1882.11.18
2,032 rows · 15,187 words · 115 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
Τῆς 18 Νοεμβρίου 1882
(Πέμπτη)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ διὰ μίαν στιγμὴν ν’ ἀκούσητε ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον συνέβη χθὲς τὸ ἑσπέρας. Παρεισέφρησεν ἓν λάθος· εἰς τὴν τελευταίαν στήλην τοῦ καταλόγου εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ ἐκ Λαρίσσης Βουλευτοῦ κυρίου Ἀναστασίου Ζαρμάνη, τὸν ὁποῖον ἐσημείωσαν ὡς ψηφοφορήσαντα κατὰ, ἐνῷ ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου· ὥστε εἶναι μόνον 100 ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Ζηνοπούλου ψηφοφορήσαντες. Οὕτω συνετάχθησαν τὰ πρακτικὰ καὶ οὕτω θ’ ἀναγνωσθῶσι·
§2ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται.— Ἐκ Κυπαρισσίας ἐστάλη τὸ ἑπόμενον τηλεγράφημα. «Σεβαστὸν Πρόεδρον Βουλῆς Ἀθήνας. Συγχαιρόμεθα Κυβέρνησιν δι’ οἰκονομικὰ μέτρα πρὸς ἐξίσωσιν Προϋπολογισμοῦ, καὶ εὐχόμεθα ταχεῖαν αὐτῶν ἐπιψήφισιν. Ἐξ ὀνόματος συνδημοτῶν μου. Εὐπειθέστατος Δήμαρχος Ἀετοῦ Ἰωάν. Λυμπερόπουλος.» — Ἕτερον τηλεγράφημα ἐπίσης ἐκ Κυπαρισσίας. «Σεβαστὸν Πρόεδρον Βουλῆς Ἀθήνας. Ἐπειδὴ θεωροῦμεν οἰκονομικὰ μέτρα Κυβερνήσεως ἀναγκαιότατα πρὸς ἰσοζύγιον Προϋπολογισμοῦ, οὗ ἄνευ οἰκονομικὸν χάος, εὐχόμεθα ταχεῖαν αὐτῶν ἐπιψήφισιν.» Εἶναι ὑπογεγραμμένοι πολλοὶ κάτοικοι. — Τηλεγράφημα ἐκ Νησίου «Πρόεδρον Ἑλληνικῆς Βουλῆς, Ἀθήνας, καὶ Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν. Χθὲς 11 νυκτὸς ὑπομοιραρχῶν Δαμιλάτης, κατερχόμενος τοῦ ἐνταῦθα ζυθοπολείου κτλ. (Ἀναγινώσκεται). Τηλεγράφημα ἐκ Λυγουδίστης. (Ἀναγινώσκεται). Ἕτερον τηλεγράφημα ἐξ Ἁλμυροῦ. (Ἀναγινώσκεται). Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Θηβῶν. (Ἀναγινώσκεται). Ἀναφορὰ ἐκ Θηβῶν, δι’ ἧς πολλοὶ κάτοικοι Θηβῶν παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ διστάσῃ εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν νέων φόρων. Ἀναφορὰ τοῦ κυρίου Εὐθυμίου Μήλλα, πρώην ἀνθυπολοχαγοῦ ζητοῦντος, ἵνα ἐπανέλθῃ ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἀδίκως ἀπολυθείς.—Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Ζάρκου τῶν Τρικκάλων, οἵτινες παραπονοῦνται κατὰ τῆς πιέσεως τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἀφῄρησεν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς συλλεγέντας καρπούς, διότι δὲν ἐπλήρωσαν τὸ γεώμορον εἰς τὸν Χριστάκην Ζωγράφου. — Ἡ ἀνήλιξ ἐγγονὴ τοῦ ἀειμνήστου Κουντουριώτη παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀπονείμῃ εἰς αὐτὴν ἀνάλογον σύνταξιν, στερουμένην καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Ὁ Βουλευτὴς Βάλτου Ἀνδρέας Στράτος ὑποβάλλει τροποποίησιν τοῦ ἄρθ. 7 τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς τῶν Εὐελπίδων Νόμου, καὶ ἑτέραν τροποποίησιν τῶν ἄρθ. 11 καὶ 12 τοῦ περὶ συστάσεως σχολῆς ὑπαξιωματικῶν Νόμου. Θὰ τυπωθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§6Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ σταλῶσι ταχέως, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια.—Ὁ κύριος Ποταμιάνος ἔχει τὸν λόγον.
§8ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τῆς Κυβερνήσεως τὴν πρόνοιαν τὴν ἄρτι ἀναγνωσθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Γραμματέως ἀναφορὰν τοῦ Μήλλα. Ὁ ἀναφερόμενος, ὑπηρετήσας ὁλόκληρα 25 ἔτη εἰς τὸν στρατὸν, διήνυσε τὴν μακρὰν αὑτοῦ ὑπηρεσίαν, φθάσας εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ μὲ διαγωγὴν ἄμεμπτον. Τὸ 1874 ἐτιμωρήθη ἐπὶ ἐπεμβάσει εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ Δήμου Μηδείας τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας, ὅπου εἶχε σταλῆ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων, εἰς ἑξάμηνον φυλάκισιν, καὶ εἰς πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ δικαιωμάτων. Μετὰ τὴν διάνυσιν μέρους τῆς ποινῆς, ἐδόθη αὐτῷ Βασιλικὴ χάρις τοῦ ὑπολοίπου, τὸ δὲ χαρισάμενον αὐτῷ τὴν ποινὴν Ὑπουργεῖον ἀνεκάλεσεν αὐτὸν εἰς ἐνέργειαν καὶ προήγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀνθυπολοχαγόν· ἀλλὰ τὸ διάδοχον ἐκείνου Ὑπουργεῖον, θεωρῆσαν ὅτι, ἐν ᾧ χρόνῳ διετέλει ἐν στερήσει πολιτικῶν δικαιωμάτων, δὲν ἠδύνατο οὐδὲ νὰ ὑπηρετῇ, οὐδὲ νὰ προβιβασθῇ, ἀπέλυσεν αὐτὸν, καὶ ἡ Δικαιοσύνη ἐθεώρησε τὴν ἀπόλυσιν ταύτην ὡς μὴ δίδουσαν αὐτῷ δικαίωμα ἀποζημιώσεως, καθὸ ᾐτιολογημένην. Εἶναι ἔκτοτε ὀκτὼ ὅλα ἔτη. Μένει ἰδιωτεύων καὶ παντοίας ὑπομένων στερήσεις. Εἰς οὐδὲν ἄλλο ἔργον εἶναι χρήσιμος, ἀφοῦ ὅλον τὸν βίον αὐτοῦ ἠνάλωσεν ἐν τῷ στρατῷ. Γνωρίζετε, ὅτι χαρακτὴρ τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων ἐν ὅλῳ τῷ Κράτει ἦτο ἐπέμβασις Κυβερνητικὴ διὰ τῆς βίας. Καὶ ἂν ἦτο ἔνοχος, εἶναι δίκαιον νὰ ὑπομείνωσιν ὅλην τοῦ Νόμου τὴν τραχύτητα τὰ ὄργανα, τὰ ὑπακούσαντα εἰς τὰς ῥητὰς ἢ τὰς νοουμένας θελήσεις τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ Βουλὴ ἔδειξεν ἤδη τὴν ἐπιεικῆ αὐτῆς γνώμην, τοὺς ἐν ἄλλαις Ἐπαρχίαις διὰ τὰς ἰδίας ἐκλογὰς τοῦ 1874 τιμωρηθέντας ἄλλους ἀξιωματικοὺς θεωρήσασα ὡς μὴ ἀπολυτέους, ἀλλ’ ὡς ἐν ἀργίᾳ διατελοῦντας, καίτοι τὴν αὐτὴν ἢ καὶ βαρυτέραν ποινὴν ὑποστάντας, ἔμεινεν αὐτὸς μόνος, μόνος ὅλον τὸ βάρος τοῦ Κυβερνητικοῦ τολμήματος, ὅλην τοῦ νόμου τὴν αὐστηρότητα ὑπομένων ἐν πενίᾳ μετὰ τῆς οἰκογενείας του! Εἶναι ἀκόμη ἀληθὲς, ὅτι καὶ κατὰ τὴν ὑπηρεσίαν του ὁ στρατιωτικὸς οὗτος διεκρίθη εἰς κρισίμους περιστάσεις, καὶ ἐν τῷ βραχεῖ διαστήματι, τὸ μετὰ τὴν Βασιλικὴν χάριν μέχρι τῆς ἀπολύσεώς του, ἀνεκάλυψεν ἕτοιμον ἀπόδρασιν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Ναυπλίου φυλακισμένων. Ὅθεν δίκαιον εἶναι νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δίκαιον εἶναι αὕτη, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀδικίαν, ἥτις γίνεται ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλους καὶ ἀπολύτως εἰς παλαιὸν στρατιώτην, νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἢ ἄλλην νὰ ἐπαγάγηται προσήκουσαν θεραπείαν.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, εἶναι δικαιότατον.
§10ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Σήμερον, κύριοι, ἔλαβον τὴν ἑξῆς ἀναφορὰν ἐκ Θηβῶν. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ πλειόνων τῶν διακοσίων πολιτῶν, ἀνηκόντων εἰς ὅλας τὰς πολιτικὰς ἀποχρώσεις τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, καὶ ἑπομένως παρὰ φίλων τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως. Μοὶ πέμπεται δὲ ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἐντὸς ἐπιστολῆς ὑπογεγραμμένης ὑπὸ δύω φίλων μου καὶ δύω πολιτικῶν ἀντιπάλων μου (ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν).
§11ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνώσητε τὰ ὀνόματα τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ σημερινοῦ ἐκ Θηβῶν.
§12ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μετ’ εὐχαριστήσεως, κύριε Πρόεδρε, πᾶς ὅστις ἀποβλέπει εἰς τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, βλέπει αὐτὰ τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν, νὰ πέμπωνται δηλονότι εἰς τὸ Προεδρεῖον πανταχόθεν, εἴτε ὑπὸ Δημοτικῶν Συμβουλίων, εἴτε ὑπὸ ἰδιωτῶν, εἴτε ὑπὸ Συλλόγων παρακλήσεις, συμβουλαὶ καὶ σχεδὸν νομοσχέδια, καὶ ἑπομένως ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἡ σπουδὴ αὕτη νὰ κριθῇ ὡς μία προπαρασκευὴ εἰς τὸ τοιοῦτον πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι ὅπως ὁ λαὸς πολιτεύεται αὐτὸς προσωπικῶς καὶ οὐχὶ διὰ τῶν Ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, θὰ ἦτο εὐάρεστον αὐτὸ, καὶ ἀσπάζομαι τὸν οἰωνόν. Πλὴν, ἐπειδὴ ὅπως σήμερον εἰσάγονται, δὲν παρουσιάζουσι τὴν τοιαύτην ὄψιν, ἀλλὰ κομματικὰς ἐκδηλώσεις, ὀφείλομεν νὰ τὰς κρίνωμεν κατὰ τὸ ὑπάρχον Πολίτευμα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ τοιοῦτον δὲν πρέπει νὰ γίνεται, διότι αἱ τοιαῦται πράξεις εἶναι ἔκνομοι, καθόσον πρῶτον διὰ μὲν τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια εἶναι ὑπέρβασις καθήκοντος, διὰ δὲ τοὺς ἰδιώτας δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι τὸ δικαίωμα τῶν ῥητῶν ἐντολῶν. Ἔχει ὁ πολίτης τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, ἀλλὰ, ἐὰν ἐπέλθωσι ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας συμβαίνουσι, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν νομοθετικῶν καθηκόντων. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὀφείλει ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ κλεισθῇ ἡ θύρα τῶν τοιούτων παρακλήσεων, ἀναφορῶν καὶ τῶν τοιούτων, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ βουλευώμεθα ἐδῶ οὐχὶ οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ὁ λαὸς, ὃν ὀφείλομεν τότε νὰ μετακαλέσωμεν ἐνθάδε κατ’ ἐπαρχίας.
§13Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρεκάλεσα ἐπανειλημμένως, κύριοι, τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰς παρανόμους πράξεις τῶν ἐν Μεσσήνῃ Ἀρχῶν. Σήμερον εἶχε τηλεγράφημα τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, εἶχον δὲ καὶ ἐγὼ καὶ ὁ πατήρ μου δύω τηλεγραφήματα, ἐκ τῶν ὁποίων καταφαίνεται, ὅτι αἱ ἐκεῖ Ἀρχαὶ ἦλθον εἰς πλήρη προσωπικότητα, καὶ ῥήξεις ἔλαβον χώραν, ἐπληγώθη δὲ εἷς ὑπενωμοτάρχης. Παρεκάλεσα λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεταθέσῃ τὸν ἐνωμοτάρχην αὐτὸν ἐκ τῆς Μοίρας· ἡ θέσις αὕτη ἀνήκει εἰς ὑπομοίραρχον καὶ ὄχι εἰς ἐνωμοτάρχην, καὶ εἶναι συμπληρωμένα τὰ στελέχη τῆς χωροφυλακῆς. Παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ στείλῃ ἀξιωματικόν, ἵνα διευθύνῃ τὴν ὑπηρεσίαν ἐκεῖ, ἀλλὰ τοὐναντίον παρατηρῶ, ὅτι ἐδιπλασίασε τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἐνωμοτάρχου, ἀπέστειλε δὲ καὶ ἱππικὸν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπιβάλλεται μὲ περισσότερον θάῤῥος ὁ ἐνωμοτάρχης, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ἐπετέθη κατὰ τοῦ ὑπαστυνόμου. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν διὰ τελευταίαν φορὰν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὲ εἴπῃ τί μέτρα ἔλαβε καὶ ὁποῖα σκοπεύει νὰ λάβῃ, διότι εἶπον προχθές, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον νὰ εἴπω, ὅτι αἱ συγκρούσεις θὰ ἦναι χειρότεραι.
§14ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ διοίκησις τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ἐγένετο κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἀντικείμενον συχνῶν ἐπερωτήσεων, κατηγγέλθησαν δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν αἱ ἐκεῖ Ἀρχαὶ καὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, ὅτι παραβαίνουσι φατριαστικῶς τὰ καθήκοντα αὐτῶν. Δὲν δύναμαι βεβαίως σήμερον νὰ ἀναπτύξω ἐν λεπτομερείᾳ, ὅτι τὰ καταγγελθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶναι ἀνυπόστατα. Θὰ εἴπω ὅμως ὀλίγας λέξεις, διότι δὲν εἶναι δίκαιον ὑπὸ τοιαύτας ἐντυπώσεις νὰ διατελῇ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινὸν περὶ τῶν ἐν Μεσσήνῃ Ἀρχῶν καὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Ἐπειδὴ δὲ περὶ τῶν ἀνακοινωθέντων σήμερον τηλεγραφικῶς οὐδεμίαν εἶχον πρότερον ἀφορμήν, ἵνα ἐξετάσω, θέλω περιορισθῆ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐγὼ ἔλαβον ἐπὶ τῶν καταγγελθέντων κατὰ δύο συνεδριάσεις τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου κ. Κωνστ. Κουμουνδούρου. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κατήγγειλε τότε ὡρισμένας πράξεις, διαπραχθείσας ὑπὸ τῶν ἐκεῖ στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων. Τὸν ἤκουσα μετὰ προσοχῆς καὶ ἐπίστευσα, ὅτι τῳόντι ὅ,τι ἐτηλεγραφεῖτο πιθανὸν νὰ ἔλαβε χώραν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπήντησα ἀμέσως. Ἔγραψα ὅμως πρὸς τοὺς ἐκεῖ φίλους μου, ἵνα μοὶ ἐκθέσωσι τί ἀκριβῶς ἔλαβε χώραν, καὶ ἔλαβον ὅλως ἀντιθέτους πληροφορίας. Ἐνθυμεῖσθε ἀκριβῶς, ὅτι τότε κατηγγέλθη εἰς ἐνωμοτάρχης, τοῦ ὁποίου τὸ ἐπίθετον καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι καταγγείλαντες ἠγνόουν, καὶ τὸ ὑπὸ τὰς διαταγάς του στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα, ὅτι κατέλυσε εἰς οἰκίαν τινὰ, ὅτι τὸν πολίτην, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν οἰκίαν κατέλυσε τὸ ἀπόσπασμα ἐκεῖνο, τὸν ἐβασάνισαν ἀνηλεῶς, ὅτι ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης ἔλαβον χώραν σκανδαλώδεις καὶ ἐγκληματικαὶ πράξεις καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ὁ ἐπερωτήσας οὐχὶ τὴν ἀνάκρισιν τῶν λαβόντων χώραν, ἀλλὰ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος. Ἡ πληροφορία ἡ σχετική, ἡ βεβαία, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔλαβα, εἶναι, ὅτι ἐνωμοτάρχης τις μετὰ τεσσάρων χωροφυλάκων κατέλυσε μίαν ἑσπέραν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Π. Ἠλιάδου, τοῦ ὁποίου δύω υἱοὶ εἶναι φυγόδικοι, παραπεμφθέντες ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν διὰ πρᾶξιν, λαβοῦσαν χώραν οὐχὶ κατὰ τὸ 1882, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1881, ὅτι καμμίαν στενοχωρίαν δὲν ἔκαμαν εἰς τὸν πολίτην ἐκεῖνον. Τὴν ἰδίαν νύκτα ἐξῆλθεν ὁ πολίτης ἔξω τῆς οἰκίας του, καὶ κατόπιν εἷς χωροφύλαξ, ὅστις εἶδεν, ὅτι συνωμίλει μέ τινα ἔνοπλον· εἰς τὴν πρώτην δὲ παρατήρησιν τοῦ χωροφύλακος ὁ ὡπλισμένος ἀπεπειράθη νὰ τὸν φονεύσῃ, ὅτε μεσολαβήσας ὁ Ἠλιάδης ἀπέτρεψε τὸν ὡπλισμένον πολίτην νὰ πυροβολήσῃ τὸν χωροφύλακκα· εἰσῆλθεν ἔπειτα εἰς τὴν οἰκίαν ὁ χωροφύλαξ, ἐκάλεσεν εἰς τὰ ὅπλα τὸ ἀπόσπασμα, καὶ τότε ἠθέλησαν νὰ κακοποιήσουν τὸν Ἠλιάδην, ἀλλ’ ὁ ἐνωμοτάρχης, παρεμβὰς, διέλυσε τὴν συμπλοκὴν, καὶ ἀναχωρήσας μετὰ τοῦ ἀποσπάσματος μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Σταμ. Ἠλιάδου καὶ ἐκεῖ διενυκτέρευσεν. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταγγελθεῖσαν ὡς ἐγκληματικήν. Δευτέρα πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος συναδελφός μου ἐπηρώτησεν ἐπίσης τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι, ὅτι ὑπενωμοτάρχης τις ἐν Μεσσήνῃ ὀνόματι Πεφάνης, περιπολῶν ἐν τῇ Πρωτευούσῃ τῆς Ἐπαρχίας, εἶδεν ὡπλισμένους δύω πολίτας, πρὸς οὓς ἀπηύθυνε παρατηρήσεις περὶ τούτου, οὗτοι δ’ ἐπετέθησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸν ἐπυροβόλησαν, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἀνεπιτυχῶς· ἀμέσως ἔτρεξεν ἡ περίπολος, ἀκούσασα τοὺς πυροβολισμούς, καὶ αὐτὸς ὁ διευθύνων τὴν Ὑπομοιραρχίαν ἐνωμοτάρχης, συνέλαβε τοὺς ἀποπειραθέντας νὰ φονεύσωσι τὸν ὑπενωμοτάρχην· τοὺς παρέπεμψεν εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν καὶ αὕτη τοὺς ἐπροφυλάκισεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ δευτέρα πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν παρεπονέθη ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου καὶ ἐζήτησε διόρθωσιν τῶν κακῶς γενομένων. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ μάθητε ποῖαι εἶναι αἱ Ἀρχαὶ ἐν Μεσσήνῃ, διότι πᾶς ὅστις ἀκούει τὰ ἐντεῦθεν λεγόμενα, ὑποθέτει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκεῖ ἀπεφάσισε νὰ ἐξοντώσῃ τοὺς ἀντιπολιτευομένους αὐτήν· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐπὶ τῇ ἀτόπῳ ὑποθέσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐμελέτησε τοιοῦτόν τι, δὲν νομίζω, ὅτι θὰ τῇ ἐχρησίμευον πρὸς τοῦτο οἱ ἐκεῖ προϊστάμενοι τῶν Ἀρχῶν. Ἔπαρχος ἐν Μεσσήνῃ εἶναι ὁ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου διορισθεὶς, ὅτε καὶ ἐγὼ ἤμην φίλος τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου. Ταμίας εἶναι ξένος ὑπάλληλος, ἐπίσης διωρισμένος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου. Ἔφορος μετετέθη ἐκεῖ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας· ἐνωμοτάρχης, διοικῶν τὴν Ὑπομοιραρχίαν, εἶναι ὁ νέος Ἰωαν. Δαμιλάτης, πρώην δικηγόρος, τὸν ὁποῖον ἐνωμοτάρχην ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου διώρισε καὶ τῷ ἀνέθεσε τὴν καταδίωξιν ἐν γένει τῶν φυγοδίκων, φυγοποίνων καὶ ὀφειλετῶν ἐν γένει ἐν Καλάμαις. Ἅπαντες ἔντιμοι καὶ δραστήριοι εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Ἐνωμοτάρχης δὲ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου Μελιγαλᾶ μέχρι τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου ἦτο εἷς, τοῦ ὁποίου μόνον τὸ ἐπώνυμον γνωρίζω, Ἀντωνιάδης, κατὰ σύστασιν τοῦ κυρίου Ἀντωνοπούλου τοποθετηθεὶς ἐκεῖ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑπάλληλοι ἐν Μεσσήνῃ, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν καὶ ἐκτελοῦσιν ὄργια κατὰ τῶν ἀντιπάλων! Ἀφοῦ, κύριοι, τοιοῦτοι εἶναι οἱ προϊστάμενοι τῶν Δημοσίων Ἀρχῶν ἐν Μεσσήνῃ, πιστεύετε, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἐγκληματικαὶ πράξεις; Ὅτι εἶναι τάσις τις πρὸς καταπίεσιν τῶν ἀντιθέτων; Ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ περὶ μιᾶς ἄλλης ὑποθέσεως, ξένης μὲν τοῦ προκειμένου ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου δὲν παρέλειψεν νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτε τὸ πρῶτον ἐπηρώτησεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν ἐν Μεσσήνῃ λαμβανόντων χώραν, προσέθηκεν ὅτι τὰ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν ἐν Καλάμαις Ἀρχῶν λαβόντα χώραν εἶχον τὴν ἀρχὴν, διότι ἕν τινι χωρίῳ τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα ἠθέλησε νὰ πυρπολήσῃ τὴν οἰκίαν ἐν ᾗ εἶχε καὶ τοὺς ἵππους του. Κρίνατε ἂν ἦναι πιστευτὸν, ὅτι τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον ἐντὸς τῆς οἰκίας εἶχε τοὺς ἵππους του, διὰ νὰ βλάψῃ τὸν ἰδιοκτήτην, ἠθέλησε νὰ πυρπολήσῃ τὴν οἰκίαν! Βεβαιῶ μὲ τὸν θετικώτερον τρόπον, ὅτι οἱ στρατιῶται δὲν ἔθεσαν τὸ πῦρ διὰ νὰ πυρπολήσωσι τὴν οἰκίαν, καὶ δὲν ὑπῆρχε οὐδεὶς λόγος πρὸς τοῦτο, οὐδὲ ἡ οἰκία περιεῖχέ τι· ἦτο ἁπλοῦν ἐλαιοτριβεῖον, μὲ ἄχρηστα ἐργαλεῖα, ἄχυρα ἦσαν ἐῤῥιμμένα κατὰ γῆς καὶ μόνον ἐπρόκειτο νὰ πάθωσιν οἱ ἵπποι ἐκ τῆς πυρπολήσεως τῶν ἀχύρων, οὐδέποτε δὲ ἡ οἰκία. Μᾶλλον πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἄλλη τις χεὶρ ξένη ἔθεσε τὸ πῦρ οὐχὶ δὲ οἱ στρατιῶται, οἵτινες προφθάσαντες ἔσβεσαν τὸ πῦρ ἐξ οὗ ἐλαφρῶς ἐκάησαν εἷς ἢ δύω ἵπποι, θεραπευθέντες. Ἡ δευτέρα πληροφορία, τὴν ὁποίαν ὁ συνάδελφός μου ἀνεκοίνωσεν, εἶναι ἀνακριβὴς, ὅτι δηλαδὴ οἱ φυγόδικοι Ἠλιάδαι ἀνεχώρησαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι οἱ φυγόδικοι Ἠλιάδαι εἶναι ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας· ὅτι πρὸ 5 ἢ 6 ἡμερῶν ὁ φυγόδικος Ἰωάννης Ἠλιάδης συνέλαβε τὸν συγχώριόν του Ἀνδρέαν Τσαλτόπουλον, τὸν ἐτραυμάτισε, τοῦ ἀφῄρεσε τὰ ὅπλα καὶ ἔλαβε διεύθυνσιν ἄγνωστον. Δὲν θέλω λέγων ταῦτα νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον πρόθεσιν κακὴν, ὅτι δίδει πληροφορίας μὴ ἀκριβεῖς, ἀλλ’ ἔχω πλήρη τὴν βεβαιότητα ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας οἱ φίλοι του τῷ δίδωσιν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς· δίδονται αἱ τοιαῦται πληροφορίαι μόνον διὰ νὰ γίνεται θόρυβος, διὰ νὰ πιστεύεται ὅτι ἡ Διοίκησις ἐν Μεσσήνῃ εἶναι φατριαστικὴ, διά νὰ πιστεύεται ὅτι ἐκεῖ οἱ ἀντίθετοι τῆς Κυβερνήσεως πιέζονται καὶ οὐδὲν πλέον. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἐν Μεσσήνῃ ἐπικρατεῖ τάξις καὶ ἡσυχία. Βεβαίως δὲν λείπουν ποτὲ οἱ φυγόδικοι καὶ οὔτε θὰ λείψωσι· καὶ ἂν ὑπάρχωσι φυγόδικοι, τοῦτο δὲν προέρχεται ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως· τοῦτο προέρχεται ἀπὸ τὸ εὐερέθιστον καὶ τὸ ζωηρὸν τῶν κατοίκων· προέρχεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἔχουν τὴν κακὴν ἀρχὴν οἱ ἀνακριταὶ νὰ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα καθ’ ὅλων τῶν μηνυομένων, χωρὶς πρῶτον νὰ γίνεται προανάκρισις καὶ νὰ βεβαιοῦται ποῖοι εἶναι οἱ ἀληθεῖς ἔνοχοι τῶν καταγγελλομένων πράξεων. Περιορίζομαι, κύριοι, εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα καὶ πιστεύω ὅτι βεβαίως ἐπείσθητε, ὅτι ὅλα τὰ καταγγελλόμενα ἐντεῦθεν εἶναι ἀνακριβῆ· ἐπιφυλάσσομαι δὲ, ὅταν πληροφορηθῶ περὶ τοῦ τί ἀκριβῶς συμβαίνει ὡς πρὸς τὰ σήμερον τηλεγραφηθέντα πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τούτων.
§15Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι ἐναντίον τῶν προσφάτως ἀποφασισθέντων, συνεπείᾳ παρατηρήσεων τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου, ἐπετράπη σήμερον νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ ἁπλῆς τινος ἐπερωτήσεως. Τοῦτο καταδεικνύει, ὅτι τὴν παραλυσίαν τῶν συνεδριάσεων, τὴν ἀναβολὴν τῶν συζητήσεων δὲν τὴν προκαλεῖ ἡ μερὶς αὐτὴ ἡ ἀντιπολιτευομένη, ἀλλ’ ἡ μερὶς ἐκείνη, (δεικνύει τὴν δεξιάν). Ἠδυνάμην, κύριοι, σήμερον νὰ ἔλθω εἰς εὐρυτέραν ἀνάπτυξιν ἐπὶ τῶν λεχθέντων ἀπὸ τὸν τελευταῖον ὁμιλήσαντα συνάδελφόν μου, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ παραβῶ τὴν τάξιν, ἣν καθιερώσαμεν· ἐπιφυλάσσομαι ἐν ἁρμοδίᾳ περιστάσει νὰ ἀποδείξω, ὅτι πολλὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κυρίου συναδέλφου δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Περιορίζομαι δὲ νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις καὶ χρέος καὶ καθῆκον ἔχει πρὸς τοῦτο, νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἁπλοῦ ἐνωμοτάρχου, ἀλλὰ νὰ διορίσῃ ἀξιωματικὸν ὑπομοίραρχον. Τοιαῦται σπουδαῖαι ἐπαρχίαι, οἵα ἡ Μεσσήνη, δὲν πρέπει νὰ μένωσιν ὑπὸ διοίκησιν ἐνωμοταρχῶν, ὁσονδήποτε καλοὶ καὶ ἂν ἦναι οὗτοι. Τελευτῶν ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προνοήσῃ περὶ τούτου, ἵνα ἐπανέλθῃ ἡ τάξις καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη καὶ ἀφαιρεθῇ πᾶσα ἰδέα μεροληψίας.
§16Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἰξεύρω ποῖος ἐκ τῶν δύω εἶναι ἀκριβὴς, ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου; Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου σᾶς εἶπεν ὅτι ἔξωθεν τῆς οἰκίας τοῦ Ἠλιάδου εὑρέθη εἷς ἄνθρωπος ἔνοπλος, συνελήφθη, ὁ χωροφύλαξ ἐφώναξεν εἰς τὰ ὅπλα κτλ. Τὸ ἔγγραφον ὅμως τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνθη ἀπὸ τὴν ἐκεῖ Ἀρχὴν, ἡ ὁποία διετάχθη νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, λέγει ὅτι καθ’ ὁδὸν τὴν νύκτα μεταβαίνοντα ἀπὸ ἓν χωρίον εἰς ἄλλο ἀπήντησαν τὸν Ἠλιάδην αὐτὸν, μεθ’ ἑνὸς ὁπλοφόρου, τὸν ἔδεσαν καὶ τὸν ἔφερον ὀπίσω· ποῖος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει λέγει ἀλήθειαν; (ἀναγινώσκει). Τὸν εὗρον καθ’ ὁδὸν εἰς τὰς τρεῖς, καὶ ὄχι ἔξωθεν τῆς οἰκίας· οὕτω λέγει τὸ ἔγγραφον, ὡς βλέπετε, καὶ αὐτὴ ἡ ἐγκληματήσασα Ἀρχὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ ὅλως διόλου. Ἀλλὰ, δὲν ἔθεσαν πῦρ, λέγει ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, οἱ ἱππεῖς ἀλλὰ ξένη χείρ· γνωρίζετε πάντες ὅσοι εἶσθε στρατιωτικοὶ τοὐλάχιστον ὅτι, ὅπου ὑπάρχουν ἱππεῖς καὶ μένουν ἵπποι, ἐκεῖ τίθενται στρατιῶται πρὸς φύλαξιν καὶ πρὸς ἐπιτήρησιν τῶν ἵππων ἡμέραν καὶ νύκτα· πῶς ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ ξένος καὶ νὰ θέση πῦρ; Ὡς πρὸς δὲ τὸν Ἔπαρχον· ὁ Ἔπαρχος ἐπαύθη πρὶν δώσῃ ὅρκον πίστεως καὶ μετὰ ταῦτα ἀμέσως διωρίσθη. Καὶ ὁ Ἀστυνόμος δὲ καταδιώκεται, διότι ὅταν ὁ κύριος Μποῦτος μᾶς ἀπεχαιρέτησε, ἠκολούθησεν αὐτὸν ὁ κύριος Ἀστυνόμος, ἀλλ’ ὕστερον δὲν εἰξεύρω διὰ ποίους λόγους ἐχωρίσθησαν καὶ ἤρχισεν ἡ καταδίωξις. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω αὐτὰ, διότι οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ μανθάνῃ τὰς διαφόρους τοπικὰς κομματικὰς μεταβολὰς, ἐγὼ ἀπαιτῶ μόνον ἓν πρᾶγμα ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν παρακαλῶ νὰ στείλῃ ἕνα ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, ὅποιον θέλει, νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, καὶ ἂν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων ἀποδείξῃ ἐμὲ ψευδόμενον, εἰς οὐδεμίαν ἄλλην παρατήρησίν μου νὰ δώσῃ προσοχὴν ἡ Βουλή· ἂν δὲ ὅσα λέγω εἶναι ἀληθῆ, νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν ἐνωμοτάρχην καὶ νὰ θέση ἐκεῖ ἀξιωματικὸν ὑπομοίραρχον. Δὲν εἰξεύρω διατί ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχει ἐνωμοτάρχην, ἐνῷ εἶναι θέσις κανονισμένη ἀξιωματικοῦ καὶ ἐπιμένει νὰ τὸν διατηρῇ ὕστερον ἀπὸ τὰς διαμαρτυρήσεις βουλευτοῦ. Μὴ τάχα τῷ λέγομεν νὰ στείλῃ ἄνθρωπον τῆς ἐκλογῆς μας καὶ ἀνθίσταται;
§17ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ὑπομοιραρχία Μεσσήνης δὲν διοικεῖται ἀπὸ ἐνωμοτάρχην μόνον ἀφ’ ὅτου ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναι εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους· καὶ βεβαίως τοῦτο δὲν ἀποδίδω εἰς σκοπάν τινα τῶν Κυβερνήσεων τὸ νὰ μένουν ἐνωμοτάρχαι διευθύνοντες τὰς ὑπομοιραρχίας, ἀλλὰ διότι, ὡς γνωστὸν, εἶναι ἔλλειψις ἀνθυπομοιράρχων. Εἶπον τὸ τελευταῖον τοῦτο, διότι θέλω νὰ βεβαιωθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ὑπομοιραρχία Μεσσήνης ἐξακολουθεῖ διευθυνομένη ἀπὸ ἐνωμοτάρχην ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, καὶ ὅτι ἂν πρόκηται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συγκρίνωμεν τὸν ἤδη διευθύνοντα πρὸς τοὺς προκατόχους του, βεβαίως θέλει ἀποδειχθῆ ὅτι εἶναι ἀνώτερος κατά τε τὴν τιμιότητα, τὴν δραστηριότητα καὶ τὴν χρηστότητα.
§18Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Ἐπαρχία Μεσσήνης ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ἐξακολουθῇ νὰ διοικῆται ὑπὸ ἐνωμοτάρχου· γνωρίζω μόνον τοῦτο, ὅτι Ἐπαρχίαι, διοικούμεναι ὑπὸ ἐνωμοταρχῶν, δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέτῃ τις δικαίως, ὅτι ἡ διοίκησις ἐν αὐταῖς δὲν εἶναι ἡ πρέπουσα. Ἄλλοτε τὸ ζήτημα τῶν ὑπαξιωματικῶν κατὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἀποσπασμάτων ἐτέθη ὑπὸ σπουδαίαν συζήτησιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ὑπαξιωματικοὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν ἐκλογῶν, οἱ κατὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἀποσπασμάτων, νὰ μὴ ἦναι ἐγχώριοι, καὶ τὸν Νόμον αὐτὸν προεκάλεσεν ὁ μακαρίτης Δεληγιώργης. Τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ Ἐπαρχία Μεσσήνης, μία τῶν σπουδαιοτέρων Ἐπαρχιῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς παραγωγῆς, διοικεῖται ὑπὸ ἑνὸς ἐνωμοτάρχου, μόνον αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀποδεικνύει τὸν φατριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ ἔλλειψις ἀξιωματικῶν δὲν δικαιολογεῖται πλέον, διότι ἀπό τινος χρόνου τὰ στελέχη τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι πλήρη, καὶ ἂν δὲν εἶναι πλήρη, εἶναι ἔνοχοι οἱ μὴ πληροῦντες αὐτὰ, διότι τὸ Ἔθνος, ψηφίζον κατ’ ἔτος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐδείχθη γενναιόφρον καὶ ἐλευθέριον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Κυβέρνησιν Ἐπαρχίαι, ὅπως ἡ Μεσσήνη καὶ αἱ ὅμοιαι αὐτῆς, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας, ἕνεκα διαφόρων λόγων, ἔχουσιν ἀφορμὰς νὰ ἐκτρέπωνται εἰς ἐγκλήματα, νὰ διοικῶνται ὑπ’ ἐνωμοτάρχου· καὶ ἠξεύρετε τί συμβαίνει ὅταν ἀποσπάσματα διευθύνωνται καὶ Ἐπαρχίαι διοικῶνται ἀπὸ ὑπαξιωματικούς; μέχρι τινὸς ἐποχῆς οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐζήτουν πάντοτε προαγωγὴν διὰ τῶν φατριῶν, καὶ τὴν φατρίαν τὴν ὑπηρέτουν διὰ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λέγονται ὅτι λαμβάνουσι χώραν εἴτε ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσήνης εἴτε ὁπουδήποτε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις· δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς Κυβέρνησιν λέγουσαν καὶ ἐπιθυμοῦσαν νὰ πιστεύσῃ ὁ κόσμος, ὅτι διοικεῖ ἄνευ φατριασμοῦ. Μόνον τὸ γεγονὸς, ὅτι εἷς ἐνωμοτάρχης διοικεῖ τὴν ἐπαρχίαν, ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς εἶναι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἐμπνεύσεων τῆς φατρίας, ἥτις διοικεῖ τὸν τόπον.
§19Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἅπαντες οἱ ἐντόπιοι χωροφύλακες μετετέθησαν ἐκεῖθεν, μόνον ὁ Δαμηλάτης ἔμεινεν ἀμετάθετος· ἂν δὲ ἦτο ἐν Μεσσηνίᾳ πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ἐνωματάρχης διοικῶν, πάντες γνωρίζετε ὅτι ὁ κύριος Μποῦτος εἶχε τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐπαρχίας· συνεπῶς ὅ,τι συνέβαινε, καὶ τοῦτο βαρύνει τὸν ἴδιον.
§20ΜΠΟΥΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὰς Ἀρχὰς τῶν Καλαμῶν.
§21Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι ἀπὸ τὰς Ἀρχὰς· νὰ στείλῃ ἀξιωματικόν.
§22ΜΠΟΥΤΟΣ. Πληραφορίας περὶ τοῦ ἂν ὁ Ἰωάννης Δαμηλάτης, ἐνωμοτάρχης, ἦτο ἐντεταλμένος τὴν σύλληψιν τῶν φυγοδίκων καὶ ἐνταλματιῶν, ναὶ ἢ ὄχι.
§23Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐντὸς τῆς πόλεως ναί· οὐχὶ δὲ ἀποσπασματάρχης ἐκτὸς αὐτῆς καὶ κατὰ τὴν ἐπαρχίαν.
§24ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς εἶναι νὰ συλλαμβάνωσι ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκουσι ἐγκληματίας.
§25ΜΠΟΥΤΟΣ. Καὶ ἤδη ἐντὸς τῆς πόλεως Μεσσήνης ἐνεργεῖ. Ἄλλοι ὑπαξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς διοικοῦσι τὰ ἀποσπάσματα εἰς τὴν ἐπαρχίαν.
§26ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, ὡς δικαίαν, δικαιοτάτην τὴν ἀνυπομονησίαν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἵτινες προκαλοῦσι συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, ἑνόσῳ δὲν ἀποφασισθῆ καὶ ἐκτελεσθῆ θρησκευτικῶς κανὼν ὡρισμένος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὁ χρόνος, πιστεύω, ὅτι εἶναι πολύτιμος, καὶ ὅλοι τὸ ἐννοοῦμεν, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ νὰ γείνῃ ἡ καλὴ αὐτὴ ἰδέα πρᾶγμα. Φρονῶ, κύριοι, καὶ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν, παρακαλῶ μάλιστα τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς προτάσεώς μου ταύτης, φρονῶ, λέγω, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις, εἴτε ἔγγραφοι, εἴτε προφορικαὶ, δύνανται νὰ γίνωσι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς συνεδριάσεως. Βεβαίως δὲν θὰ ἦναι πολὺ εὐχάριστον νὰ διακόπτωνται αἱ συζητήσεις ὡρισμένων θεμάτων ἢ νομοσχεδίων διὰ νὰ γίνωνται ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ τὸ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾷν δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀρνηθῶ εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς. Φρονῶ προσέτι, ὅτι ὁ ἐπερωτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα, ὁσάκις θέλει, νὰ κάμῃ μίαν σύντομον ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του...
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε θὰ ἀπαντήσῃ ὁ ἄλλος.
§28Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἔρχεται τὸ Ὑπουργεῖον τὸ Σάββατον νὰ ἀπαντᾷ.
