1885.12.03
1,948 rows · 15,133 words · 143 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45
Τῆς 3 Δεκεμβρίου 1885.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μὲ παρεκάλεσε νὰ προτιμηθῇ τὸ περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν δυνάμεως νομοσχέδιον.
§2ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ κ. βουλευτὴς Λακεδαίμονος καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἐζήτησαν νὰ ὑποβάλω τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν Μονὴν Γαλατάκη. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα κατέθεσα πρὸ ἡμερῶν, ἤδη δὲ καταθέτω καὶ ἄλλας πληροφορίας. Ἐπίσης οἱ κύριοι βουλευταὶ Ἀγρινίου ὑπέβαλον ἐπερώτησιν περὶ τοῦ Γυμνασίου Ἀγρινίου, καὶ ζητοῦσι νὰ πληροφορηθῶσι τίς ὀφείλει νὰ καταβάλῃ τὴν μισθοδοσίαν τῶν Καθηγητῶν. Ἐκτὸς τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε καὶ τηλεγράφημα παρὰ τοῦ διευθύνοντος τὸ Γυμνάσιον, ἐρωτῶντος πόθεν θὰ πληρωθῶσιν οἱ κύριοι Καθηγηταὶ τὸν μισθόν των. Τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ἡ πόλις Ἀγρινίου ἐδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν της νὰ συστηθῇ Γυμνάσιον ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ, ὑπεβλήθη δὲ συγχρόνως καὶ ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ δηλοῦται, ὅτι ἀναλαμβάνει ὁ Δῆμος εἰς βάρος του τὸ ποσὸν 3,000 δραχμῶν διὰ μισθοὺς, τὴν δαπάνην τῶν ἐπίπλων καὶ προσφέρει καὶ τὸ οἴκημα. Τὸ Ὑπουργεῖον δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1836 περὶ κανονισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καὶ Γυμνασίων, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις Γυμνασίου, ἐὰν ἀναλάβῃ ὁ Δῆμος τὴν δαπάνην ὁλόκληρον, τὸ Ὑπουργεῖον ἀπήντησεν, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὡρίσθη διὰ τοῦ ψηφίσματος, δὲν ἐπήρκει, συμπληρωτικῶς τότε ὑπεβλήθη ἀναφορὰ δύο ἀξιοτίμων πολιτῶν Ἀγρινίου, τοῦ συναδέλφου ἡμῶν κυρίου Σταΐκου καὶ ἑτέρου πολίτου, οἵτινες ἐδήλωσαν, ὅτι εἰσὶ πρόθυμοι καὶ ἀναλαμβάνουσι νὰ καταβάλλωσι τὴν διαφοράν· ἑπομένως κατόπιν τῆς δηλώσεως ταύτης ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα καὶ ἐσυστήθη Γυμνάσιον ἐκ δύο τάξεων, ἀλλ’ οἱ Καθηγηταὶ δὲν πληρώνονται. Ἑπομένως κατὰ τὴν γνώμην μου ἐπέρχεται ἐμμέσως ὅ,τι ἐξ ἀρχῆς ἐπεθύμουν οἱ κύριοι βουλευταί· διότι φρονῶ, ὅτι οἱ Καθηγηταὶ πρέπει νὰ πληρωθῶσι παρὰ τοῦ Δημοσίου, τὸ δὲ Δημόσιον θὰ ἔχῃ λαμβάνειν παρὰ τοῦ Δήμου. Αὐτή εἶναι ἡ ἀπάντησίς μου.
§3ΤΡΥΓΩΝΗΣ. Τώρα οἱ Καθηγηταὶ θὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τὸ Δημόσιον;
§4ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ Ὑπουργεῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἁρμοδίως παρὰ τοῦ Δημάρχου, διότι ἀνέλαβεν ὁ Δῆμος νὰ πληρώνῃ· ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δήμου εἶναι καθαρὰ, ἑπομένως θὰ καλέσω τὸν ὑπόχρεων, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσίν του· διότι εἶναι ἄδικον, ἀφοῦ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος συνεπεία τῆς συμφωνίας καὶ τοῦ ψηφίσματος διωρίσθησαν οἱ Καθηγηταὶ, νὰ καθυστερῆται ὁ μισθός των.
§5ΤΡΙΓΩΝΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§7ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὑρεθῇ μίαν φορὰν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μας, διότι ἀφορῶσι σπουδαῖα συμφέροντα Ἐπαρχιακά.
§8ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην καὶ συνιστῶ τὴν ἐπερώτησιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί παρακαλεῖτε ἐμέ! παρακαλέσατε αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν, τὸν ὁποῖον καθ’ ἡμέραν βλέπετε. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παρακαλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ προταχθῇ περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, νὰ λαμβάνωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐγκαίρως καὶ ὄχι εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δεύτερον σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ συντάσσηται ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ νὰ εἶναι γνωστὴ, διότι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸ ἐφέραμεν.
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δικαιοτάτη εἶναι ἡ ἀξίωσις· ἡ ἡμερησία διάταξις νὰ διανέμηται ἀπὸ τῆς πρωΐας εἰς τὰς οἰκίας τῶν κυρίων βουλευτῶν, διὰ νὰ γνωρίζωσι τὰ ἀντικείμενα, ἐφ’ ὧν θέλουσι προβῆ εἰς συζήτησιν, νὰ παρασκευάζωνται εἰς συζήτησιν καὶ τοιουτοτρόπως νὰ δύνανται ἐν γνώσει νὰ προβῶσιν εἰς ἐπιψήφισιν. Εἰς τοῦτο οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διατάξῃ οὕτως τὰ τῆς διανομῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὥστε καθ’ ἑκάστην πρωΐαν νὰ διανέμηται αὕτη. Ὡς πρὸς τὸ προκείμενον ὅμως νομοσχέδιον, τὸ ζητηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἡμεῖς δὲν εἴχομεν καὶ ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν νὰ προταχθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐνομίζομεν, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ προταχθῇ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι νόμος τυπικὸς, τὸν ὁποῖον κατ’ ἔτος ψηφίζομεν, διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ τὸ ζητήσωμεν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ διενεμήθη σήμερον.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει δυσκολίαν νὰ παραδεχθῇ πρότασιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως προβαλλομένην περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ἀλλ’ ὅ,τι θέλομεν, εἶναι, ὅταν γίνεται τοιαύτη πρότασις, ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ λέγῃ τὶ προτείνει καὶ διατὶ τὸ προτείνει. Βεβαίως δὲν θὰ ἐγένετο ἀντίῤῥησις, ἐὰν προεβάλετο ἡ πρότασις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἐπροτάθη παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι εἶναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· ἐνῷ δὲ ἐφροντίζομεν ν’ ἀνεύρωμεν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἐλέχθη ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχή. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔλεγεν, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ ἐτησίου νόμου, οὐδεὶς θὰ ἔφερεν ἀντίῤῥησιν· καὶ νομίζω ὅτι καὶ ἤδη, ἀφοῦ ἐγένετο καταληπτὴ ἡ πρότασις, δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις ὅπως ψηφισθῇ.
§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἔχει δυσκολίαν νὰ παραδεχθῇ μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, εἶναι γνώμη Συνταγματική· διότι, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον ἐμφανισθῇ καὶ ζητήσῃ μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ ἂν αὕτη δὲν γένηται ἀποδεκτή, καὶ ἡ πλειονοψηφία δὲν ἀποδέχεται τὴν αἴτησιν τοῦ Ὑπουργείου, ἐὰν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ αἴτησις ἦναι σπουδαία, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ παραμένῃ ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἄλλως τε ἐνόσῳ τὸ Ὑπουργεῖον ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, θέλει γίνεσθαι ἀποδεκτή, καὶ δὲν εἶναι καμμία παραχώρησις ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν παρεκάλεσε τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ὑποδείξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος ἠρώτησεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη, ὥστε ἀδίκως ἐταράχθη ἡ μειονοψηφία. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ στρατολογίας καὶ ναυτολογίας νόμων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1).
§16ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Βλέπετε, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον χρήζει σπουδαίας συζητήσεως· φέρει οὐσιώδεις ἀλλοιώσεις εἰς τὸ καθεστὼς τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν Ναυτικοῦ. Τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν, ὅπως ἕως τώρα ἐλειτούργησε, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔδωκε ἀφορμὴν νὰ παραπονεθῶμεν, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἕως τώρα ἐβαδίσαμεν ἄνευ—ἂς μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τὴν ναυτικὴν—πυξίδος. Ἐὰν τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν δὲν εἶνε εἰς θέσιν σήμερον νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν πόθον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦτο δὲν προέρχεται ἐκ τῆς προσωπικῆς ἀδυναμίας, ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἀπόδειξις εἶνε, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς μακρᾶς μαθήσεως καὶ τῆς μακρᾶς πείρας τῶν πραγμάτων εἰς οὐδὲν ὑστερεῖ ἐκ τῶν ἀπαιτουμένων παρ’ αὐτοῦ ἔργων, εἶνε δὲ κατηρτισμένον ἐπαρκῶς, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχωσι τὰ μέσα. Σήμερον παρουσιάζεται μεταβολὴ τοῦ καθεστῶτος.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συζητεῖτε περὶ νόμου ναυτολογίας, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ περὶ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων· ἄλλο εἶνε τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου συζητεῖτε· ὑμεῖς συζητεῖτε περὶ τοῦ νόμου τοῦ τροποποιοῦντος τὸν νόμον τὸν Ναυτικόν· αὐτὸ τὸ ὁποῖον συζητεῖται εἶνε ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 19 τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§18ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πάντα ταῦτα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα τὸ Ναυτικὸν, πρέπει ν’ ἀναβληθῶσι, κατὰ συνέπειαν φρονῶ ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει ν’ ἀναβληθῇ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποθέματος τῶν λιμενικῶν φόρων Ἀργοστολίου).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν.
§21ΗΛ. ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, κύριοι, περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω τρεῖς τροπολογίας· ὁ λόγος δὲ, διὰ τὸν ὁποῖον τὰς ὑπέβαλον, εἶναι ὁ ἑξῆς: ὁ περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν Νόμος, εἶναι Νόμος εὐεργετικὸς, ἐψηφίσθη δὲ ὅπως εὐεργετηθῇ κυρίως ὁ ἀγροτικὸς λαὸς τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ συνέπειαν διὰ τοῦ Νόμου τοῦ πρῶτον ψηφισθέντος ἐπετράπη εἰς τοὺς κατόχους τῶν γαιῶν νὰ δηλώσωσιν ὡρισμένα στρέμματα γαιῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ καθ’ αὑτὸ κάτοχοι, ἡ καθ’ αὑτὸ γεωργικὴ τάξις, δι’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ Νόμος, δὲν ὠφελήθη ἐκ τοῦ ψηφισθέντος τούτου Νόμου· καὶ ὅπως δημοσιεύονται οἱ νόμοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνουν γνωστοὶ ὄχι μόνον εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους γεωργοὺς, ἀλλ’ οὔτε εἰς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀνήκοντας εἰς ἀνωτέραν τάξιν· κατὰ δὲ τὰ τελευταῖα ἔτη οὐδ’ εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τοὺς νομοθετοῦντας εἶναι γνωστοὶ οἱ νόμοι ἕνεκα τῶν πολλῶν νομοσχεδίων, ἅτινα συγχρόνως ὑποβάλλονται, καὶ τῆς ταχύτητος, μεθ’ ἧς ψηφίζονται. Ἤμην καὶ εἶμαι, κύριοι, κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῆς ψηφίσεως πολλῶν νόμων, καὶ εἶμαι ἐναντίος τῆς ψηφίσεως τῶν πολλῶν νόμων, ὄχι κατὰ πρόληψιν, ὄχι διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνειθίζουν καθ’ ἑκάστην νὰ ψηφίζουν νόμους, συνειθίζουν καὶ νὰ παραβαίνουν αὐτοὺς, ἀλλὰ διότι καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας ἐπείσθην, ὅτι ὅπου ἔγειναν πολλοὶ νόμοι, τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα ἐκατεστράφησαν. Τὸ Ῥωμαϊκὸν Ἔθνος χρονολογεῖ τὴν καταστροφήν του ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤρχισε νὰ συντάσσῃ ἀπείρους νόμους καὶ ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ νομοθετικὸν οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ ὅπερ κινδυνεύει νὰ συμπαρασύρῃ καὶ τὸ μικρὸν αὐτὸ Ἔθνος εἰς τὴν καταστροφήν. Γνωρίζετε, κύριοι, ποία εἶνε ἡ θέσις ἐκείνου, ὁ ὁποῖος καταφεύγει εἰς τὰ δικαστήρια; Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τῷ δώσητε ἄλλην ἐνασχόλησιν διὰ νὰ καταστραφῇ, παρὰ νὰ τὸν ῥίψητε εἰς τὰ δικαστήρια καὶ εἰς τὴν συνδρομὴν τῶν νόμων. Καὶ ἐξ ἄλλου λόγου, κύριοι, ἐπείσθην, ὅτι πρέπει νὰ ἦμαι ἐναντίος τῆς ψηφίσεως πολλῶν νόμων· δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ εἴμεθα σοφώτεροι ἀπὸ τὸν Θεὸν, καὶ αὐτὸς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θέσῃ νόμους ἐπὶ Μωϋσέως. Μήπως δὲν εἶχεν ἄπειρον σοφίαν νὰ ψηφίσῃ περισσοτέρους νόμους ἀπὸ ὅσους εἰσάγομεν ἑκάστοτε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ νὰ δώσῃ οὕτω πολὺ πλείονας νόμους εἰς τὸν περιούσιόν του λαόν; Ἠδύνατο, ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι ἔδωκεν ἕνα μόνον νόμον μὲ 10 ἐντολάς. Οἱ νόμοι, κύριοι, πρέπει νὰ ἦναι πρῶτον σπάνιοι, σπανιώτατοι, διὰ νὰ συνειθίσῃ ὁ κόσμος νὰ σέβηται αὐτούς· ἔπειτα πρέπει οἱ νόμοι νὰ ἦναι ὀλίγοι, πρέπει ν’ ἀριθμῶνται ἐπὶ τῶν δακτύλων διὰ νὰ δύναται καὶ ὁ τελευταῖος κάτοικος τοῦ Ἔθνους, διὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζονται οἱ νόμοι, νὰ γνωρίζῃ αὐτοὺς, ἤτοι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπιβάλλονται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συμμορφόνεται πρὸς αὐτὰ, τρίτον νὰ μετέχουν ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, καὶ διὰ νὰ μετέχουν ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης ἀπαιτεῖται μεγάλη βάσανος· δὲν εἶναι εὔκολον νὰ θεσπίσητε ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ ἀπείρους νόμους καὶ οἱ νόμοι αὐτοὶ νὰ ἦναι τόσον καλῶς κατηρτισμένοι, ὥστε νὰ ἦναι τέλειοι καὶ ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὸν σκοπόν των. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον βλέπετε ὅτι, ἐνῷ ψηφίζομεν καθ’ ἑκάστην νόμους, ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ἡμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ καταργῶμεν αὐτοὺς, καὶ νὰ τοὺς καταργῶμεν θεωροῦντες τοῦτο ὡς εὐεργέτημα μεγαλείτερον ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡρμήθημεν, ὅταν ἐψηφίζομεν αὐτοὺς τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ψηφίζομεν, ἔχουν καὶ τὴν σπουδαίαν ἔλλειψιν τῆς μὴ προσηκούσης γνωστοποιήσεως εἰς ὅλον τὸν λαὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζονται. Οἱ νόμοι ψηφιζόμενοι, δημοσιεύονται μὲν ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως,» ἀλλὰ γνωρίζετε ποῖοι δύνανται νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», μόλις οἱ νομοθέται καὶ οἱ ὑπάλληλοι· ὁ δὲ λαὸς ὁ ἁπλοῦς δὲν ἔχει οὐδεμίαν γνῶσιν· ἡ δὲ Διοίκησις, ἡ ὁποία κυρίως ὀφείλει νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς νόμους καὶ νὰ τοὺς καθιστᾷ γνωστοὺς εἰς τὸν λαὸν διὰ νὰ ἐπωφελῆται, ὁσάκις ψηφίζονται ὑπὲρ αὐτοῦ εὐεργετικοὶ νόμοι, ἡ Διοίκησις κωφεύει, καὶ μόνον οἱ ἐπιτήδειοι καὶ οἱ φίλοι τῆς Ἐξουσίας εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες ἀπολαμβάνουν συνήθως τῶν εὐεργετημάτων τῶν νόμων. Ἀπαράλλακτα καὶ αὐτὸς ὁ Νόμος περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν, καὶ ὁ περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ ἄλλοι ἀκόμη δὲν ἐχρησίμευσαν παρὰ νὰ καταστήσουν τοὺς χωρικοὺς δουλοπαροίκους καὶ νὰ δώσωσι τὰς γαίας εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἦσαν ἢ ἰσχυροὶ ἢ πλησίον τῶν ἰσχυρῶν. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχητε ἀνάγκην παραδειγμάτων οὐδὲ ἀναφέρω τοιαῦτα, ὁμιλῶ γενικῶς καὶ περὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν καὶ τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἐν τῇ συνειδήσει του γνωρίζει, καὶ δι’ αὐτὸ πιστεύω ὅτι θὰ δώσητε τὴν προσήκουσαν προσοχὴν καὶ πίστιν εἰς τὰ λεγόμενά μου. Λοιπὸν ὁ πρῶτος νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη, κύριοι, περὶ δηλώσεως τῶν γαιῶν, δὲν ἐπέτυχεν ἀμέσως, ὥστε νὰ δηλώσουν οἱ πράγματι κάτοχοι τῶν γαιῶν, καὶ ἤρχισαν τὰ παράπονα· ἐδήλωσαν πολλοί, δὲν ἐδήλωσαν ὅλοι ἢ ἐδήλωσαν ἐλλιπῶς. Μετὰ τὸν νόμον αὐτὸν καὶ ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ κάτοχοι, ἐπῆλθεν ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ἐπιτρέπουσα καὶ εἰς τοὺς μὴ κατόχους νὰ δηλῶσι τὰς γαίας τὰς παρ’ ἄλλων κατεχομένας. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς μὴ κατόχους τὸ ἴδιον συνέβη· μόνον ὅσοι ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἐπωφεληθῶσι τοῦ νόμου, αὐτοὶ ἔσπευσαν νὰ δηλώσουν καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατεῖχον ἄλλοι, ἀλλὰ δὲν εἶχον δηλώσει, καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον μὲν δηλώσει, ἀλλὰ ὑπὸ μικροτέραν τῆς πραγματικῆς ἔκτασιν. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθησαν παράπονα, ἕνεκα δὲ τῶν παραπόνων τοῦ κόσμου, ὅτι δὲν ἐγνώρισεν ἀμέσως τὸν νόμον, καὶ ὅτι δὲν ἐπρόφθασαν νὰ δηλώσουν, ἐψηφίσθη ἕτερος εὐεργετικὸς νόμος, ὁ νόμος περὶ παρατάσεως προθεσμίας εἰς τοὺς κατόχους. Οἱ κάτοχοι λοιπὸν ὅ,τι δὲν εἶχον δηλώσει, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶχον δηλώσει οἱ μὴ κάτοχοι, τὸ ἐδήλωσαν καὶ αὐτοὶ καὶ τοιουτοτρόπως ἐγεννήθη σπουδαιοτάτη περιπλοκή, ἕνας τραγέλαφος, ὅτι δηλαδὴ ἐπὶ τῆς αὐτῆς γῆς εὑρίσκομεν τὸν κάτοχον δηλωτὴν ἐπὶ ὡρισμένης ἐκτάσεως, εὑρίσκομεν τὸν μὴ κάτοχον δηλωτὴν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως, εὑρίσκομεν τὸν αὐτὸν κάτοχον δηλωτὴν καὶ πάλιν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀλλὰ μεγαλειτέρας ἐκτάσεως, ἣν ἔχει πλέον δηλώσει καὶ ὁ κάτοχος. Αὐτὰ ἐγέννησαν τὸν τραγέλαφον, αὐτὸς δὲ ὁ τραγέλαφος ἐγέννησε τὸ σπουδαιότατον ζήτημα, ὅτι ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου εἶνε ἐπὶ τῆς αὐτῆς γῆς διάφορα πρόσωπα ὀφειλέται, εἶνε οἱ κάτοχοι, οἱ μὴ κάτοχοι καὶ τρίτοι, καὶ ὅτι αὐτὰ τὰ τρία ἢ πολλὰ πρόσωπα κατ’ ἀρχὰς ἐπλήρωσαν ὅλα διὰ τὴν αὐτὴν γῆν καὶ ὅλα καταδιώκονται, καὶ ἐν τούτοις ἐπειδὴ δὲν εἶνε ἓν ὡρισμένον τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ δηλώσει ὡρισμένην ἔκτασιν γῆς, ἀλλ’ εἶνε πολλὰ πρόσωπα ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως γῆς, καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν δυσχερεστάτην θέσιν νὰ μὴ γνωρίζῃ εἰς ποῖον νὰ ἀποδώσῃ τὴν γῆν αὐτήν, καὶ οἱ πληρώσαντες ἀδικοῦνται καὶ διατελοῦσιν ἐν ἀπελπισίᾳ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, κύριοι, δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον, διότι οὔτε εἰς τὸ Δημόσιον, οὔτε εἰς τοὺς ἰδιώτας συμφέρει. Δὲν συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον, διότι τὰ διάφορα αὐτὰ πρόσωπα, οἱ δηλωταί, ἔκαμον στάσιν, δὲν πληρόνουν πλέον, καὶ ἀναμένουν τὴν λύσιν ποῖος θὰ ἦναι ὁ κύριος αὐτῆς τῆς γῆς, ἵνα πληρώσῃ τὸ ὑπόλοιπον, ὥστε τὸ Δημόσιον κατ’ ἀνάγκην ζημιοῦται. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει ὅλα τὰ μέσα καὶ δύναται νὰ καταδιώξῃ καὶ τὰ τρία συγχρόνως διὰ τὴν αὐτὴν γῆν ὀφείλοντα πρόσωπα καὶ νὰ εἰσπράξῃ τὰ καθυστερούμενα. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι, κύριοι, ἄδικον, καὶ οὔτε συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ δεσμεύσῃ τόσα πρόσωπα, νὰ στερῇ δὲ καὶ αὐτὰ τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας, καὶ τὰς χεῖράς των ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ τὸν φόρον του! Ἀλλὰ δὲν συμφέρει καὶ δι’ ἄλλον σπουδαιότατον λόγον. Τὸ Δημόσιον, κύριοι, εἶναι ὁ γενικὸς ἀντιπρόσωπος, εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος ὅλων τῶν ἰδιωτῶν· ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον, κύριοι, νὰ πιέζῃ ἀδίκως καὶ νὰ εἰσπράττῃ παρανόμως ἀπὸ τὸν ἀντιπροσωπευόμενον ἰδιώτην; ὄχι. Μάλιστα, ἂν θέλουν αἱ Κυβερνήσεις νὰ καταστήσουν τὸ Δημόσιον καλῆς πίστεως καὶ νὰ δώσουν εἰς τὸν ἰδιώτην νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὀφείλει ἐκ σεβασμοῦ νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Κράτος, πρέπει αὐτὸ τὸ Δημόσιον πρῶτον νὰ τὸ καταστήσουν καλῆς πίστεως καὶ ὅπου τὸ Δημόσιον δὲν δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ, πρέπει νὰ μὴ εἰσπράττῃ διὰ τῆς βίας, διότι τὸ ἐναντίον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ἄδικον, εἶναι ἀποτρόπαιον, δίδει καὶ τὸ κακὸν παράδειγμα εἰς τὸν ἰδιώτην νὰ καταδολιεύηται καὶ ἀσεβῇ πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ νὰ λέγῃ ἐν ἑαυτῷ ὅτι μὲ τοιοῦτο Δημόσιον δὲν πρέπει ποτὲ νὰ πληρώσω καὶ ἂν ἀκόμη τῷ ὀφείλω· διότι τί εἶναι τὸ Δημόσιον, ὅταν παρανόμως εἰσπράττῃ παρὰ μὴ ὀφειλόντων; εἶναι ἐκβιαστής! Εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ἔχει τὴν προσωπικὴν κράτησιν, νὰ στείλῃ καὶ εἰς τὸν μὴ ὀφείλοντα, ἔλα καὶ τῷ εἴπῃ νὰ πληρώσῃς; ποσῶς! Πρέπει λοιπὸν νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ εἶναι τιμὴ μεγάλη εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐὰν λύσῃ αὐτό. Αὐτὸ δὲ δυστυχῶς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει τὸν ἠθικὸν χαρακτῆρα, τὴν ὑπόληψιν τοῦ Δημοσίου, αὐτὸ οὐδέποτε ἐξητάσθη. Δὲν ἔχετε ἰδέαν τί γίνεται ἐν μέσαις Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ. Τὸ Δημόσιον ἐπώλησεν εἰς ἰδιώτας διάφορα οἰκόπεδα ἀνήκοντα δῆθεν εἰς τὸ Δημόσιον, ἐνῷ δὲν ἀνῆκον, πολλὰ μάλιστα εἶχον ἐκποιηθῆ καὶ τὰ κατεῖχον ἄλλοι· οἱ Ἔφοροι πωλοῦν ἄνευ εὐθύνης, οἱ ἔμποροι λοιπὸν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς ἠγόρασαν τοιαῦτα οἰκόπεδα, καὶ ἀφοῦ ἐπλήρωσαν τὰς πρώτας δόσεις, ὑπῆγαν νὰ ἐγκατασταθοῦν· ἀλλὰ τὰ οἰκόπεδα τὰ κατεῖχον ἄλλοι καὶ μάλιστα ἰσχυροί, ὡς ἡ Τράπεζα καὶ ἄλλοι. Ἐζήτησαν λοιπὸν νὰ τοῖς ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα· τὸ Δημόσιον, κατὰ τὸ σύνηθες, ἔδωκε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τοὺς συμβούλους, οἱ σύμβουλοι εἶπον ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι νὰ ἐπιστραφοῦν τὰ χρήματα μὲ τοὺς τόκους, ἀλλὰ ἂν ἀνοίξωμεν αὐτὴν τὴν θύραν, ἐπειδὴ εἶναι πολλοὶ τοιοῦτοι καὶ θὰ δοθῶσι πολλὰ χρήματα, θὰ ὑποστῇ μεγάλην ἀφαίμαξιν τὸ Ταμεῖον. Δὲν ἐξετάζουν αὐτοὶ οἱ κύριοι ἂν ἔχῃ δίκαιον τὸ Δημόσιον ἢ ἄδικον, ἀλλὰ μόνον ἐὰν τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου συμβιβάζεται, καὶ ἂν δὲν συμβιβάζηται, τότε δὲν δίδουν οὔτε λεπτὸν διὰ τὸ δίκαιον τοῦ ἰδιώτου. Οἱ ἄνω ἔμποροι ὑπέβαλον ἐπανειλημμένας αἰτήσεις, καὶ οἱ νομικοὶ σύμβουλοι κατόπιν ἀπεφάσισαν νὰ ἐπιστραφοῦν τὰ χρήματα, ὁπότε τελεσιδίκως τὸ Δημόσιον ἀπολέσῃ τὴν δίκην, ἀφοῦ διατρέξῃ ὅλα τὰ στάδια τῶν Δικαστηρίων, ἤτοι μετὰ ἕνα ἀκριβῶς αἰῶνα, ἀλλὰ νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα καὶ ἄνευ τόκων. Τοιοῦτο συμβόλαιον, ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπογράψουν οἱ ἀδικούμενοι ἔμποροι καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ κινηθοῦν εἰς τὰ Δικαστήρια, ὁπότε τὸ Δημόσιον διέταξε τὸν εἰσπράκτορά του καὶ συνέλαβεν αὐτοὺς καὶ τοὺς ἔθεσεν ἐν τῇ φυλακῇ καὶ τότε τοὺς ὑπεχρέωσεν ὄχι μόνον νὰ ὑπογράψωσι συμβόλαια καὶ νὰ δεχθοῦν, ὁπότε ἤθελε τὸ Δημόσιον νὰ τοὺς πληρώσῃ, ἀλλὰ νὰ ὁμολογήσουν ἀκόμη, ὅτι δὲν ἐφυλακίσθησαν, ἐνῷ ἦσαν ἐν τῇ φυλακῇ. Ὑπάρχουν τοιαῦτα συμβόλαια καὶ βεβαίως αὐτὰ ἐξεγείρουν τὴν συνείδησιν παντός, ὅταν βλέπετε, ὅτι καθαρὰ ἔρχεται καὶ σ’ ἐκβιάζει τὸ Δημόσιον χειρότερα ἀπὸ τὸν ληστήν. Λοιπὸν αὐτὸ γίνεται, ἂν ὄχι καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, τοὐλάχιστον ὅμως κατὰ τὸ ἥμισυ, κατὰ τὸ ἓν τρίτον. Ἀλλ’ εἶναι δίκαιον νὰ καθήμεθα ἐδῶ, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, νὰ γνωρίζωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὸν λαὸν καὶ ν’ ἀνεχώμεθα αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Νομίζω, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα· ἄλλως, δὲν ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὸν προορισμόν μας, οὔτε ἔχει σκοπὸν ἡ ἐκλογή μας. Τὸ ζήτημα αὐτὸ πολλάκις ἐκινήθη ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ πολλοὶ ὁμολογουμένως εἰργάσθησαν, καὶ πολλοὶ ἠγόρευσαν, καὶ ἔλαβε διαστάσεις διαφόρους. Ἐν τούτοις λύσις ἀκόμη δὲν ἐπῆλθε, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον. Ἄν, κύριοι, δὲν συμφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον αὐτὴ ἡ λύσις, καίτοι εἶναι δικαία, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς σᾶς τοὺς κυβερνῶντας νὰ τὴν παρατείνετε, διότι τὸ Δημόσιον δὲν πρέπει ν’ ἀδικῇ· εἶναι προτιμότερον μυριάκις νὰ ζημιωθῇ, νὰ χρεωκοπήσῃ ἀκόμη παρὰ νὰ δεικνύῃ αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα εἰς τὸν λαόν. Καὶ μήπως εἶναι τόσον μέγα τὸ ἀποζημιωτέον ποσὸν, ὥστε νὰ κινδυνεύσῃ τὸ Ἔθνος; Ἐδῶ βλέπετε τί συμβαίνει καθ’ ἑκάστην καὶ μὲ πόσα ἑκατομμύρια ἐπιβαρύνομεν τὸ Ἔθνος διὰ μίαν ἰδέαν, δι’ ἕνα ἀριθμὸν προσδοκώμενον νέων κατοίκων. Ἐδῶ, ὅπου ἔχετε τὸν ἀριθμὸν εἰς τὰς χεῖρας, τόσας χιλιάδας ἀδικουμένων γεωργῶν, δὲν ἀφίνετε ἐλάχιστα πράγματα, διότι δὲν πιστεύω ν’ ἀπαιτηθοῦν οὔτε 500,000 δραχμῶν, δὲν ἀφίνετε αὐτὴν τὴν ἄδικον εἴσπραξιν, τὴν ὁποίαν κάμνει τὸ Δημόσιον, καὶ οὕτω νὰ σώσητε καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Δημοσίου, καὶ αὐτὸν τὸν ἀτυχῆ λαὸν, ὁ ὁποῖος πληρώνει καὶ δὲν εἰξεύρει ποῦ νὰ εὕρῃ σωτηρίαν; Δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθην νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα, καθόσον εἶδον, ὅτι καὶ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δὲν προβλέπεται αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν διὰ τὴν λύσιν αὐτοῦ, πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κατόχους καὶ τοὺς μὴ κατόχους τῶν γαιῶν, καὶ ἀναγινώσκω ταύτην· (ἀναγινώσκει) Τροποποίησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν νομοσχεδίου § αʹ. «Προτιμῶνται εἰς τὰς ἐν λόγῳ δηλώσεις ἀπολύτως οἱ κάτοχοι τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 § αʹ, βʹ καὶ γʹ γαιῶν, ἐὰν συμπληρώσωσι διὰ νέων δηλώσεων πᾶν ὅ,τι τυχὸν παρέλιπον νὰ δηλώσωσι μέχρι τοῦδε, εἴτε αὐτοὶ εἴτε οἱ κληρονόμοι καὶ ἐπίτροποι αὐτῶν, οἱ δὲ τυχὸν δηλώσαντες μὴ κάτοχοι, ἔστω καὶ ἐντὸς τοῦ Νόμου περὶ δηλώσεως παρὰ μὴ κατόχων καὶ μὴ δυνηθέντες νὰ καταλάβωσι τὰς ἄνω δηλωθείσας γαίας, ὀφείλουσι νὰ βεβαιώσωσι διὰ πρωτοκόλλου ὑπογεγραμμένου παρὰ τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ οἰκείου Δήμου, ἔνθα εὑρίσκονται αἱ γαῖαι, καὶ ὑπὸ ἀτομικὴν τοῦ Δημάρχου εὐθύνην, καταγγελλομένου ἐπὶ ἀρνήσει ὑπηρεσίας, ἐὰν ἀπὸ τῆς αἰτήσεως τοῦ μὴ κατόχου διὰ κλητῆρος ἐπιδιδομένης καὶ ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου ἐντὸς 10 ἡμερῶν δὲν ὑπογράφῃ ἢ δὲν συντάξῃ τὸ ἐν λόγῳ πρωτόκολλον: 1) ὅτι αἱ γαῖαι, περὶ ὧν πρόκειται, καὶ ἐδηλώθησαν καὶ κατέχονται παρ’ ἄλλου καὶ ὡρισμένως πότε καὶ ὑπὸ ποίαν δόσιν, καὶ 2) ὅτι εἶναι τόσης ὡρισμένης ἐκτάσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ μὴ κάτοχοι ἀναλαμβάνουσι τὰς καταβληθείσας δόσεις ὡς ἑξῆς: Ἐκδίδοται ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν γραμμάτιον παρὰ τοῦ οἰκείου Ταμείου τῆς περιφερείας τῶν γαιῶν, μὲ τὸ δικαίωμα νὰ πραγματοποιῆται εἰς οἵας δήποτε γαίας τοῦ Κράτους ὁμοίας ποιότητος, καὶ ἂν τοιαῦται δὲν ὑπάρχωσι, νὰ ἔχωσι τὰ ἐν λόγῳ γραμμάτια τὴν ἰσχὺν τῶν ἐν ἄρθρῳ 11 τοῦ νόμου περὶ τῶν ἐτησίων δόσεων τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἀλλ’ ἀπολύτως ἐπὶ πάσης δόσεως παγίας καὶ μή. Ἡ προσθήκη αὕτη ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 § αʹ καὶ βʹ.»
§22ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀκούομεν κ. Πρόεδρε. Νὰ γείνῃ ἡσυχία.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν οἱ διάλογοι, κύριοι.
