Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Θ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 56

1884.03.01

3.378 στίχοι · 24.418 λέξεις · 1 πίνακας · 169 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1884.03.01
Προεδρεία
Π. ΚΑΛΛΙΓΑ
Περίοδος
Θ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1884)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56

τῆς 1 Μαρτίου 1884.

(Πέμπτη)

(Ὥρᾳ 4 Μ. Μ.)

(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).

§1ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δημολογιστὴς Πατρῶν κ. Παναγιώτης Καραμεσίνης, ὑπηρετήσας ἐντίμως ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν, ἔστειλεν ἐσχάτως ἔντυπον ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως φροντίσῃ περὶ τῆς συντάξεώς του. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ περὶ τούτου πρόνοιαν.

§2ΤΖΑΝΕΣ. Τῶν ἐπιτηδείων τὸ σύστημα εἶναι νὰ κύπτωσι τὸν αὐχένα ἐνώπιον τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἐνώπιον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἵστανται εἰς τὰ ὕψιστα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα. Τοιούτους ἐπιτηδείους πολλοὺς ἔχουσι τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἰδίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἰδιαίτατα τὸ Τμῆμα τὸ τελωνειακόν. Δὲν ὑπέπεσε, φαίνεται, ὑπὸ τὰς αἰσθήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ οὔτε ὁ θρασὺς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον δέχεται ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματος ἐκείνου.

§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;

§4ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ σᾶς τὸν ὀνομάσω. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ μὲ δέχεται ὡς βουλευτὴν αὐτὸς, ἀλλ’ ὡς πολίτην ἁπλοῦν καὶ νὰ μὲ ἀκούῃ. Πρὸ δύω μηνῶν διεβιβάσθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰ, ἥτις, ἀφοῦ ἔκαμε τὸν κύκλον αὐτῆς, κατήντησεν εἰς τὸ τελωνειακὸν Τμῆμα. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἤγειρε παράπονα ἐκ μέρους τῶν οἰνοπνευματοπωλῶν τῶν Καλαμῶν, καὶ δι’ αὐτῆς ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν σκέψεις περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς κακῆς, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἀναφερομένων, φορολογίας ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἡ ἀναφορὰ μάλιστα αὕτη ἐπέμενεν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἐπ’ αὐτῆς νὰ σκεφθῇ, διότι ἠδύναντο νὰ προκύψωσι ζημίαι εἰς τὸ Δημόσιον, συνάμα δὲ οἱ ἐργοστασιάρχαι Καλαμῶν παρεπονοῦντο, ὅτι φορολογοῦνται κακῶς, διότι τὸ ποσὸν τῆς ὀκάδος ἐξελαμβάνετο ἄλλως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τὴν ἀναφορὰν ταύτην δεκάκις ἀνῆλθον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἤδη μάλιστα ἐν τῇ καταστάσει εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι, μόλις πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἐγερθεὶς ἀπὸ τῆς στρωμνῆς. Προσῆλθον εἰς ἕνα τῶν ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται εἰς τὸ Τμῆμα τὸ εἰδικόν, καὶ αὐτὸς μοὶ εἶπεν ὅτι ἡ ἀναφορὰ θὰ σταλῇ εἰς ἐπιστημονικὴν Ἐπιτροπὴν, τοῦτο μοὶ εἶπε καὶ πρὸ ἡμερῶν ἀκόμη 20. Τέλος πάντων σήμερον λέγω, δὲν ὑποβάλλεται ἐκείνη ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν Ἐπιτροπήν, ἵνα ἴδωσι καὶ οἱ ἐργοστασιάρχαι ἐν Καλάμαις τί ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν; ὁ ὑπάλληλος μετὰ ψυχρότητος μᾶς εἶπεν, ὅτι ἁρμόδιος εἶναι ὁ κ. Κάββας. Προσέρχομαι λοιπὸν ἐνώπιον ἐκείνου τοῦ Κορύβαντος, ὁ ὁποῖος ὅσῳ κλίνει τὸν αὐχένα ἐνώπιον τῶν Ὑπουργῶν, τόσῳ τὸν ὑψοῖ ἐνώπιον παντὸς πολίτου—διότι ὁ τρόπος οὗτος εἶναι ὁ τρόπος τῶν ἐπιτηδείων—καὶ μοὶ λέγει θὰ τὴν ἴδωμεν, πάσχει ὁ κ. Βουγιούκας καὶ τὸν μετέλαβον τῶν ἀχράντων μυστηρίων, καὶ ὡς ἂν ἤμουν παιδὶ ἐζήτει νὰ μὲ περιπαίξῃ. Εἶπον ὅτι πολὺ κακὰ κάμνετε νὰ μὴ ἐπισπεύδητε τὴν ἐνέργειαν ἐπὶ τοιαύτης ἀναφορᾶς, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπολανθάνουσι μεγάλαι τοῦ Δημοσίου ζημίαι, τίς οἶδε τί θέλουσιν εἴπει τὰ δικαστήρια, ἂν οἱ ἐργοστασιάρχαι Καλαμῶν, νομίζοντες ὅτι ἀδικοῦνται, εἰσαγάγωσιν ἀγωγάς· καὶ τὸ δίκαιον εἶναι ἀκοίμητον, καὶ ἂν νόμοι καὶ διατάγματα ἀντίκηνται εἰς αὐτὸ, τὸ δίκαιον δὲν ἀλλοιοῦται. Εἰς τὰς ἐπερωτήσεις εἶμαι φειδωλὸς, διότι θεωρῶ ἐγκλήσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἐπερωτήσεις· ἀλλὰ σήμερον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν νὰ καλέσῃ τὸν κύριον ἐκεῖνον νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν Ἐπιτροπὴν, ἢ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀνεύρῃ, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι ἀναξία νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, νὰ δώσῃ ἀπάντησιν πρὸς 25 ἐργοστασιάρχας ἐν Καλάμαις, καὶ πρὸς ξένους μάλιστα, διότι ὁ κ. Τζὰν, ὁ ὑπογεγραμμένος εἰς τὴν ἀναφορὰν, εἶναι Γερμανὸς ἐμπορευόμενος καὶ ζῶν ἐν Καλάμαις. Τὴν παράκλησιν ταύτην εἶχον νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὃν παρακαλῶ ἐπίσης νὰ συστήσῃ πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὅστις πάντοτε οὐχὶ πρὸς βουλευτὰς— διότι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὑπάρξῃ διάκρισις μεταξὺ βουλευτῶν καὶ μὴ—ἀλλὰ πρὸς πάντα πολίτην φέρεται ἀνοικείως· ὀφείλει νὰ δέχεται πάντας εὐπρεπῶς, διότι ἡ Πολιτεία τὸν τρέφει. Ὀφείλει νὰ δέχητε πάντα πολίτην εὐπρεπῶς καὶ νὰ δίδῃ τὰς ἀποχρώσας πληροφορίας, καὶ νὰ μὴ στρέφῃ τὸ πρόσωπον πρὸς τοὺς προσερχομένους, πρὸς τοὺς ὁποίους ὀφείλει σεβασμὸν καὶ ἐκτίμησιν ἐκ καθήκοντος κοινωνικοῦ καὶ ὑπηρεσιακοῦ.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἄρθρον 10 τοῦ Νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκεται.)

§6ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι οἱ ἔφεδροι ἀπολαμβάνουν ἀπὸ τῆς προσελεύσεώς των τὰς εἰς τὸν στρατὸν ὡρισμένας ἀποζημιώσεις καὶ τὴν δι’ αὐτὸν κεκανονισμένην μισθοτροφοδοσίαν. Ἕτερον ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου λέγει, ὅτι οἱ ἔφεδροι προσερχόμενοι κατατάσσονται εἰς τὰ σώματα εἰς τὰ ὁποῖα προϋπηρέτησαν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ. Ἐρωτῶ, ἡ μισθοδοσία τῶν ἐφέδρων τῶν προσερχομένων δι’ ἀσκήσεις θὰ ἦναι ἡ τῶν διαφόρων σωμάτων εἰς ἃ κατατάσσονται, ἑπομένως οἱ εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα κατατασσόμενοι ἔφεδροι θὰ ἀπολαμβάνωσι καὶ τὰς ἀμοιβὰς τὰς προσθέτους, οἱ δὲ κατατασσόμενοι εἰς τὰ εὐζωνικὰ σώματα, θ’ ἀπολαμβάνουν κατὰ τὸν χρόνον τῶν ἀσκήσεων τὸν μισθὸν, ὅστις ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου διὰ τοὺς εὐζώνους; Παρακαλῶ πρὸς τούτοις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξηγήσῃ ἡμῖν τί θὰ γίνεται περὶ τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τῶν ἐφέδρων. Δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας θὰ προσκαλῶνται εἰς ἀσκήσεις κατ’ ἔτος 10, καὶ 20 χιλιάδες ἐφέδρων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἀπὸ τὰ ἀπώτατα σημεῖα τοῦ Κράτους, πρέπει δὲ νὰ προσέρχωνται ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἑπομένως διὰ τῶν ταχυτέρων μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ διὰ νὰ συγκεντρῶνται ταχέως καὶ διὰ νὰ συντομεύεται ὁ χρόνος τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῶν πολιτῶν. Ἐρωτῶ λοιπὸν, οἱ ἔφεδροι θὰ προσέρχωνται ἰδίᾳ δαπάνῃ εἰς τὰ διάφορα σημεῖα τῶν ἀσκήσεων; π. χ. ὁ Εὐρυτὰν προσκληθεὶς, ν’ ἀσκηθῇ, θὰ ὑποβληθῇ εἰς ὅλην τὴν δαπάνην τῆς μεταβάσεως ἀπὸ τῆς Εὐρυτανίας μέχρι Μεσολογγίου καὶ ἐκεῖθεν μέχρι Ἀθηνῶν διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου; Διὰ τοὺς στρατιώτας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ὁ νόμος προεῖδεν, ἀλλ’ ἂν δὲν ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἐφέδρων διὰ τοῦ Νομοσχεδίου, ἐννοεῖται ὅτι δὲν θὰ ἰσχύῃ· πρέπει λοιπὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἂν θὰ βαρύνουν τὸ Δημόσιον αἱ δαπάναι ἐκεῖναι καὶ ἂν θὰ περιληφθῶσιν εἰς τὰς πιστώσεις, τὰς ἀναγραφείσας εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἐφεδρείας.

§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐρωτᾷ πρῶτον, ἂν οἱ ἔφεδροι θὰ λαμβάνωσιν ὁμοιόμορφόν τινα μισθὸν ἅπαντες, ἢ ἂν θὰ λαμβάνωσι τὰ χορηγήματα τοῦ σώματος ἢ τοῦ ὅπλου, εἰς ὃ κατετάχθησαν. Ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι θὰ λαμβάνωσι τὰ χορηγήματα τοῦ σώματος ἢ τοῦ ὅπλου, εἰς ὃ κατετάχθησαν. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν ἐρώτησιν παρατηρῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Νομοσχεδίου ὁρίζει, ὅτι οἱ ἔφεδροι μεταβαίνουσιν εἰς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, παρ’ αὐτῶν δὲ ἀποστέλλονται εἰς τὰ σώματα. Ἑπομένως ἡ εἰς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα μετάβασις βαρύνει αὐτούς· ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως ὅμως εἰς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα θεωροῦνται κατατεταγμένοι, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης πᾶν ἔξοδον ὁδοιπορικὸν βαρύνει τὸ Δημόσιον.

§8ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅταν ἀπολύωνται;

§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ γίνηται ὅ,τι καὶ περὶ τῶν ἄλλων.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ ἐδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὸ ἄρθρον 11).

§11ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκει).

§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς καὶ τοῦ ἑπομένου,—διότι ἀμφότερα εἶναι συναφῆ,— ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν· ἰδίᾳ ἐξεφράσθησαν ἐνδοιασμοὶ ὡς πρὸς τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν θέλουσιν ὁρισθῆ πιστοποιητικά. Ἐφοβήθησάν τινες μήπως τῶν πιστοποιητικῶν τούτων γείνῃ χρῆσις πρὸς πίεσιν μεροληπτικήν. Ἐπίσης ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ διάκρισις τῶν ἐφέδρων εἰς εὐπόρους καὶ μὴ εὐπόρους ἔχει τι τὸ προσκροῦον εἰς τὴν ἰσότητα, καὶ ἕνεκα τούτου διάφοροι προτάσεις ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ ὑποχρεῶνται οἱ ἔφεδροι νὰ προμηθεύωνται ἐξ ἰδίων τὰ τῆς ἐνδυμασίας αὑτῶν, ἀλλ’ ἀφεθῇ εἰς τὴν διάκρισιν αὐτῶν, ἵνα ὅσοι θεωρῶσιν, ὅτι ἔχουσιν ἱκανὰ τὰ μέσα, προμηθεύωνται αὐτὰ ἰδίοις ἀναλώμασι, καίτοι κατὰ τὸν νόμον ἔχουσι δικαίωμα νὰ προμηθευθῶσιν αὐτὰ δωρεὰν ἐκ τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν. Ταύτην τὴν λύσιν δὲν θεωρῶ ὀρθήν· διότι, ἂν ὁ νόμος ὁρίσῃ, ὅτι εἰς τὸν εὔπορον δίδεται ἡ στολή, οὗτος καὶ εὔπορος ὤν, ὀφείλει νὰ δεχθῇ αὐτήν, οὐδὲ εἶναι πρέπον νὰ τὴν προμηθευθῇ ἐξ ἰδίων, ὡσανεὶ ποιούμενος δωρεὰν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀντιθέτως πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα· νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον 12 ὡς ἔχει, νὰ ἐπέλθῃ δὲ τροποποίησις εἰς τὸ ἑπόμενον, τουτέστιν ἕκαστος νὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποκτᾷ τὴν στολὴν ἰδίαις δαπάναις, ἀλλ’ ἂν ὁ ἔφεδρος θεωρῇ, ὅτι τὰ μέσα του δὲν τῷ ἐπιτρέπουσι ν’ ἀποκτήσῃ αὐτὴν ἐξ ἰδίων, νὰ τὴν λαμβάνῃ δωρεὰν ἐκ τῆς ἀποθήκης τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἐπιστροφῇ· ἵν’ ἀπαλλαγῇ δὲ ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ φέρῃ πιστοποιητικὸν, δυνάμεθα νὰ συντάξωμεν τὸ ἄρθρον ἄλλως, περιοριζόμενοι εἰς τὴν ἀπαίτησιν ὑποβολῆς ἐγγράφου αἰτήσεως παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐφέδρου. Κατὰ ταῦτα τὸ ἄρθρον 12 θὰ μείνῃ ὡς ἔχει, τὸ δὲ ἄρθρον 13 θὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς· «Τὰ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὁρισθησόμενα εἴδη ἱματισμοῦ χορηγοῦνται δωρεάν, ἀλλ’ ἐπὶ ἐπιστροφῇ κατὰ τὴν λῆξιν τῶν ἀσκήσεων, εἰς τοὺς ἐφέδρους, οἵτινες ἤθελον ὑποβάλει ἔγγραφον περὶ τούτου αἴτησιν».

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρ. 12 ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρ. 13. (Ἀναγινώσκεται). «Τὰ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὡρισθησόμενα εἴδη ἱματισμοῦ χορηγοῦνται δωρεάν, ἀλλ’ ἐπὶ ἐπιστροφῇ κατὰ τὴν λῆξιν τῶν ἀσκήσεων εἰς τοὺς ἐφέδρους, οἵτινες ἤθελον ὑποβάλει ἔγγραφον περὶ τούτου αἴτησιν ἐπὶ ἁπλοῦ χάρτου». Τὰ λοιπὰ τοῦ κειμένου ἀπαλείφονται.

§14Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ στρατιώτης δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἀναφοράν.

§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκόμη στρατιώτης; τὸ ἐπιτρέπει ὁ νόμος ἐνταῦθα.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ 14 ἄρθρον).

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15.

§18Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πέρυσι, συζητουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1883 καὶ ἐξηγῶν τὴν ἐμὴν ψῆφον, ἔλεγον τὴν 18 Φεβρουαρίου τὰ ἑξῆς: «Ἐνόσῳ δὲ ἔχουσιν, ὡς ἔχουσι, τὰ ἐν τῇ Βουλῇ, μὴ «θέλων νὰ καταταχθῶ στρατιώτης προσωπικοῦ κόμμα«τος, θὰ ἐξακολουθήσω ψηφοφορῶν ἀναλόγως τῶν ἑκά«στοτε παρουσιαζομένων ζητημάτων· καὶ διὰ τοῦτο, ψη«φοφορῶν κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ σήμερον, δὲν ἐννοῶ, «ὅτι δὲν θέλω δώσει τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ ἄλλων ὑπουρ«γικῶν νομοσχεδίων... εἴτε ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, εἴτε ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἴτε ὑπὲρ ἄλλων μέτρων, τὰ ὁ«ποῖα ἤθελον εὕρει καλά». Σᾶς ἀνέγνωσα ταῦτα ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν μόνον καὶ μόνον ἵνα ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν πῶς συμβιβάζεται ἡ ψῆφός μου, ἥτις ἦτον ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ δύω στρατιωτικὰ νομοσχέδια, ὡς ἐπρότεινεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλ’ ἦτον ἐπίσης καὶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὑποβληθέντος νομοσχεδίου τῆς ἐφεδρείας. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐφεδρείας καὶ ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ὀργανώσεως στρατοῦ, ἀλλὰ στρατοῦ ἀναλόγου τῶν μέσων καὶ τῶν δυνάμεων ἡμῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ πολλοῦ ὡς ἓν τῶν κυριωτέρων μελημάτων αὑτοῦ ἔχει τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τοῦ Τόπου· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι εἴτε ἐκ πεποιθήσεως, εἴτε διότι καὶ εἰς τὸν λαὸν ἀρέσκει ταυτοχρόνως, ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς μονοετοῦς θητείας, καὶ ἐμμένει εἰς αὐτήν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῆς θητείας· ἀλλ’ οἱ εἰδήμονες ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ἐκηρύχθησαν ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς μακρᾶς θητείας, ὑπὲρ τῆς μακροτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Τὸ μέλλον θὰ ἀποδείξῃ τίς ἔχει τὸ δίκαιον· ὁπωσδήποτε ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ, διότι ὁ Ἑλληνισμὸς πανταχόθεν πολιορκεῖται ὑπὸ πολλῶν ἐχθρῶν. Ἀλλ’ ἂν ἀγωνιζώμεθα, ὅπως ἀπελευθερώσωμεν τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς ἡμῶν, ἀνάγκη νὰ προσέξωμεν μὴ ὑποδουλωθῶμεν ἡμεῖς αὐτοί· διότι, καὶ ἂν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν ὀρθὰ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, ἐνῷ ἄλλοι ἡμῶν κρείττονες ἀπέδειξαν ὅλως τὸ ἐναντίον, καὶ ἂν, λέγω, ἦσαν ὀρθὰ ταῦτα, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ληφθῶσιν ἐφ’ ὅσον ἐξέρχονται τῶν ὁρίων τοῦ Πολιτεύματος. Δὲν πρόκειται ὅμως τὴν στιγμὴν ταύτην συζήτησις περὶ τοῦ ὅλου νομοσχεδίου. Μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν 14 πρώτων ἄρθρων ἐσταματήσαμεν εἰς τὴν πέτραν τοῦ σκανδάλου, ἐσταματήσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 15, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἐγὼ δὲ ὁ ὑποβαλὼν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, καίτοι αἰσθανόμενος, ὅτι ἀσθενεῖς εἶχον δυνάμεις νὰ διεξαγάγω τοιοῦτον ἀγῶνα, οὐχ ἧττον ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ λάβω πρῶτος τὸν λόγον, ὅπως ἐξηγήσω αὐτὴν συντόμως καὶ δώσω νύξιν εἰς τοὺς ἱκανωτέρους μου νὰ ἀναπτύξωσιν εὐρύτερον τὸ ζήτημα, διότι δὲν πρόκειται περὶ μικρῶν. Ποῖον εἶναι τὸ ἄρθρον 15; ἐπὶ λέξεσιν ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 15.» Ὑφισταμένης ἐκτάκτου ἀνάγκης, ἐπιτρέπεται νὰ τηρῶνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ 3 μῆνας οἱ ἐξ αὐτοῦ ἀφυπηρετοῦντες καὶ μεταβαίνοντες εἰς τὴν ἐφεδρείαν ἄνδρες, καὶ μόνον ἐὰν τοῦτο διαταχθῇ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ χρόνος οὗτος δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ ἓν ἔτι τρίμηνον, δυνάμει ὁμοίου Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ὡσαύτως ἐπιτρέπεται νὰ καλῶνται ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐν τῇ αὐτῇ περιπτώσει καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους μία ἢ δύω σειραὶ ἐφέδρων ἐκ τῶν ἀγόντων τὴν μικροτέραν ἡλικίαν, ἢ ὁλόκληρος, ἢ μόνον ἡ μερὶς αὐτῶν, ἡ ὑπηρετήσασα εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα (Πυροβολικὸν, Μηχανικὸν, Ἱππικὸν, καὶ Νοσοκόμους) ἢ εἰς τὸ Πεζικὸν καὶ τοὺς Εὐζώνους». Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀμέσως πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν εἶναι ἡ ἔννοια τῶν λέξεων «ὑφισταμένης ἐκτάκτου ἀνάγκης». Ὅτι διὰ τῆς διατυπώσεως, ἣν ἔχει τὸ νομοσχέδιον, μένει εἰς τὴν ὅλως διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐκτιμήσοντος τὴν ἔκτακτον ἀνάγκην, ἀφοῦ δὲν ὁρίζεται, νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον παρακατιὸν διατάσσει, εἶναι ἀναμφίβολον. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ὡρισμένων περιπτώσεων, ἐξωτερικοῦ πολέμου ἢ παραμονῶν πολέμου μόνον, δὲν πρόκειται περὶ ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου, δὲν πρόκειται οὐδὲ περὶ προπαρασκευῶν πρὸς ἐπιστράτευσιν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ οἱασδήποτε ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἕνεκα ἐσωτερικῶν, εἴτε ἕνεκα ἐξωτερικῶν λόγων ἤθελε κρίνει ὡς ἔκτακτον νὰ κρατήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοὺς ὑπηρετήσαντας τὴν ἐνιαύσιον θητείαν ἐπὶ τρεῖς ἢ καὶ ἐπὶ ἓξ ἔτι μῆνας. Εἶναι σαφὲς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ πρώτου ἐδαφίου, ἐπιτρέπεται δηλαδὴ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ μόνου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ κρατηθῶσιν οἱ ἀφυπηρετήσαντες διὰ τρεῖς μῆνας ἢ καὶ δι’ ἑτέρους τρεῖς μῆνας. Ταῦτα περιέχει τὸ 15 ἄρθρον. Ἀλλὰ τίνες αἱ συνέπειαι αὐτοῦ; Σᾶς ἀνέπτυξαν οἱ ταῦτα καλῶς εἰδότες, καὶ πολὺ πειστικῶς, ὅτι πρόκειται νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀπεριόριστον καὶ ἀνεξέλεγκτον δικαίωμα, ὅπως ὑφίσταται ὁ Τόπος τὸν φόρον τοῦ αἵματος, ὄχι ὡς ὁ νόμος διατάσσει ἐπὶ ἓν ἔτος, ἀλλ’ ἐπὶ τρεῖς ἔτι μῆνας ἢ ἐπὶ ἑξάμηνον, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ μήπως πρόκηται περὶ ἑκατοστύων τινῶν στρατιωτῶν; οὐχί· πρόκειται περὶ δεκάδων χιλιάδων στρατιωτῶν. Μήπως πρόκηται περὶ δαπάνης χιλιάδων τινῶν δραχμῶν; οὐχί· πρόκειται περὶ δεκάδων ἑκατομμυρίων. Λοιπὸν ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς συμμετοχῆς τῆς Βουλῆς, κρατῇ ἱκανὰς χιλιάδας πολιτῶν ἐπὶ τρεῖς ἢ ἓξ μῆνας, καὶ νὰ ὑφίσταται ὁ Τόπος βαρυτάτας δαπάνας. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προκληθεὶς ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ μετὰ μεγάλης ἀγανακτήσεως εἶπε· «καὶ τί θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν, ὅταν λέγητε ἀντισυνταγματικὸν τὸ ἄρθρον 15, ἀφοῦ δὲν τὸ ἀποδεικνύετε;» Εἶχεν ἀνάγκην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λάβῃ μαθήματα Συνταγματικοῦ Δικαίου; Ὑπῆρχεν ἆρά γε ἀνάγκη νὰ τῷ ἑρμηνευθῇ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος; οὐχί· διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γινώσκει καὶ κάλλιον παντὸς ἄλλου τὸν Συνταγματικὸν ἡμῶν Χάρτην. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζῃ τὸ 60 ἄρθρον, ἀγνοῶ, πῶς ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον Νομοσχέδιον. Βεβαίως ὑπάρχουσι καί τινες ἐξ ἡμῶν, οἵτινες ἴσως δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωσι τὸ ἄρθρον τοῦτο, διότι δὲν ἔχουσι τὰς εἰδικὰς τῆς Νομικῆς ἐπιστήμης γνώσεις, εἴτε διότι δὲν τοῖς ἐδόθη ἀφορμή· ἰδοὺ διατί ἐπιβάλλεται ἀνάγκη ὑψίστη εἰς τοὺς ὅπως δήποτε δυναμένους βουλευτὰς νὰ ἐξηγήσωσι σαφῶς περὶ τίνος πρόκειται. Τὸ ἄρθρον 60 λέγει ὅτι· «Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν, ναυτολογίαν καὶ τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ». Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ Ἀπολογισμὸν κτλ.». Λοιπὸν ῥητὴ διάταξις τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου ἐπιβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν δύω ὑποχρεώσεις· πρῶτον μὲν κατ’ ἔτος νὰ ψηφίζῃ τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ ναυτολογίαν, κατ’ ἔτος δὲ νὰ ἀποφασίζῃ τά τε ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, καὶ τοῦτο νὰ πράττῃ κατὰ τὰς διατυπώσεις καὶ τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ 60 ἄρθρου. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο εἴμεθα, ἢ ἐντολοδόχοι τοῦ λαοῦ ἐντὸς ὡρισμένης ἐντολῆς· ἰδοὺ τὸ πληρεξούσιόν μας, τὸ Σύνταγμα. Ὡς δὲ καὶ εἰς τὸ Ἀστικὸν δίκαιον πᾶς πληρεξούσιος, ἐνεργῶν πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς, ἐνεργεῖ πρᾶξιν ἄκυρον καὶ μὴ ὑποχρεωτικὴν διὰ τὸν ἐντολέα», οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὑπερβαίνοντες τὰ ὅρια τῆς ἐντολῆς ἡμῶν, θέλομεν πράξει πρᾶξιν ἄκυρον, εἰς οὐδένα ὑποχρεωτικήν. Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ὑπηρέται, κύριος εἶναι ὁ λαός. Ἂν ἡμεῖς ὑπεισερχώμεθα εἰς τὰ δικαιώματα ἐκείνου, θέλομεν ἀναστρέψει τὰ πράγματα. Τώρα, κύριοι, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἁπλῆ ἀντιπαραβολή, ἁπλῆ σύγκρισις τῶν δύω ἄρθρων, τοῦ 15 τοῦ Νομοσχεδίου καὶ τοῦ 60 τοῦ Συντάγματος, θέλει πείσει πάντα ἀνεξαιρέτως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς δικαιοδοσίας, τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων αὐτῆς, ἂν ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκτιμῶσαν τὴν ἔκτακτον ἀνάγκην, νὰ προσδιορίζῃ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, τὸν ἀριθμὸν δηλαδή, καὶ συνεπείᾳ τούτου προσδιορίζῃ αὐτὴ καὶ τὰ ἔξοδα,—τὸ δεύτερον εἶναι συνέπεια τοῦ πρώτου,— διότι, ἐὰν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ὑπάρχωσι 30,000 ἄνδρες καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δι’ ἑνὸς Βασιλικοῦ Διατάγματος κρατήσῃ εἰς τὰς τάξεις 60 χιλ. βεβαίως δὲν πράττει τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διατάσσει τὸ Σύνταγμα· ἀφοῦ δὲ κρατήσῃ 60 χιλ. ἀπαραίτητος συνέπεια εἶναι, ὅτι θὰ προκαλέσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δαπάνας διπλασίας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἔχει ἤδη ψηφίσει· τότε τί γίνεται ἡ ἰσοῤῥοπία τοῦ Προϋπολογισμοῦ; καὶ τί τὰ ὑπὸ τοῦ 60 ἄρθρου διατασσόμενα; Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα νόμον νὰ ἐκτελέσῃ, θὰ εὑρεθῇ ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων της πλέον νὰ ἐκδώσῃ Διατάγματα ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἐρχομένη δὲ κατόπιν ἑορτῆς, θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτά. Ὑποθέσωμεν ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν μιᾶς Συνόδου ἡ Κυβέρνησις, ἐκτιμῶσα, ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἔκτακτος ἀνάγκη, αὐτοβούλως προβαίνει εἰς τοιοῦτον μέτρον, θὰ ἔλθωσιν ἀπαραιτήτως αἱ συνέπειαι, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ εἶπον· αἱ δαπάναι θὰ γίνωσι· τί δύναται πλέον νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, ἐρχομένη μετὰ 5 ἢ 6 μῆνας; οὐδέν. Μακρὰ, κύριοι, εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ 60 ἄρθρου καὶ τῶν διατάξεων, αἵτινες ἐν αὐτῷ ἀναγράφονται. Τὸ Σύνταγμα τοῦτο εἶναι προϊὸν μακρῶν ἀγώνων, εἶναι ἔργον, δι’ ὃ ἐχύθησαν χείμαῤῥοι αἱμάτων, εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἤρχισε πρὸ πολλῶν αἰώνων. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἵνα οἱονεὶ ἐξ ἕδρας Συνταγματικοῦ Δικαίου, καίτοι μὴ ἔχων τὰς εἰδικὰς πρὸς τοῦτο γνώσεις, ἀναπτύξω ἐν πλάτει τὸ ζήτημα. Ἀρκοῦμαι ὅμως νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπῆρξεν Ἰάκωβος ὁ Βʹ, ὅστις δὲν ὠπισθοδρόμησεν ἀπέναντι μωρῶν τολμημάτων, ὡς εἷς συγγραφεὺς ὀνομάζει τὰς πράξεις του, κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ὁ λαός, ὅστις βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἦναι εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἐν ἐπαναστάσει, ἐξύπνησε μίαν ἡμέραν, καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ Ἰάκωβος Βʹ ἀνεχώρησεν ἐξ Ἀγγλίας σχεδὸν παράφρων, ἀνεχώρησε καὶ δὲν ἐπανῆλθεν. Εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης ἦτο καὶ τὸ ὅτι ἐπεβάλλετο στρατολογία ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ Κοινοβουλίου, ἐνῷ ὑπῆρχε περὶ τούτου ἐναντίος νόμος. Ἐγένετο λοιπὸν ἐπὶ Γουλιέλμου Συνταγματικὴ Συνέλευσις καὶ ὑπ’ αὐτῆς ἡ «ἀνακήρυξις τῶν δικαίων», ὧν ὡς ἕκτον ἄρθρον ρητῶς ἀνεγράφη ὅτι «Οὐδεμία στρατολογία συγχωρεῖται ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Κοινοβουλίου». Παρῆλθον ἔκτοτε 175 ἔτη, καὶ πρόκειται ἡμεῖς σήμερον νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν, πρόκειται νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Κοινοβουλίου στρατολογῇ. Ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι καὶ ὁ Μοντεσκιοῦ ἐν τῷ συγγράμματί του «Esprit des lois» βιβλ. 11 κεφ. 6 λέγει, ὅτι «Ἔθνος, τὸ ὁποῖον δὲν ψηφίζει διὰ τῆς Βουλῆς τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ του, Ἔθνος ὅπερ δὲν ψηφίζει ἐνιαυσίως τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, βεβαίως Ἔθνος τοιοῦτον τρέχει τὸν κίνδυνον τῶν ἐλευθεριῶν». Καὶ εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, μετὰ πάροδον τόσων χρόνων, καθ’ οὓς ἐβεβαιώθη τὸ κῦρος τῆς μεγάλης ταύτης ἀληθείας, εἶναι ἀνάγκη, λέγω, νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν καὶ αὖθις; Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὰς ἱστορικὰς ἐκδρομὰς, καὶ ἐξετάσωμεν τί συνέβη παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864 καὶ ἐντεῦθεν, ἀφ’ ὅτου ἰσχύει τὸ ἄρθρον 60. Ὡς ὅλοι οἱ νόμοι ἡμῶν, κύριοι, οὕτω καὶ οἱ στρατιωτικοὶ εἶναι κυκεὼν καὶ βαβυλωνία. Δὲν ἀξιῶ λοιπὸν, ὅτι εἶμαι κάτοχος τῶν στρατιωτικῶν νόμων, διότι εἶναι εἰδικοὶ καὶ τοὺς ἐξετάζει τις, ὅταν παρουσιασθῇ ἀνάγκη· ἐρευνήσας ἐν τούτοις ἐπ’ ἐσχάτων, εὗρον ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου 4 νόμοι δύνανται νὰ ἐξετασθῶσιν, ὁ νόμος τοῦ 1877, ἕτερος νόμος τοῦ 1877, ὁ νόμος τοῦ 1880 καὶ ὁ νόμος τοῦ 1882.

§19ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἕξ νόμοι εἶναι.

§20ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, κατὰ τὸν Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον, ὅτε ὁ λαὸς μιᾷ φωνῇ ἐζήτησε τὴν συγκρότησιν Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξ ὅλων τῶν ἐξοχοτήτων τῆς Βουλῆς δι’ ἕνα καὶ μόνον εἰδικὸν σκοπὸν, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐρχόμενον κίνδυνον, ἵνα ἐν ἀνάγκῃ πολεμήσῃ. Τί ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων; Ἂν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις εἶχε σκοπὸν νὰ κάμῃ πόλεμον, ἢ ἂν τὸ ἐναντίον, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τώρα, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι ὁ λαὸς ἐπέμενε καὶ διὰ διαδηλώσεως ἐκφραστικωτάτης ἐζήτει ὅ,τι προεῖπον· ἦλθε λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο μὲ εἰδικὴν ἐντολὴν, καὶ μολονότι συνεκροτεῖτο ἀπὸ τὰ ἐξοχώτατα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Τόπου, καὶ μολονότι εἶχε τὴν εἰδικὴν ταύτην ἐντολὴν, καὶ μολονότι εὑρισκόμεθα τότε εἰς τὰς παραμονὰς πολέμου, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῷ νόμῳ ΧΚΕʹ τοῦ 1877 ὁ νομοθέτης, ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐξῆλθε τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διέγραψε τὸ ἄρθρον αὐτό· διότι ναὶ μὲν ἐν ἄρθρῳ 17 λέγει «ἐπιτρέπεται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς νὰ μεταβληθῶσι διὰ Β. Διατάγματος αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου κτλ.» Τὰ Βασιλικὰ ταῦτα Διατάγματα θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην μετὰ τὴν ἔκδοσιν βουλευτικὴν Σύνοδον των.» Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 19—καὶ ἐνταῦθα ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν—λέγει «ὁ παρὼν νόμος, ἂν δὲν ἀνανεωθῇ ἐντὸς τῆς ἑπομένης τακτικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, καταργεῖται αὐτοδικαίως ἅμα τῇ λήξει αὐτῆς. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἐνιαύσιος.

§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὥστε δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός. Τὸ πολυετὲς εἶναι ἀντισυνταγματικόν;

§22ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ τὸ ἐνιαύσιον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλ’ ὄχι τόσον, ὅσον τὸ πολυετές.

§23ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, ἐξηγοῦμαι σαφέστερον, μολονότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἐννοεῖ, πιστεύω, πολὺ καλά.....

§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διόλου δὲν σᾶς ἐννοῶ.

§25ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λέγω ὅτι οὐδέποτε ἐπετράπη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ἐτησίων ἐξόδων καὶ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, ὅτι τοῦτο τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναφαίρετον. Πρόκειται τώρα περὶ τοῦ ἂν ἡ διάταξις αὕτη θέλῃ περιλαμβάνεσθαι κατ’ ἔτος, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐν τῷ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ.

§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ἀναγράφει τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως, λέγει ὅτι εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἐπιτρέπεται προσθήκη μόνον ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἀναγράφει τοιαύτην καὶ κατὰ τὰ ἐν τῷ νόμῳ κεκανονισμένα· ἐννοεῖται ὅτι ἀφοῦ ψηφισθῇ καὶ ὁ νόμος οὗτος, διὰ νὰ δύναται νὰ ψηφισθῇ ἐνιαύσιος, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ διάταξις αὕτη, ὡς εἶναι προστεθειμένη καὶ ἡ διάταξις τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.

§27ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὡς σᾶς προεῖπον, οὐδέποτε διὰ Διαταγμάτων δύναται νὰ γίνῃ προσδιορισμὸς στρατιωτικῆς δυνάμεως.

§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ 1877 τὸ ἐνιαύσιον δὲν εἶναι διὰ Διατάγματος;

§29ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ τοῦτο τὸ εὑρίσκω ἀντισυνταγματικόν· τοῦτο ὅμως εἶναι ὀλιγώτερον ἀντισυνταγματικόν...

§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχει ὀλιγώτερον καὶ περισσότερον ἀντισυνταγματικόν, προκειμένου περὶ ἀντισυνταγματικότητος.

§31ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐπροκάλεσεν ἔκτακτος ἀνάγκη, ἐνῷ τὸ σημερινὸν τὸ προκαλεῖ αὐθαίρετος ἰδιοτροπία σας.

§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προκειμένου περὶ ἀντισυνταγματικότητος, ὀλιγώτερον καὶ περισσότερον δὲν ὑπάρχει· προκειμένου περὶ πιστώσεως βεβαίως ὑπάρχει τὸ ὀλιγώτερον καὶ περισσότερον ἀντισυνταγματικόν. Ἂν θεωρῆτε τὴν διάταξιν τοῦ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντος Νομοσχεδίου ἀντισυνταγματικήν, εἶσθε ὑπόχρεως νὰ θεωρήσητε ἀντισυνταγματικὴν καὶ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσατε· τοῦτο ἠθέλησα νὰ εἴπω.

§33ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰδοποιῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι ὑποφέρω ἀπὸ τὸν λαιμὸν καὶ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ μονομαχήσω μὲ τὴν βροντώδη φωνήν του, διακοπτόμενος συχνά.—Λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔποψιν δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν καὶ τὸ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1877, ἀλλὰ τοῦτο ὑπηγορεύθη ἐν παραμοναῖς, οἱονεὶ πολέμου. Δὲν ἐννοῶ νὰ δικαιολογήσω τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ὑπῆρχε ῥητὴ ἐντολὴ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν λαὸν, αὐτὴ ἡ περίπτωσις δύναται νὰ ἐκτιμηθῇ παρ’ ὑμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἐρχόμεθα εἰς ἕτερον νόμον τοῦ ΧΞΛʹ τοῦ 1877, τοῦ ἐκδοθέντος ὑπὸ τὰς αὐτὰς καὶ χείρονας περιστάσεις. Ὁ νόμος οὗτος φέρων ὡς τίτλον «Περὶ κυρώσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΧΚΕʹ νόμου τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ μέχρι τῆς λήξεως τῆς προσεχοῦς συνόδου τῆς Βουλῆς κτλ.» Ταῦτα δὲ ἀναγράφονται ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ. Ὑπὸ τὰς αὐτὰς λοιπὸν περιστάσεις ἐξεδόθη ὁ νόμος οὗτος καὶ ἀναγράφει τὰ αὐτὰ περίπου προσωρινῶς καὶ μὲ ἐνιαύσιον δύναμιν. Ὁ νόμος ΩΛΗʹ τοῦ 1880 ἐν ἄρθρῳ 15 λέγει...

§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1878 τί λέγει; Θέλω νὰ ἦναι πλήρης ἡ ἔκθεσίς σας.

§35ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσητε;

§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὸ καταστήσητε ἴσως περιττόν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 τί λέγει;

§37ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀναγνώσατε λοιπὸν, παρακαλῶ, σεῖς· τί λέγει; (ἀναγινώσκει).

§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον).

§39Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ὁ Χόβαρτ εἶναι ἀπέξω (Θόρυβος).

§40Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ διαλογικὸν σύστημα δὲν μᾶς ἐπιτρέπει ν’ ἀκούωμεν.

§41ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ νὰ μὲ διακόπτουν, καί τοι μὴ ὑμνοῦντα τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπέτρεψα, κ. Δηλιγιάννη, εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐπιτρέπω δὲ καὶ εἰς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς διακοπὰς, διότι οὗτοι ὡς ὑπόδικοι εἰσαγωγῆς ἀντισυνταγματικοῦ νομοσχεδίου δικαιοῦνται ν’ ἀπολογῶνται, ἀλλὰ εἰς τοὺς λοιποὺς δὲν ἐπιτρέπω. Λοιπὸν, κύριοι, οὔτε ἐπὶ τοῦ Νόμου τοῦ 1878 οὔτε ἐν τῷ Νόμῳ τοῦ 1880 ἢ τοῦ 1882 περιέχεται τοιαύτη διάταξις· ἐν αὐτοῖς ἐνέγραψαν ὅτι ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου ἐπιτρέπεται μὲν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρατῇ εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ τοὺς συμπληρώσαντας τὴν θητείαν αὐτῶν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ τὸ Βασιλικὸν αὐτὸ Διάταγμα ὀφείλει ν’ ἀνακοινοῦται, παρούσης μὲν τῆς Βουλῆς αὐθημερὸν, ἀπούσης δὲ νὰ ἐκδίδηται μετὰ προηγουμένην σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Ὅπως βλέπετε λοιπὸν εἰς τοὺς μνησθέντας νόμους αʹ) ἔχομεν ὡρισμένας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ κρατῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς συμπληρώσαντας τὴν θητείαν των, αὗται δὲ εἶναι ἡ ἐπιστρατεία ἢ ὁ πόλεμος, διότι ἐπιστρατεία εἶναι παραμονὴ πολέμου βʹ) δὲ ἐπιβάλλεται ἡ ὅσον οἷόν τε ταχύτερον συμμετοχὴ τῆς Βουλῆς. Καὶ κατ’ ἀκρίβειαν μὲν οὐδ’ ἐν αὐταῖς ταῖς περιπτώσεσιν εἶναι καθ’ ὅλα συνταγματικὸν νὰ προαποφασίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τοῦτο κολάζεται οὐ μόνον ἐκ τῆς ὅλως καὶ πράγματι ἐκτάκτου ἀνάγκης ἕνεκεν κινδύνων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον. Ταῦτα πάντα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν εἶναι ἢ ὄχι ἀντισυνταγματικὸν τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν, χάριν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι καὶ ἐν προγενεστέρᾳ ἐποχῇ ἐψηφίσθη νόμος ἀντισυνταγματικός· εἶναι τοῦτο ἆρά γε λόγος δικαιολογῶν καὶ ἐπιτρέπων ἡμῖν σήμερον τὴν ἐπανάληψιν ἐγκλήματος; Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, πάντοτε, ὁσάκις παρουσιάζεται ὁμοία περίπτωσις, τὸ γνωμικὸν φιλοσόφου εἰπόντος, ὅτι «ὁ θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὰς κακὰς αὑτοῦ πράξεις, ἐπικαλούμενος ἄλλων κακὰς πράξεις, ὁμοιάζει πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις καταγίνεται νὰ καθαρίσῃ τὴν ἐπὶ τοῦ προσώπου του κηλίδα διὰ βορβόρου». Ἂς ὑποθέσωμεν λοιπὸν πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ παρελθόντι χρόνῳ Νόμοι ἀντισυνταγματικοί. Τοῦτο ἆρά γε σώζει τὸ ζήτημα τοῦτο; ὄχι, κύριοι Ὑπουργοὶ, διότι ὀφείλετε νὰ μᾶς ἀποδείξητε ἐὰν εἶναι συνταγματικὸν ἢ ὄχι τὸ ὑποβαλλόμενον ἄρθρον, καὶ οὐχὶ ἐὰν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι Νόμοι ἀντισυνταγματικοί· ἄλλως δὲ καὶ ἐὰν εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν ἐγένετό τι τὸ ἄτοπον ἢ ἀντισυνταγματικὸν εἴτε λόγῳ τῶν ὅλως ἐκτάκτων περιστάσεων, εἴτε δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον, ἐπῆλθον οἱ Νόμοι τοῦ 1880 καὶ ὁ ἰσχύων τοῦ 1882, οἵτινες ἐπηνώρθωσαν τὸ ἄτοπον. Θέλετε λοιπὸν ἤδη ὀπισθοδρομοῦντες νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παρελθὸν σεῖς οἱ ἀποκηρύξαντες αὐτό; Ὁρίσατε λοιπὸν τὴν ἔκτακτον ἀνάγκην εἰς τὴν ἐπιστρατείαν καὶ τὸν πόλεμον μόνον καὶ μὴ ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ τὴν συμμετοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι αὕτη ἔχει μεγάλην σημασίαν. Καλουμένη ἡ Βουλὴ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, βεβαίως θέλει σπεύσει νὰ ἔλθῃ, ὡς βεβαιοῦται δὲ ὑπάρχει καὶ προηγούμενον, ὅτι συνῆλθεν ἐντὸς δώδεκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συγκλήσεως.

§42ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ 1879.

§43ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὸ 1879, καθὼς λέγει ὁ κ. Δημητρακάκης. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἐρχομένη, βεβαίως τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσῃ, εἶναι ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς κρατῶνται συνεπείᾳ τοῦ Διατάγματος εἰς τὰς τάξεις οἱ ἀφυπηρετήσαντες ἄνδρες, καὶ εἰ μὲν καλῶς, τότε ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἐνισχύουσα τὸ Κυβερνητικὸν μέτρον, θέλει παράσχει καὶ τὰς δεούσας πιστώσει, εἰδεμὴ θὰ κρατήσῃ τὴν χεῖρα τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχει λοιπὸν μεγάλην πρακτικὴν σημασίαν ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς, ἣν ἀξιοῖ καὶ τὸ Σύνταγμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων πολλὰ λαλεῖ, ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ἀληθῶς ζητήματος τούτου, ὑπὸ συνταγματικὴν ἔποψιν, ἐφάνη φειδωλότατος εἰς τοὺς λόγους του. Καὶ ὡμίλησε μὲν μὲ ὅλην τὴν ἰσχυρὰν φωνήν του καὶ τὴν ἀναμφισβήτητον εὐγλωττίαν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς τῷ ἠρνήθη, ἀλλ’ ὡμίλησε, διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τὰς ἀντιῤῥήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς ἀναξίας καὶ ἀπαντήσεως. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη τὸν τρόπον μεθ’ οὗ ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἀποταθεὶς πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἶπε μετὰ περιφρονήσεως καὶ προσπεποιημένης ἀγανακτήσεως· «πῶς τολμᾶτε νὰ καλέσητε αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἀντισυνταγματικόν; καὶ τί θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν, ἔλεγεν, ὅταν τὸ βαπτίζητε ἀντισυνταγματικόν, ἀλλ’ οὐδὲν ἀποδεικνύετε;» Εἶχεν ἆράγε ἀνάγκην μαθήματος τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου ὁ ἐν Ἀγγλίᾳ σπουδάσας κ. Τρικούπης, ἢ προσεποιεῖτο; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φρονῶ, ὅτι ὁ ἐπιτήδειος παλαιστὴς ὡμίλει οὕτω, διότι ἐφοβήθη τὴν στενωπὸν, εἰς ἣν τὸν συνέλαβον ἐπ’ αὐτοφώρῳ τελοῦντα πρᾶξιν ἀντισυνταγματικὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησε ν’ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν. Δὲν ὠφελήθη ὅμως, διότι ἰδοὺ τὸν προκαλοῦμεν. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἀμφοτέρας τὰς ὁμιλίας του, ἀλλὰ μόνον ἐκείνην, ἥτις ἐδημοσιεύθη εἴς τινα ἐφημερίδα· διότι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἕνεκεν δυσκολιῶν τοῦ τυπογραφείου δημοσιεύονται ὀλίγον βραδέως. Καὶ εἰς μὲν τὴν δημοσιευθεῖσαν ὁμιλίαν του ἐξηγῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης, εἶπεν, ὅτι δι’ αὐτῆς ἐννοεῖ τὴν προπαρασκευὴν πρὸς ἐπιστράτευσιν, ἀλλ’ ἐκείνη, ἥτις δὲν ἐδημοσιεύθη καὶ ἣν κυρίως εἶχον ἐνδιαφέρον νὰ ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν στιγμὴν ταύτην....

§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ γραφεῖον εἶναι, ἐγὼ δὲν τὴν εἶδον.

§45ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἀτυχῶς, διότι τὴν ἐλάβετε. Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ τὰς κυριωτέρας φράσεις σας.

§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν εἶδον ὅλως διόλου.

§47ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι, διότι μοὶ ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀντισυνταγματικόν. Εἶναι λοιπὸν ἀπρεπὲς καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν του ὁμολογίαν. Καὶ πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ἀνατραφεὶς καὶ ἔτι παιδευθεὶς ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀπεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπρεπὲς νομοσχέδιον; Ἐὰν εἶναι ἀπρεπὲς, διατί νὰ τὸ φέρῃ; Ἀλλ’ εἶπε καὶ ἄλλα ὁ κ. Πρωθυπουργός· «διατί ταράττεσθε»· «τὸ ὑφισταμένης ἀνάγκης» ἐννοεῖ ἐπιστρατείαν ἢ πόλεμον. Ἀλλ’ ἀφοῦ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐννοεῖτε τοῦτο καὶ βλέπετε, ὅτι δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ δεχθῶμεν, διατί δὲν θέλετε νὰ τὸ ἀναγράψωμεν ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ; Καὶ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοῇ ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω καὶ τὴν προπαρασκευὴν πρὸς ἐπιστρατείαν, διατί δὲν προσθέτει μίαν οἱανδήποτε φράσιν ἔχουσαν τὴν ἔννοιαν προπαρασκευῆς πρὸς ἐπιστρατείαν;

§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέσατε προπαρασκευὴν πρὸς ἐπιστρατείαν.

§49ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν δέχομαι τοῦτο, διότι καὶ τοῦτο θεωρῶ ἀόριστον, ἀλλὰ λέγω πρὸς ὑμᾶς, διατί ἀφίνετε τὴν θύραν ἀνοικτήν; Διατί θεωρεῖτε τὴν ἔκτακτον ἀνάγκην συνταγματικήν; Ἀφοῦ σεῖς ἄλλο ἐννοεῖτε, διατί δὲν τὸ θέτετε;

§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ αὐτὸ ἐννοῶ.

§51ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ πρῶτον δὲν ἐννοῶ προπαρασκευὴν πρὸς ἐπιστρατείαν, τὸν ὅρον αὐτὸν, ὃν τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἐδημιούργησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς, ἀλλ’ ὑποστηρίζω, ὅτι, ἀφοῦ σεῖς δίδοντες ἐξηγήσεις, ταῦτα λέγετε, διατί τοὐλάχιστον δὲν τὰ ὁρίζετε ἐν τῷ νόμῳ; Λυποῦμαι καὶ λυποῦμαι, κύριοι, πολὺ, διότι καὶ σήμερον παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον, ὅπερ πολὺ συχνὰ ἀτυχῶς βλέπομεν, ὅτι οἱ ἐκτὸς μὲν τῆς Ἐξουσίας παρίστανται ἀποκεντρωτικοὶ, ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ δὲ ἐρχόμενοι καθίστανται λίαν συγκεντρωτικοί. Ἐὰν δὲ τοῦτο εἴδομεν πολλάκις, ἐξόχως παρουσιάζεται διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἀρχηγὸς μὲν τοῦ μικροῦ πέμπτου κόμματος εἶχεν ἰδέας λίαν ἀποκεντρωτικάς, τὰς ὁποίας κατώρθωσε νὰ διατηρήσῃ μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1882. Τὸν ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὡς καὶ ὑμεῖς πιστεύω, ὅταν, ἐκτυλίσσων τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως τὸν Μάρτιον τοῦ 1882 εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξετόξευεν ὁρμητικῶς θανατηφόρα βέλη κατὰ «τῶν ὑπερβασιῶν». Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπανέλαβε πλέον ἢ ἅπαξ καὶ μετ’ ἐμφάσεως τὴν λέξιν «ὑπερβασία», ἐνθυμεῖσθε δὲ καὶ τὴν ὀργήν του, ἥτις μᾶς ἔκαμε νὰ πιστεύσωμεν ὅτι θέλει θέσει τέρμα εἰς τὰς ἀφορήτους ὑπερβασίας, ἀλλ’ ἠπατήθημεν, καὶ ἰδοὺ σήμερον ἐρωτῶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ πρὶν πέμπτου κόμματος, δὲν εἶνε ὑπερβασία τὸ 15ον ἄρθρον τοῦ ὑποβαλλομένου Νομοσχεδίου; Ὁ κ. Τρικούπης, πεπροικισμένος ὑπὸ τῆς φύσεως ὑπὸ πολλῶν ἐπιζήλων προσόντων, θυσιάζει τὰ πάντα εἰς τὸν φύσει συγκεντρωτικὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα καὶ εἰς τὴν ἀνοικονόμητον ἰσχυρογνωμοσύνην του. Εἶνε τὰ δύω μεγάλα ἐλαττώματά του. Καὶ τὸν λέγω φύσει συγκεντρωτικὸν, διότι συγκέντρωσιν καὶ οὐδὲν ἄλλο μαρτυροῦσιν ἅπαντα τὰ ἔργα τῆς τελευταίας του πρωθυπουργίας, ὥστε ἤδη ἀπεκαλύφθη, ὅτι προσεποιεῖτο τὸν ἀποκεντρωτικὸν ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Ἀλλ’ εἶνε καὶ ἰσχυρογνώμων. Λυποῦμαι, κύριοι, καὶ λυποῦμαι ἐγκαρδίως, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μᾶς ὑπόσχεται, ὅτι θέλει παραδεχθῇ πᾶσαν βελτίωσιν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, ἀφ’ ἑτέρου ἐπιμένει ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ ὀπισθοδρομήσῃ οὐδὲ βῆμα. Πρό τινων ἡμερῶν ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγοντος: «Κατακριτέος εἶνε ὁ ἐπιμένων εἰς τὴν γνώμην αὑτοῦ «τὴν ἐσφαλμένην, καίτοι τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσιν «αὐτὴν ἐσφαλμένην, ἐκ μωρᾶς φιλοτιμίας, ἵνα μὴ θεωρη«θῇ ἀνακόλουθος». Καὶ ἐχάρην τοῦτο ἀκούσας, διότι ἤλπιζα ὅτι λίαν ἀξιεπαίνως φερόμενος ἔπαυσε νὰ ᾖνε ἰσχυρογνώμων· ἀλλὰ λυποῦμαι, διότι, μολονότι μᾶς τὸ εἶπεν ὡς ἀξίωμα, δὲν τὸ ἐφαρμόζει. Καὶ φοβοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν φορὰν ταύτην ἐγένετο θῦμα τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε τῆς μονοετοῦς θητείας καὶ φρονῶ ὅτι, θέλων ν’ ἀποφύγῃ πλαγίως τὴν μονοετῆ θητείαν, περιέπεσεν εἰς τὴν ἀντισυνταγματικὴν αὐτὴν διάταξιν. Εἴθε τὸ τέλος τῆς προκειμένης συζητήσεως νά με διαψεύσῃ. Ὑπὸ τοιαύτας, κύριοι, περιστάσεις εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην, νομίζων, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον, νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν τυπωθεῖσαν καὶ διανεμηθεῖσαν. Εἶνε ἀληθὲς ὅτι ὁμοία διάταξις ὑπάρχει εἰς τὸ 27ον ἄρθρον τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου τοῦ 1882 καὶ δυνάμει αὐτῆς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δύναται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ κρατῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ἀφυπηρετοῦντας, ἀλλ’ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου καὶ δι’ οὓς ὅρους σᾶς ἐξέθηκα, δηλαδὴ τῆς ὅσον οἷόν τε ταχυτέρας συμμετοχῆς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐθεώρησα ἀσφαλέστερον νὰ ἐπαναλάβω τὴν διάταξιν ταύτην ῥητῶς ἐν τῷ συζητουμένῳ νόμῳ, διότι τὴν θεωρῶ ὡς ἐγγύησιν ἐπιβαλλομένην ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Ἰδοὺ ἡ παρ’ ἐμοῦ ὑποβαλλομένη τροπολογία (ἀναγινώσκει).

«ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ

ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 15ου τοῦ περὶ ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νομοσχεδίου. Ἄρθρον 15. «Ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου ἐπιτρέπεται νὰ τηρῶνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τρεῖς μῆνας οἱ ἐξ αὐτοῦ ἀφυπηρετοῦντες καὶ μεταβαίνοντες εἰς τὴν ἐφεδρείαν ἄνδρες, καὶ μόνον ἐὰν τοῦτο διαταχθῇ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ χρόνος οὗτος δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ ἓν ἔτι τρίμηνον δυνάμει ὁμοίου Βασιλικοῦ Διατάγματος. «Παρούσης τῆς Βουλῆς, τὸ Διάταγμα περὶ τῶν πρώτων τριῶν μηνῶν ἀνακοινοῦται εἰς αὐτὴν αὐθημερὸν, ἀπούσης δὲ τῆς Βουλῆς, ἐκδίδεται τὸ Διάταγμα μετὰ προηγουμένην σύγκλησιν αὐτῆς καὶ ἀνακοινοῦται εἰς αὐτὴν εὐθὺς, ὡς συνέλθῃ. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 25 Φεβρουαρίου 1884.

Ὁ ἐκ Βώλου βουλευτὴς

Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ.

Τὸ βον ἐδάφιον μένει ὡς ἔχει. Εἶχον καθῆκον, κύριοι, νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν ταύτην καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας Βώλου, διότι ἡ Ἐπαρχία μου ἠγωνίσθη ἵνα ἀποκτήσῃ ἐλευθερίαν, ἵνα παύσῃ ὑποκειμένη εἰς τὰς αὐθαιρέτους ἰδιοτροπίας τοῦ Σερδὰρ Ἐκρὲμ καὶ νὰ μὴ βλέπῃ πλέον παιδομαζώματα διὰ βεζυρικῆς διαταγῆς. Ὀφείλομεν πάντες νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει ν’ ἀπαλλοτριωθῇ τοῦ πολυτίμου δικαιώματος καὶ καθήκοντος, ὅπερ ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος, νὰ ψηφίζῃ αὕτη τὸν φόρον τοῦ αἵματος. Ἔχω καθῆκον, λέγω, διότι καὶ διὰ τοῦ προγράμματός μου αὐτοῦ ῥητῶς ὑπεσχέθην ὅτι ἐκλεγόμενος ἤθελον ὑποστηρίξει ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἀρχὴ πρέπει νὰ περιορίζηται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ ἐμβριθῶς. Καὶ δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ μικροῦ. Τὸ λέγω ἐκ πεποιθήσεως καὶ προσέξατε πρὸ πάντων σεῖς οἱ συμπολιτευόμενοι, ὧν ἀφήρπασε πολλάκις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν γνώμην, διότι ἐσχηματίσατε τοὐλάχιστον οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν πεποίθησιν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει εἶνε συνταγματικόν, ἐθνικόν, ὀρθὸν καὶ πρέπον. Σέβομαι, κύριοι, πᾶσαν πεποίθησιν, σέβομαι καὶ τὰς ὑμετέρας πεποιθήσεις, ἀλλὰ τοιαύτη προκατάληψις καθιέρωσε κακόν, κάκιστον προηγούμενον καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς κάκιστα ἀποτελέσματα. Σήμερον δέχομαι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, τὸν ὁποῖον καὶ σεῖς καὶ ἐγὼ ὑποληπτόμεθα, ὅτι δὲν ἔχει κακοὺς σκοποὺς ἢ μᾶλλον ὅτι θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον αὐτὸν πρὸς ἐξωτερικοὺς καὶ ἐθνικοὺς σκοπούς. Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ καὶ μάλιστα ἐν Ἑλλάδι εἰσὶν ἰσόβιοι· αὔριον θὰ ἔχητε ἄλλον Πρωθυπουργόν, ὅστις, ὁπλιζόμενος ὑπὸ τούτου τοῦ νόμου, δύναται νὰ προβῇ εἰς καταχρήσεις σπουδαίας. Πρέπει λοιπὸν, συμφώνως καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα, διὰ νόμου νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ Ἔθνος. Ἐγὼ λοιπὸν φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Νομοσχεδίου, ψηφιζόμενον ὡς ἔχει, εἶνε ἀντισυνταγματικόν. Αὐτὰ δὲ τὰ ζητήματα ἠξεύρετε, ὅτι δὲν τὰ λύει μόνη ἡ ὑπουργικὴ πλειονοψηφία, ἀλλ’ ἡ ἐπιστήμη καὶ ὁ κυρίαρχος λαός, ὃν ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν· πρέπει δὲ νὰ προσέξωμεν, διότι ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν λόγον εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας. Ἐὰν, κύριοι, πράγματι πεισθῶμεν, ὅτι εἶνε ἀντισυνταγματικόν, πρέπει νὰ πείσωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ μὴ ἐμμένῃ, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, δι’ ἧς κατ’ οὐδὲν παραβλάπτεται ὁ σκοπός, ὃν ἐπιδιώκει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ ἐνδώσῃ, πειθόμενος ὅτι κατ’ οὐδὲν βλάπτει τὸν τόπον, ἐὰν δεχθῇ τοιαύτην τροπολογίαν ἢ ἄλλην ἀνάλογον. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ὀφείλει νὰ μὴ μείνῃ ἄκαμπτος. Ὅλα τὰ πράγματα ἔχουσι τὸ ὅριόν των.—Φοβοῦμαι, κύριοι, ὅτι δι’ ἐπιμονῆς ἀδικαιολογήτου δύναται νὰ ὠθήσῃ τὰ πράγματα εἰς τὸ μὴ περαιτέρω. Ἂς τὸ σκεφθῶμεν καλῶς, ὅτι εἰς τὴν ἤδη οὐ σμικρὰν εὔφλεκτον ὕλην δὲν εἶνε συμφέρον, δὲν εἶνε συνετὸν νὰ σωρεύωμεν ἄλλην. Ἀντιπροσωπεύω τὰς πεποιθήσεις μου, τὴν ἀτομικήν μου γνώμην. Ἀγνοῶ τί θὰ πράξῃ ἡ συμπολίτευσις, τί ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ὀφείλει νὰ ἐπιμείνῃ, εὐρέως ἀναπτύσσουσα τὸ ζήτημα. Ἐὰν δὲ καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, νομίζω, ὅτι ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν) ὀφείλει νὰ σκεφθῇ σπουδαιότερον ἢ μᾶλλον νὰ προβῇ εἰς συντονώτερα μέτρα. Ὀφείλομεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ σκεφθῶμεν, μὴ τυχὸν ἀληθῶς ὑπάρχῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἔκτακτος ἐκείνη περίστασις, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται ἡμῖν τὸ καθῆκον νὰ εἰδοποιήσωμεν τὸν λαόν, τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν, ὅτι σχίζεται θεμελιώδης διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὄχι, ἐλπίζω, ὅτι ἡ φωνὴ τοῦ δικαίου θὰ κατισχύσῃ. Ὀφείλομεν νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις καὶ νὰ μελετήσωμεν ξηρῶς καὶ στενῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν σπουδαῖον θέμα. Ἐὰν πεισθῶμεν, ὅτι εἶνε ἀντισυνταγματικὸν τὸ 15ον ἄρθρον, ὀφείλομεν νὰ μὴ τὸ παραδεχθῶμεν καὶ οὕτω νὰ ἀποφύγωμεν τὴν θύελλαν, ἥτις ἀναφαίνεται εἰς τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα.

§52Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, «Ὃς ἐκ τοῦ φόβου του γλῶσσαν ἐγκλείσας ἔχει, κάκιστος εἶναι νῦν τε καὶ πάλαι δοκεῖ». Σοφ. Ἀντιγ. 180–181. Διὰ νὰ δείξω ὅτι δὲν φοβοῦμαι, λέγω τὰ ἀκόλουθα, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐφεδρείας. Κύριοι, ἐπείσθην καὶ δὲν ἔχω τὸν παραμικρὸν ἐνδοιασμὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐφεδρείας οὐδόλως ἀντίκειται εἰς τὸ γράμμα καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, καθόσον τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Νομοσχεδίου τῆς ἐφεδρείας κανονίζει κατ’ ἀριθμὸν τὴν ποσότητα τοῦ στρατοῦ ἑκάστου ἔτους, καὶ χρείας τυχούσης, ἐκτάκτου ἀνάγκης, νὰ ἔχῃ τὴν ἄδειαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ προσκαλῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ἐφέδρους κατὰ δύω σειρὰς ἡλικιῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ διαθρέψῃ καὶ συντηρήσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνάγκη τοῦ Κράτους ἐπιτρέπει. Ὅθεν ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἀντιστρατεύεται εἰς τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 15, καθόσον ἐκ παντοίου τρόπου προσπαθεῖ ὅλαις δυνάμεσι νὰ προπαρασκευάσῃ τὸ Ἔθνος κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν· ὥστε οὐδόλως προσβάλλεται τὸ Σύνταγμα, ὅταν τὸ Ἔθνος ἦναι ἀκμαῖον ἀπέναντι πάσης ἐχθρικῆς προσβολῆς. Καὶ εἰς τί θὰ ὠφελήσῃ τὸ Σύνταγμα τὸ Κράτος, ὅταν ποικιλοτρόπως προσβάλλεται ἐχθρικῶς ὑπ’ ἄλλης ἀλλοτρίας δυνάμεως; Ἐνῷ εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἀπαιτοῦνται μεγάλαι θυσίαι, ὡς λέγει ὁ Αἰσχύλος, «χάλαζαν αἵματος πρὸ φίλας πάτρας ἀμύνεται»! Θεωρῶ λοιπὸν τὰς ἀπειλὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μὴ ἐχούσας οὐδεμίαν ἀξίαν, καθ’ ὃ οὐδεὶς Ὑπουργὸς θέλει εὑρεθῆ νὰ προσκαλέσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἄνδρας ἄνευ ἐκτάκτου ἀνάγκης καὶ ἐστερημένους ὡς ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως. Ἀλλ’ ὡς παρατηρῶ, ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑρίσκει ὡς πρόφασιν δημοκοπίας τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ κυρίως ἀποβλέπει νὰ καταλάβῃ τὴν Ἐξουσίαν, ὅπερ εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθώσῃ μὲ τοιαῦτα ἀτάσθαλα μηχανήματα. Μᾶς ἀπειλοῦν ὅτι θὰ ἀποχωρήσουν ἐκ τῆς Βουλῆς· ἔστω καὶ τοῦτο, ἂς γίνῃ· ἀλλ’ αἱ συνέπειαι τῆς ἀπειλῆς των μοὶ φαίνονται ὅμοιαι μὲ τὸ ἑξῆς ἀνέκδοτον. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀγᾶς τις Ὀθωμανὸς καθήμενος ἐπὶ ὄνου, προσῆλθεν εἴς τι χωρίον τῆς Πατρίδος μου, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀναχώρησίν του ἐκ τοῦ χωρίου δὲν εὗρε τὸν ὄνον του, εἰς ἣν θέσιν τὸν εἶχε δέσει· ἀπετάθη εἰς τοὺς δημογέροντας καὶ ἐξητήσατο νὰ τῷ ἀνεύρωσι τὸν ὄνον του, ἄλλως θὰ πράξῃ ὅ,τι πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν ὁ πατήρ του ἔπραξεν εἰς ἄλλο χωρίον, ὅπου εἶχε χάσει τὸν γάδαρόν του. Φοβηθέντες οἱ δημογέροντες, εὗρον παραχρῆμα τὸν ὄνον τοῦ ἀγᾶ, ὅνπερ παρέδωκαν αὐτῷ. Κατόπιν τῆς παραδόσεως οἱ δημογέροντες πρὸς ὁδηγίαν των εἰς τὸ νὰ ὦσι προσεκτικώτεροι τοῦ λοιποῦ εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ ὄνου τοῦ ἀγᾶ, ἂν τυχὸν ἤθελε πάλιν ἐπιστρέψει εἰς τὸ χωρίον των, τὸν παρεκάλεσαν νὰ τοῖς ἐξηγηθῇ τί κακὸν ἤθελε διαπράξει κατὰ τοῦ χωρίου των εἰς περίστασιν μὴ εὑρέσεως τοῦ ὄνου του; αὐτὸς δὲ τοῖς ἀπήντησεν, ὅτι ὁ πατήρ του, ἀφοῦ ἔχασε τὸν γάϊδαρόν του εἰς τὸ παρακείμενον χωρίον τῆς Ἐπαρχίας ταύτης, ἦλθεν εἰς τὸν οἶκόν μας πεζὸς, φέρων ἐπ’ ὤμων τὸ σαμάρι τοῦ γαϊδάρου του· αὐτὸ ἤθελον πράξει κἀγώ. Τότε οἱ δημογέροντες μετενόησαν εἰς τὴν εὕρεσιν τοῦ ὄνου, καὶ δὲν ἄφησαν τὸν ἀγᾶ νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὸν οἶκόν του μὲ τὸ σαμάρι εἰς τοὺς ὤμους του. Τοιαύτην σημασίαν δύναται εὐστόχως τις νὰ δώσῃ εἰς τὰς ἀπειλὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καθ’ ὃν χρόνον ἀποφασίσει νὰ ἀποχωρήσῃ, ἀπερχομένη εἰς τὰς Ἐπαρχίας της, φέρουσα ἐπ’ ὤμων της ἀντὶ τοῦ σαμαρίου τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην, ὡς δῆθεν παραβιαζόμενον διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐπιψηφίζει νόμους περὶ προπαρασκευῆς τοῦ Ἔθνους κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν. Τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει μάθει τοὺς πόθους τοῦ Ἔθνους, τοὺς ὁποίους μέχρι τῆς σήμερον παρορᾷ ἕνεκα τῆς ἀρχομανίας της.

