1883.02.04
1.740 στίχοι · 13.940 λέξεις · 55 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50
τῆς 4 Φεβρουαρίου 1883.
(Παρασκευή)
Ὥρα 4 Μ. Μ. (Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέκα πέντε κάτοικοι τῶν χωρίων Πέτα, Κομπότι καὶ Λιμάνι παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἐκεῖ Διοικητικῆς Ἀρχῆς, ἥτις διὰ τῶν ὀργάνων της ἐμποδίζει αὐτοὺς νὰ καλλιεργήσωσι τοὺς παρ’ αὐτῶν κατεχομένους ἀγρούς· 2) Ἔμποροι καὶ μεταπράται τῆς πόλεως Τρικκάλων, δηλώσαντες ἐξ ἀγνοίας ἀνώτερα ἐπαγγέλματα, καταζητοῦνται νὰ πληρώσωσι φόρον ἐπιτηδεύματος ὑπὲρ τὰς δυνάμεις αὐτῶν καὶ ζητοῦσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἀνάλογον ἕκαστος φορολογίαν· 3) ὁ κ. Σταμούλης, βουλευτὴς Μέσης, προτείνει τροποποιήσεις τινὰς τοῦ ἀπὸ 16 Μαρτίου 1868 ΣΟΕʹ Νόμου, περὶ ἐκλογῆς τῶν μελῶν τῆς Διαχειριστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς κοινῆς περιουσίας τῶν νήσων καὶ νησιδίων Κερκύρας· 4) ἕτερον Νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς ἐπικοίνου περιουσίας τῶν Δήμων τῆς νήσου Κερκύρας· 5) ἕτερον Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἐκτιμήσεως ἐλαιοκάρπου τῆς νήσου Κερκύρας Νόμου. (Ὅρα Παράρτημα).
§2ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ ἐξ Ἄρτης τηλεγραφήματος, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διατάξῃ νὰ παύσῃ ἡ παρεμπόδισις τῆς καλλιεργείας τῶν τηλεγραφικῶς παραπονουμένων. Ἐπειδὴ δὲ αὔριον εἶναι ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν ὡρίσθη νὰ συζητηθῇ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, παρακαλῶ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις δώσῃ πληροφορίας ἐὰν ἔχωνται ἀληθείας τὰ ἐν τῷ τηλεγραφήματι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ θὰ ἀσχοληθῇ αὔριον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος καὶ θὰ ἀπαντήσῃ.
§4ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ συστήσητε νὰ τυπωθῇ τὸ τηλεγράφημα καὶ διανεμηθῇ ἐγκαίρως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωσθῇ, ἐπειδὴ εἶναι μακρὸν ἐκ 450 λέξεων. (Ὅρα Παράρτημα).
§5Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡ χθεσινὴ ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ μὲ ἀναγκάζει ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα, ὅπως παρακαλέσω αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ τῇ Βουλῇ, 1) πίνακα τοῦ βεβαιουμένου ἐτησίως φόρου ἐκ τῆς στρεμματικῆς τῶν ἀμπέλων φορολογίας τῶν δήμων Κυμαίων, Κοτυλαίων καὶ Κονιστρίων καὶ τοῦ ἐξ αὐτῶν εἰσπραττομένου ἐτησίως ποσοῦ, καὶ 2) πίνακα ἐκ τοῦ Τελωνείου Κύμης τοῦ ἐξαχθέντος τὸ παρελθὸν ἔτος ποσοῦ οἴνου ἐκ τοῦ λιμένος Κύμης· διότι ἐπιθυμῶ ὅπως ἡ Βουλή, πρὶν ἢ ψηφίσῃ τὸ ἐτήσιον φορολογικὸν Νομοσχέδιον, δι’ οὗ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καταργεῖ τὸν ἔγγειον φόρον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων καὶ τοῦ μεταφερομένου οἴνου, καὶ ἀντὶ τούτων ἐπιβάλλει ἔγγειον φόρον δύω λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου οἴνου, ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν αὑτῆς τοὺς πίνακας τούτους καὶ δύναται νὰ συγκρίνῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀπαλλάσσονται οἱ τρεῖς οὗτοι Δῆμοι, πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ πληρώνηται διὰ τοῦ νέου συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ τὸ καταθλιπτικὸν ἀποτέλεσμα τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται φορολογία δεκαπλασία ἢ δωδεκαπλασία τῆς ἰσχυούσης. Ὁ προτεινόμενος ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου οἴνου δὲν ἐπηρεάζει, κύριοι, ποσῶς τοὺς οἰνοπαραγωγοὺς Δήμους τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τοὺς τρεῖς τούτους Δήμους τοὺς ἐξοντώνει ὁλοτελῶς. Καὶ ἐννοῶ τοὺς στεφάνους, τοὺς ὁποίους ἔπλεξε χθὲς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Θήρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τοῦ μεταφερομένου οἴνου, διότι ὄντως τὸ μέτρον τοῦτο ὠφελεῖ τὴν Ἐπαρχίαν του ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἴσως ἀπαλλάσσει αὐτὴν τῶν 9[10 τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἐπλήρωνεν, ὡς καὶ τὴν ἐπαρχίαν Μεγαρίδος· καὶ ἔχουν δίκαιον οἱ ἔντιμοι Ἀντιπρόσωποι τῶν Ἐπαρχιῶν τούτων διὰ τοὺς ἐπαίνους καὶ τὰ ἐγκώμια, τὰ ὁποῖα ἀπευθύνουσι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἴσως καὶ ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τούτων συνέταξε τὸ Νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργός.
§6ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν εἶναι βουλευταὶ τῆς Θήρας καὶ τῆς Μεγαρίδος, εἶναι τοῦ Ἔθνους.
§7ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἴσως δὲν ἐγίνωσκον, ὅτι ἐπέρχεται βλάβη εἰς ἄλλας Ἐπαρχίας καὶ ἐμερίμνησαν μόνον περὶ τῶν ἰδίων Ἐπαρχιῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ὀφείλει νὰ γινώσκῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἔργων αὑτοῦ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, νομίζω, ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, πρὶν λάβῃ τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ ποῖαι ἔσονται αἱ συνέπειαί του δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα· ἐὰν δ’ ἐπληροφορεῖτο, ὅτι εἰς μίαν μόνην γωνίαν τῆς Ἑλλάδος τρέχουσι κίνδυνον νὰ ἐξοντωθῶσιν αἱ ἄμπελοι καὶ ὅτι μία πηγή, ἥτις πρὸ ὀλίγου ἤρχισε νὰ ῥέῃ, εἰσάγουσα εἰς τὸν Τόπον χρυσόν, πρόκειται ν’ ἀποξηρανθῇ, ὤφειλε, λέγω, νὰ μὴ τὴν ἀποξηράνῃ. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθη τὸ Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν οἴνων, τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια τῶν Δήμων τούτων, ἀφορῶντα πρὸ πάντων εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῶν δύω λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, τὸν ὁποῖον τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐπέβαλλε, ἔκαμαν πράξεις καὶ ψηφίσματα κατ’ αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, νὰ διατάξῃ, ὅπως τὰ ψηφίσματα ταῦτα τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς· διότι πρέπει νὰ μάθωσιν οἱ κ. κ. Βουλευταὶ εἰς ποίας ἐκτάκτους δαπάνας ἐκτίθενται οἱ κάτοικοι τῶν Δήμων τούτων, διὰ νὰ κατορθώσωσι καὶ καταστήσωσι παραγωγικὰς τὰς ἀμπέλους των. Ἡ γῆ ἐκείνη, ἡ ὁποία τίποτε ἄλλο δὲν δύναται νὰ παράξῃ, μόλις κατορθοῦται διὰ μυθικῶν τῳόντι δαπανῶν νὰ παράγῃ τὸν οἶνον τοῦτον. Θὰ ἔχῃ δὲ ὡς ἀποτέλεσμα ὁ Νόμος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ φορολογῶνται κατ’ ἄλλον τρόπον αἱ ἄμπελοι τῶν τριῶν τούτων Δήμων ἀνὰ 25, 30 ἕως 35 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, μέτρον καταθλιπτικὸν, ὅπερ θὰ ἔχῃ ὡς ἄμεσον συνέπειαν τὸ νὰ στειρεύσῃ ἢ μᾶλλον ν’ ἀποξηράνῃ ἐντελῶς μίαν πηγὴν, ἥτις πρό τινος, ἕνεκα τῆς ἐν Εὐρώπῃ φυλλοξήρας, ἤρχισε νὰ καθίσταται χρυσοῤῥόος διὰ τὸ Κράτος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§9Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς, κύριοι, εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα καθ’ ἕκαστον ἔτος ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν περιλαμβάνει τὸ σύνολον τῶν χρηματικῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας καλεῖται νὰ συνεισφέρῃ ὁ Τόπος διὰ τὴν Διοίκησιν τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ συγκεφαλαιοῖ τὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας αἱ χρηματικαὶ αὗται θυσίαι πρέπει νὰ δαπανηθῶσι, καὶ προσδιορίζει τὸ δαπανητέον δι’ ἑκάστην αὐτῶν ποσόν. Τούτου ἕνεκα ἐθεωρήθη πάντοτε ἀναγκαῖον, ὄχι μόνον νὰ ἐξετάζηται καὶ συζητῆται λεπτομερῶς ἕκαστον ἄρθρον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς μερικῆς ταύτης συζητήσεως νὰ προτάσσηται γενικὴ συζήτησις, καθ’ ἣν ἐρευνᾶται ἐὰν οἱ συντάξαντες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἔλαβον ἀκριβῶς ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ Τόπος, καὶ ἐὰν κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ ἐπεκράτησε τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον αἱ περιστάσεις αὗται ὑπαγορεύουσιν. Ἡ γενικὴ αὕτη συζήτησις, ἥτις ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τὴν Διοίκησιν καὶ τὴν ἐν γένει πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, λαμβάνει κατ’ ἀνάγκην πολιτικὸν χαρακτῆρα· διότι, ἐὰν ἐξ αὐτῆς ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ἐπεκράτησε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσῃ, τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον θέλει πράξει ἡ Βουλὴ, εἶναι ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις τὸν συνέταξε, καθόσον εἶναι πλάνη καὶ πλάνη μεγίστη τὸ νὰ φρονῇ τις, ὅτι δύνανται νὰ ἐπέλθωσι σπουδαῖαι μεταβολαί, καὶ μάλιστα νὰ γείνῃ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων, ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως. Πᾶσα δαπάνη, ὅσον περιττὴ, ὅσον μὴ ἀναγκαία καὶ ἂν ὑποτεθῇ, εὑρίσκει πάντοτε συνηγόρους ἐν τῇ Βουλῇ· ἀπαιτεῖται δὲ ἡ δύναμις καὶ ὁ ὄγκος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ ἡ διαγραφὴ ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐθαύμασα, ὅτε ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤρξατο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἤκουσα τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς σπεύδοντας νὰ κλείσωσι τὴν γενικὴν συζήτησιν.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μὴ τὸ λέγετε σεῖς αὐτό. Ἡμεῖς ἀπεναντίας, ἐπιθυμοῦμεν τὴν συζήτησιν.
§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. — Καὶ συμβουλεύοντας ἡμᾶς νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν λεπτομερῆ ἔκθεσιν τῶν ἐλαττώσεων, τῶν ὁποίων νομίζομεν ἐπιδεκτικὸν τὸν Προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦ μέσου τούτου ἐφρόνουν, ὅτι ἡ θέσις των ἠδύνατο νὰ κατασταθῇ πολὺ εὐκολωτέρα, διότι ἦσαν βέβαιοι, ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ καὶ ἐπιχειρήματα, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ πολεμηθῇ πᾶσα πρότασις περὶ ἐλαττώσεων, καὶ ψῆφοι, ὅπως ἀποκρουσθῇ. Τὴν συμβουλὴν ὅμως ταύτην, τὴν ὁποίαν δίδει πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν ἔδιδεν ἄλλοτε εἰς ἑαυτὸν, ὅτε ἀρχηγὸς ὢν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπολέμει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ τότε Κυβέρνησις. Τότε ὄχι μόνον δὲν ἔσπευδε νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν ἢ νὰ φέρῃ αὐτὴν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, ἀλλὰ παρέτεινε τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους ἑβδομάδας, καὶ διὰ τῶν ἐπανειλημμένων ἀγορεύσεων αὑτοῦ καὶ τῶν φίλων του κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὴν τότε πλειονοψηφίαν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος δὲν ἦτο συντεταγμένος συμφώνως μὲ τὰς περιστάσεις τῆς Χώρας. Εἰς τὴν τακτικὴν δὲ ταύτην ὀφείλει, οὐ μόνον τὴν τότε ἄνοδόν του εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπάνοδον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς αὐτήν. Ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν ἐντελῶς, ἐὰν ἐκ τῆς παρούσης συζητήσεως θέλει διατηρηθῆ ἢ θέλει πέσει ἡ Κυβέρνησις· νομίζομεν μόνον, ὅτι ἔχομεν ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ ἐκθέσωμεν ἐν ἐκτάσει τὰς ἰδέας μας καὶ νὰ καταστήσωμεν γνωστὸν εἰς τὸν Τόπον τὸ φρόνημα ἡμῶν περί τε τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐν γένει συστήματος τῆς Κυβερνήσεως. Θέλομεν Ὥστε, ἐὰν ἐπιψηφισθῇ τὸ οἰκονομικὸν τοῦτο σύστημα, νὰ ψηφισθῇ ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων, καὶ ἐν πλήρει συνειδήσει τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπακολουθήσωσιν. Ἐπιθυμοῦμεν, ὅπως ἐὰν αἱ προῤῥήσεις μας ἐπαληθεύσωσι βραδύτερον, ὅπερ ἀπευχόμεθα, ἡμεῖς μὲν νὰ μὴ φέρωμεν οὐδεμίαν εὐθύνην, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ νὰ μὴ δύνανται νὰ προφασίζωνται, ὅτι ὑπέκυψαν εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην, διότι οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι, καὶ οἱ φίλοι τῶν Ὑπουργῶν νὰ μὴ ἔχωσι τὸ δικαιολόγημα ὅτι ἐπλανήθησαν, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐφρόντισε νὰ τοὺς διαφωτίσῃ. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον θεωροῦμεν ἐπιβαλλόμενον εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον τοῦτο, καθόσον πρόκειται περὶ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀναβιβάζει τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους εἰς τὸ καταπληκτικὸν ποσὸν τῶν ὀγδοήκοντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ ἀναγκάζει ἡμᾶς νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς τὸν λαὸν νέους φόρους, ἀνερχομένους εἰς δεκαπέντε ἢ μᾶλλον δεκαεπτὰ ἑκατομμύρια. Τὸ μόνον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἠκούσαμεν ἐπαναλαμβανόμενον ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, εἶναι ὅτι μόνον διὰ τῆς τακτικῆς ταύτης δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι σήμερον ἀληθῶς τὸ ζήτημα τῆς ἡμέρας, ὅπως ἦτον ἄλλοτε τὸ ζήτημα τῶν παρασκευῶν· καὶ καθὼς τότε χάριν τῶν παρασκευῶν δὲν ἐδιστάζομεν νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους, νὰ συνομολογῶμεν ἀλλεπάλληλα δάνεια, νὰ ἐπιτρέπωμεν τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ νὰ περικόπτωμεν ἀπὸ τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ αὐτὰς τὰς ἀναγκαίας δαπάνας, οὕτω καὶ σήμερον δὲν ὑπάρχει, φρονῶ, οὐδεὶς ὁ μὴ ποθῶν διακαῶς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, διότι τὸ ἰσοζύγιον θέλει ἀνορθώσει τὰ οἰκονομικὰ, θέλει ἑδραιώσει τὴν πίστιν τοῦ Δημοσίου, θέλει ὑψώσει τὴν τιμὴν τῶν χρεωγράφων, θέλει προκαλέσει τὴν εἰσαγωγὴν πολλῶν κεφαλαίων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ συντελεσθῶσι δημόσια ἔργα, καὶ πρὸ πάντων θέλει παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρόχειρα τὰ μέσα, ὅπως εὑρίσκῃ εὐκόλως νέα δάνεια, ἐὰν ἤθελον χρειασθῆ. Γνωρίζοντες λοιπὸν καὶ ἡμεῖς καὶ ἐκτιμῶντες τὰ ἀγαθὰ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπιθυμοῦμεν τὴν ταχυτέραν καὶ ἀσφαλεστέραν ἀποκατάστασιν αὐτοῦ, ἀλλὰ διαφωνοῦμεν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιζητηθῇ καὶ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ. Φρονοῦμεν δὲ, ὅτι τὰ μέτρα, ἅτινα προτείνονται παρ’ αὐτῆς, εἴ ποτε ἐπιψηφισθῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐξασφαλίσωσι τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας θ’ ἀνοίξωσιν εὐρύτερον καὶ βαθύτερον τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον, πρὸ τοῦ ὁποίου ἱστάμεθα, καὶ ὅτι ἐὰν σήμερον τὰ οἰκονομικὰ ἔχωσι κακῶς, καὶ ἡ θεραπεία θεωρῆται καὶ εἶναι δύσκολος, μετ’ ὀλίγον θέλει εἶσθαι ἀκατόρθωτος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπιμένομεν ὅπως ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ γενῇ ὅσον ἔνεστιν εὐρυτέρα· διὰ τοῦτο πολλοί τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔλαβον μέχρι τοῦδε τὸν λόγον καὶ ἐξέθεσαν τὰς ἰδέας των καὶ κατέδειξαν τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας θεωροῦσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρωσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Εἰς ὅσα δὲ παρ’ αὐτῶν ἐλέχθησαν, ἀπήντησαν μέχρι τοῦδε, ὁ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ἀναγκασθεὶς ἕνεκα οἰκογενειακοῦ λόγου ν’ ἀναχωρήσω χθὲς ἐνωρὶς ἀπὸ τὴν Βουλὴν, δὲν ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν, καὶ ἑπομένως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα αὐτὸς εἶπε· θέλω ὅμως εἴπει ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Θήρας βουλευτοῦ καὶ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ πρὸ τούτου, θὰ προσπαθήσω νὰ θέσω ὑπὸ τὰς ὄψεις ὑμῶν γενικήν τινα εἰκόνα τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος μας, καὶ νὰ μεταδώσω ὑμῖν τὰς σκέψεις, ὑπὸ τῶν ὁποίων καταλαμβάνομαι, ὅταν ἀτενίζω εἰς τὴν εἰκόνα ταύτην. Ἐπὶ τούτῳ θέλω ἐξετάσει ὁποία ἦτο ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων καθ’ ὃν χρόνον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, τί ὤφειλε νὰ πράξῃ σχετικῶς πρὸς τὴν κατάστασιν ταύτην, τί ἔπραξε καὶ ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε. Μετὰ τοῦτο θέλω ἀναλύσει τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφέτος παρουσιάζει, καὶ θέλω καταδείξει τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλει ἔχει καὶ τοῦτο· ἐπὶ τέλους θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις θεωρεῖ καταλληλότερον. Θὰ προσπαθήσω κατὰ τὴν συνήθειάν μου νὰ ἐκθέσω ταῦτα πάντα ἄνευ παρεκβάσεων, καὶ μετὰ τῆς δυνατῆς συντομίας, ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μὴ μὲ διακόπτητε καὶ νὰ μὲ ἀκούσητε, ἐὰν εὐαρεστῆσθε, μετὰ προσοχῆς. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἡμῶν διαιρεῖται εἰς ἓξ μεγάλα τμήματα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται μέρη· ἐκ τούτων τὰ τρία πρῶτα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουν τὸ Δημόσιον χρέος, τὴν Βασιλικὴν χορηγίαν καὶ τὰς δαπάνας τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὰ οὐδεμιᾶς συζητήσεως· διότι τὰ μὲν δύω πρῶτα περιλαμβάνουν ὑποχρεωτικὰς δαπάνας, τὸ δὲ τρίτον κανονίζεται ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν συζητήσεως καὶ τὸ ἕκτον μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ περιλαμβάνον τὰ διάφορα ἔξοδα, διότι καὶ ἐπὶ τούτου δὲν εἶναι εὔκολοι αἱ αὐξομειώσεις. Ἑπομένως πᾶσα ἡ ἐξέτασις καὶ ὅλη ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ περιστρέφεται κυρίως εἰς τὸ τέταρτον καὶ πέμπτον μέρος αὐτοῦ, τοὐτέστιν εἰς τὰ μέρη, τὰ περιλαμβάνοντα τὰς δαπάνας τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων καὶ τὰς τῆς διοικήσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων. Εἰς αὐτὰ τὰ δύω τμήματα ἐξετάζεται ἡ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐρευνᾶται ἐὰν αἱ δαπάναι ἐκανονίσθησαν μὲ τὴν ἀπαιτουμένην φειδὼ καὶ οἰκονομίαν. Κατὰ τὸ 1876, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τὸ τελευταῖον ἔτος ἐν εἰρήνῃ—διότι ἀπὸ τοῦ 1877 ἤρχισαν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, αἱ παρασκευαὶ—τὰ ἔξοδα τῆς Διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων ὡς καὶ τὰ τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων ἀνέβησαν εἰς 23,700,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀναπτύξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων καὶ τῶν παρασκευῶν προέβησαν βαθμηδὸν αὐξανόμενα κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, κατὰ δὲ τὸ 1880 ἡ συντάξασα καὶ ὑποβαλοῦσα εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν Κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐζήτησε νὰ ὁρισθῶσιν εἰς 31,000,000, ἐν συνόλῳ δὲ ὁ Προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε, παρίστανεν ἔξοδα μὲν 56,000,000, ἔσοδα δὲ 46,000,000, καὶ ἔλλειμμα 10 ἑκατομμυρίων, διὰ τὴν ἐν μέρει ἀναπλήρωσιν τοῦ ὁποίου ἐπροτείνοντο φόροι τινὲς, ἐξ ὧν ὑπελόγιζεν, ὅτι ἔμελλε νὰ εἰσπραχθῶσι περὶ τὰ 5,000,000. Κατὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου κατεξανέστη, ὡς σᾶς ἀνέφερον καὶ ἄλλοι προαγορεύσαντες, ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κ. Τρικούπης, καὶ ἐπολέμησεν αὐτὸν ὡς μὴ ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς περιστάσεις καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἱκανότητα τοῦ Τόπου. Οἱ φόροι, ἔλεγε τότε, τοὺς ὁποίους πληρόνει τὸ ἔθνος, εἶναι πολλοὶ καὶ δυσβάστακτοι, ἡ δὲ φορολογικὴ ἱκανότης τοῦ ἔθνους δὲν ἐπιτρέπει νὰ αὐξήσωμεν αὐτοὺς εἰμὴ κατὰ 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια, καὶ ταῦτα χάριν παραγωγικῶν ὑπηρεσιῶν· ἀφ’ ἑτέρου δὲ αἱ δαπάναι τῆς Διοικήσεως, αἱ ὁποῖαι ὑπελογίζονται εἰς 31 ἑκατομμύρια, εἶναι ὑπέρογκοι, δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ἀναλογίαν μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, καὶ προσέθετεν ὅτι ἦτο τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης νὰ ψηφισθῶσι νέοι ὀργανικοὶ νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἡ διοίκησις τῆς Χώρας νὰ κατασταθῇ οἰκονομικωτέρα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ προχείρως, παρουσίαζε συνταγὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύναντο ἄνευ μεταβολῆς τῶν ὀργανικῶν Νόμων νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς Διοικήσεως κατὰ ἕξ ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, καὶ ἑπομένως ἠδύναντο νὰ περιορισθῶσιν εἰς 25 ἑκατομμύρια τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων, καὶ τῆς Διοικήσεως, καὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων. Διὰ τῆς παρατεταμένης δὲ συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου προεκάλεσεν, ἔσυρεν, ὡς σᾶς προεῖπον, τὴν πλειοψηφίαν τῆς τότε Βουλῆς καὶ ἀνέτρεψε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἀνελθὼν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, δὲν ἠδυνήθη μὲν νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ὡς ἀντιπολίτευσις ὑπέσχετο, προφασιζόμενος ἀφ’ ἑνὸς μὲν, ὅτι εἶχε προχωρήσει ἤδη τὸ ἔτος, καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἀναλάβει διαφόρους ὑποχρεώσεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι ἡ Σύνοδος εὑρίσκετο εἰς τὴν λῆξιν αὐτῆς, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος πρὸς μεταβολὴν τῶν ὀργανικῶν Νόμων· οὐδὲν ἧττον ἐπήνεγκε πολλὰς οἰκονομίας, ἀναβαινούσας εἰς 3,000,000, καὶ τοιουτοτρόπως περιώρισε τῶν δύω τούτων κεφαλαίων τὰ ἔξοδα εἰς 28,000,000. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, καθόσον τὸ γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας καὶ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, τὰς ὁποίας αἱ περιστάσεις προεκάλεσαν κατόπιν, ἐδέησε νὰ χορηγηθῶσι πολλαὶ καὶ μεγάλαι ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, καὶ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰκάζετο ὅτι ἔμελλε νὰ ἀφήσῃ ἔλλειμμα ὀλιγώτερον τῶν πέντε μόνον ἑκατομμυρίων, ἀφῆκεν ἔλλειμμα 47 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐπίσης καὶ τὸ ἔτος 1881, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν τὴν αὐτὴν τακτικὴν τῶν παρασκευῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἀνέβησαν εἰς 113,000,000, καὶ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρουσίασεν, ἔμεινεν ἔλλειμμα 66,800,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος 1881 ἐπῆλθεν ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῶν ὁρίων· προσηρτήθησαν αἱ νέαι Ἐπαρχίαι εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἐλάβομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδωμεν συνεδριάζοντας μεθ’ ἡμῶν τοὺς Ἀντιπροσώπους τῶν νέων Ἐπαρχιῶν. Τὰ οἰκονομικὰ ὅμως τοῦ Κράτους, ὡς ἐκ τῶν μεγάλων δανείων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη συνωμολογήθησαν, περιῆλθον εἰς τὴν μᾶλλον ἐλεεινὴν κατάστασιν. Ἀφ’ ἑνὸς ἔλαβε κολοσσιαίαν αὔξησιν τὸ Δημόσιον χρέος, καὶ ἀντὶ τῶν 19 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἤρκουν κατὰ τὰ 1880 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου χρέους, ἐχρειάζοντο διὰ τὸ 1882 28,000,000, ὅ ἐστὶ 9,000,000 περισσότερα. Ἐκτὸς τούτου, ἐπίεζε τὸν Τόπον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐκ τῆς ὁποίας ἀκούετε καθ’ ἑκάστην, ὅτι μεγάλαι περιπλοκαὶ καὶ πολλαὶ ζημίαι ἐπέρχονται. Καὶ δὲν ἔχει μὲν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὅλα τὰ μεγάλα κακὰ, τὰ ὁποῖα συνήθως τῇ ἀποδίδονται, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν πολλὰς καὶ μεγάλας Ἐπικρατείας διατηρούσας αὐτὴν ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ μὴ σπευδούσας νὰ τὴν ἄρωσιν· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἔχουσιν ἄλλως τὰ πράγματα· εἰς Ἔθνος μικρὸν, εἰς τὸ ὁποῖον τὰ προϊόντα, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσάγονται χρήματα εἰς τὸν Τόπον, παράγονται εἴς τινας μόνον Ἐπαρχίας, ὅλαι δὲ ἐν γένει αἱ Ἐπαρχίαι ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ εἰσάγουν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν καθ’ ἡμέραν ἐμπορεύματα καὶ προϊόντα καὶ ν’ ἀποστέλλωσι χρήματα· εἰς Ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ πωλοῦντες τὸ συνάλλαγμα, μετροῦνται ἐπὶ τῶν δακτύλων, εἰς Ἔθνος τοιοῦτον, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συμβαίνωσιν ἀνυπολόγιστοι περιπλοκαὶ καὶ μέγιστοι ζημίαι ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἓν ἐκ τῶν πρώτων μελημάτων πάσης Κυβερνήσεως ἔπρεπε νὰ ἦναι καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐκτὸς τούτου, εἰς τὸ Δημόσιον ἡμῶν χρέος μέλλουν νὰ προστεθοῦν ἐντὸς ὀλίγου καὶ ἑκατομμύρια τινὰ δι’ ὅσον μέρος ἐκ τοῦ χρέους τῆς Τουρκίας ὀφείλομεν νὰ ἀναλάβωμεν, ἕνεκα τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν. Ἐν τοιαύτῃ ἀθλίᾳ καταστάσει διακειμένων τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Τόπου, ἡ κοινοτέρα σύνεσις, ἡ ἁπλουστέρα λογικὴ ἐπέβαλλεν εἰς τοὺς κυβερνῶντας τὴν ὑποχρέωσιν νὰ περιστείλωσιν ὅσον ἦτο δυνατὸν τὰ ἱστία, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐξετάσωσι μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ νὰ περικόψωσιν ὄχι μόνον τὰς περιττὰς, ἀλλὰ καὶ πάσας τὰς μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίας δαπάνας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ σκεφθῶσι καὶ περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων. Τότε ὁ κ. Τρικούπης, τὸν ὁποῖον ἡ πλειονοψηφία τῆς νέας Βουλῆς ἀνεβίβασεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἦτο καιρὸς νὰ ἐνθυμηθῇ ὅσα ἔλεγε κατὰ τὸ 1880, καὶ νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ὀργανικῶν νόμων, δι’ ὧν, ὡς ἔλεγε τότε, ἠδύνατο νὰ κατασταθῇ οἰκονομικωτέρα καὶ ὀλιγώτερον δαπανηρὰ ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εἶχε τὸν καιρὸν ἢ τὴν ὄρεξιν, νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν σύνταξιν τοιούτων ὀργανικῶν νόμων, ἤρκει νὰ ἐνθυμηθῇ τὴν συνταγὴν, τὴν ὁποίαν προχείρως ἔγραφε κατὰ τὸ 1880 καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο ὁ ὑποβληθεὶς Προϋπολογισμὸς νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 6 ἑκατομμύρια· ἐὰν καὶ τοῦτο μόνον ἐγίνετο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐλάμβανεν ὡς ὁδηγὸν τὴν συνταγὴν ἐκείνην, ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1882 ἤθελε περιέχει ὡς πρώτην βάσιν τὰ 50,000,000, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ὁ ὑποβληθεὶς ἀπὸ τὴν προκάτοχον τοῦ κ. Τρικούπη Κυβέρνησιν Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880, ἀφαιρουμένων δηλαδὴ παρ’ αὐτοῦ τῶν 6 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς τότε ἰσχυρισμοὺς ἠδύναντο ἄνευ ζημίας τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἀφαιρεθοῦν. Εἰς ταῦτα ἔπρεπε νὰ προστεθοῦν 9 ἑκατομμύρια διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ Δημοσίου χρέους, ἔτι δὲ 2 περίπου ἑκατομμύρια ἢ ἀκριβῶς 1,600,000, τὰ ὁποῖα ἤρκουν διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἐὰν ἐτηροῦντο αἱ βάσεις, τὰς ὁποίας ἔθεσεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν κατηγοροῦσι καθ’ ἡμέραν ὡς σπάταλον, διότι ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεγράφησαν διακεκριμένως τὰ ἔξοδα τῆς πρώτης τριμηνίας διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, αὐτὸ τὸ ποσὸν ἐδαπανήθη διὰ τὰ πέντε πολιτικὰ Ὑπουργεῖα· ὥστε ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1882 ἔπρεπε νὰ συνίσταται ἀπὸ 50 ἑκατομμύρια πλέον 9 διὰ τὸ Δημόσιον χρέος καὶ 2 διὰ τὴν διοίκησιν τῶν Ἐπαρχιῶν, ἐν ὅλῳ δὲ 61 ἑκατομμύρια. Εἰς ταῦτα ἠδύναντο νὰ προστεθοῦν, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων καὶ διὰ τὴν ἐπέκτασιν κλάδων τινῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἄλλα 4 ἑκατομμύρια, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀρκετόν· ἑπομένως, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 συνετάσσετο ἐπὶ τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας ἐκανόνιζε διὰ τὸ 1880 ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 65 ἑκατομμύρια· ἐὰν δὲ περιοριζόμεθα εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ πρώτου ἔτους, ἂν ὄχι νὰ φθάσωμεν, νὰ προσεγγίσωμεν τουλάχιστον εἰς τὸ ἰσοζύγιον καὶ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὰς στενοχωρίας, αἱ ὁποῖαι σήμερον μᾶς παρουσιάζονται. Ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς προόδου τοῦ Τόπου κανονικὴ αὔξησις τῶν ἐσόδων ἀνεβίβαζε, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἔσοδα τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν εἰς 54 ἑκατομμύρια, 7 δὲ ἑκατομμύρια ὑπελόγιζεν ὡς μέλλοντα νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ὥστε ἀπὸ τὰ τακτικὰ ἔσοδα θὰ εἴχομεν 61 ἑκατομμύρια. Πλὴν τούτου, εἴχομεν 2 ἑκατομμύρια περίπου οἰκονομίαν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἕνεκα τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι οὔτε κατὰ τὸ 1882, οὔτε κατὰ τὸ 1863 σημειοῦται τοιαύτη δαπάνη, καθόσον ὁ ἱματισμὸς λαμβάνεται ἐκ τῶν προμηθειῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἔτι δὲ 3,500,000 τυχαῖα καὶ διαβατικὰ ἔσοδα ἀπὸ τὴν νομισματοποιΐαν καὶ ἀπὸ τὴν ἐκποίησιν ἀχρήστων τινῶν ὑλικῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἠδυνάμεθα κατὰ τὸ 1882, νὰ προσδοκῶμεν ἔσοδα 65,000,000 καὶ νὰ ἔχωμεν περίπου τὸ ἰσοζύγιον. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ συνταγὴ ἐκείνη τοῦ ἔτους 1880 ἐγράφετο, ὄχι πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀσθενοῦς, ἀλλὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τοῦ ἰατροῦ (ἱλαρότης ἀριστερόθεν), καὶ διὰ τοῦτο ἐλησμονήθη ἐντελῶς κατὰ τὸ 1882, διότι ὁ ἰατρὸς ἔκρινεν, ὅτι μὲ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς καὶ τὴν μεταβολὴν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ 1880, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μεταχειρισθῇ τὴν αὐτὴν συνταγήν. Οὕτω δὲ ἀντὶ νὰ ὑποβληθῇ Προϋπολογισμὸς, φέρων δαπάνας 65 ἑκατομμύρια ἐν ὅλῳ, παρουσιάσθη Προϋπολογισμὸς ἀναβιβάζων αὐτὰς εἰς 78,000,000! Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι ἐκ τῶν 78 τούτων ἑκατομυρίων τὰ 41,500,000 ὡρίζοντο δι’ ἔξοδα τῆς γενικῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων καὶ τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας τῶν φόρων, ὅ ἐστὶ ἀνῆκον εἰς τὰ δύω αὐτὰ κεφάλαια ἢ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς σᾶς προεῖπον, περιστρέφεται ἡ συζήτησις καὶ ἐξέτασις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο εἶναι ἀνώτερον ἀπὸ τὰ προϋπολογισθέντα ὑπὸ τῆς κατακριθείσης Κυβερνήσεως τοῦ 1880 κατὰ 13,500,000 καὶ κατὰ 16,000,000 πλειότερα τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα περιεῖχεν ὁ ψηφισθεὶς Προϋπολογισμὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη. Ἡ ἐμφάνισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ἐξέπληξεν ὄχι μόνον τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν συμπολίτευσιν, διότι καὶ ἡ συμπολίτευσις σύγκειται ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦσι νὰ διοικῆται τὸ Κράτος ὅσον ἔνεστι οἰκονομικώτερον καὶ νὰ μὴ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβαρύνουν μὲ φόρους τοὺς ἐντολεῖς των χάριν περιττῶν ἢ μὴ ἀναγκαίων δαπανῶν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ πλειοψηφία τῆς ὁποίας συνεκροτεῖτο ἀπὸ φίλους τῆς Κυβερνήσεως, ἐξήτασε μετὰ πολλῆς ἐπιστασίας καὶ προσοχῆς τὸν Προϋπολογισμὸν, εὗρεν ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐξ αὐτοῦ πολλαὶ δαπάναι καὶ ἐπείσθη ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνωσι μεγάλαι οἰκονομίαι, δι’ ἐκθέσεως δὲ λίαν σπουδαίας, ἡ ὁποία τιμᾷ τὸν εἰσηγητὴν αὐτῆς καὶ ἔντιμον φίλον μου κύριον Φλογαΐτην, καὶ ἀποδεικνύει τὴν πολυμάθειαν καὶ ἐμβρίθειαν αὐτοῦ, ἐπρότεινεν ἐλαττώσεις ἀναβαινούσας εἰς ἑκατομμύρια· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὠφελουμένη ἀπὸ τὴν ἀπουσίαν πολλῶν βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ στηριζομένη εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, περιεφρόνησε καὶ ἐχθροὺς καὶ φίλους, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐδέχθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδεμίαν τῶν προτεινομένων ἐλαττώσεων, ἀλλ’ ἀπεναντίας προσέθηκεν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας ἢ κατὰ πρότασιν ἄλλων 2,500,000, καὶ ταῦτα πάντα εἰς τὰ δύω μέρη, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, ἤτοι εἰς τὴν γενικὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ὑπουργείων καὶ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς Διοικήσεως· οὕτω δὲ τὰ ἔξοδα τῶν δύω τούτων τμημάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνέβησαν εἰς τὸ καταπληκτικὸν ποσὸν τῶν 47 ἑκατομμυρίων, ὃ ἐστὶν εἰς 19,000,000 περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐψηφίσθησαν κατὰ τὸ 1880. Ἐν διαστήματι λοιπὸν τριῶν μόλις ἐτῶν ἐγένετο αὔξησις εἰς τὰ ἔξοδα τῆς καθαρᾶς Διοικήσεως τοῦ Κράτους 19,000,000, ἐνῷ ἴσως δὲν ἦτο ἀνάγκη, νὰ αὐξηθῶσιν εἰμὴ μόνον κατὰ 2,000,000 διὰ τὴν Διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ ἄλλα ἴσως 3 ἢ 4,000,000 διὰ τὰς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον ἐπέκτασίν τινα. Τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀνεβιβάσθη εἰς 80,000,000, τὰ δὲ ἔσοδα μετὰ τὴν προσθήκην φόρων τινῶν, τοὺς ὁποίους ἀσμένως ἐπεψήφισεν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀνεβιβάσθησαν εἰς 68,000,000· ἑπομένως ἀνεγράφετο εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἔλλειμμα 11,800,000 ἢ 12,000,000· ἀφαιρουμένου δ’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον κακῶς ἐσημειώθη εἰς τὰ ἔσοδα διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ποτῶν, ὅστις δὲν ἐπεψηφίσθη τότε, τὸ ἔλλειμμα, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, ἀνέρχεται εἰς 13,000,000. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν περιωρίσθη εἰς μόνας τὰς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγραφείσας δαπάνας· ἐνεθυμήθη, ὅτι, καίτοι παρελθούσης τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως, καίτοι τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων εἰς τοιαύτην ἐλεεινὴν κατάστασιν διακειμένων, ἐνεθυμήθη, λέγω, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον τῶν παρασκευῶν, καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐκτάκτους πιστώσεις διὰ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν 12 ἑκατομμύρια. Οὕτω δὲ τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβάζεται εἰς 25,000,000. Ἐὰν εἰς ταῦτα προσθέσητε καὶ 2,500,000, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται διὰ τῶν ἐσχάτως ὑποβληθεισῶν νέων πιστώσεων, τότε τὸ ὅλον ἔλλειμμα τοῦ 1882 ἀναβιβάζεται εἰς 27,500,000. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχητε πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν δαπανῶν τοῦ 1882, εἶναι ἀνάγκη ἀκόμη νὰ προσθέσητε πρῶτον τὰ 2,000,000, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἀπὸ τὰς ἀποθήκας τοῦ στρατοῦ διὰ τὸν ἱματισμὸν αὐτοῦ, καὶ δεύτερον ἄλλα 3,500,000 διὰ τὰ διαβατικὰ καὶ τυχαῖα ἔσοδα, τὰ ἀπὸ τὴν νομισματοποιΐαν καὶ τὴν ἐκποίησιν τοῦ ὑλικοῦ προερχόμενα, οὕτω δὲ τὸ σύνολον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1882, ἤτοι ἡ μεταξὺ τῶν κανονικῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων διαφορά, ἀνέρχεται εἰς 32 ἑκατ. Λοιπὸν ἕνεκα τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὸ ἔτος αὐτὸ τὸ εἰρηνικὸν, τὸ μετὰ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν ἐπελθὸν, κατέφαγε 33 ἑκατομμύρια, καὶ θέλει καθέξει ἐπιφανεστάτην θέσιν μεταξὺ τῶν μᾶλλον δαπανηρῶν ἐτῶν τῆς ἐποχῆς μας, ἐρχόμενον ἀμέσως μετὰ τὰ 1880 καὶ 1881, τὰ ὁποῖα ἦσαν κατ’ ἐξοχὴν ἐμπόλεμα ἔτη. Ἐὰν δὲ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὸ ἔξοδον τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ διαβατικὰ καὶ τυχαῖα ἔσοδα, λάβωμεν δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα ὅπως ἐψηφίσθησαν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν πιστώσεων, τὸ εἰκαζόμενον ἔλλειμμα τοῦ 1882 συνίστατο εἰς 27,500,000. Ποῖον δὲ ἔσεται τὸ πραγματικὸν, ὅπερ θέλει προκύψει δηλ. μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπε κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς Συνόδου, ὅτι τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα τοῦ ἔτους 1882 ἔμελλε νὰ ἦναι μόνον 12,000,000 διότι φαίνεται, ὅτι κατὰ τὸ νέον λογιστικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον σκοπεύει νὰ ἐγκαινιάσῃ, δὲν θὰ περιλαμβάνωνται τοῦ λοιποῦ μεταξὺ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, καὶ διὰ τοῦτο παραλείπει τὰ 12,000,000 τῶν τοιούτων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐψηφίσθησαν πέρυσιν, ὅπως καὶ τὰς ἄλλας, τὰς ὁποίας εἰσήγαγε προχθές. Ἀλλὰ πρὶν ὅμως παρέλθῃ εἷς μὴν, μᾶς ἀνεκοίνωσε πρὸς κοινὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἦναι μόνον 6,900,000. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ μηχανὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεκαμίνευσε τὴν πρώτην του πληροφορίαν διὰ νὰ ἐξαγάγῃ τὴν δευτέραν, ὁμοιάζει τὰ ῥακοκάζανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνος αὐτὸς γνωρίζει, ὅτι ἔχουν οἱ χωρικοὶ καὶ περὶ τῶν ὁποίων μᾶς ἔλεγε μίαν ἡμέραν, ὅτι ἔχουν τὴν ἰδιότητα νὰ μεταβάλλουν κατὰ τὴν δευτέραν ἀπόσταξιν τὴν σούμαν τῶν 16 βαθμῶν εἰς οἰνόπνευμα 12 βαθμῶν, ἐνῷ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι γνωρίζομεν, ὅτι ὅλα τὰ καζάνια, ὅσον ἀτελῆ καὶ ἂν ἦναι, ἐξάγουν κατὰ τὴν δευτέραν ἀπόσταξιν οἰνόπνευμα ἀνωτέρου βαθμοῦ. Εἰς τοιαύτην τινὰ μηχανὴν, φαίνεται, ὅτι ἀνεκαμίνευσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκε ἐν ἀρχῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἐξήγαγεν ἄλλην ἀτελεστέραν. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι τὴν μὲν πρώτην πληροφορίαν οὐδὲν ἔχω μέσον ὅπως τὴν ἐξελέγξω, τῆς δευτέρας ὅμως τὸ μὴ ἀκριβὲς ἐξελέγχεται διὰ τῶν ἰδίων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὁ Ὑπουργὸς παρουσίασε. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Διὰ νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 82 περιορίζεται εἰς 7 ἑκατομμύρια, μᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ μέχρις Ὀκτωβρίου βεβαιωθέντα ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς 51 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως βεβαιωθησόμενα θέλουσιν ἀνέλθει εἰς 19,700,000· ὥστε τὸ ὅλον τῶν βεβαιωθησομένων θὰ ἦναι 70,700,000. Ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἔξοδα κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν—διότι, ὡς εἶπον, οὐδόλως λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰς πιστώσεις—ὡρίσθησαν εἰς 80,400,000· προστιθεμένων δὲ καὶ 80 χιλιάδων, τὰς ὁποίας δὲν ἠξεύρω διατὶ κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπεφάσισε νὰ καταριθμήσῃ, συμποσοῦνται εἰς 80,500,000. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐκ τῶν ἐξόδων ἀφαιρεῖ τρία ἑκατομμύρια ἢ 2,900,000 διὰ τὰς διαθέτους πιστώσεις, αἵτινες, ὑπολογίζει, ὅτι δὲν θέλουν πραγματοποιηθῆ, ἐλησμόνησε νὰ ἀφαιρέσῃ καὶ ἐκ τῶν ἐσόδων τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα θὰ μείνουν καθυστεροῦντα καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ὀλίγα. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1880, ὁ ὁποῖος φέρει ἔσοδον 50,000,000, ἔμεινε καθυστέρημα 5,400,000, ὅ ἐστὶ πλέον τοῦ 10%. Ἑπομένως κατὰ τὴν ἀναλογίαν ταύτην καὶ ὁ τοῦ 1882, ὁ ὁποῖος φέρει 68 ἑκατομύρια ἔσοδα, θέλει ἀφήσει καθυστέρημα 7 ἢ τοὐλάχιστον 6 ἑκατομμυρίων Ἐρωτῶ ἤδη ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ, δύνασθε πλέον νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι αἱ πληροφορίαι σας εἶναι ἀληθεῖς καὶ ὅτι τὸ ἔλλειμμα θὰ περιορισθῇ εἰς 7 ἑκατομμύρια, ὡς μετ’ ἀγαλλιάσεως εἴπατε; Ἰδοὺ διατί εἶπον, ὅτι ἡ δευτέρα πληροφορία δὲν εἶναι ἀκριβὴς, καὶ ὅτι τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ὑπολογίζουσιν εἰς 7,000,000, θὰ ἦναι ἴσως ἀνώτερον τῶν 13. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ὑποτεθῇ τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν ᾐσθάνθη στενοχωρίαν, διότι ἐσώζοντο λείψανά τινα ἐκ τῶν δανείων, εἰσεπράχθησαν δὲ καί τινα ποσὰ ἀπὸ ἐκποίησιν ὑλικοῦ, οὕτω δὲ ἡ Κυβέρνησις ἠδυνήθη νὰ διέλθῃ τὸ ἔτος ἄνευ τῶν προσκομμάτων καὶ τῶν ἐνοχλήσεων, τὰς ὁποίας ὑφίστανται συνήθως οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Πλὴν μετὰ τοῦ ἔτους 1882 ἐτελείωσαν τὰ δάνεια ὡς καὶ τὰ ἄχρηστα ὑλικὰ, ἐξηντλήθησαν, ὅπως λέγουσιν οἱ ναυτικοὶ, καὶ τὰ τελευταῖα παξιμάδια, καὶ ὅμως ὁ λιμὴν ἀπεῖχε πολὺ μακρὰν ἀφ’ ἡμῶν. Ὅθεν περιεμένομεν πάντες μετ’ ἀνυπομονησίας νὰ ἴδωμεν κατὰ ποῖον τρόπον ἔμελλε νὰ συνταχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους 1883, καὶ πῶς ἤθελε δυνηθῆ ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ ποίων μέσων θὰ προσεγγίσῃ τοὐλάχιστον εἰς τὸ ἰσοζύγιον. Ἐνῷ δὲ εὑρισκόμεθα πάντες οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ οἰκονομικὰ εἰς πλήρη ἀμηχανίαν, αἴφνης εἴδομεν κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς Συνόδου τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναβῇ τὸ βῆμα καὶ νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ μετ’ εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλόμενος, ὅτι, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Τόπου, ἐνόμιζεν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἦτον πρᾶγμα ἀκατόρθωτον, ὅτι ἦτον γῆ τῆς ἐπαγγελίας πόῤῥω κειμένη, καὶ ἐφρόνει, ὅτι μόλις κατὰ τὰ ἔτη τοῦ βίου του ἤθελε δυνηθῆ νὰ τὴν κατοπτεύσῃ πόῤῥωθεν, ὅπως ὁ Μωϋσῆς κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ζωῆς του εἶδε τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ἀπὸ τῆς κορυφῆς Φασγὰ τοῦ ὄρους Ναβῶ. Ἀλλ’ ἡ θεία Πρόνοια ηὐνόησε αὐτὸν πλειότερον τοῦ Μωϋσέως καὶ τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ καὶ εὐτυχέστερος ἀμφοτέρων κατώρθωσε οὐ μόνον νὰ πατήσῃ τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ὑπερβῇ, ἐπέτυχε δηλονότι ὄχι μόνον νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπερ ἐθεώρει ἀκατόρθωτον, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ καὶ περίσσευμα. Τὸ ἄγγελμα τοῦτο ἐνέπλησε χαρᾶς πάντα τὸν ἔξω καὶ ἔσω Ἑλληνισμὸν καὶ, ὡς ἐλέχθη, ἀφίκοντο ἐπὶ τούτῳ καὶ τηλεγραφικὰ συγχαρητήρια, πολλοὶ δὲ πιστεύσαντες εἰς τοὺς λόγους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νομίσαντες, ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον ἔμελλον ἀφεύκτως νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν γῆν τῆς νέας ταύτης ἐπαγγελίας, ἔσπευσαν νὰ προμηθευθῶσιν ἀγγεῖα διὰ νὰ συλλέξωσι τὸ γάλλα καὶ τὸ μέλι, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν Γραφὴν ῥέουσιν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἠγόρασαν δηλαδὴ χρεώγραφα μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἤθελον φθάσει καὶ ὑπερβῆ τὸ ἄρτιον καὶ οὕτως ἀπὸ πτωχῶν ἤθελον κατασταθῆ πλούσιοι. Τίνι δὲ τρόπῳ κατώρθωσε τὸ θαῦμα τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός; διὰ τρόπου ἁπλουστάτου, τρόπου ὁ ὁποῖος, ἐὰν τῷ ὄντι νομιμοποιηθῇ καὶ εὐδοκιμήσῃ, πρέπει νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀγχόνην ὅλους τοὺς προκατόχους Ὑπουργοὺς, διότι δὲν τὸν ἐνόησαν, ἴσως δὲ φέρει εἰς δύσκολον θέσιν καὶ αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν, διότι δὲν ἐσκέφθη νὰ τὸν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ πέρυσιν. Ἡ μέθοδος, κύριοι, εἶναι ἁπλουστάτη. Εἶδεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἀπῃτοῦντο 80 στρογγυλὰ ἑκατομύρια, καὶ μελετήσας μετ’ ἐπιστασίας τοὺς Προϋπολογισμοὺς ὅλων τῶν Ὑπουργείων, ἐπείσθη ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ οὐδεμία ἐλάττωσις· ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος εὗρεν ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν δύνανται νὰ δώσουν περισσότερα τῶν 65 ἑκατομμυρίων, ἐπείσθη δὲ, ὅτι τὰ κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων ἔχουσι λίαν καλῶς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ οὐδεμιᾶς βελτιώσεως νὰ πορισθῶμεν ἐξ αὐτῶν μεγαλείτερα