1885.12.11
2.702 στίχοι · 21.265 λέξεις · 59 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53
Τῆς 11 Δεκεμβρίου 1885.
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Δευτέρα)
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δημόται τινὲς τῆς Θουρίας τῆς Ἐπαρχίας Καλαμῶν δι’ ἀναφορᾶς των αἰτοῦσι νὰ δοθῇ νέα προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ δυνηθοῦν νὰ παραιτηθοῦν τῆς δηλώσεως γαιῶν μὴ προηγουμένως κατεχομένων παρ’ αὐτῶν. Ὁ Σύλλογος τῶν Καλαβρυτινῶν ἐν Πάτραις ἡ «Λαύρα» διαβιβάζει ψήφισμα, τὸ ὁποῖον καταδικάζει τὴν διαγωγὴν τοῦ ἐκεῖ ἀνακριτοῦ Ν. Κυπριάδου. Ἡ Ἑλένη χήρα Μιλάλη παραπονεῖται ὅτι, ἐνῷ ἡ σύνταξίς της κατὰ τὸ νόμον εἶναι 78 δραχμαί, τῇ δίδονται μόνον 45, καὶ ἑπομένως ἀδικεῖται, ζητεῖ δὲ νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δίκαιόν της.
§2Δ. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§3Ν. ΑΞΕΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὡς πρὸς τὰς πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ κατατεθείσας συνεπείᾳ παρακλήσεώς μου ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν δικαστικῶν γραφείων ὑπὸ τῶν εἰσαγγελέων, παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῶσι, τὸν δὲ κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ, ἐὰν λάβῃ καὶ ἄλλας ὁμοίας ἐκτὸς τῶν κατατεθεισῶν, διότι αἱ ἐκθέσεις αὗται εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Μὴ δὲ νομίσητε, ὅτι διακόπτω τὴν ἀρξαμένην συζήτησιν, διότι καὶ αὗται ἔχουσι μεγάλην σημασίαν καὶ μεγάλην σχέσιν καὶ μὲ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου. Ἂν δυνηθῶ, ἐλπίζω νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν Εἰσαγγελικῶν αὐτῶν ἐκθέσεων, διὰ νὰ κατακρίνω σφοδρῶς τὴν οἰκονομίαν τοῦ κυρίου Σπήλιου Ἀντωνοπούλου τῶν 7,000 δραχμῶν, ἃς περιέκοψεν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ὅπως μὴ γίνωνται αἱ διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης λίαν σωτήριοι ἐπιθεωρήσεις, διὰ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἀποδείξω, ὅτι ἐὰν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ναυαγῶσιν, ἐὰν ἡ διοίκησις παραλύῃ καὶ ἐὰν τὰ στρατιωτικὰ εἶναι πάντοτε εἰς ἀνωμαλίαν, ἐὰν τὰ πάντα εἶναι εἰς ἀναστάτωσιν, ἰδίως τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἐγκληματικὴν ἀδιαφορίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν δικαστικήν. Ἤκουσα πρὸ μικροῦ φωνήν τινα συναδέλφου, λέγοντος πρὸς τὸν πρὸ μικροῦ ἐπερωτήσαντα — ἀποταθῆτε εἰς τὰ δικαστήρια, — καὶ εἶχεν ἐν μέρει δίκαιον! Εἶναι ταῦτα ζητήματα διὰ νὰ ἐνοχλῶσι τὴν Βουλήν; Ἂν γίνωνται ἐγκλήματα, πρέπει νὰ ἐρχώμεθα ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος καὶ νὰ κάμωμεν συνεχῶς λόγον περὶ αὐτῶν; διὰ τὰ εὐνομούμενα Κράτη ὄχι· ἀλλὰ διὰ τὸ ἄγριον καὶ τὸ ἡμιβάρβαρον Κράτος, οἷον ἡ Ἑλλὰς,—καὶ τοῦτο φαίνεται ἐλησμόνησεν ὁ διακόψας— πρέπει καὶ ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος νὰ γίνηται συνεχῶς λόγος, μολονότι καὶ οὗτος δὲν ἀρκεῖ ὅπως ἐξυπνήσῃ τοὺς φρικωδῶς ἀδιαφοροῦντας περὶ τούτου κ. κ. βουλευτάς. Ναὶ ἄγριον καὶ ἡμιβάρβαρον εἶναι πᾶν Κράτος, μὴ ἔχον δικαιοσύνην κανονικῶς λειτουργοῦσαν. Ἂς ἔλθῃ ὅστις θέλει ἐνταῦθα νὰ μοὶ ἀποδείξῃ τὸ ἐναντίον, νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ὑπάρχει δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι καλῶς καὶ ταχέως λειτουργοῦσα, ὡς ἐμπρέπει εἰς πᾶσαν ἀληθῶς εὐνομουμένην πολιτείαν. Ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω καὶ νὰ ἀκούσω ἐκεῖνον ὅστις θὰ δυνηθῇ νὰ μὲ ἀποδείξῃ πλανώμενον διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσω· προκαλῶ πάντας ὑμᾶς, προκαλῶ αὐτοὺς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, οἵτινες νῦν κατέχουσι τὰ ὑπουργικὰ ἐδώλια, ὡς καὶ ἐκείνους οἵτινες τὰ κατεῖχον, ἢ ἀτενίζουσι πρὸς αὐτὰ περιπαθῶς. Δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη, κύριοι, ὄχι δὲν ὑπάρχει ἂς τὸ εἴπωμεν μετὰ λύπης, ἀλλὰ καὶ μετὰ εἰλικρινείας· καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ δικαιοσύνη, μὴ ἐξαντλεῖσθε εἰς φόρους καὶ εἰς δάνεια διὰ νὰ ἐκτείνηται τὰ ὅρια. Οἰκοδομεῖτε ἐπὶ σαλευομένου ἐδάφους· δόσατε τὴν δέουσαν ὤθησιν πρῶτον εἰς τὴν δικαιοσύνην, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, καὶ εἶτα μεριμνήσατε περὶ παντὸς ἄλλου. Ἐξασφαλίσατε πλήρη τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν, ἵνα μετὰ θάῤῥους ἐπεκτείνητε τὰ ἀγαθὰ αὐτῆς καὶ πέραν τῶν σημερινῶν ὁρίων. Ἐξηντλήθην, κύριοι βουλευταί, στερεοτύπως φωνάζων ἐντεῦθεν καὶ πάντοτε τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνων. Ἀλλ’ ὁμιλῶ ἀτυχῶς πρὸς μὴ ἀκούοντας, πρὸς τοὺς μὴ θέλοντας ν’ ἀκούσωσιν· οὔτε ὁ κύριος Τρικούπης ἠθέλησε νὰ τείνῃ τὸ οὖς, οὔτε οἱ κύριοι Ῥάλλης καὶ Κοντόσταυλος, οὔτε ὁ κύριος Δηλιγιάννης, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ὁ κύριος Ἀντωνόπουλος, ὁ ὁποῖος ἦτο κατ’ ἐμὲ ὁ χειρότερος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, ὁ ὁποῖος ἦλθε νὰ διορίσῃ, νὰ παύσῃ καὶ νὰ μεταθέσῃ μόνον, φρονῶν, φαίνεται, ὅτι οὕτω καὶ μόνον ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα τῆς 7 Ἀπριλίου. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν καὶ ἐφέτος δὲν ψηφισθῇ οὗτος εἰς στιγμὰς ἀκαταλλήλους, ὡς συνήθως, διότι διὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως μόνον ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ θέσωμεν βάσεις ἀσφαλεῖς, καὶ ν’ ἀτενίσωμεν πρὸς τὴν λελογισμένην ἀποκέντρωσιν· δι’ αὐτῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ κόψωμεν τὸν κρίκον, ὁ ὁποῖος συνδέει τὸν Ὑπουργὸν μετὰ τοῦ βουλευτοῦ καὶ τὸν βουλευτὴν μετὰ τοῦ ἐκλογέως καὶ τὸν Δήμαρχον μετὰ τοῦ βουλευτοῦ. Ἄνευ δικαιοσύνης δὲν θ’ αὐτοδιοικηθῶσιν οἱ Δῆμοι, ἄνευ δικαιοσύνης δὲν θὰ παύσωσι καταχρώμενοι ἀτιμωρητεὶ τὸν Δημόσιον καὶ τὸν Δημοτικὸν θησαυρὸν, ἄνευ δικαιοσύνης δὲν θ’ ἀποκτήσωμεν ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἄνευ αὐτῆς πεφοβισμένα θ’ ἀποσύρωνται ἐκ τῆς ἀγορᾶς τὰ κεφάλαια. Ἰδοὺ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσωσι σπουδαίως, κατὰ τῶν ὁποίων ὅμως ἐξανίστανται οἱ κυβερνῶντες, διότι θέλουσιν — ἂς τὸ εἴπω ἄνευ περιστροφῶν — ν’ ἄγωσι καὶ νὰ φέρωσι τὴν δικαιοσύνην, διὰ τοῦτο καὶ μόνον δὲν ἀποκαθιστῶσιν ἀρτίαν τὴν ἠθικὴν τῶν δικαστῶν ἀνεξαρτησίαν, διὰ τοῦτο ἀφαιροῦσιν ἀπὸ τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς καὶ αὐτὸν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, ὡς πλειστάκις ἀπέδειξα· διὰ τοῦτο δὲν ἐργάζεται ἡ εἰσαγγελικὴ ἐποπτεία κατὰ τῶν ὀκνηρῶν καὶ τῶν μὴ ἐναρέτων λειτουργῶν· διὰ τοῦτο δὲν προάγονται πάντοτε οἱ ἐξέχοντες ἐν παιδείᾳ καὶ ἀρετῇ. Ἰδοὺ διατὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν δικαιονύνην, ἰδοὺ διατί πάντοτε γίνεται πρόοδός τις ἢ σκέψις τις πρὸς πρόοδον εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους, οὐδέποτε δὲ καὶ εἰς τὸν δικαστικόν· θέλουσι τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς οἱ ἀνέκαθεν τὸν τόπον κυβερνῶντες, πεινῶντας καὶ ῥιγοῦντας...... Κύριοι, δὲν εἶναι αἱ νῦν περιστάσεις κατάλληλοι, διότι οὕτως ἢ ἄλλως εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς λύσεως μεθοριακοῦ ζητήματος, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παρασιωπήσω, ὅτι αἱ νέαι Ἐπαρχίαι στενάζουσι κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, καὶ ὑποφέρουσι πλειότερον ἢ αἱ παλαιαί, διότι δὲν γνωρίζουσι τὴν νομοθεσίαν· ἐν διαστήματι 24 ὡρῶν εὑρέθησαν ἐνώπιον νέας νομοθεσίας καὶ ἐγένοντο ἕρμαια τῆς κακῆς τῶν νόμων ἐφαρμογῆς· οὕτως ἐπληρώθησαν αἱ φυλακαὶ ἀπὸ τοιαῦτα θύματα· στενάζουσιν αἱ νέαι Ἐπαρχίαι ἀπὸ τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξεπέμφθησαν ἐντεῦθεν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι καὶ πλεῖστοι καλοὶ, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι καὶ ἀχρειέστατα ὄργανα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ζήσωσιν εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ μετέβησαν ἐκεῖ, ὅπως ἐπωφεληθῶσι τῆς εὐπιστίας λαοῦ, διὰ μιᾶς μεταβαλόντος νομοθεσίαν, ἤθη καὶ ἔθιμα. Αἱ νέαι Ἐπαρχίαι ὀφείλουσιν εὐγνωμοσύνην εἰς τὰς παλαιὰς, διότι μετέβησαν ἐξ αὐτῶν ἄνθρωποι πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως χρησιμοποιήσαντες τὰς γνώσεις των εἴς τε τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, ὡς καὶ εἰς τὰς τέχνας καὶ εἰς τὰς ἐπιστήμας, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὴν διοικητικὴν καὶ τὴν δημοτικὴν ἀφομοίωσιν· τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον· ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ὄργανα κακοηθέστατα, τὰ ὁποῖα μετέβησαν ἐκεῖ νὰ μεταδώσωσι τὸ μόλυσμα τῆς πολιτικῆς φαυλότητος καὶ ἀτυχῶς εἰς πολλὰ μέρη τὸ μετέδωκαν. Ἐπιτρέψατε, κύριοι, τὴν ἀγανάκτησιν, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον σκέπτεται ἡ Ἑλλὰς νὰ δαπανήσῃ ἑκατομμύρια καὶ ν’ ἀναλάβῃ τόσον μεγάλα βάρη διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τόσων ἀδελφῶν, τὸ θέμα εἰς ὃ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἄσχετον· ἂς ῥίψωμεν συμπαθὲς βλέμμα πρὸς τοὺς πάσχοντας, ἂν οὐχὶ χάριν αὐτῶν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον χάριν Ἐθνικοῦ σκοποῦ, διότι τὰς ἐντυπώσεις αὐτῶν οἱ ἄρτι ἐλευθερωθέντες τὰς μεταβιβάζουσιν εἰς τὴν Ἤπειρον, τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θρᾴκην καὶ δὲν εἶναι βεβαίως συμφέρον νὰ μεταβιβασθῶσιν εἰς τὰς γειτονικὰς χώρας ἐντυπώσεις τοιαῦται. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πλέον, ἵνα ἐπαναλάβω εἰς αὐτὴν ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἴς τινα προηγουμένην συνεδρίασιν περὶ τοῦ Ἀστυνόμου Βώλου, εἰς τὰ κατατεθέντα ἐπίσημα ἔγγραφα στηριζόμενος. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὧν πολλὰ σᾶς ἀνέγνωσα, ἀπέδειξα, ὅτι ὁ Βῶλος στενάζει ὑπὸ τὸν Πασσᾶν Ντζανετάκην· ἀλλ’ οὗτος ἔχει ἰσχυρὰ μέσα· καταγγέλλεται ἐπανειλημμένως, ἀλλ’ ἡ δικαιοσύνη ἢ σιγᾷ ἢ λειτουργεῖ μετ’ ἀπελπιστικῆς βραδύτητος. Διατί δὲν ἀπεφάνθη ἀμέσως ἡ δικαιοσύνη; Δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι οἱ δημοτικοὶ Ἀστυνόμοι πρέπει νὰ παύωνται εὐκόλως, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ μὲν δικαιοσύνη σιγᾷ, πᾶσαι δὲ αἱ Διοικητικαὶ Ἀρχαὶ προτείνουσι τὴν παῦσιν τοῦ Ἀστυνόμου Βώλου, πῶς ὁ Ὑπουργὸς, ὅστις εἰς ἄλλας Ἐπαρχίας δὲν δείκνυται θερμὸς θιασώτης τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν, κωφεύει; Ὁ Τζανετάκης, βλέπετε, κύριοι, εἶναι πανίσχυρος· τὸ ἔχει δίπορτο· εἶναι ὁ Τρικούπης εἰς τὴν Ἐξουσίαν; εἶναι ἀκλόνητος, ἔχει φίλον τὸν κ. Καρτάλην· εἶναι ὁ κ. Δηλιγιάννης εἰς τὴν Ἐξουσίαν; ἔχει τοὺς κκ. Κουμουνδοῦρον, Κάρτσωνα καὶ ὅλους ἴσως τοὺς βουλευτὰς Μεσσηνίας.
§5ΑΞΕΛΟΣ. Αἰσχύνη εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τοιαῦτα καθάρματα.
§6ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ ἀθῶος δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ συμβάντα καὶ δὲν ἠξεύρει τίποτε πάντοτε περὶ τῶν τοιούτων, βλέπετε, ἔχει δεδεμένας τὰς χεῖρας, διότι ὑπηρετεῖ τὴν συναλλαγὴν καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐκλήθη εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Καὶ διὰ τοῦτο διατηρεῖ εἰς τὴν θέσιν του τὸν Τζανετάκην, ὁ ὁποῖος ἀφίνει νὰ αἱματοκυλισθῇ ὁ Βῶλος. Ἐργάζεται, φαίνεται, ὁ κύριος οὗτος διὰ ν’ ἀφομοιώσῃ τὴν Ἐπαρχίαν Βώλου μὲ τὴν Μεσσηνίαν ὡς πρὸς τὰ πολιτικὰ πάθη. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἀδιάφορα διὰ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον· ἀρκεῖ οὗτος νὰ κρατῇ τὴν πλάστιγγα τοῦ κόμματος. Ἠκούσατε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐφονεύθη ὁ ὑπηρέτης τοῦ Κυριακοπούλου, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ Κυριακόπουλος, καθ’ οὗ καὶ προηγουμένως ἐπιθέσεις ἐγένοντο, εἰς ἃς ἀπεδόθη ἀσύγγνωστος ἀνοχὴ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, αὐτὸς, λέγω, ὁ Κυριακόπουλος, εἷς ἐκ τῶν φιλησύχων συμπολιτῶν μου ἐξ Ἠπείρου καταγόμενος, ἐτραυματίσθη καιρίως, διότι δὲν ἤθελε νὰ ἦναι φίλος τῶν φίλων τοῦ κ. Τζανετάκη. Καταγγέλλεται ἡ ἀστυνομία ὡς μεροληπτοῦσα. Μάταιον! Σιγή! Προσφεύγει ὁ Κυριακόπουλος εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, εἰς τὴν Βουλήν· παντοῦ σιγή! Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ Κυριακόπουλος νὰ μὴ ἦνε τόσῳ φιλοδίκαιος; Ἔπρεπε νὰ λάβῃ μόνος τὸ δίκαιόν του; ἀλλ’ ὄχι, οἱ συνεπαρχιῶταί μου εἶναι ἄνθρωποι φιλότιμοι μὲν, πλὴν φιλήσυχοι καὶ φιλόνομοι. Τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, ἂς φροντίσωσι νὰ μὴ μεταβάλωσιν εἰς φιλεκδίκους. Ἠκούσατε ἐκ τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναγνωσθέντος τηλεγραφήματος, ὅτι ἔρις τις ἔλαβε χώραν ἕνεκεν τῶν νομισματικῶν ἀνωμαλιῶν, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἄλλοτε ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν, προαναγγείλας τὰς γενησομένας συγκρούσεις. Ταραξίας τις ἐκ τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν προκαλεῖ σύγκρουσιν. Οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες συλλαμβάνουσι τὸν κακοῦργον καὶ δραπέτην τῶν φυλακῶν, πρὸ μικροῦ ἀποτίσαντα ποινὴν ἐπὶ ἀναιρέσει· συλλαμβάνεται ὁ ταραξίας, ἀλλὰ συλλαμβάνεται διὰ ν’ ἀφεθῇ, φαίνεται, μετ’ οὐ πολὺ ἐλεύθερος καὶ αἱματοκυλίσῃ τὴν ἐμπορικὴν καὶ ἥσυχον πόλιν τοῦ Βώλου. Διατί δὲν προσάγεται ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως; Διατί δὲν κρατεῖται τοὐλάχιστον ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὸ κρατητήριον, ὅπερ τοσάκις ἐκράτησε τόσους ἀθώους μὴ ἔχοντας τὴν εὔνοιαν τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς; Αὐτὰ λοιπὸν εἶναι τὰ προληπτικὰ μέτρα, ἅπερ ὤφειλε νὰ λάβῃ ἡ Ἀστυνομία; Νὰ βλέπῃ ἀπαθὴς ὁπλιζόμενον τὸν κακοῦργον! Κύριοι, λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι ἀφῄρεσα ἀπὸ τὴν Βουλὴν πολυτίμους ἀληθῶς στιγμὰς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἠδυνάμην καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας Βώλου καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους καὶ ὡς πολίτης νὰ μὴν ὑψώσω φωνὴν ἀγανακτήσεως, ὄχι πλέον διὰ τὸν Κυριακόπουλον καὶ τὸν ὑπηρέτην αὐτοῦ, διότι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει ν’ ἀσχολῆται περὶ προσώπων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἀθώων θυμάτων νὰ ῥήξω φωνὴν ἀγανακτήσεως ὑπὲρ ὅλου τοῦ Ἔθνους καὶ κατὰ τῆς ἐγκληματικῆς ἀδιαφορίας τῆς Βουλῆς καὶ ὅλων τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων πρὸς τὴν Δικαιοσύνην· διότι, ἐὰν ἡ δικαιοσύνη ἐλειτούργει κανονικῶς, ὁ Ἀστυνόμος Βώλου πρὸ πολλοῦ ἤθελεν εἶσθαι παυμένος, τὰ δ’ ἀστυνομικὰ ὄργανα θὰ ἐξετέλουν θρησκευτικῶς τὸ καθῆκόν των καὶ οὐχὶ θρασυνόμενα ἐκ τῆς προστασίας τοῦ Ἀστυνόμου των καὶ ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας νὰ μαστίζωσι τοὺς συμπολίτας μου. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, θεράπευσον τὸ κακὸν, φέρε τὴν ἁρμονίαν εἰς τὸν Βῶλον, ὅπου ἡ δημοσία τάξις διεταράχθη, ὡς σὲ διαβεβαιοῦσιν αἱ ἐκεῖ Ἀρχαί. Κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος, λάβετε μέτρα περὶ καλῆς καὶ ταχείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἥτις πάσχει ἀπὸ φθίσιν.
§7ΑΞΕΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μοῦ εἴπῃ, τί ἀπεφάσισεν ἀπὸ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, ὅπου εἶδε καὶ μεθ’ ὅσα ἤκουσε· θὰ τὸν παύσῃ αὐτὸν τὸν Ἀστυνόμον, ναὶ ἢ ὄχι;
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τοῦ Δημαστυνόμου Παγασῶν ὑπάρχουσιν, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκκρεμεῖς τρεῖς κατηγορίαι, διὰ τὰς ὁποίας ἐνεργεῖται δικαστικὴ ἀνάκρισις. Ἔγραψα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Βόλῳ Πλημμελειοδικῶν παρακαλέσας αὐτὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ πέρας καὶ τῶν τριῶν ὑποθέσεων καὶ νὰ μοὶ γνωστοποιήσῃ τοῦτο, ὅπως ὁδηγηθῶ εἰς τὰς ἐνεργείας μου. Ἂν ἐκ τῆς δικαστικῆς ἀνακρίσεως ἀποδειχθῶσιν αἱ εἰς αὐτὸν ἀποδιδόμεναι κατηγορίαι, βεβαίως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν· ἀλλ’ ἐὰν αἱ κατηγορίαι δὲν ἀποδειχθῶσι βάσιμοι, βεβαίως δὲν εἶναι τόσον εὐχερὴς ἡ παῦσις Δημοτικοῦ Ἀστυνόμου ὅπως ἡ παῦσις δημοσίου τινὸς ὑπαλλήλου.
§9ΑΞΕΛΟΣ. Πρὸ μηνῶν ἐπαύθη ὁ Δημαστυνόμος Λαρίσης, Ἁλμυροῦ, ἐπαύθησαν πλεῖστοι ὅσοι Ἀστυνόμοι, διότι ὁ Νομάρχης ὑπέβαλεν ἐκθέσεις κατ’ αὐτῶν. Διὰ τὸν Τζανετάκην ἔχει ὁ Νομάρχης, ἔχει ὁ Ἔπαρχος καὶ τηλεγραφικῶς ἀκόμη, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι μὲ ἄλλον πῆχυν μετρεῖ τὴν Λάρισαν καὶ μὲ ἄλλον τὸν Βῶλον, διότι τὸ θέλει ὁ Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ Κάρτσωνας. Παρακαλοῦμεν νὰ μετρηθῶμεν καὶ ἡμεῖς μὲ τὸν ἴδιον πῆχυν. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Συνοδινός).
§10Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν περιέμενα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἰπῇ μὲ τὸν γνωστὸν ἡμῖν τρόπον του ὅσα εἶπε, διότι ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ ἤκουσε παρ’ ἐμοῦ ἀναγνωσθέντα ἔγγραφα τῶν διοικητικῶν τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου ὑπαλλήλων, δηλαδὴ τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Ἐπάρχου, ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως διορισθέντων, καὶ τηλεγράφημα τοῦ νῦν Εἰσαγγελέως, ἐξ ὧν προκύπτει, ὅτι ὅλα σχεδὸν τὰ κατὰ τοῦ Τζανετάκη παράπονα εἶναι βάσιμα καὶ πάντες οἱ κύριοι αὐτοὶ προτείνουσι νὰ παυθῇ ὁ Τζανετάκης. Ἀλλοίμονον, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ἐὰν προσελήφθητε ὡς Ὑπουργὸς τῆς 7 Ἀπριλίου διὰ νὰ φέρησθε ὡς φέρεσθε. Ἀλλὰ λησμονεῖ λοιπὸν ὁ κ. Δηλιγιάννης τὸν πάταγον, τὸν ὁποῖον ἔκαμε κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων διὰ φύλλου πήδημα, ὅταν οἱ ἄλλοι ἦσαν εἰς τὴν Ἐξουσίαν; Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης δύνανται νὰ φέρωνται ὡς φέρονται, δύνανται νὰ περιφρονήσωσι τὴν κατακραυγὴν τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ μὴ λησμονῶσιν, ὅτι ὁ λαὸς παρακολουθεῖ πάντας, καὶ ὅτι ἐὰν ἡ ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ κορυφωθῇ, ἀλλοίμονον τότε καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς πάντας ἡμᾶς.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὔτε ἐκ μέρους τοῦ Νομάρχου, οὔτε ἐκ μέρους τοῦ Ἐπάρχου ὑπάρχει πρότασις ὡρισμένη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ ἀπολύσεως τοῦ Δημαστυνόμου. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ἡμερῶν, οὐδεμίαν τοιαύτην πρότασιν περιέχουν. Ἀναφέρουν ἱστορικῶς τὴν διαγωγὴν τοῦ Ἀστυνόμου καὶ ἀφίνουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἐκτίμησιν, καὶ ἀναφέρονται ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν τῶν ἐκκρεμῶν παρὰ τῷ Δικαστηρίῳ, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι παρήγγειλα τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐπισπεύσῃ τὸ πέρας τῶν ἀνακρίσεων. Ἐὰν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἤθελεν ὑποβάλει πρότασιν, βεβαίως εἶχον καθῆκον νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ, ὅπως προέβην εἰς ἀπολύσεις καὶ ἄλλων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν θὰ εἶμαι δικαιολογημένος νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Δημαστυνόμου πρὶν περιμείνω τὸ πέρας τῶν ἀνακρίσεων.
§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἡ Βουλὴ παρέστη μάρτυς καὶ ἀντελήφθη τῶν τελουμένων ἐν Βώλῳ· ταῦτα ἀφηγήθησαν ἀξιόπιστοι βουλευταὶ, ἀλλ’ ἴσως, ἐπειδὴ ἦσαν οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι, ἡ Βουλὴ δὲν ἔδωκε τότε μεγάλην προσοχήν. Προεῖπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Βώλου, ὅτι αἱματοχυσία θὰ γίνῃ ἐκεῖ, καὶ τοῦτο ἐγένετο σήμερον. Ἴδατε ὅτι κακούργημα ἐτελέσθη, καὶ ὅτι κυρία αἰτία ἦτο ἡ Ἀστυνομικὴ Ἀρχή. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς κ. Βάρβογλης μοὶ λέγει, ὅτι ἔχει ἐπιστολὰς, αἵτινες βεβαιοῦσιν αὐτὸν, ὅτι οἱ στρατιῶται δεῖνα ἐκακοποιήθησαν ὑπὸ τῆς Ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς ἐξ ἐνέδρας, διότι μετέβησαν ἁπλῶς εἰς τὸ κατάστημα τοῦ δυστυχοῦς Κυριακοπούλου. Μετὰ τοιαύτας ἀποδείξεις δὲν περιέμενον ποτὲ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀναμένει τὴν διεξαγωγὴν ἀνακρίσεων ἀπεράντων ἐπερίμενον, ὅτι ἀμέσως ἤθελε δηλώσει, ὅτι θὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, ὅστις εἶνε ἠθικὸς αὐτουργὸς τῶν ἐγκλημάτων. Πρέπει νὰ δοθῇ ἓν πέρας εἰς κατάστασιν ἀσχημίζουσαν τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Περὶ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, γίνεται λόγος σήμερον, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον μέχρι τοῦδε οὐδὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει παρὰ τὸν φάκελλον, ὃν κατέθεσα πρὸς τὴν Βουλὴν πρό τινων ἡμερῶν, καὶ ἓν τηλεγράφημα τοῦ Ἐπάρχου Βώλου, δι’ οὗ προτείνεται ἡ παῦσις ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ Ἀστυνόμος ὑποτιμᾷ τὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης Ἠπειρο–Θεσσαλίας, καὶ εἰς τοιαύτας παραστάσεις βεβαίως δὲν εἰμποροῦσα νὰ βασισθῶ, καὶ ἐγγράφως ἀπήντησα εἰς τὸν Ἔπαρχον. Ἐκ τῶν ἄλλων ἐγγράφων οὐδὲν προκύπτει παρ’ ὅτι διατελεῖ ὑπὸ κατηγορίαν, καὶ διὰ τοῦτο διέταξα νὰ ἐπισπευσθῇ τὸ πέρας τῶν ἀνακρίσεων. Σήμερον ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν νέαι παραστάσεις, ἃς θὰ λάβω ὑπ’ ὄψει.
