1885.10.25
1,818 rows · 13,940 words · 84 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
Τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1885.
(Παρασκευή).
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλή).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ θὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ἑπομένως προβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὑπάρχει μία ἀναφορὰ διαφόρων πολιτῶν ἐκ Σπάρτης, οἵτινες ζητοῦν ἐπίσης τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν ὑφασμάτων. Θέλει παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Αἴτησις ἑνὸς ἀγωνιστοῦ Κρητὸς, ὁ ὁποῖος ζητεῖ βοήθημα. Θέλει παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Διάφοροι βουλευταὶ ζητοῦσι νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κατὰ τὴν σχηματιζομένην ἀτμοπλοϊκὴν γραμμὴν μέχρι Θεσσαλονίκης γείνῃ δεκτὴ ἡ προσέγγισις εἰς λιμένας τινὰς, τοὺς ὁποίους ὀνομάζουν. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κύριος Κωνσταντίδης ἔχει τὸν λόγον.
§2Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐξ ἐπιστολῶν, τὰς ὁποίας σήμερον ἔλαβον ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, πληροφοροῦμαι, ὅτι ἡ εἴδησις, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψαν χθὲς καὶ προχθὲς ἐφημερίδες τινὲς τῆς Πρωτευούσης ταύτης, ὅτι δηλαδὴ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀπηγόρευσε καὶ πάλιν τὴν διὰ μηχανῶν ἁλιείαν τῶν σπόγγων κατὰ τὰ παράλια αὐτῆς, εἶναι δυστυχῶς ἀληθής. Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ φέρω τὸν λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἡ βιομηχανία αὕτη ἐνδιαφέρει σπουδαίως οὐ μόνον τὴν πατρίδα μου Ὕδραν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἀλλὰ καὶ τὴν Αἴγιναν καὶ ἄλλας νήσους καὶ πόλεις ναυτικὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους· ἐνδιαφέρει τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρον, διότι εἰσάγει εἰς αὐτὴν πολλὰ ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ ἀπασχολεῖ πολλὰς ναυτῶν χιλιάδας. Ἔχουσι λοιπὸν καθῆκον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῶσι σοβαρῶς περὶ τῆς τόσον σπουδαίας ταύτης βιομηχανίας καὶ περὶ τῆς πληθύος τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, οἵτινες εἰς αὐτὴν ἀσχολοῦνται. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ πρὸ ἓξ μηνῶν ὁμοία τις ἀπαγόρευσις παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἐπεβλήθη, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις—λέγω δὲ τοῦτο πρὸς τιμήν της—κατ’ εἰσήγησιν τῶν ἀξιοτίμων συμπολιτῶν καὶ συναδέλφων μου, κυρίων Θ. Γκίκα καὶ Ἐπαμεινώνδα Κριεζῆ, δραστηρίως ἐνήργησεν, ἐκπέμψασα πολεμικὸν πλοῖον εἰς τῆς Ἀφρικῆς τὰ παράλια, ὅπως προστατεύσῃ τοὺς ἐκεῖ ἐργαζομένους θαλάσσης ἐργάτας. Δυστυχῶς καὶ τὸ μέτρον τοῦτο προσκαίρως μόνον ἐπέδρασε, διότι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐπανῆλθεν εἰς τὸ καταστρεπτικὸν μέτρον τῆς ἀπαγορεύσεως, ὅπερ ἀπὸ τοῦδε ἤρξατο νὰ ἐμβάλλῃ εἰς φόβον τοὺς χρηματοδότας κεφαλαιούχους καὶ νὰ ἐμποδίζῃ αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ παρέχωσι τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς ἐξάσκησιν τῆς βιομηχανίας ταύτης κεφάλαια. Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν σπουδαίαν καὶ σύντονον μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἴσως μοὶ παρατηρήσῃ τις, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀνάγεται εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἐν γένει διοίκησιν τῆς γείτονος Χώρας, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν δὲν δύναται ἀμέσως νὰ ἐπέμβῃ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν κρίσιν μου ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀνάγεται εἰς τὸν κύκλον τοῦ Δικαίου τῶν Ἐθνῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν δύναται ἐῤῥωμένως νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν δι’ ὅλων τῶν συνήθων ἐν τοιαύταις περιπτώσει μέτρων. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι κατὰ τὰ τῶν Ἐθνῶν νόμιμα, τὰ ὁποῖα καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην καὶ παρ’ αὐτῇ τῇ Τουρκίᾳ κρατοῦσιν, ἡ κυριότης τῆς θαλάσσης, τῆς περιβρεχούσης Ἐπικράτειάν τινα, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Ἐπικράτειαν ταύτην, εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον ἐξικνεῖται βολὴ τηλεβόλου, ἀπὸ τῆς ἀκτῆς ῥιπτομένου, δηλαδὴ ἐπὶ ἀκτῖνος ἐκτάσεως πέντε ἢ ἓξ περίπου μιλίων. Ἀλλ’ ἡ διὰ μηχανῶν ἁλιεία, μάλιστα κατὰ τὰ παράλια τῆς Ἀφρικῆς, τῆς Βεγγάζης καὶ τῆς Τριπόλεως, ἐνεργεῖται εἰς ἀπόστασιν δέκα, εἴκοσι καὶ τριάκοντα μιλίων, δηλαδὴ ἐν ἀνοικτῇ καὶ ἐλευθέρᾳ θαλάσσῃ. Ἀδίκως λοιπὸν καὶ παρανόμως ἀπαγορεύεται παρὰ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν, ἀδίκως καὶ παρανόμως τελοῦσιν οἱ σπογγαλιεῖς εἰς τὸ Τουρκικὸν Ταμεῖον φόρον, ἀνερχόμενον πολλάκις εἰς δεκαπέντε καὶ εἴκοσι χιλιάδας λιρῶν Τουρκικῶν, ἀφοῦ ἡ ἁλιεία αὕτη τελεῖται ἐν ἀνοικτῷ πελάγει. Ἐπερωτῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶ αὐτὴν νὰ δηλώσῃ ἡμῖν, πρῶτον μὲν ἂν ἔχῃ ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης, δεύτερον δὲ ἂν ἔλαβε μέτρα καὶ ὁποῖα πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ κινδύνου, τοῦ ἐπαπειλοῦντος τὴν ὕπαρξιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου κλάδου τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν Βιομηχανίας καὶ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς.
§3Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν ἐπερώτησιν, διότι εἰς μίαν τῶν κωμοπόλεων τῆς ἐπαρχίας Βώλου, τὸ Τρίκκερι, οἱ κάτοικοι ἔχουσι μόνον ἐπάγγελμα τὴν σπογγαλιείαν καὶ ἐπ’ ἐσχάτων συνελήφθησάν τινες τῶν συνεπαρχιωτῶν μου σπογγαλιέων καὶ ἐδημεύθη ἡ περιουσία αὐτῶν, ἤτοι τὰ πλοιάριά των, εἰς τὴν Μακεδονίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τί συμβαίνει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι πᾶν μέτρον τῆς Τουρκίας ἐναντίον τῆς σπογγαλιείας, καὶ μάλιστα πέραν τῆς Αἰγιαλίτιδος γραμμῆς, δὲν στηρίζεται βεβαίως εἰς τὰ διεθνῆ νόμιμα.
§4ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς οὐδεμίαν ἔχω πληροφορίαν, ὅτι ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἀπηγόρευσε τὴν σπογγαλιείαν. Πρὸ ὀλίγων μηνῶν μοὶ εἶχον γείνει παράπονα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ σπογγαλιεία ὑποβάλλεται εἰς ἀπαγορεύσεις ἢ εἰς περιορισμούς· ἐξετάσας δὲ ἔμαθον, ὅτι εἶχε διαταχθῆ ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβληθῇ ποσόν τι διὰ νὰ λαμβάνεται ἡ ἄδεια τῆς σπογγαλιείας, καὶ ὅτι οἱ μὴ πληρώσαντες τὸ ποσὸν αὐτὸ ὑπεβλήθησαν εἰς ἀπαγορεύσεις. Ἐφρόντισα ὅσον ἐξήρτητο ἀπ’ ἐμοῦ νὰ ἐξομαλύνω τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ νὰ χορηγηθῇ ἡ δέουσα προστασία εἰς τοὺς Ἕλληνας σπογγαλιεῖς. Λαμβάνων σήμερον ἀφορμὴν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὕδρας βουλευτής, θέλω ζητήσει πληροφορίας παρὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν τῷ ὄντι ἐπῆλθε τοιαύτη ἀπαγόρευσις ἢ ὁποιονδήποτε ἄλλο μέτρον ἐλήφθη. Θέλω δὲ πράξει τὸ καθῆκόν μου.
§5ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ συντόνως, διότι ἐὰν ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ δὲν ληφθῇ πρόνοια, καταστρέφεται ἡ βιομηχανία αὕτη, παρεμποδιζομένων τῶν κεφαλαιούχων νὰ διαθέτωσιν ὑπὲρ αὐτῆς τὰ κεφάλαια αὐτῶν.
§6ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ μάθωμεν ὁποῖον μέτρον ἔλαβεν ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις. Ἡ ταχύτης βεβαίως δὲν θέλει λείψει.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Μεγάλη Πρέσβευσις τῆς Βουλῆς παρουσιάσθη σήμερον εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Θὰ ἀναγνωσθῇ ἡ ἀντιφώνησις. (Ἀναγινώσκει). «Κύριοι, χαίρων ἤκουσα παρ’ ὑμῶν, ὅτι τὸ Ἔθνος ἐμφορούμενον, ὡς πάντοτε, ἄκρας φιλοπατρίας, προθύμως θέλει ὑποβληθῆ εἰς πᾶσαν θυσίαν κατὰ τὰς παρούσας κρισίμους περιστάσεις, παρέχον εἰς τὴν Κυβέρνησίν Μου πάντα τὰ μέσα, ὧν αὕτη ἔχει ἀνάγκην. Ἡ χεὶρ τοῦ Ὑψίστου εἴη ἀρωγὸς ἡμῖν».
§8ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κατὰ τὸ 1884 ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ηὔξησαν οἱ μισθοὶ τῶν δημοδιδασκάλων. Μανθάνω ἐν τούτοις, ὅτι ὁ τοιοῦτος νόμος δὲν ἐφηρμόσθη καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἰδίως δὲ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Οἰτύλου. Ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ταύτῃ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, οἱ δημοδιδάσκαλοι, παρὰ τὸν ψηφισθέντα νεώτερον νόμον, ἐξακολουθοῦσι νὰ λαμβάνωσι μισθὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μεταῤῥυθμισθέντος προγενεστέρου νόμου. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Οἰτύλου ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος, ὅπως καὶ οἱ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ταύτῃ δημοδιδάσκαλοι λαμβάνωσι τὸν μισθόν των ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου, πληρωθῶσι δ’ αὐτοῖς καὶ τὰ καθυστερούμενα, καθόσον εἶναι ἄδικον πτωχοὶ ὑπάλληλοι καὶ οἰκογενειάρχαι, ἀφωσιωμένοι ἐνδελεχῶς ὑπὲρ τῆς διαπλάσεως τῶν νέων, νὰ στερῶνται μέρους καὶ αὐτοῦ τοῦ μισθοῦ των, τοῦ διὰ νόμου αὐτοῖς ὁρισθέντος.
§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε θετικὰς περὶ τούτου πληροφορίας;
§10Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα. Μοὶ ἀνεκοινώθη κατ’ ἐπανάληψιν τὸ προσγινόμενον τοῦτο ἀδίκημα εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους.
§11ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ ἐξετάσω.
§12Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐκτιμῶν δεόντως τὰ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, θέλει ἐπιφέρει πλήρη θεραπείαν, καὶ οὕτω θέλει μὲ ἀπαλλάξει τοῦ νὰ ἐπαναλάβω τὴν παράκλησίν μου περὶ θεραπείας τόσον δικαίας ὑποθέσεως.
§13Γ. ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ἀφοῦ τὰ πράγματα λαλοῦσι, τῷ ὄντι ὁ λόγος εἶνε περιττὸς, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω πολὺ συντόμως ὅ,τι ὑπεσχέθην χθές. Οἱ λόγοι μου, κύριοι βουλευταὶ, ἔχουν σχέσιν μὲ τὰς παρούσας περιστάσεις καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, διότι ἡ ἀπόφασις περὶ παραδοχῆς βουλευτοῦ Κρητῶν ἔχει μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἀντιπροσωπείας ἐκ τῆς δούλης Ἑλλάδος. Ἡ Συνέλευσις, κύριοι βουλευταὶ, τῆς 3 Σεπτεμβρίου 1843, ἡ γεννηθεῖσα ἀπὸ ἐπανάστασιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ λαοῦ, καθιέρωσε τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν Ἐπαρχιῶν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, συνάμα δὲ ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ τῶν δούλων Ἐπαρχιῶν· ἀλλὰ μόλις διεδόθη, ὅτι πρόκειται νὰ δοθῇ δικαίωμα ἀντιπροσωπείας εἰς τὰς Ἐπαρχίας, τὰς ὑποτεταγμένας εἰς τὸν Σουλτάνον, ἀμέσως ἡ Διπλωματία ἐπεμβῆκε, ζητοῦσα ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν Ἀνδρέαν Μεταξᾶν, Πρωθυπουργὸν καὶ ἀρχηγὸν τῆς βιαίας ἐκείνης μεταβολῆς. Ὡμίλησεν ὡς ἑξῆς ἐνώπιον τοῦ μεγάλου ἐκείνου συνεδρίου τῆς γενεᾶς τῆς ἐπαναστάσεως, τοῦ Κουντουριώτου, Μαυροκορδάτου, Κωλέττη, Ἀνδρέα Λόντου, Ῥήγα Παλαμήδη, Κριεζώτου, Κανέλου Δηλιγιάννη, Γρίβα, Παπακώστα, Μαυρομιχάλη καὶ τόσων ἄλλων· (ἀναγινώσκει). «Μεταξᾶς. Οὐχὶ ὡς πληρεξούσιος, ἀλλὰ ὡς Ὑπουργὸς ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν μεταναστῶν. Τὸ παρὸν ζήτημα δὲν πρέπει νὰ τὸ λύσωμεν μὲ τὴν ὁρμὴν τῆς καρδίας καὶ τῶν αἰσθημάτων, ἀλλὰ μὲ τὸν ψυχρὸν καὶ ἀτάραχον νοῦν. Δύναται τὸ τοιοῦτο ζήτημα νὰ διεγείρῃ ὑπονοίας εἰς τὴν γειτονικὴν ἐπικράτειαν». Ἰδοὺ δὲ τί ἀπήντησαν· «Πληρεξούσιός τις. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσῃ τοιουτοτρόπως, ὡς Ἕλλην ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ κρύψῃ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς καρδίας του ὑπὲρ τῶν συναγωνιστῶν του. Ἡ ἀντιπροσωπεία δὲν ἔχει σκοπὸν εἰς ἀπόκτησιν τροφῆς καὶ ἐνδυμάτων, ἀλλὰ εἰς ἀπόκτησιν δικαιωμάτων, καὶ διὰ τοῦτο ἔγινεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821 καὶ 1843». «Ἕτερος πληρεξούσιος. Τὸ βουλευτήριον εἶνε μέγα σχολεῖον, τὸ ὁποῖον ἀνυψοῖ τὸ Ἔθνος. Δὲν πρέπει λοιπὸν οἱ μετανάσται νὰ ἔχουν μέρος εἰς τὸ κοινωνικὸν τοῦτο πανεπιστήμιον; Οἱ μετανάσται δὲν πρέπει νὰ ἀναμιμνήσκωσι τὴν καταγωγήν των; Ὁ βουλευτὴς δὲν ἀντιπροσωπεύει τοὺς βράχους τοῦ Παλαμιδίου καὶ τὸν Ἀκροκόρινθον, ἀλλὰ τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, ἅπερ παρήχθησαν ἐκ τοῦ κοινοῦ ἀγῶνος». «Ἕτερος πληρεξούσιος. Ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅταν δὲν ἔχῃ ἀντιπροσώπους τῶν μεταναστατῶν; Ποία Συνέλευσις, ποία Βουλὴ συνεκροτήθη καὶ δὲν εἶχεν ἀντιπροσώπους τῆς Μακεδονίας, τῆς Κύπρου, τῆς Θεσσαλίας, τῆς Κρήτης;» «Ἕτερος πληρεξούσιος. Πῶς θέλομεν ἀποφασίσει περὶ ἐθνικῶν συμφερόντων ἐν ἀπουσίᾳ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν μεταναστῶν, τῶν ὁποίων αἱ Ἐπαρχίαι θέλουν συναγωνισθῆ μεθ’ ἡμῶν πρὸς τέλεσιν τῆς ἐθνεγερσίας;» «Ἕτερος πληρεξούσιος. Ἐὰν ἀποκλείσωμεν τοῦ Βουλευτηρίου τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν μεταναστῶν, ἀποχωριζόμεθα αὐτῶν καὶ ἀναγνωρίζομεν τὴν Πύλην κυρίαρχον. Δὲν ἠλευθερώθημεν μόνοι, ἀλλὰ συμπράξει καὶ τῶν δούλων Ἑλληνικῶν Ἐπαρχιῶν». Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἡ ἀπόφασις σας ἡ χθεσινὴ δὲν ἦτο διὰ τὸ πρόσωπον, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς δούλης μεγάλης Ἑλλάδος. Δὲν καταδικάζω ἐκείνους, οἵτινες ἠρνήθησαν ψῆφον· ἀπεναντίας, ἐπαινῶ αὐτοὺς, διότι ἔδωσαν ἀφορμὴν εἰς ἐμὲ τὸν πρώτην φορὰν εἰσελθόντα ἀπὸ τὴν δούλην Ἑλλάδα νὰ ἐξετάσω εἰς ποῖον κύκλον εὑρίσκονται καὶ τί βουλεύονται ὡς πρὸς τὴν μεγάλην Ἑλλάδα καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Θέλω παρακολουθήσει αὐτοὺς, διότι κατεψήφισαν κατὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν μεταναστῶν, μὴ θέλοντες ν’ ἀκούσωσι τὴν φωνήν μου ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ! Ἡ φωνή μου ὑπὲρ τῆς δούλης Ἑλλάδος θέλει ἀντηχήσει εἰς τὰς ἀκοάς των, καὶ δὲν διστάζω νὰ πιστεύσω, ὅτι θέλουν εὐχαριστηθῆ, ὅταν ὁ πατριωτισμὸς αὐτῶν γίνῃ ἁγνός. Κύριοι βουλευταὶ, ἐπειδὴ ἐκ τῶν τέκνων τῆς δούλης Κρήτης ἐξῆλθον βουλευτὴς, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις δι’ αὐτὴν τὴν ἀγωνιζομένην πατρίδα μου ὄχι νὰ ἐξυμνήσω τὰ ἡρωϊκὰ κατορθώματά της, διότι δὲν ἔχουν ἀνάγκην· ταῦτα ἀναγράφονται εἰς μεμβράνας, ὡς τὰ κατορθώματα ἐν Μαραθῶνι, ἐν Πλαταιαῖς, ἐν Σαλαμῖνι κλπ. Ἡ Κρήτη ἔχει ἰδιαίτερον προσὸν, τὸ ὁποῖον ἄλλος ἴσως λαὸς δὲν ἔχει, τὸ νὰ πολεμῇ μὲ αὐταπάρνησιν ὄχι δι’ ἑαυτὴν, ἀλλὰ διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Οἱ Κρῆτες ἀπέδειξαν εἰς ὅλας τὰς ἐπαναστάσεις, ὅτι ἔχουν τὴν καλλιτέραν διοίκησιν. Εἰς τὰ 1841, ὅταν ηὐτύχησα νὰ μὲ ἀποσπάσουν ἐκ τῶν μαθημάτων μου οἱ τότε διενεργήσαντες τὴν ἐπανάστασιν καὶ νὰ μ’ ἀποστείλωσιν ὡς γραμματέα τῶν ὀρεινῶν Σφακιωτῶν, εἶδον τὸν στόλαρχον Ἄγγλον Στούαρτ μὲ τρία τρίκροτα, τὸν Ἄγγλον πρόξενον Ὄνγλεϊ, τὸν σταλέντα ἐκ Κωνσταντινοπόλεως ἀντιπρόσωπον τοῦ Σουλτάνου νὰ προτείνουν εἰς τοὺς ἐν τῷ χωρίῳ Φρὲ τῆς ἐπαρχίας Ἀποκορώνου συναθροισθέντες πλέον τῶν 10,000, παρόντων καὶ τῶν μελῶν τῆς ἀποσταλείσης ἐκ τῶν ἀδελφῶν Χαιρέτη Χρυσαφοπούλου κλπ. ἐπιτροπῆς, ἡγεμόνα, μὲ ἡγεμόνα τὸν τότε ἐν Σάμῳ ἡγεμόνα Γ. Βογορίδην, οἱ δὲ Κρῆτες ἀπέῤῥιψαν ὅλας τὰς προτάσεις, ἐμμένοντες εἰς τὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσιν. Εἰς τὰ 1867 ὁ μέγας βεζύρης Ἀλῆ πασᾶς, ἀφήσας τὴν βεζυρίαν, κατῆλθεν εἰς τὴν Κρήτην, προκηρύξας ἀνακωχὴν πρὸς διαπραγμάτευσιν εἰρήνης, δηλώσας συνάμα, ὅτι ἔχει πληρεξουσιότητα νὰ δώσῃ πᾶν ὅ,τι ζητήσωσιν ἐκτὸς τῆς ἑνώσεως. Οἱ δὲ Κρῆτες ἀπέῤῥιψαν περιφρονιτικῶς πᾶσαν ὑπὲρ τῆς Κρήτης πρότασιν, ἐξακολουθοῦντες τὸν πόλεμον καὶ διακηρύττοντες, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητοῦσιν ἢ τὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσιν. Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ μεγάλου βεζύρου Ἀλῆ πασᾶ οἱ στρατοὶ τοῦ ἀρχιστρατήγου Ὀμὲρ πασᾶ, ἀνερχόμενοι εἰς 90,000, ἐξώρμησαν καθ’ ὅλων τῶν ὡπλισμένων Κρητῶν μέχρις οὗ ὑπέκυψαν οὗτοι εἰς τὴν βίαν καὶ εἰς τὴν στέρησιν τροφῶν. Εἰς τὰ 1878, ὅτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Μεγάλων δυνάμεων συνεζήτουν νὰ κανονίσωσι τὰ πρὸς βοῤῥᾶν ὅρια τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἐλευθερώσωσιν εἰρηνικῶς τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν, οἱ Κρῆτες ἐξηκολούθουν ἀγωνιζόμενοι, ὡς πάντοτε, ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Εἰς μάχην ἐν τῷ χωρίῳ Ἁρμένους τῆς ἐπαρχίας Ἀποκορώνου ὁ υἱὸς τῆς βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας ἐθεώρει μὲ τηλεσκόπια ἀπὸ τῆς ναυαρχίδος τοὺς σφαζομένους γέροντας καὶ τοὺς ἱερεῖς τοὺς τυχαίως εὑρεθέντας κατὰ τὴν ἔφοδον 5000 Τούρκων. Κατ’ ἐκείνας δὲ τὰς ἡμέρας οἱ Κρῆτες ἔμαθον, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Συνεδρίῳ κ. Θ. Δηλιγιάννης καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς ἔβλεπε πρὸς βοῤῥᾶν, ἤτοι πρὸς τὴν Ἤπειρον, τὴν Θεσσαλίαν καὶ Μακεδονίαν, καὶ δὲν ἔβλεπε πρὸς μεσημβρίαν, ἤτοι πρὸς τὴν Κρήτην, ἡ ὁποία ἠγωνίζετο· δὲν παρεξήγησαν ὅμως τοῦτο οἱ Κρῆτες, διότι ἐπρόκειτο περὶ τῆς μεγάλης Ἑλλάδος, καὶ ὄχι περὶ τῶν ἀγωνιζομένων Κρητῶν (φωναὶ ἀπὸ τὰ ἀκροατήρια «ζήτω ἡ Κρήτη»).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπαναληφθῇ ὁ θόρυβος, θὰ κενώσω τὰ ἀκροατήρια.
