Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Ι · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 46

1885.12.04

2.251 στίχοι · 16.947 λέξεις · 1 πίνακας · 35 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1885.12.04
Προεδρεία
ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΡΙΚΑΚΗ
Περίοδος
Ι
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1886)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46

τῆς 4 Δεκεμβρίου 1885.

(Τετάρτη).

Ὥρα 3 μ. μ.

(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βώλου κύριος Φιλάρετος ὑποβάλλει ἐγγράφους δύο ἐπερωτήσεις τὰς ἑξῆς· «Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς Εἰσαγγελικὰς ἐκθέσεις τῆς τελευταίας τριμηνίας περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν Δικαστικῶν Γραφείων, τὸν δὲ κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν αὐτῶν ἅμα τῇ καταθέσει των. Ὁ δὲ κύριος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς παρακαλεῖται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνων λόγων ἕνεκεν δὲν ἐκανονίσθη ἔτι ἡ ἐν τῷ κατὰ θάλασσαν στρατῷ θέσις τῶν ὑπολογιστῶν συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Νόμου τῆς 29 Μαρτίου 1884 περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ.

Ὁ ἐκ Βώλου βουλευτὴς

Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ».

Θέλουν διευθυνθῆ εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς. Οἱ πληρεξούσιοι τῆς Κοινότητος Λίμνης ζητοῦσι νὰ συστηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐπισπευθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ παραχωρητηρίου διὰ τὸ αὐτόθι ὀρυχεῖον. Οἱ κατάδικοι Χαλκίδος ἀπευθύνουσιν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν ᾗ ἐκθέτουσιν, ὅτι ὑποφέρουσι βάσανα ἀνυπόφορα ἐκ μέρους τοῦ Ἐπιστάτου τῶν ἐκεῖ φυλακῶν, καὶ ὅτι ἀνεφέρθησαν ἐπανειλημμένως εἰς τὸν Νομαρχεύοντα, ἀλλ’ ὅτι δὲν εὗρον οὐδεμίαν ἀκρόασιν τὰ παράπονα αὐτῶν. Λοιπὸν παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τὴν ἀναφοράν των, ὅπως ληφθῇ πρόνοια.

§2ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, καθότι καὶ ἐγὼ ἔχω ἐπιστολήν, ὅτι εἶναι μία ἀντιζηλία μεταξὺ Ἐπιστάτου καὶ Ὑπεπιστάτου. Ὁ Ἐπιστάτης αὐτὸς ὑπῆρξεν εἴκοσιν ἔτη Ἐπιστάτης καὶ δὲν ἐγεννήθη οὐδὲν παράπονον κατ’ αὐτοῦ.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρόκειται τώρα νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία, ἡ ὁποία ἔμεινεν ἐκκρεμὴς χθὲς περὶ συντηρήσεως τοῦ Γυμνασίου ἐν Γυθείῳ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς συμπληρωτικῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Καλαβρύτων. (Ἀναγινώσκει). «Τὸ Τμῆμα προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ κυρίου Παπαγιαννακοπούλου ὡς νομίμου βουλευτοῦ.» Ζητεῖ τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Τμήματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀνακηρύσσεται ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος νόμιμος βουλευτὴς τῆς Ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ἔχων καὶ τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἄς προσέλθῃ ὁ ἱερεὺς, ὅπως ὁρκισθῇ ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος. (Ὁρκίζεται). (Γίνεται εἶτα δεκτὸν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1886. Ὁμοίως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ περὶ δανείου τῶν ἑκατὸν ἑκατομμυρίων. Εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀρχικελευστῶν. Ὁμοίως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Νόμου περὶ συστάσεως σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων.

§4ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, αὐτὸ ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἣν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. (Ὅρα Παράρτημα).

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ ἐργολαβίας τῆς διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου κτλ.

§6Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων νομοσχεδίων δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἐξήγησα δὲ καὶ διατί δὲν ἔλαβον τὸν λόγον. Ἐθεώρησα, ὅτι, μὴ εὑρισκομένου τοῦ Κράτους ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι, δὲν ἦτο πρέπον νὰ λογομαχῶμεν· δὲν μεταχειρίζομαι δὲ τὴν λέξιν ταύτην, διότι θεωρῶ, ὅτι αἱ συζητήσεις εἶνε ἄσκοποι, ἀλλ’ ὅταν αἱ περιστάσεις ἀπαιτῶσι δρᾶσιν, ἐπιτρέπεται συζήτησις μόνον, ἐφ’ ὅσον ἐκ ταύτης προσδοκᾶται ἄμεσον ἀποτέλεσμα. Ἡ συζήτησις πολλάκις φέρει τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς μετὰ μακρὸν χρόνον καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχωσι λόγοι, ἵνα θεωρῆται ἡ ἄμεσος ἐνέργεια ὡς μόνη ὠφέλιμος, ἡ συζήτησις ἡ προωρισμένη, ἵνα μετὰ μακρὸν χρόνον τελεσφορήσῃ, εἶναι χρήσιμος· ἀλλ’ ὅταν αἱ περιστάσεις ἀπαιτῶσι δρᾶσιν καὶ μόνον δρᾶσιν, συζήτησις, ἥτις δὲν πρόκειται ν’ ἀπολήξῃ εἰς ἀποτέλεσμά τι, πρὸς αὐτὴν τὴν δρᾶσιν σχετιζόμενον, εἶναι ἐπιβλαβής. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα, ὅτι ἔδει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην ἦτο τὸ μόνον σκόπιμον ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι, τουτέστι τὸ τῆς μεταβολῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἤκουσα παρὰ πολλῶν λεγόμενον, ὅτι ἔδει ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ν’ ἀναπτυχθῶσιν αἱ ἀντίθετοι ἰδέαι τῶν κομμάτων, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν, καὶ ἀποφασίζουσα περὶ τούτων, κανονίσῃ καὶ τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα. Ἐγὼ ὅμως εἶχον ἀντίθετον ταύτης ἰδέαν· ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται σήμερον νὰ ἀποφασίσῃ περὶ προγραμμάτων, διότι τὸ πρόγραμμα εἶναι κοινὸν εἰς ἅπαν τὸ Ἔθνος, ἡ δὲ Βουλὴ πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ μόνον περὶ καταλληλοτέρας ἐκτελέσεως, ἕκαστος δὲ θὰ σχηματίζῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ περὶ τῆς καταλληλοτέρας Κυβερνήσεως πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος ὄχι ἐκ τῆς συντάξεως τῶν προγραμμάτων, ἅτινα ὑποβάλλονται εἰς αὐτὸν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν παρατηρήσεων αὑτοῦ περὶ τῶν ἐνεργειῶν ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀξιοῦσι νὰ κυβερνήσωσι τὴν Χώραν. Πολὺ καταβιβάζουσι τὸ ζήτημα ἐκεῖνοι οἵτινες θεωροῦσιν, ὅτι ἡ λύσις αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἕκαστος ἐπαγγέλλεται, ὅτι δύναται νὰ κυβερνήσῃ. Δὲν εἶναι σήμερον ἐποχὴ ἐπαγγελιῶν, ἀλλ’ εἶναι ἐποχὴ δράσεως, καὶ ἕκαστος πρέπει νὰ κρίνῃ, τίς δύναται ὠφελιμώτερον νὰ δράσῃ. Ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἀναντιῤῥήτως ἦτο, ὅτι ὠφελιμώτερον ἠδύναντο νὰ δράσωσιν οἱ νῦν Κυβερνῶντες, ἑπομένως πᾶσα συζήτησις περὶ τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος ἦτο ἄσκοπος ἐν τῇ Βουλῇ, οὖσα δὲ ἄσκοπος ἦτο καὶ ἐπιβλαβὴς, διότι, ὡς εἶπον, συζήτησις, μὴ τείνουσα εἰς ἄμεσον ἀποτέλεσμα, παρεκώλυε τὴν ἐνέργειαν τῶν Κυβερνώντων καὶ ἑπομένως παρεκώλυε τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, πρὸς ὃν ἐκλήθησαν οὗτοι, ἵνα κυβερνῶσι. Δυνάμεθα νὰ φρονῶμεν, καὶ ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι οἱ νῦν Κυβερνῶντες δὲν εἶναι οἱ κατάλληλοι, ἵνα ἐκτελέσωσι τὸ Ἐθνικὸν πρόγραμμα· δυνάμεθα νὰ φρονῶμεν, ὅτι δὲν ἔχουσι καὶ ἀντίληψιν ἐπαρκῆ τοῦ προγράμματος τούτου· δυνάμεθα νὰ φρονῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλοι, ἵνα κυβερνῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες τὴν ἰδίαν αὑτῶν γνώμην ὑποτάσσουσιν εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ὑποτάσσουσι τὴν γνώμην αὑτῶν εἰς τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, τὴν ἀντιπροσωπευομένην βεβαίως ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καθ’ ἃ αὐτοὶ εἶπον. Ἀλλ’ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν φρονῶμεν περὶ τούτου, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν συνείδησιν, ὅτι ἀφοῦ, ὡς ἐκ τῶν ὅρων τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν, οἱ νῦν κυβερνῶντες κέκληνται, ἵνα διευθύνωσι τὰ πράγματα, θέλουσι διευθύνει αὐτὰ πολλῷ καταλληλότερον, ἂν ἀφίωνται ἐλεύθεροι, ἵνα διαθέτωσι πάντα τὸν χρόνον αὑτῶν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, ὅπερ τοῖς ἀνετέθη, καὶ δὲν παρακωλύωνται ὑπὸ συζητήσεων, οὐδένα δυναμένων νὰ ἔχωσιν ἄμεσον σκοπόν. Αἱ συζητήσεις, ἐφ’ ὅσον διεξήχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ μέχρι τοῦδε, ἀπέδειξαν, νομίζω, τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων ἡμῶν. Ἀπέσχομεν ἡμεῖς ὡς Ἀντιπολίτευσις τῶν συζητήσεων, ἵνα ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ποιῆται χρῆσιν παντὸς τοῦ χρόνου εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις προετίμησε νὰ μὴ ἐπωφεληθῇ ἐκ τῆς στάσεως ταύτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τοὐναντίον ἐπὶ πάσης ἀφορμῆς διδομένης εἰς αὐτὴν ἐκ τῶν τάξεων τῆς συμπολιτεύσεως ν’ ἀγορεύῃ ἐπὶ ὥρας πολλάς. Ποῖον δὲ ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης τακτικῆς τῆς Κυβερνήσεως; Ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν εἰργάσθη ἐκεῖ ὅπου ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ ὠφελίμως, τουτέστιν εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως κατὰ τὰς ὥρας ἐκείνας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀνέπτυξεν ἐνταῦθα θεωρίας, αἵτινες εἰς πᾶν ἄλλο ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσι συντελέσασαι, ἢ εἰς ἐξυπηρέτησιν τοῦ Ἐθνικοῦ σκοποῦ. Ἔφερε τὸ Ὑπουργεῖον προτάσεις εἰς τὴν Βουλήν, ἃς αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν, ὅτι δὲν ὑπεβάλλοντο, ὅπως ψηφισθῶσιν, ἀλλ’ ὑπεβάλλοντο ἁπλῶς, ἵνα προκαλέσωσι συζητήσεις δοκιμαστικάς· ἔφερε προτάσεις, ὧν αὐτὴ ἡ δοκιμαστικὴ συζήτησις, ἐνῷ κατεδαπάνα πολύτιμον χρόνον, ἦτο καὶ λίαν ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Αἱ προτάσεις αὗται ἀφεώρων εἰς νομοθεσίαν, ἥτις, ἂν ὑπετίθετο, ὅτι ἦτο ἀναγκαία ἐν Ἑλλάδι, θὰ παρίστα τὴν Χώραν ἡμῶν ὡς μὴ παρέχουσαν τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, ἃς πρέπει νὰ παρέχῃ ἁπανταχοῦ ὑπὲρ τῆς πίστεως αὑτῆς. Εἴδομεν τὴν Κυβέρνησιν, παρ’ οὐδενὸς προκαλουμένην, συζητοῦσαν ἐπὶ ὥρας καὶ ἀναπτύσσουσαν θεωρίας, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ διὰ συμβάσεων ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τοὺς δανείσαντας εἰς αὐτὴν δὲν εἶναι ἱεραὶ, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Κυβερνήσεις νὰ ἐξετάζωσιν, ἂν αἱ ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβε τὸ Κράτος, ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὸν θεμελιώδη νόμον τοῦ Κράτους, ὅπως, ἂν δὲν ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὸν θεμελιώδη νόμον τοῦ Κράτους, καίτοι κυρωθεῖσαι ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, θεωρηθῶσιν ὡς μὴ ὑπάρχουσαι, καὶ ζημιωθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες συνεβλήθησαν πρὸς τὸ Κράτος, ἤτοι πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, καὶ ταὐτοχρόνως πρὸς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ζημιωθῶσι, λέγω, διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς συνεβλήθησαν τῆς μὴ ἀναγνωρίσεως ὑπὲρ αὐτῶν ἀποζημιώσεως. Αἱ συζητήσεις αὗται ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ οὐδενὸς σκοποῦ· διότι, ἀφοῦ τοιουτοτρόπως διετάραξε τὰς συνειδήσεις ἁπάντων, ἀφοῦ τοιουτοτρόπως ἐκλόνισε τὰς πεποιθήσεις ἐκείνων, εἰς τὰς πεποιθήσεις τῶν ὁποίων ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέπωμεν, ὅταν πρόκηται περὶ Δημοσίας πίστεως, εἶπεν ἔπειτα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι περὶ τούτων ὡμίλησε μόνον, ἵνα παρασκευάσῃ τὸ ζήτημα διὰ τὸ μέλλον, ὅτι ἐν τῷ παρόντι δὲν πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασίς τις περὶ τούτων. Διετάραξε τὰς συνειδήσεις διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας ἐπὶ τοῦ κινητοῦ εἰσοδήματος, ὡσανεὶ ἡ Ἑλλὰς εἶχε πληθώραν κινητῶν κεφαλαίων, καὶ δὲν εἴχομεν ἄλλο τι νὰ σκεφθῶμεν ἤδη, παρὰ πῶς νὰ ἀνακουφίσωμεν τὸν Τόπον ἀπὸ τοῦ βάρους τῆς πληθώρας ταύτης. Ἀνεζήτησεν ἐν ταῖς Νομοθεσίαις τῶν ξένων Κρατῶν ἁπάσας τὰς ἐπιβαρύνσεις, εἰς ἃς ὑποβάλλονται παρ’ αὐτοῖς τὰ κινητὰ κεφάλαια, καὶ χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ἂν εἰς τὰ ξένα ἐκεῖνα Κράτη τὰ κινητὰ κεφάλαια ἔχωσιν ἄλλα τὰ ἑλκύοντα αὐτὰ, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ ὑποστῶσι τὰς ἐπιβαρύνσεις καὶ νὰ μὴ φυγαδευθῶσιν ἕνεκα αὐτῶν. Ἐθεώρησε πρέπον νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προτάσεις περὶ ἐπιβαρύνσεως ἀνωτέρας καὶ ἐκείνης, εἰς ἣν τὰ κινητὰ κεφάλαια ὑποβάλλονται ἐν ταῖς Χώραις ἔνθα εἰσὶν ἄφθονα, καὶ ἀφοῦ τοιουτοτρόπως διετάραξε τὰς πεποιθήσεις ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ διατηρήσωσιν ἐνταῦθα τὰ κινητὰ αὐτῶν κεφάλαια ἢ νὰ φέρωσιν ἄλλα, εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ περὶ τούτου δὲν ἐποιήσατο λόγον πρὸς τὸν σκοπὸν νομοθεσίας ἀμέσου, ἀλλὰ μόνον ἵνα ὡριμάσῃ τὸ ζήτημα, ὅπως περὶ τούτου ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς ἀποφάσεις ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἔχῃ τὸν καιρόν, ἵνα καταγίνηται εἰς συζητήσεις· διότι τώρα, ἔχοντες περίσσειαν χρόνου, δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν, ὅπως οἰκονομῶμεν τὸν χρόνον, κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν, ἀφοῦ παρέλθωσιν αἱ παροῦσαι δυσχέρειαι, θὰ ἐπείγῃ ὁ χρόνος πλειότερον ἢ νῦν. Τοιαύτη ὑπῆρξε τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐνέργεια, μὴ προκαλουμένης ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ μόλις ἐκ τῶν τάξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠκούετο ἡ ἐλαχίστη φωνὴ ἐπὶ νομοσχεδίου πραγματικοῦ, φωνὴ ἀφορῶσα οὐχὶ εἰς τὸ Κυβερνητικὸν ζήτημα, ἀλλ’ εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ πραγματικὸν ζήτημα, τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιεχόμενον, εὐθὺς τότε ἐβλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν προσπαθοῦσαν νὰ ἐπωφεληθῇ ἐκ μιᾶς οἱασδήποτε λέξεως τοῦ ἀγορεύοντος ἀντιπολιτευομένου, ἵνα παραστήσῃ τὸ Κυβερνητικὸν ζήτημα ὡς προκαλούμενον, καὶ τοιουτοτρόπως ῥίψῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ χάος τοιούτων συζητήσεων. Ἀπέναντι τοιαύτης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἠναγκάσθημεν ν’ ἀπόσχωμεν καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς συζητήσεως τῶν λεπτομερειῶν τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἀφορώντων εἰς καθαρῶς οἰκονομικὰ ἢ ἄλλα ζητήματα, μὴ μετέχοντα Κυβερνητικοῦ χαρακτῆρος. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην ἠκολουθήσαμεν τακτικήν, δι’ οὓς εἶπον λόγους, ἐπὶ πάντων τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, καίτοι πολλὰ περὶ αὐτῶν εἴχομεν νὰ εἴπωμεν, δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν τακτικὴν, προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως περὶ διαχειρίσεως καὶ πωλήσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων. Καὶ πολλὰ ἄλλα νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, καθ’ ὧν αἱ συνειδήσεις ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐξανίσταντο· τὰ πλεῖστα τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων δὲν ἠδύναντο νὰ τύχωσι τῆς ἐπιδοκιμασίας ἡμῶν, πολλὰ δ’ ἐξ αὐτῶν ἐθεωροῦμεν ὀλέθρια, καὶ οὐ μόνον τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια ἐθεωροῦμεν ἔχοντα τὸν χαρακτῆρα τοῦτον, ἀλλὰ καὶ ἄλλα νομοσχέδια καὶ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἐθεωροῦμεν τοιαῦτα. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ χθὲς ψηφισθὲν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς κατατάξεως τῆς δευτέρας σειρᾶς τῶν ὑποχρέων τῆς ἐνεστώσης ἡλικίας, καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον θεωροῦμεν ὀλέθριον διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς Χώρας. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων καὶ περὶ τούτου τοῦ νομοσχεδίου ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπόσχωμεν ἀπὸ πάσης ἀντιῤῥήσεως. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ οἰκονομικὰ, τὰ νομοσχέδια τὰ στρατιωτικά. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον χθὲς ἐπεψηφίσαμεν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ, ἐν ὅσῳ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐξηκολούθει ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις προεκάλεσε τὴν ἀνάγκην τοῦ νομοσχεδίου τούτου, προεκάλεσεν αὐτὴν, μὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἤθελον παρουσιασθῆ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κατατάξεως τῶν ἀνδρῶν τούτων, καὶ θεωρήσασα ὅτι εἶχε τὰ μέσα, ἵνα καλέσῃ οὐ μόνον τὰς πέντε ἡλικίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῶν πέντε ἡλικιῶν τοὺς ἀπηλλαγμένους καὶ τοὺς εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας προωρισμένους. Ἐλάβομεν ἀφορμὴν παροδικῶς νὰ παραστήσωμεν, ὅτι εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ μὴ καλέσῃ τοὺς ἀπηλλαγμένους, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἠδύνατο διὰ νομοθετικῆς διατάξεως νὰ τὸ λάβῃ, δὲν ἐθεώρησεν ὅμως πρέπον νὰ μὴ καλέσῃ τοὺς ἀπηλλαγμένους. Ἐκάλεσε τοὺς ἀπηλλαγμένους, ἐκάλεσε τοὺς εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας προωρισμένους, τουτέστι τοὺς ἀναπήρους, καὶ ἤδη, ἵνα διατηρῇ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ τοὺς ἀναπήρους, δὲν κατατάσσει ἐκείνους, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὸν σκελετὸν τοῦ στρατοῦ, οἵτινες εἶναι ἀληθὴς στρατὸς, περὶ τὸν ὁποῖον κατατάσσονται οἱ ἔφεδροι. Ἀλλ’ ἀφοῦ ταῦτα φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ οὕτως εἰργάσθη ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ τὰς θέσεις ἐν τοῖς στρατῶσιν, ἀφοῦ τὰ ἐνδύματα κατέλαβον οἱ εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας προωρισμένοι, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς σήμερον νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι θέλει πράξει ἄλλως ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως τύχῃ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν μὴ κατάταξιν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες εἶναι, ὡς εἶπον, ὁ σκελετὸς τοῦ στρατοῦ, οἵτινες ὅμως δὲν δύνανται νὰ καταχθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, διότι κατέχονται αἱ θέσεις αὐτῶν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶνε οὐ μόνον ἄχρηστοι εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ; Περιττὴ ἦτο πᾶσα συζήτησις, διότι βεβαίως ἤθελεν ἐπιτευχθῆ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἡ ψήφισις τοῦ νόμου καὶ ἠθέλομεν μόνον ἀπολέσει τὸν χρόνον. Περὶ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν σύμβασιν περὶ τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων σκεπτόμεθα ἄλλως· σκεπτόμεθα ἄλλως, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς συντελοῦν εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ συστήματος, οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶναι, τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος, ἀλλ’ ἀντιστρατεύεται ἄντικρυς πρὸς τὸ πρόγραμμα τοῦτο, καὶ καθιστᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος ἐντελῶς ἀδύνατον. Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον νὰ ἐξετασθῇ ἡ σύμβασις αὐτοτελῶς καὶ νὰ ἐκτιμηθῇ ὡς ἐκ μόνων τῶν διατάξεων αὐτῆς, ἴσως ἠθέλομεν ἀπόσχει καὶ τῆς συζητήσεως ταύτης, καί τοι θεωροῦμεν τὴν σύμβασιν ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ταμείου. Θὰ ἠδυνάμεθα καὶ ὡς πρὸς ταύτην νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν ὡς πρὸς ἄλλα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήσαμεν ἐπιβλαβῆ, διότι ἡ ἐπιψήφισις αὐτῶν ἦτο βεβαία καὶ ἡ συζήτησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπολήξῃ εἰς πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ συμβαίνει ἤδη ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἐν αἷς διατελοῦμεν, νὰ λαμβάνῃ ἡ σύμβασις αὕτη ἀξίαν ὅλως ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀρύεται ἐκ τῶν διατάξεων αὐτῆς, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τοῖς ἄρθροις, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἀρύεται ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς διὰ τῆς συμβάσεως γινομένης παραχωρήσεως πρὸς οἰκονομολογικὰ μέτρα ἄλλα ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος. Ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δανείου 100,000,000 δραχμῶν καὶ ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὰ κατ’ αὐτὸ, ὅπως θεωρήσει σκοπιμώτερον. Ὅτε δὲ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, εἶπεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ἔκτακτον ἀπόδειξιν ἐμπιστοσύνης τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν, οὐχὶ βεβαίως πρὸς τὰ πρόσωπα τὰ διευθύνοντα τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ζητεῖται δ’ ἐμπιστοσύνη οὐχὶ ἔκτακτος, ζητεῖται ἡ ἐμπιστοσύνη ἐκείνη, τὴν ὁποίαν αἱ Ἐκτελεσταὶ Ἐξουσίαι εἰς ἄλλα Κράτη ἀπολαμβάνουσι πάντοτε παρὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Εἰς ἄλλα Κράτη, ὁσάκις ψηφίζονται ἄδειαι δανείων, ψηφίζονται ἄνευ οὐδενὸς ὅρου. Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία θέλει διαπραγματευθῆ τὰ τοῦ δανείου ὅσον ἔνεστι συμφορώτερον, θεωρεῖ δὲ ἐπιβλαβὲς νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἀδείας διατάξεις, κανονιζούσας τὰ κατὰ τὴν συνομολόγησιν αὐτοῦ, διότι αἱ διατάξεις αὗται δύνανται ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι νὰ θεωρηθῶσι παρὰ τῶν διαπραγματευομένων πρὸς τὸ Δημόσιον ὡς οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους τὸ Δημόσιον εἶναι εὐδιάθετον νὰ παραχωρήσῃ καὶ νὰ μὴ θελήσωσιν ἀπὸ τῶν ὅρων ἐκείνων νὰ ὑποχωρήσωσιν. Ὅθεν εἶναι πρέπον οὐδεμία νὰ δίδωται ἔνδειξις διὰ τοῦ νόμου περὶ τῶν ὅρων, ὅπως δύνηται ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ κανονίζῃ τὰ κατ’ αὐτοὺς, διεξάγουσα τὰς διαπραγματεύσεις ὅσον ἔνεστιν ἐπιτυχέστερον. Τὸ νομοσχέδιον ἄρα ἐκεῖνο οὐδένα εἴχομεν λόγον ν’ ἀποκρούσωμεν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τί ἄλλο εἶναι παρὰ νέον νομοθέτημα, ὅμοιον πρὸς ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἔσχον πρακτικὸν ἀποτέλεσμα; Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀδειῶν, εἴτε ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων, εἴτε πωλήσεως τῶν τίτλων τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, ὅσοι μέχρι τοῦδε δὲν διετέθησαν, ἐπὶ ὅροις κατωτέροις ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ ἰσχύων νόμος καθώριζεν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδεμίαν παρενέβαλε δυσκολίαν πρὸς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, καίτοι ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ ψήφισις αὐτῶν οὐδένα εἶχε πρακτικὸν σκοπόν· ἐθεώρει ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ ἄνευ παρατηρήσεων ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων, ἵνα αὐτὰ τὰ πράγματα εὐγλωττότερον αὐτῆς ὁμιλήσωσι καὶ ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνονται διὰ τοιούτων μέσων τὰ δάνεια, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ψηφίζεται νόμος ἀδείας, ἵνα ἀποκτήσωμεν καὶ τὸ δάνειον. Ἤδη ἐπίσης ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν χθὲς, εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν σήμερον ὁ νόμος περὶ δανείου, καὶ θὰ ψηφισθῇ καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἴσως αὔριον. Εἰς τί δὲ συντελεῖ ἡ ψήφισις τοῦ νόμου τούτου; Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ δανεισθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ γενικῇ ἐγγυήσει τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, ἢ ἐπὶ εἰδικῇ ἐγγυήσει προσόδου τινὸς τοῦ Κράτους, ἔχει καὶ ἤδη πρὸς τοῦτο ἀδείας, καὶ ἀδείας πολλῷ χρησιμωτέρας τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ δανείου 100.000.000· ἔχει ἄδειαν ἐκποιήσεως τῶν ἀδιαθέτων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, καὶ ἄδειαν ἐκποιήσεως αὐτῶν εἰς οἷαν ἂν αὕτη θεωρήσῃ συμφέρουσαν τιμήν. Οἱ τίτλοι ἐκεῖνοι ἔχουσιν ὑπεγγύους εἰδικὰς προσόδους, ἔχουσι δὲ καὶ τὸ πλεονέκτημα ἀπέναντι οἱουδήποτε νέου δανείου, ὅτι εἶναι ἤδη ἐκδεδομένοι, ὅτι εἶναι ἤδη ἀνεγνωρισμένοι ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις, ὅτι ἔχουσι καὶ τιμὴν ἐν αὐτοῖς. Ἂν ἐκ τῶν ἀδειῶν ἐκείνων δὲν δύναται νὰ ἐπωφεληθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα πραγματοποιήσῃ μικρὰ δάνεια, ποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐλπίδα, ὅτι θέλει πραγματοποιήσει τὸ μεγαλείτερον δάνειον, τὸ μηδεμίαν παρέχον ἐγγύησιν ἀνωτέραν τῶν ὑπὸ τῶν τίτλων τῶν ἀδιαθέτων τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 παρεχομένων; Ἡ ψήφισις ἄρα τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου μόνου οὐδεμίαν ἔχει χρησιμότητα καὶ μένει ἄλυτον τὸ μέγα ζήτημα, τὸ ἀπαραίτητον ζήτημα πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Ἐθνικοῦ προγράμματος, τὸ ζήτημα τῆς εὑρέσεως χρημάτων διὰ δανείων. Ἡ εὕρεσις χρήματος μεταλλικοῦ διὰ δανείων εἶναι σήμερον ὁ ἀπαραίτητος ὅρος πάσης Ἐθνικῆς ἐνεργείας· εἶναι ἀπαραίτητον τὸ δάνειον διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, συνάμα λαμβανομένων· εἶναι ὅμως ἀπαραίτητον τὸ δάνειον καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἵνα ὑποστηρίξῃ κυκλοφορίαν τοῦ γραμματίου τῶν Τραπεζῶν, τὸ ὁποῖον ὁσημέραι ὑποτιμᾶται, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ὑποτίμησις καθιστᾷ τὴν χρηματικὴν κυκλοφορίαν ἐν τῷ Τόπῳ προβληματικήν. Ἐὰν δὲν ληφθῇ ταχέως πρόνοια περὶ εὑρέσεως μεταλλικοῦ νομίσματος, ὅπως δύναται ἡ Κυβέρνησις τὰ συναλλάγματα αὐτῆς νὰ ἐκδίδῃ ἐπὶ τοῦ ἰδίου αὐτῆς χρήματος, τὸ συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη ὑπερτετιμημένον κατὰ 25, 26 καὶ 27%, θὰ ὑπερτιμηθῇ πολὺ περισσότερον καὶ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας αὐτοῦ, ἢ ἴσως εἰς ἀξίαν ἔτι μικροτέραν. Εἶναι λοιπὸν ζήτημα ἐθνικῆς σωτηρίας τὸ ζήτημα τοῦ μεταλλικοῦ δανείου· τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο τῆς ἀναστηλώσεως τῆς χρηματικῆς κυκλοφορίας ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ προγράμματος ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ λυθῇ διὰ τῶν ἄλλων μέσων, ἅτινα μέχρι τοῦδε ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἓν μόνον μέσον παρουσιάζετο, ὅπως καταστῇ πιθανὴ καὶ σχεδὸν βεβαία, δύναμαι νὰ εἴπω, ἡ πραγματοποίησις δανείου, τὸ μέσον δὲ τοῦτο ἦτο ἡ εἰς ἐξασφάλισιν παραχώρησις πρὸς τοὺς δανείσοντας τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς πωλήσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων. Ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐφρόνει περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἄλλως, ἢ ὅπως φρονεῖ, θὰ ἠδύνατο ἴσως ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ οὗτος πρὸς εὕρεσιν δανείου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, καθὰ εἶπεν ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, τὸ μὲν μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ δὲν ἀσπάζεται καὶ εἰς τοῦτο συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ, συμφωνῶ ὅτι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ θὰ ἦτο μέτρον ἐπιβλαβέστατον εἰς τὴν χώραν, ἀλλὰ δὲν ἀσπάζεται καὶ τὸ ἕτερον σύστημα, ὅπερ παρέχει διὰ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ τὴν διαχείρισιν, ἥτις διαχείρισις εἶναι τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ δυνάμεθα ἤδη νὰ εὕρωμεν χρήματα. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι τὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογίας, διότι ἡ διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογία ἀσχέτως πρὸς τὰ ἄλλα πλεονεκτήματα, κατ’ ἐμὴν γνώμην, παρέχει καὶ τοῦτο τὸ πλεονέκτημα, τὸ σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἤδη πραγματευόμεθα, ὅτι περιέχει διαχείρισιν, ἣν δύναται τὸ Δημόσιον νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον δανείσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν κεφάλαια. Ταῦτα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἀποδέχεται, τὸ μὲν μονοπώλιον καλῶς, τὸ δὲ τῶν κοπτηρίων σύστημα κακῶς, κατ’ ἐμὴν γνώμην· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν ἀποδέχεται αὐτὰ, ὥστε ἐξ αὐτῶν οὐδὲν ἔχομεν νὰ ἐλπίσωμεν πρὸς εὕρεσιν δανείου. Μόνη ἄρα ἐλπὶς πρὸς εὕρεσιν δανείου σήμερον εἶναι ὁ συνδυασμὸς πρὸς αὐτὸ τῆς διαχειρίσεως τῆς προσόδου τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων. Τὴν διαχείρισιν ταύτην τὸ Ὑπουργεῖον προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα παραχωρήσῃ εἰς ἑταιρίαν, ἥτις οὐδεμίαν ἀναλαμβάνει ὑποχρέωσιν, ὅπως χορηγήσῃ δάνειον εἰς τὸ Κράτος. Ὅτε δὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ τούτου ἦλθεν ὑπὸ συζήτησιν, ἐγένετο λόγος πολὺς περὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ καὶ ἀπεδείχθη, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὅτι αὗται εἶναι ἐπιβλαβεῖς πρὸς τὸ Δημόσιον αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς, ἐπεφυλαττόμην δὲ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, ποιούμενος ἐξαίρεσιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἣν εἶχον παραδεχθῆ, τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ἵνα πραγματευθῶ τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἄποψιν, ἣν θεωρῶ τὴν σπουδαιοτέραν πασῶν, ὑπὸ τὴν ἄποψιν τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς προσόδου ταύτης πρὸς εὕρεσιν δανείου. Οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐξετάσαντες αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ συνδυασμοῦ τῆς συμβάσεως πρὸς τὸ δάνειον ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη κακῶς διεσκευάσθη, ἀπέδειξαν, ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος, ἵνα ἀπομακρυνθῇ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς συμβάσεως, ἣν ἡ προκάτοχος εἶχε συνομολογήσει πρὸς τὰ αὐτὰ πρόσωπα. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε συνομολογήσει σύμβασιν περὶ διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων, περιοριζομένην εἰς τὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν εἰδῶν τούτων ἀπὸ τῶν κεντρικῶν εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας καὶ εἰς τὰ τῆς πωλήσεως αὐτῶν ἐν ταῖς κεντρικαῖς καὶ ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἀποθήκαις· ἀλλ’ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε θεωρήσει, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπετρέπετο, ὅπως εἰς τὰ πρόσωπα, εἰς ἃ ἤθελεν ἀνατεθῆ ἡ διαχείρισις τῶν τῆς πωλήσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα ἀνατεθῆ καὶ ἡ προμήθεια τοῦ πετρελαίου καὶ ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν· ἐθεώρει, ὅτι ἀπῃτεῖτο ἔλεγχος καὶ ὅτι αἱ δύο αὗται ἐργασίαι ἔπρεπε νὰ διατελῶσιν ἐντελῶς κεχωρισμέναι· διότι, ἐὰν συνεκεντροῦντο εἰς τὰς αὐτὰς χεῖρας, θὰ ἦτο ἀδύνατον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασκῇ τινα ἔλεγχον. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἵν’ ἀνατεθῶσι τὰ τῆς προμηθείας τῶν πετρελαίων εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἥτις ἔχει ἤδη ἀναλάβει τὰ τῆς πωλήσεως τοῦ πετρελαίου ἐν ταῖς γενικαῖς καὶ ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἀποθήκαις τοῦ Κράτους. Ἡ σύμβασις οὐδεμίαν παρουσιάζει ὠφέλειαν ἀπέναντι τοῦ συστήματος τοῦ νῦν κρατοῦντος· σήμερον ἀγοράζεται τὸ πετρέλαιον παρ’ ἄλλης Ἑταιρίας, ἀγοράζεται ὑπὸ ὅρους, οἵτινες, ἐὰν διαφέρωσι τῶν ὅρων τῶν περιεχομένων ἐν τῇ παρούσῃ συμβάσει, διαφέρουσι, καθ’ ὅσον εἶνε ἐπωφελέστεροι εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν εἶνε ἐπωφελέστεροι, βεβαίως οὐδένα ὅρον ἀπέκτησεν ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῶν συμβληθέντων πρὸς αὐτὴν ὠφελιμώτερον πρὸς τὸ Δημόσιον τῶν νῦν λειτουργούντων. Πρὸς ποῖον ἄρα λόγον νὰ δώσωμεν εἰς ταύτην τὴν Ἑταιρίαν τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν διεξάγει ἐπιτυχῶς σήμερον ἄλλη Ἑταιρία καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐξακολουθῇ δι’ αὐτῆς ἐνεργοῦσα τὴν προμήθειαν; Ἡ Κυβέρνησις εἶναι σήμερον ἐλευθέρα, δίδουσα δύο μηνῶν διορίαν μόνον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν προμήθειαν δι’ οἱουδήποτε θέλει, εἴτε διὰ τῶν αὐτῶν, εἴτε δι’ ἄλλων, καὶ ἂν διὰ τῶν αὐτῶν ἐνεργήσῃ, νὰ δίδῃ εἰς αὐτοὺς μόνον 1 καὶ ½% λόγῳ προμηθείας. Τί ἀναγκάζει ἤδη τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν προμήθειαν ἀπὸ τῆς ἄλλης Ἑταιρίας καὶ νὰ δώσῃ αὐτὴν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τὴν διαχειριστικήν; Ἐὰν θεωρῇ, ὅτι κακῶς διεξάγει ἡ νῦν ἔχουσα τὴν ἐντολὴν ταύτην Ἑταιρία τὰ τῆς προμηθείας, δύναται ν’ ἀναθέσῃ αὐτὴν εἰς ἄλλην, ἀλλὰ μόνην Ἑταιρίαν ὀφείλει νὰ ἀποκλείσῃ ἀπὸ τοῦ ἔργου τούτου ἐκείνην, ἥτις διεξάγει τὰ τῆς διαχειρίσεως. Ὡς πρὸς δὲ τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν, τί παρακινεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο σήμερον; Εἶναι σήμερον ἡ Βουλὴ τοσοῦτον ἐλευθέρα ἄλλης ἐργασίας, ὥστε νὰ δύνηται νὰ δώσῃ εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου τὴν προσοχὴν, ἥτις εἶναι ἀναγκαία; Φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει δύναται νὰ προκαλέσῃ συναγωνισμὸν πρὸς παραχώρησιν εἰς ἐργολαβίαν τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν; Νομίζει, ὅτι σήμερον ἀπέναντι τῶν παρασκευῶν τῆς Χώρας πρὸς ἔκτακτον ἐνέργειαν εἶναι πλειότερον ἢ ὅτι θὰ εἶνε βραδύτερον διατεθειμένοι οἱ κεφαλαιοῦχοι ν’ ἀσχοληθῶσιν εἰς τοιαῦτα ζητήματα; Δὲν εἶναι ὀρθότερον, καὶ ἂν θεωρηθῇ ὅτι ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς ἐργολαβίαν πενταετῆ ἢ δεκαετῆ, νὰ γένηται τοῦτο ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ κεφαλαιοῦχοι θέλουσιν ἔχει ἐστραμμένην τὴν προσοχὴν αὐτῶν εἰς Χώραν ἐν εἰρήνῃ παγίᾳ διατελοῦσαν καὶ μὴ διὰ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς φαινομένην ὡς παρασκευαζομένην εἰς πόλεμον; Δεσμεύοντες τὴν Χώραν ἡμῶν σήμερον εἰς ἐργολαβίαν δεκαετῆ, ἀναντιῤῥήτως τὴν δεσμεύομεν εἰς αὐτὴν ὑπὸ ὅρους πολλῷ βαρυτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἤθελεν ἀπολαύσει, ἐὰν ἡ κατάστασις ἦτο παγίως εἰρηνική. Διατί δὲ παραχωροῦμεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν, εἰς ἣν παρεχωρήσαμεν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων, τὴν δεκαετῆ καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν καὶ τὴν πενταετῆ προμήθειαν τῶν πετρελαίων; Μήπως πράττομεν τοῦτο, ἵνα ἀποκτήσωμεν βελτίωσιν τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀναδεχθῆ αὕτη πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τῆς διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων; Οὐχί· οὐδένα ὅρον βελτίονα ἀπεκτήσαμεν· τοὐναντίον, προσετέθησαν καὶ ὅροι ἐπιβαρυντικοί· εἰς τὰ τοῦ ἅλατος μάλιστα προσετέθη καὶ ὅρος ἐπιβαρύνων τὸ Δημόσιον διὰ 250 ἕως 300 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος ἐπὶ πλέον τῶν ἐν τῇ συμβάσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, οἱ διαχειρισταὶ τῶν πετρελαίων καὶ ἁλάτων εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολαμβάνωσιν ½ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ πωλουμένου ἅλατος ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθήκαις, 4 δὲ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ πωλουμένου ἅλατος ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἀποθήκαις. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθήκαις θὰ ἐπωλεῖτο τὸ ἥμισυ τοῦ ἅλατος—θὰ ἐπωλεῖτο δὲ πλειότερον τοῦ ἡμίσεος, διότι κατὰ τὸ σύστημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὸ περιεχόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ παρ’ ἐκείνης ὑποβληθέντι περὶ συστάσεως εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν, ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθήκαις ἐπωλεῖτο τὸ ἅλας κατὰ 3½ λεπτὰ εὐθηνότερον ἢ ἐν ταῖς εἰδικαῖς — ἐὰν, λέγω, τὸ ἥμισυ τοῦ ἅλατος θὰ ἐπωλεῖτο ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθήκαις, ποία θὰ ἦτο ἡ διαφορὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπελάμβανον οἱ συμβληθέντες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἡμίσεος λεπτοῦ πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπολαμβάνωσιν ἤδη διὰ τῶν 4 λεπτῶν; Εἰς 14,000,000 ὀκάδων ὑπελόγισεν ἡ Κυβέρνησις τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἅλατος κατ’ ἔτος· ἑπομένως εἰς 8,000,000 ἐὰν ὑπολογισθῇ ἡ κατανάλωσις τοῦ ἅλατος ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθήκαις, ἀντὶ ½ λεπτοῦ θὰ ἐλάμβανον οἱ συμβληθέντες πρὸς τὸ Δημόσιον 40,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἀντὶ 4 λεπτῶν θὰ λαμβάνωσιν ἤδη 320,000 δραχμῶν, ἑπομένως διαφορὰ 280,000 δραχμῶν, παρεχομένων εἰς αὐτοὺς διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως οὐ μόνον ἄνευ τινὸς ἀνταλλάγματος, ἀλλὰ κατόπιν προσθήκης ὠφελημάτων μεγίστων, κατόπιν τῆς παραχωρήσεως εἰς αὐτοὺς ἐπὶ 10 ἔτη τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν καὶ ἐπὶ 5 ἔτη τῆς προμηθείας τοῦ πετρελαίου. Τοιαῦτα ἐξέθηκαν οἱ ὁμιλήσαντες κατὰ τῆς συμβάσεως καὶ ἄλλα, ἀλλ’ ὡς εἶπον, ὅσῳ σπουδαῖα καὶ ἂν ἦναι ταῦτα, καὶ βεβαίως σπουδαιότατα εἶναι τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν χορηγίαν 280,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου ἄνευ οὐδενὸς περαιτέρω ἀνταλλάγματος, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν κατάργησιν παντὸς ἐλέγχου μεταξὺ τοῦ προμηθεύοντος τὸ πετρέλαιον καὶ τοῦ διαχειριζομένου, μεταξὺ τοῦ καλλιεργοῦντος τὰς ἁλυκὰς καὶ τοῦ διαχειριζομένου τὸ ἅλας, καί τοι σπουδαιότατά εἰσι ταῦτα, οὐχ ἧτον θὰ ἀπεῖχον ἴσως καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπὸ πάσης συζητήσεως, ἐὰν μὴ ἐθεώρουν, ὅτι ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης ἐξήρτηται ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου καὶ ὅτι ἔπρεπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ πράξῃ πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ, ἵνα κατορθώσῃ νὰ ματαιώσῃ τὴν σύμβασιν ἵνα κατορθώσῃ νὰ ἐπιφυλαχθῇ τὸ μέσον τοῦτο πρὸς πραγματοποίησιν δανείου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν νομοσχεδίου ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον, εἰπὼν, ὅτι διὰ τούτου ἱκανοποιεῖται ἡ γνώμη τῶν φρονούντων, ὅτι πρέπει νὰ διατεθῶσι τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων πρὸς εὕρεσιν δανείου, ἤδη δὲ συζητοῦμεν περὶ τοῦ νέου τούτου νομοσχεδίου. Καὶ πρῶτον ἡμῶν ἔργον εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τῷ ὄντι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἱκανοποιῆται ἡ γνώμη τῶν ἐχόντων τοιαύτην ἀξίωσιν· διότι, ἐὰν ἱκανοποιῆται, καί τοι μεγάλη ἡ ζημία, ἡ προερχομένη ἐκ τοῦ κακοῦ καταρτισμοῦ τῆς συμβάσεως, τοσαύτη ὅμως εἶναι ἡ ἀνάγκη μεταλλικοῦ χρήματος ὥστε καὶ τὴν ζημίαν, τὴν ἐκ τοῦ τοιούτου καταρτισμοῦ τῆς συμβάσεως, θεωρῶ ἐλαφροτάτην ἀπέναντι τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ τῆς πραγματοποιήσεως δανείου καὶ τῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας τὸ ἐκ τοῦ δανείου κεφάλαιον θέλει παράσχει εἰς τὴν Πολιτείαν. Πᾶσαι αἱ σκέψεις ἡμῶν περὶ τῆς συμβάσεως, πᾶσαι αἱ σκέψεις ἡμῶν περὶ τῶν διαφορῶν μεταξὺ τῆς ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑποβληθείσης συμβάσεως καὶ τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν, ὅταν διὰ τῆς τοιαύτης συμβάσεως προσαποκτᾶται καὶ δάνειον, ὁποίου ἔχομεν σήμερον ἀνάγκην. Ἀλλὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον πληροῖ τὸν ὅρον τοῦτον; Ἐξαρτᾷ τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως δανείου; Πᾶν ἄλλο εὑρίσκομεν ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ ἢ τὴν ἰδέαν ταύτην, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἡ δυναμένη νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς θεωροῦντας, ὅτι τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ ἁλάτων δὲν πρέπει νὰ διατεθῶσιν εἰμὴ μόνον ἀπέναντι ἐπαρκοῦς δανείου. Ἡ σύμβασις ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, ὡς ἔχει, ἐπ’ ὀνόματι τῶν μετ’ αὐτῆς συμβληθέντων ἄνευ δανείου. Ἤρκει αὕτη ἡ διάταξις τοῦ 1 ἄρθρου, ὡς ἐκθέτω αὐτὴν, ἵνα παραστήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς οὐδόλως ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν ἀπαίτησιν πρὸς ἧς τὴν θεραπείαν εἰσήχθη· ἀλλ’ ὅταν τὸ ἄρθρον 1 ἐξετασθῇ ὡριμώτερον, θέλετε ἴδει, ὅτι δι’ αὐτοῦ πάντα τὰ ἄλλα ἄρθρα καθίστανται μάταια, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἡ Κυβέρνησις διεπραγματεύθη τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν, ὅπως ὑπέγραψαν αὐτὴν καὶ οἱ μετ’ αὐτῆς συμβληθέντες· ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἀρτία, συμβαίνει μάλιστα νὰ μὴ γίνηται ἐν αὐτῇ λόγος καὶ περὶ τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐγίνετο λόγος ἐν τῇ συμβάσει τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοῦτο ὑποθέτω εἶναι ἁπλῆ παράλειψις τῆς ὑπηρεσίας, καί τοι δὲ δὲν ἀναφέρεται, ἐννοεῖται ὅτι ὑποτίθεται ὑπάρχουσα, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἐξουσίαν, ἵνα ἄνευ τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς ὑπογράψῃ τοιαύτην σύμβασιν· εἰς τὴν Βουλὴν ἄρα ἀνήκει ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῆς συμβάσεως ταύτης τὸ ἄρτιον. Ἡ σύμβασις εἶναι ἀρτία, ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησε πρὸς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν διαχείρισιν ὑπὸ τοὺς ἐν τῇ συμβάσει ὅρους τὴν παραχώρησιν εἰς αὐτοὺς τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς πωλήσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, οὗτοι δὲ ἐδήλωσαν, ὅτι ἀναλαμβάνουσιν αὐτὴν, ἀφοῦ δ’ ἐτέθησαν ὑπὸ τὸ ἔγγραφον αἱ ὑπογραφαὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πρὸς αὐτὴν συναλλαττομένων, εἶναι πλῆρες τὸ συμβόλαιον. Τὸ συμβόλαιον ὅμως τοῦτο δύναται νὰ καταστῇ ἄκυρον, ἐὰν ἡ Βουλὴ δηλώσῃ τοῦτο· εὐθὺς ὅμως ὡς ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς μετ’ αὐτῆς συμβληθέντας, ὅτι, λαβοῦσα ἤδη παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν, ἵνα κυρώσω ὅ,τι πρὸς ὑμᾶς συνεφώνησα, δὲν ἐκτελῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸς ὑμᾶς ὑπεσχέθην;

§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει τὴν ἄδειαν ταύτην ὑπὸ ὅρον.

