1884.11.14
1.312 στίχοι · 10.117 λέξεις · 2 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
Τῆς 14 Νοεμβρίου 1884.
(Τετάρτη)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον Τμῆμα κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Κραναίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπὸ τῆς πρώτης Συνόδου τῆς Βουλῆς, κύριοι, ἡ Ἀντιπολίτευσις κατήγγειλε τὴν περὶ τὰ οἰκονομικὰ πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου ὡς μέλλουσαν νὰ ἐπιφέρῃ ὀλεθρίας εἰς τὴν χώραν συνεπείας. Συνεβούλευε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ περιστείλῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους καὶ διὰ τῆς περικοπῆς αὐτῶν νὰ ζητήσῃ κατὰ πρῶτον λόγον νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Συνεβούλευε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐξεύρῃ μετὰ τοῦτο φόρους τινὰς, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ μὴ βλάψῃ τὴν παραγωγὴν, ἠδύνατο δὲ νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὴν τακτικὴν ταύτην μετῆλθεν ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν τρίτην. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ποτὲ μὲν ἐμυκτήριζε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς ἀσχολουμένην εἰς μικρολογίας, ποτὲ δὲ ἔσκωπτε τοὺς ἀντιλέγοντας εἰς αὐτόν. Καὶ ὅταν ἐπῆλθόν τινα τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως θέλουσιν ἐπέλθει ἐκ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου, οὐδὲ τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχασε τὸ θάῤῥος του, καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ βεβαιώσῃ καὶ τότε, ὅτι διὰ τῆς οἰκονομικῆς του ταύτης πολιτικῆς, οὐ μόνον δὲν ἄγει τὴν χώραν εἰς τὸν ὄλεθρον, ἀλλ’ ἀπήλλαξε τὸν τόπον ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ δεινὰ, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατετρύχετο μέχρι τῶν ἡμερῶν του. Τοιοῦτόν τι οὐχὶ πλέον μετ’ ἐκπλήξεως, ἀλλὰ μετ’ αἰσθήματος ἄλλου ἀναλόγου πρὸς τὸ θάῤῥος τῆς ἀξιώσεως ἀνέγνων πρό τινων ἡμερῶν ἔν τινι ἐφημερίδι, ἥτις εἶναι γνωστὸν ὅτι γράφεται ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν μοὶ ἐφάνη ὅμως προχθὲς, ἀγορεύων καὶ εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, δὲν μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶχε πλέον τὸ θάῤῥος ἐκεῖνο, ὃ εἶχεν ὅταν τοιαῦτα ἔγραφε καὶ τοιαῦτα διέδιδεν εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος. Τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς πιστὸν κάτοπτρον εἶναι ὁ Προϋπολογισμός· συνέβη δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὄχι ἕνα ἀλλὰ τρεῖς νὰ συντάξῃ Προϋπολογισμούς, καὶ αὐτὸς οὗτος νὰ ἐκτελέσῃ αὐτούς. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ εὐρυτέρα τις ἔρευνα τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν, τοὺς ὁποίους συνέταξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ ἔρευνα αὕτη θέλει μᾶς ὁδηγήσει εἰς τὴν εὕρεσιν τῶν οἰκονομικῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον εἰς τὸ ἔθνος. Ὅταν κατὰ τὸ 1882 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν, εὗρε καταλειφθὲν ἀναντίῤῥητον ἔλλειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1880. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο συνίσταται ἐκ 5,060,481 παλαιῶν δραχμῶν, ἤτοι 4,518,286 νέων δραχμῶν. Ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων πρὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶχε καταβληθῆ πολλὴ προσπάθεια διὰ νὰ μειωθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο· εἶχον τότε εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ὁποίου προσεδοκῶντο ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα ἄνευ τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὰ νομοθετήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐματαίωσε τότε τὰς προσπαθείας ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 διεσώθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκ 4,518,286. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1882, πλὴν τοῦ ἐλλείμματος τούτου, παρέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις. Πρῶτον τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, δεύτερον τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως, ἥτις ἔμελλε νὰ ἐγκατασταθῇ ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις. Ἦτο ὡσαύτως καὶ ὁ τόκος ὁ πληρωνόμενος εἰς τὴν Τράπεζαν ἀπέναντι τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου, τῶν συνομολογηθέντων ἐπὶ τῇ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ· ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦ τόκου τούτου συνισταμένου εἰς 1% ἦτο ἐλάχιστον, τὸ δὲ ἐπιβαρύνον τὸν Προϋπολογισμὸν ἔξοδον ἦτο ἀνάξιον λόγου. Ἀλλὰ μετὰ τῶν βαρῶν τούτων παρέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ 25,000,000, ἃ ὁ προκάτοχος αὐτοῦ εἶχε παραδώσει εἰς αὐτόν, ὅτε κατέλιπε τὴν ἀρχήν, ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, καὶ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθὼς προσέτι καὶ τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ φόρους ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν. Ἡ πρώτη φροντίς, ἣν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1882 εἶχεν, ἦτο νὰ ἀσχοληθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἥκιστα περὶ τούτου ἐμερίμνησεν. Ὁ τότε μάλιστα Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις τυγχάνει σήμερον Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ἀντιλέγων πρὸς τὸν πολιτευτήν, ὅστις πρό τινων ἐτῶν ἀπεβίωσε, καθήμενον εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἔλεγε πρὸς αὐτόν· «Τί στενοχωρεῖσθε, κύριε Κουμουνδοῦρε; ἡμεῖς ἔχομεν ἑκατομμύρια δεξιά, ἑκατομμύρια ἀριστερά, ἑκατομμύρια ὄπισθεν ἡμῶν, καὶ ἔμπροσθεν ἄλλα ἑκατομμύρια, καὶ στενοχωρεῖσθε;» Τῷ ὄντι εἶχε καταλάβει τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο μανία ὀργανωτική. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 3 Μαρτίου 1882 ἠθέλησε νὰ ἀντικαταστήσῃ ὅλας τὰς ὑπογραφὰς, αἵτινες εἶχον τεθῆ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου καὶ ἀντὶ τούτων νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἦτο τοιαύτη τις ματαιότης ὑπαγορεύσασα τὴν μεγαλουργὸν αὐτὴν μανίαν, ἥτις εἶχε καταλάβει τὸ Ὑπουργεῖον, τότε δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ παῤῥησίας, ὅτι ἦτο καθαρὰ ἀγνωσία τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ἔλλειψις σωφρονούσης διαχειρίσεως τῶν δημοσίων, καὶ ἀνατροπὴ πάσης ἀρχῆς ἐν τῇ καθεστηκυίᾳ διοικήσει τοῦ Κράτους. Ἤρξατο λοιπὸν νὰ ὀργανώνῃ ὑπηρεσίας, νὰ ὀργανώνῃ γραφεῖα, νὰ συνιστᾷ καταστήματα, νὰ καλῇ πληθὺν ὀργανωτῶν ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Εὐρώπης διὰ νὰ καταστήσῃ τὴν χώραν ταύτην πρότυπον Βασίλειον. Ἀλλ’ αἱ ὀργανώσεις αὗται εἶχον οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα. Παραλείπω, κύριοι, τὰ ἄλλα ἐν τῇ διοικήσει ἀποτελέσματα αὐτῶν, διότι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ τὰ διεξέλθω, οὐδ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἐπεκτείνω τὴν συζήτησιν πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει εἰς αὐτὴν ὁ σκοπὸς, ὅστις μὲ ἤγαγεν ἐπὶ τοῦ βήματος. Σκοπὸν εἶχον νὰ συντελέσω, νὰ συνδράμω τὴν Βουλὴν εἰς τὴν γνῶσιν τῶν πραγμάτων, ἵνα ἐπιληφθῇ μετ’ ὀλίγον ἐν γνώσει αὐτῶν καὶ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ περιορισθῶ ἐντὸς τῶν στενῶν τούτων ὁρίων. 429,356 δραχμῶν ἐπληρώνομεν μέχρι τοῦ 1882 διὰ τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, 705,178 ἐπληρώσαμεν κατὰ τὸ 1882· καὶ ὁμολογῶ μετὰ παῤῥησίας ὅτι κατωρθώθη διὰ τῆς ὀργανώσεώς της νὰ μὴν ὑπάρχῃ ἐν ἐμοὶ ἐλαχίστη πίστις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, μάλιστα ἐὰν ἡ ἐπιγραφὴ τῶν ἐπιστολῶν μου εἶναι γεγραμμένη μὲ τὴν ἰδίαν μου χεῖρα. Ὠργανώθη ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία. 991,900 δραχ. ἐπληρώνομεν μέχρι τοῦ 1882 διὰ τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, 1,584,720 ἐπληρώσαμεν κατὰ τὰ 1882. Ὠργάνωσε καὶ ἐδημιούργησε θέσεις ἀπαιτούσας δαπάνας· καὶ αὐτὴν τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν κατέστησεν ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ, διεμόρφωσε τὸ αὐτὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει εἰς τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ κ. Τρικούπη. Καὶ τὴν 26 Μαρτίου 1882 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ Διαταγμάτων ἐκανόνισε τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, δημιουργήσας 335 θέσεις, ἀπαιτούσας δαπάνην 326,380 δραχμῶν. Καὶ ἐνῷ οὕτω πως ὠργάνωσεν αὐτὴν κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1882, μέχρι τοῦ τέλους τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1882 ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν τοιούτων ἀστυνομικῶν θέσεων εἰς 536, καὶ τὴν δι’ αὐτὰς δαπάνην εἰς 562,240 δραχμὰς. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ λησμονήσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ χρόνου ἐκείνου· λυποῦμαι δὲ διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν διευθύνει τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἀποφύγω τὴν ἀνάγκην ταύτην· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀπολαμβάνει τῷ ὄντι ἐν Ἑλλάδι ὑπολήψεως ἀνδρὸς ἐγκρατοῦς τῆς Ῥωμαϊκῆς νομοθεσίας καὶ τοῦ Ἰδιωτικοῦ δικαίου, ἀλλὰ δὲν ἀπολαμβάνει καὶ ὑπολήψεως ἀνθρώπου ἐγκρατοῦς τοῦ δημοσίου δικαίου, οὐδὲ αὐτὸς ἀξιοῖ τοιαύτην παρὰ τῶν συμπολιτῶν του ὑπόληψιν. Ὀλίγον ἠσχολήθη περὶ τὴν σπουδὴν τῶν νόμων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους κανονίζονται αἱ σχέσεις τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς τοὺς πολίτας ἢ τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Κράτος. Κατὰ τὸν βίον του ὑπῆρξε λίαν συνετὸς ἄνθρωπος, μεριμνήσας μόνον ἀποκλειστικῶς περὶ τῶν ἰδίων· οὐδ’ ἀπησχολήθη εἰς τὴν δημοσίαν διοίκησιν, ἵνα κατατρίψῃ τὸν χρόνον σπουδάζων συγχρόνως τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, τὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Ὅταν ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ πάντα ἐξέπληττον αὐτόν. Ἐὰν ὑπάλληλός τις ἀνέφερεν εἰς αὐτὸν ὅτι τράπεζά τις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἦτο τεθραυσμένη ἐξεπλήσσετο πάραυτα καὶ ἤρχετο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατήγγελλε τὴν πρᾶξιν. Ἀνεκάλυψεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὅτι εἶχον συσσωρευθῆ τὰ ἀρχεῖα τῆς διαχειρίσεως τῶν παλαιῶν ἐτῶν, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ μᾶς ἀνήγγειλε μεθ’ ὑπερηφανίας μέγα κατώρθωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε διαπράξει φροντίσας νὰ ρίψῃ τὰ ἀρχεῖα ἐκεῖνα εἰς ἁμάξας, καὶ νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς τὰ ὑπόγεια τοῦ Πολυτεχνείου, ὅπου νομίζω ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους χειμῶνας θὰ ἐσάπησαν. Ἤρχετο ἀναγγέλλων ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἦτον ἐνήμερον εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἀπολογισμῶν, καὶ κατακρίνων διὰ τοῦτο ἐκείνους οἵτινες ἐκυβέρνων πρὸ αὐτοῦ τοσαῦτα ἔτη. Τῷ ἀνήγγελλον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καθυστέρει εἰς τὴν σύνταξιν τῶν Προϋπολογισμῶν καὶ περιήρχετο ἐν ἄκρᾳ ἀγανακτήσει, μεμφόμενος τοῦ προκατόχου καὶ ἐκμεταλλευόμενος κατ’ αὐτοῦ τὴν δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν πονηρὰ καὶ μοχθηρὰ ἐργασία εἶχεν ἐνσπείρει εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἐξετρέπετο μάλιστα καὶ πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διαγράφει ἡ ἠθική. Κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀναμιμνήσκομαι γεγονότος, τὸ ὁποῖον δὲν λανθάνει ὅλους ὑμᾶς. Τὸ γεγονὸς εἶναι συναφὲς μὲ τὸν πολιτευτήν, ὅστις ἀπεβίωσε πρὸ δύω ἐτῶν. Ἦτο γλυκὺς τὸ ἦθος ὁ Κουμουνδοῦρος, καὶ οὐδέποτε διεκρίθη ὡς ὑποκείμενος εἰς τὸ πάθος τῆς ὀργῆς. Καὶ ὅμως ὁ κ. Καλλιγᾶς ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ ὀργισθῇ τόσον κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἦτο ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ κατὰ τὴν ἐσχάτην συνεδρίασιν εἰς τὴν ὁποίαν παρευρέθη, ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ ἀφήσῃ νὰ ἐκφύγῃ ἀπὸ τὰ χείλη του λέξις, διὰ τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον ἐπανελθὼν εἰς τὸν οἶκον πικρῶς μετεμέλλετο. Ὀργανισμοὺς λοιπὸν διὰ τὸ Λογιστήριον, ὀργανισμοὺς διὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὀργανισμοὺς διὰ τὸ Στατιστικὸν Γραφεῖον. Καὶ διὰ ποίαν ἐργασίαν δὲν εἰσήγαγεν ὀργανισμούς; Οἱ ὀργανισμοὶ οὗτοι ἐπλήρωσαν τὰ κενὰ, διὰ τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν καὶ ἐπροτάθησαν εἰς τὴν Βουλήν; Ἦσαν πρόσφοροι διὰ τὰς ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ἐγένοντο; δὲν πιστεύω. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Καλλιγᾶν σήμερον, δύναται νὰ σᾶς πληροφορήσῃ τί κατώρθωσεν, ἀφοῦ τότε κατὰ τὴν 17 Μαρτίου 1882 ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν ὅτι ἤλπιζεν «ὅτι ἐντὸς βραχέος χρόνου» τὸ Λογιστήριον ἤθελεν εἶσθαι ἐν πλήρει τάξει; Ἐγὼ ἀπέχω νὰ ἀπαντήσω αὐτῷ, ὅτι ἐλάχιστα ἐγνώριζεν ἐξ ὅσων ἔλεγε. Καὶ διατί νὰ τῷ ἀπαντήσω ἐγώ, ἀφοῦ ἀπήντησεν αὐτῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθές, παραστήσας εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι καὶ σήμερον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ τὸ Λογιστήριον; Ἀλλ’ ἡ τακτικὴ αὕτη ἐξώγκωνε τὰς δαπάνας, ἡ δὲ ἐξόγκωσις τῶν δαπανῶν ἐξώγκωσε τὰ ἐλλείμματα, καὶ ἡ ἐξόγκωσις τῶν ἐλλειμμάτων ἤγειρε τὴν δίψαν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων. Διῆλθε λοιπὸν τὸ 1882 ἄνευ οἰκονομικῆς φρονήσεως, ηὐξήθησαν ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους κατὰ 25,775,661 δραχμῶν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 παρέστησεν ἔλλειμμα 11,814,527 δραχμῶν. Καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἐκείνου ἦλθεν ἡμέραν τινὰ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μᾶς ἀνέγνωσε περιχαρὴς ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐνῷ εἶχον προϋπολογισθῆ τὰ ἔσοδα τοῦ 1882 εἰς 68,000,000, τὸ Λογιστήριον ἐβεβαίου ὅτι ἤθελον εἰσπραχθῆ 70.000,000, καὶ ὅτι, ἐνῷ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε προσδιορισθῆ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 εἰς 11,814,527, δὲν ἤθελεν εἶσθαι πλέον τοσοῦτον, ἀλλὰ 6,911,326. Ἀλλὰ ἀντὶ 70,000,000 ἐσόδων κατὰ τὸ 1882 εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως 55,605,759, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ἀφήσῃ ἀδιαθέτους πιστώσεις, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν μεγάλην ταύτην ἀποτυχίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον κατήρτισε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Εἰσήλθομεν εἰς τὸ 1883. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἀκόμη ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1882, ὅτι ἤλπιζε νὰ καταστήσῃ καὶ κατὰ τὸ 1882 ἰσοζύγιον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἂν καὶ εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν αὐτῷ ἕνδεκα καὶ πλέον ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν ἔλλειμμα. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως ὅτι κατὰ τὴν 5 Φεβρουαρίου 1883 ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι «ἐὰν δαπανῶμεν «ὅπως δαπανῶμεν, θὰ ἔχωμεν διαθέσιμα καί τινα ἑκατομ«μύρια καί τινας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν». Αὐτὸ ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν εἶπε διὰ τὸ 1882, ἐβεβαίωσε ῥητῶς διὰ τὸ 1883, ὅταν εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν αὑτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ. Τὸ διελάλησεν. Ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἤλπιζεν ὅτι ἤθελε διαπορθμευθῆ εἰς τὴν ἀντίπεραν ὄχθην τῆς γῆς τῆς Ἐπαγγελίας, ἀλλὰ κατώρθωσε νὰ διαπορθμευθῇ εἰς αὐτὴν, καὶ οὐ μόνον νὰ ἀποβιβασθῇ ἀλλὰ καὶ νὰ προχωρήσῃ ἐπὶ τῆς ξηρᾶς. Δι’ αὐτῆς δὲ τῆς μεταφορᾶς ἐπληροφόρει τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 εἶχεν ὄχι μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα. Ἂς ἐρευνήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883. Ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, ὡς ἐψηφίσθη, παριστᾷ ἀληθῶς περίσσευμα, τὸ ὁποῖον προσδιώριζεν εἰς 121,961 δραχμῶν. Τὸ περίσσευμα ὅμως τοῦτο ἐντὸς ὀλίγου χρόνου μετεβλήθη εἰς ἔλλειμμα, διότι ἐχορηγήθησαν πιστώσεις 6,752, 002· ἕνεκα δὲ τούτου τὸ περίσσευμα τῶν 121,961 μετεβλήθη εἰς ἔλλειμμα 6,630,040. Εἶχον προϋπολογισθῆ ἔσοδα 72,133,610, ἀλλὰ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1883 εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰς ἐπισήμους δημοσιεύσεις τῆς Κυβερνήσεως μόνον 49,639,086. Εἰσεπράχθησαν τοιαῦτα καὶ ἐντὸς τοῦ 1884, ἂν καὶ περὶ αὐτῶν ὑπάρχωσιν ἀμφιβολίαι, διότι κατὰ μὲν τὸν προσωρινὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1883 τὰ μέχρι τέλους Μαρτίου εἰσπραχθέντα ἀνήρχοντο εἰς 53,081,842, ἀλλὰ κατ’ ἄλλο δημοσίευμα τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τὰ εἰσπραχθέντα ἀνήρχοντο μόνον εἰς 52,453,832, προκυπτούσης οὕτω διαφορᾶς δραχ. 628,010. Δὲν πρόκειται βεβαίως οὔτε νὰ κερδήσωμεν οὔτε νὰ χάσωμέν τι ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης τῶν 600,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἡ μόνη ἀρετὴ, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ λογαριασμοὶ οὐχὶ τῶν Κρατῶν ἢ τῶν Τραπεζῶν ἢ τῶν ἑταιριῶν ἀλλὰ καὶ τῶν ἀτόμων, εἶναι ἡ ἀκρίβεια μέχρι λεπτοῦ. Ἐὰν ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας λογαριασμοὺς, οἱ ὁποῖοι διαφέρουσιν ὁ εἷς ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ τὰ πέντε μόνον λεπτὰ, γεννᾶται τότε εὔλογος ὑπόνοια ὅτι οἱ λογαριασμοὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀναμφισβητήτου πίστεως. Ἀλλ’ ὅταν λογαριασμοὶ Κράτους, ἀπὸ τὸ αὐτὸ γραφεῖον ἐξερχόμενοι, τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὁ μὲν σᾶς παρουσιάζει εἰσπραχθέντα μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1884 δραχ. 53,031,842, ὁ δὲ 52,453,832, δὲν ἠξεύρω ποίαν γνώμην θέλετε σχηματίσει περὶ τῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ περὶ τῶν διευθυνόντων αὐτήν. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μᾶς ἐβεβαίου ἀληθῶς, ὅτι ἤθελον εἰσπραχθῆ, πλὴν τῶν εἰσπραχθέντων 53,081,842, μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1883 καὶ ἄλλα 7,816,502, καὶ ἀναβιβασθῆ τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα εἰς 60 ἑκατομμύρια· ἀλλ’ ἡμεῖς σήμερον δὲν γνωρίζομεν ἢ ὅτι εἰσεπράχθησαν 53,081,842, ἢ 52,453,832, πόσα δὲ θέλουσιν εἰσπραχθῆ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως δὲν ἐμάθομεν ἀκόμη. Ἴσως ὑπάρχει ἡ πληροφορία αὕτη εἰς τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας προχθὲς ὑπέβαλεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ὁ κ. Πρωθυπουργός, αἵτινες ὅμως δὲν διενεμήθησαν ἔτι εἰς ἡμᾶς, ὅπως λάβωμεν αὐτῶν γνῶσιν. Ἐὰν λοιπὸν εἰσεπράξαμεν μέχρι τοῦδε 52 ἢ 53 ἑκατομμύρια, μᾶς ἔλειψαν ἀπὸ τὰ προϋπολογισθέντα 72 ἑκατομμύρια 19, ἀφοῦ δ’ εἴχομεν καὶ ἔλλειμμα 6 ἑκατομμυρίων, δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι 6 ἑκατομμύρια τὸ ἔλλειμμα καὶ 19 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπετύχομεν νὰ εἰσπράξωμεν, παριστῶσι τὸ ἔλλειμμα εἰς 25 ἑκατομμύρια; Πόσον θὰ ἦναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883; Κατὰ τὸν προσωρινὸν Ἀπολογισμὸν εἶχον ἀναγνωρισθῆ μέχρι τέλους Ἀπριλίου ὡς πληρωτέα ἔξοδα ἐκ δραχ. 64,341,900. Ὁ ἀπολογισμὸς ἐδημοσιεύθη κατὰ Ἰούνιον· κατὰ τὴν 15 ὅμως Ὀκτωβρίου ἐδημοσιεύθη ὁ Ἰσολογισμὸς τῶν μερίδων τοῦ καθολικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶχον πράγματι πληρωθῆ μέχρι τέλους Ἀπριλίου ἔξοδα ἐκ δραχ. 61,745,008. Πόσα πρὸς ταῦτα ἐπληρώθησαν ἔκτοτε ἔξοδα μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου δὲν γνωρίζομεν. Γνωρίζομεν, ὅτι, ἐνῷ προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν πιστώσεων τὰ ἔξοδα εἰς 78,763,650, ἐπληρώθησαν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1883 μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1884 δραχ. 61,745,008, ἑπομένως ὅτι μένουσι πιστώσεις 17 ἑκατομμυρίων ἀπραγματοποίητοι. Καὶ ὅτι, ἐνῷ προϋπελογίσθησαν ἔσοδα 72,133,610, εἶχον εἰσπραχθῆ μέχρι τέλους Ἀπριλίου εἴτε 52,453,832, εἴτε 53,081,842. Τῷ ὄντι τοιαῦτα ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 δίδουσιν ἀληθῆ ἰδέαν ποῖοι εἰσὶν οἱ Προϋπολογισμοί, τοὺς ὁποίους συνέταξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ μᾶς ἔφερεν. Ὅταν ἀπὸ 72 ἑκατομμύρια ἐσόδων κατώρθωσε κατὰ τοὺς 16 πρώτους μῆνας νὰ εἰσπράξῃ 52 ἢ 53 ἑκατομμύρια, καὶ ἤλπιζε νὰ εἰσπράξῃ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τὸ πολὺ 60 ἑκατομμύρια, ἑπομένως, καὶ ἂν πραγματοποιηθῇ ἡ ἐλπίς της αὕτη, τὰ εἰσπραχθησόμενα θὰ ἦναι ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 12 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐπὶ 72 ἑκατομμυρίων, τὸ ἓν ἕκτον τῶν ἐσόδων. Ὅταν ἀπὸ 78 ἑκατομμυρίων ἐξόδων ἠναγκάσθη νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ δαπάνας 17 ἑκατομμυρίων, δηλαδὴ περισσότερον τοῦ πέμπτου τῶν ἐξόδων, ἂς σκεφθῇ ἕκαστος καὶ ἂς χαρακτηρίσῃ, ἂν θέλῃ, εἴτε ὡς