§29ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Φρονῶ, λέγω, ὅτι ὁ ἐπερωτῶν δύναται νὰ κάμῃ μίαν σύντομον ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς του, καὶ τότε μόνον δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεης, ὅταν ῥητῶς ἀποφασίσῃ περὶ τούτου ἡ Βουλή. Ἐπίσης ὁ εἰσάγων πρότασιν ἢ Νομοσχέδιόν τι δύναται νὰ κάμῃ σύντομον ἀνάπτυξιν, ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ περαιτέρω συζήτησις πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ πάλιν ἡ Βουλή. Ἐκεῖνο δὲ πρὸ πάντων, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, εἶναι ὅτι ὁσάκις ματαιοῦται ἡ συνεδρίασις τοῦ Σαββάτου, ἡ ὁρισθεῖσα διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων, αὐτοδικαίως ἡ ἑπομένη συνεδρίασις νὰ ἦναι ἡμέρα συζητήσεως ἐπερωτήσεων.
§30ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§31ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἴτε Δευτέρα, εἴτε Τρίτη, εἴτε Κυριακὴ εἶναι ἡ ἀμέσως ἑπομένη· διότι ἀπό τινος, καθόσον ἐγὼ τουλάχιστον ἀντιλαμβάνομαι τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων, περιεπλάκη καὶ ἐφαρμόζονται κανόνες ἄνισοι καὶ ἄδικοι· οὕτω δὲ ἀκάρπως καταναλίσκεται χρόνος πολιτιμότατος. Εὑρισκόμενος δὲ ἐν τῷ βήματι, κύριοι, ἐπὶ ζητήματος ἡμερησίας διατάξεως, θὰ εἴπω καὶ ὀλίγας λέξεις ἐπὶ ἄλλου τινὸς ζητήματος ἀναλόγου. Ἀπό τινος αἱ συζητήσεις τοῦ Κοινοβουλίου ἀπώλεσαν πᾶσαν σοβαρότητα· δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, οἵτινες συνετέλεσαν εἰς τοῦτο· εἶναι πολλοὶ καὶ ποικίλοι· ἴσως ὅλοι τοὺς γνωρίζομεν. Δὲν θέλω νὰ προκαλέσω προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἀποφεύγω νὰ τοὺς ὑποδείξω, καὶ μάλιστα ἀφοῦ εἶναι γνωστοί. Φρονῶ, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου διὰ νὰ τεθῇ ἓν τέρμα. Ἐννοῶ μάλιστα, ὅτι τὴν δύναμιν ἔχομεν νὰ μεταβάλωμεν τὸν Κανονισμόν, ἀλλ’ ἐνόσῳ τὸν ἔχομεν πρέπει νὰ τὸν ἐφαρμόζωμεν θρησκευτικῶς, ἀμερολήπτως. Περιττὸν νὰ ὑποδείξω μίαν πρὸς μίαν τὰς μὴ ἐφαρμοζομένας διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ· ἰδιαιτέρως ὅμως ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 27, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ διακόπτωσι τοὺς ἀγορεύοντας, ἢ διὰ φωνῆς ἢ διαχειρονομιῶν νὰ ἐπιδοκιμάζωσιν ἢ ἀποδοκιμάζωσιν αὐτούς.» Δὲν ἐπίστευον ποτὲ, κύριοι, ὅτι Κανονισμὸς, γενόμενος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἀθετηθῆ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας, ὥστε χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα νὰ γίνωνται ἐντὸς τῆς αἰθούσης τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἦναι ὁ τύπος καὶ ὁ ὑπογραμμὸς κοσμίας συζητήσεως· μετὰ μεγάλης μου θλίψεως εἶδον τοιοῦτο θέαμα· δι’ αὐτὸ δὲ θεωρῶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐκκενῶνται τὰ ἀκροατήρια, ὁσάκις χειροκροτοῦσιν ἢ ἄλλως ἀποδοκιμάζουσιν, ὡς ἄδικον. Πῶς θέλετε, εἶναι ἀγάλματα εἰς τὰ ἀκροατήρια; Καὶ ὅταν τὸ παράδειγμα καὶ τὸ σημεῖον δίδεται ἀπὸ τοὺς ἰδίους κκ. βουλευτὰς πρὸς χειροκροτήματα ἢ ποδοκροτήματα, παρασύρονται φυσικώτατα καὶ τὰ ἀκροατήρια, καὶ μάλιστα οἱ μὴ ἔχοντες τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ὁμιλῶσι καὶ ἐξωτερικεύωσι τὰ διανοήματά των εἶναι εὐκολώτερον νὰ παρασυρθῶσιν εἰς ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας. Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Πρόεδρος πρέπει νὰ προβῇ εἰς ῥητὰς ἀποφάσεις περὶ τούτου καὶ πρὸ παντὸς νὰ τὰς ἐκτελῇ θρησκευτικῶς καὶ ἀμερολήπτως. Εὑρισκόμενος, κύριοι, ἐν τῷ βήματι, σᾶς ὑποβάλλω καὶ ἓν νομοσχέδιον περὶ κοινοτήτων. Ὅσοι ἐλάβατε ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσητε πῶς διοικοῦνται καὶ διαχειρίζονται αἱ περιουσίαι τῶν κοινοτήτων, γνωρίζετε καλῶς, ὅτι αὗται γίνονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον βορὰ τῶν τολμηροτέρων· καὶ ἐν τούτοις, μεγάλαι κοινοτικαὶ περιουσίαι ὑπάρχουσι, διὰ τῶν ὁποίων πολλὰ καὶ ὠφέλιμα εἰς τὸν τόπον ἠδύναντο νὰ γίνωσι. Ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι σπουδαία καὶ κατεπείγουσα δι’ ὅλον τὸ Κράτος· εἶναι σπουδαία καὶ κατεπείγουσα δι’ ὅλον τὸ Κράτος, ἀλλὰ καθίσταται μᾶλλον κατεπείγουσα, ἀφ’ ὅτου προσετέθησαν αἱ νέαι ἐπαρχίαι· διότι εἰς αὐτὰς τὸ κοινοτικὸν σύστημα εἶχε λάβει μεγάλην ἀνάπτυξιν κατὰ τὸν καιρὸν τῆς Τουρκοκρατίας. Ὅτε συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ ἀφομοιώσεως, εἶχον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φροντίσῃ καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ τούτου· ἀτυχῶς μέχρι τοῦδε τοιοῦτον νομοσχέδιον δὲν εἶδον νὰ ὑποβληθῇ, καὶ διὰ τοῦτο συσκεφθέντες μετ’ ἄλλων ἑπτὰ συναδέλφων κατηρτίσαμεν νομοσχέδιον συντομώτατον, ὅπερ ὑποβάλλω, ἐλπίζων ὅτι ἅπασα ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει αἰσθανθῆ τὴν μεγίστην ἀνάγκην, ὅπως ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ λίαν σπουδαῖον ζήτημα τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν κοινοτήτων. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἀναπτύξω τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, τὸ συνιστῶ ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἂν νομίζῃ ἀναγκαῖον ἡ Βουλή, παρακαλῶ νὰ τὸ θεωρήσῃ κατεπεῖγον· ἄλλως, νὰ τὸ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν· ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει νὰ μὴ τὸ κλείσῃ εἰς τὸ ἑρμάριον τῆς Βουλῆς. Δύναται τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον νὰ ἔχῃ πολλὰς ἀτελείας, ἀλλ’ ἂς χρησιμεύσῃ ὁ θεμέλιος λίθος, ἡ δὲ συζήτησις καὶ βραδύτερον ἡ ἐφαρμογὴ βεβαίως θὰ τελειοποιήσωσιν αὐτό. (Ὅρα Παράρτημα). Παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς φορολογίας ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Βώλου· ὑπεβλήθη, καθὼς γνωρίζετε, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεώς μου, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἓν νομοσχέδιον περὶ τούτου. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως τοῦτο μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ καταντήσῃ ἄχρηστον, διότι ἡ ἐλαιοφορία πλησιάζει νὰ τελειώσῃ· νομίζω, ὅτι διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον.
§32ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, νὰ ἐγγραφῇ.
§33Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἓν τηλεγράφημα εἶναι ἀπὸ τὰ Καλάβρυτα, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι μετ’ ἀγαλλιάσεως ὁ λαὸς εἶδε τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐννοεῖτε, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα γίνονται εὐκολώτατα, καὶ κάθε βουλευτὴς δύναται νὰ γράψῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του νὰ τοῦ στείλουν τηλεγραφήματα ὅσα θέλει· ἐγὼ δὲ δύναμαι νὰ σᾶς στείλω τηλεγράφημα μὲ 3000 ὑπογραφάς.
§34Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν παρουσίασα κανὲν τηλεγράφημα εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ ἐγὼ εἶχον αὐτὴν τὴν στιγμὴν τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν διὰ τοῦ ὁποίου μοῦ λέγουν, ὅτι ὅλαι αἱ Ἀρχαὶ ἐκεῖ καταγίνονται νὰ περισυλλέξουν ὑπογραφάς τινας, ὅπως ἐκδηλωθῇ ἡ ἀγαλλίασις τοῦ λαοῦ· ἀλλ’ ἐνῷ αἱ ἐπαρχίαι ἐκφράζουν, κατὰ τὰ ὑπουργικὰ ὄργανα καὶ ὑμᾶς, ἀγαλλίασιν, ἤδη ὁποίαν θὰ ἐκφράσουν, ὅταν μάθουν, ὅτι καὶ οἱ ὑπουργοὶ καὶ ὑμεῖς μετ’ ἀγαλλιάσεως παρῃτήθητε τῶν νομοσχεδίων σας, ἀνταποκριθέντες εἰς τὴν κοινὴν ἀγαλλίασιν!
§35ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Φιλαρέτου, νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ θέσωμεν ἓν τέρμα εἰς τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων, ἐκ τοῦ τρόπου δηλαδὴ καθ’ ὃν αὗται ὑποβάλλονται. Ὅταν ἕκαστος ἡμῶν, ὑποβάλλων ἐπερώτησιν, θέλει κατὰ τὴν ὑποβολὴν νὰ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα αὐτῆς, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπισύρῃ ἀπαντήσεις καὶ παρατηρήσεις· τοῦτο δὲ φέρει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπώλειαν πλείστου χρόνου, εἰς τρόπον ὥστε καταναλίσκομεν οὕτω ὁλοκλήρους συνεδριάσεις χωρὶς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἡ ἡμερησία δὲ διάταξις εἶναι τὸ μέσον δι’ οὗ ὁρίζεται καὶ κανονίζεται ἡ ἐργασία ὅλων τῶν πολυμελῶν σωμάτων, ἄνευ δ’ αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ σπουδαία ἐργασία. Πρὸς ἀποφυγὴν τῆς τοιαύτης ἀπωλείας χρόνου, προτείνω ὅπως ὅλαι αἱ ἐπερωτήσεις γίνωνται ἐγγράφως, ἀπαγορευθῇ νὰ γίνωνται τοιαῦται προφορικῶς, καὶ δίδωνται ἀναπτύξεις σὺν τῇ ὑποβολῇ αὐτῶν.
§36ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ὁρίζηται δὲ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει γίνει συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ὑποβαλλομένων ἐπερωτήσεων. Δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριοι, ὅταν αἱ ἐπερωτήσεις ὑποβάλλωνται προφορικῶς, νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν μακρὰν συζήτησιν, ἐνῷ ἂν καθυποβάλλεται ἔγγραφος ἡ ἐπερώτησις, θέλει περιορίζεσθαι αὕτη εἰς τὸ θέμα αὐτῆς χωρὶς νὰ προκαλῇ ἄμεσον καὶ μακρὰν συζήτησιν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν δὲ τὴν προσδιωρισμένην διὰ τὰς ἐπερωτήσεις ἕκαστος ἐπερωτῶν ἂς ἀναπτύσσῃ τὸ θέμα του· οὕτω δὲ ὄχι μόνον κερδίζομεν καιρὸν, ἀλλὰ καὶ τὸ θέμα ἑκάστης ἐπερωτήσεως θὰ συζητεῖται σπουδαίως καὶ θὰ ἐρχώμεθα εἰς συμπέρασμά τι, ἐνῷ σήμερον ἐν ἑκάστῃ συνεδριάσει πηδῶμεν ἀπὸ τὸ ἓν θέμα εἰς τὸ ἄλλο καὶ σπανίως καταλήγομεν εἰς συμπέρασμα ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν ἐπερωτήσεων· διότι ἐνῷ τις ἐπερωτᾷ καὶ ἄρχεται συζήτησις, ἔρχεται ἄλλη ἐπερώτησις, ἥτις διακόπτει αὐτὴν διὰ νέας καὶ ἀσκόπου συζητήσεως, ὡς γίνεται κατὰ τὰς πλείστας σχεδὸν ἐφετεινὰς ἡμῶν συνεδριάσεις, χωρὶς νὰ καταλήξωμέν ποτε εἰς συμπέρασμά τι. Ὑποστηρίζω δὲ καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Φιλαρέτου, ἂν δὲν ἐπετευχθῇ συνεδρίασις τὸ Σάββατον νὰ γίνηται ἡ συζήτησις εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην συνεδρίασιν.
§38ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις, κύριοι, εἶναι πυρετώδεις ἐκδηλώσεις, τὸ νοσολογικὸν αἴτιον ὅμως εἶναι ἄλλο. Καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο ἅπαξ ἀρχὴ ἵνα καὶ ἐκ τῆς ἰατρικῆς ἐνταῦθα ἀποκομίζωμεν τινὰ πρὸς ἔκφρασιν τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, καὶ ἐγὼ δανείζομαι ἐκ τῆς ἰατρικῆς. Πάντες οἱ ἀγορεύσαντες καὶ οἱ ἀγορεύοντες εἰς τὴν Βουλὴν συμβαίνει νὰ ὁμιλῶσιν ἐπὶ τῶν συμπτωμάτων, ἐπὶ δὲ τῆς νόσου οὐδεὶς ὡμίλησεν· ὁμοιάζουσι δὲ αἱ τοιαῦται συζητήσεις πρὸς ἰατρικὰ συμβούλια, ἅτινα, συνερχόμενα εἰς συνεδρίασιν πρὸς ὑγίανσιν πάσχοντος, κατατρίβουσι πᾶσαν αὐτῶν τὴν ἐπιστημοσύνην περὶ τὴν καταπολέμησιν τῶν συμπτωμάτων, ὡς λέγεται ἐν τῇ ἰατρικῇ, δὲν ἐξετάζουσι δὲ ποῖον εἶναι τὸ νοσολογικὸν αἴτιον, ποία ἡ πάθησις τοῦ σώματος, τοῦ ὀργανισμοῦ, ἥτις ὡς αἴτιον παρουσιάζει τὸν πυρετόν· τοῦτο τὸ νοσολογικὸν αἴτιον ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ ἀνεύρωμεν διὰ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς πολιτειακῆς καχεξίας, ἧς συμπτώματα αἱ πυρετώδεις ἐπερωτήσεις. Αἱ παρατεταμέναι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητήσεις, αἱ παροιμιωδῶς μακραὶ, ἀπολήγουν εἰς τοῦτο, ὁτὲ μὲν ἐντεῦθεν ν’ ἀποδίδωνται μομφαὶ πρὸς τὸ ἄλλο μέρος, ὁτὲ δὲ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ν’ ἀποδίδωνται μομφαὶ πρὸς τοῦτο· καὶ ὁτὲ μὲν ἑδρεύει ὁ πατριωτισμὸς ἐντεῦθεν, ἐκεῖθεν δὲ ἡ προδοσία, ὁτὲ δὲ ὁ πατριωτισμὸς ἐκεῖ καὶ ἐνταῦθα ἡ προδοσία· εἶναι φαινομενικὸν τούτου τὸ αἴτιον. Κύριοι, ὁ Βοκάκιος, ὡς νομίζω—καὶ ὁ κύριος Ῥηγόπουλος παρακαλῶ ἂς μοὶ τὸ ὑπενθυμίσῃ, ἐὰν τῳόντι ἔχῃ ἢ ὄχι οὕτως—λέγει ἓν ἱστορικὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσαν ἴσως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἐν κεφαλαίῳ συνοψίζεται εἰς τὸν τίτλον «τὰ ὑπὸ τὴν τράπεζαν καὶ τὰ ἄνω τῆς τραπέζης.» Λοιπὸν ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ἐν Ἑλλάδι ἔχουν τὴν ἀπόχρωσιν, ἥτις καταπροδίδει αὐτοὺς ἀπιθάνους εἰς τὸ νὰ μὴ φρονοῦν καὶ ἐργάζωνται κατὰ τὰ ὑπὸ τὴν τράπεζαν, ἀλλὰ ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ ἐπιδιώκουν φαινομενικότητα κατὰ τὰ ἄνω τῆς τραπέζης, ὡς ἐκ τούτου οὕτω πολιτευόμενοι κινδυνεύομεν νὰ παρασταθῶμεν—καὶ μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν ἔκφρασιν—ὅτι συγκεντρούμεθα διὰ νὰ παίξωμεν πρόσωπον θεατρίνου ἐνταῦθα, οὐχὶ δὲ πρόσωπον πολιτευομένου, ἄλλα μὲν ἐν τῷ νῷ, ἄλλα δὲ ἐν τῇ ἐκφράσει τοῦ λόγου, καὶ αὐτὸ εἶναι τὰ ὑπὸ τὴν τράπεζαν καὶ ἄνω τῆς τραπέζης. Εἰς τὸ νὰ ἐξεύρωμεν δὲ ἐλπίδα περὶ διορθώσεως τοῦ κακοῦ πρέπει νὰ ἐνασχοληθῶμεν δραστηρίως, ἐνισχυόμενοι ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν ἀρχαίων πολιτειῶν καὶ τῶν νεωτέρων, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὸν τρόπον τῆς πολιτείας παρὰ τοῖς ἀρχαίοις καὶ τοῖς νεωτέροις. Ἐὰν τοῦτο πράξωμεν, τότε θέλομεν καταντήσῃ εἰς ἓν συμπέρασμα τοῦ νὰ παύσῃ ὁ πυρετὸς καὶ θεραπεύσωμεν ἐπακριβῶς καὶ ἰδίως τὴν νόσον. Ἡ νόσος εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 διεκωμῳδήθη «Βουλευταὶ κι’ ἐκτελεσταὶ πωληταὶ κι’ ἀγορασταὶ» σύγχυσις τῶν Ἐξουσιῶν. Ἡ Βουλὴ εἶναι διοίκησις, ἐξασκεῖ τὰ ἔργα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Διατί κύριοι; οὐκ ἔστιν ἄλλως σήμερον πολιτεύεσθαι· ἢ οὐχὶ καὶ ἐν ταῖς ἀρχαίαις πολιτείαις δὲν ἴδομεν ὅτι πολλάκις πρόσωπα δευτερεύοντα, ἢ τριτεύοντα ἐξήσκουν τὴν γενικὴν πολιτικὴν μιᾶς πολιτείας; καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ Διόφαντος διώκει τὰς Ἀθήνας, ὅτι ὁ Περικλῆς διευθύνετο ὑπὸ τῆς Ἀσπασίας.
§39ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι καιρός ...(θόρυβος).
