1886.03.22
2.245 στίχοι · 17.878 λέξεις · 38 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
Τῆς 22 Μαρτίου 1886.
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Σάββατον)
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βώλου κύριος Ἀγγελίδης δι’ ἐπιστολῆς του εἰδοποιεῖ, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ ἐγκαίρως, διότι πάσχει καὶ οἱ ἰατροὶ τὸν ἐμπόδισαν νὰ ταξειδεύσῃ. Εἷς τῶν κυρίων Ἀντιπροέδρων παρακαλεῖται νὰ προσέλθῃ ὅπως ἐνεργήσῃ τὴν κλήρωσιν Τμήματος διὰ τὴν ἐκλογὴν Δομοκοῦ. (Προσέρχεται ὁ κ. Παπαγεωργίου· κατὰ τὸν κλῆρον δὲ, ὃν ἐξήγαγεν ἐκ τῆς κληρωτίδος, ἔλαχε τὸ τρίτον Τμῆμα, εἰς ὃ παρεπέμφθη ἡ ἐκλογή).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Ἕλληνες Βουκουρεστίου μοὶ ἔστειλαν σήμερον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα «ὑπὲρ πολέμου ὀργασμὸν Ἔθνους συμμεριζόμενοι ἐπικροτοῦμεν δρᾶσιν ὑπὲρ καταπατουμένων δικαίων Ἑλληνισμοῦ πρόθυμοι θυσίας».
§3ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν εἶναι δυνατὸν, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ πόσας μετοχὰς τοῦ πατριωτικοῦ δανείου ἔλαβον οἱ κύριοι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔστειλαν τὸ τηλεγράφημα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κατάδικοι οἱ ἐν Λαρίσσῃ κρατούμενοι, τῶν ὁποίων καὶ ἄλλοτε εἰσήχθη ἀναφορὰ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐξ ἐκείνων οἵτινες κατηγορήθησαν ὅτι ἐξετέλεσαν λῃστείας πρὸ τῆς καταλήψεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ κατεδικάσθησαν μετὰ ταῦτα, ἐπαναλαμβάνουν τὴν παράκλησιν νὰ συστηθοῦν εἰς τὴν Βασιλικὴν χάριν.
§5ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔγινε λόγος περὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Αὐτοὶ ἦσαν ἥσυχοι καὶ τοῖς εἴπομεν ἡμεῖς νὰ σηκωθῶσιν· ἐσηκώθησαν, ἐπολέμησαν εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ κατεδικάσθησαν διὰ λῃστείας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔγιναν. Παρακαλεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§6ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ λάβω γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς, κύριε Πρόεδρε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἄργους. Ἡ ἐπ’ αὐτῆς ἔκθεσις τοῦ Τμήματος εἶχε δημοσιευθῆ κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασε τότε νὰ συζητηθῇ. Ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποφαίνεται ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς Ἄργους. (Ἐπικυροῦται δι’ ἀναστάσεως ἡ ἐκλογὴ Ἄργους καὶ ἀνακηρύσσεται ὡς νόμιμος βουλευτὴς ἔχων τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα ὁ κ. Δανόπουλος, ὅστις καὶ ὁρκίζεται ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου ἐνώπιον Ἱερέως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἐζήτησε πρὸ μικροῦ πληροφορίας παρ’ ἐμοῦ περὶ τῶν ἐν Βουκουρεστίῳ γενομένων μέχρι τοῦδε ἐγγραφῶν εἰς τὸ πατριωτικὸν δάνειον. Θέλω εὑρεθῆ εἰς θέσιν ταχέως νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πάσας τὰς περὶ τούτου πληροφορίας. Ὅταν κατὰ τὰ μέσα τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου ἀπήρχεσθε, κύριοι, εἰς τὰς ἑστίας σας, καὶ ἀπεχαιρετῶμεν ἀλλήλους, ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἦτο λίαν πιθανὸν νὰ συναντηθῶμεν αὖθις ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸ τῆς λήξεως τῆς παρούσης ἐκτάκτου Συνόδου. Καὶ διότι ἐφρονοῦμεν οὕτω, ἀπέσχομεν νὰ παρακαλέσωμεν τὸ Στέμμα ἵνα κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ταύτης. Ἐφρονοῦμεν δὲ οὕτω μετὰ λόγου, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις τοῦ Δημοσίου ταμείου καὶ προσέτι τὴν περὶ τῶν στρατιωτικῶν κρατοῦσαν ἐν τῇ Χώρᾳ νομοθεσίαν. Ἐπειδὴ προέταξα τὰ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Δημοσίου ταμείου, ὀφείλω, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναμνήσω τὰ παρ’ ὑμῶν ψηφισθέντα μέτρα πρὸς παροχὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν προχείρων χρηματικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐκρίνοντο ἀναπόφευκτα πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον φρόνημα τῆς Ἑλλάδος ὑπέδειξε καὶ ἡ Βουλὴ ἐκθύμως ὑπεστήριξεν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ μνημονεύσω μετ’ εὐγνωμοσύνης τὴν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην καὶ ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος μᾶς ἐχορήγησεν καὶ πρὸ τῆς ἐμφανίσεως τῶν συμβεβηκότων τῆς Φιλιππουπόλεως καὶ μετ’ αὐτά. Ὀφείλομεν ἀληθῶς ν’ ἀναμιμνησκώμεθα, ὅτι καὶ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον κατεδήλωσεν ἐμπιστοσύνην, ὅταν μᾶς ἐπέτρεπε νὰ ἐκποιήσωμεν τὰς ὁμολογίας τὰς ἀδιαθέτους τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, οὐδένα παρεμβαλοῦσα εἰς τὴν ἀπόφασίν της ὅρον, καὶ ὅταν μᾶς ἐπέτρεπε νὰ τοποθετήσωμεν ἔντοκα γραμμάτια 10,000,000, ἀποσχοῦσα καὶ ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ νὰ τάξῃ εἰς ἡμᾶς περιορισμόν τινα. Ὅταν ὅμως ἐπῆλθον τὰ συμβεβηκότα τῆς Φιλιππουπόλεως, τὸ Κοινοβούλιον ἐπεδαψίλευσεν ἡμῖν ἐξουσίαν πολλῷ μεγαλειτέραν, διότι μᾶς ἐπέτρεψε νὰ ἐκδώσωμεν ἢ νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον μέχρις 100 ἑκατομμυρίων, ἀφὲν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῶν κυβερνώντων νὰ κανονίσωσι καὶ τὰ τοῦ τόκου καὶ τὰ τοῦ καταβληθησομένου πραγματικοῦ κεφαλαίου, καὶ πάντας τοὺς ἄλλους ὅρους τοῦ δανείου, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τὴν ἀναγκῶν, αἵτινες ἤθελον παρασταθῆ. Ἄν ὅμως ὀφείλωμεν ν’ ἀναμνησθῶμεν, ὡς εἶπον, τῆς τοσαύτης ἐξουσίας, ἥτις ἐχορηγήθη ἡμῖν, μετ’ εὐγνωμοσύνης, ὁμολογοῦμεν, ὅτι δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν ἐξουσίαν ταύτην καὶ νὰ πορισθῶμεν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ χορηγήσαντες αὐτὴν εἰς ἡμᾶς ἐσκόπουν νὰ θέσουν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν· διότι καὶ οἱ ὅροι, οἱ προταθέντες πρὸς ἐκποίησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐκρίθησαν παρ’ ἡμῶν ἀσύμφοροι εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, καὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων ἡ τοποθέτησις δὲν παρέστη ἡμῖν εὐχερὴς, καὶ τὸ δάνειον τῶν 100,000,000 δὲν ἠδυνήθημεν μέχρι τοῦδε νὰ πραγματοποιήσωμεν, εἴτε δι’ ἐκδόσεως, εἴτε διὰ συνομολογήσεως, διότι ὠφείλομεν νὰ συναρμολογήσωμεν τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἐπέκειντο μετὰ τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου ταμείου. Καὶ ἐποιησάμην τὴν διάκρισιν ταύτην διὰ νὰ γένηται γνωστὸν, ὅτι ἐὰν δὲν ἐξεδόθη τὸ δάνειον τοῦτο, δὲν συνέβη ἕνεκεν ἐλλείψεως προτάσεων, ἀλλὰ διότι αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις ἐκρίθησαν μὴ συμφέρουσαι, καὶ ἑπομένως δὲν ἐγένοντο ἀποδεκταί. Ἀλλὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀφηγήθην εἰς ὑμᾶς, δὲν ἦσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐντελῶς ἀπρόοπτα, ἐκρίθησαν μάλιστα ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου λίαν πιθανὰ, καὶ διὰ τοῦτο, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν νὰ δανεισθῶμεν ἀκόμη ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ποσόν τι γραμματίων μέχρις 20 ἑκατομμυρίων. Δὲν μᾶς ἦτο γνωστὸν μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης ἄν ἠθέλομεν δυνηθῇ νὰ πορισθῶμεν χρηματικὰ μέσα ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τῶν 100,000,000 ἢ ἐξ ἄλλου τινὸς τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισεν ἐπὶ τῇ προτάσει ἡμῶν κατὰ τὴν παροῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον. Μᾶς εἶνε ὅμως γνωστὸν ὅτι τὰ ὑπολειπόμενα εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως χρηματικὰ μέσα ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἐπαρκέσωσιν εἰς ὅλας τὰς ἐνδεχομένας καὶ ἀπροβλέπτους ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας τὸ Κράτος δὲν ἦτο ἀπίθανον νὰ περιέλθῃ, διότι ὑπάρχουσιν ἀληθῶς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργείου 18 ἑκατομμύρια γραμμάτια μικρῶν κερμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται κατ’ αὐτὰς, δυνάμει τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐπεψηφίσατε, ὑπάρχει ἔτι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως μέγα ποσὸν ἐκ τῆς δευτέρας δόσεως τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἐπιτραπέντος δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ τὰ ποσὰ ταῦτα, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχε βεβαιότης ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν χρήματα ἐκ τῶν ἄλλων ἐπιτετραμμένων ἡμῖν πόρων, ἠδύναντο ν’ ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκῆ ἐν ἐνδεχομέναις περιστάσεσιν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἦτο ἀπίθανον νὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ κενά τινα τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν τῇ στρατιωτικῇ νομοθεσίᾳ κατεδείχθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν χρονικὴν περίοδον ὡς ἐπιτακτικῶς καὶ ἀναποφεύκτως πληρωτέα. Ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία τῆς Χώρας, στηριζομένη ἐπὶ τῆς καθολικῆς στρατολογίας, δίδει τὰ μέσα ἵνα μεταβάλληται εὐκόλως ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατ’ ἄνδρας, ἐπάγει τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατ’ ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς. Τὸ κενὸν δὲ τοῦτο δὲν εἶχε μέχρι τοῦδε πληρωθῆ. Ἂν δὲ κατὰ παρῳχημένας χρονικὰς περιόδους, καθ’ ἃς τὸ Κράτος ἐτέθη ἐν ἐπιστρατεύσει, ἐγένετο δι’ οἱουδήποτε τρόπου δυνατὸν νὰ πληρωθῇ προσωρινῶς, ἀγνοῶ δὲ ἂν τελείως ἢ ἀτελῶς, τὸ κενὸν τοῦτο, κατὰ τὴν περίοδον ταύτην καὶ τὰ μέσα, τῶν ὁποίων τότε ἐπετράπη εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἡ χρῆσις, ἦσαν ἀτελῆ, τὰ δὲ κενὰ ὑπῆρχον τοσοῦτον μεγάλα, ὅσον ὑπερτέρα κατέστη τελευταῖον ἡ αὔξησις τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως κατ’ ἄνδρας. Τὰ κενὰ δὲ ταῦτα δὲν ὑπῆρχον μόνον ἐν τῇ στρατιωτικῇ νομοθεσίᾳ τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ἀλλ’ ὑπῆρχον καὶ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, ἡ δὲ πλήρωσις τῶν κενῶν τούτων ἀπέβαινεν ὁσημέραι ἀναπόφευκτος καὶ ὑποχρεωτική. Ἀλλὰ τῶν κενῶν τούτων ἡ πλήρωσις, εἴτε τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα παριστᾷ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Δημοσίου ταμείου, εἴτε τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα ἐνυπῆρχον εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ κατὰ γῆν ἢ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἄνευ τῆς ὑμετέρας συνδρομῆς, ὅσον καὶ ἂν εἶχε πεποίθησιν καὶ θάῤῥος ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία ἵνα διαπράξῃ πᾶν ὅ,τι ἦτο ἀναπόφευκτον καὶ ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην. Διὰ τοῦτο ὡς εἶπον ὑμῖν, κύριοι, ἐφρονοῦμεν μετὰ λόγου, ὅτι ἤθελε καταστῆ λίαν πιθανὸν νὰ συναντηθῶμεν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸ τῆς λήξεως τῆς παρούσης ἐκτάκτου Συνόδου. Καὶ περὶ μὲν τῆς καταστάσεως τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ τῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἀποτεθειμένων μέσων, θέλω παράσχει εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν αὕτη ἤθελε μοὶ ζητήσει ἵνα γένηται ἐν γνώσει πασῶν τῶν λεπτομερειῶν. Ἐπειδὴ ὅμως οὐδὲν ἄλλο πρόχειρον μέσον διὰ νὰ προσφύγωμεν εἰς αὐτὸ καὶ ζητήσωμεν παρ’ ὑμῶν τὴν ἄδειαν νὰ διαθέσωμεν αὐτὸ, εἰ μὴ μόνον τὸ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνειον παρὰ ταῖς Τραπέζαις, διὰ τοῦτο προβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ζητοῦντες τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν. Ἡ ἀναγγελία αὕτη καὶ ἡ κατάθεσις τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸ Προεδρεῖον θέλει διαλύσει ὅλας τὰς ἀλλοκότους καὶ παραδόξους φήμας, διὰ τῶν ὁποίων ἡ καινολογία προσεπάθησε νὰ διαταράξῃ τὴν συνείδησιν τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας. Πρὶν ἢ ποιήσωμαι μνείαν τῶν λεπτομερειῶν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θέλουσι κατατεθῆ ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα, ὀφείλω νὰ καταστήσω φανερὰ τὰ κενὰ ταῦτα διὰ νὰ μεταδώσω ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης εἰς ὑμᾶς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πλήρωσις αὐτῶν ἦτο ἐντελῶς ἀνέφικτος ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἂν ἦτο ἀνέφικτον εἰς ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν καὶ νὰ λάβωμεν παρὰ Τραπέζης τινὸς περισσότερα χρήματα, ἔστω καὶ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα τὸ Κοινοβούλιον μᾶς ἐπέτρεψε νὰ λάβωμεν, διότι αἱ Τράπεζαι ἤθελον ἀρνηθῆ εἰς ἡμᾶς τὴν αἴτησίν μας ταύτην, καὶ ἑπομένως ἂν δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον ἡ παρουσία καὶ σύμπραξις ὑμῶν ἦτο ἀναπόφευκτος, ἀναπόφευκτος καθίσταται καὶ πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν, τῶν ὁποίων πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσα. Ἐὰν ἤθελε παραβάλει τις τὴν δύναμιν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατά τι τῶν ἀμέσως ληξάντων ἐτῶν πρὸς τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 δύναται ὁ κατὰ γῆν στρατὸς νὰ ἔχῃ, θέλει πεισθῆ, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα ἐν τῷ στρατῷ στελέχη ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς σύνταξιν καὶ ἔῤῥυθμον λειτουργίαν τοῦ στρατοῦ. Ἡ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ἔπρεπε νὰ ἔχῃ 1711 ἀξιωματικούς, κατὰ δὲ τὸν ἔκτακτον Προϋπολογισμὸν τοῦ 1886 ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ εἰς 2592, δηλαδὴ ἔπρεπε νὰ αὐξηθῇ κατὰ 800 καὶ πλέον ἀξιωματικούς. Καὶ ἐνῷ ὁ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885 ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν διὰ τὴν τότε δύναμιν τοῦ στρατοῦ ἀναγκαιούντων ἀνήρχετο εἰς 4337, ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, εἰς ἣν δύναται νὰ ἀνέλθῃ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ἔκτακτον τοῦ 1886, ἀπαιτεῖ παρουσίαν ὑπαξιωματικῶν 8526. Καὶ ἐκεῖ ὅπου πρὸ ἡμῶν ἀπεδέχθησαν τὸ σύστημα τῆς καθολικῆς στρατολογίας πολὺ ἐμερίμνησαν καὶ ἐπὶ μακρὸν συνεζήτησαν περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ δύνανται νὰ πορίζωνται τὰ ἐλλείποντα στελέχη τοῦ στρατοῦ, ὅταν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τῆς ἐν εἰρήνῃ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τὴν ἐν ἐπιστρατεύσει. Καὶ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἀπησχόλησε τοὺς περὶ τὸν κλάδον τοῦτον τῆς νομοθεσίας ἀσχολουμένους, πολλὰς προήγαγε γνώμας καὶ δὲν ἔτυχε πανταχοῦ τῆς αὐτῆς λύσεως. Ἐν Ἑλλάδι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶχε λυθῆ, ἀλλὰ τὴν λύσιν αὐτοῦ, ὡς εἶπον ὑμῖν, καθιστᾷ ἀναπόφευκτον ἡ παροῦσα χρονικὴ περίοδος, καὶ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἠναγκάσθημεν νὰ προβάλωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλὴν μεριμνήσαντες ὅσον ἦτο δυνατὸν καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν διὰ μεγάλων καὶ σημαντικῶν βαρῶν, καὶ εἰς τὸν στρατὸν νὰ μὴ εἰσαγάγωμεν στοιχεῖα ἐντελῶς ἀδόκιμα καὶ ἀκατάλληλα. Ὁμολογῶ, ὅτι παρ’ ἡμῖν ὑπῆρχον πρόχειροί τινες πόροι, ἐκ τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα ν’ ἀντλήσωμεν ἀριθμόν τινα ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν· ἀλλὰ καὶ ἡ εἰς τοὺς πόρους τούτους προσφυγή, ἐὰν μόνον εἰς αὐτοὺς προσεφεύγομεν, δὲν ἐπήρκει ἵνα πληρώσῃ πάντα τὰ κενά. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἰς τούτους προσεφεύγομεν, ἡ ἐξουσία ἡμῶν δὲν ἔφθανε μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, καὶ οὐδὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν νομίμως καὶ ἐγκύρως ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θέλει εἰσαγάγει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἀπὸ τοῦδε ἀπόλυσις τῶν μαθητῶν τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῆς τελευταίας τάξεως, ἥτις ἤθελεν ἀπολυθῆ μετὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον· ὡσαύτως καὶ ἡ ἀπόλυσις τῶν μαθητῶν τῆς προτελευταίας τάξεως τῆς αὐτῆς σχολῆς, ἥτις καὶ αὕτη ἤθελεν ἀπολυθῆ μετ’ ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἀλλ’ αἱ πρόωροι αὗται ἀπολύσεις τῶν μαθητῶν τῆς εἰρημένης Σχολῆς, τὰς ὁποίας, ὡς σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, θέλω παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ ἐπιτρέψητε, δὲν ἤρκουν, ἵνα πληρώσωσι τὰ κενὰ, διότι ἐλάχιστος ἤθελε παρασχεθῆ ἡμῖν ἐκ τοῦ πόρου τούτου ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν, ὡς ὡσαύτως ἐλάχιστον ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν ἀριθμὸν προκαλοῦντες παρ’ ὑμῶν τὴν ἄδειαν ν’ ἀπολύσωμεν ἀπὸ τοῦδε τοὺς μαθητὰς τῆς τελευταίας τάξεως τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἥτις καὶ αὕτη θέλει ἀπολυθῆ μετ’ ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον τοῦ προσεχοῦς ἔτους 1887. Ἀλλὰ καὶ ἡ τάξις τῆς Σχολῆς τῶν μαθητῶν τῶν παρασκευαζομένων διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, ἥτις καὶ αὕτη θέλει ἀπολυθῆ τὸν προσεχῆ Ἰούνιον καὶ τῆς ὁποίας καὶ ταύτης θέλομεν ζητήσει παρ’ ὑμῶν τὴν ἄδειαν διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀπόλυσιν, καὶ αὕτη ἐλάχιστον θέλει παράσχει εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἀριθμὸν ὑπαξιωματικῶν. Ἑπομένως διὰ τῶν μέτρων τούτων, τὰ ὁποῖα καὶ ταῦτα ἔχρηζον τῆς νομοθετικῆς ἐγκρίσεως, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὸ κενὸν, ὠφείλομεν δὲ νὰ προβῶμεν εἰς προτάσεις πληρεστέρας καὶ θετικωτέρας, καὶ εἰς ταύτας θέλομεν προβῆ, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μέλλοντος νὰ καταθέσῃ μετὰ μικρὸν, ὅταν ἀφιχθῆ, τὸ περὶ τούτου ἴδιον νομοσχέδιον. Συνίσταται δὲ ἡ πρότασις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον διὰ νομοσχεδίου θέλει προτείνει, ζητῶν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς ἵνα ἐν ἐπιστρατεύσει ἐπιτέμνηται ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπαξιωματικῶν, ἤτοι τῶν λοχιῶν καὶ ἐπιλοχιῶν, ἵνα καὶ ἐκ τοῦ πόρου τούτου πορίζηται ἐν ἐπιστρατεύσει ἀριθμὸν ὡρισμένον ἀνθυπασπιστῶν μέχρι τοῦ ἡμίσεος τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἀπαιτουμένων ἀξιωματικῶν. Ἔμενον ἀκόμη δύο πόροι, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν νὰ προσφύγωμεν, εἰς τοὺς εἰς ἀποστρατείαν τεθέντας ἀξιωματικοὺς, καὶ προσέτι εἰς ἀξιωματικοὺς ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν στρατῶν, ἂν τυχὸν παρουσιάζοντο, ζητοῦντες νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατῷ. Καὶ περὶ μὲν τοῦ πρώτου, τῆς ἐπαναγωγῆς εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν τῶν εἰς ἀποστρατείαν τεθέντων ἀξιωματικῶν, ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1880 νόμος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ρῆσιν αὐτοῦ ἐψηφίζετο εἰδικῶς δι’ ἐκείνην μόνον τὴν περίοδον, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπε τὴν ἐπαναγωγὴν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐκείνων τῶν εἰς ἀποστρατείαν τεθέντων ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἤθελον κριθῆ ἱκανοὶ, ἀλλὰ προσδιώρισε ρητῶς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, εἰς τὰς ὁποίας ἠδύναντο νὰ ταχθῶσιν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος εἰδικῶς κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ διάταξιν, μᾶς ἐφάνη ὅτι ἔπρεπε νὰ λαμβάνῃ περιοδικῶς ἰσχὺν κατὰ πάσας τὰς περιόδους, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν εὑρεθῆ ἐν ἐπιστρατεύσει. Μᾶς ἐφάνη ὡσαύτως μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ εὑρεθῶσί τινες ἔχοντες προσόντα καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν μάχιμον ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἐμὸς συνάδελφος θέλει καταθέσει, περιέχει τὰς δύο ταύτας κεφαλαιώδεις διατάξεις, ἤτοι ὁ νόμος τοῦ 1880 νὰ λαμβάνῃ διάρκειαν καὶ ἰσχὺν ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως καὶ νὰ καλῶνται συνάμα οἱ ἱκανοὶ καὶ εἰς τὴν μάχιμον στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ὡσαύτως διὰ νόμου εἶχεν ἐπιτραπῆ εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ κατατάξῃ ἀλλοδαποὺς ἀξιωματικοὺς, οἵτινες ἦσαν ἀξιωματικοὶ ἐν ξένῳ στρατῷ, ἀλλ’ ὑπ’ ὡρισμένους ὅρους. Κατὰ πληροφορίας, αἵτινες μᾶς εἶχον μεταδοθῆ καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀπίθανοι, ἠδύνατο νὰ συμβῇ ἵνα ἀξιωματικοί, μὴ πληροῦντες τοὺς ὅρους τοῦ νόμου, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσα, ἀνήκοντες δὲ εἰς ξένους στρατοὺς Εὐρωπαϊκούς, ζητήσωσιν νὰ καταταχθῶσιν ἐν τῷ στρατῷ τῷ Ἑλληνικῷ, εἴτε ἐξ ἐνθουσιασμοῦ καὶ πόθου νὰ ὑπηρετήσωσι τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους προωρίσθη νὰ ὑπηρετήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, εἴτε ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλει καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργός, ἔδιδε τὴν ἄδειαν ταύτην εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως οἱ βαθμοὶ, τοὺς ὁποίους οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ἀλλοδαπῶν Εὐρωπαϊκῶν στρατῶν, οἵτινες ἤθελον καταταχθῆ εἰς τὸν Ἑλληνικόν, θέλουσι εἶσθαι βαθμοὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν. Ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ τὰ κενὰ ἦσαν παραπλήσια, ἦσαν δὲ καὶ πολλαπλᾶ· διότι ἀφ’ ἧς τὰ μέσα τῆς ναυτικῆς ἐνεργείας ἐτελειοποιήθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν ἀνακαλύψεων, δὲν ὀφείλουσιν οἱ διοικοῦντες τὸν κλάδον τοῦτον νὰ μεριμνῶσι μόνον περὶ πορισμοῦ τοῦ ἀνήκοντος ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ ἄλλης τάξεως ἐργατῶν τοῦ στόλου, τῶν μηχανικῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν θέλει καταθέσει ἑπομένως εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει κανονισθῆ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θέλει πορίζεσθαι τοὺς ἀναγκαίους ὑπαξιωματικοὺς ἐκ τῶν τάξεων τῶν ναυτῶν ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας καὶ ἐν καιρῷ πολέμου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο νομοσχέδιον, δι’ οὗ θέλει κανονισθῆ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θέλει πορίζεσθαι τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς τάξεως τῶν ὑπαξιωματικῶν ὡς ἐπιβοηθητικῶν, διαρκούσης τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τοῦ πολέμου. Τοῦ νομοσχεδίου τὸ σύστημα ἐφάνη εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἔχον μέγα πλεονέκτημα, ὅτι δὲν θέλει ἐπαφήσει βάρη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μετὰ τὴν ἐπιστρατείαν ἢ τὸν πόλεμον. Ἀλλὰ καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τοὺς πόρους ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους προσέφυγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦτο δι’ ἰδίου νομοσχεδίου ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ ἀνακαλέσῃ ἐκ τῆς τάξεως τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν εἴτε εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας τοῦ στόλου, εἴτε καὶ εἰς μαχίμους, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῆς ξηρᾶς. Ἐπίσης δι’ ἄλλου νομοσχεδίου θέλει ζητήσει τὴν ἄδειαν νὰ πληρώσῃ τὰς κενὰς θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν σύμφωνα μὲ τὸν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ θέλει παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ κατὰ τὴν πρώτην περίοδον ταύτην τῆς ἐκτάκτου Συνόδου ἐπεψήφισε περὶ προαγωγῆς τῶν δοκίμων εἰς ἀνθυποπλοιάρχους. Θέλει ὑποβληθῆ προσέτι νομοσχέδιον ὅμοιον μὲ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἰσχύει ἐπὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς περὶ ἐπικούρων ἰατρῶν καὶ φαρμακοποιῶν, λαμβανομένων ἐκ τῆς τάξεως τῶν ἐπιστράτων, ὡς ἐπίσης καὶ περὶ ἐπικούρων μηχανικῶν, λαμβανομένων καὶ τούτων ἐκ τῆς τάξεως ταύτης τῶν ἐπιστράτων καὶ ἐχόντων τὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενα προσόντα. Αἱ ἀνάγκαι αὗται, κύριοι, μᾶς ὑπεχρέωσαν ν’ ἀπευθύνωμεν ὑμῖν διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς τὴν παράκλησιν νὰ καταλείπητε αὖθις τὰς ἑστίας σας καὶ τὰ ἔργα σας καὶ δράμητε ἵνα συντρέξητε τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, βασανίζοντες καὶ ψηφίζοντες τὰ περὶ ὧν εἶπον νομοσχέδια. Ἐὰν ἡ πλήρωσις τῆς ἀνάγκης ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναβληθῇ, ἠθέλαμεν ἀποφύγει νὰ δώσωμεν εἰς ὑμᾶς τὴν ἐνόχλησιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐπράξαμεν τοῦτο ἐνθαῤῥυνόμενοι ὑπὸ τῆς συνειδήσεως, τοῦ ἐπιτακτικοῦ τῆς ἐπελθούσης ἀνάγκης, καὶ προσέτι ὑπὸ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅτι οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐμφοροῦνται ὑπὸ τοῦ πατριωτισμοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος διακρίνει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουν, ὑπὲρ πάντα ἄλλον λαὸν τῆς ὑφηλίου (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§10ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι Βουλευταὶ, τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο μνείαν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του.
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἕτοιμα, θέλουσι δὲ κατατεθῆ καὶ αὐτὰ ἅμα ἔλθῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπεδήμησεν ἕνεκα ὑπηρεσίας καὶ ὁ ὁποῖος θέλει ἐπανέλθει ἐντὸς τῆς ἡμέρας.
§12Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὀφείλω νὰ ἐκφέρω διαμαρτύρησιν πρός τινας καὶ νὰ ἐκφράσω εὐγνωμοσύνην πρὸς ἄλλους. Βεβαίως δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις νὰ συμβουλεύωσιν ἡμᾶς, καὶ τὰς συμβουλὰς ταύτας, ἐὰν νομίσωμεν ὅτι εἶναι ὠφέλιμοι εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντά μας, τότε τὰς παραδεχόμεθα, ἄλλως τὰς ἀποῤῥίπτομεν· ἀλλ’ ἀπειλητικὴ πολιτικὴ οἱασδήποτε ξένης Κυβερνήσεως κατὰ τῆς δράσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι προσβολὴ κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους αὐτοῦ. Βεβαίως δὲν συγχέω τὰ Ἔθνη μὲ τὰς Κυβερνήσεις των, αἵτινες παρέρχονται. Δὲν συγχέω τὸ Ἰταλικὸν Ἔθνος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξῆλθεν ὁ Ματσίνης, ὁ Γαριβάλδης, ὁ Σανταρότας, ὁ Βροφέριος, μὲ τὴν Κυβέρνησίν του· δὲν συγχέω τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξῆλθεν ὁ λόρδος Βύρων, ὁ Κόδριγκτων, ὁ Ἄστυγξ, ὅστις ἐφονεύθη πλησίον τοῦ Μεσολογγίου, μὲ τὴν προκάτοχον ἰδίως Κυβέρνησίν του· ἀλλὰ πολιτικὴ ἀπειλητικὴ τῶν Δυνάμεων εἶναι προσβολὴ κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας οἱουδήποτε Κράτους, καὶ σήμερον τοῦ Ἑλληνικοῦ. Πᾶσα δ’ ἐκτέλεσις ἀπειλῶν τοιούτων γνωρίζετε ὅτι ἐσχάτως σύλλογος νομοθετῶν ἐν Βερολίνῳ ἀπεφάνθη ὅτι τοιαύτη ἐκτέλεσις εἶναι λῃστοπειρατεία. Ὀφείλω λοιπὸν ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφράσω διαμαρτύρησιν κατὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τῆς Γερμανικῆς, τῆς Αὐστριακῆς, τῆς Ἰταλικῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὰς εὐχαριστίας του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ῥωσσίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Πέποιθα ὅτι ἡ Βουλὴ συμμερίζεται ταῦτα τὰ παρ’ ἐμοῦ ἐν πάσῃ δικαιοσύνῃ. Βεβαίως ὅμως ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς τὰ ἐπιδοκιμάζει.
§13ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διαγραφοῦν αὐτὰ ἀπὸ τὰ πρακτικά.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συνερχόμενοι αὖθις μετὰ τρεῖς μῆνας εἰς τὴν Αἴθουσαν ταύτην, εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν ν’ ἀκούσωμεν παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁποία ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, ὁποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας ἡμῶν, ὁποῖοι οἱ καρποὶ τῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων, αἵτινες ἐδαπανήθησαν, ὁποῖοι οἱ καρποὶ τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ διὰ τῶν δεκάδων χιλιάδων ἀνδρῶν, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἀποστεροῦντες τὰς οἰκογενείας αὐτῶν τῆς ἐργασίας τῶν βραχιόνων αὐτῶν. Ἀντὶ τούτου εἴδομεν τὸν Πρωθυπουργὸν ἀναβάντα ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ εἰπόντα εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐκλήθημεν ἵνα ψηφίσωμεν νομοσχέδια, τῶν ὁποίων τὴν ἀνάγκην ἐγίνωσκεν ἡ Κυβέρνησις ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀπεχωροῦμεν· ἐγίνωσκεν ὅτι δύσκολον ἦτο νὰ πραγματοποιηθῇ δάνειον μεταλλικὸν, ἐγίνωσκεν ὅτι ἀριθμὸς ἀξιωματικῶν κατὰ 800 ὑπέρτερος τοῦ ὑπάρχοντος ἐψηφίσθη, ἀριθμὸς ὑπαξιωματικῶν κατὰ 4,500 ὑπέρτερος τοῦ ὑπάρχοντος ἐψηφίσθη, καὶ ὅμως ἐνόμιζεν, ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ εἰσαγάγῃ περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον τότε, ἀλλὰ νὰ μὴ κηρύξῃ καὶ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, ἵνα ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν μετά τινα χρόνον νὰ ἐπανίδῃ ἡμᾶς ἐκ νέου ἐνταῦθα. Ἀγορεύσας δὲ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, τῶν ὁποίων ἔκτοτε ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην, μόνον περὶ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης αὐτῶν ὡμίλησεν, ἀλλ’ οὐδὲν εἶπε περὶ τοῦ σημείου, εἰς ὃ σήμερον εὑρισκόμεθα· οὐδὲν εἶπεν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἀκούσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτὴν περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐνεργειῶν αὑτῆς, περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐνήργησεν, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπεται, ἵνα ποιήσηται τοῦτο ἄνευ ζημίας τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶνε μόνον Σῶμα Νομοθετικὸν, δὲν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὰ τῆς Πολιτείας καὶ ἐπὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως μόνον ἐμμέσως διὰ τῆς ψηφίσεως ἢ διὰ τῆς ἀποῤῥίψεως τῶν νομοσχεδίων· ἡ Βουλὴ ἐπιδρᾷ καὶ ἀμέσως διὰ τοῦ ἐλέγχου, ὃν αὕτη ἐπὶ τῆς πολιτείας τῶν Κυβερνήσεων ἀσκεῖ διὰ τῆς παροχῆς καὶ τῆς ἀρνήσεως τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, διὰ τῆς ὑποδείξεως τῶν Κυβερνήσεων εἰς τὸν Θρόνον. Οὗτος εἶναι ὁ ὑψηλότερος τῆς Βουλῆς προορισμὸς, τὸ νὰ κυβερνᾷ αὕτη οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλὰ δι’ ἐκείνων, οὓς ὑποδεικνύει, καὶ ἵνα δύνηται τὸν προορισμὸν τοῦτον νὰ πληροῖ, πρέπει νὰ γινώσκῃ ἑκάστοτε πῶς πολιτεύονται ἐκεῖνοι, οὓς περιέβαλε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὑτῆς, ἐκεῖνοι οὓς ὑπέδειξεν ὡς τοὺς ἱκανοὺς, ἵνα διεξαγάγωσι τὰς ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις. Ἐκεῖνοι δὲ, οἵτινες περιεβλήθησαν διὰ τῆς τοιαύτης ἐμπιστοσύνης καὶ ἐνήργησαν ἐπὶ θυσίᾳ τοῦ ἔθνους, οἵαν οὐδέποτε ἄλλοτε εἴδομεν, ἐκεῖνοι νομίζουσιν, ὅτι ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκον αὑτῶν πρὸς ἡμᾶς, ἐρχόμενοι τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν συνερχόμεθα μετ’ ἀπουσίαν τριῶν μηνῶν, καὶ ἐξηγοῦντες πρὸς ἡμᾶς τὴν ἀρχὴν νομοσχεδίων καὶ ἀνακοινοῦντες πρὸς ἡμᾶς μόνον τὰ ἄρθρα τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις παρέλιπε τὸ καθῆκον αὑτῆς, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς καθήκοντα, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν· ἔχει ἡ Βουλὴ ὑποχρέωσιν νὰ ζητῇ καὶ ν’ ἀπαιτῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀνακοινοῖ πρὸς τὴν Βουλὴν πάντα ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν μόρφωσιν τῆς γνώμης αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ δύνανται ν’ ἀνακοινωθῶσιν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας. Ἔχομεν δὲ καὶ ἡμεῖς πάντες ἐν τῇ Βουλῇ—ὅσοι φρονοῦμεν, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς αὐτὴν χρήσιμόν τι—τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην ποιησώμεθα. Τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὰς Κυβερνήσεις πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ περιφρουρῇ διὰ παντὸς μέσου, πρέπει νὰ φροντίζῃ, ἵνα οὐδεὶς διαφεύγῃ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ὡς ἐκ τῆς χορηγηθείσης ἐμπιστοσύνης ἀνέλαβεν. Ἰδίως δὲ ἵνα ἐκτιμήσωμεν τὰ περὶ τούτου, ἵνα δυνηθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης ν’ ἀποφανθῶμεν, καὶ διὰ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης νὰ ἐπιδράσωμεν ἐπὶ τὰ τῆς Πολιτείας, πρέπει, ἀφοῦ σταθμίσωμεν τί περιλαμβάνει σήμερον τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ν’ ἀποφανθῶμεν ἐὰν ἀνταπεκρίθη ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν ἡ Βουλὴ παρέσχεν εἰς αὐτήν. Παρετηρήθη ἐν γένει ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως προσπάθεια καταβαλλομένη, ἵνα τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης περιλάβῃ ἐν τῷ ζητήματι τοῦ προγράμματος. Κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν καὶ ἀφότου ἀνεκινήθησαν τὰ τῆς Ἀνατολῆς διὰ τῶν ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμυλίᾳ συμβάντων, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ παρ’ ἡμῖν διαφορὰ προγράμματος καὶ ἐκ τούτου θέλει νὰ ἐπωφεληθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα τὴν ὁμοφωνίαν περὶ τοῦ προγράμματος παραστήσῃ ὡς ὁμοφωνίαν καὶ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης. Τὸ πρόγραμμα τὸ πολιτικὸν, ἀφότου διεταράχθησαν τὰ τῆς Ἀνατολῆς, δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλο παρὰ τοῦτο, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ παντὶ τρόπῳ, ἵνα λάβῃ ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐγγυήσεις, αἵτινες ἀφῃρέθησαν ἐκ τῶν μεταβολῶν, αἵτινες ἐπῆλθον ἐν τῇ Χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου. Οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ τείνωμεν καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει πλήρης ὁμοφωνία· ὁ τρόπος ὅμως, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ τούτου, δὲν εἶναι ζήτημα προγράμματος, ὁ τρόπος εἶναι ζήτημα κυβερνητικῆς ἐνεργείας, ἑπομένως εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ὁδηγήσῃ αὕτη τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ νὰ δεσμεύσῃ αὐτὴν ἐπὶ τοιούτῳ ἢ τοιούτῳ τρόπῳ ἐνεργείας. Ἐὰν διὰ πολέμου θέλωμεν ἀποκτήσει τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσωμεν, ἐὰν δι’ εἰρηνικωτέρας πολιτείας, ἐὰν δι’ ἐξοπλισμοῦ πληρεστέρου, ἐὰν διὰ μερικοῦ ἢ διὰ γενικοῦ ἀφοπλισμοῦ, ἐὰν διὰ τῆς διπλωματικῆς ἢ διὰ τῆς στρατιωτικῆς ὁδοῦ, πάντα ταῦτα εἶναι ἀντικείμενα κυβερνητικῆς ἐνεργείας, εἰς ταύτην δὲ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ κατέρχηται ἐντελῶς ἐλευθέρα παντὸς δεσμοῦ ἐπιβεβλημένου εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις κατέρχηται εἰς τοιοῦτον ἀγῶνα δεσμευμένη ὅπως δήποτε, δεσμευμένη ἐξ ὑποχρεώσεων, ἐπιβληθεισῶν εἰς αὐτὴν ἐξ ὑποχρεώσεων ἀναληφθεισῶν ἑκουσίως παρ’ αὐτῆς, δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἱκανὴ ἵνα διεξαγάγῃ τὸ ἐθνικὸν ἔργον. Μόνον ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ χαίρῃ, βλέπων ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἀνθρώπους, οἵτινες ἐδεσμεύθησαν παρ’ ἄλλων ἢ ἐδέσμευσαν αὐτοὶ ἑαυτούς· μόνον ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ χαίρῃ βλέπων τὴν Ἑλλάδα μὴ ἔχουσαν ἐλευθέρας τὰς χεῖρας, ἀλλὰ δοῦσαν ὑπόσχεσιν πρὸς ἑαυτὴν ὅτι δὲν θέλει πράξει ἐν ὡρισμένῃ στιγμῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συντελέσῃ πρὸς ὠφέλειαν τῆς Χώρας ἢ πρὸς σωτηρίαν αὐτῆς. Ἡ πολιτικὴ πᾶσα τοῦ Κράτους ἡ μέχρι τοῦδε ἡ πρὸς παρασκευὴν εἰς πόλεμον, ἢ πρὸς ἀναβολὴν τοῦ πολέμου, πᾶσα ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶναι ἐνέργεια Κυβερνητικὴ, ἐνέργεια περιλαμβανομένη ἐν τῷ ζητήματι τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ ὡς τοιαύτη ἀποτελοῦσα ἀντικείμενον τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀποτελοῦσα θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἔχομεν καὶ τὸ δικαίωμα, ἵνα ἀποφανθῶμεν. Βεβαίως ἵν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἔπρεπεν ἀπέναντι ἡμῶν νὰ ἔχωμεν Κυβέρνησιν αἰσθανομένην τὴν κυβερνητικὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως αἰσθανόμεθα αὐτὴν ἡμεῖς. Ἔδει ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πρώτης ἀγορεύσεως τοῦ Προέδρου αὐτῆς νὰ θέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ πρέπει νὰ εὑρίσκηται, ἵνα δύνηται ν’ ἀποφανθῇ ἐν γνώσει περὶ τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ θέματος τούτου, ἦτο περιττὸν νὰ ὁμιλήσῃ, διότι ἦσαν ἴσως κατὰ τὴν γνώμην της ταῦτα πάντα γνωστὰ τοῖς πᾶσι, διότι ὅπως κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν εἶχε κατορθώσει ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὅσα δὲν εἶχον κατορθωθῆ ἕως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος, ἴσως ἤδη φρονεῖ ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπεχωρίσθημεν ἕως τῆς σήμερον, καθ’ ἣν ἐπανερχόμεθα πάλιν ἐνταῦθα ἵνα ἐπαναλάβωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν, κατώρθωσε καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἠλπίζομεν. Ταῦτα πιθανὸν βλέπει ἐνώπιον ἑαυτῆς ἡ Κυβέρνησις, βλέπει τὴν μεγάλην ἡμῶν ἐπιτυχίαν, βλέπει τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐξασφαλισθέντα καὶ νομίζει ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσῃ, ἀφοῦ τὰ πράγματα τοσοῦτον τρανῶς βοῶσιν ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς δυστυχῶς βλέπομεν τὰ πράγματα μαρτυροῦντα κατ’ αὐτῆς, βλέπομεν τὰ πράγματα ἀπελπιστικὰ καὶ ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν, διατὶ περιήλθομεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα, διατὶ ἡ πολιτεία ἡ κυβερνητικὴ ἡ μέχρι τοῦδε περιήγαγεν ἡμᾶς εἰς τοιοῦτο σημεῖον. Ἀφοῦ ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτῆς, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος ἵνα μὴ ἐξετάσωμεν καὶ ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως ἡμεῖς τὰ πράγματα, ἵνα ἴδωμεν ἂν ἀληθῶς εὑρισκώμεθα εἰς σημεῖον ἀπελπιστικὸν, ἢ μόνον εὑρισκώμεθα εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς εὐάρεστον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἀφίνει καὶ ἐλπίδας τινάς. Ἡ ἐξέτασις, ἥτις ἐπιβάλλεται, εἰς τὴν Βουλὴν ἔχει τριπλοῦν χαρακτῆρα, εἶναι ἐξέτασις τῆς διπλωματικῆς καταστάσεως, εἶναι ἐξέτασις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἶναι ἐξέτασις τῆς στρατιωτικῆς καταστάσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπάρχει τις εἰλικρινῶς σκεπτόμενος καὶ ἀποφαινόμενος περὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολοῦσιν, ὅστις νὰ φρονῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπολύτως νὰ κανονίζωμεν τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοιούτου θέματος καὶ ν’ ἀποφασίζωμεν ἀπολύτως κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν πολιτευθῆ ὡς πρὸς τὰ τοῦ πολέμου, ἢ ὡς πρὸς τὰ τῆς εἰρήνης. Τὰ μέγιστα τῶν Κρατῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τοῦ βαρυσημάντου δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι πολιτείαν ἀπολύτως κανονιζομένην. Λάβετε ὑπ’ ὄψει τὰ μεγαλείτερα τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης καὶ ἐξετάσατε ἐὰν δύνανται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πολέμου ἢ τῆς εἰρήνης νὰ πράξωσιν ὅ,τι ταῦτα θέλουσι, ἐὰν δύνανται νὰ κανονίσωσι τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου, ἀφορῶντα εἰς μόνην τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῶν κατάστασιν. Τὸ μεγαλείτερον τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ προέλθῃ εἰς πόλεμον, ἐὰν αἰσθάνηται, ὅτι τὰ ἐθνικὰ αὑτοῦ συμφέροντα τῷ ὑπαγορεύουσι τὸν πόλεμον, δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς αὐτὸν, ἐὰν ἡ ἐξωτερικὴ κατάστασις δὲν ὑπόσχηται τὴν διεξαγωγὴν αὐτοῦ μετὰ πιθανότητος ἐπιτυχίας. Καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἡ Ἀγγλία, ἡ Γερμανία, ἡ Γαλλία, ἡ Ῥωσσία, θέλομεν νὰ τὸ πράξωμεν ἡμεῖς, θέλομεν ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ πολεμήσωμεν ὁπωσδήποτε, θὰ πολεμήσωμεν μὲ ὅ,τι ἔχομεν καὶ μὲ ὅ,τι δὲν ἔχομεν, θὰ πολεμήσωμεν εἴτε ἔχομεν φίλους, εἴτε δὲν ἔχομεν φίλους ἐκτὸς ἡμῶν, θὰ πολεμήσωμεν εἴτε ἔχοντες πιθανότητα ἐπιτυχίας, εἴτε ἔχοντες βεβαιότητα ὅτι θὰ καταστραφῶμεν καὶ μεθ’ ἡμῶν θὰ συγκαταστρέψωμεν πᾶσαν ἐλπίδα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ναὶ, κύριοι, πρέπει νὰ ὦμεν ἄνδρες καὶ ν’ ἀντιμετωπίζωμεν τὰ ζητήματα ἀνδρικῶς. Ἐὰν ἦναί τι ταπεινοῦν τὴν ἐθνικήν μου φιλοτιμίαν, εἶναι ἡ ἀνάγνωσις σκέψεως παρ’ Ἑλλήνων δυστυχῶς γραφομένης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν πολεμήσῃ καὶ νικήσῃ, θέλει ἀποκτήσει πᾶν ὅ,τι ἐπιζητεῖ, ἐὰν δὲ νικηθῇ, οὐδὲν θέλει ἀπολέσει. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι νήπιον, μόνον δ’ εἰς τὰ νήπια ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιτίθηνται κατ’ ἰσχυροτέρων μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι οὐδόλως κινδυνεύουσι νὰ τιμωρηθῶσιν. Ἡ Ἑλλὰς ἐπιδιώκει πράγματα, ἅτινα μόνον ἄνδρες δύνανται ν’ ἀποκτῶσι, δὲν εἶναι δὲ ἄνδρες οἱ κατερχόμενοι εἰς τοιοῦτον ἀγῶνα μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι, ἐὰν ἡττηθῶσιν, οὐδὲν θὰ πάθωσιν. Εὐτυχῶς — λέγω δὲ εὐτυχῶς, καίτοι οἱ ἐκ τούτου κίνδυνοι εἶνε μέγιστοι — εὐτυχῶς καὶ ἡ Εὐρώπη σήμερον δὲν ἀποβλέπει εἰς ἡμᾶς ὡς πρὸς νήπια, δὲν ἀποβλέπει εἰς ἡμᾶς ὡς πρὸς τοὺς τείνοντας χεῖρα ἐπαίτιδα· ἐννοεῖ ὅτι ἔχοντες τὴν ἀξίωσιν ἵνα διαπράττωμεν ὅ,τι θέλομεν, ἐνεργοῦμεν ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ, διότι ἔφθασε τέλος ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ ὕψος τῆς εὐθύνης. Ἡ Ἑλλὰς, ἀποδυομένη εἰς ἀγῶνα ἐθνικὸν, πρέπει νὰ διευθύνηται ὑπὸ Κυβερνήσεως ἐλευθέρας ἀπέναντι ἑαυτῆς, ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους, καὶ διεκδικούσης ἐλευθερίαν ἐνεργείας ἀπέναντι παντὸς Κράτους, διάγοντος πρὸς αὐτὴν ἐν φιλίᾳ. Ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν φιλίαν καὶ τὴν σύμπραξιν ξένων Κρατῶν, διότι ἄνευ τῆς φιλίας τινῶν ἐκ τῶν μεγάλων Κρατῶν οὐδενὸς δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, ἀφ’ ἑτέρου ὀφείλει ἀπέναντι αὐτῶν νὰ τηρῇ ἀλώβητα πάντα τὰ δικαιώματα τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῆς· ὅταν δὲ εἶδον μεγάλας Δυνάμεις, πρὸς ἃς ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην ἐφ’ οἷς μέχρι τοῦδε ἀπεκτήσαμεν, ὅταν εἶδον τὰς Δυνάμεις ταύτας θελούσας νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπειλοῦσαι βίαν, εἶπον καὶ λέγω ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὅσον καὶ ἂν ᾖναι μικρὰ, ὀφείλει νὰ μὴ ὑποκύψῃ εἰς τοιαύτην ἀπαίτησιν. Αἱ Δυνάμεις αὗται πρέπει νὰ γινώσκωσιν ὅτι ἵνα ἐπιτύχωσιν ὅ,τι ἐπιζητοῦσιν, ὀφείλουσι νὰ ποιήσωνται πράγματι χρῆσιν τῆς βίας, ὅπως θὰ ἔπραττον πρὸς πᾶν ἄλλο Κράτος, ὅτι δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται νὰ νομίζωσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὡς ἐκ τῆς μικρότητος ὑποκύπτει εἰς κενὴν ἀπειλὴν, ὅτι ἀρκεῖ μόνον ἡ ἐπίφασις βίας, ἵνα ἡ Ἑλλὰς εὐχαρίστως συνθηκολογήσῃ. Ἡ δὲ χρῆσις τῆς βίας εἶναί τι δυσχερὲς διὰ τὰς μεγάλας Δυνάμεις, οὐχὶ διότι φοβοῦνται τὴν ἀντιταχθησομένην παρ’ ἡμῶν βίαν, οὐχὶ διότι φοβοῦνται τὴν ἄμυναν ἡμῶν, ἀλλὰ διότι φοβοῦνται τὴν κατάκρισιν τῆς κοινῆς γνώμης αὐτῶν τῶν Κρατῶν, τῶν ὁποίων αἱ Κυβερνήσεις ἤθελον προσφύγει εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Καὶ ἂν σήμερον βλέπωμεν ἀποτυγχάνουσαν τὴν Εὐρωπαϊκὴν ἐνέργειαν, ἡ ἀποτυχία προέρχεται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς συνειδήσεως τῶν Ἐθνῶν, τῶν ὁποίων αἱ Κυβερνήσεις ἠπείλησαν ὅτι ἤθελον προβῆ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπὸ τῆς ἐξωτερικῆς ταύτης ἀπειλῆς ἀπαλλαχθῶμεν, ἀφοῦ πρὸς ταύτην πολιτευθῶμεν ὡς ἁρμόζει εἰς Κράτος ἔχον συνείδησιν τῆς ἀνεξαρτησίας αὑτοῦ, εἰς Κράτος ἤδη αὐτοτελὲς, μένει ἀκεραία ἡ εὐθύνη ἡμῶν πρὸς τοὺς ἔξω Ἕλληνας, ἡ εὐθύνη πρὸς τὴν μνήμην τῶν πατέρων ἡμῶν, οἵτινες μᾶς ἐκληροδότησαν ὅ,τι ἔχομεν. Δὲν μᾶς ἐκληροδότησαν αὐτὸ ἵνα ἐργαζώμεθα ἀνυπομόνως καὶ αἰσθηματικῶς, ἵν’ ἀποφαινώμεθα ὅτι εἰς ὃ σημεῖον ἐφθάσαμεν, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς ἄλλο παρὰ ἡ δρᾶσις ἀδιαφοροῦντας περὶ τῶν συνεπειῶν αὐτῆς ἐπὶ τὸ μέλλον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἄλλοι καὶ οὐχὶ ἡμεῖς ἐδημιούργησαν, ἐπὶ τὸ μέλλον ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ἐδημιουργήθη τὸ Κράτος τοῦτο. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ κινηθῶμεν ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν αἱ πιθανότητες εἶναι καθ’ ἡμῶν, ὅταν μάλιστα εἰξεύρωμεν ὅτι προσεχὴς εἶναι ἡ ὥρα, καθ’ ἣν αἱ πιθανότητες θὰ ᾖναι ὑπὲρ ἡμῶν. Δὲν ἐπιτρέπεται, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα ἐκείνη, ἀπολογούμενοι εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἡμεῖς ὑπήρξαμεν ἀνυπόμονοι, ἡμεῖς δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐγκαρτερήσωμεν, προετιμήσαμεν τῆς ἐπιμόνου καὶ σώφρονος ἐνεργείας τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς πιεζούσης ἡμᾶς καταστάσεως διὰ προώρου ἐνεργείας, ἐπενεγκούσης καταστροφὴν, ἧς ἕνεκα ἐξελείψαμεν ἀπὸ τῆς σκηνῆς κατὰ τὴν κρίσιμον περίοδον, ἀφήσαντες τὸν Ἑλληνισμὸν ἔκθετον. Ἐὰν κινηθῶμεν πρὸ τῆς ὥρας, ἐὰν κινηθῶμεν ἄνευ συμμαχιῶν, αἵτινες εἶναι οἱ ἄφευκτοι ὅροι ἐπιτυχοῦς πολέμου οὐχὶ διὰ τὴν μικρὰν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διὰ τὰ μέγιστα τῶν Κρατῶν, κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν ἐκλεῖπον ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν τὸ ἔδαφος, ἀπὸ τοῦ ὁποίου καὶ μόνον δύναται νὰ προέλθῃ ἀρωγὴ πρὸς τοὺς ἀναμένοντας ταύτην ἐκτὸς ἡμῶν Ἕλληνας. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ προσεχοῦς μέλλοντος· δὲν ἠκούσθην παρὰ τῶν πλειοψηφούντων. Εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς εἶνε τοιαύτη, ὥστε προσεχεστάτη ἡ ἀνάγκη τῆς δράσεως τῆς Ἑλλάδος, μοὶ ἀπηντήθη δὲ ὅτι ἐπὶ δεκαετίαν δὲν θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ἀνάγκη· καὶ ἤδη λέγω ὅτι τὰ ἐκτὸς ἡμῶν εἶνε τοιαῦτα, ὥστε προσεχεστάτη θὰ εἶνε ἡ εὐκαιρία πρὸς ἐπιτυχῆ ἐνέργειαν ἡμῶν καὶ δέον νὰ φροντίσωμεν ἵνα ἐγκαίρως ὦμεν ἕτοιμοι, νὰ φροντίσωμεν ὅπως, ὅταν ἡ ὥρα ἐπιστῇ, ὥρα προσεχεστάτη, ἥτις δὲν ἠξεύρομεν ἐὰν θὰ εἶνε ἐντὸς ἡμερῶν ἢ ἐντὸς μηνῶν, μὴ εὑρεθῶμεν ἐντελῶς ἐξηντλημένοι. Τοιαύτη εἶνε ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς, ὥστε οὐδέποτε ἐγὼ ἤθελον συμβουλεύσει εἰς Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀφοπλισθῇ ἐντελῶς, οὐδέποτε ἤθελον εἰπεῖ εἰς Κυβέρνησιν Ἑλληνικὴν, ὅπως ἔχουσι τὰ τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ὅπως ἔχουσι, θὰ ἔχωσιν ἕως οὗ ἐπέλθῃ ἡ λύσις, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ διευθύνῃ τὰ πράγματα ἐπὶ ποδὸς εἰρήνης. Πρέπει οὕτω νὰ κανονισθῶσι τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, ὥστε νὰ δυνάμεθα τὸ ταχύτερον, διότι αἴφνης θὰ παραστῶσιν αἱ ἀνάγκαι, νὰ ὦμεν ἕτοιμοι πρὸς ἐνέργειαν. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο μοὶ ὑπαγορεύει τὴν σκέψιν, ὅτι τὰ γενόμενα καὶ τὸ γινόμενα ἀντὶ νὰ μᾶς πλησιάζωσι πρὸς τὴν πολεμικὴν ἐνέργειαν τὴν ἐπιτυχῆ, μᾶς ἀπομακρύνουσι τοὐναντίον ἀπ’ αὐτῆς, οὐχὶ δὲ μόνον μᾶς ἀπομακρύνουσιν ἀπὸ τῆς ἐπιτυχοῦς πολεμικῆς ἐνεργείας, μᾶς ἀπομακρύνουσι καὶ ἀπὸ πάσης πολεμικῆς ἐνεργείας, διότι ἐξετάζοντες τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, τὴν κατάστασιν, ἥτις ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων, εἶνε ἀδύνατον νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται περὶ πολέμου. Ἄν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο περὶ πολέμου, δὲν ἤθελεν ὑπακούει εἰς τὰς τυφλὰς ὁρμὰς τοῦ πλήθους, δὲν ἤθελεν, ὅτε τὸ πλῆθος ἐζήτει νέας κλήσεις ἐφέδρων, εὐχαριστεῖ τὸ πλῆθος, δίδουσα εἰς αὐτὸ ὅ,τι ἐζήτει. Ἡλικίας ζητεῖτε; ἰδοὺ πέντε ἡλικίας· δὲν εὐχαριστεῖσθε; ἰδοὺ ἑτέρας δύο ἡλικίας. Δὲν εὐχαριστεῖσθε διὰ μόνων τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος θεωρεῖ δυναμένους νὰ στρατευθῶσιν ἄνευ καταστροφῆς τῶν οἰκογενειῶν; ἰδοὺ καὶ οἱ ἄνδρες, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἀπήλλαξε τῆς κανονικῆς ὑπηρεσίας, διότι τοὺς ἐθεώρησε στηρίγματα τῶν οἰκογενειῶν αὑτῶν. Οὕτως ἐργαζόμενός τις ἐργάζεται ἵνα ἀπογοητεύσῃ τὸν λαὸν, ἵνα τὸν διδάξῃ νὰ μὴ προβάλῃ ἀπαιτήσεις ἀλογίστους, ἀλλὰ τὸν διδάσκει ταῦτα, καταστρέφων τὸ Δημόσιον Ταμεῖον διὰ δαπάνης δεκάδων ἑκατομμυρίων, καταστρέφων τὴν παραγωγὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφαιρῶν ἀπὸ τῶν ἑστιῶν, ἀπὸ τῶν ἀγρῶν, ἀπὸ τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτῶν τοὺς χρησιμωτέρους ἄνδρας. Ἀναντιῤῥήτως, ἀφ’ ἧς τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας ἐπέβαλον εἰς ἡμᾶς ἐνέργειαν, ἀφ’ ἧς δὲν προέβημεν εἰς τὴν μόνην ἐνέργειαν, ἥτις ἠδύνατο νὰ εἶνε χρήσιμος κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας, ἔπρεπε νὰ κηρυχθῇ ἡ ἐπιστράτευσις· ἀλλ’ ἡ ἐπιστράτευσις ἔπρεπε νὰ κηρυχθῇ τοιαύτη, ὥστε ν’ ἀποβῇ χρήσιμος εἰς τὸν πόλεμον· ἡ ἐπιστράτευσις ἔπρεπε νὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἑκάστη παρερχομένη ἡμέρα νὰ μᾶς φέρῃ προσεχέστερον πρὸς τὸν πόλεμον· ἀντὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις προέκρινεν ἐπιστράτευσιν, ἥτις καθ’ ἑκάστην ἡμέραν μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τοῦ πολέμου, διότι ἑκατομμύρια δαπανῶμεν καὶ κατὰ τοσοῦτον στερούμεθα τῶν πρὸς τὸν πόλεμον ἀναγκαίων, διότι ἑκάστη ἡλικία καλουμένη πρὸ τῆς ὥρας κατὰ τοσοῦτον καταπονεῖ τὸ λαὸν καὶ καθιστᾷ αὐτὸν ὀλιγώτερον ἱκανὸν ἵνα δράσῃ κατὰ τὴν ὥραν τὴν πρέπουσαν. Οὐδὲ ἕνα ἄνδρα πλέον τοῦ ἀριθμοῦ, ὅστις εἶνε ἀναγκαῖος πρὸς τὴν παρασκευὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρατῇ ὑπὸ τὰ ὅπλα. Εἶνε ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν ἐπιστράτευσιν κεκηρυγμένην, ἵνα δυνάμεθα ἄνευ τῆς ἐκ νέου καὶ ἐξ ὑπαρχῆς κινήσεως τῆς μηχανῆς τῆς ἐπιστρατεύσεως νὰ καλῶμεν εἰς τὰς τάξεις τοὺς ἄνδρας ἀπὸ στιγμῆς εἰς ἄλλην· εἶνε ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν αὐτὴν ἐν λειτουργίᾳ, ἵνα προσθέτωμεν εἰς τὴν δύναμιν τῆς εἰρήνης τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, ὅστις εἶνε ἀναγκαῖος εἰς τὸν ταχύτερον καὶ πληρέστερον ὀργανισμὸν τοῦ ἐμπολέμου στρατοῦ· ὅταν ὅμως ἔχωμεν ἐν τῷ στρατῷ ἀριθμὸν ἀνώτερον τοῦ ἀναγκαίου πρὸς τὴν παρασκευὴν αὐτοῦ εἰς μετάβασιν εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, ὅταν μάλιστα ἔχωμεν κατατεταγμένον ἐν τῷ στρατῷ ἀριθμὸν ὑπέρτερον τοῦ δυναμένου ὀργανικῶς νὰ λειτουργήσῃ, κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὀργανίζομεν τότε τὸν στρατὸν, ἢ ἀποσυνθέτομεν αὐτόν; Ἄν τῷ ὄντι ἐσκεπτόμεθα περὶ πολέμου, δὲν θὰ ἐξητάζομεν τὶ λέγει οὗτος ἢ ἐκεῖνος ὁ Σύλλογος, τὶ λέγει αὕτη ἢ ἐκείνη τῶν ἀγυιῶν ἡ διαδήλωσις, ἀλλὰ θὰ ἐξητάζομεν τὶ λέγει ἡ συνείδησις ἡμῶν, τὶ λέγουσι τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα ἀρυόμεθα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἐνεργήσωμεν, ἵνα ὀργανώσωμεν ἐπιστράτευσιν χρήσιμον. Πολλὰ ἐλλείπουσιν ἐν Ἑλλάδι, ἵνα ἐπιστρατευώμεθα δεόντως, ἀφοῦ μάλιστα ὁ θεσμὸς τῆς γενικῆς στρατολογίας ἰσχύει παρ’ ἡμῖν μόλις πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ἐνῷ δεκαετὴς τοὐλάχιστον ἐφαρμογὴ ἐν εἰρήνῃ ἀπαιτεῖται πρὸς τὴν πλήρη αὐτοῦ λειτουργίαν. Πρὸς δὲ τὸν πόλεμον δὲν ἐλλείπουσι μόνον ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ περὶ ὧν δὲν ἐπρονόησε πρὸ τριῶν μηνῶν, προνοεῖ δὲ σήμερον. Πλεῖστα εἶναι τὰ ἐλλείποντα ἐν τῷ στρατῷ, πλειότερα δὲ τὰ ἐλλείποντα ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἔτι πλείονα τὰ ἐλλείποντα ἐν τῇ διπλωματικῇ ἡμῶν ἐνεργείᾳ. Περὶ πάντων τούτων ἔδει νὰ ληφθῇ πρόνοια· ἀλλὰ περὶ τῶν ἐν τῷ στρατῷ ἤδη πραγματευόμενος, λέγω ὅτι ἡ πρόνοια, ἥτις ἔδει νὰ ληφθῇ, εἶναι ἡ συγκέντρωσις ἐν στρατοπέδοις ἀριθμοῦ ἀνδρῶν, ὅσος καὶ μόνον ὅσος εἶναι ἀναγκαῖος, ἵνα μορφωθῶσιν ἀληθῆ στελέχη, οὐχὶ δὲ τὰ στελέχη τῶν νομοθετικῶν μέτρων, ὁποῖα ἠκούσαμεν εἰσαγόμενα πρὸ ὀλίγου, δι’ ὧν πληροῦνταί τινα κενὰ, ἀλλὰ δὲν ἐκτελεῖται καὶ ὑπηρεσία στελεχῶν, διότι ἔχομεν ἀνάγκην μορφώσεως στελεχῶν δι’ ἀσκήσεως καὶ οὐχὶ διὰ νόμων. Ἄν ἤρκουν νόμοι εἰς μόρφωσιν στελεχῶν, διατί ὁ Πρωθυπουργὸς, διατί ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠρκέσθησαν εἰς ὅσα περὶ αὐτῶν ὑπέβαλον εἰς ἡμᾶς; Ταῦτα δὲν ἀρκοῦσιν οὐδὲ εἰς πλήρωσιν τῶν ἀριθμῶν, οὓς ὁ ἔκτακτος Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει. Ἀλλὰ μήπως οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι εἶνε ἀποχρῶντες πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὁποῖαι αὗται ἀληθῶς παρουσιάζονται πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ἔργου; Ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ παρατάξῃ πάντας τοὺς ἄνδρας τοὺς μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν 40 ἐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ὑπάρχων νόμος καλεῖ μόνον εἰς τὰς τάξεις ὡς ἐφέδρους τοὺς μέχρις ἡλικίας 32 ἐτῶν καὶ καλεῖ αὐτοὺς μόνους, διότι μέχρι τῆς ὥρας ταύτης δὲν ἔχομεν στελέχη διὰ πλείονας ἄνδρας, οὐδὲ καὶ δι’ αὐτούς. Ἀλλ’ ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν στελέχη ἱκανὰ, ἵνα περιλάβωσι τοὺς μέχρις ἡλικίας 40 ἐτῶν, ἅπαντες οἱ ἄνδρες οἱ μέχρι τῆς ἡλικίας ταύτης θὰ ἠδύναντο νὰ κληθῶσι, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι προθύμως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην προσφέρει, ὅταν ἠξεύρῃ ὅτι θὰ ἐπιτελέσῃ Ἐθνικὸν καθῆκον. Θὰ ἠδυνάμεθα σήμερον νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν ἐπιστρατεύσιμον δύναμιν τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἑτέρας 80 χιλιάδας ἀνδρῶν, ἀλλ’ εἰς οὐδὲν θὰ ὠφέλει τοῦτο, ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν τὰ στελέχη, τὰ ὁποῖα θὰ καταστήσωσι τὴν δύναμιν ταύτην στρατόν. Ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν τὰ στελέχη, ἡ κλῆσις τῶν ὀκτὼ τούτων ἡλικιῶν, ἢ τῶν ἀμέσως πρὸ αὐτῶν ἡλικιῶν, αἱ τελευταῖαι κληθεῖσαι δύω ἡλικίαι, ὡς καὶ ἡ κλῆσις τῶν ἀπαλλακτέων, εἰς οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο νὰ ἀφορᾷ εἰμὴ εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν τοῦ στρατοῦ, εἰμὴ εἰς τὴν ἀπογοήτευσιν τοῦ λαοῦ. Στρατὸς ἄρα ἐντὸς λίαν περιωρισμένων ὁρίων, στρατὸς ἐπιστρατεύσεως ἐντὸς ὁρίων ἐπαρκῶν πρὸς μόρφωσιν στελεχῶν, ὅσον ἔνεστιν εὐρυτέρων, ἵνα ἐν αὐτοῖς ἐνσωματωθῇ πᾶσα ἡ μάχιμος δύναμις τοῦ Κράτους, οὗτος ἔδει νὰ ᾖ μέχρι τῆς ὥρας τῆς ἐνεργείας ὁ σκοπὸς τοῦ ἀληθῶς σκεπτομένου περὶ πολέμου. Ἂν δὲ τοιοῦτον σκοπὸν προεβάλλετο εἰς ἑαυτὴν ἡ Κυβέρνησις πρὸ ἕξ μηνῶν, θὰ ἐδρέπομεν ἤδη τοὺς καρποὺς τῆς τοιαύτης ἐπιστρατεύσεως, δυνάμενοι βραχὺ μετὰ τὴν κλῆσιν ὅλων τῶν ἐφέδρων νὰ δράσωμεν ἐν πολεμικῷ παραστήματι. Ἀλλὰ σήμερον ζητοῦμεν νὰ μορφώσωμεν στελέχη διὰ νόμου, ζητοῦμεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς δύω ἡλικίας, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἐκαλέσαμεν, τρεῖς ἔτι ἡλικίας, διατί; ἵνα μεταμορφώσωμεν τὸν στρατὸν εἰς ποίμνιον, ἵνα ἀντὶ ὠργανωμένου στρατοῦ, ἀντὶ στρατοῦ ἔχοντος στελέχη τὰ πρέποντα καὶ δυναμένου νὰ κινηθῇ ὡς ἐνόργανον σῶμα, ἔχομεν συρφετὸν, οὐδεμίαν περὶ στρατιωτικῆς πειθαρχίας ἔννοιαν δυνάμενον νὰ ἔχῃ, οὐδὲ διοίκησιν οὐδεμίαν. Καὶ διὰ τοιούτου στρατοῦ θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐργασθῶμεν μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας, διὰ τοιούτου στρατοῦ θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐργασθῶμεν ἔστω καὶ ἀμυντικῶς, ἵνα σώσωμεν ὅ,τι ἔχομεν χάριν τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ὁ σκοπὸς, εἰς ὃν ἡ Βουλὴ δέον νὰ ἀφορᾷ, ὁ σκοπὸς, εἰς ὃν δέον νὰ ἀφορᾷ ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς ὅμως οὐδέποτε νὰ δεσμευθῇ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργείας, εἴτε πρὸς τὴν Βουλὴν, εἴτε πρὸς τὸ Ἔθνος, εἴτε δι’ ἐπαγγελίας, εἴτε δι’ ἀποφάσεως οἵας δήποτε, δέον νὰ ᾖ ἡ ἐπιδίωξις τῶν ἐγγυήσεων, αἵτινες ἀπαιτοῦνται ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ σήμερον, κατὰ τὸ νέον ἐν τῇ Χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου καθεστώς. Τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποκτηθῇ εἰμὴ διὰ στρατιωτικῆς ἐνεργείας, καὶ διὰ τῶν συνδυασμῶν ἐκείνων τῶν ἐξωτερικῶν, οἵτινες ἁπανταχοῦ προαπαιτοῦνται πρὸς στρατιωτικὴν ἐνέργειαν τελεσφόρον. Ἀλλὰ, πλὴν τῆς στρατιωτικῆς ἐνεργείας, περὶ ἧς ἐξέθηκα ἣν ἔχω γνώμην, ὅτι σήμερον εἴμεθα πολὺ ἀπωτέρω τοῦ πολέμου ἢ κατὰ Σεπτέμβριον, ὅτε ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῆς παρασκευῆς, ἐνῷ δι’ ἐπιστρατείας, ὁποίαν θεωρῶ ὡς τὴν μόνην λυσιτελῆ, θὰ ἤμεθα τοὐλάχιστον εἰς θέσιν νὰ σκεπτώμεθα ἤδη σπουδαίως περὶ πολέμου, πλὴν λέγω, τῆς στρατιωτικῆς ἐνεργείας, ἥτις ὑπῆρξεν οὕτως ἀτυχὴς, ἆρα διπλωματικῶς εἰργάσθημεν διὰ τρόπου βελτίονος; ἆρα οἰκονομικῶς εἰργάσθημεν διὰ τρόπου βελτίονος; Οἰκονομικῶς ἡ Κυβέρνησις, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὡσανεὶ ἀπέβλεπεν, ὅπως καταστήσῃ τὸν πόλεμον ἀδύνατον, εἰργάσθη ὥστε νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῆς πολεμικῆς ἐνεργείας πᾶν ἔδαφος. Μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε, χάριν τῶν πολεμικῶν ἀναγκῶν, ἀδείας χρησιμοποιήσεως ἐκτάκτων πόρων διὰ πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, ὑπὲρ τὴν