1886.03.24
2.457 στίχοι · 18.971 λέξεις · 105 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58
Τῆς 24 Μαρτίου 1886.
(Δευτέρα)
Ὥρα 3. Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ πάσης ἐργασίας θὰ γείνῃ ἡ κλήρωσις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἑορτὴν τῆς αὔριον. (Γίνεται ἡ κλήρωσις ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Παππαγεωργίου).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§3Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). (Ὅρα Παράρτημα.)
§4ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χαλκίδος Βουλευτὴς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου ἐξέφρασεν ἐπιθυμίαν νὰ καταθέσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων μέχρι τοῦδε ἐγγραφῶν εἰς τὸ πατριωτικὸν δάνειον καὶ περὶ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ δανείου τούτου χρημάτων. Τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην εἶχεν ἐκφράσει πρὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος καὶ ἐφημερίς τις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἀπό τινος ἔλαβεν ἐπισημότερόν τινα χαρακτῆρα· ἑπομένως ἔκτοτε ἐφροντίσαμεν νὰ συγκεντρώσωμεν τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ παρασκευασθείσας ἤδη κατατίθεμεν εἰς τὴν Βουλὴν. Δίδομεν μόνον προφορικῶς τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντα χρήματα ἀνέρχονται εἰς 2,276,140 δραχμάς· ὡσαύτως, ὅτι ἐκ τῆς πόλεως Βουκουρεστίου αἱ διατεθεῖσαι ὁμολογίαι ἀνέβησαν εἰς 2,100.
§5ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐστάλη χθὲς εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὑποθέτω, ὅτι θὰ φέρῃ ὑπογραφήν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπογράφεται «οἱ Ἕλληνες Βουκουρεστίου».
§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ πίναξ αὐτὸς περιέχει κατ’ ἐπαρχίας τοῦ ἐλευθέρου Κράτους καὶ κατὰ πόλεις ἐκτὸς τοῦ Κράτους τὸν ἀριθμὸν τῶν διατεθεισῶν ὁμολογιῶν.
§8ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ· νομίζω, ὅτι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν αἱ καταβολαὶ γίνονται εἰς χρυσόν. Γίνεται ὁ ὑπολογισμὸς αὐτὸς ἐν τῷ πίνακι;
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα πρὸς 1,20 τὸ φράγκον. Ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ποικίλων πληροφοριῶν, τῶν ὁποίων τὴν ἀνάγκην κατεδείκνυεν ἡ ἐφημερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας ἐμνήσθην, ὑπῆρχε καὶ ἡ πληροφορία ἡ συναφὴς μὲ τὴν ὑγιεινὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ· ἔκτοτε λοιπὸν παρεσκευάσθη πίναξ, καὶ καθ’ ἣν ὥραν ἠγόρευε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐθάῤῥησα νὰ διακόψω αὐτὸν διὰ νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἀνέφερε, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς. Λέγω ἐθάῤῥησα, διότι ἐστηριζόμην εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μοὶ εἶχε δόσει, ὅταν μοὶ ἐνεχείρισε τὸν πίνακα τοῦτον. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου ἐξάγεται, ὅτι οἱ νοσήσαντες κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἀνῆλθον εἰς 9,287, οἱ δὲ ἀποβιώσαντες εἰς 46 μόνον· οἱ νοσήσαντες κατὰ Νοέμβριον ἀνῆλθον εἰς 9,489 καὶ οἱ ἀποβιώσαντες εἰς 152· οἱ νοσήσαντες κατὰ Δεκέμβριον εἰς 10,575 καὶ οἱ ἀποβιώσαντες εἰς 254· οἱ νοσήσαντες κατὰ Ἰανουάριον εἰς 12,360, καὶ οἱ ἀποβιώσαντες εἰς 320, οἱ νοσήσαντες κατὰ Φεβρουάριον εἰς 11,035 καὶ οἱ ἀποβιώσαντες εἰς 272. Ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐμελέτησεν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων καὶ ἀνεῦρε τοὺς ἀναλόγους ὅρους τῶν νοσησάντων καὶ τῶν ἀποθανόντων πρὸς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ὑποδεεστέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀνεῦρεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος κατέθηκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς σημείωσιν διαφόρων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐπεθύμησε νὰ καταθέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν Βουλήν. Πᾶσαι αἱ πληροφορίαι αὗται, αἱ περιεχόμεναι ἐν τῇ σημειώσει τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, περιείχοντο ἐν τῷ καταλόγῳ, τὸν ὁποῖον ἡ ἐφημερίς, ἧς ἐμνήσθην, εἶχε δημοσιεύσει, καὶ ἔκτοτε ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα συγκεντρωθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ πολλαὶ ἐξ αὐτῶν εἶχον παρασκευασθῆ, σπεύδω νὰ καταθέσω ὅσας εὗρον παρεσκευασμένας, ἐπιφυλασσόμενος νὰ καταθέσω τὰς ὑπολοίπους ἐν προσεχεῖ τινι συνεδριάσει. Οὕτω καταθέτω τὸν συγκριτικὸν πίνακα τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων κατὰ τὰ ἔτη 1883, 1884 καὶ 1885. Τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ συναγάγῃ τις, μελετῶν τὸν πίνακα τοῦτον, εἰσὶ δυσάρεστα· διότι κατὰ τὸ 1885 αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις ἔκ τε τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς ἐξαγωγῆς καὶ ἐκ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα πληρόνονται διὰ τὰ ὑπὸ διαμετακόμισιν τιθέμενα ἐμπορεύματα καὶ ἐκ ποινῶν λαθρεμπορίων καὶ ἐξ ἐγγείων φόρων καὶ ἐκ διαφόρων ἄλλων δικαιωμάτων, ἦσαν ὑποδεέστεραι τῶν κατὰ τὸ 1884 κατὰ δραχ. 2,827,515:14. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ἀκριβὲς ποσόν, καθ’ ὅ εἶναι ἐλάσσονες αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1885, διότι κατὰ τὸ 1884 εἰσεπράττοντο τελωνιακὰ τέλη καὶ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου πετρελαίου. Ἑπομένως, ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1885 ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου, τὰ Τελωνεῖα δὲν εἰσέπραττον πλέον τελωνιακὰ τέλη τοιαῦτα· ἑπομένως, ἐὰν ἀφαιρεθῇ τὸ ἀναλογοῦν ποσὸν ἐξ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσπραχθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐκ τοῦ εἰσαγομένου πετρελαίου, ἀναβαῖνον εἰς δραχμὰς 1,155,191:26, τότε αἱ εἰσπράξεις, αἱ κατὰ τὸ 1885 γενόμεναι, εἰσὶν ἐλάσσονες τῶν κατὰ τὸ 1884 κατὰ δραχ. 1,672,000. Φυσικῷ δὲ τῷ λόγῳ εἰσὶ πολλῷ ἐλάσσονες τῶν κατὰ τὸ 1883 πραγματοποιηθεισῶν, διότι γνωρίζει ἤδη ἡ Βουλή, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἐκ τῶν Τελωνείων κατὰ τὸ 1884 ἦσαν ἐλάσσονες τῶν κατὰ τὸ 1883. Αἱ εἰσπράξεις λοιπὸν, αἱ κατὰ τὸ 1885, εἰσὶν ἐλάσσονες τῶν κατὰ τὸ 1883 κατὰ δραχμὰς 4,663,898· ἐὰν δὲ ἀφαιρέσητε ἐξ αὐτῶν τὸ 1,155,126 ἐκ τελῶν εἰσαγωγικῶν ἐκ τοῦ πετρελαίου, ἡ ἐλάττωσις ἀνέρχεται εἰς 3,508 χιλιάδας.
§10ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὰ ὑπολογισθέντα ποία εἶναι ἡ διαφορά;
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν τὸ περιέχει ὁ πίναξ, ἀλλὰ εἶναι εὔκολον νὰ εὑρεθῇ. Δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συγκεντρώσωμεν πλήρεις τὰς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος ζητηθείσας πληροφορίας περὶ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων κατὰ τοὺς μῆνας τοῦ ἀρξαμένου ἔτους 1886, διότι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Φεβρουαρίου δὲν εἶναι συγκεντρωμένα ἀκόμη, εἶναι ὅμως τοῦ Ἰανουαρίου. Τὸν πίνακα δὲ τοῦτον ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ προηγούμενα ἔτη καταθέτω. Μεταξὺ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας παρίστα ὡς ἀναγκαίας ἵνα καταθέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν Βουλὴν ἡ περὶ ἧς εἶπον πρὸ μικροῦ ἐφημερίς, ὑπῆρχον καὶ πληροφορίαι περὶ τῶν ποσῶν τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου περὶ τοῦ καπνοῦ νόμου ἐν παραβολῇ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα ὑπὸ τὸ προϋπάρξαν σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ διὰ τῶν κοπτηρίων. Εὐτυχῶς αὐτὴν ταύτην τὴν πληροφορίαν ἀνεῦρον ζητουμένην καὶ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Παρνασσίδος ἐν τῇ σημειώσει, ἣν κατέθεσε εἰς τὸ Προεδρεῖον. Σπεύδω λοιπὸν νὰ καταθέσω καὶ τὸν πίνακα τοῦτον. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον ἀπὸ τῆς 11 Σεπτεμβρίου, ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1885 εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 600,073,49 καὶ ἀπεκτήθη δικαίωμα νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἀλλὰ δὲν εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου δραχμαὶ 768,339, δηλαδὴ παρήγαγεν ὁ νόμος κατὰ τὸ εἰρημένον διάστημα πρόσοδον δραχμῶν 1, 368,412,15. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τάξεις τινὲς τῶν μετερχομένων τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ ἔχουσι τὸ εὐεργέτημα κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου νὰ δηλώνωσιν, ὅταν ἐκθέτωσιν εἰς κατανάλωσιν τὸν καπνόν των, ἀλλὰ νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον εἰς τρεῖς δόσεις. Ἐπειδὴ ἐπληρώθη ἡ πρώτη δόσις κατὰ τὸ 1885, αἱ δόσεις, αἵτινες θέλουσι πληρωθῆ κατὰ τοὺς μῆνας τοῦ 1886, ἀνάγονται εἰς ποσὰ δηλωθέντα κατὰ τὸ 1885, εἰς δὲ τὸ ὅλον ποσὸν συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ εἰσπραχθὲν ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐκ τοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαχθέντος καπνοῦ. Οὗτος δὲ ἀνέρχεται εἰς ὀκάδας 17,217. Τὸ ποσὸν, τὸ εἰσπραχθὲν κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτηρίων κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ 1884, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 1,117,101, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαχθέντος καπνοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνῆλθεν εἰς ὀκάδας 10,000. Οὕτω λοιπὸν οἱ μελετήσαντες τὸν πίνακα τοῦτον θέλουσιν εὑρεῖ, ὅτι εἰσεπράχθησαν 247,240 δραχμαὶ περισσότεραι κατὰ τὸ ἔτος 1885 τῶν κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ ἔτους 1884. Ἐπειδὴ δὲ συναφὴς μὲ τὴν μεταβολὴν τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ὑπῆρξε καὶ ἡ διαχείρισις καὶ ἡ διάθεσις τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ παλαιοῦ νόμου, σπεύδω νὰ ὑποβάλω κατάστασιν καὶ περὶ τούτου. Εἶχον δαπανηθῆ διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ κοπτηρίων πρὸς ἀγορὰν ὑλικοῦ δραχμαὶ 105,494. Ἐξ αὐτῶν ἐπωλήσαμεν ὅσα ἠδυνήθημεν καὶ εἰσεπράξαμεν δραχμὰς 52,562, ὑπολείπονται ἀκόμη ἐννέα ἀγγλικαὶ καπνοκοπτικαὶ μηχαναὶ, διὰ τὰς ὁποίας ἐδαπανήθησαν 29,300 δραχμαὶ περίπου, καὶ ἄλλα διάφορα προσέτι μηχανήματα καὶ ἔπιπλα πρὸς ἐκποίησιν. Ἐπίσης συναφὴς ἦτο ἡ ὑπόθεσις τῶν καταστημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐνοικιασθῆ διὰ καπνοκοπτήρια. Εὐτυχῶς ἔληγε πασῶν τῶν ἐνοικιάσεων ὁ χρόνος κατὰ τὰ τέλη Δεκεμβρίου· ἐφροντίσαμεν ὅμως νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς ζημίας τοῦ Δημοσίου κατὰ 17,619, πείσαντες πολλοὺς τῶν ἐνοικιαστῶν νὰ διαλύσωσι τὰ συμβόλαια τῆς ἐνοικιάσεως πρὸ τῆς προθεσμίας ἢ ὑπενοικιάσαντες τινὰ τῶν καταστημάτων τούτων διὰ τὸ ἀπὸ 11 Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου διάστημα. Ἡ σπουδαιοτέρα πληροφορία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐζήτησε νὰ μεταδώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ 1884. Τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1883, συνταχθέντα καὶ περατωθέντα ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐδημοσίευσεν ἤδη ἡ ὑπηρεσία καὶ εἶναι, ὑποθέτω, καὶ εἰς χεῖρας ὑμῶν. Ὁ Ἀπολογισμὸς ὅμως τοῦ 1884 συνετάχθη, ἐβασανίσθη καὶ ἐδόθη πρὸς τύπωσιν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναβάλω νὰ καταθέσω τὰς, ὡς εἴρηται, ζητηθείσας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, ἔσπευσα νὰ φροντίσω νὰ παρασκευασθῶσιν ἀντίγραφα τοῦ Ἀπολογισμοῦ τούτου, καὶ αὐτὰ καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐντὸς δὲ ὀλίγων ἡμερῶν θέλει δημοσιευθῆ καὶ ὁ Ἀπολογισμὸς οὗτος. Εἶναι ὅμως, νομίζω, ἐπιβεβλημένον νὰ ποιήσωμαι ἀνάλυσίν τινα τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ 1884, οὐχὶ μόνον διὰ νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν γενικάς τινας πληροφορίας ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, ἀλλὰ καὶ διότι ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσαγαγὼν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐποιησάμην μνείαν τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Ἀπολογισμοῦ τοῦ 1884. Καὶ ἀνέφερα πιθανοὺς ὑπολογισμοὺς καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἔμελον νὰ βεβαιωθῶσι καὶ εἰσπραχθῶσι, καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἔμελον νὰ ἐνταλθῶσι καὶ πληρωθῶσιν. Ἀλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν, παρεστάθησαν ὑπό τινων ὡς μὴ πραγματικαὶ, ὡς πεπλανημέναι, καί τινες μάλιστα μοῦ ἐξετόξευσαν τὴν κατηγορίαν, ὅτι δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον τότε περὶ τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Ἀπολογισμοῦ τούτου, ἐσκόπουν νὰ κατασυκοφαντήσω τῶν προκατόχων μου. Ἑπομένως καθῆκον ἔχω νὰ ἀπομακρύνω ἀπ’ ἐμοῦ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀσθενεστάτους δισταγμούς, τοὺς ὁποίους αἱ τοιαῦται κατ’ ἐμοῦ γενόμεναι αἰτιάσεις ἠδύναντο νὰ ἀφήσωσιν εἴτε ἐν τῇ συνειδήσει τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, εἴτε ἐν τῇ συνειδήσει τῶν συμπολιτῶν μου. Ὅταν εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὰ μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου γνωστὰ ἀποτελέσματα, ὑπελόγιζον δὲ τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα μέχρι τέλους τῆς χρήσεως καὶ ἔλεγον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπέθετα ὅτι ἤθελον βεβαιωθῆ ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων κατὰ τὸ 1885 ὀλιγώτερα κατὰ 18,989,892. Τώρα, ὅτε ἐτελείωσεν ἡ χρῆσις καὶ συνετάχθη ὁ Ἀπολογισμὸς καὶ ἐξευρέθησαν οὐχὶ πλέον τὰ πιθανὰ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα, γίγνεται δῆλον, ὅτι τὰ βεβαιωθέντα κατὰ τὸ 1884 ἔσοδα ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων οὐχὶ κατὰ 18,989,892, ὅσα προεῖπον, ἀλλὰ κατὰ 19,949,390 δραχμάς. Ἂν λοιπὸν ἔσφαλα κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, δὲν ἔσφαλα τότε μετὰ σκοποῦ συκοφαντίας, διότι παρέστησα ἀποτυχίαν ἐλάσσονα τῆς ἀληθοῦς. Ἑπομένως, ἐνῷ τὰ προϋπολογισθέντα ἀνήρχοντο εἰς 86,122,950, ἐβεβαιώθησαν 66,173,560. Συνέβη δὲ τοῦτο ἕνεκα τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπετεύχθησαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τινων ἐκ τῶν φορολογικῶν νόμων, ὧν τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν μικρότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προέβλεπον οἱ τὸν Προϋπολογισμὸν συντάξαντες. Οὕτω π. χ. ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου ἐβεβαιώθη ποσὸν κατὰ 2,199,855 ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ· ἐκ τοῦ φόρου τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ἐβεβαιώθη ποσὸν κατὰ 1,332,923 ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος· ἐκ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου ἐβεβαιώθη ποσὸν κατὰ 2,178,186 ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος· ἐκ τῶν τελωνιακῶν τελῶν ἐβεβαιώθη ποσὸν κατὰ 3,336,872 ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος· ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἐβεβαιώθη ποσὸν κατὰ 7,022,425 ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος· ἐκ τῶν ἐγγείων φόρων ἐβεβαιώθη ποσὸν κατὰ 966,000 ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος· ἐκ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου ἐβεβαιώθη 716,000 ποσὸν ὀλιγώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος· ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος ἐβεβαιώθη ποσὸν ὀλιγώτερον κατὰ 395,000 τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον προϋπελογίσθη· ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν δημοσίων κτημάτων καὶ τῆς προσόδου αὐτῶν ἐβεβαιώθη ποσὸν ὀλιγώτερον κατὰ 952,000 ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχε προϋπολογισθῆ, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς προσόδου τοῦ μονοπωλίου τῶν παιγνιοχάρτων ἐβεβαιώθη ποσὸν κατὰ 318,000 ὀλιγώτερον ἢ ὅσον εἶχε προϋπολογισθῆ. Ὅσα μέχρι τοῦδε εἶπον ἀποτελοῦσι τὸ πόρισμα τοῦ περιορισμοῦ τῶν βεβαιωθέντων εἰς 66,173,560. Ὀφείλω νὰ κάμω παραβολὴν τῶν προϋπολογισθέντων καὶ πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα. Τὰ εἰσπραχθέντα μέχρι τέλους τῆς χρήσεως εἰσὶν ὀλιγώτερα τῶν βεβαιωθέντων κατὰ 5,429,393, ἐνῷ, ὅταν εἰσήγαγον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, εἶχον προαγγείλει ὅτι τὰ εἰσπραχθέντα ἤθελον εἶσθαι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 5,051,894. Οὕτω δὲ τὰ γενόμενα ἤδη γνωστὰ ἀποτελέσματα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἶπον ὀλιγώτερον ποσὸν ἀπὸ τὸ πραγματικόν, διότι ἡ διαφορὰ εἶναι μεγαλειτέρα ἢ ὅσην προέβλεπον ὅτι ἤθελε πραγματοποιηθῆ. Οὕτως ἔχομεν προϋπολογισθέντα 86,122,950, εἰσπραχθέντα 60,744,163, ἑπομένως εἰσπραχθέντα ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων 25,378,787, ἐνῷ προεἶπον τότε ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἤθελεν εἶσθαι μόνον 24,031,787, ἑπομένως οὐ μόνον δὲν ἠδικήσαμεν τότε ἢ ἀναιτίως κατηγορήσαμεν, ἀλλ’ ἐβελτιώσαμεν τὴν θέσιν τῶν προκατόχων.
§12ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, ἂν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἥτις ἔδωκεν ὑμῖν τὰς διὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1884 σημειώσεις, παρέλειψε νὰ δώσῃ ὑμῖν τὸν λόγον, οὗ ἕνεκεν δὲν κατελογίσθησαν εἰς ὄφελος τῆς χρήσεως τοῦ 1884 εἰσπράξεις σπουδαίου ποσοῦ ἀναγόμενα βεβαίως εἰς τὴν χρῆσιν ταύτην καὶ κακῶς ὑπολογισθεῖσαι εἰς ὄφελος τῆς χρήσεως τοῦ 1885. Κατὰ τοὺς μῆνας 8βριον καὶ 9βριον τοῦ 1885 φαίνονται εἰσπραχθεῖσαι ἐξ ἐσόδων κεκλεισμένων χρήσεων δραχμαὶ 1,765,181, ἐνῷ κατὰ τοὺς αὐτοὺς μῆνας τῶν προηγουμένων ἐτῶν δὲν εἰσεπράχθη οὐδὲ τὸ τρίτον τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν κεκλεισμένων χρήσεων.
§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω πρόχειρον τὴν σημείωσιν. Γνωρίζετε, ὅτι οἱ Ταμίαι, εἰσάγοντες εἰς τὸ Ταμεῖον τὰ ἐκ τῶν κρατήσεων τῶν συντάξεων χρήματα, εἰσάγουσιν, αὐτὰ δι’ εἰδικοῦ ἐντάλματος· τὸ ἔνταλμα τοῦτο ἐξεδόθη διὰ δραχμὰς 943,000, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο ἴσως δυνατὸν νὰ καταλογισθῇ ὡς ἔσοδον τῆς χρήσεως τοῦ 1884, ἀλλὰ τῆς ἑπομένης. Ἡ διαφορὰ ὅμως ἐκ τοῦ εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος καταλογισμοῦ τοῦ ποσοῦ τούτου εἶναι τοσοῦτον μικρὰ, ὥστε ἥκιστα βελτιόνει τὴν θέσιν τῶν προκατόχων καὶ ἂν αἱ περὶ ὧν πρόκειται 900,000 περίπου ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ μνημονευθὲν ἔλλειμμα τῶν δραχμῶν 25,378,787, πάντοτε εἶναι μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προέβλεπον κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§14ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλοτε δὲν ἐγίνετο τοῦτο, ἀλλ’ ἐξεδίδετο ἐγκαίρως τὸ ἔνταλμα.
§15Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἔνταλμα ἐξεδόθη ἐπὶ ἑνὸς τῶν κεντρικῶν Ὑποταμείων, ἀλλὰ τοῦτο εἰσήγαγεν αὐτὸ τὴν ἑπομένην τῆς λήξεως τῆς χρήσεως ἡμέραν. Τώρα ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα τῆς παραβολῆς τῶν ἐξόδων πρὸς τὰ ἔσοδα. Προϋπελογίσθησαν ἔξοδα 85,814,598.54, ἐψηφίσθησαν πιστώσεις ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωτικαὶ 19,204,242.62, ἐγένετο ἐπαναφορὰ πιστώσεων 468,759.28 δραχμῶν· ἑπομένως τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν προϋπολογισθέντων ἐξόδων ἀνέρχεται εἰς 105,487,600. Ἐνετάλησαν ἐντὸς τῆς χρήσεως πρὸς πληρωμὴν δραχμαὶ 91,575,261.88, ἑπομένως τὰ ἐνταλθέντα πρὸς πληρωμὴν ἔξοδα ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 13,912,338.56. Ἐκ τῶν ἐνταλθέντων 91, 575,261.88 ἐπληρώθησαν 91,346,783.80, ἤτοι ὀλιγώτερον ποσὸν κατὰ 228,478, ἕνεκα ἀκυρώσεως ἐνταλμάτων καὶ ἐκπτώσεως. Ἑπομένως τὰ πληρωθέντα εἰσὶν ὀλιγώτερα κατὰ 14,140,816. Κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ τὰ μὴ πραγματοποιηθέντα ἔξοδα ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἀνήκουσιν εἰς τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις· διότι αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι ἰδίως διὰ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς, ἀνέρχονται εἰς 16,461,773, ἐξ ὧν ἔμειναν ἀδιάθετοι 9,893,478. Ἑπομένως αἱ τακτικαὶ πιστώσεις, αἵτινες ἔμειναν ἀδιάθετοι, ἦσαν 4,247,338 δραχμαί. Συμπέρασμα ἐξάγεται ἐκ τούτων, ὅτι τὰ πραγματοποιηθέντα τακτικὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 84,778,488.80, τὰ πραγματοποιηθέντα τακτικὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 60,744,163. 85, ἑπομένως ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἀνέρχεται εἰς 24,034,324.95. Καὶ εἶχον ἀληθῶς ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε εἰσῆγον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἤθελεν ἀναβιβασθῇ εἰς 24,300,000 δραχμὰς, ἐνῷ τὸ πραγματικὸν περιωρίσθη εἰς 24,034,324.95· ἑπομένως ἠδίκησα τοὺς προκατόχους μου κατὰ 266,000. Τοιουτοτρόπως τὰ ἐλλείμματα τῶν δύο ἐτῶν 1883 καὶ 1884 ἀνῆλθον εἰς 33,292,637.79, διότι εἰς 9,258,312.84 ἀνῆλθε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883, εἰς 24,034,324.95 τοῦ 1884. Τοιουτοτρόπως τὸ ἔλλειμμα τῶν 33,000,000 περιέπλεξε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ δανείου ἤθελε προσπορισθῆ διὰ νὰ ἀποτίσῃ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη τοῦ Δημοσίου, καὶ ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσφύγῃ εἰς συνομολόγησιν προσωρινῶν δανείων ἢ προκαταβολῶν, καὶ αὐτὰ τὰ δάνεια καὶ αἱ προκαταβολαὶ περιέπλεξαν τὴν διαχείρισιν. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀντίγραφον τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ 1884 καὶ τὸν συνοδεύοντα αὐτὸν γενικὸν λογαριασμὸν τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1885. Ἐπειδὴ δὲ περὶ ἀπολογισμοῦ ὁ λόγος, ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς κατὰ τὸν χρόνον τῆς σχολῆς των νὰ σκεφθῶσιν, ἵνα κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον κανονίσωμεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ θέλει προβῆ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν Ἀπολογισμῶν· διότι οἱ Ἀπολογισμοὶ κατηρτίσθησαν κατὰ χρονολογίαν καὶ ἀναδρομικῶς, ἤτοι τῶν ἐτῶν 1884, 1883 καὶ 1882, καὶ προοδευτικῶς τῶν ἐτῶν 1866 καὶ ἐντεῦθεν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε κανονίσει τρόπον τινὰ ἐξελέγξεως, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε σπεύσει νὰ ὑποβάλῃ καὶ τούτους τοὺς Ἀπολογισμοὺς κατὰ τὴν ἐρχομένην Σύνοδον, καὶ οὕτως ἡ Βουλὴ ἤθελε προβῆ εἰς ἐργασίαν, ἥτις εἶναι λίαν ἀναγκαία πρὸς τακτοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν. Μεταξὺ τῶν πληροφοριῶν, αἵτινες ἐζητήθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος καὶ αἵτινες μοὶ εἶχον ἐνδειχθῇ ὡς ἀναγκαῖαι καὶ ἐκ τῆς ἐφημερίδος περὶ ἧς ἐγένετο λόγος, ἦτο καὶ λογαριασμὸς τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἐκ τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων. Τὴν πληροφορίαν ταύτην δίδω μετὰ τοσοῦτον μεγαλειτέρας εὐχαριστήσεως ἐφ’ ὅσον τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναφέρω, δὲν συμβιβάζονται μὲ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐλάβομεν ἐκ τῶν δανείων τούτων ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ διότι εἶπεν ὅτι ἐλάβομεν 67,000,000.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι ἐλάβετε, ἀλλ’ ὅτι ἐκ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων ἐδαπανήσατε 67,000,000, ἐκ τῶν ἐκτάκτων πόρων ἐν γένει.
