1886.05.29
1.504 στίχοι · 11.780 λέξεις · 59 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
Τῆς 29 Μαΐου 1886.
(Πέμπτη)
Ὥρα 1 Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Πειραιῶς ἀπηύθυνον εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς μετὰ πλείστων ὅσων ὑπογραφῶν (ἀναγινώσκονται).
§2ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, χάριν τῆς τάξεως θὰ μοὶ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὰ ἔγγραφα τὰ ἀποστελλόμενα ἢ κατατιθέμενα εἰς τὸ Προεδρεῖον δὲν ἀναγινώσκονται, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀνακοινοῦνται· ἀνακοινοῦται μόνον ἡ περίληψίς των.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν εἶνε σύντομα, δὲν βλάπτει νὰ λαμβάνωσι κατὰ λέξιν γνῶσιν οἱ βουλευταί.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν μοὶ ἀπεστάλη παράπονόν τι κατὰ τοῦ Ἀρχιερέως· παραπονοῦνται κατὰ τούτου ὅτι παρεμπόδισεν ἱερουργίαν τινὰ καὶ μὲ παρακαλοῦν νὰ συστήσω τὸ παράπονόν των εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος συνενοούμενος μετὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου νὰ διατάξῃ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, ὅπως τελέσῃ τὴν ἱερουργίαν, ἥτις εἶνε μνημόσυνον ὑπὲρ τῶν πεσόντων ἐν τοῖς συνόροις.
§5ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐνῷ κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας καταγινόμεθα εἰς σοβαρὰς καὶ σπουδαίας συζητήσεις ἐπὶ τῶν γνωστῶν ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων, δι’ ὧν ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Πολιτείας διὰ τῆς περιστολῆς τῆς βουλευτοκρατίας, διὰ τῆς κυρώσεως τῆς Συνταγματικῆς ἀρχῆς περὶ διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν καὶ διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως, εὑρίσκομαι, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ καταγγείλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἐκ μιᾶς καὶ μόνης Κυβερνητικῆς πράξεως, περὶ ἧς θὰ κάμω λόγον, ἐξέλιπε δυστυχῶς καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ ἐλπίς, ἥν εἶχόν τινες ἐξ ἡμῶν, ὅτι διὰ τῶν προτεινομένων μεταῤῥυθμίσεων ἀγαθὸς ἐπεδιώκετο σκοπός. Ἕν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔλαβον κατὰ τὴν βραχυχρόνιον, ἀλλὰ καὶ πολυτάραχον ὑπηρεσίαν μου πρὸς ἀνόρθωσιν, βελτίωσιν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἦτο καὶ νὰ ἐξασφαλίσω ἐκ τῶν ἐνόντων τὴν θέσιν τῶν καθηγητῶν καὶ ἑλληνοδιδασκάλων, προκαλέσας Β. Διάταγμα περὶ μονιμότητος αὐτῶν, καὶ ἐπιφυλαχθεὶς νὰ ζητήσω διὰ νόμου τὴν κύρωσιν αὐτοῦ. Τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἐπεδοκιμάσθη οὐ μόνον παρ’ ὅλου τοῦ διδασκαλικοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ παρ’ ὅλης τῆς κοινωνίας ἄνευ διακρίσεως κομμάτων, εἰς οὐδενὸς δὲ τὸν νοῦν ἐπῆλθε νὰ καταγγείλῃ τὸ μέτρον ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀπῃτεῖτο σθένος ψυχῆς, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅπως κατορθωθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ Διατάγματος· ὁμολογῶ ἐπίσης ὅτι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἤθελεν εὑρεθῇ Ὑπουργὸς διὰ νὰ ἀνακαλέσῃ αὐτὸ, ἀλλὰ πᾶς ἄλλος μετ’ ἐμὲ ἤθελεν ἐπιδιώξει τὴν κύρωσιν αὐτοῦ διὰ νόμου. Ἀλλὰ μετ’ ἐκπλήξεως ἀνέγνων σήμερον ἐν τῷ φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἀνεκλήθη ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸ 34 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Τί ὁρίζει τὸ ἄρθρον 34; ὅτι ὁ Βασιλεὺς, τουτέστιν ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπαλλήλους· βεβαίως ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία, ἐὰν ἔχῃ δικαιώματα δὲν δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ ταῦτα πέραν τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἑαυτὴν περιορισμούς. Ἄξιοι δὲ παντὸς ἐπαίνου εἶναι οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ περιορίσωσιν ἑαυτούς. Καὶ βεβαίως οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, διότι ἄλλως ἀντισυνταγματικὰ θὰ ἦσαν τόσα καὶ τόσα Διατάγματα καὶ νόμοι, ἀντισυνταγματικὸς θὰ ἦτο ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὁ περὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων, ἀντισυνταγματικὰ τὰ Διατάγματα, τὰ προκληθέντα παρὰ τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη καὶ ἄλλων, ἀντισυνταγματικὸν τέλος τὸ Διάταγμα περὶ διορισμοῦ καθηγητῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἀλλ’ ὄχι, ἴσως σφάλλω ὡς πρὸς τοῦτο, διότι καὶ τοῦτο δὲν ἐσεβάσθη ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ, χωρὶς νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀνάκλησιν αὐτοῦ, διώρισε καθηγητὴν ἄνευ προτάσεως τῆς οἰκείας Σχολῆς. Καὶ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. καθηγητοῦ, ὅστις τυγχάνει ἄξιος παντὸς σεβασμοῦ, καὶ ὅστις αὐτὸς θὰ διωρίζετο, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς κακῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο. Δὲν ἦτο δὲ Συνταγματικὸν τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἦτον ἀνάγκη πολιτικὴ νὰ ἀνακληθῇ καὶ τοῦτο, διὰ νὰ πιστωθῇ ἀκόμη μίαν φορὰν, ὅτι οὐδὲν καλὸν δύναται νὰ γίνῃ ἐν τῷ Τόπῳ τούτῳ.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἔχει ὁρίσει τὴν 3 ὥραν διὰ τὰς συνεδριάσεις μ. μ., ἀλλ’ ἔρχεται ἡ 5 καὶ μόλις ἀρχίζομεν, οὕτω δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρατείνωμεν τὰς συνεδριάσεις τὸ ἑσπέρας· προτείνω πρὸς ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων νὰ ὁρισθῇ ἡ 4 ὥρα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔρχωνται οἱ βουλευταί. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν 4 ὥραν;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§9ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Εἶδον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδωκε διαταγὴν κανονίζουσαν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐπιστράτων. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ κατηγορία ἐκείνη περὶ ἧς ἔκαμα λόγον· δηλαδὴ οἱ ἐπίστρατοι, οἱ καταταχθέντες εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα μὲ μονοετῆ θητείαν, ἂν ἀπολύωνται ἢ ὄχι.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ καταταχθέντες ἐπὶ μονοετεῖ θητείᾳ εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἐφ’ ὅσον ἡ κατάταξίς των ἐγένετο διαρκούσης τῆς ἐπιστρατείας, ὡς καταταχθέντες ἐπ’ ἀορίστῳ· διότι ἡ κατάταξις ἡ μονοετὴς αὐτῶν δὲν ἦτο κανονική, κανονικὴ θὰ ἦτο ἡ ἐπ’ ἀορίστῳ κατάταξις, κατόπιν ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐξεδόθη, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἐγένοντο κατατάξεις ἐν τῷ σώματι τῶν εὐζώνων. Τοὺς οὕτω καταταχθέντας ἐθεώρησε τὸ Ὑπουργεῖον ἀπολυτέους συνάμα μετὰ τῶν ἄλλων ἀπολυομένων κατόπιν τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος, ὅπως δ’ ἐθεώρησεν ἀπολυτέους τοὺς ἐπ’ ἀορίστῳ καταταχθέντας, οὕτω καὶ τοὺς καταταχθέντας ἐν τοῖς εὐζωνικοῖς τάγμασιν ἐπὶ μονοετεῖ θητείᾳ· ἑπομένως καὶ οὗτοι ἤδη ἀπολύονται.
§11ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐλήφθη μέτρον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὡς πρὸς τοὺς ἐθελοντὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ, τοὺς καταταχθέντας ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον· οἱ πλεῖστοι ἦσαν φοιτηταί, οἱ ὁποῖοι, ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Πατρὶς τοὺς ἐκάλει, ἐνόμισαν καθῆκον νὰ σπεύσωσι. Σήμερον ὁ λόγος, δι’ ὃν κατετάχθησαν ἐξέλιπε· πρόκειται νὰ ληφθῇ μέτρον τι περὶ αὐτῶν;
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πάντας τοὺς καταταχθέντας λόγῳ ἐπιστρατεύσεως ἐθεώρησεν ἡ ὑπηρεσία ὡς καταταχθέντας ἐπ’ ἀορίστῳ, πάντες δὲ οὗτοι ἀπολύονται.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§14Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε σπεύσει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ πρώτιστον τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεταί ποτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραλείψῃ. Ἐὰν ὅταν προβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἰσχυρισμοί, ὅτι αἱ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν δὲν εἶνε σύμφωνοι πρὸς τοὺς νόμους, ὀφείλουσιν οὗτοι νὰ σπεύδωσι ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ὅσα ἔπραξαν καὶ ὅσα διέταξαν νὰ πραχθῶσι, καὶ εἰς τοὺς νόμους δὲν ἀντιβαίνουσι καὶ τὰ συμφέροντα, τοῦ Κράτους ἐξυπηρετοῦσι, πῶς εἶνε δυνατόν, ὅταν ὑπὸ σειρᾶς ῥητόρων προτείνηται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, νὰ μὴ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον; Διὰ τοῦτο ἤλπιζον, ὅτι δὲν ἤθελον ἀναγκασθῆ ἐγὼ νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ὅτι ἤθελε σπεύσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις καὶ τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν, εἶνε σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα, καὶ ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐπροβλήθησαν κατ’ αὐτῶν, δὲν εἶνε βάσιμοι. Ἤλπιζον νὰ ἀκούσω τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκτιθέντος τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν, ὅτι ἠδύνατο διὰ νόμου ν’ ἀνακηρύξῃ τὸν Νομὸν ὡς ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ἀνέγραψεν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τὴν Ἐπαρχίαν. Ἤλπιζον ν’ ἀκούσω διὰ τίνων ἐπιχειρημάτων ἔπεισε τοὺς φίλους αὐτοῦ, ὅταν μετ’ αὐτῶν συνεζήτησε περὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἂν συνειθίζῃ νὰ συζητῇ μετ’ αὐτῶν, ὅτι δὲν ἀνατρέπει ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὅτι ἐτήρησεν αὐτὴν ἀκεραίαν, διότι ἀνέγραψεν ἔν τινι νομοσχεδίῳ δύο λέξεις, διὰ τῶν ὁποίων ὠνόμασε τὸν Νομὸν ἐκλογικὴν Ἐπαρχίαν. Ἐὰν ὁ Νομὸς ἐκδηλοῖ ἄλλην ἔννοιαν καὶ οὐχὶ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐκδηλοῖ ἡ Ἐπαρχία, πῶς ἠδυνήθη νὰ πείσῃ ἑαυτὸν ἢ τοὺς φίλους του, ὅτι αἱ ἔννοιαι αὐταὶ δύνανται νὰ συμφυρθῶσιν; Ἤλπιζον νὰ ἀκούσω τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐξηγοῦντος εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν, ὅτι ὅταν τὸ Σύνταγμα διατάσσῃ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν νὰ γίνηται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Δήμων, ἤτοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψυχῶν, τῶν κατοικουσῶν ἔν τινι περιφερείᾳ, ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν καὶ τῶν παίδων, τίνες λόγοι ἔπεισαν καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς φίλους του, ὅτι δὲν ἀναιρεῖται ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος τῆς Πατρίδος του, ἐὰν διὰ νόμου διαταχθῇ, ὅτι τοῦ λοιποῦ ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν θέλει γίνεσθαι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλογέων, χωρὶς νὰ ληφθῇ παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν ἀναλογισμὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν γυναικῶν καὶ τῶν παίδων, ὡς ἐὰν αἱ γυναῖκες καὶ οἱ παῖδες δὲν ἦσαν πολῖται Ἕλληνες, ἢ ἦσαν ἀνάξιοι νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῆς Πατρίδος, χωρὶς νὰ ληφθῇ παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀριθμὸς καὶ αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν, ὅσοι δὲν τυγχάνουσιν ἐκλογεῖς, ὡς ἂν καὶ οἱ τοιοῦτοι δημόται δὲν ἦσαν πολῖται Ἕλληνες, οὐδ’ εἶχον δικαίωμα νὰ ἀξιωθῶσι τῆς τιμῆς, ἵνα ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελλόντων νὰ ἀντιπροσωπεύωσιν αὐτούς! Ἐὰν ἡ ἐπέκτασις τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ἀπὸ τῆς Ἐπαρχίας εἰς τὸν Νομὸν ἐκρίθη συντελοῦσα εἰς τὴν κρείττονα διαῤῥύθμισιν τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδίστασε νὰ προβῇ εἰς γενναιότερον μέτρον, ἵνα ἐπιτύχῃ εὐρυτέραν καὶ πολλῷ κρείττονα διαῤῥύθμισιν τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας, ἀναγράφων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του ἀντὶ τῆς Ἐπαρχίας ἐκλογικὴν περιφέρειαν εὐρυτέραν καὶ τοῦ Νομοῦ, τὰ τμήματα, εἰς τὰ ὁποῖα διαιρεῖται τὸ Κράτος; Τότε ἠθέλομεν ἔχει πέντε ἐκλογικὰς Ἐπαρχίας, τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν Στερεὰν, τὰς Κυκλάδας καὶ τὴν Ἑπτάννησον, καὶ τὰς νέας Ἐπαρχίας. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται ἐξ ἑκάστης Ἐπαρχίας, ἠδύνατο διὰ τὸν αὐτὸν λόγον νὰ θεωρηθῇ, ὅτι δὲν ἀνῃρεῖτο, ἐὰν διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεξέτεινε τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἀπὸ τῆς Ἐπαρχίας εἰς τὸν Νομὸν, ἐπεξέτεινεν αὐτὴν ἀπὸ τῆς Ἐπαρχίας εἰς τὸ τμῆμα. Ἤλπιζον νὰ ἀκούσω παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν, ὅτι ἠδύνατο, ἂν καὶ τὸ Σύνταγμα ἐκήρυξε συμβιβαστὰ τὰ καθήκοντα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης πρὸς τὰ τοῦ βουλευτοῦ, ἂν καὶ τὸ Σύνταγμα προὐνόησε νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἀξιωματικοὺς πᾶσαν εὐκολίαν, ἵνα μὴ ἀποτραπῶσιν ἀπὸ τοῦ σκοποῦ των τούτου, ἂν καὶ προὐνόησε νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ κατασταθῇ ἡ ἐν τῷ στρατῷ θέσις τῶν ἀξιωματικῶν, ὅσοι ἐκτίθενται εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἥσσων τῆς θέσεως τῶν μὴ ἐκτιθεμένων εἰς αὐτὰς, ὅτι, λέγω, ἠδύνατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καταστήσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου του τὴν θέσιν τῶν ἐκτιθεμένων εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀξιωματικῶν, ἥσσονα τῆς θέσεως τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατῷ, ὅπως περιαγάγῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐκτίθενται εἰς τὰς ἐκλογάς. Πῶς μάλιστα ἐπείθετο, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάρμοστος εἰς θεμελιώδη νόμον λεπτολογία, τὴν ὁποίαν εὑρίσκει τις ἐν τῇ διατάξει τοῦ Συντάγματος, δι’ ἧς προσδιορίζεται καὶ ὁ χρόνος τῆς ἀδείας ἀπουσίας τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν κατεδήλου τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Συντάγματος νὰ μὴ κατασταθῇ ἡ θέσις τῶν ἀναμιγνυμένων εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀξιωματικῶν ἥσσων τῆς θέσεως τῶν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετούντων, ἠδύνατο δ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ θέσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ μὴ ἐκτίθενται εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐξακολουθοῦντες νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἢ νὰ παραιτηθῶσι τοῦ στρατοῦ, ἐὰν θέλωσι νὰ ἐκτίθενται εἰς τὰς ἐκλογάς; Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μοὶ ἐνθυμίζει σάτυράν τινα τοῦ ποιητοῦ Σούτσου, γραφεῖσαν κατὰ τοὺς χρόνους, οἵτινες προηγήθησαν τοῦ Συνταγματικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος. Ἔγραφεν ἐν τῇ σατύρᾳ του ὁ Σοῦτσος «εἶναι ἐλεύθερος ὁ τύπος φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ». Μήπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἤθελε νὰ σατυρίσῃ τὴν περὶ ἀξιωματικῶν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀναγράφων, ὅτι εἶναι ἐλεύθεροι οἱ κ. ἀξιωματικοὶ νὰ ἐκτίθενται εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἀφοῦ τὰ ἔργα τοῦ Βουλευτοῦ δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα; Ἀλλ’ ἂν Κυβέρνησις ἄλλη, ἐχθρὰ τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, προέβαλλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελε κηρύξει ἄμισθον τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ἢ ἤθελε μειώσει τὸν μισθὸν τῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος εἰς εὐτελές τι ποσὸν, ἢ ἤθελεν ἀναγράψει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία δὲν παράγει δικαίωμα πρὸς σύνταξιν, ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἂν διὰ τοιούτου τινὸς νομοσχεδίου δὲν ἤθελε κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη σατυρίσει τὴν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφὴν τῆς ἰσοβιότητος. Ἐξησφάλισε τὸ Σύνταγμα τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν διὰ τῆς ἰσοβιότητος, ἀλλ’ οὐδεὶς ἤθελεν εὑρεθῆ δικαστὴς συναινῶν νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς ἰσοβιότητος ἵνα περιφρουρήσῃ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἀνεξαρτησίαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω, ἦτο δικαιολογία προβαλλομένη ὑπὲρ τῆς περιτομῆς τῶν προνομιῶν, τὰς ὁποίας τὸ Ἔθνος ἀνέγραψεν ὑπὲρ τῶν ναυτικῶν νήσων. Ἐὰν μοὶ ἐπροβάλλετο ἡ συνήθης ἐκείνη δικανικὴ δικαιολογία, ὅτι ὑπὸ τὸ Πολίτευμα τοῦ 1863 τὸ προνόμιον τῶν ναυτικῶν νήσων δὲν ἀνεγράφη διὰ διατάξεως Συνταγματικῆς, ἀλλὰ διὰ διατάξεως νομοθετικῆς καὶ ἑπομένως μεταβλητῆς, ἡ τοιαύτη δικαιολογία ἤθελε κινήσει τὴν ἀγανάκτησίν μου, οὐδ’ ἤθελον δυνηθῆ νὰ κατάσχω ἐμαυτὸν καὶ νὰ μὴ εἴπω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον προβάλει αὐτὴν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγουσι πάντες πρὸς τοὺς ἀσχημονοῦντας ἢ πρὸς τοὺς ἀνευλαβῶς ἔχοντας πρὸς τὰ ἱερά. Ἡ ἀφαίρεσις τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν αἱ Ἐθνικαὶ Συνελεύσεις, διερμηνεύουσαι πιστῶς τὸ φρόνημα τοῦ Ἔθνους, ἀπένειμον εἰς τὰς ναυτικὰς νήσους πρὸς ἀμοιβὴν τῶν θυσιῶν καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως τῶν κατοίκων αὐτῶν, εἶνε ἀσέβεια πρὸς τὴν ἱστορίαν. Ἡ ἱστορία τοῦ μεγάλου ἀγῶνος τῆς Πατρίδος ἡμῶν εἶνε ἱερὸν, πᾶσα δὲ πρὸς τὴν ἱστορίαν ἀσέβεια εἶναι ἀσέβεια πρὸς τὰ ἱερά. Ἀλλ’ ἐνδέχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ φρονῇ, ὅτι οἱ νόμοι καὶ οἱ θεσμοὶ δὲν εἶναι σκοπὸς τῶν Πολιτειῶν, ἀλλ’ ἡ εὐημερία τῶν μελῶν αὐτῶν καὶ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἡ ἱστορία ἐπιβάλλει εἰς αὐτάς. Πιθανὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εὑρίσκῃ, ὅτι οὐδὲ τὴν εὐημερίαν τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, οὐδὲ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ἡ ἱστορία εἰς αὐτὸ, εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσῃ καὶ ἐκτελέσῃ τὸ Κράτος, ἐὰν δὲν ὑπερβῇ τοὺς θεσμοὺς, ἂν δὲν κηρυχθῇ ἀνώτερος τῶν νόμων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν προχθὲς τὸ πρῶτον ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων του μοὶ ἐφάνη, ὅτι εὑρίσκετο εἰς ἀξιοπερίεργον ψυχολογικὴν κατάστασιν, διότι ἀνωμολόγει, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, εὕρισκεν ὅμως ὅτι τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως πρέπει νὰ συζητηθῶσιν, ἵνα ἐκ τῆς συζητήσεως μάθῃ ποῖαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἰσὶν ἀναθεωρητέαι, διότι ἀκόμη δὲν γνωρίζει ποῖαι διατάξεις αὐτοῦ χρῄζουσιν ἀναθεωρήσεως. Μοὶ ἐφάνη μάλιστα, ὅτι ἔλεγε καί τινα, τὰ ὁποῖα εἰσὶ καὶ ταῦτα ἄξια τῆς περιεργείας τῶν ἀκροατῶν αὐτοῦ. Κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν, δὲν ἐγγίζουσι τὸ Πολίτευμα, ἀλλὰ μεταβάλλουσι τοὺς θεμελιώδεις νόμους τῆς Πολιτείας, καὶ δὲν σκοποῦσι τὴν διαστροφὴν τῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν, ἀλλὰ σκοποῦσι τὴν βελτίωσιν τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Εἶπον, ὅτι μοὶ ἐφάνησαν ταῦτα ἄξια τῆς περιεργείας τῶν ἀκροατῶν αὐτοῦ, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ποῖοι εἰσὶν οἱ θεμελιώδεις νόμοι, ὧν ἡ μετεβολὴ εἶναι δυνατὴ καὶ προσιτὴ εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ἄνευ τῆς ἐλαχίστης τροποποιήσεως τοῦ Συνταγματικοῦ οἰκοδομήματος. Ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψε τὰς βάσεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἴσως ἐνόει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς λέξεως θεμελιώδης, ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἀφῆκεν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν τὴν ῥύθμισιν μόνου τοῦ δικονομικοῦ μέρους τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν νόμου διὰ διατάξεων ἐξασφαλιζουσῶν τὴν γνησιότητα τῆς ψήφου, πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔψαυσε τὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ τὰ τῶν περιφερειῶν, ἐν αἷς ἐκδηλοῦται ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων; Μοὶ ἐφάνη ὅτι ὑπὸ τὸν χαρακτηρισμὸν θεμελιώδεις νόμοι ἐπεθύμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ καλύψῃ τὴν διὰ τῶν νομοσχεδίων του ἐπερχομένην τροποποίησιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Δὲν γνωρίζω τὶ ἐνόει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ μοὶ ἔδιδε τὸ δικαίωμα δι’ ὧν ἔλεγε νὰ ἐννοήσω ἐγὼ ἄλλα ἢ ὅσα ἔλεγεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι δεινὸς περὶ τοὺς λόγους, ἀλλ’ εἶναι ἀσθενὴς τὴν ψυχήν. Ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναβιβάσῃ ἑαυτὸν μέχρι τοῦ ὕψους εἰς τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζονται οἱ ὑπερβάται τῶν θεσμῶν καὶ τῶν νόμων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἀναιροῦσι τοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς νόμους ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ ἔθνους, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, νὰ μὴ ζητήσῃ δὲ νὰ κρυβῇ ὑπὸ τὰς λέξεις, μὲ τὰς ὁποίας ἠθέλησεν ἀκριβῶς νὰ παίξῃ. Ἠδύνατο νὰ παρίστατο μὲ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει εἰς τοὺς ὑπερβάτας τῶν νόμων ἡ πεποίθησίς των. Ἠδύνατο τότε νὰ ἀξιώσῃ παρὰ τῶν φίλων του, ἐὰν ὄχι τὰ ἐπίθετα, τὰ ὁποῖα ἀπένειμαν αὐτῷ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν, τὰ ἐπίθετα τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ τοῦ Πομπηΐου, ἀλλὰ τὰ ἐπίθετα, τὰ ὁποῖα ἀπονέμει ἡ ἱστορία εἰς τοὺς ὑπερβαίνοντας τοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἠδύνατο κατὰ τῶν κατηγορούντων αὐτὸν ἐπὶ ἀνατροπῇ τοῦ Πολιτεύματος ἢ τῇ ἀναιρέσει τῶν νόμων νὰ ἀντιτάξῃ τὴν ἀγαθοπιστίαν του, καὶ νὰ περιμείνῃ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν τὰ ἀποτελέσματα τῶν πράξεών του ἤθελον στιγματίσει ἢ δικαιολογήσει αὐτόν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶχε περισσότερον θάῤῥος, ὅταν μετ’ εἰλικρινείας σᾶς ὡμολόγει, ὅτι ἐπηρεάσθη εἰς τὴν σύνταξιν τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀπὸ τὴν γνώμην τῶν ξένων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἠθέλησε κατόπιν ν’ ἀναιρέσῃ τὴν ὁμολογίαν του ἐκείνην, ὅταν ἴσως αἱ παραστάσεις τοῦ ἡγέτου του ἢ αἱ προτροπαὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν ἔπεισαν, ὅτι ἡ εἰλικρίνεια αὐτοῦ ὑπερέβη τὰ συγκεχωρημένα ὅρια. Ἀλλὰ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἔδωκε δεῖγμα τοῦ θάῤῥους του ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὁμολογήσας ὅτι ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ κατὰ πεποίθησιν ἐφρόνει, ὅτι οἱ ξένοι, μεθ’ ὧν συνδιελέγετο καὶ συνδιεσκέπτετο, ἐπόνουν τὴν πατρίδα του περισσότερον ἢ ὅσον πονοῦσιν αὐτὴν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους. Εἶπον, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀνήρεσε τὴν ὁμολογίαν του ἐκείνην, ἀλλ’ ἐπιστολή, ἧς μετάφρασιν ἑλληνικὴν ἐδημοσίευσε σήμερον ἀθηναϊκή τις ἐφημερίς, ἐπικυροῖ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς ὁμολογίας αὐτοῦ. Εἷς ἐκ τῶν ξένων, οἵτινες ἀνεμίχθησαν εἰς τὰ ἑλληνικὰ πράγματα κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, ἦτο καί τις ὅστις ἐπέσκηψεν εἰς τὰς Ἀθήνας κατὰ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς. Ὁ διαβόητος οὗτος ξένος ἦλθεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου διὰ νὰ ὑβρίσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, διὰ νὰ παραστήσῃ τὸ Κράτος ἐν παραλυσίᾳ, διὰ νὰ ἐξευτελίσῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ συκοφαντήσῃ τὴν Κυβέρνησιν αὐτοῦ.
§15ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ διὰ νὰ κατασκοπεύσῃ.
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ χρόνου ἐκείνου ἠδύνατο νὰ διδάξῃ εἰς τὸν ξένον τοῦτον ποῖα δικαιώματα καὶ ποῖα καθήκοντα ἔχουσιν αἱ Χῶραι ἐκεῖναι, αἵτινες ἐπιτρέπουσιν εἰς τοὺς ξένους νὰ ξενίζωνται ἐν αὐταῖς· ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε, διότι ἔπρεπε συγχρόνως νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ νόμου, αἵτινες βαρεῖαι ἐπιτίθενται καὶ κατὰ τῶν ἡμεδαπῶν, οἵτινες λησμονοῦσιν ὅτι εἰσὶν Ἕλληνες.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγουν αἱ διατάξεις;
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι τὸ ἄρθρον 123 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὴν πρᾶξιν καὶ ἀπαγγέλλει τὴν ἀνάλογον ποινὴν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες συνεννοοῦνται μετὰ πρακτόρων ξένων διὰ νὰ προκαλέσωσι πολεμίας πράξεις κατὰ τῆς Πατρίδος αὐτῶν. Ἐὰν θέλετε νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω, τὸ ἔχω πρόχειρον. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐνόμιζεν, ὅτι εἶχε μεγαλείτερον καθῆκον, ὅτι εἶχε τὸ καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ βεβαιωθῇ ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἐφαρμογὴν ἡ εἰρημένη τοῦ Ποινικοῦ Νόμου διάταξις. Καὶ ἐὰν ὑπέχῃ εὐθύνην διὰ τὴν παράλειψιν ταύτην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ἐλπίζω ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐν τῇ μακροθυμίᾳ αὐτοῦ θέλει ἐκτιμήσει τὴν παράλειψιν ταύτην καθ’ ὃν τρόπον ἡ ἱστορία ἐξετίμησε τὴν σπουδὴν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Σὴμ ἐκάλυψε τὸν Νῶε. Ἀλλ’ ὁ διαβόητος ξένος, τοῦ ὁποίου καταδέχομαι νὰ ποιήσωμαι σήμερον μνείαν, ἀπέτισε τὴν ὀφειλήν του πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἀπέτισεν ἐργαζόμενος ἀκαμάτως καὶ βοηθῶν τὴν Κυβέρνησιν ἵνα καταπαύσῃ τὸ πῦρ ἐπὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς, τὴν ἀποτίνει καὶ διὰ τῆς σήμερον δημοσιευθείσης ἐπιστολῆς του συμβουλεύων τὴν Ἑλλάδα νὰ καταργήσῃ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶνε ἡ ἀφορμὴ τῆς κακοδαιμονίας αὐτῆς. Τάχα τοιαύτη τις συμβουλὴ ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπῃνίχθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν ἐμνημόνευσε τῶν συμβουλῶν τῶν ξένων! Εὐτυχῶς πολλὰ ἔτη παρῆλθον ἀφ’ ἧς ἀπωλέσαμεν τὴν συνήθειαν ν’ ἀκούωμεν τῶν συμβουλῶν καὶ τῶν γνωμῶν τῶν ξένων. Ἂν ἡ ἀνάμιξις τῶν ξένων ἦναι ὕβρις, ἡ δυστυχὴς αὕτη περίστασις συνεπήγαγε καὶ τὴν ὕβριν ταύτην εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἂς εὐχηθῶμεν νὰ εἶναι ἡ τελευταία φορά. Ἀλλὰ πρὶν ἢ εὐχηθῶμεν, ἂς φροντίσωμεν πάντες ἵνα ἀναδείξωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ὀλιγώτερον πειθομένους εἰς τὰς παρακελεύσεις καὶ τὰς συμβουλὰς, τὰς ὁποίας οἱ πρῶτοι τῶν μετερχομένων τὸν τυχοδιωκτικὸν βίον ἐπισκεπτόμενοι τὴν πατρίδα μας ἤθελον ἀφθόνως μᾶς δίδει. Εἰς ἐμὲ, ὁμολογῶ, ἀποβαίνει δύσκολον νὰ ὑψώνωμαι μέχρι τῶν σημείων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑψοῦται ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀνυψώσω καὶ ἐγὼ ἐμαυτὸν κηρύσσων εἰς τοὺς συμπολίτας μου, ὅτι συμφέρει νὰ ἀναιρεθῶσιν οἱ θεσμοὶ, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ζῶσι, καὶ ὅτι συμφέρει νὰ κοιμηθῶσιν οἱ νόμοι, εἶχον πρὸ παντὸς καθῆκον νὰ ἐρωτήσω τίνες τέλος πάντων εἰσὶν οἱ μεγάλοι σκοποὶ, τοὺς ὁποίους ζητεῖτε διὰ τῆς ἀθετήσεως τῶν θεσμῶν, τίνες εἰσὶ αἱ μεγάλαι νόσοι, τὰς ὁποίας ζητεῖτε νὰ θεραπεύσητε διὰ τῆς παραβάσεως αὐτῶν; Οἱ ἑρμηνευταὶ τῶν νόμων πρὸ παντὸς ζητοῦσι νὰ μάθωσι τὴν ἀφορμὴν τῶν νόμων, τὴν ἀφορμὴν τῶν νόμων ὠνόμαζον οἱ Ρωμαῖοι ratio legis. Ἂς μάθωμεν τέλος πάντων αὐτὴν τὴν ratio legis τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον σπουδαίως μᾶς συνεστήθησαν ἐν χρόνῳ τοσοῦτον κρισίμῳ, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιψήφισις θεωρεῖται ἀδιάσπαστος ἀπὸ τὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους καὶ ἀπὸ τὴν εὔκλειαν τοῦ ἔθνους. Τάχα ἡ ratio legis εὑρίσκεται εἰς τὰ φύλλα ἐκεῖνα τῶν Ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων, τὰ ὁποῖα κατὰ πᾶσαν πρωΐαν ἀναγράφουσιν ὅλα τὰ ἐγκλήματα, ὅσα αἱ σελίδες τοῦ Ποινικοῦ Νόμου περιέχουσι, καὶ καταγγέλλουσιν ὑμᾶς καὶ τοὺς προκατόχους ὑμῶν, ὡς αὐτουργοὺς τῶν ἐγκλημάτων τούτων; Ἀναγνώσατε τὰς ἐφημερίδας ταύτας, καὶ κατὰ δυστυχῆ σύμπτωσιν εἰσὶ πᾶσαι φιλικαὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ μάθητε ἐξ αὐτῶν, ὅτι ἐπὶ εἴκοσιν ἤδη ἔτη καὶ οἱ προκάτοχοι ὑμῶν βουλευταὶ καὶ σεῖς δὲν ἐδιστάσατε νὰ πράξητε πάντα τὰ ἐγκλήματα, τὰ ἀρχόμενα ἀπὸ τῆς πλαστογραφίας καὶ καταλήγοντα εἰς τὴν ἀδελφοκτονίαν, τὰ ἀρχόμενα ἀπὸ τῆς λῃστείας καὶ καταλήγοντα εἰς τὴν ὑπεξαίρεσιν. Καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῆς εἰκοσαετίας περιεκλείσθη ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ πᾶν ὅ,τι διάσημον καὶ διαπρεπὲς εἶχε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Καὶ τοιαῦτα τολμῶσιν οἱ σάτυροι οὗτοι τῆς δημοσιογραφίας νὰ ἐκτοξεύωσι κατὰ τῶν τοιούτων ἀνδρῶν τῆς Πατρίδος μας. (Εὖγε ἐξ ἀριστερῶν.)