§24ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἤδη προβαίνω εἰς τὰ καθέκαστα. Πρῶτον, ὅταν εἰς τὸν κάτοχον τῆς γῆς δώσῃς τὸ δικαίωμα νὰ γίνῃ ὁ κύριος καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρέλειψε νὰ δηλώσῃ, ἐὰν τὸ δηλώσῃ καὶ ἤδη, ὄχι μόνον δὲν πράττετε ἀδικίαν, διότι καὶ τὸν κάτοχον ἱκανοποιεῖτε, διότι ἕνεκα τῆς ἀγνοίας τοῦ νόμου δὲν ἐδήλωσε, καὶ τὸ Δημόσιον λαμβάνει τὸ δικαίωμά του. Ἀλλ’ ἀδικεῖτε τὸν μὴ κάτοχον δηλωτὴν ἴσως εἴπῃ τις, διότι δὲν τῷ ἀποδίδετε τὴν γῆν, καί τοι ἐδήλωσεν αὐτὴν ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας. Ὁ λόγος, δι’ ὃν φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἀδικεῖται ὁ μὴ κάτοχος, εἶναι ὁ ἑξῆς. Πρῶτον αὐτὸς δὲν κατέχει, ἐὰν δὲ παραπέμψωμεν αὐτὸν εἰς τὰ Δικαστήρια, ὡς ἔχει ὁ νόμος, ἀντὶ νὰ τῷ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην, θὰ καταστρέψωμεν αὐτὸν πληρόνοντα καὶ εἰς τὰς δόσεις καὶ εἰς δικαστικὰ ἔξοδα. Διὰ νὰ μὴ γεννήσωμεν λοιπὸν δικαστικὸν ἀγῶνα, διὰ νὰ δικαιώσωμεν καὶ τὸν κάτοχον, ὁ ὁποῖος, εἴπομεν, ὅτι ποτὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἐν γνώσει τῶν νόμων, ὅπως δημοσιεύονται, τὸ παραδίδομεν εἰς τὸν κάτοχον· τώρα ἂν συμβῇ ὅ,τι συμβαίνει, ὥστε ἤδη ὁ κάτοχος νὰ ἀπέβαλε τὴν κατοχὴν, καὶ νὰ ἔλαβε ταύτην ὁ δηλώσας μὴ κάτοχος, πάλιν αὐτὸς ἂν ἔχῃ εἰς τὴν κατοχήν του τὴν γῆν, αὐτὸς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ νὰ γίνῃ κύριος αὐτῆς καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ γεννῶνται οὔτε ἔριδες ἐπὶ τόπου, οὔτε δικαστικοὶ ἀγῶνες. Τοιουτοτρόπως καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου πληροῦται καὶ ἀπὸ τοὺς δικαστικοὺς ἀγῶνας αἴρομεν τὴν αἰτίαν. Καὶ ἀληθὲς μὲν εἶναι, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κατόχους ἢ μὴ κατόχους, ὅτι ὑπῆρξεν εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος ἐχορήγει εἰς τοὺς μὴ κατόχους τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθοῦν ἀπὸ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα κατέχουν οἱ κάτοχοι, καὶ ὀρθῶς τὸ παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κυπαρισσίας, ἀλλὰ καὶ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν αἴρει τὸ σπουδαιότατον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προβλέπει ἡ προσθήκη μου. Ποῖον εἶναι τὸ σπουδαῖον; νὰ μὴ ἔχωμεν δικαστικὸν ἀγῶνα. Ἅμα δώσητε ἀφορμὴν εἰς δικαστικὸν ἀγῶνα, πρῶτον καταστρέφετε καὶ τοὺς δύο, διότι γνωρίζετε τί συμβαίνει ἐν Ἑλλάδι· δεύτερον ἐνισχύετε τὸν ἰσχυρότερον, διότι πάντοτε ὁ ἰσχυρότερος θὰ νικήσῃ τὸν ἀδύνατον, ἐνῷ διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς ὅλα αὐτὰ αἴρονται. Ἀλλὰ πῶς ἱκανοποιεῖται ὁ μὴ δηλώσας; Καὶ αὐτὸς ἱκανοποιεῖται, ἐπιστρεφομένων τῶν δόσεων εἰς αὐτόν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ Δημόσιον πιθανὸν νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ χρήματα, τῷ δίδει γραμμάτιον, ὁποῖον τὸ Κρητικὸν, τὸ Φαλαγγιτικὸν, ἢ γραμμάτιον παρακαταθηκῶν, τὸ δὲ γραμμάτιον αὐτὸ δύναται νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ ἢ εἰς ἀγορὰν γῆς, ἢ νὰ τὸ δώσῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ πληρώσουν εἰς τὸ Δημόσιον δόσεις, οὗτοι δὲ νὰ τὸ καταβάλωσιν ἀντὶ χρημάτων. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν διὰ τῆς προσθήκης αὑτῆς, ἡ ὁποία ἀφορᾷ καὶ τὰς γαίας τὰς ψιλὰς καὶ τὰς φυτείας, φρονῶ, ὅτι λύεται τὸ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν παράπονα ἀπὸ τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς γεωργικῆς τάξεως ἕκαστος εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Λοιπὸν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν κατόχων καὶ μὴ κατόχων, προτείνω αὐτὴν τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ πιστεύω νὰ μελετήσῃ καὶ δύναται ν’ ἀποφανθῇ ἂν εἶναι καλὴ ἢ κακὴ, καὶ ν’ ἀποφασίσῃ διὰ νὰ ἄρῃ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, καὶ θὰ ὑπάρχῃ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα αὐτό. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐκ τοῦ εὐεργετικοῦ αὐτοῦ νόμου περὶ δηλώσεως γαιῶν καὶ φυτειῶν, τοῦτο εἶναι ὄχι γενικὸν, ὅσον τὸ προεκτεθὲν, ἀλλ’ εἶναι μερικόν. Ἠδικήθησαν ὡρισμέναι Ἐπαρχίαι καὶ ἠδικήθησαν εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καταντᾷ ὄχι μόνον νὰ μὴ ἔχουν τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσαν, ἀλλὰ καταντᾷ νὰ κινδυνεύῃ καὶ ἡ λοιπὴ αὐτῶν περιουσία νὰ ἐκποιηθῇ χάριν τῶν δόσεων καὶ νὰ ῥιφθοῦν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰς ὁδούς. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ δηλώσεων διωρίσθησαν Ἐπιτροπαὶ κατ’ Ἐπαρχίας νὰ ἐκτιμήσουν τὰς γαίας, ἀλλ’ ἐνῷ ὁ νόμος προέβλεψε τὴν ἐκτίμησιν ὅλως διόλου διαφόρως παρὰ ὅπως ἔλαβε χώραν, ὁ νόμος δηλαδὴ προέβλεψεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνεται ἡ ἐκτίμησις κατὰ τεμάχιον γῆς, καὶ ὁ Νομοθέτης εἶχε δίκαιον διὰ νὰ προβλέψῃ, ὅτι ἡ ἐκτίμησις ἔπρεπε νὰ γίνεται κατὰ τεμάχιον, διότι γνωρίζετε, ὅτι ἡ γῆ διαφέρει κατὰ σπιθαμήν. Λοιπὸν πρῶτον διήρεσε τὴν γῆν εἰς ποτιστικὴν καὶ ξηρικήν· δεύτερον τὰ τεμάχια τὰ ποτιστικὰ τὰ διήρεσεν εἰς τεμάχια πρώτης, δευτέρας καὶ τρίτης ποιότητος ὡς καὶ τὰ τεμάχια τὰ ξηρικά. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ νόμος τοιαύτην προέβλεψεν ἐκτίμησιν, τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἐγκυκλίου του μετέβαλε τὸν νόμον καὶ τὸν μετέβαλε ῥιζηδὸν, διότι ἐπέτρεψε κατὰ χωρία νὰ γίνεται ἡ ἐκτίμησις ξηρικῶν καὶ ποτιστικῶν γαιῶν, καὶ οὐχὶ κατὰ τεμάχια. Ἔγιναν αἱ Ἐπιτροπαὶ καὶ μετέβησαν εἰς τὰ διάφορα χωρία τῶν διαφόρων Δήμων τοῦ Κράτους, ἐδῶ δὲ συνέβη καὶ ἡ ἀδικία πρὸς τὸ Δημόσιον, καὶ ἡ ἀδικία εἰς τὰς Ἐπαρχίας. Ἡ ἀδικία εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ὅσοι ἦσαν ἰσχυροὶ καὶ εἶχον τὰ μέσα, τὰς εὐφορωτάτας τῶν γαιῶν γαίας, αἱ ὁποῖαι ἤξιζον 1000 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, πόσον νομίζετε τὰς ἐξετίμησαν; ἀπὸ 40 μέχρις 100 δραχμῶν, καὶ γαίας, αἱ ὁποῖαι ἄξιζον 10 δραχμὰς, τὰς ἐξετίμησαν διὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδυνάτους ἀπὸ 100 ἕως 200 δραχμῶν. Ἔγινε λοιπὸν ὄχι μόνον ἓν ἀδίκημα, ἀλλ’ ἓν ἔγκλημα· ἔγινεν ἓν φοβερὸν κατὰ τῆς γεωργικῆς τάξεως πραξηκόπημα. Καὶ τί ἀκόμη νομίζετε συνέβη; Ὅσα χωρία συνέλεξαν ἔρανον καὶ ἐπλήρωσαν τὰς Ἐπιτροπὰς, ἐξηλείφθησαν ἀπὸ τὸν κατάλογον, καὶ εὑρίσκονται μόνον εἰς τὰς ξηρικὰς γαίας ἀντὶ ἐλαχίστων καὶ εὐτελῶν δόσεων δραχμῶν 18 καὶ 10 κατὰ στρέμμα, ὅσα δὲ χωρία δὲν ἐπλήρωσαν, αὐτὰ πληρώνουν 100 ἕως 200 δραχμὰς τὸ στρέμμα καὶ μάλιστα διὰ γαίας ὄχι μόνον ξηρικὰς, ἀλλὰ καὶ πετρώδεις. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ γνωρίζω καλῶς αὐτὰ, διότι ἀνήκω εἰς Ἐπαρχίαν ὀρεινὴν, εἰς δὲ τὴν Ἐπαρχίαν μου σπανιώτατα δύνασθε νὰ εὕρητε γαίας ποτιστικὰς ἀξίας· ὅλαι αἱ γαῖαι εἶναι ξηρικαὶ, εἶναι πετρώδεις· αὐτὰς τὰς πετρώδεις γαίας τὰς εὑρίσκετε, ὅτι εἶναι διατετιμημέναι εἰς τὸ τριπλάσιον ἀπὸ τὰς γαίας τῆς Ἠλείας, τῆς Πυλίας, τῶν Καλαμῶν, αἱ ὁποῖαι ἔκτοτε καὶ σήμερον ἀκόμη εἶναι αἱ ὡραιότεραι σταφίδες, καὶ ἀξίζουν 1000 δραχμὰς τὸ στρέμμα καὶ περισσότερον, ἐνῷ ἐκεῖναι τῆς Ἐπαρχίας Γόρτυνος δὲν παράγουν οὔτε εἰσόδημα τόσον, ὥστε νὰ πληρώσουν τὴν δόσιν. Τί συνέβη λοιπόν; Δύο ἢ τρεῖς Δῆμοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῶν ἐκτιμήσεων ἐπλήρωσαν καὶ δὲν ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώνουν ἢ ἐλαχίστας δόσεις, οἱ ἄλλοι ὅμως Δῆμοι τῆς Γορτυνίας καὶ μάλιστα οἱ πτωχότεροι καὶ ὀρεινότεροι, καθὼς οἱ Δῆμοι Ἐλευσῖνος, Θελπούσης, Κλείτορος, Λαγκαδίων, Μυλάοντος, ἐπειδὴ δὲν εἶχον τὰ μέσα καὶ χρήματα νὰ δωροδοκήσουν τὴν ἐπὶ τῶν ἐκτιμήσεων Ἐπιτροπὴν, ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρόνουν τὰς πέτρας ὡς ἀδάμαντας καὶ ἐβαρύνθησαν μὲ τόσον μεγάλας δόσεις, ὥστε καὶ τὰς γαίας, τὰς ὁποίας ἐδήλωσαν, ἔχουν καταχρέους, καὶ αὐτὰς τὰς οἰκίας των καὶ πᾶσαν τὴν ἄλλην αὐτῶν περιουσίαν. Ἕνεκα λοιπὸν τοῦ λόγου τούτου οἱ χωρικοὶ τῶν περισσοτέρων χωρίων εἶναι ἐντελῶς κατεστραμμένοι, διότι καὶ τὰς γαίας των ἔχουσιν ἀφήσει καὶ τὰς οἰκίας των ἔχουσιν ὑποχρέους εἰς τὸν Ταμίαν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὡς πρὸς τὰς ἄλλας Ἐπαρχίας ὅ,τι ἔγινεν ἂς μένῃ, οὔτε ἐπιθυμῶ ἐνταῦθα νὰ προσβάλω κεκτημένα δικαιώματα, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ δευτέρα τροπολογία δὲν ἀφορᾷ ν’ ἀναθεωρήσῃ τὰς παχείας ἐκείνας γαίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι πράγματι θησαυρὸς, εἶναι ἀδάμαντες, καὶ ἐδόθησαν ἀντὶ πετρῶν εἰς τοὺς χωρικοὺς τοὺς εὐνοουμένους τῶν τότε ἰσχυρῶν, ὡς αἱ τῆς Ἠλείας, Καλαμῶν, Πατρῶν, Κυπαρισσίας, Πυλίας κλπ. ἐνῷ αἱ ἰδικαί μας γαῖαι εἶναι πέτραι δοθεῖσαι ἀντὶ ἀδαμάντων, ἀλλὰ πρόκειται μόνον τὸ μέρος ἐκεῖνο τὸ ἀδικηθὲν νὰ τὸ ἐπανορθώσωμεν, οὐχὶ διὰ νὰ χαρίσωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ δώσωμεν ζωὴν εἰς ἐκεῖνα τὰ χώματα, ἀπὸ τῶν ὁποίων οὐδὲν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον. Ἡ τροπολογία μου λοιπὸν αὕτη, κατὰ τῆς ὁποίας οὐδὲν δύναται νὰ γεννηθῇ παράπονον, ἔχει οὕτω: «Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται νὰ δηλωθῶσι καὶ ἤδη γαῖαι ἀντὶ ὡρισμένου ποσοῦ κατὰ στρέμμα, δέον νὰ τροποποιηθῇ, ἰδίως διὰ τὰς ὀρεινὰς Ἐπαρχίας, καὶ μάλιστα τῆς Γόρτυνος, ἥτις εἶναι καὶ ἡ μᾶλλον ἠδικημένη, καὶ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἀδικηθέντας γεωργούς της νὰ ἐκτιμήσωσιν ἐκ νέου τὰς γαίας των, ἂν ὄχι κατὰ τὸ ⅓, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ ἐξετιμήθησαν αἱ γαῖαι Κυπαρισσίας, ἤτοι τῶν δραχμῶν 10 κατὰ στρέμμα,» ἑπομένως νὰ πληρώνωσιν οἱ ἀτυχεῖς Γορτύνιοι λεπτὰ 25 κατὰ στρέμμα. Ἐκεῖνα δὲ, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν περισσότερα μέχρι τοῦδε, δύναται μία Ἐπιτροπὴ νὰ τὰ ἐκτιμήσῃ καὶ νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἀτυχεῖς τούτους ἓν γραμμάτιον, μὲ τὸ ὁποῖον νὰ δηλώσωσιν ὅσας ἄλλας γαίας ἀδιαθέτους κατέχουσι. Λοιπὸν τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας τάξεως—διότι καὶ ἡ δημοσία τάξις δύναται νὰ διασαλευθῇ ἕνεκα τῶν περιπλοκῶν τούτων—τὸ δίκαιον αὐτὸ ὑπαγορεύει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ δευτέρα αὕτη τροποποίησις. Αἱ δύο αὗται τροπολογίαι, τὰς ὁποίας δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει υἱοθετήσει ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐλάβομεν πολλὰς ἐνδείξεις τῆς εὐμενείας της, λύουσι τὰ δύο περιπλοκώτερα ζητήματα· ὡς πρὸς τὴν ἄλλην τροποποίησιν ἂς κάμῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι θέλει. Ἐπειδὴ ἡμεῖς ψηφίζομεν οὐχὶ διὰ νὰ ἐκτελῶμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι τοὺς νόμους, ἀλλ’ ὅπως ἄλλοι ἐκτελῶσιν αὐτοὺς, διὰ τοῦτο ἔθεσα αὐτὸν τὸν φραγμὸν, τὴν εὐθύνην δηλαδὴ τοῦ τε Ἐφόρου καὶ τοῦ διορίζοντος αὐτὸν Ὑπουργοῦ. Αὐτὰ ἐν συντόμῳ εἶχον νὰ ὑποβάλω ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας τῶν δηλώσεων τῶν γαιῶν. Φρονῶ, ὅτι τὸ μεγαλείτερον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐξεπλήρωσα ὡς βουλευτὴς καὶ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας μου, εἶναι τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ὑποστηρίζω πάσῃ δυνάμει.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ ἀναγνώσῃ τὸ 1 ἄρθρον.
§26ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει ἡ πρώτη τροπολογία τοῦ κ. Παλαμήδη, τὴν ὁποίαν παρακαλεῖται ὁ γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ.
§28ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ οὗ συζητοῦμεν, ὑπάρχει εἰδικὴ τροπολογία τοῦ συναδέλφου μου βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος κ. Παλαμήδη. Ὁ κ. Παλαμήδης ἐξέτεινε τὸν λόγον καὶ ἐπὶ ἄλλης τροπολογίας, ἀλλ’ ἡ ἄλλη τροπολογία αὐτοῦ ἐπροτάθη ἐπὶ ἄλλου ἄρθρου· ἑπομένως ἐπὶ τῆς δευτέρας ταύτης τροπολογίας δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ὁμιλήσω. Περιορίζομαι νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὀλίγα ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τῆς ἀναγομένης ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πλὴν τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν, ὑπάρχουσι καὶ γαῖαι μὴ δηλωθεῖσαι· καὶ περὶ μὲν τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν, ἐφ’ ὧν ὑπάρχει δικαίωμά τι τοῦ δηλώσαντος εἴτε εἷς εἶναι οὗτος, εἴτε πλείονες, εἴτε κάτοχος, εἴτε μὴ κάτοχος, δὲν πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 1. Αἱ γαῖαι, διὰ τὰς ὁποίας ἐγένετο δήλωσις, περιῆλθον εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ δηλώσαντος, ἀλλ’ ἐὰν συνέβη νὰ δηλώσωσι πλείονες τοῦ ἑνός, περιῆλθον εἰς τὴν κατοχὴν ἑνὸς ἐκ τούτων καὶ ἐγεννήθησαν περιπλοκαὶ τῷ ὄντι ἀξιοδάκρυτοι. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου ἀφορᾷ τὰς μὴ δηλωθείσας γαίας καὶ φυτείας, διατάσσει δὲ ὅτι οἱ κατέχοντες αὐτὰς ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσωσιν αὐτὰς καὶ συμμορφωθῶσι μὲ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ τούτων νόμου. Περιέλαβε δὲ καὶ τρίτην κατηγορίαν γαιῶν, γαιῶν αἵτινες περιλαμβάνονται εἰς ἐκτάσεις δηλωθείσας μὲν καθ’ ὅριον, ἀλλ’ ὁμολογουμένως ὑπερτέρας κατὰ τὸ ποσὸν τῶν στρεμμάτων, διὰ τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἡ δήλωσις. Διὰ τὰς γαίας ταύτας δίδει ὡσαύτως τὸ ἄρθρον 1 τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δηλώσαντας καὶ κατέχοντας νὰ δηλώσωσι καὶ τὸ πλεόνασμα τοῦτο τῶν γαιῶν, τὸ ὁποῖον κατέχουσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ 1 ἄρθρου, δὲν βλέπω δὲ ἐν τῇ οἰκονομίᾳ ταύτῃ νὰ δίδεταί που δικαίωμα προτιμήσεως· τὸ δικαίωμα τῆς δηλώσεως δίδεται εἰς τοὺς κατόχους, καὶ δίδεται, διότι παρῆλθε πλέον ἡ προθεσμία πρὸς δήλωσιν, ἑπομένως εἶναι μᾶλλον παράτασις τῆς προθεσμίας, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύεται ὑπὸ σκοποῦ συναφοῦς πρὸς τὸ δημόσιον συμφέρον, διότι ἐξομαλύνει ἀνωμαλίας, αἵτινες ἔτι ὑφίστανται. Διὰ τοῦτο τὸ πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας τοῦ κ. βουλευτοῦ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ βελτιώσῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου· τὸ δεύτερον ὅμως μέρος τῆς τροπολογίας δὲν σκοπεῖ νὰ μεταβάλῃ τὸ ἄρθρον 1, διότι ἐν τούτῳ οὐδὲν διατάσσεται περὶ τῶν σχέσεων τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῶν δηλωσάντων γαίας καὶ τῶν πληρωσάντων προκαταβολὰς ἴσως καὶ δόσεις, μὴ δυνηθέντων ὅμως νὰ καταλάβωσι τὰς γαίας, τὰς ὁποίας ἐδήλωσαν. Τοῦτο εἶναι περιπλοκὴ δυσάρεστος, ἥτις ὑφίσταται, καὶ ἀληθῶς ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες κατέβαλον τὴν προκαταβολὴν, ἴσως δὲ καὶ μίαν, δύο ἢ καὶ πλείονας δόσεις διὰ γαίας δηλωθείσας, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδυνήθησαν νὰ καταλάβωσιν αὐτὰς, διότι αἱ γαῖαι αὗται κατείχοντο ὑπὸ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκεῖνοι ἐδήλωσαν αὐτάς. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος πρόκειται νὰ ἐξομαλύνῃ τὰς ἀνωμαλίας αὐτάς· ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον ἢ Ἰούλιον ἐψήφισεν ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω ἐγὼ εἰς αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἤρξατο ἐργασία σκοποῦσα νὰ ἄρῃ τὴν δυσάρεστον ταύτην ἀνωμαλίαν, διότι ἀπένειμε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δηλώσαντας νὰ παραιτηθῶσι τῆς δηλώσεως αὐτῶν, καὶ ἑπομένως νὰ διαγραφῶσιν ἐπὶ τὸ μέλλον ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς χρεώσεως τοῦ δημοσίου ταμείου. Τοῦτο εἶναι ἀρχὴ ἐξομαλύνσεως, ὑπολείπεται δὲ βεβαίως ἡ συμπλήρωσις αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐλπίζω ὅτι, ἐὰν δὲν ἀπασχολήσῃ τὸ κοινοβούλιον κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, θέλει βεβαίως ἀπασχολήσει αὐτὸ κατὰ τὴν μέλλουσαν, κατὰ τὴν συμπλήρωσιν δὲ τοῦ μέτρου τούτου βεβαίως ἡ τροπολογία τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος θέλει περιληφθῆ· διότι τῷ ὄντι προέβαλε μέσον, τὸ ὁποῖον εὐκόλως δύναται καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ ἐξαγάγῃ ἀπὸ τὰς πλοκὰς καὶ νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ δυσχερείας καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῇ ἐλπίδι νὰ καταλάβωσι τὰς γαίας κατέθηκαν τὰς δόσεις. Τὸ δεύτερον λοιπὸν μέρος τῆς τροπολογίας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος εὑρίσκω, ὅτι ἔχει μόνον ἓν ἐλάττωμα, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν οὐσίαν τῆς τροπολογίας εὑρίσκω ἀξίαν πολλῆς μελέτης καὶ ἠδυνάμην νὰ συστήσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀπασχοληθῆ νὰ κανονίσῃ πῶς θέλει λύσῃ τὰς δυσχερείας ταύτας, ἢ νὰ εἴπω κάλλιον πῶς θέλει ἄρῃ ἀδικίας διαπραχθείσας, διότι ἀδικία διεπράχθη, ὅταν ἐδόθη ἐλπὶς εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι δηλοῦντες γαίας ἤθελον γίνει κάτοχοι αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ταύτῃ προκατέβαλον δόσεις, ἡ δὲ ἐλπὶς αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος.
