1884.11.13
1.233 στίχοι · 9.244 λέξεις · 102 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
Τῆς 13 Νοεμβρίου 1884.
(Τρίτη).
Ὥρα 3ῃ Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Μεσολογγίου Κρικέλη ξενοδόχου, ἔχον οὕτω «Πρόεδρον Βουλῆς, Ἀθήνας. Ταγματάρχης γνωστὸς Ἀνδρέας Μοσχονήσιος ἀναιτίως ἀνηλεῶς τραυματίσας ἐμὲ, ἐφυλάκισε παρανόμως παρελθοῦσαν Πέμπτην ἐξ ἰδιοτελείας. Παρακαλῶ, συστήσατε παραδειγματικὴν καταδίωξιν πρὸς ἱκανοποίησιν Νόμου, καταπλαγείσης κοινωνίας.» Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ζηνόπουλος.
§2ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ προτίθεμαι ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ προκαλέσω συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον καὶ τοσοῦτον ἐπεῖγον, ὥστε ἐδικαιούμην, ἴσως δὲ καὶ ὤφειλον νὰ ἐπιληφθῶ αὐτοῦ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ χθὲς ὁ κ. πρωθυπουργὸς προὐτίθετο νὰ ὑποβάλῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἀνακόψω τὸν ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντός του τούτου. Καὶ σήμερον ἔτι θέλω περιορισθῆ ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ ἀναγγείλω τὴν ἐπερώτησίν μου χωρὶς ν’ ἀναπτύξω αὐτὴν, νὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. πρωθυπουργὸν ὅπως προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν νομίζει ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ· πρῶτον μὲν, διότι νομίζω ὅτι αἱ τοιαῦται ἐπερωτήσεις πρέπει νὰ προαναγγέλλωνται πρὶν ἢ ὑποβληθῶσιν εἰς συζήτησιν, ἔπειτα δὲ διότι εἰς τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ πρόκειται ν’ ἀπαντήσῃ σήμερον ὁ κ. Δηλιγιάννης. Πρὸ πολλοῦ ἐγνώσθη δημοσίως ὅτι ἐνέργειαι καταβάλλονται ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς συνομολόγησιν συνθήκης ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας μετὰ τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως. Ἡ εἴδησις αὕτη καὶ δι’ ἐμὲ καὶ διὰ πάντας, ὅσοι περὶ ἐμπορίας καὶ τῆς ναυτιλίας ἡμῶν μεριμνῶσιν, ὑπῆρξεν εὐάρεστος. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἐμπορικαὶ συνθῆκαι δὲν ἔχουσι, κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, ἰσχὺν πρὶν ἢ ἐπιψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐπὶ θέματος τοιούτου, ἐφ’ οὗ ἀναγκαίως κληθήσεται τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα ν’ ἀποφανθῇ, οὔτε ἀνάγκη ἐπερωτήσεως ὑπάρχει, οὔτε εὔλογον καὶ συμφέρον θὰ ἦτο νὰ προκληθῇ πρόωρος συζήτησις. Ἀλλὰ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἐδημοσιεύθη οἱονεὶ αὐθεντικῶς, ὅτι πλὴν τῆς ἐμπορικῆς ταύτης διαπραγματεύσεως πρόκειται καὶ περὶ πολιτικῆς προσεγγίσεως, στενῆς μάλιστα καὶ ἐγκαρδίου, τῆς Ἑλληνικῆς μετὰ τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦ βουλευτοῦ, τὸ δικαίωμα αὐτοῦ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιληφθῶσιν ἀμέσως καθίστανται ἐπιτακτικώτατα, διότι αἱ τοιαῦται συνθῆκαι, κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ἔχουσιν ἰσχὺν καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν. Δὲν σκοπῶ, ἐπειδὴ πρόκειται μόνον περὶ ἀναγγελίας, νὰ ἐκφέρω σήμερον περὶ τούτου γνώμην, δικαιοῦμαι δὲ εἰς τὴν προαγγελλομένην ἐπερώτησιν καὶ θεωρῶ ταύτην ἐπείγουσαν, διότι ἐν αὐθεντικῷ ὀργάνῳ τῆς δημοσιογραφίας καὶ διὰ δημοσιεύματος, ὅπερ εἶχε τύπον σχεδὸν ἐπίσημον, ἀνηγγέλθησαν τὰ περὶ τούτου. Δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐὰν ἔχῃ τὴν ἰδέαν, ἣν ἐκφράζει τὸ εἰρημένον ὄργανον τῆς δημοσιογραφίας, θέλει ἔχει καὶ τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἰδέαν του ταύτην, ἑπομένως καὶ νὰ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην καὶ νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ὑπὸ τοῦ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου του ἀνακοινωθέντων. Ἀλλ’ ὑπάρχει συγχρόνως καὶ δημοσίευσις ἄλλη, ὅλως ἐπίσημος αὕτη, ἥτις δίδει ὡρισμένην καὶ ἀναντίῤῥητον πληροφορίαν, αἱ συζητήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐν τῷ Αὐστριακῷ Κοινοβουλίῳ. Ἐκεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν ὅτι πρὸ πολλοῦ ἐνέργειαι γίνονται πρὸς τοιαύτην πολλιτικὴν προσέγγισιν τῆς Αὐστρίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι τοῦτο εἶνε σπουδαία καὶ ζωηρὰ ἐπιθυμία τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην ἐξεδήλωσεν ἡ Αὐστρία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὴν ἐκδήλωσιν ταύτην μετὰ πλείστης προθυμίας. Ἐπειδὴ εἶπον ὅτι πρόκειται περὶ ἀναγγελίας, δὲν ἐκφράζω τὴν ἐλαχίστην γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος, εἰ καὶ ἔχω ἤδη ἐσχηματισμένην τὴν γνώμην ταύτην, ὅπως μὴ ἐξαναγκάσω τὸν κ. πρωθυπουργὸν ν’ ἀπαντήσῃ ἀμέσως. Ὀφείλω μόνον νὰ εἴπω ὅτι ἀναγκαῖον θεωρῶ, ἵνα ἡ ἡμέρα, ἥτις πρὸς τοῦτο θὰ προσδιορισθῇ, ἦναι ὅσον οἷόν τε ἐγγυτέρα, διότι βεβαιότατον ὑπάρχει ὅτι ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, ὅπερ ἐφάπτεται τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος, ὑπάρχει ἐξεγηγερμένη ἡ Ἑλληνικὴ συνείδησις καὶ συγκεκινημένη πᾶσα Ἑλληνικὴ καρδία.
§3ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§5ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἀπαντᾷ ποίαν ἡμέραν προσδιορίζει.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁρίσατε ὁποίαν δήποτε ἡμέραν θέλετε.
§7ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, κ. Πρόεδρε, ὅτι μετὰ τὸ πέρας τῆς παρούσης συζητήσεως.
§8ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, τὰς ἑξῆς δύω προτάσεις νόμου (ἀναγινώσκει αὐτάς). (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§10Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναμαι καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, πραγματευόμενος περὶ τοῦ δευτέρου τμήματος τῆς χθὲς γενομένης ἀγορεύσεως τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὸ τμῆμα αὐτὸ τῆς ἀγορεύσεώς του διήνυσε δύω ὁλοκλήρους ὥρας (θόρυβος ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ).
§11Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τί κατάστασις εἶναι αὐτὴ, κ. πρόεδρε, τοῦ ἀκροατηρίου;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰ ἀκροατήρια νὰ κάμωσιν ἡσυχίαν...
§13Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ δεύτερον τοῦτο τμῆμα τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. πρωθυπουργὸς κατηνάλωσε δύω ὁλοκλήρους ὥρας, ἀσχοληθεὶς εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν κεφαλαιωδῶν πινάκων τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, ὡς καὶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν λεπτομερῶν πινάκων τῶν ἐξόδων τοῦ αὐτοῦ Προϋπολογισμοῦ. Προσέθηκεν ἐπὶ ἑκάστου κεφαλαίου ὀλίγας λέξεις πρὸς πρόχειρον δικαιολογίαν τῆς ἀναγραφῆς τῶν ἐσόδων ἢ πρὸς πρόχειρον ἀπόδειξιν τῆς ἀνάγκης τῶν κατὰ μέρος δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ περιέλαβεν. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὸ δεύτερον τοῦτο τμῆμα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 χθὲς εἰσήχθη, καὶ μόλις πρὸ μικροῦ μοὶ ἐνεχειρίσθη, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν οὐδὲ νὰ διέλθῃ τις τὰ φύλλα του, οὐδὲ νὰ μελετήσῃ τὰς ἀναγραφὰς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐν αὐτῷ ἀνεγράφησαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδυνάμην, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς περὶ τούτου, διότι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἐρχομένου ἔτους, πρὶν ἢ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ συζητοῦσα εἴτε ἐν γένει περὶ τῆς ἀληθείας τῶν βάσεων αὐτοῦ, εἴτε εἰδικῶς περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν δαπανῶν, εἴτε τῆς ἀκριβείας τῶν ἐσόδων, τὸν Προϋπολογισμὸν βασανίζει πρότερον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ περιμείνω τὴν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ταύτῃ βάσανον τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ, ὀφείλομεν πάντες νὰ περιμείνωμεν τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσιν αὐτῆς, καὶ τότε δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, θέλει ἐπιτρέψει εἰς πάντα τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ συνεισφέρωσι τὰ φῶτα αὐτῶν περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν βάσεων αὐτοῦ. Πολλῷ ἧττον δὲν πρέπει ν’ ἀσχοληθῶ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ τρίτου τμήματος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὸ τρίτον τοῦτο τμῆμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἦλθε νὰ σᾶς φωτίσῃ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα τῇ προτάσει αὐτοῦ ἐψηφίσθησαν· δὲν ἦλθε νὰ ὑποστηρίξῃ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκεινται ἐκκρεμῆ ὑπὸ τὴν βάσανον ὑμῶν· δὲν ἦλθε νὰ σᾶς ἀναγγείλῃ ὅτι εἰσήγαγε ἢ ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νομοσχέδια περὶ οἰκονομικῶν μέτρων· ἀλλ’ ἦλθε νὰ σᾶς ὁμιλήσῃ περὶ οἰκονομικῶν μέτρων, περὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα σκοπεῖ νὰ ὑποβάλῃ εἰς μελλούσας βουλευτικὰς Συνόδους χρόνου ἀγνώστου, προσεχεῖς ἢ ἀπωτέρας, τῶν ὁποίων βεβαίως τὸν χρόνον οὐδὲ αὐτὸς, οὐδὲ ἐγὼ δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν. Κατὰ τὸ τμῆμα τοῦτο σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ ποικίλων τοιούτων μέτρων, περὶ ἀλυκῶν καὶ ἁλάτων. Καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ ποίαν δυστυχῆ σύμπτωσιν κατώρθωσε νὰ ἐνθουσιασθῇ κατὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του, καὶ ἠδυνήθη νὰ μεταδώσῃ τὸν τοιοῦτον ἐνθουσιασμόν του καὶ εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεῤῥάγησαν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις εἰς ζητοκραυγὰς καὶ παταγωδῶς ἐχειροκρότησαν αὐτόν. (Χειροκροτήματα καὶ θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὰ ἀκροατήρια.