ἑκατοστὺν ἑκατομμυρίων, ἴσως καὶ ὑπὲρ τὰς δύω ἑκατοστύας. Μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν πόρων τούτων ἐδαπάνησεν 67 ἑκατομμύρια ἡ Κυβέρνησις· εἶναι ἀληθὲς δυστυχῶς, ὅτι ἐκ τῶν 67 τούτων ἑκατομμυρίων, τῶν ἐξ ἐκτάκτων πόρων, τὸ πλεῖστον δὲν ἐδαπανήθη πρὸς τὰς ἐκτάκτους στρατιωτικὰς ἀνάγκας, ἀλλ’ εἰς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Παραλείπων τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶνε τῆς παρούσης ὥρας, καὶ ἐξετάζων μόνον τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἐξ ἐκτάκτων πόρων καὶ τὰ ὁποῖα προτίθεται ἔτι νὰ λάβῃ, καὶ βλέπων ὅτι 67 ἑκατομμυρίων ἐξ ἐκτάκτων πόρων ἐγένετο μέχρι τοῦδε χρῆσις καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πλὴν τῶν 18 ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν κερματίων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπεν, ἔχει ἔτι διαθέσιμα, καὶ τὰ ὁποῖα προστεθήσονται εἰς τὰ 67 ἑκατομμύρια, πλὴν ἄλλων πόρων ἐκτάκτων, τοὺς ὁποίους εἶναι περιττὸν νὰ ἀπαριθμήσω ἤδη, θέλει ζητήσει καὶ τὰ 25 ἑκατομμύρια, περὶ ὧν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἐρωτῶ πάντα ταῦτα πόθεν ἠρύσθη ἡ Κυβέρνησις; Πάντα ταῦτα ἠρύσθη ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἐξ ἄλλης τῶν προκατόχων αὐτῆς προνοίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ τῆς ἀνεπαρκείας αὐτῆς τῆς στρατιωτικῆς, περὶ τῆς ἀνεπαρκείας αὐτῆς τῆς οἰκονομικῆς, νομίζει ὅτι ἀπαντᾷ εἰς τὰς αἰτιάσεις, λέγουσα ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις ἡ κληροδοτηθεῖσα παρὰ τῶν προκατόχων. Περὶ τῆς καταστάσεως τῆς στρατιωτικῆς ἀπεδείχθη ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ τὸ ἀνυπόστατον τῶν αἰτιάσεων τῶν κυβερνώντων· περὶ δὲ τῶν οἰκονομικῶν, αὐτοὶ οὗτοι οἱ πραγματοποιούμενοι ἔκτακτοι πόροι, οἱ προσεγγίζοντες εἰς τὰ 100 ἑκατομμύρια καὶ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ τὸ πλεῖστον λαμβανόμενοι, τί ἄλλο εἶναι ἢ κληροδότημα τῶν προκατόχων; Οἱ προκάτοχοι εὗρον, ἐλθόντες εἰς τὴν Ἐξουσίαν, τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὑφισταμένην, διὰ καταβολῆς δὲ 72 ἑκατομμυρίων εἰς μεταλλικὸν ἦρον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τὰ 72 ταῦτα ἑκατομμύρια ἀναλαμβάνει σήμερον ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅταν ψέγηται ἐπὶ τῇ οἰκονομικῇ αὐτῆς ἐνεργείᾳ, λέγει ὅτι οὐδὲν παρέλαβε παρὰ τῶν προκατόχων, αὐτὴ ἡ παραλαβοῦσα παρὰ τῶν προκατόχων πλέον τῶν 72 ἑκατομμυρίων καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια ἐκ τῆς ἐνεχυριάσεως τῶν ἀδιαθέτων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ ἦτο οὗτος ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐργασθῇ; Βεβαίως εὐχερὲς εἶναι νὰ ὑβρίζωσι καὶ συκοφαντῶσι τοὺς προκατόχους οἱ ζῶντες ἐκ τῶν ψυχίων ἐκείνων, ἀλλὰ Κυβέρνησις σπουδαία, Κυβέρνησις ἐννοοῦσα τὸ μέγεθος τῆς λαχούσης εἰς αὐτὴν ἐντολῆς οὕτως ἤθελεν ἐργασθῆ; Κυβέρνησις τοιαύτη δὲν ἤθελεν ἐννοήσει ὅτι πρὸς πόλεμον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἐφεδρεία καὶ ὅτι ὁ στρατὸς ὁ οἰκονομικὸς εἶναι τὰ μεταλλικὰ δάνεια; Καὶ ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ μεταλλικὰ δάνεια πρὸ τῆς κηρύξεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἀλλὰ δὲν ἐθεώρησε πρέπον νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ κεχορηγημένου αὐτῷ δικαιώματος, καί τοι ἡ Βουλὴ εἶχε περιβάλει αὐτὸν ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου διὰ πάσης περὶ τούτου ἐμπιστοσύνης. Γνωστὰ δὲ εἶναι τοῖς πᾶσι τὰ περὶ τούτου, γνωστὸν εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε προτάσεις διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ὑπολειπομένων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, προτάσεις νομίζω πρὸς 305, ἀντὶ τῶν 342½, ἀνθ’ ὧν εἶχον παραχωρηθῆ κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῷ ὄντι ἐσκέπτετο περὶ πολέμου, ἤθελε ποτὲ διστάσει νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον ἐπὶ τοιούτοις ὅροις; Ἂν δὲ εὕρισκε τοποθέτησιν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου ἐκείνου πρὸς 305 δραχμὰς, δὲν θὰ εὕρισκε καὶ περαιτέρω ποσὸν μεταλλικοῦ δανείου ἐπὶ τιμῇ ἴσως κατωτέρᾳ τῆς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων; Ἔχομεν οὕτω τρανὴν τὴν ἀπόδειξιν ὅτι πρὸ τῆς κηρύξεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἂν καὶ ἐπὶ ὅροις οὐχὶ ἐλαφροῖς, θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ πραγματοποιήσῃ μεταλλικὸν δάνειον· ἀλλ’ ἐδίστασε πρὸ τοῦ βάρους τῶν ὅρων, διότι δὲν εἶχεν ἐν τῷ νῷ τὸν πόλεμον. Ἂν εἶχεν ἀπόφασιν περὶ πολέμου, δὲν ἤθελε διστάσει νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον, διότι θὰ ἐνόει, ὅτι ὅταν ἐπλησίαζε πρὸς τὸν πόλεμον, θὰ συνέβαινεν ὅ,τι συμβαίνει σήμερον, ὅτι δυσκόλως θὰ ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον καὶ ἐπὶ βαρυτέροις ὅροις. Σήμερον δὲν δύναται νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον σχεδὸν διόλου, γνωστὰ δὲ εἶναι τὰ τῶν προτάσεων ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 100,000,000. Ὅτε τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐψηφίζετο, ὅπως καὶ ὅτε ἐψηφίζετο τὸ δάνειον τὸ πατριωτικὸν, ἡμεῖς οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρετηρήσαμεν, ὅτι οὐδεμία ἐλπὶς ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ πορισμοῦ σπουδαίων ποσῶν διὰ τοιούτων μέτρων, ὅτι εἰργάζετο ἡ Κυβέρνησις ἄνω ποταμῶν καὶ ὅτι περὶ πορισμοῦ μεταλλικοῦ χρήματος ἔδει νὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια ἐν ἐποχῇ προγενεστέρᾳ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενεν, ὅτι ταῦτα ἦσαν τὰ μόνα πρόσφορα μέτρα, ἅτινα ἐχαρακτήριζεν ὡς ἀναγκαῖα· ἀπέναντι δὲ τῆς ἀνάγκης ταύτης τῆς ἐκφραζομένης παρὰ τῶν μόνων ἁρμοδίων παρ’ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἡ πλειοψηφία περιέβαλε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, δὲν ἠδύναντο τὰ μέτρα νὰ μὴ ψηφισθῶσιν. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐκείνη εἶχε κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα κυβερνήτην, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποστερήσῃ αὐτὸν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα οὗτος ἐθεώρει ὡς ἀπαραίτητα. Ἀλλ’ αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο περὶ τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων, ποῖαί τινες εἶναι; οὐχὶ δάνειον χρεωλυτικὸν, ἀλλὰ προκαταβολὴ ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ δανείου, προκαταβολὴ ἐπὶ ἓν ἢ δύω ἔτη ἐξ 20 ἑκατομμυρίων, ἀντὶ δὲ τῆς προκαταβολῆς ταύτης σειρὰ ὅλη παραχωρήσεων, ἤτοι τόκοι βαρεῖς, ὠφέλειαι ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, ὠφέλειαι ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς αἱρέσεως πρὸς ἀπόκτησιν τῶν μετοχῶν τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τιμῇ εὐτελεῖ, ἀλλὰ καὶ ταύτῃ ὑποχρεωτικῇ μόνον διὰ τὸ Δημόσιον, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τοὺς συμβαλλομένους. Τοιαῦται εἶναι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐλάμβανεν ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων καὶ τὰς ὁποίας μνημονεύω, ἵνα ἀποδείξω ὅτι, ὅπως ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις, ἡ πραγματοποίησις μεταλλικοῦ δανείου σπουδαίου κατέστη ἀδύνατος. Ἂν δὲ μεταλλικὸν δάνειον εἶναι ἀπραγματοποίητον, ἂν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐξηντλήσαμεν μέχρι τοῦ ἐσχάτου αὐτῆς ὁρίου, σπουδάζουσιν οἱ λέγοντες ὅτι προεβαίνομεν εἰς πόλεμον μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας; Τὰ χρήματα ὠνομάσθησαν παντοῦ καὶ πάντοτε τὰ νεῦρα τοῦ πολέμου, ἡμεῖς ταῦτα ἐχαλαρώσαμεν, ἀπεκόψαμεν αὐτὰ ὁλοτελῶς, καὶ ἤδη γίνεται πρότασις, ἵνα ἐκ τῆς αὐτῆς πηγῆς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας λάβωμεν εἰκοσιπέντε ἔτι ἑκατομμύρια. Ταῦτα δὲν θὰ ἔχωσιν ἀξίαν ἀνωτέραν τοῦ ἡμίσεος τῆς ὀνομαστικῆς, ἡ δ’ ἔκδοσις αὐτῶν θὰ ἐλαττώσῃ ἐπαισθητῶς τὴν ἀξίαν ἑκατὸν ἄλλων ἑκατομμυρίων κυκλοφορούντων ἐν τῷ Κράτει· καὶ ὅμως τὰ 13 ταῦτα ἑκατομμύρια ζητοῦνται παρ’ ἡμῶν σήμερον ὡς τὸ τελευταῖον ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐφόδιον, δι’ οὗ ἀπεκδέχονται οἱ εἰσάγοντες τὸ νομοσχέδιον ὅτι θέλομεν διεξαγάγει πόλεμον ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν μὲ ἐλπίδα ἐπιτυχίας. Ἴσως ἀντιπαρατηρήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὑπολείπονται ἔτι ἐλπίδες τινὲς ἐκ τῆς προκαταβολῆς ἀπέναντι τοῦ δανείου τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων, ἥτις καὶ διὰ τὸ προσωρινὸν καὶ διὰ τὸ εὐτελὲς τοῦ ποσοῦ καὶ τὸ ἐπαχθὲς τῶν ὅρων θὰ ἦτο ἀναξία νὰ λαμβάνηται ὑπὸ σκέψιν παρ’ ἀνθρώπων πονούντων τὴν Πολιτείαν καὶ τὸ μέλλον αὐτῆς. Ἀλλ’ ὡσανεὶ ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποκόψῃ ἀπὸ τῶν ποδῶν αὐτῆς πᾶν ἔδαφος πολεμικῆς ἐνεργείας, ἐργάζεται αὐτὴ αὕτη ἵνα καταστρέψῃ πᾶν κατάλοιπον τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως, καθιστῶσα οὕτως ἀνέφικτον καὶ αὐτὴν τὴν ἐντὸς τῶν οὕτω περιωρισμένων ὁρίων καὶ μεθ’ ὑποχρεώσεων τοκογλυφικῶν πραγματοποίησιν μεταλλικοῦ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δανείου. Ἡ δημοσία πίστις ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐκηρύχθη τὸ ἀναγκαστικὸν δάνειον λόγῳ πορισμοῦ πολεμικοῦ δανείου ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων, ἐξέλιπεν. Ὁ χρηματιζόμενος κόσμος, ὅταν ἡ Κυβέρνησις προσέφυγεν εἰς τὸ ἀναγκαστικὸν δάνειον, ἐθεώρησεν ὅτι ἐξήντλησεν αὕτη πάντα ἄλλον πόρον καὶ πᾶσαν ἐλπίδα πορισμοῦ μεταλλικοῦ δανείου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Τοῦτο θὰ ἤρκει, ἵνα καταστήσῃ τὴν πίστιν ἡμῶν ἀνεπαρκῆ πρὸς πραγματοποίησιν σπουδαίου ἐξωτερικοῦ δανείου, ἀλλ’ ἄνευ λόγου ἡ Κυβέρνησις προβαίνει εἰς πράξεις ἢ μᾶλλον εἰς παραλείψεις πράξεων συμπληρούσας τὸ ἔργον τῆς καταστροφῆς τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως διὰ τρόπου καθιστῶντος αὐτὴν δυσεπανόρθωτον. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐδανείσθη ἐπὶ ἐνεχυριάσει τίτλων τοῦ δανείου τῶν ἑκατὸν ἑβδομήκοντα ἑκατομμυρίων, λόγῳ βραχυπροθέσμου προκαταβολῆς, ἓξ ἑκατομμύρια, βραδύτερον δὲ καὶ ἕτερον ποσὸν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου. Ἐγγιζούσης τῆς λήξεως τῆς διορίας, προετάθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀνανέωσις τῆς προκαταβολῆς ἐπὶ ὅροις τισὶ, μὴ ἐπαγομένοις καταβολὴν χρημάτων. Ἡ Κυβέρνησις μὴ ἐγκρίνουσα τὴν πρότασιν, οὔτε ἀποτίνει τὴν ὀφειλὴν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς διορίας, οὔτε ἀνανεοῖ αὐτὴν, καὶ οὕτω διατελεῖ σήμερον ὑπερήμερον τὸ Δημόσιον περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ. Βαρὺ οὕτω κατηνέχθη τραῦμα κατὰ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, ἐνῷ οὐδὲν ὑπῆρχε κώλυμα εἰς πρόληψιν τοῦ κακοῦ, ἂν ἀπέδιδεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους τὴν σημασίαν τὴν πρέπουσαν. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἐνέργειαι τῆς Κυβερνήσεως, αἱ γεννήσασαι τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι καὶ ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς, ὅπως καὶ ἐν τοῖς στρατιωτικοῖς ἠθέλησε νὰ περιαγάγῃ τὰ πράγματα εἰς κατάστασιν μὴ ἐπιτρέπουσαν εἰς ἐχεφρονοῦντας νὰ ὑποστηρίζωσι πολεμικὴν πολιτικὴν, οὐδὲ νὰ ἀνέχωνται πολεμικὴν πολιτικήν. Ἡ δημοσία πίστις δὲν εἶναι μόνον χρήσιμος ὡς παρέχουσα εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα ἀποκτήσεως μετάλλου, ἀλλ’ εἶναι χρήσιμος καὶ ἠθικῶς. Ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ ὡς οὐδὲν ἄλλο ἔθνος καὶ πλειότερον παντὸς ἄλλου ἔθνους ἄνευ τῆς συμπράξεως ξένων ἐθνῶν, ὅταν δὲ τοὺς ξένους λαοὺς ἀποξενωθῶμεν ἐν τῇ περὶ τῆς πίστεως ἡμῶν γνώμῃ καὶ ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῶν ἐν τῇ πίστει ἡμῶν, οὐδὲν δυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα παρ’ αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποθέσεως. Ἡ διπλωματικὴ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὰς μετὰ τῶν ξένων Κυβερνήσεων σχέσεις αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τοὺς ξένους λαούς· διότι ἐὰν οὐδεμίαν Κυβέρνησιν τῶν μεγάλων Δυνάμεων ἔχωμεν ὑπὲρ ἡμῶν, ἔχομεν δὲ φιλίαν τὴν γνώμην τῶν λαῶν, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, διότι ἡ γνώμη τῶν λαῶν, ταχέως παρασύρει τὴν σύμπραξιν τῶν Κυβερνήσεων· ὅταν ὅμως ἀποξενῶμεν διὰ τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν ἐντελῶς τοὺς λαοὺς, ἀποστεροῦμεν ἑαυτοὺς πάσης ἐλπίδος ἐξωτερικῆς ὑποστηρίξεως καὶ καθιστῶμεν καὶ τὸ διπλωματικὸν ἔδαφος ἐπίσης ἀλυσιτελὲς ὡς καὶ τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ στρατιωτικόν. Μετὰ τὴν τριπλῆν δὲ ταύτην ἀποτυχίαν, τὴν διπλωματικὴν, τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν στρατιωτικὴν, παρουσιάζεται σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις ζητοῦσα παρ’ αὐτῆς ψῆφον ἔμμεσον ἐμπιστοσύνης ἐπὶ εἰσαγομένων παρ’ αὐτῆς οἰκονομικῶν καὶ στρατιωτικῶν νομοσχεδίων. Ἡ ἀπὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν καὶ ἕως τῆς σήμερον ἀνέλιξις τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεων ἐπέβαλλεν αὐτῇ καθήκοντα ἀπολογίας, μεθ’ ὧν τὴν ἐκπλήρωσιν ὤφειλεν αὐτὴ νὰ ζητήσῃ ἔκφρασιν γνώμης τῆς Βουλῆς οὐχὶ περὶ νομοθετικῶν μέτρων, ἀλλὰ περὶ ἐμπιστοσύνης εἰς τοὺς εἰσηγουμένους αὐτά. Οὔτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε παρ’ ἡμῶν δύναται νὰ προκληθῇ ἡ Βουλή, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὀφείλει νὰ πολιτευθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ μέλλοντι πρὸς ἐπίτευξιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν σκοπῶν· ἡ Κυβέρνησις πρέπει πάντοτε νὰ μένῃ ἐλευθέρα περὶ τὴν ἐπιλογὴν τῶν μέσων τῆς ἐνεργείας. Ἀλλὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ πρῶτον λόγον, παρ’ ἡμῶν δὲ, ἂν ἐκείνη μὴ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, δέον νὰ προκληθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ τῶν πεπραγμένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα ἐνδεικνύουσι πῶς αὕτη προτίθεται νὰ πολιτευθῇ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι· ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς περὶ τῶν πεπραγμένων, οὐδόλως αὕτη δεσμεύει τὴν πορείαν οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, διότι αἱ περιστάσεις καθ’ ἑκάστην μεταβάλλονται, καὶ ἡ περὶ τοῦ παρελθόντος γνώμη τῆς Βουλῆς δὲν δύναται ν’ ἀφορᾷ εἰς τοὺς συνδυασμοὺς τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας πρὸς τὰς ἑκάστοτε ἀναφυομένας νέας περιστάσεις, ὧν ἡ ἐκτίμησις ἀνήκει εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἀμοδιότητα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἧς μόναι αἱ τετελεσμέναι πράξεις ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῶν πεπραγμένων δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης, ἧς εἶναι ἀξία ἡ Κυβέρνησις, ἡ δὲ ψῆφος ἐλέγχου παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μέσον, ὅπως ἐπιδράσῃ σωτηρίως εἰς τὰ τῆς Πολιτείας. Ἡ διαχείρισις τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως ὑπὸ τῶν νῦν κυβερνώντων ἀποδεικνύει αὐτοὺς ἐντελῶς ἀνικάνους, ἵνα διεξαγάγωσι τοιοῦτον ἔργον, ἀποδεικνύει αὐτοὺς μὴ σπουδάζοντας ἐν ταῖς ἐνεργείαις αὑτῶν, ψῆφον δ’ ἐμπιστοσύνης εἰς αὐτοὺς θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ μόνος ὁ μὴ σπουδάζων, ἢ ὁ μὴ μελετήσας ἐπαρκῶς τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπόθεσιν. Προκαλῶ ἄρα ὑμᾶς ἐν ᾧ ἔχετε καθήκοντι ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὅπως μελετήσητε τὸ ζήτημα τῆς ὀφειλομένης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνης, καὶ ἀποφανθῆτε περὶ αὐτοῦ, φωτιζόμενοι ἐκ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων καὶ ἀφορῶντες εἰς τὴν σπουδαιότητα τῆς ψήφου ὑμῶν, δι’ ἧς θὰ ἐπιδράσητε ἐπὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἀναλογιζόμενοι, ὅτι ἀναλαμβάνομεν πλήρη τὴν εὐθύνην τῆς ἐπερχομένης καταστροφῆς, ἐὰν μὴ σπεύσωμεν διὰ τῆς ψήφου τοῦ ἐλέγχου νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν.
