. Αἰσθάνομαι, κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ὑμῶν θὰ συνεργήσῃ εἰς τὴν ἀσέβειαν ταύτην· ἀφήσατε τὴν στυγερὰν ταύτην ἀδοξίαν εἰς τοὺς δύο συναδέλφους σας ἀντιπροσώπους τῆς Ὕδρας· θέλω μάλιστα νὰ πιστεύσω ὅτι καὶ αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἡ συνείδησις θὰ σαλευθῇ ἐκ βάθρων, ἀποτροπιαζομένη τὴν ἀχαριστίαν, ἧς μελετᾷ νὰ καταστῇ ἔνοχος, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀκουσθῇ σοβαρὰ καὶ ἐπιτακτικὴ, ἀμυνομένη ὑπὲρ τοῦ ἱεροῦ τῶν προνομιούχων νήσων δικαιώματος, ἡ φωνὴ ἐκείνου, πρὸ τοῦ ὁποίου ἱερὰν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποχρέωσιν νὰ κύψῃ εὐλαβῶς τὴν κεφαλήν. Ἐν τῇ Συνελεύσει, κύριοι, τῆς 3 Σεπτεμβρίου τὸ δικαίωμα τῶν τριῶν ναυτικῶν νήσων δὲν εἶχεν ὡς εἰκὸς ἀμφισβητηθῆ, ἀλλὰ παρετηρήθη ὑπό τινος τῶν πληρεξουσίων, ὅτι τὸ Σύνταγμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται ἀρχαὶ γενικαὶ, δὲν ἦτο ἴσως ὁ οἰκεῖος τῆς ἀναγραφῆς αὐτῶν τόπος, ἀφοῦ μάλιστα—προσέθηκεν ὁ αὐτὸς πληρεξούσιος — οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίως ἀποκεκτημένον τοῦτο δικαίωμα. Ἕτερος δὲ πληρεξούσιος προέτεινε τὴν ἀναγραφὴν αὐτοῦ ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ. Τότε ἀπὸ τῶν τάξεων τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης τῶν ἀληθῶν πατριωτῶν, οἵτινες δὲν ἐλησμόνουν τὰς ἱερὰς καὶ αὑτῶν καὶ τῆς Πολιτείας ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ἐργάτας τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας, ἠκούσθη ἡ γενναία φωνὴ τοῦ εὐγλωττοτέρου αὐτῆς ῥήτορος, ἐλέγχουσα τὴν ἀχαριστίαν ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἠμφισβήτουν, ὄχι, οὐδὲ προέτεινον τὴν κατάργησιν τοῦ προνομίου, ὡς πράττει σήμερον ἀσεβῶς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἀναγνωρίζοντες αὐτὸ ἀκέραιον καὶ ἀναφαίρετον, παρετήρουν ἁπλῶς, ὅτι δὲν ἥρμοζεν ἴσως ἡ ἀναγραφὴ αὐτοῦ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ προέτεινον νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ. Εἰς τὴν εὔγλωττον ἐκείνην φωνὴν ὀφείλεται κατὰ θείαν ἀληθῶς οἰκονομίαν τὸ ψήφισμα τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὅπερ σήμερον τίθεται φραγμὸς εἰς τὴν μελετηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ βεβήλωσιν. Καὶ λέγω κατὰ θείαν οἰκονομίαν, διότι ἡ εὔγλωττος καὶ πατριωτικὴ φωνὴ, ἣν ἐπικαλοῦμαι, ὑπῆρξεν ἡ φωνὴ τοῦ ἀειμνήστου πατρὸς τοῦ κυρίου Τρικούπη καὶ ἡ φωνὴ αὕτη ἐπιτρέψατε, κύριοι, ν’ ἀκουσθῇ καὶ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπιτιμῶσα τὴν ἀχαριστίαν τοῦ υἱοῦ, καὶ ἀναχαιτίζουσα τὸν πέλεκυν, ὃν ἡ ἀσεβὴς αὐτοῦ χεὶρ ἐγείρει κατὰ τοῦ ἱεροῦ, τοῦ ἀναφαιρέτου τῶν τριῶν μεγαλουργῶν νήσων δικαιώματος (ἀναγινώσκει). «Τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔλεγε, κύριοι, ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει τῆς γʹ. Σεπτεμβρίου ὁ ἀείμνητος Τρικούπης, ὅ ἐστι τὸ περὶ ἀριθμοῦ τῶν πληρεξουσίων τῶν τριῶν ναυτικῶν νήσων, πρέπον εἶναι, νομίζω, νὰ τὸ θεωρήσωμεν, διὰ νὰ τὸ καταλάβωμεν, ὑπὸ διττὴν ἔποψιν, ὡς φόρον ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης καὶ ὡς δικαίωμα ἀποκτημένον. Καὶ κατὰ τὸν ἕνα καὶ κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ τὸ σεβασθῶμεν. «Θαλασσινοὶ καὶ στεργιανοί. Ὅλοι ἠγωνίσθημεν τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τῆς Πατρίδος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, διότι εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν τριῶν ναυτικῶν νήσων δὲν εἶχον εἰς τὴν ἐπανάστασιν τὰ τοπικὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ πλεῖστοι τῶν Ἑλλήνων· οἱ κάτοικοι οὗτοι δὲν ὑπέφεραν, ὅσα ὑπεφέραμεν οἱ ἄλλοι ἡμεῖς ἐπὶ Τουρκοκρατίας, οὔτε εἶχον ἀκινήτους ἰδιοκτησίας, ὡς ἡμεῖς, νὰ ὑπερασπίσωσιν ἦσαν αὐτόνομοι, ἦσαν προνομιοῦχοι, καὶ μολοντοῦτο ἠσπάσθησαν τὸν ἀγῶνα, ὡς ἀγῶνα ἐθνικὸν, καὶ προθυμότατοι συνεκινδύνευσαν μὲ τοὺς μὴ ἔχοντας οὔτε αὐτονομίαν, οὔτε προνόμια. Ἀπὸ τὸ εὐγενὲς τοῦτο αἴσθημα τοῦ ἐθνισμοῦ κινούμενοι, ἔδωσαν εἰς τὴν πατρίδα οὐ μόνον τὰ στήθη των, ἀλλὰ καὶ τὰ πλοῖά των καὶ τὰ μεγάλα πλούτη των. Ἠξεύρω θετικῶς ὅτι ἑκατὸν τριάκοντα χιλιάδας διστήλων κατέθεσαν ἐξ ἰδίων οἱ Ὑδραῖοι διὰ τὴν κίνησιν τῶν πλοίων των μόνον τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἀγῶνος. Δὲν ἔρχομαι νὰ πανηγυρίσω τὰ ἄθλά των· πρὸς ποίους νὰ τὰ πανηγυρίσω; Σεῖς οἱ ἴδιοι εἶσθε οἱ πανηγυρισταί των. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἂν δὲν ὑπῆρχον αἱ τρεῖς νῆσοι, ὅ ἐστὶν ἡ ναυτικὴ δύναμις, ὑπῆρχε σήμερον ἡ Ἑλάς; Ἰδοὺ τὰ μεγάλα ἀγαθοεργήματα τῶν ναυτικῶν νήσων πρὸς τὴν γενικὴν πατρίδα· ἰδοὺ διατὶ ἡ πατρὶς εὐγνωμονοῦσα ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἀντιπροσωπείας, καθ’ ὃν τρόπον τὸ καθιεροῖ τὸ 61 ἄρθρον τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἐσεβάσθησαν ἡ ἐν Ἄστρει Συνέλευσις, ἡ ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνέλευσις, ἡ ἐν Τροιζῆνι Συνέλευσις, ἡ ἐν Ἄργει Συνέλευσις· γίνεται δὲ νὰ τὸ καταπατήσῃ ἡ Συνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου;».... «Ἐν ποίῳ λόγῳ θέλομεν νὰ πάρωμεν ἀγνωμονοῦντες ὅ,τι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐδώκαμεν εὐγνωμονοῦντες, ἐν ποίᾳ δυνάμει θ’ ἀφαιρέσωμεν δικαίωμα κεκτημένον;... «Ὄχι, κύριοι, γνωρίζω τὰ εὐγενῆ αἰσθήματά Σας καὶ βέβαιος εἶμαι, ὅτι οὔτε ἀγνώμονες θὰ φανῶμεν, οὔτε παραβάται τῶν ὑποχρεώσεών μας. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εἴπωμεν ὅλοι πρὸς τοὺς νησιώτας—καὶ τὴν θερμὴν ἐπίκλησιν τοῦ μεγάλου πατριώτου ἀπευθύνω, κύριοι, ἐν ὀνόματι αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Γκίκαν—«ἀδελφοὶ νησιῶται, ἡ πατρὶς εὐγνωμονοῦσα σᾶς ἔδωκεν ἄλλοτε τὸ δικαίωμα τοῦτο· ἡ πατρὶς εὐγνωμονοῦσα σᾶς τὸ ἐπικυροῖ σήμερον. Διατηρήσατέ το καὶ εἰς τὰ τέκνα σας καὶ ὡς δικαίωμα ἀποκτηθὲν καὶ ὡς φόρον τῆς εὐγνωμοσύνης μας. Σᾶς τὸ ἐδώκαμεν ἐν πολέμῳ, δὲν σᾶς τὸ ἀφαιροῦμεν ἐν εἰρήνῃ· αἱ φλόγες, αἱ ὁποῖαι ἀνέβησαν ἄλλοτε μέχρι νεφελῶν ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐκαύσατε ἐχθρικὰ δίκροτα καὶ τρίκροτα, δὲν ἀπεσβέσθησαν ἀπὸ τὴν μνήμην μας». (Συγκίνησις ἐν τῇ ἀριστερᾷ. Θόρυβος ἐκ τῆς δεξιᾶς, ποδοκροτήματα ἐπὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§61ΤΙΝΕΣ. Νὰ κενωθοῦν τὰ ἀκροατήρια.
§62ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἀφήσατε τοὺς ἐγκαθέτους τοῦ υἱοῦ νὰ ποδοκροτῶσι τὴν ἀγόρευσιν τοῦ πατρός.
§63ΧΟΪΔΑΣ. Ποδοκροτοῦν διὰ νὰ δείξουν ὅτι ποδοπατοῦν τὸ ἔργον ἐκείνου, ἀφοῦ τὸ ἐποδοπάτησεν ὁ ἴδιος του υἱός.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐκκενωθοῦν τὰ ἀκροατήρια.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ποδοκρότημα εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι τὰ ἀκροατήρια εἶναι κατηρτισμένα.
§66ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ πρέπει νὰ τοποθετήσωσιν εἰς αὐτὰ καὶ πρωτοσχόλους διὰ νὰ τὰ διδάσκωσι πότε νὰ ποδοκροτοῦν.
§67ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οἱ ὑπουργοὶ ὅμως λέγουσιν ὅτι πρέπει νὰ ἐκκενωθῶσιν· οὐδεὶς ἔχει ἀντίῤῥησιν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅμα ἀκουσθῇ ἡ παραμικρὰ ἀποδοκιμασία, θὰ διαταχθῶσι νὰ ἐξέλθουν ἀμέσως. Δὲν θὰ δεχώμεθα τὴν παρέμβασιν τῶν ἀκροατηρίων εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Νὰ ἀκροάζεσθε ἡσύχως. (Κενοῦται τὸ ἀκροατήριον τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων).