§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει, ὅτι λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄδειαν ταύτην ὑπὸ ὅρον. Ἐὰν τὸ ἄρθρον περιεῖχέ τι περὶ ὅρου δὲν ἤθελον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παρατήρησιν ταύτην· ἄνευ οὐδενὸς ὅρου τὸ ἄρθρον 1 λέγει: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν». Ἡ Κυβέρνησις ἄρα, εὐθὺς ὡς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γένηται νόμος, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ κυρώσῃ αὐτήν, διότι διὰ τῆς ὑπογραφῆς της ὑπεσχέθη πρὸς τοὺς συμβληθέντας νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διατάξεις αὐτῆς· ἑπομένως τὸ ἄρθρον 2, τὸ λέγον, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, καὶ μὴ κυροῦσα αὐτὴν νὰ πράξῃ ὅσα τὸ ἄρθρον 2 ἀναφέρει, τὸ 2 ἐκεῖνο ἄρθρον οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τροποποιεῖται, ὑποθέτω ὅτι τὸ ἄρθρον 1 καταργεῖται, διότι βεβαίως τοῦτο πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, ἐὰν ὅσα εἶπον περὶ τῆς συμβάσεως ἦναι πραγματικὰ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη δανείου, καὶ ἐὰν δάνειον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θέλει πραγματοποιηθῆ εἰμὴ μόνον διὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1, ὡς ἔχει, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι κατ’ αὐτὸ εἶναι ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ κυρώσῃ ἢ νὰ μὴ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, ἐνῷ, ὡς προεῖπον, εἶναι ὑπόχρεως νὰ κυρώσῃ αὐτὴν, ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα καὶ ἄνευ τῆς συνομολογήσεως δανείου νὰ παραχωρήσῃ εἰς τοὺς μετ’ αὐτῆς συμβληθέντας τὰ τῆς διαχειρίσεως ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῖς ἐν τῇ συμβάσει. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην δανείου, καὶ ὅτι δάνειον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν εἰμὴ μόνον διὰ τῆς διαχειρίσεως ταύτης; Βεβαίως οὐχί· ἑπομένως τὸ ἄρθρον 1 κατ’ ἐμὲ δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ ἄρθρον 1 καταργηθῇ, ἐξεταστέον τὸ ἄρθρον 2. Τὸ ἄρθρον 2 ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων εἰς Ἑταιρίαν, ἥτις ἤθελεν ἀποδεχθῆ τοὺς ὅρους τοὺς ἐν τῇ συμβάσει· ἐπιτρέπει προσέτι νὰ παραχωρήσῃ εἰς Ἑταιρίαν ἐπὶ οἱοισδήποτε ὅροις τὴν μίσθωσιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, ἀρκεῖ ἐν τῇ πρώτῃ καὶ τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει ἡ Ἑταιρία νὰ συνομολογήσῃ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως δάνειον. Τί προσεδοκῶμεν ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης ὡς πρὸς τὸ δάνειον; Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς κυβερνητικὰς ἐκθέσεις καὶ τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα, βλέπομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι ἐκ τοῦ πετρελαίου οἱ διαχειρισταὶ θέλουσιν ἔχει ἐν χερσὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους τετάρτου 400,000 δραχμῶν, ἐκ τοῦ ἅλατος ἐπὶ 14,000,000 ὀκάδων πρὸς 20 λεπτὰ, ὅτι θέλουσιν ἔχει 2,800,000 δραχμῶν, ἐκ δὲ τῶν πυρείων καὶ τῶν παιγνιοχάρτων 800,000· ἐν ὅλῳ ἄρα 7,800,000 δραχμῶν. Ὁ δανείζων εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπέναντι τῶν προσόδων τούτων δὲν εὑρίσκεται εἰς οἵαν θέσιν διατελεῖ ὁ δανείζων ἐπὶ τῇ γενικῇ πίστει τῆς Ἑλλάδος, ἢ ὁ δανείζων ἐπὶ εἰδικῇ ἐγγυήσει καὶ περιμένων ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου τὴν πληρωμὴν τῶν παρὰ τοῦ Κράτους εἰσπραττομένων. Ἐνταῦθα διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων πρὸς τὸ δάνειον ὁ δανείζων κατέχει αὐτὸς τὴν ἐγγύησιν, ἤτοι τὴν πρόσοδον, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ἀπεκδέχηται παρ’ αὐτοῦ τὴν πληρωμὴν τοῦ τυχὸν περισσεύματος μετὰ τὴν ἀπότισιν τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου ἀπαιτουμένων. Δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ δυσκολία πρὸς εὕρεσιν δανείου, ὅταν τοιαῦτα προσφέρωμεν. Ὁ μὴ ἀρκούμενος εἰς τὴν ἀναγραφὴν εἰδικῆς ἐγγυήσεως ἐκ Τελωνιακῶν ἢ ἄλλων προσόδων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπραττομένων ἄλλως θέλει σκεφθῇ, ὅταν πρόκηται αὐτὸς νὰ εἰσπράξῃ τὸ ἀντίτιμον τῆς πωλήσεως εἴδους, τὸ ὁποῖον εἰς μόνον αὐτὸν ἐπιτρέπεται νὰ πωλῇ ἐπὶ ὡρισμένοις ὅροις· οὗτος εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐρχομένου εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἀγοράσῃ κτῆμα ἢ ἄλλην περιουσίαν παρὰ τοῦ Δημοσίου ἢ παρ’ ἰδιώτου. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἐὰν τὸ Δημόσιον προσφέρῃ εἰς κεφαλαιοῦχον κτῆμα ἢ περιουσίαν ἄλλην πρὸς πώλησιν, οὗτος δὲν θὰ ἐξετάσῃ τὶς ἡ πίστις τοῦ Δημοσίου, ἵνα ἀγοράσῃ τὸ κτῆμα ἢ τὴν περιουσίαν, ἀλλὰ τὶς ἡ ἀξία τῆς περιουσίας αὐτῆς, περιουσία δὲ εἶναι ἡ ἀποκλειστικὴ πώλησις τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος. Ταύτην προσφέρον τὸ Δημόσιον εἰς τὸν δυνάμενον καὶ τὸν πρόθυμον νὰ δανείσῃ, πρέπει νὰ ζητήσῃ ἀντ’ αὐτῆς δάνειον ἀνάλογον πρὸς τὸ προσφερόμενον, ἂν ἔχῃ ἀνάγκην αὐτοῦ. Τίνος δανείου ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἠκούσαμεν παρ’ αὐτῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐψηφίσαμεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἔχει ἀνάγκην δανείου ὀνοματικοῦ 100,000,000. Ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον παραχωρεῖ εἰς τὸν δυνάμενον νὰ δανείσῃ, πρὸς ποῖον δάνειον ἀντιστοιχεῖ; Εἶναι ἱκανὴ, ἵνα καλύψῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοιούτου δανείου, ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ; Βεβαίως εἶναι ἱκανὴ νὰ καλύψῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας δανείου πολὺ ἀνωτέρου· τὸ ποσὸν, τὸ παρεχόμενον ἐτησίως εἰς τὸν δανειστὴν, εἶναι κατὰ τὰς σημειώσεις τῆς Κυβερνήσεως 7,800,000 δραχμῶν· τὸ ποσὸν τοῦτο, προκειμένου περὶ περιουσίας διδομένης εἰς αὐτὸν καὶ κατακρατουμένης ὑπ’ αὐτοῦ ἀντιστοιχεῖ πρὸς δάνειον πραγματικὸν 100,000,000, ἐνῷ ἡμεῖς ζητοῦμεν ὀνοματικὸν δάνειον 100,000,000, ὥστε διὰ τοῦ πόρου τούτου δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν ἅπαν τὸ δάνειον, οὗτινος ἔχομεν ἀνάγκην, τὸ δάνειον δι’ οὗ θέλομεν πραγματοποιήσει τὸ ἐξωτερικὸν πρόγραμμα, τὸ δάνειον δι’ οὗ θέλομεν ἀνορθώσει τὴν ἐσωτερικὴν κυκλοφορίαν τοῦ νομίσματος, καὶ ἑπομένως πᾶσαν τὴν συναλλαγὴν τῆς Χώρας. Δὲν ἐπιτρέπεται ἄρα νὰ ψηφίσωμεν Νόμον περιέχοντα ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως χορηγήσῃ τὰ ὠφελήματα τοῦ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν δύο μονοπωλίων ἄλλως ἢ ἀντὶ δανείου ἴσου πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον τῶν 100,000,000 δραχμῶν ὀνοματικῶν. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέβαλε Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων ἀντὶ δανείου ἀορίστως, τουτέστι καὶ ἀντὶ δανείου 100,000 δραχμῶν, καὶ ἀντὶ δανείου 1,000,000 καὶ ἀντὶ δανείου 10,000,000. Ψηφιζομένου τοῦ Νομοσχεδίου, οὐδὲν τὸ κωλύον ὅπως ἀκούσωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὐτοὶ οὗτοι οἱ συμβληθέντες συνῄνεσαν ὅπως δανείσωσιν εἰς αὐτὴν 2,000,000 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως ὅτι ἐπληρώθη καὶ ὁ ὅρος τοῦ 2 ἄρθρου. Ἡ Βουλὴ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν παραχώρησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, ἐὰν μὴ πραγματοποιηθῇ ἀπέναντι αὐτῶν δάνειον ὀνοματικὸν 100,000,000 δραχμῶν· πρὸς ταύτην τὴν ἀπαίτησιν τὸ ἄρθρον 2 οὐδόλως ἀνταποκρίνεται· οὐ μόνον δὲν θέτει τὸ κατώτατον ὅριον εἰς τὰ 100,000,000, οὐδὲ πλησιάζει εἰς αὐτά, ἀλλ’ οὐδὲν θέτει ὅριον. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι καὶ ἀνάγκη νὰ ἐπιτρέψωμεν πάντα ὅσα τὸ ἄρθρον 2 περιλαμβάνει, ἵνα εὑρεθῇ τὸ δάνειον τῶν 100,000,000. Οἱ δανείσοντες θέλουσι ζητήσει τὴν διαχείρισιν, τὴν ἀποφέρουσαν ἐτησίως τὰ 7,800,000 δραχμῶν· θέλουσι ζητήσει, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο εἰσπράττηται παρ’ αὐτῶν, εὐθὺς δὲ ὡς ἀποκτήσωσι τοῦτο, ἔχουσι πᾶν ὅ,τι τοῖς ἀναγκαιοῖ εἰς ἐξασφάλισιν κατὰ παντὸς κινδύνου μὴ πληρωμῆς τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ παρ’ αὐτῶν συνομολογηθέντος δανείου ἀναγκαίων χρημάτων. Πάντα τἆλλα εἶναι περιττά· περιττὸν εἶναι νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ προμήθεια τῶν πετρελαίων, περιττὸν εἶναι νὰ τοῖς δοθῇ ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν· ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι διαχείρισιν. Οὕτω δὲ διατηρεῖται ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διαθέσῃ τὰ τῶν ἁλυκῶν ἐν ὥρᾳ εὐθέτῳ, ἐνῷ ἡ σημερινὴ ὥρα δὲν εἶναι εὔθετος πρὸς τὴν λύσιν τοιούτων ζητημάτων, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ καταγίνωμεν εἰς τοιαῦτα θέματα, ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδυνάμεθα δὲν εἶναι ἡ ὥρα εὔθετος εἰς τὸν συναγωνισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαῖος πρὸς τὴν ἐπωφελῆ πραγματοποίησιν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἤθελε διαῤῥυθμισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἐλπίδα ὅτι τὰ κεφάλαια θέλουσι σπεύσει νὰ ἔλθωσιν εἰς Χώραν ἐπαγγελλομένην ὅτι ἑτοιμάζεται εἰς πόλεμον. Δὲν εἶναι ἄρα ἀνάγκη νὰ ληφθῇ σήμερον μέτρον περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν καὶ περὶ προμηθείας πετρελαίων, ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ δοθῇ διὰ τοῦ Νόμου ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παραχωρήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου καὶ ἅλατος εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἥτις θὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὴν δάνειον ὀνοματικὸν 100,000,000 δραχμῶν ἐπὶ ὅροις ἐν ἄλλῳ Νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένοις. Τὸ ἄρθρον 2 ὁμιλεῖ καὶ περὶ μισθώσεως μονοπωλίου. Καὶ τὸ μονοπώλιον πληροῖ τοὺς ὅρους, οὓς πληροῖ καὶ ἡ ἁπλῆ διαχείρισις, ἀλλ’ ἐὰν θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ Νόμῳ τὰ περὶ μονοπωλίου, πρέπει νὰ καθορισθῶσι κατά τι τὰ περὶ αὐτοῦ τοὐλάχιστον χρονικῶς· διότι τὸ ἄρθρον 2 ὁμιλεῖ περὶ μισθώσεως μονοπωλίου ἀορίστως, δύναται ἄρα ἡ μίσθωσις νὰ εἶνε πενταετὴς ἢ δεκαετὴς κατὰ τὰ χρονικὰ ὅρια τῆς ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν συμβάσεως, δύναται νὰ εἶνε τριακονταετὴς κατὰ τὰ ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1881, δύναται δὲ νὰ ᾖ καὶ πολλῷ μακροχρονιωτέρα. Περὶ τούτου πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια· ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται περὶ πραγματοποιήσεως δανείου, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὅρους λίαν εὐρεῖς· διότι ἀπέναντι τῆς πραγματοποιήσεως δανείου αἱ ζημίαι, ἃς θέλομεν ὑποστῆ, ἐξαγοράζονται ἐκ τῶν ἀγαθῶν, τῶν ἐκ τῆς προσκτήσεως σήμερον μεταλλικοῦ κεφαλαίου. Τὸ ἄρθρον 2 οὐδόλως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν παρ’ ἡμῶν ἐπιδιωκόμενον. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀνταποκρίνεται μόνον ἄρθρον ἀπαγορεῦον τὴν παραχώρησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων ἐπ’ ἄλλοις ὅροις, ἢ μόνον ἐπὶ τῇ πραγματοποιήσει δανείου ἐπαρκοῦς πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας. Τοῦτο πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περιέχει καὶ 3 ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ὅσῳ δὲν ἀποφασίσῃ τί θέλει πράξει κατὰ τὸ ἄρθρον 1 καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 — δύναται δὲ νὰ διατελῇ ἀναποφάσιστος ἐφ’ ὅσον χρόνον θέλει — νὰ παραχωρήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος καὶ τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν εἰς τὴν τοιαύτην ἢ ἄλλην Ἑταιρίαν ὑπὸ οἱουσδήποτε ὅρους. Εὐλόγως δ’ ἤθελέ τις ἐρωτήσει ἄν, προκειμένου περὶ προσωρινῆς συμφωνίας, δικαιολογεῖται ἡ παραχώρησις εἰς ἐργολαβίαν τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν· Ἡ ἐργολαβία τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν προϋποθέτει χρονικὴν διάρκειαν ἱκανήν. Ἡ Ἑταιρία, ἡ κατὰ τὸ 1881 συμβληθεῖσα, ἐζήτησε 30 ἐτῶν διάρκειαν· ἡ νῦν ζητεῖ 10 καὶ ἵνα παραιτηθῇ πρὸ τῆς δεκαετίας ζητεῖ ἀποζημίωσιν. Πῶς ἄρα εἶναι δυνατὸν διάταξις, κανονίζουσα προσωρινῶς τὰ περὶ τούτων, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παραχωρήσῃ εἰς ἐργολαβίαν τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν; Τοιαῦται ἄδειαι, ὁποίας περιέχει τὸ ἄρθρον 3, ἐξέρχονται τῶν ὁρίων, ἅτινα ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ὀφείλει νὰ διαγράφῃ εἰς ἑαυτήν, ὁσάκις δίδει ἐντολὰς εἰς τὴν Ἐκτελεστικήν. Τὸ νομοσχέδιον ἄρα τὸ ὑποβληθὲν οὐδόλως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπαγγέλλεται. Τὸ ἄρθρον 1 ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παραχωρήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος εἰς τοὺς μεθ’ ὧν συνεβλήθη ἄνευ δανείου, ὡς δὲ ἐξήγησα οὐ μόνον ἐπιτρέπει τοῦτο, ἀλλὰ καὶ καθιστᾷ τὴν παραχώρησιν ἀναπόδραστον, διότι εὐθὺς ὡς λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄδειαν, εἶναι ὑπόχρεως ν’ ἀναγνωρίσῃ ὑπὲρ τῶν συμβληθέντων μετ’ αὐτῆς τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως. Τὸ ἄρθρον 2 δὲν προσδιορίζει ποσὸν δανείου ἀνάλογον πρὸς τὴν ἐτησίαν πρόσοδον τῆς διαχειρίσεως τῶν δύο μονοπωλίων, οὔ τινος ἡ συνομολόγησις νὰ συνδέηται ἀῤῥήκτως πρὸς τῆς διαχειρίσεως ταύτης τὴν παραχώρησιν. Τὸ δὲ ἄρθρον 3 λύει ὁλοσχερῶς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος τῇ ἐπιτρέπει νὰ παραχωρήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν ἁλάτων καὶ τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν ἐπὶ οἱοισδήποτε ὅροις. Τοιαύτας διατάξεις, κύριοι, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ. Ἐν ταῖς σημεριναῖς δὲ περιστάσεσιν, ὅτε ὕπατον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ φροντὶς περὶ τῆς διεξαγωγῆς τῆς Ἐθνικῆς ὑποθέσεως, δὲν δύναται αὕτη ἄνευ παραγνωρίσεως τῆς κυριωδεστάτης αὑτῆς ἐντολῆς νὰ δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου.

§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὀπτικὴ κατώρθωσε νὰ ἀνεύρῃ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ παραστήσῃ εἰς τὸν ὀφθαλμὸν τὰ ἀντικείμενα πολλῷ μεγαλείτερα ἢ ὅσον ὑπάρχουσιν ἐν τῇ φύσει. Δύναται δέ τις νὰ ἀνεύρῃ ἐν τοῖς ἐργοστασίοις, ἐν οἷς κατασκευάζονται τὰ ὄργανα, τὰ ὑπὸ τῶν ὀπτικῶν ἐπινοηθέντα, διάφορα τοιαῦτα ὄργανα, ἐκ τῶν ὁποίων, ἄλλα μὲν νὰ παριστῶσι τὰ ἀντικείμενα τὰ ἐν τῇ φύσει μεγαλείτερα τῶν πραγματικῶν κατὰ ὡρισμένον ἀριθμὸν δυνάμεως, ἄλλα δὲ κατὰ μείζονα ἀριθμὸν δυνάμεως. Ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ θέλοντος νὰ προμηθευθῇ τοιαῦτα νὰ ἐκλέξῃ ἐκεῖνο τὸ ὄργανον, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην, ἀναλόγως τῆς μεγεθύνσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ. Δύναται δέ τις νὰ ἐρωτήσῃ μήπως καὶ ἡ διαλεκτικὴ κατώρθωσεν ὅ,τι κατορθώνει ἡ βιομηχανία τῆς ὀπτικῆς; Ἂν δ’ ἦτο σήμερον παρεστὼς ἐν τῇ Βουλῇ ὁ τοιαύτην δυνάμενος νὰ ἀπευθύνῃ ἐρώτησιν, ἤθελεν αἰσθανθῆ μείζονα ἔκπληξιν, καὶ ἤθελεν ἀναζητήσει μάτην νὰ ἀνεύρῃ τὰς σχέσεις τῶν συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου κατήγαγε, πρὸς τοὺς ἰσχυρισμοὺς καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῶν συμπερασμάτων του τούτων. Πῶς ἠδύνατο νὰ μὴ ἐκπλαγῇ ἀκούων, ὅτι μία τῶν αἰτιῶν, αἵτινες κατέστησαν δύσκολον τὴν εὕρεσιν καὶ τὴν συνομολόγησιν δανείου, καὶ ἴσως μία τῶν αἰτιῶν, ἡ μᾶλλον ἐπηρεάσασα, ἦτο τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τῶν κινητῶν κεφαλαίων, καὶ ἰδίως αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα ἐπὶ ἀμφισβητήσεως συμβάσης μεταξὺ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας καὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος περὶ τῆς ἐννοίας ἑνὸς τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου! Ἓν μόνον παρελείφθη νὰ λεχθῇ σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἠπόρησα πῶς δὲν ἐλέχθη, διότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἄλλοτε πολλάκις ἐποιήσατο χρῆσιν τοιούτου ἐπιχειρήματος· ἓν μόνον δὲν ἐλέχθη, ὅτι, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον ἐδήλωσεν ὅτι δὲν σκοπεῖ νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἀνεβιβάσθησαν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις αἱ τιμαὶ τῶν ἐθνικῶν χρεωγράφων, αἵτινες εἶχον ἐκπέσει μόλις εἶχε γνωσθῆ ὅτι εἰσήχθη τοιοῦτον νομοσχέδιον, καὶ ὅτι τοιαύτην εἶχεν ἀνακοινώσει γνώμην ἐπὶ τῆς διαφωνίας τῶν κκ. βουλευτῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τοιοῦτον ἐπιχείρημα εἶχεν ἐπικαλεσθῆ ἄλλοτε. Τότε εἶπεν ὅτι εὐθὺς ὡς ἐγνώσθη ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶχεν ἀναβιβασθῆ ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν, τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικὰ εἶχον ὑπερτιμηθῆ πέραν τῆς προσηκούσης τιμῆς, καὶ ὅτι εὐθὺς ὡς ἐγνώσθη ὅτι κατῆλθε τῆς Ἀρχῆς, καὶ μάλιστα ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος ἀνεβιβάσθη ἐπ’ αὐτῆς, καθολικὴ τότε ἐπῆλθε πτῶσις τῆς τιμῆς τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις. Δὲν γνωρίζω ἂν τοιαῦται διακυμάνσεις συνέβησαν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις ἐκ τῶν τελευταίων ἐν τῇ Βουλῇ γενομένων, καὶ ἂν ἐπῆλθεν ὑποτίμησις τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων, ὅταν εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν κινητῶν κεφαλαίων, καὶ μάλιστα ὅταν, ἵνα διαλύσω τὴν διαφωνίαν τοῦ κ. Βαλσαμάκη καὶ τοῦ κ. Καλογεροπούλου, εἶπον εἰς αὐτοὺς τί ὁ δικαστικὸς σύμβουλος μοὶ εἶχεν εἰπεῖ περὶ τῆς ἐννοίας διατάξεώς τινος τοῦ νόμου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἀνετιμήθησαν τὰ χρεώγραφα, ἀφοῦ ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν σκοπῶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν γνωρίζω τοῦτο, διότι δὲν μᾶς ἐπληροφόρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἔμαθον ὅμως παρ’ αὐτοῦ, διότι ἔσπευσε νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ὅτι τὸ διάβημα ἐκεῖνο τῆς Κυβερνήσεως ἀπήλειψε πᾶσαν ἐλπίδα περὶ εὑρέσεως δανείου, καὶ ἂν δὲν συνέβαινε νὰ ὑπάρχῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου ἦτο πλήρης ἀπελπισία. Καὶ ἡ ἀπελπισία ἦτο μεγαλειτέρα καθ’ ὅσον ἡ Βουλὴ καὶ ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς δὲν τυγχάνουσι διατεθειμέναι νὰ προβῶσιν εἰς ἄλλην γεναίαν ἀπόφασιν. Τὰ πρὸς δανεισμὸν προωρισμένα κεφάλαια, μᾶς εἶπεν, ἔχουσιν ἀνάγκην ἐγγυήσεως, καὶ ἡ πρωτίστη τούτων εἶναι νὰ ἔχωσι τὴν βεβαιότητα, ὅτι θέλουσι πληρόνεσθαι οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἦναι τὰ κεφάλαια βέβαια, πρέπει οἱ δανεισταὶ νὰ εἰσπράττωσι τὰ ἔσοδα ταῦτα μόλις ἐξερχόμενα τῆς πηγῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ἀναβλύζουσιν. Ἀλλὰ ποῦ νὰ εὕρωσι πλέον ἔσοδα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα θέλουσι δύνασθαι νὰ λαμβάνωσιν ἀμέσως, ἀφοῦ ὁ νόμος περὶ κοπτηρίων κατηργήθη; Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐὰν εἴμεθα σήμερον ἐν δυσκολίᾳ νὰ εὕρωμεν δάνειον, ἂν ἀπαντῶμεν δισταγμοὺς, ἂν ἴσως προβάλλωνται ὅροι μὴ προσήκοντες, μετὰ τὰ εἰρημένα ἕπεται, ὅτι πταίει ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, καὶ ἴσως ὁ ἐντειλάμενος εἰς αὐτὴν τοιοῦτον φρόνημα Ἑλληνικὸς λαός. Ἐὰν δὲν συνέβαινεν ὅ,τι συνέβη τὴν 7 Ἀπριλίου καὶ ἂν ἡ Βουλὴ πέρυσι δὲν ἤθελε μεταβάλει τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τώρα ἠθέλομεν ἔχει τὰ κοπτήρια καὶ διὰ τοῦ τοιούτου συστήματος ἠθέλομεν ἔχει πρόχειρα τὰ ἐκ τῶν ἐσόδων ἀναβλύζοντα χρήματα. Δὲν γνωρίζω ἂν δύναταί τις νὰ σπουδαιολογήσῃ, λέγων ταῦτα, καὶ ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἴς τινα ὁμιλοῦντα πρὸς τὴν Βουλὴν τῆς πατρίδος νὰ λησμονῇ τὰς αἰτίας, διὰ τὰς ὁποίας τὰ κεφάλαια διστάζουσι νὰ δανεισθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἂν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς πάντα ὁμιλοῦντα πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ λησμονῇ τὰς αἰτίας, δὲν εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν δημιουργὸν τῶν αἰτίων τούτων νὰ πράττῃ τὸ τοιοῦτον. Καὶ ὁμιλοῦσιν, ὅτι ἡμεῖς ἐτρώσαμεν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, διότι εἰσηγάγομεν νομοσχέδιον φορολογίας τῶν κινητῶν κεφαλαίων! Καὶ θαῤῥοῦσι νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι ἡμεῖς ἐφονεύσαμεν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, διότι εἴπομεν πρὸς τοὺς διαφωνοῦντας περὶ τῆς ἐννοίας ἄρθρου τινὸς τοῦ νομοσχεδίου, ποίαν εἶπεν εἰς ἡμᾶς γνώμην ὁ δικαστικὸς σύμβουλος καὶ ποίαν ἔχομεν ἡμεῖς γνώμην περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἐπὶ παραπλησίας περιπτώσεως! Τάχα ἐλησμονήθησαν αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884, διότι, ἀφ’ οὗ χρόνου αὗται ἔλαβον χώραν παρῆλθον μῆνες ἢ καὶ ἐνιαυτός; Τάχα ἐλησμονήθησαν ὅσα ἐν τῇ Βουλῇ ἐλέχθησαν, καὶ ὅσα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐπανελήφθησαν περὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκαν τὴν χειροτέρευσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καὶ ἑπομένως τὴν χειροτέρευσιν τῆς πίστεως αὐτοῦ; Μᾶς ὑπέδειξαν τὴν ἀνοχήν των, διότι ἐσιώπων ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συνεζητοῦντο ἐνταῦθα. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποίαν γνώμην ἔχουσι περὶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ἡ πλειονοψηφία, ἥτις κατὰ πᾶσαν στιγμὴν μετ’ ἀνοχῆς ἐδείχθη μὴ θελήσασα ν’ ἀναμνήσῃ εἴς τινα τὰς αἰτίας τῆς ἐνεστώσης οἰκονομικῆς καταστάσεως. Καὶ πρὸς τίνα λόγον ἐκεῖνοι ὑπέλαβον ὅτι προσῆκεν αὐτοῖς νὰ σιωπῶσι; Πρὸς τίνα λόγον μᾶς τὸ εἶπον; Ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ παρακωλύσωσιν ἡμᾶς ἢ νὰ συμβουλεύσωσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ νομοθετήματα ἐπιζήμια καὶ μάλιστα οἰκονομικὰ, ἐὰν εἶχον γνώμην ὡρισμένην ὅτι τὰ οἰκονομικὰ νομοθετήματα ἦσαν ἐπιζήμια καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς τὸν τόπον, οὐχὶ μόνον ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ καὶ καθῆκον εἶχον νὰ μὴ σιωπήσωσι, καὶ νὰ μὴ κρύψωσι τὴν γνώμην των ἀπὸ τὴν Βουλήν. Πολλάκις μᾶς ὑπέδειξαν τὴν τοιαύτην τακτικήν των· ἀλλὰ πρὸς τί τοῦτο; Διὰ νὰ ποιήσωνται δῆλον ὅτι οὐδὲν παρεμβάλλουσι πρόσκομμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; Τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εἰσὶν ὁ ἀψευδέστερος μάρτυς, καὶ ἐάν ποτε ἀναζητηθῇ ἡ ἱστορία τῆς Συνόδου ταύτης, δύναται ὅστις θέλει νὰ προσφύγῃ πρὸς τοῦτο εἰς αὐτά· δύναται ὅστις θέλει νὰ σπουδάσῃ αὐτὰ νὰ προσφύγῃ ἐκεῖ. Καὶ ἐθεωρήθη τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις δοκιμαστικὰς, καὶ διὰ τῆς συζητήσεως αὐτῶν ἐγένετο αἴτιον ν’ ἀπολεσθῇ χρόνος χρήσιμος πρὸς δρᾶσιν, ἐκτὸς τῆς ἄλλης μεγάλης ζημίας, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν Δημοσίων συμφερόντων ἐπήνεγκε τῶν προτάσεων ἐκείνων ἡ συζήτησις. Ὑπελάμβανον ἴσως οἱ ταῦτα λέγοντες, ὅτι ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εὑρέθη παριεληλυθὸς εἰς τοιαύτην ἀνάγκην ὥστε νὰ προβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα φορολογίας 13 καὶ 14 ἢ 15 ἑκατομμυρίων, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ὤφειλε νὰ δειχθῇ κεκλεισμένους ἔχων τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὴν τάξιν ἐκείνην τῆς παραγωγῆς, ἥτις δὲν ὑπεβλήθη ἔτι εἰς φορολογίαν· ἐνόμιζον ὅτι ἤρκει ἡ θέλησις τοῦ ὑπουργείου νὰ προβάλῃ τὰ νομοθετήματα περὶ φορολογίας τῶν 14 ἢ 15 ἑκατομμυρίων, καὶ ἡ θέλησις τῆς πλειονοψηφίας διὰ νὰ ψηφίσῃ αὐτὰ, καὶ ὅτι ἤρκουν αὐτά καὶ μόνα διὰ νὰ καλύψωσι τὴν εὐθύνην καὶ τοῦ ὑπουργείου καὶ τῆς πλειονοψηφίας. Ἐὰν ὑπάρχῃ τάξις παράγουσα, ἀπηλλαγμένη ὅμως φορολογίας, εἶχε καθῆκον τὸ ὑπουργεῖον νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της καὶ ἐπὶ τὸν νέον τοῦτον φόρον, τὸν προωρισμένον νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς τάξεως, ἥτις κρίνεται ὡς παράγουσα καὶ μὴ φορολογουμένη, ὡς εἶχε καθῆκον νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν εὐκαιρίαν καὶ πάντα τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἐπιβολῆς νέου φόρου, νὰ βασανίσῃ ἀποχρώντως τὴν ὑπόθεσιν, νὰ μελετήσῃ αὐτὴν καὶ ὅταν ἴδῃ ὡριμάζουσαν τὴν περὶ ἐπιβολῆς τοῦ νέου τούτου φόρου ἰδέαν, νὰ δώσῃ τὴν τελευταίαν ψῆφον πρὸς κατασκευὴν τοῦ νόμου, τοῦ τὸν φόρον τοῦτον ἐπιβάλλοντος. Δὲν ἠδυνήθην νὰ μείνω ἐπὶ πολλὰς ὥρας μετὰ τοῦ συναδέλφου μου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἀκούσω ἐν ἐκτάσει τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν διὰ νὰ προβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς ἐπὶ 40 ἡμέρας τῆς κατατάξεως τῆς 3ης σειρᾶς τῶν ὑποχρέων τοῦ ἔτους τούτου. Ἀλλ’ ἴσως δὲν ἦτο καὶ ἀνάγκη νὰ ἀπασχολήσω αὐτὸν διὰ νὰ μοὶ ἀφηγηθῇ τοὺς λόγους, ἀφοῦ ἐγνώριζον εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκοντο αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ καθ’ ὃν χρόνον ἐπῆλθον τὰ συμβεβηκότα τοῦ 7βρίου, ποῖαι δὲ ἀνάγκαι προέκυψαν ἕνεκα τῶν συμβεβηκότων ἐκείνων, καὶ εἰς ποίας δυσχερείας εὑρέθη περιελθοῦσα ἡ διοίκησις τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἀνευρίσκουσιν ἤδη τὸ μέτρον πλημμελὲς, καὶ καταστρέφον τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθησαν ὑπὸ τὰ ὅπλα οἱ εἰς ἐπιστράτευσιν ὑποκείμενοι, διότι ἐζητήθη 40 ἡμερῶν ἀναβολὴ, ἕως ἂν γένωνται αἱ προσήκουσαι προμήθειαι, αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς περίθαλψιν τῶν καλουμένων ὑποχρέων, καὶ πρὸς ἐπαγωγὴν αὐτῶν καὶ εἰς τὰς μονάδας τοῦ στρατοῦ. Ἤκουσα θεωρίας διαφόρους, τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἰδίως περίεργόν τινα θεωρίαν, ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας δὲν εἶναι ἐμπιστοσύνη πρὸς τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ εἶναι ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ὑπέλαβεν ἴσως ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι ἤθελον πολὺ ὑπερηφανευθῇ, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπεψήφιζε τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, οἷον ἐπρόβαλον αὐτὸ εἰς αὐτήν· ὅτι ἠδυνάμην νὰ ὑπολάβω, ὅτι ἡ συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου της χορηγεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἦτο θωπεία τῆς Βουλῆς αὐθαίρετος πρὸς τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν! Καὶ λέγει ταῦτα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε ἐζήτησε νὰ παραπείσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τοιοῦτον σολοικισμὸν, καὶ ὁ ὁποῖος ἰσχυρίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶπεν. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐκάθητο ἐπὶ τῆς ἕδρας ἐκείνης ὁ Κουμουνδοῦρος, πρωθυπουργὸς, ὁ δὲ βουλευτὴς Μεσολογγίου οὐδὲν ἄλλο ἔλεγε τότε εἰμὴ, ὅτι οὐδ’ αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία ἐμπιστεύεται τὸ πρόσωπον τοῦ Κουμουνδούρου. Καὶ ἐξετόξευε κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου ἀνδρὸς ὕβριν προσωπικὴν, ὡς σεῖς οἱ ἴδιοι θέλετε πεισθῇ ὅταν μετ’ ὀλίγον θέλω σᾶς ἀναγνώσει τὸ περὶ τούτου χωρίον τοῦ λόγου αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τῶν 120,000,000 περιεῖχε διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας προσδιωρίζετο ὁ κατώτατος ὅρος τῆς τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, καὶ ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ ποσοῦ τοῦ τόκου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἀφοῦ διὰ ποικίλων ἄλλων ἐπιχειρημάτων ἀντετάχθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἀφοῦ ἐζήτησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ δάνειον ἐκεῖνο ὡς εἶχε διασκευασθῆ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἦτο δάνειον τοκογλυφικὸν, ἀφοῦ προσεπάθησε νά πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι, μολονότι τὸ δάνειον ἦτο τοκογλυφικὸν, μόλα ταῦτα δὲν ἤθελε δυνηθῆ ὁ Κουμουνδοῦρος νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, ὅτι ἤθελε ἀποτύχει ἐντελῶς, εἶπεν ἐπὶ τέλους πρὸς τὴν Βουλήν· «Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἔλεγε τότε ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου (ὅρα σελ. 603 πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 19 Δεκεμβρίου 1880)· οὐδεμίαν τιμὴν ἔπρεπε νὰ ὁρίσωμεν· ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἱκανὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, ἀφοῦ διατυπώσωμεν τὰ τοῦ δανείου ὅπως νομίζομεν ὅτι συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐκδοθῇ, ἀφήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, στηριζόμενοι ἐπὶ τὴν πεποίθησιν, ἣν ἔχομεν εἰς αὐτὴν, νὰ τὸ ἐκδώσῃ εἰς οἵαν αὕτη ἤθελεν ὁρίσῃ τιμήν. Ἀλλὰ τολμᾶτε νὰ δώσητε ἐμπιστοσύνην τοιαύτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ ἐπιτρέψητε τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, χωρὶς νὰ εἴπητε ποῖος θὰ ἦναι ὁ κατώτερος ὅρος τῆς τιμῆς αὐτοῦ; Τοῦτο ἀπῄτουν αἱ περιστάσεις, νὰ εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διάθεσιν δανείου 120 ἑκατομμυρίων κατὰ βούλησιν καὶ ἐπὶ τῇ τιμῇ, ἣν αἱ διαπραγματεύσεις κατὰ τὴν κρίσιν της ἤθελον ἀποδείξει τὴν πρέπουσαν. Ἄνευ Κυβερνήσεως, εἰς ἣν νὰ δυνάμεθα τοιαύτην νὰ χορηγήσωμεν ἐμπιστοσύνην, τὸ ζήτημα ἡμῶν δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ αἰσίως. Ἂν καὶ ἐγὼ αὐτὸς διστάζω νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς καταργήσεως, καὶ ὑμεῖς, ὡς εἶμαι πεπεισμένος, δὲν τολμᾶτε νὰ ψηφίσητε τὴν κατάργησιν». Καὶ παρίστα ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, ἥτις ὑπεστήριζε τὸ ὑπουργεῖον, δὲν ἐτόλμα νὰ ἐμπιστευθῇ τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐδυσπίστει περὶ τὴν διάθεσιν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000! Ἐγὼ οὐδέποτε ἐφρόνησα, ὅτι ἡ ὑποστήριξις τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ διὰ ταύτης ἐκδηλουμένη ἐμπιστοσύνη εἶναι ἐμπιστοσύνη ἐκδηλουμένη πρὸς τὰ πρόσωπα· ἐφρόνησα ὅμως ὅτι ἐκδηλοῖ τὴν πεποίθησιν τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τὴν πολιτείαν τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν προσώπων. Ἂν ἄλλοι παρέστησαν τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην τότε μὲν ὡς προσωπικὴν, διὰ νὰ τρώσωσιν ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐπολέμουν, τώρα δὲ παρουσιάζουσιν αὐτὴν ὡς ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἥκιστα μεριμνῶ, διότι ἐγὼ οὐδέποτε θέλω ἐπιτρέψει εἰς ἐμαυτὸν νὰ τανύω τὰ βέλη μου κατὰ τῶν ἀντιφρονούντων ἢ τῶν ἀντιπάλων πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει ἡ ἠθικότης καὶ ἡ δικαιοσύνη. Ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν ἐκδηλώσητε πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνην, ὑπερψηφίζοντες τοῦ νομοσχεδίου τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον τῷ ὄντι τοιαύτην ἀξιοῖ παρὰ τῆς Βουλῆς εὐρεῖαν ἐμπιστοσύνην, ἔσπευσεν ὁ προαγορεύσας νὰ σᾶς δώσῃ τὴν ἀπαισίαν εἴδησιν, ὅτι οὐδὲν θέλει ὠφελήσει καὶ ὁ νόμος περὶ δανείου. Καὶ διὰ νὰ σᾶς βεβαιώσῃ περὶ τούτου, σᾶς προεκάλεσε νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι δύο ἄλλοι νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσατε, καὶ δι’ ὧν παραπλησίαν ἐξεδηλώσατε ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, μένουσιν ἀμφότεροι ἄνευ ἐφαρμογῆς, διότι δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ μετ’ εὐρείας ἐμπιστοσύνης ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐκποιήσῃ τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, τὰς μὴ διατεθείσας, εἰς οἱανδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ἐγκρίνει τιμὴν, καὶ κάτωθι τοῦ ὅρου τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, καὶ ὅτι ἐκ τῶν ὁμολογιῶν τούτων οὐδεμία εἰσέτι ἐπωλήθη. Εἶνε ὡσαύτως ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνεπιστεύθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον νόμον περὶ ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων 10,000,000 καὶ ἀφῆκεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἐξουσίαν νὰ προσδιορίσῃ τόν τε τόκον καὶ πάντα τὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ τὰς προθεσμίας καὶ τὰς ἄλλας παροχὰς, καὶ ὅτι οὐδὲ ὁ νόμος οὗτος ἐξετελέσθη εἰσέτι, διότι τὰ ἔντοκα γραμμάτια δὲν ἐτοποθετήθησαν ἀντὶ κεφαλαίων οὐδαμοῦ. Ἀλλὰ τί τάχα νὰ ἔπταισε τὸ ὑπουργεῖον εἰς ὅλα ταῦτα; Ποία τάχα νὰ ἦτο ἡ αἰτία, ἥτις τοιαῦτα παρήγαγεν ἀποτελέσματα; Ἡ ἀνικανότης τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης τῶν κεφαλαίων πρὸς τὸ πρόσωπον ἡμῶν, ἡ ἀδεξιότης ἡμῶν, ἢ ἡ ἀξία καὶ ὑπόληψις, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον περιέλθει αἱ ἀδιάθετοι ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, αἵτινες εὑρέθησαν ἐνεχυριασμέναι εἰς ποικίλα προεξοφλητικὰ γραφεῖα, ὅσα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ τῇ Δύσει; Πολλὰς ἕνεκα τούτων ἔπιον πικρίας ἐκεῖνοι οἵτινες ἐκλήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, διότι μεγίστη πικρία εἶναι εἰς ἐκεῖνον, ὅστις διαχειρίζεται τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος του, νὰ ἀκούῃ ἐνεχυριούχους ὁμολογιῶν ἐθνικοῦ δανείου, κατέχοντας τὰς ὁμολογίας ἀντὶ τῆς ἡμισείας τιμῆς, διότι αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ἦσαν τετιμημέναι ἀντὶ 500 φράγκων, καὶ εἶχον ἐνεχυριασθῆ ἀντὶ 250· μεγίστην πικρίαν αἰσθάνεται, λέγω, ὁ διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος του, ἀκούων τοὺς ἐνεχυριούχους τούτους λέγοντας πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην περιθωρίου. Ἀλλὰ τίς τάχα ἡ αἰτία ὅλων τούτων; Καὶ ἀνθ’ ὅλων αὐτῶν τάχα ἐπαρκὴς θεραπεία τῶν πραγμάτων ἦσαν αἱ συμβουλαὶ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην δανείου, καὶ αἱ πιθανότητες ὅτι ὡρισμένη πιστωτικὴ οἰκία ἔν τινι μεγαλοπόλει ἦτο πρόθυμος νὰ μᾶς δανείσῃ; Ἐπεθύμουν νὰ μὴ ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλῶ πρὸς φίλους, διὰ νὰ ἐπιδείξω εἰς αὐτοὺς ποίαν ἀπάντησιν ἔδωκεν ἡ πιστωτικὴ ἐκείνη οἰκία εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀπετάθησαν πρὸς αὐτὴν ζητοῦντες ν’ ἀναλάβῃ δανείου συνομολόγησιν. Εἰς τὴν ἀπάντησιν ἐκείνην ἤθελε πολλὰ διδαχθῆ πᾶς ἄνθρωπος, ὅστις ἤθελε κληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του, καὶ πρὸ παντὸς ἤθελε διδαχθῆ, ὅτι ὅστις προϋπολογίζει, καὶ ὅστις προσδιορίζει ποσὸν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ πιθανὸν, δὲν πρέπει νὰ σπεύδῃ νὰ στηρίξῃ δάνεια ἐπὶ προϋπολογισμῶν τοιούτων, δὲν πρέπει νὰ σπεύδῃ νὰ συνομολογῇ δάνεια ἐπὶ τοιούτων προϋπολογισμῶν, ἀλλὰ ν’ ἀφίνῃ νὰ λειτουργῶσι πρῶτον οἱ φόροι, ἵνα ἴδῃ πόσα παρήγαγεν ἐξ αὐτῶν ἔσοδα καὶ ὅπως ἐπ’ αὐτῶν στηρίξῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἤθελε διδαχθῆ, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ πράξῃ τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω, διότι ὀλέθρια πάντοτε ἐπάγεται ἀποτελέσματα, οὐδέποτε πρέπει νὰ πράξῃ τὸν συνδυασμὸν τοιούτου δανείου μετὰ προκαταβολῆς, διότι θέλει περιαγάγῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς πατρίδος του ἐκεῖ ὅπου εἶχε περιαχθῆ κατὰ τὴν 19 Ἀπριλίου, καθ’ ἣν ὡρκιζόμεθα ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος ὡς ὑπουργοὶ αὐτοῦ. Καὶ ἐλεγχόμεθα νῦν, διότι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, μὴ ἐκτιμήσαντες τὸν νόμον περὶ πωλήσεως τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, καὶ μὴ εὑρόντες νὰ ὑποθηκεύσωμεν τὰ ἔντοκα γραμμάτια! Πῶς ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνεύρωμεν μεγαλειτέρας τιμὰς, ἀπὸ ἐκείνας αἵτινες μᾶς ἐπροτάθησαν κατὰ μῆνα Ἰούλιον, καὶ εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐστέρξαμεν νὰ πωλήσωμεν τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου, καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἔχοντες ἐνέχυρον ὁμολογίας ἀντὶ 250 φράγκων μᾶς ἐζήτουν συμπλήρωσιν τῆς ἀξίας αὐτῶν, περιθώριον, ὡς λέγουσιν; Τίς δύναται νὰ ἐλπίσῃ ἐκποιῶν τὰς ὁμολογίας ταύτας νὰ λάβῃ μεγαλειτέρας τιμὰς ἀπὸ ἐκείνας, αἵτινες μᾶς ἐπροτάθησαν; Ἀλλὰ δὲν ἐστέρξαμεν νὰ τὰς ἐκποιήσωμεν εἰς τὰς τιμὰς ταύτας· ἑπομένως δὲν ἐπωλήσαμεν, διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ πωλήσωμεν. Ἠδυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν, δὲν ἠθελήσαμεν δὲ νὰ πωλήσωμεν κατὰ μῆνα Ἰούλιον, διὰ νὰ μὴ ὑποτιμήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν χρεώγραφα κατὰ τοὺς ὅρους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους, βελτιουμένης τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, προσεδοκῶμεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν. Καὶ ὅταν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι συνεζητοῦντο εἰς τὴν Βουλὴν, σᾶς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι αὐτὸς ἐνόει, ὅτι ματαιοπονεῖ ἡ πλειονοψηφία καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ δὲν ἔφερεν οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν, διὰ νὰ μὴ παρεμβάλῃ πρόσκομμά τι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τῷ ὄντι ὀφείλομεν χάριτας εἰς τὸν ἡγέτην τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν ἀντεῖπε τότε κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων· ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελεν ἀντείπει, ἡ πλειοψηφία, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤθελεν ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν ἐξήνεγκε διὰ τῆς ψήφου της. Ἀλλὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἓν παράπονον, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα τὴν ἑσπέραν ταύτην ν’ ἀπευθύνῃ κατὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, διατί, ἀφοῦ ἐγνώριζε τότε, ὅτι εἶνε ἀληθὴς ματαιοπονία, ὅτι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι, διατί δὲν ἔσπευδε νὰ φωτίσῃ τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ ἐξηγήσῃ εἰς αὐτὴν τὰς αἰτίας, διὰ τὰς ὁποίας τοιαῦτα ἐπήρχοντο ἀποτελέσματα, καθιστῶντα ματαίους τοὺς κόπους αὐτῆς εἰς τὸ ψηφίζειν τοὺς νόμους ἐκείνους; Δὲν ἐννοῶ δὲ διὰ τίνος τέχνης—διότι ἐλπίζω νὰ μὴ εἶνε οἰκεία εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου ἡ τοιαύτη τέχνη, διότι δὲν εἶνε συγκεχωρημένον νὰ εἶνε οἰκεία εἰς οὐδένα τυγχάνοντα βουλευτὴν—δὲν ἐννοῶ δὲ διὰ τίνος τέχνης ἠδυνήθη ν’ ἀποφύγῃ νὰ καταστήσῃ καταφανῆ τὴν διάκρισιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ σύμβασις περὶ διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, ὡς δὲν ἐννοῶ πῶς κατώρθωσε νὰ λησμονήσῃ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μόνον ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος, μόνον ἐκ ταύτης, καὶ ἑπομένως ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῆς προμηθείας, τῆς διδομένης εἰς τοὺς ἐργολάβους, οἱ ἐργολάβοι οὗτοι ἔμελλον νὰ κερδήσωσι 280,000 δρ. κατ’ ἔτος. Εἶπον, ὅτι δὲν ἐννοῶ διὰ τίνος τέχνης ἀπέφυγε νὰ καταστήσῃ δῆλον εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ μὴ παραλίπω νὰ καταστήσω εἰς αὐτὴν δῆλον, ἀλλὰ νὰ προσπαθήσω νὰ φωτίσω αὐτὴν διὰ νὰ ἔχῃ ἀκριβῆ ἰδέαν τῶν πραγμάτων. Ἡ πρόσοδος, ἡ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, εἴτε ψηφισθῇ ἡ σύμβασις εἴτε δὲν ψηφισθῇ, εἶνε δυνατὸν νὰ προσδιορισθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἤθελε συνομολογηθῆ, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, διότι αὐτὸ παρέχει διὰ διατάξεως τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσδιορίσῃ τὰς εἰδικὰς προσόδους, αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς ἀσφάλισιν τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἔχει δυνάμει τοῦ νόμου τούτου τὸ δικαίωμα τοῦτο, δύναται νὰ προσδιορίσῃ τὰς προσόδους τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν. Καὶ ἀφοῦ διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου, τὴν ὁποίαν θέλει συνομολογήσει μετὰ τῶν δανειστῶν, θέλει κανονίσει πάσας τὰς συμφωνίας, ὅπως ἐπιτρέπῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, πάσας τὰς λεπτομερείας περὶ τοῦ τρόπου τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου, ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελε συνομολογήσει μετὰ τῶν δανειστῶν, ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ τρόπον, καθ’ ὃν ἤθελε κατασταθῆ ἀναντίῤῥητον εἰς τοὺς δανειστάς, ὅτι θέλουσι δύνασθαι οὐδὲν ἄλλο νὰ πράξωσιν εἰμὴ νὰ τείνωσι τὴν χεῖρά των καὶ νὰ λάβωσιν ἀκεραίαν πᾶσαν τὴν ἐκ τῶν μονοπωλίων τούτων πρόσοδον. Λοιπὸν ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως, ἢ ἡ ἀκύρωσις τῆς συμβάσεως, οὐδὲν παρέχει καὶ οὐδὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν μέσον πρὸς διευκόλυνσιν τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου, ἐὰν τὴν συνομολόγησιν ταύτην εὐκολύνῃ ἡ παροχὴ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς εἰσπράξεως τῆς προσόδου ταύτης, καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῶν ἐκ ταύτης προκυπτόντων χρημάτων. Ἀλλὰ διατί περιελήφθη τὸ δεύτερον; Καὶ διατί ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ συνεδέθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη μετὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου; διότι μετὰ γνώμην ἀνδρῶν, ἄριστα γνωριζόντων τὰ τῆς ὕλης ταύτης, ἐνδεχόμενον ἦτο τὸ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν δύο μονοπωλίων κέρδος νὰ ἐνασκήσῃ γοητείαν τινὰ πρὸς τοὺς κατόχους τῶν κεφαλαίων, καὶ νὰ θεωρηθῇ ὡς κέρδος πρόσθετον πρὸς τὸ ἐκ τῶν τόκων καὶ τῶν ἄλλων κερδῶν τοῦ δανείου παρασκευασθησόμενον ὑπὲρ τῶν δανειστῶν. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ προταθῇ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου πρὸς ἐγγύησιν τοῦ δανείου ἡ πρόσοδος ἢ νὰ καταστῇ ἀσφαλεστέρα ἡ εἴσπραξις τῶν χρημάτων, διότι αὕτη καὶ ἄνευ τούτου εὐκοπώτερον ἦτο νὰ καταστῇ βεβαία καὶ ἀναντίῤῥητος· ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ παροχῆς εἰς τοὺς συμβληθησομένους μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κέρδους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον οἱ ἐργολάβοι ἐλπίζουσι νὰ προσπορίσωσιν, ἀναλαμβάνοντες τὴν διαχείρησιν τῶν δύο μονοπωλίων. Καὶ τὸ κέρδος τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ προσδιορίσω ὁπόσον εἶναι. Ἤκουσα τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἀναβιβάσαντος τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἤθελον λαμβάνει ἐτησίως οἱ ἐργολάβοι, εἰς 1,100,000 ἢ 1,200,000 δραχμῶν. Εἶμαι ὅμως βέβαιος, ὅτι ὁ κύριος βουλευτὴς Ἄρτης δὲν ὑπέθεσεν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι κέρδος τῶν ἐργολάβων. Ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ὑμεῖς δὲν δύνασθε νὰ ὑποθέσητε τοιοῦτόν τι. Ἐὰν ἐνθυμηθῆτε ὅτι διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀποζημιώνονται πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα οἱ ἐργολάβοι θέλουσι καταβάλει καὶ εἰς καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν, καὶ εἰς μεταφορὰν τοῦ ἅλατος ἐκ τῶν ἁλικῶν εἰς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας, καὶ ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας, ὡς καὶ εἰς ἐνοίκια ἀποθηκῶν καὶ εἰς μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἤθελον καταβάλει διὰ τὴν ἐκφόρτωσιν τοῦ πετρελαίου καὶ τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ ἀπὸ τὰς κεντρικὰς εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας, καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα τοῦ προσωπικοῦ, θέλετε πεισθῆ ὅτι δὲν εἶναι ἅπαν τὸ εἰρημένον ποσὸν κέρδος. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 1,200,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θέλουσι λάβει οἱ ἐργολάβοι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κυρίου Καραπάνου, δὲν εἶναι ὅλον κέρδος ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα, τάχα πόσον νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογίσητε τὸ κέρδος; ἐὰν εἶναι τὸ κέρδος τὸ ¼ τὸ ⅓ τοῦ ποσοῦ τούτου, τότε ἐπὶ 1,100,000 ἢ 1,200,000 τὸ ἓν τρίτον εἶναι 300 χιλιάδες δραχμαὶ ἢ 400 χιλιάδες δραχμαί, ἐὰν εἶναι ὀλιγώτερον τοῦ ⅓, ἂν εἶναι τὸ ¼, εἶναι 250 χιλιάδες δραχμαί. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ κέρδος τῶν 250 χιλιάδων δραχμῶν ὑπετέθη ὅτι δύναται νὰ ἐνασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν δανειστῶν, καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ὠθήσῃ αὐτοὺς, ἵνα συνομολογήσωσι δάνειον, προσβλέποντες πρὸς τὸ κέρδος ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων τούτων, καὶ πρὸς τὴν διαφορὰν ταύτην τοῦ κέρδους, τὴν ὁποίαν οἱ ἐργολάβοι ἤθελον συγκομίσει ὑπὲρ ἑαυτῶν. Βλέπετε λοιπὸν πόσον μέγα εἶναι καὶ σπουδαῖον τὸ ζήτημα, καὶ πόσον εὐλόγως ἀνυψώθη εἰς τὸν βαθμὸν εἰς τὸν ὁποῖον ἀνυψώθη, ὥστε νὰ παρασταθῇ, ὅτι, ἀφοῦ τὰ μονοπώλια παρεχωρήθησαν εἰς ἄλλους, καὶ ἀφοῦ συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος οὕτως, οὐδεμία ὑπάρχει ἐλπὶς περὶ εὑρέσεως δανείου, ἑπομένως ἡ ἔλλειψις δανείου συλλογισθῆτε ὁποίαν ἀπογοήτευσιν παρέχει! συλλογισθῆτε ὅτι δὲν δύνασθε νὰ δανεισθῆτε, νὰ ἐφαρμόσητε τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθη τὸ ἔθνος, ἀφοῦ δὲν εὑρέθη δάνειον, καὶ συλλογισθῆτε εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεσθε ὑποστηρίζοντες Κυβέρνησιν, ἥτις σᾶς ἄγει εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἀποτυχίας! Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ φακὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐπαρουσίασαν διὰ νὰ ἴδητε τὰ πράγματα, δὲν εἶνε συνήθης φακός. Δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους μεταχειρίζεσθε τὴν ἑσπέραν, ὅσοι τυχὸν περιεπέσατε εἰς πρεσβυωπίαν· δὲν εἶναι οὔτε ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον μεταχειρίζεσθε, ὅταν ζητῆτε νὰ ἐρευνήσητε τὰ συστατικὰ ἐντόμου τινὸς ἢ ζωϋφίου, καὶ διὰ τοῦτο συμβαίνει τὸ παράδοξον φαινόμενον, ἡ ὑπόθεσις τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ πετρελαίου ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς ζήτημα, ἐξ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ ἔκβασις τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος! Δὲν εἶπον ὅτι ἀνεβιβάσθη εἰς ζήτημα ὑπουργικὸν, διότι αὐτὸ εἶναι ταπεινότατον, ἀπέναντι τοῦ ζητήματος τῆς ἐκβάσεως τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθη τὸ Ἔθνος. Τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προκύψῃ ἀπὸ τοιαύτην ἐπιχείρησιν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ, διότι ἕκαστος ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ ν’ ἀναλάβῃ τὴν Ἀρχὴν, τὸ πρακτικὸν, λέγω, ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προκύψῃ, εἶνε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐν τέλει τοῦ λόγου τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἠκούσατε ἐκφυγὸν ἀπὸ τὰ χείλη αὐτοῦ. Σᾶς λέγουσιν ὅτι ἐὰν δὲν ἤθελε χρησιμεύσῃ ὁ κανονισμὸς ἢ ἡ διαχείρισις τῶν μονοπωλείων τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος εἰς συνομολόγησιν δανείου, ἡ σύμβασις δὲν πρέπει νὰ κυρωθῇ μεταξὺ τῶν ἐργολάβων ἀλλὰ μετὰ τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ χορήγησις τοῦ δανείου περιορισθῇ εἰς 100 χιλιάδας δραχμὰς ἢ εἰς μόνον ἓν ἑκατομμύριον, δύνανται οὕτω νὰ δικαιολογήσωσι τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως; Τί ἀποφαίνεται ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου διὰ τούτου; Ὅτι δὲν ἐμπιστεύεται τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν διότι εἶνε ἀνίκανος, ἀφοῦ λέγει ὅτι εἶναι πιθανὸν τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως νὰ προτιμήσωσιν ἐργολάβους, οἵτινες θέλουσι χορηγήσει δάνειον 100 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ παραχωρήσωσι τὰ μονοπώλια, τί νὰ εἴπω; Νὰ εἴπω ὅτι τοιαῦτα εἶνε ἀνάρμοστα νὰ προβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν διὰ Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος; Ἀλλ’ ἔχουσι δικαίωμα νὰ τὰ ἀποτείνωσι, καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ παραπονώμεθα, διότι οὔτε ἡ σήμερον οὔτε ἡ χθὲς μᾶς ἐδίδαξεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ φροντίζωμεν τί περὶ ἡμῶν φρονοῦσιν ἐκεῖνοι οἵτινες περὶ ἡμῶν τοιαῦτα λέγουσι. Νομίζω, ὅτι εἶνε ἀναπόφευκτον, ὅταν τις ἀποδέχηται εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ, ἐξαιρέσεις ἢ ἀθέτησιν κοινῶν τινων ἀληθειῶν ἀναγνωρισθεισῶν ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδέχεται τὰς ἐξαιρέσεις ταύτας μεθ’ ὅλων τῶν συνεπειῶν αὐτῶν. Βεβαίως ἡ ἀποδοχὴ ἢ ἡ ἵδρυσις τῶν μονοπωλίων εἶνε ἀναίρεσις τῆς ἀληθείας τῆς ἀνακηρυχθείσης ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλ’ ὅταν ἀποδέχεται τοιαύτην ἀναίρεσιν, πρέπει νὰ ἀποδέχηται αὐτὴν μεθ’ ὅλων τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἵδρυσις τοῦ μονοπωλίου συνεπάγει, καὶ ἡ πρώτη τῶν συνεπειῶν εἶνε νὰ παρέχῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦ μονοπωλίου εἰς πάντας τοὺς καταναλίσκοντας τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἐπὶ ἴσῃ τιμῇ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὑπέλαβεν, ὅτι δύναται καὶ τὸν κανόνα τοῦτον ν’ ἀθετήσῃ, καὶ νὰ συμβληθῇ μετὰ τῶν ἐργολάβων, ἵνα τὸ ἅλας εἰς μὲν τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας πωλῆται πρὸς λεπτὰ δέκα, εἰς δὲ τὰς εἰδικὰς πρὸς λεπτὰ δέκα τρία καὶ ἥμισυ τὴν ὀκάν. Καὶ ποῖος σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ διαιρέσητε τοὺς πολίτας εἰς δύο τάξεις, καὶ νὰ ὑπολάβητε, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσητε μονοπώλιον καὶ ἔχετε καὶ ἄλλο δικαίωμα εἴς τινα μέρη, εἰς τὰ παράλια, νὰ προσδιορίσητε τιμήν, 10 λεπτῶν καὶ εἰς ἄλλα μέρη, τὰ μεσόγεια, νὰ προσδιορίσητε τιμὴν 13 καὶ ἥμισυ λεπτῶν; διότι οἱ κάτοικοι οἱ περίοικοι τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν θέλουσιν ἀγοράζει τὸ ἅλας πρὸς δέκα λεπτά, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι τῶν μεσογείων, οἵτινες ἤθελον ἀγοράζει αὐτὸ ἀπὸ τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας, θέλουσι τὸ ἀγοράζει πρὸς 13 καὶ ½ λεπτὰ τὴν ὀκάν. Ἀφοῦ ἀπεδέχθη τὴν διάκρισιν ταύτην, ἑπόμενον ἦτο ν’ ἀποδεχθῇ καὶ ἄλλην διάκρισιν, διότι ἡ δευτέρα διάκρισις ἀπέβαινεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Εἶπεν ἐν τῇ συμβάσει, ἣν συνωμολόγησεν, ὅτι εἰς τοὺς ἐργολάβους πρέπει νὰ χορηγῆται διὰ προμήθειαν ἥμισυ λεπτὸν ἐπὶ τοῦ ἅλατος τοῦ πωλουμένου ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν καὶ τέσσαρα λεπτὰ ἐπὶ τοῦ πωλουμένου ἐκ τῶν εἰδικῶν. Καὶ ὑπολογίζει διὰ τῶν τεσσάρων λεπτῶν ν’ ἀποζημιωθῇ ὁ ἐργολάβος διὰ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς τοῦ ἅλατος εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας, καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπάγει τῶν ἰδιωτικῶν ἀποθηκῶν ἡ διαχείρισις. Ὑπελόγισε δὲ ὡς εἶπε τὴν ζημίαν εἰς 280,000 δραχμάς, διότι ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα ἤθελε πωληθῆ 7 ἑκατομμυρίων ἅλας ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν, δηλαδὴ τὸ ἥμισυ τῆς παραγωγῆς τοῦ ἅλατος. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο στηρίζεται εἰς τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ ἀντικειμένου τοῦ μονοπωλίου. Τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ ἀντικειμένου τοῦ μονοπωλίου εἶνε ἀδύνατον ν’ ἀποδεχθῶ ἐγώ. Φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι, ἐὰν αἱ παραδόσεις τῆς παρελθούσης πεντηκονταετίας μοὶ ὑποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλω τὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, ἐὰν αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας ταύτης μοὶ δεικνύωσιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεταβληθῶσι τὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, δὲν ἔπρεπε ὅμως νὰ παραβῶ τὸν κανόνα νὰ παράσχω τὸ ἅλας εἰς πάντα κάτοικον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν, καὶ νὰ προσδιορίσω τὴν τιμήν του ἐν πάσαις ταῖς ἀποθήκαις εἰς 15 λεπτά. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἅλας εἰς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας θέλει πωλεῖσθαι εἰς τὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν πωλεῖται καὶ εἰς τὰς εἰδικάς, ποῖος θέλει σπεύσει νὰ ἀγοράσῃ αὐτὸ ἀπὸ τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας, ἀφοῦ δύναται νὰ παραλάβῃ αὐτὸ εἰς τὴν κατοικίαν του, εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας; Ἑπομένως ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ ὅτι θέλει πωληθῆ ἀπὸ τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας ποσὸν 7 ἑκατομμυρίων ὀκάδες ἅλατος, τὸ ἥμισυ τῆς παραγωγῆς. Ἐὰν δὲ δὲν εἶνε συγκεχωρημένον νὰ ὑπολογισθῇ ὅτι ἤθελε πωληθῆ 7 ἑκατομμυρίων ὀκάδες ἅλατος ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν, πῶς θέλει θεωρηθῆ εἰς αὐτὸν συγκεχωρημένον νὰ εἴπῃ ὅτι 280 χιλιάδες δραχ. δίδονται μάτην εἰς τοὺς ἐργολάβους, διότι ἑπτὰ ἑκατομμύρια ὀκάδων ἅλατος θέλουσει πωλήσει ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν, καὶ θέλουσι λάβει τέσσαρα λεπτὰ τὴν προμήθειαν ἀντὶ τοῦ ἡμίσεος κατ’ ὀκᾶν, τὸ ὁποῖον ἤθελον λάβει κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τρικούπη; Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ αὐτὸ σύστημα καὶ ἐπὶ πάσας τὰς λεπτομερείας τῆς συμβάσεως! Καὶ ἴσως ἐπὶ τῆς λεπτομερείας ταύτης ἴσως ἤθελεν εἰκασθῆ διὰ τούτων ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἢ οἱ Ὑπουργοί, ἠθέλησαν νὰ δώσωσι 280 χιλιάδες δραχμὰς εἰς τοὺς ἐργολάβους, ἐνῶ διὰ τῆς μέχρι τοῦδε συμβάσεως, ἥτις εἶχε συνομολογηθῆ παρὰ τῶν προκατόχων, δὲν παρείχετο εἰς αὐτοὺς τὸ ποσὸν τοῦτο. Καὶ οὕτω θέλει δυνηθῆ τις ἀκούων ταῦτα νὰ κρίνῃ ὅτι τὸ ὀλιγώτερον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἰκάσῃ ἐκ τοιαύτης πράξεως καὶ ἀποφάσεως τῶν διαχειριζομένων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, εἶνε τὸ νὰ ὑπολάβῃ ὅτι εἶνε σπάταλον. Καὶ βεβαίως θέλω εἶσθαι εὐτυχής, ἐάν δι’ αὐτὸ καταγνώσητε εἰς ἐμὲ σπατάλην! καὶ θέλετε μὲ καταδικάσει ἐπὶ σπατάλῃ, διότι ἀφειδῶς ἐζήτησα νὰ παραχωρήσω εἰς τοὺς ἐργολάβους 280 χιλιάδας δραχμῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελα παρακαλέσει τὴν Βουλήν, οὐχὶ μόνον τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν οὕτω δυσμενῆ περὶ ἡμῶν κρίνουσαν μειονοψηφίαν, νὰ μὴ ῥίψῃ ἀκόμη καταδικαστικὴν καὶ μέλαιναν καθ’ ἡμῶν ψῆφον ἕως ἂν μελετήσῃ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1885 καὶ ἴδῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διαχειριζόμεθα τὰ δημόσια χρήματα. Τότε θέλει δυνηθῆ νὰ παραβάλῃ αὐτὸν πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1884 καὶ 1883, καὶ μετὰ τοῦτο θέλει δυνηθῆ νὰ προβῇ εἰς εὐσυνείδητον ἀπόφασιν καὶ ἀνακοινώσῃ ποίαν ἐσχημάτισε κρίσιν. Καὶ μετὰ τοῦτο ἐὰν εὐαρεστῆται ἄς ἀνακοινώσῃ τὴν γνώμην της· ἴσως τότε δὲν θέλει ἔχει συμφέρον νὰ τὴν ἀνακοινώσῃ δημοσίᾳ, ἀλλ’ ἄς τὴν ἀνακοινώσῃ τοὐλάχιστον κρύφα πρὸς ἐμὲ πρὸς παραμυθίαν μου. Ἀλλὰ πρὶν ἢ καταλήξῃ εἰς τό συμπέρασμα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐξέφρασεν ἀπορίαν διατί τέλος πάντων ἐσπεύσαμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν ἐν τοιούτῳ τινὶ χρόνῳ, ἐνῷ, ἐὰν ἀφίναμεν νὰ εὐπλοήσωσι τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, νὰ κατασταθῶσιν αἱ πολιτικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας ὁμαλώτεραι, τότε ἠδυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν ταῦτα συμφορώτερον, προκαλοῦντες μάλιστα ἐν ἀνάγκῃ καὶ διαγωνισμόν. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ διακρίνητε καλῶς. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλάτων, ἀλλὰ περὶ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν, καὶ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν ἔπρεπε νὰ ἐπιφυλάξωμεν ἀκεραίαν καὶ ἄθικτον διὰ νὰ τὴν ἐκθέσωμεν εἰς δημοπρασίαν ἐπὶ διαγωνισμῷ εἰς ὁμαλωτέρους χρόνους, διὰ νὰ μὴ ἀπολέσωμεν τὰ μεγάλα κέρδη, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν, διατιθέντες τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν κατὰ τοὺς ὁμαλοὺς καιρούς. Τῇ ἀληθείᾳ ἴσως σφάλλω, ἀλλὰ ὁμολογῶ ὅτι οὐδὲ τὸ ζήτημα τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν τὸ ἀνεβίβασα εἰς τοσοῦτον ὕψος. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι, πρὶν ἢ γένηται λόγος τις ἐν τοῖς ἐπισήμοις κύκλοις περὶ βελτιώσεως τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλάτων καὶ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν, εἶχον ἀσχοληθῆ περὶ ταῦτα, καὶ κατὰ τὸ 1879 εἶχον ἔλθει εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ ἀλλοδαποῦ περὶ τρόπου κρείττονος τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐργασία αὕτη δὲν κατέληξεν εἰς ἀποτέλεσμα, ἐνόμιζον ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ποιήσωμαι τὴν ἐλαχίστην μνείαν αὐτῆς, ὡς δὲν συνειθίζω νὰ ποιῶμαι μνείαν οὐδὲ τῶν πράξεων ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας συνέβη ὁπωσδήποτε νὰ λάβω μέρος τι. Ἡ διαπραγμάτευσις αὕτη περὶ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν ἦτο προγενεστέρα τῆς συμβάσεως τοῦ 1881, ἦτο προγενεστέρα φυσικῷ τῷ λόγῳ καὶ τῆς συμβάσεως, τῆς πέρυσιν ὑπογραφείσης ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου. Ἠγόμην δὲ εἰς τὴν γνώμην νὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ τὰ κρείττω τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν, πρῶτον μὲν διότι κοινή τις μελέτη, ἣν ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετὰ τινος ἄλλου συναδέλφου, μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, ἐποιησάμεθα ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων τῆς δημοσίας διοικήσεως, μὲ ἐφώτισε περισσότερον περὶ τῶν συμβαινόντων καὶ κατὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν καὶ κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλάτων, καὶ προσέτι περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐν χρήσει καλλιέργεια τῶν ἁλικῶν καὶ ἡ ἐν χρήσει διαχείρισις τῶν ἁλάτων παρῆγεν. Ἠσθάνθην δὲ ἔνθερμον πόθον ἔκτοτε νὰ συντελέσω εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ συστήματος. Καὶ δὲν μὲ ἐνεθάῤῥυνε μόνον ἡ ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐπέβαλε τὸ καθῆκόν μου, νὰ φροντίσω νὰ καταστήσω πρόχειρον τὸ ἅλας εἰς πάσας τὰς περιφερείας, ἀφοῦ ἐξηκολούθουν διατηρῶν τὸ μονοπώλιον, ἀλλὰ ἐθέρμανεν ἀκόμη τὴν ἐπιθυμίαν μου καὶ ἡ φροντὶς πῶς νὰ καταστήσω κρείττονα καὶ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλάτων καὶ τὴν διοίκησιν τῶν ἁλικῶν, διὰ νὰ ἐξασφαλίσω κρείττονα οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, καὶ προσέτι διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν κρειττόνων οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων νὰ μειώσω τὴν ἀφορμὴν, ἥτις αἰωνίως ἐσκανδάλιζε τὴν δημοσίαν συνείδησιν, τὴν ἀφορμὴν τῶν κλοπῶν τῶν ἁλάτων καὶ τῶν καταχρήσεων. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου, διέκρινα ἀκριβῶς τὴν τακτικὴν, ἣν ἠκολούθησεν ὁ Κουμουνδοῦρος, ἀπὸ τὴν τακτικὴν, ἣν μετῆλθον ἄλλοι ὡς ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν διατελέσαντες, καὶ εὕρισκον, ὅτι, μὲ ὅλα ὅσα ὁ πολὺς ἀριθμὸς τῶν εἰδικῶν ἀποθηκῶν δύναται νὰ περιέχῃ ἄτοπα, ἕνεκα ἐλλείψεως ἀμέσου ἐπιτηρήσεως καὶ ἐπαγρυπνήσεως, τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου εἶχον αὐξήσει εἰς ἀναλογίαν ἐντελῶς δυσανάλογον πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ, ὅπερ ἐνεδείκνυεν, ὅτι ὅσον προχειρότερον ἦτο τὸ ἅλας, τοσοῦτον εὐκολωτέρα ἦτο ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ καὶ τοσοῦτον ηὔξανεν αὕτη. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ πόθου ὡδηγούμην εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τὰς ὁποίας διεξήγαγον κατὰ τὸ 1879. Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἐπῆλθον μέτρα διάφορα ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων ληφθέντα καὶ ἐν πρώτοις ἡ σύμβασις, ἡ κατὰ τὸ 1881 συνομολογηθεῖσα, ἥτις τὸν αὐτὸν εἶχε σκοπὸν, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον ἡ σύμβασις, ἡ πέρυσι συνομολογηθεῖσα, ἥτις καὶ αὕτη τὸν αὐτὸν εἶχε σκοπὸν, παραλείπουσα μόνον τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν. Τὸ σύστημα τῶν σκέψεων, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως τοῦ 1884, ἐνδέχεται νὰ ἐδικαιολόγει εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ αὐτοῦ συστήματος τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν. Ἀλλὰ δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ πεισθῶ ἐκ τούτων τῶν σκέψεων ἵνα πράξω καὶ ἐγὼ τὸ αὐτό. Ἐξηκολούθουν δὲ νὰ ἐπιθυμῶ νὰ μεταβάλω τὸ σύστημα τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν, οὐδὲ μοὶ ἦλθε κατὰ νοῦν ὅτι ἐνῷ νῦν δαπανῶ 280 –300 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος πρὸς καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν, ἂν εὕρισκον τρόπον διὰ νὰ μεταβάλω τὴν καλλιέργειαν καὶ δαπανῶ μόνον 220,000, δὲν μοὶ ἦλθε κατὰ νοῦν ὅτι ὑποβάλλω εἰς ζημίαν τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὐδὲ ὅτι στερῶ αὐτὸ μεγάλων κερδῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἤθελε παραγάγει, ἐὰν ἐκανονίζοντο τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν μετὰ 10 ἔτη ἢ μετὰ 8 ἔτη, διότι ἐπὶ τέλους ἐκ 220 χιλιάδων δραχμῶν ἐν ὅλῳ δαπάνης, καταβαλλομένης νῦν κατὰ τὴν σύμβασιν διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν, δὲν ἠξεύρω πόσον ἤθελεν ἀξιώσει τις νὰ κερδίσῃ διὰ νὰ ζητήσῃ ἄλλους καταλληλοτέρους καιροὺς καὶ εὐτυχεστέρας περιστάσεις διὰ νὰ παραχωρήσῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν δι’ ὀλιγώτερον ποσόν. Ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο διὰ νὰ παραχωρήσῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν ἐκ συνδυασμοῦ μετὰ ἱδρύσεως βιομηχανίας, ἥτις δύναται νὰ ἱδρυθῇ διὰ τῆς χρήσεως τῶν ἁλάτων, τὸ ζήτημα ἤθελεν εἶσθαι διαφορετικὸν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν οὐδεμία νὰ κατορθωθῇ τοιαύτη συμφωνία χωρὶς νὰ ἀναδεχθῇ τις ὑποχρέωσιν διαρκείας πολυετοῦς, οὐδέποτε δὲ μικροτέρας τῶν 25 ἢ 30 ἐνιαυτῶν. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος, ἐπιφυλασσόμενον τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ εὐθὺς ὡς δυνηθῇ νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ τῆς τοιαύτης χρήσεως τοῦ ἅλατος, ἐπιφυλασσόμενον, λέγω, τότε νὰ κανονίσῃ ταῦτα. Ἀλλὰ δὲν ἐνόμιζον, ἴσως ἦτο σφάλμα μου, ὅτι προνοῶν ἀπὸ τοῦδε περὶ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν καὶ μὴ ἀφίνων νὰ ἐξακολουθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ὅτι ἐγενόμην αἴτιος ζημίας τοῦ δημοσίου ταμείου· ἐξ ἐναντίας, εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου ἠλάττωσα, καὶ τέλος πάντων ἀφήρουν μίαν ἀφορμὴν, ἥτις πολλάκις ἐνέβαλεν εἰς ἀνησυχίαν τὴν κοινωνίαν, καὶ ἠδύνατο ἐπὶ τέλους νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κηλὶς ἐπικαθημένη εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν πάνθ’ ὅσα εἶχον νὰ εἴπω εἰς αὐτήν. Τὸ ζήτημα, ὡς προεβλήθη, δὲν εἶνε ἀμέτοχον πολιτικῆς· ἐξ ἐναντίας, μοὶ φαίνεται, ὅτι παρεστάθη ὅτι ζητεῖται νὰ διασωθῶσι τὰ μεγάλα συμφέροντα, τῶν ὁποίων τὴν διάσωσιν ἀνέλαβεν ἡ ὑπὸ τοῦ ἔθνους γενομένη ἀποδεκτὴ πολιτική. Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐτέθη εὐκρινῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ ἐκλήθη νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν της. Εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς ταύτην ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβληθῶ. Ἓν μόνον πρᾶγμα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς φράσεως τοῦ ἄρθρου 1 ἢ τοῦ ἄρθρου 2 ἢ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, νὰ μὴ ὑπολάβωμεν, ὅτι ἐκεῖ κρύπτεται ἡ ἐπιτυχία ἢ ἡ ἀποτυχία τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη τὸ Ἔθνος. Εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς φράσεως εἴτε πρὸς συμπλήρωσιν ἐλλείψεως, εἴτε πρὸς ἀφαίρεσιν πλεονασμοῦ, εἴτε πρὸς ἀκριβεστέραν καὶ πληρεστέραν ἔκφρασιν ἐννοίας, ἐγὼ οὐδέποτε ἀντιλέγω, καὶ ἂν ἤθελον ἐξακολουθῇ νὰ μὲ κατακρίνωσιν ὡς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσέχω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἢ ὁ ὁποῖος δὲν συστέλλομαι νὰ λέγω ὅτι ῥυμουλκοῦμαι ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους. Τέλος πάντων αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, καὶ ἐπειδὴ εὐτυχῶς ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦδε δὲν εὗρε ταῦτα τὰ ἰδιώματα ὡς ἄγοντα εἰς τὸν θάνατον, εὐμενῶς μὲ ἀποδέχεται ἀκόμη ἐν τῇ Κυβερνήσει. Καὶ δὲν φρονῶ ταῦτα αὐθαιρέτως. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀπαιτῶσι παρὰ τοῦ Ἔθνους νὰ ἀποδέχηται τυφλῶς τὰς γνώμας αὐτῶν, σφάλλουσιν ἐν πολιτεύματι φιλελευθέρῳ, διότι τὸ δικαίωμά των δὲν ἔχει ἀρχὴν, οὐδὲ δύναταί τις ν’ ἀξιώσῃ παρά τινος νὰ ἀποδέχηται τὴν γνώμην αὐτοῦ πρὶν ἢ διαφωτίσῃ τὸν ἀκούοντα περὶ τῆς ἀληθείας τῆς γνώμης του καὶ περὶ τῶν λυσιτελῶν εἰς τὴν χώραν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχομεν καθῆκον νὰ ὁμιλῶμεν πρὸς τὸ ἔθνος. Δὲν ἔχομεν ὅμως δικαίωμα νὰ ζητῶμεν νὰ ἀκολουθῇ τυφλῶς ἡμᾶς. Ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ἐάν τις νομίζῃ, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὸν λαὸν τῆς πατρίδος του. Αὐτός ὅμως, πρὶν ἢ ἐκφράσῃ τοιαύτην τινὰ γνώμην, πρέπει νὰ κηρύξῃ, ὅτι δὲν στέργει νὰ τηρήσῃ αὐτὴν ὑπὸ φιλελεύθερον πολίτευμα, πρέπει δὲ νὰ μεταβῇ νὰ ἀναζητήσῃ τὴν δύναμιν ἐκεῖ ὅπου αὕτη ὑπάρχει ὅπως περιβληθῇ αὐτὴν, καὶ διὰ τῆς δυνάμεως νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκβιάσῃ τοὺς συμπολίτας του νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς γνώμας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔστω οὗτος βέβαιος, ὅτι, καὶ ἂν ἤθελε ἐπιτύχει νὰ ἐκβιάσῃ αὐτοὺς διὰ τῆς δυνάμεως, ἐν Ἑλλάδι δὲν θέλει μετρήσει πολὺν χρόνον· ἡ δὲ ἱστορία τῆς χώρας διδάσκει εἰς αὐτὸν πόσον διήρκεσαν τοιαῦτα πειράματα. Διὰ τοῦτο ἐγὼ εἰμὶ τοσοῦτον ταπεινόφρων, ὥστε νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑποτάσσω ἐμαυτὸν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, ἀγωνιζόμενος καὶ ἀσχολούμενος διὰ τοῦ λόγου, ἐφ’ ὅσον ἀκούομαι, νὰ διαφωτίζω τὰς γνώμας αὐτοῦ, καὶ νὰ ἐνδεικνύω εἰς αὐτὸ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Ἐὰν δὲ τοιαῦτα φρονῶ οὕτω πως πολιτευόμενος, καὶ τοιαύτην ἐπέσυρα κατ’ ἐμοῦ μομφὴν εἰπὼν ὅτι ρυμουλκοῦμαι ὑπὸ τοῦ Ἔθνους, συγκεχωρημένος θὰ ἦμαι, διότι ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ταπεινοῦ φρονήματος ἐμφορούμενος ἐνόμιζον, ὅτι πρέπει νὰ συμβιβάζω τὴν γνώμην μου μετὰ τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας, καὶ νὰ συναρμολογῶ αὐτὴν οὕτως, χωρὶς μὲν νὰ θυσιάζω τὴν οὐσίαν, χωρὶς νὰ παραβλάπτω συμφέρον τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ σπαταλῶ δημόσια χρήματα, χωρὶς νὰ ἐκθέτω εἰς κίνδυνον τὴν πατρίδα μου, ἀλλὰ νὰ συναρμολογῶ αὐτὴν οὕτως, ὅσον ἕκαστος κατὰ καθῆκον πρέπει νὰ φρονῇ, ὅτι δὲν ἐγεννήθη αὐτὸς ὑπὸ τὸν οὐρανὸν ἀλάθητος. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, πρὶν ἢ καταλήξω τὸν λόγον, δὲν θέλετε μὲ ἰδεῖ νὰ ἐγείρω ὑπουργικὸν ζήτημα, ἐὰν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ φράσις τις τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε τούτου εἴτε ἄλλου τινὸς, μὴ ἐλαττοῦσα τὴν δύναμιν αὐτοῦ, καὶ μὴ ἀλλοιοῦσα τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, καὶ μὴ ἀναιροῦσα τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου 1 ἢ τοῦ ἄρθρου 2 ἢ τοῦ ἄρθρου 3 ἤθελον ὑποτεθῇ ὑπό τινος ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, θέλει μὲ εὕρει πρόθυμον συζητητὴν, καὶ ἐπίσης πρόθυμον νὰ ἀσχοληθῶ μετ’ αὐτοῦ ἵνα ἀνεύρωμεν ὁμοῦ τὴν ὀρθοτέραν φράσιν. Κατὰ συνέπειαν ἐλπίζω ὅτι καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας θέλουσιν εἶσθαι ἥσυχα, δὲν θέλουσι δὲ ποτὲ ἀνησυχήσει ὅτι ἐγὼ διὰ τῆς ἐπιμονῆς μου ἤθελον ἐκβιάσει ποτὲ κἀνὲν ἐξ αὐτῶν νὰ ψηφοφορήσῃ ἐναντίον τῆς ἰδίας αὐτοῦ γνώμης, ἢ νὰ παραλλάξῃ τὴν ψῆφον, ἣν πρὸ μικροῦ ἔδωκεν (εὖγε ἐκ δεξιῶν).

