1882.11.20
1.475 στίχοι · 10.702 λέξεις · 132 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
Τῆς 20 Νοεμβρίου 1882
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Κυπαρισσίας «Σεβαστὸν Πρόεδρον Βουλῆς, Ἀθήνας. Ἐπειδὴ θεωροῦμεν οἰκονομικὰ μέτρα Κυβερνήσεως ἀναγκαιότητα πρὸς ἰσοζύγιον προϋπολογισμοῦ, οὗ ἄνευ οἰκονομικὸν χάος, εὐχόμεθα ταχεῖαν αὐτῶν ἐπιψήφισιν. (ἕπονται αἱ ὑπογραφαί).» Τροπολογία ἐπὶ τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως (ἀναγινώσκεται). (Ὅρα Παράρτημα). Προσθήκη ὑπὸ τοῦ κυρίου Καραπάνου εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως (ἀναγινώσκεται). (Ὅρα Παράρτημα). Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.—Ὁ κύριος Βαλσαμάκης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ διάσημος ζωγράφος Γεώργιος Μινιάτης, διαμένων ἐν Φλωρεντίᾳ, ἀπευθύνει ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν διεβίβασε εἰς ἐμὲ ἵνα τὴν ὑποβάλω εἰς αὐτήν. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐξαιτεῖται, ὅπως ἡ Βουλὴ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀγορὰν μιᾶς εἰκόνος. Διὰ τὴν εἰκόνα ταύτην εἰργάσθη πολλὰ ἔτη, πλέον τῶν 7 ἐτῶν. Παριστᾷ δὲ ἓν ἐκ τῶν λαμπροτέρων ἐπεισοδίων τῆς ἱστορίας τοῦ Σουλίου, τὴν εἰσβολὴν τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ ἐκ 15 χιλιάδων συνισταμένου, τὴν ὁποίαν ἀπέκρουσαν τότε οἱ Σουλιῶται, ἀλλ’ εἰς τὴν ὁποίαν νίκην συνετέλεσε πολὺ ἡ ἐπέμβασις τῶν Σουλιωτισσῶν. Αἱ Σουλιώτισσαι, ὁδηγούμεναι ὑπὸ τῶν ἡρωΐδων Μόσχως καὶ Δέσπως καὶ ῥίπτουσαι λίθους κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἐκ τοῦ ὕψους τῶν βράχων, ἠνάγκασαν αὐτοὺς νὰ τραπῶσιν εἰς φυγήν. Ὁ κύριος Μινιάτης πρὸς ἀπεικόνισιν τῆς τοιαύτης πράξεως εἰργάσθη, ὡς σᾶς εἶπον, ἐπὶ 7 καὶ πλέον ἔτη πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς εἰκόνος, ἥτις ἔχει 4 μέτρα ὕψος καὶ 3 πλάτος. Ἐπεθύμει καὶ νὰ τὴν προσφέρῃ δωρεὰν εἰς τὸ ἔθνος, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ μεγάλαι δαπάναι, τὰς ὁποίας κατέβαλε, καὶ αἱ περιστάσεις αὐτοῦ δὲν τῷ ἐπιτρέπουσι νὰ ἐκτελέσῃ ὅ,τι ἡ καρδία του ὑπαγορεύει. Ἡ αἰτουμένη τιμὴ εἶναι σχετικῶς μικρὰ ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν αὐτῆς. Ἡ εἰκὼν αὕτη ἐξετέθη εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν ὡραίων τεχνῶν τῆς Φλωρεντίας καὶ πολὺ τὴν ἐπήνεσαν, ὅσοι τὴν εἶδον. Συνοδεύει δὲ τὴν ἀναφοράν του ταύτην μὲ φωτογραφίαν τῆς εἰκόνος καὶ συνάμα μὲ διαφόρους ἐφημερίδας, ἐμπεριεχούσας διατριβὰς, ἀφορώσας αὐτήν. Παραδίδω λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ αὐτὸν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τοῦ ἀναφερομένου καὶ ἐνεργήσῃ ὅ,τι κρίνει καλὸν πρὸς δικαίωσιν αὐτοῦ ἀπέναντι τῶν κόπων του καὶ τῆς ἀξίας τῆς εἰκόνος διά τε τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον παριστᾷ, καὶ τὴν τέχνην.
§3Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. Παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν διδασκάλων ἐκείνων, οἵτινες ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐν ταῖς δεδουλωμέναις Ἐπαρχίαις ἐδίδαξαν τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν εἰς τὴν ἐκεῖσε νεολαίαν, καὶ ἤδη εὑρίσκονται εἰς ἄκραν πενίαν καὶ ἔνδειαν, στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ξηροῦ καὶ μουχλιασμένου ἐπιουσίου ἄρτου, καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἔφθασαν εἰς βαθὺ γῆρας, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐργασθῶσι. Νομίζω δίκαιον εἶναι νὰ τοῖς δοθῇ μικρά τις σύνταξις πρὸς συντήρησίν των διὰ τὸν ζῆλον, ὅνπερ ἔδειξαν εἰς τὴν διανεκῆ ἐξάπλωσιν καὶ διατήρησιν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις τῆς δούλης Ἑλλάδος, πρὸς σωτηρίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ δίκαιον, καὶ εἰς τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους, ἀφοῦ καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς ἀπολαμβάνουσι τῆς συντάξεως χωρὶς νὰ καταθέσουν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς συντάξεως οὐδὲν ποσοστὸν ἐκ τῆς μισθοδοσίας των. Διὸ προτείνω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφασίσῃ ἀνὰ δρ. 150 εἰς ἕκαστον διδάσκαλον, διδάξαντα ἐπὶ 20 ἔτη ἐν ταῖς δεδουλωμέναις Νέαις Ἐπαρχίαις τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν εἰς τὴν ἐκεῖσε νεολαίαν, λόγῳ συντάξεως. Πιστεύω, ὅτι οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ἴσως ἐνθυμοῦνται τὸ ἐπεισόδιον τῆς ἡμιόνου, τῆς ἐργασθείσης εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀθηνᾶς ἐπὶ 20 ἔτη —ἐπεισόδιον, ὅπερ ἀναφέρεται εἰς τὴν παλαιὰν ἱστορίαν τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος,—διὰ ψηφίσματος τοῦ Δήμου Ἀθηνῶν ἀφέθη ἐλευθερία εἰς τὴν ἱερὰν ταύτην ἡμίονον νὰ νέμεται εἰς πάντα κατάφυτον ἀγρὸν ἀνεμποδίστως, καὶ οὕτω ὁ Δῆμος Ἀθηναίων, λόγῳ ἀμοιβῆς, ἄφησεν αὐτὴν ἐλευθέραν νὰ βόσκῃ κατὰ τὸ δοκοῦν. Ἂν λοιπὸν ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἑλλάδι ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ τῶν ἀλόγων ζώων, δὲν εἶναι ἐντροπὴ, οἱ ἀπόγονοι αὐτῶν νὰ μὴ λαμβάνωσι πρόνοιαν διὰ τὰ λογικὰ ὄντα, τὰ μοχθήσαντα καὶ καταστρέψαντα τὴν νεαράν των ἡλικίαν εἰς τὴν μετάδοσιν τῶν γραμμάτων καὶ τῶν φώτων; Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει σκεφθῆ ἐμβριθῶς ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.
§4ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν καὶ τὶ ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ ἑξῆς γεγονότος: Πρὸ τριῶν ἡμερῶν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου πλεῖστοι τῶν συμπολιτῶν μου συνέταξαν ἀναφορὰν, ἀπευθυνομένην εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἀνέφερον καὶ ἐθεώρουν ὡς χρήσιμα καὶ ἀναγκαῖα τὸ νομισματικὸν σύστημα καὶ τοὺς εἰσαχθέντας φορολογικοὺς Νόμους, πλὴν τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν οἴνων, ὅστις, ἕνεκα τῆς εὐτελεστάτης τιμῆς διὰ τῆς ὁποίας πωλεῖται εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου καὶ τὸ γλεῦκος καὶ οἱ οἶνοι, ἐθεωρεῖτο βαρὺς, καὶ ηὔχοντο καὶ ἐπίστευον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μελετήσει ἔτι μᾶλλον τὸ μέρος τοῦτο τοῦ νόμου· διὰ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ὑπογραφεῖσαν παρὰ πολλῶν, ὁ κύριος Ἰω. Κολοκοτρώνης ἀνθυπασπιστὴς ἠπείλει τοὺς ὑπογράψαντας, ὁ δὲ ὑπαστυνόμος τοῦ δήμου Τριπόλεως μετὰ εἴκοσι κλητήρων καὶ ἄλλων ἀτόμων ἐπετέθησαν βιαίως κατὰ τοῦ ἔχοντος τὴν ἀναφορὰν Κωστοπούλου ὀνομαζομένου, ἥρπασαν καὶ ἔσχισαν αὐτὴν, ἐξ οὗ ἐγεννήθη ἀγανάκτησις παρὰ πολλοῖς συμπολίταις μου, καὶ μικροῦ δεῖν ἐγένετο συμπλοκὴ, ἀλλὰ παρεμβάντα δικαστικὰ πρόσωπα προέλαβον τὸ κακόν· κατήγγειλαν τὴν πρᾶξιν αὐτὴν εἰς τὸν κύριον Νομάρχην. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ ἔντιμος κύριος Πρωθυπουργὸς ἐὰν ταῦτα ἔλαβον χώραν καὶ τὶ ἀπεγένετο· διότι τῷ ὄντι, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀκατάληπτον πῶς εἶναι δυνατὸν οἱαδήποτε Ἀρχὴ καὶ μάλιστα δημοτικὴ νὰ τολμήσῃ καὶ καταστρέψῃ διὰ παρανόμου τρόπου τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, ὅπερ τὸ Σύνταγμα καθιέρωσεν ὑπὲρ τοῦ πολίτου. Οἱ τοιοῦτοι ὑπάλληλοι πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν, ἵνα ἐννοήσῃ πᾶσα Ἀρχὴ, ὅτι ὀφείλει νὰ σέβηται τοὺς Νόμους.
§5ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ σᾶς κουράσω, ὄχι διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀπομνημονεύσω ἱστορίας, διὰ νὰ κάμω ἐπίδειξιν, ἀλλὰ διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὄχι μόνον οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ οἱ ἁπλούστεροι τῶν ἀνθρώπων δύνανται νὰ διακρίνουν τὸ καλὸν ἀπὸ τοῦ κακοῦ, καὶ ὅτι, ὅστις ἔχει τὴν διάθεσιν καὶ πρόθεσιν νὰ κάμῃ τὸ καλὸν, καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ τὰς γνώσεις τὰς ἀπαιτουμένας, δύναται νὰ τὸ κάμῃ ἐπίσης καθὼς καὶ ὁ ἐπιστήμων. Δι’ αὐτὸ δὲν ἠθέλησα ποτὲ νὰ ἀναπτυχθῶ ἐπ’ ἄπειρον καὶ νὰ καταναλώσω τὰς πολυτίμους στιγμὰς τοῦ χρόνου. Σήμερον ὅμως ἀναγκάζομαι ν’ ἀπαντήσω, διότι ἓν τῶν μελῶν τῆς μικρᾶς μειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ ἠθέλησε νὰ ἐπερωτήσῃ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῶν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ τῆς Γορτυνίας φυγοδίκων, σκοπῶν βεβαίως οὐχὶ νὰ μάθῃ πράγματι τίνες ἦσαν οἱ φυγόδικοι εἰς τὴν Ἐπαρχίαν τῆς Γορτυνίας, διότι τοῦτο γνωρίζει καλῶς, ἀλλὰ νὰ κατακρίνῃ πλαγίως τὴν Διοίκησιν ἐν Γορτυνίᾳ. Δι’ αὐτὸ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὡς Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας ἐκείνης καὶ ὡς ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρνησιν, ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐν λόγῳ μέλους τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐν Νυμφασίᾳ τῆς Γορτυνίας κυρίως ὑπάρχει εἷς φυγόδικος, ὀνόματι Π. Κοντόπουλος ἢ Κοντόγιαννης, καταγόμενος ἐκ Βυτίνης, κατηγορεῖται δὲ ἐπὶ φόνῳ, καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· τὸν ἀδελφὸν τοῦ ἐν λόγῳ φυγοδίκου Κοντοπούλου, οἰκογενειάρχην πολυμελοῦς οἰκογενείας ἐκ 4–5 μικρῶν ὀρφανῶν, ἐδολοφόνησεν ἐν μέσῳ τῆς ἀγορᾶς Βυτίνης εἷς κομματάρχης τοῦ κυρίου Λαμπρυνοπούλου, βουλευτοῦ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὴν Γορτυνίαν δὲν ἴσχυον οἱ Νόμοι, ἀλλ’ ἴσχυον καὶ διώκουν τὰ ἄτομα. Κύριοι, πρέπει νὰ τὸ πιστεύσητε, καὶ τὸ λέγω ἐν πεποιθήσει, ὅτι πολλαὶ τῶν Ἐπαρχιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ὄχι ὅλαι, ἀπολαμβάνουσι τύπῳ μόνον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Νόμου, εὑρίσκονται ἐκτὸς τοῦ Νόμου· δὲν γνωρίζουν ἂν ἀκόμη ἐξῆλθον ἀπὸ τὸν ζυγὸν τὸν Τουρκικόν· διότι ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποβολὴν τῶν Ὀθωμανῶν ἐγκατεστάθησαν χειρότεροι ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς Πασσάδες ἐντόπιοι κομματάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνειθισμένοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ ἔχουν τὸν λαὸν ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας (ἱλαρότης). Βεβαίως δειλὸς πρέπει νὰ ὀνομασθῇ ὁ λαὸς ἐκεῖνος, διότι ἠνέχθη ἐπὶ τοσοῦτον τοὺς ἀνθρώπους τοὺς εἰθισμένους εἰς τὸ μεσαιωνικὸν τοῦτο σύστημα. Λοιπὸν καὶ ἐν Γορτυνίᾳ εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν δὲν διεῖπον οἱ Νόμοι· ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῆς ἀγορᾶς Βυτίνης ἐφονεύθη ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κοιτοπούλου, οὗτος δὲ, ὅπως λέγουν, διότι δὲν εἶναι βεβαιωμένον, ἐφόνευσε τὸν ἀδελφὸν τοῦ φονέως, ὅστις ἦτο, ὡς εἶπον, κομματάρχης τοῦ κυρίου Λαμπρυνοπούλου, διότι δυστυχῶς εἰς τὸν Δῆμον ἐκεῖνον τοῦ κυρίου Λαμπρυνοπούλου εἶναι τὰ πάθη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἐξημμένα, ὥστε ἡ μερὶς τοῦ ἑνὸς κόμματος δὲν ἀνταλλάσσει χαιρετισμὸν πρὸς τὴν μερίδα τοῦ ἄλλου κόμματος, αὐτὴν δὲ τὴν ἀγρίαν, τὴν ἐμπαθῆ κατάστασιν, ἐπήνεγκον ἐν τῷ τόπῳ οἱ μηδὲν καλὸν ἐννοοῦντες νὰ γείνῃ, εἴτε ὅταν ἦναι ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, εἴτε ἐκτός.