§53Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἑκατὸν ἑβδομήκοντα πέντε ἔτη παρῆλθον ἀπὸ Ἰακώβου τοῦ Βʹ καὶ ἔρχομαι ν’ ἀπορήσω πῶς ἄρθρον στηριζόμενον ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ μέχρι τοῦδε καθεστῶτος, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ περιεχόμενον ἀνεγράφη πλέον ἢ ἅπαξ ἐν τοῖς νόμοις τοῦ Κράτους, πῶς, λέγω, τοιοῦτον ἄρθρον, τοιοῦτον ἔχον περιεχόμενον, ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τοιοῦτον σάλον. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 καθιεροῖ διαθεσιμότητα ἀνάλογον πρὸς τὴν διαθεσιμότητα, ἣν καθιέρου ὁ Νόμος τοῦ 1878. Ὅπως οἱ κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1878 διαθέσιμοι ἐτηροῦντο ἢ ἐκαλοῦντο, ἵνα ὑπηρετήσωσιν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, τῇ ἁπλῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν διάθεσιν ἐτίθεντο, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ὁ διαθέσιμος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, καλεῖται ἵνα ὑπηρετήσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐν ἀνάγκῃ, τῇ διαταγῇ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐκδιδομένου ἐπὶ τῇ βάσει ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τίς ὀνομάζεται διαθέσιμος κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878; διαθέσιμοι κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἦσαν οἱ ἀπαλλαγέντες τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ, εἴτε διότι ὑπήγοντο εἰς τὰς περὶ ἀπαλλαγῶν διατάξεις τῶν ἄρθρων 33 καὶ ἑπομένων τοῦ νόμου, εἴτε διότι ὑπηρετήσαντες ἑξάμηνον ἐν τῷ στρατῷ, κατέβαλον τὰς ἐν τῷ νόμῳ ὁριζομένας 100 δραχμάς. Τούτους ἅπαντας ὁ νόμος τοῦ 1878, ἀπηλλαγμένους τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ, ὑπεχρέου ἐπὶ 3 ἔτη τοὺς πρώτους, ἐπὶ 2½ τοὺς δευτέρους, νὰ ἦναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁσάκις π. χ. κενὸν παρετηρεῖτο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ὁ Ὑπουργὸς εἶχε δικαίωμα, δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ καλέσῃ αὐτοὺς καὶ συμπληρώσῃ τὰ κενὰ ἐν τῷ στρατῷ, ὄχι ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ. Διαθέσιμοι δὲν ὀνομάζονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς ἡλικίας, εἰς ἃς ἀνῆκον οἱ διαθέσιμοι τοῦ 1878, ἀλλὰ διαθέσιμοι ἀκριβῶς εἶναι, διότι ὑπηρετήσαντες ἐπὶ ἓν ἢ δύω ἔτη, καθιεροῦται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου νὰ μένωσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ δύω ἔτη ἔτι μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ 24ου ἔτους τῆς ἡλικίας. Ἁπλῆ διαφορὰ ὀνόματος ὑπάρχει, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου διότι οἱ διαθέσιμοι τοῦ νόμου τοῦ 1878, καίπερ ἀπηλλαγμένοι τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ, ἐχαρακτηρίζοντο ὑπαγόμενοι εἰς αὐτόν· ὁ δὲ νόμος, ὀνομάζων διαθεσίμους ἐκείνους τοὺς ἄνδρας ἐκείνων τῶν κατηγοριῶν, καὶ τιθεὶς αὐτοὺς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καθιέρου ἰδιόῤῥυθμόν τινα καὶ πρώτην τάξιν ἐφέδρων. Τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον τοῦ στρατολογικοῦ νόμου τοῦ 1878 καταργήσας ὁ στρατολογικὸς νόμος τοῦ 1882, τοὺς ἄνδρας τούτους ὀνομάζει ἐφέδρους· σήμερον δ’ ἔρχεται ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐφεδρείας καὶ τοὺς ἐφέδρους τούτους καθιστᾷ διαθεσίμους, θέτει αὐτοὺς εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ νόμος τοῦ 1878 ἔθεσε περιορισμοὺς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸν μέλλοντα νὰ καλέσῃ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τοὺς διαθεσίμους, διότι περιώρισε τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τρεῖς ἡλικίας· ἐπὶ τῆς ἡλικίας τοῦ 21 ἔτους συμπεπληρωμένης, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ἀπηλλαγμένων δυνάμει τοῦ ἄρθρου 33 καὶ ἑπομένων, καὶ ἐπὶ μέρους τῆς ἡλικίας ἐκείνης, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ὑπηρετησάντων ἐπὶ τῆς ἡλικίας τοῦ 22 ἔτους καὶ τοῦ 23 συμπεπληρωμένης μέχρι τῆς ἡλικίας τοῦ 24 ἔτους. Κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἐξουσία, ἡ ἀπονεμομένη εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐκτείνεται ἐπὶ δύω μόνον ἡλικίας, τοῦ 22 καὶ 23 ἔτους, συμπεπληρωμένων. Ἀλλὰ κατεκρίθη τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικὸν, διότι ἀσχέτως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἄνευ κοινοποιήσεως τοῦ Διατάγματος εἰς τὴν Βουλὴν, ἄνευ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν χρόνον αὕτη δὲν συνεδριάζει, ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῇ ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, νὰ τηρήσῃ, ἢ καλέσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὰς ἡλικίας ταύτας. Καὶ τί ἄλλο ἐγίνετο κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, οὐχὶ ὁλόκληρος ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ἠδύνατο, μὴ προβλέποντος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ ἁπλῆς διαταγῆς νὰ καλέσῃ τοὺς διαθεσίμους εἰς τὰς τάξεις πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ στρατοῦ.

§54ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοὺς διαθεσίμους.

§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα αὐτοὺς ἐκείνους, οὓς σήμερον ὀνομάζομεν ἐφέδρους, ἀλλ’ εἶναι ἀκριβῶς διαθέσιμοι.

§56Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι οἱ αὐτοί.

§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι οἱ αὐτοί.

§58ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν τὸ ἐννοεῖτε.

§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λαμβάνονται λοιπὸν κατὰ τὸ Νομοσχέδιον αἱ αὐταὶ ἡλικίαι καὶ μία ὀλιγωτέρα· δὲν δύναμαι δὲ νὰ παραδεχθῶ, κύριοι, ὅτι θέλει ὑπάρξει τις, ὁ μέλλων εἰλικρινῶς ν’ ἀρνηθῇ εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, ἐν περιπτώσει ἐκτάκτου ἀνάγκης, νὰ καλέσῃ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ στρατοῦ τὰς ἡλικίας ταύτας, τὰς ἀποτελούσας τὴν πρώτην σειρὰν τῆς ἐφεδρείας. Καὶ θέλω προβῇ ἔτι περισσότερον· θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀναξία τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς χώρας, ἀναξία τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ περιεβλήθη ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐνώπιον ἐκτάκτου καὶ κρισίμου περιστάσεως ἤθελε διστάσει νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς ἐξουσίας ταύτης. Καὶ ἐνταῦθα θέλει μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ἀπορήσω πῶς κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν διάταξιν ταύτην ὡς ἀντισυνταγματικήν· ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, ὅστις κάλλιον παντὸς ἄλλου γνωρίζει, ὅτι ἑξάκις, ἑπτάκις, δεκάκις ἴσως ἔθηκεν ὑπογραφὴν εἰς πολὺ βαρυτέραν διάταξιν, δὶς δὲ ἢ τρὶς ἔθηκεν ὑπογραφὴν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις αὕτη εἶναι γνήσιος ἀπόγονος. Ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς ἀπετέλει μέρος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὀνομασθείσης Οἰκουμενικῆς, καὶ συνυπέγραψε πάντας τοὺς στρατολογικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη· ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ εὑρίσκεται κάτωθι τοῦ νόμου ΧΚΕʹ τοῦ 1877, καὶ σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Φιλάρετος τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὰς πρώτας φράσεις ἔπρεπεν ἰδίως ν’ ἀναγνώσῃ εὐκρινῶς ὁ ἔντιμος ἐκ Βώλου βουλευτής. Ἀκούσατε. «Ἐπιτρέπεται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς νὰ μεταβληθῶσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου»—νὰ μεταβληθῶσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου— «ὡς ἐπιτρέπεται καὶ ἡ συγκρότησις πλειοτέρων τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ὁριζομένων σωμάτων τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ ἡ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὀργάνωσις αὐτῶν. Τὰ Βασιλικὰ ταῦτα Διατάγματα θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλήν». Θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πότε; «κατὰ τὴν πρώτην μετὰ τὴν ἔκδοσίν των βουλευτικὴν Σύνοδον». Μὲ ἠρωτήσατε ποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ. Ἡ πλειὰς τῶν Ἑλλήνων πολιτευτῶν. Εἶναι ὑπογεγραμμένος ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, εἶναι ὑπογεγραμμένος ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ὁ Τρικούπης, εἶναι ὑπογεγραμμένος, ἐπὶ πᾶσιν, ὁ ἀοίδιμος ναύαρχος Κανάρης, καὶ δὲν ἐτόλμησεν οὐδεμία φωνὴ νὰ ἐγερθῇ τότε οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ, οὔτε ἀλλαχοῦ κατὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ.

§60ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τίνες περιστάσεις ἦσαν τότε; Τότε καὶ ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ βουλευταὶ ἐστέλλοντο εἰς τὰ τάγματά των.

§61Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε τὸ Ἔθνος ἦτον ἐν καταστάσει πολέμου.

§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὁ κ. ἐκ Γορτυνίας βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος νόμος, ὅστις δὲν εἶχε βάσιν κατάστασιν πολέμου, ὁ νόμος τοῦ 1877, ὁρίζων τὰ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε μεθ’ ὑπομονῆς.

§63Ν. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ πόσον ἴσχυεν ὁ νόμος ἐκεῖνος;

§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχεν ἰσχὺν διαρκῆ. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος διωργάνιζε τὴν ἐθνοφυλακὴν καὶ προέβλεπε τὰ περὶ αὐτῆς, ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν ὑπάρχει ὠργανωμένη ἐφεδρεία, λέγει «οἱ εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐθνοφυλακῆς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος καλούμενοι ἄνδρες ὀργανίζονται κατὰ δήμους, ἐπαρχίας καὶ νομοὺς καὶ ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ὑπηρετοῦσι δὲ ἐν αὐτῷ ἐπὶ τρεῖς μῆνας κατ’ ἀνώτατον ὅρον»· ἀποτελοῦσι λοιπὸν μέρος τοῦ στρατοῦ, ἵνα ὑπηρετήσωσιν ἐν αὐτῷ κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐπὶ τρεῖς μῆνας· «πλὴν ἐὰν διὰ Β. Διατάγματος παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν ἐπ’ ἄπειρον, ἐπ’ ἀόριστον». Ἐπιτρέπεται λοιπὸν διὰ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ ὁριστικοῦ νόμου περὶ ἐθνοφυλακῆς ὁ χρόνος ὁ τρίμηνος νὰ παραταθῇ δι’ ἁπλοῦ Β. Διατάγματος ἐπ’ ἄπειρον, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἥτις τὴν ὑπεστήριξε, ἐσταμάτησεν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο; Τὸ ἄρθρον 2ον περιέχει πολὺ δεινοτέραν διάταξιν, καὶ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ἴδωμεν τὸν ἔντιμον ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴν ἐξεγειρόμενον καὶ ἀποχωροῦντα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου ἀπετέλει μέρος. «Τὸν ἀριθμὸν ὡς καὶ τὰς ἐπαρχίας, ἐξ ὧν ληφθήσονται, ὁρίζει τὸ Β. Διάταγμα». Ἐπιτρέπει τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο οὐχὶ μόνον νὰ παρατείνῃ ἐπ’ ἄπειρον τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκλέξῃ τὰς ἐπαρχίας, ἐξ ὧν θὰ προσλάβῃ τοὺς ἐθνοφύλακας· ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραλίπῃ τὴν Γορτυνίαν καὶ νὰ ἐκλέξῃ τὴν Ἀκαρνανίαν. Καὶ δὲν ἐσταμάτησεν ἕως ἐκεῖ. «Ἄρθρ. 4. Ὑπόχρεοι εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐθνοφυλακῆς εἰσιν οἱ κατὰ τὰ ὑπάρχοντα μητρῷα ἄγοντες ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 19 μέχρι τοῦ 35 ἔτους». Εἶναι ὑπόχρεοι πᾶσαι αἱ ἡλικίαι ὄχι μόνον αἱ δύω σημεριναί. Καὶ δὲν ἐσταμάτησεν ἕως ἐκεῖ. «Δύναται ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, νὰ καλέσῃ διὰ Β. Διατάγματος εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν τούς τε ἄγοντας ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 36 μέχρι 40 ἐτῶν ἐκ τῶν ἐνεργῶν ἐθνοφυλάκων καὶ τοὺς εἰς τὴν διαθέσιμον ἐθνοφυλακὴν ἀνήκοντας»· ἐπέτρεψεν ἐν ἀνάγκῃ δι’ ἁπλοῦ Β. Διατάγματος νὰ καλέσῃ εἰς τὰ ὅπλα ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐκεῖ ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς ὑπέγραψε καὶ ὑπέβαλε τὸν νόμον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως—διότι οὕτω δύναμαι σήμερον νὰ τὸν ὀνομάσω—ἐσταμάτησεν ἄρα ἕως ἐκεῖ; Ἀμέσως μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Ὑπουργείου, ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου καὶ ὑπουργὸς τῶν τε Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ τῆς ὑπογραφῆς αὑτοῦ ὑπέβαλε τρεῖς νόμους στρατιωτικοὺς εἰς τὴν Βουλὴν, τὸν νόμον τὸν στρατολογικὸν, τὸν νόμον ΨΙΖ, καὶ τὸν νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ΨΞΑ. Τί λέγει ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς, τοῦτο εἴδομεν πρὸ ὀλίγου· ἀφίησιν εἰς τὴν ἁπλῆν διάθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἁπλῆς διαταγῆς νὰ καλέσῃ τοὺς διαθεσίμους εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ κρατήσῃ αὐτοὺς ἀπὸ 6 μηνῶν ἕως 2½ ἐτῶν καὶ 3, ἐν ἀνάγκῃ. Τί λέγει ὁ νόμος ΨΙΖ ἐν τῷ ἄρθρῳ 11ῳ; Ὅταν ἀκούσητε, θὰ ἴδητε ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον εἶναι ἀντιγραφὴ ἐκείνης τῆς διατάξεως, ἣν ὑπέγραψεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος βουλευτής. «Ἄρθρον 11. Οἱ καλούμενοι πρὸς ἄσκησιν κατατάσσονται ἐν ἀνάγκῃ εἰς τὸν στρατὸν πρὸς πλήρωσιν τῶν τάξεων αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.» Αὐτολεξεὶ, κύριοι, καὶ αὐτολεξεὶ βεβαίως, διότι ἡ αὐτὴ χεὶρ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ συνέταξε καὶ ἐκεῖνο τὸ ἄρθρον καὶ τοῦτο, ἡ χεὶρ τοῦ συνταγματάρχου Φουντουκλῆ. Λοιπὸν ἐν ἀνάγκῃ ἐπιτρέπει ὁ νόμος ΨΙΖ νὰ καλῶνται διὰ Β. Διατάγματος εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ οἱ μὴ ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν αὐτῷ, ἀλλ’ ἁπλῶς ν’ ἀσκηθῶσι περὶ ὥραν, καὶ τὸ Β. Διάταγμα ἐκεῖνο ἔπρεπε νὰ στηρίζηται, ὡς καὶ σήμερον περιέχει τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ γνωρίζετε τί συνέβη τότε ἐν τῇ Βουλῇ; Ὁ νόμος ἐκεῖνος συνεζητήθη μὴ ἀντικρουόμενος μέχρι τέλους ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε, ἀποτελουμένη ἐκ τῆς μερίδος τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, τῆς μερίδος τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη καὶ τῶν ἄλλων στοιχείων τῶν εὑρισκομένων ἐν αὐτῇ, κατ’ ἀρχὰς λόγῳ τῆς ἀνεπαρκοῦς διασκευῆς αὐτοῦ, λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ὥριζε τὰς ὑποχρεώσεις σαφῶς, ἀντετάχθη εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀφοῦ ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ τότε ὥρισεν ἐπὶ πόσους μῆνας θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ὑποχρέωσις τῶν καλουμένων εἰς ἀσκήσεις, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ ἔχομεν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, καθ’ ἣν βλέπομεν μεταξὺ ἄλλων εἰπόντων ναὶ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Γνωρίζετε τί συνέβη τότε; ἠγέρθη ὁ κ. Ρικάκης ἐκ τῆς μερίδος τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν λέξιν «ἀνάγκη» τὸ ἐπίθετον «ἐκτάκτῳ»· ἀλλ’ ἐπῆλθε κεραυνοβόλος ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, καὶ ἠγανάκτησε κατ’ αὐτοῦ πῶς δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅταν ὀνομάζῃ ἀνάγκην. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Ρικάκη. Μετὰ τοῦτο ἦλθεν εἰς συζήτησιν τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, ὁ νόμος περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπῆρχε διάταξις, ἡ τοῦ ἄρθρου 19, ἣν βεβαίως οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ· ὑπῆρχε διάταξις, ἣν σήμερον ὁ Πρωθυπουργὸς οὐδέποτε περιέλαβεν ἐν τοῖς νόμοις αὐτοῦ, διάταξις, ἣν ἀπέκρουσεν ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, τὴν πρωτοβουλίαν σχόντος τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νόμου ἐκείνου λέγει· «Οἱ καλούμενοι πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐν εἰρήνῃ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τὰ διάφορα αὐτοῦ σώματα συμπληροῦσι διὰ τῆς κατατάξεως ά,—βʹ,—γʹ,—δʹ. Ἐν ἀνάγκῃ διὰ τῆς δυνάμει Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τηρήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα τῶν τακτικῶν ἐφέδρων μέχρις ἐνιαυσίου ὑπηρεσίας ἐκ τῆς τριετοῦς ἐφέδρου ὑποχρεώσεως αὐτῶν». Ἐν ἁπλῇ λοιπὸν ἀνάγκῃ ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ἐπὶ ἀποφάσει τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ κρατήσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὰς πρώτας ἡλικίας τῶν ἐφέδρων μέχρις ἐνιαυσίου ὑπηρεσίας. Ταῦτα ἐν εἰρήνῃ, καὶ ταῦτα δὲν ἀντεκρούσθησαν ὑπὸ τῆς τότε Ἀντιποτιτεύσεως. «Ἄρθρον 19. Ὁ στρατὸς ὁλόκληρος ἢ μέρος αὐτοῦ τίθεται εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν δυνάμει Β. Διατάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ἐπὶ τῇ προτάσει μόνον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐνταῦθα ἠγέρθη ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἐζήτησε παρὰ τῶν Ὑπουργῶν τῶν τότε νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ παράγραφος ἐκείνη, ἡ περιεχομένη ἐν τῷ προσωρινῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ τοῦ 1880 καὶ ἐν τῷ τοῦ 1882. Καὶ ἐνταῦθα ἠγέρθη ὁ τότε ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, καὶ πάλιν μύδρους ἐξεσφενδόνισε κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πῶς δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀπέκρουσε τὰς προτάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἵτινες οὕτω ἀπεῤῥίφθησαν καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος, οἷον βλέπομεν αὐτόν. «Ἄρθρον 20. Ἡ ἐμπόλεμος δύναμις καὶ ἡ αὔξησις αὐτῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 21 καταρτίζεται αʹ—βʹ διὰ τῶν τακτικῶν ἐφέδρων, ὑποχρεουμένων νὰ ὑπηρετήσωσι μέρος ἢ ὅλον τῆς τριετίας». Ἐνῷ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, μόνον ἐπὶ ἓν ἔτος ἦσαν ὑπόχρεοι, ἐν ὥρᾳ ἐμπολέμου καταστάσεως τὸ ἓν ἔτος ἐγίνετο τρία διὰ Β. Διατάγματος ἄνευ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, γ) διὰ τῆς μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς, δʹ) διὰ κλήσεως εἰς τὰς τάξεις τῶν ἐν ἀορίστῳ ἀδείᾳ ἐκτάκτων ἐφέδρων. Αἱ διατάξεις τῶν ἐδαφίων βʹ, γʹ, δʹ τίθενται εἰς ἐνέργειαν δυνάμει Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Καὶ τέλος τὸ ἄρθρον 21ον. «Ἐπιτρέπεται ἐν ὥρᾳ πολέμου, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἡ διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συγκρότησις πλειοτέρων τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ὁριζομένων ταγμάτων πεζικοῦ, εὐζώνων κτλ. καὶ ὑπηρεσιῶν στρατοῦ κατὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Τὰ περὶ τούτου Β. Διατάγματα εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην μετὰ τὴν ἔκδοσίν των Σύνοδον». Ταῦτα, κύριοι, ἐθεώρει τότε συνταγματικὰ ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, ἴσως διότι ἐθεώρει ὅτι ἀρκοῦσα ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τοῦ Συντάγματος ἦτον ἡ ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ἐκείνοις παρουσία αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς τὰ νομοθετήματα τοῦ 1878 τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα ἐξήνεγκε σήμερον ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ οἱ ἄλλοι οἱ παρακολουθήσαντες αὐτῷ ἐπανέλαβον, θέλομεν ἴδει ὅτι λίαν πρωΐμως ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πολὺ πρὶν ἢ ἔτι καταστῆ ἀρχηγὸς μερίδος, ὑπερηκόντισε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητα· διότι τότε ἐθεώρει ἀπαραίτητον δι’ ἁπλοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος καὶ ἄνευ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς νὰ καλῇ εἰς τὰ ὅπλα, καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν ὥρᾳ ἐμπολέμου καταστάσεως, ὁλόκληρον τὴν ἐφεδρείαν τοῦ στρατοῦ (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).

§65ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἄλλο τι, ἐὰν τὸ ζήτημα καθ’ ἑαυτὸ δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ ἐφελκύσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν σύντονον ἡμῶν προσοχὴν, αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἐξήνεγκεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω ὅτι δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τοῦτο. Ἀγορεύοντος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βώλου βουλευτοῦ περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ ἄρθρου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξήνεγκε τὴν παρατήρησιν ὅτι προκειμένου περὶ ἀντισυνταγματικότητος τὸ μεῖζον ἢ τὸ ἔλασσον δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Τοῦτο ἀρκεῖ νὰ ἐφελκύσῃ πλειότερον τὴν προσοχὴν ἡμῶν, διότι ἀποδεικνύει ἐκ περισσοῦ, ὅτι ἤθελεν ἀρκεῖ νὰ ἀνοιχθῇ ἓν ῥῆγμα ὁσονδήποτε μικρὸν διὰ νὰ μὴ ἔχητε πλέον ἀσφαλεῖς τοὺς θεσμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐκλήθητε νὰ ὑπερασπίζεσθε. Ἂν τυχὸν ἐπιτρέψητε, κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ἐλαχίστην παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ἔχετε Πολίτευμα, διότι τὸ μεῖζον καὶ ἔλασσον δὲν ἔχει ἀξίαν. Καὶ εἶμαι πρόθυμος ν’ ἀποδεχθῶ τὴν ἰδέαν ταύτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰ καὶ μὴ συμφωνοῦσαν πρὸς ἑτέραν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐξέφρασεν. Ἄλλοτε ἐποιεῖτο σημαντικὴν διάκρισιν μεταξὺ τῶν οὐσιωδῶν καὶ ἐπουσιωδῶν διατάξεων τῶν θεσμῶν ἡμῶν. Ἄλλοτε, ὅταν ἐπρόκειτο λόγου χάριν περὶ αὐτῆς τῆς συγκροτήσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος περὶ τοῦ νομίμου τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων, ἔλεγεν, ὅτι τὸ οὐσιῶδες ὑπῆρχεν ἐν τῇ θελήσει τοῦ λαοῦ καὶ οὐχὶ εἰς τὰς διατυπώσεις. (Ζητωκραυγαὶ, θόρυβος καὶ χειροκροτήματα εἰς τὰ ἀκροατήρια).

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.

§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.

§68ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν δύνασθε νὰ τὰ ἐκκενώσητε ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια; (Θόρυβος).

§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Θορυβώδεις συνδιαλέξεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν).

§71ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πιστεύω ὅτι ἀκριβέστερον σήμερον ἀντεπροσώπευσε τὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐχὶ ὁ ἀμέσως προαγορεύσας, ἀλλ’ ὁ πρὸ αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος κ. Στεφανίδης, ὅστις ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ του καὶ τῇ ἀθωότητί του εἶπε· τί θέλετε τὸ Σύνταγμα, ὅταν πρόκηται περὶ ἀνάγκης τοῦ Κράτους; (Θόρυβος). Ὁ κ. Στεφανίδης, ὅστις ἡρμήνευε τὸ φρόνημα τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν περίστασιν ταύτην...

§72ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡρμήνευε τὸ φρόνημά του. (Ἐκκενοῦνται τὰ ἀκροατήρια).

§73ΧΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τῆς ἀνάγκης ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει ἵνα τοὐλάχιστον μᾶς ἐκδηλωθῇ καὶ παρασταθῇ ἡ ἔκτακτος αὕτη ἀνάγκη, χάριν τῆς ὁποίας πρέπει νὰ παρεκκλίνωμεν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος· διότι ἅμα τοιαύτη ἔκτακτος ἀνάγκη ἤθελεν ἀποδειχθῇ, δὲν ἠθέλαμεν ἴσως ἀποκρούσει μίαν τοιαύτην παρέκκλισιν. Καὶ βεβαίως τὸ Πολίτευμα δὲν εἶναι ποτὲ ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς Πολιτείας, καὶ ἂν ἤθελεν ἐπέλθει στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τήρησις αὐτοῦ ἤθελε συγκρουσθῆ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους, οὐδεὶς ἤθελε δώσει τὴν προτίμησιν εἰς τὴν τήρησιν τῶν διατυπώσεων. Εἰς ὅλα τὰ Συνταγματικὰ Κράτη ἠναγκάσθησαν ἐνίοτε ἀλλὰ μόνον χάριν πραγματικῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ν’ ἀποδεχθῶσι τοιαύτας παρεκκλίσεις. Ἀλλὰ παράδοξον εἶναι νὰ προτείνηται ἤδη ἡ ἀξίωσις αὕτη καὶ ἐνῷ οὐδὲν ἀποδεικνύεται ἱκανὸν νὰ τὴν δικαιολογήσῃ (θόρυβος). Ὑπῆρξεν ἄλλοτε Σύνταγμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἠνοίγετο ἡ θύρα εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἵνα διὰ Διατάγματος κανονίζῃ πολλάκις ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἔχρῃζον Νομοθετικῆς ἀποφάσεως. Ὑπῆρχε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1814 εἰς τὴν Γαλλίαν, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ βασιλεὺς ἠδύνατο νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα οὐ μόνον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους· ἀλλὰ παρετήρησαν ἐγκαίρως, ὅτι τοιαύτη διάταξις ἦτο λίαν ἐπικίνδυνος, διότι ὑπὸ τὴν πρόφασιν ταύτην τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἠδύναντο νὰ ματαιῶνται. Καὶ κατόπιν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1830 ἀπήλειψαν αὐτὴν καὶ εἰς τὴν φράσιν ὅτι «μόνον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἐκδίδει ὁ βασιλεὺς τὰ ἀναγκαῖα Διατάγματα» προσέθηκαν, μάλιστα πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς ἰδέας, ὅτι «οὐδέποτε δύναται ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἢ ἀπαλλάξῃ τινὰ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν.» Ἐὰν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι ὑπῆρχεν ἡ διάταξις ἡ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1814 τῆς Γαλλίας, ἠθέλαμεν σκεφθῆ, ἐὰν παρουσιάζετο ἀπαίτησις ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ χορηγοῦντες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσιοδότησιν οἷα ἡ ζητουμένη, ἠθέλομεν ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος· ἀλλὰ καὶ ἀσχέτως πρὸς τοιοῦτον δικαίωμα ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ ὅτι, ἐὰν τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἤθελεν ἔχει μεγαλειτέραν σπουδαιότητα ἀπὸ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ἐὰν ὕψιστόν τι συμφέρον ἤθελε σήμερον παρίστασθαι ἀναγκάζον νὰ παρεκκλίνωμεν ἀπὸ τοῦ Συντάγματος πρὸς πρόληψιν κινδύνου πραγματικοῦ, ἠδυνάμεθα καὶ ἐχρεωστοῦμεν βεβαίως νὰ σκεφθῶμεν· διότι, ὡς εἶπον, τὰ Πολιτεύματα εἶναι τὰ μέσα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν τελικῶν σκοπῶν τῆς Πολιτείας καὶ οὐχὶ ὁ τελικὸς σκοπὸς οὗτος. Καὶ δὲν παραδέχομαι τὴν ἀπόλυτον ἐκείνην θεωρίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ διακοπῆς ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ ὅτι, προκειμένου περὶ ἀντισυνταγματικότητος, δὲν ὑπάρχει μεῖζον καὶ ἔλασσον, ὑπάρχει μεῖζον καὶ ἔλασσον ἐν τῇ πράξει, τὸ ὁποῖον θέλει ἐκτιμηθῆ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδίστασαν νὰ παρεκκλίνουν, παρουσιαζομένων ἐκτάκτων περιστάσεων, ἀπὸ τῆς πλήρους τηρήσεως τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ. Καὶ θὰ ἐνόουν σήμερον, κύριοι, ὅτι θὰ εἴχομεν ζήτημα, ἵνα σκεφθῶμεν ὁπωσδήποτε, ἐὰν εἴχομεν ἐκδεδηλωμένην μίαν γνώμην πολεμικὴν ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω μίαν Κυβέρνησιν ζητοῦσαν ἔκτακτόν τι μέτρον ἐκτάκτου ἐξουσίας, ἂν ἤθελον ὑπονοήσει ἐκ τῶν λόγων αὐτῆς, ὅτι εἶναι Κυβέρνησις διανοουμένη νὰ προβῇ προσεχῶς εἰς δρᾶσιν τινὰ, χάριν τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην ἐκτάκτων μέτρων· ἀλλ’ ὅταν εὑρισκώμεθα ἀπέναντι Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία καὶ ἐξεδήλωσε μάλιστα πανηγυρικῶς ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι οὐ μόνον δὲν διανοεῖται τοιοῦτόν τι, ἀλλ’ οὔτε νὰ συμμετάσχῃ προτίθεται εἰς ἄλλων πρωτοβουλίαν ἐπὶ ἐνδεχομένης διαταράξεως τῆς τάξεως ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ κατόπιν τούτου ζητούσης ἔκτακτα μέτρα ἀντισυνταγματικὰ, περιπίπτομεν δικαίως εἰς ἀπορίαν. Καὶ εἶναι ἀντιφατικὸν καὶ παράδοξον νὰ ἐπικαλῶνται ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης προηγούμενα ἄλλων νομοθετημάτων, νομοθετηθέντων ὑπὸ πολιτικὴν ὅλως διάφορον, ὑπὸ περιστάσεις ὅλως ἐκτάκτους, ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τί πρεσβεύει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, νὰ παρουσιάζουν νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐν ἐμπολέμῳ σχεδὸν καταστάσει πρὸς δικαιολόγησιν τῶν σημερινῶν ἀξιώσεών των! Δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι ἠδύνατο ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκφράσῃ—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, διότι δὲν εἶναι τοῦ χαρακτῆρός του—σχολαστικὰς θεωρίας, δὲν ὑποθέτω ποτὲ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν αἰσθάνεται καὶ σήμερον τὴν διάθεσιν ταύτην τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐξεδήλωσεν, ὅτι τὰ τοιαῦτα μέτρα κρίνονται κατ’ ἀνάγκην ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ ὅτι δύναται εἰς μίαν περίστασιν νὰ συγχωρηθῇ τι ἐναντίον κἄπως τοῦ Συντάγματος, ὅπερ εἰς μίαν ἄλλην νὰ μὴν ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦτον, τοῦ συγγνωστοῦ. Καὶ ἠπόρησα, κύριοι, πῶς ὅταν ἐπροτάθη τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατάξεως ταύτης, κατὰ τοῦ ὁποίου ἵνα ἀντιταχθῇ ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς ἐπικλήσεις προηγουμένων, καὶ εἰς ἄλλα, τὰ ὁποῖα φέρουν τὸν χαρακτῆρα τοῦ σοφίσματος, πῶς ὅταν ἐπροτάθη ὑπὸ συσσώμου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ ἀντισυνταγματικόν, ἔσχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ σθένος νὰ προβῇ εἰς ἐκφράσεις περιφρονητικὰς διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ γνώμη αὕτη συσσώμου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι οὐδὲ ἀπαντήσεως ἀξία! Δὲν ἠξεύρω πόθεν ἤντλησε τὸ θάῤῥος τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἠξεύρω πόθεν ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ σημερινὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνώσεις τοῦ δημοσίου δικαίου, ὅτι αὗται περιωρίσθησαν μόνον εἰς ταύτην τὴν πτέρυγα καὶ ἑπομένως ὅτι ἡ ἰδέα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ ἀντισυνταγματικότητος τινὸς διατάξεως εἶναι ἀναξία ἀπαντήσεως, καὶ λέγω ἠπόρησα διὰ τοῦτο, διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι σπουδαίως ἐξήνεγκε τὴν ἄλλην μομφὴν ὅτι τοιαύτη πρότασις προέρχεται ἐκ κακῆς πίστεως. Θὰ ἦτο παράδοξον νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐσκέφθη νὰ παραστήσῃ ὅτι εἰς μίαν διάταξιν νομοσχεδίου ὑπάρχει τι τὸ ἀντισυνταγματικόν, καὶ νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ κακῇ διαγνώσει καὶ ἐκτιμήσει τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἐν ὅσῳ δὲν εἶναι μάλιστα περατωμένη ἡ συζήτησις, πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἁπλῆς διαγνώσεως, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ καταγγέλλουσα τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νόμων πολλάκις παρεβίασε τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, δὲν ἔχει ἄλλην κατηγορίαν καὶ ἔφερεν αὐτὴν ἀπὸ τῆς ὁποίας ἄλλως εὐκόλως δύναται ν’ ἀπαλλαχθῇ ἡ Κυβέρνησις, δεχομένη τροπολογίαν τινὰ ἢ ἐγκαταλείπουσα τὸ ἄρθρον. Ἢ νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ζήτημα φιλοτιμίας νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τροποποίησιν διατάξεως ἀντισυνταγματικῆς, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἔθηκεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Τοιαύτην ἀξίωσιν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὁ Πρωθυπουργός, ἀλλὰ τοιαύτη ἀξίωσις δὲν περιέχει μόνον παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ πλήρη αὐτοῦ ἐξευτελισμόν. Ἀλλ’ ἠπόρησα ἔτι μᾶλλον, ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προβὰς εἴς τινας παρατηρήσεις ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα, ἔλυσε αὐτὸ καθ’ ἑαυτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς λεγομένης delegation, διότι, εἶπε, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἐντολή, αὕτη δὲν θὰ ἦτον ἰσχυρὰ, προκειμένου περὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εἰς τὴν σφαῖραν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας νὰ διαχειρισθῇ. Εἰς πολλοὺς νόμους τῳόντι ὑπάρχει τοιαύτη ἐντολὴ πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν· πολλάκις ἡ τοιαύτη ἐντολὴ περιλαμβάνει καὶ ἀντικείμενα νομοθετικὰ, ἀλλὰ δευτερευούσης ἀξίας, πάντοτε ὅμως εὑρισκόμενα εἰς συμφωνίαν μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Πολλάκις ἀνατίθεται εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ὁ κανονισμὸς λεπτομερειῶν ἐγκειμένων ἐν τῇ οὐσίᾳ τοῦ νόμου, τὰς ὁποίας ὁ νομοθέτης δὲν ἔκρινεν ἐκ τῶν προτέρων κατάλληλον νὰ νομοθετήσῃ, ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς λίαν δικαίως εἶπεν ὅτι ἂν ὑπῆρχεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐντολὴ, θὰ ἦτον ἀνίσχυρος· διότι συναισθάνεται πολὺ καλῶς ὅτι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως νόμου, ἢ περὶ λεπτομερειῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας περὶ τροποποιήσεως καὶ ἀνατροπῆς νόμου, καὶ τοῦτο ἀνατίθεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ πράξεως νομοθετικῆς. Ἡ τοιαύτη ἐξουσιοδότησις ἀντίκειται ἐντελῶς εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὅ,τι ὑπάρχει εἰς τὴν ἐν γένει κυριαρχίαν, ὑπάρχει καὶ εἰς πᾶσαν Πολιτικὴν ἐξουσίαν καὶ ἰδίως τὴν Νομοθετικὴν τὸ ἀναπαλλοτρίωτον. Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δὲν δύναται νὰ μεταθέσῃ τὰ ἑαυτῆς δικαιώματα εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν, ἡ δὲ μετάθεσις τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν δὲν εἶναι ἁπλῶς παραβίασις διατάξεως τοῦ συντάγματος, εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλὰ τί εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ περιλαμβανόμενον ἐν τῇ διατάξει, περὶ ἧς πρόκειται; Εἶπεν ὅτι ἐξουσιοδότησις δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀλλ’ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἀποφαίνεται αὐτὴ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου περὶ τοῦ χρόνου τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, ὅταν δὲ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφαίνηται ἀπολύτως, ἔχει τὸ δικαίωμα βεβαίως ν’ ἀποφαίνηται καὶ ὑπὸ ὅρους. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ αὐξήσητε τὴν θητείαν; βεβαίως, ναί· ἀφοῦ δὲ δύνασθε ν’ ἀποφασίσητε ἀπολύτως, δὲν δύνασθε ν’ ἀποφασίσητε καὶ ὑπὸ ὅρον; Καὶ ἰδοὺ τίθεται ὁ ὅρος τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἐδῶ τῳόντι εἶναι τὸ ζήτημα. Παραδέχομαι ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία δύναται ν’ ἀποφασίσῃ καὶ ὑπὸ ὅρους, ὁ ὅρος ὅμως πρέπει νὰ ᾖναι βεβαίως ἓν πραγματικὸν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀπόκηται εἰς τὴν κρίσιν ἀπολύτως τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ὡς ὅρον θέσητε τὴν κρίσιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ὅρον πραγματικῶς δὲν ἔχετε, διότι συμβαίνει καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὅ,τι καὶ ἐν τῷ ἰδιωτικῷ Δικαίῳ. Ἐν αὐτῷ ὅρος ἀναρτώμενος ἐκ τῆς θελήσεως ἑνὸς τῶν συμβαλλομένων, θεωρεῖται μὴ ὑπάρχων ἢ μᾶλλον καθιστᾷ τὴν σύμβασιν ἄκυρον. Ἐὰν ἔλεγεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ὅτι παραδέχομαι αὔξησιν τῆς θητείας ἐν ᾗ περιστώσει συμβῇ τὸ ἑξῆς γεγονὸς, τότε ἐννοῶ ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἀπεφάσισε τὴν αὔξησιν τῆς θητείας. Ὅταν ὅμως εἴπητε, ὅτι παραδέχομαι ν’ αὐξήσῃ ἡ θητεία ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ, περὶ ἧς θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲν σπουδαῖον καὶ συνταγματικὸν διετάξατε, ἀλλὰ δίδετε ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ νομοθετικὸν ἀντικείμενον· τὸ νὰ εἴπητε δὲ ἐν περιπτώσει ἐκτάκτου ἀνάγκης εἶναί τι χειρότερον, παρὰ ἐὰν ἀπηλείφατε καὶ τοὺς ὑποτιθεμένους τούτους περιορισμοὺς, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὴν κρίσιν ἐξαρτᾶτε ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ εἴπητε «ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ», διότι δὲν θὰ ἐξεδηλοῦτε τοὐλάχιστον τότε τὴν ἀπόκρουσιν, τὴν ὁποίαν ἐκφράζετε πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς θητείας, τοῦτ’ ἔστι τότε θὰ ἐξεδηλοῦτο ἡ ἰδέα τῆς Βουλῆς, ὅτι τὴν αὔξησιν τῆς θητείας τὴν ἔχει ἐν τῇ διανοίᾳ αὑτῆς. Ἀλλ’ ὅταν λέγητε μόνον ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ ἐπιτρέπεται ἡ αὔξησις, δηλοῖ συγχρόνως ἡ Βουλὴ ὅτι εἶναι κατὰ τῆς αὐξήσεως τῆς θητείας καὶ δὲν προσθέτει ὡσαύτως οὐδεμίαν ἐγγύησιν, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ζητήσῃ ποτὲ σπουδαίως καὶ ἀποτελεσματικῶς λόγον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν πῶς ἐθεώρησεν ὑπάρξασαν ἔκτακτον ἀνάγκην· δύναται νὰ σᾶς λέγῃ ἐπὶ χρόνον μακρὸν ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις ἐξωτερικαὶ, αἱ ὁποῖαι προὐκάλεσαν τὴν ἀνάγκην, καὶ τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ τέλος πάντων δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι συνέλαβεν ὑπόνοιαν, ὅτι δύναται νὰ παραστῇ μία τοιαύτη ἀνάγκη. Ἐπικαλοῦνται, κύριοι, τὰ προηγούμενα· ἀλλ’ ἀκριβῶς τὰ προηγούμενα καταδεικνύουσιν ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου εὑρισκόμεθα ἐν παραβάσει καὶ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος, διότι τὰ προηγούμενα εἶναι ὅλως ἀντίθετα τῶν σημερινῶν, καὶ εἶναι παράδοξον νὰ ἐπικαλῶνται τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες ῥητῶς λέγουσιν «ἐν περιπτώσει πολέμου»· διότι ἄλλαι μὲν διατάξεις περιέχουσι ῥητῶς τὸ «ἐν ὥρᾳ πολέμου», ἄλλαι δὲ πάλιν διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθησαν, ἀφορῶσι ῥητῶς εἰς ἄλλα ἀντικείμενα. Ἐπεκαλέσθησαν τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ νὰ προσκαλῇ τοὺς διαθεσίμους, καὶ βεβαίως τὸ ἐπιχείρημα στρέφεται κατ’ αὐτῶν, διότι οἱ διαθέσιμοι ἐθεωροῦντο τελοῦντες τριετῆ θητείαν, καὶ βεβαίως δὲν ἀπαγορεύεται ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ: «δὲν θέλω νὰ τηρήσω εἰς τὸν στρατὸν ἐν ἐνεργείᾳ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἄνδρας, ἀφίνω μερικοὺς ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη, δύνανται νὰ κληθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου «πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν.» Ἐνταῦθα ἔχομεν ὅλως τὸ ἐναντίον· διότι, ἐνῷ τότε ἔλεγεν ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ πολίτης πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ τρία ἔτη, σήμερον ἔχομεν τὴν μονοετῆ θητείαν. Καὶ δύναμαι, κύριοι, νὰ παραδεχθῶ τὴν ἀνάρτησιν τοιαύτης ἐξουσιοδοτήσεως ἀπὸ γεγονότος πραγματικοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ γεγονότος πραγματικοῦ, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς πρᾶξιν ἐκτελουμένην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀφεθεῖσαν εἰς αὐτὴν νὰ τὴν ἐκτελῇ ὑπὸ μεγάλην, ἔκτακτον καὶ βαρυτάτην βεβαίως εὐθύνην. Ὡς γεγονὸς τοιοῦτον πραγματικὸν θεωρῶ βεβαίως ἰδίως τὴν κατάστασιν τοῦ πολέμου, μολονότι τὸν πόλεμον ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία τὸν ἀποφασίζει, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ μοῦ εἴπῃ τις τὸν ὅρον τοῦ πολέμου ὅτι τὸν ἐκτελεῖ ἡ Κυβέρνησις; ναί· ἀλλ’ ὅταν τοῦτο ἀνέθηκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἐν τῷ πνεύματι καὶ τῇ οὐσίᾳ τῆς ἀναθέσεως ταύτης, ὅτι ἀνέθηκε καὶ τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ἀπαραίτητα πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὑψίστου τούτου καθήκοντος. Καὶ ἐγένετο μία ἐξομοίωσις εὐλογοφανὴς τῆς ἐπιστρατείας πρὸς τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν, καὶ εἶναι βεβαίως εὔλογος ἡ ἐξομοίωσις· ἀλλ’ ὅταν ἔχετε ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις τὴν ἐξουσιοδότησιν, δὲν ἐννοεῖται ὅτι ταῦτα ἀποδεικνύουν, ὅτι δὲν δύνασθε ἐκτὸς τῶν περιστάσεων τούτων νὰ ἐπεκτείνητε τοιαύτην ἐξουσιοδότησιν; Καὶ ἂν καθὼς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προκειμένου περὶ ἀντισυνταγματικότητος, τὸ μεῖζον καὶ τὸ ἔλασσον δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, τότε τί ἐμποδίζει νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, ἵνα αὐτὸς ἐν γένει κανονίζῃ πάντοτε τὸν χρόνον τῆς θητείας; ἢ τί ἐμποδίζει νὰ ζητήσῃ αὔριον ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ κανονίζουν αὐτοὶ τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα; Θὰ μᾶς εἴπῃ καὶ τότε, ἰδοὺ σεῖς τὸ ἀπεφασίσατε, ἀνηρτήσατε τοῦτο ἀπὸ ἕναν ὅρον, ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀνάγκης, καὶ ἡμεῖς ἀναγνωρίσαντες τὴν ὕπαρξιν τοῦ ὅρου, ποιούμεθα χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνεθέσατε. Καὶ τότε πλέον ποῦ μένει, ποῦ ὑπάρχει τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα; Δὲν μένει οὔτε τὸ γράμμα, οὔτε ὁ σκελετὸς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος κατέστη ἴσως περιφρονήσεως καὶ γέλωτος ἄξιος. Καὶ ἐνῷ δὲν ἔχομεν, κύριοι, οὐδαμόθεν τὴν ἔκτακτον ταύτην ἀνάγκην, οὐδὲ συγκεκριμένως, οὐδὲ κἂν ἐκ τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν ἀπ’ ἐναντίας ἄλλα διδόμενα νὰ ὑποθέτωμεν, ὅτι πρόκειται ἡ παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ γείνῃ μόνον διὰ νὰ οἰκονομηθῇ ἡ ἀξίωσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ νὰ φαίνεται ἀλάνθαστος! Βεβαίως, δι’ ἐξευτελεστικώτερον λόγον παράβασις τοῦ Συντάγματος δὲν ἠδύνατο ποτὲ ν’ ἀπαιτηθῇ! Ἀνεκήρυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι καλλιτέρα πολιτικὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῶν πειραμάτων, καὶ εἶχε συμφέρον βεβαίως εἰς τὴν ἀνακήρυξιν τῆς ἰδέας ταύτης. Ἀληθῶς, ἂν ἡ καλλιτέρα πολιτικὴ ἦναι ἡ πολιτικὴ τῶν πειραμάτων, δὲν ἔχετε νὰ σκεφθῆτε περὶ καταλληλοτέρας Κυβερνήσεως, διότι ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως παρέχει εὐρύτατον στάδιον γυμνασμάτων καὶ πειραμάτων. Ὁμοιάζει ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὰ βιβλιάρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα πρὸς ἐκμάθησιν ξένων γλωσσῶν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπίτηδες περιέχουσιν ἄπειρα λάθη, ὅπως, προβαλλόμενα ταῦτα εἰς τοὺς μαθητὰς πρὸς διόρθωσιν, συντελῶσι νὰ ἐκγυμνάζωνται οὗτοι. Καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐζητήθη ῥητῶς ἢ ὡρισμένως ἡ διόρθωσις τῆς θητείας τοῦ ἑνὸς ἔτους, θὰ ζητηθῇ ἴσως κατόπιν καὶ τοῦτο, ἂν ὑποτεθῇ σφαλερῶς γενόμενον, περὶ οὗ δὲν δυνάμεθα ἴσως σήμερον ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅπως θὰ ζητηθῇ καὶ ἄλλων προφανῶς ἐσφαλμένων νόμων ἡ διόρθωσις. Καὶ κατὰ τὴν θεωρίαν τῆς πειραματικῆς πολιτικῆς τὸ μόνον παράπονον, τὸ ὁποῖον δύνασθε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἔχητε, θὰ ἦναι ὅτι ἐνῷ ἐνομίσατε, ὅτι εἶσθε ἀρκούντως προωδευμένοι καὶ ἔπρεπε νὰ σᾶς ὑποβάλλωνται πρὸς διόρθωσιν λάθη τουλάχιστον Συντακτικοῦ, σᾶς ὑποβάλλονται λάθη ἁπλῆς Γραμματικῆς καὶ τὸ μόνον παράπονον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ὁ λαὸς, θὰ ἦναι ὅτι δὲν πρέπει τις ν’ ἀξιοῖ νὰ σπουδάσωμεν τὴν τέχνην τοῦ κουρέως εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ λεπροῦ! Δὲν δύναμαι, κύριοι, ὑπὸ οὐδεμίαν ἄλλην ἔποψιν νὰ δικαιολογήσω τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν. Ἡ διάταξις καθαρὰ καθαρὰ περιέχει ἐξουσιοδότησιν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ν’ αὐξάνῃ τὸν χρόνον τῆς θητείας καὶ τίποτε πλειότερον, τίποτε ὀλιγώτερον ἐναντίον οὐχὶ μόνον ὑπάρχοντος νόμου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐπικρατοῦντος ἴσως ἐν τῇ Βουλῇ πνεύματος, ὅτι ἡ μονοετὴς θητεία εἶναι ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλει ὁ πολίτης νὰ ὑπόκηται· δὲν δύναμαι ἄλλως νὰ ἐξηγήσω τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅταν δὲν ἔχωμεν οὐδὲ ὑπόδειξιν τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης σήμερον. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἑπομένως νὰ ὑποθέτωμεν ὅτι ἀντὶ νὰ ζητηθῇ ἡ διόρθωσις τοῦ πράγματος ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, ἐπιζητεῖται ἡ διόρθωσις αὕτη διὰ παραβιάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἂν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἠδύνατό ποτε μετ’ ὀδύνης νὰ ἀνεχθῇ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος πρὸς διάσωσιν τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως παρεκκλίνωμεν ἀπὸ τοῦ Συντάγματος ὅπως μὴ εἰσέτι ἐξελεχθῇ ἡ περὶ τοῦ ἀλανθάστου αὐτοῦ ἰδέα τῆς πλειοψηφίας, δὲν εἶναι ἁπλῆ παραβίασις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἔσχατος αὐτοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου ἐξευτελισμός.

§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν πρόκηται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περαιτέρω περὶ τοῦ νομοθετήματός της, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κάμνομεν δῆλον εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι πόρισμα τῶν μέχρι τοῦδε συζητήσεων, δυνάμενον νὰ προταθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶναι πρῶτον ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Βώλου βουλευτὴς προέβαλε, καὶ τὴν ὁποίαν θέλει ὑποστηρίξει ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι νομίζει ὅτι δι’ αὐτῆς μειώνει τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ ἄρθρου 15. Ἂν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, τότε δεύτερον πόρισμα τῆς συζητήσεως θέλει εἶσθαι ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου, ἡ ὁποία περιέχεται ἐν ταῖς ἀγορεύσεσι τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ παρέστησαν τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτοῦ. Μετὰ τὴν δευτέραν ταύτην ψηφοφορίαν, ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ παραταθῇ περαιτέρω ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ τρίτου ζητήματος τῆς παραδοχῆς τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τότε θέλω ζητήσει τὸν λόγον καὶ ποιήσει δήλωσιν πρὸς τὴν Βουλήν.

§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε κατὰ τὸ ἔτος 1878 ἐν τῇ Βουλῇ, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπερ ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἁπλοῦ Διατάγματος νὰ συγκαλῇ τοὺς ἐφέδρους, χωρὶς νὰ ἀνακοινοῖ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Τρικούπης ἐξηγέρθη τότε μετὰ πολλῆς δυνάμεως ἐναντίον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὡς ἀφαιροῦντος δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Πρὸ τινων ἡμερῶν ἀπαντῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ὅσα ἡμεῖς εἴπομεν περὶ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τοῦ ἄρθρου 15, εἶπεν ὅτι, ὅσα εἴπομεν, ἦσαν ἄνευ σπουδαιότητος καὶ ἄνευ ἀξίας. Πιθανὸν ὅτι ὅσα αὐτὸς εἶπε, πολεμῶν κατὰ τὸ 1878 τὸ ἄρθρον 19, νὰ ἦναι πολὺ ἰσχυρότερα καὶ πειστικώτερα, παρ’ ἐκεῖνα ὅσα ἤδη ἐλέχθησαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τότε δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἔκτοτε μετέβαλε τὰς ἰδέας αὐτοῦ καὶ πῶς σήμερον, ὅτε δὲν πρόκειται περὶ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τότε ἐκήρυττεν ὡς προνόμιον τοῦ Στέμματος, καὶ δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κανονίζῃ περὶ τοῦ προνομίου τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον, οὗ τινος παρασκευὴ εἶναι ἡ ἐπιστρατεία, πῶς σήμερον, ἐνῷ δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἐπιστρατείας, οὔτε περὶ πολέμου, φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα τῆς προσκλήσεως τῶν ἐφέδρων εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν δὲν ἤθελον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἤθελον ζητήσει τὰ πρακτικὰ τοῦ 1878 καὶ ἀναγνώσει περικοπὰς τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἵτινες οὐδεμίαν ἀφίνουν ἀμφιβολίαν ὅτι τοιαύτη ἰδιοποίησις τοῦ δικαιώματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ προσκαλεῖν ἐφέδρους ἢ τοῦ διατηρεῖν εἰς τὰς τάξεις τοὺς μέλλοντας ν’ ἀφυπηρετήσωσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς γνώσεως τῆς Βουλῆς, ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τότε ὑπεστήριξεν ὁ κ. Τρικούπης ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα μόνον τοῦ Συντάγματος, διότι οὐδεὶς ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 60, ἀφοῦ πάντες εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ πολέμου ἢ τῆς ἐπιστρατείας ἀνήκει εἰς τὸν Ἡγεμόνα. Σήμερον ὅμως πρόκειται καὶ περὶ παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 60, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 15 δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ αὐξάνῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ τὴν ἐτησίως προσδιοριζομένην ἀπὸ τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ πρόκηται περὶ περιπτώσεως πολέμου ἢ ἐπιστρατείας, οὐδεμία δὲ δικαιολόγησις ἀκούεται. Πρὶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς μετέβαλε μὲν τὰς γνώμας ἐκείνας, ἐπιμένει δὲ σήμερον εἰς γνώμας ὅλως ἀντιθέτους ἐκείνων, νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα οὔτε συζήτησιν πλήρη νὰ κάμωμεν, οὔτε νὰ προβῶμεν ἐν πλήρει γνώσει εἰς ψηφοφορίαν τοῦ ἄρθρου.

§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ κ. βουλευτὴς, ἐπικαλεσθεὶς τὰ πρακτικὰ τοῦ 1878, εἶπεν ὅτι δὲν τὰ εἶχε πρόχειρα, ἵνα τὰ παραθέσῃ...

§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν.

§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔστω, ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὰ παραθέσω, ἵνα ἀποδείξω ὅτι, ὅσα περὶ αὐτῶν εἶπεν, εἶναι ἀνακριβῆ. Ὁ κ. βουλευτὴς θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὸν ἀρχηγὸν ἤδη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὴν ἀνακολουθίαν, ἐν ᾗ εὑρίσκεται, κηρύττων σήμερον ἀντισυνταγματικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτὸς τότε ὑπεστήριζε πολλαπλάσιον ἢ ὅ,τι σήμερον παρουσιάζεται, εἶπεν ὅτι κατὰ τὸ 1878, ὅτε ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐπολέμησε τὴν παρ’ ἐμοῦ γενομένην πρότασιν, τὸ πολεμηθὲν ἀφώρα εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ τὴν ἐν πολέμῳ καὶ εἰς τὸν πόλεμον. Ἀκριβῶς περὶ τοῦ ἐναντίου ἐπρόκειτο, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτής, ὅταν ἀκούσῃ τὴν παράθεσιν ταύτην, θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι ἐπὶ ἐσφαλμένων δεδομένων ἐσχημάτισε τὰς πεποιθήσεις του, καὶ θέλει τὰς μεταβάλει ὁλοτελῶς. Ἰδοὺ ὁ κ. Δηλιγιάννης τί ἔλεγε κατὰ τὸ 1878, ἀποκρούων τὴν πρότασίν μου (ἀναγινώσκει). «Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ στρατὸς τίθεται εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν ὄχι μόνον, ὅταν πρόκηται νὰ κηρύξῃ τὸ Κράτος πόλεμον πρὸς ἄλλο Κράτος, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων αὐτοῦ, ἢ ἡ προστασία ἄλλων συμφερόντων αὐτοῦ ἀπαιτῇ τοῦτο, χωρὶς νὰ ἦναι ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ κηρύξῃ πόλεμον πρὸς ἄλλο Κράτος, ἢ νὰ δεχθῇ τοιοῦτον. Εἰς τοιαύτην περίπτωσιν δὲν πρόκειται νὰ κηρυχθῇ πόλεμος, ἀλλὰ πρόκειται ν’ αὐξήσῃ τὸ Ἔθνος τὴν στρατιωτικήν του δύναμιν, ἢ νὰ καλέσῃ ἓν μέρος τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ ὅπλα πρός τινα τῶν ἄλλων σκοπῶν, ὅτε βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη συμπράξεως τῆς Βουλῆς».

§79ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ διαψεύσω τοῦτο.

§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐγγυῶμαι περὶ τῆς γνησιότητος τῶν πρακτικῶν. Ἀναγινώσκω τὰ πρακτικὰ ὡς τὰ εὗρον. Ἐνθυμοῦμαι καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἀπαράλλακτον ὡς εἶναι ἐν τοῖς πρακτικοῖς· ἀλλ’ ὁ κ. Δηλιγιάννης δύναται σήμερον νὰ ἔχῃ ἄλλην μνήμην τῶν πεποιθήσεων, τὰς ὁποίας εἶχε τότε. Ἡ συζήτησις ὅμως αὕτη περὶ τοῦ τί ἐφρόνει ὁ κ. Δηλιγιάννης, δύναται νὰ ἔχῃ ἀξίαν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀνεγνώρισαν αὐτὸν ὡς ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἐν τῷ θέματι οὐδεμίαν ἔχει σπουδαιότητα, διότι τί σημαίνει, ἂν ὁ κ. Δηλιγιάννης, βλέπων σήμερον ὅτι ἔχει πολιτικὸν συμφέρον νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε κατὰ τὸ 1878, πράττῃ τοῦτο· εἶναι ἁπλῶς νέα ἀνακολουθία πολιτευτοῦ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω τὰ παρ’ ἐμοῦ προτεινόμενα καθ’ ἑαυτὰ καὶ οὐχὶ σχετικῶς πρὸς τὴν γνώμην, τὴν τότε ἢ τὴν νῦν, τοῦ κ. βουλευτοῦ Γόρτυνος. Ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου πολὺ ὀρθῶς μ’ ἐρωτᾷ, ἂν τὰ τότε ἀποῤῥιφθέντα μετὰ τὴν ἀντίῤῥησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἔχωσι σχέσιν πρὸς τὰ νῦν παρ’ ἡμῶν προτεινόμενα, καὶ ἦναι ἐντελῶς σύμφωνα πρὸς αὐτὰ, καὶ ἐπὶ τούτου ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησιν, ἥτις εἶναι ἁπλουστάτη. Κατὰ τὸ 1878 ἡ τότε Κυβέρνησις ἐπρότεινεν, ὅπως τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τῆς ἐν εἰρήνῃ, ἐπιτρέπεται ἡ αὔξησις, εἴτε ἐν περιπτώσει πολέμου, εἴτε ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς. Τότε ἐδήλωσα, ὅτι τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καλῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς διαθεσίμους, εἶναι ἀποχρῶν, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον πλὴν τοῦ δικαιώματος ἐκείνου νὰ δοθῇ καὶ ἄλλο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλῇ πάσας τὰς τάξεις τῶν δυναμένων νὰ φέρωσιν ὅπλα, πάντας τοὺς ἐφέδρους. Εἶπον ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ πράττῃ τοῦτο, ἂν ὁ νόμος τὸ ἐπέτρεπεν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ ἐπιτρέψῃ τοῦτο ὁ νόμος, εἰμὴ παρεχομένης εἰς τὴν Βουλὴν τῆς εὐκαιρίας νὰ συζητήσῃ περὶ τοῦ μέτρου, ὅσον ἔνεστι ταχύτερον. Εἶπον ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον, ἢ τοῦ κηρύττειν τὸν στρατὸν εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, διαφέρουσιν ἐντελῶς, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον εἶναι ἀπόλυτον, δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς ἄλλον ὅρον εἰμὴ μόνον εἰς ἐκείνους, οὓς τὸ Σύνταγμα ἐκανόνισεν· ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κηρύττειν τὸν στρατὸν εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὅρους, ἀλλ’ ὁ ὅρος, ὁ τότε προταθεὶς, τῆς αὐτοδικαίου συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ἐχαρακτηρίσθη παρ’ ἡμῶν ὡς ἀντισυνταγματικὸς, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συνέλθῃ αὐτοδικαίως, εἰμὴ ἐν τῇ περιπτώσει, ἣν τὸ Σύνταγμα καθώρισεν, ἐν πάσῃ δ’ ἄλλῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ συγκαλεῖται παρὰ τοῦ Βασιλέως· ὥστε περιωρίσαμεν τὴν ἀπαίτησιν ἡμῶν εἰς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ὡς ὅρον τῆς ἐκδόσεως Διατάγματος περὶ ἐπιστρατεύσεως, ἢ περὶ μεταβάσεως τοῦ στρατοῦ εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν. Εἴπομεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κηρύξῃ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν τοῦ στρατοῦ ἢ τὴν ἐπιστράτευσιν, εἰμὴ μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐκδώσει προηγουμένως Βασιλικὸν Διάταγμα, συγκαλοῦν τὴν Βουλὴν, ἐὰν τυγχάνῃ ἀποῦσα. Τοῦτο ἐπολεμήθη παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ὁπωσδήποτε, τῆς κλήσεως πάντων τῶν ἐφέδρων, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἀπόλυτον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν πρέπει νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος περὶ ἐπιστρατεύσεως ἢ ἐμπολέμου καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Ἡμεῖς εἰς ταῦτα ἀντετάξαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσία κηρύξεως τοῦ στρατοῦ εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, ἐὰν συνάμα δὲν ἐλαμβάνετο καὶ πρόνοια, ὅπως εὐθὺς ἢ ταχέως μετὰ τὴν ἐνάσκησιν αὐτῆς ᾖ παροῦσα ἡ Βουλή, ἵνα δύνηται, μεταχειριζομένη τὰ δικαιώματα τὰ εἰς αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος χορηγούμενα, δι’ αὐτῶν νὰ ἐλέγχῃ ἢ νὰ περιστέλλῃ τὴν χρῆσιν τῆς ἐξουσίας ταύτης ἢ καὶ νὰ ἐξαναγκάζῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀποσύρῃ τὸ μέτρον. Ἡ γνώμη ἡμῶν τότε ἀπεῤῥίφθη. Ἡμεῖς δὲν παρῃτήσαμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, διότι ἀπεῤῥίφθη, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀπεχωρήσαμεν· ἐξηκολουθήσαμεν παρέχοντες τὴν συνδρομὴν ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συντελοῦντες διὰ τῆς παρουσίας ἡμῶν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν συνεδριάσεων καὶ καταψηφίζοντες ὅσα κατεδικάζομεν, ψηφίζοντες δὲ ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν προτάσεων, ὅσας ἐπεδοκιμάζομεν.

§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐψηφίσατε τὸ ἄρθρον, ὅπως τὸ ἔχομεν ἐδῶ.

§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐψηφίσαμεν ἀκριβῶς τὴν διάταξιν τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τί διαφέρει ὅ,τι τότε ἐψηφίσαμεν καὶ νῦν προτείνομεν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τότε ἀπεκρούσαμεν καὶ ἐξηκολουθήσαμεν ἀποκρούοντες, ἐπετύχομεν δὲ ἵνα καθιερωθῇ ἐν νόμῳ, ὅτε ἀπὸ μειονοψηφίας ἐγείναμεν πλειονοψηφία; διότι ὅ,τι τότε ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατόπιν τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ 1881 καὶ τότε ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς. Τότε ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις καὶ ἡ ἐμπόλεμος κατάστασις κηρύττεται μὲν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μετὰ προηγουμένην σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Ἐνῷ ἡμεῖς ἐπετύχομεν, ἵνα ψηφισθῇ ὅ,τι πρότερον εἶχεν ἀποῤῥιφθῆ, διετηρήσαμεν ἀκεραίαν καὶ τὴν γνώμην, ἣν πρότερον εἴχομεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε πέραν τοῦ σημείου ἐκείνου νὰ προβῶμεν. Ὅπως κατὰ τὸ 1878 ἐθεωρήθη παρ’ ἡμῶν, ὅτι ἡ προηγουμένη σύγκλησις τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναγκαία, μόνον προκειμένου περὶ ἐπιστρατείας καὶ ἐμπολέμου καταστάσεως, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία προκειμένου περὶ κλήσεως δύω ἢ τριῶν ἡλικιῶν, ὅπως τότε ἐδώκαμεν ψῆφον ὑπὲρ τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν κλῆσιν τῶν ἡλικιῶν τούτων ἄνευ τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς, οὕτω καὶ σήμερον τὴν αὐτὴν διάταξιν περιελάβομεν ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου.

§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποίων ἡλικιῶν;

§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῶν ἡλικιῶν, αἵτινες κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ὑπόχρεοι. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον δύνανται νὰ διατηρηθῶσι μὲν ἐν τῷ στρατῷ οἱ ἀφυπηρετοῦντες ἐκ τῆς στρατευσίμου ἡλικίας, νὰ κληθῶσι δὲ καὶ αἱ δύω πρῶται ἡλικίαι τῶν ἐφέδρων. Περὶ δικαιώματος κλήσεως τῶν αὐτῶν ἡλικιῶν ἐπρόκειτο τότε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὑπὲρ οὗ ἐψηφίσαμεν, καίπερ ἀντιπολιτευόμενοι.

§85ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν γίνεται λόγος.

§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ ἄγοντες ἡλικίαν 22, 23 καὶ 24 ἐτῶν.

§87ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τὸν προσωρινὸν ὀργανισμόν.

§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν ἐκείνῳ διεφωνήσαμεν πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ ἐζητήσαμεν νὰ προστεθῇ ὁ ὅρος «προηγουμένης συγκλήσεως τῆς Βουλῆς» ἐνῷ ἐψηφίσαμεν ὑπὲρ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου περὶ τῶν ἀγόντων ἡλικίαν 22, 23 καὶ 24 ἐτῶν, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἡλικιῶν, δι’ ἃς ἐθεωρήσαμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ κλῆσις αὐτῶν. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐπρόκειτο περὶ κλήσεως τῶν ἐφέδρων ἐν ἐπιστρατεύσει ἢ πολέμῳ, δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ πρόκηται περὶ τῶν τριῶν πρώτων ἡλικιῶν, ἀφοῦ αὐταὶ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἀπετέλουν τὴν τάξιν τῶν διαθεσίμων, τούτους δὲ κατὰ τὸν νόμον τὸν στρατολογικόν, τὸν τότε ἰσχύοντα, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις οὐχὶ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδιδομένου, ἀλλὰ τῇ ἁπλῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καλέσῃ.

§89ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς ἤρχισεν ἀπὸ τὸ 1880.

§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος εἶχε ψηφισθῆ καὶ κατελέγετο ἐν τοῖς κειμένοις νόμοις, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτοῦ ψηφίζοντες, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τοὺς διαθεσίμους περιλαμβανομένους εἰς τὰς περὶ ἐφέδρων διατάξεις.

§91ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ μετὰ δύω ἔτη.

§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ τῶν ἀγόντων ἡλικίαν 22, 23 καὶ 24 ἐτῶν, αὗται δ’ αἱ ἡλικίαι ἀπαρτίζουσι τοὺς διαθεσίμους, οἵτινες εἴτε δυνάμει τοῦ ἑνὸς νόμου, εἴτε δυνάμει τοῦ ἑτέρου, ἦσαν ὑπόχρεοι εἰς ὑπηρεσίαν ἄνευ κηρύξεως ἐπιστρατεύσεως· εἰς ταύτας τὰς ἡλικίας ἀφορᾷ καὶ ἡ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ διάταξις, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰς ἡλικίας, ἃς εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸ 1878 προτείναντες, ὅπως ἡ κλῆσις αὐτῶν ὑποβληθῇ εἰς τὸν ὅρον τῆς προηγουμένης συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ ἀνακόλουθον. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ εἰς ὑποστήριξιν τῆς διατάξεως ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἐν αὐτῇ δὲν ἐλεγχόμεθα ἀνακόλουθοι, ὅτι τοὐναντίον ἀποδεικνυόμεθα διατηρήσαντες ἀμεταβλήτους τὰς ἰδέας, ὑπὲρ ὧν ἀρχικῶς συνηγορήσαμεν, καὶ ἡ διάταξις, ἣν ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ ἀνεγράψαμεν, εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ὑπὲρ ἧς κατὰ τὸ 1878 ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ἐψηφίσαμεν. Ὀφείλομεν νὰ ἐξηγήσωμεν διατί ἡ διάταξις αὕτη ἐπροτάθη παρ’ ἡμῶν ἤδη. Ἐπροτάθη, διότι παρουσιάσθησαν περιστάσεις, ἐξ ὧν ἐπείσθημεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν χώραν καὶ δύναται ν’ ἀποβῇ καταστρεπτική. Παρουσιάσθησαν περιστάσεις, καθ’ ἃς ἔπρεπε μὲν νὰ διατηρηθῶσιν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ οἱ ἐξυπηρετοῦντες, ἔπρεπε νὰ κληθῶσι καὶ ἄλλοι τινὲς ἄνδρες, ἵνα συμπληρώσωσι τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπαυξήσωσι κατά τι τὰς τάξεις αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλή· διότι, ἐὰν ἐκαλεῖτο κατὰ τὰς στιγμὰς ἐκείνας, ἤθελον δοθῆ εἰς τὰ ζητήματα, ὧν ἕνεκα ἦτον ἀναγκαία ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, διαστάσεις, ἃς ἡ Πολιτεία εἶχε συμφέρον ν’ ἀποφύγῃ. Τοῦτο παρουσιάσθη δὶς ἐν βραχυτάτῳ χρονικῷ διαστήματι καὶ ἀνεγνωρίσαμεν τότε, ὅτι ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ ἔπρεπε νομοθετικῶς νὰ κανονισθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἀναγκάζηται αὕτη ἢ νὰ παραλείψῃ τὴν ὑπὲρ τοῦ Κράτους πρόσφορον ἐνέργειαν ἐν διεθνεῖ ζητήματι, ἢ νὰ παραβιάσῃ τὸ συνταγματικὸν αὐτῆς καθῆκον. Ἐὰν ἔφερον σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν συνόρων, θὰ ἐλαμβάνετε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τοῦ τότε ἀρχηγοῦ, οἰκτείροντος τὴν κατάστασιν, τὴν προερχομένην ἐκ τῆς ἀναχωρήσεως τῶν ἀνδρῶν τῶν διανυσάντων τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ἐζήτει ὁ ἀρχηγὸς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα λάβῃ αὕτη ἔκτακτον μέτρον, ὅπως μὴ ἀποχωρῶσιν οἱ ἄνδρες. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπεν, ἵνα πράξῃ τοῦτο, νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν, ἀλλ’ οὐδόλως συνεβάλλετο πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἐκείνου ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς. Ὅ,τι τότε δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ, ἕνεκα διατάξεων τοῦ νόμου, ζητοῦμεν ἤδη ὅπως, τροποποιουμένων τῶν διατάξεων, καταστῇ ἐφικτὸν ἐν τῷ μέλλοντι. Ὅσον ὅμως καὶ ἂν ᾖ ἀναγκαία ἡ τροποποίησις, θὰ ἐδικαιολόγει ἡ ἀνάγκη αὕτη παράβασιν τοῦ Συντάγματος; βεβαίως ὄχι. Ἀλλ’ ἠκούσατε οἱουδήποτε ἀποδείξαντος, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ διατάξει τοῦ νομοσχεδίου παράβασις τοῦ Συντάγματος; Περιωρίσθησαν οἱ περὶ τούτου ἀγορεύσαντες εἰς τὴν ἐπίκλησιν τῶν συνταγματικῶν ἀξιωμάτων, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ψηφίζεται ἐτησίως καὶ ὅτι ἄνευ πιστώσεως δὲν ἐπιτρέπεται δαπάνη. Καὶ τίς ἠμφισβήτησε ταῦτα; Πρόκειται σήμερον περὶ τῆς ἐτησίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ; Ἐὰν ἐν τῷ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ δὲν περιληφθῇ διάταξις ἐπιτρέπουσα τὴν καθ’ ὡρισμένον ἔτος ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως, ἣν ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ νόμῳ, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ἡ διάταξις αὕτη κοιμᾶται, εἶναι ἐστερημένη ἰσχύος κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο. Τὸ Σύνταγμα τρανώτατα περὶ τούτου ἐκφράζεται. Ἔχομεν νόμους παγίους καὶ νόμους ἐνιαυσίους· ὑπάρχουσι νόμοι πάγιοι ἔχοντες πλήρη ἰσχὺν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ νόμοι πάγιοι ἰσχύοντες μόνον ἐφ’ ὅσον συμπληροῦνται δι’ ἐνιαυσίων νόμων. Προκειμένου περὶ δαπανῶν καὶ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν νόμους παγίους, καὶ πρέπει νὰ ψηφίζωμεν νόμους παγίους, ἀλλ’ οὗτοι δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν, ἐὰν εἰδικὸς νόμος ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενος μὴ μεταδώσῃ αὐτοῖς ταύτην ἐνιαυσίαν ἑκάστοτε. Δύναται ὁ ἐνιαύσιος νόμος νὰ περιλαμβάνῃ ἁπάσας τὰς περὶ τοῦ θέματος διατάξεις, ἀλλὰ προκριτώτερον αἱ διαρκεῖς διατάξεις ν’ ἀναγράφωνται ἐν παγίῳ νόμῳ προσκτωμένῳ τὴν ἰσχὺν διὰ διατάξεως τοῦ ἐνιαυσίου νόμου. Σήμερον περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται περὶ τοῦ παγίου νόμου, καὶ οὐχὶ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ κατὰ τὸ 1884. Ἵνα ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ 15 ἄρθρου, πρέπει νὰ μνημονευθῇ ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Ὅπως ἡ ἐν τῷ νόμῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ διάταξις περὶ κηρύξεως τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως μνημονεύεται ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἐπιτρέποντος αὔξησιν τῆς τακτικῆς δυνάμεως μόνον ἐν ταῖς περιστάσεσι ταῖς προβλεπομέναις ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ κατὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ κεκανονισμένα, οὕτως ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, τουτέστι περιλαμβάνον καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15, θὰ προτείνωμεν ἐπὶ τῇ ψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1884, ἵνα προστεθῇ εἰς τὴν ἄδειαν τῆς αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ ἄδεια τῆς αὐξήσεως αὐτῆς, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας. Αὕτη εἶναι ἡ μία ἀντίῤῥησις. Ἡ ἑτέρα ἀντίῤῥησις εἶναι ἡ τῶν πιστώσεων. Ἐκ τῶν προτέρων λέγουσιν οἱ καταμεμφόμενοι τῆς διατάξεως, ὅτι πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν ἄνευ πιστώσεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἔλλειψις πιστώσεων δὲν ἀποτελεῖ πάντοτε καὶ πρὸς πάντας περιορισμὸν ἀνυπέρβλητον· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν πρόκειται σήμερον νὰ κανονίσωμεν τὰ τῶν πιστώσεων καὶ νὰ ἐξεύρωμεν τρόπους, ὅπως οἱ ἐξ αὐτῶν περιορισμοὶ καταστῶσι πραγματικώτεροι. Νομοθετοῦντες, ὀφείλομεν νὰ ὑποθέτωμεν τὸν νόμον σεβαστὸν καὶ ὅτι οὐδέποτε Κυβέρνησις δύναται νὰ πράξῃ τι ἀντικείμενον εἰς τὰ περὶ πιστώσεων διατεταγμένα· ἂν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις πίστωσιν, δύναται νὰ καλέσῃ τοὺς ἄνδρας κατὰ τὸν νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἐὰν δὲν ἔχῃ πίστωσιν, δὲν τὴν ὠφελεῖ ἡ ἐκ τοῦ νόμου περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἄδεια, διότι δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ πρὸς συντήρησιν τῶν ἀνδρῶν.