§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὅσον ἐξεπλάγην, ὅτε χθὲς ἤκουσα τὰ παταγώδη χειροκροτήματα τῶν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, τὴν ἔκπληξίν μου κατηύνασεν ἡ μνήμη μου, διότι ἐνεθυμήθην ὅτι ἀνέγνων ἐν τῇ ἐφημερίδι, ἡ ὁποία διερμηνεύει τὰ φρονήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐχαιρέτησαν αὐτὸν οἱ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις καταβάντα τοῦ βήματος διὰ χειροκροτημάτων κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς, διότι εἶχε φαίνεται καὶ τότε ἐνθουσιάσει τοὺς συμπολίτας μας τούτους διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ περὶ ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς Β. Διατάγματος. Καὶ ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὄχι μόνον περὶ ἀλυκῶν καὶ ἁλάτων, ἡ διοίκησις τῶν ὁποίων ἐτάραξε τελευταῖον τὴν δημοσίαν συνείδησιν· ὡμίλησε καὶ περὶ Λογιστηρίου καὶ περὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, λησμονήσας ὅτι πρὸ δύω ἐτῶν, ὄντος αὐτοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τυγχάνων, μᾶς εἶχεν ἀναγγείλει τὰ αἴσια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκεν ἡ ψήφισις νομοθετημάτων πρὸς τακτοποίησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τοῦ Λογιστηρίου, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀποσπάσει τότε ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Καὶ μᾶς ὡμίλισε καὶ περὶ σωτηρίου ἄλλου μέτρου, περὶ τοῦ μέτρου νὰ ἐπιθεωρῶνται τὰ ἐντάλματα ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ ὄχι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, λησμονήσας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἀνέθηκεν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων, σκοπὸν, τὸν ὁποῖον οὐδεμιᾶς ἄλλης Ἀρχῆς ἐπιθεώρησις δύναται νὰ πληρώσῃ. Καὶ μᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ λογιστικοῦ ἔτους ὡς περὶ ἰδέας ἀγνώστου καὶ καινοφανοῦς, ἢ περὶ μέτρου ἀνελπίστου καὶ ἀπροσδοκήτου, ἀφοῦ κατὰ δύω ἀλλεπαλλήλους Συνόδους ἐπιφανὲς μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔφερε περὶ τούτου τὸν λόγον, καταδεῖξαν τὴν ἀνάγκην τῆς καινοτομίας ταύτης. Ἀλλὰ ἂν δὲν πρέπει νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν δύω τούτων τμημάτων τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν πρέπει νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ περὶ τοῦ πρώτου τμήματος τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ. Τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἀγορεύσεώς του περιέχει τὰ φῶτα καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας πρὸ ὀκτὼ μηνῶν ἐζήτει ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἠρνεῖτο νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις· περιέχει τὰ φῶτα καὶ τὰς πληροφορίας, αἵτινες σᾶς εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ διαγνώσητε εἰς ποίαν κατάστασιν περιῆλθον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· περιέχει τὰ φῶτα καὶ τὰς πληροφορίας, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ σταματήσητε εἰς πᾶν βῆμα περὶ τὴν ἔρευναν τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀσχοληθῶμεν πάντες εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ μέρους τούτου, πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Πρφθουπουργὸς, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ θέσῃ ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμούς σας, εἶναι φῶς, τὸ ὁποῖον θέλει φωτίσει τὴν διάνοιάν μας, ἢ θέλει σκοτίσει αὐτήν. Ἤθελον παραλείψει καθῆκον καὶ πολίτου καὶ μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, εὐσυνειδήτως θέλοντος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ἐὰν δὲν ἔσπευδον ἀμέσως μετ’ αὐτὸν νὰ εἰσφέρω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας τὰς ἐμὰς γνώμας ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἔδωκε διὰ νὰ δυνηθῆτε καὶ σεῖς νὰ σχηματίσητε ὅσον οἷόν τε ἀλάνθαστον τὴν γνώμην σας. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ποῖος λόγος ἔπεισε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διὰ νὰ προβάλῃ πρὸς σύγκρισιν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1879, ὡς ἂν εὕρισκε στοιχεῖα ὁμοιότητος ἐν αὐτῷ, ἐνῶ, ἐὰν ἤθελε νὰ ἀνεύρῃ στοιχεῖα ὁμοιότητος, ἠδύνατο ν’ ἀνεύρῃ ἐν Προϋπολογισμῷ παρακειμένου τινὸς εἰς τὸ 1879 ἔτους, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐθεώρησεν ὡς ἔτος ὁμαλὸν, ὡς ἔτος εἰρήνης, ὅμοιον πρὸς τὰ ἔτη 1882, 1883 καὶ 1884. Τὸ ἔτος 1879 δὲν ἦτον ὁμαλὸν, ἦτον ἀνώμαλον. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμιζε καὶ ἐπίστευε καὶ ἰσχυρίζετο, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τότε ἐθνικὸν ζήτημα ἐκκρεμμὲς, ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο διὰ τοῦτο ἦτο ὁμαλὸν, οἱ συντάξαντες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 οὐ μόνον δὲν εἶχον ἀλλ’ ἀπέκρουον τὴν γνώμην αὐτοῦ ταύτην. Τὸ ἔτος 1879 ἦτον ἀνώμαλον καὶ κατὰ τοσοῦτον ἀνώμαλον, ὅσον μέγα, μέγιστον ἦτο τὸ ἐθνικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ μὴ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἠγωνίζετο νὰ παρασκευάσῃ πρὸς λύσιν, ὅλος δὲ ὁ Ἑλληνισμὸς περιέμενε μὲ καρδίαν πάλλουσαν νὰ ἴδῃ λυόμενον. Κατὰ τὸ ἔτος 1879 ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἑλλάδος προέβλεπε δαπάνας διὰ 12,066 ἄνδρας Πεζικοῦ καὶ Εὐζώνων, διὰ 1556 ἄνδρας Πυροβολικοῦ, διὰ 633 ἄνδρας Ἱππικοῦ, διὰ 988 ἄνδρας Μηχανικοῦ, καὶ ἐν ὅλῳ διὰ δύναμιν στρατοῦ 19,091 ἀνδρῶν. Εἰς ποῖον ὁμαλὸν ἔτος πρὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς λωρίδος τῆς Ἠπείρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος προέβλεψε δαπάνην πρὸς συντήρησιν στρατοῦ 19,091 ἀνδρῶν; Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν προέβλεπε δαπάνην διὰ ναύτας 1318 καὶ δύναμιν Ναυτικὴν ἐν ὅλῳ 2224 ἀνδρῶν. Εἰς ποῖον ἄλλο ὁμαλὸν ἔτος ἐκ τῶν παρελθόντων τὸ Κράτος ἐμερίμνησε διὰ νὰ συντηρήσῃ τοσαύτην δύναμιν Ναυτικοῦ; Καὶ διὰ τοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ μὲν Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 13,307,986 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι νέων 11,882,130, τοῦ δὲ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς 3,748,657 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι νέων 3,347,015. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ λάβῃ ὡς στοιχεῖον παραβολῆς καὶ συγκρίσεως οὐδὲ τὰ ἔσοδα οὐδὲ τὰ ἔξοδα τοῦ 1879. Ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1879 δὲν ἐλογάριαζε τί ἐξόδευε, διότι τοῦτο ὑπηγόρευεν ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος πρὸς τοὺς ὁμοφύλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἐλεύθεροι, διότι τοῦτο ὑπηγόρευεν ἡ ἐλπὶς ὅτι ἤθελεν ἰδεῖ ἐκπληρουμένους τοὺς πόθους της. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπρεπε νὰ λάβῃ πρὸς παραβολὴν ὡς στοιχεῖον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 καὶ οὐχὶ τοῦ 1879. Ὅταν πρὸς παραβολὴν παραδέχηταί τις στοιχεῖα ἀνόμοια, καὶ στηρίζηται ἐπὶ βάσεως ἡμαρτημένης, τότε περιπίπτει εἰς πλάνην. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχει τὸ στοιχεῖον τῆς γνώσεως εἰς τὴν πλάνην ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὀφείλω ὅμως νὰ ἐπανορθώσω αὐτὴν καὶ νὰ λάβω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 εἰς χεῖράς μου καὶ πρὸς τοῦτον νὰ παραλάβω τοὺς Προϋπολογισμούς, τοὺς συνταχθέντας ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 εἶχε συντάξει ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου τῆς Λιμηρᾶς βουλευτής. Ἦτον Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφρόνει ὅ,τι ἐφρόνει ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ὅ,τι ἐφρόνει σύμπασα ἡ Ἑλλὰς πλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μόνου, καὶ ἐπίστευεν ὅ,τι πάντες ἐπιστεύομεν, ἐν συγκινήσει διατελοῦντες μέχρις οὗ ἴδωμεν τὸ πέρας τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν ἐλπίδων μας. Τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 ἐξετέλεσα ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ μεταξὺ τῶν πολιτικῶν πεποιθήσεων ἐμοῦ καὶ τῶν πεποιθήσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπάρχουσιν ἀληθῶς «οὔρεά τε σκιόεντα θάλασσά τε ἠχήεσσα.» Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ἦτο Προϋπολογισμὸς συνταχθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Αὐτὸς τὸν συνέταξεν, αὐτὸς τὸν εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸν ὑπεστήριξε τότε ὅλη ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐκείνης καὶ κατώρθωσε νὰ τὸν λάβῃ ἐψηφισμένον. Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφρόνει, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἦτον ἔτος εἰρήνης. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμιζεν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα πλάνοι καὶ ἀγύρται, οἱ ὁποῖοι ἐπλανῶμεν τὸν κόσμον, ἐπισείοντες εἰς αὐτὸν ἐλπίδας ἀπελευθερώσεως τῶν δούλων Ἑλλήνων, καὶ ὡς Πρωθυπουργὸς μᾶς ἔλεγε τότε ὅτι οὐδεμίαν θέλομεν ἀποκτήσει παραχώρησιν παρὰ τῆς Τουρκίας καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ῥύθμισιν τῶν πραγμάτων τοῦ οἴκου μας, νὰ περιστείλωμεν τὰς δαπάνας μας καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰ τοῦ οἴκου μας. Πῶς δὲν ἐνεθυμήθη νὰ παραβάλῃ πρὸς αὐτὸν τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1882, τοῦ 1883 καὶ 1884, τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῆς εἰρήνης, τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν χρόνων ἐκείνων, κατὰ τοὺς ὁποίους, ἀφοῦ πλέον εἴδομεν ὅπως δήποτε λυθὲν τὸ μέγα ἐκεῖνο ἐθνικὸν ζήτημα, εἴχομεν ἀληθῶς τὸ καθῆκον, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς παρέπεμπε κατὰ τὸ 1879 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ καθῆκον νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ τοῦ οἴκου μας καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, φροντίσωμεν δὲ μόνον νὰ συσφίξωμεν τοὺς δεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι συνδέουσι τοὺς πολίτας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ τοὺς ἁπανταχοῦ Ἕλληνας, διὰ νὰ μὴν ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεών μας! Ἂς ἐρευνήσω ἐγὼ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880. Ἂς παραβάλω αὐτὸν πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1882, τοῦ 1883 καὶ 1884, διὰ νὰ σᾶς ἐπιδείξω τί ἀποτελέσματα, διότι μόνον τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων ἡ γνῶσις θέλει σᾶς φωτίσει περὶ τῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ μήπως ἔσωζε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἡ πλάνη, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσε προβάλλων πρὸς σύγκρισιν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 πρὸς τοὺς ἰδίους αὐτοῦ Προϋπολογισμούς; Καὶ ἡ παραβολὴ αὐτοῦ πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν καὶ αὐτὴ ἠδύνατο νὰ καταδείξῃ τὴν ἀβουλίαν, μεθ’ ἧς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπὶ τρία ἔτη ἐκυβερνήθησαν (θόρυβος εἰς τὰ γενικὰ ἀκροατήρια). Καὶ ἡ παραβολὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ αὐτὴ δὲν ἔσωζεν αὐτὸν, ἐμείου μόνον τὰ ἀποτελέσματα, ἐδείκνυε μόνον τὰ πορίσματα ἀσθενέστερα· ἀλλὰ καὶ ἂν ἀσθενέστερα τὰ πορίσματα ταῦτα, ἦσαν ὅμως ἀρκετὰ ἵνα ἐκπλήξωσι τὸν ἀδιαφόρως μελετῶντα τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ταύτης· 45,808,442 παλαιῶν δραχμῶν εἶχον προϋπολογισθῆ ὡς ἔσοδα κατὰ τὸ 1879. Τὰ 45,808,442 δραχμῶν πρέπει νὰ μετατρέψωμεν εἰς νέας δραχμὰς ἵνα παραβάλωμεν μὲ τὰ ἔσοδα τοῦ 1884, τὰ ὁποῖα προσδιωρίσθησαν εἰς νέας δραχμάς. Ὅθεν τὰ 45,808,442 παλαιῶν δραχμῶν ἔσοδα τοῦ 1879 εἶναι 40,900,000 νέων δραχμῶν. Πόσα εἶναι τὰ ἔσοδα τοῦ 1884; 86,122,950, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1884 προϋπελόγισεν ἔσοδα περισσότερα ἀπὸ τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ τὸ 1879 ἐκ 45,222,950 νέων δραχμῶν, δηλαδὴ 50,649,704 παλαιῶν. Καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ 1879 εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς 60,078,760 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι νέων 53,641,759. Καὶ εἰς πόσα προϋπολογίσθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ 1884, τὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ψηφισθέντα καὶ τὰ διὰ τῶν πιστώσεων κατόπιν ἐπιτραπέντα; εἰς 100,109,490 νέας δραχμάς. Οὕτω δὲ εἰς τὰ 1884 προϋπελογίσθησαν ἔξοδα περισσότερα ἀπὸ τὰ ἔξοδα τοῦ 1879 κατὰ 46,467,731 νέων δραχμῶν, ἤτοι παλαιῶν 52,043,859. Τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν καιρῷ εἰρήνης ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν προϋπολογίζουσιν ἔσοδα 50 ἑκατομμύρια περισσότερα ἀπὸ ὅσα προϋπελόγισαν πρὸ τεσσάρων ἐτῶν, τὰ ὁποῖα προϋπελογίζουσιν ἔξοδα 52 ἑκατομμύρια περισσότερα ἀπὸ ὅσα προϋπελογίσθησαν πρὸ τεσσάρων ἐτῶν, αὐτὰ τὰ Κράτη δὲν σωφρονοῦσιν, ὅταν μάλιστα Προϋπολογισμὸν ἔχουσιν 60,000,000 μόνον. Τὸ ἔτος 1880 παρεστάθη ἀληθῶς ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ του, ὡς τὸν συνέταξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς ἔτος εἰρήνης. Δὲν εἶχε πλέον δαπάνας διὰ συντήρησιν 12,066 ἀνδρῶν Πεζικοῦ καὶ Εὐζώνων, ἀλλὰ μόνον διὰ συντήρησιν 7,238. Δὲν εἶχε δαπάνας διὰ συντήρησιν Πυροβολικοῦ 1556 ἀνδρῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ 991. Δὲν εἶχε δαπάνας διὰ 988 ἄνδρας Μηχανικοῦ, ἀλλὰ μόνον διὰ 759. Δὲν εἶχε διὰ 633 ἱππεῖς, ἀλλὰ μόνον διὰ 467· ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 ἦτο 12,354 καὶ ὄχι 19,091, ὅσαι ἦσαν κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1879· ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν ναυτῶν κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον παρεσκεύασε διὰ τὸ 1880 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀνέβαινεν εἰς 488 Ναύτας, δὲν εἶχεν 1318, ὅσους περιεῖχεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1879. Λοιπὸν τὸ 1880 πρέπει νὰ παραλάβωμεν ὡς ὅρον συγκρίσεως πρὸς τοὺς Προϋπολογισμοὺς, τοὺς συνταχθέντας κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὸ 1880 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνέταξε τὸν Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, καὶ κατ’ αὐτὸν προσδιωρίσθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους εἰς 35,822,400 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι εἰς 31,984,258 νέων δραχμῶν. Καὶ ἀπὸ τὸ 1880 εἰς τὸ 1884 παρῆλθον τρία ἔτη, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς συνέταξε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 καὶ προσδιώρισε τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων εἰς 86,122,950 νέων δραχμῶν, δηλαλὴ κατὰ 54,138,692 νέων δραχμῶν περισσότερα, ἤτοι 60,635,335 παλαιῶν δραχμῶν. Δὲν εὑρίσκετε τῷ ὄντι θαυμασίαν καὶ ἀξιομνημόνευτον ἐλευθεριότητα εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν, ὅταν ὁ Κυβερνήτης τῆς χώρας ἐντὸς τριῶν ἐτῶν οὐχὶ ἐδιπλασίασεν ἀλλὰ ὑπερεδιπλασίασε τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα προϋπολογίζει ὅτι θέλει εἰσπράξει ἀπὸ τοὺς φορολογουγένους τοῦ Κράτους; Καὶ προϋπελόγισε κατὰ τὸ 1880 ὡς ἔξοδα 49,000,684 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι νέων 43,750,611, κατὰ δὲ τὸ 1884 προϋπελόγισε 100,109,490 δραχμῶν, ἤτοι ὑπερέβαλε τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ 1884 κατὰ 56,358,879 νέων δραχμῶν, ἤτοι παλαιῶν 63,121,945. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμιζεν, ὅτι, ὅταν λαμβάνῃ τις τὰ ξένα χρήματα εἰς τὰς χεῖράς του διὰ νὰ τὰ διαχειρισθῇ ὡς διαχειριστὴς ἀλλοτρίων, δύναται νὰ παρίσταται τοσοῦτον μεγαλόδωρος καὶ τοσοῦτον δαψιλὴς, ὅσον δαψιλὴς εἶναι εἰς τὰς ὑποσχέσεις, μὲ τὰς ὁποίας τρέφει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τρία ἤδη ἔτη, καὶ τὰς ὁποίας, ἀφοῦ ἐξήντλησε διὰ τὰ παρελθὸν καὶ τὸ ἐνεστὼς, χθὲς τὸ ἑσπέρας ἠναγκάσθη νὰ προεξοφλήσῃ διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, διὰ τὰς μελλούσας Συνόδους, διότι πλέον δὲν εἶχεν ἀπὸ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἐνεστὼς νὰ ὑποσχεθῇ τίποτε. Ἀλλὰ παραβάλλων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 πρὸς τὸ Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, σᾶς παρέστησα τὸ ἀπότομον ἅλμα, τὸ ὁποῖον ἐτόλμησε πηδήσας ἀπὸ τὰ 43 ἑκατομμύρια ἐσόδων εἰς τὰ 100 ἑκατομμύρια. Πρέπει νὰ σᾶς ὁδηγήσω εἰς τὸ ἄκρον τῶν 100 ἑκατομμυρίων διὰ τῶν διαφόρων σταθμῶν, διὰ τῆς βαθμιαίας παραβολῆς τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν διαμέσων ἐτῶν, διὰ παραβολῆς τοῦ Προϋπολισμοῦ τοῦ 1882 πρὸς τὸν τοῦ 1880, τοῦ 1883 πρὸ τὸν τοῦ 1880, διότι τότε θέλετε πεισθεῖ ὅτι οὐδεὶς λόγος, οὐδεμία ἐλπὶς, οὐδεὶς ὑπολογισμὸς ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ὁποίαν πρὸ τριῶν ἐτῶν εἴδομεν νὰ ἐφαρμόζωσιν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν. Λαμβάνω τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν τοῦ 1880 καὶ 1882. Τὰ δύω τοῦτα ἔτη παράκεινται πρὸς ἄλληλα. Καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο ἦσαν ἔτη εἰρήνης. Καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου τὸν Προϋπολογισμὸν συνέταξεν ὁ αὐτὸς ἀνὴρ, ὅστις προΐσταται τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ ἔσοδα τοῦ 1880 προϋπελογίσθησαν εἰς παλαιὰς δραχμὰς 35,822,400· τὰ ἔσοδα τοῦ 1882 προϋπελογίσθησαν εἰς παλαιὰς δραχμὰς εἰς 68,621,542, διαφορὰ ἐπὶ πλέον 32,799,142 παλαιῶν δραχμῶν ἀπὸ τοῦ 1880 ἕως τοῦ 1882. Προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις ὅτι θέλει ζητήσει ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ θέλει λάβει περισσότερα, ἀπὸ ὅσα ἔλαβε κατὰ τὸ 1880, 32,799,142! Κατά τὸ ἑπόμενον ἔτος, τὸ 1883, τὰ ἔσοδα δὲν προϋπελογίσθησαν πλέον εἰς παλαιὰς δραχμὰς ἀλλ’ εἰς νέας. Κατὰ τὸ 1883 ὁ πρωθυπουργὸς προϋπελόγισεν ἔξοδα περισσότερα, ἀπὸ ὅσα προϋπελόγισε κατὰ τὸ 1882, κατὰ 10,864,377, καὶ σημειώσατε ὅτι μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ 1882 ἐνυπῆρχον ἔσοδα διαβατικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι κατὰ τὸ 1883, ἤτοι τὰ ἔσοδα τῆς νομισματοποιΐας, τὰ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τοῦ ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ μὅλα ταῦτα προϋπελόγισε περισσότερα κατὰ 10,864,377· ἑπομένως τὰ ἔσοδα τοῦ 1883 ὑπερέβαινον τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα διὰ τὸ 1880 κατὰ 40,149,325 νέας δραχμάς. Καὶ μήπως ἐσταμάτησεν εἰς αὐτὴν τὴν πρόοδον, τὴν ὑπερβαίνουσαν πάντα λόγον καὶ πᾶσαν προσδοκίαν; Ἐπεφαίνετο τὸ ἔτος 1884, καὶ συνέταξε Προϋπολογισμὸν καὶ διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, καὶ προϋπελόγισε δι’ αὐτοῦ ἔσοδα κατὰ 13,989,340 ὑπερβαίνοντα τὰ ἔσοδα τοῦ ἀμέσως παρελθόντος ἔτους 1883. Τοιοῦτον τὸ τεράστιον ἅλμα, τὸ ὁποῖον συνετελέσθη ἐντὸς τεσσάρων ἐτῶν, διὰ τεραστίων ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξήσεων, εἰς παραδοχὴν τῶν ὁποίων παρέσυρε τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς διὰ πληροφοριῶν μὴ ἀκριβῶν. Ἂς ἐρευνήσωμεν καὶ τὰ ἔξοδα τῶν ἐτῶν τούτων. Κατὰ τὸ 1880 προϋπελόγισεν ἔξοδα 51,747,338 παλαιῶν δραχμῶν, δηλαδὴ νέων 46,202,972· ἀλλὰ διὰ τὸ 1882, ἤτοι μετὰ δύω ἔτη, προϋπελόγισεν ἔξοδα 80,516,069 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι 71,978,633 νέων δραχμῶν. Ἑπομένως ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα τοῦ 1882 ἀπὸ τὰ ἔξοδα τοῦ 1880 κατὰ 25,775,661. Κατὰ τὸ 1883 προϋπελόγισεν ἔξοδα περισσότερα, ἀφ’ ὅσα προϋπελόγισε κατὰ τὸ 1882, κατὰ 7,685,642. Ἑπομένως τὰ προϋπολογισθέντα διὰ τὸ 1883 ἔξοδα ὑπερβαίνουν τὰ προϋπολογισθέντα διὰ τὸ 1880 κατὰ 33,461,303. Καὶ τέλος ἐφθάσαμεν εἰς τὸ 1884, τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα προϋπελόγισεν εἰς τὸν ὡραῖον ἀριθμὸν τῶν 100,109,490, ὑπερβὰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1880 κατὰ 56,358,879. Δὲν προκαλῶ, κύριοι, οὐδένα πολιτικὸν ἄνδρα, διὰ νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὴν ἐλευθεριότητα. Ἂν ἐξακολουθῇ νὰ ἐφαρμόζῃ τοιαύτην οἰκονομικὴν πολιτικὴν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν ἀντιπολιτεύηται κανείς. Ἀπέλθετε πάντες εἰς τὰς οἰκίας σας, ἀφήσατε τὸν κ. πρωθυπουργὸν νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν οἰκονομικήν του ταύτην πολιτικὴν, καὶ ὁ πρωθυπουργὸς θέλει πέσει μόνος, διότι πολεμεῖ αὐτὸς ἑαυτόν. Ἀλλὰ πίπτων, ρίπτει δυστυχῶς καὶ τὸν Τόπον εἰς τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον, ἀληθὲς οἰκονομικὸν βάραθρον, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ φέρῃ τὴν Ἑλλάδα μόνον εἰς ἀμηχανίαν περὶ τοῦ ἐνεστῶτος, μικρὸς ὁ ὄλεθρος, ἀλλὰ καταδικάζει τὴν Ἑλλάδα εἰς ἀτονίαν ἐπὶ διάρκειαν πολλῶν ἐτῶν, καὶ καθιστᾷ αὐτὴν ἀληθῶς ἀνεπαρκῆ καὶ ἐπιλήσμονα τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ἱστορία περιέβαλεν αὐτήν. Ἀλλὰ σᾶς ὡμίλησα, κύριοι, περὶ Προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήγαγε τῶν Προϋπολογισμῶν τούτων ἡ ἐκτέλεσις. Πρέπει νὰ μάθητε πόσα πράγματι ἐδαπανήθησαν ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ποσῶν καθ’ ἕκαστον ἐκ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, πόσα πράγματι εἰσεπράχθησαν παρὰ τοῦ λαοῦ καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων, καὶ νὰ ἴδητε ἐπὶ τέλους πόσα, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ 1880, ἐδαπανήσατε περισσότερα ἢ εἰσεπράξατε περισσότερα καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τῆς τριετίας ταύτης, καθ’ ἣν ἐφαρμόζεται ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Γνωρίζομεν ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν, ὅτι κατὰ τὸ 1880 εἰσεπράχθησαν, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως τοῦ 1880, 41,618,135 παλαιῶν δραχμῶν. Γνωρίζομεν ὅτι κατὰ τὸ 1881 εἰσεπράχθησαν καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν 46,788,883 παλαιῶν δραχμῶν, ὅτι κατὰ τὸ 1882 εἰσεπράχθησαν μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους 55,605,759 νέων δραχμῶν, καὶ ὅτι κατὰ τὸ 1883 καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους καὶ μέχρι τέλους Μαΐου τοῦ 1884, ἤτοι κατὰ τοὺς 17 μῆνας τῆς χρήσεως, εἰσεπράχθησαν 53,144,016 νέων δραχμῶν. Τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ 1880 εἰς παλαιὰς δραχμὰς 41,618,135, ἂν μετατρέψωμεν εἰς νέας δραχμὰς, ἔχομεν 37,159,049 νέων δραχμῶν. Εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1881 νέαι δραχμαὶ 41, 775,789, καὶ ἑπομένως κατ’ αὐτὸ εἰσεπράχθησαν περισσότερα ἀπὸ τὸ 1880 4,616,740 νέων δραχμῶν. Κατὰ τὸ 1882 εἰσεπράξαμεν καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας τῆς χρήσεως, πλὴν τοῦ τελευταίου μηνὸς Ὀκτωβρίου, περισσότερα, ἀπὸ ὅσα εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ 1880, 18,446,710. Κατὰ τὸ 1883, κατὰ τὴν βεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ δημοσιευθεὶς ἰσολογισμὸς τῶν μερίδων τοῦ καθολικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, θέλουσιν ἀναβιβασθῆ αἱ εἰσπράξεις εἰς 60,898,344, θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἢ εἰσεπράχθησαν 23,739,295 νέων δραχμῶν περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἰσεπράξαμεν κατὰ τὸ 1880. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὴν αὔξησιν τῶν 23,739,295 τὰ ἔσοδα τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Πόσα τὰ θέλετε; Εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀποδεχθῶ. Θέλετε 3,730,000; Θέλετε 4 ἑκατομμύρια; Θέλετε 5 ἑκατομμύρια; Ἠξεύρετε πόσα εἰσεπράξαμεν ἀπὸ τὸν λαὸν περισσότερα εἰς τὰ 1883 ἀπὸ τὸ 1880; 47% περισσότερα! Αὐτὸς εἶναι ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς, τὸν ὁποῖον εὕρισκε χθὲς τὸ ἑσπέρας ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀσθενῶς φορολογούμενον, τὸν ὁποῖον εὕρισκεν ἐπιδεκτικὸν περισσοτέρων βαρῶν, παραβάλλων τὴν φορολογίαν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν φορολογίαν τοῦ Βελγίου, καὶ τὴν παραγωγὴν τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν παραγωγὴν τοῦ Βελγίου, ὡς ἂν ὑπῆρχον στοιχεῖα ὁμοιότητος, ὡς ἂν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Βέλγος φορολογεῖται 50, πρέπει καὶ ὁ Ἕλλην νὰ φορολογηθῇ 50! Καὶ σᾶς ἀνέφερα ὅτι κατὰ τὸ 1883 εἰσεπράξαμεν τοσούτῳ περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἴχομεν εἰσπράξει κατὰ τὸ 1880, ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπόν τι διὰ τὸ 1884. Κατὰ τὸ 1883 εἴχομεν καὶ ἄλλους φόρους, φόρους καπνοῦ καὶ φόρους σιγαροχάρτου, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν εἶχον κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐφαρμοσθῆ εἰμὴ κατὰ τοὺς ὀλίγους μῆνας, τοὺς πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὑπελόγιζε δεκάδας ἑκατομμυρίων, ὡς ἂν τὰ ἑκατομμύρια νὰ ἦσαν σιγαρέτες ἢ φύλλα καπνοῦ, μετὰ τοσαύτης εὐκολίας ἠρίθμει καὶ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἤθελεν εἰσπράξει ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ πόσα κατὰ 1884 θέλετε εἰσπράξει περισσότερα, ἐφαρμοζομένων κατ’ αὐτὸ καὶ τῶν φόρων τούτων, ἀφοῦ ἐμάθετε ὅτι εἰσεπράξατε κατὰ τὸ 1883 ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους τοῦ Βασιλείου ἄνευ τῶν φόρων τούτων 47% περισσότερον ἀπὸ ὅσα εἴχετε εἰσπράξει πρὸ δύω ἐτῶν; Δὲν ἠλαττώσατε ἑπομένως τὰ κεφάλαια τὰ παραγωγικὰ, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ λαοῦ κατὰ 47%; Κατ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴν ἐπῆλθεν ἡ φαεινὴ ἰδέα εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐλλάττωσιν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν μεγάλου ποσοῦ πιστωτικοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον παρίστανον τὰ τραπεζικογραμμάτια. Καὶ τότε ἐπῆλθεν ὁ κλονισμὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον παρετηρήσατε εἰς τὸ ἐμπόριον. Καὶ τότε ἐταράχθησαν οἱ βιομήχανοι καὶ οἱ ἔμποροι τοῦ Πειραιῶς, καὶ προσέφυγον εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν, διὰ νὰ ἀκούσωσι τὴν παραμυθίαν, τὴν ὁποίαν ἤκουσαν, ὅτι παρασκευάζεται νὰ πείσῃ τὴν Τράπεζαν ἵνα ἐντὸς ὀλίγου συνομολογήσῃ δάνειον εἰς χρυσὸν 40.000,000 διὰ νὰ χύσῃ αὐτὸν εἰς τὴν κυκλοφορίαν, ἀφοῦ κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας ἔχυνεν εἰς αὐτὴν προσέτι καὶ 100,000,000, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰσαγάγει εἰς τὸ Κράτος ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων! Ὡμίλησα, κύριοι, περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν παραγωγικῶν κεφαλαίων, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ σᾶς δώσω ἀκόμη ἀκριβῆ ἰδέαν τῶν γενομένων, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχητε τοιαύτην, διότι μετ’ ὀλίγον θέλετε ψαύσει ἡμεῖς αὐτοὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπέφερε τὴν κρατοῦσαν οἰκονομικὴν κρίσιν. Ἔχομεν ἓν προϊὸν πολύτιμον, τὸν σταφιδόκαρπον. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τοῦ σταφιδοκάρπου, τὸ ὁποῖον ἐξήχθη εἰς τὰς διαφόρους ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης ἀποσταλὲν κατὰ τὸ ἔτος 1882, ἤκουσα ὅμως βεβαιούμενον ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1883 καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1884 προσδοκία ὑπῆρχεν, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ ἐξαχθῇ, ἤθελε φθάσει εἰς 300,000,000 λιτρῶν, πλὴν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον, ὡς κακῆς ποιότητος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντικείμενον ἐμπορίου ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης καὶ τὸ ὁποῖον καταναλίσκεται συνήθως ἐν τῇ χώρᾳ. (Ψιθυρισμοὶ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις). Τριακόσια ἑκατομμύρια καρποῦ σταφίδος παραγομένου ἐν τῷ Κράτει καὶ πωλουμένου εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, εὔκολον εἶναι νὰ συναγάγητε τὸν πλοῦτον, ὅστις ἕνεκα τούτου εἰσάγεται ἐν τῇ χώρᾳ. Πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς 54 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὴν χώραν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συγκομιδῆς τοῦ προϊόντος τούτου. Δὲν εἰξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ προϊὸν ἄλλο ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἰσάγεται τοσοῦτος πλοῦτος ἐν αὐτῇ. Καὶ ἐν χώρᾳ εἰς τὴν ὁποίαν... (Συνδιαλέξεις καὶ ψιθυρισμοὶ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§16Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐπιβάλλετε ἡσυχίαν εἰς τὰ ἀκροατήρια;
§17Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐσέβετο ἑαυτὴν καὶ τὴν αἴθουσαν, εἰς τὴν ὁποίαν συνεδριάζει ἡ Βουλὴ, ἤθελε καταδείξει εἰς τὸν πρωθυπουργὸν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀγορεύσῃ χθὲς ἀπὸ τῆς θέσεως, ἐξ ἧς ἠγόρευσε. (Χειροκροτήματα μετὰ ποδοκροτημάτων ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§18Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ οὔτε θὰ ἀγορεύσῃ πλέον. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα, ποδοκροτήματα καὶ φωναὶ ἐν τοῖς γενικοῖς ἀκροατηρίοις).
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπέλθῃ ἡσυχία...
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§22ΡΟΚΟΣ ΧΟΪΔΑΣ. Πρὶν ἐξακολουθήσῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ προπάντων τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐκλέξῃ ἐπιτροπὴν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων ἐκ Βουλευτῶν ἵνα ἀνέλθῃ εἰς τὰ θεωρεῖα καὶ ἀφοπλίσῃ προπάντων τοὺς ὡπλισμένους διὰ ῥεβόλβερ καὶ μαχαιρῶν, (εὖγε, εὖγε ἐκ τῶν ἀκροατηρίων) εἰς οἱανδήποτε μερίδα καὶ ἂν ἀνήκωσιν· (εὖγε εὖγε, ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλων τῶν ζητημάτων προηγεῖται ἡ τάξις· ζητῶ λοιπὸν τὴν ἄδειαν νὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια.
§24ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).
§25ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κενωθῇ τὸ γενικὸν θεωρεῖον.
§27ΡΟΚΟΣ ΧΟΪΔΑΣ. Πρὸ τῆς ἐκκενώσεως τῶν ἀκροατηρίων νὰ ἀφοπλίσετε τοὺς ὡπλισμένους· ἐὰν ἐκκενώσητε τὰ ἀκροατήρια, δὲν θὰ συλληφθῶσιν οἱ ὡπλισμένοι μισθοφόροι (θόρυβος). Νὰ συλληφθῶσιν οἱ ὡπλισμένοι μισθοφόροι εἰς οἵαν δήποτε μερίδα καὶ ἂν ἀνήκωσιν (χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ὁ κ. Φιλάρετος κατέθηκε πρότασιν εἰς τὸ Προεδρεῖον· νὰ ἀναγνωσθῇ (θόρυβος).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀποκαταστῇ ἡ ἡσυχία πρῶτον. Διέταξα νὰ κενωθῶσι τὰ θεωρεῖα...
§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀναγνώσατε τὴν πρότασίν μου, κύριε Πρόεδρε· (χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§30Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶνε δικαίωμα εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας νὰ συμμετέχωσι τῶν συνεδριάσεων ὡς ἀκροαταὶ ἀπὸ τῶν θεωρείων. Δὲν ἤθελε συμβῇ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον συνέβη πρὸ ὀλίγου, οὔτε ἠθέλομεν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην οὔτε σεῖς, οὔτε ἡμεῖς νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ὀργάνων της δὲν ἄφινε νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ ἀκροατήρια οἱ ὑπάλληλοι τῶν καπνοκοπτηρίων καὶ οἱ λοιποὶ μισθοφόροι τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ μετημφιεσμένοι κλητῆρες (χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). (Ἄρχεται ἡ ἐκκένωσις τοῦ γενικοῦ θεωρείου).
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς κενοῦνται τὰ ἀκροατήρια;
§32Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισε.