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§11ΤΙΝΕΣ. Νὰ γίνῃ διακοπὴ, κύριε Πρόεδρε.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά. (Γίνεται διακοπὴ 10 λεπτῶν).

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§14Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον, κύριοι βουλευταὶ, ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου καὶ ἐλυπήθην ὅτι δὲν εὑρέθην παρὼν, ὅταν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ ἐκάλεσεν ἐπὶ τὸ βῆμα. Ζητῶ, μάλιστα τὸ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ζητήσω, συγγνώμην παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου. Ἀλλ’ ἐκ τούτου οὐδεμία προέκυψε ζημία εἰς ἐμὲ, διότι τὸ ζήτημα τοῦ δανείου εἶνε ἀναποσπάστως συνδεδεμένον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρὸς τὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὴν γνώμην ταύτην ἔχω ἀφ’ ἧς ἐκαλούμην καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων νὰ κρίνω περὶ τῶν μέτρων τῶν οἰκονομικῶν, ἅπερ ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Χώραν κατὰ τὰς παρούσας κρισίμους τοῦ Ἔθνους στιγμάς. Ἐξήγησα δὲ καθαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην ταύτην, εἰπὼν, ὅτι ἄνευ δανείου, καὶ δανείου ἐπαρκοῦς, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις· εἶπον, ὅτι ἄνευ δανείου ἐπαρκοῦς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μειώσῃ, ἐὰν μὴ καὶ νὰ ἐξαλείψῃ, τὰς φρικτὰς συνεπείας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ συγχρόνως εἶπον ὅτι τὸ δάνειον δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἐπὶ ὅροις ἀσυμφόροις, ἐὰν διὰ τὴν ἐγγύησιν αὐτοῦ δὲν προστεθῶσιν εἰς τὸν τακτικὸν τοῦ Κράτους Προϋπολοσμὸν ἐπαρκῆ ἔσοδα· διότι μὴ νομίζωμεν, ὅτι εἶναι μόνον αἱ ἐγγυήσεις αἱ διδόμεναι πρὸς τοὺς δανειστὰς, αἵτινες χρησιμεύουσιν αὐτοῖς, ὅπως κρίνωσι περὶ τῆς πίστεως ἡμῶν, ἀλλ’ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας, ἡ ὁποία εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς γνώμης αὐτῶν. Καὶ ἐκ τῆς σκέψεως ταύτης ὁρμώμενος, διεῖδον ἢ τὴν ἀποτυχίαν, ἢ τὴν μὴ ἐπωφελῆ διὰ τὸ Δημόσιον ἐπιτυχίαν τοῦ προταθέντος δανείου ἐν ἑνὶ τῶν ἐδαφίων τοῦ περὶ τούτου νομοσχεδίου. Ὁ νόμος περὶ τοῦ δανείου ἐν τῷ ἐδαφίῳ ἐκείνῳ ὁρίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ ἐγγυήσεις πρὸς συνομολόγησιν αὐτοῦ ἐκ τῶν κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους εἰσπραττομένων ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐσόδων· δὲν προτίθεται λοιπὸν νέον τι ἔσοδον πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου· πρὸς ἐξασφάλισιν δὲ αὐτοῦ ἀφαιροῦνται ἀπὸ τῶν τακτικῶν τοῦ Ἔθνους Προϋπολογισμῶν τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τοῦτο χρήματα. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὶς εἶναι ὁ τακτικὸς ἡμῶν Προϋπολογισμὸς, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο πρὶν ἢ ῥιφθῶμεν εἰς τὴν ἀβεβαιότητα τῆς ἐπιζητήσεως δανείου, ἐν τοιαύταις μάλιστα μὴ ἐπιτρεπούσαις ἀβεβαιότητας στιγμαῖς. Κατὰ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1886 ὁ τακτικὸς παρουσιάζει ἔλλειμμα 3 περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν· τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 θὰ ἦναι εὐτύχημα ἐὰν δὲν ὑπερβῇ τὰ 15,000,000· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τῶν 15, ἢ καὶ τῶν 20 ἴσως ἑκατομμυρίων, δὲν θεωρῶ ἀνῆκον εἰς τὸν τακτικὸν Προϋπολογισμόν· θὰ ἦναι κατὰ τὸ πλεῖστον προϊὸν τῶν περικυκλουσῶν ἡμᾶς περιστάσεων, οὐχ ἧττον ὅμως ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος δὲν θὰ κλείσῃ μὲ ἔλλειμμα μόνον 3, 000,000· κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς, τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 τὸ τακτικὸν θὰ ὑπερβῇ τὰ 6,000,000· καὶ λέγω μετριωτέρους, διότι κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μου θὰ φθάσῃ εἰς 8,500,000. Τὸ ἔλλειμμα δὲ τοῦτο τῶν 6,000,000 διπλασιάζεται ἀμέσως διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ δανείου, διότι διὰ νὰ προμηθευθῶμεν 100,000,000 ὀνομαστικὸν δάνειον, θὰ δώσωμεν πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτοῦ βεβαίως 6,000,000. Τοιαύτης οὔσης τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου, καὶ προστιθεμένης εἰς αὐτὴν τῆς ἄλλης ἀθλίας καταστάσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐφ’ ἧς πολλὰ ὀλίγα δύναται νὰ πράξῃ τις πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν κακῶν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἰσοσκελῆ Προϋπολογισμὸν, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἀπόπειρα ἡμῶν αὕτη—διότι ἀπόπειραν πρέπει νὰ ὀνομάσωμεν αὐτὴν—περὶ δανείου δυνατὸν νὰ ἀποτύχῃ. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλον ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ μὲ τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον πάντες πρέπει νὰ αἰσθανώμεθα διὰ τὰς παρούσας τῆς Πατρίδος ἀνάγκας, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διστάσῃ ὅπως τακτοποιήσῃ διὰ προτάσεων ἀναλόγων τὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ οὕτως, ὥστε νὰ περισσεύσῃ αὐτῇ τὸ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου ἀπαιτούμενον χρῆμα, καὶ ἀπέδειξα τότε, νομίζω ὅτι ὑπεραπέδειξα, ὅτι τοῦτο ἐὰν ἐγίνετο, ἤθελε γείνει πρὸς ὄφελος τοῦ λαοῦ.

§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ἠδύνατο νὰ γείνῃ;

§16ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελε γείνει πρὸς ὄφελος τοῦ λαοῦ καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἐρωτῶμαι ὑπό τινος πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ· διότι ὁ λαὸς ἤθελεν ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὴν φρικτὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὴν γνώμην ταύτην ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν, ἐπαναλαμβάνω ἐν ὀνόματι τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος τοῦ Τόπου καὶ τοῦ ἠθικοῦ συμφέροντος αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει τὴν διεύθυνσιν τηλικούτων πραγμάτων τῆς Πατρίδος σήμερον. Ἀλλ’ ἡ θέσις μου οὐδὲν ἄλλο ἐπιτρέπει εἰς ἐμὲ εἰμὴ νὰ ὑποβάλω γνώμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Κυβέρνησις ἴσως ἐσκέφθη, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ συστηθέντος μέτρου δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας—τὸ εὔχομαι—καὶ διὰ τοῦτο περιωρίσθη νὰ ὑποβάλῃ ἁπλῶς νόμον περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Τὸν νόμον τοῦτον, ἂν καὶ δὲν πρόκηται περὶ τούτου ἡ συζήτησις, ἀλλ’ εἶναι τόσῳ συναφὴς, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως, τὸν νόμον τοῦτον θέλω ψηφίσει προθυμότατα, θεωρῶ μάλιστα ἐγὼ, ὅτι οὕτω, ὡς δηλαδὴ ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζει, πρέπει νὰ συνάπτωνται πάντοτε τὰ δημόσια δάνεια. Ὅταν ὑπάρχῃ Κυβέρνησις ἐν Συνταγματικῷ Κράτει, θὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἔχει τοῦ Ἔθνους τὴν πλειονοψηφίαν. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ἐμπιστεύεται ὁ Τόπος, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὴν τιμὴν αὐτοῦ, τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ, καὶ δὲν θὰ διστάσῃ νὰ ἐμπιστευθῇ τὸ χρῆμα αὐτοῦ; Θεωρῶ δὲ, ὅτι οὕτω πρέπει νὰ συνάπτωνται τὰ δάνεια, διότι οὕτω δύνανται νὰ συναφθῶσιν ἐπωφελέστερον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπέκρινα τὴν ἄλλοτε εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑποβληθεῖσαν πρότασιν περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἀνεκποιήτων ὁμολογιῶν, διότι ἐλέχθη τότε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἠδύναντο αὗται νὰ ἐκποιηθῶσιν ἐπὶ τιμῇ ἐλάσσονι τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν· διεκηρύχθη οὕτω ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους ἡ ἔκπτωσις τῆς ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ. Ἴσως καὶ τοῦτο συνετέλεσεν εἰς τὴν δυσκολίαν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις, ὡς πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν ὁμολογιῶν ἐκείνων. Θεωρῶ δὲ τὸν τρόπον τοῦτον καταλληλότερον, διότι πλὴν τοῦ κακοῦ, ὅπερ ἀναποφεύκτως ἐπάγεται ὁ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμὸς ὅρου τινὸς ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, καὶ περὶ οὗ οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, φρονῶ, ὅτι ἐὰν κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν οἱ δανεισταὶ λαμβάνουσι τὴν ὑπογραφὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ δίδουσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἰδικήν των, εἶναι βέβαιοι, ὅτι ἐγένοντο ἀμέσως δανεισταὶ καὶ κατέστησαν ὀφειλέτην τὸ Δημόσιον, φρονῶ, λέγω, ὅτι οἱ δανεισταὶ θὰ ἦναι προθυμότεροι καὶ ἀποφασιστικώτεροι, ἑπομένως καὶ οἱ ὅροι αὐτῶν εὐπροσδεκτότεροι, ἐνῷ διὰ τῶν συμβάσεων, τῶν ὑποβαλλομένων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, ἐπικρατεῖ εἰσέτι ἀβεβαιότης περὶ τοῦ κύρους τῶν συνομολογηθέντων. Ἐπὶ τοῖς λόγοις δὲ τούτοις φρονῶ, ὅτι ἡ ἐξουσία, ἣν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἀδύνατον νὰ ἐνέχῃ τὴν ἰδέαν εὐρυτέρας, ἐλάσσονος ἢ πλείονος ἐμπιστοσύνης, καὶ ἐλυπήθην μάλιστα—ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω—ὅταν ἤκουσα τοῦτο, διότι οὕτω τεθέντος τοῦ ζητήματος, ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἡ μερὶς, ἥτις δὲν ἐμπιστεύεται τὴν Κυβέρνησιν, εἰς δυσχερείας, ἐνῷ καλῆς Κοινοβουλευτικῆς τακτικῆς ἴδιον ἦτο τὰς δυσχερείας ταύτης νὰ προλάβῃ ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν δυστυχῶς ἄλλον πόρον, θὰ εὑρεθῶμεν δὲ εἰς τὰς δυσχερείας τῆς συνομολογήσεως δανείου, ἃς ἐξέθηκα πρὸ μικροῦ· ἀλλ’ ὀφείλομεν ὁπωσδήποτε νὰ προχωρήσωμεν· τοῦτο ὑποβάλλει ἡμῖν ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸ ὀφείλομεν ν’ ἀποδεχθῶμεν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν διαφόρων αὐτοῦ ἀγορεύσεων ὑποδεικνύει ἡμῖν τὴν ἐλπίδα, ὅτι διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς μισθώσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν καὶ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἁλάτων θὰ εὑρεθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις, αἵτινες δύνανται νὰ ἐξασφαλίσωσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποπείρας πρὸς εὕρεσιν δανείου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην θεωρῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δὲν εἶναι κυρίως διάθεσις ἐπωφελὴς τοῦ Δημοσίου θησαυροῦ, ἀλλ’ ὅτι εἶναι μέτρον, τεῖνον ἀποκλειστικῶς πρὸς θεραπείαν ὑψίστων τῆς Πατρίδος ἀναγκῶν, ὡς τοιοῦτον δὲ ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ ἰδίως νὰ ἐξετάσωμεν τὸν συνδυασμὸν, ὅστις γίνεται, τοῦ μέτρου τούτου πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου. Περὶ τῆς συμβάσεως ἐλάχιστα θὰ εἴπω. Λεπτομερέστατα ἐξήτασεν αὐτὴν ὑπό τινα ἔποψιν ὁ ἐκ Τριφυλίας ἀξιότιμος βουλευτής, ὑπ’ ἄλλην ὁ ἐξ Ἄρτης, καὶ τελευταῖον ὁ ἐκ Μεσολογγίου. Περὶ τῆς συμβάσεως ταύτης μίαν θὰ ἐκφέρω γνώμην, ὅτι δὲν θεωρῶ αὐτήν, ἐὰν ἐπρόκειτο ὡς σύμβασιν νὰ τὴν ἐξετάσω, σύμβασιν ἀμφοτεροβαρῆ· τὴν θεωρῶ ἑτεροβαρῆ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐν αὐτῇ περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται, εἰμὴ περὶ τοῦ πῶς νὰ ἐξευρεθῇ ἐργασία τις εἰς ἀνθρώπους ἐντίμους—δὲν γνωρίζω αὐτοὺς, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι εἶνε ἐντιμότατοι, ἀφοῦ δύο Κυβερνήσεις ἀλλεπαλλήλως συνηλλάχθησαν μετ’ αὐτῶν—νὰ δοθῇ, λέγω, ἐργασία εἰς ἀνθρώπους ἐντίμους, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος μὴ ἔχοντας ἄλλην τινὰ ἐνασχόλησιν. Ἐὰν ἐξετάσωμεν καλῶς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως καὶ ἰδίως τὸν ἀφορῶντα τὰ δικαιώματα τῶν ἐργολάβων ἐπὶ τῇ παραλαβῇ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ πετρελαίου, θέλομεν ἰδεῖ ὅτι οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν, θέλουσιν αὐτοὶ δαπανήσει, καὶ ἂν εἶνε ἀκριβὴς—καὶ πιστεύω ὅτι εἶνε ἀκριβεστάτη—ἡ παρατήρησις, ἣν πρὸ μικροῦ ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντικρούων τοὺς ἐξωγκωμένους, ὡς εἶπεν, ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Καραπάνου περὶ τῶν κερδῶν τῆς ἐπιχειρήσεως, ἂν εἶνε ἀληθὲς, ὅτι μόνον 250,000 δραχμὰς θὰ κερδαίνωσιν οὗτοι, νομίζω......

§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπόθεσιν ἔκαμα.