§93Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε εἶναι περιττὸς ὁ νόμος.

§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης λέγει, ὅτι εἶναι περιττὸς ὁ νόμος· ἀλλὰ τότε εἶναι περιττοὶ καὶ πάντες οἱ πάγιοι νόμοι οἱ χρῄζοντες ἐνιαυσίου νομοθετικῆς κυρώσεως, τοιαύτης δὲ φύσεως δὲν εἶναι πρῶτος ὁ νόμος οὗτος. Ὁσάκις αἱ διατάξεις νόμων, δεομένων κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐτησίου ἐπιψηφίσεως, εἶναι κατὰ πᾶν ἔτος αἱ αὐταὶ, προτιμότερον ἐθεωρήθη ν’ ἀναγράφωνται ἐφ’ ἅπαξ ἐν νόμῳ διαρκεῖ, εἰς ὃν δι’ ἁπλῆς μνείας μεταδίδει τὸ κῦρος ὁ ἐνιαύσιος νόμος. Ἡ συζήτησις τῶν ἐνιαυσίων νόμων δὲν δύναται νὰ γίνεται πάντοτε μετὰ τῆς ἐπιστασίας τῆς καταβαλλομένης εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν διαρκεστέρων νόμων. Προκειμένου ἄρα περὶ νόμων χρηματολογικῶν ἢ περὶ νόμων ἀφορώντων εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ὁσάκις αἱ κανονιστικαὶ διατάξεις δὲν περιλαμβάνονται ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ περὶ πιστώσεως ἢ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐν νόμῳ παγίῳ, ἀνυπόστατος εἶναι ἡ μομφὴ, ὅτι ἡ διὰ διαρκοῦς διατάξεως ψήφισις θεσμοῦ, δεομένου ἐνιαυσίου νομοθετικῆς κυρώσεως, ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος· ἂν τὸ ἐναντίον ἦτο ἀληθές, πάντες οἱ τοσαύτης φύσεως πάγιοι νόμοι θ’ ἀπετέλουν παραβιασμὸν τοῦ Συντάγματος. Τὸ μόνον ὀρθὸν εἶναι ὅτι αἱ χρήζουσαι ἐνιαυσίου νομοθετικῆς κυρώσεως διατάξεις, δὲν ἰσχύουσιν, ἂν ἦναι ἀναγεγραμμέναι μόνον ἐν παγίῳ νόμῳ. Ἡ ἐν τῷ προκειμένῳ ἄρα νομοσχεδίῳ ψήφισις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 15 δὲν δύναται νὰ προκαλέσῃ ζήτημα συνταγματικότητος. Ἄν ψηφισθεῖσαν τὴν διάταξιν ταύτην θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ ἀναγραφῆς τῆς ἀντιστοίχου ἀδείας ἐν τῷ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τότε ὑφίσταται παραβίασις Συντάγματος καὶ νόμων, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 15, βεβαίως δὲν θέλει παραλείψει νὰ προτείνῃ ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ὅ,τι ἀπαιτεῖται ἵνα ἰσχύσῃ συνταγματικῶς ἡ διάταξις αὕτη διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν δικαίωμα, οἷον τὸ ἐν ἄρθρῳ 15 ἀναγραφόμενον· κατάλληλον ὅμως εὐκαιρίαν πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος τούτου θὰ παράσχῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἢ ἡ πίστωσις πρὸς τοιοῦτον σκοπόν· ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει ἡ συζήτησις δὲν δύναται ν’ ἀφορᾷ εἰς παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, διότι πάντες οἱ συνταγματικοὶ ὅροι τηροῦνται, ἀλλὰ θὰ περιστραφῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ λυσιτελοῦς ἢ μὴ τῆς προτάσεως. Δὲν ἐννοῶ διὰ τῶν παρατηρήσεων τούτων νὰ συστήσω πρὸς ὑμᾶς ὅπως μὴ ἐπιληφθῆτε τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος ἤδη. Ἕκαστος δύναται νὰ ἐκλέξῃ, ὅταν θεωρῇ αὐτὸς καταλληλοτέραν εὐκαιρίαν, ὅπως ἐκθέσῃ τὴν περὶ τῆς διατάξεως γνώμην του καὶ ὑποβάλῃ οἵαν ἂν προαιρεῖται πρότασιν. Ἠθέλησα μόνον ν’ ἀποδείξω ὅτι τὰ ῥηθέντα περὶ ἀντισυνταγματικότητος τῆς διατάξεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀπαλλάττεται ἡ Κυβέρνησις τῶν περιορισμῶν τῶν νόμων, περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ πιστώσεων εἶναι ὅλως ἄστοχα, ἀφοῦ ἡ διάταξις μόνον δυνάμει ἀδείας δοθησομένης ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ θέλει λάβει νόμιμον ἰσχύν, καὶ μόνον δυνάμει ψηφισθησομένης πιστώσεως θέλει λάβει πραγματικὴν ὑπόστασιν. Περὶ δὲ τῆς σκοπιμότητος τῆς διατάξεως, ἁρμόδιος χρόνος, ἵνα προκληθῇ ἔκφρασις γνώμης τῆς Βουλῆς, ἔσται κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποβληθησομένης προτάσεως ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἄδεια αὐξήσεως αὐτῆς, συμφώνου πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 15 καὶ κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ζητηθησομένων χάριν τοιαύτης αὐξήσεως πιστώσεων.

§95Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ῥήτορες τοῦ Ὑπουργείου ὅτε ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν, ἢ μᾶλλον εἶναι αὐτὸ τὸ πολιτικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι πρὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεγαρίδος ζητεῖ νὰ ἐπικαλεσθῇ πολιτικὸν καθεστὼς πρὸ τοῦ 1880 ὑπάρχον, ἐνῷ ἡ πρώτη νομοθεσία, ἥ τε περὶ στρατολογίας καὶ ἡ ὀργανωτικὴ τοῦ στρατοῦ χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1880. Πρὸ τοῦ 1880 δὲν ὑπῆρχεν ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, οὐδὲ σύστημα στρατολογικὸν ἄλλο ὑπῆρχεν, εἰμὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἴσχυεν ὑπὸ τὴν πρώτην Δυναστείαν, ὅπερ δὲν ἦτο τὸ σύστημα τῆς γενικῆς στρατολογίας. Πρὸ τοῦ 1880 ἐκανονίζοντο τὰ τοῦ στρατοῦ συμφώνως πρὸς τὰς ἑκάστοτε ἀνάγκας καὶ περιστάσεις τῆς χώρας· τὸ νὰ προσφεύγῃ τις ἑπομένως εἰς τοὺς νόμους τοῦ 1877, καὶ νὰ ἐπικαλῆται τὰ νομοθετήματα τοῦ ἔτους ἐκείνου ἢ τοῦ 1878 ὡς πολιτικὸν καθεστώς, πράττει ἁμάρτημα ὄχι μόνον πρὸς τὴν λογικὴν, ὄχι μόνον πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἠθικήν. Κατὰ τὰ 1877 ἡ Ἑλλὰς περιῆλθεν εἰς πολιτικὴν κατάστασιν λίαν ἀνώμαλον καὶ εἰς περιστάσεις λίαν κρισίμους, ἠναγκάσθη δὲ τὸ Ἔθνος νὰ ἐμπιστευθῇ τὰς τύχας του εἰς τὰς χεῖρας ὡρισμένων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ὅταν ὁ ἀποβιώσας βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅστις ἀπετέλει μέρος τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1877, ἠρωτήθη ὑπό τινος τῶν βουλευτῶν, ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου οὔτε γράφεται, οὔτε λέγεται. Πράγματι δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε νὰ γραφῇ οὔτε νὰ λεχθῇ. Τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1877 συνετάσσετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόθων, οἵτινες ἔφλεγον τὰς καρδίας τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸν πόθον, ὁ ὁποῖος ἐκράτει ὑπὲρ πᾶν ἄλλο εἰς τὰ στέρνα παντὸς Ἕλληνος, ἐκανονίζετο δὲ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀπὸ τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Εὐρώπη, ἀπὸ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας προήγαγεν ὁ Ρωσσοτουρκικὸς πόλεμος, καὶ ἀπὸ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διέθετεν ἡ Ἑλλάς. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Οἰκουμενικὴ, ὁρμωμένη ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν εἰς αὐτὴν τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀνέθηκεν εἰς αὐτὴν τὰς τύχας τῆς χώρας, δὲν εἶχεν ἀνάγκην οὔτε τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ τοὺς ἐψήφισεν. Ἐὰν αἱ περιστάσεις καθίστων ἀναγκαίαν τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἐπέβαλον εἰς αὐτὴν κινήματα ἢ δαπάνας, ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο καὶ ἄνευ τῶν νόμων καὶ νὰ στρατολογήσῃ ἐν τῇ χώρᾳ καὶ νὰ ὁπλίσῃ τὸν λαὸν, καὶ νὰ δαπανήσῃ ὅσα ἂν εἶχεν ἢ ὅσα ἂν ἠδύνατο νὰ πορισθῇ χρήματα. Ἀλλ’ ἡ μεγάλη εὐλάβεια τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης πρὸς τοὺς νόμους, καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπον ὑπηγόρευσεν εἰς αὐτὴν τὸ μέτρον νὰ προβάλῃ τὸν μνημονευθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Δραγούμη νόμον, καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν οὐχὶ Ἐξουσίαν διὰ νὰ κανονίσῃ λεπτομερείας στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ ἐξουσίαν ἀπεριόριστον· ἡ δὲ ἀπεριόριστος αὕτη ἐξουσία ἐχορηγήθη εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1877, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Δραγούμης ὡς πολιτικὸν πραξικόπημα. Ἐν ἄλλαις χώραις, ἐν παραπλησίαις περιστάσεσι, τὰ ἔθνη περιβάλλουσι δι’ ἐξουσιῶν ὑπερβαινουσῶν πάντα τὰ ὅρια τῶν νόμων τοὺς κυβερνῶντας αὐτὰ, κοιμίζουσι πρὸς ὥραν καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος περιέβαλε διὰ τοιαύτης ἀπεριορίστου ἐξουσίας τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ζητεῖτε σεῖς νὰ μιμηθῆτε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, καὶ ἀξιοῦτε ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον νὰ διατρανώσῃ καὶ ἐν τῇ σημερινῇ εἰρήνῃ πρὸς σᾶς τὴν αὐτὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ παρουσιάζετε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐχορήγησε τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ὡς πολιτικὸν καθεστὼς, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἀναγράψητε ἐν πλήρει εἰρήνῃ! Παραλείπω τὴν νομοθεσίαν τοῦ 1877 καὶ μεταβαίνω εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ 1878, ἣν ὡσαύτως ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Δραγούμης καὶ εἰς ἣν προσέφυγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Κατὰ τὸ 1878, ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἐσχηματίσθη ὑπουργεῖον ἄλλο, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος. Κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον 1878 συνετελέσθη μέγα διπλωματικὸν συμβεβηκὸς, κατηρτίσθη ὁ τίτλος, τὸν ὁποῖον ἡρπάσαμεν μὲ τὰς δύω χεῖρας, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεβάλομεν τοὺς ὄνυχας ἡμῶν, καὶ προσεπαθοῦμεν νὰ μὴν ἀποχωρισθῶμεν ἀπ’ αὐτοῦ, ἵνα ἐπιτύχωμεν τὴν ἀπελευθέρωσιν δούλων ἀδελφῶν. Κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1878 ἡ Βουλὴ ἀπήρχετο, αἱ περὶ ἐκτελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου 13ου διαπραγματεύσεις ἐν Πρεβέζῃ ἐξηκολούθουν, ἡ μεσολάβησις ἦτο τὸ σημεῖον, πρὸς τὸ ὁποῖον προσεβλέπομεν, προσδοκῶντες νὰ δυνηθῶμεν μίαν ἡμέραν νὰ ἁρπάσωμεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Εὐρώπης τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς περὶ τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀποκτήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις τοῦ χρόνου ἐκείνου νὰ γνωρίζῃ ποῖαι ἀνάγκαι ἤθελον προκύψει μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῆς Βουλῆς. Ἤθελον τάχα προκύψει ἐκεῖναι αἱ συνήθεις ἀνάγκαι τῆς ἁπλῆς καταλήψεως τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἤθελε προσδιορίσει ν’ ἀποκτήσωμεν, ἢ ἤθελον τάχα προκύψει ἀνάγκαι πολυπλοκώτεραι; Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδῃ οὐδὲ τὰς περιστάσεις, οὐδὲ τὰς ἀνάγκας. Εἶχεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη πολιτικὴν ὡρισμένην, οὐδὲ κωλύομαι πλέον νὰ ἀποκαλύψω αὐτὴν, διότι τὰ συμβεβηκότα τοῦ χρόνου ἐκείνου περιῆλθον πλέον εἰς τὴν ἱστορίαν, οὐδὲ προδίδω τὴν ἐχεμύθειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἀποκαλύψω τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Ἡ Κυβέρνησις, λέγω, ἐκείνη εἶχεν ἀποδεχθῆ καὶ ἐφήρμοζεν ὡρισμένην πολιτικὴν, κατὰ τὴν πολιτικὴν δὲ ταύτην περιέμενεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, εὐθὺς ὡς ἡ Εὐρωπαϊκὴ μεσολάβησις προσδιορίσει τὴν νέαν ὁροθετικὴν γραμμὴν τοῦ Βασιλείου καὶ κοινοποιήσει τοῦτο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποστείλῃ Ἑλληνικὰ στρατεύματα νὰ καταλάβωσι τὰς χώρας, τὰς ὁποίας ἡ Εὐρώπη ἤθελε προσδιορίσει. Ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ ἀπήρχετο κατὰ Δεκέμβριον μῆνα τοῦ 1878, ὀργανισμὸς δὲ στρατιωτικὸς μόνιμος καὶ πάγιος δὲν ὑπῆρχεν. Εἶχε ψηφισθῆ ἀληθῶς κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1878 προσωρινός τις στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς, ἀλλ’ ἦτον ἀτελὴς, οὐδὲ παρεῖχεν ἡμῖν τὰ ἀναγκαῖα μέσα· προεβάλομεν διὰ τοῦτο τὸν κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1878 συζητηθέντα καὶ ψηφισθέντα νόμον περὶ τροποποιήσεως τοῦ προσωρινοῦ ἐκείνου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ πορισθῶμεν δι’ αὐτοῦ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν πολιτικήν μας, καὶ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ εἰς χεῖράς μας ἐμπεπιστευμένα μέγιστα ἐθνικὰ συμφέροντα. Προέτεινε λοιπὸν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸν προσωρινὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ 19 διέταττεν, ὅτι «ὁ στρατὸς ὁλόκληρος ἢ μέρος αὐτοῦ «τίθεται εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν δυνάμει Βασιλικοῦ «Διατάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ«βουλίου». Ὁ στρατὸς, τὸν ὁποῖον εἴχομεν ἐν ἐνεργείᾳ, συνίστατο ἐκ 19,000 ἀνδρῶν· ὁ στρατὸς, τὸν ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ κινήσωμεν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μεταβῶμεν εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, κατὰ τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν ἐκεῖνον, ἀνήρχετο μέχρι 35,000. Ἀπερχόμενοι λοιπὸν τῆς Βουλῆς, ἐζητήσαμεν παρ’ αὐτῆς τὴν ἄδειαν νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ, ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη, τὰς 19 χιλ. ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐν εἰρήνῃ ὑπὸ τὰ ὅπλα, νὰ ἀναβιβάσωμεν μέχρι 35,000. Ἡ Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου διῃρεῖτο εἰς διάφορα τμήματα. Ἕν τμῆμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ νῦν πρωθυπουργός, ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα νὰ πολεμήσῃ τὴν πρότασιν ἡμῶν, καὶ ἐζήτησε νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ, μολονότι ἡ Βουλὴ ἀπήρχετο μετά τινας ἡμέρας, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ἐν ἐνεργείᾳ πλειότερον τῶν 19,000 ἀνδρῶν, εἰμὴ ἀφοῦ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλήν, νὰ ζητήσωμεν νέαν παρ’ αὐτῆς ἄδειαν. Τὸ αἴτημα τοῦ κ. Τρικούπη, ἐὰν ἐγίνετο δεκτὸν, ἤθελε δεσμεύσει τὰς χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίζοντο νὰ διασώσωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀντετάχθημεν λοιπόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ἀνέγνω μὲν πρὸ μικροῦ περικοπήν τινα ἐκ λόγου μου ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας, παρέλειψεν ὅμως νὰ σᾶς ἀναγνώσῃ ἄλλην περικοπὴν αὐτοῦ, ἂν καὶ ἐπρόκειτο περὶ ὅσων εἶπον ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει, καὶ περὶ λόγων κατακεχωρισμένων ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν σελίδα εὑρίσκεται καὶ ἡ περικοπὴ τοῦ λόγου, τὴν ὁποίαν ἀνέγνω. Ὅσα σᾶς ἀνέγνω ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐγὼ εἶπον κατὰ τὸ 1878, εἶναι ἐκτεθειμένα ἐν τῇ σελίδι 845 τῶν πρακτικῶν. Μετ’ ἐμὲ εἰπόντα τότε ὅσα ἀνέγνω ὁ κ. Τρικούπης, ὁ κ. Μίλησης εἶπεν ὀλίγας λέξεις, μετ’ αὐτὸν ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν ὀλίγας λέξεις, καὶ μετὰ τὸν κ. Τρικούπην ἔλαβον αὖθις τὸν λόγον καὶ εἶπον τὰ ἑξῆς· «Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου καλεῖται ὁ στρατὸς εἰς τὰ ὅπλα, τὸ Διάταγμα αὐτὸ ἐκδίδεται συγχρόνως μὲ τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συγκαλεῖται ἡ Βουλή». Καὶ ἐπειδὴ ἐξηκολούθησεν ἡ συζήτησις, καὶ προεκλήθην ἐκ δευτέρου νὰ ἀγορεύσω, ἠγόρευσα πάλιν, καὶ ὅσα ἐκ δευτέρου εἶπον, ἐκτίθενται οὐχὶ πλέον ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι, ἀλλ’ ἐν τῇ ἑπομένῃ σελίδι 846· δι’ αὐτῶν δ’ ἐξήγησα ἐκτενέστερον τὰς ἐννοίας μου, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος ἀνεδίφησε τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, δὲν εὗρε τοὺς λόγους μου ἐκείνους, διὰ νὰ σταματήσῃ καὶ νὰ μὴ τολμήσῃ νὰ μὲ καταγγείλῃ ὡς ἀνακόλουθον καὶ ἀσυνεπῆ. «Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ χορηγήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, γρά«φουσι τὰ πρακτικὰ ἐν σελ. 845, ὅτι εἶπον τότε, ἐὰν ἡ «Βουλὴ ἔχῃ χορηγήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς πιστώ«σεις, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι, διατί νὰ συγκληθῇ ἐκ «νέου ἡ Βουλή, ἀφ’ οὗ ἐπέτρεψεν ἤδη εἰς τὴν Κυβέρνη«σιν νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν; Τότε εἶναι περιττὴ ἡ σύγ«κλησις τῆς Βουλῆς. Ἐν περιπτώσει ὅμως, καθ’ ἣν ἡ «Βουλὴ δὲν ἐπέτρεψε τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις, διὰ νὰ «καλέσῃ ἡ Κυβέρνησις μέρος ἢ τὸ ὅλον τοῦ στρατοῦ, ἤ«τοι διὰ νὰ ὑπερβῇ τὸν προσδιορισθέντα διὰ τοῦ Προϋ«πολογισμοῦ ἀριθμὸν τῶν 19,000 ἀνδρῶν, καὶ ἀναβι«βάσῃ αὐτὸν εἰς 35,000, τότε βεβαίως, συγχρόνως μὲ «τὸ Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου θέλει καλέσει τὸν στρα«τὸν, θέλει συγκαλέσει καὶ τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ζητήσῃ «τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις.» Ἀλλὰ μήπως νομίζετε, ὅτι μόνον δι’ αὐτῆς τῆς περικοπῆς, ἣν ἀνέγνων, ἡρμήνευσα τὸ φρόνημα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς συλλογισμούς, οἵτινες μᾶς ἔπειθον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἀκούσατε, κύριοι, κατωτέρω ἄλλους λόγους ἐν τοῖς αὐτοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς δεδημοσιευμένους, καὶ ἐν τῇ σελίδι 840, τοὺς ὁποίους καὶ τούτους ἀπεσιώπησεν ὁ κ. Τρικούπης. «Ἀλλὰ ἡμεῖς σήμερον τί συζητοῦμεν;»—ἔλεγον πρὸς τὸν κ. Τρικούπην τὸν ἀνθιστάμενον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τότε συνεζητοῦμεν—«προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει ἰσχύει ἐπί τινα καιρὸν, ἤτοι διὰ τὸ ἔτος «1879. Ψηφίζοντες τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, τί ἔχομεν ὑπ’ «ὄψιν; τὰς ἀνάγκας τοῦ 1879. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγ«και, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν; ὅλοι τὰς «γνωρίζομεν. Ἡ συζητουμένη διάταξις ἐπιτρέπει εἰς τὴν «Κυβέρνησιν νὰ διατηρῇ εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις μόνον «τὸν συνήθη στρατὸν, ὅντινα ὥρισεν εἰς 19,000, ἀλλὰ «νὰ δύναται νὰ συγκαλέσῃ εἰς τὰ ὅπλα εἴτε ἀριθμόν «τινα ἀνώτερον τῶν 19,000, εἴτε ὅλον τὸν ἀριθμὸν, τὸν «ὁποῖον δύναται νὰ θέση εἰς τὰ ὅπλα. Λοιπὸν τὸ μέρος «ἢ τὸ ὅλον τοῦ στρατοῦ ἐννοεῖ τοῦτο, καὶ οὐχὶ ὅτι κη«ρύττει εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν ὅπλα τινὰ τοῦ στρα«τοῦ, ὡς σᾶς εἶπον, ἤτοι τὸ πεζικὸν ἢ τὸ πυροβο«λικόν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καλέσῃ ὡρισμένον ἀριθμὸν ἀν«δρῶν, θέλει δηλώσει, ὅτι, ἐκτὸς τῶν 19,000 ἀνδρῶν «τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἔχῃ, ἔχει ἀνάγκην ἀκόμη «8,000 ἀνδρῶν λόγου χάριν, τοὺς ὁποίους θέλει συγ«καλέσει εἰς τὰ ὅπλα ἐξ ὅλων τῶν ὅπλων τοῦ στρατοῦ, «κατὰ τοὺς κανόνας τῆς τακτικῆς. Ἐπειδὴ δὲ πρόκει«ται περὶ τοῦ 1879, ἡ Κυβέρνησις ἔχει πίστωσιν; Δὲν «ἔχει καὶ θέλει ζητήσει πίστωσιν; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις «ἔχῃ πίστωσιν καὶ ἔχει τὰ ἀναγκαῖα μέσα εἰς τὸ νὰ «συντηρήσῃ εἴτε τὰς ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ ἀριθμοῦ τῶν «19,000 πρὸς ἀναβιβασμὸν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ «εἰς 35,000 ἀπαιτουμένας 16,000, εἴτε ἀριθμὸν ὀλιγώ«τερον τῶν 16,000, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ καλέσῃ εἰς «τὰ ὅπλα, βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς συμπράξεως «τοῦ Κοινοβουλίου, διότι, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν πίστωσιν «παρὰ τῆς Βουλῆς, ἕπεται ὅτι ἔλαβε καὶ τὴν ἄδειαν «τῆς ἐκτελέσεώς της. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔχῃ πίστωσιν, βε«βαίως θέλει συγκαλέσει τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ζητήσῃ «πίστωσιν.» Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης διεφώνει μεθ’ ἡμῶν τότε οὐχὶ διὰ τὸν στρατὸν, οὐχὶ διὰ τὰς πιστώσεις, ἀλλὰ διὰ τὴν πολιτικήν. Ὁ κ. Τρικούπης ἦτο πεπεισμένος, ὅτι Ἑλληνικὸν ζήτημα δὲν ὑπῆρχεν· ὁ κ. Τρικούπης ἠξίου, ὅτι πρέπει νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραιτηθῶμεν προσπαθειῶν καὶ ἀγώνων καὶ δαπανηρῶν καὶ ἐπιμόχθων. Ἤθελε λοιπὸν νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ φέρωμεν τὴν Βουλήν, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προηγουμένως σᾶς ἐξέθεσα. Ἀμέσως λοιπὸν ἀπηύθυνε τὴν ἐρώτησιν· ἔχετε πιστώσεις; Πρὸ τοῦ 1878 ἡ Κυβέρνησις τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέρος, εἶχε λάβει ἐκτάκτους πιστώσεις διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Συζήτησις ἐγένετο· ἔχετε πιστώσεις ἢ δὲν ἔχετε; Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ. Παπαμιχαλόπουλος διετείνετο, ὅτι ἔχομεν πιστώσεις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠμφισβήτει, ὅτι ἔχομεν πιστώσεις. Διὰ τοῦτο ἔλεγον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν πιστώσεις, θέλομεν φέρει τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐγνώριζεν ὅτι εἴχομεν πιστώσεις, καὶ ὅτι οὗτος ἤθελε νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ προβῶμεν εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωμεν. Ἀλλ’ ἄλλο τμῆμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ἀνὴρ πολιτικὸς ἐπιφανὴς, μεστὸς πολιτικῶν ἀρετῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ὑποτάσσῃ τὰ ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος, ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης, ἠγέρθη καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑποστήριξίν μας, μολονότι ἀντιπολιτευόμενος. Ἵνα μὴ ἀναγκασθῇ ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης νὰ ἀποκαλύψῃ δημοσίᾳ, διότι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ αἱ συζητήσεις αὐτῆς γίγνονται δημοσίᾳ, οὐδ’ ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἀποκαλύψῃ τοὺς μυχίους αὑτῆς διαλογισμοὺς διὰ νὰ μὴ ἀποκαλύψῃ λοιπὸν τὸν ἀληθῆ σκοπὸν, τὴν ἀληθῆ ἀνάγκην, ἥτις μᾶς ὑπηγόρευον νὰ ζητῶμεν τὴν εἰρημένην ἄδειαν, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὡσεὶ ἔφερε παράδειγμα, τάδε· Διατί ἀνησυχεῖτε; Ἐὰν στρατεύματα Τουρκικὰ κατὰ τὴν παροῦσαν ἀνώμαλον κατάστασιν, ὅτε αἱ σχέσεις ἡμῶν εἰσὶ τεταμέναι μετὰ τῆς Τουρκίας, ἐπιδράμωσιν εἰς τὴν χώραν, ἡ δὲ Βουλὴ τύχῃ ἀποῦσα, διότι θέλομεν ἀπέλθει μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, θέλετε νὰ δεσμεύσητε τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀποκρούσῃ τὴν ἐχθρικὴν ἐπιδρομήν; Καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω πῶς ἠδυνήθησαν νὰ πείσουν ἑαυτοὺς, ὅτι δύνανται νὰ παραβάλωσι τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τοῦ 1877 καὶ τοῦ 1878 μὲ τὸ 1884, εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ εἰσήλθομεν. Μήπως ὀξυδερκέστεροι ἡμῶν βλέπωσιν ἐπικείμενον πόλεμον μέγαν, ὁποῖος ἦτον ὁ Ρωσσοτουρκικὸς, παρὰ τὸ πλευρὸν ἡμῶν μέλλοντα νὰ ἐκραγῇ, καὶ νὰ ἐκθέσῃ εἰς ἀμφιβολίαν τὸ καθεστὼς τῆς ὁμόρου χώρας καὶ νὰ κινήσῃ ἡμᾶς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε πρέπει νὰ λησμονῶμεν; Μήπως κρύπτωσιν εἰς τὰ θυλάκια αὐτῶν κανὲν πρωτόκολλον ὅμοιον πρὸς τὸ τοῦ Βερολίνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Εὐρώπη μᾶς ὑπεσχέθη νὰ ἐπεκτείνῃ τὰ ὅριά μας ἐπὶ τὰς κοιλάδας τοῦ Θυάμιδος ἢ ἐπὶ τὰς κοιλάδας τοῦ Πηνειοῦ; Ἢ μᾶς παρουσιάζουσι τὸ μέγα στρατιωτικὸν κατόρθωμα τοῦ Καραλῆ Δερβὲν, ἢ τὴν ναυτικὴν ἐκστρατείαν ἐπὶ τὴν Ἀλεξάνδρειαν, καὶ ζητοῦσι δι’ αὐτῶν τῶν μεγάλων τοῦ Ἔθνους συμβεβηκότων νὰ μᾶς πείσωσι νὰ παράσχωμεν αὐτοῖς τοσαύτην ἐξουσίαν; Ἄνθρωποι, μεγαλοποιοῦντες διὰ τῆς φαντασίας τὰ ἔργα των καὶ τὰ διανοήματά των, ζητοῦσι νὰ ἐξομοιώσωσι τὰς κατὰ τὸ 1884 πολιτικὰς περιστάσεις τῆς χώρας μὲ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας αὕτη διῆλθε κατὰ τὸ 1877 καὶ 1878. Ἤμην ἠναγκασμένος νὰ καταδιώξω τοὺς ὑποστηρικτὰς τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τὸ δεύτερον αὐτῶν πρόχωμα, ἐπὶ τὸ ὁποῖον προσέφυγον, ἵνα ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐνόμιζον δ’ ὅτι εἶχον ἐγκαταλείψει τὸ πρόχωμα· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος μετὰ τοσαύτης περιφρονήσεως ἀπήντησεν εἰς τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα πρό τινων ἡμερῶν ἐχαρακτήρισαν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἀντισυνταγματικὸν, ὁ ὁποῖος μάλιστα ὕβρισε ταῦτα χαρακτηρίσας αὐτοὺς ὡς ἄνδρας κακῆς πίστεως, ὁ Πρωθυπουργὸς τέλος πάντων ἠξίωσε καὶ ἐπανῆλθεν αὖθις ἐπὶ τοῦ πρώτου προχώματος αὐτοῦ, ζητῶν νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ Νομοσχέδιον καὶ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον 15 αὐτοῦ δὲν ἀντιβαίνει εἰς οὐδεμίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Διατί μεριμνᾶτε, σᾶς εἶπε, διατί ἀνησυχεῖτε; εἶναι πάγιος Νόμος, ὁ δὲ πάγιος οὗτος Νόμος καθίσταται ἐνεργὸς καθ’ ἕκαστον ἔτος διὰ τοῦ Νόμου περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ἐτησίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, καὶ μᾶς παρέπεμψεν εἰς τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ φέρω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν τὰς διατάξεις τοῦ Νομοσχεδίου, ἵνα κατανοήσητε τὶ παρασκευάζει ὁ πάγιος Νόμος, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον καὶ τὸν ὁποῖον σᾶς συμβουλεύει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιψηφίσητε. «Ἡ τακτικὴ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρίζεται «διὰ τὸ ἔτος 1884 εἰς 30,692 ἀξιωματικούς, ὑπαξιωμα«τικοὺς καὶ στρατιώτας. Αὔξησις τῆς δυνάμεως ταύτης «ἐπιτρέπεται μόνον ἐν ταῖς περιστάσεσι ταῖς προβλεπο«μέναις ὑπὸ τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ Νόμου, «καὶ κατὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ κεκανονισμένα». Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ Νομοσχεδίου ἔχει καλῶς, εἶναι τακτική· ἡ δευτέρα ὅμως παράγραφος αὐτοῦ, ἡ διατάσσουσα ὅτι «αὔξησις τῆς δυνάμεως ταύτης ἐπι«τρέπεται μόνον ἐν ταῖς περιστάσεσι ταῖς προβλεπομέ«ναις ὑπὸ τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ Νόμου, καὶ «κατὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ κεκανονισμένα,» ἥτις εἶναι ἡ ἐμφάνισις, ἡ ἐκτέλεσις, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ παγίου Νόμου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀποκαλύπτει τὸ ἀπεριόριστον τῆς ἐξουσίας, ἣν ζητοῦσιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὸ 1884 νὰ ἔχῃ στρατὸν ὑπὸ τὰ ὅπλα 30,692, ἀλλὰ θέλει λάβει τὸ δικαίωμα νὰ συγκαλῇ καὶ 20,000 ἐφέδρων, τὸ ὅλον 50,000. Σᾶς ζητεῖ λοιπὸν τὴν ἄδειαν νὰ ἔχῃ στρατὸν μεταξὺ 30,000 καὶ 50,000. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῇ Κυβερνητικῇ, ἐν ταῖς σκέψεσι τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ ἐκδηλώσει αὐτῶν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, ὑπάρχει μεγίστη σύγχυσις. Ἄν συνετελέσθη σύγχυσις πρὸ πολλοῦ μεταξὺ τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ὑπουργικῆς, ἐὰν συνετελέσθη πρὸ πολλοῦ σύγχυσις μεταξὺ τῆς ἐξουσίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς ἐξουσίας τῶν Ὑπουργῶν, ἐὰν συνετελέσθη σύγχυσις μεταξὺ τῆς αὐτοτελοῦς καὶ αὐθυπάρκτου Ἐκκλησίας καὶ τῆς αὐτοτελοῦς ἐξουσίας τῆς Πολιτείας, ἐὰν σύγχυσις συνετελέσθη μεταξὺ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας καὶ τῆς Νομοτελεστικῆς ἐπὶ πλείστων πράξεων κυβερνητικῶν, ζητεῖται νὰ ἐπιτραπῇ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου καὶ σύγχυσις μεταξὺ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας καὶ τῆς Νομοτελεστικῆς, ἐπὶ τοῦ κυριωτέρου τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Κοινοβούλιον, ἐπὶ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐδίδαξεν ἡμῖν ἡ ἱστορία τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν, ἐπὶ τοῦ καθήκοντος νὰ προσδιορίζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἀνδρῶν καὶ ἐπὶ τοῦ καθήκοντος νὰ προσδιορίζῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττονται ἀπὸ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐφεδρείας, κύριοι, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπεθύμησε νὰ τὸ χωρίσῃ ἀπὸ πάσης πολιτικῆς μελέτης, ἐπεθύμησε νὰ τὸ χωρίσῃ ἀπὸ παντὸς ὑπολογισμοῦ κομματικοῦ, ἐπεθύμησε νὰ τὸ ἀνυψώσῃ εἰς ζήτημα γενικοῦ συμφέροντος, πρὸ τοῦ ὁποίου καὶ τὰ κόμματα καὶ οἱ πολιτευόμενοι ὁμοθυμαδὸν νὰ κύψωσι τὴν κεφαλήν. Διὰ τοῦτο μετὰ μεγάλης μετριοπαθείας οἱ συνάδελφοί μου, οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου ἀγορεύσαντες ἠρεύνησαν αὐτὸ, δὲν ἦλθον νὰ προσβάλωσιν αὐτὸ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς, δὲν ἦλθον νὰ καθυβρίσωσιν αὐτὸ ὡς ἀντισυνταγματικὸν, δὲν ἦλθον νὰ σᾶς προτείνωσι καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσωσι νὰ κηρύξητε αὐτὸ ἀπαράδεκτον, διότι ἀνατρέπει τοὺς θεμελιώδεις ὅρους τοῦ πρωτίστου θεσμοῦ ἡμῶν, τοῦ Συντάγματος. Μετὰ μετριοπαθείας καὶ μετὰ πολλῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἁβρότητος παρεκάλεσαν τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ συναινέσῃ νὰ συστηθῇ πρὸς νέαν ἐπισταμένην μελέτην αὐτοῦ Ἐπιτροπὴ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου, ὁ ὁποῖος εἶναι μὲν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι ἐκλεκτὸς τῆς πλειοψηφίας, ἡ δὲ ἰδιότης του αὕτη παρεῖχε πᾶσαν ἐγγύησιν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἤθελεν ἀπαρτισθῆ ὑπὸ ἀνδρῶν, οἵτινες δὲν ἤθελον ὠφεληθῆ τῆς εὐκαιρίας, ἵνα παρεμβάλωσιν ἀντίδρασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ τὴν τόσῳ μετριοπαθῆ πρότασιν ἀπέκρουσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ προσωπικῶν ὑπαινιγμῶν. Προέβη τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις παριστῶσα καὶ καταδεικνῦσα τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 15, ἀλλ’ εἰς ἀπάντησιν ἐνέπαιξεν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὕβρισεν αὐτούς. Καὶ μολοντοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε καθῆκον νὰ λησμονήσῃ ἑαυτὴν καὶ τὰ μέλη αὐτῆς νὰ λησμονήσωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν προσωπικότητα, ἐζητήσαμεν δὲ νὰ πείσωμεν τὴν πλειοψηφίαν νὰ θελήσῃ νὰ συντελέσῃ διὰ νὰ μειωθῇ ὁ ἀντισυνταγματικὸς χαρακτὴρ τοῦ ἄρθρου 15, παραδεχομένη τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου συνάδελφος προέβαλε πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν πραγμάτων· ἀλλὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην ἀπέκρουσεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς μετὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ἐνδεικνύει, ὅτι ἔχει τοσαύτην πεποίθησιν εἰς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην, τοσαύτην πεποίθησιν περὶ τῆς ἰδίας αὑτοῦ σοφίας, ἢ τοσαύτην ἐπιμονὴν εἰς τὴν θέλησιν αὑτοῦ, ὥστε ἀξιοῖ πρὸ ταύτης νὰ συντριβῶσι καὶ ὑποταχθῶσι καὶ Νόμος καὶ Σύνταγμα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦτο θέλει εὑρεθῆ ἠναγκασμένη νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἔσχατον τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις προτείνονται κατὰ τῶν νομοθετημάτων, ἂν ταῦτα ἀντιβαίνωσιν εἰς τοὺς θεμελειώδεις θεσμοὺς τῆς χώρας, εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου, ἂν ἡ πλειοψηφία δὲν πεισθῇ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλαρέτου. Ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου εἶναι πρότασις ἀξία μεγάλης προσοχῆς, διότι περιέχει μεγάλην σημασίαν, καὶ εἶναι ἡ σοβαρωτέρα τῶν προτάσεων, αἵτινες προτείνονται ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις. Διὰ τοῦτο σπανιώτατα ἀναγινώσκει τις ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῶν Κοινοβουλίων προτάσεις τοῦ ἀπαραδέκτου. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῶν ξένων Κοινοβουλίων προβάλλωνται θέματα πρὸς ψηφοφορίαν, ὁποῖα δυστυχῶς πολλὰ μέχρι τοῦδε προεβλήθησαν εἰς ἡμᾶς· δὲν γνωρίζω ἂν ἐν τοῖς πρακτικοῖς βλέπῃ τις ἐκδηλουμένην ἐκεῖ τόσην ἄκαμπτον ἐπιμονὴν, τόσον ἀμετάπειστον ἀπόφασιν, νὰ μὴ παρεκκλίνωσιν οὐδὲ κατὰ κεραίαν ἀπὸ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως, οἷα μέχρι τοῦδε μετὰ θλίψεως ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεδηλώθη πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις ἑκάστου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, εὐλαβοῦμαι τοὺς δεσμούς, οἱ ὁποῖοι συνδέουσι τὰ μέλη αὐτοῦ, εἴτε δι’ ἀμοιβαίας πρὸς πρόσωπα ἐμπιστοσύνης, εἴτε δι’ ἄκρας πρὸς ἰδέας καὶ γνώμας ἀφοσιώσεως· ἀλλὰ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τὰ ὅρια καὶ ἡ πρὸς τὰς πολιτικὰς γνώμας πεποίθησις πρέπει νὰ περιορίζηται ἀπὸ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα καθορίζουσι τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἔχει τὸ τῆς Ἀγγλίας, ν’ ἀποφασίζῃ ὅ,τι θέλει καὶ ἂν ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ Σύνταγμα, τοῦ νὰ δύναται νὰ συντάξῃ τὴν πολιτείαν καὶ νὰ ἐκδίδῃ ἀποφάσεις ἀληθῶς συντακτικάς. Τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει τοιαύτην ἐξουσίαν, δὲν δύναται νὰ ψηφίζῃ νομοθετήματα ἀντιβαίνοντα εἰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἔχει ὑπέρτερον ἄρχοντα, τὸ Σύνταγμα, καὶ ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ, διότι τὸ Σύνταγμα ἐπέτρεψε τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ· ἄλλως, τὸ Κοινοβούλιον ἤθελε στασιάσει κατὰ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι ὁ καθεστὼς νόμος τῆς Πολιτείας, ἤθελε στασιάσει κατὰ τῆς καθεστώσης τάξεως. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἂν ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου δὲν ἤθελε γίνει παραδεκτὴ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐνθυμηθῶμεν ὅτι ἡ ἰδική μας ἐξουσία δὲν ἐκτείνεται πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα διέγραψε, καὶ ὅτι ἡ ἐντολή, ἣν μᾶς ἔδωκαν οἱ ἐκλογεῖς ἡμῶν, εἶναι περιωρισμένη. Ἑπομένως ὡς καθῆκον ἔχομεν διὰ τοῦ λόγου, διὰ τῆς ψήφου μας νὰ προσπαθήσωμεν νὰ πείσωμεν τοὺς συναδέλφους ἵνα μὴ προβαίνωσιν εἰς πράξεις ἀντιβαινούσας εἰς τὸ Σύνταγμα, οὕτω καὶ ὅταν δὲν πείσωμεν αὐτοὺς, ὀφείλομεν νὰ μὴ στέρξωμεν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Στέργοντες εἰς τὴν ψηφοφορίαν, συντελοῦμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος. Ἂν τυχὸν μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὑπολειπόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ἀριθμὸς τῶν κυρίων βουλευτῶν ἤθελε συμβῆ νὰ μὴ ἀνέρχηται εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προσδιωρισμένον νόμιμον ἀριθμὸν, τότε ἀφοπλίζομεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν εἶσθαι τυχὸν διατεθειμένοι νὰ ἀποδεχθῶσι τὸ νομοθέτημα τὸ ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀφοπλίζοντες δὲ αὐτοὺς, προλαμβάνομεν τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἤθελε τελεσθῆ, ἂν ἐψηφίζετο τὸ νομοθέτημα. Ἐν τοῖς γενικοῖς λοιπὸν καθήκοσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι οὐχὶ μόνον ν’ ἀγωνίζεται νὰ πείθῃ, ἵνα μὴ ἀθετηθῇ θεσμός τις τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ νὰ ψηφοφορῇ, καὶ ἂν δὲν ἀκουσθῇ, καὶ ν’ ἀρνῆται νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας ἀποχὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἤθελε μειώσει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μελλόντων νὰ παραμένωσι διὰ νὰ ψηφοφορήσωσι τὸ καθ’ ἡμᾶς ἀντισυνταγματικὸν νομοθέτημα, καὶ ἐπομένως ἂν ἤθελε μείνει ὁ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προσδιοριζόμενος νόμιμος ἀριθμὸς, ἡ Ἀντιπολίτευσις μὴ στέργουσα καὶ τότε νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ψηφοφορίαν, νομίζω ὅτι καὶ τότε ἐκπληροῖ καθῆκον πρὸς τὴν συνείδησίν της, οὐ μόνον διότι δὲν συμπράττει εἰς παράβασιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ διότι πορίζεται τὴν ἐλπίδα ὅτι ἴσως ἐκεῖνοι ὅσοι μένουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ ὅσοι ἔχουσιν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν ἦναι διατεθειμένοι νὰ παράσχωσιν εἰς αὐτὴν πᾶσαν δύναμιν καὶ εὐκολίαν, ὅτι θέλουσι σκεφθῆ ὅτι ἀναλαμβάνουσιν αὐτοὶ ἄνευ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν εὐθύνην, ἀποδεχόμενοι νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ αὕτη ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία δὲν ἔπαυσε νὰ θεωρῇ ἀδελφὴν αὐτῆς τὴν πλειοψηφίαν — διότι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν) ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι πολλοὶ, οἵτινες, ὅπως καὶ ἡμεῖς, ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῆς τύχης τοῦ τόπου καὶ περὶ τῆς νομίμου τάξεως, καὶ περὶ τῆς ἰσχύος τῶν νόμων—ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει πάντοτε τὴν ἐλπίδα, ὅτι αἱ συμβουλαὶ καὶ αἱ γνῶμαι αὐτῆς δὲν θέλουσιν ἀποκρουσθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑπαγορευθῇ εἰς αὐτὴν ἡ βαθμιαία πρόοδος ἀπὸ τῶν συνήθων εἰς τὰ ἔκτακτα μέτρα. Ἔχει τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐκεῖνοι ἐκ τῶν μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, οἵτινες ἐνδιαφέρονται περισσότερον διὰ τὴν Κυβέρνησιν—διότι ἔχουσι μείζονα ἀπὸ τοὺς συναδέλφους ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὴν—ὅτι αὐτοὶ πρῶτοι θέλουσιν ἀσχοληθῆ νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ δείξῃ καὶ ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος τούτου τὴν ἰσχυρογνωμοσύνην, ἡ ὁποία, δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχῃ πολλὰ παραδείγματα ἐξαιρέσεων, δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον πάντοτε ἐξεδηλώθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιποιουμένης αἰωνίως τὸ ἀλάθητον τῶν πράξεων αὐτῆς.

§96Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ προλαλήσας ἐθεώρησεν ἁμάρτημα, ἐθεώρησε μάλιστα καὶ ὡς μετέχον ἀνηθικότητός τινος τὸ ὅτι ἐπεκαλέσθην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς καθεστὼς, τὸ κατὰ τὸ 1877 ὑπάρχον, ὅπερ καὶ κατὰ τὸ 1878 ἐξηκολούθησε τὸ αὐτό. Δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀκολουθήσω τὸν ἔντιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς πάντα ὅσα εἶπε καὶ εἰς ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε, διότι πολλὰ μὲν ἐξ αὐτῶν νομίζω, ὅτι παρεῖλκον ὅλως διόλου, ὅσα δὲ εἶπε περὶ ἀποχωρήσεως ἐπισφραγίζων τὸν λόγον αὐτοῦ, εἶναι ἀδιάφορα πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ διατελοῦντες καὶ τὸν νόμον ἐφαρμόζοντες θέλουσι πράξει τὰ νόμιμα. Ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἰδίως θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅτι ὁ ἔντιμος προαγορεύσας—καὶ ἀγνοῶ πῶς πρέπει νὰ ὀνομάσω τὸ πρᾶγμα, θαυματοποιΐαν ἢ ταχυδακτυλουργίαν— κατώρθωσε νὰ θέσῃ ἐκ μέσου ἐκεῖνα τὰ μέρη τῶν ὁμιλιῶν αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἤθελον δείξει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν ἔτει 1878 ἐπρέσβευεν αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρεσβεύομεν ἡμεῖς.

§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θέλομεν ν’ ἀκούσωμεν ἱστορίαν· ἡ ὥρα εἶναι 8½.

§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀφείλετε ν’ ἀκούσητε, διότι πρόκειται νὰ ὑπερασπίσωμεν ἑαυτοὺς προσβαλλομένους. Διατί ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπέμεινε πάντοτε νὰ ὁμιλῇ περὶ ἐκτάκτων περιστάσεων; Διατί ἐπέμεινε νὰ δεικνύῃ ἐκείνας καὶ μόνας διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος δὲν ἁρμόζει εἰς διευθυντὴν κόμματος, ἀπέφυγε δ’ ἐπιμελῶς ν’ ἀναφέρῃ τὰ ἄρθρα τὰ πραγματευόμενα περὶ τῆς καταστάσεως τῆς εἰρήνης καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι χαρακτῆρα προσωρινότητος; Τοῦτο εἶναι ταχυδακτυλουργικὴ μέθοδος, σκοπὸν ἔχουσα νὰ καλύψῃ τὸ ἀνόμημα, τὸ ὁποῖον σκοπεῖτε νὰ πράξητε. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐφρόντισε νὰ μὴ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε προσωρινὴν ἰσχύν, ἀλλ’ ἀπέβλεπεν εἰς τὸν καιρὸν τῆς εἰρήνης· ἀπέφυγε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν συνεζητήθη ἐν ταῖς σελίσιν 841 καὶ ἑπομέναις, εἰς ἃς ἀνέδραμεν, ἀλλ’ ἐν ταῖς σελίσι 556, 557 καὶ ἑπομέναις, ἀπέφυγε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ νόμου ΨΙΖʹ, τοῦ παραρτήματος τρόπον τινὰ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἐν ᾧ ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 11, ἀπέφυγε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τοῦ 1878, ἄρθρου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο προσωρινόν, ἀλλὰ προωρισμένον νὰ ἦναι διαρκὲς, ὡς διαρκὴς εἶναι ἡ εἰρήνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται. Ἐγὼ ὅμως θὰ ἀναγνώσω καὶ ταῦτα καὶ θὰ ἀναγνώσω καὶ τάς ὁμιλίας αὐτοῦ. Εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου ὅτι, συζητουμένου τοῦ νόμου τοῦ λαβόντος στοιχεῖα ΨΙΖʹ, ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, ἥτις ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη εἶχε κατὰ τὸ πλεῖστον συνταχθῇ περὶ τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν, ἀντετάχθη ἐν ἀρχῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, οὐχὶ διότι δὲν παρεδέχετο αὐτὸ, ἀλλὰ διότι ἐθεώρει ἀτελεῖς τὰς διατάξεις αὐτοῦ καὶ οὕτω βλέπομεν, ὅτι ὁ μακαρίτης Ζωχιὸς καὶ ὁ κ. Τρικούπης κατεψήφισαν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, μόνον δὲ ἀφοῦ κατόπιν ἐπῆλθον ἐξηγήσεις καὶ διόρθωσις αὐτοῦ ὑπερεψήφισαν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο περιεῖχε τὴν διάταξιν τοῦ σημερινοῦ ἄρθρου 11, ἥτις ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ— καὶ τοῦτο πολὺ πρὶν ἀκόμη ὑπάρξῃ ἡ ἀπόφασις τοῦ Βερολίνου, ἐφ’ ἧς ἐνέπηξε τοὺς ὄνυχας αὐτοῦ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως—νὰ καλῇ εἰς τὰς τάξεις πρὸς ὑπηρεσίαν ἐνεργὸν αὐτοὺς ἐκείνους τοὺς ἄνδρας, οὓς ἐκάλει ὁ νόμος πρὸς ἁπλᾶς ἀσκήσεις· καὶ θέλετε ἴδει, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἔφθασε στιγμή, καθ’ ἣν ὁ κ. Ρικάκης, ἀνήκων εἰς τὴν μερίδα τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη, ἐξεγερθεὶς ἐζήτησε παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως τουλάχιστον νὰ προστεθῇ εἰς τὴν λέξιν «ἀνάγκη» τὸ «ἐκτάκτῳ», ἀλλ’ ἀντεπεξῆλθε τότε μετ’ ἀγανακτήσεως ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς καὶ ἐπήνεγκε τὴν πτῶσιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ρικάκη· δὲν ἤθελε νὰ προστεθῇ οὐδὲ τὸ «ἔκτακτος» σελ. 507. Εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις τὰς διαφόρους, ἰδίως εἰς τὰς τοῦ μακαρίτου Ζωχιοῦ καὶ τοῦ κ. Ρικάκη, ἀπήντησε μεταξὺ ἄλλων ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς τὰ ἑξῆς· «ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου εἶναι γνωστὴ· εἶναι, ὅταν αἱ ἄλλαι πηγαὶ, ἐκ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ὁ στρατὸς, δὲν θὰ παρέχωσι τοσοῦτον ἀριθμὸν ἀνδρῶν ὅσος ἀπαιτεῖται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνάγκη· διὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἐκ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ὁ κ. Ρικάκης, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ ἡ Βουλή». Καὶ προέκειτο περὶ συμπληρώσεως τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν (θόρυβος). Ὅτε δὲ ἦλθεν ἡ στιγμὴ τῆς ψηφοφορίας καὶ ὁ Πρόεδρος ἔθηκεν εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ρικάκη· «Οἱ καλούμενοι πρὸς ἐξάσκησιν (διότι περὶ αὐτῶν προέκειτο) κατατάττονται ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ». Πρόεδρος. «Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη». Σημειώσατε δὲ καὶ πάλιν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο τὸ 11, ὅπερ τότε δὲν ἐθεωρεῖτο ἀντισυνταγματικὸν, ἐψήφισαν πάντες οἱ περὶ τὸν κ. Τρικούπην. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς νὰ κάμῃ λόγον, καὶ τοῦτο διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς εἰρήνης. «Οἱ καλούμενοι πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐν εἰρήνῃ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τὰ διάφορα σώματα αὐτοῦ συμπληροῦσιν. δʹ) Ἐν ἀνάγκῃ διὰ τῆς δυνάμει Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐκδιδομένου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τηρήσεως εἰς τὰ ὅπλα τῶν τακτικῶν ἐφέδρων μέχρις ἐνιαυσίου ὑπηρεσίας ἐκ τῆς τριετοῦς ἐφέδρου ὑποχρεώσεως αὐτῶν». Μετὰ ταῦτα μόνον ἔρχεται τὸ ἄρθρον 19, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν. Σαφῶς καὶ καθαρῶς διακρίνουσι τὰς περιπτώσεις τὰ δύω ταῦτα ἄρθρα, ἀναφερόμενα τὸ μὲν εἰς τὴν εἰρήνην, τὸ δὲ εἰς τὸν πόλεμον, ὅτε καὶ μόνον ἐπιβάλλεται ἡ εἰς τὴν Βουλὴν ἄμεσος ἀνακοίνωσις τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος· καὶ ἐν τούτοις σήμερον ἐτολμήθη καὶ τοιούτων νόμων καὶ τοιούτων κειμένων διαστροφή.

§99ΜΙΛΗΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§100ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ τῶν δυνάμεων κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῆς δυνάμεως, περιττὴ ἀποβαίνει πᾶσα συζήτησις, διότι ὅσα κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου λέγονται, δὲν ἔχουσι καμμίαν ὑπόστασιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δίδομεν πολὺ μεγαλειτέραν βαρύτητα εἰς τὸ θέμα τῆς δαπάνης τοῦ στρατοῦ, παρὰ εἰς τὸ τῆς ἐγέρσεως τοῦ στρατοῦ. Παρατηρήσατε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ τί λέγουσιν ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀνεπτυγμένη εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν, εἰς τὴν Ἀμερικήν. Λέγουσιν, ὅτι εἶναι μικρότερον παρὰ τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης, διότι κατὰ τὴν φράσιν αὐτῶν τὸ βαλάντιον εἶναι ἰσχυρότερον τοῦ ξίφους. Καὶ ὅμως, κύριοι, οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι προβάλλουν τόσας δυσχερείας κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἠρτημένον ἀπὸ ἄλλο Νομοσχέδιον, ἄνευ τοῦ ὁποίου τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο μένει ἔγκυρον, οἱ συνάδελφοι ἡμῶν — καὶ ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μακρὰν πεῖραν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ὄχι τοὺς ἀποσπασθέντας τῆς πτέρυγος ταύτης—δὲν κάμνουν τὴν ἐλαχίστην ἀντίῤῥησιν, ἐνῷ βλέπουσι τὴν μεγίστην προσβολὴν τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἐγένετο διὰ τοῦ περὶ λογιστικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος λέγει μὲν, ὅτι ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ μὴ ἐκδίδηται ἔνταλμα πληρωμῆς, ὁσάκις δὲν ὑπάρχει πίστωσις ἐψηφισμένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ παρακατιὼν διὰ τοῦ 15 ἄρθρου ἀμέσως παραβιάζει τὸν εἰρημένον κανόνα καὶ συνάμα τὸ 60 τοῦ Συντάγματος ἄρθρον, διότι ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κάμνῃ πληρωμὰς μὴ ἐψηφισμένας ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ ὀλίσθημα δὲν σταματᾷ ἐδῶ· προχωρεῖ μέχρι κρημνισμοῦ, διότι ὁ περὶ λογιστικοῦ νόμος ἐν τῷ ἄρθρῳ 18 λέγει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἐκδίδῃ ἐντάλματα χρηματικὰ εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, ποσῶς μὴ προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Θέλετε μεγαλειτέραν παράβασιν τοῦ Συντάγματος ἀπὸ αὐτήν; Τούτου ἕνεκα ἔλεγεν ὁ Νέστωρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Σωτηρόπουλος προχθὲς, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἀφοῦ τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον γείνῃ νόμος, νὰ καλῇ ὅσους θέλει ἐφέδρους ἄνευ τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως τῆς Βουλῆς, διότι τὸ 18 ἄρθρον τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου ἐπιτρέπει τὴν δαπάνην ἐν πάσῃ ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ τῇ δικαιολογούσῃ τὴν κλῆσιν τῶν ἐφέδρων ἢ τὴν διατήρησιν ἐν τῷ στρατῷ τῶν ἀφυπηρετησάντων». Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι, κύριοι, οἱ γεννήτορες αὐτῆς τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος; Εἶναι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι. Ἐὰν θέλουν νὰ ἦναι εὐλαβέστεροι πρὸς τοὺς θεμελιώδεις νόμους οἱ συμπολιτευόμενοι, πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ ἦναι εὐλαβέστεροι πρὸς αὐτοὺς καὶ ἰδίως πρὸς τὸν θεμελιωδέστατον ἁπάντων, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους. Ἀφοῦ δεικνύουσι τοσαύτην εὐαισθησίαν εἰς πᾶν τὸ ἀντισυνταγματικὸν, πρέπει νὰ ζητήσωσι πρὸ παντὸς τὴν κατάργησιν τῶν ἀντισυνταγματικῶν διατάξεων τοῦ περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πᾶσαν ἀντίῤῥησιν αὐτῶν πρέπει ν’ ἀναβάλωσι, μέχρις οὗ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ στρατοῦ Νομοσχέδιον καὶ ὁ Προϋπολογισμός· ἄλλως, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τοῖς εἴπωμεν, ἀφοῦ ζητοῦσιν ἀπὸ ἡμᾶς εὐθύνην, ὅτι ζητοῦσι πρόφασιν νὰ ἐκτελέσωσι τὸ μελετηθὲν πραξικόπημα.

§101ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ μὴ ἀποκρύψω ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ γενικὸν πνεῦμα τῆς ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου συζητήσεως μέχρι τῆς πρὸ μικροῦ ἀγορεύσεως τοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ εἶχεν ἐμποιήσει καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς πολλοὺς βεβαίως ἐξ ὑμῶν αἴσθημα θλιβερόν. Διὰ τῆς συζητήσεως ταύτης διῆκε πνεῦμα διαρκοῦς κλονισμοῦ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Τόπου τῆς πρὸς τὸ στρατεύεσθαι ἀγάπης καὶ ἀνάγκης, καὶ ἔμπνευσις ἀποστροφῆς πρὸς αὐτήν. Ἐχρειάσθη δὲ νὰ συναισθανθῇ τοῦτο καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτής, ἵνα σπεύσῃ νὰ εἴπῃ ἡμῖν ὅτι ἀναγνωρίζει μὲν ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ὁμοφώνως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ σκοποῦ, τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ Τόπου, ἀλλ’ ὅτι ἡ πρὸς τὸ Σύνταγμα ἀντίθεσις μιᾶς διατάξεως αὐτοῦ ἀναγκαίως προεκάλεσε ζωηρὰν ἀντίστασιν· διότι τῷ ὄντι τὸ ὕφος τοῦ ζητήματος καταβιβάζει πολλάκις τὸ ὕφος τῆς συζητήσεως. Μήπως δὲν ἠκούσατε χθὲς βουλευτοῦ ἐγκαυχωμένου ὅτι εἶναι ἐναντίος τῆς ἐφεδρείας; καὶ δὲν ἀκούετε ἀκαταπαύστως ἐπαναλαμβανόμενον ὅτι τὸ βάρος, ὅπερ ἡ ἐφεδρεία ἐπιβάλλει, ἡ ἐπὶ τριάκοντα δηλονότι ἡμέρας κατὰ διετίαν ἄσκησις, εἶναι βάρος δυσβάστακτον, ὅτι τὰ βάρη ταῦτα τοῦ λαοῦ πολλαπλασιάζονται, καὶ ὅτι ὁ λαὸς δυσφορεῖ διὰ τὰ τοιαῦτα βάρη, τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτόν; Καὶ μὴ προτοῦ φθάσωμεν εἰς τὸ 15 ἄρθρον, δὲν κατεψηφίσθη ἡ ἀρχὴ τῆς ἐφεδρικῆς ὑπηρεσίας ἐν ἀρχῇ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου; Καὶ ἂν εἴχομεν χώραν, ἥτις νὰ ἐπέτρεπε νὰ σκεπτώμεθα εἰρηνικῶς, καὶ ἄν τις ἐξ ὑμῶν ἀνεδέχετο τὴν εὐθύνην νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς εἰρηνικῆς πολιτικῆς, θὰ ἐνόουν τὴν περὶ τοῦ θεσμοῦ καθόλου ἀντίῤῥησιν. Θὰ ἔβλεπον τοὐλάχιστον δύω στρατόπεδα καὶ ἤθελον δικαιολογεῖσθαι οἱ καταφερόμενοι κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, ἀντιτάσσοντες τὴν ἔλλειψιν ἀνάγκης παρασκευῆς καὶ τὴν εἰρήνην ὡς ὑποχρέωσιν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὅταν πάντες ἀναγνωρίζητε ὅτι ὁ Τόπος πρέπει νὰ ἑτοιμασθῇ συντόμως καὶ συντόνως, τὸ νὰ καταπολεμῆτε Νομοσχέδιον, ὅπερ ἀκριβῶς τείνει εἰς τὴν τοιαύτην ἐπίῤῥωσιν τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἐλευθέρου μέρους τοῦ Ἔθνους, τὸ νὰ δεικνύητε ὅτι τὸ ἀσκεῖσθαι εἰς τὰ ὅπλα εἶναι τὸ μέγιστον τῶν κακῶν καὶ ἡ ἀντιδημοτικωτάτη τῶν ὑποχρεώσεων, καὶ ἡ φυγὴ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς στρατείας τὸ δημοτικώτατον πρᾶγμα, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀνακολουθία ἐπιβλαβὴς καὶ ὀλεθρία; Δὲν νομίζετε, ὅτι σεῖς ἢ τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι ἐξ ὑμῶν ὅσοι παραδέχονται ὅτι ἡ μονοετὴς θητεία δὲν εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς ἐξάσκησιν τῶν στρατευσίμων εἰς τὰ ὅπλα, εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν πολεμοῦντες τὴν ἀνάγκην τῆς ἅπαξ μόνον κατὰ δύω ἔτη, καὶ μόνον ἐπὶ 30 ἡμέρας, ἀσκήσεως τῆς ἐφεδρείας; Ἠναγκάσθην νὰ ἀναδράμω εἰς τὴν γενικὴν ταύτην συζήτησιν, διότι ἐξ αὐτῆς πρέπει νὰ κριθῇ ἡ ἔντονος ἐξέγερσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ διότι νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ζήτημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος, ὅπερ ἀνευρίσκετε ἀδίκως ἕως τότε, κατέπεσεν ἐντελῶς. Ποῦ τῷ ὄντι εὑρίσκετε τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 15; εἰς τὸ ὅτι δι’ αὐτοῦ δίδεται ἐξουσία τῇ Κυβερνήσει νὰ καλῇ ἀπροσδιόριστον ἀριθμὸν ἀνδρῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ Βουλὴ πρέπει ἐτησίως νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν αὔξησιν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ νὰ ὁρίζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατευτέων. Ἐλέγετε ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν πράττῃ τοῦτο ἐτησίως, δὲν δικαιοῦται αὕτη ἐφάπαξ νὰ δώσῃ ἐντολὴν τοιαύτης αὐξήσεως τῷ Ὑπουργείῳ, οὔτε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον 15. Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ ἐτησίου Νόμου περὶ στρατολογίας θὰ ἐπιτρέπῃ ἢ δὲν θὰ ἐπιτρέπῃ νὰ προσκαλῶνται αἱ δύω σειραὶ τῆς ἐφεδρείας. Σᾶς εἶπεν ὅτι ὁ ἐτήσιος Στρατιωτικὸς Νόμος θέλει δίδει ἢ θέλει ἀρνεῖσθαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἄρθρου 15, καὶ θὰ ὁρίζῃ τὸ ποσὸν τῆς τοιαύτης αὐξήσεως. Τί εἶναι τοῦτο εἰ μὴ προηγουμένη συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς καὶ ἀπόφασις αὐτῆς;

§102ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι περιττὸν τότε τὸ ἄρθρον;

§103ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι περιττόν, διότι κανονίζει τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ γίνωνται αἱ κλήσεις τῶν ἀνδρῶν καὶ τὰς κλητέας ἡλικίας ὁρίζει. Μετὰ τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ὁ Νομοθέτης αὐτὸς σᾶς δίδει, καὶ ἥτις αὐθεντικὴ οὖσα εἶναι μέρος τοῦ νόμου, τί ὁμιλεῖτε πλέον περὶ ἀντισυνταγματικότητος; Θέλετε, λέγετε, νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἔκτακτον ἀνάγκην ἀποφασισθεῖσαν στρατολογίαν, ἢ νὰ παρέχῃ αὐτῇ τὸ δικαίωμα μέχρις ὡρισμένου ἀριθμοῦ νὰ πράττῃ τοῦτο, ἢ νὰ χορηγῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ χρηματικὰ μέσα πρὸς συντήρησιν τοῦ ἐκτάκτου αὐτοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν προβλέπει περὶ τῆς δαπάνης, καὶ ὁ στρατολογικὸς νόμος περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν στρατολογηθησομένων, ὁ δὲ νόμος ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρόπου τῆς κλήσεως καὶ περὶ τῶν ἡλικιῶν τῶν προσκληθησομένων, περὶ τίνος πρόκειται πλέον;

§104ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιτρέπεται μίαν διακοπήν;

§105ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διατί ὄχι.

§106ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δικαιολογῶν τὴν διάταξιν αὐτήν, ἔκαμε τὴν ἑξῆς δήλωσιν· «ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ περίστασις, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπει ὁ χρόνος εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν περίστασιν ζητεῖ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15». Σεῖς λέγετε ὅτι ἡ Βουλὴ συνεκλήθη καὶ ἐψήφισε.

§107ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐνιαυσίως ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸ ποσὸν τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν κάμῃ τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Οὕτως ἐνόησεν αὐτὸν ἀρχῆθεν καὶ οὕτως εἶπεν ὅτι ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 15.

§108ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνιαυσίως πρέπει νὰ προσδιορίσῃ, ὄχι νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴ νὰ προσδιορίσῃ.