§69ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Τῆς εὐγλώττου, κύριοι, καὶ πατριωτικῆς ἀγορεύσεως, ἣν πρὸ μικροῦ ἠκούσατε καὶ ἥτις προὐκάλεσε τῶν ἐγκαθέτων τὰ ποδοκροτήματα, τῆς ἀγορεύσεως ταύτης καρπὸς ὑπῆρξε τὸ ἀπὸ 31 Ἰανουαρίου 1844 ψήφισμα τῆς παμψηφεὶ καὶ ὁμοφώνως ἀποδεχθείσης αὐτὸ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, τὸ θέτον σήμερον φραγμὸν κατὰ τῆς μελετωμένης ἱεροσυλίας καὶ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἐπιτρέπητε, θέλω ἀναγνώσει ὑμῖν.
§70ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§71ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. (ἀναγινώσκει) «Ἡ τῆς 3 Σεπτεμβρίου ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος καὶ τὸν δʹ παράγραφον τοῦ ΙΖʹ Νόμου τοῦ ἐκτελεστικοῦ σώματος τοῦ 1822, Ψηφίζει ά.) Εἰς τὰς νήσους Ὕδρας καὶ Σπετσῶν διατηρεῖται ὁ διὰ τοῦ εἰρημένου περὶ ἐκλογῶν παραστατῶν ΙΖʹ νόμου ὁριζόμενος ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν. Τὸ αὐτὸ δικαίωμα διατηρεῖται καὶ ὑπὲρ τῶν ἐν Ἑλλάδι Ψαριανῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ συνοικισθῶσιν ἐντὸς τοῦ Κράτους πρὸ τῆς λήξεως τῆς πρώτης βουλευτικῆς περιόδου. Νόμος ἰδιαίτερος, ἐκδοθησόμενος ἐντὸς τῆς αὐτῆς περιόδου, θέλει προσδιορίσει τὸν ἀπολύτως ἀναγκαῖον ἀριθμὸν τῶν συνοικισθησομένων· βʹ.) Τὸ παρὸν ψήφισμα ἔχει τὴν αὐτὴν ἰσχὺν τοῦ Συντάγματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Ἰανουαρίου 1844». Τοιούτου, κύριοι, προνομίου καὶ δικαιώματος, οὕτω ἐπισήμως καθιερωθέντος, ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν, ἔχων συνεργοὺς ἐν τῇ ἱεροσυλίᾳ ταύτῃ δύο τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ὕδρας (θόρυβος).
§72ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΔΗΣ. Διαμαρτύρομαι ἐναντίον τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐκφέρεις κατ’ ἐμοῦ. Ἡ πατρίς μου δὲν μὲ ἔπεμψεν ἐνταῦθα, ὅπως καταπατήσω τὰ ἱερὰ δικαιώματά της· οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι γίγνομαι συνεργὸς ἱεροσυλίας, διότι ὑπερεψήφισα κατ’ ἀρχὴν τὸ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν νομοσχέδιον.
§73ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς.). Κάτω, κάτω.
§74ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΔΗΣ. Ὄχι, κύριοι, δὲν κάθημαι· θὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου. Φρονῶ καὶ λέγω ὅτι ὁ παραδεχόμενος κατ’ ἀρχὴν νομοσχέδιόν τι, δὲν παραδέχεται ἀναγκαίως καὶ τὰ καθέκαστα. Πολλῷ μᾶλλον δὲν παραδέχεται τὴν ἐξαίρεσιν, ἀφοῦ τὸ δικαίωμα τῆς Ὕδρας εἶναι ἐξαιρετικόν. Δὲν παραδέχομαι λοιπὸν τὴν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος τῆς Ὕδρας· ἀπεναντίας, ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας ὑποστηρίζω.........
§75ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Οἱ δύο βουλευταὶ Ὕδρας, οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ νομοσχέδιον, παραιτοῦνται τῶν δικαιωμάτων τῆς Ὕδρας, διότι δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς θυσίας τῆς νήσου ταύτης. Ὁ κ. Κριεζῆς, οὗτινος ἡ οἰκογένεια προσέφερε θυσίας καὶ ἀγῶνας, οὗτος μόνον ἔχει τὴν συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς.
§76ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλει νὰ δώσῃ ἀρετὰς, εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν.
§77ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Τοιούτου, λέγω, δικαιώματος, κύριοι, κυρωθέντος ὑπὸ πασῶν τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων, ἦλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν, καὶ ὑπὲρ τῆς ἀσεβοῦς ταύτης καταργήσεως, εἴδετε χθὲς μετὰ φρίκης, εἶμαι βέβαιος, ψηφίζοντας δύο τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Ὕδρας, ὡς εἰ ἐπεζήτουν διὰ τῆς ψήφου των ταύτης νὰ διαμαρτυρηθῶσι μετὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ κατὰ τῆς εὐγνωμοσύνης, ἣν τὸ Ἔθνος ἐξεδήλωσε πρὸς τοὺς περιφανεῖς πατέρας των (θόρυβος).
§78ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀφοῦ ὁ κύριος ἀναιρεῖ καὶ βεβαιοῖ, ὅτι θὰ ψηφίσῃ κατὰ τῆς περικοπῆς τῶν προνομίων, τότε δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ ἐπιμένητε.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί ἐπιμένετε κατὰ τῶν βουλευτῶν; οἱ βουλευταὶ ἔχουσιν ἐλευθερίαν. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξητε τὸν βουλευτήν· διότι τότε τί θὰ πράξῃ καὶ ὁ βουλευτής;
§80ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καθιερῶν, κύριοι, τὴν λογοκρισίαν......