§40ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐὰν εἶναι καιρὸς κερδισμένος, εἶναι αὐτὸς, διότι γίνεται λόγος οὐχὶ ἐπὶ τῶν συμπτωμάτων ἀλλ’ ἐπὶ τῆς νόσου. Ὁ Περικλῆς ἐκίνησε τὸν Πελοποννησιακὸν πόλεμον, ἵνα καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα (θόρυβος), αἱ δὲ Μοναρχίαι, εἴτε τῶν ἀρχαίων πολιτειῶν εἴτε τῶν νεωτέρων, διέπραξαν τοιαῦτα κακουργήματα, ὥστε δὲν εἶναι ἡ ἱστορία αὐτῶν εἰμὴ τὰ πρακτικὰ τῶν Κακουργιοδικείων. Ποῖον λοιπὸν πολίτευμα δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἄνευ τῆς καταστάσεως ταύτης; Ποίαν πολιτικὴν βελτίωσιν ὀφείλομεν νὰ ἐπιδειώξωμεν; Περὶ τῶν πραγμάτων τούτων, περὶ τῆς θεραπείας τῆς καταστάσεως ἐφάνη σκεπτόμενος καὶ ὁ μακαρίτης Ζαΐμης, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἑνιαίας ψήφου, φρονῶν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν, δηλαδὴ τὴν παρέμβασιν τῆς βουλευτικῆς ἰσχύος εἰς τὴν διοίκησιν· διότι ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα κατήντησε, τὸ ὁμολογῶ, ὑπὸ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις πασσαλίκι ἡ Ἐπαρχία εἰς τὸν Βουλευτήν. Ποῖα λοιπὸν τὰ μέσα ὅπως καταντήσωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πᾶς ἐξ ἡμῶν ὀφείλει νὰ σπεύσῃ; διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν τὴν τιμῶ πάρα πολύ. Οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι οἱ καλλίτεροι τῶν ἀνθρώπων, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ὁ καλλίτερος τῶν λαῶν· διατί λοιπὸν αὐτὸ τὸ παράχορδον ἐν τῇ πολιτείᾳ; Ἐνταῦθα, ἐνῷ βουλευόμεθα, μήπως ἀγόμεθα ἀπὸ τάσεις ἀντικοινωνικὰς κοινωνιστικάς; Μὴ μᾶς διαιροῦν θρησκευτικαὶ ἐναντιοφροσύναι; Μήπως ὑποστηρίζομεν οἱ μὲν τὰς δὲ, οἱ δὲ ἄλλοι οἰκογενείας δυναστικάς; Ἐδῶ πάντες εἴμεθα φιλοπρόοδοι Ἀντιπρόσωποι τῶν Ἐπαρχιῶν· διατί λοιπὸν δὲν φροντίζομεν νὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακόν; Ἡ νόσος εἶναι ἡ ἀνάμιξις τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἰς τὴν Ἐκτελεστικήν· αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διαιρεῖ τοὺς Βουλευτὰς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Δὲν μᾶς χωρίζουσιν ἄλλαι τάσεις, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν, ὅτι δὲν εἴμεθα τόσον φανατικοί, διότι ὁ σήμερον ἐχθρὸς αὔριον εἶναι φίλος, καὶ δὲν τὸ θεωροῦμεν τοῦτο τίποτε σπουδαῖον. Πῶς δυνάμεθα λοιπὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἑξῆς εἰς ἀποτέλεσμα ἐθνικῶς εὐχάριστον; Πῶς ἡ Διοίκησις θὰ ἐκφύγῃ ἀπὸ τῆς χειρὸς τοῦ βουλευτοῦ; Ἅμα ἡ διοίκησις ἐκφύγῃ ἀπὸ τῆς χειρὸς τοῦ βουλευτοῦ, τότε ἡ Βουλὴ εἶναι Νομοθετικὸν Σῶμα, εἶναι ἓν δικαστήριον τῶν Κυβερνώντων, καὶ ἑπομένως καὶ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις δὲν θὰ ὑπάρχῃ ὁ φατριασμὸς καὶ ἡ μεροληψία. Δικαστικὴ Ἐξουσία, Διοικητικὴ Ἐξουσία, Στρατιωτικὴ Ἐξουσία, καὶ ἅπαντες οἱ ὑπάλληλοι, θὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των. Τίνι τρόπῳ λοιπὸν θέλει ἐπέλθει ὁ χρυσοῦς αὐτὸς αἰὼν εἰς τὴν ἡμετέραν πατρίδα; Διὰ τίνος μέσου; Ἐσκέφθη περὶ τούτου, ἐρωτῶ, τὸ Ὑπουργεῖον; Τίς φροντίζει περὶ τούτου; εἶναι σύμπτωμα πάντα τὰ ἄλλα· συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ ἑνὸς θέματος, ἐπὶ τοῦ ἄλλου, εἶναι σύμπτωμα· ὅλα αὐτὰ εἶναι συμπτώματα, καὶ δὲν συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς νόσου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι καιρὸς ἵνα ἡ Βουλὴ σκεφθῇ περὶ τούτου καὶ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπὴν πολυμελῆ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς μελῶν, τὰ ὁποῖα νὰ σκεφθῶσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Μὴ ὁ κύριος Ζηνόπουλος δὲν ἔχῃ σκεφθῇ περὶ τούτου, εἰσαγαγὼν τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἀπωλείας τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παντὸς γινομένου Ὑπουργοῦ; Διατί λοιπὸν, κύριοι, νὰ μὴ ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα; Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ κύριος Ζηνόπουλος, τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ καὶ ἀναγνωρίζω τὴν ἱκανότητά του, καὶ δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ τὸν κολακεύσω, ἰδοὺ ὅτι ἐσκέφθη περὶ τοῦ πράγματος, καὶ σᾶς λέγει, ἐὰν μὴ ἦναι οἱ Ὑπουργοὶ βουλευταὶ, δὲν θὰ διορθωθῇ τὸ κακόν. Καὶ ἐγὼ τῳόντι ὑπέβαλα Νομοσχέδιον περὶ τούτου, ὑπέβαλα Νομοσχέδιον περὶ τῶν ὑπαλλήλων, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι 40 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου τῆς Βουλευτικῆς, διαρκούσης αὐτῆς, καὶ 50 ἡμέρας μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς, νὰ μὴ μετατίθενται ἢ παύωνται κτλ. Λοιπὸν ὅ,τι ὁ κύριος Ζηνόπουλος ὑπέβαλεν, ὅ,τι ἐγὼ ὑπέβαλον, ὅ,τι ὁ μακαρίτης Ζαΐμης καὶ ὅ,τι ἄλλοι ἐκ τῶν Βουλευτῶν, αὐτὰ τὰ μέτρα ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει τὰ λάβει ὑπ’ ὄψιν, ὅπως τεθῇ ἓν τέρμα πλέον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος, διότι ἀληθῶς καὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ ἐξογκοῦνται ἕνεκα ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θέλομεν θέσεις, ὑπαλλήλους, ἃς τὸ ἐξομολογηθῶμεν, διότι τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πάντες ἡμεῖς ἐργαζόμεθα, ὅπως ἰσχυροποιηθῶμεν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις μας. Ἐὰν ὅμως πάλιν ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὁ Ὑπουργὸς νὰ διαθέτῃ τοὺς ὑπαλλήλους, τότε θὰ ἰσχύουν εἴτε οἱ κόλακες τῶν Ὑπουργῶν, εἴτε οἱ μεσῖται, καὶ κατάλληλος ἐκλογὴ δὲν θὰ ὑπάρχῃ· ἐὰν ἀνατεθῇ εἰς τοὺς τμηματάρχας, εἶμαι πληρέστατα βέβαιος, ὅτι θὰ λάβουν χώραν τὰ χειρότερα πράγματα. Ἀφοῦ λοιπὸν παρουσιάζεται μέσον πρὸς σκέψιν, διατί νὰ τὸ παραμελήσωμεν; Ἴσως εἰς ἐμὲ δὲν ἀνῆκε νὰ κάμω λόγον περὶ τούτου, διότι ἴσως εἶμαι ἐκ τῶν ἀμαθεστέρων, εἶμαι ἀγρότης, καλλιεργητὴς τῶν κτημάτων μου· ἀλλ’ ἠμπορῶ καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀποχωρισθῶ ἐκ τῆς φιλοπατρίας. Λέγω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν συμπτωμάτων καὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὴν νόσον· ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ συστήσωμεν μίαν Ἐπιτροπὴν τριακονταμελῆ, ὅπως αὐτὴ σκεφθῇ περὶ ἐπενεκτέων διορθώσεων, περὶ ὑποδείξεως μέτρων πρὸς διόρθωσιν τοῦ κακοῦ, δηλαδὴ τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν, τῆς Ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς Νομοθετικῆς, διὰ νὰ λάβῃ τὸ Κοινοβούλιον τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ λέγουν ἐν ταῖς ἀγυιαῖς, δεικνύοντες ἡμᾶς ἐμπαικτικῶς: αὐτὸς εἶναι Βουλευτής. Βεβαίως ὁ Βουλευτὴς πάντοτε θέλει ἔχει ἀνάγκην νὰ φροντίζῃ καὶ περὶ τῆς ἐπαρχίας του, καὶ ὀφείλει νὰ ζητῇ τὴν βελτίωσιν αὐτῆς διὰ κατασκευῆς ὁδῶν λ.χ.καὶ γεφυρῶν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν θέλει ἐνεργεῖσθαι καθ’ ὃν τρόπον σήμερον, ὅτε θεωρεῖται ὡς ἀνταμοιβὴ, ἥτις ἀνήκει εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ θέλει ἐκζητεῖσθαι ἀπὸ τὴν πρωτοβουλίαν τῶν κυβερνώντων· καὶ ἐὰν δὲν τὸ πράξωσι, τότε θὰ ἔλθῃ ὁ βουλευτὴς ἐκ τοῦ ὕψους τῆς θέσεώς του νὰ κάμῃ λόγον, ἐλέγχων τὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου. Καὶ πιστεύσατέ με, ὅτι, ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ διάκρισις τῶν Ἐξουσιῶν, τότε ὁ βουλευτὴς δὲν θὰ καταδέχεται νὰ ῥίψῃ βλέμμα πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἐνῷ τώρα κάμνομεν ὑποκλίσεις πρὸς αὐτούς. Φαντασθῆτε εἰς ποίαν θέσιν ἐπίζηλον θὰ φθάσωμεν διὰ τοῦ μέτρου τούτου. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι εἴμεθα περιττοὶ, ὃν τρόπον πολιτευόμεθα, νὰ ἐκλεγώμεθα καὶ νὰ ἐρχώμεθα ἐνταῦθα, καὶ εἶναι περιτταὶ καὶ ἐκλογαί. Τουλάχιστον ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι εἶμαι περιττός· διότι εἰς τί χρησιμεύω; περισσότερον θὰ χρησιμεύσω, ἐὰν καταγίνωμαι εἰς τὰς ἐργασίας μου καὶ δυνηθῶ νὰ πληρώσω καὶ φόρον δεκαπλάσιον καὶ εἰκοσαπλάσιον. Φρονῶ λοιπὸν, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω τρίτην ταύτην φορὰν, ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ μία Ἐπιτροπὴ τριακονταμελὴς ἐκ δεκαπέντε μελῶν ἐξ ἑκατέρας τῶν μερίδων, ἥτις νὰ μελετήσῃ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ζαΐμη, τὸ σχέδιον τοῦ κυρίου Ζηνοπούλου καὶ τὸ ὑπὸ τῆς ἐμῆς ταπεινότητος εἰσαχθὲν καὶ προσπαθήσῃ νὰ φέρῃ μίαν θεραπείαν. Ἀλλὰ πρὸ τούτου προσωρινῶς δύναται νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι πρὸ τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου τόσον χρόνον καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τόσον χρόνον νὰ μὴ δύναται νὰ γείνῃ ἀναστάτωσις τῆς ὑπαλληλίας· διότι τότε τί θὰ κάμωμεν, ἐρχόμενοι ἐδῶ; δὲν ἔχομεν νὰ κάμωμεν διαπραγματεύσεις. Ὑπάρχει ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦσε νὰ θεωρηθῇ ὡς λυσιτελέστερον ἄνευ Ἐπιτροπῆς καὶ ἐργασίας μελέτης, τὸ νὰ συμφωνήσωσιν οἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ προεξάρχοντες, δηλαδὴ οἱ ἐρχόμενοι εἰς τὴν Ἐξουσίαν, νὰ παραδεχθῶσι νὰ μὴ δέχωνται παρὰ τῶν Βουλευτῶν συστάσεις. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἐκ πρώτης ὄψεως εἶναι εὔκολον νὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ θέλει φέρει καὶ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, οὐδόλως θέλει ἀπολήξει εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν· διότι, ἐὰν ὁ κύριος Τρικούπης, καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, καὶ ὁ κύριος Δηλιγιάννης, συμφωνήσωσιν ὅπως, ὅστις ἐξ αὐτῶν σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, νὰ μὴ δέχηται συστάσεις βουλευτικὰς, θὰ εὑρεθῶ ἐγὼ λ. χ. ὁ δημαγωγὸς Βουλευτὴς νὰ συγκεντρώσω περὶ ἐμαυτὸν ἀριθμὸν δι’ ὑποσχέσεων, ἱκανοποιήσεων προσωπικῶν, καὶ θὰ γίνω ἐγὼ τότε ἀρχηγὸς ἐπὶ παραβιάσει τῆς παρὰ τῶν τριῶν τεθείσης ἀρχῆς. Δηλαδὴ αὐτὸ τὸ σύστημα δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι θὰ φέρῃ θεραπείαν· θέλει συντείνει εἰς τὸ νὰ αὐξάνῃ τὰ κόμματα. Ἑπομένως ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἢ τὴν ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου τοῦ κυρίου Ζηνοπούλου, ἢ τὴν ψήφισιν τοῦ ἐμοῦ.
§41ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐπερωτήσεων, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τί θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§42ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπανειλημμένως ἐζήτησα τὸν λόγον ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως, ἀγνοῶ δὲ τὸν λόγον, διατί τὸ Προεδρεῖον δὲν ἐπρόσεξε. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ Νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ποιμνιοβοσκῆς ἐν τῇ Ἠλείᾳ, καθόσον εὐφορωτάτη ἐπαρχία ἀφέθη νὰ καταστρέφηται ἀπὸ τὰ ποίμνια. Εἶναι δὲ τοῦτο μέγα ἄδικον, πάντοτε αὐτὴ ἡ ἐπαρχία νὰ παραγκωνίζεται· διότι καὶ κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον δὲν ἐψηφίσθη τὸ Νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ τὸ μέτρον νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ὅτε θὰ σχηματίσω τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι εἰδικὸν περὶ Ἠλείας, εἶναι γενικὸν, εἶναι δὲ καὶ Νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις βεβαίως θέλει τὸ ἐπαναφέρει, καὶ δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ καταχωρισθῇ ἀμέσως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει· ἐὰν δὲ καλῶς ἐνθυμοῦμαι, εἶναι εἰς γʹ συζήτησιν, ὥστε τὸ ταχύτερον δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Βώλου ὑπέβαλε πρότασιν περὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Τὴν πρότασιν ταύτην κατ’ ἀρχὴν ἀσπάζεται ἡ Βουλή· παρατηρῶ ὅμως ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ, ὅτι δύνανται αἱ ἐπερωτήσεις νὰ ὑποβάλλωνται πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ νὰ μὴ δύνανται οἱ Βουλευταὶ, ἅμα ὡς εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ διακόπτωσι τὴν συζήτησιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως δι’ ἐπερωτήσεων. Νομίζω δὲ, ὅτι, εἴτε προφορικῶς, εἴτε ἐγγράφως ὑποβάλλονται αἱ ἐπερωτήσεις, δὲν πρέπει νὰ συνοδεύωνται ὑπὸ ἀναπτύξεων, αἵτινες νὰ προκαλῶσι συζήτησιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι ξηρὰ ἡ ἀφήγησις. Καλὸν δὲ εἶναι καὶ οἱ προφορικῶς εἰσάγοντες τὰς ἐπερωτήσεις νὰ καταθέτωσι καὶ ἐγγράφως αὐτὰς, διὰ νὰ διαβιβάζωνται εἰς τὸ οἰκεῖον Ὑπουργεῖον ἀκριβῶς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τοῦτο, πρέπει νὰ παραδεχθῇ συνάμα, ὅπως τὸ Προεδρεῖον ᾖ ὑποχρεωμένον, ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς, ν’ ἀπαγορεύῃ τὴν ἀνάπτυξιν.
§45Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν ἐπιτραπῇ τοῦτο, τότε ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει· αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν τὸ ἐννοῶ. Ὅταν λέγω ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς, δὲν ἐννοῶ ἀδείᾳ τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ ἐννοῶ τὴν γενικὴν συναίνεσιν. Ὑπάρχουσι θέματα ἐπείγοντα, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἀνάπτυξις καὶ δοθῇ ἀνυπερθέτως ἀπάντησις· τοῦτο καταφαίνεται ἀφ’ ἑαυτοῦ. Εὐθὺς δὲ ὡς ἐκδηλωθῇ γενικὴ ἐπιθυμία, ὅπως ἀκουσθῇ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἡ ἀπάντησις, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ γείνῃ παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ γενικοῦ κανόνος.
§47ΙΩ. ΛΑΜΠΡΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον, δηλοῦντα πόσοι φυγόδικοι ὑπῆρχον κατὰ μῆνα Μάρτιον ἐν τῷ δήμῳ Νυμφασίας τῆς Γόρτυνος, καὶ διὰ ποίαν πρᾶξιν ἕκαστος τούτων καταδιώκεται· πόσοι εὑρίσκονται ἤδη, καὶ διατί δὲν καταδιώκονται. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ πῶς συμβαίνει τὸ ἐν τῷ δήμῳ Νυμφασίας καὶ τοῖς δύω ἄλλοις παρακειμένοις δήμοις πρὸς καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων ἀπόσπασμα νὰ διοικῆται ὑπὸ ἁπλοῦ χωροφύλακος, ὅστις, τετράκις μετατεθεὶς, τετράκις ἐπανῆλθεν αὖθις ὡς διοικητὴς τοῦ ἀποσπάσματος. Ὅταν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ δώσωσι τὰς ἀνωτέρω πληροφορίας, θέλω ἐξηγήσει τὰς ἐπερωτήσεις μου.
§48ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποστηρίζω, ὅτι, ὅταν ματαιοῦται ἡ Συνεδρίασις τοῦ Σαββάτου, νὰ χρησιμεύῃ διὰ τὰς ἐπερωτήσεις ἡ ἀμέσως ἑπομένη.
§49ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Φιλαρέτου εἶναι λογικὴ καὶ ὀρθή.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου βουλευτοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: τὸ Σάββατον θὰ προτείνωνται αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ θὰ γίνηται ἡ ἀνάπτυξις καὶ θὰ δίδηται ἡ ἀπάντησις· ὅταν δὲ ἐξαντληθῇ ἡ σειρὰ τῶν ἐπερωτήσεων, θὰ μεταβαίνωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἂν δὲ τυχὸν δὲν γείνῃ συνεδρίασις τὸ Σάββατον, θὰ προτάττωνται αἱ ἐπερωτήσεις τὴν Δευτέραν· ἐὰν ὅμως καὶ τὴν Δευτέραν δὲν γείνῃ συνεδρίασις, τότε δὲν μένει ἄλλο ἢ νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων τὸ ἐπιὸν Σάββατον.
§51Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι ὑποχρεωτικόν· καμμία Κυβέρνησις, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ πλειοψηφίαν, δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ χάριν τῶν λοιπῶν συζητήσεων. Ἀπεφασίσθη τὸ Σάββατον νὰ γίνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ παρετηρήθη δυστυχῶς, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἀπαρτία δὲν ἐγένετο, καὶ κατὰ συνέπειαν συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων δὲν ἐγένετο. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Φιλαρέτου ἐξασφαλίζει δύω ζητήματα, τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τὸ ζήτημα τῶν ὑποχρεωτικῶν συνεδριάσεων τοῦ Σώματος. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Σῶμα ν’ ἀργῇ· δύναται ν’ ἀργῇ κατὰ τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς εἴθισται, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ χάριν πολιτικῶν λόγων. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἂν τὸ παρελθὸν Σάββατον ἡ Βουλὴ δὲν συνεδρίασεν ἕνεκα πολιτικῶν λόγων, λέγω μόνον, ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἀπέφυγε τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐννοῶ λοιπὸν, ὅτι ὁσάκις κατὰ τὸ Σάββατον, τὴν προσδιωρισμένην ταύτην ἡμέραν διὰ τὰς ἐπερωτήσεις, δὲν συνεδριάζει τὸ Σῶμα, ὑποχρεωτικῶς ἡ κατόπιν συνεδρίασις νὰ μένῃ διὰ τὰς ἐπερωτήσεις, εἴτε Δευτέρα εἶναι εἴτε Τρίτη, εἴτε οἱαδήποτε ἄλλη ἡμέρα εἶναι.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία ἐπὶ τοῦ θέματος. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως οὐδεὶς θέλει νὰ περιορίσῃ· θέλομεν ἁπλῶς νὰ τὸ κανονίσωμεν διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ παρεμποδίζῃ τὰς ἄλλας συζητήσεις. Θὰ διατυπώσωμεν λοιπὸν τὴν πρότασιν οὕτω: ἂν δὲν γείνῃ συνεδρίασις κατὰ τὸ Σάββατον, ὑποχρεωτικῶς νὰ προτάττηται ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§54ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν ἐπερώτησιν (τὴν ἀναγινώσκει). (Ὅρα παράρτημα.)