§18ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω. Ἐὰν ἡ ὑπόθεσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶνε ἀκριβὴς, καὶ δύναμαι νὰ προσθέσω μετὰ τὴν διακοπὴν, ὅτι καὶ ἂν δὲν εἶνε ἀκριβὴς, ἀλλ’ ὡς ὑπόθεσις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ πλησιάζῃ βεβαίως πολὺ εἰς τὴν ἀλήθειαν· ἐὰν λοιπὸν εἶνε ἀκριβὴς, τότε τὸ κέρδος αὐτὸ ἀπέναντι οὐδενὸς σχεδὸν καταβαλλομένου κεφαλαίου εἶνε μάλιστα μέγιστον. Οἱ ἐργολάβοι οὗτοι εἶνε ἀληθῶς ἐκ τῶν τρισολβίων συναλλασσομένων. Κατὰ τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως, αὐτοὶ ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλωσιν ἐγγύησιν 300,000 δραχμῶν, ἥτις αὐξάνει διὰ τῶν νέων αὐτῶν προτάσεων εἰς 400,000, αὐξάνει δὲ ὑπὲρ αὐτῶν καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Τὴν ἐγγύησιν ταύτην δικαιοῦνται νὰ καταβάλωσιν εἰς χρεώγραφα τῶν Ἐθνικῶν ἡμῶν δανείων ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν. Ἔχουσι προσέτι τὸ δικαίωμα νὰ καταβάλωσι μέχρι ποσοῦ 800,000 δραχμῶν ἐπίσης εἰς ὁμολογίας τῶν Ἐθνικῶν δανείων ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν, καὶ ἀπέναντι τῶν δύο τούτων ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 1,200,000 μετὰ τὴν προσθήκην τῶν 100,000, δικαιοῦνται νὰ λαμβάνωσιν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν πετρέλαιον τιμῆς ἴσης πρὸς τὰ ⅘ τῆς ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν. Εἶνε γνωστὸν, εἶνε μάλιστα Ἐθνικὸν δυστύχημα, ἀλλ’ εἶνε βέβαιον, ὅτι αἱ ὁμολογίαι τῶν Ἐθνικῶν ἡμῶν δανείων εἶνε σήμερον εἰς μεγάλην ἔκπτωσιν, ὑπερβαίνουσαν τὸ ⅕ τῆς ἀξίας τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν. Ἑπομένως οἱ κύριοι οὗτοι ἐὰν ἀγοράσωσι σήμερον τὰς ὁμολογίας αὐτὰς, θὰ καταβάλωσι πράγματι εἰς τὸ Δημόσιον ποσὸν ἔλασσον ἐκείνου, ὅπερ θὰ ἐδικαιοῦντο νὰ λαμβάνωσιν εἰς εἶδος. Δὲν γνωρίζω ποῖαι εἶναι αἱ εὐκολίαι τῆς μεταφορᾶς ἐνταῦθα τοῦ πετρελαίου, οὐδὲ πῶς θὰ διοργανωθῶσι τὰ τῆς μετακομιδῆς καὶ ἀποθηκεύσεως αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν Προϋπολογισμὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀξία τοῦ πετρελαίου ἀνέρχεται εἰς τρία ἢ τέσσαρα ἑκατομμύρια, πειθόμεθα, ὅτι τὸ ἑκάστοτε δαπανώμενον χρηματικὸν ποσὸν πρὸς προμήθειαν, ὅπως ἐφοδιάζωνται αἱ ἀποθῆκαι, δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ ποσῶς, θὰ εἶνε μάλιστα ἴσως ἔλασσον τῶν ⅘ τοῦ ποσοῦ τῶν 1,200,000 δραχμῶν. Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δὲν εἶνε ἀμφοτεροβαρὴς καὶ ὅτι οἱ ἐργολάβοι ἐπεδίωξαν καὶ ἐπέτυχον ἁπλῶς ἐργασίαν ἐπωφελῆ καὶ παντάπασιν ἀδάπανον. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ μεγίστου ἐνδιαφέροντος, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, πιστεύω δὲ, ὅτι καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως τὰ συμφέροντα ταῦτα προασπίσῃ ἐπαρκῶς· ὑποθέτω μόνον, ἀφορῶν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην καὶ εἰς πολλὰς ἐκ τῶν λοιπῶν, ὅτι ἐκ τῶν πολλῶν αὐτοῦ ἀσχολιῶν ἠναγκάσθη νὰ ἐμπιστευθῇ πλειότερον εἰς ἐκεῖνα τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα πολλάκις ὑπεμνήσθησαν ἡμῖν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Γνωρίζω μάλιστα καλῶς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ἐξεύρω τὸν πόνον αὐτοῦ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι δὲν ἐπιτελῶ καθῆκον μόνον βουλευτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος, ἀλλ’ ἐπιτελῶ καὶ καθῆκον φίλου πρὸς φίλον, διέποντα νῦν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, ὑποδεικνύων αὐτῷ τὰς ἐλλείψεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι, ἂν εἶνε πραγματικαὶ καὶ ἂν περὶ τούτων πεισθῇ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, θὰ διορθωθῶσιν ἀφεύκτως. Δὲν βλέπω δὲ συγχρόνως εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην οὐδὲν ἐπιτυγχανόμενον σήμερον συμφέρον, ὅπερ κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε καθεστῶτα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον· ἂν ὑπάρχωσι δὲ μικραί τινες διαφοραὶ, αὗται εἶναι μόνον δεκάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἀπαλλοτρίωσις δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, ἥτις βεβαίως ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ, ἀλλὰ μόνον πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου σπουδαῖον καὶ ἐπαρκὲς, ὅπως δικαιολογήσῃ αὐτήν. Παραβάλλοντες τοὺς Προϋπολογισμοὺς, βλέπετε ὅτι, καὶ ἐὰν ἐξακολουθῶσι τὰ τοῦ πετρελαίου διεπόμενα ὡς μέχρι τοῦδε, τὸ αὐτὸ ἔσοδον θὰ εἶχε τὸ Δημόσιον· διὰ τὰς ἁλικὰς εἶναι μάλιστα ταυτότης ἐσόδων· διότι διὰ τὴν καλλιέργειαν π. χ. τῶν ἁλικῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀναγράφονται 220,000 δραχμῶν, εἶπεν ἀληθῶς πρὸ μικροῦ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς 280,000, ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει 220,000, τόσαι δὲ ἀκριβῶς δίδονται ἐπὶ τούτῳ πρὸς τοὺς ἐργολάβους· διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλάτων ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 560,000, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐργολάβους δίδονται 560,0000. Ὥστε δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι, ἂν δὲν συνεδέετο ἡ ὑπόθεσις τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς ἀνάγκης σήμερον, θὰ κατεψήφιζον αὐτῆς ὡς ἀσυμφόρου. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτη εἶναι ἡ σύμβασις ἁπλῶς ὡς σύμβασις, εἶναι μεῖζον ἔτι τὸ ἐξ αὐτῆς κακὸν, ὅταν συνδέωμεν αὐτὴν πρὸς τὴν θεραπείαν τοιούτων Ἐθνικῶν ἀναγκῶν. Ἂν τὴν συνεδέομεν ὁριστικῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως, θὰ ἦτο βεβαίως ἀγαθὸν, διότι ὅσον μεγαλείτερα θὰ ἦσαν τὰ ὀφέλη τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἐργολαβίαν ταύτην, τόσον προθυμότεροι θὰ ἦσαν οὗτοι πρὸς συνομολόγησιν δανείου· καὶ δὲν εὑρίσκω ἐγὼ τὰς 250,000 δραχμῶν τῆς ὑποθέσεως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ὀλίγον κέρδος, ὥστε νὰ μὴ ἐγείρῃ τὸν πόθον καὶ τὸν διαγωνισμὸν μεταξὺ τῶν κεφαλαιούχων περὶ τοῦ τὶς πρῶτος νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον· διότι μὴ πλανώμεθα μὲ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου. Τὸ ποσὸν τοῦ δανείου εἶναι ἀληθῶς 100,000,000, εἶναι ἀκριβῶς εἰπεῖν 60,000,000 τὸ ποσὸν αὐτοῦ τὸ πραγματικὸν, αἱ δὲ 280,000 εἶναι ἀπέναντι τοιούτου ποσοῦ μηδέν. Ἀλλὰ τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα δὲν θὰ τὰ καταβάλωσιν αἱ ὁμάδες, αἱ ὁποῖαι θὰ συνομολογήσωσι τὸ δάνειον, ἐνίοτε μάλιστα αὗται δὲν καταβάλλουσι τίποτε, κερδοσκοποῦσι δὲ μόνον ἐπὶ τῆς ἐπιχειρήσεως. Λοιπὸν ἡ ὁμὰς, ἡ ὁποία πρὸς τὸ ἐλπιζόμενον ἐκ τῆς διαπράξεως τοῦ δανείου κέρδος ἤθελεν ἔχει καὶ ἓν κέρδος ἐκ 250,000 κατ’ ἔτος, εἶναι πλουσιοπαρόχως ηὐνοημένη ὁμὰς, ὥστε νὰ σπεύσῃ πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν τείνουσαν εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Ἀλλὰ—καὶ συνομολογῶ τοῦτο μετὰ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ—μεγαλείτερον τούτου εἶναι τὸ ἄλλο ἀγαθὸν, τὸ ἐκ τοῦ τοιούτου συνδυασμοῦ προκύπτον, τουτέστιν ἡ μείζων ἐγγύησις, ἡ πραγματικὴ ἐγγύησις, ἡ χειροπιαστὴ, τὴν ὁποίαν δίδομεν διὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως. Καὶ δὲν εἶναι μικρὰ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν διδομένων ὑπὸ ἐγγύησιν εἰδικῶν πόρων, ἀλλὰ διαχειριζομένων καὶ εἰσπραττομένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διδόμενοι εἰς ἐγγύησιν, εἶναι συγχρόνως ὑπὸ τὰς χεῖρας τῶν λαβόντων αὐτούς. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἀπελπισθέντες ἀπὸ τῆς προσθήκης νέων πόρων, ὅπερ θεωρῶ πάντοτε τὸ μόνον σοβαρὸν, τὸ μόνον σωτήριον, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ προσδιορίσωμεν ὁριστικῶς τὰ τῆς συμβάσεως ταύτης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Πᾶσαν ἄλλην διάταξιν θεωρῶ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον, διότι εἶναι ἐντελῶς κεχωρισμένη ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν ζήτημα ὅπερ κυριώτατα καὶ ἀποκλειστικῶς πρέπει καὶ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν διὰ τῶν λαμβανομένων οἰκονομικῶν μέτρων. Ἔχω μάλιστα τὴν ἰδέαν, ἀφορῶν εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ περιέλθῃ εἰς μεγάλην στενοχωρίαν ἀπέναντι τῶν προσώπων, μεθ’ ὧν συνηλλάχθη. Ἐὰν εἴχομεν τοὐλάχιστον δήλωσιν τῶν ἐργολάβων αὐτῶν δεχομένων τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενον μέτρον, τὸ μεταβάλλον τὰ συμπεφωνημένα, ἠδυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ τοιαύτην δήλωσιν ἐκ μέρους τῶν ἐργολάβων δὲν βλέπω. Ἑπομένως, τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ ἐπικυροῦντος τὴν σύμβασιν, θὰ εὑρεθῇ ἀπέναντι τῶν μετ’ αὐτῆς συναλλαχθέντων εἰς δυσχερεστάτην θέσιν. Δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν νομικὸν, καὶ διὰ τοῦτο ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν γνώμην τῶν ἐν τῇ Βουλῇ νομικῶν, ἀλλὰ δὲν εἰξεύρω ἂν μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νομοσχεδίου οἱ ἐργολάβοι δὲν δύνανται ν’ ἀπευθυνθῶσι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τοῦ προστήσαντος καὶ νὰ ζητήσωσιν ἢ τὴν πραγματοποίησιν τῆς συμβάσεως, ἢ ἀποζημίωσιν. Αὐτὸ τὸ φοβοῦμαι ἁπλῶς· ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπάρχει δισταγμὸς, ὅτι ἡ ἠθικὴ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, οὐ μόνον τῆς παρούσης, ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης, κατὰ πολὺ μειοῦται ἀπέναντι τῶν συναλλασσομένων εἰς πάσας τὰς ἐργολαβίας, τὰς ὁποίας εἰς τὸ μέλλον θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸ Κράτος· διότι, ὅταν δὲν ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις θέλει τηρήσει τὰ συνομολογηθέντα, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι νὰ συνάψωσι συμφωνίας μετ’ αὐτῆς. Μάλιστα φρονῶ, ὅτι τὸ ἠθικὸν τοῦτο καθῆκον μεταδίδεται καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἥτις ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται, ὡς ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης συμβαίνει, νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἀνώτερα τοῦ Κράτους συμφέροντα, ὀφείλει νὰ μὴ ἐγκαταλίπῃ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοιούτων συμβάσεων, διότι καὶ τότε ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἐλαττοῦται. Οὕτως αἱ Συνταγματικαὶ Κυβερνήσεις ἐν Ἑλλάδι ἤθελον θεωρηθῆ ἀνίσχυροι νὰ συνομολογήσωσι συμβάσεις μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἤθελον ἐπικυρώσει αὐτὰς ἡ Βουλή. Τοῦτο τὸ ζήτημα θεωρῶ σπουδαιότατον καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι μόνον ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψει τὴν σύμβασιν λύονται τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἠθικὰ τοὐλάχιστον δεσμά. Μέχρις οὗ δὲν ἀποῤῥίψει σύμβασίν τινα ἡ Βουλή, ἡ Κυβέρνησις εἶναι δεδεμένη· ὅταν δὲ καὶ τὴν ἐπικυρώσῃ ὡς προτείνεται νῦν, εἶναι δεδεμένη ὀπισθάγκωνα. Ἀλλὰ πῶς θὰ εὕρῃ τὸ δάνειον ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν οὕτω παραβιάζῃ τὰς στοιχειωδεστέρας αὐτῆς ὑποχρεώσεις; Δὲν θὰ ἦναι δὲ φρικτὸν ν’ ἀποτύχωμεν καὶ ἐπὶ θυσίαις τοιαύταις εἰς τὴν εὕρεσιν δανείου; θὰ ἦναι δὲ φρικτὸν, διότι οἱ καιροὶ σπεύδουσι, διότι τὰ πράγματα κεῖνται ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, διότι δὲν εἰξεύρομεν τὶ τέξεται ἡ ἐπιοῦσα. Ἴσως, —καὶ ἔχω ἐγὼ κατὰ δυστυχίαν τὴν λυπηρὰν ταύτην γνώμην—ἴσως ἀπωλέσαμεν ὁριστικῶς πλέον ὅ,τι πρὸ καιροῦ ἠδυνάμεθα ἀσφαλέστερον νὰ κερδίσωμεν· ἀλλὰ δὲν ἀπωλέσαμεν καὶ πᾶσαν ἐλπίδα· οὐδὲν Ἔθνος δύναται νὰ εἴπῃ ποτὲ, ἐπὶ ποινῇ ν’ αὐτοκτονήσῃ, ὅτι ἔχασε τὴν ἐλπίδα· καὶ σήμερον ἔτι δυνάμεθα νὰ κληθῶμεν εἰς δρᾶσιν, ἀλλὰ ἡ δρᾶσις εἶναι ἀδύνατος ἄνευ χρημάτων. Ἂν δὲ ἔχωσι τὰ πράγματα ὡς ἐξέθηκα ὑμῖν ταῦτα, καὶ οὕτως ἔχουσιν ἀτυχῶς, τῶν χρημάτων ἡ εὕρεσις, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου, εἶναι ἂν ὄχι ἀδύνατος, δυσκολωτάτη ὅμως. Προσέξατε, κύριοι βουλευταὶ, πρόσεξον Κυβέρνησις, διότι εἶναι μηδὲν ν’ ἀποτύχῃ τις ἐν ταῖς διπλωματικαῖς αὐτοῦ ἐνεργείαις καθόσον δὲν ἀποφασίζει ἐν αὐταῖς μόνος· διότι εἶναι μὲν θλιβερόν, ἀλλὰ συγχρόνως ἔντιμον ν’ ἀποτύχῃ τις ἐν τῇ δράσει, ἀλλὰ νὰ περιδέσῃ τὰς χεῖρας αὑτοῦ ἐξ ἀπρονοησίας καὶ μάλιστα ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ οἰκονομικοῦ, τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ἀποδεχόμενος καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἰδέαν, ἂν οὐχὶ τὴν φράσιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τοῦτο τὸ ἄρθρον μόνον πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, τὴν σύμβασιν δὲ ταύτην ν’ ἀκυρώσῃ, ἀλλὰ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖ, ἵνα συνομολογήσῃ οἱουσδήποτε θέλει ὅρους. Καὶ ἂν δεινοτέρους ἀντὶ τούτων συνομολογήσῃ, ἐγὼ θὰ χειροκροτήσω, ἀρκεῖ νὰ εὕρῃ τὰ 100,000,000, ἵνα σώσωμεν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τοῦτο δὲ, κύριοι, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα πρέπει ν’ ἀσχοληθῶμεν ἀποκλειστικῶς, τὰ λοιπὰ εἶναι μηδέν. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχουσι πολλὰ νομοσχέδια· τινὰ τούτων εἶναι ὠφέλιμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπαραίτητα, ὁ δὲ χρόνος σήμερον μόνον διὰ τὰ ἀπαραίτητα πρέπει νὰ καταναλωθῇ. Ἐκ τῶν 50 νομοσχεδίων, τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, 36 δύνανται νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς προσεχῆ Σύνοδον. Ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων· λοιπὸν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν Νόμον περὶ δανείου, τὰς πιστώσεις, τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ, νὰ παράσχωμεν ἀμείωτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πάντα ταῦτα, καὶ νὰ ἀπέλθωμεν ἐν τῇ πεποιθήσει, ἐν τῇ ὑπερηφανίᾳ, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον ἡμῶν. Διαμένοντες ἐνταῦθα τοσοῦτον χρόνον καὶ καταναλίσκοντες αὐτὸν—εἰς οὐδένα ἐπιῤῥίπτω μομφὴν—τὸ πλεῖστον ἀγόνως, προεκαλέσαμεν τὸν κόρον, καὶ ἀλλοίμονον ἐὰν τὸ Ἔθνος κορεσθῇ τῆς Βουλῆς αὑτοῦ, δυστυχῶς δὲ εἶναι ἤδη κεκορεσμένον. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν φιλοπατρίαν ὑμῶν καὶ εἰς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον καὶ τῆς Βουλῆς καθόλου καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις πρέπει νὰ παρασκευασθῇ ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις καὶ δυνηθῇ νὰ προσβλέψῃ εἰς ἀγαθὴν λύσιν τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος. Πρὸς τοῦτο δὲ πρώτιστα καὶ κυρίως ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἑτοίμη καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει, ὡς ἐπανειλημμένως ἐδήλωσε, τὴν αὐτὴν γνώμην, νὰ δώσῃ πᾶσαν τὴν συνδρομὴν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὡσαύτως ἀνάγκην καὶ χρόνου πρὸς σύντονον, ἀδιάκοπον, ἀκοίμητον ἐργασίαν, ἐνταῦθα δὲ καταναλίσκεται ἀνωφελῶς χρόνος πολύτιμος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔπρεπε νὰ κάθηται ἐνταῦθα ἓξ ὥρας καὶ νὰ συζητῇ περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ἐπωφελέστερον ἢ νὰ ἀποσιωπηθῶσιν, ἢ καὶ νὰ συζητηθῶσιν ἄλλοτε. Ἀπευθύνομαι λοιπὸν οὐ μόνον εἰς τὴν συναίσθησιν ὑμῶν πρὸς τὸ καθῆκον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν φιλοπατρίαν καὶ εἰς τὸ ἠθικὸν ὑμῶν συμφέρον. Διότι συλλογισθῆτε ὅτι ἀφ’ ἡμῶν ἐξαρτῶνται σήμερον ἡ τιμή, τὰ μέγιστα συμφέροντα, ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος· ἀφ’ ἡμῶν, λέγω, διότι μετ’ εὐχαριστήσεως παρετήρησα— καὶ δὲν ψυχολογῶ ἐπὶ τούτου, οὔτε ποιοῦμαι ὑπαινιγμοὺς, τὰ τοιαῦτα θεωρῶ ἀνάξια τῶν καιρῶν — ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ μέτρων συνδεομένων πρὸς τὰ ὕψιστα συμφέροντα, εὐμενῶς, μετ’ εὐπειθείας πολλάκις, ἥτις τὴν τιμᾷ, ἀκούει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ἐφ’ ἡμῶν ἐπίκειται ἡ εὐθύνη τῆς ἐνασχολήσεως τοῦ Κοινοβουλίου εἰς ἔργα μὴ ἀναγόμενα εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας τῆς σήμερον· ἡ εὐθύνη τῆς ἐκτελέσεως, ἡ εὐθύνη τῆς τελεσφόρου ἐπιδιώξεως τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον προτιθέμεθα, ἀνήκει εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι κεχωρισμένη ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἡ εὐθύνη τῆς Βουλῆς. Ζητῶ συγγνώμην, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἐτόλμησα ὁ ἐλάχιστος ἐγὼ νὰ ὑποβάλω ὑμῖν τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἀλλ’ ἐθεώρησα ὑπέρτατον καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω αὐτὰς εἰς τὴν σύνεσιν καὶ τὴν φιλοπατρίαν ὑμῶν. Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν σύμβασιν, δύο λέξεις ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ταύτην μὲν πρέπει νὰ ἀποῤῥίψωμεν, εἰς δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσωμεν ἐξουσίαν νὰ συμβληθῇ, ἔστω καὶ μεθ’ ὧν συνεβλήθη, ἔστω καὶ μετ’ ἄλλων, ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς συνομολογήσεως δανείου διὰ τὸ ποσὸν, ὅπερ ὥρισε τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτω δὲ θὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος σπουδαίως, οὕτω θὰ δείξωμεν εἰλικρινῶς ὅτι ὄχι μόνον δὲν παρεμβάλλομεν προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι ἐξομαλύνομεν μάλιστα πάντα τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἠδύναντο νὰ ἀπαντηθῶσιν. Ἐπεθύμουν ἤδη νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας τινὰς ἀφορώσας ἰδίως τὸ ζήτημα τῶν ἁλυκῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ὥρα δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα. Ἐννοῶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἤδη κεκμηκυῖα, εἰξεύρω δὲ προσέτι ὅτι ὑπάρχει καὶ δευτέρα καὶ τρίτη ἀνάγνωσις· ἠξεύρω δὲ ἀκόμη ὅτι δύναμαι νὰ συζητήσω καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἴσως τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τῶν ἁλυκῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ κυριώτερον νόμημα τοῦ Κράτους, νόμημα ἐγκαθιδρυμένον ἤδη εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, διότι τὰ κατ’ αὐτὸ ἐνομοθετήθησαν εὐθὺς ἐν ἀρχῇ, ὅτε τὸ Ἔθνος προσέβλεπε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς ὑπέρτατόν τι ὄν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἀπεδέχθη καὶ τὸ ἀποδέχεται πληρῶνον ἀγογγύστως 30 καὶ 40 λεπτὰ εἰς ὄχι ὀλίγας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἴσως, λέγω, τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας φέρω ἐν ἄλλῃ συζητήσει. Περιορίζομαι ἤδη εἰς τὸ κύριον θέμα τοῦ λόγου μου· τὸ κύριον δὲ θέμα τοῦ λόγου μου εἶναι: Βοηθήσατε τὴν Κυβέρνησιν πρὸς εὕρεσιν χρημάτων· ἐσώσατε τὴν Ἑλλάδα δι’ εὑρέσεως χρημάτων.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχουσι τὸν λόγον ὁ κύριος Οἰκονόμου καὶ κατόπιν ὁ κύριος Μεσσηνέζης.

§20ΤΙΝΕΣ. Παραιτοῦνται.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου....

§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Εὐθύμιος Βαζᾶς ΝΡόκος Χοϊδᾶς
Ἀπόστολος Φιλίππου ΝἌγγελος Βλάχος Ο
Γ. Ξενουδάκης ΝΝ. Λεβίδης
Ἰω. Μεσσηνέζης ΟΠ. Πετράκης Ν
Α. Παναγιωτόπουλος ΟΒλάσιος Βαλτινὸς Ο
Σπ. Μαρκέλλος ΝἈθ. Ἴσκος Ν
Δημ. Οἰκονομίδης ΝΝ. Ἀξελὸς Ν
Δημ. Παρνασσίδης ΝΙ. Καρτάλης Ο
Κ. Ἀργυρόπουλος ΝἌγγελος Ἀγγελίδης
Ὑπάτιος Καμπάνης ΝΓ. Φιλάρετος Ο
Δ. Καΐρης ΟΖήσης Χ. Κυτιλῆς Ο
Μιχ. Παπαλεξόπουλος Εὐστάθ. Ἰωαννίδης
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ΝΔημ. Γρίβας
Κ. Καραπάνος ΟΓ. Τσέλιος Ν
Π. Γαρουφαλιᾶς ΝΤατσέλ. ΜαυρομμάτηςΝ
Δ. Καλλιφρονᾶς ΝΘεόδ. Δηλιγιάννης Ν
Ἀντ. Ζυγομαλᾶς ΟΒ. Νικολόπουλος Ο
Δ. Ράλλης ΝΑ. Ἀθανασιάδης
Ἄριϛ. Οἰκονόμου Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
Κ. Μαντζουράνης Ἰωάννης Τόμπρος Ο
Ἡλ. Παλαμήδης Δ. Πετρίδης Ν
Κ. Κοσσονάκος Γ. Κούστας
Χ. Τζανετάκης ΝΑ. Δημητριάδης Ο
Θ. Μαργέλλος ΟΑ. Μεντζελόπουλος Ν
Γ. Λιδωρίκης ΟΓ. Πετρούλιας Ο
Κ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΘεόφραστος Μεταξᾶς Ο
Π. Ρίτσος ΝΝ. Βαλσαμάκης Ο
Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΝἈνδρ. Μεταξᾶς Ο
Ι. Καπιτσίνης ΝΔ. Σπινέλης Ν
Ἀνδ. Βασιλείου ΝΠ. Κορωνᾶτος
Λάζ. Βούλγαρης Μ. Νικηφοράκης Ν
Δημ. Χατζόπουλος ΝΑ. Βαρβαρῆγος Ν
Γεώρ. Τσιτσάρας Κ. Κατσικόπουλος
Γ. Ζηνόπουλος ΟΔ. Σταματόπουλος Ο
Δ. Βουλπιώτης ΟΙ. Καλαμβοκίδης Ν
Α. Φαρμάκης Ἀντ. Καρδαρᾶς Ν
Κ. Λομβάρδος ΟΓ. Μαυρομιχάλης
Ροβέρτος Ρώμας ΝΙ. Βαλασσόπουλος Ν
Φρειδερῖκος Καῤῥὲρ ΟΚωνστ. Σαλταφέρος Ν
Ἀναστ. Λούντζης ΟΑ. Μελετόπουλος Ο
Κωνστ. Βοῦλτσος ΝΔ. Δημητρακάκης Ν
Γ. Κρεστενίτης ΝΔ. Ματάλας Ν
Ἀντ. Πετραλιᾶς ΝΑ. Ἀστεριάδης Ν
Ἀναγν. Δαλιάνης Ἰω. Τσιαπαλίδης
Χ. Στεφανόπουλος ΟἈθ. Οἰκονόμου Ν
Στέφ. Στεφανόπουλος ΟΙ. Φίλιος
Γ. Ἡλιόπουλος ΟΝ. Μπουφίδης Ο
Σπ. Κουκούλεζας ΟΜιχαὴλ Λάππας
Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Λ. Παπασταθόπουλος Ν
Γ. Πετούσης ΝΕ. Τσαρλαμπᾶς Ν
Ι. Ἀνεξάρτητος ΝΓ. Ἀσπρογέρακας
Ν. Συνοδινὸς ΝΓ. Σέρβος Ν
Θ. Μαρκεζίνης ΝΑ. Εὐταξίας Ο
Π. Μαυροκέφαλος ΟΔ. Γαβριὴλ Ν
Σ. Πεταλᾶς ΝΚ. Χαλκιόπουλος
Ἀλ. Ζαΐμης ΝΚ. Κωνσταντόπουλος Ν
Ἀργ. Διαμαντόπουλος ΝΠαναγ. Μανέτας Ο
Ἀλ. Φωτήλας ΝἈρ. ΣακελλαρόπουλοςΟ
Ἀθ. Π. Πετιμεζᾶς ΟΧρ. Χρηστόπουλος Ν
Α. Παππαγιανακόπουλος ΝΦίλ. Βάρβογλης Ν
Γ. Τάκης Ι. Κολοκοτρώνης
Γ. Σιβιτανίδης Ἡλίας Φλέσσας
Κ. Ἀλεξιάδης ΝΙ. Βούτουνας Ν
Π. Μαυρομιχάλης ΝἈθαν. ΣακελλαριάδηςΝ
Δ. Τζάνες Ν. Φιλάρετος Ν
Περ. Πεῤῥωτῆς ΝΣτ. Δραγούμης Ο
Δ. Κάρτσωνας ΝΚ. Βασιλάκης
Δ. Τερτίπης ΝΣ. Ἀλαμάνος
Ι. Παπαδᾶτος ἢ Παλάσκας Σ. Παγκράτης Ν
Ζάχος Φαλιάγκας ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ο
Τιμ. Ἀδαμόπουλος ΟΛ. Δεληγεώργης Ν
Γ. Φραγκίδης ΟΚ. Βαλτινός Ο
Ἀθαν. Καζαμπάκας Κ. Κουμουνδοῦρος Ν
Δημ. Νικολαΐδης ΟΣπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν
Γ. Παπαγεωργίου ΝΔ. Λυμπερόπουλος Ν
Π. Λεβέντης ΝΙ. Νικολαΐδης Ν
Γεώργ. Μέρμηγκας ΝΙ. Νοστράκης
Νικ. Μπαλάφας ΟΑ. Πρεζάνης Ν
Γ. Κόρπας ΟΝ. Κρίσπης
Γ. Ἱερομνήμων ΝΜιχαὴλ Δαμηράλης Ν
Γεώργιος Θεοτόκης ΟἘλευθ. Μυκόνιος Ο
Νικόλ. Βασιλάκης ΟΓ. Σισμάνης Ν
Ν. Φαρμάκης Γ. Λεωνίδας Ο
Ν. Καναβὸς ΝἈλοΐσιος Τόμαν Ο
Ἀλ. Ἀντωνόπουλος ΟἈνδρέας Συγγρὸς
Χρ. Φικιώτης ΝἈντ. Μαυρογορδάτος Ν
Κ. Σινέλης ΟΕὐστ. Κεχαγιᾶς
Δ. Χαρίδημος ΝἈλέξ. Μάσχας
Ἀντ. Μαυρομιχάλης ΝΚ. Κοτίκας
Λεων. Καπετανάκος ΜαυρομιχάληςΟΙ. Καραπάνος
Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
Κυρ. Μαυρομιχάλης ΝΝ. Δρόσος Ν
Ἡλίας Μαυρομιχάλης ΟΙ. Ζαλώνης Ν
Ζαφ. Ζαφειρόπουλος ΝΣ. Χατζηγάκης
Ἀσημ. Χρηστόπουλος ΟΓεωργούλης Κανούτης
Ἀθ. Πανταζόπουλος ΟΣτέφος Κωνσταντίνου
Π. Κωσταντᾶς ΝΚωστῆς Γκίκας Ν
Α. Ἀγάθης Σ. Σωτηρόπουλος
Σ. Λάσκαρης Δ. Ἀντωναρόπουλος Ν
Ε. Ἀρδαβάνης Γρ. Μανοῦσος Ν
Σπ. Τυπάλ. Φορέστης Κ. Πονηρόπουλος Ο
Γ. Ρουχωτᾶς ΟἈθ. Τρυγώνης Ν
Ν. Κάγκας ΟΓεώρ. Στάϊκος Ν
Λουκᾶς Καραλίβανος ΝΓ. Κοριζῆς Ν
Ἀνάργ. Σιμόπουλος ΟΧ. Δουζίνας Ν
Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ι. Παπαδόπουλος Ο
Βασ. Παπανικολάου ΝἘμμ. Μουζᾶς
Ἀντ. Ρικάκης ΝἘλευθ. Κωσταντίδης Ο
Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΝΕ. Κριεζῆς Ν
Ν. Κουμανιώτης ΝΘ. Γκίκας Ν
Ἀριστομ. Κοντογούρης ΝΚομνᾶς Τράκας Ν
Ἀνδρ. Ρηγόπουλος Κ. Χατζῖσκος Ο
Γ. Τσερτίδης Ἡρ. Τσάλλης
Ν. Μισυρλῆς ΟΝ. Κοντογιάννης Ο
Α. Μισυρλῆς Θεμ. Παπακώστας Ν
Δ. Τριγγέτας Ν. Καλογερόπουλος Ο
Γ. Φλωριᾶς ΝΜ. Ἀβέρωφ
Εὐάγ. Ἀντύπας Β. Βουδούρης Ο
Ἀναστ. Ζερβός Δ. Κριεζώτης Ν
Γ. Ρεμπάκης ΝΝ. Καλάρης Ν
Ι. Γεωργιάδης ΝΚ. Παπανικολῆς Ν
Δ. Γουδῆς Ο

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 182, ἐξ ὧν 115 εἶπον Ναί, καὶ 67 Ὄχι. (Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου.)

§25ΤΙΝΕΣ. Νὰ προχωρήσωμεν.

§26ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 1 ἄρθρον).

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).

§28ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.

§30ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Λούντζης ἐνόμισεν, ὅτι προέβητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· δὲν ἐνόησεν ὅτι ψηφίζεται τὸ Νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχή.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀνακαλεῖ τὴν ἔνστασίν του;

§32ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἄν νομίζητε, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία, προχωρήσατε.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Τί θὰ εἰπῇ αὐτό· παραιτεῖται τῆς ἐνστάσεως, καὶ ὕστερον λέγει, ἄν νομίζητε ὅτι εἶναι ἀπαρτία, προχωρήσατε. Λοιπὸν τίθεται εἰς ἀμφιβολίαν πάλιν ἡ ἀπαρτία, κύριοι. Δὲν παίζομεν ἐδῶ μὲ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις αὐτὰ τὰ παιγνίδια. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος. (Ἄρχεται ἡ ἐκφώνησις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).