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ μάθητε τὰ καθήκοντά σας, κύριε Πρόεδρε, εἰδεμὴ ν’ ἀπέλθητε ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης καὶ ὄχι νὰ ἐπιτιμᾶτε βουλευτήν, ὅστις δὲν ὕβρισε κανένα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω τὰ καθήκοντά μου· καθήσατε, κύριε.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶσαι ἀνάξιος νὰ κάθησαι ὡς Πρόεδρος.
§84ΠΟΛΛΟΙ (τῆς ἀριστερᾶς). Ἀνάξιος, ἀνάξιος (θόρυβος).
§85ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Νὰ ἀποδοκιμασθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπεδοκιμάσετε τὸν πατέρα μου· ἀπεδοκιμάσετε ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον ὅλους τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς Χώρας. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀποδοκιμάσητε καὶ ἐμέ· θὰ θεωρήσω τιμήν μου, ἐὰν μὲ κατατάξητε εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων.
§87ΖΕΡΒΟΣ. Σεῖς εἶσθε ὁ αἴτιος, κύριε Πρόεδρε, διότι ἀναμιγνύεσθε, ἀντὶ νὰ προστατεύετε τὸν ῥήτορα.
§88ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν τρίτην τοῦ νομοσχεδίου διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡς μέτρον τοῦ ἐξ ἑκάστης Ἐπαρχίας ἐκλεκτέου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, λαμβάνεται οὐχὶ πλέον ὁ πληθυσμὸς τῶν κατοίκων, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις ἐγγεγραμμένων δημοτῶν. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἀνάγκη εἰς ἀντίκρουσιν τῆς διατάξεως ταύτης νὰ καταφύγωμεν εἰς ἑρμηνευτικὰς συζητήσεις καὶ ψηφίσματα τῶν Συνελεύσεων, νὰ ἀναδιφήσωμεν συγγράμματα καὶ ἐπικαλεσθῶμεν γνώμας σοφῶν συγγραφέων· τοσοῦτον σαφές, τοσοῦτον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως ἢ παρερμηνείας εἶναι τὸ σχετικὸν τοῦ Συντάγματος ἄρθρον, ὅπερ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου ἀνατρέπεται, ὥστε μόνον μεμελετημένη ἀληθῶς κατὰ τοῦ Πολιτεύματος ἐπιβουλή, μόνον ἀκλόνητος περὶ καταλύσεως αὐτοῦ πρόθεσις ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τοὺς εἰσηγητὰς τοῦ νομοσχεδίου τὴν τόλμην, ὅπως ὑποβάλωσι τοιαύτην διάταξιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν. Τί λέγει, κύριοι, τὸ ἄρθρον 68; «Ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ἑκάστης Ἐπαρχίας προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς.» Ἀλλὰ ἀποτελοῦσι, κύριοι, τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἐπαρχίας μόνοι οἱ δημόται αὐτῆς καὶ μάλιστα οὐχὶ πάντες, ἀλλ’ οἱ ἐγγεγραμμένοι ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις; Δὲν εἶναι τοῦτο πρὸς Θεοῦ προφανής, ἀναμφισβήτητος τοῦ Συντάγματος παράβασις, ἣν δὲν πρέπει νὰ ἐξυπηρετήσῃ, καὶ δὲν θὰ ἐξυπηρετήσῃ, εἰμὶ βέβαιος, ἡ ψῆφός σας, δὲν θὰ ἀνεχθῇ, ὄχι, ἡ φιλοπατρία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ φρούρησις τοῦ Πολιτεύματος; Εἶνε ἀληθές, ὅτι ἡ συναίσθησις τοῦ τολμήματος, καταπτοοῦσα αὐτοὺς, τοὺς ἠνάγκασε νὰ ἐπιδιώξωσι τὸν βέβηλον αὐτῶν σκοπὸν διὰ μωρῶν περιστροφῶν, λαμβάνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις δημοτῶν ὡς μέτρον δῆθεν τοῦ πληθυσμοῦ. Ἀλλὰ ὁ πληθυσμὸς, ὁ κατὰ ψυχὰς, ὅν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, περιλαμβάνει φυσικῶς οὐ μόνον τοὺς ἄνδρας, ἀλλὰ καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τοὺς παῖδας. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, εἶνε ἐγγεγραμμέναι ἐν τοῖς δημοτολογίοις, ἢ ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις αἱ γυναῖκες, οἱ παῖδες, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μέτρον τοῦ πληθυσμοῦ Ἐπαρχίας τινός; Καὶ ἡ πονηρὰ αὕτη κατὰ τῆς ψήφου σας παγὶς, δὲν σᾶς παρέχει ἀληθῶς τὸ μέτρον, οὐχὶ τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ τῆς μελετωμένης κατὰ τοῦ Πολιτεύματος μεγάλης ἐπιβουλῆς; Ἐπέρανα, κύριοι, οὐχὶ ὅσας εἶχον καὶ ὅσας ἠδυνάμην νὰ ἐπενέγκω ἐπὶ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου παρατηρήσεις, ἀλλ’ ὅσας ἐθεώρησα ἀναγκαιοτέρας, βραχύνων ὡς οἷόν τε τὸν λόγον, ὅπως μὴ καταστῶ φορτικός. Ἐπιλαμβάνομαι ἤδη τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου, ὅπερ θέλω ἐξετάσει μετὰ τῆς αὐτῆς βραχύτητος. Δὲν ἠρκέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, χάριν τῆς σωτηρίας τοῦ Κράτους, ὅπερ ἡ κακὴ πολιτεία σας περιήγαγεν εἰς κακοδαιμονίαν καὶ μαρασμὸν, δὲν ἠρκέσθη εἰς μόνην τὴν περικοπὴν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ ζητεῖ καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς στενῆς ἐκλογικῆς περιφείας, ἥτις συγκεντροῖ ὅλην ὑμῶν τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν εἰς τὰ μικρὰ καὶ ταπεινὰ τῶν ἐκλογέων σας προσωπικὰ συμφέροντα, καὶ τὴν νέαν ταύτην ἐκλογικὴν περιφέρειαν ὁρίζει κατὰ νομούς. Τὸ ζήτημα τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ σᾶς προσηλυτίσῃ εὐχερέστερον εἰς τὴν ἰδέαν, παρουσιάσθη παντοῦ, ὅπου λειτουργεῖ φιλελεύθερον Συνταγματικὸν Πολίτευμα, καὶ ἐπεκράτησεν ἐπ’ ἐσχάτων, φρονεῖ δὲ ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν εἶναι ἤδη ἱκανῶς ὥριμον ὅπως σημάνῃ ἡ ὥρα τῆς λύσεως αὐτοῦ. Ἐὰν, κύριοι βουλευταὶ, τὸ σύστημα τῆς κατὰ νομοὺς ἐκλογικῆς περιφερείας ἐπρόκειτο νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οὐσίας, ὀφείλω ν’ ἀνομολογήσω, ὅτι ἐὰν ὑπάρχωσι πλεῖστοι κατὰ τῆς ἀποδοχῆς αὐτοῦ λόγοι, πολλοὶ ἐπίσης συνηγοροῦσιν ἴσως ὑπὲρ αὐτοῦ, ἕκαστος δὲ ἡμῶν, εἴτε ἀπὸ τῶν ἰδίων αὐτοῦ μελετῶν, εἴτε ἀπὸ τῶν συζητήσεων φωτιζόμενος, ἠδύνατο νὰ μορφώσῃ οἵαν εὕρισκεν ὀρθοτέραν γνώμην καὶ πρὸς αὐτὴν νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ψῆφόν του. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐγείρεται φραγμὸς ἀνυπέρβλητος τὸ Σύνταγμα, κατὰ τοῦ ὁποίου φαίνεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὤμοσεν ἀδιάλλακτον πόλεμον (εὖγε!) Οὐχὶ, κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1864, ὁπότε ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς τελευταίας Ἐθνοσυνελεύσεως ὁ διέπων τὰ τῆς Πολιτείας θεμελιώδης ἡμῶν νόμος, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ πρώτου τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας ἔτους, ἀφ’ ἧς ἡμέρας τὸ ἔθνος ἐξελέξατο καὶ ἀπέστειλε τὸ πρῶτον ἀντιπροσώπους αὑτοῦ εἰς κοινὴν περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων σύσκεψιν, ὡς ἐκλογικὴ περιφέρεια ὡρίσθη ἡ Ἐπαρχία. Τὸ θέσπισμα τῆς βʹ ἐν Ἄστρει Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὅπερ ἔλαβον ἤδη τὴν τιμὴν ν’ ἀναγνώσω ὑμῖν, μαρτυρεῖ περὶ τούτου. Τὴν ἀρχὴν ταύτην τῆς κατ’ Ἐπαρχίας ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν εὐλαβουμένη καὶ τηροῦσα ἐπίσης ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862, ἀνέγραψεν αὐτὴν ἐν τῷ Συντάγματι, οὗτινος τρία συνεχῆ ἄρθρα τὰ 67, 68 καὶ 70 ῥητῶς ἐπιτάσσουσι τοῦτο. Οἱ βουλευταὶ, λέγει τὸ ἄρθρον 67, ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἔθνος καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἐπαρχίαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐκλέγονται». «Ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας, ἐπαναλαμβάνει τὸ ἄρθρον 68, προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς.» Τὸ δὲ ἄρθρον 70, ἔτι ἐπιτακτικώτερον, ἀπαιτεῖ οὐ μόνον τὴν ἐκλογὴν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ τὴν καταγωγὴν αὐτοῦ ἐξ αὐτῆς, ἢ τοὐλάχιστον τὴν διετῆ ἐν αὐτῇ ἐγκατάστασιν, καὶ τοῦτο, κύριοι, διὰ νὰ καταστήσῃ ἐμφαντικώτερον καὶ συνεκτικώτερον τὸν πρὸς τὴν ἐπαρχίαν θεσμὸν τοῦ ἐκλεγομένου. Καὶ δύναμαι, κύριοι, νομίζω, νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, τί ἀπέγεινεν ἡ εὐλαβὴς, ἡ θρησκευτικὴ αὐτοῦ πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο προσήλωσις, τῆς ὁποίας δὶς μὲ παρέδωκε θῦμα; Δὲν πιστεύω, κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἃς, φειδόμενος τοῦ χρόνου καὶ τοῦ καμάτου σας, περιώρισα ὅσον ἠδυνάμην, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ βραχύτης κατ’ οὐδὲν μειοῖ τὴν ἀπὸ τῶν θεσμῶν ἀρυομένην σπουδαιότητα, δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη εὐρυτέρας ἀναπτύξεως, ὅπως ἀποδειχθῇ ἀναμφηῤῥίστως ἡ ἀντισυνταγματικότης καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πιστεύω δὲ ἀδιστάκτως ὅτι καὶ ἂν πρὸ αὐτῆς δὲν ὑποχωρήσῃ ἡ πεισμονὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ στραφῇ βεβαίως κατ’ αὐτῆς ἡ εὐσυνείδητος καὶ πατριωτικὴ ψῆφός σας. Μοὶ ὑπολείπεται ἡ ἐξέτασις τῶν δύο ἄλλων στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, τῶν ἀφορώντων εἰς τοὺς κ. ἀξιωματικούς. Ἡ εὔγλωττος, κύριοι, καὶ πειστικωτάτη ἐπ’ αὐτῶν ἀγόρευσις, ἣν πρὸ μικροῦ ἠκούσατε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ, μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ἀνάγκης μακρᾶς ἐπ’ αὐτῶν ἀναπτύξεως. Θὰ προσθέσω βραχέα τινὰ, ὅπως ἐκφράσω μᾶλλον τὴν βαθεῖαν ἀγανάκτησίν μου διὰ τὴν συντελουμένην διττὴν ἀσέβειαν καὶ πρὸς τὸ κατασυλούμενον δικαίωμα καὶ πρὸς τὸν καθιερώσαντα αὐτὸ θεμελιώδη νόμον, ἢ διὰ νὰ συμπληρώσω κενόν τι ἐν τῇ ἀναλύσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι οὐδὲν ἀληθῶς κατέλιπε κενὸν ὁ κ. Ῥάλλης ἐν τῇ ἀγορεύσει του. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι, κύριοι, νέος κατὰ τοῦ Συντάγματος πέλεκυς, διότι δι’ αὐτῶν περικόπτεται δικαίωμα ἀναφαίρετον, ἀπονεμηθὲν ὑπ’ αὐτοῦ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ, ἢ ἀκριβῶς εἰπεῖν, κατακτηθὲν ὑπ’ αὐτῶν ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Καὶ ἀληθῶς τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀναγραφὲν ἐν τῷ 71 ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, κατεκτήθη ὑπὸ τῶν τότε ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει ἀξιωματικῶν διὰ μακρῶν καὶ θυελλωδῶν συζητήσεων, δι’ ἐπιμόνου καὶ ἀκαταβλήτου ἀξιώσεως ὅπως ἀναγραφῇ οὐχὶ ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ, ὡς ὑπεστήριζον πολλοὶ τῶν πληρεξουσίων, ἀλλ’ ἐν τῷ Συντάγματι. Ἡ σήμερον ἐπιζητουμένη τολμηρὰ τοῦ δικαιώματος τούτου κατασύλησις ἀποδεικνύει πόσον οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι εἶχον δίκαιον, ζητοῦντες νὰ περιφρουρήσωσιν αὐτὸ διὰ τοῦ θεμελιώδους νόμου· διότι, ἀφοῦ παρουσιάζονται Κυβερνήσεις, τολμῶσαι νὰ προσβάλωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ οὕτω φρουρούμενον, εὐκόλως δύνασθε νὰ φαντασθῆτε πόσον ἠδύνατο νὰ προστατεύσῃ αὐτὸ κατὰ τῆς ἐπιδρομῆς ὁ ἀσθενὴς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου φραγμός. Ἀλλ’ ἰσχυρίσθη, κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ, ὅτι «οὐδαμοῦ τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψεν ὅτι ὁ λαμβάνων συνταγματικὴν ἄδειαν 5½ μηνῶν ἀξιωματικὸς θὰ λογίζῃ τὸν ἐν ἀδείᾳ χρόνον, ὡς χρόνον καθ’ ὃν ἠσκεῖτο ἐν τῷ στρατῷ καὶ προσμετροῦντα εἰς τὴν ἀρχαιότητα». Εἰς τὴν ἰουδαϊκὴν ταύτην ἀναζήτησιν τῆς ἐννοίας τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρου ἐν αὐτῷ τῷ γράμματί του ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ἀπήντησε μετὰ δικαίας αὐστηρότητος, ἀποδείξας διὰ τῆς ἐκτυλίξεως τῶν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει συζητήσεων, ἣν ἤντλησεν ἐκ τῶν πρακτικῶν, ὅτι ἄλλη ἑρμηνεία αὐθεντικωτέρα, ἀποῤῥέουσα ἐκ τῶν συζητήσεων ἐκείνων, καθιεροῖ ἀναμφισβητήτως ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν ὡς ἱερὸν καὶ ἀναφαίρετον δικαίωμα, ὅπερ ἡ ἰουδαϊκὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἑρμηνεία αὐθαιρέτως τοῖς ἀρνεῖται (εὖγε.) Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ν. πρωθυπουργὸς ἐπιδείκνυται ἀσεβὴς καὶ πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο, μὴ θελήσητε, κύριοι, σεῖς νὰ παρακολουθήσητε αὐτὸν ἐκεῖ ὅπου ἀκρατήτως σᾶς παρασύρει, μὴ θελήσητε νὰ συντελέσητε διὰ τῆς ψήφου σας εἰς τὴν πολιτικὴν δολοφονίαν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, τὴν ἐπιοῦσαν μάλιστα τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ φιλοπατρία αὐτῶν μετὰ τόσης αὐτοθυσίας διετήρησεν ἀκεραίαν τὴν τιμὴν καὶ τὸ γόητρον τῆς πατρίδος (εὖγε.), (εὖγε.) Ἐὰν ἐκεῖνος περὶ οὐδενὸς ποιεῖται τὸ κῦρος τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων, χωρῶν εἰς τὸ ἔργον, ὅπερ ὑπεσχέθη ἴσως καὶ ἀνέλαβε νὰ φέρῃ εἰς πέρας, σεῖς οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, οἱ φρουροὶ τῶν θεσμῶν, ἐφ’ ὧν ἐρείδεται ὅλον ἡμῶν τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα, μὴ θελήσητε νὰ συντελέσητε διὰ τῆς ψήφου σας ὅπως καταῤῥεύσῃ εἰς ἐρείπια. Μίαν ἀκόμη λέξιν καὶ περατῶ, κύριοι, τὴν ἀγόρευσίν μου διότι αἰσθάνομαι ὅτι σᾶς ἐκούρασα.
§89ΛΕΒΙΔΗΣ. Καθ’ ὅλου μᾶς ἐφώτισες.