§33Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ χθεσινὴ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο ἴσως ἀγόρευσις ῥήτορος, ἀλλὰ βεβαίως οὐχὶ καὶ Πρωθυπουργοῦ. Ἐλάλησε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ δὲν ὡμίλησεν· ἤθελον λοιπὸν σήμερον μηδενισθῇ οἱ λόγοι του, ὄχι διὰ ῥητορικῶν σχημάτων καὶ πανηγυρικῶν λόγων, ἀλλὰ διὰ τῶν ἀριθμῶν καὶ τῶν πραγμάτων, τῶν ὁποίων οὐδεμία γλῶσσα δύναται νὰ κατισχύσῃ. Ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ μὴ ἦναι παρὸν τὸ Ἑλληνικὸν, ἵνα μὴ φωτισθῇ ἐκ τῶν σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ κατεδηλοῦντο ἐντεῦθεν πασιφανῆ καὶ ἀναμφισβήτητα. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γείνῃ ἡ συνεδρίασις μυστικὴ, ὅπως πράγματι κατέστη ἤδη.
§34ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Οἱ δημοσιογράφοι δὲν ἔφυγον.
§35ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶνε πουλημένοι οἱ δημοσιογράφοι.
§36Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ διὰ τοῦτο ἅμα ἀνῆλθεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, οὐ μόνον ἤρχισεν ἀνησυχία τις εἰς τὰ θεωρεῖα ἀλλὰ καὶ ἀνησυχία τοιαύτη, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν ἀγανάκτησιν τῆς πτέρυγος ταύτης καὶ δικαίως· διότι χθὲς θρησκευτικὴ ἐτηρήθη σιγὴ κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὤφειλε τὸν αὐτὸν σεβασμὸν καὶ ἡ πτέρυξ αὕτη πρὸς ἐκείνην καὶ πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ κατορθωθῇ ὁπωσδήποτε ἡ ἐκκένωσις τῶν ἀκροατηρίων, ἵνα μένῃ τὸ κοινὸν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν νομίζει ἴσως ὅτι ἔκαμε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§37ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν ἐννοῶ ὅμως ἐγὼ καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς νὰ μὲ φωτίσητε, διὰ τίνα λόγον δὲν ἀφίνετε τὴν Βουλὴν νὰ προχωρήσῃ;
§38ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει Βουλή.
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ κενωθῶσι τὰ θεωρεῖα.
§40ΡΟΥΦΟΣ. Χωρὶς νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ κενοῦνται τὰ ἀκροατήρια;
§41ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἐκκενώσεως τῶν ἀκροατηρίων. Ἂς ἀποκαταστῇ ἡ τάξις, ἵνα προχωρήσωμεν. (Συντελεῖται ἡ ἐκκένωσις τοῦ γενικοῦ θεωρείου).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§43ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· δὲν ἀφίνομεν οὐδένα νὰ ὁμιλήσῃ (θόρυβος).
§44ΡΟΚΟΣ ΧΟΪΔΑΣ. Οὐδεὶς θ’ ἀνέλθῃ τὸ βῆμα· δὲν ὑπάρχει Βουλή.
§45Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ἀνέρχεται τὸ βῆμα). Κύριοι....
§46ΡΟΚΟΣ ΧΟΪΔΑΣ. Κάτω, κάτω. Δὲν ὑπάρχει Βουλή.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει μίαν πρότασιν.
§48ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει Βουλή (θόρυβος).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει;
§50ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι· δὲν ὑπάρχει Βουλὴ (θόρυβος).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ τὸ ἐννοήσω· ἀφοῦ ὑπάρχῃ ἀπαρτία, δὲν ἐννοῶ τί ἐννοεῖτε μὲ τὸ δὲν ὑπάρχει Βουλή. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω οὐδὲν ἄλλο ἢ τὸν Κανονισμόν. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§52Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη ἔμαθον, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι ἔφυγον ἐκ τῶν κενωθέντων θεωρείων, εὗρον σκέπην εἰς τὰ ἄλλα θεωρεῖα (θόρυβος).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου.
§54ΡΟΚΟΣ ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι ἀργὰ πλέον διὰ τὴν πρότασιν· ἤδη τὰ ἀκροατήρια ἐξεκενώθησαν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συλληφθῶσιν οἱ ὡπλισμένοι.
§55Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὁρίζει ὅτι, ὁσάκις πρόκειται νὰ διαταχθῇ ἐκκένωσις τῶν ἀκροατηρίων, πρέπει νὰ ἐρωτᾶται ἡ Βουλή. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀτυχῶς ἔσπευσε νὰ διατάξῃ αὐτογνωμόνως καὶ αὐθαιρέτως τὴν ἐκκένωσιν.
§56ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§57ΕΤΕΡΟΙ. Ναί, ναί.
§58ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπε, καὶ ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμὸν εἰλικρινῶς· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἐκκενώσεως τῶν ἀκροατηρίων, νὰ συζητηθῇ τοῦτο καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐκκενωθῶσιν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν συμφέρει εἰς τὰ σχέδια τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἐκκενοῖ τὰ θεωρεῖα, ὁσάκις τῇ συμφέρει. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὰ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις συμβαίνοντα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων καὶ δώσω ἀληθῆ εἰκόνα τῶν συμβαινόντων. Ἀπὸ ἡμερῶν πολλῶν ἡ Κυβέρνησις, ἀφ’ ὧν δηλαδὴ ἐγένετο ἡ κατ’ αὐτῆς διαδήλωσις τοῦ ἀθηναϊκοῦ λαοῦ πρὸ τῶν ἀνακτόρων, διὰ τῶν ἀστυνόμων καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰ διάφορα καπνοκοπτήρια τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ἑδρευόντων ἐν Ἀθήναις, ἐφρόντισε νὰ συνάξῃ ὅλα τὰ περιτρίμματα τῶν ὁδῶν καὶ ὅ,τι ἀποφώλιον κοινωνικὸν τέρας καὶ νὰ συνεργασθῇ μετ’ αὐτῶν πρὸς ἐπίδειξιν ὑπάρξεως τῶν ὑποστηρικτῶν σχεδίων τῆς ἐκ τῆς λαϊκῆς τάξεως. Ἡ ὁμὰς ἐκείνη, ἥτις πρὸ ἐτῶν κατέγεινεν, ὅπως δι’ ὑπονόμων εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, σήμερον εἰσέρχεται ποδηγετουμένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους καὶ λαμβάνει ἄφθονα χρήματα καὶ διαδηλοῖ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ χειροκροτεῖ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Εἶναι γνωστὰ ἅπαντα τὰ πρόσωπα ταῦτα (εὖγε ἀριστερόθεν). Οἱ κλέπται καὶ οἱ φαυλόβιοι ἔγειναν συνεργάται τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παραστήσωσι ψευδῆ εἰκόνα τῆς κοινῆς γνώμης (εὖγε, εὖγε ἀριστερόθεν). Ἐὰν μεταβῆτε εἰς ὡρισμένα καπηλεῖα τῆς πρωτευούσης περὶ τὴν μεσημβρίαν, θέλετε ἴδει ὡρισμένα ἄτομα, τὰ ὁποῖα φυλάττουσιν εἰς τὴν θύραν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἢ εἶναι ὑπάλληλοι διωρισμένοι, προεδρεύοντα ἐν συμποσίοις μετὰ ὡρισμένων ἀτόμων τῆς ἐσχάτης κοινωνικῆς ὑποστάθμης ἐκ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν· ἀφοῦ δ’ ἅπαντες οὗτοι κορεσθῶσι καὶ μεθυσθῶσιν, ὁδηγοῦνται εἰς τὰ ἀκροατήρια τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιδοκιμάσωσι τοὺς τρέφοντας αὐτοὺς ἐκ τῶν δημοσίων χρημάτων ἢ ἀποδοκιμάσωσι τοὺς ἀντιθέτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ὁ κυρίως μοχλός, ὅστις διευθύνει ταύτην τὴν ἐνέργειαν, τὸ δὲ κεφάλαιον τῆς δημοσίου ἀσφαλείας εἶναι τὸ χρησιμεῦον πρὸς συντήρησιν τῆς κοινῆς ταύτης γνώμης. Ἂς φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατάλογον τῶν ἐνταλμάτων, τῶν ἐκδοθέντων ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὀνομαστικὸν δι’ ἕκαστον ἄτομον, καὶ θὰ ἰδῆτε τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἵτινες σήμερον διέπραξαν τὰς ἀταξίας, ἐκείνους, οἵτινες ἐχειροκρότησαν χθὲς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ σήμερον ποδοκροτοῦσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν, πρὸς ἀντιστάθμισιν ῥαγδαίων χειροκροτημάτων τῶν ἀμερολήπτων πολιτῶν. Τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καθαρόν. Ἐπὶ ἓν καὶ δύω ἔτη ἠδυνήθη νὰ πλανήσῃ τὸν κόσμον, παρέχουσα ὑποσχέσεις περὶ ἰσοζυγίων, περὶ ἐθνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ σήμερον ἦλθον τὰ πράγματα καὶ φωνάζουν ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα ἑκατομμυρίων, ὅτι ἐκ τῶν 170,000,000 λείπουσιν 20,000,000. Χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ τέχνην ἠθέλησε νὰ τὸ κρύψῃ, ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ τὸ ὁμολογήσῃ, καθόσον ἦλθεν ἡ στιγμή, καθ’ ἣν θ’ ἀφαιρεθῇ ὁ πέπλος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν (εὖγε, εὖγε, θόρυβος). Παρακαλῶ, κύριοι, μὴ γίνεσθε ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, θελήσατε νὰ τηρήσετε ὑψηλὰ τὴν θέσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἴδετε ὅτι ἐδῶ αὐθαιρέτως ἡ Κυβέρνησις ἥρπασεν ἓν δικαίωμα ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, διότι κατέστρεψε τὰ ἀκροατήρια τοῦ λαοῦ· ἢ νομίζετε, ὅτι δὲν ἀντελήφθημεν αὐτοῦ; Μέχρι τοῦδε ὑπῆρχον ἕνδεκα θεωρεῖα τῆς βʹ σειρᾶς, τοῦ λαοῦ λεγόμενα, καὶ ἠδύναντο νὰ εἰσέλθωσιν ἐλευθέρως ἄνευ εἰσιτηρίων 1000 πολῖται ἀκροαταί· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις χωρὶς νὰ ἔχῃ κανὲν δικαίωμα τὰ ἐκρήμνισε. Καὶ ὁ διατάξας τὸ τοιοῦτον ἐν τίνι δικαιώματι τὸ ἔπραξε; μόνη ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ Βουλευτηρίου. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ὑπῆρχεν, ὅτε ἤρχισαν αἱ δῆθεν ἐπισκευαί· ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου καὶ τῆς Βιβλιοθήκης αὐτοῦ δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα· τίς ὁ διατάξας τὴν κατάῤῥιψιν τῶν θεωρείων; ἡ Κυβέρνησις μόνη, φοβουμένη τὴν μεγάλην συνάθροισιν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ· διότι γνωρίζετε, ὅτι πάντες εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι, ὡρίσατε μόνον 80 θέσεις ἠριθμημένας, τὰς ὁποίας καταλαμβάνουσι δι’ εἰσιτηρίων τὰ μίσθια ὄργανά σας. Ταῦτα πάντα τὰ ἐννοοῦμεν, ἀλλὰ δὲν καταδεχόμεθα νὰ ποιήσωμεν λόγον περὶ αὐτῶν, διότι ὅλα σας τὰ τεχνάσματα θὰ καταπέσωσιν, ὅταν προσεχῶς, εἴτε εἶσθε ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἴτε μὴ, θὰ ἀποφανθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῆς ψήφου του. Μὴ ἐξευτελίζετε ὅμως τὸ Κοινοβούλιον διὰ σκηνῶν, ὧν παρέστημεν μάρτυρες πρὸ ὀλίγου, καὶ ἃς ἐσκεμμένως ἐπροκαλέσατε, ὅπως δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ ἐκκενοῖ ὁσάκις θέλει τὰ ἀκροατήρια, διότι φαίνεται σᾶς κοστίζουν πολὺ νὰ καταρτίζετε αὐτὰ καθ’ ἑκάστην ὡς θέλετε. Δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ κενώσητε τὰ θεωρεῖα· ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφανθῇ· τοῦτο δὲν ἐγένετο. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ διαταχθῇ νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ ἀκροατήρια, καὶ τότε μόνον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§59ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§60ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Χοϊδᾶς προέτεινε νὰ σταλῇ ἐπιτροπὴ εἰς τ’ ἀκροατήρια, ἵνα ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις διὰ τὰ συμβαίνοντα, καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ἔγγραφον πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, καὶ μὲ τὸ συμπέρασμα, ὅπως ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς σταλῇ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Ἐφετῶν, ἵνα ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα. Καὶ ἡ μὲν Βουλὴ δὲν ἠρωτήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου· ἀλλ’ εἴδομεν, ὅτι ἐκενώθησαν τ’ ἀκροατήρια· ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην, ἄν ἐγένετο ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ τούτου· ὁπωσδήποτε ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ὑπεβλήθη ἡ πρότασίς μου, μετὰ τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων, ἐματαιώθη ἐν μέρει· ἀφ’ ὅτου ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ μετεβλήθη εἰς Ῥωμαϊκὸν ἀμφιθέατρον, πρὶν πάσης ἄλλης συζητήσεως πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα κατάλληλα, ὅπως ἐπανέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν κανονισμὸν καὶ τὴν τάξιν· καὶ πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι χρησιμεύει ἡ πρότασίς μου μὲ μικρὰν τροποποίησιν, δηλαδὴ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ᾖνε διαρκὴς, ἐφορεύουσα τὴν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις τάξιν. Ὀφείλει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου, ἵνα ἡ ἐπιτροπὴ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν αὔριον τοὐλάχιστον, διότι, ὡς πρὸ πολλοῦ ἀντελήφθημεν, ὑπάρχει σύστημα ἐπίλεκτον ὠργανωμένον, ὅπως χειροκροτῇ καὶ ποδοκροτῇ, τὸ δὲ βῆμα τοῦτο καὶ τὰς συνεδριάσεις δὲν διευθύνει πλέον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οἱ πρόεδροι τῶν ἀκροατηρίων. Ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκλέξῃ πενταμελῆ ἐπιτροπὴν, ἐφορεύουσαν ἐπὶ τῆς τάξεως καὶ ἥτις, ὁσάκις συμβαίνει πρᾶξις ἀξιόποινος, ν’ ἀποστέλλῃ διὰ τοῦ Προεδρείου τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεών της εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν διὰ τὰ περαιτέρω.