§55ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ὁ κύριος Διαλέτης, ὁ ὁποῖος ἐπροβιβάσθη ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου κατ’ ἐκλογὴν, καθὰ ἐμφαίνεται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσαν οὕτω «Προβιβάζομεν εἰς τὸ Πεζικὸν κατ’ ἐκλογὴν Ἀντισυνταγματάρχας τοὺς Ταγματάρχας Κουρμούλην Γεώργιον, Διαλέτην Κωνσταντῖνον, κ. τ. λ.» καὶ ἂν ὁ κύριος Διαλέτης, προβιβασθεὶς, ἀπεδέχθη τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀντισυνταγματάρχου· διότι, ἂν ἀπεδέχθη αὐτὸν, κακῶς ἔπραξε ψηφοφορήσας χθὲς, διότι παρεβίασε ῥητὴν διάταξιν τοῦ 72 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καθόσον οἱ προβιβαζόμενοι κατ’ ἐκλογὴν ἀποβάλλουσι τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ. Δὲν θέλω νὰ κάμω καμμίαν ἀνάπτυξιν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν. Ἔχω ἐνώπιόν μου Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου λέγεται, ὅτι ἐπροβιβάσθη κατ’ ἐκλογήν· ἔχω ἐνώπιόν μου τὸν κύριον Διαλέτην ψηφίσαντα, δὲν μοὶ ὑπολείπεται νὰ μάθω παρὰ ἐὰν ὁ κύριος Διαλέτης ἐπροτίμησε τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ, ἢ ἀπεδέχθη τὸν βαθμὸν, καὶ ἂν ἀπεδέχθη τὸν βαθμὸν, κακῶς παρακάθηται ἐν τῇ Βουλῇ.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀγνοῶ ἂν ὁ κύριος Διαλέτης ἀπεδέχθη τὸν προβιβασμόν του εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἀντισυνταγματάρχου, διότι μόλις χθὲς ἔφθασε, καὶ δὲν ἦλθεν ἀκόμη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§57ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν;
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ τοιοῦτο ζήτημα πρέπει νὰ λύηται εὐθύς. Ἀγνοῶ, εἶπον, ἂν ἐδέχθη ἢ οὐ τὸν προβιβασμόν του ὁ κύριος Διαλέτης, διότι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν παρουσιάσθη. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν βουλευτικὴν θέσιν του, μετὰ τὴν ἐνδεχομένην ἀποδοχὴν, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ὁ κύριος Διαλέτης ἐπροβιβάσθη διὰ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ῥητῶς λέγει, ὅτι ὁ προβιβασμὸς ἐγένετο κατ’ ἐκλογήν. Διατί τὸ Διάταγμα εἶπε τοῦτο; διότι ὁ Νόμος περὶ προβιβασμῶν ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσῃ ἐν αὐτῷ τῷ Διατάγματι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγένετο ὁ προβιβασμός. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπεκράτησε νὰ μὴ γίνηται μνεία περὶ τούτου, προκειμένου περὶ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν· ἀλλ’ ὁ Νόμος πρέπει νὰ ᾖναι σεβαστὸς, καὶ ἐγώ, ἔχων νὰ προσυπογράψω Διάταγμα, ἐφαρμόζων τὸν Νόμον δὲν ἠδυνάμην νὰ συντάξω αὐτὸ παρὰ τὸν Νόμον. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν ὁ κατ’ ἐκλογὴν γενόμενος προβιβασμὸς διοικητικῶς, ᾖναι καὶ προβιβασμὸς κατ’ ἐκλογὴν, ἐν τῇ ἐννοίᾳ, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν λέξιν ταύτην ἀποδίδει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Περὶ τούτου τοῦ θέματος ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφανθῆ. Μέχρι τοῦδε ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι, καίτοι οἱ προβιβασμοὶ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν γίνονται πάντες κατ’ ἐκλογὴν — τοῦτο οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ἀφοῦ ῥητὸς Νόμος τὸ διατάττει — ὁσάκις ὅμως ὁ προβιβασμὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, κατ’ ἐκλογὴν γενόμενος, γίνεται ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἀρχαιοτέρου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ Βουλευτὴς διατηρεῖ τὴν θέσιν αὑτοῦ, διότι τὸ προσὸν τῆς ἀρχαιότητος ἐξασφαλίζει εἰς αὐτὸν τὸ πλεονέκτημα τοῦτο. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ὁ κατ’ ἐκλογὴν προβιβαζόμενος ἀξιωματικὸς ἀπόλλυσι τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ. Τί ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα διὰ τῆς διατάξεως ταύτης; Κατὰ τοὺς τὰ τοιαῦτα φρονοῦντας καὶ κατὰ τὴν Νομολογίαν, τὴν ἐπικρατήσασαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος εἶναι, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἐπροβιβάσθη οὐχὶ ὁ ἀρχαιότερος, ἀλλ’ ὁ κατόπιν ἄλλου ἀρχαιοτέρου, μὴ προβιβασθέντος, ὁ οὕτω προβιβασθεὶς παύει τοῦ νὰ ᾖναι βουλευτής· ἀλλ’ ὅτι, ὅταν ὁ προβιβασμὸς γίνηται τοῦ ἀρχαιοτέρου, ἀδιάφορον ἂν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐκλέξῃ καὶ ἄλλον παρὰ τὸν ἀρχαιότερον, ἀρκεῖ, ὅτι ἐξέλεξε τόν ἀρχαιότερον, ἵνα διατηρήσῃ οὗτος τὴν θέσιν του ὡς Βουλευτής. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἕκαστος ἔχει τὴν ἰδίαν γνώμην· ἔχω καὶ ἐγὼ γνώμην προσωπικήν. Ἡ ἀπόφασίς μου ὡς Ὑπουργοῦ περὶ τοῦ χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ προβιβασθεὶς, ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν καὶ ἐν τῷ Διατάγματι ἀνέγραψα, δὲν σχετίζεται πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἔχει ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διατηρήσῃ ἢ μὴ τὴν θέσιν του ὡς Βουλευτής. Δὲν θέλω νὰ νομίσητε, ὅτι λέγω ταῦτα, διότι ἔχω διάφορον γνώμην ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ τὸ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὴν θέσιν αὐτοῦ ἀπέναντι τοῦ Διατάγματος. Ἐγὼ προσωπικῶς φρονῶ, ὅτι καὶ ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραμείνῃ ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικός, διότι, οὕτως ἑρμηνεύων τὸ Σύνταγμα, φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὐτοῦ ἀφορᾷ εἰς τοὺς προβιβασμοὺς, διακρινομένους ὡς προαιρετικοὺς καὶ ὑποχρεωτικούς. Ὁσάκις ὁ προβιβασμὸς εἶναι ὑποχρεωτικὸς, τὸ Σύνταγμα ἐνόησεν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς διατελεῖ Βουλευτὴς καὶ μετὰ τὸν προβιβασμόν· ὁσάκις δὲ δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸς, ὁ Βουλευτὴς, προβιβαζόμενος, παύει τοῦ νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν ταύτην. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἐναντίαν Νομολογίαν, καὶ βεβαίως τὸ θέμα τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὡς Ὑπουργικόν. Ἡ Βουλὴ θέλει συζητήσει περὶ αὐτοῦ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ κείμενα καὶ ἀποδίδουσα εἰς ταῦτα τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἤθελε θεωρήσει κατὰ πεποίθησιν ὡς ἀνήκουσαν εἰς αὐτά.
§59Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καλὸν εἶναι ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὸ προσεχὲς Σάββατον, ἵνα συζητήσωμεν ἐν γνώσει (θόρυβος).
§60ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§61ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§62ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἅμα ἐτέθη τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀναβολὴ δὲν ἐπιτρέπεται.
§63Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ λέξις δὲν δύναταί ποτε νὰ μεταβάλῃ τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος. Νομίζω, ὅτι, ἄν, ἢ ἐκ πλάνης, ἢ ἐξ ἰδιοτροπίας, ἢ ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης αἰτίας, ἄν, λέγω, τὸν Κώσταν ἀποκαλέσῃ τις Δημήτριον, δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι ἀπώλεσε τὸ ἀρχικόν του ὄνομα τοῦ εἶναι καὶ λέγεσθαι Κώστας. Ἂς μοι συγχωρηθῇ ἡ παραβολὴ αὕτη, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως. Διότι ἀνεγράφη ἐν τῷ Διατάγματι τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ συναδέλφου μας Διαλέτη ἡ φράσις «κατ’ ἐκλογὴν», νομίζετε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἱκανὸν νὰ μετατρέψῃ τὰ πράγματα καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τοῦ κυρίου Διαλέτη τὴν ἰδιότητα τοῦ νὰ ἦναι ἀρχαιότερος τῶν μετ’ αὐτοῦ συμπροβιβασθέντων; Τούτου δὲ δεδομένου ὄντος, ποῦ εὕρηται ὁ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸς τοῦ Διαλέτη; Τίς ἀρχαιότερος αὐτοῦ παρελείφθη, ὥστε νὰ δικαιοῦται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ ἀναγράψῃ εἰς τὸ Διάταγμα, ὅτι οὗτος προὐβιβάσθη κατ’ ἐκλογὴν, καὶ νὰ στερηθῇ οὗτος, ἀποδεχόμενος τὸν προβιβασμὸν, τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ; Ὁ περὶ προβιβασμῶν Νόμος, κύριοι, εἶναι σαφὴς καὶ καταληπτός. Προκειμένου περὶ ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν, ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ἐνεργεῖν προβιβασμοὺς, τηρῶν τὴν ἀρχαιότητα μόνον ὡς πρὸς τὰ δύω τρίτα, ὡς πρὸς δὲ τὸ ἄλλο τρίτον ἀφίνει τὸ κατ’ ἐκλογὴν δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργόν. Μετὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν ἔρχεται ἄλλη, καθ’ ἣν, προκειμένου νὰ προβιβασθῶσι λοχαγοὶ εἰς ταγματάρχας, ὁ Ὑπουργὸς ὑποχρεοῦται νὰ προβιβάσῃ τὸ ἥμισυ κατ’ ἀρχαιότητα, διὰ δὲ τὸ δεύτερον ἥμισυ ἀφίνει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. Ὁ Νόμος λοιπὸν παρέχει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. Τοῦ δικαιώματος τούτου ποιεῖται χρῆσιν ὁ Ὑπουργὸς, ὅταν θέλῃ καὶ ἔχῃ λόγους, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀποῤῥέοντας. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι λοιπὸν ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλὰ δυνητική· καθόσον δύναται νὰ προβῇ ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων, χωρὶς νὰ λάβῃ τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τρίτον κατ’ ἐκλογήν. Τώρα, μετὰ τὴν ὑπερπήδησιν τῶν ὑποδεεστέρων βαθμῶν, ὁ Νόμος ἐπεφύλαξεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς ἐκλογῆς τὸ δικαίωμα ἀπόλυτον, τοῦ νὰ προβιβάζῃ δηλαδὴ ἀπολύτως κατ’ ἐκλογὴν, χωρὶς νὰ ἦναι ὑπόχρεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀρχαιότητα, οὐδὲ δύναται ὁ ἀρχαιότερος ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, παραλειπόμενος, νὰ ζητήσῃ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ τὴν θεραπείαν τῆς παραγνωρίσεως τῶν δικαιωμάτων του. Ἡ διάταξις λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δυνητικὴ καὶ ὄχι ὑποχρεωτικὴ, σχετιζομένη μὲ τὴν ὅλην σειρὰν τῶν διατάξεων. Ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ προβιβάσῃ ὅλους τοὺς ἀνωτέρους εἰς κενὰς θέσεις κατ’ ἐκλογὴν, δὲν ὑποχρεοῦται ὅμως εἰς τοῦτο· δὲν δύναται δὲ ἡ διάταξις αὕτη νὰ ματαιώσῃ αὐθεντικὸν κῦρος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἡ ἀρχαιότης· διότι ἡ ἀρχαιότης ἀποτελεῖ ἐξουσίαν, ἡ ἀρχαιότης ἐπιβάλλεται, διατάσσει, τιμωρεῖ καὶ συνυπάρχει ἀναποσπάστως μετὰ τοῦ ἀτόμου. Ἤδη ἔρχομαι συγκεκριμένως εἰς τὸ ζήτημα τοῦ κυρίου Διαλέτη. Ὁ Διαλέτης ἠδύνατο νὰ παραλειφθῇ εἰς τοὺς προβιβασμοὺς, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα παραπόνων· ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει, ὅτι εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ταγματάρχου Διαλέτη ὑπάρχουσιν αἱ ἰδιότητες, αἱ ἀπαιτούμεναι διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀντισυνταγματάρχου, προὐβίβασεν αὐτὸν οὐχὶ κατ’ ἐκλογὴν, ἀλλὰ κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος, διότι συνεπροβιβάσθησαν ἐννέα, νομίζω. Ὁ δὲ κύριος Διαλέτης εἶναι δεύτερος, οὐδενὸς πρὸ αὐτοῦ παραλειφθέντος, πάντες δὲ οἱ νεώτεροι εἶναι ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Διαλέτη, ἐὰν συμπέσῃ νὰ συναντηθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὁ Ὑπουργὸς λοιπὸν δὲν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ ἀπολύτου δικαιώματός του, ἀλλ’ ἐτήρησε δι’ ὅλους τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος. Ποῦ λοιπὸν εὗρεν ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἀνέγραψεν εἰς τὸ Διάταγμα, ὅτι ὁ Διαλέτης προὐβιβάσθη κατ’ ἐκλογήν; Εἶναι τῷ ὄντι περίεργον, ὅτι ἀντιστρέφουσι τοῦ Νόμου τὴν ἔννοιαν, ὑπολαμβάνοντες τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς ὑποχρέωσιν. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους, κύριοι, φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφισβητῆται, ὅτι ὁ Διαλέτης ἐπροβιβάσθη κατ’ ἀρχαιότητα· ἀδιάφορον δὲ ποία εἶναι ἡ λέξις, ἀδιάφορον ποῖον χαρακτηρισμὸν φέρει τὸ Διάταγμα. Ἀνατρέξατε δὲ οἱ δυσπιστότεροι ὅλην τὴν σειρὰν τῶν σχετικῶν παραδειγμάτων ἀπὸ τοῦ 62 καὶ ἐντεῦθεν. Εἰς ποίαν περίστασιν ἀπεδόθη τοιαύτη ἔννοια εἰς τὴν τοιαύτην τοῦ περὶ προβιβασμῶν Νόμου διάταξιν; οὐδέποτε. Δύναται βεβαίως μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ ἐξώσῃ τοῦ Βουλευτηρίου ἕνα συνάδελφον, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τοιαύτη πρᾶξις τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι ἄντικρυς παρανομία καὶ ἀδικία.
§64ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ, καὶ πρέπει νὰ λυθῇ μετὰ συζήτησιν, διότι ὄντως εἶναι σπουδαῖον, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν δύω γνώμας, μίαν ὅταν ἔχωμεν τὸ συμφέρον νὰ ἐξηγήσωμεν τὸν Νόμον οὕτως, καὶ μίαν ὅταν ἔχωμεν τὸ συμφέρον νὰ ἐξηγήσωμεν τὸν Νόμον ἄλλως. Εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἐγὼ δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν παρὰ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅταν ἔφερον τὴν πρότασιν αὐτήν. Συμφωνῶ δὲ πληρέστατα μὲ ὅσα καὶ ἄλλοτε καὶ σήμερον εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Ὁ Νόμος ὁ ἰδικός μας περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν δὲν εἶναι Νόμος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ἐν Ἑλλάδι· εἶναι Νόμος, τὸν ὁποῖον ἐδανείσθημεν ἀπὸ ἄλλα ἔθνη πολλῷ ἡμῶν σοφωτέρα. Διότι εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς τίθεται μεγαλειτέρα δικαιοδοσία καὶ μεγαλειτέρα διοίκησις, διὰ τοῦτο ἄφησε τοὺς βαθμοὺς αὐτοὺς ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Οἱ προβιβασμοὶ λοιπὸν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς γίνονται κατ’ ἐκλογὴν, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀρχαιότης εἰς τοὺς βαθμοὺς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ προβάλλει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς τῆς Ἰθάκης τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ἀρχαιότερος ἐν ὥρᾳ δεδομένῃ δύναται νὰ διατάξῃ νὰ τουφεκισθῇ ὁ ὑπ’ αὐτόν· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι συνέπεια τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας· καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκλείπει ὁ ἀρχηγὸς, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἦναι εἷς κανὼν, ὁ κανὼν δὲ οὗτος εἶναι ὁ τῆς φαινομενικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἀρχαιότητος. Εἶναι λοιπὸν ἡ ἀρχαιότης, ἡ ὁποία δίδεται κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάσῃ τὸν πρῶτον, ὡς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάσῃ καὶ τὸν τελευταῖον, ποῦ μένει αὐτὴ ἡ ἀρχαιότης; Τώρα εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ἔλυσε τὸ ζήτημα ὅπως εἶπεν ὁ κύριος Στάϊκος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν κρίσιν καὶ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν εἴχομεν καὶ ἄλλοτε, τὸ ζήτημα πάντοτε ἐλύθη κακῶς, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι οἱ προβιβαζόμενοι κατ’ ἐκλογὴν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς νέας ἐκλογὰς, ὁ δὲ Νόμος λέγει, ὅτι οὐδεὶς προβιβάζεται εἰς ἀνώτερον βαθμὸν παρὰ κατ’ ἐκλογήν. Δὲν πρόκειται τώρα περὶ τοῦ κυρίου Διαλέτου, διότι βεβαίως ἡ παρουσία του, εἴτε πρὸς τὸ ἓν μέρος, εἴτε πρὸς τὸ ἄλλο δὲν θὰ μεταβάλῃ τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ πρέπει τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ κανονισθῇ, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον εἰς περιστάσεις τινὰς, ἀφοῦ ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦ κατ’ ἐπιλογὴν προβιβασμοῦ, νὰ κάμνωμεν κατάχρησιν αὐτοῦ, καὶ ἔχει μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία νομολογία δι’ ὅλους. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι καὶ οἱ προβιβαζόμενοι εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς ἀξιωματικοὶ ὑπάγονται εἰς τὸν αὐτὸν κανόνα, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς; τότε ὁ κύριος Διαλέτης καλῶς κάθηται μεταξὺ ἡμῶν· ἐὰν δὲ ὄχι, τότε δὲν κάθηται καλῶς. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία νομολογία δι’ ὅλους.