§90ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ὑμῶν μεταῤῥυθμιστικὰ νομοσχέδια ἔχωσι σχέσιν μὲ τοὺς διθυραμβικοὺς ἐπαίνους, οὓς χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτόνισεν ὑπὲρ τῆς Βασιλείας. Προτιμῶ νὰ πιστεύω ὅτι μόνον ξένοι, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ξένοι ἀληθῶς καὶ πρὸς τὸ ἔθνος καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ καὶ πρὸς τὸ ἀπειλούμενον Πολίτευμα, του κρύπτονται ὄπισθεν τῶν νομοσχεδίων τούτων (εὖγε). Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι βουλευταὶ, ἐὰν ὁπωσδήποτε ἡ Βασιλεία, ἔστω καὶ κατὰ τὴν ὑστάτην στιγμήν, δὲν φροντίσῃ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι αὐτὴ τῷ ὄντι εἶναι ξένη πρὸς τὰς ἀπολυτόφρονας ἰδέας, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὰ τολμηρὰ ταῦτα κατὰ τοῦ Συντάγματος πραξικοπήματα................ (θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις). Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Χριστόπουλος.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τοιαύτη ἀδικία δὲν ἐγένετο ποτέ (θόρυβος).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἡσυχάσετε, θὰ ἐκκενώσω τὸ ἀκροατήριον.
§93ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταὶ, ἡ Βασιλεία δὲν μεριμνήσῃ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι οὔτε μετέσχεν, οὔτε μετέχει τῶν ἀπολυτοφρόνων ἰδεῶν, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὰ θρασέα ταῦτα κατὰ τοῦ Συντάγματος πραξικοπήματα, ἂς τὸ μάθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ ἐπισήμου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει πάντοτε νὰ λέγηται ἡ ἀλήθεια, διότι ἀπ’ αὐτοῦ, κύριοι, λαλεῖ ὁ λαὸς διὰ τῶν Ἀντιπροσώπων αὐτοῦ πρὸς πάσας τοῦ Κράτους τὰς Ἐξουσίας, ἃς μάθῃ ὅτι καὶ ὁ ὕστατος μεταξὺ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βασιλείας δεσμὸς διασπᾶται (ραγδαῖα χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων καὶ θόρυβος εἰς τὸ τῶν ὑπαλλήλων.)
§94ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἄλλος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου; (θόρυβος).
§96Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν καὶ τὸν ὁποῖον διέγραψεν ἰδίως ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔδωκεν, ἡ συζήτησις γίνεται καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν ἢ τῶν τεσσάρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας, ἑπομένως ἡ συζήτησις θέλει γείνει εὐρεῖα καὶ πολλοὶ θέλουσι λάβει τὸν λόγον ἐνόσῳ καὶ ἡ ὥρα τὸ ἐπιτρέπει (ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§97ΤΙΝΕΣ. Νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
§98Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν κρίνω ἄξιον νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια, ἐπιθυμῶ νὰ ποδοκροτοῦμαι καὶ νὰ ὑβρίζωμαι (ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§99ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν ἐγειρόμενοι). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε. (Ἀπέρχονται).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§101ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§102ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς κάμουν ἔκκλησιν εἰς τὸν λαὸν καὶ τότε βλέπομεν ποῖος θὰ ἐπανέλθῃ ἐδῶ. Νὰ μὲ σημειώσητε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔχω δέκα ἐνστάσεις ἀπαρτίας.
§103ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔχω ἑκατὸν ἐνστάσεις ἀπαρτίας. (Ἀναγνωσθέντος ἐνταῦθα τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες 137).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§105Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατενοήθη ἡ σπουδαιότης τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἄλλοι ὅσοι εἰλικρινῶς θέλομεν τὰς ῥιζικὰς μεταῤῥυθμίσεις πρὸς βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων ἐζητήσαμεν βάσανον ἀληθῆ τῶν νομοσχεδίων, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ καλῶς ἂν ἔχῃ τὸν χρόνον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων ἕνεκα τῶν σημερινῶν περιστάσεων, νὰ παραπέμψῃ εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ μετὰ τὴν βάσανον τῶν Ἐπιτροπῶν νὰ ἐπιληφθῇ εὐρυτάτης συζητήσεως, ἀνταξίας τοῦ σκοποῦ τοῦ περιεχομένου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιμονὴν ἐγνώρισα ἐπὶ ὁλόκληρα πέντε ἔτη, ἀντετάχθη ὡς ἦτο ἑπόμενον, διότι ἦλθε μὲ ἓν ὡρισμένον σχέδιον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, τὸ σχέδιον δὲ τοῦτο εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τῶν νομοσχεδίων διὰ πάσης θυσίας, ἡ δὲ βάσανος εἶναι ἀσύμφορος, διότι αὐτὴ ἤθελεν ἀποκαλύψει τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐναντίον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ βάσανος τῶν νομοσχεδίων θέλει ἀποκαλύψει εἰς τοὺς ἐκ προκαταλήψεως κρίνοντας ὅτι τὰ νομοσχέδια δὲν ἔχουσι σκοπὸν τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων, ἀλλ’ ἔχουσι τὸν σκοπὸν τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐλευθεριῶν, καὶ ὅτι εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα ἡ εἰσαγωγὴ τῶν νομοσχεδίων, διότι, κατὰ τὰ φαινόμενα, θὰ ἐπακολουθήσωσι καὶ ἄλλα. Τοιαύτη δὲ συζήτησις ἤθελεν εὕρει καὶ ἐν τῇ κοινῇ γνώμῃ πολλοὺς τοὺς συζητητάς, πολλοὺς τοὺς ὑποστηρίζοντας ὅτι δὲν πταίουσιν αἱ ἐλευθερίαι, ἀλλὰ πταίουσιν αἱ κακαὶ κεφαλαὶ τῶν Πρωθυπουργῶν, πταίει ἡ Βασιλικὴ ἀστοργία, πταίουσιν ἄλλα αἴτια, ἐξ ὧν παράγονται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ὡς δικαιολογητικὴ ἔκθεσις τῶν νομοσχεδίων. Ἐζητήσαμεν, κύριοι, συζήτησιν εὐρεῖαν...