§14Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος Ἀστυνόμος πρὸ πέντε ἐτῶν... (Θόρυβος).
§15Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐὰν ἀνέρχωμαι ἐκ τρίτου τὸ βῆμα, ἀνέρχωμαι μόνον διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀκολουθῶν πάντοτε τὴν ἀρχαίαν τακτικὴν τῆς διαστροφῆς τῶν πραγμάτων, σᾶς λέγει, ὅτι δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα! Ἀλλὰ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ μὴ ἀνέγνωσε τὰ ἔγγραφα, ὧν τινα μάλιστα ἔχουσιν οὐ μόνον τὴν ὑπογραφήν του, ἀλλὰ καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς γραφῆς του, μετὰ τόσον πάταγον, ἀφοῦ εἰς τόσας συνεδριάσεις ἀπασχολεῖται ἀτυχῶς ἡ Βουλὴ μὲ τὸ θέμα τοῦτο. Ἀναγκάζομαι πάλιν νὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπάς τινας τῶν ἐγγράφων τούτων.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅλον ν’ ἀναγνώσητε.
§17ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὸς χάριν σας ὅλα θὰ τὰ ἀναγνώσω. Ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον). Λάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι γράφει Νομάρχης πρὸς τὸν Ὑπουργόν του, γνωρίζων ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶνε διατεθειμένος νὰ τὸν παύσῃ, καὶ μολοντοῦτο δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ ἐκθέσῃ τὰ πράγματα, ὡς ἔχουσι, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν παῦσίν του. Ἕτερον ἔγγραφον τοῦ ἰδίου Νομάρχου. (Ἀναγινώσκει). Ἐκτὸς τούτων ὑπάρχει καὶ τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως Βώλου, δι’ οὗ βεβαιοῦται, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν τελευταίων βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἐγένετο ἐπίθεσις κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν οὗτος ἐν μέρει καὶ εἰς τὴν ἀδράνειαν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων ἕνεκα κομματικῶν λόγων. Πρὸ μικροῦ ἀκόμη σᾶς ἀνεγνώσθησαν καὶ τὰ τελευταῖα τηλεγραφήματα τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἠκούσατε πρὸ μικροῦ καὶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μαντινείας κ. Βάρβογλην, ἐπίσης τὸν ἀξιότιμον κ. Χριστόπουλον καταγγείλαντας τόν τε Ἀστυνόμον καὶ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα διὰ ῥητὰς πράξεις κατὰ συμπολιτῶν των. Δὲν θέλω λοιπὸν νὰ στηριχθῆτε εἰς τὰς ἐμὰς παραστάσεις καὶ τὰς τοῦ συναδέλφου μου. Ἀκούσατε τὰ ἔγγραφα. Πιστεύσατε τοὺς φίλους τοῦ κόμματός σας. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὅ,τι εἶπον ἐδῶ σήμερον, δὲν τὸ εἶπον διὰ νὰ ἐξυπηρετήσω κανὲν κόμμα, διότι καὶ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ὡς καὶ ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἀνήκω εἰς κόμμα, διὰ τοῦτο δὲν ἐφρόντισα νὰ μορφώσω καὶ ἐγὼ ὡς ἄλλοι προσωπικὸν κόμμα· οἱ φίλοι μου εἶνε στρατιῶται ἀρχῶν, εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ὁποίων μ’ ἐνισχύουσιν ἀφιλοκερδῶς.
§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀνεγνώσθησαν τὰ σημερινὰ ἔγγραφα, δὲν ἤμην ἐδῶ. Ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ ἔμαθον, ὅτι κἄτι τι συμβαίνει καὶ εἶπον, ὅτι θὰ τὸ λάβω ὑπ’ ὄψει. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Ῥικάκης).
§19ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἐξ ὅσων ἠκούσατε ἐκ τῶν ἀναγνωσθέντων ἐγγράφων προκύπτει μὲν παράπονον κατὰ τοῦ ἀστυνόμου, ἀλλὰ τὸ παράπονον τοῦτο δὲν εἶνε ῥητὴ κατηγορία ὡρισμένου ἐγκλήματος.
§20ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς τὰς Θήβας νὰ τὸν πάρητε.
§21ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Φιλαρέτου, θὰ δώσωμεν δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἑκάστου κόμματος—ὅταν τὸ κόμμα τοῦτο ἀναλαμβάνῃ τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν πραγμάτων—μετὰ μίαν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου ἢ τοῦ Ἐπάρχου νὰ παύῃ ἕκαστον τῶν ἀστυνόμων, ὃν ἤθελεν ὑποδείξει ἡ ἰσχύουσα μερίς. Διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν. Μετὰ τὰ τελευταῖα γεγονότα κατακρίνω βεβαίως καὶ ἐγὼ τὴν διαγωγὴν τοῦ ἀστυνόμου Βόλου καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχὴν ἐπὶ τῶν ἐσχάτως γνωστῶν γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο ἐδῶ, ὅταν ἀνεγνώσθησαν, ἵνα ἀκούσῃ· ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα κ. Φιλάρετον, ὅστις ἠθέλησε νὰ μοὶ ὑποδείξῃ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, διότι καὶ ἐγὼ καθὼς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι πλεῖστα ὑποφέρομεν δεινὰ ἀπὸ τὴν ἀστυνομικὴν διοίκησιν, ὅταν εἶναι ἐχθρικὴ—διότι τὸ νόσημα τοῦτο εἶναι γενικὸν—καὶ γνωρίζομεν πόσον ἡ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ πιέζει τὴν ἀντίθετον μερίδα. Ὅθεν συμπεραίνω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καθ’ οὗ τοσαῦτα βέλη ἐστράφησαν, δὲν ἠδύνατο ἄνευ σπουδαίου λόγου νὰ ἐνεργήσῃ τὴν παῦσιν τοῦ Ἀστυνόμου, διότι οὐδ’ ἡμεῖς ἠθέλαμεν δώσει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὥστε εἰς πᾶσαν πρότασιν τοῦ Ἐπάρχου ἢ Νομάρχου νὰ ἕπεται ἀναγκαίως ἡ παῦσις τοῦ Ἀστυνόμου· διότι τότε ποῦ εἶνε τὰ δημοτικὰ δικαιώματα καὶ ποῦ ἡ ἀποκέντρωσις, τὴν ὁποίαν τοσάκις προτείνετε ἀπὸ τὴν γωνίαν, εἰς ἣν κάθεσθε;
§22Ι. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἔχω ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τοῦ Δήμου Τρινάσου νὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἐκ τῆς δαπάνης, τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν καὶ τελμάτων καὶ διευθέτησιν ποταμῶν, προσδιορίσῃ ποσὸν ἀνάλογον πρὸς καθαρισμὸν τοῦ Βασιλοποτάμου. Τὸ Βασιλοπόταμον αὐτὸ ἀπὸ πολλῶν χρόνων δὲν ἐκαθαρίσθη, ἕνεκα τούτου αἱ δύο ὄχθαι ἐγέμισαν ἀπὸ ἀγρίους καλάμους καὶ διάφορα φυτὰ, τὰ ὁποῖα ἐστένευσαν τὴν κοίτην καὶ πέρυσι κατέκλυσαν ὅλην τὴν πεδιάδα· δὲν ἐξηράνθη δὲ ἡ πεδιὰς ὅλον τὸ θέρος, καὶ ἔμεινεν ἄσπορος ἐκ τούτου· οἱ κάτοικοι ἐδυστύχησαν καὶ σχεδὸν πεινῶσιν. Ὡς εἴδατε ἄλλοτε, εἷς τῶν ἐντίμων συναδέλφων μου ἐζήτησεν ἕνεκα τῆς πτωχείας αὐτῆς νὰ ἀνασταλῇ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων. Ἂν καὶ ἐφέτος, ὡς εἶνε πιθανὸν, πλημμυρήσῃ, ὁ ποταμὸς οὗτος, ὄχι πλέον θὰ πεινῶσιν, ἀλλὰ θὰ ἀποθάνωσιν ἐκ τῆς πείνης. Πρὸς τούτοις τὰ τέλματα αὐτὰ προξενοῦσι μεγάλην βλάβην εἰς τὴν ὑγιείαν, καὶ πολλοὶ ἐφέτος ἀπέθανον ἀπὸ ἑλώδεις πυρετούς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσδιορίσῃ ἀνάλογον ποσὸν πρὸς καθαρισμὸν αὐτοῦ τοῦ ποταμοῦ. Πρὸς τούτοις παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ κανονίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ μείνωσιν ἀψήφιστα δύο σπουδαῖα νομοσχέδια, τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων καὶ τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ στρατολογίας ἢ ναυτολογίας νόμου.
§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Βασιλοπόταμον, εἶνε κατὰ δυστυχίαν ἀληθῆ καὶ εἶνε ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ θέλω λάβει τοιαύτην.
§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκηται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἀποξηράνσεως τελμάτων, τότε εἶνε δίκαιον νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν πρόνοιαν καὶ ἐπὶ ἄλλων Ἐπαρχιῶν. Ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Μαντινείας δύο ὁλόκληροι Δῆμοι, ὁ Δῆμος Μαντινείας καὶ ὁ Δῆμος Τεγέας, ὑφίστανται ἄπειρα κακὰ ἀπὸ τὰς λίμνας. Ὑπάρχουν φυσικαὶ καταβάθραι, δι’ ὧν χύνονται τὰ ὕδατα αὐτά, αἵτινες πρό τινων ἐτῶν δὲν ἐργάζονται· ἑπομένως εἶνε κατεπείγουσα ἀνάγκη νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως ἀπαλλαχθῶσιν οἱ κάτοικοι τῶν Δήμων ἐκείνων καὶ τῶν πυρετῶν καὶ δυνηθῶσι νὰ καλλιεργήσωσι τοὺς ἀγρούς των.
§25ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τοὺς Δήμους αὐτούς, πρέπει νὰ γίνῃ καὶ εἰς τὰ Καλάβρυτα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν.
§26Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως νομισματικῆς συμβάσεως. Ὁ κ. Βλάχος ἔχει τὸν λόγον.
§28Α. ΒΛΑΧΟΣ. Κύριοι, εἰς τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα δοκίμια, ἅτινα ὀφείλει μέχρι τοῦδε ἡ Βουλὴ εἰς τὰ τοσοῦτον ἀπὸ τοῦ Βήματος τούτου φημισθέντα γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τῶν ὁποίων ἄλλα μὲν ἀπεσύρθησαν εὐτυχῶς ἐν καιρῷ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἄλλα δὲ παρεδόθησαν εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς δυσδιάγνωστα σχεδὸν ἐκ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν, πρέπει ἀναντιῤῥήτως νὰ καταταχθῶσι καὶ τὰ ὑπὸ συζήτησιν διατελοῦντα διάφορα κείμενα τῶν νομισματικῶν συμβάσεων. Οὐχὶ βεβαίως ὡς δοκίμια νομοθετικά, διότι περὶ νομοθετήσεως αὐτῶν ἐμερίμνησεν εὐτυχῶς συνέδριον Εὐρωπαϊκὸν, συγκείμενον ἐξ ἀνδρῶν, οἵτινες δὲν ἀσχολοῦνται βεβαίως εἰς τὴν σύνταξιν δοκιμίων, ἀλλ’ ὡς δοκίμια μεταφραστικὰ δυνάμενα νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰς μεταφράσεις, τὰς ὁποίας φιλοπονοῦσιν οἱ μαθηταὶ τῶν γυμνασίων διὰ πολλοῦ λεξικοῦ καὶ ὀλίγης γραμματικῆς. Καὶ δὲν εἶνε ἔργον βεβαίως τῆς Βουλῆς νὰ καταγίνηται εἰς διόρθωσιν δοκιμίων μεταφραστικῶν· ἀλλ’ ὅταν ἀναλογισθῶμεν, ὅτι τῶν διεθνῶν συμβάσεων τὸ μὲν Γαλλικὸν κείμενον εἶνε ἡ βάσις τῆς διεθνοῦς ἑρμηνείας, τὸ δὲ Ἑλληνικὸν κείμενον, ὅπερ κυρίως ψηφίζει ἡ Βουλή, εἶνε τὸ χρησιμεῦον εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς τοπικῆς διοικήσεως, καὶ κυρίως ὑπ’ αὐτῶν ἐφαρμοζόμενον, θέλομεν ἀναγκαίως ἀναγνωρίσει πόσον ἀναγκαῖον εἶνε νὰ συμφωνῇ τοῦτο ἀκριβῶς πρὸς ἐκεῖνο. Διὰ τοῦτο δὲ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἐλπίζω, ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ φανῶ εἰς αὐτὴν ὀχληρὸς, νὰ ἐνδιατρίψω περί τινα, τὰ κυριώτατα τῆς μεταφράσεως λάθη, ἅτινα παραμορφοῦσι τὴν ἔννοιαν τοῦ πρωτοτύπου τοσοῦτον, ὥστε πολλαχοῦ ἀποβαίνει πάντη ἀκατάληπτον. Δὲν θέλω μνημονεύσει πάντα τὰ σφάλματα, διότι εἶνε πολλὰ δυστυχῶς· θὰ ἀναφέρω, εἶπον, μόνον τὰ κυριώτερα ὡς ἀνέγραψα δὲ πάντα εἰς κατάλογον, τὸν ὁποῖον θὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον μετὰ τῆς παρακλήσεως ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα γείνῃ παρ’ αὐτοῦ ἡ προσήκουσα διόρθωσις. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 τῆς συμβάσεως ἐδαφίῳ γʹ περὶ τὸ τέλος, προκειμένου περὶ τῆς ἐλευθερίας, ἣν ἔχουσιν αἱ Κυβερνήσεις νὰ δέχωνται ἢ νὰ μὴ δέχωνται τὰ πεντάδραχμα νομίσματα τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων, τῶν ἀποτελουσῶν μέρος τῆς ἑνώσεως, λέγει τὸ Γαλλικὸν κείμενον: En outre, les autres États, seraient libres de ne plus recevoir les écus de l'Etat qui reprendrait la frappe des-dites qu’ éces. Écus εἶνε τάλληρα πεντάφραγκα. Τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον λέγει τὰ νομίσματα. Ἐννοεῖτε ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἐννοίας πεντάφραγκον καὶ οἱονδήποτε νόμισμα. Ἐν ἄρθρῳ 3 τῆς συμφωνίας, τῆς ἀφορώσης τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 14 τῆς Συμβάσεως, φέρεται ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ, ὅτι ὁ λογαριασμὸς τῶν ἀποσυρομένων τῆς κυκλοφορίας νομισμάτων θέλει συνταχθῆ κατ’ Ἐπικράτειαν καὶ ἐπιθεωρηθῆ ἀμοιβαίως. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπιθεωρήσεως, ἀλλὰ περὶ γνωστοποιήσεως ἁπλῶς· notifiées λέγει τὸ Γαλλικὸν κείμενον. Ἐν τέλει τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ 4 ἄρθρου φέρει τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον «αἱ προθεσμίαι αὗται δύνανται νὰ τροποποιηθῶσιν εἴτε ἐν ὅλῳ εἴτε ἐν μέρει». Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τροποποιήσεως προθεσμιῶν, ἀλλὰ περὶ προκαταβολῆς τῶν δόσεων ἐν τῷ ἐδαφίῳ τούτῳ. «Ces échéances λέγει τὸ Γαλλικὸν κείμενον, pourront toujours être anticipées en totalité ou en partie.» Τὸ αὐτὸ λάθος γίνεται ἐν τῷ γʹ ἐδαφίῳ περὶ τὸ τέλος «ἐν περιπτώσει δὲ τροποποιήσεως τῶν προθεσμιῶν γίνεται κτλ.» Ἐν ἄρθρῳ 6 τῆς αὐτῆς συμφωνίας τὸ ά ἐδάφιον ἀρχίζει ὡς ἑξῆς «Διὰ πᾶσαν παράβασιν τῶν ἀνωτέρω διατάξεων, ὑπ’ ὄψιν λαμβανομένης καὶ τῆς ἐξαιρετικῆς θέσεως τῆς Ἑλβετίας κτλ.» Ἐξ αὐτῆς τῆς φράσεως ἀμφιβάλλω ἂν ἐννοεῖ τις περὶ τίνος πρόκειται. Τὸ Γαλλικὸν κείμενον ἔχει ὡς ἑξῆς «En déroga ion par tielle aux dispositions qui pr cèdent ...» τουτέστι «κατὰ μερικὴν ἐξαίρεσιν τῶν ἀνωτέρω διατάξεων». Ἐν ἄρθρῳ 6 τῆς αὐτῆς συμφωνίας ἐν ἀρχῇ τοῦ γʹ ἐδαφίου λέγει τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον. «Ἡ γαλλικὴ Κυβέρνησις θὰ πληρώσῃ διὰ συναλλαγματικῶν κτλ.» Τί σημαίνει μία Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ διὰ συναλλαγματικῶν πληρωτέων τῇ ἐμφανίσει εἰς ἀργυρᾶ τάλληρα; Τὸ Γαλλικὸν κείμενον ἔχει οὕτω «Le Gouvernement français remboursera successivement à vue κτλ.», τουτέστιν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις θὰ καταβάλῃ ἅμα τῇ ἐμφανίσει τὸ ἀντίτιμον κτλ. Πλὴν τούτων εἶνε καὶ ἄλλα δέκα περίπου ὅμοια λάθη, ἀλλ’ ἤθελε βεβαίως ἀποβῇ ὀχληρὰ εἰς ὑμᾶς ἡ λεπτομερὴς αὐτῶν ἀπαρίθμησις. Διὰ τοῦτο, ὡς προεῖπον, καταθέτω κατάλογον αὐτῶν εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ παρακαλῶ τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν.
§29Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι, διότι ἐπὶ τῆς παρούσης συμβάσεως τὸ φιλολογικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἤγειρε, πιθανὸν νὰ ἔχῃ πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα, ἐνῷ τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς οὐσίας, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα. Μετ’ ἀπορίας παρετήρησα, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι ἡμῶν, οἱ διαπραγματευθέντες τὴν σύμβασιν, δὲν ἐφρόντισαν νὰ λάβωσιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος ἀνάλογον δικαίωμα κατασκευῆς ἀργυρῶν νομισμάτων, ὡς ἐφρόντισαν τὰ ἕτερα συμβληθέντα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐκτὸς τοῦ εἰς αὐτὰ ἀναλογοῦντος ποσοῦ ἐπεφυλάχθησαν τὸ δικαίωμα τῆς κατασκευῆς ἑτέρου ποσοῦ δι’ ἐξαιρετικοὺς λόγους. Τοῦτο στερεῖ ἡμᾶς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν ἐπιτύχει, ἐὰν ἐπεδιώκομεν αὐτὴν μετὰ τῆς αὐτῆς ἐπιμελείας, μεθ’ ἧς καὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν οἱ ἀντιπρόσωποι ἐπεδίωξαν τοῦτο. Ἐκτὸς τούτου, ὅπερ μᾶς στερεῖ ὠφελείας τινὸς, ὑπάρχει ἐν τῇ συμβάσει διάταξις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιφέρῃ εἰς ἡμᾶς σπουδαίαν ζημίαν καὶ σπουδαίαν δυσκολίαν ἐν τῷ μέλλοντι. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἡ τῆς ά παραγράφου τοῦ ἄρθρου 4, τῆς συμφωνίας, τῆς ἀφορώσης τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 14 τῆς νομισματικῆς συμβάσεως. Γνωρίζετε ὅσοι ἠκολουθήσατε τὰς συζητήσεις τοῦ Συνεδρίου τῆς Λατινικῆς νομισματικῆς ἑνώσεως, ὅτι τὸ κυριώτερον ζήτημα, τὸ ἀπασχολῆσαν τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὴν Κράτη, ἦτο τὸ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς ἑνώσεως κατὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς, δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῆς ἐπαναλήψεως τῶν νομισμάτων ἑκάστου τῶν Κρατῶν τούτων, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πενταετίας, δι’ ἣν ἀνενεώθη ἡ νομισματικὴ ἕνωσις, θὰ κυκλοφορῶσιν εἰς τὰ ἕτερα Κράτη. Ὅλα τὰ συμβληθέντα Κράτη ἐπεδίωξαν τὴν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων των ἐν τῷ ζητήματι τούτω, ἀπεφάσισαν δὲ, ὅτι εἰς τὸ τέλος τῆς πενταετίας, ἐὰν ἐπέλθῃ διάλυσις τῆς νομισματικῆς ἑνώσεως, ἕκαστον Κράτος θὰ παραδώσῃ εἰς τὰ ἄλλα τὰ ἐν αὐτῷ κυκλοφοροῦντα ἀργυρᾶ νομίσματα αὐτῶν καὶ θὰ πληρωθῇ παρ’ αὐτῶν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας εἴτε εἰς χρυσὸν, εἴτε εἰς ἴδια αὐτοῦ ἀργυρᾶ νομίσματα, εἴτε εἰς συναλλαγματικὰς, πληρωτέας ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας αὐτοῦ δι’ ἰδίων αὐτοῦ νομισμάτων ἢ διὰ τραπεζικῶν γραμματίων ἐχόντων νόμιμον κυκλοφορίαν. Εἰς οὐδὲν τῶν τεσσάρων ἄλλων συμβληθέντων Κρατῶν ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἥτις ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν. Τί δὲ θέλει συμβῆ εἰς τὸ τέλος τῆς πενταετίας, ἐὰν διαλυθῇ ἡ ἕνωσις, ὡς εἶναι ἐνδεχόμενον ἢ μᾶλλον πιθανόν; ὅσα ἀργυρᾶ νομίσματα ἰδικά μας εὑρίσκονται ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Ἐλβετίᾳ, ἐν Βελγίῳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ τὰ πληρώσωμεν εἰς χρυσὸν ἢ εἰς ἀργυρᾶ νομίσματα ἑκάστου τῶν Κρατῶν τούτων. Τὰ νομίσματα δὲ τῶν Κρατῶν τούτων, ἅτινα θὰ κυκλοφορῶσι παρ’ ἡμῖν, θὰ δικαιοῦνται νὰ μᾶς τὰ πληρώσωσι διὰ τῶν παρ’ ἡμῖν ὑποτετιμημένων τραπεζικῶν γραμματίων, διότι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν θέσεως καὶ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς πενταετίας θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία παρ’ ἡμῖν. Θὰ ὑποστῶμεν δὲ οὕτω τὴν ζημίαν, τὴν ἐκ τῆς τοιαύτης εἰς ἡμᾶς πληρωμῆς τῶν ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων. Δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς νέας διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν συμβληθέντων Κρατῶν καὶ ἐπιτύχωμεν τροποποίησιν τῆς συμβάσεως ταύτης. Ὑποβάλλω ὅμως τὴν παρατήρησιν ταύτην πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως, ἐάν ποτε εὕρῃ κατάλληλον περίστασιν, προσπαθήσῃ, εἰ δυνατὸν, νὰ ἐπιτύχῃ διόρθωσίν τινα τῆς ἐπιβλαβοῦς δι’ ἡμᾶς διατάξεως ταύτης. (Ἐνταῦθα γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως νομισματικῶν συμβάσεων κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην συζήτησιν).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν.
