1885.12.12
2.289 στίχοι · 17.364 λέξεις · 155 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54
τῆς 12 Δεκεμβρίου 1885.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 4½ μ.μ.
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Θεμιστοκλῆς Οἰκονομόπουλος, συμβολαιογράφος Ναυπλίου, δι’ ἀναφορᾶς του ζητεῖ ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ πρόνοιαν νὰ περιέλθωσι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἔγγραφα τῆς ἀνακρίσεως κατὰ τοῦ ταγματάρχου τῆς οἰκονομίας Κοζομπολίδου, κατηγορουμένου ἐπὶ καταχρήσει, καθόσον πρὸ πολλοῦ λέγει ὅτι ἐνηργήθη ἀνάκρισις, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα φαίνεται, ὅτι δὲν διεβιβάσθησαν εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ ἐν Γαλαξειδίῳ Λουκᾶς Μπενὸς ζητεῖ νὰ ἀπαλλαγῇ ὁ ἀδελφός του ἀπὸ τὴν στρατολογίαν, καθότι δὲν εἶναι ὑπήκοος Ἕλλην. Θέλει σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει ζητήσει τὸν λόγον ὁ κ. Κωνσταντίδης.
§2ΕΛ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τεσσάρων ἤδη ἡμερῶν ἀνέμενον τὴν ἐμφάνισιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν Βουλήν, δυστυχῶς ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς προσήρχετο εἰς ὥραν, καθ’ ἣν δὲν ἦτο δυνατὸν ὅπως ἀποταθῇ πρὸς αὐτὸν ἐπερώτησις, διότι ἤρχετο, ἀφοῦ εἰσηρχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Χαίρω σήμερον ὅτε βλέπω αὐτὸν παρόντα, χαίρω δὲ διότι ἐλπίζω, ὅτι σήμερον θέλει συζητηθῆ προσηκόντως καὶ λυθῆ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνταράσσει ἁπάσας τὰς ναυτικὰς κοινότητας τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο· διὰ ποῖον λόγον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἀπέσπασε ἀπὸ τῆς δευτέρας κατηγορίας τῶν ἐφέδρων ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἀπήλλαξε καὶ κατέταξεν εἰς τὴν δευτέραν, καὶ διὰ ποῖον λόγον τοὺς ἔχοντας λόγους ἀπαλλαγῆς ναυτικούς, τοὺς δυναμένους κατὰ τὰς ῥητὰς τοῦ νόμου διατάξεις νὰ ταχθῶσιν εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν τῆς ἐφεδρείας, διὰ ποῖον λόγον ἐμποδίζει αὐτοὺς νὰ ἀποκτήσωσι τὸ προσόν, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ὁ νόμος δίδει εἰς αὐτούς; Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω καὶ νὰ ἐπιφέρω τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω.
§3ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΔΗΣ. Παρατηρῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι πάντες εἶσθε προκατειλημμένοι ἀπὸ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· διότι, ὅταν εἶπεν ὅτι σκοπὸν ἔχει καὶ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ἐξήρεσε νὰ ὑπαγάγῃ ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἀντεστάθητε, τοῦτο δὲ προέρχεται κυρίως, διότι ἔχετε ἐσφαλμένην περὶ τοῦ νόμου γνῶσιν. Κύριοι, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου οἱ ἐξελθόντες τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τάσσονται εἰς τὴν ἐφεδρείαν, τασσόμενοι δὲ εἰς τὴν ἐφεδρείαν λαμβάνουσιν ἀκριβῶς τὴν σειρὰν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ὁρίζει· κατ’ ἀκολουθίαν, ὁσάκις ἡ ἐφεδρεία καλεῖται εἰς ὑπηρεσίαν, ἡ ἐφεδρεία συμπαρασύρει μαζῆ της τοὺς ἀπαλλαγέντας. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς κατατάσσονται καὶ οἱ ἀπαλλασσόμενοι· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ὁ αὐτὸς λόγος εἰς τὸ Ναυτικόν. Τὸ Ναυτικὸν κανονίζεται ἀπὸ νόμον ἰδιαίτερον, ἀπὸ τὸν περὶ ναυτολογίας νόμον. Ὁ περὶ στρατολογίας ναυτῶν νόμος ἐκανόνισε τὰ πράγματα πολὺ διαφορετικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ στρατολογικὸς νόμος ἐκανόνισε διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Ὁ ναυτικὸς νόμος τοὺς ἔχοντας λόγους ἀπαλλαγῆς τάσσει εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν τῆς ἐφεδρείας· κατ’ ἀκολουθίαν πᾶς ναύτης, ἀπαλλασσόμενος ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναυτικοῦ, πρέπει κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου νὰ τάσσηται εἰς τὴν δευτέραν ἐφεδρείαν τοῦ Ναυτικοῦ. Κύριοι, γνωρίζετε ὅτι ἀπὸ τὸ 1878, ἀφότου δηλαδὴ εἰσήχθη εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ σύστημα τῆς γενικῆς στρατολογίας, τὸ Ναυτικὸν ὑπήγετο καὶ αὐτὸ εἰς τὰς αὐτὰς διατάξεις, εἰς ἃς καὶ ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς, κατ’ ἀκολουθίαν πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἀνεξαιρέτως ἐφηρμόζοντο καὶ εἰς τὸ Ναυτικόν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἴσχυε μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐξεδόθη ἰδιαίτερος νόμος, κανονίζων τὰ τοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ νόμος δὲ οὗτος ῥητὸς λέγει εἰς ἓν ἄρθρον του ὅτι ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παρόντος νόμου καταργοῦνται πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, αἱ ἀντιβαίνουσαι εἰς τὸν νόμον τοῦτον· κατ’ ἀκολουθίαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἰσχύει διὰ τοὺς ναυτικοὺς ὁ νόμος ὁ ναυτικός. Ὁ ναυτικὸς νόμος λέγει ταῦτα· πρῶτον χωρίζει τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ εἰς δύο, τὸν ἐνεργὸν στρατὸν καὶ τὴν ἐφεδρείαν, τὴν δὲ ἐφεδρείαν εἰς δύο κατηγορίας· λέγει δὲ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν λόγον ἀπαλλαγῆς, κατατάσσονται εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν τῆς ἐφεδρείας. Ἀφοῦ δὲ ὁ νόμος τοὺς κατατάσσει ἐκεῖ, ὁ κ. Ὑπουργὸς παραβιάζει τὸν νόμον, μεταφέρει αὐτοὺς εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν, διότι δὲν δύναται νὰ εἰπῇ εἰς αὐτοὺς νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν πρώτην καταγορίαν. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ τῆς ἐγκυκλίου του. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 20 τοῦ περὶ ναυτολογίας νόμου λέγον. «Ἡ ἐφεδρεία τοῦ Ναυτικοῦ διαιρεῖται εἰς δύω κατηγορίας· ἐν τῇ πρώτῃ κατηγορίᾳ τάσσονται οἱ συμπληρώσαντες τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν ἐργάται θαλάσσης μέχρι τῆς ἡλικίας 30 ἐτῶν, συμπεπληρωμένων· ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ κατηγορίᾳ τάσσονται οἱ ὑπερβάντες τὸ 39 ἔτος ἐργάται θαλάσσης καὶ διατελοῦσιν ἐν αὐτῇ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους καθ’ ὃ συμπληροῦσι τὴν ἡλικίαν 39 ἐτῶν»· ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ κατηγορίᾳ τάσσονται, κατὰ τὸ ἄρθρον 21, οἱ ἔχοντες λόγους ἀπαλλαγῆς, ἐφ’ ὅσον οἱ λόγοι οὗτοι ὑφίστανται· ἄλλως, μεταβαίνουσιν εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν τῆς ἐφεδρείας, καὶ τάσσονται εἰς τὴν σειράν, εἰς ἣν ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των ὑπάγονται. Κάμνει, ὡς βλέπετε, μίαν διάκρισιν ὁ νόμος. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καθ’ ὃν χρόνον καλεῖται ἡ ἐφεδρεία ἔχουν λόγους ἀπαλλαγῆς ὑφεστῶτας, ἐκεῖνοι μένουν εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ νόμος τοὺς ἔθεσεν· ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν πλέον τοὺς λόγους τούτους, μεταβαίνουν εἰς τὴν τάξιν, εἰς ἣν ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των ὑπάγονται. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτο μέτρον. Παρετήρησα εἰς τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργοῦ ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο τὸ στηρίζει ἀκριβῶς ἐπὶ ἰδεῶν μᾶλλον ἐπὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς κρατουσῶν. Ἂν ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σκοπὸν εἶχε νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ὤφειλε κατ’ ἀνάγκην νὰ προσκαλέσῃ ὅλους τοὺς ἀπαλλαγέντας· ἂν δὲ ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον τὸν ναυτικὸν, ὤφειλε νὰ μὴ καλέσῃ οὐδένα ἐξ αὐτῶν. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς δευτέρας ἰδέας. Ἄν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἐκάλεσεν εἰς τάξεις τοῦ ναυτικοῦ στρατοῦ τοὺς ἀπαλλαγέντας, εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις ἀνδρῶν ἐν αὐτῷ, ἀντὶ νὰ παραβαίνῃ τὸν νόμον καὶ νὰ πράττῃ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν στηρίζονται εἰς αὐτὸν, ἠδύνατο νὰ προσκαλέσῃ καὶ τὰς ἄλλας σειρὰς τῆς ἐφεδρείας. Ἠδύνατο νὰ προσκαλέσῃ πάντας τοὺς ἔχοντας ναυτικὰ φυλλάδια. Ὑπάρχουν ναῦται τινὲς λαβόντες φυλλάδια κατὰ τὸ 1880 περὶ τοὺς 100 ἢ 150, αὐτοὶ εἶναι ναῦται· ἔχουν δικαίωμα νὰ ταχθῶσιν εἰς τὸ Ναυτικὸν, διότι σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἀπέκτησαν τὸ φυλλάδιόν των. Ὁσάκις προσαγάγει τις δύο μάρτυρας καὶ βεβαιώσει ὅτι ὑπηρέτησεν ὡς ναυτικὸς ἐπί τινος πλοίου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ φυλλάδιον ναυτικὸν καὶ νὰ θεωρῆται ναύτης. Ἄρα εἶναι ναῦται καὶ ὑπάγονται εἰς ναυτολογίαν πάντες οἱ φέροντες φυλλάδια ναύτου. Ἀλλὰ σεῖς μοὶ φέρετε τὸ μητρῷον τὸ ναυτικὸν ἐν τῷ μέσῳ καὶ ζητεῖτε διὰ τούτου ν’ ἀποδεικνύεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ ναύτου. Τὸ μητρῷον ὅμως τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ἔγεινε διὰ λόγους ταμιακοὺς καὶ ὄχι διὰ τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν τῆς Ναυτικῆς Διοικήσεως. Αὕτη ἔχει τὰς ἐν τοῖς Λιμεναρχείοις ἀπογραφὰς σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τοῦ 1861. Οἱ λόγοι λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι φέρουν τινὰ εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ναύτου, ἀναγράφονται εἰς τὸν περὶ ἀπογραφῆς νόμον τοῦ 1861. Οἱ συμμορφωθέντες λοιπὸν πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου ἀπέκτησαν δικαίωμα νὰ ὦσι ναῦται. Τούτους λοιπὸν καλέσατε.
§5ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Πολλάκις ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς· πολλοὶ ἀνέφερον παράπονα, τὰ ὁποῖα ἄλλως ἦσαν καὶ ἀναπόφευκτα ὡς ἐκ τῆς ἀθρόας προσκλήσεως πολλῶν ἀτόμων· περὶ τοῦ Ναυτικοῦ ὅμως οὐδέποτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ· τοῦτο βεβαίως ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ τῆς θαλασσίας ἐξοπλίσεως ἡμῶν θὰ ἔχωσιν ἄριστα, ὡς ἐβεβαίωσε καὶ ὁ ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς κ. Ῥηγόπουλος. Πρὸ πολλοῦ ἐγράφη, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐναύλωσε διάφορα ἀτμόπλοια πρὸς μεταφορὰν ὑλικοῦ πολέμου εἰς διάφορα μέρη τοῦ Κράτους. Τὸ πρᾶγμα μοὶ φαίνεται παράδοξον πῶς, ἀφοῦ ἔχομεν στόλον ἱκανὸν νὰ καταναυμαχήσῃ ὅλον τὸν κόσμον, πῶς ναυλόνομεν ἀτμόπλοια ἰδιωτικὰ πρὸς μεταφορὰν ὑλικοῦ! Βραδύτερον ἀνηγγέλθη, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠγόρασε τορπιλλοβόλα τινὰ, τὰ ὁποῖα εἶχε παραγγείλει ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὁποῖα ὕστερον ἐγκατέλιπε, καὶ τελευταῖον ἐνόμισε καλὸν νὰ ἀγοράσῃ δύω φιλοσόφους, τὸν Σωκράτην καὶ Διογένην. Ἐγὼ οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω κατὰ τῆς ἀγορᾶς αὐτῶν, διότι ὄχι μόνον ἑνὸς Σωκράτους καὶ ἑνὸς Διογένους καὶ τοῦ λύχνου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην πολλῶν λύχνων καὶ πολλῶν Διογενῶν, μόνον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ ἂν ταῦτα γίνωνται ἐν γνώσει καὶ τῇ συγκαταθέσει τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξ ὅσων ἤκουσα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τῆς ἀφορώσης εἰς τὰς ἀπαλλαγὰς ἐν τῷ Ναυτικῷ, βλέπω ὅτι συμβαίνει ἄτοπόν τι, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνεγνώρισεν, ὅτι συμβαίνει τὸ ἄτοπον, εἶπεν ὅμως, ὅτι θὰ τὸ διορθώσῃ, καλῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πάντας τοὺς ἀπαλλαγέντας, διότι παραδέχεται ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν ἀπαλλαγέντων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο ἂν πράξῃ, θέλει εὑρεθῆ ἐν τῷ αὐτῷ ἀτόπῳ, εἰς τὸ ὁποῖον περιήγαγεν αὐτὸν ἡ ἐγκύκλιος. Ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ βλέπω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν λέγον: «Μὴ ἐπιθυμοῦντες ὅμως νὰ καταργήσωμεν ἐν τῇ ἐπιστρατεύσει τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ ἁπάσας τὰς ἀπαλλαγὰς, ἐκρίναμεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀπαλλαγὴν κτλ.» Τὰ περὶ ἀπαλλαγῶν κανονίζονται διὰ νόμου, δὲν δύναται ἄρα δι’ ἐγκυκλίου ὁ Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ ποῦ ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναγνωρίσῃ ἀπαλλαγὰς καὶ ποῦ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναγνωρίσῃ τοιαύτας· ἐν τῷ τελευταίῳ δὲ ἐδαφίῳ τῆς αὐτῆς ἐγκυκλίου ἀναγινώσκω: «Οἱ ἤδη τυχὸν ἀπαλλαγέντες ἢ ἀφεθέντες ἀκαταζήτητοι διὰ λόγους, μὴ στηριζομένους εἰς τὰ εἰρημένα αʹ καὶ βʹ ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 33, θέλουσιν ὑποχρεωθῆ νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.» Ἐν τίνι δικαιώματι καλεῖ τούτοις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ; Κατὰ τὸν νόμον περὶ ναυτολογίας, οἱ ἀπαλλαγέντες ἀνήκουσιν εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν τῆς ἐφεδρείας, τουτέστιν εἰς τὴν κατηγορίαν τὴν ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς τὴν ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς κατηγορίαν τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Ἡ δευτέρα αὕτη κατηγορία δὲν καλεῖται ἤδη, ἑπομένως οἱ ἀπαλλαγέντες δὲν δύνανται ἤδη νὰ κληθῶσιν οὐδαμῶς ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ. Τὸ ἄρθρ. 21 τοῦ περὶ ναυτολογίας νόμου ἔχει ὡς ἑξῆς· «Εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν τῆς ἐφεδρείας τάσσονται καὶ οἱ ἔχοντες λόγους ἀπαλλαγῆς, ἐφ’ ὅσον οἱ λόγοι οὗτοι ὑφίστανται· ἄλλως μεταβαίνουσιν εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν τῆς ἐφεδρείας, ἐὰν ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των εἰς ταύτην ὑπάγωνται». Περὶ δὲ τῆς διακρίσεως τῶν δύω κατηγοριῶν τὸ ἄρθρ. 20 ἐν ἐδαφίῳ 2 λέγει τὰ ἑξῆς· «Ἡ ἐφεδρεία τοῦ Ναυτικοῦ διαιρεῖται εἰς δύω κατηγορίας· ἐν τῇ πρώτῃ κατηγορίᾳ τάσσονται οἱ συμπληρώσαντες τὴν ἐτησίαν ὑπηρεσίαν ἐργάται θαλάσσης μέχρι τῆς ἡλικίας 30 ἐτῶν, συμπεπληρωμένων· ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ κατηγορίᾳ τάσσονται οἱ ὑπερβάντες τὸ 30 ἔτος ἐργάται θαλάσσης, καὶ διατελοῦσιν ἐν αὐτῷ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ συμπληροῦσιν ἡλικίαν 39 ἐτῶν». Ἡ δευτέρα αὕτη κατηγορία προδήλως εἶναι ἡ τῆς ἐθνοφρουρᾶς ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς· αὕτη δ’ ἡ κατηγορία δὲν ἠδύνατο νὰ κληθῇ εἰς ἐπιστράτευσιν ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς, οὐδ’ εἰς ἐπιστράτευσιν ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης. Δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ ἐγκυκλίου νὰ τροποποιήσωμεν τὰ διὰ νόμου τεθειμένα, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ποιήσωμεν διακρίσεις μεταξὺ τῶν ἀπαλλαγέντων, ἀλλὰ προσφερόμενοι πρὸς πάντας κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὀφείλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν πρὸς αὐτοὺς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρ. 21 τοῦ περὶ ναυτολογίας νόμου.
§7ΚΡΙΕΖΗΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα περὶ ναυτολογίας νομίζω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δύναται νὰ καλέσῃ μίαν ἄλλην ἡλικίαν καὶ νὰ ἐξαιρέσῃ τοὺς ἔχοντας λόγους ἀπαλλαγῆς, οἱ ὁποῖοι παρανόμως προσκαλοῦνται σήμερον. Πιστεύω ὅτι εἰς αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν.
§8ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἐκάλεσε πρόσωπα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νόμον δὲν εἶχον ὑποχρέωσιν, τοῦτο μᾶλλον τὸν ζῆλον τοῦ Ὑπουργοῦ συνιστᾷ. Τώρα, ἂν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἔπρεπε νὰ γείνῃ τοιαύτη ἢ τοιαύτη, αὐτὸ εἶναι μία λεπτολογία, ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἰς εἰδικὰς περιπτώσεις, καὶ ἐπὶ εἰδικῶν περιπτώσεων γίνεται ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων. Ἐνθυμεῖσθε πόση συζήτησις ἐγένετο πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ὅτε ἐγένοντο διακρίσεις πολὺ λεπταὶ μεταξὺ ἐξαιρεθέντων, ἀπαλλαγέντων προσωρινῶς καὶ παντοτεινῶς, καὶ ἐν τούτοις εἰς οὐδὲν κατέληξεν ἀκόμη ἡ συζήτησις ἐκείνη σαφές. Ἀπαραλλάκτως καὶ ἐδῶ παρουσιάσθη ἡ εἰδικὴ περίπτωσις, θὰ ἑρμηνευθῇ ὁ νόμος. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ κ. Μαυροκεφάλου, εἰς τὴν μομφὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔῤῥιψε πλαγίως κατὰ τῆς ὀνομασίας δύω πλοίων «Σωκράτης» καὶ «Διογένης». Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἂν πράγματι ἠγοράσθησαν καὶ ἔπρεπε νὰ ὀνομασθοῦν τὰ πλοῖα ταῦτα δι’ ἑνὸς ὀνόματος, ἤθελον προτιμήσει νὰ μὴ λέγωνται οὔτε ἀετοί, οὔτε ἅρπυιαι, οὔτε ὄφεις, οὔτε ἄλλο τι τετράποδον ἢ ἐκ τῶν πτηνῶν. Τώρα ἔρχονται ὀνόματά τινα προσώπων, τὰ ὁποῖα διεκρίθησαν ἐπὶ αἱμοχαρίᾳ· οὔτε εἰς αὐτὸ συμφωνῶ, διότι δὲν εἶναι τοιοῦτος ὁ χαρακτὴρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ποτὲ δὲν ὑπῆρξε κατακτητικὸν ἔθνος ἡ Ἑλλάς. Ναὶ, Ἀλέξανδρος ὁ Φιλίππου διήλασε τῷ ὄντι μέχρις Ἰνδιῶν, ἔφερεν ὅμως μεθ’ ἑαυτοῦ τὸν Ὅμηρον καὶ τὸν Ἀριστοτέλην. Ἡ Ἑλλὰς, ἂν κατέκτησε τὸν κόσμον ὅλον, τὸν κατέκτησε διὰ τοῦ λόγου καὶ τῶν φώτων, διὰ τῆς πειθοῦς. Λοιπὸν ἐπειδὴ ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ δὲν εἶναι κατακτητικὴ, ἀλλ’ ἐξημερωτικὴ τῆς ἀνθρωπότητος, διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καταλληλότερον ὄνομα διὰ πλοῖα πολεμικὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ παρὰ τὸ ὄνομα τοῦ Σωκράτους καὶ Διογένους. Ὑπὸ σημαίαν τοιαύτην πολεμοῦσα ἡ Ἑλλὰς, δίδει εἰς πάντας, ἄνευ σχολίων, νὰ ἐννοήσωσι τὸ δίκαιον τοῦ ἀγῶνός της· διότι λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἂν συμβῇ μία ναυμαχία, καὶ ὅλος ὁ πολιτισμένος κόσμος, οἱ λαοὶ, ὄχι αἱ Κυβερνήσεις, οἱ λαοὶ οἱ πεπολιτισμένοι ἀκούσουν, ὅτι τὸ πλοῖον ὁ «Σωκράτης», ὃ μὴ γένοιτο, κατεβυθίσθη, καὶ ἑπομένως ἡ Ἐπικράτεια, ἡ ἔχουσα αὐτὸ, εὑρίσκεται εἰς στενόχωρον θέσιν, θὰ συγκινηθῶσι, θὰ εἴπωσι τίς εἶναι οὗτος ὁ Σωκράτης; εἶναι ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος τῆς ἀρχαιότητος, τοῦ ὁποίου οἱ ἀπόγονοι μάχονται σήμερον ὑπὲρ ἐλευθερίας. Μὴ νομίζετε, ὅτι ταῦτα δὲν ἔχουν σημασίαν. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ ὀστᾶ ἐκεῖνα τὰ μαρμάρινα, αὐτὰ ἔκαμαν τὴν Ἑλλάδα· δὲν τὴν ἔκαμεν, οὔτε ἡ ἰσχὺς ἡ πολεμικὴ, οὔτε ἄλλη καμμία δύναμις παρὰ οἱ σκελετοὶ ἐκεῖνοι, οἱ μαρμάρινοι, τὰ λείψανα ἐκεῖνα, τὰ ἀνὰ πᾶν βῆμα συναντώμενα. Ἐκ τοῦ ἐναντίου ὀνομάσατε τὰ πλοῖά σας Καταστροφέα, Βυθιστὴν, Κατερήμωσιν, ὅ,τι ἄλλο φοβερώτερον θέλετε, οὐδένα θὰ ἠλεκτρίσῃ, οὔτε ἡ δυστυχία σας, οὔτε ἡ ἐπιτυχία σας. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει εὑρισκομένην, ἁρμόζει νὰ παρουσιάζηται εἰς τὸν κόσμον μὲ τὴν ἐκπαιδευτικήν της ἀποστολὴν, διότι οὕτω θὰ συγκινήσῃ τοὺς λαούς. Κατὰ συνέπειαν τὰ ὀνόματα τῶν δύω πλοίων τὰ θεωρῶ καταλληλότατα.
§9ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὕστερον ἀπὸ δύω, τρεῖς ἡμέρας τελειώνουν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ προηγηθοῦν δύω νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν νὰ ἐξοδεύσουν τὸ Δημόσιον τίποτε· οὐχ ἧττον ὅμως γίνεται δι’ αὐτῶν μεγάλη συνδρομὴ εἰς τὸ μέγα ἐργοστάσιον Πειραιῶς τοῦ Χρ. Σταμοπούλου.
§10ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, μετὰ δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας ἡ Βουλὴ θέλει διακόψει τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἀναγκάζομαι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως συναινέσῃ νὰ προταθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὑδραγωγείου Ἐράνης, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ καὶ τὴν τρίτην συζήτησιν αὐτοῦ μέχρι τοῦ Σαββάτου, διότι τὸ ἔργον εἶναι χρησιμώτατον καὶ δὲν ἐπιφέρει οὐδεμίαν ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον.
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδεμία ἀντίῤῥησις ὑπάρχει.
§12ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ὁ Νομάρχης Λαρίσσης ὑπέβαλε τὰ πρακτικὰ τῆς ἐνεργηθείσης ἐκλογῆς Φαρσάλων.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ ἐγὼ, ὅτι ἔλαβον τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ὁ ὁποῖος μοὶ ζητεῖ τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐδῶ τῶν ἄλλων Δήμων, τῶν ὁποίων ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ, διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ δικαστήριον ἐν γνώσει ὅλων τῶν ἀποτελεσμάτων νὰ κάμῃ τὴν ἀνακήρυξιν· ἑπομένως τὰ ἔστειλα ἀμέσως πρὸ τριῶν ἡμερῶν.
§14Η. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὥστε θὰ ἔλθουν τὰ πρακτικὰ, ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ᾖναι ἐδῶ;
§15ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς τῶν δικαστικῶν προθεσμιῶν. Αἰτιολογία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, σκοπὸς δὲ αὐτοῦ ἡ προστασία, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Πολιτεία πρὸς τὴν κοινωνίαν ἐν ἐκτάκτοις καὶ ἀνωμάλοις περιστάσεσιν. Ἐπειδὴ δὲ πιθανὸν ταχέως νὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, καί, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§18Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω ἐξ Ἄρτης, δὲν εἶναι μόνον ἁπλαῖ ἀσθένειαι, αἱ ὁποῖαι ἐνέσκηψαν εἰς τὸν στρατόν, ἀλλὰ ἐνέσκηψε καὶ ἡ ἰλαρά, ἡ ὁποία διεδόθη καὶ εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἄρτης. Εὐτυχῶς εἰς τοὺς πολίτας, ἐπειδὴ ὑπάρχει περισσοτέρα περιποίησις, ἡ ἐπιδημία αὕτη δὲν εἶναι θανατηφόρος· εἰς τοὺς στρατιώτας ὅμως, ἕνεκα ἐλλείψεως περιποιήσεως, εἶναι θανατηφόρος· ἀποθνήσκουσι δὲ καθ’ ἡμέραν ἐξ ἰλαρᾶς. Εἶναι πληροφορίαι σημεριναὶ, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ τὰς ὁποίας σᾶς ἀνακοινώνω, κύριε Ὑπουργὲ, οὐχὶ ὡς ἐπίκρισιν, ἀλλ’ ἵνα παρακαλέσω ὑμᾶς ὅπως λάβητε, ὅσον τὸ δυνατόν, περισσοτέραν πρόνοιαν, ἵνα δοθῶσιν εἰς τοὺς πάσχοντας στρατιώτας τελειότεραι περιποιήσεις πρὸς ἀποφυγὴν τῶν θανατηφόρων ἀποτελεσμάτων τῆς ἀσθενείας ταύτης.
§20Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§21ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Δὲν προτίθεμαι βεβαίως νὰ διαψεύσω τὴν αὐθεντίαν τῶν πληροφοριῶν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ· ἀλλὰ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔρχομαι ἐκ τῆς Ἐπαρχίας μου, καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι ἡ θνησιμότης μόνον τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐν Τρικκάλοις ὑπερβαίνει τοὺς πεντήκοντα· ἀπέθανον ἐν Τρικκάλοις πεντήκοντα στρατιῶται.
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπὸ πότε;
§23ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε πρό τινων ἡμερῶν......
§24Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸν Ὀκτώβριον.
§25ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Ἡ θνησιμότης τοῦ στρατοῦ εἶχε φθάσει εἰς τεσσαράκοντα πέντε· προσθέτω ὅτι κατὰ τὸν Νοέμβριον ἡ θνησιμότης ἐν Τρικκάλοις ἀνῆλθεν εἰς πεντήκοντα· τὸν παρακαλῶ νὰ ζητήσῃ περὶ τούτου πληροφορίας. Ἐγὼ γνωρίζω τοῦτο ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζωσι τὰ περὶ τούτου καλῶς.
§26ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἤμην ὁ πρῶτος, ὁ ζητήσας κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ πληροφορίας περὶ τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ, διότι εἶναι ἐκ τῶν ἀντικειμένων τῶν μᾶλλον σπουδαίων τοῦ στρατοῦ, καθότι πολλάκις ἀποθνήσκουσι πολλοὶ περισσότερον ἐκ τῶν ἀσθενειῶν ἢ ἐκ τῶν μαχῶν, εἶχον δὲ καὶ πληροφορίας, ὅτι ἡ θνησιμότης εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη καὶ αἱ ἀσθένειαι πολυειδεῖς. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μηνιαίας καταστάσεις, τὰς ὁποίας τὰ θεραπευτήρια καὶ τὰ νοσοκομεῖα στέλλουν. Ἀντὶ τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ὑπέβαλε μίαν κατάστασιν εἰς δύο λέξεις, ὅτι ἀπέθανον τεσσαράκοντα μόνον ἀπὸ τῆς συγκαλέσεως τῆς ἐφεδρείας μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, σήμερον δὲ μᾶς ὑπέβαλε κατάστασιν ἐξηγμένην ἐκ τῶν μηνιαίων καταστάσεων, δὲν ἠξεύρω δὲ διατὶ δὲν ὑπέβαλε καὶ τὰς μηνιαίας καταστάσεις ἐν πρωτοτύπῳ· ταύτας ἐπεθύμουν νὰ ἴδω, διότι κατὰ τὰς ἰδικάς μου πληροφορίας ἡ ὑγεία τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι εὐχάριστος.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ ζητήσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ προτάσεως τῆς Λογιστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου εἶχεν ὑποβάλει πρὸ ἡμερῶν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτει νὰ γείνῃ ὡς μόνιμος κλητὴρ ὁ ἀρχαῖος κλητὴρ Κωνσταντῖνος Γεωργίου· ἡ ἀναφορὰ παρεμπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία προέτεινεν ὅπως χορηγηθῇ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 1,000 διὰ μισθοδοσίαν τοῦ εἰρημένου κλητῆρος. Ὁ κλητὴρ ἐπληρώνετο, ὡς πληρώνονται οἱ πρώτης τάξεως, πρὸς 120 δραχμάς· ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει πρὸς 100. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ, ἀνάγκη νὰ ὑποβάλω καὶ τὰς δύο προτάσεις, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν θέλῃ νὰ δώσῃ 1,000 ἢ 1,200. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις προτείνει 1,000, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλείονες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ δοθῶσι καὶ 60 δραχμαὶ διὰ τὴν ἀγορὰν 6 σωμάτων τοῦ διεθνοῦς δικαίου τοῦ Βλασοπούλου. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομισματικῶν συμβάσεων.
§28ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, παρακαλῶ, περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον.
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβαλεν ὅτι, ἐπειδὴ σήμερον εἶνε ἡ πέμπτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, καὶ ἐπειδὴ εἶνε ἐνδεχόμενον μετὰ τὸ Σάββατον νὰ μὴ εἶνε δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, μέχρι δὲ τοῦ Σαββάτου δὲν ὑπολείπονται εἰμὴ τρεῖς συνεδριάσεις μετὰ τῆς σημερινῆς, παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ δεχθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη σήμερον, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶχε ψηφισθῇ καὶ κατὰ τὸ 1878. Δὲν εἶνε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναστέλλονται σήμερον αἱ προθεσμίαι, ἀλλὰ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ Διατάγματος ν’ ἀναστέλλῃ τὰς προθεσμίας, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη.
§30ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, δὲν ἐννοῶ, τὸ κατ’ ἐμὲ, νὰ παρεμβάλω ἐμπόδιον εἰς τὴν ψήφισιν, ἂν καὶ τὸ γινόμενον δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι σπουδαιότατον καὶ ἐπειδὴ ἐκ μόνης τῆς ἰδέας τῆς ὑπάρξεως τοιούτου νομοσχεδίου ἐψηφισμένου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ πρόσθετος συντάραξις πρὸς τῇ ὑπαρχούσῃ στενοχωρίᾳ καὶ τὰς δυσχερείας, ἃς γεννᾷ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, παρακαλῶ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἂν, πρὶν ἢ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον, προσεκάλεσεν ἁρμόδια πρόσωπα ἵνα ἐξετάσωσιν αὐτὸ καὶ δηλώσωσι γνώμην. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ ἄνευ τοιούτου νομοθετήματος, καὶ πάντοτε θέλει ὑπάρχει καιρὸς, ἐὰν ἐπέλθῃ κήρυξις πολέμου, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ διέπῃ τὰ πράγματα, ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἢ νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἀναστολῆς προθεσμιῶν τινων ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ὑποβολῆς τοῦ Διατάγματος εἰς τὴν Βουλὴν ἢ νὰ προκαλέσῃ εἰδικὸν νομοθέτημα· εἶναι τοῦτο προτιμότερον πολὺ, παρὰ νὰ ὑπάρχῃ ἐπικρεμάμενος νόμος, οἷος ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς ψήφισιν, ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν πολιτῶν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1879 ἢ 1880 οἱ τότε ἀντιπρόσωποι τῆς πόλεως Πατρῶν ὑπέβαλον παραπλησίαν πρότασιν καὶ ἐπίεζον τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῆς· ἀλλ’ ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν συνήνεσε τότε καὶ διεξήλθομεν τὰς δυσχερεῖς ἐκείνας περιστάσεις ἄνευ ἀνάγκης ἀναστολῆς τῶν προθεσμιῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν ἀπαραίτητον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐσπευσμένην ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου, δὲν θέλω νὰ παρεμποδίσω τὴν ψήφισιν. Παρακαλῶ μόνον πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως νὰ ζητηθῇ καὶ ἡ γνώμη ἁρμοδίων κριτῶν, διότι πρόκειται περὶ ἀναστολῆς ἐμπορικῶν καὶ δικαστικῶν προθεσμιῶν, ἣν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν κρίνῃ ἀναγκαῖον, νὰ κηρύξῃ καὶ ἀπὸ τοῦδε· ἀλλὰ τοῦτο νομίζω ἐπικίνδυνον καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.
§31ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ ἀντιγραφὴ τοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τοῦ 1878. Τότε ἐψηφίσθη νόμος ἐκ δύο ἄρθρων· διὰ τοῦ 1 ἄρθρου διετάσσετο ἡ ἀναβολὴ τῶν Δημοτικῶν ἐκλογῶν· διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ἐπετρέπετο ἡ ἀναστολὴ τῶν νομίμων δικαστικῶν καὶ λοιπῶν προθεσμιῶν. Ὡς συνετάχθη ἤδη τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, εἶναι ἐν μέρει διάφορον τοῦ νόμου τοῦ 1878· διότι, ὡς θὰ παρατηρήσετε ὅταν διανεμηθῇ εἰς ὑμᾶς, διατάσσει τὰ ἑξῆς· ὅτι ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ προκαλῇ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον τὴν ἀναστολὴν ἁπασῶν τῶν νομίμων, δικαστικῶν, καὶ παντὸς εἴδους ἐμπορικῶν προθεσμιῶν καὶ τῶν παραγραφῶν, ἢ τινῶν ἐξ αὐτῶν μόνον. Δὲν ἠθέλησα δηλαδὴ νὰ ἐξαντλήσω τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἑνὸς καὶ μόνου Διατάγματος· ἐνδεχόμενον ἡ Κυβέρνησις νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προκαλέσῃ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀναστέλλῃ ὡρισμένας κατηγορίας ἐκ τῶν πράξεων, τῶν ἀναφερομένω, ἐν τῷ νόμῳ. Ἐὰν δὲ αἱ περιστάσεις ἐπιταθῶσιν, ἐὰν τὰ πράγματα λάβωσιν ἄλλην τροπὴν σοβαρωτέραν, τότε ἐπιτρέπεται ἵνα δι’ ἑτέρου Διατάγματος ἡ ἀναστολὴ ἁπασῶν τῶν δικαστικῶν καὶ λοιπῶν προθεσμιῶν. Κατὰ τὰ ἄλλα τὸ νομοσχέδιον εἶνε τὸ αὐτὸ, ὡς ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1878. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ ἀπέρχεται προσεχῶς, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν κατόπιν, ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶνε ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ προστατεύσωμεν ἐν καιρῷ τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελεν εἶσθαι ἐκτεθειμένα ἄνευ τοῦ νόμου τούτου.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι συνῄνεσεν ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὑδραγωγείου τοῦ δήμου Ἐράνης. (Ἀναγιγνώσκεται τὸ νομοσχέδιον).
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καθὼς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχε προτείνει νὰ γίνῃ παράτασις φορολογίας ἐπὶ 8 ἔτη, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ φόρος εἶνε βαρὺς, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσῃ καὶ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, περιώρισε τὸν χρόνον εἰς 4 ἔτη. Ἀφοῦ τοῦτο ἔγεινε γνωστὸν εἰς τὸν δῆμον, ὑπεβλήθη σημείωσις καὶ παράστασις, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι ἡ φορολογία τῶν 4 ἐτῶν δὲν ἐπήρκει. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συναινέσῃ ἂν οὐχὶ εἰς 8, τοὐλάχιστον εἰς 6 ἔτη.
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγιγνώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν μετὰ τῆς τροποποιήσεως).
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ Βουλὴ συνῄνεσε νὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος διὰ τὸ κατάστημα τοῦ κυρίου Βασιλειάδου (Θόρυβος).
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ δεχθῶσι νὰ προχωρήσωμεν κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως νομισματικῶν συμβάσεων.
§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἐν ὀνόματι τῶν γραφείων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἰδίῳ ὀνόματι εὐχαριστῶ τὸν κ. βουλευτὴν Ἀττικῆς, ὅστις ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ ἐμοῦ ἐπὶ λαθῶν, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν μετάφρασιν τοῦ κειμένου τῆς νομισματικῆς συμβάσεως ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ καὶ κατὰ τὴν μετάφρασιν τῆς προσθέτου πράξεως. Ἐγὼ ὁ προϊστάμενος τῶν γραφείων ὀφείλω νὰ κρίνω ἐπιεικέστατα τὰ λάθη ταῦτα, διότι ὁ ἐπιτετραμμένος τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις τὸ κείμενον τῆς προσθέτου πράξεως δὲν ἔπεμψε διὰ τῆς εὐθείας ταχυδρομικῆς ὁδοῦ, ἀλλ’ ἐνεπιστεύθη εἰς τὸν γνωστὸν καθηγητὴν κ. Ἀργυρόπουλον, ἐρχόμενον ἐκ Παρισίων ἐνταῦθα, οὗτος δὲ ἐλθὼν ἐλησμόνησε τὸν φάκελλον εἰς τὸ Ἀτμόπλουν καὶ μόλις παρελήφθη ἡμίσειαν ὥραν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως. Ὥστε ἡ μετάφρασις ἐγένετο μετὰ πάσης σπουδῆς. Ἡ διόρθωσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. βουλευτὴς προτείνει ἐπὶ τοῦ κειμένου τῆς γʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 8 τῆς νομισματικῆς συμβάσεως, ἔχει ὡς ἑξῆς. Τὸ μὲν Γαλλικὸν κείμενον λέγει (ἀναγινώσκει). Ἡ μετάφρασις ἀναφέρει «ἵνα πληρώσῃ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς συμβάσεως εἰς χρυσὸν πάραυτα». Δὲν ἤρεσεν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν τὸ πάραυτα· νομίζει ὅτι ἡ ἔννοια ἀποδίδεται διὰ τῆς ἐκφράσεως «ἅμα τῇ ἐμφανίσει». Τὸ πάραυτα καὶ τὸ ἅμα τῇ ἐμφανίσει, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ μεταφρασθῇ τὸ en vue, εἶναι περίπου τὰ αὐτὰ, ἀλλὰ ταύτην τὴν διαφορὰν ἠθέλησε νὰ ἀναφέρῃ ὁ κ. βουλευτής. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν παντάπασι ν’ ἀποδεχθῶ τὴν διόρθωσιν, διότι ἡ διαφορὰ εἶναι τοσοῦτον ἐλαχίστη, ὥστε ἠδύνατο νὰ διαφύγῃ τὴν προσοχὴν τῶν γραφείων καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἤθελεν εἶσθαι ἐπιεικὴς εἰς τὰ Γραφεῖα ταῦτα διότι ἐνθυμοῦμαι πόσον αὐστηρῶς ἐπεκρίθη αὐτὸς οὗτος ὁ ζητήσας τὴν διόρθωσιν δι’ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχε γράψει Γαλλιστὶ, καὶ διὰ λάθη, τὰ ὁποῖα εἶχον συμβῆ ἐπὶ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων. Ἑπομένως ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς ἄλλοτε ἐπεκρίθη διὰ λάθη γνωσολογικὰ καὶ μεταφραστικὰ, ἱκετεύω αὐτὸν νὰ μὴν εἶναι ἀδυσώπητος κριτὴς ἐπὶ τῶν μεταφράσεων ἐκείνων, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, εἶναι ἡ ἑξῆς. Τὸ Γαλλικὸν κείμενον ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει). Τὸ κείμενον τὸ Ἑλληνικὸν ὡς μετεφράσθη ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ἐάν τις ἤθελεν ἐρωτηθῆ εἶναι ἐπιτυχημένη ἡ μετάφρασις τῆς λέξεως (écu) διὰ τῆς λέξεως «νόμισμα», εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ ἔχῃ πολλοὺς τοὺς ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτοῦ· ἐὰν ὅμως μελετηθῇ ὁλόκληρον τὸ μέρος, θέλει κατανοηθῆ, ὅτι ἐννοεῖ ὡς μονάδα τὰ πέντε φράγκα. Καὶ πραγματικῶς λέγει τὸ κείμενον τάδε (ἀναγινώσκει). Ἑπομένως ἡ αὐστηρότης περὶ τὴν ἀναζήτησιν τῆς ἐννοίας τῆς λέξεως (écu) μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀναπόφευκτος, καὶ ἐὰν ἡ μετάφρασις μείνῃ ὡς ἔχει, διότι δὲν μεταβάλλεται ἡ ἔννοια αὐτῆς.
§40ΒΛΑΧΟΣ. Τότε ἂς μείνῃ ὅπως ἔχει.