§15ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητωκραυγάζουν, κύριε Πρόεδρε, ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης. Τί κακὸν κάμνουν τ’ ἀκροατήρια!
§16ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Ὁποία εἶνε ἡ θέσις τῆς Κρήτης, ὅταν ἡ Ἑλλὰς προβῇ πρὸς τὴν Μακεδονίαν, αὐτὸ κάλλιον ἐμοῦ γινώσκει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα, νομίζω, νὰ ἐξηγηθῶμεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ βλάψωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀπέναντι τῆς Τουρκίας. Ἡ Κρήτη, κύριοι βουλευταί, δούλη δυνάμει τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, ἐπιδιώκει τὴν ἐλευθερίαν της, ὡς πᾶς λαὸς εὑρισκόμενος ἐν τῇ δουλείᾳ· τοῦτο γινώσκει καὶ ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ Τουρκία διδαχθεῖσαι ἀπὸ συνεχεῖς ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἐπαναστάσεις· ἡ Κρήτη ἔνοπλος πάντοτε φέρει τὴν σημαίαν τῆς ἑνώσεως ἀναπεταμένην, καὶ ὅταν παρουσιασθῇ περίστασις, δὲν ἔχει παρὰ νὰ προβῇ κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Ἀλλ’ ἆρα ἔπρεπε νὰ σιωπᾷ, ὅταν Ἑλληνικαὶ χῶραι καταλαμβάνωνται παρὰ νέων κατακτητῶν; Ὅταν προπαρασκευάζωνται, κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Βώλου βουλευτὴν κ. Φιλάρετον, νὰ ἔλθουν καὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου τὰ λεγόμενα καλπάκια; Ἔπρεπεν ἡ Κρήτη νὰ σιωπᾷ, ἀφοῦ διὰ τὴν παραβίασιν τῶν Πατριαρχικῶν προνομίων καὶ τὴν ἐπιδρομὴν τοῦ Ἐξάρχου τῶν Βουλγάρων διεμαρτυρήθη διὰ τῆς φωνῆς τῶν δημοτικῶν συμβουλίων; Ναί, ἡ Κρήτη σιωπᾷ, διότι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλάς, μεθ’ ἧς θέλει νὰ συναγωνισθῇ, δὲν ἔδοσε τὸ πρόσταγμα. Εἰς τὸ πρῶτον ἄκουσμα τῆς βεβηλώσεως τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας παρὰ τῶν Βουλγάρων ἡ Κρήτη ἠλεκτρίσθη καὶ προέβη εἰς ἐπισήμους διαδηλώσεις προτροπῇ καὶ ἐμοῦ καὶ πολλῶν ἄλλων Κρητῶν, ἀλλὰ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐσταματήσαμεν, περιμένοντες νὰ παρακολουθήσωμεν, ἀντὶ νὰ προπορευθῶμεν (θόρυβος).
§17ΤΙΝΕΣ. Παραβιάζεται ὁ Κανονισμός.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸν κ. βουλευτὴν μένει ἡ ἐκτίμησις κατὰ πόσον αὐτὸ συμφέρει, ἢ βλάπτει.
§19ΞΕΝΟΥΔΑΚΗΣ. Μὴ ταράττεσθε, δὲν θὰ ἐξηγηθῶ τι, τὸ ὁποῖον θὰ βλάψῃ τὴν Ἑλλάδα. Ὅταν ἡμεῖς οἱ Κρῆτες ἀπεφασίσαμεν νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν Ἑλλάδα, βεβαίως δὲν θέλομεν εἴπει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν συμφέρουν εἰς αὐτὴν, διότι δὲν συμφέρει καὶ εἰς ἡμᾶς· ἡ Κρήτη περιμένει νὰ δοθῇ τὸ πρόσταγμα, χωρὶς ν’ ἀπαιτῇ νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος. Ὅταν οἱ στρατοὶ τῆς Ἑλλάδος προβῶσι πρὸς τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Μακεδονίαν, τότε οἱ Κρῆτες θὰ πολεμήσωσιν ἐν Κρήτῃ, καὶ ἐὰν ἀπέναντί των δὲν ἔχουν ἐχθρούς, τότε στρατόπεδα Κρητῶν θὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἤπειρον, Θεσσαλίαν καὶ Μακεδονίαν! (ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα).
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀσθενοῦντος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰσάγω ἐγὼ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κυρώσῃ σύμβασιν, συνομολογηθεῖσαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν Σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης τροποποιεῖται ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία εἶχε γείνει καὶ κυρωθῆ διὰ νόμου καὶ δυνάμει τῆς ὁποίας ἡ Ἑταιρία τοῦ Σιδηροδρόμου Πελοποννήσου ἤρξατο τὴν κατασκευὴν τῶν Σιδηροδρόμων. (Ὅρα Παράρτημα).
§21Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς παρεισέφρησε γραμματικόν τι λάθος εἰς τὸν νόμον περὶ προβιβασμοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν, παραπέμπον εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον τοῦ νόμου, ἐνῷ τὸ κείμενον ἔγραφε δύω. Κατὰ συνέπειαν ὑποβάλλω τροποποίησιν τοῦ νόμου διὰ νὰ διορθωθῇ ἡ λέξις αὕτη. (Ὅρα Παράρτημα). Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὸ σύστημα τῆς ἐκδικάσεως τῶν στρατιωτικῶν ἀδικημάτων παρέπεμπεν αὐτὰ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1861 μέχρι σήμερον αὐτὴ ἡ διαδικασία ἐλάμβανε χώραν, ἡ ὁποία εἶχεν ὅλα τὰ ἐλαττώματα ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τῆς πειθαρχίας καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ Ταμείου. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Συνελεύσεως διεῖδον τὸ ἀτόπημα τοῦτο καὶ ὑπέβαλον πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας τὰ τοιαῦτα ζητήματα τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὡρίζετο νὰ ἐκδικάζωνται εἰδικώτερον. Παρῆλθεν ἔκτοτε σειρὰ ὅλη ἐτῶν, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ τούτου. Παρεκάλεσα πολλοὺς συναδέλφους, ἐν οἷς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Μαντινείας κύριον Κωνσταντόπουλον, τοὺς Δικαστικοὺς Συμβούλους καὶ ἄλλους προέχοντας κατὰ πρόληψιν τὰ νομικά, νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ νὰ ἐξεύρωσι μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ θεραπεύσωσι τὰ ἐλαττώματα ταῦτα. Ὑποβάλλω κατὰ συνέπειαν σχέδιον νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον τ’ ἀδικήματα, τὰ γενόμενα ἐν τῷ στρατῷ, ἐκδικάζονται εἰδικῶς ὑπὸ εἰδικοῦ Δικαστηρίου. (Ὅρα Παράρτημα).
§22Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἴπατε ἀδικήματα· πρόκειται περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου;
§23Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι· πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεων ἀποτάξεων καὶ τῶν τοιούτων. Κύριοι, δυνάμει τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει τὴν κατὰ Συντάγματα σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Τόπου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πεζικὸν, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ κατὰ Σύνταγμα σύνταξις τοῦ στρατοῦ ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ὅπλων. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω καὶ τὸ ὁποῖον τροποποιεῖ ἐν μέρει τὸν ὑπάρχοντα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἔλαβον ἄπειρον συνδρομὴν ἀπὸ τὰ φῶτα τοῦ Γάλλου Στρατηγοῦ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, δὲν ὑπάρχουσιν οἱ πίνακες, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἢ αὔριον, ἐκτυπούμενοι ἤδη, θὰ διανεμηθῶσι. (Ὅρα Παράρτημα).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ψηφίζονται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς τρίτην συζήτησιν ά.) τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 12,000,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ βʹ.) τὸ νομοσχέδιον περὶ καταναγκαστικῶν εἰσφορῶν)
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ σιγαροχάρτου.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐζητήθη πρό τινων ἡμερῶν πίναξ δηλῶν τὰς κατὰ μῆνα εἰσπράξεις ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου. Δυστυχῶς τοῦτο δὲν μοὶ ἀνεκοινώθη καὶ δὲν ἐφρόντισα νὰ παρασκευασθῇ ὁ πίναξ· χθὲς ἐπανελήφθη ἡ αἴτησις καὶ διέταξα ἀμέσως τὴν παρασκευὴν τοῦ πίνακος, ἐλπίζω δὲ ὅτι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θέλει προσαχθῆ. (Εἶτα ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν παρὰ τῷ Ναυστάθμῳ ἢ τῇ Σχολῇ τῶν ναυκλάστρων καὶ τοῖς ἐπακτίοις ὀχυρώμασιν ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν, ἐφ’ ὅσον χρόνον ὁ κατὰ θάλασσαν στρατὸς διατελεῖ ἐν ἐπιστρατεύσει.
§28Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν σκοπῶ, κύριοι, νὰ ἐπικρίνω τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, οὐδὲ νὰ προκαλέσω μακρὰν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἀποδέχομαι τὴν ἀρχὴν τούτου· θέλω μόνον ἀπευθύνει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν παρατηρήσεις τινὰς, ἀφορώσας εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπηγορεύθη ὑπὸ πνεύματος δικαιοσύνης καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας καὶ περὶ τούτου οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν· ἔδει ὅμως νὰ περιλαμβάνῃ πάντας τοὺς βαθμοφόρους, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν μὲ ἐκείνους, περὶ ὧν τὸ ὑποβληθὲν τοῦτο νομοσχέδιον διαλαμβάνει. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ, δῆλον ὅτι ἰατροὶ ἐκπληροῦντες ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν μὲ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐκπληροῦσιν οἱ ἀξιωματικοὶ, περὶ ὧν τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη, διότι ἡ ναυτικὴ δύναμις ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως πολλαπλασιάζεται, ἑπομένως τὰ βάρη καὶ αἱ ὑποχρεώσεις εἰσὶν αἱ αὐταὶ διὰ τοὺς ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικούς· διότι συνιστῶνται καὶ νέα θεραπευτήρια καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ νέον νοσοκομεῖον· ἔδει ἑπομένως αἱ διατάξεις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ περιλάβωσι καὶ τοὺς ὑγειονομικοὺς ἀξιωματικούς. Ἐφρόνουν μάλιστα καὶ φρονῶ, ὅτι καὶ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης ἔδει οἱ ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ νὰ ὑποχρεῶνται νὰ ὑπηρετῶσι καὶ ἐν τοῖς ναυτικοῖς νοσοκομείοις καὶ τοῖς θεραπευτηρίοις, διότι ἐν τοῖς ναυτικοῖς νοσοκομείοις ἀποκτῶσι καὶ πεῖραν, ἐνῶ οἱ ἐργαζόμενοι ἐν τοῖς πληρώμασι τῶν πλοίων ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν, οἵαν ἐκτελοῦσιν οἱ ἐν τοῖς τάγμασι τοῦ στρατοῦ, δῆλα δὴ ἀποστέλλουσι τοὺς ἐνώπιον αὐτῶν προσερχομένους καὶ αἰτιωμένους νόσον ὁπλίτας εἰς τὰ πλησίον νοσοκομεῖα. Δίκαιον λοιπὸν θεωρῶ νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἡ τάξις τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν, πρὸς τοῦτο δὲ ὑποβάλλω τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, συνειδὼς τὸ δίκαιον τῆς προτάσεώς μου, νὰ περιλάβῃ τὴν τροπολογίαν μου ταύτην εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. (Ὅρα Παράρτημα).
§29ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νὰ τυπωθῇ. (Εἶτα γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς δευτέραν συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ.
§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω μίαν γραμματικὴν παρατήρησιν. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ πλέον τὸ «Βασιλικὸς Ναύσταθμος, Βασιλικὸν Ναυτικὸν» καὶ τὰ τοιαῦτα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται, διότι οὕτω ὑπάρχει εἰς ὅλην τὴν νομοθεσίαν. (Ἐνταῦθα γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐπίσης γίνονται δεκτὰ εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσλήψεως διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας ἡμεδαπῶν ἐπικούρων μηχανικῶν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων πρὸς προβιβασμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἐφ’ ὅσον ὁ κατὰ θάλασσαν στρατὸς διατελεῖ ἐν ἐπιστρατεύσει).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου πατριωτικοῦ ἐκ δραχμῶν 30,000,000.