§19ΛΕΒΙΔΗΣ. Πωλημένοι καὶ ἀγορασμένοι.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ποιοῦμαι αὐτοῖς μεγάλην τιμὴν, καταδεχόμενος νὰ μνημονεύσω αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀλλὰ μὲ ἠνάγκασε νὰ τὸ πράξω ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετῆλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ζητήσας νὰ παραστήσῃ ἐνώπιον αὐτῆς τὸ θέαμα τοῦ παρὰ τὴν πυρὰν θερμαινομένου Πέτρου, ἀποκηρύσσοντος τὸν ἄνθρωπον. Ὑπῆρξε πρὸ μικροῦ Κυβέρνησις, ἥτις ἅμα πληροφορηθεῖσα, ὅτι ἐφημερίς τις, συμπαθῶς πρὸς αὐτὴν διακειμένη, ἐτοιχοκόλλησεν εἰς τὰς ῥύμας τῆς πόλεως τοιχοκολλήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐζήτει νὰ ἐγείρῃ τὸν λαὸν κατὰ τῶν προδοτῶν, ἔσπευσεν ἀμέσως καὶ ἐνετείλατο τῷ Εἰσαγγελεῖ νὰ ἀγάγῃ ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης τοὺς τολμηροὺς συγγραφεῖς τῶν τοιχοκολλημάτων ἐκείνων. Ἤλπιζον, ὅτι τὸ παράδειγμα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἤθελον μιμηθῆ καὶ οἱ κυβερνῶντες σήμερον, οὐχὶ εἰσάγοντες ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης τοὺς ὑβριστὰς τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τοὐλάχιστον προτρέποντες τοὺς φίλους των τούτους νὰ γράφωσιν εὐλαβῶς περὶ ἐκείνων, μεθ’ ὧν αὐτοὶ οἱ κυβερνῶντες εἰσὶ καταδεδικασμένοι νὰ συμπράττωσι καὶ νὰ συνεργάζωνται ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὐκ οἶδε τὸν ἄνθρωπον, ὡς ὁ Πέτρος, καὶ ἐκήρυξε μάλιστα, ὅτι δὲν εὐθύνεται, οὔτε διὰ τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἔλεγον πρὸ μικροῦ, ὅτι εἶναι δεινοὶ περὶ τοὺς λόγους καὶ ἀσθενεῖς τὴν ψυχήν. Τὰ ὄργανα τῆς δημοσιογραφίας, τὰ παρακείμενα εἰς τοὺς κυβερνῶντας, εἰσὶν αἱ γέφυραι καὶ αἱ ὁδοὶ, διὰ τῶν ὁποίων συγκοινωνοῦσι μετὰ τοῦ λαοῦ. Δὲν προσήκει δὲ νὰ ἐπιτρέπῃ τις νὰ διαδίδωνται εἰς τὸν λαὸν τοιαῦται γνῶμαι καὶ τοιαῦται σκευωρίαι, αὐτὸς δὲ νὰ ζητῇ νὰ σώσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ προσωπικὴν εὐθύνην, ἀφίνων τοὺς περὶ αὐτὸν νὰ διαδίδωσι τὰ ψεύδη καὶ τὰς ὕβρεις, τὰ ὁποῖα διαδίδουσιν. Ἀλλὰ τέλος πάντων τίς εἶναι ἡ ratio legis; Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει κοινὸν μὲ τοὺς ὑβριστὰς τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ μάθωμεν ἐκ τῆς γλώσσης αὐτοῦ εἰμὴ μόνον, ὅτι ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ βελτιώσῃ τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ἐπιζητεῖται ἡ βελτίωσις τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἀπ’ αὐτοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης; Διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς; Διὰ τῆς μετατροπῆς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας; Τίς τάχα εἶναι ἡ βελτίωσις, ἥτις θέλει ἐπιτευχθῆ διὰ τῶν μεταβολῶν τούτων; Εἶναι τάχα ὁ περιορισμὸς τῆς συναλλαγῆς, τὴν ὁποίαν πολλάκις καὶ ἐντεῦθεν ἐξετόξευσαν κατὰ τῆς Βουλῆς, ἢ εἶνε τάχα ἁρμονικωτέρα τις σύμπραξις τῶν δύο Συνταγματικῶν Ἐξουσιῶν τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κατασταθεισῶν, ἵνα διαχειρίζωνται τὰ κοινὰ πράγματα; Ἐὰν ἡ συναλλαγὴ καθιστᾷ ἀνίκανον τὸ Κοινοβούλιον πρὸς λειτουργίαν, ἐὰν ἐπιτραπῇ νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῇ Αἰθούσῃ καὶ ν’ ἀναβιβασθῇ μέχρι τῶν συνειδήσεων τῶν βουλευτῶν, νὰ διαφθείρῃ αὐτὰς καὶ νὰ καταστήσῃ τὰς θελήσεις αὐτῶν δούλας, δὲν πταίουσιν οἱ θεσμοί. Τιμωρήσατε τὸ Κοινοβούλιον διὰ τῆς διαλύσεως, καὶ τὸ Ἔθνος θέλει τιμωρήσει τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἀσεβοῦσι πρὸς τὴν Πατρίδα των, οὕτω διαχειριζόμενα τὴν ἐντολὴν, ἥν ὁ λαὸς ἔδωκεν εἰς αὐτά. Ἀλλὰ τιμωρήσατε πρὸ πάντων ἐκείνους, οἵτινες διὰ τοιούτων μέσων ζητοῦσιν οὐχὶ νὰ μεταπείσωσι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ νὰ διαφθείρωσιν αὐτὰ καὶ νὰ ἐξαγοράσωσι τὴν συνείδησιν αὐτῶν. Ἤκουσα καὶ βουλευτῶν βεβαιούντων, καὶ ἐγὼ αὐτὸς κατήγγειλα τὴν προκάτοχον Βουλὴν ἐπὶ συναλλαγῇ, καὶ ἀνεῦρον ἐν ταῖς ἐφημερίσι πραγματείας καὶ διατριβὰς τοιοῦτον ἰσχυρισμὸν προβαλλούσας καὶ πολλὰς ἀποδείξεις προσαγαγούσας πρὸς κύρωσιν τοῦ πράγματος. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ συναλλαγὴ εἶχεν εἰσέλθει ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέλυσε τὴν Βουλὴν ἐκείνην, καὶ ἀπέπεμψεν αὐτὸς οὗτος τὰ μέλη τῆς Βουλῆς ἐκείνης, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ὁ ὑπαίτιος, ὑμεῖς δύνασθε νὰ ἀνεύρητε αὐτὸν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐὰν ἡ αἰτίασις ἐκείνη ἦτο ἀληθὴς, ἂν καταγγέλλητε ὡσαύτως σήμερον συναλλαγὴ, ἐὰν προβάλλητε τὴν συναλλαγὴν ὡς ἀφορμὴν τῶν νομοσχεδίων, ποία μετάπτωσις! Κραυγάζουσι κατὰ τῆς συναλλαγῆς ἐκεῖνοι οἵτινες κατηγγέλθησαν ὡς διὰ τῆς συναλλαγῆς συντηρηθέντες ἐπὶ τριετίαν ἐν τῇ Ἀρχῇ! Ἐὰν δὲ διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ζητεῖται ἰσοῤῥοπία ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν δύο Πολιτειακῶν Ἐξουσιῶν, καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον προβάλλουσιν ὡς ἀφορμὴν τῶν νομοσχεδίων, καὶ καταγγέλλουσι τὴν ἀνισοῤῥοπίαν ταύτην, ποία μετάπτωσις! Τὴν καταγγελίαν προβάλλουσι καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς ἐπαναγωγῆς τῆς ἰσοῤῥοπίας, ζητοῦσι νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδιά των ἐκεῖνοι οἵτινες ἀνῆλθον εἰς τὴν Ἀρχὴν διὰ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς μιᾶς Ἐξουσίας δικαιωμάτων συνταγματικῶν, διὰ ψευδῶν ἑρμηνειῶν τοῦ Συντάγματος, καὶ κατέστησαν αὐτὴν ἀνίκανον νὰ δρᾷ ἐπὶ τῶν πολιτειακῶν πραγμάτων ἐπὶ δύο ὡρισμένων περιπτώσεων. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἤμην ὑπὲρ τοῦ δόγματος τῆς δεδηλωμένης, οὐδὲ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου δόγματος, ὅτι μόνον οἱ πλειονοψηφοῦντες ἔχουσι δικαίωμα νὰ προκαλῶσι παρὰ τοῦ Ἡγεμόνος τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν εἶμαι οὐχὶ σήμερον, ἀλλὰ δὲν ἤμην ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου καθ’ ὅν τὰ δόγματα ταῦτα ἀνεγράφησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἑτέρα Ἐξουσία ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, καὶ ὅταν κατὰ τὴν γνώμην αὐτῆς αἱ μὲν μειονοψηφίαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὑποστηρίζωσι τὰ κοινὰ συμφέροντα, αἱ δὲ πλειονοψηφίαι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἄγουσι τὴν Χώραν εἰς ὄλεθρον, ὅτι ἡ Ἐξουσία ἐκείνη ἔχει καθῆκον νὰ καλῇ τὴν μειονοψηφίαν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ συγχρόνως νὰ καλῇ τὸν λαὸν, ἵνα ἀποφαίνηται τὴν γνώμην αὐτοῦ μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως δὲν εἶναι δεδεμένον εἰς τὴν οὐρὰν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ ὅταν ἡ ἑτέρα Ἐξουσία νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαὸν, ὀφείλει μετὰ τοῦ θάῤῥους τῆς ἰδίας αὑτῆς πεποιθήσεως νὰ ἀπευθύνῃ ταύτην προβαίνουσα εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας. Ἐξέφρασα τὴν ἐμὴν ἔκπληξιν διὰ τὴν μετάπτωσιν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠγωνίζοντο νὰ πείσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἡ Βασιλεία ἐνήσκει δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπήνεγκεν ἀνισοῤῥοπίαν ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐπιζήμιον, ἀφαιρέσαντες δικαιώματα ἐκ τῆς Βασιλικῆς Ἐξουσίας, ἐκεῖνοι τρέπονται τὴν ἀντίθετον ὁδὸν, καὶ κραυγάζοντες κατὰ ἀνισοῤῥοπίας ζητοῦσι νὰ ἐκμηδενίσωσι τὴν Βουλευτικὴν Ἐξουσίαν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠρνοῦντο τὴν ὕπαρξιν συναλλαγῆς καθ’ ὃν χρόνον κυβερνῶντες ἐδημιούργουν 3500 θέσεις, ὅσας ἠρίθμησεν ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς, αὐτοὶ σήμερον προβάλλουσι τὴν συναλλαγὴν ὡς ἀφορμὴν, ἵνα προβῶσι μέχρι τῆς τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς βελτιώσεως τοῦ Κοινοβουλίου! Ἀμφιβάλλω, ἐὰν φρονῶσι πεποιθότως, ὅτι τὰ νομοθετήματα αὐτῶν ψηφιζόμενα ὑπὸ τῆς Βουλῆς θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἐὰν πιστεύωσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύω καὶ ἐγὼ, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα ψηφιζόμενα θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν ἐκμηδένισιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξία πάσης κατακρίσεως. Ἀλλ’ ἐὰν πλανῶνται, ὅτι θέλουσιν ἐπιτύχει διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων τὴν βελτίωσιν τοῦ Κοινοβουλίου, χρεωστῶ νὰ πείσω αὐτοὺς περὶ τῆς πλάνης των ταύτης, καὶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας μᾶς προβάλλουσι, θέλουσιν ἐκμηδενίσει τὸ Κοινοβούλιον, καὶ μᾶς ὁδηγήσει βραδέως ἢ ταχέως, καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι ποῦ νὰ προΐδω. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρό τινων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου —καὶ διὰ νὰ δώσῃ περισσοτέραν ἐπίτασιν εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων του, ἐποίει χειρονομίας ἐνδεικτικὰς τῆς ἐννοίας αὐτῶν—ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐὰν εὐρύνωμεν τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, καὶ κηρύξωμεν τὸν Νομὸν ὡς ἐκλογικὴν περιφέρειαν, τότε θέλουσιν ἀναμιγνύεσθαι αἱ γνῶμαι τῶν κατοίκων πασῶν τῶν Ἐπαρχιῶν τοῦ Νομοῦ καὶ θέλει παράγεσθαι ἐκ τῆς ἀναμίξεως ταύτης ἡ ἰδέα. Τάχα, αἱ ἐκλογαὶ ὅπως σήμερον ἐνεργοῦνται, ἐκφράζουσι τὴν ἰδέαν τῶν ἐκλογέων, ἢ ἐκφράζουσιν ἄλλο τι; Ἐὰν ἀναδράμω εἰς τὴν ἱστορίαν τὴν κοινοβουλευτικὴν τῆς πατρίδος μου, δὲν θέλω εὑρεῖ πολλὰς ἐκλογικὰς περιόδους, κατὰ τὰς ὁποίας ὡδήγησε τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος ἡ ἰδέα. Εὑρίσκω ὅμως μίαν πρόσφατον, τὴν ἐκλογικὴν περίοδον τῆς 7 Ἀπριλίου, καθ’ ἣν οὐχὶ μόνον αἱ κάλπαι ἀνήνεγκον εἰς τὸ φῶς τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἐκράτει ἐν τῇ θελήσει τῶν ἐκλογέων, ἀλλ’ ἀπέδειξαν προσέτι, ὅτι ἡ ἰδέα ἦτο τοσοῦτον κραταιὰ, ὥστε ἤρκεσε νὰ συντρίψῃ καὶ πάντας τοὺς δεσμοὺς τῆς προσωπικῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἐκλογικὴν περίοδον πολλάκις ἤκουσα βλασφημουμένην καὶ καταστιγματιζομένην ὑπὸ τῶν νῦν Ὑπουργῶν. Πολλάκις ἐν ταῖς ἐφημερίσιν αὐτῶν ἀνέγνων, ὅτι ἡ 7 Ἀπριλίου ἦτον ἡμέρα μέθης καὶ κραιπάλης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐὰν ἀκολουθήσω τὴν συναρμολογίαν τῶν γεγονότων, ἄγομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐὰν ἔχωσι σκοπόν τινα, ὁ σκοπὸς αὐτῶν εἶναι νὰ στιγματίσωσι τὴν 7 Ἀπριλίου. Ἀλλὰ ἡ προσωπικὴ ἐμπιστοσύνη τῶν ἐκλογέων πρὸς τοὺς ἐκλεγομένους, νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι περίβλεπτον ἐφόδιον τῶν ἀποστελλομένων εἰς τὴν Αἴθουσαν ταύτην; Καὶ τί ἄλλο εἶναι συνήθως ἡ ἐκλογὴ οὐχὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ, παρὰ ἡ πρὸς τὸν ἐκλεγόμενον ἔκφρασις τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἐκλέγοντος; Διατί νομίζετε, ὅτι ἡ προσωπικὴ αὕτη ἐμπιστοσύνη εἶναι ἐκδήλωσις θεσμοῦ ἀνηθίκου καὶ ἐπιληψίμου; Καὶ διατί δὲν ἀποδέχεσθε ὅτι ἡ προσωπικὴ αὕτη ἐμπιστοσύνη εἶναι ἐκδήλωσις τῆς πεποιθήσεως τῶν ἐκλογέων ἐπὶ τῇ ὑπεροχῇ τοῦ ἐκλεγομένου, ὑπεροχῇ ἀποκτηθείσῃ διὰ τὸ ἐγγράμματον αὐτοῦ, ὑπεροχῇ ἀποκτηθείσῃ δι’ ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Πατρίδα, ὑπεροχῇ ἀποκτηθείσῃ δι’ ἀρετὰς πολιτειακὰς, διὰ φιλονόμου καὶ ἀκηλιδώτου ἰδιωτικοῦ βίου; Εὑρύνοντες λοιπὸν τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ζητεῖτε νὰ θραύσητε τὸν δεσμὸν, τὸν συνδέοντα τοὺς ἐκλογεῖς μετὰ τῶν ἐκλεγομένων, τὸν δεσμὸν τῆς προσωπικῆς ἐμπιστοσύνης; Ζητεῖτε νὰ ἀνεύρητε ἰδέας διὰ νὰ ὁδηγήσητε τοὺς ἐκλογεῖς; Καὶ τίνες ἰδέαι δύνανται νὰ προβάλλωνται κατὰ πᾶσαν ἐκλογὴν, αἱ ὁποῖαι νὰ πληρῶσι τὴν πεποίθησιν τῶν ἐκλογέων, καὶ αἱ ὁποῖαι νὰ ὁδηγῶσι τὴν χεῖρά των καθ’ ἣν ὥραν ῥίπτουσι τὴν ψῆφόν των; Ποίας ἰδέας θέλετε; Τὴν ἰδέαν τῶν θεσμῶν τῆς Ἑλλάδος; Τὴν ἰδέαν τῆς νομιμοφροσύνης; Θέλετε τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιζητήσεως τοῦ μεγαλείου τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Θέλετε τὴν ἰδέαν τῆς οἰκονομίας τῶν δημοσίων χρημάτων; Θέλετε τὴν ἰδέαν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης; Θέλετε τὴν ἰδέαν τῆς διοικήσεως τῆς εὐσταθοῦς καὶ ἀμερολήπτου; Καὶ ποῖος ἤθελε παρασταθῆ, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀρνηθῆ ὅτι ἔχει τοιαύτας ἰδέας, καὶ ὁ ὁποῖος ἤθελεν ὑποστηρίξει ὅτι ἔχει τὰς ἐναντίας τῶν ἰδεῶν τούτων; Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἐκ τῶν παλαιόντων ἤθελον παρουσιάζεσθαι ὑπέρμαχοι καὶ ὑποστηρικταὶ τῶν ὑπαρχόντων θεσμῶν, ἤθελον παριστᾷ ὡς ἀσέβειαν πρὸς τοὺς νόμους πᾶσαν μείωσιν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἤθελον διαμαρτύρεσθαι κατὰ πάσης μειώσεως τῆς ἀμεροληψίας τῆς διοικήσεως, ἤθελον παρουσιάζεσθαι ὡς οἱ φειδωλώτεροι τῶν ἀνθρώπων περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Καὶ ποίους ἐξ αὐτῶν οἱ ἐκλογεῖς ὤφειλον νὰ πιστεύωσιν, ἀφοῦ ἠγνόουν τὸν παρελθόντα βίον αὐτῶν, ἀφοῦ δὲν ἐπετήρησαν αὐτοὺς κατὰ τὸ παρελθὸν, ὁσάκις αὐτοὶ εἶχον διαχειρισθῆ τὰ κοινὰ, ἀφοῦ δὲν ἐδόθη αὐτοῖς εὐκαιρία νὰ λάβωσι γνῶσιν τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν, τοῦ ἰδιωτικοῦ των βίου, τῆς ἀκριβείας αὐτῶν ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν συναλλαγῶν, τὰς ὁποίας διέπραξαν; Ἢ θέλετε νὰ ῥίψητε τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἄγνοιαν καὶ εἰς τὸ σκότος, νὰ μὴ ἔχωσιν οὐδεμίαν πεποίθησιν, νὰ ἦναι στάχεις ὑπὸ ἀνέμου σαλευόμενοι, καὶ νὰ γίνωσιν ἕρμαιον ἢ τοῦ πρώτου δημαγωγοῦ εἴτε τοῦ τελευταίου ἀστυνομικοῦ κλητῆρος ἢ χωροφύλακος; Καὶ ζητεῖτε νὰ βελτιώσητε τὸ Κοινοβούλιον ἀποκλείοντες τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπ’ αὐτοῦ; Τί καλὸν ἐκ τούτου προσδοκᾶτε; Μὴ ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν διετηρήθη τὸ ἀξίωμα τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἀκηλίδωτον; Μὴ διέφθειρε τοὺς ἀξιωματικοὺς ἡ ἐν τῇ Βουλῇ διατριβή των καὶ κατέστησεν αὐτοὺς ἀνικάνους εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν καθηκόντων των; Σεῖς τελευταῖον εἴδετε δύο ἐντίμους ἀξιωματικούς, ἐξελθόντας τοῦ περιβόλου τούτου, τὸν ταγματάρχην Στάϊκον καὶ τὸν συνταγματάρχην Πετροπουλάκην, καὶ τοὺς εἴδετε πάντες ὡς τοὺς εἶδα καὶ ἐγὼ, μὲ ἀνοικτὸν στόμα θαυμάζοντες αὐτούς· ὁ ἀντισυνταγματάρχης Μήτσας, ὁ καὶ τελευταῖον ἀναδειχθεὶς ἥρως, δὲν ἦτο πολλὰς περιόδους βουλευτής; Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου θέλει παύσει τὰς καταχρήσεις, εἰς τὰς ὁποίας οἱ προτιθέμενοι νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀξιωματικοὶ ἐκτρέπονται κατὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἰδίας αὑτῶν ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ πρέπει τότε νὰ ξηράνητε καὶ τὴν καρδίαν τῶν ἀξιωματικῶν, διότι οὗτοι ἔχουσι τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον, ὅταν οἱ συγγενεῖς καὶ τὰ τέκνα των ἀγωνίζωνται εἰς τὴν ἐκλογικὴν παλαίστραν. Δὲν πιστεύω νὰ ἐπιζητῇ τις νὰ διδάξῃ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται Ἐλβετοὶ, ἀπαθεῖς θεωροὶ τῶν γιγνομένων ἐν τῷ Κράτει, διότι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ στρατιῶται εἶναι τέκνα καὶ ἀδελφοὶ ἡμῶν, εἶναι μέλη οἰκογενειῶν, αἵτινες ὑπηρέτησαν πολλάκις τὴν Πατρίδα, καὶ αἵτινες εἰσφέρουσι πολλὰ εἰς πάντα τὰ βάρη, τὰ μεγάλα βάρη, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἢ ποίαν βελτίωσιν προσδοκᾶτε, ἐὰν κατορθώσητε νὰ ἀγάγητε τὸν ἀριθμὸν 245 εἰς 150 διὰ Ἰουδαϊκῶν ὑπολογισμῶν, ὅσους τὸ Σύνταγμα προσδιώρισεν ὡς τελευταῖον ὅριον πρὸ τῆς ἑνώσεως τῶν Θεσσαλικῶν χωρῶν, καὶ ἀγωνίζεσθε ἵνα κατορθώσητε τὸ κατόρθωμα τοῦτο; Καὶ παρεπέμψατε μάλιστα τὰς ἀλγεβρικὰς μεθόδους, δι’ ὧν θέλετε εὑρεῖ τὰς ἀναλογίας τῶν ἀριθμῶν εἰς τοὺς δικαστικοὺς συμβούλους! Ἐὰν ἡ συναλλαγὴ συνετέλει εἰς τὴν ἔκλυσιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἐὰν φρονεῖτε ὅτι εἰσεχώρει ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅταν 245 συνεδριάζωσιν ἐν αὐτῇ, τότε διατί φρονεῖτε ὅτι δὲν θέλει εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ διά τινος θυρίδος καὶ ὅταν συνεδριάζωσι μόνον 150; Ἢ θέλετε νὰ ἀνατρέψητε τοὺς νόμους τῆς Λογικῆς, καθ’ οὓς ὁ μεγαλείτερος ἀριθμὸς καθιστᾷ δυσπροσιτωτέραν τὴν διαφθορὰν καὶ ἀποπλάνησιν; Ὅσοι δὲν γνωρίζουσι τὴν ἱστορίαν τοῦ Τόπου τούτου, ὑπολαμβάνουσιν ἴσως ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἐπαρχίας ὡς ἐκλογικῆς περιφερείας εἶναι παράβασίς τις αὐθαίρετος, εἰκονικόν τι πλάσμα, τὸ ὁποῖον ἰδιοῤῥύθμως ἡ μέχρι τοῦδε ἰσχύουσα νομοθεσία ἐδημιούργησεν. Ἀλλ’ ἐὰν λάβωσιν ἀνὰ χεῖρας τὴν ἱστορίαν τῆς Πατρίδος, θέλουσιν ἰδεῖ ὅτι τὴν 26 Μαΐου 1821 ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν καὶ οὐχὶ τῶν τμημάτων τοῦ Κράτους συνέστησαν τὴν ἑξαμελῆ Πελοποννησιακὴν διοίκησιν· ὅτι τὸν Ἰούλιον 1821 ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν συνῆλθον ἐν Βερθένοις τῆς Κυνουρίας, καὶ εἶτα κατὰ Αὔγουστον ἐν Ζαρακόβῃ τῆς Μαντινείας, ἵνα ψηφίσωσι τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑψηλάντου καὶ τῶν προκρίτων τῆς Πελοποννήσου προταθέντα δύο σχέδια πολιτικοῦ ὀργανισμοῦ· ὅτι κατὰ τὴν 1 Δεκεμβρίου 1821 ἐν Ἄργει ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν καὶ οὐχὶ τῶν τμημάτων τῆς Πελοποννήσου συνέστησαν τὴν Πελοποννησιακὴν Γερουσίαν· ὅτι τὴν 4 Νοεμβρίου 1821 Ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν συνῆλθον ἐν Μεσολογγίῳ καὶ συνέστησαν τὴν Γερουσίαν τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος· ὅτι κατὰ τὴν 15 Νοεμβρίου 1821 Ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν ἐψήφισαν τὸ σχέδιον τῆς νομικῆς διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας συνεστήθη ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Χέρσῳ Ἑλλάδι ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, διὰ τῶν ὁποίων συνηνώθη εἰς ἓν ἡ Δυτικὴ καὶ Ἀνατολικὴ Ἑλλάς· ὅτι κατὰ τὴν 20 Δεκεμβρίου 1821 ὑπὸ Ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν ἐπεψηφίσθη τὸ πρῶτον Σύνταγμα τῆς Ἐπιδαύρου, διὰ τοῦ ὁποίου κατηρτίσθη πρώτην φορὰν ἡ Ἐθνικὴ ἑνότης· ὅτι καὶ ἐν Ἄστρει ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν ἀπετέλεσαν τὴν Βʹ. Συνέλευσιν· ὅτι καὶ ὁ πρῶτος ἐκλογικὸς νόμος τοῦ 1822 οὐ μόνον ὑπὸ Ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν ἐψηφίσθη, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπαρχίαν ἀνέγραψεν ὡς ἐκλογικὴν περιφέρειαν· ὅτι καὶ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ὁ Κυβερνήτης κατὰ τὸ 1828 διεβίβασεν εἰς τὸ Πανελλήνιον, τὴν Ἐπαρχίαν ἀνέγραψεν ὡς ἐκλογικὴν περιφέρειαν· ὅτι καὶ τὸ ψήφισμα τοῦ Κυβερνήτου τῆς 4 Μαρτίου 1829 τὴν Ἐπαρχίαν ἀνέγραψεν ὡς ἐκλογικὴν περιφέρειαν· ὅτι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1844, τὸν ὁποῖον ἐπεψήφισεν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1843, τὴν Ἐπαρχίαν ἀνέγραψεν ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ἐν πάσῃ ταύτῃ τῇ σειρᾷ τῶν ἱστορικῶν τούτων πράξεων δὲν εὑρίσκετε λόγον τινὰ, δὲν εὑρίσκετε ἔννοιάν τινα, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐξετάσητε, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι εἶναι τολμηρὸν πᾶν ἐγχείρημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μεταβάλει τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, ἀντικαθιστῶν τὸν Νομὸν ἀντὶ τῆς Ἐπαρχίας; Ἀλλὰ κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ ἀγῶνος οἱ κανονίζοντες τὰ κοινὰ ἡμῶν πράγματα ἔταξαν τὴν Ἐπαρχίαν ὡς ἐκλογικὴν περιφέρειαν αὐθαιρέτως; Ἀνεῦρον αὐτὴν ὑπάρχουσαν κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας. Καὶ κατ’ ἐκείνους τοὺς χρόνους ἡ Ἐπαρχία προσέφερε μεγάλας εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ὑπηρεσίας, ὑπῆρχε τὸ μόνον πολιτικὸν κέντρον, παρὰ τῷ ὁποίῳ ἐσιτίζοντο τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα, παρὰ τῷ ὁποίῳ παρεσκευάζετο καὶ ἐξεπαιδεύετο ὁ Ἑλληνικὸς Κλῆρος, παρὰ τῷ ὁποίῳ προσέφευγεν ὁ καταδιωκόμενος ἀρματωλὸς, ὑπὸ τὴν στέγην τοῦ ὁποίου ἐστεγάζοντο οἱ ἀδικούμενοι ὑπὸ τῆς τυραννίας Ἕλληνες. Καὶ αὐτὸ τὸ πρόσωπον τὸ τότε πολιτικὸν καὶ ἠθικὸν, τὸ ὁποῖον ζῇ τοσούτους αἰῶνας, αὐτὸ θέλετε νὰ τὸ καταδικάσητε εἰς ἀνικανότητα πολιτικὴν σήμερον; Καὶ λησμονεῖτε ποίαν τὸ κέντρον τοῦτο ἔχει εἰδικότητα πολιτικήν; Λησμονεῖτε ὅτι οἱ κατοικοῦντες τὴν αὐτὴν Ἐπαρχίαν συζῶσι μετ’ ἀλλήλων, λαμβάνουσι καθ’ ἑκάστην ἀφορμὰς ἵνα συναντῶνται, ἵνα ἀνακοινῶσι τὰς ἰδέας αὐτῶν, ἵνα ἀνταλλάσσωσι τὰς γνώμας, ἵνα ἐρευνῶσι τὰ κοινὰ πράγματα ὅσον εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτοὺς, ἵνα ἐξετάζωσι τὰ πρὸς θεραπείαν αὐτῶν κρινόμενα κατάλληλα μέσα, ἵνα προσδιορίζωσι τὰ θεραπείας δεόμενα; Ἐν αὐτῇ τῇ ἀνακοινώσει καὶ ἀνταλλαγῇ τῶν ἰδεῶν νομίζετε, ὅτι δὲν δύνασθε ν’ ἀνεύρητε τοὺς δεσμοὺς τῆς προσωπικῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε; Καὶ ἐγκαταλιμπάνετε αὐτὴν διὰ ν’ ἀναγκάσητε τοὺς κατοίκους τεσσάρων καὶ πέντε Ἐπαρχιῶν, πρώτην φορὰν συναντωμένους, μηδέποτε ἰδόντας ἀλλήλους, μηδεμίαν ἔχοντας πληροφορίαν τοὺς μὲν περὶ τῶν δὲ, νὰ συγκοινωνήσωσι νῦν καὶ συνεννοηθῶσι περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μέλλουσι νὰ τοὺς ἀντιπροσωπεύσωσι; Καὶ τίς ἐξ τῶν μέχρι τοῦδε κυβερνησάντων ἐφρόντισεν ἵνα ἐγκαταστήσῃ κοινήν τινα ἰδέαν μεταξὺ τῶν κατοικούντων τὸν αὐτὸν Νομόν; Παραλείπω ὅτι ἡ διάδοσις τῶν γραμμάτων, παραλείπω ὅτι ἄλλαι στερήσεις δὲν εὐκόλυνον τὰς τοιαύτας κυβερνητικὰς ἐνεργείας. Ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις δὲν παρεσκεύασαν τὴν κοινότητα ταύτην τοῦ πνευματικοῦ καὶ πολιτικοῦ βίου τῶν κατοικούντων τὸν αὐτὸν Νομὸν, ζητεῖτε διαμιᾶς καὶ αἰφνιδίως νὰ σκεφθῶσι διὰ νὰ ἐκλέξωσι τοὺς βουλευτὰς καὶ ἀποστείλωσι αὐτοὺς εἰς Ἀθήνας; Ἂς κοινωνήσωσιν οἱ πολῖται τῶν Κυθήρων μὲ τοὺς πολίτας τῆς Κορίνθου καὶ τοὺς πολίτας τῆς Ἀργολίδος! Ἂς κοινωνήσωσιν οἱ πολῖται τοῦ δήμου Βοιῶν τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς μὲ τοὺς κατοίκους τοῦ δήμου Καστορίου τῆς Ἐπαρχίας Λακεδαίμονος! Ἂς κοινωνήσωσιν οἱ πολῖται τοῦ χωρίου Πούληθρα, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὸ Ταίναρον, μὲ τοὺς πολίτας τοῦ δήμου Θελπούσης τῆς Γόρτυνος, διὰ νὰ σκεφθῶσι καὶ κρίνωσι ποίους πρέπει νὰ ἐκλέξωσι βουλευτάς! Καὶ αὐτὸ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παριστᾷ ἀνακίνησιν καὶ ἀνακοίνωσιν τῶν γνωμῶν καὶ ἐννοιῶν καὶ ἰδεῶν καὶ αἰσθημάτων ἐκ τῆς ὁποίας ἀνακινήσεως θέλει παραχθῆ ἡ ἰδέα! Γνωρίζω τὶ θέλει παραχθῆ· θέλει παραχθῆ ἡ ἔλλειψις πεποιθήσεως εἰς τὸν ἐκλογέα καὶ ἡ ἀδιαφορία εἰς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν γεννᾷ ἡ ἄγνοια τῶν προσώπων, τὴν ὁποίαν ἀδιαφορίαν εὐκοπώτατον θέλει μετατρέψει εἰς ἀπάθειαν ἡ θέλησις τοῦ χωροφύλακος ἢ τὸ πεντόφραγκον τοῦ τραπεζίτου. Οὕτω θέλετε βελτιώσει τὸ Κοινοβούλιον ἢ θέλετε ἐκμηδενίσει αὐτὸ καὶ θέλετε καταστήσει τῳόντι ἀργὸν τὸν τροχὸν τοῦτον, ἵνα μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν παραβολὴν, τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μετεχειρίσθη προχθὲς ὁμιλῶν περὶ ἑτέρας Πολιτειακῆς Ἐξουσίας; Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, κύριοι, ὄχι πλέον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠκούσατε, ὅτι οἱ ξένοι συνεβούλευσαν τὰ μέτρα ταῦτα, σᾶς εἶπον ἄλλοτε μετὰ θετικότητος, ὅτι πρέπει νὰ μιμηθῶμεν τὰ ἀλλαχοῦ γενόμενα, καὶ ἀνέφερον τὴν Γαλλίαν. Εἰς τὴν Γαλλίαν προέκυψεν ἀληθῶς περίεργος κοινοβουλευτικὴ κατάστασις μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης τῆς Τύνιδος. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀναγνώσω, κύριοι, περιγραφὴν συνεδριάσεως τοῦ Γαλλικοῦ Κοινοβουλίου τῆς 12 Μαΐου 1881, περιγραφὴν, ἣν ἐδημοσίευσε διαπρεπὴς δημοσιογράφος στενὸς φίλος τοῦ Γαμβέτα, ὁ κ. Reinach (ἀναγινώσκει). «Οἱ ἀντιδραστικοὶ δὲν φαντάζονται εἰμὴ ψηφοφορίαν τινὰ, «ἥτις νὰ ἐπιτρέπῃ αὐτοῖς νὰ κηρύξωσι τὴν ἐπιοῦσαν, ὅτι «ἡ Δημοκρατία εἶναι ἀνίκανος νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐθνικὴν «τιμήν. Οἱ ἀδιάλλακτοι εἰσὶ τυφλωμένοι ὑπὸ τῶν θερμῶν «παθῶν των καὶ τῶν ταπεινῶν ζηλοτυπιῶν των. Οἱ δημο«κρατικοί, οἵτινες ἦσαν δημοκρατικοὶ πρίν ἢ γένωνται πα«τριῶται, δὲν γνωρίζουσι τὶ νὰ ἀποφασίσωσι, πιεζόμενοι δὲ «ἢ προτρεπόμενοι ὑπὸ τῶν ζωηρῶν παρακελεύσεων τῶν συ«ναδέλφων των ἐκείνων, οἵτινες ἔμειναν πιστοὶ εἰς τὰς δη«μοκρατικὰς παραδόσεις τοῦ 1792, δὲν ἐτόλμων οὐδὲ νὰ «ἐρωτήσωσιν ἑαυτούς. Ὑψώνοντες τὰ ἑαυτῶν βλέμματα «πρὸς τὸ διπλωματικὸν θεωρεῖον, ἔβλεπον τὸν πρίγκιπα τοῦ «Χοενλόε, καὶ ἐσκέπτοντο, ὅτι συνέφερε νὰ δειχθῶσι σοβα«ροί. Ῥίπτοντες τὰ ἑαυτῶν βλέμματα ἐπὶ τὸν πρόσθεν αὐ«τῶν γραφείων, ἔβλεπον προκύπτον τὸ φάσμα ῥήτορός τινος «τῶν οἰνοπωλείων, καὶ ἐσκέπτοντο, ὅτι συνέφερε νὰ ἦναι «συνετοί. Οὕτω δ’ ἀνεζήτουν ἐπὶ δύο ὥρας νὰ συνδυάσωσιν «ἐν τῇ διατυπώσει προτάσεώς τινος ὅ,τι ἦτον ἀνεπίδεκτον «συνδυασμοῦ, τὴν τιμὴν τοῦ Τόπου καὶ τὰς ἀξιώσεις τινῶν «Συλλόγων. Ἀνεζήτησαν εἰς μάτην, καὶ κατὰ πᾶσαν νέαν «ψηφοφορίαν κατέληγον εἰς τὴν ὁμολογίαν τῆς ἰδίας αὐ«τῶν ἀδυναμίας, βυθιζόμενοι κατὰ πᾶν λεπτὸν τῆς ὥρας «εἰς τὰ μᾶλλον τεταραγμένα ὕδατα, αἰσθανόμενοι ἑαυτοὺς «πιεζομένους ὑπὸ φοβερᾶς εὐθύνης, ἔμενον ἀναποφάσιστοι, ἠ«ρεθίζοντο καθ’ ἑαυτῶν, καὶ ἀπηλπίζοντο διὰ τὴν συμφορὰν, «τὴν ὁποίαν παρεσκεύασαν. Κατ’ ἀρχὰς ἐζήτουν ἀνακριτι«κὰς ἐπιτροπὰς, καὶ παρουσίαζον κατηγορητήρια, ἔπειτα «κατέλιπον τὰς ἰδέας ταύτας, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κα«τέληξαν εἰς τὸ νὰ λάβωσιν ἁπλῶς γνῶσιν τῆς παραιτή«σεως τοῦ ὑπουργείου, νὰ κατακρίνωσι τὴν βραδεῖαν σύγ«κλησιν τῆς Βουλῆς, νὰ ἀπαγγείλωσι τὴν λῆξιν χωρὶς νὰ «προσδιορίσωσι τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ νὰ ἀνακαλέ«σωσι τὰ στρατεύματα». «Ποτὲ δὲν παρεστάθη ἐν Γαλλικῇ Βουλῇ ὁμοία σκηνὴ, «ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Reinach. Ὅσοι ἔτυχον νὰ ἦναι θεα«ταὶ αὐτῆς, ᾐσθάνοντο ὅτι ὑπῆρχέ τι, τὸ ὁποῖον ἔφευγεν, «ὅτι ὑπῆρχε σκότος τι, ὅτι ἀνεφαίνετο ἐν τῷ Κράτει μέλος «τι αὐτοῦ σεσηπός. Ἄν μικρά τις ἀδράνεια συνέβαινεν, ἄν «χαλάρωσίς τις ἐλάμβανε χώραν, ἦσαν ἕτοιμοι νὰ μεταστῶ«σιν ἀκόμη 25 ψῆφοι. Οἱ δὲ διακόσιοι δημοκρατικοί, οἵτι«νες εἶχον καθαρὰν τὴν συνείδησιν τοῦ ἑαυτῶν καθήκοντος «καὶ ἐῤῥωμένως ἐπάλαιον διὰ νὰ ἐκπληρώσωσιν αὐτὸ, ἡτ«τήθησαν ὑπὸ συμμαχίας τῶν ἀντιδραστικῶν, τῶν ἀδιαλ«λάκτων καὶ τῶν δειλῶν. Ἡ δὲ Βουλὴ ἐκινδύνευσε νὰ ἀπο«δεχθῇ, τὶς οἶδε, συμβιβαστικὴν, ἀλλ’ ἀτιμωτικὴν γνώμην, «καὶ νὰ αὐτοκτονήσῃ μετὰ τρίμηνον βίον, ἀφ’ ἧς ἤθελεν ἐγ«κολάψει εἰς τὸ Γαλλικὸν ὄνομα ἀπαισίαν κηλίδα». Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην παρουσιάσθη ὁ Γαμβέττας καὶ μετὰ τοῦ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήριζεν αὐτὸν, ἐπρότεινεν ἡμερησίαν διάταξιν, ἥτις ἐπεψηφίσθη καὶ συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐκλήθη νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον. Ὁ Γαμβέττας ἦλθε τότε εἰς τὴν Ἀρχὴν, ἀλλ’ ἐνόμισεν ὅτι δὲν εἶχεν ἀποστολὴν νὰ κυβερνήσῃ μόνον, ἀλλ’ εἶχεν ἀποστολὴν νὰ συμπήξῃ τὴν κλονιζομένην Δημοκρατίαν. Εὗρε πολλὰς ἀντιδράσεις μεταξὺ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας, ἀλλ’ ἐτόλμησε νὰ συστήσῃ μόνος Κυβέρνησιν, ἔχων τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Δημοκρατία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σωθῇ εἰμὴ διὰ πολλῶν μέτρων νομοθετικῶν, ὄχι μόνον διὰ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα περιέλαβεν εἰς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὸς, καὶ ὁ συνάδελφός του εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἐπρότεινεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον ν’ ἀναθεωρήσῃ τοὺς δικαστικοὺς θεσμοὺς, νὰ ἐπιμεληθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς ἀνατροφῆς, νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν συμπλήρωσιν τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας τάχιστα (sans perte de temps), νὰ ὀργανώσῃ τὴν ἀμυντικὴν δύναμιν τῆς Γαλλίας οὕτως, ὥστε νὰ ἐλαττώσῃ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ὅπως βελτιώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας καὶ ἀνακουφίσῃ τὴν γεωργίαν, νὰ προβάλῃ νομοθεσίαν ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας, καὶ τέλος πάντων νὰ εἰσαγάγῃ τὸ scrutin de liste. Τὸ scrutin de liste συνετέλει εἰς τὴν παγίωσιν τῆς Δημοκρατίας διὰ τῆς συμπήξεως τῶν ποικίλων ἀποχρώσεων τῶν δημοκρατικῶν. Ἐκ τῶν ψηφισάντων τὴν ὑπὸ τοῦ Γαμβέττα προταθεῖσαν ἡμερησίαν διάταξιν, ἂν οἱ 250 ἐπεθύμουν τὴν ἄνοδον τοῦ Γαμβέττα ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν, διότι ἔκρινον αὐτὸν ὡς τὸν ἱκανώτερον νὰ ὀργανώσῃ τὴν Δημοκρατίαν, οἱ ἄλλοι ἐσκόπουν νὰ συντρίψωσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τὸν συνάδελφον, εἴτε διότι ἡ ὑπεροχή του ἐπίεζεν αὐτοὺς εἴτε διότι οἱ ἐπὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἔθνους ἄλλοι τίτλοι αὐτοῦ ἦσαν μεγάλοι. Ἀναφέρουσι μάλιστα ὅτι μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἤτοι κατὰ τὴν 8 Αὐγούστου 1882, ὁ κύριος Camille Pelletan ἀνωμολόγει ὅτι ἐκάλεσαν τὸν Γαμβέτταν εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ ἐπισπεύσωσι τὴν πτῶσιν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν καθίστα ἀναγκαῖον τὸ παρελθόν του. Ἀλλ’ ὁ Γαμβέττας, προβαλὼν τὸ scrutin de liste, ποίας ἤλπιζε νὰ θεραπεύσῃ πολιτειακὰς τῆς πατρίδος αὑτοῦ ἀνάγκας; Ἀκούσατε ποῖαι περὶ τούτου ἐδημοσιεύθησαν πληροφορίαι ἐν τῷ φυλλαδίῳ τῆς Nuvelle evue τῆς 15 Νοεμβρίου 1879, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν La Campagne Républicaine pour la réforme électorale. «Διὰ τοῦ scrutin de liste δὲν ἐπρόκειτο μόνον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἀληθῶς ζωτικὰς ἀρχὰς τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, δὲν ἐπρόκειτο μόνον ἵνα τὸ δημοκρατικὸν κόμμα βαδίσῃ ἡνωμένον πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς, ὅπως θριαμβεύσῃ κατὰ τῶν ἀντιδραστικῶν καὶ τῶν ἀδιαλλάκτων ἐν ὅλοις τοῖς Νομοῖς, πλὴν τριῶν ἢ τεσσάρων, δὲν ἐπρόκειτο μόνον, εἴτε κατὰ τὴν παραμονὴν, εἴτε κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῶν ἐκλογῶν διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπουργείου Γαμβέττα ὑπὸ ὅρους ἀρεστοὺς νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πρόοδον ἐν τῷ μέλλοντι· ἀλλὰ, ἂν ἐπεψηφίζετο τὸ scrutin de liste ἡ Δημοκρατία ἤθελε διέλθει ἄνευ δυσχερειῶν τὰ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμᾶς ἀποτελοῦσι τὴν κρίσιμον ἡλικίαν πάντων τῶν εἰδῶν τοῦ Πολιτεύματος, τὰ ὁποῖα ἐγκαθίστανται ἐν τῇ Χώρᾳ. Ἤθελε τότε ὑπάρξει ἀληθὴς Κυβέρνησις, ἐξερχομένη ἀπὸ τὴν ὁμόφωνον γνώμην ἑνὸς μεγάλου κόμματος, ἀληθὴς εἰκὼν τῆς Χώρας, ὅπως καταστήσῃ τὴν Δημοκρατίαν ἀήττητον ἐν Γαλλίᾳ, τὴν δὲ Γαλλίαν ἰσχυρὰν ἐν τῇ οἰκουμένῃ. Ἤθελεν εἶσθαι αὐτὴ ἡ δημοκρατικὴ πολιτικὴ ἐξαγνισθεῖσα εὐγενῶς, καὶ ἐνισχυθεῖσα οὕτως, ὥστε ἡ Δημοκρατία νὰ μὴν ἀπαντήσῃ πλέον πρόσκομμα, οὐδὲ νὰ διατρέξῃ τοῦ λοιποῦ κίνδυνον». Ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν ἐν Ἑλλάδι ἀνάγκαι τοιαῦται, ἵνα θεραπεύσωμεν αὐτὰς διὰ θεσμοῦ ἔχοντος ὁμοιότητα πρὸς τὸ scrutin de liste; Καὶ ἐπικαλούμεθα τὰ ἐν Γαλλίᾳ γενόμενα διὰ νὰ πείσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅτι πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ψηφίσωμεν τὰ αὐτὰ ἢ παραπλήσια νομοθετήματα, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα οἱ προβαλόντες καὶ ὑποστηρίξαντες τὸ scrutin de liste ἐζήτησαν ἐν Γαλλίᾳ; Μνημονεύομεν παραδειγμάτων νόμων ἀλλαχοῦ ὑποβαλλομένων καὶ ψηφιζομένων, διὰ νὰ ἐκπλήξωμεν τοὺς ἀκροατὰς καὶ δὲν ἀσχολούμεθα νὰ ἀνεύρωμεν ἐὰν ὑπάρχωσι στοιχεῖα ὁμοιότητος, ἂν ὑπάρχωσιν αἱ αὐταὶ ἀνάγκαι, ἂν τέλος πάντων τὰ μέσα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐθεράπευσαν τὰς ὁμοειδεῖς ἀνάγκας ἀλλαχοῦ, δύνανται νὰ θεραπεύσωσι καὶ ἐνταῦθα τὰς τυχὸν ὑπαρχούσας ὁμοειδεῖς ἀνάγκας. Ὄμοιον ἀστεῖον ἤκουσα πρό τινων ἡμερῶν ἐντεῦθεν λεχθέν. Ἤκουσα, ὅτι ἡ εὔρυνσις τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας εἶναι ἀποκέντρωσις. Καὶ ἠρώτησέ τις μάλιστα τὸν τότε ἀγορεύσαντα ἂν ἡ Ἐπαρχία εἶναι ἠθικὸν πρόσωπον. Ἀγνοῶ τῇ ἀληθείᾳ τὶ νὰ εἴπω περὶ τῶν λεχθέντων περὶ συγκεντρώσεως καὶ ἀποκεντρώσεως. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ σᾶς εἴπω τὰς ἐμὰς γνώμας, διότι ἐνδέχεται νὰ μὲ θεωρήσητε ὠθούμενον ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος καὶ ἀποφεύγοντα ἐκ πολιτικῆς ἰδιοτελείας τὴν ἀκρίβειαν. Ἂς σᾶς εἴπω γνώμας ἄλλου, οὗτινος δὲν θέλετε ἀμφισβητήσει οὔτε τὴν ἀμεροληψίαν, οὔτε τὴν εἰδικότητα.