§6Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπερώτησιν κάμνετε, ἢ ἀπαντᾶτε εἰς ἐπερώτησιν;
§7ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς συνάδελφον νὰ διακόπτῃ· δύναται ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον.
§8Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἡ σειρὰ τοῦ κ. Παλαμίδη, οὔτε ἀνήκει εἰς αὐτὸν ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ἐπερώτησιν, ἥτις ἀπηυθύνθη εἰς Ὑπουργόν.
§9ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Εἶναι ἡ σειρά μου νὰ ἀπαντήσω ἐπὶ ὡρισμένου γεγονότος· ἄλλως, σήμερον εἶναι καὶ ἡ ἡμέρα τῶν ἐπερωτήσεων.
§10ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Κύριε Παλαμήδη, ὁ ἐπερωτήσας ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργόν.
§11ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν εἶσθε ἐδῶ, ὅτε ἤρχισα νὰ ὁμιλήσω, διότι, ἂν ἦσθε, θὰ ἠκούσατε πῶς ἐδικαιολόγησα τὴν ἀγόρευσίν μου ταύτην. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ Κοντόπουλος, λέγουν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐφόνευσε τὸν φονέα τοῦ ἀδελφοῦ του, αὐτὸς εἶναι ὁ φυγόδικος, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸς ὁ φόνος διεπράχθη πρὸς ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἦτο ἄλλη Κυβέρνησις εἰς τὰ πράγματα, καὶ ἔκτοτε ἔμενεν ἐν τῇ Βυτίνῃ καὶ οὐδέποτε κατεδιώχθη, διότι εἶναι πλέον φιλήσυχος ἀπὸ τοὺς ἄλλους πολίτας. Αὐτὸς εἶναι ὁ φυγόδικος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ἠνωχλήθη τὸ ἔντιμον μέλος. Τὰ ἄλλα ἐν τῷ Δήμῳ Βυτίνης ὑπάρχουν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε μᾶλλον ἐγὼ ἔχω λόγους νὰ παραπονεθῶ· διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει εἰσπράκτορα ἀποκλειστικῶς φίλον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τοῦ κυρίου Λαμπρυνοπούλου, τὸν Στέφανον Γαβριὴλ, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν, καθ’ ἣν εἶναι Κυβέρνησις, καὶ γνωρίζετε, ὅτι οἱ εἰσπράκτορες εἶναι οἱ μόνοι ἰσχύοντες ἐν τῷ τόπῳ. Εἰρηνοδίκης ἦτο κἄποιος Καραμπατέας, ἀνεψιὸς τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, νῦν δὲ εἶναι ἕτερος συγγενὴς τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου. Ὥστε ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διευθύνουν ἐν τῷ Δήμῳ αὐτῷ, εἶναι τῆς ἀντιθέτου πολιτικῆς, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶχον δίκαιον νὰ παραπονοῦμαι ἐγὼ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως μᾶλλον ἢ ὁ κύριος Λαμπρυνόπουλος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην Ἀρχὴν, ἡ ὁποία μένει ἐν τῷ τόπῳ, τὸν ταχυδρομικὸν Ἐπιστάτην, ὁ κύριος Λαμπρυνόπουλος δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι εἶχε διορισθῆ πρὸ 3 ἐτῶν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ ἀρχηγός του ἦτο φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις τὸν διώρισε, καὶ ὅστις Ἐπιστάτης μοὶ ἔχει γράψει ἔκτοτε καὶ ὁμολογουμένως διατελεῖ ὑπὸ τὴν πλέον ἀμερόληπτον θέσιν, ἐννοῶν νὰ δίδῃ τὰς ἐπιστολὰς καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀντιθέτους, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ κανὲν παράπονον· ἔχω δὲ τὴν ἐπιστολήν του ἀπὸ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἀναφέρει, ὅτι θρησκευτικῶς ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία Κυβέρνησις, οὔτε ἡ προκάτοχος, ἀπέλυσεν αὐτὸν τὸν ἐπιστάτην. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὸν Δῆμον Νυμφασίας, ὁσάκις ἦλθεν ὁ κύριος Λαμπρυνόπουλος, οἱ ἀντίθετοί του πάντοτε ἦσαν ἀποκεκλεισμένοι· τοῦτο συνέβαινεν, καὶ ὁσάκις ἴσχυον οἱ ἀντίθετοι ἐν τῷ τόπῳ, οἱ Λαμπρυνόπουλοι ἦσαν ἀποκεκλεισμένοι. Μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων εἶναι καὶ ἓν ἄλλο περίεργον· εἷς νέος φοιτητὴς ἠθέλησε πρὸ 2 ἐτῶν νὰ γράψῃ πρὸς τὸν πατέρα του πῶς ζῇ εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅτι ἐγνώρισε κάποιον πολιτικὸν καὶ καθεξῆς· ἔστειλε λοιπὸν τὴν ἐπιστολὴν διὰ τοῦ ταχυδρομείου.
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἱστορίαι.
§13ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ναὶ, ἀλλ’ ἐνδιαφέρει ὅλους τοὺς Βουλευτὰς ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, καὶ τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν ἀνεγράφη εἰς τὸ Σύνταγμα ὡς θεμελιώδης Νόμος. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθητε, ὅτι ἀπὸ τὸ 1872 ὑπάρχουν Δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Διοίκησις γίνεται κατὰ τὸ Μπερτολδικὸν δίκαιον. Λοιπὸν εἰς τὸν Δῆμον ἐκεῖνον μόλις περιῆλθεν ἡ ἐπιστολὴ εἰς τοῦ ἐπιστάτου τὰς χεῖρας, καὶ ὁ ἐπιστάτης ἀπεσφράγισεν αὐτὴν, προσέθηκε δὲ τὰς ἰδίας του παρατηρήσεις ἐντὸς τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ἐσφράγισε πάλιν καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸν πατέρα τοῦ νέου. Αὐτὴν τὴν ἐπιστολὴν τὴν εἶχον εἰς τὸ Τμῆμα τῆς Βουλῆς πέρυσι, καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τότε Πρόεδρος τοῦ Τμήματος, ἔλαβε γνῶσιν αὐτῆς. Αὐτὴ λοιπὸν ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Δήμου Νυμφασίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἔκαμε λόγον τὸ ἀξιότιμον μέλος τῆς μικρᾶς μειονοψηφίας. Σήμερον, εἴτε εὐτυχῶς, εἴτε ἀτυχῶς διὰ τὴν Ἐπαρχίαν, οὐδεὶς τῶν ἄλλων βουλευτῶν ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἶμαι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἀνήκω εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἂς τὸ ὁμολογήσουν ἤδη τὰ ἔντιμα αὐτὰ μέλη, ἂν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἐφρόντισα νὰ τελειώσω κανὲν ἔργον διὰ τὸν ἑαυτόν μου, διὰ τὴν οἰκογένειάν μου. Ὁσάκις ἔρχεται ὁ κύριος Λαμπρυνόπουλος, πάντοτε φροντίζει ὁ μὲν εἷς ἀδελφός του νὰ ἦναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ἄλλος νὰ ἦναι Ταχυδρομικὸς Ἐπιστάτης, ὁ ἄλλος νὰ διορίζηται συμβολαιογράφος κλπ. Ἐγὼ δὲ ἔχω ἤδη μίαν καὶ ἡμίσειαν Σύνοδον βουλευτὴς καὶ πολιτεύομαι ὁμοῦ μὲ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις ἂν ἔχω καὶ ἐγὼ ἕνα ἀδελφὸν Πρωτοδίκην, γεγηρακότα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐγνώριζεν οὔτε ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἐνῷ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἐντίμου αὐτοῦ μέλους, ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ἔχει τὸν ἕνα ἀδελφόν του Πρόεδρον ἐντὸς τῆς Πρωτευούσης. Δὲν πρόκειται τώρα νὰ κατακρίνω τὸν κ. Δηλιγιάννην, οὔτε τὸν κ. συνάδελφόν μου, ἄπαγε· ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Λαμπρυνόπουλος ὁμιλῇ περὶ τοῦ Δήμου Νυμφασίας, δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Δηλιγιάννη ὡς Πρόεδρος ἔλαβε μέρος εἰς δίκην, εἰς τὴν ὁποίαν κατηγορεῖτο διὰ τὴν ἁλυκὴν Δομβραίνης ὁ σωματοφύλαξ τοῦ κ. Δηλιγιάννη Ἀλεξάκης, ἐνῷ δὲν ἐπετρέπετο κατὰ τὸν Νόμον νὰ λάβῃ μέρος καὶ νὰ δικάσῃ. Τώρα, ἂν ἐνδιαφέρηται ὁ κ. Δηλιγιάννης διὰ τὸν σωματοφύλακα τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἂς τὸ κρίνῃ ὁ ἴδιος· δύναται νὰ εἴπῃ καὶ νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν συνείδησίν του, ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι πρέπει νὰ ἀπέχῃ τὸ πρόσωπον νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς δίκην, εἰς ἣν ἐνδιαφέρεται ἢ σύνοιδε ἑαυτῷ λόγον ἐξαιρέσεως, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ μάλιστα ὅταν ἦναι Πρόεδρος. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, κ. Λαμπρυνόπουλε, διὰ τὴν Ἐπαρχίαν μας· ἂν θέλητε καὶ διὰ τὴν ἄλλην διοίκησιν ἐν Γορτυνίᾳ, εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω λόγον.
§14ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἂν καὶ φίλος τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἐπερωτήσεων θὰ ἀπευθύνω παράπονά τινα πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἐφιστῶν τὴν προσοχήν των.
§15ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δυνατώτερα.
§16ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ ἰδική μου φωνὴ, κύριε Δημητρακάκη, ἂν δὲν ἦναι ἠχηρὰ, δὲν εἶναι τοὐλάχιστον δύσηχος καὶ δυσνόητος ὡς ἡ ἰδική σας.—Τὸ πρῶτον παράπονον, τὸ ὁποῖον ἔχω καὶ ἐφ’ οὗ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ὅπερ παράπονον προὐκάλεσε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τὴν γενικὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας, τοῦ ἀνεξαρτήτου Βουλευτοῦ Βώλου καὶ φίλου μου κυρίου Φιλαρέτου, εἶναι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μ’ ὅλην τὴν πρόθεσιν, ἣν ἔχει, ὡς ἐκ τῆς ἀμελείας τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας δὲν ἐφαρμόζεται ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων, ὅστις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν καὶ τὴν κρηπῖδα ὀρθῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐναντίον τῆς εὐπρεπείας, ἐναντίον τῆς ὑπολήψεως, ἣν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ κοινωνία πρὸς τοὺς ἐνασκοῦντας τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν, ὅτι εἶναι ἄμωμοι καὶ ἀνεπίληπτοι, ὅτι περὶ τῶν Δικαστῶν δὲν πρέπει νὰ γίνεται συζήτησις, ὡς ἠξίου ὁ Καῖσαρ νὰ μὴ γίνεται συζήτησις διὰ τὴν σύζυγόν του, ἔστω καὶ ἐπ’ ἀρεταῖς, ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ταράσσηται ἡ συνείδησις τῆς κοινωνίας, ἀκούουσα, ὅτι δικαστικός τις εἶναι ἀμφιβόλου χαρακτῆρος, ἐναντίον, λέγω, πάντων τούτων, διατηρεῖ ἐν Πάτραις ἀντεισαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν τὸν κ. Κατσαούνην, καθ’ οὗ, ὡς θετικῶς ἐπληροφορήθην, ἐνεργεῖται ἀνάκρισις ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Μέχρι τοῦδε ἐπικρατεῖ δυστυχῶς ἡ ἀρχὴ, ὁσάκις ἐνεργεῖται ἀνάκρισις κατὰ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οὗτοι νὰ διατηρῶνται εἰς τὰς θέσεις των, μέχρις ὅτου τελεσιδίκως βεβαιωθῇ, ὅτι εἶναι ἔνοχοι τῆς ἀποδιδομένης πράξεως. Ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν εἶναι ἀπολύτως ὀρθή. Φρονῶ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι εὐπρεπέστερον καὶ εὐλογώτερον νὰ ἀπέχωσιν οἱ κατηγορούμενοι δικαστικοὶ τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων των, μέχρις ὅτου βεβαιωθῇ δικαστικῶς ἡ ἀθωότης των. Κατὰ τοῦ κ. Κατσαούνη, ὡς ἔμαθον, ἐνεργεῖται ἀνάκρισις ἐπὶ δωροδοκίᾳ, ἀποδεικνυομένη διὰ τῆς ἐκδόσεως καὶ παραδόσεως καὶ ἀναλήψεως συναλλαγματικῆς 1000 δραχ. Εἶναι εὐπρεπὲς, ὑπαρχούσης τοιαύτης κατηγορίας, νὰ μὴ ἀπέχῃ ὁ κ. Κατσαούνης τῆς ἐνασκήσεως δικαστικῆς ἐξουσίας; Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἐν Πάτραις οὐδὲ ψίθυρος ἠκούσθη περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ κ. Κατσαούνη. Ἀλλὰ δυστυχῶς συμβαίνει διὰ μέλη τινὰ τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, ἐν Ἐπαρχίᾳ τινὶ νὰ τελῶσιν ὄργια, καὶ ἐν ἄλλῃ Ἐπαρχίᾳ νὰ ἐπιδεικνύωσιν ὅλην των τὴν δικαστικὴν ἀκεραιότητα, ὅπως μορφώσωσιν ὑπόληψιν ὑπὲρ ἑαυτῶν, ἀδικοῦντες ἐνίοτε δι’ ὑπερμέτρου αὐστηρότητος, καὶ ἐξαγνισθῶσιν ἀπέναντι τῆς διχαζομένης γνώμης τῆς κοινωνίας διὰ προηγούμενα ἁμαρτήματά των. Παρεμπεσόντος δὲ τοῦ λόγου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, καὶ παραπονεθέντος Βουλευτοῦ τινος, ὅτι μετετέθη ὁ ἀνακριτὴς Κοκκώνης, ἤθελον παρακαλέσει τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀνωτέρων ἐν Πάτραις Δικαστικῶν Ἀρχῶν, ὅπως ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ διὰ τὸν Πρωτοδίκην κ. Κοκκώνην, μετὰ τὴν περάτωσιν ἀνακρίσεώς τινος Σακαλῆ καὶ Ἀνδριοπούλου, κατηγορουμένων ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Ἤθελον σᾶς κουράσει, κύριοι βουλευταὶ, ἂν ἤθελον διηγηθῆ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§17Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ τὴν διηγηθῆτε.