§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡμεῖς ἐκτάκτους πόρους εἴχομεν τὰ δάνεια ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, τὸ πατριωτικὸν δάνειον, τὴν τοποθέτησιν 10,000,000 ἐντόκων γραμματίων, τὴν ἐκποίησιν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ πόροι.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ αἱ εἰσφοραί.
§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴχομεν καὶ τὰς εἰσφοράς. Ἐπειδὴ δὲν ἐπραγματοποιήσαμεν τὸ δάνειον τῶν 100,000,000, ἐπειδὴ ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐδαπανήσαμεν ἐλάχιστον ποσὸν καὶ δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἐπειδὴ δὲν ἐπωλήσαμεν τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, δὲν ἔμενον ἄλλοι πόροι, εἰμὴ τὰ δάνεια ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, τὸ πατριωτικὸν δάνειον καὶ αἱ εἰσφοραί. Διὰ τοῦτο, λέγω, ὑπέθεσα, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου λέγων ὅτι ἐδαπανήσαμεν 67,000,000 ἐνόει ὅτι εἴχομεν λάβει αὐτὰ ἐκ τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν δίδει σήμερον, ἐννοεῖ, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν πόρων τούτων τὰ ἐδαπανήσαμεν. Καὶ αἱ μὲν εἰσφοραὶ δὲν ἀνέρχονται, εἰμὴ εἰς 100 χιλιάδας δραχμὰς, τὸ δὲ πατριωτικὸν δάνειον ἀπέφερε μόνον 2,000,000 καὶ ἑπομένως καὶ ἂν αἱ εἰσφοραὶ ἀνέρχονται εἰς 1,000,000, ἔπρεπε νὰ λάβωμεν τὰ 64,000,000.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Ἀναγινώσκει κατάλογον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον λόγῳ δανείου ἀπὸ διαφόρους Τραπέζας καὶ Τραπεζίτας).
§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀνανεώσαμεν προκαταβολὰς 2,500,000 κεφάλαιον, ἀνανεώσαμεν προκαταβολὰς 4,000,000 κεφάλαιον, γίνεται ποσὸν 6,500,000, εἰς τὰ ὁποῖα δέον νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ τόκοι οἱ πληρωθέντες ἐκ 500,000. Λοιπὸν ἐλάβομεν 7,000,000· ἀπὸ τὰ 7,000,000 εἶναι τὰ 2,500,000 ἀπὸ προκαταβολὴν γενομένην τὴν 27 Δεκεμβρίου 1884 καὶ 4,000,000 ἐπίσης καὶ οἱ τόκοι αὐτῶν 490,000· ἑπομένως τὸ πραγματικὸν ποσὸν εἶναι 110,000· ὥστε τὰ 7,000,000 δὲν εἶναι χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἡμεῖς, ἀλλ’ εἶναι ἀνανέωσις συμβάσεως διὰ προκαταβολὰς, τὰς ὁποίας εἶχον λάβει οἱ προκάτοχοι. Ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον καταθέτω, περιέχει καθ’ ἡμέραν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας εἰς μεταλλικόν. Καὶ λέγω καθ’ ἡμέραν, διότι ἀναφέρονται ἐνταῦθα. Ἀνέρχονται δὲ τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς 13,992,909 ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς μεταλλικὸν, 2,000,000 εἰς μεταλλικὸν ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, 800,000 εἰς μεταλλικὸν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Ἀλλὰ τὰ χρήματα ταῦτα δὲν τὸ ἐλάβομεν ὅλα. Ἐλάβομεν 13,992,909 ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ τὰ 2,000,000 τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης συνεψηφίσαμεν εἰς προκαταβολὰς τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, καὶ ἀντὶ νὰ θεωρήσωμεν τὰ 2,000,000 ὅτι τὰ ἐλάβομεν εἰς μεταλλικὸν, πρέπει νὰ μὴ τὰ θεωρήσωμεν οὕτως, ὡς καὶ τὰς 800,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν ἐκ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας δὲν τὰς ἐλάβομεν ὡσαύτως, διότι ὑπῆρχεν ἀνοικτὸς λογαριασμὸς μετὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅστις εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 800,000· ὥστε ἐκ τῶν Τραπεζῶν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδανείσθημεν εἰς μεταλλικὸν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, εἶναι 13,962,909. Ἐκ τῶν 13,962,909 δραχμῶν ἐπληρώσαμεν 2,000,000 εἰς τὸ Crédit Lyonnais, ἐξοφλήσαντες προκαταβολὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, καὶ προσέτι 150,000 εἰς τόκους αὐτῆς. Ἐπληρώσαμεν 400,000 εἰς τόκους τοῦ 1824, 1825 εἰς χρυσὸν καὶ 100,000 εἰς τόκους τοῦ δανείου τῶν 25,000,000. Τοιουτοτρόπως ἐπληρώσαμεν 2,000,000 εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν μεταβαλόντες τὴν προκαταβολὴν εἰς δάνειον ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, 800,000 εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἀντὶ τοῦ μετὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ αὐτῆς, 2,150,000 εἰς τὸ Crédit Lyonnais, καὶ ἄλλας 150,000 ἐπίσης εἰς τὸ Crédit Lyonnais, ὥστε τὸ ὅλον 4,950,000. Ὥστε ἐὰν ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 13,962,909, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τῶν 2,000,000 ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν τῶν 800,000 ἀπὸ τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ἀφαιρέσετε 4,950,000, μένουσιν 11,812,909. Ἐλάβομεν ὅμως καὶ δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, ἀνέρχονται εἰς 35,232,674 παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς 1,731,000 παρὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, εἰς 800,000 παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, τὸ ὅλον 37,766,674. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν εἰς μεταλλικὸν καὶ εἰς γραμμάτια, πλὴν τῶν πληρωμῶν, τὰς ὁποίας ἐκάμομεν πρὸς ἐξόφλησιν προκαταβολῶν ἢ μετατροπὴν δανείων, εἴχομεν καὶ πληρωμὰς ἄλλας, τὰς ὁποίας ἦτον ὑπόχρεον τὸ ταμεῖον νὰ κάμῃ. Ἐδαπανήσαμεν λοιπὸν εἰς προπαρασκευὰς, τὸ δὲ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήσαμεν, εἶναι ὑποδεέστερον τῶν 47,000,000, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν παρουσιάσθη ὅλος ὁ λογαριασμὸς, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἀπὸ ὑποχρεώσεων ἐκ συμβάσεων. Μεταξὺ τῶν πληροφοριῶν, τῶν ζητηθεισῶν, ὑπάρχουσι καὶ πληροφορίαι συναφεῖς μὲ τὰς προκαταβολὰς, τὰς ληφθείσας ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνομολογήσεως αὐτοῦ μέχρι τοῦδε. Πίνακας περιέχοντας τὸ ποσὸν τὸ προκαταβληθὲν, τοὺς πληρωθέντας τόκους καὶ προμηθείας, τὸ ποσὸν τὸ ἐξοφληθὲν εἴτε εἰς ἀνανέωσιν, εἴτε εἰς πληρωμὰς, καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὑπολειπόμενον καταθέτω πρὸς γνῶσιν τῆς Βουλῆς. Ἡ σημείωσις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, κατέθηκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον, περιέχει καὶ ἕτερά τινα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζω νὰ φέρω εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μᾶς φέρητε καὶ κατάλογον ὅλων τῶν προχείρων καὶ βραχυπροθέσμων δανείων.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλω φέρει καὶ τοιοῦτον.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τρία νομοσχέδια ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1885 ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων, τῶν ὁποίων αἱ ψηφισθεῖσαι πιστώσεις δὲν ἐπήρκεσαν. Ἐπίσης ὑποβάλλω πέντε ἕτερα νομοσχέδια ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους· πάντα συνοδεύονται μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἐν ᾗ ἐμφαίνεται ὁ λόγος τῆς ζητουμένης πιστώσεως. (Ὅρα Παράρτημα).
§25ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἔφερε τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν του καὶ παρακαλῶ νὰ φέρῃ ταύτας ὅσον τὸ δυνατὸν τάχιστα, καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ πόσοι τῶν ἐπιστράτων ἐκλήθησαν εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, πόσοι ἐκ τούτων καὶ ἐκ τῶν λοιπῶν ἐπιστράτων ἐξῃρέθησαν καὶ ἀπεστάλησαν εἰς τὰς πατρίδας των, ζητῶ δὲ ὀνοματικὸν κατάλογον ἐν γένει τῶν ἐξαιρεθέντων ἐπιστράτων καὶ κληρωτῶν κατ’ Ἐπαρχίας καὶ Δήμους, πόσοι δηλαδὴ ἐξῃρέθησαν ἀπὸ τὰ διάφορα στρατολογικὰ γραφεῖα τῶν Νομῶν καὶ πόσοι ἀπὸ τὴν ἀνωτάτην ὑγειονομικὴν ἐπιτροπὴν, πόσοι ἔλαβον ἀδείας ἀναῤῥωτικάς, καὶ πόσοι ἀπουσιάζουσι λαβόντες ἀδείας κατ’ οἶκον νοσηλείας, ἤ τι τῶν τοιούτων, πόσοι ἀπεσπάσθησαν εἰς διάφορα γραφεῖα ἢ ἄλλας ἐλαφρὰς ἢ ἰδανικὰς ὑπηρεσίας· ὀφείλω νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦδε ὅτι μετ’ ἀγανακτήσεως ἔμαθον, ὅτι σκανδαλώδεις ἐξαιρέσεις καὶ ἀπολύσεις ἔλαβον χώραν, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσωσι νὰ δώσωσι πληροφορίας, διότι εἶναι ἄδικον καὶ σκληρὸν, ἐμπνέον ἀπογοήτευσιν πλήρη, νὰ γίνωνται τὰ τοιαῦτα ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ.
§26Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐξεπλάγην, τὸ ὁμολογῶ, βλέπων τὸν κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τυγχάνῃ τόσον εὐερέθιστος. Ὡς βουλευτὴς εἶχον καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω πληροφορίας, τὰς ὁποίας αὐτὸς ὡς Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ φέρῃ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ καθῆκόν του καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς· ἐγὼ εἶχον μάθει, ὅτι ἐξῃρέθησαν οὐχὶ 700, ὡς λέγει, ἀλλὰ χιλιάδες δύο ἢ τρεῖς, τὸ ὁποῖον, κύριε Ὑπουργέ, θὰ σᾶς ἀποδείξω, ἐὰν δὲν τὸ γνωρίζετε σεῖς.
§28Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τώρα θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω.
§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐζήτησα νὰ φέρῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς κατάστασιν τῶν ἐξαιρεθέντων, ἀποσπασθέντων καὶ λαβόντων ἀδείας ἀναῤῥωτικὰς καὶ ἐξηγέρθη, διότι ᾐσθάνθη τὸν νυγμόν, διότι ὑπάρχει τις πληγή, νομίζω, θιγομένη διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης· ἐγὼ ἔμαθον, ἤκουσα λεγόμενα πολλά, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἐπικυρώσω πρὶν λάβω τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα παρὰ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν. Ἀφοῦ λάβω ταύτας, θὰ ἐξακριβώσω τὰ καταγγελλόμενα ἂν εἶναι ἀκριβῆ ἢ μή. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ στρατηγὸς γενόμενος κατ’ ἰδίαν ἐκλογήν, νὰ νομίζῃ ὅτι, διότι ἀνῆλθεν εἰς τὴν βαθμίδα τοῦ στρατηγοῦ, ὅτι εἶναι ἀλάνθαστος εἰς τὰ στρατιωτικὰ (ἱλαρότης). Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκεν ἀδείας. Ἐζήτησα πληροφορίας περὶ τῶν λαβόντων ἀδείας κατ’ ὄνομα καὶ κατ’ Ἐπαρχίαν, καὶ εἶναι σκανδαλώδη τὰ διαδιδόμενα. Ὅταν 70,000 Ἕλληνες ὑπηρετοῦν εἰς τὰς τάξεις τῆς Πατρίδος, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσιν ἐξαιρέσεις καὶ ἀποσπάσεις εὐεργετικαί· ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰσότητος, καὶ δὲν πρέπει οἱ μὲν νὰ ὑπηρετῶσιν ὡς δοῦλοι καὶ ἄλλοι συγγενεῖς ἢ φίλοι ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας νὰ τυγχάνωσι προστασίας ἀδικαιολογήτου· δὲν πρέπει νὰ δίδηται τοιοῦτο κακὸν παράδειγμα εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ὅταν ἔλθωσιν αἱ πληροφορίαι, θέλει ἀποκαλυφθῆ πᾶσα ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν ἂς εἶναι βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω καλύψει. Εἶχον πάντοτε καὶ θὰ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν, ὑψῶν φωνὴν ὑπὲρ τῶν πολλῶν ὑπὲρ Πατρίδος ταλαιπωρουμένων ἐν τοῖς στρατοπέδοις καὶ παρὰ τὰ σύνορα καὶ ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος Ἑλληνοπαίδων καὶ ἐναντίον τῶν ἀπρεπῶς, ἵνα μὴ εἴπω ἐθνοβλαβῶς, προστατευσάντων, ἀποσπασάντων καὶ ἐξαιρεσάντων τοὺς φίλους καὶ οἰκείους.
§30Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§31ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ κατάλογος νὰ περιέχῃ ὄχι μόνον τοὺς ἐξαιρεθέντας ἀπὸ τὴν ἀνωτάτην ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς χιλιάδες δύο περίπου, ὡς μὲ βεβαιοῦσιν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐξαιρεθέντας ἀπὸ τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια κατ’ Ἐπαρχίας καὶ Δήμους.
§32ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ ἐξαιρεθέντες ἀπὸ τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια δὲν ἀπελύθησαν· αὐτοὶ ὑπηρετοῦν καὶ εἶναι ὀλίγιστοι.
§33ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐνταῦθα συνηθροίσθησαν περὶ τὰς 30 ἢ 35,000 ἄνδρας. Ἐξ αὐτῶν πάμπολλοι ἀπεστάλησαν κακῶς εἰς τὰ Στρατολογικὰ Συμβούλια τοῦ Νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἐνῷ κατήγοντο ἀπὸ τοὺς Νομοὺς τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος. Οὕτω δὲ ἐξῃρέθησαν πολλοὶ κακῶς, παρανόμως, ὡς ἀνίκανοι, ἐνῷ εἶναι ἱκανώτατοι ὡς μὲ βεβαιοῦσι.
§34Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ἀρξαμένη προχθὲς πολιτικὴ συζήτησις εἶναι τῷ ὄντι σπουδαιοτάτη, καὶ ὡς τοιαύτη ἐκρίθη παρὰ παντὸς τοῦ Ἔθνους· τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδεμίαν γινώσκω ἐποχὴν ἐκ τῶν νεωτέρων τῆς Πατρίδος ἡμῶν, ἥτις λόγῳ σπουδαιότητος δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν στιγμὴν ταύτην. Προκειμένου περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ἔχομεν ἀνάγκην ἡμεῖς, οἵτινες θὰ ἐκφέρωμεν τὴν ἡμετέραν γνώμην καὶ ἐτυμηγορίαν, νὰ γινώσκωμεν πράγματα οὐ μόνον σύγχρονα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὀλίγον προγενέστερα αὐτῆς, διότι διὰ τῆς ἀλληλουχίας καὶ ἐξετάσεως αὐτῶν δύναται ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἀληθῆ αὑτοῦ γνώμην. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν καταθέσῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, τὰς ἑξῆς πληροφορίας· πρῶτον μὲν ποία ἦτο ἡ δύναμις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ παρελθόντος ἔτους εἰς ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας· δεύτερον, ποῖον ὑλικὸν πολέμου εὗρεν εἰς τὰς διαφόρους ἀποθήκας τοῦ Κράτους· τρίτον, ποίας ἐκκρεμεῖς παραγγελίας περὶ τοῦ ὑλικοῦ ἠδυνήθη νὰ συλλέξῃ. Παρακαλῶ αὐτὸν συγχρόνως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εὑρέθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐργασία ἐκκρεμὴς ἐπὶ τῶν διαφόρων θέσεων τῶν συνόρων ὁμοία πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπ’ ἐσχάτων εἴδομεν δημοσιευθεῖσαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Σχινᾶ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν εὗρεν ἐκκρεμῆ ἐργασίαν περὶ στρατιωτικῶν ὁδῶν, καθὼς καὶ ἐκκρεμῆ ἐργασίαν περὶ τῆς λεγομένης τότε συγκλήσεως τῆς ἐφεδρείας καὶ ὁποίαν. Ἔτι τὸν ἀριθμὸν τῶν κτηνῶν τοῦ στρατοῦ. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ ὁμοίας πληροφορίας, ἐφ’ ὅσον ἀνάγονται εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν, τουτέστι τὴν δύναμιν τῶν ἀνδρῶν τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ποῖον ὑλικὸν πολέμου εὗρεν εἰς τὰς ναυτικὰς ἀποθήκας τοῦ Κράτους. Ἐὰν εὗρε σημειώσεις περὶ παραγγελθέντος ὑλικοῦ πολέμου· διότι, κύριοι, ἂν δὲν ἔχωμεν τὰς πληροφορίας ταύτας, δὲν θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ παρελθόντος, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ὡς ἐτέθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Πρὶν ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ταύτην, εἶχον καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ζητήσω τὰς πληροφορίας αὐτάς.
§35ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἔτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται αἱ τορπίλλαι.
§36Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συμπληρωτικῶς προτείνω νὰ δοθῇ σημείωσις τῶν προμηθειῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν τῷ ἀπηύθυνα, νὰ φέρῃ σημείωσιν τῶν ἀπαλλαγέντων.