§30ΤΡΙΓΩΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ τροπολογία δὲν ἔρχεται εἰς τὸ προκείμενον ἄρθρον, ἀλλ’ ὡς ἰδιαίτερον ἄρθρον εἰς τὸ τέλος· ἑπομένως θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Παλαμήδη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παλαμήδης ἔχει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκεται).
§33ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ τὰ μέχρι τοῦδε γινόμενα, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 4 κανονίζει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ λαβόντες τὸ δικαίωμα νά δηλώσωσι τὰς μὴ δηλωθείσας γαίας κάτοχοι αὐτῶν, θέλουσιν ἀποκτήσει δικαιώματα ἐκ τῆς δηλώσεως ταύτης· ὥστε εἶναι ὅλως ἄλλο ἀντικείμενον εἰδικοῦ νομοσχεδίου.
§34ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἂς ἐπιφυλαχθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ κανονισθῇ ἡ αὐτὴ καταβολὴ διὰ τὰς ὀρεινὰς καὶ πεδινὰς ἐπαρχίας.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παλαμήδη......
§36ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Παλαμήδης εἶχε σκοπὸν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ πράγματος ἀληθοῦς, ὅτι εἰς τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας αἱ γαῖαι ἐξετιμήθησαν εἰς τιμὰς ὑπερόγκους, ὅτι ἐντεῦθεν οἱ δηλώσαντες ἐζημιώθησαν τὰ μέγιστα καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια· ἑπομένως ὁ κ. Παλαμήδης δὲν ἐπιμένει νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία του ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παλαμίδης ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του;
§38ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἀφοῦ ὑπόσχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον προσεχῶς ....
§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Παλαμήδης δὲν ἐπιμένει νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία αὐτοῦ· ἐσκόπει νὰ φωτίσῃ τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν περὶ πράγματος ὅλως δικαίου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὡς καταγόμενος ἐκ Γόρτυνος δύναμαι νὰ βεβαιώσω· ἀλλ’ εἶναι ἀντικείμενον εἰδικοῦ νομοσχεδίου.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 6).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 ὑπάρχουν τροπολογίαι. Πρώτη τροπολογία εἶναι τοῦ κ. Μαργέλλου.
§42Θ. ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς τροπολογίας καὶ τοῦ κειμένου παρὰ ἡ ἑξῆς· ὅτι ὁ κύριος Μαργέλλος θέλει νὰ ὑπαγάγῃ καὶ τὰς ἐκ προηγουμένων νόμων δηλώσεις.
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δέχομαι τὴν προσθήκην.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φρονεῖτε, ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀποβολὴ ἀπὸ τῆς καθ’ ὑπέρβασιν δηλουμένης ἐκτάσεως δύναται νὰ περιπλέξῃ τὸ Δημόσιον εἰς δίκας;
§46ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν φρονῶ, ἐὰν τὸ δημόσιον δὲν προβῇ εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν, πρὶν καταμετρήσῃ τὰς γαίας καὶ βεβαιώσῃ τὴν ἔκτασιν.
§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδέα τῆς διοικητικῆς ἀποπερατώσεως τῶν διαφορῶν τούτων εἶνε κατ’ ἐμὲ ὀρθὴ, διότι εἶνε ἀδύνατον νὰ φθάσωσι ποτὲ εἰς πέρας τὰ δικαστήρια. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοιαύτη ἐπέμβασις τῆς Διοικήσεως ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ ἀκριβῶς κατὰ τὰς περιστάσεις, τὰ πρόσωπα, τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας· διότι διὰ τῆς ἁπλῆς ἀναγραφῆς εἶνε ἀπεριόριστον.
§48ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ν’ ἀπαγορεύσητε, κ. Πρόεδρε, νὰ ὁμιλοῦν ἀπὸ τῆς θέσεώς των, διότι δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§49ΤΙΝΕΣ. Ἐλᾶτε λοιπὸν εἰς τὸ βῆμα νὰ τὰ εἴπητε αὐτά.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παλαμήδης ἔχει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἄρθρου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τῆς διαδικασίας ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου περὶ αὐτοῦ θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ παρακατιών. Ἀλλ’ ἐδῶ λέγει, ὅτι συνυπεύθυνος μὲ τὸν ὑπάλληλον εἶνε ὁ Ὑπουργός. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὅπως ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν’ (ἐγείρονται πλεῖστοι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7, 8, 9, 10 καὶ 11). Ἄρθρον 12. (Ἀναγινώσκεται).
§51Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ δώσῃ μίαν πληροφορίαν. Ἐννοεῖ ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει ἐφαρμογὴν μόνον ἐπὶ τῶν δηλωθησομένων δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου γαιῶν, ἢ περιλαμβάνονται καὶ αἱ δηλωθεῖσαι συνεπείᾳ τῶν προηγουμένων σχετικῶν νόμων; διότι, ὡς γνωρίζει ἡ ὑπηρεσία, ὑπάρχουσι πολλοὶ ἀδικηθέντες, διότι αἱ Ἐπιτροπαὶ καὶ τὰ Γραφεῖα τῶν Ἐφορειῶν εἰς πολλὰς Ἐπαρχίας ἓν κτῆμα, ἀναγόμενον εἰς τὴν γʹ ποιότητα, τὸ κατέτασσον εἰς τὴν ά καὶ ἀντιστρόφως. Ἐννοεῖ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι, ἐὰν κακῶς κατετάχθη κτῆμά τι εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα κατηγορίαν, ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν θεραπείαν τοῦ ἀδικήματος κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο διὰ τῆς νομίμου Ἐπιτροπῆς;
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ νόμοι ἔχουσι τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὁ μελετῶν καὶ ἑρμηνεύων αὐτοὺς ἐξάγει, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχει ἡ ῥῆσις, ὅτι ὁ νομοθέτης ἀποθνήσκει, ὅταν ψηφισθῇ ὁ νόμος. Ἑπομένως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξηγήσω ποίαν ἔννοιαν ἀποδίδω εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Τὸ κείμενον τίθεται ὑπὸ συζήτησιν καὶ ἕκαστος δύναται νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις του. Παρατηρῶ μόνον εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, ὅτι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου λύει τὴν ἀπορίαν αὐτοῦ. Ἰδοὺ τὶ λέγει (ἀναγινώσκει). Ἑπομένως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 ἀνάγεται εἰς ὅλας τὰς δηλωθείσας γαίας, ἑπομένως ἐφαρμόζεται καὶ ἐπ’ αὐτῶν, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 καὶ 13).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14. Ὁ κ. Μαργέλλος ζητεῖ νὰ προστεθῇ καὶ ἑτέρα παράγραφος ἡ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει).
§54ΜΑΡΓΕΛΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριγώνης ζητεῖ νὰ τεθῇ ὡς 29 ἄρθρον ἡ ἑξῆς τροπολογία· «Πᾶσαι αἱ δίκαι, αἱ πηγάζουσαι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΥΛΑʹ καὶ ΙΤʹ τοῦ 1871 περὶ φυτειῶν καὶ διανομῆς ἐθνικῶν γαιῶν καὶ τῶν πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῶν νόμων, θεωροῦνται ὡς κατεπείγουσαι καὶ δικάζονται εἰς ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς διαδικασίας κατὰ προτίμησιν πάσης ἄλλης δίκης. Ἡ διαδικασία γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.»
§56ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τοιαύτη διάταξις, νομίζω, θέλει εὐκολύνει τὴν φιλοδικίαν, θὰ δυσχεράνῃ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων καὶ θὰ φέρῃ νέας περιπλοκάς.
§57ΤΡΙΓΩΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τριγώνη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἄρθρον 29 τοῦ νομοσχεδίου. «Πᾶσα διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἀντιβαίνουσα εἰς τοὺς προηγουμένους νόμους, καταργεῖται». (Γίνεται δεκτὸν καθὼς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως)
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον.
§60ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχουσι πολλαὶ τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ ὑποβληθῶσι δὲ καὶ ἄλλαι, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Προεδρεῖον, εἰ δυνατόν, νὰ ἀναβληθῇ.
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβάλωμεν τὴν δευτέραν συζήτησιν. Αὐτὴ θέλει παράσχει εἰς ἡμᾶς τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν τροπολογιῶν, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μελετήσῃ ταύτας, καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ ψηφοφορήσωμεν ὁριστικῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν συζήτησις δίδει καὶ εἰς ἐμὲ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ τακτική, τὴν ὁποίαν μετῆλθον κατὰ τὰς σχέσεις μου πρὸς τὴν Βουλήν, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τινας νὰ ἰσχυρισθῶσιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐργάζεται οὐχὶ μεθ’ οἷας καὶ μεθ’ ὅσης ὤφειλε σπουδαιότητος ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοθετημάτων αὐτοῦ. Καὶ ἔφερον οἱ ταῦτα εἰπόντες καὶ δημοσιεύσαντες ὡς ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον προέβαλε νόμον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν κινητῶν κεφαλαίων, καὶ δὲν ἐπέμενε μέχρι τέλους, ἵνα ψηφισθῇ ὁ νόμος οὗτος, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον προέβαλε καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐζήτει τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, καὶ ὅτι καὶ εἰς τοῦτο προβάλλει τροπολογίαν. Λοιπὸν εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν σκοπῶ νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον, νὰ χρησιμεύσῃ ὡς νέα ἀπόδειξις τῆς μικρᾶς σπουδαιότητος, μεθ’ ἧς διεξάγομεν τὰ πρὸς τὴν οἰκονομίαν τοῦ κράτους ἡμέτερα καθήκοντα. Ταῦτα δύνανται νὰ λέγωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι ἐνάσκησις ἀτομικῆς τινος ἐξουσίας, εἰς τῆς ὁποίας τὴν γνώμην καὶ τὴν θέλησιν πρέπει οἱ ἄλλοι νὰ ὑποτάσσωνται. Ἐὰν ἦτο ἀληθὴς ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν διαδίδουσιν οἱ ἐπικρίνοντες τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι προτείνει αὐτὸ τροποποίησιν τῶν νομοθετημάτων του, ἢ δὲν ἐπιμένει μέχρι τέλους νὰ ψηφισθῶσι, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἤθελε τὰ μάλιστα ἁπλοποιηθῆ. Δὲν εἴχομεν ἄλλο τι νὰ πράξωμεν, ἢ νὰ εἰσερχώμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ ἀναγινώσκωμεν τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον, νὰ μανθάνωμεν ποῖος ἔχει τὴν πλειοψηφίαν, καὶ αἱ προτάσεις αὐτοῦ νὰ θεωρῶνται ἀποδεκταί. Τὸ τοιοῦτο ἤθελεν εἶσθαι πρωτότυπον πολίτευμα. Ἡμεῖς νομίζομεν, καὶ τὸ εἴπομεν ἀπ’ ἀρχῆς καὶ κατὰ πᾶσαν εὐκαιρίαν, ἥτις ἐδόθη εἰς ἡμᾶς, ὅτι δὲν εἴμεθα ἀλάθητοι. Ἡμεῖς προβάλλομεν τὴν γνώμην μας εἰς τὸ κοινοβούλιον, καὶ ἂν αἱ γνῶμαι τῆς πλειοψηφίας αὐτοῦ κριθῶσιν, ὅτι εἶναι ὀρθότεραι τῆς ἡμετέρας, θέλομεν εὐγνωμονεῖ εἰς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου, ἡ ὁποία διὰ τῶν φώτων αὐτῆς συνεπλήρωσε καὶ ἐβελτίωσε τὰ ἔργα ἡμῶν. Ἑπομένως οὐδεμία τοιαύτη γνώμη δύναται νὰ ἀποτρέψῃ ἡμᾶς ἀπὸ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν εἰς τὰς μετὰ τοῦ κοινοβουλίου σχέσεις ἡμῶν. Τοιαύτην δ’ ἔχων γνώμην δὲν ἐδίστασα νὰ προσέλθω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ προβάλω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν σκοπῶ νὰ προβάλω. Ὑπὸ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου περιελήφθη διάταξις, ἥτις μετέβαλε τὰ τοῦ Τελωνιακοῦ δασμολογίου ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα περιελήφθησαν ὑπὸ τὴν κλάσιν 159 παράγραφον 1. Τὸ νομοσχέδιον εἶχεν ὡς ἑξῆς: Τὰ ἑξῆς βαμβακερὰ καὶ μετάξινα ὑφάσματα κτλ. (Ἀναγινώσκει). Ἡ τοιαύτη σύνταξις τοῦ ἄρθρου, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πραγματοποιεῖ τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγράφη. Ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως ἦτο νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν τῶν ἐν τῇ χώρᾳ παραγομένων ὁμοειδῶν ὑφασμάτων, ἐν τῷ συναγωνισμῷ αὐτῶν πρὸς τὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενα τοιαῦτα. Ἀλλ’ ὡς ἐγράφη τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, δὲν περιλαμβάνει μόνον τὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγόμενα ὁμοειδῆ τῶν ἐν τῷ κράτει παραγομένων, ἀλλὰ πάντα τὰ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν κεχρωματισμένων βαμβακίνων ὑφασμάτων ὑπαγόμενα. Διὰ τοῦτο μετὰ παραστάσεις, αἵτινες μοὶ ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ ἐμπορίου, καὶ τὰς ὁποίας ἐρευνήσας εὗρον ὀρθὰς, προβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις· (ἀναγινώσκει). Ἡ τοιαύτη φράσις εἶνε μᾶλλον περιοριστικὴ, καὶ ἑπομένως περιορίζει τὴν φορολογίαν τοῦ αὐξανομένου τέλους ἐπὶ μόνων τῶν ὁμοειδῶν τῶν εἰσαγομένων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς πρὸς τὰ ἐν τῇ χώρᾳ παραγόμενα, δὲν ἐπιβαρύνει δὲ γενικῶς πάντα τὰ εἴδη. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει ὁ νόμος, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προβάλω τροπολογίαν. Εἰς 2 δραχμὰς καὶ 25 λεπτὰ προσδιορίζει κατ’ ὀκὰν τὸ τέλος ὁ νόμος, καὶ νομίζω ὅτι εἶνε δικαιότερον νὰ προσδιορισθῇ εἰς 2 δραχμὰς καὶ οὐχὶ εἰς 2, 25. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον προβάλλω τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, εἶνε, διότι ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἐλήφθη ἡ ἀγοραία τιμὴ τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων, ἐπ’ αὐτῆς δὲ ὑπελογίσθη τὸ τέλος καὶ εὑρέθη ἡ ἀναλογία αὕτη. Ἀλλ’ ὁ πρῶτος ὅρος ὁ ληφθεὶς τῆς ἀγοραίας τιμῆς νομίζω, ὅτι εἶνε πεπλανημένος, καὶ ὅτι τὸ ὀρθὸν εἶνε νὰ μὴ λαμβάνηται ἡ ἀγοραία τιμὴ, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τοῦ πράγματος ἐν τῇ διαμετακομίσει, ἥτις ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν τιμὴν τῆς ἀγορᾶς αὐτοῦ, τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μετασκευῆς. Ἐὰν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, οὐχὶ ἡ ἀγοραία τιμὴ, ἀλλ’ ἡ ἐν τῇ διαμετακομίσει, τότε τὸ τέλος τῶν 2, 25 εἶνε ὑπέρογκον, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς δραχμὰς δύο. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσι τυπογραφικά τινα λάθη, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα τῆς Βουλῆς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὰ σημειώσῃ. Μετὰ τὰς λέξεις «κλάσις 61» νὰ τεθῇ «αʹ»· ἐπίσης μετὰ τὸ «ἄρθρον 223», νὰ τεθῇ πάλιν τὸ ἴδιον «αʹ.» ἤτοι πρώτη κατηγορία· ἐπίσης «πλίνθοι ὀπταὶ, κέραμοι», τὸ «ὀπταὶ» νὰ γίνῃ «ὀπτοί». Αὐτὰς τὰς διορθώσεις εἶχα νὰ κάμω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἐπίσης εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ ᾼΣΝΖʹ Νόμου τῆς 26 Ἰουλίου 1885 περὶ φυλακῶν ἐν γένει καὶ τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Ἐπίσης εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ἀπὸ 6 Φεβρουαρίου 1878 ΧΠΗʹ νόμου. Ἐπίσης εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ διορθώσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ᾼΣΛϚʹ νόμου).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δημοτικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν μὴ τελωνιζομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων.
§63Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Φρονῶ, ὅτι καὶ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῶν Δημοτικῶν δασμῶν μετὰ τῶν τοῦ Δημοσίου ἔβλαψε μᾶλλον ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, καθόσον ληφθείσης τῆς διατιμήσεως τοῦ Δημοτικοῦ δασμοῦ ἐξ ἐκείνης τοῦ Τελωνιακοῦ, ἐπῆλθον ἀποτελέσματα ὅλως ἄτοπα καὶ καταπιεστικά. Σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Παπούτζια ἐκ τῶν κοινῶν, τὰ ὁποῖα πωλοῦνται ἀντὶ τριῶν δραχμῶν, τί νομίζετε ὅτι πληρόνουν κατὰ τὸ Δασμολόγιον δημοτικὸν φόρον; 52 λεπτὰ κατὰ ζεῦγος· διότι ὁ φόρος τίθεται ἐπὶ τοῦ βάρους κατ’ ὀκάδας, καὶ τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα ὤνια καὶ ἐμπορεύματα, ὥστε εἰς πολλοὺς Δήμους οἱ Δήμαρχοι ἠναγκάσθησαν, διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνουν τόσον τοὺς συμπολίτας των, νὰ μὴ ἐπιβάλωσι καθόλου φόρον. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ Νόμον, δι’ οὗ ν’ ἀφήσῃ τοὺς Δήμους νὰ ψηφίζωσι κατ’ ἔτος τὴν κλίμακα τοῦ Δημοτικοῦ δασμοῦ· αὐτὸ εἶνε τὸ συμφερώτερον. Ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ δύναται νὰ μεριμνήσῃ προσεκτικώτερον περὶ τούτου, καθόσον πρόκειται περὶ φόρου πραγμάτων, τὰ ὁποῖα καταναλίσκονται ἀπὸ ὅλας τὰς τάξεις τῶν συμπολιτῶν της, ὧν βέβαια μέρος μικρὸν ἢ μέρος εἶναι φίλοι της. Ἑπομένως ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ δὲν εἰμπορεῖ παρὰ νὰ φροντίσῃ, διότι πρόκειται νὰ προκαλέσῃ τὴν εὔνοιαν τῶν περισσοτέρων, καὶ τοῦτο ἰδίως εἶναι τὸ συμφέρον της.
§64Γ. ΤΣΕΡΤΙΔΗΣ. Τὸ δεκατημόριον δὲν βλάπτει, διότι εἶνε ὁ ἀνώτερος ὅρος.