§18ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατηγοροῦντο ἐπὶ πλαστογραφίᾳ ἐν Πάτραις ἰδιαίτεροι συμπολῖται τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κυρίου Πετιμεζᾶ, Σακαλῆς τις καὶ τις Ἀνδριόπουλος, δικαστικὸς κλητήρ. Ἔγκλημα δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ὑφίσταται ἔννομον συμφέρον. Ἐν τούτοις ὑποθέτω, ὅτι ἐτελέσθη ἔγκλημα· συναυτουργοὶ τοῦ ἐγκλήματος ἦσαν ὁ Σακαλῆς, πρὸς ὄφελος καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ ὁποίου ἐγένετο τὸ ἔγκλημα, καὶ ὁ κλητὴρ Ἀνδριόπουλος, ὅστις ἐχρησίμευσεν ὡς ὄργανον τοῦ Σακαλῆ. Ἐν τούτοις ὁ Ἀνακριτὴς τὸν μὲν ἕνα ἀπολύει, τὸν δ’ ἕτερον προφυλακίζει. Διαμαρτύρεται ὁ προφυλακισθεὶς, γράφει ὑπόμνημα· αὐτοστιγμεὶ εἰσάγεται ἐπὶ ἐξυβρίσει, καὶ μὴ ἐπιτραπέντος αὐτῷ, ὡς ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, νὰ ἀποδείξῃ διὰ μαρτύρων τὴν ἀλήθειαν τῶν γραφομένων του, κατεδικάσθη εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν Ἤθελον λοιπὸν ζητήσει ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, περατουμένης τῆς ἐπὶ πλαστογραφίᾳ ἀνακρίσεως τοῦ προφυλακισθέντος κλητῆρος, καὶ ἀποδεικνυομένου, ὅτι εἶναι ἀθῶος, νὰ εἰσαχθῇ ὁ Ἀνακριτὴς ἐπὶ ἀμελείᾳ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, διὰ νὰ ἐννοήσῃ καὶ οὗτος καὶ πᾶς ἀμελὴς Δικαστικὸς, ὅτι ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία δὲν εἶναι ἐξουσία τις αὐθαίρετος, ὅτι ὅσον μεγάλη εἶναι καὶ μεγάλην ἐπίδρασιν ἐνασκεῖ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, τόσον μεγάλα ἐπιβάλλονται καθήκοντα πρὸς αὐτὴν καὶ ὅτι οἱ Δικασταὶ δὲν δύνανται ν’ ἀδικῶσιν, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῶν ἐπάλξεων τῆς ἰσοβιότητος. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐδικαίωσα πληρέστατα τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Βώλου, ζητήσαντα τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων.
§19ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν;
§20ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κύριος Ῥηγόπουλος.
§21ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ δὲ Δικαστής;
§22ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κύριος Κοκκώνης.
§23ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον.
§24ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸν λόγον.
§25ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις τώρα.
§26ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπειδὴ ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, πρώην Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Πατρῶν, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διαγωγὴν τοῦ συμπολίτου του κ. Κατσαούνη, οὗτινος ἐζήτει τὴν προαγωγὴν, παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ὅπως γείνῃ εὐρυτέρα συζήτησις περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Τὸ δεύτερον παράπονον, ὅπερ ἔχω, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῶν Καλαβρύτων ὁ Ἔφορος, καίπερ τίμιος καὶ ἱκανὸς ὤν, προκειμένου περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτήρων βοῶν, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὸν πέρυσι συνταχθέντα φορολογικὸν κατάλογον, καὶ ἐνῷ πλεῖστοι ὅσοι φορολογούμενοι μετεβίβασαν τοὺς βόας των, συμμορφωθέντες πρὸς τὸν νόμον, ὁ Ἔφορος τοὺς ἐνέγραψεν εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους, καίπερ μὴ ἔχοντας βόας ἀροτῆρας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ ἀδίκημα. Τὸ τρίτον παράπονον, ὅπερ ἔχω, ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρωθυπουργόν. Ἐν Πάτραις ἤδη τελοῦνται πολλὰ δημόσια ἔργα, καὶ ἐνῷ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐργοδηγῶν, μετετέθησαν πάντες ἐκεῖθεν, διότι δὲν ἀρέσκεται τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων εἰς τὴν δραστηριότητα τοῦ Νομομηχανικοῦ Σάουροτ, οὗτινος διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀφαιρεῖ πάντα τὰ ὄργανα, καὶ οὕτω παραλύει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Εἰς τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων ὁμιλεῖτε αἴφνης περὶ ἔργων ἐν Πάτραις, καὶ σᾶς ἀπαντῶσι περὶ Κωπαΐδος (ἱλαρότης). Πρέπει νὰ ἐννοήσῃ τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων, ὅτι καλεῖται πρὸς ἐκπλήρωσιν καθηκόντων, καὶ δὲν ἐννοῶ μόνον τὸν Τμηματάρχην τῶν Δημοσίων Ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐννοῶ καὶ Τμηματάρχας τινὰς ἄλλων Ὑπουργείων, οἵτινες παρεμβάλλουσι προσκόμματα εἰς τὴν περάτωσιν ὑποθέσεων πλείστων πολιτῶν. Μεταβαίνει τις, ὅπως παραστήσῃ τὸ δίκαιον ὑποθέσεώς τινος παρὰ Τμηματάρχῃ τινὶ, καὶ τὸν βλέπετε συνωφρυωμένον, σοβαρὸν, μὴ ἀνεχόμενον παραστάσεις, καταρώμενον τὴν ὑπηρεσίαν, μεμψιμοιροῦντα κατὰ τῶν βουλευτῶν, ὡς πιεζόντων αὐτὸν, ἐνῷ οὗτοι ἐκ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαλλήλων ἔχουσι, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, τὴν μερίδα τοῦ λέοντος· ἐνῷ οἱ βουλευταὶ ἀγωνίζονται περὶ διδασκάλου τινὸς ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ των, ἀκούεται παρὰ τῶν Τμηματαρχῶν, ὅτι ζητοῦσι ῥοσφέτια. Δέον οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν τῶν Τμηματαρχῶν.
§27ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, κύριοι Βουλευταὶ, ἀληθῶς λυπηρὸν, ὅταν δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς ἰσοβιότητος δὲν ἐκπληρῶσιν εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν εἰς αὐτοὺς οἱ Νόμοι. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπίσης λυπηρὸν, ὅταν ἄνθρωποι, περιβληθέντες ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν των μὲ τὴν ὑψηλὴν ἐντολὴν ν’ ἀντιπροσωπεύωσιν αὐτοὺς ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν γενικῶν συμφερόντων, νομίζουν, ὅτι ἀποκτῶσιν ἐντεῦθεν τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα κανονισμοῦ τῶν συνειδήσεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ μομφῶν καὶ ἐπικρίσεων τῶν ἐνεργειῶν ἐντίμων ὑπαλλήλων παντὸς ἄλλου κλάδου. Ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Πατρῶν κύριος Κατσαούνης εἶναι συμπολίτης μου, δὲν εἶναι ὅμως φίλος μου κομματικός. Ἐὰν νομίζω χρέος μου νὰ λάβω τὸν λόγον σήμερον ὑπὲρ αὐτοῦ, τὸ πράττω, διότι ὡς Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐγνώρισα τὴν ἀρετὴν, τὴν τιμιότητα, τὴν δραστηριότητα τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐπανειλημμένως καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπρότεινα, ὅτι εἶναι ἄξιος νὰ καθέξῃ θέσιν ἀνωτέραν. Ὁσάκις ὁ κύριος Κατσαούνης διηύθυνε τὴν Εἰσαγγελίαν Πατρῶν, ἡ Εἰσαγγελία αὕτη, ἥτις εἶναι ἐπιβαρυμένη μὲ πολλὰς καὶ ποικίλας ἐργασίας, καθίστατο ἐνήμερος καὶ ἐλειτούργει κανονικῶς. Ταῦτα γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, καὶ διὰ τοῦτο βεβαιῶ ταῦτα ἤδη ὡς Βουλευτής. Τί ἔρχονται λοιπὸν τώρα καὶ λέγουν κατὰ τοῦ Ἀντεισαγγελέως; ὅτι δῆθεν ἐγένετο καταμήνυσις κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Ἀλλὰ δύναταί ποτε ἁπλῆ μήνυσις νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ χαρακτῆρος οἱουδήποτε ὑπαλλήλου; Καὶ δὲν δύναται τάχα οἱοσδήποτε ἄθλιος νὰ ἀπευθύνῃ μήνυσιν καὶ κατὰ τοῦ ἐντιμοτέρου ὑπαλλήλου; Καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦτο νὰ σπεύσῃ νὰ μεταθέσῃ τὸν ὑπάλληλον, παρέχουσα οὕτως εὐχερὲς μέσον εἰς τὴν κακοήθειαν πρὸς ἐπηρεασμὸν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων; Φρονῶ, ὅτι οἱ ἔχοντες παράπονα κατὰ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἰδίως οἱ Βουλευταὶ, οἱ ἐπιζητοῦντες ἐνίοτε ἐν καλῇ πίστει παρὰ τῶν ὑπαλλήλων πράγματα μὴ ἐντελῶς ἴσως βάσιμα, ὀφείλουσι, πρὶν ἢ προσέλθωσιν ἐνταῦθα, νὰ ὑποβάλλωσιν αὐτὰ εἰς τοὺς ἀμέσως προϊσταμένους, καὶ ἂν δὲν ἐπέλθῃ θεραπεία, τότε νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων. Μᾶς ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας ὡρισμένην περίπτωσιν παραπόνου, διετύπωσεν αὐτὴν ὡς τὴν παρέστησαν αὐτῷ ἢ ὡς τὴν ἀντελήφθη, καὶ ἰσχυρίζεται ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς, ὅτι ἔπρεπε νὰ παυθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ νὰ μετατεθῇ ὁ Ἀνακριτής. Ἀλλ’ ὑπεράνω τοῦ Ἀνακριτοῦ ὑπάρχει τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, καὶ ὑπεράνω αὐτοῦ ὑπάρχει παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελεὺς καὶ Συμβούλιον Ἐφετῶν. Διατί νὰ μὴ ὑποβληθῇ εἰς τὰς Ἀρχὰς ταύτας τὸ παράπονον; Τίς ἡ ἀνάγκη τῆς μεσολαβήσεως τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν ἐπερωτήσεων ἐπὶ ὑποθέσεων, ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα ἀνωτέρων Δικαστικῶν Ἀρχῶν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλον τὸ σέβας; Μόνη λοιπὸν κανονικὴ ὁδὸς ἦτον ἡ τῆς ὑπηρεσίας. Οὐχ ἧττον ἀπόκειται εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, καὶ ἂν ἦναι σύμφωνοι μὲ τὰς ἰδέας τοῦ προλαλήσαντος, θέλει βεβαίως ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν του· ἐὰν ὅμως αἱ πληροφορίαι εἶναι ἐναντίαι, τότε ἡ ἐπερώτησις οὐδεμίαν θὰ ἐξασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὑπαλλήλων, εἰς οὓς ἀφορᾷ· θὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ γενομένη.
§28Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριοι, οὐδὲν ἄλλο ἐπεζήτησα παρὰ ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος, πρῴην Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Δικαστικὸν Ὀργανισμὸν, νὰ ζητηθῶσιν αἱ δικογραφίαι μετὰ τὴν περάτωσιν τῶν ἀνακρίσεων, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις πειθαρχικῆς τιμωρίας τοῦ Δικαστοῦ, νὰ τιμωρηθῇ. Ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος θέλει νὰ δικαιολογήσῃ καὶ τοὺς παρεκτρεπομένους Δικαστὰς, διότι ὑπῆρξε καὶ Εἰσαγγελεὺς καὶ Δικαστής· ἀλλὰ λέγω πρὸς τὸν κύριον Κωνσταντόπουλον, ὅτι ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία, προκειμένου περὶ τῶν μελῶν της, δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της ἐπακριβῶς. Καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Πρωτοδίκης τις κατηγορεῖτο ἐπὶ κλοπῇ χρημάτων· ἡ ὑπόθεσις ἔφθασε μέχρι τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, καὶ εἰς τὸ βούλευμα ἐκεῖνο παρατηρεῖται τὸ ἀλλόκοτον φαινόμενον, ἐνῷ αἱ σκέψεις εἶναι παραπεμπτικαὶ, διὰ τοῦ διατακτικοῦ παύει πρὸς καιρὸν ἡ καταδίωξις. Δυστυχῶς τὸ αἴσθημα τῆς συμπαθείας καὶ συναδελφότητος ἐπεκράτησε κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος ἐκείνου τοῦ αἰσθήματος τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τὸν κύριον Κατσαούνην ὑποθέτω καὶ εὔχομαι ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀθωότης του, ἀλλ’ ἐννοῶ νὰ λειτουργήσῃ καὶ ἡ ἀνάκρισις, καὶ τὰ Συμβούλια νὰ πράξωσι τὸ καθῆκόν των, ὅπως μὴ ἐπανίδωμεν ἓν βούλευμα τοιοῦτον, οἷον τὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν. Δὲν ἔχει δὲ οὐδὲν δίκαιον ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος ἀποκρούων τὰς ἐπερωτήσεις, προκειμένου περὶ ἐνεργειῶν καὶ πράξεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§29ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30ΡΟΥΦΟΣ. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§31ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι πρέπει ἕκαστος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει ν’ ἀπαντήσῃ.
§32ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καλλίτερον νὰ λάβητε ὅλας τὰς ἀπαντήσεις.
§33ΣΤΑΪΚΟΣ. Τότε ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τῆς ἐπερωτήσεως. Ἤδη ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ν’ ἀπαντήσῃ, ἐνῷ δὲν ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§34ΡΟΥΦΟΣ. (Καταβαίνει τὸ βῆμα).
§35ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ οὔτε κατέκρινα, οὔτε ἐξύβρισα τὰ μέλη τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας· ἐπέστησα μόνον τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν καὶ πράξεών τινων ὑπαλλήλων, ζητήσας, ὅπως ἐφαρμόζηται ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων. Ἐὰν ὁ Κοκκώνης ἀπέδειξεν ἀμέλειαν, νὰ τιμωρηθῇ· ἐὰν τοὐναντίον, νὰ κηρυχθῇ ἄξιος περισσοτέρας τιμῆς. Ἐὰν ὁ Κατσαούνης ἦναι ἔνοχος διὰ τὴν δωροδοκίαν, νὰ παραπεμφθῇ, ἐὰν ἀθῶος, νὰ προαχθῇ. Δὲν ἐννοῶ ὅμως νὰ συμβαίνῃ ὅ,τι συνέβη πρὸ μικροῦ, κατηγορουμένου δικαστοῦ τινος ἐπὶ κλοπῇ. Βουλεύματός τινος τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν αἱ μὲν σκέψεις εἶναι παραπεμπτικαὶ, διὰ τοῦ διατακτικοῦ δὲ παύει πρὸς καιρὸν ἡ καταδίωξις. Τοιαῦται πράξεις, τοιαῦτα βουλεύματα, δὲν ἀναβιβάζουσι τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν, τοὐναντίον τὴν κατεξευτελίζουσι καὶ καταῤῥυπαίνουσιν. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, ὡς ἐκ τῶν τῶν ὁποίων ἐζήτησα, ὅπως πραγματοποιηθῇ ἡ εὐχὴ, ἣν ἐξέφρασεν ὁ κύριος Φιλάρετος, ὅπως γείνῃ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Ὀργανισμοῦ αὐτῶν.