§38Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀποκρύψω, κύριοι, ὅτι ἠπόρησα, ὅτε ἤκουσα, ὅτι ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς Κυβερνήσεως προσκαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς· ἡ ἀπορία μου αὐτὴ μετεβλήθη εἰς ἀγανάκτησιν μετὰ τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, διότι παρετήρησα, ὅτι κατεδικάσθημεν νὰ παρασταθῶμεν θεαταὶ νέας μονομαχίας ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς εἴδομεν πολλάκις συναφθείσας μεταξὺ τῶν δύο Πρωθυπουργῶν καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν ἠθελήσαμεν νὰ λάβωμεν μέχρι τοῦδε μέρος, ἀπαξιοῦμεν δὲ νὰ μετάσχωμεν καὶ ἤδη, διότι νομίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ κατατριβῇ ὁ πολύτιμος χρόνος τῆς Βουλῆς εἰς ἀκρόασιν ἀντεγκλήσεων. Ἐλπίζω νὰ δοθῇ εὐκαιρία, ὅπως ἐξετασθῇ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ ἡ πολιτεία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ, τότε δὲ θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἀμφότεροι οἱ κύριοι οὗτοι εἶναι παραίτιοι, ὁ εἷς περισσότερον καὶ ὁ ἄλλος ὀλιγώτερον τῆν παρούσης καταστάσεως, τῆς ὁποίας τὴν ἀθλιότητα πάντες ἀνομολογοῦμεν. Ἠπόρησα, εἶπον, ὅτε ἤκουσα, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, διότι μετὰ τὴν σπουδὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔδειξε κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ παρελθόντος φθινοπώρου, οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνεδριάζωμεν φθίνοντος τοῦ μηνὸς Μαρτίου, διὰ νὰ συζητήσωμεν νέα νομοσχέδια πρὸς συμπλήρωσιν τῶν παρασκευῶν, καὶ νὰ ἀκροαζώμεθα στατιστικῶν πληροφοριῶν καὶ θορυβωδῶν ἐπερωτήσεων. Δὲν εἶχε παρέλθει ἐντελῶς τὸ θέρος, ὅτε παρὰ τὸν Αἷμον ἔλαβον χώραν φοβερὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνετάραξαν καὶ συνεκίνησαν πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν, καὶ κατὰ συνέπειαν τῶν ὁποίων ἐξηγέρθη τὸ δημόσιον φρόνημα, ἀπαιτοῦν νὰ παρασκευασθῇ τὸ Ἔθνος, ὅπως λάβῃ ἐγγυήσεις πρὸς περιφρούρησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὸ δημόσιον τοῦτο φρόνημα ἀκολουθοῦσα ἡ Κυβέρνησις, ἢ διὰ νὰ εἴπω καλλίτερον ὑπὸ τοῦ φρονήματος τούτου ῥυμουλκηθεὶς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς πολλάκις εἶπεν ὁ ἴδιος, ἐπεδόθη εἰς πυρετώδεις παρασκευάς· συνεκάλεσε πέντε ἡλικίας καὶ ἀπῄτησεν ὥστε οἱ ἔφεδροι νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐντὸς 48 ὡρῶν, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶχεν οὔτε στρατῶνας, οὔτε ἐνδύματα, οὔτε τὰ ἄλλα ἀναγκαῖα πρὸς σύνταξιν αὐτῶν. Ἐπανέφερε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐκάλεσε δὲ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον καὶ ἀπῄτησε παρ’ αὐτῆς νὰ τῇ παράσχῃ ὅλα τὰ δυνατὰ μέσα διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰς παρασκευάς, καθ’ ὃν τρόπον ἐνόει· ἡ δὲ Βουλὴ συνελθοῦσα κατεσπευσμένως παρεχώρησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πάντα ὅσα ἀπῄτησεν, ἐπεψήφισε δὲ, ἐκτὸς τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὰς παρασκευὰς, ἀνεξετάστως δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους, καὶ πολλὰ ἄλλα νομοσχέδια τῆς ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα ἐνόμισε κατάλληλα νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Μετὰ τὴν σπουδὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ἐπιστεύομεν πάντες, ὅτι ἦτο ἐγγὺς ὁ χρόνος τῆς ἐνεργείας, ἠκούομεν μάλιστα νὰ λέγεται τοῦτο καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς Ὑπουργούς· ἐὰν δὲν ἠμποδίζετο ἡ Κυβέρνησις νὰ δράσῃ, ἀπεδίδετο τοῦτο εἰς τὴν μεσολάβησιν τοῦ χειμῶνος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐθεωρεῖτο, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ καὶ εὔκολος ἡ ἐνέργεια εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Δυστυχῶς ὅμως καὶ αἱ ἐλπίδες τῆς Βουλῆς καὶ αἱ διαβεβαιώσεις τῶν Ὑπουργῶν διεψεύσθησαν ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Εἶχεν ἤδη παρέλθει καὶ ὁ δεύτερος μὴν τοῦ χειμῶνος καὶ τότε ἠκούσθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσυλλογίσθη, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ συντάξῃ τὸν στρατὸν εἰς ταξιαρχίας καὶ μεραρχίας, πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον προεκάλεσε πληθὺν προβιβασμῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν εἴδομεν ἀκόμη νὰ χρησιμοποιήσῃ. Μετὰ τοῦτο ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ καλέσῃ ἐνταῦθα τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων διὰ νὰ λάβῃ παρ’ αὐτῶν πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ στρατός· μετὰ δὲ τὰς πληροφορίας ταύτας ἐνόησε, φαίνεται, ὅτι ἔλιπον ἀπὸ αὐτὸν πολλὰ μέσα ἀκόμη, καὶ τότε ἀπέστειλε τὸν γενικὸν ἐπιμελητὴν τοῦ στρατοῦ εἰς Ἰταλίαν διὰ νὰ προμηθευθῇ κτήνη, καὶ συνεκάλεσε δύο ἀκόμη ἡλικίας πρὸς ἐπαύξησιν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ἐνόησε προσέτι, ὅτι δὲν ἔχει τοὺς ἀναγκαίους ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι δὲν ἔδιδον εἰς αὐτὴν τὴν εὐκολίαν νὰ κατασκευάσῃ τοιούτους βαθμολόγους. Εἶδεν ἀκόμη, ὅτι ἐξηντλήθησαν τὰ χρηματικὰ μέσα, διότι δὲν κατώρθωσε νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον τῶν 100 ἑκατομμυρίων, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιψήφησιν ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Μολονότι δὲ ἔλεγεν ἄλλοτε, ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ μὲ ὅ,τι ἔχει καὶ μὲ ὅ,τι δὲν ἔχει, συνησθάνθη ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ τίποτε, διότι ὅ,τι δὲν ἔχει τις εἶνε μηδὲν, καὶ ἐκ τοῦ μηδενὸς μηδενικὰ μόνον καὶ οὐχὶ μεγάλα ἔργα δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ἠναγκάσθη λοιπὸν ἕνεκα τούτου νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν, καὶ ἐν ᾧ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τοῦ πρώτου μηνὸς τοῦ ἔαρος, ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθησαν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύναται νὰ συμπληρώσῃ τὰς παρασκευὰς καὶ νὰ ἐνεργήσῃ. Πάντα ταῦτα κατ’ ἐμὲ μαρτυροῦσιν ἔλλειψιν προνοίας καὶ ἐμβάλλουσιν εἰς δισταγμοὺς τὸ Κοινὸν, τὸ ὁποῖον ἀρχίζει νὰ φοβῆται καὶ νὰ ὑποπτεύῃ μήπως μέχρις οὗ συμπληρωθῶσιν αἱ παρασκευαί, ἐξαντληθῶσιν ὅλα ἡμῶν τὰ μέσα, καὶ καταπονηθῇ ὁ Τόπος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀρχῆς ἐπιστεύσαμεν, ὅτι ἔμελλε νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀλλ’ ὅσον, κύριοι, καὶ ἂν εἶνε ἀξιοκατάκριτος ἡ τακτικὴ αὕτη τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγε μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Βουλήν, συνδέονται καὶ ἐξυπηρετοῦσι τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀρχῆς ἀπεφάσισε νὰ ἐγκολπωθῇ. Τὴν πολιτικὴν δὲ ταύτην ἐνέκρινε καὶ ὑπεστήριξεν ἡ Βουλή, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἀπεφάσισε νὰ ὑποστηρίξῃ ἀνεξελέγκτως καὶ ἀνεξετάστως. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς παρούσης Συνόδου συνάδελφοί τινες ἐκ τῶν ἀνηκόντων μάλιστα εἰς τὴν τάξιν τῶν στενῶν φίλων τοῦ Πρωθυπουργοῦ, μὴ πιστεύοντες εἰς τὸ ἀλάνθαστον τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον οἱ Πρωθυπουργοὶ τῶν τελευταίων τούτων χρόνων ζητοῦσιν ἐπιμόνως νὰ καθιερώσωσιν, ἠθέλησαν νὰ λάβωσιν ἐκτενεῖς πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καὶ αἱ διπλωματικαὶ σχέσεις καὶ ὁ στρατὸς εὑρίσκοντο, νομίζοντες δὲ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν αἱ πληροφορίαι αὗται νὰ δοθῶσιν ἐν φανερᾷ συνεδριάσει, ἀπῄτησαν μυστικὴν συνεδρίασιν· τὴν ἀπαίτησιν δὲ ταύτην ὑπεστήριξαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν μὲν στενοὶ φίλοι τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν ἦσαν καὶ τοσοῦτον ἀπομεμακρυσμένοι ἀπ’ αὐτοῦ, ὅσον εἶνε ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου. Ἀλλ’ ἡ ἀπαίτησις ἐματαιώθη, ἂν καὶ ἡ Βουλὴ, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ἐφαίνετο διατεθειμένη νὰ τὴν παραδεχθῇ, διότι δὲν ἠθέλησαν, λέγω, νὰ συναινέσουν, οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὔτε ὁ κ. Τρικούπης. Ὁ μὲν κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν οὔτε ἐν φανερᾷ, οὔτε ἐν μυστικῇ συνεδριάσει οὐδεμίαν ἀπὸ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐφαίνοντο ὅτι ἔμελον νὰ ζητήσουν οἱ εἰσαγαγόντες τὴν πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως. Ἐπίσης δὲ καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου διετείνετο ὅτι δὲν εἶναι πρέπον καὶ ὀρθὸν, οὔτε συμφέρον εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὸν Τόπον, νὰ δοθῶσιν αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι, καὶ ὅτι οὐδὲν θέλει λάβει μέρος εἰς τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἡ Βουλὴ, ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ἀπεφάσισε τότε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ τινὸς ἐξελέγξεως καὶ ἄνευ τινὸς ἐξετάσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καὶ σήμερον πρέπον ἦτο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ συζήτησιν τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων. Ἠπόρησα δὲ, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Τρικούπην νὰ ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐμφανιζομένη προχθὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ἔφερεν ἐνώπιον αὐτῆς πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ στρατὸς, τὰ οἰκονομικὰ καὶ αἱ διπλωματικαὶ σχέσεις τῆς Ἐπικρατείας, καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις παρέβη τὸ καθῆκον τοῦτο, συνέλεξεν αὐτὸς τοιαύτας, ἀγνοῶ πόθεν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν στηριζόμενος συνεπέρανεν ὅτι κακῶς πολιτεύεται ἡ Κυβέρνησις, καὶ κατέληξεν εἰς πρότασιν ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ἤθελον, κύριοι, ἐννοήσει τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ἂν ἀντὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, ἔφερεν ἐνώπιόν σας πρότασιν καθαρὰν ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, περὶ τοῦ ἐὰν πρέπῃ νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐπιστρατεία, ἐπαυξανομένων μάλιστα τῶν ἐξοπλισμῶν, ἢ νὰ ἀφοπλισθῶμεν, ἤθελον, λέγω, ἐννοήσει τὸν κ. Τρικούπην, ἐὰν στηριζόμενος εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχει, ἢ νομίζων ὅτι μετεβλήθησαν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, ἕνεκα τῶν ὁποίων μᾶς συνεβούλευεν ἄλλοτε νὰ παρέχωμεν ἀνεξετάστως πάντα ὅσα ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις, ἔφερεν ἤδη ὡρισμένην γνώμην, ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Τότε ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἔχει ἐνώπιόν της δύο γνώμας, ἢ δύο προτάσεις: ἀφ’ ἑνὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία σᾶς λέγει ὅτι ἐμμένουσα εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀπ’ ἀρχῆς διετύπωσε, καὶ εὑρίσκουσα ἀνεπαρκῆ τὰ μέχρι τοῦδε χορηγηθέντα, ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων θέλει προμηθευθῇ χρήματα, ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου προτείνοντος ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ ζητούμενα πρὸς ἐπαύξησιν τῶν ἐξοπλισμῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς ὑπαρχούσας δυνάμεις, μὲ ἄλλας λέξεις ν’ ἀφοπλισθῶμεν. Ἄν, κύριοι, ἐτίθετο καθαρὸν ἐνώπιον ἡμῶν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ζήτημα, τότε ἕκαστος ἤθελε συμβουλευθῆ τὴν συνείδησίν του καὶ ἤθελε ψηφίσει κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις αὐτῆς· διότι φρονῶ, ὅτι προκειμένου περὶ τοσούτῳ μεγάλου ζητήματος, εἶναι ἀνάξιος τῆς θέσεώς του ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἐπηρεασθῆ ἀπὸ κομματικοὺς ὑπολογισμοὺς, καὶ ὁ ὁποῖος δίδων τὴν ψῆφόν του, ἤθελε συλλογισθῆ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, τὶς ἤθελε κατέλθει ἕνεκα τούτου ἀπὸ τὴν Ἐξουσίαν καὶ τὶς ἤθελεν ἀνέλθει εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τοιοῦτον πραγματικὸν ζήτημα, ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ δὲ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ζήτημα προσωπικὸν, ὅπερ μεθερμηνευόμενον καταλήγει εἰς τὸ ἑξῆς: Καταβιβάσατε αὐτοὺς ἀπὸ τὴν Ἐξουσίαν, καὶ ἀναβιβάσατε ἄλλους, δηλαδὴ ἡμᾶς. Ζήτημα τοιοῦτο νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, διότι γνωστὸν εἶναι ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς παρούσης Βουλῆς εἶναι προϊὸν τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος πανηγυρικῶς κατεδίκασε τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Τρικούπη. Μὲ ὅλα δὲ τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν πτῶσιν αὐτοῦ διεπράχθησαν ἴσως, βλέπετε ὅτι ὀλίγιστοι ἔντιμοι συνάδελφοι ἐφάνησαν μέχρι τοῦδε μεταμελούμενοι καὶ προσερχόμενοι εἰς τὴν μερίδα αὐτοῦ. Πάντες δὲ οἱ ἄλλοι ἐπιμένομεν φρονοῦντες, ὅτι προσεφέραμεν μεγίστην ἐκδούλευσιν εἰς τὴν Πατρίδα, ἐργασθέντες καὶ καταπείσαντες τὸν λαὸν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας νὰ καταψηφίσῃ τοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους καὶ νὰ καταβιβάσῃ τὸ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργεῖον ἀπὸ τὴν Ἐξουσίαν, διότι ἀνοικταί εἰσιν ἀκόμη αἱ πληγαὶ, τὰς ὁποίας ἡ τριετὴς αὐτοῦ διοίκησις κατέφερεν εἰς τὴν Χώραν ἡμῶν, οἱ δὲ περὶ τὸν κ. Τρικούπην φαίνονται, ὅτι ἐπιθυμοῦσι τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ ὄχι διὰ νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμᾶς διέπραξεν, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀνοίξῃ πληγὰς ἔτι βαθυτέρας τῶν πρώτων. Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρότασίν του ὁ κ. Τρικούπης καὶ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μένῃ ἐλευθέρα εἰς τὴν ἐνέργειάν της καὶ νὰ μὴ δεσμεύηται δι’ ὑποσχέσεων πρὸς τὴν Βουλήν. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀσπασθῶ τὴν θεωρίαν ταύτην, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁμοιάζει μὲ ἄλλην τινὰ θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἠκούομεν ἐπαναλαμβανομένην κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ τότε ἔλεγον οἱ περὶ τὸν κύριον Τρικούπην, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἀπόλυτον, ἀλλ’ ὅτι ὁ Βασιλεὺς περιορίζεται εἰς τὴν ἐξάσκησιν αὐτοῦ ἀπό τινας κανόνας συνταγματικοὺς, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἔθετον κατὰ τὸ δοκοῦν, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ ἡ θεωρία αὕτη εἰς οὐδὲν ἀπέβλεπεν εἰμὴ εἰς ἐνίσχυσιν τῆς πρωθυπουργικῆς παντοκρατορίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποδίδω κατὰ μέγα μέρος τὴν κακὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ἐγὼ, κύριοι, ἔχω ἄλλας ἰδέας περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, φρονῶ δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν σπουδαῖον δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ, ἂν δὲν ἔχῃ τὰ ἀπαιτούμενα μέσα· ἐπειδὴ δὲ τὰ μέσα μόνη ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία χορηγεῖ, ἕπεται, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἶναι ἐκείνη, ἥτις κανονίζει τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῆς ὁποίας δεσμεύεται ἡ Κυβέρνησις εἰς πᾶσαν αὑτῆς ἐνέργειαν. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἰπῇ, τί θέλει συμβῆ, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελον μεταβληθῆ αἱ περιστάσεις, καὶ ἤθελε χρειασθῆ ν’ ἀλλάξῃ ἡ ἅπαξ ὑποτυπωθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐνέργεια; ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελεν ἐρωτηθῆ ἡ Βουλή· ἐὰν δὲ καὶ αὕτη νομίζῃ, ὅτι μετεβλήθησαν αἱ περιστάσεις καὶ πρέπει ὡς ἐκ τούτου νὰ μεταβληθῇ ἡ ἐνέργεια, θέλει βεβαίως μεταβάλει ἀπόφασιν, καὶ θέλει χορηγήσει τ’ ἀπαιτούμενα μέσα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται εἰς πᾶσαν ἐνέργειαν, ἐφαρμόζεται ὅμως ἀπαραιτήτως, προκειμένου περὶ ἐπιστρατεύσεως ἢ ἀποστρατεύσεως· διότι ναὶ μὲν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ καλέσῃ τὴν ἐπιστρατείαν, ἀλλ’ ἡ πρόσκλησις εἶναι ἐκ τῶν πράξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ λάβουν οὐδὲ ἀρχὴν ἐκτελέσεως, ἂν δὲν ἐγκριθῶσι καὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν· διότι κατὰ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα ἐπιστρατείας, ὀφείλει τὸ Διάταγμα τοῦτο νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ εὐθὺς εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἦναι παροῦσα, ἂν δὲ ἡ Βουλὴ τυγχάνῃ ἀποῦσα, ὀφείλει νὰ συγκαλέσῃ ἀμέσως αὐτήν. Τί ἄλλο σημαίνει τοῦτο, ἢ ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς; διότι μέχρις οὗ φθάσῃ νὰ κοινοποιηθῇ εἰς τοὺς διαφόρους Δήμους τοῦ Κράτους, καὶ προσέλθωσιν οἱ ἐπίστρατοι, θὰ μεσολαβήσῃ ἀρκετὸς καιρὸς καὶ θέλει δυνηθῆ ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο. Ὥστε, κύριοι, δέν μοι φαίνεται, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κύριος Τρικούπης ἰσχυριζόμενος ὅτι ἠναγκάσθη νὰ θέσῃ ζήτημα πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ζήτημα προσωπικὸν, ἀντὶ νὰ θέσῃ ζήτημα πραγματικὸν, τεῖνον καθαρῶς εἰς ἀπόκρουσιν τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ τεθῇ σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι ὅπως δυνηθῇ ἕκαστος τῶν βουλευτῶν νὰ δώσῃ κατὰ συνείδησιν τὴν ψῆφόν του ἐπ’ αὐτοῦ, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξελέγξῃ αὐστηρῶς πάντα τὰ γενόμενα· ὁ ἔλεγχος δὲ οὗτος θέλει ἀπαιτήσει πολὺν χρόνον, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρὶν ἢ ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσολογγίου ὑποβάλῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὤφειλεν, ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς, ὤφειλε, λέγω, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσαγάγῃ ὅλας τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ νὰ σχηματίσῃ ἕκαστος τῶν βουλευτῶν τὴν πεποίθησίν του. Τὸ αὐτὸ δὲ λέγω καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐὰν φρονῇ ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἢ ἐὰν νομίζῃ ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ ἀποφύγῃ, ἀφοῦ προστατεύεται ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὀφείλει καὶ αὐτὴ νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην· ἐὰν δὲ φρονῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γίνῃ εἰς φανερὰν συνεδρίασιν, δύναται νὰ προκαλέσῃ μυστικήν· διότι, ἂν δὲν προηγηθῇ ἔλεγχος αὐστηρὸς καὶ λεπτομερὴς, οὐδεὶς δύναται μετὰ συνειδήσεως νὰ ψηφίσῃ οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατά· διότι, ἐὰν ψηφίσῃ ὑπὲρ, θέλει καταδικάσει ἀνεξετάστως καὶ ἀνεξελέγκτως μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἵσταται εἰς τὴν θέσιν της μὲ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· ἐὰν δὲ πάλιν θελήσῃ νὰ καταψηφίσῃ, θέλει ἀναλάβει εὐθύνην δι’ ὅλας τὰς μέχρι τοῦδε πράξεις τῆς Κυβερνήσεως· νομίζω δὲ, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὴν διάθεσιν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὴν τόλμην, νὰ ἀναλάβῃ εὐθύνην διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνήθη ἀποχρώντως νὰ ἐξελέγξῃ. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τόν τε ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου καὶ τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν νὰ θέσουν ἐκποδὼν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· διότι, καθὼς εἶπον, ἐὰν ἐπιμένουν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ μακρὸς ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ πόσον καιρὸν θέλει ἀπαιτήσει καὶ πόσας ἡμέρας θέλει καταδαπανήσει. Βεβαίως, κύριοι, θέλει γίνει μίαν ἡμέραν ἔλεγχος ἀκριβὴς καὶ αὐστηρὸς τῆς πολιτείας τῶν τελευταίων δύο Κυβερνήσεων, καὶ ἐκ τοῦ ἐλέγχου τούτου θέλει ἀποδειχθῆ τίς εὐθύνεται περισσότερον καὶ τίς ὀλιγώτερον διὰ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς ἣν σήμερον εὑρισκόμεθα. Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀληθὴς καὶ πραγματικὴ παρασκευὴ πάσης Χώρας εἶναι ἡ οἰκονομικὴ παρασκευὴ, καὶ ἂν ὁμολογῆται παρὰ πάντων, ὅτι διὰ τὴν οἰκονομικὴν παρασκευὴν καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἑνὸς Τόπου ἀπαιτεῖται ἡ τακτοποίησις ὅλων τῶν κλάδων τῆς Διοικήσεως, φρονῶ, ὅτι ἀμφότεροι οἱ ἔξοχοι οὗτοι ἄνδρες ὀλίγον ἔχουν νὰ καυχηθῶσι τόσον διὰ τὴν οἰκονομικήν των πολιτικὴν, ὅσον καὶ διὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς Διοικήσεως. Διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ ἀκριβῶς ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις χώρας τινὸς ἐν ὡρισμένῃ ἐποχῇ, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν κατὰ πρῶτον λόγον ἡ κατάστασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας πίστεως, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου. Παραβάλατε, ἐὰν θέλετε, ποῦ εὗρον καὶ ποῦ περιήγαγον τὰ οἰκονομικὰ ἀμφότεραι αἱ Κυβερνήσεις αὗται ὑπὸ τὴν τριπλῆν ταύτην ἔποψιν, καὶ θέλετε ἴδει κατὰ πόσον ἀμφότεραι ἠστόχησαν. Ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν ὁ κ. Τρικούπης, εὐκολώτατον ἦτο νὰ ἐξισωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, ἤρκει νὰ μὴ ψηφισθῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 δαπάναι τινὲς περιτταὶ, αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν, ἢ ἤρκει νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας ἡ δεκάτη, ἀπὸ τὴν κατάργησιν τῆς ὁποίας ὠφελήθησαν πολλὰ οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται, ἀλλ’ ἐλάχιστα ὁ γεωργικὸς λαός· ἤρκει, λέγω, ἓν ἀπὸ τὰ δύω ταῦτα νὰ γίνῃ καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ἤθελεν εἶναι ἐξισωμένος. Φαντασθῆτε δὲ ὁποῖον μέγα κατόρθωμα ἤθελεν εἶναι διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ ἀπόκτησις πραγματικοῦ ἰσοζυγίου, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσου πόθου ἐπιζητοῦμεν. Ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας πίστεως εἶχε φθάσει εἰς πολὺ ἐπίζηλον καὶ ἀνθηρὸν βαθμὸν, τὸ δὲ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐκδοθὲν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν πρὸς 373 δραχμὰς, ἐκαλύφθη δὶς, τὰ δὲ χρεώγραφα ἐπωλοῦντο μὲ ὑπερτίμησιν καὶ ἐπλησίαζεν ἡ τιμὴ αὐτῶν νὰ φθάσῃ τὰς δραχμὰς 400. Περιπλέον ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα εἶχον συνομολογηθῆ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὑπῆρχον εἰς τὸ ταμεῖον πολλὰ χρηματικὰ ποσὰ, καὶ πολὺ ὑλικὸν πρὸς χρῆσιν τοῦ στρατοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν δαπανῶν τῶν προηγουμένων ἐτῶν ἐπερίσσευον 29 ἕως 30 ἑκατομμύρια. Τοιαύτη ἦτον ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Ποία δὲ ἦτο ὅτε κατῆλθεν; Ὁ μὲν Προϋπολογισμὸς ἦτο ἀδύνατον πλέον νὰ ἐξισωθῇ· διότι, καθὼς ἠκούσατε καὶ πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἡ χρῆσις τοῦ 1884 ἀφῆκεν ἔλλειμμα 24,000,000, ἡ δημοσία πίστις εἶχε καταπέσει καὶ διὰ τοῦτο τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, ἐκδοθὲν πρὸς φράγκα 346,50, δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ καλυφθῇ· ἐνῷ δὲ εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ χορηγήσαντες τὴν προκαταβολὴν νὰ λάβουν μέγα μέρος τῶν ὁμολογιῶν αὑτοῦ πρὸς δραχμὰς 330, δὲν ἠθέλησαν νὰ κάμουν χρῆσιν τοῦ δικαιώματός των, διότι προέβλεπον μεγαλειτέραν ἔκπτωσιν. Τὸ χειρότερον δὲ εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ τριετὲς ἐκεῖνο διάστημα ἐπεβλήθησαν πολλοὶ φόροι καὶ ηὔξησεν ἡ φορολογία τοῦ Τόπου κατὰ 60%. Καὶ διὰ νὰ μᾶς παρηγοροῦν, ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς φορολογεῖται λίαν ἐλαφρῶς καὶ ὅτι ἡ φορολογία αὐτοῦ εἶναι ἐπιδεκτικὴ μεγαλειτέρων διαστάσεων. Ἀλλ’ ἐὰν εἴχομεν καιρὸν, ἤθελον σᾶς ἀποδείξει διὰ στατιστικῶν πληροφοριῶν, ὅτι οὐδεὶς εὐρωπαϊκὸς λαὸς φορολογεῖται ἀναλόγως τοῦ εἰσοδήματός του βαρύτερον ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· οἱ δὲ φρονοῦντες, ὅτι ὁ Ἕλλην πληρώνει ὀλιγώτερα ἀπὸ τὸν Ἄγγλον, ἤθελον ἐννοήσει τὴν πλάνην των, ἐὰν ἐλάμβανον τὴν τόλμην νὰ ἐφαρμόσουν ἐν Ἑλλάδι τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἀγγλίας, κατὰ τὸ ὁποῖον μένουν ἀφορολόγητα τὰ κατώτερα τῶν 80 λιρῶν εἰσοδήματα, τὸ δὲ τελωνιακὸν Δασμολόγιον περιλαμβάνει ὀλίγα τινὰ ἀντικείμενα, καὶ ταῦτα πολυτελείας· ὥστε οἱ ἄνθρωποι τῆς κατωτέρας καὶ τῆς μέσης τάξεως μένουν σχεδὸν ἀφορολόγητοι, ἐνῷ ἐνταῦθα τὰ πάντα φορολογοῦνται καὶ πάντες ὑποκύπτουσιν εἰς φόρους βαρυτάτους. Δυστυχῶς, κύριοι, καὶ ἡ διάδοχος τοῦ κ. Τρικούπη Κυβέρνησις δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς προσδοκίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐστηρίζετο κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, διότι καὶ αὕτη οὐ μόνον δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ βελτίωσίν τινα τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν παρέλαβεν, ἀλλ’ ἀπεναντίας τινὰ ἐκ τῶν μέτρων αὐτῆς συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ τὴν χειροτερεύσουν ἔτι μᾶλλον· διότι πρῶτον μὲν δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμῃ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ὑπέσχετο, ἔπειτα ἂν καὶ ἔλεγεν, ὅτι παρέλαβεν ἐξ ἀπογραφῆς, ἠλάττωσέ τινα τῶν ἐσόδων καὶ ηὔξησε τινὰ τῶν ἐξόδων· καὶ δὲν ἦσαν μὲν μεγάλα τὰ ποσὰ ταῦτα, ἀλλ’ ὁ παραλαμβάνων μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπογραφῆς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα, νομίζω, νὰ κάμῃ παραχαράξεις. Περιπλέον ἔδειξε μεγάλην καὶ ἀδικαιολόγητον σπουδὴν εἰς τὸ νὰ μεταβάλῃ ὅλα σχεδὸν τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰσαγάγει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι καί τινα ὠφέλιμα διὰ τὸν Τόπον. Ἕνεκα τούτου καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὄχι μόνον δὲν ἠνορθώθησαν τὰ οἰκονομικὰ, ἀλλὰ κατέπεσαν ἔτι μᾶλλον. Ἠκούσατε προχθὲς ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι τινὲς ἐκ τῶν κρατούντων ὡς ἐνέχυρον τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ἐζήτησαν ἀπὸ αὐτὸν νέον περιθώριον διὰ νὰ ἦνε ἐξησφαλισμένοι διὰ τὰς προκαταβολάς των· ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησίν των, διότι κατὰ τὴν γνώμην του ἤθελε καταβιβάσει ἔτι μᾶλλον τὴν δημοσίαν πίστιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πολλὰ ὀλίγον συντελεῖ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς πίστεως του ὁ ὀφειλέτης ἐκεῖνος, ὅστις ἀρνεῖται νὰ δώσῃ εἰς τὸν δανειστήν του νέας ἐγγυήσεις, ἀφοῦ αἱ προϋπάρχουσαι θεωροῦνται ἀνεπαρκεῖς. Ὅτε οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐλάμβανον ὡς ἐνέχυρον τὰς ὁμολογίας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 250 δραχμῶν, αἱ ὁμολογίαι ἐπωλοῦντο πρὸς 340 ἢ 355· ἀφοῦ δὲ σήμερον ἔπεσαν κάτω τῶν 250, ἑπόμενον εἶναι νὰ ἐμβάλουν εἰς ἀνησυχίαν τοὺς δανειστάς· φοβοῦμαι δὲ μήπως ἡ ἄρνησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ ἐκθέσωσι τὰς ὁμολογίας εἰς τὸ Χρηματιστήριον καὶ τοιουτοτρόπως νὰ καταστραφῇ ἐντελῶς ἡ πίστις τοῦ Δημοσίου εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἔχομεν ἀνάγκαν τῆς εὑρέσεως χρηματικῶν μέσων. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα, καθὼς προεῖπον, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐξετασθοῦν σήμερον ἐν ἐκτάσει· ἡ τοιαύτη ἐξέτασις θέλει γίνει βεβαίως εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ὅτε θὰ θέλωμεν περισσότερον καιρὸν καὶ περισσοτέραν ἄνεσιν. Τελειώνω δὲ ἐπαναλαμβάνων τὴν παράκλησιν, ἣν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως θέσουν ἐκποδὼν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ πολιτικὸν ζήτημα, διότι διὰ τὴν λύσιν αὐτοῦ ἀπαιτεῖται μακρὸς ἔλεγχος, εἰς τὸν ὁποῖον θέλει δαπανηθῆ πολὺς χρόνος.