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ σπουδαιότης τοῦ θέματος, τοῦ ὁποίου τὴν ἐξέτασιν συνεπήγαγεν ἡ εἰσαγωγὴ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα προανήγγειλον εἰς τὴν Βουλήν, ἔφερεν εἰς ἀγανάκτησιν τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, διότι δὲν ἀνέβη ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ νὰ συζητήσῃ ἢ διὰ νὰ πληροφορηθῇ, ἂν δὲν γνωρίζῃ ὅ,τι ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ἀλλ’ ἀνέβη ἐπ’ αὐτὸ ἵνα δηλώσῃ τὴν ἀγανάκτησιν τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, διότι ἔβλεπε τοὺς διαδόχους του σπαταλήσαντας ὅ,τι μετὰ φειδοῦς ἀπεθησαύρισεν ἐκεῖνος, καὶ καταστρέψαντας τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς Χώρας καὶ ἐξαντλήσαντας αὐτάς. Ὅταν αὐτὸς ἐκυβέρνα ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἑκάστη ἡμέρα παρερχομένη χωρὶς νὰ γίνωνται ναυτικαὶ παρασκευαὶ ἦτο ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι δὲν εἰσηκούομεν τότε τῆς φωνῆς αὐτοῦ. Πῶς λοιπὸν νὰ μὴ ἀγανακτῇ σήμερον, ὅτε βλέπει ἡμᾶς μὴ ὄντας οὕτω ἀρκούντως παρεσκευασμένους ὅσον τὸ κρίσιμον τῶν καιρῶν καὶ τὰ πολύτιμα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ μᾶς ἐπέβαλον νὰ εἴμεθα; Ὅταν ὁ πρώην πρωθυπουργὸς ἐπλήρωσε τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης διὰ παντὸς ἐφοδίου πολέμου, καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι τοῦτο ἀπεδείχθη πρὸ μικροῦ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, πῶς νὰ μὴ ἀγανακτῇ καθ’ ἡμῶν, βλέπων ὅτι δὲν ἐποιησάμεθα χρῆσιν τῶν εὐκολιῶν ἐκείνων τὰς ὁποίας μᾶς κατέλιπε, καὶ κατηναλώσαμεν τὸν χρόνον καὶ κατεπονήσαμεν τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τῆς Χώρας ἐπὶ ματαίῳ ἐργαζόμενοι; Ὅταν τέλος πάντων αὐτὸς ὁ πρώην κυβερνήτης, ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευσεν ὡς τύπος κυβερνήτου σωφρονοῦντος, εἶπεν ἡμᾶς δημαγωγοῦντας καὶ ἀποπλανῶντας τὰ πλήθη, πῶς νὰ μὴ ἀγανακτῇ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, ὅταν εἶδε τὴν πατρίδα εὑρεθεῖσαν εἰς χεῖρας καπήλων τῆς Πολιτείας, ἐμπορευομένων τὰ πολυτιμότερα τοῦ ἔθνους συμφέροντα, ὅπως θεραπεύσωσι τὴν ἰδίαν αὑτῶν φιλοδοξίαν; Καὶ ταῦτα ἐλέχθησαν ἐνώπιον ὑμῶν καὶ τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν δύναμαι νὰ καταμετρήσω τὸ ὕψος τῆς τόλμης καὶ τὸ θάῤῥος τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, τοσοῦτον πεποιθότος ἐπὶ τὴν ἁπλότητα ἢ νὰ μὴ εἴπω κρίνοντος τοσοῦτον εὐήθεις τοὺς ἀκούοντας αὐτόν. Δὲν ἀπητεῖτο τοιοῦτον θάῤῥος, δὲν ἀπητεῖτο γνώμη περὶ τῆς ἁπλότητος τῶν ἀκουόντων ἢ περὶ τῆς εὐηθείας αὐτῶν, διὰ νὰ σᾶς ὁμιλήσῃ περὶ παρασκευῶν ἐκεῖνος, ὅστις ἐπὶ τρία ἔτη ὡμίλει περὶ παρασκευῶν καὶ κατηνάλωσε τριακόσια ἑκατομμύρια, μὴ προσθέσας οὔτε μίαν βελόνην εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, καὶ προικίσας τὸν στόλον διὰ τῆς Κίσσας καὶ τῆς Κίχλης; Δὲν ἀπῃτεῖτο τωόντι πεποίθησις ἐπὶ τὴν ἁπλότητα ἢ τὴν εὐήθειαν τῶν ἀκουόντων, διὰ νὰ λάβῃ τὸ θάῤῥος νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τοὺς Ἕλληνας—διότι οἱ ὁμιλοῦντες ἐντεῦθεν ὁμιλοῦσι πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν—ὅτι αὐτοὶ μᾶς εἶδον μὲ πόνον ψυχῆς νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς οἰκονομίας των κατώρθωσαν νὰ ἄρωσι καὶ νὰ ἐξαντλήσωσιν οὕτω ὅλας τὰς χρηματικὰς καὶ οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας; Κύριοι, θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ κρίνητε ἐπιεικῶς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύουσι διὰ τῆς πολιτικῆς των, ὅτι ἥκιστα σέβονται ὑμᾶς· διότι δὲν συνήλθετε νὰ ἐκδικήσητε προσωπικὰς φιλοτιμίας, δὲν συνήλθετε νὰ ἀποβλέψητε εἰς τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι περικυκλοῦσι τὸ ἐγὼ ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, ἀλλὰ νὰ σκεφθῆτε περὶ ὑψίστων συμφερόντων τοῦ ἔθνους, καὶ ὀφείλετε ν’ ἀποστρέψητε τὸν ὀφθαλμὸν ἀπὸ παντός, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γεννήσῃ τὴν ἔκπληξιν, ἢ νὰ ἐμποιήσῃ εἰς τὴν ψυχὴν ὑμῶν τὴν ἀγανάκτησιν. Σᾶς ὡμίλησαν περὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, σᾶς ὡμίλησαν περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐνασκῇ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς πολιτείας αὐτῆς· σᾶς ὡμίλησαν περὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ τίς ἐξ ἡμῶν ἠρνήθη ποτὲ εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξητε τὴν πολιτικὴν ἡμῶν; Εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι οἵτινες ἀπεκρύψαμεν ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν ὅταν ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις εἰς διπλωματικὸν ὑπάλληλον μεγάλης Δυνάμεως; Εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἠρνήθημεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ καταθέσωμεν τὰς γραπτὰς πληροφορίας, τὰς ὑπὸ τύπον ἐπίσημον κατατεθείσας εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὰς ἀναγομένας εἰς τὰς μερίμνας τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου πρὸς ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης; Ἡμεῖς οὐδέποτε ἠρνήθημεν, οὐδέποτε οὐδεμίαν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτοὶ ἠρνήθησαν αὐτάς, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔρχονται νὰ ἐπικαλεσθῶσι σήμερον τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ ἐλέγχητε τοὺς Ὑπουργοὺς, ὡς ἐὰν ἐζητήσαμεν ἡμεῖς νὰ διαφύγωμεν τὸ δικαίωμά σας τοῦτο. Τίς ἤθελεν ἀντείπει εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ἐὰν ἐζήτει ὡρισμένας πληροφορίας, ἀναγομένας εἴτε εἰς τὴν διπλωματικὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἴτε τέλος πάντων εἰς τὰς ἐργασίας, τὰς ὁποίας κατέβαλε πρὸς παρασκευὴν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας; Ἡμεῖς ἐσμὲν πρόθυμοι νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς πάντα ἔλεγχον. Καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἐνόμισεν ἴσως πρὸ τεσσάρων μηνῶν, ὅτι δὲν εἶχε νὰ ἀναζητήσῃ τι, τίς δύναται νὰ παραπονεθῇ, ἐὰν σήμερον ἐξεδήλου τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐρευνήσῃ τὰ πάντα; Καὶ ἤλεγξεν ἐμὲ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι δὲν σᾶς ἐκόμισα, ἀναβὰς τὸ βῆμα, πληροφορίας, τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἐζήτησε, καὶ δὲν ἐποιησάμην πρὸς ὑμᾶς ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς μοὶ ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀκούσῃ! Καὶ ἀνῆλθε μετ’ ἀγανακτήσεως νὰ ἐπιτιμήσῃ ἡμᾶς, ὡς διαφεύγοντας τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς! Δὲν γνωρίζω τὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐζήτησε νὰ περικαλύψῃ εἰς τὴν πληθὺν τῶν διαφόρων προτάσεων, τὰς ὁποίας συνήνωσε διὰ τοῦ διαζευτικοῦ συνδέσμου ἢ, ὅταν ἠθέλησε νὰ σᾶς δηλώσῃ ποίαν πολιτικὴν δύναται νὰ μετέλθῃ ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐὰν ἀνεβιβάζετο σήμερον ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν, νὰ μὴ εἶχε καμμίαν γνώμην πῶς ἔδει νὰ πολιτευθῇ, καὶ, διὰ νὰ περιφρουρηθῇ, σᾶς ἀπήγγειλε τέσσαρα ἢ πέντε ἢ διαζευτικὰ μεταξὺ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας σᾶς ὑπέδειξεν. Ἂν δὲν ἠδυνήθη νὰ σχηματίσῃ γνώμην, ἐπιεικῶς κρίνων τὴν ἐν αὐτῷ ἔλλειψιν γνώμης, ἠδύνατο ὅμως καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν τὰ στοιχεῖα ἵνα σχηματίσῃ γνώμην, διότι γνωρίζει, ὅτι κυβερνῶσι τὴν Ἑλλάδα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤλεγξαν καὶ κατέκριναν αὐτὸν ὅταν ἐκυβέρνα, ἀρνούμενον νὰ δώσῃ φῶτα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπόχρεοι καὶ διὰ τοῦτο νὰ παράσχωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅσας ἂν αὐτὸς ἤθελε ζητήσει πληροφορίας. Ἂς ἐζήτει οἵας ἂν ἤθελε πληροφορίας, εἴτε διπλωματικὰς, εἴτε στρατιωτικὰς, εἴτε οἰκονομικὰς, ἵνα καταρτίσῃ τὰς ἰδίας αὐτοῦ πεποιθήσεις· οὐδὲ ἦτο συγκεχωρημένον εἰς ἄνδρα, ὁ ὁποῖος προβάλλει ζητήματα ἐμπιστοσύνης μετὰ τῆς ἐλπίδος, δὲν γνωρίζω ἐὰν σπουδαίας ἢ ἐλαφρὰς, μετὰ τῆς ἐλπίδος νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ συμβουλεύσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἢ τοὺς συμπολίτας του, τί θέλει πράξει ὡς κυβερνήτης, ἂν οὐχὶ ἐπὶ τῶν λεπτομεριῶν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐπὶ τῶν γενικῶν γραμμῶν, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ. Καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, τοῦ ὁποίου τὰς περὶ στρατοῦ ἐνεργείας πρὸ μικροῦ ἠκούσατε, εἶναι ὁ πατὴρ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, καὶ ὁ δημιουργὸς τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ ὅταν ὑπεστήριζε τὸν νόμον αὐτὸν, σᾶς παρίστα τὴν μεγάλην ἀρετὴν τοῦ συστήματός του.—«Τὸ σύστημά μου στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς ἀληθείας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιτάξητε κατὰ τοῦ ἐχθροῦ εἴτε πρὸς ἄμυναν τῆς Χώρας, εἴτε πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιτάξητε μέγαν ἀριθμὸν, διὰ τοῦτο τὸ σύστημά μου ἑδράζεται ἐπὶ τῆς ἐφεδρείας. Ὁ στρατός σας εἶναι ἡ ἐφεδρεία καὶ οὐχὶ ὁ ἐνεργὸς στρατός». Καὶ μᾶς ἐπέκρινε, διότι, ἀφοῦ ἐκυβέρνησε τρία ἔτη, ἀφοῦ οὐδέ ποτε συνήθροισε τὴν ἐφεδρείαν, οὐδέ ποτε ὑπέβαλεν εἰς ἀσκήσεις τινὰς πλὴν ἐκείνων, οἵτινες ἠσκήθησαν ἕξ μῆνας ἢ ἓν ἔτος ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατῷ, μᾶς ἐπέκρινεν, ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν παρασκευάζομεν στρατιωτικῶς τὴν Χώραν, ἐφροντίσαμεν τοὐλάχιστον νὰ ἀσκήσωμεν αὐτὴν τὴν ἐφεδρείαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπέσειεν ὡς ἐλπίδα τοῦ στρατιωτικοῦ μέλλοντος τοῦ Ἔθνους, καὶ ἀρετὴν τοῦ στρατιωτικοῦ του συστήματος! Ὁ ἄνθρωπος, κύριοι, εἶναι ἀτελὲς ὄν, ἔχει ἀδυναμίας ἀνθρωπίνους, καὶ εἶναι συγκεχωρημένον ἐνίοτε νὰ ῥυθμίζῃ τὰς γνώμας αὐτοῦ καὶ τοὺς λόγους αὐτοῦ καὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ καθ’ ὅν τρόπον ὑπαγορεύουσι τὰ ὑπὸ τῶν ἀνθρωπίνων αὐτοῦ ἀδυναμιῶν ἐνδεδειγμένα συμφέροντά του. Ἀλλ’ ὅταν πρόκεινται ζητήματα σημαντικότητος τοιαύτης, οἷα εἶναι τὰ ὑπὸ συζήτησιν, ὅταν πρόκηται ἐκ τῆς γνώμης τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους νὰ συρθῇ αὐτὴ ἢ ἐκείνη ἡ γραμμὴ τῆς πολιτικῆς τῆς Χώρας, τῆς πολιτικῆς τῆς σκοπούσης τὴν διάσωσιν τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων, εἶναι ταπείνωσις τῶν ἱερωτέρων μελετῶν μας, διότι ὑποτάσσομεν αὐτὰς εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας, καὶ μετατρέπομεν τὸ Ἐθνικὸν ζήτημα εἰς ζήτημα τοῦ κόμματος ἢ τῶν προσώπων. Ὑπέλαβεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ἡμεῖς ἀποκλειστικὸν ἔχομεν σκοπὸν τῆς πολιτικῆς ἡμῶν τὴν συγκράτησιν τῆς Ἀρχῆς. Δὲν ἐπείσθη φαίνεται ἐκ τοῦ μέχρι τοῦδε βίου ἡμῶν, ὅτι ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ὑψούμεθα ὑπεράνω τῶν σημείων ἐκείνων τῆς πολιτικῆς ἀτμοσφαίρας, εἰς τὰ ὁποῖα ἐδείχθη ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσοκογγίου ὅτι δύναται νὰ ὑψωθῇ. Τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης εἶναι ζητήματα ὑποδεέστερα τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δέον ν’ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος· οὐδεὶς δὲ ἀπέκτησεν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ τοὺς τίτλους, πρὸ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ὑποταχθῇ πᾶσα ἄλλη προσωπικότης. Ἐὰν δὲ νομίζῃ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι προσεκόμισαν αὐτῷ τίτλους τοιούτους αἱ πράξεις αὐτοῦ, συμβουλεύω αὐτὸν νὰ παρακαλέσῃ πάντας τοὺς συμπολίτας του νὰ λησμονήσωσι τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, διότι οὕτω μόνον δύναται ν’ ἀποκτήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ Ῥωμαῖοι ὠνόμαζον εἰς ἀκέραιον ἀποκατάστασιν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔχει ἀληθῶς ἕνα τίτλον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπίδειξις δύναται νὰ σᾶς ἀναγκάσῃ ν’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἔχει εἰδικότητα εἰς τὰ ζητήματα τῶν παρασκευῶν. Σᾶς εἶπεν, ὅτι, ὅταν αὐτὸς ἔλεγεν, ὅτι εἶναι τοιαύτη ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς, ὥστε προσεχέστατα ἡ Ἑλλὰς θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεριμνήσῃ περὶ δράσεως, τότε ἡμεῖς τῷ ἐλέγομεν, ὅτι οὔτε μετὰ δέκα ἔτη δὲν ἤθελον ἐπέλθει τὰ συμβεβηκότα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέλεγεν. Ἐάν τις εἶχε τὸ θάῤῥος τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, μόλις κατέβη ἀπὸ τοῦ βήματος, τοιαῦτα πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους εἰπόντος, ἤθελεν ἐγκαλέσει αὐτὸν σφοδρὰν ἐκτοξεύων κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαν. Ἤθελεν εἰπεῖ αὐτῷ, ὅτι ἐνῷ προέβλεπε προσεχέστατα κατάστασιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐπιβάλλουσαν τῇ Ἑλλάδι τὴν ἀνάγκην τῆς δράσεως, τί ἐπράξατε σεῖς, ὁ ἐπὶ τρία ἔτη κυβερνήσας τὴν Ἑλλάδα, ὁ διαχειρισθεὶς τὰ τακτικὰ ἔξοδα αὐτῆς, ὁ δαπανήσας πλὴν αὐτῶν 25,000,000, τὰ ὁποῖα παρελάβατε ἀπὸ τοὺς προκατόχους σας, ὁ προβαλὼν τοσαῦτα εἰς τὴν Βουλὴν δάνεια, ὁ παραλαβὼν τέλος πάντων καὶ κληρονομήσας ὅλον τὸ ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος πολιτικός, ὁ ὁποῖος ἐκάθητο εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, διὰ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 εἶχεν ἀποθησαυρίσει, καὶ τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε διὰ νὰ πληροῖ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβερνήσατε; ὅταν ἐξῆγες τῶν ἀποθηκῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς 1000 στολὰς, πῶς δὲν ἐπρομηθεύεσο ἰσαρίθμους διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐξῆγες; Ἢ ὅταν αὐτὴν τὴν μικρὰν ναυτικὴν δύναμιν, ἥτις ἐπέπρωτο τελευταῖον μετὰ ἐργασίαν ἕξ μηνῶν νὰ ἀνησυχήσῃ τοσοῦτον τὸν κόσμον, ὅταν ταύτην τὴν δύναμιν παρελαμβάνετε, πῶς ἀφίνατε νὰ σήπωνται τὰ σκάφη, πῶς ἀφίνατε ὀξειδουμένας τὰς μηχανάς, πῶς κατεδικάσατε εἰς τὴν σῆψιν καὶ τὴν ἀπώλειαν τὸ πολύτιμον ἐκεῖνο ὑλικόν, νομίζοντες, ὅτι ἤρκει ν’ ἀποστείλητε 5 ἢ 6 φίλους σας εἰς τὴν Εὐρώπην ἵνα περιοδεύσωσιν ἐπὶ 18 μῆνας, δαπανῶντες 200,000 δραχμῶν; Ἐγὼ βεβαίως σᾶς ὁμολογῶ, καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ λέγω πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους καὶ τοὺς συμπολίτας μας, τοὺς ἁπανταχοῦ ὑπάρχοντας, ὁμολογῶ, ἐπαναλαμβάνων ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι δὲν προέβλεπον τὸ κίνημα τῆς Φιλιππουπόλεως, ἤμην πεπεισμένος ὅτι καὶ τὸ 1885 καὶ τὸ 1886 καὶ ἄλλα ἴσως μετ’ αὐτὸ ἔτη ἠθέλομεν ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ διέλθωμεν ἐν εἰρήνῃ· καὶ διὰ τοῦτο ἐθλιβόμην, ὅταν ἔβλεπον ἑκάστην ἡμέραν χειροτερεύουσαν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὰ νέα συστήματα καὶ τὰς νέας οἰκονομικὰς ἐφευρέσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν εἰσαγάγει ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν αὐτὸς ὁ πολυμαθὴς κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Ἐθλιβόμην καὶ ηὐχόμην διακαῶς καὶ ἐνθέρμως νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ εἰρήνη ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐπὶ 5 ἢ 8 ἢ 10 ἔτη διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν καιρὸν νὰ ἀνακτήσωμεν τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις ἡμῶν, τὰς ὁποίας μάτην ἐσπατάλησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέχρι πρὸ μικροῦ ἐκυβέρνων τὴν Χώραν. Ἡ διαῤῥύθμισις καὶ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Τόπου συνδέεται ἀῤῥήκτως μὲ τὴν διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν αὑτοῦ συμφερόντων. Ἐὰν τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἀπορῇ, ἐὰν ἀπωλέσῃ τὴν πίστιν του, ἐὰν τὸ Κράτος ἕνεκα τούτου εὑρίσκεται ἔχον πεπτωκυῖαν τὴν πίστιν του, μὴ νομίζητε, ὅτι θέλετε δυνηθῆ ν’ ἀμυνθῆτε ἢ νὰ ἀγωνισθῆτε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ὅταν ἔβλεπον καθ’ ἕκαστον ἔτος εἰρήνης καὶ εὐημερίας ἑκάστην διαχείρισιν ν’ ἀφίνῃ μεγαλείτερα ἐλλείμματα, ἢ ὅσα εἶχεν ἀφήσει ἡ προηγηθεῖσα αὐτῆς διαχείρισις· ὅταν ἔβλεπον ὅτι αὐξάνουσιν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους διὰ νὰ ἐξυπηρετηθῇ αὐτὸς ὁ μέγας σκοπὸς τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δημοσίων θέσεων, ἐθρήνουν ἀληθῶς καὶ ᾤκτειρον τὴν πατρίδα μου, καὶ ηὐχόμην νὰ παρέλθῃ τὸ ποτήριον ἀπ’ ἐμοῦ, ἵνα μὴ κληθῶ εἰς τοιαύτην ἐλεεινὴν κληρονομίαν, οἵαν παρεσκεύασαν κυβερνῶντες οἱ τὴν ἐθνικὴν ταύτην περιουσίαν διαχειρισάμενοι. Καὶ τί εἶχε μείνει ἀκέραιον διὰ νὰ δυνηθῶ προσφεύγων εἰς αὐτὸ, ποιούμενος χρῆσιν αὐτοῦ, νὰ εὕρω κεφάλαια κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν εἶχον ἀνάγκην τοιούτων διὰ τὴν παρασκευὴν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας, πλὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ἤκουσα ἐντεῦθεν ἀπαγγελθέντας μύθους περὶ πωλήσεως ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, περὶ τοῦ ὅτι ἐγὼ δῆθεν εἶπον, ἀγορεύων πρὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἦτο εὔκολον νὰ εὕρωμεν χρήματα εἰς μεταλλικόν. Ἅπαντα ταῦτα εἶναι δημιουργήματα καὶ μῦθοι, χρήσιμοι εἰς τὸ νὰ οἰκοδομῶσι διὰ λόγων, καὶ ἐπισωρεύουσιν αὐτούς, ὅπως σχηματισθῇ πεποίθησις τῶν ἀκουόντων. Πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δηλαδὴ πρὸ τῶν συμβάντων τῆς Φιλιππουπόλεως, οὐδεὶς μοὶ ἐπρότεινε τιμὴν πρὸς ἀγορὰν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, μοὶ ἐπροτάθη δὲ τοιαύτη μετὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ μετὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τελευταίου τοκομεριδίου τῶν δανείων, καὶ μοὶ ἐπροτάθη τιμὴ 320 δραχμῶν κατὰ ὁμολογίαν, καθ’ ὃν χρόνον ἠγόραζον συνάλλαγμα πρὸς 127½, αἱ δὲ 320 δραχμαὶ ἀντιστοίχουν πρὸς 240 φράγκα χρυσᾶ, οἱ δὲ προβάλλοντες ν’ ἀγοράσωσι τὰς ὁμολογίας ἀνὰ 240 φράγκων χρυσῶν ἠδοῦντο νὰ εἴπωσιν, ὅτι προτείνουσι τὴν ἀγορὰν αὐτῶν ἐπὶ τιμῇ τοιαύτῃ καὶ μετεποίουν τὰ χρυσᾶ φράγκα εἰς δραχμὰς διὰ νὰ παρασταθῶσιν ὅτι δίδουσι 320 δραχμάς. Περιοδεύων τις τὴν Εὐρώπην