§65ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τέλος πάντων διατί νὰ ἀναμίξωμεν τὸ Δημοτικὸν Ταμεῖον μὲ τὸ Δημόσιον; Διατί νὰ ὑποφέρωσιν οἱ Δῆμοι;
§66Γ. ΤΣΕΡΤΙΔΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν εἶνε ὀρθόν· ἀπόδειξις δὲ εἶνε ὁ Δῆμος τῶν Ἀθηναίων, ὁ ὁποῖος ἔχει διαφόρους δίκας, διότι ηὔξησε τὴν ἀξίαν τῶν ἐμπορευμάτων, καὶ κατεδικάσθη νὰ πληρώνῃ.
§67ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων δὲν εἶνε ἀνέκκλητος, καὶ δὲν πιστεύω εἰς πολλοὺς Δήμους νὰ συμβαίνῃ τοιοῦτον.
§68Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἁπλῶς ἔχω νὰ ὑποβάλω. Τὸ νομοσχέδιον συνοδεύεται ὑπὸ γενικοῦ καταλόγου ὅλων τῶν εἰδῶν καὶ ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ νῦν ἰσχῦον Δασμολόγιον εἶνε ἀτελῆ. Τώρα ἐάν τινα ἐμπορεύματα, μέχρι τοῦδε ἀτελῆ, πρόκειται βραδύτερον νὰ εἰσαχθῶσιν εἴς τινα Δῆμον, βεβαίως κατὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φορολογίαν, ἀλλὰ δὲν πιστεύω ὅτι ὅλα τὰ εἴδη ἀνεξαιρέτως πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ὅπως ὑποβληθῶσιν εἰς δημοτικὸν φόρον. Σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὰς πρώτας ὕλας τῆς βιομηχανίας, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τοῦ Δασμολογίου ἐθεωρήθησαν ἀτελεῖς. Ἐπ’ αὐτῶν θ’ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον, ἀλλ’ ἐὰν ἐπιβάλῃ φόρον καὶ φορολογήσῃ τὰς πρώτας ὕλας τῆς βιομηχανίας, τότε θὰ φορολογήσῃ καὶ πράγματα προδήλως μὴ καταναλωθησόμενα ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ φορολογήσοντος τὰς πρώτας ὕλας Δήμου, καθ’ ὅσον ἡ ἐπιτόπιος βιομηχανία ἑκάστου δήμου παράγει προϊόντα καταναλισκόμενα ἢ χρησιμοποιούμενα εἰς ὅλους σχεδὸν τοὺς Δήμους τοῦ Κράτους. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, κύριοι, ἐὰν πρόκειται νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Δήμους τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀτελῶν εἰδῶν, πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ τοιοῦτον δικαίωμα, καὶ νὰ μὴ ἀφεθῇ ὅλη αὐτὴ ἡ σειρὰ τοῦ συνοδεύοντος τὸ νομοσχέδιον πίνακος εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Δήμων, τὰ δημοτικὰ συμβούλια νὰ ἐξαντλήσωσι τὸν πίνακα. Θὰ μοὶ εἴπῃ τις ἴσως ὅτι ὑπάρχει ὁ ἔλεγχος τῆς ἀνωτέρας Διοικητικῆς Ἀρχῆς· θὰ ἐννοήσητε ὅμως, κύριοι, τὶ σημαίνει ὁ τοιοῦτος τυπικὸς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔλεγχος καὶ ὁποῖαι θέλουσι προκύψει δυσχέρειαι, ἐὰν ἐνθυμηθῆτε ὅτι ἄλλοτε πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶχον δύο δραχμὰς μόνον ἀξίαν, ἐφορολογήθησαν ὡς ἐὰν νὰ ἤξιζον δραχμὰς 20. Φρονεῖτε ἆρά γε ὅτι ἡ ἀνωτέρα Διοικητικὴ Ἀρχὴ θὰ ἐξετάσῃ εἰς τὸ μέλλον ἐπισταμένως τὰς φορολογικὰς πράξεις τῶν δημοτικῶν συμβουλίων καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὰ δημοτικὰ ταῦτα συμβούλια νὰ καταπιέσωσι τὸν λαόν; Ἐπιτραπήτω μοι ν’ ἀμφιβάλλω καὶ νὰ θεωρῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἡ ἐλευθερία αὕτη εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια, ἀλλὰ τοὐναντίον ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας εἴδη τινὰ, ἰδίως αἱ πρῶται ὗλαι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ προσδιορισθῇ διὰ τοῦ νόμου ἡ τιμὴ τῶν φορολογηθησομένων ἀτελῶν ἐμπορευμάτων οὕτως, ὥστε νὰ δεσμευθῶσι τὰ δημοτικὰ συμβούλια καὶ νὰ μὴ δυνηθῶσι νὰ ὑπερτιμήσωσι χάριν ταμιευτικῶν λόγων τὴν ἀξίαν πολλῶν ἐμπορευμάτων, ὅπως ἐπιβάλωσιν εἰς αὐτὰ δυσανάλογον δημοτικὸν δασμόν.
§69ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἤθελον μίαν πληροφορίαν. Εἶνε πολλὰ εἴδη ἐκ τῶν εἰσαγομένων, τὰ ὁποῖα εἶνε ἀτελῆ δυνάμει διεθνῶν συμβάσεων· φρονεῖ τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι αὐτὰ δύνανται νὰ φορολογηθῶσιν ἀπὸ τὸν Δῆμον, ὄντα ἀτελῆ;
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύνανται.
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος δὲν ἔχουσι σχέσιν τινὰ μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι δι’ αὐτοῦ δὲν σκοπεῖται ἡ κατάργησις τοῦ ἰσχύοντος Νόμου τῆς Δημοτικῆς φορολογίας. Δύνανται νὰ ληφθῶσιν ἴσως ὑπ’ ὄψιν ὡς ἀφετηρία σκέψεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἔχουσι σχέσιν τινὰ μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐπίσης καὶ ἡ παρατήρησις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι ὁ πίναξ, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσε, δὲν ἀποτελεῖ μέρος τοῦ νομοσχεδίου· αὐτὸς παρετέθη μόνον διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ποῖα εἶναι τὰ ἀτελῆ ἐκ τῶν εἰσαγομένων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ συζητουμένου, δὲν πρόκειται νά κανονισθῇ ἄλλο τι, οὔτε νὰ μεταβληθῇ, εἰμὴ νὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰσαγωγικὸς Δημοτικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων ἐκείνων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ Δημοτικὰ Ταμεῖα εἰσέπραττον τοιοῦτον δασμὸν μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ τελευταίου Δασμολογίου, κατὰ τὸ ὁποῖον πολλὰ ἐμπορεύματα καὶ ὤνια δὲν ὑποβάλλονται εἰς τελωνιακὸν δασμὸν, ἑπομένως οὔτε εἰς δημοτικόν. Εἶπον, ὅτε εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη, ὅπερ ἄλλως τε εἶναι πασίγνωστον, ὅτι οἱ Δῆμοι εὑρίσκονται εἰς δύσκολον χρηματικὴν θέσιν ἕνεκα τῆς ἀτελείας πολλῶν τοιούτων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων. Διὰ νὰ χορηγήσωμεν δὲ τὴν εὐκολίαν εἰς τοὺς Δήμους, ὅπως ἐπαρκῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας των, προτείνομεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπανέλθωσιν, ὡς πρὸς τὸν Δημοτικὸν δασμὸν, τὰ πράγματα εἰς ἣν κατάστασιν ἦσαν πρὸ τοῦ Ἀπριλίου 1884, δηλαδὴ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ τελευταίου Δασμολογίου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ χώραν κανὲν ἄτοπον, ἐξ ὅσων οἱ ἔντιμοι προαγορεύσαντες βουλευταὶ εἶπον· τὰ πράγματα ἐπανέρχονται εἰς ἣν κατάστασιν ἦσαν πρὶν ἢ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ νόμου τοῦ κυρώσαντος τὸ Δασμολόγιον.
§72ΤΣΕΡΤΙΔΗΣ. Φρονεῖτε, ὅτι δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς Δημοτικὴν φορολογίαν καὶ τὰ δυνάμει συμβάσεων κηρυχθέντα ἀτελῆ;
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αἱ συμβάσεις κανονίζουσιν ἀτελῆ, ἀλλὰ τὴν ἀτέλειαν περιορίζουσιν εἰς τὸν Δημόσιον φόρον. Περὶ Δημοτικοῦ δασμοῦ οὐδεμία σύμβασις ποιεῖται λόγον· ἄλλως τε τότε δύνανται νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς Δημοτικὸν δασμὸν, ὅταν ῥητὴ διάταξις συμβάσεώς τινος ἀναφέρῃ τοῦτο.
§74ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἤθελον συστήσει εἰς τόν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ. Δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου γίνεται τροποποίησις τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε· διότι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον εἶνε ἠναγκασμένον νὰ κατατάσσῃ εἰς κατάλογον τὰ ἐμπορεύματα καὶ ὤνια, καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ συμβαίνωσι φιλονικίαι καὶ περιπλοκαί. Καὶ εἰξεύρετε κατὰ τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον, ὅτι συνέβησαν πολλὰ ἄτοπα, διότι πολλὰ εἶνε μικροτάτης ἀξίας, βαρύνονται δὲ πολὺ διὰ τοῦ νόμου, ὅστις ἰσχύει ἤδη. Βεβαίως ἡ ἐπιτροπὴ θὰ φροντίσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον καὶ εἰς τὰ κατώτατα σημεῖα. Διὰ τοῦτο εἶνε καλὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ εἰδικὸν νόμον ἀφορῶντα τὰ περὶ τούτου. (Γίνεται κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως τῶν κληρωτῶν τῆς δευτέρας σειρᾶς τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς.
§76ΗΛ. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἂν καὶ ἐφρόνουν ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μεταβάλλωνται οἱ ὀργανικοὶ νόμοι, καὶ νὰ καταστρέφωμεν σύστημα, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν λειτουργίαν μετὰ μακρὸν χρόνον τόσον καλῶς συνείθισε τὸ Ἔθνος, μόλα ταῦτα, ἐπειδὴ παρίσταται ἔκτακτος ἡ περίστασις, δὲν θέλω νὰ προβάλω κανὲν πρόσκομμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ὑποβάλω μίαν ὀρθὴν παρατήρησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον. Ἐὰν ἐν τέλει τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ προστεθῇ, ὅτι οἱ κληρωτοὶ αὐτοὶ δύνανται νὰ κατατάσσωνται εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Νομοῦ των καὶ νὰ γυμνάζωνται ἐκεῖ, μέχρις οὗ κατασταθῶσιν ἀξιόμαχοι καὶ ἱκανοὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἀποστολήν των, καὶ ἂν ἀρχίσωμεν ἀπὸ τοῦδε νὰ τοὺς κατατάσσωμεν, φρονῶ, ὅτι ἠθέλομεν πράξει ὄχι μόνον ἔργον δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἔργον σύμφορον μὲ τὰς ἐκτάκτους καὶ ὑψηλὰς αὐτὰς περιστάσεις. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ἀρχίσῃ ἡ ἀναστολὴ νόμων ὀργανικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουσιν εἰς τὰς βάσεις καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς Πολιτείας, καὶ τοὺς ὁποίους μετὰ παρέλευσιν τόσων ἐτῶν ἐσυνείθισεν ὁ πολίτης καὶ ἐξῳκειώθη πρὸς τὰ ἀγαθὰ τῆς πειθαρχίας αὐτῶν τῶν νόμων, ὅταν οὗτοι ἀναστέλλωνται, καὶ εἰς τοιαύτας μάλιστα περιστάσεις, δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον παρὰ διὰ λόγον οἰκονομικὸν, νομίζω, ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν κάμνομεν παρὰ νὰ ματαιοπονῶμεν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἔλαβον δὲ καὶ αἴτησιν ἐκ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ἕνεκα τῆς ὁποίας εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ προβῶ εἰς τὴν παρατήρησιν αὐτὴν τὴν στρατιωτικὴν καὶ νὰ ἐξέλθω τοῦ κύκλου μου. Ἐν πρώτοις ἔχετε κατατάξει μὴ ὑποχρέους εἰς τὸν στρατὸν, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ ἀνεγνωρισμένοι ἀνίκανοι· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἔχετε καὶ μὴ ὑποχρέους καὶ ὑπηρετοῦντας, ἐννοῶ τοὺς ἐξαιρουμένους ἐκ τοῦ Νόμου μονογενεῖς, ὀρφανούς. Διατί ἐνῷ ἔρχονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν ὑπόχρεοι καὶ ζητοῦσι νὰ καταταχθῶσιν ἐν τῷ στρατῷ, καθὸ ὑπόχρεοι, δὲν τοὺς κατατάσσετε;
§77Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς κανένα ὑπόχρεων δὲν ἠρνήθημεν.
§78ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἦλθεν ὁ υἱὸς του κ. Μαντζαβίνου καὶ ἄλλοι μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ δὲν τοὺς ἐδέχθητε.
§79Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό.
§80ΗΛ. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Διὰ νὰ σᾶς ὀνομάσω πρόσωπον, θὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀκριβές. Ὅταν, κύριοι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπόχρεοι, δὲν γίνωνται δεκτοί, ὅταν οἱ ἐν Ἀθήναις ὑπόχρεοι περιφέρωνται σκανδαλωδῶς ἐν μέσαις ἀγυιαῖς, διατί κρατεῖτε εἰς τὰς τάξεις τοὺς μὴ ὑποχρέους, τοὺς μονογενεῖς, τοὺς ὀρφανοὺς, τοὺς σακάτιδες; Καὶ ἔχετε τοιούτους ἐν τῷ στρατῷ πολλὰς χιλιάδας. Διατί καταστρέφετε τὸν ὀργανικὸν Νόμον, ἀναβάλλοντες μέχρι τῆς 15 Ἰαννουαρίου τὴν κατάταξιν; Τί σᾶς ἐμποδίζει νὰ εἴπητε κατόπιν τὴν 15 Φεβρουαρίου καὶ καθεξῆς καὶ οὕτω νὰ καταστρέψητε τὸν Νόμον; Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι ἐναντίος τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ μάλιστα μετὰ τὴν μελέτην, ἥτις ἔρχεται καὶ κατὰ τὴν τρίτην ταύτην συζήτησιν, καὶ θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν Νομῶν νὰ κατατάσσωσι τοὺς κληρωτοὺς, νὰ τοὺς γυμνάζωσι μὲ τὰ ἐδύματά των, καὶ ὅταν οἰκονομήσῃ ἐνδύματα, τροφὴν καὶ τὰ ἄλλα ἀπαιτούμενα, νὰ τοὺς ἀποστείλῃ ἔξω. Σήμερον δὲ, ἀφοῦ ἐγυμνάσθησαν οἱ ἀνίκανοι, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι δεκαπλάσιοι ἐκείνων, οἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ εἶναι προτιμότερον νὰ ἀπαλλάξητε αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς καλέσητε ὁπόταν εἶναι ἀνάγκη. Ἔπρεπε δὲ, ἐπωφελούμενοι ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ὀργανισμῶν τόσων ἄλλων Κρατῶν, νὰ κατατάξητε ἐντὸς τῶν Νομῶν των τοὺς ἱκανοὺς καὶ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἠδύνασθε νὰ γυμνάσητε ταχέως, καὶ ἐντὸς ἑβδομάδων νὰ τοὺς στείλετε ἔξω, καὶ οἵτινες ἐὰν ἐγυμνάζοντο ἐν τοῖς Νομοῖς θὰ ἐγνώριζον καὶ τὰ τάγματά των καὶ τοὺς λόχους των καὶ ἠδύναντο καὶ νὰ ἐνεργήσωσιν. Ἔπειτα καὶ προηγουμένως ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐρανίσθην ἀπὸ ξένους νόμους, καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ σᾶς εἶπον ἡ Πρωσσία, ἡ ὁποία σήμερον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ μόνον πολεμικὸν Κράτος, ἔχει ἐπίτηδες Νόμον καὶ τὸν ὁποῖον ὀφείλετε νὰ ὑποβάλετε δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἁρπάζετε ἀπὸ τὰς οἰκίας των καὶ καταστρέφονται αἱ οἰκογένειαί των, καὶ δὲν ἔχουν ὀπίσω ἄνθρωπον νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἑστίαν αὐτῶν, νὰ ὑποβάλητε Νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ὡρισμένως νὰ βοηθῆται ἡ οἰκογένειά των, διὰ νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των ὅτι, ὅταν πηγαίνουν εἰς τὸν πόλεμον, ὁ νοῦς των δὲν πρέπει νὰ ἀσχολῆται πῶς θὰ συντηρηθῇ ἡ οἰκογένειά των καὶ πῶς θὰ βοηθηθῇ τὸ ἀδύνατον τέκνον των. Μόλα ταῦτα παρῆλθε τόσος καιρὸς καὶ δὲν εἶδον οὐδὲν Νομοσχέδιον τοιοῦτον. Τοιαύτη ἀναφορὰν μοὶ ἔστειλαν καὶ γείτονες γονεῖς ἐκ Καλαβρύτων πλέον τῶν 50 καὶ παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν καὶ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ ἀπολύσεως τῶν ἀπολλακτέων καὶ περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν πτωχῶν τῶν ὑπηρετούντων ἤδη ἐν τῷ στρατῷ. Ὅταν, κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅταν, κύριοι βουλευταὶ, λαμβάνετε τὸν λαὸν ἀπὸ τὴν ἑστίαν του, τὸν ῥίπτετε εἰς τὰ σύνορα καὶ δὲν λαμβάνετε οὐδεμίαν πρόνοιαν νὰ βοηθήσετε τὴν οἰκογένειάν του, ὅταν δὲν ἔχουν νὰ ἀφήσουν οὔτε μίαν δραχμὴν εἰς τὸ σπῆτί των, τί πρέπει νὰ κάμουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὅταν μεταχειρίζεσθε σεῖς αὐτὸν τὸν ἀπηνῆ τρόπον, πῶς νὰ ὑπάγουν νὰ πολεμήσουν; Καὶ ἤρχισεν ἡ ἀποθάῤῥυνσις εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Κατὰ συνέπειαν θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν τοῦτο μὲν τὸ Νομοσχέδιον νὰ ἀφήσῃ, νὰ διατάξῃ δὲ νὰ προσέλθουν εἰς τοὺς Νομούς των οἱ κληρωτοί, νὰ εἰσαγάγῃ δὲ τὸ ἄλλο Νομοσχέδιον, ὅπερ ἄνω εἶπον, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀποδείξητε, ὅτι λαμβάνετε πρόνοιαν περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐφέδρων, καὶ ἀφοῦ εἰσαγάγητε αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον, τότε πρέπει νὰ εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἐπίστρατοι, ὅπου καὶ ἄν εὑρεθῶσιν ὄχι μόνον θὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ θὰ πράξωσι κἄτι τι περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἐλπίζομεν.