§39Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σπουδαίαν, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ σοβαρὰν συζήτησιν προεκάλεσεν ἡ ὑποβολὴ τῶν κυβερνητικῶν νομοσχεδίων. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ παροχῆς οἰκονομικῶν ἢ στρατιωτικῶν μέσων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ περὶ συνήθους ζητήματος ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτήν. Ἡ προκειμένη συζήτησις περιέχει ἔννοιαν καὶ σημασίαν πολὺ ὑψηλοτέραν καὶ εὐρυτέραν, διότι ἡ παροχὴ τῆς ἐμπιστοσύνης ἀποτελεῖ συγχρόνως τὴν ἀφετηρίαν, περικλείει τὸ σύνθημα τῆς ἀμέσου ἐνάρξεως τοῦ μεγάλου ἀγῶνος πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ ἄρνησις τῆς ἐμπιστοσύνης συνεπάγει ἀναγκαίως τὴν ἐπ’ ἀόριστον ἀναβολὴν αὐτοῦ. Τοιαύτη εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἡ ἔννοια τῆς προκειμένης συζητήσεως, τοιοῦτον τὸ μέγα, τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ψῆφον τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι, κύριοι, πρόδηλον, ὅτι ζήτημα τοιοῦτον, ζήτημα ἐνδιαφέρον ὕψιστα συμφέροντα καὶ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν καὶ περίσκεψιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐφρόνουν, ὅτι ζήτημα τοιαύτης σημασίας ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἀπόλυτον σιγὴν εἰς τὰς πολιτικὰς διαιρέσεις καὶ τὰ κομματικὰ συμφέροντα, διὰ τοῦτο μετὰ λύπης παρετήρησα τὴν συζήτησιν ἐκτραπεῖσαν εἰς κομματικοὺς διαπληκτισμοὺς καὶ εἰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις. Μανθάνομεν ἐκ τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ὅτι ὁσάκις τὰ πράγματα τῆς Πατρίδος περιῆλθον εἰς ἀκμὴν ἀκροσφαλῆ, ὁσάκις ἡ ὕπαρξις τῆς Πατρίδος ἐξετέθη ἐν κινδύνῳ, κατέπεσαν ἀμέσως αἱ ἐσωτερικαὶ διαμάχαι. Ὁ Ἀριστείδης ἔτεινε τὴν χεῖρα καὶ παρέσχε τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ εἰς τὸν Θεμιστοκλέα, καὶ ἅπαντες ἐν ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ συνειργάσθησαν πρὸς σωτηρίαν τῆς Πατρίδος. Φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μιμηθῶμεν τὰ ὑψηλὰ ταῦτα τῶν προγόνων ἡμῶν παραδείγματα, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀνυψωθῶμεν εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ τῶν κινδύνων, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραιτήσωμεν ἢ νὰ ἀναβάλωμεν τὰς ἀμοιβαίας αἰτιάσεις περὶ προσφάτου ἢ ἀπωτέρου παρελθόντος, καὶ εἰς ἓν μόνον ἀντικείμενον νὰ συγκεντρώσωμεν ἅπασαν ἡμῶν τὴν προσοχὴν καὶ τὴν διάνοιαν, περὶ ἑνὸς καὶ μόνου ζητήματος νὰ ἀποφανθῶμεν μετὰ περισκέψεως καὶ ἐμβριθείας, περὶ τοῦ ζητήματος τὶς εἶναι ἡ πορεία ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἔχουσι σήμερον αἱ περιστάσεις. Καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς περισκέψεως καὶ τῆς συμπνοίας ἐπιτείνουσιν αἱ περὶ τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τούτου ἐνυπάρχουσαι πολλαὶ καὶ μεγάλαι δυσχέρειαι, πρὸς ἄρσιν τῶν ὁποίων καθῆκον ἔχει νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν Βουλὴν πᾶς ὁ δυνάμενος νὰ ἐκφράσῃ σαφῆ καὶ μεμελετημένην γνώμην. Τοιοῦτόν τι καθῆκον ἐπιχειρῶ νὰ ἐκπληρώσω ἐνώπιον ὑμῶν μετὰ δειλίας, ἣν ἐπιβάλλει τὸ ὕψος τῆς ὑποθέσεως καὶ τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς σταθερότητος, ἣν γεννᾷ ἡ συναίσθησις τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Γνωστὴ εἶναι, κύριοι, ἡ συγκίνησις, ἡ ἀνησυχία, τὴν ὁποίαν διήγειρον ἐν ἡμῖν τὰ ἐν Φιλιππουπόλει κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τελεσθέντα. Δὲν προῆλθεν ἡ συγκίνησις αὕτη ἐκ πνεύματος ἐχθρότητος ἢ φθόνου πρὸς τὴν ἐπιζητοῦσαν τὴν ἕνωσιν αὐτῆς Βουλγαρικὴν φυλήν, διότι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος χαρμοσύνως ἐχαιρέτισεν ἀείποτε τὴν ἀνάστασιν τῶν δούλων λαῶν, ὑπολαμβάνον αὐτήν, καὶ δικαίως, ὡς ἀγαθὸν οἰωνὸν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἰδίας ἑαυτοῦ ἀπελευθερώσεως. Δὲν προεκάλεσε τὴν ἀνησυχίαν ἡμῶν οὐδ’ αὐτὴ ἡ λύπη, τὴν ὁποίαν δικαίως ἐγέννησεν ἐν ἡμῖν ἡ τύχη ἑκατὸν χιλιάδων Ἑλλήνων, τοὺς ὁποίους ἡ ἕνωσις ἐκείνη κατέστησεν ἄνευ Πατρίδος. Τὴν ἀνησυχίαν ἡμῶν προεκάλεσε κυρίως ἡ συναίσθησις, ὅτι ἡ ἕνωσις ἐκείνη ἀποτελεῖ μέγαν καὶ κατεπείγοντα κίνδυνον τῶν ἱερῶν καὶ ἀπαραγράπτων δικαίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐπὶ τῆς Μακεδονίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀδίκους καὶ ὑπερφιάλους ἀξιώσεις ἐξεδήλωσε τὸ Βουλγαρικὸν Ἔθνος, πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ὁποίων ἐπιμόνως καὶ πυρετωδῶς εἰργάσθη καὶ ἐργάζεται. Διὰ τοῦτο μία καὶ μόνη φωνὴ ἐξῆλθεν αὐτομάτως ἀπὸ τὰ στήθη σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἅμα ἐγνώσθησαν τὰ ἐν Φιλιππουπόλει συμβάντα. «Σπεύσατε εἰς σωτηρίαν τῆς Μακεδονίας». Καὶ αὐτὴν τὴν φωνὴν εἰσήκουσεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν φωνὴν ἐνθουσιώδης προσῆλθεν ὑπὸ τὰς σημαίας ἡ νεότης τῆς Ἑλλάδος. Καὶ εἶναι ἀληθῶς ἡ φωνὴ αὕτη φωνὴ ὑψίστης φρονήσεως τῆς προνοίας, διότι ἡ Μακεδονία δὲν εἶναι μόνον μεγάλη καὶ γνησία Ἑλληνικὴ χώρα, μέγαν περιέχουσα Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως ὁ κεντρικὸς κρίκος τῆς ἐθνικῆς ἁλύσου, εἶναι ἡ γέφυρα ἡ συνδέουσα τὰ δύο μεγάλα τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, καὶ ἄνευ τῆς ὁποίας οὐ μόνον ἀδύνατος καθίσταται ἡ ἐθνικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἀποκατάστασις, ἀλλὰ καὶ ὁ μαρασμὸς καὶ ἡ παρακμὴ ἑκατέρου τῶν κεχωρισμένων τμημάτων θέλει παρακολουθήσει. Καὶ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ὁ κίνδυνος οὗτος τῆς ἀπωλείας τῆς Μακεδονίας δὲν ἐξέλιπε, δὲν ἐμειώθη, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπιτείνεται ὁσημέραι. Τὸ ἔργον τῆς ἑνώσεως τῆς Βουλγαρικῆς φυλῆς δύναται νὰ θεωρηθῇ γεγονὸς τετελεσμένον, ἀπροσδόκητοι δὲ πολεμικαὶ ἐπιτυχίαι περιεκάλυψαν αὐτὴν διὰ ζωηρᾶς αἴγλης, καὶ ἐφείλκυσαν ἐπ’ αὐτὴν τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἐνῷ τοὐναντίον οὐδεμία ἐπῆλθεν ἐξασφάλισις ἢ προστασία τῶν ἡμετέρων δικαίων. Οὐδεμία προέκυψε λύσις ἐπάγουσα τὴν προσέγγισιν τοὐλάχιστον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους εἰς τὸ πεδίον τῶν κινδύνων, ἵνα δυνηθῇ ἐγκαίρως καὶ ἐπιτυχῶς νὰ προστατεύσῃ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ὅταν ἐπέλθῃ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου. Ἓν καὶ μόνον ἐνδείκνυται, ἓν καὶ μόνον ὑπολείπεται τοιοῦτον μέσον, ἡ διὰ τῶν ὅπλων ἱκανοποίησις, ὁ πόλεμος ὅστις ἐπιβάλλεται οὕτως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ὡς ὑπερτάτη ἐθνικὴ ἀνάγκη χάριν τοῦ μέλλοντος, χάριν αὐτῆς τῆς ὑπάρξεώς του (εὖγε). Τί λοιπόν, κύριοι, ποιητέον; Ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέσον τοῦτο; Ἰδοὺ τὸ μέγα ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὤ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, διασχίζοντες τὸν πέπλον τοῦ μέλλοντος, νὰ ἐπισκοπήσωμεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὸν ἐθνικὸν μὲν στρατὸν συντρίβοντα τὰ παρεμβαλλόμενα ἐμπόδια, καὶ χωροῦντα δαφνοστεφῆ πρὸς τὰ ἅγια τῆς Μακεδονίας ἐδάφη, τὸν ἐθνικὸν δὲ στόλον διασχίζοντα ὑπερηφάνως τὴν Μεσόγειον καὶ ἀναρτῶντα τὴν σημαίαν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν νήσων καὶ χωρῶν, τίς ἐξ ἡμῶν δὲν ἤθελε σπεύσει τότε, ἵνα ἀναφωνήσῃ. ...., «ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, ἐλευθεροῦτε πατρίδ’ ἐλευθεροῦτε δὲ παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τε πατρῴων ἕδη, θήκας τε προγόνων· νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών. Ἀλλ’ ἐὰν ἀντιθέτους ἐπιφυλάσσῃ ἡμῖν σκηνὰς καὶ εἰκόνας ἡ δυσμενὴς εἱμαρμένη; Ἐὰν διαβλέψωμεν τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν συντριβόμενον ὑπὸ τὸ βάρος ὑπερόγκων ἀριθμῶν καὶ ὑπερτέρων δυνάμεων, τὸν ἐθνικὸν στόλον πυρπολούμενον καὶ καταποντιζόμενον, τὴν χώραν ἡμῶν πορθουμένην αὖθις καὶ καταπατουμένην ὑπὸ τοὺς πόδας ἀγρίου καὶ ὀλεθρίου κατακτητοῦ; Ὀφείλομεν καὶ τότε νὰ ὑψώσωμεν τὸ σημεῖον τοῦ πολέμου;
§40ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μάλιστα.
§41ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσι φύσεις εὐγενεῖς καὶ ἐνθουσιώδεις, ψυχαὶ γενναῖαι καὶ φιλότιμοι, μὴ ἐνδοιάζουσαι οὐδὲ ἐνώπιον τῆς θλιβερᾶς καὶ ἀπαισίας ταύτης εἰκόνος, καὶ φρονοῦσαι, ὅτι καὶ ὑπὸ τοιαύτας ἀκόμη συνεπείας ὁ πόλεμος εἶναι προτιμότερος τοῦ ἐπονειδίστου ἐκ τῆς ἀπραξίας μαρασμοῦ. Θαυμάζω τὸ γενναῖον τοῦ χαρακτῆρος, τὸ ὕψος τοῦ αἰσθήματος, τὴν ἔντασιν τῆς φιλοτιμίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ καὶ τῆς γνώμης αὐτῶν τὴν ὀρθότητα. Φρονῶ, ὅτι τὴν πορείαν τῶν Ἐθνῶν διέπει ἡ φρόνησις καὶ ὁ ψυχρὸς ὑπολογισμός, καὶ κανονίζει μόνον τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Χάριν τοῦ συμφέροντος τούτου οὐ μόνον αἱ ὑποχρεώσεις τῆς φιλοτιμίας ὑποχωροῦσιν, ἀλλὰ καὶ τὰ παραγγέλματα ἀκόμη τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἠθικῆς ἀποβάλλουσι τὴν δύναμιν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἅπαντα τὰ Ἔθνη ἐπεζήτησαν τὸ μεγαλεῖον αὐτῶν καὶ δι’ ἀνηθίκων καὶ ἀδίκων καὶ δι’ ἀτίμων ἀκόμη μέσων. Πόλεμος ὑπὸ τοιαύτας συνεπείας δὲν συντελεῖ ποσῶς εἰς σωτηρίαν τῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ τοὐναντίον συνεπάγει ἀνεπανορθώτως τὴν ἀπώλειαν αὐτῆς, διότι καθιστᾷ τὴν Ἑλλάδα ἀνίκανον πάσης ἐν τῷ μέλλοντι ἐνεργείας, ἀποσβύνει πᾶσαν ἐλπίδα ἐν ταῖς ψυχαῖς τῶν ὁμοφύλων ἡμῶν, καὶ ἐξωθεῖ αὐτοὺς μοιραίως εἰς τοὺς κόλπους τῶν Βουλγάρων. Τοιοῦτον πόλεμον ὀφείλομεν ν’ ἀποφύγωμεν παντὶ σθένει. Οὐ μόνον δὲν ἔχομεν καθῆκον, ἀλλ’ οὐδὲ δικαίωμα ἔχομεν νὰ καταστρέψωμεν ἐσαεὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐδημιούργησαν οἱ πατέρες ἡμῶν τὸ ἐλεύθερον τοῦτο Κράτος. Γνωρίζω, ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἐπαυξάνει σπουδαίως τοὺς ἡμετέρους κινδύνους, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν ἐπάγει ὁριστικὴν ἀπώλειαν. Ἐνδέχεται μετ’ ὀλίγον νὰ μεταβληθῶσιν αἱ περιστάσεις· πιθανὸν ἐν βραχεῖ μέλλοντι νὰ δυνηθῶμεν νὰ διεξαγάγωμεν τὸν ἀγῶνα ὑπὸ ἀσυγκρίτως κρείττονας ὅρους. Ἐν ὅσῳ καὶ ἐλαχίστης ὑπολείπεται σωτηρίας ἐλπίς, ἡ αὐτοχειρία χαρακτηρίζεται οὐ μόνον ὡς ἁμάρτημα, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀφροσύνη. Ἀνάγκη λοιπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εἰσδύσωμεν εἰς τὰ ἄδηλα τοῦ μέλλοντος, νὰ διαγνώσωμεν τὰ μέλλοντα γενέσθαι, ἵνα μορφώσωμεν τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Δὲν εἶναι τοῦτο ὅσον δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ἀνέφικτον. Ὅπως δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ προΐδωμεν τὰς συνεπείας τῆς λειτουργίας τῶν φυσικῶν νόμων, οὕτως ὑπάρχουσιν ὑπολογισμοὶ ὁδηγοῦντες εἰς ἀσφαλῆ ἢ καὶ εἰς πιθανὰ συμπεράσματα, προκειμένου περὶ κοινωνικῶν γεγονότων. Ἡ πολεμικὴ δύναμις ἑκάστου Κράτους δύναται νὰ ὑπολογισθῇ μετ’ ἀκριβείας, μικρὸν πολλάκις ἀπεχούσης ἐκείνης, δι’ ἧς ὑπολογίζεται ἡ ἰσχὺς τῶν φυσικῶν δυνάμεων. Εἰς τοιοῦτόν τινα ὑπολογισμὸν ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν, ἵνα διαγράψωμεν ὁριστικῶς τὴν ἡμετέραν πορείαν. Ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος ὑπολογισμὸς δὲν εἶναι ἔργον τοῦ τυχόντος. Ἀπαιτεῖ πρὸ πάντων ἔκτακτον στρατιωτικὴν εἰδικότητα καὶ ἐμπειρίαν, προϋποθέτει δὲ καὶ τὴν συλλογὴν ἀσφαλῶν πληροφοριῶν περὶ πλείστων ἀντικειμένων, περὶ τοῦ ποσοῦ καὶ ποιοῦ τῶν ἡμετέρων κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, περὶ τοῦ ποσοῦ καὶ ποιοῦ τῶν δυνάμεων τοῦ ἐχθροῦ, περὶ τῶν ὁριστικῶν πρὸς ἡμᾶς διαθέσεων τῶν μεγάλων Δυνάμεων καὶ τῶν ἐνδεχομένων ἐντεῦθεν συνεπειῶν, περὶ τῆς βεβαιότητος ἢ πιθανότητος συμμαχιῶν ἢ συμπράξεων, περὶ τῶν πρὸς ἡμᾶς διαθέσεων τῶν ἐν Τουρκίᾳ πληθυσμῶν, περὶ τῆς πιθανότητος προσεχοῦς ἢ βραδείας μεταβολῆς τῆς καταστάσεως ταύτης, περὶ πλείστων ἄλλων ἀντικειμένων. Ἐρωτῶ, κύριοι, κατέχομεν ἡμεῖς ἅπαντα τὰ ἀπαραίτητα ταῦτα τῆς ἀποφάσεως στοιχεῖα; Ὑπέβαλον κἂν πρὸς ἡμᾶς τὰ στοιχεῖα ταῦτα οἱ προκαλέσαντες τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν; Παρέστησαν ἀληθῶς οἱ προλαλήσαντες οὐχὶ εὐάρεστον τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, ἀλλὰ τὸ γνωστὸν καὶ ἀναπόφευκτον τοῦτο ἀποτέλεσμα τῶν παρασκευῶν δύναται νὰ θεωρηθῇ, εἰς ὃ περιῆλθον τὰ πράγματα σημεῖον, ὡς σπουδαῖον ἐμπόδιον ἐπικειμένης ἐνεργείας; Καὶ ἂν τὸ Δημόσιον ταμεῖον εὑρίσκεται ἐν ἀπορίᾳ, ὑπάρχει ἄφθονος ὁ ἰδιωτικὸς πλοῦτος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντλήσῃ τὰ πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα. Ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡγέτης κρίσεις αὐστηρῶς δυσμενεῖς περὶ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς Χώρας. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ὑποτεθῶσι βάσιμοι αἱ παραστάσεις αὗται, δυνάμεθα ἡμεῖς ἐπὶ τῇ βάσει μεμονωμένων στοιχείων νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν ἀπαιτοῦσαν ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς καταστάσεως ἐν συνόλῳ; Πρὸς τί λοιπὸν ὑποβάλλονται δημοσίως ἰδέαι καὶ κρίσεις, δυνάμεναι νὰ διαταράξωσι τὴν εἰς ἑαυτὸν πεποίθησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην τῆς Χώρας; Ἀλλὰ μήπως δυνάμεθα, ἄνευ βλάβης τῆς ὑποθέσεως, νὰ ἀπαιτήσωμεν τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἡμᾶς ὑποβολὴν τῶν ἀναγκαίων στοιχείων, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν ἐν φανερᾷ ἢ μυστικῇ συνεδριάσει; οὐχὶ βεβαίως· διότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι οὐ μόνον ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπεδοκίμασαν ἐνέργειαν τοιαύτην. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγένετο ἀποδεκτή, δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ περὶ ὧν πρόκειται στοιχεῖα ἀσφαλέστερον τῶν εἰδικῶν πρὸς τοῦτο ἀνδρῶν; Δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ προΐδωμεν τὴν ἐνδεχομένην ἐν πάσῃ στιγμῇ μεταβολὴν καὶ τροποποίησιν αὐτῶν; Συμπεραίνω, ὅτι ἡ Βουλὴ οὔτε τὰ μέσα, οὔτε τὴν δύναμιν ἔχει ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Μόνη ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο. Αὐτὴ μόνη δύναται νὰ συγκεντρώσῃ τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τοῦτο στοιχεῖα· δύναται νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν γνώμην τῶν στρατιωτικῶν ἐξοχοτήτων· δύναται καὶ ὀφείλει νὰ συλλέξῃ τὰς περὶ πάντων ἀναγκαίας πληροφορίας· αὐτὴ ἑπομένως μόνη δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἐν ἐπιγνώσει ἂν ἡ στιγμὴ τῆς ἐνεργείας ἐπέστῃ, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὁ θεμελιώδης ἡμῶν νόμος εἰς αὐτὴν καὶ μόνην παρέχει τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα. Ἔχομεν ἡμεῖς, ἀληθῶς, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ ἄρωμεν τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν, ἂν πεισθῶμεν, ὅτι ἀπεδείχθη ἀνίκανος ἢ ἀνεπαρκὴς πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, ὅπερ τῇ ἀνετέθη, διότι ἀποδέχομαι πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὅτι εἶναι ἀνάξιος βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις, ἐπὶ ζητημάτων ὑπάρξεως καὶ σωτηρίας τῆς Πατρίδος, ἤθελεν ἀποβλέψει εἰς τοὺς συνδέοντας αὐτὸν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κομματικοὺς δεσμούς. Ἀλλ’ ἐδόθη πρὸς ἡμᾶς ἀφορμὴ δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ὑπεβλήθησαν ἐνώπιον ἡμῶν γεγονότα δυνάμενα νὰ διεγείρωσιν ὑπόνοιαν περὶ ἀνεπαρκείας αὐτῆς; Τουναντίον, ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιτυχῶς ἐξεπλήρωσε τὸ ἀνατεθὲν εἰς αὐτὴν ἔργον τῆς παρασκευῆς τῆς Χώρας, διότι ὑπερνικήσασα μυρίας ἀνυπερβλήτους δυσχερείας κατώρθωσε νὰ καταρτίσῃ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν δύναμιν, οἵαν οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐκτήσατο ἡ Ἑλλάς. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἐν τῇ σπουδῇ τῆς ἐκ θεμελίων ἀνοικοδομήσεως τοῦ ἐθνικοῦ τούτου οἰκοδομήματος, ἐνδέχεται νὰ παρεισέφρησαν ἀτέλειαί τινες καὶ ἐλλείψεις, ἀλλ’ αὗται οὔτε τὸ μέγεθος τοῦ ἔργου μειοῦσιν, οὔτε τὴν ἀξίαν τῶν ἐργατῶν αὐτοῦ δύνανται νὰ ὑποτιμήσωσι. Καὶ ἀληθῶς τίνες εἰσὶν αἱ ἐνώπιον ἡμῶν ὑποβληθεῖσαι ἐλλείψεις, αἱ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀποδιδόμεναι; Ἔψεξεν ὁ ἔντιμος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡγέτης τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν κληθέντων ἀνδρῶν. Δὲν ἐξετάζω ἐὰν ἐγκαίρως προτείνεται ἡ αἰτίασις αὕτη νῦν ὅτε πᾶσαι αἱ ἐξ αὐτῆς συνέπειαι ἐξέλιπον· ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν, τότε μόνον ἡ αἰτίασις αὕτη ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὑπόστασίν τινα, ὅταν πᾶσα παρείχετο ἡμῖν σχολὴ καὶ ἄνεσις καὶ προθεσμία πρὸς καταρτισμὸν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων· ἀλλ’ ὅταν ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν, ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἠδύνατο νὰ ἀναφανῇ περίστασις ἀμέσου ἐνεργείας, τότε πρωτεῦον ζήτημα εἶναι τὸ τῆς ταχύτητος, καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ταχύτητος κατισχύει πάσης ἄλλης ἐπόψεως καὶ ἀνάγκης. Ἔψεξεν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν κατώρθωσε νὰ συνάψῃ μεταλλικὸν δάνειον. Ἀλλ’ ἀπέδειξεν ἆρά γε, ὅτι ἦτο δυνατὸν τοῦτο καὶ παρελείφθη; Ἔψεξεν ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀνεῦρε, λέγει, ἐλλείψεις περὶ τὴν σύνταξιν τῶν διπλωματικῶν διακοινώσεων. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ πιστεύῃ σπουδαίως, ὅτι ἡ μεταβολὴ φράσεων καὶ λέξεών τινων ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τοὺς ψυχροὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Διπλωματίας; Ὑπέβαλον ἡμῖν ἀτελεῖς καὶ ἀνεπισήμους πληροφορίας περὶ τῆς θνησιμότητος ἐν τῷ στρατῷ ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλους στρατούς· καὶ ὅμως σήμερον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐπισήμων ἀριθμῶν διέψευσε τὰς πληροφορίας ἐκείνων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦσαν ἀληθεῖς, εὐθύνεται ἆρα γε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι παρ’ ἡμῖν ἅπαντα τὰ προφυλακτικὰ τῆς ὑγείας μέσα, ἢ ἂν ὑπάρχωσι παρ’ ἡμῖν πλείονες ἀφορμαὶ νοσογόνοι ἕνεκα τοῦ εὐμεταβλήτου τοῦ κλίματος, ἢ τῶν ἑλωδῶν ἀναθυμιάσεων, ἢ ἄλλων λόγων; Φρονῶ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι οὐδεμία ἀπολύτως ἐδόθη ἡμῖν ἀφορμὴ νὰ μεταβάλωμεν τὴν ὁποίαν περὶ τῆς Κυβερνήσεως ἔχομεν γνώμην. Ἐξακολουθοῦμεν παρέχοντες εἰς αὐτὴν πλήρη καὶ τελείαν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν· εἰς αὐτὴν δὲ, ὡς εἶπον, ἀνήκει, ἀναλογιζομένη τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν φέρει ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ἱστορίας, καὶ ἐπισκοποῦσα τὸ σύνολον τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως, νὰ μελετήσῃ ἐμβριθῶς καὶ ὡρίμως τὰ πρὸς τοῦτο συλλεγέντα στοιχεῖα, νὰ ἐξαγάγῃ ἐξ αὐτῶν τὰ δυνατὰ περὶ τοῦ μέλλοντος συμπεράσματα καὶ συμφώνως πρὸς ταῦτα νὰ μορφώσῃ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασίν της. Ὀφείλει δὲ, πράγματι, νὰ πράξῃ τοῦτο ὅσον ἔνεστι τάχιον, διότι ἡ παράτασις ἐκκρεμότητος ἀπειλεῖ νὰ χαλαρώσῃ τοὺς παράγοντας τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἔργου πρὸ τῆς ἐνάρξεως αὐτοῦ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς ἀποφάσεώς της θέλει προβῆ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει ἡ συνείδησις τῆς ἐκπληρώσεως ὑψίστου πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ, προθύμως θέλει ἀποδεχθῆ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον. Ὁ συνετὸς κυβερνήτης ὀφείλει νὰ παρασκευασθῇ ἀπέναντι τῶν ἐνδεχομένων καὶ ἀγνώστων τοῦ μέλλοντος περιπετειῶν, ἀλλὰ δὲν ὀφείλει νὰ ἀντεπεξέλθῃ ἀσυνέτως κατὰ τῶν περιπετειῶν τούτων, ὁσάκις εἶναι ἀνώτεραι τῶν δυνάμεών του καὶ ὅλως ἀκαταγώνιστοι. Καθῆκον ἐξεπλήρωσε πρὸς τὴν πατρίδα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη ἤθελε πράξει, προβᾶσα εἰς πᾶσαν δυνατὴν παρασκευὴν, συνευδοκοῦντος τοῦ Πανελληνίου καὶ οὐδεμιᾶς οὐδαμοῦ ἐνεργηθείσης ἀντιῤῥήσεως. Ἀλλὰ μεῖζον καθῆκον θέλει ἐκπληρώσει ἡ Κυβέρνησις, ἐκτιμῶσα ἐν τῇ ἐσχάτῃ καὶ ἐπισήμῳ ταύτῃ στιγμῇ τὸ ἐπαρκὲς τῆς παρασκευῆς ὑπὸ τὰς νῦν προκειμένας περιστάσεις πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἐγένετο. Ὑπεβλήθησαν ἀληθῶς ἡμῖν παρατηρήσεις περὶ πολιτικῆς προδιαγεγραμμένης, καὶ περὶ δεσμῶν ἐπιβληθέντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι παρηρμήνευσαν οἱ ὑποβαλόντες αὐτὰς τὴν ἔννοιαν καὶ τῆς πορείας τῆς Βουλῆς καὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ καὶ σύμπαν τὸ ἔθνος ὁμοφώνως παρεδέχθησαν, ὅτι ὑψίστη ἐθνικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἐθνικῶν δικαίων καὶ διὰ τῶν ὅπλων ἀκόμη, οὐδεὶς ὅμως ἐξ ἡμῶν διενοήθη νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐνέργειαν τοιαύτην καὶ ἄνευ ἐλπίδος ἐπιτυχίας. Οὐδεὶς λοιπὸν δεσμὸς, οὐδὲν ὑπάρχει κώλυμα, κωλύον τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀναβολὴν πάσης ἐνεργείας, ἐὰν τοιοῦτον εἶναι τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν αὐτῆς. Ἐὰν ὅμως τὸ πόρισμα τῆς ἐμβριθοῦς καὶ συντόνου μελέτης τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβάλῃ ἢ ἐπιτρέπῃ τὴν ἄμεσον ἐνέργειαν, εὐλογημένη, κύριοι βουλευταὶ, ἡ ὥρα. Ἂν ἀναπετάσῃ ἡ Κυβέρνησις μετὰ θάῤῥους τὴν σημαίαν τοῦ πολέμου, ὁ στρατὸς ἀναμένει αὐτὴν μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, σύμπασα δὲ ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ θέλει σπεύσει νὰ συνταχθῇ περὶ αὐτὴν, ἵνα ἀποδείξῃ εἰς τὸν κόσμον ὅτι ῥέει διαρκῶς εἰς τὰς φλέβας αὐτῆς τὸ αἷμα ἐκείνων, οἵτινες τὰ πάντα προσήνεγκον ὡς θυσίαν εἰς τὸν βωμὸν τῆς κινδυνευούσης Πατρίδος.