κατὰ τοὺς τελευταίους καιροὺς εἶπε πρός τινα ἐπανελθών, ὅτι εὐκολωτάτη ἦτο ἡ εὕρεσις δανείου. Ἐπεθύμουν νὰ ἦτο ὁ ταῦτα εἰπὼν ἐν τῇ Κυβερνήσει, διὰ νὰ ἐπείθετο, ὅτι καὶ ἂν ἔτεινε χεῖρα ἐπαίτιδα ἤθελεν εὕρει πολλὰς θύρας κεκλεισμένας, διότι τὰς εἶχε κλείση πρὸ αὐτοῦ ἡ ἀγοραπωλησία τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, τὰς ὁποίας ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς εἶχε δώσει ὡς ἐνέχυρον, καὶ τὰς ὁποίας οἱ ἐνεχυριοῦχοι εἶχον καταστήσει ἀντικείμενον παιγνιδίου ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἶχεν εὑρεθῆ ἡ πίστις τοῦ Κράτους διὰ τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα οἱ προκάτοχοι τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως ὑπουργοὶ εἶχον ἐφαρμόση διαῤῥυθμίζοντες τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας. Εἰς τί ἄλλο λοιπὸν εἶχον νὰ προσφύγω παρὰ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡ ὁποία δὲν ἤρθη διὰ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ἡ σώφρων οἰκονομικὴ διοίκησις τῶν προκατόχων, ἀλλ’ ἤρθη διὰ δανείου, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ εἶχεν ἀρθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διότι ἤθελεν εἶσθαι ἀκεραία ἡ πίστις ἡμῶν, καὶ ἠθέλομεν δύνασθαι σήμερον εὐχερέστατα νὰ εὕρωμεν δάνειον, ἐνῷ ἡ ἄρσις αὐτὴ, ἡ ὁποία δὲν ἐπετεύχθη εἰμὴ διὰ δανείου, τοῦ ὁποίου καὶ ἡ ἔκδοσις ὑπῆρξεν ἀτυχὴς καὶ ἡ διασκευὴ ἀτυχεστέρα καὶ ἡ διαχείρισις κακὴ καὶ οἰκτρὰ, κατέστρεψε τὴν πίστιν τῆς Χώρας. Δὲν μοὶ ἔμενε λοιπὸν εἰμὴ μόνη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ πρὸς αὐτὴν προσέφυγον, ὡς τὸ μόνον καὶ τελευταῖον καταφύγιον. Καὶ ἐλέγχει ἐμὲ, ὡς προσφυγόντα πρὸ παντὸς ἄλλου εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐν χρόνῳ τοιούτῳ εἰς τοιαύτην περιελθόντων τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατάστασιν, ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅστις κατὰ τὸ 1880, διατάξας τὴν ἐπιστράτευσιν, ἐπεστράτευσε τὴν Χώραν, καὶ εἶχεν ὡς ἐφόδιον εἰς τὸ θυλάκιόν του οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ 15,000,000 προκαταβολὴν, καθ’ ὃν χρόνον εἶχε δώσει παραγγελίας δι’ 24,000,000, καὶ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν εὐτυχήσει νὰ συνομολογήσῃ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ δι’ ἧς ἐγκαθίστα τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ προεπώλει τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης, πρὸς ἔκδοσιν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον ἔληγε μετὰ 12 ἔτη! Καὶ ὁ ταῦτα πράξας ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς προέβαινεν εἰς ἐπιστράτευσιν, κομίζουσα τίτλον, τὸν ὁποῖον ἡ Εὐρώπη εἶχε δώσει εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου τίτλου ἡ Εὐρώπη ἀνεκήρυσσε τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀποκτήσῃ δύο ἐπαρχίας, ἑπομένως ἐν χρόνῳ καθ’ ὃν ἡ πίστις τῆς Χώρας ἦτο ἀνυψωμένη, καὶ ἠδύνατο εὐκοπώτερον νὰ πορισθῇ κεφάλαια, ὁ ἐν χρόνῳ τοιούτῳ οὕτω πολιτευσάμενος καὶ τοιαῦτα πράξας, ἐθάῤῥησε, διότι βεβαίως ἀπῃτεῖτο θάῤῥος, ἐθάῤῥησε νὰ ἐγκαλέσῃ ἡμᾶς ὅτι κατὰ τὸ 1885 προσεφύγαμεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, σπαταλήσαντες τὰ ὑπὸ σώφρονος διοικήσεως ἀποτεθησαυρισμένα κεφάλαια, δι’ ὧν εἶχεν ἄρει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν! Ὑπῆρξεν ὅμως πλημμελὴς ἡ περὶ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν τῆς Χώρας ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργείου, διότι δὲν μετέβαλε τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν καὶ δὲν ἐκήρυξε ὑποχρέους πρὸς ἐπιστράτευσιν πάσας τὰς μέχρι τοῦ τεσσαρακοστοῦ ἔτους ἡλικίας, ἠρκέσθη δὲ εἰς τὰς διατάξεις τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας, καθ’ ἃς μόνον ἐννέα ἡλικίαι ἐπιστρατεύονται. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι διήλθομεν μίαν περίοδον χρόνου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς ὁ Θεὸς εἶχε δημιουργήσει ἐν ἑπτὰ ἡμέραις τὸν κόσμον καὶ εἶτα ἀνεπαύθη, οὕτω καί τις πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Χώρας ἐδημιούργησε καὶ ἐῤῥύθμισε τὰ τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας καὶ διῴκησε τὰ στρατιωτικὰ, καὶ ὕστερον ἀνεπαύθη. Εὑρίσκομεν τῷ ὄντι εἰς τὰς ἐφημερίδας τοῦ χρόνου ἐκείνου πολλὰ καὶ ποικίλα στρατιωτικὰ νομοθετήματα, καὶ ἐὰν ἤθελεν ἀποταθῆ τις πρὸς τὸν πολιτικὸν τοῦτον ἄνδρα ζητῶν παρ’ αὐτοῦ βιογραφικὰς σημειώσεις ἵνα καταστήσῃ διαυγεστέραν τὴν αἴγλην, ἥτις θέλει περιβάλλει τὸν δημόσιον αὐτοῦ βίον, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἰς τὴν πρώτην θέσιν ἤθελε κατατάξει τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσήνεγκεν ὡς ὀργανωτὴς τῶν στρατιωτικῶν τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ λοιπὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι τοσοῦτον ἁπλοῦν καὶ τοσοῦτον εὔκολον καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐλέγχει ἡμᾶς, διατί παρέλειπεν αὐτὸς νὰ πράξῃ, αὐτὸς ὁ τρία ἔτη κυβερνήσας καὶ δύο ἔτη τὰ στρατιωτικὰ διοικήσας; Ἀλλὰ ἐλέγχει ἡμᾶς ὅτι ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, ὅτε συνέβησαν τὰ πράγματα τῆς Φιλιππουπόλεως, καὶ ὅτε ἠγέρθημεν ἀναγκασθέντες νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν καὶ ἐν ὀλίγαις ἡμέραις ἐζητήσαμεν νὰ λάβωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς πᾶν ὅ,τι ἐκρίνετο παρ’ ἡμῶν ἀπολύτως ἀναγκαῖον καὶ ἀναπόφευκτον, δὲν ἐπράξαμεν τοῦτο, ὅπερ αὐτὸς παρέλιπεν! Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἤλεγξε τὴν διαχείρισιν ἡμῶν καὶ διὰ τὸ μέγα ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐδαπανήσαμεν εἰς προμηθείας καὶ στρατιωτικὰς παρασκευάς. Περιέμενον ὅτι, πρὶν ἢ ἐλέγξῃ ἡμᾶς ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἤθελε κρίνει ἄξιον νὰ μάθῃ ποῦ ἐδαπανήθησαν τὰ 67 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐκατηγόρησεν ὅτι ἐδαπανήσαμεν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν μᾶς ἠρώτα, ἤθελε μάθει, ὅτι ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσω δύω ἑκατομμύρια, καὶ δὲν εἰξεύρω πόσας χιλιάδας δραχμῶν, ἵνα ἐξοφλήσω προκαταβολὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργὸς εἶχεν λάβει ἀπὸ ἓν τραπεζικὸν κατάστημα τῶν Παρισίων· ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσω ἐλάχιστόν τι μέρος ἐκ τῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἡ διοίκησις τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου κατέστρεψεν ἐντελῶς· ἑκατομμύρια ὁλόκληρα ὀφείλονται εἰς ἐργολάβους, οἵτινες εἶχον συμβόλαια, καὶ εἰς μισθοὺς ὑπαλλήλων, καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀκόμη μεγάλα ποσὰ ὀφείλονται εἰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου· διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην ἐλάχιστόν τι ποσὸν ν’ ἀποκόψω ἀπὸ τὰ χρήματα τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς εἶχον προορισθῆ εἰς τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, διὰ νὰ καταπαύσωσιν οἱ γογγυσμοὶ καὶ νὰ προληφθῶσι τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ἠπείλουν ἐκείνους οἵτινες συναλλαχθέντες μὲ τὸ Δημόσιον καὶ μὴ ἐγκαίρως πληρωθέντες ἐκινδύνευον νὰ κηρυχθῶσιν εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Ἑκατοστύας χιλιάδων ἐπλήρωσα εἰς ἐκείνους οἵτινες εἶχον καταθέσει τὰ χρήματά των εἰς τὰ ταμεῖα ἐπὶ τῇ καλῇ πίστει, πρὸς ἐκτέλεσιν ὑποχρεώσεως ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβληθείσης αὐτοῖς, καὶ τὰ ὁποῖα τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον εἶχε δαπανήσει εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Καὶ ἐλέγχουσιν ἡμᾶς αὐτοὶ οἱ δημιουργοὶ αὐτῆς τῆς ἐκρύθμου καὶ ἀσέμνου οἰκονομικῆς καταστάσεως; Ἐλέγχουσιν ἡμᾶς ὡς δαπανήσαντας 67 ἑκατομμύρια; Θέλω σᾶς φέρει, κύριοι, λεπτομερεῖς λογαριασμοὺς, διὰ νὰ ἴδητε τί ἐδαπανήθη εἰς παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, τί ἐδαπανήθη εἰς παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης, καὶ τί ἐδαπανήθη ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἰς ἄλλας καὶ ποίας ἀνάγκας, καὶ τίνες ἦσαν οἱ δημιουργοὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, καὶ ἄν ἠδυνάμην νὰ ἀναβάλλω τὰς πληρωμὰς ἐκείνας διὰ τὰς ὁποίας κατέβαλον τὰ χρήματα. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ ποιήσωμαι εἰς τὴν Βουλὴν γνωστὴν ὑπόθεσιν, ἥτις ὑπάρχει ἔτι ἐκκρεμὴς, μεταξὺ ἰδιωτῶν τινων καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου, διὰ νὰ μὴ ὑποληφθῶ ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων ὅτι ποιοῦμαι τὰς ἀνακοινώσεις ταύτας διὰ νὰ βλάψω τὴν ὑπόληψιν αὐτῶν, ἢ ἄλλως ζημιώσω αὐτούς. Ἀλλ’ ὅταν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην προσάγωσιν σήμερον ἄλλοι, ἵνα δυσφημίσωσιν ἐμὲ, ἢ ἵνα μὲ παραστήσωσιν ἀστόργως διαχειριζόμενον τὰ δημόσια, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διηγηθῶ αὐτὴν ὁποιονδήποτε καὶ ἂν ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς διηγήσεως ταύτης. Πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων τῶν δημοσίων δανείων, ἅτινα ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι κατὰ μῆνα Ἰούλιον, εἶχον ἀνάγκην χρημάτων. Ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὰ τέλη Ἀπριλίου, καὶ μόλις ἀνήλθομεν, εὕρωμεν τὸ ταμεῖον εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε συνέβη νὰ ἀναγκασθῶμεν ὅπως ἐπαρκέσωμεν, ὅπως παράσχωμεν μὲ μικρὰ μέσα εἰς σώματα τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ σιτηρέσιόν των, δανειζόμενοι οἱ ἴδιοι. Λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ μῆνα Ἰούλιον νὰ ἔχωμεν χρήματα ἵνα πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν ἐθνικῶν δανείων. Δὲν ἦτο σφάλμα ἰδικόν μας, ἐὰν δὲν εἴχομεν χρήματα, ἀρκεῖ ὅτι δὲν ἐγκαλοῦμεν ἐκείνους οἵτινες παρεσκεύασαν τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἀλλὰ μὴ ἀπαιτήσῃ τις νὰ ἀνεχθῶμεν τὴν αἰτίασιν, ὅτι τὸ σφάλμα ἦτον ἰδικόν μας διότι δὲν ὑπῆρχον χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον τὴν 30 Ἰουνίου, διὰ νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια. Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ συνομολογήσω δάνειον προσωρινὸν, προκαταβολὴν, τῆς ὁποίας τὴν σύμβασιν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, δι’ 6 ἑκατομμύρια ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς, ἐὰν δὲν σφάλλω ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε συνομολογήσει διὰ 45 ἢ διὰ 50 ἑκατομμύρια δάνειον προσωρινὸν, προκαταβολὰς ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου. Ὁ κύριος Θεόδωρος Μαυροκορδάτος, ὁ ἀνάδοχος τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων, παραδοὺς τμήμα τι τῶν σιδηροδρόμων, ἀπετάθη πρός με ζητῶν τὴν χορηγίαν, ἣν τὸ Κράτος ὤφειλε νὰ τῷ πληρώσῃ κατὰ τὴν μετ’ αὐτοῦ σύμβασιν. Καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶχε δίκαιον. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Θ. Μαυρογορδάτος ἔπραττεν, ἦτο χρησιμωτάτη, καὶ δὲν ἐπεθύμουν κατ’ οὐδένα λόγον νὰ παρεμβληθῇ ἐξ ἐμοῦ τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα εἰς τὴν ταχίστην περαίωσιν τῆς ἐργασίας, δὲν ἔπραξα ὅ,τι ἠδύνατο πᾶς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πράξῃ, δὲν εἶπον αὐτῷ, κομίζοντι τὸ ἔνταλμα, νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον νὰ πληρωθῇ τὸ ἔνταλμα, διότι δὲν θὰ εὕρισκεν ἐν αὐτῷ χρήματα, ἀλλὰ ἐκ προθυμίας νὰ μὴ δυσχεράνω τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἔργων, καὶ νὰ ἀποφύγω αἰτιάσεις, αἵτινες πανταχόθεν ἐξετοξεύοντο κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, συνωμολόγησα σύμβασιν μετὰ τοῦ κ. Μαυρογορδάτου καὶ ἐθεώρησα τὰς 875,000 δραχμῶν—διότι τοσοῦτον ἦτο τὸ ποσὸν, ὅπερ ὠφείλομεν νὰ πληρώσωμεν αὐτῷ—ὡς προσωρινὸν δάνειον, ὡς προκαταβολὴν, πρὸς τόκον 7%, καὶ ἔδωκα εἰς αὐτὸν ὡς ἐνέχυρον ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἀντὶ 250 φράγκων. Καὶ αἱ δύο ὅμως αὗται προκαταβολαὶ τῶν 6 ἑκατομ. καὶ τῶν 875 χιλιάδων, συνωμολογήθησαν δι’ ἓξ μῆνας, οἱ δὲ ἓξ μῆνες ἔληγον κατὰ μῆνα Φεβρουάριον ἐφέτος. Κατὰ τὸν Φεβρουάριον λοιπὸν ἦλθον οἱ δανεισταὶ καὶ μοῦ ἐζήτουν νὰ πληρώσω τὸ κεφάλαιον. Βεβαίως δὲν εἶχον 6,875,000 ἵνα πληρώσω εἰς χρυσὸν, διότι ἤθελον ἐξαντλήσει τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον εἶχον εἰς τὴν διάθεσίν μου. Εἶπον λοιπὸν εἰς αὐτοὺς νὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν προκαταβολῶν καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων. Ἀλλ’ οἱ κύριοι ἐπέμενον ζητοῦντες νὰ πληρώσω καὶ μέρος τοῦ κεφαλαίου. Καὶ διατί ὅλα ταῦτα; διὰ νὰ μὲ ἀναγκάσωσι νὰ δώσω τὸ λεγόμενον περιθώριον, δηλαδὴ καὶ ἄλλας ὁμολογίας εἰς ἐνέχυρον, δηλαδὴ νὰ ὑποτιμήσω ἐγὼ τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, αἵτινες εἶχον διατιμηθῆ ἕως τότε ἀντὶ 250, νὰ τὰς ὑποτιμήσω ἀντὶ 200 φράγγων. Νομίζω, ὅτι ἤθελον πρᾶξει πρᾶξιν τὰ μάλλιστα ζημιοῦσαν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐὰν εἰς χρόνον καθ’ ὃν διεπραγματευόμην δάνειον, ὑπετίμων ἐγὼ αὐτὸς τὰς ὁμολογίας ἄλλου δανείου κατὰ 50 φράγκα. Καὶ δι’ αὐτὸ κατηγορήθην πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐγὼ διὰ τῆς ἀρνήσεώς μου ταύτης ἐγενόμην αἴτιος καταπτώσεως τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν ἐνέδωκα εἰς τὴν ἀξίωσιν ταύτης, τοῦ νὰ ὑποτιμήσω τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, συμπληρῶν τὸ ἐνέχυρον! Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ἐκ τῶν διπλωματικῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὅσα γνωρίζετε πάντες, ἤλεγξε τὴν Κυβέρνησιν ὅτι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπείθετο ὅτι δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰς γνώμας τῶν κυβερνήσεων τῆς Εὐρώπης, καὶ νὰ καταστήσῃ ταύτας συμπαθεῖς εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀξιώσεις καὶ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δίκαια, ἡ Κυβέρνησις ἠμέλησε καὶ δὲν εἰργάσθη νὰ μεταβάλῃ τὰς γνώμας τῶν λαῶν. Καὶ ἤλεγχον ἡμᾶς πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐλησμόνησεν, ὅτι, ὅταν σχηματισθῶσιν αἱ γνῶμαι τῶν λαῶν, αἱ γνῶμαι τῶν Κυβερνήσεων, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐπίμονοι, τοῦ χρόνου προϊόντος κάμπτονται καὶ ὑποχωροῦσι. Τὸ δίδαγμα μοὶ ἦτο ἀληθῶς ἀναγκαῖον, διότι εἶχον ἀπομάθει τὸ μάθημα τοῦτο ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν διεχειριζόμην καὶ ἄλλοτε τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα τῆς πατρίδος. Καὶ τότε εἴς τινα μέρη τῆς Εὐρώπης αἱ Κυβερνήσεις διέκειντο ἂν οὐχὶ δυσμενέστατα, ἂν οὐχὶ δυσμενῶς, βεβαίως ἥκιστα εὐμενῶς πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ δίκαια. Καὶ εἶχον ἐργασθῆ ἀληθῶς τότε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤλπιζον, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ ἤθελον ἀποκτήσει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, ὅπως πεισθῶσιν ὅτι τὰ δικαιώματα ἡμῶν εἶχον κάποιαν ἀξίαν καὶ κάποιαν βάσιν. Ἀλλὰ τότε ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τυγχάνων, μὲ ἐπετίμα καθ’ ἑκάστην καὶ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι μὲ ὅλας τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδιδεν ἡ ἀσκηθεῖσα τότε ὑπὸ τοῦ δημοσίου φρονήματος πίεσις ἐπὶ τὴν τότε κυβέρνησιν τῆς Ἀγγλίας, ἡ Ἑλληνικὴ ὑπόθεσις δὲν εἶχε φθάσει οὔτε εἰς τὸ ἄλφα, καὶ ὅτι ἀπεῖχεν, ὡς συνειθίζει νὰ λέγῃ ὁ φίλος μου βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Χοϊδᾶς, πολλοὺς παρασάγγας καὶ σταδίους. Ἀληθῶς εἶχον ἀπομάθει τὸ μάθημα τοῦτο ἐκ τῆς διδασκαλίας, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδιδε τότε ὁ πολυμαθὴς βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ εἶχον ἀνάγκην νὰ μοὶ τὸ διδάξῃ σήμερον. Ἀλλὰ διατί δὲν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ φροντίσῃ, πρὶν ἢ μὲ ἐπιτιμήσῃ, νὰ μάθῃ ἐὰν ὑπῆρξεν ἐνέργειά τις ἢ δὲν ὑπῆρξε παντάπασιν; Εἶναι τῳόντι μεγάλη ἀσθένεια εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, νὰ μὴ ὑποθέτῃ οὐδέποτε τὸ καλὸν διὰ τοὺς ἄλλους, νὰ φρονῇ ὅτι πᾶν ὅ,τι κεῖται ἐκτὸς τοῦ ἰδίου αὐτοῦ ἐγώ, εἶναι ἀτελὲς, εἶναι πλημμελὲς, καὶ νὰ κρατύνῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὰς ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἐγὼ πεποιθήσει του, ὥστε νὰ νομίζῃ, ὅτι ἀποθησαυρίζει καὶ ὅταν σπαταλᾷ τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ὅτι ἀνυψώνει καὶ ὅταν καταστρέφῃ τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, καὶ ὅταν στέλλῃ ἐπιτροπὰς ἐπὶ 18 μῆνας περιοδευούσας εἰς τὴν Εὐρώπην ἐπὶ δαπάνῃ 200,000 δραχμῶν διὰ νὰ θεραπεύσῃ συμφέροντα φίλων του, ὅτι καὶ τότε μεριμνᾷ περὶ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν, διότι ἑκάστη ὥρα, ἥτις παρήρχετο, ἦτον ἀπώλεια σημαντικὴ διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Ἓν μόνον ἐλησμόνησεν, ὅτι δὲν ἐπεκαλέσθη ὡς ἰδίαν περὶ τῶν ναυτικῶν τῆς Χώρας μέριμναν καὶ τὴν λύσιν συμβάσεώς τινος, ἥτις εἶχε συνομολογηθῆ ἀπὸ τὸν ἀξιοθρήνητον πολιτικὸν τῆς Μεσσήνης, διὰ τῆς ὁποίας ἦτο δυνατὸν σήμερον νὰ στρέψωμεν τὰ ὄμματα πρὸς τὸν Ἀράπην καὶ τὴν Σαλαμῖνα, καὶ νὰ βλέπωμεν ἀντὶ τῆς Κίχλης καὶ τῆς Κίσσης θωρηκτά τινα πλοῖα. Ἀλλ’ ἔκρινεν ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Χώρας ἔπρεπε νὰ λύσῃ τὴν σύμβασιν ἐκείνην, καὶ ἔλυσεν αὐτὴν, ὅπως ἔκρινεν ὅτι ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Χώρας καὶ τοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ τρία ἔτη τὴν δεξαμενὴν νὰ σήπεται, καὶ νὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ χαθῇ, καὶ ἐὰν δὲν ἐπήρχετο τὸ ἀπαίσιον αὐτὸ συμβεβηκὸς τοῦ νὰ κληθῶμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα μεταφέρωμεν τὴν δεξαμενὴν ἐνταῦθα, καὶ σήμερον ἠθέλαμεν εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ στέλλωμεν τὰ πλοῖά μας εἰς τὴν Μελίτην καὶ τὴν Τεργέστην, ὅπως καθαρίζωνται (χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§17ΤΙΝΕΣ. Νὰ διακόψωμεν ἐπί τινα λεπτά. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμος ἔχει τὸν λόγον.