§34Ι. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὰ ἐθνικὰ δάνεια γίνονται ὑπὸ τραπεζικῶν οἴκων ἢ Τραπεζῶν, οἵτινες διά τινων συνδυασμῶν ἀναδέχονται τὴν κάλυψιν αὐτῶν ἢ τὴν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἔκθεσιν, ὡς ἐξεδόθη, τὸ δάνειον τῶν 170,000,000· γίνονται καὶ ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ἀπ’ εὐθείας ἐκδιδουσῶν αὐτὰ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, ὅπως εἶναι τὸ προτεινόμενον δάνειον. Κατ’ ἐμὴν γνώμην ἤθελεν εἶσθαι ὠφελιμώτερον, ἀφοῦ ἐπανήλθομεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, νὰ ἐλαμβάνομεν ὅλον τὸ μεταλλικὸν τῶν προνομιούχων Τραπεζῶν, διότι τὸ μεταλλικὸν, ὡς γνωρίζετε, εἶναι πολὺ ἀναγκαῖον διὰ τὰς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προμηθείας, ἀντὶ δὲ τῶν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων, λαμβάνομεν 50,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων, ὡς τοῦτο ἐγένετο καὶ ὅτε κατὰ πρώτην φορὰν ἐπῆλθεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· ἠθέλομεν ἔχει οὕτω 30,000,000 μεταλλικὸν καὶ 50,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὸ ὅλον 80,000,000· ἐὰν δὲ εἰς ταῦτα προσθέσωμεν 18,500,000 τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, 3,500,000 τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἔχομεν τὸ ὅλον 102,000,000, ποσὸν μὲ τὸ ὁποῖον δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ προβῇ μετὰ θάῤῥους εἰς τὸ ἔργον· ἐὰν δὲ, ὡς εἰκὸς, δὲν ἐπήρκουν ταῦτα, ἤρχοντο ἔπειτα τὸ πατριωτικὸν δάνειον καὶ αἱ εἰσφοραί. Ἀλλὰ χθὲς εἰς τὴν ὁμιλίαν του ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν ὅτι δὲν προέβη εἰς τὴν λῆψιν ὅλων τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, διότι ἐφοβήθη τὴν ὑποτίμησιν αὐτῶν καὶ τὴν ἐκ ταύτης ἐπιγενησομένην ζημίαν εἰς τὸ κοινὸν, μολονότι ἅμα γείνῃ ἡ σύμβασις, δὲν λαμβάνεται ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατὰ τὰς ἀνάγκας. Ἀλλὰ καὶ ἀθρόα ἐὰν ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸ κοινὸν τὰ 50,000,000, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, διὰ τῆς ἀμοιβαιότητος τῆς ἐξαγωγῆς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν, μικρὰ ἀπομένει ζημία· ὅτι τὰ προϊόντα ἀγοράζονται διὰ προϊόντων, ὅτι τὰ ἐξαγόμενα προϊόντα καὶ οἱ ἄλλοι πόροι, ἐὰν μειωθῶσι, καὶ ἡ εἰσαγωγὴ θέλει μειωθῆ, ὅπως ἐπέλθῃ ἁρμονία ἢ, ὅπως τινὲς ὀνομάζουσιν αὐτὴν, ἰσοζύγιον τοῦ ἐμπορίου. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ἐν ἀνωμάλοις περιστάσεσι καὶ ἐν πολέμῳ αἱ ἀπολαύσεις τῶν ἀνθρώπων ἐλαττοῦνται καὶ δι’ ὀλίγων χρημάτων ἐπαρκοῦμεν εἰς τὰ πρὸς τὸν βίον ἐπιτήδεια· κατὰ συνέπειαν ἐλαττοῦται καὶ ἡ εἰσαγωγὴ, ἐλαττουμένης δὲ τῆς εἰσαγωγῆς, ἐλαττοῦνται τὰ ἐμβάσματα, καὶ ἐλαττουμένων τῶν ἐμβασμάτων ἐλαττοῦται ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ὅταν ὑπάρχῃ σπάνις χρημάτων, ἡ κοινωνία οἰκονομεῖ, ὡς εἴπομεν, δι’ ὀλίγων χρημάτων τὰ πρὸς ζωάρκειαν· συνέπεια δὲ τούτου εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῆς ἀξίας τῶν πραγμάτων· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τὸ πλῆθος τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἤθελε φέρει ζημίαν, τὴν ζημίαν αὐτὴν πρέπει νὰ συλλογισθῶμεν ἀπέναντι τῶν ἀναγκαιούντων πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον ἀπεστείλαμεν πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαίων ἀπαιτήσεων τῆς Πατρίδος· οὐδέποτε! οὐδέποτε! Δι’ ὀλίγην ζημίαν θέλομεν ἀφήσει νὰ πάθωσιν οἱ υἱοί μας, οἱ ἀδελφοί μας, οἱ συγγενεῖς μας ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν πρὸς συντήρησιν ἐπιτηδείων· οὐδέποτε. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι οἱ στρατοὶ δὲν καταστρέφονται τόσον ὑπὸ τοῦ ἐχθρικοῦ πυρὸς, ὅσον καταστρέφονται ὑπὸ τῶν νόσων· αἱ δὲ νόσοι προέρχονται ἐκ τῆς κακῆς ἢ ἀνεπαρκοῦς τροφῆς, ἐκ τοῦ ψύχους, ἕνεκα ἐλλείψεως ἐνδυμάτων, σκεπασμάτων, στρατώνων, καταλυμάτων, ἐκ τῆς ἀτελείας ἢ ἐλλείψεως θεραπευτικῶν μέσων. Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖον, κύριοι, νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὸ μεταλλικὸν τῶν Τραπεζῶν, διότι αἱ Τράπεζαι, πιεζόμεναι ὑπὸ τοῦ ἐμπορίου, ἐξαντλοῦσιν αὐτὸ καθ’ ἡμέραν καὶ ἐντὸς ὀλίγου δὲν θὰ εὑρεθῇ οὔτε λεπτόν. Ἡ ἐπιτυχία τῶν δανείων γνωρίζετε πάντες κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκ πολλῶν λόγων, τὰ δὲ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐκδιδόμενα δάνεια πολλαπλῶς ἐπενεργοῦσιν ἐπὶ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο βλέπομεν ὅτι ποῦ μὲν καλύπτονται πολλαπλῶς, ποῦ δὲ ἀτελῶς ἢ οὐδόλως. Εἰς μὲν τὴν πρώτην κατηγορίαν ὑπάγονται τὰ δάνεια τῆς Γαλλίας, εἰς δὲ τὴν δευτέραν τὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἱστορία τῶν δανείων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους εἶναι ἥκιστα ἐνθαῤῥυντική· δὲν δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν, ὅτι τὰ κεφάλαια ἔχουν μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ἡμέτερον. Γνωρίζετε πῶς καὶ πότε ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον τῶν ἕξ ἑκατομμυρίων, τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς μεταπολιτεύσεως, πῶς καὶ πότε ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον τῶν 28,000,000, τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὴν Κρητικὴν ἐπανάστασιν πρὸς βοήθειαν τῶν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως μαχομένων ἀδελφῶν ἡμῶν; Ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, νὰ διηγηθῶ περίεργον ἐπεισόδιον τοῦ δανείου τούτου. Εἰς τὰ 1868 εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διαδεχθεὶς τὸν μακαρίτην Σίμον. Οὗτος εἶχε συνομολογήσει σύμβασιν μετὰ τοῦ οἴκου Ἐρλάγγερ νὰ παραδίδῃ κατ’ ἔτος ποσὸν στατήρων σμύριδος ἀντὶ τιμῆς ὡρισμένης, χωρὶς νὰ δύναται νὰ πωλήσῃ σμύριδα εἰς ἄλλον ἔμπορον· ἡ σύμβασις ἤργησε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς ἕνεκα τῆς βραδυτάτης καταρτίσεως αὐτῆς, ὅτε ἐν τῷ μεταξὺ ἔμπορος πλουσιώτατος τῶν ἐν Ἑλλάδι δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ἐζήτησε νὰ λάβῃ μέρος τῆς σμύριδος· ὁ Σίμος ἠρνήθη. Ὁ ἔμπορος ἐκοινοποίησεν αἴτησιν θεραπείας, καὶ ὅταν ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἐπανέλαβε τὴν αἴτησίν του. Βλέπων ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ ἔμπορος καὶ συμβουλευθεὶς τὸν νομικὸν σύμβουλον, τὸν σοφὸν κ. Β. Οἰκονομίδην, παρεχώρησα εἰς αὐτὸν τὴν αἰτηθεῖσαν ποσότητα καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ τὸν παρεκάλεσα νὰ λάβῃ μέρος τοῦ δανείου τῶν 28,000,000· μοὶ ὑπεσχέθη τοῦτο καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ ἐργασθῶ νύκτας ὁλοκλήρους, ὅπως ὑπογράψω ὁμολογίας ἑνὸς ἑκατομμυρίου· μετ’ οὐ πολὺ μοὶ παρουσίασεν ἐντάλματα χρηματικὰ πλέον τῶν 200,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐξοφλήσει μὲ μεγάλην ἔκπτωσιν, 30%, ἕνεκα τῆς ἀχρηματίας τοῦ ταμείου· ἀντέτεινα, διότι τὸ ταμεῖον δὲν εἶχεν· ἀλλ’ ὅτε οὗτος προέτεινε νὰ συμψηφίσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τελωνιακὰ τέλη, ὑπεχώρησα ἀπαιτήσας νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι θέλει λάβει καὶ δεύτερον ἑκατομμύριον ἐκ τοῦ δανείου, διότι ἐγνώριζον, ὅτι μέγα ἴσχυεν ἐν τῇ ἀγορᾷ καὶ πλουσίους συγγενεῖς εἶχεν· ὑπεσχέθη οὐχὶ μετὰ δυσκολίας καὶ τὴν λῆψιν τοῦ δευτέρου ἑκατομμυρίου, ἀλλὰ θέλετε ἐκπλαγῆ, ὅταν μάθητε ὅτι, καί τοι ὠφελήθη ἀπὸ τὴν σμύριδα, καί τοι ὠφελήθη ἀπὸ τὴν ἐξόφλησιν τῶν ἐνταλμάτων μυριάδας δραχμῶν, οὐδεμίαν ὅμως ὁμολογίαν ἔλαβεν ἐκ τοῦ δανείου. Οὗτος εἶναι ὁ πατριωτισμὸς μεγάλου μέρους τῶν ἐμπορευομένων καὶ μάλιστα τῶν βαθυπλούτων. Τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, καί τοι ἐκδοθὲν ὑπὸ ὅρους συμφέροντας, ἀπέτυχεν ὅμως, διότι κατὰ τὸ ἥμισυ ἐπραγματοποιήθη· καὶ διατί; διότι τὰ κεφάλαια φεύγουν τὰ ἔθνη τὰ ὁποῖα οὐ μόνον ἰσοζύγιον δὲν ἔχουν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μεγάλα ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα καλύπτουσι διὰ δανείου, φοβοῦνται δ’ ὅτι τὰ ἔθνη ταῦτα κατατρυχόμενα ὑπὸ τῶν πάντοτε αὐξανουσῶν ἀναγκῶν, θέλουσιν ἀναστείλει τὰς πληρωμάς των, αἴροντα τὰς ἐγγυήσεις. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, κύριοι, δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιθυμῶ μάλιστα τὴν πλήρη ἐπιτυχίαν του, διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ ὅρους προοιωνιζομένους βεβαίαν αὐτήν. Τὰ ἀπρόοπτα τῆς Βουλγαρίας συμβάντα μᾶς ἔθεσαν εἰς θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν πάντες ὁμολογοῦμεν ὅτι ὀφείλομεν νὰ ῥίψωμεν τὸν περὶ τοῦ μέλλοντος κύβον διαβαίνοντες οὐχὶ τὸν Ῥουβίκωνα, ἀλλὰ τὸν Ἄραχθον, τὸν γηραιὸν Ὄλυμπον. Πρέπει νὰ ἐπιτύχωμεν ἀντὶ πάσης θυσίας, διότι ἄνευ τῶν Ἑλληνικῶν χωρῶν, τῶν ὑπὸ τὴν δουλείαν βιουσῶν, ἡ Ἑλλὰς ἢ θὰ γίνῃ δορυφόρος ἢ θὰ συγχωνευθῇ εἰς Κράτος ὅμορον καὶ μέγα, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε. Ἀλλ’ ὁ πόλεμος ἀπαιτεῖ μέσα μεγάλα, ἀπαιτεῖ δὲ νὰ ὦσι βέβαια καὶ σταθερὰ, διότι δὲν τρέφεται μὲ ἐλπίδας μόνον ὁ Ἀλέξανδρος ἀφιερώθη εἰς τὴν ἐλπίδα, ὅταν ἐπεχείρησε τὴν κατάκτησιν τῆς Ἀσίας. Διηγεῖται ὁ Πλούταρχος ὅτι μικρὸν πρὶν μεταβῇ εἰς τὴν Ἀσίαν διένειμεν εἰς τοὺς συστρατιώτας του ὅλα τὰ ἀγαθά· εἰς δὲ τὸν ἐρωτήσαντα τί κρατεῖ δι’ ἑαυτὸν εἶπε τὴν ἐλπίδα. Ἀλλ’ οἱ μεγάλοι Ἀλέξανδροι δὲν γεννῶνται καθημερινῶς· ἔχομεν ἀνάγκην βεβαίων μέσων καὶ ταῦτα δὲ εἶναι φόροι καὶ δάνεια· ἕκαστος δὲ ὀφείλει νὰ προσφέρῃ τὴν συμβολήν του, δίδων τὴν περὶ τοῦ πρακτέου γνώμην· ἔχομεν δὲ καθῆκον καὶ ὀφείλομεν νὰ συνδράμωμεν εἰλικρινῶς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἔλθῃ εἰς πέρας αἴσιον, εἰς τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, καὶ γνωρίζομεν ὅτι καὶ ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι, πολὺ δὲ μᾶλλον ἐν πολέμῳ δὲν ἔχουν αἱ Κυβερνήσεις τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ μελετήσωσιν ἐντελῶς τὰ προτεινόμενα μέτρα. Καὶ περὶ μὲν τῶν φόρων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶπον τὴν γνώμην μου, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον προτείνων ὅτι ἕνα μόνον φόρον δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν, ὃν θεωρῶ κατάλληλον καὶ δίκαιον, τὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Οὐ μόνον ἐγὼ ἀλλὰ πάντες οἱ περὶ τὰ οἰκονομικὰ φροντισταὶ παρεδέχθησαν αὐτὸν ὡς τὸν δικαιότερον, καὶ διὰ τοῦτο ὅλα τὰ ἔθνη παρεδέχθησαν αὐτόν. Τὸ προτεινόμενον δάνειον δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα τῶν καθαρῶν δανείων, πλησιάζει μᾶλλον τὰ τῶν λαχείων· ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ τακτικὸν δάνειον, διότι δὲν παρέχει τὸν τόκον, τὸ σταθερὸν κέρδος· ἀπομακρύνεται τῶν λαχείων, διότι τὸ κεφάλαιον δὲν ἀπόλλυται, ἀλλ’ ἀποδίδεται διὰ τῆς κληρώσεως, καὶ διότι αἱ κληρώσεις ἀπέχουσιν ἀπ’ ἀλλήλων πολύ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπέχουν κατὰ 12 μῆνας, κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ 3 μῆνας. Ἐλπίζω ὅτι θέλει ἐπιτύχει τὸ δάνειον τοῦτο, ἐὰν γίνῃ μικτὸν καὶ ἐξομοιωθῇ μὲ τὸ λαχειοφόρον δάνειον τῶν 60,000,000 τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἤτοι τοκοφόρον καὶ λαχειοφόρον, προστεθῇ δηλαδὴ τόκος 4% κατ’ ἔτος καὶ ἡ κλήρωσις γίνηται κατὰ μῆνα. Πιστεύω, ὅτι πᾶς Ἕλλην θέλει προτιμήσει ἀντὶ παντὸς ἄλλου λαχείου νὰ ἀγοράσῃ μίαν δεκάδραχμον ὁμολογίαν τοῦ πατριωτικοῦ δανείου, ἵνα δοκιμάσῃ τὴν τύχην του εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς καὶ ἐὰν ἡ τύχη δὲν τὸν εὐνοήσῃ, θὰ ἔχῃ τὴν παρηγορίαν, ὅτι τὸ κεφάλαιόν του θὰ ἀποφέρῃ κέρδος 4% καὶ ὅτι δὲν θέλει ἀπολεσθῆ, ἀλλὰ θέλει ἀποκτήσει τοῦτο ἐντὸς διαστήματος, διὰ τοῦ κλήρου ὁριζομένου, ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις θέλει ἔχει τὴν ὑπερηφάνειαν, ὅτι συνετέλεσε καὶ οὗτος πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχουν κατεταγμένοι οἱ υἱοί του, οἱ συγγενεῖς του, οἱ ἀδελφοί του, οἱ σταλέντες νὰ πολεμήσωσιν ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν ἀδελφῶν των. Ἔχω μεγάλην ἐλπίδα εἰς τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, ὅτι οὗτος θέλει ὑποστηρίξει τὸ δάνειον. Ἂς προσπαθήσωμεν λοιπὸν νὰ προσηλώσωμεν τὸν λαὸν εἰς τὸ μέγα ἔργον διὰ δεσμῶν ἀῤῥήκτων τοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ. Ἀπὸ τοῦ πατριωτισμοῦ τοῦ εὐγενοῦς λαοῦ προσδοκῶ θυσίας καὶ σωματικὰς καὶ χρηματικάς.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον σχετίζεται πρὸς τὸ ὅλον οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ σύστημα τὸ ἐν ταῖς παρούσαις ἐκτάκτοις περιστάσεσι ψηφισθησόμενον παρὰ τῆς Βουλῆς· θεωρῶ δὲ, ὅτι ἀτόπως ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνῷ ἡ Βουλὴ, ἵνα κρίνῃ περὶ αὐτοῦ, ἔχει ἀνάγκην νὰ γνωρίζῃ τίνος συστήματος μέρος εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην δανείου πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου, ὅπερ ἀναλαμβάνομεν, δανείου πολλῷ ἴσως ἀνωτέρου τοῦ προκειμένου· ἀλλ’ ἐκ τούτου, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην δανείου, τοὐλάχιστον τοιούτου ποσοῦ, δὲν ἕπεται, ὅτι ἀποδέχεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ ἀρχὴ δὲν εἶναι μόνον ἡ πραγματοποίησις τῶν τριάκοντα ἑκατομμυρίων, ἀρχὴ εἶναι καὶ ἡ πραγματοποίησις δανείου οὐχὶ ἐπὶ τῷ ἀγοραίῳ τόκῳ· καὶ ζήτημα εἶναι κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ θεωρεῖ πρέπον νὰ ψηφίσῃ τὴν ἔκδοσιν δανείου ἐπὶ τόκῳ κατωτέρῳ τοῦ ἀγοραίου, κατὰ πόσον τουτέστι δικαιοῦται νὰ προσδοκᾷ, ὅτι δάνειον, οὕτως ἐκδιδόμενον, θέλει πραγματοποιηθῆ· διότι, ἂν ψηφίσωμεν τὸ δάνειον καὶ ἐκδοθῇ τοῦτο κατὰ τὰ ἐν ταῖς ὑποβληθείσαις τροπολογίαις ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, εὐθὺς θέλομεν ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ, ἐὰν συμβῇ νὰ μὴ ἦναι εὐτυχὲς, θέλει παραβλάψει σπουδαίως τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Οὐδὲν δύναται νὰ ἦναι βλαπτικώτερον εἰς τὴν ἡμετέραν ὑπόθεσιν σήμερον, ἢ νὰ ἐκδοθῇ δάνειον ὑπὸ τὸν τύπον πατριωτικοῦ δανείου καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ὁλοσχερῆ ἐπιτυχίαν, ἢ τοὐλάχιστον ἐπιτυχίαν σπουδαίαν. Δέον ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν, ὡς ὑποβάλλονται τὰ τοῦ δανείου τούτου, ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλει ἐπιτύχει ὁλοσχερῶς; δικαιούμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θέλει ἐπιτύχει μερικῶς, ἀλλὰ σπουδαίως; Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κύριοι, ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐνόσῳ ἡ Βουλὴ δὲν προβῇ, τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ψήφισιν μέτρων, ἀποδεικνυόντων ἀπόφασιν τοῦ ἔθνους νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπὶ βάσεων ἀσφαλῶν, εἶναι δύσκολον νὰ ἐπιτύχῃ ἡ πραγματοποίησις δανείου, καὶ ἂν ἔτι ἐκδίδωται τοῦτο ἐπὶ τῷ ἀγοραίῳ τόκῳ, ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ ἡ πραγματοποίησις δανείου καὶ ἐκδιδομένου ἐπὶ τόκῳ κατωτέρῳ τοῦ ἀγοραίου. Δὲν ὀφείλομεν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐκδοθέντων πατριωτικῶν δανείων, ἔχομεν τὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν, ἅτινα εὑρέθησαν ἐν περιστάσεσιν ὁμοίαις τῇ ἡμετέρᾳ. Ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ, ὅτι Κράτη ἄλλα, πολλῷ ἡμῶν οἰκονομικῶς ἰσχυρότερα, ἀπέδειξαν προθυμίαν μεγάλην νὰ παράσχωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν πᾶσαν τὴν χρηματικὴν συνδρομὴν, ἥτις ἦτο ἀναγκαία πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ἐκτάκτων ἔργων, ἅπερ ἀνέλαβον, ὁσάκις ἡ χρηματικὴ συνδρομὴ ἐζητεῖτο ὑπὸ τοὺς ὅρους, οὓς ἡ ἀγορὰ ἐθεώρει ὡς πρέποντας, πανταχοῦ δὲ ἀπέτυχον οἱ οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ, οἱ στηριζόμενοι ἐπὶ ὅρων ἄλλων ἢ ἐκείνων, οὓς αἱ ἀγοραὶ ὑπεδείκνυον. Εἴδομεν ἐν Γαλλίᾳ καὶ κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον μεγίστην ἐπιτυχίαν δανείου δισεκατομμυρίων, συγχρόνως ὅμως εἴδομεν τὴν ἔκτακτον, τὴν πανηγυρικὴν, τολμῶ νὰ εἴπω, ἀποτυχίαν τῆς πατριωτικῆς εἰσφορᾶς, εἰς ἣν προσεκλήθη ὁ λαὸς τῆς Γαλλίας. Δὲν ἐξετιμήθη τότε ὀρθῶς ἡ σημασία τῶν τοιούτων νομοθετικῶν προκλήσεων εἰς πατριωτικὰς εἰσφορὰς καὶ ἐξετέθη τὸ Γαλλικὸν ἔθνος εἰς ἀποτυχίαν, ἥτις θὰ ἦγε καὶ εἰς παρεξήγησιν περὶ τῆς φιλοπατρίας του, ἂν ἡ μεγάλη ἐπιτυχία τοῦ δανείου τῶν πέντε δισεκατομμυρίων δὲν ἀπεδείκνυεν, ὅτι τὸ Ἔθνος εἶχε πλήρη τὴν φιλοπατρίαν, τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐποχῆς· ἀλλὰ τὴν φιλοπατρίαν ταύτην δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκδηλώσῃ εἰμὴ κατὰ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς αἱ οἰκονομικαὶ ἐπιχειρήσεις δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Εἴδομεν ἐν Γερμανίᾳ ἄλλοτε, ὅτε ἡ Γερμανία εἰργάζετο ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως αὑτῆς, πατριωτικὴν εἰσφοράν, προκληθεῖσαν πρὸς καταρτισμὸν στόλου, ὅτι δὲν ἠδυνήθη ἡ Γερμανία, ἡ τοσαῦτα διαπράξασα κατόπιν, νὰ εἰσπράξῃ ἱκανὸν ποσὸν οὐδὲ πρὸς πληρωμὴν ἡμίσεος δρόμωνος! Ἀλλά, καὶ πλὴν τούτων τῶν πατριωτικῶν εἰσφορῶν, ἐγένοντο ἄλλοτε ἀπόπειραι ἐν Γαλλίᾳ, κατὰ τὰς ἐσωτερικὰς ἀνωμαλίας τῆς Χώρας, κατὰ τὸ 1848, κατὰ τὸ 1830 καὶ προηγουμένως, πραγματοποιήσεως δανείων ἐπὶ τόκῳ κατωτέρῳ τοῦ ἀγοραίου, καὶ πάντα τὰ δάνεια ἐκεῖνα ἀπέτυχον, ἐνῷ τὰ εὐθὺς κατόπιν ἐκδοθέντα ἐπὶ τόκῳ ἀνεγνωρισμένῳ ὑπὸ τῶν ἀγορῶν, ὡς τῷ πρέποντι, ἐπέτυχον. Δὲν ἐγένοντο δὲ αἱ δοκιμαὶ ἐκεῖ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον προκαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ πράξῃ ἐνταῦθα, τουτέστιν ὁ τόκος, ὁ ὑπεσχημένος διὰ τῶν πατριωτικῶν ἐκείνων δανείων, ἦτο μὲν κατώτερος τοῦ ἀγοραίου τόκου, ἀλλὰ πολὺ ἀπεῖχε νὰ ἦνε τοσοῦτον κατώτερος, ὅσον ὁ προτεινόμενος διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον προτείνει, ὅπως ἀπέναντι δανείου 30,000,000 καταβάλλῃ ἐτησίως τὸ Δημόσιον 500,000 δραχμῶν, ἐξ ὧν ἐπὶ μίαν μὲν πενταετίαν 300,000 δραχμῶν, μετὰ δὲ τὴν πενταετίαν 400,000 θὰ καταλογίζωνται εἰς χρεώλυτρον· ὥστε ἐπὶ πέντε ἔτη 200,000 δραχμῶν, διὰ τὰ ἑπόμενα δὲ ἔτη 100,000 εἶναι τὸ ἐτήσιον ποσὸν, ὅπερ τὸ Δημόσιον θὰ δίδῃ εἰς ἀμοιβὴν πρὸς τοὺς καταβάλλοντας τὸ χρῆμα, εἴτε ὑπὸ τύπον τόκου, εἴτε ὑπὸ τύπον βραβείου ἢ λαχείου· ἀλλὰ 200,000 δραχμαὶ ἐπὶ πέντε ἔτη, 100,000 κατὰ τὰ ἑπόμενα, τίνα ἔχουσιν ἀναλογίαν πρὸς τὸν κρατοῦντα παρ’ ἡμῖν σήμερον τόκον; Ὁ τόκος τῶν ἐθνικῶν δανείων δύναται νὰ ὑπολογισθῇ πρὸς 8%, ἑπομένως ἐπὶ δανείου 30,000,000 ἔδει νὰ ᾖ ὁ τόκος 2,400,000 δραχμῶν· ἀλλὰ καὶ ἂν πρὸς 7% λογίσωμεν τὸν τόκον, θὰ ἦναι 2,100,000, τουτέστι δίδομεν ὀλιγώτερον τοῦ δεκάτου, ἢ τοῦ εἰκοστοῦ· ἀλλ’ ὅταν δίδωμεν ὀλιγώτερον τοῦ εἰκοστοῦ τοῦ ἀγοραίου τόκου, πράττομεν τὸ αὐτὸ ὡς νὰ προεκαλοῦμεν τὸ Ἔθνος εἰς δωρεάν, διότι ὁ ἕτοιμος νὰ δωρήσῃ τὰ 19)20 εὐχαρίστως θέλει δωρήσει καὶ τὸ τελευταῖον εἰκοστόν· ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι τοιαύτη δωρεὰ τῶν δεκαεννέα εἰκοστῶν τοῦ κεφαλαίου θέλει πραγματοποιηθῆ, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἀπέτυχε δάνειον πατριωτικὸν ἐπὶ τόκῳ, ἀπέχοντι τοῦ ἀγοραίου οὐχὶ κατὰ δεκαεννέα εἰκοστά, οὐχὶ κατὰ ἐννέα δέκατα, ἀλλὰ κατὰ μικρόν τι ποσόν, τουτέστιν ἐνῷ ὁ τόκος ὁ ἀγοραῖος ἦτο 7% ἐξεδίδετο τὸ δάνειον ἀντὶ 5%; Ἐθεώρησαν οἱ τότε διασκευάσαντες τὸ Νομοσχέδιον ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἐκ φιλοπατρίας νὰ δεχθῶσιν οἱ ἔχοντες κεφάλαια ὁμολογίας 100 φράγκων, ἀποφερούσας τόκον 5%, καίτοι ἡ τρέχουσα τιμὴ τότε τῶν δανείων πρὸς 5% ἦτο πολὺ κατωτέρα τοῦ ἀρτίου, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι ἤθελεν ἐπανέλθει εἰς τὸ ἄρτιον μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων. Τὰ δάνεια ταῦτα ἀπέτυχον ἐντελῶς, καὶ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἀποτυχία, καὶ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ συναίσθησις τῆς Κυβερνήσεως βραδύτερον, ὅτε ἡ ἀποτυχία αὕτη ἦτο ἐξ ὑπαρχῆς ἀναπόφευκτος, ὥστε καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες μετέσχον τοῦ δανείου, ἀπεζημιώθησαν, ἀποδοθέντος εἰς αὐτοὺς πλήρους τοῦ κεφαλαίου. Τὴν ἀποτυχίαν ἄρα τοῦ δανείου παρ’ ἡμῖν, ἐὰν ψηφίσωμεν, ὅπως ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, θεωρῶ ἄφευκτον, ἐνῷ τοὐναντίον θεωρῶ, ὅτι, ἐὰν ἐργασθῶμεν πρεπόντως, ἂν ἀναλογισθῶμεν τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἣν ἔχομεν τοῦ δανείου, καὶ τὰς μεγάλας δυσκολίας τῆς πραγματοποιήσεως αὐτοῦ, δὲν θέλομεν διστάσει, ἵνα διασκευάσωμεν τὸ Νομοσχέδιον διὰ τρόπου, ὅστις θέλει συντελέσει εἰς ἐπιτυχίαν, ἂν οὐχὶ ὁλοσχερῆ, τοὐλάχιστον μερικήν. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, οἱονδήποτε Νομοσχέδιον καὶ ἂν ἔτι καθιεροῖ τόκον, ὅσον ἡ ἀγορὰ καθορίζει, πάλιν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ στεφθῇ ὑπὸ ἐπιτυχίας, ἐὰν πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Νομοσχεδίου δὲν ψηφίσωμεν ἕτερα, θέτοντα τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας ἐπὶ βάσεως ἀσφαλοῦς. Οὐ μόνον πρέπει ἀριθμητικῶς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα νὰ παρίστανται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὡς καλῶς ἔχοντα, ἀλλὰ πρέπει τὸ ἐξωτερικὸν νὰ κρίνῃ ἐκ τῶν μέτρων, ἅτινα θέλομεν ψηφίσει, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Χώρα ἔχει ἀπόφασιν νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς πιστωτὰς αὐτῆς. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ἡ ἐπὶ τὴν Χώραν πεποίθησις τῶν κεφαλαίων ἐκλονίσθη σπουδαίως, ἰδίᾳ δὲ ἐκλονίσθη ἀπὸ τῶν ἐργασιῶν τῆς παρελθούσης Συνόδου τῆς παρούσης Βουλευτικῆς Περιόδου. Ὅτε τὰ κεφάλαια εἶδον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέναντι ἐλλείμματος, ἐπισήμως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πιστοποιουμένου, 11,000,000, ἀντὶ νὰ φροντίσῃ περὶ ἐξαλείψεως αὐτοῦ, ἢ τοὐλάχιστον περὶ ἐλαττώσεως αὐτοῦ, ἐνόμισεν, ὅτι ἀπέναντι τοῦ ἐλλείμματος τούτου τῇ ἐπετράπη νὰ προβῇ εἰς ἐλάττωσιν φόρων, βεβαίως συνέλαβον ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς ἠθικῆς ἐπαρκείας τοῦ Κράτους πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν αὐτοῦ, καὶ ταύτην τὴν ἠθικὴν ἐπάρκειαν τοῦ Κράτους ὀφείλομεν νὰ ἀποδείξωμεν πρὶν ἢ ἀποταθῶμεν εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς, ὅπως ζητήσωμεν δάνειον. Λέγω δὲ ἐπανειλημμένως «ξένας ἀγορὰς», διότι τὸ ὑποβαλλόμενον Νομοσχέδιον, καθὸ πραγματευόμενον περὶ πατριωτικοῦ δανείου, ἀφορᾷ ἰδίως εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀγορὰν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἐνῷ ἡ ἐθνικὴ ἀγορὰ δὲν θέλει ἀνταποκριθῆ, δι’ οὓς εἶπον λόγους, εἰς τὴν πρόκλησιν, τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρὸς αὐτὴν γινομένην, καὶ ἂν τοὐναντίον συνέβαινε, πάλιν θὰ ἦτο ἐπιζήμιον εἰς τὴν Χώραν ν’ ἀποταθῶμεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀγοράν. Ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς, τοιαύτη ἀφαίμαξις, ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθορίζει, θέλει ἀποβῆ λίαν ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τοῦ Κράτους. Ἔχοντες ἀνάγκην δανείου, πρέπει νὰ ἐμφορώμεθα τῆς ἰδέας, ὅτι θέλει τοῦτο ἀποβῆ πολλαχῶς ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν Χώραν, ἐὰν ὑπὸ ταύτης προκαταβληθῇ· πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τότε μόνον θέλει ἀποβῆ ὠφέλιμον εἰς τὴν Χώραν καὶ ἀνταποκριθῆ πρὸς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσῃ, ὅταν εἶνε ξενικὸν, διότι σήμερον προπάντων ἔχομεν ἀνάγκην εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Χώραν ξενικοῦ χρήματος· ἀλλ’ ἵνα δυνηθῶμεν ν’ ἀποταθῶμεν εἰς ξένην ἀγορὰν, πρέπει νὰ εἴμεθα καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς εὐπαῤῥησίαστοι· φρονῶ δὲ ὅτι, μετὰ τὰ ἔργα ἡμῶν τῆς παρελθούσης Συνόδου, δὲν εἴμεθα ἠθικῶς εὐπαῤῥησίαστοι ἐν ξένῃ ἀγορᾷ, ὅτι δὲ δὲν εἴμεθα καὶ ὑλικῶς, ἀρκεῖ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα πεισθῇ ἕκαστος ἡμῶν. Δέον ἄρα νὰ ἐπανορθώσωμεν ὅσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔχουσιν ἐλλιπῶς ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς, ὡς πρὸς τὴν ἀνταπόκρισιν τῶν ἀριθμῶν τῶν ἐν τοῖς ἐσόδοις πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἐν τοῖς ἐξόδοις. Πρέπει ὅμως πρὸ πάντων ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐμφορούμεθα τῆς ἰδέας, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀθετήσῃ τὰς πρὸς τοὺς πιστωτὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ ἀποφάσει παρουσιάζεται πρὸς αὐτοὺς ζητοῦσα χρήματα. Ἤκουσα παρὰ πολλῶν, συζητούντων τὰ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι σήμερον τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων δὲν εἶναι ἐπίκαιρον, διότι ὅσους δήποτε καὶ ἂν προσθέσωμεν φόρους, ἡ εἴσπραξις αὐτῶν δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ ἐγκαίρως, ὅπως χρησιμοποιηθῇ τὸ χρῆμα εἰς τὰς ἀνάγκας, περὶ ὧν προνοοῦμεν, καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές· φόροι νέοι ἀπαιτοῦσι χρόνον, ἵνα λειτουργήσωσι κανονικῶς, ἵνα δὲ ἄρξωνται λειτουργοῦντες, ἀπαιτοῦσι τοσοῦτον χρόνον, ὅσος ἴσως δὲν ἤθελε μᾶς δοθῇ ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ ὅμως οἱ φόροι οὗτοι κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι ἀναγκαῖοι, καὶ θ’ ἀποδῶσι τελεσφόροι πρὸς τὸν σκοπὸν, διότι δὲν προτιθέμεθα ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐκ τῶν φόρων ἑνὸς ἔτους νὰ διεξαγάγωμεν τὸν ἀγῶνα· ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐκ τῶν φόρων, ὡς παρετήρησα καὶ ἐν προηγουμένῃ μου ὁμιλίᾳ, διὰ τῶν εἰσπράξεων ἑνὸς ἔτους δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ ἀγὼν, ὁποῖον ἀναλαμβάνομεν ἀγὼν, ὁποῖον ἀναλαμβάνομεν, δὲν διεξάγεται εἰμὴ διὰ τῶν εἰσπράξεων πολλῶν δεκάδων ἐτῶν ἐκ τῶν προστεθησομένων φόρων. Ὅταν δὲ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ σύνολον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει πραγματοποιηθῆ ἐκ τῶν ψηφισθησομένων φόρων, ὧν πολλοὶ θέλουσι δοθῇ εἰς ἐγγύησιν τοῦ δανείου, δὲν ἔχομεν τότε νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς ἀμέσου εἰσπράξεως ὡς ἀπολύτως ἀναγκαίας πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ δανείου. Οἱ πραγματοποιήσοντες τὸ δάνειον θέλουσιν ἀποβλέψει εἰς τὸν πόρον, τὸν ὁποῖον ἡ φορολογία ἡ πρόσθετος ἐγγυᾶται ἐπὶ τὴν σειρὰν τῶν ἐτῶν, ἐφ’ ἧς θέλει λειτουργήσει τὸ δάνειον, καὶ μεθ’ ἣν θέλει λυθῆ. Ὥστε ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προτίθηται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σύστημα οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ περιλαμβάνῃ πόρους ἐπαρκεῖς, ὅπως παράσχωσιν εἰς τοὺς δανειστὰς τὴν ἐγγύησιν περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου καὶ προσέτι σύστημα οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ παραστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ὡς Κράτος σπουδαίως ἐργαζόμενον ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς πράγμασι καὶ μὴ ἀνεχθησόμενον, ἵνα φανῇ ποτὲ ἐλλιπὲς τὸ Δημόσιον πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ, τότε νομίζω, ὅτι δυνάμεθα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τοιούτου οἰκονομικοῦ συστήματος νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον περὶ δανείου, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ τότε ψηφισθησόμενον, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀγοραίου τόκου τῶν Ἑλληνικῶν δανείων. Οὕτω ψηφισθησόμενον τὸ δάνειον καὶ μετὰ τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ μετὰ τὴν ἠθικὴν ἡμῶν ἀνόρθωσιν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τῶν ξένων Κρατῶν, πάλιν νομίζω, ὅτι, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, δὲν θέλουσι μεταβληθῇ αἱ ἐντυπώσεις, αἱ περὶ ἡμῶν, ἱκανῶς ταχέως, ὥστε νὰ δυνάμεθα ἐξ αὐτῶν καὶ μόνων τῶν νομοθετικῶν μέτρων νὰ προσδοκῶμεν τὴν ἐπιτυχίαν.