§36ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησα, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω ἀντιῤῥήσεις εἰς ἐπερωτήσεις, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦνται πληροφορίαι περὶ ὡρισμένην ἐνέργειαν οἱωνδήποτε ὑπαλλήλων. Βεβαίως ἀπαραίτητον καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ συλλέξῃ καὶ διαβιβάζῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας τὰς σχετικὰς πληροφορίας. Ἀντίῤῥησιν ἀντέταξα κατ’ ἐκείνων μόνον τῶν ἐπερωτήσεων διὰ τῶν ὁποίων, ἀντὶ αἰτήσεων πληροφοριῶν, ἀνακηρύσσονται ἐκ τῶν προτέρων ὡς ἔνοχοι ἀθεμίτων πράξεων ἄνευ ἀποδείξεώς τινος ἔντιμοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, καὶ γίνεται χρῆσις ἐκφράσεων τοσοῦτον πικρῶν, ὡσανεὶ ἐσκόπουν οἱ ὑποβάλλοντες αὐτὰς νὰ μορφώσωσιν ἐκ συναρπαγῆς κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τούτων τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας. Τὰς τοιαύτας ἐπερωτήσεις ἐθεώρησα μὴ ἐμπρεπούσας, καὶ τοιαῦται ὑπεβλήθησαν περὶ τῶν κυρίων Κατσαούνη καὶ Κοκκώνη ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος.
§37ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, σπουδαιότερον καὶ ὑψηλότερον ζήτημα τοῦ ζητήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν τὴν στιγμὴν ταύτην· διότι, ὅταν ἡ Δικαιοσύνη πάσχῃ, πάσχει ἡ κοινωνία, πάσχει ἡ Πολιτεία, καὶ τὰ ἐμβαλώματα τῶν Νόμων εἰς οὐδὲν συντελοῦσι. Χαίρω πολὺ, διότι συνεπείᾳ ἀλλεπαλλήλων ἐπερωτήσεων, σχετικῶν πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν τῆς Δικαιοσύνης κατάστασιν, ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν, ὅπως ἐνασχοληθῇ πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς νόσου καὶ ὑποδείξῃ τὰ φάρμακα. Συνεπείᾳ μιᾶς ἐπερωτήσεώς μου, ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προεκάλεσεν ἀπαντήσεις τῶν κυρίων Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος κατέθεσεν εἰς τὸ Γραφεῖον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχω ὑπὸ μελέτην. Εὐχαριστῶ ἐπίσης τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις κατέθεσε τὰς στατιστικὰς περὶ τῆς Πολιτικῆς Δικαιοσύνης πληροφορίας. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ στατιστικὰς πληροφορίας περὶ τῶν ἐκκρεμῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, εἰ δυνατὸν δὲ καὶ περὶ τῶν παραγραφομένων ἀδικημάτων. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ὅπως τὸ μεθεπόμενον Σάββατον συζητήσῃ πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου γενικῶς, ἐννοῶ ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ διατί δὲν ἐφαρμόζεται ὁ κατ’ ἐξοχὴν Νόμος, δηλαδὴ ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων, διατί δὲν εἶναι ὅσον ἔπρεπεν ἐνήμερα τὰ Δικαστήρια, καὶ ἐν γένει περὶ παντὸς θέματος σχετικοῦ ὡς πρὸς τὴν καλὴν καὶ ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§38ΤΙΝΕΣ. Ποίαν προτείνεις θεραπείαν;
§39ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον μίαν ἐπερώτησιν, ἥτις, ὑποθέτω, εἶναι ἐνώπιον ὑμῶν. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ὑπεστήριξα, ὅτι ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων δὲν λειτουργεῖ. Οἱ Νόμοι, οὓς φαμπρικάρομεν, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε τὴν λέξιν, εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσιν, ἢ πολὺ ὀλίγον δύνανται νὰ ὠφελήσωσιν, ἐὰν ὁ σπουδαιότερος τῶν Νόμων, ὁ ὁποῖος ῥυθμίζει τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ λειτουργῶσι τὰ Δικαστήρια, δὲν ἐφαρμόζηται. Τοῦτο ὑπεστήριξα· ῥητῶς δὲ ὑπέδειξα τὰς διατάξεις, αἵτινες δὲν ἐφαρμόζονται. Συνεπείᾳ λοιπὸν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνεκοίνωσεν ὅσας εἶχε πληροφορίας. Φρονῶ ὅμως, ὅτι εἶναι ἄξιον τῆς Βουλῆς νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, ἂς ὁρίσῃ τὸ μεθεπόμενον Σάββατον ὡς ἡμέραν συζητήσεως, τότε δὲ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποστηρίξω τὰ ἐν τῇ ἐπερωτήσει μου, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντέκρουσε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον.
§40ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τοῦτο, τότε θ’ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, αἵτινες θὰ γείνουν καθ’ ὅλην τὴν ἑβδομάδα. Ἐγὼ λοιπὸν ὑποστηρίζω τὴν πρότασίν σας, λέγω νὰ προσδιορισθῇ μία ἄλλη ἡμέρα.
§41ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἰς ἐμὲ δὲν ἐνδιαφέρει ἐὰν Σάββατον ἢ ἄλλη ἡμέρα ὁρισθῇ πρὸς συζήτησιν· ἀρκεῖ νὰ ὁρισθῇ συντόμως.
§42ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§43ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπεθύμουν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας ν’ ἀνεβάλλετο. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν πρέπει διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἐγὼ σκοπὸν εἶχα ν’ ἀποδώσω κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὸν νῦν Ὑπουργὸν τὰ συμβάντα, ἅτινα ἀνατρέχουσιν εἰς πολὺ προγενεστέραν ἐποχήν. Ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο καὶ πρὶν τῆς ἐλεύσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δὲν ἔπαυσαν νὰ γίνωνται καὶ μετὰ τὴν ἔλευσίν της. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ὁ πρωταίτιος, καὶ δὲν ὑπεστήριξα διὰ τῶν ἐπερωτήσεών μου τοῦτο· ἀλλ’ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως, δὲν θέλω συμφωνήσει μετὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς πολλά, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, καθόσον ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν ὑπεστήριξα καὶ θέλω ὑποστηρίξει, ὅτι πολλαὶ διατάξεις αὐτοῦ χρησιμώταται περιέπεσαν εἰς ἀχρηστίαν ἄνευ λόγου.
§44ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§45ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει πολὺ καλὴν ἰδέαν περὶ τῶν δικαστικῶν ἐκείνων, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, καὶ τοὺς ὁποίους σᾶς πληροφορῶ, ὅτι δὲν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ τοὺς γνωρίσω προσωπικῶς. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑβρίζῃ τις ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρόντες καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀπολογηθῶσι. Τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἦλθε ν’ ἀναιρέσῃ τὰ περὶ τῶν δικαστικῶν τούτων ὑπαλλήλων παρὰ πάντων ὁμολογούμενα καὶ νὰ εἴπῃ περὶ τοῦ κ. Κοκκώνη ὅ,τι δὲν ἔπρεπε (θόρυβος). Ὁ κύριος Κοκκώνης ἐξεπλήρωσε πάντοτε τὸ καθῆκόν του.
§46ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὅπως ὁ κύριος Ῥηγόπουλος ἄλλοτε εἰς τὸ Ναύπλιον.
§47ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ καθῆκόν μου τὸ ἐξεπλήρωσα πάντοτε, ὅπως τὸ γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαός (θόρυβος).
§48Σ. ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, μετὰ τὸ εὐχάριστον τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέγνωσε περὶ τοῦ κυρίου Παχὺ, δὲν δύναμαι νὰ προχωρήσω σήμερον εἰς εὐρυτέραν συζήτησιν, καίτοι διαφωνῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς φυλακίσεως τοῦ κ. Παχὺ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον δὲ ζήτημα, λέγω ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περὶ τοῦ μὴ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Ἀγαπηνοῦ καὶ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Δουκάκη, δὲν εἶναι ἀληθεῖς· ἐπειδὴ ὅμως ἀνέμιξε τὴν ἐπερώτησίν μου μετὰ τῆς ἐμῆς ὑποθέσεως καὶ ὑπεξέφυγεν οὕτω λίαν τεχνηέντως τὴν σημερινὴν συζήτησιν, διὰ τοῦτο ἐπιφυλάττομαι νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεώς μου.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διαψεύσητε.
§50ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάττομαι νὰ εἴπω ἐγὼ τοὺς ἀληθεῖς λόγους τοῦ μὴ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Ἀγαπηπνοῦ, διότι οἱ ῥηθέντες σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγνώσατε τὴν ἐπερώτησίν σας.
§52ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ἐγὼ τί ἐζήτησα (ἀναγινώσκει τὴν ἐπερώτησίν του)· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐξέθηκε τοὺς ἀληθεῖς λόγους σήμερον.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶσθε κατηγορούμενος καὶ ὅτι εἶσθε καὶ Βουλευτής.
§54ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀργότερα θὰ ἴδωμεν ποῖοι εἶναι κατηγορούμενοι καὶ ὑπὸ ποίας ἐγκληματικὰς πράξεις.
§55Σ. ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθαύριον θὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἴδωμεν τίς εἶναι κατηγορούμενος καὶ τίς ἀθῶος· σήμερον ὑπεξεφύγετε τὴν συζήτησιν· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται, ὅτι σᾶς ἐδίδαξε πῶς νὰ ἐκφεύγητε τὰς συζητήσεις.
§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ κύριος Ράλλης δὲν ἔχει ἀνάγκην διδαχῆς.
§57ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης, ὅπως γένηται εὐρυτέρα ἡ συζήτησις αὕτη· διότι συχνάκις ἀκούονται ἀπὸ τοῦ βήματος παράπονα προσωπικὰ κατὰ τῶν μελῶν τῆς δικαιοσύνης, ἀναγκάζεται δ’ ἐξ αὐτῶν ὁ Ὑπουργὸς νὰ προέρχηται εἰς ἀπαντήσεις καὶ νὰ προκαλῶνται ὁμιλίαι. Τοιαῦτα προσωπικὰ ζητήματα καὶ τὴν δικαιοσύνην βλάπτουσι καὶ τῆς Βουλῆς τὴν ἀποστολὴν καταβιβάζουν καὶ τὰς ἀμοιβαίας σχέσεις τῶν Ἐξουσιῶν συγχύζουσιν. Εἶναι ὀρθὸν διὰ τοῦτο ν’ ἀναπτυχθῇ σοβαρῶς, καὶ ληφθῶσι μὲν μέτρα περὶ τῶν τυχὸν ἐλλείψεων τοῦ Ὀργανισμοῦ, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦται, δοθῇ δὲ ἓν πέρας εἰς τὸ σύστημα τῶν παραπόνων κατὰ τῶν δικαστῶν, καὶ ἀκουσθῶσι καὶ παρατηρήσεις ὑπὲρ αὐτῶν τῶν δικαστῶν, διότι καὶ αὐτοὶ ἔχουσι παράπονα, περὶ τῶν ὁποίων δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ συντόμως πρόνοια. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ὁρίσῃ πρὸς τοῦτο μίαν ἡμέραν, οὐχὶ Σάββατον, ὅπερ καταναλίσκουσιν αἱ ἐπερωτήσεις, ἐκτὸς ἂν προηγηθῇ αὐτῶν, καὶ ἡ συζήτησις ἃς γενῇ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς προτάσεως, ἥτις ἐστὶν ὑποβεβλημένη ὑπὸ τοῦ κ. Φιλαρέτου.
§58ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν προσεχῆ Πέμπτην.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Σάββατον.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι πρῶτον πολιτικὸν σῶμα καὶ ἔπειτα νομοθετικόν. Αὐτὸ τὸ ζήτημα δύναται νὰ ἔλθῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν.
§61ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μερικοὶ ἐκ τῶν συναδέλφων νομίζουν, ὅτι προσδιωρίσθη τὸ Σάββατον δι’ ἐπερωτήσεις καὶ πρὸς τοῦτο εἴμεθα δεσμευμένοι. Ὁ Βουλευτὴς δύναται νὰ συζητήσῃ ὁπότε θέλῃ.
§62Γ. ΡΟΥΦΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§63Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι τόσον ἁβροφρόνως εὐηρεστήθη ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἀπηύθυνε προχθές. Τὸν παρακαλῶ ὅμως ἐφεξῆς, ὅταν πρόκειται νὰ ἀπαντᾷ εἰς ἐπερωτήσεις Βουλευτῶν, νὰ ᾖναι προσεκτικώτερος, ὥστε νὰ ἀντιλαμβάνηται καθ’ ὁλοκληρίαν τῶν λόγων καὶ τῶν παραστάσεων, τὰς ὁποίας οἱ Βουλευταὶ ποιοῦνται· διότι, ἂν ἤθελε λάβει τὸν κόπον νὰ προσέξῃ εἰς τὸ τέλος τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἤθελεν ἀκούσει ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατήγγειλα ὡρισμένας πράξεις καὶ παρανομίας τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς καὶ ἐζήτησα τὴν παρέμβασιν τῶν Ὑπουργῶν, ἵνα διορθώσωσι τὰ κακῶς γενόμενα, τιμωρηθῶσι δὲ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ἐνεπιστεύθη μέρος τῆς ἐξουσίας, τῆς ὁποίας ὅμως ποιοῦνται χρῆσιν ἢ πρὸς ἰδιοτέλειαν ἢ πρὸς ἀθέμιτον περιποίησιν φίλων των. Πρὶν ἐν τούτοις ἀνταπαντήσω εἰς τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοπίστου συναδέλφου μου κυρίου Πήλικα καθόσον ἀφορᾷ τὴν πληροφορίαν, ἣν ὁ Ἔπαρχος, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς θέσεως τῆς οἰκίας, ἥτις προσεφέρετο ὡς λιμενικὸν κατάστημα ἀντὶ 25 δραχμῶν. Κύριε Πήλικα, ὁμολογήσατε καὶ βεβαιώσατε σεῖς ἂν ἡ οἰκία Βαλσαμάκη εἶναι ἀπόκεντρος, ὡς διατείνεται ὁ Ἔπαρχος.
§64ΠΗΛΙΚΑΣ. Καὶ αἱ δύω εἶναι παραθαλάσσιοι· ἡ ἐνοικιασθεῖσα εἶναι μᾶλλον παραλία· ὀλίγον ἀπέχουν ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλην.
§65ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ ᾖναι κεντρικὰ τὰ Λιμεναρχεῖα, διότι προσπελάζονται ἐκεῖ οἱ ναῦται.