§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἣν ὥραν, κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο ἡ ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἦτο παροῦσα· τώρα ἀπῆλθεν, καὶ εἶναι περιττὸν ν’ ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8½ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
2τῆς 4 Δεκεμβρίου 1885.
3(Τετάρτη).
4Ὥρα 3 μ. μ.
5(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν καὶ
6ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριά-
7σεως).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Βώλου κύριος Φιλάρετος ὑ-
9ποβάλλει ἐγγράφους δύο ἐπερωτήσεις τὰς ἑξῆς·
10«Παρακαλεῖται ὁ κύριος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς
11νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς Εἰσαγγελικὰς ἐκθέσεις
12τῆς τελευταίας τριμηνίας περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν
13Δικαστικῶν Γραφείων, τὸν δὲ κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς
14νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν αὐτῶν ἅμα τῇ καταθέσει των.
15Ὁ δὲ κύριος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς παρακαλεῖται
16νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνων λόγων ἕνεκεν δὲν ἐ-
17κανονίσθη ἔτι ἡ ἐν τῷ κατὰ θάλασσαν στρατῷ θέσις τῶν
18ὑπολογιστῶν συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Νόμου τῆς
1929 Μαρτίου 1884 περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν
20οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ.
21Ὁ ἐκ Βώλου βουλευτὴς
22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ».
23Θέλουν διευθυνθῆ εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς.
24Οἱ πληρεξούσιοι τῆς Κοινότητος Λίμνης ζητοῦσι νὰ συ-
25στηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐπισπευθῇ
26ἡ ἔκδοσις τοῦ παραχωρητηρίου διὰ τὸ αὐτόθι ὀρυχεῖον.
27Οἱ κατάδικοι Χαλκίδος ἀπευθύνουσιν ἐκ τῶν φυλακῶν
28ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν ᾗ ἐκθέτουσιν, ὅτι ὑποφέρουσι
29βάσανα ἀνυπόφορα ἐκ μέρους τοῦ Ἐπιστάτου τῶν ἐκεῖ φυ-
30λακῶν, καὶ ὅτι ἀνεφέρθησαν ἐπανειλημμένως εἰς τὸν Νο-
31μαρχεύοντα, ἀλλ’ ὅτι δὲν εὗρον οὐδεμίαν ἀκρόασιν τὰ πα-
32ράπονα αὐτῶν. Λοιπὸν παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συ-
33στήσῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τὴν ἀναφοράν των, ὅπως
34ληφθῇ πρόνοια.
35§2ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, καθότι
36καὶ ἐγὼ ἔχω ἐπιστολήν, ὅτι εἶναι μία ἀντιζηλία μεταξὺ Ἐ-
37πιστάτου καὶ Ὑπεπιστάτου. Ὁ Ἐπιστάτης αὐτὸς ὑπῆρξεν
38εἴκοσιν ἔτη Ἐπιστάτης καὶ δὲν ἐγεννήθη οὐδὲν παράπονον
39κατ’ αὐτοῦ.
40§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν πρόκειται τώρα νὰ γείνῃ ἡ ψη-
41φοφορία, ἡ ὁποία ἔμεινεν ἐκκρεμὴς χθὲς περὶ συντηρήσεως
42τοῦ Γυμνασίου ἐν Γυθείῳ.
43Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται
44νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
45Συζήτησις ἐπὶ τῆς συμπληρωτικῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρ-
46χίας Καλαβρύτων. (Ἀναγινώσκει).
47«Τὸ Τμῆμα προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καὶ
48τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ κυρίου Παπαγιαννακοπούλου ὡς νομί-
49μου βουλευτοῦ.» Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
50Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Τμήματος πα-
51ρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ
52παρεδέχθη.
53Ἀνακηρύσσεται ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος νόμιμος
54βουλευτὴς τῆς Ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ἔχων καὶ τὰ παρὰ
55τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἄς προσέλθῃ ὁ ἱερεὺς,
56ὅπως ὁρκισθῇ ὁ κύριος Παπαγιαννακόπουλος. (Ὁρκίζεται).
57(Γίνεται εἶτα δεκτὸν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομο-
58σχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ
59διὰ τὸ ἔτος 1886.
60Ὁμοίως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ περὶ δανείου τῶν ἑ-
61κατὸν ἑκατομμυρίων.
62Εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀ-
63ριθμοῦ τῶν ἀρχικελευστῶν.
64Ὁμοίως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ περὶ τροποποιήσεως
65τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Νόμου περὶ συστάσεως σχολῆς τῶν
66ναυτικῶν δοκίμων.
67§4ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, αὐτὸ ὑποβάλ-
68λω τροπολογίαν, ἣν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. (Ὅρα
69Παράρτημα).
70§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
71κυρώσεως συμβάσεως περὶ ἐργολαβίας τῆς διαχειρίσεως τοῦ
72πετρελαίου κτλ.
73§6Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων
74νομοσχεδίων δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἐξήγησα δὲ καὶ διατί
75δὲν ἔλαβον τὸν λόγον. Ἐθεώρησα, ὅτι, μὴ εὑρισκομένου τοῦ
76Κράτους ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι, δὲν ἦτο πρέπον νὰ λογο-
77μαχῶμεν· δὲν μεταχειρίζομαι δὲ τὴν λέξιν ταύτην, διότι
78θεωρῶ, ὅτι αἱ συζητήσεις εἶνε ἄσκοποι, ἀλλ’ ὅταν αἱ πε-
79ριστάσεις ἀπαιτῶσι δρᾶσιν, ἐπιτρέπεται συζήτησις μόνον,
80ἐφ’ ὅσον ἐκ ταύτης προσδοκᾶται ἄμεσον ἀποτέλεσμα. Ἡ συ-
81ζήτησις πολλάκις φέρει τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς μετὰ μακρὸν
82χρόνον καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχωσι λόγοι, ἵνα θεωρῆται ἡ ἄμε-
83σος ἐνέργεια ὡς μόνη ὠφέλιμος, ἡ συζήτησις ἡ προωρι-
84σμένη, ἵνα μετὰ μακρὸν χρόνον τελεσφορήσῃ, εἶναι χρήσιμος·
85ἀλλ’ ὅταν αἱ περιστάσεις ἀπαιτῶσι δρᾶσιν καὶ μόνον δρᾶ-
86σιν, συζήτησις, ἥτις δὲν πρόκειται ν’ ἀπολήξῃ εἰς ἀποτέ-
87λεσμά τι, πρὸς αὐτὴν τὴν δρᾶσιν σχετιζόμενον, εἶναι ἐπι-
88βλαβής. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα, ὅτι ἔδει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν
89ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ κατὰ τὴν
90ἡμετέραν γνώμην ἦτο τὸ μόνον σκόπιμον ἐν ταῖς παρού-
91σαις περιστάσεσι, τουτέστι τὸ τῆς μεταβολῆς τῆς Κυβερνή-
92σεως. Ἤκουσα παρὰ πολλῶν λεγόμενον, ὅτι ἔδει ἀπὸ τοῦ
93βήματος τῆς Βουλῆς ν’ ἀναπτυχθῶσιν αἱ ἀντίθετοι ἰδέαι
94τῶν κομμάτων, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν, καὶ
95ἀποφασίζουσα περὶ τούτων, κανονίσῃ καὶ τὸ κυβερνητικὸν
96ζήτημα. Ἐγὼ ὅμως εἶχον ἀντίθετον ταύτης ἰδέαν· ἐφρόνουν,
97ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται σήμερον νὰ ἀποφασίσῃ περὶ
98προγραμμάτων, διότι τὸ πρόγραμμα εἶναι κοινὸν εἰς ἅπαν
99τὸ Ἔθνος, ἡ δὲ Βουλὴ πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ μόνον περὶ
100καταλληλοτέρας ἐκτελέσεως, ἕκαστος δὲ θὰ σχηματίζῃ
101τὴν γνώμην αὑτοῦ περὶ τῆς καταλληλοτέρας Κυβερνήσεως
102πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος ὄχι ἐκ τῆς συντάξεως
103τῶν προγραμμάτων, ἅτινα ὑποβάλλονται εἰς αὐτὸν, ἀλλ’
104ἐκ τοῦ συνόλου τῶν παρατηρήσεων αὑτοῦ περὶ τῶν ἐνερ-
105γειῶν ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀξιοῦσι νὰ κυβερ-
106νήσωσι τὴν Χώραν. Πολὺ καταβιβάζουσι τὸ ζήτημα ἐκεῖνοι
107οἵτινες θεωροῦσιν, ὅτι ἡ λύσις αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς δια-
108φορᾶς τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἕκαστος ἐπαγγέλλεται, ὅτι δύνα-
109ται νὰ κυβερνήσῃ. Δὲν εἶναι σήμερον ἐποχὴ ἐπαγγελιῶν,
110ἀλλ’ εἶναι ἐποχὴ δράσεως, καὶ ἕκαστος πρέπει νὰ κρίνῃ,
111τίς δύναται ὠφελιμώτερον νὰ δράσῃ. Ἡ γνώμη τῆς πλειο-
112νοψηφίας τῆς Βουλῆς ἀναντιῤῥήτως ἦτο, ὅτι ὠφελιμώτερον
113ἠδύναντο νὰ δράσωσιν οἱ νῦν Κυβερνῶντες, ἑπομένως πᾶσα
114συζήτησις περὶ τοῦ κυβερνητικοῦ ζητήματος ἦτο ἄσκοπος
115ἐν τῇ Βουλῇ, οὖσα δὲ ἄσκοπος ἦτο καὶ ἐπιβλαβὴς, διότι,
116ὡς εἶπον, συζήτησις, μὴ τείνουσα εἰς ἄμεσον ἀποτέλεσμα,
117παρεκώλυε τὴν ἐνέργειαν τῶν Κυβερνώντων καὶ ἑπομένως
118παρεκώλυε τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, πρὸς ὃν ἐκλήθησαν
119οὗτοι, ἵνα κυβερνῶσι. Δυνάμεθα νὰ φρονῶμεν, καὶ ἡμεῖς
120φρονοῦμεν, ὅτι οἱ νῦν Κυβερνῶντες δὲν εἶναι οἱ κατάλλη-
121λοι, ἵνα ἐκτελέσωσι τὸ Ἐθνικὸν πρόγραμμα· δυνάμεθα νὰ
122φρονῶμεν, ὅτι δὲν ἔχουσι καὶ ἀντίληψιν ἐπαρκῆ τοῦ προ-
123γράμματος τούτου· δυνάμεθα νὰ φρονῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι
124κατάλληλοι, ἵνα κυβερνῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες τὴν ἰδίαν αὑ-
125τῶν γνώμην ὑποτάσσουσιν εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψη-
126φίας τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ὑποτάσσουσι τὴν γνώμην αὑτῶν
127εἰς τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, τὴν ἀντιπροσωπευομένην βε-
128βαίως ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καθ’ ἃ αὐτοὶ
129εἶπον. Ἀλλ’ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν φρονῶμεν περὶ τούτου,
130δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν συνείδησιν, ὅτι ἀφοῦ, ὡς
131ἐκ τῶν ὅρων τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν, οἱ νῦν κυβερνῶντες
132κέκληνται, ἵνα διευθύνωσι τὰ πράγματα, θέλουσι διευθύνει
133αὐτὰ πολλῷ καταλληλότερον, ἂν ἀφίωνται ἐλεύθεροι, ἵνα
134διαθέτωσι πάντα τὸν χρόνον αὑτῶν εἰς τὴν διεξαγωγὴν
135τοῦ ἔργου, ὅπερ τοῖς ἀνετέθη, καὶ δὲν παρακωλύωνται ὑπὸ
136συζητήσεων, οὐδένα δυναμένων νὰ ἔχωσιν ἄμεσον σκοπόν.
137Αἱ συζητήσεις, ἐφ’ ὅσον διεξήχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ μέχρι
138τοῦδε, ἀπέδειξαν, νομίζω, τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων ἡ-
139μῶν. Ἀπέσχομεν ἡμεῖς ὡς Ἀντιπολίτευσις τῶν συζητή-
140σεων, ἵνα ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ποιῆται χρῆ-
141σιν παντὸς τοῦ χρόνου εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως· ἀλλ’ ἡ Κυ-
142βέρνησις προετίμησε νὰ μὴ ἐπωφεληθῇ ἐκ τῆς στάσεως
143ταύτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τοὐναντίον ἐπὶ πάσης
144ἀφορμῆς διδομένης εἰς αὐτὴν ἐκ τῶν τάξεων τῆς συμπο-
145λιτεύσεως ν’ ἀγορεύῃ ἐπὶ ὥρας πολλάς. Ποῖον δὲ ὑπῆρξε
146τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης τακτικῆς τῆς Κυβερνήσεως;
147Ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν εἰργάσθη ἐκεῖ ὅπου ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ
148ὠφελίμως, τουτέστιν εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως κατὰ τὰς ὥρας
149ἐκείνας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀνέπτυξεν ἐνταῦθα θεωρίας, αἵτινες
150εἰς πᾶν ἄλλο ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσι συντελέσασαι, ἢ εἰς
151ἐξυπηρέτησιν τοῦ Ἐθνικοῦ σκοποῦ. Ἔφερε τὸ Ὑπουργεῖον
152προτάσεις εἰς τὴν Βουλήν, ἃς αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις
153ἀνεγνώρισεν, ὅτι δὲν ὑπεβάλλοντο, ὅπως ψηφισθῶσιν, ἀλλ’
154ὑπεβάλλοντο ἁπλῶς, ἵνα προκαλέσωσι συζητήσεις δοκιμα-
155στικάς· ἔφερε προτάσεις, ὧν αὐτὴ ἡ δοκιμαστικὴ συζήτη-
156σις, ἐνῷ κατεδαπάνα πολύτιμον χρόνον, ἦτο καὶ λίαν ἐπι-
157βλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Αἱ προτάσεις αὗται ἀ-
158φεώρων εἰς νομοθεσίαν, ἥτις, ἂν ὑπετίθετο, ὅτι ἦτο ἀναγκαία
159ἐν Ἑλλάδι, θὰ παρίστα τὴν Χώραν ἡμῶν ὡς μὴ παρέχου-
160σαν τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, ἃς πρέπει νὰ παρέχῃ ἁπανταχοῦ
161ὑπὲρ τῆς πίστεως αὑτῆς. Εἴδομεν τὴν Κυβέρνησιν, παρ’ οὐ-
162δενὸς προκαλουμένην, συζητοῦσαν ἐπὶ ὥρας καὶ ἀναπτύσ-
163σουσαν θεωρίας, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ διὰ συμβάσεων ἀνα-
164ληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τοὺς δανείσαντας
165εἰς αὐτὴν δὲν εἶναι ἱεραὶ, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς
166τὰς Κυβερνήσεις νὰ ἐξετάζωσιν, ἂν αἱ ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέ-
167λαβε τὸ Κράτος, ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὸν θεμελιώδη νόμον
168τοῦ Κράτους, ὅπως, ἂν δὲν ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὸν θεμε-
169λιώδη νόμον τοῦ Κράτους, καίτοι κυρωθεῖσαι ὑπὸ τῆς Νο-
170μοθετικῆς Ἐξουσίας, θεωρηθῶσιν ὡς μὴ ὑπάρχουσαι, καὶ
171ζημιωθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες συνεβλήθησαν πρὸς τὸ Κρά-
172τος, ἤτοι πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, καὶ ταὐτο-
173χρόνως πρὸς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ζημιωθῶσι, λέγω,
174διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς συνεβλήθησαν
175τῆς μὴ ἀναγνωρίσεως ὑπὲρ αὐτῶν ἀποζημιώσεως. Αἱ συζη-
176τήσεις αὗται ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ οὐδενὸς
177σκοποῦ· διότι, ἀφοῦ τοιουτοτρόπως διετάραξε τὰς συνειδή-
178σεις ἁπάντων, ἀφοῦ τοιουτοτρόπως ἐκλόνισε τὰς πεποιθήσεις
179ἐκείνων, εἰς τὰς πεποιθήσεις τῶν ὁποίων ὀφείλομεν ν’ ἀπο-
180βλέπωμεν, ὅταν πρόκηται περὶ Δημοσίας πίστεως, εἶπεν ἔ-
181πειτα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι περὶ τούτων ὡμίλησε μόνον, ἵνα
182παρασκευάσῃ τὸ ζήτημα διὰ τὸ μέλλον, ὅτι ἐν τῷ πα-
183ρόντι δὲν πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασίς τις περὶ τούτων.
184Διετάραξε τὰς συνειδήσεις διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φο-
185ρολογίας ἐπὶ τοῦ κινητοῦ εἰσοδήματος, ὡσανεὶ ἡ Ἑλλὰς
186εἶχε πληθώραν κινητῶν κεφαλαίων, καὶ δὲν εἴχομεν ἄλλο τι
187νὰ σκεφθῶμεν ἤδη, παρὰ πῶς νὰ ἀνακουφίσωμεν τὸν Τόπον
188ἀπὸ τοῦ βάρους τῆς πληθώρας ταύτης. Ἀνεζήτησεν ἐν ταῖς
189Νομοθεσίαις τῶν ξένων Κρατῶν ἁπάσας τὰς ἐπιβαρύνσεις,
190εἰς ἃς ὑποβάλλονται παρ’ αὐτοῖς τὰ κινητὰ κεφάλαια, καὶ
191χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ἂν εἰς τὰ ξένα ἐκεῖνα Κράτη τὰ κινητὰ
192κεφάλαια ἔχωσιν ἄλλα τὰ ἑλκύοντα αὐτὰ, ὡς ἐκ τῶν ὁ-
193ποίων ἠδύναντο νὰ ὑποστῶσι τὰς ἐπιβαρύνσεις καὶ νὰ μὴ φυ-
194γαδευθῶσιν ἕνεκα αὐτῶν. Ἐθεώρησε πρέπον νὰ φέρῃ ἐνώ-
195πιον τῆς Βουλῆς προτάσεις περὶ ἐπιβαρύνσεως ἀνωτέρας καὶ
196ἐκείνης, εἰς ἣν τὰ κινητὰ κεφάλαια ὑποβάλλονται ἐν ταῖς
197Χώραις ἔνθα εἰσὶν ἄφθονα, καὶ ἀφοῦ τοιουτοτρόπως διετά-
198ραξε τὰς πεποιθήσεις ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ διατηρή-
199σωσιν ἐνταῦθα τὰ κινητὰ αὐτῶν κεφάλαια ἢ νὰ φέρωσιν
200ἄλλα, εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ περὶ τούτου δὲν ἐ-
201ποιήσατο λόγον πρὸς τὸν σκοπὸν νομοθεσίας ἀμέσου, ἀλλὰ
202μόνον ἵνα ὡριμάσῃ τὸ ζήτημα, ὅπως περὶ τούτου ἡ Βου-
203λὴ προβῇ εἰς ἀποφάσεις ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἔχῃ τὸν
204καιρόν, ἵνα καταγίνηται εἰς συζητήσεις· διότι τώρα, ἔχον-
205τες περίσσειαν χρόνου, δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν, ὅπως οἰκο-
206νομῶμεν τὸν χρόνον, κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν, ἀφοῦ παρέλ-
207θωσιν αἱ παροῦσαι δυσχέρειαι, θὰ ἐπείγῃ ὁ χρόνος πλειό-
208τερον ἢ νῦν. Τοιαύτη ὑπῆρξε τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐνέργεια,
209μὴ προκαλουμένης ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ μόλις
210ἐκ τῶν τάξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠκούετο ἡ ἐλαχίστη
211φωνὴ ἐπὶ νομοσχεδίου πραγματικοῦ, φωνὴ ἀφορῶσα οὐχὶ
212εἰς τὸ Κυβερνητικὸν ζήτημα, ἀλλ’ εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ πραγ-
213ματικὸν ζήτημα, τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιεχόμενον, εὐ-
214θὺς τότε ἐβλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν προσπαθοῦσαν νὰ
215ἐπωφεληθῇ ἐκ μιᾶς οἱασδήποτε λέξεως τοῦ ἀγορεύοντος ἀν-
216τιπολιτευομένου, ἵνα παραστήσῃ τὸ Κυβερνητικὸν ζήτημα
217ὡς προκαλούμενον, καὶ τοιουτοτρόπως ῥίψῃ τὴν Βουλὴν εἰς
218τὸ χάος τοιούτων συζητήσεων. Ἀπέναντι τοιαύτης ἐνερ-
219γείας τῆς Κυβερνήσεως ἠναγκάσθημεν ν’ ἀπόσχωμεν καὶ ἀπ’
220αὐτῆς τῆς συζητήσεως τῶν λεπτομερειῶν τῶν νομοσχεδίων,
221τῶν ἀφορώντων εἰς καθαρῶς οἰκονομικὰ ἢ ἄλλα ζητήματα,
222μὴ μετέχοντα Κυβερνητικοῦ χαρακτῆρος.
223Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην ἠκολουθήσαμεν τακτικήν, δι’ οὓς εἶ-
224πον λόγους, ἐπὶ πάντων τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντων νο-
225μοσχεδίων, καίτοι πολλὰ περὶ αὐτῶν εἴχομεν νὰ εἴπωμεν,
226δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν τακτικὴν,
227προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν
228κύρωσιν τῆς συμβάσεως περὶ διαχειρίσεως καὶ πωλήσεως
229τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων. Καὶ πολλὰ ἄλλα νομο-
230σχέδια ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, καθ’ ὧν αἱ συνειδή-
231σεις ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐξανίσταντο· τὰ πλεῖστα
232τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων δὲν ἠδύναντο νὰ τύχωσι τῆς
233ἐπιδοκιμασίας ἡμῶν, πολλὰ δ’ ἐξ αὐτῶν ἐθεωροῦμεν ὀλέ-
234θρια, καὶ οὐ μόνον τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια ἐθεωροῦμεν ἔ-
235χοντα τὸν χαρακτῆρα τοῦτον, ἀλλὰ καὶ ἄλλα νομοσχέδια
236καὶ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἐθεωροῦμεν τοιαῦτα. Αὐτὸ τὸ
237νομοσχέδιον, τὸ χθὲς ψηφισθὲν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, τὸ ἀφο-
238ρῶν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς κατατάξεως τῆς δευτέρας σειρᾶς τῶν
239ὑποχρέων τῆς ἐνεστώσης ἡλικίας, καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον
240θεωροῦμεν ὀλέθριον διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς
241Χώρας. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν οἰκονομικῶν νομοσχεδίων
242καὶ περὶ τούτου τοῦ νομοσχεδίου ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε
243ν’ ἀπόσχωμεν ἀπὸ πάσης ἀντιῤῥήσεως. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ
244μὴ ἐπιψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ οἰκονομικὰ, τὰ νομο-
245σχέδια τὰ στρατιωτικά. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
246χθὲς ἐπεψηφίσαμεν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ, ἐν
247ὅσῳ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐξηκολούθει ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Ἡ
248παροῦσα Κυβέρνησις προεκάλεσε τὴν ἀνάγκην τοῦ νομο-
249σχεδίου τούτου, προεκάλεσεν αὐτὴν, μὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει
250τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἤθελον παρουσιασθῆ κατὰ τὴν ἐπο-
251χὴν τῆς κατατάξεως τῶν ἀνδρῶν τούτων, καὶ θεωρήσασα
252ὅτι εἶχε τὰ μέσα, ἵνα καλέσῃ οὐ μόνον τὰς πέντε ἡλικίας,
253ἀλλὰ καὶ μετὰ τῶν πέντε ἡλικιῶν τοὺς ἀπηλλαγμένους καὶ
254τοὺς εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας προωρισμένους. Ἐλάβο-
255μεν ἀφορμὴν παροδικῶς νὰ παραστήσωμεν, ὅτι εἶχεν ἡ
256Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ μὴ καλέσῃ τοὺς ἀπηλλαγμέ-
257νους, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώ-
258ματος τούτου. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο,
259ἠδύνατο διὰ νομοθετικῆς διατάξεως νὰ τὸ λάβῃ, δὲν
260ἐθεώρησεν ὅμως πρέπον νὰ μὴ καλέσῃ τοὺς ἀπηλλαγμέ-
261νους. Ἐκάλεσε τοὺς ἀπηλλαγμένους, ἐκάλεσε τοὺς εἰς βοη-
262θητικὰς ὑπηρεσίας προωρισμένους, τουτέστι τοὺς ἀναπή-
263ρους, καὶ ἤδη, ἵνα διατηρῇ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ
264τοὺς ἀναπήρους, δὲν κατατάσσει ἐκείνους, οἵτινες ἀποτε-
265λοῦσι τὸν σκελετὸν τοῦ στρατοῦ, οἵτινες εἶναι ἀληθὴς
266στρατὸς, περὶ τὸν ὁποῖον κατατάσσονται οἱ ἔφεδροι. Ἀλλ’
267ἀφοῦ ταῦτα φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ οὕτως εἰργάσθη ἡ
268Κυβέρνησις, ἀφοῦ τὰς θέσεις ἐν τοῖς στρατῶσιν, ἀφοῦ τὰ
269ἐνδύματα κατέλαβον οἱ εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας προω-
270ρισμένοι, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς σήμερον νὰ θεωρήσω-
271μεν, ὅτι θέλει πράξει ἄλλως ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ ἐπιμείνῃ,
272ὅπως τύχῃ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον
273ἀφορᾷ εἰς τὴν μὴ κατάταξιν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτι-
274νες εἶναι, ὡς εἶπον, ὁ σκελετὸς τοῦ στρατοῦ, οἵτινες ὅμως
275δὲν δύνανται νὰ καταχθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν, διότι κατέ-
276χονται αἱ θέσεις αὐτῶν παρ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶνε οὐ μό-
277νον ἄχρηστοι εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς
278τὴν σύνταξιν αὐτοῦ; Περιττὴ ἦτο πᾶσα συζήτησις, διότι
279βεβαίως ἤθελεν ἐπιτευχθῆ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἡ ψήφι-
280σις τοῦ νόμου καὶ ἠθέλομεν μόνον ἀπολέσει τὸν χρόνον.
281Περὶ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν σύμ-
282βασιν περὶ τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων σκεπτόμεθα
283ἄλλως· σκεπτόμεθα ἄλλως, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο
284οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς συντελοῦν εἰς τὴν συμ-
285πλήρωσιν τοῦ συστήματος, οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶναι, τῆς
286ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐθνι-
287κοῦ προγράμματος, ἀλλ’ ἀντιστρατεύεται ἄντικρυς πρὸς τὸ
288πρόγραμμα τοῦτο, καὶ καθιστᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προ-
289γράμματος ἐντελῶς ἀδύνατον. Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον νὰ
290ἐξετασθῇ ἡ σύμβασις αὐτοτελῶς καὶ νὰ ἐκτιμηθῇ ὡς ἐκ
291μόνων τῶν διατάξεων αὐτῆς, ἴσως ἠθέλομεν ἀπόσχει καὶ
292τῆς συζητήσεως ταύτης, καί τοι θεωροῦμεν τὴν σύμβασιν
293ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ταμείου. Θὰ
294ἠδυνάμεθα καὶ ὡς πρὸς ταύτην νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν
295τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν ὡς πρὸς ἄλλα νο-
296μοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήσαμεν ἐπιβλαβῆ, διότι ἡ
297ἐπιψήφισις αὐτῶν ἦτο βεβαία καὶ ἡ συζήτησις δὲν ἠδύ-
298νατο νὰ ἀπολήξῃ εἰς πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ
299συμβαίνει ἤδη ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἐν αἷς
300διατελοῦμεν, νὰ λαμβάνῃ ἡ σύμβασις αὕτη ἀξίαν ὅλως
301ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀρύεται ἐκ τῶν διατάξεων
302αὐτῆς, τῶν ἀναγραφομένων ἐν τοῖς ἄρθροις, ἀλλὰ τὴν
303ὁποίαν ἀρύεται ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς διὰ τῆς συμβά-
304σεως γινομένης παραχωρήσεως πρὸς οἰκονομολογικὰ μέ-
305τρα ἄλλα ἀπολύτως ἀναγκαῖα πρὸς τὴν πραγματοποίη-
306σιν τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος. Ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις
307εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δανείου 100,000,000
308δραχμῶν καὶ ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως
309ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ
310τὰ κατ’ αὐτὸ, ὅπως θεωρήσει σκοπιμώτερον. Ὅτε δὲ ὁ
311Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον εἰς
312τὴν Βουλὴν, εἶπεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς
313ἔκτακτον ἀπόδειξιν ἐμπιστοσύνης τῆς Νομοθετικῆς Ἐξου-
314σίας πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν, οὐχὶ βεβαίως πρὸς τὰ πρό-
315σωπα τὰ διευθύνοντα τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ζητεῖται
316δ’ ἐμπιστοσύνη οὐχὶ ἔκτακτος, ζητεῖται ἡ ἐμπιστοσύνη
317ἐκείνη, τὴν ὁποίαν αἱ Ἐκτελεσταὶ Ἐξουσίαι εἰς ἄλλα Κράτη
318ἀπολαμβάνουσι πάντοτε παρὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας.
319Εἰς ἄλλα Κράτη, ὁσάκις ψηφίζονται ἄδειαι δανείων, ψη-
320φίζονται ἄνευ οὐδενὸς ὅρου. Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχει
321τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία θέλει διαπραγ-
322ματευθῆ τὰ τοῦ δανείου ὅσον ἔνεστι συμφορώτερον, θεωρεῖ
323δὲ ἐπιβλαβὲς νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἀδείας διατάξεις,
324κανονιζούσας τὰ κατὰ τὴν συνομολόγησιν αὐτοῦ, διότι αἱ
325διατάξεις αὗται δύνανται ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι νὰ
326θεωρηθῶσι παρὰ τῶν διαπραγματευομένων πρὸς τὸ Δημό-
327σιον ὡς οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους τὸ Δημόσιον εἶναι εὐδιάθε-
328τον νὰ παραχωρήσῃ καὶ νὰ μὴ θελήσωσιν ἀπὸ τῶν ὅρων
329ἐκείνων νὰ ὑποχωρήσωσιν. Ὅθεν εἶναι πρέπον οὐδεμία νὰ
330δίδωται ἔνδειξις διὰ τοῦ νόμου περὶ τῶν ὅρων, ὅπως δύ-
331νηται ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ κανονίζῃ τὰ κατ’ αὐτοὺς,
332διεξάγουσα τὰς διαπραγματεύσεις ὅσον ἔνεστιν ἐπιτυχέστε-
333ρον. Τὸ νομοσχέδιον ἄρα ἐκεῖνο οὐδένα εἴχομεν λόγον ν’
334ἀποκρούσωμεν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τί ἄλλο εἶναι
335παρὰ νέον νομοθέτημα, ὅμοιον πρὸς ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἡ πα-
336ροῦσα Κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὁποῖα
337οὐδὲν ἔσχον πρακτικὸν ἀποτέλεσμα; Καὶ κατὰ τὴν πα-
338ρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις νο-
339μοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀδειῶν, εἴτε ἐκδόσεως ἐντό-
340κων γραμματίων, εἴτε πωλήσεως τῶν τίτλων τοῦ δανείου
341τῶν 170,000,000, ὅσοι μέχρι τοῦδε δὲν διετέθησαν, ἐπὶ
342ὅροις κατωτέροις ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ ἰσχύων νόμος κα-
343θώριζεν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐδεμίαν παρενέβαλε δυσκο-
344λίαν πρὸς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, καίτοι
345ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ ψήφισις αὐτῶν οὐδένα εἶχε πρακτικὸν
346σκοπόν· ἐθεώρει ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐ-
347πιτραπῇ ἄνευ παρατηρήσεων ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων,
348ἵνα αὐτὰ τὰ πράγματα εὐγλωττότερον αὐτῆς ὁμιλήσωσι
349καὶ ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνονται διὰ τοιούτων μέ-
350σων τὰ δάνεια, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ψηφίζεται νόμος ἀδείας,
351ἵνα ἀποκτήσωμεν καὶ τὸ δάνειον. Ἤδη ἐπίσης ἐψηφίσθη
352εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν χθὲς, εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν σήμε-
353ρον ὁ νόμος περὶ δανείου, καὶ θὰ ψηφισθῇ καὶ εἰς τρίτην
354ἀνάγνωσιν ἴσως αὔριον. Εἰς τί δὲ συντελεῖ ἡ ψήφισις τοῦ
355νόμου τούτου; Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ δανεισθῇ ἡ Κυβέρνη-
356σις ἐπὶ τῇ γενικῇ ἐγγυήσει τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, ἢ
357ἐπὶ εἰδικῇ ἐγγυήσει προσόδου τινὸς τοῦ Κράτους, ἔχει καὶ
358ἤδη πρὸς τοῦτο ἀδείας, καὶ ἀδείας πολλῷ χρησιμωτέρας
359τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ δανείου 100.000.000· ἔχει ἄδειαν
360ἐκποιήσεως τῶν ἀδιαθέτων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν
361170,000,000, καὶ ἄδειαν ἐκποιήσεως αὐτῶν εἰς οἷαν ἂν αὕτη
362θεωρήσῃ συμφέρουσαν τιμήν. Οἱ τίτλοι ἐκεῖνοι ἔχουσιν ὑπεγ-
363γύους εἰδικὰς προσόδους, ἔχουσι δὲ καὶ τὸ πλεονέκτημα ἀ-
364πέναντι οἱουδήποτε νέου δανείου, ὅτι εἶναι ἤδη ἐκδεδομέ-
365νοι, ὅτι εἶναι ἤδη ἀνεγνωρισμένοι ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις,
366ὅτι ἔχουσι καὶ τιμὴν ἐν αὐτοῖς. Ἂν ἐκ τῶν ἀδειῶν ἐκείνων
367δὲν δύναται νὰ ἐπωφεληθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα πραγματο-
368ποιήσῃ μικρὰ δάνεια, ποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐλπίδα, ὅτι θέ-
369λει πραγματοποιήσει τὸ μεγαλείτερον δάνειον, τὸ μηδεμίαν
370παρέχον ἐγγύησιν ἀνωτέραν τῶν ὑπὸ τῶν τίτλων τῶν ἀδια-
371θέτων τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 παρεχομένων; Ἡ ψήφι-
372σις ἄρα τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου μόνου οὐδεμίαν ἔχει χρησι-
373μότητα καὶ μένει ἄλυτον τὸ μέγα ζήτημα, τὸ ἀπαραίτητον
374ζήτημα πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Ἐθνικοῦ προγράμματος, τὸ
375ζήτημα τῆς εὑρέσεως χρημάτων διὰ δανείων. Ἡ εὕρεσις
376χρήματος μεταλλικοῦ διὰ δανείων εἶναι σήμερον ὁ ἀπαραί-
377τητος ὅρος πάσης Ἐθνικῆς ἐνεργείας· εἶναι ἀπαραίτητον τὸ
378δάνειον διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ τακτικοῦ
379καὶ ἐκτάκτου Προϋπολογισμοῦ, συνάμα λαμβανομένων· εἶναι
380ὅμως ἀπαραίτητον τὸ δάνειον καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἵνα ὑπο-
381στηρίξῃ κυκλοφορίαν τοῦ γραμματίου τῶν Τραπεζῶν, τὸ ὁ-
382ποῖον ὁσημέραι ὑποτιμᾶται, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ὑποτίμησις
383καθιστᾷ τὴν χρηματικὴν κυκλοφορίαν ἐν τῷ Τόπῳ προβλη-
384ματικήν. Ἐὰν δὲν ληφθῇ ταχέως πρόνοια περὶ εὑρέσεως με-
385ταλλικοῦ νομίσματος, ὅπως δύναται ἡ Κυβέρνησις τὰ συναλ-
386λάγματα αὐτῆς νὰ ἐκδίδῃ ἐπὶ τοῦ ἰδίου αὐτῆς χρήματος,
387τὸ συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη ὑπερτετιμημένον κατὰ
38825, 26 καὶ 27%, θὰ ὑπερτιμηθῇ πολὺ περισσότερον
389καὶ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον θὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἥμισυ τῆς
390ἀξίας αὐτοῦ, ἢ ἴσως εἰς ἀξίαν ἔτι μικροτέραν. Εἶναι λοιπὸν
391ζήτημα ἐθνικῆς σωτηρίας τὸ ζήτημα τοῦ μεταλλικοῦ δανεί-
392ου· τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο τῆς ἀναστηλώσεως τῆς χρηματικῆς
393κυκλοφορίας ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ
394προγράμματος ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τὸ ζήτημα τοῦτο
395δὲν δύναται νὰ λυθῇ διὰ τῶν ἄλλων μέσων, ἅτινα μέχρι
396τοῦδε ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἓν μόνον μέσον πα-
397ρουσιάζετο, ὅπως καταστῇ πιθανὴ καὶ σχεδὸν βεβαία, δύ-
398ναμαι νὰ εἴπω, ἡ πραγματοποίησις δανείου, τὸ μέσον δὲ τοῦ-
399το ἦτο ἡ εἰς ἐξασφάλισιν παραχώρησις πρὸς τοὺς δανείσον-
400τας τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς πωλήσεως τῶν πετρελαίων
401καὶ τῶν ἁλάτων. Ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐφρόνει περὶ
402τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἄλλως, ἢ ὅπως φρονεῖ, θὰ ἠδύνατο
403ἴσως ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ οὗτος πρὸς
404εὕρεσιν δανείου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, καθὰ εἶπεν ὁ Πρόε-
405δρος αὐτῆς, τὸ μὲν μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ δὲν ἀσπάζεται
406καὶ εἰς τοῦτο συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ, συμφωνῶ ὅτι τὸ μονο-
407πώλιον τοῦ καπνοῦ θὰ ἦτο μέτρον ἐπιβλαβέστατον εἰς τὴν
408χώραν, ἀλλὰ δὲν ἀσπάζεται καὶ τὸ ἕτερον σύστημα, ὅπερ
409παρέχει διὰ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ τὴν διαχείρισιν,
410ἥτις διαχείρισις εἶναι τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ δυνάμεθα ἤδη
411νὰ εὕρωμεν χρήματα. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι τὸ τῆς προ-
412κατόχου Κυβερνήσεως, τὸ σύστημα τῆς διὰ τῶν κοπτηρίων
413φορολογίας, διότι ἡ διὰ τῶν κοπτηρίων φορολογία ἀσχέτως
414πρὸς τὰ ἄλλα πλεονεκτήματα, κατ’ ἐμὴν γνώμην, παρέχει
415καὶ τοῦτο τὸ πλεονέκτημα, τὸ σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα,
416περὶ οὗ ἤδη πραγματευόμεθα, ὅτι περιέχει διαχείρισιν, ἣν
417δύναται τὸ Δημόσιον νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἐκείνους, οἵτινες
418ἤθελον δανείσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν κεφάλαια. Ταῦτα ἡ
419παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἀποδέχεται, τὸ μὲν μονοπώλιον
420καλῶς, τὸ δὲ τῶν κοπτηρίων σύστημα κακῶς, κατ’ ἐμὴν
421γνώμην· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν ἀποδέχεται αὐτὰ, ὥστε ἐξ
422αὐτῶν οὐδὲν ἔχομεν νὰ ἐλπίσωμεν πρὸς εὕρεσιν δανείου.
423Μόνη ἄρα ἐλπὶς πρὸς εὕρεσιν δανείου σήμερον εἶναι ὁ συν-
424δυασμὸς πρὸς αὐτὸ τῆς διαχειρίσεως τῆς προσόδου τῶν
425πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων. Τὴν διαχείρισιν ταύτην τὸ
426Ὑπουργεῖον προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα παραχωρήσῃ
427εἰς ἑταιρίαν, ἥτις οὐδεμίαν ἀναλαμβάνει ὑποχρέωσιν, ὅπως
428χορηγήσῃ δάνειον εἰς τὸ Κράτος. Ὅτε δὲ τὸ νομοσχέδιον
429τὸ περὶ τούτου ἦλθεν ὑπὸ συζήτησιν, ἐγένετο λόγος πολὺς
430περὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ καὶ ἀπεδείχθη, κατ’ ἐμὴν γνώ-
431μην, ὅτι αὗται εἶναι ἐπιβλαβεῖς πρὸς τὸ Δημόσιον αὐταὶ
432καθ’ ἑαυτὰς, ἐπεφυλαττόμην δὲ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ θέμα-
433τος, ποιούμενος ἐξαίρεσιν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἣν εἶχον παραδε-
434χθῆ, τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων,
435ἵνα πραγματευθῶ τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἄποψιν,
436ἣν θεωρῶ τὴν σπουδαιοτέραν πασῶν, ὑπὸ τὴν ἄποψιν τῆς
437χρησιμοποιήσεως τῆς προσόδου ταύτης πρὸς εὕρεσιν δανεί-
438ου. Οἱ ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐξετάσαντες
439αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ συνδυα-
440σμοῦ τῆς συμβάσεως πρὸς τὸ δάνειον ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ
441σύμβασις αὕτη κακῶς διεσκευάσθη, ἀπέδειξαν, ὅτι οὐδεὶς
442ὑπῆρχε λόγος, ἵνα ἀπομακρυνθῇ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς συμ-
443βάσεως, ἣν ἡ προκάτοχος εἶχε συνομολογήσει πρὸς τὰ αὐτὰ
444πρόσωπα. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε συνομολογήσει
445σύμβασιν περὶ διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλά-
446των, περιοριζομένην εἰς τὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν εἰδῶν τού-
447των ἀπὸ τῶν κεντρικῶν εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας καὶ εἰς
448τὰ τῆς πωλήσεως αὐτῶν ἐν ταῖς κεντρικαῖς καὶ ἐν ταῖς
449εἰδικαῖς ἀποθήκαις· ἀλλ’ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε
450θεωρήσει, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπετρέπετο, ὅπως εἰς
451τὰ πρόσωπα, εἰς ἃ ἤθελεν ἀνατεθῆ ἡ διαχείρισις τῶν τῆς
452πωλήσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, εἰς τὰ πρόσωπα
453ταῦτα ἀνατεθῆ καὶ ἡ προμήθεια τοῦ πετρελαίου καὶ ἡ
454καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν· ἐθεώρει, ὅτι ἀπῃτεῖτο ἔλεγχος
455καὶ ὅτι αἱ δύο αὗται ἐργασίαι ἔπρεπε νὰ διατελῶσιν ἐν-
456τελῶς κεχωρισμέναι· διότι, ἐὰν συνεκεντροῦντο εἰς τὰς αὐ-
457τὰς χεῖρας, θὰ ἦτο ἀδύνατον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασκῇ τινα
458ἔλεγχον. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἵν’ ἀνατεθῶσι τὰ τῆς προμη-
459θείας τῶν πετρελαίων εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἥτις ἔχει ἤδη ἀναλά-
460βει τὰ τῆς πωλήσεως τοῦ πετρελαίου ἐν ταῖς γενικαῖς καὶ
461ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἀποθήκαις τοῦ Κράτους. Ἡ σύμβασις οὐδε-
462μίαν παρουσιάζει ὠφέλειαν ἀπέναντι τοῦ συστήματος τοῦ
463νῦν κρατοῦντος· σήμερον ἀγοράζεται τὸ πετρέλαιον παρ’ ἄλ-
464λης Ἑταιρίας, ἀγοράζεται ὑπὸ ὅρους, οἵτινες, ἐὰν διαφέρωσι
465τῶν ὅρων τῶν περιεχομένων ἐν τῇ παρούσῃ συμβάσει, δια-
466φέρουσι, καθ’ ὅσον εἶνε ἐπωφελέστεροι εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ
467καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν εἶνε ἐπωφελέστεροι, βεβαίως οὐδένα
468ὅρον ἀπέκτησεν ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῶν συμβληθέντων
469πρὸς αὐτὴν ὠφελιμώτερον πρὸς τὸ Δημόσιον τῶν νῦν λει-
470τουργούντων. Πρὸς ποῖον ἄρα λόγον νὰ δώσωμεν εἰς ταύ-
471την τὴν Ἑταιρίαν τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν διεξάγει ἐπι-
472τυχῶς σήμερον ἄλλη Ἑταιρία καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν οὐδε-
473μίαν ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐξακολουθῇ δι’
474αὐτῆς ἐνεργοῦσα τὴν προμήθειαν; Ἡ Κυβέρνησις εἶναι σή-
475μερον ἐλευθέρα, δίδουσα δύο μηνῶν διορίαν μόνον νὰ ἐνερ-
476γήσῃ τὴν προμήθειαν δι’ οἱουδήποτε θέλει, εἴτε διὰ τῶν
477αὐτῶν, εἴτε δι’ ἄλλων, καὶ ἂν διὰ τῶν αὐτῶν ἐνεργήσῃ,
478νὰ δίδῃ εἰς αὐτοὺς μόνον 1 καὶ ½% λόγῳ προ-
479μηθείας. Τί ἀναγκάζει ἤδη τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀφαιρέσῃ
480τὴν προμήθειαν ἀπὸ τῆς ἄλλης Ἑταιρίας καὶ νὰ δώσῃ
481αὐτὴν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τὴν διαχειριστικήν; Ἐὰν θεωρῇ,
482ὅτι κακῶς διεξάγει ἡ νῦν ἔχουσα τὴν ἐντολὴν ταύτην Ἑ-
483ταιρία τὰ τῆς προμηθείας, δύναται ν’ ἀναθέσῃ αὐτὴν εἰς
484ἄλλην, ἀλλὰ μόνην Ἑταιρίαν ὀφείλει νὰ ἀποκλείσῃ ἀπὸ
485τοῦ ἔργου τούτου ἐκείνην, ἥτις διεξάγει τὰ τῆς διαχειρί-
486σεως.
487Ὡς πρὸς δὲ τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν, τί παρα-
488κινεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο σήμερον;
489Εἶναι σήμερον ἡ Βουλὴ τοσοῦτον ἐλευθέρα ἄλλης ἐργασίας,
490ὥστε νὰ δύνηται νὰ δώσῃ εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος
491τούτου τὴν προσοχὴν, ἥτις εἶναι ἀναγκαία; Φρονεῖ ἡ Κυ-
492βέρνησις, ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει δύναται νὰ προκα-
493λέσῃ συναγωνισμὸν πρὸς παραχώρησιν εἰς ἐργολαβίαν τῆς
494καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν; Νομίζει, ὅτι σήμερον ἀπέναντι
495τῶν παρασκευῶν τῆς Χώρας πρὸς ἔκτακτον ἐνέργειαν εἶναι
496πλειότερον ἢ ὅτι θὰ εἶνε βραδύτερον διατεθειμένοι οἱ κε-
497φαλαιοῦχοι ν’ ἀσχοληθῶσιν εἰς τοιαῦτα ζητήματα; Δὲν
498εἶναι ὀρθότερον, καὶ ἂν θεωρηθῇ ὅτι ἡ καλλιέργεια τῶν
499ἁλυκῶν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς ἐργολαβίαν πενταετῆ ἢ
500δεκαετῆ, νὰ γένηται τοῦτο ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁ-
501ποίαν οἱ κεφαλαιοῦχοι θέλουσιν ἔχει ἐστραμμένην
502τὴν προσοχὴν αὐτῶν εἰς Χώραν ἐν εἰρήνῃ παγίᾳ δια-
503τελοῦσαν καὶ μὴ διὰ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς φαινομένην
504ὡς παρασκευαζομένην εἰς πόλεμον; Δεσμεύοντες τὴν Χώ-
505ραν ἡμῶν σήμερον εἰς ἐργολαβίαν δεκαετῆ, ἀναντιῤῥήτως τὴν
506δεσμεύομεν εἰς αὐτὴν ὑπὸ ὅρους πολλῷ βαρυτέρους ἐκείνων,
507τοὺς ὁποίους ἤθελεν ἀπολαύσει, ἐὰν ἡ κατάστασις ἦτο πα-
508γίως εἰρηνική. Διατί δὲ παραχωροῦμεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν,
509εἰς ἣν παρεχωρήσαμεν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν πετρελαίων
510καὶ τῶν ἁλάτων, τὴν δεκαετῆ καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν
511καὶ τὴν πενταετῆ προμήθειαν τῶν πετρελαίων; Μήπως
512πράττομεν τοῦτο, ἵνα ἀποκτήσωμεν βελτίωσιν τῶν ὅρων, ὑπὸ
513τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀναδεχθῆ αὕτη πρὸς τὴν προκάτοχον
514Κυβέρνησιν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τῆς διαχειρίσεως τῶν πε-
515τρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων; Οὐχί· οὐδένα ὅρον βελτίονα
516ἀπεκτήσαμεν· τοὐναντίον, προσετέθησαν καὶ ὅροι ἐπιβα-
517ρυντικοί· εἰς τὰ τοῦ ἅλατος μάλιστα προσετέθη καὶ ὅρος
518ἐπιβαρύνων τὸ Δημόσιον διὰ 250 ἕως 300 χιλιάδων δραχ-
519μῶν κατ’ ἔτος ἐπὶ πλέον τῶν ἐν τῇ συμβάσει τῆς προ-
520κατόχου Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν σύμβασιν τῆς προκατό-
521χου Κυβερνήσεως, οἱ διαχειρισταὶ τῶν πετρελαίων καὶ ἁ-
522λάτων εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολαμβάνωσιν ½ τοῖς
523ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ πωλουμένου ἅλατος ἐν ταῖς κεντρικαῖς
524ἀποθήκαις, 4 δὲ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ πωλουμένου ἅλατος
525ἐν ταῖς εἰδικαῖς ἀποθήκαις. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐν ταῖς κεν-
526τρικαῖς ἀποθήκαις θὰ ἐπωλεῖτο τὸ ἥμισυ τοῦ ἅλατος—θὰ
527ἐπωλεῖτο δὲ πλειότερον τοῦ ἡμίσεος, διότι κατὰ τὸ σύ-
528στημα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὸ περιεχόμενον ἐν
529τῷ νομοσχεδίῳ τῷ παρ’ ἐκείνης ὑποβληθέντι περὶ συστά-
530σεως εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν, ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθή-
531καις ἐπωλεῖτο τὸ ἅλας κατὰ 3½ λεπτὰ εὐθηνότερον ἢ
532ἐν ταῖς εἰδικαῖς — ἐὰν, λέγω, τὸ ἥμισυ τοῦ ἅλατος θὰ
533ἐπωλεῖτο ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθήκαις, ποία θὰ ἦτο ἡ
534διαφορὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπελάμβανον οἱ συμ-
535βληθέντες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἡμίσεος λεπτοῦ πρὸς
536τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπολαμβάνωσιν ἤδη διὰ τῶν 4
537λεπτῶν; Εἰς 14,000,000 ὀκάδων ὑπελόγισεν ἡ Κυβέρ-
538νησις τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἅλατος κατ’ ἔτος· ἑπομένως
539εἰς 8,000,000 ἐὰν ὑπολογισθῇ ἡ κατανάλωσις τοῦ ἅλα-
540τος ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἀποθήκαις, ἀντὶ ½ λεπτοῦ θὰ ἐ-