§36ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως καὶ τότε χρήζομεν τῆς συνδρομῆς τοῦ πατριωτικοῦ αἰσθήματος ἐκείνων ἐκ τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν, ὅπως συνδέσωσιν ἡμᾶς πρὸς τὰς ξένας ἀγοράς. Χάρις εἰς τὴν πατριωτικὴν ταύτην συνδρομὴν δυνάμεθα, νομίζω, νὰ ἐλπίζωμεν ἐπιτυχίαν δανείου τινὸς οὕτω καταρτιζομένου· ἀλλ’ ἐπειδὴ θέλομεν λάβει τὴν συνδρομὴν τοῦ πατριωτικοῦ αἰσθήματος τῶν Ἑλλήνων ἐν τούτῳ, δὲν νομίζω, ὅτι διὰ τοῦτο τὸ δάνειον εἶνε πατριωτικὸν καὶ πρέπει νὰ ὀνομασθῇ πατριωτικόν· τουναντίον, φρονῶ, ὅτι τὸ δάνειον οὐδέποτε πρέπει νὰ ὀνομασθῇ πατριωτικὸν, διότι ἡ ὀνομασία αὕτη τοῦ δανείου ὡς πατριωτικοῦ ἀφαιρεῖ ἀπ’ αὐτοῦ πολὺ τῆς πιθανότητος τῆς ἐπιτυχίας, ἀφοῦ ἡ ἱστορία τῶν πατριωτικῶν δανείων ὑπῆρξε πάντοτε ἀτυχής. Φρονῶ ἄρα, ὅτι δέον νὰ ψηφίσωμεν δάνειον κανονικὸν, ἐλπίζοντες διὰ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ φιλοπάτριδος αἰσθήματος τῶν Ἑλλήνων, δέον δὲ νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ, ἀφοῦ πρῶτον ὁριστικῶς διαῤῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας διὰ τῶν οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος θέλουσιν ὑποβληθῆ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§38Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Μετὰ τοῦ προλαλήσαντος δύναταί τις νὰ συμφωνήσῃ προχείρως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τίτλον τοῦ πατριωτικοῦ δανείου. Ὅπου ὁμιλεῖ ὁ πατριωτισμὸς, δυσκόλως εἰσέρχεται ἡ ἰδέα τοῦ δανείου. Εἰμπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ ἡ ἰδέα τῆς δωρεᾶς, εἰμπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ ἡ αὐταπάρνησις, ἀλλὰ τὸ δάνειον στηρίζεται εἰς ὑπολογισμοὺς, μὲ τοὺς ὁποίους ὁ πατριωτισμὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀκριβῆ ἠθικολογικὴν σχέσιν. Ἡ πεῖρα τριῶν μεγάλων δοκιμῶν, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν ἰδίως ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1789, κατὰ τὸ 1830 καὶ κατὰ τὸ 1848, εἶναι ἐναντία τῆς ἰδέας περὶ πλήρους ἐπιτυχίας τῶν λεγομένων πατριωτικῶν δανείων. Τὸ δάνειον π. χ. τὸ πατριωτικὸν τοῦ 1848 ἐπραγματοποιήθη ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ ¼, κατὰ 20,000,000 περίπου ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον τοῦ 1830, τὸ δὲ πρῶτον τοῦ 1789 ἀκόμη πολὺ ὀλιγώτερον. Δὲν νομίζω, ὅτι ποτὲ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν ὁλοσχερῆ πραγματοποίησιν τοῦ προτεινομένου δανείου τῶν 30,000,000. Ἂν κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἴδομεν λειτουργοῦν ἐκ Γαλλίᾳ, σχετικῶς πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ κρείττονας οἰκονομικοὺς ὅρους διακειμένῃ, τὸ πατριωτικὸν δάνειον ἐπραγματοποιήθη ἐκεῖ μόλις κατὰ τὸ ¼, νομίζω ὅτι, τηρουμένων πασῶν τῶν ἀναλογιῶν, τὸ πατριωτικὸν τῆς Ἑλλάδος δάνειον δὲν δύναται νὰ ἐλπίζῃ πραγματοποίησιν ἐπὶ ποσοῦ μείζονος τῶν 5 ἢ 6 ἑκατομμυρίων. Αὐτὸ εἶναι τὸ ποσὸν, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται τελικῶς νὰ ἀποβλέψῃ καὶ νὰ ποιήσῃ τοὺς ὑπολογισμούς της ἡ Κυβέρνησις. Ἂν μοὶ ἔλεγεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐννοεῖ μὲ αὐτὸ τὸ μικροσκοπικὸν δάνειον νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὰς πατριωτικὰς χορδὰς, αἱ ὁποῖαι κινοῦσι τὴν ἐσωτερικὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἔθνους, ἤθελον τῇ εἴπει ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου, ὅτι βεβαίως ἀστειεύεται. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ πατριωτικὸν αὐτὸ δάνειον εἶναι μία προεισαγωγὴ, οὕτως εἰπεῖν, ἄλλων οἰκονομικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα, θέλω νὰ ἐλπίζω, ἐργάζεται ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις. Καθόσον ἐνόησα τὸν προλαλήσαντα, νομίζει οὗτος, ὅτι πρέπει νὰ ἐκδοθῇ ἓν μέγα Ἐθνικὸν δάνειον, ἀνάλογον πρὸς τὸ μέγα Ἐθνικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον θέλομεν ὅλοι ἐνώπιόν μας. Τὸ Ἐθνικὸν αὐτὸ ἔργον ἔχει ἀνάγκην μεγάλων κεφαλαίων, ἵνα ἐκτελεσθῇ. Καθὼς δὲ ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, ὁ Τόπος εἶναι ἐξηντλημένος, δὲν δύναται νὰ δώσῃ τοσαῦτα κεφάλαια, ὁπόσα ἐπιζητεῖ ὁ μέγας ἀγὼν, εἰς τὸν ὁποῖον προαλειφόμεθα. Ἀλλὰ διατί ὁ Τόπος εἶναι ἐξηντλημένος; Ποῖα εἶναι τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα κατεπονήθη ἡ Ἑλλάς; ἰδοὺ περίστασις νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ ἐξάντλησις εἶναι ἀληθὴς, καὶ θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν τὰς αἰτίας της. Δὲν εἶναι βεβαίως ἐξάντλησις ἡ παραφωνία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἴδομεν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν μετεβλήθησαν φορολογικά τινα σχέδια, ὄχι βελτιούμενα, τὸ παραδέχομαι, ἀλλ’ ἔστω χειροτερευόμενα. Ὁ Τόπος δὲν ἐξηντλήθη ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης φορολογίας π. χ. τοῦ καπνοῦ ἢ τοῦ οἴνου· ἡ ἐξάντλησίς του εἶναι ἀρχαιοτέρα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα βαρύνουν τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, Τῳόντι, κύριοι, ἐκεῖνοι οἵτινες θέτουν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Ἔθνους τὸν πόλεμον, ὅπερ ἐστὶ περιφραστικῶς τὸ μέγα Ἐθνικὸν ἔργον, πρέπει νὰ δείξουν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὰς πηγὰς, ἐκ τῶν ὁποίων θέλουν ἀντλήσει τὰ μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ἠκούσατε ὅμως τὸν προηγούμενον Κυβερνήτην τοῦ Τόπου, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου σᾶς ὡμολόγει παῤῥησίᾳ, ὅτι ὁ Τόπος διατελεῖ ὑπὸ ἐξάντλησιν. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν παραδώσει τὸν Τόπον ἐν τοιαύτῃ καταστάσει εἰς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν. Διετέλει οὗτος εἰς γενικὴν τάσιν, πρὸς ἀνάπτυξιν φανερῶς ἐκδεδηλωμένην. Οἰκίαι σωρηδὸν καθ’ ὅλας τὰς πόλεις ἐκτίζοντο, φυτεῖαι κατελάμβανον τὴν διαθέσιμον χώραν, ἡ παραγωγικὴ δραστηριότης, ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εὐρωστία εἶχεν ἁπανταχοῦ ἀποδείξεις ψηλαφητάς. Διατί ἐξηντλήθη ὅμως ὁ τόπος; ὁ Τόπος ἐξηντλήθη διὰ τὴν παροιμιώδη ἀσωτίαν, μὲ τὴν ὁποίαν διεχειρίσθητε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, διότι ἐδανείσθητε 300,000,000 δραχμῶν καὶ τὰ ἐσκορπίσατε εἰς τοὺς ἀνέμους. Ἂν τοὐλάχιστον μᾶς κατεσκευάζετε ἓν πλοῖον, ἠθέλομεν ἐλαττώσει τὸ παράπονον ἡμῶν. Ἂν ἠθέλατε ἀποταμιεύσει μίαν προμήθειαν διὰ τὸ μέγα αὐτὸ Ἐθνικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ λέγετε, ὅτι προεβλέπετε καὶ θέλετε νὰ παριστάνετε, ὅτι ἐξασκεῖτε ὡς μονοπώλιον, ἠθέλομεν χαμηλώσει τὴν φωνήν. Ἀλλὰ παρελάβατε αὐτὰ τὰ 300,000,000, τὸ διαθέσιμον καὶ πλέον ἔτι κεφάλαιον τῆς Χώρας, καὶ τὰ ἐξηφανίσατε ἐν τῷ τρυπημένῳ πίθῳ σας. Τί ἐκάματε τὸ ἱερὸν αὐτὸ χρῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἀφοῦ δὲ ἀπεῤῥοφήσατε ὅλην τὴν ἰκμάδα τοῦ Ἔθνους, ἔρχεσθε σήμερον καὶ μᾶς λέγετε αὐτὸ τὸ παράδοξον νέον—σᾶς εὐχαριστοῦμεν—ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Τόπος εἶναι ἐξηντλημένος, δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ δάνειον. Μᾶς δεικνύετε τὰς ξένας χρηματιστικὰς ἀγοράς. Ἐννοοῦμεν πάνυ εὐκόλως, ὅτι αὐταὶ εἶναι ἡ ὁδὸς, ἡ πρὸς τὸν σκοπὸν περισσότερον ἄγουσα. Ἀλλὰ συγχρόνως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν συγχωροῦν τινες ἐκ τῶν συναδέλφων νὰ ἀκούωνται παράπονα διὰ τὴν τροφὴν τοῦ στρατιώτου, διὰ τὴν ἐνδυμασίαν, τὴν κατοικίαν καὶ τὴν συντήρησιν αὐτοῦ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τολμᾶτε νὰ διακηρύξετε, κύριοι, ὅτι δὲν ἔχει ὑπόληψιν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς, ὅτι πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ κατασταθῇ εὐπαῤῥησίαστος, ὅπως κρούσῃ τὰς πύλας τῶν ξένων Χρηματιστηρίων. Καὶ διατί δὲν εἶναι εὐπαῤῥησίαστος ἡ Ἑλλὰς; Δὲν εἶναι εὐπαῤῥησίαστος, διότι μετέβαλεν ἕνα φόρον; Διότι ἐθεώρησε πρέπον νὰ φορολογῆται ὁ οἶνος κατὰ ἓν σύστημα καὶ ὁ καπνὸς κατ’ ἄλλο; ὄχι! Δὲν εἶναι εὐπαῤῥησίαστος ἡ Ἑλλὰς, διότι μὲ ὅλας τὰς παραστάσεις τὰς πομπώδεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατε σεῖς πρὸς τὰς ξένας ἀγορὰς διὰ σκοποὺς, τοὺς ὁποίους δὲν ἐξετάζω καὶ τοὺς ὁποίους γνωρίζει ἡ τέχνη ἡ χρηματιστικὴ, αἱ ξέναι ἀγοραὶ ἔχουν τὴν ἀστυνομίαν των καὶ εἶδον, ὅτι τὰ πάντα ἦσαν πλαστὰ καὶ τὰ ἰσοζύγιά σας καὶ αἱ ἐπινοήσεις σας ἦσαν πομφόλυγες, τὰς ὁποίας σήμερον ἀναγκάζεσθε μοιραίως νὰ ἀναβῆτε σεῖς οἱ ἴδιοι εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ κηρύξητε ἐπισήμως. Διατί δὲν εἶναι εὐπαῤῥησίαστος ἡ Ἑλλὰς; Ἀκούσατέ το: διότι τὴν ὑπενομεύσατε σεῖς πρῶτοι (εὖγε, εὖγε). Ἂν κατηγόρησα τοῦ Πρωθυπουργοῦ διὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπροτίμησεν ὅπως τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὴν πρωθυπουργικὴν ἕδραν, εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι ὡμίλησεν εἴς τινας περιστάσεις γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μόλις ἠδύνατο νὰ ἀκούσῃ τις εἰς τὸ στόμα ἄλλων ἀνθρώπων μεταξὺ δύω παραθύρων ἢ μεταξὺ δύω θυρῶν. Ὡμίλει περὶ χρεωκοπίας τῆς Ἑλλάδος ὡς νὰ ὡμίλει περὶ χώρας πολεμίας! Ὁ δὲ προηγούμενος Πρωθυπουργὸς, θελήσας νὰ ἐξογκώσῃ τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰς ξένας βλέψεις τῆς χρηματιστικῆς, ἔφερε τὸν Τόπον εἰς τὸ δίλημμα τοῦ βατράχου, ὁ ὁποῖος διεῤῥάγη, διότι ἠθέλησε νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ τὸν βοῦν. Θέλω νὰ ὑποθέτω, ὅτι ἦτο ἀγαθὴ ἡ προαίρεσις τοῦ προηγουμένου Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ διεχειρίσατο αὐτὴν ὡς ὅπλον κομματικὸν, τὸ ὁποῖον παρεδόθη τεθραυσμένον εἰς χεῖρας τῶν ἀντιπάλων του, ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ τὸν διαδεχθῶσι. Δὲν ἐχρειάσθη εἰ μὴ νὰ πέσῃ αὐτὸς, ὅπως ἀνακαλυφθῇ ἡ καιρία αὐτὴ πληγὴ, ἡ ὁποία καταστρέφει τὴν Ἑλληνικὴν ἰδέαν, ἡ πληγὴ τῆς ἐπιδείξεως καὶ τῆς ἐπαμφοτεριζούσης ἐνεργείας. Σᾶς ἐννοῶ. Διὰ νὰ ἐκδώσητε ἓν μέγα δάνειον, πρέπει νὰ ἐπιβάλλητε νέους φόρους. Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ σύστημά σας, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐνικήθητε κατὰ τὴν 7 Ἀπριλίου, ἐμφανίζεται σήμερον εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς Πατρίδος, καὶ προβάλλον τὴν ἀπεχθῆ φορολογικὴν φυσιογνωμίαν του, λέγει πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους: Ψηφίσατέ με, ἂν θέλετε νὰ ἐκτελέσητε τὸ μέγα Ἐθνικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐπιβάλλουν οἱ καιροί.—Καὶ ποίους φόρους θέλετε νὰ φορτώσητε ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἀφηρέσατε τοὺς ἐπιστράτους ἐκ τῆς ἐθνικῆς ἐργασίας, συνεταράξατε καθ’ ὅλην τὴν περίοδόν σας τὰ θεμέλια τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Ποία εἶναι ἡ παραγωγικὴ ἐκείνη δύναμις, ἡ ὁποία θὰ δημιουργήσῃ τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον κατασκοπεύετε διὰ τῶν νέων φορολογιῶν σας; Θέλετε νέους φόρους, ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου ὡμολογήσατε, ὅτι ὁ Τόπος εἶναι ἐξηντλημένος, ἀπὸ Τόπον δὲ ἐξηντλημένον ὁποίαν φορολογικὴν θυσίαν περιμένετε νὰ πορισθῆτε; Κάποια ἀλήθεια, μεγάλη ἀλήθεια, κρύπτεται εἰς τοὺς διαλογισμούς σας. Ἀποκαλυφθῆτε, ὁμιλήσατε εἰς τὸ Ἔθνος τὴν γλῶσσαν τῆς τόλμης καὶ τῆς ἀληθείας. Ἂν τὸ Ἔθνος δὲν ἠμπορῇ νὰ πολεμήσῃ, κρατήσατέ το εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν. Ἀφήσατε τὰς περιστροφάς. Εἶναι πρωτάκουστον, τόπος ἐξηντλημένος, τόπος ἄνευ πίστεως, τόπος ἄνευ δυνάμεως νὰ ὑποβάλληται εἰς νέους φόρους καὶ νὰ ἐξωθῆται ἀπὸ κομματικῶν ἐπιλογισμῶν εἰς ἀκατάρτιστον πολεμικὴν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ τὴν σύνταξιν τῆς ὅλης Ἐπικρατείας. Ἐὰν γνωρίζητε σεῖς, οἱ ὁποῖοι διοικήσατε ἕως χθὲς τὸν Τόπον, ἢ σεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸν διοικεῖτε τώρα, ἐὰν γνωρίζητε τὸ σωστικὸν μυστικὸν τῆς Ἐπικρατείας, πράττετε ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας, μὴ ἀναβαίνοντες ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ μὴ λέγοντες εἰς τὸ Ἔθνος γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν διότι ὑπάρχουν εἰς τὸ Ἔθνος ἄνθρωποι ζωηροὶ καὶ μὲ φλέγοντα αἰσθήματα, οἱ ὁποῖοι κλίνουν πρὸς τὸν πόλεμον μὲ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ὁ ἐνθουσιασμὸς δημιουργεῖ· ὅταν δὲ ἀκούσουν οὗτοι παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς θέσιν καλῶς νὰ γνωρίζουν τὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν διαχώρισμα τῆς Ἐπικρατείας συμβαίνει, θέλουσι ῥίψει βεβαίως ὕδωρ εἰς τὸν οἶνον αὐτῶν, διότι πρὸ τοῦ πολεμικοῦ αἰσθήματος εἶναι τὸ πατριωτικὸν αἴσθημα, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐμπνέει. Ὅσον ἀφορᾷ εἰδικῶς τὸ πατριωτικὸν δάνειον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνασχολεῖ, καθὼς πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, δὲν νομίζω, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο θὰ πραγματοποιηθῇ ὑπὸ τοὺς οἰκονομικοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διατελεῖ ἡ Ἑλλὰς, εἰς ποσὸν πλέον τῶν 5 ἢ 6 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ τὴν ἐπιτυχίαν εἴτε αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, εἴτε ἔστω καὶ μεγαλειτέρου. Ἐν πρώτοις ἀφαιρεῖ τὴν ἰδέαν παντὸς τόκου· δεύτερον ἀποτείνεται εἰς τὴν τυχηρὰν ἐκείνην φιλοκέρδειαν, τὴν ὁποίαν ἡ φύσις τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐντὸς ἑαυτῆς· τρίτον διαιρεῖ τὸ δάνειον εἰς μικροσκοπικὰς ποσότητας, ἵνα ἀποταθῇ εἰς τὰ μικρότερα βαλάντια καὶ ἰδιαιτέρως ἐκεῖνα τῶν ἐν τῷ ἐργατικῷ σώματι τοῦ λαοῦ ἐνθουσιαστῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται δι’ ἑνὸς δεκαδράχμου νὰ δείξουν πλησίον τοῦ πολεμικοῦ καὶ τὸν χρηματικὸν ἀκόμη πατριωτισμόν των Ἐπιτηδεύεται δὲ τὸ νομοσχέδιον τὴν ἐπιτυχίαν ὅλων αὐτῶν τῶν συνδυασμῶν διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος δεικνύει, ὅτι οὔτε εἰς τὴν σύλληψίν του τὸ νομοσχέδιον ἦτο εὐτυχὲς, οὔτε εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, κατώρθωσε νὰ γίνῃ. Ἐνῷ εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν σημαίαν τοῦ λαχείου, ἐντὸς τῆς Αἰθούσης ταύτης ἀνακρούει πρύμναν καὶ μεταβάλλεται εἰς σύστημα ἀμοιβῶν. Ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον κατασκευάζει ἕνα παχύτατον κλῆρον 100,000 δραχμῶν, ἡ τροπολογία καταβιβάζει αὐτὸν εἰς 20 μόνον χιλιάδας, ἀναλόγως δὲ καὶ τοὺς ἐν μικροτέρᾳ τύχῃ λοιπούς. Ἀλλὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνοίξῃ τὸ πρῶτον βιβλίον τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ἵνα ἴδῃ διὰ ποίων ὅρων ἀποτείνεταί τις εἰς τὰς ἶνας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ζητοῦν τὴν τύχην ἐντὸς τῶν ἀνθρωπίνων καρδιῶν. Ἄν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο τὸ πατριωτικὸν θέλει πραγματοποιήσει 7 ἑκατομμύρια δραχμῶν—δέχομαι τοῦτο ὑπὸ τοὺς ἐπιεικεστέρους πρὸς τὸ Κυβερνητικὸν σχέδιον ὅρους—ἰδοὺ ὅτι τόκος ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου πρὸς 7% ἀπαιτεῖ 500,000 δραχμὰς, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ λαχεῖον εἰς μόνον τὸ 1% ἠδύνατο ἀναλόγως νὰ ἀποβλέψῃ, τοῦ λοιποῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν κανονικὴν ὑπηρεσίαν τῶν τόκων τῶν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου δανείου ὁμολογιῶν. Ἀλλ’ εἰς τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο πρὸ πάντων εἶναι τὸ ἐξέχον, ὅτι θέλει νὰ ὑπερεθίσῃ τὴν τυχηρὰν φιλοκέρδειαν, θέλει νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὰ μικρὰ βαλάντια διὰ τῆς συγχύσεως τοῦ ἁγίου αἰσθήματος τοῦ πατριωτισμοῦ πρὸς τὸ ποταπὸν αἴσθημα τῆς διὰ λαχείων κερδοσκοπίας, τὸ ἐπιδιῶκον τὸν πλοῦτον ἄνευ ἐργασίας, ἄνευ βιομηχανίας καὶ ἄνευ οἰκονομίας. Ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ σπουδαῖον Ἐθνικὸν δάνειον ἐν τελείᾳ δοκιμασίᾳ τῶν ὑπαρχουσῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς Ἐπικρατείας, ἔστω καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους ἐκείνους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ τελεσφορήσῃ τοιαύτη ἐπιχείρησις, κατασκευάζει λαχεῖον καὶ προσκαλεῖ τὸν ἐργατικὸν λαὸν, τοὺς ἡμεροβίους ἐργάτας, τίποτε ὀλιγώτερον νὰ παίξουν μὲ τὴν λαχειοφόρον τύχην. Τοιαῦτα οἰκονομικὰ μέτρα εἶναι ἀνάξια τῆς σπουδαίας προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Ὅταν πρόκηται νὰ ἀγωνισθῇ τὸ Ἔθνος καὶ νὰ ῥίψῃ τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβον, δὲν εἶναι ἡ κυβεία καὶ τὰ τῶν λαχείων παίγνια τὰ ἐπιτήδεια ἐκεῖνα οἰκονομικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ βάρος τῶν περιστάσεων. Μὲ τοιαῦτα μικροδημοσιονομικὰ ἐπιτηδεύματα δὲν παρατάσσονται τὰ Ἔθνη ἐκεῖ, ὅπου ἡ τιμὴ καὶ τὸ καθῆκον προσκαλεῖ. Ἄν αἱ περιστάσεις ἦνε ὁποῖαι πρέπει νὰ ἦνε, ἐὰν μᾶς ἐπιβάλλουν μεγάλην ἐθνικὴν ἐνέργειαν, ἀφήσατε, κύριε Πρωθυπουργὲ, τὰ τυχηρὰ λαχεῖα, ἀποκαλυφθῆτε ἐντελῶς καὶ φέρετε νομοσχέδιον δανείου ἀξίου τῶν καιρῶν. Ὁποία θὰ εἶνε ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁπίαν θὰ προξενήσῃ αὐτὸ τὸ ἐλεεινὸν δάνειόν σας, ἂν μόλις πραγματοποιηθῇ, καθὼς προεῖπον καὶ εὔχομαι νὰ ἀπατηθῶ, εἰς μόλις 5 ἑκατομμύρια; Ἄν αἱ περιστάσεις τοῦ Τόπου ἀπαιτοῦν ἐνέργειαν τῳόντι γενναίαν, λάβετε τὸ θάῤῥος νὰ προτείνητε μέτρα ἀληθῶς γενναῖα. Μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει.