§66ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ κύριος Πήλικας σᾶς εἶπεν ὅτι καὶ αἱ δύω οἰκίαι εἶναι κεντρικαί· παραδέχομαι τοῦτο χάριν τοῦ κυρίου Πήλικα, ὁ ὁποῖος ὅμως ἤθελεν εἶσθαι μᾶλλον ἐν τῇ ἀληθείᾳ, λέγων, ὅτι ἡ πόλις ἡμῶν ἔχει μίαν μόνον πλατεῖαν ἐπὶ τῆς προκυμαίας, ὅπου καὶ ἡ ἀποβάθρα, ἐπ’ αὐτῆς δὲ ὑπάρχει ἡ οἰκία Βαλσαμάκη, ἐνῷ ἡ ἐνοικιασθεῖσα ἐσχάτως εἶναι εἰς τὸν περίπατόν μας. Λοιπὸν εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ὁ Ἔπαρχος ἠπάτησε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, παριστῶν ἀπόκεντρον τὴν οἰκίαν Βαλσαμάκη, καὶ διὰ τῆς ἀπάτης ταύτης ὑποχρέωσε τὸ Δημόσιον καὶ ἐνοικίασεν, ἀντὶ μεγαλειτέρου ἐνοικίου, οἰκίαν ἀπέχουσαν τοῦ κέντρου τῆς πόλεως. Τώρα καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν φανοκόρων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δυστυχῶς, ἐνῷ ἔχει τόσα ἄλλα προσόντα, στερεῖται φαίνεται μνήμης. Νομίζω, ὅτι εἶναι νωπὴ, ἂν καὶ δὲν εἶναι ἐντελῶς πρόσφατος, ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμε πέρυσιν ἡ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰλικρινὴς ἐξομολόγησίς του, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς φέρω τὰ πρακτικά. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐλθὼν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εὗρε φανοκόρους ἐν Ἰθάκῃ συμφώνως μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Νόμου, δηλαδὴ ναύτας παλαιοὺς, ἔχοντας τὰ φυλλάδιά των καὶ ἡλικίαν κατωτέραν τῶν 50 ἐτῶν. Τοῦτο ὅμως ἀντέκειτο εἰς τὰς προθέσεις τοῦ κυρίου Ρούφου· εἶχεν ἀνάγκην οὗτος νὰ εἰσέλθῃ ὁπωσδήποτε ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς· εὑρίσκων δὲ τὰς θύρας κεκλεισμένας, εἰσῆλθε διὰ τῆς θυρίδος. Μὴ δυνάμενος νὰ παύσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, ὑπεκρίθη ὅτι τοὺς μεταθέτει, τὸν μὲν εἰς τὴν Πύλον, τὸν δὲ δὲν εἰξεύρω ποῦ. Μετέθετε λοιπὸν ἀνθρώπους, λαμβάνοντας 40 δραχμὰς κατὰ μῆνα, διὰ νὰ βιασθῶσι νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἐπεδίωκεν ὁ Ὑπουργὸς, δηλαδὴ νὰ παραιτηθῶσι. Δὲν εἰξεύρω ὅμως καὶ ἐὰν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὰς παραιτήσεις των, ἀφοῦ αὐτοὶ ὑπηρέτουν μὲ θετείαν ὡρισμένην. Ἐν τούτοις ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς, ἀφορῶν μόνον εἰς τὸν σκοπόν του, τοῦ νὰ πραγματοποιήσῃ καὶ εὐχαριστήσῃ, λόγῳ ἀμοιβαιότητος, πόθους φίλων του, ἀπεδέξατο ἀδιστάκτως τὰς παραιτήσεις καὶ ἐτοποθέτησεν οὓς τῷ ὑπέδειξαν οἱ ὑποχρεωτικοὶ φίλοι του. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶχον τὰ προσόντα, διώρισεν αὐτοὺς ἡμερακαματιάριδες. Δὲν ἐσεβάσθη λοιπὸν τὸν Νόμον ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἀλλὰ δὲν ἐσεβάσθη οὔτε τὸν λόγον του, ὃν ἔδωκε πέρυσιν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἄνθρωπος ὅστις εἶναι γνωστὸν πόσον σέβεται τὸν λόγον του, καὶ ἑαυτὸν, καὶ ὅστις μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ κατάστασις ἦτο προσωρινὴ καὶ δι’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἐξακολούθη ἡ παρανομία.
§67ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ηὕραμεν.
§68ΣΤΑΪΚΟΣ. Πολὺ ἀτυχὴς εἶναι ἡ δικαιολόγησίς σου, καὶ σὲ συλλυποῦμαι. Ὡς πρὸς τὸ τρίτον ζήτημα, τοῦ διορισμοῦ δηλονότι προσωπικοῦ εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Ἰθάκης καθ’ ὑπέρβασιν, τοῦτο τὸ ὡμολόγησεν ὡς καλὸς χριστιανὸς, καὶ ἐγὼ, ὡς καλὸς ἐπίσης χριστιανὸς, δὲν ζητῶ τὴν καταδίκην του ἐπὶ τούτῳ, καὶ τὸ ἀφίνω διὰ τὴν ἱστορίαν. Ἐγὼ, κύριοι, ἐκτιθέμενος παρανομίας ὡρισμένας, ἐνόουν, τοὐλάχιστον μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, νὰ μὴ θεωρήσω ὑπόλογον τὴν Κυβέρνησιν· ἀφ’ ἧς ὅμως οἱ Ὑπουργοὶ ἀναδέχονται εἰς ἑαυτοὺς τὴν εὐθύνην, τὸ ζήτημα καθίσταται διάφορον. Βεβαιῶ ὅμως τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἠδυνάμην καὶ δύναμαι νὰ κάμω χρῆσιν δικαιώματος, τὸ ὁποῖον μοὶ παρέχει ὁ Νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, καὶ δὲν θὰ λείψωσιν 20 βουλευταὶ, δυνάμενοι νὰ ὑπογράψουν κατηγορητήρια κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ ῥητῇ παραβιάσει τῶν Νόμων. Ἐὰν δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς στηρίζηται σήμερον εἰς τὴν διαφορὰν 7 ἢ 8 ψήφων.......
§69ΤΙΝΕΣ. 17.
§70ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἔστω. — Ἀλλ’ ἂν ἡ διαφορὰ ἦναι 7, ἢ 17, ἢ 27, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν συνδρομὴν ἀνδρῶν ἀνεξαρτήτων, ἀνδρῶν, προεξαρχόντων ὁπωσδήποτε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των, τοὺς ὁποίους ἡ πεποίθησις, ὅτι ὑποστηρίζουν ἠθικὴν Κυβέρνησιν, ἐξακολουθεῖ νὰ κρατῇ ἀκόμη παρ’ αὐτῇ. Ὅταν ὅμως διὰ τῶν πράξεών των οἱ Ὑπουργοὶ συντρέχωσιν εἰς τὸ νὰ ἐλαττώνουν τὴν πίστιν καὶ τὴν ἠθικὴν δύναμιν τῆς Κυβερνήσεως, ἂς ἦναι βέβαιοι, ὅτι τὸ ἐξαγόμενον θὰ ἦναι ἡ πλειονοψηφία νὰ κατασταθῇ μειονοψηφία, καὶ εἶναι πάντατε καιρὸς νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τοῦ κυρίου Γεωρ. Ῥούφου ὁ Νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν.
§71ΡΟΥΦΟΣ. Μετ’ ὀλίγον θὰ σᾶς φέρω ἐκθέσεις, διὰ νὰ ἴδητε ἐὰν ἐζημίωσα τὸ Κράτος.
§72ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπήντησεν ὡς πρὸς τοὺς προβιβασθέντας ναυπηγοὺς, ὅτι ἦσαν ναυπηγοί. Ἀφοῦ ἐπὶ τόσα ἔτη κατεδείχθη ἡ ἀνάγκη τῆς τακτοποιήσεως τοῦ κλάδου τοῦ Μηχανικοῦ καὶ ἐψηφίσθη Νόμος περὶ μηχανικῶν, ἡ ἄρνησις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου ἐπήνεγκεν ὀλέθρια ἀποτελέσματα εἰς ἀξιότιμα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἤδη ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐξακολουθοῦμεν τοὺς τελειοτάτους μηχανικοὺς Γιαλούσην καὶ Τομπάζην νὰ τοὺς ἔχωμεν εἰς κλάδον, ὅπου δὲν γνωρίζουν τὸ Α.
§73ΡΟΥΦΟΣ. Ἀφοῦ δὲν θέλουν.
§74ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐφαρμόσατε τὸν Νόμον καὶ θὰ ἴδητε, ἂν θέλουν.
§75ΡΟΥΦΟΣ. Τὸ Διάταγμα εἶναι ἕτοιμον, καὶ ἡ κατάταξις εἶναι ἑτοίμη· ἀλλ’ ἴσα, ἴσα διὰ νὰ μὴ πετάξω εἰς τοὺς δρόμους ἐκείνους, δι’ οὓς ἐνδιαφέρεσθε, περιμένω τὴν ἀπόφασιν τῶν Δικαστηρίων.
§76ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δεύτερον, διατί δὲν λαμβάνετε ἐκ τοῦ Ναυτικοῦ κλάδου δι’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ναυτικοῦ......
§77ΡΟΥΦΟΣ. Εὑρίσκετε κανένα ὡς Γραμματέα τοῦ Ναυτοδικείου;
§78ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὸ Ναυτικὸν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἔλλειψις, διότι κανεὶς δὲν ἔχει στάδιον. Περὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Κανάρη δὲν μᾶς εἴπατε τίποτε.
§79ΡΟΥΦΟΣ. Καμμίαν τοιαύτην ἐπερώτησιν δὲν μοὶ ἀπέστειλε τὸ Προεδρεῖον.
§80ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τότε παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τὴν ἔγγραφόν μου αἴτησιν, τὴν κατατεθεῖσαν περὶ διαφόρων πληροφοριῶν, ἵνα τὸ προσεχὲς Σάββατον ἀπαντήσω.
§81ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, χρεωστῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς σωρείαν ἐπερωτήσεων, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ συντόμως νὰ εἴπω τὰ σπουδαιότερα ἐπὶ ἑκάστης. Πρῶτον ἔγεινεν ἐπερώτησις περὶ τοῦ Ταμίου Μαντινείας, νυμφευθέντος ἐκεῖ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρῆται ὡς κωλῦον τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐν Μαντινείᾳ ὑπηρεσίας του. Βραδέως ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ γάμος του· ἀμέσως ἐζήτησα τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, καὶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλω, ἐξάγεται, ὅτι ἐνυμφεύθη τὴν θυγατέρα τοῦ Ἀθαν. Μαλούχου, ἀποθανόντος περὶ τὰ τέλη τοῦ 1879. Ὁ Ἀθαν. Μαλοῦχος ἐκ καταγωγῆς ἦτον ἐκ Δημητσάνης· φαίνεται ὅμως κάτοικος Τριπόλεως πρὸ πολλοῦ. Ὑπάρχουν πιστοποιητικὰ ἀντιφατικὰ τῶν δύω Παρέδρων· ὁ μὲν λέγει, ὅτι εἶναι δημότης Τριπόλεως, ὁ δὲ λέγει, ὅτι δὲν εἶναι. Ἐξάγεται ὅμως, ὅτι ἐψηφοφόρησεν εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς Τριπόλεως· καὶ ἐπειδὴ ἡ κατοικία του εἶναι ἐν Τριπόλει, μᾶλλον ἐξάγεται, ὅτι ἦτο κάτοικος Τριπόλεως· ἀπέθανεν ὅμως, ὡς εἶπον, πρὸ τριετίας σχεδόν. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν ἡ διάταξις τοῦ Νόμου τοῦ 1875 προνοῇ ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον τῆς συζύγου μόνην τὴν καταγωγὴν ἢ καὶ τὴν κατοικίαν τοῦ πατρός. Τὸ ζήτημα ὑπέβαλον εἰς τοὺς νομικοὺς Συμβούλους, οἵτινες εὑρέθησαν διῃρημένοι καὶ ὑπέβαλον τὰς γνωμοδοτήσεις των, ἑπομένως τὸ ζήτημα θὰ βασανισθῇ. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου πεποίθησιν, δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Νόμου τοῦ 1875. Τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 1 λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπηρετῇ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ, ἐξ ἧς ἔλαβε σύζυγον. Τὸ ἐξ ἧς τί ἄλλο σημαίνει, εἰμὴ τὴν καταγωγήν; ἀλλ’ οὐχ ἧττον θὰ βασανισθῇ τὸ ζήτημα, καὶ ἐνδέχεται ἄνευ τοῦ λόγου τούτου νὰ μετατεθῇ. Ἡ δευτέρα ἐπερώτησις ἀφορᾷ τὴν ἁλυκὴν Γιανιτσοῦς, περὶ ἧς τόσον ἀνυπόμονος ἦτον ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς κ. Τράκας. Ἡ ἐπερώτησις περιλαμβάνει διάφορα θέματα· αʹ. πόσον ἅλας παρήχθη; παρήχθησαν 457,000 ὀκδ. βʹ. μέχρι τοῦδε πόσον ἐπωλήθη; ἐπωλήθη ποσὸν 200,000 ὀκδ. Διατί δὲν παρήχθη ποσὸν ἀνώτερον; Τούτου ἦτο παραίτιος ἡ ἀτμοσφαιρικὴ κατάστασις, διότι δυστυχῶς διὰ τὰς ἁλυκὰς κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἔπνεον οἱ Νότιοι ἄνεμοι καὶ καθ’ ὅλας τὰς ἁλυκὰς ἡ παραγωγὴ τοῦ ἅλατος ὑπῆρξεν ὀλιγωτέρα. Τὸ τελευταῖον εἶναι περὶ καταχρήσεως, γενομένης κατὰ τὴν ζύγισιν. Διαρκούσης τῆς ζυγίσεως, παρεδόθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀνώνυμος ἐπιστολή, λέγουσα, ὅτι γίνεται κατάχρησις κατὰ τὴν ζύγισιν. Αἱ ἀνώνυμοι καταγγελίαι ἔχουν αὐτὸ δυστυχῶς τὸ ἐλάττωμα, ὅτι δὲν δύναταί τις ν’ ἀνεύρῃ τὸν δυνάμενον νὰ παρέξῃ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως. Οὐχ ἧττον ἀμέσως ἀπηύθυνα τηλεγράφημα πρὸς τὰς ἐκεῖ Ἀρχὰς, καὶ ἐκ τῆς ἀπαντήσεως ἔμαθον, ὅτι ὁ Ἔφορος ἦτον ἐνησχολημένος, ὅτι ὁ γραμματεύς του εἶχεν ἄλλην ὑπηρεσίαν, καὶ ἑπομένως ἐστάλη ἐνωμοτάρχης ἐπιστατῶν εἰς τὴν ζύγισιν. Ἀμέσως παρήγγειλα νὰ μεταβῇ ὁ Ἔφορος ἢ ὁ Γραμματεύς. Ἐπανελήφθη πάλιν ἀνώνυμος καταγγελία. Ἀμέσως ἀπηύθυνα ἔγγραφον καὶ τηλεγράφημα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως ἐρευνήσῃ. Ἔγεινε λοιπὸν πρῶτον διοικητικὴ ἔρευνα, ἐξ ἧς οὐδὲν παρήχθη· ἐζήτησα ἔπειτα νὰ γείνῃ δικαστικὴ ἔρευνα, ἀνετέθη ἡ ἀνάκρισις εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι οὐδὲν ἀνεκάλυψεν. Ἐὰν ἄλλος τις ἀνακαλύψῃ ὅ,τιδήποτε, καλὸν εἶναι νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ, φέρων ὅμως καὶ τὰς δεούσας ἀποδείξεις. Ἔρχομαι εἰς τὸ πιστοποιητικὸν, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἰθάκης κατήγγειλεν ὡς πλαστὸν, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπιστοποιήθη ἡ ἡλικία τινὸς διορισθέντος τελωνοφύλακος, ἐνῷ αὐτὸς εἶχεν ἡλικίαν ὑπερβαίνουσαν τὸ 30 ἔτος. Ἐπιστοποιήθη δὲ ἡλικία ὑπὸ τὸ 30 ἔτος ὑπὸ τοῦ Δημάρχου.