§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἀλλ’ ὅπως εἶναι ὀρθόν. Εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 8 ὁ κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς παρέστησεν, ὅτι ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ ἀντὶ τῆς φράσεως «ἀλλὰ ἡ δαπάνη», πρέπει νὰ γραφῇ «ἀλλὰ ὀφείλει» (ἀναγινώσκει). Καὶ τῷ ὄντι τὸ Γαλλικὸν κείμενον ἔχει οὕτω πως (ἀναγινώσκει). Ὁ μεταφράσας τὸ Γαλλικὸν κείμενον ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ μεταφράσῃ αὐτὸ ἐλευθέρως καὶ τὸ μετέφρασεν οὕτω (ἀναγινώσκει). Ἔθηκεν ὡς κύριον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς δαπάνης, ἐνῷ τοῦτο δὲν ἔχει τὸ Γαλλικὸν κείμενον, καὶ διὰ τοῦτο ἀποδέχομαι τὴν διόρθωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς προέβαλεν. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 τῆς συμφωνίας εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ὑπάρχει εἰς τὸ Γαλλικὸν κείμενον ἡ ἑξῆς διάταξις (ἀναγινώσκει). Νομίζω, ὅτι σφάλλεται ὁ μεταφράσας τὸ κείμενον νομίσας, ὅτι ἡ σύστασις τοῦ λογαριασμοῦ, ἥτις ἤθελεν ἐνεργηθῆ ἀπὸ τὰς ἄλλας δυνάμεις ἔμελλε νὰ ἐξελεγχθῇ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους καὶ ἐπεδιώρθωσεν αὐτὸ, καὶ διὰ τοῦτο τὴν λέξιν « » τὴν μετέφρασεν «ἐπιθεωρητήν»· ἀλλ’ ἡ ἔννοια τῆς λέξεως εἶναι ἄλλη, διότι πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως, καὶ οὐχὶ περὶ ἐπιθεωρήσεως. Διὰ τοῦτο ἀποδέχομαι καὶ αὐτὴν τὴν διόρθωσιν. Ἐν ἄρθρῳ 4 ἔλειψεν ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον ἡ μετάφρασις τοῦ «y». Τὸ Γαλλικὸν κείμενον ἔχει (ἀναγινώσκει). Ἡ δὲ μετάφρασις ἔχει (ἀναγινώσκει). Βεβαίως τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἔχουσι νόμιμον κυκλοφορίαν, ἐὰν τὰ κράτη ἐχορήγησαν τοιαύτην. Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι κυκλοφορίαν εἰς ἄλλα κράτη. Διὰ τοῦτο ἡ γνώμη ἐπηρέασε καὶ ἐθεωρήθη περιττὸν νὰ μεταφρασθῇ τὸ «y» ἤτοι «ἐν αὐτοῖς». Οἱ πλεονασμοὶ δὲν βλάπτουσι. Ἐν τῷ ἐδαφίῳ βʹ τοῦ ἄρθρου 4 τὸ Ἑλληνικὸν κείμενον διὰ τῆς μεταφράσεώς του ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει). Τὸ γαλλικὸν κείμενον ἔχει τὴν λέξιν échéances. Ὁ μεταφραστὴς ἐδυσκολεύθη νὰ μεταφράσῃ τὴν λέξιν échéances. Γνωρίζετε ὅτι εἶναι ἡ λῆξις, ἡ πτῶσις, ὅπως λέγουσιν ἐν ταῖς ἐμπορικαῖς συναλλαγαῖς, προθεσμίας τινος, καὶ ὅταν πρόκειται περὶ προθεσμίας χρημάτων ὀφειλῆς. Ἐνόμιζεν ὅτι ὠφείλομεν νὰ παραστήσωμεν τοῦτο διὰ τῆς φράσεως « διὰ νὰ ἐκδηλώσωμεν ὅτι δύναται ἡ προθεσμία νὰ ὑπάρχῃ καὶ διὰ τοὺς ἔχοντας νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, διότι δύνανται καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας αὐτῆς νὰ πράξωσι τοῦτο· ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶνε ὀρθή. Νομίζω ὅμως ὅτι ἐπιτυχέστερον εἶνε νὰ μεταφράσωμεν τὸ γαλλικὸν κείμενον ἐὰν, ἀντὶ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ὁ κύριος βουλευτὴς Ἀττικῆς προέβαλε, θέσωμεν τὰς λέξεις « διότι ὁ κύριος βουλευτὴς Ἀττικῆς μετέφρασε τὴν λέξιν échéances διὰ τῆς λέξεως «δόσεις»· διότι τὸ μεταφράζει οὕτω (ἀναγινώσκει). Ἐὰν πιστότερον μεταφράσωμεν τὴν λέξιν échéances, δυνάμεθα νὰ μεταφράσωμεν τὸ κείμενον οὕτως «αἱ προθεσμίαι αὗται δύνανται νὰ συντομευθῶσι διὰ προκαταβολῶν εἴτε ἐν ὅλῳ εἴτε ἐν μέρει». Ἀλλὰ καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον προβάλλω, δὲν τὸ προβάλλω, ἵνα τὸ ἐπιψηφίσητε οὔτε διὰ νὰ προκαλέσω συζήτησιν. Ἀποδέχομαι καὶ ἐπὶ τούτου τὴν μετάφρασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς προέβαλεν. Ἡ αὐτὴ μεταβολὴ πρέπει κατὰ συνέπειαν νὰ γίνῃ καὶ ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ μεταβαλλομένου ἄρθρου. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τῆς συμφωνίας, τὸ ὁποῖον ἄρχεται διὰ τῆς ἑξῆς φράσεως (ἀναγινώσκει)· ἥτις μετεφράσθη (ἀναγινώσκει). Παράβασις διατάξεως εἶνε ἐκείνη τὴν ὁποίαν πράττει τις διὰ παραβάσεως, ἀλλ’ ἄνευ δικαιώματος. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὰς λέξεις « » ἐπιτυχέστερον ἠθέλαμεν μεταφράσει διὰ τῶν λέξεων « ». Ἀλλ’ εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον εἰς τὸ γʹ ἐδάφιον εἶνε ἡ αὐτὴ παρατήρησις, ἥτις ἔγινε καὶ προηγουμένως ἐπὶ τῶν λέξεων «en vue», ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ἀντικατάστασις διὰ τῆς λέξεως «πάραυτα» ἀντὶ τῶν λέξεων «ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει». Ἐπίσης καὶ ἡ παρατήρησις περὶ τῆς « » διὰ τῶν λέξεων « ». Ἐν τῷ ἐδαφίῳ γʹ νομίζω, ὅτι καὶ ἐκεῖ ἡ μετάφρασις εἶνε ἐλευθέρα ὀλίγον.
§42ΒΛΑΧΟΣ. Ἐθεώρησα περιττὸν νὰ μεταφράσω τὰς λέξεις αὐτὰς διὰ τῶν λέξεων «νομίσματα πληρωτέα»· διὰ ν’ ἀποφύγωμεν δὲ αὐτὸ, ἐὰν θέλητε, βάλλετε «νομίσματα διὰ νομισμάτων».
§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῷ συνημμένῳ πρώτῳ ἀποδέχομαι τὴν διόρθωσιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ « » ἀλλὰ δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω τὸ τέλος τῆς προσθήκης «θέλει νὰ πραγματοποιηθῇ».
§44ΒΛΑΧΟΣ. Θέλει πραγματοποιηθῇ· τὸ «νὰ» προσετέθη κατὰ λάθος.
§45ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπίσης εἰς τὸ πρόσθετον ἐν ἄρθρῳ 4 τὸ Γαλλικὸν κείμενον ἔχει (ἀναγινώσκει).
§46ΒΛΑΧΟΣ. Εἶνε κατὰ γενικὴν παράβασιν καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος· αἱ δὲ λέξεις (ἀναγινώσκει τὰς λέξεις) ἀντὶ νὰ εἶνε εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, προσετέθησαν εἰς τὸ προηγούμενον· ὥστε πρέπει νὰ διορθωθῇ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως νομισματικῶν συμβάσεων).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν.
§48ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ συνέβησαν τυπογραφικὰ λάθη, παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ διόρθωσις εἰς τὰ πρακτικά. Εἰς τὸ προοίμιον τῆς Συμβάσεως πρέπει νὰ προστεθῇ ἓν κεφαλαῖον Κ, διότι δὲν γράφεται Λ. Μέρλεν, ἀλλὰ Κ. Λ. Μέρλεν. Εἰς τὴν παράγραφον γʹ τοῦ ἄρθρου 3 ἀντὶ τῆς λέξεως «προσκλήσεως» πρέπει νὰ τεθῇ «προκλήσεως». Εἰς τὸ ἄρθρον 9 τῆς Συμβάσεως παρελείφθη ἡ λέξις «νόμιμον». Ἑπομένως θὰ ἔχῃ οὕτω τὸ ἄρθρον· «......κυκλοφοροῦνται ὡς νόμισμα νόμιμον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος......». Εἰς τὴν προτελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 9 θὰ εὕρητε εἰς τὸ τέλος τὰς λέξεις καὶ «ἐξ ἴσου», ἀλλ’ αὐταὶ αἱ λέξεις δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν τὴν παράγραφον, ἀλλ’ εἰς τὴν τελευταίαν καὶ εἰς τὸ τέλος αὐτῆς. Ἐπίσης καὶ εἰς τὴν ὑπογραφὴν πρέπει νὰ προστεθῇ τὸ κεφαλαῖον Λ ἀντὶ τοῦ Β. Ἑπομένως ἀντὶ τοῦ Κ. Β. Μέρλεν νὰ τεθῇ Κ. Λ. Μέρλεν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§50ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον).
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡμίλησα χθὲς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω σήμερον ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα. Πολλαὶ εἶναι αἱ διατάξεις τῆς Συμβάσεως, τὰς ὁποίας θεωρῶ μεταβλητέας, ὑποβάλλω δὲ παρατηρήσεις τινὰς περὶ αὐτῶν ἤδη ἐπὶ τῇ δευτέρᾳ ἀναγνώσει, ὅπως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θεωρήσῃ ταύτας ἤ τινας ἐξ αὐτῶν ὀρθὰς, δυνηθῇ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν Τραπεζῶν πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως καὶ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συνεννοήσεως, ἵνα συμφώνως πρὸς αὐτὸ διαῤῥυθμισθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ πρῶτον θέλω πραγματευθῆ περὶ τῆς ἀμοιβῆς, ἥτις, κατὰ τὴν Σύμβασιν, θέλει πληρόνεσθαι ἐτησίως εἰς τὰς Τραπέζας, ἀπέναντι τοῦ δανείου τούτου. Θεωρῶ τὸν τόκον τῶν 2 τοῖς ἑκατὸν ὑπέρογκον. Τὰ ἄλλα δάνεια τῶν Τραπεζῶν τούτων, τὰ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐπραγματοποιοῦντο ἐπὶ τόκῳ ἑνὸς τοῖς ἑκατόν. Τίνα δὲ λόγον δύναταί τις νὰ προτάξῃ, ὅπως τὸ δάνειον τοῦτο πραγματοποιηθῇ ἐπὶ τόκῳ ἀνωτέρω; Ὁ μόνος λόγος, τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ ἀνεύρω, ἀνάγεται εἰς τὸν τύπον τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τοῦ δανείου τούτου. Ἐπειδὴ ἕκαστον εἶναι διὰ ποσὸν μικρότερον τοῦ τῶν τέως ἐκδιδομένων, τὰ γραμμάτια τοῦ νέου δανείου θέλουσιν εἶσθαι περισσότερα· ἀλλὰ δὲν θεωρῶ, ὅτι ὁ λόγος οὗτος δικαιολογεῖ αὔξησιν τῆς ἀμοιβῆς. Ἡ δαπάνη διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν γραμματίων, ἐφάπαξ γενομένη, δὲν ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐτησίως παραχωρεῖται διὰ τῆς Συμβάσεως ταύτης εἰς τὰς Τραπέζας, τοὐλάχιστον κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη. Κατ’ ἐμὲ, ἐὰν ἐπληρόνομεν ἐφάπαξ μεταξὺ ἑνὸς καὶ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος τοῖς ἑκατὸν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τοῦ νέου δανείου, ἤτοι ὁλικοῦ ποσοῦ 20 ἑκατομμυρίων, ἠδυνάμεθα νὰ καλύψωμεν πάντα τὰ πρὸς ταύτην ἔξοδα. Ἑπομένως, ἐὰν αἱ Τράπεζαι προτείνωσι τὸν λόγον τοῦτον, ἵνα ζητήσωσι τόκον ἀνώτερον διὰ τὸ παρὸν δάνειον ἢ διὰ τὰ δάνεια τὰ πρότερον συνωμολογημένα, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ συμβιβάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἀναδεχομένη νὰ πληρώσῃ αὐτὴ τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, παρέχουσα δὲ εἰς τὰς Τραπέζας μόνον ποσόν τι ἐτησίως διὰ προμήθειαν· τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦναι βεβαίως κατώτερον τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατόν. Οὕτω θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν σπουδαίαν· διότι δύο τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ 18 ἑκατομμύρια ἀποτελεῖ πρώτην ἐτησίαν πληρωμὴν τριακοσίων ἑξήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Ἀπέναντι δὲ τῆς πληρωμῆς ταύτης τί παραχωροῦσιν αἱ Τράπεζαι; Παραχωροῦσιν ἀφ’ ἑνὸς τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα κατασκευάζουσιν ἀντὶ δαπάνης ἐφάπαξ, ὡς εἶπον, διακοσίων ἢ τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ἄλλο δὲ οὐδὲν προσφέρουσιν· ἐγγυήσεις δὲν προσφέρουσιν, ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου τούτου ἵνα πληρώνωσιν αὗται ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε πληρώσει ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἔχουσιν, οὐδένα διατρέχουσι κίνδυνον, ἵνα περιέλθωσιν εἰς τὴν ἀνάγκην καταβολῆς χρήματος ὡς ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης. Πρὸς τί ἄρα δίδοται εἰς αὐτὰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν διακοσίων ἢ τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας θέλουσι δαπανήσει; Ἐννοῶ τὴν χορηγίαν ποσοῦ τινος ἀναλόγου πρὸς τὰς συνήθως διδομένας προμηθείας ⅛, ¼, ½% ἐπὶ πλέον τῆς ἀξίας τῶν γραμματίων, θὰ ἐνόουν, ἔστω χάριν ἀφομοιώσεως, καὶ τὴν χορηγίαν 1% ἀντὶ τῆς κατασκευῆς τῶν γραμματίων καὶ τῆς προμηθείας, ἤτοι τοῦ ποσοστοῦ, ὅπερ πληρόνει τὸ Δημόσιον εἰς τὰς Τραπέζας καὶ διὰ τὰ ἄλλα δάνεια. Χορηγίαν ἀνωτέραν θεωρῶ ἀνεπίδεκτον δικαιολογίας. Δὲν εἶναι δὲ αὕτη ἡ μόνη κατὰ τὴν σύμβασιν ὠφέλεια τῶν Τραπεζῶν· ἔχουσιν αὗται καὶ ἄλλας ὠφελείας. Κατὰ τὴν σύμβασιν γενήσεται ἐτησίως ἀπόδοσις χρεωλυσίου ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀπόσβεσιν ἐντὸς εἰκοσαετίας τοῦ ὅλου δανείου. Πρὸς τὴν ἀπόσβεσιν ταύτην καθορίζεται τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὸ ἔσοδον δὲ τοῦτο, κατὰ τὴν σύμβασιν, θέλει κατατίθεσθαι παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἡ δὲ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀφοῦ συγκεντρώσῃ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὸ ἐτησίως ἀποσβεστέον, θέλει καταβάλει ἐξ αὐτοῦ εἰς τὰς δύο ἄλλας Τραπέζας τὸ μέρος τὸ ἀναλογοῦν πρὸς τὴν δι’ αὐτῶν γενησομένην κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἀπόσβεσιν. Ἑπομένως, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θέλει ἔχει ἐν τῇ κατοχῇ καὶ τῇ διαχειρίσει αὐτῆς ἐκ τῆς προσόδου τοῦ οἴνου ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ παρ’ αὐτῆς κατὰ τὸ οἰκεῖον ἔτος ἀποσβεστέον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, καθ’ ἣν ὀφείλει ν’ ἀποτίσῃ αὐτὸ, θέλει δὲ ἀπολαμβάνει τόκον ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ χρηματικοῦ τούτου ποσοῦ, ἐν ᾧ οὐδεμίαν ἀναλαμβάνει ὑποχρέωσιν ὅπως ἀποδίδῃ τι ἀντὶ τόκου εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐν ἄλλοις δανείοις αἱ Τράπεζαι, παρ’ αἷς παρακατατίθενται αἱ εἰσπράξεις αἱ προωρισμέναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἀναλαμβάνουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνωσι ποσοστόν τι ἀντὶ τόκου ἐνίοτε, διότι καὶ ἐνίοτε δὲν ἀναλαμβάνουσι τοιαύτην ὑποχρέωσιν· ἔχομεν δάνεια ἐπαγόμενα τοιαύτην ὑποχρέωσιν καὶ δάνεια μὴ ἐπαγόμενα τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ συμβάσει βλέπομεν, ὅτι γίνεται πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν παραχώρησις ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὰ δάνεια, τὰ προηγουμένως συνομολογηθέντα, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα ἔχει τὴν πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τόκου 4% ἐπὶ ταῖς παρ’ αὐτῇ καταθέσεσιν. Ὁ τόκος οὗτος ἐλαττοῦται ἀπὸ 4 εἰς 1%.
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ 1.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως εἶναι εἰς 1, διότι οὕτως εἶχε καὶ ἐν ἄλλαις προηγουμέναις συμβάσεσι.
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ 1.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς 1. Ἄρθρον 13. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὡς πρὸς τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 18,000,000 οὐδὲ τὸ 1% ὑποχρεοῦται ν’ ἀποτίνῃ· πλὴν δὲ τοῦ κέρδους τούτου τοῦ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ χρήματος μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, ἄνευ ἀποτίσεως τόκου τινὸς εἰς τὸ Δημόσιον, ἔχει καὶ τὸ ἄλλο κέρδος τὸ ἐκ τοῦ ἄρθρου 13, περὶ οὗ ὡμίλησα πρὸ μικροῦ, ὡς περιορίζοντος τὸν ὀφειλόμενον παρ’ αὐτῆς τόκον ἀπέναντι καταθέσεων ἐπὶ προηγουμένων δανείων ἀπὸ 4 εἰς 1%. Αἱ δύο Τράπεζαι Ἰονικὴ καὶ Ἠπειροθεσσαλίας καὶ αὗται ἔχουσιν ὠφέλειαν μικροτέραν τῆς ὠφελείας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι αὗται θέλουσι διαχειρίζεσθαι τὸ ποσὸν, ὅπερ θέλει διατεθῆ πρὸς ἐτησίαν ἀπόσβεσιν κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὅλου ποσοῦ, τοῦ ἐτησίως ἀποτιθησομένου, ἤθελε καταβάλει τὸ εἰς αὐτὰς ἀνῆκον· ὥστε παρέχομεν, πλὴν τοῦ τόκου τῶν 2%, εἰς μὲν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δύο ὠφελείας, τὴν τοῦ τόκου τῶν παρ’ αὐτῇ κατατεθειμένων χρημάτων ἐκ τῆς προσόδου τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, ὃν ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ πληρόνῃ διὰ τὰς καταθέσεις ἀπέναντι τῶν δανείων τῶν 25, τῶν 26, τῶν 10 καὶ τῶν 4 ἑκατομμυρίων, εἰς δὲ τὰς ἄλλας δύο Τραπέζας παρέχομεν πρὸς τῷ τόκῳ τῶν 2% καὶ τὴν ὠφέλειαν αὐτῶν ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς αὐτὰς ἀποδιδομένου ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης λόγῳ τῆς γενησομένης κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἀποτίσεως τοῦ ἐτησίου χρεωλύτρου. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει καί τινα ἄλλην ὠφέλειαν, μικρὰν ταύτην, ἐκ διατάξεως ὅμως, ἥτις διὰ τὸ Δημόσιον εἶναι λίαν ἐπιζήμιος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως ἡ Τράπεζα θέλει λαμβάνει παρὰ τῶν Δημοσίων ταμείων καὶ παρὰ τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου ὁλόκληρον τὴν πρόσοδον τὴν ἐκ τοῦ φόρου τούτου· ἐὰν δὲ ἡ πρόσοδος αὕτη εἶνε ὑπερτέρα τοῦ ἐτησίου χρεωλύτρου, θέλει ἀποδίδει εἰς τὸ Δημόσιον τὸ πλεόνασμα. Ἀλλ’ ἡ πρόσοδος αὕτη, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου μάλιστα, θὰ εἶνε πολλῷ ὑπερτέρα τοῦ ἐτησίου χρεωλύτρου, διότι τὸ χρεώλυτρον κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος θὰ εἶναι 300,000 δραχμῶν, κατὰ τὸ δεύτερον 400,000, κατὰ τὸ τρίτον 600,000, κατὰ τὸ τέταρτον 800,000, κατὰ τὸ πέμπτον 900,000 καὶ κατὰ τὸ ἕκτον 1,000,000. Ἡ πρόσοδος θὰ εἶνε 3,000,000 κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἑπομένως ἡ Τράπεζα ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα, ὅπως αὕτη εἰσπράττῃ 3,000,000, ἵνα ἐκ τῶν 3,000,000 προαφαιρέσῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ τῶν δύο ἄλλων Τραπεζῶν διὰ τὸ 1886, 300,000 δραχμῶν μόνον, ἀποτίσῃ δὲ εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ἐπίλοιπον. Ὑποθέτω, ὅτι ἐκ τούτου ἐλάχιστον θὰ εἶνε τὸ κέρδος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ὀφείλει, ἀφοῦ ὑπάρχει πλεόνασμα, νὰ τὸ ἀποδώσῃ χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ μακροχρονίου διαχειρίσεως, ἀλλὰ διὰ τὸ Δημόσιον θεωρῶ, ὅτι εἶνε λίαν ἐπιζήμιον νὰ μὴ λαμβάνῃ ἀπευθείας παρὰ τῶν Δημοσίων Ταμιῶν καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν τὸ πλεόνασμα ἐκ φόρου 3,000,000, δηλαδὴ 2,700,000 κατὰ τὸ ἔτος 1886, 2,600,000 κατὰ τὸς ἔτος 1887. Αὗται αἱ ὠφέλειαι, προστιθέμεναι εἰς τὴν ὠφέλειαν τὴν ἐκ τοῦ τόκου τῶν 2% καὶ παραβαλλόμεναι πρὸς τὴν ὠφέλειαν τοῦ 1%, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνουσιν αἱ Τράπεζαι διὰ τὰ δάνεια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων ἀκεραίου νομίσματος, νομίζω, ὅτι ἀποδεικνύουσι τὰς παροχὰς ὑπερβολικάς. Καὶ ἐὰν δὲν ἐγινώσκομεν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εὐτυχῶς διεξάγει τὰς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διαπραγματεύσεις αὐτῆς, ἠδυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐδείχθη ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ἄπληστος καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρισκομένη ἐν τῇ ἀνάγκῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο καὶ ν’ ἀφομοιώσῃ τὴν κυκλοφορίαν τῶν τριῶν Τραπεζῶν, ὑπέκυψεν ἄκουσα εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ εἶχον πολλάκις ἀφορμὴν νὰ διαπραγματευθῶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εὗρον αὐτὴν πάντοτε διατεθειμένην νὰ μελετᾷ τὰ ζητήματα ὧν ἡ λύσις ἦτο τὸ ἀντικείμενον τῆς διαπραγματεύσεως οὐχὶ ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ κατανοοῦσα, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι κατάστημα ἔχον ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις. Οὐδέποτε εἶδον τὴν Τράπεζαν ζητήσασαν νὰ πλεονεκτήσῃ ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Ἴσως ἐζήτησεν ἐνίοτε ἀμοιβὴν ἀνωτέραν τῆς πρεπούσης, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς τὸ Ὑπουργεῖον παρέστησε καὶ ὑπεστήριξε διὰ λόγων ἐπαρκῶν, ὅτι ἡ ἀπαίτησις ἦτο ὑπερβολικὴ, προθυμοτάτη ἐδείχθη πάντοτε, ἵνα περιορίσῃ ταύτην ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος. Ἔχω ἄρα τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἐὰν γίνωσι παρατηρήσεις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν θέλει αὕτη δυσκολευθῆ, ἵνα περιορίσῃ τὰς ὠφελείας, τὰς ἐκ τῆς συμβάσεως εἰς αὐτὴν παρεχομένας. Ὡς πρὸς τὰς ἄλλας Τραπέζας, περὶ μὲν τῆς Ἰονικῆς δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι γινώσκω ἐξ ὅσων μετ’ αὐτῆς εἶχον ἀφορμῶν ἵνα διαπραγματευθῶ, ὅτι αὕτη ἔχει ὁδηγίας παρὰ τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ διευθύνσεως, ἵνα ἀκολουθῇ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ὅταν τι θεωρῆται παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὡς ἀποδεκτὸν, νὰ γίνεται ἀποδεκτὸν καὶ παρ’ αὐτῆς· περὶ δὲ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, παρ’ ἧς προῆλθον αἱ δυσχέρειαι, ἂν μάλιστα ἀποβλέψωμεν εἰς ὅσα ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε περὶ αὐτῆς, νομίζω ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ προσκόψωμεν παρ’ αὐτῇ εἰς ἐναντιότητα ἐπίμονον, διότι ἡ Τράπεζα ἡ εὐεργετουμένη ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης εἶνε ἡ τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Ἐννοῶ ὅτι δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἀπαιτήσεις, ἔστω καὶ ὑπερβολικάς, ὅταν δίδῃ τι ἀπέναντι τοῦ ὁποίου προβάλλει τὰς ἀπαιτήσεις ταύτας, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας οὐδὲν δίδει, λαμβάνει. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων παρεσχέθη καὶ εἰς τὰς τρεῖς Τρεπέζας καὶ διότι ἐζητεῖτο παρ’ αὐτῶν εἰς περιφρούρησιν τοῦ μεταλλικοῦ τοῦ ἐν τοῖς ταμείοις των καὶ διότι εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων τὸ Δημόσιον. Τὴν ἀνάγκην ὅμως τῶν χρημάτων τὸ Δημόσιον ἠδύνατο νὰ ἱκανοποιῇ παρὰ μόνη τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα αἱ ἄλλαι δύο Τράπεζαι ἠδυνήθησαν νὰ καταβάλωσιν, ἀπέναντι δανείου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατόπιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι μηδαμινὰ, εὐχαρίστως δὲ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἀπεδέχετο νὰ καταβάλῃ καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ καὶ εἰς ἐκείνας ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἡ Κυβέρνησις, χορηγοῦσα τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀρνηθῇ τὸ πλεονέκτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων καὶ εἰς τὰς δύο ἄλλας Τραπέζας, καίτοι παρ’ ἐκείνων δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ δανεισθῇ· ἡ Κυβέρνησις ἄρα, περιλαβοῦσα καὶ τὰς δύο ἄλλας Τραπέζας ἐν τῷ γενικῷ μέτρῳ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπραγματοποίησε παρ’ ἑκάστῃ αὐτῶν καὶ μικρόν τι δάνειον. Αἱ Τράπεζαι αὗται ἐκ τοῦ μέτρου τούτου ὠφελήθησαν, ἀπαλλαγεῖσαι τῶν ὑποχρεώσεων τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων αὐτῶν· ἰδίᾳ ὅμως ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας ὠφελήθη, διότι ἐν τῷ κανονισμῷ τοῦ ποσοῦ τῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν σύμβασιν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπετράπη εἰς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας, ἵνα ἐκδίδῃ ἐπὶ ἰδίῳ λογαριασμῷ, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν τὸ δικαίωμα, ὅπερ εἶχε, καὶ οὐχὶ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἠδυνήθη πράγματι νὰ ἐκδώσῃ καὶ διατηρήσῃ ἐν κυκλοφορίᾳ. Δικαίωμα κυκλοφορίας εἶχεν ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας ὑπὲρ τῶν γραμματίων αὑτῆς κατὰ τοὺς κανόνας τοὺς ἰσχύοντας καὶ περὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο, ἐὰν ἐπραγματοποιεῖτο ὁλόκληρον, θὰ ὑπερέβαινε τὸ ποσὸν τῶν 6,000,000· ἠδυνήθη ὅμως ἡ Τράπεζα ἐκείνη νὰ πραγματοποιήσῃ ἐκ τοῦ δικαιώματος τούτου, ἐνόσῳ ἴσχυεν ἡ ὑποχρέωσις αὐτῆς πρὸς ἐξαργύρωσιν τῶν γραμματίων, κυκλοφορίαν μόνον 800,000 δραχμῶν, ἑπομένως ἡ πρὸς τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας παραχώρησις δικαιώματος, ὅπως κυκλοφορῇ ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ 6,000,000 καὶ πλέον ἀντὶ τῶν 800,000, τὰ ὁποῖα πράγματι ἐκυκλοφόρει, εἶναι ὠφέλεια μεγίστη. Αἱ ἄλλαι Τράπεζαι ἐκ τῆς ἀναλόγου διατάξεως τῶν πρὸς αὐτὰς συμβάσεων δὲν ὠφελήθησαν, διότι ὡς πρὸς ἐκείνας ἐκανονίσθη τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων τὸ ἐπιτρεπόμενον, ὅπως κυκλοφορῶσιν ἐπ’ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ περίπου ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ἐκυκλοφόρει καὶ πρὸ τοῦ μέτρου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ ὅμως Τράπεζα δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ πλεονέκτημα τοῦτο ὁλόκληρον, διότι εὐθὺς ὡς ἤρξατο πραγματοποιοῦσα τὴν κυκλοφορίαν τὴν ἀνωτέραν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ πρότερον εἶχε δυνηθῆ νὰ πραγματοποιήσῃ, ἐπῆλθεν ἔκπτωσις τιμῆς τῶν γραμματίων σπουδαιοτάτη, ἥτις ἐπήνεγκε τὰς ἀνωμαλίας, αἵτινες εἶναι ὁ κύριος λόγος τῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως, ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ αὕτη εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἤδη δὲ διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας ἀποκτᾷ πρόσθετον πλεονέκτημα· διότι, ἐνῷ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπωφεληθῇ ἐντελῶς ἐκ τῆς διατάξεως, ἥτις ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὴν ν’ αὐξήσῃ τὴν πραγματικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων αὐτῆς ἀπὸ 800,000 δραχμῶν εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν 6,000,000, ἤδη διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα, ὅπως κυκλοφορῇ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος γραμμάτια ἀξίας 6,000,000 δραχμῶν, ἐνῷ δὲ οὐδὲ τὰ 6 ἑκατομμύρια, οὐδὲ 5, οὐδὲ 4 ἠδύνατο νὰ κυκλοφορήσῃ ἐν Ἠπειροθεσσαλίᾳ ἕνεκα τῆς μεγάλης ὑποτιμήσεως, ἥτις ἐπήρχετο διὰ τῆς προσθήκης εἰς τὸ πρότερον κυκλοφοροῦν ποσόν· ἤδη λαμβάνουσα δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ τὰ γραμμάτια αὑτῆς ἀδιακρίτως καὶ εἰς τὰς ἄλλας τραπεζικὰς περιφερείας τοῦ Κράτους, ἔχει βεβαίαν καὶ τῶν 6,000,000 τὴν κυκλοφορίαν καὶ βέβαιον τὸ ἐκ ταύτης κέρδος. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ κέρδος; ἐκ τῶν 6 ἑκατομ. ἀφαιροῦμεν ἓν δανεισθὲν εἰς τὸ Δημόσιον, ἐκ τῶν ὑπολοίπων 5 δὲ ἑκατομμυρίων ἀφαιροῦμεν 800,000 δραχμῶν, αἵτινες ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐκυκλοφόρει καὶ ἄνευ τῆς ἐκ τῆς συμβάσεως συνδρομῆς, καὶ ἔχομεν γραμμάτια ἀξίας 4,200,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα θὰ κυκλοφορῶσι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης ἐν ὅλῳ τῷ Κράτει, 4,200,000 πρὸς 8% ἀποφέρουσι 330 ἢ 340 χιλιάδας δραχμῶν περίπου κατ’ ἔτος. Ἑπομένως 340,000 δραχμῶν λαμβάνει ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας ἀπέναντι παροχῆς εἰς τὸ Δημόσιον, μηδεμίαν ἐχούσης σημασίαν, διότι, ὡς εἶπον, αἱ παροχαὶ δανείων αἱ γενόμεναι παρὰ τῶν δύο ἐκ τῶν τριῶν Τραπεζῶν δὲν εἶχον σημασίαν, ἐγένοντο δὲ μόνον, ἵνα ἐπιβληθῇ καὶ εἰς αὐτὰς ὀνοματικῶς μία τις περὶ δανείου ὑποχρέωσις ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀφοῦ τοιαύτη ἐπεβάλλετο σπουδαία εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ταῦτα εἶπον, ἵνα παραστήσω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, ὅπως χθὲς ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀπαντηθῶσι δυσκολίαι πρὸς βελτίονα διαῤῥύθμισιν τῆς συμβάσεως παρὰ τῆς Ἠπειροθεσσαλικῆς Τραπέζης. Ἡ Ἠπειροθεσσαλικὴ Τράπεζα δὲν δύναται ἢ νὰ λογίζηται εὐτυχὴς λαμβάνουσα τὴν διὰ τῆς συμβάσεως παρεχομένην αὐτῇ ἀφομοίωσιν τῶν γραμματίων αὐτῆς πρὸς τὰ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν. Ἐὰν ἄρα ἡ Κυβέρνησις δυνηθῇ νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς συμβάσεως ταύτης μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ τρόπον ἐπωφελέστερον εἰς τὸ Δημόσιον τοῦ ἐν τῇ συμβάσει ἤδη ἀναγεγραμμένου, βεβαίως θὰ δεχθῇ καὶ ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας τὸν τοιοῦτον κανονισμόν· ἐὰν ὅμως ὑποτεθῇ, ὅτι εἴτε ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας, εἴτε ἡ Τράπεζα ἡ Ἰονικὴ, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ, ἤθελον δυσκολευθῇ νὰ παραδεχθῶσι δικαιοτέραν διαῤῥύθμισιν τῆς πρὸς αὐτὰς ἀμοιβῆς, οὐδὲν ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δαπανῶσα 200 ἕως 300 χιλιάδας δραχμῶν κατασκευάσῃ τὰ γραμμάτια αὕτη καὶ τὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ ὁ τρόπος οὗτος· νομίζω διὰ πολλοὺς λόγους, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ γένηται ἡ ἔκδοσις τῶν τραπεζικῶν τούτων γραμματίων ὑπὸ τῶν τριῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀφοῦ οὐδὲν αἱ Τράπεζαι αὗται παρέχουσιν ὑπὸ τύπον ἐγγυήσεως ἢ ὑπὸ τύπον ἄλλης εὐκολίας, ἀφοῦ ὁ συνήθης ἰσχυρισμὸς τῶν Τραπεζῶν, ὅτι ἔχουσι πλείονα μέσα, ἵνα θέσωσιν εἰς κυκλοφορίαν τὰ γραμμάτια, δὲν χωρεῖ ἐνταῦθα, διότι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν πρόκειται αὗται νὰ θέσωσιν εἰς κυκλοφορίαν τὰ γραμμάτια, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον λαμβάνει τὸ ὅλον ποσὸν καὶ θέτει αὐτὸ εἰς κυκλοφορίαν, ἀφοῦ οὐδὲν παρὰ τῶν Τραπεζῶν πρόκειται νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον οὔτε ἐγγύησιν, οὔτε συνδρομήν τινα, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅρους, οἵτινες δὲν θεωροῦνται ἀπολύτως ὠφέλιμοι. Ἐὰν τυχὸν αὗται ἐπιμείνωσιν ὑπὲρ τοιούτων ὅρων, ὅπερ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν θὰ πράξωσιν, ἰδίως ὁμιλῶ περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ἤθελον ἐπιμείνει, ἡ ἀπαλλαγὴ ἐκ τῆς πιέσεως, ὡς προεῖπον, εἶναι πρόχειρος διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν γραμματίων ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Πλὴν τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν εἰς τὰ κέρδη τῶν Τραπεζῶν ἐπὶ τοῦ συνομολογουμένου παρ’ αὐτῶν δανείου, ἔχομεν ἐν τῇ συμβάσει καὶ ἄλλας διατάξεις, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἐπιζημίους. Μία τούτων εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐτησίαν ἀπόσβεσιν. Διὰ τῆς συμβάσεως ὑποχρεοῦται τὸ Δημόσιον, ἵνα ἀποτίνῃ ἐτήσιον χρεώλυτρον πρὸς ἀπόσβεσιν ἐν περιόδῳ 20 ἐτῶν τοῦ ὅλου δανείου καὶ κατόπιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης αὐτὸς ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 θὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ χρεωλυσίου 300 χιλιάδων δραχμῶν, οἱ δὲ ἄλλοι Προϋπολογισμοὶ διὰ χρεωλυσίων ἀνωτέρων, μέχρις οὗ φθάσῃ τὸ ἐτήσιον χρεωλύσιον κατὰ τὸ ἔτος 1890 εἰς ἓν ἑκατομμύριον. Πρὸς τί αἱ τοσαῦται ἀποσβέσεις; Ὑπάρχει τι ἀντιφατικὸν εἰς ἀποσβέσεις δανείων παρὰ τοῦ συγχρόνως δανειζομένου. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον πλὴν τοῦ δανείου τούτου πραγματοποιεῖ καὶ ἄλλα δάνεια, ἐνῷ δὲ πραγματοποιεῖ καὶ θέλει πραγματοποιεῖ κατὰ τὸ 1886 δάνεια, φαίνεται ὅλως ἀνακόλουθον νὰ λαμβάνῃ αὐτοπροαιρέτως ὑποχρεώσεις περὶ ἀποσβέσεως δανείου κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον. Ἐννοῶ τοιαύτας ὑποχρεώσεις ἐν χρεωλυτικοῖς δανείοις, διότι τὸ χρεώλυτρον ἀπαιτοῦσιν οἱ δανείζοντες καὶ προσέτι, διότι χάριν τοῦ χρεωλύτρου ἀποδέχονται ὅρους ἐλαφροτέρους· ἀλλ’ ἐνταῦθα οὔτε ὅρους ἐλαφροτέρους περὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου θέλομεν ἐπιτύχει ἕνεκα τῆς ἀποτίσεως ταύτης τοῦ ἐτησίου χρεωλύτρου, οὔτε θέλομεν δώσει δι’ αὐτῆς εἰς τὰ γραμμάτια ἀξίαν τινὰ ἢ τιμὴν ἀνωτέραν ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ. Ὡς εἶπον χθές, θὰ εἶχον τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὰ γραμμάτια ταῦτα θὰ ἐκυκλοφόρουν εἰς τιμὴν πλησιάζουσαν πρὸς τὸ ἄρτιον, ἂν ἀντικαθίστων ἴσης ἀξίας γραμμάτια ἐκ τῶν τέως ἐκδεδομένων, διότι ὑπάρχει μεγίστη ἀνάγκη κερματικῶν νομισμάτων κυκλοφορούντων ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν 18 ἑκατομμυρίων τῶν κερματικῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐπιπροστίθεται εἰς τὸ προϋπάρχον ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν γραμματίων, θὰ ἐπαγάγῃ ἄρα ὑποτίμησιν μεγάλην τῶν ἄλλων γραμματίων. Ὑφισταμένης δὲ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ κερματικὰ γραμμάτια θὰ ἔχωσι κατὰ τὴν σύμβασιν κυκλοφορίαν νόμιμον οὐχὶ μόνον κερματικὴν, τουτέστι περιωρισμένην, κατὰ τὰ περὶ κερματικῶν νομισμάτων καθωρισμένα ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, ἀλλὰ θὰ ἔχωσι κυκλοφορίαν ἀπόλυτον, ἑπομένως θὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὴν τιμὴν τῶν ἄλλων γραμματίων ὡς καταλαμβάνοντα μέρος τοῦ πεδίου τοῦ εἰς ἐκεῖνα ἀνήκοντος, ὁλόκληρον δὲ τὸ πεδίον τῆς κερματικῆς κυκλοφορίας, κατεχόμενον ἐν μέρει ὑπὸ τῶν ἄλλων γραμματίων, ἀφ’ ὅτου ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐδίωξεν ἐκ τῶν συναλλαγῶν τὰ μεταλλικὰ κέρματα. Τὰ τέως ἄρα ἐκδεδομένα τραπεζικὰ γραμμάτια, ὅταν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν 18 ἑκατομμυρίων κερματικῶν γραμματίων περιορισθῶσι πάντα εἰς κυκλοφορίαν, ἀντικαθιστῶσαν τὴν τοῦ ἀκεραίου νομίσματος, συναγωνιζόμενα καὶ ἐν ταύτῃ πρὸς τὰ κερματικὰ γραμμάτια, θέλουσιν ὑποτιμηθῆ σπουδαίως, ἡ δὲ ὑποτίμησις αὕτη θέλει ἐπεκταθῆ καὶ ἐπ’ αὐτὰ τὰ κερματικὰ γραμμάτια ὡς ἐκ τῆς ἀφομοιώσεως αὐτῶν ἐν ταῖς συναλλαγαῖς, ἐνῷ καὶ τὰ κερματικὰ γραμμάτια καὶ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ἀντὶ ἀκεραίου νομίσματος ἐκδεδομένα, θ’ ἀνέκτων τιμὴν πλησιάζουσαν εἰς τὸ ἄρτιον, ἂν μὴ ἐπιπροσετίθεντο τὰ 18 ἑκατομμύρια τῶν κερματικῶν γραμματίων εἰς τὰ ἐκδεδομένα ἤδη γραμμάτια, ἀλλ’ ἀντικαθίσταντο εἰς ἴσον ποσὸν ἐξ αὐτῶν. Ἡ τιμὴ τῶν κερματικῶν γραμματίων, ἡ κατὰ τὰ εἰρημένα κανονιζομένη, εἴτε ἀρτία ἢ πλησιάζουσα εἰς τὸ ἄρτιον, εἴτε ἐκπεσμένη κατ’ ἀκολουθίαν εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς τῶν ἄλλων τραπεζικῶν γραμματίων, θὰ εἶναι ἡ αὐτὴ, εἴτε ὑπάρχει, εἴτε δὲν ὑπάρχει ἀπόσβεσις ἐτησία. Οὐδὲν προσθέτει εἰς τὴν ἀξίαν τῶν γραμματίων τούτων τὸ ὅτι ταῦτα ἐντὸς εἴκοσιν ἐτῶν θέλουσιν ἐξοφληθῆ· ἡ ἀξία τῶν γραμματίων τούτων, διακεκριμένη τῆς τῶν ἄλλων, εἶναι ὅτι θὰ ὑπάρχῃ χρῆσις αὐτῶν εἰδικὴ, ἧς ἕνεκα οἱ κατέχοντες αὐτὰ δὲν θὰ προθυμοποιῶνται νὰ τ’ ἀποδίδωσιν εἰς τὴν κυκλοφορίαν, εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτῶν χρησιμότητα, ἤτοι τὴν τῶν μικρῶν καθημερινῶν συναλλαγῶν. Ἑπομένως ἡ πληρωμὴ, ἡ γενησομένη κατὰ τὸ ἄρθρον 6 ἐπὶ εἰκοσαετίαν, ἡ ἐπιβαρύνουσα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ στεροῦσα τὸ Δημόσιον Ταμεῖον μέρους τῆς προσόδου τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἡ πληρωμὴ αὕτη οὐδένα ὑπηρετεῖ σκοπὸν, πτωχύνει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους, χωρὶς νὰ δίδῃ κἂν εἰς τὴν κοινωνίαν τὸ ἀντάλλαγμα τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Φρονῶ ἄρα, ὅτι ἦτο πρέπον αἱ περὶ ἀποσβέσεως διατάξεις νὰ μὴ περιελαμβάνοντο ἐν τῇ συμβάσει. Ἐὰν τὸ Δημόσιον εὐπορήσῃ, οὐδὲν ἐμποδίζει ἵνα ἀποτίσῃ τὴν ἐκ τοῦ δανείου τούτου ὀφειλὴν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐάν ποτε ἀποτίσῃ αὐτὴν, πρέπει νὰ τὴν ἀποτίσῃ ὁλόκληρον, οὐδὲν δ’ ἔχει συμφέρον, ἵνα ἀποτίσῃ μέρος μόνον αὐτῆς. Ἴσως κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ συντάξαντος τὴν σύμβασιν θὰ ὑπάρχῃ τι συμφέρον εἰς ἀπότισιν μέρους, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 παρατηρῶ διάταξιν, ἀποῤῥέουσαν ἐκ τῆς γνώμης τοῦ συντάξαντος τὴν σύμβασιν, ὅτι ἡ διὰ γραμματίων κερματικὴ κυκλοφορία δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῶν 10 ἑκατομμυρίων. Διὰ τὸν ἔχοντα τοιαύτην γνώμην θὰ ᾖναι συμφέρουσα ἡ ἀπότισις τοῦ πλεονάζοντος τῶν 10 ἑκατομμυρίων, χάριν περιορισμοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ κερματικῶν γραμματίων εἰς τὸ εἰρημένον ποσόν. Ἀλλὰ τὰ 18,000,000 δὲν ὑπερβαίνουσι τὸ ποσὸν τῆς κερματικῆς κυκλοφορίας, ὅση ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀναγκαία. Ἀλλ’ ἐνῷ παρατηρῶ, ὅτι διὰ τὸν συντάξαντα τὴν σύμβασιν, ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἐμὴν γνώμην, θὰ ἦτο περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συνέφερεν ἡ ἀπόδοσις ποσοῦ, περιορίζοντος τὴν κυκλοφορίαν τῶν κερματικῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς 10 ἑκατομμύρια, οὐδεμίαν βλέπω διάταξιν ἐπιτρέπουσαν τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ἀγαθοῦ τούτου· οὐδεμίαν περιέχει ἡ σύμβασις διάταταξιν, ἐπιτρέπουσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐν ᾗ περιπτώσει δι’ οἰκονομικῶν οἱωνδήποτε συνδυασμῶν ἤθελεν ἀποκτήσει τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα, ἵνα ἀποτίσῃ μέρος τοῦ δανείου, ἢ τὸ ὅλον, νὰ τῇ ἐπιτρέπηται νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἡ ἔλλειψις αὕτη εἶνε ἡ σπουδαιοτάτη, διότι ἐνῷ, κατ’ ἐμὲ, μόνη τοῦ ὅλου δανείου συμφέρει ἡ ἀπότισις, οὐδὲν ἐμποδίζει ἐν οἰκονομικῷ συνδυασμῷ νὰ εὑρεθῶσι τὰ μέσα πρὸς ἀπότισιν τοῦ ὅλου· ἐνῷ δὲ κατὰ τὴν Κυβέρνησιν δύναται νὰ συμφέρῃ νὰ ἀποτιθῇ καὶ τὸ ἥμισυ, θὰ ᾖναι αὕτη δεσμευμένη πρὸς τὰς Τραπέζας εἰς διατήρησιν τοῦ δανείου ἐπὶ εἰκοσαετίαν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2, μόνον ἐν μιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται τῇ Κυβερνήσει νὰ ἀποτίσῃ τὸ δάνειον πέραν τοῦ ποσοῦ, τοῦ πρὸς ἀπόσβεσιν ἐτησίαν διὰ τοῦ ἄρθρου 6 ὡρισμένου, ἡ περίπτωσις δὲ αὕτη εἶνε ἡ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐὰν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἀποτίσῃ εἰς τὰς Τραπέζας τὸ πλεονάζον τῶν 10 ἑκατομμυρίων· διότι μόνον ἐὰν 10 ἑκατομμυρίων κερματικὰ γραμμάτια κυκλοφορῶσι, θὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἡ μετὰ τὴν ἄρσιν αὐτῆς διατήρησις τῶν κερματικῶν γραμματίων ἐν κυκλοφορίᾳ ἀναγκαστικῇ μὲν, ἀλλὰ περιωρισμένῃ ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 9. Ἡ περίπτωσις ὅμως τοῦ ἄρθρου 9 ἀφορᾷ τὸ ποσὸν εἰς μόνον τὸ πέραν τῶν 10 ἑκατομμυρίων καὶ εἰς μόνην τὴν ἐποχὴν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνῷ φρονῶ, ὅτι πρέπει πάντως νὰ λυθῶσιν αἱ χεῖρες τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα δύνηται αὕτη ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ λύῃ τὸ δάνειον, ἀποτίνουσα αὐτὸ κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς γνώμην περὶ τοῦ συμφέροντος τῇ Πολιτείᾳ καὶ οὐχὶ κατὰ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς αὐτοπροαιρέτως καὶ ἀσκόπως ἀναλαμβάνει διὰ τῆς συμβάσεως πρὸς τὰς Τραπέζας. Ἔχω καὶ ἄλλας παρατηρήσεις μικροτέρου λόγου ἐπὶ τῆς συμβάσεως, παρατηρήσεις ἀφορώσας εἰς προφανῆ σφάλματα, παρατηρήσεις ἄλλας ἀφορώσας εἰς κακὴν κατ’ ἐμὲ διαῤῥύθμισιν τῶν ὅρων. Σφάλμα προφανὲς εἶνε τὸ ἐν ἄρθρῳ 9 περὶ τῶν κερματικῶν γραμματίων, ἅτινα θὰ κυκλοφορῶσι μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὡς προεῖπον, μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐὰν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τὰ κερματικὰ δὲν ὑπερβαίνωσι τὸ ποσὸν τῶν 10 ἑκατομμυρίων, θὰ κυκλοφορῶσιν ἐν τῷ Κράτει, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρον· πρῶτον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ὦσι δεκτὰ ἐν τοῖς τελωνείοις· δεύτερον ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ πληρωμῆς 500 δραχμῶν ἢ ἀνωτέρας, νὰ ἦναι ὑποχρεωτικῶς δεκτὰ τὰ κερματικὰ τραπεζικὰ γραμμάτια διὰ 5% μόνον, κάτω δὲ τῶν 500 δραχμῶν νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ γενικαὶ διατάξεις περὶ κερματικῶν νομισμάτων. Αἱ διατάξεις αὗται εἶναι αὐταὶ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσαμεν ἐν τῇ νομισματικῇ συμβάσει τῆς λατινικῆς ἑνώσεως καὶ καθ’ ἃς ἐν πληρωμαῖς πρὸς ἰδιώτας τὸ κερματικὸν νόμισμα δὲν εἶναι ὑποχρεωτικῶς δεκτὸν, εἰμὴ μέχρι 50 δραχμῶν, ἐνῷ εἶναι δεκτὸν διὰ τὸ ὅλον ἐν πληρωμαῖς πρὸς τὸ Δημόσιον. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9 μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ πληρωμῆς κάτω τῶν 500 δραχμῶν, ἡ πληρωμὴ αὕτη, ἐὰν θὰ γείνῃ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, δύναται νὰ γείνῃ ὁλόκληρος διὰ κερματικοῦ νομίσματος· ἐὰν δὲ θὰ γείνῃ πρὸς ἰδιώτας, δύναται νὰ γείνῃ διὰ κερματικοῦ νομίσματος μέχρι 50 δραχμῶν· ἐὰν ὅμως εἶναι 50 δραχμῶν ἢ ἀνωτέρα εἴτε πρὸς τὸ Δημόσιον, εἴτε πρὸς ἰδιώτας, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς 5%. Ἑπομένως ἐπὶ πληρωμῆς ἑξακοσίων δραχμῶν μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν θὰ ἐπιτρέπεται ἡ καταβολὴ ἢ διὰ τριάκοντα δραχμὰς εἰς κερματικὰ γραμμάτια, ἐπὶ δὲ πληρωμῆς 500 θὰ ἐπιτρέπεται ἡ καταβολὴ μόνον διὰ δραχμὰς 25, ἐνῷ ἐπὶ καταβολῆς 400 δραχμῶν θὰ ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ πᾶσα διὰ κερματικοῦ νομίσματος εἰς τὸ Δημόσιον καὶ 50 δραχμῶν εἰς ἰδιώτας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπωμεν μεγαλειτέρου ποσοῦ καταβολὴν κερματικὴν ἐν ὀφειλῇ μικροτέρᾳ. Προδήλως ἐνταῦθα ὑπάρχει τις παραδρομὴ, ἥτις ὑποθέτω, ὅτι δύναται νὰ διορθωθῇ. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἄλλα, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι ἠδύναντο ἄλλως νὰ διαῤῥυθμισθῶσιν. Οὕτω βλέπω ἐν ἄρθρῳ 5, ὅτι ἑκάστη τῶν τριῶν Τραπεζῶν θὰ ἐκδίδῃ ἴδια κερματικὰ γραμμάτια καὶ ἑπομένως θὰ ἔχωμεν τριπλῆν δαπάνην, διότι κατὰ μέγα μέρος ἡ δαπάνη τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι ἡ τῆς παρασκευῆς τῶν χαλκίνων τύπων. Ἐννοῶ, ὅτι διὰ τὰς Τραπέζας εἶναι προτιμότερον ἑκάστη νὰ ἔχῃ τὸ ἴδιον γραμμάτιον, εἶναι ζήτημα φιλοτιμίας τινὸς, ἀλλ’ ἀφοῦ πληρόνῃ τὸ Δημόσιον, ὀφείλομεν νὰ προτάξωμεν τῆς φιλοτιμίας τῶν Τραπεζῶν τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου.
