1883.02.03
2.111 στίχοι · 16.687 λέξεις · 39 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
τῆς 3 Φεβρουαρίου 1883.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Καλαμπάκας βουλευτὴς κ. Μάνδαλος ἔχει τὸν λόγον.
§2Α. ΜΑΝΔΑΛΟΣ. Ἐκ Καλαμπάκας καὶ ἐκ Τρικκάλων μοὶ ἐστάλησαν, κύριοι πολλαὶ ἐπιστολαὶ, ὡς καὶ ἀντίγραφα ἀναφορῶν, δι’ ὧν πολλοὶ κάτοικοι Τρικκάλων καὶ Καλαμπάκας ἀναφέρουσιν, ὅτι ἐξ ἀγνοίας τοῦ Ἐκλογικοῦ Νόμου δὲν προσῆλθον ἐμπροθέσμως, ἵνα δώσωσι τὸν κεκανονισμένον ὅρκον, οὕτω δὲ ἀπεκλείσθησαν τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ νέαν παράτασιν πρὸς ἐγγραφὴν εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἄγνοιαν τῶν κατοίκων, τὸ πρῶτον ἤδη ἐφαρμοζομένου ἐκεῖ τοῦ Νόμου. Τὰς ἐπιστολὰς αὐτὰς τὰς καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα σταλῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ λάβῃ αὐτῶν γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§3ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ κατάθεσις τῶν ἐπιστολῶν. Ἡ αἴτησις εἶναι δικαία.
§4Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δικαιοτάτη μάλιστα, καὶ δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα.
§5ΜΑΝΔΑΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§6ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριοι, νὰ καταθέσω τὴν ἀναφορὰν ἑνὸς Δημητρίου Παπᾶ, τοῦ ὁποίου τὸν ἀδελφὸν ἐδολοφόνησαν ἐν Σμύρνῃ· οὗτος κατάγεται ἐξ Ἠπείρου τῆς Ἐπαρχίας Τζουμέρκων, καὶ μετὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ ἀδελφοῦ του μετέβη ἐν Σμύρνῃ, ἵνα ἐξετάσῃ τὰ κατ’ αὐτὴν καὶ λάβῃ τὴν περιουσίαν του, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Ἤθελα παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ ἐψηφίσθη χθὲς, διότι τινὲς τῶν Ταμιῶν δὲν δέχονται χάλκινα νομίσματα· κάτοικοί τινες ἤθελον νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Ταμεῖον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ χάλκινα νομίσματα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§8Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα, ἐγώ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§10Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριοι, ὑπέβαλον μίαν ἀναφορὰν ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου τοῦ Δήμου Καρδαμύλης τῆς Ἐπαρχίας Οἰτύλου, δι’ ἧς παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ἥτις ὁρίζει ὡς τόπον ἐκλογῆς τὸ φρούριον. Δυστυχῶς ἡ ἀπόφασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐπεκυρώθη παρὰ τοῦ Νομάρχου. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ἥτις κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ κατεμέτρησε τοὺς κινδύνους τοῦ τολμήματος. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας καὶ ἰδιαίτερος συνάδελφός μου τῆς Ἐπαρχίας Οἰτύλου, ὁ κ. Πικουλάκης, ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ Νομάρχης Λακωνίας ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, ἐπικυροῦσαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς ἡ ἐκλογὴ ἡ προσεχὴς τῶν Δημάρχων πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ ἐντὸς τοῦ φρουρίου· ἐν ἄλλαις λέξεσι νὰ μετατεθῇ τὸ κατάστημα τῆς πόλεως εἰς τὸ κατάστημα τοῦ φρουρίου. Εἰδοποίησα ἔκτοτε περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν τοῦτο δὲν ἀρθῇ καὶ δὲν ἐπανέλθουν τὰ πράγματα εἰς ἣν ἦταν πρότερον κατάστασιν, εἶναι πιθανὸν νὰ γείνῃ αἱματοχυσία, αἱ συνέπειαι τῆς ὁποίας θέλουν ἐπιβαρύνει καὶ τοὺς ἐργάτας τῶν πράξεων καὶ ἐκείνους, οἵτινες δὲν θέλουν νὰ προλάβουν τὰ κακὰ, τὰ ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς δυνάμενα νὰ ἐπέλθωσιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τοῦ 1883. Εὑρισκόμεθα εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Φλογαΐτης.
§12Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Οὐδέποτε, κύριοι, οὐδεμία ἀντιπολίτευσις, ἀφ’ ὅτου ἐπικρατεῖ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, ἀνεπέτασε τοσοῦτον εὐγενῆ, τοσοῦτον ὑψηλὴν, τοσοῦτον πατριωτικὴν σημαίαν, οἵαν εἶχεν ἀναπετάσει ἡ ἀντιπολίτευσις τοῦ 1880, ἧς ἀρχηγὸς ἦτο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ οὐδέποτε δυστυχῶς ἐν τοσοῦτον βραχεῖ χρονικῷ διαστήματι ἐπῆλθεν ἀπότομος μεταβολὴ εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰ φρονήματα πολιτικοῦ κόμματος. Οὐδέποτε ἐγκατελείφθη τοσοῦτον πανηγυρικῶς πρόγραμμα, ὅσῳ τὸ πρόγραμμα, ὅπερ εἶχε προβάλει ἡ τότε ἀντιπολίτευσις. Τὸ πρόγραμμα τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως ἐστηρίζετο ἐπὶ δύω κυρίως βάσεων: πρῶτον μὲν ἐπὶ τῆς παύσεως τῶν συναλλαγῶν καὶ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ κράτους τῶν Νόμων· δεύτερον δ’ ἐστηρίζετο κυρίως καὶ πρὸ πάντων ἐπὶ τῆς ἀποτροπῆς τῆς ἐπιψηφίσεως φορολογικῶν νόμων νέων, θεωρουμένης ὡς τῆς καταλληλοτέρας μεθόδου, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τῆς μεθόδου τῶν οἰκονομιῶν. Δυστυχῶς ὅμως τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο μετεβλήθη διὰ μιᾶς ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τῆς ἐκ νέου ἀναβάσεως τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν Ἐξουσίαν, καὶ ἀπὸ τοῦ περυσινοῦ ἔτους δὲν διέπει τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ προεδρευομένου πολιτικοῦ κόμματος ἡ ἀρχὴ τῶν οἰκονομιῶν, ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπροσωπολήπτου ἐφαρμογῆς τῶν Νόμων καὶ τῆς καταπτώσεως τῶν συναλλαγῶν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι δυνατὴ τῶν συναλλαγῶν ἡ παῦσις διὰ τῆς μονομεροῦς ἀγαθῆς προθέσεως τοῦ προϊσταμένου τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας· τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον κατὰ τὴν πεποίθησίν μου. Δὲν αἰτιῶμαι ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τούτῳ. Ἐκεῖνος, ὅστις ἰσχυρίζεται, ὅτι δυνατόν ποτε Κυβέρνησις νὰ σταματήσῃ τὸν ἐπιζημιώτατον καὶ ἐθνοφθόρον χείμαῤῥον τῶν συναλλαγῶν διὰ τῆς ἀγαθῆς αὐτῆς προαιρέσεως, ἀπατᾶται ἀπάτην δεινήν· μέμφομαι μόνον τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐσκέφθη νομοθετικῶς περὶ τοῦ πρακτέου· καὶ λέγω, ὅτι δὲν ἐσκέφθη νομοθετικῶς, καί τοι ὑπέβαλε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον νομοθέτημα, ὅπερ τείνει ὁπωσδήποτε εἰς τὴν παῦσιν τῶν συναλλαγῶν· διότι, ἐνῷ ἐψηφίσθησαν δευτερευούσης σημασίας Νομοσχέδια ἐν τῇ προλαβούσῃ Συνόδῳ διὰ μόνης τῆς κυβερνητικῆς πλειονοψηφίας, ἀποτελεσάσης μονομερῶς ἀπαρτίαν, ἐψηφίσθη λ. χ. τὸ περὶ προσθήκης ἑκατὸν τελωνιακῶν φυλάκων, τὸ περὶ Νομικῶν Συμβούλων καὶ ἕτερα τοιαῦτα, δὲν ἐψηφίσθη ἀκόμη ἐκεῖνο τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ εἶναι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς βελτιώσεως τῶν κοινῶν. Καὶ δύναμαι νὰ αἰτιαθῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν τοιαύτην νομοθετικὴν αὐτῆς ἐνέργειαν, εἴτε περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, εἴτε πολιτικοῦ ζητήματος προκειμένου, οὐχὶ δὲ τὴν Βουλήν, διότι δυστυχῶς ἕνεκα τῆς προσωπικῆς συγκροτήσεως τῶν κομμάτων παρ’ ἡμῖν ἰσχύει τοσοῦτον ἡ κατὰ καιροὺς Κυβέρνησις ἐν ταῖς ἡμετέραις Βουλαῖς, διαθέτουσα κατὰ τὸ δοκοῦν τὴν πλειονοψηφίαν, ὥστε ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία. Εἶναι βεβαίως ἀνελεύθερον, ἄτοπον, ἀπᾷδον εἰς τὴν πρόοδον τοῦ αἰῶνος, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι τοῦδε καὶ ἄλλα Κοινοβούλια, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸ Ἑλληνικὸν, ὑποτάσσεται εἰς τὸ δόγμα τῆς κυβερνητικῆς παντοδυναμίας· καὶ ἐπὶ τοσοῦτον τοῦτο εἶναι ἀνεγνωρισμένον, ὥστε πολλάκις ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ ὀπισθοδρομικὸν δόγμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ καθοδηγῇ τὴν φιλικὴν πρὸς αὐτὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Τοῦτο εἶναι, κατ’ ἐμὲ, δόγμα ἄτοπον καὶ ἀνελεύθερον, διότι ὁδηγεῖ εἰς τὴν καθιέρωσιν τῆς ὑπουργικῆς ἢ μᾶλλον πρωθυπουργικῆς παντοδυναμίας, προσβάλλει δ’ ἐκ βάθρων καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἐφ’ ἧς στηρίζεται τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα παντοδυναμίαν τῆς Βουλῆς ἢ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τοῖς Συνταγματικοῖς Κράτεσιν ἀποῤῥέει ἀπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ ἐμπνέεται ὑπ’ αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν προΐσταται αὐτῆς, οὐδὲ διευθύνει τὴν πλειονοψηφίαν. Τοῦτο εἶναι τὸ μόνον ἀληθὲς, τὸ μόνον ὀρθὸν δόγμα, σύμφωνον πρὸς τὸ ὕφος τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ἀντιπροσώπου καὶ τὴν ἀποστολὴν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, τῷ ὄντι σήμερον ἡ Κυβέρνησις εἴτε ὑπὸ τοῦτον τὸν Πρωθυπουργὸν, εἴτε ὑπ’ ἐκεῖνον, εἶναι παρ’ ἡμῖν ἡ καθοδηγοῦσα τὴν πολιτικὴν τῆς Βουλῆς, ἐνόσῳ κέκτηται τὴν πλειονοψηφίαν ἐν αὐτῇ. Τὸ πρῶτον καὶ κύριον, κατ’ ἐμὲ, μέλημα πάσης Κυβερνήσεως καὶ πάσης Βουλῆς δέον νὰ ἦναι ἡ κατεπείγουσα ψήφισις νομοθετημάτων, αἰρόντων τὰ προσκόμματα εἰς τὴν μόρφωσιν ὑγιῶν πολιτικῶν κομμάτων, εἰς τῆς Πολιτείας τὸ ἀληθὲς συμφέρον ἀποβλεπόντων, ἀνωτέρων τῶν προσωπικῶν σκέψεων, τῶν προσωπικῶν συμφερόντων, καὶ προσέτι ἐξασφαλιζόντων κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν γνησίαν τῶν Νόμων ἐφαρμογὴν ἐν τῇ Διοικήσει. Νομοσχέδιον δὲ τοιοῦτο μεταξὺ τῶν ὑποβληθέντων θεωρῶ, συμφωνῶν κατὰ τοῦτο μετὰ τοῦ προχθὲς ἀγορεύσαντος ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Εὐρυτανίας, τὸ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι πραγματικῶς ἀληθὲς, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν στηρίζεται κατὰ πάντα ἐπὶ τῶν βάσεων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ στηρίζηται, κατ’ ἐμὲ, τοιοῦτο νομοθέτημα, προωρισμένον νὰ περιορίσῃ τὴν ὑπουργικὴν αὐθαιρεσίαν καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς κοινοβουλευτικῆς παλαίστρας. Νομοσχέδιον περὶ προσόντων δέον, κατ’ ἐμὲ, νὰ διαλαμβάνῃ ἐκεῖνα τὰ προσόντα, τὰ θεωρητικὰ καὶ τὰ πρακτικὰ, δυνάμει τῶν ὁποίων δύναται ἡ κοινωνία νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ εἰσερχόμενος εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν εἶναι τῳόντι ἄξιος τούτου κατὰ πάντα· δὲν ἀπαιτεῖται ἑπομένως νὰ ἀποκλείηταί τις τοῦ δικαιώματος τοῦ προβιβασμοῦ, διότι εἶναι ἠσκημένος μόνον πρακτικῶς, ἐστερημένος δὲ πιστοποιητικοῦ ἐπισήμου τῶν ἀναγκαίων θεωρητικῶν γνώσεων, ἤτοι πτυχίου τοῦ ἁρμοδίου Διδασκαλείου, καὶ δὲν πρέπει ἐξ ἄλλου πάλιν μόνον διότι ἔχει τις πιστοποιητικὸν Διδασκαλείου τινὸς, διὰ τοῦτο καὶ μόνον νὰ εἰσέρχηται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καταλαμβάνων μάλιστα ἀνωτέραν δημοσίαν θέσιν, παρορωμένης κατὰ πάντα τῆς ἀρχαιότητος, ἥτις δύναται βεβαίως πολὺ νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πρακτικῶν γνώσεων. Τὸ Νομοσχέδιον δὲ κατὰ τοῦτο δὲν εἶναι μὲν πλῆρες, πλησιάζει ὅμως ἐν μέρει· διότι, ἐνῷ καθιεροῖ ἐξ ἑνὸς τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τῇ βάσει Πανεπιστημιακοῦ διπλώματος ἢ Γυμνασιακοῦ ἀπολυτηρίου, προκειμένου περὶ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς θέσεως, ἀνωτέρας ἐκείνης, ἣν δύναται νὰ καταλάβῃ ὁ μὴ φέρων τοιαῦτα, καθιεροῖ συγχρόνως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς ἐπὶ τῇ βάσει ἐξετάσεως εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἄνευ τοῦ ἀναγκαίου πιστοποιητικοῦ τοῦ προσήκοντος ἐκπαιδευτηρίου ἐν κατωτέρᾳ θέσει. Καὶ ὁμιλῶ σήμερον περὶ τοῦ περὶ προσόντων Νομοσχεδίου, διότι θεωρῶ τοῦτο ὡς σπουδαῖον παράγοντα τῆς εὐρύθμου καὶ κανονικῆς κινήσεως τῆς πολιτικῆς μηχανῆς καὶ τῆς ἠθοποιήσεως τῆς κοινωνίας, διαφθειρομένης τανῦν ἐν τῷ συστήματι τῆς ὑποχειριότητος τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας τῶν κομμάτων. Ἐπιτρέψατέ μοι λοιπὸν νὰ πραγματευθῶ ἐκτενέστερον περὶ αὐτοῦ. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, τὰ προσόντα πρέπει κατὰ κανόνα νὰ συνίστανται εἰς τὴν κατοχὴν θεωρητικῶν καὶ πρακτικῶν γνώσεων, ὡς ἀπαιτεῖται ἡ ἀπόδειξις πρὸς διορισμὸν Καὶ τῶν μὲν θεωρητικῶν γνώσεων ἡ ἀπόδειξις παρέχεται δι’ ἐνδεικτικοῦ τοῦ προσήκοντος διδακτικοῦ καθιδρύματος, τῶν δὲ πρακτικῶν διὰ τῆς προηγουμένης ὑπηρεσίας εἰς κατωτέρας λειτουργίας ὁμοειδεῖς ἢ σχετικάς. Ὀρθὸν δὲ καὶ τοῦ ἐστερημένου μὲν τοῦ προσόντος τῆς πιστοποιήσεως τῶν ἀναγκαίων θεωρητικῶν γνώσεων μετὰ πολυετῆ ὑπηρεσίαν νὰ ἐπιτρέπηται ἡ προαγωγὴ διὰ τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ εἰς ἐξετάσεις θεωρητικάς, εἰς βεβαίωσιν τῆς κατοχῆς τῶν ἀναγκαίων θεωρητικῶν γνώσεων, κτηθεισῶν ἴσως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ δι’ ἰδιαιτέρας μελέτης· ἀλλ’ ὀρθὸν καὶ τοῦ ἔχοντος τὴν περὶ θεωρητικῶν γνώσεων πιστοποίησιν δι’ ἐνδεικτικοῦ ἢ πτυχίου ἐκπαιδευτηρίου, ἀλλ’ ἐστερημένου ὑπηρεσίας, νὰ ἐπιτρέπηται ὁ εἰς ἀνωτέραν λειτουργίαν ἀπ’ εὐθείας διορισμὸς, ἐὰν ὑποστῇ εὐδοκίμως τὴν περὶ πρακτικῆς ἱκανότητος ἐξέτασιν. Δέον δὲ αἱ ἐξετάσεις, ἐννοεῖται, νὰ διεξάγωνται ὑπὸ ἐξεταστῶν, ἱκανῶν μὲν καὶ ἐπιτηδείων εἰς ἐξάσκησιν τοῦ ἐξεταστικοῦ ἔργου, παρεχόντων δὲ τὴν δέουσαν ἀπροσωποληψίας ἐγγύησιν· πρὸς τοῦτο δὲ φρονῶ, ὅτι συντελεῖ μεγάλως ἐξ ἑνὸς μὲν τὸ πολυμελὲς καὶ τὸ ἀνεξάρτητον τῶν ὁρισθησομένων ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, ἐξ ἄλλου δὲ τὸ σύνθετον αὐτῶν ἐκ πολλῶν καὶ ποικίλων πηγῶν, οὐχὶ δὲ μονομερῶς ἐκ μιᾶς τάξεως ὑπαλλήλων καὶ ἑνὸς σωματείου, καὶ ἡ ἐκ περιτροπῆς μετοχὴ τούτου ἢ ἐκείνου εἰς αὐτάς. Θεωρῶ, ὡς εἶπον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τὸ κυβερνητικὸν Νομοσχέδιον ἐν μέρει καλὸν, καθὸ καὶ τοῦτο ἐν μέρει στηριζόμενον ἐπὶ τῆς βάσεως ταύτης, οὐχὶ βεβαίως ὡς ἔπρεπεν ἀπολύτως· δὲν θεωρῶ ὅμως αὐτὸ ὡς δυνάμενον νὰ ἐξοβελίσῃ τὸ κακὸν ἰδίως, ὅπερ παράγει σήμερον ἡ ἔλλειψις Νόμου περὶ προσόντων, διότι ἀποδίδεται ὅλη ἡ δύναμις τοῦ διορισμοῦ εἰς τὴν Ἐξουσίαν τὴν Ἐκτελεστικήν. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλείηται τοῦ διορισμοῦ κατὰ πάντα εἷς προϊστάμενος μιᾶς ὑπηρεσίας, καὶ μάλιστα ὁ Ὑπουργός· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐνῷ ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, πρέπει ἐξ ἄλλου νὰ ὑποβάλληται ἡ πρότασις αὕτη εἰς ἄλλο Συμβούλιον, παρέχον τὰς δεούσας ἐγγυήσεις, συμμετέχοντος οὐχ ἧττον καὶ ψηφοφοροῦντος καὶ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τὸ δεύτερον, τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν. Δυστυχῶς ὡς πρὸς τοῦτο πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν ἠκολούθησε τὸ παλαιὸν σύστημα ἐκεῖνο τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοῦ 1880, ἀλλ’ ἐτράπη ἀκριβῶς τὴν ἀντίθετον ὁδόν· καὶ σήμερον πρὸ πάντων δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ κυβερνητικὸν ἡμῶν σκάφος πλέει πλησίστιον εἰς τὸ πέλαγος τῶν δαπανῶν. Ὁ ἀρχηγὸς τότε τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν νὰ πατάξῃ τὰς κακὰς ἕξεις, ὡς εἶπεν, εἰς τὰς ὁποίας δυστυχῶς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ὑπεβλήθη ἡ Πολιτεία· ἦλθε ν’ ἀποκρούσῃ φορολογικὰ Νομοσχέδια, ἅτινα δὲν δύναται, ὡς εἶπε, νὰ βαστάσῃ ὁ Τόπος, διότι ἤθελον βαρύνει αὐτὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἤθελε δύνασθαι νὰ κινηθῇ ἁρμονικῶς καὶ νὰ προοδεύσῃ, ἦλθε νὰ δώσῃ, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἔκφρασιν, τύπον Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ πᾶσα μέλλουσα Κυβέρνησις· ἀλλὰ δυστυχῶς μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τῆς πέρυσιν ἐκπεσούσης τῆς Ἐξουσίας, μετεβλήθη ἐξ ὁλοκλήρου. Τότε ἐκ τοῦ προχείρου τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο προέβη εἰς οἰκονομίας 6,000,000 περίπου δραχμῶν. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς οἰκονομίας μόνον ταύτης, θὰ ἦτο ἴσως πολὺ μικρότερον τὸ ἐκ τῆς ἀνακολουθίας προκύψαν κακόν· ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶπε πανδήμως, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αὗται εἶναι πρόχειροι, ὅτι εἶναι ἡ κρηπὶς τῶν μελλουσῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες πρέπει νὰ στηρίζωνται εἰς τὴν γενικὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ὑπηρεσιακοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Πολιτείας. Δικαίως λοιπὸν ἤλπιζέ τις, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἤθελε προκαλέσει τὴν ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον διαῤῥύθμισιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς ὅμως ἀντὶ τούτου ὑπεβλήθησαν μὲν περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς ὑπηρεσίας Νομοσχέδια, καὶ ἐψηφίσθησαν μάλιστα Νομοσχέδια, ἀλλὰ Νομοσχέδια, οὐχὶ τείνοντα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἐνῷ τις περιέμενε μεταῤῥύθμισιν τοῦ Διοικητικοῦ Ὀργανισμοῦ ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον, ἐπῆλθε μὲν μεταῤῥύθμισις, ἀλλ’ ἐπὶ τὸ δαπανηρότερον· προσετέθησαν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἐκείναις, ὅπου οὐδέποτε εἶχον συσταθῆ, Ἐπαρχεῖα, καὶ ηὐξήθησαν δυστυχῶς οἱ γραφεῖς καὶ οἱ πρωτοκολληταὶ τῶν Ἐπαρχείων πάντων. Ἀμέσως βλέπετε εἰς ὅλα τὰ Ἐπαρχεῖα πρωτοκολλητάς, εἰς πολλὰ διπλασίους γραφεῖς· καὶ καταντᾷ ἕκαστον Ἐπαρχεῖον, καὶ αὐτὸ τὸ Ἐπαρχεῖον Ἐπαρχίας, ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου Δήμου ἀποτελουμένης, νὰ ἔχῃ δύω γραφεῖς, δύω πρωτοκολλητάς. Περιέμενέ τις μεταβολὴν ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον καὶ ἁπλοποίησιν τῆς Νομαρχιακῆς ὑπηρεσίας· ἐν τούτοις, ἐπῆλθε τὸ ἀντίθετον· διότι αἴφνης εἰς τὸν μικρὸν Νομὸν τῆς Ζακύνθου, τὸν μικροσκοπικὸν Νομὸν τῆς Ἄρτης, ὑπάρχουσι τρεῖς γραφεῖς, ἐκτὸς τοῦ πρωτοκολλητοῦ. Ἤλπιζέ τις, ὅτι ἠδύνατο ἡ Ἐφοριακὴ ὑπηρεσία νὰ ἁπλοποιηθῇ· διότι τῳόντι μετὰ τὴν ἐξοβέλισιν τῆς δεκάτης, μετὰ τὴν προτεινομένην μάλιστα κατάργησιν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τοσούτων ὑπαλλήλων εἰς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ Ἐφόρου, ἔργον ἔχοντος μοναδικὸν τὴν βεβαίωσιν τῶν ἀμέσων φόρων. Εἰς τί μέλλει νὰ καταγίνηται ὁ Ἔφορος; Ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν δύναται νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἑκάστην Ἐπαρχίαν εἰς ἕνα ἐφοριακὸν ὑπάλληλον. Οἱ εἰσπράκτορες ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ ἐλαττωθῶσι διὰ τὸν αὐτὸν λόγον μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης καὶ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἀπαιτεῖται αὔξησις κατὰ τριάκοντα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐφέτος. Ἀλλ’ ἐψηφίσθησαν δυστυχῶς καὶ Νόμοι αὐξητικοὶ τῶν δαπανῶν· ἐπῆλθεν ὁ Νόμος ὁ ταχυδρομικός, ὅστις κατ’ οὐδὲν ἐβελτίωσε τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, διότι καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βελτιώσῃ αὐτήν· καὶ ὅμως ἐπέφερε κατὰ πολλὰς χιλιάδας τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν αὐτῆς. Δὲν ἐβελτίωσε, λέγω, τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία δὲν ἔχει ἀνάγκην, οὐδ’ εἶχεν ἀνάγκην, ὀργανωτοῦ τινος ξένου ἢ οἱουδήποτε ἄλλου ὑπαλλήλου μεγαλομίσθου ἢ τῆς κατὰ ἑκατοντάδας αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιστατῶν καὶ ὑπεπιστατῶν κατὰ σειρὰν τάξεων. Ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην ὑπαλλήλων, θελόντων καὶ δυναμένων νὰ ἐκπληρώσωσι πιστῶς καὶ εὐόρκως τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς τοιοῦτοι ὑπάλληλοι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσιν ὑπὸ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα τῆς συγκεντρώσεως, καὶ μάλιστα ἐν ταῖς κώμαις καὶ τοῖς χωρίοις. Πῶς θέλετε ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία νὰ ἐνεργῇ ἀκριβῶς; Πῶς θέλετε ἰδίως νὰ ἐνεργῇ ἀκριβῶς ἐν ταῖς κωμοπόλεσι καὶ κώμαις, ὅταν ἐκεῖνος, ὅστις διορίζεται, ᾖναι ἠναγκασμένος νὰ κύπτῃ εἰς τὸν διορίσαντα; Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πέρυσι, πρὶν ἔτι ψηφισθῇ ὁ Νόμος οὗτος ὁ ταχυδρομικός, εἶχε διαμαρτυρηθῆ οὐ μόνον κατὰ τοῦ σπατάλου νέου Νόμου, ὅστις, νομίζω, δὲν εἶχεν ἔτι ὑποβληθῆ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς προσκλήσεως ὀργανωτοῦ ἀλλοδαποῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων, πρὸς δὲ καὶ κατὰ τοῦ ἐπικρατοῦντος μέχρι τότε συστήματος τοῦ διορισμοῦ ἐπιστατῶν εἰς ἐκεῖνα τὰ χωρία ἢ τὰς κωμοπόλεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἀποστέλλονται ἢ τρία ἢ τέσσαρα γράμματα δι’ ἑκάστου ταχυδρομείου.
§13ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐκεῖνα κλέπτονται.
§14ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Καὶ εἶχε προτείνει, τῇ εἰσηγήσει μου, ἡ Ἐπιτροπὴ ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ πρὸς τοῦτο πίστωσις, ἀνατιθεμένης τῆς ὑπηρεσίας εἰς τοὺς τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες δὲν εἶναι ἐντόπιοι, καὶ ἐκτὸς τούτου εἶναι σχετικῶς μεμορφωμένοι καὶ κήδονται τῆς ἰδίας αὑτῶν ὑπολήψεως, ὡς ἔχοντες μονιμότητα ἐκ τῆς εἰδικότητος αὑτῶν καὶ μέλλοντι, ἢ εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας, ὅπου τυχὸν δὲν ὑπάρχουσι τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, ὑπάρχουσι δὲ εἰρηνοδίκαι. Ἐγὼ δὲ ὁ ἀποκεντρωτικὸς, ὅστις ἀποκρούω πάσῃ δυνάμει τὴν συγκέντρωσιν τῶν Ἐξουσιῶν, ὅστις θέλω τὴν διανομὴν τῶν δημοσίων καθηκόντων εἰς πολλὰς καὶ δημοσίους Ἀρχὰς, ἀνεξαρτήτους μὲν ἐξ ἑνὸς διατελούσας καὶ δυναμένας νὰ ἐκτελῶσιν ἀκριβῶς τὸ καθῆκον, ἀλλ’ εὐθυνομένας ἐξ ἄλλου πειθαρχικῶς καὶ τιμωρουμένας διὰ πᾶσαν παράβασιν, ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι δύναται ἡ συγκέντρωσις τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰς χεῖρας τῶν τηλεγραφητῶν ἢ τῶν εἰρηνοδικῶν ν’ ἀσκήσῃ ἐπιβλαβῆ τινα ἐπίδρασιν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας· ἐξ ἐναντίας, νομίζω, ὅτι ἤθελεν ἐξασφαλίσει τὴν πιστοτέραν καὶ ἀκριβεστέραν τοῦ ταχυδρομικοῦ καθήκοντος ἐκπλήρωσιν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν προστίθεται ἰδιαίτερον στατιστικὸν γραφεῖον, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁρίζεται τὸ ποσὸν 60,000 δραχ. αἵτινες, προστιθέμεναι εἰς τὰς ὁριζομένας ἑξήκοντα πέντε χιλιάδας δραχμῶν διὰ δαπάνας τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας, ἀπαρτίζουσι ποσὸν ἑκατὸν εἴκοσι πέντε ὅλων χιλιάδων δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἡ στατιστικὴ, ἥτις κυρίως ἀποβλέπει εἰς τὴν τεχνολογικὴν ταξινόμησιν τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν διαφόρων εἰδῶν τῶν τελωνειακῶν, ἠδύνατο ν’ ἀνατεθῇ εἰς προσωπικὸν ἐξ ἑνὸς ἢ δύω ὑπαλλήλων, προσαρτωμένων εἰς τὸ τελωνειακὸν Τμῆμα. Ὑπάρχει καὶ τὸ Νομοσχέδιον περὶ δασῶν, σπουδαίως ἐπιβαρύνον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρόντος ἔτους· καὶ ὡς πρὸς τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐπιβάλλεται διὰ τούτου ποσὸν 460,000 δραχ. περιπλέον εἰς τὰς δαπάνας. Εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ὁρίζεται καὶ φόρος, ἐκ τοῦ ὁποίου νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι μέλλει νὰ συνάξῃ περὶ τὰς 700,000 χιλιάδας δραχμῶν· ἀλλ’ εἶναι βεβαιότατον κατ’ ἐμὲ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσι καὶ 100,000 δρ. παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ φωτίσῃ πῶς φρονεῖ, ὅτι θέλει προκύψει τὸ ποσὸν τῶν 700,000 δραχμῶν; ἐκ τοῦ φόρου τούτου τῶν φουρκάδων καὶ τῶν καυσοξύλων; Παρατηρῶ δὲ προσέτι, ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ὁ εἰδεχθέστατος καὶ βαρύτατος φόρος ὅλων. Ἐπιτραπήτω μοι δὲ νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῶν δασῶν οὐ μόνον δὲν πρόκειται νὰ ὑπηρετήσῃ τῶν δασῶν τὴν σωτηρίαν, ἀλλὰ καὶ θέλει ζημιώσει τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ περὶ τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἄλλοτε ἐν ἐκτάσει. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε λέγω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καὶ ἴσως καὶ ἄλλοι τινὲς Σύμβουλοι, συμμετασχόντες εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ περὶ δασῶν Νομοσχεδίου, φαίνεται, ὅτι δὲν διατελεῖ ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως παρ’ ἡμῖν τῶν δασῶν, τοῦ χαρακτῆρος τῶν κατοίκων, τῆς ποιότητος τῶν ἐπιζητούντων θέσεις δασοφυλάκων. Πλανῶνται, ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι, ὅστις δήποτε δασοφύλαξ ἂν διορισθῇ, ἔχων ὅσας θέλετε κατὰ μῆνα δραχμὰς 80, 100, 120, 150 κτλ. δὲν θέλει δωροδοκεῖσθαι εἰς πᾶσαν εὔθετον περίστασιν, πᾶσαν περίστασιν δηλαδὴ ἀνακαλύψεως δασικοῦ ἀνομήματος καὶ δὲν θέλει ἑπομένως παραβιάζει τὸ καθῆκον αὑτοῦ. Ἄλλαι διατάξεις δύνανται νὰ συντελέσωσιν ἐν μέρει εἰς τὴν ἀποτροπὴν τῶν ἐμπρησμῶν. Λόγου χάριν καὶ ὑπὸ τὸ ἄλλο σύστημα, τὸ πρώην ἐπικρατοῦν, καὶ ὑπὸ τὸ νῦν ἰσχῦον, παραβιάζεται ὁ Νόμος τοῦ 1861, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τοὺς ἐαρινοὺς καὶ θερινοὺς μῆνας τὸ ν’ ἀνάπτηται ἐντὸς τῶν δασῶν πῦρ ὑπὸ τῶν ποιμένων, βουκόλων, ὑλοτόμων ἢ ἄλλων οἱωνδήποτε προσώπων. Ἀλλ’ ἐν τούτοις οὐδέποτε ἢ σπανιώτατα γίνεται καταγγελία διὰ τὸν δεκασμὸν τῶν δασοφυλάκων· ἀλλὰ καὶ ἂν γείνῃ ἡ καταγγελία, θάπτεται. Οἱ Δήμαρχοι δὲν εἰσάγουσι τὰς ὑποθέσεις ταύτας εἰς τὰ πταισματοδικεῖα. Καὶ πρέπει νὰ μεταβληθῇ τοῦτο· ἀντὶ τῆς πταισματικῆς ποινῆς, δέον νὰ ἐπιβάλληται ποινὴ ἐπανορθωτικὴ, νὰ ἔρχηται εἰς τὰ ἀνώτερα δικαστήρια, ὅπως δικάζηται μὲν ἀσφαλέστερον ἐπιμελείᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐπιβάλληται δὲ τιμωρία αὐστηροτέρα εἰς τὸ ἔγκλημα, τὸ μικρὸν μὲν ἀλλὰ σπουδαῖον διὰ τὰ ἐνδεχόμενα νὰ προκύψωσιν ἐκ τούτου μεγάλα κακά. Ἐκτὸς δὲ τούτου, βλέπομεν καὶ ἐν τῷ νέῳ Νομοσχεδίῳ τὸν περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλ’ αὐτὸ θέλει γείνει ἀφορμὴ ἀκριβῶς, ὡς ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα, νὰ καίωνται τὰ δάση, καθὼς καὶ σήμερον καίονται. Ἐν πρώτοις ἡ διάταξις αὕτη, ἡ μεταφερομένη ἐκ τοῦ ἰσχύοντος Νόμου, ὑποτάσσει ἀτόπως εἰς τὰς Ἀρχὰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπερ δέον νὰ ἦναι σεβαστὸν κατὰ πάντα, ἐν ὅσῳ δὲν εἶναι κίνδυνος νὰ προσβληθῶσι συμφέροντα καὶ δικαιώματα ὡρισμένα τρίτων. Προτιμότερον ἦτο νὰ ὁρίσῃ ὁ Νόμος ῥητῶς κατὰ τίνας μῆνας ἀπαγορεύεται ἡ διὰ πυρὸς ἐκχέρσωσις τῶν ἀγρῶν· νομίζω δὲ, ὅτι κατὰ τὸ θέρος, μέχρι τῆς 15 Σεπτεμβρίου τοὐλάχιστον, πρέπει ἀπολύτως ν’ ἀπαγορεύηται, ἐὰν οἱ ἀγροὶ κῆνται ἐντὸς ἢ πλησίον δάσους· μετὰ τοῦτο δὲ πρέπει ἀκωλύτως νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ ἐκχερσοῖ τοὺς ἀγρούς του ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ λαμβάνῃ πάντοτε προφυλακτικὰ μέτρα, ἵνα μὴ τὸ πῦρ διαδοθῇ εἰς τὰ παρακείμενα δάση. Ὁ περιορισμὸς τῶν ἰδιοκτητῶν συντελεῖ σπουδαίως εἰς τοὺς ἐμπρησμούς· διότι σήμερον ὁ ἰδιοκτήτης, ὅστις γνωρίζει, ὅτι οὐδεμίαν ὠφέλειαν ἔχει ἐκ τοῦ δάσους αὑτοῦ ἕνεκα τῆς βαρείας φορολογίας, ἥτις ἐπιβάλλεται, καὶ ἕνεκα τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως τῆς συγκοινωνίας, προκαλούσης δαπάνας ὑπερμέτρους πρὸς μεταφορὰν τῆς ξυλείας, προτιμᾷ νὰ καύσῃ τὸ καλλιεργήσιμον μέρος τοῦ δάσους, ἀλλ’ ἐπειδὴ φοβεῖται μὴ φωραθῇ ἔνοχος, θέτει τὸ πῦρ εἰς μεγάλην ἀπόστασιν, πνέοντος σφοδροῦ ἀνέμου, καὶ ἀντὶ νὰ καύσῃ ὡρισμένον μέρος, καίει ὁλόκληρον ἔκτασιν δασῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ Νομοσχεδίου. Ἀνήκω εἰς Ἐπαρχίαν δασοφόρον, διατελῶ μάλιστα καὶ ἰδιοκτήτης δάσους, ἑπομένως γινώσκω τὰ τῆς καταστάσεως τῶν δασῶν, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ βάρη μόνον, νὰ πλάσῃ θέσεις ἐπ’ αὐξήσει τοῦ πολιτικοῦ ὀλέθρου, ὃν παράγουσιν αἱ συναλλαγαί, ἀλλ’ οὐδαμῶς θέλει ὠφελήσει τὰ δάση Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας βλέπομεν καθ’ ἑκάστην νέας δαπάνας διὰ τὴν σύστασιν μιᾶς τάξεως ἢ δύω τάξεων Ἑλληνικῶν Σχολείων ἐν διαφόροις κώμαις καὶ χωρίοις. Ἐὰν ἐξετάσητε πόσοι μαθηταὶ εἶναι, θέλετε ἴδει, ὅτι εἰς ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα τῶν κωμῶν καὶ τῶν χωρίων δὲν φοιτῶσι πλέον τῶν δέκα μαθητῶν! Ἀλλὰ καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι ὠφέλιμα τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα ἐκεῖ; Εἶναι ἀνάγκη βεβαίως καὶ ἀνάγκη ἐπισπεύδουσα νὰ τελειοποιηθῇ καὶ ἐπεκταθῇ ὅσον ἔνεστι πλέον καὶ ὅσον ἔνεστι τάχιον ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως τοῦ ἄλλου ἀλλὰ τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα ἐκεῖνα, τὰ ἀτελῆ καὶ τὰ μικρὰ, εἶναι βλαπτικά. Τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα, ὡς εἶναι διωργανωμένα, εἶναι ἁπλῶς προπαρασκευαστικὰ τῆς σπουδῆς τῶν Γυμνασίων καὶ κατόπιν τοῦ Πανεπιστημίου· πρέπει ἑπομένως νὰ ὦσιν ἀνάλογα πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀναγκαίων ἐπιστημόνων εἰς τὸ Κράτος ἢ τὸν ἀριθμὸν τῶν μελλόντων μικρῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες δέον νὰ ἔχωσιν ἀνωτέρας πως περὶ τὴν ἑλληνικὴν ἰδίως γνώσεις τῶν ἐξερχομένων τῶν Δημοτικῶν Σχολείων. Ἐὰν τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα ἐδύναντο νὰ χορηγῶσιν αὐθύπαρκτόν τινα βαθμὸν πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς τοὺς ἀδυνατοῦντας νὰ διανύσωσι τὸ μακρὸν καὶ πολύμοχθον στάδιον τῶν ἐπιστημονικῶν σπουδῶν καὶ ἐφιεμένους νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον, ὁπωσοῦν ἐπιστημονικῶς πρὸς τὰ βιωφελῆ ἔργα προκατηρτισμένοι, ἴσως ἤθελεν εἶναι μᾶλλον δεδικαιολογημένη ἡ ἀδιάκοπος σύστασις Ἑλληνικῶν Σχολείων· ἀλλὰ πάλιν αὐτὰ, τὰ ἐκ μιᾶς ἢ δύω τάξεων Σχολεῖα, εἶναι ἄκαρπα. Καὶ πῶς θέλετε ὁ μαθητὴς νὰ καταρτισθῇ εἰς αὐτὰ τὰ Ἑλληνικὰ Σχολεῖα; Ἔστω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἰς πᾶν χωρίον νὰ συσταθῇ καὶ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον Ποῦ εἶναι οἱ διδάσκαλοι; Διὰ τοῦτο, βλέπετε, ὅτι προσφεύγουσιν εἰς τοὺς βοηθοὺς τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων, τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ ἀληθεῖς Διδάσκαλοι. Ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις, ἡ προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς νῦν Κυβερνήσεως, προέβαλε τὴν κατάργησιν τῶν Γυμνασίων τοῦ Αἰγίου, τῆς Κορίνθου καὶ ἄλλου τινὸς Γυμνασίου, δηλονότι ἔπαυσε τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἐχορήγει τὸ Δημόσιον, καὶ σήμερον ἡ Κυβέρνησις συνιστᾷ Γυμνάσια ἐκ μιᾶς καὶ μόνης τάξεως. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριοι, τὰ Γυμνάσια; Ὁ Καθηγητὴς, ὅστις διωρίσθη πρὸς διδασκαλίαν τῆς μιᾶς καὶ μόνης τάξεως, δύναται νὰ ἦναι καὶ καλὸς Ἑλληνιστὴς, καὶ καλὸς Λατινιστὴς καὶ καλὸς Καθηγητὴς τῆς Γαλλικῆς, καὶ καλὸς μαθηματικὸς, καὶ καλὸς φιλόσοφος, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ παρασκευάσῃ τοὺς μαθητὰς καὶ νὰ καταρτίσῃ αὐτοὺς δεόντως, ὅπως προβιβασθῶσι δικαίως ἔπειτα εἰς ἀνωτέραν γυμνασιακὴν τάξιν, προπαρασκευαζόμενοι διὰ τὸ Πανεπιστήμιον; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὴν παιδείαν ὑπηρετεῖ ἀληθῶς, ὅστις περιορίζει τὰ Γυμνάσια, ἀλλὰ καταρτίζει αὐτὰ προσηκόντως. Σήμερον δὲν ἔχομεν ἐκπαίδευσιν ἀληθῆ καὶ τελεσφόρον. Οἱ πλεῖστοι τῶν ἐκ τῶν Γυμνασίων ἐξερχομένων δὲν εἶναι δεόντως κατηρτισμένοι. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἐὰν θέλητε ν’ ἀποκτήσητε γυμνασιακὴν ἐκπαίδευσιν, πρέπει νὰ θέσητε εἰς ἐνέργειαν τὴν ἐμβριθῆ ἀληθῶς διάταξιν τοῦ περὶ Σχολείων Νόμου, περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν Γυμνασίων καὶ Σχολείων, καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν Καθηγητῶν δὲν προσέρχονται τακτικῶς εἰς τὴν παράδοσιν, ὅτι διδάσκουσιν ἀτελῶς, τὸ δὲ σπουδαιότερον, ὅτι ἀποφεύγουσιν οἱ τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων Καθηγηταὶ τὴν κυριωτέραν αὑτῶν διδασκαλίαν. Πολὺ σοφῶς ὁ Νομοθέτης εἶπεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀπασχολῇ τοὺς Καθηγητὰς τῶν Ἑλληνικῶν ἡ συστηματικὴ θεματογραφία περὶ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, πρὸς ἄσκησιν τῶν μαθητῶν εἰς τὸ ὀρθῶς γράφειν καὶ τελεσφόρον διδασκαλίαν τῆς τέχνης τῆς Ἑλληνικῆς καλλιεπείας. Δυστυχῶς τί συμβαίνει παρ’ ἡμῖν; ἡ θεματογραφία περὶ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἐντελῶς παραμελεῖται, καὶ δυστυχῶς ἕνεκα τούτου ἐξέρχονται τῶν Γυμνασίων οἱ νέοι ἄμοιροι τῆς περὶ τὴν γλῶσσαν προσηκούσης τριβῆς. Ποῦ ἠκούσθη ποτὲ εἴτε εἰς τὴν Γαλλίαν, εἴτε εἰς τὴν Γερμανίαν, νὰ ἐξέλθῃ τις τοῦ ἰσοβαθμοῦντος πρὸς τὰ ἡμέτερα Γυμνάσια Ἐκπαιδευτηρίου, μὴ δυνάμενος νὰ γράφῃ καθαρῶς καὶ χαριέντως τὴν ἑαυτοῦ γλῶσσαν; Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ προγονικὴ ἡμῶν γλῶσσα ὑπερτερεῖ τῶν ἄλλων κατὰ τὸ πολύπλοκον καὶ τὸν πλοῦτον· ἐν τούτοις ὅμως διὰ τῆς συστηματικῆς θεματογραφίας ἠδύναντο νὰ καταρτισθῶσιν οἱ μαθηταὶ περὶ τὸ γράφειν ὀρθῶς. Καὶ ἀπόδειξις τούτου, ὅτι ἄλλοτε ἐν ἀρχαιοτέροις χρόνοις, κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας καὶ κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος, οἱ Διδάσκαλοι τοῦ Ἔθνους ἐφρόντιζον πολὺ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν μαθητῶν περὶ τὴν χρῆσιν τῆς γλώσσης, ἐξασκοῦντες συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως τοὺς μαθητὰς αὑτῶν εἰς τὸ ἑλληνιστὶ γράφειν, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μερίμνης αὐτῶν ὑπῆρχε συνήθως ἐπιτυχές. Εἰς τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἀδιάκοπον πολλαπλασιασμὸν τῶν Σχολείων, συνεπάγοντα μόνον ματαίας δαπάνας. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν πρῶτον ἔχομεν ἕνα δαπανηρότατον Νόμον, τὸν Προξενικὸν, ὅστις δυστυχῶς κατ’ οὐδὲν ὠφέλησε μέχρι τοῦδε. Ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις εἰσήγαγε τὸν Νόμον τοῦτον, ἐφρόνει, ὅτι, αὐξανομένου τοῦ μισθοῦ τῶν Προξένων, ἤθελε δυνηθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίσῃ εἰς Προξενικὰς θέσεις πρόσωπα καταλληλότερα εἰς ἐξυπηρέτησιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μὴ δεχόμενα πρότερον· ἀλλ’ ἀπεδείχθη τὸ φρόνημα αὐτοῦ ἐσφαλμένον, διότι δὲν νομίζω, ὅτι τὸ Προξενικὸν προσωπικὸν εἶναι ἐν γένει σήμερον καλὸν καὶ ὅτι τὰ Προξενεῖα εἶναι νῦν κάλλιον ἢ πρότερον κατηρτισμένα. Ἐν τούτοις προσετέθησαν δαπάναι καὶ πολλαὶ καὶ μεγάλαι, αἵτινες δὲν κατωρθώθη νὰ καλυφθῶσι διὰ τῶν ἐσόδων, ἅτινα ὑπετίθετο, ὅτι δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῶν ἐπιβληθέντων διὰ τοῦ Προξενικοῦ Νόμου φόρων εἰς τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος Ἕλληνας. Αἱ Πρεσβεῖαι, διὰ τὰς ὁποίας ἐξοδεύομεν πολλὰ χρήματα, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν περιτταί· ἀλλὰ συνεργασθεὶς μετ’ ἄλλων ἀξιοτίμων μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, μεθ’ ὧν ἀπὸ κοινοῦ ὡρίσαμεν τὰς ἐπενεκτέας οἰκονομίας, ὀφείλων ἑπομένως νὰ ὑποστηρίξω τὰς προτάσεις τῆς ὅλης ἀντιπολιτεύσεως, δὲν συνηγορῶ τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν Πρεσβειῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦσιν οἱ Γραμματεῖς; Οἱ Γραμματεῖς ἐδείχθησαν πάντοτε πάντοτε ζωηρότεροι καὶ δραστηριώτεροι εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ πρεσβευτικοῦ αὑτῶν καθήκοντος, δραστηριώτεροι συνήγοροι τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἢ οἱ Πρέσβεις, ὡς γενικῶς ὁμολογεῖται.