§65Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, ὅπως παρουσιάζεται ἐκ μέρους τινῶν, οἵτινες πράγματι θέλουν νὰ δώσουν τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν του, παρέχει εἰς τὴν Βουλὴν δυσχερείας, διότι τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς τοῦτο εἰδικότητα. Ἠκούσατε καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος, ὅτι ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ Ταγματάρχου καὶ ἄνω ἀρχαιότης δὲν ὑφίσταται. Πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς πηγὰς καὶ εἰς τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863 τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ ἄρθρου 72, καὶ ἐκεῖθεν ἀναχωροῦντες νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως. Τὸ Ἔθνος ἐζήτει διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1863 νὰ ἀπαλλοτριώσῃ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἀπὸ πάσης ἐπιδράσεως ἐπὶ τοὺς βουλευτὰς, καὶ ἕνεκα τούτου ἀπηγόρευσαν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ παρακάθηνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐνῶ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἐχορήγησε τὸ δικαίωμα νὰ παρακάθηνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὑπό τινα ὅρον· ὅταν δὲ ἐψήφιζεν ἡ Συνέλευσις τὸ 72 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὁ Νόμος περὶ προβιβασμῶν ἐλειτούργει ἀπὸ τοῦ 1861. Ἀνέγραψε λοιπὸν ἡ Συνέλευσις ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ, ὅτι ὁ κατ’ ἐκλογὴν, ἤτοι ὁ κατὰ προτίμησιν, ὁ κατὰ Κυβερνητικὴν προαίρεσιν προβιβαζόμενος καὶ ἀποδεχόμενος τὸν προβιβασμὸν, παύει τῶν καθηκόντων τοῦ βουλευτοῦ· εἶχε δὲ ὑπόψιν τὸν Νόμον περὶ προβιβασμῶν, τὸν ὁποῖον καλῇ τῇ πίστει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ προαγορεύσας ἑρμηνεύουσιν ὄχι ὀρθῶς. Ἡ ἀρχαιότης, κύριοι, παρακολουθεῖ ὑποχρεωτικῶς τὸ ἄτομον· εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ μὴν ὑπάρχῃ μεταξὺ ὁμοιοβάθμων ἀρχαιότης, καθὼς δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν αὐτὴν θέσιν νὰ κατέχωσι πολλὰ ἄτομα. Ἡ ἀρχαιότης λοιπὸν εἶναι ἀνεγνωρισμένη ἀπὸ τὸ Πολίτευμα, ἀνεγράφη δὲ ἐμμέσως ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς λέξεως «ἐκλογή»· διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐκλογὴ ἄνευ τοῦ στοιχείου τῆς ἀρχαιότητος, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοὺς βουλευτὰς στρατιωτικοὺς θεωρεῖ διαθεσίμους, ἤτοι ἐνεργοὺς, καὶ ἀπολαύοντας ὅλα τὰ δικαιώματα τῶν ἐνεργῶν ἀξιωματικῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κύριοι, ὁ χαρακτηρισμὸς, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Διαλέτη, εἶναι ἀτυχὴς, καὶ τὸ τοιοῦτον, ὡς εἶπον καὶ εἰς προγενεστέραν τινὰ συνεδρίασιν, δὲν ἔχει τι τὸ κακὸν ἐν τῷ στρατῷ, εἶναι ὅμως ὅπλον ἐπικίνδυνον εἰς χεῖρας πάσης Κυβερνήσεως, ἐφαρμοζόμενον εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς βουλευτάς· διότι, ἐὰν ἐπικρατήσῃ τοιαύτη ἑρμηνεία, θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ ὑπάλληλοι παρεκάθηντο εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Τὸ δικαίωμα τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς τὸ ἔδωσεν ὁ Νομοθέτης ὑπὲρ τοῦ Κράτους, διότι οἱ ὡς εἴρηται βαθμοὶ ἔχουν διοίκησιν, ἡ δὲ διοίκησις εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἔχει πρὸς τὸ ἄτομον· δὲν εἶναι λοιπὸν δικαίωμα τοῦ ἀτόμου, εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δὲ τοσοῦτον ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ Κράτους, ὥστε βλέπομεν καθ’ ἑκάστην εἰς τοὺς μεγάλους στρατοὺς, ὅτι ἐν καιρῷ πολέμου δὲν εἶναι πάντοτε ὁ ἀρχαιότερος, ὁ ὁποῖος ἀντικαθιστᾷ τὸν διοικοῦντα ἀρχηγὸν, ἐν περιπτώσει θανάτου ἢ οἱουδήποτε κωλύματος, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται εἰδικὴ διαταγὴ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ Αὐτοκράτορος. Τὸ τοιοῦτον συνέβη κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τῆς Κριμαίας, ὅταν ὁ Ganrober νεώτερος τοῦ Pellissier καὶ πολλῶν ἴσως ἄλλων ἀνέλαβε τὴν Ἀρχηστρατηγίαν μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Saint Arnaut. Ὁσάκις ὅμως δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ διαταγὴ, τότε ἀναλαμβάνει ἡ ἀρχαιότης, καὶ τὸ τοιοῦτον συνέβη εἰς τὸ Σεδάν. Ὅταν ἐπληγώθη ὁ Στρατάρχης Μακμαὼν, τότε ὥρισεν ὡς διάδοχόν του τὸν μακαρίτην Στραγὸν Δικρὼ νεώτερον πολλῶν ἄλλων, ἀλλ’ οἱ ἀρχαιότεροι Στρατηγοὶ δὲν παρεδέχθησαν τὸ τοιοῦτον, καὶ ἀνεγνώρισαν τὸν πάντων ἀρχαιότερον Στρατηγὸν Βίμφεν. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὁσάκις δὲν ἐπέρχεται εἰδικὴ διαταγὴ τοῦ Κράτους, ἡ ἀρχαιότης ἔχει ἀναμφίλεκτα δικαιώματα. Καὶ ἡ παρέκβασις ἦτο ἀναγκαία διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Πολιτεύματι τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀρχαιότητα τοῦ ἀξιωματικοῦ. Καὶ διὰ νὰ ἤμεθα δίκαιοι, καὶ ἴσως τοῦτο χρησιμεύσει διὰ τὸ μέλλον, διατί ἀναγράφη τοῦτο ἐν τῷ Συντάγματι; Ἴσως ἡ Συνέλευσις ἠθέλησε νὰ δώσῃ δεῖγμα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν στρατὸν διὰ τὴν μεταπολίτευσιν τοῦ 1863. Αὐτὴ εἶναι ἡ καταγωγὴ τοῦ ἄρθρου 72 τοῦ Συντάγματος. Καὶ νομίζω, ὅτι ὅ,τι καὶ ἂν ἀποφασίσητε, ὁ κ. Διαλέτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακάθηται αἰωνίως ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ νὰ σᾶς ζητήσῃ καὶ ἀποζημίωσιν πολιτικὴν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἐὰν ἡ Βουλὴ εἴπῃ, ὅτι ὁ κ. Διαλέτης προεβιβάσθη κατ’ ἐκλογήν. Δὲν λέγω, ὅτι ὑπῆρξε κακὴ προαίρεσις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ χαρακτηρίσῃ τὸν προβιβασμόν του ὡς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν, ἀλλ’ ἂν παραδεχθῇ τὸ Κοινοβούλιον τοιαύτην ἀρχὴν, θὰ στραφῇ ὑπὲρ ὅλων τῶν μερίδων, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅλων τῶν μερίδων. Ἄλλως, κύριοι, ἰδίως ὅταν ἐπιδιώκηται, καὶ πρέπει νὰ ἐπιδιώκηται, ὥστε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ οἱ στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι νὰ ἔχουν μίαν πεῖραν, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἔρχωνται μὲ ἀνώτερον βαθμὸν, ὅταν θέσητε αὐτὸν τὸν φραγμὸν καὶ εἴπετε, ὅτι δὲν ὑφίσταται προβιβασμὸς κατ’ ἀρχαιότητα, θ’ ἀποκλείσητε τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς. Ἄλλως, ὁ κ. Διαλέτης προεβιβάσθη κατ’ ἀρχαιότητα, διότι οὐδεὶς παρελείφθη. Βεβαίως εἶχεν ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παραλείψῃ, ὡς καὶ ἄλλοτε τὸν παρέλειψεν, ἀλλ’ ἔπειτα ἐδικαιώθη· σήμερον δὲ εἶναι προβιβασμένος κατ’ ἀρχαιότητα. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ δώσῃ ἄλλην ἑρμηνείαν, θὰ συμβῇ, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς θὰ προβιβάζῃ τὸν Α διὰ νὰ τὸν ἀποβάλῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν, καὶ τὸν Β, ὅστις προβιβάζεται κατ’ ἐκλογὴν, θὰ λέγῃ τὸ Διάταγμα, ὅτι τὸν προβιβάζει κατ’ ἀρχαιότητα. Διὸ νομίζω, ὅτι οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ χαρακτηρισμὸς, ὅστις ἐδόθη εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Διαλέτη, ὁ κ. Διαλέτης ἔχει τὸ δικαίωμα δυνάμει τοῦ Συντάγματος νὰ παρακάθηται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ.
§66ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς· συνεπῶς ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάζῃ πάντα ἀνώτερον ἀξιωματικὸν ἄνευ ἀρχαιότητος, καὶ πᾶς τοιοῦτος προβιβασμὸς εἶναι κατ’ ἐκλογήν. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγωνται καὶ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ Διάταγμα λέγει «κατ’ ἀρχαιότητα».
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Διάταγμα δὲν δύναται νὰ εἴπῃ «κατ’ ἀρχαιότητα», διότι ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι πᾶς προβιβασμὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ γίνεται κατ’ ἐκλογήν. Ἐὰν ἄρα Διάταγμά τι εἴπῃ, ὅτι ὁ προβιβασμὸς ἐγένετο κατ’ ἀρχαιότητα, τὸ Διάταγμα τοῦτο ἔχει ἔκφρασιν ἐναντίαν τοῦ Νόμου, καὶ δὲν δύνασθε ἐπ’ αὐτοῦ νὰ στηρίζητε ἑρμηνείαν ὀρθήν.
§68ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐννοεῖτε καὶ τοὺς Ταγματάρχας;
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, διότι ὁ προβιβασμὸς τοῦ Λοχαγοῦ εἰς Ταγματάρχην ὑποβάλλεται εἰς ὑποχρέωσιν ἀρχαιότητος.
§70ΚΟΡΠΑΣ. Ὁ περὶ προβιβασμῶν Νόμος, κύριοι, εἶναι καθαρὸς καὶ σαφής· ὁ Νόμος οὗτος ῥητῶς διαλαμβάνει, ὅτι πάντες οἱ βαθμοὶ οἱ ἀνώτεροι τοῦ Ταγματάρχου ἀπονέμονται κατ’ ἐκλογήν. Ἐν τῷ αὐτῷ Νόμῳ ἀναγράφεται ὡρισμένη καὶ ῥητὴ διάταξις ἐν ἄρθρῳ 22, ὅτι οἱ προβιβασμοὶ κοινοποιοῦνται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ διαλαμβάνουν τὸν τρόπον τοῦ προβιβασμοῦ καὶ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὁ προβιβαζόμενος μέλλει νὰ καταλάβῃ. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, σχεδὸν πάντοτε ἐτηρήθη, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ δεύτερον, δυστυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἴσως ἀγνοῶ, δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ τηρηθῇ, εἴτε διότι οἱ προβιβασμοὶ γίνονται πολλοὶ συγχρόνως, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Διαλέτη λέγει, ὅτι προβιβάζεται κατ’ ἐκλογὴν συμφώνως πρὸς τὸ ῥητὸν ἄρθρον 14. Ἀλλ’ ἐν ὁμοίοις περιστάσεσιν ὅμοιοι προβιβασμοὶ διαλαμβάνουν τὴν διατύπωσιν «κατ’ ἀρχαιότητα», ὅταν πράγματι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ προβιβαζομένου ὑπῆρξε καὶ ἡ ἀρχαιότης· ὁ δὲ προκαλέσας τὸν περὶ προβιβασμοῦ Νόμον, ὁ μακαρίτης Βότσαρης, προβιβάσας ἐν τῷ αὐτῷ σχεδὸν χρόνῳ, καθ’ ὃν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ περὶ προβιβασμῶν Νόμος, οὐδὲν περὶ τοῦ τρόπου τοῦ προβιβασμοῦ ἐν τῷ Διατάγματι διέλαβε, καὶ θέλετε ἰδεῖ πολλὰ Διατάγματα ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ὧν προεβιβάσθησαν καὶ ἀνωτέρου βαθμοῦ ἀξιωματικοί, χωρὶς οὐδεὶς νὰ γείνῃ περὶ τοῦ τρόπου τοῦ προβιβασμοῦ αὐτῶν λόγος. Θέλω μάλιστα φέρει ἓν ἁπλούστατον παράδειγμα· τὸ Διάταγμα τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ μακαρίτου Τράϊμπερ, ὅστις ἴσως ἦτον ἐκ τῶν πρώτων προβιβασθέντων μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ προβιβασμῶν Νόμου, οὐδένα λόγον ποιεῖται περὶ τοῦ τρόπου τοῦ προβιβασμοῦ. Ἦτο δὲ ὁ ἀρχαιότερος, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν διελήφθη ἐν τῷ Διατάγματι ὁ τρόπος τοῦ προβιβασμοῦ, ὑποτιθεμένου, ὅτι ἐγένετο κατ’ ἀρχαιότητα. Ἐνταῦθα δὲν θέλω πλέον ἐξετάσει τὴν διατύπωσιν, ἀλλὰ θέλω εἰσέλθει εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ θέλω ἐξετάσει ἐὰν τῷ ὄντι ὁ προβιβασμὸς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν ἦναι ἐκ τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ 72 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἠθέλησε νὰ δεσμεύσῃ τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἠθέλησε νὰ προλάβῃ, οὕτως εἰπεῖν, τὰς τυχὸν γενησομένας καταχρήσεις, ἠθέλησε νὰ ἐμποδίσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τοῦ νὰ δύναται νὰ δώσῃ ἀμοιβὰς, νὰ προβιβάσῃ κατ’ ἐκλογὴν βουλευτὰς, ἀνήκοντας εἰς τὴν μερίδα του, ἢ νὰ δελεάσῃ ἄλλους, μὴ ἀνήκοντας εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ κ. Διαλέτης τυγχάνει ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῆς ἀρχαιότητος τοῦ Σώματός του δεύτερος· ὁ πρὸ αὐτοῦ ἐπροβιβάσθη κατ’ ἀρχαιότητα, ὡς ἔχων τὰ προσόντα· ὁ κ. Διαλέτης ἐπίσης, ὡς ἔχων τὰ προσόντα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραλειφθῇ· ἄρα ἐπροβιβάσθη καὶ οὗτος κατ’ ἀρχαιότητα. Ἐὰν δὲ εἴπῃ τις, ὅτι ἠδύνατο νὰ παραλειφθῇ, τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν, διότι ὁ κ. Διαλέτης ἔχει τὰ προσόντα, ὡς καὶ ἄλλοι ὑπ’ αὐτὸν προβιβασθέντες. Ἑπομένως φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ κ. Διαλέτης δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ παρακαθήμενος ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ὅπως καὶ πλεῖστοι ἄλλοι μετὰ τὸν ὁμοίας φύσεως προβιβασμόν των, π. χ. ὁ μακαρίτης Τζαμάλας, ὁ κύριος Λάπας, ὁ κύριος Σωτήρ. Πετιμεζᾶς, ὁ κύριος Βαλτινὸς καὶ τόσοι ἄλλοι. Ὑπάρχουν λοιπὸν προηγούμενα ἄπειρα, δεικνύοντα ὅτι ὁ κύριος Διαλέτης καλῶς παρακάθηται ἐνταῦθα.
§71ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι, ἢ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ὅτε συνέταττε τὸ 72 ἄρθρον, δὲν ἦτο σώφρων, ἢ ἡμεῖς πλανώμεθα ἐντελῶς εἰς ὠκεανὸν, ὅπου ἀκτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Ἰδοὺ δὲ διατί· ἡ Συνέλευσις, ὅτε ἐνομοθέτησε τὸ 72 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καθαρώτατα διαγράφει τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς, καὶ τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὸν προβιβασμὸν, ἀναγκάζει νὰ παραιτηθῇ τῆς θέσεως τοῦ Βουλευτοῦ, εἶχεν ὡς βάσιν οὐδὲν περισσότερον παρὰ τὸν Νόμον περὶ προβιβασμῶν τοῦ 1861. Ὁ Νόμος τοῦ 1861 δύω δικαιώματα δίδει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁσάκις θέλει νὰ προβῇ οὗτος εἰς προβιβασμούς· τὸ δικαίωμα μέχρι τοῦ Ταγματάρχου εἶναι εἰς τὴν ἀρχαιότητα, ἀπὸ δὲ τὸν Ταγματάρχην εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 72, προκειμένου προβιβασμοῦ, πᾶσα Κυβέρνησις τὸ πρῶτον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δώσῃ τὴν προσοχήν της, εἶναι νὰ διακρίνῃ τὰς θέσεις τῆς ἐκλογῆς καὶ τὰς θέσεις τῆς ἀρχαιότητος· καὶ δὲν δύναται παρὰ πᾶσα Κυβέρνησις νὰ διακρίνῃ αὐτὰς τὰς δύω περιστάσεις. Ὁ Νόμος τοῦ 1861 λέγει ρητῶς: πάντες οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ προβιβάζονται κατ’ ἐκλογήν, ἀλλὰ εἰδικὸν Διάταγμα θέλει ὁρίσει τὰ περὶ προσόντων. Λοιπὸν τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα κατέχει θέσιν Νόμου. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ δὲν δύναται ὁ κύριος Διαλέτης παρὰ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι προεβιβάσθη κατ’ ἀρχαιότητα. Διατί; διότι, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ 72 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἀναγνωρίζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς προβιβασμόν, ἀλλὰ διακρίνει τὰς δύω περιστάσεις, τὴν μίαν ἀπὸ τὴν ἄλλην· διότι, ἐὰν κατ’ ἀρχαιότητα προβιβάζεται ὁ ἀξιωματικός, δύναται νὰ παρακάθηται ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ· ἐὰν ὅμως προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογὴν, δὲν δύναται νὰ παρακάθηται. Καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἱστορίας τῶν γενομένων ἕως προχθὲς δὲν βλέπομεν παρὰ μόνον τοῦτο, ὅτι δέον νὰ διακρίνηται ἡ κατάστασις τῆς ἀρχαιότητος καὶ ὁ προβιβασμὸς ὁ κατ’ ἐκλογήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποθέτω, ὅτι ἠνάγκασε τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μὴ ἑρμηνεύσῃ ὅπως προκάτοχοι αὐτοῦ ἠρμήνευσαν τὸ ἄρθρον αὐτὸ, εἶναι, νομίζω, τὸ ἑξῆς. Ὁ Νόμος τοῦ 1861 ὁρίζει, ὅτι ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀνθυπολοχαγοῦ μέχρι τοῦ Ταγματάρχου ἢ μᾶλλον μέχρι μὲν τοῦ βαθμοῦ τοῦ Λοχαγοῦ, κατὰ τὰ δύω τρίτα κατ’ ἀρχαιότητα πρέπει νὰ γίνωνται οἱ προβιβασμοί· ἀπὸ δὲ τοῦ βαθμοῦ τοῦ Λοχαγοῦ εἰς τὸν τοῦ Ταγματάρχου, τὸ ἥμισυ κατ’ ἀρχαιότητα· ἕπεται, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ ὡς κύριον προσὸν τὴν ἐκλογὴν, χωρὶς ὅμως ἐκ τούτου νὰ ἀρνηθῇ τὰ δικαιώματα τῆς ἀρχαιότητος, ἥτις ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ αὐτοῦ καθορίζεται· καθίσταται δικαίωμα, ὅπερ ὁ κύριος Ὑπουργὸς παρέβλεψεν ἐντελῶς, ἐνῷ τὸ δικαίωμα τοῦτο οὔτε ὑπὸ τοῦ Νόμου ἀφαιρεῖται, ἀλλ’ οὔτε ὑπὸ τοῦ 72 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§72ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί ἐστὶν ἀρχαιότης; Μὲ ὑποχρεοῦτε νὰ μοὶ τῷ εἴπητε.
§73ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, ἐκ τοῦ ὁποίου δύνασθε νὰ ἐννοήσητε τὸ πρᾶγμα. Ὑποθέσατε, ὅτι ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ Ταγματάρχου εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀντισυνταγματάρχου εἶναι 5 ἢ 6 κεναὶ θέσεις. Τί θὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς· ἀλλ’ ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ πρῶτον δικαίωμα, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ συμπληρωθῶσιν ἕξ θέσεις, θὰ προσβλέψῃ κατὰ πρῶτον ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ πρῶτος δὲν ἔχει δικαίωμα εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς, καὶ δὲν ἔχει τοιαῦτα προσόντα, ὥστε νὰ ὑπερβάλῃ πάντας τοὺς ἄλλους. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ δεύτερος ἐπίσης δὲν ἔχει προσόντα νὰ ὑπερβάλῃ πάντας τοὺς ἄλλους· ὅτι ὁ τρίτος ἔχει πλειότερα προσόντα ἀπὸ τοὺς δύω πρώτους, καὶ ὁ πέμπτος ἔτι περισσότερα. Τώρα ποῖος θὰ προτιμηθῇ κατὰ πρῶτον; ὁ τρίτος καὶ ὁ πέμπτος. Ἀλλὰ ἡμεῖς πρόκειται νὰ λάβωμεν 6· αὐτοὺς θὰ τοὺς λάβωμεν κατ’ ἀρχαιότητα; Ἐὰν λάβωμεν λοιπὸν ὡς γνώμονα τὴν περίστασιν ταύτην, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, πῶς θὰ κάμωμεν τοὺς προβιβασμούς; Μόνον τοὺς δύω, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ προσόντα τῆς ἐκλογῆς, θὰ προβιβάσωμεν, καὶ τοὺς ἄλλους θὰ τοὺς ἀφήσωμεν; Ὄχι· διότι ἀπαιτοῦνται ἓξ θέσεις, διότι εἶναι κεναὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Τοὺς ἄλλους λοιπὸν δέον νὰ προβιβάσωμεν κατ’ ἀρχαιότητα, καὶ ἐὰν ὁ δεύτερος ἔχῃ περισσότερα προσόντα ἀπὸ τὸν πρῶτον, θὰ περιληφθῇ πρῶτος εἰς τὸν κατάλογον. Οὕτω λοιπὸν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀρχαιότητα, ἐσάκις πρόκειται νὰ προβιβάσωμεν ἀξιωματικούς, ἔχοντας τὸ δικαίωμα τῆς ἀρχαιότητος, ἀλλ’ ἔχοντες καὶ τὰ προσόντα. Τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἀκυρωθῇ σήμερον, διότι ἀπέδωκεν ἐκλογῆς προσόντα εἰς τὸν κύριον Διαλέτην, καὶ δὲν δυνάμεθα σήμερον ἄλλως νὰ πράξωμεν παρὰ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι πράγματι ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ ἐν τῷ Διατάγματι ἡ ἀρχαιότης· ἑπομένως δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ κύριος Διαλέτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακάθηται ἐν τῇ Βουλῇ μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν, διότι κατεῖχε τὴν θέσιν τῆς ἀρχαιότητος, οὐδενὸς παραβλάψας τὸ δικαίωμα προβιβασμοῦ ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων του.