§42ΤΙΝΕΣ. Νὰ γίνῃ διακοπὴ ἐπὶ πέντε λεπτά. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά).
§43Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§44Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἶμαι σύντομος. Ἀνέβην ἐπὶ τοῦ Βήματος διὰ νὰ ἐξηγήσω κυρίως τὴν σημασίαν τῆς ψήφου μου ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε ψηφορηθῆ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀποδοκιμάζω καὶ τὸ ὁποῖον ἐλατήριον ἔχει τὴν Ἐξουσίαν. Σήμερον δὲν εἶνε καιρὸς οὔτε ἐλέγχου, οὔτε μακρηγοριῶν, οὔτε ἱστορικῶν ὁμιλιῶν, οὔτε κομματικῶν, πολὺ δὲ πλειότερον κοινῶν τύπων, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἡμεῖς φλυαροῦμεν, ἴσως μελετῶνται νέα πραξικοπήματα ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Πρόκειται σήμερον, κύριοι, ὄχι περὶ ἀλλαγῆς κυβερνητικῆς, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ διεκδικήσωμεν διὰ τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον εἶνε ἡ ἀρχικὴ αἰτία ὅλων τῶν σημερινῶν δεινῶν· τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν παραδέχομαι μόνον ὡς γεγονὸς, ὡς ὑπάρχουσαν συνταγματικῶς, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐπανέλθῃ τὸ προηγηθὲν Ὑπουργεῖον· σήμερον δὲ ὡς ἔχουν τὰ πράγματα, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλη Κυβέρνησις· ἂν δέ τις μὲ παρεξήγει, θ’ ἀπήντων: «Αἴ, κύριοι, τὰ μεγάλα πλοῖα πλέουν μόνον εἰς τὰ βαθειὰ νερὰ, εἰς τὸν ὠκεανὸν, ὅταν ὅμως τὰ νερὰ εἶνε ῥηχὰ, τότε μόνον βαρκοῦλες δύνανται νὰ πλεύσουν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν μεγάλην ἀποστολήν.» Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀλλαγῆς κυβερνητικῆς, ἀλλὰ μόνον νὰ συντρέξωμεν τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της τὰς πολεμικὰς, χορηγοῦντες ὅλα τὰ μέσα. Συλλογισθῆτε, κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ ἐδαφικῆς αὐξήσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἄλλοτε, ὡς εἶπον πρὸ μηνῶν τινων, τοιαύτη ἐδαφικὴ αὔξησις ἐντεῦθεν τῆς Μακεδονίας θὰ μᾶς ἐχρησίμευεν ὅπως ἐμποδίσωμεν οἷαν δήποτε εἰσβολὴν ξένων εἰς αὐτήν· σήμερον ὅμως ὁ σκοπὸς ἡμῶν καὶ πᾶσα ἡ ἐνέργεια πρέπει νὰ ᾖνε ἡ Θεσσαλονίκη καὶ τὰ περίχωρα αὐτῆς. Σήμερον ἄνευ τῆς Μακεδονίας πᾶσα ἐδαφικὴ ἔκτασις τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦνε ἔκτασις τοῦ τάφου τῆς Ἑλλάδος. Αὔριον ἀνατέλλει ἡ ἡμέρα τῆς 25 Μαρτίου, θὰ μεταβῆτε εἰς τὴν τελετήν· ἀλλὰ δὲν θὰ αἰσθανθῆτε εἰς τὰ στήθη σας τύψιν συνειδήσεως; Εὔχομαι νὰ ἐμπνευσθῆτε ἀπὸ τὴν ἁγίαν αὐτὴν ἡμέραν! Οἱ σύγχρονοι πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος ἀποκαλοῦνται ἀμοιβαίως καὶ παρά τινων ῥέκται! Εἶνε ῥέκται πραγμάτων; Ὄχι· εἶνε ῥέκται μόνον λόγων. Ἡ δὲ Ἑλλὰς ἔχει σήμερον ἀνάγκην ἀπὸ ῥέκτας πραγμάτων καὶ ὄχι λόγων. Ῥέκτης ἦτον ὁ Οὐΐλλιαμ Πὶτ, ὅστις διεξήγαγε τοὺς μεγάλους ἀγῶνας κατὰ τοῦ Ναπολέοντος τοῦ Αʹ. Ῥέκτης ἦτον ὁ Κάνιγκ, ὅστις διεξήγαγε τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα τότε καὶ συνέδραμε μετὰ τῆς Γαλλίας καὶ Ῥωσσίας τὴν ἡρωϊκῶς ἀγωνισθεῖσαν καὶ μεγαλομάρτυρα Ἑλλάδα. Ῥέκτης ἦτον ὁ Ῥόβερ Πὴλ, ὅστις ἔφερε τὰς μεγάλας οἰκονομικὰς μεταῤῥυθμίσεις ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τῆς Ἀγγλίας. Ῥέκτης ἦτον ὁ Πάλμεστρων, ὅστις προήγαγεν εἰς αἴσιον πέρας τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος του. Ῥέκτης ἦτον ὁ Ῥῶσσελ, ὅστις ἤρχισε τὰς εὐρείας ἐκείνας μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ. Αὐτοὶ ἦσαν ῥέκται, χωρὶς ν’ ἀναφέρω ἄλλους συγχρόνους ἡμῖν πολιτικοὺς τῆς Ἀγγλίας ἢ τῆς Γαλλίας. Ἡμεῖς δὲ ἐδῶ εἴμεθα ῥέκται λόγων καὶ ὄχι ἔργων. Καὶ ἰδοὺ τὸ θλιβερὸν σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κατηντήσαμεν σήμερον! Νομίζετε, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος παρεχωρήθη εἰς ἡμᾶς, χάριν ἡμῶν; Ὄχι. Ἡ ἕνωσις αὐτῆς μεθ’ ἡμῶν ὀφείλεται εἰς τὸν μεγάθυμον λαὸν τῆς Ἑπταννήσου, ὅστις ἐπὶ δεκαὲξ κατὰ συνέχειαν ἔτη ἔλεγε πρὸς τὴν Ἀγγλίαν: «Δὲν σὲ θέλω πλέον, θέλω τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος». Ὁ Ἁρμοστὴς διέλυε τὰς Βουλὰς της, ὁ δὲ Ἑπτανησιακὸς λαὸς ἐξέλεγε πάλιν ῥιζοσπάστας, ἑνωτικούς, εἰς τὰ Κοινοβούλιά του. Ἡ Θεσσαλία παρεχωρήθη εἰς ἡμᾶς ὄχι διὰ τὰ κωμικὰ τῶν πολιτικῶν μας κινήματα, ἀλλὰ διότι ἡ Εὐρώπη, μετὰ τὴν συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἐθεώρησε φρόνιμον νὰ θέση φραγμόν τινα εἰς τὸν χείμαῤῥον, εἰς τὸν κατακλυσμὸν τοῦ Σλαυϊκοῦ στοιχείου ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Πρὸ χρόνων, κύριοι, εἶπον, πρὸ 20 ἐτῶν, κατὰ τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν, νὰ λάβωμεν ὡς σύνθημα τὸ «δι’ ἡμῶν» καὶ νὰ μὴ περιμένωμεν ἀπὸ ἄλλους· ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδεὶς μὲ ἤκουσε. Τώρα τὸ ἀπεφασίσαμεν τέλος. Δι’ ἡμῶν λοιπόν· καὶ δὲν πρέπει νὰ περιμένητε πλέον ἀπὸ διαπραγματεύσεις, καὶ μὴ βαυκαλίζεσθε ἀπὸ ὑποσχέσεις, ὅτι θὰ μᾶς δώσουν οἱ Εὐρωπαῖοι, χωρὶς νὰ ἐνεργήσωμεν ἡμεῖς αὐτοί. Συλλογισθῆτε ὅτι σήμερον πρόκειται περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἄνευ τῆς Μακεδονίας, ἄνευ τῆς Θεσσαλονίκης, δὲν ὑπάρχει Ἑλλὰς παρὰ τάφος Ἑλλάδος, σᾶς τὸ ἐπαναλέγω. Ὁ κύριος τῆς Θεσσαλονίκης εἶνε κύριος καὶ τῆς Ἑλλάδος ταύτης, ὅσον καὶ ἂν αὕτη ἐκταθῇ ἐντεῦθεν τῆς Μακεδονίας. Σπεύσατε λοιπὸν, ἂν δὲν θέλητε νὰ προλάβωσιν ἄλλοι. Ἂν ὅμως δὲν κάμετε τὰ δέοντα καὶ σήμερον, τότε αἱ μὲν σημεριναὶ γενεαὶ θὰ σᾶς ζητήσουν φρικωδέστατον λόγον, αἱ δὲ μέλλουσαι γενεαὶ θὰ σᾶς φωνάξουν: Εἶσθε κατηραμένοι! (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§45Α. ΒΛΑΧΟΣ. Κύριοι, αἰσθανόμενος καὶ ἐγὼ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκφράσω κατὰ τὰς σοβαρὰς αὐτὰς περιστάσεις τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην πρὸς τὴν Βουλὴν, λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ παρακολουθήσω εἰς τὴν διὰ τῶν ἀέρων ἐνθουσιώδη πτῆσιν τοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ μικροῦ λαλήσαντας.
§46ΤΙΝΕΣ. (ἀριστερόθεν). Διὰ τῶν ἀέρων!
§47ΒΛΑΧΟΣ. Οὐδὲ αὐτὸν τὸν Πρωθυπουργὸν κατὰ τὰς δύο αὐτοῦ ἀγορεύσεις, ἃς ἠκούσαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον. Δὲν δύναμαι νὰ παρακολουθήσω οὔτε τοὺς προλαλήσαντας, οὔτε τὸν Πρωθυπουργὸν, διότι ἡ ὁδὸς, ἣν ἠκολούθησαν πάντες, δὲν εἶναι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας. Φρονῶ δὲ ὅτι εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε κατὰ τοὺς σήμερον μάλιστα κρισίμους, φοβεροὺς ἀληθῶς καιροὺς, μόνον ἡ ἀλήθεια σώσει ἡμᾶς, θέλω προσπαθήσει τὴν ἀλήθειαν ταύτην κατὰ τὰς μικράς μου δυνάμεις νὰ ἀποκαλύψω πρὸ ὑμῶν, καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην νὰ εἰκονίσω δι’ ὀλίγων μεγάλων γραμμῶν, ἔχων δι’ ἐλπίδος, ὅτι ἡ φωνή μου θέλει τύχει εὐμενοῦς παρ’ ὑμῖν ἀκροάσεως. Ἐπὶ τούτῳ παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ὅπως ἀναδράμω μικρὸν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἀπ’ αὐτοῦ καταβαίνων εἰς τὸ παρὸν νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ἂν Κυβέρνησις, περιγαγοῦσα τὸν Τόπον ἐντὸς ἑξαμήνου ὅπου περιήγαγεν αὐτὸν, εἶναι Κυβέρνησις ἀξία τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, εἶναι Κυβέρνησις δυναμένη νὰ διεξαγάγῃ οἱονδήποτε πρόγραμμα, εἴτε πολεμικὸν, εἴτε εἰρηνικόν. Ἡ Ἑλλὰς, ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, εὐθὺς κατὰ τὰς πρώτας αὐτῆς ἡμέρας, ἡ Ἑλλὰς ἀπέκτησε κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀπόκτημα ἐθνικὸν τοσοῦτον μέγα, τοσοῦτον βαρὺ, τοσοῦτον πολυσήμαντον, ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον δὲν ἀπέκτησε καθ’ ὅλον τὸν πεντηκονταετῆ αὐτοῦ βίον. Καὶ ἡ Βουλὴ ἐκρότει τὰς χεῖρας ἐξ ἀγαλλιάσεως καὶ ὁ λαὸς ἐνεθουσία, καὶ οἱ διαδηλωταὶ τῶν ὁδῶν προσηγόρευον τὸν Πρωθυπουργὸν, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπήντα ἐνθουσιωδῶς πρὸς αὐτὸν ἀπὸ τῶν παραθύρων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὸ περιλάλητον ἐκεῖνο «Ἕλληνές ἐσμεν», τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει ἀποταμιεύσει ἡ ἱστορία μετὰ τῶν ρητῶν τῶν ἄλλων μεγάλων πολιτικῶν ἀνδρῶν. Παρῆλθεν ὀλίγος καιρὸς, ἡμέραι, ἑβδομάδες, καὶ τὸ ἐθνικὸν ἐκεῖνο ἀπόκτημα τί ἔγεινε, κύριοι; τὸ ἐθνικὸν ἐκεῖνο ἀπόκτημα ἔγεινεν ὅ,τι γίνονται συνήθως αἱ σφαῖραι τῶν θαυματοποιῶν, αἵτινες ταχυδακτυλουργικῶς ἐντὸς τῶν χειρῶν των περιστρεφόμεναι σμικρύνονται, σμικρύνονται, καταντῶσι βαθμηδὸν σημεῖα μικροσκοπικὰ, καὶ ἐπὶ τέλους γίνονται ἄφαντοι. Ἤλλαξε τότε τὰς χορδὰς τῆς λύρας του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀπὸ πανηγυρικῶν κατέστησεν αὐτὰς πολεμικάς. Θὰ κάμωμεν πόλεμον, ἔλεγε μετά τινας ἡμέρας μὲ ὅ,τι ἔχομεν καὶ μὲ ὅ,τι δὲν ἔχομεν, καὶ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ἀντὶ νὰ ρήξῃ κραυγὴν ἀγανακτήσεως πρὸς τοὺς ἀσυνέτους αὐτοὺς λόγους, ἠγαλλία καὶ ἐνεθουσία καὶ μετέδιδε τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτῆς εἰς τὰς Ἐπαρχίας, καὶ αἱ Ἐπαρχίαι ἀπέστελλον τοὺς υἱούς των ὑπὸ τὰς σημαίας, καὶ τὸ Ἔθνος ἀνέμενε πόλεμον ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν. Ἡ ἐπιστρατεία εἶναι πόλεμος, ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας· εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς πολέμου! καὶ ἐκορυφοῦτο ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ηὔξανον αἱ διαδηλώσεις, καὶ αἱ ἀμοιβαῖαι προσφωνήσεις καὶ ἀντιφωνήσεις. Καὶ ποῦ ὁ πόλεμος, κύριοι; Ἕξ μῆνες παρῆλθεν ἔκτοτε καὶ ἀκόμη τὸν ἀναμένομεν. Διετυμπανίζετο τὸν Δεκέμβριον, τῇ 10 Δεκεμβρίου τέλος πάντων ἐξερχόμεθα· παρῆλθεν ἡ 10 Δεκεμβρίου καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθωμεν τὴν 18 Δεκεμβρίου καὶ τὴν 25 Ἰανουαρίου, καὶ τὴν 12 Φεβρουαρίου, καὶ δὲν ἠξεύρω πόσας ἄλλας ἡμέρας ἔκτοτε, καὶ ἀκόμη δὲν ἐξήλθομεν, καὶ τὸ Ἔθνος ἀναμένει τὸν πόλεμον καὶ τὸ Ἔθνος καταπονεῖται, καὶ τὸ Ἔθνος κάμπτεται, καὶ τὸ Ἔθνος ἐξαντλεῖται καὶ ἀναμένει νὰ γείνῃ ὁ πόλεμος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ γείνῃ, διότι δὲν παρεσκευάσθημεν ἐπὶ τούτῳ. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν, κύριοι, νὰ γείνῃ ἄλλως ἢ ὡς ἔγεινεν; Ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαγάγῃ πόλεμον Κυβέρνησις, εἰς τῆς ὁποίας τὴν διάνοιαν ὄχι θέλησις, ὄχι σκέψις πολέμου, ἀλλ’ οὐδὲ σκιὰ, οὐδὲ ὑπόνοια σκοποῦ πολέμου ἦλθε ποτέ; Ἂς ἀνασκοπήσωμεν ἐπὶ μικρὸν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ μέτρα αὐτῆς, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν τῆς Χώρας, ἢ τὴν στρατιωτικὴν αὐτῆς σύνταξιν μᾶλλον εἰπεῖν· ἂς ἀνασκοπήσωμεν τὰ οἰκονομικά της μέτρα, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἦτο δυνατὸν διὰ τῶν μέτρων αὐτῶν νὰ ἐπιχειρήσῃ πόλεμον, ἢ μᾶλλον ἂν τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ἀποδεικνύουσι σαφῶς καὶ ἀναμφιβόλως, ὅτι ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως οὐδέποτε ὑπῆρξεν ὁ πόλεμος. Δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠκούσθη αἴφνης καλοῦσα χιλιάδας ἀνδρῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐντὸς 48 ὡρῶν, ἐν γνώσει οὖσα ὅτι δὲν εἶχε νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς οὐδὲ στρατῶνας, οὐδὲ ἐνδύματα, οὐδὲ ὑποδήματα; Δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς προχθὲς μόλις μᾶς εἶπεν, ὅτι ἦτο ἐν γνώσει ὅτι ὁ ἔκτακτος Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 περιεῖχεν 800 ἀξιωματικοὺς πλείονας τῶν ὑπαρχόντων καὶ 4,000 ὑπαξιωματικοὺς πλείονας τῶν ὑπαρχόντων; Δὲν ἀρκεῖ νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ μᾶς ζητεῖ μετὰ ἓξ ὅλους μῆνας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, ὅτε μᾶς ὑπέσχετο, ὅτι θὰ πολεμήσῃ μὲ ὅ,τι ἔχει καὶ ὅ,τι δὲν ἔχει; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τις σπουδαίως ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσκόπει σπουδαίως νὰ πολεμήσῃ, ὅταν εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐμπνέει οἶκτον ἀληθῆ εἰς πάντα γνωρίζοντα αὐτήν;
§48ΦΩΝΑΙ. Ἐντροπή! Ἐντροπή!
§49ΒΛΑΧΟΣ. Ἡ ἀλήθεια σώσει ἡμᾶς, καὶ μάθετε νὰ τὴν ἀκούετε! Μὴ πλανᾶσθε, κύριοι· ἐρωτήσατε ἀνθρώπους εἰδικοὺς, οἵτινες θὰ σᾶς διαβεβαιώσουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω ἐγώ. Ἡ κατάστασις τῆς ἐπιμελητείας καὶ τῆς μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ ἀποκαλύψω αὐτήν, οὐχὶ ἐκ φόβου μὴ ἀκούσω τὸν ἀφθόνως σήμερον σπαταλώμενον τίτλον τοῦ προδότου—μοῦ εἶναι τοῦτο ἐντελῶς ἀδιάφορον—ἀλλὰ διότι ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι πᾶσα οἱαδήποτε ἀποκάλυψις εἰς οὐδὲν θέλει ὠφελήσει, οὐδὲ συνετίσει τὴν Κυβέρνησιν.
§50ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ποία εἶναι ἡ ἐπιμελητεία τοῦ ἐχθροῦ; ἔχομεν μὲ τοὺς Ἄγλους νὰ πολεμήσωμεν;
§51ΒΛΑΧΟΣ. Δὲν σᾶς ἀπαντῶ. — Εἰς οὐδὲν, λέγω, θέλει ὠφελήσει ἡ αὐτὴ σκολιὰ ὁδὸς θέλει ἐξακολουθήσει βαινομένη παρ’ αὐτῆς. Πῶς νὰ παραδεχθῶ, κύριοι, ὅτι ἐσκέφθη σπουδαίως ἡ Κυβέρνησις νὰ πολεμήσῃ, ὅτε ἀπὸ τοῦ τέλους Δεκεμβρίου περιεθρυλλεῖτο ὁ περιλάλητος ἐκεῖνος σχηματισμὸς τῶν ταξιαρχιῶν, καὶ τρεῖς μῆνες ἔκτοτε παρῆλθον καὶ αἱ ταξιαρχίαι δὲν ἐσχηματίσθησαν ἀκόμη, ἐκ τοῦ σχηματισμοῦ δ’ αὐτῶν οὐδὲν ἄλλο σημεῖον ἐφάνη εἰς τὸν ὁρίζοντα εἰμὴ στίλβοντά τινα νεότευκτα στρατηγικὰ περιλαίμια; Πάντα λοιπὸν τὰ μέχρι τοῦδε στρατιωτικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ δι’ αὐτῶν δημιουργηθεῖσα κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἐλέγχουσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ πολεμήσῃ. Ἂν ἐσκέπτετο νὰ πολεμήσῃ, ἄλλα μέτρα ἤθελε λάβει. Εἶχε δὲ καὶ τὸν καιρὸν καὶ τὰς δυνάμεις καὶ τὰ μέσα νὰ τὰ λάβῃ, τὴν θέλησιν μόνον δὲν εἶχε. Τὰ δὲ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ποῖα εἶναι; Ὅτε ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔλεγεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον, μεριμνήσατε περὶ μεγάλου δανείου μεταλλικοῦ, ἡ Κυβέρνησις ἐκώφευε καὶ ἐπὶ μῆνας ὅλους ἠδιαφόρει ἐντελῶς, μόλις δὲ περὶ τὰ τέλη τῆς Συνόδου ἔφερε τὸ νομοσχέδιον αὐτῆς περὶ τοῦ μεγάλου δανείου. Μᾶς ἐζήτησεν ὅμως εἰσφοράς, ἀπὸ τὰς ὁποίας εἰσέπραξε μέχρι σήμερον 100 χιλιάδας δραχμῶν μόνον, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός· μᾶς ἐζήτησε πατριωτικὸν δάνειον καὶ διεσάλπισε τότε, ὅτι τὸ πατριωτικὸν δάνειον θὰ καλυφθῇ ἐντελῶς ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλάδος, διότι ἀπὸ παντὸς ἄκρου τῆς ἐλευθέρας καὶ δούλης Χώρας ἤρχοντο τηλεγραφήματα καὶ διαβεβαιώσεις τῶν ἐνθέρμων ἐκείνων πατριωτῶν, ὅτι καὶ τὸν ἔσχατον ὀβολόν των ἤθελον καταβάλει ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Τί δὲ ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸ πατριωτικὸν δάνειον, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός; δύο μόλις ἑκατομμύρια, τῶν ὁποίων ἀγνοῶ πόσον μέρος ἐλήφθη ἀπὸ τὰ Δημοτικὰ, καὶ Λιμενικὰ καὶ Ἐκκλησιαστικὰ ταμεῖα. Πλὴν τῶν μέτρων τούτων προσέφυγεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἡ ἀναγκαστικὴ δὲ κυκλοφορία, κύριοι, ἐγέννησε τὴν φοβερὰν, τὴν ἀφόρητον κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν κοινωνικῶς διατελοῦμεν σήμερον. Διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπρομηθεύθη ἡ Κυβέρνησις 50 περίπου ἑκατομμύρια χαρτονομίσματος, ἅτινα εἰς οὐδὲν ἄλλο συνετέλεσαν εἰμὴ εἰς τὴν ὕψωσιν τὴν τερατώδη τῆς συναλλαγῆς, εἰς τὴν κατὰ ἓν τρίτον ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐλάττωσιν πάσης πενιχρᾶς περιουσίας τοῦ Ἕλληνος, καὶ εἰς τὴν ἐντελῆ νέκρωσιν πάσης ἐργασίας καὶ πάσης παραγωγῆς. Διὰ τῶν πενιχρῶν δὲ τούτων καὶ αὐτόχρημα ἀστείων μέσων ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου, νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸ μέγα ἐκεῖνο ἔργον, οὗ τινος αὐτὴ μόνη ἐκήρυξεν ἑαυτὴν πρωτοστάτην καὶ πρόμαχον. Τώρα δὲ, ὅτε βλέπει ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ, ἔρχεται καὶ λέγει εἰς ἡμᾶς διὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ: «μᾶς ἦτο γνωστὸν, ὅτι τὰ ὑπολειπόμενα εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως χρηματικὰ μέσα ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐπαρκέσωσιν εἰς ὅλας τὰς ἐνδεχομένας καὶ ἀπροβλέπτους ἀνάγκας εἰς τὰς ὁποίας τὸ Κράτος δὲν ἦτο ἀπίθανον νὰ ὑποβληθῇ....» Ἂν σᾶς ἦτο γνωστὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, τοῦτο, διατί δὲν ἐμεριμνᾶτε ἐγκαίρως περὶ ὅλων αὐτῶν; Διατί ἀφήσατε νὰ παρέλθῃ ἑξάμηνον ὅλον ἐξαντλοῦν εἰς ματαίας προσδοκίας τὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου; Τί ἐσκέπτεσθε τότε καὶ τί σκέπτεσθε σήμερον, τὸ ἀποδεικνύουν καὶ πάλιν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε 25 ἑκατομμύρια χάρτινον δάνειον, ἤτοι 10 μόλις ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικόν· διότι ἂν σήμερον, ὅτε μόνον ἡ πρότασίς σας εἶναι γνωστή, ὁ χρυσὸς ἔχῃ ὑπερτίμησιν 35%, εὐκόλως δύνασθε νὰ φαντασθῆτε τί θέλει γείνει, ὅταν τὸ δάνειον αὐτὸ ψηφισθῇ. Εἰς 100% θὰ ἀναβῇ ἡ ὑπερτίμησις. Καὶ τοιαῦτα προτείνοντες εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι σπουδάζετε καὶ δὲν ἀστειεύεσθε; Τοιαύτη εἶναι, κύριοι, ἡ ζοφερὰ εἰκών, ζοφερὰ ἀληθῶς, εἰς ἣν περιῆλθε τὸ Ἔθνος ἕνεκα τῶν ματαίων καὶ ἀσκόπων καὶ ἀτελευτήτων ἐπὶ ἑξάμηνον ὅλον διαρκουσῶν παρασκευῶν τῆς Κυβερνήσεως, παρασκευῶν, αἵτινες ἦγον εἰς πόλεμον, ὡς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ἤγαγον δὲ εἰς ἐξάντλησιν καὶ ἀποθάῤῥυνσιν. Καὶ μὴ πλανᾶσθε, κύριοι, ἐξ ἐνθουσιωδῶν φωνῶν καὶ διαδηλώσεων. Ῥίψατε τὸ βλέμμα σας εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Ἕλληνος καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι εἶναι ἐξηντλημένος· ὑπῆρχεν ἐνθουσιασμός, ἀλλ’ ὁ ἐνθουσιασμὸς αὐτὸς ἐξηντλήθη, ἔγεινε καπνός.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἦτο ἐξηντλημένος, δὲν θὰ ἔμενεν οὐδεὶς εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.