§81Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§82ΑΘ. Π. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ὅταν ἐγένετο ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως τῶν κληρωτῶν τῆς δευτέρας σειρᾶς τῆς ἐνεστώσης ἀπογραφῆς, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον καὶ χρήζει τῆς προσοχῆς καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον τότε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ προβῇ εὐκόλως εἰς τοῦτο, ἄνευ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ἐπειπὼν ὅτι ἡ προσθήκη πολλῶν χιλιάδων νέων στρατιωτῶν εἰς τὸν στρατὸν θὰ δυσχεράνῃ ἐπάκρως τὴν ἤδη δυσχερῆ θέσιν αὐτοῦ, θέσιν δυσχερῆ, κύριοι, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διαίτης αὐτοῦ. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἐξηγήσω τὴν δυσχέρειαν ταύτην εἰς ἣν εὑρίσκεται ἤδη ὁ στρατός μας, διὰ νὰ σᾶς δώσω νὰ ἐννοήσητε ὁπόσον αὕτη θὰ καθίστατο δυσχερεστέρα διὰ τῆς προσθήκης νέων χιλιάδων ἀνδρῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σᾶς ἐξήγησε χθὲς, νομίζω, καὶ τὴν δυσχερῆ θέσιν αὐτοῦ, καὶ τὴν δυσχερῆ θέσιν τοῦ στρατοῦ, ὡς προερχομένην ἐκ δύο κυρίως αἰτίων, ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν στελεχῶν καὶ τοῦ πενταπλασιασμοῦ, ὡς εἶπε, τοῦ στρατοῦ, προσθέσας ὅτι ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν καταταχθέντων τὸν ὑπεχρέωσε νὰ προβῇ εἰς τὸν σχηματισμὸν δέκα νέων ταγμάτων, καὶ τοῦτο, ὅπως ἐλαττώσῃ τὰ μεγάλα ἀληθῶς ἐλαττώματα, τὰ προελθόντα ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας αὐτῆς τῶν στελεχῶν καὶ τῆς πληθύος τῶν καταταχθέντων. Κύριοι, πρότασις ἀναβολῆς, γενομένη μάλιστα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως, βεβαίως δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς εὐρείας καὶ σπουδαιοτάτας συζητήσεις, καθὼς ἐπίσης καὶ οἱ προταθέντες λόγοι περὶ σχηματισμοῦ τῶν νέων ταγμάτων· διότι ἂν τὰ στελέχη μας ἦσαν δι’ ὡρισμένον ἀριθμὸν ταγμάτων, καὶ εὑρέθησαν ἀνεπαρκῆ, δὲν ἐννοῶ πῶς θὰ κατασταθῶσι ταῦτα ἐπαρκῆ διὰ τῆς προσθήκης νέων ἀκόμη ταγμάτων· ἀπεναντίας, φοβοῦμαι μὴ παρατείνωμεν τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτὴν τῶν στελεχῶν, καὶ τὴν καταστήσωμεν μεγαλειτέραν διὰ τοῦ διαμελισμοῦ αὐτῶν οὐχὶ εἰς 36 ἀλλ’ εἰς 46 τάγματα, καὶ τότε ἡ βλάβη θὰ εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον. Ὅταν δοθῇ κατάλληλος εὐκαιρία, καὶ ἐλπίζω νὰ δοθῇ αὕτη γρήγορα, τότε θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τῆς πληθύος τῶν καταταχθέντων, καὶ περὶ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν στελεχῶν, καὶ περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν νέων ταγμάτων. Ἤδη πρόκειται περὶ τῆς ἀναβολῆς κατατάξεως τῶν ὑποχρέων πρὸς στράτευσιν. Κύριοι, εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ὄχι διότι δὲν ὑπάρχουσι λόγοι, οἵτινες ἀποκρούουν τὴν ἀναβολὴν αὐτὴν, ἐν ὥρᾳ πρὸ πάντων εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας, ἀλλ’ ἡ πληθὺς τῶν καταταχθέντων, ὡς εἶπε καὶ ὁ Ὑπουργὸς, καθιστᾷ τὴν θέσιν τοῦ στρατοῦ δυσχερεστάτην, ἡ πληθὺς αὕτη ἀνέτρεψεν ἄρδην καὶ αὐτοὺς τοὺς κανόνας τῆς τακτικῆς, διότι ἀνέτρεψε τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ὑπὸ ἔποψιν τακτικὴν ἔπρεπε νὰ ἔχωσι τὰ τάγματα. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ σήμερον ἀκόμη, μολονότι παρῆλθον δύο καὶ ἥμισυ μῆνες, καὶ σήμερον δὲν δύνανται τὰ τάγματα οὔτε θὰ δυνηθῶσι νὰ ἔχωσι τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν, τὴν ὁποίαν ὑπὸ τακτικὴν ἔποψιν πρέπει νὰ ἔχωσι, διότι ὅταν ἔχωμεν 85,000 ἄνδρας καὶ τὰ στελέχη μας εἶναι μόνον διὰ 47,000, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ τάγματά μας μὅλον τὸν σχηματισμὸν τῶν δέκα νέων. Ὁ λόγος οὗτος, κύριοι, μὲ κάμνει νὰ παραδεχθῶ κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀναβολὴν τῆς κατατάξεως τῶν νέων στρατευσίμων, ἀλλὰ προβαίνω ἔτι περισσότερον· ἡ δυσχέρεια, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ στρατὸς ὑπὸ τακτικὴν ἔποψιν ἕνεκα τῆς πληθύος τῶν καταταχθέντων, μὲ κάμνει νὰ προβῶ ἔτι περαιτέρω, καὶ νὰ ζητήσω περικοπὰς ἀκόμη μεγαλειτέρας. Τί τὰς θέλετε τὰς νέας χιλιάδας ἀνδρῶν, ἀφοῦ ἔχωμεν ὑπὸ τὰς σημαίας τόσας πολλάς, ὥστε ἡ διοίκησίς των διὰ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν στελεχῶν καθίσταται δυσχερεστάτη; Τί τὰς θέλετε τὰς νέας αὐτὰς χιλιάδας, ὅταν διὰ τὴν ἐκπαίδευσίν των θὰ εὑρεθῶμεν ἠναγκασμένοι ν’ ἀποσπάσωμεν μέγαν ἀριθμὸν στελεχῶν, ἐνῷ εἶναι ἀνεπαρκῆ ταῦτα καὶ διὰ τὸν ὑπάρχοντα στρατόν; Μολονότι εἶμαι στρατιωτικός, δὲν διστάζω ποσῶς νὰ προτείνω τὰς περικοπὰς αὐτάς, καὶ ἂν ὁ Ὑπουργὸς, ἕνεκεν λόγων πολιτικῶν, δὲν θέλῃ νὰ προτείνῃ τοῦτο, τὸ προτείνω ἐγὼ, ὅπως τὸ ἐπρότεινα ὁμιλήσας καὶ εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν. Πρέπει, κύριοι, νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ τὴν ἐλαττώσωμεν διὰ νὰ καταστήσωμεν καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν εὐχερῆ, καὶ τὴν διοίκησιν εὐχερῆ. Ὅταν ὑπάρχωσι τάγματα ἀριθμοῦντα δύο καὶ τρεῖς χιλιάδας ἀνδρῶν, μὴ πιστεύετε ποτὲ, οὔτε εἰς ἐκπαίδευσιν, οὔτε εἰς διοίκησιν, καὶ εἰς τοιαύτην δυστυχῶς θέσιν εἶναι ὁ στρατός μας. Εἶπον εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ στρατῷ οἱ διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας καλούμενοι, ἐζήτησα τότε πληροφορίας εἰς ποῖον ἀριθμὸν ἀνέρχονται οὗτοι, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐδόθησαν· ἐὰν ἐδίδοντο, ἤθελε μάθει ἡ Βουλὴ ὅτι ἀνέρχονται εἰς πολλὰς χιλιάδας. Αἱ χιλιάδες αὗται, κύριοι, ἐνῷ οὐδεμίαν ἀπολύτως χορηγοῦν συνδρομὴν στρατιωτικὴν, ἐνῷ οὐδεμίαν ἀπολύτως λαμβάνουν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἐνῷ ὑποφέρουν σκληρῶς γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδυτοι, ἐνῷ ἐξοδεύει τὸ Ἔθνος καὶ τὰς τρέφει, τί τὰς θέλετε; Τί τὰς θέλετε, ὅταν ἔχωμεν ἀνάγκην στελεχῶν, ἐνῷ δὲν θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν ταῦτα οὔτε διὰ τὰς ἐνεργοὺς χιλιάδας, τὰς ὁποίας ἔχομεν; Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐλπίζω νὰ μοῦ δοθῇ εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσω περὶ ὅλων τούτων· νῦν πιστεύσατε, ὅτι ἂν προβῆτε εἰς τὸ μέτρον ὅπερ σᾶς προτείνω, ὄχι μόνον θὰ πράξητε ἔργον δικαιοσύνης διὰ τὰ ἐλεεινὰ αὐτὰ ὄντα, τὰ ὁποῖα εἶναι γυμνὰ καὶ ἀνυπόδητα, ἀλλὰ θὰ καταστήσητε εὐχερῆ καὶ τὴν θέσιν τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Μὴ φοβεῖσθε, κύριοι, μὴ φοβηθῆτε ποτὲ τὴν ἔλλειψιν χειρῶν· ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔχῃ ἀείποτε χεῖρας, ὅταν καλέσῃ ἁπάσας τὰς ἡλικίας διὰ τοῦ συστήματος τῶν ἐφεδρειῶν· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φοβεῖσθε, καὶ μάθετέ το καλῶς, εἶναι τὰ στελέχη· ἄνευ στελεχῶν δὲν δύναται ὁ στρατὸς οὔτε νὰ ἐκπαιδευθῇ, οὔτε νὰ διοικηθῇ, καὶ δυστυχῶς σήμερον τὰ στελέχη μας εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ διὰ τὰς 80,000 τοῦ στρατοῦ, τὰς ὁποίας ἔχομεν, καὶ δι’ αὐτὸ ὄχι μόνον δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τῆς ἀναβολῆς τῆς κατατάξεως τῶν κληρωτῶν τῆς δευτέρας κατηγορίας, ἀλλὰ προβαίνων περαιτέρω, σᾶς προτείνω τὴν ἀποστολὴν εἰς ἀόριστον ἄδειαν καὶ αὐτῶν τῶν ἐλεεινῶν ὄντων τῶν εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι θὰ πράξητε καὶ ἔργον δικαιοσύνης καὶ ἔργον ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. (Μάλιστα, μάλιστα, εὖγε). (Γίνεται δεκτή ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου).
§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 2 τὸ ἑξῆς· «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ὡς 2 ἄρθρον προταθὲν, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ἐργολαβίας τῆς διαχειρίσεως καὶ πωλήσεως τοῦ πετρελαίου κτλ.
§85Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι κατὰ λάθος ἐτέθη εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ πρέπει νὰ τεθῇ εἰς πρώτην. Τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον εἶνε κάτι τι πλειότερον παρὰ τροπολογία τοῦ ἀποσυρθέντος νομοσχεδίου. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ἀπέσυρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν σύμβασιν ἁπλῆν περὶ ἐργολαβίας τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν ἁλάτων. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου δὲν πρόκειται πλέον νὰ συζητήσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ταύτης· πρόκειται νὰ συζητήσωμεν μέτρα πολὺ σπουδαιότερα αὐτῆς. Πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν ἂν θὰ ἐνοικιάσωμεν τὰ μονοπώλια τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ πετρελαίου· πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν ἂν θὰ ἐνεχυριάσωμεν τὰς προσόδους ταύτας τοῦ Κράτους πρὸς εὕρεσιν δανείου· πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν καὶ ἂν θὰ παραχωρήσωμεν προσωρινῶς καὶ ἐπὶ χρόνον ἀόριστον τὴν διαχείρισιν τῶν μονοπωλίων τούτων καὶ μὲ ὅρους διαφόρους τῶν τῆς συμβάσεως. Νομίζω, ὅτι τὸ ὀλιγώτερον σπουδαῖον μέρος τοῦ νέου νομοσχεδίου εἶνε ἡ ἐπιψήφισις τῆς συμβάσεως, τὸ σπουδαιότερον εἶνε ἡ μίσθωσις τῶν δύο μονοπωλίων καὶ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιζητήσῃ νὰ εὕρῃ δι’ αὐτῶν. Ὅταν λοιπὸν ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα σπουδαιότερα τῶν ἀποσυρομένων, νομίζω, ὅτι τὰ σπουδαιότερα ταῦτα μέτρα δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἁπλῆ τροποποίησις τῶν πρώτων. Τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον εἶνε ὅλως νέον νομοσχέδιον, καὶ συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ διέλθῃ τρεῖς συζητήσεις. Ἐκτὸς τούτου, μόλις πρὸ πέντε λεπτῶν ἐλάβομεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι καὶ ἡ πρώτη συζήτησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀπόψε.
§86ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι νομίζω ἄξιον νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ, εἶναι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως, διότι οὐδὲν ἄλλο προῆλθε διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπρόβαλον. Δίδοται μὲν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ προκαλέσῃ τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως ταύτης διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἑπομένως, διὰ νὰ δοθῇ αὐτὴ ἡ ἄδεια εἰς τὴν κυβέρνησιν, πρέπει ἡ Βουλὴ ἐρευνῶσα τὴν σύμβασιν νὰ σχηματίσῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι κυρώσιμος. Δίδοται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ μὴ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν ἐπ’ ὀνόματι τῶν τριῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῇ συμβάσει, ἀλλὰ νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν ἐπ’ ὀνόματι ἄλλων προσώπων, ἀλλ’ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ἢ κρείττονας ὅρους· ἑπομένως καὶ πάλιν ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε συνομολογηθῆ σύμβασις μετ’ ἄλλων καὶ ὄχι μετὰ τῶν προσώπων μεθ’ ὧν συνηλλάγη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐξεταστέοι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως, διότι ἐξ αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιτραπῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Δύο τινὰ προτίθενται: πρῶτον ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον περιέχει τὸ 2 ἄρθρον. Τὸ 2 ἄρθρον ἐπιτρέπει τότε μόνον νὰ μὴ κυρωθῇ ἡ σύμβασις μὲ ἐκείνους μεθ’ ὧν συνηλλάγη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων νέαν σύμβασιν μετ’ ἄλλων συνομολογηθησομένην, ἂν ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλίων ἔμελλε νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ δανείου τοῦ ἐπιτραπέντος ὑπὸ τοῦ νόμου· ἑπομένως ἂν πρόκειται νὰ ἐπιψηφισθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει εἰς τὴν κυβέρνησιν δάνειον, καὶ ὁ ὁποῖος δίδει τὴν ἄδειαν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ προσδιορίσῃ τὴν πρόσοδον, ἥτις θέλει χρησιμεύσει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου καὶ τὰς πρὸς τοῦτο προοριζομένας ἐγγυήσεις διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύνασθε νὰ διαθέσητε τὰς τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων ὑπὲρ τοῦ δανείου, ἐκτὸς ἂν διὰ τοῦ νόμου περὶ δανείου δοθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου, ὅπερ προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς. Τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος λειτουργεῖ πρὸ πολλοῦ καιροῦ, καὶ τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου λειτουργεῖ πρό τινος καιροῦ, δηλ. πλέον τοῦ ἔτους. Γνωστὸν εἶναι τὶ παρήγαγε, ποία εἶναι ἡ πρόσοδος τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου καὶ ποία θέλει εἶσθαι μὲ τὴν προσθήκην τῶν 20 λεπτῶν. Γνωστὴ εἶναι ἡ πρόσοδος τοῦ ἅλατος, καὶ ποία θέλει εἶσθαι μετὰ τὴν σύστασιν τῶν εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν ἐπὶ τῇ τιμῇ, τὴν ὁποίαν προσδιωρίσαμεν. Ἑπομένως ἐὰν ἤθελεν ἐπιτραπῆ ἡ παραχώρησις τῆς ἐκμισθώσεως μονοπωλίων πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξευρέσεως δανείου, ὑπάρχει ὡρισμένος ὅρος ἐλάχιστος, τοῦ ὁποίου κάτω δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐκμίσθωσις· ἑπομένως τὸ δημόσιον οὐδένα διατρέχει κίνδυνον, καὶ οὐδ’ ὑπάρχει ἡ σπουδαιότης, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ ἀποδώσωσι. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι ἡ αἰτίασις, ἥτις ἠδύνατο νὰ προταθῇ κατὰ τῆς συμβάσεως, τῆς ὁποίας τὴν κύρωσιν ἐπρότεινα διὰ τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ φανῇ τοσοῦτον εὔλογος, ὥστε νὰ πείσῃ τοὺς ἀκούοντας ὅτι, ἐὰν ἤθελε κυρωθῆ ἡ σύμβασις, ἐμειοῦντο τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τὸ κράτος διετίθει πρὸς εὕρεσιν καὶ συνομολόγησιν δανείου, ὅτι αὐτὴ ἡ αἰτίασις ἔπρεπε νὰ ἐρευνηθῇ καλῶς, ἐπειδὴ ἡ εὕρεσις καὶ συνομολόγησις δανείου ἐπιβάλλεται ὑπὸ μεγάλων συμφερόντων τοῦ κράτους, καὶ ἔπρεπε νὰ ἦνε διηνεκὲς μέλημα τῆς κυβερνήσεως. Ἐνόμισα ὅτι ἐπίκειται μεγάλη εὐθύνη εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἐὰν ἤθελε κλείσει τὰ ὦτα εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἤθελον εἴπει εἰς αὐτήν, μὰ τέλος πάντων οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως εἰμποροῦν νὰ εἶνε οἱοιδήποτε, ἀλλὰ διατί ἀφαιρεῖς ἓν μέσον, ἀφαιρεῖς μίαν εὐκολίαν, ἥτις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς εὕρεσιν καὶ συνομολόγησιν δανείου; Καὶ εἰς τοιαύτην αἰτίασιν νομίζω, ὅτι ἡ κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο, ἔπρεπε νὰ προσπαθήσῃ νὰ μὴ ἀφαιρέσῃ τὸ τοιοῦτο μέσον, ἐὰν ἤθελε χρησιμεύσει πρὸς διευκόλυνσιν δανείου. Ἦτο τόσῳ σπουδαῖος ὁ σκοπὸς τοῦ δανείου, ἂν δὲ μέχρι τῆς ὥρας ταύτης οὐδεμίαν ἐγγύησιν σπουδαίαν προσφέρῃ ἡ κυβέρνησις, ἀφαιρεῖ πᾶσαν τὴν πιθανότητα, ἢ τὰς πιθανότητας. Ἐπειδὴ μοὶ ἐφάνη ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον αἱ πρὸς εὕρεσιν καὶ συνομολόγησιν τοῦ δανείου ἐνέργειαι νὰ παραταθῶσι καὶ πέραν τοῦ χρόνου, μέχρι τοῦ ὁποίου ἐξακολουθεῖ λειτουργοῦσα ἡ ἰσχύουσα σύμβασις ἡ νῦν ὑπάρχουσα, ἐνόμισα ὅτι καὶ τότε ἀκόμη δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφαιρέσω τὸ μέσον τοῦτο, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐξαντλήσω καὶ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, διὰ νὰ μὴ ἐλαττώσω τὰ μέσα πρὸς εὕρεσιν δανείου, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἶχον προτείνει τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ βάσις καὶ ἡ οὐσία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως. Ἐὰν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως εἶναι κακοὶ, ἐὰν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως εἶναι ἐπιζήμιοι, ἡ σύμβασις δὲν πρέπει τὰ κυρωθῇ, καὶ δὲν πρέπει νὰ κυρωθῇ οὔτε μετ’ ἐκείνων μετὰ τῶν ὁποίων συνηλλάχθη τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον προτείνει τὴν σύμβασιν ταύτην ὡς μέσον πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Ἐὰν δὲ οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως εἶναι ἐπωφελεῖς, εἶναι συμφέροντες, τότε ὅλον τὸ ἄλλο οἰκοδόμημα μένει τὸ αὐτό· καὶ ἂν ἡ σύμβασις συνήφθη, καὶ ἂν συνήφθη μετ’ ἐκείνων μετὰ τῶν ὁποίων συνηλλάγημεν ἡμεῖς, μετ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἤθελον παρουσιασθῆ προσάγοντες τὸ δάνειον καὶ ζητοῦντες τὴν σύμβασιν ταύτην ὡς μέσον πρὸς ἐξασφάλισιν αὐτοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχετε δίκαιον, καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, εἶναι ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις, διότι πρὸ μικροῦ μοὶ ἐδόθη ἡ τροπολογία αὕτη καὶ πρέπει νὰ παρέλθωσιν αἱ 24 ὧραι κατὰ τὸν Κανονισμὸν διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν αὔριον.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ζήτημα περὶ τριπλῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν μοὶ φαίνεται τοσοῦτον ἁπλοῦν, ὡς τὸ παριστᾷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶνε ζήτημα Συνταγματικὸν ὁ τρόπος τοῦ καταρτισμοῦ τῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐὰν τῳόντι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν περιέχῃ ἁπλῆν τροπολογίαν τοῦ συζητηθέντος δὶς ἤδη νομοσχεδίου, ἀλλὰ περιέχει διατάξεις σπουδαιοτέρας τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ καὶ εἰς ἄλλα ἀφορώσας, νομίζω, ὅτι δύναται μὲν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἐπιτύχῃ, ὅπως θεωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς τροπολογία τοῦ ἑτέρου, ἀλλ’ ἠθικῶς δὲν θὰ εἴμεθα δεδικαιολογημένοι ὡς καταρτίσαντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὸν νόμον. Τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο ἀναντιῤῥήτως περιέχει διατάξεις ὅλως ἀλλοίας τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ συνεζητήσαμεν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει μίαν μόνον διάταξιν σχετιζομένην πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συνεζητήσαμεν, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 ἀντὶ, ὡς ἐκανονίζετο ὑπὸ τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου, νὰ κυροῦται ἡ σύμβασις, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κυρώσῃ αὐτὴν ἄνευ χρονικοῦ ὁρίου· ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ νὰ συνομολογήσῃ πρὸς ἄλλα πρόσωπα ἄλλην σύμβασιν, σύμβασιν οὐ μόνον περιέχουσαν ὅσα ἡ σύμβασις περὶ ἧς συνεζητήσαμεν, ἀλλὰ περιέχουσαν παραχώρησιν μονοπωλίου καὶ περιέχουσαν τὴν παραχώρησιν τοῦ μονοπωλίου τούτου διὰ τρόπου ὅλως πρωτοφανοῦς, διὰ τρόπου ἐμφαίνοντος χορήγησιν ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁποίαν οὐδέποτε Κυβέρνησις ἐζήτησε παρὰ Νομοθετικοῦ Σώματος, τουτέστιν ἐπιτρέπουσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ αὕτη πάντας τοὺς ὅρους τοῦ μονοπωλίου· σπουδαιότερόν τι τούτου ἀδύνατον νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον ἐν τῇ συμβάσει, περὶ ἧς συνεζητήσαμεν. Πῶς ἄρα δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἤδη ὑποβαλλόμενον καὶ περιέχον πρωτάκουστον πρότασιν, ταὐτίζεται μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ συνεζητήσαμεν; Περιέχει καὶ ἑτέραν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διάταξιν, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὰ αὐτὰ πρόσωπα, ἅτινα συνεβλήθησαν περὶ τῆς συμβάσεως, περὶ ἧς συνεζητήσαμεν, ἢ πρὸς ἄλλα, τὴν διαχείρισιν τῆς πωλήσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν ἁλάτων καὶ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν ὑπὸ ὅρους ὅλως διαφόρους τῶν ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ, ἄνευ οὐδενὸς προσδιορισμοῦ τῶν ὅρων τούτων, εἰμὴ μόνον περιορισμοῦ τινος κατὰ χρόνον, καὶ τούτου ὅμως ἀορίστου, διότι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ χρόνου ἀφορᾷ εἰς τὴν πραγματοποίησιν ἑτέρου τινὸς γεγονότος, τουτέστιν εἰς τὴν παραχώρησιν τῆς διαχειρίσεως εἰς τὴν αὐτὴν Ἑταιρίαν ἢ εἰς ἄλλην Ἑταιρίαν, ἥτις θέλει ἀναλάβει τὴν χορήγησιν δανείου. Ἐὰν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τοιούτου δανείου θέλωσι παραταθῆ καὶ ἐπὶ ἓν, καὶ δύο καὶ τρία ἔτη, ἐπὶ ἓν, καὶ δύο καὶ τρία ἔτη ἐπιτρέπεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ παραχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τοὺς συμβληθέντας ἢ εἰς ἄλλους τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ ἁλάτων ὑπὸ οἱουσδήποτε ὅρους. Ταῦτα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς περιεχόμενα, ἔστω καὶ καθ’ ὑπόνοιαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περὶ οὗ συζητοῦμεν; Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ προτείνῃ ταῦτα, δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τῆς πλειονοψηφίας νὰ χορηγῇ τοιαύτην ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ αἴτησις τοιαύτης ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δὲν περιέχεται ἐν τῷ προηγουμένῳ νομοσχεδίῳ, περιέχεται δ’ ἐν τούτῳ· ἄρα τοῦτο εἶνέ τι νέον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν τριπλοῦν τῆς Βουλῆς ἔλεγχον.