ποσὰ, ἐπειδὴ δὲ ἔλειπον 15 ἑκατομμύρια, εἰσήγαγε νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπιβάλλονται εἰς τὸν λαὸν 15 ἑκατομμύρια δραχμῶν φόροι, διὰ νὰ ἔχῃ δὲ καὶ περίσσευμα, διότι δὲν ἀρκεῖται εἰς μόνον τὸ ἰσοζύγιον, ἐπρόσθεσεν ἀκόμη καὶ 1½ ἑκατομμύριον, ἐὰν δὲ προστεθῶσι καὶ τὰ ἔξοδα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν νέων τούτων φόρων, ἡ πρόσθετος φορολογία ἀναβαίνει εἰς 17 ἢ 18 ἑκατομύρια. Κατ’ αὐτὴν τὴν μέθοδον δὲν ἔχετε ἀνάγκην τοῦ λοιποῦ νὰ σκέπτησθε περὶ οἰκονομιῶν καὶ νὰ ἀνησυχῆτε διὰ τὰ ἐλλείμματα· δύνασθε νὰ δαπανᾶται ἀφειδῶς ὅσα θέλετε, καὶ ὅταν δὲν ἀρκοῦν τὰ ἔσοδα, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἀπευθύνησθε εἰς τὰ βαλάντια τοῦ λαοῦ, νὰ ἐπιβάλλητε φόρους καὶ οὕτω πάντοτε νὰ ἔχητε ἰσοζύγιον. Τὴν τακτικὴν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἠκολούθησε μέχρι τινὸς ἡ Τουρκία καὶ οἱ ἡγεμόνες τῆς Ἀνατολῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐκεῖ ἦσαν ἄγνωστα τὰ ἐλλείμματα καὶ τὰ δάνεια· εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα οἱ δεσπόται καὶ αἱ Αὐλαὶ αὐτῶν καὶ τὰ χαρέμια καὶ οἱ εὐνοῦχοι καὶ οἱ στρατοὶ ἐδαπάνων ἀσυλλογίστως ὅσα ἤθελον, ὅτε δὲ ἐξηντλεῖτο ὁ δημόσιος θησαυρὸς, ὅτε ὁ Χαζνετάραγας ἔλεγεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχον χρήματα εἰς τὸν Χαζνὲ, ἐπέβαλλον ἐράνους, ἐνίοτε δὲ χάριν μεγαλειτέρας εὐκολίας ἐδήμευον τὴν περιουσίαν πλουσίων τινῶν, καὶ, διὰ νὰ μὴ ἐνοχλῶνται ἀπὸ τὰ παράπονα καὶ τοὺς γογγυσμοὺς τῶν γυμνωθέντων, ἀπεκεφάλιζον αὐτοὺς καὶ τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν των, οὕτω δὲ οὐδέποτε εὑρίσκοντο εἰς χρηματικὰς στενοχωρίας. Εὐτυχῶς τὸ Πολίτευμα ἡμῶν ἀπαγορεύει τὴν δήμευσιν, μολονότι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπάρχει νομοσχέδιον, περιλαμβάνον δημευτικὰς διατάξεις, εἶναι δὲ τοῦτο τὸ περὶ καθυστερούντων ἀπὸ δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν, ὅπερ ὅμως ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλει τὸ ἀποσύσει ἡ Κυβέρνησις ἢ ὅτι δὲν θέλει τὸ ἐπιψηφίσει ἡ Βουλή. Μὴ δυνάμενος λοιπὸν ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον τῆς δημεύσεως, κατέφυγεν εἰς τὴν φορολογίαν, ἀλλὰ φορολογίαν, ἡ ὁποία θέλει ἔχει πολλὰ τὰ δυσάρεστα· διότι πρῶτον θέλει καταθλίψει δεινῶς τὸν λαὸν, δεύτερον θέλει παραβλάψει τὴν παραγωγὴν, τὸ δὲ πάντων χειρότερον μ’ ὅλας τὰς καταθλίψεις, τὰς ὁποίας ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως, ὃν καθιεροῦσι τὰ νομοσχέδια, θὰ ὑποστῶσιν οἱ φορολογούμενοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὰ ὑπολογιζόμενα ἔσοδα, καὶ ἑπομένως δὲν θέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἰσοζύγιον. Γνωρίζετε, κύριοι, ποῖοι εἶναι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις, ἐκ δὲ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κρίνητε περί τε τῆς ἀξίας αὐτῶν καὶ περὶ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας θέλουσιν ἔχει καὶ διὰ τοὺς παραγωγοὺς καὶ διὰ τὸ Δημόσιον. Ἡ αὔξησις κατὰ 12% συλλήβδην καὶ κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον 10 ἢ 15 φόρων, εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ δίκαιον καὶ εἰς τὴν λογικὴν, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον μεταξὺ τῶν φόρων αὐτῶν εἶναι καί τινες προσφάτως αὐξηθέντες καὶ ἀνεπίδεκτοι νέας αὐξήσεως. Δὲν ἐλησμονήσατε βεβαίως, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτήρων ζώων διὰ τῆς νέας κλίμακος, ἣν ἐφιλοτέχνησεν πέρυσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνεβιβάσθη διὰ τὰ πτωχότερα χωρία ἀπὸ πέντε εἰς δραχμὰς 7, ὅ ἐστὶν ηὐξήθη κατὰ 40%· ἐφέτος, διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας, ὁ φόρος οὗτος ἀναβιβάζεται εἰς 8 καὶ 40/00 τοῦτο δὲ ἀναβιβάζει τὴν ὅλην αὔξησιν εἰς 70 τοῖς ἑκατόν. Ἀλλὰ δὲν ἦτον ἆρά γε ὀρθότερον, ἀντὶ ν’ αὐξήσητε κατὰ 70% τὴν φορολογίαν τοῦ πτωχοῦ ζευγηλάτου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι πολλάκις καὶ ὁ καρπούμενος τὴν πρόσοδον τῆς γῆς, καθόσον καλλιεργεῖ μὲ τὸ ἡμεροκάματον καὶ ξένας γαίας, δὲν ἦτον, λέγω, ὀρθότερον νὰ φορολογήσητε κατά τινα τρόπον καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν μεγάλων ἐκτάσεων; Καὶ ἐὰν δὲν θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε τὴν κατ’ ἔκτασιν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐδηλώσατε ἐπανειλημμένως ὅτι ἀποτροπιάζεσθε, ἂν καὶ ὑπάρχῃ εἰς ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, δὲν δύνασθε ἆρά γε νὰ ἐξεύρητε τὴν πρόσοδον αὐτῶν καθ’ ὃν τρόπον γίνεται ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν βοσκῶν ἢ τῶν οἰκοδομῶν, καὶ οὕτω νὰ τοὺς ὑποχρεώσητε νὰ πληρώσωσι καὶ αὐτοὶ φόρον τινὰ πρὸς τὸ Δημόσιον; Διατί τάχα ἡμεῖς οἱ ἔχοντες σταφιδαμπέλους π. χ. καὶ δίδοντες αὐτὰς εἰς καλλιεργητὰς, λαμβάνοντες δὲ τὸ ἥμισυ ἢ τὰ τρία πέμπτα τοῦ καρποῦ, πληρώνομεν τὴν δεκάτην διὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι δίδουν εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τοὺς ἀγρούς των πρὸς σπορὰν δημητριακῶν καρπῶν, νὰ μὴ πληρώνωσι τίποτε, τῶν δὲ καλλιεργητῶν ἡ φορολογία νὰ αὐξάνηται πρῶτον μὲν κατὰ 40%, ἔπειτα δὲ κατὰ 70; Πέρυσιν ηὐξήσατε τὸν φόρον τῶν ζώων καὶ ὑπεβάλετε τὰ μικρὰ ζῶα εἰς φόρον 30 λεπτῶν ἀντὶ τῶν 25, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονον πρότερον, ὅ ἐστὶν ἐκάματε αὔξησιν 20%, ἐφέτος δὲ ἀναβιβάζετε τὰ 30 λεπτὰ εἰς 33 καὶ 60 ἑκατοστὰ, ἕνεκα δὲ τῶν δύω τούτων αὐξήσεων ὁ ἀρχικὸς φόρος αὐξάνει κατὰ 35%. Εἶναι δίκαιον ἐν διαστήματι δύω ἐτῶν νὰ αὐξήσητε τὸν φόρον τῶν δυστυχῶν κτηνοτρόφων κατὰ 35%; Αὐτὴ εἶναι ἡ μέθοδος, διὰ τῆς ὁποίας θὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῆς κτηνοτροφίας ἐν Ἑλλάδι, καὶ δι’ αὐτῆς φρονεῖτε, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ συνδέσωμεν αὐτὴν μὲ τὴν γεωργίαν, ὅπως ἔπραξαν εἰς ὅλον τὸν ἐξευγενισμένον κόσμον, διὰ νὰ πολλαπλασιάσουν τὰ προϊόντα ἀμφοτέρων; Ὁ πολυμαθέστατος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι εἰς ὅλον τὸν ἄλλον κόσμον οὐδεὶς φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἐπιβάλλεται· τοῦτο δὲ συνετέλεσεν ὅπως καταπαύσῃ ἡ ἀγρία καὶ ὀρεσίβιος κατάστασις καὶ νὰ συνδεθῇ στενότατα ἡ κτηνοτροφία μὲ τὴν γεωργίαν, ὥστε ὁ κτηνοτρόφος νὰ ἦναι καὶ γεωργὸς, διότι ἡ κτηνοτροφία χορηγεῖ τὰ λιπάσματα, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ γῆ ἐξαντλεῖται. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅπου δὲν εἶναι συνδεδεμένη ἡ κτηνοτροφία μὲ τὴν γεωργίαν, ἡ γῆ δὲν δύναται νὰ παράγῃ κατ’ ἔτος, ἐνῷ εἰς ὅσα μέρη κατώρθωσαν νὰ ἔχωσιν ἀφθονίαν λιπασμάτων, οὐ μόνον παράγουν ἄφθονα προϊόντα, ἀλλ’ ἐδιπλασίασαν, κατὰ τὴν ῥῆσιν σοφοῦ γεωπόνου, μέρος τοῦ ἐδάφους, καλλιεργοῦντες καὶ σπείροντες αὐτὸ δὶς τοῦ ἔτους. Πρὸ τριῶν ἐτῶν ἀνεβιβάσατε τὸν φόρον τῆς σταφίδος κατὰ δύω δραχμὰς, ἤτοι ἀπὸ 13 εἰς 15 καὶ ἀπὸ 11 εἰς 13. Ἡ αὔξησις αὕτη ἀναλογεῖ εἰς 17 καὶ 20 τοῖς ἑκατόν. Ἐφέτος προτείνετε νέαν αὔξησιν δύω δραχμῶν καὶ ἐπιβαρύνετε τὸ πολυτιμότατον αὐτὸ προϊόν, ὅπερ εἰσάγει μὲν πολλὰ χρήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ταῦτα μοιράζονται εἰς τὴν κοινωνίαν, ὀλίγα δὲ μόνον εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Τί δὲ νὰ εἴπω διὰ τὸ Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, ἀφοῦ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν τὸ ὁριστικὸν φρόνημα τῆς Κυβερνήσεως; Κατ’ ἀρχὰς παρουσίασε Νομοσχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἔσπευσαν νὰ τὴν συγχαρῶσι πολλοὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἀγαθὸς Δήμαρχος Ἀετοῦ ἐκ τῆς Ἐπαρχίας, ἣν ἀντιπροσωπεύω· ἀλλὰ ἐξ ὀλίγων παρατηρήσεων, αἵτινες ἐγένοντο ἐπ’ αὐτοῦ ἐν παρόδῳ, ἐπείσθη, ὅτι τὸ Νομοσχέδιόν της ἦτο μηδαμινὸν καὶ ἀνεφάρμοστον, καὶ ἔσπευσεν ἡ ἰδία νὰ τὸ ἀποσύρῃ, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις. Ἀντὶ τούτου ἔφερε ἀκολούθως ἄλλο Νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι καὶ τοῦτο θέλει λάβει καλλιτέραν τύχην, διότι εἴδατε εἰς ποίαν ἀμηχανίαν εὑρέθησαν οἱ ὑπουργοὶ, ὅτε κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐγένοντο ὀλίγαι μόνον παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐντύπωσιν μάλιστα μοὶ ἐπροξένησεν ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ λιανικῶς καὶ χονδρικῶς πρὸς ἀποφυγὴν τῆς διπλῆς φορολογίας. Πᾶς οἰνοπώλης, εἶπε, δύναται νὰ ἔχῃ μίαν ἀποθήκην, ἐξ ἧς θὰ πωλῇ λιανικῶς, καὶ ἄλλην ἐκ τῆς ὁποίας θὰ πωλῇ χονδρικῶς, μόνη δὲ ἡ πρώτη θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς διατυπώσεις τῆς φορολογίας. Ἐὰν ἡ ἑρμηνεία αὕτη ἰσχύσῃ, εἶναι κίνδυνος νὰ ματαιωθῇ ἡ φορολογία· διότι οἱ οἰνοπῶλαι, ἔχοντες δύω ἀποθήκας, θέλουσι θέτει εἰς τὴν τῆς λιανικῆς πωλήσεως ἓν μόνον δοχεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐνεργῶνται τὰ περὶ δηλώσεων καὶ ἐξελέγξεων, τὰ δὲ λοιπὰ δοχεῖα θέλουν κρατεῖ εἰς τὴν ἄλλην ἀποθήκην, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἡ Ἐξουσία· τότε δὲ εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχητε κατασκόπους διὰ νὰ ἐμποδίζουν τὴν ἑκάστοτε μεταφορὰν οἴνου εἰς τὸ δηλωθὲν δοχεῖον. Καὶ λέγω ταῦτα διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ φόρων τοιούτων δὲν εἶναι πρᾶγμα εὔκολον, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐνόμισεν, ὅτι δι’ αὐτῶν θέλει μᾶς ὁδηγήσει εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, εἶναι πολὺ ἠπατημένη. Τὸ αὐτὸ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ περὶ τοῦ Νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν φορολογίαν τῶν ποτῶν. Ὅλοι εἴμεθα κατ’ ἀρχὴν σύμφωνοι νὰ φορολογηθῶσι τὰ ποτὰ, ἀλλ’ ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον προτείνει ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος. Ἐξ ὅσων δὲ ἤκουσα μέχρι τοῦδε νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐνόησε καλῶς τὸ Νομοσχέδιον του· διότι εἶπεν ἄλλοτε, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ φορολογήσῃ τὴν σούμαν, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλει καὶ αὐτὴν εἰς φόρον, καὶ ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ φορολογήσῃ τοὺς «bouilleurs de cru» ἤτοι τοὺς μικροὺς παραγωγοὺς, ἀλλὰ μόνον τοὺς κατασκευάζοντας οἰνόπνευμα διὰ μηχανημάτων, ἄλλοτε δὲ ὅτι ὁ φόρος δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς κατασκευάζοντας τὰ οἰνοπνεύματα, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἐμπορευομένους. Ταῦτα ὅμως δὲν προκύπτουσιν ἀπὸ τὸ Νομοσχέδιον, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ τοῦτο διὰ νὰ ἴδωμεν ἐπὶ τίνος κειμένου ἔχωμεν νὰ συζητήσωμεν. Σᾶς ἀναφέρω ἐν παρόδῳ τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιψηφισθῶσι τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εἰσήχθησαν· θὰ ὑποστῶσι μεγάλας τροποποιήσεις, θ’ ἀναγκασθῇ ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἄλλα μὲν νὰ ἀποσύρῃ, ἄλλα δὲ σπουδαίως νὰ τροποποιήσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπιψηφισθῶσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ βεβαιωθῶσιν ἐξ αὐτῶν, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, καὶ διότι ἐπροχώρησεν ἡ ὥρα τοῦ ἔτους, τὰ 16 ἢ 18 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προϋπελόγισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὑποτεθείσθω πρὸς στιγμήν, ὅτι ἐπιψηφίζονται τὰ νομοσχέδια, καὶ ὅτι ἐπιτυγχάνει ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν, καὶ ὅτι ἐπαληθεύουσιν ἐντελῶς οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ βεβαιοῦνται ἔσοδα 80 ἑκατομμύρια. Πάλιν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δέον νὰ ἀφαιρέσητε τὰ συνήθως καθυστεροῦντα, τὰ ὁποῖα, ὡς εἴπομεν, καὶ διὰ τὸ 1882, θὰ ἦναι περὶ τὰ ἑπτὰ ἑκατομμύρια· ὥστε ἀρκεῖ ὁ λόγος τῶν καθυστερούντων, ὅπως μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον καὶ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἔλλειμμα. Θὰ ἦτον ἐντούτοις ὀλιγώτερον τὸ κακόν, ἐὰν τὸ ἔλλειμμα περιωρίζετο εἰς μόνα τὰ καθυστεροῦντα, διότι ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἠθέλομεν προσεγγίσει τὸ ἰσοζύγιον· ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ βάσεις, ἃς θέτει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν, εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, ἴσως ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους, θὰ χρειασθῶσιν, ἄνευ ἐπεκτάσεώς τινος ὑπηρεσίας, πολλὰ ἔτι ἑκατομμύρια πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐξόδων, καὶ ἰδοὺ πῶς· ἐκ τῶν νέων φόρων ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσοδα 16 ἢ 17 ἑκατομμύρια· ἀλλ’ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων δὲν περιλαμβάνει οὐδεμίαν δαπάνην διὰ τὰ ἔξοδα τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τῶν φόρων τούτων· ἐν τούτοις, θὰ χρειασθῇ ἀπειρία ἐξόδων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ἐν πρώτοις ἔχετε ἀνάγκην ν’ ἀγοράσητε σιγαρόχαρτον, νὰ κατασκευάσητε μηχανὰς καὶ νὰ μισθώσητε προσωπικὸν διὰ τὴν σφράγισιν καὶ κατασκευὴν τῶν φυλλαδίων· πᾶσα δὲ αὕτη ἡ δαπάνη ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἐπίσης ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνας μεγίστας, διότι πρέπει νὰ συστήσητε ἐργοστάσια καὶ ν’ ἀγοράσητε τ’ ἀναγκαῖα ἐργαλεῖα καὶ μηχανὰς πρὸς ἐκκοπὴν τοῦ καπνοῦ· πρέπει νὰ μισθώσητε προσωπικόν· πρέπει νὰ δαπανήσητε διὰ τὰς ταινίας καὶ τὰ σακίδια· πρέπει νὰ ἔχητε ἄλλο προσωπικὸν διὰ ν’ ἀνακαλύπτῃ τὰς καταχρήσεις καὶ νὰ σᾶς προφυλάττῃ ἀπὸ τὰ λαθρεμπόρια, καὶ ὅμως οὐδεμία τῶν ὑπερόγκων τούτων δαπανῶν ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ! ἔξοδα ἐπίσης ἀναγκαιοῦσι καὶ διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου καὶ τῶν ποτῶν. Ὑπολογίζω δὲ, ὅτι πάντα τὰ τοιαῦτα ἔξοδα δὲν θὰ ἦναι ὀλιγώτερα τῶν 2 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα· εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν σημειοῦται πίστωσις 150,000 διὰ τὸ δάνειον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας· ἀλλὰ τὸ δάνειον τοῦτο συνίσταται ἐξ 20 ἑκατομμυρίων, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου ἀπαιτοῦνται κατ’ ἔτος 1, 400,000· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἀφοῦ συνεχωνεύσατε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, δι’ οὗ εἴπετε πέρυσιν, οὐχὶ ἀκριβῶς, ὅτι προικίζετε τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ δὲ δάνειον ἤρχισε πραγματοποιούμενον καὶ πρέπει νὰ πραγματοποιηθῇ τάχιστα, διότι ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν ἐψηφίσθη ἡ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, θὰ λάβητε ἀνάγκην ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου ὁλοκλήρου τῆς πιστώσεως τοῦ 1,400,000.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον......
