1883.02.02
1.913 στίχοι · 14.470 λέξεις · 54 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
τῆς 2 Φεβρουαρίου 1883.
(Τετάρτη)
(Καταρτισθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ὥρᾳ 4 παρὰ 5, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐπεκυρώθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικηγόροι πρωτοδικείου Κυπαρισσίας παρακαλοῦν συστῆσαι Βουλῇ ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου κυρίου Θεοδώρου Φλογαΐτου, τροποποιοῦντος Πολιτικὴν Δικονομίαν.
§2Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν καπνοφυτευτῶν καὶ καπνεμπόρων τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας, παραπονουμένων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐπιβάλλοντος φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ὑποβάλλω ἤδη ἀναφορὰν τῶν καπνοπωλῶν τῆς πόλεως Ναυπλίου, οἵτινες, καί τοι ἀποκρούουσι τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, οὐχ ἧττον παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀποδεχθῆ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας τὰ ἐναποτεταμιευμένα ἤδη καπνὰ παρελθουσῶν ἐσοδειῶν, δηλ. προηγουμένων τῆς τελευταίας ἐσοδείας τοῦ λήξαντος ἔτους, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀγοράσει πρὸ δύω καὶ τριῶν ἐτῶν, ἤτοι πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπιφυλλασσόμενος νὰ ἐκθέσω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τοὺς λόγους, οἵτινες συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν καπνῶν αὐτῶν ἀπὸ τῆς φορολογίας, παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴν, ὅπως λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν.
§3ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ζωγράφος τις βραβευθεὶς μὲ πολλὰ βραβεῖα, μὲ παρεκάλεσε νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, ν’ ἀγοράσῃ εἰκόνα τοῦ Γαμβέττα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ ἵνα ἀγορασθῇ πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς καλλιτεχνίας (θόρυβος). Ἤδη παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀστικοῦ κώδηκος· εἰς τοῦτο πάντες εἶναι, νομίζω, σύμφωνοι, διότι μέχρι τοῦδε τὰ νομικὰ κατήντησαν προνόμιον διὰ μόνους τοὺς γνωρίζοντας λατινικὰ (ἱλαρότης).
§4ΡΑΛΛΗΣ. Ἐτελείωσεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἔργον της καὶ ἤδη ἐκτυποῦται.
§5ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον διέταξε δημοπρασίαν διὰ προμήθειαν ἐκλογικῶν εἰδῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ 1200 ἀβάκια ὅσοι δὲν εἶναι οἱ Δῆμοι τοῦ Κράτους. Φαίνεται, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔχει σκοπὸν ν’ ἀνανεώσῃ ὁλόκληρον τὸ ὑλικόν, ἐνῷ οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων ἔχουσιν ὁλόκληρον τὸ ὑλικὸν τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν, ἢ θὰ ὑπάρχῃ εἰς αὐτοὺς μικρά τις ἔλειψις. Ὡς Νομάρχης παρετήρησα καὶ τῷ 1870 καὶ τῷ 1879, ὅτι ἐνῷ πολλὰ ὀλίγα ἔλειπον, πολλοὶ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι ἐπεδίωξαν μετ’ εὐχαριστήσεως ν’ ἀναλάβωσι τὴν ἀηδῆ φροντίδα τῆς προμηθείας τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν, καὶ ἴσως ἐκ τῶν τοιούτων Διοικ. ὑπαλλήλων εἶναι οἱ ὑποβάλλοντες εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐκθέσεις, ὅτι δὲν ἔχουν οἱ Δῆμοι τοιοῦτον ὑλικόν. Γνωρίζω μάλιστα, ὅτι συνέβη πολλάκις ὥστε οἱ Δήμαρχοι νὰ ἔλθουν εἰς ἔριδας μὲ τοὺς προϊσταμένους Διοικητ. ὑπαλλήλους, οἵτινες ἐπέμενον νὰ στείλωσιν εἰς τοὺς Δήμους ὑλικόν, ὅπερ οἱ Δήμαρχοι ἠρνοῦντο νὰ παραλάβωσιν ὡς μὴ ἀναγκαῖον, ἑπομένως ἡ περὶ τούτων νέα δαπάνη τῶν Δήμων εἶναι καθαρὰ ζημία δι’ αὐτούς. Βλέπω, ὅτι ἔχετε σημειωμένον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 180 χιλιάδας δραχμὰς δι’ ἐκλογικὰ εἴδη, ὅσαι ἐξωδεύθησαν εἰς τὰ 1879, ἐνῷ τοὐλάχιστον τὰ ¾ τοῦ ὑλικοῦ ὑπάρχει καὶ εἶναι εὔχρηστον. Καλὸν εἶναι νὰ διατάξῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐρωτηθῶσιν ἅπαντες οἱ Δήμαρχοι πόσου καὶ ποίου ὑλικοῦ ἔχει ἕκαστος ἀνάγκην, καὶ νὰ διευθυνθῶσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐν πρωτοτύπῳ αἱ ἀπαντήσεις τῶν Δημάρχων, καὶ ἐκ τούτου νὰ ὁδηγηθῇ τὸ ὑπουργεῖον πόσου ὑλικοῦ ἔχει ἀνάγκην νὰ διατάξῃ τὴν προμήθειαν. Παρατηρῶ προσέτι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίσῃ, ὅτι θὰ θέσουν κάλπας παντοῦ εἰς διπλάσιον τοὐλάχιστον ἀριθμὸν ὑποψηφίων διὰ θέσιν Παρέδρων καὶ Συμβούλων· τοὐναντίον, εἰς τοὺς περισσοτέρους Δήμους οἱ ὑποψήφιοι τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὄχι μόνον δὲν εἶναι εἰς διπλοῦν, ἀλλ’ ἔλειψαν καὶ διὰ τὴν συμπλήρωσιν ἁπλοῦ ἀριθμοῦ Συμβούλων. Δὲν πρέπει λοιπὸν οἱ λογαριασμοὶ νὰ γίνωνται ἐξωγκωμένοι, διότι δυστυχῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πάντοτε δὲν εἶναι αὐτοὶ οἱ λογαριασμοὶ σωστοί, καὶ εἰς τοῦτο θὰ πταίσῃ τὸ ἁρμόδιον Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀφίνω δὲ, ὅτι τὸ ποσὸν, ὅπερ προεκήρυξεν εἰς προμήθειαν, θὰ στοιχίσῃ πολὺ περισσότερον τοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σημειωθέντος ποσοῦ τῶν 180,000 δραχμῶν, καθόσον ἡ ἀξία μόνον τῶν 30,000 καλπῶν, τῶν ὁποίων τὴν κατασκευὴν παραγγέλλει, ὑπερβαίνει τὰς 200,000· τὰ κιβώτια θὰ ἀπαιτήσωσι πλέον τῶν 150,000 καὶ 200,000, διὰ τὰ λοιπὰ τριπλασιάζεται τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τῶν 180.000 δραχμῶν.
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐλησμονήσαμεν τοὺς στρατευσίμους· ἐγὼ πρὸ καιροῦ ὑπέβαλον νομοσχέδιον μὲ δύω ἄρθρα· ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἄρθρον τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἐξ ἀγνοίας μὴ προσελθόντων ἐμπροθέσμως, ὅπως οὗτοι ὑπηρετήσωσι ἐπὶ ἓν ἔτος, καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι δίκαιον, ἀπόδειξις εἶναι μία ἐκ τῶν πρὸ πολλοῦ λαβουσῶν χώραν συνεδριάσεων, ἐν αἷς ἐζητήθη ἑρμηνεία τοῦ Νόμου, καὶ ἡ Βουλὴ ἐφάνη ὅτι κἄπως δὲν ἔχει περὶ τούτου ἀκριβῆ πληροφορίαν, πολὺ περισσότερον λοιπὸν τοιαύτη πλάνη ἐνεφυλοχώρησεν εἰς τοὺς νέους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤξευρον τὸ ἐν γένει, ὅτι εἶναι ἑνὸς ἔτους θητεία. Δεύτερον ζήτημα πολὺ ζωτικὸν, καὶ ἰδίως διὰ τοὺς ναυτικοὺς Δήμους, εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς ἐπιστρατείας πολλοὶ νέοι εὑρίσκονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπὶ πολλὰ ἤδη ἔτη, καὶ φοβούμενοι τὰς συνεπείας τοῦ Νόμου, δὲν ἐπανακάμπτουν. Ἡ τοιαύτη λοιπὸν μετανάστευσις θὰ μεταβληθῇ εἰς ἐγκατάστασιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην πληθυσμοῦ. Οἱ νέοι οὗτοι μένουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὄχι διότι δὲν θέλουν νὰ ὑπηρετήσωσι, προσφέρονται νὰ ὑπηρετήσουν λ. χ. ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἀλλὰ διότι δὲν ἠξεύρουν καθαρῶς τὴν θέσιν των, φοβοῦνται μὴ προφυλακισθοῦν, δὲν ἠξεύρουν, ἂν δὲν θὰ εἰσαχθοῦν εἰς δίκην. Ἂς ὁρισθῇ τέλος πάντων ἡ ὑποχρέωσίς των ἢ ὡς ἄνω ἑξάμηνος ἢ ἀντικατάστασις, ἢ νὰ πληρώσουν, καὶ νὰ κλείσουν αὐτοὶ οἱ λογαριασμοί· ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφρασθῇ περὶ τούτου.
§7ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νόμου, πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἰδίαν Ἐπιτροπὴν νὰ γείνῃ ὥριμον.
§8ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐγὼ ἔχω 50 συμπολίτας μου τοὐλάχιστον εἰς τὰ ξένα καὶ αἱ οἰκογένειαί των θρηνοῦν· νομίζω δὲ τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι τοπικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ ἐνδιαφέρει ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα καὶ πρέπει νὰ λάβητε ἓν μέτρον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ τὸ θέσωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§10ΤΙΝΕΣ. Ναί.
§11ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§12ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νίπτω τὰς χεῖράς μου Μεταβαίνω εἰς ἕτερον. Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρὸ καιροῦ ἔχει δώσει ὑποσχέσεις τινὰς ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους διὰ τὸ ναυτικὸν, ὅτι θέλει λάβει μέτρα τινὰ περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὅτι τοὺς ὑπαξιωματικοὺς θέλει φροντίσει νὰ ἱκανοποιήσῃ, τοὺς φέροντας δικαιώματα ἱκανότητος καὶ ἀρχαιότητος. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαξιωματικῶν κατ’ ἐλαχιστημόριον, ἐγὼ ἀντέστην τότε, ζητῶν βελτίονα τύχην αὐτῶν, καὶ τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔδωκεν τὴν δημοσίαν ὑπόσχεσιν, ὅτι θέλει φροντίσει περὶ αὐτῶν, ὅπως ἐκ τῶν ὑπαρχόντων κελευστῶν φροντίσῃ νὰ προαγάγῃ εἰς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἱκανωτέρους ἐξ αὐτῶν, διὰ δὲ τοὺς ἑπομένους νὰ σχηματίσῃ μίαν βαθμίδα ἔτι, τὴν τῶν ἀρχικελευστῶν· προσέτι πρέπει νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῶν ξυλουργῶν, διότι ὑπάρχει μία τάξις ὑπαξιωματικῶν ἐν τῷ Ναυτικῷ, οἵτινες μόνον εἰς ἓν συρίτιον προάγονται, καὶ ἐν τούτοις αὐτοὶ ἔχουν τὴν ἱκανότητα, οὐ μόνον τὴν ξυλουργικὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ναυτικὴν εὐδοκιμοῦν, εἶναι διὰ δύω ἀνάγκας χρήσιμοι καὶ ἐξοδεύουν συνάμα, ποιοῦντες χρῆσιν ἐργαλείων ἰδίων· καὶ ἐν τούτοις οὗτοι ἔχουν 15 καὶ 20 ἔτη ὑποκελευσταὶ, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνώτερος βαθμὸς προαγωγῆς αὐτῶν. Πολλάκις εἶπον, ὅτι εἰς τὸ ναυτικὸν κυρίως ἐπικρατεῖ μία ἀδικία· δυστυχῶς ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συστάσεως τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ δὲν ἔτυχε τοῦτο μιᾶς διαῤῥυθμίσεως, καὶ ὑπάρχουν ἀνωμαλίαι. Ἑκάστη λοιπὸν Κυβέρνησις κατὰ καιροὺς φέρει μίαν τινὰ βελτίωσιν, ἥτις ὅμως δὲν ἀπολήγει εἰς τι καλὸν, ἀλλὰ πολλάκις καὶ εἰς βλάβην. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα ὅπως εἷς γενικὸς ὀργανισμὸς γείνῃ, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀρχαίων ἐκείνων ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Ναυτικοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλους νέους, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θὰ ἴδῃ, ὅτι οἱ παλαιότεροι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σώζουν τὰ πλοῖα καὶ τὴν ὑπηρεσίαν. Λοιπὸν νὰ προβιβασθῶσιν οἱ ὑποκελευσταὶ, καὶ ἐκ τούτων οἱ ἱκανώτεροι νὰ γείνουν ἀξιωματικοί· καὶ πάλιν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι ἱκανοποιημένοι νὰ μένουν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον· εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τὰ Λιμεναρχεῖα εἶναι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἱκανά· ἔτσι θέλει ὁ Λαὸς νὰ φάῃ τὸν ἑαυτόν του, νὰ γείνῃ αὐτοεθνοφαγία. Λοιπὸν πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ προτείνω νὰ διορισθοῦν εἰς τὰ Λιμεναρχεῖα ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων ὑποκελευστῶν, καὶ οὕτω οἱ πεπειραμένοι ἐκεῖνοι νὰ τοποθετῶνται ἐκεῖ, νὰ προάγωνται δὲ οἱ νεώτεροι, καὶ οὕτως, ἂν θέλωμεν ἐν δεδομένῃ τινὶ περιπτώσει ἕτοιμον προσωπικὸν εἰς καταρτισμὸν εὐρυτέρου στελέχους ἐν τῷ Ναυτικῷ, συνάγομεν ἐκείνους καὶ τοποθετοῦμεν πολιτικοὺς ὑπαλλήλους. Διατί, κύριοι, τοσαῦται θέσεις 570, διατί νὰ κατέχωνται ἀπὸ πρόσωπα τυχαῖα καὶ τῆς στιγμῆς; Πρέπει νὰ ᾖναι ἐκ τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ τότε θὰ δώσωμεν ὤθησιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς, διότι τότε κάθε νέος ἅμα ἰδῇ, ὅτι, συμπληρώσας δέκα ἐτῶν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑποκελευστοῦ, θὰ διορίζεται ἀργότερον μὲ 120 δραχμὰς ὡς λιμενάρχης, τότε θὰ ἀποφασίζουν νὰ κατατάσσωνται. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ μέτρα ὤφειλον νὰ ληφθοῦν πρὸ πολλοῦ. Πρὸς τούτοις ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τέλος πάντων καὶ ὁ νόμος τῶν μηχανικῶν, κύριε Ὑπουργὲ, διότι σᾶς δραπετεύουν οἱ καλλίτεροι μηχανικοί, καὶ ἀναγκαζόμεθα μετὰ 50 ἐτῶν ἐθνικὸν βίον, ὅταν θέλωμεν μηχανικούς, νὰ φέρωμεν τοιούτους ἀπὸ τὴν Γαλλίαν.
§13ΡΟΥΦΟΣ (Ὑπουρ. τῶν Ναυτικῶν). Μετὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκάματε εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐξήτασα τὸ ζήτημα περὶ τῆς καταστάσεως τῶν μηχανικῶν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ καταγίνομαι διὰ νὰ ἀνεύρω ἂν ὑπάρχῃ σφάλμά τι διὰ νὰ μὴν ἔχῃ οὐδεὶς τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, διότι ἐπιθυμῶ, ὅσον τὸ δυνατὸν, ἄκρα δικαιοσύνη νὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς κατατάξεως. Εἰς αὐτὸ καταγίνομαι καὶ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος νομίζω, ὅτι θέλω φθάσει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἀσφαλῶς.
§14ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπίσης δέον νὰ δοθῇ πέρας καὶ εἰς τὰς προαγωγὰς τοῦ συνεργείου, ἵνα μὴ γίνωνται ἀδικήματα. Ἐγὼ ἔμαθα, ὅτι ἐπροβιβάσατε ἕνα καὶ μάλιστα μοὶ ἐκακοφάνη πολὺ, διότι ἀφοῦ εἶναι πατριώτης μου, τὸν ἐπροβίβασεν ὁ κ. Δραγούμης.
§15ΡΟΥΦΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὄχι· κύριε Δουζίνα, ἐπρόκειτο νὰ ἀποχωρήσῃ, καὶ διὰ νὰ μὴ ἀποχωρήσῃ, τὸν ἐκράτησα. Σᾶς βεβαιῶ δὲ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἂν θὰ γείνῃ τακτοποίησις, αὕτη θὰ γείνῃ ἐκ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας μοὶ ἐκάματε, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἄδικόν τι Χθὲς ἐτηλεγράφησα καὶ ἦλθεν ὁ κ. Τομπάζης ἐδῶ, διὰ νὰ μάθω ἀκριβῶς περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται εἰς τὸν προβιβασμὸν, καὶ αὔριον θὰ σκεφθῶμεν περὶ τούτου.
§16ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τί γίνεται περὶ τῶν τύπων τῶν πλοίων;
§17ΡΟΥΦΟΣ (Ὑπουρ. τῶν Ναυτικῶν). Οὔτε ὁ τύπος τῶν πλοίων ἐγένετο, οὔτε ἔχομεν τοιαύτην εἰδοποίησιν ἐκ τῶν τῆς Ἐπιτροπῆς προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιτετραμμένα διὰ τὴν κατασκευήν. Διὰ τὸν τύπον τῶν πλοίων θὰ γείνῃ ἓν σχέδιον προκαταρκτικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπόδειγμα διὰ νὰ γείνῃ δημοπρασία ἐπίσημος καὶ δημοσίᾳ εἰς ὅλον τὸν κόσμον.
§18ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἔμαθα ὅτι ὁ τύπος κατηρτίσθη.
§19ΡΟΥΦΟΣ. Ὄχι.