§82ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὄχι παρὰ τοῦ Δημάρχου, μετεποιήθη σᾶς εἶπον.
§83ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καλὰ, ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο φέρει σημεῖα πλαστογραφίας. Τώρα αὐτὸ δύναται νὰ ἔχῃ εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος σημεῖα πλαστογραφίας. Δὲν ἕπεται ὅμως, ὅτι ἔχει δι’ ὅλους τοὺς ὀφθαλμούς.
§84ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν εἶμαι πολὺ μύωψ.
§85ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶσθε πολὺ διορατικὸς, ἀλλὰ βλέπετε πέραν τοῦ πρέποντος. Σεῖς διατρυπᾶτε καὶ τὸ χαρτὶ αὐτό· ἐγώ ὅμως δὲν τὸ διατρυπῶ, οὔτε μοὶ ἐπιτρέπει ἡ θέσις μου νὰ διατρυπῶ τὰ χαρτιά· ἐγὼ μένω εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, δὲν εἰσέρχομαι (ἱλαρότης). Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ πλαστογραφία οὐδέποτε τεκμαίρεται. Ὅστις ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶναι πλαστὸν, εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ καταγγείλῃ. Τὸ καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κάμετε τὴν χρῆσιν, τὴν ὁποίαν νομίζετε.
§86ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐγὼ ὅμως κατήγγειλα πλαστογραφίαν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἔπρεπε νὰ παραπέμψετε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.
§87ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι, καμμίαν ὑποχρέωσιν δὲν ἔχω, διότι δὲν ἐγεννήθη ἀκόμη ὑπόνοια εἰς ἐμέ. Ἐὰν σεῖς ἔχετε τὴν δαμαλίδα τῆς ὑπονοίας, κάμετε χρῆσιν αὐτῆς· εἰς ἐμὲ ὅμως δὲν δύνασθε νὰ δαμαλίζετε τὴν ὑπόνοιαν. Τώρα ἔρχομαι περὶ τοῦ Χρηματιστηρίου ἐν Πάτραις, διατί δὲν ἐδόθη τὸ ζητηθὲν γήπεδον. Ἐζητήθη τῳόντι γήπεδον διὰ τὴν ἀνέγερσιν Χρηματιστηρίου· τὸ ζητηθὲν γήπεδον εἶναι βαρύτιμον. Ἡ διάθεσις αὐτοῦ δὲν δύναται βεβαίως νὰ γείνῃ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀρνηθῇ τις εἰς τοιαύτην ἐμπορικὴν πόλιν τὴν συνδρομὴν εἰς τὸ νὰ ἀνεγείρῃ Χρηματιστήριον· ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον ἔχει συμφέροντα μεγάλα· ἔχει ἀνάγκην καὶ ἐκεῖνο δημοσίων καταστημάτων, καὶ ἰδίως Τηλεγραφείου καὶ Ταχυδρομείου. Ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ συμβιβασθοῦν αὐτὰ τὰ συμφέροντα, καὶ δι’ αὐτὸ ἀνεκοίνωσα τὴν πρότασιν εἰς τὸν Δήμαρχον Πατρέων, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐνδώσωμεν εἰς τὴν παραχώρησιν οἰκοπέδου, ἐὰν καὶ ἡ πόλις, ἀναλαμβάνουσα τὴν οἰκοδομὴν τοῦ Χρηματιστηρίου, κατασκευάσῃ συγχρόνως ἀποθήκας ἢ ὑπερῷα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα νὰ ἦναι χρήσιμα εἰς τὸ Δημόσιον διὰ Τηλεγραφεῖον, Ταχυδρομεῖον καὶ τὰ τοιαῦτα. Μέχρι τοῦδε δὲν μοὶ ἐδόθη ἀπάντησις, καὶ διὰ τοῦτο μένει τὸ πρᾶγμα ἐκκρεμές. Ἠρώτησεν ὁ Βουλευτὴς Βώλου, ἂν δὲν λανθάνωμαι, περὶ τῶν λειβαδίων Ἁλμυροῦ διατί συμπεριελήφθησαν εἰς τὰς ἐνοικιάσεις τῶν δημοσίων καὶ ἰδιωτικὰ λειβάδια. Πληροφορῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν συμπεριελήφθησαν, ἀλλ’ ἐξηρέθησαν, καὶ ἐδόθη ῥητὴ διαταγή, ἐὰν τυχὸν κατὰ λάθος συμπεριελήφθησαν ἰδιόκτητα λειβάδια, νὰ ἐξαιρεθῶσιν. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐπερώτησιν περὶ Στεριοπούλου, διατί ἐξεδόθη ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ Στεριοπούλου, διατί καταδιώκεται καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπόνοια πράξεως ἐγκληματικῆς τοῦ Στεριοπούλου. Ἰδοὺ πόθεν προέβη ἡ δικαστικὴ καταδίωξις τοῦ Στεριοπούλου. Ὡς πρὸ ἡμερῶν ἐξέθηκα, εὑρῆκα ἐν ὅλοις τοῖς Ταμείοις τοῦ Κράτους πληθὺν παραστατικῶν ἐγγράφων, ἥτις προῆλθεν ἐκ τοῦ ῥαγδαίου τρόπου τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν Ταμιῶν. Ὁ διάδοχος παρελάμβανεν, ὡς εἶπον, τὸ χρηματικόν, ἐκλείοντο τὰ ἔγγραφα καὶ ἔμενον κεκλεισμένα ἐπὶ πλεῖστον χρόνον, ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ τοῦ 53 καὶ πρὸ τοῦ 53. Κατέβαλον πᾶσαν σπουδὴν εἰς τὸ νὰ ἐκλείψῃ ἐκ τῶν Ταμείων αὐτὴ ἡ λέπρα. Ἐθεώρησα, ὅτι εἶναι ἐπιζήμιον διὰ πολλοὺς λόγους εἰς τὸ Κράτος, ὅταν μένουν κεκλεισμένα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Αὐτὰ εἶναι οἱ τίτλοι τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου, οὐδὲ δύναται νὰ ἐνεργηθῇ εἴσπραξις τῶν ἀπαιτήσεων, τῶν δι’ αὐτῶν τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων ἀποδεικνυομένων, ἄνευ αὐτῶν. Κατὰ δεύτερον λόγον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἀνανέωσις τῶν καθυστερουμένων χρεῶν κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον, ἐνῷ προσήγγιζεν ἡ λῆξις τῆς προθεσμίας. Ἦτο λοιπὸν καὶ κατὰ τοῦτο κώλυμα ἡ σφράγισις τῶν παραστατικῶν ἐγγράφων, εὑρισκομένων ἐν παντὶ Ταμείῳ. Ἐδείχθην ἀδυσώπητος εἰς τὸ νὰ ἐξαναγκάσω πάντα Ταμίαν, ὅστις δὲν παρέδωκε τὰ παραστατικὰ ἔγγραφα, καίτοι ἰδιωτεύοντα νῦν, νὰ τὰ παραδώσῃ, καὶ ἐπανειλημμένως ἐστράφην πρὸς ὅλους τοὺς πρώην Ταμίας, ἢ τοὺς νῦν, ἀλλ’ ὑπηρετοῦντας ἐν ἄλλῃ ἐπαρχίᾳ. Μετὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην, μόνον τρία ἢ τέσσαρα Ταμεῖα ὑπολείπονται ἔχοντα παραστατικὰ ἔγγραφα ἀπαράδοτα. Ἓν ἐξ αὐτῶν τῶν Ταμείων εἶναι καὶ τὸ τοῦ Μεσολογγίου, ὅπου ἦτο Ταμίας ἄλλοτε πρὸ χρόνων ὁ Στεριόπουλος· ἄλλο Ταμεῖον ἦτο τὸ τῆς Γορτυνίας, ὡς ἐπίσης τῆς Χαλκίδος, ὅπου ἀνεφάνη μεγάλη δυστροπία· ἔκαμον λοιπὸν χρῆσιν ὅλων τῶν μέσων, ὅσα παρέχει ὁ νόμος, καὶ ἀνεζήτησα τί ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ, δι’ οὗ νὰ ἐξαναγκασθῇ ἡ παράδοσις τῶν παραστατικῶν ἐγγράφων παρὰ τῶν δυστροπούντων. Εἶδον ὅτι, κατὰ τὸν νόμον περὶ ταμείων τοῦ 1853, δὲν εἶχον ἄλλα μέσα, πλὴν τοῦ προστίμου. Προσκαλεῖται ὁ δυστροπῶν νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώπως ἢ νὰ διορίσῃ ἀντιπρόσωπον, διὰ νὰ γείνῃ ἡ παράδοσις, καὶ ἂν ἀφήσῃ νὰ παρέλθῃ ἄπρακτος ἡ προθεσμία, τότε ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν πρόστιμον μέχρι 300 δραχμῶν· ἀλλὰ ποῖον πρόστιμον δύνασθε νὰ ἐπιβάλετε εἰς ἰδιώτην; ἢ τί μέλλει τὸν ἰδιώτην ἂν τῷ ἐπιβάλλετε πρόστιμον; Ἐπέβαλον τὰ πρόστιμα, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἤρκεσε. Τότε λοιπὸν ἐνόμισα, ὅτι ἠδυνάμην νὰ καταφύγω εἰς καταμήνυσιν ποινικήν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ὁ ἀρνούμενος νὰ παραδώσῃ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, κατὰ τὸν γενικὸν νόμον τὸν λογιστικόν, λογίζεται κατακρατῶν δημόσια χρήματα, τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, ὁ κατακρατῶν τὰ ἔγγραφα ἄρα, ὡς κατακρατῶν τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπὶ καταχρήσει ὀφειλέτης, ὡς ὑπεξαιρέσας, οὕτως εἰπεῖν, περιουσίαν τοῦ Δημοσίου. Ἀπηύθυνα κατὰ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἔγγραφον πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πύργῳ Πρωτοδικῶν, ὅπως ἀπηύθυνα ἄλλο ἔγγραφον πρὸς Εἰσαγγελέα Χαλκίδος δι’ ἄλλον πρώην ταμίαν Χαλκίδος· ἅμα ἀπηύθυνα τὸ ἔγγραφον κατὰ τοῦ πρῴην ταμίου Χαλκίδος, ἔντρομος οὗτος ἔσπευσεν εἰς Χαλκίδα καὶ ἤρξατο ἡ παράδοσις, ἐνῷ ὁ Εἰσαγγελεὺς Πύργου οὐδὲ καιρὸν ἔλαβε νὰ σκεφθῇ, ποία διάταξις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐνδέχεται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Πύργου, μὴ λαβὼν κἂν τὸν κόπον νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ μελετήσῃ ὅπως ἀνεύρῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς πράξεως, μηχανικῶς πως ἐνήργησε. Τὸ ἔγγραφόν μου πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν ῥητῶς ἐξηγεῖ τὴν περίστασιν, ἐξηγεῖ ὅτι πρόκειται περὶ παραστατικῶν ἐγγράφων, περὶ τῆς μὴ παραδόσεως αὐτῶν, περὶ δυστροπίας κατὰ τὴν παράδοσιν, καὶ ὅτι πρὸς ἐξανάγκασιν γίνεται ἡ καταμήνυσις. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦτο μόνον ἠρώτησε, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ ὁποίου ἐφαίνετο ὀφειλέτης ὁ καταμηνυόμενος. Τὸ ποσὸν ἦτον ἄγνωστον, διότι εἶναι ἄγνωστα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα καὶ ποῖα δικαιώματα πιστοποιοῦνται δι’ αὐτῶν. Ἀπήντησα, ὅτι εἶναι ἄγνωστον τὸ ποσὸν, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ ἦναι μέγα. Μετ’ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν προέβησαν αὐτὸς καὶ ὁ Ἀνακριτὴς εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐντάλματος συλλήψεως. Μόλις ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα—νομίζω τὴν 4 7βρίου εἶναι τὸ πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν ἔγγραφον, μετ’ ὀλίγον, τὴν 17 7βρίου ἐκδίδεται τὸ ἔνταλμα, —μόλις ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα συλλήψεως, ἀμέσως ὁ Στεριόπουλος, ἐννοήσας τὸ σοβαρὸν τῆς θέσεώς του, ἀπέστειλε τὸν υἱόν του ὡς ἀντιπρόσωπον εἰς Μεσολόγγιον καὶ ἤρξατο παραχρῆμα ἡ παράδοσις. Δὲν εἶχον πλέον φροντίδα περὶ τούτου, διότι ἔλαβον ἐκ Μεσολογγίου τὴν εἴδησιν, ὅτι ἤρξατο ἡ παράδοσις· ἄρα ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἔγεινεν ἡ καταμήνυσις, ἐξεπληρώθη, οὐδὲ ἔχομεν πλέον ἄλλην αἰτίαν· ἂν εἶναι ὀφειλέτης ὁ Στεριόπουλος, ἂν ἦναι ὑπόλογος λόγῳ τῆς διαχειρίσεώς του, τοῦτο εἶναι ἄγνωστον, θέλει δὲ ἀνακαλυφθῆ μετὰ τὴν παράδοσιν τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἂν εὑρεθῇ τουτέστι ὅτι αὐτὸς δυνάμει αὐτῶν τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων εἰσέπραξε μέρος, καὶ τὸ μέρος αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε, δὲν εἰσήγαγεν εἰς τὸ Ταμεῖον, τότε θὰ φανῇ ἂν ἦναι ὀφειλέτης ἐκ τῆς διαχειρίσεώς του· ἀλλὰ μέχρις οὗ τοῦτο δὲν βεβαιωθῇ, εἰς ἡμᾶς εἶναι ἄγνωστον. Ἔλαβον λοιπὸν, κατόπιν ἐρωτήσεως, ἀπὸ τὸν Νομάρχην Μεσολογγίου τὴν εἴδησιν ὅτι ἡ παράδοσις προβαίνει καὶ ὅτι περατοῦται ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν· ἄρα ὁ σκοπὸς ἐξεπληρώθη. Ποῖον ὅμως χαρακτῆρα ἔδωκεν ἡ Εἰσαγγελία εἰς τὴν πρᾶξιν; Εἰς ποίαν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου ὑπήγαγεν αὐτήν;
§88ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§89ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μὲ εἶναι ἄγνωστον· τοῦτο ἀπόκειται νὰ πληροφορηθῶμεν κατόπιν· ἐβασανίσθην μετ’ ἄλλων συναδέλων νομικῶν νὰ εὕρωμεν τὴν κατάλληλον διάταξιν.