§15ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Οἱ Πρέσβεις ἔχουν βαρύτητα!
§16ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Βαρύτητα ἀληθῶς ἔχουσί τινες τῶν ἡμετέρων Πρέσβεων, ὡς διακρινόμενοι πανθομολογουμένως ἐπὶ φιλολογικῇ μαθήσει καὶ εὐρείᾳ παιδείᾳ· ἀλλ’ εἶναι ὅλοι τοιοῦτοι; Ἐνῶ δὲ ζητοῦμεν φόρους δεκαὲξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διατηροῦμεν ἐν τούτοις καὶ πίστωσιν 30,000 δραχμῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὰ παράσημα, τὰ ἐμπτύσματα, ὅπως λέγουσιν αὐτὰ οἱ Γάλλοι (crachats). Τίς ἡ χρεία τοῦ κονδυλίου τούτου; Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1834, ὅπερ ἐνομοθέτησε παρ’ ἡμῖν τὸ τάγμα τῆς ἀριστείας, παράσημα ἀπονέμονται ἢ εἰς τοὺς ἀριστεύσαντας ὑπαλλήλους ἐν οἱῳδήποτε κλάδῳ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἢ εἰς τοὺς ἀριστεύσαντας περὶ τὴν ἐπιστήμην διὰ σπουδαίων συγγραφῶν, ἢ εἰς τοὺς προσενεγκόντας σπουδαίας ὑπηρεσίας εἰς τόν θρόνον. Καθ’ ἣν ἐποχὴν βεβαίως εἰσήχθη αὐτὸ τὸ Διάταγμα, ὑπῆρχε Μοναρχία ἐν Ἑλλάδι, καὶ εἶχε συμφέρον ἡ Μοναρχία ἡ ἀπόλυτος εἰς τὴν βράβευσιν τῶν ὑπηρεσιῶν εἰς αὐτήν· καὶ ἠδύνατό τις τῷ ὄντι νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν μοναρχικὸν θρόνον τότε, πατάσσων τὸ ἐλεύθερον φρόνημα τῶν πολιτῶν καὶ παρεμποδίζων τὴν ἵδρυσιν ἐλευθέρου πολιτεύματος. Σήμερον ὅμως τίνος ὑπηρεσίας θὰ λάβῃ ἀνάγκην ὁ συνταγματικὸς ἡμῶν θρόνος, ὅστις στηρίζεται ἐπὶ τοῦ αἰσθήματος τῆς εἰς τὴν καθεστῶσαν συνταγματικὴν τάξιν προσηλώσεως πάντων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν; οὐδεμιᾶς ὑπηρεσίας ἔχει ἀνάγκην. Ποῖοι δὲ εἶναι παρ’ ἡμῖν οἱ ἐκ τῶν ἐπιστημόνων διακριθέντες ἐν τῇ ἐπιστημονικῇ σταδιοδρομίᾳ, διὰ τῆς δημοσιεύσεως σπουδαίων καὶ σοφῶν συγγραφῶν; ὑπάρχουσι βεβαίως ὀλίγιστοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ὀλίγοι αὐτοὶ ἀγνοῶ, ἐὰν ἔλαβον παράσημα. Πόσοι δὲ εἶναι ἐκ τῶν δημοσίων λειτουργῶν οἱ ἀριστεύσαντες; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀριστεύωσιν ἐν τῷ δυσχερεστάτῳ σταδίῳ τοῦ ὑπαλλήλου οἱ διανύοντες αὐτὸ ὑφ’ ὃ διατελοῦμεν συγκεντρωτικὸν σύστημα, ὑφ’ ὃ ἀναγκάζονται οἱ δυσδαίμονες ὑπάλληλοι νὰ παραβιάζωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν χάριν τῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διαταρήσεως; Καὶ ἂν ἦναι τοιοῦτός τις ἢ τοιοῦτοί τινες, ὑπάρχει ἐλπίς, ὅτι οὗτοι θὰ παρασημοφορηθῶσιν, ἀφοῦ τὰ παράσημα ἀπονέμει κομματικὴ ἐξουσία, χαριζομένη εἰς τὰς κομματικὰς συστάσεις καὶ ἀξιώσεις; Πρὸς τί λοιπὸν αἱ 30 χιλιάδες; Καὶ βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀνωτέρων παρασήμων, διότι ταῦτα εἶναι ὡρισμένα τὸν ἀριθμόν· πρόκειται περὶ τῶν κατωτέρων, δηλαδὴ τοῦ ἀργυροῦ σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος· ἀλλ’ αὐτὰ ἐπιστρέφονται καὶ δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις αὐτῶν πάλιν, καί, ἐὰν ὁπωσδήποτε ἐβλάβησαν, δύνανται νὰ διορθωθῶσι· δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν ἓν ποσὸν πέντε χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν ἀπονομὴν τῶν ἐπιστρεφομένων καὶ διορθουμένων παρασήμων καὶ τὴν ἀπονομὴν ἔτι πλείστων ἄλλων; Εἶναι ἀνάγκη κατὰ χιλιάδας νὰ ἀπονέμωνται τὰ ἐμβλήματα τῆς ἀριστείας; Εἶναι τοσοῦτον πολλοὶ οἱ ἐπιζητοῦντες ἔνδειξιν ἀξίας διὰ τὴν πραγματικὴν στέρησιν αὐτῆς; Οἱ συνάδελφοι, οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, χθὲς καὶ προχθές, ἀνέπτυξαν εὐγλώττως τὰς οἰκονομίας, τὰς ἐπενεχθείσας ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις. Ἐγὼ προτίθεμαι νὰ λάβω καὶ πάλιν τὸν λόγον καὶ ὁμιλήσω κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων καὶ ὑποστηρίξω, ὡς ἄτομον, καὶ τὰς ἰδέας μου ἐκείνας, ἃς δὲν ἀπεδέχθη ἡ ὁλομέλεια τῶν Ἐπιτροπῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν ταῖς ἰδιαιτέραις ἡμῶν συσκέψεσι· διότι νομίζω, ὅτι πᾶσα ἰδέα πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται, ἔστω καὶ μὴ ἔχουσα τὴν ὑποστήριξιν πολυπληθοῦς ὁμάδος, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐγκαταλιμπάνηται, καθὸ δυναμένη νὰ τύχῃ ὑποστηρίξεως ἐν τῷ μέλλοντι. Ἔχω μάλιστα καὶ περὶ στρατοῦ καὶ περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τινὰς ἀτομικὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναπτύξω. Ἤδη ἔρχομαι νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς οἰκονομίας τὰς ἐπενεχθείσας ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ἐν πρώτοις: κεφάλαιον Αʹ, ἄρθρον 1. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 προὐτάθη ἡ δαπάνη ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργείου εἰς 36,720, τὰς ὁποίας εἶτα περιώρισεν ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας τότε προΐστατο ὁ καὶ νῦν προϊστάμενος αὐτῆς εἰς 35,520. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 ἀνεβιβάσθη τὸ ποσὸν εἰς 81,686. Προτείνεται παρ’ ἡμῶν ἐλάττωσις ἐν γένει εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο 19,740 δραχμῶν, καὶ μετὰ τὴν ἐλάττωσιν ὑπολείπεται πίστωσις ἐκ δραχμῶν 61,840. Ἐν πρώτοις θεωροῦμεν περιττὴν τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν τοῦ τηλεγραφητοῦ. Νομίζομεν, ὅτι μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἔνθα τὸ Λιμεναρχεῖον, ἢ μετὰ τῆς Σαλαμῖνος, ἔνθα ὁ Ναύσταθμος, ἡ διεξαγωγὴ τῆς ὑπηρεσίας δύναται νὰ γείνῃ διὰ βοηθοῦ ἁπλοῦ. Σημειωτέον, ὅτι, καθ’ ἃ ἐπληροφορήθην θετικῶς, καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη διεξάγεται διὰ τοῦ ἐνταῦθα κεντρικοῦ τηλεγραφείου πάντοτε σχεδόν, καὶ περιττὸς ἴσως εἶναι καὶ ὁ βοηθός. Οὕτως ἐπέρχεται οἰκονομία 840 δραχμῶν. Ἐν τῷ Τεχνικῷ Τμήματι ὁ γραφεὺς πρώτης τάξεως, φρονοῦμεν, ὅτι δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ γραφέως βʹ τάξεως, καὶ οὕτω μειοῦται ἡ πίστωσις ἀπὸ δραχμ. 1440 εἰς 1080. Ὁ ἐν τῷ Πυροβολικῷ Τμήματι γραφεὺς εἶναι, φρονοῦμεν, περιττὸς, διότι τὸ Τμῆμα τοῦτο δὲν ἔχει ὑπηρεσίαν πολυάσχολον, καὶ ἑπομένως ἀρκοῦσιν ὁ Τμηματάρχης καὶ ὁ σχεδιαστὴς καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἐπίσης θεωροῦμεν περιττὴν τὴν πίστωσιν διὰ πρόσληψιν τῶν λογιστικῶν ἰδιωτῶν ὑπαλλήλων, διότι φρονοῦμεν, ὅτι ἐπαρκεῖ τὸ ἄλλο προσωπικόν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ πίστωσις εἶναι παράνομος, διότι δὲν ὑπάρχει θέσις νενομοθετημένη ἰδιωτῶν λογιστικῶν ὑπαλλήλων.
§17ΡΟΥΦΟΣ. Δι’ αὐτῶν θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐπὶ τριάκοντα ἔτη δὲν ἐφηρμόζετο ὁ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ Νόμος καὶ ὅτι μόλις ἤδη ἐφαρμόζεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἕνεκα τῆς προσλήψεως αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες τὸν ἀνεκάλυψαν.
§18ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐν πρώτοις τὸ Τμῆμα τοῦ Λογιστικοῦ, πολυπρόσωπον ὄν, ἐπαρκεῖ· ἀλλ’ ἂν δὲν ἐπαρκῇ, ἔπρεπε, κύριε Ὑπουργὲ, νὰ προκαλέσητε Νόμον.—Μεταβαίνομεν εἰς τὸ κεφάλαιον Αʹ, ἄρθρον 4. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, τὸν συνταχθέντα ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, τὸ ζητούμενον διὰ τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ποσὸν συνίστατο εἰς 42,000 δραχμὰς, ἃς περιώρισε τὸ διάδοχον Ὑπουργεῖον εἰς 41,280. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν εἰς 91,768. Ἡ ἀντιπολίτευσις προτείνει ἐλάττωσιν 17,352, ἑπομένως ὑπολείπονται 74,416. Ἔρχομαι εἰς τὰ καθέκαστα—Γραφεῖον προσωπικοῦ, φροντιστής, γραμματεύς, ἀνθυποφροντιστής, δύω ὑπολογισταί, εἷς τηλεγραφητής. Τίς ἡ χρεία τῶν δύω ὑπολογιστῶν; Πάλιν ἡ ἐργασία τοῦ γραφείου δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ παρὰ τοῦ φροντιστοῦ καὶ ἀνθυποφροντιστοῦ; ἀφαιροῦμεν λοιπὸν τὴν πίστωσιν. Ἐπίσης ἀφαιροῦμεν τὸν ὑπολογιστὴν ἀπὸ τὴν Ἐφορίαν τῶν Νεωρίων, διότι φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ παρὰ τοῦ ἄλλου προσωπικοῦ. Ἐπίσης νομίζομεν, ὅτι ὁ τηλεγραφητὴς τοῦ Γραφείου τοῦ προσωπικοῦ πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ βοηθοῦ, διότι ἡ ἀνταπόκρισις εἶναι πολὺ μικρά.
§19ΡΟΥΦΟΣ. Ποία εἶναι ἡ διαφορά;
§20ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐκ τῆς διὰ βοηθοῦ ἀντικαταστάσεως 840 δραχμαί. Ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ Ναυστάθμου νὰ διαγραφῇ ὁ εἷς ὑπολογιστής, ἐπίσης ὁ ὑπολογιστὴς καὶ ἐν τῷ λογιστηρίῳ τοῦ προσωπικοῦ. Ἐπίσης νὰ διαγραφῇ ὁ ὑπολογιστὴς τοῦ λογιστηρίου τοῦ ὑλικοῦ. Ἐκ τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Ναυστάθμου ἀφαιροῦνται οἱ δύω ὑπολογισταὶ, ὡς καὶ ἐκ τῆς ἐπιστασίας τοῦ πυροβολικοῦ ὁ εἷς. Κεφάλαιον Αʹ, ἄρθρον 5. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 προσδιώριζε τὸ ποσὸν εἰς 15,981 δραχμὰς καὶ ἔμεινεν ὅπως εἶχεν ὑποβληθῆ. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 ἀνῆλθεν εἰς 83,756. Ἡ προτεινομένη ἐλάττωσις εἶναι δραχμαὶ 42,420, ὑπολείπεται δὲ πίστωσις 41,336. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου προτείνομεν τὰς ἑξῆς οἰκονομίας· τὸ προσωπικὸν τοῦ πληρώματος τοῦ Ναυστάθμου τυγχάνει πλεονάζον, διασκευασθὲν πολυτελῶς· ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι οἱ δύω κελευσταὶ δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι, ὥστε ἐκ τῶν δύω δέον νὰ μείνῃ ὁ εἷς, καὶ ἑπομένως διαγραπτέα ἡ διὰ τὸν ἕτερον πίστωσις. Ἐκ τῶν τεσσάρων ὑποκελευστῶν βοηθῶν τῶν ὁπλονόμων νὰ μείνωσιν οἱ δύω· ἐπίσης διαγράφεται ἡ πίστωσις διὰ 30 ναύτας, διότι οἱ 40 ἀρκοῦσι τῆς πρώτης τάξεως· ἐκ τῶν 40 τῆς δευτέρας τάξεως θεωροῦμεν περιττοὺς τοὺς 20, ὡς ἐκ τῶν 40 τῆς τρίτης τάξεως ἐπίσης τοὺς 20. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ ὑπολογίσῃ τὸ τῆς οἰκονομίας ταύτης ποσόν. Σημειωτέον, ὅτι ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου ὑπάρχουσι καὶ τὰ πληρώματα τῶν ἐν ἐφεδρείᾳ πλοίων, ἐξ ὧν δύναται νὰ συμπληρῶται ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ τυχὸν ἀνεπαρκὴς ἀριθμὸς τῶν ναυτῶν. Κεφάλαιον Αʹ, ἄρθρον 6. Διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 εἶχε ζητηθῆ πίστωσις διὰ τὰ ἐργαστήρια τοῦ Ναυστάθμου 90,720, τὴν ὁποίαν περιώρισεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη τότε εἰς 85,000. Ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ νῦν διαλαμβάνει 172,000. Προτείνομεν ἐλάττωσιν 76,380, ὑπολείπονται δὲ 95,820. Καὶ ἐν πρώτοις θεωροῦμεν περιττὸν τὸν πλωτάρχην διοικητὴν, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου πλοίαρχος, ἐκεῖ Ἔφορος αὐτοῦ ἀντιπλοίαρχος, οἵτινες δύνανται νὰ διοικήσωσι καὶ τὰ ἐργοστάσια. Περιττὸς θεωρεῖται ἐπίσης ὁ ἀλλοδαπὸς τεχνίτης ἐφαρμοστὴς, ὁ ὁποῖος λαμβάνει 12,000 δραχμὰς ἐτησίως· αὐτὸς δύναται ἄριστα νὰ ἀντικατασταθῇ ὑπὸ τῶν κατωτέρω σημειουμένων πέντε ἀλλοδαπῶν τεχνιτῶν. Ἐκ τῶν 30 τεχνιτῶν ά τάξεως ἐνομίσαμεν πρέπον ν’ ἀφαιρέσωμεν τοὺς 16, ἐκ τῶν 24 δευτέρας τάξεως τοὺς 10, ἐκ τῶν 24 τῆς τρίτης τάξεως τοὺς 10 καὶ ἐκ τῶν 15 τῆς τετάρτης τοὺς 5. Φρονοῦμεν πεποιθότως, ὅτι ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἀφίνομεν, εἶναι ἐπαρκής· ἀλλ’ ἂν τυχὸν δὲν ἐπαρκέσωσι, δύνανται νὰ προσλάβωσι τεχνίτας ἐπὶ ἡμερομισθίῳ. Οὕτως οἰκονομοῦμεν 60,000 δραχμῶν, ἐὰν ἐπαρκέσωσιν· ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ἐπαρκέσωσι, πάλιν οἰκονομοῦμεν μέρος τοῦ ποσοῦ, διότι ἡ ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ ἐργασία τῶν τεχνιτῶν ὑποθάλπει τὴν ὀκνηρίαν. Ἄρθρον 7. Προτείνομεν ἐλάττωσιν 4,800 δραχμῶν, διαγράφοντες τὸν ἀνθυποφαρμακοποιὸν, ἕνα τῶν δύω ἀνθυπιάτρων καὶ δύω ἐκ τῶν ἕξ νοσοκόμων. Ἄρθρον 8 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου. Πίναξ τοῦ προσωπικοῦ τῆς λιμενικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 προσδιώριζε τὸ ποσὸν εἰς 141,000· ταύτας περιώρισεν ἡ κατόπιν Κυβέρνησις εἰς 140,000, ἤδη δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου ἀνεβίβασεν εἰς 176,000· ἡμεῖς προτείνομεν τὸν περιορισμὸν μόνον εἰς 157,160. Ἔρχομαι δὲ εἰς λεπτομερείας. Λιμεναρχεῖον Σύρου. Ἐν αὐτῷ ὑπάρχουσι πλωτάρχης φροντιστής, τρεῖς βοηθοὶ καὶ ὑπολογιστής· δύναται ἑπομένως νὰ ἀφαιρεθῇ εἷς βοηθὸς ά τάξεως, καὶ ἐκ τούτου ἐπέρχεται οἰκονομία 1,440 δραχμῶν.
§21ΚΡΙΕΖΗΣ. Αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας προτείνετε, στηρίζονται εἰς τὸν Νόμον;
§22ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Βεβαίως στηρίζονται.
§23ΚΡΙΕΖΗΣ. Ὄχι· διότι ὑπάρχουν Ὀργανισμοὶ περὶ Λιμεναρχείων, οἱ ὁποῖοι ὁρίζουν τὸ προσωπικόν· ἂν σεῖς νομίζετε, ὅτι μὲ μίαν κονδυλιὰν ἠμπορεῖτε ν’ ἀφαιρέσητε τὸ προσωπικόν, εἶσθε ἐλεύθερος, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις στηρίζεται εἰς τὸν Νόμον.