§56ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν αὐξάνουν τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου....
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν αὐξάνουσι, διότι ἐδόσαμεν διὰ τῆς συμβάσεως τόσα εἰς τὰς Τραπέζας, ὥστε περιλαμβάνουσι ταῦτα πᾶσαν τὴν αὔξησιν· ἀλλ’ ἐὰν περιορίσωμεν τὰς δαπάνας αὐτῶν διὰ τοῦ ἑνιαίου τύπου τοῦ γραμματίου, θὰ δυνάμεθα δεδικαιολογημένως ν’ ἀπαιτήσωμεν ἀνάλογον ἐλάττωσιν τῶν ἀμοιβῶν, εἰς ὧν τὸν ὑπολογισμὸν περιελήφθησαν καὶ αἱ δαπάναι τοῦ τριπλοῦ τύπου. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ λόγου τούτου τῆς οἰκονομίας, θὰ ἐθεώρουν, ὅτι ἔδει τὰ γραμμάτια νὰ ὦσιν ὁμοιόμορφα κατ’ οὐδὲν διακρινομένων τῶν εἰς ἑκάστην Τράπεζαν ἀνηκόντων καὶ δι’ ἄλλον λόγον σχετιζόμενον πρὸς τὴν λειτουργίαν τῆς διατάξεως τῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν ἑκάστη τῶν Τραπεζῶν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὴ νὰ ἀποσβεννύῃ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ εἰς αὐτὴν ἀναλογοῦντα ἐπὶ τοῦ ἐτησίου χρεωλύτρου. Ἐὰν τὰ γραμμάτια ἦσαν ὁμοιόμορφα, θὰ ἦτο εὔκολον εἰς ἑκάστην τῶν Τραπεζῶν τούτων νὰ συλλέγῃ ἐν τῷ χρόνῳ τῷ πρέποντι γραμμάτια ποσοῦ ἴσου πρὸς τὸ ἐτήσιον χρεώλυτρον· ἀλλ’ ὅταν τὰ γραμμάτια εἶναι διακεκριμένα, κυκλοφοροῦσι δὲ ἀνὰ ὅλον τὸ Κράτος, δὲν εἶναι εὔκολον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἀλλὰ μάλιστα εἰς τὰς μικροτέρας νὰ συλλέξωσι κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τὸ παρ’ ἑκάστης αὐτῶν ἀποσβεστέον ποσὸν εἰς γραμμάτια τοῦ ἰδίου ἑκάστου τύπου. Ἐὰν δὲ δὲν εὕρωσι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐγκαίρως, αὐτοὶ δὲν ζημιοῦνται, διότι ἐν τῇ συμβάσει περὶ τούτου οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια. Ὁρίζει ἡ σύμβασις ὅτι ὅσα τῶν γραμματίων δὲν παρουσιασθῶσιν εἰς ἐξαργύρωσιν ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς εἰκοσαετίας, καταλογίζονται ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ μέχρι τῆς παρελεύσεως τῆς εἰκοσαετίας πάντα τὰ μὴ ἀποσβεννύμενα θὰ μείνωσιν ἐν κυκλοφορίᾳ, διαχειριζομένων τῶν οἰκείων Τραπεζῶν τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μὲν πρὸς ἀπόσβεσιν αὐτῶν, δὲν ἠδυνήθησαν δὲ νὰ διαθέσωσι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐγκαίρως ὡς ἐκ τοῦ δυσχεροῦς ἢ τοῦ ἀνεφίκτου τῆς ἐκλογῆς τῶν τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐκδόσεως γραμματίων. Ταῦτα δὲν θὰ συνέβαινον, ἂν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἦσαν ὁμοειδῆ, διότι εὐκόλως τότε ἑκάστη Τράπεζα θὰ εὕρισκε τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, τὸν ἀντιστοιχοῦντα πρὸς τὸ παρ’ αὐτῆς διατιθέμενον μέρος τοῦ ἐτησίου χρεωλυσίου. Εἰς τὴν οἰκονομίαν ἄρα τὴν ἐκ τοῦ ἑνιαίου τοῦ τύπου προσθετέον τὴν ἐκ τούτου βεβαιότητα περὶ ἐγκαίρου ἐκτελέσεως παρ’ ἑκάστης τῶν Τραπεζῶν τῆς εἰς αὐτὴν ἀνηκούσης ἀποσβέσεως καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν Τραπεζῶν ἀπὸ τῶν δυσχερειῶν, ἃς ἐπάγεται ὁ τριπλοῦς τύπος ὡς πρὸς τὴν εἰς ἀπόσβεσιν συλλογὴν παρ’ ἑκάστης Τραπέζης τῶν τοῦ οἰκείου τύπου γραμματίων. Ταύτας τὰς ἐπὶ τῆς συμβάσεως παρατηρήσεις ὑποβάλλω ἁπλῶς, μηδόλως προτιθέμενος νὰ ἐπιμείνω ὑπὲρ αὐτῶν προτείνων τροπολογίας· οὐδὲ δύναμαι νὰ προτείνω τροπολογίας, διότι, προκειμένου περὶ συμβάσεως, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ ἢ νὰ μὴ παραδεχθῇ αὐτὴν ἐν συνόλῳ. Ὑπάρχει ὅμως χρόνος μέχρι τῆς τρίτης ἀναγνώσεως ὅπως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θεωρήσῃ τοῦτο συμφέρον, ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὰς τρεῖς Τραπέζας εἰς βελτίονα διαῤῥύθμισιν τῆς συμβάσεως.
§58ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργὸς.). Κατὰ τὰς συζητήσεις τῶν συμβάσεων οὐδεὶς περιέρχεται ἐν ἀδυναμίᾳ, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ ἐφ’ ἑκάστης τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως γνώμη αὐτοῦ δὲν ἤθελε γίνει ἀποδεκτή. Μένει εἰς αὐτὸν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ κατὰ τῆς συμβάσεως. Καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐὰν ἴσως ἤθελε διστάσει νὰ τὸ ἐνασκήσῃ τις, ὅταν ἔχῃ γνώμην, ὅτι μία τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως δὲν εἶναι ὀρθὴ ἢ δὲν εἶναι συμφέρουσα, τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει ἄνευ δισταγμοῦ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος δὲν εὗρεν οὐδεμίαν τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως μὴ ἐπιζημίαν πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἑπομένως ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελον εἰσακουσθῆ αἱ παρατηρήσεις αὐτοῦ, θέλει ἔχει ἥσυχον συνείδησιν, ἐὰν ψηφοφορήσῃ κατὰ τῆς συμβάσεως. Καὶ ἐν πρώτοις ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε διὰ τῆς συμβάσεως νὰ κανονισθῇ ἡ βαθμιαία ἀπόσβεσις τοῦ ποσοῦ τῶν γραμματίων τῶν 18,000,000. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου νομίζει, καὶ χθὲς μάλιστα εἶπε ῥητῶς, ὅτι 18 ἑκατομμύρια γραμμάτια τραπεζικὰ πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν κερματίων εἶναι μικρὸν ποσόν, καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 22,000,000 καὶ 25,000,000. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης δὲν εἶχε τὴν γνώμην ταύτην. Οὗτος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐθρήνησε τὸ μέλλον τῶν συναλλαξαμένων, διότι θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ συναλλάσσωνται διὰ τῶν τραπεζικῶν αὐτῶν γραμματίων. Εἰς ἡμᾶς συμβαίνει νὰ μὴ ἔχωμεν γνώμην σύμφωνον οὐδὲ μὲ τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἰθάκης, οὐδὲ μὲ τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν βλέπει ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, διότι οὐδέποτε ἐτέθη εἰς κυκλοφορίαν τοιοῦτο πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ κέρματος μιᾶς δραχμῆς ἢ δύω δραχμῶν, γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον διὰ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ θέλει χρησιμεύει διὰ τὰς μικρὰς καὶ ἐλαχίστας συναλλαγὰς, δηλαδὴ θέλει περιέρχεσθαι εἰς χεῖρας, αἵτινες ὑπὲρ πάσας τὰς ἄλλας εἰσὶν ἀσυνείθιστοι νὰ δέχωνται καὶ ἀποδίδωσι τοιαῦτα γραμμάτια, τὸ γραμμάτιον τοῦτο ἔχρῃζεν εἰδικῆς προστασίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἀνάγκη κέρματος πρὸς εὐκολίαν τῶν συναλλαγῶν ἤθελε καταστήσει ἀνεκτὸν τὸ γραμμάτιον, ἀλλ’ ἡ ἀνοχὴ αὐτοῦ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου δὲν ἤρκει εἰς τὸ νὰ διατηρήσῃ τὸ γραμμάτιον αὐτὸ ἐν τιμῇ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ, ἐὰν ἤθελέ ποτε κατασταθῇ ἀμφίβολον, ὅτι ἡ τιμὴ αὐτοῦ ἤθελεν ὑποτιμηθῆ, ἐὰν ἤθελεν ἐμπνευσθῆ εἰς τοὺς κατόχους αὐτῶν ἡ ἀμφιβολία ἢ ἡ γνώμη, ὅτι λαμβάνοντες γραμμάτιον μιᾶς δραχμῆς δὲν κατέχουσι παρὰ 70 ἢ 80 λεπτά. Ἐνθυμεῖσθε τὶ σᾶς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, δὲν ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀπειλήσῃ, σᾶς ὑπέδειξεν ὅμως κινδύνους ἄκρους. Ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἀνάγκη συναλλακτικῶν μέσων νὰ καταστήσῃ περιζήτητον τὸ γραμμάτιον, ὥστε νὰ μὴ ὑποβληθῇ εἰς ἐλαχίστην ὑποτίμησιν, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ ὑποστήριξις εἰδικὴ εἰς αὐτὸ, ἐπενόησε τὸ σύστημα τῆς βαθμιαίας ἀποσβέσεως τοῦ γραμματίου. Ἂν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου χαρακτηρίζῃ αὐτὸ ὡς σφάλμα, εἶναι συνεπὴς εἰς ἑαυτὸν, ἀλλ’ ἡμεῖς, οἵτινες δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην αὐτοῦ, αὐτὸ τὸ χαρακτηρισθὲν ὡς σφάλμα θεωροῦμεν ὡς χρησιμώτατον καὶ ἀναπόφευκτον ἔρεισμα τοῦ γραμματίου, τὸ ὁποῖον δημιουργοῦμεν. Πρὸ πάντων νομίζομεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἐσυνείθισε τὰ γραμμάτια τῶν Τραπεζῶν, ἀλλ’ ὅταν μάθῃ, ὅτι τὸ μικρὸν γραμμάτιον κυκλοφορεῖ διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχῃ ἐγγυτέρας βεβαιότητας, ὅτι ἤθελε δυνηθῆ ἐν βραχεῖ χρόνῳ νὰ λάβῃ τὸ ἀντίτιμον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἐσυνείθισε νὰ βλέπῃ μικρὰ γραμμάτια τῶν 25, τῶν 10 καὶ τῶν 5 δραχμῶν· τὸ μικρὸν δὲ τοῦτο γραμμάτιον τὸ τελευταῖον ἠδύνατο νὰ φέρῃ κλονισμοὺς εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον τὸ μεταχειρισθῆ. Βεβαίως εὐκταῖον ἦτο νὰ μὴ φανῇ πιθανὴ ἡ τοιαύτη ἀνάγκη, διότι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἑπομένων ἐτῶν ἤθελον εἶσθαι ἄθικτοι καὶ δὲν ἤθελον αὐξηθῆ τὰ ἔξοδα αὐτῶν διὰ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν τῆς ἐτησίας ἀποσβέσεως. Ἡ δαπάνη ὅμως αὕτη μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον ἐπιζημία, ἐὰν προστεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων παρὰ ἐὰν δὲν προσετίθετο· διότι θὰ ἐπήρχετο ἐν τῇ κοινωνίᾳ διηνεκὴς δισταγμὸς περὶ τοῦ γραμματίου, τὸ ὁποῖον ἤθελε κυκλοφορεῖ, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐπιφέρει ὑποτίμησιν, ἡ ὁποία ἦτο πιθανὸν, ὅτι ἤθελε διαταράξει τὴν συνείδησιν τῶν πολλῶν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἀνεῦρε καὶ ἕτερον σφάλμα, ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἤθελε μετά τινα ἔτη νὰ ἀποσβέσῃ τὸ χρέος τοῦτο, εἶναι δὲ δεδεσμευμένη σήμερον, διότι δὲν δύναται νὰ ἀποσβέσῃ μεγαλείτερον ποσὸν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διὰ τῶν ἐτησίων ἀποσβέσεων ἤθελεν ἀποσβεσθῆ· αἱ Τράπεζαι θέλουν ἀντισταθῆ εἰς τοῦτο, ὅπως μὴ ἡ κυβέρνησις προβῇ εἰς ἐξόφλησιν τοῦ χρέους πρὸ τῆς τεταγμένης ὥρας. Δὲν γνωρίζω ἂν κρίνηται ἡ παρατήρησις αὕτη σπουδαία. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχῃ πλήρη τὰ ταμεῖα τοῦ κράτους καὶ ἐκδώσῃ παραγγελίαν εἰς τοὺς Ταμίας ὅλα τὰ γραμμάτια τὰ ἀντὶ κέρματος τεθέντα εἰς κυκλοφορίαν νὰ κρατῶνται εἰς τὰ ταμεῖα καὶ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον, ἤθελον αἱ Τράπεζαι διαμαρτυρηθῆ διὰ τὸ μέτρον τοῦτο;
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφ’ ὅσον λαμβάνουσι τὸ 2%.