§31Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰσάγων χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνήγγειλεν εἰς συζήτησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἶπεν ὅτι κύριος σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ ἀφομοίωσις τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων τῶν τριῶν Τραπεζῶν ἐν ταῖς περιφερείαις ἑκάστης αὐτῶν. Πράγματι δὲ ἦτο ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις περὶ τούτου· διότι ἐξ ἀπρονοησίας παραδόξου, ὅτε ἡ Κυβέρνησις συνεβλήθη πρὸς τὰς Τραπέζας περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ἐφρόντισε νὰ περιλάβῃ ἐν ταῖς συμβάσεσι διάταξιν περὶ τούτου. Τότε ἦτο εὔκολον νὰ περιληφθῇ τοιαύτη διάταξις ἐν ταῖς συμβάσεσι, διότι αἱ Τράπεζαι εἶχον ἀνάγκην τοῦ μέτρου, περὶ οὗ αἱ συμβάσεις αὗται προενόουν. Αἱ Τράπεζαι οὐ μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐν Κράτεσιν ἄλλοις, οἰκονομικῶς πολλῷ ἑδραιοτέροις, ὅταν ἐπέρχεται οἰκονομικὴ κρίσις, εἴτε ἐκ λόγων ἐσωτερικῶν, εἴτε ἐξ ἐξωτερικῶν, δέονται τοῦ μέτρου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπως περιφρουρήσωσι τὸ μεταλλικὸν αὑτῶν, ἀποταμίευμα· ἡ δὲ περιφρούρησις τούτου δὲν εἶναι μόνον συμφέρον αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ συμφέρον τῆς Πολιτείας. Διὰ τοῦτο τὰς αἰτήσεις τῶν Τραπεζῶν ἀποδέχονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αἱ Πολιτεῖαι, ἀλλ’ ἀποδεχόμεναι ταύτας, λαμβάνουσι πρόνοιαν, ὅπως κανονίζωσι τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τρόπου, ὅστις νὰ μὴ καθίσταται ἐπαχθὴς εἰς τὴν Πολιτείαν, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατόν. Ἡμεῖς ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐκδόσεως γραμματίων ὑπὸ Τραπεζῶν διατελοῦμεν ἐν χείρονι θέσει τῶν πλείστων ξένων Ἐπικρατειῶν, διότι εἴτε ἐκ περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως ἡμῶν, εἴτε ἐξ αὐτῆς τῆς θελήσεώς μας, ἔχομεν ἀντὶ μιᾶς Τραπέζης, ἐκδιδούσης τραπεζικὰ γραμμάτια, τρεῖς. Καὶ ἡ μὲν Ἰονικὴ ἔχει τὸ προνόμιον αὑτῆς ἐκ λόγων ἀσχέτων πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπταννήσου ἔφερε ταύτην ἐντὸς τοῦ Κράτους μετὰ τῶν δικαιωμάτων αὑτῆς· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς νέας ἐπαρχίας Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν ἰδιαιτέραν Τράπεζαν, ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι συμφέρει νὰ συστηθῇ εἰδικὴ Τράπεζα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις ἐκδίδουσα ἴδια γραμμάτια, τοῦτο δὲ ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Ὅτε τὸ δάνειον τοῦτο συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ, διεμαρτυρήθην κατὰ τοῦ μέτρου, διεμαρτυρήθην κατὰ τοῦ ἀνταλλάγματος τούτου, ἀλλὰ δὲν διετέλουν τότε ἐν πλειονοψηφίᾳ καὶ ἡ γνώμη μου δὲν ἠκούσθη. Ἀφοῦ ὅμως ὁπωσδήποτε ἔχωμεν τρεῖς Τραπέζας, ἔχομεν εἰδικὰς περιφερείας κυκλοφορίας τῶν τραπεζογραμματίων, καὶ ἐν ὅσῳ μὲν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἐξηργυροῦντο, κακὸν ἡ διαίρεσις τοῦ Κράτους εἰς εἰδικὰς περιφερείας κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶχεν ὅριον, διότι τὰ γραμμάτια ὡς ἐξαργυρούμενα εἶχον τὴν ἀξίαν τοῦ μετάλλου, εὐθὺς ὅμως ὡς ἀντικατέστησε τὴν ἐλευθέραν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, κινδυνεύει ἡ Πολιτεία, ἡ ἔχουσα πολλὰς περιφερείας κυκλοφορίας γραμματίων, νὰ περιέλθῃ οἰκονομικῶς εἰς δυσχερείας, διότι τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν ἔχουσιν ἐν ἑκάστῃ περιφερείᾳ τὴν αὐτὴν τιμὴν, ἡ ὑποτίμησις αὐτῶν δὲν εἶνε πανταχοῦ ἡ αὐτή. Οὕτω κατὰ τὴν προηγουμένην ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν εἴχομεν ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἐν Ἑπταννήσῳ κατωτέραν τῆς ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ, ἐν δὲ ταῖς νέαις Ἐπαρχίας, καίτοι ὅτε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, εὗρε σύμβασιν ὑπογεγραμμένην πρὸς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας, χορηγοῦσαν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑπὲρ τῶν γραμματίων αὐτῆς, τὴν σύμβασιν ἐκείνην ἐθεώρησεν ἄκυρον, μὴ ἀποδοῦσα εἰς τὴν διάταξιν τὴν ἐν τῇ συμβάσει, καθ’ ἣν διὰ Διατάγματος καὶ οὐχὶ διὰ νόμου ἔδει νὰ κυρωθῇ ἡ σύμβασις ἐκείνη, τὸ κῦρος· οὕτω δὲ ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίας εἴχομεν τότε μόνον μεταλλικὴν κυκλοφορίαν, καὶ οὕτω τότε ὑπῆρχεν ἐν τῷ Κράτει τριπλῆ κυκλοφορία, κυκλοφορία καθαρῶς μεταλλικὴ ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, κυκλοφορία ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἐπὶ ὑποτιμήσει, καὶ κυκλοφορία ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ ἐπὶ μεγαλειτέρᾳ ὑποτιμήσει. Τὸ κακὸν τοῦτο ἐπήγαγε συνεπείας λίαν ἐπιβλαβεῖς, καὶ εἶχεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνώπιόν της τὰ διδάγματα τοῦ παρελθόντος, ὅτε συνεβάλλετο πρὸς τὰς τρεῖς Τραπέζας, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν καὶ καταστήσῃ τὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων κοινὴν εἰς τὰς τρεῖς περιφερείας. Αἱ Τράπεζαι, ὡς εἶπον, δὲν ἤθελον ἀρνηθῆ τοιαύτην ἀπαίτησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ μέσον, ὅπως ἀναγκάσῃ αὐτὰς ἵνα δεχθῶσι τὴν δικαίαν ταύτην ἀπαίτησιν αὐτῆς. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἦτο μέτρον σωτήριον διὰ τὴν Τράπεζαν. Ἐὰν δὲν ἐλάμβανον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων αὐτῶν, ἤθελον ἰδεῖ, ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, τὸ μεταλλικὸν αὐτῶν ἀποταμίευμα ἐξαφανιζόμενον, ἡ Κυβέρνησις δ’ ἐρχομένη ἀρωγὸς σώζει τὸ μεταλλικὸν ἀποταμίευμα, ἀπαλλάττουσα αὐτὰς ἀπὸ τῆς νομίμου ὑποχρεώσεως τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ δεχθῶσι κανονισμὸν τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, ἥτις ἤδη καθίσταται ἀναγκαστικὴ, τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ζημιῶται ἡ Πολιτεία. Ὅ,τι τότε δὲν ἐγένετο, ἔδει, ἀφοῦ ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἐβεβαιώθη τὸ μέγα κακὸν τῆς τριπλῆς ταύτης κυκλοφορίας, νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν περιωρίζετο εἰς διατάξεις ἀφορώσας εἰς τοῦτο καὶ μόνον, τὴν ἐπίτευξιν τουτέστι τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἑκάστης Τραπέζης ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ δεκτὸν παρὰ τῆς Βουλῆς εὐκόλως μετὰ ἐξέτασιν βεβαίως τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τοιαύτη παραχώρησις γίνεται παρὰ τῶν Τραπεζῶν εἰς τὴν Πολιτείαν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅμως δὲν εὑρίσκομεν μόνον διατάξεις ἀφορώσας εἰς τὸ ἀντίτιμον, δι’ οὗ ἡ Πολιτεία ἀποκτᾷ παρὰ τῶν Τραπεζῶν τὸ πλεονέκτημα τῆς ἀφομοιώσεως τῶν γραμματίων αὐτῶν, ὡς πρὸς τὴν κυκλοφορίαν ἐν τῇ ὅλῃ Πολιτείᾳ, περιέχει διατάξεις ἄλλας ὅλως ἀσχέτους πρὸς τὸ θέμα τοῦτο. Ἡ μὲν σύμβασις περιέχει διάταξιν, ἀφορῶσαν εἰς νέον δάνειον τῆς Κυβερνήσεως διὰ ποσὸν 18,000,000 δραχμῶν, ἐκδοθησόμενον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀξίας ἑκάστου δύο ἢ μιᾶς δραχμῆς, τὸ δὲ νομοσχέδιον, τὸ συνοδεῦον τὴν σύμβασιν, περιέχει δεύτερον ἄρθρον, ἐπιτρέπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πλὴν τοῦ δανείου τῶν 18,000,000, συνολομογήσῃ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δάνειον 25,000,000, ἤτοι 5,000,000 εἰς μεταλλικὸν καὶ 20,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· ἑπομένως διὰ τοῦ νομοσχεδίου μετὰ τῆς προσηρτημένης εἰς αὐτὸ συμβάσεως ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄδεια συνομολογήσεως δανείου μεταλλικοῦ μὲν 5,000,000, δι’ ἐκδόσεως δὲ νέων γραμματίων 38,000,000. Ἐκ τῶν 38,000,000, τὰ 31,000,000 κατὰ τὸ νομοσχέδιον θέλει καταβάλει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὰ λοιπὰ δὲ αἱ δύο ἄλλαι Τράπεζαι. Ἐὰν ἤδη ἐξετάσωμεν τὰ τῆς κυκλοφορίας, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν σήμερον, εὑρίσκομεν ὅτι εἰς τὴν ὑπάρχουσαν κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, καθ’ ἣν ἐποχὴν συνωμολογήθη πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, προσετέθησαν ἑκατομμύρια εἴκοσι δύο. Ἡ κυκλοφορία, ἡ τότε, ἀνήρχετο εἰς 58 ἑκατομμύρια καὶ ἑκατοστύας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν, εἰς ταῦτα δὲ διὰ τῆς πρώτης συμβάσεως καὶ κατόπιν δι’ ἄλλης συμπληρωματικῆς ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσθέσῃ ἕτερα 22,000 000, ἅτινα ἤθελον καταβληθῆ εἰς αὐτὴν ὡς δάνειον. Ἐκ τῶν 22,000,000 ἀγνοοῦμεν πόσα ἡ Κυβέρνησις ἔθηκε μέχρι τῆς σήμερον εἰς κυκλοφορίαν· ὑποθέτω, ὅτι ὑπολείπονται 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια· ἐὰν οὕτως ἔχῃ, εὑρίσκομεν ὅτι, ἀντὶ 17,000 000 τιθεμένων εἰς κυκλοφορίαν ἐπιπροσθέτως ἔχομεν ὑποτίμησιν τραπεζικοῦ γραμματίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 25% κατὰ μέσον ὅρον, 28% κατ’ ἀνώτατον ὅρον, διότι καθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας, ἡ Κυβέρνησις ἠγόρασε συνάλλαγμα ἐπὶ τοιούτῳ ἀντιτίμῳ· ἀλλ’ εἰς 25% ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὴν σήμερον ὑφισταμένην ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, τὴν προελθοῦσαν ἐκ τῆς προσθήκης εἰς τὴν κυκλοφορίαν 17,000,000, ποία σκέψις δὲν ὑπαγορεύεται εἰς ἡμᾶς ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλει ἐπενέγκει ἡ προσθήκη εἰς τὴν νῦν ὑπάρχουσαν κυκλοφορίαν ἑτέρων 36,000,000; Τὰ 17,000,000, προστεθέντα εἰς τὴν προηγουμένην κυκλοφορίαν, ἐπήνεγκον ὑποτίμησιν 25%· τὰ 36 προστεθησόμενα σήμερον, ὅτε ἡ κυκλοφορία εἶναι βεβαρημένη, ποῖον ἀποτέλεσμα θέλουσιν ἔχει; Δὲν δικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν ὅτι κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν θέλει ἐπέλθει περαιτέρω ὑποτίμησις 40%, ἤτοι 65% ὑλικὴν ὑποτίμησιν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, πραγματοποιουμένων τῶν μέτρων, τῶν ὁποίων τὴν ψήφισιν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς Βουλῆς; Τὸ πιθανώτερον εἶναι ὅτι δὲν θὰ ἦναι 65%, ἀλλ’ 100 καὶ 150, ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ πραγματοποιηθῇ ὁλόκληρον. Ἀλλὰ διατί τὰ μέτρα ταῦτα περιελήφθησαν ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ, ἐν ᾧ περιελήφθησαν αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν κοινὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων τῶν τριῶν Τραπεζῶν ἐν παντὶ τῷ Κράτει; Διατί ἡ Κυβέρνησις, ἀποταθεῖσα πρὸς τὰς Τραπέζας, ἵνα ἐπιτύχῃ παρ’ αὐτῶν τὴν κοινὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων, δὲν ἐπεζήτησε τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου παραχωροῦσα ὠφελείας πρὸς τὰς Τραπέζας ἀναλόγως πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία ἤθελεν ἀποκτήσει ἐκ τοῦ μέτρου τούτου; Διατί συνέδεσε πρὸς τὰ τῆς κοινῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τὸ ζήτημα τοῦ περαιτέρω δανείου διὰ τῆς συμβάσεως 18,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐν δὲ τῷ νομοσχεδίῳ νέον δάνειον 20,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ 5,000,000 εἰς μεταλλικόν; Τὸ κατ’ ἐμὲ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀπαιτήσῃ, ὅπως τὰ δύο ταῦτα χωρισθῶσιν ἐντελῶς ἀπ’ ἀλλήλων, διότι οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο. Δὲν δύναταί τις ν’ ἀξιώσῃ, ὅτι αἱ Τράπεζαι δὲν συγκατετίθεντο ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν κοινὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων αὐτῶν ἐν ὅλῳ τῷ Κράτει, εἰμὴ ἂν ἐδάνειζον εἰς τὸ Κράτος 18,000,000 αἱ τρεῖς, 25,000,000 ἡ μία ἐξ αὐτῶν. Τὸ νὰ δανείζωσιν αἱ Τράπεζαι εἰς τὸ Κράτος εἶναι ὠφέλεια τῆς Πολιτείας, καὶ εἰς αὐτὴν ἀνήκει νὰ ζητήσῃ τὸ δάνειον, ὅπου συμφερώτερον τὸ εὑρίσκει. Δὲν ἦτο λογικὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι αἱ Τράπεζαι ἐζήτησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀντάλλαγμα νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὴν δάνειον 38,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, πλὴν τῶν 5,000,000 εἰς μεταλλικόν. Ὡς πρὸς τὰ 25,000,000 τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἴμεθα βέβαιοι ὅτι δὲν ἔχει οὕτω, διότι ἡ περὶ τῶν ἑκατομμυρίων διάταξις δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῇ συμβάσει. Ὡς πρὸς τ’ ἄλλα ὅμως δὲν περιελήφθη ἡ διάταξις ἐν τῇ συμβάσει συνεπείᾳ ἀπαιτήσεως τῶν Τραπεζῶν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ συνδυάσῃ δύο τινὰ ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ συμβάσει, περὶ ἧς ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἐν ταῖς λεπτομερείαις· διότι, προκειμένου περὶ συμβάσεως, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ ν’ ἀποδεχθῇ ἐν συνόλῳ αὐτὴν ἢ ἐν συνόλῳ νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ· οὕτω δὲ ἡ Βουλὴ τίθεται εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν κοινὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, πράγματι ἀναγκαίαν σήμερον, ἢ νὰ δεχθῇ συνάμα καὶ δάνειον 18.000,000, συνομολογηθὲν διὰ τρόπου ὀλεθρίου εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Πολιτείας. Λέγω ὀλεθρίου εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Πολιτείας, διότι ἀκριβῶς τὸ δάνειον τοῦτο, περὶ οὗ πραγματεύεται ἡ σύμβασις, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπιφυλαχθῇ εἰς τὴν Πολιτείαν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς εὐρύθμου ἀποκαταστάσεως τῆς χρηματικῆς τοῦ Τόπου κυκλοφορίας. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἔδει ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ περὶ εὑρέσεως δανείου μεταλλικοῦ ἐπὶ οἱᾳδήποτε θυσίᾳ. Ὅτε προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, δι’ ὧν ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ εὕρῃ δάνειον, καίτοι κατὰ σύστημα ἀπέχοντες ἀπὸ συζητήσεων, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτήν, ὅτι διὰ τοιούτων μέτρων δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θὰ εὕρῃ δάνειον· εἴπομεν εἰς αὐτήν, ὅτι τὸ πατριωτικὸν λαχειοφόρον δάνειον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ, ὅτι φιλοπατρία καὶ λαχεῖον εἶναι δύο πράγματα ἐντελῶς ἀντίθετα, ἐξουδετερούμενα ἀμοιβαίως, καὶ ἐκ τοιούτου δανείου δὲν ἔπρεπε νὰ ἐλπίζῃ οὐχὶ δεκάδας ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ οὐδὲ ἑκατομμύριον, κατ’ ἐμὲ δὲ οὐδὲ ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Ἐξεδόθη τὸ δάνειον τοῦτο καὶ οὐδὲν ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐγγραφῆς εἰς αὐτό. Τὰ δάνεια συνήθως ἐκδίδονται καὶ μένουσιν ἀνεῳγμένα εἰς ἐγγραφὴν παρὰ τῶν θελόντων νὰ συμμετάσχωσιν εἰς αὐτὰ ἐπὶ μίαν ἢ δύω ἡμέρας· παρῆλθον αἱ δύω ἡμέραι, παρῆλθον πλείονες, καὶ ὅμως οὐδεμίαν εἴδησιν ἔχομεν περὶ ἀποτελέσματος. Ἐξ ὅσων δὲ κυκλοφοροῦσιν ἀνὰ τὴν πόλιν τ’ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν γελοῖα. Εἴπομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κινδυνεύει διὰ τοιούτων νομοθετημάτων νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτελέσματα γελοῖα ἐπὶ μέτρου, ὅπερ ἐχαρακτήρισεν ὡς συνδεόμενον πρὸς τὴν φιλοπατρίαν. Εἴπομεν ἡμεῖ, ὅτι οὐδένα ἔχει σύνδεσμον πρὸς τὴν φιλοπατρίαν τοιοῦτον δάνειον, καὶ ἠλπίζομεν, ὅτι δὲν ἤθελε παρεξηγηθῆ ἡ ἔλλειψις προθυμίας τοῦ λαοῦ εἰς συμμετοχὴν, ὡς μαρτυροῦσα ἔλλειψιν φιλοπατρίας· ἀλλ’ ὅπως δήποτε εἶναι ἀτυχὲς, κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις δάνειον ἐψηφισμένον παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ καταδειχθῇ θεωρούμενον παρὰ τοῦ Ἔθνους ὡς γελοῖον. Τοῦτο ὑπῆρξε τὸ πρῶτον μέτρον τῆς Κυβερνήσεως. Κατόπιν εἴχομεν ἄλλα μέτρα ἐνώπιον ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀποδεικνύοντα πάντα, ὅτι δὲν ἀπέδιδεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ζήτημα τῆς εὑρέσεως μεταλλικοῦ δανείου τὴν ἀνήκουσαν αὐτῷ σπουδαιότητα· ἰδίως δὲ αἱ μακραὶ ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν σύμβασιν περὶ διαχειρίσεως πετρελαίων καὶ ἁλάτων ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ, ὅτι τὰ πάντα ἔπρεπε νὰ θυσιάσῃ εἰς τὴν εὕρεσιν δανείου. Μεθ’ ὅσα ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἤκουσε περὶ τῆς συμβάσεως ταύτης, ὡς παρεχούσης τὸ μόνον μέσον εἰς εὕρεσιν σήμερον ἐξωτερικοῦ δανείου, ἐπέμεινεν οὐχ ἧττον ὅπως ἡ σύμβασις ἐκείνη ψηφισθῇ, καίτοι ψηφιζομένη ὡς ἐψηφίσθη, παρακωλύει τὴν πραγματοποίησιν μεταλλικοῦ δανείου. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι κατόπιν τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι δυσχερὴς ἡ εὕρεσις μεταλλικοῦ δανείου, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἂς ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐπίγνωσιν ἃς ἐννοήσῃ ἐκ τῶν δυσχερειῶν, ἐν αἷς εὑρίσκεται, ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παίζῃ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ στηρίζηται ἐπὶ ἀριθμητικῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐγκαυχωμένη ἐπ’ αὐτῇ νὰ ζητῇ ἐκ πείσματος τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Δὲν πρόκειται περὶ φιλοτιμίας, ἀλλὰ περὶ ἐθνικῆς σωτηρίας· διότι, ἂν δὲν δυνηθῶμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον μεταλλικὸν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν μέχρι τοῦ τέλους τοῦ ἔργου, ὅπερ ἀνελάβομεν. Ἀντὶ δὲ νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀναγνωρίζουσα τὰ σφάλματά της, ἀνακαλοῦσα ὅσα μέχρι τοῦδε ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ, μετατρέπουσα αὐτὰ ἤδη ὑπὸ τὰ διδάγματα τῆς πείρας, ἣν ἔλαβε τῶν πραγμάτων, ἔρχεται διὰ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ ζητεῖ τί; νὰ ἐπαυξήσωμεν τὸ κακὸν, περὶ οὗ ἔπρεπε νὰ σκεπτώμεθα πῶς νὰ τὸ θεραπεύσωμεν. Ἡ ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἔφθασεν εἰς σημεῖον, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται σκέψις περὶ ἐπιτάσεως τοῦ κακοῦ τῆς ὑποτιμήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε σπουδαιότερον σήμερον νὰ σκέπτηται, πῶς νὰ προλάβῃ τὴν ἐπίτασιν τοῦ κακοῦ τούτου. Ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔστρεφε τὸ βλέμμα πρὸς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς εὕρεσιν δανείου, εὔκολον θὰ ἦτο ν’ ἀρθῶσι ταχέως πάντα τὰ κακὰ, τὰ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αὐτὸ τὸ μέτρον, ὅπερ φέρει ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ ἠδύνατο εὐκόλως, καταλλήλως διασκευαζόμενον, νὰ θεραπεύσῃ τὰ κακὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Διὰ τῆς συμβάσεως ἀναγνωρίζεται νέον εἶδος τραπεζικῶν γραμματίων, ἀνταποκρινομένων πρὸς τὸ κερματικὸν νόμισμα, τοῦτο δὲ ἐὰν ἐπεφυλάττομεν, ἵνα συνδυάσωμεν πρὸς τὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἄνευ προσθήκης νέου δανείου, θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἀπὸ παντὸς ὅ,τι ἔχει ἐπαχθές, θὰ ἠδυνάμεθα καὶ νὰ παρασκευάσωμεν τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν ταχίστην ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὸ μέτρον τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων ἀνταποκρινομένων πρὸς τὸ κερματικὸν νόμισμα, εἶναι κατ’ ἐμὲ ὑγιές. Εἶχον τὴν ἰδέαν ταύτην καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει, ἀλλὰ δὲν ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη μου· ἐφρόνουν τότε, φρονῶ δὲ καὶ ἤδη, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, δὲν δύναται νὰ κυκλοφορῇ μεταλλικὸν νόμισμα εἴτε ἀκέραιον, εἴτε κερματικόν. Τὰ δύο ταῦτα ἀποκρούουσιν ἄλληλα· καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ κερματικὴν κυκλοφορίαν, τὸ κερματικὸν νόμισμα πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν αὐτὸν τύπον, οἷον καὶ τὸ νόμισμα τὸ ἀκέραιον· ἄλλως, θὰ συμβαίνῃ πάντοτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν συμβαῖνον παρ’ ἡμῖν, τὸ μεταλλικὸν κερματικὸν νόμισμα φυγαδευόμενον ἢ κρυπτόμενον· διότι ὑφισταμένης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρξῃ μετὰ τοῦ γραμματίου ἄνευ ζημίας ἐκείνου, ὅστις ἤθελε τὸ δώσει εἰς πληρωμήν. Ἑπομένως ἡ ἔκδοσις χαρτίνου νομίσματος, ἀνταποκρινομένου πρὸς τὸ μεταλλικὸν κερμάτιον, εἶναί τι κατ’ ἐμὲ, οἰκονομικῶς ὑγιὲς, τὸ δὲ κερματικὸν τοῦτο χάρτινον νόμισμα, ἂν δὲν ἐκδοθῇ πέραν τοῦ ὁρίου τῆς ἀνάγκης τῆς κερματικῆς κυκλοφορίας, κατ’ ἐμὲ, θέλει κυκλοφορεῖ εἰς τὸ ἄρτιον. Τὰ Κράτη τῆς Λατινικῆς νομισματικῆς ἑνώσεως ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τῇ κοινῇ ἀναλογίᾳ πάντων τῶν Κρατῶν δικαιοῦται νὰ ἐκδίδῃ μεταλλικὸν νόμισμα κερματικὸν 15 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ὑπολογίζοντα, ὅτι εἰς ἑκάστην ψυχὴν ἀνταποκρίνεται κερματικὴ κυκλοφορία ἓξ δραχμῶν. Ἐὰν δὲ τοῦτο ἦνε ἀληθές, λαμβανομένων ἐν συνόλῳ τῶν ἀποτελούντων τὴν λατινικὴν ἕνωσιν, πολλῷ μᾶλλον εἶνε ἀληθὲς ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διακεκριμένως ἐξεταζομένην, διότι ἐν Ἑλλάδι ἡ κερματικὴ κυκλοφορία εἶνε ἀνωτέρα ἢ ἐν τοῖς ἄλλοις Κράτεσι τῆς λατινικῆς ἑνώσεως, Ἑπομένως ἐὰν ἡ λατινικὴ ἕνωσις ἀναγνωρίζῃ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος κυκλοφορίαν 15,000,000, κατ’ ἐμὲ ἡ κυκλοφορία, ἥτις ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς Χώρας, δύναται νὰ φθάσῃ καὶ εἰς 20,000,000 καὶ εἰς 25,000,000. Ἑπομένως μέχρι τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκδοθῶσι κερματικὰ νομίσματα χάρτινα, χωρὶς νὰ ἴδωμεν ταῦτα ὑποτιμώμενα. Ἐὰν δὲ τοῦτο ἦνε ἀληθὲς, ἔχομεν μέσον, ἵνα τάχιστα φθάσωμεν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀπὸ τῶν ἐπαχθῶν αὐτῆς συνεπειῶν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἡ παρ’ ἡμῖν διαιρεῖται εἰς δύο κλάδους· εἰς τὸν κλάδον τῶν γραμματίων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ εἰς τὸν κλάδον τῶν γραμματίων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐξετάζοντες τὰ κατ’ αὐτὴν ὡς πρὸς μόνον τὸ παλαιὸν Βασίλειον—διότι ἐκεῖ ἔχει σπουδαιότητα τὸ ζήτημα, ὡς πρὸς τ’ ἄλλα τμήματα δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι τὰ αὐτὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀκριβῆ ἐνταῦθα—ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ, εὑρίσκομεν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ ἔχει σήμερον κυκλοφορίαν γραμματίων ἐπὶ ἰδίῳ λογαριασμῷ 60,000,000, νόμιμον, ὑποθέτω, καὶ πραγματικὴν τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ, διότι ἀμφιβάλλω ἂν μένῃ ἀδιάθετόν τι· τὸ δὲ Δημόσιον ἔχει κυκλοφορίαν 22,000,000, νόμιμον, πραγματικὴν 17,000,000 μέχρι τῆς σήμερον, ἐντὸς ὀλίγου δὲ πράγματι ἴσου ποσοῦ πρὸς τὸ δικαιωματικῶς εἰς αὐτὸ ἀνῆκον. Ἡ διαίρεσις αὕτη, ἥτις ὑφίσταται αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, καίπερ μὴ ἀναγνωριζομένη νομίμως, ἐὰν ἡ διάκρισις αὕτη ἐκανονίζετο καὶ διὰ νόμου καὶ τὸ γραμμάτιον, τὸ ἀνῆκον εἰς τὰς Τραπέζας διὰ τὴν ἰδίαν αὐτῶν κυκλοφορίαν, ἐχωρίζετο ἐντελῶς ἀπ’ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διατίθεται πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους, θὰ ἠδυνάμεθα, τρέποντες τὸ ποσὸν, τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος, εἰς γραμμάτια κερματικὰ, νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦτο, νὰ ἴδωμεν τὰ γραμμάτια ταῦτα κυκλοφοροῦντα περίπου εἰς τὸ ἄρτιον. Ἴσως τὸ ποσὸν τῶν 22,000,000 εἶνε ὑπέρτερον τῶν συνήθων ἀναγκῶν τῆς Πολιτείας· ἀλλὰ καὶ ἂν εἶναι ὑπέρτερον, ἡ ὡς ἐκ τούτου ὑποτίμησις θὰ εἶνε μικρά· θὰ ἔχωμεν δὲ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὡς πρὸς τὰ ἄλλα γραμμάτια προσωρινῶς ὑφισταμένην καὶ ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ τὸ ἔκρυθμον τῶν περιστάσεων. Ὅταν τοιουτοτρόπως τὰ 22 ἑκατομμύρια τραπῶσιν εἰς κερματικὰ γραμμάτια εἰς χρῆσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ταῦτα δὲ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἀνταποκρίνωνται πρὸς μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον αἱ Τράπεζαι εἶχον ἐκδεδομένον πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τότε δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν ταῦτα σπουδαίως ὑποτιμώμενα. Ἐν ᾧ πρὸ τοῦ μέτρου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἦσαν ἐκδεδομένα 58 ἕως 60 ἑκατομμύρια· ἂν σήμερον διατηρήσωμεν ἐν κυκλοφορίᾳ ἀναγκαστικῇ γραμμάτια τοιούτου ποσοῦ, τὰ γραμμάτια ταῦτα δὲν θέλουσιν ὑποτιμᾶσθαι πολύ. Θέλει ὑπάρξει τις ὑποτίμησις, διότι, καίτοι τὸ ποσὸν εἶνε τὸ αὐτὸ ὡς καὶ πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ μὴ ὑποχρεωτικὴ ἐξαργύρωσις τῶν γραμματίων δύναται νὰ ἐπάγηται ὑπερτίμησίν τινα τοῦ συναλλάγματος, ἀλλ’ ἡ ἐκ τούτου ὑποτίμησις τῶν γραμματίων ἔσται πάντως μικρά. Ὄντος δὲ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἐκδεδομένων γραμματίων ἴσου πρὸς τὸ ποσὸν τὸ ἐκδεδομένον, ἐνόσῳ τὰ γραμμάτια ἦσαν ὑποχρεωτικῶς ἐξαργυρωτέα, θὰ ἦτο εὔκολον εὐθὺς, ὡς παρέλθῃ ἡ κατάστασις, ἧς ἕνεκα εἰσήχθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, νὰ ἀρθῇ αὕτη. Μετὰ τὴν ἄρσιν θὰ ὦσιν ἐν κυκλοφορίᾳ ἀκριβῶς τόσα γραμμάτια, ὅσα αἱ συναλλαγαὶ εἶχον ἀποδείξει ἀναγκαιοῦντα. Ἂν τὰ 60 ἑκατομμύρια δὲν ἦσαν ἀναγκαῖα εἰς τὴν ἐσωτερικὴν κυκλοφορίαν τῆς Χώρας, θὰ προσήγοντο ὑπὸ τῶν κομιστῶν εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς ἐξαργύρωσιν, ἐνόσῳ δὲν εἶχεν ἀνασταλῆ ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἐξαργυρώσεως· ἑπομένως καὶ ἤδη, αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μετὰ τὴν πάροδον τῆς κρίσεως, δὲν θέλουσι παρουσιασθῆ πρὸς ἐξαργύρωσιν. Τοιουτοτρόπως ἤλπιζον, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἥτις περιήγαγεν εἰς κατάστασιν λίαν ἐπαχθῆ πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, ἤθελεν ἀποκτήσει χαρακτῆρα προσωρινὸν καὶ δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἠθέλομεν ἐξαναγκασθῆ εἰς συζήτησιν μέτρου, τὸ ὁποῖον θέλει καταστήσει ἀνέφικτον τὸν συνδυασμόν, τὸν ὁποῖον ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς πρὸ μικροῦ καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἤλπιζον τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν σωτηρίαν. Ἤδη ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἀποδίδουσα εἰς τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας πρὸς ὑμᾶς ἐξέθηκα, τὴν ἀνήκουσαν εἰς αὐτὰς σημασίαν, ἔρχεται ζητοῦσα ὅπως διὰ τοῦ κερματικοῦ χαρτίνου νομίσματος ἀποκτήσῃ δάνειον, τουτέστιν ὅπως ἀποκτήσῃ δάνειον, στεροῦσα τὴν Πολιτείαν τοῦ μόνου μέσου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἵνα ἀπαλλαγῇ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, στεροῦσα αὐτὴν τοῦ μόνου μέσου, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἵνα, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καταστῇ αὕτη ὀλιγώτερον ἐπαχθὴς καὶ ἐπιπροσθέτουσα εἰς τὰ ἐπαχθῆ ἀποτελέσματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νέαν ὑποτίμησιν, ὑποτίμησιν ἀνωτέραν καὶ αὐτοῦ τοῦ διπλασιασμοῦ καὶ τριπλασιασμοῦ ἴσως τῆς νῦν ὑπαρχούσης. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐπὶ ὅροις τοκογλυφικοῖς, ἀρκεῖ τὸ δάνειον τοῦτο νὰ ἦτο μεταλλικὸν καὶ ἐξωτερικὸν, παρὰ νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν τοῦ περὶ οὗ πραγματευόμεθα δανείου, Δὲν περιορίζεται ὅμως καὶ εἰς τὸ δάνειον τοῦτο, ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς πραγματοποιήσῃ καὶ ἕτερον δάνειον χάρτινον 20,000,000 παρὰ μόνης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, παρὰ τῆς ὁποίας φαίνεται ἐλπίζει, ὅτι θὰ δυνηθῇ νὰ ἀρυσθῇ καὶ 5,000,000 εἰς μεταλλικόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἦσαν ἀκριβῆ ὅσα πρὸς ὑμᾶς ἐξέθηκα περὶ τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα δύναται ἡ Πολιτεία ν’ ἀπεκδέχηται ἐκ τῆς κερματικῆς κυκλοφορίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 20,000,000, καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ ἕτερον ἐξεταζόμενον, θὰ ἦτο ἱκανὸν ἵνα φέρῃ τοιαύτην διατάραξιν εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, ὥστε δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν μετὰ τὴν ψήφισιν καὶ πραγματοποίησιν τοιούτου μέτρου νὰ ἀγάγωμεν εἰς πέρας οἱονδήποτε ἔργον, στηριζόμενον ἐπὶ οἰκονομικῶν συνδυασμῶν. Ὅταν διὰ τοῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ τοῦ προσθέτου δανείου τῶν 18 ἑκατομμυρίων, εἴτε ὑπὸ τύπον κερματικόν, εἴτε καὶ ὑπὸ τύπον ἀκεραίου νομίσματος, τεθῶσιν εἰς κυκλοφορίαν 38 ἔτι ἑκατομμυρίων τραπεζικὰ γραμμάτια, δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὅσον δήποτε καὶ ἂν θέλῃ νὰ αἰσιοδοξῇ, νὰ μὴ παραδεχθῇ ὅτι θέλει ἐπέλθει ὑποτίμησις τῶν γραμματίων σπουδαιοτάτη ἐπέκεινα τῆς νῦν ὑπαρχούσης. Αὕτη δὲ ἡ ὑποτίμησις ἀσχέτως πρὸς τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν θέλει φέρει εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐξεταζομένη ὑπὸ μόνην τὴν ἔποψιν τοῦ δημοσίου ταμείου, ποῖα ἀποτελέσματα θέλει ἔχει; Θέλει ἔχει ἀποτέλεσμα ὅτι ἅπαν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τύπον δανείου λαμβάνει τὸ Δημόσιον, θέλει τὸ δαπανᾷ ὑπὸ τὸν τύπον ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, καὶ ἑπομένως δανειζόμενον τὸ Δημόσιον θὰ λαμβάνῃ τὰ ἐκ τοῦ δανείου χρήματα οὐχὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰς παραγομένας ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ δανείου ἀνάγκας. Τὸ ζήτημα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος δὲν εἵλκυσεν ὅσον ἔδει τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶχεν αὕτη συμφέρον ἵνα παρορᾷ αὐτό. Ὅτε ἐπέκρινε τοσούτῳ παταγωδῶς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ κύριον αὐτῆς ἐπιχείρημα ὡς πρὸς τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἄρσεως ἐπὶ τὰ τοῦ Δημοσίου ἦτο, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐξηνάγκαζε τὸ Δημόσιον εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου, δι’ οὗ ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐνῷ πράγματι διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας οὐ μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπληρόνετο ἀντὶ τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου, δι’ οὗ ἐπραγματοποιήθη ἡ ἄρσις, ἐκαλύπτετο ἐκ τοῦ ἐν τῷ γενικῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους κέρδους τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἀλλ’ ὑπελείπετο καὶ πρόσθετον κέρδος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ὑφίστατο ἐτησίως τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἦτο μόνον τὸ ποσὸν τοῦ τόκου καὶ χρεωλύτρου τῶν 72,000,000 πραγματικῶν, διὰ τῆς ἀποτίσεως τῶν ὁποίων πρὸς τὰς Τραπέζας ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἠδυνήθη νὰ ἀρθῇ, τὸ ποσὸν δὲ, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπληρόνετο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς ὑπερτίμησιν συναλλάγματος διὰ τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πληρωμὰς αὐτοῦ, ἦτο ἀνώτερον τοῦ ἀνταποκρινομένου πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τοῦ χάριν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας συνομολογηθέντος. Τοῦτο ἡ νῦν Κυβέρνησις οὐδόλως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, ἀλλά, θέλουσα νὰ ἐπιτίθηται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἰσήγαγε καὶ ἐπραγματοποίησε τὸ μέτρον τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔλεγεν, ὅτι τὸ μὲν Δημόσιον δὲν ὠφελήθη ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐπεβαρύνθη διὰ παντὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐτησίως πληρονομένου διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου, ἡ δὲ κοινωνία ἀφ’ ἑτέρου ἔπαθε, διότι δὲν ἐπετρέπετο πλέον εἰς τὰς Τραπέζας νὰ ἐκδίδωσιν ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου χάρτην ἀντὶ νομίσματος. Ἐπεβλήθη ἤδη ἐκ νέου ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ εἴδομεν ἐν τοῖς πράγμασιν τίνα εἶχον σημασίαν αἱ μεμψιμοιρίαι, ὅτι διὰ τῆς ἄρσεως αὐτῆς ἐστερήθη ἡ κοινωνία τῆς εὐκολίας τῆς ἀποκτήσεως πιστώσεων διὰ χάρτου ἀντὶ νομίσματος. Ἂς δοκιμάσῃ ἤδη ἡ Κυβέρνησις νὰ εὐκολύνῃ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, ἐπιτρέπουσα εἰς τὰς Τραπέζας τὴν παροχὴν πιστώσεων, πραγματοποιηθησομένων διὰ γραμματίων πέραν τοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ περιωρίσθησαν ταῦτα μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ θὰ ἴδῃ, ὅτι οὔτε αἱ Τράπεζαι θὰ δεχθῶσι τοιαύτην ἄδειαν, οὔτε ἡ κοινωνία θὰ δεχθῇ τοιοῦτον τραπεζικὸν γραμμάτιον. Τοιαῦται αἱ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι τότε ἐξετίθεντο, ὅτι τουτέστιν εἶναι πλοῦτος τῆς κοινωνίας ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ αἱ τοιαῦται θεωρίαι εἶχον δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων, ἵνα ἀποδειχθῶσι φροῦδαι· ἐπῆλθον ἤδη τὰ πράγματα καὶ ἀπέδειξαν ὅτι, ἐὰν ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἄρσει τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπῆλθε στενοχωρία, ἡ στενοχωρία ἦτο σύμπτωσις οὐχὶ συνέπεια τῆς ἄρσεως. Ὠφελήθησαν ἐκ τῆς συμπτώσεως καὶ πολιτευόμενοι καὶ ἐπιστήμονες. Ἐν οἰκονομολογικοῖς συγγράμμασι παρεστάθη ἡ Κυβέρνησις ὡς αἰτία τῆς συμπτώσεως ὑπὸ τῶν καθιστώντων τὴν ἐπιστήμην δούλην τῆς πολιτικῆς. Ἤδη δυστυχῶς ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν μάθημα διδακτικώτατον, ἀλλὰ δίδαγμα ἐπὶ ἰδίᾳ ἡμῶν ζημίᾳ διδόμενον. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς κοινωνίας δὲν καλούμεθα ἤδη νὰ ἐνδιατρίψωμεν, καίτοι περὶ τούτων θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ πραγματευθῶμεν διὰ μακρῶν ἄλλοτε. Ἡ θεραπεία ὡς πρὸς τὰ τῆς κοινωνίας εἶναι ἡ προεκτεθεῖσα. Μόνος ὁ ὑποδειχθεὶς διχασμὸς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνακόψῃ τὴν ζημίαν τῆς κοινωνίας, ὡς πρὸς τὰ τοῦ Δημοσίου ὅμως ἔδει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἔδει νὰ προνοήσωμεν περὶ τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐθεώρησεν ἀνάξιον κἂν μνείας, καὶ ἀπαντῶν εἴς τινας τῶν ἀγορευσάντων ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ ἔλεγεν, ὅτι κακῶς ἐκεῖνοι ἐκτιμῶσιν, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀπαριθμῶν δὲ πάντα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα κατ’ αὐτὸν ἀπεδείκνυον ὅτι ὑπάρχει ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα, ἐλησμόνει νὰ ποιήσηται λόγον πλὴν δεκάδος ἄλλων καὶ περὶ ἑνὸς σπουδαιοτάτου στοιχείου, τοῦ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπερχομένου. Τὸ στοιχεῖον δὲ τοῦτο, δηλαδὴ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ πληρώσωμεν εἰς ἀπόκτησιν συναλλάγματος, ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν νῦν ψηφιζόμενον καὶ ἐν μέρει ψηφισθέντα Προϋπολογισμόν. Ἐὰν δὲ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν σύμβασιν περὶ τῶν νεωτέρων δανείων, πρέπει ν’ ἀναγράψωμεν διπλάσιον καὶ τριπλάσιον τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἐὰν ταῦτα ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἤθελε παρουσιάσει εἰς τὴν Βουλὴν οἰκονομικὸν σύστημα, ὁποῖον παρουσίασε, δὲν ἤθελε θεωρεῖ, ὅτι ἀρκεῖ εἰς αὐτὴν νὰ ἐπιτυγχάνῃ ὅπως ὅπως τῆς ψήφου τῆς πλειονοψηφίας, δὲν ἤθελε θεωρεῖ ὅτι εἶναι θρίαμβος, ὅταν ἐπιτυγχάνῃ νὰ παύῃ ἡ συζήτησις, διότι κενοῦνται τὰ θρανία τῆς πλειονοψηφίας ἀπέναντι τῶν θελόντων νὰ διαφωτίσωσιν αὐτήν, ἀλλ’ ἤθελεν ἀπεναντίας προκαλέσει καὶ τὴν μειονοψηφίαν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ συζητήσωσι κατὰ τίνα τρόπον ἦτο ἐφικτὸν νὰ δοθῇ ἔδαφος οἰκονομικὸν εἰς τὴν Πολιτείαν τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύνηται ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου στηριζομένη νὰ ζητήσῃ δάνειον ἐξωτερικὸν εἰς μεταλλικόν. Δὲν θὰ ἐθεώρει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔλυεν ὑπὲρ αὑτῆς τὸ ζήτημα, διότι, παραστήσασα, ὅτι εἶχεν ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, κατώρθωνε νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ κατόπιν ἡ συζήτησις καὶ νὰ μείνῃ τὸ κοινὸν ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις, ὅτι πράγματι εἶχεν ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα, ἀλλὰ θὰ ἐζήτει νὰ ἀποκτήσῃ πράγματι τὸ ἰσοζύγιον διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν· ἔπρεπε νὰ θέση τὴν φιλοτιμίαν αὐτῆς κατὰ μέρος, ἵνα τὸ ἀποκτήσῃ. Δύναται νὰ σημειώνῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ 5,000,000, καὶ βεβαίως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ πληρώσῃ διὰ φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ 5,000,000 καὶ 7,000,000 ἴσως, ἀλλ’ ἐκ τούτων τῶν 5 ἢ 7 ἑκατομμυρίων, ὅπως ἔχει ἡ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ νομοθεσία, μόλις 1,000,000 θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Ταμεῖον, τὰ δὲ ἄλλα πέντε ἢ ἓξ ἑκατομμύρια θὰ πληρώσωσι τὰ ταμεῖα ἐκείνων, οἵτινες ποδοκροτοῦσιν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις τοὺς ἀγορεύοντας ἀντιπολιτευομένους. Ἂν σπουδαίως ἐξήταζεν ἡ Κυβέρνησις τὰ τοῦ ἐλλείμματος, δὲν θὰ ἤρχετο ἀναγράφουσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου 3,000,000, ἐνῷ ἐβεβαίου ὅτι κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον καὶ ἐπὶ τῷ μέτρῳ τῆς φορολογίας τοῦ ὑφισταμένου νόμου, οἵαν εἶχεν ἐφαρμόσει αὐτὴν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, μόλις εἰσεπράχθη 1,000,000, ἀλλὰ θὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι, ἡ νομοθεσία, ἡ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐφαρμοζομένη, ἐπέβαλλε 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐν ταῖς πρωτευούσαις, 4½ λεπτὰ ἐν ἄλλαις μεγάλαις πόλεσιν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον, τὸν παρ’ αὐτῆς εἰσαχθέντα, εἰσπράττονται μόνον δύο λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐκεῖ ὅπου εἰσεπράττοντο τὰ πέντε καὶ τὰ τέσσαρα, καὶ δὲν θὰ ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ ταχυδακτυλουργικῆς, ὅταν ἐπεβάλομεν φόρον πέντε λεπτῶν, νὰ εἰσπράττωμεν ἓν ἑκατομμύριον, ὅταν δὲ ἐπιβάλλωμεν φόρον δύω λεπτῶν νὰ εἰσπράττωμεν τρία ἑκατομμύρια. Ἐὰν ἀπέδιδε τὴν δέουσαν σημασίαν εἰς ὅσα προεξέθηκα, θ’ ἀνέτρεχεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς οὐχὶ ἵνα ζητῇ τὴν κατ’ ἐπίφασιν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ ἵνα ζητῇ τὴν ἀληθῆ πραγματοποίησιν τῶν ἐπαγγελιῶν. Ἐν τῷ προγράμματι αὐτῆς ἓν μόνον ἔλεγε συμπίπτον πρὸς τὰς ἰδέας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· ἔλεγεν ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων ἀπέτυχε, καὶ τῷ ὄντι ἀπέτυχεν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ ἀποτυχία αὐτοῦ εἶχεν ἀναγνωρισθῆ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ παρεσκευάσθη παρ’ ἐκείνης νέον νομοθέτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἠλπίζετο, ὅτι θὰ ἠδύνατο ἡ Πολιτεία νὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ ἀπεκδέχηται ἐκ τῆς καταναλώσεως ταύτης, οὐδὲν προσήγαγε νέον νομοθέτημα. Αὐτὸ τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἀτελεσφόρητον, αὐτὸ ἐκεῖνο ἀφίνει λειτουργοῦν, οὐδὲν δὲ προτείνει, ὅπως ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ταύτης πραγματοποιήσῃ ἡ Πολιτεία τὴν ἀνήκουσαν αὐτῇ πρόσοδον 2 ἑκατομμυρίων. Ἐπὶ πᾶσιν ὅμως ἤθελε φροντίσει, ὅπως ὅσα ψηφίζομεν ὦσι καὶ πράγματι εἰσπράξιμα, δὲν εἶναι δὲ πράγματι εἰσπράξιμα, ἐνόσῳ δὲν ἐπανέλθῃ ἐν πλήρει ἰσχύϊ ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων. Ἂν τῷ ὄντι ἡ Κυβέρνησις ἀπέβλεπεν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, ὅπως ἐξεύρῃ τὰ μέσα, ἵνα διεξαγάγῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνελάβομεν, ἵνα καταστήσῃ αὐτὰ τοιαῦτα, ὥστε νὰ δυνάμεθα, ταῦτα πράττοντες, νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ δάνεια, ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ν’ ἀναγράφῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὰ ὡς βεβαιωθησόμενα, πρέπει νὰ φροντίσῃ, ὅπως καὶ τὰ εἰσπραττόμενα πλησιάζωσιν, ὅσον ἐνδέχεται περισσότερον, εἰς τὰ βεβαιούμενα, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ πλησιάζωσιν εἰς τὰ βεβαιούμενα, ἀλλὰ θὰ ἀπέχωσι πολὺ αὐτῶν, ἐνόσῳ ἀργεῖ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος τὰ φορολογικὰ μέτρα τῆς Πολιτείας καθιστᾷ ἀλήθειαν Ὤφειλον νὰ παρατηρήσω ταῦτα, διότι ἂν καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην στιγμὴν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τὰ ὀπίσω καὶ νὰ τροποποιήσῃ ὅσα πλημμελῶς διεξήγαγεν ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ σήμερον ἔτι νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτελέσματα, θὰ ἦτο δυνατὸν, καίτοι, ὡς εἶπεν, ἡ Βουλὴ προτίθεται νὰ διακόψῃ προσεχῶς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραμείνωμεν ἐνταῦθα καὶ διαρκουσῶν τῶν ἑορτῶν, ἵνα συνδράμωμεν αὐτὴν πάντες, ὅπως ἐξευρεθῶσι πραγματικοὶ πόροι καὶ ἀποκτήσῃ δι’ αὐτῶν τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν εἰς ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος. Ὅταν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ τούτων ἔρχεται προβάλλουσα νομοσχέδια, ὁποῖον τὸ νῦν ὑπὸ τὰς ὄψεις ἡμῶν, ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ πιστεύωμεν ὅτι εἰλικρινῶς σκέπτεται περὶ ἐθνικῆς ἐνεργείας; Ἐπιτρέπεται νὰ πιστεύωμεν, ὅτι σκέπτεται περὶ ἐθνικῆς ἐνεργείας ὁ προτείνων μέτρα καταστρέφοντα τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος τῆς Πολιτείας; Οὐδεμίαν ἔχομεν ἐλπίδα ἡμεῖς, ὅτι δυνάμεθα νὰ παρεμποδίσωμεν αὐτά. Ἡ δύναμις ἡμῶν εἶναι πολὺ μικρὰ, ἵνα κατορθώσωμεν τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅσα κρίνομεν καὶ ὅσα αἰσθανόμεθα. Τὰ λέγομεν ἀποτεινόμενοι πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ἀποτεινόμενοι πρὸς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ ἵνα φθάσωμεν εἰς διάκρισιν ἐνταῦθα κομματικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος διὰ ψηφοφοριῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πειθομένη ἐκ τῶν λόγων ἡμῶν, θὰ θελήσῃ νὰ συνεργασθῇ μεθ’ ἡμῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ὅπως διαῤῥυθμίσῃ τὰ οἰκονομικὰ διὰ τρόπου δυναμένου νὰ καταστήσῃ ταῦτα τελεσφόρα ὑπὲρ τῆς Πολιτείας (εὖγε).
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις αὕτη ἐξετάθη πέραν τῶν ὁρίων τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον σκοπὸν εἶχε νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν τριῶν Τραπεζῶν, τῶν ἐχουσῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ προσέτι ἐπὶ διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἐν ἄρθρῳ 2 περιέλαβε τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου πρὸ μικροῦ ἤρξατο, μετετράπη εἰς συζήτησιν γενικὴν, ἡ ὁποία ἥρμοζεν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἔκρινε σκόπιμον νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑαυτοῦ γνώμας ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου, ἐνόμισεν, ὅτι ἀρκούντως ἀνεπλήρουν αὐτὸν οἱ φίλοι του, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος ἠρεύνησαν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, καὶ διὰ τρόπου οἰκείου αὐτοῖς ἤλεγξαν καὶ ἐπέκριναν αὐτήν. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐνόμισε καλὸν νὰ προβῇ εἰς τὰς γενικὰς μελέτας, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσε, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ ἧς σᾶς εἶπε, καὶ ἀπεφάσισε τὸ μέτρον τοῦτο, διότι ἡ ἀριθμιτικὴ δύναμις, ὡς εἶπε, τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται, κρίνεται παρ’ αὐτοῦ ἀνεπαρκής. Ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φίλων αὐτοῦ ἠνάγκαζε τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου νὰ ἔχῃ κεκλεισμένον τὸ στόμα μέχρι τῆς σήμερον, ἡ δὲ ἀνεπάρκεια τῶν φίλων αὐτοῦ ἀναγκάζει αὐτὸν ἐπὶ τέλους νὰ ποιήσηται ἔκκλησιν πρὸς ὑμᾶς νὰ μὴ ἀπέλθητε τοῦ Βουλευτηρίου διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ σώσητε τὴν πατρίδα. Καὶ σᾶς παρέστησε πρόχειρον μέσον τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος τὴν σύμπραξίν του πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Καὶ μήπως δὲν φέρει πιστοποιητικὸν ἐπίσημον περὶ τῆς δεξιότητός του περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν; Καὶ μήπως δὲν ἀπέκτησε τίτλους ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ἡμῶν ἵνα ἀναγνωρισθῇ ὡς ὁ μόνος δυνάμενος νὰ χειραγωγήσῃ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος; Δυστύχημα ἦτο, δὲν γνωρίζω ἂν ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ἦτο δυστύχημα, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου ἦτο δυστύχημα νὰ ἐπέλθωσι τὰ συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἀπεῤῥόφησαν πᾶσαν τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Ἂν ταῦτα δὲν ἐπήρχοντο, δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἦσαν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τῆς παρελθούσης Περιόδου, δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἠκολούθουν τὰ συμβεβηκότα καὶ κατὰ βῆμα ἔβαινον ἐπιτηροῦντες καὶ ἐλέγχοντες τὰ τότε γινόμενα, ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, οἵτινες, περὶ ἄλλα ἀσχολούμενοι καὶ μεριμνῶντες, δὲν εἶχον καιρὸν ν’ ἀσχοληθῶσι περὶ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς καταχρήσεως τῶν κοινῶν. Ἤθελον καὶ ἐκεῖνοι πεισθῆ τότε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν διπλωμάτων, τὰ ὁποῖα κομίζει ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἤθελον καὶ ἐκεῖνοι προσέτι ἀναγνωρίσει ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τοὺς τίτλους, τοὺς ὁποίους νομίζει ὅτι ἀπέκτησε ἐπαγγελλόμενος σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς Ἀντιπροσώπους αὐτῆς τὴν σωτηρίαν τῆς Χώρας, μόνον ἐὰν ἤθελε συναινέσει νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς. Περίεργος ἀληθῶς τακτική! Δὲν δύναται ἕκαστος νὰ μετέλθῃ αὐτήν. Πρέπει νὰ ἦναι ἐμπεφορημένος ὑπὸ πολλοῦ θάῤῥους, ἢ πρέπει νὰ ἔχῃ τυφλὸν πρὸς ἑαυτὸν ἔρωτα. Μόνον ὁ τυφλὸς ἔρως πρὸς ἑαυτὸν ἤθελε πείσει τινά, ὅτι καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπὸ τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους ἠλέγχθησαν ὡς πλημμελῆ καὶ ἄτοπα, ὅτι καὶ ἐκεῖνα ἦσαν ὀρθά, καὶ νὰ νομίζῃ ὅτι καὶ ἐξ ἐκείνων δύναται νὰ πορισθῇ τίτλους καὶ δικαιώματα. Ἢ πρέπει, λέγω, νὰ ἦναι ἐμπεφορημένος ὑπὸ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δύνανται μόναι αἱ ταπειναὶ ἰδέαι νὰ ἐμπνεύσωσι, πλὴν ἂν αἱ ἰδέαι αὗται μετετράπησαν εἰς πάθος, καὶ μεταξὺ τῶν παθῶν, σᾶς ὁμολογῶ, ἰσχυρότατον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καταλαμβάνει ἐνίους πολιτευομένους καὶ παρασύρει αὐτοὺς ἐκτὸς τῶν ὁρίων καὶ αὐτῆς τῆς ἀληθείας. Παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριοι, ν’ ἀνεχθῆτε ἐπὶ μικρὸν, ἵνα ποιήσωμαι πρὸς ὑμᾶς ἀνάλυσιν τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, καὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπρόβαλον πρὸς κύρωσιν αὐτῆς, ἵνα δυνηθῆτε νὰ κρίνητε ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι ἢ ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιῤῥήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις πρὸ μικροῦ κατῆλθε τοῦ βήματος. Διὰ τῆς συμβάσεως, τῆς συνομολογηθείσης μεταξὺ τῶν τριῶν Τραπεζῶν καὶ ἐμοῦ, δύο συνωμολογήθησαν μέτρα μετ’ αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῶν μέτρων τούτων πρόκειται ν’ ἀποφανθῆτε ὑμεῖς. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ ἑνοποίησις τῶν γραμματίων τῶν τριῶν Τραπεζῶν, τῶν ἐχουσῶν δικαίωμα ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων ἐν τῷ Κράτει· τὸ δεύτερον εἶναι ἡ ἔκδοσις τραπεζικῶν γραμματίων μικρᾶς ἀξίας πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν κερμάτων, συνδυασμένη μετὰ δανείου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο μέτρον εἰσὶν ὀρθὰ, σᾶς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου· ἀμφότερα εἰσὶ μέτρα ὑγιᾶ, ὡς σᾶς ἐβεβαίωσε τοῦτο πρὸ ὀλίγου· ἀλλ’ ἐγένοντο πλημμελῶς. Πλημμελῶς ἐγένετο ἡ ἑνοποίησις τῶν γραμματίων τῶν Τραπεζῶν, καὶ πλημμελῶς γενομένη ἀποδεικνύει παράδοξον ἀπρονοησίαν, διότι τούτους τοὺς χαρακτηρισμοὺς μεταχειρίσθη ὁ εὔγλωττος ἐκ Μεσολογγίου κύριος βουλευτής. Ἀπρονοησίαν παράδοξον! ἀπρονοησίαν ἡμῶν, οἵτινες ἠδυνάμεθα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν συνωμολογήσαμεν τὴν περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων σύμβασιν, νὰ προβάλωμεν καὶ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν ὅρον τοῦτον παρὰ τῶν Τραπεζῶν. Ἄνευ ὅρου τοιούτου, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουσι πολλαὶ Τράπεζαι ἔχουσαι δικαίωμα ἐκδόσεως γραμματίων, ἄνευ τοῦ ὅρου τούτου ἡ Κυβέρνησις καταδηλοῖ ἀπρονοησίαν παράδοξον, ἐὰν ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων αὐτῶν, χωρὶς νὰ συμπεριλάβῃ τὸν ὅρον τῆς ὑποχρεώσεως τῶν Τραπεζῶν, νὰ κηρύξωσι δεκτὰ ἐν πάσαις ταῖς περιφερείαις ἀδιακρίτως τὰ ἑαυτῶν γραμμάτια! Ἀλλὰ τὸ φῶς τοῦτο ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν γνωρίζω ἐὰν σήμερον τὸ ἀπέκτησεν ἢ ἐὰν χθὲς ἐπορίσθη αὐτό. Δὲν γνωρίζω ἂν κατὰ τόν τρέχοντα Δεκέμβριον ἢ κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον ἠδυνήθη νὰ ἀνάψῃ τὴν λαμπάδα, ἡ ὁποία ἔδειξεν αὐτῷ τὴν ἀλήθειαν ταύτην, διότι ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1882, ὅτε ἐκυβέρνα, εὗρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ εὗρεν αὐτὴν διακεκριμένην καὶ ἰδίαν διὰ τὰ γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἰδίαν διὰ τὰ τῆς Ἰονικῆς καὶ μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1884, δηλ. ἐπὶ δύο πλήρη ἔτη, ἔδειξε αὐτὴν τὴν παράδοξον ἀπρονοησίαν, διότι δὲν διενοήθη νὰ πράξῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πράττομεν σήμερον ἡμεῖς, οἱ παραδόξως ὡς ἀπρονόητοι καταγγελλόμενοι. Δὲν γνωρίζω ἂν ἠδύνατο ἢ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ τότε ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὡς δὲν γνωρίζω ἂν ἤθελε ἢ δὲν ἤθελε νὰ τὸ πράξῃ. Βεβαίως ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τινὰ, μήτε νὰ δώσω ὡς ἀμυδρὰν τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν ἤθελε νὰ τὸ πράξῃ· ἂν ἑπομένως ἤθελε νὰ τὸ πράξῃ, βεβαίως δὲν τὸ ἔπραξε, εἴτε διότι δὲν ἠδύνατο, εἴτε διότι δὲν τὸ ἐγνώριζε. Καὶ αὐτὸς ὁ πανσόφως διαχειρισάμενος τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐδείχθη ἀπρονόητος, μὴ γνωρίζων τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ, μὴ πράξας αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐν ἀρχῇ δὲν ἐπράξαμεν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐντὸς 40 ἡμερῶν ἀφ’ ἧς ἐπεβλήθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἀνενδότως ἐπιδιώξαντες ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιτύχωμεν. Ἀλλὰ τάχα δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ ἐγὼ νὰ ἐπικρίνω αὐτὸν ἀφοῦ ὄχι μετὰ 40 ἡμέρας δὲν ἔσπευσε τότε νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλὰ τὸ ἠνέχθη λειτουργοῦν ἐπὶ δύο ἔτη; Δὲν γνωρίζω ἂν μὲ δικαιολογεῖτε, διότι εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ἐκπλήττομαι πῶς ἐμφορεῖται ὑπὸ τοιούτου θάῤῥους, μὴ διστάζων νὰ ἐπικρίνῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπροβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ δὲ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὁ λόγος, λυποῦμαι, διότι, καθ’ ἣν ὥραν κρατῶν τὴν λαμπάδα εἰς χεῖράς του ἐζήτει καὶ ἀνεύρισκε τὸ φῶς, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς ἐφώτισε τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκάλυψε τὴν παράδοξον ἀπρονοησίαν ἡμῶν, δὲν γνωρίζω διατί δὲν ἀνεγίνωσκεν ὑπὸ τὸ αὐτὸ φῶς καὶ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει, ἵνα ἀναμνησθῇ ποῖα ἐπιχειρήματα ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπρόβαλε, ὅταν συνεζήτει τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ζητηθέντος δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ παρεκάλει τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ αὐτό. Δὲν προεβάλομεν συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, δὲν προεβάλομεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἀλλὰ προεβάλομεν ἄλλα ἐπιχειρήματα· καὶ ἐκεῖνα μὲν ἀπεσιώπησεν ὁ κ. βουλευτὴς, εἰς τὰ στόματα δὲ ἡμῶν ἔθηκεν ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα τότε δὲν προεβάλομεν, οὐδ’ ἄν τις τῶν ἀγορευσάντων τότε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἄλλος πλὴν ἐμοῦ προέβαλε τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν αὐτὰ ποτὲ ἄλλως ἢ ὡς ἐπιχειρήματα τετρατεύοντα καὶ πέμπτης τάξεως. Ἀλλὰ τὰ πρώτιστα ἦσαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πολλοὶ συνάδελφοί μου ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει τότε μετ’ ἐμοῦ προέβαλον. Διατί ὅμως δὲν ἐμνημόνευσε τούτων; Διατί ἐπελάθετο αὐτῶν καὶ ἐμνημόνευσεν ἐπιχειρημάτων ἀναξίων προσοχῆς; Ἡ περὶ τὸ συζητεῖν ἀγαθοπιστία δὲν ἐπιτρέπει παραπλησίαν τακτικήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλάλησε περὶ τῆς συζητήσεως ἐκείνης, ἀναγκάζομαι ν’ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μέλη τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, τὰ τότε λεχθέντα περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προεβάλετο ἀπὸ τὸν τότε Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς μέτρον ἀναποφεύκτου ἀνάγκης, δυνάμενον νὰ σώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, δυνάμενον νὰ καταστήσῃ τὸ Βασίλειον τοῦτο ἀληθὲς Χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς. Ἐπροβάλετο ὡς μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπελογίσθη καὶ ἠρευνήθη καὶ ἐξασφαλίσθη τοσοῦτον ῥητῶς καὶ τοσοῦτον ἀσφαλῶς, ὥστε οὐδεμίαν ἤθελεν ἐπιφέρει ζημίαν. Μᾶς ἔλεγε τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ διστάζετε ἀπέναντι τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου, τὸ ὁποῖον θέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσωμεν διὰ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, διότι θέλομεν κερδήσει ἴσον ποσὸν ἢ ἀνώτερον αὐτοῦ, διότι πάσας τὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν προμηθείας ἡμῶν θέλομεν ἀποκτᾷ διὰ συναλλάγματος ἀξίας ἴσης πρὸς τὸ νόμισμα· ἑπομένως δὲν θέλομεν πληρώσει τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, τὴν ὁποίαν πληρώνομεν μέχρι τοῦδε· καὶ προσέτι, διότι τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν Ἐθνικῶν δανείων θέλομεν πληρώνει χωρὶς ν’ ἀναγκαζώμεθα νὰ πληρώνωμεν διαφορὰς συναλλάγματος. Ὑπελόγιζε τότε ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ἠθέλομεν κατὰ τοσοῦτον ἐλαττώσει τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, μὴ ὑποχρεούμενοι πλέον νὰ πληρώνωμεν διαφορὰν συναλλάγματος διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων καὶ διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῶν προμηθειῶν ἡμῶν, ὥστε ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώνωμεν εἰς τόκους καὶ χρεωλύσια τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, θέλομεν κερδήσει ἐκ τῆς οἰκονομίας ταύτης. Καὶ ἐλέγομεν εἰς αὐτὸν τότε, διατί σπεύδετε ν’ ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Καὶ ἂν οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους σεῖς ἐποιήσατε, ὅτι θέλετε εἰσπράξει 10,000,000 ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, καὶ ὅτι θέλετε εἰσπράξει 3,000,000 ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ ὅτι θέλετε εἰσπράξει δὲν εἰξεύρω πόσα ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως σιγαροχάρτου, ἂν οἱ ὑπολογισμοί Σας οὗτοι διαψευσθῶσιν, ἂν δὲν δυνηθῆτε νὰ εἰσπράξητε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα προϋπολογίζετε, γνωρίζετε ποῦ θέλετε φέρει τὴν Ἑλλάδα; Διατί σπεύδετε ν’ ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, συνομολογοῦντες μάλιστα προκαταβολὰς μετὰ τοῦ δανείου; Ἐὰν δὲν πραγματοποιηθῶσιν οἱ ὑπολογισμοὶ περὶ ἐσόδων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερα καὶ δὲν ἔχετε τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα διὰ νὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰ συνήθη ἔξοδα ἡμῶν, ἢ ἂν δὲν ἐπιτύχῃ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, γνωρίζετε ποῦ θέλετε περιαγάγει τὴν Ἑλλάδα; δεσμίαν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον εἰς αὐτὴν τὰς προκαταβολὰς, καὶ ἀπέκτησαν ἐνέχυρον τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν ἤκουσε τότε τὰς γνώμας ἐμοῦ αὐτάς, καὶ μετ’ αὐτοῦ δὲν ἤκουσε αὐτὰς ἡ πλειονοψηφία, ἥτις τὸν ὑπεστήριζε. Λυποῦμαι δὲ διότι μετά, τὴν 7ην Ἀπριλίου ἐτράπη εἰς φυγὴν καὶ αὐτὸς, ὡς καὶ ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὸν πλειονοψηφία, ἀποδιωχθεῖσα ἀπὸ τὴν φωνὴν τῶν ἐκλογέων τῆς Ἑλλάδος. Ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐν τῇ Ἀρχῇ, διὰ νὰ ἴδῃ ποῦ περιήγαγε τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ δανείου τῶν 170,000 000 καὶ διὰ τῶν προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας συνωμολόγησεν. Ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐν τῇ Ἀρχῇ, διότι εἰς αὐτὸν προσῆκε νὰ πίῃ τὰς πικρίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔπιον, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἦτον ἀληθῶς μεγίστη ἀδικία νὰ γεύωμαι ἐγὼ καρποὺς, οἵτινες προσῆκον εἰς τὸ στόμα τοῦ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ· (εὖγε, εὖγε ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι φρονεῖ, ὅτι αὐτὸ τὸ δίπλωμα, τὸ ὁποῖον σᾶς κομίζει ἔχων ἐν χερσὶ, πρέπει νὰ σᾶς πείσῃ, καὶ ὅτι ἂν δὲν πεισθῆτε θέλει ἴσως καταγγείλει καὶ ὑμᾶς ὅτι πράττετε πρᾶξιν ἀντιπατριωτικήν! Ἀξιοῖ ὅτι πρέπει νὰ σᾶς πείσῃ νὰ ζητήσητε τὴν συνδρομήν του ἵνα διαῤῥυθμίσῃ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας! Ἀλλὰ καὶ τὸ δεύτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον περιελήφθη ἐν τῇ συμβάσει, τὸ περὶ ἐκδόσεως γραμματίων πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ κερματικοῦ νομίσματος ἐν εἴδει δανείου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ μέτρον τοῦτο ἐπῄνεσεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὡς ὑγιὲς καὶ ὀρθόν. Ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῷ εὗρε πλημμέλειαν, ἡ ὁποία πλέον δὲν διακινδυνεύει τὴν τύχην τοῦ Ἔθνους, πλημμέλειαν, ἡ ὁποία δὲν ἀναιρεῖ τὴν Ἐθνικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν καὶ ἠσπάσθημεν, θεωροῦντος τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ἀλλὰ φέρει μέγα ἄλλο κακὸν, διότι καθιστᾷ δύσκολον τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν ν’ ἀπευθύνω ἐμπειρικὴν ἐρώτησιν, καὶ λέγω ἐμπειρικὴν, διότι ταύτην ἤθελε προβάλει ἕκαστος τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν πρὸς τὸν διδάσκαλον τοῦτον. Ἤθελον ἀπευθύνει αὐτῷ τὴν ἐρώτησιν: διδάσκαλε, διατί δὲν μετεχειρίσθης τὸ μέσον τοῦτο ἐπὶ διετίαν ὅλην, ἵνα καταστήσῃς οὕτως ἐφικτὴν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἀποφύγῃς νὰ προβῇς εἰς τὸ μέτρον τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων; Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡμεῖς προεβάλομεν τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ ἐπικρίνῃ καὶ νὰ τὸ ψέξῃ, εὗρεν ὅτι, ἐὰν τὸ προεβάλομεν δι’ ἄλλους σκοποὺς ἤθελεν εἶσθαι λίαν καλὸν, ἀλλὰ ὡς προεβάλομεν αὐτὸ, ματαιώνει πάντας τοὺς σκοποὺς τούτους. Καὶ ἰδοὺ ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν προσεδοκῶμεν, ὅτι ἤθελεν ἀποδεχθῆ μετ’ εὐμενείας ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους, τὴν ὁποίαν μετὰ πολλῆς προσπαθείας ἠδυνήθημεν νὰ ἐπιτύχωμεν, ἡ σύμβασις αὕτη συντελεῖ εἰς δύο μεγάλα κακὰ, εἰς καταστροφὴν τῆς Ἐθνικῆς πολιτικῆς, διότι ἕνεκα αὐτῆς δὲν δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὴν Ἐθνικὴν πολιτικὴν, καὶ εἰς καταστροφὴν καὶ τῆς ἐλπίδος πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας! Δὲν γνωρίζω ἐὰν δύνανται νὰ ὑπολάβωσί τινες, ὅτι ταῦτα λέγονται πρὸ Ἀβδηρητῶν. Ἀλλὰ καὶ ἄν τις τοιοῦτόν τι ὑποθέτῃ, τῶν Ἀβδηρητῶν τούτων ἡ περὶ αὐτῶν ἐκδηλωθεῖσα τοσάκις γνώμη ἔπρεπε νὰ μειώσῃ τὸ θάῤῥος αὐτοῦ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, διὰ νὰ παραστήσῃ ὑμῖν πόσον κακὴ κατέστη ἕνεκα ἡμῶν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Χώρας, ἐπελάβετο νὰ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ ἐξηγήσῃ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀναμίξας, δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα ἰδιότροπον τρόπον, τὰ 18 ἑκατομμύρια τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ἀντὶ τῶν κερματίων τιθέμενα εἰς χρῆσιν, κατὰ τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητουμένην ἄδειαν διὰ δάνειον 20 ἑκατομμυρίων. Καὶ παρέστησεν ὅτι οὕτω δανειζόμεθα 38 ἑκατομμύρια. Ἐποιήσατο δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους θέλει μοὶ ἐπιτρέψει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαναλάβω. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ 60 ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ὅτι εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ κυκλοφορῇ προσέτι 22 ἑκατομμύρια γραμματίων, ἤτοι ἐν ὅλῳ 82 ἑκατομμύρια. Ἐπειδὴ δὲ τοῦτο ἠδύνατο νὰ μειώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ ὑπολογισμοῦ του, σᾶς εἶπεν ὅτι ὑποθέτει ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς κυκλοφορίαν καὶ τὰ 82 ἑκατομμύρια, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξήντλησε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ λάβῃ τὰ 10 ἑκατομμύρια, τὰ τελευταῖον ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Σᾶς εἶπε λοιπὸν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν 22 ἑκατομμυρίων ἔλαβε 17, τότε τὰ εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν ὑπερβαίνουσι τὰ 77 ἑκατομμύρια· καὶ ἐνῷ 77 ἑκατομμύρια κυκλοφοροῦσιν ἐν τῷ παλαιῷ Κράτει, τὸ συνάλλαγμα ἀνέβη εἰς 125 λεπτὰ τὸ φράγκον. Ἀφίνω, ὅτι ἐδείχθη, ὅτι δῆθεν παραλείπει νὰ ἀναφέρῃ τιμὴν ἄλλην μεγαλειτέραν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς ἠγοράσαμεν τὸ συνάλλαγμα, τὴν τιμὴν τῶν λεπτῶν 127 ἢ 128. Οὕτω δὲ διετύπωσε τὸν συλλογισμόν του εἰπὼν, ὅτι ἐὰν, πλὴν τῶν 77,000,000, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς του ὑπάρχουσιν ἐν κυκλοφορίᾳ, τεθῶσιν ἐν κυκλοφορίᾳ ἀκόμη τὰ 38, περὶ ὧν πρόκειται, ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς 100% ἢ εἰς 150%. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὡς τοιοῦτος βεβαίως εἶχεν ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς ἀγοραίας τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, καθ’ ὃν χρόνον ἐδιοίκει τὰ οἰκονομικὰ καὶ καθ’ ὃν ἐκράτει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐνθυμεῖται, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ, εἶχεν εἰς κυκλοφορίαν 108 ἑκατομμύρια τραπεζικῶν γραμματίων αὐτῆς, καὶ ὅμως ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος δὲν εἶχεν ὑπερβῆ τὰ 122 λεπτὰ τὸ φράγκον, ἐνῷ τώρα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοῦ ἔχει ἐν κυκλοφορίᾳ 77 μόνον ἑκατομμυρίων γραμματίων, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἔφθασε τὰ 128. Αὐτὸ τὸ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ συμβεβηκὸς ἐδικαιολόγει αὐτὸν ἆρά γε νὰ πιστεύῃ τὰς ἀναλογίας, τὰς ὁποίας σᾶς εἶπεν; Ἐδικαιολόγει αὐτὸν νὰ σᾶς παραστήσῃ ὅτι, ἐὰν ἐπὶ κυκλοφορίας 77 ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν γραμματίων ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος ἔφθασε τὰ 128 λεπτὰ, ἐπὶ 77 πλέον 38 θέλει φθάσει εἰς τὰ 150 ο)ο, δηλαδὴ εἰς 250 λεπτὰ τὸ φράγκον; Ἐὰν εὕρισκεν ἐν ἑαυτῷ δισταγμόν τινα, ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ καὶ αὐτὸς τὴν αἰτίαν τῆς διαφορᾶς, τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δύσκολον νὰ ἀνεύρῃ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, τοῦ ὁποίου τὴν ὑπογραφὴν εὑρίσκω ὑπὸ τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, γνωρίζει πότε λήγουσιν αἱ προθεσμίαι καθ’ ἃς ἔμελλον νὰ πληρωθῶσιν οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια τοῦ δανείου τούτου. Ἦτο εὔκολον εἰς αὐτὸν νὰ ἴδῃ πότε ἔληγον καὶ αἱ προθεσμίαι, καθ’ ἃς ἔμελλον νὰ πληρωθῶσιν οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων· δὲν ἦτο δύσκολον προσέτι νὰ μάθῃ καὶ πότε ἔληγον αἱ προθεσμίαι, καθ’ ἃς ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν οἱ τόκοι τῶν ἀνανεωθέντων παλαιῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, ὡς δὲν ἦτο δύσκολον νὰ πληροφορηθῇ ἀκόμη πότε ἔληγον αἱ προθεσμίαι τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ σᾶς προβάλῃ ἀναλογίας τόσον ψευδεῖς, δὲν ἦτο εὐκολώτερον νὰ ἀνεύρῃ, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Εὐρώπην 6,500,000 περίπου εἰς χρυσὸν, μόνον πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων καὶ νὰ ὑπολογήσῃ ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἔπρεπε νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αἱ ἀνάγκαι τῶν προμηθειῶν ὑποχρεώνουσι τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποστέλλῃ εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἑπομένως νὰ ἀποδώσῃ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος εἰς 125 λεπτὰ ἢ καὶ πλέον εἰς τὴν ζήτησιν τοῦ συναλλάγματος καὶ οὐχὶ εἰς τὴν πλημμύραν τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῶν κυκλοφορούντων ἐν τῇ κοινωνίᾳ; Ζήτησις ὑπέρμετρος συναλλάγματος προεκάλεσε τὴν κερδοσκοπίαν, ἥτις ἀνεβίβασε τὴν τιμὴν αὐτοῦ εἰς 125 καὶ 125½ καὶ 126 λεπτὰ, εἰς ὅσα ἠγόρασεν ἡ Κυβέρνησις τὸ συνάλλαγμα. Τάχα δὲν ἤρκουν ἵνα ἐκπλήξωσι τοὺς ἀκούοντας τὰ 126 λεπτὰ, καὶ ἔπρεπε νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ἠγοράσαμεν καὶ πρὸς λεπτὰ 128! Καὶ διὰ τοῦτο εὐθὺς ὡς ἡ ζήτησις τοῦ συναλλάγματος παρῆλθεν ἢ ἐκόπασε, τὸ συνάλλαγμα ὑπετιμήθη εἰς 122 λεπτὰ, καὶ σήμερον πωλεῖται εἰς 122 λεπτὰ. Πῶς λοιπὸν δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ ἀναλογία, ἣν σᾶς ἐπρόβαλεν, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῶσι τὰ δύο μέτρα, περὶ ὧν τὸ νομοσχέδιον, τὸ συνάλλαγμα θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς 250 λεπτὰ ἀντὶ τῶν 122; Τὸ μέτρον τῆς ἐκδόσεως τῶν γραμματίων πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν κερμάτων τοῦ νομίσματος ἦτο βεβαίως ἀναγκαῖον. Τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἠδυνάμεθα νὰ θέσωμεν ἐν ἐνεργείᾳ, εἰμὴ εἴτε ἀπ’ εὐθείας ὡς Κράτος, ἐκδίδοντες ἡμεῖς τὰ γραμμάτια ταῦτα, εἴτε ἐμμέσως διὰ τῶν Τραπεζῶν ἢ διά τινος τῶν Τραπεζῶν. Ἡ ἔκδοσις γραμματίων τοιούτων ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Κράτους ἠδύνατο νὰ ἐνασκήσῃ ἐπιῤῥοήν τινα ἐπὶ τῶν συναλλαγῶν. Ἡ κοινωνία δὲν εἶναι εἰσέτι εἰθισμένη εἰς τοιαύτας οἰκονομικὰς ἐπιχειρήσεις. Ἐὰν δὲν δυσπιστῇ πρὸς τὰ γραμμάτια τῶν Τραπεζῶν, καὶ ἑπομένως ἀποδέχεται αὐτὰ καὶ πολλάκις ζητεῖ αὐτά, διότι ἐσυνείθισε τὸ τραπεζητικὸν τοῦτο μέτρον, δὲν ἔπρεπε νὰ ᾖναί τις βέβαιος, ὅτι τοιαύτης ἠδύνατο νὰ τύχωσιν ὑποδοχῆς καὶ τὰ γραμμάτια ταῦτα, ἐὰν ἐξεδίδοντο ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐπεθυμοῦμεν λοιπὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσωμεν ἡμεῖς γραμμάτια πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν νομισματικῶν κερμάτων, διὰ νὰ μὴ θορυβήσωμεν ἢ ἀνησυχήσωμεν τὴν κοινωνίαν δι’ ἑνὸς μέτρου καινοφανοῦς, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο εἰθισμένη, ἀλλὰ δὲν ἦτο εὔλογον καὶ τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων τούτων νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὰς Τραπέζας ὡς δάνειον ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, διότι ἠθέλομεν ζημιώσει πολλαπλῶς τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Ἠθέλομεν ζημιώσει αὐτὸ, διότι τὸ ποσὸν τῶν Τραπεζικῶν τούτων γραμματίων ἠθέλομεν ἀποτίσει μίαν ἡμέραν εἰς χρυσὸν, ἐνῷ τώρα ἠθέλομεν λάβει εἰς τιμὴν ἥσσονα τῆς τοῦ χρυσοῦ. Δεύτερον δὲ, διότι ηὐξάνομεν ὑπὲρ τὸ δέον τὸ ποσὸν τοῦ ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου, καὶ ὅσον μεγαλείτερον ἤθελεν εἶσθε τοῦτο, τοσοῦτον δυσκολώτερον ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἑπόμενον ἦτο λοιπὸν νὰ ζητήσωμεν νὰ συνεννοηθῶμεν μετὰ τῶν Τραπεζῶν, ἵνα ἀναλάβωσιν αὗται τὴν ἔκδοσιν τῶν γραμματίων. Διὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν δὲ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν αὐτῶν δὲν περιωρίσθημεν μόνον εἰς τὸ κῦρος, μὲ τὸ ὁποῖον τὸ ὄνομα τῶν ἐκδιδουσῶν Τραπεζῶν ἤθελε περιβάλει τὰ γραμμάτια ταῦτα, ἀλλ’ ἐφροντίσαμεν νὰ λάβωμεν μέτρα πρὸς βαθμιαίαν ἀπόσβεσιν τῶν γραμματίων τούτων, προσδιορίζοντες εἰδικὴν πρόσοδον, καὶ παρέχοντες εἰς τὰς Τραπέζας τὸ δικαίωμα νὰ ᾖναι βέβαιοι, ὅτι κατ’ ἔτος θέλουσιν εἰσπράττει τὴν πρόσοδον ἐκείνην, ἥτις προορίζεται πρὸς ἐτησίαν ἀπόσβεσιν τοῦ ποσοῦ τῶν γραμματίων τούτων. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἠλπίσαμεν καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἀγοραίας ἀξίας τῶν γραμματίων τῶν 18 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἔχομεν ἰδίως τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλει ὑποστηρίξει ταύτην καὶ ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κοινωνία ἵνα εὐκολύνῃ καὶ τὰς συναλλαγάς της. Νομίζομεν δ’ ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη θέλει καταστήσει ἀποδεκτὰ τὰ γραμμάτια ταῦτα, καὶ οὕτω χρησιμοποιροῦντες ταῦτα πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης προσπορίζομεν καὶ ἓν δάνειον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ταμείου 18 ἑκατομμυρίων, ἧττον ἐπαχθὲς εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ὀλιγώτερον ἐπιβαρύνον τὸν Προϋπολογισμὸν ἀπὸ τὰ συνήθη ἄλλα δάνεια τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ διδομένων γραμματίων. Ἀλλ’ ἠπόρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, διὰ ποῖον τινὰ λόγον τὰ δύο μέτρα συνεδυάσθησαν. Αὐτὸς βεβαίως ἐξ ὧν εἶπε μοὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ὑπονοήσω, ὅτι καὶ κεχωρισμένως ἐὰν ἐπροβάλλοντο εἰς τὴν Βουλήν, μέλαιναν καὶ τότε ἤθελε δόσει εἰς ἑκάτερον αὐτῶν ψῆφον. Μέλαιναν ἤθελε δόσει ψῆφον ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς εἰδικῆς περὶ ἑνοποιήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, διὰ νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἀποδοκιμασίαν του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔδειξε τὴν παράδοξον ταύτην ἀπρονοησίαν, μόλις τώρα προβάλλουσα τοιοῦτον μέτρον. Μέλαιναν ἤθελε δόσει ψῆφον καὶ ἐπὶ τῆς εἰδικῆς συμβάσεως τῆς περὶ ἐκδόσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν νομισματικῶν κερμάτων, διότι τὸ μέτρον τοῦτο ἐπεφύλασσε διὰ νὰ εὐκολύνῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ διὰ νὰ μειώσῃ τὰ κακὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἐπεθύμει νὰ εἶναι κεχωρισμένα τὰ μέτρα ταῦτα, καὶ ἠπόρησεν, διότι εὑρίσκει μίαν ἀντὶ δύο συμβάσεων ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐνόμιζεν, ὅτι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, θέλουσα νὰ σώσῃ τὸ εἰς μεταλλικὸν ταμεῖον τῶν Τραπεζῶν ἢ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε διὰ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τοῦ μέτρου τούτου καὶ λάβῃ χρήματα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὅτι τὸ δικαίωμα ἢ τὸ καθῆκον τοῦτο ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ νὰ τὸ ἐξαγοράσῃ, ὑποχρεοῦσα τὰς Τραπέζας νὰ ἐκδώσωσι τὰ γραμμάτια ταῦτα. Δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἦτο εὔκολον εἰς ἑκάστην τῶν τριῶν Τραπεζῶν νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς ἑτέρας, καὶ νὰ ρυθμίσωσιν οὕτω τὰς ἑαυτῶν σχέσεις δι’ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων, ὥστε ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν ἑνοποίησιν τῶν γραμματίων αὑτῶν, ἀλλ’ ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰς Τραπέζας τὴν ἑνοποίησιν χωρὶς ἐκεῖναι νὰ φροντίσωσι νὰ κανονίσωσι τὰς σχέσεις αὐτῶν. Ἡ σύμβασις ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑπ’ ὄψιν, ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ἀρκοῦσαν πληροφορίαν, διὰ νὰ μὴ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν παραπλήσιον συλλογισμόν. Ἡ σύμβασις ἐνέδειξεν εἰς αὐτὸν, ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας παρῃτήθη μέρος τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἅτινα εἶχε δικαίωμα νὰ θέσῃ ἐν κυκλοφορίᾳ, καὶ ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα τὸ αὐτὸ ἔπραξεν, καὶ ὅτι μόνον, ἀφοῦ ὑπῆρξεν ἡ παραίτησις ἑκατέρας τῶν Τραπεζῶν τούτων, ἡ Ἐθνικὴ συνήνεσε ν’ ἀποδεχθῇ τὸ μέτρον τῆς ἑνοποιήσεως τῶν γραμματίων. Εἶπε μάλιστά τι—τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ἐπανορθώσω—εἶπεν ὅτι, ἐνῷ περιωρίσθη διὰ τῆς συμβάσεως τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἔχει δικαίωμα νὰ θέσῃ ἐν κυκλοφορίᾳ, καὶ περιωρίσθη ὡσαύτως τὸ αὐτὸ δικαίωμα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἔμεινεν ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο.