§109ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἢ καλῶς δὲν ἀντελήφθην, ἢ ἂν ἀντελήφθην καλῶς ἐγώ, δὲν ηὐτυχήσατε καὶ σεῖς εἰς τοῦτο, διότι εὑρίσκω τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην ἐναντίον τῶν ἀντιλεγόντων. Ἄν ἡ Βουλὴ ἐτησίως ἐπιτρέπῃ καὶ ἐκ προοιμίων διὰ τοῦ ἐνιαυσίου νόμου ἐγκρίνῃ νὰ συγκαλῶνται μέχρις ὡρισμένης δυνάμεως αἱ ἡλικίαι τῶν ἐφέδρων, τί ἄλλο θέλετε;

§110ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἰμπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ, διότι αὐτὸ εἶναι délègation, εἶναι παράτασις τῆς ἐντολῆς της. Ὑποθέσατε εἰς τὸν ἐνιαύσιον νόμον περὶ φορολογίας, ἀφοῦ προσδιορίσῃ ἡ Βουλὴ τοὺς φόρους, νὰ εἴπῃ ὅτι ἐκτὸς αὐτῶν τῶν φόρων δίδω τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ ἄλλους φόρους· αὐτὸ εἶναι ἐντολή.

§111ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ἐξομοίωσίς σας εἶναι παντάπασιν ἀνεπιτυχής. Τί σᾶς λέγει τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος; (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Δὲν ἐννοεῖ ὅτι ἡ Βουλὴ προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατευσίμων; ὅταν δὲ ὁ νόμος προσδιορίζῃ, ὅτι ἡ μὲν ἡλικία τοῦ 21 ἔτους κατ’ ἀνάγκην θέλει κληθῆ, ἐν ἐκτάκτῳ δὲ περιστάσει δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ καὶ μίαν ἢ δύω τάξεις ἐφέδρων, καὶ νὰ παρακρατήσῃ τὴν ἐπὶ ἓν ἔτος κληθεῖσαν ἡλικίαν ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἔτι, τί ἄλλο κάμνει ὁ νόμος, ὁ πάγιος, εἰμὴ νὰ κανονίζῃ μόνον τὸν τρόπον τῆς αὐξήσεως, διότι τὸν ἀριθμὸν θὰ τὸν ὁρίσῃ καὶ θὰ τὸν ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ. Ἀλλὰ θέλετε νὰ εὕρητε ἀντισυνταγματικότητα μετὰ τοῦτο; Εἴπατε ὅμως ποῦ αὐτὴ ἡ σύγκρουσις, ποῦ ἡ ἀντίθεσις; Συλλογίσθητε καλῶς, διότι ἐστηρίξατε εἰς τὴν θεωρίαν σας κρισίμους ἀποφάσεις, συλλογίσθητε ὅτι ὑπὲρ τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν γνώμην ὑμῶν εἶναι τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς κοινῆς γνώμης ἡ ἀπόφανσις, καὶ ἄν ποτε ἐνώπιον τῆς ἐπιστήμης ἀκουσθῇ, ὅτι μετὰ τὴν τοιαύτην τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου δήλωσιν, σεῖς ἐπιμένετε ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ ἄρθρον, καὶ ὅτι εἰς τοιαύτας παρερμηνείας ἐστηρίξατε ἀπειλὰς ἢ διαβήματα ἔκτακτα, θὰ εἴπῃ περὶ ὑμῶν, ὅτι ἐζητεῖτε πρόφασιν διὰ νὰ φέρητε αὐτὴν τὴν συζήτησιν, καὶ ὅτι ἂν μὴ ἄλλο, καὶ εἰς εὕρεσιν προφάσεως ἐφάνητε ἄστοχοι.

§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περὶ τούτου πρέπει νὰ ἐξηγηθῆτε. Ἄν, καθὼς ἡμεῖς φρονοῦμεν, ἦναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ ἄρθρον 15 ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἐφεδρείας, κατὰ τί παύει ἀπὸ τοῦ νὰ ἦναι ἀντισυνταγματικὸν, ὅταν ἀναγραφῇ ἐν τῷ ἐτησίῳ νόμῳ;

§113ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διατί φρονεῖτε, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν, σᾶς ἐρωτῶ ἐγώ;

§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπομεν τοὺς λόγους· διότι δὲν προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπηρετοῦν κατὰ τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον προβλέπει ὁ ἐτήσιος περὶ προσδιορισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως νόμος· δὲν προσδιορίζει δὲ καὶ τὴν περίπτωσιν.

§115ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὸς ὁ νόμος ὁ πάγιος νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀριθμόν; αὐτὸ θὰ ἦτο ἄντικρυς ἀντισυνταγματικόν. Θὰ ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν προηγουμένως ἡ Βουλή, καὶ αὐτὴ θὰ ἐγκρίνῃ τὴν πρὸς πλήρωσιν αὐτοῦ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 15.

§116ΤΙΝΕΣ. Πῶς; Πῶς;

§117ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν καταλαμβάνετε τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὑπερασπίζεσθε.

§118ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τότε αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία· ἂς γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία καὶ τελειόνουν τὰ πάντα.

§119ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἰς τὸν ἕνα πρῶτον. Θὰ ἴδητε, κύριε βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, τίς δὲν ἐνόησε ποῦ εὑρίσκεται. Ὡς πρὸς δὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλαρέτου, ἐφ’ ἧς ἵστασθε, σᾶς ἐρωτῶ· τί λέγει ἡ τροπολογία αὕτη, ἣν κρίνετε ὡς διορθοῦσαν τὴν ἀντισυνταγματικότητα; Νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἢ τὴν ἔγκρισιν τοῦ διαβήματος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 15, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τὸ ἀποφασίσῃ. Ἀλλ’ ἂν τὴν ἔγκρισιν αὐτὴν τὴν ἔχῃ δώσει ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ προοιμίων διὰ νόμου προεψηφισμένου, πρὸς τί ἡ κατόπιν ἔγκρισις; Διατί ἡ διττὴ ἀπόφασις; Πρὸς τί ὁ πόλεμος αὐτός; δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε; καὶ ἂν λέγετε ὅτι δὲν πρέπει οὐδὲ τοῦτο νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, δεικνύοντες, ὅτι δὲν ἐμπιστεύεσθε τὸ Ὑπουργεῖον, διατί δὲν μεταφέρετε τὸν πόλεμον τοῦτον εἰς τὸ περὶ ἐνιαυσίας στρατολογίας νομοσχέδιον, ὅπου εἶναι ἡ θέσις τῆς ἐμπιστοσύνης;

§120ΛΕΒΙΔΗΣ. Προκειμένου περὶ ἀντισυνταγματικότητος, καθῆκον ἔχομεν νὰ τὴν κτυπήσωμεν εἰς τὰ πρῶτα χαρακώματά της.

§121ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ «χαρακώματα» εἶναι λέξις, καὶ ἐγὼ σᾶς ζητῶ ἐννοίας, καὶ δὲν μοῦ δίδετε.

§122ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν τὴν ἀντιλαμβάνεσθε.

§123ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι δυστύχημα ἐδικόν σας καὶ τῆς θέσεώς σας, ὄχι ἐδικόν μου. Ἐνθυμήθητε ἐν τούτοις, ὅτι τὴν ἔννοιαν ταύτην τοῦ 15 ἄρθρου, ὄχι μόνον σᾶς ἔδωκεν ἐν ἀρχῇ καὶ ἐν τῇ πρώτῃ συζητήσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ καὶ τὸ προεισαχθὲν νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐνιαυσίου στρατολογίας ὑποστηρίζει· διότι τοῦτο λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται τῇ Κυβερνήσει ἡ χρῆσις τοῦ 15 ἄρθρου. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἔννοια αὐτοτελοῦς τοῦ ἄρθρου 15 ἐπιτρέποντος ἐν «ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ», ἐν «ἀνάγκῃ ἐκτάκτῳ» ἐννοεῖτε εἶναι ἄλλο, εἰμὴ κατάστασις περιστάσεως μὴ συνήθους, σπουδαίας ὅμως καὶ ἐπειγούσης; Κατὰ τοιαύτην λοιπὸν σπουδαίαν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προΐδῃ, ἐπιτρέπει, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὁρισθησομένου ἀριθμοῦ, τὴν παράτασιν τῆς θητείας ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἀφοῦ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ διὰ Β. Διατάγματος ἀνακηρυχθῇ ἡ ἀνάγκη αὕτη ὡς ἔκτακτος. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἑρμηνεία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 15 καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς προψηφίσεως τῆς Βουλῆς, ἤθελον ἐρωτήσει ὑμᾶς, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσφατα γεγονότα, τὰ ὁποῖα κατὰ μικρὰς περιόδους ἀπειλοῦσι τὴν Ἑλλάδα, ἐρωτῶ, ἠθέλατε σεῖς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τόπου, Κυβέρνησιν ἐθνικὴν καὶ προαγομένην ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, ἠθέλατε νὰ ἴδητε δεδεσμευμένην ἀπέναντι τῶν ἀπροόπτων τούτων, ἠθέλατε νὰ εὑρεθῇ ἐν τοιαύτῃ ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ, ὁμοίαν τῇ ὁποίᾳ, ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, καὶ περὶ ἧς ἀρκετὰ ζωηρῶς σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; ἠθέλατε νὰ εὑρεθῇ ἄοπλος, νὰ βλέπῃ τὸ πᾶν κινδυνεῦον καὶ μηδὲν δυναμένη νὰ πράξῃ; Δὲν σᾶς ἀρκεῖ περίστασις τοιαύτη; Ἀλλὰ τότε πρὸς τί χρησιμεύουσι τὰ παθήματα, ἂν μὴ διδάσκωσι περὶ τοῦ μέλλοντος; Λησμονεῖτε ποτὲ τοῦ Χόβαρτ τὴν περίστασιν καὶ τὴν τελευταίαν τῶν μεθορίων περιπέτειαν; Ὅταν δὲ ὁ νόμος σᾶς λέγῃ ἀνάγκην, καὶ ἀνάγκην ἔκτακτον, καὶ σεῖς λέγετε ὅτι ἐν τῇ ἀνάγκῃ τῇ ἐκτάκτῳ εὑρίσκετε τακτικὴν ὑπηρεσίαν, τότε δὲν διαστρέφετε καὶ αὐτὰ τὰ ῥήματα τοῦ Νομοσχεδίου; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία θέλει παρακρατήσει περισσότερον ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἄνευ ἀνάγκης τοὺς ὁπλίτας, δὲν ἤθελεν ἔλθει ὕστερον εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον αὐτοῦ;

§124ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὤ! Μάλιστα.

§125ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἰδοὺ ἓν ἐλάττωμα τοῦ συζητεῖν τοὺς νόμους ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν ὑφισταμένων περιστάσεων. Ὅταν λέγητε ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς δὲν σημαίνει τίποτε, ὅτι ἡ εὐθύνη ἡ ὑπουργικὴ εἶναι ἴνδαλμα, δὲν ἐξυβρίζετε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὑπὲρ οὗ τόσον ἀγωνίζεσθε; Καὶ μήπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσητε σεῖς ἢ νὰ λάβητε σεῖς ἀνάγκην τοῦ νόμου τούτου, ἢ μὴ καταδικάζετε ἑαυτοὺς ὅτι δὲν θὰ κυβερνήσητε τὸν Τόπον; Ὅπως φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔδει νὰ ψηφισθῇ ὁμοφώνως ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐμπνευσθῇ εἰς τὸν Τόπον ἡ στοργὴ πρὸς τὴν στράτευσιν, οὕτω φρονῶ ὅτι ἐκεῖνος ὅστις θὰ τὸ ψηφίσῃ, πρέπει νὰ τὸ ψηφίσῃ οὐχὶ ἐνδίδων εἰς κομματικὴν ἀνάγκην ἢ εἰς τὴν ἰδέαν συντηρήσεως Ὑπουργείου, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ ψηφίσῃ ἐκ πεποιθήσεως, φρονῶ, ὅτι προσήκει εἰς τὴν Πατρίδα τοιοῦτος νόμος. Ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλα νὰ δικαιολογήσω οὕτω τὴν ψῆφόν μου λέγων ὅτι ψηφίζω τὸ νόμον τοῦτον περὶ ἐφεδρείας, διότι τὸν εὑρίσκω συμπλήρωμα τῆς μονοετοῦς θετείας, διότι ὁ Τόπος πρέπει νὰ ὁπλισθῇ συντόνως, διότι πρέπει ὁ Τόπος νὰ ἀνδρωθῇ, καὶ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ νὰ ὑψωθῇ ὑπὲρ τὰ ἴδια καὶ τοπικὰ συμφέροντα εἰς τὰ γενικὰ τοῦ Ἔθνους, ἢ εἰς τὴν σφαῖραν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ψηφίζω, διότι τὸ νομοσχέδιον θεωρῶ συνταγματικόν, διότι θέλω τὴν χώραν παρεσκευασμένην καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἑτοίμην πρὸ τῶν ἀπροόπτων. Ψηφίζω, διότι τὸ βάρος θεωρῶ μικρὸν καὶ τὸν λαὸν μεγάλον ἵνα μὴ μετρήσῃ τὸ ἐλάχιστον τοῦτο βάρος τῆς ἀσκήσεως πρὸ τοῦ ἐκ ταύτης ὑψηλοῦ χρέους. Σεῖς δὲ συχνὰ ὁμιλοῦντες περὶ συμφέροντος τοῦ λαοῦ καὶ περὶ βαρῶν αὐτοῦ ἀδικεῖτε αὐτόν, φρονοῦντες ὅτι εἶναι ἀνάξιος τῶν πατέρων του, καὶ ἐν τοιούτοις θέμασι λέγοντες, ὅτι ὑπερασπίζετε τοῦ λαοῦ τὰ συμφέροντα, λησμονεῖτε καὶ καταπατεῖτε τοῦ Ἔθνους τὰ συμφέροντα.

§126ΡΑΛΛΗΣ. Δύω λέξεις. Νομίζω ὅτι, ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα, εἶναι ἐντελῶς ἁπλοῦν· ἂν ἡ ἑρμηνεία, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Ποταμιάνος, εἶναι ἡ ἀληθής, τότε δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ προσθέσωμεν ἐντὸς τοῦ ἄρθρου 15 εἰς τὴν αʹ. παράγραφον «πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ.»

§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ τοῦ ἀριθμοῦ, τῆς δυνάμεως.

§128ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς διεξεδικοῦμεν ὑπὲρ τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ κατ’ ἔτος. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εἴμεθα σύμφωνοι κατ’ ἀρχήν, πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ ἰδέα αὕτη.

§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠμπορεῖ τὸ ἄρθρον νὰ ἀρχίσῃ ὡς ἑξῆς «ὑπὸ τὸν ὅρον προηγουμένης ἀδείας τῆς Βουλῆς περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ ὑφισταμένης ἀνάγκης κτλ.»

§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ ἀριθμόν· ἐν τῷ ἄρθρῳ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναγραφῇ, χορηγεῖται δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ αὐξήσῃ ὅσον θέλει τὸν ἀριθμόν. Τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ ὡρισμένην δύναμιν ἀνδρῶν.

§131ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅτι ἡ δύναμις εἶναι ὁ ἀριθμὸς, τὸ μαρτυρεῖ τὸ Νομοσχέδιον τοῦ ἰδίου Πρωθυπουργοῦ. Τί λέγει; «ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ τρέχον ἔτος ὁρίζεται εἰς 30 χιλ.» Λοιπὸν ἡ δύναμις εἶναι χιλιάδες.

§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι εἶπον, ἐξηγῶν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου, βεβαίως εἶμαι καὶ ἕτοιμος νὰ τὸ ἐγγράψω ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, ἂν θεωρηθῇ τοῦτο ἀναγκαῖον. Ἐγὼ δὲν τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον, ἀλλ’ ἂν θεωρῆτε, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ καθιστᾷ βεβαιοτέραν τὴν ἔννοιαν ταύτην, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ἤδη πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀναγραφῆς. Θέλει ἀναγραφῆ ἡ διάταξις αὕτη ὡς ἐν τῷ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἀναγράφεται ἡ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως. Ὁ νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἐν μὲν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ ἀναγράφει τὴν κανονικὴν δύναμιν κατ’ ἀριθμὸν, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ ἀναγράφει τὴν ἔκτακτον δύναμιν διὰ παραπομπῆς εἰς νόμον. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον λέγει, ὅτι ἡ τακτικὴ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ ἔτος 1884 εἰς 30,000, ἡ δὲ δευτέρα, ὅτι αὔξησις τῆς δυνάμεως ταύτης ἐπιτρέπεται μόνον (ἀναγινώσκει)· «ἐν ταῖς περιστάσεσι ταῖς προβλεπομέναις ὑπὸ τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου καὶ κατὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ κεκανονισμένα». Ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο περιέχει ἀριθμὸν, δηλαδὴ πάντα τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον αἱ τάξεις αὗται, περὶ ὧν πραγματεύεται, περιέχουσι τοιουτοτρόπως καὶ ἐνταῦθα ἀριθμὸς εἶναι ὁ ἀποτελῶν τὰς δύω ἡλικίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ κληθῶσιν, ἀλλὰ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον δὲν δυνάμεθα νὰ καθορίσωμεν ἀκριβῶς, διότι δὲν τὸν γνωρίζομεν ἀκριβῶς. Ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων καὶ ἐξ ἐκείνου νὰ ἀναγράψωμεν τὸν ἀριθμὸν κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἀλλ’ ὀρθότερον εἶναι νὰ ἀναγράψωμεν τὴν δύναμιν, δηλαδὴ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ προστεθῶσιν αἱ δύω ἡλικίαι ἐν ταῖς περιστάσεσι ταῖς προβλεπομέναις ὑπὸ τοῦ νόμου.

§133ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1877 ἢ 1878 παρεδέχθη, καὶ τοῦτο δικαιολογεῖται ἐκ τῆς περιστάσεως τοῦ Καραλῆ–Δερβὲν, ἡ δι’ ἐφέδρων δηλαδὴ συμπλήρωσις τοῦ στρατοῦ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ ὁ ἐνιαυσίως παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφιζόμενος δὲν εἶναι πλήρης. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι μόνη ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ κατ’ ἔτος τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ λέγετε ὅτι κατὰ τὸ ζήτημα τῶν συνόρων περιέστημεν εἰς τὴν παράδοξον θέσιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐπίκηνται ἐχθροπραξίαι, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ βλέπωμεν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ νὰ ἀραιῶνται, χωρὶς οὐδὲν νὰ δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, καὶ τὴν ἐπανάληψιν τοῦ ἀτόπου τούτου ἠθελήσατε νὰ προλάβητε. Τοῦτο ἐννοοῦμεν νὰ τὸ δεχθῶμεν, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν νὰ τὸ ἀναγράψητε ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅπως δύναται πάντοτε ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμά της τὸ ἀναμφισβήτητον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιστάσεων νὰ τὸ διεκδικῇ.

§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον τὴν ἰδέαν μου, ἐξηγήσας, ὅτι θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐγγράψωμεν αὐτὴν ἐντὸς τοῦ ἄρθρου· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ εἷς μόνος βουλευτής, ζητῶν νὰ ἐγγραφῇ, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὴν ἐγγράψω, καί τοι τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν θεωρῶ τοῦτο ἀναγκαῖον. Ἡ ἔννοια εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ὁ ἐνιαύσιος νόμος, προσδιορίζων κατ’ ἀριθμὸν τὴν τακτικὴν δύναμιν, θὰ ἐπάγηται, ὅτι ἐν περιπτώσει ἐκτάκτου ἀνάγκης, δύναται νὰ προστεθῇ καὶ ἡ δύναμις δύω ἡλικιῶν. Τοῦτο θὰ ὁρίζῃ ὁ νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ κατόπιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 15, ὅπως ὁρίζει ἤδη, ὅτι εἰς τὴν τακτικὴν δύναμιν θέλει προστεθῇ καὶ πᾶσα ἡ δύναμις τῶν ἐφέδρων, ἥτις καλεῖται διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως.

§135ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τοιαύτην περίστασιν θὰ ἔχετε πάγιον νόμον ὁρίζοντα τὴν δύναμιν.

§136ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ συμβιβασθῇ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος πρὸς τὸν νόμον ὅστις κατ’ ἔτος ὁρίζει τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου οὕτω πως· Τὸ ἄρθρον 15 ἐπιτρέπει τὴν διατήρησιν τῶν μελλόντων νὰ ἀφυπηρετήσωσι καὶ τὴν πρόσκλησιν τῶν ἐφέδρων τῶν δύω τελευταίων σειρῶν ἐπὶ τρεῖς ἢ ἓξ μῆνας ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, τὸ δ’ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος ἀπαιτεῖ νὰ ὁρίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατ’ ἔτος ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, δηλαδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ δεχθῇ ὅπως διὰ τοῦ ἐτησίου νόμου προσδιορίζεται ἐκτὸς τῆς τακτικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νομοσχεδίου κλητέων ἀνδρῶν· ὁ ἀριθμὸς οὗτος θὰ προσδιορίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἔτος τοιοῦτος, ὥστε κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν νὰ περιλαμβάνεται ἡ σειρὰ τῶν ἤδη ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατῷ καὶ αἱ δύω τελευταῖαι σειραὶ τῶν ἐφέδρων, τὰς ὁποίας ἐνδέχεται νὰ καλέσῃ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑκάστοτε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὁποῖος ὁ ἀριθμὸς αὐτός. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐφαρμόζεται τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος.

§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ τοῦτο...

§138ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἰδέα μας εἶναι ὅτι δύναται ἡ δύναμις ἡ ψηφιζομένη κατ’ ἔτος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἦναι πλήρης καὶ σᾶς δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ καλέσητε πρὸς συμπλήρωσιν καὶ ἐξ ἐκείνων οἵτινες δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμνετε ὅ,τι θέλετε.

§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης λέγει τι ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς ὅσα εἴπομεν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ τὸ δεχθῶμεν, διότι λέγει, ὅτι δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῆς τακτικῆς δυνάμεως τὸν ἀριθμὸν τῶν δύω ἡλικιῶν· ὡς πρὸς δὲ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ πρέπει νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν περὶ τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς μητρῴοις. Τοῦτο βεβαίως δὲν δύναμαι ἢ νὰ τὸ δεχθῶ, διότι εἶναι σύμφωνον πρὸς ὅσα εἶπον, καὶ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.

§140ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν μία σπουδαία Βουλὴ νὰ ἀναγνωρίζῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς 30,000 νὰ τὰς ἀναβιβάζῃ εἰς 60,000 ἢ 80,000. Καὶ ὅταν ζητῆτε νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸν νόμον ἡ τροπολογία αὐτὴ, εἶναι ὡσὰν νὰ δίδητε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διπλασιάσῃ τὸν στρατὸν καὶ τὰς δαπάνας.

§141Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τί ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις; νὰ καλῇ δύω τάξεις ἐφέδρων καὶ νὰ κρατῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ἤδη ὑπηρετοῦντας ἐπὶ τρεῖς ἢ ἓξ μῆνας. Τοιοῦτον δικαίωμα ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ, διότι φρονῶ, ὅτι ὑπερβαίνει τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἡ μόνη ἰδέα, ἥτις ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη, ἀνταπεκρίθη πρὸς ἓν τῶν πολλῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν, διότι διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἔχῃ πλήρεις τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ζητεῖ παραπλήσιον τῆς ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου καταστάσεως. Λοιπὸν δικαίωμα τοιοῦτον δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ χορηγήσωμεν. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις δυναμένη κατά τι νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁσάκις νομίζει, ὅτι αἱ περιστάσεις τῇ ἐπιβάλλουσι τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ, νὰ τὴν προσδιορίζῃ ἑκάστοτε ῥητῶς εἰς τὸν ἐτήσιον νόμον, ἀναγράφουσα καὶ τὴν ἀνάλογον πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· διότι ὑποθέσατε, ὅτι τὰς 30,000 τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ θέλει νὰ τὰς αὐξήσῃ εἰς 40,000, καὶ τότε δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐφέδρων δύω ἡλικιῶν, ἀλλὰ μόνον τῆς νεωτέρας ἡλικίας· ἢ νομίζει, ὅτι ὁ ἐν εἰρήνῃ στρατὸς πρέπει νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰς 60,000, καὶ τότε τῇ ἐπιτρέπεται νὰ καλέσῃ καὶ τὰς δύω ἡλικίας, καὶ τοὺς ὑπηρετοῦντας νὰ κρατήσῃ ἐπὶ τρεῖς ἢ ἓξ μῆνας. Ἀλλὰ ἐκ τῶν προτέρων νὰ τῇ χορηγήσωμεν τὸ δικαίωμα, ὅπερ κέκτηται ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου, τὸ τοιοῦτον δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ τῇ χορηγήσωμεν. Ἀλλ’ ἐπειδή, ἐπαναλαμβάνω, ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀνεγράφη ἡ διάταξις τῆς ἐπιστρατείας ἢ τοῦ πολέμου, ἐπρόβλεψε περὶ ἐκτάκτου περιστάσεως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισεν, ὅτι εἰς τὸν ἐτήσιον νόμον ἔπρεπε νὰ φέρῃ καὶ τὴν διάταξιν αὐτήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ σήμερον εἰς μόνην τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως δὲν δυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν ὅ,τι δικαίωμα τῇ χορηγεῖται ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου, καὶ νὰ τῇ εἴπωμεν, ἐπιτρέπεται ἐν ὥρᾳ ἐκτάκτου ἀνάγκης νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15. Λοιπὸν ἡ διαφωνία εἶναι πληρεστάτη, διότι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λαμβάνῃ τὴν πρόνοιαν ὅσης δυνάμεως ἔχει ἀνάγκην, καὶ νὰ προσδιορίζῃ ῥητῶς καὶ ἐκ τῶν προτέρων τὸν ἀριθμόν.

§142ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ παραχωρήσεων ὡσανεὶ πρόκειται νὰ ἔλθωμεν εἰς συμβιβασμόν· ἡμεῖς δὲν σκεπτόμεθα περὶ τούτου. Ὅταν μᾶς ζητῇ εἷς ἐκ τῶν βουλευτῶν νὰ ἐγγράψωμεν εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὸ ἐγγράψωμεν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ ὑπερψηφίσῃ, ἐὰν ἐγγράψωμεν ὅ,τι εἴπομεν. Ἐὰν ὁ τρόπος, καθ’ ὃν προτείνομεν τὴν ἐγγραφὴν ταύτην, δεικνύῃ ὅτι δὲν εἴμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀποδεχθῇ, τότε βεβαίως δὲν θέλει ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν του ὅτι θέλει ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου, ὅταν ἀναγραφῇ τὸ παρ’ αὐτοῦ ῥηθέν. Ἡμεῖς ἐννοεῖται, ὅτι εἴμεθα προθυμότατοι νὰ ἀναγράψωμεν τοῦτο. Περὶ συμβιβασμοῦ εἶπον ὅτι δὲν πρόκειται, οὔτε περὶ ἀμοιβαίων παραχωρήσεων, ἀλλὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἐγγράψω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅ,τι εἶπον. Ὁ κ. Ράλλης ἐνόησε τὰ παρ’ ἐμοῦ ρηθέντα οὐχὶ ἀκριβῶς ὅπως τὰ ἐξέθεσα. Ὁ κ. Ράλλης ἐνόμισεν, ὅτι ἀφορῶμεν μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς διατηρήσεως ἐν τῷ στρατῷ τῶν ἀφυπηρετούντων, ἐνῷ ἀφορῶμεν καὶ εἰς τὴν πρόσκλησιν δύω ἡλικιῶν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπεν ὅτι παραδέχεται καὶ τὴν ἄλλην ἰδέαν τῆς προσκλήσεως τῶν δύω ἡλικιῶν, καθοριζομένην εἰς 12,000. Εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἐν τῷ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἐγγραφῇ, ὅπως ὑποστηρίζει, ὁ ἀριθμὸς, ὅστις δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 12,000 ἐπὶ τῶν δύω ἡλικιῶν, εἶναι πρόθυμος νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου.

§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἐγένετο δεκτὸν ὅ,τι εἶχε προταθῆ.

§144ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὥστε δὲν εἶσθε ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐξεφράσατε; Ὑμεῖς εἴπατε ὅτι τὸ παραδέχεσθε, ἀρκεῖ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ ἄρθρον (θόρυβος).

§145ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι αὐτό· εἶπον ὅτι εἰμπορούσατε νὰ συμβιβασθῆτε.

§146ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συμβιβασμοῦ· ὁ ἀριθμὸς, ὅστις ἐξάγεται ἐκ τῶν βιβλίων, εἶναι 12,000, ὥστε τὴν ἐγγραφὴν αὐτοῦ παραδεχόμεθα.

§147ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε νὰ ἔλθωμεν εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ στρατολογικοῦ νόμου διὰ τὸ ἔτος αὐτό. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ 40,000 ἄνδρας καὶ τὴν πίστωσιν καὶ δηλόνω ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἐγκρίνει τὴν τροπολογίαν μου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀποσύρω.

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον· κηρύττεται περαιωθεῖσα ἡ συζήτησις. Προηγεῖται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φιλαρέτου.

§149ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Φιλάρετος δὲν θὰ ἐπιμένῃ νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία του, διότι ἡ διάταξις, ἣν προτείνει, ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἑπομένως καὶ μὴ ψηφιζομένη ὑφίσταται, προτείνει δὲ ὁ κ. Φιλάρετος ἵνα περιορισθῶμεν εἰς τὰ κείμενα, συμφωνεῖ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες θὰ καταψηφίσωσι τὸ ἄρθρον.

§150ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. (θόρυβος). Ζητῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ σημειώσητε τὸν ἀριθμὸν 12,000.

§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι εὐθὺς ὡς εἷς βουλευτὴς ζητήσῃ νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅ,τι εἶπον εἰς ἐξήγησιν αὐτοῦ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ ἐγγράψω.

§152ΣΤΑΪΚΟΣ. Νὰ ἐγγραφῇ, κύριε Πρόεδρε.

§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἔχῃ οὕτω τὸ ἄρθρον· «Ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς προηγουμένης ἀναγραφῆς τοῦ προσθέτου ἀριθμοῦ ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ ὑφισταμένης ἐκτάκτου ἀνάγκης ἐπιτρέπεται» καὶ τὰ λοιπὰ ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ κειμένῳ.

§154ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπιμένω νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ τροπολογία μου, διότι ὁ νόμος τοῦ 1882 προβλέπει περὶ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου.

§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλαρέτου, ἥτις εἶναι γνωστή, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν.

§156ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ ἐρωτήσητε περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τοῦ ἄρθρου ὡς ἀντισυνταγματικοῦ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· (ἐγείρονταί τινες ἐξ ἀριστερῶν).

§157ΜΙΛΗΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ προτάσεις αἱ γενόμεναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅταν ἡ Βουλὴ συναινῇ, τίθενται εἰς ψηφοφορίαν. Παρετήρησα μόνον, ὅτι οἴκοθεν ἐκ τῶν καθηκόντων τοῦ Προέδρου δὲν εἶναι νὰ θέσῃ ζήτημα ἀπαραδέκτου, διότι ὁ ἡμέτερος Κανονισμὸς δὲν ἔχει τὸ ἀπαράδεκτον ὅπως τὸ ἔχουσι πολλοὶ κανονισμοί. Ὅταν ὅμως ἡ Βουλὴ ζητεῖ νὰ τεθῇ ζήτημα ἀπαραδέκτου, βεβαίως τίθεται. Λοιπὸν τίθεται τὸ ζήτημα ὡς ἑξῆς· Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 15, ὅπως συνεπληρώθη... (θόρυβος).

§159ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ἀναγνώσητε, παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον, ὡς συνεπληρώθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη).

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. (Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἰωάννης Μοσχοβάκης Χαρ. Τζανετάκης Ν
Νικόλαος Στεφανίδης ΟΠολυμέρης Ζαρίμπας Ν
Ἰω. Μεσσηνέζης Χριστόδ. Σπεριάδης Ο
Κωνστ. Θεοδώρου ΟΝικόλ. Κατσικαπῆς
Κ. Μωραΐτίνης ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
Δημήτρ. Οἰκονομίδης ΝΝ. Παπαμιχαλόπουλος
Λεων. Καρυστινάκης ΟΠαναγ. Ῥίτσος Ο
Μιχ. Καΐρης Ὀρφανὸς Ἰω. Καπιτσίνης Ο
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΝἈντ. Μήτσας Ν
Λεωνίδας Ζωγράφος ΝΓεώργ. Μίλησης Ν
Σωτήρ. Δανόπουλος ΟΔημ. Χατζόπουλος
Γεώγ. Τσώκρης ΟΓεώργ. Ζηνόπουλος Ν
Κωνστ. Καραπάνος ΟΝικόλ. Δ. Ζῶτος Ν
Γεώργ. Παχὺς ΟΔημ. Βουλπιώτης Ο
Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΝΜιχ. Ἰατρίδης Ν
Δημήτριος Ῥάλλης ΝΚωνστ. Λομβάρδος Ο
Παῦλος Καλλιγᾶς ΟΦρειδερῖκος Καρὲρ Ο
Δημ. Μουτσόπουλος ΟἈναστ. Λούντζης Ο
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝῬοβέρτος Ῥώμας
Ἀντών. Ζυγομαλᾶς ΝἈλέξ. Καραμπίνης
Ν. Λεβίδης ΝΣτέφ. Στεφανόπουλος Ο
Ρόκος Χοϊδᾶς ΝἈνδρ. Αὐγερινὸς
Α. Στράτος ΝΘεμ. Δαραλέξης
Κωνστ. Στράτος ΟΔημοσθ. Δόγκας Ο
Ἰωάννης Καρτάλης ΟἈναγν. Δαλιάνης Ο
Νικόλ. Γεωργιάδης ΟΓεώργ. Κρεστενίτης Ν
Γεώργ. Φιλάρετος ΝΔιομ. Διαμάντης Ν
Ἱερώνυμος Κασαβέτης ΟἘπαμ. Α. Δημητρίου
Νικόλ. Κουκουσλῆς Σπυρ. Κουκούλεζας Ο
Ἀπόστ. Φρόνιμος ΟΝικόλ. Δ. Νομικὸς Ο
Κωνστ. Γρίβας ΟἈριστομ. Βαλέττας Ο
Τατσέλος Μαυρομμάτης ΝΔ. Γαβαλᾶς
Ἀντ. Βάλβης ΟΔημοσθένης Στάϊκος Ο
Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης ΝΒαρβαῤῥῖγος Πήλικας Ο
Ἀθαν. Βαλαβάνης ΟΧρῆστος Σολιώτης Ο
Θεόδ. Δηλιγιάννης ΝΣωτ. Ν. Πετιμεζᾶς
Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝἈλέξ. Φωτήλας Ο
Ἠλ. Παλαμήδης Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς
Κ. Μαντζουράνης ΝΝεοκλῆς Πετιμεζᾶς
Πέτρος Πετροπουλάκης Δημ. Τσαχτσήρης Ο
Ἀλκ. Μάνδαλος ΟἈναστ. Σεγιώτης Ο
Π. Λεβέντης ΟΚωνστ. Κωνσταντόπουλος
Περικλῆς Πεῤῥωτῆς ΝἨλ. Κοσσονάκος Ο
Κωνστ. Φλέσσας ΟἈθ. Κατριβάνος Ν
Δημ. Τζάννες ΟΒασίλ. Βούτουνας
Δημ. Κάρτσωνας Στέφ. Δραγούμης Ο
Σπυρ. Καραϊσκάκης ΝΝ. Φιλάρετος Ν
Δημ. Τερτίπης ΟΓεώργ. Σταμούλης Ο
Ἀπόστ. Βασαρδάνης ΟΣπυρ. Ἁλαμάνος Ν
Λεων. Κοκορῖκος Κ. Βασιλάκης
Γεώργ. Φραγκίδης ΟΛεων. Δεληγεώργης
Τιμολ. Ἀδαμόπουλος ΟΧαρίλ. Τρικούπης Ο
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΟἘπαμ. Μπέλιας
Γεώργ. Παπαγεωργίου ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ο
Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς ΟΣπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν
Νικόλ. Παπανικολάου ΟΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
Νικόλ. Μπαλάφας ΟἈνδρ. Πρεζάνης Ο
Γεώργ. Κόρπας ΟἈντ. Μάτσας Ο
Ἀνδρ. Ἱερομνήμων ΝΜιλτ. Βαρότσης Ο
Δημ. Κουρκουμέλης Ὄθων Μαῦρος
Ἀθ. Παραμυθιώτης Μιχ. Δαμιράλης Ν
Ν. Βασιλάκης ΟΔημ. Δεσποταῖος
Δημ. Τουρνάκης ΟΝικόλ. Γ. Καλαντζόπουλος Ο
Σπυρίδ. Νοταρᾶς ΟΝικόλ. Φαρμάκης
Φώτ. Κανελλόπουλος ΟἨλ. Ποταμιάνος Ο
Δημ. Σταυρόπουλος ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
Παναγ. Ντετάκης ΟΤηλέμαχος Ῥούκης
Νικόλ. Βαλσαμάκης ΟἈλέξ. Πετσάλης Ο
Ἀνδρ. Μεταξᾶς ΟΛεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης
Σπ. Μοντεσάντος Μπουλελᾶς
Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝΞανθὸς Πικουλάκης Ο
Σπυρ. Κοντολέων ΟἈντ. Μαυρομιχάλης Ν
Κοσμᾶς Πανάρετος ΝΛεων. Καπετανάκης
Στυλ. Κασιμάτης ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ο
Κ. Χατζηπαναγιώτης ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος Ν
Σωκρ. Τζιβανόπουλος ΟΖ. Ζαρσιφόπουλος
Ἀντ. Καρδαρᾶς ΟἈναστ. Λ. Νικοκάβουρας Ο
Κωνστ. Σαλταφέρος ΝΠ. Κωνσταντᾶς Ν
Δημ. Δημητρακάκης ΝΔ. Μεταλλινὸς
Μελέτ. Ῥουσσόπουλος ΟΠαναγ. Ἰακωβάτος
Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Νικόλ. Μεταξᾶς Ν
Περικλῆς Παπαδόπουλος ΟΕ. Ἀρδαβάνης
Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟΝικόλαος Κάγκας Ο
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟὈδ. Πετρόπουλος Ο
Κωνστ. Ἰσχύμαχος ΟἨλ. Παπαηλιόπουλος Ο
Χαλήλ Δερβὶς βέης Ἀνδρ. Μαρλᾶς
Σερίφ-βέης ΟΓεώργ. Παπαστάμος
Ἰω. Γεωργαντᾶς ΟΓεώργιος Ῥοῦφος
Λάζ. Παπασταθόπουλος ΝἈγγελῆς Ῥοῦφος
Γεώρ. Λάππας Περικλῆς Καλαμογδάρτης
Π. Μπογδάνος ΟἈριστομ. Κοντογούρης Ν
Σπυρ. Βαλαωρίτης ΟΝικόλ. Κουμανιώτης
Ξενοφῶν Βαλαωρίτης ΟἈνδρ. Ῥηγόπουλος Ν
Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟΔημήτρ. Τριγγέτας Ν
Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς ΟἈθαν. Μισυρλῆς Ο
Δημ. Παπαλουκᾶς Π. Τριγγέτας Ν
Φίλ. Βάρβογλης ΝΕὐάγγελος Ἀντύπας Ο
Ἰω. Στεφανόπουλος ΝΓεώργ. Φλωριᾶς
Παναγ. Κ. Μανέτας Ἀναστ. Ζερβὸς
Δημ. Ζέγγελης ΟἸω. Ἀστεριάδης
Κωνστ. Βελισσάριος ΟΝικόλ. Βλαχόπουλος Ο
Δημ. Π. Γουδῆς ΟΚωνστ. Διαλέτης Ο
Γεώργ. Δ. Λεωνίδας Χριστόδ. Λ. Δουζίνας
Στέφανος Σκουλούδης Ἀντ. Α. Ἀντωνιάδης Ο
Ἰω. Γρυπάρης ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
Ἀντ. Πετρίτσης ΟἈθαν. Ζαφειριάδης Ο
Κωνστ. Κατσάκος Γεώργ. Δ. Βούλγαρης Ο
Δημ. Παρασκευᾶς Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς Ν
Κωνσ. Κοττίκας Θεόδ. Ν. Γκίκας
Χ. Ῥίγγας ΟΠέτρος Σκουμπουρδῆς
Στάμος Νάζος Κομνᾶς Τράκας
Πέτρος Μωραϊτίνης ΟἈθ. Κέφαλος Ο
Ἰω. Ζαλλώνης Ἰω. Καλαμάρας Ν
Ἀλέξ. Χατζηπέτρος ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
Νικόλ. Στουρνάρας ΟΘ. Φλογαΐτης
Ν. Ταρμπάζης Β. Βουδούρης Ο
Ἀχιλ. Τακιατζῆς ΟΔ. Κριεζώτης
Δημ. Ἀντωναρόπουλος ΝἈλέξ. Οἰκονόμου
Εὐστ. Κοκέβης ΟΚ. Παπανικολῆς
Σωτ. Σωτηρόπουλος ΝΘ. Κανάρης Ο
Δημ. Παπατσώρης Ο

§161ΡΑΛΛΗΣ. Ἔληξεν ἡ ψηφοφορία, κ. Πρόεδρε;

§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§163ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ τῆς διαλογῆς σᾶς παρακαλῶ τὸν λόγον.

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἡ διαλογή.

§165ΡΑΛΛΗΣ. Δηλῶ, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ τῆς προτάσεως ἐψήφισα ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ πρότασις, δὲν ἔχει οὐδὲν τὸ ἀντισυνταγματικόν. Μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι νίκη τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις ἡττήθη κατὰ κράτος, ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ ὅλας τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπεβάλομεν (θόρυβος). Ἐδέχθη τὸν ὅρον τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ἀριθμοῦ ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ, ὥστε δὲν ὑπάρχει οὐδὲν τὸ ἀντισυνταγματικόν.

§166Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Διωρθώθη ἡ διάταξις καὶ ἀπὸ ἀντισυνταγματικῆς ἐγένετο συνταγματικὴ διὰ τῆς ἐπιμονῆς τῆς ἰδικῆς μας.

§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐν συνόλῳ ἐψήφισαν 173· 119 εἶπον ὄχι καὶ 54 εἶπον ναί· ὥστε ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου ἀπεῤῥίφθη.

§168ΣΤΑΪΚΟΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ράλλη νομίζω, ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ ἀναγγελία τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας.