§19Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἠκούσαμεν μὲ πολλὴν προσοχὴν τοὺς λόγους τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐλάλησαν πρὸ ὀλίγου, καὶ παρακολουθοῦμεν τὴν ἱστορικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ συστήματος αὐτῶν, ἀκολουθοῦντες τὸ ἀπὸ τόσων κρισίμων περιστάσεων ἐνδιαφέρον ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἐκ τῶν δύο αὐτῶν λόγων τὸ ἐρεθισμένον μέρος τῶν ἀμοιβαίων ἀντεγκλήσεων, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν εἴσοδον, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ παρακολουθήσωμεν τοὺς δύο ἐντίμους κυρίους, μένει ἱκανὸν στάδιον πολιτικῆς διὰ τὸν τόπον μελέτης. Ἐπ’ αὐτοῦ θέλομεν περιορισθῆ εἰς τὴν ἐξήγησιν τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς δύο γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἠκούσαμεν καὶ ἀπὸ τοὺς δύο προλαλήσαντας ὅτι ὑπῆρξαν περισσεύματα, τὰ ὁποῖα μία Κυβέρνησις ἀφῆκεν εἰς τὴν ἄλλην. Δι’ ἡμᾶς ἡ ἐξέτασις αὕτη εἶναι ἀδιάφορος. Τίμιον ἔργον εἶνε βεβαίως εἰς ἕκαστον ὑπουργὸν νὰ ἀφίνῃ διὰ τοὺς διαδόχους αὐτοῦ ἐνεργητικὰ πορίσματα τῆς διαχειρίσεώς του, καὶ δὲν ἐννοῦμεν ποτὲ ὅτι οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν ἢ κυβερνοῦν τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠδύναντο νὰ εἶνε ἄξιοι τῆς ὑπολήψεως ταύτης. Ἀλλὰ τὸ οὐσιῶδες εἶνε ἂν ἐμερίμνησαν πράγματι περὶ αὐτῆς· διότι ἐφθάσαμεν, κύριοι, εἰς μίαν στιγμὴν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ λόγοι θέλουν τεθῆ κατὰ μέρος καὶ θέλει ἀρχίσει ἡ μεγάλη ἐκκαθάρισις ὅλων τῶν ἁμαρτημάτων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, διοικήσαντες τὴν Ἑλλάδα, ἔφερον αὐτὴν μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον ἐπὶ τοσοῦτον ἡ εὐαισθησία αὐτῆς πονεῖ. Ἐὰν εἶναι ἀπαράσκευος σήμερον ἡ Ἑλλὰς, τὸ ὀφείλει εἰς τὴν τριετῆ περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν δικτατορικῶς ἐκυβέρνησε τὸν Τόπον ὁ κ. Τρικούπης. Ὁλόκληρος τριετία ἐτάφη εἰς τὴν ἀπρονοησίαν περὶ τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος, εἰς τὴν σπατάλην τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, καὶ τὸ ὅλον κατόρθωμα δὲν ὑπῆρξεν εἰμὴ ἐξάντλησις τῆς Χώρας. Ἐπῆλθον ἀκατάσχετα καὶ ἀλλεπάλληλα ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὰ γεγονότα, δυνάμεθα δὲ νὰ συγχαρῶμεν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, διότι εἰς τὴν πρώτην σύγχυσιν αὐτῶν δὲν ἀπηλπίσθη περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἰδιοφυΐας της ἐπεχείρησε τὴν σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας. Ἐὰν δὲ ἀπέτυχεν εἰς τὰς θεμελιώδεις γραμμὰς τῆς μεγάλης ἐθνικῆς ἐνεργείας, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λείπει ἐκ φύσεως εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ τῇ ἔλειπεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου τὴν ὑπεστήριζε, διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ, εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν. Λείπει ἡ δύναμις τῆς πρωτοβουλίας. Λείπει ἡ δύναμις ἐκείνη, ἥτις ἁρπάζει τὰ ζητήματα καὶ τὰ μετασκευάζει εἰς μεγάλα ἔργα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπραγματεύθη τὰ ζητήματα τῆς Χώρας, ἀλλὰ δὲν ἦτο εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων τῆς Χώρας. Ἡ διεξαγωγὴ τοιούτων ζητημάτων ἀπήτει ἄλλας χεῖρας παρὰ ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἦτο οἱονεὶ ἐγκαταλελειμμένη ἡ Ἑλλάς. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅταν τὰ ζητήματα ταῦτα ἐτίθεντο ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Κοινοβουλίου, ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅτι δὲν εὕρισκεν ἄλλην διέξοδον εἰς τὸν πατριωτισμὸν αὐτοῦ ἐκτὸς τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Ὑπουργείου. Θὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἔκφρασις τοῦ διανοήματός του ἦτο εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς πολιτικῆς του. Τί πρὸς ἡμᾶς; Τὸ ἀκριβὲς εἶνε, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, εἶνε κοινὸν ἔργον ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσέδεσαν ἑαυτοὺς ὄπισθεν τοῦ πολιτικοῦ ἅρματος τῆς Κυβερνήσεως. Ἔλεγε τότε ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι εἶνε πατριωτικὸν ἔργον νὰ σιγήσῃ πᾶσα ἄλλη φωνή. Ἵνα ἀλλάξῃ σήμερον γλῶσσαν, θὰ εἰπῇ ὅτι ἐτελείωσε τὸ πατριωτικὸν ἔργον του. Μήπως ὁ πατριωτισμὸς τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐτροποποιήθη, διότι ὁ ἐχθρὸς ἀπεμακρύνθη τῶν ὁρίων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, εἰς τὰ ὁποῖα ὡς σιδηρᾶ ἅλυσσος εἶνε παρατεταγμένα σκηναὶ αὐτοῦ; Ἴσως ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου νομίζει, ὅτι ἐπέστη ἐκ νέου ὁ καιρὸς, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ τυπικὴ ἐκείνη πολιτικὴ τῆς καταλήψεως τῆς Ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐδοκιμάσατε τοσάκις. Καὶ ὑπομονὴ ἐὰν τοὐλάχιστον ἡ πολιτικὴ αὕτη ἦτο καθαρὰ, ἐὰν ἤρχετο μὲ διατυπωμένον πρόγραμμα. Ἠθέλετε ἐξετάσει αὐτὸ ἐν τῇ ἁγνότητι, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ συνείδησις παντὸς τιμίου ἀνθρώπου. Ἀλλ’ ὁ λόγος τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου εἶνε λόγος ἑλικοειδής. Ἐκ τῆς μιᾶς ὄψεως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὴν πολεμικὴν πολιτικὴν τῆς ὑπομονῆς, καὶ ἐκ τῆς ἑτέρας ὄψεως τὴν εἰρηνικὴν πολιτικὴν τῆς ὑποχωρήσεως. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν παρατήρησιν: εἰς ἀμφοτέρας ἦτο εἰς ὑπερβολὴν ὠχρός. Δὲν εἶνε παρὰ μία ὁδός. Ἢ ἐμπρὸς, ἢ ὀπίσω. Ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης φρονῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶνε χώρα ἀπόλεμος, ὀφείλει νὰ τὸ εἴπῃ καθαρῶς ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα τὸ μάθῃ ὁ Λαὸς, ἵνα τὸ μάθῃ ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ὅτι ἡγέτης κόμματος, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ Βουλῇ εἶνε ἡ πλειοψηφία τῆς μειοψηφίας, καταδικάζει τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἀπελπισίαν, καὶ δύναται ἀκόμη νὰ εὕρῃ δίοδον εἰς τὴν ἀτίμωσιν. Εἰς τί χρησιμεύουν οἱ ἑλιγμοὶ, ὅταν σεῖς δύνασθε νὰ τοὺς διαχωρίσητε κατὰ τάξιν; Πρέπει, σᾶς εἶπε, νὰ πολεμήσωμεν ἔχοντες τὰς Δυνάμεις ἀσπίδα. Ἐξετύλιξεν ἐκ νέου τὸ δίκτυον τῶν παρασκευῶν καὶ εὗρεν ὅτι ὁ καιρὸς ἀκόμη δὲν ἐτελείωσε διὰ τὴν Ἑλλάδα. Εἶχέ τι διπρόσωπον ὁ λόγος του, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνθυμίζει ἕνα περίφημον ἱεροκήρυκα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅστις κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα ἔκαμνε τοὺς ἀκροατάς του οἱ μὲν νὰ γελῶσιν, οἱ δὲ νὰ κλαίωσι (γέλως). Ἀλλὰ σήμερον τοιαῦτα ἀριστουργήματα, ἐνώπιον τοιούτου ἀκροατηρίου, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ τὴν ἰδέαν πρὶν ἀκόμη τελειώσῃ αὐτὴν ὁ ὁμιλῶν, εἶναι ἀφελέστατος ἀναχρονισμός. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ἔχῃ τὸ θάῤῥος τῶν πεποιθήσεών του, ἐὰν θέλῃ νὰ ἁρπάσῃ τὴν δάφνην ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Πρωτοκόλλου, οἱ ὁποῖοι εἶναι προϊόντα ὅλων τῶν καιρῶν, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ὑψώσῃ τὴν σημαίαν τῆς ἐθνικῆς ὑποχωρήσεως καὶ νὰ συναθροίσῃ τοὺς γενναίους ἄνδρας, οἵτινες θὰ τὸν παρακολουθήσουν εἰς τὸ στάδιον αὐτοῦ. Ἄς εἶναι ὅμως βέβαιος καὶ αὐτὸς καὶ εἴ τις ἄλλος, ὅτι θὰ μείνουν ἀρκετοὶ ἵνα ἐκπλύνωσι τὸ ὄνειδος τῆς Ἑλλάδος. Ἡ παροῦσα συζήτησις δύναται νὰ διαιρεθῇ, κύριοι βουλευταὶ, εἰς τρία κεφάλαια, εἰς τὸ οἰκονομικὸν, εἰς τὸ διπλωματικὸν καὶ εἰς τὸ στρατιωτικόν. Θέλω ἐξετάσει διαδοχικῶς ὅλα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ διπλωματικὸν, μὴ ἐπιτρεπομένης ἀκόμη τῆς προσαγωγῆς τῆς μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων ἀλληλογραφίας, ἔρχομαι εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι πανδήμως γνωστὰ, ἵνα ἐξετάσω τὴν διπλωματικὴν τοῦ Ὑπουργείου. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ μυστήρια αὐτῆς. Ὅπως διοικεῖται ἡ Ἑλλὰς ἀνήκουσι ταῦτα εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν χρῆσιν ὀλίγων προνομιούχων. Ἐξαιρέσατε αὐτοὺς καὶ δὲν μένει εἰ μὴ τὸ κοινὸν ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον παρηγοροῦμαι ὅτι διατελῶ ὁμοῦ μὲ ὅλους ὑμᾶς. Θέλομεν λοιπὸν περιορισθῆ εἰς τὰ ἐν τῇ δημοσιότητι στοιχεῖα τῆς Ἑλληνικῆς διπλωματίας. Εἶναι ἀρκετὰ, ὅπως διατυπωθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ πεποίθησις καὶ ἐξαχθῶσι τὰ συμπεράσματά της. Πρὸ πάντων ἡ διπλωματικὴ ἐργασία τοῦ Ὑπουργείου φαίνεται ἐκ τῶν διαμειφθεισῶν διακοινώσεων αὐτοῦ. Ἐμελέτησα αὐτὰς μετὰ πολλῆς προσοχῆς. Εἰς ὅλας εἶδον τὸ ἐπαμφοτερίζον ἐκεῖνο πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διακρίνει τὴν ὅλην πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ δὲν ἐμπνέει οὔτε Ἕλληνας οὔτε ξένους. Ὁμιλοῦν περὶ ἰσοῤῥοπίας ἐν τῇ Χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου, ἀλλ’ ὁμιλοῦν ὡς παῖδες ἀλληλοδιδακτικοῦ σχολείου, τοὺς ὁποίους ἐπιπλήττει ἄχαρις διδάσκαλος. Δὲν ὡμίλησαν περὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας μὲ τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν αὐτὴ γνωρίζει, ἵνα γαλβανίζῃ τὰς καρδίας τῶν Εὐρωπαϊκῶν λαῶν. Εὗρον τὰς Κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης ψυχρὰς, καὶ δὲν ἤξευραν τὴν ἱστορίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν νὰ τὰς θερμαίνουν. Εἶναι λόγοι καὶ λόγοι, ἀλλ’ εἶναι καί τινες, οἱ ὁποῖοι γράφονται μὲ τὴν μελάνην τῆς πραγματικότητος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁποία ἔλλειψε καὶ θὰ λείψῃ πάντοτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Καταδικάσατε ἂν δύνασθε τοὺς Εὐρωπαίους, ἀφοῦ πρῶτοι σεῖς δὲν πιστεύετε. Εἰσέρχομαι εἰς περαιτέρω ἔτι λεπτομερείας. Ἐνθυμεῖσθε ὅταν κατὰ τὰς πρώτας ἑβδομάδας τῆς παρούσης Συνόδου ἐζήτησάν τινες μεταξὺ ὑμῶν μυστικὴν συνεδρίασιν, πῶς ἀπὸ μιᾶς φωνῆς οἱ διευθύνοντες τὰς τύχας τῆς Ἐπικρατείας ἰσχυρίζοντο, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ μυστικὴ ἡ συνεδρίασις, ἵνα μὴ γίνωσι γνωστὰ τὰ ἀνταλλασσόμενα μεταξὺ τῶν ξένων Κυβερνήσεων καὶ τῆς ἡμετέρας· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἵνα μὴ ὑποτεθῇ κἂν ὑπὸ τῶν ξένων διπλωματῶν, ὅτι ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ γίνωσι γνωστὰ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Καὶ ὅμως ἐν ᾧ χρόνῳ ἀρνοῦνται εἰς ὑμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους τὸ δικαίωμα τῆς γνώσεως, μόλις φεύγετε καὶ ῥίπτουν τὰ μυστικὰ τῆς Ἐπικρατείας εἰς ὅλας τὰς τριόδους. Ἐνθυμεῖσθε πόσον ἦτο κρίσιμος ἡ ὑπουργικὴ ἐν Λονδίνῳ μεταβολή. Εὑρέθη ὁ πρίγκιψ Βίσμαρκ εἰς θέσιν νὰ γνωστοποιήσῃ τῇ Κυβερνήσει, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη, κατὰ τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκ Λονδίνου πληροφορίας, δὲν ἐτροποποίει τὴν Ἀγγλικὴν ἐν τῇ Ἀνατολῇ πολιτικὴν, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἑλλάδος μετήγγιζε τὴν εἴδησιν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ὁ πρίγκιψ Βίσμαρκ ἠγανάκτησε. Τὸ πρόσωπον, ὅπερ ἐδανείζετο αὐτῷ ἦτο ἀνάρμοστον πρὸς τὴν μεγάλην ἐπικράτειαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει. Θέλετε νὰ ἑλκύσητε τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ξένων καὶ δὲν δύνασθε νὰ ὑποτάξητε τὰς ὁρμὰς ὑμῶν. Μεταβαίνω εἰς τὸ γνωστὸν ἐπεισόδιον τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας. Πῶς ἐπολιτεύθη οὗτος πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει εἶνε πῶς ἐπολιτεύθη ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν πρέσβυν. Ἐὰν ὁ πρέσβυς προσέβαλε τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο παράδοξον πῶς μέχρι σήμερον δὲν ἐζητήθη ἡ ἀνάκλησις αὐτοῦ. Ἔχει τι ὕποπτον ὅλη αὐτὴ ἡ σκηνὴ, ἐν τῇ ὁποίᾳ βλέπομεν τὸν πρέσβυν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας παραδιδόμενον μὲ τὴν ἐλαφροτέραν συνείδησιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν πάλιν τῶν ἐφημερίδων. Συναθροίσατε ὅλα ταῦτα, συνδυάσατε αὐτὰ μὲ τὴν ποιότητα τῆς διπλωματικῆς εἰς τὰ ξένα ἀντιπροσωπείας τῆς Ἑλλάδος, καὶ λύσατε κατὰ τὰ φῶτα τῆς συνειδήσεως ὑμῶν τὸ διπλωματικὸν ζήτημα τῆς Χώρας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν τῆς κυβερνητικῆς διαχειρίσεως ἀντηλλάγησαν πολλαὶ ἀντεγκλήσεις. Ποῖος ἐδαπάνησε τὰ περισσότερα ἑκατομμύρια, ἠκούσατε μεταξύ των νὰ ἐξετάζουν. Εἰς τὸν κ. Τρικούπην ἀποδίδονται 300 ἑκατομμύρια, εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννη 67 ἑκατομμύρια. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶνε ἀληθὲς, εἶνε, ὅτι αἱ ζημίαι τοῦ Ἔθνους εἶνε κατὰ πολὺ ἀνώτεραι τῶν ποσῶν τούτων. Δὲν εἶνε τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τοιαύτας ἐξετάσεις. Μᾶλλον κατεπείγουσα εἶνε ἡ ἐξέτασις τῆς οἰκονομικῆς πίστεως, εἰς ἣν διατελεῖ ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἀναφορὰν πρὸς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διοικεῖται. Ἔχομεν δύω περιφήμους σχετικὰς χρονολογίας ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ ἡμετέρου Ἔθνους, τὴν ἐποχὴν τοῦ 1824 καὶ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1825. Ἐπραγματεύθημεν κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος δάνειον ἐν Ἀγγλίᾳ πρὸς 59%. Ἦτον ἐμφύλιος πόλεμος τότε ἐν Ἑλλάδι. Ὑπῆρχον δύω Κυβερνήσεις καὶ αἱ μεγαλείτεραι ἀθλιότητες τῆς τότε ἐπαναστατικῆς καταστάσεως. Κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος συνωμολογοῦμεν ἕτερον δάνειον ἐν Λονδίνῳ πρὸς 55%. Εἶνε τὸ ἔτος τῆς καταστροφῆς τῶν Ψαρῶν καὶ τῆς κυριότητος τοῦ Ἰμβραῒμ ἐν Πελοποννήσῳ. Γνωρίζετε ἄλλας περιόδους κρισιμωτέρας ἐκείνων διὰ τὸν Ἑλληνισμόν; Καὶ ὅμως ἡ πίστις αὐτοῦ, ἔντιμοι Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, διετιμᾶτο εἰς 55 καὶ 59%. Σήμερον μὲ βασιλείαν ὠργανισμένην, μὲ γαμβροὺς δύο Αὐτοκράτορας, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πίστιν ὡς ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἴχομεν, ὅταν αὐτὴ ἡ ὕπαρξίς μας ἦτο προβληματική. Ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1824 καὶ 1825 εὕρισκε δάνεια πρὸς 55 καὶ 59%, ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1886 δὲν εὑρίσκει ἐν Εὐρώπῃ οὔτε μὲ 40%. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς τοσοῦτον ἀπελπιστικὸν σημεῖον, ὥστε ἡ πίστις αὐτῆς νὰ μὴ δύναται νὰ συγκριθῇ οὔτε πρὸς τὴν ἐπαναστατικὴν περίοδόν της. Πρέπει ἐν τῇ οἰκονομικῇ διαχειρίσει τῆς Ἐπικρατείας νὰ ὑπάρχῃ ἐλάττωμά τι ῥιζικὸν, ὥστε τὸ ἡμέτερον πλοῖον νὰ μὴ δύναται νὰ πλεύσῃ εἰς τὰ ἀνοικτὰ, ἀλλὰ νὰ πνίγεται εἰς τὸ στόμιον τοῦ λιμένος. Καὶ ἂς μὴ εἴπῃ τις ὅτι τὰ κεφάλαια εἶνε σπάνια ἐν Εὐρώπῃ, ἢ ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι ἔστρεψαν τὰ νῶτα πρὸς τὴν πίστιν τῶν Ἐπικρατειῶν. Χωρὶς νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς Γαλλίας, τῆς ὁποίας γνωρίζετε τὸ σχεδιαζόμενον δάνειον τῶν 900 ἑκατομμυρίων, θὰ ἐπικαλεσθῶ παραδείγματα μικρῶν Ἐπικρατειῶν, δυναμένων νὰ συγκριθῶσι πρὸς τὴν ἡμετέραν, παραδείγματα αὐτῆς ἔτι τῆς τελευταίας τριμηνίας. Κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1885 ἡ Ἀργεντίνη Δημοκρατία ἐπραγματοποίησε δάνειον 200 ἑκατομμυρίων ἐν Λονδίνῳ πρὸς 80%, τὸ ὁποῖον ἐκαλύφθη πεντάκις. Κατὰ τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον ἡ Βρασιλία ἐπραγματοποίησεν ἐπίσης ἐν Λονδίνῳ δάνειον 150 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐκαλύφθη τετράκις. Κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον ἡ ἐν Αὐστραλίᾳ μικροσκοπικὴ Δημοκρατία τῆς Βικτωρίας ἐπραγματοποίησε δάνειον 37½ ἑκατομμυρίων πρὸς 106½% καὶ ἐπὶ τόκῳ 4%, τὸ ὁποῖον ἐκαλύφθη ἑπτάκις. Πῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν εὑρέθη μία θύρα τῆς Εὐρωπαϊκῆς πίστεως ἀνοικτή; Καὶ διὰ νὰ μὴ νομίσητε, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὑπέχει τὴν κυρίαν εὐθύνην, πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἡ ἀξία τοῦ χρυσοῦ ἐν τῇ Ἀργεντίνῃ Πολιτείᾳ εἶναι κατὰ πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἀξίας αὐτοῦ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ. Ἐν τῇ Ἀργεντίνῃ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ κυματίζεται μεταξὺ 43 καὶ 66%, ἐνῷ ἡμεῖς ἀκόμη δὲν ἐφθάσαμεν οὔτε εἰς τὰ 30. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ ῥιζικόν τι ἐλάττωμα εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῆς Ἐπικρατείας, ἵνα βλέπωμεν τὸ ὀδυνηρὸν φαινόμενον, ὅτι ἄνευ πολέμου, ἔχοντες ἀδιστάκτως τὴν οἰκονομικὴν τοὐλάχιστον πρωτοπορείαν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, δὲν δυνάμεθα οὔτε ὡς τὸ τῆς Σερβίας νὰ εὕρωμεν δάνειον ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης. Ἐμελέτησα, κύριοι, τὸ φαινόμενον τοῦτο καὶ κατέληξα εἰς ἓν πόρισμα, τὸ ὁποῖον χρεωστῶ ἵνα ἀνακοινώσω εἰς ὑμᾶς. Νομίζω, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας περιῆλθον εἰς χεῖρας μιᾶς κρυφίας συμμορίας, ἡ ὁποία παίζει μὲ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν σεῖς ζητεῖτε δάνειον. Ἡ συμμορία αὕτη παίζει μὲ τὴν ὑποτίμησιν τῶν χρεωγράφων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, ὡς ὀκτάπους δὲ σφίγγει ὑπὸ τοὺς παντοειδεῖς πλοκάμους της τὴν πίστιν τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας ἀπαραλλάκτως ὅπως ἄλλοτε ἔσφιγγε τὴν πίστιν τῆς Τουρκικῆς Ἐπικρατείας. Ἡ συμμορία αὕτη ἔχει διακλαδώσεις ἐν Παρισίοις, ἐν Λονδίνῳ, ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐδῶ. Τὸ σκοπούμενον αὐτῆς εἶνε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὑπὸ ὁποιονδήποτε ὄνομα καὶ ἂν παρίσταται αὕτη. Ἀνοίξατε ἅπαξ τὴν Κυβερνητικὴν θύραν τῆς Ἑλλάδος· ἔχουν ἐλευθέραν εἴσοδον εἰς ὅλους τοὺς διαδρόμους αὐτῆς. Εἰς τὰς μηχανοῤῥαφίας των ὀφείλεται τὸ σημερινὸν τῆς δημοσίας πίστεως χάος. Δὲν ἀπορῶ ὅτι δὲν ἔχουν καρδίαν. Προορισμὸς αὐτῶν εἶνε νὰ κατασκευάζουν θύματα, καὶ βλέπω, ὅτι εἰς τὸ σατανικὸν ἔργον των βαδίζουσι μετὰ τακτικῆς ἀμειλίκτου. Αὐτοὶ εἶναι τὸ ἐργαστήριον τῶν ψευδῶν πληροφοριῶν καὶ τῶν πονηρῶν εἰδήσεων, ἐν τῷ ὁποίῳ κατασκευάζεται ἡ ὑποτίμησις τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως εἰς τὰ μεγάλα Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἔφθασαν μέχρι τοσαύτης αὐθαδείας, ὥστε εἷς ἐξ αὐτῶν προσῆλθεν ἐνώπιον τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐξεφράσθη πρὸς αὐτὸν μετὰ τοσαύτης ἀπρεπείας, ὥστε ὁ ἔχων τὴν Κυβέρνησιν νὰ μετατραπῇ εἰς ἱκέτην καὶ ὁ ἔχων τὴν ἐκμετάλλευσιν νὰ μετατραπῇ εἰς τύραννον. Ἐγὼ ὅμως θὰ ἔστελλον τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον. Αὐτὸ εἶνε μία ἄκρα τοῦ πέπλου, ὁ ὁποῖος καλύπτει τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῆς Ἐπικρατείας. Δύναται νὰ ἔχῃ ἁγνὰς τὰς χεῖρας ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, δύναται νὰ πονῇ κατὰ πᾶν βῆμα τῆς διοικήσεως, τὸν διαβεβαιῶ ὅμως, ὅτι ἀπώλεσε τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας του καὶ ὅτι περιπεσὼν εἰς τοὺς θηριώδεις ὄνυχας τῆς συμμορίας ταύτης, δὲν δύναται νὰ ἀπαλλαγῇ αὐτῶν παρὰ διὰ μόνης τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία τῷ ἔχει ἐμπεπιστευμένην. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸ προσωπικὸν ἐλάττωμα τῆς ὑπερβολικῆς εὐγενείας. Ἀλλαχοῦ ἔχει τὰ αἴτια τῶν ἐρεθισμῶν αὐτοῦ. Ἂν τῷ εἴπῃ τις ὅτι ἐπλανήθη, ἂν τῷ εἴπῃ ὅτι ἐγένετο ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως, ὡς ἐνθυμοῦμαι, μᾶς ἀφῆκε διὰ μίαν στιγμὴν ἡ συζήτησις τῶν πετρελαίων νὰ φοβηθῶμεν, εἶνε τόσον ἀνεκτικός, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ δὲν βλέπομεν πῶς μετ’ αὐτοῦ εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τοιοῦτον κίνδυνον ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης δὲν εἶνε παντάπασιν ὁ κατάλληλος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν σημαίαν τῆς ἐπικρατείας κατὰ τοῦ νέου αὐτοῦ εἴδους τῶν ἐκμεταλλευτῶν αὐτῆς. Εἶνε ἱκανοὶ οὗτοι νὰ διασκοτίσωσι πολὺ στερεωτέρας διανοίας. Πρέπει δὲ νὰ ἀνοίξῃ τὸ Κράτος τοὺς ἀληθεῖς δρόμους τῆς διεθνοῦς πίστεως, ὥστε νὰ μὴ τὸ διαπραγματεύωνται Ἑβραῖοι τοῦ χειροτέρου εἴδους ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης, ὡς ὑπὸ χρεωκοπίαν διατελοῦν. Μεταβαίνω εἰς τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα. Γνωρίζετε τὰς ἐπὶ τούτου γνώμας ἡμῶν ἀπὸ προηγουμένας συζητήσεις. Δὲν εἰξεύρω εἰς ποίαν ἀκριβῶς κατάστασιν διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐνεργείας ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Ἴσως πρὸ τῆς ὥρας ὁ κύριος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἤρχισε τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, πρὶν ἢ ὁ ἄρτι ἀφικόμενος ἐκ τῶν Ἠπειρωτικῶν ὁρίων Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλῃ τὰς συλλεχθείσας παρ’ αὐτοῦ ἐπιτοπίους πληροφορίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶνε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξετέλεσε πρὸς τὸν στρατὸν ὅ,τι ἐπερίμενον αἱ προσδοκίαι τῆς Ἑλλάδος. Ὁ στρατὸς ἐθεωρήθη ὡς τμῆμα ἁπλοῦν τοῦ τροχοῦ τῆς πολιτικῆς. Ὁ τροχὸς ἐκίνησε καὶ οἱ ὀδόντες αὐτοῦ εὑρέθησαν τεθραυσμένοι. Ἔστειλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰ τέκνα του εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος μὲ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἡ οὐρανία χείρ του εἶχε γράψει εἰς τὸ μέτωπον ἑκάστου στρατιώτου. Πῶς διεχειρίσθησαν τοσοῦτον ἐνθουσιασμόν; ἐδείχθησαν τόσον ἀδέξιοι περὶ τὴν οὐσίαν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας, ὥστε περιεφέροντο ἄνδρες ὁπλῖται γυμνοὶ ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους.
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ σήμερον ἀκόμη.
§21ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἀκούω φωνὴν, ὅτι καὶ μέχρι σήμερον διατηρεῖται ἡ κατάστασις αὕτη. Τῇ ἀληθείᾳ καὶ ἐγὼ εἶδον ὁπλίτας γυμνοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐν τούτοις εἶναι ἕτοιμοι νὰ χύσουν τὸ αἷμά των εἰς τὸ πρόσταγμα τῆς Πατρίδος. Δὲν γνωρίζω ἕως ποῦ φθάνει ἡ φαγέδαινα, ἡ ὁποία κατατρώγει τὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν, δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν περὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα μᾶς ἀποκρύπτουν. Ἐπισκεφθῆτε, ἔντιμοι Βουλευταὶ, τὸν πλησίον τοῦ Πανεπιστημίου στρατῶνα. Διέβαινον ἐξ αὐτοῦ περὶ τὴν ἑβδόμην ὥραν τῆς ἑσπέρας πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν· ἀκούω ἐν τῷ ὑπογείῳ αὐτοῦ φωνὰς ἑκατοντάδων ἀνθρώπων, αἱ ὁποῖαι ἐξήρχοντο ἀπὸ βαθύτατον σκότος. Ἠρώτησα τὸν σκοπὸν, χωρὶς νὰ λεπτολογήσω οὔτε ἐγὼ οὔτε ἐκεῖνος εἰς τὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ, ὅστις ἴσως τὸ ἀπηγόρευε, καὶ ἔμαθον ὅτι ἦσαν φυλακισμένοι. Διατί, τῷ εἶπον, δὲν ἔχουν φῶς; Δὲν ἔχουν, μοὶ ἀπήντησε, διότι λείπει ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ αὐτὰ συμβαίνουν, κύριοι, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι αὔριον δύνανται νὰ πολεμήσουν ὑπὲρ τῆς μεγάλης ἰδέας τῆς Πατρίδος, σήμερον εἶνε ἀντικείμενα τῆς χειροτέρας καταπιέσεως (θόρυβος). Μοὶ λέγουν ὅτι εἶναι λιποτάκται. Ἀλλ’ οἱ φυλακισμένοι ἐκεῖνοι ἐκρατοῦντο διὰ παραβάσεις πειθαρχικάς. Καὶ λιποτάκται δὲ ἂν ἦσαν καὶ οἱ τελευταῖοι τῶν κακούργων, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ὅτι εἶνε ἄνθρωποι. Ἐξ ὅσων βλέπομεν ἐν τῇ πρωτευούσῃ, δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν τί συμβαίνει ἐκτὸς αὐτῆς. Ἐὰν διαχειρίζεσθε τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τῆς Χώρας πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Κοινοβουλίου ὅπως πανταχόθεν σᾶς καταγγέλλουσι τὰ πράγματα, τί θέλετε νὰ ἐλπίζωμεν παρ’ ὑμῶν ἐν τῇ μεγάλῃ περιφερείᾳ τῆς ὅλης στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς Χώρας; Θέλω εἰσέλθει εὐθὺς εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ, διότι δὲν περιμένω σήμερον νὰ μοὶ εἴπῃ τις ὅτι ἀποκαλύπτων τοῦτο δύναμαι νὰ ἀποθαῤῥύνω τὸ Ἑλληνικὸν φρόνημα. Ὄχι, ἐφθάσαμεν εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναπόδραστος μία κρίσις. Καὶ τὸν πόλεμον ἂν κάμετε καὶ ἂν δὲν τὸν κάμετε, ἡ κρίσις κτυπᾷ εἰς τὴν θύραν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, διότι ἐπερίσσευσαν τὰ ἁμαρτήματα αὐτῆς. Δὲν περιμένω λοιπὸν νὰ μὲ διακόψῃ τις καθὼς ἄλλοτε διέκοπτον τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Κορίνθου κύριον Κούσταν, ὅταν ὡμίλει περὶ τῆς κινδυνευούσης ὑγείας τοῦ στρατοῦ. Τώρα θὰ μὲ ἀκούσετε. Καὶ μολονότι δὲν ἔχομεν πλήρεις ἀποδείξεις, ὑπάρχουσιν ὅμως ἱκανὰ διδόμενα, ἵνα ἐνασχολήσουν συνάμα καὶ τὴν καρδίαν σας καὶ τὸν νοῦν σας. Ἐν μόνῳ τῷ στρατιωτικῷ νοσοκομείῳ τῶν Τρικκάλων ἀπέθανον κατὰ τοὺς 3 τελευταίους μῆνας Δεκέμβριον, Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον 91 ἄνδρες. Ἐὰν ἐπὶ δυνάμεως τοῦ ἐκεῖ στρατοῦ 6,500 ἀνδρῶν ἀπεβίωσαν κατὰ τὴν ἐν λόγῳ τριμηνίαν 91, δι’ ἓν ἔτος ἡ θνησιμότης τῆς δυνάμεως ταύτης ἀναλογεῖ εἰς 364, δηλαδὴ εἰς 56‰. Ἠδυνάμην νὰ φέρω καθολικώτερον πόρισμα περὶ τῆς θνησιμότητος, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς ὅλον τὸν στρατὸν κατὰ τὸ μέχρι σήμερον πεντάμηνον διάστημα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπιστρατείας. Κατὰ τοὺς εὐνοϊκωτέρους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπολογισμοὺς ἀπεβίωσαν 3000 ὁπλῖται. Παραλείπω τοὺς δυσμενεστέρους ὑπολογισμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀναβιβάζουν τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἔτι μᾶλλον.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέλουσιν ὑποβληθῇ καταστάσεις περὶ τῆς θνησιμότητος.