§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν τὸ ζήτημα παρουσιάζηται ὡς ζήτημα Συνταγματικὸν, ὅταν ὑπάρχωσιν ἐν τῇ Βουλῇ οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ πράξῃ οὕτω, θέλει παραβῆ διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι πρέπει νὰ πράξῃ οὕτω ἵνα μὴ παραβῇ τὸ Σύνταγμα, τότε ὑπὸ οἱωνδήποτε καὶ ἂν προτείνηται ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη, οὐχὶ μόνον ἐὰν προτείνηται ὑπὸ κόμματος, οὐχὶ μόνον ἂν προτείνηται ὑπὸ Ἀντιπολιτεύσεως πολυαριθμοτέρας ἢ ὀλιγοαριθμοτέρας, ἀλλὰ καὶ ἂν προτείνηται ὑπὸ ἑνὸς μόνου βουλευτοῦ, ἡ πλειονοψηφία πρέπει νὰ σταματήσῃ· διότι τὰ συνταγματικὰ ζητήματα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς οὐδένα νὰ τὰ λύῃ κατὰ ἴδιον τρόπον, ἔστω καὶ ἂν ἔχῃ πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ λύσις, ἣν δίδωσιν εἰς αὐτὰ, οὐδόλως παραβλάπτει τὸ Σύνταγμα καὶ οὐδόλως ἀντιβαίνει εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἵνα τὰ λύῃ λέγω κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀφίνει τινὰς διστάζοντας ὅτι τὸ Σύνταγμα παρεβιάσθη. Διὰ τοῦτο ἀκούσας τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου ὑπομιμνήσκοντα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρόκειται περὶ συνταγματικοῦ ζητήματος, νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιταχθῇ, καὶ ἑπομένως προθύμως θέλομεν ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἰσχυρίσθη πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ παραστήσῃ τὸ σοβαρὸν τοῦ πράγματος καὶ τὴν σημαντικότητα τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἡ λύσις τοῦ συνταγματικοῦ ζητήματος δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ ἢ ἐκθέσῃ εἰς κίνδυνον, ἰσχυρίσθη καὶ μετεχειρίσθη ἐπιχειρήματα, τῶν ὁποίων τινὰ μὲν δὲν εἶναι ἀκριβῆ, τινὰ δὲ ἐδίδαξεν εἰς ἡμᾶς αὐτὸς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναμνησθῶσι τὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν μέρος τῆς Βουλῆς τῆς διαλυθείσης τῆς παρελθούσης περιόδου, ἐὰν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἦλθε κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν καὶ δὲν προέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, τροπολογίαν, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἦσαν τίποτε ὀλιγώτερον ἢ ἓν δάνειον μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐξ 9,000,000. Καὶ ἡ τροπολογία ἐκείνη ἐψηφίσθη κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν καὶ δὲν διῆλθε τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Δὲν ἐζητήσαμεν νὰ ὑφαρπάσωμεν δικαιώματα τοῦ κοινοβουλίου, διότι ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐδείξαμεν διὰ τῆς πολιτείας ἡμῶν καὶ διὰ τῶν πρὸς αὐτὸ σχέσεών μας πόσον σεβόμεθα τὰ δικαιώματα αὐτοῦ· ἀλλὰ δὲν πρέπει τις νὰ παριστᾷ ἡμᾶς ἀνακοινοῦντας πρὸς τὴν Βουλὴν ἀξιώσεις ὑπερόγκους καὶ ζητοῦντας παρ’ αὐτῆς ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε οὐδεμία κυβέρνησις ἐπεζήτησε. Καὶ τάχα ὅταν συνεζητεῖτο ἓν νομοσχέδιον περὶ δανείου καὶ ὅταν συνεζητεῖτο εἷς νόμος φορολογικὸς, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐκμισθώσῃ ὡρισμένην πρόσοδον τοῦ κράτους, χωρὶς οὐδὲν ἄλλο νὰ προσδιορισθῇ εἰς αὐτὴν, εἰμὴ μόνον ὁ ἐλάχιστος ὅρος, εἰς τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐκμισθώσῃ τὴν πρόσοδον ταύτην; Καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τοῦτο οὐχὶ καταχρώμενοι τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία πρὸς ἡμᾶς ἐπεδείξατο, ἀλλ’ ἐζητήσαμεν τοῦτο, διότι δὲν γνωρίζομεν ἐὰν τὸ κοινοβούλιον θὰ εἶνε παρὸν, καθ’ ὃν χρόνον θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀνεύρωμεν τοὺς δανειστὰς, ἵνα μετ’ αὐτῶν διαπραγματευθῶμεν καὶ συνομολογήσωμεν δάνειον. Ἐὰν εἴμεθα βέβαιοι ὅτι μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ θέλει ἐργάζεσθαι, θέλομεν κατορθώσει νὰ εὕρωμεν δάνειον, ἠθέλομεν ἔλθει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἠθέλομεν τότε ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς νὰ συναινέσῃ νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου τούτου οὕτως, ὥστε νὰ διευκολυνθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις ἡμῶν μετὰ τῶν προτεινόντων τὸ δάνειον, καὶ νὰ διευκολυνθῇ καὶ ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ θέλει ἀπέλθει, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι οὐδέποτε ἔμεινε καὶ πάντοτε ἀπῆλθε κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπέλθῃ κατὰ τὴν 15 ἢ 18 τοῦ μηνὸς, ἂν ἐψήφιζε τὴν σύμβασιν, καὶ ἂν ἡ σύμβασις αὕτη ἐκυροῦτο ὑπὲρ ἐκείνων μεθ’ ὧν συνηλλάγημεν, καὶ ἂν οἱ προτείνοντες νὰ δανείσωσιν ἡμᾶς, δὲν ἠρκοῦντο μόνον εἰς τὴν παροχὴν εἰς αὐτοὺς ἀντὶ ἐγγυήσεως τῆς προσόδου τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ πετρελαίου, ἀλλ’ ἐζήτουν ἐπὶ πλέον νὰ ἀποκτήσωσι καὶ τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα οἱ ἀναλαβόντες τὴν διαχείρισιν τῶν δύο μονοπωλίων διὰ τῆς συμβάσεως ἔχουσιν ἐξασφαλίσει ὑπὲρ ἑαυτῶν, τίς ἤθελεν ἀναλάβει τὴν εὐθύνην, διότι δὲν προέβλεψε περὶ τούτου καὶ διότι ἀπέκλεισεν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὴν χρῆσιν τοῦ μέσου τούτου ἵνα διευκολύνῃ τὸ δάνειον; Ὁμιλοῦσι περὶ εὐρείας ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ πρὶν ἢ ὁμιλήσωσι περὶ τούτου ἐκεῖνοι, ἡμεῖς πρῶτοι ἐσπεύσαμεν νὰ εἰδοποιήσωμεν τὴν Βουλὴν ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ ὑπ’ αὐτῆς ὑποστηριζομένη κυβέρνησις τυγχάνουσι πρὸ συμβεβηκότων, τῶν ὁποίων τὸ μέγεθος καὶ ἡ σημαντικότης πρέπει νὰ ὑπομιμνήσκωσιν εἰς πάντας τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρουσι, καὶ πρέπει νὰ ὑπομιμνήσκωσι πρὸ πάντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ὀφείλει νὰ ἐφοδιασθῇ διὰ πάντων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα κεῖνται εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ κοινοβουλίου, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς προβλεπομένας καὶ ἀπροβλέπτους ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ ἐξέλιξις τῶν συμβεβηκότων ἤθελε δημιουργήσει. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τῆς κυβερνήσεως εἶνε ποινικὴ ἢ πολιτική. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἤθελεν εἶσθαι ὑπόχρεως νὰ ὑπόσχῃ εὐθύνην, διότι παρέλιπε νὰ ζητήσῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα αὐτῇ μέσα, μὴ νομίζητε ὅτι εἶνέ τις ἀπηλλαγμένος εὐθύνης εἰς οἱανδήποτε θέσιν καὶ ἂν κάθηται, οἱονδήποτε καὶ ἂν διαχειρίζηται ἀξίωμα ἐν τῇ Πολιτείᾳ, μὴ νομίζετε ὅτι δύναται νὰ μείνῃ ἐκτὸς εὐθύνης, ἐὰν καλούμενος νὰ πράξῃ ἤθελεν ἀπόσχει νὰ πράξῃ, ἢ ἐὰν ἤθελε προβῆ νὰ πράξῃ ὅ,τι δὲν ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Ἐπιθυμοῦμεν τὰς μετὰ τοῦ κοινοβουλίου σχέσεις τῆς κυβερνήσεως νὰ καθοδηγῇ ἡ εἰλικρίνεια καὶ διὰ τοῦτο ἐφιλοτιμήθημεν νὰ εἴπωμεν πάντοτε τὴν ἀλήθειαν εἰς αὐτό. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην σπεύδομεν νὰ εἴπωμεν καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην διὰ νὰ ὁδηγήσωμεν αὐτὸ εἰς τὰς σκέψεις, εἰς τὰς ὁποίας θέλει κληθῆ ἀργά ἢ γρήγορα νὰ ἐπιδοθῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, εὐθὺς ὡς τὸ παρέστησαν ὡς συναφὲς μετὰ διατάξεων τοῦ Συντάγματος, εὐθὺς ὡς παρέστησαν ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης συζητήσεως αὐτοῦ προκύπτον συνταγματικὸν ζήτημα, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ ἀντιλέξωμεν παντάπασιν, καὶ προθύμως προβαίνομεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν αὐτοῦ.
§89Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δυσκολεύομαι νὰ ἐννοήσω τὴν τακτικὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ νὰ προχωρῇ τις καὶ συνάμα νὰ ἑτοιμάζῃ τὸν πόδα εἰς ὑποχώρησιν, ἴσως εἶναι στρατηγικὸν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τὸ προσῆκον σύστημα πρὸς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους πρέπει καὶ νὰ ἐκτιμᾷ καὶ νὰ σέβηται. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐννοεῖ νὰ ὠφελῆται ἐκ τῶν φώτων τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὸν συγχαίρω. Πρέπει ἕκαστος Πρωθυπουργὸς νὰ ἀντλῇ δυνάμεις ἀπὸ τὰ φῶτα ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ δώσωσι. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἓν ὅριον εἰς τὴν τακτικὴν ταύτην. Τί κοινὸν π. χ. μεταξὺ τῶν φώτων τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς κυβερνητικῆς, ἥτις πρέπει νὰ μὴ ἔρχεται οὔτε ἐνώπιον τῆς ἀποπείρας νὰ παραβῇ τὸ Σύνταγμα; Εὑρίσκομαι εἰς ἡλικίαν καθ’ ἣν δυσκόλως τις δύναται νὰ ἐρυθριάσῃ, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι, ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λέγῃ, ὅτι, ἐπειδὴ ἔγεινε παρατήρησις, διὰ τοῦτο δὲν παραβαίνομεν τὸ Σύνταγμα, μοὶ ἔκαμε φοβερὰν ἐντύπωσιν. Ὄχι, ὅτι ἠθέλομεν ἀφήσει ὑμᾶς, κ. Πρωθυπουργὲ, νὰ παραβῆτε τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ διότι θέλομεν οἱ Πρωθυπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ κάμουν ποτὲ ψευδὲς βῆμα. Δύναται Βουλευτὴς ὀρεινῆς ἐπαρχίας νὰ σᾶς δώσῃ πληροφορίας καὶ νὰ σᾶς φωτίσῃ ἐπὶ νομοσχεδίου πρακτικοῦ, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ θέσητε χεῖρα ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, μὴ περιμένετε τὰ φῶτα οὐδενὸς, διότι κρατεῖτε τὴν εὐθύνην, ἡ ὁποία εἶναι ὁλόκληρος ἐφ’ ὑμᾶς. Ὡμιλήσατε περὶ εὐθύνης καὶ βλέπω, ὅτι συνεχῶς ἐπαναλαμβάνετε τὴν λέξιν ταύτην ἐδῶ. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὴν ἔκτασιν αὐτῆς, καὶ ἂν λυπούμεθα ἄνθρωπον, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει εὐθύνην. Ἡ εὐθύνη εἶναι ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἐντίμου, τοῦ ἐλευθέρου ἀνδρός. Ποίαν ἰδέαν πράγματι ἔχετε σεῖς περὶ εὐθύνης, δὲν ἐρευνῶ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι τὸ ἔθνος ἔχει ἐστραμμένην τὴν προσοχήν του εἰς τὰ ἐδῶ συμβαίνοντα, καὶ ὅτι ἔχει τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀπαιτήσῃ μίαν ἡμέραν ἀληθεῖς εὐθύνας ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸ κυβερνῶσιν. Ἀλλὰ τί κοινὸν σήμερον μεταξὺ τῆς εὐθύνης ὑμῶν καὶ τῆς ὑπὸ τὸν συνταγματικὸν τύπον διαχειρίσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐννοῶ, ὅταν ὁμιλεῖτε περὶ αὐτοῦ τοῦ συνταγματικοῦ ζητήματος, ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἰσαγάγετε ἐν τῇ Βουλῇ κύριον νομοσχέδιον ὑπὸ τὸ λανθάνον ἔνδυμα τῆς τροπολογίας, ἔχετε τὸν νοῦν εἰς τὸ νομοσχέδιον νέον. Περιλαμβάνετε ἐν αὐτῷ τὸν ὅρον ὅτι, ἐπειδὴ ἔχετε σεῖς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ σᾶς παραδώσῃ αὕτη τὴν ἑταιρίαν, ἥτις ἐσχηματίσθη διὰ τὸ πετρέλαιον καὶ τὰ ἄλλα εἴδη, ὅπως κρατοῦντες αὐτὴν ὑποχείριον παίζητε ὡς ἡ γαλῆ μὲ τὸν ποντικόν. Λέγετε δηλαδή: ἀφήσατε εἰς ἐμὲ νὰ παίξω τὸ παιγνίδιον τοῦτο, διότι ἐγὼ ἔχω τὴν εὐθύνην καὶ σεῖς μοὶ δίδετε τὴν ἐμπιστοσύνην. Θέλομεν ἐξετάσει ἐν καιρῷ ἂν ἁρμόζῃ εἰς λαὸν σπουδαῖον καὶ Κοινοβούλιον ἄξιον σπουδαίου λαοῦ, ὅταν συναλλάττεσθε μετ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ σέβωνται τὴν ὑπογραφήν σας, θέλομεν ἐξετάσει ἐὰν δύνασθε κατόπιν νὰ λέγητε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους: σκοπὸς ἦτο νὰ ἐγκρίνητε σεῖς, ἀλλὰ παρακαλῶ δώσατε εἰς ἐμὲ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἐγὼ νὰ ἐγκρίνω. Αὐτοὶ εἶναι λόγοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλλωνται ἀπὸ Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὡς πρὸς μὲν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου θέλομεν ὑποχωρήσει εἰς τὴν συνταγματικὴν ἀνάγκην, ὡς πρὸς δὲ τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν θέλομεν συναντηθῆ ἐκ νέου.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξετάσεως τῶν δοκίμων τῆς Δʹ τάξεως τῆς ναυτικῆς σχολῆς.