§90ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§91ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σήμερον μάλιστα παρακαλῶ νὰ μὲ βοηθήσωσι νὰ ἀνεύρωμεν ὑπὸ ποίαν διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου δυνάμεθα νὰ ὑπαγάγωμεν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, ἂν τουτέστιν ὁ διαχειριστὴς Ταμίας ἀρνεῖται νὰ παραδώσῃ τὰ ἔγγραφα. Ἴσως μᾶς φωτίσωσιν· ἤκουσα δύω τρεῖς ζητοῦντας τὸν λόγον· αὐτοὶ θὰ ἔχουν εἰδικὰς γνώσεις τοῦ Ποινικοῦ δικαίου καὶ θὰ μᾶς λύσωσι τὴν ἀπορίαν, διότι ἐγὼ ἐβασανίσθην νὰ ἐφαρμόσω τὴν διάταξιν περὶ ὑπεξαιρέσεως, ἀλλ’ ἡ ὑπεξαίρεσις ὑποθέτει, ὅτι ἔχει τὴν κατοχὴν ὁ ὑπεξαιρέσας· ὁ ὑπεξαιρέσας ἔγγραφα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι τὸ αὐτὸ ὅ,τι καὶ ὁ ὑπεξαιρέσας χρήματα, διότι τὰ ἔγγραφα εἶναι παραστατικὰ χρημάτων.
§92ΜΙΛΗΣΗΣ. Σεῖς λέγετε ἐν τῷ ἐγγράφῳ σας, ὅτι ἡ κατακράτησις αὕτη ἰσοδυναμεῖ μὲ κατακράτησιν δημοσίων χρημάτων.
§93ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς, εὑρόντες αὐτὸ ἐν τῷ ἐγγράφῳ μου, ἐθεωρήσατε ὅτι ἠγρεύσατε τὸ ὀψάριον· τί εἴδους ὀψάριον εἶναι αὐτό;
§94ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐδικόν σας ψάρι, τοῦ Καλλιγᾶ.
§95ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί εἶδος εἶναι; εἶναι ἀπὸ τὰ πετρόψαρα, εἶναι λεθρίνι, τί εἶναι; Ἐγὼ ἀφῆκα εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, τῆς ὁποίας εἶναι ἔργον, νὰ ὁρίσῃ τί προβλέπει ὁ Ποινικὸς Νόμος περὶ τούτου· παρέστησα τὸ γεγονὸς, καὶ δὲν εἶχον ὑποχρέωσιν ν’ ἀνατρέξω εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον.
§96ΜΙΛΗΣΗΣ. Λέγετε ῥητῶς, ὅτι ἡ κατακράτησις τῶν παραστατικῶν ἐγγράφων ἰσοδυναμεῖ μὲ κράτησιν δημοσίων χρημάτων, καὶ παρεθέσατε καὶ τὸ ἄρθρον.
§97ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν ἡ κατακράτησις δημοσίων ἐγγράφων τί εἶναι; Ἐβασανίσθην καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔλθητε νὰ ἐξηγήσητε τοῦτο, διότι ἔχετε εἰδικότητα· ἐγὼ δὲν ἔχω εἰδικότητα, δὲν εἶμαι ποινικολόγος. Σᾶς λέγω τί ἐξητάσαμεν, διὰ νὰ ἀνεύρωμεν ἀξιόποινον πρᾶξιν· εἴπομεν νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ὑπάρχει ὑπεξαίρεσις· ἡ ὑπεξαίρεσις ὅμως ὑποθέτει, ὅτι ἔγεινε κάτοχος ὁ ὑπεξαιρέσας, ἐνῶ δὲν εἶναι κάτοχος ὁ ἀρνούμενος παράδοσιν· τὰ ἔγγραφα ὑπάρχουν ἐν τῷ Ταμείῳ, ἄρα δὲν ὑπάρχει ἔγκλημα ὑπεξαιρέσεως, δὲν ἐστερήθη τὸ Δημόσιον τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἔχομεν τὰ ἔγγραφα· τίνος στερεῖται τὸ Δημόσιον; τώρα νὰ σᾶς εἴπω.
§98ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ταμεῖον;
§99ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ἀναφέρει τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως· ἀναφέρει, ὅτι παρεδόθησαν τὰ χρήματα, τὰ δὲ ἔγγραφα ἐκλείσθησαν ἐντὸς σάκκου. — Ἔρχομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς πράξεως, διότι τὸ νὰ λέγῃ τις ἁπλῶς, ὅτι ὑπάρχει ἔγκλημα, εἶναι εὔκολον· ἐξετάζων ὅμως ἀναλυτικῶς τὴν πρᾶξιν, ἄλλο ἀνευρίσκει, καὶ ἐλπίζω, τῇ βοηθείᾳ τοῦ κυρίου Μίληση, ὅστις εἶναι εἰδικός...
§100ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξέφρασα γνώμην, ὑπερήσπισα τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐκτεθειμένην ἐν τῷ ἐγγράφῳ σας.
§101ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ μὲ φθάνει, ὅτι σεῖς δὲν ἔχετε γνώμην.— Εἶπον λοιπὸν νὰ ἀναλύσωμεν τὴν πρᾶξιν. Ὡς εἶπον, ὑπεξαίρεσις δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ, καὶ ἐλπίζω ν’ ἀκούσω καὶ ἄλλους, οἵτινες νὰ μὲ καταδείξουν ποῦ σφάλλω, καὶ ποῦ εὑρίσκουν τὰ στοιχεῖα τῆς ὑπεξαιρέσεως· διότι, καθὼς εἶπον, ἡ ὑπεξαίρεσις ὑποθέτει, ὅτι περιῆλθεν ἡ κατοχὴ εἰς τὸν ὑπεξαιρέσαντα, ἐνῶ ἐδῶ ἡ κατοχὴ εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ δυσκολία; ἡ δυσκολία εἶναι ἡ ἑξῆς: Τὸ Δημόσιον, ἔχον τὴν κατοχὴν, δὲν δύναται ν’ ἀνοίξῃ αὐθεκάστως τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ λάβῃ αὐτά. Ὁ μὴ παραδίδων παρεμβάλλει κώλυμα εἰς τὸ ν’ ἀνοίξῃ τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ λάβῃ αὐτὰ τὸ Δημόσιον, διότι πρέπει νὰ τηρηθοῦν ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ ὑπολόγου. Ὁ Νόμος προβλέπει καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ, οὐ μόνον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, προβλέπει ὑπὲρ αὐτοῦ, ὥστε νὰ ἦναι παρὼν, διὰ νὰ μὴ γείνῃ λαθροχειρία πρὸς βλάβην αὐτοῦ, νὰ μὴ ἀφαιρεθοῦν ἔγγραφα ἐπὶ εὐθύνῃ τοῦ ὑπολόγου· ἐκεῖ εἶναι ἡ δυσκολία· ἡ δυσκολία εἶναι εἰς τὸ νὰ ἐξαναγκασθῇ ὁ ὑπόλογος, εἴτε νὰ ἔλθῃ αὐτοπροσώπως, εἴτε νὰ διορίσῃ ἀντιπρόσωπον, ὅστις νὰ παρίσταται κατὰ τὴν παράδοσιν, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἔχῃ πλέον ἀφορμὴν νὰ λέγῃ, ὅτι ἀπωλέσθησαν δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, ἀνοιχθέντα ἄνευ αὐτοῦ. Πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐνώπιόν του ἀνεῴχθησαν καὶ εἶναι αὐτὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἀφῆκε, δὲν ἀφῃρέθη δέ τι ἐξ αὐτῶν. Ὑποθέσατε ὅμως, ὅτι αὐτὸς ἐξακολουθεῖ νὰ δυστροπῇ, ἢ ὅτι αὐτὸς ἐκλείπει, τότε δὲν στερεῖται μέσου ἡ Διοικητικὴ Ἐξουσία πρὸς παραλαβὴν τῶν ἐγγράφων· ὁ μὴ θέλων νὰ παρασταθῇ ἢ ὁ ἐκλείψας δύναται νὰ ἀναπληρωθῇ δι’ ἄλλων ἐγγυήσεων, διὰ τῆς παραστάσεως τοῦ Νομάρχου, καὶ αὐτοῦ τοῦ Δημάρχου, ἐνώπιον μαρτύρων· ἀλλ’ εἰς αὐτὰ τὰ μέσα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καταφύγητε ἀπ’ εὐθείας· ὁ Νόμος δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο, ἀλλὰ θέλει, ὁ ὑπόλογος νὰ προσκληθῇ ἐπανειλημμένως.
§102ΜΙΛΗΣΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν. Ὁ κύριος Στεργιόπουλος μήπως ἀνέκοψε τὸ ἔνταλμά του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἂν τὸ ἔνταλμα κατὰ κακὴν ἑρμηνείαν τοῦ Νόμου ἐξεδόθη; Εἴμεθα Συμβούλιον;
§103ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶσθε Συμβούλιον, εἶσθε κακοβούλιον· καὶ νὰ σᾶς εἴπω διατί, διότι κακοβούλως κάμνετε ἐρωτήσεις.
§104ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ ἦμαι κατὰ τοῦ κυρίου Στεργιοπούλου. Ἐγὼ τιμῶ τὸν κύριον Στεργιόπουλον.
§105ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐταὶ αἱ διακοπαὶ εἶναι παρενόχλησις· Δὲν μὲ ἀφίνετε νὰ τελειώσω τὸν λόγον, καὶ χωρὶς νὰ λέγετέ τι σπουδαῖον. Ἐσεῖς ἀνελάβετε ἐκεῖνο τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖ ὁ advocatus diaboli· θέλετε νὰ ἐνοχλῆτε ἐκεῖνον, ὅστις ἀγορεύει· ἐὰν ἔχετε γνώμας καὶ θεωρίας, ἔλθετε νὰ τὰς εἴπετε· διατί διὰ πᾶσαν λέξιν νὰ ἔχωμεν διακοπήν; Θὰ συμπεράνω, ὅτι ἐπιθυμεῖτε νὰ μὴ κατορθώσω νὰ εἴπω ὅ,τι θέλω νὰ εἴπω, δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι εἶσθε advocatus diaboli. Δὲν εἴμεθα Συμβούλιον. Ἐξετάζομεν ἂν ὑπάρχῃ ἀξιόποινος πρᾶξις, τὴν ὁποίαν προσπαθεῖ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ καλύψῃ. Διὰ νὰ ἴδωμεν τοῦτο, πρέπει πρῶτον νὰ μάθωμεν ἂν ὑπάρχῃ ἔγκλημα. Λέγετε ὅμως: ἰδοὺ ἐξεδόθη ἔνταλμα· σωστά, θέλομεν νὰ μάθωμεν τί εἶναι αὐτὸ τὸ ἔνταλμα.
§106ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐξέδωκε φατριαστὴς Ἀνακριτής.
§107ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐξ ἄλλου καὶ ἐξ ἄλλης αἰτίας, ἢ εἶναι ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς ἀξιόποινον πρᾶξιν; καὶ ἂν τοιαύτη δὲν ὑπάρχῃ, ἠθέλησα νὰ σχηματισθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς περὶ τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος, καὶ ἂν ὑποκρύπτεται ὑπὸ τὸ κάλυμμα τῶν γενομένων ἡ καταδίωξις πραγματικοῦ ἐγκλήματος· ἐγὼ δὲν κατασκευάζω ποινικὸν Νόμον διὰ τῶν ἐγγράφων μου· ἂν κατασκευάζον ποινικὸν Νόμον, θὰ ἔθετον εἰς τὴν φυλακὴν πρῶτον σᾶς, ὅστις μὲ διακόπτετε.
§108ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ εἴπῃ ἐὰν εἶναι ἔγκλημα;
§109ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται δι’ ἐπερωτήσεως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μάθῃ τὰ πάντα. Ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία ἀκολουθεῖ τὴν πορείαν της, οὔτε ἠμποροῦμεν νὰ τὴν ἐμποδίσωμεν· θὰ μάθωμεν μετ’ ὀλίγον πῶς ἐχαρακτηρίσθη ἡ πρᾶξις. Δύνασθε πολλὰ νὰ ὑποθέσητε. Σᾶς θέτω ἐγὼ ἓν ζήτημα· ὑποθέσατε, ὅτι καταγγέλλετέ τινα δι’ ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἀλλ’ αὐτὸς ἱκανοποιεῖ πρὶν ἐπιληφθῇ ἡ ἀνάκρισις· δύναται πλέον νὰ προχωρήσῃ ἡ ἀνάκρισις; Ἰδοὺ ὁ Ταμίας αὐτὸς ἱκανοποιεῖ, ἔστειλε τὸν ἀντιπρόσωπόν του, καὶ ἐκ τοῦ Νομάρχου γνωρίζομεν ὅτι περατοῦται ἡ ἀνάκρισις ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν· τί μένει λοιπὸν, ὅταν ἱκανοποιήθη ἐκεῖνος ὅστις ἐβλάβη;
§110ΜΙΛΗΣΗΣ. Μένει τὸ ἔνταλμα.
§111ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ἔνταλμα λοιπὸν κάμνει καὶ τὸ ἔγκλημα; ἄμποτε, αὐτὸ τὸ ἤθελα διὰ σᾶς. Τώρα ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Βώλου μὲ ἠρώτησε περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ ἐλαιοδεκάτου, καὶ τῶν καταπιέσεων τῶν φορολογουμένων ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν· καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς αὐστηρὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν, ὅπως ἀναχαιτισθῇ πᾶσα καταπίεσις· ἐξηγήσαμεν δὲ ταῦτα διὰ τῶν Ἀρχῶν καὶ εἰς τοὺς φορολογουμένους, ὥστε νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς αὐτούς· ἐζητήσαμεν μάλιστα νὰ δημοσιευθοῦν αἱ ὁδηγίαι καὶ δι’ ἑνὸς φύλλου ἐκεῖ ἐπιχωρίου, ὥστε νὰ γνωρίζουν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς ν’ ἀπαιτοῦν, ὅσα ἀπῄτουν μέχρις ἐκείνης τῆς ὥρας, καὶ ὅτι τὸ ψήφισμα τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως κατήργησεν ἐκείνην τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ εἶχον ἐκ παλαιοτέρου Νόμου. Θέλει εὕρει ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Βώλου τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν, ἐντὸς τῶν ἐγγράφων, καὶ ἂν δὲν ἱκανοποιῆται, δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ φέρῃ εἰδικωτέρας ἐπερωτήσεις.
§112ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἔχω ὑποβάλει διπλῆν ἐπερώτησιν· δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν.