§74Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω εἰς τὸν κύριον Μαυρομιχάλην καὶ εἰς τὸν κύριον Στράτον. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κυρίου Διαλέτη. Τὸ ζήτημα εἶναι τῳόντι σπουδαιότατον· διότι οἱ κύριοι, ἀφοῦ παραδέχονται, καὶ μάλιστα ὁ τελευταῖον λαλήσας, ὅτι τὸ Διάταγμα ἔχει καλῶς, ὅτι στηρίζεται εἰς τὸν Νόμον, ὕστερα σᾶς λέγουν ὅτι ὁ κύριος Διαλέτης πρέπει νὰ μείνῃ. Ἀλλ’ ὁ Νόμος λέγει, ὅτι εἰς τοὺς ἀνωτέρους προβιβασμοὺς δὲν ἔχετε εἰμὴ τὴν ἐκλογήν· τὸ Διάταγμα λέγει, ὅτι κατ’ ἐκλογὴν ἔγεινεν ὁ προβιβασμός. Τὸ Σύνταγμα σᾶς λέγει, ὅτι οἱ κατ’ ἐκλογὴν προβιβαζόμενοι χάνουσι τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ εἶναι ἀληθῆ καὶ τὰ περὶ ἀρχαιότητος, ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Μαυρομιχάλης; εἶναι ἐναντία τῆς ἰδέας καὶ τῶν ὅσα ὑπεστήριξε σήμερον. Καὶ ἡ ἀρχαιότης ἀκόμη δίδεται εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ φέρω αὐτὸ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κύριος Μαυρομιχάλης, ὅτι, ὅταν ἀπέθανεν ὁ γενικὸς ἀρχηγὸς τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων εἰς τὴν Κριμαίαν ὁ Σαὶντ Ἀρνὼ, τὸν Διεδέχθη ὁ Καῤῥομπέρ· ἀνώτερος βαθμὸς δὲν ὑπῆρχε, ἦτο στρατάρχης καὶ ἀρχηγὸς τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων (Θόρυβος). Ἂς εἶναι ἀντιστράτηγος νὰ σᾶς εὐχαριστήσω. Κατόπιν ὁ Καῤῥομπὲρ εἶχεν ἴδιον σχέδιον στρατιωτικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνεκρίθη, ἦτο δὲ ὁ παλαιότερος πάντων καὶ δι’ αὐτὸ ἀνέλαβε τὴν ἀνωτάτην στρατιωτικὴν Διοίκησιν ὅλων τῶν συμμαχικῶν κατὰ γῆν δυνάμεων. Καὶ ἐν τούτοις, ὕστερα διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἦλθεν ὁ Πελιτσιὲ καὶ ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Καῤῥομπὲρ, ὅστις ὑπέκυψεν εἰς τὰς διαταγάς του.
§75ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀνεκλήθη ὁ Καῤῥομπέρ...
§76Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κύριον Δημητρακάκην ὅτι πλανᾶται, νομίζων ὅτι ἀνεκλήθη ὁ Καῤῥομπέρ· ἐτέθη μάλιστα ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Πελιτσιὲ, ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν καὶ αὐτὸ τὸ παράδειγμα. Τί ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει ὁ ἴδιος κ. Μαυρομιχάλης; ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προβλέπει ἐνδεχομένην ἀπώλειαν τοῦ γενικοῦ ἀρχηγοῦ, δίδει διαταγὴν ὅτι εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἀποθάνῃ ἢ χαθῇ ὁπωσδήποτε ὁ γενικὸς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ, τίς ἐκ τῶν στρατιωτικῶν θὰ λάβῃ τὴν Διοίκησιν, καὶ δύναται νὰ ἦναι ὁ νεώτερος· διὰ τῆς διαταγῆς αὐτῆς δὲν κανονίζει τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ἀρχαιότητα; Τοῦτο τί ἀπαδεικνύει; Ὅτι ἡ ἀρχαιότης εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς δὲν ὑπάρχει, πλανῶνται δὲ οἱ ὑποστηρίζοντες τοὐναντίον. Ἐὰν δ’ ὁ κύριος Δημητρακάκης ἤθελε μὲ ἀκούσει μέχρι τέλους, δὲν ἤθελε μὲ διακόψει. Λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογὴν, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀρχαιότητος· διατί; διότι δὲν ὑπάρχει ἀρχαιότης· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγουν ἀρχαιότητα εἶναι, κύριοι, ἄγνωστον. Δὲν συμβιβάζονται λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, τὰ πράγματα νὰ ἔχῃ καλῶς ὁ Νόμος, τὸ Διάταγμα τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἔπειτα νὰ λέγουν ὅτι αὐτὰ τὰ δύω, ἔχοντα καλῶς, δὲν ἀντίκειται πρὸς τὴν εἰδικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος!
§77ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς, κύριοι, τοὺς ἀγορεύσαντας καὶ προσεπάθησα νὰ πεισθῶ ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην των ἐπικαλούμενοι τὸν Νόμον στηρίζονται εἰς τὸν Νόμον. Ἀλλ’ ὀφείλουν νὰ ὁμολογήσουν, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν ὅπως πείσωσιν ὅτι δὲν παραβιάζεται ὁ Νόμος, μὲ ἔπεισαν ὅτι συμβαίνει τοὐναντίον, δηλαδὴ ὅτι παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν, ἣν ὑποστηρίζουσι, πρόκειται νὰ παραβιάσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν Νόμου. Ὁ Νόμος εἶναι σαφὴς, εἶναι ρητός. Προκειμένου δὲ περὶ ἑρμηνείας Νόμου, ὀφείλομεν πρὸ πάντων νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ γράμμα τοῦ Νόμου καὶ τότε μόνον ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ Νομοθέτου· ὅταν τὸ γράμμα παρουσιάζει ἀσαφείας· ἀλλὰ παρουσιάζει τοιαύτας; Ἔχομεν τὸν Νόμον, ὅστις λέγει ὅτι, προκειμένου περὶ προβιβασμοῦ ἀπὸ ταγματάρχου καὶ ἄνω, ὁ προβιβασμὸς γίνεται κατ’ ἐκλογήν. Ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἥτις λέγει ὅτι ὁ κατ’ ἐκλογὴν προβιβαζόμενος ἀπόλλυσι τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ. Ἀπέναντι τῆς σαφηνείας τοῦ γράμματος ποῦ μένει, κύριοι, ἡ ἑρμηνεία; Ἀλλ’ οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν ἀντίθετον γνώμην εἶπον, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου, νὰ εὕρωμεν τὸν σκοπὸν τοῦ Νομοθέτου ἵνα ἴδωμεν τί ἐσκόπει ὁ Νομοθέτης καταχωρῶν τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ Πολιτεύματι. Καὶ πολὺ ὀρθῶς ὑπεστήριξαν, ὅτι ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει οἱ προτείνοντες τὴν διάταξιν σκοπὸν εἶχον νὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν Βουλευτῶν. Ἐὰν τοιοῦτος ὑπῆρξεν ὁ σκοπὸς τοῦ Νομοθέτου, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἡ ἑρμηνεία, ἣν δίδουν, συμβιβάζεται πρὸς τὸν τοιοῦτον σκοπὸν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου; Καὶ ἐρωτῶ τοὺς συζητήσαντας, ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς νὰ προβιβάσῃ κατ’ ἀρχαιότητα; ὄχι. Δικαιοῦται νὰ προβιβάσῃ, παραγκωνίζων τὴν ἀρχαιότητα; Ἔχει δικαίωμα νὰ προβιβάσῃ κατ’ ἐκλογὴν; Δικαιοῦται ν’ ἀνατρέψῃ τὴν ἀρχαιότητα; Βεβαίως δικαιοῦται. Ἀλλ’ ἐὰν δικαιοῦται νὰ μὴ προβιβάσῃ κατ’ ἀρχαιότητα, ποῦ τὰ δικαιώματα τῆς ἀρχαιότητος; Ποῦ ὁ σκοπὸς τοῦ Νομοθέτου καὶ ὁ φραγμὸς ἕνεκεν τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῶν συνειδήσεων τῶν Βουλευτῶν; Ἡ ἑρμηνεία, ἡ δεδομένη ὑπὲρ τοῦ κυρίου Διαλέτη ὅτι δηλαδὴ δὲν παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ κύριος Διαλέτης δικαιοῦται νὰ μένῃ Βουλευτὴς, ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸ γράμμα τοῦ Νόμου καὶ εἰς τὸ πνεῦμα. Ἀφοῦ δὲ οὕτω ἔχει ὁ Νόμος, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὸ πρόσωπον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ τὸν Νόμον καὶ νὰ σκεφθῇ σπουδαίως πρὶν ἀποφασίσῃ καὶ ἐκφέρῃ γνώμην, προκειμένου περὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος.
§78Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι τινὲς τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν σκοπὸν ἔχουσι νὰ ἐκδιώξωσι διὰ παντὸς μέσου ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου τοὺς στρατιωτικούς. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐψηφίσθη Νόμος, κατ’ ἐμὲ, ἀντισυνταγματικός. Ὁ Νόμος ἐκεῖνος ὑποχρεώνει τοὺς ἀξιωματικούς, ὁσάκις προβιβάζωνται εἴτε κατ’ ἐκλογὴν εἴτε κατ’ ἀρχαιότητα, νὰ ὑπηρετῶσιν ἓν ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ἐν τῷ στρατῷ· ὥστε τοὺς ὑποχρεώνει, ἅμα προβιβασθῶσι καὶ ἔχουν εἰσέλθει εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἐξέλθωσιν πάλιν αὐτῆς. Σήμερον, κύριοι, ἔρχεται ἄλλο ζήτημα, ὅταν προβιβάζωμεν τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς κατ’ ἐκλογὴν νὰ ἐξέρχωνται τοῦ Βουλευτηρίου, ἐνῷ μέχρι τοῦδε οὐδέποτε τὸ τοιοῦτον ἐγένετο. Λέγουσιν, ὅτι ἐπροβιβάσθη ὁ κύριος Διαλέτης κατ’ ἐκλογὴν, ἐνῷ ἐπροβιβάσθη κατ’ ἀρχαιότητα. Εἰς τὸ Πυροβολικόν, κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι οἱ προβιβασμοὶ μέχρι τοῦ ὑποστρατήγου αὐτοῦ γίνονται κατ’ ἀρχαιότητα· τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸ Μηχανικόν. Καὶ ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Μηχανικοῦ καὶ Πυροβολικοῦ ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετῶσι χρονικόν τι διάστημα διὰ νὰ λάβουν ἀνώτερον βαθμὸν, Θὰ ἦναι ὑποχρεωμένοι ὡς ἐκ τοῦ πριβιβασμοῦ τοῦ τυπικοῦ κατ’ ἐκλογὴν νὰ ἐξέρχωνται καὶ νὰ ὑπηρετοῦν πάλιν εἰς τὸν στρατόν. Τὸ τοιοῦτον νομίζω εἶναι ἄδικον· καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἡρμήνευσαν ἄλλαι Βουλαὶ σοφώτεραι ἡμῶν, ὀρθῶς καὶ ὡρισμένως ἡρμηνεύθη ὅτι, ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς δὲν καταπατῇ τὴν ἀρχαιότητα ἄλλου, δὲν ὑπάγεται εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν· διότι τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸ Πυροβολικὸν καὶ Μηχανικὸν δὲν ἐπροβιβάσθη οὐδεὶς κατ’ ἐκλογήν. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἀποφασίσῃ ἄλλως, θέλει δώσει ἓν κακὸν παράδειγμα καὶ θέλει ἀδικήσει μίαν τάξιν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ προστατεύσῃ, δίδον εἰς τὴν τάξιν ταύτην τὸ δικαίωμα νὰ παρακάθηται ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ κυρίως εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι πρέπει προπάντων νὰ παρακάθηνται ἐνταῦθα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη θεωρῶ περατωμένην τὴν συζήτησιν.
§80ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κυρίου Ἀθανασίου Πετιμεζᾶ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ, εἶναι σπουδαιότατον, εἶναι ζήτημα γενικῶς στρατιωτικὸν καὶ οὐχὶ ζήτημα ἀφορῶν εἰς φίλον συνάδελφον. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ὅσα λέγει ὁ Νόμος, πάντες ἐπείσθητε ὅτι πᾶς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, προαγόμενος, προβιβάζεται κατ’ ἐκλογὴν, καὶ ἑπομένως ὁ κύριος Διαλέτης κατ’ ἐκλογὴν προβιβασθεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακάθηται ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ.
§81Π. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω δύω λέξεις. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν τὸ Διάταγμα εἶναι κακῶς γεγραμμένον, διότι ὁ Νόμος δίδει τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάζωνται, κατ’ ἐκλογὴν οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ, ἀλλὰ δὲν θὰ εἴπῃ τοῦτο ὅτι θὰ ἐμποδίζηται καὶ ὁ κατ’ ἀρχαιότητα προβιβασμὸς, ἐκτὸς μόνον ὅταν παραβλέψῃ ὁ Ὑπουργὸς τὴν ἀρχαιότητα κατὰ τὸν προβιβασμόν. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν δὲν παρελείφθη ἡ ἀρχαιότης, καὶ ἑπομένως παρακάθηται πρεπόντως ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου ὁ κύριος Διαλέτης.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται ὅτι ὁ ἐκ Τριχωνίας Βουλευτής....;
§83ΤΙΝΕΣ. Πρῶτον, ἐὰν ἀπεδέχθη τὸν βαθμόν του, διότι εἶναι σύνθετον....
§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τὸ θέμα θὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς, πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ὁ κύριος Διαλέτης προϋβιβάσθη κατ’ ἐκλογὴν ἢ ὄχι.
§85ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τεθῇ οὕτω, ἐὰν προβιβαζόμενος ἀνώτερος ἀξιωματικὸς θεωρεῖται πάντοτε κατ’ ἐκλογὴν προβιβαζόμενος. Ἐὰν αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλὴ, τότε θὰ ἐρωτηθῇ ἂν ὁ κ. Διαλέτης ἀπεδέχθη ἢ δὲν ἀπεδέχθη· ἐὰν ὅμως ἀποῤῥιφθῇ τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν Βουλὴν, δὲν ἔχει ἀνάγκην, διότι ἦτο εἰς τὴν ἀρχαιότητά του.
§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ θέμα εἶναι: ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακάθηται εἰς τὴν Βουλὴν;
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν ἂν ὁ κύριος Διαλέτης ἀπώλεσε τὸ δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ, προβιβασθεὶς (θόρυβος).
§88ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τότε θὰ κάμωμεν μυστικὴν ψηφοφορίαν.
§89ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον. Ἡ Βουλὴ θὰ τὸ λύσῃ διὰ μόνον τὸν κύριον Διαλέτην ἢ διὰ πάντας;
§90ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ πάντας.
§91Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Νομίζω, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα ἅπαξ διὰ παντὸς (Θόρυβος).
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μήτε ζήτημα δύναται κἂν νὰ ἐγερθῇ. Ἡ Βουλὴ πολλάκις ἡρμήνευσε τὸν Νόμον καὶ πολλοὶ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, προαχθέντες, παρεκάθησαν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δυνάμει τῆς ἑρμηνείας ταύτης παρακάθηται καὶ ὁ κύριος Διαλέτης· ἀλλ’ ἂν ἡ ἑρμηνεία τῆς Βουλῆς εἶναι ὀρθὴ ἢ ὄχι, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα καὶ ἀντικείμενον συζητήσεως γενικωτέρας.
§93Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὅ,τι ὑποστηρίζουσί τινες μᾶς φέρει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀκύρωσιν πλείστων Νόμων τοῦ Κράτους· διότι εἰς τὴν ψηφοφορίαν αὐτῶν ἔλαβον μέρος καὶ ἀξιωματικοὶ συνάδελφοι προβιβασθέντες, πολλάκις δὲ Νόμοι ἐπεψηφίσθησαν μόνον διὰ δύω ἢ καὶ τριῶν ψήφων. Ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεως της δὲν δύναται ν’ ἀνατρέψῃ νόμους. Σήμερον πρόκειται συγκεκριμένως μόνον περὶ τοῦ κ. Διαλέτη. Ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ἢ ἄλλοι συνάδελφοι φρονοῦσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀσάφειά τις ἢ ἀτέλεια, δύνανται νὰ φέρωσι Νομοσχέδιον πρὸς σαφεστέραν ἐπεξήγησιν.
§94Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ συνάδελφος κύριος Διαλέτης καλῶς παρακάθηται ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν δύναται δὲ νὰ γείνῃ καμμία πρότασις· διότι, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ φέρωσι πρότασιν, δέον νὰ τὴν ὑπογράψωσι καὶ νὰ τὴν παρουσιάσωσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον δέκα συνάδελφοι, ἵνα τεθῇ ψηφοφορίαν. Ἐγὼ ἄλλοτε ἐψήφισα ἐναντίον τοῦ πρώην συναδέλφου μας κυρίου Μηκωνίου, ἀλλὰ τότε ἠρώτησα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν τὸν ἐπροβίβασε κατ’ ἐκλογὴν ἢ κατ’ ἀρχαιότητα καὶ ἂν παρελείφθησαν προηγούμενοι αὐτοῦ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἢ τὴν σειράν, ἔλαβον δὲ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι παρελείφθησαν καὶ ὅτι ὁ προβιβασμὸς ἐγένετο κατ’ ἐκλογὴν· τότε ἐν συνειδήσει ἐψήφισα ὑπὲρ τῆς ἀποβολῆς ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου τοῦ συναδέλφου ἐκείνου· ἀπορῶ δὲ καὶ θαυμάζω πῶς οἱ νομομαθεῖς κύριοι Μίλησης καὶ Βαλσαμάκης δὲν ἔδωκαν κἂν ἀπαιτουμένην ἀξίαν εἰς ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου κύριος Μαυρομιχάλης, ὁ ὁποῖος ἀνετρέξας εἰς τὰς πηγὰς τοῦ Νόμου, εἰς τὸ γράμμα τοῦ Νόμου καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ Νομοθέτου, σᾶς κατέδειξε τὴν διαφορὰν τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ ἀπὸ τὸν τῆς κατ’ ἀρχαιότητα. Ἐγὼ, κύριοι, ἔχω σήμερον ὑπ’ ὄψιν τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου, ἢ οὕτως εἰπεῖν τὸν ἐπιστημονικὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σχολαστικῶς νὰ ἐφαρμόσῃ, ἀναγράφων τοῦτον εἰς τὸ περὶ προβιβασμῶν Διάταγμα. Ἄλλοτε οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔθετον τὸ κατ’ ἐκλογὴν, ἂν καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ Νόμου ὁρίζει ὅτι ἀνώτεροι βαθμοὶ μόνον κατ’ ἐκλογὴν γίνονται· ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἔθεσε τὸν ὑπὸ τοῦ Νόμου ὁριζόμενον ἐπιστημονικὸν ὅρον, διὰ τοῦτο ἄρα πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ὁ προβιβασθεὶς δικαίως ἀξιωματικός! Ὁ τοιοῦτος συλλογισμὸς καὶ ἄδικος καὶ αὐθαίρετος εἶναι. Ἤθελον ψηφίσει κατὰ τοῦ κατ’ ἐκλογὴν γενομένου προβιβασμοῦ, ἂν προβιβαζομένου τινὸς παρελείπετο ἄλλος. Τοῦτο θὰ ἔπραττον διὰ νὰ ἦμαι συνεπὴς μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ 72 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, θέλομεν πράξει ἔργον δικαιοσύνης, ψηφίζοντες ὑπὲρ τοῦ κυρίου Διαλέτη.
§95ΚΟΡΠΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ προσωπικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν δύναται ἀξιωματικὸς, προβιβασθεὶς χωρὶς νὰ παραλειφθῶσιν οἱ πρὸ αὐτοῦ, νὰ ἐξακολουθῇ ὢν Βουλευτής.
