1886.03.26
1.705 στίχοι · 13.758 λέξεις · 34 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 59
Τῆς 26 Μαρτίου 1886.
(Τετάρτη)
Ὥρα 4½ Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συστήσω εἰς τὰ ἀκροατήρια τάξιν καὶ ἡσυχίαν. Προχθὲς συνέβησαν δυσάρεστα. Ἡ Βουλὴ ἐφάνη ἐπιεικὴς μὴ ἐπιτρέψασα τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων. Οἱ ἀκροαταὶ ἔχουν καθῆκον νὰ ἀκροῶνται μὲ ἡσυχίαν καὶ οὐχὶ νὰ ἐκφράζουν γνώμην. Προχθὲς μάλιστα τὸ θεωρεῖον τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων ἦτον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸν μεγαλείτερον θόρυβον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὰ ἀκροατήρια νὰ μένωσιν ἥσυχα, διότι ἄλλως θὰ κάμω χρῆσιν ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὑπαγορεύει. Ὁ κ. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἀντίγραφον δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποστράτων. Θέλω τὸ στείλει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§2ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκπληρῶν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Παρνασσίδος βουλευτοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω προσέτι τὰς ἑξῆς πληροφορίας. 1) Συγκριτικὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1884 πρὸς τὰ ἔσοδα τῆς παρελθούσης χρήσεως τοῦ 1883 κατὰ τὴν 31 Ἰανουαρίου 1885. 2) Συγκριτικὴν κατάστασιν τῆς χρήσεως τοῦ 1885 πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1884. 3) Συγκριτικὴν κατάστασιν τῶν κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον 1884 καὶ 1885 καὶ 1886 βεβαιωθέντων, εἰσπραχθέντων καὶ καθυστερούντων ἐσόδων. Προσέτι πίνακα δηλοῦντα τὰ εἰσπραχθέντα ἐξ ἀντιτίμου σιγαροχάρτου κατὰ τὸ 1883 καὶ κατὰ τοὺς μῆνας, καθ’ οὓς ἐτέθη ἐν ἐκτελέσει ὁ νόμος. Προσέτι πίνακα τῶν εἰσπραχθέντων ἐξ ἑκουσίων εἰσφορῶν, καὶ τέλος πίνακα τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐξ εἰσφορῶν.
§3ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν εἶναι ἀληθὲς τὸ ἐσχάτως διαδοθὲν, ὅτι Τουρκικὸς στρατὸς εἰς τὰ Σύνορα κατέλαβεν ἓν σημεῖον ἐντεῦθεν τῶν Ἑλληνικῶν Συνόρων. Προσέτι συνιστῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ δοθῇ χάρις εἰς τοὺς κατηγορηθέντας ὡς λησταντάρτας εἰς τὰ κινήματα τοῦ 78, διότι αὐτοὶ κατ’ οὐσίαν ἀδίκως κατεδικάσθησαν, δύνανται δὲ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις τῆς Πατρίδος.
§4Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§5ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ἔγεινε πολὺς λόγος περὶ μιᾶς ἐλλείψεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλουν οἱ Ὑπουργοὶ τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια. Μᾶς ἀναφέρουν ἐν αὐτοῖς σωρείαν νόμων, εἰς τοὺς ὁποίους παραπέμπουν ἢ νόμους, τοὺς ὁποίους διορθώνουν, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τίνες εἰσὶν οἱ νόμοι, εἰς οὓς παραπέμπουν ἢ τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ διορθώσουν. Λοιπὸν πρέπει οἱ κ. Ὑπουργοὶ νὰ μᾶς φέρουν καὶ ἀντίγραφον αὐτῶν τῶν νόμων, διὰ νὰ γνωρίζωμεν περὶ τίνος πρόκειται· ἄλλως, κύριοι, θὰ ἐπιμένω νὰ μὴ συζητηθῇ οὐδὲν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ἂν μὴ προηγουμένως ἕκαστος τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν δὲν φέρῃ ἀντίγραφον τοῦ νόμου ἢ τοὐλάχιστον τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα διορθόνονται ἐδῶ.
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν οὐχὶ ἴσῳ μέτρῳ γίνεται ἡ πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους διανομὴ τῶν ἀπαιτουμένων εἰς προαγωγὴν ἑκάστου μέρους Ἐθνικῆς δυνάμεως, ἐννοῶ ὡς πρὸς τὴν ναυτικὴν καὶ τὴν χερσαίαν. Ὡς πρὸς τὴν χερσαίαν βλέπομεν τῷ ὄντι μεγάλην ἀνάπτυξιν προαγωγῆς, ὡς πρὸς δὲ τὴν ναυτικὴν μίαν ὀπισθοδρόμησιν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς περαιτέρω πλέον ἀνοχήν· καθότι μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν καὶ τὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον παρατηροῦμεν, ὅτι οἱ τῆς ναυτικῆς δυνάμεως ἐπιδεικνύουσι καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας καλῆς καταστάσεως αὐτῆς καὶ ἐμπράκτως ἀποδείξεις ἐπ’ ἐσχάτων ἐλάβομεν τῆς καλῆς αὐτῆς θέσεως, λέγω ὅτι ἡ προθυμία καὶ ὁ ζῆλος θέλουσιν ἐπὶ τέλους μαρανθῆ διὰ τῆς ἀπογοητεύσεως τῶν ἀνδρῶν ἀπὸ τῆς κατωτάτης τάξεως μέχρι τῆς ἀνωτάτης. Καὶ ἔρχομαι εἰς ἓν παράδειγμα· ἐκηρύχθη ἡ ἐπιστράτευσις καὶ ἑπομένως τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν ἔλαβε τετραπλασίαν ἀνάπτυξιν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον· ἐν τούτοις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν οἰκονομικὴν εἶναι τὸ ἴδιον προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Μετέβην εἰς τὸν Ναύσταθμον καὶ εἶδον, ὅτι ὑπάρχει τετραπλασία ὑπηρεσία ἀφ’ ὅ,τι ἦτο πρίν, καὶ ἐκτελοῦν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν τρία μόνον πρόσωπα.
§7ΤΙΝΕΣ. Τόσον καλλίτερα, αὐτὸ εἶναι οἰκονομία.
§8ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λέγουσί τινες «τόσῳ καλλίτερα», ἀλλὰ τοῦτο τὸ «τόσῳ καλλίτερα» φέρει καὶ καταστροφὴν, διότι ἐργάζονται νυχθημερὸν καὶ δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ ἐργασθοῦν πλέον. Ἐὰν μεταβῆτε ἐκεῖ, θὰ ἰδῆτε, ὅτι οἱ ἄνδρες εἰσὶ κεκμηκότες καὶ ἠσθένησαν, διότι ἐργάζονται νυχθημερόν· τρεῖς εἶναι μόνον οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοί. Εἶχεν ὁρισθῆ καὶ ἐψηφίσαμεν νόμον πρὸς τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λαμβάνουν καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ναῦται, ἀλλ’ ἰδίως οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ οἱ μάχιμοι νὰ λαμβάνουν θαλασσίους ἀποδοχάς, ὅπου καὶ ἂν ἐκτελῶσιν ὑπηρεσίαν. Τί εἶναι θαλάσσιοι ἀποδοχαί; Ὑπάρχει διαφορά, καὶ τοῦτο κακῶς κατ’ ἐμὲ, ἀλλὰ δι’ ἕνα λόγον, ὅπως ἀναγκάζῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ναυτίλλωνται· ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ τοῦ μαχίμου καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ἐν πλοίῳ ὑπηρετοῦντος καὶ τοῦ ἐν ἱδρύμασιν ἐν ξηρᾷ ὑπηρετοῦντος. Οἱ ἐν τῇ ξηρᾷ ὑπηρετοῦντες λαμβάνουσιν ἠλαττωμένην μισθοδοσίαν, οἱ δὲ ἐν τοῖς πλοίοις ηὐξημένην. Τί συμβαίνει ὅμως σήμερον; οἱ ἐν τοῖς πλοίοις νὰ ἔχωσιν ὀλίγην ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ἔξω νὰ ἔχωσιν ἐπιτεταμένην ὑπηρεσίαν, καὶ ἐν τούτοις οἱ τελευταῖοι ἔχουσι περισσοτέρας ἀνάγκας, διότι καὶ οἴκησιν πληρόνουν καὶ ἐνδυμάτων δαπάνην μείζονα ἔχουν. Ἐπὶ τούτῳ εἰσήχθη νομοσχέδιον, ὡς προεῖπον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, καὶ καθ’ ὃ ὡρίζετο, ὅπως ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἅπαντες λαμβάνωσι θαλασσίους ἀποδοχάς, ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς ἐγένετο ἄφαντος, δὲν τὸν εἴδομεν οὐδέποτε τεθέντα εἰς ἐνέργειαν. Ποία ἡ περιπέτεια αὐτοῦ τοῦ νόμου ἀγνοῶ, καὶ ἐπὶ τούτῳ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται αὐτὸς ὁ νόμος καὶ ποῖα τὰ αἴτια τῆς μὴ λειτουργίας αὐτοῦ. Τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ κακὸς δαίμων, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν σπουδαιοτέραν ἵνα τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ χαλαρώσῃ ἐκ συστήματος ἢ ἐξ ἀνοησίας; Ἂς ἴδωμεν τὶ συμβαίνει. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θέλων νὰ θεραπεύσῃ ἐν μέρει τὰς τοιαύτας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας παρέστησεν, ὑπέβαλεν ἐπ’ ἐσχάτων νομοσχέδιον ἢ μᾶλλον νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ πόσον ταῦτα δύνανται νὰ ἱκανοποιήσουν τὰς δικαίας ἀξιώσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον κατά τι σημεῖον μόνον νὰ ἀναζήσῃ ἡ ἐποχὴ τοῦ 1821 διὰ τὴν Ἑλλάδα, νὰ ἴδωμεν, λέγω, κατὰ πόσον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις τῆς πανταχόθεν παραγκωνίσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἔδειξαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ συνεχίσῃ ἱστορίαν μεταξὺ τῶν Ἐθνῶν, κατὰ πόσον περὶ αὐτῶν ἡ ληφθεῖσα πρόνοια δύναται νὰ φανῇ ἱκανοποιητική, καὶ ἐν τῇ συζητήσει αὐτῶν θέλομεν ἐπενέγκει τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ εἶναι ἱκαναὶ ὄχι νὰ πλουτήσουν, ὄχι νὰ δώσουν ἐκείνας τὰς ἀξίας, τὰς ὁποίας εἰς τὸν χερσαῖον στρατὸν ἀπαντῶμεν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ δώσουν εἰς τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τὴν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν καὶ ἐν μέρει καὶ τὴν ὑλικήν.
§9ΤΟΜΑΝ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θ’ ἀπετόλμων νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου καὶ νὰ ἐκφέρω τὴν ἐπὶ τούτου γνώμην μου, μικρὸς ἐγὼ καὶ νεαρὸς πολιτευτής, μὴ ἔχων πεῖραν ἀρκοῦσαν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων, ἂν δὲν μὲ ἠνάγκαζεν εἰς τοῦτο ἀφ’ ἑνὸς μὲν αὐτὴ αὕτη ἡ σοβαρότης τῶν περιστάσεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μομφή τις ἐξενεχθεῖσα κατὰ τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω, ἐκ μέρους τοῦ ἐντίμου φίλου μου βουλευτοῦ Βόλου. Ταῦτα μὲ ὑπεχρέωσαν ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ μετὰ σεβασμοῦ, μεθ’ οὗ ὀφείλει τις νὰ λαλῇ νεαρὸς αὐτὸς καὶ ἄνευ πείρας πρὸς ἀνθρώπους πεπειραμένους ὡς ὑμᾶς ἐν τοιαύταις μάλιστα περιστάσεσι, νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς ὅπως ἀκούσητε ἐν ὀλίγοις τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Ἔτι δὲ μᾶλλον φρονῶ, κύριοι Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις αὕτη, καθόσον, προκειμένου νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν ἐν δειναῖς τοιαύταις περιπλοκαῖς, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὀφείλω ὡς ἐλεύθερος ἀντιπρόσωπος ἐλευθέρου ἔθνους νὰ εἴπω ἀπροκαλύπτως καὶ μετὰ θάῤῥους τὴν γνώμην μου, ἀναλαμβάνων οὕτως ἀμέριστον καὶ πλήρη τὴν ἐκ ταύτης εὐθύνην. Δὲν θὰ εἴπω ὑμῖν πολλά, οὔτε θὰ προσπαθήσω νὰ κοσμήσω τὸν λόγον μου δι’ εἰκόνων ποιητικῶν ἢ δι’ εἰκόνων ἀπελπιστικῶν· καὶ ἐν τῇ ἐνάρξει τῆς παρούσης Συνόδου εἶπον ὑμῖν, καὶ νῦν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς λόγων· ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ καιρὸς σιωπῆς. Θὰ προσπαθήσω ἐν ὀλίγοις ν’ ἀναφέρω ὑμῖν τὰ γεγονότα, τὰ λαβόντα χώραν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν συμβάντων τοῦ Αἵμου ἀπαθῶς, ἀμερολήπτως, ἄνευ ἀντεγκλήσεων, ἄνευ φατριασμοῦ. Θέλω δὲ προσπαθήσει νὰ καταδείξω ὑμῖν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, θέλω προσπαθήσει νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι διεπράξαμεν ἄχρι τοῦδε σφάλματα, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἀδιέξοδον, καὶ ὅτι ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἣν δὲν ἀρνοῦμαι, οὔτε διενοήθην ν’ ἀρνηθῶ ποτε καλὴν πρόθεσιν καὶ πατριωτισμὸν, ἕνεκα τῶν ἐνδοιασμῶν της, τῶν διηνεκῶν δισταγμῶν της καὶ τοῦ ἀναποφασίστου αὐτῆς μοὶ παρέχει τὴν ὑπόνοιαν ὅτι, θὰ παρατείνῃ τὴν κατ’ ἐμὲ φοβερὰν, τὴν κατ’ ἐμὲ λυπηρὰν ταύτην κατάστασιν· αὕτη εἶναι κυρίως ἡ ἀφορμὴ, ἥτις μὲ ὑποχρεοῖ ν’ ἀρνηθῶ εἰς ταύτην ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι νομίζω, κύριοι, ὅτι εἰς ἣν θέσιν τὰ πράγματα νῦν εὑρίσκονται, δὲν εἶναι ἐποχὴ πλέον δισταγμῶν. Ὁ πόλεμος, κύριοι Ἀντιπρόσωποι, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἔχει φοβερὰ καὶ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα. Εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ὁ ἐντελὴς ἀφοπλισμὸς εἶναί τι τὸ ὁποῖον ἀπάδει εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ ἡ νῦν μετέωρος κατάστασις καὶ ἡ παράτασις αὐτῆς εἶναί τι, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτόχρημα καταστροφὴ καὶ ἐκμηδένισις τοῦ ἔθνους. Ἐν στιγμῇ ἡσυχίας, ὅτε πάντες ἀνεμένομεν νὰ ἴδωμεν τ’ ἀποτελέσματα τὰ εἰρηνικὰ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἠγέρθημεν αἴφνης πρωΐαν τινά καὶ κατετάραξεν ἡμᾶς πάντας καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἡ εἴδησις τῶν γεγονότων τῶν ἐν τῷ Αἵμῳ, ἡμεῖς ἰδίᾳ οἱ νεώτεροι, ἡμεῖς οἱ θερμότεροι, ἡμεῖς οἱ μέχρι τοῦδε μὴ ἀναμιχθέντες εἰς τὴν πολιτικὴν, ἠκούσαμεν μετ’ ἄλγους λαὸν μὴ ἔχοντα ἱστορίαν, λαὸν μὴ ἔχοντα καταγωγὴν, λαὸν νέον, νήπιον λαὸν, λαμβάνοντα ἐν τῇ θέσει τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς τὴν στάσιν ἀνδρός. Ἐλυπήθημεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐκ καρδίας, διότι ἀτυχῶς ὁ τόπος οὗτος, ὁ ἔχων ζωὴν πρὸ ἐτῶν, ὁ ζῶν ἐν πολιτισμῷ καὶ ἀναπτύξει, εὑρέθη καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐν κρισίμῳ περιστάσει, εὑρέθη καὶ πάλιν ἀπαράσκευος ὅπως καὶ ἄλλοτε, καὶ ἤλθομεν ἐδῶ ἐκ τῶν πρώτων διὰ νὰ ἴδωμεν τὶ τὸ συμβησόμενον, διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἀντιπαλαίσωμεν κατὰ τῆς δράσεως ἐκείνης, διὰ νὰ ἴδωμεν τί μέτρα ληφθήσονται κατὰ τοῦ χειμάῤῥου τοῦ ἀπειλοῦντος νὰ κατακλύσῃ τὰ ἱερώτερα ἡμῶν δικαιώματα. Ἐκλήθημεν βραδέως καὶ διὰ τοῦτο ἐδυσφορήσαμεν, ἀλλὰ δὲν εἴπομεν τοῦτο· ἤλθομεν ἐδῶ, συνεζητήσαμεν ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων καὶ ἐπὶ μακρὸν, καὶ ἐκ τῶν συζητήσεων ἐκείνων διείδομεν εὐθὺς εἰς αὐτὰς ὅτι ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως ἦτο πορεία ἄνευ προγράμματος καὶ ἄνευ σχεδίου. Ἐκάλεσε τὴν ἐπιστρατείαν καὶ προσῆλθε προθύμως αὕτη· τὴν ἐκάλεσε δὲ ἐν γνώσει ὅτι δὲν ὑπῆρχον τ’ ἀναγκαιοῦντα δι’ αὐτήν. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐρευνήσωμεν ἡμεῖς τίς ὁ αἴτιος τῆς ἐλλείψεως ταύτης, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ μεμφθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦτο, ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπῆρχεν ἔλλειψις προνοητικότητος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νομίζω ὅτι θέλετε συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ πάντες ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις τοιαύτη. Ἐὰν ὁ κίνδυνος ἦτο σπουδαῖος καὶ ἀναπόφευκτος, βεβαίως δὲν ἠδύνατο οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε τις ἐξ ἡμῶν νὰ ἐγείρῃ τὸ παράπονον τοῦτο καὶ νὰ συναγάγῃ τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἀπρονοήτως· ἔπρεπε πάντες νὰ προσέλθωσιν, ἔπρεπε πάντες νὰ θυσιάσωμεν τὸ πᾶν ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἀλλὰ νὰ τὸ θυσιάσωμεν ἐκεῖ ὅπου ἔδει, ἐκεῖ ὅπου ἡ τιμὴ καὶ τὸ καθῆκον ἐκάλει. Αὐτὸ ἦτο τότε τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἠγέρθη καὶ τὸ ὁποῖον καὶ νῦν ὑπάρχει, αὐτὸ δὲ τοῦτο σήμερον δι’ ἐμοῦ λέγεται· καὶ ἰδοὺ ἓν βῆμα ἀναγκάζον με νὰ πείθωμαι ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐν δισταγμοῖς καὶ ἀναποφάσιστος προέβαινεν ἡ Κυβέρνησις. Ἐζητήσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλοὶ τῶν ἐντίμων βουλευτῶν καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης πτέρυγος ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὑπεδείξαμεν αὐτῷ ὅτι ἐπέρχεται μεγάλη καταστροφὴ τῶν οἰκογενειῶν, ὅταν ἀπομακρύνωνται ἀπὸ αὐτῶν αἱ χεῖρες, αἱ προστατεύουσαι ταύτας τὰς οἰκογενείας, οἱ μονογενεῖς καὶ οἱ ἀπαλλαγέντες. Τί εἶπεν ἡμῖν τότε; τὸ ἤκουσα ἐγώ, κύριοι· δὲν εὑρισκόμεθα ἐν παραμοναῖς πολέμου, εὑρισκόμεθα ἐν πολέμῳ, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη ἀπομάκρυνσις ἐκ τοῦ στρατοῦ, διότι θὰ φέρῃ κενὰ, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ συμπληρωθῶσιν· ἐσιώπησα καὶ κατῆλθον τοῦ βήματος μεμφθεὶς ἐμαυτὸν, διότι ἀπετόλμησα ἐγὼ νὰ φέρω εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ τοῦ τόπου μου ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον πρόσκομμα. Ἀλλ’ ὅτε εἶδον κατόπιν, ὅτι παρῆλθε τετράμηνον, ὅτε ἐπείσθην κατόπιν ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι τὰ κενά, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἀφήσει ἡ ἀπόλυσις τῶν ἀπαλλασσομένων καὶ τῶν μονογενῶν, ἠδύναντο εὐκόλως νὰ συμπληρωθῶσιν, ἐπείσθην, ὅτι ἀνέκαθεν δὲν εἶχέ τι ὡρισμένον ἐν τῷ νῷ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐβάδιζεν ἄνευ σχεδίου· καὶ αὐτὸ τοῦτο μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω σήμερον πρὸς ὑμᾶς φανερὰ «δυσπιστῶ πρὸς αὐτήν.» Εἰσήγαγεν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως πετρελαίων καὶ ἐλέγομεν αὐτῇ τότε: ἀφήσατε τοὺς τελευταίους πόρους τοῦ Ἔθνους, ἵνα δυνηθῆτε δι’ αὐτῶν τῶν πόρων νὰ ἐξυπηρετήσητε τὰς ἀνάγκας μεγάλου δανείου. Καὶ μετὰ πόλεμον καὶ ἀγῶνα μέγαν ἐπείσθησαν καὶ συνεδύασαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τοιούτου. Δὲν λέγω ὅτι ἔπραξαν κακῶς, οὐχί· ἔπραξαν φρονίμως, ἀλλ’ ἀρύομαι ἐκ τούτου τὴν γνώμην, ὅτι ὁσάκις προβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις μέτρον τι, οὐδέποτε ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ πεποίθησιν· εἰσήγαγον νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν κινητῶν κεφαλαίων, ἐσυζητοῦμεν τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας ἐνταῦθα ἐπὶ τούτου, ἐλέχθησαν πολλὰ ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τέλους ἀπέσυρον τοῦτο καὶ ἐπροφασίσθησαν, ὅτι τὸ ὑπέβαλον διὰ νὰ δοκιμάσωσι τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Καλῶς ἔπραξαν καὶ τὸ ἀπέσυρον, θὰ ἦτο ὁ τελευταῖος κτύπος κατὰ τῆς ψυχοῤῥαγούσης βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, ἀλλ’ ἀποσύραντες αὐτὸ, ἀπέδειξαν πάλιν ὅτι διστάζουν εἰς πᾶν ἔργον των. Ἠκούσαμεν τὸ γεγονός, τὸ συμβὰν ἐν τῷ Αἵμῳ, καὶ ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς τότε οἱ μικροὶ ν’ ἀντιταχθῶμεν κατὰ τοῦ ῥεύματος ἐκείνου καὶ ἠδυνάμεθα ἡμεῖς κρατοῦντες ἕνα τίτλον εἰς χεῖρας νὰ εἰσέλθωμεν διὰ νὰ λάβωμεν ἀντιστάθμισμά τι ἀπέναντι ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τίτλον μόνον τὴν καταπάτησιν τῶν συνθηκῶν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπράξαμεν, διότι ἐδιστάσαμεν καὶ ἡ Κυβέρνησις τότε ἀπήντα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἂν προέβαινε, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ μέμφηται τὴν Βουλγαρίαν διὰ τὴν καταπάτησιν τῶν συνθηκῶν.