§53ΒΛΑΧΟΣ. Ἠθέλετε νὰ λιποτακτήσουν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι λέγω ἀλήθειαν;
§54ΤΡΑΚΑΣ. Σεῖς μόνον τὸ λέγετε αὐτό!
§55ΒΛΑΧΟΣ. Ἀγνοῶ, κύριε Τράκα, ποίας ἐντυπώσεις ἔχετε σεῖς ἐκ τῆς Ἐπαρχίας, ἐξ ἧς ἔρχεσθε· ἐγὼ κρίνω ἐκ τῆς ἰδικῆς μου Ἐπαρχίας.
§56ΤΡΑΚΑΣ. Ἐξ ὅλης τῆς Ἑλλάδος εἶναι τοιαῦται ἐντυπώσεις.
§57ΒΛΑΧΟΣ. Ἀλλὰ διατί λοιπὸν, θὰ μ’ ἐρωτήσετε, παρεσκευάζετο ἡ Κυβέρνησις; Διατί ἐκάλει στρατὸν ὑπὸ τὰς σημαίας; Διατί ἐζήτει καὶ ἐλάμβανε καὶ ἐξώδευεν ἑκατομμύρια; Διατί ἐπεβάρυνε καὶ ἐπτώχυνε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Διατί περιήγαγεν εἰς ἀπόγνωσιν τοὺς δυστυχεῖς ὑπαλλήλους διὰ τῶν εἰσφορῶν καὶ τῆς καθυστερήσεως πολλῶν μηνῶν μισθῶν; Ψιθυρίζεται ὅτι ὅλα αὐτὰ ἕνα μόνον εἶχον σκοπόν: νὰ ἀπειλήσωμεν δῆθεν τὴν Εὐρώπην, καὶ νὰ τὴν ἀναγκάσωμεν νὰ μᾶς δέσῃ τὰς χεῖρας, ἢ τοὐλάχιστον νὰ τὴν ἐξαντλήσωμεν.
§58ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Τί εἶναι αὐτά!
§59ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι Ἑλληνοπρεπῆ, δὲν εἶναι ἄξια Ἕλληνος αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε.
§60ΒΛΑΧΟΣ. Ἀδιαφορῶ ἐντελῶς ποίαν ἰδέαν ἔχετε περὶ τῆς ἐθνικότητός μου.
§61ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Καὶ ἂν τὰ ἐπιστεύετε αὐτὰ ὅπου λέγετε, δὲν ἦτο συμφέρον νὰ λέγωνται.
§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὰ ἐλέγοντο καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν κατὰ τὰ 1870, ὅταν ἔλεγεν ὁ Θιέρσος «σταματήσατε».
§63ΒΛΑΧΟΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀλήθεια σώσει ἡμᾶς. Ἀκούετε τὸ ψεῦδος, ἀλλὰ τὸ ψεῦδος μᾶς κατήντησεν ὅπου μᾶς κατήντησε. Τοιαύτη εἶναι, κύριοι, ἡ ζοφερὰ εἰκὼν τοῦ παρόντος.
§64ΤΡΑΚΑΣ. Ὡς σᾶς φαίνεται.
§65ΒΛΑΧΟΣ. Ἀγνοῶ, εἶπον, κύριε Τράκα, ποίας ἐντυπώσεις κομίζετε ἐκ τῆς Ἐπαρχίας σας· ἐγὼ ἔχω ἐντυπώσεις ἐκ τῆς Ἐπαρχίας μου.
§66ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἔχει αὐτὰ τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἀποδίδετε.
§67ΒΛΑΧΟΣ. Κολακεύετε τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν, κύριε Οἰκονόμε, διὰ νὰ σᾶς δώσῃ ψήφους· ἐγὼ ὅμως δὲν συνείθισα νὰ κολακεύω κανένα, συνείθισα δὲ νὰ λέγω πάντοτε τὴν ἀλήθειαν.
§68ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὅταν ὁμιλῆτε διὰ τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν τοιαῦτα ἄτιμα λόγια, μὴ τολμᾶτε νὰ παρουσιάζεσθε ὡς ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ. (Εὖγε, εὖγε. Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐκκενώσω, κύριοι τὰ ἀκροατήρια. Αἱ στιγμαὶ εἶναι κρίσιμοι· τὰ ἀκροατήρια ὀφείλουν νὰ σέβωνται τὰς κρισιμωτάτας αὐτὰς περιστάσεις, καὶ νὰ μὴ ἐπιδοκιμάζουν ἢ ἀποδοκιμάζουν.
§70ΒΛΑΧΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ κενώσετε τὰ ἀκροατήρια. Τὰ ἀκροατήρια, ὅπως ἔχουσιν, ἐκτελοῦσι τὰς παραγγελίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον. Διατρέξατε, κύριοι, τὰς ὁδοὺς τοῦ Αἰόλου καὶ Ἑρμοῦ καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θέλετε εὕρει πολλὰ ἐμπορικὰ καταστήματα, τῶν ὁποίων ἡ κατάστασις νὰ μὴ ἐμπνέῃ φόβον.
§71ΡΑΛΛΗΣ. Τί εἶναι αὐτὰ ὅπου λέγεις ἐνώπιον τῶν ὀμμάτων τοῦ κόσμου; Μωρέ!
§72ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Πρέπει ν’ ἀνακαλέσῃ ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Ῥάλλης.
§73ΒΛΑΧΟΣ. Διόλου νὰ μὴ τὰ ἀνακαλέσῃ· διότι ἂν τὰ ἀνακαλέσῃ, θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἔχει ἄλλην ἀνατροφὴν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ τοῦτο θὰ μ’ ἐλύπει πολύ. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἐν Ἀθήναις—ἐγὼ τὸ γνωρίζω, ἂν δὲν τὸ γνωρίζετε σεῖς—οἵτινες ἔμειναν ἄσιτοι ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. Ὑπάρχουν οἰκογένειαι ἐν Ἀθήναις, αἵτινες τρώγουσι λάχανα· ὑπάρχουσιν ἐργάται μὲ ἀργὰς χεῖρας, καὶ τεχνῖται μὲ κενὸν στόμαχον.
§74ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πήγαινε νὰ τὰ εἰπῇς εἰς τὴν Αὐστρίαν αὐτὰ, Αὐστριακέ!
§75ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἰς τὴν Πελοπόννησον ἔχει 5 δραχμὰς τὸ ἡμερομίσθιον.
§76ΒΛΑΧΟΣ. Θὰ κάμετε εὐεργεσίαν εἰς τοὺς Ἀθηναίους, ἂν μετακομίσητε μερικοὺς ἐκεῖ.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δέχομαι ὅ,τι λέγει ὁ κύριος Βλάχος· μένουσιν ἄσιτοι ἐν Ἀθήναις πολῖται καὶ τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ἐπιθυμοῦν νὰ πολεμήσωσι καὶ ν’ ἀντιταχθῶσι κατὰ τοῦ θανάτου ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν· διότι δὲν ἐκφράζουσιν οὐδὲν παράπονον, λέγουσι δὲ ὅλοι ἢ πολεμήσατε ἢ ἀποθάνετε σεῖς οἱ διοικοῦντες· (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀνεχθῶ αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Θὰ κενώσω τὰ ἀκροατήρια.
§79ΒΛΑΧΟΣ. Δὲν ἀνησυχῶ ποσῶς δι’ αὐτό· διότι μὲ ὅλας σας τὰς ἐνθουσιώδεις κραυγὰς καὶ μὲ ὅλην τὴν ἐνίσχυσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀμφιβάλλω, κύριοι, ὅτι θὰ δώσετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ψήφου σας, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ πολεμήσῃ. Ἔστε βέβαιοι περὶ τούτου. Ἐκεῖνο μόνον τὸ ὁποῖον μὲ λυπεῖ εἶναι, ὅτι θὰ παραταθῇ οὕτω περισσότερον ἡ ἐλεεινὴ τῆς Χώρας κατάστασις, ἡ ἐξάντλησις τοῦ Ἔθνους, ἡ ἀπόγνωσις καὶ ἡ ἀπελπισία τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ τοῦ κακοῦ τούτου τοῦ ἀνιάτου φέρετε σεῖς τὴν εὐθύνην, ἂν ἐξακολουθήσετε ἀνεχόμενοι τοιαύτην πραγμάτων κατάστασιν· (ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§80ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ σᾶς παράσχῃ πᾶσαν συνδρομὴν διὰ νὰ τηρήσητε τὴν τάξιν καὶ ἰδίως ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
§82ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἀκροατήρια δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνουν. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§84Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ μὴν ἐκφράσω τὴν βαθεῖαν λύπην μου — καὶ νομίζω, ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα τοῦ Πανελληνίου, ἐὰν εἴπω τὴν λύπην σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ — διότι τὴν παραμονὴν τῆς 25 Μαρτίου, ἐκείνης, καθ’ ἣν οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες ἐναγωνίως ἀνέμενον, ὅπως ἴδωσιν ὑψουμένην καὶ αὖθις τὴν σημαίαν πρὸς συνέχισαν τοῦ ἀγῶνος τοῦ 1821, προκαλούμεθα εἰς βουλευτικὰς συζητήσεις, καὶ προκαλούμεθα, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, ἐξ ἀπρονοησίας κυβερνητικῆς, διότι τὰ μέτρα, διὰ τὰ ὁποῖα λέγουσιν, ὅτι μᾶς ἐκάλεσαν, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἔπρεπε νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προνοηθῶσιν ἐγκαίρως, πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν μας. Ἀλλ’ ὄχι, δὲν καλούμεθα διὰ νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν 25,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀλλ’ ὄχι, δὲν καλούμεθα διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ τῶν στελεχέων τοῦ στρατοῦ. Καλούμεθα, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑποθέτω, διὰ νὰ ἐκφράσωμεν, καὶ κατὰ τὴν κρισιμωτάτην ταύτην στιγμήν, τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ δηλώσωμεν καὶ αὖθις ἐὰν φρονῶμεν, ὅτι ὁ Τόπος ἐπιμένει εἰς τὴν περὶ τοῦ πολέμου ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου ἐκδηλωθεῖσαν ἰδέαν του, ἢ οὔ. Ἰδοὺ τί φαίνεται θέλουσα νὰ μάθῃ παρ’ ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις. Μὴ δυσανασχετεῖτε λοιπὸν ἐπὶ τῇ γινομένῃ συζητήσει· ἀφήσατε τὴν συζήτησιν ἐλευθέραν· ἀφήσατε νὰ ἀκουσθῶσιν ὅλαι αἱ γνῶμαι· ἀφήσατε ν’ ἀκουσθῶσιν αἱ ὑπὲρ τοῦ πολέμου γνῶμαι, ἀλλὰ ν’ ἀναπτυχθῶσι καὶ αἱ περὶ εἰρήνης, ὅσον εὐάριθμοι καὶ ἂν ὦσιν· ἀφήσατε τέλος νὰ διαλευκανθῶσι τὰ πράγματα ἐν ὅλῃ τῇ ἀκριβείᾳ καὶ τῇ σοβαρότητι, ὅπως μάθωμεν τὴν ἀληθῆ κατάστασιν ἡμῶν, ὅπως μάθωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα· διότι δὲν γνωρίζομεν περίστασιν κρισιμωτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ἤδη εὑρισκόμεθα. Πρόκειται, ὡς πᾶς δύναται νὰ ἐννοήσῃ, ν’ ἀποφασίσωμεν τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν ὕπαρξίν του· πρόκειται ν’ ἀποδείξωμεν, ἐὰν οἱ ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν ἐκφωνούμενοι πανηγυρικοὶ κατὰ τὴν 25 Μαρτίου δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι καὶ παρὰ τῆς ἐνεστώσης γενεᾶς, ἐὰν θὰ ζήσῃ ἐπὶ πλέον ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1821, ἐὰν θὰ ἀναπνεύσῃ ἐλευθέρως ὁ Ἑλληνισμὸς, ἢ ἐὰν πρέπῃ νὰ μείνωσι πάντα ταῦτα ὡς ἱστορικὰ μνημεῖα, ἅτινα ν’ ἀναγινώσκωνται ὑπὸ τῶν παίδων ἐν τοῖς σχολείοις, προστιθεμένου ἑνὸς συμπεράσματος, ὅτι οἱ γίγαντες τοῦ 1821 ἐγέννησαν τέκνα ἄξια διὰ λόγους. Ἐὰν, κύριοι, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους καὶ ὡς πολίτης Ἕλλην ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν ἐμὴν γνώμην σαφῶς καὶ ἄνευ περιστροφῶν, καλοῦμαι καὶ ὑπὸ ἄλλην τινὰ ἰδιότητα, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας Βώλου, μιᾶς τῶν Ἐπαρχιῶν τῆς ἄρτι ἐλευθερωθείσης Θεσσαλίας — ἥτις καὶ ἀπὸ τοῦδε μὲν αἰσθάνεται ἴσως πλειότερον τῆς ἄλλης χώρας τὰς συνεπείας τῆς ἐπιστρατείας, ὡς ἐκ τῆς ἐπισωρεύσεως τοῦ στρατοῦ, ἐν ἐνδεχομένῳ δὲ πολέμῳ, ἔσεται πιθανῶς τὸ κυριώτερον θέατρον τοῦ πολέμου — τῆς Θεσσαλίας, τὴν ὁποίαν, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς διαδηλώσεως τῶν ἡνωμένων στόλων, ἀπειλοῦσι νὰ ὑποδουλώσωσιν αὖθις αἱ Κυβερνήσεις τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Τὸ φόβητρον δὲ τοῦτο δὲν προβάλλουσι πλέον εἰς ἡμᾶς ἀργυρώνητοι μόνον δημοσιογράφοι. Ἠκούσατε προχθὲς πολιτευτὴν ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων, ἡγούμενον μάλιστα μερίδος σπουδαίας ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ μᾶς ἀπειλῇ, βεβαίως καλῇ τῇ πίστει, ἐπίσης λέγων, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα ἄνδρες καὶ νὰ μὴ βασιζώμεθα εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ὅτι, ἐν περιπτώσει ἥττης, οὐδὲν ἔχομεν ν’ ἀπολέσωμεν· ὀφείλομεν, μᾶς εἶπε, νὰ ἀντιμετωπίζωμεν τὸν κίνδυνον ἀνδρικῶς, καὶ εὐτυχῶς, προσέθηκεν, ὡς ἄνδρας μᾶς θεωρεῖ ἡ Εὐρώπη, ἀπειλοῦσα ἡμᾶς μὲ τὰς συνεπείας τῆς ἥττης, ἣν ἄλλως τε καὶ ἀπὸ τοῦδε ἐθεώρησε φαίνεται ὁ συμβουλεύων ὡς βεβαίαν. Τί σημαίνουσι ταῦτα; Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω· τὸ ἀνεγνώσατε πάντες εἰς τὰς ἀνταποκρίσεις τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν φιλοτούρκου ἀνταποκριτοῦ τοῦ «Χρόνου» τοῦ Λονδίνου· μᾶς ἀπειλοῦσι νὰ ὑποδουλώσωσι τὴν πρὸ μικροῦ μόλις ἐλευθερωθεῖσαν Θεσσαλίαν κατόπιν δουλείας αἰώνων. Ἀπέχω νὰ συζητήσω τὴν ἀκρίβειαν τῶν πηγῶν τῶν τὰ τοιαῦτα λεγόντων. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο ὑποτεθῇ ἀληθές, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ Συνεδρίου, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας Βόλου, νομίζω δὲ ὅτι ἐκτὸς ἐμοῦ καὶ ὅλοι σχεδὸν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας θὰ ἐκδηλώσωσιν, ὡς ἐλπίζω, τὰ αὐτὰ αἰσθήματα, ὅτι δὲν ἀποδειλιῶσιν οἱ ἐντολεῖς ἡμῶν οὐδὲ ἀπέναντι τοῦ ἀληθοῦς ἢ ψευδοῦς τούτου φοβήτρου.