§24ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὁ Νόμος δὲν ὑποχρεοῖ ποτὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατηρῇ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, ἑπομένως δύναται νὰ καταστήσῃ ἀργὴν τὴν θέσιν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος εἶναι ἰσόβιος δυνάμει τοῦ Νόμου. Λοιπόν, ἐκ τοῦ Λιμεναρχείου Κερκύρας ἀφαιροῦμεν ἐπίσης ἕνα λογιστήν. Ἐκ τοῦ Λιμεναρχείου Πατρῶν ἀφαιροῦμεν ἐπίσης ἕνα βοηθόν· ἐν Ὕδρᾳ ἐπίσης περιττεύει εἷς βοηθὸς δευτέρας τάξεως, ἐπίσης ἐν Σπέτσαις, ἐν Ἀργοστολίῳ, ἐν Θήρᾳ καὶ ἐν Γαλαξειδίῳ. Ἐν Ἀλιβερίῳ νομίζομεν, ὅτι περιττεύει ὁ ὑπολογιστής, διότι ἐπαρκεῖ ὁ ἐπιστάτης· ἐν Ναυπλίῳ καὶ ἐν Ζαγορᾷ περιττὸς ἐπίσης ὁ ὑπολογιστὴς, ἀρκοῦντος τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ. Ὡσαύτως καὶ ἐν ταῖς ἐπιστασίαις Κυλλήνης καὶ Ἀκτίου, ἐπίσης ἐν τῇ ἐπιστασίᾳ Βοκιοῦ. Περιττὸν ὡσαύτως τυγχάνει τὸ πολυπληθὲς προσωπικὸν τῶν ναυτῶν. Ἐκ τῶν ὀκτὼ ἐν Πειραιεῖ ναυτῶν ἀρκοῦσιν οἱ 4, ἐκ τῶν 6 ἐν Πάτραις οἱ δύω, ἐκ τῶν δύω ἐν Ἀλιβερίῳ καὶ ἐν Ζαγορᾷ ὁ εἷς· ἐξ οὗ ἐπέρχεται οἰκονομία δραχμῶν 3,840. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ κεφάλαιον Αʹ, ἄρθρον 10, τὸ ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Πληρώματα τῶν Βασιλικῶν πλοίων». Ἀφαιροῦμεν 280,000, καὶ τοῦτο συμβαίνει, διότι φρονοῦμεν, ὅτι τινὰ ἐκ τῶν πλοίων τῶν ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ, ὡς αἱ ἀτμοβάριδες, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὦσιν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ δύνανται νὰ τεθῶσιν ἐν ἐφεδρείᾳ, καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἕξ ἀτμοημιολιῶν Παράλου, Ἀφροέσσης, Σαλαμινίας, Σύρου, Πληξαύρας καὶ Ναυπλίου, τέσσαρες μόνον δύνανται νὰ εὑρίσκωνται ἐν ἐνεργείᾳ, διότι δυστυχῶς εἶναι πολὺ ἀρχαῖαι καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην ἀλλεπαλλήλου ἐπισκευῆς. Ἐκ τῆς εἰς ἐφεδρείαν κατατάξεως τῶν ἀτμοβαρίδων καὶ ἐκ τῆς καταλληλοτέρας τοποθετήσεως τῶν πληρωμάτων, συμφώνως πρὸς τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τῶν ναυτικῶν κανονισμῶν, καθ’ ἃ ὁ ἀριθμὸς τῶν πληρωμάτων καὶ ἡ δύναμις τῶν πλοίων ὁρίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τοῦ εἴδους τῶν πυροβόλων ἢ τῇ τῆς ἱστιοφορίας τοῦ πλοίου, ἢ ἀμφοτέρων, προέρχεται ἡ προτεινομένη οἰκονομία, μικροτέρα τῆς κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὸ 1880. Τότε ὁ ἀτμοδρόμων Ἑλλὰς εἶχε προσωπικὸν 218 ἄνδρας, σήμερον ἔχει 290. Τὸ καταδρομικὸν Ναύαρχος Μιαούλης εἶχε προσωπικὸν 204 καὶ ἔχει σήμερον 290· ἡ ἀτμοημιολία Πάραλος εἶχε 47 καὶ σήμερον 62 καὶ οὕτω καθεξῆς· εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρωμεν περιπλέον· φαίνεται καθαρῶς καὶ σαφῶς, ὅτι εἶναι ηὐξημένον σπαταλώτατα τὸ προσωπικὸν καὶ δύναται νὰ ἐλαττωθῇ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου,—ἄρθρον 11,—Σχολὴ τῶν Ναυκλάστρων. Εἷς Διευθυντὴς καὶ δύω ὑποδιευθυνταί. Νομίζομεν, ὅτι περιττεύει ἐκ τῶν δύω εἷς· ἐπίσης ἐκ τῶν ἀλλοδαπῶν τεχνιτῶν ἐφαρμοστῶν, νομίζομεν, περιττεύει ὁ εἷς, ἐκ τῶν τριῶν κελευστῶν οἱ δύω, ἐκ τῶν 8 διόπων οἱ δύω, ἐκ τῶν 10 ναυτῶν πρώτης τάξεως οἱ 5, ἐκ τῶν 15 τῆς δευτέρας ἕτεροι 5 καὶ ἐκ τῶν 15 τῆς τρίτης τάξεως οἱ 5. Ἐκ τούτου προέρχεται οἰκονομία 28,344 δραχμῶν. Συνεπείᾳ τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ὑπεδείξαμεν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ, ἐπέρχεται μείωσις τῆς πιστώσεως διὰ τὸν ἱματισμὸν καὶ διὰ τὴν τροφήν. Ἡμεῖς λοιπὸν προτείνομεν ἐπὶ μὲν τοῦ ἄρθρου 1, Κεφ. 2 οἰκονομίαν 15,000, ἐπὶ δὲ τοῦ ἄρθρου 2 ἀφαιροῦμεν 135,000. Κεφάλαιον 2, ἄρθρον 3. Περιορίζεται τὸ ποσὸν πρὸς συντήρησιν τῶν πλοίων καὶ ἀγορὰν ὑλικοῦ, διότι νομίζομεν, ὅτι ὅ,τι ζητεῖται εἶναι πολὺ, πάμπολυ δὲ παραβαλλόμενον πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, ἑπομένως ἀφαιροῦμεν 225,000 δραχμῶν, καὶ ὑπολείπεται πίστωσις 450,000. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ 2 Κεφαλαίου θεωροῦμεν περιττὸν τὸ ποσὸν τῶν γαιανθράκων, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον νομίζομεν, ὅτι τὰ πλοῖα, τὰ χρησιμεύοντα διὰ τὴν Σχολὴν, δὲν πρέπει νὰ ὦσιν ἐπὶ ἀτμοῦ, καὶ περιορίζομεν τὸ ποσὸν εἰς 110,000, οἵτινες ἐπαρκοῦσι διὰ τὴν ἀγορὰν 3,000 τόννων. Σημειωτέον, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 18 0 εἶχε πολὺ πλέον περιορίσει τὸ ποσὸν. Ἐπίσης ἀφαιροῦμεν ἐκ τοῦ ἄρθρου 7, Κεφαλ. 2, 25,000 δραχμῶν ἐκ τοῦ προωρισμένου ποσοῦ δι’ ἡμερομίσθια ἐκτάκτων τεχνιτῶν διὰ τὰς ἐπισκευὰς τῶν Βασιλικῶν πλοίων, καὶ ὑπολείπονται ἕτεραι 25,000, διότι θεωροῦμεν περιττὸν νὰ δίδωμεν τοσαῦτα ἡμερομίσθια εἰς ἐκτάκτους τεχνίτας. Σημειωτέον, ὅτι κατὰ τὸ 1880 εἶχον προταθῆ μόνον 15. Ἐν Κεφαλαίῳ 5, ἄρθρῳ 1, εἰς ὃ ἤδη μεταβαίνω, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, ἐζητοῦντο 20 χιλιάδες, αἵτινες περιωρίσθησαν διὰ τῆς δηλώσεως τοῦ κατόπιν ἐλθόντος Ὑπουργείου εἰς 10 χιλιάδας. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 ζητεῖ 50,000, ἡμεῖς ἀφαιροῦμεν 35,000, καὶ μένουσι 15,000, αἵτινες νομίζομεν, ὅτι ἀρκοῦσι διὰ συντήρησιν τῶν καταστημάτων. Θεωροῦμεν δὲ περιττὴν τὴν ἐπισκευὴν καὶ διακόσμησιν τοῦ καταστήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι δὲν τὴν θεωροῦμεν ἐπείγουσαν. Ἐρχόμεθα εἰς τὰς διαγεγραμμένας χρήσεις, Κεφ. 9. Ὅ,τι γινώσκομεν ἡμεῖς μέχρι τοῦδε, εἶναι ὅτι ὁ κ. Σπάρταλης εἶχεν ἀξιώσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ τὸ Δημόσιον ἀξιώσεις κατὰ τοῦ κ. Σπάρταλη. Ἐπιφυλαττόμεθα, ἅμα λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, ν’ ἀποφανθῶμεν. Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων ἐν ταῖς προτέραις συνεδριάσεσιν ὑπὸ τῶν φίλων συναδέλφων καὶ ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει ὑπ’ ἐμοῦ προκύπτει, ὅτι ἐπηνέχθησαν ὑπὲρ τὰ 6,000,000 οἰκονομίαι ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι βεβαίως πολὺ μικρότερον ἐκείνου, ὅπερ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν Ὀργανικῶν Νόμων. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν, προχείρως τρόπον τινὰ καταρτισθὲν, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀναγκαῖος χρόνος πρὸς σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν Νομοσχεδίων, ἅτινα μόνον παρὰ Κυβερνήσεως ὑποβαλλόμενα δύνανται νὰ τύχωσι τῆς νομοθετικῆς ἐπιψηφίσεως, εἶναι ἐπαρκές. Ἀλλὰ νομίζω προσέτι, ὅτι δὲν πρέπει τὸ ἐπίλοιπον ἀμέσως τοῦ ποσοῦ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὰ κατασκευασθέντα ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως καὶ εἰσαχθέντα φορολογικὰ Νομοσχέδια. Καὶ πρῶτον νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ σπουδαῖον ποσὸν ἐσόδων ἐκ τῆς εἰλικρινοῦς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων. Ἐγὼ ὑπεστήριξα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πέρυσι, καὶ ἀπεδέχθησαν πάντες σχεδὸν οἱ συνάδελφοι, ἐκτὸς ἐλαχίστων, τὴν γνώμην τῆς ἐκμισθώσεως τῶν Τελωνείων· ὑπεστήριξα τὴν ἀνάθεσιν τῆς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων εἴς τινα Ἑταιρίαν ἰδιωτικὴν ἢ Τράπεζαν· ὑπεστήριξα τὴν ἐκμίσθωσιν τῶν ἁλυκῶν, καὶ αἱ ἰδέαι αὐταὶ ἐγένοντο δεκταὶ, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι διατεθειμένη ἡ ἀντιπολίτευσις σύμπασα ν’ ἀποδεχθῇ τὰς ἰδέας ταύτας ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἴσως μάλιστα ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ ἀποκρούοντες τὰς ἰδέας ταύτας. Νομίζω ὅμως, ὅτι δύναται νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐξασφάλισις, μέχρι τινὸς σημείου τοὐλάχιστον, τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τῶν φόρων, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ ἐπέλθῃ μεγάλη αὔξησις εἰσοδημάτων, ἂν ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς καταρτίσεως τοῦ προσήκοντος προσωπικοῦ καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ὑπαλλήλων τῶν ταμιακῶν καὶ τῶν τελωνιακῶν διὰ τοῦ προσήκοντος νομοθετήματος καὶ ἂν συγχρόνως ὁρισθῇ μείζων εὐθύνη τῶν ταμιακῶν ὑπαλλήλων. Ἄλλοτε εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. Σωτηρόπουλος Νομοσχέδιον ἄριστον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπερ τότε εἶχεν ἐγκρίνει ὁ κ. Καλλιγᾶ, ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῆς, διὰ τοῦ ὁποίου τῳόντι ἐπεβάλλετο σπουδαιοτέρα εὐθύνη εἰς τοὺς Ταμίας, εἰς ἐξασφάλισιν τῆς ταχείας ἐνεργείας καὶ τῆς λογοδοσίας αὐτῶν, καὶ συγχρόνως ἐπεβάλλετο εὐθύνη καὶ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ ποιναί· ὥστε ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλισθῇ πολὺ πλέον ἡ εἴσπραξις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν ὑπολειπομένων ἑκατομμυρίων νὰ ῥίψωμεν εἰς βάρος τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, οὐχὶ διότι δὲν θέλω ἢ δὲν θέλομεν ἰσοζύγιον, ἐξ ἐναντίας μάλιστα, νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ διότι φρονοῦμεν, ὅτι, ἐὰν ληφθῶσι τὰ προσήκοντα μέτρα, θέλουσιν εἰσπράττεσθαι πολὺ πλείονα ἢ ὅσα σήμερον. Διμηνία ἢ τριμηνία ἴσως παρῆλθεν, ἀφ’ ἧς ἀνέγνων εἰς τὰς Γαλλικὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἰδίως οἱ σπουδαιότεροι τῶν οἰκονομολόγων τῆς Γαλλίας, ὁ Λέων Σαίη καὶ ὁ Leroy Beaulieu ὑπεστήριξαν, ὅτι δύναται καὶ ἡ Γαλλία νὰ διαδράμῃ σπουδαῖον οἰκονομικὸν κίνδυνον καὶ νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἐκεῖ κακὴ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἂν δὲν ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, διότι δυστυχῶς καὶ ἐκεῖ, καθὼς παρατηρεῖ ὁ Λέων Σαίη ἰδίως, ἐπήνεγκε τὸ Δημοκρατικὸν Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα τὴν ἀταξίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπέφερε καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Ἰσπανίᾳ, διότι δυστυχῶς ἀφέθη αὐτὸ τὸ Πολίτευμα ἄνευ τῶν ἄλλων ἀναγκαίων ὅρων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ συνοδεύωσι τὸ Πολίτευμα αὐτό. Καὶ φρονεῖ, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελον ληφθῆ μέτρα σπουδαῖα περὶ τῆς δεούσης ἐξασφαλίσεως, ἠδύναντο νὰ εἰσπραχθῶσι σπουδαιότατα ποσά. Μετὰ τοῦτο νομίζω ἐπίσης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους κατὰ τὰ ὑποβληθέντα Νομοσχέδια, ἀποδεχόμενοι ἐντελῶς αὐτὰ, πρὶν ἢ ἐπιβάλωμεν ὁπωσδήποτε φόρους καὶ εἰς ἄλλα εἴδη· πρέπει λόγου χάριν νὰ μεταβάλωμεν ἐν μέρει τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν ἐκείνας τὰς τάξεις, ἐκεῖνα τὰ ἐπαγγέλματα, ἐκείνους τοὺς πολίτας, οἵτινες κερδαίνουσι πολλὰ, νὰ καταβάλλωσι πολὺ πλείονα τῶν νῦν καταβαλλομένων. Νομίζω ἐπίσης, ὅτι πρέπει ἐν τῇ φορολογίᾳ τῶν οἰκοδομῶν νὰ καταβάλλωσι πολὺ ἀνώτερον φόρον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύεται, ὅτι ἔχουσι μεγάλην περιουσίαν εἰς οἰκοδομὰς, τὰς ὁποίας κατοικοῦσιν αὐτοὶ προσωπικῶς. Νομίζω ἐπίσης, ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῶσι καὶ τὰ κινητὰ κεφάλαια. Σήμερον δὲν ὑπάρχει σχεδὸν Ἐπικράτεια, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν φορολογοῦνται· ἐν Βάδῃ, ἐν Πρωσσίᾳ, ἐν Αὐστρίᾳ, ἐν Ἀμερικῇ ὑπάρχει ἡ φορολογία τῶν κινητῶν κεφαλαίων· ἐν Ἑλβετίᾳ ἐπίσης· ἐκεῖ μάλιστα ὑπὸ τὸν τύπον προοδευτικῆς φορολογίας· διεῤῥυθμίσθη δ’ ἐπὶ τὸ τελειότερον ἐν Ἰταλίᾳ, ἔνθα ἰσχύει ἀπὸ τοῦ 1868. Βεβαίως ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀντιγράψωμεν οἱονδήποτε ἐκ τῶν Νόμων ἐκείνων, διότι φρονῶ, ὅτι οἱ Νόμοι δέον νὰ κατασκευάζωνται ἀναλόγως τῶν ἠθῶν, τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς καταστάσεως τῶν διαφόρων κοινωνιῶν· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὥστε καὶ τὰ κεφάλαια τὰ κινητὰ νὰ ὑπάγωνται ἐφεξῆς εἰς φορολογίαν. Γίνονται πλεῖστα ὅσα δάνεια, καὶ ἐκ τῶν δανείων αὐτῶν κερδαίνουσι πολλὰ οἱ δανεισταὶ καὶ πολλάκις αἰσχροκερδῶς. Πρέπει λοιπὸν νὰ φροντίσωμεν, ὥστε νὰ ὑποβάλλωνται καὶ αὐτὰ εἰς φορολογίαν, φορολογίαν ἀξίαν ἐν μέρει τοὐλάχιστον τῶν εἰσοδημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσιν. Ἄλλοτε ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει νὰ φορολογῆται μόνον ἡ γῆ, διότι ὑπετίθετο, ὅτι μόνον ἡ γῆ εἶναι παραγωγός· τοιαύτη ἰδέα ὑπῆρχεν ἐν ἀρχαιοτέροις χρόνοις, ὁπότε δὲν εἶχεν ἔτι ἀναπτυχθῆ ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη· κατόπιν ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι σπουδαῖος παράγων παραγωγῆς εἶναι καὶ ἡ βιομηχανία, καὶ μετὰ ταῦτα ἀπεδείχθη, ὅτι ἔτι σπουδαιότερος παράγων εἶναι τὰ κεφάλαια, καὶ τοῦτο ὑπεστήριξε δι’ ἰσχυροτάτων ἐπιχειρημάτων διακεκριμένος οἰκονομολόγος, ὁ Μενιὲ, ὅστις συγχρόνως ἦτο καὶ διευθυντὴς καταστήματος βιομηχανικοῦ μεγάλου, ὑπεστήριξε δ’ οὗτος, ὅτι πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία εἰς τὰ κινητὰ κεφάλαια. Δὲν νομίζω βεβαίως, ὅτι πρέπει μονομερῶς τρόπον τινὰ ἢ κυρίως νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἀλλὰ πρέπει, φρονῶ, καὶ οἱ ἔχοντες κινητὰ κεφάλαια νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φορολογίαν. Μετὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιβάλλωμεν καὶ νέους φόρους, τροποποιοῦντες καὶ βελτιοῦντες τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ἀποβλέποντες εἰς τὸ ἰσοζύγιον· διότι καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τοῦ ἰσοζυγίου πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, ἐξ ἧς θὰ ἀποῤῥεύσῃ ἡ ἀνάπτυξις καὶ τὸ μεγαλεῖον αὐτῆς.
§25Α. ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μετὰ τριῶν μηνῶν μελέτην ηὐδόκησεν ἐπὶ τέλους ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἀπὸ τεσσάρων ἤδη ἡμερῶν ἀκούομεν αὐτὴν προχέουσαν τὰ ἄφθονα προϊόντα τῆς ἐργασίας της. Ἀλλ’ ἂν καὶ πρόκηται περὶ ζητήματος ἐξόχως πραγματικοῦ, ἐξόχως θετικοῦ, περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ σήμερον δὲν πρόκειται, ὅπως ὑποστηρίξῃ ἡ ἀντιπολίτευσις ἰδίαν γενικὴν πολιτικὴν, εἴτε ἐσωτερικὴν, εἴτε ἐξωτερικὴν, σχετιζομένην πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν, οὐχ ἧττον εἴδομεν τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος περίσσειαν λόγων ἐκφωνοῦντας καὶ συγκαταμιγνύοντας ποικίλην καὶ ἀλλοτρίαν τῷ θέματι ὕλην. Ἡ περίσσεια αὕτη τῶν λόγων δὲν προέρχεται, ὡς συνήθως, ἐξ ἁπλῆς ἐπιδείξεως, ἢ ἐξ ἰδιοφυΐας τῶν λαλούντων, ἰδιοφυΐας, ἥτις ὑποχρεοῖ αὐτοὺς νὰ λέγωσι πολλὰ ἐκεῖ, ὅπου ἠδύναντο νὰ εἴπωσιν ὀλίγα· ἡ περίσσεια αὕτη τῶν λόγων ἔχει αἰτίας πραγματικάς. Ἡ ἀντιπολίτευσις, ὡς εἶναι γνωστὸν, σύγκειται ἐκ πολλῶν καὶ ποικίλων στοιχείων, δυναμένων νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύω οὐσιωδῶς κεχωρισμένας κατηγορίας, τὴν μὲν μίαν περιλαμβάνουσαν τοὺς ἔκπαλαι πολεμίους ἡμῶν, καὶ τὴν ἑτέραν τοὺς τέως ἡμῶν φίλους. Εἶχον οὗτοι ἀνάγκην, ὑπὸ τῆς συνειδήσεως αὑτῶν ἐπιβαλλομένην, συζητοῦντες τὸ Προϋπολογισμὸν, νὰ ὑποστηρίξωσι πρὸ πάντων, ὅτι, ἂν ἑδώλιον μετήλλαξαν, δὲν ἀντήλλαξαν ὅμως ἰδέας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς αἰτίας ταύτης, ἡ ἀντιπολίτευσις, ἂν καὶ ἐπὶ τριμηνίαν εἰργάσθη, ὡς εἰργάσθη, δὲν εἶχε πεποίθησιν περὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐνώπιον ἡμῶν· δὲν φρονεῖ, ὅτι τοῦτο ἔχει τὴν ἀξίαν, μὲ τὴν ὁποίαν θέλει νὰ τὸ περιβάλῃ· τὴν σπουδαιότητα δὲ ταύτην καὶ τὴν ἀξίαν θέλει νὰ προσθέσῃ διὰ τῆς περισσείας τῶν λόγων. Τούτων ἕνεκεν ἠκούσατε ἕνα μὲν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας προσπαθοῦντα ν’ ἀποδείξῃ δι’ ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ εὐφυΐα ἢ ἡ σαρκαστικὴ αὐτοῦ δεινότης τῷ παρεῖχον, ὅτι ἤλλαξε μὲν ἑδώλιον, ἀλλ’ οὐχὶ ἰδέας καὶ γνώμας· ἀλλ’ ἐνῷ μόνον αὐτὴν τὴν ἀνάγκην εἶχεν, ἐπέρχεται αὐτῷ ἑτέρα, ὅπως ὁμολογήσῃ νέαν πίστιν, καὶ νέαν πίστιν ὡμολόγησεν· ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη νὰ ὁμολογήσῃ πίστιν περὶ τοῦ παρόντος καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος· ἀπαρνούμενος ἑαυτὸν, ὡμολόγησε πίστιν ἀναδρομικῶς καὶ διὰ τὸ παρελθὸν, καὶ δι’ αὐτὸ ἠκούσατε αὐτὸν ἀνατρέχοντα εἰς ἐποχὴν παρωχημένην νὰ ῥαίνῃ μὲ ἄνθη ὀψιγενῆ γνωστὴν διπλωματικὴν ἐκστρατείαν, ἀντικαθιστῶν οὕτω τοὺς ἀπεξηραμένους στεφάνους, δι’ ὧν ἄλλοτε ἐστέφθη ἡ ἐκδρομὴ ἐκείνη. Ὅπως περιβληθῇ σπουδαιότητα ἡ ἐργασία τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἠκούσατε καὶ αὐτὸν τὸν συνάδελφον ἡμῶν καὶ τοὺς μετ’ αὐτὸν λαλήσαντας νὰ ἀναπτύξωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος θεωρίας περὶ φορολογίας ἐν γένει, περὶ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος καὶ περὶ μυρίων ἄλλων, χωρὶς περὶ οὐδενὸς ἐκ τούτων νὰ πρόκηται. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ παρακολουθήσωμεν εἰς μίμησιν τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν· θὰ ἀσχοληθῶμεν μόνον εἰς τὰ πράγματα, ἵνα ἀποδείξωμεν ποῦ ἔγκειται ἡ ἀλήθεια. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα εἰμὴ μετ’ εὐχαριστήσεως νὰ καταρξώμεθα τοῦ ἔργου τούτου, βλέποντες, ὅτι παλαίομεν ἐν πεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς ἀξιώσεις μας. Οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 20 ἔτη διῴκησαν τὸν Τόπον, δὲν ἠδυνήθησαν ἐκ τῆς μακρᾶς αὑτῶν πείρας νὰ φέρωσι μίαν κἂν γνώμην, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὑποδείξωσι τὴν βελτίωσιν τῶν ἀπὸ πολλοῦ εἰς οἰκτρὰν εὑρισκομένων κατάστασιν πραγμάτων τῆς Πατρίδος. Τὸ παρελθὸν αὑτῶν τὸ ἀπηρνήθησαν. Ἀγαθῇ τύχῃ· δεχόμεθα τὸν ἀγῶνα ἐν τῷ πεδίῳ τούτῳ, καὶ τὸν δεχόμεθα εὐχαρίστως, ὅσῳ ἡ διαγωγή των αὕτη μᾶς πείθει, ὅτι δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην τοῦ παρελθόντος, τὴν τόσον μὲν γόνιμον εἰς ἐξευτελισμοὺς καὶ οἰκονομικὰς συμφορὰς, τόσον δὲ ἄγονον πρὸς πᾶσαν δημιουργίαν τοῦ ἀγαθοῦ. Ἡ ἀντιπολίτευσις, λέγει, ἥρπασε τὴν σημαίαν ἡμῶν, τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐγκατελείψαμεν. Δὲν ἐγκαταλείπουσι τὴν σημαίαν αὑτῶν παλαίμαχοι ἀγωνισταὶ, οἵτινες ἐπὶ μακρὰ καὶ δυσχερῆ ἔτη ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτῆς ἠγωνίσθησαν· δὲν εἶναι τόσον ἄστοργοι πρὸς αὐτὴν, πρὸς τὰς ἰδέας των, πρὸς τὸν τόπον των, ἵνα μετὰ τὴν νίκην παραιτήσωσι τὸ σύμβολόν των. Δὲν εἶναι ἡμετέρα σημαία αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ἀναπεταννύετε· εἶναι ῥάκος, τὸ ὁποῖον ἐξύφανεν ἡ διαστροφὴ τῶν πραγμάτων, ἡ διαβολὴ καὶ ἡ δημοκοπία (Θόρυβος). Ἡ ἀντιπολίτευσις, προσπαθοῦσα νὰ καταδείξῃ τὰς γνώμας αὐτῆς κρείττονας τῶν ἡμετέρων, εἶχεν ἀνάγκην συγκρίσεως, διότι περὶ συγκρίσεως πρόκειται. Τίνα ὅρον συγκρίσεως ἐξελέξατο, ὅπως πρὸς ταῦτα παραβάλῃ τὰ μέτρα ἡμῶν; ἐξελέξατο τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον διετυπώσαμεν κατὰ τὸ 1880 καὶ ἐνῷ ἡ σήμερον ἀντιπολίτευσις καὶ τότε Κυβέρνησις ἐκόπτετο ἐναντίον τοῦ ἡμετέρου προγράμματος καὶ ἐκήρυττεν αὐτὸ ὀλέθριον εἰς τὸν Τόπον, σήμερον κόπτεται ὑπὲρ αὐτοῦ, προσποιουμένη, ὅτι ἔχει ἡμᾶς ἀντιπάλους. Πρόκειται λοιπὸν νὰ παραβάλω τὴν σημερινὴν πολιτείαν ἡμῶν πρὸς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, νὰ παραβάλω τὸν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν Προϋπολογισμὸν πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, ἐν τῷ ὁποίῳ εἶναι διατετυπωμέναι αἱ ἡμέτεραι γνῶμαι, καὶ τοῦτο πράττων νὰ δείξω ἂν δύναταί τις εὐπροσώπως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι καὶ κατ’ ἐλάχιστον μετηλλάξαμεν ἰδέας· προκαλῶ δὲ πάντα νὰ ἔλθῃ μετ’ ἐμὲ καὶ νὰ εἴπῃ ἂν οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους θὰ ἀναφέρω, δὲν ἦναι ἀκριβεῖς. Σκοπῶν νὰ ἐξετάσω λεπτομερείας, ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλω κουράσει τὴν Βουλὴν, διότι ἐξέλεξα τοιαῦτα σημεῖα, τὰ ὁποῖα, ἀνακοινούμενα, φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ σᾶς φέρωσι νάρκην. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Κατὰ τὸ 1880 ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀνέγραφε πιστώσεις ἐν ὅλῳ 1,504,096 δραχμῶν, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς, ὁ ὑποβεβλημένος ὑμῖν, περιλαμβάνει πιστώσεις ἐν συνόλῳ 2,436,947 δραχμάς· ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύω εἶναι 932,851 δραχμαί. Πόθεν προέρχεται ἡ διαφορὰ αὕτη ἡ ἐπὶ πλέον; Προβαίνω κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα εἰς τὴν παραβολήν. Ἐν τῷ Κεφαλαίῳ Αʹ, ἄρθρῳ 2 ὑπάρχει πίστωσις διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Προξενείων, καὶ αὔξησις πιστώσεως ἕνεκεν προβιβασμοῦ ἑνὸς Ὑπουργικοῦ Γραμματέως. Καὶ ἡ μὲν πρώτη ἀνάγεται εἰς τὸν νέον Προξενικὸν Νόμον, τὸν ψηφισθέντα τῷ 1877, ἡ δὲ προσθήκη τῶν 600 δραχμῶν, ἕνεκα προβιβασμοῦ, ἐγένετο παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2ῳ ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον ἐκ 4,000 δραχμῶν, διότι τὰ γραφικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου ἀπὸ 16,000 ἀνεβιβάσθησαν ἐφέτος εἰς 20,000. Τρίτη διαφορὰ εἶναι ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3ῳ τῶν παρασήμων, τῶν ὁποίων ἡ πίστωσις ἀπὸ 15,000 ἀνῆλθεν εἰς 30,000. Περὶ τούτου ὄντος τοῦ λόγου, ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Ἀνέκαθεν εἰς πάσας τὰς συζητήσεις τῶν κατὰ καιροὺς Προϋπολογισμῶν, εἰς ἃς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρευρεθῶ, ἐλάμβανον τὴν πρωτοβουλίαν νὰ προτείνω τὴν ἐντελῆ ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως ταύτης, διότι κατ’ ἀρχὴν πρεσβεύω, ὅτι τὰ παράσημα πρέπει νὰ καταργηθῶσι· τὴν θεωρητικὴν ὅμως ταύτην γνώμην μου δὲν προέβαλον, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ ἂν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἦτο ὑπὲρ αὐτῆς, διότι κατὰ τὸν θεμελιώδη ἡμῶν Νόμον εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ ἀπονομὴ τῶν παρασήμων ὡς μία τῶν προνομιῶν τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ προέβαλον τοῦτο, ὅπως σχηματισθῇ νομολογία τις τῶν κατὰ καιροὺς Βουλῶν, ὥστε, ἂν ἐν τῷ μέλλοντι καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, νὰ ὑπάρχῃ βάσις τις, ὅπως ὑποστηριχθῇ ἡ ἐντελὴς κατάργησις τῶν παρασήμων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοιαύτην γνώμην ἔχω, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης· ὀφείλω ὅμως νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, διότι δυστυχῶς οἱ περὶ τούτου ἀπὸ τοῦ βήματος λαλήσαντες ἀγνοοῦσι ποῦ δαπανᾶται ἡ πίστωσις αὕτη· ἀγνοοῦσιν, ὅτι εἰς παράσημα ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ διδόμενα δὲν δαπανᾶται ποτὲ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 2,000 δραχμῶν. Ἂν δὲ δὲν πλανῶμαι, πάντες οἱ λαλήσαντες κατὰ τῶν παρασήμων ἐλάλησαν, ὅπως περιορίσωσι τὴν ἀπονομὴν αὐτῶν εἰς ὑπηκόους Ἕλληνας. Οὐδεὶς νομίζω ἐξ αὐτῶν διενοήθη ποτὲ νὰ περιορίσῃ τὴν ἀπονομὴν παρασήμων εἰς ξένους. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3ῳ ὑπάρχει αὔξησις 5,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο δαπανᾶται χάριν τῶν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν πεμπομένων ἐπιστολῶν καὶ τηλεγραφημάτων· νομίζω, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις πρὸ πάντων, ἢ τοὐλάχιστον τινὰ τῶν μελῶν αὐτῆς, δυσκόλως θὰ παραδεχθῶσι τὴν ἐλάττωσιν, διότι δὲν πιστεύω νὰ φρονῶσιν, ὅτι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὰ μακρότερα τηλεγραφήματα ἀποστέλλει καὶ τὰς ἐκτενεστέρας ἐπιστολάς. Ἐν τῷ Κεφαλαίῳ Βʹ, ἄρθρῳ 1ῳ ὑπάρχει διαφορὰ 59,600, προερχομένη τὸ μὲν ἕνεκα τοῦ Προξενικοῦ Νόμου, τὸ δὲ ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῆς ἐπιχορηγήσεως εἰς τὸν Πρέσβυν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κατὰ τὸν Νόμον. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2ῳ ὑπάρχει διαφορὰ ἐπίσης 4,000 δραχμῶν, ἐν τῷ ἄρθρῳ 3ῳ 500 δραχμῶν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ δὲ 1ῳ τοῦ Κεφαλαίου Γʹ. ὑπάρχει ἡ μεγάλη διαφορὰ ἐκ 388,700, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Προξενικοῦ Νόμου. Ἐπίσης ἐν τοῖς ἄρθροις 2, 3 καὶ 4 αἱ αὐξήσεις ἐκ δραχμῶν 96,441 ἐν ὅλῳ προέρχονται ἐκ τοῦ Προξενικοῦ Νόμου. Ἐν τῷ Κεφαλαίῳ Δʹ ἄρθρῳ 1ῳ ὑπάρχει αὔξησις κατὰ 5,000 δραχμὰς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ δαπάνης οὐχὶ ὁριστικῶς δαπανηθησομένης, ἀλλ’ ἀποληπτέας· πρόκειται περὶ τῆς δαπάνης, ἣν προκαταβάλλει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, χάριν ἐπιδόσεως δικαστικῶν ἐγγράφων ὑπὸ τῶν Προξενικῶν Ἀρχῶν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3ῳ ἀναγράφεται πίστωσις 50,000· μὴ ὑπάρχουσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1880, ἀλλ’ ἡ πίστωσις αὕτη θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἐπὶ τῶν βακουφίων Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 9 τῆς Συμβάσεως ἀπὸ 20 Ἰουνίου 1881, κατηρτίσθη.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ἐγένετο χρῆσις;
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καθόλου.