§91ΕΠ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ὑπέβαλεν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν εἰς τὸ νομοσχέδιόν του, τὸν παρακαλῶ νά μᾶς ὑποδείξῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
§92ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οἱ λόγοι, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶνε ὅτι ὁ ὑφιστάμενος νόμος, ὁ διέπων τὰ τῆς Σχολῆς, δὲν προέβλεψε διὰ ποίων προσόντων δύνανται οἱ δόκιμοι οὗτοι εὐθὺς ὡς γίνωσι σημαιοφόροι νὰ γίνωσι κατόπιν ἀνθυποπλοίαρχοι, ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ ὁρίσωμεν τὸν χρόνον, διότι νέοι εἰσελθόντες ἓν ἔτος κατόπιν εἰς τὴν σχολὴν τῶν ναυτικῶν δοκίμων ἐν Γαλλίᾳ μετὰ διετῆ μαθήτευσιν γίνονται δόκιμοι Αʹ τάξεως ἤτοι σημαιοφόροι, ἑπομένως οἱ μαθηταὶ τῆς ὑπαρχούσης σχολῆς ἤθελον μείνει ἠδικημένοι ὡς εἰσελθόντες ἐν τῇ σχολῇ ἓν ἔτος πρὸ αὐτῶν.
§93Ε. ΚΡΙΕΖΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§94ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τὴν ἐξήγησιν, ἣν ἔδωκα εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας. Τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ τὸ πράξωμεν ὡς ἐκ τοῦ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐσχάτως, διότι εἰσῆλθον εἰς τὴν ναυτικὴν σχολὴν ἐν Γαλλίᾳ νέοι οἵτινες, καίτοι θὰ ὑπηρετήσουν ὀλιγώτερον χρόνον, καίτοι εἰσελθόντες ἓν ἔτος κατόπιν τῶν ἤδη ὑπαρχόντων ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ναυτικῇ σχολῇ μαθητῶν, θὰ ἔλθωσιν ὡς σημαιοφόροι ἓξ μῆνας πρὸ τῶν ἄλλων. Δὲν πρέπει λοιπὸν τὴν σχολὴν, τὴν ὁποίαν ἐσυστήσαμεν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, προσδοκῶ μεγάλα ἀποτελέσματα, νὰ τὴν ἀποθαῤῥύνωμεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συστάσεως αὐτῆς.
§95ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μοὶ φαίνεται προτιμότερον νὰ ὑπαγάγωμεν τοὺς ἐν Εὐρώπῃ εἰς τὰς διατάξεις ἐδῶ.
§96ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἰμποροῦμεν, διότι ἔχω πλήρη πεποίθησιν ὅτι μετὰ 4 ἐτῶν ἐκπαίδευσιν καὶ μετὰ τόσον αὐστηρὰς ἐξετάσεις ἐν τῇ σχολῇ, 18 μηνῶν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τῷ βαθμῷ τοῦ σημαιοφόρου, θὰ κατασταθῶσιν οὗτοι ἱκανοὶ νὰ ἐκπληρώσουν τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου. Δὲν ἀξίζει τὸν κόπον διὰ δύο μῆνας νὰ συζητῶμεν. Χάριν τῆς σχολῆς ἐξορκίζω τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ πᾶσαν προστασίαν, διότι πολλὰ ἔχει νὰ περιμένῃ ἀπὸ αὐτήν.
§97Ε. ΚΡΙΕΖΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§98ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀνθυποπλοίαρχος οὐδέποτε λαμβάνει κυβέρνησιν πλοίου.
§99Ε. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἔχετε ὀνομάσει κυβερνήτας ἐν τούτοις.
§100ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐν καιρῷ πολέμου, ἐλλείψει ἀξιωματικῶν, καὶ ὑπαξιωματικὸς εἰμπορεῖ νὰ κυβερνήσῃ· αἱ τοιαῦται ὅμως περιστάσεις δὲν ἀποτελοῦσι τὸν κανόνα. Ἐν εἰρήνῃ οὐδέποτε ὁ ἀνθυποπλοίαρχος εἰς τὰ μεγάλα πλοῖα εἶνε ἀρχηγὸς φυλακῆς· μόνον εἰς τὰ μικρὰ πλοῖα ἐπιτρέπεται τοῦτο.
§101Ε. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἔχει εὐθύνην.
§102ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅλοι ἔχουν εὐθύνην εἰς τὰ πλοῖα.
§103ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Παρατηρῶ μόνον, ὅτι εἶνε πολλοὶ νέοι ὥστε νὰ λάβουν τὸν βαθμὸν αὐτὸν, διότι 21 καὶ ½ ἐτῶν εἶνε πολλοὶ νέοι.
§104ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη σήμερον 22 ἐτῶν εἶνε ὄχι μόνον ἀνθυποπλοίαρχοι, ἀλλὰ καὶ ὑποπλοίαρχοι.
§105ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐννοῶ νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει ἐν τῷ νόμῳ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§106ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ἕτερον περὶ τῶν δοκίμων τοῦ ναυτικοῦ (θόρυβος). Πρέπει νὰ συνδυασθῇ μετὰ τοῦ ψηφισθέντος.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 5,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1885. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταφορᾶς ἐκτάκτου πιστώσεως ἀπὸ τῆς χρήσεως 1884 εἰς τὴν χρῆσιν 1886. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως νομισματικῶν συμβάσεων.
§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ καὶ ἡ πρώτη συζήτησις, διότι μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως συνωμολογήθη πρόσθετος πρᾶξις, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἔτι λάβει τὰ πρωτόκολλα.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τοῦ 1886.
§113ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντηρήσεως Γυμνασίου ἐν Γυθείῳ.
§115Κ. ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὰ ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια δέον νὰ ὦσιν οὐ μόνον πρόσφορα πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς ὃν ἀφορῶσιν, ἀλλὰ συνάμα καὶ δίκαια· διότι, ἂν ἡ δευτέρα αὕτη ἰδιότης δὲν χαρακτηρίζῃ ἓν νομοθέτημα, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι θὰ ἐπλήρου τοὺς ὅρους καὶ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐνομοθετήθη, θὰ ἦτο πάλιν καταδικαστέον, καθὸ ἄδικον. Τὸ προκείμενον δὲ νομοσχέδιον εἶνε οὐ μόνον ἄδικον, ἀλλὰ καὶ παράνομον, καθ’ ὃ δημευτικὸν, δημεύει μέρος τῆς περιουσίας μιᾶς ἐπαρχίας πρὸς ἐξυπηρέτησιν συμφερόντων ἑτέρας. Θεωρῶ ἐπάναγκες, πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὰ περὶ τούτου, νὰ ποιήσωμαι γνωστὸν, ὅτι δὲν εἴμεθα κατ’ ἀρχὴν ἀντίθετοι τῆς ἱδρύσεως Γυμνασίου ἐν Γυθείῳ καὶ ἄλλων ἔτι, εἰ δυνατὸν, ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων· ἔχομεν ὅμως τὴν δικαίαν ἀξίωσιν, ἵνα ἡ δαπάνη πρὸς συντήρησιν αὐτῶν μὴ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς ῥάχεως ἡμῶν, τῆς ὁμόρου δηλαδὴ ἐπαρχίας τῆς Λακεδαίμονος, ἀλλὰ νὰ ἀποτίνῃ τὸ Δημόσιον τὴν δαπάνην, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν Γυμνασίων τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε νόμον περὶ συστάσεως Γυμνασίου ἐν Γυθείῳ δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου ταμείου, οὐ μόνον δὲν θὰ ἐνιστάμεθα, ἀλλ’ ἠθέλομεν ἐκφράσει αὐτῇ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν. Ἐὰν ἐνιστάμεθα ἤδη, ἐνιστάμεθα οὐχὶ διὰ τὴν ἵδρυσιν, ἀλλὰ διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Γυμνασίου εἰς βάρος ἡμῶν ὑπὲρ Ἐπαρχίας καταστάσης προνομιούχου, διὰ τὴν πλήρη αὐτῆς ἀτέλειαν. Κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον τοῦ 1866 ἐπετράπη σύστασις ἐν Γυθείῳ λιμενικοῦ ταμείου διὰ τὴν κατασκευὴν προκυμαίας τῆς αἱμασιᾶς αὐτῆς, φάρου καὶ γεφύρας τινὸς ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Πασαβᾶ. Τὰ 9|10, ἵνα μὴ εἴπω τὸ ὅλον, τῶν τελωνιακῶν τελῶν συνεισφέρει ἡ Ἐπαρχία τῆς Λακεδαίμονος, τῆς ὁποίας καὶ ἡ ποσότης καὶ ἡ ποικιλία τῶν προϊόντων εἶναι γνωστή. Καὶ διὰ μὲν τὴν κατασκευὴν τούτων οὐδὲν ἐγείρομεν παράπονον, καθόσον τὸ Γύθειον εἶνε τὸ ἐπίνειον τῆς Λακεδαίμονος καὶ ἐκεῖθεν ἐξάγονται τὰ προϊόντα αὐτῆς καὶ εἰσάγεται πᾶν ὅ,τι ἐπαρχία ὑπὸ 60,000 ψυχῶν κατοικουμένη ἔχει ἀνάγκην νὰ εἰσαγάγῃ πρὸς κατανάλωσιν· ἐγείρομεν ὅμως φωνὴν διαμαρτυρίας, διότι, ἐνῶ τόσα χρηματικὰ ποσὰ ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἑνὸς τμήματος τῆς προκυμαίας, χθὲς δὲ ἔτι ὑπεβλήθη εἰς δημοπρασίαν ἕτερον τμῆμα, δι’ ὃ ὑπελογίσθη δαπάνη 600,000 δραχμῶν, καὶ μέχρι τοῦ πέρατος τοῦ πολυτελοῦς αὐτοῦ ἔργου θὰ δαπανηθῶσι πολλαὶ ἑκατοστύες ἔτι χιλιάδων δραχμῶν, ἀποσπῶμεν τὰ κεφάλαια τοῦ λιμενικοῦ ταμείου πρὸς σκοποὺς ὅλως ἀλλοτρίους ἐκείνου, δι’ ὅν ὁ νόμος ἵδρυσε τὸ λιμενικὸν τοῦτο ταμεῖον.
§116ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ζητήσατε τὴν κατάργησιν τῆς λιμενικῆς εἰσφορᾶς τῆς λιμενικῆς φορολογίας διὰ νὰ παύσῃ τὸ Γυμνάσιον.
§117ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Δὲν ποθοῦμεν τοῦτο πρὸ τῆς περατώσεως τοῦ ἔργου, ἀλλὰ ζητοῦμεν ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν καταβάλλονται τὰ λιμενικὰ τέλη, νὰ ἐκπληρωθῇ, καὶ νὰ μὴ ἀποσπῶμεν τὰ κεφάλαια σήμερον μὲν διὰ τὴν συντήρησιν Γυμνασίου, αὔριον διὰ τὴν διοχέτευσιν ὕδατος εἰς τὸ Γύθειον ἐκ τοῦ Βασιλοποτάμου, καὶ βραδύτερον ἴσως διὰ τὴν συντήρησιν ᾠδικῶν καφφενείων, τὸ τοιοῦτον εἶνε καὶ ἄδικον καὶ παράνομον. Τὸ λιμενικὸν ταμεῖον πληροῖ μόνη ἡ Λακεδαίμων, ἡ ὁποία δυστυχῶς εἶναι ἐπιβεβαρημένη μὲ πλείστας ὅσας φορολογικὰς ὑποχρεώσεις, καὶ ἥτις, ὡς μὴ ὤφειλεν, οὐδέποτε ἠξιώθη μέχρι τοῦδε μερίμνης τινὸς ἵνα ἀποκτήσῃ καὶ ἄλλας ὁδοὺς πρὸς μετακόμισιν τῶν προϊόντων αὐτῆς, κατ’ ἀνάγκην ἑπομένως ἐξάγει ταῦτα ἀπὸ τὸν λιμένα τοῦ Γυθείου. Ἄλλως τε, κύριοι, ἡ σύστασις τοῦ Γυμνασίου ἐν Γυθείῳ δὲν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ παρὰ μιᾶς καὶ μόνης πόλεως τὴν εὐχὴν, τοῦ Γυθείου, τῆς ὁποίας καὶ ὁ πληθυσμὸς καὶ ὁ πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν ζῆλος δὲν εἶνε, νομίζω, ἄγνωστος.
§118ΜΑΥΡΟΚΕΦΑΛΟΣ. Ἰδοὺ εἷς λόγος διὰ νὰ συστηθῇ τὸ Γυμνάσιον.
§119ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Εἶπον δὲν εἶμαι ἐναντίος, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ θεωρήσω δίκαιον ἵνα ἡ Ἰθάκη πληρώνῃ τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως αὐτοῦ. Εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θεωρῶ ἀντισυνταγματικὸν καθ’ ὃ δημευτικόν. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δηλώσῃ ἐντεῦθεν τὴν γνώμην αὐτοῦ, ἂν δὲν θεωρῇ δημευομένην τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν μιᾶς ἐπαρχίας, ὅταν τὰ λιμενικὰ τέλη τὰ διὰ νόμου ὁρισθέντα πρὸς κατασκευὴν ἔργου, τοῦ ὁποίου συμμετέχομεν καὶ ἡμεῖς, μεταχειρίζονται εἰς ἄλλους σκοποὺς ὅλως ἀλλοτρίους πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἐπαρχίας Λακεδαίμονος· ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν περὶ τούτου γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἣν ἀφοῦ ἀκούσω θέλω ἐπανέλθει εἰς τὴν ὁμιλίαν μου.
§120ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Λέγω εἰς τὸν κ. προλαλήσαντα, ὅτι τὸ ἐν Γυθείῳ Γυμνάσιον δὲν πρόκειται νὰ συστηθῇ διὰ τὴν Ἐπαρχίαν Γυθείου, ἀλλὰ δι’ ὅλον τὸν Νομὸν Λακωνίας.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαλταφέρος ἔθεσε τὸ ζήτημα νομικόν· περὶ τούτου πρόκειται.
§122ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ προτεινόμενον μέτρον δὲν εἶναι νέον· τοιοῦτον μέτρον συντηρήσεως Γυμνασίων πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐνομοθετήθη. Καὶ τὸ Γυμνάσιον Ἠλείας καὶ τὸ Γυμνάσιον Αἰγίου ἐκ τῶν Λιμενικῶν χρημάτων συντηροῦνται, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠγέρθη τοιαύτη διαμαρτύρησις, ὁποία γίνεται ἤδη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Λακεδαίμονος κατὰ τῆς τοιαύτης δαπάνης. Ὁ λιμὴν τοῦ Γυθείου δὲν χρησιμεύει μόνον εἰς τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν τῶν προϊόντων καὶ ἐμπορευμάτων τῆς Ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, ἀλλὰ χρησιμεύει ὡσαύτως καὶ διὰ τὰ προϊόντα καὶ ἐμπορεύματα τῶν Ἐπαρχιῶν Οἰτύλου, καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Ἄν δὲ διὰ τῶν Λιμενικῶν χρημάτων συστηθῇ καὶ συντηρηθῇ Γυμνάσιον ἐν Γυθείῳ, δὲν θὰ ὠφεληθῇ μόνον ἡ Ἐπαρχία Γυθείου, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐπαρχία Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ πολλοὶ Δῆμοι τῆς Ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, οἵτινες γειτνιάζουσιν εἰς τὴν πόλιν Γυθείου. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον διατὶ νὰ ἐπιμείνωσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ Λακεδαίμονος νὰ μὴ συστηθῇ τοιοῦτον Γυμνάσιον, ἀφοῦ πρόκειται ἐκ τῆς συστάσεως αὐτοῦ νὰ ὠφεληθῇ καὶ ἡ Λακεδαίμων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀδιστάκτως θέλει προβῆ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§123ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Δὲν εἶνε ἀκριβὲς τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνακοινωθέν· οὔτε τὸ Οἴτυλον, οὔτε ἡ Ἐπίδαυρος Λιμηρὰ καταβάλλουσιν ἐκεῖ τέλη.
§124ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§125ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Διότι καὶ ἡ μία καὶ ἄλλη Ἐπαρχία ἔχουσι λιμένας ἰδίους.
§126ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Οἱ δῆμοι Κροκεῶν καὶ Τρινάσου τῆς Λακεδαίμονος δὲν θὰ ὠφεληθῶσιν;
§127ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Οὐδεμίαν δὲ ἔχουσιν αἱ Ἐπαρχίαι Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς καὶ Οἰτύλου ἐμπορικὴν συγκοινωνίαν μετὰ τοῦ Γυθείου.
§128ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δῆμος Ἀσωποῦ, ὁ δῆμος Ζάρακος. Εἰς τὸν δῆμον Ἀσωποῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλη τελωνιακὴ Ἀρχή.
§129ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Ἐπίσης δὲν εἶνε ἀκριβὲς, ὅτι αἱ Ἐπαρχίαι ἐκεῖναι θέλουσιν ὠφεληθῆ ἐκ τῆς ἱδρύσεως Γυμνασίου· διότι ἡ μὲν Ἐπαρχία Οἰτύλου εἶνε γνωστὸν, ὅτι γειτνιάζει καὶ ἔχει τὰς σχέσεις αὑτῆς μετὰ τῶν Καλαμῶν, ἡ Ἐπαρχία Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς μᾶλλον πρὸς τὸ Ναύπλιον ἢ τὰς Ἀθήνας. Ἀλλὰ περιμένω ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι τὸ νομοσχέδιον, ἐξεταζόμενον οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ὠφελίμου ἢ μὴ, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν συνταγματικὴν αὐτοῦ ἔποψιν, τὸ θεωρῶ ἀπαράδεκτον.
§130ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, ἐπειδὴ συμπίπτει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἦνε καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐπειδὴ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τῆς συστάσεως τοῦ Γυμνασίου καὶ ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ μὴ ἐπιμένητε νὰ εἴπω τι ὡς πρὸς τὸ νομικὸν ζήτημα.
§131ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶνε ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§133ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέσατε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐξ ἧς θέλει φανῆ ἂν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ ἀναγνωσθέντος νομοσχεδίου...... (θόρυβος).
§135ΤΙΝΕΣ. Ὁ κ. Μελετόπουλος ἔκαμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας (θόρυβος).
§136ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέσατε τὸ ζήτημα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ τότε λύεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας (θόρυβος).
§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἅμα γίνεται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ἡμεῖς δὲν ἐκάμαμεν τοιαύτην ἔνστασιν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐγένετο, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίσωμεν (θόρυβος).
§138ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι τῇ προτάσει ὑμῶν, ὅτε εἶσθε Πρωθυπουργὸς, ἡ Βουλὴ, ὁσάκις ἐπροτάθη ἔλλειψις ἀπαρτίας, παρεδέχθη νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, δι’ ἧς θὰ κατεδηλοῦτο καὶ ἐλύετο τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας (θόρυβος).
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄλλο εἶνε τὸ ζήτημα, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ μὴ ἀπαρτία, καὶ ἄλλο εἶνε ἅμα γίνῃ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§140ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος (θόρυβος).
§141ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§142ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶνε ἐν ἀπαρτίᾳ, τότε γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον διὰ ἀναστάσεως. (Ἐκφωνεῖται ὀνομαστικῶς ὁ κατάλογος τῶν κ. βουλευτων).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 Μ. Μ.)