§20ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ ἔμαθα καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἀποφεύγω νὰ τὸ εἴπω.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ὁ κ. Κοντογούρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§22ΑΡ. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς, νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης. Ἐλπίζω δὲ νὰ ἀκούσωμεν καὶ τὸν Εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας, τον φίλον μου κ. Βαλέτταν.— Θὰ ἐξετάσω, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων, τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπὸ τὴν καθαρὰν αὐτοῦ ἔποψιν, τὴν οἰκονομικὴν, θὰ ὑποδείξω, ὅσον καὶ ὅπως δυνηθῶ, τὸ σφαλερὸν τῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς ἐρείδεται, θὰ ἐγείρω τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες ἀπετέλουν ἄλλοτε τὴν μόνην βάσιν τοῦ προγράμματος ἡμῶν, καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ καταδείξω τὰς κυριωτέρας ἐξ αὐτῶν, τὸ μετ’ αὐτὰς πραγματικὸν ἔλλειμμα, καὶ τὰ μέσα δι’ ὧν ὀφείλομεν νὰ καλύψωμεν αὐτό. Ὁποῖον τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλούσης τὸν Προϋπολογισμὸν, ὁποῖον τὸ καθῆκον τοῦ Κοινοβουλίου ἐλέγχοντος, βασανίζοντος, καὶ ἐπιψηφίζοντος αὐτόν; Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει καὶ πρὸς τὸν Τόπον καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν διπλῆν ταύτην ὑποχρέωσιν 1) νὰ ὑποβάλῃ ἐγκαίρως τὸν Προϋπολογισμὸν, ἤτοι ἐντὸς τῶν δύω πρώτων μηνῶν τῆς Συνόδου· 2) κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, ν’ ἀναγράψῃ μετὰ φειδοῦς πᾶσαν δαπάνην, νὰ μὴ λησμονήσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας τῶν πολιτῶν, καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, ὅπως, ζητοῦσα δαπάνας ἀναλόγους τῶν πόρων τοῦ Κράτους, μὴ ζητῇ παρ’ αὐτοῦ θυσίας δυσαναλόγους πρὸς τὰς παραγωγικὰς αὐτοῦ δυνάμεις. Ἐξεπλήρωσεν ἡ Κυβέρνησις τὸ διπλοῦν τοῦτο καθῆκον; Ἀναμφισβητήτως καὶ μετ’ ἀξιεπαίνου προθυμίας δὲν παρέλειψε τὸ πρῶτον τῶν δύω αὑτῆς καθηκόντων. Μόνον δὲ ἀπρόοπτοι περιστάσεις ἐβράδυναν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω μετὰ παῤῥησίας, ὑστέρησεν ἐντελῶς ὡς πρὸς τὸ δεύτερον. Τί ἐπεζήτησε τὸ Ὑπουργεῖον; Τὸ Ὑπουργεῖον ἐπεζήτησε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ—ἅγιος ὁ σκοπὸς—διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους. Πλὴν τὸ ἔλλειμμα εἶναι συνέπεια τῆς αὐξήσεως ἐξόδων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν ἀπολύτων κοινῶν ἀναγκῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν κοινωνίαν εἶναι ἡ χρησιμοποίησις τοῦ δημοσίου πλούτου μόνον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, καὶ οὐχὶ τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἐν ταῖς περὶ τούτων μελέταις αὑτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον ἀδιστάκτως δὲν ἐβάδισεν ἐπὶ βάσεων σταθερῶν. Ἀπόδειξις δὲ τῶν λόγων μου, ὅτι κατέφυγεν εἰς τὸν εὔκολον καὶ ἄκοπον τρόπον τῆς φορολογίας, λησμονῆσαν ἐντελῶς ὅτι πρὸ ταύτης ὑπῆρχε καὶ ἄλλο φάρμακον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἀπεκαλέσαμεν ἡρωϊκὸν, τὸ μέσον τῶν οἰκονομιῶν. Καὶ ἐνῷ δὲν ἐδίστασαν νὰ ἐξογκώσωσι τὰς δαπάνας, εὑρεθέντες ἀπέναντι φοβεροῦ ἐλλείμματος, δὲν ἐδίστασαν ἐπίσης νὰ ἐπιβάλωσι φόρους πρωτοφανεῖς, ἐπικαλεσθέντες τὴν φιλοπατρίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἄπορον πῶς λησμονήσαντες, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τοὺς λαοὺς πρὸ πάντων εἶναι ἡ ἀνάλογος φορολογία πασῶν τῶν τάξεων, διὰ νὰ μὴ γεννῶνται γογγυσμοὶ ἐξ οἱωνδήποτε ἐξαιρέσεων. Αἱ δικαιολογήσεις, ἃς προέτεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, δὲν ἀπαλλάττουσι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς εὐθύνης· διότι ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, καὶ νὰ ἔχῃ ἕτοιμον σχέδιον οἰκονομολογικὸν, ὅπως, διὰ τῶν οἰκονομιῶν ἀφ’ ἑνὸς, καὶ διὰ δικαίας φορολογίας ἀφ’ ἑτέρου, φέρῃ καὶ τὸ ποθούμενον ἰσοζύγιον. Κακῶς λοιπὸν καὶ πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου ἐννοεῖ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τακτοποιήσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ οὗτος εἶναι ὁ κυριώτατος τῶν λόγων, οἵτινες γεννῶσι τὴν δυσπιστίαν τῶν Βουλῶν πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα. Καὶ ἐδῶ ἄρχεται ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ Κοινοβούλιον ὀφείλει νὰ ἐλέγξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν μεθ’ ὅλης τῆς αὐστηρότητος, διότι αὐτὸ ἀντιπροσωπεύει τὸν κύριον, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραβιάζῃ τὴν ἐντολήν του. Ὀφείλει νὰ σκεφθῇ, προκειμένου περὶ διαθέσεως τοῦ Ἐθνικοῦ χρήματος, ὡς ἤθελε σκεφθῆ ὁ συνετώτερος οἰκογενειάρχης. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα — καὶ σκεφθῆτέ το καλῶς — νὰ λέγῃ, ἐπειδὴ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, τί νὰ κάμω, ἐνδίδω. Ἀλλοίμονον, ἂν ἡ ἐνδοτικότης εἰσδύσῃ καὶ εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ὁ ἀντιπρόσωπος, ὁ θέλων νὰ ἐκπληρώσῃ πιστῶς καὶ εὐόρκως τὸ καθῆκόν του, ὀφείλει νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν ἰδιότροπον Ὑπουργόν: «Σκέφθητι ὡριμώτερον· προσπάθησον νὰ οἰκονομήσῃς ὅσα δυνηθῇς, διότι θὰ ζητήσῃς φόρους, καὶ δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ σοῦ δώσω, παρὰ ἀφοῦ μὲ πείσῃς ὅτι οὐδὲ ὀβολὸν δύνασαι πλέον νὰ ἀποκόψῃς. Καὶ πάλιν τότε δὲν θὰ σοῦ ἐπιτρέψω νὰ φορολογήσῃς παρὰ τὰ ἀφορολόγητα εἴδη, καὶ ἂν δὲν σοῦ ἀρκέσουν σκεπτόμεθα πάλιν». Ἀλλ’ ἂν καὶ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντιτάξῃ ἐπιμονὴν εἰς τὰς ἰδέας του, ὁ εὐθὺς καὶ ζηλωτὴς τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀντιπρόσωπος θὰ τοῦ εἴπῃ: Non possumus. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐπανέρχεται εἰς τὰς παλαιὰς αὑτοῦ ἕδρας. Κακὸν βεβαίως νὰ χάσῃ ὁ Τόπος ἕνα καλὸν Ὑπουργὸν, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ εὐκόλως, ἀλλ’ ὀλιγώτερον τὸ κακὸν, προκειμένου περὶ σωτηρίας τοῦ κυρίου, τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ ἐπίτροπος· διότι ὁ κύριος, ὅταν ἦναι καλὰ, θὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ καὶ ἄλλον ἐπίτροπον, καλλίτερον ἴσως, ἢ ἐπίσης καλὸν, πάντως ὅμως ἧττον αὐταρχικὸν καὶ αὐθαίρετον. Ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τούτων ἐμφορούμενος ἠκολούθησα μετὰ προσοχῆς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπου μετὰ εὐαρίθμων συναδέλφων, τὴν ἀτομικὴν ἡμῶν γνώμην ἀντιπροσωπεύοντες, ὑπεστηρίξαμεν καὶ ὑπεδείξαμεν οἰκονομίας τινὰς, διατυπωθείσας ἔν τινι ἐκθέσει, ἣν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, καὶ τῆς ὁποίας ἐγενόμην ὁ εἰσηγητής: Καὶ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχεν ἐντελῶς δίκαιον, ὅταν προχθὲς ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν, ὅτι ὁμιλοῦμεν κατ’ ἐπίφασιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὰς διατυπώσωμεν. Καὶ πῶς, ἐρωτῶ, δὲν ἠξίωσε λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος οὔτε βλέμματος κἂν τὴν μικρὰν ἡμῶν ἔκθεσιν; Ἐκεῖ γίνεται λόγος περὶ οἰκονομιῶν, κατὰ κεφάλαιον, καὶ ἄρθρον, καὶ συμποσοῦνται εἰς 3½ περίπου ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀπὸ κοινοῦ συνεργασθεῖσα, εὑρῆκεν ὅτι αἱ πραγματικαὶ οἰκονομίαι δύνανται ν’ ἀνέλθωσιν εἰς 6,732,945,87. Καὶ ἔχει ἑτοίμους τοὺς πίνακας, τ’ ἀναλυτικὰ φύλλα καὶ τὰς δικαιολογίας τῶν ἐλαττώσεων, ταύτας δὲ μελετήσαντες καὶ ἡμεῖς, τὰς ἀπεδέχθημεν, ἀφοῦ ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει ἡμῶν ἐπεφυλάχθημεν ν’ ἀποδεχθῶμεν πᾶσαν οἰκονομίαν κατόπιν ὑποδειχθησομένην, μὴ παραβλάπτουσαν τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς· καὶ τῷ ὄντι αἱ προτεινόμεναι οἰκονομίαι ἀποβλέπουσιν ἄλλαι μὲν εἰς δαπάνας περιττὰς, ἄλλαι δὲ εἰς δαπάνας μὴ ἀπαραιτήτους, εἰς τὰς ὁποίας τὰ ἔθνη ὑποβάλλονται, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς ἀνθηρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ οὐχὶ εἰς ἣν κατάστασιν διατελεῖ τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον ταμεῖον. Συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἃς ἠκολουθήσαμεν ἀπὸ τοῦ 1879, συνεπὴς πρὸς τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα παρὰ τῶν ἐκλογέων μου, τοῦ νὰ μὴ ψηφίσω φόρον, πρὶν προηγηθῇ ἀληθὴς οἰκονομία καὶ ἐλάττωσις τῶν δημοσίων δαπανῶν ἐν τῷ ἐτησίῳ Προϋπολογισμῷ, ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, ὅλαις δυνάμεσι, τὴν ἀρχὴν τῶν οἰκονομιῶν. Καὶ ἐπὶ τούτων ἔρχομαι ἤδη νὰ φέρω τὸν λόγον. Παρακαλῶ δὲ νὰ μὴν ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι θεωρῶ ἐμαυτὸν ἀλάνθαστον. Εἰμπορεῖ καὶ νὰ πλανῶμαι. Τοῦτο μόνον ἀξιῶ παρ’ ὑμῶν, νὰ μὲ νομίζετε ὡς ὑπὸ ἀγαθῆς μόνον προαιρέσεως κατεχόμενον, καὶ ἐνδιαφερόμενον μόνον καὶ μόνον ἵνα πείσωμεν τὸν λαὸν, ὃν ἀντιπροσωπεύομεν, ὅτι μετὰ πόνου καὶ μετὰ στοργῆς κηδόμεθα τῶν ἑαυτοῦ συμφερόντων. Τοῦτο μόνον ἐπιζητῶ καὶ τοῦτο εὔχομαι. Θὰ σᾶς ὁμιλήσω λοιπὸν ἤδη πρῶτον περὶ τῶν οἰκονομιῶν, ἃς θεωροῦμεν δυνατὰς, κατὰ τὰ τέσσαρα Ὑπουργεῖα, Οἰκονομικῶν, Δικαιοσύνης, Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ Ἐξωτερικῶν· δὲν θὰ εἰσέλθω βεβαίως καὶ εἰς τὰς ἐλαχίστας αὐτῶν λεπτομερείας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ τὸ τοιοῦτον. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἀνάλυσιν ἐποιήσατο χθὲς εὐγλώττως καὶ πειστικῶς ὁ φίλος μου κ. Χατζόπουλος. Ἕτεροι δὲ συνάδελφοι, εἰδικώτεροι περὶ τὸ θέμα, θέλουν ἀναλύσει τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Ἀφοῦ μετ’ αὐτὰς εὕρωμεν τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα, θὰ ἴδωμεν τίνι τρόπῳ δύναται τοῦτο εὐπροσώπως νὰ καλυφθῇ. Ἄρχομαι λοιπὸν, κύριοι, τῆς ἀναλύσεως τῶν οἰκονομιῶν, καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ παράσχητε εὐμενῆ τὴν προσοχήν σας, ἄνευ διακοπῶν, διότι πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, καὶ διότι σήμερον δὲν συζητοῦμεν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐκπληρῶ καθῆκον, ἐν ὀνόματι τῆς καθόλου ἀντιπολιτεύσεως, ἀπὸ τὴν ὁποίαν σεῖς ἐζητήσατε νὰ σᾶς ὁρίσῃ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας προτείνει. Ἀνακοίνωσις λοιπὸν γίνεται ἤδη, ἡ δὲ συζήτησις θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὡς γνωστὸν, τὰ ἔξοδα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὁρίζονται εἰς 72.072.008 ν. δρ. — Τὰ δὲ τακτικὰ ἔσοδα εἰς 58.501.698. ν. δρ. Ἑπομένως τὸ ἔλλειμα, κατὰ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀνέρχεται εἰς 13.570.310. Πρὸς κάλυψιν δ’ αὐτοῦ προτείνει φόρους ἐκ δρ. ν. 14.611.912. Ἐκ τούτων θὰ ἔχωμεν καὶ περίσσευμα ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου. Κατὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς ν. δρ. 65.339.065. 13%. Τὰ ἔσοδα εἶναι τὰ αὐτὰ, 58.501.698. Ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα κατέρχεται εἰς 6.837.364.13· διότι ἐπὶ τῶν ἐξόδων, ἃ ζητεῖ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ δρ. 72.072.008, ἡ ἀντιπολίτευσις προτείνει οἰκονομίας ἀνερχομένας ὁμοῦ εἰς δρ. 6.732.945. 86%. Τίνες εἰσὶν αἱ οἰκονομίαι αὗται; Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν τὰς ἠκούσατε χθὲς, ἀνέρχονται εἰς 1.259.191. Ἐξετάζω ἤδη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ οἰκονομίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ ἀνέρχονται εἰς 881,691. Ἐνομίσαμεν, πρὸ πάντων, χρέος ἡμῶν νὰ κάμωμεν τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Ἐπειδὴ παρετηρήσαμεν ὅτι πιστώσεις ζητοῦνται δυνάμει νομοσχεδίων ὑποβληθησομένων, διὰ τῶν ὁποίων προτείνονται μεγάλαι μεταβολαὶ εἰς πολλοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας τῶν πλείστων Ὑπουργείων, ἐπροτείναμεν νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἀποκρούομεν πᾶσαν πίστωσιν οὕτω πως διατυπουμένην καὶ θεωροῦμεν αὐτὴν διαγραπτέαν, καθὼς ἐπίσης θεωροῦμεν ἀπαράδεκτον ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ ἄρθρ. 4 τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὡς ἀδικαιολόγητον καὶ ἀντισυνταγματικόν. Ἂν δὲ κακὴ ἕξις μέχρι τοῦδε καθιέρωσεν, οὕτως εἰπεῖν, ἐτησίως τὴν διάταξιν ταύτην, εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ τὸ ἄτοπον, δι’ οὗ μειοῦται ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ Σύνταγμα παραβιάζεται, καθ’ ὃ οἱ Νόμοι τοῦ Κράτους πρέπει νὰ ψηφίζωνται εἰς τρεῖς κατὰ συνέχειαν συζητήσεις. Τὴν γνώμην ταύτην παρεδέχθη παμψηφεὶ ἡ Ἐπιτροπή, μόνον δὲ ἡ πλειοψηφία δὲν παρεδέχθη καὶ τὴν ἀπὸ τοῦδε διαγραφὴν τῶν πιστώσεων. Νομίζομεν ἀπαλειπτέας ἁπάσας τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς ἐπιμίσθια μὴ νενομοθετημένα. Ἐπίσης θεωροῦμεν ἀπαλειπτέας τὰς πιστώσεις, τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ λεγόμενον βοηθητικὸν προσωπικόν, διότι δυστυχῶς τῶν πιστώσεων τούτων γίνεται χρῆσις οὐχὶ ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπίσης πρέπει νὰ καταργηθῶσιν αἱ πιστώσεις δι’ ἐκείνας ἐκ τῶν νενομοθετημένων θέσεων, αἵτινες δὲν εἶναι ἀπαραίτητοι ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς Διοικήσεως. Ἐν τῷ Κεφ. 2, ἄρθρ. 6. — Τόκος προσωρινῶν δανείων καὶ ἄρ. 7. τόκος ἐντόκων γραμματίων τοῦ δημοσίου, ἐγγράφεται ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 250,000. Τούτων προτείνομεν τὴν διαγραφήν. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τῆς 4 Μαρτίου π. ἔ. ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 ὑπῆρχεν ὑπόλοιπον 15,142,565 ἐκ τοῦ δαν. τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 9,803,887 ὑπόλοιπον ἐν ὅλῳ =24,946,452. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἔμελλε ν’ ἀνέλθῃ εἰς 6,911,326. Ὑπελείποντο λοιπὸν 18 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδαπανήθησαν βεβαίως εἰς τὰ μετὰ τὴν 4 Μαρτίου 1882 ἐπελθόντα ἐλείμματα τοῦ 1881. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη προσωρινῶν δανείων, καὶ ἄπορον πῶς συνωμολογήθησαν καὶ ἐναντίον τῆς ἐξουσίας τῶν Ὑπουργῶν. Ἐπίσης τὰ ἔντοκα γραμμάτια εἶναι δάνεια προσωρινὰ καὶ αὐτά, καὶ ἀνάγκη δὲν ὑπῆρχε, καθὰ εἶπε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ 1880.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διαγράφετε τὰς 170 χιλ. τῶν προσωρινῶν δανείων. Προσθέτετε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰ ἄλλα δάνεια, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ τὰ λάβωμεν; Θέλω νὰ ἐννοήσω, διὰ ν’ ἀπαντήσω.
§24ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀμέσως θὰ σᾶς εἴπω.
§25Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ περίστασις αὐτὴ ἐνταῦθα. Πρόκειται περὶ προσωρινῶν δανείων, καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν εἶπεν, ἀφοῦ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἶχε περίσσευμα ἐκ 18 ἑκατομ. ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῶν 120,000,000, καὶ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη προσωρινῶν δανείων· διότι, ἂν εἶχεν ἀνάγκην, ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἐκ τῶν περισσευμάτων αὐτῶν.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἠδύνατο νὰ λάβῃ, ἀλλ’ ὅταν λάβῃ, πρέπει νὰ σημειωθῇ καὶ ὁ τόκος.
§27Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ τόκος τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἤθελον ληφθῆ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῶν δανείων ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, εἶναι 1%. Ποῖον λοιπὸν εἶναι τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐδανείσθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐνέγραψε τόκον 170 χιλιάδων;
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι διὰ τὸ δάνειον τοῦ 1%, ἀλλὰ διὰ τὸ περίσσευμα τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὅλον πραγματοποιημένον.
§29Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων ὑπάρχει ἐγγεγραμμένη πίστωσις.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ὁλόκληρον. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω. Ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας δὲν γνωρίζει, φαίνεται, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δανείων, τὰ ὁποῖα συνῆψεν ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἀλλὰ ἡ προκάτοχος.
§31ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Οὐδ’ ἐγὼ ἐννοῶ νὰ συζητήσω ἤδη ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Κάμνω μόνον τὴν εἰσήγησιν, τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν οἰκονομιῶν, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠμφισβήτησεν, ὅτι ὑπάρχουσι σπουδαῖαι τοιαῦται. Ἐπὶ τοῦ κεφ. 4, ἄρθρ. 1 προτείνομεν τὴν διαγραφὴν τῆς πιστώσεως δύω ὑπουργικῶν γραμματέων Αης τάξεως, τεσσάρων Βας τάξεως, καὶ ἑπτὰ ὑπουργικῶν γραφέων Αης τάξεως, ἤτοι τὸν περιορισμὸν τῆς πιστώσεως κατὰ παλ. δραχ. 28,960. Περίεργος δὲ ἐφάνη ἡμῖν ἡ αὔξησις τοῦ ἄρθρου τούτου, τὸ ὁποῖον εἰς τὰ 1880 ἀνέβαινεν εἰς 129,000, τὸ 1882 εἰς 180,600 καὶ διὰ τὸ 1883 ζητοῦνται 247,920. Καὶ τοῦ στατιστικοῦ γραφείου νὰ λείψουν 2 γραμμ. Βας τάξεως καὶ 2 μαθητευόμενοι, 2,480, τὸ ὅλον 31,440. Προτείνομεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τὴν διαγραφὴν τῶν 10 μαθητευομένων, οἵτινες εἶναι μὲν ἴσως ἀναγκαῖοι, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀπολύτως ἀναγκαῖοι, ὀφείλομεν δὲ νὰ ἀποκόψωμεν πᾶσαν μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίαν δαπάνην· οὕτως ἡ πίστωσις αὕτη περιορίζεται κατὰ δραχ. 9,600. Ἐπὶ τοῦ κεφ. 6, ἄρθρου 4 παρετηρήσαμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1880 ἡ πίστωσις ἀνήρχετο εἰς 19,800, κατὰ τὸ 1882 εἰς 28,240, εἰς δὲ τὸν ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμὸν εἰς 64,960. Ἡ διαφορὰ αὕτη προκύπτει ἐκ τῆς προσθέσεως δαπανῶν μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίων. Προσέτι παρατηροῦμεν, ὅτι πᾶσαι αἱ πιστώσεις, αἵτινες ζητοῦνται δι’ ἀποζημιώσεις ὑπαλλήλων, καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων ἑτέρων κεφαλαίων δὲν στηρίζονται εἰς τὸν νόμον, καὶ πρέπει νὰ διαγραφῶσιν. Ἑπομένως φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ ἐπὶ πλέον διαφορά, ἀνερχομένη εἰς δραχ. 36,720.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατ’ ἐδάφιον, σᾶς παρακαλῶ.