§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπέστησα πολὺ τὴν προσοχήν μου, ἵνα κατάσχω καὶ τὰς λεπτομερεῖς ἐκείνας ἐννοίας, αἵτινες ἤθελον περικαλύπτεσθαι ἐν ταῖς φράσεσι, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπήγγειλεν ἡμῖν. Νομίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἀπέτρεπεν ἡμᾶς ἀπὸ δάνειον, συνομολογούμενον ὑπὸ τοὺς δανειστικοὺς ὅρους, διότι ἐπείθετο, ὅτι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἤθελεν ἀναλάβει, ἐὰν προέβαινεν εἰς τὴν ἔκδοσιν καὶ συνομολόγησιν τοιούτου δανείου. Ἀπέκρουσε τὴν περὶ ἐπιβολῆς φόρων γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ, καὶ μὲ ἠνάγκασε νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ κ. Οἰκονόμου δὲν ἤθελε δώσει ποτὲ ψῆφον εἰς νομοσχέδιον περὶ δανείου, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ συνομολογηθῇ ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τὰ δάνεια συνομολογοῦνται, ἀλλ’ ἠπατήθην. Καὶ ἀποδίδω τοῦτο μᾶλλον εἰς σφάλμα τῆς ἐμῆς ἀντιλήψεως—διότι δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω τὸν κ. Οἰκονόμου καὶ νὰ παραστήσω αὐτὸν ὡς ἀντιφάσκοντα—διὰ τοῦτο ἀποδίδω, λέγω, τοῦτο εἰς σφάλμα τῆς ἐμῆς ἀντιλήψεως. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς πεποιθότως φρονῇ, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τοῦ Δημοσίου Ταμείου τῆς Ἑλλάδος, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Χώρας δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς Κυβερνῶντας αὐτὴν νὰ μεριμνήσωσι περὶ προπαρασκευῆς φόρων εἰδικῶν, οἵτινες πρέπει νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δανείου, συνομολογηθησομένου ὑπὸ τοὺς δανειστικοὺς ὅρους, ἀναγκάζομαι μετὰ λύπης νὰ ὁμολογήσω, ὅτι διαφωνῶ πρὸς αὐτόν. Καὶ διὰ τοῦτο μοὶ συμβαίνει νὰ ἔχω ἐπὶ τούτου τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἔντιμος βουλευτὴς σᾶς ἀπήγγειλε. Τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι νὰ θεραπεύσωσι κοινωνικὰς ἀνάγκας, ἢ νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἐν τῇ πολιτικῇ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τῆς Χώρας, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι μεγάλας καταβολὰς κεφαλαίων, ταῦτα δὲν συντελοῦνται πρὸς ὄφελος μόνης τῆς ζώσης γενεᾶς, ἵνα αἱ δι’ αὐτὰ δαπάναι ἐπιβαρύνωσιν αὐτὴν μόνην, διότι συντελοῦνται πρὸς προπαρασκευὴν ἀγαθοῦ, τοῦ ὁποίου μέλλουσι νὰ ἀπολαύωσι καὶ αἱ μέλλουσαι γενεαί. Αἱ διὰ τὰ ἔργα ταῦτα δαπάναι εἶναι ἄδικον νὰ ἐπιβαρύνωσι μόνον τοὺς ζῶντας· πρέπει τὰ βάρη ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτησεν ἡ διάπραξις τῶν εἰρημένων ἀγαθῶν νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ ἐπὶ τοὺς ἐπιγόνους. Διὰ τοῦτο ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἀνάγκην ἡ ἀνάγκη αὕτη δικαιολογεῖ τὴν συνομολόγησιν δανείου. Πράττομεν ἀδικίαν εἰς τὰς ἐπερχομένας γενεὰς, ὅταν συνομολογῶμεν δάνειον διὰ νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐνεστῶτος, ἢ ἵνα παρασκευάσωμεν εὐρεῖάν τινα εὐημερίαν ἡμῶν. Εἶναι ἄδικον πρὸς τὰς ἐπερχομένας γενεὰς, διότι οὕτως ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὰ βαλάντια αὐτῶν τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον εἶχον δικαίωμα νὰ διαθέσωσι, διὰ νὰ ὑπηρετήσωσι τὰς ἰδίας αὐτῶν ἀνάγκας· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται νὰ συντελεσθῶσιν ἔργα, ἐξ ὧν θέλουσιν ὠφεληθῆ οὐχὶ μόνον οἱ σύγχρονοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπίγονοι αὐτῶν, εἶναι ἐπίσης ἄδικον νὰ ἐπιῤῥίψωμεν εἰς τοὺς ζῶντας ὅλα τὰ βάρη, καὶ νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰ βάρη ταῦτα καὶ οἱ ἄλλοι, οἵτινες θέλουσιν ὠφεληθῆ ἐξ αὐτῶν. Ἀλλὰ δάνειον, ὑπὸ δανειστικοὺς ὅρους ἐκδιδόμενον, ἀπαιτεῖ πρὸ παντὸς νὰ δώσητε πλήρη ἀσφάλειαν εἰς ἐκείνους, οἵτινες θέλουσιν εὑρεθῆ νὰ προσφέρωσι τὰ κεφάλαιά των. Πρέπει νὰ πείσητε αὐτοὺς, ὅτι θέλετε ἐκπληρώσει ἀκριβῶς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἀναλαμβάνετε πρὸς αὐτούς. Τὴν δὲ πλήρη ταύτην ἀσφάλειαν δὲν δύνασθε νὰ μεταδώσητε, εἰμὴ παρουσιάζοντες εἴτε πάνδημον ὁμολογίαν τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνετε, τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἀπεκτήσατε διὰ παρατεταμένης καὶ μακρᾶς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών σας, εἴτε ἀληθεῖς, βεβαίας ἐγγυήσεις, ὅτι δὲν θέλετε εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἐκπληρώσητε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἀναλαμβάνετε. Ἠθέλαμεν εἶσθαι ἀληθῶς εὐτυχεῖς, ἐὰν ἠθέλομεν ἐνταῦθα, στρέφοντες πρὸς τὰ ὀπίσω, νὰ βεβαιώσωμεν μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι δὲν παρουσιάσθη ἀφορμή τις, ἵνα μειώσῃ τὴν περὶ ἡμῶν πεποίθησιν ἐκείνων, οἵτινες συνεβλήθησαν κατὰ καιροὺς μεθ’ ἡμῶν. Εἶναι μὲν παρήγορον καὶ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς πάντα νὰ τὸ εἴπῃ ὑπερηφάνως, ὅτι οὐχὶ ἅπαξ ἡ Ἑλλὰς ἔδειξε μέγαν πόθον, ἵνα ἐμπνεύσῃ τοιαύτην πρὸς αὐτὴν πεποίθησιν, καὶ ἀπέδειξε τὸν πόθον της τοῦτον, ἐκτελοῦσα ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ ὑποβαλοῦσα ἑαυτὴν εἰς θυσίας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ. Κατὰ δυστυχίαν ὅμως, ἐκτὸς τῶν εἰδικῶν τούτων περιπτώσεων, ὑπῆρξε καὶ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ περὶ τοῦ μέλλοντος πάνδημοι διαβεβαιώσεις μας δὲν ἐπηλήθευσαν, καὶ ἡ μὴ ἐπαλήθευσις αὕτη δὲν ἀφῆκεν ἀμείωτον, καὶ εὐλόγως, τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποσχέσεων ἡμῶν. Ἐὰν ἐκδώσωμεν δάνειον ὑπὸ τοὺς συνήθεις δανειστικοὺς ὅρους, δὲν δυνάμεθα νὰ προβάλωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἄλλα Ἔθνη, ἀξιοῦντα ἀμείωτον ἐπὶ τὴν Χώραν καὶ τὴν Κυβέρνησιν αὐτῶν τὴν πίστιν τῶν ἄλλων. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχουσι Κράτη, ἀποκτήσαντα αὐτὸ διὰ τῆς ἀκριβείας των ἐπὶ μακρὰν περίοδον ἐτῶν. Ἑπόμενον λοιπὸν ἦτο καὶ ἡμεῖς, ὅταν ἠναγκάσθημεν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς δάνειον, νὰ μεριμνήσωμεν πῶς δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἐγγυήσεις εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ καὶ νὰ ἀνεύρωμεν πόρους, διὰ τῶν ὁποίων θέλουσι πεισθῆ τὰ κεφάλαια νὰ προσέλθωσι καὶ καλύψωσι τὸ ἐκδοθησόμενον δάνειον, καὶ εἰσρεύσωσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἦτο δυνατὸν εἰμὴ νὰ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ἔκδοσις δανείου, συνομολογητέου ὑπὸ τοὺς συνήθεις τοῦ δανείου ὅρους, ἔπρεπε ἀδιασπάστως νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς προνοίας πρὸς ἐξεύρεσιν πόρων εἰδικῶν, οἵτινες ἀποκλειστικῶς νὰ τεθῶσι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου τούτου. Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ ταῦτα δὲν ἔμεινεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ μένῃ ἀμέριμνον. Δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἀμέριμνον, διότι τὴν ἀνάγκην τῶν χρημάτων ᾐσθάνθη συγχρόνως κατ’ αὐτὴν ἐκείνην τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς τὰ μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε προέβη. Καὶ ᾐσθάνετο μάλιστα κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὴν ἀνάγκην τῶν χρημάτων περισσότερον ἢ ὅσον ἡ ἀνάγκη αὕτη ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐπαισθητὴ εἰς τοὺς εὑρισκομένους εἰς περιστάσεις, ἐπιβαλλούσας τὰς τοιαύτας ἀνάγκας. Ὅθεν ἠσχολήθη νὰ διασκευάσῃ μέτρα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν προέβαλε μὲν μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Βουλήν, ἐλπίζει δὲ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου θέλει ὑποβάλει, ἀφοῦ διασκευάσῃ καὶ τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς ἐργασίας ταύτης, ὅτε θέλει προβάλει καὶ νομοσχέδιον περὶ δανείου ὡς καὶ τὰ ἀναγκαῖα νομοσχέδια περὶ εἰδικῶν πόρων ἀναγκαίων πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου. Δὲν γνωρίζω ὅμως ποία ἰδέα ἢ καὶ σκοπὸς ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν, ἵνα συνδέσῃ τὰς παρατηρήσεις του περὶ τῶν πρὸς εὕρεσιν δανείου ἀναγκαιούντων πόρων μετὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Δὲν γνωρίζω ποία ἰδέα ἢ τὶς σκοπὸς ἐβίασεν αὐτὸν νὰ ποιήσηται ἀναδρομὴν εἰς παρελθὸν, τὸ ὁποῖον εἰσέτι εἶναι νωπὸν, καὶ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς συνετέλεσεν, ἵνα παρασταθῇ τὸ Κράτος ὡς ἠθικῶς ἀνεπαρκὲς εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἡ ὥρα βεβαίως ἦτο ἥκιστα κατάλληλος, διὰ νὰ ἐκτοξευθῶσι τοιαῦται κατὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς αἰτιάσεις. Ὅτι δὲ ἦτο ἥκιστα κατάλληλος, ἡμεῖς πρῶτοι τὸ ἐπιστώσαμεν καὶ ἡμεῖς πρῶτοι ἐπροτιμήσαμεν νὰ ἀφεθῶμεν ὑπὸ τὰ βέλη, τὰ ὁποῖα ἐξετόξευσαν κατὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἡμῶν καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ δι’ ἀγορεύσεων ἐν ταῖς πόλεσι τῆς ἀλλοδαπῆς οἱ διὰ τούτων ἀρτίως περιηγηθέντες πολιτικοὶ ἄνδρες, χάριν τῶν περιστάσεων. Εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἡ παροῦσα ὥρα κατάλληλος νὰ ἀνοίξωμεν λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους πρὸ μικροῦ εἴχομεν κλείσει, μολονότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τῶν λογαριασμῶν τούτων ἡ ἔρευνα δὲν ἤθελεν ἀφήσει πλέον ἀρκετὸν θάῤῥος διὰ νὰ ἐπιλαμβάνωσι τοιαύτας καθ’ ἡμῶν ἐκτοξεύσεις. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οἱ αἰσθανόμενοι τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναζητήσεως καὶ τῆς ἐρεύνης τῶν λογαριασμῶν τούτων, ἔχομεν καθῆκον ἀληθῶς πατριωτικὸν νὰ προκαλέσωμεν αὐτοὺς νὰ ἀναβάλωσι τὴν ἐπιθυμίαν των ταύτην. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένωσιν, ἐσμὲν ἕτοιμοι καὶ ἀπὸ αὔριον νὰ ἀποδείξωμεν εἰς ὑμᾶς, ποία ἦτο ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, ὅταν ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν οἱ προκάτοχοι ἡμῶν, καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὕρομεν αὐτήν. Θέλει τότε ἀποδειχθῇ ἂν διὰ τῆς ἀτασθάλου πολιτικῆς ἡμῶν— διότι ἀτάσθαλος ἤθελεν εἶσθαι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν—συνετελέσαμεν, νὰ παρασταθῇ τὸ Κράτος ἠθικῶς ἀνεπαρκὲς εἰς τὰς ἐπελθούσας περιστάσεις. Δὲν γνωρίζω πῶς οἱ ἠθικολόγοι χαρακτηρίζουσι τὴν μὴ ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἀτόμων ἢ τῶν Κρατῶν. Ἐὰν ἡ βραδύτης ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς θελήσεως, ἢ ἕνεκα τῆς μεμελετημένης προθέσεως ἐκείνων, οἵτινες εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνικανότητα νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, βεβαίως συμβεβηκὸς τοιοῦτον ἀνεπαρκῆ ἠθικῶς καθιστᾷ τὰ τοιαῦτα ἄτομα ἢ Κράτη. Ἐγὼ δὲν ἀνέβην τὸ βῆμα διὰ νὰ εἰσέλθω εἰς ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις, δικαιοῦμαι ὅμως νὰ ἀξιώσω παρ’ ὑμῶν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ βεβαιώσω τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ὅτι τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον δὲν ἐδείχθη μέχρι τοῦδε μὴ ἐκπληρῶσαν τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, μήτε ἕνεκα ἐλλείψεως θελήσεως μήτε ἕνεκα μεμελετημένης προθέσεως. Ἐὰν δὲ ὑπολαμβάνετε, ὅτι ἡμεῖς παρεσκευάσαμεν ἠθικὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Κράτους, διότι τὴν ἐπιοῦσαν πανδήμου ἐκφράσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐσπεύσαμεν εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν αὐτοῦ νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, θέλομεν ὑποφέρει ἀγογγύστως τὴν αἰτίασιν, παρακαλοῦντες τοὺς συμπολίτας ἡμῶν νὰ ἀναμνησθῶσιν, ὅτι τοῦτο ἐπεβάλετο εἰς ἡμᾶς νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν, ἀφοῦ εἶχε περιέλθει τὸ Κράτος εἰς ἀληθῆ ἠθικὴν ἀνεπάρκειαν ἕνεκα τῶν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου μὴ ἀκριβῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως παραστάσεων. Ἡμεῖς ὑπὲρ πάντας ᾐσθάνθημεν ἀληθῆ ἐν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν ὀδύνην, ὅταν κύπτοντες τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τὸ βάρος ἐκτάκτων περιστάσεων, οἷαι ἦσαν αἱ ἐπελθοῦσαι μετὰ τὸ συμβὰν τῆς Φιλιππουπόλεως, ἠναγκάσθημεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν καὶ τὸ ἔργον εἰς τὸ ὁποῖον ἐπεδόθημεν, καὶ ἀνενδότως εἰργαζόμεθα. Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο μᾶς ἀφῄρεσε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ δυνηθῶμεν κατά τινα ἡμέραν νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι προσεγγίσαμεν τέλος πάντων εἰς τὴν ἐπιδιωκομένην οἰκονομικὴν διαῤῥύθμισιν τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἐπελθούσης ἀνάγκης, ἔπρεπε νὰ κλίνωμεν τὰς κεφαλὰς, οὐδ’ ἔχομεν ἀμφιβολίαν, ὅτι πᾶς ὅστις ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν θέσιν ἡμῶν, ὅπου δήποτε καὶ ἂν κάθηται ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ, ἤθελε πράξει αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐπράξαμεν. Ὅταν ἀνελάβομεν τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας, προσεδοκῶμεν, ὅτι μετά τινα χρόνον, εἴτε ἡμεῖς, ἐὰν ἐτυγχάνομεν ἔτι κυβερνῶντες, εἴτε ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον διαδεχθῆ ἡμᾶς, ἠθέλαμεν φθάσει εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἔργου τούτου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος ἡμῶν. Οὐδ’ ἐπλανήθημέν ποτε ὑπολαβόντες, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Χώρας δὲν συνδέεται ἀδιαῤῥήκτως μετὰ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῆς, διότι οὐδέποτε ἐφαντάσθημεν ἔργα οἱαδήποτε, οὐχὶ μόνον τὰ μεγάλα, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ μὴ μεγάλα, ἠδύναντο νὰ διαπραχθῶσιν, ὅταν δὲν ὑπάρχωσι πρόχειρα τὰ πρὸς διάπραξιν αὐτῶν ἀπαιτούμενα μέσα. Ἀλλὰ πᾶσαι αὗται αἱ θεωρίαι, καὶ πᾶσαι αὗται αἱ γνῶμαι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προὐτάθη ὑπὸ τὴν βάσανον ὑμῶν. Ἐὰν ὁ νόμος περὶ δανείου, ὁ ὁποῖος θέλει προταθῆ εἰς ὑμᾶς, σκοπῇ νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὰ κεφάλαια, καὶ ἑπομένως πρὸς τὴν διάνοιαν τὴν διοικοῦσαν τὰ κεφάλαια, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, συνετάχθη, ἵνα ἀποταθῇ πρὸς τὰς καρδίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν συνοδεύεται μετ’ οὐδενὸς ὑπολογισμοῦ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες κανονίζουσι τὰ τῶν συνήθων δανείων. Οἱ ὑπολογισμοί, οἱ κανονίζοντες τὴν τύχην τῶν συνήθων δανείων, τῶν ὑπὸ τοὺς συνήθεις ὅρους ἐκδιδομένων καὶ συνομολογουμένων, εἰσὶ τοσοῦτον αὐστηροὶ καὶ στενοὶ, ὥστε πολλάκις καθιστῶσιν ἀκίνητα τὰ κεφάλαια, διότι παρελείφθη εἷς ἐλάχιστος πρὸς περαιτέρω κερδοσκοπίαν ὅρος. Τὸ δάνειον τῶν 25,000,000, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1867, δὲν εἶχεν ἐπιτύχει κατὰ τὴν ἔκδοσιν, μολονότι ἡ ἔκδοσις αὕτη ἐγένετο ὑπὸ ὅρους τοσοῦτον ὠφελίμους, ὅσον ἀπεδείχθησαν κατόπιν, ὅταν ἄνδρες τὰ μάλιστα περὶ τὰ τραπεζικὰ ἠσκημένοι ἠσχολήθησαν ν’ ἀποκαλύψωσι τὰ πλεονεκτήματα τοῦ δανείου εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν κεφαλαίων. Ἐγὼ αὐτὸς εἶχον ἐνταλῆ ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως νὰ μεταβῶ εἰς πόλιν ἐν τῇ Δύσει, ἐν ᾗ ἤκμαζεν Ἑλληνικὴ Κοινότης, καὶ νὰ ἀποταθῶ πρὸς αὐτὴν, καὶ νὰ παρακαλέσω τὰ μέλη αὐτῆς νὰ λάβωσιν ὁμολογίας τοῦ δανείου ἐκείνου. Τριακόσιοι περίπου διάσημοι ἐν τῷ ἐμπορικῷ καὶ ἐν τῷ τραπεζικῷ κόσμῳ συνήχθησαν τότε καὶ πρὸς αὐτοὺς ἐλάλησα, ἀποταθεὶς καὶ πρὸς τὴν διάνοιαν αὐτῶν καὶ πρὸς τὴν καρδίαν αὐτῶν. Ἀλλ’ αἱ τοῦ δανείου ὁμολογίαι δὲν ἦσαν δεκταὶ εἰς τὰ Χρηματιστήρια, καὶ μολονότι τὸ δάνειον ἐξεδίδοτο ὑπὸ τόκους λίαν ὠφελίμους καὶ ὑπὸ ὅρους ἐπικερδεῖς, ἤκουσα τὴν ψυχρὰν ἀντίῤῥησιν, ὅτι τὰ χαρτιὰ δὲν τοκάρονται, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐλάμβανον ὁμολογίας. Καὶ τὴν ἀπόκρισιν ταύτην μοὶ ἔδιδον Ἕλληνες, διακεκριμένοι ἐν τῷ τραπεζικῷ κόσμῳ, μηδὲ δυνάμενοι νὰ ἔχωσι τοσοῦτον ψυχρὰν τὴν καρδίαν εἰς τὰς περιπετείας τῆς Πατρίδος αὑτῶν. Εἷς ὅμως πτωχὸς διερμηνεὺς ἑνὸς Προξενείου, ὁ ὁποῖος περὶ τὴν δύσιν τοῦ βίου του εἶχε μονογενῆ θυγατέρα, ὑπὲρ τῆς ὁποίας διὰ τῶν κόπων του εἶχε συγκομίσει προῖκα 25,000 φράγκων, αὐτόκλητος ἦλθε πρός με καὶ κατέθεσεν εἰς χεῖράς μου τὴν προῖκα τῆς θυγατρός του, ζητῶν νὰ λάβῃ ἀνάλογον ποσὸν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου.