541λάμβανον οἱ συμβληθέντες πρὸς τὸ Δημόσιον 40,000 δραχ-
542μῶν, ἐνῷ ἀντὶ 4 λεπτῶν θὰ λαμβάνωσιν ἤδη 320,000 δραχ-
543μῶν, ἑπομένως διαφορὰ 280,000 δραχμῶν, παρεχομένων εἰς
544αὐτοὺς διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως οὐ μόνον ἄνευ τινὸς
545ἀνταλλάγματος, ἀλλὰ κατόπιν προσθήκης ὠφελημάτων
546μεγίστων, κατόπιν τῆς παραχωρήσεως εἰς αὐτοὺς ἐπὶ 10
547ἔτη τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν καὶ ἐπὶ 5 ἔτη τῆς
548προμηθείας τοῦ πετρελαίου.
549Τοιαῦτα ἐξέθηκαν οἱ ὁμιλήσαντες κατὰ τῆς συμβάσεως
550καὶ ἄλλα, ἀλλ’ ὡς εἶπον, ὅσῳ σπουδαῖα καὶ ἂν ἦναι ταῦ-
551τα, καὶ βεβαίως σπουδαιότατα εἶναι τὰ ἀφορῶντα εἰς
552τὴν χορηγίαν 280,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου
553ἄνευ οὐδενὸς περαιτέρω ἀνταλλάγματος, τὰ ἀφορῶντα
554εἰς τὴν κατάργησιν παντὸς ἐλέγχου μεταξὺ τοῦ προμη-
555θεύοντος τὸ πετρέλαιον καὶ τοῦ διαχειριζομένου, μεταξὺ
556τοῦ καλλιεργοῦντος τὰς ἁλυκὰς καὶ τοῦ διαχειριζομένου
557τὸ ἅλας, καί τοι σπουδαιότατά εἰσι ταῦτα, οὐχ ἧτον θὰ
558ἀπεῖχον ἴσως καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἀπὸ πάσης συ-
559ζητήσεως, ἐὰν μὴ ἐθεώρουν, ὅτι ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης
560ἐξήρτηται ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου καὶ ὅτι ἔπρε-
561πεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ πράξῃ πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ, ἵνα κα-
562τορθώσῃ νὰ ματαιώσῃ τὴν σύμβασιν ἵνα κατορθώσῃ νὰ
563ἐπιφυλαχθῇ τὸ μέσον τοῦτο πρὸς πραγματοποίησιν δανείου.
564Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς τρίτης συζη-
565τήσεως τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν νομοσχεδίου ὑπέβα-
566λεν εἰς τὴν Βουλὴν ἕτερον νομοσχέδιον, εἰπὼν, ὅτι διὰ
567τούτου ἱκανοποιεῖται ἡ γνώμη τῶν φρονούντων, ὅτι πρέ-
568πει νὰ διατεθῶσι τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων
569καὶ τῶν ἁλάτων πρὸς εὕρεσιν δανείου, ἤδη δὲ συζητοῦμεν
570περὶ τοῦ νέου τούτου νομοσχεδίου. Καὶ πρῶτον ἡμῶν ἔρ-
571γον εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τῷ ὄντι διὰ τοῦ νομοσχεδίου
572τούτου ἱκανοποιῆται ἡ γνώμη τῶν ἐχόντων τοιαύτην ἀ-
573ξίωσιν· διότι, ἐὰν ἱκανοποιῆται, καί τοι μεγάλη ἡ ζημία, ἡ
574προερχομένη ἐκ τοῦ κακοῦ καταρτισμοῦ τῆς συμβάσεως,
575τοσαύτη ὅμως εἶναι ἡ ἀνάγκη μεταλλικοῦ χρήματος ὥστε
576καὶ τὴν ζημίαν, τὴν ἐκ τοῦ τοιούτου καταρτισμοῦ τῆς
577συμβάσεως, θεωρῶ ἐλαφροτάτην ἀπέναντι τῆς ἐπιτυχίας τοῦ
578σκοποῦ τῆς πραγματοποιήσεως δανείου καὶ τῶν ὠφελειῶν,
579τὰς ὁποίας τὸ ἐκ τοῦ δανείου κεφάλαιον θέλει παράσχει εἰς
580τὴν Πολιτείαν. Πᾶσαι αἱ σκέψεις ἡμῶν περὶ τῆς συμβάσεως,
581πᾶσαι αἱ σκέψεις ἡμῶν περὶ τῶν διαφορῶν μεταξὺ τῆς ὑπὸ
582τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑποβληθείσης συμβάσεως καὶ τῆς
583ὑποβληθείσης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως οὐδεμίαν
584ἔχουσι σημασίαν, ὅταν διὰ τῆς τοιαύτης συμβάσεως προσ-
585αποκτᾶται καὶ δάνειον, ὁποίου ἔχομεν σήμερον ἀνάγκην.
586Ἀλλὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον πληροῖ τὸν ὅρον τοῦ-
587τον; Ἐξαρτᾷ τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως ἐκ τῆς πραγματο-
588ποιήσεως δανείου; Πᾶν ἄλλο εὑρίσκομεν ἐν τῷ ὑποβληθέντι
589νομοσχεδίῳ ἢ τὴν ἰδέαν ταύτην, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἡ δυ-
590ναμένη νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς θεωροῦντας, ὅτι τὰ τῆς δια-
591χειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ ἁλάτων δὲν πρέπει νὰ δια-
592τεθῶσιν εἰμὴ μόνον ἀπέναντι ἐπαρκοῦς δανείου. Ἡ σύμ-
593βασις ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν
594νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, ὡς ἔχει, ἐπ’ ὀνόματι τῶν μετ’
595αὐτῆς συμβληθέντων ἄνευ δανείου. Ἤρκει αὕτη ἡ διάτα-
596ξις τοῦ 1 ἄρθρου, ὡς ἐκθέτω αὐτὴν, ἵνα παραστήσῃ τὸ νο-
597μοσχέδιον τοῦτο ὡς οὐδόλως ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν
598ἀπαίτησιν πρὸς ἧς τὴν θεραπείαν εἰσήχθη· ἀλλ’ ὅταν τὸ
599ἄρθρον 1 ἐξετασθῇ ὡριμώτερον, θέλετε ἴδει, ὅτι δι’ αὐ-
600τοῦ πάντα τὰ ἄλλα ἄρθρα καθίστανται μάταια, ὅτι οὐδὲν
601ἄλλο ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἡ Κυ-
602βέρνησις διεπραγματεύθη τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέ-
603γραψεν, ὅπως ὑπέγραψαν αὐτὴν καὶ οἱ μετ’ αὐτῆς συμβλη-
604θέντες· ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἀρτία, συμβαίνει μάλιστα
605νὰ μὴ γίνηται ἐν αὐτῇ λόγος καὶ περὶ τῆς κυρώσεως τῆς
606Βουλῆς, ὅπως ἐγίνετο λόγος ἐν τῇ συμβάσει τῆς προκα-
607τόχου Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοῦτο ὑποθέτω εἶναι ἁπλῆ πα-
608ράλειψις τῆς ὑπηρεσίας, καί τοι δὲ δὲν ἀναφέρεται, ἐννοεῖ-
609ται ὅτι ὑποτίθεται ὑπάρχουσα, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει
610ἐξουσίαν, ἵνα ἄνευ τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς ὑπογράψῃ
611τοιαύτην σύμβασιν· εἰς τὴν Βουλὴν ἄρα ἀνήκει ν’ ἀφαιρέσῃ
612ἀπὸ τῆς συμβάσεως ταύτης τὸ ἄρτιον. Ἡ σύμβασις εἶναι
613ἀρτία, ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησε πρὸς τοὺς ἀναλαβόντας
614τὴν διαχείρισιν ὑπὸ τοὺς ἐν τῇ συμβάσει ὅρους τὴν παρα-
615χώρησιν εἰς αὐτοὺς τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς πωλήσεως
616τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, οὗτοι δὲ ἐδήλωσαν, ὅτι
617ἀναλαμβάνουσιν αὐτὴν, ἀφοῦ δ’ ἐτέθησαν ὑπὸ τὸ ἔγγρα-
618φον αἱ ὑπογραφαὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν πρὸς αὐτὴν
619συναλλαττομένων, εἶναι πλῆρες τὸ συμβόλαιον. Τὸ συμβό-
620λαιον ὅμως τοῦτο δύναται νὰ καταστῇ ἄκυρον, ἐὰν ἡ Βου-
621λὴ δηλώσῃ τοῦτο· εὐθὺς ὅμως ὡς ἡ Βουλὴ ἐπιτρέψῃ εἰς
622τὴν Κυβέρνησιν νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, πῶς εἶναι δυνα-
623τὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς μετ’ αὐτῆς συμβλη-
624θέντας, ὅτι, λαβοῦσα ἤδη παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν,
625ἵνα κυρώσω ὅ,τι πρὸς ὑμᾶς συνεφώνησα, δὲν ἐκτελῶ ἐκεῖνο
626τὸ ὁποῖον πρὸς ὑμᾶς ὑπεσχέθην;
627§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσω-
628τερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει τὴν ἄδειαν ταύτην ὑπὸ
629ὅρον.
630§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λέ-
631γει, ὅτι λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄδειαν ταύτην ὑπὸ ὅρον.
632Ἐὰν τὸ ἄρθρον περιεῖχέ τι περὶ ὅρου δὲν ἤθελον ὑποβάλει
633εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παρατήρησιν ταύτην· ἄνευ οὐδενὸς ὅρου
634τὸ ἄρθρον 1 λέγει: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
635κυρώσῃ τὴν σύμβασιν». Ἡ Κυβέρνησις ἄρα, εὐθὺς ὡς τὸ νο-
636μοσχέδιον τοῦτο γένηται νόμος, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ κυρώσῃ
637αὐτήν, διότι διὰ τῆς ὑπογραφῆς της ὑπεσχέθη πρὸς τοὺς
638συμβληθέντας νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διατάξεις αὐτῆς· ἑπομένως
639τὸ ἄρθρον 2, τὸ λέγον, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
640ἵνα μὴ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, καὶ μὴ κυροῦσα αὐτὴν νὰ πρά-
641ξῃ ὅσα τὸ ἄρθρον 2 ἀναφέρει, τὸ 2 ἐκεῖνο ἄρθρον οὐδεμίαν ἔχει
642σημασίαν. Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 τροποποιεῖται, ὑ-
643ποθέτω ὅτι τὸ ἄρθρον 1 καταργεῖται, διότι βεβαίως τοῦτο
644πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, ἐὰν ὅσα εἶπον περὶ τῆς συμβά-
645σεως ἦναι πραγματικὰ, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη δανείου, καὶ ἐὰν
646δάνειον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θέλει πραγματοποιη-
647θῆ εἰμὴ μόνον διὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως τοῦ
648πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1, ὡς ἔχει, καὶ
649ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι κατ’ αὐτὸ εἶναι ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ κυ-
650ρώσῃ ἢ νὰ μὴ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, ἐνῷ, ὡς προεῖπον, εἶ-
651ναι ὑπόχρεως νὰ κυρώσῃ αὐτὴν, ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ Βουλὴ
652ἀναγνωρίζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα καὶ ἄνευ τῆς
653συνομολογήσεως δανείου νὰ παραχωρήσῃ εἰς τοὺς μετ’ αὐ-
654τῆς συμβληθέντας τὰ τῆς διαχειρίσεως ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῖς
655ἐν τῇ συμβάσει. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ πράξῃ
656τοῦτο, ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην δανείου, καὶ
657ὅτι δάνειον δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν εἰμὴ μόνον διὰ
658τῆς διαχειρίσεως ταύτης; Βεβαίως οὐχί· ἑπομένως τὸ ἄρ-
659θρον 1 κατ’ ἐμὲ δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
660Ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ ἄρθρον 1 καταργηθῇ, ἐξεταστέον τὸ ἄρ-
661θρον 2. Τὸ ἄρθρον 2 ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πα-
662ραχωρήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν
663ἁλάτων εἰς Ἑταιρίαν, ἥτις ἤθελεν ἀποδεχθῆ τοὺς ὅρους
664τοὺς ἐν τῇ συμβάσει· ἐπιτρέπει προσέτι νὰ παραχωρήσῃ εἰς
665Ἑταιρίαν ἐπὶ οἱοισδήποτε ὅροις τὴν μίσθωσιν τοῦ μονοπω-
666λίου τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, ἀρκεῖ ἐν τῇ πρώτῃ
667καὶ τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει ἡ Ἑταιρία νὰ συνομολογήσῃ
668ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως δάνειον.
669Τί προσεδοκῶμεν ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης ὡς πρὸς τὸ
670δάνειον; Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς κυβερνητικὰς ἐκθέ-
671σεις καὶ τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένα, βλέπομεν
672ὅτι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι ἐκ τοῦ πετρελαίου οἱ διαχειρι-
673σταὶ θέλουσιν ἔχει ἐν χερσὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους τε-
674τάρτου 400,000 δραχμῶν, ἐκ τοῦ ἅλατος ἐπὶ 14,000,000
675ὀκάδων πρὸς 20 λεπτὰ, ὅτι θέλουσιν ἔχει 2,800,000 δραχ-
676μῶν, ἐκ δὲ τῶν πυρείων καὶ τῶν παιγνιοχάρτων 800,000· ἐν
677ὅλῳ ἄρα 7,800,000 δραχμῶν. Ὁ δανείζων εἰς τὴν Κυβέρνη-
678σιν ἀπέναντι τῶν προσόδων τούτων δὲν εὑρίσκεται εἰς οἵαν θέ-
679σιν διατελεῖ ὁ δανείζων ἐπὶ τῇ γενικῇ πίστει τῆς Ἑλλάδος,
680ἢ ὁ δανείζων ἐπὶ εἰδικῇ ἐγγυήσει καὶ περιμένων ἐκ τοῦ Δη-
681μοσίου Ταμείου τὴν πληρωμὴν τῶν παρὰ τοῦ Κράτους εἰσ-
682πραττομένων. Ἐνταῦθα διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς διαχειρί-
683σεως τῶν μονοπωλίων πρὸς τὸ δάνειον ὁ δανείζων κατέχει
684αὐτὸς τὴν ἐγγύησιν, ἤτοι τὴν πρόσοδον, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ
685ἀπεκδέχηται παρ’ αὐτοῦ τὴν πληρωμὴν τοῦ τυχὸν περισσεύ-
686ματος μετὰ τὴν ἀπότισιν τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δα-
687νείου ἀπαιτουμένων. Δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ δυ-
688σκολία πρὸς εὕρεσιν δανείου, ὅταν τοιαῦτα προσφέρωμεν. Ὁ
689μὴ ἀρκούμενος εἰς τὴν ἀναγραφὴν εἰδικῆς ἐγγυήσεως ἐκ Τε-
690λωνιακῶν ἢ ἄλλων προσόδων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰσπραττο-
691μένων ἄλλως θέλει σκεφθῇ, ὅταν πρόκηται αὐτὸς νὰ εἰσ-
692πράξῃ τὸ ἀντίτιμον τῆς πωλήσεως εἴδους, τὸ ὁποῖον εἰς μό-
693νον αὐτὸν ἐπιτρέπεται νὰ πωλῇ ἐπὶ ὡρισμένοις ὅροις· οὗ-
694τος εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐρχομένου εἰς τὴν Ἑλλάδα,
695ὅπως ἀγοράσῃ κτῆμα ἢ ἄλλην περιουσίαν παρὰ τοῦ Δημοσίου
696ἢ παρ’ ἰδιώτου. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἐὰν
697τὸ Δημόσιον προσφέρῃ εἰς κεφαλαιοῦχον κτῆμα ἢ περιουσίαν
698ἄλλην πρὸς πώλησιν, οὗτος δὲν θὰ ἐξετάσῃ τὶς ἡ πίστις τοῦ
699Δημοσίου, ἵνα ἀγοράσῃ τὸ κτῆμα ἢ τὴν περιουσίαν, ἀλλὰ τὶς
700ἡ ἀξία τῆς περιουσίας αὐτῆς, περιουσία δὲ εἶναι ἡ ἀπο-
701κλειστικὴ πώλησις τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος. Ταύτην
702προσφέρον τὸ Δημόσιον εἰς τὸν δυνάμενον καὶ τὸν πρόθυμον
703νὰ δανείσῃ, πρέπει νὰ ζητήσῃ ἀντ’ αὐτῆς δάνειον ἀνάλογον
704πρὸς τὸ προσφερόμενον, ἂν ἔχῃ ἀνάγκην αὐτοῦ. Τίνος δα-
705νείου ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις, τὸ ἠκούσαμεν παρ’ αὐτῆς
706διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐ-
707ψηφίσαμεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἔχει ἀνάγκην δανείου ὀνο-
708ματικοῦ 100,000,000. Ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον
709παραχωρεῖ εἰς τὸν δυνάμενον νὰ δανείσῃ, πρὸς ποῖον δάνειον
710ἀντιστοιχεῖ; Εἶναι ἱκανὴ, ἵνα καλύψῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας
711τοιούτου δανείου, ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ; Βεβαίως εἶ-
712ναι ἱκανὴ νὰ καλύψῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας δανείου πολὺ ἀνω-
713τέρου· τὸ ποσὸν, τὸ παρεχόμενον ἐτησίως εἰς τὸν δα-
714νειστὴν, εἶναι κατὰ τὰς σημειώσεις τῆς Κυβερνήσεως 7,
715800,000 δραχμῶν· τὸ ποσὸν τοῦτο, προκειμένου περὶ περι-
716ουσίας διδομένης εἰς αὐτὸν καὶ κατακρατουμένης ὑπ’ αὐ-
717τοῦ ἀντιστοιχεῖ πρὸς δάνειον πραγματικὸν 100,000,000,
718ἐνῷ ἡμεῖς ζητοῦμεν ὀνοματικὸν δάνειον 100,000,000,
719ὥστε διὰ τοῦ πόρου τούτου δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν
720ἅπαν τὸ δάνειον, οὗτινος ἔχομεν ἀνάγκην, τὸ δάνειον δι’
721οὗ θέλομεν πραγματοποιήσει τὸ ἐξωτερικὸν πρόγραμμα, τὸ
722δάνειον δι’ οὗ θέλομεν ἀνορθώσει τὴν ἐσωτερικὴν κυκλο-
723φορίαν τοῦ νομίσματος, καὶ ἑπομένως πᾶσαν τὴν συναλλα-
724γὴν τῆς Χώρας. Δὲν ἐπιτρέπεται ἄρα νὰ ψηφίσωμεν Νό-
725μον περιέχοντα ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως χορη-
726γήσῃ τὰ ὠφελήματα τοῦ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν δύο
727μονοπωλίων ἄλλως ἢ ἀντὶ δανείου ἴσου πρὸς τὸ ποσὸν,
728τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον τῶν 100,000,000 δραχμῶν
729ὀνοματικῶν. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέβαλε Νομοσχέδιον,
730διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρα-
731χωρήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν
732ἁλάτων ἀντὶ δανείου ἀορίστως, τουτέστι καὶ ἀντὶ δανείου
733100,000 δραχμῶν, καὶ ἀντὶ δανείου 1,000,000 καὶ ἀντὶ
734δανείου 10,000,000. Ψηφιζομένου τοῦ Νομοσχεδίου, οὐδὲν
735τὸ κωλύον ὅπως ἀκούσωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι
736αὐτοὶ οὗτοι οἱ συμβληθέντες συνῄνεσαν ὅπως δανείσωσιν εἰς
737αὐτὴν 2,000,000 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως ὅτι ἐπληρώθη καὶ
738ὁ ὅρος τοῦ 2 ἄρθρου.
739Ἡ Βουλὴ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ
740τὴν παραχώρησιν τῆς διαχειρίσεως τῶν μονοπωλίων τοῦ
741πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, ἐὰν μὴ πραγματοποιηθῇ ἀπέ-
742ναντι αὐτῶν δάνειον ὀνοματικὸν 100,000,000 δραχμῶν·
743πρὸς ταύτην τὴν ἀπαίτησιν τὸ ἄρθρον 2 οὐδόλως ἀντα-
744ποκρίνεται· οὐ μόνον δὲν θέτει τὸ κατώτατον ὅριον εἰς τὰ
745100,000,000, οὐδὲ πλησιάζει εἰς αὐτά, ἀλλ’ οὐδὲν θέτει
746ὅριον. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι καὶ ἀνάγκη νὰ ἐπιτρέψω-
747μεν πάντα ὅσα τὸ ἄρθρον 2 περιλαμβάνει, ἵνα εὑρεθῇ τὸ
748δάνειον τῶν 100,000,000. Οἱ δανείσοντες θέλουσι ζητή-
749σει τὴν διαχείρισιν, τὴν ἀποφέρουσαν ἐτησίως τὰ 7,800,
750000 δραχμῶν· θέλουσι ζητήσει, ὅπως τὸ ποσὸν τοῦτο εἰ-
751σπράττηται παρ’ αὐτῶν, εὐθὺς δὲ ὡς ἀποκτήσωσι τοῦτο,
752ἔχουσι πᾶν ὅ,τι τοῖς ἀναγκαιοῖ εἰς ἐξασφάλισιν κατὰ παν-
753τὸς κινδύνου μὴ πληρωμῆς τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
754παρ’ αὐτῶν συνομολογηθέντος δανείου ἀναγκαίων χρημά-
755των. Πάντα τἆλλα εἶναι περιττά· περιττὸν εἶναι νὰ δοθῇ
756εἰς αὐτοὺς ἡ προμήθεια τῶν πετρελαίων, περιττὸν εἶναι
757νὰ τοῖς δοθῇ ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν· ταῦτα δὲν ἀπο-
758τελοῦσι διαχείρισιν. Οὕτω δὲ διατηρεῖται ἀκέραιον τὸ δι-
759καίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διαθέσῃ τὰ τῶν ἁλυκῶν
760ἐν ὥρᾳ εὐθέτῳ, ἐνῷ ἡ σημερινὴ ὥρα δὲν εἶναι εὔθετος πρὸς
761τὴν λύσιν τοιούτων ζητημάτων, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ
762καταγίνωμεν εἰς τοιαῦτα θέματα, ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδυνά-
763μεθα δὲν εἶναι ἡ ὥρα εὔθετος εἰς τὸν συναγωνισμὸν, ὁ ὁποῖος
764εἶναι ἀναγκαῖος πρὸς τὴν ἐπωφελῆ πραγματοποίησιν τοῦ
765μέτρου, τὸ ὁποῖον ἤθελε διαῤῥυθμισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς,
766ἀφοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ ἐλπίδα ὅτι τὰ κεφάλαια θέ-
767λουσι σπεύσει νὰ ἔλθωσιν εἰς Χώραν ἐπαγγελλομένην ὅτι
768ἑτοιμάζεται εἰς πόλεμον. Δὲν εἶναι ἄρα ἀνάγκη νὰ ληφθῇ
769σήμερον μέτρον περὶ καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν καὶ περὶ
770προμηθείας πετρελαίων, ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ δοθῇ διὰ τοῦ Νό-
771μου ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παραχωρήσῃ τὰ τῆς
772διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου καὶ ἅλατος εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἥτις
773θὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὴν δάνειον ὀνοματικὸν 100,000,000
774δραχμῶν ἐπὶ ὅροις ἐν ἄλλῳ Νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένοις.
775Τὸ ἄρθρον 2 ὁμιλεῖ καὶ περὶ μισθώσεως μονοπωλίου. Καὶ
776τὸ μονοπώλιον πληροῖ τοὺς ὅρους, οὓς πληροῖ καὶ ἡ ἁπλῆ
777διαχείρισις, ἀλλ’ ἐὰν θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ περιληφθῶσιν
778ἐν τῷ Νόμῳ τὰ περὶ μονοπωλίου, πρέπει νὰ καθορι-
779σθῶσι κατά τι τὰ περὶ αὐτοῦ τοὐλάχιστον χρονικῶς· διότι
780τὸ ἄρθρον 2 ὁμιλεῖ περὶ μισθώσεως μονοπωλίου ἀορίστως,
781δύναται ἄρα ἡ μίσθωσις νὰ εἶνε πενταετὴς ἢ δεκαετὴς
782κατὰ τὰ χρονικὰ ὅρια τῆς ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν συμβάσεως, δύνα-
783ται νὰ εἶνε τριακονταετὴς κατὰ τὰ ἐν τῇ συμβάσει τοῦ
7841881, δύναται δὲ νὰ ᾖ καὶ πολλῷ μακροχρονιωτέρα.
785Περὶ τούτου πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια· ἀλλ’ ἐὰν πρόκη-
786ται περὶ πραγματοποιήσεως δανείου, δυνάμεθα νὰ παραδε-
787χθῶμεν ὅρους λίαν εὐρεῖς· διότι ἀπέναντι τῆς πραγματο-
788ποιήσεως δανείου αἱ ζημίαι, ἃς θέλομεν ὑποστῆ, ἐξαγο-
789ράζονται ἐκ τῶν ἀγαθῶν, τῶν ἐκ τῆς προσκτήσεως σήμερον
790μεταλλικοῦ κεφαλαίου.
791Τὸ ἄρθρον 2 οὐδόλως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν,
792τὸν παρ’ ἡμῶν ἐπιδιωκόμενον. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἀν-
793ταποκρίνεται μόνον ἄρθρον ἀπαγορεῦον τὴν παραχώρησιν
794τῆς διαχειρίσεως τῶν πετρελαίων καὶ τῶν ἁλάτων ἐπ’ ἄλ-
795λοις ὅροις, ἢ μόνον ἐπὶ τῇ πραγματοποιήσει δανείου ἐπαρ-
796κοῦς πρὸς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας. Τοῦτο πρέπει νὰ περι-
797λαμβάνῃ τὸ νομοσχέδιον.
798Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περιέχει καὶ 3 ἄρθρον, κατὰ
799τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ὅσῳ δὲν ἀπο-
800φασίσῃ τί θέλει πράξει κατὰ τὸ ἄρθρον 1 καὶ κατὰ τὸ
801ἄρθρον 2 — δύναται δὲ νὰ διατελῇ ἀναποφάσιστος ἐφ’ ὅ-
802σον χρόνον θέλει — νὰ παραχωρήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως
803τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος καὶ τὰ τῆς καλλιεργείας
804τῶν ἁλυκῶν εἰς τὴν τοιαύτην ἢ ἄλλην Ἑταιρίαν ὑπὸ οἱ-
805ουσδήποτε ὅρους. Εὐλόγως δ’ ἤθελέ τις ἐρωτήσει ἄν, προ-
806κειμένου περὶ προσωρινῆς συμφωνίας, δικαιολογεῖται ἡ πα-
807ραχώρησις εἰς ἐργολαβίαν τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν·
808Ἡ ἐργολαβία τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν προϋποθέτει
809χρονικὴν διάρκειαν ἱκανήν. Ἡ Ἑταιρία, ἡ κατὰ τὸ 1881
810συμβληθεῖσα, ἐζήτησε 30 ἐτῶν διάρκειαν· ἡ νῦν ζητεῖ 10
811καὶ ἵνα παραιτηθῇ πρὸ τῆς δεκαετίας ζητεῖ ἀποζημίωσιν.
812Πῶς ἄρα εἶναι δυνατὸν διάταξις, κανονίζουσα προσωρινῶς
813τὰ περὶ τούτων, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πα-
814ραχωρήσῃ εἰς ἐργολαβίαν τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν;
815Τοιαῦται ἄδειαι, ὁποίας περιέχει τὸ ἄρθρον 3, ἐξέρχονται
816τῶν ὁρίων, ἅτινα ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ὀφείλει νὰ δια-
817γράφῃ εἰς ἑαυτήν, ὁσάκις δίδει ἐντολὰς εἰς τὴν Ἐκτελε-
818στικήν.
819Τὸ νομοσχέδιον ἄρα τὸ ὑποβληθὲν οὐδόλως ἀνταπο-
820κρίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπαγγέλλεται. Τὸ ἄρθρον 1
821ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παραχωρήσῃ τὰ τῆς
822διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος εἰς τοὺς
823μεθ’ ὧν συνεβλήθη ἄνευ δανείου, ὡς δὲ ἐξήγησα οὐ μόνον
824ἐπιτρέπει τοῦτο, ἀλλὰ καὶ καθιστᾷ τὴν παραχώρησιν ἀ-
825ναπόδραστον, διότι εὐθὺς ὡς λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄ-
826δειαν, εἶναι ὑπόχρεως ν’ ἀναγνωρίσῃ ὑπὲρ τῶν συμβληθέν-
827των μετ’ αὐτῆς τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως. Τὸ ἄρθρον 2
828δὲν προσδιορίζει ποσὸν δανείου ἀνάλογον πρὸς τὴν ἐτησίαν
829πρόσοδον τῆς διαχειρίσεως τῶν δύο μονοπωλίων, οὔ τι-
830νος ἡ συνομολόγησις νὰ συνδέηται ἀῤῥήκτως πρὸς τῆς
831διαχειρίσεως ταύτης τὴν παραχώρησιν. Τὸ δὲ ἄρθρον
8323 λύει ὁλοσχερῶς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ
833τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος τῇ ἐπιτρέπει νὰ παραχω-
834ρήσῃ τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν ἁλά-
835των καὶ τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν ἐπὶ οἱοισδήποτε
836ὅροις.
837Τοιαύτας διατάξεις, κύριοι, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ
838ἐπετρέπετο εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ. Ἐν ταῖς σημερι-
839ναῖς δὲ περιστάσεσιν, ὅτε ὕπατον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ
840φροντὶς περὶ τῆς διεξαγωγῆς τῆς Ἐθνικῆς ὑποθέσεως, δὲν
841δύναται αὕτη ἄνευ παραγνωρίσεως τῆς κυριωδεστάτης αὑ-
842τῆς ἐντολῆς νὰ δώσῃ ψῆφον ὑπὲρ τοῦ ὑποβληθέντος νο-
843μοσχεδίου.
844§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὀπτικὴ κατώρθω-
845σε νὰ ἀνεύρῃ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ παραστή-
846σῃ εἰς τὸν ὀφθαλμὸν τὰ ἀντικείμενα πολλῷ μεγαλείτερα
847ἢ ὅσον ὑπάρχουσιν ἐν τῇ φύσει. Δύναται δέ τις νὰ ἀνεύρῃ
848ἐν τοῖς ἐργοστασίοις, ἐν οἷς κατασκευάζονται τὰ ὄργανα, τὰ
849ὑπὸ τῶν ὀπτικῶν ἐπινοηθέντα, διάφορα τοιαῦτα ὄργανα,
850ἐκ τῶν ὁποίων, ἄλλα μὲν νὰ παριστῶσι τὰ ἀντικείμενα τὰ
851ἐν τῇ φύσει μεγαλείτερα τῶν πραγματικῶν κατὰ ὡρισμένον
852ἀριθμὸν δυνάμεως, ἄλλα δὲ κατὰ μείζονα ἀριθμὸν δυνά-
853μεως. Ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ θέλοντος νὰ προ-
854μηθευθῇ τοιαῦτα νὰ ἐκλέξῃ ἐκεῖνο τὸ ὄργανον, τοῦ ὁποίου
855ἔχει ἀνάγκην, ἀναλόγως τῆς μεγεθύνσεως, τὴν ὁποίαν ἐπι-
856θυμεῖ νὰ ἔχῃ.
857Δύναται δέ τις νὰ ἐρωτήσῃ μήπως καὶ ἡ διαλεκτικὴ
858κατώρθωσεν ὅ,τι κατορθώνει ἡ βιομηχανία τῆς ὀπτικῆς;
859Ἂν δ’ ἦτο σήμερον παρεστὼς ἐν τῇ Βουλῇ ὁ τοιαύτην δυ-
860νάμενος νὰ ἀπευθύνῃ ἐρώτησιν, ἤθελεν αἰσθανθῆ μείζονα
861ἔκπληξιν, καὶ ἤθελεν ἀναζητήσει μάτην νὰ ἀνεύρῃ τὰς
862σχέσεις τῶν συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ
863Μεσολογγίου κατήγαγε, πρὸς τοὺς ἰσχυρισμοὺς καὶ τὰ
864ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῶν συμπερα-
865σμάτων του τούτων.
866Πῶς ἠδύνατο νὰ μὴ ἐκπλαγῇ ἀκούων, ὅτι μία τῶν αἰ-
867τιῶν, αἵτινες κατέστησαν δύσκολον τὴν εὕρεσιν καὶ τὴν
868συνομολόγησιν δανείου, καὶ ἴσως μία τῶν αἰτιῶν, ἡ
869μᾶλλον ἐπηρεάσασα, ἦτο τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολο-
870γίας τοῦ εἰσοδήματος τῶν κινητῶν κεφαλαίων, καὶ ἰδίως
871αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα ἐπὶ ἀμφισβητήσεως συμ-
872βάσης μεταξὺ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κραναίας καὶ τοῦ κ.
873βουλευτοῦ ἐκ Χαλκίδος περὶ τῆς ἐννοίας ἑνὸς τῶν ἄρθρων
874τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου! Ἓν μόνον παρελείφθη νὰ λεχθῇ
875σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ ἠπό-
876ρησα πῶς δὲν ἐλέχθη, διότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἄλλοτε πολλά-
877κις ἐποιήσατο χρῆσιν τοιούτου ἐπιχειρήματος· ἓν μόνον δὲν
878ἐλέχθη, ὅτι, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον ἐδήλωσεν ὅτι δὲν σκοπεῖ
879νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν συζήτησιν τοῦ νομο-
880σχεδίου ἐκείνου, ἀνεβιβάσθησαν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις αἱ
881τιμαὶ τῶν ἐθνικῶν χρεωγράφων, αἵτινες εἶχον ἐκπέσει μόλις
882εἶχε γνωσθῆ ὅτι εἰσήχθη τοιοῦτον νομοσχέδιον, καὶ ὅτι τοι-
883αύτην εἶχεν ἀνακοινώσει γνώμην ἐπὶ τῆς διαφωνίας τῶν
884κκ. βουλευτῶν.
885Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τοιοῦτον ἐπιχείρημα εἶχεν ἐπικαλεσθῆ
886ἄλλοτε. Τότε εἶπεν ὅτι εὐθὺς ὡς ἐγνώσθη ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι ὁ
887κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶχεν ἀναβιβασθῆ ἐπὶ τὴν
888Ἀρχὴν, τὰ χρεώγραφα τὰ Ἑλληνικὰ εἶχον ὑπερτιμηθῆ πέραν
889τῆς προσηκούσης τιμῆς, καὶ ὅτι εὐθὺς ὡς ἐγνώσθη ὅτι κα-
890τῆλθε τῆς Ἀρχῆς, καὶ μάλιστα ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος ἀνεβι-
891βάσθη ἐπ’ αὐτῆς, καθολικὴ τότε ἐπῆλθε πτῶσις τῆς τιμῆς
892τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις. Δὲν
893γνωρίζω ἂν τοιαῦται διακυμάνσεις συνέβησαν ἐν τοῖς Χρη-
894ματιστηρίοις ἐκ τῶν τελευταίων ἐν τῇ Βουλῇ γενομένων,
895καὶ ἂν ἐπῆλθεν ὑποτίμησις τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων,
896ὅταν εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν κινη-
897τῶν κεφαλαίων, καὶ μάλιστα ὅταν, ἵνα διαλύσω τὴν διαφω-
898νίαν τοῦ κ. Βαλσαμάκη καὶ τοῦ κ. Καλογεροπούλου, εἶπον
899εἰς αὐτοὺς τί ὁ δικαστικὸς σύμβουλος μοὶ εἶχεν εἰπεῖ περὶ
900τῆς ἐννοίας διατάξεώς τινος τοῦ νόμου. Δὲν γνωρίζω ἐὰν
901ἀνετιμήθησαν τὰ χρεώγραφα, ἀφοῦ ἐδήλωσα εἰς τὴν Βου-
902λὴν, ὅτι δὲν σκοπῶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νο-
903μοσχεδίου· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν γνωρίζω τοῦτο, διότι δὲν μᾶς
904ἐπληροφόρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ἔμαθον ὅμως
905παρ’ αὐτοῦ, διότι ἔσπευσε νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ὅτι τὸ
906διάβημα ἐκεῖνο τῆς Κυβερνήσεως ἀπήλειψε πᾶσαν ἐλπίδα
907περὶ εὑρέσεως δανείου, καὶ ἂν δὲν συνέβαινε νὰ ὑπάρχῃ τὸ
908μονοπώλιον τοῦ πετρελαίου ἦτο πλήρης ἀπελπισία. Καὶ
909ἡ ἀπελπισία ἦτο μεγαλειτέρα καθ’ ὅσον ἡ Βουλὴ καὶ ἡ
910πλειονοψηφία αὐτῆς δὲν τυγχάνουσι διατεθειμέναι νὰ προβῶ-
911σιν εἰς ἄλλην γεναίαν ἀπόφασιν. Τὰ πρὸς δανεισμὸν προω-
912ρισμένα κεφάλαια, μᾶς εἶπεν, ἔχουσιν ἀνάγκην ἐγγυήσεως,
913καὶ ἡ πρωτίστη τούτων εἶναι νὰ ἔχωσι τὴν βεβαιότητα,
914ὅτι θέλουσι πληρόνεσθαι οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια. Ἀλ-
915λὰ διὰ νὰ ἦναι τὰ κεφάλαια βέβαια, πρέπει οἱ δανει-
916σταὶ νὰ εἰσπράττωσι τὰ ἔσοδα ταῦτα μόλις ἐξερχό-
917μενα τῆς πηγῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ἀναβλύζουσιν. Ἀλλὰ
918ποῦ νὰ εὕρωσι πλέον ἔσοδα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα θέλουσι
919δύνασθαι νὰ λαμβάνωσιν ἀμέσως, ἀφοῦ ὁ νόμος περὶ
920κοπτηρίων κατηργήθη; Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐὰν εἴμεθα σήμερον
921ἐν δυσκολίᾳ νὰ εὕρωμεν δάνειον, ἂν ἀπαντῶμεν δισταγμοὺς,
922ἂν ἴσως προβάλλωνται ὅροι μὴ προσήκοντες, μετὰ τὰ εἰρη-
923μένα ἕπεται, ὅτι πταίει ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, καὶ ἴσως
924ὁ ἐντειλάμενος εἰς αὐτὴν τοιοῦτον φρόνημα Ἑλληνικὸς λαός.
925Ἐὰν δὲν συνέβαινεν ὅ,τι συνέβη τὴν 7 Ἀπριλίου καὶ ἂν
926ἡ Βουλὴ πέρυσι δὲν ἤθελε μεταβάλει τὸ σύστημα τῆς
927φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τώρα ἠθέλομεν ἔχει τὰ κοπτήρια
928καὶ διὰ τοῦ τοιούτου συστήματος ἠθέλομεν ἔχει πρόχειρα
929τὰ ἐκ τῶν ἐσόδων ἀναβλύζοντα χρήματα.
930Δὲν γνωρίζω ἂν δύναταί τις νὰ σπουδαιολογήσῃ, λέγων
931ταῦτα, καὶ ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἴς τινα ὁμιλοῦντα πρὸς
932τὴν Βουλὴν τῆς πατρίδος νὰ λησμονῇ τὰς αἰτίας, διὰ τὰς
933ὁποίας τὰ κεφάλαια διστάζουσι νὰ δανεισθῶσιν εἰς τὴν Ἑλ-
934λάδα. Καὶ ἂν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς πάντα ὁμιλοῦντα
935πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ λησμονῇ τὰς αἰτίας, δὲν εἶναι βε-
936βαίως ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν δημιουργὸν τῶν αἰτίων τούτων
937νὰ πράττῃ τὸ τοιοῦτον.
938Καὶ ὁμιλοῦσιν, ὅτι ἡμεῖς ἐτρώσαμεν τὴν πίστιν τῆς Ἑλ-
939λάδος, διότι εἰσηγάγομεν νομοσχέδιον φορολογίας τῶν κι-
940νητῶν κεφαλαίων! Καὶ θαῤῥοῦσι νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι ἡ-
941μεῖς ἐφονεύσαμεν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, διότι εἴπομεν
942πρὸς τοὺς διαφωνοῦντας περὶ τῆς ἐννοίας ἄρθρου τινὸς
943τοῦ νομοσχεδίου, ποίαν εἶπεν εἰς ἡμᾶς γνώμην ὁ δικαστι-
944κὸς σύμβουλος καὶ ποίαν ἔχομεν ἡμεῖς γνώμην περὶ τοῦ
945δικαιώματος τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἐπὶ παραπλησίας
946περιπτώσεως!
947Τάχα ἐλησμονήθησαν αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
948γισμοῦ τοῦ 1884, διότι, ἀφ’ οὗ χρόνου αὗται ἔλαβον χώραν
949παρῆλθον μῆνες ἢ καὶ ἐνιαυτός; Τάχα ἐλησμονήθησαν
950ὅσα ἐν τῇ Βουλῇ ἐλέχθησαν, καὶ ὅσα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς
951ἐπανελήφθησαν περὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκαν τὴν
952χειροτέρευσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καὶ
953ἑπομένως τὴν χειροτέρευσιν τῆς πίστεως αὐτοῦ; Μᾶς ὑπέδει-
954ξαν τὴν ἀνοχήν των, διότι ἐσιώπων ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ
955ὁποῖα συνεζητοῦντο ἐνταῦθα. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποίαν γνώ-
956μην ἔχουσι περὶ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ἡ
957πλειονοψηφία, ἥτις κατὰ πᾶσαν στιγμὴν μετ’ ἀνοχῆς ἐ-
958δείχθη μὴ θελήσασα ν’ ἀναμνήσῃ εἴς τινα τὰς αἰτίας τῆς
959ἐνεστώσης οἰκονομικῆς καταστάσεως. Καὶ πρὸς τίνα λό-
960γον ἐκεῖνοι ὑπέλαβον ὅτι προσῆκεν αὐτοῖς νὰ σιωπῶσι;
961Πρὸς τίνα λόγον μᾶς τὸ εἶπον; Ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον κα-
962θῆκον νὰ παρακωλύσωσιν ἡμᾶς ἢ νὰ συμβουλεύσωσι τὴν
963Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ νομοθετήματα ἐπιζήμια καὶ μάλι-
964στα οἰκονομικὰ, ἐὰν εἶχον γνώμην ὡρισμένην ὅτι τὰ οἰκο-
965νομικὰ νομοθετήματα ἦσαν ἐπιζήμια καὶ ἐπιβλαβῆ εἰς
966τὸν τόπον, οὐχὶ μόνον ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ καὶ καθῆκον εἶχον
967νὰ μὴ σιωπήσωσι, καὶ νὰ μὴ κρύψωσι τὴν γνώμην των
968ἀπὸ τὴν Βουλήν. Πολλάκις μᾶς ὑπέδειξαν τὴν τοιαύτην
969τακτικήν των· ἀλλὰ πρὸς τί τοῦτο; Διὰ νὰ ποιήσωνται δῆ-
970λον ὅτι οὐδὲν παρεμβάλλουσι πρόσκομμα εἰς τὰς ἐργασίας
971τῆς Βουλῆς; Τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εἰσὶν ὁ ἀψευδέστε-
972ρος μάρτυς, καὶ ἐάν ποτε ἀναζητηθῇ ἡ ἱστορία τῆς Συνό-
973δου ταύτης, δύναται ὅστις θέλει νὰ προσφύγῃ πρὸς τοῦτο
974εἰς αὐτά· δύναται ὅστις θέλει νὰ σπουδάσῃ αὐτὰ νὰ προσ-
975φύγῃ ἐκεῖ.
976Καὶ ἐθεωρήθη τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι προέβαλεν εἰς τὴν
977Βουλὴν προτάσεις δοκιμαστικὰς, καὶ διὰ τῆς συζητήσεως
978αὐτῶν ἐγένετο αἴτιον ν’ ἀπολεσθῇ χρόνος χρήσιμος πρὸς
979δρᾶσιν, ἐκτὸς τῆς ἄλλης μεγάλης ζημίας, τὴν ὁποίαν ἐπὶ
980τῶν Δημοσίων συμφερόντων ἐπήνεγκε τῶν προτάσεων ἐκεί-
981νων ἡ συζήτησις.
982Ὑπελάμβανον ἴσως οἱ ταῦτα λέγοντες, ὅτι ὑπουργεῖον,
983τὸ ὁποῖον εὑρέθη παριεληλυθὸς εἰς τοιαύτην ἀνάγκην ὥ-
984στε νὰ προβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα φορολογίας
98513 καὶ 14 ἢ 15 ἑκατομμυρίων, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο
986ὤφειλε νὰ δειχθῇ κεκλεισμένους ἔχων τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς
987τὴν τάξιν ἐκείνην τῆς παραγωγῆς, ἥτις δὲν ὑπεβλήθη ἔτι
988εἰς φορολογίαν· ἐνόμιζον ὅτι ἤρκει ἡ θέλησις τοῦ ὑπουργείου
989νὰ προβάλῃ τὰ νομοθετήματα περὶ φορολογίας τῶν 14 ἢ
99015 ἑκατομμυρίων, καὶ ἡ θέλησις τῆς πλειονοψηφίας διὰ νὰ
991ψηφίσῃ αὐτὰ, καὶ ὅτι ἤρκουν αὐτά καὶ μόνα διὰ νὰ καλύ-
992ψωσι τὴν εὐθύνην καὶ τοῦ ὑπουργείου καὶ τῆς πλειονοψηφίας.
993Ἐὰν ὑπάρχῃ τάξις παράγουσα, ἀπηλλαγμένη ὅμως φορο-
994λογίας, εἶχε καθῆκον τὸ ὑπουργεῖον νὰ παρακαλέσῃ τὴν
995Βουλὴν νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της καὶ ἐπὶ τὸν νέον τοῦ-
996τον φόρον, τὸν προωρισμένον νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς τάξεως, ἥ-
997τις κρίνεται ὡς παράγουσα καὶ μὴ φορολογουμένη, ὡς εἶχε
998καθῆκον νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν εὐκαιρίαν καὶ
999πάντα τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἐ-
1000πιβολῆς νέου φόρου, νὰ βασανίσῃ ἀποχρώντως τὴν ὑπόθεσιν,
1001νὰ μελετήσῃ αὐτὴν καὶ ὅταν ἴδῃ ὡριμάζουσαν τὴν περὶ ἐπι-
1002βολῆς τοῦ νέου τούτου φόρου ἰδέαν, νὰ δώσῃ τὴν τελευταίαν
1003ψῆφον πρὸς κατασκευὴν τοῦ νόμου, τοῦ τὸν φόρον τοῦτον
1004ἐπιβάλλοντος.
1005Δὲν ἠδυνήθην νὰ μείνω ἐπὶ πολλὰς ὥρας μετὰ τοῦ
1006συναδέλφου μου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ
1007ἀκούσω ἐν ἐκτάσει τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν διὰ
1008νὰ προβάλῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς ἐπὶ 40 ἡμέρας
1009τῆς κατατάξεως τῆς 3ης σειρᾶς τῶν ὑποχρέων τοῦ ἔτους
1010τούτου. Ἀλλ’ ἴσως δὲν ἦτο καὶ ἀνάγκη νὰ ἀπασχολήσω
1011αὐτὸν διὰ νὰ μοὶ ἀφηγηθῇ τοὺς λόγους, ἀφοῦ ἐγνώριζον
1012εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκοντο αἱ ἀποθῆκαι τοῦ στρατοῦ
1013καθ’ ὃν χρόνον ἐπῆλθον τὰ συμβεβηκότα τοῦ 7βρίου, ποῖαι
1014δὲ ἀνάγκαι προέκυψαν ἕνεκα τῶν συμβεβηκότων ἐκείνων,
1015καὶ εἰς ποίας δυσχερείας εὑρέθη περιελθοῦσα ἡ διοίκησις
1016τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἀνευρίσκουσιν ἤδη τὸ μέτρον πλημμελὲς,
1017καὶ καταστρέφον τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθησαν
1018ὑπὸ τὰ ὅπλα οἱ εἰς ἐπιστράτευσιν ὑποκείμενοι, διότι ἐζη-
1019τήθη 40 ἡμερῶν ἀναβολὴ, ἕως ἂν γένωνται αἱ προσή-
1020κουσαι προμήθειαι, αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς περί-
1021θαλψιν τῶν καλουμένων ὑποχρέων, καὶ πρὸς ἐπαγωγὴν
1022αὐτῶν καὶ εἰς τὰς μονάδας τοῦ στρατοῦ.
1023Ἤκουσα θεωρίας διαφόρους, τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς ἐκ
1024Μεσολογγίου ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βου-
1025λὴν, καὶ ἰδίως περίεργόν τινα θεωρίαν, ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη
1026τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας δὲν εἶναι ἐμπιστοσύνη πρὸς τὰ
1027πρόσωπα, ἀλλ’ εἶναι ἐμπιστοσύνη πρὸς τὴν Νομοτελεστι-
1028κὴν Ἐξουσίαν. Ὑπέλαβεν ἴσως ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογ-
1029γίου, ὅτι ἤθελον πολὺ ὑπερηφανευθῇ, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπεψή-
1030φιζε τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, οἷον ἐπρόβαλον αὐτὸ εἰς
1031αὐτήν· ὅτι ἠδυνάμην νὰ ὑπολάβω, ὅτι ἡ συνδρομὴ, τὴν
1032ὁποίαν ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου της χορηγεῖ εἰς τὴν Κυβέρ-
1033νησιν, ἦτο θωπεία τῆς Βουλῆς αὐθαίρετος πρὸς τὰ πρόσωπα
1034τῶν Ὑπουργῶν! Καὶ λέγει ταῦτα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἄλ-
1035λοτε ἐζήτησε νὰ παραπείσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τοιοῦτον σολοι-
1036κισμὸν, καὶ ὁ ὁποῖος ἰσχυρίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
1037αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ εἶπεν. Ὅταν συνεζη-
1038τεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυ-
1039ρίων, ἐκάθητο ἐπὶ τῆς ἕδρας ἐκείνης ὁ Κουμουνδοῦρος, πρω-
1040θυπουργὸς, ὁ δὲ βουλευτὴς Μεσολογγίου οὐδὲν ἄλλο ἔλεγε
1041τότε εἰμὴ, ὅτι οὐδ’ αὐτὴ ἡ πλειονοψηφία ἐμπιστεύεται τὸ
1042πρόσωπον τοῦ Κουμουνδούρου. Καὶ ἐξετόξευε κατὰ τοῦ προ-
1043σώπου τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου ἀνδρὸς ὕβριν προσωπικὴν, ὡς
1044σεῖς οἱ ἴδιοι θέλετε πεισθῇ ὅταν μετ’ ὀλίγον θέλω σᾶς ἀνα-
1045γνώσει τὸ περὶ τούτου χωρίον τοῦ λόγου αὐτοῦ.
1046Τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τῶν 120,000,000 περιεῖχε
1047διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας προσδιωρίζετο ὁ κατώτατος ὅρος
1048τῆς τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000,
1049καὶ ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ ποσοῦ τοῦ τόκου. Ὁ κ. βουλευτὴς
1050ἐκ Μεσολογγίου, ἀφοῦ διὰ ποικίλων ἄλλων ἐπιχειρημάτων
1051ἀντετάχθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἀφοῦ ἐζήτησε
1052νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ δάνειον ἐκεῖνο ὡς εἶχε δια-
1053σκευασθῆ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἦτο δάνειον τοκογλυφικὸν,
1054ἀφοῦ προσεπάθησε νά πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι, μολονότι τὸ
1055δάνειον ἦτο τοκογλυφικὸν, μόλα ταῦτα δὲν ἤθελε δυνηθῆ
1056ὁ Κουμουνδοῦρος νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, ὅτι ἤθελε ἀπο-
1057τύχει ἐντελῶς, εἶπεν ἐπὶ τέλους πρὸς τὴν Βουλήν· «Τὸ
1058»κατ’ ἐμὲ, ἔλεγε τότε ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου (ὅρα
1059σελ. 603 πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 19
1060»Δεκεμβρίου 1880)· οὐδεμίαν τιμὴν ἔπρεπε νὰ ὁρίσωμεν·
1061»ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ἱκανὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνη-
1062»σιν, ἵνα, ἀφοῦ διατυπώσωμεν τὰ τοῦ δανείου ὅπως νομί-
1063»ζομεν ὅτι συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐκδοθῇ, ἀφήσωμεν
1064»εἰς τὴν Κυβέρνησιν, στηριζόμενοι ἐπὶ τὴν πεποίθησιν, ἣν
1065»ἔχομεν εἰς αὐτὴν, νὰ τὸ ἐκδώσῃ εἰς οἵαν αὕτη ἤθελεν
1066»ὁρίσῃ τιμήν. Ἀλλὰ τολμᾶτε νὰ δώσητε ἐμπιστοσύνην
1067»τοιαύτην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ ἐπιτρέψητε τὴν
1068»ἔκδοσιν τοῦ δανείου, χωρὶς νὰ εἴπητε ποῖος θὰ ἦναι ὁ
1069»κατώτερος ὅρος τῆς τιμῆς αὐτοῦ; Τοῦτο ἀπῄτουν αἱ πε-
1070»ριστάσεις, νὰ εἴχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς
1071»τὴν Κυβέρνησιν τὴν διάθεσιν δανείου 120 ἑκατομμυρίων
1072»κατὰ βούλησιν καὶ ἐπὶ τῇ τιμῇ, ἣν αἱ διαπραγματεύσεις
1073»κατὰ τὴν κρίσιν της ἤθελον ἀποδείξει τὴν πρέπουσαν.
1074»Ἄνευ Κυβερνήσεως, εἰς ἣν νὰ δυνάμεθα τοιαύτην νὰ χο-
1075»ρηγήσωμεν ἐμπιστοσύνην, τὸ ζήτημα ἡμῶν δὲν δύναται
1076»νὰ διεξαχθῇ αἰσίως. Ἂν καὶ ἐγὼ αὐτὸς διστάζω νὰ ψη-
1077»φίσω ὑπὲρ τῆς καταργήσεως, καὶ ὑμεῖς, ὡς εἶμαι πεπεισμέ-
1078»νος, δὲν τολμᾶτε νὰ ψηφίσητε τὴν κατάργησιν».
1079Καὶ παρίστα ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐκείνη, ἥτις ὑπεστήριζε
1080τὸ ὑπουργεῖον, δὲν ἐτόλμα νὰ ἐμπιστευθῇ τοιαύτην ἐξουσίαν
1081εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐδυσπίστει περὶ τὴν διάθεσιν τοῦ
1082δανείου τῶν 120,000,000! Ἐγὼ οὐδέποτε ἐφρόνησα, ὅτι ἡ
1083ὑποστήριξις τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ διὰ ταύτης ἐκδηλουμένη
1084ἐμπιστοσύνη εἶναι ἐμπιστοσύνη ἐκδηλουμένη πρὸς τὰ πρό-
1085σωπα· ἐφρόνησα ὅμως ὅτι ἐκδηλοῖ τὴν πεποίθησιν τῶν ὑπο-
1086στηριζόντων τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τὴν πολιτείαν τῶν ἀποτε-
1087λούντων αὐτὴν προσώπων. Ἂν ἄλλοι παρέστησαν τὴν ἐμ-
1088πιστοσύνην ταύτην τότε μὲν ὡς προσωπικὴν, διὰ νὰ τρώσω-
1089σιν ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐπολέμουν, τώρα δὲ παρουσιάζου-
1090σιν αὐτὴν ὡς ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξου-
1091σίαν, ἥκιστα μεριμνῶ, διότι ἐγὼ οὐδέποτε θέλω ἐπιτρέψει
1092εἰς ἐμαυτὸν νὰ τανύω τὰ βέλη μου κατὰ τῶν ἀντιφρονούν-
1093των ἢ τῶν ἀντιπάλων πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει
1094ἡ ἠθικότης καὶ ἡ δικαιοσύνη.
1095Ἀλλ’ οἱανδήποτε καὶ ἂν ἐκδηλώσητε πρὸς τὸ ὑπουργεῖον
1096ἐμπιστοσύνην, ὑπερψηφίζοντες τοῦ νομοσχεδίου τοῦ δανείου,
1097τὸ ὁποῖον τῷ ὄντι τοιαύτην ἀξιοῖ παρὰ τῆς Βουλῆς εὐρεῖαν
1098ἐμπιστοσύνην, ἔσπευσεν ὁ προαγορεύσας νὰ σᾶς δώσῃ τὴν ἀ-
1099παισίαν εἴδησιν, ὅτι οὐδὲν θέλει ὠφελήσει καὶ ὁ νόμος περὶ
1100δανείου. Καὶ διὰ νὰ σᾶς βεβαιώσῃ περὶ τούτου, σᾶς προε-
1101κάλεσε νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι δύο ἄλλοι νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐ-