§96ΜΙΛΗΣΗΣ. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ὀρθῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐχαρακτήρισεν ἐν τῷ Διατάγματι τὸν προβιβασμὸν τοῦ κυρίου Διαλέτη ὡς γενόμενον κατ’ ἐκλογὴν, οὐδεμίαν δὲ σημασίαν ἔχει τὸ κατ’ ἐπανάληψιν λεχθὲν, ὅτι ὁ προβιβασθεὶς κατεῖχε τὴν πρώτην θέσιν μεταξὺ τῶν ὁμοιοβάθμων αὐτοῦ, διότι εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ὁ Νόμος δὲν ἀναγνωρίζει ἄλλον τρόπον προβιβασμοῦ εἰμὴ μόνον τὴν ἐκλογήν. Τὸν λόγον δὲ τούτου σᾶς ἀνέπτυξε πρὸ μικροῦ ὁ ἔντιμος ἐξ Οἰτύλου Βουλευτὴς κύριος Μαυρομιχάλης (θόρυβος καὶ διάλογοι). Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ ἄξιον τῆς ἰδιαιτέρας ἡμῶν προσοχῆς. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κυρίου Διαλέτη, οὐδὲ περὶ τῆς θέσεως αὐτοῦ ἁπλῶς ἐν τῇ Βουλῇ· πρόκειται περὶ διατάξεως τοῦ θεμελιώδους Νόμου, τῆς ὁποίας ἡ παράβασις δυνατὸν μὲν νὰ παρέχῃ σήμερον μικρὸν καὶ παροδικὸν κομματικὸν συμφέρον, ἀλλὰ μᾶς ἀπειλεῖ ἐν τῷ μέλλοντι μὲ ἐπικινδύνους συνεπείας, διότι λύει τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἀνοίγει εἰς αὐτὴν τὴν ὁδὸν τῶν κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Βουλευτοῦ ἐπιδρομῶν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ἡ Συνέλευσις νὰ κλείσῃ· διὰ τοῦτο, κύριοι, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως, πρὶν ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ἰδίως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νά μὴ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα κομματικόν. Ποίαν ἄλλην ἀπόδειξιν θέλετε, ὅτι ἡμεῖς δὲν τὸ θεωροῦμεν τοιοῦτον, ἀφοῦ ὑποστηρίζομεν τὴν ἀτομικὴν γνώμην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ; Ἀνεξάρτητοι λοιπὸν ἀπὸ πάσης ἀτομικῆς συμπαθείας, ἀνεξάρτητοι ἀπὸ παντὸς κομματικοῦ συμφέροντος, ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καθ’ ἑαυτὸ, διὰ νὰ μὴ παρεκτραπῶμεν εἰς λύσιν.......
§97ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Λησμονεῖτε τοὺς προβιβασμοὺς τοῦ παρελθόντος.
§98ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν πρόκειται τώρα νὰ ἐξετάσωμεν τὸ παρελθόν. Ἂν ἐγένετό τι κακὸν τότε, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος ἀποχρῶν, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ κακὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον. — Ἔλεγον, κύριοι, ἀρχόμενος, ὅτι εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ὁ Νόμος μόνον δι’ ἐκλογῆς ἐπιτρέπει τὸν προβιβασμόν· ὁ λόγος εἶναι πρόχειρος. Ἡ Πολιτεία ἔχει μέγιστον συμφέρον νὰ μὴ εἰσπηδήσῃ κανεὶς εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἂν δὲν ἦναι ἀνεγνωρισμένης ἱκανότητος καὶ χρησιμότητος, διότι πολλάκις ἐκ τῆς ἱκανότητος ἢ ἀνικανότητος ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῆς μάχης. Εἰς τὴν ἀνωτέραν λοιπὸν ταύτην βαθμίδα τοῦ Στρατοῦ ἐκλείπει πᾶσα ἀνασκοπὴ τοῦ ἀτόμου καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς ὑπηρεσίας, καὶ λαμβάνεται ἁπλῶς ὑπ’ ὄψιν ἡ ἱκανότης καὶ χρησιμότης, τῆς ὁποίας κριτὴς εἶναι μόνος ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ ὑπογράφων τὸ Διάταγμα Βασιλεὺς (θόρυβος). Ἀκούω τὴν ἐρώτησιν «δὲν ἔχουν σειρὰν ἀρχαιότητος καὶ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί;» Μὴ συγχέωμεν, κύριοι, τὰ πράγματα. Βεβαίως καὶ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἔχουν ὑπηρεσίαν, καὶ ἑπομένως διάφορον ἕκαστος αὐτῶν χρόνον ὑπηρεσίας, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ἀρχαιότητα, ὡς δικαίωμα ἀνεγνωρισμένον καὶ ἐνεργόν, ὡς δικαίωμα, ἀντιστοιχοῦν εἰς ὑποχρέωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ λαμβάνῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν προβιβασμόν. Ἡ ἀρχαιότης ἐνταῦθα εἶναι ἓν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα πᾶς εὐσυνείδητος Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ βέβαια ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς χρησιμότητος τοῦ προβιβαστέου ἀξιωματικοῦ, διότι καὶ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας συντελεῖ ἀναμφιβόλως εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῶν προσόντων τοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι παντελῶς δεδεσμευμένος ὁ Ὑπουργὸς νὰ προτιμήσῃ εἰς τὸν προβιβασμὸν τὸν ἔχοντα μείζονα χρόνον ὑπηρεσίας ἀξιωματικόν, ἐὰν πείθεται, ὅτι ὁ ἔχων βραχυτέραν ὑπηρεσίαν κέκτηται μεγαλειτέραν χρησιμότητα καὶ ἀξίαν. Τούτου τεθέντος, ἐρωτῶ, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παρίδῃ τὸν κύριον Διαλέτην, καίπερ ἔχοντα τὴν λεγομένην ἀρχαιότητα, ἤτοι μεγαλείτερον χρόνον ὑπηρεσίας; Βεβαίως ἠδύνατο, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ὁ προκάτοχός του τὸν παρεῖδεν εἰς ἄλλην περίστασιν. Ὅταν λοιπὸν προεβίβασε τὸν κύριον Διαλέτην ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, τὸν προεβίβασεν, ὄχι διότι ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ διότι ἐξετίμησεν ἄλλως τὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἱκανότητα καὶ χρησιμότητα, ἢ ὅπως εἶχεν ἐκτιμήσει αὐτὴν ὁ προκάτοχός του. Ἔχομεν ἄρα προφανῶς πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐλευθέραν, προαιρετικήν, εἰς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ μέρος καὶ ἡ προσωπικὴ εὔνοια (θόρυβος). Μὴ μὲ παρεξηγεῖτε, κύριοι· δὲν ἐννοῶ παντάπασι ν’ ἀρνηθῶ τὴν ἀξίαν τοῦ κυρίου Διαλέτη ὡς ἀξιωματικοῦ· δὲν εἶμαι ἁρμόδιος εἰς τοιαύτην ἐκτίμησιν οὐδὲ συνείθισα ποτὲ νὰ μεταχειρίζωμαι προσωπικοὺς ὑπαινιγμούς, ὁμιλῶν δημοσίᾳ. Τὸν κύριον Διαλέτην γνωρίζω πρὸ πολλοῦ καὶ τὸν ἐκτιμῶ, ἀλλ’ ἐξετάζω τὴν πρᾶξιν κατ’ ἀντικείμενον καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ ἐντίμου φίλου μου, καὶ λέγω, ὅτι εἶναι πρᾶξις προαιρετική, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ὑπαγορεύσῃ καὶ προσωπικὴ εὔνοια. Εἴμεθα λοιπὸν προφανῶς, ὡς βλέπετε, εἰς τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν προεῖδε τὸ Σύνταγμα, θελήσαν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ βουλευομένου ἀξιωματικοῦ. Τὸ Σύνταγμα δὲν διακρίνει, ἀλλὰ διατάσσει ἐν γένει, ὅτι πᾶς ἀξιωματικός, κατ’ ἐκλογὴν προβιβαζόμενος, δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθῇ βουλευόμενος, ἂν δὲν ἐκλεχθῇ ἐκ νέου ὑπὸ τῶν ἐντολέων του. Ἂν, κύριοι, καθιερώσητε τὸ ἐναντίον, εἰσάγοντες διακρίσεις, τὰς ὁποίας ἀποκρούει καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ ὁ πρόδηλος σκοπὸς τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, σκέφθητε καλῶς τὰς συνεπείας. Οἱ ἐν τῇ Βουλῇ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, ἠναγκασμένοι νὰ θηρεύωσι τὴν εὔνοιαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δυσκόλως θὰ διατηρήσωσι τὴν ἀπόλυτον ἐκείνην ἀνεξαρτησίαν τοῦ φρονήματος, ἥτις πρέπει πάντοτε νὰ παρακολουθῇ τὸν Ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἔθνους.......
§99ΡΑΛΛΗΣ. Εἶσθε ἐπὶ τῆς οὐσίας· πρόκειται περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος.
§100ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὴν τακτικὴν αὐτὴν μᾶς ἐδίδαξε προχθὲς ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Ἔπειτα ἐγὼ ὀλίγας μόνον λέξεις εἶπον ἐπὶ τῆς οὐσίας, αἵτινες χρησιμεύουσιν ὁπωςδήποτε καὶ διὰ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ σπεύδω νὰ μεταβῶ, διὰ νὰ μὴ στενοχωρῆται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ συζήτησις, κύριοι, ὡς ἠκούσατε, δὲν περιωρίσθη ἁπλῶς εἰς τὸ ζήτημα, ἂν δύναται ἢ ὄχι νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ Βουλῇ ὁ κύριος Διαλέτης μετὰ τὸν προβιβασμόν, ἀλλ’ ἔλαβε γενικώτερον χαρακτῆρα. Ἀνηρευνήσαμεν τὸ πνεῦμα τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐξητάσαμεν ἐν γένει ἄν, κατὰ τὸν Νόμον, δύνανται οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ νὰ προβιβάζωνται κατ’ ἀρχαιότητα. Οὕτω λοιπὸν γενικὸν πρέπει νὰ τεθῇ καὶ τὸ θέμα τῆς ψηφοφορίας. Καταβιβάζετε δὲ τὸ ζήτημα, θέλοντες νὰ τὸ περιορίσητε εἰς μόνον τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Διαλέτη, καὶ ἀποφεύγοντες νὰ δώσητε λύσιν γενικὴν, ἥτις νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ὡς κανὼν, ὡς χαλινὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν προέτεινα νὰ διατυπωθῇ γενικὸν τὸ θέμα τῆς ψηφοφορίας.
§101Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις, καὶ πρόκειται περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Συμπληρῶν λοιπὸν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προεῖπον κατὰ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, ὅτε εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα τῆς Βουλῆς, καὶ τοὺς πολλοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι προβιβαζόμενοι παρέμειναν ἐν τῇ Βουλῇ, παρατηρῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέξατο ὡς πρὸς τὸν προβιβασμὸν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν νομολογίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἐξῆλθεν. Ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς εἶναι σαφὴς καὶ καθαρὰ, ὅτι ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, προβιβαζόμενοι κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος εἰς ἀνώτερον βαθμόν, παραμένουσιν ἐν τῇ Βουλῇ. Προτείνω λοιπὸν, ὥστε ἡ Βουλὴ, ἀρκουμένη εἰς τὰ λεχθέντα, ἐξ ὧν ἐπείσθη ὅτι ὁ κ. Διαλέτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρακάθηται ἐν τῇ Βουλῇ, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δύνανται δὲ οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ παρουσιάσωσιν εἰς ἄλλην συζήτησιν ῥητὴν πρότασιν Νόμου πρὸς συζήτησιν.
§102Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω δύω λέξεις· διότι ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθην νὰ πείσω τὴν Βουλὴν διὰ λόγων καταφατικῶν, ἃς μεταχειρισθῶ τὴν εἰς ἄτοπον ἀπαγωγήν. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ κ. Διαλέτης, προβιβασθεὶς κατ’ ἐκλογὴν, πρέπει νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τοῦ 72 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι εἷς ἀξιωματικὸς ἄλλος βουλευτὴς, εἰς λοχαγὸς πρῶτος προβιβαζόμενος μένει· διατί; διότι ὁ Νόμος λέγει, ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν προβιβάζεται κατ’ ἐκλογὴν καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ κατ’ ἀρχαιότητα. Βλέπετε λοιπὸν τὴν ἀντίφασιν, εἰς ἣν θὰ περιπέσωμεν. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ κ. Βλαχόπουλος προβιβάζεται εἰς Ταγματάρχην· αὐτὸς, κατὰ τὴν θεωρίαν σας, θὰ μείνῃ, ὁ δὲ κύριος Διαλέτης θ’ ἀποχωρήσῃ. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία εἶναι δικαία;
§103ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἄλλο δικαία καὶ ἄλλο νόμιμος.
§104ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει Νόμος· κακῶς τὸν ἐξηγεῖτε· καὶ τὸν Νόμον αὐτὸν συνετάξαμεν ἡμεῖς, διότι ἡ παρελθοῦσα βασιλεία ἐζήτησε τὸν στρατὸν νὰ τὸν ἔχῃ διαρκῶς ὄργανον τῶν συγκεντρωτικῶν ἰδεῶν της καὶ ἐχθρὸν ἀδιάλλακτον τῶν πολιτῶν. Ἡμεῖς ἐκ τούτου ἐπάθομεν πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως· εἰς ἡμᾶς ἠρνήθησαν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἐξασκήσωμεν τὰ πολιτικὰ μας δικαιώματα, ἐνῶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους τῆς φατρίας ἔδιδον κατὰ σειρὰν τὰς ἀμοιβὰς. Ἐγὼ ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὸ ἄρθρον 72, διότι ἐγὼ ἤμην ἡ ἀφετηρία τῶν καταδιωγμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Πῶς ἔρχεσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπεφέρατε τόσα διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ Πολιτεύματος τοῦ 1863, νὰ δώσητε τοιαύτας ἐξηγήσεις, τῶν ὁποίων, σᾶς εἶπον, ποῖον θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα! Διὰ ταῦτα νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς συγκεκριμένον. Ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ἡ φράσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἀπὸ τοῦ 1861 καὶ ἐντεῦθεν ἀνεγράφη εἰς Διάταγμα τοιαύτης φύσεως. Ἴσως ἡ φράσις ὑπὸ νομικὴν καὶ γραμματικὴν ἔποψιν εἶναι ὀρθὴ, ἀλλὰ τὰ ζητήματα τῆς οὐσίας δὲν δύναται νὰ τὰ μεταβάλῃ. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ, ἀκολουθοῦσα τὴν νομολογίαν τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1863 κατὰ τῶν κατόπιν Βουλῶν, δὲν ἔχει παρὰ νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι διὰ τοῦ προβιβασμοῦ ὁ κύριος Διαλέτης ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι βουλευτὴς, καὶ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§105ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀνεξήγητος, κύριε Πρόεδρε, ἀποβαίνει ἡ ἀδιαφορία τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Πρόκειται περὶ ἰδίας αὑτοῦ πράξεως, καὶ δὲν αἰσθάνεται τὸ καθῆκον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην, ὑποστηρίζων, ὅτι εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν Νόμον. Πρόκειται περὶ ἀτομικῆς αὑτοῦ γνώμης, καὶ δὲν αἰσθάνεται τὴν φιλοτιμίαν νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ, πολεμουμένην ὑπὸ τῶν ἰδίων αὑτοῦ φίλων. Πρόκειται περὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, ἀντικείμενον ἔχοντος διάταξιν τοῦ θεμελιώδους Νόμου, καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὅστις μετὰ θερμοῦ ζήλου ὑποστηρίζει πάντοτε πᾶσαν γνώμην του, ὅστις ζητήματα πολὺ μικροτέρας σπουδαιότητος ἀνάγει εἰς ζητήματα ἐμπιστοσύνης, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς σιγᾷ νῦν παραδόξως καὶ ἐπιτρέπει εἰς τοὺς περὶ αὐτὸν νὰ πολεμῶσιν ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον τὴν γνώμην του. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ἐὰν φείδεται ἑαυτοῦ, ν’ ἀναβῇ τὸ βῆμα, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του καὶ νὰ φωτίσῃ καὶ ὁδηγήσῃ τοὺς πλανωμένους φίλους του (θόρυβος δεξιᾷ): Θορυβεῖτε ὅσον θέλετε.—Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὅτι ἐν τῇ Συνταγματικῇ Πολιτείᾳ τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει τὸ δικίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ φωτίζῃ καὶ καθοδηγῇ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνον διὰ πᾶσαν αὐτῆς παρεκτροπὴν, καὶ ὅτι εἶναι τερατώδης ἀντίφασις ὁ μὲν Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκφράζῃ μίαν γνώμην, ἡ δὲ πλειοψηφία νὰ ὑποστηρίζῃ γνώμην ἀντίθετον, καὶ μάλιστα ἐπὶ ζητήματος συνταγματικοῦ, ἐφ’ οὗ δὲν χωρεῖ διάστασις γνωμῶν ἐν ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ πολιτικῷ κόμματι. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν εἰς τὴν στασιάσασαν πλειονοψηφίαν. Ἄλλως, διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς τοιαύτης τακτικῆς καὶ χαρακτηρίζω αὐτὴν ἀναξίαν λαθροχειρίαν.
§106ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τὴν ἄκαιρον θερμότητα τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἑρμιονίδος. Ταύτῃ τῇ στιγμῇ πρόκειται περὶ μόνης τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, καὶ οὔτε ὁ Πρωθυπουργὸς, οὔτε ἄλλος τις δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ ἄλλου ἢ ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Πετσάλη, τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ Ἰθάκης καὶ τοῦ κυρίου Μαυρομιχάλη. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν μακρὰν ἐπὶ μακρὰ ἔτη Νομολογίαν τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, προβιβασθέντες καθ’ ἣν εἶχον ἐν τῷ κατωτέρῳ βαθμῷ σειρὰν ἀρχαιότητος, δὲν ἐξῆλθον τῆς Βουλῆς... (Θόρυβος δεξιᾷ). Ἐν ὅσῳ δὲν ἔρχεταί τις νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν ἐναντίαν τῆς Νομολογίας ταύτης τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπάρχει ζήτημα. Ὁ ἔχων ἐναντίαν γνώμην δύναται νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν· ἐν ὅσῳ δὲν ὑποβάλλεται πρότασις, ζήτημα δὲν ὑπάρχει.
§107ΑΘΑΝ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι περατωμένη ἡ συζήτησις.
§109Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἐγὼ ἔφερον τὴν πρότασιν, στηριζόμενος εἰς τὸ Διάταγμα, τὸ δημοσιευμένον εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ Διάταγμα αὐτὸ λέγει, ὅτι προβιβάζεται ὁ κύριος Διαλέτης κατ’ ἐκλογήν. Τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Μαυρομιχάλης ἔφερε διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς, δὲν ἔχει ἀξίαν· διότι, ἐὰν ὁ Λοχαγὸς, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ὡς παράδειγμα, ὁ πρῶτος, προβιβασθῇ καὶ μείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχει δικαίωμα, διότι, ἐὰν δὲν προεβιβάζετο, τὸν βαθμόν του τὸν ἐλάμβανε παρὰ τοῦ Δικαστηρίου· ὁ δὲ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς δὲν δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια διὰ λόγον καταπατήσεως τῆς ἀρχαιότητός του, καθόσον ἀρχαιότης δὲν ὑπάρχει. Οἱ ψηφίζοντες λοιπὸν προσωπικῶς ὑπὲρ τοῦ κυρίου Διαλέτη, ψηφίζουν καθαρῶς κατὰ τοῦ Διατάγματος, διότι τὸ Διάταγμα στηρίζεται εἰς τὸν Νόμον, ὁ δὲ Νόμος εἶναι προγενέστερος τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὅταν ὁ Νόμος λέγῃ, ὅτι πάντες προβιβάζονται κατ’ ἐκλογὴν, ἐὰν συμβῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κύριος Μαυρομιχάλης, τότε οὐδεὶς δύναται πλέον νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι εἰς τοὺς προβιβασμοὺς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ἀρχαιότης δὲν ὑπάρχει. Τώρα, ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θέλῃ ἢ δὲν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ, τοῦτο δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει, διότι καθαρῶς ἐξηγεῖται ὁ λόγος, καὶ δι’ ὃν ὁμιλεῖ καὶ δι’ ὃν δὲν ὁμιλεῖ.
§110Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἀξιωματικὸς ἐπροβιβάζετο κατ’ ἐκλογὴν, καὶ τὸ Διάταγμα ἔγραφε «κατ’ ἀρχαιότητα», ἤθελε μεταβληθῆ ἡ οὐσία; ὄχι· τὸ ἴδιον εἶναι καὶ τώρα.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, προβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις.
§112Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι πρότασις ῥητή, ὅτι τὸ Διάταγμα ἀναφέρει, ὅτι κατ’ ἐκλογὴν προεβιβάσθη ὁ κύριος Διαλέτης, ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ στηρίζεται εἰς τὸν Νόμον καὶ ὅτι ὁ κύριος Διαλέτης κατὰ συνέπειαν κακῶς παρακάθηται ἐνταῦθα. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἡ Βουλὴ, φρονοῦσα, ὅτι δὲν ἀπώλεσε τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ ὁ κύριος Διαλέτης, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν... (θόρυβος).
§114ΣΠΗΛΙΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη (θόρυβος). (Λύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 7 καὶ ½ Μ. Μ).