§60ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν ἤθελον ἔχει διαθέσιμον ὅλον τὸ ποσὸν τῆς ἐτησίας ἀποσβέσεως καὶ δὲν εἶχον νὰ ἐξαργυρώνω γραμμάτια, ποίαν κύρωσιν μεγαλειτέραν ἠδυνάμην νὰ θέσω; Πρόστιμον ἠθέλετε νὰ ἐπιβάλω ἢ χρηματικὴν ρήτραν εἰς τὰς Τραπέζας; Τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς ἀνεκοίνωσα εἰς τὰς Τραπέζας κατὰ τὴν διασκευὴν τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν παρατηρήσεων τούτων, ὁ ἐκ Μεσολογγίου κ. βουλευτὴς ὑπέβαλε καὶ ἄλλας, αἱ ὁποῖαι ἐσκόπουν νὰ καταδείξωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς μεγάλας ζημίας, τὰς ὁποίας ὑπέχει τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης. Καὶ ἐν πρώτοις ὡμίλησε περὶ τοῦ τόκου τοῦ συνομολογηθέντος ἐπὶ 2%. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογίου ἠρώτησε διατί νὰ μὴ κατασκευάσητε σεῖς γραμμάτια καὶ κατόπιν νὰ δώσητε εἰς τὰς Τραπέζας μετὰ προμηθείας ⅛ καὶ ¼ τοῦ 1%; Ἐνθυμοῦμαι τὴν στιγμὴν ἐκείνην— ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λάβω ἐγὼ τὴν τιμὴν ταύτην—φίλος μου ἐνθυμήθη τὴν στιγμὴν ἐκείνην καὶ διὰ ψιθύρων πρὸς τὸ οὖς μου μοὶ ἀνέμνησεν, ὅτι, ὅταν ὑπῆρχε ἡ καταναγκαστικὴ κυκλοφορία κατὰ τὸ 1882 καὶ ἐπληρώνομεν τόκους διὰ τὰ γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 1%, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης συνωμολόγησε δάνειον τῆς ὁδοποιΐας μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς γραμμάτια καὶ εἰς χρυσὸν, διὰ τὸ ποσὸν δὲ τῶν γραμματίων δὲν ἐσυμφώνησε τόκον 1%, ἀλλὰ 6%. Εἶναι εὔκολον νὰ εὑρίσκῃ τις ποῖον εἶναι τὸ συμφερώτερον, καὶ δὲν χρειάζεται μεγάλη ὀξυδέρκεια. Οἱ κατώτεροι τῶν ἀνθρώπων, καὶ αὐτοὶ, οἵτινες δὲν ἔχουσι ἀκμαίας τὰς πνευματικὰς ἐνεργείας, γνωρίζουσιν ὅτι τὸ 1 εἶναι ὀλιγώτερον τοῦ 2 καὶ ὅτι 1% θὰ ἦναι συμφερώτερον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον παρὰ τὰ 2%· ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν τόκον 1%, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνεγνωρίσαμεν τὸ 2%, αἱ δὲ Τράπεζαι εἶχον περὶ τούτου καὶ λόγον. Σᾶς λέγουσιν ὅτι τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐν κυκλοφορίᾳ, ἔχομεν εἰς τὰς ἀποθήκας ἡμῶν πλεῖστα, τὴν δὲ δαπάνην πρὸς κατασκευὴν αὐτῶν ἀπεσβέσαμεν ἤδη, καὶ σᾶς δίδομεν ἐξ αὐτῶν τῶν μηδὲν κοστιζόντων εἰς ἡμᾶς καὶ μᾶς δίδετε 1%. Ἀλλὰ τόρα πρόκειται νὰ κατασκευάσωμεν εἰδικὰ γραμμάτια, ἑπομένως θέλομεν ὑποβληθῆ εἰς τὰς δαπάνας, εἰς ἃς ὑπεβλήθημεν, ὅταν κατεσκευάσαμεν καὶ τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ ὑπάρχοντα. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου προϋπελόγισε τὴν δαπάνην εἰς 300,000. Δὲν γνωρίζω ποία θὰ ἦναι ἡ δαπάνη διὰ τὰ νέα γραμμάτια, τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι αἱ Τράπεζαι θέλουσι δαπανήσει διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, ἐνῷ διὰ τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωκαν διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δὲν καταβάλλουσι τίποτε. Εὔλογον λοιπὸν προβάλλουσι λόγον, ὅτι ἐὰν διὰ τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτια μᾶς δίδεται 1%, διὰ τὰ κατασκευασθησόμενα θὰ μᾶς δίδεται ἀνώτερον ποσόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ δαπάνη αὕτη· ἡ διοίκησις τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκδεδομένα εἰς τιμὴν 1000 ἢ 500 ἢ 100 ἢ 25 ἢ 10 δραχμῶν, εἶναι εὐκολωτέρα εἰς τὰς Τραπέζας. Ἀλλὰ γραμμάτια μιᾶς δραχμῆς καὶ δύο δραχμῶν, ποσοῦ 18,000,000, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκδοθῶσι, θέλουσιν ἀποτελεσθῆ ἐκ 12,000,000 τεμαχίων χάρτου. Ἑπομένως θέλουσιν ἀπαιτήσει ἐργασίαν μεγαλειτέραν ἀπὸ τὴν καταβαλλομένην κατὰ τὴν διοίκησιν τῶν συνήθων τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐκτὸς δὲ τούτου, διὰ τὰ ἐν χρήσει τραπεζικὰ γραμμάτια, αἱ Τράπεζαι δὲν ἔχουσι καμμίαν ὑποχρέωσιν διὰ νὰ φροντίσωσι περὶ βαθμιαίας ἀποσβέσεως αὐτῶν, ἀλλὰ ἀντικαθιστῶσι μόνον τὰ κατασταθέντα ἄχρηστα, ἐνῷ διὰ τὴν διοίκησιν τῶν γραμματίων τῶν μικρῶν πρέπει νὰ φροντίζῃ ἑκάστη περὶ τῆς ἀναλογίας καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποσβέσεως, τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ ἰδίαν ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως δὲν ἦτο αὐθαίρετος ἡ ἀξίωσις ἑκάστης τῶν Τραπεζῶν ἵνα ἀναγνωρίσῃ τὸ κράτος δικαίωμα εἰς αὐτὰς, νὰ λαμβάνωσι τόκον ἀνώτερον τοῦ 1%. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὰς συσκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἐπέμενον εἰς τὸ 1%, ἀλλὰ δὲν ὑπερίσχυσα καὶ ἠναγκάσθην νὰ δεχθῶ τὸ δικαίωμα τῶν 2%. Τὸ δικαίωμα τῶν 2% σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀποτελεῖ ποσὸν 360,000 δραχμῶν ἐτήσιον· ἐπὶ 20 ἔτη εἶναι 7,800,000. Ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσωμεν διὰ τὰ 18,000,000 ἐκ τραπεζικῶν γραμματίων, δὲν ἀπηγγέλθη, ἀλλ’ ἀφέθη εἰς ἡμᾶς νὰ κάμωμεν τὸν ὑπολογισμὸν, ἀφοῦ σᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι 360,000 θέλομεν πληρώνει ἐτησίως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ λογαριασμὸς οὗτος εἶναι ἐσφαλμένος, διότι θέλομεν πληρώνει τὸν τόκον 2% ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου ἐν κυκλοφορίᾳ κεφαλαίου. Ἑπομένως ἐὰν 360,000 δραχμαὶ θέλουσι πληρωθῆ διὰ τὸ 1886, διὰ τὸ 1887 θέλουσι πληρωθῆ 360,000 μεῖον τοῦ τόκου, ὁ ὁποῖος ἀναλογεῖ πρὸς τὸ ποσὸν τὸ ἀποσβεσθὲν, καὶ ἑπομένως κατὰ τὸ τέλος τῆς προθεσμίας θέλομεν πληρώσει 20,000 δραχμὰς καὶ οὐχὶ 360,000. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι καὶ ἄλλοτε μοὶ ἐγένετο οὐχὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς παρατήρησις ἐπὶ ὑπολογισμῶν τοῦ τόκου, ὅτε ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνωμολόγησα τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 καὶ παρεστάθη τότε, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχα συμφωνήσει ἵνα δίδηται ὡς προμήθεια διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου καὶ χρεωλύτρου, ἀνήρχετο εἰς τοιοῦτον ποσὸν ὡς ἐὰν τὸ δάνειον δὲν ἦτο 60,000,000, ἀλλὰ 780,000,000. Ἐγένοντο ὅμως καὶ ἄλλαι παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ αὐταὶ κατέδειξαν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ζημιοῦσαν τὸ Δημόσιον, τὴν σύμβασιν, καὶ αἱ παρατηρήσεις βάσιν εἶχον ὀρθήν, διότι ὅτε διὰ συμβάσεως ὑπόσχεταί τις νὰ παραχωρήσῃ ἢ νὰ πληρώσῃ ποσόν τι, βεβαίως ζημιοῦται, ἐὰν δὲ κατορθώσῃ νὰ πληρώσῃ ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅσα ὑπεσχέθη, ζημιοῦται ὀλιγώτερον, καὶ ἄν ἤθελε νὰ μὴ πληρώσῃ τίποτε, δὲν ἤθελε ζημιωθῆ παντάπασιν. Ἑπομένως αἱ παρατηρήσεις ἔχουσι βάσιν· ἀλλ’ ἐξεταστέον: Ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν παροχὴν, ἀποδεχόμενοι δ’ αὐτὴν ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις πρὸς παροχὴν παραλόγως γενομένην; Τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποδειχθῇ διὰ νὰ ἐξευρεθῇ ἡ παράλειψις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνωμολόγησαν τὴν σύμβασιν μετὰ τῶν Τραπεζῶν. Ἡ παροχὴ, τὴν ὁποίαν ἤλεγξαν, εἶναι ὅτι αἱ Τράπεζαι λαμβάνουσι 360,000 δραχμῶν διὰ τὸν τόκον, καὶ αὐτὸς ἀνήκει εἰς αὐτὰς, ἀλλὰ λαμβάνουσι καὶ τὸ ποσὸν, τὸ πρὸς βαθμιαίαν ἀπόσβεσιν, καὶ ἀφοῦ τὸ λάβωσι, τὸ κρατοῦσιν ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν, καὶ οὐδένα πληρόνουσι τόκον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ὅτι αἱ Τράπεζαι ἔχουσι κέρδη ἐκ τούτου, εἶναι ἀναντίῤῥητον· τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον ἔχουσιν εἶναι ὅτι τὸ μὲν ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλουσι λαμβάνει, θέλουσι λαμβάνει κατὰ τὰς προθεσμίας ἐκείνας καθ’ ἃς εἰσπράττεται ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, θέλουσι δὲ κερδαίνει τὸν τόκον ἀπὸ τοῦ χρόνου καθ’ ὃν εἰσπράττεται τὸ ποσὸν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, ἑπομένως πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς παροχὴν τὴν δωρεὰν, ἵνα εἴπω οὕτω, τοῦ ποσοῦ τοῦ τόκου, ὁ ὁποῖος ἀναλογεῖ πρὸς τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον μεσολαβεῖ μεταξὺ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τοῦ οἴνου μέχρι τοῦ χρόνου καθ’ ὃν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἀπόσβεσις. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου αἱ Τράπεζαι προβάλλουσιν ὡς δικαιολογίαν, ὅτι ἡμεῖς εἰς ὅλην τὴν σειρὰν τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας θέλομεν πράττει εἰσπράττοντες τὰ ὑπὸ τῶν ταμιῶν ἢ τῶν μισθωτῶν τοῦ οἴνου εἰσαγόμενα εἰς τὰ ταμεῖα ἡμῶν χρήματα, συγκεντροῦντες ταῦτα εἰς τὴν γενικὴν κατάστασιν, δὲν ἔχομεν δικαίωμα προμηθείας τινός· αὐτὴν τὴν προμήθειαν θεωροῦμεν ὅτι ἀπολαμβάνομεν μὴ ὑποχρεούμεναι νὰ πληρώσωμεν τόκον διὰ τὸν βραχύτατον χρόνον ἐπὶ τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα θέλομεν εἰσπράξει. Ἐγένετο λόγος καὶ περὶ ἄλλων χρηματικῶν ἐπιζημίων ὅρων τῆς συμβάσεως εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ὑποβαλόντες τὰς παρατηρήσεις ταύτας δὲν ἐφρόντισαν νὰ τὰς δικαιολογήσωσι πολύ, διότι καὶ αὐτοὶ διστάζουσι νὰ τὰς ὑποβάλωσιν ὡς ἀληθεῖς ζημίας. Δὲν ἠδυνήθησαν ὅμως νὰ συναρμολογήσωσι καλῶς τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ κράτος, καὶ τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζουσι, νὰ μὴ ἐκδώσῃ αὐτὸ τὰ γραμμάτια διὰ τῶν ὀργάνων αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν εἰς τὰς Τραπέζας. Εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν, τὴν ὁποίαν προβάλλουσιν, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ ὅπως δοθῶσιν εἰς αὐτὸ ἐλάχιστα ποσοστὰ ὡς δικαίωμα προμηθείας. Ἐγὼ δὲν εἶπον χθὲς ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ἦτο ἐκείνη ἥτις παρενέβαλε μεγάλας δυσκολίας, αὐτὸ δὲν τὸ εἶπον, ἑπομένως δὲν ἐλέχθη προσηκόντως ὅτι εἶπον αὐτό. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας ἐποιήσατο παραίτησιν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὡς καὶ ἡ Ἰονική· διότι, κατὰ τὰς βεβαιώσεις τοῦ ἐν τῇ συνδιασκέψει παρόντος ἀντιπροσώπου τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας, ἡ Τράπεζα αὕτη ἔχει σήμερον ἐν κυκλοφορίᾳ 4,000,000, ἔχει δὲ δικαίωμα νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν 7,500,000, δὲν ἦτο δὲ εὔκολον νὰ πεισθῶσιν αἱ ἄλλαι Τράπεζαι νὰ παραιτηθῶσιν ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχον, ὅπως θέσωσιν εἰς κυκλοφορίαν ὡρισμένον ποσὸν γραμματίων. Ἐὰν ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας δὲν συνῄνει νὰ παραιτηθῇ ἑνὸς ποσοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν, δὲν ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, παρεδέχθη δὲ ἀντὶ τῶν ἑπτὰ ἥμισυ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε δικαίωμα νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν, νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν μόνον ἕξ ἑκατομμύρια. Τὸ αὐτὸ ἔπραξεν ἐν τῇ συσκέψει ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος, νομίζω, εἶπεν ὅτι εἶχε δικαίωμα ἡ Τράπεζα νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν 10 ἑκατομμύρια μετὰ τοῦ ποσοῦ τοῦ δανεισθέντος, καὶ παρῄτησε καὶ οὗτος τὸ ἓν ἑκατομμύριον καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἀποδεχθῇ ὅτι τὸ δικαίωμα θέλει περιορισθῆ ἀντὶ τῶν 10 ἑκατομμυρίων εἰς 9 ἑκατομμύρια. Ὁ περιορισμὸς λοιπὸν οὗτος τοῦ δικαιώματος τῶν Τραπεζῶν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας καὶ τῆς Ἰονικῆς συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ συμβληθῶσιν αἱ τρεῖς Τράπεζαι εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τούτου. Ἐλέχθησαν καὶ περὶ τῶν συμβάσεων, αἵτινες συνωμολογήθησαν μετὰ τῶν Τραπεζῶν, ὅταν διετάχθη ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, ἀλλὰ ἐλέχθησαν σήμερον αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου ἐλέχθησαν. Καὶ τότε εἶχε λεχθῆ ὅτι, ἐνῷ περιορίζεται τὸ ποσὸν, γραμματίων, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ, δὲν περιορίζεται τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον ἡ Ἰονικὴ καὶ ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας κατὰ τὸ καταστατικὸν αὐτῶν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἔχωσιν εἰς κυκλοφορίαν δὲν ἔδιδεν ἡ Κυβέρνησις τὸ αὐτὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον, ἔδιδεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν τὸ καταστατικὸν ἐκείνης. Εἰς τὴν Τράπεζαν ὅμως τὴν Ἐθνικὴν ὑπάρχει ἄλλο τι. Κατὰ τὸν χρόνον τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ εἶχε δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ πεντήκοντα δύο ἥμισυ ἑκατομμύρια γραμματίων, καὶ διὰ τῆς συμβάσεως ἀνεβιβάσθη τὸ ποσὸν, ἵνα κυκλοφορῇ 60 ἑκατομμύρια, ἤτοι πλέον 7½ ἑκατομμύρια· ὥστε δὲν περιωρίσθη τὸ δικαίωμα αὐτῆς, ἀλλὰ τῇ ἐδόθη δικαίωμα πέραν τοῦ ὁρίου τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρεῖχεν εἰς αὐτὴν τὸ καταστατικὸν τὸ πρὸ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐξαργυρώσεως καὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων ἰσχύον. Τὸ αὐτὸ ἔγεινε καὶ διὰ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν· ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν αὐτῆς γραμματίων, ἀπεναντίας εἶχε δικαίωμα ὑπέρτερον κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ θέσῃ ἐν ἐνεργείᾳ, διότι ἡ χώρα, εἰς τὴν ὁποίαν κυκλοφοροῦν τὰ γραμμάτιά της, δὲν ἔχει ἀνάγκην τοσούτου ποσοῦ, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἀπασχολήσῃ ταῦτα ἡ Τράπεζα, διὰ τοῦτο οὐδὲν εἶπε περὶ τούτου. Τόρα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, περὶ τῆς ὁποίας εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι εἶνε πολὺ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχορηγήσαμεν αὐτῇ. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπεν, ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας εἶχεν 800,000 δραχμῶν γραμμάτια εἰς κυκλοφορίαν· ὥστε ἐὰν προσθέσητε καὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, γίνονται ἓν ἑκατομμύριον καὶ ὀκτακόσιαι χιλιάδες· ἀλλ’ ἀφοῦ τῇ δίδετε δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ 6,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων, δὲν ἐπετρέψατε νὰ κυκλοφορῇ 4,000,000 γραμμάτια περιπλέον, καὶ εἰσπράττει τόκον ἐκ τοῦ χρήματος τούτου; Ἀγνοῶ ἐὰν ἦναι παρὸν τὸ μέλος τῆς Βουλῆς ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Εἰς αὐτὸν πρέπει νὰ ἀποταθῇ καὶ ἐρωτήσῃ πόσα γραμμάτια εἶναι εἰς κυκλοφορίαν, καὶ πόσα τούτων εἶναι ἀδιάθεται. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω ἐγώ, ἤκουσα δὲ καὶ παρὰ τοῦ διοικητοῦ τῆς Τραπέζης βεβαιούμενον καὶ ὑπὸ τοῦ κατὰ τὴν σύσκεψιν παρευρισκομένου σεβαστοῦ καθηγητοῦ, εἶναι ὅτι ἡ Τράπεζα ἐχορήγησε 3,000,000 καὶ ὅτι ἔδωκεν εἰς τὴν διάθεσίν μας 4,000,000. Δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμὲ νὰ βεβαιώσω τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας, οὔτε νὰ ἐξελέγξω τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους περὶ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Τραπέζης ταύτης ἔδωκεν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Εὐτυχῶς εἶναι παρὼν καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος καὶ δύνανται νὰ παρουσιάσωσι τὰς σημειώσεις των καὶ πείσωσιν ἀλλήλους. Ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις εἶχε πρὸ παντὸς ἀνάγκην, ἦτο, ἵν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν, ἥτις εἶναι εἰς αὐτὴν ἀναπόφευκτος διὰ νὰ θεραπευθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τοῦ στρατοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἀνάγκαι αὗται κατὰ τὰ 9(10 ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἐπειδή, ἐὰν διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτὰς διὰ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἤθελεν ἐπιφέρει εἰς τὴν Τράπεζαν μεγίστας ζημίας, ἐνῷ ἡ ὑποτίμησις ἤθελεν ἐπέλθει κολοσσιαία, διὰ τοῦτο ἡ διοίκησις εἶχε συμφέρον νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἑνοποίησιν τῶν τριῶν Τραπεζῶν, δηλαδὴ τὴν ἀφομοίωσιν τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι χωρίζουσι τὸ κράτος εἰς τρεῖς περιφερείας, εἰς τὰς ὁποίας ἑκάστη Τράπεζα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κυκλοφορῇ τὰ γραμμάτιά της. Δὲν γνωρίζω ποίας ἰδέας ἔχουσι περὶ τῶν σχέσεων, τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εἴπω οὕτω, μετὰ τῶν ὑπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν διατελουσῶν Τραπεζῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἦναι ἄνισος πρὸς τὰς Τραπέζας, ὅταν πολλαὶ ὑπάρχωσιν ἐν τῷ κράτει, καὶ πολλαὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κυκλοφορῶσι τραπεζικὰ γραμμάτια ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἑπομένως νὰ ἀπολαμβάνωσι τὴν ἐκ ταύτης ὠφέλειαν. Διὰ τοῦτο, ὅταν συνωμολόγησα τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὴν σύμβασιν τῆς ἀναστολῆς τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν γραμματίων αὐτῆς, οὐδὲ ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, οὔτε ἡ Ἰονικὴ ἦλθον νὰ ζητήσωσιν ἐμέ· ἐγὼ ἔπεμψα καὶ ἐζήτησα ταύτας, καὶ εἶπον ὅτι χθὲς συνῆψα σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ παρεχώρησα εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν τραπεζικῶν αὐτῆς γραμματίων, θέτουσα αὐτὰ εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ὀφείλω νὰ ἀπονείμω καὶ εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα· Θέλετε; Πληροφορήσατέ με. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ἦτο κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐν τῇ ἐξοχῇ, διὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀμέσως, καὶ κατὰ τοῦτο ἡ σύμβασις αὕτη ἐγένετο βραδύτερον. Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω, αὕτη συνεπάγει ἄλλο, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ εὐνοῇ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια μιᾶς τῶν Τραπεζῶν καὶ νὰ χορηγῇ εἰς αὐτὰ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νὰ ἀφίνῃ δὲ τὰ γραμμάτια ἑτέρας Τραπέζης. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν κυβέρνησίς τις ἠδυνήθη τοιοῦτόν τι νὰ πράξῃ, ἢ μᾶλλον ἐὰν τὸ ἐπέδειξεν ὡς ἀπειλήν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οὔτε ὡς ἀπειλὴν δύναται νὰ ἐπιδείξῃ μέτρον τοσοῦτον αὐθαίρετον, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει τὴν κυβέρνησιν ἀπὸ κυβερνήσεως τῆς Χώρας εἰς Δεσπότην. Ἐπειδὴ δὲ ἐπρόκειτο νὰ ζητήσω ἀπὸ τὰς τρεῖς Τραπέζας τὴν ἄρσιν τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐξαργυρώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἔπρεπε νὰ κανονίσω τρόπον τινὰ, ἐκ τοῦ ὁποίου αἱ Τράπεζαι νὰ προσδοκῶσιν ὠφέλειάν τινα. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας ἐπορίσθη ἐκ τοῦ μέτρου ὠφέλειαν· διότι δὲν πιστεύω, ὅτι ἦτον ποτὲ δυνατὸν εἰς αὐτὴν νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν γραμμάτια ἀξίας 6,000,000. Ἀλλ’ ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἐπορίσθη ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἐνῷ ὑπάρχει τοιαύτη, ἐγένετο ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, αἵτινες εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ κυκλοφορῶσι τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀλλὰ καὶ ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ἐκ τούτου ὑφίστανται αἱ ἄλλαι Τράπεζαι, ἔχει καὶ αὐτὴ ἀντισήκωμά τι, διότι ἐντὸς τῆς περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσὶ δεκτὰ τὰ γραμμάτια εἰς κυκλοφορίαν, δὲν εἶνε ἐν μεγάλῃ ἐνεργείᾳ· ἑπομένως δὲν εἶνε δυνατὸν τὰ γραμμάτια αὐτῆς νὰ ἐπεκταθῶσι τοσοῦτον, ὅσον ἀπαιτεῖ ἡ θεραπεία τῆς ὑπαρχούσης ἀνάγκης. Ἑπομένως ἐὰν συναινέσωσι νὰ ἐπεκτείνωσι τὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν αὐτῶν γραμματίων, ἐξ αὐτῶν ὑπάρχει ἐλπὶς ὠφελείας, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας ἔχει πορισθῆ ἐκ τοῦ μέτρου. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἑνοποιήσεως τῶν γραμματίων τῶν τριῶν Τραπεζῶν—καὶ μεταχειρίζομαι ἴσως κακὸν ὅρον, μεταχειριζόμενος τὴν λέξιν «ἑνοποίησιν», ἴσως πρέπει νὰ εὕρῃ ἄλλος τις ἄλλον ὅρον, ἀλλὰ διὰ νὰ καταστήσω προχειροτέραν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ εἴπω— ὁμολογῶ, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἑνοποιήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἶνε μέτρον ἀναπόφευκτον καὶ ὑπὸ τῶν ἀναποφεύκτων ἀναγκῶν ἐπιβαλλόμενον. Ἤθελον εὐχηθῆ καὶ κατὰ τὰς ἄλλας συμβάσεις, καθ’ ἃς ἐπεβλήθη τὸ κακὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νὰ ἐλαμβάνετο ἡ αὐτὴ πρόνοια, ἵνα καὶ τότε κατωρθοῦτο, ἵνα γίνῃ ἡ ἑνοποίησις. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγένετο, εἴτε διότι παρέλιπεν ἡ τότε κυβέρνησις, εἴτε διότι ἀπήντησε προσκόμματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθη νὰ ἄρῃ, ἡμεῖς ὅμως ὅταν εἴδομεν, ὅτι τὰ προσκόμματα ἤρθησαν, διότι ἀνεγνωρίσθη παρ’ ἑκάστου τὸ ἴδιον συμφέρον, προεβάλομεν τοῦτο. Δὲν ἔχω δὲ καὶ ἀφορμὴν νὰ ἐκφέρω καμμίαν γνώμην περὶ οὐδεμιᾶς τῶν τριῶν Τραπεζῶν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εὑρίσκεται εἰς κρείττονα ἐμοῦ θέσιν, διότι μετεχειρίσθη ἐπὶ μακρὸν τὰ δημόσια πράγματα, καὶ ὡς διαχειρισθεὶς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαπραγματευθῇ ἐπανειλημμένως εἴτε μετὰ μιᾶς τῶν τριῶν Τραπεζῶν, εἴτε μετὰ τῶν δύο, εἴτε καὶ μετὰ τῶν τριῶν. Χαίρω, διότι ἤκουσα, ὅτι κατέλιπε τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας, συγκομίζων ὑπὲρ αὑτοῦ εὐαρέστους ἀναμνήσεις ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παραχωρήσεων πρὸς τὴν κυβέρνησιν· χαίρω ὅτι ἤκουσα ὡσαύτως, ὅτι συγκομίζει τὰς αὐτὰς εὐαρέστους ἀναμνήσεις καὶ ἐκ τῶν μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης διαπραγματεύσεων. Ἐὰν δὲν μᾶς ἐδήλωσεν ὁποίας ἀναμνήσεις ἔχει ἐκ τῶν συμβάσεων αὑτοῦ μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, αὐτὸ βεβαίως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ ζητήσωμεν ἡμεῖς παρ’ αὐτοῦ, ἀφοῦ δὲν εὑρέθη εἰς περίστασιν νὰ σχηματίσῃ οἵαν δήποτε γνώμην περὶ τούτου. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ μὲν Τράπεζα Ἠπειροθεσσαλίας εἶναι εἰδική, ἡ ὁποία δὲν ὑπολογίζει χρόνον μακρὸν καὶ διαρκῆ, ἀφ’ ἧς ἐγεννήθη ἐποχῆς, κατὰ δὲ τὸ διάστημα αὐτὸ ἤμην ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἔκρινα αὐστηρῶς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Ἀλλ’ ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἔκρινα αὐστηρῶς καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, οὐχὶ τόσον, ὅσον ἔκρινα τὴν Τράπεζαν Ἠπειροθεσσαλίας. Ὡς κυβερνήτης δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἔλθω εἰς διαπραγματεύσεις πολλάκις· ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἔχω παρὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεποίησαν αἱ διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας τελευταῖον ἔκαμα, καὶ ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων εἶναι ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ αἱ τρεῖς Τράπεζαι ἐδείχθησαν πρόθυμοι νὰ ἀποδεχθῶσι τὴν ἀρχὴν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι κατ’ ἀρχὴν εὗρον δυσκολίας παρὰ τοῖς Διοικηταῖς τῶν Τραπεζῶν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ μέτρου κατ’ ἀρχήν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μοὶ ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ νομίζω, ὅτι ἐδίσταζον πρὸς τοῦτο αἱ Τράπεζαι καὶ αἱ διοικήσεις αὐτῶν. Οἱ Διοικηταὶ τῶν Τραπεζῶν ἔχουσι καθῆκον πρὸς τοὺς μετόχους τῶν Τραπεζῶν καὶ πρέπει νὰ ἀμύνωνται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν καταστημάτων, καὶ ἐννοῶ, ὅτι προχείρως δὲν δύνανται νὰ δεχθῶσι τὴν ἀρχὴν μέτρου τοσοῦτον οὐσιώδους καὶ πρώτην φορὰν παρισταμένου· ὅταν ὅμως τὸ μέτρον ἐμελετήθη παρ’ ἑκάστης αὐτῶν, εὗρον τὴν δυνατὴν προθυμίαν αὐτῶν εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ μέτρου τούτου. Ἐὰν ἐν ταῖς λεπτομερείαις ἐζήτησε νὰ ἐξασφαλίσῃ ἑκάστη τὰ ἴδια αὑτῆς συμφέροντα, δὲν δύναμαι νὰ κατακρίνω τοῦτο, διότι οὐδεὶς δέχεται νὰ ὑπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου, χωρὶς νὰ ἀπαιτήσῃ καὶ ὠφέλειάν τινα.