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ σύμβασις διατάσσει, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν γραμμάτια πλέον τοῦ ποσοῦ 60 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἔχει δικαίωμα νὰ θέσῃ ἐν κυκλοφορίᾳ δι’ ἴδιον αὑτῆς λογαριασμὸν, ὅτι πρὸς τούτοις ἔδωκεν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἔθεσε τοῦτο εἰς κυκλοφορίαν δυνάμει τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δι’ ἴδιον λογαριασμὸν εἴκοσι δύο ἑκατομμύρια. Ἑπομένως τὸ δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι περιωρισμένον σήμερον μόνον εἰς 82 ἑκατομμύρια, πλὴν τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἤθελεν εἰς τὸ μέλλον ζητήσει παρ’ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Τράπεζα δώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς δάνειον ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ἀλλὰ τάχα τὸ συμφέρον, ὅπερ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ τὸ λυσιτελέστατον τοῦτο μέτρον τῆς ἑνοποιήσεως τῶν γραμματίων τῶν Τραπεζῶν, ἦτο ἐπίσης ζωηρὸν καὶ ἐπίσης ἐπιτακτικὸν εἰς ἑκάστην τῶν Τραπεζῶν; Ἢ μὴ εἶχεν ἑκάστη αὐτῶν καθῆκον νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς συμφερόντων; Ὅταν Τράπεζά τις ἐξ 7½ ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶχε δικαίωμα νὰ θέσῃ ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, παραιτεῖται τοῦ 1½ ἑκατομμυρίου, καὶ περιορίζῃ τὸ δικαίωμά της εἰς 6 μόνον ἑκατομμύρια, τάχα δὲν ἠδύνατο ἡ Τράπεζα αὕτη νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ εὕρῃ ἀλλαχοῦ ἀντισήκωμά τι, τὸ ὁποῖον παρέχει ἡ εὐκαιρία τῆς ἐκδόσεως τῶν γραμματίων, τῶν πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν νομισματικῶν κερμάτων; Ἡ σύμβασις δίδει τὴν πληροφορίαν ταύτην εἰς τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον ἐκ ταύτης πληροφορεῖται ὅτι ἐκ τῶν 18 ἑκατομμυρίων γραμματίων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκδοθῶσι πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν νομισματικῶν κερμάτων, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνέλαβε τὴν ἔκδοσιν τῶν 11 ἑκατομμυρίων, ἑκατέρα δὲ τῶν ἄλλων δύο Τραπεζῶν ἀνέλαβε τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἡμίσεος ποσοῦ τοῦ ὑπολειπομένου, δηλ. τοῦ ἡμίσεος τῶν 7 ἑκατομμυρίων. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα εἶχε δικαίωμα νὰ κυκλοφορήσῃ ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων πολὺ ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον εἶχε δικαίωμα νὰ κυκλοφορήσῃ ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Ὁ συνδυασμὸς τῶν δύο πράξεων ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἑκατέρας αὐτῶν. Ἐγὼ ἐπειράθην ἐπανειλημένως νὰ ἐπιτύχω τῆς μιᾶς τῶν δύο τούτων πράξεων κεχωρισμένως, ἀλλ’ αἱ προσπάθειαί μου δὲν ἐπέτυχον, καὶ ἐὰν δὲν συνεδύαζον τὰς δύο ταύτας πράξεις ἀμφιβάλλω ἐὰν ἤθελε γείνει δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ εὐχάριστον κατ’ ἐμὲ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θέλει ἐνασκήσει εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἁρμονίαν τῆς κοινωνίας ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν προβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἠπόρησα διὰ τὸ ὕφος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν μετῆλθεν ὕφος τοιοῦτον, ναὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἔκτακτον Σύνοδον πρώτην φορὰν μοὶ ἐφάνη μετερχόμενος τὸ ὕφος τοῦτο. Οἱ ἀρτίως εἰσελθόντες εἰς τὸ Κοινοβούλιον συνάδελφοι ἡμῶν, οἵτινες δὲν διετέλεσαν κατὰ τὰς παρελθούσας Περιόδους, ἠσθάνθησαν βεβαίως ἐντύπωσίν τινα ἐκ τοῦ ὕφους αὐτοῦ, ἰδίως ὅταν ἐχαρακτήριζε διάφορα οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ μὲν ὡς γελοῖα, τὰ δὲ ὡς ταπεινὰ καὶ ἀνεφάρμοστα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατ’ ἄλλους χρόνους τὸ ὕφος αὐτοῦ ὑπερέβαινε τὰ ὅρια καὶ αὐτῆς τῆς κοσμιότητος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλάκις ἤκουσα ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ ἐξερχομένας ὕβρεις καὶ ἀπειλάς. Ἀλλ’ οἱ καιροὶ μᾶς συμπληροῦσιν ὅλους, καὶ εὐτυχῶς φαίνεται, ὅτι τὸ ἔτος 1885 ἠδυνήθη κατὰ τοῦτο νὰ συμπληρώσῃ καὶ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς Συνόδου ταύτης, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους, νὰ μὴ ἀναμνησθῇ τῶν ἀρχαίων ἕξεων αὐτοῦ. Καὶ ἔχω δικαίωμα ν’ ἀπευθύνω τὴν εὐσχημοτάτην ταύτην καὶ σεμνοτάτην παρατήρησιν, διότι οὐχὶ μόνον δὲν εἴθισται, ἀλλὰ ψέγεται καὶ κατακρίνεται χαρακτηρισμὸς τοιοῦτος, ἀποδεδομένος εἰς πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθη καὶ ἀνεγνώρισεν ὡς ὀρθὴν καὶ εὔλογον ἡ πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ διότι εἶναι τις μειοψηφῶν, δύναται νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ γελοίους τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας; διότι γελοίους ἀποκαλεῖ αὐτοὺς, ὅταν αἱ πράξεις αὐτῶν ἀποκαλῶνται γελοῖαι. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὅταν συνέπραττον μετὰ πέντε ἢ ἓξ βουλευτῶν εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα καθήμενος (δεικνύει τὰ εἰς τὰ ἄνω μέρη τῆς αἰθούσης ἑδώλια), ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἡγεῖτο δυνάμεως κολοσσιαίας 140 ἢ 150 βουλευτῶν, πολλάκις ἐξετόξευσεν αὐτὸς καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ κατ’ ἐμοῦ ὕβρεις, αἵτινες οὔτε εἰς τὰς κατωτέρας κοινωνικὰς σχέσεις συνήθως ἀκούονται. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπέδιδεν εἰς αὐτὸν ἡ δύναμις. Μήπως νομίζει, ὅτι καὶ ἡ ἀδυναμία παρέχει αὐτῷ τὸ αὐτὸ δικαίωμα; Παράξενος τρόπος τοῦ συλλογίζεσθαι! Περιβεβλημένοι δύναμιν νὰ καταχρῶνται αὐτῆς, περιπεσόντες εἰς ἀσθένειαν νὰ καταχρῶνται τῆς ἀσθενείας αὐτῶν! Καὶ ἤλεγξε τὴν πλειοψηφίαν διότι παρετήρησεν, ὅτι δὲν μένει σύμπασα ἐπὶ τῶν θρανίων τούτων, καὶ ταῦτα δὲν ἦσαν ἀπὸ κορυφῆς μέχρις ἄκρου πλήρη, ὅταν προχθὲς ἀνέβη ὁ βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ν’ ἀγορεύσῃ καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ τακτικὴ αὕτη τοῦ νὰ κενῶνται τὰ θρανία παρεκώλυε τὴν ἐλευθερίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων της, ἐνόμισεν ὅτι τέλος πάντων τὴν τελευταίαν στιγμὴν δὲν ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀρνηθῇ τὰ φῶτά του. Ἤμην μίαν φορὰν ἐν μειοψηφίᾳ, καὶ λέγων μίαν φορὰν ἐννοῶ ὅλον τὸν παρελυληθότα χρόνον ἀπὸ τοῦ 1880 μέχρι τῆς 7ης Ἀπριλίου. Τότε προέβαλλον διαφόρους γνώμας, μετέχων τῶν συζητήσεων, ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἡγούμενος τῆς πλειοψηφίας καὶ πρωθυπουργὸς, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέφραζεν ἀπορίαν πῶς τοῦ κ. βουλευτοῦ Γορτυνίας οὐδεμία γνώμη ἐγίνετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐζήτει νὰ ταπεινώσῃ ἐμὲ, διότι ἡ πλειοψηφία, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο, δὲν ἀπεδέχετο τὰς γνώμας μου! Ἀλλὰ τὰς γνώμας μου ἐκείνας ἀπεδέχετο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ἐχαρακτήρισεν ὡς ὀρθὰς, ἀμφιβάλλω δὲ ἐὰν θὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ὀρθὰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὡς φῶτα μᾶς ὑπόσχεται νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. (Εὖγε! εὖγε!) Ἐὰν ἐμιμούμεθα, ἐὰν ἀντεγράφομεν οὐχὶ τὸ ὕφος, τὸ ὁποῖον μετήρχετο ὁ ἀγορεύων τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τὸ ὕφος, τὸ ὁποῖον ἐξαιρετικῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην μετῆλθεν, εἶχον δικαίωμα νὰ ἀποδώσω παραπλήσιον χαρακτηρισμὸν εἰς ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν ἔπαυσε νὰ μοὶ προβάλῃ, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἀπώλετο πᾶσα ἐλπὶς ἐπιτυχίας δανείου, διότι τὸ πετρέλαιον διετέθη διὰ τῆς συμβάσεως, οὕτω δὲ οἱ συναλλαττόμενοι μετὰ τοῦ Δημοσίου θέλουσιν ἀντιπράξει εἰς ἐπιτυχίαν δανείου, ἢ αὐτὸ τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζ. γραμματίων τῶν 18 ἑκατομμυρίων πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν νομισμάτων τῶν κερματίων θέλει παρακωλύσει τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐσυνειθίσαμεν τοιούτους νὰ ἀποδίδωμεν χαρακτηρισμοὺς, ἔχομεν δὲ πάντοτε μεγάλην ἀνοχὴν, καὶ ὅταν ὑβριζώμεθα ὑπὸ ἀμετροεπῶν καὶ αὐθαδῶν ὑπουργῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁμιλούντων πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Καθῆκον εἴχομεν νὰ ἐκδηλώσωμεν τὴν ἔκπληξιν ἡμῶν πρὸς ἀνθρώπους σπουδαιολογοῦντας, πῶς εἰς τοιαῦτα προσφεύγουσι μέσα, ἵνα ἐλαττώσωσι τὴν ἀξίαν τοῦ νομοθετικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ ὀρθὸν καὶ λυσιτελὲς δὲν ἠδύναντο νὰ ἀμφισβητήσωσι, καὶ πῶς ἐνῷ ὤφειλον νὰ ἐπαινέσωσιν ἐπικρίνουσι καὶ ψέγουσιν αὐτό! Ὠνόμασαν γελοῖον τὸν νόμον περὶ πατριωτικοῦ δανείου, καὶ μᾶς ἀνήγγειλαν, ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ οὐδὲ ἑκατομμύριον νὰ εἰσπράξωμεν· μᾶς ἤλεγξαν δὲ διατὶ δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ ἀναγγείλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν μέχρι σήμερον, ὡς ὅταν ἐξέδιδον τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ὅτε προεκαλοῦμεν αὐτοὺς νὰ μᾶς εἴπωσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς γενομένης ἐκδόσεως καὶ δὲν εὑρίσκομεν αὐτοὺς προθύμους νὰ μᾶς ἀνακοινώσωσι τι, ἢ ὡς ἂν ἡμεῖς θέλομεν πράξει ὅ,τι αὐτοὶ ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ὅτε ἀνέμιξαν τὰ πάντα καὶ διὰ παραβάσεως τοῦ νόμου μετέτρεψαν τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία προσδιώρισεν, ἀλλὰ ἐζήτησαν νὰ μᾶς συγχύσωσιν, ὅταν ἐζητοῦμεν πληροφορίας περὶ τῆς τύχης τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Τοῦ δανείου τῶν 30 ἑκατομμυρίων τοῦ πατριωτικοῦ, δυνάμει τῆς ἀδείας, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ἐξεδώκαμεν μέχρι τοῦδε 10 ἑκατομμύρια, προεκηρύξαμεν δὲ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐγγραφῆς κατὰ τὴν 6 Δεκεμβρίου, δηλαδὴ πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν. Δὲν προεκηρύξαμεν δάνειον ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνομολογοῦνται ἐπὶ κέρδει, οὐδὲ δάνειον διὰ τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν θίξει τὸ συμφέρον, ἀλλὰ δάνειον διὰ τὸ ὁποῖον ἀπετάθημεν πρὸς τὰς καρδίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἑπομένως δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ τάξωμεν προθεσμίαν, νὰ κηρύξωμεν τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν λήγουσιν αἱ ἐγγραφαὶ, προσδιωρίσαμεν δὲ τὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸ τέρμα τῶν ἐγγραφῶν. Τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπροκαλέσαμεν, εἶναι δεδημοσιευμένον διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅσοι δὲν ἀνέγνωσαν αὐτὸ ἂς ζητήσωσι νὰ τὸ ἀναγνώσωσι. Ποῖα ἀποτελέσματα ἠδυνάμεθα νὰ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν Βουλήν; Καὶ μὴ δὲν ἔχωμεν ἀποτελέσματα; Μὴ δὲν φθάνωσιν ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἀναγγέλλονται προσφοραὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐκείνων τῶν ὁποίων ἡ καρδία φλέγεται οὐχὶ ὑπὸ πάθους ἄλλου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ εὐγενοῦς πάθους τῆς πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπης; Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου δὲν εὑρίσκει εὐρὺ στάδιον διὰ νὰ ἀναμνησθῇ καὶ ποιήσηται χρῆσιν τῶν ἀρχαίων ἕξεων αὐτοῦ. Τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως ἐζήτησε νὰ εὐρύνῃ ἐπανερχόμενος εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἠκούσατε αὑτοῦ. Ἐπεθεώρησεν αὖθις τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τὸν Νόμον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ἤλεγξεν ἡμᾶς ἐπὶ λήθη, διότι οὐδὲν προεβάλομεν μέτρον πρὸς βελτίωσιν τοῦ Νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Μοὶ φαίνεται δὲ τοσοῦτον ἀξία ἐκπλήξεως ἡ μελέτη, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ὅτε ἐζήτησε νὰ προφητεύσῃ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὥστε ἤθελον ὑπολάβει, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀξιώσω προσοχῆς τὰς μελέτας του ταύτας, ἐὰν συνέβαινεν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ κάθηνται μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκάθηντο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν διαλυθεῖσαν Βουλήν. Ἐκεῖνοι ἠδύναντο νὰ ἐνθυμηθῶσι ποῖαι ἦσαν αἱ σχέσεις τῶν βουλευομένων τότε πρὸς τὰ ἀκροατήρια, ὅτε δὲν παρήρχετο συνεδρίασις καθ’ ἣν ἡ γνώμη τῶν ἀκροατηρίων νὰ μὴ ἀπεδοκίμαζε τὴν μειοψηφοῦσαν μερίδα, καὶ καθ’ ἣν πολλάκις φωναὶ νὰ μὴν ἀκούωνται κατακρίνουσαι ἡμᾶς καὶ βλασφημοῦσαι κατὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν τὸ σύστημα τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν κοπτηρίων εὐκόλυνε τὴν διαῤῥύθμισιν ταύτην τῶν Βουλευτικῶν συνεδριάσεων’ ἀλλὰ δὲν ἐλησμόνησα, ὅτι, Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γενόμενος, πολλοὺς εὗρον προσκεκολλημένους εἰς τὸ κοπτήριον τῶν Ἀθηνῶν, ἐνῷ οἱ διορισμοὶ αὐτῶν τοὺς εἶχον τάξει εἰς ἄλλας Ἐπαρχίας νὰ ὑπηρετῶσι. Δὲν ἐξεύρω ὡσαύτως ἂν ὑμεῖς, οἱ τὸ πρῶτον ἐφέτος εἰσελθόντες ἐν τῇ Βουλῇ, ἐταράχθητε πολλάκις ἐκ θορύβου ἢ ἐκ κραυγῶν ἢ ἐξ ἀποδοκιμασιῶν τῶν ἀκροατηρίων. Καὶ μόλα ταῦτα εἶπεν ὁ ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἰσηγάγομεν καὶ ἐπεψήφισεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ὅτι ἔχει τὰς αὐτὰς σχέσεις μὲ τὰ ἀκροατήρια τῆς Βουλῆς, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος θέλομεν διατηρεῖ καὶ μισθοδοτεῖ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσι μᾶς ἐπιδοκιμάζει ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις! Δὲν εὑρίσκετε προτιμότερον νὰ μᾶς ἀφήσετε νὰ λησμονῶμεν τὸ παρελθόν; Καὶ ἀπεκτήσατε τοσοῦτον θάῤῥος ὥστε αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχετε συμφέρον νὰ λησμονῶμεν, ἀποδίδετε εἰς ἡμᾶς, καὶ αἰτιᾶσθε ἡμῶν δι’ αὐτὸ τοῦτο, δι’ ὃ ἡμεῖς δὲν θεωροῦμεν ἄξιον νὰ σᾶς αἰτιαθῶμεν πλέον; Εἶχον κατασταθῆ ἐξακουστὰ τὰ ὀνόματα τῶν Μπογράκων καὶ τῶν Ἐλευθερίων, καὶ λέγουσιν, ὅτι ἐν Ἀθήναις τώρα οἱ φοιτῶντες εἰς τὰ ἀκροατήρια εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, τοῦ κατὰ τὸ σύστημα ἡμῶν ἰσχύοντος! Τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν, ἐπάγει δαπάνας 70,000 δραχμῶν, μᾶς προλέγουσι δ’ ὅτι ἐκ τῶν 5 ἢ 7 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θέλουσι πληρώσει οἱ φορολογούμενοι, τὰ 4 ἢ 6,000,000 θέλουσιν εἰσέλθει εἰς τὰ βαλάντια τῶν ὑπαλλήλων τοῦ φόρου, οἵτινες συνέρχονται εἰς τὰ ἀκροατήρια τῆς Βουλῆς. Ὑπῆρξεν ἀξιοθρήνητος ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ κατὰ τῶν ἄλλων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Χώρας ἐκτοξευόμεναι κατηγορίαι, ἐπηρέαζον τὸ δημόσιον φρόνιμα, καὶ ἐξυπηρέτουν τὴν φιλοδοξίαν ἐκείνων, οἵτινες τὰς κατηγορίας ταύτας ἐξετόξευον. Ἐλπίζω πρὸς τιμὴν τῆς πατρίδος μου, ὅτι παραπλησία ἀξιοθρήνητος ἐποχὴ δὲν θέλει ἐπανέλθει, καὶ ὅτι τὸ σύστημα τοῦ κατηγορεῖν ἤ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, τοῦ συκοφαντεῖν τῶν ἀντιπάλων, ἐπαλαιώθη εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνων, οἵτινες ἐχρησιμοποίησαν ἄλλοτε αὐτό. Ἀλλὰ πῶς προσδοκᾶτε ὅτι θέλετε εἰσπράξει 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, τὸν ὁποῖον προσδιωρίσατε μόνον εἰς δύο λεπτά, καὶ μόνον ἐπὶ συνοικισμῶν τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ὑπερβαίνει ὡρισμένον ὑπὸ τοῦ νόμου ἀριθμὸν πληθυσμοῦ, ἐνῷ κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου ἀνεβιβάζετο μέχρι 5 λεπτῶν, καὶ ὅμως οὐδέποτε τότε εἰσεπράχθη ποσὸν 3 ἑκατομμυρίων; Πῶς εἶναι δυνατόν, σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς τώρα διὰ φόρου δύο λεπτῶν πρόσοδον μεγαλειτέραν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔδιδεν ὁ φόρος τῶν 5 λεπτῶν; Καὶ αὐτὰ ἔλεγεν, ἀφοῦ οἱ κύριοι βουλευταὶ πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἔχουσιν ἐν τοῖς γραφείοις αὑτῶν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, ἐκτελέσεως, ἣν ἐνήργησεν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσδιώριζε τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου μέχρι 5 λεπτῶν. Κατὰ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα βεβαιοῦται ὅτι τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἡμεῖς δὲν ἐξετελέσατε καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθητε νὰ εἰσπράξητε ποσὸν ἀνάλογον πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τῶν τεσσάρων ἢ πέντε λεπτῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐρευνήσω τὰς αἰτίας, δι’ ἃς δὲν ἐξετελέσατε τὸν νόμον ἐκεῖνον· δὲν τὸν ἐξετελέσατε, διότι νόμος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ ἀτέχνως διασκευασθεὶς, ἢ περιέχων διατάξεις ἀνεκτελέστους, καὶ διὰ τοῦτο ἐσταματήσατε πρὸ τῆς κακῆς διασκευῆς τοῦ νόμου, πρὸ τῆς ἀπορίας τῶν μέσων, τῶν ὁποίων ἐχρήζετε πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ; ἢ δὲν ἐξετελέσατε τὸν νόμον, διότι δὲν ἐτολμήσατε νὰ ἐκτελέσητε αὐτόν; Διότι ἀληθῶς μία φωνὴ ἠγέρθη ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον λαοῦ παραπονουμένου καὶ κραυγάζοντος κατὰ τοῦ φόρου ἐκείνου. Περιώδευον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν καὶ εἰσηρχόμην εἰς τὰ ὅρια τοῦ Δήμου Δύμης χιλιάδες κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων συνελθόντες ἐκεῖ ἵνα δεξιωθῶσιν ἡμᾶς, μᾶς εἶχον ἀναρτήσει φιάλην οἴνου, περιβεβλημένην μὲ πένθιμον σκέπην. Ἦτο ἡ ἔκφρασις τῶν κατοίκων τῆς χώρας ἐκείνης· ἔπρεπε δὲ εἴτε νὰ ἀντιταχθῆτε κατὰ τῆς ἐκφράσεως ταύτης ἢ νὰ μὴ ἐκτελέσητε τὸν νόμον. Ἀλλὰ δὲν προεγνωρίζετε ποῖα ἤθελον εἶσθαι τ’ ἀποτελέσματα, ἂν ἀντετάσσεσθε, καὶ ὑποτάχθητε. Δέκα καὶ ἑπτὰ χιλιάδες δραχμῶν εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου τῆς Ἐπαρχίας Μαντινείας. Ἐξετελέσατε ἢ ὄχι τὸν νόμον; Καὶ μᾶς λέγετε σήμερον, ὅτι διὰ τοῦ φόρου τῶν δύο λεπτῶν θέλομεν εἰσπράξει ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα ὑμεῖς εἰσεπράξατε διὰ τοῦ φόρου τῶν 5 λεπτῶν! Ἡμεῖς ἠναγκάσθημεν νὰ προβάλωμεν τὸν νόμον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀποβλέποντες εἰς τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, τὰς ὁποίας μᾶς ἐκληροδότησεν ἡ προκάτοχος διαχείρησις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας, καὶ τὰς ὁποίας ἐπέτεινον αἱ ἔκτακτοι καὶ ἀπρόοπτοι πολιτικαὶ περιστάσεις, αἵτινες μᾶς ἠνάγκασαν νὰ μεταβάλωμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν. Ἐζητήσαμεν διὰ παντὸς τρόπου νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου ταμείου, καὶ ἐσπεύσαμεν νὰ προβάλωμεν νέους φόρους εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγνωρίζαμεν δὲ ποίαν ἔχει σημασίαν τὸ νὰ ἐπιβάλῃ τις φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου· ἐγνωρίζομεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἠθέλαμεν προσκρούσει εἰς τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρων πληθυσμῶν, διότι ἡ ἄμπελος εἶναι φυτὸν καλλιεργούμενον πανταχοῦ, καὶ πᾶς πολίτης Ἕλλην εἶναι παραγωγὸς οἴνου. Ἐγνωρίζαμεν λοιπὸν ὅτι ἐπροβαίνομεν εἰς πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν πολλοὶ συμπολῖται ἡμῶν ἤθελον γογγύσει, οὐχὶ μόνον καθ’ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις μετὰ ὁμολογουμένου πατριωτισμοῦ λησμονοῦσα πάντα ταῦτα ἔδωκε τὴν ψῆφόν της ὑπὲρ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου. Ἀλλ’ εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελεν ἀναμνησθῇ κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἤθελε κληθῆ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐνθυμούμενος ὅτι δὲν ἐπεβάλλομεν τὸν φόρον τοῦτον ἐκ μόνου τοῦ πόθου νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ἐπεβάλομεν τὸν φόρον τοῦτον διὰ νὰ πορισθῶμεν χρήματα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν τέσσαρες καὶ πλέον αἰῶνες μᾶς ἐκληροδότησαν, καὶ τὴν ὁποίαν πᾶσα ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ μετ’ εὐφροσύνης εἶδε γενομένην ἀποδεκτὴν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ εὕρωμεν περισσεύματα δεκάδων ἑκατομμυρίων εἰς χρυσὸν, νὰ ἔχωμεν νὰ διαχειρισθῶμεν δάνεια ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων, καὶ νὰ εἰσπράττωμεν ἐν εἰρήνῃ καὶ τάξει ἀμείωτα τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἤθελον προτείνει ποτὲ φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου τοιοῦτον. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι πάντες ὑμεῖς, ὅσην καὶ ἂν εἴχετε, καὶ ὁποιανδήποτε καὶ ἂν εἴχετε ἐμπιστοσύνην πρός με, καὶ ἂν ἐπρότεινα ἐγὼ παραπλησίαν πρότασιν, ἠθέλατε μοὶ δώσει μαύρην ψῆφον. Μετὰ τῶν ἄλλων φώτων, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε σπεύδων νὰ εἰσφέρῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἦτο καὶ ἓν λαμπρὸν ἀληθῶς φῶς, τὸ ἑξῆς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεων τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, τὸν ὁποῖον οὗτος εἶχε καταστήσει, διότι ἄνευ αὐτοῦ οὐδεμίαν ἔχει ἐλπίδα ὅτι δύνανται νὰ εἰσπράττωνται τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Ἐξασφαλιστικὸν πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐξόδων ἔκρινε τὸ μέσον τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς φυλακίσεως τῶν ἐκτινόντων τὴν ποινήν των, ἢ τὴν ὑπὸ τῶν ὀφειλετῶν πληρωμὴν λύτρων, ὁμοίων πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον δικαίωμα οἱ ἀγροφύλακες νὰ λαμβάνωσιν ἀπὸ τὰ νεμόμενα τὰς ἐν τοῖς ἀλλοτρίοις ἀγροῖς τῶν περιοίκων κτήνη. Δὲν γνωρίζω ποία θέλει εἶσθαι ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Χώρας, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμιλῶ οὕτω μὴ λησμονῶν τὴν ἐπίσημον ἰδιότητά μου. Βεβαίως ἐὰν αὕτη μεταβληθῇ, ἀγνοῶ ποῖοι θέλουσιν εἶσθαι ἐν τῇ Ἀρχῇ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1885· ἐγὼ ὅμως δὲν θέλω ἐκπλαγῆ, ἂν κατηγορηθῶ τότε παρὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ὡς μὴ δυνηθεὶς νὰ εἰσπράξω ὅλα τὰ ἔσοδα τὰ προϋπολογισθέντα. Ἀνεγνώρισεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ὁ νόμος περὶ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων ἔχρηζεν διορθώσεως, καὶ δὲν παρέλιπε νὰ μὲ ἐγκαλέσῃ, διότι ἐλησμόνησα ὅσας εἶχον ἀναδεχθῆ ὑποχρεώσεις ἵνα μεριμνήσω περὶ τῆς βελτιώσεως αὐτοῦ ὡς ἐπικρίνας αὐτὸν αὐστηρῶς καθ’ ὃν χρόνον διετέλουν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Εὑρίσκω ὅτι ἡ ἐπίκρισις αὕτη ἔχει εὔλογον ἀφορμήν, καὶ εἶνε δύσκολον νὰ δικαιολογήσω ἐμαυτόν, διότι δὲν ἔσπευσα νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ἐλησμόνησα, ἣν εἶχον ὑποχρέωσιν, καὶ ὅτι ἠμέλησα ν’ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τούτου, διότι νομοσχέδιον εἶχον παρεσκευασμένον καὶ ἕτοιμον πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Βουλήν, ἂν ἠδυνάμην νὰ ἐλπίζω ὅτι δὲν ἤθελον καταστήσει τὴν Βουλὴν ἀνεπαρκῆ διὰ τῶν συζητήσεων, τὰς ὁποίας ἤθελον ἐγείρει εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ πολιτικὴ περίστασις μὲ ἠνάγκαζε νὰ ὑποβάλλω εἰς αὐτήν. Ὡμίλησα, κύριοι, περὶ τῆς συμβάσεως, δὲν ὡμίλησα ὅμως περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν. Τὸ νομοσχέδιον περιέχει δύο ἄρθρα, καὶ τὸ μὲν 1 ἄρθρον διατάσσει τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως, τὸ δὲ 2 ἄρθρον περιέχει διάταξιν συναφῆ μὲν μετὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἀλλοτρίαν τῆς συμβάσεως. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην δίδεται ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς γραμμάτια μὲν ποσὸν μέχρις εἴκοσιν ἑκατομμυρίων, εἰς μεταλλικὸν δὲ πέντε ἑκατομμυρίων. Καὶ τὰ τοῦ δανείου τούτου ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὑπέλαβεν ὅτι εἶνε συμφωνία τις γενομένη μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ εἴτε ἐμμέσως εἴτε πλαγίως συναφὴς μετὰ τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως, τῆς ὁποίας τὴν κύρωσιν ἐζήτησα παρ’ ὑμῶν. Τοσούτῳ δὲ μακρὰν προέβη εἰς τὸ σύστημα αὐτῶν τῶν σκέψεων, ὥστε εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς ζητοῦμεν 38 ἑκατομμύρια δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ προσέθηκε τὸ ποσὸν τῶν 18 ἑκατομμυρίων μετὰ τοῦ ποσοῦ τῶν εἴκοσι ἑκατομμυρίων τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Καὶ περὶ μὲν ἐμαυτοῦ ὀφείλω νὰ δώσω ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν πληροφορίαν, ὅπως διαφωτίσω αὐτήν· ἀλλὰ πρὸ τούτου ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περιελήφθη ἐν ἀγνοίᾳ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ παντὸς ἄλλου πιστωτικοῦ καταστήματος· τόσον δὲ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὥστε σήμερον, ἅμα ἔμαθον τὰ περὶ τούτου ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ὁ Διοικητὴς μᾶς ἀνέμνησεν ὅτι οὐδεὶς ἐγένετο λόγος περὶ τούτου. Καὶ εἶχε πληρέστατον δίκαιον, διότι οὐδαμῶς προετάθη κατὰ τὴν συνεννόησίν μου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς, τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης περὶ τοῦ δανείου, περὶ οὗ πραγματεύεται τὸ 2 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Συνέταξα ὅμως καὶ προέβαλον τὸ 2 ἄρθρον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνῷ ἠδυνάμην νὰ εἰσαγάγω ἴδιον νομοσχέδιον, σκεφθεὶς ὅτι οἱ κ. βουλευταὶ μέλλουσι νὰ ἀπέλθωσι τῶν Ἀθηνῶν εἰς τὰς ἑστίας των, ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει διακόψει τὰς ἐργασίας της, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 18 ἑκατομμυρίων τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἐκδοθῆ εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἀποσβέσει τῇ προσδιωρισμένῃ ἐν τῇ συμβάσει, θέλουσιν ἐκδοθῆ εἰς γραμμάτια, τὰ ὁποῖα θέλουσι παρασκευασθῆ ἐν Εὐρώπῃ, καὶ δὲν θέλουσι φθάσει εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰμὴ πιθανῶς κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ἰουνίου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν μέχρι τέλους Ἰουνίου θέλει παρασταθῆ ἡ εὐκαιρία εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπανέλθῃ, ἵνα συνεχίσῃ τὰ ἔργα της εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ἢ διὰ νὰ ἐργασθῇ ὡς δευτέρα Σύνοδος βουλευτική. Ἡ Βουλὴ παρέσχε τῷ ὄντι ἄφθονα τὰ μέσα. Μᾶς παρέσχε τὸ δάνειον τὸ πατριωτικὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἔχομεν προσδοκίας, μὲ ὅλους τοὺς χαρακτηρισμοὺς, οὓς ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ταύτην πρᾶξιν. Ἔχομεν τὸν νόμον περὶ εἰσφορῶν, ἀλλ’ οὗτος ἐλαττώνει τὰ τακτικὰ ἔξοδα πλήν τινων καταθέσεων, αἵτινες αὐξάνουσι τὰ ἔσοδα τῶν Ταμείων. Ἔχομεν τὸ δάνειον τῶν 100 ἑκατομμυρίων, πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γένωνται διαπραγματεύσεις. Ἔχομεν καὶ ἄλλα μέσα οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ μᾶς παρεχώρησεν εὐμενῶς. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ προβλέψωμεν περὶ ὁμαλῶν ἡμερῶν, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ γνωρίζῃ εἰς ποίας περιστάσεις θέλει εὑρεθῆ ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ χωρισθῶμεν διὰ μίαν ἢ δύο ἢ τρεῖς ἑβδομάδας, ἠθέλομεν προσέλθει σπεύδοντες πρὸς ὑμᾶς, ἵνα σᾶς ζητήσωμεν τὰ μέσα, τῶν ὁποίων τότε ἠθέλομεν ἔχει ἀνάγκην· ἀλλὰ ἂν πρόκειται νὰ ἀποχωρισθῶμεν ἐπὶ μῆνας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν ὅλας τὰς ἐνδεχομένας περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἠθέλομεν εὑρεθῇ, καὶ ὅσον ἐνθυμούμεθα ταύτας τόσον αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τῆς εὐρυτέρας ἐμπιστοσύνης τοῦ ἔθνους. Δὲν παρέλειψα πρὸ πολλοῦ καιροῦ νὰ εἰδοποιήσω περὶ τούτου τὴν Βουλὴν, καὶ ζητήσω τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης, ὅταν προέβαλον καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων. Τοιαύτης ἐμπιστοσύνης εὐρεῖαν ἐκδήλωσιν ἐσκόπουν νὰ ζητήσω, προβάλλων σήμερον τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ἧς προέβαλον τὴν αἴτησιν νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε νὰ δανεισθῶμεν καὶ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ἀλλ’ ὅταν προέβαλον τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, μᾶς ἠρωτήσατε ἂν θέλομεν δυνηθῇ νὰ δανεισθῶμεν 100 ἑκατομμύρια. Ἂν ἐζητοῦμεν σήμερον ἄδειαν νὰ λάβωμεν δάνεια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἠθέλετε ζητήσει νὰ προσδιορίσωμεν τὸ ποσὸν αὐτό. Τί ποσόν; Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει 60 ἑκατομμύρια δραχμῶν, διὰ τῶν 22 δὲ ἑκατομμυρίων, ἀνεβιβάσθησαν τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτια αὐτῆς εἰς 82 ἑκατομμύρια. Ἂν λάβωμεν καὶ τὰ ζητούμενα νῦν 20 ἄλλα ἑκατομμύρια, τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης θέλουσιν ἀναβιβασθῇ εἰς 102 ἑκατομμύρια. Τότε θέλομεν λάβει αὐτὰ, ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη καὶ δὲν ἤθελε κατασταθῇ δυνατὸν νὰ θεραπεύσωμεν αὐτὴν δι’ ἄλλων μέσων. Τὰ 102 ἑκατομμύρια δὲν εἶνε ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ὃν χρόνον τίθενται ἐν κυκλοφορίᾳ· ἐκυκλοφόρησαν ἄλλοτε 108 ἑκατομμύρια, καὶ τὸ συνάλλαγμα τότε εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 122 λεπτά. Πρέπει νὰ προλάβω μίαν παρατήρησιν, καὶ μάλιστα ἤκουσα μίαν φωνὴν ἀπὸ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι σπανίως ἀκούονται ἐξερχόμεναι εὐκρινῶς καὶ δημοσίως, ἀκούεται δὲ διὰ ψιθυρισμοῦ. Εἶπεν ἡ φωνὴ καὶ τὰ 18 ἑκατομμύρια; Τὰ 18 ἑκατομμύρια δὲν εἶναι δάνειον ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Δὲν εἶναι γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶναι γραμμάτια ἐκδιδόμενα διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας. Εἶναι γραμμάτια, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ κοινωνία διὰ τὰς συναλλαγὰς, τὰ ὁποῖα ὅμως προσέτι ὑποστηρίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι προσδιορίζει πρὸς ἀπόσβεσιν αὐτῶν εἰδικὴν πρόσοδον. Τὰ γραμμάτια ταῦτα ἐλπίζω νὰ τύχωσι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κοινοῦ, ἀφοῦ καὶ εἰδικὴ δι’ αὐτὰ πρόσοδος προσδιορίζεται καὶ ὁ τρόπος κανονίζεται, καθ’ ὃν θέλουσιν ἀποδοθῇ τὰ χρήματα εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς ἀπόσβεσιν. Καὶ δὲν ἐδειλίασα νὰ συμβληθῶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὅτι τὸ γραμμάτιον τοῦτο νὰ μὴ ἦναι γραμμάτιον τῆς Τραπέζης, νὰ ἐγγράφεται μὲν εἰς τὸ παθητικὸν τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ νὰ ἦναι γραμμάτιον τοῦ Κράτους· διότι, ἐὰν τὸ Κράτος, ὅπως παρέστησάν τινες, ἐπικρίνοντες τώρα τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν τὸ Κράτος ἤθελε πτωχεύσει, δὲν ἤθελε πληρώσει τὰ γραμμάτια, τὰ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τῶν Τραπεζῶν, ποῖος ἤθελε πληρώσει ταῦτα; Τῶν γραμματίων λοιπὸν ἡ ἀξία συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς εὐπορίας τοῦ Δημοσίου Ταμείου, διότι ἡ Τράπεζα, ὅταν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, θέλει πληρώσει αὐτά· ἀλλὰ διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ τὰ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ὀφειλόμενα. Διατί λοιπὸν ἤθελον διστάσει οἱ κάτοχοι τῶν γραμματίων νὰ δεχθῶσιν αὐτά, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον εἶναι ὑπεύθυνον νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτά; Τὸ δάνειον λοιπὸν τῶν 20 ἑκατομμυρίων εἰς γραμμάτια, περὶ τοῦ ὁποίου τὸ 2 ἄρθ. τοῦ νομοσχεδίου πραγματεύεται, ἠδύνατο νὰ προταθῇ εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἰδίου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ χρόνος εἶναι πολὺ βραχύς, τὸ δὲ νομοσχέδιον πραγματεύεται περὶ ὑποθέσεως συναφοῦς μετὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ διαλάβωμεν καὶ διελάβομεν καὶ περὶ τούτου ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Τραπέζης. Ἐνόμισα δὲ, ὅτι ὤφειλον νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα συνομολογήσω τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 20 ἑκατομμυρίων, οὐχὶ διὰ σήμερον ἢ αὔριον ἢ μετὰ 10 ἡμέρας ἢ καὶ μετὰ ἕνα μῆνα, ἀλλ’ ὅταν ἤθελε παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη. Λέγει ῥητῶς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ἂν δὲν σφάλλω, τὸ τοιοῦτον, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ γνωρίζωμεν ἀπὸ τοῦδε οὐδὲ πόσαι ἀνάγκαι θέλουσι παρουσιασθῆ, οὐδὲ ποῖαι ἀνάγκαι θέλουσι παρουσιασθῆ, οὐδὲ τὴν εὐρύτητα αὐτῶν, οὐδὲ τὸ μέγεθος αὐτῶν, οὐδὲ τὴν ἔντασιν αὐτῶν. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν τὴν Βουλὴν ἐὰν θέλῃ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον τοῦτο, διότι ἐνδεχόμενον ἡ ἐπιτυχία τῶν ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία εὐμενῶς ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν, νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς. Ἐζήτησα λοιπὸν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς πᾶν ἐνδεχόμενον, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τοῦτο, διότι ὀφείλομεν νὰ προνοῶμεν περὶ παντὸς ἐνδεχομένου. Δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο προσκρούει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸ καθῆκον αὐτῆς, ἤθελε μάλιστα δείξει ἀληθῆ ἀπρονοησίαν, ἂν παρέλιπε νὰ φροντίσῃ περὶ παντὸς, ὅπερ ὀφείλει πρὸς τὴν Πατρίδα. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν προσήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸ καθῆκον αὐτῆς, ἤθελε μάλιστα δείξει ἀληθῆ ἀπρονοησίαν, ἂν παρέλιπε νὰ φροντίσῃ περὶ παντὸς, ὅπερ ὀφείλει πρὸς τὴν πατρίδα. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν προσήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ τὴν ἐλαχίστην ἀπάντησιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες διὰ ποικίλων ὁδῶν καὶ διὰ παντὸς ὑπαινιγμοῦ νομίζουσιν, ὅτι ἡμεῖς παίζομεν καὶ δὲν σπουδαιολογοῦμεν. Καὶ πρέπει τάχα ν’ ἀπαντήσῃ τις ὅπως ἀντικρούσῃ τὰς ὑβριστικὰς ἐκφράσεις; Τὰς ὕβρεις συνήθως οἱ κοινοὶ τῶν ἀνθρώπων περιφρονοῦσιν, οἱ δὲ ἐπίσημοι ἄνθρωποι δὲν ἔχουσι μόνον καθῆκον πρὸς τὰ ἑαυτῶν ἄτομα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν Ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτοὺς τὸ Κράτος, ἵνα ἀποστρέφωσι τοὺς ὀφθαλμούς των ἀπὸ τῶν ὑβριστικῶν τούτων ὑπαινιγμῶν. Ἐὰν σπουδαιολογῶμεν ἢ ἐὰν παίζωμεν, θέλει δοθῆ εὐκαιρία ἵνα γνωσθῇ, καὶ τότε θέλομεν κριθῆ. Ἀλλὰ δὲν θέλει μᾶς κρίνει ἡ κρυπτομένη που ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ ἐμπάθεια ἢ φιλαρχία, θέλει μᾶς κρίνει ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος, ὅπου γῆς καὶ ἂν εὕρηται, εἴτε ἐν τῇ Ἀνατολῇ, εἴτε ἐν τῇ Δύσει (χειροκροτήματα).
§35Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ μᾶς κρίνῃ ὁ Ἑλληνισμὸς σύμπας. Βεβαίως εἰς τὴν κρίσιν ὅλης τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ ἀποβλέπωσιν ὅσοι πολιτεύονται τὰ Δημόσια πράγματα αὐτῆς. Ἡ κρίσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὁ πολικὸς ἀστὴρ, ὅστις πρέπει νὰ ὁδηγῇ τοὺς φιλοτίμους ἄνδρας. Ἀλλ’ ὁ πολικὸς ἀστὴρ ἦτο ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ἐχρειάσθη δὲ νὰ εὑρεθῇ ἡ πυξὶς, ἵνα μεγαλουργήσῃ ἡ ναυτικὴ βιομηχανία. Περὶ ὁμοίας λοιπὸν πυξίδος πρόκειται καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ τέχνῃ, τὴν ὁποίαν ἐργάζονται τὰ Κοινοβούλια τῶν λαῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἄγετε μίαν γραμμὴν, βλέπετε ἐν τῷ μεταξὺ ὅτι ἀπωλέσατε τὴν πυξίδα. Παρεστάθημεν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ εἰς τὴν ἐξέλιξιν ἑνὸς ἀρχαίου δράματος, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀντεγκλήσεις, ἀποτελοῦσαι τὸ κύριον, καθιστῶσιν ἀγόνους τὰς συνεδριάσεις. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἡ μέθοδος αὕτη ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ ἔχωσι κατ’ ἰδέαν. Συμμερίζομαι τὴν ὁποίαν ἠκούσατε θεωρίαν τῆς μεγάλης πολιτικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἐν τούτοις δημιουργεῖτε σεῖς οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἡ θεωρία αὕτη τῆς δυνάμεως δὲν δικαιολογεῖ τὴν κατάχρησιν, τῆς ὁποίας τὰ ποικίλλα φαινόμενα βλέπομεν ἐκ περιτροπῆς ἐνταῦθα. Ἐὰν ἔσφαλον παρελθοῦσαι Περίοδοι τῆς Βουλῆς, βλέπω ὅτι λεληθότως ἐπαναλαμβάνονται τὰ αὐτὰ καὶ ἐν τῇ ἐνεστώσῃ. Τὸ ἐπιτίθεσθαι κατὰ ἀσθενῶν δὲν εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία νὰ προκαλῇ τὰ συγχαρητήριά μου. Ἄν τις ἦτο ἰσχυρὸς ἄλλοτε καὶ ἐγένετο ἀσθενὴς νῦν, ἐγὼ συμπαθῶ, ἀλλὰ δὲν περιφρονῶ. Ἄν τις ἥμαρτεν ἄλλοτε, δὲν ἐννοῶ ὅτι ἔχετε τὴν ἄδειαν νὰ ἁμαρτήσητε καὶ σεῖς νῦν. Ἡ ἀληθὴς πολιτικὴ δύναμις εἶναι ἐπίγνωσις τοῦ ἑαυτοῦ της. Καὶ κατὰ τοσοῦτον ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄξιος τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, καθ’ ὅσον ποιεῖται ὀρθὴν χρῆσιν αὐτῆς. Ἅμα βλέπετε κατάχρησιν, σημεῖον, ὅτι ἡ δύναμις ἢ ἐτοποθετήθη παρ’ ἀξίαν ἢ εἰσῆλθεν εἰς τὸ στάδιον τῆς παρακμῆς. Θέλω παραλείψει λοιπὸν καὶ διὰ τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας, καὶ διότι δὲν εἶμαι συνειθισμένος εἰς τοιούτου εἴδους διαλεκτικὴν, θέλω παραλείψει πάντα ὅσα ἤκουσα ἐν τῇ παρούσῃ συνεδριάσει περὶ ὅλως ἀλλοτρίων πρὸς τὸ προκείμενον θέμα πραγμάτων. Ὅσα ἔχουν τὸν χαρακτῆρα παραπόνου δι’ ἀρχαίας ἢ νέας πληγὰς, δι’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χρεωστῶ εἰς τὴν πολιτικὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθῶ καὶ τὴν ὁποίαν γνωρίζετε πάντες, εἶναι νὰ σημειώσω κεφαλαιώδεις τινὰς ἐπόψεις εἰς τὰς δύω πολιτικὰς, τῶν ὁποίων τοὺς δύο λόγους ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου. Δὲν δύναμαι νὰ δικαιώσω τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅταν παρετήρει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν εὐρεῖα συζήτησις εἰς τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐνησχόλησαν. Ἄν τὸ ὑποθέτῃ, διότι δὲν ἔλαβε τὸν λόγον κατὰ τὰς γενομένας μακρὰς ἢ μὴ μακρὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, αἰτία εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ἐνόει νὰ μὴ παρεμβάλῃ πρόσκομμα εἰς τὴν κυβερνῶσαν ἰδέαν, ἐνόει νὰ συμπράξῃ μετ’ αὐτῆς τοὐλάχιστον διὰ τῆς ἐνδεικτικῆς σιωπῆς του. Τὸ ἀνακρούειν πρύμναν δὲν ἐπιτρέπεται εἰς σπουδαίους πολιτικούς. Εὑρίσκεσθε ὑπὸ τὰς συνεπείας τῆς πολιτικῆς ὑμῶν. Μετανοεῖτε διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου; Μετανοεῖτε, διότι δὲν ἐξετελέσατε ἀγῶνας ἱκανοὺς νὰ κλονίσουν τὰς ἰδέας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὅπως δήποτε ἀπέβλεπον εἰς τὴν θέσιν ὑμῶν; Δὲν εἶναι πλέον καιρός. Ἔπρεπε νὰ ἀγωνισθῆτε ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας, ἐὰν εἴχετε τελείαν πεποίθησιν εἰς τὰς ἀρχὰς ὑμῶν. Ἔχετε πεντήκοντα περίπου ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἀκολουθοῦν, καὶ ἐδιστάσατε. Τί νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι, οἱ μικροσκοπικοί, οἱ ὁποῖοι, καθ’ ὅσον ἠδυνήθημεν, δὲν ἀφήσαμεν ποτὲ τὸν καιρὸν, ὅταν ἐπρόκειτο διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, νὰ ὑποβάλωμεν μίαν νέαν ἰδέαν; Τὰ ῥηθέντα περὶ μεγάλων καὶ περὶ μικρῶν ἀριθμῶν δι’ ἐμέ, ἂς μὲ ἀκούσουν καλῶς ὅλοι, δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σημασίαν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι οἱ μικροὶ ἀριθμοί, προστιθέμενοι πρὸς ἀλλήλους, κατασκευάζουν τοὺς μεγάλους τῶν δυνάμεων ὄγκους. Ἐκεῖνοι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων γίνονται βαθμηδὸν μεγάλοι, ὅσοι ἀνενδότως γνωρίζουσι νὰ ἐργάζωνται, ὅταν εἶναι μικροί. Τὰ μεγαλεῖα δὲν μᾶς πτοοῦσι. Καὶ καθὼς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός, εἴδομεν πολλὰ ὑπέρλαμπρα οἰκοδομήματα συντριβέντα ἐκ θεμελίων. Διὰ τοῦτο ἕκαστος βαδίζει, ὅσον αὐτῷ δύναμις· ἀρκεῖ νὰ ἀγωνίζηται μετὰ τόλμης καὶ νὰ μὴ τὸν ἐγκαταλείπῃ ἡ ἐλπίς. Νομίζετε ὅτι, ἂν ἀποῤῥίψητε μίαν ἰδέαν, διότι εἶσθε οἱ περισσότεροι, πρέπει αὕτη νὰ μαυροφορέσῃ ὅπως ἡ φιάλη ἐκείνη τοῦ οἴνου, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέμνησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός; Αἱ ἰδέαι εἶναι μεγαλείτεραι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Δημιουργοῦνται εἰς τὰ ἐργαζόμενα, τὰ ἀεικίνητα στρώματα τοῦ λαοῦ. Ὅταν ὡριμάσουν, ἐπιβάλλονται. Σεῖς αὐτοὶ εἶσθε ἀπόδειξις τῶν ὁποίων λέγω, διότι ἐν ὀνόματι τῆς ἀληθείας ταύτης εἶσθε ἐδῶ ἐν ὅλῃ τῇ μεγαλοπρεπείᾳ σας αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἡ ὁποία μὲ ἐμπνέει· διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ὅτι τὰ νομοθετήματά σας δὲν εἶναι σπουδαῖα καὶ ἄξια τῆς ἐκτιμήσεως ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι σέβονται ἑαυτούς. Οὐδεὶς ἔχει τὸ ἀπόλυτον κῦρος νὰ κρίνῃ ὑπεροπτικῶς τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων. Ὅταν βλέπω τὴν φυσιογνωμίαν τῆς συνελεύσεως, τὴν ὁποίαν ἀτενίζω αὐτὴν τὴν στιγμήν, αἰσθάνομαι τὴν μικρότητά μου. Καὶ δύναται εἷς ἕκαστος κατὰ μέρος νὰ ἦναι μικρότερος τοῦ ἄλλου ἢ ἴσος πρὸς αὐτόν, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ ἐπιβλητικοῦ μεγαλείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας κλίνω τὸ γόνυ. Ἐν τῇ καρδίᾳ μου δὲν ὑπάρχει παρὰ σέβας πρὸς τὸ ὑπέρτατον τῆς Πολιτείας ἱερόν. Ἐὰν ἠκολούθουν τὸ σύστημα τῶν δύο προαγορευσάντων, ἤθελον, κύριοι, ἐξασκήσει ἀληθῆ τυραννίαν ἐφ’ ὑμῶν. Ἀλλὰ ζητῶ ἐν τῇ ψυχῇ μου στοιχεῖα τυραννικὰ τοιαύτης διαθέσεως καί, ὁμολογῶ, δὲν εὑρίσκω. Τί μᾶς ἐνδιαφέρουσι τὰ πολλὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε καὶ τὰ ὁποῖα δὲν λέγω ὅτι σᾶς ἐπίεσαν, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐπαισθητῶς σᾶς ἔχουν καταπονήσει; Πρὸς τί τόσος λόγος διὰ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσατε; Δὲν εἶναι πλέον χρήσιμος πρὸς τὸν σκοπόν. Εὐτυχῶς εἶναι ὅλα στενογραφικῶς τυπωμένα· ἄν τις ἔχῃ τὴν περιέργειαν, εἰμπορεῖ νὰ τὰ ἀναγνώσῃ· ἀλλ’ ὁ χρόνος εἶναι ἱκανῶς πολύτιμος, ἵνα μὴ ἐπαναλαμβάνωνται αἰωνίως τὰ αὐτά. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐφάνη ὁπωσοῦν νέον, εἶναι ἡ τὴν ὁποίαν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος ἠκούσατε συμμετοχὴ τῶν ἀκροατηρίων εἰς τὰς προτέρας ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ χρηματικῇ μάλιστα ἀμοιβῇ. Αὐτὸ, κύριοι, δὲν ἐπερίμενον ποτὲ ἀπὸ τὸν βουλευτὴν Μεσολογγίου. Ἔχομεν βεβαίως πολλὰς ἁμαρτίας, μέχρι τοιούτου βαθμοῦ δὲν ἐνόμιζον δυνατήν τινα. Οἱ καλοὶ ἐκεῖνοι πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἵστανται ἐκεῖ ὑψηλὰ, ὡς εἰς περιστερεῶνα (ἱλαρότης), δὲν νομίζετε, ὅτι ὑποφέρουσι δεινῶς ἐπὶ τοιαύτῃ μομφῇ; Καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔχουν φωνὴν ἐδῶ. Οἱ προκάτοχοί των δὲν εἶναι παρόντες, ἵνα διαμαρτυρηθοῦν ἐπίσης. Ἀλλ’ οἱ περισσότερον προσβεβλημένοι εἶσθε σεῖς. Ὑπολαμβάνω δὲ ὡς ἓν τῶν μεγαλειτέρων ἀτοπημάτων τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἀκριβῶς τοῦτο. Δι’ ἐμὲ τὰ ἀκροατήρια εἶναι σωστικὴ ἐγγύησις διὰ τὰ ἐλεύθερα Πολιτεύματα τῶν λαῶν. Συγχωρῶ δὲ καὶ παρεκτροπὰς ἀκόμη ἐκεῖ ὑψηλὰ ἐπάνω, διότι, στρέφων τὸ βλέμμα πολλάκις πρὸς τὰ κάτω τῆς Αἰθούσης ταύτης, εἶμαι ἀρκετὰ δίκαιος, ὥστε νὰ εἶμαι ἀρκετὰ ἐπιεικὴς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὀλιγώτερα καθήκοντα νὰ ἐκτελέσουν. Δύνανται τὰ ἀκροατήρια ὄχι βεβαίως νὰ ἐκφέρουν ἀποδοκιμασίας ἢ ἐπιδοκιμασίας σκανδαλώδεις. Ἀλλὰ νὰ ἐκπέμπουν ἐνίοτε ἕνα στεναγμὸν, μίαν εὐαισθησίας βοὴν, εἶναι, κύριοι, προειδοποίησις τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν μὴ περιφρονεῖτε. Ὅλα εἶναι θεμιτὰ, ἀρκεῖ νὰ ἦναι ἐν μέτρῳ. Μὴ διώκετε τὰ ἀκροατήρια, ὅταν ἀκούετε τὴν κίνησιν ὀλίγων ποδῶν, διότι δὲν τὰ ἐδιώξατε, μάλιστα ἐκαυχήθητε, ὅταν ἠκούσατε τὴν κίνησιν πολλῶν χειρῶν. Ἐὰν ὅμως δέχεσθε τοὺς κρότους τῶν χειρῶν, πρέπει νὰ εἶσθε ἐπιεικεῖς καὶ πρὸς τοὺς πόδας, ὅταν κροτῶσι. Τὸ ἴδιον δικαίωμα ἐμπνέει τὸν λαὸν καὶ ἀπὸ τὰ δύο αὐτοῦ ἄκρα. Ἰδιαιτέρως ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ εἶχε δίκαιον εἰς τοῦτο, περὶ τῆς ἀποτυχίας, τὴν ὁποίαν κατεμαρτύρησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πατριωτικὸν δάνειον. Δὲν εἶμαι φωνογνώστης, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ὁ κ. Τρικούπης μετὰ θλίψεως ἀνέφερε τὴν ἀποτυχίαν αὐτήν. Εὔχομαι τὸ πατριωτικὸν αὐτὸ δάνειον νὰ μὴ ἀποτύχῃ μέχρι τοῦ βαθμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἄλλοι τὸ ἔχουν καταδεδικασμένον. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰς τοιαύτας στιγμὰς τὸ ἀπεκάλεσε γελοῖον, ἂς εἶναι βέβαιος, ὅτι εἰς ὑπερβολὴν ἡμάρτησε. Σπουδαιότατοι λαοὶ ἐπὶ τῆς γῆς εὑρέθησαν εἰς περιστάσεις νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὰ ἐλατήρια τῶν πατριωτικῶν δανείων. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ψηφίζουν τοιαῦτα δάνεια, δύνανται νὰ πλανῶνται εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται ἐν τῇ δρώσῃ οἰκονομίᾳ τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ὀνομασθοῦν παρ’ οὐδενὸς γελοῖοι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γνωρίσουν ὅλοι ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶναι ὅτι αἱ ὁδοὶ τῆς Δημοσίας πίστεως, ἕνεκα τῆς πληθώρας τῶν ὁμολογιῶν τῶν ἐθνικῶν δανείων, ἔκλεισαν ἢ πλησιάζουν ἐντελῶς νὰ κλεισθοῦν. Ἡ πιστωτικὴ συγκοινωνία ὑποφέρει ὑπὲρ τοῦ ὑπερβολικοῦ βάρους τῶν ἐθνικῶν ὁμολογιῶν. Ἡ πληθώρα αὐτῶν ἤρχισε νὰ ἐμποδίζῃ τὴν κίνησιν τῆς ἐθνικῆς πίστεως ἁπάσης. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ τὸ πατριωτικὸν δάνειον καὶ τὸ δάνειον τῶν 100 ἑκατομμυρίων θὰ δυσκολευθῶσι νὰ πραγματοποιηθοῦν. Διατί; διότι τὸ ποτήριον ἐπληρώθη ὕδατος, τὸ ὁποῖον ἔφθασε μέχρι στεφάνης. Θέλετε νὰ ῥίψητε νέον πιστωτικὸν ὕδωρ ἐν αὐτῷ. Ἐνῷ δὲ τὸ χύνετε, ἀπορεῖτε διότι τὸ ποτήριον δὲν δύναται νὰ χωρέσῃ ἐπὶ πλέον! Ὑπάρχει καὶ ἐν τῇ κοινωνικῇ οἰκονομίᾳ ὅ,τι ἀπαντᾶται καὶ ἐν τῇ ζωϊκῇ. Τίποτε δὲν εἶναι ἀτελείωτον. Ἐφθάσατε εἰς τὰ τελευταῖα ἄκρα τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Εἶναι τὸ πόρισμα ὅλης τῆς πολιτικῆς ἱκανότητος τῶν μακρῶν αὐτῶν ἐτῶν, τὰ ὁποῖα τόσον ἀκάρπως διεδέχθησαν ἄλληλα ἐν τῷ Τόπῳ. Θέλετε νὰ κάμετε πόλεμον! Ἀκούσατε ὅμως πῶς τὰ μικρὰ Κράτη ἐννοοῦν ἐν ὠργανισμένῃ τάξει καὶ μεμελετημένῃ προνοίᾳ νὰ παρασκευασθοῦν. Ὑπῆρξε μία μικρὰ Ἡγεμονία ἐν Εὐρώπῃ. Ἦτο ἡ μικρὰ Ἡγεμονία τῆς Πρωσσίας, ἡ ὁποία δὲν εἶχε κἂν τὸ ὄνομα αὐτό. Ὠνομάζετο Βραδεμβοῦργον. Ἡ μικρὰ αὕτη Ἡγεμονία κατὰ τὸ 1740 εἶχε 35 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐτήσιον εἰσόδημα, 76 χιλιάδας στρατὸν καὶ 41 ἑκατομμύρια ἀποταμίευμα εἰς τὸ στρατιωτικὸν ταμεῖον. Ποῦ εἶναι, Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, τὸ στρατιωτικὸν ταμεῖόν σας; Πότε διὰ τὴν παροῦσαν ἐνέργειαν αἱ μέχρι τοῦδε διοικήσεις ἀπέβλεψαν εἰς αὐτό; Ἐὰν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τοῦ γενικοῦ ζητήματος τῆς Ἐπικρατείας στραφῶμεν πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνασχολεῖ εἰδικῶς, πρὸς τὰς μετὰ τῶν Τραπεζῶν συμβάσεις, ἐκεῖ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας καὶ, ἂν χρειασθῇ, τὴν ὑπομονὴν ὑμῶν, διότι ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀναπτυχθῇ τὸ θέμα. Ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐθεώρησε δυστύχημα διὰ τὸν Τόπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει μία Τράπεζα μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκλειστικῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι εἶναι δυστύχημα διὰ τὸν Τόπον, ὅτι δὲν ὑπάρχουν πεντήκοντα ἀκόμη τοιαῦται Τράπεζαι ἐν αὐτῷ. Δὲν βλέπω κατὰ τὶ ἐδυστύχησεν ἡ μεγάλη Δημοκρατία τῆς Ἀμερικῆς μὲ τὰς 2,890 τοιαύτας Τραπέζας της (ἔκπληξις ἐν τῇ Αἰθούσῃ). Αὐτὸ τὸ ζήτημα, κύριοι, ἐχρησίμευσεν ἄλλοτε ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς θέμα μεγάλου ἀγῶνος, καθ’ ὃν ἔλαβον μέρος καὶ ἐγώ, ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω τὴν ἡρωϊκὴν Ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων. Ἐπολέμησα τότε τὸ τραπεζικὸν προνόμιον, καὶ ἐνθυμοῦμαι εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν), εἰς τὰ ἄκρα θρανία αὐτῆς ἠκούσθησαν φωναὶ, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω. Ὅταν ἠρώτων, ἐὰν εἶμαι μόνος ὁ ὁποῖος πολεμῶ τὸ προνόμιον, μὲ διέκοψαν διὰ νὰ μοὶ εἴπουν: δὲν εἶσαι μόνος, ἔχεις πολλοὺς μετὰ σοῦ. Ἀλλ’ ἦλθε τὴν ἐπιοῦσαν ἡ κρίσιμος ὥρα τῆς πλειοψηφίας, καὶ εὑρέθημεν εἰς τοιοῦτον ἀριθμὸν, ὥστε δὲν ἠριθμήθημεν καθόλου.