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§86ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ἐπέπρωτο νὰ ὑπάρχωσιν ἐν ὑπερμεσοῦντι δεκάτῳ ἐννάτῳ αἰῶνι Κυβερνήσεις ἐν Εὐρώπῃ—δὲν λέγω λαοὶ, διότι οὐδέποτε συγχύζω τὰς Κυβερνήσεις μὲ τοὺς λαοὺς—δυνάμεναι νὰ σκεφθῶσι σπουδαίως καὶ νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐκ νέου ὑποδούλωσιν τῆς Θεσσαλίας, διότι τείνει χεῖρα ἀρωγὸν πρὸς τὴν ἀδελφήν της Μακεδονίαν, ἐὰν οἱ στόλοι τῶν ἰσχυρῶν Κρατῶν πλέωσιν ἐν τῇ Μεσογείῳ, ἵνα, ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας τῶν Ἑλληνικῶν ὅπλων, δεσμεύσωσι καὶ αὖθις τὰς χεῖρας ἐκείνων, οἵτινες δυνάμει ἀποφάσεων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κυβερνήσεων ζητοῦσι νὰ συντρίψωσι τὰ δεσμὰ τῶν Ἰωαννίνων καὶ τῆς γείτονος Ἐλασσῶνος, ἂς ὑποδουλωθῇ καὶ αὖθις ἡ Θεσσαλία, ἔκκλησιν ποιοῦσα εἰς τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Ἑλλάδος λαούς. Ἐρωτήσατε, κύριοι, τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Θεσσαλίας, πρὸ μικροῦ ἐκεῖθεν ἐλθόντας, ὧν τινες ἐὰν δὲν συνέπεσε νὰ λάβωσι τὴν συνήθειαν ν’ ἀναβαίνωσι συχνὰ τὸ βῆμα, βεβαίως ὅμως κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμὴν θέλουσιν, ἐλπίζω, πράξει τοῦτο, διὰ νὰ ἐκφράσωσιν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω περὶ τῶν γενναίων αἰσθημάτων τῶν Θεσσαλῶν. Ἐρωτήσατε αὐτοὺς, ἐρωτήσατε ἰδίως τοὺς Βουλευτὰς Τυρνάβου, οἵτινες ἔχουσιν ἀπέναντί των εἰς ὀλίγων βημάτων ἀπόστασιν τὸν Ἐγιοὺπ πασσᾶν, καὶ θέλετε ἀκούσει παρ’ αὐτῶν ζωηροτέρας δηλώσεις καὶ ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐτόλμησα νὰ προβῶ, ἐν τῇ ἀκραδάντῳ πεποιθήσει, ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα τῆς Ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, καὶ ὅτι συναντῶμαι ἐν τῇ ἰδέᾳ ταύτῃ καὶ μετὰ τῶν συναδέλφων μου. Προετίμων καὶ τόρα ὡς τὸν Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον τοῦ 1885, προετίμων μυριάκις, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ συζήτησις, ἡ συζήτησις αὕτη νὰ ἐγίγνετο ἐν μυστικῇ συνεδριάσει. Προετίμων ἐκ μέσης καρδίας, ἀντὶ ν’ ἀκούσω τὸν ἡγέτην τῆς μεγαλειτέρας μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἢ μᾶλλον νὰ ἴδω τὴν ἀνυπομονησίαν αὐτοῦ, ὅπως ἐκδηλώσῃ τὰ αἰσθήματά του, τὰ ὁποῖα δυσκόλως ἔκρυπτε μέχρι τοῦδε, ἐπεθύμουν, λέγω, ἀντὶ τούτου, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ προεκαλεῖτο μυστικὴ συνεδρίασις, ἵνα ἐν αὐτῇ μάθωμεν τὴν κατάστασιν ἡμῶν τὴν διπλωματικὴν, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, τὴν οἰκονομικήν, τὴν στρατιωτικήν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς —καὶ τὸ λέγω μὲ θλῖψιν τῆς καρδίας μου καὶ νομίζω, ὅτι ἐκφράζω τὴν θλῖψιν καὶ πολλῶν φίλων αὐτοῦ τοῦ κ. Τρικούπη, εἴτε ἐντὸς, εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς—ἀτυχῶς ἐῤῥίφθη ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου, ἐῤῥίφθη τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ τούτου γενομένου, συρόμεθα ἄκοντες νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ πεδίου οὐχὶ ἀνταξίου τῶν περιστάσεων· διότι, ὅταν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν ὅσα ἠκούσαμεν καὶ δι’ οὗ τρόπου τὰ εἶπε, δὲν ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ σιγήσωμεν, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν καὶ τὴν γνώμην ἡμῶν, ὅπως φωτίσωμεν τὸν Τόπον, ὅστις διὰ τῆς προκληθείσης συζητήσεως περιέπεσεν εἰς νέον σκότος ἀμφιβολιῶν, ἀπογοητεύσεων καὶ ἴσως φόβων. Τὸ ζήτημα, κύριοι Ἀντιπρόσωποι, ἀκριβῶς ὑπὸ τοῦ προκαλέσαντος τὴν προκειμένην συζήτησιν διηρέθη εἰς τρία μέρη· ἐξητάσθη ὑπὸ τὴν διπλωματικὴν ἔποψιν, τὴν στρατιωτικὴν καὶ τὴν οἰκονομικήν. Μὴ ἔχων τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων καὶ μόνον θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων ἀπόψεων, γνώμην στηριζομένην ἐπὶ τῶν πραγμάτων, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ στηρίξω τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τῶν φαινομένων, νὰ βασισθῶ εἰς ὅ,τι πάντες γνωρίζομεν. Δὲν γνωρίζω τὰ διαμειφθέντα ἔγγραφα, δὲν κατέχω τὰ μυστήρια τῆς διπλωματίας, οὐδ’ ἔχω τὰς ὑψηλὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀνταποκριτῶν ξένων ἐφημερίδων καὶ ἄλλων ἐπισήμων προσώπων, διὰ νὰ μανθάνω τὰς σκέψεις τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κυβερνήσεων. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ διὰ τῶν γνωστῶν εἰς ἐμὲ γεγονότων, ἰδίᾳ διὰ τῆς λογικῆς ἀναλύσεως τοῦ ἀπὸ τὸν Σεπτέμβριον ἐκτυλισσομένου ἐνώπιόν μας δράματος, θὰ δυνηθῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας συμπεράσματα, διερμηνεύοντα τὸ φρόνημα τοῦ Τόπου, ὡς ἐλπίζω. Καὶ πρῶτον ἐξετάζων, τὶ ἡ Ἑλλὰς ἔπραξε διπλωματικῶς καὶ τὶ ἐκ τῆς διπλωματικῆς ἐκστρατείας δύναται νὰ ἐλπίζῃ, ὀφείλω πρὸ παντὸς νὰ μὴν ἀφήσω ἐκ καθήκοντος δικαιοσύνης ἀπαρατήρητον τὴν δημοσιευθεῖσαν διακοίνωσιν εἰς ἀπάντησιν τῆς πιέσεως τῶν Κυβερνήσεων τῶν ἐν Σούδᾳ στόλων, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὀφείλεται ἔπαινος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀνδρικὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν διετήρησε μέχρι τοῦδε ἀπέναντι τῆς διπλωματίας, τῆς κακοσυνειθισμένης διπλωματίας, ἥτις ἐν στιγμαῖς στενοχωρίας νομίζει, ὅτι δύναται νὰ καταπιέζῃ τ’ ἀσθενῆ Κράτη, καὶ ὅτι οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης πληρόνουσι τοὺς φόρους των, ἵνα συντηρῶσι στόλους πρὸς δέσμευσιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας τῶν μικρῶν μέν, ἀλλ’ ἰσοτίμων Κρατῶν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ τε διεθνοῦς καὶ τοῦ αἰωνίου δικαίου. Ἡ μικρὰ Ἑλλὰς ὀφείλει μέχρι τέλους νὰ ἐμμείνῃ διὰ πάσης θυσίας ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ τοῦ καθήκοντος, ἵνα διδάξῃ εἰς τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς, ὅτι καὶ οἱ μικροὶ ἔχουσι συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεών των ἐν τῷ ἀγῶνι τοῦ πολιτισμοῦ ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπότητος. Καὶ ὀφείλω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι εἰς ἄλλην ἀτυχῆ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ πολὺ ὁμοιάζουσαν περίστασιν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἔδειξε τὴν αὐτὴν πολιτικὴν πορείαν· τοὺς δὲ φόβους μου περὶ ἐπαναλήψεως τυφλῆς ὑπακοῆς ἀπέναντι ψυχολογικῆς βίας ἀδίκου εἶχον ἐκδηλώσει τὸν Ὀκτώβριον. Ἀλλ’ ὅταν λέγω ταῦτα, ὅπως ἐνισχύσω τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος, ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης ἀπαντήσεως προσδοκῶμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν κινήσεων τοῦ ἔθνους· ἐκ τῆς διπλωματικῆς ὅμως διαπραγματεύσεως οὐ μόνον δὲν προσδοκῶ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐκτέλεσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων, ἀλλὰ καὶ φοβοῦμαι, ὅτι μόνον ζημίαν πρέπει νὰ περιμένωμεν παρὰ κέρδος. Ἡ ἱστορία, ἡ πικρὰ ἱστορία, ἀρχαιοτέρα καὶ νεωτέρα, αὐτὴ ἡ σύγχρονος μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι σκοπὸς τῆς διπλωματίας δὲν εἶνε νὰ γεννᾷ ζητήματα, καὶ μάλιστα ζητήματα ἀντικείμενα εἰς τὰ ἀλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντά της, ἅτινα παραγκωνίζουσι τὰ αἰσθήματα καὶ τὰ πρὸς τὴν φιλανθρωπίαν καθήκοντα· εἶνε ἀκριβῶς ὁ ἐναντίος· καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ διὰ παντὸς θεμιτοῦ καὶ ἀθεμίτου τρόπου νὰ πνίξῃ τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα καὶ εἰς τοῦτο καταγίνεται διὰ πάσης θυσίας· ἀλλὰ πάντα τὰ διπλωματικὰ σχέδια δύνανται νὰ θραυσθῶσιν εἰς τοὺς βράχους τῆς ἐθνικῆς θελήσεως, ἵνα ἐξυπνήσωσι τὰ φιλελληνικὰ αἰσθήματα τῶν ἁπανταχοῦ λαῶν τῆς γῆς. Οὐδὲν λοιπὸν ὄφελος πρέπει νὰ προσδοκῶμεν ἀντάξιον τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν· καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν εὑρεθῇ εἰς τὸ πέλαγος τῶν διαπραγματεύσεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος πρὶν ἢ δημιουργήσῃ γεγονότα· μόνον ἀφοῦ παρουσιάσῃ γεγονότα, δύναται νὰ προσδοκᾷ ὀφέλη καὶ ἐκ τῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων, διότι καὶ ἂν αἱ Κυβερνήσεις θέλωσι νὰ μείνωσιν ἄκαμπτοι, ὅπερ ἀπίθανον, αὐτὴ ἡ συνείδησις τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ κοινὴ γνώμη, ἕνεκεν τῆς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ βομβαρδίσωσι σήμερον τὰ παράλιά μας, ὅπως ἐπιβάλωσι τὴν θέλησίν των, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ κύριος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς παραδέχεται, μὲ ὅλας τὰς φιλειρηνικάς του δηλώσεις, αὐτὴ αὕτη θ’ ἀναγκάσῃ καὶ τὰς Εὐρωπαϊκὰς Κυβερνήσεις, ἀνατρέπουσα αὐτὰς ἐν ἀνάγκῃ, ν’ ἀποδώσωσι τὴν δικαιοσύνην, ἣν σήμερον μᾶς ἀρνοῦνται σκληρῶς. Θέλει αἵματα καὶ σφαγὰς ἡ διπλωματία, ὅπως συγκινηθῇ. Θέλουσιν ἀνδραγαθήματα οἱ λαοί, ὅπως πιστεύσωσιν, ὅτι δὲν ἀπέθανεν ἡ Ἑλλὰς τοῦ 21. Ἰδοὺ τὶ κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1878 ὁ κύριος Γλάδστων, ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους καὶ τότε ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἂν μὴ ἀπατῶμαι, συζητουμένων καὶ τότε τῶν καθ’ ἡμᾶς, ἰδοὺ τὶ ἔλεγε τότε ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ ὁ ἀρχηγὸς τῶν φιλελευθέρων: «Ἐξεπλάγην ἐπὶ τῇ ὑπομονῇ, ἣν ἐπεδείξαντο αἱ Ἑλληνικαὶ Ἐπαρχίαι, διαρκοῦντος τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου καὶ ἰδίως ἀφ’ ὅτου ἔπεσε χαμαὶ ἡ Τουρκία». Καὶ ἤδη ἐν τοῖς πλωτοῖς πύργοις σφυρηλατεῖ τὰ δεσμὰ τῆς πολυπαθοῦς Κρήτης! ... Ἀλλ’ ἀκούσατε, ἀκούσατε, πῶς εἷς ἀληθὴς φιλέλλην ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει, ὁ κύριος Σμίθ, ἐξετάζων τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, ἐχαρακτήρισε τὰς διπλωματικὰς ἐλπίδας. «Ἡ πρόνοια—ἔλεγε πρὸς τοὺς Ἄγγλους ἀντιπροσώπους ὁ βαθύνους ῥήτωρ—παρέχει εἰς τοὺς δεδουλωμένους λαοὺς μίαν εὐκαιρίαν. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὸ ἔθνος, ὅπερ ἀντὶ τῆς δράσεως προτιμᾷ τοὺς λόγους καὶ ἀναμένει ἐκ τῆς διπλωματίας τὴν ἐλευθερίαν, ἣν ὀφείλει ν’ ἀποκτήσῃ διὰ τοῦ ξίφους». Αὐτὴ εἶνε ἡ ἀληθὴς γνώμη, κύριοι, περὶ τῆς διπλωματίας, καὶ μελετήσατέ την καλῶς. Ἐὰν δὲν παρουσιάσωμεν γεγονότα, μὴ ἐλπίζωμεν τίποτε. Ἡ στρατιωτικὴ τοῦ ζητήματος, κύριοι, ἐξέτασις, εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἡ πασῶν σπουδαιοτέρα, διότι ἀπ’ αὐτοῦ ἐξήρτηται τὸ πᾶν. Πρὸς ἐξέτασιν ὅμως αὐτοῦ ἀπαιτεῖται προηγουμένως οὐχὶ μὲ τὸν διαβάτην τῶν ἐπιτελῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς λογικῆς καὶ μὲ τὸ φῶς τῆς ἱστορίας τοῦ παρελθόντος νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ποῦ βαδίζομεν, ἄλλαις λέξεσι, περὶ τίνος πολέμου πρόκειται· πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου τοῦ πολεμεῖν τῶν Γάλλων, τῶν Πρώσσων, τῶν Αὐστριακῶν, ἢ πρόκειται περὶ πολέμου Ἑλληνοτουρκικοῦ; πρόκειται περὶ πολέμου καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, ἢ περὶ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν σήμερον; Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀναπόφευκτος ἡ ἀνάγκη τοῦ πολέμου, ὡς ἡμεῖς ἀδιστάκτως ὑποστηρίζομεν, ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου ἐξήρτηται ἡ ἐκτίμησις τῶν ἄχρι τοῦδε παρασκευῶν, καὶ αἱ ἐλπίδες, ἃς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν περὶ τῶν μελλουσῶν παρασκευῶν, περὶ ὧν ὁμιλοῦσί τινες αἰωνίως. Ἐὰν πρόκηται, κύριοι, περὶ διεξαγωγῆς τακτικοῦ καθ’ ὅλα πολέμου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ταπεινήν μου γνώμην εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι παρῆλθε καὶ παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτεὶ κατ’ ἐμέ ὁ καιρὸς παρασκευῶν τακτικῶν τοιούτων, ὅπως πολεμήσωμεν ὡς Γάλλοι καὶ Πρῶσσοι· ἔπρεπεν, ὅταν ἐκρεμάσθη ἄνωθι τῆς ἑστίας τὸ καρυοφύλι τῷ 1829, νὰ μὴ λησμονήσωμεν τὸν τρόπον, δι’ οὗ ἀπηλευθερώθη ἡ μικρὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ γωνία, νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι εἴχομεν πρὸς τοὺς ἐν τοῖς δεσμοῖς κρατηθέντας ἀδελφοὺς ἡμῶν ὑποχρεώσεις, καὶ ἔκτοτε νὰ ἑτοιμασθῶμεν οἰκονομικῶς καὶ στρατιωτικῶς διὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν τῆς συνεχείας τοῦ ἀγῶνος. Ἔπρεπεν ἔκτοτε νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς καὶ πάντες, ὅτι τὸ δρᾶμα τῆς Ἑλληνικῆς Παλιγγενεσίας δὲν εἶχε λήξει· ἔπρεπε τοὐλάχιστον, ὅταν ὁ Χόβαρτ ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς Σύρου, νὰ ἐννοήσωμεν τὰ ἕως τότε λάθη μας, καὶ νὰ μὴ πιθηκίζωμεν μιμούμενοι τοὺς Γαλλικοὺς στρατοὺς καὶ στόλους, ἀλλὰ νὰ μιμώμεθα τοὺς Μαυροβουνίους. Ἔπρεπε νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς, ὅτι εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποδιώξωμεν τὸν Χόβαρτ ἐπανερχόμενον εἰς τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας, ἂν οὐχὶ διὰ στόλου οἷος ὁ Ἀγγλικός, ἀλλὰ βεβαίως διὰ τῶν νεωτέρων πυρπολικῶν, τῶν τορπιλλῶν, ἃς μόνοι ἴσως οἱ Ἕλληνες ὡς ἐκ τῶν νωπῶν παραδόσεων ἠδύναντο νὰ χειρισθῶσι κάλλιον παντὸς ἄλλου ναυτικοῦ ἔθνους. Ἔπρεπε τοὐλάχιστον μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐν ἐκτάκτῳ πολιτικῇ παντοδυναμίᾳ ἀνέλαβε τὰ πάντα νὰ διαῤῥυθμίσῃ, νὰ ἀποδείξωμεν ψηλαφητῶς διὰ πραγμάτων, ὅτι ἐγκατελείπομεν τὰς ἐκστρατείας τοῦ Δομοκοῦ καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπετείας. Ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νὰ ἐφαρμόσῃ ἔκτοτε τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον μόλις προχθὲς τόσῳ ἀργὰ καὶ τόσῳ κατόπιν ἑορτῆς ἀνέπτυξεν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἀφοῦ κατεπονήθη ὁ Τόπος ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς δι’ ἀλλεπαλλήλων ἐπιστρατειῶν, ἀποληξασῶν πάντοτε εἰς τὴν ἀπογοήτευσιν καὶ εἰς τὴν διάψευσιν τῶν πόθων πάσης Ἑλληνικῆς καρδίας· ἔπρεπε τοιαῦτα σχέδια νὰ προταθῶσι, πρὶν ἐξαντληθῶμεν οἰκονομικῶς. Μὴ περιμένωμεν λοιπὸν, κύριοι, ὄχι μὴ ἐλπίσωμεν, ὅτι εἶνε πλέον καιρὸς νὰ ἑτοιμασθῶμεν, ὅπως ἡ νεωτέρα ἐπιστήμη τοῦ πολέμου ἐπιβάλλει......
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀδύνατον.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§89ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πάντοτε καὶ ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ἐπὶ δύο καὶ ἐπὶ τρία, ἢ καὶ ἐπὶ πλειότερα ἔτη, ἐὰν ἀποφασίσωμεν σπουδαίως νὰ ἑτοιμασθῶμεν καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχομεν τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἐλλείπει ὁ προσήκων χρόνος, θὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται καὶ τοσαῦται ἐλλείψεις, ἀναχαιτίζουσαι ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Δὲν βλέπετε, ὅτι ἡ Γαλλία, μὲ ὅλον τὸν ἄφθονον χρυσόν της καὶ τοὺς σοφοὺς ἐπιστήμονάς της πρὸ δεκαπενταετίας ἑτοιμάζεται καὶ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δύναται νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἀγῶνα ἀδιστάκτως; Νομίζετε, ὅτι σᾶς ὁμιλῶ δογματικῶς, διότι στηρίζομαι εἰς τὰς στρατιωτικάς μου γνώσεις; ὄχι· στηρίζομαι εἰς τὰς γνώσεις τῶν ἁρμοδίων στρατιωτικῶν, εἰς αὐτὴν τὴν λογικήν. Ἵνα παρασκευασθῶμεν πρὸς τακτικὸν πόλεμον, ἔχομεν ἀνάγκην χρόνου καὶ χρημάτων, τῶν ὁποίων στερούμεθα· διότι οὔτε ὁ Ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας καὶ ἄλλοι ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐνδιαφερόμενοι μᾶς δίδουσι τοιαύτην παράτασιν, οὔτε ὁ λαὸς ἔχει τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ τοιαύτη παρασκευή, καὶ μάλιστα ἀφοῦ τὸν ἐξηντλήσατε ματαίως διὰ τῶν σοφῶν σας φορολογικῶν μέτρων καὶ διὰ τῶν νευρικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν πάντοτε στιγμὴν τακτικῶν δῆθεν παρασκευῶν σας. Ἐὰν πεντήκοντα καὶ πλέον ἔτη παρῆλθεν ἐν ταύτῃ τῇ ἀπρονοησίᾳ, καὶ παρῆλθον δυστυχῶς ἀνεπιστρεπτεί, μὴ ἐλπίσητε πλέον, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ μεταβληθῶμεν, καὶ ἴσως ἴσως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶμεν, καὶ ἴσως ἴσως δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῶμεν καὶ οὔτε αἱ δυνάμεις, οὔτε αἱ παραδόσεις τοῦ Τόπου εἶναι σύμφωνοι πρὸς τοιαύτην μεταβολήν. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρὰ καὶ δι’ ὅλης τῆς φορολογικῆς ἐντάσεως δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ ἀκινδύνως εἰς σπουδαίας τακτικὰς παρασκευάς. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος τί μᾶς διδάσκει; Πότε ἠνδραγάθησαν οἱ Ἕλληνες; ἠνδραγάθησαν πάντοτε κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ κινδύνου ὀλίγοι κατὰ πολλῶν· οὐδ’ ἐδιδάχθησαν τὴν στρατιωτικὴν τέχνην οἱ ἥρωες τοῦ 21 ἐν στρατιωτικαῖς Σχολαῖς, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Τουρκία ἦτο θηρίον φοβερόν. Λοιπόν, κύριοι, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως περὶ τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος, διότι ἐξ αὐτοῦ τὰ πάντα ἐξαρτῶνται, ἡ Ἐθνικὴ τιμή, ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, ἡ ἐσωτερικὴ εὐημερία. Εἶνε ποτὲ δυνατὸν νὰ πιστεύσητε τοὺς λέγοντας ὅτι μετὰ δύω ἢ μετὰ τρεῖς, ἔστω μετὰ ἓξ μῆνας, ἔστω καὶ μετὰ ἓν ἔτος, εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευασθῶμεν οὕτω πως, ὥστε νὰ προσδοκῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν διὰ τακτικοῦ πολέμου, δηλαδὴ νὰ ἔχωμεν ἐκ τῶν προτέρων τὴν βεβαιότητα ἢ καὶ τὴν πιθανότητα τῆς νίκης; Ἄγνωστοι εἶναι αἱ περιπέτειαι παντὸς πολέμου· ἀλλ’ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς ποσάκις δὲν ἐπετεύχθη καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ἥττης; Ἐὰν πρόκηται νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεγάλην ἀπόφασιν, βεβαίως θὰ ἀρχίσωμεν διὰ τακτικοῦ πολέμου, ἀλλὰ πρέπει—καὶ τοῦτο δέον νὰ ἐννοηθῇ καλῶς—νὰ ἔχωμεν ἐκ τῶν προτέρων ὑπ’ ὄψει ὅτι, ἐὰν αἱ τύχαι τοῦ πολέμου, ἐὰν αἱ περιστάσεις δὲν μᾶς εὐνοήσωσιν, ἐὰν ἡ διπλωματία διστάζῃ νὰ καμφθῇ, δὲν πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν οὐδ’ ἀπέναντι τοῦ ἐσχάτου κινδύνου· ὀφείλομεν νὰ δημιουργήσωμεν 86 ἀντάξιον τοῦ 21, ἤ, δι’ ἄλλων λέξεων, νὰ κάμωμεν ἐν ἔτει 1886 ἀνάλογον μὲ τὰς σημερινὰς περιστάσεις 21......
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! εὖγε!
§91ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὰ πυρπολικὰ τῶν πατέρων μας θὰ τὰ εὕρωμεν εἰς τὰ τορπιλλοβόλα· θὰ τελειοποιήσωμεν τὸν τρόπον τοῦ μάχεσθαι διὰ τορπιλλῶν....
§92ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀπὸ τοῦδε ἐφοβήθησαν οἱ Φράγκοι τὸν στόλον μας.
§93ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Τροιζηνίας, ὅτι μοὶ ἐνθυμίζει τὴν περίστασιν αὐτήν. Τὸν Ὀκτώβριον τίς ὡμίλει περὶ Ἑλλάδος; Ὅλοι μᾶς ἐνέπαιζον· μᾶς ἐνέπαιζον, διότι δὲν ἐκινούμεθα, διότι δὲν ἐσκεπτόμεθα νὰ κινηθῶμεν. Καὶ μήπως, κύριοι, σκοποῦμεν ἤδη νὰ κινηθῶμεν; Τοῦτο θὰ ἐξετάσω ἀργότερον· ἀλλὰ μόλις ἐσχηματίσθη ὁ στολίσκος ἐκεῖνος, καὶ ἀμέσως εἴδατε νὰ γίνεται λόγος περὶ Ἑλλάδος, διότι βεβαίως, ἐὰν ὁ Τουρκικὸς στόλος ἦτο δυνατὸν νὰ καταβυθίσῃ τὸν στολίσκον μας, οὐδεμία θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ναυτικῆς ἐπιδείξεως. Οἱ ἀληθῶς γενναῖοι εὔζωνοί μας θὰ δειχθῶσιν ἄξιοι τῆς φήμης των, τὰ δὲ λοιπὰ σώματα δὲν θὰ ὑστερήσωσιν ἰδίως εἰς τὴν ἄμυναν. Ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου ὑποστηρίζω, ὅτι μόνον ἀγῶνα μὲ τοιαύτας ἰδέας δυνάμεθα ν’ ἀναλάβωμεν, ὅστις θέλει εὐοδωθῆ· ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὸ ἐναντίον συνέβαινεν, ὅπερ πάντες ἀπευχόμεθα, θὰ ἐδιδασκόμεθα ἐκ τῶν πραγμάτων τὶ πρέπει νὰ προσδοκῶμεν ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ κομπάζωμεν ἐπὶ πατραγαθίαις. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἔχουσιν ἀνάγκην χρημάτων, καὶ χρήματα δὲν ἔχομεν. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Χαλκίδος ἠρώτα προχθὲς τὶ ἔδωκαν οἱ ἐκ Βουκουρεστίου Ἕλληνες, ὅπως ἐξηγήσῃ, ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ μᾶς ὠθῶσιν εἰς τὸν πόλεμον· ἄλλους πολλοὺς ἤκουσα ἐρωτῶντας τί εἰσεπράξατε ἀπὸ τὰς εἰσφοράς, τί ἐλάβατε ἀπὸ τὸ πατριωτικὸν δάνειον. Κύριοι, ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι, ὅτι τὰ χρήματα δὲν ἐλλείπουσιν, ἀλλὰ δὲν ἐμορφώθη ἀκόμη ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ δράσῃ. Προσπαθήσατε νὰ ἐμβάλητε εἰς τὸ Ἔθνος τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ σπουδαίως, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι καὶ δάνειον θὰ εὕρητε καὶ πρὸ πάντων συνεισφορὰς ἀνταξίας τοῦ 21, καὶ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ καὶ ἐν τῇ δούλῃ Ἑλλάδι. Ἐνθυμήθητε τὰς πρώτας ἡμέρας μετὰ τὰ ἐν Φιλιππουπόλει συμβάντα, ἐνθυμήθητε πῶς ὁ πτωχὸς ὑπάλληλος προσέφερε τὴν ἐξ 80 καὶ 100 δραχμῶν μισθοδοσίαν του, ἄλλος τὸ ἥμισυ, ἄλλος τὸ τέταρτον. Πότε δὲ ταῦτα ἐκόπασαν; ὅταν ἤρχισε νὰ κλονίζηται ἡ πεποίθησις. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω, διὰ νὰ ἀναφέρω ὡρισμένα παραδείγματα· ὅ,τι λέγω, τὸ στηρίζω εἰς πράγματα, εἰς πρόσωπα, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι Ἕλλην καὶ γνωρίζω ὑπὸ τίνων αἰσθημάτων κατέχεται ὁ Ἑλληνισμός· εἶναι πολλοὶ πλούσιοι ἕτοιμοι νὰ προβῶσιν εἰς θυσίας ὑπὲρ τῆς κινδυνευούσης πατρίδος καὶ πρὸς δόξαν αὐτῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοῖς ἐμπνεύσητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι σπουδαιολογοῦμεν. Ὑπῆρχεν ἰδέα, τὴν ὁποίαν, συζητουμένης τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπεν εὐθὺς ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἕνωσιν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας, δι’ ἧς ἐπὶ θυσίᾳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἱδρύετο εἰς τὰ πλευρὰ αὐτοῦ μέγα Βουλγαρικὸν Βασίλειον, διὰ τῆς κατοχῆς τῆς Ἐλασσῶνος καὶ τῶν Ἰωαννίνων, κατοχῆς, στηριζομένης εἰς τὸν Βερολίνειον τίτλον. Ὅστις γνωρίζει τὴν κατάστασιν τῶν μεθορίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅστις ἐνθυμηθῇ, ὅτι πρὶν ἢ ἀναμιχθῇ ὁ ὅπως δήποτε γεγυμνασμένος στρατὸς, ἠδύνατο νὰ κινηθῇ εὐκολώτερον, ὅταν μετ’ αὐτοῦ ἀνεμίχθη ὁ ἀγύμναστος, δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι τοῦτο ἦτο ἀδύνατον· οὔτε ἔλλειψις χρημάτων ἠμπόδιζε τὴν Κυβέρνησιν τότε, διότι ἦτο εὐκολωτέρα ἡ εἴσπραξις τῶν χρημάτων τότε καὶ μάλιστα μετὰ τὴν συγκίνησιν, ἥτις ἀναγκαίως ἤθελεν ἐπέλθει συνεπείᾳ τοιούτου συμβεβηκότος· ἠδύνατο δὲ οὕτω νὰ δημιουργήσῃ καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐζήτουν οἱ φίλοι τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τὴν γνώμην ταύτην κακῶς ἐσκέφθη νὰ δηλώσῃ μετὰ παρέλευσιν ἑξαμήνου ὁ κ. Τρικούπης. Οὕτως ἢ ἄλλως οὐδὲν ἐπράξαμεν τὸν Σεπτέμβριον καὶ τὸν Ὀκτώβριον. Ἡ Κυβέρνησις ἴσως ἐνόμιζεν, ὅτι τὰ προσκόμματα ἦσαν ἀνυπέρβλητα· ἔστω. Οὐδεὶς γνωρίζων τὴν Θεσσαλίαν δύναται νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐπολέμησε διαρκοῦντος τοῦ χειμῶνος. Πόλεμος μόνον τὸν Μάρτιον, τὸν Ἀπρίλιον καὶ τὸν Μάϊον δύναται νὰ γίνῃ, διότι ὁ Ἰούνιος, ὁ Ἰούλιος καὶ ὁ Αὔγουστος εἶναι χειρότεροι καὶ τοῦ Ἰανουαρίου καὶ τοῦ Φεβρουαρίου, οὓς γνωρίζομεν ὅσοι εὑρέθημεν εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878. Δὲν ἔχω λοιπὸν νὰ ἐρωτήσω οὔτε τὸν κ. Σαπουντζάκην, οὔτε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ μάθω τί σκέπτονται ὡς πρὸς τὴν κατάλληλον πρὸς ἐνέργειαν ἐποχήν, διότι λόγοι ἐδαφικοὶ καὶ ἀτμοσφαιρικοὶ ἐπιβάλλουσι τώρα τὴν ἐνέργειαν, ἐὰν τοιαύτη πρόκηται νὰ γίνῃ· ἐπιβάλλεται δ’ αὕτη καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὅτι ὁ Τόπος θέλει μὲν τὸν πόλεμον, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὑποφέρῃ τὴν παράτασιν καὶ μάλιστα ἐπ’ ἀδήλῳ μέλλοντι. Ἰδοὺ ἐν συντόμῳ οἱ λόγοι, δι’ οὓς δὲν πείθομαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπεύει νὰ πολεμήσῃ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ πολεμήσῃ, καὶ μάλιστα καθ’ ὃν τρόπον διετύπωσα ὡς τὸν μόνον δυνατὸν, ὁ Τόπος θὰ ἦτο ἀληθὲς στρατόπεδον ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον· ἀπὸ τοῦ βασιλέως μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου πάντες ἀνεξαιρέτως ἠθέλομεν ἐγκαταλείψει τὰ ἔργα καὶ τὰς διασκεδάσεις ἡμῶν, διότι εἴμεθα ὀλίγοι κατὰ πολλῶν, ἀσθενεῖς κατὰ ἰσχυρῶν, ὅπως φέρωμεν πέρας εἰς τὸ ἔργον ἢ τοὐλάχιστον προσπαθήσωμεν τοῦτο ἐφ’ ὅσον ἀπὸ ἡμᾶς ἐξήρτητο, σώζοντες τὴν ἐθνικὴν τιμήν. Δὲν δύναμαι νὰ ὑποπτεύσω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ Ὑπουργοὶ αὐτοῦ ἐξαπατῶσι τὸν Τόπον· πολὺ ἐπικίνδυνον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐπαίζετο τοιοῦτο παιγνίδιον. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐλπίζει ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον, ἐπιτυγχάνων ἐν τῇ διπλωματικῇ ἐκστρατείᾳ δάφνας καὶ ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ νὰ προβῇ εἰς κίνημά τι· φοβοῦμαι ὅμως μὴ τοῦτο ἀποβῇ ἀνάξιον πάσης ἐλπίδος. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ παρατηρήσω ὅτι σφόδρα ὑπερτιμῶσι τοὺς καρποὺς τῶν διπλωματικῶν ἐνεργειῶν, ὅτι πρέπει πολὺ νὰ προσέξωσι μὴ τυχὸν ἀφοῦ παρῆλθεν ἄπρακτος ἡ ἐποχὴ τοῦ Ὀκτωβρίου, παρέλθῃ ἀνεπιστρεπτεὶ καὶ ἡ ἐποχὴ τοῦ Ἀπριλίου καὶ τοῦ Μαΐου. Ἐὰν δ’ εἴτε ὡς ἐκ τῆς ἀκαταλληλότητος, εἴτε ὡς ἐκ τοῦ παρακαίρου τῶν ἐνεργειῶν, τὰ πράγματα δεινωθῶσι, τότε θὰ καρπωθῶσι μὲν τινες εἰρηνοπολεμικοὶ τοὺς καρποὺς τῶν κόπων των διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὸ ἔθνος θὰ ῥιφθῇ ὁριστικῶς εἰς τὸ βάραθρον τῆς καταστροφῆς καὶ εἰς τὸν περίγελων τῶν ξένων· ἀλλοίμονον δὲ εἰς πάντα ὁπωσδήποτε παραίτιον τοῦ φρικτοῦ τούτου κωμικοτραγικοῦ δράματος! ἀλλοίμονον εἰς τοὺς μὴ προνοήσαντας, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς στήσαντας κομματικὰς παγίδας ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ! Ἐξηγοῦμαι, διότι ἐγὼ δὲν ἀρέσκομαι νὰ ὁμιλῶ κεκαλυμμένως. Βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐμπνέεται ἀπὸ αἰσθήματα Ἑλληνικά, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ δὲν ἔχει πιστεύω τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι ἀλάθητος· εἰς δὲ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε, νομίζω ὅτι δὲν ὑπολόγισεν ἀκριβῶς τὰς δυνάμεις της· ἐν τῇ φιλοτιμίᾳ ἢ ἐν τῇ φιλοδοξίᾳ της, ἢ ἔστω ἐν τῇ φιλαρχίᾳ της, ὑπερετίμησε τὰς δυνάμεις της. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἰδιοσυγκρασίας κατ’ ἐξοχὴν εἰρηνικῆς, συντάσσει διακοινώσεις ἐπὶ διακοινώσεων, ἀλλ’ ἐνδομύχως φαίνεται εὐχόμενος, ὅπως παρέλθῃ ἀπ’ αὐτὸν τὸ ποτήριον τοῦ πολέμου. Ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατήρητον, ὅτι μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν ὁ μόνος, κατ’ ἐμὲ, ὁ ὁποῖος ἀνταπεκρίθη εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν, εἶνε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἔχω φίλον, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐν τόσῳ μικρῷ διαστήματι κατώρθωσεν ἔργον, τὸ ὁποῖον τιμᾷ τὴν Ἑλλάδα· δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν, ἀρκοῦμαι εἰς τὸ ὅτι ἐφάνη καλλίτερος τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν καὶ ὅτι ἐν διαστήματι ὀλίγων μηνῶν κατώρθωσε νὰ γίνεται λόγος περὶ τοῦ στόλου μας καὶ ὅτι ἐξ αἰτίας αὐτοῦ προεκλήθη ναυτικὴ διαδήλωσις τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κυβερνήσεων τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ φιλοτούρκου Σώλσβαρυ. Ἐὰν μετὰ τοῦ αὐτοῦ πόθου καὶ τῆς αὐτῆς δραστηριότητος εἰργάζετο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἄλλη ἤθελεν εἶσθαι ἡ κατάστασις τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδειξε μόνον πολλὴν μέριμναν καὶ ἀνεξήγητον ἀνυπομονησίαν ἵνα φορέσῃ ἐν Ἀθήναις στολὴν ὑποστρατήγου, πολὺ πρὸ τῆς ὥρας στρατιωτικῶν δαφνῶν, αὐτὸς ἑαυτὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβάζων καὶ τοὺς ἱκανωτέρους αὐτοῦ παραγκωνίζων. Πόσον ἠδίκησε ἑαυτὸν καὶ πόσον ἠδίκησε τὸν Τόπον! Δὲν λέγω ὅτι οὐδὲν ἔπραξε, διότι ἀναντιῤῥήτως καὶ κατὰ ξηρὰν ἡ θέσις ἡμῶν στρατιωτικῶς εἶναι ἀσυγκρίτῳ λόγῳ καλλιτέρα ἢ τὸν Ὀκτώβριον, ἀλλὰ πλειότερα ἠδύναντο νὰ γείνωσιν. Ἐξητάσαμεν λοιπὸν τὴν Κυβερνητικὴν γνώμην, καὶ ἐξ ὅσων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐγὼ καὶ ἤδη, ὡς τὸν Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον, δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τῆς Κυβερνητικῆς γνώμης, διότι δὲν ἐμόρφωσα πεποίθησιν, ὅτι σπουδαίως σκέπτεται περὶ ταχείας καὶ ἐγκαίρου ἐνεργείας, διὰ τοῦτο καὶ δὲν δύναμαι νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ εὔχομαι, ἵνα φωτιζομένη, ἐμπνεομένη καὶ ἐνισχυομένη ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων, δώσῃ, ἀφοῦ ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν, ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὸ σύνθημα τοῦ πολέμου, προβαίνουσα εἰς ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Ἤδη πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν: Ἔχομεν ἄλλας γνώμας ἐν τῇ Βουλῇ ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσι σήμερον; — διότι ὑπάρχουσι καὶ γνῶμαι, αἵτινες ἦσαν καὶ θέλουσι μείνει ἀτομικαί, μολονότι πολλαὶ — ἔχομεν τὴν Κυβέρνησιν δηλοῦσαν μὲν, ὅτι θὰ πολεμήσῃ, ἀλλὰ καὶ μὴ ἀποδεικνύουσαν τοῦτο· ἐρωτῶμεν ὅμως, ἔχομεν τοὐλάχιστον γνώμην ὑπὲρ τῆς εἰρήνης; Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ πολέμου ἄνευ ὑπολογισμοῦ, διότι οὗτος ἐπιβάλλεται καὶ ἱστορικῶς καὶ ἐθνικῶς, ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς· ὑπὸ πᾶσαν ἐξετάζοντες ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν πλέον ὑψηλὴν καὶ τὴν πλέον ταπεινὴν, καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ πολέμου. Ἡ οἰκονομικὴ δὲ ἀνάγκη εἶνε εἷς τῶν σπουδαιοτέρων λόγων, διότι ἢ εἶνε χρήσιμος ὁ στρατὸς, καὶ τότε διὰ πάσης θυσίας συντηρηθήτω, ἢ εἶνε ἄχρηστος, καὶ τότε βεβαίως πρέπει ν’ ἀφοπλισθῶμεν. Κηρύσσομαι λοιπὸν ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τοῦ πολέμου· ἀλλὰ σέβομαι καὶ τὴν γνώμην ὑπὲρ τῆς εἰρήνης· ἐπιθυμῶ ὅμως οἱ ἔχοντες τὴν γνώμην τῆς εἰρήνης νὰ τὴν εἴπωσι φανερὰ καὶ ἀπ’ εὐθείας καὶ οὐχὶ διὰ περιστροφῶν...