§13ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν πραγματοποιηθῇ ἐφέτος, θὰ πραγματοποιηθῇ ἀφεύκτως τὸ ἐρχόμενον ἔτος. Διὰ τὸν ἴδιον λόγον πρέπει νὰ προσθέσητε 2,500,000 διὰ τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐλάβετε διὰ τὴν κατασκευὴν πλοίων, διότι καὶ τοῦτο ἐψηφίσθη ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ κατασκευασθῶσι τὰ πλοῖα καὶ ὄχι πρὸς τὸ θεαθῆναι· ἅμα δὲ δαπανηθῶσι τὰ 40 ἑκατομμύρια, πρέπει νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν πίστωσις 2,800,000, ἀντὶ τῶν 387 χιλιάδων, ἃς ἔχετε ἀναγεγραμμένας. Εἶναι ἀνάγκη ἀκόμη νὰ προστεθῶσιν 130 χιλιάδες δραχμῶν διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον ἡ ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου ἐτησία εἰσφορὰ εἰς τὸ εἰδικὸν τοῦτο ταμεῖον συνίσταται εἰς 800 χιλιάδας, εἰς δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν εἶναι ἀναγεγραμμένη διὰ τὴν Δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν δαπάνη μόνον 670 χιλιάδες. Περιπλέον πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐλλείπει ἡ ἐκ 2 ἑκατομμυρίων δαπάνη διὰ τὸν ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι θὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη προσεχῶς, νὰ προσθέσητε καὶ ταύτην, διότι τὰ λείψανα τῶν παλαιῶν προμηθειῶν θέλουν ἐξαντληθῆ. Ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τούτων ἔχομεν ἀνάγκην, ἄνευ ἐπεκτάσεώς τινος τῶν ὑπηρεσιῶν, νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἂν οὐχὶ εἰς τὸν τοῦ τρ. ἔτους, ἀφεύκτως ὅμως εἰς τὸν τοῦ ἑπομένου 2 ἑκατομμύρια διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν νέων φόρων, 1 ἑκατομμύριον καὶ 250 χιλιάδες διὰ τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας, 2½ ἑκατομμύρια διὰ τὸ δάνειον τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων, 2 ἑκατομμύρια διὰ τὸν ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ 130 χιλιάδες διὰ τὴν Δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἤτοι τὸ ὅλον 8 ἑκατομμύρια περίπου. Ἑπομένως ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, κατὰ τὰς βάσεις καὶ κατὰ τὸ σύστημα τῶν δαπανῶν, τὸ ὁποῖον παρεδέχθητε, θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς 90 ἑκατομμύρια· τοῦτο δὲ εἶναι τὸ πραγματικὸν ποσὸν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτε θέλομεν προκληθῆ ὅσον οὔπω νὰ ψηφίσωμεν. Παραλείπω νὰ σᾶς ἐνθυμίσω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν καὶ διὰ τὴν ἀναλογίαν, ἣν ὑποχρεούμεθα νὰ ἀναλάβωμεν ἀπὸ τὸ Δημόσιον χρέος τῆς Τουρκίας, ἔτι δὲ διὰ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν σιδηροδρόμων, καὶ τέλος πάντων διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὑφ’ ἧς βλέπετε ὁπόσαι ἀνωμαλίαι ἐπέρχονται· καὶ τὰ παραλείπω, διότι, καὶ ἄνευ αὐτῶν, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, κατὰ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ἀναβαίνουν εἰς 90 ἑκατομμύρια, ἀπέναντι τῶν ὁποίων τί ἔχομεν; ἔσοδα 80 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ ἀπὸ αὐτὰ ἀφαιρέσητε τὰ καθυστεροῦντα, λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν σας τὴν κατὰ μέγα μέρος ἀποτυχίαν τῶν νέων φόρων, θὰ πεισθῆτε ὅτι εἴμεθα πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸ ἰσοζύγιον, τὴν γῆν ταύτην τῆς ἐπαγγελίας, εἰς ἣν τοσοῦτον εὐφροσύνως μᾶς εἰσήγαγε πρὸ ὀλίγων μηνῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τοιοῦτον εἶναι, κύριοι, τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ Κυβέρνησις. Ἀφ’ ἑνὸς φόροι βαρεῖς καὶ ἀκατάλληλοι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δαπάναι ἐξωγκωμέναι καὶ δυσανάλογοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων, καὶ ἂν οἱ νέοι φόροι ἐπιψηφισθῶσι, θὰ ἔχωμεν οὐ μικρὸν ἔλλειμμα, πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ὁποίου θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ψηφίσωμεν προσεχῶς καὶ ἄλλους φόρους, Κύριος δὲ γινώσκει ὁποῖοι ἔσονται οἱ φόροι οὗτοι καὶ κατὰ ποῖον τρόπον θέλουσιν ἐπιβληθῆ. Εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐμβλέψωσι μετ’ ἀδιαφορίας πάντες οἱ βουλευταὶ, ὅσοι ἠκολούθησαν πέρυσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τῆς ψήφου αὑτῶν συνετέλεσαν εἰς τὸ ν’ ἀναβιβασθῇ καὶ διατηρηθῇ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς παρούσης Συνόδου πολλοὶ ἐξ αὐτῶν συνετάχθησαν μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν, καίτοι γνωρίζοντες ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἤθελον κατακριθῆ ὡς λιποτάκται ἀπὸ τὸν τέως ἀρχηγὸν αὐτῶν, διότι ἐν Ἑλλάδι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων, νομίζοντες, ὅτι οἱ ἄλλοι τοὺς ἀκολουθοῦν χάριν τοῦ προσώπου των καὶ οὐχὶ χάριν τῶν ἰδεῶν των, συνειθίζουν εὐκόλως ν’ ἀποκαλοῦν λιποτάκτας τοὺς μὴ μένοντας πιστοὺς εἰς τὴν φιλίαν των, χωρὶς νὰ ἐξετάζουν ἐὰν καὶ αὐτοὶ μένουν πιστοὶ εἰς τὰς ἀρχὰς, ἕνεκα τῶν ὁποίων τοὺς ἠκολούθησαν οἱ ἄλλοι. Ἡ ἀντιπολίτευσις λοιπὸν, ἰσχυροτέρα γενομένη, ἐσκέφθη σπουδαίως περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ὡς πρῶτον δὲ πόρισμα τῶν σκέψεών της ἐξήγαγεν, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων πρέπει νὰ ἐπενεχθῶσι σπουδαῖαι οἰκονομίαι. Καὶ βεβαίως, ὅταν ὑπάρχῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἔλλειμμα, οὐδεμία ἄλλη σκέψις, καθὼς ἔλεγεν ἄλλοτε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπιβάλλεται πλειότερον παρὰ τὴν σκέψιν τῶν οἰκονομιῶν. Εἰς πάντα συνετὸν ἄνθρωπον, τοῦ ὁποίου τὰ οἰκονομικὰ περιέρχονται εἰς ἣν κατάστασιν περιῆλθον τὰ τοῦ ἡμετέρου Κράτους, ἡ πρώτη σκέψις, ἥτις ἐπέρχεται, εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν. Τοιαύτη σκέψις ἐπῆλθε καὶ εἰς ἡμᾶς, οἵτινες, μὴ δυνάμενοι νὰ προτείνωμεν οὐδὲ νὰ ἐλπίσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν ὀργανικῶν Νόμων, δι’ ὧν νὰ κατασταθῇ οἰκονομικωτέρα ἡ Διοίκησις, περιωρίσθημεν εἰς τὸ νὰ προτείνωμεν ἐλαττώσεις εἰς τὰ ἔξοδα τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἠκούσατε, ἀναβαίνουσιν εἰς 7 περίπου ἑκατομμύρια, καὶ τὰς ὁποίας ἐξέθηκαν μὲ τὴν δυνατὴν λεπτομέρειαν οἱ προαγορεύσαντες. Εἰς τὴν ἔκθεσιν καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν συναδέλφων τούτων ἀπήντησε χθὲς ὁ εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ κ. Βαλέττας, ὅστις διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ παρουσιαζόμεναι ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν οἰκονομίαι, οὔτε νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος οἰκονομικώτερον, ἀνέφερε τρία ἐπιχειρήματα 1) ὅτι ἐγένετο ἡ προσάρτησις τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἥτις οὐ μόνον ἀπαιτεῖ ἰδιαιτέρας δαπάνας διὰ τὴν Διοίκησιν αὐτῶν, ἀλλὰ μᾶς ἀναγκάζει ν’ αὐξήσωμεν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας, καθόσον ἐγένετο προσθήκη πληθυσμοῦ ἴσου μὲ τὸ βον περίπου τοῦ προϋπάρχοντος. Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Βαλέττας ἐλάμβανε τὸν κόπον ν’ ἀνατρέξῃ εἰς προηγουμένην τινὰ ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐλάβομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ ἑνωθῶμεν μετὰ τῆς Ἑπτανήσου, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι κατὰ τὸ 1866, ὅτε δηλαδὴ ἐγένετο ἡ ἀφομοίωσις τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῆς, ὁ ἀπολογισμὸς περιέχει δαπάνας διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ὑπουργείων καὶ τὴν Διοίκησιν ἀνωτέρας τοῦ 1861 κατὰ 500 μόνον χιλιάδας δραχμῶν, μολονότι καὶ τότε ἐγένετο προσθήκη πληθυσμοῦ ἴσου σχεδὸν μὲ τὸν πληθυσμὸν, ὁ ὁποῖος προσετέθη ἐσχάτως, καὶ μολονότι ἐν Ἑπτανήσῳ ἡ ὑπηρεσία ἦτο μᾶλλον ἀνεπτυγμένη καὶ πολυδάπανος. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διετέλουν καὶ τότε εἰς οὐχὶ εὐάρεστον σημεῖον, ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ περιορίσῃ τὰ ἔξοδα οὐχὶ μόνον τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλὰ καὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος εἰς τρόπον ὥστε μεταξὺ τοῦ 61 καὶ τοῦ 66 δὲν ὑπάρχει διαφορὰ εἰμὴ μόνον 500 χιλιάδες. Τὸ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γείνῃ καὶ σήμερον, καὶ οὐχὶ νὰ ἰσχυρίζηται ὁ κ. Βαλέττας, ὅτι πλὴν τῶν 3 ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἀπαιτοῦνται διὰ τὰς νέας Ἐπαρχίας, πρέπει ν’ αὐξήσωσι καὶ αἱ δαπάναι τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐστήριξε τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Βαλέττας, ἦτο, ὅτι πολλαὶ τῶν ζητουμένων δαπανῶν εἶναι δαπάναι παραγωγικαὶ, καὶ ὅτι, ἐὰν δὲν ψηφισθῶσιν, θέλει ἐπέλθει ἐλάττωσις εἰς τὰ ἔσοδα. Σᾶς ἀνέφερε δὲ τὰ Ταχυδρομεῖα, τὰ Τηλεγραφεῖα, τὰ Προξενεῖα, καὶ, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ τὰ δάση. Ἀλλ’ ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν του ὁ κ. Βαλέττας, ἔπρεπε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἄνευ τῆς προσθήκης τοῦ προσωπικοῦ θὰ λείψουν ἐντελῶς τὰ ἔσοδα ταῦτα· ἔπρεπε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ ἔσοδα προέρχονται καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκ τῆς προσθήκης τοῦ προσωπικοῦ καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν διατιμήσεων ἢ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων. Ἀπὸ τὰ Προξενεῖα, εἶπε, θὰ εἰσπραχθῶσι περισσότερα τῶν ὅσα εἰσεπράττοντο πρίν. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθές, ὅτι θὰ συμβῇ τοῦτο, διότι θὰ ἐξοδεύσωμεν περισσότερα διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Προξενείων; ὄχι· μετεβλήθη ἡ διατίμησις καὶ οἱ ὑπήκοοι πληρώνουν ἤδη ἀνώτερα δικαιώματα. Ἐὰν εἰσπράξωμεν 700 χιλιάδας ἀπὸ τὰ δάση, φρονεῖτε, ὅτι θὰ ἦναι τοῦτο ἀποτέλεσμα τῆς γινομένης, κατὰ τὸ ὑποβληθὲν Νομοσχέδιον, αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη ἀναβιβάζεται κατὰ 350 χιλιάδας; πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἡ αὔξησις θὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τῶν καυσοξύλων καὶ τῶν φουρκάδων, τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν φορολογοῦνται· ἐὰν καὶ ἤδη φορολογήσητε τὰ εἴδη ταῦτα, οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ ὑπομοίραρχοι, εἰς οὓς ἔχετε ἀναθέσει τὴν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ δώσωσι περισσότερα εἰσοδήματα. Τὸ αὐτὸ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ διὰ τὰ Τηλεγραφεῖα καὶ Ταχυδρομεῖα. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι τὰ νέα Τηλεγραφεῖα καὶ Ταχυδρομεῖα προσθέτουν εἰσοδήματά τινα· ἀλλ’ εἰς τὰ παλαιότερα ἡ αὔξησις τῶν εἰσοδημάτων προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ἀλληλογραφίας, καὶ ἦτο ἴσως δίκαιον νὰ γενῇ προσθήκη προσωπικοῦ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ νὰ πολλαπλασιασθῶσι τὰ πρόσωπα εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ διπλασιασθῶσιν αἱ σχετικαὶ δαπάναι. Τὸ τρίτον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Βαλέττα συνίσταται εἰς τὸ ὅτι πᾶσαι αἱ προτεινόμεναι δαπάναι εἶναι χρήσιμοι. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἡμᾶς, τίς συνετὸς ἄνθρωπος κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν δαπανῶν του λαμβάνει μόνον ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐπιθυμίας του καὶ δὲν συμβουλεύεται πρὸ πάντων τὴν κατάστασιν τοῦ βαλαντίου του; Ἐπὶ τέλους ὁ κ. Βαλέττας σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοιαύτας λεπτολογίας, εἶναι δὲ πρόθυμος νὰ ψηφίσῃ, συμβουλεύει δὲ καὶ ὑμᾶς νὰ ψηφίσητε ἀνεξετάστως ὅσα ποσὰ καὶ ἂν ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῆς ἀπαντᾷ φαινόμενον ἔκτακτον καὶ μοναδικόν, τὸ ὁποῖον τὸν ἐνθαῤῥύνει νὰ ψηφίσῃ πάντα τὰ ζητούμενα. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ φαινόμενον, ὅπερ κατέπληξε τοσοῦτον τὸν κ. Βαλέτταν; κατά τινα ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 82 θέλουν μείνει ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐκ 2,900,000· ἑπομένως ποίαν ἄλλην ἀπόδειξιν, σᾶς εἶπε, θέλετε περὶ τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ τί ἀνάγκην ἔχετε νὰ ἐξετάζητε τὰ πράγματα περισσότερον; Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο, κατὰ τὰς πιστώσεις, ἃς ἐψηφίσατε, νὰ δαπανήσῃ 2,900,000 δραχμὰς καὶ δὲν τὰς ἐδαπάνησε, δύνασθε ὅσα καὶ ἂν ψηφίσητε ἐφέτος νὰ ἦσθε ἐντελῶς ἥσυχοι. Μέγα ἀληθῶς κακὸν ἡ προκατάληψις καὶ λίαν ἐπικίνδυνον πρᾶγμα ἡ εἰδωλολατρία πρὸς τὰ πρόσωπα. Ὁ κ. βουλευτὴς Θήρας ἔχει τοσούτῳ προσηλωμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὴν διάνοιαν αὑτοῦ πρὸς τὸ παρὸν, τὸ ὁποῖον λατρεύει, ὥστε δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποβλέψῃ καθόλου εἰς τὸ παρελθόν· διότι, ἂν ἔῤῥιπτεν ἓν μόνον βλέμμα καὶ εἰς αὐτὸ, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι τὸ φαινόμενον, ὅπερ παρέστησεν ὡς μοναδικὸν, εἶναι ἐκ τῶν συνηθεστάτων. Ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ 1881 ἔμειναν ἀδιάθετοι 20 ἑκατομμύρια, ἄλλα τόσα ἔμειναν καὶ κατὰ τὸ 1880· διότι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει πιστώσεις 109,200,000, ἐδαπάνησε μόνον 88,900, 000· κατὰ τὸ 1876, τοῦ ὁποίου ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων περιεῖχεν ἐν ὅλῳ 40 ἑκατομμύρια, ἔμειναν ἀδιάθετοι πιστώσεις 1,864,000, τὸ δὲ 79, τὸ ὁποῖον εἶχε Προϋπολογισμὸν 43,700,000, ἀφῆκεν ἀδιαθέτους πιστώσεις 3,665,000, ὅ ἐστὶ περισσότερα ἀφ’ ὅσα θ’ ἀφήσῃ τὸ 82, τὸ ὁποῖον ἔχει πιστώσεις 80 ἑκατομμύρια. Βλέπει λοιπὸν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Θήρας, ὅτι τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ τὸν ἐνεθουσίασε, δὲν εἶναι παντάπασι μοναδικὸν, διότι ὅλοι οἱ Προϋπολογισμοὶ ἀφίνουν ἀδιαθέτους πιστώσεις καὶ δὲν ὑπάρχει χρῆσις, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἀφῆκε πολλὰς τοιαύτας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τὸν ἕνα ἢ διὰ τὸν ἄλλον λόγον νὰ πραγματοποιηθῶσιν ὅλαι αἱ ψηφιζόμεναι. Ἐὰν δὲ ἐνέκυπτεν ὁ κ. βουλευτὴς Θήρας ὀλίγον τι περισσότερον εἰς τὰς λεπτομερείας, ἤθελεν εὕρει ὅρους συγκρίσεως, οἵτινες ἤθελον ψυχράνει ἐντελῶς τὸν ἐνθουσιασμόν του, διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 82 ἔλαβε ὑπερόγκους πιστώσεις, ἃς δὲν ἠδύνατο, καὶ ἂν ἤθελε, νὰ δαπανήσῃ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἶχε πίστωσιν δι’ 29 χιλιάδας στρατοῦ· καὶ ὅμως κατὰ τὴν κατάστασιν, ἣν ἐπαρουσίασεν, ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ κατέβη μέχρι τῶν 16,000. Πῶς ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ δαπανήσῃ ὁλόκληρον τὸ ψηφισθὲν ποσόν; Ἐπίσης ἐζήτησε καὶ ἔλαβε πίστωσιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ διάφορα Δημόσια ἔργα, π. χ. 200,000 διὰ μελέτας φυλακῶν, 400,000 διὰ συνοικισμούς, 200,000 πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν, ἑτέρας 200 χιλιάδας διὰ πρόσκλησιν ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν, καὶ ὅμως οὐδεμίαν ἐκ τῶν πιστώσεων τούτων ἐπραγματοποίησεν, διότι μελέτη περὶ φυλακῶν δὲν ἐγένετο, οἱ ἀλλοδαποὶ μηχανικοὶ χθὲς μόλις ἦλθον, συνοικισμοὶ δὲ τῶν ἐκ τοῦ Εὐξείνου Πόντου μεταναστευσάντων, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882, δὲν ἐπραγματοποιήθησαν· ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην αἱ σχετικαὶ πιστώσεις ἔπρεπε νὰ μείνουν καὶ ἔμειναν ἀδιάθετοι. Ὥστε τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ ἐνεθουσίασε τὸν κ. βουλευτὴν Θήρας, δὲν εἶναι καθόλου ἰσχυρὸν, τὸ δὲ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἐξέλαβεν ὡς ἐξαιρετικὸν καὶ μοναδικὸν, εἶναι σύνηθες καὶ πάντοτε ἔλαβε χώραν εἰς πολὺ μεγαλειτέρας διαστάσεις, πάντες δὲ οἱ ἐξ αὐτοῦ ὅροι συγκρίσεως εἶναι μᾶλλον κατὰ τῶν φίλων τοῦ κ. βουλευτοῦ ἢ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ. Πολλάκις ἤκουσα ἐπαναλαμβανόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπό τε τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν φίλων αὐτῆς τὸ τοῦ Φαρισαίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀκούσητε τὴν προσεχῆ Κυριακὴν ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις «οὐκ εἰμὶ ἐγώ, ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ Τελώνης». Δὲν ὁμοιάζομεν, λέγουν, ἡμεῖς τὰς παρελθούσας Κυβερνήσεις καὶ μάλιστα τὴν ἁμαρτωλὸν προκάτοχον πολιτικὴν—τὴν ὁποίαν μετὰ προφανοῦς χαιρεκακίας ἔσπευσεν ὁ κ. βουλευτὴς Θήρας νὰ παραστήσῃ ὡς διὰ παντὸς ἐκλιποῦσαν—δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ὡς αὐτὴ ἡ ἁμαρτωλὸς, ἡ ὁποία ἔζησεν ἐν τῇ σπατάλῃ καὶ τῇ συναλλαγῇ· ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἄλλον κανόνα εἰς τὰς πράξεις καὶ τὴν διαγωγήν μας εἰμὴ μόνον τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, εἰς δὲ τοὺς διορισμοὺς δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν παρὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἀξίαν τῶν τῶν προσώπων, ἀδιαφοροῦντες ἐντελῶς διὰ τὰ πολιτικά τῶν φρονήματα καὶ διὰ τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν οἱ προστατεύοντες αὐτούς. Καὶ τίνες εἶναι οἱ λέγοντες ταῦτα; εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν παραλείπουν οὐδεμίαν εὐκαιρίαν, ὅπως δημιουργήσωσι νέας θέσεις μὲ μεγάλους μισθοὺς, ἵνα τοποθετήσωσι τοὺς φίλους των· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσιν ἄνευ ἀνάγκης ἐκτάκτους ἀποστολὰς, ὅπως χορηγήσωσιν ἀποζημιώσεις καὶ παχέα ἐπιμίσθια εἰς φιλικὰ πρόσωπα· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀφῆκαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οὐδὲν πρόσωπον, συνδεόμενον διὰ συγγενείας ἢ φιλίας μέ τινα τῶν ἀντιπολιτευομένων· ἐκεῖνοι, οἵτινες χωρὶς λόγον ἐκσφενδονίζουσι διακεκριμένους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ ἀπώτερα τῆς Ἐπικρατείας ἄκρα, διότι οἱ συγγενεῖς αὐτῶν συνέβη νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς τάξεις τῆς συμπολιτεύσεως. Καὶ ἐνῷ πράττουσι ταῦτα καὶ ἄλλα χειρότερα, ἔρχονται ἔπειτα καὶ σᾶς λέγουν, ὅτι δὲν ὁμοιάζομεν ὑμᾶς τοὺς ἄλλους! Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι τοιαῦτά τινα συνέβαινον καὶ ἄλλοτε, καὶ ἴσως ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Χαλκίδος, ἀποδίδων αὐτὰ εἰς τὸν μηχανισμὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τῶν βουλευτῶν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔρχωνται εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ καυχῶνται, κατακρίνοντες τόσον πικρὰ τοὺς προκατόχους των ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπερηκόντισαν πάντας τοὺς ἄλλους. Ὅπως δὲ ἀναφέρω παράδειγμα καὶ ἐξ οἰκείων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ, ἣν ἀντιπροσωπεύω, εἰς ἕνα μὲν τῶν Δημάρχων, ὅστις εἶναι φίλος τῆς συμπολιτεύσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπέτρεψεν ἄνευ δυσκολίας νὰ λάβῃ τὰ χρήματα τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου διὰ δημοτικὰς ἀνάγκας, εἰς ἄλλον δὲ, ὅστις δὲν τυγχάνει φίλος τῶν φίλων των, δὲν χορηγεῖ οὐδὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐψήφισε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον πρὸς διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος, καταδικάζων οὕτω μίαν τῶν μεγαλειτέρων κωμοπόλεων τοῦ Κράτους, τὴν κωμόπολιν τῶν Γαργαλιάνων, νὰ διψᾷ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Γαργαλιάνων, θὰ φρίξητε μανθάνοντες, ὅτι ὁ ὡραῖος καὶ πλούσιος Δῆμος Πλαταμώδους, τοῦ ὁποίου πρωτεύουσα εἶναι οἱ Γαργαλιάνοι, ὁ ὁποῖος παράγει δεκαπέντε ἑκατομμύρια σταφίδος καὶ πληρώνει εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὲρ τὰς 350 χιλιάδας δραχμῶν ἐξ ἀμέσων φόρων καὶ πολὺ περισσοτέρας ἐξ ἐμμέσων, καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ τὴν φύλαξιν τῶν κτημάτων ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ του δαπάνην διὰ δύω ἀστυνόμους, δὲν ἔχει, ἀπὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους, καθόλου ἀστυνόμον, διότι τὰ προτεινόμενα πρόσωπα δὲν ἦναι ἀρεστὰ εἰς τοὺς πολιτικοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος παρεγέμισε καὶ τὰ μικρότερα χωρία τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας μὲ ἀστυνόμους, μισθοδοτουμένους ἀπὸ τὸ Δημόσιον, δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Γαργαλιάνων νὰ ἔχωσιν ἐξ ἰδίων των οὔτε ἕνα ἀστυνόμον. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Διοικήσεως καὶ τοιαῦτα πράττουσιν οἱ λέγοντες, ὅτι δὲν ὁμοιάζουσι τοὺς ἁμαρτωλοὺς προκατόχους, τοὺς ὁποίους κατηγοροῦν, ὅτι δὲν εἶχον ἄλλην βάσιν τῆς πολιτικῆς των ἢ τὴν συναλλαγὴν καὶ τὴν σπατάλην. Πᾶσα σύγκρισις θέλει ἀποδείξει, ὅτι οἱ λέγοντες εἶναι πολὺ κατώτεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀκαταπαύστως κατακρίνουσιν. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ προκείμενον παρατηρῶ, ὅτι πλὴν τῶν οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, δύνανται νὰ ἀνέλθωσιν εἰς 7,000,000, πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς καὶ περὶ τῆς ἐντελεστέρας εἰσπράξεως τῶν Δημοσίων ἐσόδων, διότι εἶναι καὶ ἄδικον καὶ σκανδαλῶδες ἐκ τῶν βεβαιουμένων φόρων τοῦ Κράτους νὰ μένωσι πέντε ἢ καὶ περισσότερα ἑκατομμύρια ἀνείσπρακτα. Ἐὰν δὲ δὲν ἀρέσκῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἶχον προτείνει ἄλλοτε, καὶ τὸ ὁποῖον, ὅτε ἦτο εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εὕρισκε λίαν ὀρθὸν καὶ κατάλληλον, δύναται νὰ προτείνῃ αὐτὸς ἄλλο καταλληλότερον, ἐπ’ οὐδενὶ ὅμως λόγῳ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι, διότι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ γίνηται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος μεγαλείτερον.