§61ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐξευτελίσθημεν καὶ ἐξευτελιζόμεθα .... (θόρυβος).
§62ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ν’ ἀνοίξωσι τὰ ἀκροατήρια.
§63ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡμίλησεν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς καὶ ἀπαιτῶ ν’ ἀπαντήσω (θόρυβος). Ὅτε, κύριοι, ἡ μία πτέρυξ διανοεῖται οὕτω νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της εἰς τὴν ἑτέραν, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ καὶ Συνταγματικὸν Πολίτευμα, (θόρυβος).
§64ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μὴ τὰ λέγετε εἰς ἡμᾶς.
§65ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ λέγω πρὸς ἐκείνους, οἵτινες, μὴ σεβόμενοι τὸν Κανονισμὸν, προκαλοῦν σκάνδαλα. Ἡμεῖς, κύριοι, οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) δὲν ἐξηυτελίσαμεν τὸ Κοινοβούλιον, οὔτε τὸ ἐξευτελίζομεν. Ἡ Βουλὴ δίδει πάντοτε τὴν ἄδειαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὁσάκις ἀτακτῶσι τὰ ἀκροατήρια, νὰ τὰ ἐκκενώνῃ, καὶ τοῦτο εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμόν. Καὶ τοιαύτη ἄδεια ἐδόθη (θόρυβος) Ἐξευτελίζουσι δὲ τὴν Βουλὴν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν σέβονται τὰ νομίμως ἀποφασισθέντα, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν τὰ σέβονται, διότι θέλουσι τὴν ἀταξίαν εἰς τὰς συνεδριάσεις. Ὁ κύριος Βουλευτὴς Ἀττικῆς μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι διὰ τῶν ἀκροατηρίων περιμένει ἡ Ἑλλὰς νὰ φωτισθῇ περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὰ ἀκροατήρια τῆς Βουλῆς δὲν εἶνε ἡ Ἑλλὰς, οὐδὲ ἀντιπροσωπεύουσι τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Ἑλλάδος. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος θέλει φωτισθῆ ἐκ τῶν δημοσιευομένων συζητήσεων, ἐκ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Τριακόσιοι ἄνθρωποι, καθήμενοι ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πρωτεύουσα τοῦ Κράτους δὲν εἶνε τὸ ἔθνος (θόρυβος), καὶ ἂν ὅλος ἔτι ὁ λαὸς τῆς πρωτευούσης παρίστατο ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις. Ἀπορῶ δὲ μὲ ἐκείνους, οἵτινες δίδουσι τόσην σημασίαν εἰς τὴν ἔκφρασιν τῶν ἀκροατηρίων, καὶ ἀκροατηρίων, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζονται ἐπανειλημένως μὲ τοσοῦτον κολακευτικὰς φράσεις· διότι ἐὰν μία πτέρυξ λέγει ὅτι εἶνε μισθωτοὶ οἱ χειροκροτοῦντες, ἡ ἑτέρα ἀπαντᾷ ὅτι ἐκ συναλλαγῆς ὑποσχέσεων μελλουσῶν χειροκροτοῦσι ἀντιθέτως καὶ ἐξ ἐλπίδων εἰς τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως στηριζομένων. Καὶ ὅταν τοιαῦτα γίνωνται καὶ λέγωνται, τὸ Ἔθνος ἐκφράζει τὴν γνώμην του; Ἄν θέλετε τὴν συζήτησιν, διατί δὲν ἐπικαλεῖσθε καὶ σεῖς τὸν Κανονισμόν; Δὲν δύναμαι, ὅθεν, κύριοι, ἢ νὰ ἀποκρούσω τὴν πρότασιν περὶ ἀνακλήσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἀνάκρισιν τῶν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις γενομένων ἀτακτημάτων, καὶ ἐπιμένω νὰ ὑποστηρίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν.
§66Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν εἶνε ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδόλως εἶμαι διατεθειμένος εἰς ἀγανάκτησίν τινα ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, εἶνε τὸ παρεμπίπτον, τὸ ὁποῖον ταύτην τὴν στιγμὴν μᾶς ἀπασχολεῖ. Καὶ ἴσως μὲν διαφέρει ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐπὶ τῆς σημερινῆς τοῦ τόπου καταστάσεως, πρὸς τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι ἄλλων συναδέλφων, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησιν ὅτι μᾶλλον φοβοῦμαι τὰ ὑποβόσκοντα κακὰ εἰς μίαν κοινωνίαν, παρὰ τὰ κακὰ καὶ τὰς πληγὰς, αἵτινες ἐκτίθενται ὑπὸ τὰς ὄψεις ἁπάντων! Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν διατεθειμένων εἰς ἐνδοιασμοὺς πρὸς τὰ τυπικὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ (θόρυβος). Ἀλλ’ ὅταν εἶνε βεβαιωμένον μετὰ τὴν ἐκδηλωθεῖσαν μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διαβεβαίωσιν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὧν ἡ ἀξιοπιστία δὲν εἶνε ἀμφισβητήσιμος, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διέταξε τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὅταν ἑπομένως ἀφῃρέθη ἀπὸ τῶν πολιτῶν τὸ δικαίωμα τοῦ παρευρίσκεσθαι εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἀναγκαίως πρέπει νὰ κρίνωμεν ἂν ὑπῆρχον τοὐλάχιστον λόγοι οὐσιαστικοὶ, ὅπως τοιοῦτον μέτρον ἐφαρμοσθῇ, ἂν αἱ ἐκδηλωθεῖσαι ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ἀσχημίαι ἦσαν λόγος ἀποχρῶν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν γενομένην ἤδη ἐκκένωσιν. Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν, κύριοι, ταύτην φρονῶ ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ ἐν τῷ τόπῳ μία ψευδὴς καὶ ἀχρεία κατάστασις ὑπὸ τοὺς τύπους τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος — καὶ δὲν τὸ λέγω σχετικῶς πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν μόνον Κυβέρνησιν — ὅταν, λέγω, ὁπωσδήποτε ἐδημιουργήθη μία τοιαύτη κατάστασις, εἶνε μὰ τὴν ἀλήθειαν προτιμότερον νὰ ἐκδηλοῦται αὕτη ὑπὸ τὰς ὄψεις ἁπάντων, ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις· διότι τότε μόνον ἡ κοινωνία δύναται νὰ αἰσθανθῇ κατὰ τίνα τρόπον λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, καὶ ἂν δύναται τοῦτο οὕτω λειτουργοῦν νὰ ἦνε πηγὴ ὠφελείας διὰ τὸν τόπον, καὶ ἂν δὲν ἐμπαίζωμεν μᾶλλον ἡμᾶς αὐτούς. Ὑπὸ τοιαύτας σκέψεις ἐπιθυμῶ νὰ ὑπάρχωσι τὰ ἀκροατήρια, νὰ ὦσιν ἀνεῳγμέναι αἱ θύραι εἰς πάντας, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἀσχημίαι, νὰ ἐκδηλῶνται αὗται πανηγυρικῶς οὕτως εἰπεῖν· ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὸ μέτρον τοῦ νὰ δώσῃ τὴν σημασίαν ἐκείνην, ἣν ἀρνεῖται ὁ ἔντιμος προηγορεύσας, καὶ εὐλόγως, εἰς τὰς ἐκδηλώσεις τῶν ἀκροατηρίων καὶ ἔλαβε σχετικὴν περὶ τούτου φροντίδα, εἶμαι διατεθειμένος οὐχὶ νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τὴν ἐπαινέσω, διότι συντρέχει εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν. Δύναμαι νὰ ὑποθέσω μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι εἶνε ἴσως ἔργον πατριωτισμοῦ νὰ διακωμῳδηθῇ ἡ κατάστασις αὕτη ἐνταῦθα, καὶ τὸ ἔργον τοῦτο τὸ πατριωτικὸν ἀνέλαβε, φαίνεται, ὁ Πρωθυπουργός. Δὲν πρέπει πλέον νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας· εἶνε γνωστὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ φωλεὰ τοῦ κακοῦ, ὅτι προδίδεται ὁ τόπος καὶ ἀπειλεῖται πλέον μὲ καταστροφήν! Καὶ ἦτον ἀληθῶς ἀναγκαία ἀπὸ τοῦ βήματος ἡ διαβεβαίωσις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔκαμε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διακηρύξας ὅτι θὰ ζήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος! Κατόπιν τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ πολιτικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ του συστήματος, τοῦ τρόπου καθ’ ὃν κυβερνώμεθα, ἠδύνατο δικαίως νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία καὶ περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς τοῦ Κράτους! Ἠκούσατε χθὲς ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ σᾶς ἀνεκοίνωσε τὸν θρίαμβον τῶν οἰκονομικῶν του μέτρων, περιεστράφη κατόπιν ἐν ἐπιλόγῳ τῆς ἀγορεύσεώς του, ἐξηγμένῳ λογικῶς ἐξ αὐτῆς, νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μέλλει νὰ ζήσῃ. Ἠσθάνετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι τοιαύτη πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγε, καὶ τοιαύτη ἐφαρμογὴ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος ἠδύνατο νὰ ἐγείρῃ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι φερόμεθα εἰς τὸν ὄλεθρον, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων κατὰ τὰ ἄλλα. Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι ματαίως συζητοῦμεν περὶ τῶν οἰκονομικῶν πρὶν συζητήσωμεν περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως, οὐδὲ βλέπω ἐν ταῖς ἀταξίαις, περὶ ὧν συζητοῦμεν, ἀσχημίαν μεγαλειτέραν ἐκείνων, αἵτινες τελοῦνται εἰρωνικῶς οὕτως εἰπεῖν. Δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ κάμωμεν ἀνακρίσεις περὶ τοῦ πῶς συγκροτοῦνται τὰ ἀκροατήρια, οὐδὲ ἂν εἶνε ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τοῦτον ἢ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον. Ἕκαστος ἔχει τὰς ἰδέας του καὶ τὰς διαθέσεις του ἐκ τῶν ἀκροατῶν, ὥστε νὰ ἐπιδοκιμάζῃ τὸν μὲν καὶ ἀποδοκιμάζῃ τὸν δέ· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Δὲν θέλω νὰ προβῶ εἰς καμμίαν ἐξέτασιν πόθεν ὡρμῶντο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι χθὲς ὤφειλον νὰ χειροκροτήσωσι τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, καὶ πρὸς στιγμὴν ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι ἤθελον θεωρήσει ἀνάξιον ἐρεύνης καὶ ἂν οἱ τοιοῦτοι μισθοδοτοῦνται ἐξ αὐτοῦ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτὸν ὅτι κακῶς διευθύνονται, δὲν εἰξεύρω ὑπὸ τίνων, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ἐκφράζουσι φρονήματα ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν πρόκειται περὶ διακωμῳδήσεως· διότι δὲν δύναται βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ὑπάρχει τις ὁ τὰς ἀταξίας ὑποκινῶν. Ἀλλὰ δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔθεσεν ἐκεῖ σήμερον ἀνθρώπους, ὅπως διαταράττωσι τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν καὶ καταλήξωμεν εἰς ματαίωσιν αὐτῆς; Τίς ἐνδιεφέρετο σήμερον νὰ ματαιωθῇ ἡ συζήτησις καὶ ὑπάρξῃ ταραχὴ εἰς τὰ ἀκροατήρια; Βεβαίως ἄνθρωποι ἔχοντες σχέσεις μεθ’ ὑμῶν!