§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ.μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
2τῆς 1 Μαρτίου 1884.
3(Πέμπτη)
4(Ὥρᾳ 4 Μ. Μ.)
5(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑ-
6ρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρα-
7κτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν
8ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
9§1ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δημολογιστὴς Πατρῶν κ. Πανα-
10γιώτης Καραμεσίνης, ὑπηρετήσας ἐντίμως ἐπὶ τεσσαρα-
11κονταετίαν, ἔστειλεν ἐσχάτως ἔντυπον ἀναφορὰν εἰς τὸν
12κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως φρον-
13τίσῃ περὶ τῆς συντάξεώς του. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυ-
14βέρνησιν, ὅπως λάβῃ περὶ τούτου πρόνοιαν.
15§2ΤΖΑΝΕΣ. Τῶν ἐπιτηδείων τὸ σύστημα εἶναι νὰ κύ-
16πτωσι τὸν αὐχένα ἐνώπιον τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἐνώπιον
17ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἵστανται εἰς τὰ ὕψιστα τῆς Πολιτείας
18ἀξιώματα. Τοιούτους ἐπιτηδείους πολλοὺς ἔχουσι τὰ
19Ὑπουργεῖα καὶ ἰδίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν
20καὶ ἰδιαίτατα τὸ Τμῆμα τὸ τελωνειακόν. Δὲν ὑπέπεσε,
21φαίνεται, ὑπὸ τὰς αἰσθήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰ-
22κονομικῶν ὑπουργοῦ οὔτε ὁ θρασὺς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον
23δέχεται ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματος ἐκείνου.
24§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;
25§4ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ σᾶς τὸν ὀνομάσω. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν
26νὰ μὲ δέχεται ὡς βουλευτὴν αὐτὸς, ἀλλ’ ὡς πολίτην ἁ-
27πλοῦν καὶ νὰ μὲ ἀκούῃ. Πρὸ δύω μηνῶν διεβιβάσθη εἰς
28τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰ, ἥτις, ἀφοῦ ἔ-
29καμε τὸν κύκλον αὐτῆς, κατήντησεν εἰς τὸ τελωνειακὸν
30Τμῆμα. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἤγειρε παράπονα ἐκ μέρους
31τῶν οἰνοπνευματοπωλῶν τῶν Καλαμῶν, καὶ δι’ αὐτῆς
32ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν Κυβέρνησιν σκέψεις περὶ τῆς βελ-
33τιώσεως τῆς κακῆς, κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἀναφερομένων,
34φορολογίας ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἡ ἀναφορὰ μάλιστα
35αὕτη ἐπέμενεν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει
36ἐπ’ αὐτῆς νὰ σκεφθῇ, διότι ἠδύναντο νὰ προκύψωσι ζη-
37μίαι εἰς τὸ Δημόσιον, συνάμα δὲ οἱ ἐργοστασιάρχαι Κα-
38λαμῶν παρεπονοῦντο, ὅτι φορολογοῦνται κακῶς, διότι τὸ
39ποσὸν τῆς ὀκάδος ἐξελαμβάνετο ἄλλως παρὰ τῆς Κυ-
40βερνήσεως. Διὰ τὴν ἀναφορὰν ταύτην δεκάκις ἀνῆλθον
41τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἤδη μάλιστα ἐν τῇ
42καταστάσει εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι, μόλις πρὸ τριῶν
43ἡμερῶν ἐγερθεὶς ἀπὸ τῆς στρωμνῆς. Προσῆλθον εἰς ἕνα
44τῶν ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται εἰς τὸ Τμῆμα τὸ
45εἰδικόν, καὶ αὐτὸς μοὶ εἶπεν ὅτι ἡ ἀναφορὰ θὰ σταλῇ εἰς
46ἐπιστημονικὴν Ἐπιτροπὴν, τοῦτο μοὶ εἶπε καὶ πρὸ ἡμε-
47ρῶν ἀκόμη 20. Τέλος πάντων σήμερον λέγω, δὲν ὑποβάλ-
48λεται ἐκείνη ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν Ἐπιτρο-
49πήν, ἵνα ἴδωσι καὶ οἱ ἐργοστασιάρχαι ἐν Καλάμαις τί
50ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσιν; ὁ ὑπάλληλος μετὰ ψυχρότητος
51μᾶς εἶπεν, ὅτι ἁρμόδιος εἶναι ὁ κ. Κάββας. Προσέρχομαι
52λοιπὸν ἐνώπιον ἐκείνου τοῦ Κορύβαντος, ὁ ὁποῖος ὅσῳ κλίνει
53τὸν αὐχένα ἐνώπιον τῶν Ὑπουργῶν, τόσῳ τὸν ὑψοῖ ἐνώπιον
54παντὸς πολίτου—διότι ὁ τρόπος οὗτος εἶναι ὁ τρόπος τῶν
55ἐπιτηδείων—καὶ μοὶ λέγει θὰ τὴν ἴδωμεν, πάσχει ὁ κ.
56Βουγιούκας καὶ τὸν μετέλαβον τῶν ἀχράντων μυστη-
57ρίων, καὶ ὡς ἂν ἤμουν παιδὶ ἐζήτει νὰ μὲ περιπαίξῃ.
58Εἶπον ὅτι πολὺ κακὰ κάμνετε νὰ μὴ ἐπισπεύδητε τὴν
59ἐνέργειαν ἐπὶ τοιαύτης ἀναφορᾶς, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπολαν-
60θάνουσι μεγάλαι τοῦ Δημοσίου ζημίαι, τίς οἶδε τί θέλου-
61σιν εἴπει τὰ δικαστήρια, ἂν οἱ ἐργοστασιάρχαι Καλαμῶν,
62νομίζοντες ὅτι ἀδικοῦνται, εἰσαγάγωσιν ἀγωγάς· καὶ τὸ
63δίκαιον εἶναι ἀκοίμητον, καὶ ἂν νόμοι καὶ διατάγματα
64ἀντίκηνται εἰς αὐτὸ, τὸ δίκαιον δὲν ἀλλοιοῦται. Εἰς τὰς
65ἐπερωτήσεις εἶμαι φειδωλὸς, διότι θεωρῶ ἐγκλήσεις κατὰ
66τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἐπερωτήσεις· ἀλλὰ σήμερον εἶμαι
67ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
68κῶν ὑπουργὸν νὰ καλέσῃ τὸν κύριον ἐκεῖνον νὰ ὑποβάλῃ
69τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν Ἐπιτροπὴν, ἢ ἂν
70ἡ Κυβέρνησις ἀνεύρῃ, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι ἀναξία
71νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, νὰ δώσῃ ἀπάντησιν πρὸς 25 ἐργο-
72στασιάρχας ἐν Καλάμαις, καὶ πρὸς ξένους μάλιστα, διότι
73ὁ κ. Τζὰν, ὁ ὑπογεγραμμένος εἰς τὴν ἀναφορὰν, εἶναι Γερ-
74μανὸς ἐμπορευόμενος καὶ ζῶν ἐν Καλάμαις.
75Τὴν παράκλησιν ταύτην εἶχον νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν
76κ. Ὑπουργὸν, ὃν παρακαλῶ ἐπίσης νὰ συστήσῃ πρὸς τὸν
77ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὅστις πάντοτε οὐχὶ πρὸς βουλευτὰς—
78διότι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὑπάρξῃ διάκρισις μεταξὺ βου-
79λευτῶν καὶ μὴ—ἀλλὰ πρὸς πάντα πολίτην φέρεται ἀνοι-
80κείως· ὀφείλει νὰ δέχεται πάντας εὐπρεπῶς, διότι ἡ Πο-
81λιτεία τὸν τρέφει. Ὀφείλει νὰ δέχητε πάντα πολίτην
82εὐπρεπῶς καὶ νὰ δίδῃ τὰς ἀποχρώσας πληροφορίας, καὶ
83νὰ μὴ στρέφῃ τὸ πρόσωπον πρὸς τοὺς προσερχομένους,
84πρὸς τοὺς ὁποίους ὀφείλει σεβασμὸν καὶ ἐκτίμησιν ἐκ
85καθήκοντος κοινωνικοῦ καὶ ὑπηρεσιακοῦ.
86§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
87ταξιν. Ἄρθρον 10 τοῦ Νομοσχεδίου.
88(Ἀναγινώσκεται.)
89§6ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι οἱ ἔφεδροι
90ἀπολαμβάνουν ἀπὸ τῆς προσελεύσεώς των τὰς εἰς τὸν
91στρατὸν ὡρισμένας ἀποζημιώσεις καὶ τὴν δι’ αὐτὸν κε-
92κανονισμένην μισθοτροφοδοσίαν. Ἕτερον ἄρθρον τοῦ Νο-
93μοσχεδίου λέγει, ὅτι οἱ ἔφεδροι προσερχόμενοι κατατάσ-
94σονται εἰς τὰ σώματα εἰς τὰ ὁποῖα προϋπηρέτησαν
95ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ. Ἐρωτῶ, ἡ μισθοδοσία τῶν ἐφέ-
96δρων τῶν προσερχομένων δι’ ἀσκήσεις θὰ ἦναι ἡ τῶν
97διαφόρων σωμάτων εἰς ἃ κατατάσσονται, ἑπομένως οἱ
98εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα κατατασσόμενοι ἔφεδροι θὰ ἀ-
99πολαμβάνωσι καὶ τὰς ἀμοιβὰς τὰς προσθέτους, οἱ δὲ κα-
100τατασσόμενοι εἰς τὰ εὐζωνικὰ σώματα, θ’ ἀπολαμβά-
101νουν κατὰ τὸν χρόνον τῶν ἀσκήσεων τὸν μισθὸν, ὅστις
102ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου διὰ τοὺς εὐζώνους; Παρακαλῶ
103πρὸς τούτοις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ
104ἐξηγήσῃ ἡμῖν τί θὰ γίνεται περὶ τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξό-
105δων τῶν ἐφέδρων. Δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας θὰ
106προσκαλῶνται εἰς ἀσκήσεις κατ’ ἔτος 10, καὶ 20 χι-
107λιάδες ἐφέδρων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἀπὸ τὰ ἀπώτατα
108σημεῖα τοῦ Κράτους, πρέπει δὲ νὰ προσέρχωνται ὅσον
109τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἑπομένως διὰ τῶν ταχυτέρων μέ-
110σων τῆς συγκοινωνίας καὶ διὰ νὰ συγκεντρῶνται ταχέως
111καὶ διὰ νὰ συντομεύεται ὁ χρόνος τῆς διακοπῆς τῶν ἐρ-
112γασιῶν τῶν πολιτῶν. Ἐρωτῶ λοιπὸν, οἱ ἔφεδροι θὰ προσέρ-
113χωνται ἰδίᾳ δαπάνῃ εἰς τὰ διάφορα σημεῖα τῶν ἀσκή-
114σεων; π. χ. ὁ Εὐρυτὰν προσκληθεὶς, ν’ ἀσκηθῇ, θὰ ὑπο-
115βληθῇ εἰς ὅλην τὴν δαπάνην τῆς μεταβάσεως ἀπὸ τῆς
116Εὐρυτανίας μέχρι Μεσολογγίου καὶ ἐκεῖθεν μέχρι Ἀ-
117θηνῶν διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου; Διὰ τοὺς στρατιώτας τοῦ
118ἐνεργοῦ στρατοῦ ὁ νόμος προεῖδεν, ἀλλ’ ἂν δὲν ἐπεκταθῇ
119καὶ ἐπὶ τῶν ἐφέδρων διὰ τοῦ Νομοσχεδίου, ἐννοεῖται ὅτι
120δὲν θὰ ἰσχύῃ· πρέπει λοιπὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κύριος Ὑ-
121πουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἂν θὰ βαρύνουν τὸ Δημό-
122σιον αἱ δαπάναι ἐκεῖναι καὶ ἂν θὰ περιληφθῶσιν εἰς τὰς
123πιστώσεις, τὰς ἀναγραφείσας εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν
124διὰ τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἐφεδρείας.
125§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐρωτᾷ πρῶτον, ἂν οἱ
126ἔφεδροι θὰ λαμβάνωσιν ὁμοιόμορφόν τινα μισθὸν ἅπαντες,
127ἢ ἂν θὰ λαμβάνωσι τὰ χορηγήματα τοῦ σώματος ἢ τοῦ
128ὅπλου, εἰς ὃ κατετάχθησαν. Ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι θὰ
129λαμβάνωσι τὰ χορηγήματα τοῦ σώματος ἢ τοῦ ὅπλου,
130εἰς ὃ κατετάχθησαν.
131Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν ἐρώτησιν παρατηρῶ, ὅτι τὸ ἄρ-
132θρον 7 τοῦ Νομοσχεδίου ὁρίζει, ὅτι οἱ ἔφεδροι μεταβαί-
133νουσιν εἰς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, παρ’ αὐτῶν δὲ ἀπο-
134στέλλονται εἰς τὰ σώματα. Ἑπομένως ἡ εἰς τὰ Στρα-
135τολογικὰ Γραφεῖα μετάβασις βαρύνει αὐτούς· ἀπὸ τῆς
136ἐμφανίσεως ὅμως εἰς τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα θεωροῦν-
137ται κατατεταγμένοι, καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης πᾶν
138ἔξοδον ὁδοιπορικὸν βαρύνει τὸ Δημόσιον.
139§8ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅταν ἀπολύωνται;
140§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ γίνηται ὅ,τι καὶ περὶ τῶν ἄλ-
141λων.
142§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 παρα-
143καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
144Βουλὴ παρεδέχθη.
145(Κατόπιν ἡ Βουλὴ ἐδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὸ
146ἄρθρον 11).
147§11ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκει).
148§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τού-
149του, ὡς καὶ τοῦ ἑπομένου,—διότι ἀμφότερα εἶναι συναφῆ,—
150ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν· ἰδίᾳ ἐξεφράσθη-
151σαν ἐνδοιασμοὶ ὡς πρὸς τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν θέλουσιν
152ὁρισθῆ πιστοποιητικά. Ἐφοβήθησάν τινες μήπως τῶν
153πιστοποιητικῶν τούτων γείνῃ χρῆσις πρὸς πίεσιν μερο-
154ληπτικήν. Ἐπίσης ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ διάκρι-
155σις τῶν ἐφέδρων εἰς εὐπόρους καὶ μὴ εὐπόρους ἔχει τι
156τὸ προσκροῦον εἰς τὴν ἰσότητα, καὶ ἕνεκα τούτου διά-
157φοροι προτάσεις ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ
158ὑποχρεῶνται οἱ ἔφεδροι νὰ προμηθεύωνται ἐξ ἰδίων τὰ
159τῆς ἐνδυμασίας αὑτῶν, ἀλλ’ ἀφεθῇ εἰς τὴν διάκρισιν αὐ-
160τῶν, ἵνα ὅσοι θεωρῶσιν, ὅτι ἔχουσιν ἱκανὰ τὰ μέσα, προ-
161μηθεύωνται αὐτὰ ἰδίοις ἀναλώμασι, καίτοι κατὰ τὸν νό-
162μον ἔχουσι δικαίωμα νὰ προμηθευθῶσιν αὐτὰ δωρεὰν ἐκ
163τῶν δημοσίων ἀποθηκῶν. Ταύτην τὴν λύσιν δὲν θεωρῶ
164ὀρθήν· διότι, ἂν ὁ νόμος ὁρίσῃ, ὅτι εἰς τὸν εὔπορον δίδε-
165ται ἡ στολή, οὗτος καὶ εὔπορος ὤν, ὀφείλει νὰ δεχθῇ
166αὐτήν, οὐδὲ εἶναι πρέπον νὰ τὴν προμηθευθῇ ἐξ ἰδίων,
167ὡσανεὶ ποιούμενος δωρεὰν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀντιθέτως
168πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα· νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον 12 ὡς
169ἔχει, νὰ ἐπέλθῃ δὲ τροποποίησις εἰς τὸ ἑπόμενον, τουτέ-
170στιν ἕκαστος νὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποκτᾷ τὴν στο-
171λὴν ἰδίαις δαπάναις, ἀλλ’ ἂν ὁ ἔφεδρος θεωρῇ, ὅτι τὰ
172μέσα του δὲν τῷ ἐπιτρέπουσι ν’ ἀποκτήσῃ αὐτὴν ἐξ ἰ-
173δίων, νὰ τὴν λαμβάνῃ δωρεὰν ἐκ τῆς ἀποθήκης τοῦ
174Δημοσίου ἐπὶ ἐπιστροφῇ· ἵν’ ἀπαλλαγῇ δὲ ἀπὸ τῆς ὑπο-
175χρεώσεως νὰ φέρῃ πιστοποιητικὸν, δυνάμεθα νὰ συντά-
176ξωμεν τὸ ἄρθρον ἄλλως, περιοριζόμενοι εἰς τὴν ἀπαίτησιν
177ὑποβολῆς ἐγγράφου αἰτήσεως παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἐφέδρου.
178Κατὰ ταῦτα τὸ ἄρθρον 12 θὰ μείνῃ ὡς ἔχει, τὸ δὲ ἄρ-
179θρον 13 θὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς· «Τὰ κατὰ τὸ προη-
180γούμενον ἄρθρον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὁρισθησό-
181μενα εἴδη ἱματισμοῦ χορηγοῦνται δωρεάν, ἀλλ’ ἐπὶ ἐπι-
182στροφῇ κατὰ τὴν λῆξιν τῶν ἀσκήσεων, εἰς τοὺς ἐφέδρους,
183οἵτινες ἤθελον ὑποβάλει ἔγγραφον περὶ τούτου αἴ-
184τησιν».
185§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρ. 12 ὡς ἔχει,
186παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
187Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
188Ἄρθρ. 13. (Ἀναγινώσκεται). «Τὰ κατὰ τὸ προηγούμε-
189νον ἄρθρον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὡρισθησόμενα εἴ-
190δη ἱματισμοῦ χορηγοῦνται δωρεάν, ἀλλ’ ἐπὶ ἐπιστροφῇ
191κατὰ τὴν λῆξιν τῶν ἀσκήσεων εἰς τοὺς ἐφέδρους, οἵτινες
192ἤθελον ὑποβάλει ἔγγραφον περὶ τούτου αἴτησιν ἐπὶ ἁ-
193πλοῦ χάρτου». Τὰ λοιπὰ τοῦ κειμένου ἀπαλείφον-
194ται.
195§14Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ στρατιώτης δὲν δύναται
196νὰ κάμῃ ἀναφοράν.
197§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκόμη στρατιώτης; τὸ ἐπι-
198τρέπει ὁ νόμος ἐνταῦθα.
199§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώ-
200σθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότε-
201ροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
202(Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ 14 ἄρθρον).
203§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 15.
204§18Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πέρυσι, συζητουμένου τοῦ Προϋπολο-
205γισμοῦ τοῦ ἔτους 1883 καὶ ἐξηγῶν τὴν ἐμὴν ψῆφον, ἔλε-
206γον τὴν 18 Φεβρουαρίου τὰ ἑξῆς:
207«Ἐνόσῳ δὲ ἔχουσιν, ὡς ἔχουσι, τὰ ἐν τῇ Βουλῇ, μὴ
208«θέλων νὰ καταταχθῶ στρατιώτης προσωπικοῦ κόμμα-
209«τος, θὰ ἐξακολουθήσω ψηφοφορῶν ἀναλόγως τῶν ἑκά-
210«στοτε παρουσιαζομένων ζητημάτων· καὶ διὰ τοῦτο, ψη-
211«φοφορῶν κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ σήμερον, δὲν ἐννοῶ,
212«ὅτι δὲν θέλω δώσει τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ ἄλλων ὑπουρ-
213«γικῶν νομοσχεδίων... εἴτε ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης, εἴτε
214ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἴτε ὑπὲρ ἄλλων μέτρων, τὰ ὁ-
215«ποῖα ἤθελον εὕρει καλά».
216Σᾶς ἀνέγνωσα ταῦτα ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρα-
217κτικῶν μόνον καὶ μόνον ἵνα ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν πῶς
218συμβιβάζεται ἡ ψῆφός μου, ἥτις ἦτον ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς
219Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ δύω στρατιωτικὰ νομοσχέ-
220δια, ὡς ἐπρότεινεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀλλ’ ἦτον ἐπίσης καὶ
221ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὑποβληθέντος
222νομοσχεδίου τῆς ἐφεδρείας. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι εἶμαι
223ὑπὲρ τῆς ἐφεδρείας καὶ ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἔχομεν
224ἀνάγκην ὀργανώσεως στρατοῦ, ἀλλὰ στρατοῦ ἀναλό-
225γου τῶν μέσων καὶ τῶν δυνάμεων ἡμῶν. Εἶναι ἀληθὲς
226ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ πολλοῦ ὡς ἓν τῶν κυριωτέ-
227ρων μελημάτων αὑτοῦ ἔχει τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνω-
228σιν τοῦ Τόπου· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι εἴτε ἐκ πε-
229ποιθήσεως, εἴτε διότι καὶ εἰς τὸν λαὸν ἀρέσκει ταυτο-
230χρόνως, ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς μονοετοῦς θητείας, καὶ ἐμμέ-
231νει εἰς αὐτήν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω τὸ
232ζήτημα τῆς θητείας· ἀλλ’ οἱ εἰδήμονες ἀμφοτέρων τῶν
233πτερύγων ἐκηρύχθησαν ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς μακρᾶς
234θητείας, ὑπὲρ τῆς μακροτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχο-
235μεν. Τὸ μέλλον θὰ ἀποδείξῃ τίς ἔχει τὸ δίκαιον· ὁπωσ-
236δήποτε ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ, διότι ὁ Ἑλληνισμὸς
237πανταχόθεν πολιορκεῖται ὑπὸ πολλῶν ἐχθρῶν. Ἀλλ’ ἂν
238ἀγωνιζώμεθα, ὅπως ἀπελευθερώσωμεν τοὺς ἄλλους ἀδελ-
239φοὺς ἡμῶν, ἀνάγκη νὰ προσέξωμεν μὴ ὑποδουλωθῶμεν ἡ-
240μεῖς αὐτοί· διότι, καὶ ἂν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἦ-
241σαν ὀρθὰ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, ἐνῷ ἄλλοι ἡμῶν
242κρείττονες ἀπέδειξαν ὅλως τὸ ἐναντίον, καὶ ἂν, λέγω, ἦ-
243σαν ὀρθὰ ταῦτα, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
244ληφθῶσιν ἐφ’ ὅσον ἐξέρχονται τῶν ὁρίων τοῦ Πολιτεύ-
245ματος.
246Δὲν πρόκειται ὅμως τὴν στιγμὴν ταύτην συζήτησις
247περὶ τοῦ ὅλου νομοσχεδίου. Μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν 14
248πρώτων ἄρθρων ἐσταματήσαμεν εἰς τὴν πέτραν τοῦ σκαν-
249δάλου, ἐσταματήσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 15, τὸ ὁποῖον ἐχα-
250ρακτηρίσθη ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἐγὼ δὲ ὁ ὑποβαλὼν
251τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, καίτοι αἰσθανόμε-
252νος, ὅτι ἀσθενεῖς εἶχον δυνάμεις νὰ διεξαγάγω τοιοῦτον
253ἀγῶνα, οὐχ ἧττον ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ λάβω πρῶ-
254τος τὸν λόγον, ὅπως ἐξηγήσω αὐτὴν συντόμως καὶ δώσω
255νύξιν εἰς τοὺς ἱκανωτέρους μου νὰ ἀναπτύξωσιν εὐρύτερον
256τὸ ζήτημα, διότι δὲν πρόκειται περὶ μικρῶν. Ποῖον εἶναι
257τὸ ἄρθρον 15; ἐπὶ λέξεσιν ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει).
258«Ἄρθρον 15.» Ὑφισταμένης ἐκτάκτου ἀ-
259νάγκης, ἐπιτρέπεται νὰ τηρῶνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ
260στρατοῦ ἐπὶ 3 μῆνας οἱ ἐξ αὐτοῦ ἀφυπηρετοῦντες καὶ με-
261ταβαίνοντες εἰς τὴν ἐφεδρείαν ἄνδρες, καὶ μόνον ἐὰν τοῦτο
262διαταχθῇ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ
263τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ χρόνος οὗτος δύναται
264νὰ παραταθῇ ἐπὶ ἓν ἔτι τρίμηνον, δυνάμει ὁμοίου Βασι-
265λικοῦ Διατάγματος.
266»Ὡσαύτως ἐπιτρέπεται νὰ καλῶνται ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐν
267τῇ αὐτῇ περιπτώσει καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους μία ἢ
268δύω σειραὶ ἐφέδρων ἐκ τῶν ἀγόντων τὴν μικροτέραν ἡ-
269λικίαν, ἢ ὁλόκληρος, ἢ μόνον ἡ μερὶς αὐτῶν, ἡ ὑπηρετή-
270σασα εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα (Πυροβολικὸν, Μηχανικὸν,
271Ἱππικὸν, καὶ Νοσοκόμους) ἢ εἰς τὸ Πεζικὸν καὶ τοὺς
272Εὐζώνους».
273Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀμέσως πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν
274εἶναι ἡ ἔννοια τῶν λέξεων «ὑφισταμένης ἐκτάκτου ἀ-
275νάγκης». Ὅτι διὰ τῆς διατυπώσεως, ἣν ἔχει τὸ νομο-
276σχέδιον, μένει εἰς τὴν ὅλως διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐκ-
277τιμήσοντος τὴν ἔκτακτον ἀνάγκην, ἀφοῦ δὲν ὁρίζεται,
278νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον παρακατιὸν δια-
279τάσσει, εἶναι ἀναμφίβολον. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ὡ-
280ρισμένων περιπτώσεων, ἐξωτερικοῦ πολέμου ἢ παραμονῶν
281πολέμου μόνον, δὲν πρόκειται περὶ ἐπιστρατεύσεως ἢ πο-
282λέμου, δὲν πρόκειται οὐδὲ περὶ προπαρασκευῶν πρὸς ἐ-
283πιστράτευσιν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ οἱασδήποτε ἀνάγ-
284κης, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἕνεκα ἐσωτερικῶν,
285εἴτε ἕνεκα ἐξωτερικῶν λόγων ἤθελε κρίνει ὡς ἔκτακτον
286νὰ κρατήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοὺς ὑπηρετήσαντας
287τὴν ἐνιαύσιον θητείαν ἐπὶ τρεῖς ἢ καὶ ἐπὶ ἓξ ἔτι μῆνας. Εἶ-
288ναι σαφὲς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ πρώτου ἐδαφίου, ἐπιτρέ-
289πεται δηλαδὴ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, προκαλου-
290μένου ὑπὸ μόνου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ κρα-
291τηθῶσιν οἱ ἀφυπηρετήσαντες διὰ τρεῖς μῆνας ἢ καὶ δι’
292ἑτέρους τρεῖς μῆνας. Ταῦτα περιέχει τὸ 15 ἄρθρον. Ἀλ-
293λὰ τίνες αἱ συνέπειαι αὐτοῦ; Σᾶς ἀνέπτυξαν οἱ ταῦτα
294καλῶς εἰδότες, καὶ πολὺ πειστικῶς, ὅτι πρόκειται νὰ δο-
295θῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀπεριόριστον καὶ ἀνεξέλεγκτον
296δικαίωμα, ὅπως ὑφίσταται ὁ Τόπος τὸν φόρον τοῦ αἵ-
297ματος, ὄχι ὡς ὁ νόμος διατάσσει ἐπὶ ἓν ἔτος, ἀλλ’ ἐπὶ τρεῖς
298ἔτι μῆνας ἢ ἐπὶ ἑξάμηνον, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυ-
299βερνήσεως. Καὶ μήπως πρόκηται περὶ ἑκατοστύων τινῶν
300στρατιωτῶν; οὐχί· πρόκειται περὶ δεκάδων χιλιάδων
301στρατιωτῶν. Μήπως πρόκηται περὶ δαπάνης χιλιάδων
302τινῶν δραχμῶν; οὐχί· πρόκειται περὶ δεκάδων ἑκατομ-
303μυρίων. Λοιπὸν ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυ-
304βέρνησιν, ἵνα ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς
305συμμετοχῆς τῆς Βουλῆς, κρατῇ ἱκανὰς χιλιάδας πολι-
306τῶν ἐπὶ τρεῖς ἢ ἓξ μῆνας, καὶ νὰ ὑφίσταται ὁ Τόπος
307βαρυτάτας δαπάνας.
308Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
309γὸς προκληθεὶς ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ μετὰ με-
310γάλης ἀγανακτήσεως εἶπε· «καὶ τί θέλετε νὰ σᾶς ἀπαν-
311τήσωμεν, ὅταν λέγητε ἀντισυνταγματικὸν τὸ ἄρθρον 15,
312ἀφοῦ δὲν τὸ ἀποδεικνύετε;» Εἶχεν ἀνάγκην ὁ κ. Πρω-
313θυπουργὸς νὰ λάβῃ μαθήματα Συνταγματικοῦ Δικαίου;
314Ὑπῆρχεν ἆρά γε ἀνάγκη νὰ τῷ ἑρμηνευθῇ τὸ ἄρθρον 60
315τοῦ Συντάγματος; οὐχί· διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γινώ-
316σκει καὶ κάλλιον παντὸς ἄλλου τὸν Συνταγματικὸν ἡ-
317μῶν Χάρτην. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς γνωρίζῃ τὸ
31860 ἄρθρον, ἀγνοῶ, πῶς ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον
319Νομοσχέδιον. Βεβαίως ὑπάρχουσι καί τινες ἐξ ἡμῶν, οἵ-
320τινες ἴσως δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωσι τὸ ἄρθρον
321τοῦτο, διότι δὲν ἔχουσι τὰς εἰδικὰς τῆς Νομικῆς ἐπιστή-
322μης γνώσεις, εἴτε διότι δὲν τοῖς ἐδόθη ἀφορμή· ἰδοὺ δια-
323τί ἐπιβάλλεται ἀνάγκη ὑψίστη εἰς τοὺς ὅπως δήποτε
324δυναμένους βουλευτὰς νὰ ἐξηγήσωσι σαφῶς περὶ τίνος
325πρόκειται.
326Τὸ ἄρθρον 60 λέγει ὅτι· «Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει
327»τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυ-
328»νάμεως, τὴν στρατολογίαν, ναυτολογίαν καὶ τὸν Προϋ-
329»πολογισμόν, καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ Ἀπολογισμοῦ».
330»Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ ση-
331»μειῶνται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ Ἀπολογισμὸν
332»κτλ.». Λοιπὸν ῥητὴ διάταξις τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νό-
333μου ἐπιβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν δύω ὑποχρεώσεις· πρῶτον
334μὲν κατ’ ἔτος νὰ ψηφίζῃ τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρα-
335τιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ ναυ-
336τολογίαν, κατ’ ἔτος δὲ νὰ ἀποφασίζῃ τά τε ἔσοδα καὶ
337τὰ ἔξοδα, καὶ τοῦτο νὰ πράττῃ κατὰ τὰς διατυπώσεις
338καὶ τοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει τὸ τελευταῖον μέ-
339ρος τοῦ 60 ἄρθρου. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἐννοήσωμεν
340καλῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι ἡμεῖς οὐδὲν
341ἄλλο εἴμεθα, ἢ ἐντολοδόχοι τοῦ λαοῦ ἐντὸς ὡρισμένης
342ἐντολῆς· ἰδοὺ τὸ πληρεξούσιόν μας, τὸ Σύνταγμα. Ὡς δὲ
343καὶ εἰς τὸ Ἀστικὸν δίκαιον πᾶς πληρεξούσιος, ἐνεργῶν
344πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἐντολῆς, ἐνεργεῖ πρᾶξιν ἄκυρον καὶ
345μὴ ὑποχρεωτικὴν διὰ τὸν ἐντολέα», οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὑ-
346περβαίνοντες τὰ ὅρια τῆς ἐντολῆς ἡμῶν, θέλομεν πράξει
347πρᾶξιν ἄκυρον, εἰς οὐδένα ὑποχρεωτικήν. Ἡμεῖς εἴμεθα
348οἱ ὑπηρέται, κύριος εἶναι ὁ λαός. Ἂν ἡμεῖς ὑπεισερχώμε-
349θα εἰς τὰ δικαιώματα ἐκείνου, θέλομεν ἀναστρέψει τὰ
350πράγματα. Τώρα, κύριοι, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἁπλῆ ἀντιπα-
351ραβολή, ἁπλῆ σύγκρισις τῶν δύω ἄρθρων, τοῦ 15 τοῦ Νομο-
352σχεδίου καὶ τοῦ 60 τοῦ Συντάγματος, θέλει πείσει πάν-
353τα ἀνεξαιρέτως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς
354δικαιοδοσίας, τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων αὐτῆς,
355ἂν ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκτιμῶσαν τὴν ἔκτα-
356κτον ἀνάγκην, νὰ προσδιορίζῃ τὴν στρατιωτικὴν δύνα-
357μιν, τὸν ἀριθμὸν δηλαδή, καὶ συνεπείᾳ τούτου προσδιο-
358ρίζῃ αὐτὴ καὶ τὰ ἔξοδα,—τὸ δεύτερον εἶναι συνέπεια τοῦ
359πρώτου,— διότι, ἐὰν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ὑπάρ-
360χωσι 30,000 ἄνδρες καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δι’
361ἑνὸς Βασιλικοῦ Διατάγματος κρατήσῃ εἰς τὰς τάξεις 60
362χιλ. βεβαίως δὲν πράττει τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ ἐναν-
363τίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διατάσσει τὸ Σύνταγμα· ἀφοῦ δὲ
364κρατήσῃ 60 χιλ. ἀπαραίτητος συνέπεια εἶναι, ὅτι θὰ
365προκαλέσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δα-
366πάνας διπλασίας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἔχει ἤδη
367ψηφίσει· τότε τί γίνεται ἡ ἰσοῤῥοπία τοῦ Προϋπολογι-
368σμοῦ; καὶ τί τὰ ὑπὸ τοῦ 60 ἄρθρου διατασσόμενα; Ἡ
369Κυβέρνησις, ἔχουσα νόμον νὰ ἐκτελέσῃ, θὰ εὑρεθῇ ἐντὸς
370τῶν δικαιωμάτων της πλέον νὰ ἐκδώσῃ Διατάγματα
371ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, ἐρχομένη δὲ κατόπιν ἑορ-
372τῆς, θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτά. Ὑ-
373ποθέσωμεν ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν
374μιᾶς Συνόδου ἡ Κυβέρνησις, ἐκτιμῶσα, ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ
375ἡ ἔκτακτος ἀνάγκη, αὐτοβούλως προβαίνει εἰς τοιοῦτον
376μέτρον, θὰ ἔλθωσιν ἀπαραιτήτως αἱ συνέπειαι, τὰς ὁ-
377ποίας πρὸ μικροῦ εἶπον· αἱ δαπάναι θὰ γίνωσι· τί δύνα-
378ται πλέον νὰ πράξῃ ἡ Βουλή, ἐρχομένη μετὰ 5 ἢ 6 μῆ-
379νας; οὐδέν.
380Μακρὰ, κύριοι, εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ 60 ἄρθρου καὶ
381τῶν διατάξεων, αἵτινες ἐν αὐτῷ ἀναγράφονται. Τὸ Σύν-
382ταγμα τοῦτο εἶναι προϊὸν μακρῶν ἀγώνων, εἶναι ἔργον,
383δι’ ὃ ἐχύθησαν χείμαῤῥοι αἱμάτων, εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον
384ἤρχισε πρὸ πολλῶν αἰώνων. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ
385ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἵνα οἱονεὶ ἐξ ἕδρας Συνταγμα-
386τικοῦ Δικαίου, καίτοι μὴ ἔχων τὰς εἰδικὰς πρὸς τοῦτο
387γνώσεις, ἀναπτύξω ἐν πλάτει τὸ ζήτημα. Ἀρκοῦμαι ὅ-
388μως νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπῆρξεν Ἰ-
389άκωβος ὁ Βʹ, ὅστις δὲν ὠπισθοδρόμησεν ἀπέναντι μωρῶν
390τολμημάτων, ὡς εἷς συγγραφεὺς ὀνομάζει τὰς πράξεις
391του, κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ὁ λαός,
392ὅστις βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἦναι εἰς πᾶσαν στιγμὴν
393ἐν ἐπαναστάσει, ἐξύπνησε μίαν ἡμέραν, καὶ τὴν ἡμέραν
394ἐκείνην ὁ Ἰάκωβος Βʹ ἀνεχώρησεν ἐξ Ἀγγλίας σχεδὸν
395παράφρων, ἀνεχώρησε καὶ δὲν ἐπανῆλθεν. Εἷς ἐκ τῶν λό-
396γων τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης ἦτο καὶ τὸ ὅτι ἐπεβάλ-
397λετο στρατολογία ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ Κοινοβου-
398λίου, ἐνῷ ὑπῆρχε περὶ τούτου ἐναντίος νόμος. Ἐγένετο
399λοιπὸν ἐπὶ Γουλιέλμου Συνταγματικὴ Συνέλευσις καὶ ὑπ’
400αὐτῆς ἡ «ἀνακήρυξις τῶν δικαίων», ὧν ὡς ἕκτον ἄρθρον
401ρητῶς ἀνεγράφη ὅτι «Οὐδεμία στρατολογία συγχωρεῖ-
402ται ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Κοινοβου-
403λίου». Παρῆλθον ἔκτοτε 175 ἔτη, καὶ πρόκειται ἡμεῖς
404σήμερον νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν, πρόκειται νὰ ἐπιτρέψω-
405μεν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα
406ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Κοινοβουλίου στρατολογῇ.
407Ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι καὶ ὁ Μοντεσκιοῦ
408ἐν τῷ συγγράμματί του «Esprit des lois» βιβλ. 11 κεφ.
4096 λέγει, ὅτι «Ἔθνος, τὸ ὁποῖον δὲν ψηφίζει διὰ τῆς Βου-
410λῆς τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ του, Ἔθνος
411ὅπερ δὲν ψηφίζει ἐνιαυσίως τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα αὐ-
412τοῦ, βεβαίως Ἔθνος τοιοῦτον τρέχει τὸν κίνδυνον τῶν ἐ-
413λευθεριῶν». Καὶ εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, μετὰ πάροδον τό-
414σων χρόνων, καθ’ οὓς ἐβεβαιώθη τὸ κῦρος τῆς μεγάλης
415ταύτης ἀληθείας, εἶναι ἀνάγκη, λέγω, νὰ ὀπισθοδρομή-
416σωμεν καὶ αὖθις;
417Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὰς ἱστορικὰς ἐκδρομὰς, καὶ ἐξετά-
418σωμεν τί συνέβη παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864 καὶ ἐν-
419τεῦθεν, ἀφ’ ὅτου ἰσχύει τὸ ἄρθρον 60. Ὡς ὅλοι οἱ νόμοι
420ἡμῶν, κύριοι, οὕτω καὶ οἱ στρατιωτικοὶ εἶναι κυκεὼν καὶ
421βαβυλωνία. Δὲν ἀξιῶ λοιπὸν, ὅτι εἶμαι κάτοχος τῶν στρα-
422τιωτικῶν νόμων, διότι εἶναι εἰδικοὶ καὶ τοὺς ἐξετάζει
423τις, ὅταν παρουσιασθῇ ἀνάγκη· ἐρευνήσας ἐν τούτοις ἐπ’
424ἐσχάτων, εὗρον ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου 4 νόμοι δύνανται
425νὰ ἐξετασθῶσιν, ὁ νόμος τοῦ 1877, ἕτερος νόμος τοῦ
4261877, ὁ νόμος τοῦ 1880 καὶ ὁ νόμος τοῦ 1882.
427§19ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἕξ νόμοι εἶναι.
428§20ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, κατὰ τὸν Ρωσσο-
429τουρκικὸν πόλεμον, ὅτε ὁ λαὸς μιᾷ φωνῇ ἐζήτησε τὴν
430συγκρότησιν Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐξ ὅλων τῶν ἐξοχο-
431τήτων τῆς Βουλῆς δι’ ἕνα καὶ μόνον εἰδικὸν σκοπὸν, ἵνα
432ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐρχόμενον κίνδυνον, ἵνα ἐν ἀνάγκῃ πο-
433λεμήσῃ. Τί ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων; Ἂν ἡ Οἰκουμε-
434νικὴ Κυβέρνησις εἶχε σκοπὸν νὰ κάμῃ πόλεμον, ἢ ἂν τὸ
435ἐναντίον, ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων δὲν πρόκειται νὰ
436ἐξετάσωμεν τώρα, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι
437ὁ λαὸς ἐπέμενε καὶ διὰ διαδηλώσεως ἐκφραστικωτάτης
438ἐζήτει ὅ,τι προεῖπον· ἦλθε λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο
439μὲ εἰδικὴν ἐντολὴν, καὶ μολονότι συνεκροτεῖτο ἀπὸ τὰ
440ἐξοχώτατα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Τόπου, καὶ
441μολονότι εἶχε τὴν εἰδικὴν ταύτην ἐντολὴν, καὶ μολονότι
442εὑρισκόμεθα τότε εἰς τὰς παραμονὰς πολέμου, οὕτως εἰ-
443πεῖν, ἐν τῷ νόμῳ ΧΚΕʹ τοῦ 1877 ὁ νομοθέτης, ἔχων ὑπ’
444ὄψιν του τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐξῆλθε
445τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα διέγραψε τὸ ἄρθρον αὐτό· διότι ναὶ
446μὲν ἐν ἄρθρῳ 17 λέγει «ἐπιτρέπεται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς
447Βουλῆς νὰ μεταβληθῶσι διὰ Β. Διατάγματος αἱ διατά-
448ξεις τοῦ παρόντος νόμου κτλ.» Τὰ Βασιλικὰ ταῦτα Δια-
449τάγματα θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν
450πρώτην μετὰ τὴν ἔκδοσιν βουλευτικὴν Σύνοδον των.»
451Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 19—καὶ ἐνταῦθα ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν
452ὑμῶν—λέγει «ὁ παρὼν νόμος, ἂν δὲν ἀνανεωθῇ ἐντὸς τῆς
453ἑπομένης τακτικῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, καταργεῖται
454αὐτοδικαίως ἅμα τῇ λήξει αὐτῆς. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι
455ἐνιαύσιος.
456§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὥστε δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός.
457Τὸ πολυετὲς εἶναι ἀντισυνταγματικόν;
458§22ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ τὸ ἐνιαύσιον εἶναι ἀντισυνταγ-
459ματικὸν, ἀλλ’ ὄχι τόσον, ὅσον τὸ πολυετές.
460§23ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, ἐξηγοῦμαι σαφέστερον, μολονότι
461ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἐννοεῖ, πιστεύω, πολὺ καλά.....
462§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διόλου δὲν σᾶς ἐννοῶ.
463§25ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λέγω ὅτι οὐδέποτε ἐπετράπη εἰς τὸ
464Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ἐτη-
465σίων ἐξόδων καὶ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, ὅτι τοῦτο
466τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναφαίρετον. Πρόκειται
467τώρα περὶ τοῦ ἂν ἡ διάταξις αὕτη θέλῃ περιλαμβάνε-
468σθαι κατ’ ἔτος, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐν τῷ νόμῳ περὶ δυ-
469νάμεως τοῦ στρατοῦ.
470§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ,
471ἀφοῦ ἀναγράφει τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως, λέγει ὅτι εἰς
472τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἐπιτρέπεται προσθήκη μόνον ἐφ’ ὅσον
473ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἀναγράφει τοιαύ-
474την καὶ κατὰ τὰ ἐν τῷ νόμῳ κεκανονισμένα· ἐννοεῖται
475ὅτι ἀφοῦ ψηφισθῇ καὶ ὁ νόμος οὗτος, διὰ νὰ δύναται νὰ
476ψηφισθῇ ἐνιαύσιος, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ διάταξις
477αὕτη, ὡς εἶναι προστεθειμένη καὶ ἡ διάταξις τοῦ ὀργα-
478νισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
479§27ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὡς σᾶς προεῖπον, οὐδέποτε διὰ Δια-
480ταγμάτων δύναται νὰ γίνῃ προσδιορισμὸς στρατιωτικῆς
481δυνάμεως.
482§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ 1877 τὸ ἐνιαύσιον δὲν εἶναι διὰ
483Διατάγματος;
484§29ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ τοῦτο τὸ εὑρίσκω ἀντισυνταγμα-
485τικόν· τοῦτο ὅμως εἶναι ὀλιγώτερον ἀντισυνταγμα-
486τικόν...
487§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχει ὀλιγώτερον καὶ περισσότερον
488ἀντισυνταγματικόν, προκειμένου περὶ ἀντισυνταγματι-
489κότητος.
490§31ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐπροκάλεσεν ἔκτακτος ἀνάγκη,
491ἐνῷ τὸ σημερινὸν τὸ προκαλεῖ αὐθαίρετος ἰδιοτρο-
492πία σας.
493§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προκειμένου περὶ ἀντισυνταγματικό-
494τητος, ὀλιγώτερον καὶ περισσότερον δὲν ὑπάρχει· προ-
495κειμένου περὶ πιστώσεως βεβαίως ὑπάρχει τὸ ὀλιγώτερον
496καὶ περισσότερον ἀντισυνταγματικόν. Ἂν θεωρῆτε τὴν
497διάταξιν τοῦ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντος Νομοσχεδίου ἀν-
498τισυνταγματικήν, εἶσθε ὑπόχρεως νὰ θεωρήσητε ἀντισυν-
499ταγματικὴν καὶ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου, τὴν ὁ-
500ποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσατε· τοῦτο ἠθέλησα νὰ εἴπω.
501§33ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰδοποιῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι ὑπο-
502φέρω ἀπὸ τὸν λαιμὸν καὶ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ μο-
503νομαχήσω μὲ τὴν βροντώδη φωνήν του, διακοπτόμενος
504συχνά.—Λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ὑπὸ ἐπιστημονικὴν ἔπο-
505ψιν δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν καὶ τὸ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1877,
506ἀλλὰ τοῦτο ὑπηγορεύθη ἐν παραμοναῖς, οἱονεὶ πολέμου.
507Δὲν ἐννοῶ νὰ δικαιολογήσω τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἀλλ’ εἶ-
508πον ὅτι ὑπῆρχε ῥητὴ ἐντολὴ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν λαὸν,
509αὐτὴ ἡ περίπτωσις δύναται νὰ ἐκτιμηθῇ παρ’ ὑμῶν.
510Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἐρχόμεθα εἰς ἕτερον νόμον
511τοῦ ΧΞΛʹ τοῦ 1877, τοῦ ἐκδοθέντος ὑπὸ τὰς αὐτὰς καὶ
512χείρονας περιστάσεις. Ὁ νόμος οὗτος φέρων ὡς τίτλον
513«Περὶ κυρώσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΧΚΕʹ νόμου τοῦ προσω-
514ρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ μέχρι τῆς λήξεως τῆς
515προσεχοῦς συνόδου τῆς Βουλῆς κτλ.» Ταῦτα δὲ ἀναγρά-
516φονται ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ. Ὑπὸ τὰς αὐτὰς λοι-
517πὸν περιστάσεις ἐξεδόθη ὁ νόμος οὗτος καὶ ἀναγράφει
518τὰ αὐτὰ περίπου προσωρινῶς καὶ μὲ ἐνιαύσιον δύναμιν.
519Ὁ νόμος ΩΛΗʹ τοῦ 1880 ἐν ἄρθρῳ 15 λέγει...
520§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1878 τί λέγει; Θέλω
521νὰ ἦναι πλήρης ἡ ἔκθεσίς σας.
522§35ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσητε;
523§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὸ καταστήσητε ἴσως περιττόν.
524Ἐν τῷ ἄρθρῳ 21 τί λέγει;
525§37ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀναγνώσατε λοιπὸν, παρακαλῶ, σεῖς·
526τί λέγει; (ἀναγινώσκει).
527§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον).
528§39Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρωθυ-
529πουργὸς, διότι ὁ Χόβαρτ εἶναι ἀπέξω (Θόρυβος).
530§40Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ διαλογικὸν σύστημα
531δὲν μᾶς ἐπιτρέπει ν’ ἀκούωμεν.
532§41ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὴ ἐ-
533πιτρέπῃ νὰ μὲ διακόπτουν, καί τοι μὴ ὑμνοῦντα τὴν
534Κυβέρνησιν. Ἐπέτρεψα, κ. Δηλιγιάννη, εἰς τὸν κ. Πρω-
535θυπουργὸν, ἐπιτρέπω δὲ καὶ εἰς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς δια-
536κοπὰς, διότι οὗτοι ὡς ὑπόδικοι εἰσαγωγῆς ἀντισυνταγ-
537ματικοῦ νομοσχεδίου δικαιοῦνται ν’ ἀπολογῶνται, ἀλλὰ
538εἰς τοὺς λοιποὺς δὲν ἐπιτρέπω.
539Λοιπὸν, κύριοι, οὔτε ἐπὶ τοῦ Νόμου τοῦ 1878 οὔτε
540ἐν τῷ Νόμῳ τοῦ 1880 ἢ τοῦ 1882 περιέχεται τοιαύτη
541διάταξις· ἐν αὐτοῖς ἐνέγραψαν ὅτι ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας
542ἢ πολέμου ἐπιτρέπεται μὲν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρα-
543τῇ εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ τοὺς συμπληρώσαντας
544τὴν θητείαν αὐτῶν διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ
545τὸ Βασιλικὸν αὐτὸ Διάταγμα ὀφείλει ν’ ἀνακοινοῦται,
546παρούσης μὲν τῆς Βουλῆς αὐθημερὸν, ἀπούσης δὲ νὰ ἐκ-
547δίδηται μετὰ προηγουμένην σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Ὅ-
548πως βλέπετε λοιπὸν εἰς τοὺς μνησθέντας νόμους αʹ) ἔχο-
549μεν ὡρισμένας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται εἰς τὸ
550Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ κρατῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ
551στρατοῦ τοὺς συμπληρώσαντας τὴν θητείαν των, αὗται
552δὲ εἶναι ἡ ἐπιστρατεία ἢ ὁ πόλεμος, διότι ἐπιστρατεία
553εἶναι παραμονὴ πολέμου βʹ) δὲ ἐπιβάλλεται ἡ ὅσον οἷόν
554τε ταχύτερον συμμετοχὴ τῆς Βουλῆς. Καὶ κατ’ ἀκρίβειαν
555μὲν οὐδ’ ἐν αὐταῖς ταῖς περιπτώσεσιν εἶναι καθ’ ὅλα συν-
556ταγματικὸν νὰ προαποφασίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τοῦ-
557το κολάζεται οὐ μόνον ἐκ τῆς ὅλως καὶ πράγματι ἐκ-
558τάκτου ἀνάγκης ἕνεκεν κινδύνων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλὰ
559καὶ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ὁ
560Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον.
561Ταῦτα πάντα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶ-
562μεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν εἶναι ἢ ὄχι ἀντισυνταγματι-
563κὸν τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου.
564Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν, χάριν τοῦ κ. Πρω-
565θυπουργοῦ, ὅτι καὶ ἐν προγενεστέρᾳ ἐποχῇ ἐψηφίσθη νό-
566μος ἀντισυνταγματικός· εἶναι τοῦτο ἆρά γε λόγος δικαιο-
567λογῶν καὶ ἐπιτρέπων ἡμῖν σήμερον τὴν ἐπανάληψιν ἐγ-
568κλήματος; Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, πάντοτε, ὁσάκις παρου-
569σιάζεται ὁμοία περίπτωσις, τὸ γνωμικὸν φιλοσόφου εἰπόν-
570τος, ὅτι «ὁ θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὰς κακὰς αὑτοῦ
571πράξεις, ἐπικαλούμενος ἄλλων κακὰς πράξεις, ὁμοιάζει
572πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις καταγίνεται νὰ καθαρίσῃ τὴν ἐπὶ
573τοῦ προσώπου του κηλίδα διὰ βορβόρου». Ἂς ὑποθέ-
574σωμεν λοιπὸν πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ πα-
575ρελθόντι χρόνῳ Νόμοι ἀντισυνταγματικοί. Τοῦτο ἆρά
576γε σώζει τὸ ζήτημα τοῦτο; ὄχι, κύριοι Ὑπουργοὶ,
577διότι ὀφείλετε νὰ μᾶς ἀποδείξητε ἐὰν εἶναι συνταγμα-
578τικὸν ἢ ὄχι τὸ ὑποβαλλόμενον ἄρθρον, καὶ οὐχὶ ἐὰν
579ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι Νόμοι ἀντισυνταγματικοί· ἄλ-
580λως δὲ καὶ ἐὰν εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν ἐγένετό τι
581τὸ ἄτοπον ἢ ἀντισυνταγματικὸν εἴτε λόγῳ τῶν ὅ-
582λως ἐκτάκτων περιστάσεων, εἴτε δι’ οἱονδήποτε ἄλλον
583λόγον, ἐπῆλθον οἱ Νόμοι τοῦ 1880 καὶ ὁ ἰσχύων τοῦ
5841882, οἵτινες ἐπηνώρθωσαν τὸ ἄτοπον. Θέλετε λοιπὸν
585ἤδη ὀπισθοδρομοῦντες νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παρελθὸν
586σεῖς οἱ ἀποκηρύξαντες αὐτό; Ὁρίσατε λοιπὸν τὴν ἔκ-
587τακτον ἀνάγκην εἰς τὴν ἐπιστρατείαν καὶ τὸν πόλεμον
588μόνον καὶ μὴ ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ τὴν συμμετοχὴν τῆς
589Βουλῆς, διότι αὕτη ἔχει μεγάλην σημασίαν.
590Καλουμένη ἡ Βουλὴ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, βεβαίως
591θέλει σπεύσει νὰ ἔλθῃ, ὡς βεβαιοῦται δὲ ὑπάρχει καὶ
592προηγούμενον, ὅτι συνῆλθεν ἐντὸς δώδεκα ἡμερῶν ἀπὸ
593τῆς συγκλήσεως.
594§42ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ 1879.
595§43ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὸ 1879, καθὼς λέγει ὁ κ. Δη-
596μητρακάκης. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἐρχομένη, βεβαίως τὸ
597πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσῃ, εἶναι ἐὰν καλῶς
598ἢ κακῶς κρατῶνται συνεπείᾳ τοῦ Διατάγματος εἰς τὰς
599τάξεις οἱ ἀφυπηρετήσαντες ἄνδρες, καὶ εἰ μὲν καλῶς,
600τότε ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἐνισχύουσα τὸ Κυβερνη-
601τικὸν μέτρον, θέλει παράσχει καὶ τὰς δεούσας πιστώ-
602σει, εἰδεμὴ θὰ κρατήσῃ τὴν χεῖρα τῆς Κυβερνήσεως. Ἔ-
603χει λοιπὸν μεγάλην πρακτικὴν σημασίαν ἡ σύγκλησις
604τῆς Βουλῆς, ἣν ἀξιοῖ καὶ τὸ Σύνταγμα.
605Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων
606πολλὰ λαλεῖ, ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ἀληθῶς ζητήμα-
607τος τούτου, ὑπὸ συνταγματικὴν ἔποψιν, ἐφάνη φειδωλό-
608τατος εἰς τοὺς λόγους του. Καὶ ὡμίλησε μὲν μὲ ὅλην τὴν
609ἰσχυρὰν φωνήν του καὶ τὴν ἀναμφισβήτητον εὐγλωττίαν,
610τὴν ὁποίαν οὐδεὶς τῷ ἠρνήθη, ἀλλ’ ὡμίλησε, διὰ νὰ
611χαρακτηρίσῃ τὰς ἀντιῤῥήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς
612ἀναξίας καὶ ἀπαντήσεως. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη τὸν τρό-
613πον μεθ’ οὗ ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἀποταθεὶς πρὸς τὴν
614Ἀντιπολίτευσιν εἶπε μετὰ περιφρονήσεως καὶ προσπεποιη-
615μένης ἀγανακτήσεως· «πῶς τολμᾶτε νὰ καλέσητε αὐτὸ
616τὸ ἄρθρον ἀντισυνταγματικόν; καὶ τί θέλετε νὰ σᾶς ἀ-
617παντήσωμεν, ἔλεγεν, ὅταν τὸ βαπτίζητε ἀντισυνταγμα-
618τικόν, ἀλλ’ οὐδὲν ἀποδεικνύετε;» Εἶχεν ἆράγε ἀνάγκην
619μαθήματος τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου ὁ ἐν Ἀγγλίᾳ
620σπουδάσας κ. Τρικούπης, ἢ προσεποιεῖτο; Ἂς μοὶ ἐπι-
621τρέψῃ νὰ φρονῶ, ὅτι ὁ ἐπιτήδειος παλαιστὴς ὡμίλει
622οὕτω, διότι ἐφοβήθη τὴν στενωπὸν, εἰς ἣν τὸν συνέλα-
623βον ἐπ’ αὐτοφώρῳ τελοῦντα πρᾶξιν ἀντισυνταγματικὴν,
624καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησε ν’ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν. Δὲν
625ὠφελήθη ὅμως, διότι ἰδοὺ τὸν προκαλοῦμεν.
626Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἀμφοτέρας τὰς ὁμιλίας του,
627ἀλλὰ μόνον ἐκείνην, ἥτις ἐδημοσιεύθη εἴς τινα ἐφημερί-
628δα· διότι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ ἕνεκεν δυσκο-
629λιῶν τοῦ τυπογραφείου δημοσιεύονται ὀλίγον βραδέως.
630Καὶ εἰς μὲν τὴν δημοσιευθεῖσαν ὁμιλίαν του ἐξηγῶν ὁ
631κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης,
632εἶπεν, ὅτι δι’ αὐτῆς ἐννοεῖ τὴν προπαρασκευὴν πρὸς ἐπι-
633στράτευσιν, ἀλλ’ ἐκείνη, ἥτις δὲν ἐδημοσιεύθη καὶ ἣν κυ-
634ρίως εἶχον ἐνδιαφέρον νὰ ἔχω ἐνώπιόν μου τὴν στιγμὴν
635ταύτην....
636§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ γραφεῖον εἶναι, ἐγὼ δὲν τὴν
637εἶδον.
638§45ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἀτυχῶς, διότι τὴν ἐλάβετε.
639Ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ τὰς κυριωτέρας φράσεις σας.
640§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν εἶδον ὅλως διόλου.
641§47ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι, διότι μοὶ ἔκαμε μεγάλην
642ἐντύπωσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δύνασθε νὰ
643εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’
644οὐχὶ καὶ ἀντισυνταγματικόν. Εἶναι λοιπὸν ἀπρεπὲς καὶ
645κατὰ τὴν ἰδίαν του ὁμολογίαν. Καὶ πῶς ὁ κ. Πρωθυ-
646πουργὸς, ὁ ἀνατραφεὶς καὶ ἔτι παιδευθεὶς ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀ-
647πεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπρεπὲς νομοσχέ-
648διον; Ἐὰν εἶναι ἀπρεπὲς, διατί νὰ τὸ φέρῃ; Ἀλλ’ εἶπε
649καὶ ἄλλα ὁ κ. Πρωθυπουργός· «διατί ταράττεσθε»· «τὸ
650ὑφισταμένης ἀνάγκης» ἐννοεῖ ἐπιστρατείαν ἢ πόλεμον.
651Ἀλλ’ ἀφοῦ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐννοεῖτε τοῦτο καὶ βλέ-
652πετε, ὅτι δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ δεχθῶ-
653μεν, διατί δὲν θέλετε νὰ τὸ ἀναγράψωμεν ῥητῶς ἐν τῷ
654νόμῳ; Καὶ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοῇ ἐκτὸς τῶν ἀνω-
655τέρω καὶ τὴν προπαρασκευὴν πρὸς ἐπιστρατείαν, διατί
656δὲν προσθέτει μίαν οἱανδήποτε φράσιν ἔχουσαν τὴν ἔν-
657νοιαν προπαρασκευῆς πρὸς ἐπιστρατείαν;
658§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέσατε προπαρασκευὴν πρὸς ἐπιστρα-
659τείαν.
660§49ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν δέχομαι τοῦτο, διότι καὶ
661τοῦτο θεωρῶ ἀόριστον, ἀλλὰ λέγω πρὸς ὑμᾶς, διατί
662ἀφίνετε τὴν θύραν ἀνοικτήν; Διατί θεωρεῖτε τὴν ἔκτα-
663κτον ἀνάγκην συνταγματικήν; Ἀφοῦ σεῖς ἄλλο ἐννοεῖτε,
664διατί δὲν τὸ θέτετε;
665§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ αὐτὸ ἐννοῶ.
666§51ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ πρῶτον δὲν ἐννοῶ προπαρασκευὴν
667πρὸς ἐπιστρατείαν, τὸν ὅρον αὐτὸν, ὃν τὰς τελευταίας
668ταύτας ἡμέρας ἐδημιούργησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
669κῶν ὑπουργὸς, ἀλλ’ ὑποστηρίζω, ὅτι, ἀφοῦ σεῖς δίδοντες
670ἐξηγήσεις, ταῦτα λέγετε, διατί τοὐλάχιστον δὲν τὰ ὁρί-
671ζετε ἐν τῷ νόμῳ; Λυποῦμαι καὶ λυποῦμαι, κύριοι, πολὺ,
672διότι καὶ σήμερον παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον, ὅπερ
673πολὺ συχνὰ ἀτυχῶς βλέπομεν, ὅτι οἱ ἐκτὸς μὲν τῆς
674Ἐξουσίας παρίστανται ἀποκεντρωτικοὶ, ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ
675δὲ ἐρχόμενοι καθίστανται λίαν συγκεντρωτικοί.
676Ἐὰν δὲ τοῦτο εἴδομεν πολλάκις, ἐξόχως παρουσιάζε-
677ται διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅστις ἀρχηγὸς μὲν τοῦ
678μικροῦ πέμπτου κόμματος εἶχεν ἰδέας λίαν ἀποκεντρω-
679τικάς, τὰς ὁποίας κατώρθωσε νὰ διατηρήσῃ μέχρι τοῦ
680Μαρτίου τοῦ 1882. Τὸν ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὡς καὶ ὑμεῖς πι-
681στεύω, ὅταν, ἐκτυλίσσων τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως
682τὸν Μάρτιον τοῦ 1882 εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξετόξευεν ὁρμη-
683τικῶς θανατηφόρα βέλη κατὰ «τῶν ὑπερβασιῶν». Ἐνθυ-
684μεῖσθε, ὅτι ἐπανέλαβε πλέον ἢ ἅπαξ καὶ μετ’ ἐμφάσεως
685τὴν λέξιν «ὑπερβασία», ἐνθυμεῖσθε δὲ καὶ τὴν ὀργήν του,
686ἥτις μᾶς ἔκαμε νὰ πιστεύσωμεν ὅτι θέλει θέσει τέρμα
687εἰς τὰς ἀφορήτους ὑπερβασίας, ἀλλ’ ἠπατήθημεν, καὶ
688ἰδοὺ σήμερον ἐρωτῶ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ πρὶν πέμπτου κόμ-
689ματος, δὲν εἶνε ὑπερβασία τὸ 15ον ἄρθρον τοῦ ὑποβαλ-
690λομένου Νομοσχεδίου; Ὁ κ. Τρικούπης, πεπροικισμένος
691ὑπὸ τῆς φύσεως ὑπὸ πολλῶν ἐπιζήλων προσόντων, θυσιά-
692ζει τὰ πάντα εἰς τὸν φύσει συγκεντρωτικὸν αὐτοῦ χα-
693ρακτῆρα καὶ εἰς τὴν ἀνοικονόμητον ἰσχυρογνωμοσύνην
694του. Εἶνε τὰ δύω μεγάλα ἐλαττώματά του. Καὶ τὸν λέ-
695γω φύσει συγκεντρωτικὸν, διότι συγκέντρωσιν καὶ οὐδὲν
696ἄλλο μαρτυροῦσιν ἅπαντα τὰ ἔργα τῆς τελευταίας του
697πρωθυπουργίας, ὥστε ἤδη ἀπεκαλύφθη, ὅτι προσεποιεῖτο
698τὸν ἀποκεντρωτικὸν ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Ἀλλ’ εἶνε καὶ
699ἰσχυρογνώμων. Λυποῦμαι, κύριοι, καὶ λυποῦμαι ἐγκαρ-
700δίως, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνῷ
701ἀφ’ ἑνὸς μᾶς ὑπόσχεται, ὅτι θέλει παραδεχθῇ πᾶσαν
702βελτίωσιν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, ἀφ’ ἑτέρου ἐπιμένει ἐφ’ ἃ
703μὴ δεῖ καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ ὀπισθοδρομήσῃ οὐδὲ βῆμα.
704Πρό τινων ἡμερῶν ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λέγον-
705τος: «Κατακριτέος εἶνε ὁ ἐπιμένων εἰς τὴν γνώμην αὑτοῦ
706«τὴν ἐσφαλμένην, καίτοι τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσιν
707«αὐτὴν ἐσφαλμένην, ἐκ μωρᾶς φιλοτιμίας, ἵνα μὴ θεωρη-
708«θῇ ἀνακόλουθος».
709Καὶ ἐχάρην τοῦτο ἀκούσας, διότι ἤλπιζα ὅτι λίαν
710ἀξιεπαίνως φερόμενος ἔπαυσε νὰ ᾖνε ἰσχυρογνώμων· ἀλλὰ
711λυποῦμαι, διότι, μολονότι μᾶς τὸ εἶπεν ὡς ἀξίωμα, δὲν
712τὸ ἐφαρμόζει. Καὶ φοβοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν
713φορὰν ταύτην ἐγένετο θῦμα τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὑπε-
714στήριξε τῆς μονοετοῦς θητείας καὶ φρονῶ ὅτι, θέλων
715ν’ ἀποφύγῃ πλαγίως τὴν μονοετῆ θητείαν, περιέπεσεν
716εἰς τὴν ἀντισυνταγματικὴν αὐτὴν διάταξιν. Εἴθε τὸ τέ-
717λος τῆς προκειμένης συζητήσεως νά με διαψεύσῃ.
718Ὑπὸ τοιαύτας, κύριοι, περιστάσεις εὑρέθην εἰς τὴν ἀ-
719νάγκην, νομίζων, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον, νὰ ὑποβάλω
720τροπολογίαν τυπωθεῖσαν καὶ διανεμηθεῖσαν. Εἶνε ἀληθὲς
721ὅτι ὁμοία διάταξις ὑπάρχει εἰς τὸ 27ον ἄρθρον τοῦ ἐν
722ἰσχύϊ νόμου τοῦ 1882 καὶ δυνάμει αὐτῆς τὸ Ὑπουργι-
723κὸν Συμβούλιον δύναται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ
724κρατῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ἀφυπηρετοῦντας,
725ἀλλ’ ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου καὶ δι’ οὓς ὅρους
726σᾶς ἐξέθηκα, δηλαδὴ τῆς ὅσον οἷόν τε ταχυτέρας συμμε-
727τοχῆς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐθεώρησα ἀσφαλέστερον νὰ ἐ-
728παναλάβω τὴν διάταξιν ταύτην ῥητῶς ἐν τῷ συζητου-
729μένῳ νόμῳ, διότι τὴν θεωρῶ ὡς ἐγγύησιν ἐπιβαλλομέ-
730νην ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Ἰδοὺ ἡ παρ’ ἐμοῦ ὑπο-
731βαλλομένη τροπολογία (ἀναγινώσκει).
732«ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ
733ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 15ου τοῦ περὶ
734ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νομοσχεδίου.
735Ἄρθρον 15.
736«Ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου ἐπιτρέπεται νὰ τη-
737ρῶνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τρεῖς μῆνας οἱ
738ἐξ αὐτοῦ ἀφυπηρετοῦντες καὶ μεταβαίνοντες εἰς τὴν ἐ-
739φεδρείαν ἄνδρες, καὶ μόνον ἐὰν τοῦτο διαταχθῇ διὰ Βα-
740σιλικοῦ Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
741γικοῦ Συμβουλίου. Ὁ χρόνος οὗτος δύναται νὰ παρατα-
742θῇ ἐπὶ ἓν ἔτι τρίμηνον δυνάμει ὁμοίου Βασιλικοῦ Δια-
743τάγματος.
744«Παρούσης τῆς Βουλῆς, τὸ Διάταγμα περὶ τῶν πρώτων
745τριῶν μηνῶν ἀνακοινοῦται εἰς αὐτὴν αὐθημερὸν, ἀπού-
746σης δὲ τῆς Βουλῆς, ἐκδίδεται τὸ Διάταγμα μετὰ προη-
747γουμένην σύγκλησιν αὐτῆς καὶ ἀνακοινοῦται εἰς αὐτὴν
748εὐθὺς, ὡς συνέλθῃ.
749Ἐν Ἀθήναις, τῇ 25 Φεβρουαρίου 1884.
750Ὁ ἐκ Βώλου βουλευτὴς
751Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ.
752Τὸ βον ἐδάφιον μένει ὡς ἔχει. Εἶχον καθῆκον, κύριοι,
753νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν ταύτην καὶ ὡς ἀντιπρό-
754σωπος τῆς Ἐπαρχίας Βώλου, διότι ἡ Ἐπαρχία μου ἠ-
755γωνίσθη ἵνα ἀποκτήσῃ ἐλευθερίαν, ἵνα παύσῃ ὑποκει-
756μένη εἰς τὰς αὐθαιρέτους ἰδιοτροπίας τοῦ Σερδὰρ Ἐ-
757κρὲμ καὶ νὰ μὴ βλέπῃ πλέον παιδομαζώματα διὰ βεζυ-
758ρικῆς διαταγῆς. Ὀφείλομεν πάντες νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι
759ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει ν’ ἀπαλλοτριωθῇ τοῦ πολυτίμου
760δικαιώματος καὶ καθήκοντος, ὅπερ ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγ-
761ματος, νὰ ψηφίζῃ αὕτη τὸν φόρον τοῦ αἵματος. Ἔχω
762καθῆκον, λέγω, διότι καὶ διὰ τοῦ προγράμματός μου αὐ-
763τοῦ ῥητῶς ὑπεσχέθην ὅτι ἐκλεγόμενος ἤθελον ὑποστηρί-
764ξει ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἀρχὴ πρέπει νὰ περιορίζη-
765ται ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο
766παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ ἐμβριθῶς.
767Καὶ δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ μικροῦ. Τὸ λέγω ἐκ πεποι-
768θήσεως καὶ προσέξατε πρὸ πάντων σεῖς οἱ συμπολιτευό-
769μενοι, ὧν ἀφήρπασε πολλάκις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν
770γνώμην, διότι ἐσχηματίσατε τοὐλάχιστον οἱ πλεῖστοι ἐξ
771ὑμῶν πεποίθησιν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει
772εἶνε συνταγματικόν, ἐθνικόν, ὀρθὸν καὶ πρέπον. Σέβομαι,
773κύριοι, πᾶσαν πεποίθησιν, σέβομαι καὶ τὰς ὑμετέρας πε-
774ποιθήσεις, ἀλλὰ τοιαύτη προκατάληψις καθιέρωσε κα-
775κόν, κάκιστον προηγούμενον καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς κά-
776κιστα ἀποτελέσματα. Σήμερον δέχομαι ὅτι ὁ κ. Πρω-
777θυπουργός, τὸν ὁποῖον καὶ σεῖς καὶ ἐγὼ ὑποληπτόμεθα,
778ὅτι δὲν ἔχει κακοὺς σκοποὺς ἢ μᾶλλον ὅτι θὰ ἐφαρμόσῃ
779τὸν νόμον αὐτὸν πρὸς ἐξωτερικοὺς καὶ ἐθνικοὺς σκοπούς.
780Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ καὶ μάλιστα ἐν
781Ἑλλάδι εἰσὶν ἰσόβιοι· αὔριον θὰ ἔχητε ἄλλον Πρωθυ-
782πουργόν, ὅστις, ὁπλιζόμενος ὑπὸ τούτου τοῦ νόμου, δύνα-
783ται νὰ προβῇ εἰς καταχρήσεις σπουδαίας. Πρέπει λοιπὸν,
784συμφώνως καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα, διὰ νόμου νὰ ἐξασφα-
785λισθῇ τὸ Ἔθνος.
786Ἐγὼ λοιπὸν φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Νομοσχε-
787δίου, ψηφιζόμενον ὡς ἔχει, εἶνε ἀντισυνταγματικόν. Αὐτὰ
788δὲ τὰ ζητήματα ἠξεύρετε, ὅτι δὲν τὰ λύει μόνη ἡ ὑ-
789πουργικὴ πλειονοψηφία, ἀλλ’ ἡ ἐπιστήμη καὶ ὁ κυρίαρ-
790χος λαός, ὃν ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν· πρέπει δὲ νὰ προσέ-
791ξωμεν, διότι ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν λόγον εἰς τοὺς ἐν-
792τολεῖς μας.
793Ἐὰν, κύριοι, πράγματι πεισθῶμεν, ὅτι εἶνε ἀντισυν-
794ταγματικόν, πρέπει νὰ πείσωμεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν
795νὰ μὴ ἐμμένῃ, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, δι’ ἧς
796κατ’ οὐδὲν παραβλάπτεται ὁ σκοπός, ὃν ἐπιδιώκει. Ὁ
797κ. Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ ἐνδώσῃ, πειθόμενος ὅτι κατ’
798οὐδὲν βλάπτει τὸν τόπον, ἐὰν δεχθῇ τοιαύτην τροπολο-
799γίαν ἢ ἄλλην ἀνάλογον.
800Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ὀφείλει νὰ μὴ μείνῃ ἄ-
801καμπτος. Ὅλα τὰ πράγματα ἔχουσι τὸ ὅριόν των.—Φο-
802βοῦμαι, κύριοι, ὅτι δι’ ἐπιμονῆς ἀδικαιολογήτου δύνα-
803ται νὰ ὠθήσῃ τὰ πράγματα εἰς τὸ μὴ περαιτέρω. Ἂς
804τὸ σκεφθῶμεν καλῶς, ὅτι εἰς τὴν ἤδη οὐ σμικρὰν εὔ-
805φλεκτον ὕλην δὲν εἶνε συμφέρον, δὲν εἶνε συνετὸν νὰ σω-
806ρεύωμεν ἄλλην. Ἀντιπροσωπεύω τὰς πεποιθήσεις μου,
807τὴν ἀτομικήν μου γνώμην. Ἀγνοῶ τί θὰ πράξῃ ἡ συμ-
808πολίτευσις, τί ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι
809ἡ Ἀντιπολίτευσις ὀφείλει νὰ ἐπιμείνῃ, εὐρέως ἀναπτύσ-
810σουσα τὸ ζήτημα. Ἐὰν δὲ καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα ἡ Κυβέρ-
811νησις ἐπιμείνῃ, νομίζω, ὅτι ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν
812Ἀντιπολίτευσιν) ὀφείλει νὰ σκεφθῇ σπουδαιότερον ἢ μᾶλ-
813λον νὰ προβῇ εἰς συντονώτερα μέτρα. Ὀφείλομεν ἐν τοι-
814αύτῃ περιπτώσει νὰ σκεφθῶμεν, μὴ τυχὸν ἀληθῶς ὑπάρ-
815χῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἔκτακτος ἐκείνη περίστασις,
816καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται ἡμῖν τὸ καθῆκον νὰ εἰδοποιήσωμεν
817τὸν λαόν, τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν, ὅτι σχίζεται θεμελιώδης
818διάταξις τοῦ Συντάγματος.
819Ἀλλ’ ὄχι, ἐλπίζω, ὅτι ἡ φωνὴ τοῦ δικαίου θὰ κατι-
820σχύσῃ. Ὀφείλομεν νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς προσω-
821πικὰς ἀντεγκλήσεις καὶ νὰ μελετήσωμεν ξηρῶς καὶ στε-
822νῶς τὸ ὑπὸ συζήτησιν σπουδαῖον θέμα. Ἐὰν πεισθῶμεν,
823ὅτι εἶνε ἀντισυνταγματικὸν τὸ 15ον ἄρθρον, ὀφείλομεν νὰ
824μὴ τὸ παραδεχθῶμεν καὶ οὕτω νὰ ἀποφύγωμεν τὴν
825θύελλαν, ἥτις ἀναφαίνεται εἰς τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα.
826§52Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί,
827«Ὃς ἐκ τοῦ φόβου του γλῶσσαν
828ἐγκλείσας ἔχει,
829κάκιστος εἶναι νῦν τε
830καὶ πάλαι δοκεῖ». Σοφ. Ἀντιγ. 180–181.
831Διὰ νὰ δείξω ὅτι δὲν φοβοῦμαι, λέγω τὰ ἀκόλουθα,
832ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου 15
833τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐφεδρείας. Κύριοι, ἐπείσθην καὶ
834δὲν ἔχω τὸν παραμικρὸν ἐνδοιασμὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον 15
835τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐφεδρείας οὐδόλως ἀντίκειται εἰς
836τὸ γράμμα καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγ-
837ματος, καθόσον τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Νομοσχεδίου τῆς ἐ-
838φεδρείας κανονίζει κατ’ ἀριθμὸν τὴν ποσότητα τοῦ στρα-
839τοῦ ἑκάστου ἔτους, καὶ χρείας τυχούσης, ἐκτάκτου ἀνάγ-
840κης, νὰ ἔχῃ τὴν ἄδειαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ
841προσκαλῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ἐφέδρους
842κατὰ δύω σειρὰς ἡλικιῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Προϋπο-
843λογισμοῦ νὰ διαθρέψῃ καὶ συντηρήσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ
844στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνάγκη τοῦ Κράτους ἐπιτρέπει. Ὅ-
845θεν ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἀντιστρατεύεται εἰς τὸ Σύν-
846ταγμα διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 15, καθόσον ἐκ
847παντοίου τρόπου προσπαθεῖ ὅλαις δυνάμεσι νὰ προπαρα-
848σκευάσῃ τὸ Ἔθνος κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν· ὥστε οὐ-
849δόλως προσβάλλεται τὸ Σύνταγμα, ὅταν τὸ Ἔθνος ἦναι
850ἀκμαῖον ἀπέναντι πάσης ἐχθρικῆς προσβολῆς. Καὶ εἰς
851τί θὰ ὠφελήσῃ τὸ Σύνταγμα τὸ Κράτος, ὅταν ποικιλο-
852τρόπως προσβάλλεται ἐχθρικῶς ὑπ’ ἄλλης ἀλλοτρίας δυ-
853νάμεως; Ἐνῷ εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἀπαιτοῦνται με-
854γάλαι θυσίαι, ὡς λέγει ὁ Αἰσχύλος, «χάλαζαν αἵματος
855πρὸ φίλας πάτρας ἀμύνεται»!
856Θεωρῶ λοιπὸν τὰς ἀπειλὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μὴ
857ἐχούσας οὐδεμίαν ἀξίαν, καθ’ ὃ οὐδεὶς Ὑπουργὸς θέλει
858εὑρεθῆ νὰ προσκαλέσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἄν-
859δρας ἄνευ ἐκτάκτου ἀνάγκης καὶ ἐστερημένους ὡς ἐκ τοῦ
860Προϋπολογισμοῦ καὶ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως. Ἀλλ’ ὡς
861παρατηρῶ, ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑρίσκει ὡς πρόφασιν δη-
862μοκοπίας τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ κυρίως
863ἀποβλέπει νὰ καταλάβῃ τὴν Ἐξουσίαν, ὅπερ εἶναι ἀδύ-
864νατον νὰ κατορθώσῃ μὲ τοιαῦτα ἀτάσθαλα μηχανήματα.
865Μᾶς ἀπειλοῦν ὅτι θὰ ἀποχωρήσουν ἐκ τῆς Βουλῆς· ἔστω
866καὶ τοῦτο, ἂς γίνῃ· ἀλλ’ αἱ συνέπειαι τῆς ἀπειλῆς των
867μοὶ φαίνονται ὅμοιαι μὲ τὸ ἑξῆς ἀνέκδοτον. Ἐπὶ Τουρ-
868κοκρατίας ἀγᾶς τις Ὀθωμανὸς καθήμενος ἐπὶ ὄνου, προ-
869σῆλθεν εἴς τι χωρίον τῆς Πατρίδος μου, ἀλλὰ κατὰ τὴν
870ἀναχώρησίν του ἐκ τοῦ χωρίου δὲν εὗρε τὸν ὄνον του,
871εἰς ἣν θέσιν τὸν εἶχε δέσει· ἀπετάθη εἰς τοὺς δημογέ-
872ροντας καὶ ἐξητήσατο νὰ τῷ ἀνεύρωσι τὸν ὄνον του,