§36ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἵτινες τότε σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶσθε μόνος, ἐψήφισαν μαζῆ σας.
§37ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ἔντιμε στρατιωτικὲ, ὅτι λέγετε πλήρη τὴν ἀλήθειαν. Καὶ τὸ ἐνθυμοῦμαι. Ἐνθυμοῦμαι ἐκείνην τὴν νύκτα, καθ’ ἣν συνηγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῆς μεγάλης αὐτῆς ἰδέας, τοῦ νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῷ Τόπῳ πολλαὶ Τράπεζαι μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων. Καθὼς θέλομεν νὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ ὑποδηματοποιοὶ, πολλοὶ ῥάπται, πολλοὶ παντοπῶλαι, πολλοὶ ἔμποροι, πολλοὶ βιομήχανοι, διὰ νὰ εὑρίσκωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χρειαζόμεθα εὐκολώτερον, καλλίτερον καὶ εὐθηνότερον, τοιουτοτρόπως θέλομεν καὶ πολλὰς Τραπέζας διὰ νὰ εὑρίσκωμεν ἀναλόγως τὸ πιστωτικὸν προϊὸν αὐτῶν. Δυστυχῶς ἡ ἰδέα αὕτη ἐδεσμεύθη τότε μὲ τὸ τραπεζικὸν προνόμιον ἐπὶ μίαν ἄλλην περίοδον ἐτῶν. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ ἐλευθερία θὰ κάμῃ τὸν δρόμον της, καὶ ἡμεῖς χαρακτηριζόμεθα ὑπὸ μεγάλης ὑπομονῆς, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὄπισθεν ἡμῶν ἔρχονται ἄλλοι ἀκμαιότεροι καὶ περισσότεροι. Ἡμεῖς σήμερον ῥίπτομεν σπέρματα. Ὁ λαὸς θὰ τὰ ἁρπάσῃ καὶ θὰ τὰ ζωογονήσῃ. Οἱ βλαστοὶ αὐτῶν θὰ σκεπάσουν τὰς μεταγενεστέρας γενεάς. Ἡ μετὰ τῶν τραπεζῶν σύμβασις δύναται νὰ μελετηθῇ ὑπὸ δύο κεφαλαιώδεις ἐπόψεις. Ἀφ’ ἑνὸς ὁ σύνδεσμος, τὸν ὁποῖον δημιουργεῖ μεταξὺ τῶν προνομιούχων τριῶν Τραπεζῶν διὰ τὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων των, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ μικρὸν τραπεζικὸν γραμμάτιον τῆς μιᾶς δραχμῆς καὶ τῶν δύο δραχμῶν, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἐν τῷ Τόπῳ. Πρωτοφανὴς ἡ δημιουργία τόσον μικροσκοπικοῦ γραμματίου ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς Ἑλλάδι. Παρατηρῶ δὲ ἐπ’ αὐτῆς ὑπολανθάνουσαν συμφωνίαν μεταξὺ τῶν δύο προαγορευσάντων, χωρὶς νὰ ἦναι ἀνάγκη ἰδιαιτέρας ἐπιγνώσεως. Ὑπὸ ὅλας τὰς διαφορὰς βλέπω θεμελιώδη συνάντησιν εἰς τὰς ἰδέας αὐτῶν ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν θεμάτων τούτων. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου αἰσθάνονται τὴν αὐτὴν ἕλξιν, ἀμφότεροι δὲ γράφουσιν ἐπὶ τῆς σημαίας των τὸ τραπεζογραμμάτιον τῆς δραχμῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου θέλει τὸ γραμμάτιον τοῦτο ὡς ὅπλον ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ θέλει ὡς μέσον διαχειρίσεως αὐτῆς. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν συμφωνῶ πρὸς οὐδέτερον ἐξ αὐτῶν. Καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λεπταί τινες φωναὶ ὑποθέτουν. Δὲν συμφωνῶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιστήμης, τὴν ὁποίαν τὸ προκείμενον μέτρον βεβαίως δὲν συνεβουλεύθη ὅσον ἔπρεπε. Τὰ μικρὰ τραπεζογραμμάτια αὐτοῦ εἶναι εἶδος κερμάτων ἀναλόγων πρὸς τὰ ὑπάρχοντα μικρὰ νομισματικὰ τοιαῦτα. Ἔχομεν λοιπὸν 15 ἑκατομμύρια εἰς νομισματικὰ κέρματα, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτείνει νὰ προσθέσωμεν ἀκόμη 18 νέα. Τοιουτοτρόπως ἡ Ἑλληνικὴ ἀγορὰ πρόκειται νὰ ἐφοδιασθῇ διὰ 33 ἑκατομμυρίων εἰς κέρματα χάρτινα ἢ μεταλλικά. Ἀρκεῖ νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὴν διεθνῆ βάσιν τῆς ἀναλογίας τῶν κερμάτων πρὸς τὸν πληθυσμὸν ἑκάστης Χώρας, 6 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀνὰ πᾶν ἑκατομμύριον κατοίκων, ἵνα ἴδῃ ὁποῖον κατακλυσμὸν ἀπὸ μικρῶν κερμάτων πρόκειται νὰ εἰσαγάγητε εἰς τὸν Τόπον. Ἐννοῶ, ὅτι ὑπάρχει μία ἀνάγκη, ἡ ὁποία σᾶς ὠθεῖ. Ἐλπίζετε διὰ τῆς μικροσκοπικῆς ἀξίας τοῦ μονοδράχμου καὶ διδράχμου τραπεζικοῦ γραμματίου νὰ εὕρητε ἐξηναγκασμένους δανειστὰς μεταξὺ τῶν πτωχῶν τάξεων τῆς Ἐπικρατείας, ἐντὸς τῶν ὁποίων σκοπεύετε νὰ τὸ διασπείρητε. Εἶναι πολὺ δυνατὸν νὰ ἐπιτύχητε μέχρι τινὸς, ἀλλὰ σᾶς λέγω μὴ ὁρμᾶτε μετὰ πολλῆς εὐθυμίας πρὸς τὸν κατακλυσμὸν τοῦτον. Θέλετε εἰσαγάγει εἰς τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, ἐκεῖ ὅπου ὑφαίνεται ἡ πολύμοχθος ζωή του, θέλετε εἰσαγάγει ἓν μέσον συναλλαγῆς λίαν εὐμετάβλητον καὶ λίαν παρακεκινδυνευμένον. Θέλετε εἰσαγάγει δι’ αὐτοῦ τὰς συγκινήσεις τῶν Χρηματιστηρίων εἰς τὴν τελευταίαν ἀγορὰν, ἐκεῖ ὅπου ὁπλίζεται ὁ ἰσχυρὸς βραχίων καὶ αἰσθάνεται ὁ στόμαχος ὁ πεινῶν. Αὐτὰ τὰ μέσα, τὰ ἁπλᾶ κατὰ τὸ φαινόμενον, ὅταν εἰσάγωνται ὑπὸ τῆς πολυμηχάνου χρηματιστικῆς καὶ τῆς βεβαρημένης Δημοσίας ἀνάγκης εἰς τὰ κατώτερα στρώματα τῆς κοινωνίας, ἔχουν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναστατώσεως τῶν τιμῶν εἰς τὰ πρῶτα ἐφόδια τῆς ζωῆς. Τὸ ἡμερομίσθιον τότε δὲν ἀρκεῖ εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἐργάτου, κοινωνικὴ δὲ ταραχὴ καταλαμβάνει τὴν ὅλην τῶν πραγμάτων τύχην. Τὸ τραπεζογραμμάτιόν σας εἶναι ἐλατήριον ἐπικίνδυνον, διότι καὶ ὅταν θραυσθῇ εἶναι ἀκόμη περισσότερον τοιοῦτον. Οἱ σπουδαῖοι λαοὶ ὑπῆρξαν πάντοτε ἐναντίοι τῶν μικρῶν τούτων γραμματίων. Καὶ παρατηροῦμεν ἐν τῇ κοινωνικῇ οἰκονομίᾳ, ὅσον περισσότερον εἷς λαὸς ἀναβαίνει τὴν κλίμακα τῆς προόδου, τόσον περισσότερον τὰ νομίσματα αὐτοῦ γίνονται μεγαλειτέρας ἀξίας. Μήπως ὠπισθοδρόμησεν ἡ Ἑλλὰς, ὥστε κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας νὰ καταντήσωμεν εἰς τὰ μικρὰ τῆς χαρτίνης ἀξίας κερμάτια; Παρατηρήσατε τὸ μεγαλεῖον τῆς νεωτέρας βιομηχανικῆς κοινωνίας. Αἱ κυκλοφοροῦσαι ἀξίαι της ὁλοὲν λαμβάνουσι μεγαλείτερον χαρακτῆρα. Ὅσον περισσότερον καταβαίνετε, τόσον πλειότερον φθάνετε εἰς τὰ χάρτινα γρόσια τοῦ Κυβερνήτου, τῶν ὁποίων τὴν ἐπαγωγὸν ἀθλιότητα ὀνειρεύονται, φαίνεται, τινές. Ἐνόμισε περιπλέον ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι, ἂν ἐχώριζε τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν Δημοσίαν πίστιν, ἀπὸ τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν ἰδιαιτέραν κυκλοφορίαν τῶν Τραπεζῶν, ἤθελεν ἐλαττώσει πολὺ τὰ ἔμφυτα εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν δεινά. Φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ἀτελὴς ἰδέα τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς λειτουργεῖ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διὰ νὰ νομίζῃ τις ὅτι μὲ τὰ μεγάλα μὲν χάρτινα τραπεζικὰ γραμμάτια κινδυνεύομεν ἐν τῇ δυσφορίᾳ, μὲ τὰ μικρὰ δὲ ἐπίσης χάρτινα τραπεζικὰ γραμμάτια ἡ θέσις ἡμῶν καθίσταται ἐλαφροτέρα. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἐν τῇ ὁμιλίᾳ τοῦ κ. βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἠδύνατο νὰ διαγνώσῃ τις καὶ αἰσθήματα, ἐν κανονικῇ καταστάσει, προτιμήσεως τοῦ μικροῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ὡς ὀργάνου συναλλαγῆς. Ἦτο πολὺ φυσικὸν, ἀφοῦ ἐνόμισεν, ὅτι τὸ τοιοῦτο γραμμάτιον δύναται νὰ εὐκολύνῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας! Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ ἄρσεως· πρόκειται κατὰ τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν κατὰ κόρον ἠκούσαμεν ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ, πρόκειται περὶ δράσεως (ἱλαρότης). Τὰ μικρὰ λοιπὸν τραπεζικὰ γραμμάτια τὰ θέλει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὴν δρᾶσιν, δηλαδὴ διὰ τὰ 18 νέα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα περιέχουν ἐντὸς ἑαυτῶν. Θέλει τὴν ἀξίαν ταύτην νὰ ἀντλήσῃ ἐκ τοῦ χαρτίνου αὐτοῦ τεμαχίου· εἰς αὐτὴν ἀποβλέπει καὶ εἰς οὐδὲν ἄλλο. Ἀμφότεροι οἱ προλαλήσαντες ὑπέθεσαν, ὅτι ὁ χωρισμὸς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν ἐκδιδομένων διὰ λογαριασμὸν τῶν Τραπεζῶν, εἶναι ἄξιος σπουδαίας μελέτης τοῦ Κοινοβουλίου. Τοιοῦτος χωρισμὸς θὰ ἦτο ἄρνησις τῆς στοιχειωδεστέρας χρησιμότητος τῶν Τραπεζῶν διὰ τὴν ἔκδοσιν Κυβερνητικῶν γραμματίων. Ἐπειδὴ αἱ Κυβερνήσεις φοβοῦνται τὴν ἀποτυχίαν τοῦ χαρτονομίσματος αὐτῶν, καταφεύγουν εἰς τὸν τραπεζικὸν μηχανισμὸν, ἐπιχειροῦσαι δι’ αὐτοῦ νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς τρεχούσης ἐν τῇ κοινωνίᾳ τραπεζικῆς πίστεως. Ἄν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ εἰς χρῆσιν τῆς Ἐπικρατείας, ἔφερον ἐπὶ τοῦ σώματος αὐτῶν τὸν καθαρὸν τύπον τοῦ Κυβερνητικοῦ γραμματίου, ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ τραπεζικὴ παρέμβασις, ἤθελεν εὐθὺς ἐξαφανισθῆ καὶ ὅλος ὁ μηχανισμὸς ἀτονήσει. Καὶ ἠκούσαμεν μόλα ταῦτα ἐναντίον αὐτῆς τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς, νὰ προτείνεται ὁ χωρισμὸς τῶν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους ἐκδιδομένων τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀπ’ ἐναντίας, ἡ ἀνάμιξις τῆς τραπεζικῆς οἰκονομίας εἰς αὐτὰ, ὁ ὑπολανθάνων ἐν τῷ κοινῷ χαρακτὴρ, ὅτι ὅλα τὰ γραμμάτια ἀνήκουσιν εἰς τὴν Τράπεζαν, αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν ἀθώᾳ πλάνῃ εὐκολύνει τὴν διὰ τῆς παρεμβάσεως τῶν Τραπεζῶν ἐνέργειαν τοιούτου εἴδους δανείων. Ἄν θέλετε, δοκιμάσατε περὶ τοῦ ἐναντίου. Εἰπέτε εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι αὐτὰ μὲν τὰ γραμμάτια εἶναι Κυβερνητικὰ, ἐκεῖνα δὲ εἶναι Τραπεζικὰ, καὶ ἀμέσως θέλετε ἰδεῖ τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὴν πτῶσιν τῶν μὲν καὶ εἰς τὴν ἐμμονὴν τῶν ἄλλων. Δὲν θέλομεν λοιπὸν ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἰσάγει τὸ μικρὸν τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀληθῆ κίνδυνον διορῶμεν καὶ διὰ τὴν πιστωτικὴν οἰκονομίαν καὶ διὰ τὴν κοινωνικὴν ζωήν. Ἐπὶ τοιούτων θεμάτων ὁ Νομοθέτης δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ ἐνώπιόν του ἄμεσον παρόν. Πρέπει νὰ ἐκτείνῃ τὸ βλέμμα πρὸς τὸ μῆκος τῶν χρόνων καὶ νὰ ἀναλογίζεται τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοιούτων παρακεκινδυνευμένων μέτρων ἀπειλοῦν τὴν κοινωνικὴν ἁρμονίαν. Ἄν θέλετε δάνειον, δανεισθῆτε καθαρῶς. Ἔχετε τὸ 2 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, εἰμπορεῖτε νὰ θέσητε καὶ ἄρθρα πολλά. Βλέπετε, ὅτι ἡ δύναμις σᾶς παρακολουθεῖ, καὶ ἡ ψήφισις τῶν δανείων δὲν θέλει σᾶς λείψει. Ἀλλὰ νὰ θέλετε νὰ δανεισθῆτε, εἰσάγοντες αὐτὴν τὴν ὀλεθρίαν τοῦ μικροῦ τραπεζικοῦ γραμματίου μηχανὴν εἰς τὸν πιστωτικὸν τοῦ Κράτους ὀργανισμὸν, νὰ ἀποτείνεσθε δι’ αὐτοῦ εἰς τὰς μικρὰς τοῦ πενομένου λαοῦ ἀνάγκας, νὰ θέτετε τὴν χεῖρα ὅπου ὑπάρχει ὁ στεναγμὸς, αἴ! κύριοι, Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἀκούσατε μετὰ προσοχῆς τὴν φωνὴν τῶν ὀλίγων, διότι ἡ στιγμὴ εἶναι κρίσιμος εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν. Εἶναι φωνὴ, ἥτις ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῇ ἐδῶ. Τὴν ἰδέαν αὐτῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ Συνεδρίου. Δὲν ἠξεύρω ἂν δύναται νὰ ὡριμάσῃ κατὰ τὰς τρεῖς συνεδριάσεις τὰς κοινοβουλευτικάς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει, εἶναι ἡ κατὰ σκοπὸν λειτουργία τῶν εἰσαγομένων εἰς τὴν Ἑλλάδα θεσμῶν, ἵνα μὴ ἐρχώμεθα κατόπιν καὶ ἐλεεινολογῶμεν τὴν ἀστοχίαν τῶν νομοθετικῶν βλέψεων. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐσυνειθίσατε νὰ ἀκούετε πάντοτε μετὰ προσοχῆς ὅλας τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται εἰς τὴν ὑμετέραν κρίσιν. Τὸ ἐθνικὸν ἀγαθὸν σᾶς ἐμπνέει καὶ αὐτὸ ἡ καρδία σας ζητεῖ. Αἱ ἰδέαι δὲν ἐπιβάλλονται. Χαρὰ εἰς ἐκείνας ὅσαι δύνανται νὰ εἰσαχθῶσι. Καὶ ἐνῷ συναθροιζόμεθα ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, συγκοινωνοῦντες πρὸς ἀλλήλους ὑπὸ τὸν σταθερὸν πόθον τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ἦλθεν ὁ καιρὸς νὰ μᾶς ἑνώσῃ ἔτι μᾶλλον. Ἐπειδὴ δὲ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ χωρισθῶμεν, εἰς τὸ ὑπολειπόμενον διάστημα ἂς πράξωμεν ἀποφασιστικῶς (εὖγε, εὖγε).
§38ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς δὲν ἀρκεῖ νὰ διαμαρτύρηταί τις μόνον διὰ τῆς ψήφου, ὀφείλει νὰ διαῤῥηγνύῃ καὶ τοὺς πνεύμονας αὑτοῦ κραυγάζων πάσῃ δυνάμει Ὄχι. Τοιαύτην περίστασιν ἐδημιούργησεν ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται, εἴτε οὕτως, εἴτε ἄλλως, καταναγκαστικὸν δάνειον 43 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα προστιθέμενα εἰς τὰ μέχρι τοῦδε ληφθέντα παρὰ τῶν Τραπεζῶν ἀποτελοῦσι τὸν φοβερὸν ὄγκον τῶν 88 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἠξεύρετε τί σημαίνουσιν 88 ἑκατομμύρια ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Σημαίνουσι 50 τοῖς ἑκατὸν ἔκπτωσιν τῆς ἀξίας τῶν γραμματίων, σημαίνουσι παντελῆ ὄλεθρον τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὰ κακὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι καὶ ἄλλοτε εἶπον τινά, καὶ ἤδη ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, θὰ κάμω μόνον μίαν παρατήρησιν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς δευτέρας συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν εἰς ἐμὲ μεμφθέντα τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουσι ζητήματα πολὺ ἀνώτερα τῶν χρημάτων. Δὲν ἀντιλέγω, ἀλλὰ προσθέτω, ὅτι οὐδὲν ζήτημα δύναται νὰ ἀχθῇ εἰς αἴσιον πέρας ἄνευ χρημάτων. Ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι πρὸ παντὸς ἄλλου χρημάτων καὶ μόνον χρημάτων ἔχετε ἀνάγκην, διὰ νὰ κατορθώσητε τὴν ἐπιτυχίαν σχεδίου τινός, ἐὰν ἔχητε τοιοῦτον. Ἡ συνομολογηθεῖσα σύμβασις ἐξαφανίζει τὸ χρῆμα καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλὰ καταστρέφουσα τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, συντρίβει τὴν ἐλπίδα, ἥτις ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας ἀπετέλεσε τὸν δικαιέστερον πόθον πάσης Ἑλληνικῆς καρδίας. Ἡ Βουλή, παραβλέπουσα ταῦτα, ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιψηφίσῃ καὶ τὴν σύμβασιν ταύτην ὅπως καὶ τὰς προηγουμένας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς πυραμίδος. Ἀλλὰ τὸ ἀπαίσιον τοῦτο σημεῖον ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἀνεγερθῇ, θὰ ἦναι ὀλέθριον διὰ τὸ μέλλον τῆς Χώρας.
§39ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μεθ’ ἑτέρου συναδέλφου ὑποβάλλω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἡ Κυβέρνησις προσέρχεται εἰς συνδρομὴν τοῦ ἐπισημοτέρου βιομηχανικοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν Πειραιεῖ, κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἐφάνη εὐεργετικώτατον καθ’ ὅλας τὰς προμηθείας τοῦ στρατοῦ. (Ὅρα Παράρτημα). (Ἐνταῦθα ψηφίζονται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· ά) Εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν. βʹ) Εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 27, 116 καὶ 83|00 τῆς χρήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου. γʹ) Εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 20,000 τῆς χρήσεως τοῦ 1885 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. δʹ) Εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΦΟΗʹ νόμου περὶ περιορισμοῦ τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Προξενικῶν Ἀρχῶν καὶ εʹ) εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως ἐκτάσεώς τινος εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κύμης).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἀπότισιν τῶν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὀφειλομένων λόγῳ ἀποδόσεως καταβολῶν παρὰ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου.
§41ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Χθὲς εἴχομεν ἄλλην ἡμερησίαν διάταξιν καὶ σήμερον ἄλλην. Ἐννοῶ πολὺ καλῶς νὰ εἰσάγωνται κατὰ τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνδέονται πρὸς τὰς παρούσας περιστάσεις καὶ εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας, ἀλλὰ ποίαν σημασίαν ἔχει πρὸς τὰς περιστάσεις ταύτας τὸ παρὸν νομοσχέδιον; Εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρέχει προθεσμίαν πρὸς καταβολὴν χρημάτων ὀφειλομένων πρὸς τὸ Δημόσιον.
§42ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον φιλάνθρωπον καὶ ἐπιεικὲς, δὲν πρόκειται δὲ οὐδόλως νὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον οὐδ’ ἄλλος τις.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§44ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιμένει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μίαν μόνον παρατήρησιν θὰ κάμω, ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κινήσῃ ἡ Σερβία, τοὐλάχιστον ὡς ἔγραφον τὰ δημόσια φύλλα, οἱ πολῖται Σέρβοι, ὅσοι ὤφειλον εἰς τὰ ταμεῖα, μετέβησαν καὶ ἐπλήρωσαν 7,000,000· ἡμεῖς ἐνταῦθα ἐρχόμεθα νὰ παραιτηθῶμεν διὰ νόμου προσόντων τοῦ Δημοσίου, καθ’ ἣν στιγμὴν λέγομεν, ὅτι θὰ δράσωμεν καὶ θὰ ἐνεργήσωμεν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφοῦ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως νόμων ἀφορώντων τὴν Κέρκυραν.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μείνῃ καὶ αὐτό.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ χορηγίας 8,000 ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν χρημάτων τῆς ὁδοποιΐας τοῦ Δήμου Μεθάνων πρὸς κατασκευὴν λιμενικῶν ἔργων ἐν τῷ ὅρμῳ Ἁγίου Γεωργίου τῶν Μεθάνων.
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακάτω, κύριε Πρόεδρε.
§50ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ψηφισθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἐπιμένετε ὑμεῖς, ζητοῦμεν ὀνομαστικὴν κλῆσιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις νὰ ψηφισθῇ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον εἰς πρώτην συζήτησιν περὶ προβιβασμοῦ τῶν δοκίμων πρώτης τάξεως τοῦ Β. Ναυτικοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου;
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀντίῤῥησιν, διότι εἴπομεν, ὅτι ἔχομεν ἀντίῤῥησιν μόνον ὡς πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν σχετίζονται πρὸς τὴν παροῦσαν ἐνέργειαν. Τὸ περὶ τῶν δοκίμων, εἴτε ὀρθὸν, εἴτε μὴ, σχετίζεται πρὸς τὴν παροῦσαν ἐνέργειαν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ προχωρήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§56ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν πρὸ παντὸς συμφέρον νὰ ἀποφεύγωμεν τὰς συζητήσεις, διότι δι’ αὐτῶν ἐξοδεύομεν τὸν καιρὸν, συμβαίνει δὲ νὰ εἶνε καὶ ἀπὼν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς ἔχουσιν, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτῶν. Ἐπίσης ἐγένοντο δεκτὰ τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ σύνολον αὐτῶν, ὡς ἔχουσι).
§58ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ σταματήσωμεν ἐδῶ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρᾳ 9½ Μ. Μ.).