§61Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τοῦτο διότι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεως αὑτοῦ, ὅτι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ψηφίσῃ ἢ νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν συζητουμένην σύμβασιν. Νομίζω, ὅτι, ὅπως συνετάχθη αὕτη δὲν εἶναι ἕκαστος ἐλεύθερος νὰ ψηφίσῃ ἢ νὰ ἀποῤῥίψῃ αὐτήν. Ἡ ἀνάγνωσις τῆς παρούσης συμβάσεως μοὶ ἐπροξένησε περίπου τὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ εἶχε κάμει ἡ ἀνάγνωσις τῆς συμβάσεως περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων τῶν ἁλάτων, τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν παιγνιοχάρτων. Εἰς ἀμφοτέρας τὰς συμβάσεις εὗρον τὸν αὐτὸν σύνδεσμον, τὴν αὐτὴν περιπλοκὴν θεμάτων διαφόρων καὶ διακεκριμένων, ἐπὶ ἑκάστου τῶν ὁποίων δύναται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ ἔχῃ ὅλως διάφορον ἰδέαν. Διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως κανονίζεται τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως ἢ ἑνοποιήσεως, ὅπως ὠνόμασεν αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τῶν γραμματίων τῶν τριῶν Τραπεζῶν. Τὸν κανονισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου παραδέχομαι καὶ ἐγώ, καὶ δὲν δύναμαι ἢ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι ἀντιπροσωπεύω μίαν τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἵτινες πλειότερον τῶν ἄλλων ὑποφέρουσιν ἐκ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐκτὸς ὅμως τοῦ ζητήματος τούτου κανονίζεται ἐν τῇ συμβάσει καὶ ἕτερον, τὸ τῆς ἐκδόσεως γραμματίων πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἀργυρῶν κερμάτων κατὰ τύπον δανείου τοῦ Κράτους. Τὸν τοιοῦτον τρόπον τῆς ἐκδόσεως κερματικῶν γραμματίων δὲν θεωρῶ ὡς τὸν συμφερώτερον διὰ τὸν Τόπον ἐγὼ, ὅστις παραδέχομαι τὸ πρῶτον ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἕνεκα τούτου εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐλεύθερος νὰ ψηφίσῃ ἢ ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν σύμβασιν, ἥτις πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἢ ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἐν συνόλῳ. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνέπτυξε μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν δεινότητος τὸ ζήτημα τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν ἐκδιδομένων πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἀργυρῶν κερμάτων. Τὰ γραμμάτια ταῦτα δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς δάνειον παρεχόμενον παρὰ τῶν κατεχόντων αὐτὰ εἰς τὸ Δημόσιον· δὲν εἶναι ταῦτα ὁμολογίαι τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὁποίων ὀφείλει αὕτη νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πληρωμὴν ὅπως ἐμπνεύσῃ περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς κατόχους αὐτῶν. Τὰ γραμμάτια ταῦτα, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ πλειότερον ἴσως τούτων εἶναι νόμισμα.
§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διατί εἶναι νόμισμα;
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διότι χρησιμεύουσι πρὸς καταμέτρησιν ἀξιῶν. Αὕτη δὲ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἔννοια τοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει πρὸς καταμέτρησιν τῆς ἀξίας τῶν δι’ αὐτοῦ ἀνταλλασσομένων πραγμάτων. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀξία τῶν νομισμάτων, ἣν περιέχουσι τὰ ἐκ χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, εἶναι καὶ αὕτη μία ἐκ τῶν οὐσιωδῶν ἰδιοτήτων αὐτῶν, ἀλλὰ ἰδιάζουσα αὐτῶν ἰδιότης εἶναι ἡ τῆς καταμετρήσεως τῶν διαφόρων ἀξιῶν διὰ μέτρου ἀσφαλοῦς, οὗ τὴν ἀκρίβειαν βεβαιοῖ ἡ ἐπ’ αὐτῶν σφραγὶς τοῦ Κράτους. Τὸ διὰ τῶν κερματικῶν δὲ γραμματίων κατασκευαζόμενον νόμισμα ἔχει βάσιν πολὺ εὐρυτέραν ἐκείνης, ἣν ἔχουσι τὰ μεγαλειτέρας ἀξίας γραμμάτια, διότι ἡ ἔκτασις τῶν μικρῶν συναλλαγῶν, αἵτινες ἐνεργοῦνται διὰ τῶν κερματικῶν νομισμάτων, εἶναι μεγαλειτέρα τῆς ἐκτάσεως τῶν συναλλαγῶν, ἃς ὑπηρετοῦσι τὰ συνήθη τραπεζικὰ γραμμάτια.
§64ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ὅταν οἱ συναλλασσόμενοι δὲν ἔχωσι πεποίθησιν....
§65ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἴτε ἔχουσιν, εἴτε δὲν ἔχουσι πεποίθησιν, θὰ λάβωσι τὰ ἀναγκαστικῶς κυκλοφοροῦντα γραμμάτια πρὸς πληρωμὴν τῶν παρ’ αὐτῶν πωλουμένων εἰδῶν. Ὅταν δὲν ἔχωσι πεποίθησιν εἰς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, θὰ ὑψώσωσι τὴν ἀξίαν τοῦ πράγματος, ὅπερ πωλοῦσι, καὶ θὰ ἐπιφέρωσιν οὕτω ἐμμέσως τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἀξίας τῶν γραμματίων· ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὰ μεγάλα τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς τὰ μικρά· διέπεται δὲ ὑπὸ ἄλλου οἰκονομικοῦ νόμου, τοῦ τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ὅστις κανονίζει τὴν ἀξίαν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν νομισμάτων. Τὸ νόμισμα δὲ τὸ πλαττόμενον διὰ τῶν κερματικῶν γραμματίων ἔχει τοσοῦτον εὐρεῖαν κυκλοφορίαν, ὥστε δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ὁλοκλήρου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων ἡμῶν, καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς κυκλοφορίας αὐτῶν, κατὰ τρόπον ἐλαττοῦντα τὰ κακὰ αὐτῆς. Ἀλλὰ, εἴτε ὡς νόμισμα θεωρήσωμεν τὰ μικρὰ γραμμάτια, εἴτε ὡς ὁμολογίας τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν παραδέχομαι, οὐδένα βλέπω λόγον ἐπιβάλλοντα τὸν συνδυασμὸν τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν μετὰ τοῦ μέτρου τῆς ἀφομοιώσεως τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων τῶν τριῶν Τραπεζῶν. Ἡ ἀφομοίωσις τῶν γραμματίων τῶν τριῶν Τραπεζῶν εἶναι μέτρον διάφορον καὶ ὅλως ἀνεξάρτητον τοῦ τῆς ἐκδόσεως κερματικῶν γραμματίων. Ἡ ἀφομοίωσις δὲ αὕτη ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ μόνη τὸ ἀντικείμενον τῆς συμβάσεως. Ἡ ἔκδοσις δὲ τῶν κερματικῶν γραμματίων πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ τὸ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου νὰ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὰς διατάξεις καὶ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς θὰ δώσωμεν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ τὰ γραμμάτια ταῦτα, εἴτε ἀπ’ εὐθείας αὕτη, εἴτε συνεννοουμένη μετὰ τῶν Τραπεζῶν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου θὰ ἀναγκάσῃ τὰς Τραπέζας νὰ προσέλθωσι καὶ συνεννοηθῶσι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὅροις πολὺ συμφερωτέροις τῶν τῆς συμβάσεως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ ἀπολύτως ἀναγκαίαν τὴν μετ’ αὐτῶν συνεννόησιν. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἱ Τράπεζαι πρὸς παραδοχὴν τῆς ἀφομοιώσεως τῶν γραμματίων ἀπῄτησαν ἰδιαιτέρας ὠφελείας· μία δὲ τῶν ὠφελειῶν τούτων ἦτο καὶ ἡ ἐκ τῆς ἐκδόσεως τῶν κερματικῶν γραμματίων προκύπτουσα. Ἄν τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, τότε εὑρίσκω, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις τῶν Τραπεζῶν εἰσὶ λίαν ὑπερβολικαί. Αἱ Τράπεζαι ἐπέτυχον καὶ ἄλλας σπουδαίας ὠφελείας διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἀνεξαρτήτως τοῦ μέτρου τῆς ἐκδόσεως τῶν κερματικῶν γραμματίων. Τὰς ὠφελείας ταύτας ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐν τῷ δικαίῳ, εἰπὼν, ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας δὲν ὠφελήθη ἀρκετά. Αἱ ὠφέλειαι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰσὶ μᾶλλον φανεραὶ ἐν τῇ συμβάσει, διότι ὑπὲρ αὐτῆς εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν τόκων, ἡ περιεχομένη ἐν τῷ ἄρθρῳ 13, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως καὶ ἄλλων τραπεζικῶν γραμματίων ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ Κράτος ἤθελε δανεισθῆ παρ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει ὠφελείας ἐκ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, τῶν ἀφορώντων τὴν ἀφομοίωσιν τῶν γραμματίων, καὶ ὅτι ζητεῖ τοιαύτας ἐκ τῆς ἐκδόσεως τῶν κερματικῶν γραμματίων. Ἤθελεν ἔχει μέγα ἄδικον, ἐὰν εἴπῃ τοιοῦτόν τι, διότι ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας εἶναι ἡ μόνη ὠφελουμένη ἐκ τῆς ἀφομοιώσεως τῶν γραμματίων. Οὐδέποτε ἤθελε δυνηθῆ αὕτη νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν τὰ 6 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ δικαιοῦται μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως νὰ κυκλοφορήσῃ, ἂν περιωρίζετο ἡ κυκλοφορία αὐτῶν ἐν μόναις ταῖς νέαις ἐπαρχίαις. Εἶχε μὲν αὕτη τὸ δικαίωμα τῆς τοιαύτης κυκλοφορίας, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴν δύναμιν ἵνα πραγματοποιήσῃ αὐτήν. Τὴν δύναμιν δὲ ταύτην παρέχει εἰς αὐτὴν ἡ συζητουμένη σύμβασις, ἥτις ἀνοίγει εἰς αὐτὴν τὰς πύλας ὅλης τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς δίδει τὸ μέσον νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν πρὸς ἀποκλειστικὸν αὐτῆς ὄφελος 4,200,000 δραχμὰς ἐπὶ πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν 800,000 δραχμῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο ἡ κυκλοφορία αὐτῆς πρὸ τριῶν μηνῶν. Αἱ ἐκ τῆς ἀφομοιώσεως τῶν γραμματίων ὠφέλειαι τῶν Τραπεζῶν εἰσὶν ἀρκεταὶ καὶ πιστεύω, ὅτι ἂν αὗται, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔδειξαν προθυμίαν εἰς τὴν παραδοχὴν κατ’ ἀρχὴν τοῦ μέτρου τῆς ἀφομοιώσεως, ἤθελον παραδεχθῆ αὐτὸ χωρὶς νὰ τὸ συνδέσωσι μὲ τὸ μέτρον τῆς ἐκδόσεως τῶν κερματικῶν γραμματίων. Εἰς τὸν σύνδεσμον ἑπομένως τῶν δύο τούτων μέτρων δὲν βλέπω εἰμὴ ἕνα μόνον καθαρὸν σκοπὸν, τὴν εὕρεσιν νέου δανείου· ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ νέον δάνειον 18 ἑκατομμυρίων καὶ πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀπεφάσισε τὴν ἔκδοσιν τῶν κερματικῶν γραμματίων. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι τὸ βαρύτερον πάντων. Ἤθελον προτιμήσει νὰ ὑποστῶμεν πᾶσαν ἄλλην θυσίαν πρὸς εὕρεσιν δανείου καὶ νὰ μὴ θυσιάσωμεν σήμερον τὸ μέσον τῆς ἐκδόσεως τῶν κερματικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον εἰς εὐθετωτέραν ἐποχὴν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς διαῤῥύθμισιν ἐν γένει τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ θυσία αὕτη εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα παρὰ ἐὰν τὸ Δημόσιον ἐπλήρονε καὶ 10% τόκον ἢ καὶ πλειότερον πρὸς εὕρεσιν δανείου εἰς μεταλλικόν. Ἂν δὲ συνδυάσῃ τις τὸ δάνειον τῶν 18 ἑκατομμυρίων μὲ τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον περιέχεται ἐν τῷ 2 ἄρθρῳ.....
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶνε ἀκριβής, νὰ τὰ συνδυάσητε, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν πρὸς ἄλληλα.
§67ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θὰ τὰ συνδυάσω ὑποχρεωτικῶς τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο. Μένει εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ συνάψῃ ἢ ὄχι τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβῃ καὶ τὸ δάνειον τοῦτο, τότε αἱ θυσίαι, τὰς ὁποίας θέλομεν ὑποστῆ, θέλουν εἶσθαι ὑπέρογκοι. Εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀναντίῤῥητον ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται ἀκινδύνως νὰ ὑποστῇ κυκλοφορίαν 135 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο θ’ ἀνέλθῃ ἡ ἀναγκαστικὴ ἡμῶν κυκλοφορία, ἂν πραγματοποιηθῇ καὶ τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων. Ἔχομεν 82 ἑκατομμύρια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ 15 ἑκατομμύρια τῶν δύω ἄλλων Τραπεζῶν, γίνονται 97, καὶ 38 ἑκατομμύρια τῶν δύω συζητουμένων δανείων γίνονται 135 ἑκατομμύρια. Εἶναι δὲ ἐσφαλμένη ἡ ἰδέα ὅτι, ἐπειδὴ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὸ ἑνὸς δηλαδὴ καὶ ἡμίσεος περίπου ἔτους, ἐκυκλοφόρουν 110 περίπου ἑκατομμύρια γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, δύναται καὶ σήμερον νὰ κυκλοφορήσῃ ποσὸν ἴσον ἢ καὶ ἀνώτερον. Ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὸ ἐμπορικὴν καὶ ὑπὸ βιομηχανικὴν ἔποψιν ἦτο ἀνθηροτέρα πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ἀφ’ ὅ,τι εἶναι σήμερον. Καὶ ἐπιχειρήσεις, ἀπαιτοῦσαι κυκλοφορίαν μεγαλειτέραν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ συνάλλαγμα πλειότερον ὑπῆρχε τότε ἐν τῷ Τόπῳ· τὸ δὲ Δημόσιον εἶχεν ὀλιγωτέρας ἀνάγκας συναλλάγματος πρὸς ἀποστολὴν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ἂν σήμερον ὑπερβῶμεν κατὰ πολὺ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κυκλοφορεῖ παρ’ ἡμῖν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι δὲν θὰ ἴδωμεν αὐτὰ ἐκπίπτοντα μόνον κατὰ 25% ὅπως σήμερον, ἢ κατὰ 28% ὅπως ἐξέπεσαν ἄλλοτε, ἀλλὰ κατ’ ἀναλογίας ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρας. Διὰ παντὸς τρόπου νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀποσβέσῃ ἐκ τοῦ Τόπου τὰ ἐκ τοιαύτης κυκλοφορίας ἐπαπειλούμενα κακά· πᾶσαν θυσίαν πρέπει νὰ ὑποστῇ ὅπως τὰς κατεπειγούσας ἡμῶν ἀνάγκας θεραπεύσῃ διὰ παντὸς ἄλλου μέσου παρὰ διὰ τοιαύτης ὑπερβολικῆς αὐξήσεως τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων.
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τῶν περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπεδείξατε ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884;
§69ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἔδειξα τόσα περισσεύματα, ἀλλὰ ἐπίστευσα καὶ πιστεύω ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 ἤθελε πραγματοποιηθῆ, ἂν οὐχὶ καθ’ ὁλοκληρίαν, τοὐλάχιστον κατὰ τὰ 90% αὐτοῦ, ἐὰν δυστυχήματα ἀνεξάρτητα τῆς θελήσεως ἡμῶν δὲν μετέβαλον τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου καὶ δὲν ἐπηρέαζον οὐσιωδῶς τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου. Εὔχομαι, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ ἔχητε ὑμεῖς τὰ περισσεύματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπεδείξατε προχθές· ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὔχομαι μὲ θετικωτέραν κἄπως ἐλπίδα εἶναι νὰ ἀποφύγητε τὴν ὑπερβολικὴν αὔξησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν δύναμαι νὰ ἔχω πλήρη καὶ τελείαν βεβαιότητα ὅτι τὸ δάνειον τῶν 100 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, δυνάμεθα νὰ τὸ εὕρωμεν ἀφεύκτως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς δυσκολίας. Ἔχω ὅμως πᾶσαν ἐλπίδα ὅτι, ἂν ἐπιδιώξωμεν αὐτὸ ἀποτεινόμενοι εἰς πρόσωπα ἢ Καταστήματα δυνάμενα νὰ ἀναλάβωσιν ὄχι μόνον τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ἀλλὰ καὶ τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν ἐν γένει τοῦ Κράτους ἡμῶν, καὶ ἂν δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον, δι’ οὗ νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν μὲ τοιαῦτα Καταστήματα, ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου ἀποβαίνει ὄχι μόνον δυνατὴ, ἀλλὰ καὶ πιθανή.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐννοεῖτε κηδεμόνας νὰ διαχειρισθῶσι τὰ δημόσια οἰκονομικά μας;
§71ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὄχι δὲν ἐννοῶ κηδεμόνας. Καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἰταλίας, τὰ ὁποῖα διεχειρίσθη ὁ οἶκος Ῥοτσίλδ, τὰ διεχειρίσθη ὡς ἁπλοῦς τραπεζίτης καὶ συνετέλεσεν ἵνα φθάσωσιν εἰς τὴν ἀνθηρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον· καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῆς Οὐγγαρίας, τὰ ὁποῖα διεχειρίσθη ὁ ἄλλος οἶκος Ῥοτσίλδ, τὰ διεχειρίσθη ὡσαύτως ὡς ἁπλοῦς τραπεζίτης, καὶ μὲ πολὺ ὀλιγωτέραν ἐπέμβασιν εἰς τὴν διοίκησιν αὐτῶν παρ’ ὅ,τι πράττουσιν αἱ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν διαχειριζόμεναι Τράπεζαι καὶ τραπεζῖται. Ἂν, κύριοι, θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις λέγει ὅτι ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ, καὶ ἂν χάριν τῆς πολιτικῆς ταύτης θέλωμεν νὰ εὕρωμεν τὰ ποσὰ, ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, πρέπει διὰ πάσης θυσίας νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τῶν 100 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν δὲ θέλωμεν νὰ προΐδωμεν καὶ τὴν ἐνδεχομένην περίπτωσιν τῆς μὴ πραγματοποιήσεως αὐτοῦ, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον παρέχον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξουσίαν πρὸς ἔκδοσιν κερματικῶν γραμματίων καὶ πρὸς σύναψιν δανείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν ὡς ὑποχρεωτικὴν τὴν ἔκδοσιν τῶν κερματικῶν γραμματίων καὶ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μετ’ αὐτῶν συνδεομένου δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων ὑπὸ ὅρους, οὓς θεωρῶ βαρυτάτους. Ἂς ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν ὅπως κάμῃ χρῆσιν οἱουδήποτε ἐκ τῶν δανείων τούτων διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, μόνον ὅταν ἀπόλυτος καὶ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλῃ τοῦτο· ἂν ὅμως θέλωμεν νὰ εὕρωμεν εὐκόλους πόρους πρὸς θεραπείαν μόνον τῶν ἀναγκῶν τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε βεβαίως θὰ ἀρκέσουν τὰ δύω ταῦτα δάνεια, ἀλλὰ πραγματοποιούμενα δύνανται νὰ παρεμποδίσωσι τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐπαγγέλλεται, καὶ νὰ καταστρέψωσι ῥιζικῶς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 1 καὶ 2 ἄρθρον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας δραχμῶν 8,000 ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν χρημάτων τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ Δήμου Μεθάνων.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως θὰ ψηφισθῇ αὐτό.
§74ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔλαβον τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν παραβλάπτει τὰ συμφέροντα οὔτε τοῦ Δημοσίου, οὔτε τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, οὔτε τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται ἐκ μέρους τῶν ὑποβαλόντων αὐτὸ Βουλευτῶν ἐκ Τροιζηνίας, ἵνα ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ Δήμου Μεθάνων διατεθῶσιν 8,000 δραχμαὶ ὑπὲρ ἀνάγκης ὡρισμένης τοῦ Δήμου· ἑπομένως δὲν προσβάλλονται οὔτε τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας τῆς Ἐπαρχίας Τροιζηνίας, οὔτε τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, οὔτε τοῦ δημοσίου ταμείου τὰ συμφέροντα. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς τοιαύτης προτάσεως.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε λοιπὸν ὀνομαστικὴν κλῆσιν;
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§77ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀπαρτία. (Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 126. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ Βουλὴ εἶνε ἐν ἀπαρτίᾳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 67,116.83 τῆς χρήσεως 1884 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου. Εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 20,000 τῆς χρήσεως 1885 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν· καὶ εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως ἐκτάσεώς τινος εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον Κύμης).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προβιβασμοῦ τῶν δοκίμων πρώτης τάξεως τοῦ Β. Ναυτικοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου.
§80ΜΑΡΛΑΣ ΚΑΙ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§81ΚΡΙΕΖΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα εἶνε εἰς πρώτην συζήτησιν.
§83ΜΑΡΛΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§84ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβληθῇ;
§86ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχετε τὸν λόγον, κύριε Μαρλᾶ.
§88ΜΑΡΛΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητηθῇ, εἶνε ἀδικώτατον, διότι προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα.
§89ΚΡΙΕΖΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§90ΜΑΡΛΑΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον μὲ ἔκθεσιν καὶ δικαιολογεῖ αὐτὸ διὰ τῆς ἀνάγκης δῆθεν ἀξιωματικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησε νὰ προβιβάσῃ τοὺς δοκίμους πρώτης τάξεως ἀμέσως, μολονότι δὲν συνεπλήρωσαν τὸ χρονικὸν διάστημα, ὅπερ ἀπαιτεῖ ὁ νόμος πρὸς ἐκγύμνασιν, καὶ ἵνα ἀποκτήσωσι τοὐλάχιστον τὴν ἕξιν νὰ κρατῶσι τὴν ἰσοῤῥοπίαν ἐπὶ τοῦ καταστρώματος καὶ νὰ μὴ ζαλίζωνται θαλασσοποροῦντες, ἐνῷ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὤφειλεν, ἐὰν εἶχεν ἀνάγκην τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν ἀξιωματικῶν, νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ σῶμα τῶν ἐπικούρων ἀξιωματικῶν, οἵτινες κατ’ οὐδὲν διαφέρουσι τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Ὁ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ψηφισθεὶς νόμος περὶ ἐπικούρων ἀνθυποπλοιάρχων ἐπεφυλάξατο τὸ ἑξῆς, ἤτοι «προκειμένου νὰ γείνουν προβιβασμοὶ ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, νὰ λαμβάνωνται οὗτοι ἐξ ἡμισείας ἐκ τῶν ἐπικούρων καὶ τῶν δοκίμων». Ἐὰν δὲ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἔχει, τότε οἱ δόκιμοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἀκόμη τέσσαρα ἔτη νὰ ἐκγυμνασθῶσι, θὰ δημιουργηθῶσιν οὕτω ἀμέσως ἀξιωματικοί.
§91ΚΡΙΕΖΗΣ. Δύο ἔτη.
§92ΜΑΡΛΑΣ. Τέσσαρα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει «πρὸ τῆς συμπληρώσεως τετραετοῦς ὑπηρεσίας».
§94ΜΑΡΛΑΣ. Δηλαδὴ πρὶν συμπληρώσουν τὰ τέσσαρα ἔτη, αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, προσβάλλονται κεκτημένα δικαιώματα, παραγκωνίζονται οἱ ἐπίκουροι ἀξιωματικοὶ καὶ παραβιάζεται ὁ νόμος, ὁ ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ψηφισθεὶς, διότι θὰ προβιβασθῶσιν οἱ δόκιμοι χωρὶς νὰ ὑποστοῦν ἐξετάσεις.
§95ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν ἀφήσητε νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ μένητε εὐχαριστημένοι.
§96ΜΑΡΛΑΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω ἀκόμη. Ἐὰν ἄνευ ἐξετάσεων οἱ δόκιμοι γίνουν ἀνθυποπλοίαρχοι τοῦ Β. Ναυτικοῦ, δὲν δύνασθε ἔπειτα νὰ τοὺς ξυλώσητε τὰ γαλόνια, ἂν δὲν ἐπιτύχουν ἐξεταζόμενοι· ἑπομένως αἱ ἐξετάσεις οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχουν εἰμὴ νὰ κανονίσωσι τὴν ἀρχαιότητα αὐτῶν μεταξύ των. Τοῦτο δὲν προσβάλλει τὰ δικαιώματα τῶν ἐπικούρων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα ἐξ ἡμισείας νὰ προβιβασθῶσιν; Ἰδοὺ, ὅτι εἶναι ἀδικώτατον. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὤφειλε μᾶλλον ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν καταγωγήν του, ὅτι ἡ γενικὴ ἀποθήκη τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ εἶναι τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν. Τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐνδοξότατον καὶ εἰς αὐτὸ ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς κατὰ μέγα μέρος τὴν ἀνεξαρτησίαν της. Μὴ νομίζετε, ὅτι διὰ νομοθετημάτων καὶ δι’ ἑνὸς ἢ δύω μόνον ταξειδίων ἀποκτᾶται ἡ ἕξις τοῦ νὰ τηρῇ τις τὴν ἰσοῤῥοπίαν ἐν τῷ πλοίῳ καὶ νὰ μὴ ζαλίζηται. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀποῤῥίψῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§97ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, γενομένου δεκτοῦ τοῦ 3 ἄρθρου κατὰ τὴν τροποποίησιν τὴν ὑποβληθεῖσαν).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ τῶν οἰκοπέδων τοῦ ἐν Πάτραις ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου (θόρυβος).
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, κύριε Πρόεδρε, ἀφίνοντες πάντα τὰ ἄλλα διὰ σήμερον (θόρυβος).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μεταβαίνομεν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ Κεφάλαιον Αʹ «Κεντρικὴ ὑπηρεσία» καὶ τὸ Κεφάλαιον Βʹ «Διοίκησις Ἐπαρχιῶν».
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Γʹ «Δημοσία ἀσφάλεια».
§103ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Κεφαλαίου Γʹ νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ 4,800 διὰ τὸ ἐνοίκιον τοῦ στρατῶνος τῆς Χωροφυλακῆς. (Γίνεται δεκτὸν μετὰ τῆς προσθήκης τὸ ἄρθρον 1 καὶ τὰ ἄρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 «Προσωπικὸν φυλακῶν».
§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ 600 πρὸς συμπλήρωσιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἰατροῦ τῶν φυλακῶν κατὰ τὸν ἄρτι ψηφισθέντα νόμον. (Γίνεται δεκτὸν μετὰ τῆς προσθήκης τὸ ἄρθρον 11 καθὼς καὶ τὸ 12 τὸ τελευταῖον τοῦ Κεφαλαίου Γʹ).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Δʹ «Ἐκτέλεσις ἐκλογικοῦ νόμου». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. «Δικαιώματα δικαστικῶν κλητήρων 10,000».
§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ διαγράφεται συνεπεία τοῦ ψηφισθέντος τελευταῖον νόμου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 τὸ καὶ τελευταῖον τοῦ Κεφαλαίου Δʹ. Γίνεται εἶτα δεκτὸν καὶ τὸ Κεφάλαιον Εʹ «Δημόσιος ὑγεία».
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ϛʹ «Δημοσία οἰκονομία», (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3.
§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ 1800 διὰ μισθοδοσίαν διδασκάλου τῆς δασικῆς καὶ γεωργικῆς. (Γίνεται δεκτὸν μετὰ τῆς προσθήκης τὸ ἄρθρον 3 ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10).
§112ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ ἄρθρον 11. «Συνδρομὴ τοῦ Δημοσίου διὰ τὸν συνοικισμὸν τοῦ Δήμου Βουρῶν 2,000 δραχμαὶ» καὶ ἄρθρον 12 «συνδρομὴ εἰς ἀποζημίωσιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας διὰ τὰς προσθήκας τῶν ταξειδίων αὐτῆς εἰς τὰ παράλια Ἠπείρου, Μακεδονίας καὶ Ἀλβανίας δραχμαὶ 112,314.» (Γίνονται δεκταὶ καὶ αἱ προσθῆκαι τῶν ἄρθρων 11 καὶ 12).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Ζʹ. «Ταχυδρομικὴ συγκοινωνία». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. «Ταχυδρομικὰ γραφεῖα».
§115ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων δι’ ἐκθέσεώς της τῆς 5 Δεκεμβρίου προτείνει νὰ προστεθῶσι 15,000 δραχμαὶ διὰ προσωπικὸν ἔκτακτον ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἀλλ’ ἐγὼ προτείνω νὰ προστεθῶσιν 6,000 μόνον. Ὡσαύτως εἰς τὸ ἄρθρον 5 νὰ προστεθῇ κατὰ τὴν πρότασιν τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως 1,440 διὰ δύω διανομεῖς τῆς μεταφορᾶς τῆς ἀλληλογραφίας εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 μετὰ τῶν προσθηκῶν καὶ τὰ 6, 7, 8, 9).
§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ καὶ ἄρθρον 10. «Σύστασις νέων ταχυδρομικῶν γραφείων». Ἡ Διεύθυνσις προτείνει 3,000, ἀλλ’ ἐγὼ προτείνω 1,500. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 10. Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ Κεφάλαιον Ηʹ «Τηλεγραφικὴ συγκοινωνία» καὶ ἐκ τοῦ Κεφαλαίου Θʹ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9. «Κατασκευὴ καὶ συντήρησις φάρων καὶ φανῶν».
§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῶσιν ἐνταῦθα δραχμαὶ 100,000, κατὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα. (Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον 9, καθὼς καὶ τὰ ἄρθρα 10, 11, 12, 13, 14. Ὡσαύτως γίνεται δεκτὸν τὸ Κεφάλαιον Ιʹ «Βοήθειαι»).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΑʹ. «Παρελθοῦσαι χρήσεις».
§120ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον 1. «Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων» 218,929 δραχμαί. (Γίνεται δεκτὸν μετὰ τῆς προσθήκης, καθὼς καὶ τὸ ἄρθρον 2).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον ΙΒʹ. «Ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ΠΣΤʹ περὶ στρατολογίας 30,000 δραχμαί».
§122ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα νὰ προστεθῶσιν ἔτι 10,000 δραχμαί. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν. Κεφάλαιον Αʹ. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 καὶ 4).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5.
§125ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο κατὰ τὴν δήλωσιν παρακαλῶ νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ 2,300. (Γίνεται δεκτὸν μετὰ τῆς προσθήκης).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Βʹ. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 καὶ 4).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. «Ἐκκλησιαστικαὶ καὶ ἐκπαιδευτικαὶ ἐξωτερικαὶ δαπάναι».
§128ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ προστεθῶσιν ἔτι δραχμαὶ 9,000, ὥστε τὸ ὅλον 39,120. (Γίνεται δεκτὸν μετὰ τῆς προσθήκης, καθὼς καὶ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Γʹ. «Ἀνωτέρα καὶ μέση ἐκπαίδευσις».
§130ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 1 νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ 1200. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 μετὰ τῆς προσθήκης ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 4).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. «Ἔξοδα βιβλιοθηκῶν».
§132ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐνταῦθα νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ 1,440. (Γίνεται δεκτὸν μετὰ τῆς προσθήκης, καθὼς καὶ τὸ ἄρθρον 7).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8. «Ἔξοδα Ἀστεροσκοπείου».
§134ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἔχω ἀναφορὰν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἀστεροσκοπείου, δι’ ἧς ἐκφράζει τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς ἐπιδιορθώσεως τοῦ καταστήματος. Προτείνω νὰ προστεθῶσι 300 δραχμαί. (Γίνεται δεκτὸν μετὰ τῆς προσθήκης, καθὼς καὶ τὰ ἄρθρα 9, 10, 11 καὶ 12).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13. «Προσωπικὸν Γυμνασίων».
§136ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐνταῦθα νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ 27,000 διὰ τὰ Γυμνάσια Ἀμφίσσης, Λευκάδος καὶ Ἀγρινίου, καὶ διὰ τὴν προσθήκην ἓξ Καθηγητῶν ἐν τοῖς Γυμνασίοις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς προσθήκης καὶ τὰ ἄρθρα 14 καὶ 15).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 16. «Προσωπικὸν Ἑλληνικῶν σχολείων».
§138ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1867 διὰ Β. Διατάγματος εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ δίδεται πίστωσις δι’ ἕνα ναυτοδιδάσκαλον· τὸ τοιοῦτον ἐξηκολούθησεν ἐπὶ πολὺ, ἀλλ’ ἐσχάτως κατηργήθη καὶ οὕτω αἱ ναυτικαὶ πόλεις ἔμειναν ἄνευ ναυτοδιδασκάλων. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 προέβλεπε τὴν πίστωσιν αὐτὴν ἐκ δραχμῶν 10,000. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναγράψῃ ἐκ νέου τὴν πίστωσιν, διότι εἶναι ἄδικον νὰ στερῶνται αἱ ναυτικαὶ πόλεις ναυτοδιδασκάλων.
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§140ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Παραδέχομαι. (Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη καὶ τὰ ἄρθρα 16, 17, 18).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Δʹ «Δημοτικὴ ἐκπαίδευσις». Προσωπικὸν Δημοτικῶν σχολείων 382,360 δραχμαί.
§142Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Χαλκίδα ἔχομεν μίαν Ἰσραϊλιτικὴν κοινότητα, ἥτις ἔχει ἕνα διδάσκαλον, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε παρεῖχε 30 δραχμὰς μόνον κατὰ μῆνα. Αὐτὸς εἶναι οἰκογενειάρχης καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ εὐτελοῦς ποσοῦ δὲν δύναται νὰ ζήσῃ, οὐδ’ εἶναι καὶ εὔκολον νὰ ἀντικατασταθῇ. Ὁ πτωχὸς αὐτὸς διδάσκαλος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπέλθῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἰσραϊλιτικὴ κοινότης δι’ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν ἐζήτησεν ὅπως αὐξηθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου παρεχομένη αὐτῷ χορηγία εἰς δραχμὰς 50 τοὐλάχιστον. Ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι φιλησυχότατοι καὶ οὐδεμίαν ἄλλην ἔχουσιν ἀξίωσιν, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως παραδεχθῇ τὴν παράκλησίν των.
§143ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τοιαύτην ἀναφορὰν δὲν ἔλαβον.
§144ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὰς ἐξουσίας, τὰς παρὰ τοῦ Συντάγματος παραχωρημένας εἰς ἑκάστην τῶν Ἐξουσιῶν καὶ εἰς ἑκάστην τῶν Ἀρχῶν. Ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίζῃ ὅτι αὐξάνει τὴν μισθοδοσίαν τοῦ δεῖνα διδασκάλου, δὲν εἶναι ὀρθόν· ἠμπορεῖ νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο μάλιστα.
§145ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς αὐξηθῇ λοιπὸν ἡ πίστωσις ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ αὐξηθῇ καὶ ἡ μισθοδοσία.
§146ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πίστωσις, ἥτις χορηγεῖται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀνέρχεται εἰς 382,360 δραχμάς. Νομίζετε, ὅτι αὕτη προϋπελογίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κεκανονισμένων μισθῶν; Μένει εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως πίστωσις ἀδιάθετος, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη προσθήκης. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον τὸ κεφάλαιον Δʹ ὡς καὶ τὰ ἐπίλοιπα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1886 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. (Γίνεται δεκτὸς ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον μετὰ δύο προσθηκῶν, αἵτινες ἐγένοντο τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἤτοι ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ΙΓʹ ἄρθρον μόνον «κεκλεισμέναι χρήσεις» δραχμαὶ 215,260 καὶ λεπτὰ 50 προσετέθησαν 118,000 κατὰ τὰς σημειώσεις τοῦ Λογιστηρίου, ὥστε τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 333,260 καὶ λεπτὰ 50. Ἐπίσης δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 20 ἄρθρον μόνον «ἔξοδα γραφείων σωμάτων καὶ καταστημάτων δραχμαὶ 130,000, προσετέθησαν 5,000 δραχμαὶ δι’ ἐνοίκιον ἁμάξης· ὥστε τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀνεβιβάσθη εἰς 135,000 δραχμάς).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν.
§149ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ παρατείνωσι τὴν ὑπομονὴν αὐτῶν διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τοὺς ἐκτάκτους Προϋπολογισμοὺς τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν τὴν ἑσπέραν ταύτην διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ ὑπηρεσία νὰ συναρμολογήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ αὔριον νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοὺς νόμους τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοὺς κυροῦντας τὸν Προϋπολογισμόν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, τοῦ Κεφαλαίου Αʹ. Ἐπὶ δὲ τοῦ ἄρθρου 4 «προσωπικὸν Διευθυντηρίου Ναυστάθμου 82,100,» τῇ αἰτήσει τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἀφηρέθησαν 4,000 δραχμαὶ ὡς παρελθούσης πιστώσεως). (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 5, 6 καὶ 7. Ἐπὶ δὲ τοῦ ἄρθρου 8 «λιμενικὴ ὑπηρεσία 151,560 δραχμαί,» ἐγένετο ἡ ἑξῆς συζήτησις).
§150ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἡ πόλις Ληξουρίου τῆς Ἐπαρχίας Πάλης, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, εἶναι μία τῶν ναυτικωτέρων πόλεων, ἡ δὲ λιμενικὴ ὑπηρεσία ἄνευ διορισμοῦ βοηθοῦ τοῦ ἐπιστάτου τοῦ λιμένος Ληξουρίου δὲν διαχειρίζεται καλῶς, καὶ διὰ τοῦτο πολλὰ παράπονα γεννῶνται ἐκ μέρους τῶν πλοιάρχων, μὴ προφθάνοντος νὰ ἐξαρκέσῃ. Ζητῶ λοιπὸν νὰ προστεθῶσι 1000 δραχμαὶ πρὸς τοῦτο.
§151ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ. Ἄλλοτε εἴπομεν, ὅτι ἔχομεν Λιμεναρχεῖον εἰς τὴν Ἀμουργώ, ζητοῦμεν δὲ νὰ ἀνασυστηθῇ τὸ Ὑπολιμεναρχεῖον τῆς Ἀμουργώ, διότι μεγίστη ἀδικία προσγίγνεται ἐκ τούτου.
§152ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πίστωσις ἡ ἀναγραφομένη δὲν διατίθεται ὁλόκληρος, μένει δὲ καὶ ποσὸν ἀδιάθετον· ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη προσθήκης ποσοῦ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9, ἐπὶ δὲ τοῦ 10 «πλήρωμα βασιλικῶν πλοίων 1,375,000» γίνεται προσθήκη τῇ αἰτήσει τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ μισθοῦ τοῦ Ὑποναυάρχου ἐκ πλοιάρχου, τὸ ποσὸν 3,240, ἑπομένως τὸ ἄρθρον ἀνεβιβάσθη 1,378,240). (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11, 12, 13, 14 καὶ 15, ἐπὶ δὲ τοῦ ἄρθρου 16 «προσωπικὸν Σχολῆς ναυτικῶν δοκίμων 72,140 δραχμαὶ,» τῇ αἰτήσει τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ προσετέθησαν δραχμαὶ 55,894· ὥστε ἀνεβιβάσθη τὸ ἄρθρον εἰς 128,034. Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἐπίλοιπα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκτακτος Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. (Γίνεται δεκτὸς κατ’ ἄρθρα καὶ κεφάλαια ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὁ ἔκτακτος Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκτακτος Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. (Γίνεται δεκτὸς κατ’ ἄρθρα καὶ κεφάλαια ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὁ ἔκτακτος Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 καὶ 25 μ. μ.).