§67ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Τὰ ἀκροατήρια ἐξεκενώθησαν καὶ ὑμεῖς ζητεῖτε νὰ ἐπανέλθωσι.
§68ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τὰ φαινόμενα ταῦτα δὲν εἶνε νέα· ἀπὸ τῆς παρελθούσης ἀκόμη Συνόδου εἶχε ληφθῆ τὸ μέτρον τοῦτο, τοῦ νὰ γίνεται ταραχὴ ὑπό τινων τῶν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις καὶ μόλις ἀνέλθῃ τι τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὸ βῆμα. Καὶ πρώτην μάλιστα φορὰν συνέβη εἰς ἐμὲ αὐτὸν τοιοῦτόν τι κατὰ τὰς τελευταίας συζητήσεις τῆς παρελθούσης Συνόδου μίαν ἡμέραν. Δύναμαι, κύριοι, νὰ καυχηθῶ ὅτι κατ’ ἐμοῦ δὲν ὑπάρχουσι προκαταλήψεις. Εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, ὅπως θέλετε, ἢ κατὰ σύμπτωσιν— καὶ δὲν θέλω νὰ περιαυτολογήσω— πᾶν ἄλλο ἢ ἀποδοκιμασία τις ἐξεδηλοῦτο πρὸς ἐμὲ ἕως τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐκ τῶν ἀκροατηρίων. Ἐν τούτοις μίαν τῶν ἡμερῶν αἴφνης μόλις ἀνέβην τὸ βῆμα καὶ ποδοκροτήματά τινων ἠκούσθησαν ἐκ τῶν ἀκροατηρίων, ἅμα τῇ ἐμφανίσει μου. Εὐκόλως βέβαια δύνασθε νὰ ἐξηγήσητε τὸ φαινόμενον καὶ νὰ συμπεράνητε ὁποῖοι οἱ ποδοκροτήσαντες καὶ πόθεν ὡρμῶντο. Καὶ δυστυχῶς διὰ σᾶς, ὅπως τὸ πρᾶγμα γίνῃ καταφανὲς δὲν ὡδηγήθησαν, φαίνεται, καλῶς οἱ ἀτακτήσαντες, δὲν ἐγένετο αὐτοῖς ἡ δέουσα διδασκαλία περὶ τοῦ τρόπου καὶ τῆς στιγμῆς τοιούτων ἀτακτημάτων. Καὶ τῶν τοιούτων μέτρων τὴν συνέχειαν ἔχομεν ἤδη. Προχθὲς ὁ κ. Στεφανίδης ὁμιλῶν, μόλις ἠκούετο παρ’ ἡμῶν καὶ μόλις ἀντελαμβανόμεθα τί ἆρά γε ἤθελε νὰ εἴπῃ. Καὶ ὅμως πολλοὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων τὸν ἐχειροκρότησαν, ἐπὶ μόνῳ βεβαίως τῷ λόγῳ ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν ὑπουργικὴν μερίδα. Τοιοῦτον θρίαμβον ἀπολαμβάνων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχειροκροτήθη χθὲς παρὰ τῶν ἰδίων, οἵτινες εἶχον χειροκροτήσει καὶ τὸν κ. Στεφανίδην, ἀλλά τοιαῦτα χειροκροτήματα ἦσαν βεβαίως τὰ χειρότερα ποδοκροτήματα, ἅτινα ἐγένοντό ποτε εἰς Πρωθυπουργόν. Τὴν σειρὰν τῶν φαινομένων τούτων δὲν δύνασθε νὰ τὴν ἀμφισβητήσητε, ὡς οὐδὲ τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν πᾶς λογικὸς πολίτης ἀποδίδει εἰς ταύτην. Ὅλα δύνασθε νὰ ἀμφισβητήσετε, ἀλλὰ τὴν ἀλληλουχίαν ταύτην τῶν γεγονότων δὲν δύνασθε νὰ τὴν ἀμφισβητήσητε. Οὐδέποτε ἐφάνη ἐκ τῶν ἀκροατηρίων τοιοῦτον φαινόμενον νὰ χειροκροτοῦν καὶ νὰ ποδοκροτοῦν ἀδιακρίτως καὶ μόνον ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει ἑνὸς συμπολιτευομένου ἢ ἑνὸς ἀντιπολιτευομένου, ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα φαινόμενα παρουσιάσθησαν ἀπό τινος προφανῶς ἐκ προσώπων εὑρισκομένων εἰς σχέσεις πρὸς ὑμᾶς. Ἀλλὰ, κύριοι, προκειμένου περὶ βεβιασμένων καὶ μονομερῶν καταστολῶν τῶν ἀσχημιῶν τούτων, ὁποία ἡ διὰ τῆς ἐκκενώσεως τῶν ἀκροατηρίων τῆς σήμερον; ἐγὼ προτιμῶ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἀσχημιῶν παρὰ τὴν ψευδῆ αὐτῶν περικάλυψιν. Καὶ φρονῶ, ὅτι κατὰ ταύτην μάλιστα τὴν ἐποχὴν οἱ πάντες πρέπει νὰ εἰσέρχωνται εἰς ἐκεῖνα τὰ ἀκροατήρια, ἂς παρατηροῦν δὲ οἱ ἔντιμοι πολῖται, ἂς παρατηροῦν ἐξεταστικῶς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶνε ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἂς μὴ ἐξετάζουν τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, ἂς στρέφουν περὶ ἑαυτοὺς τὸ βλέμμα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ ἂς βλέπωσι πῶς λειτουργεῖ ἐν γένει ἡ διοίκησις, ἂς βλέπουν ποῖοι καὶ πόσοι μισθοδοτοῦνται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐν τοιαύτῃ οἰκονομικῇ δυσχερείᾳ, καὶ ἂς κρατήσουν τὰς σημειώσεις ταύτας περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, ἂς κρατήσωσιν σημείωσιν τῶν λόγων καὶ τῆς πολιτείας ἑνὸς ἑκάστου καὶ ἂς περιμένωσι τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θὰ φανῶσιν αἱ τελευταῖαι συνέπειαι τοῦ συστήματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἀκόμη καὶ χθὲς ἀλλὰ τραυλίζων πλέον, παρίστα ὡς μεταβολὴν ἐπὶ τὰ βελτίω (εὖγε, εὖγε).
§69ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένει ὁ κ. Φιλάρετος εἰς τὴν πρότασίν του;
§71ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Νὰ ἀνοίξετε τὰ θεωρεῖα, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐρωτήσετε τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὰ κενώσετε σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμόν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§73ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐτελείωσε τὸ ζήτημα.
§74ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα πρῶτον.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν θέλῃ, τότε λαμβάνει τὸν λόγον ὁ κ. Δημητρακάκης.
§76ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ ἔλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν, δὲν πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν καθόλου ἐπιπολαίως· πρόκειται περὶ τῆς τύχης τῆς πατρίδος, διότι πρόκειται ἂν θὰ ἐφαρμόζηται ἢ ὄχι τὸ Πολίτευμα· ἄλλως, πρέπει νὰ σκεφθῇ ἕκαστος πῶς θὰ ἀντικρούσῃ τὴν βίαν διὰ τῆς βίας. Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἔρχομαι εἰς θεωρίας, ἀλλ’ εἰς συγκεκριμένα πράγματα· τοὺς ἀτακτοῦντας ἀκροατὰς διεύθυνε τμηματάρχης τοῦ ὑπουργείου καὶ ὑπαστυνόμος. Κύριοι, ἂν λάβωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μας ἀφ’ ὅτου συνεκλήθησαν Ἐθνικὰ Συνέδρια, εἰς μίαν περίστασιν εὑρίσκομεν ὅτι διελύθη Ἐθνικὸν Συνέδριον ἕνεκα τῆς ἀταξίας, τὴν ὁποίαν ὑπεκίνησεν ἡ Κυβέρνησις· εἰς μίαν περίστασιν ἡ Κυβέρνησις ἐπροκάλεσε τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, καὶ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη διελύθη καὶ τὴν διάλυσιν αὐτῆς τὴν ἐπλήρωσεν ἀκριβὰ τὸ Ἔθνος. Ἀπὸ τοῦ 1821 συνῆλθον διάφορα Ἐθνικὰ Συνέδρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐξυβρίσθησαν καὶ Ἄρχοντες, καὶ Στρατάρχαι, καὶ Ναύαρχοι μεγάλοι, ὁ Ὑψηλάντης, ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Μαυρομιχάλης, ὁ Ζαΐμης, ὁ Κουντουριώτης, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἐτόλμησαν νὰ προσβάλουν τὸ Συνέδριον τῶν ἀντιπροσώπων· ἐδέχθησαν τὰς μομφὰς, αἵτινες τοῖς ἀπεδόθησαν, χωρὶς νὰ κάμουν τίποτε, ἐνῷ εἶχον τὴν ἰσχὺν τότε νὰ ἐκδικηθοῦν ὡς ἤθελον. Μόνον εἰς τὰ 1832 ἐδόθησαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν 3,000 τάλληρα διὰ νὰ διαλύσῃ τὸ ἐν Προνοίᾳ συνελθὸν τότε Ἐθνικὸν Συνέδριον διὰ νὰ συντάξῃ τὸ Πολίτευμα, μὲ τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ κυβερνήσῃ ὁ ἀναμενόμενος Βασιλεύς.