§10ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Οὐδέποτε ἐγένετο λόγος περὶ τούτου.
§11ΤΟΜΑΝ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι μεγάλη εὐγένεια ὑμεῖς ὁ παλαιὸς βουλευτὴς νὰ διακόπτητε ἐμὲ τὸν κατὰ πρῶτον ἐρχόμενον ἐπὶ συζητήσεως τοιαύτης.
§12ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Εἴπετε κάτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο.
§13ΤΟΜΑΝ. Διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω λέγω ὅτι φρονῶ, ὅτι ἐλέχθη.
§14ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐλέχθη καὶ τὰ πρακτικὰ εἶναι τυπωμένα.
§15ΤΟΜΑΝ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Διὰ τὸν λόγον λοιπὸν τοῦτον ἐδιστάσαμεν τότε καὶ διστάσαντες δὲν ἐπράξαμεν ἐκεῖνο, ὅπερ ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν φιλοτιμία ἀπῄτει, νὰ ἔλθωμεν δηλαδὴ καὶ ἡμεῖς ἅπαξ ὡς ἔθνος καὶ οὐχὶ ὡς ἐπαῖται νὰ ζητήσωμεν ὅ,τι ἀνῆκεν ἡμῖν. Ἠλπίσαμεν πάντοτε εἰς τὴν διπλωματίαν ἡμεῖς ὡς μικροὶ καὶ ἐλησμονήσαμεν, ὅτι οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς σπανίως τὸ ὄμμα πρὸς τοὺς μικροὺς τείνουσιν εὐμενῶς· ἐλησμονήσαμεν τὸ ἀξίωμα ἐκεῖνο τοῦ μεγάλου πολιτειολόγου, ὅστις ἔλεγεν ὅτι, ὅταν ἔθνος τι εἶναι ἀσθενὲς καὶ μικρὸν, σπανίως ἔχει φίλους καὶ συμμάχους, θὰ εἶναι δὲ καὶ εὐτυχὲς ἐὰν δὲν προδοθῇ· ἐλησμονήσαμεν τὸ ἀξίωμα ἐκεῖνο, ὅπερ ἀναγράφει ἀρχὴν μεγάλην, ἀληθῆ καὶ ἀφιλονείκητον, ὅτι ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ δικαιοσύνη εἰς τὴν πολιτικὴν ἢ εἰς τὴν διπλωματίαν δὲν ἀναμιγνύεται, ὅπως δὲν ἀναμιγνύεται εἰς τὰ ζητήματα τῆς χημείας καὶ τῆς φυσικῆς. Ἀφήσαμεν λοιπὸν τὴν περίστασιν ἐκείνην νὰ διαφύγῃ ἡμῶν διστάζοντες, φοβούμενοι τότε, ὅτε δὲν εἴχομεν καθ’ ἡμῶν οὐδεμίαν ἀπαγόρευσιν τῶν δυτικῶν Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης· τότε, ὅτε ἐδικαιούμεθα νὰ ἔλθωμεν οὐχὶ ὡς καταπατηταὶ συνθήκης, ἀλλ’ ὡς ἐκτελεσταὶ εὐρωπαϊκῆς τοιαύτης, καὶ οὕτω ἀπὸ τοῦ ἑνὸς δισταγμοῦ εἰς τὸν ἕτερον περιπίπτοντες, ἐφέραμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκονται. Δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀπαλλάξουν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἐκείνους, οἵτινες ἀγύμναστοι ὄντες, παρεῖχον δυσκολίας εἰς τὸν τακτικὸν κανονισμὸν τοῦ στρατοῦ, τοὺς ἀπαλλασσομένους καὶ τοὺς μονογενεῖς, καὶ ἐν τούτοις ἀπηγόρευον ἔκτοτε τὴν κατάταξιν ἐθελοντῶν εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα. Μᾶς εἶπον, ὅτι ἀποσυνθέτομεν τότε τὸν στρατὸν, ἐὰν ἀπολύσωμεν τοὺς ἀπαλλασσομένους, καὶ μετὰ τέσσαρας μῆνας σήμερον ἔρχονται καὶ ζητοῦν τὴν ψήφισιν νομοσχεδίων, τεινόντων εἰς ἐκεῖνο, καὶ πραγματοποίησιν ἐκείνου, ὅπερ ἐλέγομεν τότε. Ὅλοι οὗτοι οἱ δισταγμοὶ, κύριοι, ἔφεραν τὸ Ἔθνος εἰς τὸ ἑξῆς σημεῖον. Τὸ ἐμπόριον ἀπενεκρώθη, τὸ κεφάλαιον ἀπεσύρθη, ἡ πίστις ἐξέλιπεν, ἡ ἐργασία ἐμετριάσθη, ἡ καλλιέργεια ἐκόπασε, καὶ ὅλοι οἱ παράγοντες, οἱ ἀπαιτούμενοι ὅπως κινήσωσι τὸν μεγάλον τροχὸν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ἵστανται καὶ ἀναμένουσιν παρ’ ἡμῶν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν γογγύζουσι, διότι ὑπέστησαν τὰς θυσίας, βοῶσι μόνον, διότι παρατείνεται ἡ κατάστασις αὕτη καὶ διότι φοβοῦνται, ὅτι εἰς μάτην ἐθυσίασαν. Ἡ κατάστασις ἐν τούτοις αὐτή, εἰς ἣν νῦν εὑρισκόμεθα, εἶναι ὁμοία ἐκείνης, ὅτε συνεκλήθη κατὰ πρῶτον ἡ παροῦσα Σύνοδος; νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα νῦν εἶνε ὅλως διάφορα, καὶ ἂν ἦναι διάφορα, ἐρωτῶ ὑμᾶς ἦτο δικαία ἡ μομφὴ, ἡ ἐξενεχθεῖσα παρὰ τοῦ ἐντίμου φίλου μου Βουλευτοῦ ἐκ Βόλου κατὰ τῆς μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιφατικοὶ, ὅτι ἀναιροῦμεν ἑαυτοὺς, ὅτι εἴμεθα ἀσυνεπεῖς, ὅτι τὸ πρόγραμμα τὸ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου εἶναι ὅλως διαφορετικὸν τοῦ προγράμματος τοῦ νῦν; Ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον φίλον μου Βουλευτὴν ἐκ Βόλου, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς πολιτευτὴν ν’ ἀκολουθῇ ἀπαρεγκλίτως, ἀναλλοιότως, προκειμένου περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὸ αὐτὸ πρόγραμμα; Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἦτο ἄδικος ἡ μομφή. Ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει εἰς οὐδένα νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην, ὅστις νὰ μὴ ἔχῃ πρόγραμμα τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ· διεφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὰ μέσα μόνον καὶ ἐλέγομεν τότε, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκῆ, ὑπεδεικνύομεν ἑκάστοτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτῆς δὲν θὰ φέρωσιν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν καὶ δυστυχῶς, τὸ λέγω, ἐν ἀληθείᾳ τοῦτο καὶ ἐγένετο. Νῦν αἱ περιστάσεις ἤλλαξαν· τότε εἴχομεν γνώμην, ὅτι διὰ παντὸς τρόπου ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ διεκδικήσῃ τὰ καταπατηθέντα δίκαια τῆς Ἑλάδος· νῦν δὲ, ὅταν βλέπωμεν τὰ πράγματα λαβόντα ἄλλην φάσιν, ὅτε βλέπομεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὸ χείριστον, καὶ ὅπερ θὰ χειροτερεύσῃ βεβαίως, ἐν περιπτώσει ἐνεργείας, νῦν ὅτε βλέπομεν πᾶσαν ἐργασίαν σταματήσασαν, νῦν ὅτε βλέπομεν τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν ἀπονεκρωθέντα, νῦν ὅτε βλέπομεν, ὅτι ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν οὐχὶ συναίνεσιν, οὐχὶ φιλίαν, οὐχὶ παρότρυνσιν, ἀλλ’ ἀπαγόρευσιν ἐκ μέρους τῆς Δύσεως, νῦν ὅτε βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν φέρουσαν νομοσχέδια διὰ νὰ καταρτίσῃ τὸν στρατὸν, τόρα μόνον, νομίζετε ὅτι δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ φρονῶμεν ὅτι ἡ περίστασις παρῆλθε, νομίζετε, ὅτι εἴμεθα ἀσυνεπεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς; Δὲν ἦτο συνεπῶς δικαία ἡ μομφὴ, καὶ ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου θὰ ἀναγνωρίσῃ τοῦτο· ἐκάκισαν ἡμᾶς τινὲς, εἰπόντες, ὅτι δὲν ἐξεφράσαμεν τὴν γνώμην μας ἀπροκαλύπτως. Τίνα γνώμην νὰ ἐπιφέρωμεν δυνάμεθα ἡμεῖς περὶ τῶν μέσων, ἅτινα ἐχρήσατο ἡ Κυβέρνησις; εἴμεθα εἰς θέσιν ἡμεῖς, Ἀντιπολίτευσις ὄντες, νὰ γνωρίζωμεν τὰς σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως τὰς διπλωματικὰς, τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, τὰς λεπτομερείας ὅλας;
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὰ ἐζητήσατε.
§17ΤΟΜΑΝ. Ἀπαντῶ εἰς ὑπαινιγμόν τινα, ὅστις ἐλέχθη· νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀνοίκειον ἔτι ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ γίνεται συζήτησις καὶ νὰ ὑποδεικνύεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τρόπος ἐνεργείας. Ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησίν σας; ἀφήσατε ἐλευθέραν αὐτὴν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ, μὴ ὑποδεικνύητε ὑμεῖς, οἵτινες εἶσθε ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων, τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Ἐὰν δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς ταύτην, καταψηφίσατε αὐτῆς. Ἔσφαλε πολὺ ἡ Κυβέρνησις, διότι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑπέδειξε προώρως, κατ’ ἐμὲ, πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πολεμικὴν φράσιν, πολεμικὴν ἐνέργειαν, ἐδεσμεύθη δὲ οὕτω ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους, περιμένει τοῦτο τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποσχέσεως αὐτῆς. Ὄχι, κύριοι, προκειμένου περὶ ἐξωτερικῶν πραγμάτων, πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἕνα μόνον ἐπιδιώκει σκοπὸν, τὴν δι’ οἱουδήποτε τρόπου ἐκπλήρωσιν τῶν Ἐθνικῶν πόθων· τὰ μέσα δὲν θὰ ἐπιβάλλητε ὑμεῖς, τὰ γνωρίζει αὐτὴ, καὶ αὐτὴ θὰ ἐκλέξῃ ὑπ’ εὐθύνην αὐτῆς, ὑμεῖς μόνον τὸν ἐπ’ αὐτῆς ἔλεγχον ἔχετε. Ἐὰν λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, νομίζετε, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις μετὰ τοὺς ὀλίγους δισταγμοὺς, οὓς ἔδειξα ὑμῖν καὶ ἠδυνάμην πολλοὺς τοιούτους νὰ σᾶς εἴπω, ἔχει ἐν τῷ νῷ αὐτῆς ὡρισμένον τι σχέδιον, τεῖνον πρὸς ἄρσιν ταχεῖαν τῆς μετεώρου ταύτης καὶ καταστρεπτικῆς πλέον ἢ ὁ πόλεμος καταστάσεως, ψηφίσατε ὑπὲρ αὐτῆς· ἐὰν δὲ φρονῆτε τοὐναντίον, καταψηφίσατε αὐτήν· ὑμεῖς δὲ κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν νομίζετε, ὅτι τὸ Ἔθνος εὑρίσκεται ἐν καταστάσει τοιαύτῃ, ὥστε μόνον διὰ τῶν ὅπλων νὰ δύναται νὰ διεκδικήσῃ τὴν τιμήν του καὶ τὰ δίκαια αὐτοῦ παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Εὐρώπης, πολεμήσατε, ἐγὼ δὲν εὑρίσκω κατάλληλον τὴν περίστασιν· ἐὰν δὲ φρονεῖτε, ὅτι τὸ Ἔθνος δὲν δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ διὰ κινήματος ἐντελῶς ματαίου ἢ προώρου τὰ κεκτημένα αὐτοῦ δικαιώματα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν γένει, ἀφοπλίσατε αὐτὸ, ἔχοντες ἀπὸ τοῦδε ὑμεῖς μόνοι τὴν εὐθύνην, ἐγὼ δὲν δίδω ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς ὑμᾶς, διότι οὔτε τὸ ἓν, οὔτε τὸ ἕτερον θὰ πράξητε, ἐδιστάσατε, διστάζετε καὶ θὰ διστάζετε αἰωνίως. Ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι καταστρεπτικὴ διὰ τὸ Ἔθνος, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ ὑμῶν καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν διὰ τῆς ψήφου μας ἀνθρώπους συνεργοῦντας οὕτω εἰς τὴν καταστροφὴν ταύτην. Εὔχομαι ἡ γνώμη μου νὰ ἦναι πεπλανημένη, εὔχομαι ν’ ἀποδειχθῶ κατὰ τὴν φράσιν, τὴν λεχθεῖσαν προχθὲς ἐνταῦθα, μωρὸς πολιτευτής, εὔχομαι ἡ γνώμη μου νὰ ᾖ ἐσφαλμένη, εὔχομαι ὑμεῖς νὰ ἐξαγάγητε τὸ Ἔθνος μὲ ἀλώβητον τὴν τιμὴν αὑτοῦ ἀπὸ τὴν θέσιν τὴν δύσκολον, εἰς ἣν τὸ ἐῤῥίψατε, ἔχοντες ὑμεῖς μὲν τὴν δόξαν ἐπὶ τούτῳ, ἐγὼ δὲ τὸ ὄνειδος (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἔδωκεν ἡμῖν ψηλαφητὰς ἀποδείξεις τῆς ἀγαθοπιστίας του. Ἐὰν ὅσα εἶπε πρὸς ἡμᾶς ἔλεγε μετὰ σκοποῦ νὰ παρωθήσῃ ἡμᾶς ἢ νὰ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν διανύομεν, ἤθελε τηρήσει τὴν αὐτὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἀρχόμενος τοῦ λόγου του ἐτήρησε, μέχρι τέλους τῆς ἀγορεύσεως αὑτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Τόμαν ἄλλως ἤρξατο, ἄλλως ἔφθασεν εἰς τὸ μέσον τοῦ λόγου, καὶ ἀλλαχοῦ κατέληξεν. Καὶ κατέληξεν ἀλλαχοῦ, διότι εἰλικρινῶς ἐπεθύμησε νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἑαυτὸν κατὰ συζήτησιν καθ’ ἣν πρόκεινται τῷ ὄντι τὰ μέγιστα τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, οὐδὲ ἤθελε τοσοῦτον μεταβάλει τὸν λόγον αὑτοῦ κατὰ τρία διακεκριμένα στάδια τῆς ἀγορεύσεώς του, ἐὰν δὲν ἐπηρεάζετο ἀπὸ τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤρξαντο αὐτῆς. Ἂς ἀναμνησθῶμεν τῆς ἀρχῆς τῆς συζητήσεως ταύτης καὶ θέλομεν πάντες ἀναγνωρίσει, ὅτι ἴσως ἔπρεπε νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα προσέβαλεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἐν τέλει τοῦ λόγου του, ἐὰν πόθος πρόωρος, ἀλλὰ θερμὸς δὲν παρέτρεπεν αὐτοὺς νὰ προβάλωσιν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς δευτερεύοντα καὶ ταπεινὰ θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν προσῆκεν νὰ ἀπασχολῶσιν αὐτὴν κατὰ ἡμέρας τοιαύτας. Ὅταν ἐπειθώμεθα ὅτι ἦτο ἀναπόφευκτον, νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς διὰ νὰ βασανίσητε νομοθετήματα, τῶν ὁποίων εἴχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἐλέγομεν κατ’ ἑμαυτούς: καὶ ἡ Βουλὴ θέλει τάχα περιορίσει τὰς ἐργασίας της μόνον εἰς τὴν ἔρευναν τῶν νομοθετημάτων τούτων; δὲν θέλει τάχα ἐπιθυμήσει νὰ μάθῃ, ὅ,τι ἔχει δικαίωμα νὰ μάθῃ; δὲν θέλει τάχα ἐνασκήσει ἄλλο μεγαλείτερον δικαίωμα, νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ προτείνῃ γνώμην ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, ἥτις μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἐφηρμόσθη; Καὶ εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς προεβάλλομεν, ἀπεκρινόμεθα ἡμεῖς αὐτοί: καὶ διατί ὄχι; τάχα μόνον τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ἢ καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους ἀπαιτεῖ τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην καὶ τὴν ἔρευναν τῶν πραγμάτων ὑπ’ αὐτῆς; καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε λάβει εὐκαιρίαν τὴν ὥραν ταύτην νὰ ἐρευνήσῃ τὰ πάντα, πότε τάχα, ἐπὶ τίνων ἀντικειμένων ἤθελεν ἀσχοληθῆ σπουδαιοτέρων καὶ μεγαλειτέρας ἀξίας καὶ σημασίας; Προεβλέπομεν λοιπὸν, ὅτι ἐνδεχόμενον ἦτο ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιθυμήσῃ νὰ ἐξετάσῃ τὰ πάντα, νὰ βασανίσῃ αὐτὰ καὶ νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, τῆς κυβερνώσης τὴν Χώραν. Ἀλλὰ μόλις ἀφηγήθην διὰ ξηρῶν φράσεων καὶ στυγνῶν λόγων πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, τὰς αἰτίας, διὰ τὰς ὁποίας παρεκαλέσαμεν ὑμᾶς νὰ ἐγκαταλείψητε τὰς ἑστίας σας καὶ νὰ ἔλθητε ἐνταῦθα ἵνα μελετήσητε τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μέλλομεν νὰ προβάλωμεν, ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἰς ἣν ἀνήκει ὁ βουλευτὴς ἐκ Σύρου, ἔθηκε ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ μάθῃ πῶς ἔχουσι τὰ ἐθνικὰ ζητήματα, περὶ τὰ ὁποῖα περὶ ἥμισυν ἤδη ἐνιαυτὸν ἀσχολούμεθα; Εἶχε λάβει πληροφορίας ἐκ τῶν πηγῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀρύονται πάντες τὰς εἰδήσεις, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐρευνήσῃ τι, εἶχε σχηματίσει πεποίθησιν. Μίαν μόνην ἐπιθυμίαν εἶχε, μίαν μόνην ἀνάγκην τοῦ Κράτους διεώρα νὰ φύγωμεν ἡμεῖς ἀπὸ τὴν Ἀρχὴν, ἐὰν ἡμεῖς ἀπεχωροῦμεν τῆς ἀρχῆς, ἐὰν σεῖς μᾶς ἐδίδετε ψῆφον μέλαιναν. Μίαν γνώμην εἶχε καὶ πεποίθησιν, ὅτι τότε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἤθελον ἐξασφαλισθῆ δεόντως. Καὶ αὐτὴν τὴν γνώμην εἰσηγήσαντο καὶ εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Σύρου, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπε καὶ αὐτὸς, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, δυσπιστῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἀφοῦ ἐδήλωσε τὴν δυσπιστίαν του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνωμολόγει, ὅτι