§33ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀφήσατε, κύριε Πρόεδρε, νὰ τελειώσωμεν τὴν ἀνακοίνωσιν πασῶν τῶν οἰκονομιῶν, καὶ κατόπιν θὰ καταθέσωμεν τοὺς πίνακας.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ τοὺς καταθέσητε τώρα, διὰ νὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ ἴδωμεν, διότι ὑποθέτω ὅτι νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον.
§35ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δυνάμεθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν ἀξίωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐκ τῶν 11,000 δι’ ὑλικὸν καθημερινῆς χρήσεως, θερμάνσεως καὶ φωταψίας ἀφαιροῦνται 2,000· ἐκ τῶν δι’ ἔπιπλα καὶ σκεύη κτλ. 4,000 ἀφαιροῦνται 2,000· ἐκ τῶν δι’ ἀποζημίωσιν τῶν ὑπαλλήλων τῆς διεκπεραιώσεως ἐπὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν ἐγγράφων κτλ. ἀφαιροῦνται 6,000· ἐκ τῶν δι’ ἀποζημίωσιν ἐκτάκτου προσωπικοῦ ἐπὶ τρεῖς μῆνας διὰ τὴν συγκριτικὴν στατιστικὴν ἀφαιροῦνται 4,000 δραχμαί· ἐκ τῶν δι’ ἀγορὰν χάρτου 26,400 δραχμῶν ἀφαιροῦνται 15,000· δι’ ἀγορὰν στατιστικῶν ξένων Κρατῶν διαγράφεται ἡ πίστωσις 3,000 δραχμῶν, διότι αἱ στατιστικαὶ τῶν ξένων Κρατῶν διανέμονται δωρεάν. Συμφώνως δὲ πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις τοῦ 1880 ἐξήνεγκε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ζητοῦμεν τὴν ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως τῶν 3,000 δραχμῶν. Προτείνομεν ὡσαύτως τὴν διαγραφὴν τῶν 1,500 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται πρὸς ἀποζημίωσιν ὑπαλλήλων δι’ ἐνδεχομένας ἀποστολὰς πρὸς συγκέντρωσιν πληροφοριῶν, διότι ὁ σκοπὸς αὐτῶν δύναται νὰ ἐκπληρωθῇ διὰ τῆς ἀλληλογραφίας. Μένουν δραχμαὶ 39,960. Εἶναι τὸ διπλοῦν ποσὸν ἐκείνου τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1880 ἐπροτείνατε νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ προκάτοχον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, δι’ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεων, ἐζητήθησαν 12,000 δραχ. κατὰ τὸ 1880· κατὰ δὲ τὸ 1882, 16 χιλ. δραχμῶν, νῦν δὲ ζητοῦνται 23,531. Προτείνομεν νὰ διαγραφῇ ἡ ἐπὶ πλέον διαφορά, καὶ νὰ μείνῃ ἡ περυσινὴ πίστωσις, νὰ διαγραφῶσι δὲ δρ. 7,531, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀρ. 7, μαθητευόμενοι Ἐλεγ. Συνεδρίου, 13,800. Ἐν ἄρθρ. 8 νὰ διαγραφῇ ἡ πίστωσις δι’ ἔπιπλα καὶ τὰ λοιπὰ, καὶ δι’ ἀποζημίωσιν, δι’ ὃν ἀνωτέρω εἴπομεν λόγον, δραχ. 3,500. Ἐπὶ τοῦ κεφ. 7, ἄρθρ. 1, § βʹ, ἐπαρχιακὰ ταμεῖα, προτείνομεν τὴν διαγραφὴν 29 γραμματέων ταμείων Γης τάξεως καὶ 30 εἰσπρακτόρων. Ἡ πίστωσις δ’ αὕτη ἀνέρχεται εἰς δραχ. 56,160. Ἐν ἄρθρῳ 3, δι’ ἔπιπλα, κιβώτια καὶ πλάστιγκας, προτείνομεν τὸν περιορισμὸν εἰς τὴν πίστωσιν τοῦ 1882, ἑπομένως νὰ διαγραφῶσι δραχμαὶ 5,700. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 προτείνομεν τὴν πίστωσιν τοῦ 1880, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 9,000, ἑπομένως νὰ διαγραφῶσι δραχ. 3,000. Ἐπὶ τοῦ κεφ. 8, ἄρθρου 1, πρόσθετον προσωπικὸν, νὰ διαγραφῶσιν αἱ πιστώσεις τοῦ βʹ καὶ γʹ, ὡς μὴ στηριζόμεναι εἰς τὸν νόμον, ἀνερχόμεναι εἰς δραχ. 2,160 τῶν δύω γραφέων, καὶ 1,200 δραχ. διαφορὰ τοῦ νομίμου μισθοῦ τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου. Ἐπίσης καὶ ἡ ἐν ἄρθρῳ 2 πρόσθετος ἐπιχορήγησις τοῦ Ἐφόρου Ἀττικῆς ἐκ δραχ. 600, ἀνερχόμεναι ὅλαι ὁμοῦ εἰς δραχ. 3,960. Ἐπὶ τοῦ κεφ. 13, ἄρθρ. 1 καὶ 2 προτείνομεν νὰ διαγραφῶσιν αἱ ἐπὶ πλέον διαφοραὶ, προερχόμεναι ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, διότι φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῆς λίαν ἀνωμάλου οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως ἡ ἐπιψήφισις κατὰ τὸ παρὸν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου δημιουργοῦνται 607 θέσεις, καὶ οὗτινος ἡ ὠφέλεια δύναται νὰ προκύψῃ εἰς ἀπώτερον χρονικὸν διάστημα. Μόνον λοιπὸν ἕνεκα τοῦ λόγου τῶν ἐπιβαλλομένων οἰκονομιῶν, προτείνομεν τὴν κατὰ τὸ παρὸν διαγραφὴν τῶν ἐπὶ πλέον πιστώσεων, ἀνερχομένων εἰς δραχ. 460,500. Ἐκτὸς ὅμως τούτων, καὶ διότι τὸ νομοσχέδιον ἐν πολλοῖς δὲν στηρίζεται ἐπὶ βάσεων ἀσφαλῶν, καὶ ὡς ἔχουσι νῦν τὰ τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ἔχωμεν τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν ἵνα τὸ συζητήσωμεν ἐν πλάτει, δὲν θὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ.
§36ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί ἀντικαθιστᾶτε;
§37ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀφίνομεν τὰ τῶν πιστώσεων ὡς εἶχον πέρυσι.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μὴ παραδεχόμενοι τὸ περὶ δασῶν νομοσχέδιον, ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὰ ἔσοδα 620, χιλ. δραχ. ὥστε ἀντὶ οἰκονομιῶν ἔχομεν αὔξησιν· διότι ἂν ἀφαιρέσωμεν 620 χιλ. ἀπὸ φόρον καυσοξύλων, καὶ 80 χιλ. ἀπὸ φουρκάδας, ἔχομεν αὔξησιν δαπανῶν.
§39ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀπορῶ μὲ τὴν παρατήρησιν. Ἡμεῖς ἀνέκαθεν εἴπομεν ὅτι τὸν φόρον τῶν φουρκάδων καὶ καυσοξύλων θεωροῦμεν ἄδικον καὶ ἄτοπον.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε μάλιστα.
§41ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐνῷ λοιπὸν διαγράφομεν ἀπὸ τὰ ἔσοδα τὸν φόρον τοῦτον, συγχρόνως ἐλαττοῦμεν τὰς δαπάνας τῆς δασονομικῆς ὑπηρεσίας κατὰ 460 χιλ. δραχμάς. Μεταβαίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Αἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ προτεινόμεναι οἰκονομίαι ἀνέρχονται εἰς 528,000. Ἐν κεφ. Αʹ. ἄρθρ. 2 προτείνομεν τὸν περιορισμὸν τῶν γραφικῶν ἐξόδων κατὰ 5,000. Ἐπὶ τοῦ κεφ. Αʹ. ἄρθρ. 3 προτείνομεν, δι’ οὓς λόγους πᾶς τις κατανοεῖ, τὸν περιορισμὸν τῆς πιστώσεως διὰ παράσημα εἰς 5,000 δρ. μόνον διὰ τὰ ἀπονεμόμενα πρὸς ξένους. Οὐ μόνον ἡ ὑπὲρ τὸ δέον χρῆσις, ἀλλὰ καὶ ἡ κατάχρησις τῆς ἀπονομῆς τῶν παρασήμων ἐκ μέρους τῶν κκ. Ὑπουργῶν εἰς πρόσωπα πολλάκις μηδεμίαν προσενεγκόντα ὑπηρεσίαν καὶ ἄνευ προτάσεων τῶν ἁρμοδίων προϊσταμένων Ἀρχῶν, ἐπιβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸν περιορισμὸν τῆς πιστώσεως ταύτης, καὶ τὴν διαγραφὴν τοῦ ὑπολοίπου, ἀνερχομένου εἰς δραχμὰς 25,000. Ἐν κεφ. 4, ἄρθρῳ 2 προτείνομεν τὸν περιορισμὸν τῆς πιστώσεως εἰς τὸ καὶ πέρυσιν ἀναγεγραμμένον ποσὸν τῶν 500,000 δραχμῶν· διότι φρονοῦμεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Τόπου καταστάσεως νὰ δαπανήσῃ πλειότερα διὰ τοὺς γενικοὺς σκοποὺς, δι’ οὓς δίδεται ἡ πίστωσις· καὶ εὐκτέον ἤθελεν εἶσθαι βεβαίως νὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ δώσῃ καὶ πλειόνα τῶν ζητουμένων, ἀλλ’ ἔχομεν πεποίθησιν εἰς τὴν δραστηριότητα καὶ φιλοπονίαν τοῦ Ἑλλ. ἔθνους, καὶ ἐλπίζομεν ὅτι ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, καὶ μόλις τακτοποιηθῶσι τὰ οἰκονομικά του, θέλει προθύμως καὶ γενναίως ὑποστῆ μεγαλειτέρας θυσίας, χάριν τῆς ἱερᾶς ἰδέας καὶ τῶν ἐθνικῶν πόθων. Ἀνάγκη ὅθεν νὰ διαγραφῶσιν ἤδη αἱ ἐπὶ πλέον δραχμαὶ 250,000. Ἐπὶ τοῦ κεφ. 2, ἄρθρ. 2 προτείνομεν τὴν διαγραφὴν 13 χιλ. δρ. καὶ τὸν περιορισμὸν τῆς πιστώσεως εἰς 3,000. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, ταχυδρομικὴ καὶ τηλεγραφικὴ ἀνταπόκρισις, νὰ ἐλαττωθῇ ἡ πίστωσις κατὰ 5,000. Ἐν κεφ. Γʹ, ἄρθ. 4, ἐπιθεωρήσεις Προξενείων, νὰ περιορισθῇ ἡ πίστωσις ἐξ 20,000 εἰς 10,000. Ἐν κεφ. Ϛʹ, ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, προτείνεται, καίτοι ἐγὼ φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι συζητήσιμον, νὰ διαγραφῶσιν αἱ πιστώσεις ἐκ δραχ. 200,000, διὰ τοὺς Πρέσβεις, διότι φρονεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, ἡ τυπικὴ, ἐνεργεῖται κάλλιστα καὶ ὑπὸ τῶν Γραμματέων. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης.
§42ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νὰ αὐξήσητε καὶ ὄχι νὰ ἐλαττώσητε.
§43ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μὴ βιάζεσθε, παρακαλῶ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατ’ εἰσήγησιν ἐμοῦ, ἡ μειονοψηφία ἐνόμισεν εὔλογον νὰ διατυπώσῃ τὰ ἑξῆς: — ταῦτα δὲ λέγονται διὰ νὰ τὰ ἀκούσωσιν οἱ ἁρμόδιοι — «Ἐὰν, εἶπεν ἡ ἐπιτροπὴ, διὰ νὰ ἔχωμεν δικαστὰς τιμίους καὶ ἀκεραίους, ἀνεξαρτήτους καὶ ἀξιοπρεπεῖς, ὀφείλῃ ἡ Πολιτεία νὰ καταστήσῃ τὴν θέσιν αὐτῶν ἀνεκτὴν, εὐθὺς ὡς ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου τὸ ἐπιτρέψῃ, πρέπει κατὰ προτίμησιν πάσης ἄλλης σκέψεως καὶ φροντίδος, νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἐπέλθῃ αὔξησις εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διὰ νὰ δύνανται νὰ ζῶσιν ἀξιοπρεπέστερον· οὔτε τὰ πολλὰ δικαστήρια, οὔτε οἱ πολλοὶ δικασταὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀμερόληπτον καὶ ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ δικασταὶ καλῶς ἀμειβόμενοι. Πρέπει ἐπίσης νὰ παύσῃ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα τῆς συγχύσεως τῶν ἐξουσιῶν, διὰ τῶν συνεχῶν μεταβολῶν καὶ μεταθέσεων, τῶν πλείστων ἀδικαιολογήτων, ὧν ἀποτέλεσμα ἄμεσον ἐστὶν ἡ παραλυσία τῆς δικαστικῆς πειθαρχίας καὶ ἡ χαλάρωσις τοῦ ζήλου πάντων σχεδὸν τῶν λειτουργῶν τῆς Θέμιδος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ παύσωσι τὰ δίκαια παράπονα τῶν πολιτῶν, τῶν ὁποίων πολλάκις διακυβεύονται τὰ ὕψιστα καὶ τιμαλφέστατα δικαιώματα, πρὸ πάντων δι’ ἔλλειψιν ταχείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης». Αἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ γενόμενα οἰκονομίαι ἀνέρχονται εἰς 253,750. Ἐν κεφ. 1, ἄρθρ. 1 νὰ διαγραφῇ ἡ πίστωσις δι’ ἕνα γραμματέα καὶ ἕνα γραφέα Βʹ τάξεως, δρ. 3,360. Ἐπὶ τοῦ κεφ. 2, ἄρθρ. 4 προτείνομεν τὴν διαγραφὴν τῆς ἐπὶ πλέον πιστώσεως διὰ τὴν πρόσληψιν 8 ὑπαλλήλων τῶν Εἰσαγγελιῶν, νομίζοντες, ὅτι δύνατα νὰ ἀναβληθῇ δι’ ὀλίγον ἔτι χρόνον ἡ παραδοχὴ τῶν προτάσεων τῶν κ. Εἰσαγγελέων, ὅσον ἠτιολογημέναι καὶ ἂν ὦσιν. Ἀνέρχεται δὲ εἰς δραχ. 5,520. Ἐπὶ τοῦ κεφ. 1, ἄρθρ. 2, 5 καὶ 8 προτείνομεν τὴν διαγραφὴν τῆς ἐπὶ πλέον πιστώσεως διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς ὡς ἀρχειοφύλακας, διότι ἡ πίστωσις αὕτη δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Ἀνέρχεται δὲ εἰς δραχ. 16,080. Ἐπὶ τοῦ κεφ. 2, ἄρθρ. 7, τὴν διαγραφὴν τῆς ἐπὶ πλέον πιστώσεως διὰ γραφικὴν ὕλην, φρονοῦντες ὅτι, δι’ εὐσυνειδήτου οἰκομίας ὑπὸ τῶν προϊσταμένων τῶν γραφείων, ἡ ἀναγραφομένη πίστωσις δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ διὰ τὰ Πταισματοδικεῖα· διαγράφονται ὅθεν αἱ ἐπὶ πλέον 5,208. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 9, εἰρηνοδικεῖα, προτείνομεν νὰ μένωσιν καὶ ἐφέτος τὰ πράγματα ὡς εἶχον, ἐκ τούτου δὲ προσγίνεται οἰκονομία δρ. 58,320. Νομίζομεν, ὅτι καλῶς πέρυσιν ἐκανονίσθησαν, οὐδεμία δὲ πραγματικὴ βλάβη δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Εἰδικῶν Πταισματοδικείων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ 1880, χάριν τῶν οἰκονομιῶν, ἔλεγεν ὁ εἰσηγούμενος αὐτὰς ὅτι οὐδὲν κακὸν, ἂν ἤθελον μείνει ἕδραι τινὲς Πρωτοδικῶν κεναί, ὧν τὴν πίστωσιν διέγραφε, διότι, ἔλεγε, καὶ μὲ ὀλιγωτέρους δικαστὰς εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ ἡ δικαιοσύνη. (Πρακτικῶν 1880, σελ. 632)· διότι, ἐξηκολούθει, ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν πρόκειται ἐκ τῶν ἀναγκαιοτάτων ν’ ἀφαιρέσωμεν, δὲν πρέπει οὐδὲ νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῶν μὴ ἀπαραιτήτων ἀναγκῶν. Κεφ. 2, ἀριθ. 1, ὑλικὸν Ὑπουργείου. Νὰ διαγραφῶσι δρ. 2,400, διότι ἀρκοῦσι δι’ ὑλικὸν 12,000. Κεφ. 4, ἄρθρ. 6, διὰ μηνιαίαν ἀποζημίωσιν δικαστικῶν κλητήρων. Ὁ ἀνώτατος ὅρος τῶν ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1871 δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς 204, ἂν προσθέσωμεν διὰ τὰς νέας ἐπαρχίας 46, ἔχομεν τὸ ὅλον 250, πρὸς δρ. 40 κατὰ μῆνα καὶ κατὰ μέσον ὅρον, ἔχομεν ἐν ὅλῳ δραχ. 120,000, ἀφίνομεν ὅμως δραχ. 184,500 καὶ ἀποκόπτομεν δρ. 50,500. Ἐπὶ τοῦ κεφ. 5, ἄρθρου 2, ὁδοιπορικὰ μετατιθεμένων κτλ. Προτείνομεν τὸν περιορισμὸν εἰς 25,000, ἃς θεωροῦμεν ἐπαρκεῖς. Νὰ διαγραφῶσι δὲ 15,000. Ἐπὶ τοῦ κεφ. Ηʹ. ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσει του ὁ Ὑπουργὸς λέγει ὅτι ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη πρὸς μελέτην συστήματος ἐξεταστικῶν φυλακῶν θέλει ληφθῆ ἐν μέρει ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ 1882, διατελούσης ἀθίκτου εἰσέτι. Εἴπομεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι, ἀφοῦ βεβαιοῖ ὁ Ὑπουργὸς ὅτι εἶναι εἰσέτι ἄθικτον τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 200,000, ὅπερ πέρυσιν ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ν’ ἀναγραφῶσι καὶ πάλιν ἕτεραι 100,000 διὰ μελέτην συστήματος, τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον δὲν ἁρμόζει εἰς Κυβέρνησιν νὰ ζητῇ πιστώσεις διὰ μελέτας συστημάτων. Πᾶσα Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὡρισμένας ἰδέας, νὰ δηλώσῃ ποῖον σύστημα ἀποδέχεται καὶ ὑποστηρίζει, καὶ νὰ προκαλέσῃ διὰ νόμου τὴν μεταβολὴν τοῦ ποινικοῦ συστήματος, εἴτε ἀποδέχεται τὸ σύστημα τῆς πλήρους ἀπομονώσεως, εἴτε τὸ μικτὸν, εἴτε οἱονδήποτε. Ὅταν δὲ ἀποφασισθῇ τὸ σύστημα, τότε δικαιοῦται νὰ φέρῃ ὀργανωτὴν τὸν κατάλληλον διὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποφασισθῆ. Παρατηροῦμεν προσέτι ὅτι εἶναι ἄγνωστον ποία διάθεσις τῆς πιστώσεως αὐτῆς ἐγένετο πέρυσιν. Ἄλλως τε, γνωστὸν ὅτι κατηρτίσθη σπουδαία ἑταιρία ὑπὲρ τῶν φυλακῶν, σπουδαῖα ὑποσχομένη ὡς ἐκ τῶν συγκροτούντων αὐτὴν προσώπων. Εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ ἐργασίαι αὐτῆς; Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ γνωρίζωμεν, κύριοι, διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὰ γενναῖα ἔργα, ἐν Ἑλλάδι ἰδίως, ὀφείλονται εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν. Ὑπουργεῖον Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐν ὅλῳ αἱ οἰκονομίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ ἀνέρχονται εἰς 429,850. Ἐν κεφ. Αʹ. ἄρθρῳ 1 προτείνομεν τὴν διαγραφὴν τῆς πιστώσεως διὰ τὴν προσθήκην ἑνὸς γραφέως γʹ. τάξεως δραχ. 840. Ἄρθρον 5, πίστωσις διὰ βιβλία, νὰ διαγραφῶσι δραχμαὶ 700. Κεφ. Βʹ. Ἱερὰ Σύνοδος. Ἐπὶ τοῦ κεφ. Βʹ ἐν γένει ἐξεφράσθησαν αἱ ἑξῆς εὐχαί· Αʹ) Νὰ ληφθῇ φροντὶς περὶ τῶν Μονῶν καὶ τῆς μοναστηριακῆς περιουσίας, ἵνα καὶ ὁ Κλῆρος ἀναβιβασθῇ εἰς τὴν περιοπὴν, ἥτις τῷ ἁρμόζει, καὶ τὸ Κράτος ἀπαλλαγῇ τῆς δαπάνης, ἥτις τὸ ἐπιβαρύνει. Βʹ.) Νὰ δοθῇ προσοχὴ καὶ εἰς τὰς ἐπανειλημμένας προτάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου περὶ μισθοδοσίας τοῦ Κλήρου, ἐκ τῆς Μοναστηριακῆς περιουσίας, ἥτις δὲν ἀνήκει παρὰ μόνον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Γʹ) Νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ κεναὶ θέσεις τῶν Ἀρχιεπισκοπῶν, διότι ἡ παραλυσία τοῦ κατωτέρου Κλήρου καὶ ἡ ἀνευλάβεια τοῦ λαοῦ ὁσημέραι κορυφοῦνται. Πεποίθαμεν δὲ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ἐπιστήσει τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῶν σπουδαίων τούτων ἀντικειμένων. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 1 προτείνομεν νὰ διαγραφῶσι δρ. 1440 ἵνα μένῃ κενὴ μία θέσις γραφέως Βʹ τάξεως, διότι πλεονάζουν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 4 νὰ διαγραφῇ ἡ πίστωσις διὰ 3 ἱεροκήρυκας, διότι ἀρκοῦσι 14, νὰ διαγραφῶσι δρ. 7,200. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 5, ἐδ. ζʹ. καὶ ή, ἐκ τοῦ ζʹ. νὰ διαγραφῶσιν 23,000, τοῦ δὲ ή, νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι ἡ δαπάνη συνδρομῆς Ἐκκλησιῶν καὶ σχολείων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐπιβαρύνει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπὶ τοῦ κεφ. Γʹ. ἄρθ. 1, Πανεπιστήμιον. Ἐπὶ τοῦ κεφ. τούτου ἐθεωρήσαμεν καθῆκον ἡμῶν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν καὶ πέρυσι διατυπωθεῖσαν εὐχὴν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μεριμνήσῃ περὶ τῆς Πανεπιστημιακῆς περιουσίας, ὥστε νὰ γείνῃ δυνατὴ ἡ συντήρησις τοῦ Πανεπιστημίου δι’ ἰδίων δαπανῶν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ μετριασθῇ ἡ τοῦ Κράτους δαπάνη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 1 προτείνομεν νὰ διαγραφῇ ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ, ἀνερχομένη εἰς 16,500, μεῖον τῶν 4,000 τοῦ ζʹ. ἑπομένως νὰ διαγραφῶσι 12,400, διότι, σὺν τοῖς ἄλλοις, περιττὸς καὶ ὁ 6ος καθηγητὴς τῆς Θεολογίας ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 2 διεγράψαμεν τὴν πίστωσιν δι’ ὑπογραμματεῖς, διότι δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ἀνέρχεται δὲ εἰς 5,760. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 4 διεγράψαμεν τὸ ἐδ. βʹ, ἀποστολαὶ εἰς ἐπιστημονικὰ συνέδρια, δρ. 3,000. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 νὰ διαγραφῶσιν αἱ πιστώσεις πρὸς αὔξησιν μισθοῦ Ἐφόρου βιβλιοθήκης Κερκύρας, βιβλιοφύλακος καὶ κλητῆρος, ἐν ὅλῳ δρ. 1,320. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 6 νὰ διαγραφῶσιν ἐν ὅλῳ 9,500, ἰδίως ν’ ἀπαλειφθῶσι τὰ ἐδάφ. ϛʹ. καὶ ή. διὰ τὴν ἐν Ζακύνθῳ βιβλιοθήκην, ἐνοίκιον, κτλ. διότι δικαιοῦνται τότε ὅλοι οἱ νομοί, καὶ δι’ ἀποστολὴν εἰς τὴν Εὐρώπην πρὸς σπουδὴν τῆς νομισματογνωμοσύνης! Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11, νὰ διαγραφῶσι πιστώσεις 9,000, ἤτοι διὰ 2 Ἐφόρους τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας, διότι ἀρκοῦσιν οἱ 3, καὶ δι’ ἐκτάκτους βοηθοὺς τοῦ Γεν. Ἐφόρου. Ἐπὶ τοῦ ἄρθ. 12 προτείνομεν νὰ διαγραφῶσιν ἐν ὅλῳ δρ. 58,250. Θέλετε ἀνάπτυξιν;
§44ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα.