§28ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐλησμόνησα νὰ προτάξω τῶν ἄνω εἰρημένων, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ πιστώσεως μεταξὺ τοῦ 1880 καὶ 1883, ἡ τῶν ἀπροβλέπτων λεγομένων δαπανῶν, κατὰ 250,000· τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν τῆς πιστώσεως τὸν γινώσκετε πάντες. Ἐν τῷ Κεφαλαίῳ ΣΤʹ «ἀποστολαὶ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν» ὑπάρχει διαφορὰ δραχμῶν 50,000, προερχομένων ἐκ τοῦ Νόμου. Τὸ σύνολον λοιπὸν,—καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν εἰς τοῦτο νὰ προσέξῃ—τῶν ἐπὶ πλέον πιστώσεων, τῶν ἐφέτος αἰτουμένων, ὡς εἶπον, ἀνέρχεται εἰς 922,851. Ἀλλ’ ὅσα ζητοῦνται χάριν τοῦ Προξενικοῦ Νόμου ἀνέρχονται εἰς 554,554, ὅσα δὲ ἐπὶ πλέον λόγῳ τῶν ἀπροβλέπτων δαπανῶν εἰς 250,000, ὅσα χάριν τῆς Συμβάσεως τῆς 30 Ἰανουαρίου 1881 εἰς 50,000, καὶ ὅσα ἐπὶ πλέον δι’ ἀποστολὰς εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν, κατὰ τὸν Νόμον, εἰς 50,000. Ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν πιστώσεων τούτων πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως γείνῃ πραγματικὴ καὶ οὐχὶ εἰκονικὴ σύγκρισις τούτου πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880. Ἂν ὅμως τὰ ποσὰ ταῦτα ἀφαιρεθῶσι, ποῖον εἶναι τὸ ὑπόλοιπον; 28,000 π. δραχμαί. Αὐτὸ εἶναι τὸ ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον κόπτεται σήμερον ἡ ἀντιπολίτευσις, κατηγοροῦσα ἡμᾶς, ὅτι ἐξαντλοῦμεν τὸν ἱδρῶτα τοῦ λαοῦ! Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι αἱ 28,000 εἶναι πραγματικὴ αὔξησις; ὄχι. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Προξενικοῦ Νόμου προεκάλεσε πλείονας δαπάνας ἐν αὐτῇ τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, ηὔξησε τὰς ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου. Δύναταί τις ἴσως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Προξενικοῦ Νόμου ἐπήνεγκεν αὐτὴν τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, καὶ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, προνοοῦσα ἀπὸ πέρυσι, νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Θὰ ἦτο ἀληθὴς ὁ τοιοῦτος ἰσχυρισμός; ὄχι· διότι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου τούτου θὰ δαπανήσῃ μὲν τὸ Κράτος 559,000, ἀλλ’ ἐπίσης θὰ εἰσπράξῃ 795,000. Καὶ δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἡ μεταξὺ τῶν δαπανῶν καὶ τῶν εἰσπράξεων διαφορὰ εἶναι εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου ὁλόκληρος· ὄχι· διότι, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 ἐσημειοῦτο ὡς εἰσπρακτέον ποσὸν ἐκ Προξενικῶν τελῶν δραχμ. 250,000. Ἂν λοιπὸν ἀφαιρέσητε καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, μένει, ὅτι χάριν τοῦ νέου Προξενικοῦ Νόμου δὲν θὰ δαπανήσῃ τὸ Κράτος ἐπὶ πλέον ἢ περὶ τὰς 10,000 δρ. καὶ ἂν προσθέσωμεν τὰς 10,000 ταύτας εἰς τὰς 28,000, ἐξακριβοῦμεν τὴν διαφορὰν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν εὑρισκομένου, πρὸς τὸν τοῦ 1880, ὡς ἀνερχομένην εἰς 38,000. Αὕτη εἶναι ἡ ἀσωτεία, δι’ ἣν κατηγοροῦσιν ἡμᾶς, αὐτὴ εἶναι ἡ σπατάλη! Μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 περιελάμβανε πιστώσεις, ἀνερχομένας ἐν ὅλῳ εἰς δραχμὰς 3,010,974, ὁ δὲ τοῦ 1883 περιλαμβάνει 3,981,088· ἡ διαφορὰ εἶναι 980,114. Ἵνα μὴ ἀκολουθήσω τὴν κατὰ Κεφάλαια καὶ ἄρθρα σύγκρισιν τῶν πιστώσεων τῶν δύω Προϋπολογισμῶν, δι’ ὀλίγων λέξεων θὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦτο, ὅτι, ἂν ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῶν πιστώσεων τούτων τὸ ποσὸν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν συγκρότησιν τῶν Δικαστηρίων ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, Ἐφετείου, Πρωτοδικείων, καὶ Εἰρηνοδικείων, ἂν ἀφαιρεθῇ ἡ αὔξησις τῶν πιστώσεων λόγῳ τῆς ἀπαραιτήτου προσθήκης τριῶν Ἀρειοπαγιτῶν, ἂν ἀφαιρεθῇ ἡ διαφορὰ τῶν πιστώσεων, λόγῳ τῆς αὐξήσεως Εἰρηνοδικείων, συστηθέντων τῇ προτάσει τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν εἰς μέρη, ὅπου ἦτο ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ συσταθῶσιν, ἐὰν ἀφαιρεθῇ ἡ διαφορὰ, λόγῳ τοῦ σωτηρίου μέτρου τῆς καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων τῆς δʹ τάξεως καὶ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν εἰς γʹ, ἐὰν ἀφαιρεθῇ ἡ διαφορὰ τῶν πιστώσεων, τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν σύστασιν τῶν Πταισματοδικείων, θὰ εὕρητε, ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 καὶ τοῦ 1883 ἐξισοῦται μὲ τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς τῆς μισθοδοσίας τῶν γραφέων, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν ἀρχειοφύλακες εἰς τὰ διάφορα Δικαστήρια. Διὰ δὲ τῆς αὐξήσεως ταύτης τί σκοπεῖται; ἡ αὔξησις τῆς συναλλαγῆς; ἡ δημιουργία θέσεων, ὅπως συγκρατηθῇ ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία, μὲ ὅλα ὅσα καταμαρτυρεῖτε, ἐλαττοῦται; οὐχί· πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῇ ἀπαίτησις τῆς ὑπηρεσίας, πρὸ πολλοῦ χρόνου ἐπιμόνως ζητουμένη ὑφ’ ὅλων τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους, πρὸς τακτοποίησιν τῶν Δικαστικῶν Ἀρχείων καὶ τῆς ἐπ’ ὀλίγον βελτιώσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, περὶ τῆς ὁποίας δύνανται νὰ μαρτυρήσωσιν οἱ Δικηγόροι, καὶ οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ οἱ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις, οἱ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀνήκοντες. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι τὰ δύω ταῦτα Ὑπουργεῖα, περὶ ὧν λόγον ἐποιησάμην, δὲν εἶναι τὰ περιλαμβάνοντα τὰς μείζονας πιστώσεις, οὐδὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας αὐξάνουσα ἡ Κυβέρνησις, δύναται νὰ πορισθῇ πολιτικὴν ὠφέλειαν· διὸ κρίνω ἀπαραίτητον νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ σύγκρισιν τοῦ σπουδαιοτάτου τῶν πολιτικῶν λεγομένων Ὑπουργείων, τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ παρέχουσά μοι τὴν εὐμενῆ αὐτῆς προσοχήν. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 περιελάμβανε πιστώσεις ἐν ὅλῳ 4,919,524, ὁ δὲ τοῦ 1883 δραχμὰς 7,133,129· ἡ διαφορὰ μεταξὺ τούτων εἶναι μεγίστη, ἀνερχομένη εἰς 2,213,575 δραχμῶν· ἀλλ’ εἶναι πραγματική; Ἄρχομαι ἐκ τοῦ Κεφαλαίου 1. Αἱ ἀναγραφόμεναι πιστώσεις ἐν τοῖς ἄρθροις 1, 2, 3, 4, καὶ 6 ὑπερτεροῦσι κατὰ δραχμὰς 23,900 τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1880· μόνον δὲ κατὰ τοσοῦτον ὑπάρχει διαφορά, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπόν τινες προχθές, ζητήσαντες τὴν κατάργησιν δύω Ὑπουργικῶν Γραμματέων καί τινων ἄλλων κατωτέρων ὑπαλλήλων, λόγῳ, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1880 δὲν ὑπῆρχε διὰ τούτους πίστωσις, δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ἐν ἄλλῳ Κεφαλαίῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὸ περὶ ἀρχειοφυλάκων. Ἀπὸ πολλοῦ δὲ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι εἰργάζοντο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν· μετετέθη δὲ ἡ πίστωσις, ἡ διὰ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν χρήσιμος, κανονικώτερον εἰς τὸ Κεφάλαιον Αʹ. Εἰς τὸ Κεφάλαιον 2, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὸ προσωπικὸν τῶν Νομαρχῶν καὶ Ἐπάρχων καὶ τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας ἀμφοτέρων, αἱ διαφοραί, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 καὶ τοῦ 1883 καὶ αἱ ὁποῖαι πηγάζουν ἐκ τῆς προσθήκης γραφέων εἰς τὰ Ἐπαρχεῖα τῶν τε παλαιῶν καὶ νέων Ἐπαρχιῶν, καὶ ἂν ταῦτα πάντα ὑποθέσῃ τις συγκεκροτημένα κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, ἀνέρχονται εἰς 101,534. Ἐννοεῖται, ὡς προεῖπον, ὅτι ἐν τῇ διαφορᾷ ταύτῃ περιλαμβάνεται πᾶσα αὔξησις καὶ λόγῳ τοῦ προσωπικοῦ καὶ λόγῳ τῶν ἐξόδων ὑπηρεσίας, καὶ λόγῳ τῶν ἐξόδων μεταθέσεως ὑπαλλήλων καὶ λόγῳ δαπανῶν, ἀφορωσῶν εἰς θεραπείαν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τῶν διοικητικῶν γραφείων. Τὸ Κεφάλαιον 3 «Δημοσία ἀσφάλεια» περιέχει ἐν συνόλῳ αὔξησιν 303,026 δραχμῶν· ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας ἱδρυθείσης ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς αὐξήσεως εἰς ἐνοίκια ἐκ δύω χιλιάδων δραχμῶν τῶν ἀστυνομικῶν καταστημάτων, τὰ συμβόλαια τῶν ὁποίων δὲν συνήφθησαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν, καὶ τρίτον τοῦ μισθώματος τῆς ἁμάξης τοῦ Διευθυντοῦ κατὰ 600 δραχμάς· πραγματικὴ ἑπομένως αὔξησις ἐν τοῖς ἄρθροις 2–9, ἀφαιρουμένων τῶν κονδυλίων τούτων, εἶναι 21,640. Ἐν δὲ τοῖς ἄρθροις 10–12, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουσι δαπάνας διὰ Καταστήματα φυλακῶν, Σωφρονιστηρίων, διατήρησιν καταδίκων κλπ. καὶ τῶν ὁποίων τὸ σύνολον τῶν πιστώσεων κατὰ τὸ 1880 ἀνήρχετο εἰς 711,750, τὸ δὲ 1883 εἰς 890,536, ἡ διαφορὰ εἶναι 178,780 δραχμῶν· ἀλλ’ ἂν ἀπ’ αὐτῆς τῆς διαφορᾶς ἀφαιρέσητε τὴν αὔξησιν, ἡ ὁποία πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ τῶν 100,000 δραχμῶν, τῶν χρησίμων διὰ συντήρησιν κλπ. τῶν καταδίκων, ἀπομένει αὔξησις 78,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς βελτίωσιν τῶν φυλακῶν, εἰς ἀναγκαιοτάτην τοῦ προσωπικοῦ συμπλήρωσιν καὶ ἐν γένει εἰς κρείττονα ῥύθμισιν τοῦ τόσον ὑστεροῦντος παρ’ ἡμῖν κλάδου τούτου τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν 78,000, κατ’ ἐμὴν γνώμην, οὐ μόνον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς περιττὴ αὔξησις δαπανῶν, ἀλλ’ ὡς πολλῷ ὀλιγωτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένη. Εἰς τὸ Κεφάλαιον 4 «Ἐκτέλεσις τοῦ Ἐκλογικοῦ Νόμου» ὑπάρχει διαφορὰ 373,000 μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883· νομίζω ὅμως, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὴ ἡ δαπάνη πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ. Ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου 5 «Δημοσία ὑγεία» ἡ διαφορὰ ἐπίσης μεταξὺ τῶν πιστώσεων τῶν δύω ἐτῶν εἶναι 205,820 δραχμῶν· ἡ διαφορὰ δὲ αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 83,400 πρὸς διορισμὸν ὑγειονομικῶν ἰατρῶν, ἔξοδα περιοδείας τῶν ἰατρῶν καὶ δαμαλισμοῦ 12,000, διὰ τὸ Νοσοκομεῖον τῶν μεταδοτικῶν νοσημάτων, 22,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ηὔχετό τις, γνωρίζων τὴν οἰκτρὰν αὐτῶν κατάστασιν, ν’ αὐξηθῶσι, καὶ διὰ βελτίωσιν τῶν δημοσίων λουτρῶν καὶ χάριν τῆς ὑγείας τῆς πρωτευούσης 60,000· ἡ πραγματικὴ λοιπὸν αὔξησις ἀπομένει 44,030. Ἐκ τοῦ Κεφαλαίου 6 ἔχομεν ἐλάττωσιν ἐφέτος, συγκρίνοντες τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ 1880 καὶ 1883. Τὸ δὲ Κεφάλαιον Ζʹ «ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία» παρουσιάζει ἀληθῶς τεραστίαν διαφοράν· διότι, ἐνῷ τὸ 1880 ἐπεψηφίσθη πίστωσις 409,356, ἐφέτος ζητεῖται πίστωσις 809,566· ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύω εἶναι 380,204· ἐπίσης δὲ πολλῷ μεγαλειτέρα εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν πιστώσεων τῶν αἰτουμένων ἐφέτος καὶ τῶν ψηφισθεισῶν κατὰ τὸ 1880 ἐν τῷ Κεφαλαίῳ «τηλεγραφικὴ συγκοινωνία», διότι ὑπερβαίνουσι κατὰ 688,240 δραχμάς. Ἀλλὰ περὶ τῶν δύω τούτων πιστώσεων, τῶν χάριν τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας αἰτουμένων, καὶ τῶν ὁποίων τὸ σύνολον ἀνέρχεται εἰς 2,420,000 δραχμῶν, ἑπομένως ὑπερτεροῦσι τὰς τοῦ 1880 κατὰ 1,044,444, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σπουδαίως ἡ ἐλάττωσις αὐτῶν, διότι μόνον ἂν συγκρίνῃ τις τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εἰσέρχονται διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας, πρὸς τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ 1880 προϋπελογίσθησαν ὡς εἰσπρακτέα, θέλει ἴδει, ὅτι μεταξὺ τῶν δύω τούτων κονδυλίων ἡ διαφορὰ εἶναι 21,000. Δύναταί τις λοιπὸν εὐλόγως νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐλάττωσιν τοιούτων πιστώσεων, αἵτινες ὡς ἀποτέλεσμα ἔχουσι τὴν αὔξησιν τῶν μέσων καὶ τῶν βελτιώσεων τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας ἄνευ ἐλαττώσεως τῶν ἐξ αὐτῶν εἰσοδημάτων; Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ἡ ταχυδρομικὴ καὶ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία καθ’ ὅλους τοὺς οἰκονομολόγους δὲν κρίνεται ὡς ὑπηρεσία, ἐκ τῆς ὁποίας δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ ὠφελῆται, πάντες δὲ σχεδὸν ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ἡ ταχυδρομικὴ καὶ τηλεγραφικὴ συγκοινωνία δύναται νὰ ἀνατεθῇ καὶ εἰς ἰδιώτας, ὠφελουμένους ἐκ τῆς μεταφορᾶς εἴτε τῶν ἐπιστολῶν, εἴτε τῶν τηλεγραφημάτων· ἑπομένως καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἵνα μὴ πορίζηται ὠφελείας ἐκ τῶν τοιούτων ὑπηρεσιῶν, διότι τὰ ἐκ τούτων εἰσπραττόμενα δὲν λογίζονται ὡς φόροι· καθῆκον ἔχει, ὁσάκις τὰ εἰσοδήματα ὑπερτεροῦσι τὰς δαπάνας, τὰς χάριν τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων καταβαλλομένας, νὰ ἀναπτύσσῃ καὶ ἐκτείνῃ καὶ τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τοῦτο ἐγένετο. Τὸ δὲ Κεφ. 9 «Δημόσια ἔργα» ἔχει διαφορὰν μεταξὺ τῶν πιστώσεων τοῦ 1880 καὶ 1883 146,470 δραχμάς. Νομίζω, ὅτι οὔτε εἰς τὰς πιστώσεις ταύτας δύναταί τις εὐπροσώπως νὰ προτείνῃ μειώσεις, ἀποβλέπων εἰς τὸν σκοπὸν, χάριν τοῦ ὁποίου ἀναγράφονται. Τὸ Κεφ. 12 περιέχει αὔξησιν ἐπίσης δαπανῶν 25,000, προερχομένων ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ στρατολογίας Νόμου. Αἱ δαπάναι αὗται νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῶσι, διότι ἡ κατὰ τὸ 1880 προνοηθεῖσα ἀνάγκη δὲν ἐστηρίζετο εἰς τοὺς λόγους, εἰς τοὺς ὁποίους στηρίζεται σήμερον ἡ πίστωσις αὕτη, διότι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ περὶ στρατολογίας Νόμου ἐγένετο ὅλως διάφορος παρ’ ὅτι ἐγένετο κατὰ τὸ 1880, ἡ δὲ δαπάνη αὕτη χρησιμεύει εἰς πλήρωσιν πραγματικῶν καὶ ἀναποφεύκτων ἀναγκῶν. Ἐὰν τώρα ἀθροίσωμεν τὰ ποσὰ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται πρὸς πλήρωσιν ἀναγκῶν, μὴ ἀμφισβητουμένων ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἀφαιρέσωμεν τὸ ἄθροισμα ἀπὸ τῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ συνόλου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ 1880 καὶ τοῦ συνόλου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τούτου τοῦ 1883, θὰ εὕρωμεν τὴν πραγματικὴν διαφορὰν τῶν δύω Προϋπολογισμῶν. Ἂν λοιπὸν ἀθροίσωμεν τὰ χρήσιμα εἰς τὴν διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν—σημειῶ δὲ καὶ ἐπαναλαμβάνω πάλιν, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν νέων Ἐπαρχιῶν προϋπελογίσθη συμφώνως μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, δηλ. ἕκαστον Ἐπαρχεῖον ἔχει ἕνα γραμματέα καὶ δὲν ἔχει πρωτοκολλητὴν καὶ οὕτω καθεξῆς—ἤτοι 136,336 δραχμὰς, τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας 102,600, τὰ διὰ συντήρησιν καταδίκων 100,000, τὰ χάριν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν 373,200, τὰ χάριν τῆς δημοσίας ὑγείας ἐξ 161,790 δραχμῶν τὰ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας 380,201, τὰ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας 668,240, τὰ χάριν τῶν δημοσίων ἔργων 146,470, τὰ ἐπὶ πλέον ἐφέτος αἰτούμενα χάριν τοῦ Νόμου περὶ στρατολογίας 25,000, τὰ διὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ δραχμῶν 40,000, εὑρίσκομεν 2,138,620. Ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὴν διαφορὰν τῶν δύω Προϋπολογισμῶν, ἥτις, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, ἀνέρχεται εἰς 2,213,575, καὶ εἰς τὴν διαφορὰν ταύτην προσθέσωμεν 140,795 «ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων» περιεχομένων ἐν τῷ τοῦ 1880 Προϋπολογισμῷ, εὑρίσκομεν, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 ἀναγράφονται πιστώσεις κατὰ 215,750 ἀνώτεραι τῶν πιστώσεων τοῦ 1880. Ἀπέναντι λοιπὸν Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος περιέχει πιστώσεις ἐν συνόλῳ 7,133,000, ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 δὲν εἶναι εἰμὴ 215,750 δραχμαί. Ἐρωτῶ νῦν ἂν δύναταί τις εὐπροσώπως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη δικαιολογεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐλέγχουσιν, ὡς ἐλέγχουσιν, ἡμᾶς, ἂν δικαιολογῇ αὐτοὺς, ὑποστηρίζοντας οἵας ὑποστηρίζουσιν οἰκονομίας, ὑπερθεματίζοντες τὰς εὐλόγους καὶ πραγματικὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς κατὰ τὸ 1880 ἐζητοῦμεν. Ἀλλὰ καὶ ἡ αὔξησις αὕτη εἶναι ἐκ τοῦ εἴδους ἐκείνου τῶν δαπανῶν, τὸ ὁποῖον δίδει δικαίωμα εἰς τοὺς ἀντιπάλους μας νὰ μᾶς κατηγορῶσιν; Εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην περιέχεται λ. χ. ἡ προσθήκη 40 ἀστυνομικῶν κλητήρων εἰς τὴν διοικητικὴν ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς· προκαλῶ πάντας ὑμᾶς νὰ εἴπητε, ἐὰν ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ προσθήκη αὕτη ἢ ὄχι. Προέρχεται ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν μέτρων, τῶν χάριν τῆς ὑγείας ληφθησομένων.