873ἄλλως θὰ πράξῃ ὅ,τι πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν ὁ πατήρ του ἔ-
874πραξεν εἰς ἄλλο χωρίον, ὅπου εἶχε χάσει τὸν γάδαρόν
875του. Φοβηθέντες οἱ δημογέροντες, εὗρον παραχρῆμα τὸν
876ὄνον τοῦ ἀγᾶ, ὅνπερ παρέδωκαν αὐτῷ. Κατόπιν τῆς πα-
877ραδόσεως οἱ δημογέροντες πρὸς ὁδηγίαν των εἰς τὸ νὰ
878ὦσι προσεκτικώτεροι τοῦ λοιποῦ εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ
879ὄνου τοῦ ἀγᾶ, ἂν τυχὸν ἤθελε πάλιν ἐπιστρέψει εἰς τὸ
880χωρίον των, τὸν παρεκάλεσαν νὰ τοῖς ἐξηγηθῇ τί κα-
881κὸν ἤθελε διαπράξει κατὰ τοῦ χωρίου των εἰς περίστα-
882σιν μὴ εὑρέσεως τοῦ ὄνου του; αὐτὸς δὲ τοῖς ἀπήντησεν,
883ὅτι ὁ πατήρ του, ἀφοῦ ἔχασε τὸν γάϊδαρόν του εἰς τὸ
884παρακείμενον χωρίον τῆς Ἐπαρχίας ταύτης, ἦλθεν εἰς
885τὸν οἶκόν μας πεζὸς, φέρων ἐπ’ ὤμων τὸ σαμάρι τοῦ γαϊ-
886δάρου του· αὐτὸ ἤθελον πράξει κἀγώ. Τότε οἱ δημογέ-
887ροντες μετενόησαν εἰς τὴν εὕρεσιν τοῦ ὄνου, καὶ δὲν ἄ-
888φησαν τὸν ἀγᾶ νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὸν οἶκόν του μὲ τὸ σα-
889μάρι εἰς τοὺς ὤμους του. Τοιαύτην σημασίαν δύναται
890εὐστόχως τις νὰ δώσῃ εἰς τὰς ἀπειλὰς τῆς Ἀντιπολι-
891τεύσεως, καθ’ ὃν χρόνον ἀποφασίσει νὰ ἀποχωρήσῃ, ἀπ-
892ερχομένη εἰς τὰς Ἐπαρχίας της, φέρουσα ἐπ’ ὤμων της
893ἀντὶ τοῦ σαμαρίου τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην, ὡς δῆ-
894θεν παραβιαζόμενον διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψη-
895φία τῆς Βουλῆς ἐπιψηφίζει νόμους περὶ προπαρασκευῆς
896τοῦ Ἔθνους κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν. Τότε ἡ Ἀντι-
897πολίτευσις θέλει μάθει τοὺς πόθους τοῦ Ἔθνους, τοὺς ὁ-
898ποίους μέχρι τῆς σήμερον παρορᾷ ἕνεκα τῆς ἀρχομα-
899νίας της.
900§53Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἑκατὸν ἑβδομήκοντα πέντε ἔτη
901παρῆλθον ἀπὸ Ἰακώβου τοῦ Βʹ καὶ ἔρχομαι ν’ ἀπορήσω
902πῶς ἄρθρον στηριζόμενον ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ μέχρι τοῦδε
903καθεστῶτος, καὶ τοῦ ὁποίου τὸ περιεχόμενον ἀνεγράφη
904πλέον ἢ ἅπαξ ἐν τοῖς νόμοις τοῦ Κράτους, πῶς, λέγω,
905τοιοῦτον ἄρθρον, τοιοῦτον ἔχον περιεχόμενον, ἠδύνατο νὰ
906δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τοιοῦτον σάλον.
907Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἔχομεν ὑπ’ ὄ-
908ψει, ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 καθιεροῖ διαθεσιμότητα ἀνάλογον
909πρὸς τὴν διαθεσιμότητα, ἣν καθιέρου ὁ Νόμος τοῦ 1878.
910Ὅπως οἱ κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1878 διαθέσιμοι ἐτη-
911ροῦντο ἢ ἐκαλοῦντο, ἵνα ὑπηρετήσωσιν ἐν ταῖς τάξεσι
912τοῦ στρατοῦ, τῇ ἁπλῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν
913Στρατιωτικῶν, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν διάθεσιν ἐτίθεντο, κατὰ
914τὸν αὐτὸν τρόπον ὁ διαθέσιμος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον
915ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, καλεῖται ἵνα ὑπηρετήσῃ εἰς τὰς τάξεις
916τοῦ στρατοῦ ἐν ἀνάγκῃ, τῇ διαταγῇ Βασιλικοῦ Δια-
917τάγματος, ἐκδιδομένου ἐπὶ τῇ βάσει ἀποφάσεως τοῦ Ὑ-
918πουργικοῦ Συμβουλίου.
919Τίς ὀνομάζεται διαθέσιμος κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878;
920διαθέσιμοι κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἦσαν οἱ ἀπαλλαγέντες
921τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ, εἴτε διότι ὑπή-
922γοντο εἰς τὰς περὶ ἀπαλλαγῶν διατάξεις τῶν ἄρθρων 33
923καὶ ἑπομένων τοῦ νόμου, εἴτε διότι ὑπηρετήσαντες ἑξά-
924μηνον ἐν τῷ στρατῷ, κατέβαλον τὰς ἐν τῷ νόμῳ ὁριζο-
925μένας 100 δραχμάς. Τούτους ἅπαντας ὁ νόμος τοῦ 1878,
926ἀπηλλαγμένους τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ, ὑ-
927πεχρέου ἐπὶ 3 ἔτη τοὺς πρώτους, ἐπὶ 2½ τοὺς δευτέ-
928ρους, νὰ ἦναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρα-
929τιωτικῶν, καὶ ὁσάκις π. χ. κενὸν παρετηρεῖτο ὑπὸ τοῦ
930Ὑπουργοῦ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ὁ Ὑπουργὸς εἶχε
931δικαίωμα, δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ καλέσῃ αὐτοὺς
932καὶ συμπληρώσῃ τὰ κενὰ ἐν τῷ στρατῷ, ὄχι ἐν ἐκτάκτῳ
933ἀνάγκῃ. Διαθέσιμοι δὲν ὀνομάζονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οἱ
934ἀνήκοντες εἰς τὰς ἡλικίας, εἰς ἃς ἀνῆκον οἱ διαθέσιμοι τοῦ
9351878, ἀλλὰ διαθέσιμοι ἀκριβῶς εἶναι, διότι ὑπηρετήσαν-
936τες ἐπὶ ἓν ἢ δύω ἔτη, καθιεροῦται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου
937νὰ μένωσιν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ δύω ἔτη
938ἔτι μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ 24ου ἔτους τῆς ἡλι-
939κίας.
940Ἁπλῆ διαφορὰ ὀνόματος ὑπάρχει, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προ-
941κειμένου διότι οἱ διαθέσιμοι τοῦ νόμου τοῦ 1878, καί-
942περ ἀπηλλαγμένοι τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ,
943ἐχαρακτηρίζοντο ὑπαγόμενοι εἰς αὐτόν· ὁ δὲ νόμος, ὀνο-
944μάζων διαθεσίμους ἐκείνους τοὺς ἄνδρας ἐκείνων τῶν κα-
945τηγοριῶν, καὶ τιθεὶς αὐτοὺς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουρ-
946γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καθιέρου ἰδιόῤῥυθμόν τινα καὶ
947πρώτην τάξιν ἐφέδρων. Τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον τοῦ
948στρατολογικοῦ νόμου τοῦ 1878 καταργήσας ὁ στρα-
949τολογικὸς νόμος τοῦ 1882, τοὺς ἄνδρας τούτους ὀνομά-
950ζει ἐφέδρους· σήμερον δ’ ἔρχεται ἡ διάταξις τοῦ νομοσχε-
951δίου περὶ ἐφεδρείας καὶ τοὺς ἐφέδρους τούτους καθιστᾷ
952διαθεσίμους, θέτει αὐτοὺς εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερ-
953νήσεως.
954Ὁ νόμος τοῦ 1878 ἔθεσε περιορισμοὺς εἰς τὸν Ὑπουρ-
955γὸν τὸν μέλλοντα νὰ καλέσῃ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν τά-
956ξεων τοῦ στρατοῦ τοὺς διαθεσίμους, διότι περιώρισε τὴν
957ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τρεῖς ἡλικίας· ἐπὶ τῆς ἡλικί-
958ας τοῦ 21 ἔτους συμπεπληρωμένης, ὅταν πρόκηται περὶ
959τῶν ἀπηλλαγμένων δυνάμει τοῦ ἄρθρου 33 καὶ ἑπομένων,
960καὶ ἐπὶ μέρους τῆς ἡλικίας ἐκείνης, ὅταν πρόκηται περὶ
961τῶν ὑπηρετησάντων ἐπὶ τῆς ἡλικίας τοῦ 22 ἔτους καὶ
962τοῦ 23 συμπεπληρωμένης μέχρι τῆς ἡλικίας τοῦ 24 ἔτους.
963Κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἐξουσία, ἡ ἀπονεμομένη εἰς
964τὸν Ὑπουργὸν, ἐκτείνεται ἐπὶ δύω μόνον ἡλικίας, τοῦ 22
965καὶ 23 ἔτους, συμπεπληρωμένων.
966Ἀλλὰ κατεκρίθη τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματι-
967κὸν, διότι ἀσχέτως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἄνευ κοινο-
968ποιήσεως τοῦ Διατάγματος εἰς τὴν Βουλὴν, ἄνευ συγκλή-
969σεως τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν χρόνον αὕτη δὲν συνεδριάζει,
970ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῇ ἀποφάσει τοῦ Ὑ-
971πουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος,
972νὰ τηρήσῃ, ἢ καλέσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς
973ἀνήκοντας εἰς τὰς ἡλικίας ταύτας.
974Καὶ τί ἄλλο ἐγίνετο κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878; Ὁ
975Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ τὸ
976Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, οὐχὶ ὁλόκληρος ἡ Ἐκτελεστικὴ
977Ἐξουσία, ἠδύνατο, μὴ προβλέποντος τοῦ Προϋπολογισμοῦ,
978δι’ ἁπλῆς διαταγῆς νὰ καλέσῃ τοὺς διαθεσίμους εἰς τὰς
979τάξεις πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ στρατοῦ.
980§54ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοὺς διαθεσίμους.
981§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα αὐτοὺς ἐκείνους, οὓς σήμερον
982ὀνομάζομεν ἐφέδρους, ἀλλ’ εἶναι ἀκριβῶς διαθέσιμοι.
983§56Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι οἱ αὐτοί.
984§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι οἱ αὐτοί.
985§58ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν τὸ ἐννοεῖτε.
986§59ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λαμβάνονται λοιπὸν κατὰ τὸ Νομο-
987σχέδιον αἱ αὐταὶ ἡλικίαι καὶ μία ὀλιγωτέρα· δὲν δύνα-
988μαι δὲ νὰ παραδεχθῶ, κύριοι, ὅτι θέλει ὑπάρξει τις, ὁ
989μέλλων εἰλικρινῶς ν’ ἀρνηθῇ εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν,
990ἐν περιπτώσει ἐκτάκτου ἀνάγκης, νὰ καλέσῃ πρὸς συμ-
991πλήρωσιν τοῦ στρατοῦ τὰς ἡλικίας ταύτας, τὰς ἀποτε-
992λούσας τὴν πρώτην σειρὰν τῆς ἐφεδρείας. Καὶ θέλω προ-
993βῇ ἔτι περισσότερον· θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀναξία τῆς ἐμπι-
994στοσύνης τῆς χώρας, ἀναξία τοῦ ἀξιώματος, ὅπερ περιε-
995βλήθη ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐνώπιον ἐκτάκτου καὶ κρισί-
996μου περιστάσεως ἤθελε διστάσει νὰ ποιήσηται χρῆσιν
997τῆς ἐξουσίας ταύτης.
998Καὶ ἐνταῦθα θέλει μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ἀπορήσω πῶς
999κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων ὁ ἔντιμος ἐκ
1000Γόρτυνος βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν διά-
1001ταξιν ταύτην ὡς ἀντισυνταγματικήν· ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρ-
1002τυνος βουλευτὴς, ὅστις κάλλιον παντὸς ἄλλου γνωρίζει,
1003ὅτι ἑξάκις, ἑπτάκις, δεκάκις ἴσως ἔθηκεν ὑπογραφὴν εἰς
1004πολὺ βαρυτέραν διάταξιν, δὶς δὲ ἢ τρὶς ἔθηκεν ὑπογρα-
1005φὴν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην, ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βου-
1006λευτὴς, τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις αὕτη εἶναι γνήσιος ἀπό-
1007γονος.
1008Ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς ἀπετέλει μέρος τῆς
1009Κυβερνήσεως, τῆς ὀνομασθείσης Οἰκουμενικῆς, καὶ συνυ-
1010πέγραψε πάντας τοὺς στρατολογικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους
1011ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη· ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ εὑρί-
1012σκεται κάτωθι τοῦ νόμου ΧΚΕʹ τοῦ 1877, καὶ σᾶς ἀνέ-
1013γνωσεν ὁ κ. Φιλάρετος τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ νόμου, τοῦ
1014ὁποίου τὰς πρώτας φράσεις ἔπρεπεν ἰδίως ν’ ἀναγνώσῃ
1015εὐκρινῶς ὁ ἔντιμος ἐκ Βώλου βουλευτής. Ἀκούσατε. «Ἐ-
1016πιτρέπεται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς νὰ μεταβληθῶσι διὰ
1017Βασιλικοῦ Διατάγματος αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νό-
1018μου»—νὰ μεταβληθῶσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος αἱ
1019διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου— «ὡς ἐπιτρέπεται καὶ ἡ
1020συγκρότησις πλειοτέρων τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ὁριζο-
1021μένων σωμάτων τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ ἡ διὰ Βασιλι-
1022κοῦ Διατάγματος ὀργάνωσις αὐτῶν. Τὰ Βασιλικὰ ταῦτα
1023Διατάγματα θέλουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλήν». Θέλου-
1024σιν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πότε; «κατὰ τὴν πρώτην
1025μετὰ τὴν ἔκδοσίν των βουλευτικὴν Σύνοδον».
1026Μὲ ἠρωτήσατε ποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι ἐν τῷ νό-
1027μῳ τούτῳ. Ἡ πλειὰς τῶν Ἑλλήνων πολιτευτῶν. Εἶναι
1028ὑπογεγραμμένος ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, εἶναι ὑπο-
1029γεγραμμένος ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ὁ Τρικούπης,
1030εἶναι ὑπογεγραμμένος, ἐπὶ πᾶσιν, ὁ ἀοίδιμος ναύαρχος
1031Κανάρης, καὶ δὲν ἐτόλμησεν οὐδεμία φωνὴ νὰ ἐγερθῇ τό-
1032τε οὔτε ἐν τῇ Βουλῇ, οὔτε ἀλλαχοῦ κατὰ τῶν διατά-
1033ξεων αὐτοῦ.
1034§60ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τίνες περιστάσεις ἦσαν τότε; Τό-
1035τε καὶ ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ βουλευταὶ ἐστέλλοντο εἰς τὰ
1036τάγματά των.
1037§61Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε τὸ Ἔθνος ἦτον ἐν κα-
1038ταστάσει πολέμου.
1039§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὁ κ. ἐκ Γορ-
1040τυνίας βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὑπάρχει καὶ
1041ἄλλος νόμος, ὅστις δὲν εἶχε βάσιν κατάστασιν πολέμου,
1042ὁ νόμος τοῦ 1877, ὁρίζων τὰ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Καὶ πα-
1043ρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε μεθ’ ὑπομονῆς.
1044§63Ν. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ πόσον ἴσχυεν ὁ νόμος ἐκεῖνος;
1045§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχεν ἰσχὺν διαρκῆ. Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ
1046νόμου τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος διωργάνιζε τὴν ἐθνοφυλακὴν καὶ
1047προέβλεπε τὰ περὶ αὐτῆς, ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν ὑπάρχει
1048ὠργανωμένη ἐφεδρεία, λέγει «οἱ εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑ-
1049πηρεσίαν τῆς ἐθνοφυλακῆς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος
1050καλούμενοι ἄνδρες ὀργανίζονται κατὰ δήμους, ἐπαρχίας
1051καὶ νομοὺς καὶ ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ,
1052ὑπηρετοῦσι δὲ ἐν αὐτῷ ἐπὶ τρεῖς μῆνας κατ’ ἀνώτατον
1053ὅρον»· ἀποτελοῦσι λοιπὸν μέρος τοῦ στρατοῦ, ἵνα ὑπη-
1054ρετήσωσιν ἐν αὐτῷ κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐπὶ τρεῖς μῆνας·
1055«πλὴν ἐὰν διὰ Β. Διατάγματος παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς
1056ὑπηρεσίας αὐτῶν ἐπ’ ἄπειρον, ἐπ’ ἀόριστον». Ἐπιτρέπε-
1057ται λοιπὸν διὰ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ ὁριστικοῦ νόμου
1058περὶ ἐθνοφυλακῆς ὁ χρόνος ὁ τρίμηνος νὰ παραταθῇ δι’
1059ἁπλοῦ Β. Διατάγματος ἐπ’ ἄπειρον, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγ-
1060κη. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος, ἡ
1061Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἥτις τὴν ὑπε-
1062στήριξε, ἐσταμάτησεν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο; Τὸ ἄρθρον
10632ον περιέχει πολὺ δεινοτέραν διάταξιν, καὶ ἐκεῖ ἔπρεπε
1064νὰ ἴδωμεν τὸν ἔντιμον ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴν ἐξεγειρό-
1065μενον καὶ ἀποχωροῦντα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου
1066ἀπετέλει μέρος. «Τὸν ἀριθμὸν ὡς καὶ τὰς ἐπαρχίας, ἐξ
1067ὧν ληφθήσονται, ὁρίζει τὸ Β. Διάταγμα». Ἐπιτρέπει τὸ
1068ἄρθρον ἐκεῖνο οὐχὶ μόνον νὰ παρατείνῃ ἐπ’ ἄπειρον τὴν
1069ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκλέξῃ τὰς ἐπαρχίας, ἐξ ὧν θὰ
1070προσλάβῃ τοὺς ἐθνοφύλακας· ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνη-
1071σιν νὰ παραλίπῃ τὴν Γορτυνίαν καὶ νὰ ἐκλέξῃ τὴν Ἀ-
1072καρνανίαν.
1073Καὶ δὲν ἐσταμάτησεν ἕως ἐκεῖ. «Ἄρθρ. 4. Ὑπόχρεοι
1074εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐθνοφυλακῆς εἰσιν οἱ
1075κατὰ τὰ ὑπάρχοντα μητρῷα ἄγοντες ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ
107619 μέχρι τοῦ 35 ἔτους». Εἶναι ὑπόχρεοι πᾶσαι αἱ ἡλι-
1077κίαι ὄχι μόνον αἱ δύω σημεριναί. Καὶ δὲν ἐσταμάτησεν
1078ἕως ἐκεῖ. «Δύναται ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ἐν περιπτώσει ἀ-
1079νάγκης, νὰ καλέσῃ διὰ Β. Διατάγματος εἰς τὴν μετα-
1080βατικὴν ὑπηρεσίαν τούς τε ἄγοντας ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 36
1081μέχρι 40 ἐτῶν ἐκ τῶν ἐνεργῶν ἐθνοφυλάκων καὶ τοὺς εἰς
1082τὴν διαθέσιμον ἐθνοφυλακὴν ἀνήκοντας»· ἐπέτρεψεν ἐν
1083ἀνάγκῃ δι’ ἁπλοῦ Β. Διατάγματος νὰ καλέσῃ εἰς τὰ
1084ὅπλα ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐκεῖ ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος
1085βουλευτὴς ὑπέγραψε καὶ ὑπέβαλε τὸν νόμον εἰς τὴν
1086Βουλήν.
1087Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως—διότι
1088οὕτω δύναμαι σήμερον νὰ τὸν ὀνομάσω—ἐσταμάτησεν ἄρα
1089ἕως ἐκεῖ; Ἀμέσως μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ
1090Ὑπουργείου, ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου καὶ
1091ὑπουργὸς τῶν τε Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν μετὰ
1092τῆς ὑπογραφῆς αὑτοῦ ὑπέβαλε τρεῖς νόμους στρατιωτι-
1093κοὺς εἰς τὴν Βουλὴν, τὸν νόμον τὸν στρατολογικὸν, τὸν
1094νόμον ΨΙΖ, καὶ τὸν νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ
1095ΨΞΑ. Τί λέγει ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς, τοῦτο εἴδομεν
1096πρὸ ὀλίγου· ἀφίησιν εἰς τὴν ἁπλῆν διάθεσιν τοῦ ὑπουρ-
1097γοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἁπλῆς διαταγῆς νὰ καλέσῃ
1098τοὺς διαθεσίμους εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ κρατήσῃ
1099αὐτοὺς ἀπὸ 6 μηνῶν ἕως 2½ ἐτῶν καὶ 3, ἐν ἀνάγκῃ.
1100Τί λέγει ὁ νόμος ΨΙΖ ἐν τῷ ἄρθρῳ 11ῳ; Ὅταν ἀκούσητε,
1101θὰ ἴδητε ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτη-
1102σιν ἄρθρον εἶναι ἀντιγραφὴ ἐκείνης τῆς διατάξεως, ἣν
1103ὑπέγραψεν ὁ κ. ἐκ Γόρτυνος βουλευτής. «Ἄρθρον 11. Οἱ
1104καλούμενοι πρὸς ἄσκησιν κατατάσσονται ἐν ἀνάγκῃ εἰς
1105τὸν στρατὸν πρὸς πλήρωσιν τῶν τάξεων αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ
1106βάσει Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου μετὰ προηγουμένην
1107γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.» Αὐτολεξεὶ,
1108κύριοι, καὶ αὐτολεξεὶ βεβαίως, διότι ἡ αὐτὴ χεὶρ ἐν τῇ
1109ὑπηρεσίᾳ συνέταξε καὶ ἐκεῖνο τὸ ἄρθρον καὶ τοῦτο, ἡ
1110χεὶρ τοῦ συνταγματάρχου Φουντουκλῆ. Λοιπὸν ἐν ἀνάγ-
1111κῃ ἐπιτρέπει ὁ νόμος ΨΙΖ νὰ καλῶνται διὰ Β. Διατάγ-
1112ματος εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ οἱ μὴ ὑπόχρεοι νὰ ὑ-
1113πηρετῶσιν ἐν αὐτῷ, ἀλλ’ ἁπλῶς ν’ ἀσκηθῶσι περὶ ὥραν,
1114καὶ τὸ Β. Διάταγμα ἐκεῖνο ἔπρεπε νὰ στηρίζηται, ὡς
1115καὶ σήμερον περιέχει τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ ἀποφάσεως τοῦ
1116ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ γνωρίζετε τί συνέβη τότε
1117ἐν τῇ Βουλῇ; Ὁ νόμος ἐκεῖνος συνεζητήθη μὴ ἀντικρουό-
1118μενος μέχρι τέλους ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀντι-
1119πολίτευσις τότε, ἀποτελουμένη ἐκ τῆς μερίδος τοῦ μα-
1120καρίτου Δεληγεώργη, τῆς μερίδος τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη
1121καὶ τῶν ἄλλων στοιχείων τῶν εὑρισκομένων ἐν αὐτῇ, κατ’
1122ἀρχὰς λόγῳ τῆς ἀνεπαρκοῦς διασκευῆς αὐτοῦ, λόγῳ
1123τοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ὥριζε τὰς ὑποχρεώσεις σα-
1124φῶς, ἀντετάχθη εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀφοῦ
1125ὅμως ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ τότε ὥρισεν ἐπὶ πόσους μῆνας
1126θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ὑποχρέωσις τῶν καλουμένων εἰς ἀσκή-
1127σεις, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ νόμου ἐκείνου
1128καὶ ἔχομεν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, καθ’ ἣν βλέπομεν
1129μεταξὺ ἄλλων εἰπόντων ναὶ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ νῦν Πρω-
1130θυπουργοῦ. Γνωρίζετε τί συνέβη τότε; ἠγέρθη ὁ κ. Ρι-
1131κάκης ἐκ τῆς μερίδος τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη καὶ ἐζήτη-
1132σεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν λέξιν «ἀ-
1133νάγκη» τὸ ἐπίθετον «ἐκτάκτῳ»· ἀλλ’ ἐπῆλθε κεραυνο-
1134βόλος ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, καὶ ἠγανάκτησε
1135κατ’ αὐτοῦ πῶς δὲν ἐμπιστεύεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν
1136ὅταν ὀνομάζῃ ἀνάγκην. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος ἄνευ
1137ἀντιῤῥήσεως καὶ ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ
1138ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Ρικάκη.
1139Μετὰ τοῦτο ἦλθεν εἰς συζήτησιν τὸ ἕτερον νομοσχέ-
1140διον, ὁ νόμος περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ,
1141ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπῆρχε διάταξις, ἡ τοῦ ἄρθρου 19, ἣν βε-
1142βαίως οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ· ὑπῆρχε διά-
1143ταξις, ἣν σήμερον ὁ Πρωθυπουργὸς οὐδέποτε περιέλαβεν
1144ἐν τοῖς νόμοις αὐτοῦ, διάταξις, ἣν ἀπέκρουσεν ἡ τότε
1145Ἀντιπολίτευσις, τὴν πρωτοβουλίαν σχόντος τοῦ νῦν
1146Πρωθυπουργοῦ. Τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νόμου ἐκείνου λέγει·
1147«Οἱ καλούμενοι πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐν εἰρήνῃ δυνά-
1148μεως τοῦ στρατοῦ, τὰ διάφορα αὐτοῦ σώματα συμπλη-
1149ροῦσι διὰ τῆς κατατάξεως ά,—βʹ,—γʹ,—δʹ. Ἐν ἀνάγκῃ
1150διὰ τῆς δυνάμει Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου ἐπὶ τῇ
1151προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τηρήσεως ὑπὸ τὰ
1152ὅπλα τῶν τακτικῶν ἐφέδρων μέχρις ἐνιαυσίου ὑπηρεσίας
1153ἐκ τῆς τριετοῦς ἐφέδρου ὑποχρεώσεως αὐτῶν».
1154Ἐν ἁπλῇ λοιπὸν ἀνάγκῃ ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρ-
1155νησιν διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ἐπὶ ἀποφάσει
1156τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ κρατήσῃ εἰς τὰς τάξεις
1157τοῦ στρατοῦ τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὰς πρώτας ἡλικίας τῶν
1158ἐφέδρων μέχρις ἐνιαυσίου ὑπηρεσίας. Ταῦτα ἐν εἰρήνῃ, καὶ
1159ταῦτα δὲν ἀντεκρούσθησαν ὑπὸ τῆς τότε Ἀντιποτιτεύ-
1160σεως. «Ἄρθρον 19. Ὁ στρατὸς ὁλόκληρος ἢ μέρος αὐτοῦ
1161τίθεται εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν δυνάμει Β. Διατάγ-
1162ματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
1163Ἐπὶ τῇ προτάσει μόνον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
1164Ἐνταῦθα ἠγέρθη ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἐζήτησε παρὰ
1165τῶν Ὑπουργῶν τῶν τότε νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο
1166ἡ παράγραφος ἐκείνη, ἡ περιεχομένη ἐν τῷ προσωρινῷ
1167ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ τοῦ 1880 καὶ ἐν τῷ τοῦ 1882.
1168Καὶ ἐνταῦθα ἠγέρθη ὁ τότε ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1169κῶν ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, καὶ πάλιν μύδρους
1170ἐξεσφενδόνισε κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πῶς δὲν ἐμ-
1171πιστεύεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀπέκρουσε τὰς προ-
1172τάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, αἵτινες οὕτω ἀπεῤῥίφθησαν
1173καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος, οἷον βλέπομεν αὐτόν. «Ἄρθρον 20.
1174Ἡ ἐμπόλεμος δύναμις καὶ ἡ αὔξησις αὐτῆς κατὰ τὸ ἄρ-
1175θρον 21 καταρτίζεται αʹ—βʹ διὰ τῶν τακτικῶν ἐφέδρων,
1176ὑποχρεουμένων νὰ ὑπηρετήσωσι μέρος ἢ ὅλον τῆς τριε-
1177τίας».
1178Ἐνῷ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐν ὥρᾳ εἰρήνης,
1179μόνον ἐπὶ ἓν ἔτος ἦσαν ὑπόχρεοι, ἐν ὥρᾳ ἐμπολέμου κα-
1180ταστάσεως τὸ ἓν ἔτος ἐγίνετο τρία διὰ Β. Διατάγματος
1181ἄνευ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, γ) διὰ τῆς μετα-
1182βατικῆς ἐθνοφυλακῆς, δʹ) διὰ κλήσεως εἰς τὰς τά-
1183ξεις τῶν ἐν ἀορίστῳ ἀδείᾳ ἐκτάκτων ἐφέδρων. Αἱ δια-
1184τάξεις τῶν ἐδαφίων βʹ, γʹ, δʹ τίθενται εἰς ἐνέργειαν δυ-
1185νάμει Β. Διατάγματος, ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑ-
1186πουργικοῦ Συμβουλίου».
1187Καὶ τέλος τὸ ἄρθρον 21ον. «Ἐπιτρέπεται ἐν ὥρᾳ πο-
1188λέμου, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἡ διὰ Β. Διατάγματος, ἐκ-
1189διδομένου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
1190συγκρότησις πλειοτέρων τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ὁριζο-
1191μένων ταγμάτων πεζικοῦ, εὐζώνων κτλ. καὶ ὑπηρεσιῶν
1192στρατοῦ κατὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Τὰ περὶ τούτου Β.
1193Διατάγματα εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώ-
1194την μετὰ τὴν ἔκδοσίν των Σύνοδον».
1195Ταῦτα, κύριοι, ἐθεώρει τότε συνταγματικὰ ὁ ἔντιμος ἐκ
1196Γόρτυνος βουλευτὴς, ἴσως διότι ἐθεώρει ὅτι ἀρκοῦσα ἐγ-
1197γύησις ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τοῦ Συντάγματος ἦτον ἡ ἐν
1198τοῖς Ὑπουργείοις ἐκείνοις παρουσία αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν θε-
1199λήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς τὰ νομοθετήματα τοῦ 1878
1200τὰ δόγματα, τὰ ὁποῖα ἐξήνεγκε σήμερον ὁ ἔντιμος ἀρ-
1201χηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ οἱ ἄλλοι οἱ παρακολου-
1202θήσαντες αὐτῷ ἐπανέλαβον, θέλομεν ἴδει ὅτι λίαν πρωΐ-
1203μως ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πολὺ
1204πρὶν ἢ ἔτι καταστῆ ἀρχηγὸς μερίδος, ὑπερηκόντισε τὸν
1205κ. Πρωθυπουργὸν κατὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητα· διότι
1206τότε ἐθεώρει ἀπαραίτητον δι’ ἁπλοῦ Βασιλικοῦ Διατάγ-
1207ματος καὶ ἄνευ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς νὰ καλῇ εἰς
1208τὰ ὅπλα, καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν ὥρᾳ ἐμπολέμου καταστά-
1209σεως, ὁλόκληρον τὴν ἐφεδρείαν τοῦ στρατοῦ (χειροκρο-
1210τήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
1211§65ΔΗΜ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἄλλο τι, ἐὰν τὸ ζή-
1212τημα καθ’ ἑαυτὸ δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ ἐφελκύσῃ ἐπὶ τοῦ
1213προκειμένου τὴν σύντονον ἡμῶν προσοχὴν, αἱ παρατη-
1214ρήσεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἐξήνεγκεν ἀπὸ τῆς θέ-
1215σεώς του ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νομίζω ὅτι δύνανται νὰ
1216συντελέσωσιν εἰς τοῦτο. Ἀγορεύοντος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
1217Βώλου βουλευτοῦ περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ
1218ἄρθρου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξήνεγκε τὴν παρατήρησιν
1219ὅτι προκειμένου περὶ ἀντισυνταγματικότητος τὸ μεῖζον
1220ἢ τὸ ἔλασσον δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Τοῦτο ἀρκεῖ
1221νὰ ἐφελκύσῃ πλειότερον τὴν προσοχὴν ἡμῶν, διότι ἀπο-
1222δεικνύει ἐκ περισσοῦ, ὅτι ἤθελεν ἀρκεῖ νὰ ἀνοιχθῇ ἓν
1223ῥῆγμα ὁσονδήποτε μικρὸν διὰ νὰ μὴ ἔχητε πλέον ἀσφα-
1224λεῖς τοὺς θεσμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐκλήθητε νὰ ὑπερασπί-
1225ζεσθε. Ἂν τυχὸν ἐπιτρέψητε, κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ.
1226Πρωθυπουργοῦ, τὴν ἐλαχίστην παραβίασιν τοῦ Συντάγ-
1227ματος, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ἔχετε Πολίτευμα,
1228διότι τὸ μεῖζον καὶ ἔλασσον δὲν ἔχει ἀξίαν. Καὶ εἶμαι
1229πρόθυμος ν’ ἀποδεχθῶ τὴν ἰδέαν ταύτην τοῦ κ. Πρω-
1230θυπουργοῦ εἰ καὶ μὴ συμφωνοῦσαν πρὸς ἑτέραν ἰδέαν,
1231τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐξέφρασεν. Ἄλλοτε ἐποιεῖτο σημαν-
1232τικὴν διάκρισιν μεταξὺ τῶν οὐσιωδῶν καὶ ἐπουσιωδῶν
1233διατάξεων τῶν θεσμῶν ἡμῶν. Ἄλλοτε, ὅταν ἐπρόκειτο
1234λόγου χάριν περὶ αὐτῆς τῆς συγκροτήσεως τοῦ Νομοθε-
1235τικοῦ Σώματος περὶ τοῦ νομίμου τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐκ
1236Θεσσαλίας συναδέλφων, ἔλεγεν, ὅτι τὸ οὐσιῶδες ὑπῆρ-
1237χεν ἐν τῇ θελήσει τοῦ λαοῦ καὶ οὐχὶ εἰς τὰς διατυπώ-
1238σεις. (Ζητωκραυγαὶ, θόρυβος καὶ χειροκροτήματα εἰς τὰ
1239ἀκροατήρια).
1240§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροα-
1241τήρια.
1242§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
1243§68ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν δύνασθε νὰ τὰ ἐκκενώσητε ἄνευ
1244ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
1245§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκκενωθῶσι τὰ ἀ-
1246κροατήρια; (Θόρυβος).
1247§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Θορυ-
1248βώδεις συνδιαλέξεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν).
1249§71ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πιστεύω ὅτι ἀκριβέστερον
1250σήμερον ἀντεπροσώπευσε τὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
1251οὐχὶ ὁ ἀμέσως προαγορεύσας, ἀλλ’ ὁ πρὸ αὐτοῦ ὁ ἀξιό-
1252τιμος κ. Στεφανίδης, ὅστις ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ του καὶ τῇ
1253ἀθωότητί του εἶπε· τί θέλετε τὸ Σύνταγμα, ὅταν πρό-
1254κηται περὶ ἀνάγκης τοῦ Κράτους; (Θόρυβος). Ὁ κ.
1255Στεφανίδης, ὅστις ἡρμήνευε τὸ φρόνημα τῆς Κυβερνήσεως
1256εἰς τὴν περίστασιν ταύτην...
1257§72ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡρμήνευε τὸ φρόνημά του.
1258(Ἐκκενοῦνται τὰ ἀκροατήρια).
1259§73ΧΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην
1260τῆς ἀνάγκης ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει ἵνα τοὐλάχιστον
1261μᾶς ἐκδηλωθῇ καὶ παρασταθῇ ἡ ἔκτακτος αὕτη ἀνάγκη,
1262χάριν τῆς ὁποίας πρέπει νὰ παρεκκλίνωμεν τῶν διατά-
1263ξεων τοῦ Συντάγματος· διότι ἅμα τοιαύτη ἔκτακτος ἀ-
1264νάγκη ἤθελεν ἀποδειχθῇ, δὲν ἠθέλαμεν ἴσως ἀποκρούσει
1265μίαν τοιαύτην παρέκκλισιν. Καὶ βεβαίως τὸ Πολίτευμα
1266δὲν εἶναι ποτὲ ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς Πολιτείας, καὶ ἂν
1267ἤθελεν ἐπέλθει στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τήρησις αὐ-
1268τοῦ ἤθελε συγκρουσθῆ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπάρξεως
1269τοῦ Κράτους, οὐδεὶς ἤθελε δώσει τὴν προτίμησιν εἰς τὴν
1270τήρησιν τῶν διατυπώσεων.
1271Εἰς ὅλα τὰ Συνταγματικὰ Κράτη ἠναγκάσθησαν ἐνίοτε
1272ἀλλὰ μόνον χάριν πραγματικῶν ἐκτάκτων περιστάσεων
1273ν’ ἀποδεχθῶσι τοιαύτας παρεκκλίσεις. Ἀλλὰ παράδοξον
1274εἶναι νὰ προτείνηται ἤδη ἡ ἀξίωσις αὕτη καὶ ἐνῷ οὐδὲν
1275ἀποδεικνύεται ἱκανὸν νὰ τὴν δικαιολογήσῃ (θόρυβος).
1276Ὑπῆρξεν ἄλλοτε Σύνταγμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἠνοίγετο ἡ
1277θύρα εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἵνα διὰ Διατάγμα-
1278τος κανονίζῃ πολλάκις ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἔχρῃζον
1279Νομοθετικῆς ἀποφάσεως. Ὑπῆρχε τὸ Σύνταγμα τοῦ
12801814 εἰς τὴν Γαλλίαν, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ βασιλεὺς ἠδύ-
1281νατο νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα οὐ μόνον πρὸς ἐκτέλεσιν
1282τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους·
1283ἀλλὰ παρετήρησαν ἐγκαίρως, ὅτι τοιαύτη διάταξις ἦτο
1284λίαν ἐπικίνδυνος, διότι ὑπὸ τὴν πρόφασιν ταύτην τῆς
1285ἀσφαλείας τοῦ Κράτους ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγ-
1286ματος ἠδύναντο νὰ ματαιῶνται. Καὶ κατόπιν εἰς τὸ
1287Σύνταγμα τοῦ 1830 ἀπήλειψαν αὐτὴν καὶ εἰς τὴν φρά-
1288σιν ὅτι «μόνον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἐκδίδει ὁ βα-
1289σιλεὺς τὰ ἀναγκαῖα Διατάγματα» προσέθηκαν, μάλιστα
1290πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς ἰδέας, ὅτι «οὐδέποτε δύναται ν’ ἀνα-
1291στείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἢ ἀπαλλάξῃ τινὰ τῆς
1292ἐκτελέσεως αὐτῶν.» Ἐὰν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι
1293ὑπῆρχεν ἡ διάταξις ἡ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1814 τῆς
1294Γαλλίας, ἠθέλαμεν σκεφθῆ, ἐὰν παρουσιάζετο ἀπαίτησις
1295ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ χορηγοῦντες πρὸς
1296τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσιοδότησιν οἷα ἡ ζητουμένη, ἠθέλο-
1297μεν ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος·
1298ἀλλὰ καὶ ἀσχέτως πρὸς τοιοῦτον δικαίωμα ἠδυνάμην νὰ
1299παραδεχθῶ ὅτι, ἐὰν τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἤθελεν ἔχει
1300μεγαλειτέραν σπουδαιότητα ἀπὸ τὰς συνταγματικὰς δια-
1301τάξεις, ἐὰν ὕψιστόν τι συμφέρον ἤθελε σήμερον παρίστα-
1302σθαι ἀναγκάζον νὰ παρεκκλίνωμεν ἀπὸ τοῦ Συντάγμα-
1303τος πρὸς πρόληψιν κινδύνου πραγματικοῦ, ἠδυνάμεθα καὶ
1304ἐχρεωστοῦμεν βεβαίως νὰ σκεφθῶμεν· διότι, ὡς εἶπον, τὰ
1305Πολιτεύματα εἶναι τὰ μέσα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν τελι-
1306κῶν σκοπῶν τῆς Πολιτείας καὶ οὐχὶ ὁ τελικὸς σκοπὸς
1307οὗτος. Καὶ δὲν παραδέχομαι τὴν ἀπόλυτον ἐκείνην θεω-
1308ρίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ δια-
1309κοπῆς ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ ὅτι, προκειμένου περὶ ἀντι-
1310συνταγματικότητος, δὲν ὑπάρχει μεῖζον καὶ ἔλασσον, ὑ-
1311πάρχει μεῖζον καὶ ἔλασσον ἐν τῇ πράξει, τὸ ὁποῖον θέ-
1312λει ἐκτιμηθῆ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἐκτά-
1313κτων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδίστα-
1314σαν νὰ παρεκκλίνουν, παρουσιαζομένων ἐκτάκτων περι-
1315στάσεων, ἀπὸ τῆς πλήρους τηρήσεως τοῦ γράμματος τοῦ
1316Συντάγματος καὶ ἀπὸ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ.
1317Καὶ θὰ ἐνόουν σήμερον, κύριοι, ὅτι θὰ εἴχομεν ζή-
1318τημα, ἵνα σκεφθῶμεν ὁπωσδήποτε, ἐὰν εἴχομεν ἐκδεδη-
1319λωμένην μίαν γνώμην πολεμικὴν ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερι-
1320κὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω
1321μίαν Κυβέρνησιν ζητοῦσαν ἔκτακτόν τι μέτρον ἐκτάκτου
1322ἐξουσίας, ἂν ἤθελον ὑπονοήσει ἐκ τῶν λόγων αὐτῆς, ὅτι
1323εἶναι Κυβέρνησις διανοουμένη νὰ προβῇ προσεχῶς εἰς δρᾶ-
1324σιν τινὰ, χάριν τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην ἐκτάκτων μέ-
1325τρων· ἀλλ’ ὅταν εὑρισκώμεθα ἀπέναντι Κυβερνήσεως, ἡ
1326ὁποία καὶ ἐξεδήλωσε μάλιστα πανηγυρικῶς ἐνώπιον τοῦ
1327Κοινοβουλίου, ὅτι οὐ μόνον δὲν διανοεῖται τοιοῦτόν τι,
1328ἀλλ’ οὔτε νὰ συμμετάσχῃ προτίθεται εἰς ἄλλων πρωτο-
1329βουλίαν ἐπὶ ἐνδεχομένης διαταράξεως τῆς τάξεως ἐν τῇ
1330Ἀνατολῇ καὶ κατόπιν τούτου ζητούσης ἔκτακτα μέτρα
1331ἀντισυνταγματικὰ, περιπίπτομεν δικαίως εἰς ἀπορίαν.
1332Καὶ εἶναι ἀντιφατικὸν καὶ παράδοξον νὰ ἐπικαλῶνται
1333ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης προηγούμενα ἄλλων νομο-
1334θετημάτων, νομοθετηθέντων ὑπὸ πολιτικὴν ὅλως διά-
1335φορον, ὑπὸ περιστάσεις ὅλως ἐκτάκτους, ἐνῷ ὁ ἀξιότιμος
1336Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν εἰς τὸ Κοινοβού-
1337λιον τί πρεσβεύει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, νὰ παρουσιά-
1338ζουν νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐν ἐμπολέμῳ σχε-
1339δὸν καταστάσει πρὸς δικαιολόγησιν τῶν σημερινῶν ἀ-
1340ξιώσεών των! Δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι ἠδύνατο ὁ ἀξιό-
1341τιμος Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκφράσῃ—ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκ-
1342φρασις, διότι δὲν εἶναι τοῦ χαρακτῆρός του—σχολαστι-
1343κὰς θεωρίας, δὲν ὑποθέτω ποτὲ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουρ-
1344γὸς δὲν αἰσθάνεται καὶ σήμερον τὴν διάθεσιν ταύτην τὴν
1345ὁποίαν πολλάκις ἐξεδήλωσεν, ὅτι τὰ τοιαῦτα μέτρα κρί-
1346νονται κατ’ ἀνάγκην ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ ὅτι
1347δύναται εἰς μίαν περίστασιν νὰ συγχωρηθῇ τι ἐναντίον
1348κἄπως τοῦ Συντάγματος, ὅπερ εἰς μίαν ἄλλην νὰ μὴν
1349ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦτον, τοῦ συγγνωστοῦ.
1350Καὶ ἠπόρησα, κύριοι, πῶς ὅταν ἐπροτάθη τὸ ἀντισυν-
1351ταγματικὸν τῆς διατάξεως ταύτης, κατὰ τοῦ ὁποίου ἵνα
1352ἀντιταχθῇ ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ κα-
1353ταφύγῃ εἰς ἐπικλήσεις προηγουμένων, καὶ εἰς ἄλλα, τὰ
1354ὁποῖα φέρουν τὸν χαρακτῆρα τοῦ σοφίσματος, πῶς ὅταν
1355ἐπροτάθη ὑπὸ συσσώμου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ ἀντι-
1356συνταγματικόν, ἔσχεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ σθένος νὰ προ-
1357βῇ εἰς ἐκφράσεις περιφρονητικὰς διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν
1358καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ γνώμη αὕτη συσσώμου τῆς Ἀντιπολι-
1359τεύσεως δὲν εἶναι οὐδὲ ἀπαντήσεως ἀξία! Δὲν ἠξεύρω πό-
1360θεν ἤντλησε τὸ θάῤῥος τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἠ-
1361ξεύρω πόθεν ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ σημερινὴ
1362δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνώσεις τοῦ δημοσίου δικαίου, ὅτι
1363αὗται περιωρίσθησαν μόνον εἰς ταύτην τὴν πτέρυγα καὶ
1364ἑπομένως ὅτι ἡ ἰδέα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ ἀντι-
1365συνταγματικότητος τινὸς διατάξεως εἶναι ἀναξία ἀπαντήσεως,
1366καὶ λέγω ἠπόρησα διὰ τοῦτο, διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι
1367σπουδαίως ἐξήνεγκε τὴν ἄλλην μομφὴν ὅτι τοιαύτη πρό-
1368τασις προέρχεται ἐκ κακῆς πίστεως. Θὰ ἦτο παράδο-
1369ξον νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ κατη-
1370γορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐσκέφθη νὰ παραστήσῃ ὅτι εἰς
1371μίαν διάταξιν νομοσχεδίου ὑπάρχει τι τὸ ἀντισυνταγ-
1372ματικόν, καὶ νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ κακῇ
1373διαγνώσει καὶ ἐκτιμήσει τοῦ ζητήματος τούτου, διότι
1374ἐν ὅσῳ δὲν εἶναι μάλιστα περατωμένη ἡ συζήτησις, πρό-
1375κειται ἁπλῶς περὶ ἁπλῆς διαγνώσεως, ὅτι ἡ Ἀντιπολί-
1376τευσις, ἡ καταγγέλλουσα τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐν τῇ ἐκ-
1377τελέσει τῶν νόμων πολλάκις παρεβίασε τὸ Σύνταγμα
1378καὶ τοὺς νόμους, δὲν ἔχει ἄλλην κατηγορίαν καὶ ἔφερεν
1379αὐτὴν ἀπὸ τῆς ὁποίας ἄλλως εὐκόλως δύναται ν’ ἀπαλ-
1380λαχθῇ ἡ Κυβέρνησις, δεχομένη τροπολογίαν τινὰ ἢ ἐγ-
1381καταλείπουσα τὸ ἄρθρον. Ἢ νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
1382εἶναι ζήτημα φιλοτιμίας νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τροποποίησιν
1383διατάξεως ἀντισυνταγματικῆς, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἔθηκεν
1384ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Τοιαύτην ἀξίωσιν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ
1385ὁ Πρωθυπουργός, ἀλλὰ τοιαύτη ἀξίωσις δὲν περιέχει
1386μόνον παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ πλήρη αὐτοῦ
1387ἐξευτελισμόν. Ἀλλ’ ἠπόρησα ἔτι μᾶλλον, ὅτε ὁ κ. Πρω-
1388θυπουργὸς προβὰς εἴς τινας παρατηρήσεις ὅπως λύσῃ
1389τὸ ζήτημα, ἔλυσε αὐτὸ καθ’ ἑαυτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ
1390κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς λε-
1391γομένης delegation, διότι, εἶπε, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἐντολή,
1392αὕτη δὲν θὰ ἦτον ἰσχυρὰ, προκειμένου περὶ ἀντικειμένου,
1393τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εἰς τὴν σφαῖραν τῆς Ἐκτελεστικῆς
1394Ἐξουσίας νὰ διαχειρισθῇ. Εἰς πολλοὺς νόμους τῳόντι
1395ὑπάρχει τοιαύτη ἐντολὴ πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξου-
1396σίαν· πολλάκις ἡ τοιαύτη ἐντολὴ περιλαμβάνει καὶ ἀν-
1397τικείμενα νομοθετικὰ, ἀλλὰ δευτερευούσης ἀξίας, πάν-
1398τοτε ὅμως εὑρισκόμενα εἰς συμφωνίαν μὲ τοὺς νόμους
1399τοῦ Κράτους. Πολλάκις ἀνατίθεται εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν
1400Ἐξουσίαν ὁ κανονισμὸς λεπτομερειῶν ἐγκειμένων ἐν τῇ
1401οὐσίᾳ τοῦ νόμου, τὰς ὁποίας ὁ νομοθέτης δὲν ἔκρινεν
1402ἐκ τῶν προτέρων κατάλληλον νὰ νομοθετήσῃ, ὁ δὲ Πρω-
1403θυπουργὸς λίαν δικαίως εἶπεν ὅτι ἂν ὑπῆρχεν ἐπὶ τοῦ
1404προκειμένου ἐντολὴ, θὰ ἦτον ἀνίσχυρος· διότι συναισθά-
1405νεται πολὺ καλῶς ὅτι ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ἐκ-
1406τελέσεως νόμου, ἢ περὶ λεπτομερειῶν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναν-
1407τίας περὶ τροποποιήσεως καὶ ἀνατροπῆς νόμου, καὶ
1408τοῦτο ἀνατίθεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ πράξεως νο-
1409μοθετικῆς. Ἡ τοιαύτη ἐξουσιοδότησις ἀντίκειται ἐντε-
1410λῶς εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὅ,τι ὑπάρχει εἰς τὴν ἐν γένει
1411κυριαρχίαν, ὑπάρχει καὶ εἰς πᾶσαν Πολιτικὴν ἐξουσίαν
1412καὶ ἰδίως τὴν Νομοθετικὴν τὸ ἀναπαλλοτρίωτον. Ἡ Νο-
1413μοθετικὴ Ἐξουσία δὲν δύναται νὰ μεταθέσῃ τὰ ἑαυτῆς
1414δικαιώματα εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν, ἡ δὲ μετάθεσις τῶν
1415δικαιωμάτων αὐτῆς εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν δὲν εἶναι ἁ-
1416πλῶς παραβίασις διατάξεως τοῦ συντάγματος, εἶναι
1417ἀνατροπὴ τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλὰ τί εἶπεν ὁ κ. Πρω-
1418θυπουργὸς διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ περιλαμβανόμενον
1419ἐν τῇ διατάξει, περὶ ἧς πρόκειται; Εἶπεν ὅτι ἐξουσιο-
1420δότησις δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἐπὶ τοῦ
1421ἀντικειμένου τούτου, ἀλλ’ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἀποφαί-
1422νεται αὐτὴ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου περὶ
1423τοῦ χρόνου τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, ὅταν δὲ ἡ
1424Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφαίνηται
1425ἀπολύτως, ἔχει τὸ δικαίωμα βεβαίως ν’ ἀποφαίνηται
1426καὶ ὑπὸ ὅρους.
1427Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἰδέας τοῦ κ.
1428Πρωθυπουργοῦ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ αὐξήσητε τὴν
1429θητείαν; βεβαίως, ναί· ἀφοῦ δὲ δύνασθε ν’ ἀποφασίση-
1430τε ἀπολύτως, δὲν δύνασθε ν’ ἀποφασίσητε καὶ ὑπὸ ὅρον;
1431Καὶ ἰδοὺ τίθεται ὁ ὅρος τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐκτάκτου ἀ-
1432νάγκης καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
1433καὶ ἐδῶ τῳόντι εἶναι τὸ ζήτημα. Παραδέχομαι ὅτι ἡ Νο-
1434μοθετικὴ Ἐξουσία δύναται ν’ ἀποφασίσῃ καὶ ὑπὸ ὅρους, ὁ
1435ὅρος ὅμως πρέπει νὰ ᾖναι βεβαίως ἓν πραγματικὸν γε-
1436γονὸς, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀπόκηται εἰς τὴν κρίσιν ἀπολύ-
1437τως τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ὡς ὅρον θέσητε τὴν κρίσιν
1438τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ὅρον πραγματικῶς δὲν ἔχετε,
1439διότι συμβαίνει καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὅ,τι καὶ ἐν
1440τῷ ἰδιωτικῷ Δικαίῳ. Ἐν αὐτῷ ὅρος ἀναρτώμενος ἐκ τῆς
1441θελήσεως ἑνὸς τῶν συμβαλλομένων, θεωρεῖται μὴ ὑπάρ-
1442χων ἢ μᾶλλον καθιστᾷ τὴν σύμβασιν ἄκυρον. Ἐὰν ἔλε-
1443γεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ὅτι παραδέχομαι αὔξησιν τῆς
1444θητείας ἐν ᾗ περιστώσει συμβῇ τὸ ἑξῆς γεγονὸς, τότε ἐν-
1445νοῶ ὅτι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἀπεφάσισε τὴν αὔξησιν τῆς
1446θητείας. Ὅταν ὅμως εἴπητε, ὅτι παραδέχομαι ν’ αὐξή-
1447σῃ ἡ θητεία ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ, περὶ ἧς θ’ ἀποφασίσῃ
1448ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲν σπουδαῖον καὶ συνταγματικὸν διετά-
1449ξατε, ἀλλὰ δίδετε ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανο-
1450νίσῃ νομοθετικὸν ἀντικείμενον· τὸ νὰ εἴπητε δὲ ἐν περι-
1451πτώσει ἐκτάκτου ἀνάγκης εἶναί τι χειρότερον, παρὰ ἐὰν
1452ἀπηλείφατε καὶ τοὺς ὑποτιθεμένους τούτους περιορισμοὺς,
1453ἐπὶ τῶν ὁποίων τὴν κρίσιν ἐξαρτᾶτε ἐκ τῆς Κυβερνήσε-
1454ως, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ εἴπητε «ἐν ἐκτάκτῳ ἀ-
1455νάγκῃ», διότι δὲν θὰ ἐξεδηλοῦτε τοὐλάχιστον τότε τὴν
1456ἀπόκρουσιν, τὴν ὁποίαν ἐκφράζετε πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς
1457θητείας, τοῦτ’ ἔστι τότε θὰ ἐξεδηλοῦτο ἡ ἰδέα τῆς Βου-
1458λῆς, ὅτι τὴν αὔξησιν τῆς θητείας τὴν ἔχει ἐν τῇ διανοίᾳ
1459αὑτῆς. Ἀλλ’ ὅταν λέγητε μόνον ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ ἐπι-
1460τρέπεται ἡ αὔξησις, δηλοῖ συγχρόνως ἡ Βουλὴ ὅτι εἶναι
1461κατὰ τῆς αὐξήσεως τῆς θητείας καὶ δὲν προσθέτει ὡσαύ-
1462τως οὐδεμίαν ἐγγύησιν, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ζητήσῃ
1463ποτὲ σπουδαίως καὶ ἀποτελεσματικῶς λόγον ἀπὸ τὴν
1464Κυβέρνησιν πῶς ἐθεώρησεν ὑπάρξασαν ἔκτακτον ἀνάγκην·
1465δύναται νὰ σᾶς λέγῃ ἐπὶ χρόνον μακρὸν ὅτι ὑπάρχουσι πε-
1466ριστάσεις ἐξωτερικαὶ, αἱ ὁποῖαι προὐκάλεσαν τὴν ἀνάγκην,
1467καὶ τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν,
1468ἀλλὰ τέλος πάντων δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι συνέλαβεν
1469ὑπόνοιαν, ὅτι δύναται νὰ παραστῇ μία τοιαύτη ἀνάγκη.
1470Ἐπικαλοῦνται, κύριοι, τὰ προηγούμενα· ἀλλ’ ἀκριβῶς τὰ
1471προηγούμενα καταδεικνύουσιν ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου
1472εὑρισκόμεθα ἐν παραβάσει καὶ τοῦ γράμματος καὶ τοῦ
1473πνεύματος τοῦ Συντάγματος, διότι τὰ προηγούμενα εἶναι
1474ὅλως ἀντίθετα τῶν σημερινῶν, καὶ εἶναι παράδοξον νὰ ἐ-
1475πικαλῶνται τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες ῥητῶς λέ-
1476γουσιν «ἐν περιπτώσει πολέμου»· διότι ἄλλαι μὲν δια-
1477τάξεις περιέχουσι ῥητῶς τὸ «ἐν ὥρᾳ πολέμου», ἄλλαι δὲ
1478πάλιν διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθησαν, ἀφορῶσι ῥη-
1479τῶς εἰς ἄλλα ἀντικείμενα. Ἐπεκαλέσθησαν τὸ δικαίωμα
1480τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ νὰ προσκαλῇ τοὺς διαθεσίμους, καὶ βε-
1481βαίως τὸ ἐπιχείρημα στρέφεται κατ’ αὐτῶν, διότι οἱ δι-
1482αθέσιμοι ἐθεωροῦντο τελοῦντες τριετῆ θητείαν, καὶ βε-
1483βαίως δὲν ἀπαγορεύεται ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ: «δὲν θέλω νὰ
1484τηρήσω εἰς τὸν στρατὸν ἐν ἐνεργείᾳ ὅλους αὐτοὺς τοὺς
1485ἄνδρας, ἀφίνω μερικοὺς ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ἐὰν
1486ὑπάρξῃ ἀνάγκη, δύνανται νὰ κληθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουρ-
1487γοῦ, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου
1488«πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν.» Ἐνταῦθα ἔχομεν ὅλως τὸ
1489ἐναντίον· διότι, ἐνῷ τότε ἔλεγεν ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ πολίτης
1490πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ τρία ἔτη, σήμερον ἔχομεν τὴν μο-
1491νοετῆ θητείαν.
1492Καὶ δύναμαι, κύριοι, νὰ παραδεχθῶ τὴν ἀνάρτησιν τοι-
1493αύτης ἐξουσιοδοτήσεως ἀπὸ γεγονότος πραγματικοῦ, τὸ
1494ὁποῖον νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως,
1495ἀλλὰ καὶ ἀπὸ γεγονότος πραγματικοῦ, τὸ ὁποῖον συνίστα-
1496ται εἰς πρᾶξιν ἐκτελουμένην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’
1497ἀφεθεῖσαν εἰς αὐτὴν νὰ τὴν ἐκτελῇ ὑπὸ μεγάλην, ἔκτα-
1498κτον καὶ βαρυτάτην βεβαίως εὐθύνην. Ὡς γεγονὸς τοιοῦ-
1499τον πραγματικὸν θεωρῶ βεβαίως ἰδίως τὴν κατάστασιν τοῦ
1500πολέμου, μολονότι τὸν πόλεμον ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία
1501τὸν ἀποφασίζει, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ μοῦ εἴπῃ τις τὸν
1502ὅρον τοῦ πολέμου ὅτι τὸν ἐκτελεῖ ἡ Κυβέρνησις; ναί·
1503ἀλλ’ ὅταν τοῦτο ἀνέθηκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὸ τὸ Σύν-
1504ταγμα, εἶναι ἐν τῷ πνεύματι καὶ τῇ οὐσίᾳ τῆς ἀναθέ-
1505σεως ταύτης, ὅτι ἀνέθηκε καὶ τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁ-
1506ποῖα δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ἀπαραίτητα πρὸς τὴν ἐκ-
1507τέλεσιν τοῦ ὑψίστου τούτου καθήκοντος. Καὶ ἐγένετο μία
1508ἐξομοίωσις εὐλογοφανὴς τῆς ἐπιστρατείας πρὸς τὴν ἐμ-
1509πόλεμον κατάστασιν, καὶ εἶναι βεβαίως εὔλογος ἡ ἐξο-
1510μοίωσις· ἀλλ’ ὅταν ἔχετε ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις τὴν
1511ἐξουσιοδότησιν, δὲν ἐννοεῖται ὅτι ταῦτα ἀποδεικνύουν, ὅτι
1512δὲν δύνασθε ἐκτὸς τῶν περιστάσεων τούτων νὰ ἐπεκτεί-
1513νητε τοιαύτην ἐξουσιοδότησιν; Καὶ ἂν καθὼς εἶπεν ὁ κ.
1514Πρωθυπουργὸς, προκειμένου περὶ ἀντισυνταγματικότητος,
1515τὸ μεῖζον καὶ τὸ ἔλασσον δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, τότε
1516τί ἐμποδίζει νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν, ἵνα αὐτὸς
1517ἐν γένει κανονίζῃ πάντοτε τὸν χρόνον τῆς θητείας; ἢ τί
1518ἐμποδίζει νὰ ζητήσῃ αὔριον ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέ-
1519πῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ κανονίζουν αὐτοὶ τὰ ἔξοδα
1520καὶ τὰ ἔσοδα; Θὰ μᾶς εἴπῃ καὶ τότε, ἰδοὺ σεῖς τὸ ἀ-
1521πεφασίσατε, ἀνηρτήσατε τοῦτο ἀπὸ ἕναν ὅρον, ἀπὸ τὴν
1522ὕπαρξιν τῆς ἀνάγκης, καὶ ἡμεῖς ἀναγνωρίσαντες τὴν ὕ-
1523παρξιν τοῦ ὅρου, ποιούμεθα χρῆσιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως,
1524τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνεθέσατε. Καὶ τότε πλέον ποῦ μένει,
1525ποῦ ὑπάρχει τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα; Δὲν μένει
1526οὔτε τὸ γράμμα, οὔτε ὁ σκελετὸς αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος κατέ-
1527στη ἴσως περιφρονήσεως καὶ γέλωτος ἄξιος. Καὶ ἐνῷ δὲν
1528ἔχομεν, κύριοι, οὐδαμόθεν τὴν ἔκτακτον ταύτην ἀνάγ-
1529κην, οὐδὲ συγκεκριμένως, οὐδὲ κἂν ἐκ τῆς γενικῆς πολι-
1530τικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν ἀπ’ ἐναντίας ἄλλα διδό-
1531μενα νὰ ὑποθέτωμεν, ὅτι πρόκειται ἡ παρέκκλισις ἀπὸ
1532τοῦ Συντάγματος νὰ γείνῃ μόνον διὰ νὰ οἰκονομηθῇ ἡ
1533ἀξίωσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ νὰ φαίνεται ἀλάνθαστος!
1534Βεβαίως, δι’ ἐξευτελεστικώτερον λόγον παράβασις τοῦ
1535Συντάγματος δὲν ἠδύνατο ποτὲ ν’ ἀπαιτηθῇ! Ἀνεκή-
1536ρυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι καλλιτέρα πολιτικὴ εἶναι
1537ἡ πολιτικὴ τῶν πειραμάτων, καὶ εἶχε συμφέρον βεβαίως
1538εἰς τὴν ἀνακήρυξιν τῆς ἰδέας ταύτης. Ἀληθῶς, ἂν ἡ καλ-
1539λιτέρα πολιτικὴ ἦναι ἡ πολιτικὴ τῶν πειραμάτων, δὲν
1540ἔχετε νὰ σκεφθῆτε περὶ καταλληλοτέρας Κυβερνήσεως,
1541διότι ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως παρέχει εὐ-
1542ρύτατον στάδιον γυμνασμάτων καὶ πειραμάτων. Ὁμοιά-
1543ζει ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὰ βι-
1544βλιάρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα πρὸς ἐκμά-
1545θησιν ξένων γλωσσῶν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπίτηδες περιέχουσιν
1546ἄπειρα λάθη, ὅπως, προβαλλόμενα ταῦτα εἰς τοὺς μαθη-
1547τὰς πρὸς διόρθωσιν, συντελῶσι νὰ ἐκγυμνάζωνται οὗτοι.
1548Καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐζητήθη ῥητῶς ἢ ὡρισμένως ἡ διόρ-
1549θωσις τῆς θητείας τοῦ ἑνὸς ἔτους, θὰ ζητηθῇ ἴσως κατό-
1550πιν καὶ τοῦτο, ἂν ὑποτεθῇ σφαλερῶς γενόμενον, περὶ οὗ
1551δὲν δυνάμεθα ἴσως σήμερον ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅπως θὰ ζη-
1552τηθῇ καὶ ἄλλων προφανῶς ἐσφαλμένων νόμων ἡ διόρθω-
1553σις. Καὶ κατὰ τὴν θεωρίαν τῆς πειραματικῆς πολιτικῆς
1554τὸ μόνον παράπονον, τὸ ὁποῖον δύνασθε ἐν τοιαύτῃ πε-
1555ριπτώσει νὰ ἔχητε, θὰ ἦναι ὅτι ἐνῷ ἐνομίσατε, ὅτι εἶσθε
1556ἀρκούντως προωδευμένοι καὶ ἔπρεπε νὰ σᾶς ὑποβάλλων-
1557ται πρὸς διόρθωσιν λάθη τουλάχιστον Συντακτικοῦ, σᾶς
1558ὑποβάλλονται λάθη ἁπλῆς Γραμματικῆς καὶ τὸ μόνον
1559παράπονον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ὁ λαὸς, θὰ ἦναι ὅτι
1560δὲν πρέπει τις ν’ ἀξιοῖ νὰ σπουδάσωμεν τὴν τέχνην τοῦ
1561κουρέως εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ λεπροῦ!
1562Δὲν δύναμαι, κύριοι, ὑπὸ οὐδεμίαν ἄλλην ἔποψιν νὰ
1563δικαιολογήσω τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν καλούμεθα νὰ
1564ψηφίσωμεν. Ἡ διάταξις καθαρὰ καθαρὰ περιέχει ἐξου-
1565σιοδότησιν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ν’ αὐξάνῃ τὸν
1566χρόνον τῆς θητείας καὶ τίποτε πλειότερον, τίποτε ὀλι-
1567γώτερον ἐναντίον οὐχὶ μόνον ὑπάρχοντος νόμου, ἀλλὰ
1568καὶ τοῦ ἐπικρατοῦντος ἴσως ἐν τῇ Βουλῇ πνεύματος, ὅτι
1569ἡ μονοετὴς θητεία εἶναι ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλει
1570ὁ πολίτης νὰ ὑπόκηται· δὲν δύναμαι ἄλλως νὰ ἐξηγήσω
1571τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅταν δὲν
1572ἔχωμεν οὐδὲ ὑπόδειξιν τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης σήμερον.
1573Εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἑπομένως νὰ ὑποθέτωμεν ὅτι ἀντὶ
1574νὰ ζητηθῇ ἡ διόρθωσις τοῦ πράγματος ἐντὸς τῶν ὁρίων
1575τοῦ Συντάγματος, ἐπιζητεῖται ἡ διόρθωσις αὕτη διὰ πα-
1576ραβιάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἂν ἡ Νο-
1577μοθετικὴ Ἐξουσία ἠδύνατό ποτε μετ’ ὀδύνης νὰ ἀνεχθῇ
1578παραβίασιν τοῦ Συντάγματος πρὸς διάσωσιν τῆς ἀσφα-
1579λείας τοῦ Κράτους, ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅ-
1580πως παρεκκλίνωμεν ἀπὸ τοῦ Συντάγματος ὅπως μὴ εἰ-
1581σέτι ἐξελεχθῇ ἡ περὶ τοῦ ἀλανθάστου αὐτοῦ ἰδέα τῆς
1582πλειοψηφίας, δὲν εἶναι ἁπλῆ παραβίασις τοῦ Συντάγμα-
1583τος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἔσχατος αὐτοῦ καὶ τοῦ Κοινοβουλίου ἐ-
1584ξευτελισμός.
1585§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν πρόκηται ἡ Κυβέρνησις
1586νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περαιτέρω περὶ τοῦ νομοθε-
1587τήματός της, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ
1588κλείσῃ ἡ συζήτησις. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κά-
1589μνομεν δῆλον εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτι πόρισμα τῶν μέχρι
1590τοῦδε συζητήσεων, δυνάμενον νὰ προταθῇ εἰς τὴν ψῆφον
1591τῆς Βουλῆς, εἶναι πρῶτον ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ
1592Βώλου βουλευτὴς προέβαλε, καὶ τὴν ὁποίαν θέλει ὑπο-
1593στηρίξει ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι νομίζει ὅτι δι’ αὐτῆς
1594μειώνει τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ ἄρθρου 15. Ἂν
1595ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὴν τρο-
1596πολογίαν ταύτην, τότε δεύτερον πόρισμα τῆς συζητή-
1597σεως θέλει εἶσθαι ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου, ἡ ὁποία
1598περιέχεται ἐν ταῖς ἀγορεύσεσι τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντι-
1599πολιτεύσεως κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ παρέστησαν
1600τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτοῦ. Μετὰ τὴν δευτέραν ταύ-
1601την ψηφοφορίαν, ἐὰν δὲν πρόκηται νὰ παραταθῇ περαι-
1602τέρω ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ τρίτου ζητήμα-
1603τος τῆς παραδοχῆς τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου τοῦ νομο-
1604σχεδίου, τότε θέλω ζητήσει τὸν λόγον καὶ ποιήσει δή-
1605λωσιν πρὸς τὴν Βουλήν.
1606§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυ-
1607πουργὸν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες
1608ἔπεισαν αὐτὸν νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπε-
1609στήριξε κατὰ τὸ ἔτος 1878 ἐν τῇ Βουλῇ, συζητουμένου
1610τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσωρινοῦ ὀργανι-
1611σμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅπερ ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυ-
1612βέρνησιν δι’ ἁπλοῦ Διατάγματος νὰ συγκαλῇ τοὺς ἐφέ-
1613δρους, χωρὶς νὰ ἀνακοινοῖ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ.
1614Τρικούπης ἐξηγέρθη τότε μετὰ πολλῆς δυνάμεως ἐναν-
1615τίον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὡς ἀφαιροῦντος δικαιώματα τῆς
1616Βουλῆς. Πρὸ τινων ἡμερῶν ἀπαντῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
1617εἰς ὅσα ἡμεῖς εἴπομεν περὶ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τοῦ
1618ἄρθρου 15, εἶπεν ὅτι, ὅσα εἴπομεν, ἦσαν ἄνευ σπουδαιό-
1619τητος καὶ ἄνευ ἀξίας. Πιθανὸν ὅτι ὅσα αὐτὸς εἶπε, πολε-
1620μῶν κατὰ τὸ 1878 τὸ ἄρθρον 19, νὰ ἦναι πολὺ ἰσχυρό-
1621τερα καὶ πειστικώτερα, παρ’ ἐκεῖνα ὅσα ἤδη ἐλέχθησαν
1622ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τότε δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς
1623ἔκτοτε μετέβαλε τὰς ἰδέας αὐτοῦ καὶ πῶς σήμερον, ὅτε δὲν
1624πρόκειται περὶ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τότε ἐκήρυττεν ὡς
1625προνόμιον τοῦ Στέμματος, καὶ δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὴν
1626Βουλὴν νὰ κανονίζῃ περὶ τοῦ προνομίου τοῦ κηρύττειν
1627τὸν πόλεμον, οὗ τινος παρασκευὴ εἶναι ἡ ἐπιστρατεία,
1628πῶς σήμερον, ἐνῷ δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ἐπιστρατείας,
1629οὔτε περὶ πολέμου, φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἀπεριόρι-
1630στον τὸ δικαίωμα τῆς προσκλήσεως τῶν ἐφέδρων εἰς τὴν
1631Κυβέρνησιν. Ἂν δὲν ἤθελον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν,
1632ἤθελον ζητήσει τὰ πρακτικὰ τοῦ 1878 καὶ ἀναγνώσει
1633περικοπὰς τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἵτινες οὐ-
1634δεμίαν ἀφίνουν ἀμφιβολίαν ὅτι τοιαύτη ἰδιοποίησις τοῦ
1635δικαιώματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ προσκαλεῖν
1636ἐφέδρους ἢ τοῦ διατηρεῖν εἰς τὰς τάξεις τοὺς μέλλοντας ν’
1637ἀφυπηρετήσωσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς γνώσεως τῆς Βουλῆς, ἀν-
1638τίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τότε ὑπε-
1639στήριξεν ὁ κ. Τρικούπης ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα ἀντίκει-
1640ται εἰς τὸ πνεῦμα μόνον τοῦ Συντάγματος, διότι οὐδεὶς
1641ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 60, ἀφοῦ πάντες εἶχον τὴν ἰδέαν
1642ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ πολέμου ἢ τῆς ἐπιστρατείας ἀνή-
1643κει εἰς τὸν Ἡγεμόνα. Σήμερον ὅμως πρόκειται καὶ περὶ
1644παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 60, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 15
1645δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ αὐξάνῃ τὴν
1646δύναμιν τοῦ στρατοῦ τὴν ἐτησίως προσδιοριζομένην ἀπὸ
1647τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ πρόκηται περὶ περιπτώσεως πολέ-
1648μου ἢ ἐπιστρατείας, οὐδεμία δὲ δικαιολόγησις ἀκούεται.
1649Πρὶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς
1650μετέβαλε μὲν τὰς γνώμας ἐκείνας, ἐπιμένει δὲ σήμερον
1651εἰς γνώμας ὅλως ἀντιθέτους ἐκείνων, νομίζω ὅτι δὲν δυ-
1652νάμεθα οὔτε συζήτησιν πλήρη νὰ κάμωμεν, οὔτε νὰ προ-
1653βῶμεν ἐν πλήρει γνώσει εἰς ψηφοφορίαν τοῦ ἄρθρου.
1654§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ὁ κ. βουλευ-
1655τὴς, ἐπικαλεσθεὶς τὰ πρακτικὰ τοῦ 1878, εἶπεν ὅτι δὲν
1656τὰ εἶχε πρόχειρα, ἵνα τὰ παραθέσῃ...
1657§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω
1658τὴν Βουλήν.
1659§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔστω, ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ
1660τὰ παραθέσω, ἵνα ἀποδείξω ὅτι, ὅσα περὶ αὐτῶν εἶπεν,
1661εἶναι ἀνακριβῆ. Ὁ κ. βουλευτὴς θέλων νὰ δικαιολογήσῃ
1662τὸν ἀρχηγὸν ἤδη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τὴν ἀνακολου-
1663θίαν, ἐν ᾗ εὑρίσκεται, κηρύττων σήμερον ἀντισυνταγμα-
1664τικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτὸς τότε ὑπεστήριζε πολλα-
1665πλάσιον ἢ ὅ,τι σήμερον παρουσιάζεται, εἶπεν ὅτι κατὰ
1666τὸ 1878, ὅτε ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐπολέμησε τὴν
1667παρ’ ἐμοῦ γενομένην πρότασιν, τὸ πολεμηθὲν ἀφώρα εἰς
1668τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ τὴν ἐν πολέμῳ καὶ εἰς τὸν
1669πόλεμον. Ἀκριβῶς περὶ τοῦ ἐναντίου ἐπρόκειτο, καὶ δὲν
1670ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτής, ὅταν ἀκούσῃ
1671τὴν παράθεσιν ταύτην, θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι ἐπὶ ἐσφαλ-
1672μένων δεδομένων ἐσχημάτισε τὰς πεποιθήσεις του, καὶ
1673θέλει τὰς μεταβάλει ὁλοτελῶς. Ἰδοὺ ὁ κ. Δηλιγιάννης
1674τί ἔλεγε κατὰ τὸ 1878, ἀποκρούων τὴν πρότασίν μου
1675(ἀναγινώσκει).
1676«Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ στρατὸς τίθεται εἰς ἐμπόλε-
1677»μον κατάστασιν ὄχι μόνον, ὅταν πρόκηται νὰ κηρύξῃ τὸ
1678»Κράτος πόλεμον πρὸς ἄλλο Κράτος, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ
1679»ἐκτέλεσις τῶν νόμων αὐτοῦ, ἢ ἡ προστασία ἄλλων συμ-
1680»φερόντων αὐτοῦ ἀπαιτῇ τοῦτο, χωρὶς νὰ ἦναι ἡ περί-
1681»πτωσις, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ κηρύξῃ πόλεμον πρὸς
1682»ἄλλο Κράτος, ἢ νὰ δεχθῇ τοιοῦτον. Εἰς τοιαύτην πε-
1683»ρίπτωσιν δὲν πρόκειται νὰ κηρυχθῇ πόλεμος, ἀλλὰ
1684»πρόκειται ν’ αὐξήσῃ τὸ Ἔθνος τὴν στρατιωτικήν του
1685»δύναμιν, ἢ νὰ καλέσῃ ἓν μέρος τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ ὅ-
1686»πλα πρός τινα τῶν ἄλλων σκοπῶν, ὅτε βεβαίως δὲν
1687»εἶναι ἀνάγκη συμπράξεως τῆς Βουλῆς».
1688§79ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ δια-
1689ψεύσω τοῦτο.
1690§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐγγυῶμαι περὶ τῆς γνησιότητος
1691τῶν πρακτικῶν. Ἀναγινώσκω τὰ πρακτικὰ ὡς τὰ εὗρον.
1692Ἐνθυμοῦμαι καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἀπα-
1693ράλλακτον ὡς εἶναι ἐν τοῖς πρακτικοῖς· ἀλλ’ ὁ κ. Δηλι-