§14ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Περὶ εἰσπράξεως καθυστερούντων ἦτο τὸ Νομοσχέδιόν σας....
§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, περὶ μεταβολῆς διατάξεων τοῦ περὶ εἰσπράξεων τῶν ἐσόδων Νόμου. Κατακρίνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν καθυστερούντων, ἀλλ’ ἐγὼ τὸ θεωρῶ πολὺ σκόπιμον καὶ ὀρθὸν, διότι καὶ εἰς ἄλλα πεπολιτισμένα Κράτη ἡ εἴσπραξις δὲν ἐνεργεῖται ἀπὸ τὸ Δημόσιον. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν αἱ εἰσπράξεις ἐνεργοῦνται ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, εἰς δὲ τὴν Γαλλίαν οἱ καλούμενοι receveurs generaux εἶναι μᾶλλον ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλωσιν εἰς τὸ Ταμεῖον ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ὅσα ἀνέλαβον νὰ εἰσπράξωσι καὶ πληρώνουσι τόκον διὰ πᾶσαν ἀναβολήν. Πρέπει ἀκόμη νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἁλάτων, καὶ λέγω τοῦτο χωρὶς νὰ φοβοῦμαι, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐνδέχεται νὰ συγχύσῃ τὰς χρονολογίας καὶ τὰ πρόσωπα καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ καὶ πάλιν, ὅτι προσεπάθησα νὰ λάβω καὶ αὐτὸν συνεταῖρον, ὅπως ἐνοικιάσωμεν ἡμεῖς τὰ ἅλατα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι διὰ τὸ ἅλας ὁ λαὸς πληρώνει πολλὰ, τὸ δὲ Δημόσιον ἀπολαμβάνει ὀλίγα· καὶ ὅμως εἶναι δυνατὸν, εἴτε δι’ ἐνοικιάσεως, εἴτε δι’ ἄλλου τρόπου, καὶ τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου νὰ αὐξήσητε κατὰ 1,000,000 καὶ τοὺς κατοίκους νὰ διευκολύνητε. Ἐπειδὴ δὲ ταῦτα δὲν ἀρκοῦσι, πρέπει νὰ ψηφισθῶσι καὶ φόροι, ἀλλὰ δέον νὰ προηγηθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοιούτων ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα δὲν φορολογοῦνται ἢ φορολογοῦνται πολὺ ἐλαφρῶς, εἶναι δὲ ἀδιάφορον ἐὰν ἐκ τῆς φορολογίας τούτων δὲν θὰ προέλθῃ μέγα ποσόν. Ἀφοῦ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ τὰ φορολογήσωμεν, πρέπει νὰ τὸ πράξωμεν, ἀδιαφοροῦντες περὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται μὲν νὰ ἦναι μικρὸν, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ ἀποβῇ καὶ μέγα, καθόσον δι’ ἔλλειψιν στατιστικῶν πληροφοριῶν δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ γνωρίζωμεν ἐκ τῶν προτέρων. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς προτεινομένους ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ νέους φόρους, τοὺς δεχόμεθα κατ’ ἀρχὴν, πλὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, ἀλλὰ θέλομεν νὰ μελετηθῶσι μετ’ ἐπιστασίας τὰ Νομοσχέδια καὶ τροποποιηθῶσιν. Ἀφοῦ οἱ ἴδιοι Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσιν ἀκόμη καθαρὰν ἰδέαν περὶ τῶν Νομοσχεδίων των, καὶ καθ’ ἑκάστην, ὅταν ἐγείρεται συζήτησις, περιπλέκονται, τί θέλετε νὰ πράξωμεν ἡμεῖς;
§16ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δέχεσθε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν πνευμάτων; ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου;
§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου εἶναι γελοῖος.
§18ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸν δέχεσθε;
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς χάριν σας δὲν τὸν ἀντικρούω, ἀλλὰ δὲν θὰ φέρῃ κἀνὲν ἀποτέλεσμα. Ἐξ ὅσων σᾶς εἶπον, ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν ὑπάρχει μεγάλη διαφωνία καὶ ὅτι μέγα χάσμα ἐστήρικται. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ οὐδεμία οἰκονομία εἰς τὰ ἔξοδα, ὅτι ἀδύνατον εἶναι νὰ γείνωσι βελτιώσεις περὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν Δημοσίων ἐσόδων, ὥστε οἱ ὑπάρχοντες φόροι νὰ δώσωσιν ἀνωτέραν πρόσοδον, καὶ τέλος ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῶσιν οἱ διὰ τῶν Νομοσχεδίων προτεινόμενοι φόροι, διὰ τῶν μέσων δὲ τούτων μᾶς ὑπόσχεται, ὅτι θέλει ἐπέλθει διαρκὲς καὶ ἀσφαλὲς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡμεῖς ἀπεναντίας φρονοῦμεν, ὅτι διὰ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἰσοζύγιον, τὴν γῆν ταύτην τῆς ἐπαγγελίας, ἀλλ’ ὅτι θέλομεν εὑρεθῆ ἐκτεθειμένοι εἰς μεγαλείτερα ἐλλείμματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων θέλει παρουσιασθῆ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθῶσι προσεχῶς καὶ ἄλλοι φόροι περισσότεροι καὶ μᾶλλον δυσβάστακτοι τῶν ἤδη προτεινομένων, ὥστε ἀντὶ νὰ εὕρωμεν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, θὰ ἀπαντήσωμεν τὴν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος. Διὰ τοῦτο θέλομεν ἐπιμείνει, ὅση ἡμῖν δύναμις, εἰς τὰς ἰδέας μας· ἐπιθυμοῦμεν μάλιστα, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ἐπιβλαβὲς καὶ ὀλέθριον, νὰ ἐπιψηφισθῇ ἐπὶ παρουσίᾳ ὅλων τῶν Βουλευτῶν, εἰς τὰς ψήφους τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ Κυβέρνησις, εἰς τρόπον ὥστε, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν πλειονοψηφίαν οὐχὶ μόνον τῶν παρόντων, ἀλλὰ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, τὸ σύστημά της νὰ λάβῃ εἰς τὸ ναὶ ἀριθμὸν ψήφων ἀνώτερον τῶν 123, διότι, προκειμένου περὶ τοσοῦτον μεγάλων καὶ σπουδαίων ἀντικειμένων, θὰ ἦναι δι’ ἡμᾶς λίαν δυσάρεστον, ἐὰν καὶ διὰ μόνης τῆς παρουσίας μας συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ ἐπικύρωσιν αὐτῶν· ἐὰν δὲ δὲν μᾶς ἦναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀποχωρήσωμεν ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, φρονοῦμεν ὅμως, ὅτι δικαιούμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν φρονῇ τῳόντι, ὅτι οἱ ἀπόντες Βουλευταὶ ἀποδέχονται τὸ οἰκονομικὸν αὐτῆς σύστημα, νὰ φροντίσῃ νὰ τοὺς συναγάγῃ ἐγκαίρως ἐνταῦθα, διὰ νὰ ἦναι παρόντες καὶ αὐτοὶ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἀποδειχθῇ οὕτω, ὅτι τὰ μέτρα της ἐπιδοκιμάζονται οὐχὶ ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῶν παρόντων, ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ ἦναι μειονοψηφία τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν πραγματικὴν πλειονοψηφίαν ὅλων τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Ἄλλως, ἡ εὐθύνη καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσι τὸ σύστημα αὐτῆς, θέλει εἶσθαι ἔτι μεγαλειτέρα (εὖγε, εὖγε ἐξ ἀριστερῶν).
§20ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἰς τὴν μακρὰν ἀγόρευσίν του περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους παρῄνειρε καὶ τὴν Τριφυλίαν, διὰ νὰ μεμφθῇ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔλαβε πρόνοιαν διὰ τὸν Δῆμον Πλαταμώδους νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει ἐπιβληθῆ φόρος εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον πρὸς μεταφορὰν ὕδατος καὶ διότι ἐνέκρινε δάνειον τοῦ Δήμου Ἐράνης 20,000 δρ. διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς διακόσμησιν τῆς πόλεως Φιλιατρῶν. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἦτο Ὑπουργὸς ὅτε ὁ πρώην Δήμαρχος Πλαταμώδους ἦλθεν εἰς Ἀθήνας μὲ τὰ ψηφίσματα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶπεν εἰς τὸν Δήμαρχον ἐκεῖνον Ἀγγελόπουλον, ὅτι τότε θὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν μόνον, ἂν γείνῃ ὁ Δήμαρχος φίλος του καὶ τοῦ φέρῃ καὶ ἐπιστολὰς ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ φίλους του ὅτι αὐτοὶ θέλουν τοῦτο. Εἰς τὸν Δῆμον Ἐράνης πράγματι ἐνεκρίθη τὸ δάνειον νὰ ληφθῇ ἀπὸ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου, ἀλλὰ περὶ τούτου εἶχεν ἀποφανθῆ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, καθόσον διὰ τῶν χρημάτων τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου δὲν δύναται νὰ κατασκευασθῇ λιμὴν ἐν Φιλιατροῖς. Ἐπροτάθη δὲ ὅπως τὰ χρήματα τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου χρησιμεύσωσιν εἰς ἄλλα Δημοτικὰ ἔργα πρὸς ἐξωραϊσμὸν τῆς πόλεως Φιλιατρῶν. Ἡ προκάτοχος Δημοτικὴ Ἀρχή, ἥτις ἦτο φίλη τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ μάλιστα ὁ Δημαρχεύων ἦτο σύγγαμβρός του, εἶχεν ἐξαντλήσει ὅλα τὰ χρήματα τοῦ Δημοτικοῦ Ταμείου, ὥστε ὁ νέος Δήμαρχος φίλος μας εὗρε κενὸν τὸ Ταμεῖον, ὁ δὲ Δημοτικὸς εἰσπράκτωρ ἐξάδελφός του ἐποιήσατο μεγάλας καταχρήσεις εἰς τὴν διαχείρισίν του καὶ καταδιώκεται δυνάμει Δικαστικοῦ ἐντάλματος. Τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ κάμῃ Δήμαρχος καὶ Κυβέρνησις; Ἠδύνατο ν’ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἔγκρισιν τοῦ δανείου εἰς τὸν Δῆμον ἐκ τῶν χρημάτων του; Λοιπὸν ὁ κ. Σωτηρόπουλος μέμφεται τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἠθέλησε νὰ δώσῃ ὤθησιν καὶ ζωὴν εἰς τὸν Δῆμον ἐκεῖνον νὰ κατορθωθῇ ἡ κατασκευὴ ὁδοῦ ἀπὸ τῆς οἰκίας μάλιστα τοῦ κ. Σωτηροπούλου μέχρι τῆς θαλάσσης καὶ νὰ περιμανδρωθῇ τὸ Νεκροταφεῖον! Μέμφεται προσέτι αὐτὴν, ὅτι δὲν διορίζει Ἀστυνόμον εἰς Γαργαλιάνους. Ὁ πρὶν Ἀστυνόμος κατηγορήθη ἐπὶ 17 ἐγκλήμασι καὶ ἀπελύθη κατόπιν, ἀλλὰ καὶ ὁ προτεινόμενος δεύτερος εἶναι ὅμοιος καὶ ἔτι χειρότερος τοῦ πρώτου, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ. Τὴν μέμφεται λοιπὸν, διότι δὲν διορίζει ἐγκληματίας Ἀστυνόμους!
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὰς θέσεις σας, κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Βαλέττας ζητεῖ τὸν λόγον διὰ προσωπικόν τι.
§22ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐκ μιᾶς λέξεως, τὴν ὁποίαν ὁ προαγορεύσας εἶπε, καὶ ἡ λέξις αὕτη ἦτο χαιρεκακία, καὶ ἐκ τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἐρωτηθεὶς περὶ τούτου, ἐνόησα, ὅτι βδελυράν μοι ἀπέδωκαν παρεξήγησιν εἰς μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶπον χθές· νομίζω, ὅτι χαρακτηρίζων οὕτω τὴν παρεξήγησιν, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ παρεκταθῶ περισσότερον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακάκης ἔχει τὸν λόγον.