εἶχε καὶ ἄλλας ἀνάγκας, νὰ μάθῃ ποῦ εὑρισκόμεθα, πῶς ἔχουσι τὰ κατὰ τὰς διπλωματικὰς διαπραγματεύσεις τῆς Ἑλλάδος, πῶς ἔχουσιν αἱ ἄλλαι μελέται αἱ πολιτικαὶ, αἵτινες ἐγένοντο μέχρι τοῦδε. Διὰ τοῦτο ἐπεκαλέσθην τὴν ἀγαθοπιστίαν αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀγαθοπιστίαν τοῦ ἀνδρὸς βασιζόμενος ἦλθον νὰ τὸν διαδεχθῶ· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ προσωπικοῦ καὶ ταπεινοῦ ζητήματος, τίς νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑλλάδα σήμερον, δὲν ἤθελον ἀξιώσει νὰ δώσω αὐτῷ ἀπάντησιν βεβαίως. Νομίζω, ὅτι ὁποιανδήποτε καὶ ἂν εἴχετε γνώμην περὶ τῶν πράξεων ἡμῶν καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐφηρμόσαμεν τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζομεν, πάντες ἡμεῖς ἠθέλατε θεωρήσει τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ὡς ζήτημα δευτερεῦον, ἠθέλατε λησμονήσει ἐὰν ἡμεῖς ἐσμὲν ὑπουργοὶ ἢ ἄλλος τις, διότι ἤθελεν ἀποῤῥοφήσει τὴν προσοχήν σας ἡ τύχη τῶν μεγάλων ὑποθέσεων, περὶ τῶν ὁποίων πάντες πρὸ τόσου καιροῦ διατελεῖτε ἀνήσυχοι. Ἀλλὰ τίς ἐδήλωσε μέχρι τοῦδε ἐπιθυμίαν νὰ μάθῃ τι, ἐκτὸς τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Παρνασσίδος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐπιθυμήσει νὰ μάθῃ τὰ περὶ τῶν εἰσπράξεων τοῦ σιγαροχάρτου καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ; Δὲν ἤκουσα ἐπιτιμήσεις διατί δὲν εὗρον δάνειον εἰς μεταλλικὸν, διατί τὸ πατριωτικὸν δάνειον δὲν εἰσήγαγε χρυσὸν ἄφθονον; Δὲν ἤκουσα ἐπιτιμήσεις ὅτι αἱ εἰσφοραὶ ἀπέληξαν εἰς εὐτελῆ καὶ μηδαμινὰ ποσά; Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ πρώτιστον μέλημα, ὅπερ ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ τὰς ψυχὰς οὐχὶ μόνον ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύθη προσηκόντως, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἀνησυχοῦσι περὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς, ἦτο ἡ ἔρευνα περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, διότι αὕτη εἶναι προσιτὴ τοῖς πᾶσιν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ζητήσωσι πληροφορίας περὶ τῶν οἰκονομικῶν, βεβαίως θὰ εἶχον ἀνάγκην νὰ ζητήσωσι πληροφορίας περὶ ἄλλων ὑποθέσεων. Ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐξηγήθησαν τοιαύτην ἐπιθυμίαν. Μόνος δὲ ὁ βουλευτὴς ἐκ Σύρου μετὰ εἰλικρινείας, ἡ ὁποία τὸν τιμᾷ, ἐξέκλινε τῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποία εἶχε χαραχθῆ, καὶ παρεπλανήθη μέχρι τῆς ἐπιθυμίας νὰ ζητήσῃ πληροφορίας. Δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μοὶ ἐνεποίησε λυπηρὸν αἴσθημα ἡ πρότασις ζητήματος ἐμπιστοσύνης κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν μετὰ τετράμηνον ἀπομάκρυνσιν ὑμῶν ἐντεῦθεν συνήρχεσθε εἰς τὴν Αἴθουσαν ταύτην. Ἴσως ἤθελε κριθῆ ἐπιτετηδευμένον, ἐὰν ἤθελον παραστήσει εἰς ὑμᾶς τὸ μέγεθος τοῦ λυπηροῦ αἰσθήματος, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐνεποίησεν ἡ ἐπιθυμία ἐκείνων. Ἤθελον σᾶς εἰπεῖ ὅτι εἶναι τοσοῦτον, ὅσον κατ’ ἀντίστροφον λόγον ὑπῆρξεν ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν νὰ μένωμεν ἐν τῇ Ἀρχῇ. Ἀλλὰ τὸ μένειν ἐν τῇ Κυβερνήσει εἶναι καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ἐπιβάλλεται, ὅπως ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς στρατιώτας τὸ καθῆκον νὰ τηρῶσι τὰς ἑαυτῶν θέσεις· καὶ μόνον ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον τὸ ἐκπληροῦμεν. Ἀλλ’ ὅταν τὸ ἐκπληρῶμεν μετὰ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ στρατιώτης ὁ φρουρῶν, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν φιλοτιμίαν νὰ μὴ ἀφίνωμεν νὰ παρέρχωνται ἄνευ ἀπαντήσεως καὶ ἀναιρέσεως μεμψιμοιρίαι καὶ αἰτιάσεις, ἐγειρόμεναι τὴν ὥραν ταύτην καὶ μάλιστα ἐξ ἀνδρῶν πολιτικῶν. Ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος τούτου τῆς ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν θέλω νὰ εἴπω ὁποίαν ἐντύπωσιν θέλουσιν ἐμποιήσει ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας λεχθέντα. Ἀλλὰ βεβαίως καὶ ἡ δίψα τοῦ ἐλέγχου τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, καὶ αὐτὴ δὲν θέλει μείνει ἄνευ σχολίων καὶ ὑποσημειώσεων. Καὶ ποῖοι ἐπροτάθησαν εἰς ἡμᾶς λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τοὺς παρεισαγαγόντας τὸ ζήτημα τῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνης, μὴ διερμηνεύοντες τὰς ἐκ τῶν προτέρων περὶ τῶν προσώπων πεποιθήσεις ὑμῶν, ἀλλὰ μόνον τὰς ἐκπορευομένας καὶ ἐκπηγαζούσας ἐκ τῶν πράξεων καὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην νὰ κατανοήσω τὴν σύγχυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιήχθησαν. Ἡ Κυβέρνησις ἐδείχθη ἀναποφάσιστος, διότι δὲν συνεκάλεσεν ἐγκαίρως τὴν Βουλὴν, διότι δὲν συνεκάλεσεν ἐγκαίρως τοὺς ἐπιστράτους, διότι δὲν εἰσέβαλεν εἰς τὸ ὅμορον Κράτος διὰ νὰ καταλάβῃ ὅ,τι δι’ ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ὡς ἀνῆκον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐπειδὴ, ἔντιμοι συνάδελφοι, παρετηρήθη ὑπό τινος συναδέλφου εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Σύρου, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἐδόθη ἄλλοτε εἰς τοὺς προβαλόντας τὴν κατάληψιν τῶν Ἰωαννίνων ἡ ἀπάντησις, ἣν εἶπεν ὅτι ἐδόθη, ἄλλη φωνὴ ἄνωθεν ἔσπευσε νὰ βεβαιώσῃ ὑμᾶς, ὅτι ἐδόθη, ἡ ἀπάντησις, καὶ πρὸς κύρωσιν τούτου ἐζήτησε τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν. Καὶ ἐνῷ μᾶς ἐλέγχουσιν ὡς ἀναποφασίστους, ὡς βραδύναντας νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς τὰ μέσα, ὧν εἴχομεν ἀνάγκην, ὡς βραδύναντας νὰ ζητήσωμεν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, μᾶς ἐλέγχουσι συγχρόνως, ὅτι συνεκαλέσαμεν αὖθις πολλὰς ἡλικίας συγχρόνως, καὶ δὲν εἴμεθα προνοητικοὶ καὶ δὲν εἴχομεν κτίσει στρατῶνας καὶ δὲν εἴχομεν παρασκευάσει ἐνδύματα καὶ δὲν διωργανώσαμεν τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ καὶ ἀφήκαμεν τὸν στρατὸν ἄνευ ἐπιμελητείας! Ὁ μικρότερος χαρακτηρισμὸς, ὁ ἐλαφρότερος, τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ δώσω, εἶναι, ὅτι διατελοῦσιν ἐν συγχύσει· διότι, ἐὰν δὲν δώσω τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν σωρείαν ταύτην τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας καθ’ ἡμῶν ἀπηύθυναν, διὰ νὰ παραστήσωσιν, ὅτι εὐλόγως προβάλλουσι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, πρέπει νὰ ὑπολάβω ἄλλο τι, δὲν μοὶ εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον νὰ τὸ ὑπολάβω. Τὰ ἐν Φιλιππουπόλει συμβάντα ἦσαν ἀπρόοπτα. Ἀφίνω τὴν δόξαν εἰς πάντα, ὅστις ἤθελεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι τὰ προέβλεπε. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐν τῇ Εὐρώπῃ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ἐν ταῖς Κυβερνήσεσι τῶν μεγάλων Κρατῶν τυγχάνοντες ἢ ἐκτὸς αὐτῶν διατελοῦντες, προέβλεπον ἢ προεγνώριζον τὰ ἐν Φιλιππουπόλει, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος δὲν προσέβλεπε τὰ ἐν Φιλιππουπόλει. Ἐάν τις νομίζῃ, ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύει ὀλιγωρίαν, ἀκηδίαν ἢ ἀνικανότητα, καταψηφίσατε ἡμῶν, ἀφοῦ ἐγὼ ὁμολογῶ τὸ πλημμέλημα ἡμῶν τοῦτο. Ἡ εἴδησις τῶν ἐν Φιλιππουπόλει συμβάτων συνεκίνησε καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι καὶ αὐτὰ Ἕλληνες, ὅπως εἶσθε πάντες ὑμεῖς. Καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀνεμνήσθη ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ ἐχαρακτήρισεν ὡς περιλάλητον τὸ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθὲν ἄλλοτε «Ἕλληνες ἐσμέν». Ἀληθῶς διαδηλώσεις ἐγένοντο ἐν τῇ πόλει, καὶ πλῆθος συμπολιτῶν συνέῤῥευσε κατὰ τὴν ὁδὸν, ἐπὶ τῆς ὁποίας κεῖται ἡ οἰκία μου, καὶ ἦλθον διαδηλοῦντες καὶ ἐζήτησαν νὰ ὁμιλήσω πρὸς αὐτούς. Ἀλλ’ οἱ μὲν ἁπλούστεροι καὶ ἀγαθοπιστότεροι ἀπῆλθον, ἔμεινον ὅμως δύο ἢ τρεῖς ἑκατοστύες, αἱ ὁποῖαι ἐζήτησαν νὰ εἰσαγάγωσιν ἀπὸ τῶν παραθύρων τῆς οἰκίας μου σημαίαν φέρουσαν ἐπιγραφὴν «Μακεδονία». Καὶ μεταξὺ ἐκείνων, δὲν γνωρίζω πόσοι ἦσαν γνώριμοι ἢ φίλοι ἢ ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους πολλάκις συναντᾷ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Διὰ τοῦτο εἶπον καὶ λέγω ὅτι καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν Ἕλληνες, ὅπως εἶναι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, καὶ συνεκινήθησαν καὶ αὐτοί. Δὲν γνωρίζω ἐὰν συνεκινήθησαν περισσότερον ἢ ὅσον εἶχον συγκινηθῆ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὴν οἰκίαν μου ἐφώναζον «Ζήτω ἡ Μακεδονία, κάτω τὸ Ὑπουργεῖον» (ἱλαρότης). Καὶ ἡ πρώτη μέριμνα ἡμῶν ἦτο νὰ ἀριθμήσωμεν τὰς κατ’ ἀριθμὸν τοὐλάχιστον δυνάμεις τῶν ἀνδρῶν, τὰς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, καὶ παρεκαλέσαμεν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συγκεντρώσῃ ἐκ τῆς ὑπαρχούσης στρατιωτικῆς δυνάμεως σῶμα στρατοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ. Μὲ ὅλην δὲ τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου, τῷ ἐγενόμην πολλάκις ἐνοχλητικός, ἐρωτῶν αὐτὸν καθ’ ἡμέραν πόση δύναμις ἀνδρῶν εἶχε συγκεντρωθῆ ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ μέχρι τίνος ἀριθμοῦ ἀνεβιβάσθη ἡ δύναμις αὐτῶν. Καὶ εἶχε παρέλθει ἡ δεκάτη Ὀκτωβρίου, καὶ δὲν εἴχομεν κατορθώσει νὰ συγκεντρώσωμεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν δύναμιν περισσοτέραν τῶν 5,000 ἀνδρῶν. Οὐχὶ 5,000 ἄνδρας πεζικοῦ καὶ εὐζώνων, ἀλλ’ ἀνήκοντας εἰς πᾶσαν βοηθητικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν λογίζονταί ποτε ἐν τῷ παρατασσομένῳ στρατῷ. Ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τοὺς μῆνας τοὺς προηγηθέντας, καθ’ οὓς εἴχομεν κληθῆ εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἐμνημονεύθη κἄπου ὁ ἀριθμὸς 23.000, καὶ τῇ ἀληθείᾳ καὶ ἐγὼ ἀδαὴς περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἠδυνάμην νὰ σφάλλω ὑποθέτων στρατὸν ἐξ 23,000. Δὲν ἦτο ἀπίθανον καὶ ἐγὼ νὰ σκανδαλισθῶ καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἦτο δυνατὸν κάτι τι νὰ γείνῃ διὰ τοσούτου στρατοῦ· ἀλλ’ ἐὰν ἀφαιρέσητε τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὰ στελέχη, ἐὰν ἀφαιρέσητε τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἀφαιρεθῶσιν οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰ καταστήματα καὶ τὰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας, τὰς φρουραρχικὰς καὶ τῆς δικαιοσύνης, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦτο δυνατὸν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλατε γυμνώσει ὅλον τὸ Κράτος ἀπὸ πάντας τοὺς εἰς τὸν στρατὸν ἀνήκοντας, ἐὰν ἠδύνασθε νὰ δώσητε διαταγὴν καὶ νὰ ἐλπίσητε, ὅτι θέλουσι κινηθῆ περισσότεροι ἀπὸ 5 ἢ 6 χιλιάδες ἀνδρῶν. Καὶ ἰδού. Θέλετε πληρεστέραν ἀπόδειξιν τοῦ ἀναποφασίστου τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὤφειλε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, νὰ καταλάβῃ τὰ Ἰωάννινα, νὰ ὑπάγῃ δὲν ἠξεύρω που; Καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐκπλήρωσις αὐτοῦ τοῦ πόθου, τί ἤθελε γίνει, ἐὰν μετὰ δέκα ἡμέρας αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους ἐστέλλετε ἐντὸς τοῦ ὁμόρου Κράτους, δυνάμεις ἀνώτεραι ἠνάγκαζον ν’ ἀποχωρήσωσι; Ποῦ ἤθελε μείνει ἡ τιμὴ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος διωκομένου; Λυποῦμαι ἀληθῶς ἀναγκαζόμενος νὰ εἰσέλθω εἰς τοιαύτην συζήτησιν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Θηβῶν δὲν θὰ ἦτο παρὼν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐνθυμεῖται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπήντησα εἰς τοὺς παρεμπιπτόντως παρενείραντας τοιαύτην αἰτίασιν κατὰ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον. Ἀπήντησα εἰς αὐτοὺς, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν, δὲν ἠθέλομεν τὸ πράξει, διότι ἡμεῖς εἴμεθα κυβερνῆται Κράτους πεπολιτισμένου, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς πεπολιτισμένον Κράτος νὰ ἐνεργῇ ἐπισήμως ὡς Κράτος κατὰ τρόπον παραπλήσιον εἰσβάλλον αἴφνης εἰς ὅμορον Κράτος καὶ ἁρπάζον τὰς χώρας, τὰς εἰς αὐτὸ κατὰ τὰς ὑπαρχούσας τοὐλάχιστον διατάξεις ἀνηκούσας. Δὲν γνωρίζω τί ἔπραξεν ὁ ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας. Ὅμορος εἰς τὸ Κράτος αὐτοῦ Ἐπαρχία, κυβερνωμένη κατ’ ἴδιόν τινα τρόπον, ἀνήκουσα ὅμως εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν αὐτοκρατορίαν, προέβη εἰς ἓν κίνημα καὶ ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὸν κλῆσιν ἵνα δράμῃ πρὸς αὐτό. Τὸ κίνημα ἦτο ἡ ἔκφρασις τῆς ἐπιθυμίας αὐτῆς νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Βουλγαρίας, καὶ ὁ ἡγεμὼν καλούμενος ὑπὸ τῆς φωνῆς, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσε τὸ εἰρημένον κίνημα, εἴτε εἰλικρινῶς εἴτε μὴ γνησίως, ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τῆς φωνῆς ταύτης, μετέβη εἰς τὴν Φιλιππούπολιν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὡς Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἁρμόδιος νὰ ἐκφέρω ψῆφον ἐπὶ τῆς πολιτείας αὐτοῦ ταύτης. Ἀλλὰ καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ εἶναι διάφορος τῆς πράξεως ἐκείνης, διὰ τὴν ὁποίαν μᾶς ἐλέγχουσιν ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐπράξαμεν. Καὶ ὅτε κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον πλαγίως καὶ παρεμπιπτόντως ἐλέχθη τοιαύτη καθ’ ἡμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αἰτίασις, ἐλέχθη παρεμπιπτόντως καὶ ὡς ἐν παρέργῳ, ὡς εἶπον, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ἔλεγον δὲν εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὸ, οὐδὲ λόγους διὰ νὰ ἀναπτύξωσι καὶ προβάλωσιν αὐτὸ ὡς ἴδιον θέμα. Ἤδη ἐπειδὴ ὁ καιρὸς παρῆλθε καὶ ἐλησμονήθησαν τὰ πράγματα καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ διατηρῇ τις ἐν τῇ μνήμῃ ὅλας τὰς λεπτομερείας, προβάλλεται σήμερον ὡς αἰτίασις, καὶ ὡς λόγος ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι αὐτὸ εἶναι ἀναποφάσιστον, διότι δὲν ἐπῆρε τὰ Ἰωάννινα.