1694γιάννης δύναται σήμερον νὰ ἔχῃ ἄλλην μνήμην τῶν πε-
1695ποιθήσεων, τὰς ὁποίας εἶχε τότε. Ἡ συζήτησις ὅμως αὕ-
1696τη περὶ τοῦ τί ἐφρόνει ὁ κ. Δηλιγιάννης, δύναται νὰ ἔχῃ
1697ἀξίαν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀνεγνώρισαν αὐτὸν ὡς ἀρχη-
1698γὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἐν τῷ θέματι οὐδεμίαν ἔχει
1699σπουδαιότητα, διότι τί σημαίνει, ἂν ὁ κ. Δηλιγιάννης,
1700βλέπων σήμερον ὅτι ἔχει πολιτικὸν συμφέρον νὰ ὑποστη-
1701ρίξῃ τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε κατὰ τὸ
17021878, πράττῃ τοῦτο· εἶναι ἁπλῶς νέα ἀνακολουθία πο-
1703λιτευτοῦ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω τὰ παρ’ ἐμοῦ προ-
1704τεινόμενα καθ’ ἑαυτὰ καὶ οὐχὶ σχετικῶς πρὸς τὴν γνώ-
1705μην, τὴν τότε ἢ τὴν νῦν, τοῦ κ. βουλευτοῦ Γόρτυνος. Ὁ
1706δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου πολὺ ὀρθῶς μ’ ἐρωτᾷ,
1707ἂν τὰ τότε ἀποῤῥιφθέντα μετὰ τὴν ἀντίῤῥησιν τοῦ κ.
1708βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἔχωσι σχέσιν πρὸς τὰ νῦν παρ’
1709ἡμῶν προτεινόμενα, καὶ ἦναι ἐντελῶς σύμφωνα πρὸς αὐ-
1710τὰ, καὶ ἐπὶ τούτου ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησιν, ἥτις εἶναι
1711ἁπλουστάτη.
1712Κατὰ τὸ 1878 ἡ τότε Κυβέρνησις ἐπρότεινεν, ὅπως
1713τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τῆς ἐν εἰρήνῃ, ἐπιτρέπεται
1714ἡ αὔξησις, εἴτε ἐν περιπτώσει πολέμου, εἴτε ἐν περιπτώ-
1715σει ἐπιστρατεύσεως, ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς.
1716Τότε ἐδήλωσα, ὅτι τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει ἡ Κυβέρνη-
1717σις, ὅπως καλῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς διαθε-
1718σίμους, εἶναι ἀποχρῶν, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον πλὴν τοῦ δι-
1719καιώματος ἐκείνου νὰ δοθῇ καὶ ἄλλο εἰς τὴν Κυβέρνη-
1720σιν, νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλῇ
1721πάσας τὰς τάξεις τῶν δυναμένων νὰ φέρωσιν ὅπλα, πάν-
1722τας τοὺς ἐφέδρους. Εἶπον ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα θὰ
1723ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ πράττῃ τοῦτο, ἂν ὁ νόμος τὸ
1724ἐπέτρεπεν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ ἐπιτρέψῃ τοῦτο
1725ὁ νόμος, εἰμὴ παρεχομένης εἰς τὴν Βουλὴν τῆς εὐκαιρίας
1726νὰ συζητήσῃ περὶ τοῦ μέτρου, ὅσον ἔνεστι ταχύτερον.
1727Εἶπον ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κηρύττειν
1728τὸν πόλεμον, ἢ τοῦ κηρύττειν τὸν στρατὸν εἰς ἐμπόλεμον
1729κατάστασιν, διαφέρουσιν ἐντελῶς, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς
1730Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον εἶναι
1731ἀπόλυτον, δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς ἄλλον ὅρον εἰμὴ
1732μόνον εἰς ἐκείνους, οὓς τὸ Σύνταγμα ἐκανόνισεν· ὅτι τὸ
1733δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κηρύττειν τὸν στρατὸν
1734εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὅ-
1735ρους, ἀλλ’ ὁ ὅρος, ὁ τότε προταθεὶς, τῆς αὐτοδικαίου συγ-
1736κλήσεως τῆς Βουλῆς, ἐχαρακτηρίσθη παρ’ ἡμῶν ὡς ἀν-
1737τισυνταγματικὸς, διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συνέλθῃ
1738αὐτοδικαίως, εἰμὴ ἐν τῇ περιπτώσει, ἣν τὸ Σύνταγμα
1739καθώρισεν, ἐν πάσῃ δ’ ἄλλῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ συγκα-
1740λεῖται παρὰ τοῦ Βασιλέως· ὥστε περιωρίσαμεν τὴν ἀπαί-
1741τησιν ἡμῶν εἰς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ὡς ὅρον τῆς ἐκ-
1742δόσεως Διατάγματος περὶ ἐπιστρατεύσεως, ἢ περὶ μεταβά-
1743σεως τοῦ στρατοῦ εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν. Εἴπομεν ὅτι
1744δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κηρύξῃ τὴν ἐμπόλε-
1745μον κατάστασιν τοῦ στρατοῦ ἢ τὴν ἐπιστράτευσιν, εἰμὴ
1746μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐκδώσει προηγουμένως Βα-
1747σιλικὸν Διάταγμα, συγκαλοῦν τὴν Βουλὴν, ἐὰν τυγχάνῃ
1748ἀποῦσα. Τοῦτο ἐπολεμήθη παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ
1749Γόρτυνος. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν, ὅτι τὸ δι-
1750καίωμα τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ ὁπωσδήποτε, τῆς
1751κλήσεως πάντων τῶν ἐφέδρων, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἀπό-
1752λυτον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν πρέπει νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ
1753Κυβέρνησις εἰς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς ἐκδό-
1754σεως τοῦ Διατάγματος περὶ ἐπιστρατεύσεως ἢ ἐμπολέ-
1755μου καταστάσεως τοῦ στρατοῦ. Ἡμεῖς εἰς ταῦτα ἀντε-
1756τάξαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐ-
1757ξουσία κηρύξεως τοῦ στρατοῦ εἰς ἐμπόλεμον κατάστα-
1758σιν, ἐὰν συνάμα δὲν ἐλαμβάνετο καὶ πρόνοια, ὅπως εὐθὺς
1759ἢ ταχέως μετὰ τὴν ἐνάσκησιν αὐτῆς ᾖ παροῦσα ἡ Βου-
1760λή, ἵνα δύνηται, μεταχειριζομένη τὰ δικαιώματα τὰ εἰς
1761αὐτὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος χορηγούμενα, δι’ αὐτῶν νὰ
1762ἐλέγχῃ ἢ νὰ περιστέλλῃ τὴν χρῆσιν τῆς ἐξουσίας ταύ-
1763της ἢ καὶ νὰ ἐξαναγκάζῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀποσύ-
1764ρῃ τὸ μέτρον. Ἡ γνώμη ἡμῶν τότε ἀπεῤῥίφθη. Ἡμεῖς
1765δὲν παρῃτήσαμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, διότι ἀπεῤῥίφθη,
1766ἀλλὰ καὶ δὲν ἀπεχωρήσαμεν· ἐξηκολουθήσαμεν παρέχον-
1767τες τὴν συνδρομὴν ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συντελοῦντες
1768διὰ τῆς παρουσίας ἡμῶν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν συνε-
1769δριάσεων καὶ καταψηφίζοντες ὅσα κατεδικάζομεν, ψηφί-
1770ζοντες δὲ ὑπὲρ τῶν ὑπουργικῶν προτάσεων, ὅσας ἐπεδο-
1771κιμάζομεν.
1772§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκριβῶς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐψηφίσατε τὸ
1773ἄρθρον, ὅπως τὸ ἔχομεν ἐδῶ.
1774§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἐψηφίσαμεν ἀκρι-
1775βῶς τὴν διάταξιν τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 τοῦ νομοσχεδίου.
1776Κατὰ τί διαφέρει ὅ,τι τότε ἐψηφίσαμεν καὶ νῦν προ-
1777τείνομεν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τότε ἀπεκρούσαμεν καὶ ἐξη-
1778κολουθήσαμεν ἀποκρούοντες, ἐπετύχομεν δὲ ἵνα καθιερω-
1779θῇ ἐν νόμῳ, ὅτε ἀπὸ μειονοψηφίας ἐγείναμεν πλειονοψη-
1780φία; διότι ὅ,τι τότε ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κατόπιν
1781τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, περιε-
1782λήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ
1783κατὰ τὸ 1881 καὶ τότε ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς.
1784Τότε ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις καὶ
1785ἡ ἐμπόλεμος κατάστασις κηρύττεται μὲν διὰ Βασιλικοῦ
1786Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
1787ἀλλὰ μετὰ προηγουμένην σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Ἐνῷ
1788ἡμεῖς ἐπετύχομεν, ἵνα ψηφισθῇ ὅ,τι πρότερον εἶχεν ἀποῤ-
1789ῥιφθῆ, διετηρήσαμεν ἀκεραίαν καὶ τὴν γνώμην, ἣν πρότε-
1790ρον εἴχομεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε πέραν τοῦ σημείου ἐκείνου νὰ
1791προβῶμεν. Ὅπως κατὰ τὸ 1878 ἐθεωρήθη παρ’ ἡμῶν, ὅτι
1792ἡ προηγουμένη σύγκλησις τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναγκαία,
1793μόνον προκειμένου περὶ ἐπιστρατείας καὶ ἐμπολέμου κα-
1794ταστάσεως, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία προκειμένου περὶ
1795κλήσεως δύω ἢ τριῶν ἡλικιῶν, ὅπως τότε ἐδώκαμεν ψῆ-
1796φον ὑπὲρ τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν κλῆσιν
1797τῶν ἡλικιῶν τούτων ἄνευ τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς, οὕ-
1798τω καὶ σήμερον τὴν αὐτὴν διάταξιν περιελάβομεν ἐντὸς
1799τοῦ νομοσχεδίου.
1800§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ποίων ἡλικιῶν;
1801§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῶν ἡλικιῶν, αἵτινες κατὰ τὸ νομο-
1802σχέδιον τοῦτο εἶναι ὑπόχρεοι. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον δύ-
1803νανται νὰ διατηρηθῶσι μὲν ἐν τῷ στρατῷ οἱ ἀφυπηρετοῦν-
1804τες ἐκ τῆς στρατευσίμου ἡλικίας, νὰ κληθῶσι δὲ καὶ αἱ
1805δύω πρῶται ἡλικίαι τῶν ἐφέδρων. Περὶ δικαιώματος κλή-
1806σεως τῶν αὐτῶν ἡλικιῶν ἐπρόκειτο τότε ἐν τῷ νομοσχε-
1807δίῳ, ὑπὲρ οὗ ἐψηφίσαμεν, καίπερ ἀντιπολιτευόμενοι.
1808§85ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν γίνεται λόγος.
1809§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ ἄγοντες ἡλικίαν 22, 23 καὶ 24
1810ἐτῶν.
1811§87ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τὸν προσωρινὸν ὀρ-
1812γανισμόν.
1813§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν ἐκείνῳ διεφωνήσαμεν πρὸς τὴν τότε
1814Κυβέρνησιν καὶ ἐζητήσαμεν νὰ προστεθῇ ὁ ὅρος «προηγουμέ-
1815νης συγκλήσεως τῆς Βουλῆς» ἐνῷ ἐψηφίσαμεν ὑπὲρ τοῦ ἄλλου
1816νομοσχεδίου περὶ τῶν ἀγόντων ἡλικίαν 22, 23 καὶ 24 ἐ-
1817τῶν, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἡλικιῶν, δι’ ἃς ἐθεωρήσαμεν,
1818ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐπι-
1819τραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ κλῆσις αὐτῶν. Ἐν τῷ νό-
1820μῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐπρόκειτο περὶ κλήσεως
1821τῶν ἐφέδρων ἐν ἐπιστρατεύσει ἢ πολέμῳ, δὲν ἠδύνατο δὲ
1822νὰ πρόκηται περὶ τῶν τριῶν πρώτων ἡλικιῶν, ἀφοῦ αὐ-
1823ταὶ κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἀπετέλουν τὴν τάξιν τῶν
1824διαθεσίμων, τούτους δὲ κατὰ τὸν νόμον τὸν στρατολογι-
1825κόν, τὸν τότε ἰσχύοντα, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις οὐχὶ διὰ
1826Βασιλικοῦ Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ
1827Συμβουλίου ἐκδιδομένου, ἀλλὰ τῇ ἁπλῇ διαταγῇ τοῦ
1828Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καλέσῃ.
1829§89ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς ἤρχισεν
1830ἀπὸ τὸ 1880.
1831§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος εἶχε ψηφισθῆ καὶ κατελέγε-
1832το ἐν τοῖς κειμένοις νόμοις, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτοῦ ψηφί-
1833ζοντες, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τοὺς διαθεσίμους
1834περιλαμβανομένους εἰς τὰς περὶ ἐφέδρων διατάξεις.
1835§91ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρ-
1836μοσθῇ μετὰ δύω ἔτη.
1837§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ τῶν ἀγόν-
1838των ἡλικίαν 22, 23 καὶ 24 ἐτῶν, αὗται δ’ αἱ ἡλικίαι ἀ-
1839παρτίζουσι τοὺς διαθεσίμους, οἵτινες εἴτε δυνάμει τοῦ
1840ἑνὸς νόμου, εἴτε δυνάμει τοῦ ἑτέρου, ἦσαν ὑπόχρεοι εἰς
1841ὑπηρεσίαν ἄνευ κηρύξεως ἐπιστρατεύσεως· εἰς ταύτας τὰς
1842ἡλικίας ἀφορᾷ καὶ ἡ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ διάταξις, δὲν
1843ἀφορᾷ εἰς τὰς ἡλικίας, ἃς εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸ 1878
1844προτείναντες, ὅπως ἡ κλῆσις αὐτῶν ὑποβληθῇ εἰς τὸν
1845ὅρον τῆς προηγουμένης συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ταῦτα
1846ὡς πρὸς τὸ ἀνακόλουθον. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ εἰς ὑποστήρι-
1847ξιν τῆς διατάξεως ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἐν αὐτῇ δὲν ἐλεγχό-
1848μεθα ἀνακόλουθοι, ὅτι τοὐναντίον ἀποδεικνυόμεθα διατη-
1849ρήσαντες ἀμεταβλήτους τὰς ἰδέας, ὑπὲρ ὧν ἀρχικῶς συ-
1850νηγορήσαμεν, καὶ ἡ διάταξις, ἣν ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ
1851ἀνεγράψαμεν, εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ὑπὲρ ἧς κατὰ τὸ 1878
1852ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ἐψηφίσαμεν. Ὀφείλομεν νὰ ἐξηγή-
1853σωμεν διατί ἡ διάταξις αὕτη ἐπροτάθη παρ’ ἡμῶν ἤδη.
1854Ἐπροτάθη, διότι παρουσιάσθησαν περιστάσεις, ἐξ ὧν ἐ-
1855πείσθημεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι
1856ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν χώραν καὶ δύναται ν’ ἀποβῇ κατα-
1857στρεπτική.
1858Παρουσιάσθησαν περιστάσεις, καθ’ ἃς ἔπρεπε μὲν νὰ
1859διατηρηθῶσιν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ οἱ ἐξυπηρε-
1860τοῦντες, ἔπρεπε νὰ κληθῶσι καὶ ἄλλοι τινὲς ἄνδρες, ἵνα
1861συμπληρώσωσι τὰ κενὰ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπαυξήσωσι
1862κατά τι τὰς τάξεις αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ συγκλη-
1863θῇ ἡ Βουλή· διότι, ἐὰν ἐκαλεῖτο κατὰ τὰς στιγμὰς ἐκεί-
1864νας, ἤθελον δοθῆ εἰς τὰ ζητήματα, ὧν ἕνεκα ἦτον ἀναγ-
1865καία ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, διαστάσεις,
1866ἃς ἡ Πολιτεία εἶχε συμφέρον ν’ ἀποφύγῃ. Τοῦτο παρου-
1867σιάσθη δὶς ἐν βραχυτάτῳ χρονικῷ διαστήματι καὶ ἀνε-
1868γνωρίσαμεν τότε, ὅτι ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ ἔπρεπε νομοθε-
1869τικῶς νὰ κανονισθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως
1870οὕτως, ὥστε νὰ μὴ ἀναγκάζηται αὕτη ἢ νὰ παραλείψῃ
1871τὴν ὑπὲρ τοῦ Κράτους πρόσφορον ἐνέργειαν ἐν διεθνεῖ ζη-
1872τήματι, ἢ νὰ παραβιάσῃ τὸ συνταγματικὸν αὐτῆς καθῆ-
1873κον. Ἐὰν ἔφερον σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελλον,
1874τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν συνόρων, θὰ ἐλαμβά-
1875νετε γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τοῦ τότε ἀρχηγοῦ, οἰκτείρον-
1876τος τὴν κατάστασιν, τὴν προερχομένην ἐκ τῆς ἀναχωρή-
1877σεως τῶν ἀνδρῶν τῶν διανυσάντων τὸν χρόνον τῆς ὑπη-
1878ρεσίας αὐτῶν. Ἐζήτει ὁ ἀρχηγὸς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως,
1879ἵνα λάβῃ αὕτη ἔκτακτον μέτρον, ὅπως μὴ ἀποχωρῶσιν οἱ
1880ἄνδρες. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπεν, ἵνα πράξῃ τοῦτο, νὰ συγ-
1881καλέσῃ τὴν Βουλήν, ἀλλ’ οὐδόλως συνεβάλλετο πρὸς τὴν
1882λύσιν τοῦ ζητήματος ἐκείνου ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς.
1883Ὅ,τι τότε δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ, ἕνεκα
1884διατάξεων τοῦ νόμου, ζητοῦμεν ἤδη ὅπως, τροποποιουμένων
1885τῶν διατάξεων, καταστῇ ἐφικτὸν ἐν τῷ μέλλοντι. Ὅσον
1886ὅμως καὶ ἂν ᾖ ἀναγκαία ἡ τροποποίησις, θὰ ἐδικαιολό-
1887γει ἡ ἀνάγκη αὕτη παράβασιν τοῦ Συντάγματος; βε-
1888βαίως ὄχι. Ἀλλ’ ἠκούσατε οἱουδήποτε ἀποδείξαντος, ὅτι
1889ὑπάρχει ἐν τῇ διατάξει τοῦ νομοσχεδίου παράβασις τοῦ
1890Συντάγματος; Περιωρίσθησαν οἱ περὶ τούτου ἀγορεύ-
1891σαντες εἰς τὴν ἐπίκλησιν τῶν συνταγματικῶν ἀξιωμά-
1892των, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ψηφίζεται ἐτησίως καὶ
1893ὅτι ἄνευ πιστώσεως δὲν ἐπιτρέπεται δαπάνη. Καὶ τίς
1894ἠμφισβήτησε ταῦτα; Πρόκειται σήμερον περὶ τῆς ἐτη-
1895σίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ; Ἐὰν ἐν τῷ νόμῳ περὶ δυ-
1896νάμεως τοῦ στρατοῦ δὲν περιληφθῇ διάταξις ἐπιτρέπουσα
1897τὴν καθ’ ὡρισμένον ἔτος ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως, ἣν
1898ἀνεγράψαμεν ἐν τῷ νόμῳ, περὶ οὗ συζητοῦμεν, ἡ διάτα-
1899ξις αὕτη κοιμᾶται, εἶναι ἐστερημένη ἰσχύος κατὰ τὸ ἔ-
1900τος ἐκεῖνο. Τὸ Σύνταγμα τρανώτατα περὶ τούτου ἐκ-
1901φράζεται. Ἔχομεν νόμους παγίους καὶ νόμους ἐνιαυσίους·
1902ὑπάρχουσι νόμοι πάγιοι ἔχοντες πλήρη ἰσχὺν, ἀλλ’ ὑπάρ-
1903χουσι καὶ νόμοι πάγιοι ἰσχύοντες μόνον ἐφ’ ὅσον συμ-
1904πληροῦνται δι’ ἐνιαυσίων νόμων. Προκειμένου περὶ δαπα-
1905νῶν καὶ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, δυνάμεθα νὰ ψηφί-
1906σωμεν νόμους παγίους, καὶ πρέπει νὰ ψηφίζωμεν νόμους
1907παγίους, ἀλλ’ οὗτοι δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν, ἐὰν εἰδικὸς νόμος
1908ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενος μὴ μεταδώσῃ αὐ-
1909τοῖς ταύτην ἐνιαυσίαν ἑκάστοτε. Δύναται ὁ ἐνιαύσιος νό-
1910μος νὰ περιλαμβάνῃ ἁπάσας τὰς περὶ τοῦ θέματος δια-
1911τάξεις, ἀλλὰ προκριτώτερον αἱ διαρκεῖς διατάξεις ν’ ἀνα-
1912γράφωνται ἐν παγίῳ νόμῳ προσκτωμένῳ τὴν ἰσχὺν διὰ
1913διατάξεως τοῦ ἐνιαυσίου νόμου.
1914Σήμερον περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται περὶ τοῦ
1915παγίου νόμου, καὶ οὐχὶ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ κατὰ
1916τὸ 1884. Ἵνα ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ 15 ἄρθρου, πρέ-
1917πει νὰ μνημονευθῇ ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ περὶ τῆς δυνά-
1918μεως τοῦ στρατοῦ. Ὅπως ἡ ἐν τῷ νόμῳ περὶ ὀργανισμοῦ
1919τοῦ στρατοῦ διάταξις περὶ κηρύξεως τῆς ἐπιστρατεύσεως
1920καὶ τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως μνημονεύεται ἐν τῷ
1921ἐνιαυσίῳ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἐπιτρέποντος
1922αὔξησιν τῆς τακτικῆς δυνάμεως μόνον ἐν ταῖς περιστά-
1923σεσι ταῖς προβλεπομέναις ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ὀργανι-
1924σμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ κατὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ κεκανονισμέ-
1925να, οὕτως ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, τουτέστι
1926περιλαμβάνον καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15, θὰ προ-
1927τείνωμεν ἐπὶ τῇ ψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως
1928τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1884, ἵνα προστεθῇ εἰς τὴν ἄ-
1929δειαν τῆς αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, κατὰ
1930τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ,
1931καὶ ἡ ἄδεια τῆς αὐξήσεως αὐτῆς, κατὰ τὰς διατάξεις
1932τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας. Αὕτη εἶναι ἡ μία ἀντίῤῥησις.
1933Ἡ ἑτέρα ἀντίῤῥησις εἶναι ἡ τῶν πιστώσεων. Ἐκ τῶν
1934προτέρων λέγουσιν οἱ καταμεμφόμενοι τῆς διατάξεως,
1935ὅτι πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν ἄνευ πιστώσεως. Εἶναι
1936ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἔλλειψις πιστώσεων δὲν ἀποτελεῖ πάντο-
1937τε καὶ πρὸς πάντας περιορισμὸν ἀνυπέρβλητον· ἀλλ’ ἡ-
1938μεῖς δὲν πρόκειται σήμερον νὰ κανονίσωμεν τὰ τῶν πι-
1939στώσεων καὶ νὰ ἐξεύρωμεν τρόπους, ὅπως οἱ ἐξ αὐτῶν
1940περιορισμοὶ καταστῶσι πραγματικώτεροι. Νομοθετοῦντες,
1941ὀφείλομεν νὰ ὑποθέτωμεν τὸν νόμον σεβαστὸν καὶ ὅτι
1942οὐδέποτε Κυβέρνησις δύναται νὰ πράξῃ τι ἀντικείμενον
1943εἰς τὰ περὶ πιστώσεων διατεταγμένα· ἂν ἔχῃ ἡ Κυβέρ-
1944νησις πίστωσιν, δύναται νὰ καλέσῃ τοὺς ἄνδρας κατὰ
1945τὸν νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἐὰν δὲν ἔχῃ πί-
1946στωσιν, δὲν τὴν ὠφελεῖ ἡ ἐκ τοῦ νόμου περὶ δυνάμεως
1947τοῦ στρατοῦ ἄδεια, διότι δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ πρὸς
1948συντήρησιν τῶν ἀνδρῶν.
1949§93Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε εἶναι περιττὸς ὁ νόμος.
1950§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης λέγει, ὅτι εἶ-
1951ναι περιττὸς ὁ νόμος· ἀλλὰ τότε εἶναι περιττοὶ καὶ πάν-
1952τες οἱ πάγιοι νόμοι οἱ χρῄζοντες ἐνιαυσίου νομοθετικῆς
1953κυρώσεως, τοιαύτης δὲ φύσεως δὲν εἶναι πρῶτος ὁ νόμος
1954οὗτος.
1955Ὁσάκις αἱ διατάξεις νόμων, δεομένων κατὰ τὸ Σύν-
1956ταγμα ἐτησίου ἐπιψηφίσεως, εἶναι κατὰ πᾶν ἔτος αἱ αὐ-
1957ταὶ, προτιμότερον ἐθεωρήθη ν’ ἀναγράφωνται ἐφ’ ἅπαξ
1958ἐν νόμῳ διαρκεῖ, εἰς ὃν δι’ ἁπλῆς μνείας μεταδίδει τὸ
1959κῦρος ὁ ἐνιαύσιος νόμος. Ἡ συζήτησις τῶν ἐνιαυσίων νό-
1960μων δὲν δύναται νὰ γίνεται πάντοτε μετὰ τῆς ἐπιστα-
1961σίας τῆς καταβαλλομένης εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν δι-
1962αρκεστέρων νόμων. Προκειμένου ἄρα περὶ νόμων χρημα-
1963τολογικῶν ἢ περὶ νόμων ἀφορώντων εἰς τὴν δύναμιν τοῦ
1964στρατοῦ, ὁσάκις αἱ κανονιστικαὶ διατάξεις δὲν περιλαμ-
1965βάνονται ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ περὶ πιστώσεως ἢ περὶ
1966δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐν νόμῳ παγίῳ, ἀνυπό-
1967στατος εἶναι ἡ μομφὴ, ὅτι ἡ διὰ διαρκοῦς διατάξεως
1968ψήφισις θεσμοῦ, δεομένου ἐνιαυσίου νομοθετικῆς κυρώσεως,
1969ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος· ἂν τὸ ἐναντίον
1970ἦτο ἀληθές, πάντες οἱ τοσαύτης φύσεως πάγιοι νόμοι θ’
1971ἀπετέλουν παραβιασμὸν τοῦ Συντάγματος. Τὸ μόνον ὀρ-
1972θὸν εἶναι ὅτι αἱ χρήζουσαι ἐνιαυσίου νομοθετικῆς κυρώ-
1973σεως διατάξεις, δὲν ἰσχύουσιν, ἂν ἦναι ἀναγεγραμμέναι
1974μόνον ἐν παγίῳ νόμῳ.
1975Ἡ ἐν τῷ προκειμένῳ ἄρα νομοσχεδίῳ ψήφισις τῆς
1976διατάξεως τοῦ ἄρθρου 15 δὲν δύναται νὰ προκαλέσῃ
1977ζήτημα συνταγματικότητος. Ἄν ψηφισθεῖσαν τὴν διά-
1978ταξιν ταύτην θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν ἡ Κυβέρνη-
1979σις, ἄνευ ἀναγραφῆς τῆς ἀντιστοίχου ἀδείας ἐν τῷ νόμῳ
1980περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τότε ὑφίσταται παραβία-
1981σις Συντάγματος καὶ νόμων, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, μετὰ
1982τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 15, βεβαίως δὲν θέλει πα-
1983ραλείψει νὰ προτείνῃ ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ
1984περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ὅ,τι ἀπαιτεῖται ἵνα
1985ἰσχύσῃ συνταγματικῶς ἡ διάταξις αὕτη διὰ τὸ ἐνεστὼς
1986ἔτος. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ
1987εἰς τὴν Κυβέρνησιν δικαίωμα, οἷον τὸ ἐν ἄρθρῳ 15 ἀνα-
1988γραφόμενον· κατάλληλον ὅμως εὐκαιρίαν πρὸς συζήτησιν
1989τοῦ θέματος τούτου θὰ παράσχῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ
1990δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἢ ἡ πίστωσις πρὸς τοιοῦτον
1991σκοπόν· ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει ἡ συζήτησις δὲν δύναται
1992ν’ ἀφορᾷ εἰς παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, διότι πάν-
1993τες οἱ συνταγματικοὶ ὅροι τηροῦνται, ἀλλὰ θὰ περι-
1994στραφῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ λυσιτελοῦς ἢ μὴ τῆς προ-
1995τάσεως.
1996Δὲν ἐννοῶ διὰ τῶν παρατηρήσεων τούτων νὰ συστήσω
1997πρὸς ὑμᾶς ὅπως μὴ ἐπιληφθῆτε τῆς λύσεως τοῦ ζητή-
1998ματος ἤδη. Ἕκαστος δύναται νὰ ἐκλέξῃ, ὅταν θεωρῇ
1999αὐτὸς καταλληλοτέραν εὐκαιρίαν, ὅπως ἐκθέσῃ τὴν περὶ
2000τῆς διατάξεως γνώμην του καὶ ὑποβάλῃ οἵαν ἂν προαι-
2001ρεῖται πρότασιν. Ἠθέλησα μόνον ν’ ἀποδείξω ὅτι τὰ
2002ῥηθέντα περὶ ἀντισυνταγματικότητος τῆς διατάξεως,
2003ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀπαλλάττεται ἡ Κυβέρνησις τῶν πε-
2004ριορισμῶν τῶν νόμων, περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ
2005περὶ πιστώσεων εἶναι ὅλως ἄστοχα, ἀφοῦ ἡ διάταξις μό-
2006νον δυνάμει ἀδείας δοθησομένης ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ δυ-
2007νάμεως τοῦ στρατοῦ θέλει λάβει νόμιμον ἰσχύν, καὶ μό-
2008νον δυνάμει ψηφισθησομένης πιστώσεως θέλει λάβει
2009πραγματικὴν ὑπόστασιν. Περὶ δὲ τῆς σκοπιμότητος τῆς
2010διατάξεως, ἁρμόδιος χρόνος, ἵνα προκληθῇ ἔκφρασις γνώ-
2011μης τῆς Βουλῆς, ἔσται κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὑπο-
2012βληθησομένης προτάσεως ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ
2013περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἄδεια αὐξήσεως αὐτῆς, συμ-
2014φώνου πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 15 καὶ κατὰ τὴν
2015ἐξέτασιν τῶν ζητηθησομένων χάριν τοιαύτης αὐξήσεως
2016πιστώσεων.
2017§95Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ῥήτορες τοῦ Ὑπουργείου ὅτε
2018ἐκ Μεγαρίδος ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρω-
2019θυπουργὸς ἰσχυρίσθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ νο-
2020μοθέτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ
2021ὁποῖον ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν, ἢ μᾶλλον εἶναι αὐτὸ
2022τὸ πολιτικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι πρὸ
2023πολλῶν ἤδη ἐτῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεγα-
2024ρίδος ζητεῖ νὰ ἐπικαλεσθῇ πολιτικὸν καθεστὼς πρὸ τοῦ
20251880 ὑπάρχον, ἐνῷ ἡ πρώτη νομοθεσία, ἥ τε περὶ στρα-
2026τολογίας καὶ ἡ ὀργανωτικὴ τοῦ στρατοῦ χρονολογεῖται
2027ἀπὸ τοῦ 1880. Πρὸ τοῦ 1880 δὲν ὑπῆρχεν ὀργανισμὸς
2028τοῦ στρατοῦ, οὐδὲ σύστημα στρατολογικὸν ἄλλο ὑπῆρ-
2029χεν, εἰμὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἴσχυεν ὑπὸ τὴν πρώτην Δυνα-
2030στείαν, ὅπερ δὲν ἦτο τὸ σύστημα τῆς γενικῆς στρατολο-
2031γίας. Πρὸ τοῦ 1880 ἐκανονίζοντο τὰ τοῦ στρατοῦ συμ-
2032φώνως πρὸς τὰς ἑκάστοτε ἀνάγκας καὶ περιστάσεις τῆς
2033χώρας· τὸ νὰ προσφεύγῃ τις ἑπομένως εἰς τοὺς νό-
2034μους τοῦ 1877, καὶ νὰ ἐπικαλῆται τὰ νομοθετήματα
2035τοῦ ἔτους ἐκείνου ἢ τοῦ 1878 ὡς πολιτικὸν καθεστώς,
2036πράττει ἁμάρτημα ὄχι μόνον πρὸς τὴν λογικὴν, ὄχι μό-
2037νον πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν ἠθικήν.
2038Κατὰ τὰ 1877 ἡ Ἑλλὰς περιῆλθεν εἰς πολιτικὴν κα-
2039τάστασιν λίαν ἀνώμαλον καὶ εἰς περιστάσεις λίαν κρι-
2040σίμους, ἠναγκάσθη δὲ τὸ Ἔθνος νὰ ἐμπιστευθῇ τὰς τύ-
2041χας του εἰς τὰς χεῖρας ὡρισμένων μελῶν τοῦ Κοινοβου-
2042λίου. Καὶ ὅταν ὁ ἀποβιώσας βουλευτὴς Μεσολογγίου,
2043ὅστις ἀπετέλει μέρος τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1877, ἠρω-
2044τήθη ὑπό τινος τῶν βουλευτῶν, ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμ-
2045μα τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2046του, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου οὔτε γράφεται,
2047οὔτε λέγεται. Πράγματι δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε νὰ γρα-
2048φῇ οὔτε νὰ λεχθῇ. Τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου τοῦ
20491877 συνετάσσετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόθων, οἵτινες ἔφλε-
2050γον τὰς καρδίας τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων, ἀπὸ τὸν πό-
2051θον, ὁ ὁποῖος ἐκράτει ὑπὲρ πᾶν ἄλλο εἰς τὰ στέρνα
2052παντὸς Ἕλληνος, ἐκανονίζετο δὲ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν
2053ἀπὸ τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο
2054ἡ Εὐρώπη, ἀπὸ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας προήγαγεν
2055ὁ Ρωσσοτουρκικὸς πόλεμος, καὶ ἀπὸ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα
2056διέθετεν ἡ Ἑλλάς. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Οἰκουμενικὴ, ὁρμω-
2057μένη ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν
2058ἔδιδεν εἰς αὐτὴν τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀνέθηκεν εἰς
2059αὐτὴν τὰς τύχας τῆς χώρας, δὲν εἶχεν ἀνάγκην οὔτε τῶν
2060νόμων, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βου-
2061λὴ τοὺς ἐψήφισεν. Ἐὰν αἱ περιστάσεις καθίστων ἀναγ-
2062καίαν τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἐπέ-
2063βαλον εἰς αὐτὴν κινήματα ἢ δαπάνας, ἡ Κυβέρνησις ἠ-
2064δύνατο καὶ ἄνευ τῶν νόμων καὶ νὰ στρατολογήσῃ ἐν τῇ
2065χώρᾳ καὶ νὰ ὁπλίσῃ τὸν λαὸν, καὶ νὰ δαπανήσῃ ὅσα
2066ἂν εἶχεν ἢ ὅσα ἂν ἠδύνατο νὰ πορισθῇ χρήματα. Ἀλλ’
2067ἡ μεγάλη εὐλάβεια τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης πρὸς τοὺς
2068νόμους, καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπον ὑπηγόρευσεν εἰς
2069αὐτὴν τὸ μέτρον νὰ προβάλῃ τὸν μνημονευθέντα ὑπὸ τοῦ
2070κ. Δραγούμη νόμον, καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν οὐχὶ
2071Ἐξουσίαν διὰ νὰ κανονίσῃ λεπτομερείας στρατιωτικοῦ
2072ὀργανισμοῦ, ἀλλὰ ἐξουσίαν ἀπεριόριστον· ἡ δὲ ἀπεριό-
2073ριστος αὕτη ἐξουσία ἐχορηγήθη εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ νόμου
2074τοῦ 1877, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Δραγούμης ὡς
2075πολιτικὸν πραξικόπημα.
2076Ἐν ἄλλαις χώραις, ἐν παραπλησίαις περιστάσεσι, τὰ
2077ἔθνη περιβάλλουσι δι’ ἐξουσιῶν ὑπερβαινουσῶν πάντα τὰ
2078ὅρια τῶν νόμων τοὺς κυβερνῶντας αὐτὰ, κοιμίζουσι πρὸς
2079ὥραν καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον
2080τῆς Ἑλλάδος περιέβαλε διὰ τοιαύτης ἀπεριορίστου
2081ἐξουσίας τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, ζητεῖτε σεῖς νὰ
2082μιμηθῆτε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, καὶ ἀξιοῦτε ἀπὸ τὸ
2083Κοινοβούλιον νὰ διατρανώσῃ καὶ ἐν τῇ σημερινῇ εἰρήνῃ
2084πρὸς σᾶς τὴν αὐτὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ παρουσιάζετε τὸν
2085νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐχορήγησε τότε εἰς τὴν Κυ-
2086βέρνησιν ἐκείνην ὡς πολιτικὸν καθεστὼς, τὸ ὁποῖον θέ-
2087λετε νὰ ἀναγράψητε ἐν πλήρει εἰρήνῃ!
2088Παραλείπω τὴν νομοθεσίαν τοῦ 1877 καὶ μεταβαίνω
2089εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ 1878, ἣν ὡσαύτως ἐπεκαλέσθη ὁ
2090κ. Δραγούμης καὶ εἰς ἣν προσέφυγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
2091Κατὰ τὸ 1878, ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνη-
2092σις, ἐσχηματίσθη ὑπουργεῖον ἄλλο, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν
2093τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος. Κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον 1878
2094συνετελέσθη μέγα διπλωματικὸν συμβεβηκὸς, κατηρτί-
2095σθη ὁ τίτλος, τὸν ὁποῖον ἡρπάσαμεν μὲ τὰς δύω χεῖρας,
2096καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεβάλομεν τοὺς ὄνυχας ἡμῶν, καὶ
2097προσεπαθοῦμεν νὰ μὴν ἀποχωρισθῶμεν ἀπ’ αὐτοῦ, ἵνα
2098ἐπιτύχωμεν τὴν ἀπελευθέρωσιν δούλων ἀδελφῶν. Κατὰ
2099τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1878 ἡ Βουλὴ ἀπήρχετο, αἱ περὶ
2100ἐκτελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου 13ου διαπραγματεύσεις ἐν
2101Πρεβέζῃ ἐξηκολούθουν, ἡ μεσολάβησις ἦτο τὸ σημεῖον,
2102πρὸς τὸ ὁποῖον προσεβλέπομεν, προσδοκῶντες νὰ δυνηθῶ-
2103μεν μίαν ἡμέραν νὰ ἁρπάσωμεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Εὐ-
2104ρώπης τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς περὶ τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἔ-
2105πρεπε ν’ ἀποκτήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον.
2106Δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις τοῦ χρόνου ἐκείνου νὰ γνω-
2107ρίζῃ ποῖαι ἀνάγκαι ἤθελον προκύψει μετὰ τὴν ἀναχώ-
2108ρησιν τῆς Βουλῆς. Ἤθελον τάχα προκύψει ἐκεῖναι αἱ
2109συνήθεις ἀνάγκαι τῆς ἁπλῆς καταλήψεως τῆς χώρας, τὴν
2110ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἤθελε προσδιορίσει ν’ ἀποκτήσωμεν, ἢ
2111ἤθελον τάχα προκύψει ἀνάγκαι πολυπλοκώτεραι; Δὲν
2112ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδῃ οὐδὲ τὰς περιστάσεις, οὐδὲ τὰς
2113ἀνάγκας. Εἶχεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη πολιτικὴν ὡ-
2114ρισμένην, οὐδὲ κωλύομαι πλέον νὰ ἀποκαλύψω αὐτὴν,
2115διότι τὰ συμβεβηκότα τοῦ χρόνου ἐκείνου περιῆλθον πλέον
2116εἰς τὴν ἱστορίαν, οὐδὲ προδίδω τὴν ἐχεμύθειαν τῆς Ἑλ-
2117ληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἀποκαλύψω τὴν πολιτικὴν, τὴν
2118ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Ἡ Κυβέρνησις, λέγω,
2119ἐκείνη εἶχεν ἀποδεχθῆ καὶ ἐφήρμοζεν ὡρισμένην πολι-
2120τικὴν, κατὰ τὴν πολιτικὴν δὲ ταύτην περιέμενεν ἀπὸ
2121ἡμέρας εἰς ἡμέραν, εὐθὺς ὡς ἡ Εὐρωπαϊκὴ μεσολάβησις
2122προσδιορίσει τὴν νέαν ὁροθετικὴν γραμμὴν τοῦ Βασι-
2123λείου καὶ κοινοποιήσει τοῦτο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρ-
2124νησιν, ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποστείλῃ Ἑλληνικὰ στρατεύματα
2125νὰ καταλάβωσι τὰς χώρας, τὰς ὁποίας ἡ Εὐρώπη ἤθελε
2126προσδιορίσει. Ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ ἀπήρχετο κατὰ Δε-
2127κέμβριον μῆνα τοῦ 1878, ὀργανισμὸς δὲ στρατιωτικὸς
2128μόνιμος καὶ πάγιος δὲν ὑπῆρχεν. Εἶχε ψηφισθῆ ἀληθῶς
2129κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1878 προσωρινός τις στρατιωτικὸς
2130ὀργανισμὸς, ἀλλ’ ἦτον ἀτελὴς, οὐδὲ παρεῖχεν ἡμῖν τὰ ἀ-
2131ναγκαῖα μέσα· προεβάλομεν διὰ τοῦτο τὸν κατὰ Δεκέμ-
2132βριον τοῦ 1878 συζητηθέντα καὶ ψηφισθέντα νόμον περὶ
2133τροποποιήσεως τοῦ προσωρινοῦ ἐκείνου στρατιωτικοῦ ὀρ-
2134γανισμοῦ, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ πορισθῶμεν δι’ αὐτοῦ τὰ
2135μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐφαρμόσωμεν
2136τὴν πολιτικήν μας, καὶ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ εἰς χεῖράς
2137μας ἐμπεπιστευμένα μέγιστα ἐθνικὰ συμφέροντα. Προέ-
2138τεινε λοιπὸν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸν
2139προσωρινὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, ὁ ὁποῖος ἐν ἄρθρῳ
214019 διέταττεν, ὅτι «ὁ στρατὸς ὁλόκληρος ἢ μέρος αὐτοῦ
2141«τίθεται εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν δυνάμει Βασιλικοῦ
2142«Διατάγματος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
2143«βουλίου». Ὁ στρατὸς, τὸν ὁποῖον εἴχομεν ἐν ἐνεργείᾳ,
2144συνίστατο ἐκ 19,000 ἀνδρῶν· ὁ στρατὸς, τὸν ὁποῖον ἠδυ-
2145νάμεθα νὰ κινήσωμεν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μεταβῶμεν εἰς
2146ἐμπόλεμον κατάστασιν, κατὰ τὸν στρατιωτικὸν ὀργανι-
2147σμὸν ἐκεῖνον, ἀνήρχετο μέχρι 35,000. Ἀπερχόμενοι λοι-
2148πὸν τῆς Βουλῆς, ἐζητήσαμεν παρ’ αὐτῆς τὴν ἄδειαν νὰ
2149μᾶς ἐπιτρέψῃ, ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῆ ἀνάγκη, τὰς 19
2150χιλ. ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐν εἰρή-
2151νῃ ὑπὸ τὰ ὅπλα, νὰ ἀναβιβάσωμεν μέχρι 35,000. Ἡ
2152Ἀντιπολίτευσις τοῦ χρόνου ἐκείνου διῃρεῖτο εἰς διάφορα
2153τμήματα. Ἕν τμῆμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ ὁποίου
2154ἡγεῖτο ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου καὶ νῦν πρωθυπουρ-
2155γός, ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα νὰ πολεμήσῃ τὴν πρότασιν ἡ-
2156μῶν, καὶ ἐζήτησε νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ, μολονότι ἡ Βουλὴ
2157ἀπήρχετο μετά τινας ἡμέρας, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ θέσω-
2158μεν ἐν ἐνεργείᾳ πλειότερον τῶν 19,000 ἀνδρῶν, εἰμὴ ἀφοῦ
2159συγκαλέσωμεν τὴν Βουλήν, νὰ ζητήσωμεν νέαν παρ’ αὐτῆς
2160ἄδειαν. Τὸ αἴτημα τοῦ κ. Τρικούπη, ἐὰν ἐγίνετο δεκτὸν,
2161ἤθελε δεσμεύσει τὰς χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίζοντο
2162νὰ διασώσωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀντετάχθημεν λοι-
2163πόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ἀνέγνω μὲν πρὸ μικροῦ
2164περικοπήν τινα ἐκ λόγου μου ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὰς συ-
2165ζητήσεις ἐκείνας, παρέλειψεν ὅμως νὰ σᾶς ἀναγνώσῃ ἄλ-
2166λην περικοπὴν αὐτοῦ, ἂν καὶ ἐπρόκειτο περὶ ὅσων εἶπον
2167ἐν τῇ αὐτῇ συνεδριάσει, καὶ περὶ λόγων κατακεχωρισμέ-
2168νων ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν
2169τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν σελίδα εὑρίσκεται καὶ ἡ πε-
2170ρικοπὴ τοῦ λόγου, τὴν ὁποίαν ἀνέγνω. Ὅσα σᾶς ἀνέγνω
2171ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐγὼ εἶπον κατὰ τὸ 1878, εἶναι
2172ἐκτεθειμένα ἐν τῇ σελίδι 845 τῶν πρακτικῶν. Μετ’ ἐμὲ
2173εἰπόντα τότε ὅσα ἀνέγνω ὁ κ. Τρικούπης, ὁ κ. Μίλησης
2174εἶπεν ὀλίγας λέξεις, μετ’ αὐτὸν ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν ὀ-
2175λίγας λέξεις, καὶ μετὰ τὸν κ. Τρικούπην ἔλαβον αὖθις
2176τὸν λόγον καὶ εἶπον τὰ ἑξῆς· «Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ Διά-
2177ταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου καλεῖται ὁ στρατὸς εἰς τὰ ὅπλα,
2178τὸ Διάταγμα αὐτὸ ἐκδίδεται συγχρόνως μὲ τὸ Διάταγ-
2179μα, διὰ τοῦ ὁποίου συγκαλεῖται ἡ Βουλή». Καὶ ἐπειδὴ
2180ἐξηκολούθησεν ἡ συζήτησις, καὶ προεκλήθην ἐκ δευτέρου
2181νὰ ἀγορεύσω, ἠγόρευσα πάλιν, καὶ ὅσα ἐκ δευτέρου εἶ-
2182πον, ἐκτίθενται οὐχὶ πλέον ἐν τῇ αὐτῇ σελίδι, ἀλλ’ ἐν τῇ
2183ἑπομένῃ σελίδι 846· δι’ αὐτῶν δ’ ἐξήγησα ἐκτενέστερον
2184τὰς ἐννοίας μου, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ὁ-
2185ποῖος ἀνεδίφησε τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, δὲν εὗρε τοὺς
2186λόγους μου ἐκείνους, διὰ νὰ σταματήσῃ καὶ νὰ μὴ τολ-
2187μήσῃ νὰ μὲ καταγγείλῃ ὡς ἀνακόλουθον καὶ ἀσυνεπῆ.
2188«Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ χορηγήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, γρά-
2189«φουσι τὰ πρακτικὰ ἐν σελ. 845, ὅτι εἶπον τότε, ἐὰν ἡ
2190«Βουλὴ ἔχῃ χορηγήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς πιστώ-
2191«σεις, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι, διατί νὰ συγκληθῇ ἐκ
2192«νέου ἡ Βουλή, ἀφ’ οὗ ἐπέτρεψεν ἤδη εἰς τὴν Κυβέρνη-
2193«σιν νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν; Τότε εἶναι περιττὴ ἡ σύγ-
2194«κλησις τῆς Βουλῆς. Ἐν περιπτώσει ὅμως, καθ’ ἣν ἡ
2195«Βουλὴ δὲν ἐπέτρεψε τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις, διὰ νὰ
2196«καλέσῃ ἡ Κυβέρνησις μέρος ἢ τὸ ὅλον τοῦ στρατοῦ, ἤ-
2197«τοι διὰ νὰ ὑπερβῇ τὸν προσδιορισθέντα διὰ τοῦ Προϋ-
2198«πολογισμοῦ ἀριθμὸν τῶν 19,000 ἀνδρῶν, καὶ ἀναβι-
2199«βάσῃ αὐτὸν εἰς 35,000, τότε βεβαίως, συγχρόνως μὲ
2200«τὸ Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου θέλει καλέσει τὸν στρα-
2201«τὸν, θέλει συγκαλέσει καὶ τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ζητήσῃ
2202«τὰς ἀναγκαίας πιστώσεις.»
2203Ἀλλὰ μήπως νομίζετε, ὅτι μόνον δι’ αὐτῆς τῆς πε-
2204ρικοπῆς, ἣν ἀνέγνων, ἡρμήνευσα τὸ φρόνημα τῆς Κυβερ-
2205νήσεως καὶ τοὺς συλλογισμούς, οἵτινες μᾶς ἔπειθον νὰ ὑ-
2206ποστηρίξωμεν τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζον
2207ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἀκούσατε, κύριοι, κατωτέρω ἄλ-
2208λους λόγους ἐν τοῖς αὐτοῖς πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς δε-
2209δημοσιευμένους, καὶ ἐν τῇ σελίδι 840, τοὺς ὁποίους καὶ
2210τούτους ἀπεσιώπησεν ὁ κ. Τρικούπης. «Ἀλλὰ ἡμεῖς σή-
2211μερον τί συζητοῦμεν;»—ἔλεγον πρὸς τὸν κ. Τρικούπην τὸν
2212ἀνθιστάμενον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τότε συν-
2213εζητοῦμεν—«προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁ-
2214ποῖος θέλει ἰσχύει ἐπί τινα καιρὸν, ἤτοι διὰ τὸ ἔτος
2215«1879. Ψηφίζοντες τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, τί ἔχομεν ὑπ’
2216«ὄψιν; τὰς ἀνάγκας τοῦ 1879. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγ-
2217«και, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν; ὅλοι τὰς
2218«γνωρίζομεν. Ἡ συζητουμένη διάταξις ἐπιτρέπει εἰς τὴν
2219«Κυβέρνησιν νὰ διατηρῇ εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις μόνον
2220«τὸν συνήθη στρατὸν, ὅντινα ὥρισεν εἰς 19,000, ἀλλὰ
2221«νὰ δύναται νὰ συγκαλέσῃ εἰς τὰ ὅπλα εἴτε ἀριθμόν
2222«τινα ἀνώτερον τῶν 19,000, εἴτε ὅλον τὸν ἀριθμὸν, τὸν
2223«ὁποῖον δύναται νὰ θέση εἰς τὰ ὅπλα. Λοιπὸν τὸ μέρος
2224«ἢ τὸ ὅλον τοῦ στρατοῦ ἐννοεῖ τοῦτο, καὶ οὐχὶ ὅτι κη-
2225«ρύττει εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν ὅπλα τινὰ τοῦ στρα-
2226«τοῦ, ὡς σᾶς εἶπον, ἤτοι τὸ πεζικὸν ἢ τὸ πυροβο-
2227«λικόν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καλέσῃ ὡρισμένον ἀριθμὸν ἀν-
2228«δρῶν, θέλει δηλώσει, ὅτι, ἐκτὸς τῶν 19,000 ἀνδρῶν
2229«τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἔχῃ, ἔχει ἀνάγκην ἀκόμη
2230«8,000 ἀνδρῶν λόγου χάριν, τοὺς ὁποίους θέλει συγ-
2231«καλέσει εἰς τὰ ὅπλα ἐξ ὅλων τῶν ὅπλων τοῦ στρατοῦ,
2232«κατὰ τοὺς κανόνας τῆς τακτικῆς. Ἐπειδὴ δὲ πρόκει-
2233«ται περὶ τοῦ 1879, ἡ Κυβέρνησις ἔχει πίστωσιν; Δὲν
2234«ἔχει καὶ θέλει ζητήσει πίστωσιν; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις
2235«ἔχῃ πίστωσιν καὶ ἔχει τὰ ἀναγκαῖα μέσα εἰς τὸ νὰ
2236«συντηρήσῃ εἴτε τὰς ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ ἀριθμοῦ τῶν
2237«19,000 πρὸς ἀναβιβασμὸν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ
2238«εἰς 35,000 ἀπαιτουμένας 16,000, εἴτε ἀριθμὸν ὀλιγώ-
2239«τερον τῶν 16,000, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ καλέσῃ εἰς
2240«τὰ ὅπλα, βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς συμπράξεως
2241«τοῦ Κοινοβουλίου, διότι, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν πίστωσιν
2242«παρὰ τῆς Βουλῆς, ἕπεται ὅτι ἔλαβε καὶ τὴν ἄδειαν
2243«τῆς ἐκτελέσεώς της. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔχῃ πίστωσιν, βε-
2244«βαίως θέλει συγκαλέσει τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ζητήσῃ
2245«πίστωσιν.»
2246Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης διεφώνει μεθ’ ἡμῶν τότε οὐχὶ διὰ
2247τὸν στρατὸν, οὐχὶ διὰ τὰς πιστώσεις, ἀλλὰ διὰ τὴν πολι-
2248τικήν. Ὁ κ. Τρικούπης ἦτο πεπεισμένος, ὅτι Ἑλληνικὸν
2249ζήτημα δὲν ὑπῆρχεν· ὁ κ. Τρικούπης ἠξίου, ὅτι πρέπει νὰ
2250σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραιτηθῶμεν
2251προσπαθειῶν καὶ ἀγώνων καὶ δαπανηρῶν καὶ ἐπιμόχθων.
2252Ἤθελε λοιπὸν νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ φέρωμεν τὴν Βου-
2253λήν, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προηγου-
2254μένως σᾶς ἐξέθεσα. Ἀμέσως λοιπὸν ἀπηύθυνε τὴν ἐρώ-
2255τησιν· ἔχετε πιστώσεις; Πρὸ τοῦ 1878 ἡ Κυβέρνησις
2256τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν
2257μέρος, εἶχε λάβει ἐκτάκτους πιστώσεις διὰ τὰς ἐκτάκτους
2258ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Συζήτησις ἐγένετο· ἔχετε πι-
2259στώσεις ἢ δὲν ἔχετε; Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
2260κῶν, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κ.
2261Παπαμιχαλόπουλος διετείνετο, ὅτι ἔχομεν πιστώσεις.
2262Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠμφισβήτει, ὅτι ἔχομεν πιστώ-
2263σεις. Διὰ τοῦτο ἔλεγον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ἐὰν δὲν
2264ἔχωμεν πιστώσεις, θέλομεν φέρει τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐ-
2265γνώριζεν ὅτι εἴχομεν πιστώσεις, καὶ ὅτι οὗτος ἤθελε νὰ
2266μᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ προβῶμεν εἰς τὰ μέτρα, τὰ
2267ὁποῖα ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωμεν.
2268Ἀλλ’ ἄλλο τμῆμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ ὁποίου
2269ἡγεῖτο ἀνὴρ πολιτικὸς ἐπιφανὴς, μεστὸς πολιτικῶν ἀρε-
2270τῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ὑποτάσσῃ τὰ ἴδια
2271αὐτοῦ συμφέροντα εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Πατρί-
2272δος, ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης, ἠγέρθη καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑ-
2273ποστήριξίν μας, μολονότι ἀντιπολιτευόμενος. Ἵνα μὴ ἀ-
2274ναγκασθῇ ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης νὰ ἀποκαλύψῃ δημο-
2275σίᾳ, διότι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ αἱ συζητή-
2276σεις αὐτῆς γίγνονται δημοσίᾳ, οὐδ’ ἡ Κυβέρνησις ἠδύ-
2277νατο νὰ ἀποκαλύψῃ τοὺς μυχίους αὑτῆς διαλογισμοὺς
2278διὰ νὰ μὴ ἀποκαλύψῃ λοιπὸν τὸν ἀληθῆ σκοπὸν, τὴν
2279ἀληθῆ ἀνάγκην, ἥτις μᾶς ὑπηγόρευον νὰ ζητῶμεν τὴν
2280εἰρημένην ἄδειαν, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὡσεὶ ἔφερε
2281παράδειγμα, τάδε· Διατί ἀνησυχεῖτε; Ἐὰν στρατεύ-
2282ματα Τουρκικὰ κατὰ τὴν παροῦσαν ἀνώμαλον κατάστα-
2283σιν, ὅτε αἱ σχέσεις ἡμῶν εἰσὶ τεταμέναι μετὰ τῆς Τουρ-
2284κίας, ἐπιδράμωσιν εἰς τὴν χώραν, ἡ δὲ Βουλὴ τύχῃ ἀ-
2285ποῦσα, διότι θέλομεν ἀπέλθει μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, θέ-
2286λετε νὰ δεσμεύσητε τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ
2287μὴ δύναται νὰ ἀποκρούσῃ τὴν ἐχθρικὴν ἐπιδρομήν; Καὶ
2288ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως.
2289Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω πῶς ἠδυνήθησαν νὰ πεί-
2290σουν ἑαυτοὺς, ὅτι δύνανται νὰ παραβάλωσι τὰς ἐκτά-
2291κτους περιστάσεις τοῦ 1877 καὶ τοῦ 1878 μὲ τὸ 1884,
2292εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ εἰσήλθομεν. Μήπως ὀξυδερκέ-
2293στεροι ἡμῶν βλέπωσιν ἐπικείμενον πόλεμον μέγαν, ὁποῖος
2294ἦτον ὁ Ρωσσοτουρκικὸς, παρὰ τὸ πλευρὸν ἡμῶν μέλλοντα
2295νὰ ἐκραγῇ, καὶ νὰ ἐκθέσῃ εἰς ἀμφιβολίαν τὸ καθεστὼς
2296τῆς ὁμόρου χώρας καὶ νὰ κινήσῃ ἡμᾶς εἰς τὴν ἐκπλήρω-
2297σιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε πρέπει νὰ λη-
2298σμονῶμεν; Μήπως κρύπτωσιν εἰς τὰ θυλάκια αὐτῶν
2299κανὲν πρωτόκολλον ὅμοιον πρὸς τὸ τοῦ Βερολίνου, διὰ
2300τοῦ ὁποίου ἡ Εὐρώπη μᾶς ὑπεσχέθη νὰ ἐπεκτείνῃ τὰ
2301ὅριά μας ἐπὶ τὰς κοιλάδας τοῦ Θυάμιδος ἢ ἐπὶ τὰς
2302κοιλάδας τοῦ Πηνειοῦ; Ἢ μᾶς παρουσιάζουσι τὸ μέγα
2303στρατιωτικὸν κατόρθωμα τοῦ Καραλῆ Δερβὲν, ἢ τὴν
2304ναυτικὴν ἐκστρατείαν ἐπὶ τὴν Ἀλεξάνδρειαν, καὶ ζη-
2305τοῦσι δι’ αὐτῶν τῶν μεγάλων τοῦ Ἔθνους συμβεβηκό-
2306των νὰ μᾶς πείσωσι νὰ παράσχωμεν αὐτοῖς τοσαύτην
2307ἐξουσίαν; Ἄνθρωποι, μεγαλοποιοῦντες διὰ τῆς φαντα-
2308σίας τὰ ἔργα των καὶ τὰ διανοήματά των, ζητοῦσι νὰ
2309ἐξομοιώσωσι τὰς κατὰ τὸ 1884 πολιτικὰς περιστάσεις
2310τῆς χώρας μὲ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας αὕτη δι-
2311ῆλθε κατὰ τὸ 1877 καὶ 1878.
2312Ἤμην ἠναγκασμένος νὰ καταδιώξω τοὺς ὑποστηρικτὰς
2313τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τὸ δεύτερον αὐτῶν πρόχωμα, ἐπὶ τὸ
2314ὁποῖον προσέφυγον, ἵνα ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐνόμιζον
2315δ’ ὅτι εἶχον ἐγκαταλείψει τὸ πρόχωμα· ἀλλ’ ὁ κ. Πρω-
2316θυπουργὸς, ὁ ὁποῖος μετὰ τοσαύτης περιφρονήσεως ἀ-
2317πήντησεν εἰς τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως,
2318τὰ ὁποῖα πρό τινων ἡμερῶν ἐχαρακτήρισαν τὸ Νομοσχέ-
2319διον τοῦτο ὡς ἀντισυνταγματικὸν, ὁ ὁποῖος μάλιστα ὕ-
2320βρισε ταῦτα χαρακτηρίσας αὐτοὺς ὡς ἄνδρας κακῆς
2321πίστεως, ὁ Πρωθυπουργὸς τέλος πάντων ἠξίωσε καὶ ἐ-
2322πανῆλθεν αὖθις ἐπὶ τοῦ πρώτου προχώματος αὐτοῦ, ζη-
2323τῶν νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ Νομοσχέδιον καὶ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι
2324τὸ ἄρθρον 15 αὐτοῦ δὲν ἀντιβαίνει εἰς οὐδεμίαν διάτα-
2325ξιν τοῦ Συντάγματος. Διατί μεριμνᾶτε, σᾶς εἶπε, διατί
2326ἀνησυχεῖτε; εἶναι πάγιος Νόμος, ὁ δὲ πάγιος οὗτος Νό-
2327μος καθίσταται ἐνεργὸς καθ’ ἕκαστον ἔτος διὰ τοῦ Νόμου
2328περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ἐτησίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ,
2329καὶ μᾶς παρέπεμψεν εἰς τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει
2330ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ φέρω
2331ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν τὰς διατάξεις τοῦ Νομοσχεδίου, ἵνα κα-
2332τανοήσητε τὶ παρασκευάζει ὁ πάγιος Νόμος, τὸν ὁποῖον
2333συζητοῦμεν σήμερον καὶ τὸν ὁποῖον σᾶς συμβουλεύει ὁ
2334κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιψηφίσητε.
2335«Ἡ τακτικὴ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρίζεται
2336«διὰ τὸ ἔτος 1884 εἰς 30,692 ἀξιωματικούς, ὑπαξιωμα-
2337«τικοὺς καὶ στρατιώτας. Αὔξησις τῆς δυνάμεως ταύτης
2338«ἐπιτρέπεται μόνον ἐν ταῖς περιστάσεσι ταῖς προβλεπο-
2339«μέναις ὑπὸ τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ Νόμου,
2340«καὶ κατὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ κεκανονισμένα».
2341Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ Νομοσχεδίου ἔχει καλῶς,
2342εἶναι τακτική· ἡ δευτέρα ὅμως παράγραφος αὐτοῦ, ἡ
2343διατάσσουσα ὅτι «αὔξησις τῆς δυνάμεως ταύτης ἐπι-
2344«τρέπεται μόνον ἐν ταῖς περιστάσεσι ταῖς προβλεπομέ-
2345«ναις ὑπὸ τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ Νόμου, καὶ
2346«κατὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ κεκανονισμένα,» ἥτις εἶναι ἡ ἐμφά-
2347νισις, ἡ ἐκτέλεσις, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ παγίου Νόμου τοῦ κ.
2348Πρωθυπουργοῦ, ἀποκαλύπτει τὸ ἀπεριόριστον τῆς ἐξου-
2349σίας, ἣν ζητοῦσιν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἔχει τὸ
2350δικαίωμα κατὰ τὸ 1884 νὰ ἔχῃ στρατὸν ὑπὸ τὰ ὅπλα
235130,692, ἀλλὰ θέλει λάβει τὸ δικαίωμα νὰ συγκαλῇ καὶ
235220,000 ἐφέδρων, τὸ ὅλον 50,000. Σᾶς ζητεῖ λοιπὸν τὴν
2353ἄδειαν νὰ ἔχῃ στρατὸν μεταξὺ 30,000 καὶ 50,000. Νο-
2354μίζω, κύριοι, ὅτι ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῇ Κυβερνητικῇ, ἐν
2355ταῖς σκέψεσι τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ ἐκδηλώσει αὐτῶν
2356κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, ὑπάρχει μεγίστη σύγχυσις. Ἄν
2357συνετελέσθη σύγχυσις πρὸ πολλοῦ μεταξὺ τῆς βασιλικῆς
2358ἐξουσίας καὶ τῆς ὑπουργικῆς, ἐὰν συνετελέσθη πρὸ πολ-
2359λοῦ σύγχυσις μεταξὺ τῆς ἐξουσίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ
2360καὶ τῆς ἐξουσίας τῶν Ὑπουργῶν, ἐὰν συνετελέσθη σύγ-
2361χυσις μεταξὺ τῆς αὐτοτελοῦς καὶ αὐθυπάρκτου Ἐκκλη-
2362σίας καὶ τῆς αὐτοτελοῦς ἐξουσίας τῆς Πολιτείας, ἐὰν
2363σύγχυσις συνετελέσθη μεταξὺ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας
2364καὶ τῆς Νομοτελεστικῆς ἐπὶ πλείστων πράξεων κυβερ-
2365νητικῶν, ζητεῖται νὰ ἐπιτραπῇ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου
2366τούτου καὶ σύγχυσις μεταξὺ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας
2367καὶ τῆς Νομοτελεστικῆς, ἐπὶ τοῦ κυριωτέρου τῶν καθη-
2368κόντων, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Κοινοβούλιον, ἐπὶ τῶν καθη-
2369κόντων, τὰ ὁποῖα ἐδίδαξεν ἡμῖν ἡ ἱστορία τῶν συνταγμα-
2370τικῶν ἐθνῶν, ἐπὶ τοῦ καθήκοντος νὰ προσδιορίζῃ τὸν ἀ-
2371ριθμὸν τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἀνδρῶν καὶ ἐπὶ τοῦ καθήκον-
2372τος νὰ προσδιορίζῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττον-
2373ται ἀπὸ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
2374Τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐφεδρείας, κύριοι, ἡ Ἀντιπολίτευσις
2375ἐπεθύμησε νὰ τὸ χωρίσῃ ἀπὸ πάσης πολιτικῆς μελέτης, ἐπε-
2376θύμησε νὰ τὸ χωρίσῃ ἀπὸ παντὸς ὑπολογισμοῦ κομματικοῦ,
2377ἐπεθύμησε νὰ τὸ ἀνυψώσῃ εἰς ζήτημα γενικοῦ συμφέροντος,
2378πρὸ τοῦ ὁποίου καὶ τὰ κόμματα καὶ οἱ πολιτευόμενοι
2379ὁμοθυμαδὸν νὰ κύψωσι τὴν κεφαλήν. Διὰ τοῦτο μετὰ
2380μεγάλης μετριοπαθείας οἱ συνάδελφοί μου, οἱ ἐκ τῆς Ἀν-
2381τιπολιτεύσεως, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Νο-
2382μοσχεδίου τούτου ἀγορεύσαντες ἠρεύνησαν αὐτὸ, δὲν ἦλ-
2383θον νὰ προσβάλωσιν αὐτὸ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς, δὲν ἦλθον νὰ
2384καθυβρίσωσιν αὐτὸ ὡς ἀντισυνταγματικὸν, δὲν ἦλθον νὰ
2385σᾶς προτείνωσι καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσωσι νὰ κηρύξητε
2386αὐτὸ ἀπαράδεκτον, διότι ἀνατρέπει τοὺς θεμελιώδεις ὅ-
2387ρους τοῦ πρωτίστου θεσμοῦ ἡμῶν, τοῦ Συντάγματος. Μετὰ
2388μετριοπαθείας καὶ μετὰ πολλῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἁ-
2389βρότητος παρεκάλεσαν τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὸ Ὑπουρ-
2390γεῖον νὰ συναινέσῃ νὰ συστηθῇ πρὸς νέαν ἐπισταμένην
2391μελέτην αὐτοῦ Ἐπιτροπὴ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου, ὁ
2392ὁποῖος εἶναι μὲν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι ἐκλεκτὸς
2393τῆς πλειοψηφίας, ἡ δὲ ἰδιότης του αὕτη παρεῖχε πᾶσαν
2394ἐγγύησιν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἤθελεν ἀπαρτισθῆ ὑπὸ ἀν-
2395δρῶν, οἵτινες δὲν ἤθελον ὠφεληθῆ τῆς εὐκαιρίας, ἵνα πα-
2396ρεμβάλωσιν ἀντίδρασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ τὴν
2397τόσῳ μετριοπαθῆ πρότασιν ἀπέκρουσεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2398γὸς διὰ προσωπικῶν ὑπαινιγμῶν. Προέβη τότε ἡ Ἀντι-
2399πολίτευσις παριστῶσα καὶ καταδεικνῦσα τὸ ἀντισυνταγ-
2400ματικὸν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 15, ἀλλ’ εἰς ἀπάντη-
2401σιν ἐνέπαιξεν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὕβρισεν αὐτούς. Καὶ
2402μολοντοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε καθῆκον νὰ λησμονή-
2403σῃ ἑαυτὴν καὶ τὰ μέλη αὐτῆς νὰ λησμονήσωσι τὴν ἰδίαν
2404αὐτῶν προσωπικότητα, ἐζητήσαμεν δὲ νὰ πείσωμεν τὴν
2405πλειοψηφίαν νὰ θελήσῃ νὰ συντελέσῃ διὰ νὰ μειωθῇ ὁ
2406ἀντισυνταγματικὸς χαρακτὴρ τοῦ ἄρθρου 15, παραδεχο-
2407μένη τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐκ Βόλου
2408συνάδελφος προέβαλε πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν πραγμά-
2409των· ἀλλὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην ἀπέκρουσεν ὁ κύριος
2410Πρωθυπουργὸς μετὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ἐνδεικνύει, ὅτι ἔχει
2411τοσαύτην πεποίθησιν εἰς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην, τοσαύ-
2412την πεποίθησιν περὶ τῆς ἰδίας αὑτοῦ σοφίας, ἢ τοσαύ-
2413την ἐπιμονὴν εἰς τὴν θέλησιν αὑτοῦ, ὥστε ἀξιοῖ πρὸ ταύ-
2414της νὰ συντριβῶσι καὶ ὑποταχθῶσι καὶ Νόμος καὶ Σύν-
2415ταγμα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦτο θέλει εὑρεθῆ ἠναγ-
2416κασμένη νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἔσχατον τῶν μέτρων, τὰ
2417ὁποῖα ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις προτείνονται κατὰ τῶν νο-
2418μοθετημάτων, ἂν ταῦτα ἀντιβαίνωσιν εἰς τοὺς θεμελειώ-
2419δεις θεσμοὺς τῆς χώρας, εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαρα-
2420δέκτου, ἂν ἡ πλειοψηφία δὲν πεισθῇ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν
2421τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλαρέτου. Ἡ πρότασις τοῦ ἀπαρα-
2422δέκτου εἶναι πρότασις ἀξία μεγάλης προσοχῆς, διότι
2423περιέχει μεγάλην σημασίαν, καὶ εἶναι ἡ σοβαρωτέρα
2424τῶν προτάσεων, αἵτινες προτείνονται ἐν τοῖς Κοινοβου-
2425λίοις. Διὰ τοῦτο σπανιώτατα ἀναγινώσκει τις ἐν τοῖς
2426πρακτικοῖς τῶν Κοινοβουλίων προτάσεις τοῦ ἀπαραδέ-
2427κτου. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῶν
2428ξένων Κοινοβουλίων προβάλλωνται θέματα πρὸς ψηφο-
2429φορίαν, ὁποῖα δυστυχῶς πολλὰ μέχρι τοῦδε προεβλήθησαν
2430εἰς ἡμᾶς· δὲν γνωρίζω ἂν ἐν τοῖς πρακτικοῖς βλέπῃ
2431τις ἐκδηλουμένην ἐκεῖ τόσην ἄκαμπτον ἐπιμονὴν, τόσον
2432ἀμετάπειστον ἀπόφασιν, νὰ μὴ παρεκκλίνωσιν οὐδὲ
2433κατὰ κεραίαν ἀπὸ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως, οἷα
2434μέχρι τοῦδε μετὰ θλίψεως ὁμολογῶ, ὅτι ἐξεδηλώθη πολ-
2435λάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις
2436ἑκάστου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, εὐλαβοῦμαι τοὺς δε-
2437σμούς, οἱ ὁποῖοι συνδέουσι τὰ μέλη αὐτοῦ, εἴτε δι’ ἀμοι-
2438βαίας πρὸς πρόσωπα ἐμπιστοσύνης, εἴτε δι’ ἄκρας πρὸς ἰδέας
2439καὶ γνώμας ἀφοσιώσεως· ἀλλὰ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τὰ
2440ὅρια καὶ ἡ πρὸς τὰς πολιτικὰς γνώμας πεποίθησις πρέπει
2441νὰ περιορίζηται ἀπὸ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα καθορίζουσι τὴν
2442ἐξουσίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος
2443δὲν ἔχει τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἔχει τὸ τῆς Ἀγγλίας, ν’ ἀπο-
2444φασίζῃ ὅ,τι θέλει καὶ ἂν ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ Σύνταγμα,
2445τοῦ νὰ δύναται νὰ συντάξῃ τὴν πολιτείαν καὶ νὰ ἐκ-
2446δίδῃ ἀποφάσεις ἀληθῶς συντακτικάς. Τὸ Κοινοβούλιον
2447τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχει τοιαύτην ἐξουσίαν, δὲν δύναται
2448νὰ ψηφίζῃ νομοθετήματα ἀντιβαίνοντα εἰς διατάξεις
2449τοῦ Συντάγματος. Ἔχει ὑπέρτερον ἄρχοντα, τὸ Σύνταγ-
2450μα, καὶ ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ, διότι τὸ Σύνταγμα ἐ-
2451πέτρεψε τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ· ἄλλως,
2452τὸ Κοινοβούλιον ἤθελε στασιάσει κατὰ τοῦ Συντάγμα-
2453τος, καὶ ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι ὁ καθεστὼς νόμος τῆς Πο-
2454λιτείας, ἤθελε στασιάσει κατὰ τῆς καθεστώσης τά-
2455ξεως.
2456Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἂν ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου
2457δὲν ἤθελε γίνει παραδεκτὴ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, ἔχο-
2458μεν καθῆκον νὰ ἐνθυμηθῶμεν ὅτι ἡ ἰδική μας ἐξουσία
2459δὲν ἐκτείνεται πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα
2460διέγραψε, καὶ ὅτι ἡ ἐντολή, ἣν μᾶς ἔδωκαν οἱ ἐκλογεῖς
2461ἡμῶν, εἶναι περιωρισμένη. Ἑπομένως ὡς καθῆκον ἔχομεν
2462διὰ τοῦ λόγου, διὰ τῆς ψήφου μας νὰ προσπαθήσωμεν
2463νὰ πείσωμεν τοὺς συναδέλφους ἵνα μὴ προβαίνωσιν εἰς
2464πράξεις ἀντιβαινούσας εἰς τὸ Σύνταγμα, οὕτω καὶ ὅταν
2465δὲν πείσωμεν αὐτοὺς, ὀφείλομεν νὰ μὴ στέρξωμεν νὰ λά-
2466βωμεν μέρος εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Στέργοντες εἰς τὴν ψη-
2467φοφορίαν, συντελοῦμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ
2468Συντάγματος. Ἂν τυχὸν μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς Ἀν-
2469τιπολιτεύσεως, ὁ ὑπολειπόμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ἀριθμὸς
2470τῶν κυρίων βουλευτῶν ἤθελε συμβῆ νὰ μὴ ἀνέρχηται
2471εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προσδιωρισμένον νόμιμον
2472ἀριθμὸν, τότε ἀφοπλίζομεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν
2473εἶσθαι τυχὸν διατεθειμένοι νὰ ἀποδεχθῶσι τὸ νομοθέ-
2474τημα τὸ ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀφοπλίζοντες δὲ
2475αὐτοὺς, προλαμβάνομεν τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγμα-
2476τος, ἥτις ἤθελε τελεσθῆ, ἂν ἐψηφίζετο τὸ νομοθέτημα.
2477Ἐν τοῖς γενικοῖς λοιπὸν καθήκοσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως
2478εἶναι οὐχὶ μόνον ν’ ἀγωνίζεται νὰ πείθῃ, ἵνα μὴ ἀθετηθῇ
2479θεσμός τις τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ νὰ ψηφοφορῇ, καὶ ἂν
2480δὲν ἀκουσθῇ, καὶ ν’ ἀρνῆται νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ψη-
2481φοφορίαν.
2482Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἀπὸ τῆς ψηφοφορίας
2483ἀποχὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἤθελε μειώσει τὸν ἀ-
2484ριθμὸν τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μελλόντων νὰ παρα-
2485μένωσι διὰ νὰ ψηφοφορήσωσι τὸ καθ’ ἡμᾶς ἀντισυνταγ-
2486ματικὸν νομοθέτημα, καὶ ἐπομένως ἂν ἤθελε μείνει ὁ ὑπὸ
2487τοῦ Συντάγματος προσδιοριζόμενος νόμιμος ἀριθμὸς, ἡ
2488Ἀντιπολίτευσις μὴ στέργουσα καὶ τότε νὰ συμπράξῃ εἰς
2489τὴν ψηφοφορίαν, νομίζω ὅτι καὶ τότε ἐκπληροῖ καθῆκον
2490πρὸς τὴν συνείδησίν της, οὐ μόνον διότι δὲν συμπράτ-
2491τει εἰς παράβασιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ διότι
2492πορίζεται τὴν ἐλπίδα ὅτι ἴσως ἐκεῖνοι ὅσοι μένουσιν ἐν τῇ
2493αἰθούσῃ καὶ ὅσοι ἔχουσιν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν
2494Κυβέρνησιν, καὶ ἂν ἦναι διατεθειμένοι νὰ παράσχωσιν
2495εἰς αὐτὴν πᾶσαν δύναμιν καὶ εὐκολίαν, ὅτι θέλουσι σκε-
2496φθῆ ὅτι ἀναλαμβάνουσιν αὐτοὶ ἄνευ τῆς Ἀντιπολιτεύ-
2497σεως τὴν εὐθύνην, ἀποδεχόμενοι νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον
2498ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ αὕτη ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀντισυν-
2499ταγματικόν. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία δὲν ἔπαυσε
2500νὰ θεωρῇ ἀδελφὴν αὐτῆς τὴν πλειοψηφίαν — διότι δὲν
2501ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ (δεικνύει τὴν
2502Συμπολίτευσιν) ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι πολλοὶ, οἵτινες, ὅ-
2503πως καὶ ἡμεῖς, ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῆς τύχης τοῦ τόπου
2504καὶ περὶ τῆς νομίμου τάξεως, καὶ περὶ τῆς ἰσχύος τῶν
2505νόμων—ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει πάντοτε τὴν ἐλπίδα,
2506ὅτι αἱ συμβουλαὶ καὶ αἱ γνῶμαι αὐτῆς δὲν θέλουσιν ἀ-
2507ποκρουσθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑπαγορευθῇ εἰς αὐτὴν
2508ἡ βαθμιαία πρόοδος ἀπὸ τῶν συνήθων εἰς τὰ ἔκτακτα
2509μέτρα. Ἔχει τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐκεῖνοι ἐκ τῶν μελῶν τῆς
2510Συμπολιτεύσεως, οἵτινες ἐνδιαφέρονται περισσότερον διὰ
2511τὴν Κυβέρνησιν—διότι ἔχουσι μείζονα ἀπὸ τοὺς συναδέλ-
2512φους ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὴν—ὅτι αὐτοὶ πρῶτοι θέλου-
2513σιν ἀσχοληθῆ νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ δείξῃ