§77ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ποῖος ἦτο ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τότε;
§78ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ Τρικούπης, ὁ πατὴρ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Καὶ μὅλα ταῦτα δὲν εὗρε πολίτας, διὰ νὰ μισθώσῃ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἀντεθνικοῦ τούτου σκοποῦ, ἀλλ’ ἠγόρασε τὸν φρούραρχον Ζέρβαν καὶ οὗτος διέλυσε τὴν Συνέλευσιν, κακοποιήσας τοὺς Πληρεξουσίους. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἔγινεν ὄργανον τῆς Βαυαρικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξετέλεσε τὴν παραγγελίαν της, μέχρι τῆς ἀποπέμψεως τῆς Δυναστείας ἐκείνης εἶχε τὰ χαϊδεύματά της, ἀλλὰ τοῦτο ἐστοίχισεν εἰς τὸ Ἔθνος 60 ἑκατομμύρια, δέκα ἐπαναστάσεις κατὰ τῆς Βασιλείας, δεκαετῆ ἀντεθνικὴν Διοίκησιν τῆς Βαυαροκρατίας, σαθρὰ θεμέλια τῆς Δυναστείας, ἥτις τελευταῖον διὰ τοῦτο κατέπεσεν. Ἦλθον κατόπιν αἱ Συνελεύσεις τῆς 3 7βρίου καὶ τοῦ 1862· ποῖα πρόσωπα δὲν ἐξυβρίσθησαν ἐκεῖ; καὶ τί δὲν ἤκουσαν αἱ Κυβερνήσεις; καὶ μὅλα ταῦτα, οὔτε πρόσωπον, οὔτε Κυβέρνησις ἐτόλμησε νὰ ἀπειλήσῃ δι’ ἀνθρώπων μεμισθωμένων τὸ Συνέδριον. Ἡ πολιτεία, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ σήμερον ὁ κ. Τρικούπης, εἶναι ἡ πολιτεία τοῦ Χασεκῆ. Ὁ Χασεκῆς διὰ τῶν 300 Ἀλβανῶν του ἐτρόμαζε τὰς Ἀθήνας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἵσταται ὁ Τρικούπης ἐπὶ τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἵστατο ὁ Χασεκῆς; Ὁ Χασεκῆς εἶχε παρὰ τῷ Σουλτάνῳ τὸν Χαλὲτ–Ἐφέντην ἰσχυρότατον ριτζάλι καὶ τὸν ὑπεστήριζε. Ποῖον εἶναι τὸ τόσον ἰσχυρὸν ριτζάλι, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑποστηρίζει τὸν Τρικούπην παρὰ τῷ Ἡγεμόνι; Καὶ ἐπὶ τέλους ἔχει ὁ Ἡγεμὼν τῶν Ἑλλήνων ἐπὶ τῶν πολιτῶν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχε τότε ὁ Σουλτάνος ἐπὶ τῶν ραγιάδων; Ὕβριζον τὸν Κωλέττην οἱ ἀντίπαλοί του, ἐπίσης ἀντιθέτως τοὺς ὁμοτίμους τούτου, καὶ μὅλα ταῦτα ἂς ὁμολογήσῃ τὸ λείψανον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης— δεικνύει τὸν κ. Καλλιφρονᾶν— ἐρωτήσατέ τον ἄν ποτε ἠσχημόνησαν ἐκεῖνοι οἱ μεγάλοι πολῖται καὶ ὑβριζόμενοι μάλιστα μὲ τὰ εἰδεχθέστερα ἐπίθετα· διατί; διότι ἠγάπων τὴν πατρίδα των, καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα ἦτο τὸ σέβας πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῆς. Ἀλλὰ (ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν) σὺ δὲν ἔχεις πλέον νὰ χάσῃς τίποτε καὶ τὰ πάντα θὰ μεταχειρισθῇς διὰ νὰ σταθῇς εἰς τὴν Ἐξουσίαν· δι’ αὐτὸ παρεξετράπης εἰς κινήματα, τὰ ὁποῖα σὲ ἐξωλίσθησαν καὶ σὲ ἐνοχοποίησαν ἔτι περισσότερον. Δὲν πρόκειται νὰ χάσῃς πλέον τὴν Ἐξουσίαν μόνην· πρόκειται νὰ πάθῃς ὅ,τι σοὶ προητοίμασεν ἡ ἄστοργος πρὸς τὸ Ἔθνος Κυβέρνησίς σου. Διὰ τοῦτο προσπαθεῖς ν’ ἀποφύγῃς τὸν κίνδυνον διὰ μισθωτῶν ἐκ τοῦ ἀχρείου στοιχείου τῆς κοινωνίας. Ἀλλοίμονον ἂν 100 μισθωτοὶ εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸ Ἔθνος. Τοιαύτη πατρὶς καλλίτερα νὰ μὴ ὑπάρχῃ, καλλίτερον νὰ λείπῃ τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα· τοὐλάχιστον εἷς Βασιλεὺς ἄνευ Συντάγματος, ἔχων τὴν εὐθύνην καὶ μὴ ἔχων συμφέρον ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου προσώπου, θὰ διοικήσῃ πολὺ καλλίτερα. Τοιαῦτα κινήματα τῶν Κυβερνήσεων ἔφερον ἀνατροπὰς παντοῦ. Εἷς σαρκασμὸς τοῦ Γκιζώτου ἀνετίναξε καὶ αὐτὸν καὶ τὸν Φίλιππον, καὶ ὁ Γκιζῶτος εἶχε πλειοψηφίαν πολὺ μεγαλειτέραν ἀπὸ τὴν ἰδικήν σου, καὶ πλειοψηφίαν ἀρχῶν καὶ ὄχι πλειοψηφίαν, ἡ ὁποία πῶς διατηρεῖται πάντες τὸ γνωρίζομεν. Ὁ Γκιζῶτος λοιπὸν εἰσελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀναγνοὺς τὸ ὁποῖον πρὸ στιγμῆς εἶχε καταθέσει ὁ Τιλλιὼ–Μπαρὼ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ὑπουργείου, εἶπε χλευαστικῶς «θὰ τὸ ἀκούσωμεν καὶ αὐτό»· ἀλλὰ μετὰ δύω ὥρας καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐδραπέτευον ἔξωθεν τῆς Γαλλίας. Ὅταν ὁ Ὄθων τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1862 ἀνεκάλει ἀπὸ τὸν Κανάρην τὴν ἐντολὴν περὶ σχηματισμοῦ Ὑπουργείου, ὁ Παρίσης τῆς Βουλῆς διὰ τῶν μισθωτῶν ἐζητωκραύγαζε κάτωθεν τῶν Ἀνακτόρων, ἀλλὰ μετὰ ἓξ μῆνας ὁ ζητωκραυγαζόμενος Βασιλεὺς ἐγκαθίστατο εἰς τὴν Βαμβέργην, ὁ δὲ Παρίσης ἐκρύπτετο εἰς τὰ ὑπόγεια καὶ οἱ ἐντολεῖς του ἔσπευδον νὰ σωθῶσιν εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἔπειτα καὶ αὐτοὶ— δεικνύει τοὺς Ὑπουργικοὺς Βουλευτὰς— νομίζεις ὅτι ἐγκρίνουσι τὰ μέτρα σου ταῦτα; Εἶναι οἰκοκυραῖοι ἄνθρωποι, ἐκλεκτοὶ τῶν Ἐπαρχιῶν, οἵτινες θὰ ἴδωσιν αὔριον τοὺς ἐκλογεῖς των· καὶ φρονεῖς, ὅτι ἔχουν ὄρεξιν νὰ εἴπωσιν εἰς αὐτοὺς ὅτι ἐψήφιζαν ὑπείκοντες εἰς τὴν πίεσιν τῆς ἀχρειεστέρας ἐν τῇ πρωτευούσῃ τάξεως; Λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὀφείλει νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ παύσῃ μισθώνων τραμπούκους διὰ νὰ πιέζῃ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, εἰς δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἵνα ὅσους ἔφερεν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον νὰ τοὺς στείλῃ ὀπίσω. Οἱ τυπογράφοι τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου νὰ μένουν εἰς τὴν ἐργασίαν των, ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ οἱ Ὑπαστυνόμοι καὶ ὁ Μοίραρχος μὲ τοὺς χωροφύλακάς του νὰ μένουν ἔξω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των καὶ νὰ μὴ εἰσέρχωνται εἰς τὰ ἀκροατήρια καὶ ἀφίνωσιν ἐλευθέρους τοὺς λωποδύτας εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των, καὶ ἂν τὰ ἀκροατήρια, ἐλεύθερα ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς αὐτοὺς, ἀτακτήσωσι, τότε ἡ Βουλὴ θὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὰ ἐκκενώσῃ· σήμερον δὲ διότι καὶ ἡ ὥρα εἶναι ἑβδόμη, ἂς διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν.
§79Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔχετε πρότασιν ἐδικήν μου. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Βουλήν.
§81ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Θὰ ἐξακολουθήσῃ συνεδρίασις ἄνευ ἀκροατηρίων;
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀπήντησα χιλιάκις ὅτι ἔλαβον τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς.
§83ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἐν νομίμῳ συνεδριάσει ἡ Βουλή.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ φέρετε πρότασιν, ὅταν νομίζετε ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ τὴν ὑποστηρίξετε· ὅταν ὅμως λέγετε πρᾶγμα χωρὶς νὰ τὸ ὑποστηρίζητε, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ τὸ λέγητε, τότε δὲν εἶναι πρότασις.
§85ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσῃς μόνος σου, καὶ νὰ σεβασθῇς τὸ γῆράς σου καὶ τὰ γένεια σου τὰ ἄσπρα (ἱλαρότης).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου νὰ ἐγερθῶσι.
§87ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Δὲν ὑπάρχει Βουλὴ ἄνευ ἀκροατηρίων.
§88ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑπάρχει πρότασις ὅτι κακῶς ἐξεκενώθησαν τὰ ἀκροατήρια.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἂν ἡ Βουλὴ θεωρῇ ὅτι αὐθαιρέτως ἐξεκενώθησαν τὰ ἀκροατήρια.
§90ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν (θόρυβος).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔθεσα ἐγὼ τὸν Κανονισμὸν εἰς ψηφορίαν, ἔθεσα τὸ γεγονός· εἶναι μεγάλη διαφορά.
§92ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ· ἐζητήσατε τὴν ἄδειαν νὰ κενώσητε τὰ ἀκροατήρια;
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἐρωτήσω.
§94ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον (θόρυβος).
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέτοντες τὸ ζήτημα αὐτὸ, παίζετε οὐχὶ σπουδαῖον πρόσωπον, διότι ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι ἐκάματε καλά· ὥστε ἡ ψηφοφορία εἶναι περιττή.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε τί νὰ κάμω; νὰ ἀκούσω τὴν μειοψηφίαν;
§97ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀνοίξετε τὰ θεωρεῖα (θόρυβος).
§98ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει κακὴ συνεννόησις· θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσητε καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ συνεννοηθῶμεν διὰ νὰ ἐξέλθωμεν ἐξ ἑνὸς ἀδιεξόδου κύκλου, εἰς τὸν ὁποῖον περιήλθομεν. Ἱστάμην ἐπὶ τοῦ βήματος, ὅτε ἤκουσα τὸν κ. Πρόεδρον λέγοντα ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν κένωσιν τῶν ἀκροατηρίων. Δὲν πρέπει νὰ σᾶς εἴπω εἰς ποίαν κατάστασιν ἦτο ἡ Βουλή· φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος εἶχεν ἐρωτήσει τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Πρόεδρος εἶχεν ἐρωτήσει, βεβαίως ὅλη αὐτὴ ἡ πτέρυξ δὲν ἤκουσε (δεικνύει τὴν ἀριστεράν).
§99ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Τίποτε, τίποτε.
§100ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐξεύρω ἂν ἐκείνη ἡ πτέρυξ (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἤκουσεν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ζήτημα ἂν ὁ κ. Πρόεδρος αὐθαιρέτως ἐκένωσε τὰ ἀκροατήρια· διότι ἴσως ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν τὰ ἐκένωσεν αὐθαιρέτως, καὶ ἡμεῖς ὅλοι ἔχομεν τὴν ἐναντίαν πεποίθησιν. Νομίζω δὲ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ὥρα παρῆλθεν, ἐγὼ δὲ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πρὸ παντὸς ἄλλου συμφέρον ἔχω νὰ ἐξακολουθήσω τὴν κακῶς καὶ ἀτόπως διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν μου, καὶ ἐπειδὴ μέλλω νὰ ὁμιλήσω 4 ὥρας, εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ ἐξαντλήσω ὅλην τὴν ὕλην ἀπόψε, νομίζω ὅτι δύναται νὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς συνεδριάσεως, αὔριον δὲ νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν συζήτησιν, οὕτω δὲ οὔτε ἄνευ ἀκροατηρίων θὰ συζητῶμεν κατὰ τὴν πεποίθησιν, ἣν ἔχει ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), οὔτε χάνομέν τι ἐκ τῆς ὥρας ἡμῶν.
§101ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν, ἠκούσαμεν καθαρῶς, καίτοι ἦτο μέγας θόρυβος, ὅτι ἠρωτήθημεν ἐπανειλημμένως ἂν πρέπει νὰ κενωθοῦν τὰ ἀκροατήρια, πάντες δὲ εἴπομεν, μάλιστα, νὰ κενωθοῦν. Τούτου ἀναγνωριζομένου, βεβαίως ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Προέδρου εἶναι νόμιμος, νομιμωτάτη. Ἂν τώρα μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν αὐτὴν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅστις ἀγορεύων διεκόπη τότε, δὲν δύναται ἕνεκα τῆς προκεχωρηκυίας ὥρας νὰ ἐξακολουθήσῃ, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχομεν νὰ τὸν ἀκούσωμεν αὔριον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.