§21ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Κύριε Δηλιγιάννη, ἂν θ’ ἀγορεύσητε ἐπὶ πολὺ, παρακαλῶ νὰ κάμωμεν διακοπὴν πέντε λεπτῶν.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἂν θέλῃ ἡ Βουλή. (Γίνεται διακοπὴ πέντε λεπτῶν).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§24Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐνεποίησεν ἔκπληξιν, κύριοι, ὅταν ἤκουσα μεταξὺ τῶν λόγων, τῶν προτεινομένων ὑπὲρ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐπιτευχθῇ δι’ αὐτῶν ἡ ἀποκέντρωσις. Ἡ εὐκαιρία βεβαίως ἦτο κατάλληλος διὰ νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὰ ἐλαττώματα τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος καὶ νὰ ζητήσωσιν ἐπικουρίαν ἐξ αὐτῶν, ἐπικουρίαν χρήσιμον ἵνα πείσῃ τὰ μέλη τῆς Βουλῆς νὰ δώσωσι ψῆφον ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ἔπραξαν τοῦτο, ἀναμίξαντες ἀλλότρια πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν εἶχον σχέσιν μετὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν θεμάτων. Νὰ ὁμιλῶσι περὶ ἀποκεντρώσεως ἐκεῖ ὅπου δὲν δύναταί τις νὰ ἐπιθυμήσῃ τὴν ἀποκέντρωσιν, ἀλλ’ ὀφείλει ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπιθυμήσῃ τὴν συγκέντρωσιν! Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκατάληπτον. Ἡ συγκέντρωσις εἶναι ἐλάττωμα τῆς διοικήσεως, ἐνῷ ἡ ἀποκέντρωσις εἶναι καταστροφὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ζητῆτε ἀποκέντρωσιν ἐν τῇ διοικήσει, ὑπηρετεῖτε τὴν πατρίδα, ἐνῷ ἂν ζητῆτε ἀποκέντρωσιν ἐν τῇ Κυβερνήσει, προδίδετε τὴν πατρίδα. Ἡ συγκέντρωσις ἐν τῇ διοικήσει εἶναι ἐλάττωμα, διότι ἐξαρτᾷ πάσας τὰς ἐνεργείας τῆς διοικήσεως ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ κέντρου αὐτῆς, ἀλλ’ ἐν τῇ Κυβερνήσει εἶναι ἀναπόφευκτος, διότι ἐξαρτᾷ τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν ἐξ ἑνὸς σκοποῦ, σκοποῦ ἑνιαίου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἦναι ὁ σκοπὸς πάσης Κυβερνήσεως. «Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, γράφει διαπρεπὴς δημοσιολόγος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶνε γνωστὸν εἰς ὅλους ὑμᾶς, ὁ Τοκβίλλ, (ὅρα σελίδα 141 καὶ 146 τοῦ συγγράμματος περὶ τῆς Ἀμερικανικῆς Δημοκρατίας), κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην «δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἔθνος τι δύναται νὰ ζήσῃ ἢ «πῶς πρὸ πάντων νὰ εὐημερήσῃ ἄνευ ἰσχυρᾶς κυβερνητικῆς «συγκεντρώσεως». «Ἡ διοικητικὴ συγκέντρωσις εἶναι ὀλε«θρία, διότι τείνει νὰ μειώσῃ ἐν τῷ λαῷ τὴν ἰδέαν τῆς πό«λεως. Ἡ παλαιὰ Γερμανικὴ Αὐτοκρατορία δὲν ἦτο ποτὲ «τοσοῦτον ἀσθενὴς, εἰμὴ διότι ἡ ἐθνικὴ δύναμις δὲν ἦτον «συγκεντρωμένη. Ἂν δ’ ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἀμερικὴ ἦναι «Δυνάμεις πρώτης τάξεως, ἐγένετο τοῦτο, διότι ἐν μὲν τῇ «Ἀγγλίᾳ ἡ κυβερνητικὴ συγκέντρωσις ἀνεβιβάσθη εἰς τὸν «ὕπατον βαθμὸν οὕτως, ὥστε τὸ Κράτος νὰ κινῆται ὡς εἷς «ἄνθρωπος, ἐν δὲ τῇ Ἀμερικῇ ἡ κυβερνητικὴ συγκέντρωσις «εἶναι τοσαύτη, ὅση δὲν εἶναι ἐν οὐδεμιᾷ τῶν μοναρχιῶν τῆς Εὐρώπης». Πρόκειται σήμερον περὶ τῆς ἄρσεως τοῦ ἐν τῇ διοικήσει ὑπάρχοντος ἐλαττώματος τῆς συγκεντρώσεως; Σήμερον συζητοῦμεν ἵνα κανονίσωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συγκροτεῖται τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ συγκρότησις τοῦ Κοινοβουλίου σκοπεῖ πράξεις κυβερνητικὰς, σκοπεῖ τὸν καταρτισμὸν τῆς μιᾶς ἐκ τῶν δύο Πολιτειακῶν Ἐξουσιῶν, δι’ ὧν συντελεῖται ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας. Καὶ ποίαν ἐννοεῖτε ἀποκέντρωσιν γιγνομένην; Διότι καλοῦνται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Βουλῆς οἱ κάτοικοι πλειόνων περιφερειῶν ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες μέχρι τοῦδε ἐκαλοῦντο νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην; Ἀνακοινώνουσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἰδέας καὶ ἐπικαλοῦνται γνώμας, αἵτινες δὲν ἔχουσι καμμίαν ἐφαρμογὴν, καὶ δὲν συντελοῦσιν εἰμὴ νὰ στρεβλώσωσι τὴν γνώμην ὑμῶν καὶ νὰ ἀφαρπάσωσι τὴν ψῆφόν σας. Ἡ ἐπαρχία καθ’ ὅλον τὸν ἀγῶνα ἦτο πρόσωπον οὐχὶ μόνον πολιτικόν, διότι συνετέλει εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἡ Τουρκικὴ τυραννία ἠνείχετο πολλάκις, ἀλλὰ ἦτο καὶ πρόσωπον ἠθικὸν, ἔχον ἰδίας ἀνάγκας, ἴδια μέσα, καὶ θεραπεῦον δι’ αὐτῶν τὰς ἀνάγκας ταύτας. Ἡ πρώτη Βασιλεία εὗρε τοιαύτην τὴν ἐπαρχίαν, καὶ παρέλαβεν αὐτὴν τοιαύτην ἐκ τοῦ ἀγῶνος. Ἀφήρεσε τὴν πολιτικὴν ζωὴν αὐτῆς τότε, κατὰ τὴν πρώτην δεκαετηρίδα, ὅτε δὲν ὑπῆρχον Συνταγματικοὶ θεσμοὶ ἐν τῷ Κράτει. Κατὰ τὰς ἑπομένας ὅμως δεκαετηρίδας, ἀφ’ ἧς μετεβλήθησαν οἱ θεσμοὶ τοῦ Κράτους, ἐπέτρεψεν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τὴν πολιτικὴν ζωὴν, διότι ἐνομοθέτησε τὴν δι’ αὐτῶν ἐκλογὴν τῶν ἀποστελλομένων εἰς τὸ Κοινοβούλιον πρὸς συγκρότησιν αὐτοῦ ἀντιπροσώπων. Κατὰ τὴν πρώτην δεκκετηρίδα, καθ’ ἣν ἀφηρέθη ἡ πολιτικὴ ἐνέργεια ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, ἀφέθη ὅμως εἰς αὐτὰς ἡ μέριμνα περὶ τῶν ἰδίων ὑποθέσεων, ἡ μέριμνα περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἐπαρχιακῶν ἀναγκῶν καὶ ἡ ἐπιτήρησις τῶν δήμων. Ὁ νόμος περὶ ἐπαρχιακῶν συμβουλίων ἐπέτρεψεν εἰς τὰς ἐπαρχίας διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων νὰ ψηφίζωσι φόρους εἰδικοὺς πρὸς θεραπείαν τῶν ἰδίων αὑτῶν ἀναγκῶν, τὰ ὁποῖα προσδιώριζε Βασιλικὸν Διάταγμα ἢ νόμος, καὶ μετὰ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἐπιτρέπηται ἡ εἴσπραξις τῶν τοιούτων φόρων ὑπὸ Βασιλικοῦ Διατάγματος.
§25ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ.....
§26Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου θέλει εὑρεῖ καὶ ὁ κ. βουλευτὴς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησίν του. Ἡ ἐπαρχία ἔχει ὑπὸ τὴν διαχείρισιν καὶ ἐπιτήρησίν της τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, τοῦ ὁποίου δὲν δύναται ἡ κεντρικὴ διοίκησις νὰ ποιήσηται οὐδεμίαν χρῆσιν ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου. Ἡ ἐπαρχία ἔχει μέσα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι πρὸς θεραπείαν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν αὐτῆς. Ἡ ἐπαρχία ἐφ’ ὅσον ἀντιπροσωπεύεται ἐπαρχιακῶς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὅπως καὶ ὁ δῆμος. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1836 Β. Διάταγμα, θέλετε εὐρύνει τὸν κύκλον τῶν σκέψεών σας, οὐδὲ πρέπει νὰ διατελῆτε προσκεκολλημένοι στενῶς εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀγωγῆς καὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὴν ἀγωγήν. Τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον κατὰ τὸ ἄρθρ. 28 τοῦ εἰρημένου Διατάγματος συσκέπτεται «διὰ τὸ σύνολον συμφέρον ὅλων τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας καὶ τὰ τυπικῶς εἰς αὐτοὺς ἀναγόμενα ἢ ἀναγκαιοῦντα καταστήματα», νὰ συσκέπτηται κατὰ τὸ ἄρθρον 31 τοῦ εἰρημένου Διατάγματος καὶ νὰ ἐκφράζηται «περὶ τῶν κοινῶν καταστημάτων τῆς ἐπαρχίας, περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν καὶ τῆς διαχειρίσεώς των καὶ περὶ τῶν ἀναγκαίων βελτιώσεων, περὶ συστάσεως νέων καταστημάτων καὶ περὶ πορισμοῦ τῶν ἀναγκαίων μέσων πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν διὰ νόμων ἢ διὰ συμβάσεων ἐπιβεβλημένων εἰς τὴν ἐπαρχίαν ὑποχρεώσεων.» Διὰ νόμων ἢ συμβάσεων δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν ὑποχρεώσεις, ἡ δ’ ἐπαρχία δύναται νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῶν. Καὶ ἀμφισβητεῖτε ἂν εἶνε νομικὸν πρόσωπον ἡ ἐπαρχία; Ἤθελον ἐννοήσει, κύριοι, μεταβολὴν τοῦ διοικητικοῦ συστήματος, τοῦ λειτουργοῦντος ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν. Ἤθελον ἐννοήσει τὴν μεταβολὴν ταύτην σύμφωνον πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεται ἡ ἐγκατάστασις νομαρχιακοῦ συστήματος. Τὸ νομαρχιακὸν σύστημα στηρίζεται ἐπὶ κυρίας βάσεως, τῆς βάσεως τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἀπόδοτε εἰς τοὺς δήμους τὴν αὐτοδιοίκησιν κατὰ τὸ στάδιον, καθ’ ὃ ἐνεργοῦσιν ὑπὲρ τῶν ἰδίων συμφερόντων, ἀπόδοτε εἰς τοὺς δήμους μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν, καθιστῶντες ἀσθενεστέραν τὴν ἐπιτήρησιν τῆς διοικήσεως. Ὄταν νομίζετε ἀκόμη ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀναζητεῖτε τὰς ἐλαχίστας ἀφορμὰς, ἵνα προβάλλητε αὐτὰς ὡς λόγον τοῦ μὴ διορισμοῦ τοῦ προτεινομένου ἀστυνόμου ἢ τοῦ μὴ διορισμοῦ τοῦ προτεινομένου δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, λέγετε ὅτι ζητεῖτε ἀποκέντρωσιν μετατρέποντες τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἀπὸ τῆς Ἐπαρχίας εἰς τὸν Νομόν; Νομίζετε, ὅτι ἐν τοῖς δήμοις ἐμορφώθησαν οὕτως τὰ πολιτικὰ ἤθη, ὥστε νὰ δύνανται νὰ διοικῶνται μόνοι; Καταργήσατε τότε τοὺς ἐπάρχους, καταργήσατε τὴν ἐπαρχιακὴν διοίκησιν, ἀφήσατε ἐλευθερίαν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δήμων, ἀφήσατε τοὺς δήμους ἐλευθέρους νὰ λειτουργῶσιν ὑπὸ μόνην τὴν ψιλὴν ἐπιτήρησιν τῶν νομαρχῶν. Καταστήσατε παρὰ τὸν νομάρχην νομαρχιακὸν συμβούλιον, δότε ζωὴν, ὀντοποιήσατε τὸν Νομὸν, δότε εἰς αὐτὸν ὕπαρξιν μὴ ὑπάρχουσαν σήμερον, ἵνα παρασκευάσητε τὸν Νομὸν διάδοχον τῆς Ἐπαρχίας. Τότε ἐνόουν ὅτι δύνασθε νὰ ζητήσητε μετά τινα ἔτη τὴν εὔρυνσιν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, καὶ νὰ φονεύσητε τὴν Ἐπαρχίαν. Ἀλλὰ τὴν εὔρυνσιν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ἐννοῶ τότε ὡς συνέπειαν τῆς μεταβολῆς, ἣν θέλετε ἐπιφέρει εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς διοικήσεως. Ἀνέγνων ἐν ἐφημερίσιν, καὶ εἰμὶ βέβαιος ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λαβὼν τὸν λόγον θέλει ἀποκηρύξει καὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνων ἐν αὐταῖς, ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ ἐφημερίδες αὗται εἶναι φιλικαὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀναγκάζομαι νὰ θεωρῶ ὅσα ἀνέγνων ἀνακοινούμενα διὰ τῶν ἐφημερίδων τούτων, ὡς συγγενῆ πρὸς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀνέγνων λοιπὸν, ὅτι ἡ παροῦσα στιγμὴ εἶναι ἡ κατάλληλος διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς μεγάλας μεταβολὰς, ὅσαι ἐπιβάλλονται πρὸς σωτηρίαν τοῦ Ἔθνους, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας τοῦ δημοσίου πένθους καὶ τῆς ἐθνικῆς καταστροφῆς ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν ν’ ἄρωμεν ἐκ μέσου τὰς αἰτίας, αἵτινες ἐπήνεγκον τὴν εἰρημένην καταστροφὴν, καὶ νὰ ἀποφύγωμεν πλέον νὰ παρασταθῶμεν ἐν τῷ μέλλοντι πρὸ παραπλησίου πένθους. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἡ περίοδος τοῦ χρόνου, ἣν διηνύσαμεν, ἦτο περίοδος ἀγωνιώδης καὶ ἐπώδυνος. Ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς εὑρέθη ὑπὸ δύο μεγάλας ἀπειλάς· πρῶτον, ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν, ἣν κατ’ αὐτοῦ ἐξετόξευσεν ἡ ἀπόπειρα τῆς ἑνώσεως τῆς Βουλγαρίας μετὰ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας· δεύτερον, κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν γεγονότων, ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τὴν ὁποίαν ἐξετόξευσε καθ’ ἡμῶν τὸ γόητρον, ὃ ἀπέκτησαν τὰ Βουλγαρικὰ ὅπλα καὶ ἡ νοήμων ἀνδρία τῆς ἡγεμονίας ἐκείνης. Ἐὰν συνετελεῖτο ἡ ἕνωσις τῶν δύο Ἐπαρχιῶν, παρεσκευάζετο Κράτος 3 καὶ ½ ἑκατομμυρίων καὶ πλέον ψυχῶν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ διοικῆται αὐτοκρατικῶς καὶ τὸ ὁποῖον ἔμελλε κατὰ συνέπειαν νὰ ἀνατραφῇ στρατιωτικῶς. Ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν ἐν τῇ Χερσοννήσῳ τοῦ Αἵμου φυλῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρωτεύει ἡ Ἑλληνικὴ, διεταράττετο ἄρδην, ἵνα μὴ εἴπω κατεστρέφετο. Ἑπομένως τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ διέτρεχε κίνδυνον. Ἐὰν διετηρεῖτο ἀμείωτον τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον τὰ βουλγαρικὰ ὅπλα ὑπὸ τὴν σύνεσιν καὶ τὴν ἀνδρείαν τοῦ ἡγεμόνος τῆς Χώρας ἐκείνης εἶχον ἀποκτήσει κατὰ τὸν πρὸς τὴν Σερβίαν πόλεμον, ἤθελεν ἐπικρατήσει ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἰδέα ἀπαισία διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ ἤθελον μᾶς ἐπαναλαμβάνει ἑκάστοτε, ὅσα πολλάκις κατὰ τὸ παρελθὸν εἶπον, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἄνθρωποι τῶν λόγων, ὅτι εἶναι ἐπιτήδειοι εἰς τὴν ἐκμάθησιν τῶν ἐπιστημῶν, ὅτι εἶνε δεινοὶ περὶ τὸ ἐμπόριον, ὅτι εἶναι ἐπιτήδειοι περὶ τὰς τραπεζιτικὰς πράξεις, ἀλλ’ ὅτι εἶναι λαὸς οὐχὶ μάχιμος, ὅτι ἥκιστα δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀνοργάνωσιν τῆς Ἀνατολῆς. Μὲ κατηγόρησαν πολλάκις, ὅτι εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ κοινὸν, ὅτι ἐῤῥυμουλκήθην ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς θελήσεως, ὅταν ἐτράπην ἐπὶ τὴν πολιτικὴν τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ἐγκαταλείψας τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἡ 7 Ἀπριλίου εἶχε, καὶ ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προϊστάμην, ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ. Σέβομαι ὑπὲρ τὸ μέτρον τὴν πατρίδα καὶ τοὺς συμπολίτας μου, διὰ νὰ μὴ ἰσχυρισθῶ ποτε, ὅτι τὸ αἴσθημα τῶν συμπολιτῶν μου εἶναι ἀσθενέστερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς αἰσθανόμεθα. Ὤφειλον νὰ διακηρύξω, ὅτι πᾶν ὅ,τι ᾐσθανόμεθα ἡμεῖς, ᾐσθάνετο πᾶσα ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ, οὐδ’ ὅτι ὑπῆρχεν Ἕλλην, ὁ ὁποῖος δὲν ἔλεγε τότε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς τέλος πάντων πρέπει ἢ ν’ ἀποκτήσῃ ἐκεῖνο, ὅπερ θεωρεῖ ὡς ἀποκαθιστῶν τὴν ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, ἢ νὰ ρίψῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον. Οὕτω λέγοντες καὶ ἰσχυριζόμενοι, ἐκατηγορήθημεν, ὅτι ἐῤῥυμουλκήθημεν. Καὶ μὲ ἔψεξαν λέγοντα, ὅτι ἐῤῥυμουλκήθην, μὴ διακρίνοντες, ὅτι ἐν τῇ ἐκφράσει ταύτῃ περιείχετο καὶ δι’ αὐτῆς ἐγίνετο γνωστὸν εἰς σύμπαντα τὸν κόσμον, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῆς ἀτόμων, ἢ περὶ πολιτικῆς ἑνὸς κόμματος, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῆς ἐκείνων, οἵτινες ἐτύγχανον ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἀλλὰ περὶ πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν πάντα τὰ κόμματα συνεβούλευον καὶ ἠσπάζοντο, καὶ πᾶσα ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἐπέβαλεν εἰς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πολιτικὴ αὕτη κατέληξεν εἰς συμφορὰν, τί σᾶς πταίει τὸ Κοινοβούλιον; Σᾶς πταίομεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κακῶς ἐκυβερνήσαμεν, οἱ ὁποῖοι κακῶς συνεκροτήσαμεν τὸν στρατὸν, οἱ ὁποῖοι κακῶς διεξηγάγομεν τὰ τῆς πολιτικῆς ταύτης, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπολεμήσαμεν ἐγκαίρως, οἱ ὁποῖοι ἐφυγοστρατήσαμεν, οἱ ὁποῖοι τέλος πάντων ἐπεμείναμεν μέχρι τέλους, καὶ διὰ τῆς ἐπιμονῆς μας ἐγενόμεθα αἴτιοι τῆς συμφορᾶς. Ζητήσατε τὸν λόγον παρ’ ἡμῶν, κρίνατε ἡμᾶς ἀξίους δίκης, μὴ ὑβρίζετε ὅμως τὸ Κοινοβούλιον τῆς πατρίδος σας (εὖγε ἐξ ἀριστερῶν), λέγοντες, ὅτι ἡ συμφορὰ αὕτη σᾶς πείθει, ὅτι πρέπει νὰ μεταῤῥυθμίσητε τὸ Κοινοβούλιον (εὖγε ἐξ ἀριστερῶν), ἢ, καθὼς ἔλεγεν ἐπίσημος πολιτευτὴς, ὁ ὁποῖος ἦτο τῳόντι μέγας πολιτικὸς ὄγκος ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, νὰ μετασχηματίσητε τὴν Βουλὴν, κηρύσσοντες ὑπαιτίαν τῶν γενομένων (εὖγε ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ ὅμως τοῦ Κοινοβουλίου τούτου τὰ μέλη ἐθυσίασαν καὶ τὴν ἰδίαν δημοτικότητα ψηφίσαντα προθύμως 15 ἑκατομμυρίων φόρους ἐτησίως. Δὲν ἐλησμόνησαν τὴν δημοτικότητα αὐτῶν, ἐπιτρέψαντα καὶ ἀνεχθέντα νὰ ἐπιστρατευθῶσιν 80 χιλιάδες ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἀφήρπασαν ἀπὸ τῶν οἰκογενειῶν των καὶ ἀπὸ τῶν βιωτικῶν αὐτῶν ἐργασιῶν; Τίνων μέσων ἐστέρησεν ἡμᾶς τὸ Κοινοβούλιον; Τί ἠρνήθη ἡμῖν; Καὶ δὲν ἐδείχθη ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους λησμονοῦν τὰ ἴδια αὑτοῦ συμφέροντα καὶ τὰς ἰδίας ἀνάγκας; Ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦτο τότε ἡ πολιτικὴ ἡμῶν τῶν κυβερνώντων, εἴτε ὀρθή, εἴτε πλημμελής, εἴτε πατριωτική, εἴτε προδοτική, καὶ ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς καὶ ὁ ὑπόδουλος Ἑλληνισμὸς ὀφείλουσι νὰ τιμήσωσι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τούτου διὰ τὴν αὐταπάρνησιν, μεθ’ ἧς ἔσπευσε νὰ χορηγήσῃ πάντα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐζητοῦντο ὡς ἀναγκαῖα πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς ἐθνικῆς ταύτης πολιτικῆς. Ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας ἔχωσι κακῶς, τί πταίει τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο ἢ τὸ προκάτοχον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον τρία ὅλα ἔτη μετὰ τυφλῆς ἀφοσιώσεως δὲν ἔπραττεν ἄλλο ἢ νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν Κυβέρνησιν, ψηφίζον φόρους, χορηγοῦν δάνεια καὶ παρέχον πάντα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα οἱ τότε κυβερνῶντες παρίστων ὡς ἀναγκαῖα εἰς ἀναδιοργάνωσιν τῶν οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ρύθμισιν τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους καὶ βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Τόπου; Ἐὰν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης δὲν ἐπέτυχον, τί πταίουσιν ἐκεῖνοι; Δὲν εὐθύνονται μόνοι οἱ ζητήσαντες τὰ μέσα ταῦτα παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου, εἴτε ὡς ἀποπλανήσαντες αὐτό, εἴτε ὡς ἀποτυχόντες εἰς τὰς μελέτας των πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν; Ἐὰν ἐζημιώθη ἡ διοίκησις ὑπὸ τῆς ἀναμίξεως τοῦ Κοινοβουλίου, διατί ρίπτουσι τὰ βέλη κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δὲν ρίπτουσιν αὐτὰ κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐτόλμων νὰ θυσιάζωσι τὴν διοίκησιν, διὰ νὰ θεραπεύσωσι τὴν ἰδίαν αὑτῶν φιλαρχίαν, παρατείνοντες τὴν διαμονήν των ἐν τῇ Κυβερνήσει; Καὶ ἂν πραγματικῶς ἐπέσκηψαν εἰς τὴν Πατρίδα ἡμῶν συμφοραί, ἐὰν διήλθομεν ἢ διερχόμεθα ἀκόμη ἡμέρας πένθους, ζητεῖτε ν’ ἀνακουφίσητε τὸ πένθος σας, προτείνοντες νὰ μετασχηματίσητε τὸ Κοινοβούλιον κατὰ τρόπον μὴ εὐλαβῆ πρὸς τοὺς θεσμούς, μὴ ἐγγυώμενον βελτίωσιν τῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος, ἀλλ’ ὁδηγοῦντα εἰς τὴν ἀναίρεσιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἰς τὴν ἐπικράτησιν ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς γνώμης παντὸς ἄλλου πλὴν τῆς γνώμης τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐγώ, κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι συμφοραὶ ἐπέσκηψαν εἰς τὸν Τόπον. Συμφορὰ ἦτο νὰ μὴ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποκτήσῃ οὐδὲ τὸ πινάκιον ἐκεῖνο τῆς φακῆς, τὸ ὁποῖον ἡ Εὐρώπη εἶχεν ἀναγνωρίσει ὡς ἀνῆκον εἰς αὐτήν, διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ ἰσοῤῥοπίαν τινὰ μεταξὺ τῶν ἀνταγωνιζομένων φυλῶν. Συμφορὰ ἦτο νὰ δαπανηθῶσι 37 ἢ 40 ἑκατομμύρια εἰς ἀγορὰν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης καὶ εἰς συντήρησιν ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ τοσοῦτον πολυαρίθμου, νὰ στερηθῇ δὲ ὁ Τόπος τῆς παραγωγικῆς ἐργασίας ὅλων ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἀπεσπάσαμεν ἀπὸ τὰ βιωτικὰ ἔργα των καὶ ἐκαλέσαμεν ὑπὸ τὰς σημαίας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Συμφορὰ ἦτο νὰ παρασταθῶσι συμφωνοῦσαι αἱ Κυβερνήσεις ἓξ μεγάλων Ἐπικρατειῶν ἐπὶ τοσαύτην διάρκειαν χρόνου, ἡ δ’ ἐπίμονος ἄρνησις αὐτῶν πρὸς τὰ αἰτήματα τῆς Ἑλλάδος νὰ ὁδηγήσῃ αὐτὰς μέχρι τοῦ μέτρου νὰ ἐκβιάσωσιν τὴν Ἑλλάδα καὶ δέσωσι τὰς χεῖρας αὐτῆς διὰ νὰ τὴν ἐμποδίσωσι ἀπὸ τοῦ πολέμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπῆρξεν Ἑλληνικὴ καρδία, ἥτις δὲν ἐπένθησεν, ὅταν εἶδε τοὺς στόλους πέντε μεγάλων Ἐπικρατειῶν, διαταχθέντας ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων τῶν χωρῶν ἐκείνων, νὰ καταπλεύσωσι εἰς τὰς θαλάσσας ἡμῶν καὶ ἀποκλείσωσι τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος, καταδικάζουσαι αὐτὴν εἰς θάνατον ἐξ ἀσφυξίας. Ἠδυνάμην νὰ εὕρω παραμυθητικοὺς λόγους κατὰ τῶν συμφορῶν τούτων. Ἠδυνάμην νὰ εἴπω πρὸς τοὺς συμπολίτας μου, ὅτι ἐὰν ἐδαπάνησεν ἡ Ἑλλάς, ἐὰν ἐλησμόνησεν ὅτι τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς μέσα δὲν συμβιβάζονται μὲ τὰς γενομένας τοσαύτας δαπάνας, δὲν ἔῤῥιψε τέλος πάντων τὰ χρήματα εἰς τὴν θάλασσαν, δὲν τὰ ἔῤῥιψεν εἰς τὰς ὁδοὺς, δὲν τὰ μετεχειρίσθη διὰ νὰ διαφθείρῃ τοὺς θεσμοὺς, ἢ διὰ νὰ καταστρέψῃ τὴν Χώραν· τὰ ἐδαπάνησε πρὸς μέγαν ἐθνικὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον ὑπὸ οἱασδήποτε καὶ ἂν εὑρίσκετο οἰκονομικὰς περιστάσεις, δὲν τῇ ἐπετρέπετο νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμούς· τὰ ἐδαπάνησε πληρώσασα τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης δι’ ὑλικοῦ ἀφθόνου καὶ χρησιμωτάτου· τὰ ἐδαπάνησεν ἀσκήσασα ὑπὸ τὰ ὅπλα 80 χιλιάδας νέων Ἑλλήνων, στρατὸν τοσοῦτον, ὅσον οὐδέποτε ἐκάλυψαν αἱ σημαῖαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἐὰν ὑπέστη ἡ Ἑλλὰς τὴν συμφορὰν νὰ καταφύγωσιν αἱ Κυβερνήσεις τῶν πέντε μεγάλων Δυνάμεων μέχρι τῆς χρήσεως ἐκβιαστικῶν μέτρων κατ’ αὐτῆς, ὑπέστη αὐτὴν, διότι δὲν ἔσπευσε νὰ ὑποχωρήσῃ πρότερον εἰς τὰς συμβουλὰς αὐτῶν. Τί λέγω συμβουλάς; Εἰς τὰς ἀπειλὰς αὐτῶν, διότι οὐδέποτε συνεβούλευσαν χωρὶς νὰ ἀπειλῶσι. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἔσπευδεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνδώσῃ ἀμέσως εἰς τὰς παρακελεύσεις ταύτας καὶ εἰς τὰς ἀπειλὰς, δὲν γνωρίζω ποίαν περὶ αὐτῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἤθελον λάβει ἰδέαν οἱ ὁμόφυλοι ἡμῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀτενίζουσιν ἡμέραν καὶ νύκτα εἰς τὸν φάρον τοῦτον, προσδοκῶντες παρ’ αὐτοῦ τέλος πάντων, ὅτι θέλει ἔλθει ἡμέρα, ἵνα φωτίσῃ αὐτοὺς νὰ καταπλεύσωσιν εἰς τὸν λιμένα. Καὶ ἂν δὲν ἠδυνήθη νὰ πολεμήσῃ, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ δημοσία γνώμη τῆς Εὐρώπης, ἐὰν ἡ γνώμη τῆς Ἀνατολῆς, ἐὰν ἡ ἱστορία δὲν θέλῃ εἰπεῖ μίαν δικαιολογίαν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅταν ἀναφέρωσιν, ὅτι πέντε κραταιαὶ Κυβερνήσεις μεγάλων Κρατῶν περιέδεσαν τὴν δεξιὰν χεῖρα τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ ἔθηκαν αὐτὸ πρὸ τοῦ διλήμματος, νὰ μονομαχήσῃ διὰ τῆς ἀριστερᾶς! Ἐὰν ἐξέπληξε τὸ γόητρον τῶν Βουλγαρικῶν ὅπλων, ἀντιταχθέντων πρὸς τὴν Σερβίαν, ἐὰν ἐξέπληξε τὴν Εὐρώπην ἡ ἀνδρεία τοῦ Βουλγαρικοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ ἐκπλήξῃ αὐτὴν ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, νὰ πολεμήσῃ οὐχὶ πρὸς ἄλλο μικρὸν Κράτος, ἀλλὰ πρὸς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Ἤθελε δὲ οὐχὶ ἐκπλήξει ἀλλὰ καταπλήξει καὶ τὴν Εὐρώπην καὶ τὸν ἄλλον κόσμον ἡ μονομαχία Κρατιδίου δύο ἑκατομμυρίων ψυχῶν πρὸς γίγαντα, γέροντα μὲν, ἀλλὰ πάντοτε μεγαλόσωμον καὶ διατιθέντα καὶ νῦν ἔτι πολλῷ ἀφθονώτερα μέσα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς διαχειριζόμεθα. Καὶ ἂν ὑπῆρξαν λιπόψυχοι ἄνδρες, τῶν ὁποίων ἡ καρδία ἔπαλλεν ἐκ τοῦ φόβου μὴ ἀποκαλυφθῇ ἡ στρατιωτικὴ ἀσθένεια τῆς Πατρίδος ἡμῶν, καὶ ἔσπευδον συμβουλεύοντες καὶ παρακαλοῦντες νὰ σπεύσωμεν νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὴν πολιτικὴν, ἣν ἐφηρμόζαμεν, ἀπέδειξεν εἰς αὐτοὺς ἡ γιγαντιαία ἀντίστασις τοῦ στρατοῦ τῆς Θεσσαλίας, ἀπέδειξεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἰδιότητας πολυτίμους στρατιωτικὰς καὶ ὅτι δύναται ἐν ὥρᾳ κρίσεως δεδομένῃ οὐχὶ νὰ ἐκπλήξῃ ἀλλὰ νὰ καταπλήξῃ τὴν Εὐρώπην διὰ θαυμάτων ἡρωϊσμοῦ καὶ καρτερίας. Μὲ ἠρώτησέ τις ἡμέραν τινὰ διατί ἀφίναμεν τὰ ἔμπεδα τάγματα εἰς τὰς Καλάμας καὶ εἰς Σπάρτην καὶ δὲν τὰ ἐστέλλομεν εἰς Θεσσαλίαν καὶ διατί τοσοῦτον ὀψὲ διετάξαμεν τὸ πρῶτον σύνταγμα τοῦ πεζικοῦ, τὸ ἐν Ἀθήναις, νὰ μεταβῇ εἰς Θεσσαλίαν, τὰ δὲ δύο εἰρημένα ἔμπεδα τάγματα νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ, ἵνα καὶ ταῦτα καὶ τὸ ἕτερον ἐνταῦθα ἔμπεδον τάγμα τοῦ πεζικοῦ ἀπέλθωσιν εἰς Θεσσαλίαν; Δὲν ἦλθεν ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλω δώσει τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὴν ἐρώτησιν ταύτην. (Θόρυβος εἰς τὰ ἀκροατήριον τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων καὶ ῥαγδαῖα χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ εἰς τὰ ἀκροατήρια τοῦ λαοῦ).
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκκενώσατε, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἀκροατήρια.
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μὴ τὰ κενώσητε, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ κενώσατε τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων.
§29ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκκενώσατε, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἀκροατήρια (θόρυβος).
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ ἐκκενωθῶσι, κύριε Πρόεδρε. (Ἄρχεται ἡ ἐκκένωσις τῶν ἀκροατηρίων).
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη εἶναι πολιτικὴ ἀπολογία, καὶ κατὰ συνέπειαν ἂν κενώσητε τὰ ἀκροατήρια, θὰ εἰπῇ ὅτι συζητεῖτε ἐν μυστικῇ συνεδριάσει....
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν τὰ ἀκροατήρια ἀτακτῶσι, πρέπει νὰ κενοῦνται.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε ἂν ὑπάρχουν εἰσιτήρια ἀνωτάτων ὑπαλλήλων.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ τὰ διανέμω ἐγώ. Ἀλλ’ ἔρχονται οἱ κύριοι βουλευταὶ καὶ μὲ πιέζουν νὰ τοῖς δώσω εἰσιτήρια.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ εἰς τὸ ἀκροατήριον τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων ὑπάρχουν λωποδῦται, καὶ ἀφήσατε μὲν αὐτοὺς νὰ εἰσέρχωνται, ἀλλὰ μὴ προσβάλλετε τοὺς ἀνωτάτους ὑπαλλήλους· καταργήσατε τὸ θεωρεῖον αὐτῶν.
§36ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἢ νὰ δίδωνται προσωπικῶς.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ἔρχεσθε καὶ μὲ παρακαλεῖτε νὰ σᾶς δίδω εἰσιτήρια ἀνωτάτων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὕστερον βλέπω ὅτι ἐκεῖ τοποθετοῦνται ἄλλα πρόσωπα. Οἱ κύριοι βουλευταὶ ἔχουν τὴν εὐθύνην.