§45ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Προτείνομεν νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ ἄλλο ἔτος ἡ ἐπέκτασις τῆς συνδρομῆς διὰ τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, διότι τὸ ἔτος τοῦτο ἔχει μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἕνεκα τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἐλάττωσιν 16,000 δραχμῶν Δεύτερον προτείνεται ἡ πίστωσις δι’ ἀγορὰν ἀρχαιοτήτων κτλ. ἐν ἐδαφ. 1, ἥτις σημειοῦται εἰς 12,800, νὰ περιορισθῇ εἰς δρ. 8,000. Κατὰ τὸ 1880 ἡ νῦν Κυβέρνησις ἐμείωσε τὴν πίστωσιν ταύτην εἰς 4,600 δραχ. καὶ ἡμεῖς προτείνομεν νὰ δοθῶσιν 8,000. Εἰς τὸ ἐδάφ. 2, ἀντιμισθία φυλάκων ἀρχαιοτήτων καὶ κατασκευὴ λιθίνων φυλακείων κτλ. ζητεῖται πίστωσις 21,070. Διὰ δύω συγχρόνως ἀνάγκας ά. τὴν ἀντιμισθίαν τῶν φυλάκων καὶ βʹ. τὴν κατασκευὴν φυλακείων προτείνεται μία πίστωσις. Τὰ δύω ταῦτα, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι κεχωρισμένα, διότι φοβοῦμαι, ὅτι ἐνδεχόμενον ὁ μισθὸς τῶν φυλάκων τῶν ἀρχαιοτήτων ν’ ἀποῤῥοφήσῃ τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς φυλακείων, καὶ προτείνομεν διὰ μὲν τὴν ἀντιμισθίαν τῶν φυλάκων 8,600 δρ. διὰ δὲ τὴν οἰκοδομὴν φυλακείων 2,000, ἑπομένως προτείνομεν οἰκονομίαν 10,479 δρ. Τὴν συνδρομὴν πρὸς τὴν ἀρχαιολογικὴν ἑταιρίαν ἀπὸ 5,000 τὴν περιορίζομεν εἰς 2,000· ἄλλοτε, εἰς τὰ 1880, ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε χιλίας, καὶ ἡ τότε ἀντιπολίτευσις διέγραψεν αὐτὴν τὴν πίστωσιν καὶ εἶπε νὰ μὴ δοθῇ οὔτε λεπτὸν, διότι ἦσαν ἔκτακτοι περιστάσεις· ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ 1883 εἶναι ὑπέρποτε ἔκτακτοι. Τοιουτοτρόπως συμπληροῦται τὸ ποσὸν τῶν 58,000 δραχμῶν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 14, ἐδ. γʹ. νὰ μείνῃ ἡ πίστωσις δι’ ἀγορὰν ὀργάνων φυσικῆς κτλ. ὡς εἶχε πέρυσιν, ἤτοι δρ. 16,000, νὰ διαγραφῶσι δὲ αἱ πλέον δρ. 5,000. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15, ἐδ. ἐ. ζʹ. νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ ἐ. δρ. 1,440, διὰ μισθὸν γραμματέως τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γυμναστηρίου, θέσεως μὴ νενομοθετημένης, καὶ διότι δὲν ἔχει μόνη αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία ἀνάγκην γραμματέως, καὶ δρ. 30 χιλ. διὰ 12 εἰσέτι Γυμναστήρια· διότι συνεστήθησαν ἤδη 21, δι’ ἃ ἐδόθη πίστωσις δρ. 45,360· δὲν εἶναι δὲ γνωστὸν ἂν καὶ τὰ 21 λειτουργῶσι, διὰ τὴν ἔλλειψιν προγυμναστῶν. Ἑπομένως διὰ ἐφέτος ἀρκοῦν τὰ 21, ἀρκεῖ νὰ συμπληρωθοῦν καὶ ταῦτα. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 16, ἑλληνικὰ σχολεῖα, συνεστήθησαν πολλὰ, τινὰ ἐλλειπῆ, ἄλλα ἐν μέρεσιν, ὅπου δὲν ὑφίστατο ἀνάγκη. Γνωστὸν ὅτι δὲν ὑπάρχουν διδάσκαλοι. Κατὰ τὸ 1880, ὁ τότε εἰσηγητὴς τῶν οἰκονομιῶν ἔλεγε (πρακτικὰ Βουλῆς 1880, σελ. 633) ἂν ζητῆτε πίστωσιν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, μάλιστα, ὄχι ὅμως διὰ τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, διότι τὰ πλεῖστα μὲν δὲν ἔχουσι μαθητὰς, ἐν πολλοῖς δὲ οἱ διδάσκαλοι δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των. Διὰ τῆς προσθήκης δὲν προσφέρομεν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Τόπον». Κατὰ ταῦτα προτείνομεν νὰ διαγραφῶσι 30,000, ζητούμεναι δι’ ἐνδεχομένην σύστασιν νέων Ἑλληνικ. σχολείων. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 17 γίνονται οἰκονομίαι ἐκ δραχ. 28,000 δι’ ἔξοδα Ἑλλ. σχολείων. Τὸ πέρυσι σημειούμενον ποσὸν ἦτον δραχ. 130,000, καὶ διὰ πάσης δυνατῆς οἰκονομίας δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ ἐφέτος. Ἐπὶ τοῦ κεφ. 4, ἄρθρ. 1, ἐδ. 3 νὰ διαγραφῇ ἡ πίστωσις 28,000 διὰ μισθὸν νομαρχιακῶν Ἐπιθεωρητῶν, διότι δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον. Ἐπίσης τοῦ ἐδαφ. ἐ. ἐκ δραχ. 50 χιλ. μισθὸν δημοδιδασκάλων, διότι ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους. Ἐπίσης τοῦ ἐδαφ. ϛʹ. ἀπὸ 46,000, διαγράφομεν 41,000 μισθὸν δημοδιδασκάλων τῶν πλήρων δημοτικῶν σχολείων, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, καὶ ἀφίνομεν μόνον πίστωσιν 5,000 διὰ τὸ δʹ. Δημοτ. τῶν Ἀθηνῶν τῶν θηλέων· διὰ τὰ πλήρη δημοτικὰ Ζακύνθου, Μεσολογγίου κτλ. πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οἱ οἰκεῖοι Δῆμοι. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 2, ἔξοδα Δημοτ. σχολείων, νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ ἐδ. βʹ. δραχ. 10,000. Ἐκ τοῦ ἐδαφ. γʹ. 13,000. Ἐκ τοῦ ἄρθρ. 4, ἐδ. ϛʹ. νὰ περιορισθῇ ἡ πίστωσις ἀπὸ 40,000 εἰς 20,000. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, βοηθήματα. Τὸ 1880 ἐλέγομεν: Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἐν ἐποχῇ οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, τὰ βοηθήματα καὶ αἱ μεγαλοδωρίαι πρέπει νὰ ἐκλείψωσι, διότι οὕτω μόνον δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον». Συνεπῶς, προτείνομεν ἤδη νὰ περιορισθῇ ἡ πίστωσις εἰς δραχ. 10,000· συνιστῶμεν δὲ νὰ γίνεται χρῆσις αὐτῆς εἰς συνδρομὴν τῶν προσενεγκόντων ἀληθεῖς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν, κεκτημένων δὲ πράγματι ἀνάγκην τῆς δημοσίας περιθάλψεως. Παρετηρήσαμεν μάλιστα, ὅτι εἰς τὸν μαθηματικὸν Νικολαΐδην ἐδόθη σύνταξις διὰ Νόμου, ὥστε ἡ πίστωσις νῦν πλεονάζει. Ἡ δὲ συνδρομὴ εἰς τὸν Διδασκαλ. Σύλλογον νὰ δοθῇ ὡς εἶναι ἀναγεγραμμένη. Διεγράψαμεν λοιπὸν 11,500. Ἐν τέλει ηὐχήθημεν ἵνα ὁ ἀπὸ 11 Ἰανουαρίου 1878 περὶ συστάσεως Διδασκαλείων ΧΘʹ. Νόμος τροποποιηθῇ κατὰ τὸ 12 αὐτοῦ ἄρθρον, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ προσδιορισθῇ ὁ μισθὸς κατὰ τάξιν καὶ ἐν ἴσῃ μοίρᾳ ἀφομοιώσεως τῶν παλαιῶν δημοδιδασκάλων πρὸς τοὺς νέους, διότι ἡ εἰς δύω κατηγορίας διαίρεσις τῶν δημοδιδασκάλων, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀμοιβῆς, συνεπάγεται ἀδικήματα, ἐνῷ τ’ αὐτὰ παρ’ ὅλων σχεδὸν διδάσκονται μαθήματα, ἐκ δὲ τῶν παλαιῶν οἱ πλεῖστοι ἐγήρασαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, μετ’ ἐπιμελείας καὶ ἀφοσιώσεως ἐκπληρώσαντες τὸ ἑαυτῶν καθῆκον. Οὕτω, ἐπεράτωσα, κύριοι, ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην, τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν οἰκονομιῶν, ἃς προτείνει ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τὰ τέσσαρα ὑπουργεῖα. Ἕτεροι συνάδελφοι μετ’ ἐμὲ θέλουσιν ὑποβάλει τὰς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ὑπουργείων ἐπενεχθείσας. Σημειῶ μόνον, ὅτι αἱ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέρχονται εἰς 1,879,341, τῶν δὲ Ναυτικῶν εἰς 1,500,031 87%. Ἐν συνόλῳ λοιπὸν, αἱ παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως οἰκονομίαι ἐν ταῖς δαπάναις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 ἀνέρχονται εἰς 6,732,945.87. Ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα κατέρχεται εἰς δραχμὰς 6,837,364 13. Καὶ περὶ τοῦ ἐλλείμματος τούτου δέον νὰ φροντίσωμεν πῶς θὰ καλυφθῇ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν παραδέχεται τὰς οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ἀρέσκεται εἰς πλούσιον καὶ πολυτελῆ Προϋπολογισμὸν, προφασίζεται δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περικοπῇ οὐδεμία δαπάνη, τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 13,570,310. Γνωρίζετε δὲ διὰ τίνων φόρων τὸ ὑπουργεῖον ζητεῖ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο. Γνωρίζεται τὸν φόρον δι’ οὗ ἐπιβάλλεται αὔξησις κατὰ 12% ἐπὶ ἁπάντων τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, καὶ ὅστις ἀνέρχεται εἰς 2,371,912. Ἐνθυμεῖσθε πάντες τὰ ἐλαττώματα καὶ τὸ ἐπαχθὲς τοῦ φόρου τούτου, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν πρὸ μηνὸς νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν βʹ. συζήτησιν τοῦ περὶ τούτου νομοσχεδίου. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβωμεν ἤδη ταῦτα. Τοῦτο μόνον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται αὔξησις φόρων, πρὶν φορολογηθῶσι τὰ τέως ἀφορολόγητα εἴδη, καὶ ἐκ τῶν πρώτων ἀπεδείξαμεν, ὅτι δύνανται καὶ πρέπει νὰ φορολογηθῶσι τὰ κεφάλαια. Γνωρίζετε ἐπίσης τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν σύντονον προσοχὴν ἁπάντων ὑμῶν, ἰδίως ὅμως τοῦ ὑπουργείου, διότι, φαίνεται, δὲν θέλει τοῦτο νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἀπανταχόθεν ἐξεγερθεῖσαν κοινὴν ἀγανάκτησιν κατὰ τοῦ φόρου τούτου, ἐγὼ δὲ, ὡς εὐσυνείδητος ἀντιπρόσωπος, πιστῶς διερμηνεύων τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων μου, ὀφείλω, ἵνα ἀποβάλω πᾶσαν εὐθύνην, νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς σοβαρὰς συνεπείας τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ οἴνων νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι ὁ τόπος ἐνταῦθα νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς λεπτομερείας του. Ἀλλὰ βασανίζων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐλέγχων αὐτὸν, ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ παραστήσω, ὅτι τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἐφ’ οὗ ἑδράζεται οὗτος, εἶναι σφαλερὸν καὶ πλημμελές· καὶ τοῦτο θέλω κατορθώσει, ὰ, ὑποδείξω, ὅτι τὰ πλεῖστα φορολογικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως εἰσὶν ἀποκρουστέα. Ἡ ἰδέα τῆς φορολογίας τοῦ οἴνου ἐῤῥίφθη πρὸ πολλοῦ. Ἀπὸ τοῦ 1879 τὴν ἐπολέμησεν αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χαρακτηρίσας αὐτὴν ὡς φορολογίαν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Συγχρόνως τὴν ἐπολέμησεν ὁ σοφὸς τῆς πλουτολογίας καθηγητὴς κ. Σοῦτσος, ἐν ἰδικιτέρᾳ αὐτοῦ πραγματείᾳ, ἐκδοθείσῃ κατὰ τὸ 1879, ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «τὸ Οἰκονομικὸν ζήτημα». Ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐπάγεται τὰς ἑξῆς σκέψεις. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, κατ’ οὐδένα λόγον δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἡμεῖς τὸ Γαλλικὸν σύστημα· καθότι παρ’ ἡμῖν ἡ μεγάλη μετακίνησις τῶν ἐν λόγῳ ποτῶν, δὲν εἶναι ἡ τοῦ οἴνου, ἀλλ’ ἡ τοῦ γλεύκους, δι’ ὃ ἐπληρώθη ὑπὸ τοῦ καλλιεργητοῦ ὁ στρεμματικὸς φόρος. Τὸ γλεῦκος τοῦτο, ὡς γνωστόν, μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου εἰσάγεται εἰς μεγάλα δοχεῖα, εἰς βαρέλλας, καὶ μετὰ τὴν ζύμωσιν μόνον γίνεται οἶνος ῥητινίτης ἢ ἄκρατος καὶ καταναλίσκεται· ὅπως λοιπὸν ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, δέον νὰ καταμετρηθῶσι αἱ βαρέλλαι καὶ αἱ φιάλαι καὶ διὰ σφραγίσεως ἢ δι’ ἄλλου ἀνεξιτήλου σήματος νὰ βεβαιῶται ἡ ταυτότης αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις αὕτη τοῦ ἐπὶ τῆς μικρομεροῦς πωλήσεως καὶ καταναλώσεως φόρου, συνεπάγεται, μετὰ τὰς δηλώσεις τῶν εἰς φόρον ὑποκειμένων, τοσαύτας πολυπλόκους διατυπώσεις, ἀπάτας, καταχρήσεις καὶ ποινὰς, τοσαῦτα ἔξοδα πρὸς συντήρησιν πολυαρίθμου προσωπικοῦ, ὥστε ὁ φόρος οὗτος κατέστη καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ, ἧς τὰ διοικητικὰ ὄργανα εὐμοιροῦσι καὶ ἱκανότητος καὶ ἐντιμότητος ἀναμφισβητήτου, ἀντικείμενον γενικῆς ἀποστροφῆς. Τούτου ἕνεκα ὁμολογῶ τὴν ἀνικανότητά μου πρὸς διατύπωσιν συστήματος φορολογίας ἐπὶ τῆς μικρομεροῦς πωλήσεως τῶν οἴνων ἀπηλλαγμένον τῶν προεκτεθέντων ἀτοπημάτων, εἰς ἃ προστετέον καὶ τὴν λόγῳ προλήψεως πολυειδῶν καταχρήσεων ἐκχώρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Δημοσίου εἰς ἐνοικιαστάς». Ἐν Γαλλίᾳ μάλιστα ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου τούτου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἀνέγνων ἐν φύλλῳ τῆς 4ης Ἰανουαρίου τῆς Crhonique Vinicole, ὅτι ὁ κ. Μαριὼν ἐπεφορτίσθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου διὰ φόρου 50 λεπτῶν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Βάσις τοῦ ὑποβληθέντος πρώτου νομοσχεδίου, ἦτο φόρος ἔγγειος 2 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, φόρος καταναλώσεως 3 λεπτῶν. Διὰ δὲ τοῦ δευτέρου ἐγκατελείφθη ἡ πρώτη βάσις, καὶ ἐγένετο ἀποδεκτὸς μόνον ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ ἀναλύων τὰ διάφορα φορολογικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως εἶπε τὰ ἑξῆς: Ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ οἴνου. Προέλαβε μάλιστα ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ (1882) νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην, ὅτι προτιμότερον ἦτο νὰ μετατραπῇ ὁ στρεμματικὸς φόρος εἰς φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου. Εἶναι τοῦτο ἀληθές; Ἰδοὺ τί λέγει ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ 1882 ἐν τῇ ἐκθέσει της: Παμψηφεὶ μὲν σχεδὸν ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ παρεδέξατο, ὅτι ἀτελῶς παρ’ ἡμῖν λειτουργεῖ τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, ἕνεκα δὲ τούτου εἰσπράττεται εὐτελὲς σχετικῶς ποσὸν, ὡς μενουσῶν ἀφορολογήτων πλείστων ἀμπέλων· ἀλλὰ καὶ δὲν προέβη εἰς ὁριστικὴν ἀπόφανσιν περὶ συστάσεως τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτῆς διὰ φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἴνων, πολλῶν μελῶν ἐλλόγως ὑποστηριξάντων, ὅτι ἔσεται! λίαν ἐπαχθὴς ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τούτου, καὶ ἕνεκα τούτου κηρυχθέντων μᾶλλον ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ καταστῇ διὰ προσφορωτέρων μέτρων τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων μᾶλλον εὐεκτέλεστον καὶ παραγωγικώτερον». Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ λέγει ἐν τῇ αὐτῇ ἐκθέσει της καὶ κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἀπορῶ πῶς διεξέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ δίδει τὰς ἑξῆς συμβουλὰς: Ἀπαιτοῦνται ἐν τοῖς ἐπερχομένοις ἔτεσιν οἰκονομίαι αὐστηραὶ, ἀνηλεεῖς, δυνατὸν εἰπεῖν, αἵτινες ὅμως ἀδύνατον νὰ τελεσθῶσι διὰ μόνης τῆς περικοπῆς δαπανῶν, ἀλλ’ ἀνάγκην ἔχουσι τῆς προηγουμένης ἀναχωνεύσεως τῶν ὀργανικῶν νόμων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν· ἀπαιτεῖται προσέτι, καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου, ἡ ἀνάπτυξις τῶν προσόδων τῆς χώρας, ἥτις συντελεῖται οὐ μόνον διὰ τῆς εἰς τὰ δημόσια ἔργα προσηκούσης ὠθήσεως καὶ τῆς ἐφικτῆς προστασίας ὑπὲρ τῶν παραγωγικῶν τάξεων, ἀλλὰ καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ ἀπροσωπολήπτου τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς ἐννόμου πορείας τῆς ὑπηρεσίας». Καὶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ὠφελήθη, καθ’ ὅλον τὸ θέρος, τῶν συνετῶν καὶ πατριωτικῶν τούτων συμβουλῶν τῆς Ἐπιτροπῆς; Καὶ ἐνῷ τοῦτο δὲν ἔπραξε, ἔρχεται καὶ ζητεῖ νὰ ἀντλήσῃ δύναμιν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου του ἐκ γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς, οὐδέποτε δοθείσης! Ἡ διὰ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου προτεινομένη φορολογία ἐπὶ τοῦ οἴνου εἶναι χείρων τῆς πρώτης. Ἡ ἐπαρχία μου συνταράσσεται ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ὑπάρχουσιν ἀποχρώσεις. Δὲν ἔχω λόγους, ἵνα σᾶς παραστήσω τὴν γενικὴν ἐξέγερσιν. Σύμπας ὁ Πατραϊκὸς πληθυσμὸς, ἐπιστήμονες καὶ κτηματίαι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, οἱ πάντες ἔχουσιν ἐστραμμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἀναμένουσι τὸ τέλος μετ’ ἀγωνίας. Ναί, κύριοι, σύμπας ὁ ἐγχώριος τύπος, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πατρέων, ἡ πόλις, διὰ συλλαλητηρίων καὶ ἐπιτροπῶν, ἐξεδήλωσαν τὴν ἀποστροφήν των καὶ κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, καὶ ποιήματα ἐπιτυχῆ ἀκόμη ἐγένοντο. Τὰ πάντα συνώμοσαν λοιπὸν κατὰ τοῦ κ. Καλλιγᾶ, Θέλετε καὶ τὰς ἀποδείξεις; Ἰδοὺ πῶς ἐξεφράσθη τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. (Ἀπόσπασμα πρακτικῶν Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῆς 28 Δεκεμβρίου π. ἔ.). «Ἐνταῦθα τὸ Σῶμα, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις τῶν συμπολιτῶν περὶ τῆς νέας φορολογίας τοῦ οἴνου, παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν καὶ εὔχεται ὅπως τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὰς εὐχὰς τῶν πολιτῶν, διότι αἱ Πάτραι ὑφίστανται σπουδαιοτάτην ζημίαν καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες καταστρέφονται». Δὲν ἀναφέρω τὰ ἄλλα ἔγκριτα φύλλα, τὴν «Ἐφημερίδα ἐπὶ τὰ Πρόσω, τὸν Ἐργάτην» τὴν «Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν» τὸν «Φανὸν», διότι ταῦτα ἀντιπολιτεύονται. Ἀναφέρω μόνον τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις τοῦ «Φορολογουμένου» ἐφημερίδος εἰλικρινῶς φίλα φρονούσης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· Ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται ἐν τῷ φύλλῳ αὐτοῦ τῆς 14 λήγοντος: «Ἡ κατὰ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου ἔξαψις τῶν πνευμάτων ἐνταῦθα ἐξακολουθεῖ ζωηρὰ, ἀντὶ δὲ μικρὸν κατὰ μικρὸν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐξοικειῶνται πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιβολῆς του, τοὐναντίον ὁσημέραι ἐξανίσταται ἡ κοινὴ συνείδησις ἐναντίον του, εἰς βαθμὸν ἐμποιοῦντα ἀνησυχίας περὶ τῆς στάσεως τοῦ κοινοῦ ἐν περιπτώσει ἐπιψηφίσεως. Εἰς τοσοῦτον φθάνει ἡ κατὰ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου ἀγανάκτησις τῆς παρ’ ἡμῖν μεγάλης τάξεως τῶν ἀμπελοκτημόνων, ὥστε ἂν εἴπῃ τις, ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεώς του ἡ τάξις πιθανὸν νὰ διαταραχθῇ ἐνταῦθα, δὲν λέγει τι ὅλως ἀβάσιμον. Τὸ ἐφ’ ἡμῖν τοὐλάχιστον, οὐδέποτε εἴδομεν ἀπειλητικωτέραν στάσιν εἰς ἐκεῖνα τῆς κοινωνίας ἡμῶν τὰ στοιχεῖα, ἅτινα πάντοτε καὶ εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ἐδείχθησαν καὶ συνετὰ καὶ ὑπομονητικά. Ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐλπίζομεν, ὅτι ἐν τῇ συνέσει της δὲν θὰ γείνῃ αἰτία νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐν Ἑλλάδι σκηναὶ, λησμονηθεῖσαι πρὸ πολλοῦ καὶ αἵτινες ἄλλοτε ἐπανειλημμένως ἠμαύρωσαν τὰ πολιτικὰ ἤθη τοῦ τόπου». Ἰδοὺ δὲ καὶ διὰ τηλεγραφημάτων πῶς ἐκφράζονται πλεῖστοι ἔντιμοι, ἔγκριτοι καὶ φιλήσυχοι συμπολῖταί μας, γνωστοὶ οἱ πλεῖστοι τῷ κυρίῳ Προέδρῳ. «Φορολογία οἴνου καταστρέφει ἐντελῶς περιουσίαν μας. Ὡς ἀντιπρόσωποι ἡμῶν σώσατε ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν. Ἀναλογισθῆτε, ὅτι διὰ Πάτρας ἕκαστον στρέμμα θὰ φορολογηθῇ δραχμὰς εἴκοσιν, αἵτινες πληρωθήσονται παρὰ τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ οὐχὶ ἀπὸ καταναλωτάς. Δὲν μᾶς ὑπολείπεται εἰμὴ ἡ ἐκρίζωσις τῶν ἀμπέλων μας. Θερμῶς σᾶς ἱκετεύομεν διὰ τελευταίαν φοράν». Ἐπὶ τέλους ἐπῆλθε καὶ ἡ γνώμη ἐγκρίτου καὶ πεπειραμένου σεβαστοῦ συμπολίτου μου, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Γ. Σωτηριάδου, ὅστις δι’ ὑπομνήματός του, δημοσιευθέντος ἐν τῷ «Φορολογουμένῳ», ἀνέπτυξε πειστικώτατα καὶ λογικώτατα ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι ἡ προτεινομένη φορολογία εἶναι οὐχὶ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως ἀλλ’ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Θέλετε καὶ ἄλλο; Ἰδοὺ τί γνωματεύει εἷς σοφὸς οἰκονομολόγος. Ἀκούσατέ το μετὰ προσοχῆς· «Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπεραυξάνει ὁ φόρος ἀντικειμένου τινὸς, προκειμένου περὶ ἐπιπτώσεως τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως, τότε ἐπέρχεται φυσικῶς ἡ ἐλάττωσις τῆς ζητήσεως, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ ἐλλάττωσις τῆς τιμῆς τοῦ φορολογουμένου πράγματος· διὰ δὲ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης ἐπιπίπτει ὁ φόρος εἰς τοὺς παραγωγοὺς καὶ διὰ τούτων ἐν μέρει εἰς τοὺς ἐργάτας, τοὺς ἀσχολουμένους εἰς τὴν παραγωγὴν ταύτην».
§46ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τίς εἶναι ὁ οἰκονομολόγος οὗτος;
§47ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὁ Rau. Θέλετε καὶ ἄλλο; Τοῦτο εἶναι τὸ ἐπιστέγασμα τῶν ἐπιχειρημάτων μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν ἔτει 1880, καταπολεμῶν τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ἐξεφράσθη περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου (ἴδε πρακτικὰ Βουλῆς τοῦ 1880, σελ. 698) ὡς ἑξῆς· «Ἔφερεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ νομοσχέδιον περὶ οἴνων, τὸ ὁποῖον σήμερον διενεμήθη καὶ ἐκ τούτου γινώσκομεν, ὅτι προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις πρόσοδον 1 ἑκατομμύριον δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ πρόσοδος αὕτη ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου ἐν τῷ Κράτει δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πραγματοποιηθῇ οὐδὲ κατὰ τὸ δεκατημόριον· ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ δεκατημορίου ἡ πραγματοποίησις θέλει γείνει διὰ τῆς ἐσχάτης πιέσεως τῶν πολιτῶν, διὰ πιέσεως τοιαύτης, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι συνδέεται καὶ μετ’ αὐτῶν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου· διότι ἐν Ἑλλάδι ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου εἶναι τοσοῦτον κοινή, ἡ πώλησις τοῦ οἴνου λιανικῶς παρὰ τῶν παραγωγῶν εἶναι τοσοῦτον διαδεδομένη ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὥστε πᾶς σχεδὸν παραγωγὸς θὰ χαρακτηρισθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου ὡς διατηρῶν καπηλεῖον, καὶ θὰ φορολογῆται ὡς οἰνοπώλης, θέλει δὲ ὑποβληθῆ εἰς ἁπάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῶν οἰνοπωλῶν. Τοιοῦτον νομοσχέδιον βεβαίως δὲν θέλει ψηφισθῆ, καὶ ἰδοὺ ἐκλείπει καὶ τὸ τρίτον ἑκατομμύριον τοῦ Ὑπουργείου».
§48ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Περὶ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου πρόκειται, δι’ αὐτὸ ἐξεράσθη τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι νομίζουν εὐεργέτημα τὸ δεύτερον νομοσχέδιον.
§49ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Σεῖς τὸ λέγετε. Καθ’ ἡμᾶς, τὸ δεύτερον εἶναι χεῖρον τοῦ πρώτου. Μετὰ τὴν τοιαύτην, κύριοι, ἐξέγερσιν, ἡ πόλις ἀπεφάσισε ν’ ἀποστείλῃ καὶ Ἐπιτροπήν, ἐξ ἐντίμων οἰκοκυραίων καὶ ἐπιστημόνων, ἥτις καὶ ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ τὰς παραστάσεις της πρός τε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπῆλθεν ἀποκομίζουσα ὄχι εὐαρέστους ἐντυπώσεις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος εὐγενῶς τὴν ἐδέχθη· συνεζήτησε πρὸς αὐτὴν διὰ μακρῶν, καὶ τῇ παρέσχε τοὐλάχιστον τὴν παρήγορον ἐλπίδα, ὅτι ἤθελε σκεφθῆ. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἀφοῦ τὴν ἀφῆκεν ἐν μονολογίᾳ νὰ ἐκθέσῃ τὰ παράπονά της, καὶ τὴν ἤκουσεν ἐπὶ μικρόν....
§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐπὶ μακρόν.
§51ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ μικρὸν — τῇ ἀπήντησε ξηρά, ξηρά, «Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὰς πληροφορίας Σας», καὶ τίποτε πλειότερον. Τώρα, τί θὰ εἴπουν αὐτοὶ οἱ κύριοι ἐρωτώμενοι ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς των; Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Οὐδέν· οὐδὲ κἂν κατεδέχθη νὰ συζητήσῃ μεθ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ κατὰ σύστημα, φαίνεται, ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν δέχεται συζήτησιν. Καὶ πέρυσιν, ἐγὼ αὐτὸς εἰσήγαγον παρ’ αὐτῷ συμπολίτας μου τινὰς, ἐλθόντας νὰ κάμωσι παραστάσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, οὐχὶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς τροπολογίας τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Μούτσουπουλου. Δὲν μᾶς ἠκροάσθη εὐμενῶς· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ μετενόησα κατόπιν διὰ τὸ διάβημά μου ἐκεῖνο. Δὲν θέλω νὰ εἴπω πλειότερα ἤδη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ οἴνου. Ἀρκεῖ μόνον νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι δι’ αὐτοῦ δὲν φορολογεῖται ἡ κατανάλωσις, ἀλλ’ ἡ παραγωγή· τολμηρὸν δὲ θεωρῶ νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ πιέσῃ οὕτω πως τὰς παραγωγικὰς τοῦ Τόπου δυνάμεις. Εὐχῆς ἔργον λοιπὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐγκατέλειπεν ἐντελῶς, ἐπὶ τοῦ παρόντος, τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἂς ἀναλογισθῇ τὰς συνεπείας, καὶ συνετῶς καὶ ἀπαθῶς κρίνουσα τὰ πράγματα, ἂς ἀποφασίσῃ. Τὰς ἰδέας μου περὶ τῶν ἄλλων φόρων γνωρίζετε.—Δὲν ἀποκρούω τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν.—Καὶ νομίζω, ὅτι ταῦτα καὶ μόνα ἀρκοῦσι πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος.—Προτείνονται καὶ ἄλλοι φόροι ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων κατὰ προτίμησιν ὤφειλε τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐνασχοληθῇ. Ἐπὶ δὲ τῶν νομοσχεδίων τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν ποτῶν, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ τροποποίησις ἱκανὴ, ἵνα καὶ τοῦ Δημοσίου ἐξασφαλισθῇ τὸ ἔσοδον, καὶ μὴ καταστραφῶσι χιλιάδες οἰκογενειῶν, αἵτινες ἀποζῶσιν ἐκ τῶν δύω τούτων εἰδῶν. Ὡς πρὸς τὰ πνευματώδη ποτὰ, ἀποδέχομαι, ἐλλείψει ἄλλης ἐπὶ τοῦ παρόντος, τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μουτσοπούλου. Ὡς πρὸς τὸν καπνὸν, ζητῶ νὰ περιορισθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, καὶ νὰ ἐξαφανισθῇ τὸ μονοπώλιον τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Δημοσίου κοψίματος τοῦ καπνοῦ. Ἰδοὺ, κύριοι, αἱ ἰδέαι τὰς ὁποίας ἐνόμισα χρέος μου νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν. Βεβαίως, ὅπως καταστήσωμεν τοὺς φόρους ἧττον ἐπαχθεῖς, ὀφείλομεν ἐν ἀδελφικῇ συμπνοίᾳ νὰ βαστάσωμεν τὰ βάρη ἀλλήλων. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ δύω τρόπους αἱ Κυβερνήσεις δύνανται νὰ πολλαπλασιάσωσι τοὺς δημοσίους πόρους, εἴτε ἀριθμητικῶς αὐξάνουσαι τοὺς ὑφισταμένους φόρους, εἴτε προσπαθοῦσαι, διὰ τῆς ἐμψυχώσεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων, νὰ πολλαπλασιάσωσι τὴν φορολογήσιμον ὕλην, τὰ εἰς φόρον ὑποκείμενα. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὸ δεύτερον εἶναι τὸ προτιμότερον, ἀποτελοῦν τὴν κυριωτάτην οἰκονομικὴν λειτουργίαν τῶν Κυβερνήσεων. Σπεύσωμεν λοιπὸν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς περὶ ὁδοποιΐας ἐπαγγελίας, τὰς ἀναγραφείσας ἐν τῷ κυβερνητικῷ προγράμματι, κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ τελευταίου δανείου, καθότι οὕτω μόνον, δίδοντες νέαν ὤθησιν εἰς τὴν ἐθνικὴν δραστηριότητα καὶ μείζονα ἀξίαν εἰς τὰ ἐγχώρια προϊόντα, ἕνεκα τῆς μείζονος εὐρύτητος τῆς ἀγορᾶς ἑκάστου παραγωγῆς κέντρου, θέλομεν δυνηθῆ νὰ πολλαπλασιάσωμεν διὰ τῆς ἀνωτέρας παραγωγικότητος τῶν φόρων τοὺς δημοσίους πόρους. Ἀλλὰ, πρὶν τελειώσω, ὀφείλω, κύριοι, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὰς ὀρθὰς ταύτας παρατηρήσεις τοῦ κυρίου Εἰσηγητοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν κατὰ τὸ 1880. «Μὴ λησμονῶμεν, εἶπεν, ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐπιβολὴ φόρων. Ἂν ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπικρατήσῃ ἡ αὐστηρὰ φειδὼ, ἡ οἰκονομία, θέλει καὶ αὖθις ἀνατραπῆ τὸ ἰσοζύγιον, καὶ μόνον θέλουσιν ἀπομείνει τὰ ἐκ τῶν νέων φόρων κακὰ ἐπὶ τῶν φορολογουμένων! Μὴ διστάσωμεν νὰ λάβωμεν ἄνευ ἀναβολῆς μέτρα σωστικὰ καὶ ἡρωϊκὰ πρὸς ἐξοβέλισιν τῶν μὴ ἀπαραιτήτων δαπανῶν. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἀμηχανία, εἰς ἣν θέλομεν εὑρίσκεσθαι ἐνόσῳ διοικούμεθα κατὰ τὸ καθεστὼς οἰκονομικὸν σύστημα, θέλει ἀποβῆ χρονία, τοιαύτη δὲ οἰκονομικὴ ἀμηχανία ἔσεται, κατὰ τὴν ἔκφρασιν σοφοῦ οἰκονομολόγου «ὁ ἀπαίσιος προάγγελος τῆς πολιτικῆς ἐκπτώσεως τῶν ἀφρόνως διοικουμένων λαῶν». (Εὖγε, ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ ἐπευφημίαι).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κόρπας ἔχει τὸν λόγον.