§24Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Οὐδέποτε, κύριοι, πλειοψηφία Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐφάνη τόσον ταπεινὴ εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὐδέποτε τὸ Ὑπουργεῖον ἐφάνη τόσον δειλὸν ἀπέναντι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκ βουλευτῶν ἐκλεγομένων ἐντολῇ τοῦ Βασιλέως, ἔφερε παρατηρήσεις δριμείας καὶ οἰκονομίας σπουδαίας· ἂν καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ συνετάσσοντο τότε μὲ τὴν μεγαλειτέραν οἰκονομίαν καὶ τοὺς ψαλιδισμοὺς τῶν Ἐπιτροπῶν, ἠναγκάζοντο αἱ Κυβερνήσεις νὰ παραδεχθῶσι. Διατί οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ φέρουν τοιαύτας παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ μὴ τὸ ἔχουν τώρα οἱ βουλευταὶ οἱ ἐλευθέρως ἐκλεγόμενοι; διότι οἱ βουλευταὶ οἱ τότε δὲν ἐπληρώνοντο ἁδρῶς μὲ ροσφέτια, ὅπως οἱ τῆς ἐφετεινῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς· καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ Προέδρου τῆς ἐφετεινῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη μὲ πολλὰς Ἐπιτροπὰς τότε. Οἱ δὲ Ὑπουργοὶ τοῦ Ὄθωνος, μολονότι δὲν ἦτο ἐλεύθερος ὁ λόγος, ἠναγκάζοντο νὰ ἀναβαινοκαταβαίνωσι τὸ βῆμα διὰ νὰ πείσωσι τοὺς βουλευτὰς, ὅτι τὰ ἔξοδα στηρίζονται ἐπὶ δεδικαιολογημένων λόγων. Πρώτην φορὰν παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον, ὕστερον ἀπὸ μίαν εὔγλωττον ὁμιλίαν ἑπτὰ ρητόρων, καταδικαζόντων τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς συνταχθέντα ὄχι μόνον μὲ τὸ πνεῦμα τῆς σπατάλης, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀκρισίαν, νὰ σιωπᾷ ἡ Κυβέρνησις, νὰ παρουσιάζηται δὲ ὅπως τοὺς ἀναιρέσῃ κατὰ τὸ τρίτον μόνον ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐπροχώρησεν ὀλίγον, ἀπέκαμεν. Ἀνέβη δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡμίλησεν ἐπὶ 1½ ὥραν· δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος, δὲν εἶχεν ἐκείνην τὴν εὐφράδειαν τὴν συνήθη, δὲν εἶχεν ἐκεῖνα τὰ λογοπαίγνια, δειλὸς καὶ ταπεινωμένος, διότι τὰ ἔργα του στηρίζονται ἐπὶ βάσεων σαθρῶν. Ἀνέβη ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ δικαιολογήσῃ τριῶν Ὑπουργείων τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπέκοπτεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ τί ἔκαμεν; Ἀφαιροῦμεν, εἶπεν, ἀπὸ αὐτὰ 100,000, διότι δὲν ἠμποροῦμεν εὐπαῤῥησιάστως νὰ τὰ κόψωμεν, 200,000, διότι φιλοσοφικῶς σκεπτόμενοι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ ἀφαιρέσωμεν, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς, πλημμυρήσας τὸν λόγον του μὲ ἐπιῤῥήματα ποιότητος, ἠθέλησε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ὅλα τὰ ἔξοδα αὐτὰ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα· ἠπόρησα μάλιστα ποῦ εὗρε τόσα ἐπιῤῥήματα ποιότητος, ὅσα οὔτε αἱ μεγάλαι γραμματικαὶ τοῦ Λασκάρεως καὶ Βαρδαλάχου δὲν περιέχουσι. Τοῦτο μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐνθυμηθῶ τοὺς θέλοντας νὰ ἐπιδείξωσι πνεῦμα μαθηματικὸν, καὶ λέγοντας εἰς τὸν φίλων των: βάλε μὲ τὸν νοῦν σου ὅσα θέλεις, βάλε ἄλλα τόσα, λάβε καὶ τόσα, κόψε τὰ μισὰ, πέταξε τὰ ἄλλα· σοὶ μένουν τόσα (ἱλαρότης). Τὸ προοίμιον δὲ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ ἦτο ἀρειμάνιον· ἐνόμιζον, ὅτι τὸν ἔβλεπον κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου τοῦ 1862, ἀλλὰ τότε ἦτο νεανίας, ἐνῷ τώρα φέρει εἰς τὴν ράχην του τὰ 45 καὶ ἴσως τὰ 47 ἔτη. Κύριοι μίαν καὶ μόνην οἰκονομίαν ἐθεώρησεν ἡ ἀντιπολίτευσις τὴν μᾶλλον ἀναγκαίαν καὶ δεδικαιολογημένην, τὴν δαπάνην τῆς Ἀστυνομίας τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ἀποῤῥοφῶσαν 600,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, διότι μισθοδοτοῦνται 450 Ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ τὴν οἰκονομίαν ταύτην καὶ αὐτοὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ ὤφειλον νὰ τὴν θεωρήσωσιν ἀναγκαίαν. Ἐρωτῶ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς: εἶναι ὀπίσω ὁ λαὸς τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ὅσον ἦτο ὁ τῆς Ἑλλάδος ὅτε ὁ Κυβερνήτης ἦλθε; καὶ μόλα ταῦτα, οὗτος διώρισεν ἀνὰ ἕνα Ἀστυνόμον ἄνευ κλητήρων μόνον εἰς τὰς πόλεις, εἰς ἃς ἥδρευε Πρωτόκλητον, ὅπερ δὲν εἶχεν οὔτε Εἰσαγγελέα οὔτε Ἀνακριτὴν, καὶ τὰς ὑπηρεσίας τούτων ἐξετέλει ὁ Ἀστυνόμος, οἱ δὲ μισθοὶ τῶν Ἀστυνόμων ἦσαν 120 γρόσια, ἤτοι 8 δίστηλα τὸν μῆνα. Εἰς δὲ τὴν Πρωτεύουσαν διώρισεν Ἀστυνόμον τὸν μακαρίτην Ποταμιάνον μὲ 12 τάλλαρα, καὶ Ὑπαστυνόμον τὸν μακαρίτην Δημ. Χοϊδᾶν μὲ 8. Αὐτὰ ἦσαν τὰ ἔξοδα τῆς Ἀστυνομίας, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε τὸ Κράτος ἐκεῖνος ὁ ἀληθὴς ὀργανωτὴς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1833, ὅτε ἦλθεν αὐτὴ ἡ ξενοκράτις Κυβέρνησις τῆς Ἀντιβασιλείας, ἥτις εὑρέθη ἀμέσως ὑπὸ τὴν πίεσιν ἐσωτερικῆς ἀντιδράσεως, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ φυλακίσῃ τοὺς ἐπισημοτέρους ἀγωνιστὰς, καὶ ἑπομένως εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην Διοικητικῆς Ἀστυνομίας. Εἶναι ὁ λαὸς τῶν νέων Ἐπαρχιῶν κατώτερος τοῦ λαοῦ ἐκείνου τοῦ 1833; Τότε διὰ νὰ εὕρουν 10 ἰατροὺς ἐπιστήμονας, ἵνα διορίσωσι Νομοϊατροὺς, ἠναγκάσθησαν νὰ γράψουν εἰς τὴν Εὐρώπην, ἵνα ταχύνωσι τὴν ἔλευσίν των ὁ Βοῦρος, ὁ Κωστῆς κτλ. Διὰ νὰ εὕρουν δὲ 12 νομικοὺς, οἵτινες ὡς Εἰσαγγελεῖς Πρωτοδικῶν καὶ Ἐφετῶν νὰ ἐπιστατήσουν καὶ χρησιμεύσουν εἰς τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τῶν Δικαστηρίων, ἠναγκάσθησαν νὰ καλέσωσιν ὅλους ὅσοι ἦσαν ὄχι μόνον ἐπιστήμονες τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ τῆς διαδικασίας τοῦ Γεννατᾶ, ἐνῶ εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας καὶ Δικηγόρους πολλοὺς εἶχον καὶ Ἰατροὺς καὶ Σχολεῖα μὲ Διδασκάλους καὶ ἄλλους ἐπιστήμονας· ἐν τούτοις ἐκείνη ἡ ξενοκρατικὴ Κυβέρνησις, ἥτις μόλις ἐγκαταστᾶσα ἀπήντησεν ἐπαναστάσεις, μόνον εἰς τὴν Πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους διώρισεν ἕνα Διοικητικὸν Ἀστυνόμον, τὸν μακαρίτην Μάνθον, ὅστις ἐλάμβανεν 120 δραχμὰς τὸν μῆνα. Τί εὑρίσκομεν τώρα εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας; εὑρίσκομεν 12 Ἀστυνόμους Αʹ. τάξεως καὶ χωριστὰ τοὺς τῆς Βʹ. Γʹ. καὶ βοηθοὺς καὶ κλητῆρας ἓν ὁλόκληρον τάγμα· καὶ ὁποίους μισθοὺς λαμβάνουν; μισθοὺς Ἐπάρχου! Εἰς Σῦρον, Πάτρας, Τρίπολιν καὶ ἄλλας μεγαλοπόλεις λαμβάνουσιν οἱ Ἀστυνόμοι 160 δραχμὰς καὶ οἱ Δήμαρχοι 200, καὶ ἐν τούτοις ὁ Ἀστυνόμος τῆς Ραψάνης λαμβάνει 240. Εἰς ἓν μικρὸν χωρίον ἐκ 17 οἰκογενειῶν τῆς Ἀγυιᾶς εἶναι διωρισμένος Ὑπαστυνόμος καὶ βοηθὸς, 71 κλητῆρες, ὅλοι ἐντόπιοι, φυλάττοντες τοὺς ἑτέρους ἓξ συγχωρίους των. Εἰς τί χρησιμεύουσιν οἱ τόσοι Ἀστυνομικοὶ ἐκεῖ ὑπάλληλοι; διὰ νὰ συγκρατηθῶσιν αἱ 30 ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου ψῆφοι τῶν ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, διότι διὰ τῶν Ἀστυνόμων τούτων ἐξασκοῦσιν οἱ ἐκεῖθεν Ὑπουργικοὶ βουλευταὶ τὴν μεγαλειτέραν πίεσιν κατὰ τῶν ἀντιπάλων των, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐννοήσωσιν ἀκόμη τὰ δικαιώματά των, ἅπερ ἔχουσιν ἐκ τοῦ Συντάγματος ὡς πολῖται. Ἔχουν ὅμως οἱ ἐκεῖθεν βουλευταὶ καὶ ἄλλο ἰσχυρότερον συμφέρον ἐκ τῆς Ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας. Μάθετε, ὅτι οἱ ἐκεῖ Ἀστυνομικοὶ κλητῆρες λαμβάνουσιν 80 δραχ. κατὰ μῆνα, ὅσας οὔτε εἰς αὐτὰς τὰς Ἀθήνας ἔλαβον ποτέ. Ποῖοι δὲ εἶναι οἱ κλητῆρες; οἱ πρώην ἀγροφύλακες, μισθοδοτούμενοι μὲ 30 γρόσια τὸν μῆνα· τώρα δὲ θὰ μετεβλήθησαν τὸ πολὺ τὰ γρόσια εἰς δραχμὰς, τὰ δὲ περισσεύοντα τῶν μισθοδοσιῶν τούτων λαμβάνουν ἐκεῖνοι, οἵτινες τοὺς ἐσύστησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως αἰσθανόμενοι τὴν ἐκ τοῦ συμφέροντός των ἀνάγκην νὰ ὦσι προσκολλημένοι ἀδιαῤῥήκτως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠρνήθη νὰ μᾶς φέρῃ καὶ τῶν 400 Ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων τὰ ὀνόματα. Γνωρίζω μάλιστα, ὅτι, κατὰ τὴν διακοπὴν τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Καρδίτσης ὁ Ἀστυνόμος δὲν ἠθέλησε νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς χωρικοὺς νὰ θερίσουν καὶ ἀλωνίσουν, διὰ τοῦτο καὶ ἐπαύθη· ἀλλ’ ὁ διορίσας αὐτὸν συγγενὴς βουλευτὴς ἠπείλει τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι θὰ ἔλθῃ Ἀντιπολιτευόμενος, ἐὰν δὲν ἐπανέλθῃ ὁ Ἀστυνόμος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Μετὰ δύω μηνῶν ἀλληλογραφίαν μεταξὺ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ βουλευτοῦ ἐπανῆλθεν ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, ἀλλ’ ἐζήτησε καὶ τοὺς μισθοὺς διὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἦτο πεπαυμένος· διὰ νὰ θεραπεύσῃ δὲ καὶ τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐξέδωκεν [ἐπ’ ὀνόματί του ἔνταλμα ἐκτάκτων Ἀστυνομικῶν δαπανῶν ἐκ δραχ. 320. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ἀναγκαίαν ὁ εὔγλωττος καὶ εὔτολμος Εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883. Ἀλλὰ μήπως εἰς τὸ ὑπέρογκον τῶν μισθῶν βλέπομεν αὐτὴν τὴν κατάχρησιν μόνον; (θόρυβος).
§25ΤΙΝΕΣ. Ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις τὰ ἔκαμε.
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ φίλος τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως δὲν ἤμην, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διώρισε τοὺς Διοικητικοὺς Ἀστυνόμους μέχρις οὗ ἐγκατασταθῇ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἡ νέα κατάστασις τῶν πραγμάτων· διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1882 εἶχεν ἀπαλείψει τὴν δαπάνην, φρονοῦσα νὰ ἀναθέσῃ τὴν Ἀστυνομίαν μέχρι τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν εἰς τὴν χωροφυλακήν, ὅπως καὶ ἡ τοῦ 1833. Ἀλλὰ τὸ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην Ὑπουργεῖον πρὸς ἄγρευσιν τῶν βουλευτῶν ἐκράτησε τοὺς ὑπηρέτας τούτους, οἵτινες καὶ τοὺς βουλευτὰς αὐτοὺς ἐτόλμησαν νὰ κακομεταχειρισθῶσι, καὶ μαρτυρεῖ τοῦτο ἡ πρὸ ὀλίγου ἐν τῇ Βουλῇ ἀναγνωσθεῖσα ἀναφορὰ τοῦ βουλευτοῦ Τρικκάλων κ. Ραδινοῦ. Ἀλλ’ ἴσως μᾶς εἴπει τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι εἰς τὰς παλαιὰς Ἐπαρχίας ἔχομεν τὰς δημοτ. Ἀστυνομίας, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὰς νέας, μὴ ἐνεργηθεισῶν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Καὶ διατί νὰ μὴ ἐνεργηθῶσι μέχρι τοῦδε, καὶ νὰ ἦναι ἐκκρεμὴς ἀκόμη καὶ ἡ διαίρεσις αὐτὴ τῶν Δήμων; Μᾶς εἶπεν ἄλλοτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ὅτι εἰς τὰς παλαιὰς Ἐπαρχίας παρῆλθον δύω ἔτη ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς Βασιλείας διὰ νὰ ἐγκατασταθῶσιν αἱ δημοτικαὶ Ἀρχαί. Ἀλλὰ μόνον αὐτὸ δὲν ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν πνευματώδη κ. Λομβάρδον. Κύριε Λομβάρδε, ἡ Βαυαρικὴ δυναστεία ἀφίκετο τὴν 25 Ἰανουαρίου τοῦ 1833, καὶ εἰς τὰς 18 Ἀπριλίου ἔκαμε τὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους, καὶ τοιαύτην, ὥστε μέχρι τοῦδε δὲν ἐτολμήσαμεν νὰ φέρωμεν τὴν ἐλαχίστην τροποποίησιν· ἐνῶ δὲ ἡτοίμαζε καὶ τὴν δημοτ. διαίρεσιν, ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις τῆς Μάνης, καταναλώσασα ὁλόκληρον τὸ 1833, ἐκείνη δὲ τῆς Μεσσήνης τὸ 1834, καὶ τὰ συμβάντα ταῦτα ἀνέβαλον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ δημοτικοῦ Νόμου, ὃν ἤρξατο νὰ ἐκτελῇ ἀμέσως τὸ 1835. Ἔπειτα ἔλιπον τότε καὶ τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελέως· Εἰρηνοδίκας δὲν εἴχομεν, διότι οἱ τότε Εἰρηνοδίκαι ἦσαν μὲν ἄνθρωποι βαρύτητος, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἱκανότητος καὶ γραμμάτων, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των βαρυνόμενοι νὰ κοπιάζωσι, συνάμα ἦσαν καὶ ὀλίγιστοι, διότι εἰς ἑκάστην Ἐπαρχίαν εἷς μόνον Εἰρηνοδίκης ὑπῆρχεν, ὥστε ὁ Εἰρηνοδίκης Σπάρτης ὤφειλε νὰ ὀργανώσῃ 33 Δήμους. Ἑπομένως ἀπῃτεῖτο χρόνος πολὺς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, ἐνῶ εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας, εἰς ὀλιγώτερα τῶν δέκα χωρίων ἔχετε ἕνα Εἰρηνοδίκην, καὶ τοῦτον ἢ προηγμένον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἢ πτυχιούχον, δυνάμενον εἰς ὀλίγας ἡμέρας νὰ ἐκτελέσῃ τὸν ὀργανισμὸν τῶν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν του Δήμων. Διὰ τοῦτο καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι μέχρι τῆς 10 9βρίου θὰ ἦτο περατωμένη ἡ ὑπηρεσία αὕτη, καὶ ἐν τούτοις ἔχομεν 10 Φεβρουαρίου καὶ ἀκόμη δὲν ἔγεινε τίποτε· καὶ ὁ λόγος γνωστός. Οἱ ἐκεῖθεν Βουλευταὶ εὑρίσκονται μεταξὺ των εἰς διαφωνίαν μεγίστην περὶ τῆς μορφώσεως ἑκάστου Δήμου καὶ τῶν Πρωτευουσῶν τούτων, ἐξαρτωμένης ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἰς πάντας ὑπόσχεται, ὅτι θὰ διατάξῃ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν των μέχρις οὗ λήξῃ ἡ Σύνοδος τῆς Βουλῆς, ὅτε οἱ μὲν θὰ μείνωσιν εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ οἱ δὲ γελασμένοι, καὶ οὗτοι θὰ ἦναι οἱ πλείους· καὶ ὅμως διὰ τὴν πολιτικὴν ταύτην οἰκονομίαν τῆς Κυβερνήσεως ἀναβάλλεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Δημοτ. συστήματος, καὶ τὸ Δημόσιον πληρώνει ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν Διοικητικῶν Ἀστυνομιῶν των. Ἀφίνω δὲ καὶ τὴν ζημίαν τῆς ὑπηρεσίας ἐκ τῆς διατηρήσεως τῶν Διοικητικῶν Ἀστυνομιῶν, διότι δι’ αὐτῆς γίνεται μεγάλη καταπίεσις καὶ ἀταξία εἰς τοὺς ἐκεῖ κατοίκους, καὶ ἰδίως τοὺς ἀγρότας, καὶ ὁ τόπος διοικεῖται τοσοῦτον χρόνον ἐκθέσμως. Μὴ πιστεύσετε, κύριοι, ὅτι, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις θυσιῶν τῆς Κυβερνήσεως, λέγω ὑπερβολάς. Θὰ σᾶς εἴπω ἓν παράδειγμα πρόσφατον· εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ ὑπάρχει λειβάδιον σημειωμένον ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ὡς βακούφιον, ὡς τοιοῦτο τὸ κατέλαβε καὶ τὸ νέμεται ἡ Κυβέρνησις, διότι κατὰ τὴν Συνθήκην θὰ τὸ πληρώσῃ εἰς τὴν Τουρκίαν· τὸ λειβάδιον τοῦτο ζητεῖ εἷς Ὀθωμανὸς, καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀντέτεινεν, ἀπολαμβάνουσα κατ’ ἔτος ἐνοίκιον 16,000 φράγκων εἰς χρυσόν. Ὥστε τὸ κτῆμα θὰ ἀξίζῃ περὶ τὰς 300,000 φρ. Πρὸ ὀλίγου ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὑπέδειξεν, ὅτι θέλει νὰ τὸ παραχωρήσῃ εἴς τινα Ὀθωμανὸν, ἀλλ’ ἀντέτεινεν ἐπιμόνως ὁ ἐκεῖ Οἰκονομικὸς Ἔφορος. Τὸ Ὑπουργεῖον στέλλει καὶ τὸν ἁρμόδιον Νομάρχην Λαρίσσης, ἀλλὰ καὶ οὗτος συμφωνεῖ μετὰ τοῦ Ἐφόρου. Κατόπιν ἔστειλεν ἄλλον ἐλαστικώτερον Νομάρχην, ἵνα διευκολύνῃ διὰ τῶν πληροφοριῶν του τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν τοιαύτην παραχώρησιν· ἀλλ’ ὁ Ἔφορος ἀναφέρει, ὅτι, ἐπικειμένης τῆς ἐργασίας τῆς πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν Βακουφίων Ἐπιτροπῆς, ἀνάγκη νὰ περιμείνωσι καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτης, ὥστε ἂν αὕτη ἀποφασίσῃ, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸν Ὀθωμανὸν, τότε ἡ Κυβέρνησις, παραχωροῦσα τὸ κτῆμα εἰς τοῦτον, ἀπαλλάττει τὸ Ἔθνος ἀπὸ τῶν ἀποζημιώσεων. Τὸ Ὑπουργεῖον εἰς ἀπάντησιν τῆς ὀρθῆς ταύτης παρατηρήσεως τοῦ Ἐφόρου τὸν μεταθέτει εἰς Κόρινθον, καὶ τὸ κτῆμα παρεχωρήθη πρὸς οἰκονομίαν τῶν βουλευτικῶν ψήφων τῶν δύω Μπέηδων.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν παρεχωρήθη. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Στούπη;
§28ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ναί.—Λοιπὸν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ αὔριον πάντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐπίσημα καὶ ἡμιεπίσημα. Λοιπὸν βλέπετε ποία θυσία ἐγένετο εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἀνεπτύχθη ἀκόμη τὸ αἴσθημα τῆς ἐπιτηρήσεως· διότι ἐδῶ, ἐὰν παραχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἓν κτῆμα εἰς Ἐπαρχίαν τινὰ, θὰ ἔλθῃ ἄνω κάτω ὁ κόσμος· ἐκεῖ ὅμως ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὰ οἰκονομήσῃ ὅλα, καὶ διὰ τοῦτο ἔχει τὴν τόλμην νὰ κάμνῃ τοιαύτας παραβόλους παραχωρήσεις.