2514καὶ ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος τούτου τὴν ἰσχυρογνωμοσύ-
2515νην, ἡ ὁποία, δὲν ἠξεύρω, ἂν ἔχῃ πολλὰ παραδείγματα
2516ἐξαιρέσεων, δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον
2517πάντοτε ἐξεδηλώθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως,
2518ἀντιποιουμένης αἰωνίως τὸ ἀλάθητον τῶν πράξεων
2519αὐτῆς.
2520§96Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ προλαλήσας ἐθεώρησεν ἁμάρ-
2521τημα, ἐθεώρησε μάλιστα καὶ ὡς μετέχον ἀνηθικότητός
2522τινος τὸ ὅτι ἐπεκαλέσθην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς
2523καθεστὼς, τὸ κατὰ τὸ 1877 ὑπάρχον, ὅπερ καὶ κατὰ τὸ
25241878 ἐξηκολούθησε τὸ αὐτό. Δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀκολου-
2525θήσω τὸν ἔντιμον ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς πάν-
2526τα ὅσα εἶπε καὶ εἰς ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξε, διότι
2527πολλὰ μὲν ἐξ αὐτῶν νομίζω, ὅτι παρεῖλκον ὅλως διόλου,
2528ὅσα δὲ εἶπε περὶ ἀποχωρήσεως ἐπισφραγίζων τὸν λόγον
2529αὐτοῦ, εἶναι ἀδιάφορα πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐν νομίμῳ
2530ἀπαρτίᾳ διατελοῦντες καὶ τὸν νόμον ἐφαρμόζοντες θέ-
2531λουσι πράξει τὰ νόμιμα. Ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἰδίως
2532θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅτι
2533ὁ ἔντιμος προαγορεύσας—καὶ ἀγνοῶ πῶς πρέπει νὰ ὀνο-
2534μάσω τὸ πρᾶγμα, θαυματοποιΐαν ἢ ταχυδακτυλουργίαν—
2535κατώρθωσε νὰ θέσῃ ἐκ μέσου ἐκεῖνα τὰ μέρη τῶν ὁμι-
2536λιῶν αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ἤθελον δείξει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι
2537ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν ἔτει 1878 ἐπρέ-
2538σβευεν αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρεσβεύομεν ἡμεῖς.
2539§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θέλομεν ν’ ἀκούσωμεν ἱστορίαν· ἡ ὥρα
2540εἶναι 8½.
2541§98ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀφείλετε ν’ ἀκούσητε, διότι πρόκει-
2542ται νὰ ὑπερασπίσωμεν ἑαυτοὺς προσβαλλομένους.
2543Διατί ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπέμει-
2544νε πάντοτε νὰ ὁμιλῇ περὶ ἐκτάκτων περιστάσεων; Δια-
2545τί ἐπέμεινε νὰ δεικνύῃ ἐκείνας καὶ μόνας διὰ τρόπου, ὁ
2546ὁποῖος δὲν ἁρμόζει εἰς διευθυντὴν κόμματος, ἀπέφυγε δ’
2547ἐπιμελῶς ν’ ἀναφέρῃ τὰ ἄρθρα τὰ πραγματευόμενα περὶ
2548τῆς καταστάσεως τῆς εἰρήνης καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δύναν-
2549ται νὰ ἔχωσι χαρακτῆρα προσωρινότητος; Τοῦτο εἶναι
2550ταχυδακτυλουργικὴ μέθοδος, σκοπὸν ἔχουσα νὰ καλύψῃ
2551τὸ ἀνόμημα, τὸ ὁποῖον σκοπεῖτε νὰ πράξητε. Ὁ κ. βου-
2552λευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐφρόντισε νὰ μὴ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ
2553νομοθετήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε προσωρινὴν
2554ἰσχύν, ἀλλ’ ἀπέβλεπεν εἰς τὸν καιρὸν τῆς εἰρήνης· ἀπέ-
2555φυγε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου, τὸ ὁ-
2556ποῖον δὲν συνεζητήθη ἐν ταῖς σελίσιν 841 καὶ ἑπομέναις,
2557εἰς ἃς ἀνέδραμεν, ἀλλ’ ἐν ταῖς σελίσι 556, 557 καὶ ἑ-
2558πομέναις, ἀπέφυγε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ νόμου ΨΙΖʹ,
2559τοῦ παραρτήματος τρόπον τινὰ τοῦ στρατολογικοῦ νό-
2560μου, ἐν ᾧ ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 11, ἀπέφυγε νὰ ὁμιλήσῃ
2561περὶ τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ
2562στρατοῦ τοῦ 1878, ἄρθρου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο προσωρι-
2563νόν, ἀλλὰ προωρισμένον νὰ ἦναι διαρκὲς, ὡς διαρκὴς εἶ-
2564ναι ἡ εἰρήνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται. Ἐγὼ ὅμως θὰ
2565ἀναγνώσω καὶ ταῦτα καὶ θὰ ἀναγνώσω καὶ τάς ὁμι-
2566λίας αὐτοῦ.
2567Εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου ὅτι, συζητουμένου τοῦ νόμου
2568τοῦ λαβόντος στοιχεῖα ΨΙΖʹ, ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις, ἥτις
2569ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη εἶχε κατὰ τὸ
2570πλεῖστον συνταχθῇ περὶ τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν, ἀντε-
2571τάχθη ἐν ἀρχῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, οὐχὶ διότι δὲν
2572παρεδέχετο αὐτὸ, ἀλλὰ διότι ἐθεώρει ἀτελεῖς τὰς διατά-
2573ξεις αὐτοῦ καὶ οὕτω βλέπομεν, ὅτι ὁ μακαρίτης Ζωχιὸς
2574καὶ ὁ κ. Τρικούπης κατεψήφισαν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ
2575τὴν πρώτην συζήτησιν, μόνον δὲ ἀφοῦ κατόπιν ἐπῆλ-
2576θον ἐξηγήσεις καὶ διόρθωσις αὐτοῦ ὑπερεψήφισαν. Τὸ νο-
2577μοσχέδιον ἐκεῖνο περιεῖχε τὴν διάταξιν τοῦ σημερινοῦ
2578ἄρθρου 11, ἥτις ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν καιρῷ
2579εἰρήνης καὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ—
2580καὶ τοῦτο πολὺ πρὶν ἀκόμη ὑπάρξῃ ἡ ἀπόφασις τοῦ Βε-
2581ρολίνου, ἐφ’ ἧς ἐνέπηξε τοὺς ὄνυχας αὐτοῦ ὁ ἀρχηγὸς
2582τῆς Ἀντιπολιτεύσεως—νὰ καλῇ εἰς τὰς τάξεις πρὸς ὑπη-
2583ρεσίαν ἐνεργὸν αὐτοὺς ἐκείνους τοὺς ἄνδρας, οὓς ἐκάλει ὁ
2584νόμος πρὸς ἁπλᾶς ἀσκήσεις· καὶ θέλετε ἴδει, ἐπαναλαμ-
2585βάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἔφθασε στιγμή, καθ’ ἣν ὁ κ. Ρικά-
2586κης, ἀνήκων εἰς τὴν μερίδα τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη, ἐξε-
2587γερθεὶς ἐζήτησε παρὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως τουλάχι-
2588στον νὰ προστεθῇ εἰς τὴν λέξιν «ἀνάγκη» τὸ «ἐκτά-
2589κτῳ», ἀλλ’ ἀντεπεξῆλθε τότε μετ’ ἀγανακτήσεως ὁ ἔν-
2590τιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς καὶ ἐπήνεγκε τὴν πτῶσιν
2591τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ρικάκη· δὲν ἤθελε νὰ προστεθῇ
2592οὐδὲ τὸ «ἔκτακτος» σελ. 507. Εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις τὰς
2593διαφόρους, ἰδίως εἰς τὰς τοῦ μακαρίτου Ζωχιοῦ καὶ τοῦ
2594κ. Ρικάκη, ἀπήντησε μεταξὺ ἄλλων ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυ-
2595νος βουλευτὴς τὰ ἑξῆς· «ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου εἶ-
2596»ναι γνωστὴ· εἶναι, ὅταν αἱ ἄλλαι πηγαὶ, ἐκ τῶν ὁποίων
2597»πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ὁ στρατὸς, δὲν θὰ παρέχωσι
2598»τοσοῦτον ἀριθμὸν ἀνδρῶν ὅσος ἀπαιτεῖται. Αὐτὴ εἶναι
2599»ἡ ἀνάγκη· διὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἐκ τῶν τροπολογιῶν, τὰς
2600»ὁποίας ἐπρότεινεν ὁ κ. Ρικάκης, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ
2601»δεχθῇ ἡ Βουλή».
2602Καὶ προέκειτο περὶ συμπληρώσεως τῶν τάξεων τοῦ
2603στρατοῦ ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον
2604ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν (θόρυβος). Ὅτε δὲ ἦλθεν ἡ στιγμὴ τῆς
2605ψηφοφορίας καὶ ὁ Πρόεδρος ἔθηκεν εἰς ψηφοφορίαν τὴν
2606πρότασιν τοῦ κ. Ρικάκη· «Οἱ καλούμενοι πρὸς ἐξάσκησιν
2607(διότι περὶ αὐτῶν προέκειτο) κατατάττονται ἐν ἐκτά-
2608κτῳ ἀνάγκῃ». Πρόεδρος. «Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη».
2609Σημειώσατε δὲ καὶ πάλιν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο τὸ 11,
2610ὅπερ τότε δὲν ἐθεωρεῖτο ἀντισυνταγματικὸν, ἐψήφισαν
2611πάντες οἱ περὶ τὸν κ. Τρικούπην.
2612Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νόμου περὶ
2613ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐκ Γόρτυνος
2614βουλευτὴς ἀπέφυγεν ἐπιμελῶς νὰ κάμῃ λόγον, καὶ τοῦτο
2615διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς εἰρήνης. «Οἱ κα-
2616λούμενοι πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐν εἰρήνῃ δυνάμεως τοῦ
2617στρατοῦ τὰ διάφορα σώματα αὐτοῦ συμπληροῦσιν. δʹ)
2618Ἐν ἀνάγκῃ διὰ τῆς δυνάμει Βασιλικοῦ Διατάγματος,
2619ἐκδιδομένου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
2620βουλίου, τηρήσεως εἰς τὰ ὅπλα τῶν τακτικῶν ἐφέδρων
2621μέχρις ἐνιαυσίου ὑπηρεσίας ἐκ τῆς τριετοῦς ἐφέδρου ὑπο-
2622χρεώσεως αὐτῶν».
2623Μετὰ ταῦτα μόνον ἔρχεται τὸ ἄρθρον 19, τὸ ὁποῖον ἀ-
2624φορᾷ εἰς τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν. Σαφῶς καὶ καθα-
2625ρῶς διακρίνουσι τὰς περιπτώσεις τὰ δύω ταῦτα ἄρθρα,
2626ἀναφερόμενα τὸ μὲν εἰς τὴν εἰρήνην, τὸ δὲ εἰς τὸν πόλε-
2627μον, ὅτε καὶ μόνον ἐπιβάλλεται ἡ εἰς τὴν Βουλὴν ἄμε-
2628σος ἀνακοίνωσις τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος· καὶ ἐν
2629τούτοις σήμερον ἐτολμήθη καὶ τοιούτων νόμων καὶ τοι-
2630ούτων κειμένων διαστροφή.
2631§99ΜΙΛΗΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2632§100ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκα-
2633μεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τοῦ Νομο-
2634σχεδίου περὶ προσδιορισμοῦ τῶν δυνάμεων κατὰ ξηρὰν
2635καὶ κατὰ θάλασσαν καὶ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ὁ-
2636ρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῆς δυνάμεως, περιττὴ ἀποβαίνει πᾶσα
2637συζήτησις, διότι ὅσα κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου λέγονται,
2638δὲν ἔχουσι καμμίαν ὑπόστασιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δίδομεν πολὺ
2639μεγαλειτέραν βαρύτητα εἰς τὸ θέμα τῆς δαπάνης τοῦ
2640στρατοῦ, παρὰ εἰς τὸ τῆς ἐγέρσεως τοῦ στρατοῦ.
2641Παρατηρήσατε ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ τί
2642λέγουσιν ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀνεπτυγμένη εἰς
2643τὸν ὕπατον βαθμὸν, εἰς τὴν Ἀμερικήν. Λέγουσιν, ὅτι εἶ-
2644ναι μικρότερον παρὰ τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης, διότι κατὰ
2645τὴν φράσιν αὐτῶν τὸ βαλάντιον εἶναι ἰσχυρότερον τοῦ
2646ξίφους. Καὶ ὅμως, κύριοι, οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι
2647προβάλλουν τόσας δυσχερείας κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ
2648ὁποῖον εἶναι ἠρτημένον ἀπὸ ἄλλο Νομοσχέδιον, ἄνευ τοῦ
2649ὁποίου τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο μένει ἔγκυρον, οἱ συνά-
2650δελφοι ἡμῶν — καὶ ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μα-
2651κρὰν πεῖραν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ὄχι τοὺς ἀποσπα-
2652σθέντας τῆς πτέρυγος ταύτης—δὲν κάμνουν τὴν ἐλαχίστην
2653ἀντίῤῥησιν, ἐνῷ βλέπουσι τὴν μεγίστην προσβολὴν τοῦ
2654Συντάγματος, ἥτις ἐγένετο διὰ τοῦ περὶ λογιστικοῦ νόμου,
2655ὁ ὁποῖος λέγει μὲν, ὅτι ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
2656κονομικῶν πρέπει νὰ μὴ ἐκδίδηται ἔνταλμα πληρωμῆς,
2657ὁσάκις δὲν ὑπάρχει πίστωσις ἐψηφισμένη ὑπὸ τῆς Βου-
2658λῆς, ἀλλὰ παρακατιὼν διὰ τοῦ 15 ἄρθρου ἀμέσως παρα-
2659βιάζει τὸν εἰρημένον κανόνα καὶ συνάμα τὸ 60 τοῦ Συν-
2660τάγματος ἄρθρον, διότι ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν
2661Οἰκονομικῶν νὰ κάμνῃ πληρωμὰς μὴ ἐψηφισμένας ὑπὸ
2662τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ ὀλίσθημα δὲν σταματᾷ ἐδῶ· προ-
2663χωρεῖ μέχρι κρημνισμοῦ, διότι ὁ περὶ λογιστικοῦ νόμος
2664ἐν τῷ ἄρθρῳ 18 λέγει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
2665δύναται νὰ ἐκδίδῃ ἐντάλματα χρηματικὰ εἰς ἐκτάκτους
2666ἀνάγκας, ποσῶς μὴ προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ Προϋπολο-
2667γισμοῦ. Θέλετε μεγαλειτέραν παράβασιν τοῦ Συντάγμα-
2668τος ἀπὸ αὐτήν; Τούτου ἕνεκα ἔλεγεν ὁ Νέστωρ τῆς Ἀν-
2669τιπολιτεύσεως κ. Σωτηρόπουλος προχθὲς, ὅτι «ἡ Κυβέρ-
2670νησις δύναται, ἀφοῦ τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον γείνῃ
2671νόμος, νὰ καλῇ ὅσους θέλει ἐφέδρους ἄνευ τῆς ἀναγκαίας
2672πιστώσεως τῆς Βουλῆς, διότι τὸ 18 ἄρθρον τοῦ Λογι-
2673στικοῦ Νόμου ἐπιτρέπει τὴν δαπάνην ἐν πάσῃ ἐκτάκτῳ
2674ἀνάγκῃ τῇ δικαιολογούσῃ τὴν κλῆσιν τῶν ἐφέδρων ἢ
2675τὴν διατήρησιν ἐν τῷ στρατῷ τῶν ἀφυπηρετησάντων».
2676Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι, κύριοι, οἱ γεννήτορες αὐτῆς τῆς παρα-
2677βιάσεως τοῦ Συντάγματος; Εἶναι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι.
2678Ἐὰν θέλουν νὰ ἦναι εὐλαβέστεροι πρὸς τοὺς θεμελιώδεις
2679νόμους οἱ συμπολιτευόμενοι, πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ ἦναι
2680εὐλαβέστεροι πρὸς αὐτοὺς καὶ ἰδίως πρὸς τὸν θεμελιωδέ-
2681στατον ἁπάντων, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὰς δαπάνας τοῦ
2682Κράτους. Ἀφοῦ δεικνύουσι τοσαύτην εὐαισθησίαν εἰς πᾶν
2683τὸ ἀντισυνταγματικὸν, πρέπει νὰ ζητήσωσι πρὸ παντὸς
2684τὴν κατάργησιν τῶν ἀντισυνταγματικῶν διατάξεων τοῦ
2685περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκει-
2686μένου πᾶσαν ἀντίῤῥησιν αὐτῶν πρέπει ν’ ἀναβάλωσι, μέ-
2687χρις οὗ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ
2688στρατοῦ Νομοσχέδιον καὶ ὁ Προϋπολογισμός· ἄλλως, καὶ
2689ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τοῖς εἴπωμεν, ἀφοῦ ζη-
2690τοῦσιν ἀπὸ ἡμᾶς εὐθύνην, ὅτι ζητοῦσι πρόφασιν νὰ ἐκ-
2691τελέσωσι τὸ μελετηθὲν πραξικόπημα.
2692§101ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ μὴ ἀποκρύψω ἀπὸ
2693τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ γενικὸν πνεῦμα τῆς ἐπὶ τοῦ Νομο-
2694σχεδίου τούτου συζητήσεως μέχρι τῆς πρὸ μικροῦ ἀ-
2695γορεύσεως τοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ εἶχεν ἐμποιήσει
2696καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς πολλοὺς βεβαίως ἐξ ὑμῶν αἴσθημα
2697θλιβερόν. Διὰ τῆς συζητήσεως ταύτης διῆκε πνεῦμα
2698διαρκοῦς κλονισμοῦ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Τόπου τῆς
2699πρὸς τὸ στρατεύεσθαι ἀγάπης καὶ ἀνάγκης, καὶ ἔμπνευ-
2700σις ἀποστροφῆς πρὸς αὐτήν. Ἐχρειάσθη δὲ νὰ συναισθαν-
2701θῇ τοῦτο καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτής, ἵνα
2702σπεύσῃ νὰ εἴπῃ ἡμῖν ὅτι ἀναγνωρίζει μὲν ὅτι τὸ Νο-
2703μοσχέδιον τοῦτο ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ὁμοφώνως ὑπὸ τῆς
2704Βουλῆς, προκειμένου περὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ σκοποῦ,
2705τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ Τόπου, ἀλλ’ ὅτι ἡ
2706πρὸς τὸ Σύνταγμα ἀντίθεσις μιᾶς διατάξεως αὐτοῦ ἀ-
2707ναγκαίως προεκάλεσε ζωηρὰν ἀντίστασιν· διότι τῷ ὄντι
2708τὸ ὕφος τοῦ ζητήματος καταβιβάζει πολλάκις τὸ ὕφος
2709τῆς συζητήσεως. Μήπως δὲν ἠκούσατε χθὲς βουλευτοῦ
2710ἐγκαυχωμένου ὅτι εἶναι ἐναντίος τῆς ἐφεδρείας; καὶ δὲν
2711ἀκούετε ἀκαταπαύστως ἐπαναλαμβανόμενον ὅτι τὸ βά-
2712ρος, ὅπερ ἡ ἐφεδρεία ἐπιβάλλει, ἡ ἐπὶ τριάκοντα δηλον-
2713ότι ἡμέρας κατὰ διετίαν ἄσκησις, εἶναι βάρος δυσβά-
2714στακτον, ὅτι τὰ βάρη ταῦτα τοῦ λαοῦ πολλαπλασιά-
2715ζονται, καὶ ὅτι ὁ λαὸς δυσφορεῖ διὰ τὰ τοιαῦτα βάρη,
2716τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς αὐτόν; Καὶ μὴ προτοῦ φθάσωμεν
2717εἰς τὸ 15 ἄρθρον, δὲν κατεψηφίσθη ἡ ἀρχὴ τῆς ἐφεδρικῆς
2718ὑπηρεσίας ἐν ἀρχῇ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου; Καὶ ἂν
2719εἴχομεν χώραν, ἥτις νὰ ἐπέτρεπε νὰ σκεπτώμεθα εἰρηνι-
2720κῶς, καὶ ἄν τις ἐξ ὑμῶν ἀνεδέχετο τὴν εὐθύνην νὰ εἴπῃ
2721ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς εἰρηνικῆς πολιτικῆς, θὰ ἐνόουν τὴν
2722περὶ τοῦ θεσμοῦ καθόλου ἀντίῤῥησιν. Θὰ ἔβλεπον τοὐ-
2723λάχιστον δύω στρατόπεδα καὶ ἤθελον δικαιολογεῖσθαι
2724οἱ καταφερόμενοι κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, ἀντι-
2725τάσσοντες τὴν ἔλλειψιν ἀνάγκης παρασκευῆς καὶ τὴν εἰ-
2726ρήνην ὡς ὑποχρέωσιν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὅταν πάντες ἀ-
2727ναγνωρίζητε ὅτι ὁ Τόπος πρέπει νὰ ἑτοιμασθῇ συντόμως
2728καὶ συντόνως, τὸ νὰ καταπολεμῆτε Νομοσχέδιον, ὅπερ
2729ἀκριβῶς τείνει εἰς τὴν τοιαύτην ἐπίῤῥωσιν τοῦ Κράτους
2730καὶ τοῦ ἐλευθέρου μέρους τοῦ Ἔθνους, τὸ νὰ δεικνύητε
2731ὅτι τὸ ἀσκεῖσθαι εἰς τὰ ὅπλα εἶναι τὸ μέγιστον τῶν κα-
2732κῶν καὶ ἡ ἀντιδημοτικωτάτη τῶν ὑποχρεώσεων, καὶ ἡ
2733φυγὴ τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς στρατείας τὸ δημοτικώτα-
2734τον πρᾶγμα, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀνακολουθία ἐπι-
2735βλαβὴς καὶ ὀλεθρία; Δὲν νομίζετε, ὅτι σεῖς ἢ τοὐλά-
2736χιστον ἐκεῖνοι ἐξ ὑμῶν ὅσοι παραδέχονται ὅτι ἡ μονοε-
2737τὴς θητεία δὲν εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς ἐξάσκησιν τῶν στρα-
2738τευσίμων εἰς τὰ ὅπλα, εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν πολε-
2739μοῦντες τὴν ἀνάγκην τῆς ἅπαξ μόνον κατὰ δύω ἔτη, καὶ
2740μόνον ἐπὶ 30 ἡμέρας, ἀσκήσεως τῆς ἐφεδρείας;
2741Ἠναγκάσθην νὰ ἀναδράμω εἰς τὴν γενικὴν ταύτην
2742συζήτησιν, διότι ἐξ αὐτῆς πρέπει νὰ κριθῇ ἡ ἔντονος
2743ἐξέγερσις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ διότι νομίζω, ὅτι
2744μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
2745τὸ ζήτημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος, ὅπερ ἀνευρί-
2746σκετε ἀδίκως ἕως τότε, κατέπεσεν ἐντελῶς.
2747Ποῦ τῷ ὄντι εὑρίσκετε τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς
2748διατάξεως τοῦ ἄρθρου 15; εἰς τὸ ὅτι δι’ αὐτοῦ δίδεται
2749ἐξουσία τῇ Κυβερνήσει νὰ καλῇ ἀπροσδιόριστον ἀριθμὸν
2750ἀνδρῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ Βουλὴ πρέπει ἐτη-
2751σίως νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν αὔξησιν τῆς
2752στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ νὰ ὁρίζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν
2753στρατευτέων. Ἐλέγετε ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν πράττῃ
2754τοῦτο ἐτησίως, δὲν δικαιοῦται αὕτη ἐφάπαξ νὰ δώσῃ
2755ἐντολὴν τοιαύτης αὐξήσεως τῷ Ὑπουργείῳ, οὔτε ἡ Κυ-
2756βέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον 15. Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν
2757ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ ἐ-
2758τησίου Νόμου περὶ στρατολογίας θὰ ἐπιτρέπῃ ἢ δὲν
2759θὰ ἐπιτρέπῃ νὰ προσκαλῶνται αἱ δύω σειραὶ τῆς ἐφε-
2760δρείας. Σᾶς εἶπεν ὅτι ὁ ἐτήσιος Στρατιωτικὸς Νόμος θέ-
2761λει δίδει ἢ θέλει ἀρνεῖσθαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δι-
2762καίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἄρθρου 15, καὶ θὰ ὁρίζῃ τὸ
2763ποσὸν τῆς τοιαύτης αὐξήσεως. Τί εἶναι τοῦτο εἰ μὴ προη-
2764γουμένη συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς καὶ ἀπόφασις αὐτῆς;
2765§102ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι περιττὸν τότε τὸ ἄρθρον;
2766§103ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι περιττόν, διότι κανονίζει
2767τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ γίνωνται αἱ κλή-
2768σεις τῶν ἀνδρῶν καὶ τὰς κλητέας ἡλικίας ὁρίζει. Μετὰ
2769τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ὁ Νομοθέτης αὐτὸς
2770σᾶς δίδει, καὶ ἥτις αὐθεντικὴ οὖσα εἶναι μέρος τοῦ νό-
2771μου, τί ὁμιλεῖτε πλέον περὶ ἀντισυνταγματικότητος;
2772Θέλετε, λέγετε, νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἐγκρίνῃ
2773τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἔκτακτον ἀνάγκην ἀποφα-
2774σισθεῖσαν στρατολογίαν, ἢ νὰ παρέχῃ αὐτῇ τὸ δικαίωμα
2775μέχρις ὡρισμένου ἀριθμοῦ νὰ πράττῃ τοῦτο, ἢ νὰ χορηγῇ
2776εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ χρηματικὰ μέσα πρὸς συντήρησιν
2777τοῦ ἐκτάκτου αὐτοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Προϋπολο-
2778γισμὸς δὲν προβλέπει περὶ τῆς δαπάνης, καὶ ὁ στρατο-
2779λογικὸς νόμος περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν στρατολογηθησομένων,
2780ὁ δὲ νόμος ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρόπου τῆς κλήσεως καὶ περὶ
2781τῶν ἡλικιῶν τῶν προσκληθησομένων, περὶ τίνος πρόκει-
2782ται πλέον;
2783§104ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιτρέπεται μίαν διακοπήν;
2784§105ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διατί ὄχι.
2785§106ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δικαιολογῶν τὴν διά-
2786ταξιν αὐτήν, ἔκαμε τὴν ἑξῆς δήλωσιν· «ὅτι δύναται νὰ
2787ὑπάρξῃ περίστασις, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπει ὁ χρόνος εἰς
2788τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν, καὶ δι’ αὐ-
2789τὴν τὴν περίστασιν ζητεῖ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15».
2790Σεῖς λέγετε ὅτι ἡ Βουλὴ συνεκλήθη καὶ ἐψήφισε.
2791§107ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐνιαυσίως ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸ πο-
2792σὸν τῶν ἀνδρῶν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν κάμῃ τοῦτο, ἡ Κυ-
2793βέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Οὕτως ἐ-
2794νόησεν αὐτὸν ἀρχῆθεν καὶ οὕτως εἶπεν ὅτι ἐννοεῖ τὸ ἄρ-
2795θρον 15.
2796§108ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνιαυσίως πρέπει νὰ προσδιορί-
2797σῃ, ὄχι νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴ νὰ
2798προσδιορίσῃ.
2799§109ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἢ καλῶς δὲν ἀντελήφθην, ἢ ἂν ἀν-
2800τελήφθην καλῶς ἐγώ, δὲν ηὐτυχήσατε καὶ σεῖς εἰς τοῦ-
2801το, διότι εὑρίσκω τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην ἐναντίον τῶν ἀν-
2802τιλεγόντων. Ἄν ἡ Βουλὴ ἐτησίως ἐπιτρέπῃ καὶ ἐκ προοι-
2803μίων διὰ τοῦ ἐνιαυσίου νόμου ἐγκρίνῃ νὰ συγκαλῶνται
2804μέχρις ὡρισμένης δυνάμεως αἱ ἡλικίαι τῶν ἐφέδρων, τί
2805ἄλλο θέλετε;
2806§110ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἰμπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ, διότι
2807αὐτὸ εἶναι délègation, εἶναι παράτασις τῆς ἐντολῆς της.
2808Ὑποθέσατε εἰς τὸν ἐνιαύσιον νόμον περὶ φορολογίας, ἀφοῦ
2809προσδιορίσῃ ἡ Βουλὴ τοὺς φόρους, νὰ εἴπῃ ὅτι ἐκτὸς αὐ-
2810τῶν τῶν φόρων δίδω τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
2811ἐπιβάλλῃ καὶ ἄλλους φόρους· αὐτὸ εἶναι ἐντολή.
2812§111ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ἐξομοίωσίς σας εἶναι παντάπασιν
2813ἀνεπιτυχής. Τί σᾶς λέγει τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγ-
2814ματος; (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Δὲν ἐννοεῖ ὅτι ἡ Βουλὴ
2815προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατευσίμων; ὅταν δὲ ὁ
2816νόμος προσδιορίζῃ, ὅτι ἡ μὲν ἡλικία τοῦ 21 ἔτους κατ’
2817ἀνάγκην θέλει κληθῆ, ἐν ἐκτάκτῳ δὲ περιστάσει δύναται
2818ἡ Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ καὶ μίαν ἢ δύω τάξεις ἐφέδρων,
2819καὶ νὰ παρακρατήσῃ τὴν ἐπὶ ἓν ἔτος κληθεῖσαν ἡλικίαν
2820ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἔτι, τί ἄλλο κάμνει ὁ νόμος, ὁ πάγιος,
2821εἰμὴ νὰ κανονίζῃ μόνον τὸν τρόπον τῆς αὐξήσεως, διότι
2822τὸν ἀριθμὸν θὰ τὸν ὁρίσῃ καὶ θὰ τὸν ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ.
2823Ἀλλὰ θέλετε νὰ εὕρητε ἀντισυνταγματικότητα μετὰ
2824τοῦτο; Εἴπατε ὅμως ποῦ αὐτὴ ἡ σύγκρουσις, ποῦ ἡ ἀν-
2825τίθεσις; Συλλογίσθητε καλῶς, διότι ἐστηρίξατε εἰς τὴν
2826θεωρίαν σας κρισίμους ἀποφάσεις, συλλογίσθητε ὅτι ὑπὲρ
2827τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν γνώμην ὑμῶν εἶναι τῆς ἐπιστή-
2828μης καὶ τῆς κοινῆς γνώμης ἡ ἀπόφανσις, καὶ ἄν ποτε ἐ-
2829νώπιον τῆς ἐπιστήμης ἀκουσθῇ, ὅτι μετὰ τὴν τοιαύτην
2830τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου δήλωσιν, σεῖς ἐπιμένετε ὅτι εἶναι
2831ἀντισυνταγματικὸν τὸ ἄρθρον, καὶ ὅτι εἰς τοιαύτας παρ-
2832ερμηνείας ἐστηρίξατε ἀπειλὰς ἢ διαβήματα ἔκτακτα, θὰ
2833εἴπῃ περὶ ὑμῶν, ὅτι ἐζητεῖτε πρόφασιν διὰ νὰ φέρητε
2834αὐτὴν τὴν συζήτησιν, καὶ ὅτι ἂν μὴ ἄλλο, καὶ εἰς εὕ-
2835ρεσιν προφάσεως ἐφάνητε ἄστοχοι.
2836§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περὶ τούτου πρέπει νὰ ἐξηγηθῆτε.
2837Ἄν, καθὼς ἡμεῖς φρονοῦμεν, ἦναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ
2838ἄρθρον 15 ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ἐφεδρείας, κατὰ τί
2839παύει ἀπὸ τοῦ νὰ ἦναι ἀντισυνταγματικὸν, ὅταν ἀνα-
2840γραφῇ ἐν τῷ ἐτησίῳ νόμῳ;
2841§113ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Διατί φρονεῖτε, ὅτι εἶναι ἀντισυν-
2842ταγματικόν, σᾶς ἐρωτῶ ἐγώ;
2843§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπομεν τοὺς λόγους· διότι δὲν
2844προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ
2845ὑπηρετοῦν κατὰ τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον προβλέπει ὁ ἐτήσιος
2846περὶ προσδιορισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως νόμος·
2847δὲν προσδιορίζει δὲ καὶ τὴν περίπτωσιν.
2848§115ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὸς ὁ νόμος ὁ πάγιος νὰ ὁρίσῃ
2849τὸν ἀριθμόν; αὐτὸ θὰ ἦτο ἄντικρυς ἀντισυνταγματικόν.
2850Θὰ ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν προηγουμένως ἡ Βουλή, καὶ αὐτὴ
2851θὰ ἐγκρίνῃ τὴν πρὸς πλήρωσιν αὐτοῦ ἐφαρμογὴν τοῦ
2852ἄρθρου 15.
2853§116ΤΙΝΕΣ. Πῶς; Πῶς;
2854§117ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν καταλαμβάνετε τὴν θέσιν τοῦ ζητή-
2855ματος, τὸ ὁποῖον ὑπερασπίζεσθε.
2856§118ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τότε αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία·
2857ἂς γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία καὶ τελειόνουν τὰ πάντα.
2858§119ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἰς τὸν ἕνα πρῶτον. Θὰ ἴδητε, κύριε
2859βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, τίς δὲν ἐνόησε ποῦ εὑρίσκεται.
2860Ὡς πρὸς δὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλαρέτου, ἐφ’ ἧς
2861ἵστασθε, σᾶς ἐρωτῶ· τί λέγει ἡ τροπολογία αὕτη, ἣν
2862κρίνετε ὡς διορθοῦσαν τὴν ἀντισυνταγματικότητα; Νὰ
2863λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἢ τὴν ἔγ-
2864κρισιν τοῦ διαβήματος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 15,
2865ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις τὸ ἀποφασίσῃ. Ἀλλ’ ἂν τὴν ἔγκρισιν
2866αὐτὴν τὴν ἔχῃ δώσει ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ
2867προοιμίων διὰ νόμου προεψηφισμένου, πρὸς τί ἡ κατόπιν
2868ἔγκρισις; Διατί ἡ διττὴ ἀπόφασις; Πρὸς τί ὁ πόλεμος
2869αὐτός; δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε; καὶ ἂν λέγετε
2870ὅτι δὲν πρέπει οὐδὲ τοῦτο νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, δει-
2871κνύοντες, ὅτι δὲν ἐμπιστεύεσθε τὸ Ὑπουργεῖον, διατί δὲν
2872μεταφέρετε τὸν πόλεμον τοῦτον εἰς τὸ περὶ ἐνιαυσίας
2873στρατολογίας νομοσχέδιον, ὅπου εἶναι ἡ θέσις τῆς ἐμπι-
2874στοσύνης;
2875§120ΛΕΒΙΔΗΣ. Προκειμένου περὶ ἀντισυνταγματικότητος,
2876καθῆκον ἔχομεν νὰ τὴν κτυπήσωμεν εἰς τὰ πρῶτα χα-
2877ρακώματά της.
2878§121ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὰ «χαρακώματα» εἶναι λέξις, καὶ
2879ἐγὼ σᾶς ζητῶ ἐννοίας, καὶ δὲν μοῦ δίδετε.
2880§122ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν τὴν ἀντιλαμβάνεσθε.
2881§123ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Εἶναι δυστύχημα ἐδικόν σας καὶ τῆς
2882θέσεώς σας, ὄχι ἐδικόν μου.
2883Ἐνθυμήθητε ἐν τούτοις, ὅτι τὴν ἔννοιαν ταύτην τοῦ
288415 ἄρθρου, ὄχι μόνον σᾶς ἔδωκεν ἐν ἀρχῇ καὶ ἐν τῇ
2885πρώτῃ συζητήσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ καὶ τὸ προ-
2886εισαχθὲν νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐνιαυσίου στρατολογίας
2887ὑποστηρίζει· διότι τοῦτο λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται τῇ Κυ-
2888βερνήσει ἡ χρῆσις τοῦ 15 ἄρθρου.
2889Ἀλλὰ καὶ ἡ ἔννοια αὐτοτελοῦς τοῦ ἄρθρου 15 ἐπι-
2890τρέποντος ἐν «ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ», ἐν «ἀνάγκῃ ἐκτάκτῳ»
2891ἐννοεῖτε εἶναι ἄλλο, εἰμὴ κατάστασις περιστάσεως μὴ
2892συνήθους, σπουδαίας ὅμως καὶ ἐπειγούσης; Κατὰ τοιαύ-
2893την λοιπὸν σπουδαίαν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται
2894ἡ Βουλὴ νὰ προΐδῃ, ἐπιτρέπει, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὁ-
2895ρισθησομένου ἀριθμοῦ, τὴν παράτασιν τῆς θητείας ἐπὶ
2896τρεῖς μῆνας, ἀφοῦ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
2897βουλίου καὶ διὰ Β. Διατάγματος ἀνακηρυχθῇ ἡ ἀνάγ-
2898κη αὕτη ὡς ἔκτακτος.
2899Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἑρμηνεία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ
2900περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 15 καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς
2901προψηφίσεως τῆς Βουλῆς, ἤθελον ἐρωτήσει ὑμᾶς, λαμβά-
2902νοντας ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσφατα γεγονότα, τὰ ὁποῖα κατὰ
2903μικρὰς περιόδους ἀπειλοῦσι τὴν Ἑλλάδα, ἐρωτῶ, ἠθέλα-
2904τε σεῖς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τόπου, Κυβέρνησιν ἐθνικὴν
2905καὶ προαγομένην ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, ἠθέλατε νὰ ἴδητε
2906δεδεσμευμένην ἀπέναντι τῶν ἀπροόπτων τούτων, ἠθέλατε
2907νὰ εὑρεθῇ ἐν τοιαύτῃ ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ, ὁμοίαν τῇ ὁποίᾳ,
2908ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, καὶ περὶ ἧς ἀρκετὰ ζωηρῶς σᾶς ὡμί-
2909λησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; ἠθέλατε νὰ εὑρεθῇ ἄοπλος,
2910νὰ βλέπῃ τὸ πᾶν κινδυνεῦον καὶ μηδὲν δυναμένη νὰ
2911πράξῃ; Δὲν σᾶς ἀρκεῖ περίστασις τοιαύτη; Ἀλλὰ τότε
2912πρὸς τί χρησιμεύουσι τὰ παθήματα, ἂν μὴ διδάσκωσι
2913περὶ τοῦ μέλλοντος; Λησμονεῖτε ποτὲ τοῦ Χόβαρτ τὴν
2914περίστασιν καὶ τὴν τελευταίαν τῶν μεθορίων περιπέ-
2915τειαν; Ὅταν δὲ ὁ νόμος σᾶς λέγῃ ἀνάγκην, καὶ ἀνάγ-
2916κην ἔκτακτον, καὶ σεῖς λέγετε ὅτι ἐν τῇ ἀνάγκῃ τῇ
2917ἐκτάκτῳ εὑρίσκετε τακτικὴν ὑπηρεσίαν, τότε δὲν δια-
2918στρέφετε καὶ αὐτὰ τὰ ῥήματα τοῦ Νομοσχεδίου; Ἀλλ’
2919ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία θέλει παρακρατήσει πε-
2920ρισσότερον ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ἄνευ ἀνάγκης τοὺς ὁπλίτας,
2921δὲν ἤθελεν ἔλθει ὕστερον εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ ὑπο-
2922στῇ τὸν ἔλεγχον αὐτοῦ;
2923§124ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὤ! Μάλιστα.
2924§125ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἰδοὺ ἓν ἐλάττωμα τοῦ συζητεῖν
2925τοὺς νόμους ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν ὑφισταμένων περι-
2926στάσεων. Ὅταν λέγητε ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς δὲν
2927σημαίνει τίποτε, ὅτι ἡ εὐθύνη ἡ ὑπουργικὴ εἶναι ἴνδαλμα,
2928δὲν ἐξυβρίζετε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὑπὲρ οὗ
2929τόσον ἀγωνίζεσθε; Καὶ μήπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐ-
2930φαρμόσητε σεῖς ἢ νὰ λάβητε σεῖς ἀνάγκην τοῦ νόμου
2931τούτου, ἢ μὴ καταδικάζετε ἑαυτοὺς ὅτι δὲν θὰ κυβερ-
2932νήσητε τὸν Τόπον;
2933Ὅπως φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔδει νὰ ψηφι-
2934σθῇ ὁμοφώνως ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐμπνευσθῇ εἰς τὸν
2935Τόπον ἡ στοργὴ πρὸς τὴν στράτευσιν, οὕτω φρονῶ ὅτι
2936ἐκεῖνος ὅστις θὰ τὸ ψηφίσῃ, πρέπει νὰ τὸ ψηφίσῃ οὐχὶ
2937ἐνδίδων εἰς κομματικὴν ἀνάγκην ἢ εἰς τὴν ἰδέαν συν-
2938τηρήσεως Ὑπουργείου, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ ψηφίσῃ ἐκ
2939πεποιθήσεως, φρονῶ, ὅτι προσήκει εἰς τὴν Πατρίδα τοι-
2940οῦτος νόμος. Ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλα νὰ δικαιολογήσω οὕτω
2941τὴν ψῆφόν μου λέγων ὅτι ψηφίζω τὸ νόμον τοῦτον περὶ
2942ἐφεδρείας, διότι τὸν εὑρίσκω συμπλήρωμα τῆς μονοετοῦς
2943θετείας, διότι ὁ Τόπος πρέπει νὰ ὁπλισθῇ συντόνως,
2944διότι πρέπει ὁ Τόπος νὰ ἀνδρωθῇ, καὶ τὸ φρόνημα τοῦ
2945λαοῦ νὰ ὑψωθῇ ὑπὲρ τὰ ἴδια καὶ τοπικὰ συμφέροντα
2946εἰς τὰ γενικὰ τοῦ Ἔθνους, ἢ εἰς τὴν σφαῖραν τῶν ἀ-
2947ναγκῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ψηφίζω, διότι τὸ νομοσχέδιον
2948θεωρῶ συνταγματικόν, διότι θέλω τὴν χώραν παρεσκευ-
2949ασμένην καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἑτοίμην πρὸ τῶν ἀπροό-
2950πτων. Ψηφίζω, διότι τὸ βάρος θεωρῶ μικρὸν καὶ τὸν
2951λαὸν μεγάλον ἵνα μὴ μετρήσῃ τὸ ἐλάχιστον τοῦτο βά-
2952ρος τῆς ἀσκήσεως πρὸ τοῦ ἐκ ταύτης ὑψηλοῦ χρέους.
2953Σεῖς δὲ συχνὰ ὁμιλοῦντες περὶ συμφέροντος τοῦ λαοῦ
2954καὶ περὶ βαρῶν αὐτοῦ ἀδικεῖτε αὐτόν, φρονοῦντες ὅτι
2955εἶναι ἀνάξιος τῶν πατέρων του, καὶ ἐν τοιούτοις θέμασι
2956λέγοντες, ὅτι ὑπερασπίζετε τοῦ λαοῦ τὰ συμφέροντα,
2957λησμονεῖτε καὶ καταπατεῖτε τοῦ Ἔθνους τὰ συμφέ-
2958ροντα.
2959§126ΡΑΛΛΗΣ. Δύω λέξεις. Νομίζω ὅτι, ὅπως ἐτέθη τὸ
2960ζήτημα, εἶναι ἐντελῶς ἁπλοῦν· ἂν ἡ ἑρμηνεία, ἣν ἔδωκεν
2961ὁ κ. Ποταμιάνος, εἶναι ἡ ἀληθής, τότε δὲν ἔχομεν παρὰ
2962νὰ προσθέσωμεν ἐντὸς τοῦ ἄρθρου 15 εἰς τὴν αʹ. παρά-
2963γραφον «πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ.»
2964§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ τοῦ ἀριθμοῦ, τῆς δυνάμεως.
2965§128ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς διεξεδικοῦμεν ὑπὲρ τῆς Βουλῆς τὸ
2966δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ κατ’ ἔ-
2967τος. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εἴμεθα σύμφωνοι κατ’ ἀρ-
2968χήν, πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ ἰδέα αὕτη.
2969§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠμπορεῖ τὸ ἄρθρον νὰ ἀρχίσῃ ὡς ἑ-
2970ξῆς «ὑπὸ τὸν ὅρον προηγουμένης ἀδείας τῆς Βουλῆς
2971περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ ὑφισταμένης ἀνάγ-
2972κης κτλ.»
2973§130ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ ἀριθμόν· ἐν
2974τῷ ἄρθρῳ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναγραφῇ, χορηγεῖται δικαίωμα
2975εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ αὐξήσῃ ὅσον θέλει τὸν ἀριθμόν.
2976Τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ ὡρισμένην δύναμιν ἀνδρῶν.
2977§131ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅτι ἡ δύναμις εἶναι ὁ ἀριθμὸς,
2978τὸ μαρτυρεῖ τὸ Νομοσχέδιον τοῦ ἰδίου Πρωθυπουργοῦ.
2979Τί λέγει; «ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ τρέχον ἔτος
2980ὁρίζεται εἰς 30 χιλ.» Λοιπὸν ἡ δύναμις εἶναι χιλιάδες.
2981§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι εἶπον, ἐξηγῶν
2982τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου, βεβαίως εἶμαι καὶ ἕτοιμος νὰ
2983τὸ ἐγγράψω ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, ἂν θεωρηθῇ τοῦτο ἀναγ-
2984καῖον. Ἐγὼ δὲν τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον, ἀλλ’ ἂν θεωρῆτε,
2985ὅτι ἡ ἀναγραφὴ καθιστᾷ βεβαιοτέραν τὴν ἔννοιαν ταύ-
2986την, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ἤδη πρόκειται περὶ τοῦ τρό-
2987που τῆς ἀναγραφῆς. Θέλει ἀναγραφῆ ἡ διάταξις αὕτη ὡς
2988ἐν τῷ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἀναγράφεται ἡ
2989διάταξις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τῆς
2990ἐμπολέμου καταστάσεως. Ὁ νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ
2991στρατοῦ ἐν μὲν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ ἀναγράφει τὴν κανο-
2992νικὴν δύναμιν κατ’ ἀριθμὸν, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ
2993ἀναγράφει τὴν ἔκτακτον δύναμιν διὰ παραπομπῆς εἰς
2994νόμον. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον λέγει, ὅτι ἡ τακτικὴ δύναμις
2995τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ ἔτος 1884 εἰς
299630,000, ἡ δὲ δευτέρα, ὅτι αὔξησις τῆς δυνάμεως ταύ-
2997της ἐπιτρέπεται μόνον (ἀναγινώσκει)· «ἐν ταῖς περιστά-
2998σεσι ταῖς προβλεπομέναις ὑπὸ τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ
2999στρατοῦ νόμου καὶ κατὰ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ κεκανονισμένα».
3000Ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο περιέχει ἀριθμὸν, δηλαδὴ πάντα
3001τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον αἱ τάξεις αὗται, περὶ ὧν πραγ-
3002ματεύεται, περιέχουσι τοιουτοτρόπως καὶ ἐνταῦθα ἀριθμὸς
3003εἶναι ὁ ἀποτελῶν τὰς δύω ἡλικίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται
3004νὰ κληθῶσιν, ἀλλὰ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον δὲν δυνάμεθα νὰ
3005καθορίσωμεν ἀκριβῶς, διότι δὲν τὸν γνωρίζομεν ἀκριβῶς.
3006Ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὸ μητρῷον τῶν ἀῤῥένων καὶ
3007ἐξ ἐκείνου νὰ ἀναγράψωμεν τὸν ἀριθμὸν κατ’ ἀνώτατον
3008ὅρον, ἀλλ’ ὀρθότερον εἶναι νὰ ἀναγράψωμεν τὴν δύναμιν,
3009δηλαδὴ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ προστεθῶσιν αἱ
3010δύω ἡλικίαι ἐν ταῖς περιστάσεσι ταῖς προβλεπομέναις
3011ὑπὸ τοῦ νόμου.
3012§133ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν,
3013εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1877 ἢ 1878 παρε-
3014δέχθη, καὶ τοῦτο δικαιολογεῖται ἐκ τῆς περιστάσεως
3015τοῦ Καραλῆ–Δερβὲν, ἡ δι’ ἐφέδρων δηλαδὴ συμπλήρω-
3016σις τοῦ στρατοῦ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ
3017ὁ ἐνιαυσίως παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφιζόμενος δὲν εἶναι πλή-
3018ρης. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι μόνη ἡ Βουλὴ ἔχει
3019τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ κατ’ ἔτος τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρα-
3020τοῦ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύ-
3021νανται νὰ παρουσιασθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ λέγε-
3022τε ὅτι κατὰ τὸ ζήτημα τῶν συνόρων περιέστημεν εἰς
3023τὴν παράδοξον θέσιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐπίκηνται ἐχθρο-
3024πραξίαι, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ βλέπωμεν τὰς τάξεις τοῦ
3025στρατοῦ νὰ ἀραιῶνται, χωρὶς οὐδὲν νὰ δυνάμεθα νὰ πρά-
3026ξωμεν, καὶ τὴν ἐπανάληψιν τοῦ ἀτόπου τούτου ἠθελή-
3027σατε νὰ προλάβητε. Τοῦτο ἐννοοῦμεν νὰ τὸ δεχθῶμεν,
3028ἀλλ’ ἐννοοῦμεν νὰ τὸ ἀναγράψητε ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅπως
3029δύναται πάντοτε ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμά της τὸ ἀναμφι-
3030σβήτητον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιστάσεων νὰ τὸ διεκ-
3031δικῇ.
3032§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον τὴν ἰδέαν μου, ἐξηγή-
3033σας, ὅτι θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐγγράψωμεν αὐτὴν ἐντὸς
3034τοῦ ἄρθρου· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ εἷς μόνος βουλευτής,
3035ζητῶν νὰ ἐγγραφῇ, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὴν ἐγγράψω, καί
3036τοι τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν θεωρῶ τοῦτο ἀναγκαῖον. Ἡ ἔννοια
3037εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ὁ ἐνιαύσιος νόμος, προσδιορίζων κατ’ ἀ-
3038ριθμὸν τὴν τακτικὴν δύναμιν, θὰ ἐπάγηται, ὅτι ἐν περι-
3039πτώσει ἐκτάκτου ἀνάγκης, δύναται νὰ προστεθῇ καὶ ἡ
3040δύναμις δύω ἡλικιῶν. Τοῦτο θὰ ὁρίζῃ ὁ νόμος περὶ δυ-
3041νάμεως τοῦ στρατοῦ κατόπιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρ-
3042θρου 15, ὅπως ὁρίζει ἤδη, ὅτι εἰς τὴν τακτικὴν δύναμιν
3043θέλει προστεθῇ καὶ πᾶσα ἡ δύναμις τῶν ἐφέδρων, ἥτις
3044καλεῖται διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως.
3045§135ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τοιαύτην περίστασιν θὰ ἔχετε πάγιον
3046νόμον ὁρίζοντα τὴν δύναμιν.
3047§136ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ συμβιβα-
3048σθῇ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος πρὸς τὸν νόμον ὅσ-
3049τις κατ’ ἔτος ὁρίζει τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ καὶ πρὸς
3050τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου οὕτω πως· Τὸ ἄρθρον 15
3051ἐπιτρέπει τὴν διατήρησιν τῶν μελλόντων νὰ ἀφυπηρε-
3052τήσωσι καὶ τὴν πρόσκλησιν τῶν ἐφέδρων τῶν δύω τε-
3053λευταίων σειρῶν ἐπὶ τρεῖς ἢ ἓξ μῆνας ἄνευ τῆς ἀδείας
3054τῆς Βουλῆς, τὸ δ’ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος ἀπαιτεῖ
3055νὰ ὁρίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατ’ ἔτος ἡ δύναμις τοῦ
3056στρατοῦ, δηλαδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ. Νο-
3057μίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ δεχθῇ ὅπως διὰ τοῦ
3058ἐτησίου νόμου προσδιορίζεται ἐκτὸς τῆς τακτικῆς δυνά-
3059μεως τοῦ στρατοῦ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν δυνάμει τοῦ ἄρθρου
306015 τοῦ νομοσχεδίου κλητέων ἀνδρῶν· ὁ ἀριθμὸς οὗτος
3061θὰ προσδιορίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἔτος τοι-
3062οῦτος, ὥστε κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐ-
3063τὸν νὰ περιλαμβάνεται ἡ σειρὰ τῶν ἤδη ὑπηρετούντων
3064ἐν τῷ στρατῷ καὶ αἱ δύω τελευταῖαι σειραὶ τῶν ἐφέδρων,
3065τὰς ὁποίας ἐνδέχεται νὰ καλέσῃ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι
3066ἑκάστοτε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ὁποῖος ὁ ἀριθμὸς αὐτός.
3067Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐφαρμόζεται τὸ γράμμα τοῦ ἄρ-
3068θρου 60 τοῦ Συντάγματος.
3069§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ
3070τοῦτο...
3071§138ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἰδέα μας εἶναι ὅτι δύναται ἡ δύναμις
3072ἡ ψηφιζομένη κατ’ ἔτος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἦναι πλή-
3073ρης καὶ σᾶς δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ καλέσητε πρὸς
3074συμπλήρωσιν καὶ ἐξ ἐκείνων οἵτινες δὲν εἶναι ὑποχρεωμέ-
3075νοι, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ
3076κάμνετε ὅ,τι θέλετε.
3077§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης λέγει τι ἐντελῶς
3078σύμφωνον πρὸς ὅσα εἴπομεν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα
3079ἢ νὰ τὸ δεχθῶμεν, διότι λέγει, ὅτι δυνάμεθα νὰ προσθέ-
3080σωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῆς τακτικῆς δυνάμεως τὸν ἀριθ-
3081μὸν τῶν δύω ἡλικιῶν· ὡς πρὸς δὲ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ
3082ἀριθμοῦ πρέπει νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τῶν γνώσεων, τὰς
3083ὁποίας ἔχομεν περὶ τῶν ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς μητρῴοις.
3084Τοῦτο βεβαίως δὲν δύναμαι ἢ νὰ τὸ δεχθῶ, διότι εἶναι
3085σύμφωνον πρὸς ὅσα εἶπον, καὶ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
3086§140ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν μία σπουδαία Βουλὴ νὰ
3087ἀναγνωρίζῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς 30,000
3088νὰ τὰς ἀναβιβάζῃ εἰς 60,000 ἢ 80,000. Καὶ ὅταν ζη-
3089τῆτε νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸν νόμον ἡ τροπολογία αὐτὴ, εἶ-
3090ναι ὡσὰν νὰ δίδητε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
3091διπλασιάσῃ τὸν στρατὸν καὶ τὰς δαπάνας.
3092§141Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τί ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου
3093αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις; νὰ καλῇ δύω τάξεις ἐφέδρων καὶ
3094νὰ κρατῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ἤδη ὑπηρε-
3095τοῦντας ἐπὶ τρεῖς ἢ ἓξ μῆνας. Τοιοῦτον δικαίωμα ἡ
3096Βουλὴ δὲν δύναται νὰ χορηγήσῃ, διότι φρονῶ, ὅτι ὑπερ-
3097βαίνει τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγμα-
3098τος. Ἡ μόνη ἰδέα, ἥτις ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη, ἀν-
3099ταπεκρίθη πρὸς ἓν τῶν πολλῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα
3100ἐῤῥέθησαν, διότι διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς τὸ Ὑπουρ-
3101γεῖον θὰ ἔχῃ πλήρεις τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τῇ
3102βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ καθ’ ὅλον
3103τὸ διάστημα τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ζητεῖ πα-
3104ραπλήσιον τῆς ἐν καιρῷ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου κα-
3105ταστάσεως. Λοιπὸν δικαίωμα τοιοῦτον δὲν μᾶς ἐπι-
3106τρέπεται νὰ χορηγήσωμεν. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὑπε-
3107βλήθη πρότασις δυναμένη κατά τι νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς
3108τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁσάκις νομίζει, ὅτι
3109αἱ περιστάσεις τῇ ἐπιβάλλουσι τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ,
3110νὰ τὴν προσδιορίζῃ ἑκάστοτε ῥητῶς εἰς τὸν ἐτήσιον νό-
3111μον, ἀναγράφουσα καὶ τὴν ἀνάλογον πίστωσιν ἐν τῷ
3112Προϋπολογισμῷ· διότι ὑποθέσατε, ὅτι τὰς 30,000 τοῦ
3113ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ θέλει νὰ τὰς αὐξήσῃ εἰς 40,000, καὶ
3114τότε δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐφέδρων δύω ἡλικιῶν, ἀλλὰ μό-
3115νον τῆς νεωτέρας ἡλικίας· ἢ νομίζει, ὅτι ὁ ἐν εἰρήνῃ στρα-
3116τὸς πρέπει νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰς 60,000, καὶ τότε τῇ ἐπι-
3117τρέπεται νὰ καλέσῃ καὶ τὰς δύω ἡλικίας, καὶ τοὺς ὑπη-
3118ρετοῦντας νὰ κρατήσῃ ἐπὶ τρεῖς ἢ ἓξ μῆνας. Ἀλλὰ ἐκ
3119τῶν προτέρων νὰ τῇ χορηγήσωμεν τὸ δικαίωμα, ὅπερ κέ-
3120κτηται ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου, τὸ τοιοῦτον
3121δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ τῇ χορηγήσωμεν. Ἀλλ’ ἐπειδή,
3122ἐπαναλαμβάνω, ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ,
3123ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀνεγράφη ἡ διάταξις τῆς ἐπιστρατείας
3124ἢ τοῦ πολέμου, ἐπρόβλεψε περὶ ἐκτάκτου περιστάσεως,
3125ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισεν, ὅτι εἰς τὸν ἐτή-
3126σιον νόμον ἔπρεπε νὰ φέρῃ καὶ τὴν διάταξιν αὐτήν, διὰ
3127τῆς ὁποίας θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου
312827 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ σή-
3129μερον εἰς μόνην τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως δὲν δυ-
3130νάμεθα νὰ χορηγήσωμεν ὅ,τι δικαίωμα τῇ χορηγεῖται ἐν
3131καιρῷ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου, καὶ νὰ τῇ εἴπωμεν, ἐπι-
3132τρέπεται ἐν ὥρᾳ ἐκτάκτου ἀνάγκης νὰ συμμορφωθῆτε
3133πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 15. Λοιπὸν ἡ διαφω-
3134νία εἶναι πληρεστάτη, διότι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ
3135λαμβάνῃ τὴν πρόνοιαν ὅσης δυνάμεως ἔχει ἀνάγκην,
3136καὶ νὰ προσδιορίζῃ ῥητῶς καὶ ἐκ τῶν προτέρων τὸν ἀ-
3137ριθμόν.
3138§142ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ παρα-
3139χωρήσεων ὡσανεὶ πρόκειται νὰ ἔλθωμεν εἰς συμβιβασμόν·
3140ἡμεῖς δὲν σκεπτόμεθα περὶ τούτου. Ὅταν μᾶς ζητῇ εἷς
3141ἐκ τῶν βουλευτῶν νὰ ἐγγράψωμεν εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνο,
3142τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, εἴμεθα πρό-
3143θυμοι νὰ τὸ ἐγγράψωμεν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς
3144εἶπεν ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ ὑπερψηφίσῃ, ἐὰν ἐγγρά-
3145ψωμεν ὅ,τι εἴπομεν. Ἐὰν ὁ τρόπος, καθ’ ὃν προτείνομεν
3146τὴν ἐγγραφὴν ταύτην, δεικνύῃ ὅτι δὲν εἴμεθα σύμφωνοι
3147ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἶναι διατεθειμένος νὰ
3148ἀποδεχθῇ, τότε βεβαίως δὲν θέλει ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς.
3149Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν
3150του ὅτι θέλει ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου, ὅταν ἀναγραφῇ
3151τὸ παρ’ αὐτοῦ ῥηθέν. Ἡμεῖς ἐννοεῖται, ὅτι εἴμεθα προθυ-
3152μότατοι νὰ ἀναγράψωμεν τοῦτο. Περὶ συμβιβασμοῦ εἶ-
3153πον ὅτι δὲν πρόκειται, οὔτε περὶ ἀμοιβαίων παραχωρή-
3154σεων, ἀλλὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ ἐγγράψω ἐν τῷ νομοσχε-
3155δίῳ ὅ,τι εἶπον. Ὁ κ. Ράλλης ἐνόησε τὰ παρ’ ἐμοῦ ρη-
3156θέντα οὐχὶ ἀκριβῶς ὅπως τὰ ἐξέθεσα. Ὁ κ. Ράλλης ἐ-
3157νόμισεν, ὅτι ἀφορῶμεν μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς δια-
3158τηρήσεως ἐν τῷ στρατῷ τῶν ἀφυπηρετούντων, ἐνῷ ἀφο-
3159ρῶμεν καὶ εἰς τὴν πρόσκλησιν δύω ἡλικιῶν. Ὁ κ. βου-
3160λευτὴς ἐκ Μεσολογγίου εἶπεν ὅτι παραδέχεται καὶ τὴν
3161ἄλλην ἰδέαν τῆς προσκλήσεως τῶν δύω ἡλικιῶν, καθορι-
3162ζομένην εἰς 12,000. Εἶπεν ὅτι, ἐὰν ἐν τῷ νόμῳ περὶ δυ-
3163νάμεως τοῦ στρατοῦ ἐγγραφῇ, ὅπως ὑποστηρίζει, ὁ ἀ-
3164ριθμὸς, ὅστις δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 12,000 ἐπὶ τῶν δύω
3165ἡλικιῶν, εἶναι πρόθυμος νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου.
3166§143ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἐγένετο δεκτὸν ὅ,τι εἶχε προταθῆ.
3167§144ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὥστε δὲν εἶσθε ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν
3168ὁποίαν ἐξεφράσατε; Ὑμεῖς εἴπατε ὅτι τὸ παραδέχεσθε,
3169ἀρκεῖ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ ἄρθρον (θόρυβος).
3170§145ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι αὐτό·
3171εἶπον ὅτι εἰμπορούσατε νὰ συμβιβασθῆτε.
3172§146ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ συμβιβασμοῦ· ὁ ἀ-
3173ριθμὸς, ὅστις ἐξάγεται ἐκ τῶν βιβλίων, εἶναι 12,000, ὥστε
3174τὴν ἐγγραφὴν αὐτοῦ παραδεχόμεθα.
3175§147ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ γνώ-
3176μη τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε νὰ ἔλθωμεν
3177εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ στρατολογικοῦ νόμου
3178διὰ τὸ ἔτος αὐτό. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι
3179ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
3180ζητήσῃ 40,000 ἄνδρας καὶ τὴν πίστωσιν καὶ δηλόνω
3181ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἐγκρίνει τὴν τροπολογίαν μου ὁ κ. Πρόεδρος
3182τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀποσύρω.
3183§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον· κη-
3184ρύττεται περαιωθεῖσα ἡ συζήτησις. Προηγεῖται ἡ τρο-
3185πολογία τοῦ κ. Φιλαρέτου.
3186§149ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Φιλάρετος δὲν θὰ ἐ-
3187πιμένῃ νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία του, διότι ἡ διάτα-
3188ξις, ἣν προτείνει, ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ περὶ ὀργανισμοῦ
3189τοῦ στρατοῦ, ἑπομένως καὶ μὴ ψηφιζομένη ὑφίσταται,
3190προτείνει δὲ ὁ κ. Φιλάρετος ἵνα περιορισθῶμεν εἰς τὰ
3191κείμενα, συμφωνεῖ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες θὰ καταψηφί-
3192σωσι τὸ ἄρθρον.
3193§150ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. (θόρυβος). Ζητῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ση-
3194μειώσητε τὸν ἀριθμὸν 12,000.
3195§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι εὐθὺς ὡς εἷς βουλευτὴς ζη-
3196τήσῃ νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅ,τι εἶπον εἰς ἐξήγησιν
3197αὐτοῦ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ ἐγγράψω.
3198§152ΣΤΑΪΚΟΣ. Νὰ ἐγγραφῇ, κύριε Πρόεδρε.
3199§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἔχῃ οὕτω τὸ ἄρθρον· «Ὑπὸ τὸν
3200ὅρον τῆς προηγουμένης ἀναγραφῆς τοῦ προσθέτου ἀριθ-
3201μοῦ ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ
3202ὑφισταμένης ἐκτάκτου ἀνάγκης ἐπιτρέπεται» καὶ τὰ
3203λοιπὰ ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ κειμένῳ.
3204§154ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπιμένω νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ τροπολο-
3205γία μου, διότι ὁ νόμος τοῦ 1882 προβλέπει περὶ ἐπιστρα-
3206τείας ἢ πολέμου.
3207§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ
3208κ. Φιλαρέτου, ἥτις εἶναι γνωστή, παρακαλοῦνται νὰ ἐ-
3209γερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη
3210τὴν τροπολογίαν.
3211§156ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ ἐρωτήσητε περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου
3212τοῦ ἄρθρου ὡς ἀντισυνταγματικοῦ δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
3213σεως· (ἐγείρονταί τινες ἐξ ἀριστερῶν).
3214§157ΜΙΛΗΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3215§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ προτάσεις αἱ γενόμεναι ἐνώπιον τῆς
3216Βουλῆς, ὅταν ἡ Βουλὴ συναινῇ, τίθενται εἰς ψηφοφο-
3217ρίαν. Παρετήρησα μόνον, ὅτι οἴκοθεν ἐκ τῶν καθηκόν-
3218των τοῦ Προέδρου δὲν εἶναι νὰ θέσῃ ζήτημα ἀπαραδέ-
3219κτου, διότι ὁ ἡμέτερος Κανονισμὸς δὲν ἔχει τὸ ἀπαρά-
3220δεκτον ὅπως τὸ ἔχουσι πολλοὶ κανονισμοί. Ὅταν ὅμως ἡ
3221Βουλὴ ζητεῖ νὰ τεθῇ ζήτημα ἀπαραδέκτου, βεβαίως τί-
3222θεται.
3223Λοιπὸν τίθεται τὸ ζήτημα ὡς ἑξῆς·
3224Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι τὸ ἄρθρον 15, ὅπως συνεπλη-
3225ρώθη... (θόρυβος).
3226§159ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ ἀναγνώσητε, παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον,
3227ὡς συνεπληρώθη.
3228(Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη).
3229§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδε-
3230κτον λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
3231(Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3232Ἰωάννης Μοσχοβάκης Χαρ. Τζανετάκης Ν
3233Νικόλαος Στεφανίδης ΟΠολυμέρης Ζαρίμπας Ν
3234Ἰω. Μεσσηνέζης Χριστόδ. Σπεριάδης Ο
3235Κωνστ. Θεοδώρου ΟΝικόλ. Κατσικαπῆς
3236Κ. Μωραΐτίνης ΟΓεώργ. Λιδωρίκης Ο
3237Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
3238Δημήτρ. Οἰκονομίδης ΝΝ. Παπαμιχαλόπουλος
3239Λεων. Καρυστινάκης ΟΠαναγ. Ῥίτσος Ο
3240Μιχ. Καΐρης Ὀρφανὸς Ἰω. Καπιτσίνης Ο
3241Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΝἈντ. Μήτσας Ν
3242Λεωνίδας Ζωγράφος ΝΓεώργ. Μίλησης Ν
3243Σωτήρ. Δανόπουλος ΟΔημ. Χατζόπουλος
3244Γεώγ. Τσώκρης ΟΓεώργ. Ζηνόπουλος Ν
3245Κωνστ. Καραπάνος ΟΝικόλ. Δ. Ζῶτος Ν
3246Γεώργ. Παχὺς ΟΔημ. Βουλπιώτης Ο
3247Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΝΜιχ. Ἰατρίδης Ν
3248Δημήτριος Ῥάλλης ΝΚωνστ. Λομβάρδος Ο
3249Παῦλος Καλλιγᾶς ΟΦρειδερῖκος Καρὲρ Ο
3250Δημ. Μουτσόπουλος ΟἈναστ. Λούντζης Ο
3251Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝῬοβέρτος Ῥώμας
3252Ἀντών. Ζυγομαλᾶς ΝἈλέξ. Καραμπίνης
3253Ν. Λεβίδης ΝΣτέφ. Στεφανόπουλος Ο
3254Ρόκος Χοϊδᾶς ΝἈνδρ. Αὐγερινὸς
3255Α. Στράτος ΝΘεμ. Δαραλέξης
3256Κωνστ. Στράτος ΟΔημοσθ. Δόγκας Ο
3257Ἰωάννης Καρτάλης ΟἈναγν. Δαλιάνης Ο
3258Νικόλ. Γεωργιάδης ΟΓεώργ. Κρεστενίτης Ν
3259Γεώργ. Φιλάρετος ΝΔιομ. Διαμάντης Ν
3260Ἱερώνυμος Κασαβέτης ΟἘπαμ. Α. Δημητρίου
3261Νικόλ. Κουκουσλῆς Σπυρ. Κουκούλεζας Ο
3262Ἀπόστ. Φρόνιμος ΟΝικόλ. Δ. Νομικὸς Ο
3263Κωνστ. Γρίβας ΟἈριστομ. Βαλέττας Ο
3264Τατσέλος Μαυρομμάτης ΝΔ. Γαβαλᾶς
3265Ἀντ. Βάλβης ΟΔημοσθένης Στάϊκος Ο
3266Ἀπόστ. Ἀθανασιάδης ΝΒαρβαῤῥῖγος Πήλικας Ο
3267Ἀθαν. Βαλαβάνης ΟΧρῆστος Σολιώτης Ο
3268Θεόδ. Δηλιγιάννης ΝΣωτ. Ν. Πετιμεζᾶς
3269Ἰωάννης Ἀντωνόπουλος ΝἈλέξ. Φωτήλας Ο
3270Ἠλ. Παλαμήδης Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς
3271Κ. Μαντζουράνης ΝΝεοκλῆς Πετιμεζᾶς
3272Πέτρος Πετροπουλάκης Δημ. Τσαχτσήρης Ο
3273Ἀλκ. Μάνδαλος ΟἈναστ. Σεγιώτης Ο
3274Π. Λεβέντης ΟΚωνστ. Κωνσταντόπουλος
3275Περικλῆς Πεῤῥωτῆς ΝἨλ. Κοσσονάκος Ο
3276Κωνστ. Φλέσσας ΟἈθ. Κατριβάνος Ν
3277Δημ. Τζάννες ΟΒασίλ. Βούτουνας
3278Δημ. Κάρτσωνας Στέφ. Δραγούμης Ο
3279Σπυρ. Καραϊσκάκης ΝΝ. Φιλάρετος Ν
3280Δημ. Τερτίπης ΟΓεώργ. Σταμούλης Ο
3281Ἀπόστ. Βασαρδάνης ΟΣπυρ. Ἁλαμάνος Ν
3282Λεων. Κοκορῖκος Κ. Βασιλάκης
3283Γεώργ. Φραγκίδης ΟΛεων. Δεληγεώργης
3284Τιμολ. Ἀδαμόπουλος ΟΧαρίλ. Τρικούπης Ο
3285Ἀλέξ. Κοντόσταυλος ΟἘπαμ. Μπέλιας
3286Γεώργ. Παπαγεωργίου ΝΠερικλῆς Μποῦτος Ο
3287Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς ΟΣπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν
3288Νικόλ. Παπανικολάου ΟΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
3289Νικόλ. Μπαλάφας ΟἈνδρ. Πρεζάνης Ο
3290Γεώργ. Κόρπας ΟἈντ. Μάτσας Ο
3291Ἀνδρ. Ἱερομνήμων ΝΜιλτ. Βαρότσης Ο
3292Δημ. Κουρκουμέλης Ὄθων Μαῦρος
3293Ἀθ. Παραμυθιώτης Μιχ. Δαμιράλης Ν
3294Ν. Βασιλάκης ΟΔημ. Δεσποταῖος
3295Δημ. Τουρνάκης ΟΝικόλ. Γ. Καλαντζόπουλος Ο
3296Σπυρίδ. Νοταρᾶς ΟΝικόλ. Φαρμάκης
3297Φώτ. Κανελλόπουλος ΟἨλ. Ποταμιάνος Ο
3298Δημ. Σταυρόπουλος ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ο
3299Παναγ. Ντετάκης ΟΤηλέμαχος Ῥούκης
3300Νικόλ. Βαλσαμάκης ΟἈλέξ. Πετσάλης Ο
3301Ἀνδρ. Μεταξᾶς ΟΛεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης
3302Σπ. Μοντεσάντος Μπουλελᾶς
3303Ἀγαμ. Μεταξᾶς ΝΞανθὸς Πικουλάκης Ο
3304Σπυρ. Κοντολέων ΟἈντ. Μαυρομιχάλης Ν
3305Κοσμᾶς Πανάρετος ΝΛεων. Καπετανάκης
3306Στυλ. Κασιμάτης ΟἈσημ. Χριστόπουλος Ο
3307Κ. Χατζηπαναγιώτης ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος Ν
3308Σωκρ. Τζιβανόπουλος ΟΖ. Ζαρσιφόπουλος
3309Ἀντ. Καρδαρᾶς ΟἈναστ. Λ. Νικοκάβουρας Ο
3310Κωνστ. Σαλταφέρος ΝΠ. Κωνσταντᾶς Ν
3311Δημ. Δημητρακάκης ΝΔ. Μεταλλινὸς
3312Μελέτ. Ῥουσσόπουλος ΟΠαναγ. Ἰακωβάτος
3313Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Νικόλ. Μεταξᾶς Ν
3314Περικλῆς Παπαδόπουλος ΟΕ. Ἀρδαβάνης
3315Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟΝικόλαος Κάγκας Ο
3316Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟὈδ. Πετρόπουλος Ο
3317Κωνστ. Ἰσχύμαχος ΟἨλ. Παπαηλιόπουλος Ο
3318Χαλήλ Δερβὶς βέης Ἀνδρ. Μαρλᾶς
3319Σερίφ-βέης ΟΓεώργ. Παπαστάμος
3320Ἰω. Γεωργαντᾶς ΟΓεώργιος Ῥοῦφος
3321Λάζ. Παπασταθόπουλος ΝἈγγελῆς Ῥοῦφος
3322Γεώρ. Λάππας Περικλῆς Καλαμογδάρτης
3323Π. Μπογδάνος ΟἈριστομ. Κοντογούρης Ν
3324Σπυρ. Βαλαωρίτης ΟΝικόλ. Κουμανιώτης
3325Ξενοφῶν Βαλαωρίτης ΟἈνδρ. Ῥηγόπουλος Ν
3326Κωνστ. Χαλκιόπουλος ΟΔημήτρ. Τριγγέτας Ν
3327Ἀλκιβ. Παπαλουκᾶς ΟἈθαν. Μισυρλῆς Ο
3328Δημ. Παπαλουκᾶς Π. Τριγγέτας Ν
3329Φίλ. Βάρβογλης ΝΕὐάγγελος Ἀντύπας Ο
3330Ἰω. Στεφανόπουλος ΝΓεώργ. Φλωριᾶς
3331Παναγ. Κ. Μανέτας Ἀναστ. Ζερβὸς
3332Δημ. Ζέγγελης ΟἸω. Ἀστεριάδης
3333Κωνστ. Βελισσάριος ΟΝικόλ. Βλαχόπουλος Ο
3334Δημ. Π. Γουδῆς ΟΚωνστ. Διαλέτης Ο
3335Γεώργ. Δ. Λεωνίδας Χριστόδ. Λ. Δουζίνας
3336Στέφανος Σκουλούδης Ἀντ. Α. Ἀντωνιάδης Ο
3337Ἰω. Γρυπάρης ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
3338Ἀντ. Πετρίτσης ΟἈθαν. Ζαφειριάδης Ο
3339Κωνστ. Κατσάκος Γεώργ. Δ. Βούλγαρης Ο
3340Δημ. Παρασκευᾶς Ἐπαμ. Α. Κριεζῆς Ν
3341Κωνσ. Κοττίκας Θεόδ. Ν. Γκίκας
3342Χ. Ῥίγγας ΟΠέτρος Σκουμπουρδῆς
3343Στάμος Νάζος Κομνᾶς Τράκας
3344Πέτρος Μωραϊτίνης ΟἈθ. Κέφαλος Ο
3345Ἰω. Ζαλλώνης Ἰω. Καλαμάρας Ν
3346Ἀλέξ. Χατζηπέτρος ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
3347Νικόλ. Στουρνάρας ΟΘ. Φλογαΐτης
3348Ν. Ταρμπάζης Β. Βουδούρης Ο
3349Ἀχιλ. Τακιατζῆς ΟΔ. Κριεζώτης
3350Δημ. Ἀντωναρόπουλος ΝἈλέξ. Οἰκονόμου
3351Εὐστ. Κοκέβης ΟΚ. Παπανικολῆς
3352Σωτ. Σωτηρόπουλος ΝΘ. Κανάρης Ο
3353Δημ. Παπατσώρης Ο
3354§161ΡΑΛΛΗΣ. Ἔληξεν ἡ ψηφοφορία, κ. Πρόεδρε;
3355§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
3356§163ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸ τῆς διαλογῆς σᾶς παρακαλῶ τὸν
3357λόγον.
3358§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἡ διαλογή.
3359§165ΡΑΛΛΗΣ. Δηλῶ, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ τῆς προτάσεως ἐψή-
3360φισα ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ
3361τῆς Κυβερνήσεως ἡ πρότασις, δὲν ἔχει οὐδὲν τὸ ἀντισυν-
3362ταγματικόν. Μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι νίκη τῆς Κυβερνή-
3363σεως· ἡ Κυβέρνησις ἡττήθη κατὰ κράτος, ἠναγκάσθη νὰ
3364δεχθῇ ὅλας τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπεβάλομεν
3365(θόρυβος). Ἐδέχθη τὸν ὅρον τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ἀριθμοῦ
3366ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ, ὥστε δὲν ὑπάρχει οὐδὲν τὸ ἀντι-
3367συνταγματικόν.
3368§166Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Διωρθώθη ἡ διάταξις καὶ ἀπὸ ἀντι-
3369συνταγματικῆς ἐγένετο συνταγματικὴ διὰ τῆς ἐπιμονῆς
3370τῆς ἰδικῆς μας.
3371§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐν συνόλῳ ἐψήφισαν 173· 119
3372εἶπον ὄχι καὶ 54 εἶπον ναί· ὥστε ἡ πρότασις τοῦ ἀ-
3373παραδέκτου ἀπεῤῥίφθη.
3374§168ΣΤΑΪΚΟΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ράλλη νο-
3375μίζω, ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ ἀναγγελία τοῦ ἀποτελέσματος
3376τῆς ψηφοφορίας.
3377§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3378(Ὥρᾳ 10 καὶ 15′ μ.μ.)