§53Γ. ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν δύναμαι, κύριοι βουλευταὶ, νὰ κατακρίνω τὰς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι διακαῶς ἐπεθύμουν τὴν ἀποκατάστασιν αὐτοῦ, καὶ μετὰ χαρᾶς ἤθελον ἴδει αὐτὸ πραγματοποιούμενον ὑφ’ ὁποιασδήποτε Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀνομολογήσω ὅτι ἐπεζήτουν τοῦτο ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐπιβολῆς ὅσον οἷόν τε ὀλιγωτέρων, ἐλαφροτέρων, καὶ δικαιοτέρων φόρων, ἀφοῦ προηγουμένως ἀποκοπῶσιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πᾶσαι αἱ ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμεναι περιτταὶ ἢ τοὐλάχιστον μὴ ἀπαραίτητοι δαπάναι καὶ θέσεις. Δὲν εἶμαι ὑπέρμαχος τῆς ἄκρας καὶ αὐστηρᾶς οἰκονομίας, διότι ἐννοῶ καλῶς ὅτι ἡ διοικητικὴ μηχανὴ δὲν δύναται εὐχερῶς νὰ λειτουργήσῃ, ὅταν ἐλλείπωσι τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα, ἵνα κινηθῇ αὕτη. Εἶμαι ὅμως ὀπαδὸς καὶ ἔνθερμος θιασώτης τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ἄνευ προφανοῦς βλάβης τῆς λειτουργίας τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως, καὶ τοιαῦται νομίζω, ὅτι ἠδύναντο καὶ δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσι καὶ σήμερον εἴς τινας κλάδους τῆς ὑπηρεσίας μετὰ περισκέψεως καὶ δικαιοσύνης χωρὶς νὰ ἐπιφέρωμεν βλάβην τινὰ εἰς τὰ ἄτομα καὶ χωρὶς νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τοῦ Κράτους. Τὴν ἐξέτασιν τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν λεγομένων πολιτικῶν Ὑπουργείων, καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀφίημι εἰς ἄλλους εἰδικωτέρους ἐμοῦ, ἐγὼ δὲ θέλω περιορισθῆ μόνον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ταύτην ποιήσομαι ἐν πρώτοις οὐχὶ ὑπὸ λογιστικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ, λαμβάνων τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον, ὡς παριστῶντα τὴν εἰκόνα τῆς διοικήσεως καὶ μορφώσεως τοῦ στρατοῦ, θέλω ἐξετάσει ά) κατὰ πόσον τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμενα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, βʹ) ποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἔτι πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν τοιαῦτα, καὶ γʹ) ποῖαι δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ οἰκονομίαι ἐντὸς διαγραφέντων παρ’ ἐμοῦ ὁρίων, πέραν τῶν ὁποίων οὐδεμίαν ἐννοῶ νὰ ψηφίσω οἰκονομίαν, διότι οἰκονομίας ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ἐκείνας, πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ὁποίων οὐδεμία δύναται νὰ ἐπέλθῃ βλάβη εἰς τὰ ὄργανα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, οὐδὲ νὰ παρεμβληθῶσι προσκόμματα εἰς τὴν ἐλευθέραν αὐτῆς ἐνέργειαν, ἢ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν θεσμῶν τοῦ Κράτους. Πρόκειται, κύριοι, νὰ ψηφίσωμεν δαπάνην, ἀνερχομένην εἰς τὸ τέταρτον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, πρὸς συντήρησιν μονίμου στρατοῦ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι σπουδαιότατον, εἶναι ζήτημα ὑψίστης σημασίας, διότι οὐ μόνον στενῶς συνδέεται πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ τὰς προσωπικὰς τοῦ λαοῦ ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ καὶ ἀποβλέπει εἰς τὸ μέλλον καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἔθνους ἡμῶν. Τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως μονίμου στρατοῦ πάντες ἀναγνωρίζετε, διότι πάντες ἄνευ διακρίσεως πολιτικῶν ἀποχρώσεων ἐνθέρμως ὑπεστηρίξατε τὴν καθολικὴν στρατολογίαν, ἄμεσος συνέπεια τῆς ὁποίας εἶναι ἡ διατήρησις μονίμου στρατοῦ, ἵνα χρησιμεύσῃ οὗτος ὡς πρακτικὴ Σχολὴ τοῦ λαοῦ. Τὴν δὲ ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τῶν στελεχῶν τῶν ὑπαρχόντων Σωμάτων ὀλίγιστοι, ὑποθέτω, θέλουσι διαμφισβητήσει· ἀλλ’ οὗτοι πρέπει νὰ μάθωσι καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, ὅτι καὶ δι’ αὐτῶν καὶ ὁ σκοπὸς τῆς γενικῆς στρατολογίας πραγματοποιεῖται, καὶ ἡ μόρφωσις τῶν ἀναγκαίων διὰ τὸν στρατὸν βαθμολόγων νὰ ἐπιτευχθῇ δύναται. Τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ ὅτι ἡ ἄσκησις τῶν διὰ τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς καλουμένων νέων ἐν αὐτοῖς τοῖς Σώμασι τελεῖται, ὅτι ἡ προέλευσις τῶν ἐφέδρων ἐν αὐτοῖς δέον νὰ λαμβάνῃ χώραν, ἐν εἰρήνῃ μὲν πρὸς ἄσκησιν κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ὁριζομένας περιόδους, ἐν ὥρᾳ δὲ πολέμου πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως, τοῦθ’ ὅπερ μάλιστα, γιγνόμενον μετὰ ταχύτητος καὶ ἄνευ κλονισμοῦ καὶ δυσχερειῶν, ἀποτελεῖ μίαν τῶν πρωτίστων ἰδιοτήτων τοῦ καλῶς συντεταγμένου στρατοῦ; Τίς ν’ ἀρνηθῇ δύναται, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ παντὸς βαθμοῦ καὶ οἱ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἄχρι τοῦδε προαγόμενοι, καὶ οἱ ἐκ τῶν Στρατιωτικῶν Σχολείων ἐξερχόμενοι ἀποκτῶσιν ἐν τοῖς Σώμασι τὰς πρακτικὰς αὑτῶν γνώσεις, καὶ τελειοποιοῦνται εἰς τὸ ἐπάγγελμά των; Οἱ δὲ ὑπαξιωματικοὶ, οὐ μόνον λαμβάνουσι τὰς πρώτας βάσεις τῆς στρατιωτικῆς αὑτῶν μορφώσεως, ἀλλὰ καὶ ἀποκτῶσιν ἐν τοῖς σχολείοις τῶν Σωμάτων τὰς πρακτικὰς γνώσεις, ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς τὴν κεντρικὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν Σχολήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, καὶ αὐτὴ ἡ πρόσφατος ἱστορία τῶν καθ’ ἡμᾶς στρατιωτικῶν γεγονότων ἐπιβεβαιοῖ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου, διότι διὰ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμῷ, στελέχεων κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπιστράτευσιν, μόλις κατωρθώθη ν’ ἀναβιβασθῇ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ εἰς 65,000, ἀφοῦ ἐδόθη εἰς τὰς μονάδας τῶν Σωμάτων τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς ἐμπολέμου δυνάμεως, χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ νεωστὶ προσαρτηθεῖσαι χῶραι, αἵτινες ἐν προσεχεῖ ὁμοίᾳ περιστάσει θὰ καταβάλωσι βεβαίως τὸ ἀναλογοῦν αὐταῖς μέρος. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα πάντα ἀναγνωρίζομεν πάντες, ἐπιθυμοῦμεν τὴν διατήρησιν στρατοῦ ἀληθοῦς, στρατοῦ ἀνταποκρινομένου εἰς τὸν ὑψηλὸν αὐτοῦ προορισμὸν, καὶ δυναμένου νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πυρὴν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν στρατιᾶς. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, τὸ ἐκτύπωμα, οὕτως εἰπεῖν, τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ, καὶ καθορίζει τὸ ἔδαφος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐφαρμόζονται οἱ στρατιωτικοὶ θεσμοὶ, οὓς ἑκάστοτε ἡ Βουλὴ ψηφίζει καὶ ἰδίως ὁ θεμελιώδης νόμος τοῦ στρατοῦ, ἤτοι ὁ ὀργανισμὸς αὐτοῦ. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ περιλαμβάνει τοὺς ὅρους καὶ πάντας τοὺς κανόνας τῆς συνθέσεως τῶν στρατιωτικῶν τοῦ Τόπου δυνάμεων, καὶ ἀποτελεῖ τὸν τρόπον τῆς μορφώσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ τῆς μεταβάσεως αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἐν εἰρήνῃ καταστάσεως εἰς ἐκείνην τοῦ πολέμου, ἐντεῦθεν δὲ μάλιστα εἶναι ὁ πρῶτος κλάδος τῆς στρατιωτικῆς τέχνης. Διαφωνῶ πρὸς τοὺς φρονοῦντας, ὅτι σήμερον εἶναι εὔκολον καὶ πρέπον νὰ συνταχθῇ νέος στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ συχνὴ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ μεταῤῥύθμισις, μεταβάλλουσα ἑκάστοτε τὴν βάσιν τῶν ἐργασιῶν πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἀντὶ ὠφελείας συντελεῖ μᾶλλον εἰς τὴν ὀπισθοδρόμησιν τῆς ταχυτέρας τοῦ στρατοῦ μορφώσεως· ἀλλὰ καὶ δύναμαι ν’ ἀποποιηθῶ, ὅτι ὁ ἰσχύων ὀργανισμὸς ἔχει πολλὰς τὰς ἀτελείας, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ἔχῃ τοιαύτας, συνταχθεὶς ἐπὶ ταῖς αὐταῖς βάσεσιν, ἐφ’ αἷς εἶχε συνταχθῆ ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν ὁ τὸ πρῶτον μὲ τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν περιβληθεὶς στρατιωτ. ὀργανισμός. Ἡ στρατιωτικὴ τῆς χώρας ὀργάνωσις δὲν εἶναι ἔργον, κύριοι, οὔτε μηνῶν, οὔτε ὀλίγων ἐτῶν· εἶναι ἔργον, ἀπαιτοῦν πλείονα μελέτην καὶ πλείονα βάσανον ἐκείνης, ἥτις συνήθως καταβάλλεται παρ’ ἡμῖν πρὸς σύνταξιν τοῦ ἑκάστοτε ἀνανεουμένου στρατιωτ. ὀργανισμοῦ. Δὲν θέλω ἀναφέρει ἐνταῦθα τὴν ἱστορίαν καὶ τὰ συστήματα τῶν στρατιωτικῶν ὀργανισμῶν τῶν διαφόρων Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, οὔτε θέλω μνημονεύσει τῶν μετασχηματισμῶν, οὓς ἔλαβον ἐσχάτως οὗτοι κατόπιν τῶν τελευταίων πολέμων καὶ τῶν ἔκτοτε ἐπικρατουσῶν νέων σκέψεων καὶ νέων ἰδεῶν, οὔτε θέλω ἐπικαλεσθῆ τὰς αὐθεντικὰς θεωρίας τοῦ Leval, οὗτινος τὸ ὄνομα ἠκούσθη πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε τὰ ἀποφθέγματα τοῦ μεγάλου διδασκάλου τῆς στρατιωτικῆς τέχνης, τοῦ στρατάρχου Μόλτκε, οὔτε τὰς γνώμας τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν συγγραφέων, διότι φρονῶ, ὅτι ταῦτα πάντα δύνανται νὰ ὦσι μᾶλλον χρήσιμα εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ θέσωσι τὰς βάσεις τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, εἰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ ὦσιν ἐντεταλμένοι τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, καὶ εἰς τοὺς ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου διδάσκοντας τὸ μάθημα τῆς στρατιωτικῆς τέχνης. Ἡμεῖς, εἰς ἰδιάζουσαν κ’ ὅλως ἐξαιρετικὴν διατελοῦντες θέσιν, ἔχομεν ἀνάγκην στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ἀναλόγου τῶν χρηματικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ διαθέτωμεν πρὸς συντήρησιν μονίμου στρατοῦ, ἀναλόγου τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας ἡμῶν, τῆς γεωγραφικῆς ἡμῶν θέσεως, καὶ τοῦ εἴδους καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ πολέμου, τὸν ὁποῖον ἡμέραν τινὰ θέλομεν ἐπιχειρήσει πρὸς πραγματοποίησιν τῶν δικαίων ἐθνικῶν ἡμῶν ἀξιώσεων, καὶ ὅστις ἔσεται ἕνεκα τούτου θετικός, ὅπως θετικοὶ κατέστησαν ἀπό τινων ἐτῶν πάντες σχεδὸν οἱ πόλεμοι, ἀποβλέποντες εἰς ὑλικὰ συμφέροντα καὶ ἐδαφικὰς αὐξήσεις, μικρὰν ἔχοντες ὁμοιότητα πρὸς τοὺς κατὰ μεμακρυσμένας ἐποχὰς γιγνομένους, οἵτινες ἦσαν καὶ πολλῷ μείζονος διαρκείας ἐκείνων τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων. Ἐκ τοιούτων σκέψεων ὁρμώμενος ἐπεθύμουν καὶ ηὐχόμην ἵνα ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτ. ὀργανώσεως τῆς χώρας τῇ συνδρομῇ ἐπιτροπῆς, ἐξ ἁρμοδίων προσώπων συγκροτουμένης, καὶ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὅρους, περὶ ὧν προανέφερα, καθὼς καὶ τὰς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἄχρι τοῦδε ὀργανισμῶν καταδειχθείσας ἐλλείψεις, συντάξῃ στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν ὅσον οἷόν τε τελειότερον, ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς νεωτέρας τακτικῆς τοῦ πολέμου, καὶ μονιμώτερον ἔχοντα χαρακτῆρα. Ἀλλὰ μέχρις οὗ ἐπιστῇ ἡ ὥρα ἐκείνη, δὲν σφάλλω, νομίζω, ἐάν, διερμηνεύων τὴν γνώμην πολλῶν, εἴπω, ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον ἐπιθυμεῖ καὶ ἀξιοῖ νὰ μάθῃ ἐὰν ὁ ἰσχύων στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς λειτουργῇ κανονικῶς καὶ ἀπροσκόπτως, ἐὰν ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνη χρησιμοποιῆται ἐπωφελῶς, καὶ ἐὰν τὰ βάρη καὶ αἱ θυσίαι, ἃς ὑφίσταται πρὸς τοῦτο ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἱκανοποιῶνται· ἐὰν δὲ τοὐναντίον, τίνα εἰσὶ τὰ παρακωλύοντα τὴν ἐλευθέραν αὐτοῦ λειτουργίαν προσκόμματα, καὶ τίνα πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα λυσιτελῆ πρὸς ἄρσιν αὐτῶν. Τοῦ ζητήματος τούτου τὴν ἐξέτασιν προτίθεμαι νὰ ἐπιχειρήσω. Εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὕπαρξιν τοῦ παρεμβαλλομένου φραγμοῦ πρὸς τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν τοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ τῶν παρομαρτούντων πρὸς μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ στρατιωτικῶν θεσμῶν, καὶ προέβαλον τότε εἰς αὐτὴν πρότασίν τινα περὶ ἀποχωρισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τῆς εἰς αὐτὴν ἀναθέσεως ἀποκλειστικῶς τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ὁποίας προτάσεως οὐ μόνον αἴρεται ὁ φραγμὸς οὗτος, ἀλλὰ καὶ προλεαίνεται ἡ ὁδὸς ἡ ἄγουσα πρὸς τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖ οὗτος ἐν τῷ μέλλοντι. Νῦν δ’ ἐπιστάσης τῆς καταλλήλου στιγμῆς, προτείνω ἵνα σημειωθῇ ἐν τῷ οἰκείῳ κεφαλαίῳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δύναμις 6,385 ὑπαξιωματικῶν καὶ χωροφυλάκων, ἀντὶ τῆς ἤδη ἀναγραφομένης τῶν 4,885, ἤτοι νὰ προστεθῶσιν εἰσέτι χίλιοι πεντακόσιοι ἄνδρες, ἀποτελοῦντες ἑξήκοντα πλήρεις ἐνωμοτίας μετὰ τῶν ἀναγκαίων ὑπαξιωματικῶν, νὰ προστεθῶσι δὲ καὶ δέκα ἀνθυπομοίραρχοι χρήσιμοι διὰ τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν μετὰ τὴν αὔξησιν ταύτην. Ἐνταῦθα θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν περὶ βελτιώσεως τοῦ Σώματος τούτου διὰ τῆς συστάσεως τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος Μοίρας ἐκπαιδεύσεως, ἑδρευούσης ἐνταῦθα, ἀφοῦ ὡς ἐκ τοῦ διαμελισμοῦ τοῦ Σώματος τούτου δὲν ἀποβαίνει δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἄλλα μέτρα. Ἡ δύναμις αὕτη, κατ’ ἐμέ, δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῆς Δημοσίας ἀσφαλείας τῶν παραμεθορίων ἐπαρχιῶν καὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς, ἣν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐκτελοῦντα τὰ Εὐζωνικὰ τάγματα. Ἐὰν δὲ κατορθωθῇ νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἰσχῦον σύστημα τῶν Δημοσίων εἰσπράξεων κατὰ τρόπον μὴ ἀπαιτοῦντα τὴν συνδρομὴν τοσαύτης στρατιωτικῆς δυνάμεως, τοῦθ’ ὅπερ ἀνήκει εἰς τοὺς περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολουμένους, καὶ ἐὰν πραγματοποιηθῇ ἡ ἀπό τινος χρόνου κυκλοφοροῦσα, σωτήριος ὄντως, ἰδέα τῆς συγκεντρώσεως τῶν ποινικῶν τοῦ Κράτους φυλακῶν εἰς μίαν ἢ δύω κεντρικὰς φυλακὰς, θέλει ἀποβῆ δυνατὸν νὰ διατεθῇ μέρος τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν παραμεθορίων ἐπαρχιῶν καὶ τῆς μεθορίου γραμμῆς, ἵνα οὕτω τμηματικῶς καὶ ἐκ περιτροπῆς τελῆται καὶ ἡ ἐκπαίδευσις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τῶν Εὐζωνικῶν ταγμάτων. Ἴσως μοὶ προβληθῇ ὁ ἐνδοιασμὸς πόθεν θέλομεν ἀρυσθῆ τοὺς ἀπαιτουμένους ἄνδρας πρὸς συμπλήρωσιν τῆς δυνάμεως ταύτης τῆς χωροφυλακῆς. Ἐὰν τοιαύτη μοὶ προεβάλλετο ἔνστασις πρό τινος χρόνου, εἰς δυσχερῆ βεβαίως θὰ εὑρισκόμην θέσιν, τίνα νὰ δώσω ἀπάντησιν· ἀλλὰ νῦν τὰ πράγματα οὐσιωδῶς διαφέρουσι, διότι ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας αὐτῶν ἀπεμάκρυνον τὰ δύω κυριώτερα κωλύματα, ἅτινα παρενεβάλλοντο εἰς τὴν κατάταξιν ἐθελοντῶν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, οἱ δὲ φόβοι, οὓς πάντες εἴχομεν ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τῶν Δημοσίων ἔργων ἠδύνατο νὰ προσελκύσῃ τοὺς δυναμένους νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἀπέβησαν σχεδὸν μάταιοι, διότι ὀλίγιστοι τούτων ἐπεδόθησαν εἰς τὰς ἐργασίας ταύτας, ἰδίως δὲ ἐκ τῶν συνήθως κατατασσομένων εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο ὀρεσιβίων Δωριέων, Φθιωτῶν, Ἀκαρνάνων, Λακώνων κτλ., οἵτινες, νηπιόθεν ὄντες ἐξοικειωμένοι εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ ὅπλου, οὐδεμίαν τρέφουσι στοργὴν πρὸς τὴν σκαπάνην καὶ τὸ πτύον. Τούτου δ’ ἕνεκα αἱ διάφοροι ἑταιρίαι μετακαλέσαντο ἐργάτας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀρκοῦσι πρὸς ἐντελῆ βεβαίωσιν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐθελοντὰς εἰς τὴν χωροφυλακήν· διὰ τὸν λόγον τοῦτον θέλω ὑποδείξει ὑμῖν πηγὰς, ἐξ ὧν ἀσφαλῶς ν’ ἀρυσθῶμεν δυνάμεθα τοιούτους. Καὶ πρῶτον ἄφθονος ἔσεται ἡ πηγὴ τῶν ἀφυπηρετούντων ἕνεκα τῆς μονοετοῦς θητείας ἀπὸ τῆς 1ης Ἰουλίου ε. ε. καὶ πέραν κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1882. Δεύτερον ἡ τῶν ἀφυπηρετούντων κατὰ τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς ἐποχὴν κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1880 τῶν κατατεταγμένων εἰς τὰ εἰδικὰ Σώματα. Τρίτον δυνάμεθα πολλοὺς νὰ προσελκύσωμεν ἐκ τῶν προϋπηρετησάντων εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο, ἢ καὶ ἐκ τῶν ἤδη ὑπηρετούντων εἰς τὰ ἄλλα Σώματα καὶ ὅπλα τοῦ στρατοῦ, ὡς ἐπίσης νὰ κρατήσωμεν καὶ τοὺς νῦν ἐν τῷ Σώματι τούτῳ ὑπηρετοῦντας ἄνδρας, ἐὰν τροποποιηθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ νόμου, τοῦ μεταῤῥυθμίζοντος τὸν στρατολογικὸν νόμον, καὶ κανονισθῇ ὡς ὅριον ἡλικίας πρὸς ἀνακατάταξιν τῶν χωροφυλάκων ἀντὶ τοῦ 40 ἔτους τὸ 47 ἔτος, συνδυαζόμενον πρὸς τὴν σωματικὴν εὐεξίαν, ἐξακριβουμένην ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ἰατροῦ· διότι φρονῶ, ὅτι ἄνδρες εἰς τὴν ἡλικίαν ταύτην ἔχουσιν ἀκμαίας εἰσέτι τὰς σωματικὰς αὐτῶν δυνάμεις, εἰσὶ δὲ καὶ χρησιμώτατοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς ὡς ἐκ τῆς μακρᾶς αὐτῶν πείρας. Διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς διατάξεως ταύτης θέλει προσγίνει καὶ ἕτερον εὐεργέτημα εἰς τοὺς κατατασσομένους εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο μὲ ἡλικίαν 23 ἐτῶν, διότι οὗτοι θὰ δύνανται, ἀνακατατασσόμενοι μέχρι τοῦ 47 ἔτους τῆς ἡλικίας των ν’ ἀποκτῶσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ὅπερ σήμερον ἀπόλλυσι, καὶ ἕνεκα τῆς ἀπωλείας τοῦ ὁποίου πολλοὶ προώρως ἀφυπηρετοῦσι. Τὴν ἀνάγκην ταύτην τῆς αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς, ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ, θεωρῶ σήμερον, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, λίαν ἐπείγουσαν ἕνεκα τῆς ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἡ μονοετὴς θητεία εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀνεπαρκὴς πρὸς μόρφωσιν στρατιώτου μ’ ὅλας τὰς αὐστηρὰς καὶ περιοριστικὰς τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου διατάξεις. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ ἀναπτύξω σήμερον τοὺς κατ’ αὐτῆς λόγους, διότι ἀρκούντως ἀνεπτύχθησαν οὗτοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κουράσω ὑμᾶς, ἐπαναλαμβάνων αὐτούς· θέλω μόνον ἀναφέρει ὑμῖν σχετικόν τι πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα ἴδητε πῶς ἔκριναν ταύτην ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ. Κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούλιον εὑρισκόμην ἐν Παρισίοις· ὁ Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς κ. Brisson εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ πέμψῃ εἰσιτήριον ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ αὐτοῦ θεωρείῳ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ διάλειμμα τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, εἰς ἣν παρέστην, κατῆλθον εἴς τινα τῶν αἰθουσῶν, ὅπως ἀπονείμω αὐτῷ τὰς εὐχαριστίας μου ἐπὶ τῇ εὐγενεῖ ταύτη προσφορᾷ. Ἐκεῖ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω ἐκ τοῦ σύνεγγυς ἕνα τῶν ἐπιφανεστέρων πολιτευτῶν τῆς Γαλλίας, ὅστις τίνα νομίζετε μοὶ ἀπηύθυνε πρώτην ἐρώτησιν, ὅτε ἔμαθε, ὅτι ἤμην Ἕλλην βουλευτής; «Δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, μοὶ εἶπεν οὗτος, πῶς σεῖς οἱ Ἕλληνες, οὓς ἄλλως τε ἀγαπῶ καὶ ὑπολήπτομαι ἐξ ὅλων τῶν Ἀνατολικῶν λαῶν, ἀπεφασίσατε μετὰ τοσούτου θάῤῥους νὰ μειώσητε κατὰ τοσοῦτον τὴν στρατιωτικὴν θητείαν, ἐνῷ ἡμεῖς ἔτι καὶ σήμερον, ὡς βλέπετε, εἰς φοβερὰν εὑρισκόμεθα διαμάχην, ἐὰν πρέπῃ νὰ μειώσωμεν αὐτὴν ἀπὸ πέντε εἰς τρία ἔτη; Εἶσθε ἆρά γε νοημονέστεροι ἡμῶν τῶν Γάλλων, τῶν Ἰταλῶν καὶ τόσων ἄλλων;» Εἰς τὴν δηκτικὴν ταύτην ἐρώτησιν, καί τοι μὴ ὁμοφρονῶν μετὰ τοῦ προκαλέσαντος τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἠναγκάσθην νὰ δώσω αὐτῷ τὴν δέουσαν ἀπάντησιν, περιστρεφομένην εἰς τοὺς γνωστοὺς ἤδη λόγους, προσθεὶς μόνον ὡς ἀτομικὴν γνώμην, ὅτι ταῦτα πάντα πιστεύω δοκιμαστικῶς ἐγένοντο. Πέπεισμαι δὲ, ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου θέλουσι δικαιώσει τὴν πρόῤῥησίν μου ταύτην. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν εἶμαι ὑπέρμαχος τῆς μονοετοῦς θητείας, μὴ νομίσητε, κύριοι, ὅτι ὑποστηρίζω καὶ τὴν ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν· τοὐναντίον, τὴν ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν θεωρῶ, οὐ μόνον ὡς μὴ συντελοῦσαν πρὸς μόρφωσιν στρατιώτου, ἀλλὰ καὶ ὡς στοιχεῖον διαλυτικόν. Ἡ ἐπίλυσις τοῦ ζητήματος τῆς στρατιωτικῆς θητείας εἶναι τῳόντι δυσχερεστάτη, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ συμβιβασθῶσι τὰ δύω ἐντελῶς ἀσυμβίβαστα μεταξύ των, ἤτοι μακρὰ θητεία, καὶ καθολικὴ στρατολογία, εἶναι ὡς νὰ ζητῶμεν, ἀκριβῶς ἐκεῖνο, ὅπερ λέγει ἡ κοινὴ παροιμία, «καὶ τὸ ψωμὶ ἀκέραιον καὶ τὸ σκυλὶ χορτάτο». Μὴ ὢν ὑπὲρ τῆς μονοετοῦς καὶ τῆς ἑξαμήνου ὑπηρεσίας, δὲν εἶμαι οὔτε ὑπὲρ τῆς τριετοῦς, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὸ μικρὸν ἡμῶν Κράτος, τὸ τοσαύτην ἔχον λειψανδρίαν, ν’ ἀποσπασθῇ ἐκ τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας ἡ χρησιμωτέρα εἰς αὐτὰς ἡλικία ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη. Τούτων ἕνεκεν, νομίζω, ὅτι πλησιάζομεν εἰς ὠφελιμωτέραν τινὰ λύσιν δεχόμενοι τὴν διετῆ θητείαν δι’ ὅλον τὸν στρατὸν, διότι δι’ αὐτοῦ καὶ ἡ μόρφωσις τοῦ στρατιώτου ἐπιτυγχάνεται, καὶ ἐκλείπει τὸ ἀδίκημα, ὅπερ ἔχει ὁ ἰσχύων νόμος καὶ εἶχον καὶ πάντες οἱ πρὸ αὐτοῦ, τοῦ νὰ ὑπόκεινται δηλονότι τινὲς κατὰ τὴν δυσμένειαν τῆς τύχης εἰς μείζονα ὑποχρέωσιν ἄλλων τῆς ἰδίας ἀπογραφῆς. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ παρατηρηθῇ, ὅτι δὲν θὰ δυνάμεθα ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως νὰ συντηρῶμεν τοσοῦτον στρατὸν, ἀφοῦ ἐν τῷ μέλλοντι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν στατιστικῶν πινάκων, ἡ ἀπογραφὴ θέλει μᾶς δίδει περὶ τὰς δέκα χιλιάδας κληρωτοὺς κατ’ ἔτος. Τούτου ἕνεκα νομίζω, ὅτι ἐν περιπτώσει παραδοχῆς τῆς διετοῦς θητείας, θὰ παραστῇ ἀνάγκη, χάριν τῆς καθολικῆς στρατολογίας καὶ πρὸς ἐπιτυχίαν μακροτέρας θητείας ἐκείνης τοῦ ἰσχύοντος στρατολογικοῦ νόμου, νὰ παύσῃ ἡ κατάταξις ἐθελοντῶν εἰς τὰ Εὐζωνικὰ τάγματα, καὶ οὕτω τὰ ὑπάρχοντα στελέχη θέλουσι δεχθῆ πλείονας κληρωτοὺς, εἰς τρόπον ὥστε, ἐρχομένων τῶν κληρωτῶν τῆς μιᾶς ἀπογραφῆς, οἱ κληρωτοὶ τῆς προηγουμένης θὰ δύνανται διὰ τοῦ συστήματος τῶν ὑποχρεωτικῶν ἀδειῶν, κατ’ ἀρχαιότητα χορηγουμένων, νὰ ὑπηρετῶσιν εἴκοσι μῆνας, δυνατὸν δ’ εἶναι ἔτος τι, μεγάλην ἔχον ἀπογραφὴν, νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ ὀλιγώτερον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν μετά τινα ἔτη ἑκατὸν χιλιάδας στρατοῦ, τούτου τὸ μεγαλείτερον μέρος θὰ ᾖ ἠσκημένον ἐπὶ εἴκοσι καὶ δεκαοκτὼ μῆνας καὶ θὰ ᾖ πολὺ ἀξιομαχώτερος τοιοῦτος στρατὸς, ἑτέρου ἰσαρίθμου, οὗ τινος, κατὰ τὸ σημερινὸν σύστημα, τὸ ⅕ μόνον θὰ ἦναι ἠσκημένον ἐπὶ δύω ἔτη, τὰ δὲ ⅘ ἐπὶ ἓν ἔτος. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, καὶ θέλω ἐξετάσει κατὰ πόσον εἰσὶ χρήσιμα πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν τῆς μορφώσεως τοῦ στρατοῦ τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἔτι πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Βάσις πάσης σκέψεως καὶ πάσης ἐργασίας πρὸς βελτίωσιν τῶν εἰς τὸν στρατὸν ἀφορώντων εἶναι ἡ συγκέντρωσις αὐτοῦ εἴς τινας κεντρικὰς φρουρὰς, καὶ ἡ εἰς τὰ σημεῖα ταῦτα ἀνέγερσις καταλλήλων στρατώνων, οὐχὶ κτιρίων πολυτελῶν, ἀλλὰ λιθίνων παραπηγμάτων, ὡς ἐκεῖνα τὰ παρὰ τὴν Μονὴν τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων ἐγερθέντα. Τὸ ζήτημα τοῦ στρατωνισμοῦ εἶναι, κύριοι, λίαν ζωτικὸν διὰ τὸν στρατὸν, διότι οὐ μόνον ἀπ’ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ ὑγεία τοῦ στρατοῦ, ἡ ἐκπαίδευσις αὐτοῦ, καὶ ἡ ἐν αὐτῷ διατήρησις τῆς πειθαρχίας, ἀλλὰ καὶ ἀποτελεῖ ἓν τῶν ἀπαραιτήτων στοιχείων τῆς συγκροτήσεως τοῦ στρατοῦ, ἰδίως δὲ ἀναπόφευκτος καθίσταται οὗτος πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διατάξεως τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, τῆς ὁριζούσης τὴν πρόσκλησιν τῶν ἐφέδρων ἐν εἰρήνῃ πρὸς ἄσκησιν κατὰ τὰς ἐν αὐτῇ ὡρισμένας περιόδους. Εἰς τὴν περιοδικὴν μάλιστα ταύτην ἄσκησιν τῶν ἐφέδρων πρέπει κατ’ ἐμὲ νὰ δώσωμεν μεγάλην προσοχὴν καὶ σπουδαιότητα, διότι σήμερον ἕνεκα τῆς μονοετοῦς θητείας ἐν ταύτῃ τῇ ἐποχῇ καὶ μόνῃ οὔτε ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὁπλῖται θὰ δύνανται νὰ ἐκτελῶσι τὰς μεγάλας λεγομένας ἀσκήσεις διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον εὔχομαι, ἵνα μὴ ἡ διάταξις αὕτη μείνῃ γράμμα νεκρόν. Τοῦ στρατοῦ δ’ οὕτω συγκεντρουμένου, ὑποστηρίζω τὸν μετασχηματισμὸν τῶν ταγμάτων εἰς συντάγματα καὶ ταξιαρχίας ἐξ ὅλων τῶν ὅπλων συγκροτουμένας, διότι δι’ αὐτῶν καὶ οἰκονομία προσωπικοῦ προσγίνεται, καὶ ἡ συγκέντρωσις τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἡ διοίκησις καὶ ἡ ἐπίβλεψις εὐστόχως καὶ εὐχερῶς τελεῖται, καὶ πάντες οἱ βαθμολόγοι κάλλιον μορφοῦνται, ἰδίως δὲ ἐξοικειοῦνται μὲ τὰ καθήκοντα αὐτῶν οἱ ἀνώτεροι βαθμολόγοι· διότι δύνανται μὲν σήμερον κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ π. χ. οἱ παρὰ τοῖς Ἀρχηγείοις στρατοῦ διατελοῦντες συνταγματάρχαι ν’ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν τριῶν ἢ καὶ πλειόνων ταγμάτων συγκεντρωμένων, ἀλλὰ τοιαύτη τις περίστασις σπανίως συμβαίνει, ὅταν δὲ παραστῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐνεργείας, οὔτε τὸ ποιὸν τῶν ὑπ’ αὐτοὺς ἀνδρῶν θὰ γνωρίζωσιν οὗτοι, οὔτε μὲ τὰ σπουδαῖα αὑτῶν καθήκοντα θὰ ὦσιν ἐξῳκειωμένοι. Διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν ταξιαρχιῶν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ ἡ τοσοῦτον παρὰ πᾶσι ἐπιθυμητὴ ἰδέα τοῦ ἀποχωρισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς ἐπηρείας τῆς πολιτικῆς εὐχερῶς· διότι, χορηγουμένης εἰς τοὺς ταξιάρχους εὐρείας δικαιοδοσίας, καὶ περιβαλλομένων αὐτῶν μὲ δικαιώματα, οὐκ ἔχουσιν οἱ ἀνώτεροι οὗτοι βαθμολόγοι παρ’ ἅπασι τοῖς εὐνομουμένοις στρατοῖς, ἡ ἐπέμβασις τῆς πολιτικῆς εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ θέλει ναυαγεῖ ἐνώπιον τῶν ἐμποδίων τούτων. Καὶ τότε δύνανται νὰ ἐκλείψωσι καὶ τὰ ἑκάστοτε ἐγειρόμενα δίκαια παράπονα τῶν ἐκ τῶν προβιβασμῶν παραλειπομένων ἀξιωματικῶν· διότι οἱ Διοικηταὶ τῶν ταξιαρχιῶν ἔχοντες ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὐτῶν ἐποπτείαν πάντας τοὺς βαθμολόγους, θὰ ὦσιν εἰς κρείττονα θέσιν παντὸς ἄλλου ἵνα γνωμοδοτῶσιν ἐν ἐπιγνώσει καὶ μετὰ πεποιθήσεως περὶ τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα διὰ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν, ὡς περὶ τῶν παραλειπτέων ἐκ τῶν προβιβασμῶν, ὡς ἐστερημένων τοιούτων. Οὕτω δὲ προκειμένου πρὸ πάντων περὶ προβιβασμοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ὅστις θεωρεῖται ὡς ἡ πρώτη βαθμὶς τῆς ἀνωτέρας διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θέλει εἶσθαι ἠναγκασμένος νὰ ποιῆται χρῆσιν τοῦ παρεχομένου αὐτῷ δικαιώματος ὑπὸ τοῦ Β. Διατάγματος τῇ 5 Αὐγούστου 1868, τοῦ νὰ προκαλῇ δηλαδὴ προβιβασμοὺς εἰς ταγματάρχας, ἀρυόμενος καὶ ἄλλοθεν πληροφορίας, ὅπερ κατ’ ἐμὲ δὲν παρέχει ἀρκούσας ἐγγυήσεις, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας διατάξεως ἰδίως γεννῶνται τὰ πλεῖστα τῶν παραπόνων. Πάντες δὲ γνωρίζετε πόσας δύνανται νὰ ἔχωσι δυσαρέστους συνεπείας διὰ τὸν στρατὸν τοιούτου εἴδους ἀδικήματα, θίγοντα ἀμέσως προσωπικῶν συμφερόντων καὶ φιλοτιμιῶν, καὶ πόσον δύναται ἡ κακὴ τῆς δικαιοσύνης ἀπονομὴ νὰ διασαλεύσῃ τὰς βάσεις τῆς τοσοῦτον διὰ τὸν στρατὸν ἀναγκαίας πειθαρχίας. Μεταξὺ τῶν ἀναγραφομένων καὶ ἐν ἐνεργείᾳ μέτρων τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ ἡ σύστασις τῆς κεντρικῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν σχολῆς. Ἡ Σχολὴ αὕτη ἀποτελεῖ, κατ’ ἐμὲ, ὅρον ἀπαραίτητον τῆς μορφώσεως τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ἄλλοθεν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρυσθῶμεν ἐν Ἑλλάδι ἀξιωματικοὺς διὰ τὸ πεζικὸν καὶ ἱππικόν. Ἤμην ὑπὲρ τῆς συστάσεως τῆς Σχολῆς ταύτης καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου· εἶμαι ἔτι καὶ σήμερον, καὶ ἔσομαι πάντοτε, ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρίσκω ἰσχυροὺς τοὺς κατ’ αὐτοῦ λόγους. Δὲν εὑρίσκω π. χ. πολὺ ἰσχυρὸν καὶ πείθοντά με τὸν λόγον, ὅτι θέλουσιν ἀδικηθῆ διὰ τῆς συστάσεως ταύτης οἱ παλαιοὶ ὑπαξιωματικοὶ, εἴτε κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου, εἴτε καὶ ἐν τῷ μέλλοντι· πρῶτον, διότι ὀλίγιστοι τὸν ἀριθμόν εἰσιν οἱ παλαιοὶ ὑπαξιωματικοί· δεύτερον, πολλοὶ τούτων βεβαίως θὰ ἔχωσι τὰς ἀπαιτουμένας εἰσιτηρίους γνώσεις, αἵτινες, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δὲν εἰσι καὶ μεγάλαι, καὶ τρίτον, οἱ πλεῖστοι τούτων, ἐγγεγραμμένοι ὄντες εἴς τινα πίνακα ὑποψηφίων προβιβασμοῦ διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, προεβιβάσθησαν ἀρτίως συμφώνως πρὸς ῥητὴν τοῦ νόμου τούτου διάταξιν. Ὑπολείπονται ἄρα οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰς τὰς διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἐξετάσεις, τὰς λαβούσας χώραν πλειστάκις κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη, ἕνεκα τῆς διαδοχικῆς αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ, ἀπέτυχον πάντοτε, στερούμενοι καὶ τῶν στοιχειωδεστέρων γνώσεων, αἵτινες μέχρι τοῦδε ἀπητοῦντο πρὸς τοῦτο. Ἄλλως τε, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον καὶ πρέπον νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀξιωματικοὺς ὑπαξιωματικοὶ, ἐστερημένοι τῶν ἀπαιτουμένων γνώσεων, ἐπὶ μόνῳ τῷ δικαιώματι τῆς πολυχρονίου ὑπηρεσίας, πρὸς βλάβην τοῦ στρατοῦ. Ἡ προαγωγὴ τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς ἀξιωματικοὺς δὲν πρέπει κατ’ ἐμὲ νὰ θεωρῆται ὡς ἀμοιβὴ καλῆς ἢ μακρᾶς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ δίδηται χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατοῦ, καὶ πρὸ πάντων χάριν τοῦ καταρτισμοῦ τῶν στελεχῶν αὐτοῦ, πρὸς ἐκείνους, οἵτινες κέκτηνται τὰς ἀπαιτουμένας πρὸς τοῦτο γνώσεις, καὶ οἵτινες, ὡς ἐκ τούτου, ἔχουσιν ἐκ τοῦ νόμου ἀναμφισβήτητα δικαιώματα προαγωγῆς. Τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως κεντρικῶν σχολῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἡ Γαλλία πρό τινος χρόνου ἀνεγνώρισε, καὶ σήμερον ἔχει ἐν πληρεστάτῃ ἐνεργείᾳ τοιαύτας σχολὰς, καί τοι ἔχουσα μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου ἀσφαλεῖς πηγὰς, ἐξ ὧν ἠρύετο τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ, ἤτοι τὴν Σχολὴν τοῦ Saint Cyr, καὶ τὰ Σχολεῖα τῶν Συνταγμάτων. Ἔτι δὲ καὶ σήμερον εὑρίσκεται ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, μήπω ἐπιψηφισθὲν εἰσέτι, δι’ οὗ μεταῤῥυθμίζονται πολλαὶ διατάξεις τοῦ περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν νόμου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύνανται οἱ ὑπαξιωματικοὶ ὅσον οἷόν τε ταχύτερον νὰ προάγωνται εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοὺς τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ἀποφεύγωσιν οὕτω τὸ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν ἐπικρεμάμενον ξίφος τοῦ Δαμοκλέους ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Εὐκταῖον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν παρ’ ἡμῖν ἐλαμβάνοντο οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ ἔκ τε τῆς σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ κατά τινα ἀναλογίαν, καὶ ἂς ἐξετάσωμεν ἐὰν συμφέρῃ νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἰδέα αὕτη, καὶ ἴδωμεν τί δύναται ἐκ τούτου νὰ συμβῇ. Πρῶτον, πολλοὶ ὑπαξιωματικοὶ ἱκανοὶ, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν αὑτῶν, ὅτι θὰ δύνανται νὰ προαχθῶσι καὶ χωρὶς νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν σχολὴν, καὶ ὑποστῶσι κόπους καὶ ἀγῶνας δύω ἐτῶν, θὰ προτιμήσωσι νὰ παραμείνωσιν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ, ὅπως, συναγωνιζόμενοι ἐν δέοντι χρόνῳ πρὸς τοὺς λοιποὺς ἧττον ἱκανοὺς ὑπαξιωματικούς, προαχθῶσι μετὰ βεβαιότητος εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, οὕτω δὲ οὐ μόνον θὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς ἀτελῶς κατηρτισμένους, ἀλλὰ καὶ θὰ ἔχωμεν ἐν τῷ ἰδίῳ Σώματι δύω εἴδη ἀξιωματικῶν, διάφορον ἀπ’ ἀλλήλων ἐχόντων μόρφωσιν, τοῦ κακοῦ δὲ τούτου τὰς συνεπείας πάντες εὐκόλως κατανοεῖτε. Ἐκ τούτων ὅθεν ἐξάγεται ἀριδήλως, ὅτι ἐκ μόνης τῆς Σχολῆς πρέπει ν’ ἀρυώμεθα τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἐξαίρεσις τοῦ γενικοῦ τούτου μέτρου δέον νὰ γίγνηται μόνον διὰ τοὺς ἐπὶ ἀποδεδειγμένῃ στρατιωτικῇ ἀρετῇ διακρινομένους ὑπαξιωματικούς. Ἀναγνωρίζω δὲ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Σχολῆς καὶ περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐκείνων, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀξιωματικούς, χορηγοῦντες πρὸς αὐτοὺς γενναίαν χρηματικὴν ἀμοιβὴν, αὐξανομένην κατὰ λόγον τῆς ἐν τῷ στρατῷ διαμονῆς των, καὶ ἐπεκτείνοντες τὴν προαγωγὴν αὐτῶν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, συμπεριλαμβανομένου. Ἵνα δὲ ἐξασφαλίσωμεν αὐτοὺς εἰς τὸ τέλος τοῦ σταδίου των, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἀπονέμηται εἰς τοὺς συμπληροῦντας τὸν ὑπὸ τοῦ Νόμου τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων ἀπαιτούμενον χρόνον ὑπηρεσίας, καὶ ἔχοντας πέντε ἐτῶν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ὁ ἀμέσως ἀνώτερος βαθμὸς, ἤτοι ὁ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ἡ εἰς τοῦτον ἀντιστοιχοῦσα σύνταξις. Νὰ τεθῇ δὲ εἰδικὸν δι’ αὐτοὺς ὅριον ἡλικίας, πέραν τοῦ ὁποίου νὰ τίθενται αὐτεπαγγέλτως εἰς ἀποστρατείαν οἱ κεκτημένοι τὸ πρὸς σύνταξιν ἀποστρατείας δικαίωμα μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ἐὰν παρέμειναν πενταετίαν συμπεπληρωμένην εἰς τὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Μεταξὺ δὲ τῶν μέτρων, ἅτινα δέον νὰ ληφθῶσι πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖα τὰ ἑξῆς· 1) Τὴν σύστασιν μιᾶς ἢ καὶ πλειόνων προσωρινῶν Σχολῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ, ἐν αἷς νὰ διδάσκωσιν εἰδικοὶ ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν ἐν τῇ φρουρᾷ τῆς ἕδρας τῆς Σχολῆς ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν· 2) Ἐπίσης θεωρῶ συντελεστικώτατον πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πεζικοῦ, ἵνα οἱ παρὰ τοῖς εὐζωνικοῖς τάγμασιν ὑπηρετοῦντες ἀξιωματικοὶ συναλλάσσωνται κατὰ περιόδους μετὰ τῶν εἰς τὰ τάγματα τοῦ πεζικοῦ ὑπηρετούντων· 3) Ἀναγκαίαν ἐπίσης θεωρῶ τὴν σύστασιν εἰδικῆς Σχολῆς τῆς ἐπὶ σκοπὸν βολῆς· τὴν ἐφαρμογὴν μάλιστα τοῦ μέτρου τούτου ηὐχόμην νὰ ἔβλεπον ἐπεκτεινομένην καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος διὰ τὴν εἰς ταύτην ἄσκησιν ἁπάντων τῶν πολιτῶν· 4) Μεγάλως δ’ ἤθελε συμβάλλει εἰς τὴν στρατιωτικὴν μόρφωσιν τοῦ ἔθνους, ἡ εἰς τὰ ὅπλα ἄσκησις τῶν μαθητῶν τῶν Γυμνασίων, καὶ ὁ σχηματισμὸς αὐτῶν εἰς τάγματα πεζικοῦ ἐπὶ τῷ εἰρημένῳ σκοπῷ. Παρευρέθην, κύριοι, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου ἐν Παρισίοις εἰς ἐπιθεώρησιν πολλῶν ταγμάτων ἐκ τοιούτων νεαρῶν στρατιωτῶν, οἵτινες ἐνώπιον τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητοῦ τῶν Παρισίων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐξετέλεσαν σπουδαίας ἀσκήσεις, προκαλεσάσας τὸν θαυμασμὸν ἁπάντων τῶν παρευρεθέντων Γάλλων καὶ ξένων. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τελευταίου θέματος τοῦ λόγου μου καὶ θέλω ὑποδείξει εἰς τὴν Βουλὴν ποίας καὶ ὁπόσας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρωμεν οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐντὸς τῶν διαγραφέντων παρ’ ἐμοῦ ἐν ἀρχῇ ὁρίων. Ἀναγράφεται ἐν αὐτῷ δύναμις ὑποδεκανέων καὶ στρατιωτῶν πάντων τῶν Σωμάτων καὶ ὅπλων τοῦ στρατοῦ πλὴν τῆς χωροφυλακῆς 18,077, ὑπάρχουσι δὲ σήμερον κατὰ τὴν κατάστασιν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τῆς 1 Ἰανουαρίου, ἣν ὑπέβαλε προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιῶται 12,616, ἄρα μένουσι θέσεις κεναὶ στρατιωτῶν 6,461, αἵτινες ἀδύνατον εἶναι νὰ συμπληρωθῶσιν ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὡς θέλω ἀποδείξει ὑμῖν διὰ πραγμάτων. 1) Αἱ ἀπογραφαὶ τῶν στρατευσίμων τοῦ ἔτους 1882 καὶ 1883 εἰσὶν αἱ σχετικῶς μικρότεραι ὅλων τῶν ἀπογραφῶν τῶν κατόπιν ἐτῶν, διότι, ἐνῷ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1882 περιέχει 12,674 νέους συμπληρώσαντας τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν, καὶ ἡ τοῦ 1883 13,912, ἡ τοῦ 1884 περιέχει 16,101, ἡ τοῦ 1885 18,911, ἡ τοῦ 1886 17,983 καὶ οὕτω καθεξῆς μέ τινας αὐξομειώσεις. Ἐὰν ὅθεν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐξαιρεθέντων, ὅστις μετὰ τὰς προστεθείσας εἰς τὸν νέον στρατολογικὸν νόμον, τὸν ἐπιψηφισθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν Σύνοδον, νέας ἐξαιρέσεις εἶναι πολλῷ μείζων ἐκείνων τῶν παρελθουσῶν ἀπογραφῶν, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπαλλαγέντων, ἀποβιωσάντων, τῶν ἀνηλίκων, ὧν ὁ ἀριθμὸς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπερέβη τοὺς 600, νομίζω, τῶν ὑπαχθέντων εἰς τὴν ναυτικὴν ἀπογραφὴν, καταταχθέντων εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα πρὸ τῆς κληρώσεως, τῶν δὶς ἐγγεγραμμένων ἐν τοῖς μητρώοις τῶν ἀῤῥένων, καὶ ἐὰν ἀναμνησθῶμεν πόσα συνέβησαν λάθη κατὰ τὰς δηλώσεις, καὶ πόσα τοιαῦτα παρεισέφρησαν κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν μητρώων τῶν ἀῤῥένων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν ἐκ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1882 πλέον τῶν 7–7,500 ἀνδρῶν. Ἀλλ’ ἵνα μὴ μείνῃ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς τῆς θεωρίας ταύτης, θέλω ἔλθει εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἡ κατάταξις τῶν κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1882 ἤρξατο ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰουλίου καὶ ἔβαινε θαυμασίως κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας, καταταχθέντων μέχρι τῆς 1 Νοεμβρίου, κατὰ τὴν κατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου, ἣν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, 6,481 κληρωτῶν. Ἔκτοτε οὐ μόνον σποραδικῶς κατατάσσονται τοιοῦτοι, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἀφυπηρετοῦσι καθ’ ἑκάστην, εἴτε ἐπίστρατοι καθυστερούμενοι, εἴτε κληρωτοὶ τοῦ ἄρθρου 62 τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1880 καὶ 1881 ἐσχάτως καταταχθέντες, καὶ πολλοὶ προβιβάζονται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ, οὕτω δὲ ἡ δύναμις τῶν στρατιωτῶν ἀντὶ αὐξήσεως ἠλαττώθη, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐλαττουμένη μέχρι τῆς 1 προσεχοῦς Ἰουλίου, διότι καὶ ἐθελονταὶ ὀλίγιστοι κατατάσσονται, καὶ πάντες οἱ τελευταῖον καταταχθέντες κληρωτοὶ τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ 1880 καὶ 1881 θ’ ἀφυπηρετήσωσιν ἐντελῶς. Τοῦτο δὲ τρανῶς ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καταστάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· διότι, ἐνῷ ἡ δύναμις τῶν ὑποδεκανέων καὶ στρατιωτῶν, κατὰ τὴν κατάστασιν τῆς 1 Νοεμβρίου, ἦτο διὰ μὲν τὸ πεζικὸν 6,949, διὰ τὸ πυροβολικὸν 1,564, διὰ τὸ μηχανικὸν 911, διὰ τὸ ἱππικὸν 817 καὶ τοὺς νοσοκόμους 247, κατὰ τὴν κατάστασιν τῆς 1 Ἰανουαρίου διὰ μὲν τὸ πεζικὸν ἦσαν 6,583, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 416 ἄνδρας, διὰ τὸ πυροβολικὸν 1,459, ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 106, διὰ τὸ μηχανικὸν 868, ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 43, διὰ τὸ ἱππικὸν 801, ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 15, καὶ διὰ τοὺς νοσοκόμους 284, ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 13 ἄνδρας, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 593 ἄνδρας. Ἡ ἀπογραφὴ τοῦ τρέχοντος ἔτους θέλει μᾶς δώσει τοὺς κληρωτοὺς ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἐξ ὧν δὲν θέλομεν λάβει κατ’ ἐμὲ πλείονας τῶν χιλίων, καὶ διὰ τοὺς προεκτεθέντας λόγους καὶ διότι εἶναι ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τοῦ Νόμου, καὶ διότι πολλοὶ τούτων κατετάχθησαν πρὸ τῆς κληρώσεως ὡς ἐθελονταὶ εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν κατάταξιν αὐτῶν εἰς τὰ πεζικὰ, καὶ πολλοὶ ἐδηλώθησαν μὲ ἡλικίαν ἀνωτέραν τοῦ 21ου· ἑπομένως τῆς ἀπογραφῆς τοῦ τρέχοντος ἔτους, μικρὸν διαφερούσης ἐκείνης τοῦ 1882, θὰ λάβωμεν ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς Ἰουλίου καὶ πέραν ἐν ὅλῳ 8,000–8,500 κληρωτοὺς πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἐπὶ μονοετεῖ θητείᾳ κατατεταγμένων καὶ τῶν κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ἀφυπηρετησάντων κληρωτῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1880 τῶν ἐπὶ τριετεῖ θητείᾳ εἰς τὰ εἰδικὰ Σώματα κατατεταγμένων, οὕτω δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν κενῶν θέσεων στρατιωτῶν θὰ ἦναι σχεδὸν ὁ σήμερον ὑπάρχων, ἢ καὶ κατά τινας ἴσως ἑκατοστύας ὀλιγώτερος, ἑπομένως δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὴν δύναμιν τῶν ἀναγραφομένων στρατιωτῶν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν Προϋπολογισμῷ ἀπὸ 18,077 εἰς 15,077, ἤτοι ν’ ἀποκόψωμεν διὰ τὸ ἔτος τοῦτο τρεῖς χιλιάδας ἄνδρας, χωρὶς νὰ παραβλάψωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, αὐξανομένης, κατὰ τὴν ἐμὴν πρότασιν, τῆς χωροφυλακῆς, καὶ χωρίς, ὡς ἀπέδειξα, νὰ προσκρούσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν τῆς γενικῆς στρατολογίας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων ἀφαιρεῖται ποσόν τι δι’ ἐνδεχομένας κενὰς θέσεις, ἀλλὰ τὸ ἐκπιπτόμενον τοῦτο ποσὸν ἀντιστοιχεῖ εἰς τὰς κενὰς θέσεις ἀνθυπασπιστῶν καὶ ἀξιωματικῶν, ὧν πλεῖσται εἰς τὰ Σώματα τοῦ πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ θὰ μείνωσι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους κεναὶ δι’ ἔλλειψιν προσωπικοῦ, εἰς τὰς τῶν ὑπαξιωματικῶν, εἰς τὰς ἐκ θανάτου ἀνδρῶν, ἐξαιρέσεων μετὰ τὴν κατάταξιν ἕνεκα σωματικῆς ἀνικανότητος, καὶ εἰς τὰς μενούσας μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 3,000 ἀνδρῶν κενὰς θέσεις στρατιωτῶν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα θεωρῶ ἀναγκαῖον ἵνα παρατηρήσω, ὅτι τὸ ἐκ τῆς προηγουμένης ἐλαττώσεως προκύψον ποσὸν ἐννοῶ νὰ διατεθῇ διὰ τὴν προτεινομένην αὔξησιν τῆς χωροφυλακῆς. Οἰκονομίας δὲ δυνατὰς καὶ εὐλόγους θεωρῶ μόνον τὰς ἑξῆς, ὑπὲρ ὧν καὶ μόνον θέλω ψηφίσει. Καὶ προτείνω νὰ διαγραφῇ ἡ ἀναγραφομένη ἐν κεφαλαίῳ δεκάτῳ πίστωσις ἐκ δρ. 150,000 δι’ ἔξοδα κληθησομένων ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν, ἀφοῦ οὗτοι οὔτε ἦλθον, οὔτε ἔρχονται· 2) Νὰ διαγραφῇ ἐκ τοῦ κεφαλαίου 14 ἡ πίστωσις τῶν 200,000 δραχ. διὰ προμήθειαν ἱματισμοῦ, διότι ὑπάρχει ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ τοιοῦτος δι’ ἑκατὸν σχεδὸν χιλιάδας στρατοῦ· 3) Νὰ διαγραφῶσιν ἐκ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου τὰ ἐν αὐτῷ ἀναγραφόμενα ποσὰ δι’ ἀντικατάστασιν σαγῆς, ἐξαρτήσεως, μουσικῶν ὀργάνων, σαλπίγγων καὶ πυροσβεστικῶν ἐργαλείων, ἀναβαίνοντα ἐν συνόλῳ εἰς τεσσαράκοντα χιλιάδας δραχμῶν, διότι αἱ ἀποθῆκαι ἔχουσιν ἱκανὴν ποσότητα ἐξ αὐτῶν· 4) Νὰ περιορισθῇ ἡ ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ ἀναγραφομένη πίστωσις τῶν 100,000 δι’ ὁπλισμόν, ὑπάρχοντος τοιούτου δι’ ἑκατὸν χιλιάδας στρατοῦ καὶ πλέον, εἰς 30,000 μόνον, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ χρησιμεύσωσιν αὗται δι’ ἐπιμίσθια ἐργατῶν τοῦ Ὁπλοστασίου, καὶ συντήρησιν τῆς ἀτμομηχανῆς· οὕτω δὲ θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν ἐξ ἑβδομήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. 5) Ἡ ἀναγραφομένη ἐν τῷ κεφαλαίῳ 15ῳ πίστωσις ἐκ 200,000 διὰ στερεὰς χορηγήσεις νὰ περιορισθῇ εἰς 150,000, μενουσῶν ἀκεραίων τῶν προωρισμένων διὰ τὴν συντήρησιν στρατωνισμοῦ 100,000 δραχμῶν· οὕτω δὲ θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν· 6) Ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ ἐν κεφαλαίῳ 19 ἀναγραφομένη πίστωσις ἐκ δρ. 48,600 δι’ ἰδιωτικὰς ὑπηρεσίας, ἀφοῦ καὶ ὁ ἰατρικὸς κλάδος καὶ ὁ φαρμακευτικὸς καὶ οἱ ἱερεῖς τοῦ στρατοῦ εἰσι πλήρεις, καὶ πίστωσις διὰ τὴν ἀντιμισθίαν τῶν ἀλλοδαπῶν κτηνιάτρων σημειοῦται ἐν τοῖς τάγμασι τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ἑπομένως δὶς περιελήφθη· 7) Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 22ου δυνάμεθα ν’ ἀποκόψωμεν τὸ ἥμισυ τῆς ἀναγραφομένης ἐκ 500,000 δρ. πιστώσεως διὰ χρηματικὰς ἀμοιβὰς ἐθελοντῶν τοῦ Πυροβολικοῦ, Μηχανικοῦ, Ἱππικοῦ καὶ ἀνακατατασσομένων, ἀφοῦ ὀλίγιστοι κατατάσσονται εἰς τὰ Σώματα ταῦτα ἐθελονταί· ἄλλως τε δὲ τὸ μένον ποσὸν ἀρκεῖ καὶ ὑπερπλεονάζει. Ἐκ τῆς ἀθροίσεως τῆς ἀνωτέρω ἐλαττώσεως προκύπτει οἰκονομία ἐξ 808,600 δρ. χωρὶς οὔτε ἡ ὑπηρεσία νὰ ὑποστῇ βλάβην τινὰ, οὔτε πρόσκομμά τι νὰ παρεμβληθῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ἢ καὶ τῶν ἄλλων πρὸς μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ μέτρων. Οὕτω δὲ, ἐφαρμοζομένων πάντων τῶν μέτρων ἀκωλύτως, θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν στρατὸν καλῶς ὁπωσδήποτε συντεταγμένον. Διὰ τοιούτου δὲ στρατοῦ καὶ τῆς κατὰ θάλασσαν χρησίμου παρασκευῆς, οὐ μόνον θέλομεν ἐφελκύσει τὸν σεβασμὸν τῆς Εὐρώπης καὶ τὴν ὑρ’ ἡμᾶς πεποίθησιν τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ θέλομεν δυνηθῆ ἵνα κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐκρήξεως τοῦ ὑπομυκωμένου ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἡφεστείου, καὶ τὰ δίκαια τῶν ἐγκαταλειφθέντων ἀδελφῶν ἡμῶν νὰ διεκδικήσωμεν, καὶ τὴν ἐμπρέπουσαν ἡμῖν θέσιν μεταξὺ τῶν Εὐρωπαϊκῶν κρατῶν νὰ καταλάβωμεν. (Χειροκροτήματα πανταχόθεν).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ συνεναίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρονται πλεῖστοι τῶν κκ. Βουλευτῶν, τὸ περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ ἕτερον περὶ διορισμοῦ ἀρχειοφυλάκων τῶν Δικαστηρίων. (Λύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 7, 20′ μ. μ.)