§29ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶναι διὰ τοὺς ἐπαρχιακοὺς ἰατρούς;
§30ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐπειδὴ μὲ διακόπτετε, σᾶς ἀπαντῶ εἰς τοῦτο· ἡ συζήτησις τοῦ μέτρου τῶν ἐπαρχιακῶν ἰατρῶν πρόκειται νὰ γείνῃ, ὅταν συζητηθῇ τὸ Νομοσχέδιον· νομίζω δὲ, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν εἴμεθα λίαν ἀκατάλληλοι νὰ ἐκφέρωμεν περὶ τούτου γνώμην· θέλουσι φωτίσει ἡμᾶς περὶ τούτου οἱ εἰδικοί· καὶ ἐὰν κριθῇ ὡς τὸ ἄριστον διὰ τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ἔχει καλῶς· ἐὰν δὲ δὲν κριθῇ, θέλουσι προταθῆ ἄλλα κρείττονα, ἀλλ’ οὐδεὶς, νομίζω, δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀναγράψωμεν πίστωσιν χάριν τῆς δημοσίας ὑγείας.
§31ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ. Πότε ἐγένετο ἡ προσθήκη τῶν 40 ἀστυνομικῶν κλητήρων;
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πέρυσιν ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου.
§33ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐγὼ συγκρίνω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 πρὸς τὸν τοῦ 1880· ἐννοεῖται, ὅτι τὰ 9]10 τῶν προσθηκῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερον, δὲν ἐγένοντο ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς τοῦ 1881. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω τοῦτο· συγκρίνω αὐτὸν πρὸς τὸ 1880, ὄχι πρὸς τὸ 1881, διότι οὐδὲν κέρδος θέλω ἔχει ἠθικὸν, ἂν τὴν σύγκρισιν ποιήσωμεν πρὸς τὸ 1881· θέλω ἔχει τοὐναντίον ἀπώλειαν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐμυκτηρίσθη καὶ ἡ χάριν τοῦ Δενδροκομείου ἐλαχίστη αὔξησις πιστώσεως. Εὐτυχῶς εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀνακοινώσω γνώμην προσώπου καὶ εἰδικωτάτου περὶ τοῦτο καὶ πρὸς ὑμᾶς φίλα φρονοῦντος, τοῦ νῦν ἄριστα διευθύνοντος τὸ δενδροκομεῖον κ. Γενναδίου, ὁ ὁποῖος, ὅταν εἰργάζετο ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶχε τὴν καλωσύνην κατὰ παράκλησίν μου νὰ μοὶ δώσῃ ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὗρε τὸ Δενδροκομεῖον, περὶ τῶν καταχρήσεων ὧν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ἐγίνοντο κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ περὶ τῶν βελτιώσεων, ἃς φρονεῖ ἀναγκαίας διὰ τὸ μέλλον· μὲ ἐξώρκισε δὲ νὰ συστήσω ἐνθέρμως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως μὴ διαγραφῇ ἡ πίστωσις δι’ ἀλλοδαπὸν δενδροκόμον, διότι ἄνευ αὐτοῦ δὲν θέλομεν ἔχει εἰμὴ κατ’ ὄνομα μόνον Δενδροκομεῖον. Πιθανόν τινες ἐξ ὑμῶν νὰ φρονῶσιν, ὅτι τὸ Δενδροκομεῖον εἶναι ἄχρηστον, ἀλλὰ δὲν φρονοῦσι τοῦτο οἱ ἔχοντες γνῶσιν τοῦ πράγματος καὶ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ. Ἐκ τῆς ἐξετάσεως λοιπὸν καὶ τῆς παραβολῆς τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν τριῶν Ὑπουργείων νομίζω, ὅτι κατεδείχθη δι’ ἀριθμῶν, μὴ ἐπιδεκτικῶν ἐλαστικότητος καὶ διαστροφῆς, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 καὶ τοῦ 1883 ἐπὶ πλέον, αὐτὴ δὲ ἡ ἐλαχίστη φαινομένη, οὐ μόνον δὲν εἶναι ἐπὶ πλέον, ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ τις εὐσυνειδήτως καὶ ἐπισταμένως νὰ ἐξετάσῃ, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἢ ὅτι εἶναι ἐπὶ ἔλαττον. Γνωρίζομεν, κύριοι, ὅτι ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τῶν Ὑπουργείων ηὐξήθη κατὰ πολὺ μετὰ τὴν ἕνωσιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν· νομίζετε, ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη δὲν θὰ ἐπιφέρῃ κατ’ ἀνάγκην αὔξησιν προσωπικοῦ; Ἐξετάζω τὰς νέας Ἐπαρχίας κατὰ πληθυσμὸν, διότι ὀλιγώτερον σᾶς συμφέρει, ἂν λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκτασιν σχετικῶς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Αἱ νέαι Ἐπαρχίαι ἔχουσι πληθυσμὸν 300,000, ἡ παλαιὰ Ἑλλὰς 1,700,000, ἑπομένως ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τῶν Ὑπουργείων ηὔξησε κατὰ τὸ ⅙· ἡ λογικὴ εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα μᾶς φέρει. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐκ τῆς προσθήκης τῶν νέων Ἐπαρχιῶν αὔξησις τῆς ὑπηρεσίας· εἶναι καὶ ἐκείνη, ἡ ὁποία παρατηρεῖται ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα καὶ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας ἔχω πρόχειρον τὴν σημείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐγγράφων, τῶν εἰσελθόντων ἐφέτος καὶ τῶν κατὰ τὸ 1880· τότε εἰσῆλθον ἔγγραφα 16,000, ἐφέτος 22,000· ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ αὐτοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο διὰ 16,000 ἐγγράφων, δύνανται νὰ ἀρκέσωσι καὶ δι’ 22,000; καὶ ὑπενθυμίζω ὑμῖν, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ οἰκονομικωτάτου τῶν Προϋπολογισμῶν τοῦ 1880, τὸν ὁποῖον προβάλλετε ὡς τὸν οἰκονομικώτερον πάντων. Ἀλλ’ οὔτε αὐτὰ ἐγὼ θεωρῶ ἐπαρκῆ, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι ὁ ἐφετεινὸς Προϋπολογισμὸς εἶναι οἰκονομικώτερος τοῦ τοῦ 1880, οὔτε μὲ ἀρκεῖ νὰ ἀποδείξω τόσας μικρὰς τὰς διαφορὰς, ἵνα μὴ διστάζω μηδὲ κατ’ ἐλάχιστον νὰ ψηφίσω δαπάνας ζητουμένας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὸ μοναδικὸν φαινόμενον ἀπὸ τῆς Διοικήσεως τοῦ 1862 μέχρι τοῦδε, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Γνωρίζομεν ὅλους τοὺς Προϋπολογισμούς, ὅλους τοὺς ἀπολογισμοὺς ἐκ τῶν προσωρινῶν καταστάσεων· ἐκ τούτων ἀποδεικνύεται, ὅτι καθ’ ὅλα τὰ παρελθόντα τελευταῖα ἔτη οὐ μόνον αἱ ψηφιζόμεναι πιστώσεις δὲν ἤρκουν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, ἀλλ’ ἤρχετο ὁρμαθὸς ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ὄχι μόνον τοιαύτας πιστώσεις δὲν ἐζήτησεν, ὄχι μόνον δὲν ἔλαβεν, ἀλλ’ ἀφῆκε καὶ περίσσευμα ἐκ τῶν πέρυσι ψηφισθεισῶν πιστώσεων 3,000,000 δραχμῶν περίπου. Ποίαν ἀνάγκην ἔχω λοιπὸν, προκειμένου περὶ τοιαύτης Διοικήσεως, νὰ ἀμφισβητήσω τὰς 2,000 γραφικὰ ἔξοδα, τὰς 500 δραχμὰς χάριν τοῦ φωτισμοῦ ἑνὸς ἀστυνομικοῦ καταστήματος; Βεβαίως θὰ μοὶ εἴπωσι καὶ θὰ ἐπαναλάβωσιν ἴσως πάλιν τὴν πολλάκις λεχθεῖσαν ἀρχὴν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος, ὅτι πρέπει τὸ Κοινοβούλιον νὰ δυσπιστῇ πρὸς τὰς Κυβερνήσεις. Πρέπει νὰ δυσπιστῆτε καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ δυσπιστῆτε, ἀλλὰ πρὸς ἐκείνας τὰς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι οἰκονομικῶς διῴκησαν ὡς διῴκησαν αἱ ὑμέτεραι. Δὲν φοβοῦμαι λοιπὸν νὰ δώσω, ἔστω καὶ κατὰ τὸ φαινόμενον, μεγαλειτέρας πιστώσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν χάριν ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς ἀνάγκης, διότι γινώσκω, ὅτι μετὰ φειδοῦς θέλει διαχειρισθῆ αὐτὰς, ὅπως τὰς διεχειρίσθη καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαῦτα ἦναι τὰ οἰκονομικὰ ἐξαγόμενα ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν δύω προϋπολογισμῶν, ἐὰν τοιαῦτα ἦναι τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ ἐξαγάγωμεν ἐκ τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐρωτῶ ποίαν συνέπειαν ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πέρυσι πολυτελέστερον ἐψήφιζον Προϋπολογισμὸν, σήμερον δὲ πολεμοῦσιν ἡμᾶς διὰ τὸν οἰκονομικώτερον; Ποῦ εὑρίσκουσι τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς σημαίας, τὴν ὁποίαν νομίζουν, ὅτι εὑρῆκαν ἀφρούρητον καὶ ἀνυπεράσπιστον; Ἡ σημαία ἔχει φρουροὺς καὶ ἀγρύπνους φύλακας, οἵτινες ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἠγωνίσθησαν καλλινίκως ὑπ’ αὐτήν. (Εὖγε, εὖγε ἐκ τῆς δεξιᾶς). Περιωρίσθην μόνον εἰς τὰ τρία Ὑπουργεῖα, διότι ἡ τῶν ὅλων Ὑπουργείων ἀνάπτυξις καὶ χρόνον θὰ δαπανήσῃ πολὺν καὶ ὑμᾶς μέλλει νὰ κουράσῃ, πρὸ πάντων δὲ ἤθελε καταστῆ τοῦτο ἀδύνατον ἴσως εἰς ἐμέ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐργασία τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ τοσοῦτον ὑπερκόμπως σαλπισθεῖσα, εἰς τοιαῦτα ἄγη ἀποτελέσματα, ὅταν βασανισθῇ εὐσυνειδήτως καὶ ἐπισταμένως, ποία εἶναι ἡ γνώμη αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πραγματικοῦ, τοῦ θετικοῦ, τῆς καλύψεως τοῦ ὑπερόγκου ἐλλείμματος; Ποῦ εἶναι ἡ δημιουργικὴ δύναμις αὐτῆς; Ἡ δημιουργικὴ δύναμις αὐτῆς συνίσταται εἰς τὰ ἑξῆς· μᾶς συνεβούλευσεν, ὅπως εἰσαγάγωμεν Νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ φορολογηθῶσιν αἱ ἀνώνυμοι Ἑταιρίαι ἀπὸ 3 ἕως 5%, ὅπως εἰσαγάγωμεν Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ φορολογῇ τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια, καὶ ὅπως αὐξήσωμεν τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν κατὰ κλίμακα, καὶ τέταρτον, ὅπως περιληφθῇ ἡ φορολογία τῶν κληρονομιῶν οὐχὶ μόνον τῶν ἐκ πλαγίου, ἀλλὰ καὶ ἡ τῶν ἀνιόντων καὶ κατιόντων. Δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω τί ποσὸν ἐξ ἑκάστου τῶν φόρων τούτων, ἐὰν τυχὸν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν, ἔμελλε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μεταβάλω τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς εἰς ἀνταλλαγὴν ἀστειοτήτων· ἀλλ’ ἐν συνόλῳ βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τούτων πλέον τῶν 800,000 δραχμῶν. Ἠθέλησαν νὰ καλύψωσι διὰ τῶν 800,000 δραχμῶν τὸ ἔλλειμμα τῶν 16,000,000! Καὶ ὑπῆρχεν ἀμφιβολία, ὅτι τοιαῦτα θὰ ἔλεγον; Πῶς, μόνον ἐφέτος ἔχομεν ἐλλείμματα; τὰ ἐλλείμματα χρονολογοῦνται ἀπὸ τοῦ 1862. Τί ἔπραξαν, ὅπως καλυφθῶσι τὰ ἔκτοτε ἐλλείμματα; Ἤρχοντο καὶ παρήρχοντο τὰ ἔτη καὶ ἄφινον τὰ ἐλλείμματα εἰς τοὺς διαδόχους των. Ἀλλὰ μόνον τοῦτο ἔπραττον; οὐδέποτε ἔφερον πραγματικὸν Προϋπολογισμόν· μόνον ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάμνησιν δὲν δυνάμεθα, εἰμὴ πάντοτε νὰ θρηνῶμεν, ὁ ἀείμνηστος Δεληγιώργης, μόνον ἐκεῖνος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔφερε πραγματικὸν Προϋπολογισμόν. Παρουσίαζον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς Προϋπολογισμούς, δεικνύοντας μικρὸν ἔλλειμμα, καὶ τὸ ἐπερχόμενον ἔτος ἀπεδεικνύετο τοῦτο πολλῷ μεῖζον. Αὐτὴ ἦτον ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τοῦ παρελθόντος, δηλαδὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πλὴν τῶν νεοφωτίστων αὐτῆς συμμάχων. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν νῦν διὰ βραχέων ἕκαστον τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως νέων φόρων. Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἐσυστήθη ὑπὸ τῆς Ἐτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ παμψηφεί, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι πρόθυμος εἰς τὴν ἀναθεώρησιν ταύτην τοῦ Νόμου, ὅπως μετὰ μείζονος ἀναλογικῆς ἰσότητος γίνηται ἡ φορολογία αὕτη. Περὶ τοῦ φόρου τῶν κληρονομιῶν ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατὰ μειονοψηφίαν, ὀλίγον ἀπέχουσαν τῆς πλειοψηφίας, ἐσύστησε τὴν εἰσαγωγὴν Νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ φορολογῶνται καὶ αἱ κληρονομίαι, αἱ εἰς ἀνιόντας ἢ κατιόντας περιερχόμεναι. Μένουσι λοιπὸν δύω μόνον φόροι, τῶν ὁποίων τὴν πρωτοβουλίαν ἔσχεν ἡ ἀντιπολίτευσις. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅταν ἤρξατο ἡ παροῦσα Σύνοδος καὶ εἰσήχθη ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι προέτειναν οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, πολλὰ εἴδη κεφαλαίων φορολογητέων, ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν τοσούτου χρόνου ὡρίμασαν τοσοῦτον τὰ πράγματα, ὥστε ἐξ ὅλων αὐτῶν προτείνονται δύω μόνον φορολογίαι, ἡ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, καὶ ἡ φορολόγησις τῶν ἐνυποθήκων δανείων. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, εἶναι ἐντελῶς ἀσήμαντον, διότι γνωρίζετε, ὅτι τὰ σπουδαιότερα ἑταιρικὰ καταστήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογηθῶσι, διότι ὑπάρχουσιν εἰδικαὶ συμβάσεις. Τὸ ὅλον ποσὸν ἀμφιβάλλω ἐὰν δύναται ἐκ τῆς προσθήκης τῶν 2% νὰ ἀνέλθῃ εἰς 130 ἢ 140,000 δραχμάς. Μένει λοιπὸν ὁ φόρος τῶν ἐνυποθήκων δανείων. Χαίρω, ὅτι οἱ αὐτοχειροτόνητοι ὑπέρμαχοι τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ φαίνονται ὑποστηρίζοντες φόρον ἴσα ἴσα ἐναντίον τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Τίς ἀγνοεῖ παρ’ ἡμῖν, ὅτι ὁ τόκος συγκριτικῶς πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη τῆς Εὐρώπης εἶναι ὑψωμένος; Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι ἴσα ἴσα αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα μειονέκτημα τῆς χώρας ἡμῶν, παραβαλλομένης πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη, ἡ ἔλλειψις χρηματικῶν κεφαλαίων; Θέλετε νὰ φορολογήσητε τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια; Ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ φορολογήσητε τὸν κ. Βοῦρον ἢ τὸν κ. Σκουζὲν; θὰ φορολογήσητε ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον πληρώνει τὸ χαρτόσημον εἰς τὸν Συμβολαιογράφον, τὸν ὀφειλέτην. Αὐτὸς εἶναι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον σᾶς φέρουν εἰς ἀντικατάστασιν τῶν φόρων τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ θεωροῦσιν αὐτὸν τὸν φόρον, ὅτι ὄχι μόνον κατὰ ποσὸν δύναται νὰ ἀνακουφίσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Τόπου, ἀλλ’ ὅτι καὶ κατὰ ποιὸν εἶναι ὑπέρτερος. Νομίζω, ὅτι καλλίτερα θὰ ἔκαμνον νὰ ἄφιναν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν εὐθύνην αὐτῆς, διότι καὶ τὴν πρωτοβουλίαν ἔχομεν καὶ τὴν εὐθύνην δυνάμεθα νὰ τὴν φέρωμεν, καὶ τολμῶμεν νὰ τὸ πράξωμεν, διότι τὴν τόλμην τὴν στηρίζομεν εἰς τὴν ἰδίαν ἡμῶν πεποίθησιν, τὴν στηρίζομεν εἰς τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τοῦ Τόπου. Ἀλλὰ διατί, λέγουν, θέλετε νὰ ἐξαντλήσητε τὴν φορολογικὴν δύναμιν τοῦ Τόπου; Καὶ πόθεν ὑμεῖς γνωρίζετε ποία εἶναι αὕτη; Ὑμεῖς βεβαίως δὲν ἠδύνασθε νὰ ἐπιβάλητε φόρους, οὐδὲ ἔπρεπε νὰ τὸ τολμήσητε, διότι οὐδὲν παρέσχετε τῷ Τόπῳ ἀντάλλαγμα. Ἡμεῖς παρέχομεν ἀντάλλαγμα, καὶ τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον παρέχομεν, τὸ δεικνύει ἡ πολιτικὴ ἡμῶν· παρέχομεν δημόσια ἔργα, παρέχομεν συγκοινωνίαν (θόρυβος). Τὴν φορολογικὴν δύναμιν τοῦ Τόπου δὲν τὴν ἐξαντλοῦμεν, ὅταν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν παρ’ αὐτοῦ, πρόκηται χάριν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ νὰ δαπανηθῶσι. Τὴν φορολογικὴν δύναμιν τοῦ Τόπου δὲν τὴν ἐξαντλοῦμεν, ζητοῦντες νὰ φορολογήσωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπηρεάζουν τὰ πρώτιστα αὐτοῦ συμφέροντα, οὔτε τὰς πρωτίστας αὐτοῦ ἀνάγκας. Πολὺς ἐγένετο λόγος καὶ δὲν παρῆλθεν οὐδεὶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, χωρὶς νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου, καὶ ὅλοι προσέφερον θυμίαμα εἰς τὴν ἐπαρχιακήν των πολιτικὴν, προσπαθοῦντες νὰ καταδείξωσιν, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου ἅπτεται τῶν πρωτίστων ἀναγκῶν καὶ συμφερόντων τοῦ λαοῦ. Καὶ ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν Φελάχους; Καὶ ἐγὼ ἀνήκω εἰς μίαν ἐκ τῶν μᾶλλον οἰνοφόρων Ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ μόνον δὲν εὑρίσκω, ὅτι δύναται ἡ φορολογία αὕτη νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν παραγωγὴν, ἀλλ’ εὑρίσκω, ὅτι, ἐὰν εἴχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, θὰ ἐθεωροῦμεν εὐεργέτημα μέγα τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῆς διὰ τοῦ προτεινομένου φόρου. Κατέκριναν τὸ Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ἕως τώρα δὲν ἤκουσα οὐδεμίαν κατ’ αὐτοῦ ἄλλην μομφήν, εἰμὴ ὅτι εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς εἰσπράξεως ἔχει πλημμελήματά τινα. Κατακρίνουσι τὸν Νόμον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου· ἀλλ’ ἀγνοοῦσιν, ὅτι εἰς ἄλλο Κράτος ὑπάρχει ὁ Νόμος οὗτος καὶ λειτουργεῖ ἄριστα. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις ὅλων τούτων δὲν ἐπίκειται νῦν, θὰ γείνῃ, ὅταν ἔλθωσι πρὸς συζήτησιν τὰ Νομοσχέδια· σήμερον πρέπει εἰς τοῦτο μόνον νὰ περιορισθῶμεν, νὰ κρίνωμεν ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τοιαύτη, οἵαν ἰσχυρίζεται ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐὰν δηλαδὴ ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψει, περιέχει δαπάνας ὑπερόγκους. Εἰς τοῦτο δὲ κυρίως προκαλεῖσθε νὰ συζητήσητε, ἀφίνοντες τὰς θεωρίας περὶ ἀποκεντρώσεως, περὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ Γκιζὼ, περὶ τῆς γνώμης τοῦ Ἄγγλου Πρωθυπουργοῦ. Ἔχετε ὅρους συγκρίσεως καὶ προκαλοῦμεν ὑμᾶς πρὸς τοὺς ὅρους αὐτοὺς νὰ παραβάλητε τὰς αἰτουμένας πιστώσεις, ἵνα ἀποδείξητε ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883, συγκρινόμενος πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, ἦναι δαπανηρότερος. Ἐν ὅσῳ ὅμως τοῦτο δὲν κατορθώσητε, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν νομίζετε, ὅτι κρατεῖτε εἰς χεῖράς σας, εἶσθε ἀδέξιοι νὰ κρατήσητε· ἀπαιτεῖται δύναμις ψυχῆς καὶ ἠθικὸν σθένος, τὸ ὁποῖον ὁ πολιτικὸς βίος ὑμῶν ἐπὶ 20ετίαν δὲν μᾶς δίδει τὸ τεκμήριον, ὅτι τὸ ἔχετε. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§34ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τ’ ἀκροατήρια νὰ κενωθῶσι.