§113Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας καὶ φίλος μου κύριος Κρεστενίτης ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ τοῦ Στεργιοπούλου ἐπερώτησιν, δὲν ἐγνώριζόν τι ἄλλο περὶ αὐτοῦ, εἰμὴ, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μοὶ ἐγένετο γνωστὸν, κατὰ τινα ἐπιθεώρησιν τῶν δημοσίων λογαριασμῶν, ὅτι ὁ Ταμίας Μεσολογγίου Στεργιόπουλος εἶχε φανῆ ἐλλειμματίας ἑβδομήκοντα περίπου χιλιάδων δραχμῶν ἐπὶ τοῦ προκατόχου μου καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ προκατόχου μου εἶχεν ἀπολυθῆ τῆς ὑπηρεσίας. Ἠρώτησα, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἐὰν ἐγένετο καταδίωξις κατ’ αὐτοῦ, ὁ δὲ Διευθυντὴς τότε τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κύριος Τομαρόπουλος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγένετο οὐδεμία καταδίωξις, ἀλλ’ ὅτι ὁ προκάτοχός μου εἶχεν ἀρκεσθῆ μόνον εἰς τὴν παῦσίν του ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Ἠρώτησα ἐὰν εἶχε ληφθῆ μέτρον τι πρὸς καταζήτησιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλειπον ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, καὶ ὁ Διευθύνων τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε ληφθῆ οὐδὲν μέτρον. Ἄλλο δὲν εἶχον παρὰ νὰ διατάξω τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου νὰ καταγγείλῃ εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἀρχὴν τὸν Στεργιόπουλον ἐπὶ ὑπεξαιρέσει τῶν ἐλλειπόντων δημοσίων χρημάτων. Ἡ καταγγελία ἐγένετο, ὁ Στεργιόπουλος εἰσήχθη ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, Ὑπουργὸς ἔτι τῶν Οἰκονομικῶν τυγχάνων, ὁ Στεργιόπουλος ἠθωώθη ὑπὸ τοῦ Κακουργιοδικείου διὰ τὴν κατακράτησιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἀλλ’ ἡ ἀθώωσις τοῦ Στεργιοπούλου δὲν ἐθεράπευσε δύω ἄλλας πληγὰς αὐτοῦ· πρῶτον, τὴν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλὴν τῶν 70,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλειπον· δεύτερον, τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἄλλων λογαριασμῶν, τοὺς ὁποίους κατεκράτει. Ἔκτοτε λοιπὸν ἐδόθη παραγγελία εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Στεργιοπούλου τὰ ἔγγραφα τοῦ Ταμείου, τῆς διαχειρίσεως, τὰ ὁποῖα κατεκράτει· ὑπῆρχε μάλιστα ὑπόνοια, ὅτι εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ᾖναι τὸ ἔλλειμμα μόνον 70,000, ἀλλὰ περισσότερον. Μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐγὼ ἀπεσύρθην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ προχθὲς ἤκουσα τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Κρεστενίτου. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κυρίου Κρεστενίτου συνίσταται εἰς τοῦτο: ὑπῆρχεν ἐκδεδομένον ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ Στεργιοπούλου καθ’ ὃν χρόνον ἐνηργεῖτο ἡ ἐκλογὴ Ἠλείας, ναὶ ἢ ὄχι; Τότε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὸν κύριον Κρεστενίτην, ἐβεβαίωσεν ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἔνταλμα συλλήψεως· ἐπειδὴ δὲ ὁ κύριος Κρεστενίτης ἐπέμενεν, ἰσχυριζόμενος ὅτι ὑπῆρχε τοιοῦτον ἔνταλμα, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τῷ ἐσύστησε νὰ ἦναι σεμνότερος, καὶ νὰ μὴ ἀναιρῇ πληροφορίας, τὰς ὁποίας αὐτὸς ὡς Πρωθυπουργὸς ἔδιδεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὁ κύριος Κρεστενίτης ὅμως ἐπέμενεν οὐχ ἧττον ὅτι ὑπῆρχεν ἔνταλμα συλλήψεως, ἕνεκα δὲ τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέλαβε νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων εἰσαγγελέων ἐὰν πράγματι ὑπῆρχεν ἐκδεδομένον ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ Στεργιοπούλου, ἤτοι ἐὰν καταδιώκετο δι’ ἐντάλματος συλλήψεως καθ’ ὃν χρόνον ἐνηργεῖτο ἡ ἐκλογή. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔδωκε τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, καίτοι ζητήσας τὴν πληροφορίαν ταύτην παρὰ τοῦ ἁρμοδίου εἰσαγγελέως, δὲν εἶχε λάβει ἀπάντησιν εἰσέτι, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἠλείας ἐθεώρησεν ἀρκοῦσαν τὴν ἀπάντησιν, καὶ ἀνέβαλε νὰ κάμῃ περαιτέρω λόγον, ἐλπίζων ὅτι θέλει δοθῆ ἡ ἀπάντησις εἰς ἄλλην προσεχῆ συνεδρίασιν. Ἀλλὰ μετὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἦλθεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ αὐτὸς ἔλαβε τὸ γενικὸν μέτρον νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν Ταμιῶν τὰ παραστατικὰ ἔγγραφα, αὐτὸς ἔδωκεν ὤθησιν ἵνα καταζητηθῇ καὶ ὁ Στεργιόπουλος διὰ τοὺς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους κατεκράτει τοῦ ταμείου Μεσολογγίου. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ταμίας Χαλκίδος καὶ ὁ Στεργιόπουλος δὲν παρέδιδον τὰ παραστατικὰ ἔγγραφα, δὲν ἤξευρε τί μέσον νὰ μεταχειρισθῇ πρὸς ἐκβίασιν αὐτῶν, ἀφοῦ πρόστιμον δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς ἐπιβάλῃ, διότι ἦσαν ἰδιῶται, καὶ ἐπροτίμησε νὰ τοὺς καταγγείλῃ εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἀρχήν· ἀλλ’ ὅτι ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ τῆς Ἠλείας κακῶς ποιοῦσα, διότι ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ πρᾶξις ἦτο ἀξιόποινος, πεισθεῖσα μόνον εἰς τὴν εἰρημένην καταγγελίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξέδωκεν ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ Στεργιοπούλου, καὶ ὅτι τὸ ἔνταλμα συλλήψεως ἦτο ἐκδεδομένον ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πύργῳ Πρωτοδικῶν καὶ ἀπὸ τὸν Ἀνακριτὴν τῶν ἐν Πύργῳ Πλημμελειοδικῶν. Βλέπετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶχε λάβει ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, ἂν ὑπῆρχεν ἐκδεδομένον ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ Στεργιοπούλου· ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἐκδεδομένον τοιοῦτον ἔνταλμα. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ πείθωμαι μᾶλλον εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἁρμόδιος νὰ πληροφορηθῇ ἂν εἶχεν ἐκδοθῆ ἔνταλμα συλλήψεως ἢ ὄχι. Νομίζω δὲ ὅτι πολὺ ἔσπευσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δοὺς εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐναντίαν πληροφορίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἔλυσε καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα· ἀφοῦ λοιπὸν κατεδιώκετο ὁ Στεργιόπουλος κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς τελευταίας ἐκλογῆς ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ τῆς Ἠλείας δι’ ἐντάλματος συλλήψεως, πῶς τὰ ἀποσπάσματα, τὰ περιερχόμενα τὴν Ἐπαρχίαν διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων, δὲν συνέλαβον τὸν Στεργιόπουλον, πῶς ἔμενεν οὗτος ἐλεύθερος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας, καὶ πῶς παρέστη μάλιστα ὡς ἀντιπρόσωπος καὶ ὑπέγραψε τὴν πρώτην πρᾶξιν τῆς ψηφοφορίας! Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε καὶ ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διευθύνῃ τὴν ὑπόθεσιν. Εἰξεύρετε τί σᾶς ἀπήντησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Μὰ τὸ ἔγκλημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη κατὰ τοῦ Στεργιοπούλου τὸ ἔνταλμα τῆς συλλήψεως, δὲν εἶναι ἔγκλημα, δὲν εἶναι πρᾶξις προβλεπομένη καὶ τιμωρουμένη ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Νόμον. Ἀλλὰ ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζητε τὰ ἐντάλματα τῆς συλλήψεως εἴτε κατὰ τὸν τύπον εἴτε κατὰ τὴν οὐσίαν; Ποῖος σᾶς ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν νὰ εἴπητε, ὅτι, ἐπειδὴ κακῶς ἐξεδόθη τὸ ἔνταλμα, ἐπειδὴ ἡ πρᾶξις δὲν εἶναι ἀξιόποινος, διὰ τοῦτο ἐγὼ τὸν δι’ ἐντάλματος συλλήψεως καταδιωκόμενον δὲν ἐπιτρέπω νὰ συλληφθῇ; Ποῖος δίδει αὐτὸ τὸ δικαίωμα; Ποῖος ἐπιτρέπει εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πράξῃ οὕτω;
§114ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ αἴσθημα τῆς Δικαιοσύνης.
§115ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἔχουσιν οἱ Δικασταί. Καὶ ὑπάρχουσιν κεχορηγημένα ἔνδικα μέσα, δι’ ὧν οἱ κακῶς δι’ ἐντάλματος συλλήψεως καταδιωκόμενοι δύνανται νὰ προστατεύσωσιν ἑαυτοὺς, προσφεύγοντες εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν, ἥτις μόνη εἶναι ἁρμοδία καὶ οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα.
§116ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὑποστηρίζετε λοιπὸν, ὅτι ὑπάρχει ἄνθρωπος χωρὶς αἴσθημα Δικαιοσύνης;
§117ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ ἔχετε τὸ αἴσθημα τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀπονέμητε Δικαιοσύνην, διότι ἄλλη Ἀρχὴ εἶναι ἁρμοδία, ἡ Δικαστικὴ, οὐχὶ δὲ σεῖς, ὅστις εἶσθε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς σπουδαῖαι πληροφορίαι αἱ δοθεῖσαι ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προτείνω νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ὡς δοθεῖσαι αὗται, νὰ παύσῃ δὲ ἡ περαιτέρω συζήτησις καὶ νὰ περιμείνωμεν τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἶναι καὶ ὁ ἁρμοδιώτερος, νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ προσεχῶς, ἐὰν ἦτο ἐκδεδομένον τὸ ἔνταλμα, ὅτε ἐγίγνετο ἡ ἐκλογὴ εἰς τὴν Ἠλείαν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις διὰ τὸ Σάββατον.
§119ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δύω λέξεις θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν βουλευτὴν Ἰθάκης, ὅστις εἶπεν, ὅτι παρέλειψα ν’ ἀπαντήσω εἰς μίαν του ἐπερώτησιν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἰθάκης εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν περὶ ἑνὸς γραφέως Ταμείου, ὁ ὁποῖος δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του, ἀλλὰ διαμένει ὡς δικολάβος ἀλλοῦ. Ἅμα ἐπληροφορήθην τοῦτο, εὐθὺς ἔσπευσα καὶ τὸν ἔπαυσα.
§120ΣΤΑΪΚΟΣ. Σᾶς συγχαίρω. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἐπερώτησιν, λέγω, ὅτι διαδίδεται, ὅτι τὸ πρόσωπον τὸ διορισθὲν φαίνεται ὡς ἐγκληματῆσαν, καὶ ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ οὕτω κινδυνεύουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου· δὲν μοι ἀπηντήσατε. Εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν, δίκαιον, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλην λέξιν, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ καταθέσῃ τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς; Διατί ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνήργησε τοὐλάχιστον διοικητικῶς, διατί δὲν ἐνήργησεν ἀνακρίσεις; Ὅταν διὰ τοῦ ἐγκλήματος βεβαιοῦται, ὅτι ὑπάρχει ὁ ἐνεχόμενος, διατί ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπερασπίζηται ὡς δικηγόρος στρεψοδίκως καὶ δὲν προασπίζει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ὡς Ὑπουργός;
§121ΠΗΛΙΚΑΣ. Ποῖος τὸ βεβαιώνει, ὅτι αὐτὸς ἔπραξε τὸ ἔγκλημα;
§122ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὸ ἔγκλημα εἶναι βέβαιον, καὶ πρέπει νὰ ἐνεργηθοῦν ἀνακρίσεις.
§123ΠΗΛΙΚΑΣ. Ἐὰν ἐσεῖς λέγετε, ὅτι εἶναι ἐγκληματίας ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὑπονοεῖτε, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸ πιστεύσω παντελῶς· διότι εἶναι εἷς νέος καλῆς οἰκογενείας καὶ συγγενὴς στενὸς ἀρίστου ἰατροῦ καὶ ἐντιμοτάτου πολίτου, τοῦ κυρίου Λεκατσᾶ, καὶ δὲν ὤφειλεν ὁ κύριος Στάϊκος νὰ λέγῃ, ὅτι αὐτὸς διέπραξε τοιοῦτον ἔγκλημα, ἀλλ’ ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ἐξετάσῃ. Δὲν ἀφίνετε, κύριε συνάδελφε, νὰ ὑπάγῃ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια;
§124ΣΤΑΪΚΟΣ. Τί ἄλλο ζητῶ παρὰ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ ἐξετάσεις;
§125ΠΗΛΙΚΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξ ἐπαγγέλματος (θόρυβος).
§126ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἁπλουστάτη τὸ πιστοποιητικὸν ἀναφέρει, ὅτι ἐγεννήθη τὴν 8 Μαρτίου 1854.
§127ΣΤΑΪΚΟΣ. 1851.
§128ΡΑΛΛΗΣ. Λάθος ἔχετε, 1854. Ἴδετε τὸν ἀριθμὸν, δὲν ὑπάρχει οὔτε παρεισγραφὴ, οὔτε ξύσιμον. Ἔπειτα ἐπὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν ἐτῶν τί ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ποῖον ἔτος; Ἀφοῦ ἐγεννήθη τὴν 8 Μαρτίου 1854, σήμερον, ὅτε ἐκδίδεται τὸ ποιστοποιητικὸν, ἤτοι ἀπὸ τὰ 1854 ἕως τὰ 1882 πόσων ἐτῶν εἶναι; 28 ἐτῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἡλικία αὕτη σημειοῦται, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει πλαστογραφία· διότι τὸ εἰκοσιοκτὼ εἶναι εἰς πλήρη ἁρμονίαν μὲ τὴν ἐποχὴν τῆς γεννήσεώς του, τὴν 8 Μαρτίου 1854.
§129ΣΤΑΪΚΟΣ. Σᾶς λέγω λοιπὸν, κύριοι, τὸ ἁπλούστατον, τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ πράξητε, εἶναι νὰ κατάσχητε τὸ πιστοποιητικὸν καὶ νὰ τὸ παραβάλητε μὲ τὰ ληξιαρχικὰ βιβλία, διὰ νὰ ἴδητε ποία εἶναι ἡ ἡλικία.
§130ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἰθάκης πρέπει νὰ ἦναι βέβαιος, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει καταγγελίας, ἥτις εἶναι ἀνεύθυνος ἕνεκα τοῦ Συντάγματος, δὲν θὰ προβῶ εἰς καταδίωξιν, καὶ μάλιστα ὅταν ἦμαι βέβαιος, ὅτι τὸ ἔγγραφον εἶναι ἀλάνθαστον. Δὲν θὰ προβῶ δὲ καὶ δι’ αὐτὸν κυρίως τὸν λόγον, διότι ὁ καταγγέλλων τινὰ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ πρέπει νὰ φέρῃ καὶ τὴν εὐθύνην· καὶ ἡ εὐθύνη εἶναι μεγάλη ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. (Συνέρχονται πολλοὶ καὶ παρατηροῦσι τὸ πιστοποιητικόν).
§131ΤΣΑΧΤΣΙΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Ἀναχωροῦν πολλοὶ βουλευταί).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 20′ μ. μ.)