§40ΤΙΝΕΣ. Εὖγέ του.
§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τοιαύτας καρδίας ἐσκοποῦμεν ν’ ἀποταθῶμεν, ὅταν συνετάσσομεν καὶ προεβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Παρέχομεν μόνον δι’ αὐτοῦ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον δώσει τὸ ἀργύριόν των δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἤθελον ἀπολέσει αὐτὸ, ἀλλ’ ἤθελον ἀνακτήσει τὸ ἀργύριόν των, τὸ ὁποῖον κατέβαλον ἐν ὥρᾳ τοσοῦτον κρισίμῳ διὰ νὰ συνδράμωσι τὴν πατρίδα των. Δὲν εἴχομεν κατὰ νοῦν οὐδένα ταπεινὸν προϋπολογισμὸν, ὡς κατεκρίθημεν, ὅταν προσδιωρίζομεν εἰς τοσοῦτον μικρὸν ποσὸν τὴν τιμὴν ἑκάστης τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ὅταν ἀπετεινόμεθα οὐχὶ πρὸς τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν κεφαλαίων, ἀλλὰ πρὸς τὸν ἐνθουσιασμὸν τῶν Ἑλλήνων, δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔχουσι μεγάλα ποσὰ νὰ δώσωσι, νὰ κλείσωσι τὸν ἐνθουσιασμόν των εἰς τὰ στέρνα των. Ἐνεθυμούμεθα, ὅτι τὸ δάνειον τοῦ 1871, τὸ ἐκδοθὲν ὑπὸ τοῦ Θιέρσου ὑπὸ ὅρους πατριωτικοὺς, δὲν παρήγαγε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἐκδόντες αὐτὸ προσεδόκων. Ἐνεθυμούμεθα, ὅτι ἐπίκλησις πρὸς τὸν Γερμανικὸν λαὸν διὰ δάνειον πρὸς σχηματισμὸν στόλου δὲν ἠδυνήθη νὰ παραγάγῃ κεφάλαια ἱκανὰ, οὔτε πρὸς κατασκευὴν ἑνὸς δρόμωνος. Ἀλλ’ εἴχομεν καὶ ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείπουσι, τὴν Πατρίδα αὑτῶν ἐπὶ δεκάδας ἐνιαυτῶν καὶ πλανῶνται ἐφ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον, διὰ νὰ συγκομίσωσι πλούτη, δὲν θέλουσι λησμονήσει, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκωνται, ὅτι εἰσὶν Ἕλληνες, καὶ ὅτι, μετέχοντες τοῦ δανείου τούτου, θέλουσιν ἀναλάβει ἐλάχιστον μέρος ἀπὸ τὰ βάρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ὁ ἐντὸς τοῦ Βασιλείου κατοικῶν Ἑλληνικὸς λαός (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία νὰ γείνῃ εἰς τὰ ἀκροατήρια. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6 καὶ 7 κατὰ τὴν τροποποίησιν).
§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ἐπιτρέψατέ μοι. Θεωρῶ καλὸν νὰ ἐπιφυλαχθῇ διὰ Διατάγματος τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐκδίδῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δάνειον εἰς σειρὰς καὶ καθ’ ὅσον ποσὸν ἑκάστοτε ἐγκρίνει, οὐχὶ δὲ νὰ ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἔκδοσιν διὰ μιᾶς τοῦ ὅλου. Δύσκολον νομίζω 30,000,000 δάνειον νὰ ἐκδοθῇ διὰ μιᾶς, νὰ περιορισθῇ πρὸς ἐγγραφὴν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας καὶ νὰ ἐπιτύχῃ.
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπηλείφθη ἡ προθεσμία πρὸς ἐγγραφήν.
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἂν ἀπηλείφθη ὁ περιορισμὸς αὐτὸς διὰ τῶν τροποποιήσεων, πάλιν θεωρῶ δύσκολον νὰ καλυφθῇ τοιοῦτον δάνειον, διὰ μιᾶς ἐκδιδόμενον ὁλόκληρον, καὶ θὰ ἐπροτίμων νὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἐκδώσῃ κατὰ μέρη, ἂν ἤθελε κρίνει τοῦτο συμφερώτερον. Δεύτερον ἤθελον εὐχηθῇ, ὅπως τὸ δάνειον αὐτὸ πραγματοποιηθῇ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς μεταλλικόν. Νομίζω, ὅτι τὸ πατριωτικὸν αὐτὸ δάνειον δυσκόλως θὰ πραγματοποιηθῇ, ἐὰν μὴ ἐκδοθῇ μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου· ἄλλως, θ’ ἀποτύχῃ, ὡς ἀπέτυχον καὶ ἀλλαχοῦ τὰ πατριωτικὰ δάνεια. Τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησίς μου. Ἐν ὅσῳ ἐπικρατεῖ ἀμφιβολία, ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν προωρίσθη, ἢ οὐδὲν ἢ ποσὸν ἀνάξιον λόγου θὰ ἐγγραφῇ· ἑπομένως ἀδίκως θὰ καταβιβασθῇ ἡ περὶ τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων κρατοῦσα ἐν Εὐρώπῃ γνώμη. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται ἐξαιρετικῶς παρ’ ἡμῖν τὸ πατριωτικὸν αὐτὸ δάνειον νὰ πραγματοποιηθῇ κατὰ μέγα μέρος ἢ ἐν ὅλῳ χάρις εἰς τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ Ἑλληνικὰς ἀποικίας. Πάντες οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ Ἕλληνες καὶ οὐχὶ μόνον οἱ πλούσιοι, θὰ συνεισφέρωσιν ὅ,τι ἕκαστος δύναται ὑπὲρ τοιούτου δανείου, ἀρκεῖ νὰ ἦναι βέβαιοι, ὅτι θὰ δαπανηθῇ ὑπὲρ τοῦ πολέμου. Τὸ δάνειον ἐπιτρέπει καὶ εἰς τὸν δυνάμενον μόνον δέκα δραχμὰς νὰ διαθέσῃ ὅπως μετάσχῃ αὐτοῦ. Ἀναγκαῖον ὅμως θεωρῶ καὶ συμφέρον, ὅπως λάβῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοιαῦτα μέτρα κατὰ τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐγγραφὴν, ὥστε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ θὰ πραγματοποιηθῇ, οὐ μόνον νὰ πραγματοποιηθῇ εἰς μεταλλικὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ περιέλθῃ τὸ μεταλλικὸν αὐτὸ εἰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου· τοῦτο λέγω, διότι δύναται ἡ ἐγγραφὴ πολλῶν Ἑλλήνων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, νὰ γείνῃ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ οὕτως ὥστε νὰ μὴ λάβῃ τὸ Κράτος μεταλλικὸν, δηλαδὴ διὰ παραγγελίας πρὸς ἀνταποκριτὰς ἐν Ἑλλάδι καὶ ἑπομένως διὰ τραπεζικῶν γραμματίων. Συμφέρον ὅμως κατεπεῖγον εἶναι νὰ ἔχωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον μεταλλικὸν εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἀπεδίωξεν ἐκ τῆς Χώρας τὸ μέταλλον. Ἀφοῦ οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ θὰ ἐγγραφῶσιν εἰς μεταλλικὸν, διατί νὰ μὴ εὐκολύνωμεν τὴν ἐγγραφὴν καὶ ἀπόκτησιν τοῦ μεταλλικοῦ αὐτοῦ; Εἰς τοῦτο δύναται νὰ φθάσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λαμβάνων τὰ προσήκοντα μέτρα· ἄλλως, ἂς ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι τὸ δάνειον γίνεται εἰς μεταλλικόν.
§46Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δυσκόλως θὰ ἐπραγματοποιεῖτο τὸ δάνειον ὑπ’ αὐτὴν τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ δεχθῇ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς δὲ τὸ ἐξωτερικὸν μεταλλικόν.
§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παντοῦ εἰς μεταλλικὸν ἐννοῶ ἐγώ.
§48ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ὁρίζεται τὸ εἶδος τοῦ νομίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ γείνῃ ἡ πληρωμὴ καὶ ἡ ἀπόδοσις τοῦ δανείου, ἐντεῦθεν συνάγεται, ὅτι θὰ γείνῃ καὶ ἡ πληρωμὴ καὶ ἡ ἀπόδοσις τοῦ δανείου εἰς τὸ τρέχον νόμισμα, τὸ χαρτονόμισμα. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει καλὸν νομίζω νὰ δοθῇ διὰ τοῦ νόμου ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὁρίζῃ τὴν τιμὴν τῆς λίρας καὶ τοῦ φράγκου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γραμματίων.
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ διάταξις, προσδιορίζουσα τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταθέτωσιν οἱ ἀγοράζοντες τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου, ἐξ ἐναντίας ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ μεταβιβαστική, διότι ἐπιτρέπει εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ κανονίζῃ διὰ Διατάγματος πολλὰ μέρη τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τοῦ δανείου καὶ πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου, νομίζω ὅτι ἡ ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς ἐξέφρασε, δύναται νὰ ἐκπληρωθῇ, ἐὰν κριθῇ λυσιτελής, καθ’ ὃν χρόνον θέλουσιν ἐκδοθῇ τὰ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου Διατάγματα. Ἡ ἄλλη ὅμως παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Δεληγεώργης, μοὶ φαίνεται ὀρθὴ καὶ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὴν παραδεχθῶ· ἑπομένως συναινῶ, ἵνα τροποποιηθῇ τὸ τελευταῖον ὄγδοον ἄρθρον ὡς ἑξῆς· «Ἐπιτρέπεται ἵνα διὰ Β. Διατάγματος κανονισθῇ ἂν ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου τούτου θέλῃ γίνει ἅπαξ διὰ τὸ ὅλον ποσὸν αὐτοῦ, ἢ κατὰ σειρὰς διὰ μέρος ἑκάστοτε αὐτοῦ, ὡς νὰ κανονισθῶσιν ὡσαύτως διὰ Β. Διαταγμάτων τὰ τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως, τὰ τοῦ τρόπου, τοῦ τόπου, καὶ τῆς διαρκείας τῆς ἐγγραφῆς, τὰ τῆς παροχῆς προσωρινῶν ἀποδείξεων, καὶ τοῦ τύπου καὶ τῆς ὑπογραφῆς τῶν ὁριστικῶν ἀποδείξεων, τὰ τοῦ χρόνου, τοῦ τρόπου καὶ τοῦ τόπου τῶν κληρώσεων, καὶ πάντα τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου».
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἁπλῆν σύστασιν θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου......
§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ προαίρεσιν.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. — ὅπως περιλάβῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἄδειαν, ἵνα ἐκδώσῃ τὸ δάνειον οὐχὶ ὁλόκληρον, ἀλλὰ κατὰ σειράς· θέλω συστήσει πρὸς αὐτήν, ὅπως ἐκδώσῃ τὴν πρώτην σειρὰν ἐπὶ ὅσον ἐνδέχεται μικροτέρῳ ποσῷ. Δὲν θέλει βλάψει τοῦτο· διότι, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχῃ διάθεσις πρὸς ἐγγραφὴν μεγαλειτέρου ποσοῦ, ὁ προσδιορισμὸς τῆς σειρᾶς ἐπὶ μικρῷ ποσῷ κατ’ οὐδὲν θὰ ἀνακόψῃ τὴν τοιαύτην διάθεσιν. Ἐὰν ἀποδειχθῇ ὑπάρχουσα διάθεσις τοιαύτη ἐκ τῆς καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ὅρου καλύψεως τῆς πρώτης σειρᾶς, θέλει δυνηθῆ ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐκδόσεως δευτέρας σειρᾶς νὰ ἱκανοποιήσῃ αὐτήν· ἐὰν ὅμως τυχόν, ὅπερ δυστυχῶς ἐγὼ προβλέπω, δὲν ὑπάρξῃ διάθεσις τοιαύτη, τότε ἔχομεν τὴν πιθανότητα, ὅτι θέλει τοὐλάχιστον καλυφθῆ τὸ ὅλον ἢ τὸ πλεῖστον τῆς πρώτης σειρᾶς καὶ δὲν θέλομεν ἐκτεθῆ ἠθικῶς, ὡς ἀποτυχόντες ἐν τῇ ἐκδόσει τοῦ δανείου. Προετιθέμην μάλιστα ἐγὼ νὰ ὑποβάλω ἄλλην πρότασιν, ὅτε ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, προετιθέμην νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν, ὅπως μὴ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον ἐντὸς ὡρισμένης διορίας, 15 ἡμερῶν κατὰ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, μηνὸς κατὰ τὴν τροπολογίαν· διότι ἴσως ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ καταρτίσῃ πλῆρες τὸ οἰκονομικόν της σχέδιον, θεωρήσῃ, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ σχεδίου ἐκείνου θέλει ἐμποιήσει ἐντυπώσεις ἱκανῶς εὐνοϊκὰς ὑπὲρ τῆς πίστεως τῆς Χώρας, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐπιτυχεστέρα ἡ ἔκδοσις ἑτέρου δανείου ἐπὶ τῷ κανονικῷ τόκῳ, καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προτιμότερον νὰ μὴ ἐκδοθῇ διόλου τὸ πατριωτικὸν δάνειον. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦτο καλὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ δεσμεύσῃ ἑαυτὴν διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτοδικαίως καταργεῖται ἡ διάταξις ἐκείνη.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν καταργεῖται, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον προτείνει νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις, ἡ ὑποχρεοῦσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον ἐντὸς ὡρισμένης διορίας. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη ἐν μέρει ἀναπληροῖ τοῦτο, διότι ἐπιτρέπει ἔκδοσιν σειρᾶς μικροῦ ποσοῦ, δὲν θεραπεύει ὅμως ἐντελῶς τὸ κακόν· θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ περιελαμβάνετο ἡ διάταξις ἐκείνη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Θ’ ἀπόσχω ὅμως περαιτέρω ἀναπτύξεως τῶν περὶ τούτου, διότι ἐν τῇ τροπῇ τῆς συζητήσεως μετὰ τὴν ἀγόρευσίν μου διέγνωσα πρόθεσιν, ὅπως παρασυρθῶμεν εἰς κομματικοὺς διαπληκτισμούς· ἀλλ’ ἂς βεβαιωθῶσι πάντες, οἱ τοιαύτην προδίδοντες πρόθεσιν, ὅτι δὲν θέλουσι κατορθώσει νὰ μᾶς παρασύρωσιν. Ὅτι δήποτε καὶ ἂν εἴπωσι περὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως τῆς προκατόχου τῆς παρούσης, δὲν θέλουσι κατορθώσει ἐκεῖνο, ὅπερ τινὲς μετὰ πόθου ἐπιζητοῦσι, νὰ μᾶς ἴδωσιν ἐνταῦθα διαπληκτιζομένους· δὲν θέλουσι κατορθώσει νὰ παραστήσωσιν ἑαυτοὺς ὡς πατριώτας καὶ τοὺς ἄλλους ὡς σκεπτομένους ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ περὶ μόνων τῶν ῥακῶν τῆς Ἐξουσίας. Ὅθεν καὶ ἂν τυχὸν παρασταθῶμεν παρά τινων ὡς οὕτω διαχειρισθέντες τὰ κοινὰ, ὥστε σήμερον νὰ μὴ ἔχῃ τὸ Δημόσιον τὰ μέσα, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς προχείρους ἀνάγκας, ἂς βεβαιωθῶσιν οὗτοι, ὅτι δὲν θέλομεν τοῖς ἀπαντήσει, ὅτι ἂν σήμερον ἡ Τράπεζα ἀντὶ 110 ἑκατομμυρίων ἔχῃ μόνον 60 ἢ 58 ἑκατομμυρίων τραπεζικὰ γραμμάτια ἐν κυκλοφορίᾳ καὶ ἑπομένως ὑπάρχῃ διάστημα, πρὶν ἢ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ἀρχικὸν ποσὸν, 40 καὶ 50 ἑκατομμυρίων, δὲν θὰ τοῖς ἀπαντήσωμεν, ὅτι εὗρεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ταμείῳ τῆς Τραπέζης καὶ ἔλαβε παρ’ αὐτῆς μεταλλικὸν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τῆς προκατόχου ἐκείνης Κυβερνήσεως ἀπεδόθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν. Εἰς ταῦτα δὲν θέλομεν ἐνδιατρίψει, περὶ προβαλλομένων δὲ τοιούτων θεμάτων ἡμεῖς δὲν θέλομεν ὁμιλήσει. Ἂς βεβαιωθῶσιν οἱ κύριοι οὗτοι, ὅτι τοιαῦτα ἐπιδιώκοντες, μάτην δαπανῶσι τοὺς λόγους αὑτῶν, καὶ ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη θέλει μείνει εἰς τὸ ὕψος, ὅπερ μόνον ἐμπρέπει εἰς αὐτήν.