§35ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττόν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§37Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει λέγων, ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ ἄλλος τις ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τηρήσῃ αὐτὴν τὴν διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν κρατεῖ καὶ ἡ παροῦσα σήμερον, καὶ ὅτι ἡμεῖς αὐτοὶ ἐπεμέναμεν ὥστε καὶ ἡ Κυβερνητικὴ καὶ ἡ ἀντίθετος γνώμη νὰ ἔλθῃ νὰ συζητηθῇ διὰ μακρῶν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ· καὶ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ 1880 διήρκεσεν ἀπὸ τῆς 17 Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 6 Μαρτίου. Ὥστε ὀφείλουν οἱ Ὑπουργοὶ ν’ ἀπαντήσουν.
§38ΤΙΝΕΣ. Θ’ ἀπαντήσουν.
§39ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἐν βαθείᾳ συναισθήσει τῶν πολυπλόκων δυσχερειῶν, αἵτινες πολιορκοῦν καὶ πιέζουν τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, διστάζω, ἐὰν ἐπαρκοῦν αἱ δυνάμεις μου νὰ παραστήσω μετὰ τῆς δεούσης σαφηνείας τὸ πρόβλημα, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἱστάμεθα. Διαφωνοῦμεν, καὶ διαφωνοῦμεν, διότι ἑκατέρωθεν ἄλλως κρίνομεν. Ἐκ τοῦ παρελθόντος κρίνομεν τὸ παρόν. Ὅ,τι ἄλλοτε ἦτον ἐνδεχόμενον, ὅ,τι ἄλλοτε αἱ περιστάσεις καὶ τὰ μέσα ἐπέτρεπον, αὐτὸ σήμερον δὲν εἶναι ἐφικτόν. Ὑποβάλλοντες εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ, ἐπράξαμεν τοῦτο, διότι τὸ ἰσοζύγιον εἰς τὸ ἑξῆς εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ὅρος ὑπάρξεως. Τί ἐγένετο πρὸ ἡμῶν; Δὲν ἐννοῶ νὰ κατακρίνω τὸ παρελθὸν, δὲν ἐννοῶ νὰ εἴπω πρὸς μομφὴν, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄνισος Προϋπολογισμὸς ἄνευ βαρυτέρων συνεπειῶν. Κατέληγον εἰς ἔλλειμμα καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ἀπολογισμὸς, καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο βαθμηδὸν ἐτακτοποιεῖτο, καλυπτόμενον διὰ δανείων. Ἐπεσωρεύοντο τὰ ἐλλείμματα ἀπὸ χρόνου εἰς χρόνον, ἐπήρχετο οἱονδήποτε σπουδαιότερον δάνειον, δι’ οὗ ἐτακτοποιεῖτο τὸ χρέος, καὶ προέβαινε πάλιν ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς νέον ἔλλειμμα· οὕτως ἐπεσωρεύθησαν μέχρι τοῦδε τὰ γενόμενα δάνεια. Ἀλλὰ μετὰ τὰ τελευταῖα εὑρισκόμεθα πλέον εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἤμεθα πρότερον..... Πρὸ διετίας ἔτι, ὅταν παραβάλλετε τὸ Δημόσιον χρέος, τὸ ἀναγεγραμμένον ἑκάστοτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, εὑρίσκετε, ὅτι ἀνήρχετο εἰς 12,000,000. Εἰς πόσα ἑκατομμύρια ἀνέρχεται σήμερον; εἰς 24,000,000. Ὅτε ὁ Προϋπολογισμὸς περιωρίζετο μόνον εἰς Δημόσιον χρέος 2 ἢ 3,000,000, ἐννοεῖτε κάλλιστα, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔλλειμμα δὲν ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ ἀνυπερβλήτους δυσχερείας, ὁποῖαι ὑπάρχουν, ὅταν τὸ Δημόσιον χρέος ἀναβαίνει εἰς 24,000,000. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τοῦτο μόνον. Ἐκ τῶν 24,000,000 τὰ 15,000,000 χρεωστοῦμεν εἰς μεταλλικόν, καὶ ἐνῷ χρεωστοῦμεν τὰ 15,000,000 εἰς μεταλλικὸν εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ποῦ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς δυσχερείας; Ποῦ εἶναι ὁ ὄγκος τῆς δυσχερείας; εἶναι ἡ εὕρεσις αὐτοῦ τοῦ μεταλλικοῦ. Ἂν ὑποθέσητε, ὅτι ἔχετε Προϋπολογισμὸν ἀπολήγοντα εἰς ἔλλειμμα, ἐρωτῶ, ἔχοντες κενὰς τὰς χεῖρας, ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ φάσματος, εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ εὕρητε μεταλλικόν; Αὐτὸ εἶναι τὸ δεινὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λύσωμεν καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπασχολήσῃ πάντα ἔμφρονα καὶ ἔμπειρον περὶ τὰ τοιαῦτα, κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος ἀνεδέχθη. Δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις, ἐὰν δὲν ὑπάρχουν πλήρη τὰ μέσα; ἐὰν δὲν ἔχῃ, καὶ δὲν εὑρίσκῃ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖ; Δύναται λοιπὸν σήμερον νὰ ὑποβληθῇ Προϋπολογισμὸς καταλήγων εἰς ἔλλειμμα; Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ἠρώτησε πρὸ ἡμερῶν, τί ἐγένοντο τὰ 15 ἢ 16,000,000 μεταλλικοῦ, τὰ ὁποῖα εὑρήκατε; Ὅταν ἡ ὑπηρεσία τῶν δανείων ἀπαιτεῖ 15,000,000 κατ’ ἔτος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν τῶν ὑπαχρεώσεων, ἐρωτῶ, πῶς δύναται νὰ ὑπάρχῃ περίσευμα τοῦ εὑρεθέντος μεταλλικοῦ; Καὶ ἐὰν δὲν ἀναπληρώσωμεν δι’ οἱουδήποτε τρόπου αὐτὸ τὸ χάσμα, ἐρωτῶ, ποία μέλλει νὰ ἦναι ἡ στάσις τοῦ ἔθνους, μὴ δυναμένου νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἔργον φιλοτιμίας, δὲν εἶναι φιλαυτία πρὸς ἐπίδειξιν, τὸ νὰ παραστήσωμεν Προϋπολογισμὸν ἐν ἰσοζυγίῳ, εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος· μόνον διὰ τοῦ ἰσοζυγίου, ὅταν ἔχωμεν τὰ μέσα ἀνάλογα πρὸς τὰς ἀνάγκας, ὅταν ἔχωμεν τὸ ἀντάλλαγμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, τότε μόνον δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων, ὑποχρεώσεις, αἵτινες πρέπει νὰ ἐκπληρωθῶσι, διότι ἄλλως ἐκλείπει ἡ πίστις τοῦ ἔθνους, διότι ἄλλως εὑρισκόμεθα εἰς τὴν οἰκτρὰν ἐκείνην κατάστασιν γείτονος χώρας, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὀνομάσω, διότι ἕκαστος τὴν γινώσκει. Περιῆλθον εἰς αὐτὴν τὴν κρίσιν αἱ οἰκονομικαί μας δυσχέρειαι, ἐπηύξησαν εἰς τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἤδη παριστᾷ ὁ ὄγκος τοῦ Δημοσίου χρέους. Καὶ ὅταν ὁ ὄγκος τοῦ Δημοσίου χρέους πιέζῃ τοσοῦτον τὸν Προϋπολογισμὸν, ἡ μόνη μέριμνα οἱασδήποτε Κυβερνήσεως καὶ οἱασδήποτε μερίδος, δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλη, εἰμὴ κατὰ πρῶτον λόγον νὰ σκεφθῇ πῶς θὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ἐπικειμένων ὑποχρεώσεων. Ἦτο δυνατὸν λοιπὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ γείνῃ σκέψις περὶ τοῦ ἰσοζυγίου; Ἦτο δυνατὸν νὰ πεισθῶμεν, ὅτι διὰ μόνον τῶν οἰκονομιῶν τὸ ἰσοζύγιον ἐπέρχεται; Αὐτὴ ἡ ἀπόπειρα, ἡ γενομένη πρὸς περιστολὴν διὰ τῆς οἰκονομίας τῶν δαπανῶν, αὐτὴ αὕτη κατέδειξεν, ὅτι καὶ πάλιν αἱ οἰκονομίαι, ἐὰν ἦσαν ἐφικταὶ, δὲν φθάνουν εἰς τὸ ν’ ἀποκαταστήσουν τὸ ἰσοζύγιον. Θέλω τὰς ἐξετάσει κατ’ ἀρχήν· ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ἠδύναντο αὗται αἱ οἰκονομίαι νὰ ψηφισθῶσιν, οὐχ ἧττον εὑρισκόμεθα, κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτῶν τῶν ἰδίων, ἐνώπιον ἑνὸς χάσματος 6 ἢ 7,000,000. Ἐν γένει ἡ διασκευὴ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καταδεικνύει, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκφύγωμεν ἔλλειμμα 12,000,000, καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ καλύψωμεν, ἐὰν δὲν προστρέξωμεν εἰς μέσα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἔνθα μὲν παράγουν νέαν πρόσοδον, ἔνθα δὲ ἐξασφαλίζουσιν, ὥστε ὅλα τὰ ποσὰ, τὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μνημονευόμενα, νὰ ὦσιν ἀληθῆ. Εἴχομεν προϋπολογίσει κατὰ τὸ παρελθὸν τὰ ἔσοδα εἰς 65,000,000, ὡς ἐκ τῶν γνωστῶν ἐκθέσεων καὶ τῶν διδομένων, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται· τοὐλάχιστον 8,000,000 ἐξ ἐκείνων τῶν ἐσόδων δὲν ἐπαναλαμβάνονται κατὰ τὸ ἐνεστώς, διότι τυχαίως ὑπῆρξαν κατὰ τὸ 1882, καὶ κατὰ τὸ 1883 δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι· οἷον ἐκ τῆς χαράξεως χαλκίνων νομισμάτων, ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ, ἐκ τοῦ δεκάτου τοῦ ἐλαίου καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὅταν ἀφαιρέσητε αὐτὰ τὰ 8 ἑκατομμύρια ὡς ἔγγιστα, τότε ὁμολογουμένως ἔχετε ἔλλειμμα 10 ἢ 12 ἑκατομμυρίων· καὶ ἅμα ἔχετε ἔλλειμμα 10 ἢ 12 ἑκατομμυρίων, ὅσον καὶ ἂν προχωρήσητε εἰς τὴν ἐγχείρησιν τῶν οἰκονομιῶν, εἶναι βεβαιότατον, ὅτι θέλετε πάλιν εὑρεθῆ ἐνώπιον ἐλλείμματος τοὐλάχιστον 6 ἢ 7 ἑκατομμυρίων. Κατὰ ποῖον τρόπον λοιπὸν θέλετε καλύψει αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα; Καὶ ἂν δὲν καλύψετε αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα, εἰς ποίαν στάσιν θέλετε εὑρεθῆ ἀπέναντι τῶν φοβερῶν ὑποχρεώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθητε; Τί ἄλλο λοιπὸν ἠδύνατο νὰ ἐπινοήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα πρὸ πάντων τὸ χρέος νὰ ἀνεύρῃ τὴν λύσιν τοῦ δυσχεροῦς προβλήματος, τί ἄλλο ἠδύνατο νὰ ἐπινοήσῃ, εἰμὴ νὰ ἀναπληρώσῃ τὰ ἔσοδα διὰ φόρων, καὶ νὰ ἀναπληρώσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε διὰ τοῦ ἰσοζυγίου νὰ πορισθῇ τὰ μέσα, ἐξ ὧν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὰς ὑπηρεσίας ὅλας τῶν δανείων μεταλλικόν; Ἂν τῳόντι αὐτὸ τὸ ἰσοζύγιον καταστῇ πραγματικὸν, τότε ἐνδέχεται νὰ προχωρήσῃ εἰς γενναιότερον ἔργον, νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μέλλει πάλιν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ μεταλλικόν. Τότε τὸ μεταλλικὸν εἰσέρχεται εἰς τὰ Δημόσια ταμεῖα τοῦ Κράτους, καὶ παύει ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναζητήσεως, καὶ ἐξαγοράσεως δι’ ἀνταλλάγματος ἀνωτέρου, ἢ ὅσον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ὑπαγορεύουν. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἁπλῶς σκοπὸς ἐπιδείξεως τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι δύναται νὰ φθάσῃ αἴφνης καὶ διὰ μιᾶς καὶ ἐντὸς ἔτους εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μόνον διὰ νὰ ἄρῃ τὸν θρίαμβον καὶ τὴν δόξαν, ὅτι ἰσοζύγιον ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ· εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη καὶ ὅρος ὑπάρξεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, καὶ ἄνευ αὐτοῦ τοῦ ἰσοζυγίου οἰκονομικὴ κρίσις εἶναι ἐπὶ θύραις, εἶναι ἀναπόφευκτος. Ἐφθάσατε εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν αἱ ὑποχρεώσεις ἀπαιτοῦν τὴν ἐκπλήρωσιν, καὶ ἐν τοσούτῳ καθυστερεῖτε· τὰ μέσα δὲν ὑπάρχουν· Ποία εἶναι ἡ ὄψις τῶν πραγμάτων; ποῖον πρόσωπον θέλει παραστήσει τὸ ἔθνος; Εἰς ποίαν στάσιν μέλλει νὰ εὑρεθῇ καὶ ἐξωτερικῶς καὶ ἐσωτερικῶς; Εἶναι πλέον ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναβάλληται ὅ,τι πρὸ πολλοῦ ἔπρεπε νὰ γείνῃ καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον δυστυχῶς ἔλαχεν εἰς τὸν κλῆρον ἡμῶν, ὡσεὶ ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ φέρωμεν τὰς ἁμαρτίας ὅλων τῶν πρὸ ἡμῶν; Εἴπατε, ὅτι ἐπεσωρεύσαμεν διὰ μιᾶς τόσους φόρους, ὅτι ἀναβαίνουν οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους προτείνομεν, εἰς 12 ἢ 13 ἑκατομμύρια, ὅτι τὰ 13 ταῦτα ἑκατομμύρια εἶναι ἴσως τὸ τεταρτημόριον τῶν ὅλων ἐσόδων τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς οἱ πρὸ ἡμῶν δὲν ἐτόλμησαν ἐγκαίρως, καὶ ὅ,τι πρὸ καιροῦ ἔπρεπε νὰ γείνῃ βαθμηδὸν καὶ κατὰ μικρὸν, σήμερον καθίσταται ἀναπόφευκτον ἀθρόως· ὅ,τι ἀνεβάλλετο ἑκάστοτε, ὅ,τι ἀνεβάλλετο λόγῳ δισταγμοῦ, διότι ὑπεχώρουν εἰς τὴν ἀντίπραξιν, ἀντίπραξιν δυναμένην νὰ φέρῃ κίνδυνον εἰς τὴν δημοτικότητα, κατέστη σήμερον ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, καὶ ὅστις δὲν πράξει τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν ἐκπληροῖ τὸ πρὸς τὸ Ἔθνος ἱερὸν καθῆκον. Πρὸ καιροῦ ἐβασανίζοντο, πρὸ καιροῦ ἐδοκιμάζοντο· πρὸ καιροῦ ἐσχεδιάζοντο ὅλοι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν· εἷς μόνος ἐξ αὐτῶν εἶναι νέος, ἀλλ’ ὅλοι οἱ λοιποὶ ἤδη ὑπεβλήθησαν πρὸ χρόνων· καὶ ἐν τοσούτῳ, ἐνῷ ὑπεβλήθησαν πρὸ χρόνων, ὁ δισταγμὸς, ἡ ἔλλειψις θάῤῥους, ἐκώλυσαν τὴν ἐφαρμογὴν, ἔθραυσαν τὴν ἐπιμονὴν, ἥτις ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ἐμείωσαν τὴν σταθερότητα τοῦ φρονήματος, διότι θάῤῥος πολιτικὸν εἶναι ἀπαραίτητον, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἐξέλθῃ τις ἀπὸ δεινοὺς κινδύνους. Τὰ δύω συστήματα, τὰ ὁποῖα σήμερον εἰς ἀντίκρουσιν φέρονται ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων διαιρούμεθα, τὸ μὲν τῶν οἰκονομιῶν, τὸ δὲ τῶν φόρων, εἶναι τάχα ἰσόπαλα; Τὸ τῶν οἰκονομιῶν μέλλει νὰ δοκιμασθῇ, νὰ ἐξετασθῇ· θέλομεν ἴδει κατ’ εἶδος, κατὰ κεφάλαιον, κατ’ ἄρθρον· ἀλλὰ καὶ ὅταν τὰ διέλθωμεν, θέλομεν πεισθῆ ἐντὸς ὀλίγου, ὅτι ἐλάχιστα ἐξ αὐτῶν εἶναι πρακτικὰ καὶ ἐφαρμοστέα. Τοιουτοτρόπως μένει πάντοτε τὸ σπουδαῖον χάσμα, μένει χάσμα φοβερὸν, μένει χάσμα τοιοῦτον, ὥστε ἄνευ νέων φόρων εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναπληρωθῇ, καὶ ἤθελέ τις ἀπατᾷ ἑαυτὸν, ἐὰν ἐφρόνει, ὅτι ὀλίγαι τινὲς ἐλαττώσεις ἢ μειώσεις εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ὑπηρεσίαν ἦσαν ἱκαναὶ νὰ πληρώσωσι τὸ ταμεῖον, ἢ νὰ μὴ ἀφήσωσι τὸ ταμεῖον νὰ κενωθῇ, ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοιαύτας καὶ τοσαύτας ὑποχρεώσεις. Ἐὰν ἐξετάσητε αὐτὰς τὰς οἰκονομίας, ὡς ἔγγιστα δύνασθε νὰ σχηματίσητε τὴν ἑξῆς κρίσιν, ὅτι ἡμεῖς πάσχομεν συνήθως τὸ ἐλάττωμα νὰ ἤμεθα ἀνακόλουθοι· εἰσάγωμεν ὀργανικοὺς νόμους, καὶ ὅταν εἰσάγωμεν αὐτοὺς σκεπτόμεθα πῶς νὰ σχηματίσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τὸ τελειότερον, πῶς νὰ σχηματίσωμεν πλῆρές τι καὶ ἀνελλιπές· ὅταν δὲ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν δαπανῶν, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ γείνῃ ἡ ἐφαρμογὴ, τότε σκεπτόμεθα νὰ ἀνατρέψωμεν τὰ πάντα, τότε νομίζομεν, ὅτι εἶναι ἡ ὥρα νὰ ἐπικρίνωμεν τοὺς ὀργανισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν, καὶ τότε ἐνθυμούμεθα τὰς συμβουλὰς, ὅπως εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας, τοῦ Γκυζώτου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπομιμηθῇ τοὺς ὀργανισμοὺς τῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ βαδίσῃ φυσικώτερον, ὀργανικώτερον νὰ ἀναπτυχθῇ κατὰ μικρὸν, καὶ νὰ μὴ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμά της. Ἀργὰ τὸ ἐσυλλογίσθη ὁ προτείνας· ἡ συμβουλὴ ἐδόθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ οὐδεὶς ἠσπάσθη αὐτὴν τότε· τὸ ἄλλο ῥεῦμα ὑπερίσχυσεν, ὑπερίσχυσε τὸ ῥεῦμα τῆς εἰσαγωγῆς παρ’ ἡμῖν παντὸς θεσμοῦ κατὰ τὸ τελειότερον. Καὶ μήπως τῷ ὄντι ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὴν τὴν τελειότητα; πολλοῦ γε καὶ δεῖ· ἐν παντὶ εἴμεθα ἐν ἀτελείᾳ, καὶ ἐν τῇ ἀτελείᾳ ταύτῃ ἐν τοσούτῳ εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος θεσμῶν, τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ παραλίπωμεν. Εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ νὰ μεταῤῥυθμίζηται ὁλόκληρον τὸ Διοικητικὸν καὶ Οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Κράτους; Αὐτὸ κυρίως προτείνεται· αἱ σκέψεις, αἵτινες ἐπεκράτησαν εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν καὶ αἵτινες ὡδήγησαν εἰς τὸ νὰ ἀνεύρωμεν τὰς λεγομένας ἀποκοπὰς τῶν δαπανῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶχον τοιαύτην βάσιν. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι δὲν εἶχον κἂν τοιαύτην βάσιν, ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἦσαν μετριασμοὶ, περιστολαὶ, ὅτι ἦσαν ἐλαττώσεις μόνον τῶν μέσων, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἂν ἐξετάσητε ἑκάστην τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ ἐρωτήσητε, ἂν αὐτὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα προτείνονται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἐπαρκῆ, ἕκαστος, ὅστις γινώσκει ἀκριβῶς τὰ περὶ τούτου, θέλει σᾶς βεβαιώσει, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἐπαρκῆ. Ὅταν λαμβάνωμεν ἐν συνόλῳ τὰς ὑπηρεσίας καὶ ἐν συνόλῳ κρίνομεν αὐτὰς, τὰς εὑρίσκομεν πολυδαπάνους· ἀλλ’ ὅταν ἐξετάσητε ἑκάστην ὑπηρεσίαν εἰς πόσας διακλαδώσεις ὑποδιαιρεῖται καὶ ποίας ἐργασίας ἀπαιτεῖ, ὥστε νὰ συμπληρωθῇ τὸ σύνολον, ὥστε νὰ παραχθῇ τὸ πλῆρες τῆς ὑπηρεσίας, θέλετε βεβαιωθῆ τότε, ὅτι τὰ μέσα, τὰ διδόμενα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ὑποβάλλονται, ὅτι αὐτὰ τὰ μέσα βεβαίως δὲν εἶναι ἐπαρκῆ. Ἕκαστος ὅστις εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὑπηρεσίας, βλέπει καθ’ ἡμέραν, ὅτι στερεῖται ὀργάνων, ὅτι στερεῖται χειρῶν, ὅτι στερεῖται ἐργατῶν, καὶ ὅτι εἶναι ἐπιφορτισμένος ὁ αὐτὸς ὑπάλληλος μὲ ποικίλας ἐργασίας. Ἂν δὲ ἡ Κεντρικὴ Ἐξουσία δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιβάλληται, νὰ διευθύνῃ, νὰ ᾖναι ἐνήμερος, νὰ γνωρίζῃ ἀμέσως τί γίνεται καὶ ἀμέσως νὰ διατάττῃ, βεβαίως ἡ ὑπηρεσία πρέπει νὰ χωλαίνῃ, καὶ νὰ φθάσῃ εἰς μαρασμὸν, καὶ τότε δὲν διοικεῖ πλέον ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία, ἀλλὰ διοικεῖ ἕκαστος τοπικῶς κατὰ τὸ δοκοῦν, βραδέως πως μανθάνων τὴν ὕπαρξιν τῆς Κεντρικῆς Ἐξουσίας, οὔτε αὐτὸς προσέχων, οὔτε ὑπομιμνησκόμενος εἰς τὰ καθήκοντά του. Ἅμα ἐλαττώσητε τὴν δύναμιν τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι καὶ τὸ παραγόμενον μέλλει νὰ ᾖναι ἀνάλογον. Θέλομεν νὰ ἔχωμεν τὰς προσόδους ἐκείνας, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε κατέδειξε τὸ ἔτος τὸ πρὸ ὀλίγου λῆξαν· βεβαίως δὲν θέλομεν ἔχει αὐτὰς, ἅμα ἐλαττώσητε τὰ ὄργανα καὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων αὐταὶ αἱ πρόσοδοι δύνανται νὰ βεβαιωθοῦν καὶ βεβαιούμενοι δύνανται νὰ εἰσπραχθοῦν. Ἐλαττώσατε τὴν ἐφοριακὴν ὑπηρεσίαν, ἐλαττώσατε τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν, ἐλαττώσατε τὰ μέσα τῆς ἀσφαλείας, ἐλαττώσατε τὰ μέσα τῆς διοικήσεως· νομίζετε, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα θέλουσιν εἶσθαι τὰ αὐτά; Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι πάντοτε ἀνάλογα πρὸς τὰ μέσα, τῶν ὁποίων γίνεται