1102ψηφίσατε, καὶ δι’ ὧν παραπλησίαν ἐξεδηλώσατε ἐμπι-
1103στοσύνην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, μένουσιν ἀμφότεροι ἄνευ
1104ἐφαρμογῆς, διότι δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν.
1105Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ μετ’ εὐρείας ἐμπιστοσύνης ἔδω-
1106κε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐκποιήσῃ τὰς ὁμολο-
1107γίας τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, τὰς μὴ διατεθείσας,
1108εἰς οἱανδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ἐγκρίνει τιμὴν, καὶ κάτω-
1109θι τοῦ ὅρου τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, καὶ ὅτι ἐκ τῶν ὁμολο-
1110γιῶν τούτων οὐδεμία εἰσέτι ἐπωλήθη. Εἶνε ὡσαύτως ἀληθὲς,
1111ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνεπιστεύθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον νόμον περὶ ἐκδόσεως
1112ἐντόκων γραμματίων 10,000,000 καὶ ἀφῆκεν εἰς τὸ ὑπουρ-
1113γεῖον τὴν ἐξουσίαν νὰ προσδιορίσῃ τόν τε τόκον καὶ πάντα τὰ
1114τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ τὰς προθεσμίας
1115καὶ τὰς ἄλλας παροχὰς, καὶ ὅτι οὐδὲ ὁ νόμος οὗτος ἐξετελέ-
1116σθη εἰσέτι, διότι τὰ ἔντοκα γραμμάτια δὲν ἐτοποθετήθη-
1117σαν ἀντὶ κεφαλαίων οὐδαμοῦ. Ἀλλὰ τί τάχα νὰ ἔπταισε τὸ
1118ὑπουργεῖον εἰς ὅλα ταῦτα; Ποία τάχα νὰ ἦτο ἡ αἰτία, ἥτις
1119τοιαῦτα παρήγαγεν ἀποτελέσματα; Ἡ ἀνικανότης τοῦ
1120Ὑπουργείου, ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης τῶν κεφαλαίων πρὸς
1121τὸ πρόσωπον ἡμῶν, ἡ ἀδεξιότης ἡμῶν, ἢ ἡ ἀξία καὶ ὑπό-
1122ληψις, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον περιέλθει αἱ ἀδιάθετοι ὁμολο-
1123γίαι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, αἵτινες εὑρέθησαν
1124ἐνεχυριασμέναι εἰς ποικίλα προεξοφλητικὰ γραφεῖα, ὅσα
1125ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ τῇ Δύσει; Πολλὰς ἕνεκα
1126τούτων ἔπιον πικρίας ἐκεῖνοι οἵτινες ἐκλήθησαν εἰς τὴν Κυ-
1127βέρνησιν τῆς χώρας, διότι μεγίστη πικρία εἶναι εἰς ἐκεῖνον,
1128ὅστις διαχειρίζεται τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος του, νὰ
1129ἀκούῃ ἐνεχυριούχους ὁμολογιῶν ἐθνικοῦ δανείου, κατέχον-
1130τας τὰς ὁμολογίας ἀντὶ τῆς ἡμισείας τιμῆς, διότι αἱ ὁμο-
1131λογίαι τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ἦσαν τετιμημέναι
1132ἀντὶ 500 φράγκων, καὶ εἶχον ἐνεχυριασθῆ ἀντὶ 250· μεγί-
1133στην πικρίαν αἰσθάνεται, λέγω, ὁ διαχειριζόμενος τὰ οἰκο-
1134νομικὰ τῆς πατρίδος του, ἀκούων τοὺς ἐνεχυριούχους τού-
1135τους λέγοντας πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην περι-
1136θωρίου. Ἀλλὰ τίς τάχα ἡ αἰτία ὅλων τούτων; Καὶ
1137ἀνθ’ ὅλων αὐτῶν τάχα ἐπαρκὴς θεραπεία τῶν πραγμάτων
1138ἦσαν αἱ συμβουλαὶ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην δανείου, καὶ αἱ
1139πιθανότητες ὅτι ὡρισμένη πιστωτικὴ οἰκία ἔν τινι μεγα-
1140λοπόλει ἦτο πρόθυμος νὰ μᾶς δανείσῃ; Ἐπεθύμουν νὰ μὴ
1141ὁμιλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐπεθύμουν νὰ ὁμιλῶ πρὸς φίλους,
1142διὰ νὰ ἐπιδείξω εἰς αὐτοὺς ποίαν ἀπάντησιν ἔδωκεν ἡ πι-
1143στωτικὴ ἐκείνη οἰκία εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀπετάθησαν πρὸς
1144αὐτὴν ζητοῦντες ν’ ἀναλάβῃ δανείου συνομολόγησιν. Εἰς
1145τὴν ἀπάντησιν ἐκείνην ἤθελε πολλὰ διδαχθῆ πᾶς ἄν-
1146θρωπος, ὅστις ἤθελε κληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρί-
1147δος του, καὶ πρὸ παντὸς ἤθελε διδαχθῆ, ὅτι ὅστις προϋπο-
1148λογίζει, καὶ ὅστις προσδιορίζει ποσὸν ἐσόδων, τὸ ὁποῖον
1149θεωρεῖ πιθανὸν, δὲν πρέπει νὰ σπεύδῃ νὰ στηρίξῃ δάνεια
1150ἐπὶ προϋπολογισμῶν τοιούτων, δὲν πρέπει νὰ σπεύδῃ νὰ
1151συνομολογῇ δάνεια ἐπὶ τοιούτων προϋπολογισμῶν, ἀλλὰ
1152ν’ ἀφίνῃ νὰ λειτουργῶσι πρῶτον οἱ φόροι, ἵνα ἴδῃ πόσα
1153παρήγαγεν ἐξ αὐτῶν ἔσοδα καὶ ὅπως ἐπ’ αὐτῶν στηρίξῃ
1154τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην.
1155Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἤθελε διδαχθῆ, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ
1156πράξῃ τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ χαρακτη-
1157ρίσω, διότι ὀλέθρια πάντοτε ἐπάγεται ἀποτελέσματα,
1158οὐδέποτε πρέπει νὰ πράξῃ τὸν συνδυασμὸν τοιούτου δανείου
1159μετὰ προκαταβολῆς, διότι θέλει περιαγάγῃ τὸ δημόσιον
1160ταμεῖον τῆς πατρίδος του ἐκεῖ ὅπου εἶχε περιαχθῆ κατὰ
1161τὴν 19 Ἀπριλίου, καθ’ ἣν ὡρκιζόμεθα ἐνώπιον τοῦ ἡγε-
1162μόνος ὡς ὑπουργοὶ αὐτοῦ.
1163Καὶ ἐλεγχόμεθα νῦν, διότι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ὠφεληθῶ-
1164μεν ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς,
1165μὴ ἐκτιμήσαντες τὸν νόμον περὶ πωλήσεως τῶν ὁμολογιῶν
1166τοῦ δανείου, καὶ μὴ εὑρόντες νὰ ὑποθηκεύσωμεν τὰ ἔντοκα
1167γραμμάτια! Πῶς ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνεύρωμεν μεγαλειτέρας
1168τιμὰς, ἀπὸ ἐκείνας αἵτινες μᾶς ἐπροτάθησαν κατὰ μῆνα Ἰ-
1169ούλιον, καὶ εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐστέρξαμεν νὰ πωλήσωμεν
1170τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου, καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἔχοντες ἐνέχυ-
1171ρον ὁμολογίας ἀντὶ 250 φράγκων μᾶς ἐζήτουν συμπλήρωσιν
1172τῆς ἀξίας αὐτῶν, περιθώριον, ὡς λέγουσιν; Τίς δύναται
1173νὰ ἐλπίσῃ ἐκποιῶν τὰς ὁμολογίας ταύτας νὰ λάβῃ μεγα-
1174λειτέρας τιμὰς ἀπὸ ἐκείνας, αἵτινες μᾶς ἐπροτάθησαν; Ἀλλὰ
1175δὲν ἐστέρξαμεν νὰ τὰς ἐκποιήσωμεν εἰς τὰς τιμὰς ταύτας·
1176ἑπομένως δὲν ἐπωλήσαμεν, διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ πω-
1177λήσωμεν. Ἠδυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν, δὲν ἠθελήσαμεν δὲ
1178νὰ πωλήσωμεν κατὰ μῆνα Ἰούλιον, διὰ νὰ μὴ ὑποτιμή-
1179σωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν χρεώγραφα κατὰ τοὺς ὅρους
1180ἐκείνους, τοὺς ὁποίους, βελτιουμένης τῆς οἰκονομικῆς κατα-
1181στάσεως τῆς χώρας, προσεδοκῶμεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτύ-
1182χωμεν.
1183Καὶ ὅταν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι συνεζητοῦντο εἰς τὴν Βουλὴν,
1184σᾶς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὅτι αὐτὸς ἐνόει,
1185ὅτι ματαιοπονεῖ ἡ πλειονοψηφία καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ δὲν
1186ἔφερεν οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν, διὰ νὰ μὴ παρεμβάλῃ πρόσκομ-
1187μά τι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τῷ ὄντι ὀφείλομεν χάριτας εἰς
1188τὸν ἡγέτην τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν ἀντεῖπε τότε
1189κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων· ἀλλὰ καὶ
1190ἂν ἤθελεν ἀντείπει, ἡ πλειοψηφία, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤθε-
1191λεν ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν ἐξήνεγκε διὰ τῆς ψήφου της.
1192Ἀλλὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἓν παράπονον, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησε
1193τὸ δικαίωμα τὴν ἑσπέραν ταύτην ν’ ἀπευθύνῃ κατὰ τοῦ
1194βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, διατί, ἀφοῦ ἐγνώριζε τότε, ὅτι
1195εἶνε ἀληθὴς ματαιοπονία, ὅτι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι δὲν ἦτον δυ-
1196νατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι, διατί δὲν ἔσπευδε νὰ φωτίσῃ τὴν
1197πλειονοψηφίαν, νὰ ἐξηγήσῃ εἰς αὐτὴν τὰς αἰτίας, διὰ τὰς ὁ-
1198ποίας τοιαῦτα ἐπήρχοντο ἀποτελέσματα, καθιστῶντα μα-
1199ταίους τοὺς κόπους αὐτῆς εἰς τὸ ψηφίζειν τοὺς νόμους ἐκεί-
1200νους;
1201Δὲν ἐννοῶ δὲ διὰ τίνος τέχνης—διότι ἐλπίζω νὰ μὴ εἶνε
1202οἰκεία εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου ἡ τοιαύτη τέχνη,
1203διότι δὲν εἶνε συγκεχωρημένον νὰ εἶνε οἰκεία εἰς οὐδένα
1204τυγχάνοντα βουλευτὴν—δὲν ἐννοῶ δὲ διὰ τίνος τέχνης ἠδυ-
1205νήθη ν’ ἀποφύγῃ νὰ καταστήσῃ καταφανῆ τὴν διάκρισιν,
1206ὑπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ σύμβασις περὶ δια-
1207χειρίσεως τῶν μονοπωλίων τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος,
1208ὡς δὲν ἐννοῶ πῶς κατώρθωσε νὰ λησμονήσῃ τοὺς ἀριθμοὺς
1209καὶ νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μόνον ἐκ τῆς ἐξετά-
1210σεως τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος, μόνον ἐκ ταύτης, καὶ ἑπομένως
1211ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῆς προμηθείας, τῆς διδομένης εἰς τοὺς ἐρ-
1212γολάβους, οἱ ἐργολάβοι οὗτοι ἔμελλον νὰ κερδήσωσι 280,000
1213δρ. κατ’ ἔτος. Εἶπον, ὅτι δὲν ἐννοῶ διὰ τίνος τέχνης ἀπέφυ-
1214γε νὰ καταστήσῃ δῆλον εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἐγὼ ἔχω κα-
1215θῆκον νὰ μὴ παραλίπω νὰ καταστήσω εἰς αὐτὴν δῆλον, ἀλ-
1216λὰ νὰ προσπαθήσω νὰ φωτίσω αὐτὴν διὰ νὰ ἔχῃ ἀκριβῆ ἰ-
1217δέαν τῶν πραγμάτων. Ἡ πρόσοδος, ἡ ἐκ τῆς διαχειρίσεως
1218τοῦ μονοπωλίου τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ μονοπωλίου τοῦ
1219ἅλατος, εἴτε ψηφισθῇ ἡ σύμβασις εἴτε δὲν ψηφισθῇ, εἶνε δυ-
1220νατὸν νὰ προσδιορισθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ
1221δανείου, τὸ ὁποῖον ἤθελε συνομολογηθῆ, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νο-
1222μοσχέδιον περὶ δανείου, διότι αὐτὸ παρέχει διὰ διατάξεως
1223τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσδιορίσῃ τὰς εἰδι-
1224κὰς προσόδους, αἵτινες θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς ἀσφάλισιν
1225τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου.
1226Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἔχει δυνάμει τοῦ νόμου τού-
1227του τὸ δικαίωμα τοῦτο, δύναται νὰ προσδιορίσῃ τὰς προ-
1228σόδους τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος, ἵνα χρησιμεύσωσι
1229πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν. Καὶ ἀφοῦ διὰ τῆς συμβάσεως
1230τοῦ δανείου, τὴν ὁποίαν θέλει συνομολογήσει μετὰ τῶν δα-
1231νειστῶν, θέλει κανονίσει πάσας τὰς συμφωνίας, ὅπως ἐπι-
1232τρέπῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, πάσας τὰς λεπτο-
1233μερείας περὶ τοῦ τρόπου τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου καὶ τοῦ
1234χρεωλυσίου, ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν
1235ἤθελε συνομολογήσει μετὰ τῶν δανειστῶν, ἠδύνατο νὰ κανο-
1236νίσῃ τρόπον, καθ’ ὃν ἤθελε κατασταθῆ ἀναντίῤῥητον εἰς τοὺς
1237δανειστάς, ὅτι θέλουσι δύνασθαι οὐδὲν ἄλλο νὰ πράξωσιν
1238εἰμὴ νὰ τείνωσι τὴν χεῖρά των καὶ νὰ λάβωσιν ἀκεραίαν
1239πᾶσαν τὴν ἐκ τῶν μονοπωλίων τούτων πρόσοδον.
1240Λοιπὸν ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως, ἢ ἡ ἀκύρωσις τῆς
1241συμβάσεως, οὐδὲν παρέχει καὶ οὐδὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν Κυ-
1242βέρνησιν μέσον πρὸς διευκόλυνσιν τῆς συνομολογήσεως τοῦ
1243δανείου, ἐὰν τὴν συνομολόγησιν ταύτην εὐκολύνῃ ἡ παροχὴ
1244τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς εἰσπράξεως τῆς προ-
1245σόδου ταύτης, καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῶν ἐκ ταύτης προκυ-
1246πτόντων χρημάτων.
1247Ἀλλὰ διατί περιελήφθη τὸ δεύτερον; Καὶ διατί ἐν τῷ
1248δευτέρῳ ἄρθρῳ συνεδέθη ἡ ὑπόθεσις αὕτη μετὰ τῆς συνο-
1249μολογήσεως τοῦ δανείου; διότι μετὰ γνώμην ἀνδρῶν, ἄ-
1250ριστα γνωριζόντων τὰ τῆς ὕλης ταύτης, ἐνδεχόμενον ἦτο
1251τὸ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν δύο μονοπωλίων κέρδος νὰ ἐ-
1252νασκήσῃ γοητείαν τινὰ πρὸς τοὺς κατόχους τῶν κεφαλαίων,
1253καὶ νὰ θεωρηθῇ ὡς κέρδος πρόσθετον πρὸς τὸ ἐκ τῶν τό-
1254κων καὶ τῶν ἄλλων κερδῶν τοῦ δανείου παρασκευασθησό-
1255μενον ὑπὲρ τῶν δανειστῶν. Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ προ-
1256ταθῇ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου πρὸς ἐγγύησιν τοῦ δανείου ἡ
1257πρόσοδος ἢ νὰ καταστῇ ἀσφαλεστέρα ἡ εἴσπραξις τῶν
1258χρημάτων, διότι αὕτη καὶ ἄνευ τούτου εὐκοπώτερον ἦτο νὰ
1259καταστῇ βεβαία καὶ ἀναντίῤῥητος· ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ
1260παροχῆς εἰς τοὺς συμβληθησομένους μετὰ τῆς Κυβερνή-
1261σεως τοῦ κέρδους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον οἱ ἐργολάβοι ἐλπίζουσι
1262νὰ προσπορίσωσιν, ἀναλαμβάνοντες τὴν διαχείρησιν τῶν
1263δύο μονοπωλίων. Καὶ τὸ κέρδος τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ
1264προσδιορίσω ὁπόσον εἶναι.
1265Ἤκουσα τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, ἀναβιβάσαντος
1266τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς συμβάσεως
1267ταύτης ἤθελον λαμβάνει ἐτησίως οἱ ἐργολάβοι, εἰς 1,100,
1268000 ἢ 1,200,000 δραχμῶν. Εἶμαι ὅμως βέβαιος, ὅτι ὁ
1269κύριος βουλευτὴς Ἄρτης δὲν ὑπέθεσεν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο
1270εἶναι κέρδος τῶν ἐργολάβων. Ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ὑμεῖς δὲν
1271δύνασθε νὰ ὑποθέσητε τοιοῦτόν τι. Ἐὰν ἐνθυμηθῆτε ὅτι διὰ
1272τοῦ ποσοῦ τούτου ἀποζημιώνονται πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁ-
1273ποῖα οἱ ἐργολάβοι θέλουσι καταβάλει καὶ εἰς καλλιέρ-
1274γειαν τῶν ἁλικῶν, καὶ εἰς μεταφορὰν τοῦ ἅλατος ἐκ τῶν
1275ἁλικῶν εἰς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας, καὶ ἐκ τῶν κεντρικῶν
1276ἀποθηκῶν εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας, ὡς καὶ εἰς ἐνοίκια ἀ-
1277ποθηκῶν καὶ εἰς μισθοδοσίαν τοῦ προσωπικοῦ, ὡς ἐπίσης
1278καὶ εἰς ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἤθελον καταβάλει διὰ τὴν ἐκφόρ-
1279τωσιν τοῦ πετρελαίου καὶ τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ ἀπὸ τὰς
1280κεντρικὰς εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας, καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα
1281τοῦ προσωπικοῦ, θέλετε πεισθῆ ὅτι δὲν εἶναι ἅπαν τὸ εἰ-
1282ρημένον ποσὸν κέρδος. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν
12831,200,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θέλουσι λάβει οἱ ἐργολά-
1284βοι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κυρίου Καραπάνου, δὲν
1285εἶναι ὅλον κέρδος ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα,
1286τάχα πόσον νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ὑπολογίσητε τὸ κέρδος;
1287ἐὰν εἶναι τὸ κέρδος τὸ ¼ τὸ ⅓ τοῦ ποσοῦ τούτου, τότε
1288ἐπὶ 1,100,000 ἢ 1,200,000 τὸ ἓν τρίτον εἶναι 300 χιλιά-
1289δες δραχμαὶ ἢ 400 χιλιάδες δραχμαί, ἐὰν εἶναι ὀλιγώτε-
1290ρον τοῦ ⅓, ἂν εἶναι τὸ ¼, εἶναι 250 χιλιάδες δραχμαί.
1291Αὐτὸ λοιπὸν τὸ κέρδος τῶν 250 χιλιάδων δραχμῶν ὑπε-
1292τέθη ὅτι δύναται νὰ ἐνασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν δανειστῶν,
1293καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ὠθήσῃ αὐτοὺς, ἵνα συνομολο-
1294γήσωσι δάνειον, προσβλέποντες πρὸς τὸ κέρδος ἐκ τῆς δια-
1295χειρίσεως τῶν μονοπωλίων τούτων, καὶ πρὸς τὴν διαφο-
1296ρὰν ταύτην τοῦ κέρδους, τὴν ὁποίαν οἱ ἐργολάβοι ἤθελον
1297συγκομίσει ὑπὲρ ἑαυτῶν.
1298Βλέπετε λοιπὸν πόσον μέγα εἶναι καὶ σπουδαῖον τὸ ζή-
1299τημα, καὶ πόσον εὐλόγως ἀνυψώθη εἰς τὸν βαθμὸν εἰς τὸν
1300ὁποῖον ἀνυψώθη, ὥστε νὰ παρασταθῇ, ὅτι, ἀφοῦ τὰ μονο-
1301πώλια παρεχωρήθησαν εἰς ἄλλους, καὶ ἀφοῦ συνετάχθη τὸ
1302νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως τοῦ πετρελαίου
1303καὶ τοῦ ἅλατος οὕτως, οὐδεμία ὑπάρχει ἐλπὶς περὶ εὑρέσεως
1304δανείου, ἑπομένως ἡ ἔλλειψις δανείου συλλογισθῆτε ὁποίαν
1305ἀπογοήτευσιν παρέχει! συλλογισθῆτε ὅτι δὲν δύνασθε νὰ
1306δανεισθῆτε, νὰ ἐφαρμόσητε τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠ-
1307σθάνθη τὸ ἔθνος, ἀφοῦ δὲν εὑρέθη δάνειον, καὶ συλλογισθῆτε
1308εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεσθε ὑποστηρίζοντες Κυβέρνησιν,
1309ἥτις σᾶς ἄγει εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἀποτυχίας!
1310Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ φακὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐπαρουσίασαν
1311διὰ νὰ ἴδητε τὰ πράγματα, δὲν εἶνε συνήθης φακός. Δὲν
1312εἶναι ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους μεταχειρίζεσθε τὴν ἑσπέραν,
1313ὅσοι τυχὸν περιεπέσατε εἰς πρεσβυωπίαν· δὲν εἶναι οὔτε ἐκεῖ-
1314νος τὸν ὁποῖον μεταχειρίζεσθε, ὅταν ζητῆτε νὰ ἐρευνήσητε
1315τὰ συστατικὰ ἐντόμου τινὸς ἢ ζωϋφίου, καὶ διὰ τοῦτο συμ-
1316βαίνει τὸ παράδοξον φαινόμενον, ἡ ὑπόθεσις τοῦ κανονισμοῦ
1317τοῦ ἅλατος καὶ τοῦ πετρελαίου ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς ζήτημα,
1318ἐξ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ ἔκβασις τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος! Δὲν
1319εἶπον ὅτι ἀνεβιβάσθη εἰς ζήτημα ὑπουργικὸν, διότι αὐτὸ εἶ-
1320ναι ταπεινότατον, ἀπέναντι τοῦ ζητήματος τῆς ἐκβάσεως
1321τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθη τὸ Ἔθνος.
1322Τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προκύψῃ
1323ἀπὸ τοιαύτην ἐπιχείρησιν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον δι-
1324καίωμα νὰ παραπονεθῶ, διότι ἕκαστος ἔχει δικαίωμα νὰ
1325ζητῇ ν’ ἀναλάβῃ τὴν Ἀρχὴν, τὸ πρακτικὸν, λέγω, ἀποτέ-
1326λεσμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προκύψῃ, εἶνε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
1327ἐν τέλει τοῦ λόγου τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου ἠκού-
1328σατε ἐκφυγὸν ἀπὸ τὰ χείλη αὐτοῦ. Σᾶς λέγουσιν ὅτι ἐὰν
1329δὲν ἤθελε χρησιμεύσῃ ὁ κανονισμὸς ἢ ἡ διαχείρισις τῶν μο-
1330νοπωλείων τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ ἅλατος εἰς συνομολόγη-
1331σιν δανείου, ἡ σύμβασις δὲν πρέπει νὰ κυρωθῇ μεταξὺ τῶν
1332ἐργολάβων ἀλλὰ μετὰ τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ χορήγησις
1333τοῦ δανείου περιορισθῇ εἰς 100 χιλιάδας δραχμὰς ἢ εἰς μό-
1334νον ἓν ἑκατομμύριον, δύνανται οὕτω νὰ δικαιολογήσωσι τὴν
1335κύρωσιν τῆς συμβάσεως; Τί ἀποφαίνεται ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ
1336Μεσολογγίου διὰ τούτου; Ὅτι δὲν ἐμπιστεύεται τὴν Κυ-
1337βέρνησιν. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρ-
1338νησιν διότι εἶνε ἀνίκανος, ἀφοῦ λέγει ὅτι εἶναι πιθανὸν τὰ
1339μέλη τῆς Κυβερνήσεως νὰ προτιμήσωσιν ἐργολάβους, οἵτινες
1340θέλουσι χορηγήσει δάνειον 100 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ εἰς
1341αὐτοὺς νὰ παραχωρήσωσι τὰ μονοπώλια, τί νὰ εἴπω; Νὰ
1342εἴπω ὅτι τοιαῦτα εἶνε ἀνάρμοστα νὰ προβάλλωνται εἰς τὴν
1343Βουλὴν διὰ Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος; Ἀλλ’ ἔχουσι δι-
1344καίωμα νὰ τὰ ἀποτείνωσι, καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα
1345νὰ παραπονώμεθα, διότι οὔτε ἡ σήμερον οὔτε ἡ χθὲς μᾶς
1346ἐδίδαξεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ φροντίζωμεν τί περὶ ἡμῶν φρο-
1347νοῦσιν ἐκεῖνοι οἵτινες περὶ ἡμῶν τοιαῦτα λέγουσι.
1348Νομίζω, ὅτι εἶνε ἀναπόφευκτον, ὅταν τις ἀποδέχηται εἰς
1349τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ,
1350ἐξαιρέσεις ἢ ἀθέτησιν κοινῶν τινων ἀληθειῶν ἀναγνωρισθει-
1351σῶν ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδέχεται τὰς ἐξαι-
1352ρέσεις ταύτας μεθ’ ὅλων τῶν συνεπειῶν αὐτῶν. Βεβαίως
1353ἡ ἀποδοχὴ ἢ ἡ ἵδρυσις τῶν μονοπωλίων εἶνε ἀναίρεσις τῆς
1354ἀληθείας τῆς ἀνακηρυχθείσης ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλ’
1355ὅταν ἀποδέχεται τοιαύτην ἀναίρεσιν, πρέπει νὰ ἀποδέ-
1356χηται αὐτὴν μεθ’ ὅλων τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἵδρυσις
1357τοῦ μονοπωλίου συνεπάγει, καὶ ἡ πρώτη τῶν συνεπειῶν
1358εἶνε νὰ παρέχῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦ μονοπωλίου εἰς πάν-
1359τας τοὺς καταναλίσκοντας τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἐπὶ ἴσῃ
1360τιμῇ.
1361Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὑπέλαβεν, ὅτι δύναται
1362καὶ τὸν κανόνα τοῦτον ν’ ἀθετήσῃ, καὶ νὰ συμβληθῇ μετὰ
1363τῶν ἐργολάβων, ἵνα τὸ ἅλας εἰς μὲν τὰς κεντρικὰς ἀποθή-
1364κας πωλῆται πρὸς λεπτὰ δέκα, εἰς δὲ τὰς εἰδικὰς πρὸς λε-
1365πτὰ δέκα τρία καὶ ἥμισυ τὴν ὀκάν. Καὶ ποῖος σᾶς δίδει
1366τὸ δικαίωμα νὰ διαιρέσητε τοὺς πολίτας εἰς δύο τάξεις, καὶ
1367νὰ ὑπολάβητε, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσητε μονοπώ-
1368λιον καὶ ἔχετε καὶ ἄλλο δικαίωμα εἴς τινα μέρη, εἰς τὰ
1369παράλια, νὰ προσδιορίσητε τιμήν, 10 λεπτῶν καὶ εἰς ἄλλα
1370μέρη, τὰ μεσόγεια, νὰ προσδιορίσητε τιμὴν 13 καὶ ἥμισυ
1371λεπτῶν; διότι οἱ κάτοικοι οἱ περίοικοι τῶν κεντρικῶν ἀπο-
1372θηκῶν θέλουσιν ἀγοράζει τὸ ἅλας πρὸς δέκα λεπτά, ἀλλ’
1373οἱ κάτοικοι τῶν μεσογείων, οἵτινες ἤθελον ἀγοράζει αὐτὸ
1374ἀπὸ τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας, θέλουσι τὸ ἀγοράζει πρὸς 13
1375καὶ ½ λεπτὰ τὴν ὀκάν.
1376Ἀφοῦ ἀπεδέχθη τὴν διάκρισιν ταύτην, ἑπόμενον ἦτο
1377ν’ ἀποδεχθῇ καὶ ἄλλην διάκρισιν, διότι ἡ δευτέρα διάκρισις
1378ἀπέβαινεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Εἶπεν ἐν τῇ συμβά-
1379σει, ἣν συνωμολόγησεν, ὅτι εἰς τοὺς ἐργολάβους πρέπει νὰ
1380χορηγῆται διὰ προμήθειαν ἥμισυ λεπτὸν ἐπὶ τοῦ ἅλατος τοῦ
1381πωλουμένου ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν καὶ τέσσαρα λε-
1382πτὰ ἐπὶ τοῦ πωλουμένου ἐκ τῶν εἰδικῶν. Καὶ ὑπολογίζει
1383διὰ τῶν τεσσάρων λεπτῶν ν’ ἀποζημιωθῇ ὁ ἐργολάβος διὰ
1384τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς τοῦ ἅλατος εἰς τὰς εἰδικὰς ἀπο-
1385θήκας, καὶ διὰ τὰ ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐπάγει τῶν ἰδιω-
1386τικῶν ἀποθηκῶν ἡ διαχείρισις. Ὑπελόγισε δὲ ὡς εἶπε τὴν
1387ζημίαν εἰς 280,000 δραχμάς, διότι ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα
1388ἤθελε πωληθῆ 7 ἑκατομμυρίων ἅλας ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀ-
1389ποθηκῶν, δηλαδὴ τὸ ἥμισυ τῆς παραγωγῆς τοῦ ἅλατος.
1390Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο στηρίζεται εἰς τὴν διαφορὰν τῆς
1391τιμῆς τοῦ ἀντικειμένου τοῦ μονοπωλίου. Τὴν διαφορὰν τῆς
1392τιμῆς τοῦ ἀντικειμένου τοῦ μονοπωλίου εἶνε ἀδύνατον ν’ ἀ-
1393ποδεχθῶ ἐγώ. Φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι, ἐὰν αἱ παραδόσεις
1394τῆς παρελθούσης πεντηκονταετίας μοὶ ὑποδεικνύουσιν, ὅτι
1395δὲν πρέπει νὰ μεταβάλω τὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ ἅλατος,
1396ἐὰν αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας ταύτης μοὶ δει-
1397κνύωσιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεταβληθῶσι τὰ τοῦ μονοπω-
1398λίου τοῦ ἅλατος, δὲν ἔπρεπε ὅμως νὰ παραβῶ τὸν κανόνα
1399νὰ παράσχω τὸ ἅλας εἰς πάντα κάτοικον τοῦ Ἑλληνικοῦ
1400Βασιλείου εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν, καὶ νὰ προσδιορίσω τὴν τι-
1401μήν του ἐν πάσαις ταῖς ἀποθήκαις εἰς 15 λεπτά. Ἀλλ’ ἀφοῦ
1402τὸ ἅλας εἰς τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας θέλει πωλεῖσθαι εἰς
1403τὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν πωλεῖται καὶ εἰς τὰς εἰδικάς,
1404ποῖος θέλει σπεύσει νὰ ἀγοράσῃ αὐτὸ ἀπὸ τὰς κεντρι-
1405κὰς ἀποθήκας, ἀφοῦ δύναται νὰ παραλάβῃ αὐτὸ
1406εἰς τὴν κατοικίαν του, εἰς τὰς εἰδικὰς ἀποθήκας;
1407Ἑπομένως ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν δύναταί τις
1408νὰ ὑπολογίσῃ ὅτι θέλει πωληθῆ ἀπὸ τὰς κεντρικὰς
1409ἀποθήκας ποσὸν 7 ἑκατομμυρίων ὀκάδες ἅλατος, τὸ ἥμισυ
1410τῆς παραγωγῆς. Ἐὰν δὲ δὲν εἶνε συγκεχωρημένον νὰ ὑ-
1411πολογισθῇ ὅτι ἤθελε πωληθῆ 7 ἑκατομμυρίων ὀκάδες ἅ-
1412λατος ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν, πῶς θέλει θεωρηθῆ
1413εἰς αὐτὸν συγκεχωρημένον νὰ εἴπῃ ὅτι 280 χιλιάδες δραχ.
1414δίδονται μάτην εἰς τοὺς ἐργολάβους, διότι ἑπτὰ ἑκατομ-
1415μύρια ὀκάδων ἅλατος θέλουσει πωλήσει ἐκ τῶν κεντρικῶν
1416ἀποθηκῶν, καὶ θέλουσι λάβει τέσσαρα λεπτὰ τὴν προμή-
1417θειαν ἀντὶ τοῦ ἡμίσεος κατ’ ὀκᾶν, τὸ ὁποῖον ἤθελον λά-
1418βει κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τρικούπη;
1419Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ αὐτὸ σύστημα καὶ ἐπὶ
1420πάσας τὰς λεπτομερείας τῆς συμβάσεως! Καὶ ἴσως ἐπὶ τῆς
1421λεπτομερείας ταύτης ἴσως ἤθελεν εἰκασθῆ διὰ τούτων ὅτι
1422ἡ Κυβέρνησις ἢ οἱ Ὑπουργοί, ἠθέλησαν νὰ δώσωσι 280 χι-
1423λιάδες δραχμὰς εἰς τοὺς ἐργολάβους, ἐνῶ διὰ τῆς μέχρι
1424τοῦδε συμβάσεως, ἥτις εἶχε συνομολογηθῆ παρὰ τῶν προ-
1425κατόχων, δὲν παρείχετο εἰς αὐτοὺς τὸ ποσὸν τοῦτο. Καὶ
1426οὕτω θέλει δυνηθῆ τις ἀκούων ταῦτα νὰ κρίνῃ ὅτι τὸ ὀλι-
1427γώτερον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἰκάσῃ ἐκ τοιαύτης πρά-
1428ξεως καὶ ἀποφάσεως τῶν διαχειριζομένων τὰ οἰκονομικὰ
1429τοῦ Κράτους, εἶνε τὸ νὰ ὑπολάβῃ ὅτι εἶνε σπάταλον. Καὶ βε-
1430βαίως θέλω εἶσθαι εὐτυχής, ἐάν δι’ αὐτὸ καταγνώσητε εἰς
1431ἐμὲ σπατάλην! καὶ θέλετε μὲ καταδικάσει ἐπὶ σπατάλῃ,
1432διότι ἀφειδῶς ἐζήτησα νὰ παραχωρήσω εἰς τοὺς ἐργολάβους
1433280 χιλιάδας δραχμῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης.
1434Ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελα παρακαλέσει
1435τὴν Βουλήν, οὐχὶ μόνον τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ αὐ-
1436τὴν τὴν οὕτω δυσμενῆ περὶ ἡμῶν κρίνουσαν μειονοψηφίαν,
1437νὰ μὴ ῥίψῃ ἀκόμη καταδικαστικὴν καὶ μέλαιναν καθ’ ἡμῶν
1438ψῆφον ἕως ἂν μελετήσῃ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1885 καὶ
1439ἴδῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διαχειριζόμεθα τὰ δημόσια χρή-
1440ματα. Τότε θέλει δυνηθῆ νὰ παραβάλῃ αὐτὸν πρὸς τὸν
1441ἀπολογισμὸν τοῦ 1884 καὶ 1883, καὶ μετὰ τοῦτο θέλει
1442δυνηθῆ νὰ προβῇ εἰς εὐσυνείδητον ἀπόφασιν καὶ ἀνακοινώσῃ
1443ποίαν ἐσχημάτισε κρίσιν.
1444Καὶ μετὰ τοῦτο ἐὰν εὐαρεστῆται ἄς ἀνακοινώσῃ τὴν
1445γνώμην της· ἴσως τότε δὲν θέλει ἔχει συμφέρον νὰ τὴν ἀνα-
1446κοινώσῃ δημοσίᾳ, ἀλλ’ ἄς τὴν ἀνακοινώσῃ τοὐλάχιστον
1447κρύφα πρὸς ἐμὲ πρὸς παραμυθίαν μου.
1448Ἀλλὰ πρὶν ἢ καταλήξῃ εἰς τό συμπέρασμα ὁ κ. βουλευ-
1449τὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐξέφρασεν ἀπορίαν διατί τέλος πάντων
1450ἐσπεύσαμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλι-
1451κῶν ἐν τοιούτῳ τινὶ χρόνῳ, ἐνῷ, ἐὰν ἀφίναμεν νὰ εὐπλοήσωσι
1452τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, νὰ κατασταθῶσιν αἱ πολιτικαὶ
1453καὶ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τῆς χώρας ὁμαλώτεραι, τότε
1454ἠδυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν ταῦτα συμφορώτερον, προκα-
1455λοῦντες μάλιστα ἐν ἀνάγκῃ καὶ διαγωνισμόν.
1456Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ διακρίνητε καλῶς. Δὲν πρόκει-
1457ται περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλάτων, ἀλλὰ περὶ τῆς καλλι-
1458εργείας τῶν ἁλικῶν, καὶ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν ἔπρε-
1459πε νὰ ἐπιφυλάξωμεν ἀκεραίαν καὶ ἄθικτον διὰ νὰ τὴν ἐκθέ-
1460σωμεν εἰς δημοπρασίαν ἐπὶ διαγωνισμῷ εἰς ὁμαλωτέρους χρό-
1461νους, διὰ νὰ μὴ ἀπολέσωμεν τὰ μεγάλα κέρδη, τὰ ὁποῖα ἠ-
1462δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν, διατιθέντες τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν
1463ἁλικῶν κατὰ τοὺς ὁμαλοὺς καιρούς. Τῇ ἀληθείᾳ ἴσως σφάλ-
1464λω, ἀλλὰ ὁμολογῶ ὅτι οὐδὲ τὸ ζήτημα τῆς καλλιεργείας τῶν
1465ἁλικῶν τὸ ἀνεβίβασα εἰς τοσοῦτον ὕψος. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι, πρὶν
1466ἢ γένηται λόγος τις ἐν τοῖς ἐπισήμοις κύκλοις περὶ βελτιώσεως
1467τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλάτων καὶ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλι-
1468κῶν, εἶχον ἀσχοληθῆ περὶ ταῦτα, καὶ κατὰ τὸ 1879 εἶχον ἔλθει
1469εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ ἀλλοδαποῦ περὶ τρόπου κρείττο-
1470νος τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐργασία
1471αὕτη δὲν κατέληξεν εἰς ἀποτέλεσμα, ἐνόμιζον ὅτι ἦτο περιτ-
1472τὸν νὰ ποιήσωμαι τὴν ἐλαχίστην μνείαν αὐτῆς, ὡς δὲν συ-
1473νειθίζω νὰ ποιῶμαι μνείαν οὐδὲ τῶν πράξεων ἐκείνων, εἰς
1474τὰς ὁποίας συνέβη ὁπωσδήποτε νὰ λάβω μέρος τι. Ἡ δια-
1475πραγμάτευσις αὕτη περὶ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλικῶν ἦτο
1476προγενεστέρα τῆς συμβάσεως τοῦ 1881, ἦτο προγενεστέρα
1477φυσικῷ τῷ λόγῳ καὶ τῆς συμβάσεως, τῆς πέρυσιν ὑπογραφεί-
1478σης ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου. Ἠγόμην δὲ εἰς τὴν γνώ-
1479μην νὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ τὰ κρείττω τὰ τῆς καλλιεργείας
1480τῶν ἁλικῶν, πρῶτον μὲν διότι κοινή τις μελέτη, ἣν ἐπὶ πολλὰ
1481ἔτη μετὰ τινος ἄλλου συναδέλφου, μέλους τοῦ Κοινοβουλίου,
1482ἐποιησάμεθα ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων τῆς δημοσίας διοι-
1483κήσεως, μὲ ἐφώτισε περισσότερον περὶ τῶν συμβαινόντων καὶ
1484κατὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν καὶ κατὰ τὴν διαχεί-
1485ρισιν τῶν ἁλάτων, καὶ προσέτι περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀποτε-
1486λεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐν χρήσει καλλιέργεια τῶν ἁλικῶν
1487καὶ ἡ ἐν χρήσει διαχείρισις τῶν ἁλάτων παρῆγεν. Ἠσθάνθην
1488δὲ ἔνθερμον πόθον ἔκτοτε νὰ συντελέσω εἰς τὴν μεταβολὴν
1489τοῦ συστήματος. Καὶ δὲν μὲ ἐνεθάῤῥυνε μόνον ἡ ἐπιθυμία,
1490τὴν ὁποίαν μοὶ ἐπέβαλε τὸ καθῆκόν μου, νὰ φροντίσω νὰ κα-
1491ταστήσω πρόχειρον τὸ ἅλας εἰς πάσας τὰς περιφερείας, ἀφοῦ
1492ἐξηκολούθουν διατηρῶν τὸ μονοπώλιον, ἀλλὰ ἐθέρμανεν ἀκόμη
1493τὴν ἐπιθυμίαν μου καὶ ἡ φροντὶς πῶς νὰ καταστήσω κρείττονα
1494καὶ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλάτων καὶ τὴν διοίκησιν τῶν ἁ-
1495λικῶν, διὰ νὰ ἐξασφαλίσω κρείττονα οἰκονομικὰ ἀποτελέσμα-
1496τα, καὶ προσέτι διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν κρειττόνων οἰκονο-
1497μικῶν ἀποτελεσμάτων νὰ μειώσω τὴν ἀφορμὴν, ἥτις αἰωνίως
1498ἐσκανδάλιζε τὴν δημοσίαν συνείδησιν, τὴν ἀφορμὴν τῶν κλο-
1499πῶν τῶν ἁλάτων καὶ τῶν καταχρήσεων. Ἐνθυμοῦμαι μά-
1500λιστα ὅτι ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς διαχειρίσεως τοῦ μονοπωλίου,
1501διέκρινα ἀκριβῶς τὴν τακτικὴν, ἣν ἠκολούθησεν ὁ Κουμουν-
1502δοῦρος, ἀπὸ τὴν τακτικὴν, ἣν μετῆλθον ἄλλοι ὡς ὑπουργοὶ
1503τῶν Οἰκονομικῶν διατελέσαντες, καὶ εὕρισκον, ὅτι, μὲ ὅλα
1504ὅσα ὁ πολὺς ἀριθμὸς τῶν εἰδικῶν ἀποθηκῶν δύναται νὰ πε-
1505ριέχῃ ἄτοπα, ἕνεκα ἐλλείψεως ἀμέσου ἐπιτηρήσεως καὶ ἐπα-
1506γρυπνήσεως, τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου εἶχον αὐξήσει εἰς ἀνα-
1507λογίαν ἐντελῶς δυσανάλογον πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυ-
1508σμοῦ, ὅπερ ἐνεδείκνυεν, ὅτι ὅσον προχειρότερον ἦτο τὸ ἅλας,
1509τοσοῦτον εὐκολωτέρα ἦτο ἡ κατανάλωσις αὐτοῦ καὶ τοσοῦ-
1510τον ηὔξανεν αὕτη. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ πόθου ὡδηγούμην εἰς τὰς
1511διαπραγματεύσεις τὰς ὁποίας διεξήγαγον κατὰ τὸ 1879.
1512Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἐπῆλθον μέτρα διάφορα ὑπὸ ἀξιοτίμων
1513συναδέλφων ληφθέντα καὶ ἐν πρώτοις ἡ σύμβασις, ἡ κατὰ τὸ
15141881 συνομολογηθεῖσα, ἥτις τὸν αὐτὸν εἶχε σκοπὸν, κατὰ
1515δεύτερον δὲ λόγον ἡ σύμβασις, ἡ πέρυσι συνομολογηθεῖσα,
1516ἥτις καὶ αὕτη τὸν αὐτὸν εἶχε σκοπὸν, παραλείπουσα μόνον
1517τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλικῶν.
1518Τὸ σύστημα τῶν σκέψεων, αἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν συν-
1519ομολόγησιν τῆς συμβάσεως τοῦ 1884, ἐνδέχεται νὰ ἐδι-
1520καιολόγει εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου τὴν ἐξακο-
1521λούθησιν τοῦ αὐτοῦ συστήματος τῆς καλλιεργείας τῶν ἁλι-
1522κῶν. Ἀλλὰ δὲν μοὶ ἦτο δυνατὸν νὰ πεισθῶ ἐκ τούτων τῶν
1523σκέψεων ἵνα πράξω καὶ ἐγὼ τὸ αὐτό. Ἐξηκολούθουν δὲ νὰ
1524ἐπιθυμῶ νὰ μεταβάλω τὸ σύστημα τῆς καλλιεργείας τῶν
1525ἁλικῶν, οὐδὲ μοὶ ἦλθε κατὰ νοῦν ὅτι ἐνῷ νῦν δαπανῶ 280
1526–300 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος πρὸς καλλιέργειαν τῶν
1527ἁλυκῶν, ἂν εὕρισκον τρόπον διὰ νὰ μεταβάλω τὴν καλλι-
1528έργειαν καὶ δαπανῶ μόνον 220,000, δὲν μοὶ ἦλθε κατὰ
1529νοῦν ὅτι ὑποβάλλω εἰς ζημίαν τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὐδὲ
1530ὅτι στερῶ αὐτὸ μεγάλων κερδῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἤθελε
1531παραγάγει, ἐὰν ἐκανονίζοντο τὰ τῆς καλλιεργείας τῶν ἁ-
1532λυκῶν μετὰ 10 ἔτη ἢ μετὰ 8 ἔτη, διότι ἐπὶ τέλους ἐκ 220
1533χιλιάδων δραχμῶν ἐν ὅλῳ δαπάνης, καταβαλλομένης
1534νῦν κατὰ τὴν σύμβασιν διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλι-
1535κῶν, δὲν ἠξεύρω πόσον ἤθελεν ἀξιώσει τις νὰ κερδίσῃ
1536διὰ νὰ ζητήσῃ ἄλλους καταλληλοτέρους καιροὺς καὶ εὐτυ-
1537χεστέρας περιστάσεις διὰ νὰ παραχωρήσῃ τὴν καλλιέρ-
1538γειαν τῶν ἁλικῶν δι’ ὀλιγώτερον ποσόν. Ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο
1539διὰ νὰ παραχωρήσῃ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν ἐκ συν-
1540δυασμοῦ μετὰ ἱδρύσεως βιομηχανίας, ἥτις δύναται νὰ ἱδρυθῇ
1541διὰ τῆς χρήσεως τῶν ἁλάτων, τὸ ζήτημα ἤθελεν εἶσθαι
1542διαφορετικὸν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν οὐδεμία νὰ κατορθωθῇ
1543τοιαύτη συμφωνία χωρὶς νὰ ἀναδεχθῇ τις ὑποχρέωσιν διαρ-
1544κείας πολυετοῦς, οὐδέποτε δὲ μικροτέρας τῶν 25 ἢ 30
1545ἐνιαυτῶν. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἔ-
1546πρεπε νὰ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος, ἐπιφυλασσόμενον τὴν ἐλευ-
1547θερίαν αὐτοῦ εὐθὺς ὡς δυνηθῇ νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ τῆς
1548τοιαύτης χρήσεως τοῦ ἅλατος, ἐπιφυλασσόμενον, λέγω, τότε
1549νὰ κανονίσῃ ταῦτα. Ἀλλὰ δὲν ἐνόμιζον, ἴσως ἦτο σφάλμα
1550μου, ὅτι προνοῶν ἀπὸ τοῦδε περὶ τῆς καλλιεργείας τῶν
1551ἁλικῶν καὶ μὴ ἀφίνων νὰ ἐξακολουθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1552ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ὅτι ἐγενόμην αἴτιος ζημίας τοῦ δημο-
1553σίου ταμείου· ἐξ ἐναντίας, εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ τὰ
1554ἔξοδα τοῦ Δημοσίου ἠλάττωσα, καὶ τέλος πάντων ἀφήρουν
1555μίαν ἀφορμὴν, ἥτις πολλάκις ἐνέβαλεν εἰς ἀνησυχίαν τὴν
1556κοινωνίαν, καὶ ἠδύνατο ἐπὶ τέλους νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κη-
1557λὶς ἐπικαθημένη εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ἑλλάδος.
1558Ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν πάνθ’ ὅσα εἶχον νὰ εἴπω εἰς
1559αὐτήν. Τὸ ζήτημα, ὡς προεβλήθη, δὲν εἶνε ἀμέτοχον πο-
1560λιτικῆς· ἐξ ἐναντίας, μοὶ φαίνεται, ὅτι παρεστάθη ὅτι ζη-
1561τεῖται νὰ διασωθῶσι τὰ μεγάλα συμφέροντα, τῶν ὁποίων
1562τὴν διάσωσιν ἀνέλαβεν ἡ ὑπὸ τοῦ ἔθνους γενομένη ἀποδε-
1563κτὴ πολιτική. Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐτέθη εὐκρινῶς ἐνώπιον
1564τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ ἐκλήθη νὰ δώσῃ τὴν
1565ψῆφόν της. Εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς ταύτην ἔχω καθῆκον νὰ
1566ὑποβληθῶ. Ἓν μόνον πρᾶγμα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν
1567πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς φράσεως τοῦ ἄρθρου
15681 ἢ τοῦ ἄρθρου 2 ἢ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, νὰ μὴ ὑ-
1569πολάβωμεν, ὅτι ἐκεῖ κρύπτεται ἡ ἐπιτυχία ἢ ἡ ἀποτυχία
1570τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη τὸ Ἔθνος. Εἰς τὴν με-
1571ταβολὴν τῆς φράσεως εἴτε πρὸς συμπλήρωσιν ἐλλείψεως,
1572εἴτε πρὸς ἀφαίρεσιν πλεονασμοῦ, εἴτε πρὸς ἀκριβεστέραν καὶ
1573πληρεστέραν ἔκφρασιν ἐννοίας, ἐγὼ οὐδέποτε ἀντιλέγω, καὶ
1574ἂν ἤθελον ἐξακολουθῇ νὰ μὲ κατακρίνωσιν ὡς ἄνθρωπον, ὁ
1575ὁποῖος, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσέχω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν
1576τῆς Βουλῆς, ἢ ὁ ὁποῖος δὲν συστέλλομαι νὰ λέγω ὅτι ῥυ-
1577μουλκοῦμαι ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους. Τέλος πάντων
1578αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, καὶ ἐπειδὴ εὐτυχῶς ἡ πλειονοψηφία
1579τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦδε δὲν εὗρε ταῦτα τὰ ἰδιώματα ὡς
1580ἄγοντα εἰς τὸν θάνατον, εὐμενῶς μὲ ἀποδέχεται ἀκόμη ἐν
1581τῇ Κυβερνήσει. Καὶ δὲν φρονῶ ταῦτα αὐθαιρέτως. Ἐκεῖνοι,
1582οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀπαιτῶσι παρὰ
1583τοῦ Ἔθνους νὰ ἀποδέχηται τυφλῶς τὰς γνώμας αὐτῶν, σφάλ-
1584λουσιν ἐν πολιτεύματι φιλελευθέρῳ, διότι τὸ δικαίωμά των
1585δὲν ἔχει ἀρχὴν, οὐδὲ δύναταί τις ν’ ἀξιώσῃ παρά τινος νὰ
1586ἀποδέχηται τὴν γνώμην αὐτοῦ πρὶν ἢ διαφωτίσῃ τὸν ἀ-
1587κούοντα περὶ τῆς ἀληθείας τῆς γνώμης του καὶ περὶ τῶν λυσι-
1588τελῶν εἰς τὴν χώραν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς.
1589Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔχομεν καθῆκον νὰ ὁμιλῶμεν πρὸς τὸ
1590ἔθνος. Δὲν ἔχομεν ὅμως δικαίωμα νὰ ζητῶμεν νὰ ἀκολουθῇ
1591τυφλῶς ἡμᾶς. Ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ἐάν τις νομίζῃ, ὅτι
1592ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὸν λαὸν τῆς
1593πατρίδος του. Αὐτός ὅμως, πρὶν ἢ ἐκφράσῃ τοιαύτην τινὰ
1594γνώμην, πρέπει νὰ κηρύξῃ, ὅτι δὲν στέργει νὰ τηρήσῃ αὐ-
1595τὴν ὑπὸ φιλελεύθερον πολίτευμα, πρέπει δὲ νὰ μεταβῇ
1596νὰ ἀναζητήσῃ τὴν δύναμιν ἐκεῖ ὅπου αὕτη ὑπάρχει
1597ὅπως περιβληθῇ αὐτὴν, καὶ διὰ τῆς δυνάμεως νὰ δυνηθῇ
1598νὰ ἐκβιάσῃ τοὺς συμπολίτας του νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς
1599γνώμας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔστω οὗτος βέβαιος, ὅτι, καὶ ἂν ἤ-
1600θελε ἐπιτύχει νὰ ἐκβιάσῃ αὐτοὺς διὰ τῆς δυνάμεως, ἐν
1601Ἑλλάδι δὲν θέλει μετρήσει πολὺν χρόνον· ἡ δὲ ἱστορία
1602τῆς χώρας διδάσκει εἰς αὐτὸν πόσον διήρκεσαν τοιαῦτα
1603πειράματα. Διὰ τοῦτο ἐγὼ εἰμὶ τοσοῦτον ταπεινόφρων, ὥστε
1604νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑποτάσσω ἐμαυτὸν εἰς τὴν θέλησιν
1605τοῦ Ἔθνους, ἀγωνιζόμενος καὶ ἀσχολούμενος διὰ τοῦ λό-
1606γου, ἐφ’ ὅσον ἀκούομαι, νὰ διαφωτίζω τὰς γνώμας αὐτοῦ,
1607καὶ νὰ ἐνδεικνύω εἰς αὐτὸ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμά-
1608των. Ἐὰν δὲ τοιαῦτα φρονῶ οὕτω πως πολιτευόμενος, καὶ
1609τοιαύτην ἐπέσυρα κατ’ ἐμοῦ μομφὴν εἰπὼν ὅτι ρυμουλ-
1610κοῦμαι ὑπὸ τοῦ Ἔθνους, συγκεχωρημένος θὰ ἦμαι, διότι
1611ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ταπεινοῦ φρονήματος ἐμφορούμενος ἐνό-
1612μιζον, ὅτι πρέπει νὰ συμβιβάζω τὴν γνώμην μου μετὰ
1613τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας, καὶ νὰ συναρμολογῶ
1614αὐτὴν οὕτως, χωρὶς μὲν νὰ θυσιάζω τὴν οὐσίαν, χωρὶς νὰ
1615παραβλάπτω συμφέρον τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ σπαταλῶ δη-
1616μόσια χρήματα, χωρὶς νὰ ἐκθέτω εἰς κίνδυνον τὴν πατρίδα
1617μου, ἀλλὰ νὰ συναρμολογῶ αὐτὴν οὕτως, ὅσον ἕκαστος κατὰ
1618καθῆκον πρέπει νὰ φρονῇ, ὅτι δὲν ἐγεννήθη αὐτὸς ὑπὸ τὸν
1619οὐρανὸν ἀλάθητος.
1620Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, πρὶν ἢ καταλήξω τὸν λό-
1621γον, δὲν θέλετε μὲ ἰδεῖ νὰ ἐγείρω ὑπουργικὸν ζήτημα, ἐὰν
1622πρόκειται νὰ μεταβληθῇ φράσις τις τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε
1623τούτου εἴτε ἄλλου τινὸς, μὴ ἐλαττοῦσα τὴν δύναμιν αὐ-
1624τοῦ, καὶ μὴ ἀλλοιοῦσα τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, καὶ μὴ ἀναι-
1625ροῦσα τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν ἡ φράσις τοῦ ἄρ-
1626θρου 1 ἢ τοῦ ἄρθρου 2 ἢ τοῦ ἄρθρου 3 ἤθελον ὑποτεθῇ ὑπό
1627τινος ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, θέλει μὲ εὕρει πρόθυμον
1628συζητητὴν, καὶ ἐπίσης πρόθυμον νὰ ἀσχοληθῶ μετ’ αὐτοῦ
1629ἵνα ἀνεύρωμεν ὁμοῦ τὴν ὀρθοτέραν φράσιν. Κατὰ συνέπειαν
1630ἐλπίζω ὅτι καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας θέλουσιν εἶσθαι
1631ἥσυχα, δὲν θέλουσι δὲ ποτὲ ἀνησυχήσει ὅτι ἐγὼ διὰ τῆς
1632ἐπιμονῆς μου ἤθελον ἐκβιάσει ποτὲ κἀνὲν ἐξ αὐτῶν νὰ ψη-
1633φοφορήσῃ ἐναντίον τῆς ἰδίας αὐτοῦ γνώμης, ἢ νὰ παραλ-
1634λάξῃ τὴν ψῆφον, ἣν πρὸ μικροῦ ἔδωκεν (εὖγε ἐκ δεξιῶν).
1635§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1636§11ΤΙΝΕΣ. Νὰ γίνῃ διακοπὴ, κύριε Πρόεδρε.
1637§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά.
1638(Γίνεται διακοπὴ 10 λεπτῶν).
1639§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
1640Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
1641§14Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον, κύριοι βουλευταὶ, ζητήσει
1642τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου καὶ ἐλυπή-
1643θην ὅτι δὲν εὑρέθην παρὼν, ὅταν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς
1644Βουλῆς μὲ ἐκάλεσεν ἐπὶ τὸ βῆμα. Ζητῶ, μάλιστα τὸ θε-
1645ωρῶ καθῆκόν μου νὰ ζητήσω, συγγνώμην παρὰ τοῦ κυ-
1646ρίου Προέδρου. Ἀλλ’ ἐκ τούτου οὐδεμία προέκυψε ζημία
1647εἰς ἐμὲ, διότι τὸ ζήτημα τοῦ δανείου εἶνε ἀναποσπάστως
1648συνδεδεμένον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρὸς τὴν τοῦ προ-
1649κειμένου νομοσχεδίου. Τὴν γνώμην ταύτην ἔχω ἀφ’ ἧς ἐ-
1650καλούμην καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων νὰ κρίνω
1651περὶ τῶν μέτρων τῶν οἰκονομικῶν, ἅπερ ἐπιβάλλονται εἰς
1652τὴν Χώραν κατὰ τὰς παρούσας κρισίμους τοῦ Ἔθνους στιγ-
1653μάς. Ἐξήγησα δὲ καθαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς
1654τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην ταύτην, εἰπὼν, ὅτι ἄνευ δανείου,
1655καὶ δανείου ἐπαρκοῦς, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀντιμε-
1656τωπίσῃ τὰς περιστάσεις· εἶπον, ὅτι ἄνευ δανείου ἐπαρκοῦς
1657δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μειώσῃ, ἐὰν μὴ καὶ νὰ ἐξαλείψῃ, τὰς
1658φρικτὰς συνεπείας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ
1659συγχρόνως εἶπον ὅτι τὸ δάνειον δὲν δύναται νὰ πραγμα-
1660τοποιηθῇ ἐπὶ ὅροις ἀσυμφόροις, ἐὰν διὰ τὴν ἐγγύησιν αὐτοῦ
1661δὲν προστεθῶσιν εἰς τὸν τακτικὸν τοῦ Κράτους Προϋπολο-
1662σμὸν ἐπαρκῆ ἔσοδα· διότι μὴ νομίζωμεν, ὅτι εἶναι μόνον
1663αἱ ἐγγυήσεις αἱ διδόμεναι πρὸς τοὺς δανειστὰς, αἵτινες χρη-
1664σιμεύουσιν αὐτοῖς, ὅπως κρίνωσι περὶ τῆς πίστεως ἡμῶν,
1665ἀλλ’ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας, ἡ
1666ὁποία εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς γνώμης αὐτῶν. Καὶ ἐκ τῆς
1667σκέψεως ταύτης ὁρμώμενος, διεῖδον ἢ τὴν ἀποτυχίαν, ἢ τὴν
1668μὴ ἐπωφελῆ διὰ τὸ Δημόσιον ἐπιτυχίαν τοῦ προταθέντος
1669δανείου ἐν ἑνὶ τῶν ἐδαφίων τοῦ περὶ τούτου νομοσχεδίου.
1670Ὁ νόμος περὶ τοῦ δανείου ἐν τῷ ἐδαφίῳ ἐκείνῳ ὁρίζει,
1671ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ ἐγγυήσεις πρὸς συνομολόγησιν
1672αὐτοῦ ἐκ τῶν κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους εἰσπραττομέ-
1673νων ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐσόδων· δὲν προτίθεται λοιπὸν νέον
1674τι ἔσοδον πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου· πρὸς ἐξασφάλισιν
1675δὲ αὐτοῦ ἀφαιροῦνται ἀπὸ τῶν τακτικῶν τοῦ Ἔθνους Προϋ-
1676πολογισμῶν τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τοῦτο χρήματα. Πρέ-
1677πει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὶς εἶναι ὁ τακτικὸς ἡμῶν Προϋ-
1678πολογισμὸς, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο πρὶν ἢ ῥιφθῶμεν
1679εἰς τὴν ἀβεβαιότητα τῆς ἐπιζητήσεως δανείου, ἐν τοιαύ-
1680ταις μάλιστα μὴ ἐπιτρεπούσαις ἀβεβαιότητας στιγμαῖς.
1681Κατὰ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ
16821886 ὁ τακτικὸς παρουσιάζει ἔλλειμμα 3 περίπου ἑκα-
1683τομμυρίων δραχμῶν· τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα τοῦ Προϋ-
1684πολογισμοῦ τοῦ 1886 θὰ ἦναι εὐτύχημα ἐὰν δὲν ὑπερβῇ
1685τὰ 15,000,000· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τῶν 15, ἢ καὶ τῶν
168620 ἴσως ἑκατομμυρίων, δὲν θεωρῶ ἀνῆκον εἰς τὸν τακτικὸν
1687Προϋπολογισμόν· θὰ ἦναι κατὰ τὸ πλεῖστον προϊὸν τῶν
1688περικυκλουσῶν ἡμᾶς περιστάσεων, οὐχ ἧττον ὅμως ὁ Προϋ-
1689πολογισμὸς ἐκεῖνος δὲν θὰ κλείσῃ μὲ ἔλλειμμα μόνον 3,
1690000,000· κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμοὺς, τὸ ἔλ-
1691λειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1886 τὸ τακτικὸν θὰ
1692ὑπερβῇ τὰ 6,000,000· καὶ λέγω μετριωτέρους, διότι κατὰ
1693τοὺς ὑπολογισμούς μου θὰ φθάσῃ εἰς 8,500,000. Τὸ ἔλ-
1694λειμμα δὲ τοῦτο τῶν 6,000,000 διπλασιάζεται ἀμέσως διὰ
1695τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ δανείου, διότι διὰ νὰ προ-
1696μηθευθῶμεν 100,000,000 ὀνομαστικὸν δάνειον, θὰ δώσω-
1697μεν πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτοῦ βεβαίως 6,000,000.
1698Τοιαύτης οὔσης τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου,
1699καὶ προστιθεμένης εἰς αὐτὴν τῆς ἄλλης ἀθλίας καταστάσεως
1700τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐφ’ ἧς πολλὰ ὀλίγα δύνα-
1701ται νὰ πράξῃ τις πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν κακῶν, ἐὰν δὲν ἔχω-
1702μεν ἰσοσκελῆ Προϋπολογισμὸν, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἀπό-
1703πειρα ἡμῶν αὕτη—διότι ἀπόπειραν πρέπει νὰ ὀνομάσωμεν
1704αὐτὴν—περὶ δανείου δυνατὸν νὰ ἀποτύχῃ. Διὰ τοῦτο ὑπέ-
1705βαλον ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ μὲ τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον πάντες
1706πρέπει νὰ αἰσθανώμεθα διὰ τὰς παρούσας τῆς Πατρίδος ἀ-
1707νάγκας, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ
1708διστάσῃ ὅπως τακτοποιήσῃ διὰ προτάσεων ἀναλόγων τὰ
1709τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ οὕτως, ὥστε νὰ περισσεύσῃ
1710αὐτῇ τὸ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου ἀπαιτούμενον χρῆ-
1711μα, καὶ ἀπέδειξα τότε, νομίζω ὅτι ὑπεραπέδειξα, ὅτι τοῦτο
1712ἐὰν ἐγίνετο, ἤθελε γείνει πρὸς ὄφελος τοῦ λαοῦ.
1713§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ἠδύνατο νὰ γείνῃ;
1714§16ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελε γείνει πρὸς ὄφελος τοῦ λαοῦ
1715καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἐρωτῶμαι ὑπό τινος πῶς ἦτο
1716δυνατὸν νὰ γείνῃ· διότι ὁ λαὸς ἤθελεν ἀπαλλαγῆ ἀπὸ
1717τὴν φρικτὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἕνεκα τῆς ἀ-
1718ναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὴν γνώμην ταύτην ἐπαναλαμ-
1719βάνω καὶ νῦν, ἐπαναλαμβάνω ἐν ὀνόματι τοῦ ἀληθοῦς συμ-
1720φέροντος τοῦ Τόπου καὶ τοῦ ἠθικοῦ συμφέροντος αὐτῆς ταύ-
1721της τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἔχει τὴν διεύθυνσιν τηλικούτων
1722πραγμάτων τῆς Πατρίδος σήμερον. Ἀλλ’ ἡ θέσις μου οὐδὲν
1723ἄλλο ἐπιτρέπει εἰς ἐμὲ εἰμὴ νὰ ὑποβάλω γνώμην εἰς τὴν
1724Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Κυβέρνησις ἴσως ἐσκέ-
1725φθη, ὅτι καὶ ἄνευ τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ συστηθέντος μέτρου δύνα-
1726ται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας—τὸ εὔχομαι—καὶ διὰ
1727τοῦτο περιωρίσθη νὰ ὑποβάλῃ ἁπλῶς νόμον περὶ παροχῆς
1728ἀδείας πρὸς συνομολόγησιν δανείου. Τὸν νόμον τοῦτον, ἂν
1729καὶ δὲν πρόκηται περὶ τούτου ἡ συζήτησις, ἀλλ’ εἶναι τόσῳ
1730συναφὴς, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τῆς συζη-
1731τήσεως τῆς συμβάσεως, τὸν νόμον τοῦτον θέλω ψηφίσει
1732προθυμότατα, θεωρῶ μάλιστα ἐγὼ, ὅτι οὕτω, ὡς δηλαδὴ
1733ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζει, πρέπει νὰ συνάπτωνται πάντοτε τὰ
1734δημόσια δάνεια. Ὅταν ὑπάρχῃ Κυβέρνησις ἐν Συνταγμα-
1735τικῷ Κράτει, θὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς,
1736καὶ ὅταν ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἔχει τοῦ Ἔ-
1737θνους τὴν πλειονοψηφίαν. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ἐμ-
1738πιστεύεται ὁ Τόπος, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος,
1739τὴν τιμὴν αὐτοῦ, τὴν ἀνεξαρτησίαν αὐτοῦ, καὶ δὲν θὰ δι-
1740στάσῃ νὰ ἐμπιστευθῇ τὸ χρῆμα αὐτοῦ; Θεωρῶ δὲ, ὅτι οὕτω
1741πρέπει νὰ συνάπτωνται τὰ δάνεια, διότι οὕτω δύνανται νὰ
1742συναφθῶσιν ἐπωφελέστερον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπέκρινα τὴν ἄλ-
1743λοτε εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑποβληθεῖσαν πρότασιν
1744περὶ ἐκποιήσεως τῶν ἀνεκποιήτων ὁμολογιῶν, διότι ἐλέχθη
1745τότε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἠδύναντο αὗται νὰ ἐκποιηθῶσιν
1746ἐπὶ τιμῇ ἐλάσσονι τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν· διεκηρύχθη οὕτω
1747ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους ἡ ἔκπτωσις
1748τῆς ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ. Ἴσως καὶ τοῦτο συνετέ-
1749λεσεν εἰς τὴν δυσκολίαν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἀπήντησεν ἡ
1750Κυβέρνησις, ὡς πρὸ μικροῦ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰς
1751τὴν ἐκποίησιν τῶν ὁμολογιῶν ἐκείνων.
1752Θεωρῶ δὲ τὸν τρόπον τοῦτον καταλληλότερον, διότι
1753πλὴν τοῦ κακοῦ, ὅπερ ἀναποφεύκτως ἐπάγεται ὁ ἐκ τῶν
1754προτέρων προσδιορισμὸς ὅρου τινὸς ἀνωτάτου καὶ κατω-
1755τάτου ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, καὶ περὶ οὗ οὐδεὶς ἀμ-
1756φιβάλλει, φρονῶ, ὅτι ἐὰν κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν οἱ
1757δανεισταὶ λαμβάνουσι τὴν ὑπογραφὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ
1758δίδουσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἰδικήν των, εἶναι βέβαιοι, ὅτι ἐγέ-
1759νοντο ἀμέσως δανεισταὶ καὶ κατέστησαν ὀφειλέτην τὸ Δη-
1760μόσιον, φρονῶ, λέγω, ὅτι οἱ δανεισταὶ θὰ ἦναι προθυμό-
1761τεροι καὶ ἀποφασιστικώτεροι, ἑπομένως καὶ οἱ ὅροι αὐτῶν
1762εὐπροσδεκτότεροι, ἐνῷ διὰ τῶν συμβάσεων, τῶν ὑποβαλλο-
1763μένων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, ἐπικρατεῖ εἰσέτι ἀ-
1764βεβαιότης περὶ τοῦ κύρους τῶν συνομολογηθέντων. Ἐπὶ
1765τοῖς λόγοις δὲ τούτοις φρονῶ, ὅτι ἡ ἐξουσία, ἣν ζητεῖ ἡ Κυ-
1766βέρνησις, ἀδύνατον νὰ ἐνέχῃ τὴν ἰδέαν εὐρυτέρας, ἐλάσσονος
1767ἢ πλείονος ἐμπιστοσύνης, καὶ ἐλυπήθην μάλιστα—ὀφείλω
1768νὰ τὸ εἴπω—ὅταν ἤκουσα τοῦτο, διότι οὕτω τεθέντος τοῦ
1769ζητήματος, ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἡ μερὶς, ἥτις δὲν ἐμπιστεύε-
1770ται τὴν Κυβέρνησιν, εἰς δυσχερείας, ἐνῷ καλῆς Κοινοβου-
1771λευτικῆς τακτικῆς ἴδιον ἦτο τὰς δυσχερείας ταύτης νὰ
1772προλάβῃ ὁ κύριος Πρωθυπουργός.
1773Δὲν ἔχομεν λοιπὸν δυστυχῶς ἄλλον πόρον, θὰ εὑρεθῶμεν
1774δὲ εἰς τὰς δυσχερείας τῆς συνομολογήσεως δανείου, ἃς ἐξέ-
1775θηκα πρὸ μικροῦ· ἀλλ’ ὀφείλομεν ὁπωσδήποτε νὰ προχωρή-
1776σωμεν· τοῦτο ὑποβάλλει ἡμῖν ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸ ὀφείλο-
1777μεν ν’ ἀποδεχθῶμεν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν δια-
1778φόρων αὐτοῦ ἀγορεύσεων ὑποδεικνύει ἡμῖν τὴν ἐλπίδα, ὅτι
1779διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς μισθώσεως τοῦ πετρελαίου καὶ τῆς
1780καλλιεργείας τῶν ἁλυκῶν καὶ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ἁλά-
1781των θὰ εὑρεθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις, αἵτινες δύνανται νὰ ἐξασφα-
1782λίσωσι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποπείρας πρὸς εὕρεσιν δα-
1783νείου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην θεωρῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ σύμ-
1784βασις αὕτη δὲν εἶναι κυρίως διάθεσις ἐπωφελὴς τοῦ
1785Δημοσίου θησαυροῦ, ἀλλ’ ὅτι εἶναι μέτρον, τεῖνον ἀποκλει-
1786στικῶς πρὸς θεραπείαν ὑψίστων τῆς Πατρίδος ἀναγκῶν, ὡς
1787τοιοῦτον δὲ ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ ἰδίως νὰ ἐξε-
1788τάσωμεν τὸν συνδυασμὸν, ὅστις γίνεται, τοῦ μέτρου τούτου
1789πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου.
1790Περὶ τῆς συμβάσεως ἐλάχιστα θὰ εἴπω. Λεπτομερέστατα
1791ἐξήτασεν αὐτὴν ὑπό τινα ἔποψιν ὁ ἐκ Τριφυλίας ἀξιότιμος
1792βουλευτής, ὑπ’ ἄλλην ὁ ἐξ Ἄρτης, καὶ τελευταῖον ὁ ἐκ
1793Μεσολογγίου. Περὶ τῆς συμβάσεως ταύτης μίαν θὰ ἐκφέρω
1794γνώμην, ὅτι δὲν θεωρῶ αὐτήν, ἐὰν ἐπρόκειτο ὡς σύμβασιν
1795νὰ τὴν ἐξετάσω, σύμβασιν ἀμφοτεροβαρῆ· τὴν θεωρῶ ἑτερο-
1796βαρῆ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐν αὐτῇ περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρό-
1797κειται, εἰμὴ περὶ τοῦ πῶς νὰ ἐξευρεθῇ ἐργασία τις εἰς ἀν-
1798θρώπους ἐντίμους—δὲν γνωρίζω αὐτοὺς, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι
1799εἶνε ἐντιμότατοι, ἀφοῦ δύο Κυβερνήσεις ἀλλεπαλλήλως
1800συνηλλάχθησαν μετ’ αὐτῶν—νὰ δοθῇ, λέγω, ἐργασία εἰς ἀν-
1801θρώπους ἐντίμους, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος μὴ ἔχοντας ἄλλην
1802τινὰ ἐνασχόλησιν.
1803Ἐὰν ἐξετάσωμεν καλῶς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως καὶ
1804ἰδίως τὸν ἀφορῶντα τὰ δικαιώματα τῶν ἐργολάβων ἐπὶ τῇ
1805παραλαβῇ ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ πετρελαίου, θέλομεν ἰδεῖ
1806ὅτι οὐδὲν, ἀπολύτως οὐδὲν, θέλουσιν αὐτοὶ δαπανήσει, καὶ
1807ἂν εἶνε ἀκριβὴς—καὶ πιστεύω ὅτι εἶνε ἀκριβεστάτη—ἡ πα-
1808ρατήρησις, ἣν πρὸ μικροῦ ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντι-
1809κρούων τοὺς ἐξωγκωμένους, ὡς εἶπεν, ὑπολογισμοὺς τοῦ κ.
1810Καραπάνου περὶ τῶν κερδῶν τῆς ἐπιχειρήσεως, ἂν εἶνε ἀ-
1811ληθὲς, ὅτι μόνον 250,000 δραχμὰς θὰ κερδαίνωσιν οὗτοι,
1812νομίζω......
1813§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπόθεσιν ἔκαμα.
1814§18ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω. Ἐὰν ἡ ὑπόθεσις τοῦ κ. Πρω-
1815θυπουργοῦ εἶνε ἀκριβὴς, καὶ δύναμαι νὰ προσθέσω μετὰ τὴν
1816διακοπὴν, ὅτι καὶ ἂν δὲν εἶνε ἀκριβὴς, ἀλλ’ ὡς ὑπόθεσις τοῦ
1817κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ
1818πλησιάζῃ βεβαίως πολὺ εἰς τὴν ἀλήθειαν· ἐὰν λοιπὸν εἶνε
1819ἀκριβὴς, τότε τὸ κέρδος αὐτὸ ἀπέναντι οὐδενὸς σχεδὸν κα-
1820ταβαλλομένου κεφαλαίου εἶνε μάλιστα μέγιστον. Οἱ ἐργο-
1821λάβοι οὗτοι εἶνε ἀληθῶς ἐκ τῶν τρισολβίων συναλλασσο-
1822μένων. Κατὰ τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως, αὐτοὶ ὑπο-
1823χρεοῦνται νὰ καταβάλωσιν ἐγγύησιν 300,000 δραχμῶν,
1824ἥτις αὐξάνει διὰ τῶν νέων αὐτῶν προτάσεων εἰς 400,000,
1825αὐξάνει δὲ ὑπὲρ αὐτῶν καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Τὴν
1826ἐγγύησιν ταύτην δικαιοῦνται νὰ καταβάλωσιν εἰς χρεώ-
1827γραφα τῶν Ἐθνικῶν ἡμῶν δανείων ἐπὶ τῇ τιμῇ τῆς ἐκδό-
1828σεως τῶν ὁμολογιῶν αὐτῶν.
1829Ἔχουσι προσέτι τὸ δικαίωμα νὰ καταβάλωσι μέχρι πο-
1830σοῦ 800,000 δραχμῶν ἐπίσης εἰς ὁμολογίας τῶν Ἐθνικῶν
1831δανείων ἐπὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν, καὶ ἀπέναντι
1832τῶν δύο τούτων ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 1,200,000
1833μετὰ τὴν προσθήκην τῶν 100,000, δικαιοῦνται νὰ λαμ-
1834βάνωσιν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν πετρέλαιον τιμῆς ἴσης πρὸς τὰ
1835⅘ τῆς ἀξίας τῶν ὁμολογιῶν.
1836Εἶνε γνωστὸν, εἶνε μάλιστα Ἐθνικὸν δυστύχημα, ἀλλ’ εἶνε
1837βέβαιον, ὅτι αἱ ὁμολογίαι τῶν Ἐθνικῶν ἡμῶν δανείων εἶνε
1838σήμερον εἰς μεγάλην ἔκπτωσιν, ὑπερβαίνουσαν τὸ ⅕ τῆς
1839ἀξίας τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν. Ἑπομένως οἱ κύριοι οὗτοι ἐὰν
1840ἀγοράσωσι σήμερον τὰς ὁμολογίας αὐτὰς, θὰ καταβάλωσι
1841πράγματι εἰς τὸ Δημόσιον ποσὸν ἔλασσον ἐκείνου, ὅπερ θὰ
1842ἐδικαιοῦντο νὰ λαμβάνωσιν εἰς εἶδος.
1843Δὲν γνωρίζω ποῖαι εἶναι αἱ εὐκολίαι τῆς μεταφορᾶς ἐν-
1844ταῦθα τοῦ πετρελαίου, οὐδὲ πῶς θὰ διοργανωθῶσι τὰ τῆς
1845μετακομιδῆς καὶ ἀποθηκεύσεως αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν
1846ὑπ’ ὄψει τὸν Προϋπολογισμὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀξία τοῦ
1847πετρελαίου ἀνέρχεται εἰς τρία ἢ τέσσαρα ἑκατομμύρια,
1848πειθόμεθα, ὅτι τὸ ἑκάστοτε δαπανώμενον χρηματικὸν ποσὸν
1849πρὸς προμήθειαν, ὅπως ἐφοδιάζωνται αἱ ἀποθῆκαι, δὲν θὰ
1850ὑπερβαίνῃ ποσῶς, θὰ εἶνε μάλιστα ἴσως ἔλασσον τῶν ⅘
1851τοῦ ποσοῦ τῶν 1,200,000 δραχμῶν.
1852Ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη δὲν εἶνε ἀμφοτερο-
1853βαρὴς καὶ ὅτι οἱ ἐργολάβοι ἐπεδίωξαν καὶ ἐπέτυχον ἁπλῶς
1854ἐργασίαν ἐπωφελῆ καὶ παντάπασιν ἀδάπανον.
1855Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ μεγίστου ἐνδιαφέρον-
1856τος, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουρ-
1857γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δη-
1858μοσίου, πιστεύω δὲ, ὅτι καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως
1859τὰ συμφέροντα ταῦτα προασπίσῃ ἐπαρκῶς· ὑποθέτω μόνον,
1860ἀφορῶν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην καὶ εἰς πολλὰς ἐκ τῶν λοι-
1861πῶν, ὅτι ἐκ τῶν πολλῶν αὐτοῦ ἀσχολιῶν ἠναγκάσθη νὰ ἐμπι-
1862στευθῇ πλειότερον εἰς ἐκεῖνα τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου
1863τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα πολλάκις ὑπεμνήσθησαν ἡμῖν
1864ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Γνωρίζω μάλιστα καλῶς τὸν κ.
1865Πρωθυπουργὸν καὶ ἐξεύρω τὸν πόνον αὐτοῦ πρὸς τὰ συμ-
1866φέροντα τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι δὲν ἐπιτελῶ
1867καθῆκον μόνον βουλευτοῦ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος,
1868ἀλλ’ ἐπιτελῶ καὶ καθῆκον φίλου πρὸς φίλον, διέποντα νῦν
1869τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, ὑποδεικνύων αὐτῷ τὰς ἐλλεί-
1870ψεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι, ἂν εἶνε πραγματικαὶ καὶ ἂν περὶ
1871τούτων πεισθῇ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, θὰ διορθωθῶσιν ἀ-
1872φεύκτως.
1873Δὲν βλέπω δὲ συγχρόνως εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην οὐ-
1874δὲν ἐπιτυγχανόμενον σήμερον συμφέρον, ὅπερ κατὰ τὰ μέ-
1875χρι τοῦδε καθεστῶτα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον· ἂν
1876ὑπάρχωσι δὲ μικραί τινες διαφοραὶ, αὗται εἶναι μόνον δε-
1877κάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις αὕτη εἶ-
1878ναι ἀπαλλοτρίωσις δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, ἥτις βε-
1879βαίως ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ, ἀλλὰ μόνον πρὸς ὄφελος τοῦ
1880Δημοσίου σπουδαῖον καὶ ἐπαρκὲς, ὅπως δικαιολογήσῃ αὐτήν.
1881Παραβάλλοντες τοὺς Προϋπολογισμοὺς, βλέπετε ὅτι, καὶ
1882ἐὰν ἐξακολουθῶσι τὰ τοῦ πετρελαίου διεπόμενα ὡς μέχρι
1883τοῦδε, τὸ αὐτὸ ἔσοδον θὰ εἶχε τὸ Δημόσιον· διὰ τὰς ἁλι-
1884κὰς εἶναι μάλιστα ταυτότης ἐσόδων· διότι διὰ τὴν καλ-
1885λιέργειαν π. χ. τῶν ἁλικῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνα-
1886γράφονται 220,000 δραχμῶν, εἶπεν ἀληθῶς πρὸ μικροῦ ὁ
1887κύριος Πρωθυπουργὸς 280,000, ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς
1888ἀναγράφει 220,000, τόσαι δὲ ἀκριβῶς δίδονται ἐπὶ τούτῳ
1889πρὸς τοὺς ἐργολάβους· διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλάτων
1890ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 560,000, ἀλλὰ καὶ
1891εἰς τοὺς ἐργολάβους δίδονται 560,0000. Ὥστε δὲν ὑπάρ-
1892χει ἐνταῦθα ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου, καὶ διὰ τοῦτο λέγω
1893ὅτι, ἂν δὲν συνεδέετο ἡ ὑπόθεσις τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς
1894Ἐθνικῆς ἀνάγκης σήμερον, θὰ κατεψήφιζον αὐτῆς ὡς ἀ-
1895συμφόρου. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτη εἶναι ἡ σύμβασις ἁπλῶς ὡς
1896σύμβασις, εἶναι μεῖζον ἔτι τὸ ἐξ αὐτῆς κακὸν, ὅταν συν-
1897δέωμεν αὐτὴν πρὸς τὴν θεραπείαν τοιούτων Ἐθνικῶν ἀναγ-
1898κῶν. Ἂν τὴν συνεδέομεν ὁριστικῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως, θὰ
1899ἦτο βεβαίως ἀγαθὸν, διότι ὅσον μεγαλείτερα θὰ ἦσαν
1900τὰ ὀφέλη τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἐργολαβίαν ταύτην, τό-
1901σον προθυμότεροι θὰ ἦσαν οὗτοι πρὸς συνομολόγησιν δα-
1902νείου· καὶ δὲν εὑρίσκω ἐγὼ τὰς 250,000 δραχμῶν τῆς ὑπο-
1903θέσεως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ὀλίγον κέρδος, ὥστε νὰ
1904μὴ ἐγείρῃ τὸν πόθον καὶ τὸν διαγωνισμὸν μεταξὺ τῶν κε-
1905φαλαιούχων περὶ τοῦ τὶς πρῶτος νὰ συνομολογήσῃ τὸ δά-
1906νειον· διότι μὴ πλανώμεθα μὲ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου. Τὸ πο-
1907σὸν τοῦ δανείου εἶναι ἀληθῶς 100,000,000, εἶναι ἀκριβῶς
1908εἰπεῖν 60,000,000 τὸ ποσὸν αὐτοῦ τὸ πραγματικὸν, αἱ
1909δὲ 280,000 εἶναι ἀπέναντι τοιούτου ποσοῦ μηδέν. Ἀλλὰ
1910τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα δὲν θὰ τὰ καταβάλωσιν αἱ ὁμά-
1911δες, αἱ ὁποῖαι θὰ συνομολογήσωσι τὸ δάνειον, ἐνίοτε μάλι-
1912στα αὗται δὲν καταβάλλουσι τίποτε, κερδοσκοποῦσι δὲ
1913μόνον ἐπὶ τῆς ἐπιχειρήσεως. Λοιπὸν ἡ ὁμὰς, ἡ ὁποία πρὸς
1914τὸ ἐλπιζόμενον ἐκ τῆς διαπράξεως τοῦ δανείου κέρδος ἤθε-
1915λεν ἔχει καὶ ἓν κέρδος ἐκ 250,000 κατ’ ἔτος, εἶναι πλου-
1916σιοπαρόχως ηὐνοημένη ὁμὰς, ὥστε νὰ σπεύσῃ πρὸς πᾶ-
1917σαν ἐργασίαν τείνουσαν εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου.
1918Ἀλλὰ—καὶ συνομολογῶ τοῦτο μετὰ τοῦ κυρίου Πρωθυ-
1919πουργοῦ—μεγαλείτερον τούτου εἶναι τὸ ἄλλο ἀγαθὸν, τὸ ἐκ
1920τοῦ τοιούτου συνδυασμοῦ προκύπτον, τουτέστιν ἡ μείζων
1921ἐγγύησις, ἡ πραγματικὴ ἐγγύησις, ἡ χειροπιαστὴ, τὴν ὁ-
1922ποίαν δίδομεν διὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς διαχειρίσεως. Καὶ
1923δὲν εἶναι μικρὰ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν διδομένων ὑπὸ ἐγγύησιν
1924εἰδικῶν πόρων, ἀλλὰ διαχειριζομένων καὶ εἰσπραττομένων
1925παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διδόμενοι εἰς ἐγ-
1926γύησιν, εἶναι συγχρόνως ὑπὸ τὰς χεῖρας τῶν λαβόντων αὐτούς.
1927Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἀπελπισθέντες ἀπὸ τῆς προσθήκης νέων
1928πόρων, ὅπερ θεωρῶ πάντοτε τὸ μόνον σοβαρὸν, τὸ μόνον
1929σωτήριον, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ προσδιορίσωμεν ὁριστικῶς
1930τὰ τῆς συμβάσεως ταύτης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου.
1931Πᾶσαν ἄλλην διάταξιν θεωρῶ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον, διό-
1932τι εἶναι ἐντελῶς κεχωρισμένη ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν ζήτημα ὅπερ
1933κυριώτατα καὶ ἀποκλειστικῶς πρέπει καὶ νὰ ἐξυπηρετήσω-
1934μεν διὰ τῶν λαμβανομένων οἰκονομικῶν μέτρων. Ἔχω μά-
1935λιστα τὴν ἰδέαν, ἀφορῶν εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου,
1936ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ περιέλθῃ εἰς μεγάλην στενοχω-
1937ρίαν ἀπέναντι τῶν προσώπων, μεθ’ ὧν συνηλλάχθη.
1938Ἐὰν εἴχομεν τοὐλάχιστον δήλωσιν τῶν ἐργολάβων αὐτῶν
1939δεχομένων τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενον μέτρον,
1940τὸ μεταβάλλον τὰ συμπεφωνημένα, ἠδυνάμεθα νὰ ἀρκε-
1941σθῶμεν εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ τοιαύτην δήλωσιν ἐκ μέρους τῶν
1942ἐργολάβων δὲν βλέπω. Ἑπομένως, τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ ἀδι-
1943στάκτως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομο-
1944σχεδίου τούτου, τοῦ ἐπικυροῦντος τὴν σύμβασιν, θὰ εὑρεθῇ
1945ἀπέναντι τῶν μετ’ αὐτῆς συναλλαχθέντων εἰς δυσχερεστά-
1946την θέσιν. Δὲν ἐπαγγέλλομαι τὸν νομικὸν, καὶ διὰ τοῦτο
1947ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν γνώμην τῶν ἐν τῇ Βουλῇ νο-
1948μικῶν, ἀλλὰ δὲν εἰξεύρω ἂν μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νομο-
1949σχεδίου οἱ ἐργολάβοι δὲν δύνανται ν’ ἀπευθυνθῶσι κατὰ τῆς
1950Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τοῦ προστήσαντος
1951καὶ νὰ ζητήσωσιν ἢ τὴν πραγματοποίησιν τῆς συμβάσεως,
1952ἢ ἀποζημίωσιν. Αὐτὸ τὸ φοβοῦμαι ἁπλῶς· ἀλλ’ οὐδεὶς ὑ-
1953πάρχει δισταγμὸς, ὅτι ἡ ἠθικὴ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, οὐ
1954μόνον τῆς παρούσης, ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης, κατὰ πολὺ
1955μειοῦται ἀπέναντι τῶν συναλλασσομένων εἰς πάσας τὰς ἐργο-
1956λαβίας, τὰς ὁποίας εἰς τὸ μέλλον θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ἐπι-
1957χειρήσῃ τὸ Κράτος· διότι, ὅταν δὲν ἔχωσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι
1958αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις θέλει τηρήσει τὰ συνομολογηθέντα, ἀμ-
1959φιβάλλω ἂν θὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι νὰ συνάψωσι συμφωνίας
1960μετ’ αὐτῆς. Μάλιστα φρονῶ, ὅτι τὸ ἠθικὸν τοῦτο καθῆκον με-
1961ταδίδεται καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὴν πλειοψηφίαν,
1962ἥτις ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται, ὡς ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης
1963συμβαίνει, νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἀνώτερα τοῦ Κράτους συμφέ-
1964ροντα, ὀφείλει νὰ μὴ ἐγκαταλίπῃ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ
1965τὴν συνομολόγησιν τοιούτων συμβάσεων, διότι καὶ τότε ἡ
1966πίστις τοῦ Κράτους ἐλαττοῦται. Οὕτως αἱ Συνταγματικαὶ
1967Κυβερνήσεις ἐν Ἑλλάδι ἤθελον θεωρηθῆ ἀνίσχυροι νὰ συνο-
1968μολογήσωσι συμβάσεις μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἤθελον ἐπι-
1969κυρώσει αὐτὰς ἡ Βουλή.
1970Τοῦτο τὸ ζήτημα θεωρῶ σπουδαιότατον καὶ ἐφιστῶ τὴν
1971προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι μόνον
1972ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψει τὴν σύμβασιν
1973λύονται τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἠθικὰ τοὐλάχιστον δεσμά.
1974Μέχρις οὗ δὲν ἀποῤῥίψει σύμβασίν τινα ἡ Βουλή, ἡ Κυ-
1975βέρνησις εἶναι δεδεμένη· ὅταν δὲ καὶ τὴν ἐπικυρώσῃ ὡς προ-
1976τείνεται νῦν, εἶναι δεδεμένη ὀπισθάγκωνα.
1977Ἀλλὰ πῶς θὰ εὕρῃ τὸ δάνειον ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν οὕτω
1978παραβιάζῃ τὰς στοιχειωδεστέρας αὐτῆς ὑποχρεώσεις; Δὲν
1979θὰ ἦναι δὲ φρικτὸν ν’ ἀποτύχωμεν καὶ ἐπὶ θυσίαις τοιαύ-
1980ταις εἰς τὴν εὕρεσιν δανείου; θὰ ἦναι δὲ φρικτὸν, διότι οἱ
1981καιροὶ σπεύδουσι, διότι τὰ πράγματα κεῖνται ἐπὶ ξυροῦ
1982ἀκμῆς, διότι δὲν εἰξεύρομεν τὶ τέξεται ἡ ἐπιοῦσα. Ἴσως,
1983—καὶ ἔχω ἐγὼ κατὰ δυστυχίαν τὴν λυπηρὰν ταύτην γνώ-
1984μην—ἴσως ἀπωλέσαμεν ὁριστικῶς πλέον ὅ,τι πρὸ καιροῦ
1985ἠδυνάμεθα ἀσφαλέστερον νὰ κερδίσωμεν· ἀλλὰ δὲν ἀπωλέ-
1986σαμεν καὶ πᾶσαν ἐλπίδα· οὐδὲν Ἔθνος δύναται νὰ εἴπῃ ποτὲ,
1987ἐπὶ ποινῇ ν’ αὐτοκτονήσῃ, ὅτι ἔχασε τὴν ἐλπίδα· καὶ σή-
1988μερον ἔτι δυνάμεθα νὰ κληθῶμεν εἰς δρᾶσιν, ἀλλὰ ἡ δρᾶ-
1989σις εἶναι ἀδύνατος ἄνευ χρημάτων. Ἂν δὲ ἔχωσι τὰ πράγ-
1990ματα ὡς ἐξέθηκα ὑμῖν ταῦτα, καὶ οὕτως ἔχουσιν ἀτυχῶς,
1991τῶν χρημάτων ἡ εὕρεσις, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου,
1992εἶναι ἂν ὄχι ἀδύνατος, δυσκολωτάτη ὅμως.
1993Προσέξατε, κύριοι βουλευταὶ, πρόσεξον Κυβέρνησις, διότι
1994εἶναι μηδὲν ν’ ἀποτύχῃ τις ἐν ταῖς διπλωματικαῖς αὐτοῦ
1995ἐνεργείαις καθόσον δὲν ἀποφασίζει ἐν αὐταῖς μόνος· διότι
1996εἶναι μὲν θλιβερόν, ἀλλὰ συγχρόνως ἔντιμον ν’ ἀποτύχῃ τις
1997ἐν τῇ δράσει, ἀλλὰ νὰ περιδέσῃ τὰς χεῖρας αὑτοῦ ἐξ ἀπρο-
1998νοησίας καὶ μάλιστα ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ οἰκονομικοῦ,
1999τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ἀ-
2000ποδεχόμενος καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἰδέαν, ἂν οὐχὶ τὴν φρά-
2001σιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τοῦτο τὸ ἄρθρον
2002μόνον πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, τὴν σύμβασιν δὲ ταύτην
2003ν’ ἀκυρώσῃ, ἀλλὰ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν τὴν
2004ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖ, ἵνα συνο-
2005μολογήσῃ οἱουσδήποτε θέλει ὅρους. Καὶ ἂν δεινοτέρους
2006ἀντὶ τούτων συνομολογήσῃ, ἐγὼ θὰ χειροκροτήσω, ἀρκεῖ
2007νὰ εὕρῃ τὰ 100,000,000, ἵνα σώσωμεν τὴν τιμὴν τῆς
2008Ἑλλάδος.
2009Εἰς τοῦτο δὲ, κύριοι, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα πρέπει ν’ ἀ-
2010σχοληθῶμεν ἀποκλειστικῶς, τὰ λοιπὰ εἶναι μηδέν. Ἐν
2011τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχουσι πολλὰ νομοσχέδια· τινὰ
2012τούτων εἶναι ὠφέλιμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπαραίτητα, ὁ δὲ
2013χρόνος σήμερον μόνον διὰ τὰ ἀπαραίτητα πρέπει νὰ κατα-
2014ναλωθῇ. Ἐκ τῶν 50 νομοσχεδίων, τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῇ
2015ἡμερησίᾳ διατάξει, 36 δύνανται νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς
2016προσεχῆ Σύνοδον. Ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων· λοιπὸν πρέ-
2017πει νὰ ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν, τὸν Νόμον περὶ δα-
2018νείου, τὰς πιστώσεις, τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ, νὰ πα-
2019ράσχωμεν ἀμείωτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πάντα ταῦτα, καὶ νὰ
2020ἀπέλθωμεν ἐν τῇ πεποιθήσει, ἐν τῇ ὑπερηφανίᾳ, δύναμαι
2021νὰ εἴπω, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον
2022ἡμῶν. Διαμένοντες ἐνταῦθα τοσοῦτον χρόνον καὶ κατα-
2023ναλίσκοντες αὐτὸν—εἰς οὐδένα ἐπιῤῥίπτω μομφὴν—τὸ πλεῖ-
2024στον ἀγόνως, προεκαλέσαμεν τὸν κόρον, καὶ ἀλλοίμονον
2025ἐὰν τὸ Ἔθνος κορεσθῇ τῆς Βουλῆς αὑτοῦ, δυστυχῶς δὲ εἶ-
2026ναι ἤδη κεκορεσμένον. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν φιλο-
2027πατρίαν ὑμῶν καὶ εἰς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον καὶ
2028τῆς Βουλῆς καθόλου καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως,
2029ἥτις πρέπει νὰ παρασκευασθῇ ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς περι-
2030στάσεις καὶ δυνηθῇ νὰ προσβλέψῃ εἰς ἀγαθὴν λύσιν τοῦ Ἐθνι-
2031κοῦ ἡμῶν ζητήματος. Πρὸς τοῦτο δὲ πρώτιστα καὶ κυρίως
2032ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἑτοίμη καὶ ἡ
2033Ἀντιπολίτευσις ἔχει, ὡς ἐπανειλημμένως ἐδήλωσε, τὴν αὐ-
2034τὴν γνώμην, νὰ δώσῃ πᾶσαν τὴν συνδρομὴν αὐτῆς. Ἀλλ’
2035ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὡσαύτως ἀνάγκην καὶ χρόνου πρὸς σύν-
2036τονον, ἀδιάκοπον, ἀκοίμητον ἐργασίαν, ἐνταῦθα δὲ κατανα-
2037λίσκεται ἀνωφελῶς χρόνος πολύτιμος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν
2038Στρατιωτικῶν δὲν ἔπρεπε νὰ κάθηται ἐνταῦθα ἓξ ὥρας καὶ
2039νὰ συζητῇ περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ἐπωφελέ-
2040στερον ἢ νὰ ἀποσιωπηθῶσιν, ἢ καὶ νὰ συζητηθῶσιν ἄλ-
2041λοτε. Ἀπευθύνομαι λοιπὸν οὐ μόνον εἰς τὴν συναίσθησιν
2042ὑμῶν πρὸς τὸ καθῆκον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν φιλοπατρίαν
2043καὶ εἰς τὸ ἠθικὸν ὑμῶν συμφέρον.
2044Διότι συλλογισθῆτε ὅτι ἀφ’ ἡμῶν ἐξαρτῶνται σήμερον
2045ἡ τιμή, τὰ μέγιστα συμφέροντα, ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος·
2046ἀφ’ ἡμῶν, λέγω, διότι μετ’ εὐχαριστήσεως παρετήρησα—
2047καὶ δὲν ψυχολογῶ ἐπὶ τούτου, οὔτε ποιοῦμαι ὑπαινιγμοὺς,
2048τὰ τοιαῦτα θεωρῶ ἀνάξια τῶν καιρῶν — ὅτι ἡ Κυβέρνησις,
2049προκειμένου περὶ μέτρων συνδεομένων πρὸς τὰ ὕψιστα συμ-
2050φέροντα, εὐμενῶς, μετ’ εὐπειθείας πολλάκις, ἥτις τὴν τιμᾷ,
2051ἀκούει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ἐφ’
2052ἡμῶν ἐπίκειται ἡ εὐθύνη τῆς ἐνασχολήσεως τοῦ Κοινοβου-
2053λίου εἰς ἔργα μὴ ἀναγόμενα εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας τῆς
2054σήμερον· ἡ εὐθύνη τῆς ἐκτελέσεως, ἡ εὐθύνη τῆς τελεσφό-
2055ρου ἐπιδιώξεως τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον προτιθέμεθα, ἀνήκει
2056εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι κεχωρισμένη
2057ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως ἡ εὐ-
2058θύνη τῆς Βουλῆς.
2059Ζητῶ συγγνώμην, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἐτόλμησα ὁ
2060ἐλάχιστος ἐγὼ νὰ ὑποβάλω ὑμῖν τὰς παρατηρήσεις ταύτας,
2061ἀλλ’ ἐθεώρησα ὑπέρτατον καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω αὐ-
2062τὰς εἰς τὴν σύνεσιν καὶ τὴν φιλοπατρίαν ὑμῶν.
2063Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν σύμβασιν, δύο λέξεις ὀφείλω νὰ
2064προσθέσω, ὅτι ταύτην μὲν πρέπει νὰ ἀποῤῥίψωμεν, εἰς δὲ
2065τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσωμεν ἐξουσίαν νὰ συμβληθῇ, ἔστω
2066καὶ μεθ’ ὧν συνεβλήθη, ἔστω καὶ μετ’ ἄλλων, ἐπὶ τῷ ὅρῳ
2067τῆς συνομολογήσεως δανείου διὰ τὸ ποσὸν, ὅπερ ὥρισε τὸ
2068νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτω δὲ θὰ ἐξυπηρετήσω-
2069μεν τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος σπουδαίως, οὕτω θὰ δεί-
2070ξωμεν εἰλικρινῶς ὅτι ὄχι μόνον δὲν παρεμβάλλομεν προσ-
2071κόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι ἐξο-
2072μαλύνομεν μάλιστα πάντα τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα τυ-
2073χὸν ἠδύναντο νὰ ἀπαντηθῶσιν.
2074Ἐπεθύμουν ἤδη νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας τινὰς ἀφο-
2075ρώσας ἰδίως τὸ ζήτημα τῶν ἁλυκῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ
2076ὥρα δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα. Ἐννοῶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι
2077ἤδη κεκμηκυῖα, εἰξεύρω δὲ προσέτι ὅτι ὑπάρχει καὶ δευτέρα
2078καὶ τρίτη ἀνάγνωσις· ἠξεύρω δὲ ἀκόμη ὅτι δύναμαι νὰ συ-
2079ζητήσω καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἴσως τὰς παρατηρή-
2080σεις μου ἐπὶ τῶν ἁλυκῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ κυριώτερον
2081νόμημα τοῦ Κράτους, νόμημα ἐγκαθιδρυμένον ἤδη εἰς τὴν
2082συνείδησιν τοῦ λαοῦ, διότι τὰ κατ’ αὐτὸ ἐνομοθετήθησαν
2083εὐθὺς ἐν ἀρχῇ, ὅτε τὸ Ἔθνος προσέβλεπε πρὸς τὴν Κυβέρ-
2084νησιν ὡς πρὸς ὑπέρτατόν τι ὄν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἀπεδέ-
2085χθη καὶ τὸ ἀποδέχεται πληρῶνον ἀγογγύστως 30 καὶ 40
2086λεπτὰ εἰς ὄχι ὀλίγας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἴσως, λέγω,
2087τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας φέρω ἐν ἄλλῃ συζητήσει.
2088Περιορίζομαι ἤδη εἰς τὸ κύριον θέμα τοῦ λόγου μου· τὸ κύ-
2089ριον δὲ θέμα τοῦ λόγου μου εἶναι: Βοηθήσατε τὴν Κυβέρ-
2090νησιν πρὸς εὕρεσιν χρημάτων· ἐσώσατε τὴν Ἑλλάδα δι’ εὑ-
2091ρέσεως χρημάτων.
2092§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχουσι τὸν λόγον ὁ κύριος Οἰκονόμου καὶ
2093κατόπιν ὁ κύριος Μεσσηνέζης.
2094§20ΤΙΝΕΣ. Παραιτοῦνται.
2095§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομο-
2096σχεδίου....
2097§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2098§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομο-
2099σχεδίου λέγουσι Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2100(Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία κατὰ τὸ
2101ἑπόμενον πρωτόκολλον).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2102Εὐθύμιος Βαζᾶς ΝΡόκος Χοϊδᾶς
2103Ἀπόστολος Φιλίππου ΝἌγγελος Βλάχος Ο
2104Γ. Ξενουδάκης ΝΝ. Λεβίδης
2105Ἰω. Μεσσηνέζης ΟΠ. Πετράκης Ν
2106Α. Παναγιωτόπουλος ΟΒλάσιος Βαλτινὸς Ο
2107Σπ. Μαρκέλλος ΝἈθ. Ἴσκος Ν
2108Δημ. Οἰκονομίδης ΝΝ. Ἀξελὸς Ν
2109Δημ. Παρνασσίδης ΝΙ. Καρτάλης Ο
2110Κ. Ἀργυρόπουλος ΝἌγγελος Ἀγγελίδης
2111Ὑπάτιος Καμπάνης ΝΓ. Φιλάρετος Ο
2112Δ. Καΐρης ΟΖήσης Χ. Κυτιλῆς Ο
2113Μιχ. Παπαλεξόπουλος Εὐστάθ. Ἰωαννίδης
2114Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ΝΔημ. Γρίβας
2115Κ. Καραπάνος ΟΓ. Τσέλιος Ν
2116Π. Γαρουφαλιᾶς ΝΤατσέλ. ΜαυρομμάτηςΝ
2117Δ. Καλλιφρονᾶς ΝΘεόδ. Δηλιγιάννης Ν
2118Ἀντ. Ζυγομαλᾶς ΟΒ. Νικολόπουλος Ο
2119Δ. Ράλλης ΝΑ. Ἀθανασιάδης
2120Ἄριϛ. Οἰκονόμου Ἰω. Ἀντωνόπουλος Ν
2121Κ. Μαντζουράνης Ἰωάννης Τόμπρος Ο
2122Ἡλ. Παλαμήδης Δ. Πετρίδης Ν
2123Κ. Κοσσονάκος Γ. Κούστας
2124Χ. Τζανετάκης ΝΑ. Δημητριάδης Ο
2125Θ. Μαργέλλος ΟΑ. Μεντζελόπουλος Ν
2126Γ. Λιδωρίκης ΟΓ. Πετρούλιας Ο
2127Κ. Ἀναγνωστόπουλος ΝΘεόφραστος Μεταξᾶς Ο
2128Π. Ρίτσος ΝΝ. Βαλσαμάκης Ο
2129Ν. Παπαμιχαλόπουλος ΝἈνδρ. Μεταξᾶς Ο
2130Ι. Καπιτσίνης ΝΔ. Σπινέλης Ν
2131Ἀνδ. Βασιλείου ΝΠ. Κορωνᾶτος
2132Λάζ. Βούλγαρης Μ. Νικηφοράκης Ν
2133Δημ. Χατζόπουλος ΝΑ. Βαρβαρῆγος Ν
2134Γεώρ. Τσιτσάρας Κ. Κατσικόπουλος
2135Γ. Ζηνόπουλος ΟΔ. Σταματόπουλος Ο
2136Δ. Βουλπιώτης ΟΙ. Καλαμβοκίδης Ν
2137Α. Φαρμάκης Ἀντ. Καρδαρᾶς Ν
2138Κ. Λομβάρδος ΟΓ. Μαυρομιχάλης
2139Ροβέρτος Ρώμας ΝΙ. Βαλασσόπουλος Ν
2140Φρειδερῖκος Καῤῥὲρ ΟΚωνστ. Σαλταφέρος Ν
2141Ἀναστ. Λούντζης ΟΑ. Μελετόπουλος Ο
2142Κωνστ. Βοῦλτσος ΝΔ. Δημητρακάκης Ν
2143Γ. Κρεστενίτης ΝΔ. Ματάλας Ν
2144Ἀντ. Πετραλιᾶς ΝΑ. Ἀστεριάδης Ν
2145Ἀναγν. Δαλιάνης Ἰω. Τσιαπαλίδης
2146Χ. Στεφανόπουλος ΟἈθ. Οἰκονόμου Ν
2147Στέφ. Στεφανόπουλος ΟΙ. Φίλιος
2148Γ. Ἡλιόπουλος ΟΝ. Μπουφίδης Ο
2149Σπ. Κουκούλεζας ΟΜιχαὴλ Λάππας
2150Ἐπαμ. Α. Δημητρίου Λ. Παπασταθόπουλος Ν
2151Γ. Πετούσης ΝΕ. Τσαρλαμπᾶς Ν
2152Ι. Ἀνεξάρτητος ΝΓ. Ἀσπρογέρακας
2153Ν. Συνοδινὸς ΝΓ. Σέρβος Ν
2154Θ. Μαρκεζίνης ΝΑ. Εὐταξίας Ο
2155Π. Μαυροκέφαλος ΟΔ. Γαβριὴλ Ν
2156Σ. Πεταλᾶς ΝΚ. Χαλκιόπουλος
2157Ἀλ. Ζαΐμης ΝΚ. Κωνσταντόπουλος Ν
2158Ἀργ. Διαμαντόπουλος ΝΠαναγ. Μανέτας Ο
2159Ἀλ. Φωτήλας ΝἈρ. ΣακελλαρόπουλοςΟ
2160Ἀθ. Π. Πετιμεζᾶς ΟΧρ. Χρηστόπουλος Ν
2161Α. Παππαγιανακόπουλος ΝΦίλ. Βάρβογλης Ν
2162Γ. Τάκης Ι. Κολοκοτρώνης
2163Γ. Σιβιτανίδης Ἡλίας Φλέσσας
2164Κ. Ἀλεξιάδης ΝΙ. Βούτουνας Ν
2165Π. Μαυρομιχάλης ΝἈθαν. ΣακελλαριάδηςΝ
2166Δ. Τζάνες Ν. Φιλάρετος Ν
2167Περ. Πεῤῥωτῆς ΝΣτ. Δραγούμης Ο
2168Δ. Κάρτσωνας ΝΚ. Βασιλάκης
2169Δ. Τερτίπης ΝΣ. Ἀλαμάνος
2170Ι. Παπαδᾶτος ἢ Παλάσκας Σ. Παγκράτης Ν
2171Ζάχος Φαλιάγκας ΝΧαρίλ. Τρικούπης Ο
2172Τιμ. Ἀδαμόπουλος ΟΛ. Δεληγεώργης Ν
2173Γ. Φραγκίδης ΟΚ. Βαλτινός Ο
2174Ἀθαν. Καζαμπάκας Κ. Κουμουνδοῦρος Ν
2175Δημ. Νικολαΐδης ΟΣπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν
2176Γ. Παπαγεωργίου ΝΔ. Λυμπερόπουλος Ν
2177Π. Λεβέντης ΝΙ. Νικολαΐδης Ν
2178Γεώργ. Μέρμηγκας ΝΙ. Νοστράκης
2179Νικ. Μπαλάφας ΟΑ. Πρεζάνης Ν
2180Γ. Κόρπας ΟΝ. Κρίσπης
2181Γ. Ἱερομνήμων ΝΜιχαὴλ Δαμηράλης Ν
2182Γεώργιος Θεοτόκης ΟἘλευθ. Μυκόνιος Ο
2183Νικόλ. Βασιλάκης ΟΓ. Σισμάνης Ν
2184Ν. Φαρμάκης Γ. Λεωνίδας Ο
2185Ν. Καναβὸς ΝἈλοΐσιος Τόμαν Ο
2186Ἀλ. Ἀντωνόπουλος ΟἈνδρέας Συγγρὸς
2187Χρ. Φικιώτης ΝἈντ. Μαυρογορδάτος Ν
2188Κ. Σινέλης ΟΕὐστ. Κεχαγιᾶς
2189Δ. Χαρίδημος ΝἈλέξ. Μάσχας
2190Ἀντ. Μαυρομιχάλης ΝΚ. Κοτίκας
2191Λεων. Καπετανάκος ΜαυρομιχάληςΟΙ. Καραπάνος
2192 Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
2193Κυρ. Μαυρομιχάλης ΝΝ. Δρόσος Ν
2194Ἡλίας Μαυρομιχάλης ΟΙ. Ζαλώνης Ν
2195Ζαφ. Ζαφειρόπουλος ΝΣ. Χατζηγάκης
2196Ἀσημ. Χρηστόπουλος ΟΓεωργούλης Κανούτης
2197Ἀθ. Πανταζόπουλος ΟΣτέφος Κωνσταντίνου
2198Π. Κωσταντᾶς ΝΚωστῆς Γκίκας Ν
2199Α. Ἀγάθης Σ. Σωτηρόπουλος
2200Σ. Λάσκαρης Δ. Ἀντωναρόπουλος Ν
2201Ε. Ἀρδαβάνης Γρ. Μανοῦσος Ν
2202Σπ. Τυπάλ. Φορέστης Κ. Πονηρόπουλος Ο
2203Γ. Ρουχωτᾶς ΟἈθ. Τρυγώνης Ν
2204Ν. Κάγκας ΟΓεώρ. Στάϊκος Ν
2205Λουκᾶς Καραλίβανος ΝΓ. Κοριζῆς Ν
2206Ἀνάργ. Σιμόπουλος ΟΧ. Δουζίνας Ν
2207Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ι. Παπαδόπουλος Ο
2208Βασ. Παπανικολάου ΝἘμμ. Μουζᾶς
2209Ἀντ. Ρικάκης ΝἘλευθ. Κωσταντίδης Ο
2210Ἀχ. Γεροκωστόπουλος ΝΕ. Κριεζῆς Ν
2211Ν. Κουμανιώτης ΝΘ. Γκίκας Ν
2212Ἀριστομ. Κοντογούρης ΝΚομνᾶς Τράκας Ν
2213Ἀνδρ. Ρηγόπουλος Κ. Χατζῖσκος Ο
2214Γ. Τσερτίδης Ἡρ. Τσάλλης
2215Ν. Μισυρλῆς ΟΝ. Κοντογιάννης Ο
2216Α. Μισυρλῆς Θεμ. Παπακώστας Ν
2217Δ. Τριγγέτας Ν. Καλογερόπουλος Ο
2218Γ. Φλωριᾶς ΝΜ. Ἀβέρωφ
2219Εὐάγ. Ἀντύπας Β. Βουδούρης Ο
2220Ἀναστ. Ζερβός Δ. Κριεζώτης Ν
2221Γ. Ρεμπάκης ΝΝ. Καλάρης Ν
2222Ι. Γεωργιάδης ΝΚ. Παπανικολῆς Ν
2223Δ. Γουδῆς Ο
2224§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 182, ἐξ ὧν 115 εἶπον Ναί,
2225καὶ 67 Ὄχι. (Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομο-
2226σχεδίου.)
2227§25ΤΙΝΕΣ. Νὰ προχωρήσωμεν.
2228§26ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2229(Γίνεται δεκτὸν τὸ 1 ἄρθρον).
2230§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
2231§28ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.
2232§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
2233§30ΑΣ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Λούντζης ἐνόμισεν, ὅτι
2234προέβητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· δὲν ἐνόησεν ὅτι ψη-
2235φίζεται τὸ Νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχή.
2236§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀνακαλεῖ τὴν ἔνστασίν του;
2237§32ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἄν νομίζητε, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία, προ-
2238χωρήσατε.
2239§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Τί θὰ
2240εἰπῇ αὐτό· παραιτεῖται τῆς ἐνστάσεως, καὶ ὕστερον λέγει,
2241ἄν νομίζητε ὅτι εἶναι ἀπαρτία, προχωρήσατε. Λοιπὸν τίθε-
2242ται εἰς ἀμφιβολίαν πάλιν ἡ ἀπαρτία, κύριοι. Δὲν παί-
2243ζομεν ἐδῶ μὲ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις αὐτὰ τὰ παιγνί-
2244δια. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
2245(Ἄρχεται ἡ ἐκφώνησις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).
2246§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ἣν ὥραν, κύριε
2247Πρόεδρε, ἐγένετο ἡ ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας, ἡ Ἀντιπολίτευ-
2248σις ἦτο παροῦσα· τώρα ἀπῆλθεν, καὶ εἶναι περιττὸν ν’ ἀνα-
2249γινώσκεται ὁ κατάλογος.
2250§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2251Ὥρᾳ 8½ μ. μ.