§94ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ εἶπον καθαρά.
§95ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διὰ τῶν λέξεων δὲν ἐδηλώθη ἡ εἰρήνη, ἀλλ’ ἐδηλώθη ἡ μέση κατάστασις, ἡ τῶν αἰωνίων παρασκευῶν, τῆς αἰωνίας ἐξαντλήσεως τοῦ Τόπου ἄνευ σκοποῦ, ἡ κατάστασις ἡ χείρων πάσης ἄλλης, διὰ τῆς ὁποίας οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν οὔτε τὸ ἐσωτερικὸν ἡμῶν ἔργον τῆς ἠθικῆς ἀναπλάσεως νὰ φέρωμεν εἰς πέρας, ὡς ἐκ τῶν αἰωνίων καὶ τῶν ἀτελευτήτων ἀνησυχιῶν τῶν οἰκτρῶς πάντοτε ἀποληγουσῶν, οὔτε τὸ ἐξωτερικὸν ἡμῶν ἔργον νὰ συμπληρώσωμεν. Οὔτε λοιπὸν πρότυπον βασίλειον θὰ γίνωμεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, οὔτε τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ θὰ ἴδωμεν. Ἰδοὺ, ὅτι διὰ δεκάτην ἴσως φορὰν ἠκούσθη καὶ προχθὲς ἡ δήλωσις τῆς ἰδέας τοῦ ν’ ἀφοπλισθῶμεν καὶ νὰ πολεμήσωμεν, καὶ νὰ ἐνεργήσωμεν καὶ νὰ μὴ ἐνεργήσωμεν, ὅτι ἐντὸς ἡμερῶν ἢ μηνῶν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς καλλιτέραν κατάστασιν νὰ πολεμήσωμεν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται περὶ ἡμερῶν ἢ καὶ μηνῶν, διατί νὰ ἀφοπλισθῶμεν; Ἐὰν πρόκηται ἐντὸς μηνῶν ἢ καὶ ἔτους νὰ ἐνεργήσωμεν, διατί ν’ ἀφοπλισθῶμεν ἤδη; Διότι δὲν ἔχομεν συμμάχους; Λοιπὸν θέλετε τελείας μέχρι τοῦ τελευταίου κομβίου παρασκευάς, θέλετε ἰσχυροτάτας συμμαχίας, ἴσως καὶ νὰ δεθῶσιν αἱ χεῖρες τῶν στρατιωτῶν τοῦ Ἐγιοὺπ διὰ νὰ σκεφθῆτε περὶ πολέμου; Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι ὄπισθεν τῶν λόγων τούτων, οἵτινες ἐνδέχεται νὰ ἐξυπηρετῶσι τὸ κόμμα τῶν τοιαῦτα λεγόντων, οὐδὲν ἄλλο κρύπτεται εἰμὴ ἡ ἀτίμωσις καὶ ἡ καταστροφή. Προτείνονται σήμερον ταῦτα ἐνταῦθα, ἐνῷ οἱ ταῦτα λέγοντες εὑρίσκοντο ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ τὴν 22 Ὀκτωβρίου, ἐνῷ οὐδὲν νεώτερον γεγονὸς ἔλαβε χώραν, καὶ λέγονται παρ’ ἐκείνου, ὅστις ἠδύνατο νὰ φωτίσῃ ἡμᾶς, ἐπανελθὼν ἐκ τῆς Ἑσπερίας, ὅπου ἦλθεν εἰς συνεντεύξεις μετὰ τῶν ἰσχυρῶν, νὰ μᾶς φωτίσῃ καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ τοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἠθέλομεν ἐκτεθῆ, ἀλλὰ νὰ μᾶς εἴπῃ ταῦτα ἐν φανερᾷ ἢ ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει, ὅπως θὰ προὐτίμα, πρὶν δαπανήσωμεν τὰ 67,000,000, ἅτινα προχθὲς ἐθρήνει, πρὶν ζημιωθῶσιν οἱ ἰδιῶται ἄλλα τόσα, πρὶν γίνωμεν οὐτιδανοί, πρὶν ἐκτεθῶμεν ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς. Διότι τί τέλος πάντων ἀποδοκιμάζετε; τὴν πρόσκλησιν τῶν πέντε ἡλικιῶν; ἀλλ’ αὕτη εἶχε γίνει εἴκοσι περίπου ἡμέρας πρὶν ὁμιλήσῃ ὁ κ. Τρικούπης ἐν τῇ Βουλῇ. Διατί τότε εἰς τὰ πρῶτα βήματα δὲν μᾶς ἐσταμάτα;
§96ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Καὶ.......
§97ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰπέτε, παρακαλῶ, εἰς τὸν κ. βουλευτήν, ὅτι τοιαύτας διακοπὰς δὲν ἐπιτρέπω.
§98ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ.......
§99ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὴ βιάζεσθε, μὴ φοβεῖσθε, ἀνέρχεσθε εἰς τὸ Βῆμα μετ’ ἐμὲ καὶ συντρίβετε τὰ ἐπιχειρήματά μου.—Ὁ κ. ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὁμολογουμένως καὶ τότε καὶ νῦν ὁ Ἑλληνισμὸς ἀνέμενε βοήθειαν πραγματικήν, εἰλικρινῆ, ἀφατρίαστον, λαβὼν τὸν λόγον τότε καὶ ἀποκρούσας τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἀνέγραψε τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἰδίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ ὅτι προσωπικῶς δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ πρόσωπα, ὅτι θὰ ἀποτύχῃ ἡ ἐθνικὴ ὑπόθεσις, ἀλλὰ θὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ αὕτη, καὶ θὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, δηλαδὴ μετὰ τὴν καταστροφήν. Διετείνετο τότε ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι μάταιον καὶ δὴ ἀντεθνικὸν ἦτο νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν. Ἀλλὰ πόθεν λοιπὸν ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀπέκτησε τὴν πλειονοψηφίαν σήμερον, ἐνῷ νομίζω, ὅτι μὲ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν γνώμην δυσηρέστησε καὶ οὐκ ὀλίγους φίλους του; Ἡ πολιτική, ἣν ἐχάραξεν ὁ κ. Τρικούπης, εἶνε ὁμολογουμένως ὀλεθρία. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν χαρακτηρίσω τὸν Νοέμβριον ὡς πολιτικὴν τῆς ἐνέδρας· λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι ὁ χαρακτηρισμός μου ὑπῆρξεν ἀκριβής, ἀλλὰ θλίβομαι πλειότερον, διότι ἡ τότε κατὰ τῶν προσώπων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ἐνέδρα δολοφονεῖ σήμερον καιρίως τὴν Πατρίδα καὶ διαψεύδει τὰς προσδοκίας, ἃς ἐστήριξεν ὁ Τόπος εἰς ἔγκριτον καὶ ἀρχαῖον πολιτευτήν. Τότε, καὶ μόνον τότε, κύριε Τρικούπη, ἐδικαιοῦσο καὶ ὤφειλες νὰ διατυπώσῃς τὴν γνώμην σου σαφῶς. Ἢ θὰ σὲ ἠκολούθει ἡ πλειονοψηφία, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔπραττεν, ἐὰν τὰ ἐπιχειρήματά σου ἦσαν πειστικά, ἢ δὲν θὰ σὲ ἠκολούθει ἐκ τοῦ φατριασμοῦ, καὶ τότε ἄλλοι θὰ ἦσαν ὑπεύθυνοι. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης ἐξέφρασε προχθές, ἐὰν ἐξεφράζετο τὴν 22 Ὀκτωβρίου, ἤθελεν εὕρει ὀπαδοὺς καὶ ὀπαδοὺς ἴσως πολλούς. Θὰ ἦτο τότε καιρὸς πρὶν ἐκτεθῶμεν· ἴσως ἠδύνατο νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ γνώμη τοῦ κ. Τρικούπη. Τί ἔκτοτε μετεβλήθη, ὅπως ἀποφασίσῃ ὁ κ. Τρικούπης τὴν κατὰ τῆς πολεμικῆς ἐνεργείας ἐκδήλωσιν; οὐδὲν ἄλλο ἢ ὅτι ἀνεπτερώθησαν αἱ ἐλπίδες περὶ τῆς ἁρπαγῆς τῆς Ἐξουσίας καὶ ἐρχόμενος εἰς αὐτὴν νὰ δυνηθῇ ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ ἔργον, ὅπερ ἱκανῶς σᾶς ἀπεικόνισεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ πάντες ἡμεῖς γνωρίζομεν. Κύριοι, ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ πιστεύω καὶ αὐτοὶ οἱ φίλοι τοῦ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ, ἐκτὸς εὐαρίθμων, ἀνυπομόνως περιμενόντων νὰ ἴδωσι τὸν κ. Τρικούπην Πρωθυπουργὸν χάριν.... τῆς Πατρίδος βεβαίως, ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ πιστεύω ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἔθνους ἀπεδοκίμασε καὶ ἀποδοκιμάζει τὴν ἀντεθνικὴν πολιτικήν, τίνος; τοῦ Βήκονσφηλδ· ἡ σημαία τῆς πολιτικῆς ἐκείνου ἀνυψώθη ἀτυχῶς ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ τούτου Βήματος (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Τί μᾶς παρήγγειλεν ὁ Βήκονσφηλδ; νὰ μάθωμεν νὰ περιμένωμεν. Ἀλλὰ καὶ τί ἄλλο παρ’ αὐτὸ τοῦτο μᾶς ὑπόσχεται ἡ περὶ τοῦ ἡμιαφοπλισμοῦ πολιτική; Τί ἄλλο μᾶς λέγει, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου τώρα, ἀφοῦ παρῆλθον ἓξ μῆνες, ἀφοῦ ἠφανίσθημεν, τί ἄλλο παρὰ νὰ μάθωμεν νὰ περιμένωμεν; Ἀκούω τὴν στιγμὴν ταύτην φωνὴν φίλου τοῦ κ. Τρικούπη λέγοντος, ὅτι φατριάζω· τὴν φωνὴν ταύτην δὲν ἤκουσα νὰ μοὶ λέγῃ τὰ αὐτά, ὅταν πρὸ μικροῦ ἤλεγχον πικρῶς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὄχι, δὲν φατριάζω. Ἔχω τὴν συνείδησιν ἀναπεπαυμένην, ὅτι ἐκπληρῶ τὴν στιγμὴν ταύτην ὕψιστον καθῆκον πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ θέλω νὰ προφυλάξω τὸν Τόπον ἀπὸ τὴν στηνομένην παγῖδα, διότι μόνον παγῖδα δύναμαι νὰ ὀνομάσω τοιαύτην πρότασιν. Ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης τὰ ἔλεγε τὸν Ὀκτώβριον, θὰ ἦσαν ἀνώτερα πάσης ὑπονοίας· ἀλλὰ νὰ μᾶς ἀφήσῃ νὰ προχωρήσωμεν ἕως χεῖλος τοῦ βαράθρου, νὰ μᾶς βλέπῃ πίπτοντας ἐν αὐτῷ, ἐνῷ, ὡς μᾶς εἶπε, τὸ προέβλεπεν ἔκτοτε, καὶ τότε μόνον νὰ μᾶς λέγῃ «μὴ πίπτετε τώρα, διὰ νὰ πέσητε βραδύτερον, ὅταν θὰ εἶμαι ἐγώ,» ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἐξηγηθῶσιν ἄλλως, παρ’ ὅτι τὰ πατριωτικά του αἰσθήματα κατέπνιξεν ὁ ἐγωϊσμὸς καὶ ἡ φιλαρχία, καὶ ὅτι ἡ Πατρὶς κινδυνεύει ἐκ τῆς στηνομένης παγίδος. Ὁ κ. Τρικούπης ἐν στιγμῇ φατριαστικῆς παραφορᾶς λησμονήσας τὸ ἐγκώμιον τῆς κοινῆς γνώμης διὰ τὴν ἀπόκρουσιν τῆς ὑλικῆς βίας τῶν Δυνάμεων, ἐξετόξευσε λίαν ἀσεβῶς βέλη κατὰ τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Ἑλλάδος συμπάσης. Ἐνθυμεῖσθε διὰ τίνος περιφρονητικοῦ τρόπου ὡμίλησε περὶ τῶν συλλόγων καὶ τῶν συλλαλητηρίων ἐν γένει, λησμονῶν, ὅτι εἰς μόρφωσιν τῆς κοινῆς γνώμης ἐν Ἑλλάδι συνετέλεσε καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Τρικούπης διὰ τῆς ψευδοϋποστηρίξεώς του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαίως ὁ κ. Τρικούπης ἔπαυσε νὰ εἶνε πλέον θαυμαστὴς τῆς κοινῆς γνώμης, διότι εἶνε ἀρχηγὸς κόμματος, ἔστω καὶ συντετριμμένου· ἀλλ’ ὅταν ἦτο μονὰς, ὅταν διὰ τοῦ «τίς πταίει» ἐγένετο γνωστὸς καὶ ὑπεστηρίχθη ὑπὸ τῶν συλλόγων καὶ τῶν συλλαλητηρίων, ὅπως ἐφαρμόσῃ τὰς ἐπαγγελίας του τῷ 1875, οἱ σύλλογοι καὶ μάλιστα ὁ «Κοραῆς» εἶχον ἀξίαν. Ὅτε ἦτο εἰς τὴν Ἐξουσίαν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος καὶ ἡ «Ἔγερσις» εἰργάζετο, ὁ δὲ κύριος Τρικούπης ὠφελεῖτο ἐκ τῆς ἐργασίας της, τὰ πλήθη καὶ αἱ συντεχνίαι τῶν Ἀθηνῶν εἶχον ἀξίαν. Εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν βεβαίως δὲν ἤθελεν εἴπει ὅσα εἶπε κατὰ τῶν συλλόγων καὶ τῶν συλλαλητηρίων προχθές. Δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ῥυμουλκήσεως, ἀλλὰ μόνον τοιαύτη σατραπικὴ πολιτικὴ δύναται νὰ ἔχῃ τὰς ἰδέας, ἃς ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐκστομίζει ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ἱδρυτὴς τῆς πρωθυπουργικῆς παντοκρατορίας, ὅστις τὸν Ὀκτώβριον κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀπήντα εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐπερωτήσεις. Μόνον ὀπαδὸς τῆς πρωθυπουργικῆς δικτατορίας ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ μὲ τὸ περιφρονητικὸν ἐκεῖνο ὕφος, μὲ τὸ ὁποῖον ὡμίλησε διὰ τὸν λαὸν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τὰς συντεχνίας τῶν Ἀθηνῶν, αἵτινες ἐζήτουν τὴν κλῆσιν τῆς ἐπιστρατείας, ἣν ὅμως δὲν ἀπεδοκίμασεν ὁ κ. Τρικούπης τὸν Ὀκτώβριον· ἀλλὰ καὶ ὁ λαὸς δὲν δύναται οὐδὲ πρέπει νὰ λησμονήσῃ τὴν ὕβριν. Ἴσως νομίζει, ὅτι ἔῤῥιψεν ὁ κ. Τρικούπης ἀσφαλεῖς ἀγκύρας, πλὴν ὁ τρικυμιώδης σάλος συντρίβει καὶ τὰς ἀσφαλεστέρας ἀγκύρας. (χειροκροτήματα).
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (Τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Δὲν εἶνε λαὸς οἱ φλύαροι τῶν τριόδων.......
§101ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀφήσατε· προκαλεῖ χειροκροτήματα.
§102ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τοιαῦται διακοπαὶ εἶνε ἄξιαι τῶν διακοπτόντων, δηλαδὴ περιφρονήσεως ἄξιαι.
§103ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Περιφρονεῖς τὰ μοῦτρά σου! Ἔγεινες καὶ σὺ μεγάλος ἄνθρωπος. (Ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς Βουλῆς, ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§104ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. (ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς ἀποδοκιμάζοντας τὸν κ. Βουδούρην). Ματαίως δυσαρεστεῖσθε. Ὁ κ. Βουδούρης ἠθέλησε ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν συζήτησιν, ἵνα προσφέρῃ ὅ,τι δύναται· μᾶς προσέφερε τὰς ὕβρεις ὡς πειστικὰ ἐπιχειρήματα. Μὴ ζητεῖτε ἀνώτερα τῶν δυνάμεών του. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Συμπεραίνων οὐχὶ διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Βουδούρην, διότι ὀλίγον μὲ ἐνδιαφέρει τοῦτο, μάλιστα μὲ ἐνδιαφέρει νὰ βλέπω αὐτὸν ὀργιζόμενον, διότι τότε πείθομαι, ὅτι ἔχω δίκαιον· τὸ καυτήριον πονεῖ.... (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Συμπεραίνων, κύριοι, λέγω, ὅτι ὁ πόλεμος κατ’ ἐμὲ καὶ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἔθνους εἶνε ἀναγκαῖος, ἀναπόδραστος, καὶ ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν ἄνευ βεβαίας καταστροφῆς νὰ ἐξέλθωμεν τῆς ἀνάγκης ταύτης· ἀλλὰ διὰ νὰ προβῶμεν εἰς ἔργον τι μέγα, πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν νὰ συνεχίσωμεν ἀκριβῶς τὸ ἔργον τῶν πατέρων μας. Ἀσπάζομαι λοιπὸν τὴν γνώμην τοῦ πολέμου καὶ ταύτην συνιστῶ, ταύτην συμβουλεύω· ἐννοῶ ὅμως τὴν γνώμην τῆς εἰρήνης, ἣν ἡ μικρὰ τοῦ Ἔθνους μειονοψηφία ἔχει, καὶ ἣν δὲν ἀσπάζομαι ἐγώ. Ἐὰν οἱ πλείονες τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἀσπάζωνται τὴν γνώμην τῆς εἰρήνης, ἂς γείνῃ εἰρήνη, ἀλλὰ πλήρης, ἀκεραία. Ὅ,τι πολεμῶ δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών μου, εἶνε ἡ ἑρμαφρόδιτος πολιτικὴ τῶν δειλῶν. Ἐὰν εἶνε εἰρηνικοί, ἂς τὸ εἴπωσι καθαρά, φανερά, ὡς τὸ λέγομεν ὅσοι ἔχομεν τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου. Πολεμῶ τὸν εἰρηνοπόλεμον, ὅστις κατέστρεψε τὸν Τόπον ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1867 καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ 1867. Πολεμῶ τὰς παρασκευὰς καὶ τὰς ἐπιστρατείας, αἵτινες ἄνευ σκοποῦ βασανίζουσι τὸν λαὸν καὶ ἐξαντλοῦσι τὸν τόπον. Ἂς γείνῃ λοιπὸν πόλεμος, ἀλλὰ πόλεμος ἀληθής· ἄλλως, ἂς γείνῃ εἰρήνη. Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, πράξατε τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο, ἀλλὰ πατάξατε, πατάξατε τοὺς εἰρηνοπολεμικούς. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 8 ἡ ὥρα, ἑπομένως ἡ ὥρα παρῆλθε. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 μ. μ)