χρῆσις. Ἅμα ἐλαττώσητε τὰ ὄργανα, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἐλαττόνετε καὶ τὸ δι’ αὐτῶν τῶν ὀργάνων γινόμενον. Ἡ οἰκονομία δύναται τῷ ὄντι νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας, ἐνδέχεται νὰ φθάσητε καὶ μέχρις ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατεδείξατε, μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 6,000,000, ἀλλ’ ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι θέλετε ἔχει καὶ προσόδους ἀναλόγως τῶν 6,000,000, τῶν ὁποίων ἐστερήσατε τὴν ὑπηρεσίαν, κατωτέρας· καὶ ὅταν ἔχεται προσόδους ἀναλόγως κατωτέρας, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν οἰκονομιῶν θὰ ἦναι ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπεζητήσατε· διότι τί ἐπεζητήσατε; ἐπεζητήσατε νὰ φθάσητε εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ἐὰν ἐπείσθητε, ὅπως κατέδειξα, ὅτι ἄνευ τοῦ ἰσοζυγίου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ ἑξῆς παρ’ ἡμῖν Προϋπολογισμὸς, εἰμὴ Προϋπολογισμὸς καταστροφῆς. Ἐὰν ἠλαττώσατε λοιπὸν τὰς προσόδους τοῦ Κράτους καὶ ἠλαττώσατε τὰ ἔξοδα, ἐφθάσατε πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα καὶ χεῖρον ἀκόμη, διότι πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῶν προσόδων ἔχετε καὶ τὴν κακὴν διοίκησιν. Ἡ αὔξησις τῶν προσόδων εἶναι ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις νὰ ἀνορθωθῇ· καὶ ἂν εἰς τὰς δαπάνας ἀντιστοιχοῦν τῳόντι ἀποτελέσματα κρείττονα, δὲν πρέπει νὰ φεισθῆται τῶν τοιούτων δαπανῶν, διότι αὐταὶ αἱ δαπάναι λαμβάνουν τότε τὸν χαρακτῆρα τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν. Θέλομεν διέλθει τὰ καθέκαστα καὶ θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ὅπου καὶ ἐὰν ἐθέσατε τὴν χεῖρα διὰ τῶν προτάσεων τῆς ἀποκοπῆς τῶν δαπανῶν, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι παντοῦ φέρετε βλάβην ἀνήκεστον, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ἐστερήσατε, οὕτως εἰπεῖν, τὴν πολύπλοκον αὐτὴν μηχανὴν, τὴν διοικητικὴν καὶ οἰκονομικὴν, ἐδῶ ἑνὸς τροχοῦ, ἐκεῖ ἑνὸς ἱμάντος, ἀλλαχοῦ ἑνὸς μοχλοῦ ἢ ἄλλου τινος ὀργάνου, ἄνευ τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργῇ ἐν τάξει καὶ ἐπιτυχῶς. Ἀφῃρέσατε δὲ καί τινας δαπάνας, αἵτινες εἶναι ἐνδεχόμεναι καὶ μνημονεύονται, διότι εἶναι ἄγνωστον τὸ ἐνδεχόμενον, δὲν ἔχουν δὲ τὴν σημασίαν, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς ἐλαττώσεως τῷ ὄντι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἡ μνεία αὐτῶν εἶναι ἀπαραίτητος, διότι στηρίζονται εἰς τοὺς ὀργανικοὺς Νόμους· καὶ ἅμα στηρίζονται εἰς τοὺς ὀργανικοὺς Νόμους, δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τὴν μνείαν τῆς δαπάνης, διότι εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς ἂν ἤθελε μεταβάλει τις τὸν ὀργανισμὸν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τουτέστιν ὅ,τι πρὸ ὀλίγου παρετήρησα, ὅτι εἶναι ἴσως ἀνεπίγνωστος σκέψις τῶν προτεινάντων αὐτὰς τὰς οἰκονομίας. Δὲν εἰσερχόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα, δὲν ἐννοῶ σήμερον νὰ ἐνδιατρίψω εἰς αὐτὰς καὶ μνείαν τινὰ δὲν ἐννοῶ ἰδιαιτέραν νὰ ποιήσω, διότι θέλομεν ἔλθει εἰς τὰς κατὰ μέρος ἐπιψηφίσεις, καὶ ἐκεῖ θέλομεν ἴδει ποία εἶναι ἑκάστη δαπάνη ἐκ τῶν ἀφαιρουμένων· ἀλλ’ ἐν παραδείγματι ἀναφέρω μόνον ἐκείνην, περὶ ἧς ἔγεινε λόγος παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, τῶν 170,000 δραχμῶν τόκου προσωρινῶν δανείων. Αὐτοὶ οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων ἀνήκουν εἰς δάνειον 2,000,000, συνομολογηθὲν πρὸ πολλοῦ καιροῦ ὡς προσωρινὸν πρὸς 7%, ἀντὶ τοῦ ὁποίου ἐδόθησαν εἰς ἀσφάλειαν ὁμολογίαι φθαρτῶν κτημάτων, καὶ αἱ ὁμολογίαι αὗται δυστυχῶς δὲν ἐξαργυροῦνται, μένει δὲ ἡ καθυστέρησις, δι’ ἣν χρεωστοῦμεν ὁλόκληρον τὸν τόκον. Ἀλλ’ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι τὸ ποσὸν ὑπερβαίνει ἐκείνους τοὺς τόκους· εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γείνῃ μνεία ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς ἐνδεχομένη πίστωσις διὰ προσωρινόν τι δάνειον ἄγνωστον, οἱασδήποτε ἀνάγκης ἀπροβλέπτου; Ὑπάρχει Κυβέρνησις οἱαδήποτε, ἥτις οὐδέποτε περιέρχεται εἰς στιγμὰς καθ’ ἃς δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ πράξῃ ἢ νὰ καταφύγῃ εἰς προσωρινὸν δάνειον; Ὅλαι αἱ εἰσπράξεις εἶναι πάντοτε ἀκριβεῖς καὶ τὰ Ταμεῖα πάντοτε πλήρη ὡς ἀπαιτοῦν αἱ ὑπηρεσίαι καὶ αἱ ὑποχρεώσεις; οὐδέποτε. Εἶναι ἀπαραίτητον λοιπὸν εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξέρχηται τῶν δυσχερειῶν ἐν ὡρισμένῃ ὥρᾳ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς εὐθύνης, δίδουσα λόγον τῆς χρήσεως, καὶ δικαιολογοῦσα αὐτὴν τὴν χρῆσιν, νὰ προβαίνῃ εἰς σύναψιν τοιούτων προσωρινῶν δανείων. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ περίστασις· ἰδοὺ καθ’ ὑπόθεσιν ἔχομεν τὰς νέας Ἐπαρχίας, ὅπου εἶναι ἀνάγκη διὰ μεταλλικοῦ νὰ γίνεται ἡ πληρωμὴ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου· εἶναι τὰ Ταμεῖα πλήρη μεταλλικοῦ; δὲν εἶναι. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην νὰ συνάψωμεν ἀνοικτὸν λογαριασμὸν μετὰ τῆς ἐκεῖ Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας καὶ διὰ τοῦ ἀνοικτοῦ αὐτοῦ λογαριασμοῦ νὰ ποριζώμεθα πρὸς στιγμὴν ὡς προσωρινὸν δάνειον, νὰ ποριζώμεθα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀποδίδομεν ἅμα εἰσπραχθέντα. Ἂν φιλοτιμηθῶμεν τοιαῦτα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι κυρίως τὸ βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἐξοβελίσωμεν, νομίζοντες, ὅτι διὰ τῆς ἀφαιρέσεώς των τῷ ὄντι ἀνεκουφίσαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ κατεστήσαμεν περιττὴν τὴν ἀνεύρεσιν ἄλλων πόρων, βεβαίως πλανώμεθα· διότι δυνάμεθα νὰ τὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς ἀναποφεύκτου ἀνάγκης, πᾶσα Κυβέρνησις θέλει προνοήσει νὰ ἐξέλθῃ τῆς δυσχεροῦς θέσεως ὁπωσδήποτε διὰ πάσης θυσίας, καὶ ἑπομένως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, θέλει τὸ δαπανήσει καὶ θέλει τὸ παραστήσει ὡς πίστωσιν ἔκτακτον ἢ ἀναπληρωματικήν, ὅπως ἐγίνετο μέχρι τοῦδε εἰς ὅλας τὰς διαχειρίσεις· οὐδεὶς δὲ θέλει τῇ ἀρνηθῆ τὴν ἐπιψήφισιν, ὅταν ἰδῇ πράγματι, ὅτι καὶ ἡ ἀνάγκη ἦτον ἀναπόφευκτος, καὶ ὅτι συμφέρον τοῦ Κράτους ὑπηγόρευε καὶ καθίστα ἀναπόφευκτον τὴν χρῆσιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν αἱ οἰκονομίαι, αἵτινες δύνανται νὰ ἀπαλλάξωσιν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ἀναποφεύκτου ἀνάγκης, νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν νέων πόρων· ἄνευ δὲ τῆς ἀνευρέσεως νέων πόρων εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ ἐλλείμματος· εὑρισκόμενοι δὲ ἐνώπιον τοῦ ἐλλείμματος, εἴμεθα ἀπολύτως ἐστερημένοι τῶν μέσων νὰ ἐκπληρώσωμεν ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἀναποφεύκτως πρέπει νὰ ἐκπληρωθοῦν, ἂν τὸ ἔθνος θέλῃ νὰ ὑπάρχῃ οἰκονομικῶς, ἂν τὸ ἔθνος θέλῃ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἠθικὴν αὑτοῦ δύναμιν, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν ἡμᾶς εἰς τὴν αὐτὴν στάσιν, εἰς ἣν βλέπομεν τοὺς μὴ δυναμένους νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν. Εἰς ποίους πόρους δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν παρέχοντας ἐκεῖνα τὰ ποσά, ἐκεῖνον τὸν ἀριθμόν, ὅστις μόνος δύναται νὰ καλύψῃ τὸ βέβαιον ἔλλειμμα; Ἠδυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν εἰς φόρους, οἵτινες οὐδὲν ὑπόσχονται, οἵτινες οὐδὲ κἂν μελέτης ἔγιναν ἀντικείμενον παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπέβαλον τὴν νύξιν αὐτῶν; Τίς κατέδειξεν, ὅτι ἐκ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἀνέφεραν ὡς δυναμένους νὰ ἐπαρκέσωσι κατὰ τὸ παρὸν, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πορίσωσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ προτείνομεν, καὶ διὰ τῶν σχετικῶν Νόμων, τοὺς ὁποίους ὑπεβάλομεν; Αὐτοὶ οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους προτείνομεν, εἶναι τάχα φόροι, οἵτινες μέλλουν νὰ καταθλίψουν τὴν παραγωγήν; Δὲν εἶναι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν φόροι, οἵτινες μόνον ἀπευθύνονται εἰς τὴν κατανάλωσιν, καὶ κατανάλωσιν ἐκείνων τῶν εἰδῶν, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη πρὸς συντήρησιν, ἀλλ’ ὧν καθ’ ἕξιν μόνον γίνεται χρῆσις καὶ ὡς ἐκ τῆς συνηθείας κατέστησαν ἀπαραίτητα, οὐδὲ ἀποτελοῦσι τὰ μέσα ὑπάρξεως; Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐκάκισαν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἴνων, καὶ κατέδειξαν, ὅτι αὐτὸς ὁ φόρος μέλλει νὰ ᾖναι καταστρεπτικός· ἰδίως ἐν Πάτραις. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν παρέστησε μάλιστα, ὅτι μὲ ἀδιαφορίαν ἐδέχθην τὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις ἦλθε νὰ ἐξηγήσῃ διατί ἐν Πάτραις αὐτὸς ὁ φόρος μέλλει νὰ ᾖναι ἐπαχθής. Λυποῦμαι, διότι τοιαύτας ἐντυπώσεις ἔλαβεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν ἐκ τῆς ὁμιλίας, ἣν ἔσχε μετὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Τοὐναντίον, ἐγὼ ὑπεδέχθην αὐτὴν προθύμως, συνεζήτησα ἐπὶ μακρὸν μετ’ αὐτῆς καὶ κατέγεινα νὰ ἀκούσω παρ’ αὐτῆς τὰς ἀκριβεστέρας πληροφορίας· ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μοὶ εἴπωσί τι, τὸ ὁποῖον νὰ μέ πείσῃ ἢ τὸ ὁποῖον νὰ φαίνηται ἀποδεικνύον πιθανὴν τὴν ὑποτιθεμένην βλάβην, εἰς ἣν λέγουν, ὅτι ὑπόκεινται. Ὡς εἶναι γνωστὸν, ἀλλαχοῦ ὁ φόρος τῶν οἴνων ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἀναβαίνει εἰς τὰ 15 καὶ εἰς τὰ 12% τῆς ἀξίας, παρ’ ἡμῖν δὲ, ὡς προτείνεται ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου Νόμου, οὔτε εἰς τὰ 10% μέλλει νὰ φθάσῃ τῆς ἀγοραίας ἀξίας τοῦ οἴνου. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι κατὰ τὸ 1875 ὁ τότε προταθεὶς Νόμος ἐπὶ τῶν οἴνων εἶχε 10 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν «εἰς φιάλας χωρητικότητος μέχρι μιᾶς ὀκᾶς πρὸς δραχ. 1,10 τὴν φιάλην». Φιάλη μέχρι μιᾶς ὀκᾶς ὤφειλε νὰ πληρώνῃ 10 λεπτὰ ἄρα καὶ κατωτέρας χωρητικότητος, ἀνωτέρας δὲ 20 λεπτά. Κατὰ τὰ καθέκαστα ἐκείνου τοῦ Νομοσχεδίου, ἔπρεπεν ἑκάστη φιάλη νὰ περιδένηται μὲ ταινίαν, καὶ ὁ παραβάτης ὑπέκειτο εἰς αὐστηρὰς ποινάς. Ἡμεῖς δὲν εἴπομέν τι ὑπέρογκον, οὐδὲ ἦτο δίκαιον νὰ στραφῇ ὅλη ἡ ὀργὴ καὶ ὅλη ἡ ἐπίκρισις ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου τῶν οἴνων, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπάγει νέον φόρον, ἀλλὰ μετατρέπει τὸν ὑπάρχοντα· τὰ ἄλλα Νομοσχέδια εἰσάγουν νέους φόρους, καὶ ἐν τούτοις δὲν γίνεται λόγος μετὰ τοσούτου πάθους, ὡς γίνεται περὶ αὐτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου τοῦ φόρου τῶν οἴνων. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, οὔτε δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὅπως ἔχει ἡ στρεμματικὴ φορολογία τῶν ἀμπέλων, δὲν παράγει πρόσοδον εἰς τὸ Δημόσιον. Πρὸς τί λοιπὸν πληροῦμεν τὰς στήλας τοῦ Προϋπολογισμοῦ δι’ ἀριθμῶν; Πρὸς τί λέγομεν στρεμματικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ ἐπὶ τῶν κήπων ἓν ἑκατομμύριον ἑκατὸν χιλιάδες; Πρὸς τί λέγομεν τοῦτο, ὅταν ἦναι βέβαιον, ὅτι εἴσπραξις δὲν γίνεται εἰμὴ ἐλαχίστου ποσοῦ; Ὅλοι οἱ προκάτοχοί μου εὑρέθησαν εἰς αὐτὴν τὴν ἀμηχανίαν, καὶ ἀναφέρω τοῦ 1877 ἐγκύκλιον περὶ φορολογίας τῆς γῆς, τοῦ φόρου τῶν ζώων καὶ τῶν μελισσίων: «Μετὰ λύπης παρετήρησα, ὅτι ἡ βεβαίωσις τῆς στρεμματικῆς ἐν γένει φορολογίας, ἰδίᾳ δὲ ἡ τῶν ἀμπέλων, πάντοτε καθυστερεῖ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῶν φορολογουμένων, καταδιωκομένων ν’ ἀποτίσωσι διὰ μιᾶς πολλῶν ἐτῶν ποικίλους φόρους κτλ. κτλ.» Μήπως ἀπὸ τὰ 1877, ἀφ’ ὅτου ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων πρὸς ταχεῖαν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν, γίνεται τι προυργιαίτερον; Τοιουτοτρόπως ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ποσὸν ἁπλῶς πρὸς φενάκην, ἁπλῶς διὰ νὰ καλύπτωμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων καὶ νὰ νομίζωμεν, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσπράξωμεν φόρον, ὃν ἐν μέρει μόνον εἰσπράττομεν. Διὰ τῆς νέας ῥυθμίσεως τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν οἴνων συγχωνεύεται ἤδη ἡ ἔγγειος φορολογία καὶ ὁ φόρος καταναλώσεως, ὅστις δὲν εἶναι τοσοῦτον ἐπαχθὴς εἰς τὸν καλλιεργητὴν, τὸν ἀμπελουργόν· δὲν καταδιώκεται πλέον οὗτος. Συνάμα ἀπαλλαττόμεθα ἀπὸ ὅλην ἐκείνην τὴν μακρὰν λιτανείαν τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, τῆς καταμετρήσεως τῆς κατατάξεως, καὶ, μετὰ τὴν βεβαίωσιν, τῆς καταδιώξεως τοῦ ἀμπελοκτήμονος. Ἰδοὺ εὑρίσκομεν τὸν οἶνον ἐν ταῖς πόλεσιν, ἐν τοῖς οἰνοπωλείοις, ὅθεν ἀμέσως μεταβαίνει εἰς τὴν κατανάλωσιν, καὶ οὕτω δὲν δύναται νὰ ἦναι ὁ φόρος ἐπαχθὴς καὶ καταπιεστικός. Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, δὲν ἀντιλέγω, ὅτι δύναται νὰ ἐπιδράσῃ καὶ ἐπὶ τῆς τιμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν μέλλει νὰ πωλῆται ὁ οἶνος καὶ ὅτι δύναται νὰ ἐλαττωθῇ ἡ τιμὴ τοῦ προϊόντος τοῦ ἀμπελοκτήμονος. Ὅ,τι εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν, δὲν στερεῖται ἀληθείας. Τῷ ὄντι ἡ ἐπίπτωσις τοῦ φόρου εἶναι ζήτημα λίαν λεπτὸν, τὸ ὁποῖον πολλαὶ περιστάσεις καταδεικνύουν τίνι τρόπῳ λύεται· δὲν λύεται πάντοτε ἀπαραλλάκτως· δὲν δύναταί τις θεωρητικῶς καὶ κατηγορηματικῶς νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι πάντοτε μέλλει νὰ ἐπέλθῃ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα πρὸς βλάβην τῆς παραγωγῆς, ὄχι· ἀλλὰ τοὐλάχιστον διανέμεται τὸ βάρος, δὲν ἐπιπίπτει εἰς μόνον τὸν ἀμπελοκτήμονα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν καταναλωτὴν, καὶ τότε ἑκάτερος αἰσθάνεται ἐλαφρότερον βάρος. Τοῦτο εἶναι ἐπιζήτητον ἐν τῇ φορολογίᾳ νὰ μὴ ἐπιπίπτῃ τὸ βάρος εἰς ἕνα καὶ μόνον. Ὅπως ἔχει αὐτὸς ὁ φόρος σήμερον, ἐὰν ἐφηρμόζοντο τὰ μέσα τῆς βεβαιώσεως τῆς καταδιώξεως, ὁ ἀμπελοκτήμων ἤθελε δοκιμάσει, ὅτι ὁ ὑπάρχων φόρος εἶναι ἐπαχθὴς, ἀλλὰ σήμερον δὲν ἀκούομεν γογγυσμὸν, οὐχὶ διότι ὁ φόρος δὲν πιέζει, ἀλλὰ διότι πολλοὶ μένουσιν ἀφορολόγητοι. Ἀλλὰ τοῦτο ἐννοῦμεν, ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς τὰς δυσχερείας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα; Ἐννοοῦμεν νὰ ἔχωμεν σύστημα φορολογίας, δι’ οὗ δὲν εἰσάγομεν εἰς τὸ ταμεῖον ὅ,τι ψηφίζομεν, ὥστε νὰ ἔχωμεν Προϋπολογισμὸν κατὰ τὸ φαινόμενον καὶ κατὰ πλάσμα; Κατέκριναν καὶ τοὺς λοιποὺς φόρους· θέλομεν τοὺς ἐξετάσει ἕνα ἕκαστον ἐν καιρῷ· δὲν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν, οὔτε νὰ ἀποκρούσω ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ὅσα δὲν μοὶ ἐφάνησαν σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα κατὰ τοῦ φόρου τοῦ σιγαροχάρτου, ὅτι δῆθεν δὲν θέλει δώσει ὅ,τι ὑπελογίσαμεν. Τί εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ; ὅτι δῆθεν θέλει περιστείλει τὴν ἐμπορίαν τοῦ καπνοῦ, ἐνῷ ἐξεναντίας, ὅπως ἐπιβάλλεται, ἀφίνει καὶ τὴν ἐμπορίαν ἐλευθέραν καὶ τὴν παραγωγὴν ἀνεξάρτητον. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν ποία εἶναι ἡ δύναμις τῶν ἐπιχειρημάτων, ὅσα διὰ μακρῶν ἐπεσωρεύθησαν, ὅπως καταδείξουν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι σπάταλος, ὅτι εἶναι Προϋπολογισμὸς πρὸς θεραπείαν προσώπων, καὶ οὐχὶ πρὸς ὑπηρεσίαν καὶ πρὸς παντοίαν ἐργασίαν διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν πόρων τοῦ Κράτους καὶ τῆς σώφρονος διοικήσεως. Δὲν ἐννοῶ ποίαν δύναμιν ἔχουν ἐπιχειρήματα, περιοριζόμενα εἰς τὸ νὰ καταδείξουν τινὰς ὑπερβολὰς, τινὰ περιττὰ, ἀπαγγελλόμενα μετὰ πολλῆς σπουδῆς παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ὑποδείξουν τίνι τρόπῳ λύεται τὸ ζήτημα τοῦ ἰσοζυγίου, ζήτημα, τὸ ὁποῖον θεωρῶ σήμερον τὸ ζωτικώτερον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν συντηρήσεως. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, καὶ περιμένω νὰ ἀκούσω κατόπιν, τίνι τρόπῳ δύναται εἰς τὸ ἑξῆς νὰ προχωρήσῃ ἡ οἰκονομικὴ διοίκησις ἄνευ ἰσοζυγίου, τίνι τρόπῳ ὁ ἔχων ὡς ἀποτέλεσμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα σπουδαῖον, δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Ἔθνους· τί προσδοκᾷ; ποία μέλλει νὰ ᾖναι ἡ ἐπαύριον; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ ἔργον ἑνὸς Ἔθνους, καὶ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον τοσαῦτα ὑπέστη καὶ τόσον μακρὰν εὑρίσκεται τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν μεγάλων αὑτοῦ συμφερόντων, μόνον νὰ σκέπτηται περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων. Δὲν ἔχει καὶ ἄλλην σπουδαιοτέραν μέριμναν; τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς του; Δὲν πρέπει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν Δημοσίων ἔργων, δι’ ὧν δύναται ν’ ἀναπτύξῃ τὴν βιομηχανίαν, τὸ ἐμπόριον, τὴν συγκοινωνίαν, καὶ ἐν γένει νὰ ἀνέλθῃ εἰς ἀνωτέραν βαθμίδα πολιτισμοῦ; Μὴ νομίσητε λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα δι’ ὀλίγων οἰκονομιῶν, διὰ μικρῶν ἐλαττώσεων, δι’ ἀφαιρέσεως οἱασδήποτε δαπάνης νὰ θεραπεύσωμεν ὅ,τι δὲν δύναται νὰ θεραπευθῇ, εἰμὴ διὰ σπουδαίων θυσιῶν, τὰς ὁποίας προσφέρομεν, οὐχὶ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, διὰ νὰ δημιουργήσωμεν ἀνάγκας ἀνυπάρκτους, ἀλλὰ διὰ νὰ θεραπεύσωμεν τὰς πρωτίστας, ἀπαραιτήτους καὶ μᾶλλον κατεπειγούσας τῆς Χώρας. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 8 μ. μ.)