Προϋπολογισμὸν εἴτε ὡς δευτέρι χυδαίου παντοπώλου, ὅστις χαράσσει ἐπὶ φύλλου χάρτου τὰς δοσοληψίας του, τοὺς λογαριασμοὺς τούτους, τοὺς ὁποίους εἰσάγουσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφίζει αὕτη. Καὶ ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ διακηρύσσωσιν ὅτι ἐπέφερον οἰκονομίας εἰς τὰ ἔξοδα, διότι δὲν ἐδαπάνησαν πάντα τὰ προϋπολογισθέντα! Εἶναι ψεῦδος ὅτι ἐποίησαν οἰκονομίας, καὶ προβάλλουσι τὸ ψεῦδος ἵν’ ἀποπλανῶσι τὸ κοινόν. Δὲν εἶναι οἰκονομία, ὅταν δὲν δαπανᾶτε τὰς πιστώσεις. Ὅταν ἐγγράφητε μίαν πίστωσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀναγράφετε συγχρόνως τὴν ὁμολογίαν τοῦ Κράτους ὅτι εἶναι ἀνάγκη τοῦ Κράτους, διὰ τὴν ὁποίαν ἀναγράφετε τὴν δαπάνην, εἶναι ἀνάγκη ἥτις πρέπει νὰ θεραπευθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ δαπάνη ἀναγράφεται· διότι, ἐὰν ἦτο ἀνάγκη, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγράψητε τὴν δαπάνην εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀλλ’ ὠφείλετε νὰ ἀναβάλητε τὴν ἐγγραφήν της διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπιόντος. Οἰκονομία δὲν εἶναι τοῦτο· οἰκονομία εἶναι, ὅταν θεραπεύητε τὰς ἀνάγκας δι’ ὀλιγωτέρων χρημάτων, ἀπὸ ὅσα δι’ αὐτὰς προϋπελογίσατε, ἀλλ’ ὄχι ὅταν δὲν θεραπεύητε παντάπασι τὰς ἀνάγκας, διὰ τὴν θεραπείαν τῶν ὁποίων ἀνεγράψατε τὰς δαπάνας. Αὐτὸ δὲν εἶναι οἰκονομία, ἀλλ’ εἶναι ἀποπλάνησις τοῦ Κοινοβουλίου, ὅταν ζητῆτε τὴν ἐγγραφὴν πιστώσεων διὰ νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀνάγκας καὶ δὲν θεραπεύητε αὐτάς. Εἶναι περιφρόνησις εἰς τὸ Κοινοβούλιον· διότι, ἐνῷ ἐζητήσατε καὶ ἐλάβετε τὴν ἐξουσίαν νὰ δαπανήσητε διὰ νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀνάγκας, ὅσας ἐνομίσατε, ὅτι ὀφείλετε νὰ θεραπεύσητε ἐντὸς τοῦ ἔτους, σεῖς θεραπεύετε μόνον ὅσας θέλετε. Καὶ ἂν μὲν ἡ τακτικὴ αὕτη ἐτέθη ἐν χρήσει ἐπὶ τούτῳ ὡς περιφρόνησις εἰς τὸ Κοινοβούλιον, δὲν ἐπιχειρῶ νὰ τὸ κηρύσσω διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου. Καταγγέλλω ἁπλῶς τὴν πολιτείαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀφίνω εἰς ἕκαστον ἐξ ὑμῶν νὰ σχηματίσῃ ὁποίαν θέλει πεποίθησιν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ κηρύσσω διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου, εἶναι ὅτι ἠνάγκαζε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νά ἐγκαταλείψῃ πολλὰς δαπάνας, καὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ του. Ἀφοῦ ἤλπιζον νὰ εἰσπράξωσι μεγάλα ποσὰ, ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας ἐπραγματοποίησαν, διέψευσαν τὰς ἐλπίδας των, ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσπράξωσιν ὅλα τὰ ἔσοδα, ἠναγκάσθησαν νὰ μὴ πραγματοποιήσωσι καὶ ὅλα τὰ ἔξοδα, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἠθέλησαν νὰ συῤῥάψωσι τὰ ἀσύῤῥαπτα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἐπινοήσει καὶ σοφὸν ἐπινόημα, νὰ συστήσῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἵδρυσεν, ἤτοι Στατιστικὸν Γραφεῖον. Τὸ ἐπινόημα τοῦτο εἶχεν ἐπέλθει εἰς τὴν κεφαλὴν καὶ ἄλλων προκατόχων αὐτοῦ, οἵτινες, φαίνεται, ἦσαν συνετώτεροι, οὐδ’ ἔλαβον τὸ θάῤῥος τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ὅπως συστήσωσι τὸ ἵδρυμα τοῦτο· διότι ἔστρεψαν τοὺς ὀφθαλμούς των γύρω αὐτῶν, καὶ εἶδον ὅτι ἐσπάνιζον τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ. Εἶπον ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα τοῦ Δημοσίου δὲν ἔπρεπε νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔῤῥιψαν εἰς τὴν θάλασσαν τόσας χιλιάδας δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ 1882 ἐσύστησε τὸ Στατιστικὸν Γραφεῖον, καὶ ἐδαπάνησε δι’ αὐτὸ κατὰ μὲν τὰ 1883 δρ. 72,450, κατὰ δὲ τὸ 1884 δρ. 64,270, τὸ ὅλον μέχρι τοῦδε 136,720 διὰ τὸ στατιστικὸν τοῦτο γραφεῖον· τὸ στατιστικὸν δὲ τοῦτο γραφεῖον φαίνεται ὅτι ἐχορήγησεν αὐτῷ τὰ διὰ τὴν σύνταξιν τῶν τοιούτων Προϋπολογισμῶν φῶτα, καὶ τῇ συνδρομῇ αὐτοῦ ἠδυνήθη νὰ καταρτίσῃ τοιούτους Προϋπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀφίνουσιν ἔλλειμμα κατὰ τὸ ἓν ἕκτον εἰς τὰ ἔσοδα, καθιστῶσι δ’ ἀδύνατον τὴν πραγματοποίησιν πάντων τῶν ἐξόδων, καὶ καθιστῶσιν ἀναπόφευκτον νὰ μείνῃ ἀπραγματοποίητον καὶ τὸ ἓν πέμπτον αὐτῶν. Τοιαῦτα κατορθώματα δὲν συνετελοῦντο πρίν ἢ συσταθῇ τὸ Γραφεῖον τὸ Στατιστικόν. Διὰ τοῦτο μᾶς ἐβεβαίου ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κατὰ Μάρτιον τοῦ 1882 «ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν οἱ Προϋπολογισμοὶ δὲν ἐστηρίζοντο ἐπὶ θετικῶν βάσεων, ἦσαν Προϋπολογισμοὶ πιθανότητος· ὅ,τι δὲ δι’ αὐτῶν προϋπελογίζετο, ἦτον εὐστοχία τοῦ προϋπολογίζοντος καὶ σχεδὸν μαντεία· τότε ἐπλημμύρουν τὴν Βουλὴν καὶ παρεμπόδιζον τὸν Προϋπολογισμὸν αἱ πιστώσεις». Ναὶ τότε εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπλημμύρουν αἱ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐσυστήσατε τὸ γραφεῖον τῆς στατιστικῆς, δὲν ἐφέρατε σεῖς εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1883 πιστώσεις 6 ἑκατομμυρίων καὶ 700 χιλιάδων ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ 72 ἑκατομμυρίων; Ναὶ, ἦτον εὐστοχία τῶν συντασσόντων πρότερον τοὺς Προϋπολογισμούς, καὶ σεῖς ἐσπαταλήσατε 136 χιλιάδας δραχμῶν, διὰ νὰ συστήσητε Στατιστικὸν Γραφεῖον καὶ συντάξητε τὸν Προϋπολογισμόν, τοῦ ὁποίου δὲν εἰσεπράχθη τὸ ἕκτον τῶν ἐσόδων καὶ δὲν ἐπραγματοποιήθη τὸ πέμπτον τῶν ἐξόδων! Δὲν εἶναι μάταιον νὰ σᾶς ἀναλύσω ἔσοδά τινα, εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ὁποίων ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 ἀπέτυχεν ἐντελῶς, ἰδίως δὲ διὰ νὰ σᾶς πείσω διὰ τούτου, ὡς παραδείγματος, περὶ τῆς τύχης καὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Ὑπάρχουσιν ἔσοδα, τὰ ὁποῖα, ὅταν εἰσπράττωνται ὅσα προϋπολογίζονται, ἢ ὅταν φέρωσιν εἰσπράξεις ἀνωτέρας τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ, καταδηλοῦσι τὸ ἀνθηρὸν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας· ὅταν ὅμως καταπίπτωσι κάτω τῶν προϋπολογισθέντων, καταδηλοῦσιν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις δὲν εἶναι ἀνθηρά· ὅταν μάλιστα δὲν ἀποδεικνύωνται μόνον ἐλάσσονα, ἀλλὰ καὶ προβαίνουσιν ἐλαττούμενα, καταδηλοῦσιν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εἶναι ἐντελῶς ἀποθαῤῥυντικὴ καὶ χωρεῖ εἰς τὸ βάραθρον. Κατὰ τὸ 1881 εἰσεπράχθησαν τελωνειακὰ τέλη περισσότερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 893,204 δραχμῶν. Κατὰ τὸ 1882 εἰσεπράχθησαν τελωνειακὰ τέλη 182,222 περισσότερα ἀφ’ ὅσα προϋπελογίσθησαν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1883 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα κατὰ 600 χιλιάδας ἀφ’ ὅσα εἶχον προϋπολογισθῆ. Κατὰ τὸ 1881 εἰσεπράχθησαν 99,717 δραχμῶν περισσότεραι ἀπὸ ὅσας εἴχομεν προϋπολογίσει ἐκ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου· κατὰ τὸ 1882 ὅμως εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτεραι 19 χιλιάδες, ὀλιγώτεραι τῶν προϋπολογισθεισῶν ἐκ τοῦ χαρτοσήμου· κατὰ δὲ τὸ 1883 εἰσεπράχθησαν 900 χιλιάδες ὀλιγώτεραι ἀφ’ ὅσας εἴχομεν προϋπολογίσει ἐκ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου. Κατὰ τὸ 1881 εἰσεπράχθησαν περισσότεραι 400 χιλιάδες δραχμῶν, ἀφ’ ὅσας εἴχομεν προϋπολογίσει ἐκ τῶν τελῶν τῶν τηλεγραφείων καὶ ταχυδρομείων· κατὰ τὸ 1882, καθ’ ὃ ταχυδρομικὰ γραφεῖα ἐσυστήθησαν καὶ εἰς τὰ μικρότερα χωρία καὶ τηλεγραφικὰ γραφεῖα ἐσυστήθησαν καὶ εἰς τὰς ὀλιγαριθμοτέρας κοινότητας, μὲ ὅλας τὰς ὀργανώσεις τῶν δύω τούτων ὑπηρεσιῶν ἀπὸ ξένους ὀργανωτὰς, εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 76 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ κατὰ τὰ 1883 εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερα κατὰ 500 χιλιάδας. Νὰ μνημονεύσω τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ δικαιωμάτων ἢ φόρων τῆς καταναλώσεως, τοὺς ὁποίους διὰ τεσσάρων ἢ πέντε νομοσχεδίων ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ἐψήφισε; Τί εἰσεπράχθη κατὰ τὸ 1883 ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου, ἐκ τῶν ἄλλων τούτων φόρων, ἐκ τῶν ὁποίων εἶχε προϋπολογίσει 10,840,000; Εἰσεπράχθησαν 753 χιλιάδες μόνον δραχμῶν. Τὸ 1884 δυστυχῶς δὲν εἶναι ἔτος οἰκονομικῶς πλῆρες, διότι διανύομεν τοὺς τελευταίους μῆνας τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ χρῆσις αὐτοῦ θέλει λήξει κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1885· ἑπομένως πρέπει νὰ περιμένωμεν τὸ τέλος τοῦτο τῆς χρήσεως. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἀπὸ τοῦδε γνωστὰ σημεῖά τινα, τὰ ὁποῖα κρίνω ἄξια τῆς προσοχῆς ὑμῶν. Τὰ ἔξοδα τοῦ 1884 προϋπελογίσθησαν εἰς 85 ἑκατομμύρια 814 χιλιάδας. Ὅταν ὅμως εἰσῆγε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, καὶ ἀφοῦ ἐγνώριζεν ὅτι τοιαῦτα εἶχον ἀποδειχθῆ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1883, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνεχάρη τὴν Βουλὴν, διότι εἶχε κατορθώσει οὐχὶ μόνον τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὃν εἰσῆγε, καὶ ἐκάλει τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν «νὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν του». Μᾶς ἀνήγγειλεν ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883, καὶ εἴδετε ποῖα ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1883. Ἦλθε νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ ἰσοζύγιον καὶ περίσσευμα καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884! Τάχα θὰ ἔχωμεν ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχομεν κατὰ τὸ 1883, ἢ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1884 θέλει εἶσθαι πολλῷ μεγαλείτερον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1883; Μὲ τὰ ψεύδη δὲν κυβερνῶνται τὰ Κράτη! Ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ 1884 ἐπῆλθε καὶ τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ προϋπελόγισε κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος ἔξοδα 100 ἑκατομμυρίων καὶ 109 χιλιάδων! Ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τὸ 1883 ἠλαττώθησαν τὰ τελωνειακὰ τέλη καὶ δὲν εἰσεπράξατε, ὅσα προϋπελογίσατε, νομίζετε ὅτι κατὰ τὸ 1884 θὰ εἰσπράξητε ὅσα προϋπεληγίσατε; Διατί ἐμειώθησαν τὰ τέλη κατὰ τὸ 1883; διότι περιωρίσθη ἡ εὐπορία τῆς χώρας. Καὶ περιωρίσθη ἡ εὐπορία τῆς χώρας, διότι συνέβη αὐτὸ τὸ ὁποῖον τινὲς, διὰ νὰ ἦναι εὐάρεστοι εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐχαρακτήρισαν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν, ἄλλοι δ’ ὀνομάζουσι μὲ τὸ ἀληθὲς ὄνομα οἰκονομικὴν κρίσιν. Κατὰ τὸ ἔτος 1884, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους αὐτοῦ εἶχεν ἀναγγελθῆ τὸ νέον δασμολόγιον, καὶ ἡ δι’ αὐτοῦ μείωσις τῶν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου πληρωνομένων εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπί τινων εἰδῶν. Τοῦτο ἐξήγειρε τὴν κερδοσκοπίαν, ἥτις ἔδωκε παραγγελίας ἵνα προμηθευθῇ ἄφθονα τὰ εἴδη ταῦτα, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου δασμολογίου. Διὰ τοῦτο κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους εἰσέπραξαν ἓν ἑκατομμύριον καὶ 280 χιλιάδας περισσότερα, ἀπὸ ὅσα εἶχον εἰσπραχθῆ κατὰ τοὺς ἀντιστοιχοῦντας μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἀλλ’ ὁ Ἀπρίλιος ἐπῆλθε, καὶ ἀπέδειξε μεγάλην μείωσιν τῶν ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν τελεωνειακῶν εἰσπράξεων, διότι κατὰ 356 χιλιάδας ἠλαττώθησαν αὗται. Τὸ Ὑπουργεῖον ἰσχυρίζετο τότε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνησυχῶμεν, διότι ὑπελείπετο ἔτι περίσσευμα ἓν ἑκατομμύριον 280 χιλιάδες. Ὁ χρόνος ἀπέδειξε καὶ τὸν ἰσχυρισμόν του τοῦτον ψευδῆ. Δὲν μᾶς ἐπερίμενον κατὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας αὐξήσεις, ἀλλὰ κολοσσιαῖαι ἐλαττώσεις, διότι ὁ ῥοῦς τῶν πραγμάτων δὲν προήγγελλεν αὐξήσεις. Κατὰ 254,982 ἦσαν αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις τοῦ Ἰουνίου ὀλιγώτεραι τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1883. Κατὰ 341,263 ἦσαν ὀλιγώτεραι αἱ εἰσπράξεις τοῦ Ἰουλίου. Κατὰ 99,494 ἦσαν ὀλιγώτεραι αἱ εἰσπράξεις τοῦ Αὐγούστου. Κατὰ 721,113 ἦσαν ὀλιγώτεραι αἱ εἰσπράξεις τοῦ 7βρίου. Καὶ κατὰ τὴν πρώτην 8βρίου εἴχομεν ἐξαντλήσει ὅλον τὸ περίσσευμα τοῦ 1,280,000, καὶ εἴχομεν καὶ ἔλλειμμα, παραβάλλοντες τὰς μέχρι τῆς πρώτης Ὀκτωβρίου εἰσπράξεις τοῦ 1884 πρὸς τὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους, κατὰ 441,792 δραχμάς. Πόσον θέλει ἀνέλθει κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους τὸ ἐκ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων ἔλλειμμα δὲν γνωρίζομεν, ἀλλ’ εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι καθ’ ἕκαστον τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου περισσότερον τῶν 721 χιλιάδων δραχμῶν, ὅση ἦτον ἡ κατὰ 7βριον ἐλάττωσις αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις τοῦ 1884 θέλουν εἶσθαι ἐλάσσονες τῶν τοῦ 1883 κατὰ ἓν ἑκατομμύριον. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ βεβαιώσω. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον νομίζω εἶναι, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τῶν τελωνειακῶν τελῶν ἥκιστα ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὰ κατὰ τῆς χολέρας ὑγιειονομικὰ μέτρα, πολλῷ δ’ ἧττον ἀπὸ τὴν συμφορὰν τῆς σταφίδος. Τὰ μέτρα, τὰ ληφθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἕνεκα τῆς χολέρας, ἐλήφθησαν κατὰ τὴν 15 Ἰουνίου. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπηρέασαν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Ἰουλίου, πολλῷ δ’ ἧσσον δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπηρεάσωσιν ἀναδρομικῶς τὴν τοῦ Ἀπριλίου. Αὕτη δὲ ἐλάχιστον ἐπηρέασε τὴν κατὰ τὸν Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον, ὥστε τοσαύτην νὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν. Ἀλλὰ μήπως δὲν εἴχομεν ἐλάττωσιν πέρυσιν; Ἐπῆλθε μόνον κατὰ τὸν ἐφετινὸν Ἀπρίλιον; Καὶ ἐφέτος ἐξακολουθεῖ ἡ ἐλάττωσις, καὶ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θέλει δυστυχῶς ἀκολουθήσει, ἐὰν δὲν φροντίσητε νὰ ἀνακόψητε τὴν πρόοδον τοῦ κακοῦ· ἡ δὲ ἀνακοπὴ τοῦ κακοῦ δὲν ἐπέρχεται εἰμὴ διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐπελθούσης οἰκονομικῆς κρίσεως, αὕτη δὲ διὰ τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς ἐγκρατοῦς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲν ἐφοβούμην ὅτι ἤθελον φέρει εἰς ὑμᾶς τὸν κάματον, ἤθελον σᾶς παρουσιάσει τὰ κατὰ μῆνα ἀποτελέσματα τῆς εἰσαγωγῆς ἐν ἑκάστῳ τῶν κυριωτέρων Τελωνείων τοῦ Κράτους. Ἤθελον σᾶς φέρει τὰ ἀποτελέσματα τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐν τῷ Τελωνείῳ Πειραιῶς, Κερκύρας, Πατρῶν, Ζακύνθου, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ἀπὸ τοῦ 1883 ἤρχισεν ἡ ἐλάττωσις, καὶ ὅτι κατὰ τὸ 1884 προβαίνει ἡ ἐλάττωσις. Ἐν τῷ Τελωνείῳ Πειραιῶς παραδείγματος χάριν, τά κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1884 εἰσπραχθέντα εἰσαγωγικὰ τέλη ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1883 εἰσπραχθέντων κατὰ 138,102:42, ἀλλ’ ὀλιγώτερα καὶ τῶν κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1882 εἰσπραχθέντων κατὰ 150,408. Ἐν τῷ Τελωνείῳ Σύρου, τὰ κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1884 εἰσπραχθέντα ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν ἦσαν ὀλιγώτερα τῶν κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1883 εἰσπραχθέντων κατὰ 221,849, ἀλλὰ καὶ τῶν κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1882 εἰσπραχθέντων κατὰ δραχ. 127,609. Ἐν τῷ Τελωνείῳ Πατρῶν, τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1884 ἦσαν ἐλάττονα κατὰ 10,066 τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1883, καὶ κατὰ 80,133 ἐλάσσονα τῶν κατὰ Αὔγουστον τοῦ 1882 εἰσπραχθέντων. Βλέπετε τὴν ἐλάττωσιν προβαίνουσαν, καὶ πολλάκις οὐχὶ κατὰ λόγον ἀριθμητικὸν, ἀλλὰ κατὰ λόγον ἀνώτερον αὐτοῦ. Τὸ ἔτος 1884 ὅμως ἔλαβε μεγάλην φορολογικὴν ἐπικουρίαν, ἥτις ἐδόθη αὐτῷ διὰ τῶν νόμων περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων. Κατὰ τὸ 1884 ἔμελλε νὰ λειτουργήσῃ ἐντελῶς ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ εἶχε τὸ θάῤῥος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προϋπολογίσῃ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον 10 ἑκατομμυρίων. Ἔμελλε νὰ λειτουργήσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ φόρος ἢ τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, εἶχε δὲ λάβει τὸ θάῤῥος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προϋπολογίσῃ ἔσοδα καὶ ἐκ τούτου 3 ἑκατομμύρια καὶ 200,000 δραχμῶν. Ἔμελλε νὰ λειτουργήσῃ ὁ φόρος ὁ ἐκ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως σιγαροχάρτου, εἶχε δὲ τὸ θάῤῥος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προϋπολογίσῃ καὶ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἔμελλε νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος περὶ πνευματωδῶν ποτῶν, εἶχε δὲ προϋπολογίσει καὶ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον 2,140,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ μοὶ ἐφάνη ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀπολέσει προχθὲς τὸ θάῤῥος του, ὅταν μᾶς ὡμίλει περὶ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῶν φόρων ἢ δικαιωμάτων τούτων. Ἀνάγκη εἶναι νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀσχοληθῶμεν καὶ εἰς τὴν ἔρευναν ἑκάστου τῶν νόμων τούτων, διότι ἡ ἔρευνα αὕτη θέλει πείσει αὐτὴν, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι ἐντελῶς ἀπέτυχον, οὐδὲ δύνανται νὰ πραγματώσωσι τὴν ἐλπίδα, τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἑκάστου αὐτῶν ἐστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Θέλει πείσει αὐτὴν, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι βλάπτουσι καιρίως τὴν παραγωγὴν, ὅτι εἰσὶ καταθλιπτικοί. Καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ καταθλίψεως, δὲν πρέπει νὰ παραλείψω μίαν πληγὴν ῥιζικὴν, θεμελιώδη, τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς ἔχει ὁ φόρος περὶ τοῦ καπνοῦ. Ἡ μεγαλειτέρα ἀρετὴ τοῦ φόρου εἶναι, ἡ κοινωνία νὰ ἀνέχηται αὐτὸν, τὸ μέγιστον δὲ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ εἶναι ὅτι ἡ κοινωνία ἀποκρούει αὐτόν. Αἱ Κυβερνήσεις δὲν δύνανται νὰ κηρύττωσι τὸν πόλεμον κατὰ τῶν κοινωνιῶν, οὐδὲ ἔχουσι τὸ συμφέρον αἱ Κυβερνήσεις νὰ πολλαπλασιάζωσι τὰ κακουργήματα, νὰ δημιουργῶσιν ἀξιοποίνους πράξεις, καὶ νὰ ἀπασχολῶσι τὰ δικαστήρια καὶ τοὺς εἰσαγγελεῖς εἰς τὴν καταδίωξιν χιλιάδων πολιτῶν. Ἐὰν δὲ μάλιστα λάθητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν κηλιδώνουσι τὴν Ἑλληνικὴν διοίκησιν, ἐὰν ἐνθυμηθῆτε ὅτι τὸ κυριώτερον τῶν ἐλαττωμάτων τούτων εἶναι ὁ φατριασμὸς, εἶναι ἡ συνείδησις, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη τελευταῖον μάλιστα εἰς τὰ ἔσχατα ὄργανα τῆς διοικήσεως, ὅτι πρέπει νὰ ὑπηρετῶσι τὸ κόμμα, ὅτι πᾶς ἄνθρωπος, ὅστις δὲν εἶναι τοῦ κόμματος, εἶναι προγεγραμμένος, πρέπει νὰ ἀποδιώκηται, δὲν πρέπει νὰ ἀπονέμηται εἰς αὐτὸν δικαιοσύνη, θέλετε κατανοήσει ποῖον συντελεῖται ἐν τῇ χώρᾳ κακόν. Τοιαῦτα εἶναι τὰ διδάγματα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς πάντα σχεδὸν τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, ὅτι ὑπηρετοῦσι τὸν φατριασμὸν καὶ ὄχι τὴν Πολιτείαν. Περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ δὲν ἐμερίμνησε πρῶτος ὁ κ. Πρωθυπουργός. Πολλοὶ πρὸ αὐτοῦ ἐκ τῶν κυβερνησάντων τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας ἠσχολήθησαν εἰς ἐξεύρεσιν τρόπου φορολογίας, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβαρύνῃ μὲν τὴν κατανάλωσιν, νὰ μὴ πιέζῃ ὅμως τὴν παραγωγὴν, οὐδὲ τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ. Καὶ πρὸ τοῦ 1879 ἐνθυμοῦμαι, ὅτι Ὑπουργός τις ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμερίμνησε περὶ τούτου· κατὰ τὸ 1879 ὅμως, μετὰ μελέτην μακρὰν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην οὐχὶ μόνος ἐγώ, ἀλλὰ μετ’ ἀνθρώπων ἐντριβῶν καὶ περὶ τὴν ἐπιστήμην καὶ περὶ τὴν πρακτικὴν, συνέταξα Νομοσχέδιον περὶ τούτου, καὶ εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν· μετ’ ἐμὲ εἰσήγαγε, νομίζω, Νομοσχέδιον τοιοῦτον καὶ ἄλλος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προσκολληθεὶς εἰς τὴν ἰδέαν τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ διὰ τῶν καπνοκοπτηρίων, ἐπέμεινε καὶ ἐψηφίσθη ὁ ἰσχύων νῦν φόρος. Ἐγνώριζον τὴν ἰδέαν τῆς τοιαύτης φορολογίας, διότι πρὸ χρόνων ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐπηγγέλλετο αὐτήν. Συνεζήτησα ἄλλοτε περὶ ταύτης μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκείνου συμπολίτου. Ἀλλ’ ἔσχον καθῆκον νὰ πεισθῶ, μακρὰ δ’ ἔρευνα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ λεπτομερεῖς συζητήσεις μετὰ ἀνδρῶν, ἐχόντων καὶ γνῶσιν καὶ πεῖραν τῶν κατὰ τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐμπορίαν τοῦ προϊόντος τούτου, μὲ ἔπεισαν ὅτι τὸ τοιοῦτον σύστημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἦτον ἀτυχὲς, ἦτον ἥκιστα λυσιτελὲς εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἦτο βλαβερὸν εἰς τὴν ἐμπορίαν, ἦτον ὀλέθριον εἰς τὴν παραγωγήν. Ὅταν εἰσήχθη τὸ Νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγώ τε καὶ πλεῖστοι διακεκριμένοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἠσχολήθημεν νὰ μεταπείσωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ πείσῃ αὐτὸν νὰ μεταβάλῃ γνώμην; Εἶναι ἀρετὴ, ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀνήκουσα, νὰ μὴ μεταβάλλῃ ποτὲ γνώμην. Ἐπέμεινεν εἰς τὸ Νομοσχέδιον. Κατὰ δὲ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ παρελθόντος ἔτους διεσάλπισαν τὰ Ὑπουργικὰ ὄργανα τῆς δημοσιογραφίας, τῆς ἐγχωρίου καὶ τῆς ἀλλοδαπῆς, καθ’ ὅλην τὴν ὑφήλιον, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνίκησεν, ὅτι ἐξησφάλισε δέκα ὅλων ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρόσοδον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ· διότι οἱ Οἰκονομικοὶ Ἔφοροι ἐβεβαίωσαν αὐτὸν, ὅτι τόσαι χιλιάδες καπνοῦ κόπτονται ἐν τῇ περιφερείᾳ ἑκάστου αὐτῶν, ὑπολογίσας δὲ τὸ ὅλον τοῦ κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας κοπτομένου καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καπνοῦ, καὶ πολλαπλασιάσας αὐτὸ πρὸς τρεῖς δραχμὰς τὸν φόρον, εὕρισκεν ὅτι ἤθελεν εἰσπράξει δέκα ἑκατομμύρια. Προχθὲς μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 2,400,000 καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἀντὶ τῶν 10,000,000. Ἀμφιβάλλω δ’ ἂν θὰ εἰσπράξῃ μόλις 2,150,000, καὶ ὑπολογίζω οὕτω, γνωρίζων τὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Οἱ φόροι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἐπιτυγχάνουσιν ἰδίως ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει συγκέντρωσις πληθυσμοῦ· ἀλλ’ ὅπου ὑπάρχουσι πληθυσμοὶ βιοῦντες διεσπαρμένοι ἐπὶ τῶν ὀρέων καὶ ἐν τοῖς λειμῶσιν, ὅπου συνοικισμοὶ ὑπάρχουσιν ὀλιγάνθρωποι, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ νὰ παραγάγωσιν ἔσοδα ἄξια λόγου. Ἐν Ἑλλάδι πληθυσμὸν συγκεντρωμένον δὲν ἔχετε. Ἔχετε τὰς Ἀθήνας, ἔχετε τὴν Σῦρον, τὰς Πάτρας, καὶ ἴσως δύω ἢ τρεῖς ἄλλας πόλεις τοῦ Βασιλείου ἀριθμούσας κατοίκους 20 ἢ 30 ἢ 40 χιλιάδων ψυχῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠγανάκτησε διότι προσέκοψε, διότι δὲν εἰσέπραξε 10 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ 2 ἑκατομμύρια μόνον· μετέρχεται δὲ σύστημα ἀποτρόπαιον, ἵνα ἀπαλλαγῇ τῆς ἀποτυχίας. Στέλλει ὑπαλλήλους εἰς τὰς Ἐπαρχίας, οἵτινες ὑποκρίνονται καὶ προσπαθοῦσι ν’ ἀπατήσωσι τοὺς πολίτας, ὅπως ἀνακαλύψωσιν, ἂν χωρικός τις ἔχῃ καπνὸν ἀφορολόγητον εἰς τὸ σελάχιόν του ἢ σιγαρόχαρτον εἰς τὸ θυλάκιόν του. Προβαίνει ἀμέσως εἰς καταγγελίας, καὶ ἐπειδὴ περὶ καταγγελιῶν ὁ λόγος, πρέπει νὰ μὴ παραλίπω ἀπορίαν, ἣν ἔχω, ἂν μεταξὺ τῶν 2,400,000, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὅτι ἐλπίζει νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ καπνοῦ, περιλαμβάνωνται καὶ τὰ ἐπιβληθέντα πρόστιμα εἰς τοὺς παραβάτας τοῦ νόμου. Ἀνέγνων ὅτι ἐπεβλήθησαν ποιναὶ 500 καὶ 600 καὶ 1000 δραχμῶν· ἀλλ’ εἰς τίνας; εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες ἔχουσι μικρὰ καφενεῖα ἢ εὐτελῆ ἐργαστήρια, ἡ ἀξία τῶν σκευῶν τῶν ὁποίων δὲν ὑπερβαίνει τὰς 50 δραχμάς, ἢ τῶν ὁποίων ἡ περιουσία μόλις ἀνέρχεται εἰς τὰς πεντακοσίας δραχμάς. Αἱ Κυβερνήσεις δὲν ζητοῦσι νὰ ἐξοντόνωσι τοὺς πολίτας, προσπαθοῦσι νὰ πείσωσιν αὐτοὺς περὶ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχουσι νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους· προσπαθοῦσι νὰ ἐκλέγωσι φόρους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνεκτοί· προσπαθοῦσι νὰ οἰκονομῶσιν οὕτω τὰ πράγματα, ὥστε νὰ μὴ ὠθῶσι τὸν λαὸν εἰς τὴν παραβίασιν τῶν νόμων· διότι τὴν παράβασιν τῶν νόμων διδάσκουσι καὶ εἰς αὐτὴν ἀναγκάζουσιν αὐτὸν νὰ προσφύγῃ, ἄλλως πράττουσαι· διδάσκουσιν εἰς αὐτὸν πράξεις ἀνηθίκους, αἱ δὲ Κυβερνήσεις ὀφείλουσι νὰ ἠθικοποιῶσι καὶ οὐχὶ νὰ διαφθείρωσι τοὺς λαούς. Καὶ ἂν ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὐχὶ ἡ ἐν τῇ Βουλῇ, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἐν Συνόδῳ, ἀλλὰ διὰ τῆς δημοσιογραφίας ἐζήτησε ν’ ἀνακόψῃ τὴν τακτικὴν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου, εὑρέθησαν αὐθάδεις γραφίδες ἵνα ἐγκαλέσωσιν αὐτὴν εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, ὡς διδάσκουσαν εἰς τὸν λαὸν τὴν ἀθέτησιν τῶν νόμων, καὶ προτρέπουσαν τοὺς πολίτας εἰς τὴν παραβίασιν αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μέχρι τινὸς δὲν ἀντέλεγεν εἰς τοὺς ἰσχυριζομένους καὶ βεβαιοῦντας, ὅτι τὸ εἶδος τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ παρέβλαπτε καὶ ἐζημίου κυρίως τὴν παραγωγήν. Ἔχει μεγίστην εὐκολίαν ν’ ἀντιλέγῃ πάντοτε εἰς πάντα μὴ ἀποδεχόμενον τὰς γνώμας του· ἀλλ’ ἡ κατὰ τοῦτο σιωπή του πρὸς τοὺς ἀντιλέγοντας, ἡ ἀποφυγὴ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς αὐτοὺς, μοὶ ἐνδεικνύει ὅτι ἐπείθετο ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ κατέστρεφε τὴν παραγωγήν. Διὰ τοῦτο ἐσιώπα. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον χρόνον συνωμολόγησε σύμβασιν μετὰ τῆς Αἰγύπτου, καὶ τότε ἐπῆλθε λάβρος, ἐπιτιθέμενος κατὰ τῶν ἀντιλεγόντων κατὰ τοῦ φόρου, καὶ διεσάλπισεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι ἔσωσε τὴν παραγωγὴν καὶ ἐπλούτισε τὴν χώραν, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐξησφαλίσθη ἡ κατανάλωσις ὅλου τοῦ ἐν Ἑλλάδι παραγομένου καπνοῦ. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ πιστοποιήσῃ τὰ γιγνόμενα. Πρέπει ἐπὶ τέλους, κύριοι, νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὴν ψευδολογίαν, πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ γνωρίζωμεν τί ἐστὶν ἀλήθεια καὶ τί ψεῦδος. Ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Αἰγύπτου ἔσωσε τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ καὶ ἐξησφάλισε τὴν κατανάλωσιν; Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ βεβαιώσωμεν· διότι, ἂν εἶναι ἀληθές, πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ σύμβασις ὠφέλησε τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἄν εἴμεθα Ἀντιπολίτευσις, δὲν εἴμεθα κεκλημένοι νὰ λέγωμεν αἰωνίως τὸ ὄχι. Ἄν πράττεται πρᾶξις ὀρθὴ καὶ συμφέρουσα, πρέπει νὰ τὴν ὁμολογήσωμεν. Ἂν ὅμως δὲν ἦτο τοιαύτη, ἂν μᾶς πλανῶσιν, ἂν δὲν μᾶς λέγωσι τὴν ἀλήθειαν, ἂν πλανῶσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, πρέπει νὰ τὸ βεβαιώσωμεν, ἵνα σταματήσῃ ἡ τακτικὴ τῆς πλάνης. Πλανώμεθα ἤδη ὁλόκληρα ἔτη. Ὁ λαὸς δὲν κάμνει ἄλλο παρὰ νὰ πλανᾶται. Ὑποσχέσεις, ἐλπίδες, ψευδῆ γεγονότα ἀνακοινοῦνται· πρέπει ταῦτα νά βεβαιῶνται ἑκάστοτε, ἵνα διδαχθῶμεν πάντες, ὅτι πρέπει καὶ τὰ πολιτικὰ πάθη μας, καὶ τὰ πολιτικὰ συμφέροντά μας νὰ τὰ προσαρμόζωμεν ὅσον οἷόν τε πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ βεβαίωσιν ἐπίσημον τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν πόσον ποσὸν καπνοῦ ἐξήχθη μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως ἐκ τῶν λιμένων τοῦ Κράτους διὰ τὴν Αἴγυπτον. Προσθέτω δὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι, ὅταν ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὰς τελωνειακὰς Ἀρχάς, πρέπει νὰ κάμῃ τὴν διαστολὴν εἰς αὐτὰς νὰ δηλώσωσι ῥητῶς πόσον ποσὸν ἐξήχθη ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τῶν διαμετακομίσεων· διότι τὰ ἐκ τούτων ἐξερχόμενα καὶ ἀποστελλόμενα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ποσὰ καπνοῦ δὲν εἶναι παραγωγὴ Ἑλληνικὴ, εἶναι καπνὸς Τουρκικὸς εἰσαγόμενος ἐκ τῆς Τουρκίας εἰς Ἑλλάδα, ἀλλ’ ὑπὸ διαμετακόμισιν, καὶ ἀποστελλόμενος ἐκεῖθεν ὡς Ἑλληνικὸς εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἵνα ἀπολαύσῃ τὰ ἐκ τῆς συμβάσεως προκύπτοντα πλεονεκτήματα ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν καπνῶν. Προτιμῶσι δ’ ἐν Αἰγύπτῳ τοὺς Τουρκικοὺς καπνούς, διότι εἶναι εὐωδέστεροι. Καὶ ζητῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας ταύτας, οὐχὶ διότι ἐγὼ δὲν ἔχω τοιαύτας, ἀλλ’ αἱ ἰδικαί μου, ὡς ἐκ πηγῶν ἰδιωτικῶν, δὲν ἔχουσιν ἀναντίῤῥητον κῦρος, οὐδὲ πρέπει νὰ ζητήσω νὰ γίνωσιν ἀποδεκταὶ παρ’ ὑμῶν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἐγὼ ἔχω καὶ σημείωσιν τῶν ποσῶν τῶν ἐξαχθέντων καπνῶν, καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἐξαγαγόντων αὐτοὺς πλοίων, καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, ὧν τὰ ἀτμόπλοια μετεκόμισαν αὐτοὺς εἰς Αἴγυπτον. Γνωρίζω ἀκόμη καὶ πόσος καπνὸς ἐπωλήθη ἐν Φθιώτιδι, καὶ πόσος μένει ἀποταμίευμα, καὶ εἰς ποίαν τιμὴν ἐπωλήθη, καὶ πόσος ὑπάρχει ἐν Τριχωνίᾳ, καὶ τίνες ἔχουσιν αὐτὸν ἐν ταῖς ἀποθήκαις. Ἐν Φθιώτιδι, παραδείγματος χάριν, γνωρίζω ὅτι παρήγετο πρότερον ποσὸν 800,000 ὀκάδων, τὸ ὁποῖον ἀπεστέλλετο εἰς τοὺς νομοὺς τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, καὶ τῆς Μεσσηνίας, καὶ τῶν Κυκλάδων, καὶ κατηναλίσκετο ἐσωτερικῶς, πλὴν ποσοῦ, ὅπερ ἐκόπτετο ἐν Σύρῳ καὶ ἐξήγετο εἰς τὴν Αἴγυπτον. Αἱ τιμαί, εἰς τὰς ὁποίας ἐπωλεῖτο τὸ παραγόμενον ἐν Φθιώτιδι προϊόν, ἦσαν τριῶν κατηγοριῶν. Πρώτη τιμὴ τοῦ καπνοῦ τῆς ἀρίστης ποιότητος συνίστατο εἰς 2–3,20 κατ’ ὀκὰν, ἡ μεσαία ποιότης 1,50 –2 δραχμὰς, ἡ τελευταία ποιότης πρὸς 1–1,50. Κατὰ τὴν συγκομιδὴν τοῦ 1883 καὶ 1884 δὲν παρήχθη πλέον τὸ αὐτὸ ποσὸν, ὅπερ παρήγετο πρότερον, ἀλλὰ μόνον τὸ ⅓ τοῦ πρότερον παραγομένου· διότι, μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, οἱ καλλιεργηταὶ τοῦ καπνοῦ ἐγκατέλιπον τοὺς ἀγροὺς οὓς ἐκαλλιέργουν, καὶ ἡ καλλιέργεια περιωρίσθη κατὰ τὰ ⅔. Αἱ συγκομιδαὶ τῶν ἐτῶν 1882, 1883 καὶ 1884 μένουσιν ἀπώλητοι, τὸ δὲ πωληθὲν ποσὸν τῶν τριῶν ἐτῶν ἀνέρχεται μόνον εἰς 200,000 ὀκάδας ἀρίστης ποιότητος, καὶ εἰς 300,000 κατωτάτης ποιότητος. Καὶ ὁ μὲν τῆς ἀρίστης ποιότητος, ὁ πωλούμενος ἄλλοτε πρὸς 2–3,20 δραχμὰς, ἐπωλήθη πρὸς 1,50–2 δραχμὰς, ὁ δὲ τῆς κατωτάτης, ὁ πωλούμενος ἄλλοτε πρὸς 1–1,50 δραχμὰς, ἐπωλήθη πρὸς 40 λεπτὰ ἕως μίαν δραχμὴν τὴν ὀκάν. Πόσα ἐζημιώθησαν λοιπὸν ἀπὸ τὴν παραγωγὴν τοῦ 1882, 1883 καὶ 1884 οἱ παραγωγοὶ τῆς Φθιώτιδος; Ἐὰν κάμητε ὑπολογισμὸν, θέλετε εὕρει, ὅτι ἐζημιώθησαν 3,200,000 δραχμῶν· καὶ, ἐνῷ ἄλλοτε παρῆγον 800,000 ὀκάδων, παρήγαγον ἐφέτος 250,000, καὶ ἐνῷ ἄλλοτε ἐξήγοντο 1,400,000 ὀκάδων, ἐξήχθησαν μόνον 500,000. Ἐν τῇ Τριχωνίᾳ 24,000 ὀκάδες καπνοῦ μένει ἀπώλητος ἐν ἑνὶ μόνῳ δήμῳ τῆς Τριχωνίας. Καὶ ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Αἰγύπτου, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ μᾶς εἴπωσιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ κ. Καλλιγᾶς κατὰ τὸ 1883, ὅτι μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας, καὶ ταῦτα πάντα προέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα καλύψῃ ἀποτυχίαν πανηγυρικὴν νόμου φορολογικοῦ. Ἀναστολὴ τῆς παραγωγῆς τοῦ προϊόντος, ἀναστολὴ τῆς ἐμπορίας, καταδίωξις ἀπηνὴς, κατασκοπία, καὶ ἐπὶ τέλους, κύριοι, ἀπώλεια χρόνου ἐπῆλθε· διότι, ἄν, ἀντὶ τοῦ πλημμελοῦς νόμου, ἄφινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὸ 1879 ὁ νόμος, ὃν ἐγὼ τότε προέτεινα, νόμος δυνάμενος νὰ ἐπιτύχῃ, παρῆλθον ἔκτοτε πέντε ἔτη, καὶ ἂν εἰσεπράττομεν ὡς προϋπελόγιζον 2,000,000 κατ’ ἔτος, ἠθέλομεν εἰσπράξει 10,000,000, τὰ ὁποῖα ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ διοικῶν τὰ οἰκονομικὰ μιᾶς χώρας πρέπει νὰ κύπτῃ τὴν κεφαλὴν καὶ νὰ ῥίπτῃ χαμαὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε δικαίωμα προχθὲς νὰ σατυρίσῃ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1885, καὶ νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὸν, ὅτι ἀπὸ τοὺς καπνοὺς εἰσπράττει περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἰσπράττει ἀπὸ τὸν Νόμον περὶ ἐκποιήσεως τῶν Ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων. Ἡ ἐκποίησις τῶν Ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων δὲν ἦτο μέτρον ταμιευτικὸν, παρῆγε προσόδους εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ἐκποίησις διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἀντιτίμου, ἀλλὰ παρῆγε καὶ τὴν ἐλπίδα τὴν βεβαίαν τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων τοῦ Κράτους· διότι τὰ κτήματα τὰ πωλούμενα περιήρχοντο ἀπὸ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν τῶν πολιτῶν, καὶ οἱ πολῖται εἶναι οἱ ἁρμοδιώτεροι καλλιεργηταὶ καὶ ὄχι τὸ Δημόσιον. Δὲν ἦτο φορολογία ἡ ἐκποίησις τῶν Ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων, ἦτο μέτρον συνετὸν, τὸ ὁποῖον αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ λαμβάνωσι, διότι αἱ Κυβερνήσεις δὲν εἶναι ἰδιοκτῆται καὶ κτηματίαι, δὲν εἶναι καταστηματάρχαι, δὲν μετέρχονται βιομηχανίαν. Μόνον ἡ Ἑλλὰς προωρίσθη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη νὰ ἔχῃ Κυβέρνησιν, ἥτις ἐγένετο καὶ καταστηματάρχης πετρελαίου, καὶ καταστηματάρχης πυρείων καὶ παιγνιοχάρτων, καὶ τίς οἶδεν, ἄν, χρόνου προϊόντος, δὲν γίνῃ καὶ καταστηματάρχης καὶ ὑποδημάτων καὶ ἐριούχων· διότι καὶ τὰ εἴδη ταῦτα καταναλίσκει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, καὶ ἀντὶ νὰ κερδίζωσιν ἐκ τῆς κατασκευῆς ἢ τῆς ἐμπορίας τούτων οἱ πολῖται, ἴσως ζητήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ κερδίζῃ ἀντ’ αὐτῶν τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ ἀμφιβάλλω ἄν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τριφυλίας εἶναι καὶ ὑπεύθυνος διὰ τὸν Νόμον περὶ ἐκποιήσεως τῶν Ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων. Δὲν εἰξεύρω διατὶ— ἴσως διότι ἔβλεπεν αὐτὸν ἀντικρὺ— ἐρεθίσθη καὶ ἐπετέθη κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σωτηροπούλου. Δὲν εἰξεύρω δὲ καὶ ἄν ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε. Ἐνθυμοῦμαι, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῶν ψηφισάντων τὸν Νόμον ἐκεῖνον, ὅτι ὁ Νόμος οὗτος ἐπέτυχεν ἄριστα. Ἐξεποιήθησαν μέχρι τοῦδε κτήματα πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων, καὶ ὁ Νόμος λειτουργεῖ ἄνευ οὐδενὸς προσκόμματος. Ἤμην εἰσηγητὴς ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸν Νόμον, καὶ ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὰς ἐπ’ αὐτοῦ γενομένας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συζητήσεις, καὶ τὰς γνώμας, αἵτινες ἀντελέχθησαν κατὰ τὴν ἐν τῇ Συνελεύσει συζήτησιν αὐτοῦ, καὶ κατέληξαν εἰς συμπεράσματα τόσον εὐχάριστα. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκλειστικῆς ἐμπορίας τοῦ σιγαροχάρτου, διὰ τὸ ὁποῖον προϋπελόγιζε πρόσοδον 3 ἑκατομμυρίων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπέτυχε κατὰ τὸ ⅓, διότι ἐλπίζει κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους ἡ ἐξ αὐτοῦ πρόσοδος νὰ ἀνέλθῃ εἰς 1,000,000. Τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως τῶν οἰνοπνευμάτων, σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπέτυχεν ἐντελῶς, ὅτι ἴσως τὸ ⅓ ἢ τὸ ¼ θέλει εἰσπραχθῆ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου ἐσταμάτησεν, ἵνα ἐπικαλεσθῇ τὴν προσοχήν σας ἰδίως, καὶ παρασταθῇ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν ὡς ὁ σωτὴρ τῶν καλλιεργητῶν τῶν ἀμπέλων καὶ τῆς σταφίδος. Ἂν δὲν ἐψηφίζετο ὁ νόμος οὗτος, σᾶς εἶπε, δὲν ἤθελε πωληθῆ οὐδὲ τὸ ὀλίγον ποσὸν τῶν στεμφύλων, οὐδὲ τὸ ὀλίγον ποσὸν τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον ἐπωλήθη. Σᾶς εἶπεν ὅτι οἱ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος καὶ οἱ παραγωγοὶ τῶν ἀμπέλων παραπονοῦνται ἀδίκως κατὰ τοῦ νόμου τούτου, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εὐγνωμονῶσι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι προσδιώρισεν ὡς ἀπαιτούμενον πρὸς παραγωγὴν ἀνύδρου οἰνοπνεύματος ποσὸν πρώτης ὕλης ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς ἀπαιτεῖται, εὐκολύνας οὕτω τὴν κατανάλωσιν, καὶ ἐμποδίσας τὸν συναγωνισμὸν τῶν στεμφύλων καὶ τῆς σταφίδος πρὸς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, οἱ ὁποῖοι καὶ οὗτοι χρησιμεύουσιν εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιίαν. Ἐπεθύμουν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπισήμους πληροφορίας πόσον ποσὸν σταφίδος βεβλαμμένης ἢ μὴ καλῆς ποιότητος ἐπωλήθη ἐφέτος εἰς οἰνοπνευματοποιούς, πόσον ποσὸν ὡσαύτως ἐπωλήθη στεμφύλων. Φοβοῦμαι ὅτι θέλει προβάλει, ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἰς αὐτὸν νὰ συλλέξῃ τοιαύτας πληροφορίας. Ἀλλ’ ἂν δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὸν ἰσχυρισμόν του, δὲν πρέπει ν’ ἀξιοῖ βραβεῖον ἐπὶ ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας οἱ παραγωγοὶ καὶ τῆς σταφίδος καὶ τῶν στεμφύλων οὐχὶ μόνον παραπονοῦνται, ἀλλ’ ἐκπέμπουσιν ἀρὰς κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἕν τμῆμα εἰς ἐπαρχίαν παρακειμένην, τῆς ὁποίας ὑπάρχουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι συμπίπτει νὰ μὴν εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι, εἶναι κεκαλυμμένον ὑπὸ ἀμπέλων· ἐπειδὴ ὅμως αἱ σταφυλαὶ τῶν ἀμπέλων τούτων δὲν εἶναι κατάλληλοι πρὸς τὴν οἰνοποιίαν, διότι ὁ παραγόμενος ἐξ αὐτῶν οἶνος ὀξειδοῦται βραδύτερον, οἱ καλλιεργηταὶ τῶν ἀμπέλων τούτων ἐπώλουν κατ’ ἔτος τὰς σταφυλὰς εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιούς. Ἀλλ’ ἐφέτος οὐδεὶς ἐπώλησεν οὐδὲ μίαν ὀκάν· καὶ οὐ μόνον δὲν εἰσέπραξαν τίποτε μὴ πωλήσαντες, ἀλλ’ εὑρέθησαν εἰς στενοχωρίαν, διότι ἔπρεπε καὶ νὰ τρυγήσωσι τὰς ἀμπέλους, καὶ νὰ ὑποστῶσι καὶ τὰς δαπάνας διὰ τὸν τρυγητὸν, μὴ ἐλπίζοντες ν’ ἀποζημιωθῶσιν οὐδὲ διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ τρυγητοῦ· εἶναι τὸ τμῆμα τῆς Βόχας τῆς Κορινθίας. Δὲν εἰξεύρω ἂν οἱ κύριοι βουλευταὶ τῆς Κορινθίας εἶναι διατεθειμένοι νὰ μὲ διαψεύσωσιν· ἂν ὅμως αἱ πληροφορίαι μου εἶναι τυχὸν ἐσφαλμέναι, παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ μὲ διαψεύσωσι, διότι ἐν καλῇ τῇ πίστει ἀνακοινῶ αὐτάς. Οἱ ἰδιοκτῆται τῆς σταφίδος κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη εἶχον πάντοτε, μεταξὺ τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον συνεκόμιζον, μερίδα τινὰ μικρὰν, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ἐμπορίας, τὴν ὁποίαν ἐπώλουν κατ’ ἔτος εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, καὶ εἰσέπραττον ἑκατοντάδας τινὰς δραχμῶν· ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην, τὴν ὠφέλειαν αὐτὴν ἐστερήθησαν, καὶ ἐστερήθησαν ἐφέτος ἐν χρόνῳ καθ’ ὃν εἶχον ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας ταύτης· διότι καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου καὶ ἡ ἐπελθοῦσα συμφορὰ εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος ἔφερον εἰς ἀμηχανίαν τὰς σταφιδοφόρους ἐκείνας χώρας. Δὲν πρέπει ν’ ἀρνῆταί τις τὰ γεγονότα, δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, διότι εἴμεθα ἰσχυροὶ, διότι κατέχομεν τὴν Ἐξουσίαν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ὑβρίζωμεν τοὺς εἰς ἀπορίαν περιελθόντας, ὅταν μᾶς λέγωσιν ὅτι εἰσὶν ἄποροι. Ἂν ὑβρίζωσι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πλαταμώδους, τὸ ὁποῖον διὰ πράξεώς του παρεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ ἀναστολῆς τινος τῆς καταζητήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἵνα, ἐν ᾗ κεῖνται ἀμηχανίᾳ, ἀνακουφισθῶσι κἂν κατὰ τοῦτο, ἂν ἐζήτει ὁ λαὸς νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον πρὸς ἀνακούφισιν, ἂν τὸν ὑβρίζωσιν οἱ κρατοῦντες, μὴ νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ ὑμᾶς ὁ εὐσυνείδητος κόσμος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἐπελθούσας περιπετείας τοῦ λαοῦ, καὶ γνωρίζει τὰς ὑποχρεώσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ Κράτος, ἀλλὰ γνωρίζει ὡσαύτως καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν κυβερνώντων πρὸς τοὺς πολίτας αὐτούς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἔδωκεν εἴδησιν ἀληθῶς παραμυθητικὴν, ὅτι ἐπῳάζει εἰς τὴν κεφαλὴν αὑτοῦ ἓν σχέδιον μέγα. Ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς μᾶς εἶπε, νὰ καταστρέψῃ τὴν μικρὰν βιομηχανίαν τῶν οἰνοπνευμάτων, ἵνα ὠφελήσῃ τὸ Κράτος, ἀντικαθιστῶν ἀντ’ αὐτῆς βιομηχανίαν μεγάλην· καὶ σᾶς παρέπεμψε νὰ ἴδητε τὸ Σταλακτήριον ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς, βεβαιῶν ὑμᾶς, ὅτι ἀπὸ τοιαῦτα μεγάλα καταστήματα θέλει πληρωθῆ τὸ Κράτος, καὶ εἰς αὐτὰ θέλουσι τρέχει οἱ ἰδιοκτῆται, ἵνα πωλῶσιν ἐπωφελῶς τὰ περισσεύματα τῆς συγκομιδῆς των. Ἔχει περίεργον ἀδυναμίαν ὁ κ. Πρωθυπουργός· αἰωνίως τέρπεται μὲ τὰ μεγάλα. Δὲν τῷ ἀρέσκουσι τὰ 49 ἑκατομμύρια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θέλει 100 ἑκατομμύρια, δὲν τοῦ ἀρέσκει ἡ μικρὰ βιομηχανία, θέλει μεγάλην· ὅλα θέλει νὰ τὰ μεταπλάσῃ. Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν μεταπλάττονται διὰ τῆς θελήσεως τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ διὰ τῆς προόδου τοῦ χρόνου, διὰ τῆς προόδου τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, διὰ τῆς εὐθηνίας τῶν κεφαλαίων καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς εὐημερίας. Καὶ ὅταν ἀπὸ τῆς εὐημερίας ὑποπίπτητε εἰς τὴν ἀπορίαν, καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀπορίας ἀπειλῆσθε ὑπὸ τῆς πείνης, καὶ μᾶς λέγητε ὅτι τότε ζητεῖτε νὰ ἀντικαταστήσητε τὴν μικρὰν βιομηχανίαν διὰ τῆς μεγάλης βιομηχανίας, ὀνειροπολεῖτε. Ἐν χρόνῳ καθ’ ὃν ὁ μεγαλείτερος τῶν ἰδιοκτητῶν Κηφισσίας, (κατὰ τὸ παρελθὸν ἔαρ διέτριψα ὀλίγας ἡμέρας ἐκεῖ) μοὶ ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν προσφέρῃ τὴν καλλιτέραν τῶν ἐν Κηφισσίᾳ οἰκιῶν, ἡ ὁποία εἶναι κτῆσις αὐτοῦ καὶ κεῖται ἐπὶ τῆς πλατείας τοῦ Πλατάνου, ἐὰν τὴν προσφέρῃ εἰς πρώτην ὑποθήκην, δὲν εὑρίσκει νὰ δανεισθῇ δύω χιλιάδας δραχμῶν, ἐν ᾧ χρόνῳ ὁ τόκος εἰς μὲν τὰ μέρη, τὰ περιπεσόντα περισσότερον εἰς ἀπορίαν, ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἀσύνηθες ἀληθῶς ποσὸν τῶν 15 καὶ 20%, ἐν Ἀθήναις δὲ ὁ τόκος ἐπὶ προσφορᾷ πρώτης ὑποθήκης ἀστικοῦ κτήματος κρίνεται εὐσυνείδητος ἐὰν ἦναι 12%, ὁμιλεῖτε νὰ καταργήσητε τὴν μικρὰν βιομηχανίαν τῶν Σταλακτηρίων, ἵνα συστήσητε ὁμοίαν μὲ τὴν ἱδρύσασαν τὸ ἐργοστάσιον αὐτῆς ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς; Καὶ προβαίνετε εἰς πράξεις ἐχθρικὰς κατὰ τῆς μικρᾶς βιομηχανίας, ἀποστεροῦντες τὴν σημαντικὴν βοήθειαν, ἣν μέχρι τοῦδε παρεῖχεν εἰς πολύτιμον παραγωγήν· διότι ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος, ἡ παραγωγὴ τῆς ἀμπέλου, εἶναι ἡ πολυτιμοτέρα παραγωγὴ τοῦ Κράτους. Ἐμνήσθην τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πλαταμώδους, διότι ὅσα περὶ αὐτοῦ ἀνέγνων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς ἐν ταῖς ἐφημέρισι τοῦ Ὑπουργείου, ἤγειραν ἀληθῶς τὴν ἀγανάκτησίν μου. Δὲν ἔχω πολιτικὰ συμφέροντα ἐν τῷ δήμῳ Πλαταμώδους, δὲν ἐνασκῶ ἐπιῤῥοὴν, δὲν ζητῶ τὴν ψῆφον τῶν κατοίκων τοῦ δήμου ἐκείνου διὰ νὰ θωπεύσω ἢ κολακεύσω αὐτούς· ἀλλ’ ἠγανάκτησα, ὅταν ἤκουσα, ὅτι, ἐνῷ οἱ ἄνθρωποι ᾤκτειρον τὴν κατάστασίν των, ὑβρίζοντο ὡς κακῆς πίστεως πολῖται. Ἐμνήσθην ὅμως αὐτοῦ καὶ δι’ ἄλλον τινὰ σκοπὸν, διότι ἐπιθυμῶ ν’ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: ἐσκέφθη μέχρι τοῦδε νὰ λάβῃ μέτρον τι πρὸς ἀνακούφισιν τῶν κατοίκων τῶν σταφιδοφόρων Ἐπαρχιῶν, ἐπὶ τοὺς ὁποίους τοιαύτη ἐπέσκηψεν ἐφέτος συμφορά; Ἐὰν δὲν στερῶνται τοῦ ἀκατανοήτου θάῤῥους νὰ ἐνασμενίζωνται πλαστογραφοῦντες τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, ἐνεργοῦντες καὶ προπαρασκευάζοντες, δαπάνῃ, ἴσως, τοῦ Δημοσίου, τὴν πλαστογράφησιν τῆς δυσφορίας καὶ τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ λαοῦ τῶν σταφιδοφόρων Ἐπαρχιῶν, ἐὰν δὲν στερῶνται τοῦ θάῤῥους νὰ προπαρασκευάζωσι τὴν πλαστογράφησιν ταύτην τῆς ἀγανακτήσεως τῶν πολιτῶν, ἂς μὴ λησμονῶσι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν, ἵνα ἔλθωσιν εἰς ἐπικουρίαν αὐτοῦ ἐν ὥρᾳ τοιαύτῃ δυσφορίας οἰκονομικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν κακῇ μοίρᾳ ἡ οἰκονομικὴ πολιτική των ἤγαγεν αὐτούς. Μοὶ ἔμεινε νὰ ἐξετάσω καὶ τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονήσω νὰ καταγγείλω ἓν σφάλμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε προχθές, ὅταν ἠγόρευε, νὰ περικαλύψῃ τὴν ἀποτυχίαν καὶ αὐτοῦ τοῦ φόρου, διότι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι εἶχε κατορθώσει νὰ πραγματοποιήσῃ, εἶναι ἀνυπολογίστως ὑποδεέστερα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ὑπελόγιζεν ὅτι ἔμελλε νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ἠθέλησε νὰ παραβάλῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ φόρου ἐκείνου πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο πρότερον ἐκ τοῦ φόρου τοῦ στρεμματικοῦ τῶν ἀμπέλων. Αὐτὸ εἶναι σφάλμα. Ὁ στρεμματικὸς φόρος τῶν ἀμπέλων εἶχεν ἐντελῶς ἀποτύχει. Ἦτο φόρος ἐπιεικέστατος, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον εἶχεν ἐντελῶς ἀποτύχει. Δὲν ὑπάρχει Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἴτε παρέμεινε χρόνον τινὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε διέβη δι’ αὐτοῦ ὡς διαβάτης, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ συνεκόμισε τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ εἶχον, ὅτι ὁ φόρος ὁ στρεμματικὸς τῶν ἀμπέλων εἶχεν ἐντελῶς ἀποτύχει. Φόροι, οἱ ὁποῖοι ἀφίνουσι καθυστεροῦντα 50%, εἶναι φόροι ἀποτυχόντες, ἡ δὲ ἀντικατάστασις τῶν φόρων τούτων εἶναι ἀναγκαία. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ γείνῃ αὕτη, μεταφερομένου τοῦ φόρου εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἢ ἔπρεπεν ἡ ἀντικατάστασις νὰ γείνῃ, ἐπιβαλλομένου τοῦ φόρου εἰς τὴν παραγωγήν; Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς δευτέρας γνώμης ἀνεπιφυλάκτως. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐσυνείθισα νὰ κερδοσκοπῶ εἰς τὴν πολιτικὴν, δὲν ἀποκρύπτω τὴν γνώμην μου, καὶ διὰ τοῦτο ἐκηρύχθην κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Ὁ φόρος τοῦ οἴνου, ἐπιβαλλόμενος εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἐπιφέρει ἀνηκούστους δυσκολίας εἰς τὸν λαόν. Ὁ οἶνος εἶναι ἡ πρωτίστη καὶ κυρία αὐτοῦ τροφὴ εἴς τε τοὺς ὀρεσιβίους καὶ τοὺς ἀγρότας, ὁ οἶνος ἀντικαθιστᾷ τὰς θρεπτικωτάτας τροφάς. Ὁ οἶνος εἶναι τὸ συμπλήρωμα τοῦ ἡμερομισθίου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπιβαρύνηται ἡ κατανάλωσις, διότι συντελεῖτε εἰς τὸ νὰ καταστήσητε ἀκριβώτερον τὸν βίον τοῦ λαοῦ, συντελεῖτε εἰς τὸ νὰ αὐξήσητε τὸ ἡμερομίσθιον. Καὶ δὲν ἦτο μόνον ὁ φόρος τοῦ οἴνου κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα, κατὰ τὸ ὁποῖα κυβερνᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος συνετέλεσεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἡμερομισθίου· συνετέλεσεν εἰς τοῦτο ἡ μετατροπὴ τοῦ νομίσματος, συνετέλεσεν ἡ μεγάλη ἐξόγκωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον αὐξηθῆ κατὰ 49%. Λοιπὸν, ἂν καταναλίσκητε ἀντικείμενα ξένης παραγωγῆς, ἀγοράζετε αὐτὰ ἀκριβώτερα, διότι ἐπληρώθησαν εἰσαγωγικὰ τέλη 49% περισσότερα ὅσων ἐπληρώνοντο. Ἐὰν καταναλίσκητε ἀντικείμενα τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, αἱ τιμαί των ηὔξησαν, διότι ἡ μετατροπὴ τοῦ νομίσματος καὶ ἡ ἀκρίβεια τοῦ βίου ηὔξησαν τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς αὐτῶν. Ἀφοῦ τὰ ἡμερομίσθια ηὔξησαν, καὶ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς ἐπίσης ηὔξησαν. Αὕτη εἶναι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἧς τὰ ἀποτελέσματα ἰδίως ἠσθάνθησαν οἱ καλλιεργηταὶ τῆς σταφίδος. Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἥκιστα ἐφρόντισεν, ἵνα ἐνισχύσῃ καὶ ἐπιτείνῃ τὴν κατανάλωσιν τοῦ προϊόντος τούτου, ἔπραξεν ὅμως ὅ,τι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς αὐτοῦ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ σταφιδοκάρπου, διότι τὸ προϊὸν τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παράγεται εἰς μεγαλείτερον ποσὸν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐκ τῆς καταναλώσεως αὐτοῦ εἰσάγεται μεγαλείτερον ποσὸν χρημάτων εἰς τὴν χώραν. Ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι παράγεται ἐν Ἑλλάδι, παράγεται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀκριβώτερον παρ’ ὅσον παρήγετο πρότερον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅμως καὶ τὴν εὐθηνίαν τοῦ κρέατος καὶ τῶν σιτηρῶν σᾶς ἀπέδειξε προχθὲς ὡς ἀποτελέσματα τῆς μετατροπῆς τοῦ νομίσματος, ἢ ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου. Ἡ κατάργησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ζώων βεβαίως ἐπηρέασε τὴν τιμὴν τοῦ κρέατος· ἡ γνῶσις ὅτι κατηργήθη τὸ τέλος, βεβαίως ηὔξησε τὴν εἰσαγωγήν. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν χώραν μας ἐπῆλθε τοσοῦτον μεγάλη καὶ ἀνυπολόγιστος εἰσαγωγὴ κρεάτων, ὥστε αἱ τιμαὶ ἔλαβον κατάπτωσιν ἀμύθητον, δὲν πρέπει νὰ τὸ ὀφείλωμεν εἰς τὴν μετατροπὴν τοῦ νομίσματος. Ἡ μετατροπὴ τοῦ νομίσματος δυνατὸν νὰ μὴ φέρῃ ἀνωμαλίαν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τόπου τινὸς, ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐτῶν. Κατὰ τὰ πρῶτα ὅμως ἔτη καὶ ἰδίως εἰς τὰς τιμὰς τῶν μικρῶν πραγμάτων εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ φέρῃ μεγάλην αὔξησιν. Ἔπρεπε νὰ καταπλημμυρήσῃ ἡ Ἀμερικὴ τὴν Εὐρώπην διὰ σιτηρῶν, νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀζητησία αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι, οἱ ἰδιοκτῆται τῆς Φθιώτιδος νὰ ἐπιθυμῶσι νὰ εὕρωσιν ἀγοραστὰς σίτου πρὸς 17 λεπτὰ, ἵνα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλθῃ καὶ μᾶς ἀναγγείλῃ ὅτι χάρις τῇ μετατροπῇ τοῦ νομίσματος ἐπῆλθεν ἡ εὐθηνία τῶν σιτηρῶν. Ἔχομεν λοιπὸν ὡρισμένα τινὰ πορίσματα. 68 ἑκατομμύρια ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ 1882· 70 ἑκατομμύρια μᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι θέλει εἰσπράξει, εἰσέπραξε 55 ἑκατομμύρια· 72 ἑκατομμύρια ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων κατὰ τὸ 1883, ἀλλὰ 52 ἢ 53 μόνον εἶχον εἰσπραχθῆ μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1884. Ὥστε κατὰ τὸ 1882 εἰσεπράχθησαν 7 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα ἀφ’ ὅσα προϋπελόγιζον ὅτι ἤθελον εἰσπραχθῆ, ἢ 9 ἑκατομμύρια ἀπὸ ὅσα ἐβεβαίου ὅτι ἤθελεν εἰσπράξει. Κατὰ τὸ 1883 εἶχον εἰσπραχθῆ μέχρι τέλους Ἀπριλίου τοῦ ἑπομένου ἔτους 1884 19 ἑκατομμύρια ὀλιγώτερα. Καὶ κατὰ τὸ 1884 θέλει ὡσαύτως εἰσπραχθῆ ὀλιγώτερον ποσὸν, ὁπόσον δὲν γνωρίζω· ἀλλ’ ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θέλει εἰσπραχθῆ ὀλιγώτερον, διότι σᾶς εἶπεν ὅτι θέλει εἰσπράξει μόνον 3, 4 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸν καπνὸν, ἐνῷ εἶχε προϋπολογίσει 10 ἑκατομμύρια· σᾶς εἶπεν ὅτι ἀπέτυχεν εἰς τὰ ποσὰ ὅσα ὑπελόγιζεν ὅτι θέλει εἰσπράξει ἐκ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου καὶ ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου. Λοιπὸν, λέγει, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τῶν φορολογουμένων. Οὗτοι εἶναι ἄνθρωποι κακῆς πίστεως! Πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως, ἵνα κατορθώνωμεν νὰ εἰσπράττωμεν ἀκέραια ὅσα ὑπολογίζομεν! Καὶ σᾶς ἐπρότεινε πέρυσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, τοῦ ὁποίου σᾶς βεβαιῶ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τὴν πρώτην φορὰν καθ’ ἣν ἀνέγνων αὐτὸν, μοὶ ἐνεποίησεν ἐντύπωσιν ἀποτροπαίαν. Ηὔξανε τὸ χρέος τοῦ φορολογουμένου ἐν ὑπερημερίᾳ ὡρισμένῃ, ὄχι ἀντὶ πληρωμῆς τόκου, διότι τοιοῦτος δὲν εἶχε συμφωνηθῆ διὰ τοῦ νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνέστη τὸ χρέος, ὄχι ἀντὶ ποινικῆς ῥήτρας, διότι δὲν εἶχε συμφωνηθῆ ὑπὸ τῶν συναλλαξαμένων, ἀλλ’ ἀντὶ ποινῆς· ὥστε τὸ Νομοσχέδιον ηὔξανε τὸ χρέος τοῦ φορολογουμένου κατὰ 15, 20, 30%, διὰ νὰ τιμωρήσῃ αὐτόν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς χώραν τινὰ νομοθεσία παραπλησία. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ἀποφασίσει νὰ πολεμήσῃ μετ’ ἀμεταπτώτου ἐπιμονῆς τοιοῦτον νομοθετικὸν ἐξάμβλωμα· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ δύναμίν του, ὡς δικαιολογούμενος εἶπεν ἔν τινι τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν ἀναχώρησιν ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις παρέστη ἐν μιᾷ τῶν συνεδριάσεων διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ταπεινώνουσα τὸ ἀξίωμά της, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεκρίνετο ὅτι δὲν ἐνόει τί ἔλεγον καὶ τί ἐζήτουν ἀπὸ αὐτὸν, διὰ νὰ ἀποκρύψῃ τοὺς καταλόγους τῶν δαπανῶν τῆς Ἀστυνομίας· ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠρνεῖτο νὰ δώσῃ τὴν ζητουμένην ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν τῶν δαπανῶν τούτων πρὶν ἢ δικαιολογήσῃ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησεν εἰς αὐτὸν ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ἐδαπάνησεν ὡς ἔξοδα ἀστυνομικὰ, ὁ δὲ κ. Λομβάρδος παρίστα ὅτι δὲν ἐνόει, ὑπεκρίνετο τὸν βλάκα, καὶ μόλις κατωρθώσαμεν νὰ ὑφέλωμεν ἀπὸ τὰ χείλη αὐτοῦ ὅτι ἀπὸ τὰ ἔξοδα τὰ ἀστυνομικὰ ἢ ἀπὸ τὰ ἔκτακτα ὑγιειονομικὰ ἐδαπάνησε καὶ διὰ τὴν ἵδρυσιν Τυπογραφείου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἦτο δὲ πλέον ὀγδόη ὥρα τῆς ἑσπέρας, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπῆλθεν· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσηγήσατο τακτικὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι συνήθης εἰς τὰ Κοινοβούλια. Παρέμεινε, καὶ ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τριάκοντα νόμοι, νόμοι μονοπωλίων, ὁ μνημονευθεὶς ἄγριος νόμος περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, νόμοι πιστώσεων, τὸ Δασμολόγιον, καὶ πληθὺς ἄλλων παραπλησίων. Καὶ ὁ περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων ἐπίσης νόμος, οὗ ἐμνημόνευσα, ἐψηφίσθη μετὰ τῶν ἄλλων μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ Βουλευτηρίου. Ἦτο μεγάλη ἡ εὐθύνη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἠνείχετο τοιαύτην τακτικήν. Δὲν ἔμενε παρὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη δὶς ἔτι, ἵνα πάντα ψηφισθῶσι, παρασταθῇ δὲ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ αὐτὴ συμπράξασα εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν, μηδὲν ὅμως κατ’ αὐτῶν θελήσασα νὰ ἀντιλέξῃ. Δὲν εἶναι φυσικὸν μετὰ ἑπτάωρον ἐργασίαν νὰ ἀποκάμῃ καὶ ἀπέρχηται τοῦ Βουλευτηρίου, πεπληρωμένη μάλιστα τῆς ἀηδίας, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ τρόπος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε πληρώσει αὐτὴν κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην· Ἦτο τοιοῦτος ὁ τρόπος τοῦ κ. Λομβάρδου, ὥστε ἐγὼ αὐτὸς ἠναγκάσθην νὰ εἴπω τότε πρὸς ἕνα τῶν συναδέλφων του νὰ προτρέψῃ αὐτὸν νὰ καταβῇ πλέον τοῦ βήματος, ἵνα παύσῃ νὰ ταπεινώνῃ τὸ ἀξίωμα τῆς Ἀρχῆς. Ἐὰν λοιπὸν τοιαύτην τακτικὴν μετήρχετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ δύω ἀκόμη ἑσπέρας, ἤθελον ψηφισθῇ πάντες οἱ νόμοι ἐκεῖνοι· ἀλλ’ ἤθελον ψηφισθῇ ὑποτιθεμένης παρούσης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἦτο τῷ ὄντι μεγάλη ἡ εὐθύνη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐχὶ μόνον ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων ἑκάστου τῶν μελῶν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου. Ἐὰν δὲ ἀπήρχετο ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἦτο οὐδεὶς φόβος νὰ σταματήσῃ ἡ Κυβερνητικὴ μηχανή, διότι ἀπαρτία τῆς Βουλῆς ἔμενε μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ ὅλα τὰ νομοθετήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ λάβῃ τὴν ἐπικύρωσιν ὅλων τῶν μέτρων του. Ἑπομένως ἡ ἀναχώρησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου δὲν παρεκώλυε τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τῆς χώρας. Δὲν ἦτο πρᾶξις στασιαστική, ἦτο ἄμυνα ὑπὲρ τῶν ἰδίων προσώπων ἡμῶν καὶ ὑπὲρ τῶν ἰδίων δικαιωμάτων μας. Ἦτο ἄμυνα ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων, ἃ ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου εἴχομεν, νὰ ἀξιῶμεν, ὅταν ἐπερωτῶμεν, νὰ μᾶς ἀπαντῶσιν, ὅταν ἐζητοῦμεν πληροφορίας, νὰ μᾶς τὰς δίδωσι νὰ συζητῶμεν, καὶ νὰ μὴ ψηφίζωνται ἄνευ συζητήσεως καὶ λάθρα νόμοι παραπλήσιοι. Τῷ ὄντι θὰ ἤμεθα ἄξιοι νὰ ἑδρεύωμεν ἐν Κοινοβουλίῳ Φελλάχων, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἀνεχώμεθα νὰ ἐρωτῶμεν καὶ νὰ μὴ μᾶς ἀπαντῶσι, νὰ παριστάμεθα εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ νὰ μὴ μετέχωμεν τῶν συζητήσεων. Ἀπήλθομεν λοιπόν. Μετὰ τὴν ἀναχώρησιν ἡμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνέβη ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἐξετόξευσε μύδρους κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἐλησμόνησε τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἡ γραμματικὴ δίδει εἰς τὰς φράσεις καὶ τὰς λέξεις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Καὶ ὡμίλησε περὶ τῆς ἱερότητος τοῦ σκοποῦ τῶν Νομοσχεδίων του, περιλαβὼν οὕτω καὶ τὴν ἱερότητα τοῦ σκοποῦ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, τοῦ δρακοντείου αὐτοῦ νομοθετήματος, καὶ τὴν ἱερότητα τοῦ σκοποῦ τῶν Νομοσχεδίων τῶν μονοπωλίων! Εἶπε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός· «Ἀλλὰ καὶ ἡ ἱερότης ἔτι τοῦ σκοποῦ τῶν Νομοσχεδίων τούτων δὲν ἤρκεσεν, ἵνα σταματήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνώπιον τῶν ἱεροσύλων αὐτῆς σκοπῶν, διότι ἱερόσυλος εἶναι ἡ ἐνέργεια ἡ τείνουσα εἰς τὴν παράλυσιν τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Ἔθνος ὀφείλει νὰ ἐργάζηται κτλ.». Δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσω ἐν ὀνόματι ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν παρευρέθησαν πλέον εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην, δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσω νὰ ἀποκρούσω τὴν ὕβριν ταύτην, τὴν ἀνίερον ἀληθῶς ὕβριν, τὴν ἐκτοξευθεῖσαν κατὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοὺς ὁποίους ὠνόμασεν ἱεροσύλους. Καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων, καὶ ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογή του, καὶ μοὶ ἀνήγγειλαν ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν, ὅτι ἔν τινι τούτων ἐξεδόθησαν ἑπτὰ χιλιάδες ἐνταλμάτων προσωπικῆς κρατήσεως. Μοὶ ἔγραφε πρώην Βουλευτὴς ἐξ ἄλλης Ἐπαρχίας, ὅτι ἐξεδόθησαν δέκα χιλιάδες ἐνταλμάτων προσωπικῆς κρατήσεως κατὰ τῶν πολιτῶν τῆς Ἐπαρχίας ἐκείνης. Ἀναλογισθῆτε, κύριοι, ἐὰν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία δέκα χιλιάδων πολιτῶν ἔν τινι Ἐπαρχίᾳ μένῃ εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ τελευταίου ὀργάνου τῆς Διοικήσεως· ἀναλογισθῆτε ποία καθίσταται ἡ Διοίκησις, οὐχὶ μόνον διότι λαμβάνει ὡς τοιαύτη τὴν ἐξουσίαν νὰ στερῇ τὴν ἐλευθερίαν τοσούτων πολιτῶν, ὡς ὀφειλετῶν, ἀλλ’ ἀκόμη διότι ἐξαναγκάζει ἢ δίδει τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς πολίτας τούτους νὰ ἐξαγοράζωσι τὴν προσωπικὴν αὐτῶν ἐλευθερίαν, διαφθείροντες τὰ ὄργανα τῆς Ἀρχῆς! Ἐπειδὴ μάλιστα ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὰ στρατιωτικὰ ὄργανα νὰ εἰσπράττωσι 50 λεπτὰ ὡς δικαίωμα συλλήπτρων ἀπὸ ἕκαστον ἄτομον, ἐπλάσθη τὸ συμφέρον νὰ ἐγγραφῶσιν ὅσοι τὸ δυνατὸν περισσότεροι ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν κρατηθησομένων, ἵνα εἰσπράττωσιν ὡς σύλληπτρα μεγαλείτερον ποσὸν παρὰ τῶν ἐνεργούντων τὴν καταδίωξιν. Καὶ τῷ ὄντι πέντε χιλιάδες δραχμῶν νόμιμα δικαιώματα θέλουσι λάβει οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δέκα χιλιάδων ἐκείνων ἐνταλμάτων τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἄγνωστον δὲ εἶναι πόσα μὴ νόμιμα δικαιώματα θέλουσιν εἰσπραχθῆ καὶ πόσα μὴ νόμιμα συμφέροντα θέλουσι σχηματισθῆ. Ἀλλὰ τάχα μόνον τὸ κακὸν τοῦτο ἀπειλεῖ ἐκ τοῦ νόμου τούτου τὴν χώραν; Φαντάσθητε τοιοῦτον νόμον εἰς χεῖρας ὀργάνων φατριαζόντων· φαντάσθητε τὰ κόμματα ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις, δυνάμενα νὰ προσδιορίζωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ προτίμησιν ἔπρεπε νὰ καταδιωχθῶσι· φαντάσθητε τὸν Ταμίαν, τὸν Γραμματέα, τὸν Εἰσπράκτορα, τῶν ὁποίων ἡ διατήρησις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς περιποιήσεως τοῦ κομματάρχου, διὰ νὰ ἐννοήσητε ποῖον εἶδος διοικήσεως ἀπεφάσισε νὰ ἐγκαταστήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς Ἐπαρχίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἡ προαναγγελία ὅτι ἔμελλον νὰ εἰσπραχθῶσι τόσα πολλὰ ἔσοδα ἐκ τῶν νέων φόρων, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἦτο καὶ ἐντελῶς ἀπονήρευτος· διότι ἐνθυμοῦμαι μετὰ τίνος σπουδῆς διελαλήθη καὶ διὰ τῶν μεγαλειτέρων καὶ δημοσιωτέρων ὀργάνων τοῦ παγκοσμίου κόσμου, μετὰ τίνος σπουδῆς διελαλήθησαν καὶ τὰ ποσὰ μάλιστα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ δύω μόνον φόρων, ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ φόρου τοῦ σιγαροχάρτου. Ὅταν ἀνεγίνωσκον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐβεβαιοῦτο ὅτι 14 ἑκατομμύρια ἔμελλον νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῶν δύω τούτων φόρων, δὲν ἠδυνάμην νὰ διΐδω καὶ τὸν σκοπὸν, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἀπεδείχθη ὅτι ὑπηγόρευε τὰς δημοσιεύσεις ταύτας. Ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ πεισθῇ ἡ Εὐρώπη, ὅτι ἔχομεν περισσεύματα, ἑπομένως νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐκδώσωμεν δάνειον, νὰ τὸ πωλήσωμεν εἰς ἀκριβὴν τιμὴν, καὶ νὰ δυνηθῶμεν οὕτω ὄχι μόνον νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν δι’ ὀλιγωτέρας ζημίας, ἀλλὰ καὶ νὰ εἰσπράξωμεν ἐκ τοῦ δανείου χρήματα περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσπράξωμεν. Ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις εἶναι εἰθισμένος ὁ τρόπος οὗτος, καὶ ἐν τῷ ἐμπορίῳ ἀκόμη δὲν ἀπαγορεύεται. Ἀνέγνων πολλάκις προκηρύξεις ἐμπόρων, ὅτι ἔχουσιν ὑφάσματα τελειοτάτης κατασκευῆς, τῶν ὁποίων οὐδὲ τὰ χρώματα, οὐδὲ τὰ ὑφάσματα αὐτῶν φθείρονται ταχέως, καὶ ἔτρεχεν ὁ κόσμος ν’ ἀγοράσῃ ὑφάσματα ἀπὸ τὰ καταστήματα τῶν ἐμπόρων τούτων. Ἀνέγνων ἄλλοτε ὅτι ζυθοποιοὶ κατασκευάζουσιν εἶδός τι ζύθου, τὸν ὁποῖον δὲν εὑρίσκει τις καὶ ἐν ἄλλοις ζυθοποιείοις, καὶ κατώρθουν οὕτω οἱ ζυθοποιοὶ ἐκεῖνοι νὰ πωλῶσι μεγάλα ποσὰ ζύθου. Εἷς ἀρτοποιὸς ἐν μικρᾷ τινι συνοικίᾳ τῶν Παρισίων εἶχε κερδήσει περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον, διότι εἶχε κατορθώσει νὰ διαδώσῃ, ὅτι κατασκευάζει μικρούς τινας ἄρτους κατὰ τρόπον ὅλως διάφορον ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ, κύριοι, Κυβέρνησις προκηρύττουσα κηρύγματα τοιαῦτα διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ δάνειόν της, ἀμφιβάλλω ἂν εὑρέθη ποτέ. Ἂν ἡ ἀτομικὴ κερδοσκοπία, ἐπινοοῦσα ψευδεῖς τοιαύτας διαδόσεις, δικαιολογῇ ἐνίοτε τὸ ἄτομον διὰ τὴν τοιαύτην ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τῆς ἀληθείας, ἢ διὰ τὴν ὑπερβολικὴν παράστασιν τῶν πραγμάτων, ἢ διὰ τὴν ἐν γνώσει παροχὴν ἐλπίδων μὴ σπουδαίων, τοιαῦται ἐκτροπαὶ δὲν ἐπιτρέπονται εἰς τὰς Κυβερνήσεις, τῶν ὁποίων αἱ πράξεις πρέπει, καὶ πρὸ τοῦ ἰδίου συμφέροντος καὶ μάλιστα τοῦ χρηματικοῦ, νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἠθικῆς. Αἱ Κυβερνήσεις δὲν εἶναι κυβευταί. Ὅσῳ δὲ καὶ ἂν ἐπιθυμῶσι νὰ καταστήσωσι τὰς Ἀθήνας Χρηματιστήριον τῆς Ἀνατολῆς, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὰς νὰ παρουσιάζωνται ἐν τῇ πολιτείᾳ, τῷ χρηματιστηρίῳ κατ’ αὐτοὺς τούτῳ, ὡς κυβευταί. (Γίνεται διακοπὴ 5 λεπτῶν. Μετὰ τὴν διακοπὴν λύεται ἡ συνεδρίασις, τῇ ὁμοφώνῳ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, περὶ ὥραν 6 καὶ ½.)