§106ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Καὶ τίς σᾶς τὴν ἠρνήθη;
§107ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. — διὰ νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ τίνος πρόκειται, διὰ νὰ μορφώσωμεν πεποίθησιν, διότι εἴμεθα ὑπεύθυνοι τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπιχειροῦμεν. Καὶ ἀνεμένομεν τοὐλάχιστον τὴν φορὰν ταύτην τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ ἀφήσῃ τὸ σύστημα ἐκεῖνο τὸ καταστρεπτικὸν διὰ τὸν Τόπον, νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν συζήτησιν.
§108ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τίς ἐμπόδισε τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν;
§109ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅταν τὸ θέτετε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὴν ἐμποδίζετε. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἀπομάθῃ τὰς κακὰς ἕξεις τὰς συγκεντρωτικὰς, τὰς ὁποίας εἰσήγαγε διὰ τὴν κακὴν μοῖραν τοῦ Τόπου ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ· καὶ ἐν τούτοις σᾶς ὁμιλεῖ περὶ ἀποκεντρώσεως, ὅταν ἐδίδαξε τοὺς βουλευτὰς τοὺς φίλους του νὰ μὴ τολμῶσι νὰ ὁμιλῶσιν, ὅταν ἔχωσιν ἐναντίαν ἰδέαν.
§110ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὕβρις· ἐγὼ δὲν τὸ δέχομαι τοὐλάχιστον.
§111ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Μαργέλλος ἔχει δίκαιον, διότι δὲν ἦτο ἐδῶ, ὅταν ὁ κ. Ζέγγελης ἔδωκε ψῆφον κατὰ τῆς ἰδίας τροπολογίας του· καὶ ἀφ’ ὅτου εἶναι βουλευτὴς δὲν ἦτο ὁ κ. Τρικούπης Πρωθυπουργός· ἂς τολμήσῃ ὅμως τώρα νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐκφέρῃ ἐναντίαν ἰδέαν....
§112ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ κάμετε χρῆσιν ὀνομάτων ἀπόντων.
§113ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ποσῶς.
§114ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνδιαφέρει ἐμὲ, διότι εἶναι συμπολίτης μου.
§115ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν ὁ συμπολίτης σας, διότι κατεψήφισε τροπολογίαν του κατ’ ἐπιταγὴν Πρωθυπουργικήν· ταῦτα δὲ τῷ εἴπομεν πολλάκις καὶ ὅτε ἦτο παρὼν, ὥστε μὴ ταράττεσθε ἀδίκως. Ἂν θέλωσι νὰ μὲ διαψεύσωσιν οἱ φίλοι τοῦ κ. Τρικούπη, ἂς ἀνέλθωσιν εἰς τὸ βῆμα, ἂς πολεμήσωσιν οὐχὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου οἰκοδομῶν, καὶ ἂς τολμήσωσιν ὕστερον νὰ τὸν πλησιάσωσι. Κύριοι, μὴ παίζωμεν ἐν οὐ παικτοῖς· μᾶς φέρετε νομοσχέδια ὑψίστης σημασίας ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Σᾶς ζητοῦμεν συζήτησιν, καὶ ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, σᾶς ἐζητήθη παρ’ ἄλλων ἀναβολή· μᾶς λέγουσι νὰ συζητήσωμεν καὶ μᾶς ὑπομιμνήσκουσι τὰς ἀγρυπνίας τὰς Ἀγγλικὰς, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Κουκούλεζας ὅμως ἔχει ἰσχυρὰν κράσιν καὶ δύναται ὁλοκλήρους ἡμέρας καὶ νύκτας ν’ ἀγορεύῃ ἀκόπως· ἡμεῖς ὅμως θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν τοὺς ὁμιλοῦντας· ἡμεῖς δὲν ἐρχόμεθα ἐκ προκαταλήψεως, διότι τὸ εἶπεν ὁ ἀλάνθαστος.
§116ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Πολὺ μεγάλην ἰδέαν ἔχετε περὶ τοῦ ἑαυτοῦ σας.
§117ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπιδιώκουσι διὰ τῶν διακοπῶν νὰ μὴ μὲ ἀφήσουν νὰ εἴπω ὅ,τι θέλω νὰ εἴπω.
§118ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἶσθε ἐλεύθερος· οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς διακόψῃ.
§119ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸ μάθημα, κύριε Οἰκονόμε· ἀλλὰ γνωρίζω τὸν Κανονισμὸν ἀφ’ ὅτου εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν (ἱλαρότης). Κύριοι, μᾶς λέγουσι: προχωρήσατε, συζητήσατε· τοῖς ἀπαντῶμεν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς τετάρτης μ. μ. δηλαδὴ ἐπὶ 5 ὥρας ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ καύσωνος, δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ συζητήσωμεν. Μὴ φέρεσθε ἀπανθρώπως, μόνον καὶ μόνον διότι ἐδώκατε τὴν ὑπόσχεσιν νὰ ψηφίσετε ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας τὰ νομοσχέδια. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς.
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Βόλου ἐπὶ πολλὴν ὥραν ὡμίλησε μετὰ πάθους, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι ἐζητήθη ἀναβολὴ, καὶ δὲν ἐδόθη· ἀλλὰ πρῶτος αὐτὸς ἐπρότεινεν εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του τὴν ἀναβολὴν, εἰς τὴν πρότασιν δὲ ταύτην ἡμεῖς δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν, καὶ δεχόμεθα τὴν ἀναβολήν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 Μ. Μ.)