§19Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας δὲν ἠπόρει μόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, δὲν κατείχετο ὑπὸ φλογερᾶς ἐπιθυμίας μόνος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ δυνηθῇ νὰ προΐδῃ τί ἔμελλε νὰ συμβῇ. Ἡ ἐπιθυμία αὕτη εἶχε καταλάβει ὅλην τὴν Εὐρώπην. Πάντες ὅσοι δὲν ἐγνώριζον τί παρεσκευάζετο νὰ ἐνεργηθῇ ἐν Φιλιππουπόλει καὶ τί ἔμελλε νὰ ἐνεργήσῃ ὁ ἡγεμὼν τῆς Βουλγαρίας, ὅλοι αὐτοὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν αὐτὴν ἀνησυχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν τότε καὶ ἡμεῖς. Καὶ λοιπὸν θέλουσι περιορισθῆ τὰ πράγματα μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ; Καὶ ἡ ἕνωσις τῶν δύο ἐπαρχιῶν δὲν εἶναι ἀθέτησις τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, τοῦ νομίμου καθεστῶτος; Καὶ τὰ συγκρουόμενα συμφέροντα θέλει κατορθωθῆ νὰ συναρμολογηθῶσι καὶ συνδεθῶσι; Καὶ αἱ ἀντιθέσεις τῆς πολιτικῆς θέλουσι συγκατατεθῆ νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸ γεγονός; Ἑκάστη ἡμέρα ἐπερχομένη τὴν προτεραίαν προιωνίζετο σκοτεινὴ, καὶ ἐπήρχετο μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προτεραίας, καὶ τὸ σκότος ἦτο πυκνότερον. Τὶ λοιπὸν ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλάς; Ἡμεῖς εἴχομεν στελέχη δι’ 25,000 στρατοῦ· πῶς θέλει κατορθωθῆ νὰ ἔχωμεν στελέχη δι’ 100,000; Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν χρήματα, διότι δυστυχῶς τὸ 1884 εἶχε καὶ αὐτὸ ἔλλειμμα 24,000,000 καὶ πλέον, καὶ εἴμεθα εἰς τὸ 1885· τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 δὲν εἶχεν ἐπιτύχει, πολλὰ βραχυπρόθεσμα δάνεια εἶχον συνομολογηθῆ διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἐκτελεσθῇ ἡ ὑπόσχεσις, ἥτις εἶχε δοθῆ. Λοιπὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν χρήματα. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐπιστρατευθῇ ἡ Ἑλλάς; Καὶ ὅσοι προσέκοπτον εἰς τὴν ἔλλειψιν τῶν στελεχέων τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅσοι ἐμελέτων τὰς εὐκολίας, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον πρὸς εὕρεσιν χρημάτων εἰς μεταλλικόν, καὶ ὅσοι ἠξίουν ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ ἔχῃ πλήρη οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ἔχῃ μεταγωγικὴν ὑπηρεσίαν καὶ διὰ τὰ σκεύη καὶ διὰ τὰ ἐφόδια αὐτοῦ καὶ διὰ τὸν ἱματισμὸν αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν ἐπισίτισιν αὐτοῦ, ὅσοι ἠξίουν ὁ στρατὸς νὰ ἔχῃ ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν ἀρτίαν, ὅσοι ἐπεθύμουν νὰ μὴ γείνῃ ἐπιστράτευσις πρὶν ἢ παρασκευασθῶσι στρατῶνες, πρὶν οἰκοδομηθῶσι νοσοκομεῖα, ὅσοι ἐφρόνουν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ ἐπιστράτευσις πρὶν ἢ ἑκάστη πόλις καὶ ἑκάστη κώμη τῆς Θεσσαλίας συνδεθῇ μετὰ τῆς ἄλλης σιδηροδρομικῶς—διότι γνωστὸν εἶναι τὸ ἔδαφος τῆς Θεσσαλίας καὶ γνωστὸν εἶναι πῶς τὸν χειμῶνα κατακλύζεται αὐτὸ — ἔπρεπε νὰ εἴπωσι τότε παῤῥησίᾳ τὴν γνώμην των. Ἔπρεπε νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσι νὰ μὴν ἐπιστρατευθῶμεν, διότι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα νὰ ἐπιστρατευθῶμεν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἀνώτερον τῶν 25,000. Ὤφειλον νὰ μὴ συμβουλεύωσι νὰ ἐπιστρατευθῶμεν, ἀλλὰ νὰ παρασκευασθῶμεν προηγουμένως, νὰ οἰκοδομήσωμεν προηγουμένως νοσοκομεῖα, νὰ οἰκοδομήσωμεν στρατῶνας, νὰ παρασκευάσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τὴν βοηθητικὴν τοῦ στρατοῦ, ὡς παρεσκεύασεν αὐτὴν ἡ Πρωσσία, καὶ ὕστερον νὰ ἐπιστρατευθῶμεν. Καὶ ἐὰν τότε ἔλεγον ταῦτα, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἤθελεν ἐγκριθῆ ἡ γνώμη των, ἀλλ’ αὐτοὶ ἠδύναντο νὰ ἔχωσι ἥσυχον τὴν συνείδησίν των, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν των, εἰπόντες πρὸς αὐτὴν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπορῶ πῶς ἔρχονται νὰ εἴπωσι σήμερον. Ὑπῆρχον ἢ δὲν ὑπῆρχον ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ στολαὶ ἱκαναὶ διὰ νὰ ἐνδύσωσι 77,000 ἀνδρῶν; Ἐὰν ὑπῆρχον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μετ’ αὐτοῦ ἡμεῖς οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ εἴμεθα ἄξιοι νὰ δώσωμεν εὐθύνας καὶ νὰ ὑποστῶμεν ποινάς, διότι, καίτοι ἔχοντες ἐνδύματα καὶ στολάς, ἀφήσαμεν τὴν νεολαίαν τῆς Ἑλλάδος ἐγκαταλελειμμένην καὶ γυμνὴν ἐν μέσῳ χειμῶνος. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἠξίουν νὰ μὴ ἐπιστρατευθῇ ἡ Ἑλληνικὴ νεολαία πρὶν ἢ παρασκευασθῶσι τὰ ἐνδύματα, διατί δὲν τὸ ἔλεγον κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον, καὶ διατί ἔρχονται σήμερον νὰ κλαυθμηρίζωσιν, ὅτι ὑποφέρουσιν οἱ ἑλληνόπαιδες ἐπὶ πέντε μῆνας; Ὑποφέρουσι, καὶ πρῶτοι ἡμεῖς ἐθλίβημεν διὰ τὴν ἀδυναμίαν ἡμῶν, ἀλλ’ ὑποφέρουσι, διότι δὲν εἴχομεν τὰ μέσα νὰ θεραπεύσωμεν ἀμέσως τὴν ἀνάγκην αὐτῶν ταύτην, διότι ἔπρεπε νὰ παραγγείλωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐνδυμάτων. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ ἐξάντλησις τῆς Χώρας δὲν ἀποδεικνύει τὸ ἀναποφάσιστον τῆς Κυβερνήσεως! διότι τέλος πάντων αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπεν οὕτως ἢ ἄλλως νὰ τελειώσῃ. Ἀλλὰ πῶς σᾶς ἐπιτρέπει, κύριοι, ἡ συνείδησις νὰ λέγητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπεν οὕτως ἢ ἄλλως νὰ τελειώσῃ τὴν ὑπόθεσιν πρὶν ἢ ἐρευνήσητε τὰ πράγματα, πρὶν ἢ ζητήσητε πληροφορίας, πρὶν ἢ πεισθῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο, ἀκολουθοῦσα εἴτε τὴν μίαν εἴτε τὴν ἄλλην ὁδὸν, νὰ διασώσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους; Καὶ ποῖος, κύριοι, δὲν γνωρίζει, ὅτι τὸ συνάλλαγμα ἀναβιβάζεται εἰς 130 λεπτά, ὅτι δυσφορεῖ καὶ ἀσχάλλει τὸ ἐμπόριον. Ποῖος δὲν γνωρίζει, ὅτι ὅταν 70,000 ἀνδρῶν ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ στρατῷ, ὅτι τὸ ἡμερομίσθιον δὲν εἶναι τὸ σύνηθες; ὅτι αἱ συναλλαγαὶ περιέρχονται εἰς τοιαύτην στενοχωρίαν, ὅτι ἡ βιομηχανία καθίσταται ἀδρανής; Ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν χρήματα εἰς μεταλλικὸν καὶ δὲν ἐπορίσθημεν αὐτά; Ζητήσατε παρ’ ἡμῶν ἐπὶ τούτῳ λόγον. Ἀποδείξατε, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν χρήματα εἰς μεταλλικὸν καὶ ἡμεῖς ἐξ ὀκνηρίας εἴτε ἐξ ἀβελτηρίας, εἴτε τέλος πάντων διότι τὰ ὀνόματά μας δὲν ἐμπνέουσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰς Τραπέζας τοῦ κόσμου, ἴσως τέλος πάντων, ὅταν ἀναφέρωνται τὰ ὀνόματα ἡμῶν, δὲν φθάνουσι τὰ χρεώγραφα μέχρι τῶν 90 τοῖς ἑκατὸν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν μεταλλικὸν, διὰ νὰ ἔχητε ἕνα λόγον νὰ δικαιολογηθῆτε εἰς τὰς καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις σας. Τί μᾶς ἐλέγχετε, διότι προέβημεν ἀμέσως εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Ποῦ ἠθέλατε, κύριοι, νὰ προσφύγωμεν; Εἰς τί, κύριοι, νὰ προσφύγωμεν; εἰς τὰς λήξεις τῶν προκαταβολῶν, αἵτινες καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα μοὶ ἀγγέλλονται; Ἀλλὰ μοὶ ἀγγέλλονται διὰ νὰ μὲ εἰδοποιήσωσι νὰ πληρώσω τὸ κεφάλαιον καὶ τοὺς τόκους αὐτῶν, καὶ ὄχι νὰ λάβω χρήματα. Ποῖον λοιπὸν μέσον ἐπενοήσατε ὑμεῖς διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλατε μᾶς ἀπαλλάξει τῆς ἀνάγκης νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορίαν; Εἰπέτε αὐτό. Δὲν θέλω νὰ ἀξιώσω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε ἔκτοτε. Ἐννοῶ ὅτι ἀγαπᾶτε ὑπερβαλλόντως ὑμᾶς αὐτοὺς καὶ ἠθελήσατε νὰ κρύψητε τὸ τάλαντον, ἵνα χρησιμοποιήσητε αὐτὸ δι’ ὑμᾶς αὐτούς. Ἀλλ’ εἴπατέ το τώρα, καὶ δέχομαι νὰ κριθῶ ἐγὼ ὡς ἀνίκανος, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐπινοήσω τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἐπενενοήσατε. Δυσαρέστως ἤκουσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Σύρου ἐπιτίμησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπηύθυνε πρός τινα ἀγορεύοντα ἑσπέραν τινά. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ἐπιτιμήσας, ἠσθάνθη αἴσθημα ἀλγεινὸν, ὅταν ἤκουσε ζωγραφιζομένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοιαύτην εἰκόνα τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ. Ἂν τὸ ἠσθάνθην ἐγὼ ὡς Ἕλλην, κατὰ πλείονα λόγον ἤθελε τὸ αἰσθανθῆ ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος δεκάκις ἐτιμήθη ὑπὸ τῶν πολιτῶν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι ἦτο ἀληθὴς ἡ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Βλάχου τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἰκόνισεν, εἶχε δίκαιον ὁ συνάδελφος αὐτοῦ νὰ τὸν ἐπιτιμήσῃ καὶ νὰ ἐκπλαγῇ πῶς ἐκρίθη ἀναγκαῖον καὶ συντελοῦν πρὸς διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων τοιαῦται νὰ ζωγραφίζωνται ἐντεῦθεν εἰκόνες, καὶ τοιαῦται νὰ μεταδίδωνται θρηνητικαὶ πληροφορίαι. Ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ φιλοτιμία, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὁ στρατιώτης ὁ ἐκπληρῶν τὴν ἐπιταχθεῖσαν αὐτῷ φρουρὰν, μὲ ἠνάγκασε νὰ εἴπω ὅσα σᾶς εἶπον. Μόνον αἴσθημα τοιοῦτον μοὶ καθιστᾷ τὰ μάλα ἐπιθυμητὸν ἵνα τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐν οὐ δέοντι ἐτάχθη, γίνῃ ἀντικείμενον τῆς μελέτης σας, καὶ λάβῃ καὶ τὴν ψῆφόν σας. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι πρὸ τούτου πρέπει νὰ ἐρευνήσητε τὰ πράγματα σχετικῶς πρὸς τὴν μέχρι τοῦδε ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως ἢ πρὸς τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, προθύμως σᾶς δίδομεν πᾶσαν οἵαν θέλετε πληροφορίαν. Δὲν θέλω διστάσει οὐδ’ αὐτὰς ἐκείνας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παράσχω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τὰς ὁποίας ὀφείλω νὰ τηρῶ ἀκόμη μυστικὰς καὶ κρυπτὰς, δὲν θέλω διστάσει καὶ αὐτὰς ἀκόμη νὰ δώσω οὐχὶ βεβαίως εἰς τὴν δημοσιότητα, ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνον ἐξ ὑμῶν ὅστις ἤθελεν ἐκφράσει τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην. Προθύμως ἐμπιστεύομαι εἰς αὐτὸν καὶ τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων. Τότε μόνον δύνασθε ν’ ἀποφανθῆτε ἐν γνώσει καὶ εὐσυνειδήτως· ἡμεῖς δὲν ἀξιοῦμεν οἱ φίλοι ἡμῶν νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἀπὸ τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας περὶ ἡμῶν ἔχουσι, καὶ ἐξ ὧν ὁδηγούμενοι ἐξεδήλωσαν πρὸς ἡμᾶς μέχρι τοῦδε ἐμπιστοσύνην. Ἐπιθυμοῦμεν καὶ αὐτοὶ νὰ θέσωσι κατὰ μέρος τὰς πεποιθήσεις των ταύτας καὶ νὰ ἐρευνήσωσι καὶ αὐτοὶ, ὅπως δύνανται καὶ διὰ τοῦ λόγου καὶ διὰ τῶν πραγμάτων νὰ φιμώσωσι τὰ στόματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐπιμείνει μεμψιμοιροῦντα ἢ δυσφημοῦντα τὴν ἐν τοιούτοις χρόνοις καὶ ἐν τοιαύταις δειναῖς περιστάσεσι πηδαλιουχοῦσαν τὸ Κράτος Κυβέρνησιν, οὐδὲ ζητοῦμεν, οὐδὲ διενοήθημεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὰ προηγούμενα τοῦ Κοινοβουλίου, προηγούμενα, τὰ ὁποῖα εὔχομαι νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι ποτὲ, προηγούμενα τὰ ὁποῖα κατέκρινα καὶ ἀπεδοκίμασα, θεωρῶ δὲ ἀνάρμοστα εἰς Κοινοβούλιον. Πῶς δύναμαι νὰ διανοηθῶ ποτὲ νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ πολιτευθῆτε καθ’ ὃν ἐπολιτεύθη ἄλλοτε πλειονοψηφία τις πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν ἁπλῆν ἐπιθυμίαν νὰ φωτισθῶσιν ἐπί τινος ὑποθέσεως καὶ ἁπλῶς ἐσύστησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν περίσκεψιν; Στόλοι μεγάλων Κρατῶν ἀπέπλεον πρὸς τὴν Ἀλεξάνδρειαν, καὶ πλοῖα τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ τῆς Ἑλλάδος συνώδευον τοὺς στόλους ἐκείνους. Τότε ἐζήτησα πληροφορίας καὶ μοὶ ἐδόθησαν, καὶ ἀφοῦ ἔλαβον γνῶσιν αὐτῶν, ἐσύστησα εἰς τὴν Κυβέρνησιν περίσκεψιν. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις, ἦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μὲ ἀποδοκιμάσῃ, διότι συστήσας περίσκεψιν ἐξέθηκα εἰς κίνδυνον τὰ μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα, εἰς διάσωσιν τῶν ὁποίων εἶχον ἐκπλεύσει ἀπὸ τοῦ Πειραιῶς τὰ πλοῖα τοῦ Ἑλληνικοῦ στόλου! Ἐγὼ ἐξ ἐναντίας ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλλωνται τὰ πάντα εἰς λεπτομερῆ καὶ αὐστηρότατον ἔλεγχον, καὶ θέλω λογίσει ἐμαυτὸν εὐτυχῆ οὐχὶ ἂν ἀποφανθῆτε ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἀλλ’ ἐὰν ἀποφανθῆτε ὅτι δὲν παρελείψαμεν αὐτὸ ἐκ κακῆς πίστεως. Τοῦτο μόνον ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ ἐγὼ ἀνομολογῶ ἐμαυτὸν ἄνθρωπον, ἑπομένως ἀτελῆ. Οὐδὲ οἱ σύντροφοί μου ἀξιοῦσι νὰ ὑποληφθῶσιν ὑπό τινος ἀλάθητοι. Μόνον παρακαλῶ ν’ ἀναλογισθῆτε ὅτι πέντε ἤδη μῆνας εἰργάσθημεν, καὶ ἡμεῖς ἠξεύρομεν πῶς εἰργάσθημεν διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ θεραπεύσωμεν πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιστρατεύσεως. Καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπηρετοῦσιν ὑπὸ τὰς σημαίας 76,000 ἄνδρες, ὅσον τὸ δυνατὸν ἠσκημένοι, καὶ ὅσον τὰ μέσα ἐπέτρεπον κατηρτισμένοι καὶ παρεσκευασμένοι. Μὴ ὑπολάβητε ὅτι τοῦτο τὸ ἀναφέρω ἵνα σᾶς ἀναμνήσω ὅτι οὐδέποτε τοσοῦτος στρατὸς εὑρέθη ὑπὸ τὰς Ἑλληνικὰς σημαίας ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων. Μὴ ὑπολάβητε ὅτι ἀξιῶ νὰ μοὶ δώσητε καμμίαν ἐπωνυμίαν Πομπηΐου ἢ Καίσαρος. Ἀπ’ ἐναντίας, ὁμολογῶ ὅτι ἐπράξαμεν ἴσως ὀλιγώτερα ἢ ὅσα ἀπῃτοῦντο, ἀλλ’ οὐχὶ ἐκ κακῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐξ ἀδυναμίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο ὅμως ἦτο δευτερεῦον. Εἶμαι βέβαιος, ἂν αὔριον ἀποχωρήσωμεν ἡμεῖς τῶν πραγμάτων, καὶ μᾶς διαδεχθῶσιν οἷοι δήποτε ἄλλοι, ἐπειδὴ ὀφείλω νὰ φρονῶ, ὅτι πᾶς Ἕλλην ἤθελε πράξει ὅ,τι ἠδύνατο νὰ πράξῃ, εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ αὐτοὶ δὲν ἤθελον βελτιώσει τὴν κατάστασιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἂς μᾶς δώσωσι τὴν ἐλπίδα ταύτην, ὄχι τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ἐλπίδα ταύτην, ἡμεῖς προθύμως ἀποχωροῦμεν καὶ ὑποστηρίζομεν μάλιστα αὐτούς. Ἂς εἴπωσιν εἰς τὸ ἔθνος ὅτι θέλουσι δυνηθῆ νὰ διασώσωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα κινδυνεύοντα, καὶ ἡμεῖς παραδίδομεν τὴν Ἀρχὴν εἰς χεῖράς των, καὶ ὑπισχνούμεθα νὰ ὑπηρετήσωμεν αὐτοὺς κατὰ διαφορετικὸν τρόπον ἐκείνου καθ’ ὃν καὶ τώρα ἐκεῖνοι ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ὑπηρέτησαν τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, καὶ κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν. Εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι δευτερεῦον ἐν ὅσῳ δὲν δύναταί τις νὰ δώσῃ τοιαύτην πρὸς τὸ ἔθνος βεβαίωσιν, ὅτι μόνος αὐτὸς δύναται νὰ σώσῃ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Εἶναι μάταιον νὰ προσέρχωνται παρὰ τὴν κλίνην τοῦ νοσοῦντος ὡς ἰατροί. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἂν ἔχωσι διαφορετικὴν γνώμην περὶ τοῦ τρόπου τῆς θεραπείας, ἂς προβάλωσιν αὐτὴν, συμβουλεύοντες ἀντίθετον πολιτικὴν ἐκείνης τὴν ὁποίαν μετερχόμεθα μέχρι τοῦδε. Καὶ ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ εὐλαβῆται τὴν γνώμην τοῦ ἄλλου; Ἕκαστος ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ γνώμη, ἀλλὰ ἂν ἔχητε τοιαύτην γνώμην, ἢ ἂν θέλητε νὰ σχηματίσητε γνώμην, ἔπρεπε νὰ ἔλθητε νὰ ζητήσητε καὶ πληροφορηθῆτε ποία ἡ μέχρι τοῦδε διεξαγωγὴ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ποῖαι πλοκαὶ ἐπῆλθον, ποῖα συμβεβηκότα ὅπως ματαιώσωσιν ἢ ἐξουδετερώσωσι τὴν πολιτικὴν τῆς Χώρας. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι σεῖς ἔχετε ἤδη περὶ τούτων πεποίθησιν, πῶς δύνασθε νὰ ἐπιβάλλετε τὴν γνώμην σας, τὴν ὁποίαν ἐνδέχεται νὰ νομίζετε πεφωτισμένην, εἰς 200 ἀνθρώπους πρὶν ἢ καταδείξητε εἰς αὐτοὺς τὰ πράγματα καὶ κατορθώσητε νὰ σᾶς πιστεύσωσιν; Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχετε τοιαύτην γνώμην, πῶς προβάλλετε σήμερον μεμψιμοιροῦντες κατὰ τῶν γενομένων, ἀφοῦ τὰ γενόμενα οὐχὶ μόνον ὑπεστηρίξατε, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐκρίνετε ὅτι δὲν ἐγένοντο προσηκόντως δὲν ἀπετρέψατε; Ἐὰν πρόκειται νὰ δημοσιεύωνται ἄρθρα δι’ ἐφημερίδων, νὰ ἀφίνωνται ἁπλοῖ ὑπαινιγμοὶ περὶ ῥυμουλκήσεως καὶ ἀντιρυμουλκήσεως, θεραπεύετε ἴσως τὴν ἐπιθυμίαν σας νὰ δώσητε ἀπόδειξιν τῆς εὐστροφίας τῆς γραφίδος σας. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα δὲν ἠξίωσε τὴν τιμὴν, ὅτι μόνη αὐτὴ ἐνεποίησεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον τὸν κατέλαβε κατὰ τὸ φθινόπωρον, ὅταν συνέβησαν τὰ ἐν Φιλιππουπόλει, καὶ ὅτι μόνη αὐτὴ ἠδυνήθη διὰ τοῦ λόγου καὶ διὰ τῆς δυνάμεώς της καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἀπήλαυε, νὰ ἀφαρπάσῃ 70,000 ἄνδρας καὶ στείλῃ αὐτοὺς εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὑπὸ τὰς σημαίας. Ἐνδέχεται νὰ ἐπηρεάσθησαν τινὲς, τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνθυμοῦνται ὅτι οὐδέποτε ἠπατήσαμεν αὐτοὺς, καὶ νὰ ἔτεινον εὐήκοον οὖς εἰς τὴν φωνήν μας. Ἀλλὰ πάντας ἔστειλεν εἰς τὸν στρατὸν τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἔκαιε τὰ στέρνα των. Ἑπομένως εἴχομεν δίκαιον νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν ῥυμουλκοῦμεν ἡμεῖς τὸ ἔθνος. Καὶ ὅστις νομίζει ὅτι δύναται νὰ ῥυμουλκῇ τὸ ἔθνος, διότι συνέπεσε νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὴν Πρωθυπουργίαν, ἐκδηλοῖ ἀξίωσιν παράλογον, ἡ ὁποία οὐ μόνον εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ Πολίτευμα, ἀλλὰ καὶ ἀσυμβίβαστος τυγχάνει καὶ πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Οὐδὲ ἠδύνατό τις νὰ ἐκπλαγῇ, ἐὰν αὐτὴ ἡ οἱαδήποτε γνώμη κατὰ τῆς ἐφαρμοζομένης πολιτικῆς ἐξεδηλοῦτο μετὰ παῤῥησίας καὶ ἀπηυθύνετο μετὰ τοῦ πόθου τῆς ψυχῆς, τὸν ὁποῖον αἱ περιστάσεις ἐμπνέουσιν εἰς ἕκαστον ἡμῶν. Ἡμεῖς ὀλίγοι 5 ἢ 6 βουλευταὶ δὲν εἴπομεν παῤῥησίᾳ τὴν γνώμην ἡμῶν, ὅταν συνεβουλεύαμεν τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ προβῇ εἰς ἐπιστράτευσιν κατὰ τὸ 1880 καὶ 1881; Καὶ τότε παρίσταντο ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ δύο κόμματα ἰσχυρὰ καὶ μεγάλα, συμφωνοῦντα εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἡμεῖς δὲ οἱ πέντε μόνοι ἀντελέγομεν, διότι ἐνομίζομεν ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ ἀντιλέξωμεν, ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὰς ἡμετέρας πεποιθήσεις. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι Ὑπουργός τις τοῦ χρόνου ἐκείνου μὲ περιύβριζε συκοφαντῶν με τότε ὅτι παρεσκεύαζον ἐμαυτὸν ὡς Πρωθυπουργὸν τῆς μελλούσης ἀποτυχίας. Ἐκεῖνος ὁ ὑπουργὸς δὲν ἀφῆκε κανένα νὰ μὴ τὸν ὑβρίσῃ, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑβρίζουσιν ὅλον τὸν κόσμον, συνειθίζουσι τὸν κόσμον νὰ τοὺς περιφρονῇ. Λοιπὸν οὐδὲν παράδοξον ἐάν τις ἐμφανίζεται εἰς τὴν Βουλὴν συμβουλεύων, ὅτι ἴσως ἐσπεύσαμεν, ἴσως τὰ ἐπελθόντα συμβεβηκότα ἐνεδείκνυον συνετὸν νὰ μὴ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἐβαδίσαμεν. Ἂς ἐρευνήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν καλλίτερον, ἂς ἐξετάσωμεν μήπως τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ νὰ μὴ συνεχίσωμεν τὴν πολιτικὴν ταύτην. Οὕτω δὲ νὰ προτείνῃ νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ψῆφόν σας εἰς τὰ νομοσχέδια τῶν ὑπουργῶν. Ἀλλ’ εἰπέτε το μετὰ παῤῥησίας, καὶ πρὶν τὸ εἰπῆτε, ἐρευνήσατε τὰ πράγματα, πείσατε τὴν Βουλήν. Ἢ ἐλησμονήσατε, ὅτι ὑμεῖς παρεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν νὰ διαῤῥήξῃ πάντα κομματικὸν δεσμὸν, ἡμεῖς πρῶτοι εἴπομεν πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ μῆνα Ὀκτώβριον, ὅτι δὲν μᾶς ἀρκεῖ ἡ πλειονοψηφία καὶ ὅτι προκαλοῦμεν οὐ μόνον τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ τὰς ὁμάδας καὶ τὰς μονάδας νὰ εἴπωσι τὴν γνώμην των; Τί νομίζετε, ὅτι πρόκειται περὶ συμφέροντος κομματικοῦ, περὶ ἀνταγωνισμοῦ ἐσωτερικοῦ! πρόκειται νὰ ὑποκλέψῃ ὁ εἷς τὴν Ἀρχὴν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἄλλου! Ἢ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ ὄχι πολιτικὴ, ἐξ ἧς ἐξαρτῶνται τὰ μέγιστα τῶν συμφερόντων; Καὶ νομίζετε ὅτι, ἂν τοιαῦτα τινὰ προεβάλλοντο πρὸς ἡμᾶς, ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν σπεύσει νὰ παρακαλέσωμεν τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ λησμονήσωσι τὰ πάντα καὶ τοὺς δεσμούς των μετά τῶν προσώπων, καὶ τὰς ἐπ’ αὐτῶν πεποιθήσεις καὶ ὡς δικασταὶ μὲ κεκλεισμένους ὀφθαλμοὺς νὰ ἐξετάσωσι τὰ πάντα καὶ ἀποφασίσωσιν; Ἀλλὰ ἂν συνδέεται τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ μείνωμεν ἢ μὴ εἰς τὴν ἐφαρμοζομένην πολιτικὴν μὲ ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, αὐτὸ εἶναι ἀνάμιξις, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιζημία. Καὶ πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὰ πράγματα κεχωρισμένως, καὶ μὲ ἀγαθοπιστίαν ἵνα ἀνεύρωμεν τὰ συμφέροντα εἰς τὴν πατρίδα, διότι μόνον ὅ,τι συμφέρει εἰς τὴν πατρίδα, αὐτὸ πρέπει καὶ νὰ γίνῃ. Τοιαῦτα ζητήματα δὲν προβάλλονται καθ’ ἑκάστην εἰς τὸν βίον τῶν ἐθνῶν, καὶ διὰ τοῦτο ταῦτα δὲν πρέπει νὰ λύῃ, οὔτε ἡ ἰδιότροπος γνώμη τῶν ἀτόμων οὔτε ἡ ἐγωϊστικὴ πρόνοια αὐτῶν. Αὐτὰ τὰ λύουσι τὰ ἔθνη, διότι τὰ ἔθνη ὑπέχουσι τὰς συνεπείας τῆς λύσεως αὐτῶν. Γνωρίζουσι δὲ οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὅτι μόνοι οἱ ἐντολεῖς των καὶ οἱ ὁμόφυλοι αὐτῶν θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὰς συνεπείας τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θέλουσι λάβει· (χειροκροτήματα). (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπί τινα λεπτά.)
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κρεστενίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατατάξεως τῶν μαθητῶν τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς εἰς τὸν στρατόν. (Ὅρα Παράρτημα). Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ, ἥτις διαβιβάζεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§22Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀνεγνώρισεν ἐπὶ τέλους καὶ ὡνωμολόγησεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀμφότεραι αἱ πτέρυγες τῆς Βουλῆς οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἕκαστος βουλευτὴς ἰδιαιτέρως καθὼς καὶ ἕκαστος Ἕλλην ἔχουσι δικαίωμα καὶ ἀνάγκην νὰ πληροφορηθῶσι τὶ ἐγένετο κατὰ τὸ τρίμηνον διάστημα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ διατί δὲν ἀνεγνώρισε ταὐτοχρόνως καὶ τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, ὅτε ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ πολλὰ λαλήσας οὐδὲ κἂν νύξιν ἔδωκε περὶ τοῦ ποῦ εὑρίσκεται τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα; Τὸ καθῆκον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἠναγκάσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ ἡγέτου αὐτῆς νὰ τοῦ τὸ ὑπομνήσῃ, καὶ καταβάντα τοῦ βήματος τὸν προεκάλεσε, ζητήσασα πληροφορίας. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Τρικούπη δὲν εἶναι παρὰ πρόκλησις καὶ ζήτησις πληροφοριῶν ἐπὶ τῶν διαφόρων σταδίων τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος καὶ ἐπὶ τῶν διαφόρων μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ προχωρήσῃ. Ὡμίλησεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως βεβαίως μετὰ τῆς κεραυνοβόλου ἐκείνης εὐγλωττίας, ἥτις τὸν χαρακτηρίζει, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς εὐγενοῦς ἐκείνης γλώσσης, ἥτις ἐπίσης τὸν χαρακτηρίζει καὶ ὀφείλει νὰ χαρακτηρίζῃ πάντα ἀληθῆ κοινοβουλευτικὸν ρήτορα. Ἅμα καταβάντος τοῦ βήματος τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἦλθε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ διάφορα κεφάλαια, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; ὄχι· οὐδεμία ἀπάντησις, οὐδεὶς λόγος εἰς ὅσα ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπηρώτησε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος. Ἐλάλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ μακρῶν, ὡς πάντοτε, ἐλάλησεν ὅμως μὲ γλῶσσαν τοιαύτην, ἥτις, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω, ὄχι μόνον εἰς ἐμὲ ἔκαμε λυπηρὰν ἐντύπωσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους τοὺς βουλευτὰς, διότι δὲν ἦτο γλῶσσα Πρωθυπουργοῦ, κυβερνῶντος τὸ ἔθνος εἰς τὴν κρισιμωτέραν στιγμὴν τοῦ βίου του, καὶ ὁ ὁποῖος πρῶτος ὀφείλει νὰ δίδῃ τὸ παράδειγμα τῆς μετριοπαθείας, ἔστω δὲ καὶ παρεκτροπὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τοιαύταις κρισίμοις περιστάσεσιν ὀφείλει νὰ παραβλέπῃ. Δὲν ἐλάλησεν οὔτε κἂν τὴν γλῶσσαν Πρωθυπουργοῦ, εὑρισκομένου ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν, εἰς τὰς ὁποίας ἴσως ἐπιτρέπεται παρεκτροπή τις κατὰ τὰς στιγμὰς ἐσωτερικῆς διαπάλης· ἀλλὰ ἐλάλησε τὴν γλῶσσαν, ἥτις ἁρμόζει ἴσως μόνον εἰς τὴν κοινὴν μετριότητα, εἰς ἣν τὸ ἐν αὐτῇ κοχλάζον πάθος καὶ μῖσος ἐκρήγνυται, ὅταν βλέπῃ ἐνώπιόν της τὴν μεγαλοφυΐαν. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ παραπονεθῶμεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὸ ὕφος ἢ τὴν γλῶσσάν του. Τὸ ὕφος, λέγουν οἱ Γάλλοι, εἶναι ὁ ἄνθρωπος· αἱ ξέναι δὲ γλῶσσαι δὲν ἐκμανθάνονται, ὅταν τις ἀρχίσῃ νὰ τὰς διδάσκηται εἰς προκεχωρημένην ἡλικίαν. Λίαν ἀργά, τώρα εἰς τὸ γῆράς του, ἀρχίσας νὰ κάμνῃ χρῆσιν τῆς πρωθυπουργικῆς γλώσσης ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἀδύνατον εἶναι νὰ λαλήσῃ αὐτήν, ἔστω καὶ μὲ πολλὰ λάθη. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ παραπονεθῶμεν διὰ τὴν γλῶσσαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ δι’ ἓν ἄλλο ἀκόμη. Τόσον φυσικὴ εἶναι ἡ γλῶσσα αὐτὴ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὥστε—καὶ βεβαίως δὲν τὸ ἐλησμονήσατε—κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου τῶν 100 ἑκατομμυρίων, ἀπηύθυνε καθ’ ἑαυτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του Ὑπουργῶν ἐπίθετόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ προφέρω ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἂς μετεχειρίζετο τὸ ὕφος καὶ τὴν γλῶσσάν του ὁ κ. Πρωθυπουργός. Διατί δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του ὡς Πρωθυπουργὸς νὰ πληροφορήσῃ, προκληθεὶς παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τοῦ ἡγέτου αὐτῆς, τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος; Ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐζήτησε νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ Πρωθυπουργὸς περὶ τούτου καὶ ὑπέδειξεν, ὅτι, ὡς τὰ πράγματα φαίνονται, διπλωματικῶς ἡ Κυβέρνησις ἀπέτυχε καὶ ἀπέτυχεν οἰκτρότατα, οἰκονομικῶς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν οὔτε βῆμα, στρατιωτικῶς δὲ πᾶν ἄλλο δύναται νὰ εἴπῃ ἢ ὅτι προητοιμάσθη, διότι αἱ πεποιθήσεις καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων εἶναι ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ εἴπωσιν, ὅτι δύνανται νὰ ὠθήσωσι τὸν Τόπον εἰς πόλεμον, μὴ προκαλέσοντα καταστροφήν. Ὤφειλεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀφήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ μὴ τὸ θεωρήσῃ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὄχι διὰ νὰ ἐξαγάγω συμπεράσματα, θίγοντα ἐσωτερικὰ ζητήματα Ἐξουσίας, ἀλλ’ ὅπως διαφωτίσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ, ἀλλὰ δὲν τὴν ἠκολούθησεν, ἢ μᾶλλον, ὅτι δὲν εἶχεν ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ζητήματος καμμίαν πολιτικήν. Μᾶς ἐτάραξεν, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὸ συμβὰν τῆς 6 Σεπτεμβρίου. Βεβαίως δὲν τὸ προεῖδε, μᾶς εἶπε. Τὸ παραδέχομαι· ἀλλ’ ἂν δὲν τὸ προεῖδεν, ὅταν τὸ εἶδεν ἐνώπιόν του, πῶς τὸ ἐξέλαβεν; ὡς μίαν ἀδέξιον πολιτικὴν παρῳδίαν, ὡς ἓν ἀπονενοημένον κίνημα νεήλυδος Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ διπλωματία μὲ μίαν κονδυλιὰν θὰ διέγραφε καὶ ἐπομένως ὕψωσε τὴν σημαίαν τοῦ status quo ante. Οὕτω τὸ ἐξέλαβε, καὶ συνεπῶς ἐνήργησεν εἴς τε τὰς πρώτας ἡμέρας μετὰ τὸ κίνημα τῆς Φιλιππουπόλεως, καὶ εἰς τοῦτο ἐξηκολούθει καὶ μετὰ ταῦτα. Ἐπίστευσε λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—καὶ ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἴς τινα προηγουμένην ἀγόρευσίν του ἐξεδήλωσε ῥητῶς τοῦτο—ὅτι ἤθελεν ἐπέμβῃ ἡ Εὐρώπη καὶ ἐπαναφέρει τὸ status quo ante· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἐφρόνει, ὅτι ἤθελεν ὑποχρεώσει τὴν Εὐρώπην εἰς τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ὁ Τόπος δὲν ἐξέλαβεν οὕτω τὸ συμβὰν, συνησθάνθη τὸ μέγα κακόν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέμενεν εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ status quo ante, καὶ ἤλπιζεν ἢ ἐπίστευεν, ὅτι θὰ τὸ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς διπλωματίας. Ἀλλ’ ἐξηγέρθη ὁ Τόπος καὶ ἠνάγκασε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προσκαλέσῃ τὴν ἐπιστρατείαν· ἐπροσκάλεσε δύο ἡλικίας. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ; Ὅλοι ὅσοι ἀνῆλθον ἕως τώρα εἰς τὸ βῆμα ὡμολόγησαν, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐνεργήσῃ. Τουλάχιστον τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσι τοῦτο. Ἐὰν διὰ λόγους ὡς ἐν ἡ διπλωματία ἐμπόδισε τότε τὴν Τουρκίαν νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῶν Βουλγάρων, διὰ λόγους ὡς δέκα ἤθελε πράξει τοῦτο διὰ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ἠθέλησεν ὅμως νὰ ἐνεργήσῃ τότε ὁ Πρωθυπουργὸς, διατί; διότι δὲν εἶχε, μᾶς εἶπε, δυνάμεις, διότι δὲν εἶχε στρατιώτας, δὲν εἶχεν ὅπλα καὶ πολεμοφόδια. Καὶ εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὡς πρὸς τοῦτο ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε καὶ εἶπεν, ἐὰν ἦσαν εἰς τὰς ἀποθήκας ὅπλα, ἐὰν ἦσαν ἄλλα ἀναγκαῖα διὰ τὸν στρατὸν, δὲν τὰ ἐφέρατε σεῖς, ἀλλ’ ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος. Καὶ ποῖος ἐξ ἡμῶν θέλει ν’ ἀρνηθῇ τὰ γενόμενα παρὰ τοῦ Κουμουνδούρου, τὸν ὁποῖον ζῶντα μὲν τότε ἐπεβουλεύεσθε, τρυφερώτατα δὲ τώρα, ὅτε ἐτελεύτησεν, ἀναφέρετε καὶ περὶ τοῦ ὁποίου τότε εἴπατε, ὅτι δὲν ἔχετε 20 ὑπογραφὰς, ἂν δὲ τὰς εἴχατε, θὰ τὸν ἐθέτατε ἀμέσως ὑπὸ κατηγορίαν; Ἡμεῖς ὅμως, οἵτινες καὶ ζῶντα τὸν ἐσεβόμεθα καὶ τὸν ἠγαπῶμεν, διότι καὶ αὐτὸς μᾶς ἐσέβετο καὶ μᾶς ἠγάπα, τώρα ἀποθανόντα θ’ ἀναιρέσωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔκαμεν; Ἐδημοσιεύθησαν διὰ τοῦ τύπου τὶ ὑπῆρχον εἰς τὰς ἀποθήκας κατὰ Ἀπρίλιον 1885. Εἰς τὴν πρώτην δημοσίευσιν ἀπήντησε τὸ ἐπίσημον ὄργανον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τῆς ὑπουργικῆς ἐφημερίδος καταδεικνύεται, ὅτι ὑπῆρχον εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ ὅπλα καὶ πολεμοφόδια, καὶ ὅ,τι χρειάζεται τοὐλάχιστον διὰ 50 χιλιάδων ἀνδρῶν δύναμιν. Δευτέρα δημοσίευσις ἐγένετο παρὰ μὴ ὑπουργικῆς ἐφημερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν προσετέθησαν καὶ ἄλλα. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ἀκριβῆ τὰ γραφέντα παρ’ αὐτῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶδον πρόθεσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ συμπαθείας πρὸς αὐτὴν, ἐρωτῶ, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τὴν ἐφημερίδα αὐτὴν «τὴν Παλιγγενεσίαν», εἶναι ἀκριβῆ ἢ ὄχι; Ποῖος ἐπρομήθευσε τὰ πρῶτα ἢ τὰ δεύτερα, τὰ ὀλιγώτερα ἢ τὰ περισσότερα δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ τὸ ἐξετάσω. Ἂν θέλετε, παραδέχομαι ὅτι σεῖς τὰ ἐπρομηθεύσατε ὅλα. Τὸ ζήτημα εἶναι, εἴχετε ἢ δὲν εἴχετε προμήθειαν διὰ νὰ ὁπλίσητε 50 χιλιάδας ἄνδρας; Ἀναγινώσκω τὴν «Πρωΐαν», ὄχι τὴν «Ὥραν». (Ἀναγινώσκει). «Κατὰ τὴν 1 Ἀπριλίου 1885 εὑρίσκοντο ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ, ἐρέας γλαυκοφαιᾶς μέτρα 1,024, κυανῆς μέτρα 71, μελαγχρόου μέτρα 2,172, κυανοαργυροχρόου μέτρα 15,946, ἰογενοβαφοῦς μέτρα 4,952, βυσινοχρόου μέτρα 101, λευκῆς μέτρα 8 καὶ κροκκίνης μέτρα 100. Ἱματισμοῦ δὲ κατεσκευασμένου χλαῖναι 28,985, χιτῶνες 26,349, ἀμπέχονα ἐξ ἐρέας 2,035, ὅμοια λινὰ 7,622, περισκελίδες ἐξ ἐρέας 25,283, ὅμοιαι λιναὶ 9,213, πιλίκια 35,583, λαιμοδέται 14,428, ὑποδύται 13,415, σκελέαι 10,373, ζεύγη ἀρβυλῶν 31,794, ζεύγη πάτων 14,025, ζεύγη τσαρουχίων 17,286, περικνημίδες 3,149, προσόψια 847, κολόβια 937. Καὶ κλινοστρωμνῶν καὶ ἱπποσκευῶν τὰ ἑξῆς εἴδη· κλινοσκεπάσματα διαφόρων εἰδῶν 87,702, ἀνδρομῆδαι 2,230, σαγαὶ ὁπλιτῶν 861, ὑποσάγματα 6,078, σάγματα κοινὰ ἡμιόνων 644, σάγματα ἐργαλείων 91. «Κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1885 ὑπῆρχον ὡσαύτως ἐν ταῖς ἀποθήκαις ὅπλα Γκρᾶ πεζικοῦ 108,110, πυροβολικοῦ 7,734 καὶ ἱππικοῦ 7,246, ὅπλα δὲ Σασσεπὼ πεζικοῦ 37,863, πυροβολικοῦ 846, τοῦ ἱππικοῦ 334· καὶ ὅπλα Μυλωνᾶ πεζικοῦ 6,129 καὶ ἱππικοῦ 24. Ὡσαύτως φυσίγγια Γκρᾶ 86,742,264, Σασσεπὼ 11,614,676, Μυλωνᾶ 626,650 καὶ Μαρτίνι 1,000,000». Ἡ «Παλιγγενεσία» προσθέτει τὰ ἑπόμενα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἤθελον νὰ ἔχω σημείωσιν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. (Ἀναγινώσκει). «Ἁρμόδιον πρόσωπον ἐκ Βώλου ἐπέστειλεν ἡμῖν σήμερον τὰς κατωτέρω λίαν σπουδαίας καὶ ἀξίας πάσης προσοχῆς πληροφορίας. «Ἐπειδὴ ἡ «Ὥρα» τῆς 11 τρέχοντος μηνὸς, ἀναφέρουσα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ ὑπαρχόντων εἰδῶν κατὰ τὴν 1 Ἀπριλίου π. ἔτους ἐλησμόνησε νὰ μνημονεύσῃ πολλὰ τούτων, σᾶς παρακαλῶ, κύριε συντάκτα, νὰ προσθέσητε, ὅτι ἐκτὸς τῶν μνημονευθέντων εἰς τὸ ἐν λόγῳ φύλλον, ὑπῆρχον εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ ἑξῆς· αʹ) 2,500 σκηναὶ πλήρεις διὰ στρατηγοὺς, ἀξιωματικοὺς καὶ ὁπλίτας. βʹ) Αἱ ἀποθῆκαι τοῦ μηχανικοῦ ἦσαν πλήρεις ἐργαλείων κοινῶν, ἐργαλείων ὄρχου μηχανικοῦ, ὄρχων πεζικοῦ, γεφυροσκευῶν καὶ λοιπῶν ἐν γένει χρησίμων τῷ στρατῷ. γʹ) Αἱ ἀποθῆκαι τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας ἦσαν πλήρεις χειρουργείων μετὰ τῶν σκευῶν των, κιβωτίων χειρουργικῶν φορητῶν, σαγμάτων θωκοφόρων, κλινῶν, ἐνδυμασιῶν καὶ λοιπῶν ἀναγκαίων διὰ στρατὸν 80 χιλιάδων ἀνδρῶν, πρὸς δὲ καὶ ξυλίνων φορητῶν νοσοκομείων, ἅτινα ὁ ἀρχίατρος κ. Σοῦτσος εἶχε κομίσει τελευταῖον ἐκ Δανίας. δʹ) Αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ περιεῖχον ἑκατοστύας σκευοφόρων ἁμαξῶν τετρατρόχων καὶ διτρόχων, ὅτι ἦσαν πλήρεις σαγῶν πυροβολικοῦ τόσον πεδινοῦ, ὅσον καὶ ὀρειβατικοῦ. εʹ) Αἱ ἀποθῆκαι τοῦ ἱματισμοῦ περιεῖχον ἐξάρτησιν, τοὐτέστι γυλιοὺς, πυριτοθήκας, ὑδροδοχεῖα, ἀορτῆρας σπάθης καὶ ὅπλου, ζώνας καὶ λοιπὰ διὰ στρατὸν πλέον τῶν 80 χιλιάδων ἀνδρῶν. ϛʹ) Ὅτι δύο ἡμέρας μετὰ τὴν ἄνοδον εἰς τὴν Ἐξουσίαν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἔφθασαν ἐκ Γαλλίας καὶ παρελείφθησαν παρ’ Ἐπιτροπῶν συσταθεισῶν παρὰ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν 35 χιλιάδες μέτρα ἐρέας διὰ στολὰς, 20 χιλιάδες ἀγγεῖα φαγητῶν δι’ ἓν ἄτομον, 8 χιλιάδες ἀγγεῖα φαγητοῦ δι’ ἐνωμοτίας, καὶ 5 χιλιάδες ὑδρίαι λιναὶ χρήσιμοι ἐν ἐκστρατείᾳ. ζʹ) Ὅτι εὗρε παραγγελίαν εἰς τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα Νικολέση καὶ Σταματοπούλου διὰ 90 χιλιάδας ὑποδύτας καὶ 90 χιλιάδας σκελέας. ηʹ) Ὅτι εὗρε παραγγελίαν εἰς τὸ ἐν Πειραιεῖ κατάστημα ἀδελφῶν Ῥετσίνα διὰ 20 χιλιάδας περισκελίδας καὶ 20 χιλιάδας ἀμπέχονα. Καὶ τέλος ὅτι εὗρεν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1885 ποσὸν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου διὰ προμηθείας ἀναγομένας εἰς τὸν ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ. «Ἐκτὸς δὲ τῶν ἐν τοῖς σώμασιν ὑπαρχόντων ἡμιόνων, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἶχε παραδώσει δι’ ἐπισήμων συμβολαίων εἴς τε τὴν Ἑταιρίαν τῶν μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου καθὼς καὶ εἰς διαφόρους μονὰς τοῦ Κράτους πλέον τῶν 300 ἡμιόνων, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιστραφῶσιν ἐν καλῇ καταστάσει, ἅμα ἤθελον ζητηθῆ. «Ἐλησμόνησε δὲ ἡ «Ὥρα» νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Τρικούπη κατεσκευάσθησαν οἱ περισσότεροι τῶν στρατώνων τῶν διαφόρων ὅπλων, καθὼς καὶ πᾶσαι σχεδὸν αἱ ἀποθῆκαι, ἐν αἷς ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει τὸ ἀπειροπληθὲς τοῦτο ὑλικόν». Ἐπαναλέγω, δὲν τὰ λέγω ταῦτα διὰ νὰ εἴπω τάχα ὅτι οἱ προκάτοχοί σας ἐφρόντισαν περὶ τούτων· θέλω νὰ βεβαιώσω τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπῆρχον ὅλα αὐτὰ ἕτοιμα εἰς τὰς ἀποθήκας· ἤθελον ἐπαρκέσει ἢ ὄχι διὰ 50, 40 ἔστω, διὰ 25 χιλιάδας ἀνδρῶν, οἵτινες ἠδύναντο νὰ εἶνε ἐντὸς 48 ὡρῶν ἐπὶ ποδός; Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν ν’ ἀφήσητε, ὡς εἴπετε, γυμνὸν τὸν Τόπον· διότι καθὼς αἱ τρεῖς ἡλικίαι ἦλθον ἐντὸς 48 ὡρῶν, εὐκολώτερον καὶ ταχύτερον ἠθέλετε συλλέξει ἐκείνους καὶ ἀνεμποδίστως, ἐὰν δὲ διὰ λόγους ὡς ἐν ἡ Εὐρώπη δὲν ἐμπόδισε τοὺς Βουλγάρους, διὰ λόγους ὡς δέκα δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ξένον Κράτος μὲ στρατιωτικὴν δύναμιν; Ἠθέλομεν τότε μιμηθῆ τὴν Βουλγαρίαν καὶ ἠθέλομεν εὑρίσκεσθαι σήμερον εἰς τὴν θέσιν τῆς Βουλγαρίας. Λοιπὸν θεωρεῖτε τὴν Βουλγαρίαν χειροτερεύσασαν τὴν θέσιν της; Ἡ διπλωματία δὲν ἐξετάζει εἰμὴ τετελεσμένα. Ἐπαναλέγω, ὅτι, ἐὰν τὸ κίνημα ἐγένετο τότε, οὐδεὶς φόβος ἀποτυχίας ὑπῆρχε, διότι δὲν ἤθελεν ἀπαντήσει πρόσκομμα. Ἠξεύρομεν ὅτι δὲν εὑρίσκοντο ἐκεῖ ἢ 1,500–2,000 Τοῦρκοι στρατιῶται, οἵτινες κατ’ οὐδὲν ἠδύναντο νὰ μᾶς ἐμποδίσωσι καὶ αἱ Δυνάμεις, αἵτινες εἶχον ἕνα λόγον νὰ ἐμποδίσωσι τὴν Τουρκίαν ἀπὸ τοῦ νὰ προχωρήσῃ κατὰ τῆς Βουλγαρίας, εἶχον δέκα λόγους νὰ πράξωσι τοῦτο καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα· καὶ ἤθελον ἐπιπέσει μ’ ὅλην τὴν δύναμιν ἵνα καταπαύσωσι τὸ κακὸν καὶ ἠθέλομεν ἔχει τότε τίτλον κεκτημένον, ὅστις ἤθελε γραφῆ διὰ τῆς λόγχης τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ δὲν ἤθελεν ἐπαιτεῖται ὡς νῦν διὰ τῆς γραφίδος τῆς διπλωματίας· ὅταν δὲ ἡ διπλωματία ἤθελε συνέλθει διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῆς Βουλγαρίας, ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ζήτημα τὸ ἰδικόν μας καὶ συγχρόνως ἤθελε λύσει καὶ τὰ δύο. Σήμερον ζητοῦμεν νὰ κάμωμεν ζήτημα μὲ τοὺς λόγους· ἀλλὰ σήμερον ζήτημα Ἑλληνικὸν μὲ τὰ λόγια δὲν γίνεται. Ὡς πρὸς τὰ διπλωματικὰ ἐζήτησε προχθὲς πληροφορίας ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε σήμερον, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ μᾶς δείξῃ καὶ τὰ ἐμπιστευτικὰ καὶ τὰ μυστικὰ ἔγγραφα. Μὴ εἴπετε, κύριοι, τινὸς περὶ τούτου, μὴ κάμετε χρῆσιν αὐτοῦ, διότι ἐφεξῆς οὐδεὶς ξένος θέλει ἐμπιστευθῆ τὴν Ἑλλάδα, ἅμα ἀκούσῃ ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς αὐτῆς ἀποκαλύπτει ὅ,τι διαμείβεται μεταξὺ τῶν ἄλλων Κρατῶν καὶ αὐτῆς. Ἀλλὰ ἐνῷ σήμερον ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ σᾶς δείξῃ ὅλα τὰ μυστικὰ, διατί εἰς τὰ φανερὰ δὲν δίδει ἀπάντησιν; Διπλωματικῶς τὸ ζήτημά μας εἶναι κατεστραμμένον, ναὶ ἢ ὄχι; ἀπαντήσατε! Εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρηγορήσω εἰς τοῦτο; ὅλοι γνωρίζετε τὰ διατρέχοντα. Ὄχι μόνον οἱ στόλοι τῶν Δυνάμεων εὑρίσκονται ἐν θέσει ἀπειλητικῇ πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων μετὰ δύο ἐκ τῶν μεγαλειτέρων Δυνάμεων ὁ Πρωθυπουργός μας εὑρίσκεται εἰς προσωπικὴν ῥῆξιν, μετὰ τῆς Ἀγγλίας, ἕνεκα τοῦ ἐδῶ πρέσβεως αὐτῆς, καὶ μετὰ τῆς Γερμανίας ἕνεκα τῶν δημοσιευθέντων τηλεγραφημάτων. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ δύο οὗτοι ξένοι ἔχουσι δίκαιον, ἀλλ’ ἡ διπλωματικὴ ἐνέργεια τοῦ Πρωθυπουργοῦ μας ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε πρὶν κηρύξῃ τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, διέκοψε τὰς σχέσεις του πρὸς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Γερμανίαν. Καὶ γνωρίζετε καλῶς, ὅτι ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἔχει λάβει διαταγὰς νὰ μὴ βλέπῃ τὸν Πρωθυπουργὸν παρὰ εἰς ἀπόλυτον ἀνάγκην, ὁ δὲ πρίγκιψ Βίσμαρκ κατῆλθε καὶ μέχρι τῆς δημοσιογραφίας γράφων εἰς τὴν ἐπίσημον ἐφημερίδα του προσωπικῶς κατὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ μας. Εἶναι διπλωματικὴ ἐπιτυχία αὐτή; Ἔδωσεν ὅμως ἀπάντησίν τινα περὶ τῆς διπλωματικῆς του ἐπιτυχίας ὁ Πρωθυπουργὸς, οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας ἀπαντῶν εἰς τὴν περὶ διπλωματικῶν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς ἄλλο θέμα, εἰς τὸ θέμα, ὅτι ἡ ἔλλειψις πίστεως ἑνὸς Κράτους δὲν ἐφελκύει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὰς συμπαθείας τῶν λαῶν. Ἀπήντησε δὲ ὡς ἑξῆς. Ἀναγινώσκω τὸν δημοσιευθέντα καὶ ἐπιθεωρηθέντα προχθεσινὸν λόγον τοῦ Πρωθυπουργοῦ (ἀναγινώσκει). «Καὶ ἤλεγχον ἡμᾶς πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐλησμόνησεν, ὅτι, ὅταν σχηματισθῶσιν αἱ γνῶμαι τῶν λαῶν, αἱ γνῶμαι τῶν Κυβερνήσεων, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐπίμονοι, τοῦ χρόνου προϊόντος, κάμπτονται καὶ ὑποχωροῦσι. Τὸ δίδαγμα μοὶ ἦτο ἀληθῶς ἀναγκαῖον, διότι εἶχον ἀπομάθει τὸ μάθημα τοῦτο ἀπὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν διεχειριζόμην καὶ ἄλλοτε τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα τῆς Πατρίδος. Καὶ τότε εἴς τινα μέρη τῆς Εὐρώπης αἱ Κυβερνήσεις διέκειντο ἂν οὐχὶ δυσμενέστατα, ἂν οὐχὶ δυσμενῶς, βεβαίως ἥκιστα εὐμενῶς πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ δίκαια. Καὶ εἶχον ἐργασθῆ ἀληθῶς τότε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤλπιζον, ὅτι μετ’ οὐ πολὺ ἤθελον ἀποκτήσει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, ὅπως πεισθῶσιν, ὅτι τὰ δικαιώματα ἡμῶν εἶχον κάποιαν ἀξίαν καὶ κάποιαν βάσιν. Ἀλλὰ τότε ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τυγχάνων, μὲ ἐπετίμα καθ’ ἑκάστην καὶ μοὶ ἔλεγεν, ὅτι μὲ ὅλας τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδιδεν ἡ ἀσκηθεῖσα τότε ὑπὸ τοῦ δημοσίου φρονήματος πίεσις ἐπὶ τὴν τότε Κυβέρνησιν τῆς Ἀγγλίας, ἡ Ἑλληνικὴ ὑπόθεσις δὲν εἶχε φθάσει οὔτε εἰς τὸ ἄλφα, καὶ ὅτι ἀπεῖχεν, ὡς συνηθίζει νὰ λέγῃ ὁ φίλος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς κ. Χοϊδᾶς, πολλοὺς παρασάγγας καὶ σταδίους. Ἀληθῶς εἶχον ἀπομάθει τὸ μάθημα τοῦτο ἐκ τῆς διδασκαλίας, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδιδε τότε ὁ πολυμαθὴς βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, καὶ εἶχον ἀνάγκην νὰ μοὶ τὸ διδάξῃ σήμερον. Ἀλλὰ διατί δὲν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ φροντίσῃ, πρὶν ἢ μὲ ἐπιτιμήσῃ, νὰ μάθῃ ἐὰν ὑπῆρξεν ἐνέργειά τις ἢ δὲν ὑπῆρξε παντάπασιν;» Τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἐννοήσητε ὅσοι εἶσθε ἀπὸ ὀλίγον καιρὸν εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸ παντὸς δὲν ἠμποροῦν νὰ τὸ ἐννοήσωσιν οἱ φίλοι συνάδελφοι τῆς Θεσσαλίας. Ἰδοὺ τὶ τρέχει. Κατὰ τὸ 1880 ἢ 1881 ἐπὶ συζητήσεώς τινος ἐν τῇ Βουλῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, βουλευτὴς τότε ὤν, ἰσχυρίσθη ὅτι διὰ φυλλαδίων καὶ διὰ διαφόρων δημοσιευμάτων ἐν Ἀγγλίᾳ κατώρθωσε νὰ πέσῃ ὁ Βήκονσφηλδ καὶ νὰ ἔλθῃ ὁ Γλάδστων. Ἐννοεῖτε ὁποίαν ἔκαμεν ἐπὶ τῆς Βουλῆς τότε ἐντύπωσιν, ἰδίως δὲ ὁ μακαρίτης συνάδελφος Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς ἐξεμάνη. Τοῦτο μᾶς ὑπενθυμίζει τώρα καὶ μᾶς δεικνύει, ὅτι τότε δὲν τὸ εἶπεν ὡς φράσιν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, φράσιν διασκεδάσεως, ἀλλ’ ὅτι καὶ τότε τὸ ἐπίστευσε καὶ τώρα ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ πιστεύῃ καὶ μᾶς προκαλεῖ νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὶ μᾶς εἶπε τότε, ὅτι ἐνήργησεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὅπως ἀνατρέψῃ τὸν Βήκονσφηλδ καὶ φέρῃ τὸν Γλάδστωνα· μᾶς προτρέπει δὲ νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν καὶ μάθωμεν τὶ ἐνεργεῖ ὁλοὲν ὅπως ἀνατρέψῃ Βίσμαρκ καὶ Γλάδστωνα, ὡς τότε ἀνέτρεψε τὸν Βήκονσφηλδ (ἱλαρότης). Ἑπομένως παρακαλῶ καὶ προκαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς τὸ ἐξηγήσῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἀπελπισίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, διὰ νὰ παρηγορηθῶμεν. Τὸν προκαλῶ δὲ διὰ νὰ προφυλαχθῇ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος ἀπὸ τοῦ γελοίου εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἂν δὲ ὑπάρχῃ γελοῖον, καὶ ὑπάρχει, νὰ περιορισθῇ ἐκεῖ ὅπου πρέπει. Ἔθιξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, εἰς τοῦτο δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε καὶ ἀπήντησε λίαν παῤῥησιαστικῶς καὶ εἶπεν: «Ἐὰν τὸ Δημό«σιον Ταμεῖον ἀπορῇ, ἐὰν ἀπολέσῃ τὴν πίστιν του, ἐὰν τὸ «Κράτος ἕνεκα τούτου εὑρίσκεται ἔχον πεπτωκυῖαν τὴν «πίστιν του, μὴ νομίζετε, ὅτι θέλετε δυνηθῆ ν’ ἀμυνθῆτε «ἢ νὰ ἀγωνισθῆτε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ». Σεῖς οἱ ὁποῖοι, ἑπόμενοι τῷ Πρωθυπουργῷ, ὑποστηρίζετε τὸ «ἐμπρὸς», ἰδοὺ ἀκούετε αὐτὸν τὸν Πρωθυπουργὸν λέγοντα πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, ὅταν δὲν ἔχετε χρήματα, μὴ ἐλπίζετε, ὅτι θὰ ἠμπορέσητε ποτὲ νὰ ἀμυνθῆτε ἢ ἀγωνισθῆτε ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Καὶ ἔχομεν πίστιν; ἔχομεν χρήματα; εἶνε ἀνάγκη ἀναπτύξεως τοῦ ζητήματος τούτου; Ποῖα οἰκονομικὰ μέσα μᾶς φέρει ὅπως ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ; τὸ νομοσχέδιον τῶν 25,000,000 χαρτίνου νομίσματος. Καὶ τίς ἀμφιβάλλει, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἂν ψηφισθῇ, θὰ καταστρέψῃ, ἂν ἀπέμεινε, καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος πίστεως; Καὶ τίς δὲν πιστεύει, ὅτι μετ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ μὲ τὰ 18 ἑκατομμύρια χάρτινα κέρματα τὸ 130 τοῦ φράγκου δὲν θὰ φθάσῃ εἰς τὸ 150 καὶ εἰς τὸ 200; Λοιπὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, μὲ τοιαύτην κατάστασιν τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ τῆς δημοσίας πίστεως ποῦ σύρεις τὸν Τόπον σου; εἰς τὴν μονομαχίαν μετὰ τῆς Τουρκίας ἐναντίον ὅλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων! Ὁμιλήσατε καθαρῶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον, ἐπαναλαβὼν ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος προχθές. Εἰς ἀμφοτέρους λέγω ὅτι καθαρώτερα δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκφρασθῇ ὁ κ. Τρικούπης ἀπὸ ὅ,τι ἐξεφράσθη. Ἐὰν ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος δὲν ἐννοοῦσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, τὰ ἐνόησεν ὅμως πολὺ καλὰ καὶ ὁ τελευταῖος κάτοικος τῆς τελευταίας χωρικῆς καλύβης τῆς Ἑλλάδος. Ἂν ἔχετε ἀντίθετον γνώμην, μᾶς εἶπε, φέρατέ την ὡρισμένως. Τὴν ἐφέραμεν, καὶ σᾶς ἐρωτῶμεν· σπουδαίως λέγετε ὅτι θὰ προβῆτε ἐμπρός; ὅτι θὰ ὠθήσετε τὸν Τόπον σας εἰς μονομαχίαν μετὰ τῆς Τουρκίας, τώρα ὡς ἵστανται τὰ πράγματα, τῆς Εὐρώπης ἁπάσης ἀνθισταμένης, σήμερον ὡς εἶναι τὰ πράγματα; τί θὰ συμβῇ μετ’ ὀλίγον ἀγνοῶ. Εἴμεθα σήμερον εἰς καλλιτέραν θέσιν ἀπὸ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Σεπτεμβρίου; Ἦτο ἡ Τουρκία ἀπέναντί μας τότε εἰς καλλιτέραν θέσιν ἀπὸ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον; Ἂς ἀπαντήσῃ οἱοσδήποτε ἀπὸ σᾶς ἐν συνειδήσει, ἂν ἀφήσαντες νὰ παρέλθῃ ἡ τότε κατάλληλος στιγμὴ, ἂν ἐδώσαμεν ἢ ὄχι καιρὸν εἰς τὸν ἀντίπαλον νὰ μᾶς περιμένῃ πάνοπλος εἰς τὰ σύνορα μὲ δύναμιν διπλασίαν τῆς ἰδικῆς μας; καὶ ἡμεῖς; μὲ στρατόν;... (Εἶνε ἡ ὥρα νὰ ἐκφρασθῶμεν ἐλευθέρως· ἡμεῖς οἱ γέροντες, κύριε Σωτηρόπουλε, πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς νέους τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφράζωνται ἐλευθέρως· καὶ ἂν εὑρισκώμεθα εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην, εἰς ὁποίαν εἶχον κάμει ψήφισμα νὰ μὴ ὁμιλήσῃ τις περὶ εἰρήνης ὑπὸ ποινὴν θανάτου, ἡμεῖς ἐὰν αἰσθανώμεθα τὴν συνείδησίν μας τοῦτο ὑπαγορεύουσαν ὀφείλομεν νὰ μιμηθῶμεν τὸν ἀρχαῖον ἐκεῖνον, ὅστις μὲ τὸν βρόχον εἰς τὸν λαιμὸν εἶπεν εἰς τοὺς συμπολίτας του· ἰδοὺ ἀπαγχονίσατέ με, ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν — μὲ στρατὸν, λέγω, ὁ ὁποῖος οὐχὶ ποίμνιον ὡς εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τὸ ὁποῖον ἐσκανδαλίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ — δανειζόμενος τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐξέφρασεν αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡς ἀντιπολιτευόμενος βουλευτὴς—εἶνε προσδιωρισμένος διὰ τὸ σφαγεῖον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁμιλῶν ἄλλοτε περὶ ἐνιαυσίου θητείας, ἔλεγεν ἀπ’ ἐδῶ, «μὲ θητείαν μονοετῆ δὲν θὰ ἠμπορέσετε ποτὲ νὰ κάμετε στρατὸν, θὰ περισυνάξετε δὲ τὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ τὰ στείλητε εἰς τὸ σφαγεῖον». Εἴπατέ μοι, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν συνειδήσει, σήμερον εὑρίσκεις τὸν στρατὸν καθὼς ὑπάρχει, τὸν εὑρίσκεις διαφορετικὸν ἀπὸ τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς ἣν ἦτο κατὰ τὴν πεποίθησίν σας διωρισμένος διὰ τὸ σφαγεῖον; Καὶ ἠθέλετε λοιπὸν, τοιούτων ὄντων τῶν πραγμάτων, νὰ συνέλθωμεν ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ βλέπωμεν τὴν Κυβέρνησίν μας σιωπῶσαν καὶ νὰ μένωμεν καὶ ἡμεῖς σιωπηλοί; καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν διαγωγὴν τῆς παρελθούσης Συνόδου καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν, διὰ νὰ σημειωθῇ μόνον εἰς τὰ πρακτικὰ, τὴν διαφωνίαν ἡμῶν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν, καὶ νὰ ἀφήσωμεν νὰ περάσουν ἀσυζητητεὶ τὰ νομοσχέδια ὡς ἄλλοτε; Ἀλλὰ «τὴν πολιτικήν μας τὴν ἐψηφίσατε, ἀλλὰ τὰ μέτρα μας τὰ ὑπεστηρίξατε.»— Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅ,τι λέγει σήμερον, τὸ εἶπε καὶ τότε, καὶ τότε ἀπ’ ἀρχῆς ἐδήλωσε τὴν δυσπιστίαν της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνελάμβανεν ὁ Τόπος· καὶ τότε ἀπ’ ἀρχῆς εἶπε, σκεφθῆτε ποῦ βαδίζετε· ὡς πρὸς τὸ πρόγραμμα τὸ γενικὸν οὐδεμία διαφωνία ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ καθὼς βαδίζει ἡ Κυβέρνησις μὲ τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα εἴδομεν ἀπὸ τῆς 6 Σεπτεμβρίου ἕως τῆς 11 Ὀκτωβρίου, ὅτε συνήλθομεν, ἐσχηματίσαμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πᾶν ἄλλο σκέπτεται παρὰ νὰ προβῇ εἰς βήματα ἀποφασιστικά. Προεκαλέσαμεν καὶ δύο, τρεῖς ψηφοφορίας καθαρῶς πολιτικὰς καὶ ἐφάνη πλειοψηφία κολοσσαία, συμπαγὴς καὶ ἀκλόνητος, ὁποία ἦτο πάντοτε. Ἐν τοιαύτῃ θέσει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συνήθη ἀντιπολίτευσιν, τὴν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα ἐπὶ τοιούτου θέματος, σήμερον θὰ μᾶς ἐλέγετε, ἐφέρατε συζητήσεις καὶ προσκόμματα! Καὶ δὲν μᾶς τὸ ἐπέτρεπε καὶ ἡ συνείδησίς μας, διότι μόνη ἐνέργεια δυνατὴ ὑπὲρ τοῦ ζητήματος κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἦτο ἡ τῆς Κυβερνήσεως· δὲν ἠδυνάμεθα δὲ νὰ προΐδωμεν, ὅτι θὰ ἔφερε τὰ πράγματα ἐκεῖ ὅπου τὰ ἔφερεν· εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι κἄτι τι ἤθελε γίνει, ὅτι ἄλλως πως ἤθελεν ἐνεργήσει. Ἀλλὰ σήμερον τὰ πράγματα εὑρίσκονται ὅλως διόλου διαφορετικά. «Ἄν ἐλέγετε τότε, μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Φιλάρετος, ὅ,τι λέγετε τώρα, πολλοὺς θὰ εἴχατε, οἱ ὁποῖοι ἤθελον σᾶς ἀκολουθήσει.» Τὰ εἴπομεν τότε· ἂν ὅμως ἐφέρομεν προτάσεις, οἵας ἐννοεῖ ὁ κ. Φιλάρετος, τότε θὰ μᾶς ἔλεγεν οὐχὶ πλέον ὅτι πολεμοῦμεν διὰ τὰ ῥάκη τῆς Ἐξουσίας, ἀλλ’ ὅτι ξεσχίζομεν τὴν ἱερὰν ἁλουργίδα τῆς Πατρίδος. Δὲν εἶναι ἀγὼν διὰ τὴν Ἐξουσίαν, κ. Πρωθυπουργὲ, ἔσο βέβαιος, σοῦ τὸ ὁρκίζομαι ὡς ἄτομον δι’ ἐμὲ, καὶ σοῦ τὸ διαβεβαιῶ ἐξ ὀνόματος ὅλης αὐτῆς τῆς πτέρυγος (δεικνύει τὴν δεξιάν). Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθῃ τώρα ὁ Τρικούπης, ὄχι· θὰ ἀγωνισθῶ ἵνα ἀντιστῶ εἰς τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν θέλω νὰ μοῦ μείνῃ ὁ ἔλεγχος ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀρθῇ ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον βλέπω, καὶ δὲν συνετέλεσα. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ὑποστηριχθῇς, οὐχὶ ἐξ ἡμῶν, διότι τότε μόνον θὰ γίνουν ἐπαισθηταὶ ἀπὸ τὰς ὁμάδας αἱ καταστροφαὶ, τὰς ὁποίας θὰ φέρῃ τὸ σύστημά σου, ὁ τρόπος τῆς Κυβερνήσεώς σου. Τώρα τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὰς καταστροφὰς τὰς βλέπουν μόνον οἱ νοήμονες, τὰς βλέπει μεταξὺ τούτων ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἀλλ’ ἐδῶ ἀπὸ τὸ βῆμα ὁμιλῶν, ὡς ὁμιλεῖ, γνωρίζει, ὅτι αἱ ὁμάδες δὲν ἐφωτίσθησαν ἀρκούντως, διὰ τοῦτο ἔρχεται ἐδῶ καὶ πανηγυρίζει ἀκόμη τὴν 7 Ἀπριλίου. Πρέπει νὰ μείνετε ἀκόμη ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, κ. Πρωθυπουργὲ, διὰ νὰ γίνωσι τ’ ἀποτελέσματα ἐπαισθητά, διότι τότε ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις· ἄλλως, τὸ ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ τώρα, θὰ εὑρεθῇ ἐπὶ τῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἐχαράξατε καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ πέσῃ τὸ παράπονον τοῦ λαοῦ, καὶ καθὼς εἶναι σήμερον τὰ πράγματα θὰ πάρῃ ὅλας τὰς ἁμαρτίας σας ἐπάνω του. Ἰδοὺ διατὶ δὲν πολεμοῦμεν διὰ τὴν Ἐξουσίαν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν, δὲν θὰ πολεμήσωμεν ὡς πολεμοῦσιν οἱ Γάλλοι πρὸς τοὺς Γερμανούς, ἡμεῖς θὰ πολεμήσωμεν ὡς Ἑλλάς, ὡς ἐπολεμήσαμεν εἰς τὰ 1821, καὶ ἐδῶ περιγραφαὶ τῶν μελλόντων ἀνδραγαθημάτων καὶ τῆς καρτερίας, τὴν ὁποίαν θὰ δείξωμεν κτλ. Ὅταν ἐλέγοντο τὰ τοιαῦτα προχθές, εἶπα εἰς τὸν παρακαθήμενόν μου, ἐὰν ἡ σκιὰ τοῦ Φωκίωνος περιέρχεται τὴν στιγμὴν ταύτην ἐντὸς τῆς αἰθούσης, θὰ ἐπαναλάβῃ βεβαίως ὅ,τι ἔλεγε πρὸ δύω χιλιάδων ἐτῶν εἰς τὸν Λεωσθένην, ὅταν οὗτος προέτρεπε τοὺς Ἀθηναίους εἰς τὸν πόλεμον κατὰ τοῦ Ἀντιπάτρου καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁ Φωκίων ἐπροσπάθει νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς συμπολίτας αὐτοῦ. Θὰ ἔλεγε καὶ σήμερον «μειράκιον, οἱ λόγοι σου εἶναι ὡς αἱ κυπάρισσοι ὑψηλοὶ καὶ ὡραῖοι, ἀλλὰ καρπὸν δὲν φέρουσι.» Πόλεμος τοῦ 1821 ὑποθέτει ἀσυντάκτους πρὸς ἀσύντακτον, δούλους πρὸς δεσπότην. Εἶναι ἀδύνατον σήμερον ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ νὰ ἐπιχειρήσῃ πόλεμον ἐπιτυχῆ, ἐὰν δὲν λάβῃ μέρος εἰς τὸν πόλεμον τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ὡς Κράτος καὶ ἀναδεχθῇ τὰς συνεπείας ὡς Κράτος. Ὅλα τὰ πειράματα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν τοῦ πολέμου τοῦ 1821, ἀπέτυχον. Ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε τὸν πόλεμον τοῦ 1821, ὅταν ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς διαγραφῇ ἀπὸ τὰ Κράτη τὰ ἀνεξάρτητα, καὶ νὰ εἴπητε τότε, ὡς κατεστράφησαν ἄλλοτε τὰ Ψαῤῥὰ, ἡ Χῖος, τὸ Μεσολόγγιον, ἂς καταστραφοῦν τώρα καὶ αἱ Ἀθῆναι καὶ αἱ Πάτραι καὶ ἡ Σῦρος κτλ. Ἀφοῦ ὅμως εἶσθε Κράτος, ἢ θὰ ἐκλείψητε ὡς Κράτος, ἢ θὰ παραδεχθῆτε τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς ἐπιβάλῃ ὁ νικητής. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς εἶναι κεχωρισμένον ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης; — Ἂν λοιπὸν βλέπω, ὅτι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε, θὰ ἦναι μὲν σωτηριωδεστέρα, ἀλλὰ σεῖς θὰ τὴν ναυαγήσητε, ὀφείλω νὰ ἐξακολουθήσω ὑποστηρίζων, ὅταν ἔχω ἐνώπιόν μου ἀποδείξεις, ὅτι καὶ διπλωματικῶς καὶ οἰκονομικῶς κατεστρέψατε τὸν Τόπον, καὶ στρατιωτικῶς ἵστασθε οὐχὶ ἐπὶ τοῦ σημείου, εἰς ὃ ἔπρεπε νὰ ἵστασθε, ἐνῷ λέγετε, ὅτι ἐλλείπουσιν 800 ἀξιωματικοὶ καὶ 4,000 ὑπαξιωματικοὶ ἀπὸ τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν καὶ ὅλα ὅσα ἀνέφερεν αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Δὲν ἀποκαλύπτω μυστήρια· εἶναι ἄπειρα ἄλλα διατυμπανισμένα ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς εἶπε πολλά, καὶ σήμερον ἀκόμη εἶναι ἄνδρες ἐν τῷ στρατῷ ἀνένδυτοι. Κράτη, τὰ ὁποῖα ὡδηγήθησαν εἰς πόλεμον ἀπὸ Κυβερνήσεις ἀνικάνους, Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐκίνησαν εἰς πόλεμον μὲ διευθύνσεις, μὴ ἐχούσας πρωτοβουλίαν καὶ σταθερότητα καὶ ἰδέας, αὐτὰ τὰ Κράτη ἢ ἐχάθησαν ἢ πολὺ ἐζημιώθησαν. Ὁμολογεῖται παρ’ ὅλων, ὅτι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐλλείπει ἡ πρωτοβουλία καὶ ἡ ἐνέργεια. Λοιπόν, ποῦ θὰ μᾶς φέρῃ; Ἡ Πρωσσία εἰς τὰ 1806 ἦτο τόπος ἀπόλεμος, μὴ στρατιωτικῶς παρεσκευασμένος; εἶχε στρατὸν ὅμοιον τοῦ ἰδικοῦ μας; Εἶχε τὸν ἀήττητον στρατὸν τοῦ Μεγάλου Φριδερίκου, ὁ ὁποῖος ἐπολέμησεν ἐναντίον τῶν ἡνωμένων στρατῶν τῆς Αὐστρίας, τῆς Ῥωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας καὶ τοὺς ἐνίκησε, καὶ εἰς τὸ 1806, ἐνῷ ἔζων ἀκόμη συστρατιῶται τοῦ Μεγάλου Φριδερίκου, ἕνα μῆνα μετὰ τὴν προκήρυξιν τοῦ πολέμου Βασίλειον τῆς Πρωσσίας δὲν ὑπῆρχε πλέον, καὶ κατόπιν μόνον χάριν τῆς παρεμβάσεως τοῦ Ἀλεξάνδρου ἔδωσεν εἰς τὸν Βασιλέα τῆς Πρωσσίας ὁ Ναπολέων τὸ ἥμισυ τῶν ἐπαρχιῶν του, σημειώσας εἰς τὴν προκήρυξίν του, ὅτι ἔκαμνε τὴν παραχώρησιν ταύτην μόνον καὶ μόνον χάριν τοῦ φίλου του Ἀλεξάνδρου. Ἤλλαξαν οἱ Πρῶσσοι; Δὲν ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνίκησαν συνηνωμένους τοὺς στρατοὺς τῶν τριῶν ἐκείνων αὐτοκρατοριῶν; Δὲν ἦσαν ὁ ἀήττητος στρατὸς τοῦ Μεγάλου Φριδερίκου; Πῶς ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς τὸ Βασίλειον τῆς Πρωσσίας δὲν ὑπῆρχε; Καὶ μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἰέννας τοιοῦτος πανικὸς ἐκυρίευσε τοὺς Πρώσσους, ὥστε τρεῖς ἱππεῖς Γάλλοι συναντήσαντες λόχον Πρώσσων μὲ τὰς λόγχας ἐπὶ τῶν ὅπλων, τὸν συνέλαβον αἰχμάλωτον. Καὶ τὸ φρούριον τοῦ Στεττίνου, τὸ θεωρούμενον ἀπόρθητον, μὲ ἓξ χιλιάδας φρουράν, μὲ πολεμεφόδια καὶ ζωοτροφίας ἐπαρκεστάτας, ἅμα παρουσιάσθη ὁ Μουράτης μὲ τὸ ἱππικόν του καὶ ἔσεισε κάτωθεν τοῦ φρουρίου τὴν σπάθην αὐτοῦ, παρεδόθη εἰς τὸν Μουράτην, καὶ τότε ὁ Ναπολέων τοῦ ἔγραψε, θέλω μηνύσει εἰς Παρισίους, ἀφοῦ σὺ κυριεύεις μὲ μόνον τὸ σπαθί σου τὰ φρούρια, νὰ χύσουν τὰ κανόνια καὶ νὰ τὰ κόψουν δεκάρες καὶ πεντάρες. Πῶς ἐξηγοῦνται ταῦτα; Τὰ αἴτια τῆς ἀπροσδοκήτου ταύτης καταστροφῆς τὰ βλέπετε εἰς τὰ ἀπομνημονεύματα τῶν τότε Ὑπουργῶν καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ πρίγκιπος Χάρδενβεργ, ἐκεῖ θὰ ἰδῆτε, ὅτι τὰ λάθη, τὰ ὁποῖα ἔγιναν τότε εἰς τὴν Πρωσσίαν, εἶναι αὐτά, τὰ ὁποῖα γίνονται σήμερον εἰς ἡμᾶς κατὰ ποιὸν ἀπαράλλακτα, ἀλλὰ κατὰ ποσὸν εἶναι παρ’ ἡμῖν ἑκατονταπλάσια. Καὶ οἱ Πρῶσσοι τοῦ 1806 εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μετὰ ἓξ ἔτη ἄλλως διευθυνόμενοι ἔκαμον τὰ μεγάλα κατορθώματα τοῦ 1813, 1814 καὶ 1815. Ἡ Γαλλία ἦτο ἀπειροπόλεμος κατὰ τὰ 1870; ἐνθουσιασμένοι οἱ Γάλλοι ἐφώναζον à Berlin, à Berlin, ἀλλ’ ἔχασαν τὰς Ἐπαρχίας των καὶ ὑπέκυψαν εἰς τὰς σκληρὰς ἀπαιτήσεις τοῦ νικητοῦ. Ἐπαναλέγω· ἐξετάσετε τὰ λάθη, τὰ ὁποῖα γίνονται παρ’ ἡμῖν καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι εἶναι ἀπαράλλακτα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἴς τε τὴν Πρωσσίαν τὸ 1806 καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν κατὰ τὸ 1870. Ἐλέχθη ἐνταῦθα πρὸς ἐξήγησιν τῆς ἥττης τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ 1870, ὅτι μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ναπολέοντος εὑρέθη ἔγγραφον ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γαλλίας, δι’ οὗ παρηγγέλλετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προβιβάσῃ τὸν δεῖνα ἀξιωματικόν, διότι εἰξεύρει καὶ χορεύει καλά· εἰπέτε μου ἐν συνειδήσει, πολλοὶ τῶν γινομένων ἐσχάτως προβιβασμῶν ἔχουν δικαιολόγησιν καλλιτέραν; Ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου ἐφθάσαμεν ἠμποροῦμεν νὰ ὀπισθοχωρήσωμεν; Δὲν θὰ ἀπογοητευθῇ καὶ ὁ ἐλεύθερος Ἑλληνισμὸς καὶ ὁ δοῦλος; ναί, λέγω, ἐκεῖ εἴμεθα. Ἀλλὰ πότε θὰ ἦναι μεγαλειτέρα ἡ ἀπογοήτευσις καὶ θλιβερώτερα τὰ ἐπακόλουθα; Ἐὰν σήμερον δείξωμεν, ὅτι σωφρονοῦμεν, ἢ ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ καταστροφή, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, ὡς διευθύνεται τὸ ἔργον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπέλθῃ; Ἐὰν πέπρωται νὰ ἐπέλθῃ, ἓν μόνον παρακαλῶ τὸν Θεόν, νὰ μὴ μὲ ἀφήσῃ νὰ ἴδω τὴν αὐγὴν τῆς ἀποφράδος ἐκείνης ἡμέρας· ἂν ἐπέλθῃ, δὲν θὰ ὑπέχῃ εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις· καὶ διὰ νὰ ὁμιλήσω καθαρά, ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν διαγωγήν του ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλὰ δι’ ὅσα δύνανται νὰ συμβῶσι σήμερον δὲν εἶναι ὑπεύθυνος κυρίως αὐτός. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ὑπεύθυνος εἶναι, ὅτι παρέσυρεν, ἀντιπολιτευόμενος ὤν, τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, ὑποσχεθεὶς αὐτῷ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγίνωσκεν, ὅτι ἦσαν ἀδύνατα· ὑπεσχέθη, ὅτι ἠδύναντο νὰ λείψωσιν οἱ φόροι, ὅτι ἠδύναντο νὰ γίνωσιν οἰκονομίαι 15,000,000. Ἀλλὰ διὰ τὰ σημερινὰ δὲν εἶναι διόλου ὑπεύθυνος, συγχωρήσατε δὲ νὰ σᾶς ἐξηγηθῶ δι’ ἑνὸς διηγήματος τῶν καλῶν μας γειτόνων. Ἕνας Βεζύρης διὰ νὰ δείξῃ τὴν εὔνοιάν του εἰς τὸν κουρέα του τὸν διώρισε Καδῆν. Τοῦ κουρέως διστάζοντος νὰ δεχθῇ, ὁ Βεζύρης τὸν ἐνεθάῤῥυνεν, εἰπὼν αὐτῷ, ὅτι οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ ἀπαντοῦσε κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων τοῦ Καδῆ· ἀρκεῖ, τὸν εἶπε, παρὰ τοῦ ζητοῦντός τι ἀπὸ σὲ νὰ τὸν ἐρωτᾷς ἂν ἔχῃ ἔγγραφον, ἢ μάρτυρας, ἢ ἂν δέχηται ὅρκον πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ αἰτήματός του. Ἂν ὅμως οὐδὲν τούτων σοὶ προσφέρει, εἶναι σημεῖον, ὅτι θέλει νὰ σὲ ἀπατήσῃ, καὶ τότε δόσε του πεντήκοντα ῥαβδισμοὺς εἰς τὰ ποδάρια καὶ ῥίψε τον ἔξω. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔστειλεν ὁ Βεζύρης τὸν ὑπασπιστήν του νὰ προσκαλέσῃ τὸν νέον Καδῆν εἰς γεῦμα· ὁ Καδῆς, ὅτε ὁ ὑπασπιστὴς τῷ ἀνήγγειλε τὴν πρόσκλησιν, ζαλισμένος ἀπὸ τὰς νέας ὑπηρεσίας του, ἠρώτησε τὸν ὑπασπιστὴν ἂν ἔχῃ ὁμόλογον, μάρτυρας, ἢ ἂν πέρνῃ ὅρκον. Ὁ ὑπασπιστής, μὴ ἔχων ὁμόλογον ἢ μάρτυρας καὶ ἀρνηθεὶς τὸν ὅρκον, ἐῤῥίφθη κάτω, ἔλαβε τὰς πεντήκοντα εἰς τὰ ποδάρια καὶ ἐῤῥίφθη ἔξω.
§23ΤΙΝΕΣ. Παραμύθια θὰ ἀκούωμεν;
§24ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ γεροντικὴ ἡλικία ἀρέσκεται εἰς τὰ διηγήματα· ἄλλως δὲ καὶ ὑμεῖς ἐδείξατε, ὅτι πολὺ ἀρέσκεσθε εἰς τὰ παραμύθια. Ὅταν ὁ Βεζύρης ἐζήτησε λόγον ἀπὸ τὸν κουρέα Καδῆν, οὗτος ἀπήντησε: Βεζύρη μου, ἔκαμα καθὼς μὲ παρήγγειλες· τοῦ ἐζήτησα ἔγγραφον ἢ μάρτυρας, δὲν εἶχεν· ὅρκον δὲν ἐπῆρε· λοιπόν; Τότε ὁ Βεζύρης ἀνταπήντησε: πταίω ἐγώ, ὅστις σὲ ἔκαμα Καδῆν.—Ὁ μῦθος δηλοῖ... Τὸν ἐγνωρίζατε τὸν κ. Δηλιγιάννην, τοῦ λείπει ἡ πρωτοβουλία, τοῦ λείπει ἀπόφασις. Ἐγὼ δι’ ἓν μόνον ἔχω νὰ παραπονεθῶ κατὰ τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε ἤρχισαν νὰ φαίνωνται μερικαὶ κυμάνσεις ἐν τῇ Βουλῇ, μᾶς εἶπε: «Δὲν ἐννοῶ νὰ διαθρέψω πολὺ τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὡς ἐκ τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, ἡ Ἑλλὰς ἐκέρδισεν ὅ,τι δὲν ἐκέρδισε τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον κατὰ τὰ 50 ἔτη τῆς συστάσεώς του». Μέλος ἔγκριτον τῆς Συμπολιτεύσεως, ὁ κ. Ζηνόπουλος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι παρών, ἀνῆλθε τότε τὸ βῆμα καὶ σχολιάζων τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶπε: «Τοῦτο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν εἶναι ἄλλο, παρ’ ὅτι ἐκερδήσαμεν κἄτι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον καὶ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας.» Ἐγὼ τότε ἔσκυψα καὶ εἶδον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπιχαρίτως νεύοντα πρὸς τὸν ῥήτορα, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Κατόπιν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀνῆλθον ἐγὼ εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐπαναλαμβάνων τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὴν ἐπεξήγησιν τοῦ κ. Ζηνοπούλου, προσέθεσα, ὅτι δὲν τὰ πιστεύω, ἀλλὰ ὁ Πρωθυπουργὸς τὰ λέγει, ἡ δὲ πλειοψηφία, ἐξακολουθοῦσα, ἀφοῦ τὰ ἐγγυᾶται, δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ δέσω τὰς χεῖρας. Ἰδού, κύριε Φιλάρετε, ὁ λόγος τῆς διαγωγῆς μας. Ἡ ἀπογοήτευσις λοιπόν, ἐπαναλέγω, θὰ ὑπάρξῃ πολὺ μεγαλειτέρα, ἐὰν κινήσωμεν τὸν πόλεμον καὶ ἔλθῃ ἡ καταστροφή, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀναπόφευκτος, παρὰ ἐὰν σήμερον θελήσωμεν νὰ σταματήσωμεν καὶ νὰ δειχθῶμεν σώφρονες. Λάβε λοιπὸν τὴν τόλμην, κύριε Πρωθυπουργέ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς πολιτικὸς ἀνὴρ καὶ εἰπὲ τὶ θὰ πράξῃς. Ὅταν ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουήλ, ἐπανακάμπτων εἰς Τορῖνον μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ πατρός του, εἶδε ἐνώπιόν του τὴν μεγίστην ἐξέγερσιν, διότι ὑπέγραψε τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ὁ νικητὴς Ραδέσκης, ἐκλείσθη εἰς τὸ γραφεῖόν του καὶ ἔκλαυσεν ὡς παιδί, ἀλλ’ ἐπέμεινε χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἢ ἀπὸ ψηφίσματα Συλλόγων· οὕτω πράττουσιν οἱ κυβερνῶντες· Θέλετε τώρα, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἰδιαιτέραν μου πεποίθησιν; Μὲ ὅσα καὶ ἂν λέγωνται καὶ δημοσιεύωνται καὶ πράττωνται, μὲ ὅσας ἡλικίας καὶ ἂν προσκαλῶνται, μὲ ὅσα φορτία ὅπλων καὶ πολεμοφοδίων καὶ ἂν ἔρχωνται, σεῖς, ὁ ὁποῖος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὰ 1878, ἤλθετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀνηγγείλατε, ὅτι διετάχθη ὁ στρατὸς νὰ ἐξέλθῃ, μετὰ 48 δὲ ὥρας τοῦ ἐδώκατε τὴν διαταγὴν νὰ ἐπανέλθῃ, διότι εἴδετε καὶ ἐπείσθητε, ὅτι τὸ κίνημα ἐκεῖνο δὲν ἤθελε φέρει εἰς καλὸν τὸν Τόπον, δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον, ὅτε ἐλύθη τὸ Βουλγαρικὸν ζήτημα, ὅτε αἱ Δυνάμεις τῆς Εὐρώπης εἶναι ὅλαι ἐναντίον εἰς ἡμᾶς, ὅτε δὲν εἴμεθα προπαρεσκευασμένοι διὰ νὰ μονομαχήσωμεν μὲ τὴν Τουρκίαν, δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν, σεῖς, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν Ὀκτώβριον δὲν ἠθελήσατε νὰ κινηθῆτε, καίτοι αἱ περιστάσεις ἦσαν τόσον εὐνοϊκαὶ, δὲ εἶναι δυνατὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, σεῖς νὰ ὑπογράψητε νὰ κινηθῇ ὁ στρατὸς, καὶ ἂν κινηθῇ, θὰ τὸν φέρετε, ὡς τότε, ὀπίσω μετὰ 48 ὥρας. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κενωθοῦν τὰ ἀκροατήρια. (Κενοῦνται).
§26ΤΙΝΕΣ. Πόσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι διὰ νὰ ὁμιλήσουν;
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 13.
§28ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§29ΕΤΕΡΟΣ. Ὄχι· ἀπόψε νὰ τελειώσουν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης ἔχει τὸν λόγον.
§31ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὸν ἐκ Ζακύνθου Βουλευτὴν, διότι εἴτε ἐκ τύχης εἴτε ἐκ συνηθείας πολλάκις συνέπεσε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διαδεχθῶ αὐτόν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἀναβάλω τὴν πρὸς αὐτὸν ἀπάντησίν μου ἐπὶ ὀλίγας στιγμὰς, ἵν’ ἀφήσω τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν νὰ ἀναπνεύσῃ, κατόπιν τῶν ὕβρεων καὶ τῶν ἐξευτελισμῶν, οὕς τινας πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρ’ ἀνδρὸς, ἄλλως τε διαπρεποῦς, ἤκουσαν. Ποτὲ δὲν ἐπίστευον ὅτι ἐμπάθεια κομματικὴ ἦτο δυνατὸν νὰ κορυφωθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μεταχειριζώμεθα ὡς ἐπιχείρημα τὴν ἀπειλουμένην καταστροφὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἵνα πείσωμεν δῆθεν τοὺς ἀντιπάλους.
§32ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἀκροατήρια ἐκενώθησαν. Διατί ὁ θόρυβος αὐτός;
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ διαλύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, διότι ἐκ τοῦ βήματος ἐξετοξεύθησαν κατὰ τῆς Ἑλλάδος τοιαῦται ὕβρεις, ἐπῆλθε τοιαύτη τις ἀπογοήτευσις, ὥστε αὗται διατυμπανιζόμεναι εἰς τὴν ὑφήλιον θ’ ἀποδείξωσι τὴν Ἑλλάδα ἀνίκανον νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῆς. Πρέπει λοιπὸν ἡ συνεδρίασις νὰ ἐξακολουθήσῃ αὔριον ἀναπεπταμένων τῶν θυρῶν διὰ νὰ ἀκούσῃ σύμπασα ἡ Ἑλλὰς τί θὰ ἀπαντήσωμεν· διότι τώρα, ἀφοῦ ἐκενώθησαν τὰ ἀκροατήρια, εἶναι μυστικὴ συνεδρίασις.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 Μ. Μ.)