§29ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἔλθῃς εἰς λεπτομερείας.
§30ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λεπτομερείας θὰ σᾶς φέρω καὶ ἐγώ. Δὲν ἐγκαθίστανται αἱ Δημοτικαὶ Ἀρχαὶ διὰ νὰ ὑπάρχῃ πρόφασίς τις πρὸς συντήρησιν τῶν Ἀστυνομιῶν, καὶ διὰ τοῦτο νὰ πληρώνῃ τὸ Δημόσιον 300,000 δραχμὰς, διὰ νὰ συγκρατῇ 30 βουλευτάς.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 100 χιλ. δραχμάς· ἐδῶ εἶναι ὁ Προϋπολογισμός.
§32ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐγὼ λέγω 300, ὅσας εἶπε καὶ ὁ ῥήτωρ τοῦ Ὑπουργείου· ἐν τούτοις, διατί νὰ ἐξοδευθῶσιν ἀδίκως τὸ 1883, ὅπως ἐξωδεύθησαν αἱ 600,000 τὸ 1882;
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τριακοσίας χιλιάδας ἔχει ὅλον τὸ ἄρθρον καὶ διὰ Διοικ. Ἀστυνομίαν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
§34ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μᾶς εἶπον, κύριοι, καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ὁ ῥήτωρ αὐτῶν μετὰ ἐμφάσεως: Θέλετε νὰ κόψητε τὰ ἔξοδα διὰ τὰ δάση 400,000 δραχμά; τότε θὰ χάσητε τὸ ἔσοδον 700,000. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἔσοδον αὐτό; ἄλλος φόρος διὰ τὸν τράχηλον τοῦ λαοῦ, διότι εἶναι ὁ φόρος ἀπὸ τὰ καυσόξυλα. Ἀφοῦ θὰ γυμνώσητε τὸν λαὸν διὰ τῶν μεγάλων φόρων, θέλετε νὰ τῷ βάλητε φόρον καὶ εἰς τὴν φωτιὰν, διὰ νὰ τὸν κάμητε νὰ ψοφήσῃ καὶ ἀπὸ τὸ κρύο. Εἰς τοῦτο ἔχετε δίκαιον, διότι ἂν μείνῃ ζωντανὸς καὶ ἐξυπνήσῃ καμμιὰ φορὰ, ἡ θέσις σας δὲν εἶναι διόλου καλή.
§35ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀπὸ τὴν ξυλείαν.
§36ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καυσόξυλα λέγει τὸ Νομοσχέδιόν σας. Ὁ κ. εἰσηγητὴς ἢ μᾶλλον ὁ ῥήτωρ τοῦ Ὑπουργείου εἶπε περὶ καταχρήσεων τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως· ἐπ’ αὐτοῦ ὅμως τοῦ ἀντικειμένου πολὺ καλὴν καὶ λεπτομερῆ ἔδωκεν ἀπάντησιν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τριφυλίας. Διατί ὅμως δὲν μᾶς ἀνέφερε τὴν σπατάλην τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἔστειλαν αὐτὸν μετὰ τοῦ Καζάζη ὡς Ἀντιπρόσωπον εἰς ἔκτακτον ἀποστολὴν εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν;
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐδέχθη οὔτε λεπτὸν, ἀλλ’ ἐδαπάνησεν ἐξ ἰδίων...
§38ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ πιστεύω, διότι εἶναι καὶ οἱ δύω πλούσιοι καὶ ἐλευθέριοι· τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἠξεύρουν τί ἔπαθαν. Κύριοι, ὅταν ἤκουσα τὴν ἔκτακτον ταύτην ἀποστολὴν, ἐνεθυμήθην, ὅτι ὁ μακαρίτης Σπυρίδων Τρικούπης, ἀναπληρῶν τὸ 1844 τὸν ἀσθενήσαντα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀείμνηστον Ἀλ. Μαυροκορδάτον, διώρισεν ἄνθρωπόν τού τινα, Νάκην ὀνομαζόμενον, Πάρεδρον Ὑπουργικὸν (δευτέρας τάξεως Τμηματάρχην), τότε συνειθίζετο, καὶ ἐν τῷ Διατάγματι τοῦ διορισμοῦ ὡρίζετο καὶ ἡ ὑπηρεσία, ἣν ὤφειλε νὰ διευθύνῃ ὁ Τμηματάρχης αὐτός· ἀλλ’ ὁ Νάκης δὲν ἦτο διὰ καμμίαν ὑπηρεσίαν, ἐσημειώθη διὰ τοῦτο ἐν τῷ Διατάγματι, ὅτι διορίζεται ἐπὶ τῶν ποικίλων. Καὶ ἡ περίστασις αὕτη ἐχρησίμευσε καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ πολὺ ὡς ἀφορμὴ διασκεδάσεως. Ἀλλὰ δὲν ἔφθασεν ἕως ἐδῶ· τοῖς ἐπεφυλάχθη καὶ ἑτέρα ἀμοιβή. Ὁ κ. Βαλέττας ὡς βουλευτὴς προεβιβάσθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ ῥήτορος τῆς Βουλῆς, εἰς δὲ τὸν Καζάζην ἐδόθη ὡς ἀμοιβὴ ἡ στρέβλωσις ἑνὸς σπουδαιοτάτου Νόμου, τοῦ περὶ προσόντων δημοσίων ὑπαλλήλων Νομοσχεδίου, διότι ὡρίσθη εἰς αὐτὸν ὡς προσὸν τοῦ διορισθησομένου ὡς Τμηματάρχου ἡ τριετὴς ὑφηγεσία ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἡ θέσις τοῦ ὑφηγητοῦ εἶναι χρήσιμος διὰ τὸ Πανεπιστήμιον μόνον· ἀλλ’ ἔχομεν τόσους ὑφηγητὰς ὥστε, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὸ δέκατον αὐτῶν, οἱ ἄλλοι εἶναι, ὅπως λέγουν οἱ Τοῦρκοι, (μποσοντάλαριμ ἀντάπασης), δηλαδὴ ὁ φύλαξ τοῦ κενοῦ δωματίου μιᾶς οἰκίας.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ διὰ τὸν Καζάζην, διότι ὑπάρχει τελευταία διάταξις ὅτι οἱ διατελέσαντες ἐπὶ δύω ἔτη τμηματάρχαι ἀποκτοῦν τὰ προσόντα.
§40ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι θὰ ἦσθε ἐπὶ δύω ἔτη Ὑπουργοὶ, διὰ νὰ ἔχῃ καὶ ὁ Καζάζης ἐξησφαλισμένα τὰ προσόντα τοῦ Τμηματάρχου; Ὁ ῥήτωρ τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του εἶχε κἄτι τι πυρετῶδες, καὶ ἐν τῷ πυρετικῷ τούτῳ τρόπῳ ἐξέφρασεν εὐθυμίαν δι’ ἐπικείμενον ἐθνικὸν δυστύχημα, διὰ τὸ ὁποῖον πολὺ ὀρθῶς τὸν ἐπάταξεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος—μολονότι ὁ κ. Βαλέττας εἶναι δικαιολογημένος ὡς πρὸς τοῦτο, διότι ἅπαν τὸ κόμμα καὶ ὁ ἀρχηγός του ἐρείδουν τὴν ὕπαρξίν των ἐπὶ τῶν σωρῶν τάφων.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι εἴμεθα ἱκανοί· αὐτὸ εἶναι εἰς βάρος ἄλλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνίκανοι.
§42ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διότι δὲν ἐννοοῦν νὰ ὑπάρξωσι μετερχόμενοι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ τυμβορύχου.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Εἶσθε ἀνίκανοι.
§44ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ὁ ῥήτωρ τοῦ Ὑπουργείου εἶπεν, ὅτι κρατοῦν πολὺ καλὰ τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδίαν τούτου ὁμολογίαν ἥρπασαν καὶ ἓν ἐξ αὐτῆς ῥάκος οἱ φυγόντες ἀπὸ τὰς τάξεις τὰς ὑπουργικάς· ἀλλὰ τοῦτο προδίδει, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ ἔξυπνος ὁ σημαιοφόρος—ὅστις, ὡς ὑπέδειξεν, εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος —ἀφίνων νὰ κομματιάζουν τὴν σημαίαν. Ἔχω ὅμως τὴν τιμὴν νὰ τῷ εἴπω, ὅτι οὔτε ῥάκος αὐτῆς ἔμεινεν εἰς τὰς χεῖράς του, εἰμὴ μόνον ὁ στύλος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἦτο προσκολλημένη ἡ σημαία (ἱλαρότης).
§45Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὔτε αὐτὸς δὲν τοὺς ἔμεινε.
§46ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐν τῷ ἀρειμανίῳ ἐνθουσιασμῷ του ὁ ῥήτωρ τοῦ Ὑπουργείου ἐκαβαλίκευσε καὶ ἐπὶ τοῦ Πηγάσου, καὶ ἠκούσαμεν καὶ ἀνθύλλια καὶ στεφάνους, ἰδέας ποιητικάς. Ἴσως ὁ ῥήτωρ ἠθέλησε μὲ τοῦτο νὰ παρηγορήσῃ τοὺς συνεπαρχιώτας του, ὅτι ἡ Θήρα δὲν πρέπει νὰ λυπηθῇ, διότι ἐστερήθη ἑνὸς ποιητοῦ τοῦ, κατὰ τὸν μακαρίτην Ρίζον, ἐξ Αἰγαίου στενοβράκη, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐσταχολόγησε κάμποσας ἡλιοκαντηλικὰς ἰδέας, μὲ τὰς ὁποίας ἔῤῥανε τὴν Βουλήν.
§47ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ποιητής;
§48ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὁ ἐξ Ἀμοργοῦ Ἐξαρχόπουλος.
§49ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ῥήτωρ, τὸν ὁποῖον παρουσίασε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ὑπερασπισθῇ τὸν Προϋπολογισμὸν ἀπέναντι ἑπτὰ εὐγλώττων ῥητόρων, οἱ ὁποῖοι κατεκερμάτισαν τῷ ὄντι εἰς ῥάκη τὸ ἔργον του. Ἀγκαλὰ κατὰ τὴν παροιμίαν τοῦ τόπου μου «κατὰ τὸ χωριὸ καὶ παπᾶς»· κατὰ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὁ ῥήτωρ, ἀφοῦ αὐτὸ σιωπᾷ. Ἆρά γε περιφρονεῖ διὰ τῆς συμπεριφορᾶς του ταύτης τὴν ἀντιπολίτευσιν; κακὴ καὶ μωρὰ ἰδέα· διότι, ἂν δὲν ἔχῃ ἐνταῦθα ἀκόμη ἡ ἀντιπολίτευσις τὸν ἀριθμὸν, ἔχει τὸν ἀριθμὸν τὸν μεγάλον τῆς κοινῆς γνώμης τοῦ Ἔθνους, διότι ἡ διοίκησίς του εἶναι σπάταλος, ἀθλία καὶ ἐμπαθής. Διϊσχυρίζονται οἱ Ὑπουργοὶ, ὅτι διοικοῦν μετριοπαθῶς καὶ κατὰ Νόμον· καὶ ἐν τούτοις πρὸ μηνὸς, ἅμα ὡμίλησε ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ βουλευτὴς Αἰγιαλείας κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ πρωῒ εὑρέθη πολιορκημένη ἡ οἰκία του ἀπὸ χωροφύλακας, διὰ νὰ συλλάβουν τὸν υἱόν του ὡς κληροῦχον, ἐνῷ τὸ Στρατολογικὸν Συμβούλιον τὸν εἶχεν ἐξαιρέσει.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸν τὸν μῦθον τὸν πιστεύετε; Αὐτὰ εἶναι γελοῖα. Αὐτὰ, κύριοι, ἐδημοσιεύθησαν εἰς ἐφημερίδας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ εἶναι ἀνάξια πάσης ἀναιρέσεως, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἴπομεν οὐδὲ λέξιν περὶ αὐτοῦ.
§51ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἶναι ἀληθέστατον.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔστειλε χωροφύλακας εἰς τὴν οἰκίαν σας; Νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει γνῶσίν τινα τοῦ τί ἡ Μοιραρχία κάμνει, καταδιώκουσα τοὺς κληρούχους; αὐτὸ εἶναι ἀνάξιον ἀπαντήσεως.
§53ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὴν δευτέραν ἡμέραν τοῦ συμβάντος τούτου ἐδημοσιεύθη τηλεγράφημα συγχαρητήριον πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπογεγραμμένος καὶ ὁ δικηγόρος Πατρῶν κ. Σχίζας, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐνταῦθα υἱὸν φοιτητὴν καὶ στρατιώτην· τὴν ἐπαύριον τὸν ἐξεσφενδόνισαν εἰς Τύρναβον.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον οὐδέποτε δίδει διαταγὴν περὶ οὐδενὸς στρατιώτου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφ’ ὅτου τὸ διευθύνω ἐγώ, οὐδέποτε δίδει διαταγὴν περὶ στρατιωτῶν· τοῦτο γνωρίζουσι πάντες οἱ κύριοι βουλευταί.
§55ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· καθόσον ἐγὼ τότε εἶπον εἰς τὸν βουλευτὴν καὶ ἀδελφὸν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν: διατί φαίνεσθε τόσον μικροπρεπεῖς; Μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ὁ θέλων νὰ κάμῃ τὸν φιλελεύθερον πρέπει νὰ ὑποφέρῃ τὰς καταδιώξεις. Ὥστε ἐὰν δὲν ἐδώκατε σεῖς, κ. Τρικούπη, διαταγὴν, ἔδωκεν ὁ συνάδελφός σας Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Μὲ τὸ κηρὶ ἐρευνᾶτε νὰ ἀνεύρητε ποῖοι ὑπάλληλοι εἶναι συγγενεῖς τῶν βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως διὰ νὰ τοὺς παύσητε, ὅπως ἐπράξατε χθὲς διὰ τὸν κατὰ τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου εὐόρκως ἐκτελέσαντα τὰ καθήκοντά του Ἔφορον Βώλου, μετατεθέντα εἰς Κόρινθον διὰ τὴν εὐκολίαν τῆς ὑπηρεσίας σας, ἣν προεμνημόνευσα, ἀλλὰ μαθόντες, ὅτι εἶναι συγγενὴς ἰδικός μου τῷ ἐπεδώκατε τὴν παῦσίν του ὅταν ἀφίχθη ἐνταῦθα διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν νέαν θέσιν του. Λοιπὸν ἀφοῦ καταβαίνετε εἰς τόσον ταπεινὰς ἐκδικήσεις, λέγετε πῶς δὲν διοικεῖτε διὰ συναλλαγῶν! Σᾶς ὁρκίζομαι, διετέλεσα 10 ἔτη καταδιωκόμενος ὡς Ὀθωνιστής· εἰς ὅλα τὰ γραφεῖα τὰ δημόσια, εἰς ὅσα προσηρχόμην, δὲν ἀπήντησα ποτὲ τὴν παραμικρὰν ἐναντίωσιν, καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων οἱ ὑπάλληλοι ἐφιλοτιμήθησαν νὰ μὲ συντρέχωσιν ὅπου εἶχον δίκαιον. Ἂς τολμήσῃ τώρα ἀντιπολιτευόμενος βουλευτὴς νὰ ὑπάγῃ εἰς κανὲν Ὑπουργεῖον νὰ ζητήσῃ τίποτε, καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸν ὑπάλληλον, ὅστις ἐλάλησεν ἰδιαιτέρως μὲ ἀντιπολιτευόμενον· ὁ ὑπάλληλος οὗτος τὴν ἄλλην ἡμέραν εἶναι ὑπὸ ἀνάκρισιν. Λοιπὸν ὕστερον ἀπὸ μίαν τοιαύτην σπάταλον καὶ φατριαστικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν διατηρεῖτε ἐν τῇ διοικήσει σας, βεβαίως δὲν ἔχετε τὴν τόλμην οὔτε Πρωθυπουργὸς, οὔτε ἄλλος τις τῶν συναδέλφων του νὰ ἔλθητε εἰς τὸ βῆμα τοῦτο νὰ ἀντιμετωπίσητε τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας σᾶς ἔφερον οἱ λαλήσαντες πρὸ ἐμοῦ ῥήτορες, καὶ οὔτε θὰ ἦσθε εἰς κατάστασιν ν’ ἀναιρέσητε οὔτε κατ’ ἐλάχιστον αὐτούς· μάλιστα ἂν ἀναβῆτε σεῖς, ἴσως φανῆτε ἔτι ἀτυχέστεροι τοῦ ῥήτορός σας, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς ποιητικὰς ἐμπνεύσεις δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ σπουδαίαν προσοχὴν ἡ ἀντιπολίτευσις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 7½ Μ. Μ.)