§38ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν εὐθύνην ἔχει ὁ Πρόεδρος, εἰς ὃν ὁ Κανονισμὸς ἐμπιστεύεται τὴν τάξιν. Καταργήσατε τὸ θεωρεῖον τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων, ἵνα μὴ εἰσέρχωνται οἱ λωποδῦται.
§39Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Συμβαίνει ἓν ἄτοπον. Ὁ συνάδελφος βουλευτὴς Ἀττικῆς ἀποκαλεῖ τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι παρίστανται ἐν τῷ Ἐθνικῷ Συνεδρίῳ, λωποδύτας. Αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀνεχθῶ. Οἱ πολῖται ἔρχονται νὰ ἀκούσουν, ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν νὰ ὑποληπτώμεθα πάντας. Καὶ ἄν ταράττωνται καμμίαν φορὰν, ταράττονται ὡς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι παρασύρονται ἀπὸ τὸν τόνον τῆς φράσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦσι. Δύνανται νὰ ταράσσωνται, δύνανται νὰ ἐπιπλήττωνται, δύνανται νὰ ἐκβάλλωνται ἐκ τῶν ἀκροατηρίων, ἀλλὰ ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ὑβρίζωνται.
§40ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ πράττουν ὅσα εἶπεν ὁ κύριος βουλευτὴς Ἀττικῆς, διότι παραβαίνουν τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ σέβας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ὁ κύριος βουλευτὴς νομίζει, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὰς ἀγυιὰς καὶ ζητεῖ νὰ δημοκοπήσῃ κολακεύων τοὺς λωποδύτας, διότι περὶ ἐκείνων μόνον πρόκειται, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν ἐκεῖ· ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνηγορῇ χάριν τῆς ἀτομικῆς ἀξιοπρεπείας καὶ χάριν τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον φέρει, ὑπὲρ τῶν λωποδυτῶν, καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ τεθῇ ὑπὸ τοὺς πόδας τῶν (θόρυβος).
§41ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀπαντήσω εἰς τὸν βουλευτὴν κύριον Ῥάλλην. Ὁ ἄνθρωπος, ὅστις μὲ τὰ σουβλισμένα ἀρνιὰ ἦτο ἄλλοτε ὁ κύριος ἐργάτης τῶν διαδηλώσεων τοῦ κυρίου Τρικούπη, αὐτὸς, τὸ πειθήνιον κατόπιν ὄργανον τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη, ὁ μὴ ὑποχωρήσας ἐνώπιον οὐδεμιᾶς ταπεινώσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ τὴν γλῶσσαν, ἥτις σᾶς ἀηδίασε πρὸ ὀλίγου. Καὶ ὅμως ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ὑβρίζῃ τὸν Λαὸν καὶ νὰ ἀποκαλῇ λωποδύτας τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι παρίστανται εἰς τὰ ἀκροατήρια τοῦ Βουλευτηρίου. Τοῦτο εἶναι ἀναξιοπρεπέστατον.
§42ΛΕΒΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ῥάλλης δὲν ὡμίλησε περὶ τοῦ Λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ μόνον περὶ τῶν λωποδυτῶν καὶ περὶ τῶν μισθοδοτουμένων ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες εἰσέρχονται κατὰ πᾶσαν ἕναρξιν τῆς συνεδριάσεως εἰς τὸ ἀκροατήριον καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἠθέλησε νὰ δημοκοπήσῃ ὁ κύριος Οἰκονόμου. Καὶ ἂς μὴ προσπαθοῦν ἐνταῦθα νὰ καταῤῥίψουν τὴν ὑπόληψιν ἀνδρῶν, οἵτινες ἐπὶ πολλοὺς ἐνιαυτοὺς ἀντεπροσώπευσαν τὴν ἐπαρχίαν των (Θόρυβος).
§43Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ μὴ ζητήσητε τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων. Τὸ μόνον κακὸν, τὸ ὁποῖον μοὶ συνέβη, εἶναι νὰ διακοπῶ πέντε λεπτά. Θέλει μοὶ συμβῇ καὶ ἕτερον κακὸν, νὰ δημοσιεύσῃ αὔριον ἡ «Ὥρα» ὅτι μὲ ἀπεδοκίμασεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μεθ’ ὕβρεων καὶ ποδοκροτημάτων, ὡς ἔγραφε σήμερον περὶ τοῦ φίλου μου συναδέλφου κ. Λεβίδου· (χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ἐκ τῶν ἐκκενουμένων ἀκροατηρίων καὶ θόρυβος εἰς τὸ τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων).
§44ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐξέλθετε εἰς τὰς ἐπαρχίας, μεταβῆτε μέχρι τῶν Πατρῶν διὰ νὰ ἴδητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν (Θόρυβος).
§45ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς αὐτὸς, δὲν εἶναι ὁ Ἀθηναϊκὸς λαὸς, εἶναι οἱ μισθωμένοι ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ἀτιμάζουσι τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν ἀπέδειξε τὴν ἑβδόμην Ἀπριλίου, ὅτι καταδιώκει τοὺς προδότας καὶ ἐμπιστεύεται ἡμᾶς· (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων τοῦ λαοῦ καὶ θόρυβος εἰς τὸ τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων).
§46Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἠδυνάμην, κύριοι, νὰ μεταδώσω εἰς ὑμᾶς τὴν ἀταραξίαν, τὴν ὁποίαν ἔσχον πρὸ τῶν ποδοκροτημάτων καὶ τῶν κραυγῶν, αἵτινες ἐξεῤῥάγησαν ἐκ τοῦ θεωρείου ἐκείνου κατ’ ἐμοῦ, ἤθελον σᾶς προσφέρει ἀληθῆ ὑπηρεσίαν, διότι οὐδὲν ταῦτα ἔχουσι καὶ πρὸς σᾶς καὶ πρὸς ἐμέ. Μὲ διέκοψαν ἀληθῶς, ἀλλὰ πρὸς στιγμὴν, καὶ δύναμαι νὰ συνεχίσω τὸν λόγον μου. Μόνον κακὸν ἤθελον μοὶ ἐπιφέρει νὰ γράψῃ ἡ «Ὥρα» αὔριον τὸ πρωΐ, ὡς ἔγραψε χθὲς περὶ τοῦ λόγου τοῦ κ. Λεβίδου, ὡς θέλει γράψει πιθανῶς αὔριον περὶ τοῦ λόγου τοῦ κ. Σιβιτανίδη, ὅτι διὰ ποδοκροτημάτων καὶ δι’ ὕβρεων ἀπεδοκίμασαν καὶ ἐμέ. Ἀλλ’ ἡ τύχη αὕτη δὲν μοὶ εἶναι δυσάρεστος· πρῶτον δὲν χωρίζομαι ἀπὸ δύο καλοὺς συναδέλφους, δεύτερον τὴν τύχην αὐτὴν μοὶ ἐπιβάλλει γνωστὸν δημοσιογραφικὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον ἔμαθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πῶς νὰ ἐκτιμᾷ καὶ πῶς νὰ πιστεύῃ. Δυσάρεστον εἶναι ἓν, ὅτι, ἂν οἱ κυβερνῶντες παριστῶσι τὴν πλειοψηφίαν, καὶ ἂν συνέπιπτεν οἱ συνάδελφοι Ὑπουργοὶ τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργείου καὶ ἐγὼ νὰ ἐτυγχάνομεν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι καθῆκον εἶχεν ἡ πλειοψηφία νὰ μᾶς καλέσῃ διὰ νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα γνωρίζομεν. Καὶ δύναται νὰ ἐκπλαγῇ τις διὰ τὰ Συνταγματικὰ ἤθη μας, ὅταν μάθῃ ὅτι παρόντες ἐν τῇ Βουλῇ καὶ προσφερόμενοι οἴκοθεν νὰ δώσωμεν ἀμυδρὰν εἴδησιν τῶν γενομένων, διακοπτόμεθα διὰ ποδοκροτημάτων τῶν ἀκροατηρίων, τὰ ὁποῖα τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἢ ἡ Ἀστυνομία κατήρτισε. Καὶ μὲ διέκοψαν κατὰ στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ἂν τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα, τὰ ὁποῖα εἶχον διατάξει νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ ὅρια, ἐτύγχανον ἐκεῖ προχθὲς, ὁ Ἐγιοὺπ πασσᾶς δὲν ἤθελε τολμήσει νὰ ἐπιδράμῃ ἐπὶ τὴν Ἑλληνικὴν χώραν, ἢ ἂν ἐτόλμα, ἤθελε διδαχθῆ ποῖαι ἦσαν αἱ ἀρεταὶ καὶ αἱ ἰδιότητες τοῦ Ἕλληνος στρατιώτου. Ἀλλὰ τέλος πάντων, κύριοι, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ γνώμη σας περὶ τῶν ἐπελθουσῶν εἰς τὴν Πατρίδα συμφορῶν, ἢ περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ προσεχῶς θέλει ἐκδηλώσει ζωηρότερον ὁ λαὸς τῶν μεγάλων ἐκείνων Ἐπικρατειῶν, τῶν ὁποίων αἱ Κυβερνήσεις ἔκριναν ἀναγκαῖον νὰ ποιήσωνται ἐκβίασιν ἡμῶν, καὶ ἂν ἡ γνώμη ὑμῶν εἶναι σταθερὰ καὶ ἀναλλοίωτος, ὅτι συμφοραὶ ἐπῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ποίαν αἱ συμφοραὶ αὗται δίδουσι δικαιολογητικὴν βάσιν εἰς ἐπιχειρήματα τόσον παράβολα, οἷα εἰσὶ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ θίγοντα τοὺς θεσμοὺς τῆς Χώρας, δι’ ἐπιθυμίας τοσοῦτον ἀκαίρου, οἵα εἶναι ἐκείνη νὰ ζητῶμεν νὰ κηρύξωμεν ὑπευθύνους τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ παραστήσωμεν αὐτοὺς ὡς αἰτίους τῆς κακοδαιμονίας τοῦ Τόπου! Περὶ πολλῶν ἄλλων ὀφείλομεν νὰ ἀπασχοληθῶμεν καὶ μεριμνήσωμεν σήμερον, οὐχὶ δὲ περὶ νομοθετημάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει ἐμποιήσει ἡμέραν τινὰ τὴν μεταμέλειαν καὶ εἰς τοὺς προτείνοντας καὶ εἰς τοὺς ψηφίζοντας καὶ εἰς τοὺς εἰσηγησαμένους αὐτὰ καὶ εἰς τοὺς ἐπιδοκιμάζοντας αὐτά. Ἂν νομίζετε, ὅτι διὰ τῶν νομοθετημάτων τούτων θέλετε νὰ ἐπαναγάγητε διαταραχθεῖσαν ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ τῶν δύο Ἐξουσιῶν· ἂν νομίζετε ὅτι δι’ αὐτῶν θέλετε μειώσει τὴν δύναμιν τοῦ Κοινοβουλίου διὰ νὰ μεταδώσητε τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον θέλετε ἀφαιρέσει ἀπ’ αὐτοῦ εἰς ἄλλην τινὰ Ἐξουσίαν, βεβαίως θέλετε πάντες μεταμεληθῆ. Τὴν δύναμιν τῶν Ἐξουσιῶν δὲν μεταδίδουσιν εἰς αὐτὰς οἱ νόμοι, ἀλλὰ προσπορίζει ἡ θέλησις καὶ ὁ χαρακτήρ. Ψηφίσατε ὅσους θέλετε νόμους, δὲν θέλετε ἀποκτήσει ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε. Ἐστὲ ὅμως ἄγρυπνοι, μήπως ψηφίζοντες τοιαῦτα νομοθετήματα, δὲν διαῤῥυθμίζετε, ἀλλὰ ἀναιρεῖτε τὸ Κοινοβούλιον, διότι τότε θέλετε σεῖς ἐγκαταστήσει ἐπικίνδυνον ἀνισοῤῥοπίαν, ἥτις θέλει θέσει εἰς κίνδυνον καὶ τοὺς θεσμοὺς τῆς Χώρας καὶ τὰς ἐν αὐτῇ Ἐξουσίας. Φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔχει ἀνάγκην τῶν θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δύο Ἐξουσιῶν ἡ ἀντιμετώπισις εἰσάγει τὸν ἀνταγωνισμὸν καὶ καθιστᾷ πιθανὴν τὴν διατάραξιν τῆς συμπράξεως αὐτῶν. Ἐὰν ἀναδράμητε εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς εἰκοσαετίας, θέλετε ἰδεῖ ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον τμῆμα τῆς εἰκοσαετίας ταύτης ἐγένοντο ἀπόπειραι πρὸς διατάραξιν τῆς κατὰ τὸ Σύνταγμα ἰσοῤῥοπίας τῶν δύο τούτων Ἐξουσιῶν, αἱ δὲ ἀπόπειραι αὗται ἐμείωσαν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κόσμου ἐπὶ τοὺς ἐργάτας τῶν ἀποπειρῶν ἐκείνων· ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν δυνηθῆτε νὰ ἐπαναφέρητε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, οὐδὲν ἀποκτᾶτε διὰ τῶν νόμων· θέλετε μόνον προκαλέσει πολιτικὰς κρίσεις, αἵτινες θέλουσι βλάψει τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος μας, διὰ τὰ ὁποῖα ἰδίως ὀφείλομεν νὰ ἐνδιαφερώμεθα. Ἀλλὰ θέλετε τὰ μάλιστα ζημιώσει καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατειργάσθησαν τὸν τελευταῖον τοῦτον ἀνταγωνισμόν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ διερμηνεύω, κύριοι, τὴν γνώμην μου, καὶ ἐλπίζω ὅτι διερμηνεύω καὶ τὴν γνώμην ἐκείνων τῶν συναδέλφων, οἵτινες περιεσώθησαν ἐπὶ τῶν θρανίων τῆς πτέρυγος ταύτης ἀπὸ τὴν λαίλαπα, τὴν ἐνσκήψασαν τὴν ὀγδόην Μαΐου. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι τὰ νομοσχέδια, ὡς διεσκευάσθησαν, θίγουσι καὶ τροποποιοῦσι θεμελιώδεις θεσμοὺς τοῦ Κράτους, ὅτι ἑπομένως καθῆκον ἔχομεν, νὰ ῥυθμίσωμεν τὴν πολιτείαν ἡμῶν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν αὐτῶν, καθ’ ὃν τρόπον ὀφείλουσι τὰ Κοινοβούλια νὰ ῥυθμίζωσι τὴν πολιτείαν των, ὅταν ὑποβάλλωνται εἰς αὐτὰ ἀντισυνταγματικὰ μέτρα. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι τὰ νομοθετήματα ταῦτα θέλουσιν ἐπιφέρει τὴν διαστροφὴν τῆς λειτουργίας τοῦ ὑπάρχοντος Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, καὶ ἐν βραχεῖ χρόνῳ θέλουσιν ἐπιφέρει καταστροφάς. Ἑπομένως τὴν γνώμην μου ὑπαγορεύει τὸ ἄκρον συντηρητικὸν φρόνημά μου, καὶ τοιοῦτον δείξατε καὶ πάντες ὑμεῖς, οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην ταύτην. Ἂς ἀποκρούσωμεν τὰ νομοθετήματα ταῦτα, ἀντιτιθέμενοι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν, ἐπροτάθησαν κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον χρόνου, ἧς ἕνεκα μᾶς δίδοται τὸ δικαίωμα νὰ θεωρήσωμεν αὐτὰ ὡς ὑβρίζοντα τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους, διότι καταγγέλλουσιν αὐτὴν ὡς ὑπαίτιον τῆς κακοδαιμονίας τῆς Χώρας· ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ προσενεχθῇ πρὸς τοῦτο μετὰ τῆς ἀξιοπρεπείας ἐκείνης, μεθ’ ἧς ὀφείλει νὰ προσφέρηται πρὸς τοὺς ὑβρίζοντας αὐτό· (εὖγε, εὖγε ἐξ ἀριστερῶν).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λομβάρδος θὰ ὁμιλήσῃ.
§48ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς ὥρας μόλις ἐργαζόμεθα.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ἐννέα ἡ ὥρα· αὔριον.
§51ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Λομβάρδε, μοὶ παραχωρεῖτε νὰ ὁμιλήσω ἐγώ; δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα.
§53ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον ἁπλῶς διὰ μικρὰν διαφωνίαν, ἡ ὁποία μὲ διῄρεσε πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος βουλευτήν.........
§54ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον (θόρυβος).
§55ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, οἱ φωνάζοντες αὔριον νομίζω, ὅτι προβάλλουν μίαν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἔλθουν νὰ τὴν ὑποβάλουν.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Παρετήρησα ὅτι συγχρόνως μὲ τὸν κ. Χατζόπουλον ἠθέλησε νὰ ἀναβῇ τὸ βῆμα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· ὑποθέτω, ὅτι πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ διὰ τοῦτο ἐὰν ἄλλος τις δὲν θέλῃ νὰ προβάλῃ τὴν ἀναβολὴν, τὴν προβάλλω ἐγώ.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8½ μ. μ.).