§55Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ προλαλήσας ἐνόμισεν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἤθελον εὐχαριστηθῆ, ὅτι μάλιστα ἔχουν σχέδιον νὰ παρασύρωσιν αὐτὸν εἰς κομματικοὺς διαπληκτισμούς. Ἡμεῖς οὐδένα ἠθελήσαμεν νὰ παρασύρωμεν εἰς κομματικοὺς διαπληκτισμούς, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ κομματικοὶ διαπληκτισμοὶ ὑπῆρξαν ἀνέκαθεν μοναδικὴ τῆς πολιτείας των τροφή. Ἡμεῖς μίαν ἔχομεν ἀρχὴν, τὴν ἐνασχόλησιν τῆς Βουλῆς ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἐθνικῆς ἀληθείας. Δὲν ὑπάρχει δὲ οὐδὲ εἷς μεταξὺ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος νὰ ἀρέσκηται εἰς τὴν ἐκτροπὴν τοῦ Κοινοβουλίου ἀπὸ τῶν κυρίων αὑτοῦ ἔργων. Παραπονεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου! Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι, ὅταν πολεμῇ φεύγων, ὅταν ῥίπτῃ τὸ βέλος του ὡς Πάρθος, ἔχουσι καὶ τῆς πτέρυγος ἐκείνης οἱ ἄνδρες ἀρκετὴν αἰσθητικότητα, ἵνα λαμβάνωσιν εἰς σημείωσιν τῶν τοιούτων ἐχθρῶν των τὰς πληγάς. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἡμῶν, διότι γνωρίζει καλῶς ὁ προλαλήσας, ὅτι εἰς τὴν θέσιν ταύτην ὑπάρχουσιν ἄνδρες, δυνάμενοι νὰ δεχθῶσιν ὀξύτερα βέλη τῶν ἰδικῶν του. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προτεινομένην ἔκδοσιν τοῦ πατριωτικοῦ δανείου κατὰ σειρὰς, μετ’ ἀπορίας ἤκουσα πρὸ ὀλίγου τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ἀποδεχόμενον τὴν τοιαύτην τροπολογίαν. Πολὺ ταχέως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησε τὴν ἐφ’ ἧς ὠχυρώθη οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῶν παλμῶν τῆς καρδίας· ἐσυμβούλευσαν μάλιστα εἰς αὐτόν, ὥστε ἡ πρώτη τοῦ δανείου σειρὰ νὰ ἦναι ἐλαχίστη. Τοιαύτη τοῦ πατριωτικοῦ δανείου διαχείρισις ἄγεται εἰς ἄκραν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους ἐνέπνευσεν αὐτό. Ἐὰν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔχῃ, καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι ἔχει, παλμοὺς ἐθνικῆς καρδίας, διατί σεῖς, ἀναστρέφοντες τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, θέλετε νὰ περικαλύψητε αὐτὸ ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ δισταγμοῦ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς; Προσέξατε, κύριε Πρωθυπουργὲ, τὴν παγῖδα, διότι ἔχει τὸν σκοπὸν νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὰς ἰδέας σας. Τὶ φρονῶ περὶ τοῦ προκειμένου δανείου, ἀνέπτυξα ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται ἡ Κοινοβουλευτικὴ δύναμις νὰ ὁμιλήσῃ, ἂς ὁμιλήσῃ τοὐλάχιστον μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς. Τὸ πατριωτικὸν δάνειόν σας ἢ πρέπει νὰ ἐξέλθῃ μὲ πλῆρες τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ ἢ νὰ μὴ ἐξέλθῃ καθόλου. Τί σκέπτονται καὶ τί ἐνεργοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐνδιαφέρονται κατ’ οὐσίαν ὑπὲρ τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἰδίας αὐτῶν κομματικῆς ἐνεργείας, δὲν ἐρωτῶ. Δι’ ἡμᾶς ἀρκεῖ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος, ἐκ τῆς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς ἀποτρέψῃ, διότι δὲν ἀγωνιζόμεθα, εἰμὴ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας καὶ μόνης τῆς ἀληθείας.
§56ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου κυρίου Δεληγεώργη καταλήγει εἰς τὸ νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν περισσότερα δικαιώματα ἀφ’ ὅσα τὸ νομοσχέδιον παρέχει εἰς αὐτήν· διότι, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ὑποχρεοῖ αὐτὴν νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον δι’ ὁλόκληρον τὸ ποσόν, ἡ τροπολογία ἀφίνει εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον, εἴτε ὅλον ἐφ’ ἅπαξ, εἴτε κατὰ σειράς. Ἑπομένως δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ ἔχω δυσκολίαν, ἵνα ἀποδεχθῶ τὴν προτεινομένην τροπολογίαν.
§57Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω καλόν, ἀφοῦ δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις, ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ διὰ τοῦ νόμου τὴν ἄδειαν ν’ ἀπαιτήσῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὴν ἐγγραφὴν τοῦ δανείου εἰς μεταλλικόν, ὥστε ἐξ αὐτῆς ν’ ἀπολαύσῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον μεταλλικόν, νὰ ὑποδείξω ἕτερον μέσον, ὅπερ δύναται, νομίζω, νὰ συντελέσῃ εἰς πραγματοποίησιν μεγάλου μέρους τοῦ δανείου εἰς μεταλλικόν. Ἐννοῶ τὸ μέτρον τοῦ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ τὴν ἐγγραφὴν τοῦ δανείου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἂν καὶ τοῦτο ἀντίκειται κἄπως εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ πατριωτικοῦ δανείου, δύναται νὰ ὑποσχεθῇ προμήθειαν εἰς τοὺς ἐγγράφοντας αὐτὸ εἰς μεταλλικόν. Ἀφοῦ τὸ δάνειον ὁμολογουμένως οὐχὶ κέρδος, ἀλλὰ ζημίαν φέρει εἰς τοὺς ἐγγραφομένους, νομίζω, ὅτι πρέπει μᾶλλον νὰ προσέξωμεν πῶς ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον μέρος αὐτοῦ νὰ πραγματοποιήσωμεν, παρὰ πῶς νὰ ἤμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ δανείου. Χάριν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ δὲν βλάπτει, ἂν μεταχειρισθῶμεν καὶ τὸ συμφέρον διὰ τῶν προμηθειῶν. Τὸ συμφέρον αὐτὸ θ’ αὐξήσῃ τὰς ἐνεργείας πολλῶν, ἐνῷ δὲν θὰ μειώσῃ τὰς ἐνεργείας ἄλλων, οἵτινες ἄνευ συμφέροντος ἐπιθυμοῦσι νὰ ἐργασθῶσι.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι θεωρῶ τὴν πρότασιν ταύτην ἀντικειμένην εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ πατριωτικοῦ δανείου.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὡμολόγησα καὶ ἐγὼ ἐν ἀρχῇ.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγει ὁ κύριος Πρωθυπουργός;
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ τὸ παραδεχθῶμεν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κύριος Τσερτίδης βουλευτὴς Πατρῶν προσθέτει ὡς τροπολογίαν ἓν τελευταῖον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον παρακαλεῖται Γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ.
§63ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο καμμία ἀντίῤῥησις;
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν συμβιβάζεται.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1885 Β. Διατάγματος καὶ τῆς ἀπὸ 20 ἰδίου μηνὸς καὶ ἔτους συμβάσεως μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης.
§67ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ δηλώσῃ ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ἐὰν τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε χθὲς περὶ τοῦ μεταλλικοῦ καὶ χαρτονομίσματος, ἐννοῇ νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ δηλώσῃ ἐὰν παραδέχηται τὴν ἐξήγησιν τὴν χθεσινὴν καὶ εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην.
§69ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν δήλωσιν περὶ ἀμφοτέρων, δὲν εἶναι ζήτημα, ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως δὲν ἐπεκυρώθησαν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπικυρωθῶσι μετὰ τῶν σημερινῶν τὴν Δευτέραν.
§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἐποίησα χθὲς, καὶ αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ποιοῦμαι σήμερον, ἐξεδήλωσα ποίαν σημασίαν ἀπέδιδον ἐγὼ εἰς τὴν διάταξιν, ὅταν ὑπέγραφον τὴν σύμβασιν.
§72Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε τὴν συζήτησιν, τὴν λαβοῦσαν χώραν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκφράσεως «μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν πάσης ἐναντίας συμφωνίας». Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν φράσιν ταύτην τοῦ νόμου ἔδωκε τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἡ προηγουμένη συμφωνία δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ πληρωτοῦ τοῦ νὰ δίδῃ αὐτούσια μεταλλικὰ νομίσματα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ δανειστοῦ νὰ λαμβάνῃ χαρτονομίσματα, ἀλλὰ δὲν ἐνόει ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀρκεσθῇ μὲ ἴσον ποσὸν γραμματίων· τοὐναντίον, ἐθεώρησεν αὐτὸν ὑπόχρεων νὰ πληρώνῃ καὶ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ χαρτονομίσματος καὶ τοῦ μεταλλικοῦ. Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς. Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1790 εἰσήχθη νόμος περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ἐκείνου τοῦ 1790 κατηργοῦντο αἱ προηγούμεναι συμφωνίαι, αἱ ἐναντίαι εἰς τὸν νόμον. Συνέπεσεν εἰς τὰ Γαλλικὰ δικαστήρια νὰ παρουσιασθῇ τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ κατάργησις αὕτη ἀποστερῇ τὸν δανειστὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ λάβῃ τὴν διαφορὰν τοῦ χαρτονομίσματος καὶ τοῦ μεταλλικοῦ ἢ ὄχι, καὶ ἅπαντα τὰ Γαλλικὰ δικαστήρια ἀπήντησαν, ὅτι ὁ δανειστὴς ὀφείλει νὰ ἀρκεσθῇ μὲ ἴσον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπῆλθεν εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ 1870, ὁ δὲ περὶ τῆς κυκλοφορίας ταύτης Γαλλικὸς νόμος δὲν περιέχει τὴν φράσιν ἀκυρουμένων τῶν προηγουμένων συμφωνιῶν, κατ’ ἀκολουθίαν ἐγεννήθη ἐνώπιον τῶν Γαλλικῶν δικαστηρίων τὸ ζήτημα ἐὰν εἶναι ὑπόχρεως ὁ ὀφειλέτης νὰ πληρώσῃ τὴν διαφορὰν τοῦ χαρτονομίσματος πρὸς τὸ μεταλλικόν. Καίτοι, κύριοι, σιωπῶντος τοῦ νόμου, τὸ ἀκυρωτικὸν δικαστήριον τῆς Γαλλίας δι’ ἀποφάσεως, ἐκδοθείσης τὸ 1873, εἶπε ῥητῶς, ὅτι ἅμα ὑπάρξῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὅλαι αἱ πληρωμαὶ θὰ γίνωνται διὰ γραμματίων, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη καταργήσεως ῥητῆς προηγουμένης συμφωνίας, διότι οἱ νόμοι οὗτοι θεωροῦνται νόμοι δημοσίας τάξεως καὶ καταργοῦσι πᾶσαν ἐναντίαν συμφωνίαν. Ἐὰν τοιαύτη ἔννοια ἐδόθη εἰς εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐκεῖ ἔνθα ῥητῶς ἐσιώπα, εἶνε δυνατὸν νὰ δώσωμεν ἡμεῖς ἄλλην;
§73ΡΑΛΛΗΣ. Οὕτω τὸ ἑρμηνεύει ὁ εἰσαγωγών.
§74ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ψηφίζει ἕνα νόμον· ἕκαστος τὸν ἑρμηνεύει κατὰ τὴν συνείδησίν του ψηφίζων αὐτόν. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἔχει τοιαύτην ἔννοιαν καὶ οὕτω ἐννοῶ νὰ τὸν ψηφίσω. Ἐὰν ἐπιμένετε εἰς ἀντίθετον ἔννοιαν, πρέπει νὰ γίνῃ διασάφησις· ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν ἐμὴν ἔννοιαν, πρέπει νὰ συμπληρώσωμεν τὸν νόμον. Αὐτὴν τὴν πρότασιν ὑποβάλλω.
§75ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐτυχῶς ἔχομεν ἐν τῇ Αἰθούσῃ ταύτῃ ἀντιπρόσωπον συμβαλλομένης Τραπέζης, ὁ ὁποῖος καὶ χθὲς ἔδωκεν ἐξηγήσεις τινὰς πῶς ἐννοεῖ τὴν διάταξιν ταύτην· τὴν ἐννοεῖ ἀπαράλλακτα, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος ἐξέθηκεν;
§76ΣΥΓΓΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ἐπὶ τούτου ν’ ἀποφανθῶ· ἄλλως τε δὲ εἶμαι καὶ ἐνδιαφερόμενον μέρος καὶ ἀπέχω νὰ ἐκφράσω γνώμην.
§77ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς συμβάσεως τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας.
§79ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας σύμβασις, ἂν καὶ συντεταγμένη ὅπως καὶ αἱ μετὰ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, παρουσιάζεται οὐχ ἧττον ὑπὸ ἀλλοίους ὅρους. Ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας κατὰ τὸ καταστατικόν της δικαιοῦται νὰ ἐκδίδῃ περιωρισμένον ἀριθμὸν γραμματίων· ὁ ἀριθμὸς οὗτος, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤθελε περιέλθει ὅλος εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εἴτε διὰ τοῦ δανείου, ὅπερ παρέχει εἰς αὐτὸ ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, εἴτε διὰ τῶν φόρων τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, πάλιν εἶναι ἀνεπαρκὴς διὰ τὴν χρηματικὴν κυκλοφορίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναπτύξωσιν αἱ ἀνάγκαι, ἃς τὸ Κράτος ἔχει νὰ θεραπεύσῃ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις, σήμερον ὅτε τοσοῦτος στρατὸς συγκεντροῦται ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Ἄρτῃ. Οἱ πόροι, διὰ τῶν ὁποίων τὸ Κράτος θὰ θεραπεύσῃ τὰς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταύταις χρηματικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας, θὰ προέλθωσιν ἐκ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ἐν αἷς κυκλοφοροῦσι τὰ γραμμάτια τῶν ἄλλων Τραπεζῶν. Τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον εἰς γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς ἢ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, πῶς θὰ τὰ ἐμβάζῃ εἰς Ἄρταν καὶ εἰς Θεσσαλίαν; Ἐὰν ἐμβάσῃ τὰ γραμμάτια, ἅτινα εἰσέπραξε, θὰ παράσχῃ ἴσως τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἠπειροθεσσαλίας νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ ἐπιδιώξῃ δι’ ἑαυτὴν ἔκτακτόν τινα ὠφέλειαν, ὅπως παραδεχθῇ τὴν τοιαύτην ἀποστολὴν χρημάτων εἰς Θεσσαλίαν καὶ Ἄρταν. Ἐὰν δὲ τὸ Κράτος, πρὸς ἀποφυγὴν τοιούτων ἀπαιτήσεων ἀπὸ μέρους τῆς Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, θελήσῃ νὰ κάμῃ τὰ διὰ Θεσσαλίαν καὶ Ἄρταν ἐμβάσματά του εἰς μεταλλικὸν, τοῦτο θὰ προξενήσῃ σπουδαίαν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ζημίαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι καλὸν νὰ λυθῇ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συζητουμένης συμβάσεως· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν δύναται νὰ εἰπῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἔχῃ ἤδη λελυμένον τὸ ζήτημα τοῦτο.
§80ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κάμω σύστασίν τινα καὶ διὰ τὰς τρεῖς συμβάσεις. Τὰ μικρότερα γραμμάτια, τὰ ὁριζόμενα ἐν αὐταῖς, εἶνε τὰ πεντάδραχμα. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη, νομίζω, καὶ μικροτέρων τοιούτων, ἤτοι διφράγκων καὶ μονοφράγκων, διότι τὰ ἀργυρᾶ δίφραγκα καὶ μονόφραγκα ὁτὲ μὲν ὑπερτιμῶνται, ὁτὲ δὲ ὑποτιμῶνται· ἐπιφέρουσι πολλὰς δυσχερείας εἰς τὰς μικρὰς συναλλαγάς. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια μικρότερα. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐν ἄλλαις Χώραις, ὅπου ἐπεβλήθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὡς ἐν Αὐστρίᾳ, Ἰταλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ.
§81ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ συμφέρον καὶ αὐτῆς τῆς Τραπέζης. Ἔχομεν χάλκινα νομίσματα· καλλίτερον χάλκινα παρὰ χαρτί.
§82ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ περὶ συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης.
§83ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἀπηύθυνα σύστασιν. (Κατόπιν ἀναγινώσκεται εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23 Σεπτεμβρίου 1885 Β. Διατάγματος καὶ τῆς μετὰ τῆς Τραπέζης Ἠπειροθεσσαλίας συνομολογηθείσης συμβάσεως καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον, καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Κατόπιν ἀναγινώσκεται εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 21,779 674.88 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885 καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Κατόπιν ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας 12,000 δραχμῶν ἐτησίως ἐκ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Ληξουρίου πρὸς συντήρησιν τοῦ ἐν τῇ αὐτῇ πόλει Πετριτσείου Ἑλληνικοῦ Γυμνασίου καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἕνεκα τῆς ἑορτῆς δὲν ὑπάρχει συνεδρίασις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6 καὶ ½ Μ. Μ.)