§23ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἶμαι πολὺ περίεργος νὰ ἴδω κατὰ πόσον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θὰ κατορθώσῃ νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τούτους. Ἐπὶ στρατοῦ λοιπὸν 70,000, ὅσους ὑποθέτομεν ὅτι συνεκέντρωσε τὸ ἐπιστρατευτικὸν κήρυγμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐνιαυσία θνησιμότης ἀναβαίνει εἰς 100‰. Ἂς ἔλθωμεν νῦν νὰ ἐξετάσωμεν ὁποία εἶνε ἡ θνησιμότης ἐν τοῖς Εὐρωπαϊκοῖς στρατοῖς, ὑπὸ ὁμοίους ὅρους εὑρισκομένοις. Ἡ Γαλλία ἀπὸ τοῦ 1820 μέχρι τοῦ 1826 ἠρίθμει εἰς τὰς στρατιωτικὰς τάξεις αὑτῆς ἐνιαυσίαν θνησιμότητα 21‰, δηλαδὴ τὸ πέμπτον τῆς ἡμετέρας· ἡ Ἀγγλία ἀπὸ τοῦ 1830 μέχρι τοῦ 1836 ἠρίθμει ἐνιαυσίαν θνησιμότητα ἐν τῷ στρατῷ αὐτῆς 16‰, δηλαδὴ τὸ ἕκτον τῆς ἡμετέρας· καὶ ἡ Πρωσσία ἀπὸ τοῦ 1821 ἕως τοῦ 1830 ἠρίθμει ἐνιαυσίαν θνησιμότητα ἐν τῷ στρατῷ αὐτῆς 11‰, δηλαδὴ τὸ ἔννατον τῆς ἡμετέρας. Πόσον εἴμεθα πλουσιώτεροι ἡμεῖς εἰς τὴν ἐκτὸς τοῦ πολέμου θνησιμότητα τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἐμπιστευόμεθα εἰς τὴν Πολιτείαν! Ἐὰν συγκρίνωμεν τὴν ἐνιαυσίαν κοινὴν θνησιμότητα, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰς στρατευομένας ἡλικίας, τὰς μενούσας ἐκτὸς τοῦ στρατοῦ, ἐνῷ ἡ θνησιμότης αὕτη ἀνέρχεται εἰς 10 τοῖς 1000, ὑπὸ τὰ ὅπλα δεκαπλασιάζεται, καὶ τρέχει τὸν κίνδυνον ὁ ὁπλίτης, πρὶν παραταχθῇ ἐνώπιον τοῦ πυρὸς τοῦ ἐχθροῦ, νὰ ἀποθάνῃ δέκα φορὰς περισσότερον ἀπὸ τὸν συνηλικιώτην του, ὅστις μένει εἰς τὸ χωρίον καὶ τὴν πόλιν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ διατρέχουσι τὸν ἔσχατον κίνδυνον ὑπὸ τὴν ὑπουργικὴν διαχείρισιν, τὴν ὁποίαν ἠνέχθητε μέχρι τοῦδε καὶ τὴν ὁποίαν οὐδὲν ὀλιγώτερον κατηγορῶ, ὅτι ἔστειλεν εἰς τὸν τάφον ἐκ τῆς ἀπρονοησίας καὶ ἀνικανότητος αὐτῆς πενταπλασίους ἄνδρας τῶν ὅσων ἦσαν καταδικασμένοι νὰ ὑποστοῦν τὴν μοῖραν αὐτὴν μακρὰν τῶν πατρικῶν ἑστιῶν των. Κατὰ τὴν Πρωσσικὴν μέθοδον, Ἑλληνικὸς στρατὸς 70,000 εἰς τὸ πεντάμηνον τῆς ἐπιστρατείας θὰ ὑπέκειτο εἰς θνησιμότητα 5 τοῖς 1000. Ἐὰν ἐδιοικοῦντο ἀπὸ Πρώσσους, ἔπρεπε νὰ ἀπαθάνουν 350 Ἕλληνες, ἀλλ’ ἐδιοικοῦντο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ ἔπρεπε νὰ ἀποθάνουν 2650 ἐπὶ πλέον. Κατὰ τὴν Ἀγγλικὴν μέθοδον ἔπρεπεν ἐν τῷ πενταμήνῳ τούτῳ νὰ ἀποθάνουν 490, ἤτοι 7‰, καὶ κατὰ τὴν Γαλλικὴν μέθοδον 630, ἤτοι 9‰. Ἀλλ’ ἐδιοικήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ ἔπρεπε νὰ ἀποθάνουν ἐπὶ πλέον 2370 ἢ 2510. Κατασκευάσατε μέσον τινὰ ὅρον ἐκ τῶν τριῶν τούτων μεθόδων καὶ πάλιν θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἂν ὁ Τόπος δὲν εὑρίσκετο εἰς τὰς χεῖρας τοῦ κ. Δηλιγιάννη, πολὺ πιναθανῶς θὰ ἦσαν σήμερον ἐν τῇ ζωῇ 2 καὶ ½ χιλιάδες ἀνθρώπων, ἐὰν τὸ αἷμα αὐτῶν δὲν ἦτο ἀναγκαῖον πρὸς ποτισμὸν τοῦ δένδρου τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶνε ἀκριβές.
§25ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶνε ὑπόθεσις.
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶνε ὑπερβολή.
§27ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο δύναται νὰ τροποποιηθῇ εἴτε κατὰ μικρότερον εἴτε κατὰ μεγαλείτερον ποσόν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ διαγραφῇ, εἶνε τὸ ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων σας, ὅτι τὰ πολεμικὰ πράγματα τῆς Χώρας δὲν ἐκυβερνήθησαν μὲ τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἀπαιτοῦσιν οἱ καιροί. Συναθροίζετε 50 ἢ 60 ἢ 70 χιλιάδας ἄνδρας καὶ δὲν ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ τοὺς στρατωνίσητε, νὰ τοὺς ἐνδύσητε καὶ τοὺς περιθάλψητε! Τότε διατί δὲν ἐκάμνετε τόπον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἔχουν τὰ μεγάλα αὐτὰ προσόντα τῆς ἐκτάκτου τῶν στρατιωτικῶν πληθυσμῶν συναθροίσεως; Ἐὰν ἐξακριβωθῇ αὐτὴ ἡ θνησιμότης, δὲν βλέπω ἄλλην διέξολον παρὰ νὰ ὑποβληθοῦν οἱ Ὑπουργοὶ αὐτῆς ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου· διότι εἶνε εὔκολον νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἀποθνήσκει εἷς ἄνθρωπος, δύο ἢ πολλοί· ἀλλὰ νὰ στείλῃ ὁ λαὸς τὰ τέκνα του καὶ νὰ τὰ θάπτουν ἄνευ πολέμου ἐν τοσαύτῃ ἀσπλαχνίᾳ, αὐτὸ εἶνε ἀνώτερον πάσης ὑπομονῆς.! Δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς τὶ συμβαίνει ὑπὸ τὴν τράπεζαν. Ἀλλ’ ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα βλέπομεν, ἐκ τῶν σημείων τὰ ὁποῖα ἀποκαλύπτει ἡ κίνησις τοῦ μηχανισμοῦ τῆς Πολιτείας, μεγίστη βεβαίως παραλυσία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ, ὅπου ἀναπόφευκτος ἦτο ὁ τελειότερος ὀργανισμός. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὑπάρχουν κενὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς καλεῖ νὰ πληρώσωμεν. Βεβαίως θέλομεν τὰ πληρώσει, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐθνικὴ ἀνάγκη. Ἐὰν μᾶς ἐκάλεσεν ὁ Πρωθυπουργὸς, μᾶς καλεῖ πρὸ πάντων τὸ καθῆκον. Ἠδυνάμεθα νὰ συνέλθωμεν ἐδῶ μίαν πρωΐαν καὶ νὰ μᾶς εὕρῃ ἀμειλίκτους κριτάς του. Ἐνόσῳ ὑπάρχει ἡ ἔκτακτος Σύνοδος τῆς Βουλῆς, ἡ θύρα τῆς Αἰθούσης ταύτης εἶνε πάντοτε ἀνοικτὴ καὶ δὲν περιμένει εἰμὴ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι εἶσθε σεῖς. Τὸ γνωρίζετε κάλλιον παντὸς ἄλλου. Οὐδεὶς λοιπὸν διὰ τὸν Πρωθυπουργὸν ἔπαινος. Ὅταν πρόκηται περὶ τῶν δικαιωμάτων μας, γνωρίζομεν νὰ τὰ ἐξασκῶμεν. Θέλομεν βεβαίως πληρώσει τὰ κενὰ, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ἡ διοίκησις ἡ ὑπάρχουσα καὶ ἐκείνη τὴν ὁποίαν αὕτη διεδέχθη. Ἀλλ’ ὑπεράνω ὅλων αὐτῶν τῶν κενῶν ὑπάρχει ἓν ἄλλο κενὸν, τὸ κενὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σᾶς ἐνασχολήσῃ, ὦ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους. Αὐτὸ τὸ κενὸν ὑπάρχει ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐν Ἑλλάδι. Τὰ δημόσια πράγματα αὐτῆς διεχειρίσθησαν μετὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος δὲν συνάδει πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Ὅ,τι ἰδίως καθυστερεῖ, εἶνε ἡ καθαρὰ θέσις τῶν ζητημάτων, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τὰς μεγάλας τύχας τῶν Ἐθνῶν. Ποία εἶνε ἡ καθαρὰ θέσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεχάραξεν εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ; Πότε σᾶς ὡμίλησε τὴν καθαρὰν γλῶσσαν, ἥτις μόνη ἐμπνέει; Σᾶς εἶπε πολλὰ περὶ αἰσθημάτων, ὡμίλησε περὶ προγονικῶν ἀρετῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἥτις διαβιβάζει εἰς τὴν διαπασῶν τὴν ἐθνικὴν λειτουργίαν, οὔτε ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἠδυνήθη νὰ ἀναβιβάσῃ τὴν ἐμπεπιστευμένην αὐτῷ πολιτικὴν μηχανήν. Λέγουν περὶ πολέμου! Πότε σᾶς ἐπρόβαλον τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου, αὐτὴν τὴν ἐρυθρὰν ἰδέαν πότε τὴν ἐπρόβαλον ἐν τῇ ἀγρίᾳ φυσιογνωμίᾳ της εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γῆν; Τὰ πάντα ἔχουν τὸν τύπον πολιτικῆς τινος διαχειρίσεως. Εἶνε εἶδός τι ἐπιλογισμῶν. Εἶνε περιττὸν νὰ τὰ χαρακτηρίσωμεν ἐπὶ πλέον. Καὶ ἠκούσατε τὸν κ. Τρικούπην ἐκ τῆς ἀφετηρίας τοῦ ἑλικοειδοῦς λόγου, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλε, στρεφόμενον πάντοτε περὶ τὸν αὐτὸν ἄξονα καὶ τὴν αὐτὴν θεμελιώδη ἰδέαν. Πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς γραμμῆς· τὰ σημεῖα μόνον αὐτῆς διαφέρουν. Ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου ὀχυροῦται ἰδίως περὶ τὴν ἰδέαν τῆς εἰρήνης, καὶ ἔχει νὰ ἐνθυμῆται πολλὰ ἐκ τῶν ἀγαθῶν τῶν παρασκευῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἐπροτίμων νὰ ψάλῃ τὰ ἀγαθὰ τῆς εἰρήνης διὰ νὰ κατηχήσῃ καὶ βουλευτὰς καὶ πολίτας ὑπὲρ τῶν ἀγαθῶν αὐτῆς, ἐὰν ὑπάρχῃ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν διέξοδος. Ἐὰν ἐκλείσθη ὁ δρόμος καὶ ἂν εἶνε φόβος νὰ κλεισθῇ περισσότερον ἀκόμη εἰς τὸ μέλλον, τὸ ῥῆγμα θὰ γίνῃ βεβαίως ὄχι διὰ τῆς ὑποχωρήσεως. Ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου θὰ διατάξῃ τὴν διάλυσιν τῆς ἐπιστρατείας. Ἂς ἔλθουν λοιπὸν ὅλοι οἱ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ διὰ νὰ κρίνωμεν τὴν ὅλην ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶνε τοῦ λοιποῦ ἐπιτετραμμένον, εἶνε ὁ ἐπαμφοτερισμὸς, ὁ ὁποῖος, παρατηρῶ, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν προβάλλει τὴν ἀπαισίαν μορφήν του εἰς τοὺς λόγους ἀμφοτέρων τῶν προλαλησάντων. Τὸ μέγα κυβερνητικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς παρούσας ἡμέρας εἶνε τεθειμένον, εἶνε ἀκριβῶς ἡ τύχη τῆς ἐπιστρατείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐδῶ πρέπει νὰ εἶνε δύο ἰδέαι, σαφῶς καὶ καθαρῶς ὡρισμέναι. Ἡ μία πολεμική, ἀλλ’ ἀληθῶς πολεμική· ἡ ἄλλη εἰρηνική, ἀλλ’ ἀληθῶς εἰρηνική. Πρέπει νὰ ἔχῃ ἕκαστος τὸ θάῤῥος τῆς πεποιθήσεώς του. Καταψηφίζοντες τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, θὰ τὸ πράξωμεν, διότι, ὡς ἀπ’ ἀρχῆς διεγνώσαμεν περὶ αὐτῆς, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν θεμελιώδη ἐθνικὴν ἰδέαν, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, παρὰ τοῦ ὁποίου παρελάβομεν τὸ σύνθημα. Ἀπώλεσε δύω κρισιμωτάτας περιόδους. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ περίοδος ἡ Τουρκοβουλγαρική, καὶ ἡ δευτέρα ἡ Βουλγαροσερβική. Ἔρχεται ἤδη ἡ τρίτη περίοδος· δύναται νὰ τὴν ὀνομάσῃ τις Ἑλληνοτουρκικήν. Καὶ εἰς τὰς τρεῖς τὸ αὐτὸ ἐπαμφοτερίζον ὕφος. Οἱ μεγάλοι ἀγῶνες τῶν ἐθνῶν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν διεξάγονται. Τὸ πολεμικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος εἶνε πρόβλημα μαθηματικόν. Δύο ἑκατομμύρια ἀνθρώπων μὲ τὸν χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος διακρίνει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἔχοντα ἐφεδρείαν τεσσάρων καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων, τοποθετημένα ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας πέριξ τῆς ἀνατολικῆς λεκάνης τῆς Μεσογείου θαλάσσης, δηλαδὴ εἰς τὴν καρδίαν τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας, ζητεῖται ἂν δύνανται νὰ πολεμήσουν πρὸς τὴν πανταχόθεν καταῤῥέουσαν δύναμιν αὐτῆς. Δὲν χρειάζεται νὰ εἶνε εἰς ἀναστάτωσιν ὅλος ὁ κόσμος, νὰ ἔχωμεν ὡς ἀσπίδα ὅλας τὰς Δυνάμεις, ἵνα λύσωμεν τὸ πρόβλημα. Πλήρης εἶνε ἡ ἱστορία ἀπὸ ἐθνικὰς συγκρούσεις ὑπὸ ὅρους πολὺ βαρυτέρους ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους διατελεῖ ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἐπιχειρηματίας τοῦ πολέμου, ἔχων τὸ δαιμόνιον τοῦ πολέμου ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, Βασιλεὺς, Ὑπουργὸς ἢ Στρατηγὸς, ἵνα ὁδηγήσῃ τὸ Ἔθνος εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐξοχωτάτης τῶν ἐπιχειρήσεων. Εἶνε πλήρης ἡ ἱστορία πολέμων, κατὰ τοὺς ὁποίους μικρὰ Κράτη ἐπολέμησαν πρὸς μεγάλα κατὰ πολὺ τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας στερεώτερα. Δὲν μᾶς ἐτρόμαζεν ὁ Σουλτάνος, ὅταν εἴμεθα μηδέν. Πολὺ ὀλιγώτερον τὸν συλλογιζόμεθα τώρα, ὅταν καλῶμεν ὅλους τοὺς ὑπηκόους τῆς Ἀνατολῆς, πάσης φυλῆς καὶ πάσης θρησκείας εἰς τὴν ἐλευθερίαν (εὖγε, εὖγε). Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει ἀκόμη καθαρὰν ἰδέαν περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται. Θέλει νὰ τὸ λύσῃ κατά τινα τρόπον σχετικὸν πρὸς προηγουμένην τοῦ Ἔθνους περίοδον. Οἱ ὅροι ἐν τούτοις εἶνε τροποποιημένοι, καὶ σήμερον ἐὰν θέλῃ τι γενναίως νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Ἑλλάς, πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ αἱματωθῇ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἀνασηκώσω τὸν πέπλον ὅλων τῶν μυστηρίων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει ὅλα, εἶνε, ὅτι ἡ κυβερνητικὴ Ἑταιρία, ἡ ὁποία κρατεῖ τὰς ἡνίας αὐτῆς, δύναται ὡς Ὑπουργεῖον ὑπηρεσίας νὰ εἶνε ἀνεκτή, ὡς Ὑπουργεῖον ὅμως ἐκτάκτων ἔργων εἶνε ἀσυγχώρητον λάθος. Ὁ πόλεμος πρέπει νὰ εὕρῃ κράσεις πολεμικὰς, ἐὰν πρόκηται νὰ μὴ εἶνε κωμῳδία. Αἱ περιστάσεις δὲν μᾶς πτοοῦν. Ὅσοι εἶνε ἀποφασισμένοι, γνωρίζουν νὰ ἀντέχουν. Ὁμιλοῦν περὶ χρημάτων ἐν πολέμῳ, καὶ εἶνε τῷ ὄντι τὰ χρήματα νεῦρα αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶνε ὁ πρῶτος λόγος. Ἠδυνάμην νὰ φέρω ἄπειρα παραδείγματα λαῶν, εὑρισκομένων ὑπὸ ἐλεεινοτέραν οἰκονομικὴν θέσιν τῆς εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς, οἱ ὁποῖοι ὅμως διότι εἶχον ἄνδρας, ἐμεγαλούργησαν. Ἐμεγαλούργησαν, διότι οἱ ὁδηγοὶ τοῦ πολεμικοῦ πνεύματός των εἶχον τὸ δαιμόνιον τῆς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως εἰς τὴν συνείδησιν αὐτῶν. Ἀλλὰ προχωρεῖτε κλίνοντες πότε ἐπ’ ἀριστερὰ καὶ πότε ἐπὶ δεξιά, καὶ ἔπειτα ἀπορεῖτε διατὶ φθάνουν αἱ χελῶναι πρὸ ὑμῶν εἰς τὸ ἄκρον τοῦ σημείου. Ἡ ἰδέα μου εἶνε ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν εἶνε ἐπαρκὴς πρὸς τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τῆς φορᾶς τῶν πραγμάτων τῇ εἶνε ἐπιβεβλημένον. Χωρὶς διαγεγραμμένον σχέδιον, χωρὶς ἀπόφασιν ἄκαμπτον καὶ πρὸ πάντων χωρὶς θυσίας μὴ περιμένετε νὰ κατορθώσητέ τι ἄξιον ἀπομνημονεύσεως τῶν ἐρχομένων ἱστορικῶν χρόνων. Σᾶς ὡμίλησαν περὶ συμπαθειῶν τῆς Εὐρώπης. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ξένοι ἐν τῇ χώρᾳ αὐτῆς. Διατί οἱ Τοῦρκοι εὑρίσκονται ὑπὸ πλείονας συμπαθείας; Παρατηρήσατε τὸν διπλωματικὸν μηχανισμὸν αὐτῶν, πόσον εἶναι τελειότερος ἐκείνου, ὅστις παρ’ ἡμῖν διαλάμπει. Ἐγκύψατε εἰς τὸ ποιὸν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ εἴπατέ μοι ἂν δὲν σᾶς πονῇ ἡ καρδία. Ὁ εἷς εἶναι ἀνάξιος, ὁ ἄλλος εἶναι ἐλαφρός, ὁ ἄλλος εἶναι ἀνεψιὸς, τὸν ἄλλον δὲν χαρακτηρίζω. Συγκρίνατε αὐτοὺς ἀπέναντι τῶν διπλωματικῶν ἀντιπροσώπων τῆς Τουρκίας, μὲ τὴν σοβαρότητά των, μὲ τὴν τακτικὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εὑρέθημεν ἀπομεμονωμένοι διπλωματικῶς. Μὴ λησμονήσετε ὅμως, ὅτι τὸ κατόρθωμα τοῦτο σᾶς ὀφείλεται ὅλον. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια δὲν δύναται ἐπὶ πλέον νὰ βαδίσῃ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τὴν ἔχετε καταδεδικασμένην νὰ διατελῇ. Πρέπει νὰ διοργανίσητε τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐπικρατείας καὶ νὰ πληρώσητε αὐτὸ τὸ κενὸν, τοῦ ὁποίου τὸ φάσμα αἰωνίως σᾶς καταδιώκει. Δὲν ὑπάρχει διέξοδος. Πρέπει νὰ σχηματίσητε Κυβέρνησιν, φεύγοντες ἀπὸ τοὺς τετριμμένους αὐτοὺς κύκλους, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν γελοίαν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν ἐξεμυκτήρισαν εἰς ὅλην τὴν Εὐρωπαϊκὴν οἰκογένειαν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ.
§29ΤΙΝΕΣ. Τὴν Δευτέραν.
§30ΑΘ. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ κάμω ἐρωτήσεις τινὰς, ἀναγκαίας διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας. Αἱ ἐρωτήσεις αὗται εἶναι σπουδαῖαι, διότι θὰ χρησιμεύσουν εἰς φωτισμὸν ἡμῶν αὐτῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔδωκαν καὶ ἄλλοι ἐρωτήσεις, ἀλλ’ ἐγγράφως. Ἄν ἀγαπᾶτε, δώσατέ τας ἐγγράφως.
§32ΑΘ. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλά.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ περὶ τῆς αὔριον;
§34ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Αὔριον.
§35ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Τὴν Δευτέραν.
§36ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὴν Δευτέραν.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει τὴν Δευτέραν διὰ νὰ ἔχωμεν ἕτοιμα τὰ νομοσχέδια.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν τὴν Δευτέραν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 μ. μ.)