1882.04.30
2.305 στίχοι · 18.293 λέξεις · 169 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60
τῆς 30 Ἀπριλίου 1882.
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως).
§1ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς Οἰτύλου εἶχε ζητήσει τὴν κατάθεσιν διαφόρων πινάκων καὶ εὐθὺς τὴν ἑπομένην κατέθεσα τὰ πλεῖστα τῶν αἰτηθέντων· ἔλιπον ὅμως καί τινα, ἔλιπον ὀνομαστικαὶ καταστάσεις τῶν μετατεθέντων ἢ ἀποσπασθέντων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τῶν διαφόρων ὅπλων καὶ σωμάτων ἀπὸ τῆς 3 Μαρτίου. Συνέλεξα ἤδη τὰς πληροφορίας ταύτας. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἀξιωματικῶν παρατηρῶ, ὅτι ὑπῆρχε νόμος στρατιωτικὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ μεταθέσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἔδει νὰ γίνωνται διά βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος εἶχε πέσει εἰς πλήρη ἀχρηστίαν. Ἀνενέωσα τὴν διάταξιν, καὶ κατόπιν τῆς ἀνανεώσεως προέβην εἰς προτάσεις Διαταγμάτων, ἅτινα ὑπεγράφησαν, περὶ τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν ὅλων, πλὴν τῶν τῆς Χωροφυλακῆς· τοῦτο ὑπολείπεται· ὥστε ὑποβάλλω τὰ Διατάγματα τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν διαφόρων ὅπλων, πλὴν, τῆς Χωροφυλακῆς. Κατόπιν τῶν Διαταγμάτων τῶν τοποθετήσεων οὐδεμία ἐγένετο μετάθεσις, ἐκτὸς μόνον ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, διοικητοῦ τάγματος, κατόπιν πληροφορίας, ὅτι ἡ σύζυγος αὐτοῦ κατήγετο ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἔνθα εἶχε τοποθετηθῆ. Περὶ δὲ τῶν ὁπλιτῶν, ἤτοι τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀνδρῶν, παρατηρῶ, ὅτι, ἀφ’ ὅτου διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδεμία ἐγένετο μετάθεσις, ἥτις νὰ μὴ ἐπροτάθη παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐκ τοῦ νόμου ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωσι τοιαύτην πρότασιν, τουτέστιν οὐδεμία ἐγένετο μετάθεσις αὐτεπαγγέλτως. Ὑποβάλλω δὲ συνάμα μετὰ τῶν πινάκων τῶν οὕτω γενομένων μεταθέσεων καὶ προσκολλήσεων καὶ πίνακα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς τῶν μετατεθέντων ἢ προσκολληθέντων, διότι, ὡς πρὸς τούτους, ὡς εἶπον, δὲν ἐξεδόθη ἔτι τὸ Διάταγμα τῆς τοποθετήσεως. Ὑπολείπονται ὀλίγαι τινές πληροφορίαι ἐκ τῶν αἰτηθεισῶν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ καὶ ἐλπίζω, ὅτι μετὰ 2 ἢ 3 ἡμέρας θὰ ὑποβληθῶσι καὶ αὗται. Ταῦτα τὰ νῦν ὑποβαλλόμενα δὲν νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ τυπωθῶσι, διότι εἶναι πολλά.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, λαμβάνει γνῶσιν ὁ βουλόμενος.
§3ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ...
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ προηγουμένως κατατεθέντες πίνακες πάντες τυποῦνται, καὶ οὗτος ὁ νῦν κατατιθέμενος φάκελλος δὲν ὑπάρχει τις ἔνστασις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἵνα τυπωθῇ, ἀλλ’ ὁ ὄγκος αὐτοῦ φέρει δυσκολίαν. Τὰ πλεῖστα εἶναι τυπωμένα ἐν ἐγκυκλίοις τοῦ ὑπουργείου, καὶ δύνασθε οἱ προαιρούμενοι νὰ λάβητε ἀντίτυπα αὐτῶν ἐν τῇ διεκπεραιώσει τοῦ ὑπουργείου.
§5ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, μίαν ἀναφορὰν διαφόρων Κορινθίων, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται διὰ τὴν ἐνοικίασιν ἀδηλώτων γαιῶν καὶ φυτειῶν, καὶ ζητοῦσι παράτασιν τῶν δηλώσεων. (Καταθέτει τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κτηνοτρόφοι αἰγοπροβάτων καὶ ἀγωγεῖς ἐξ Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ἵνα καταργήσῃ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐφ’ ὅλων τῶν ζώων των. Ἐπερώτησις ἔγγραφος πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τοῦ βουλευτοῦ Βώλου κ. Φιλαρέτου.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε ν’ ἀναγνωσθῇ;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ συζητηθῇ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν τῶν ἐπερωτήσεων. (Ὅρα Παράρτημα). Τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ ἔτος 1882 ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Καρδίτσης Τιμολέοντος Ἀδαμοπούλου. Θὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§11Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸ ὑπουργεῖον νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας τινὰς, αἵτινες θέλουσι μᾶς χρησιμεύσει, 1) πόσα ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1880 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 2,130,000 δραχμῶν, αἵτινες προϋπελογίσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρου· 2) πόσα εἰσεπράχθησαν μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1882 ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ 1,300,000 δραχμῶν, αἵτινες προϋπελογίσθησαν ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ κατὰ τὸ 1881 φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν· 3) ἐκ τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 προϋπολογισθεισῶν ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρου διὰ τὸ ἔτος 1882 δραχμῶν 2,200,000, πόσαι ἐλογίσθησαν, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν καὶ πόσαι ἐκ τῶν νέων. Ἐκτὸς τῶν πληροφοριῶν τούτων, κ. Πρόεδρε, εἶχον κάμει λόγον κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ὅτι, ἐνῷ διὰ τῆς συνοδευούσης τὸν κατὰ τὴν 17 Μαρτίου εἰσαχθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 ἐκθέσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ ἐδηλοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰσήγετο μετ’ αὐτοῦ καὶ κατάστασις δηλοῦσα τὰ μέχρι τῆς ά Ἰανουαρίου 1882 πραγματοποιηθέντα ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἐκ τῶν διὰ τὸ ἔτος 1881 προϋπολογισθέντων, δὲν περιέχεται ἐντὸς τοῦ ἐκτυπωθέντος καὶ διανεμηθέντος κατὰ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος μηνὸς Μαρτίου τοιαύτη κατάστασις, οὐδὲ μέχρι τοῦδε, ἂν καὶ παρῆλθεν εἷς μὴν ἀπὸ τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διενεμήθη τοιαύτη, ἂν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς τὸν ὁποῖον πρὸ ἑνὸς μηνὸς κατέδειξα τοῦτο, ὑπεσχέθη τότε, ὅτι θέλει φροντίσει νὰ τυπωθῇ καὶ μᾶς διανεμηθῇ ἡ περὶ ἧς πρόκειται κατάστασις. Ὅθεν παρακαλῶ νὰ γένηται ἔρευνα διὰ νὰ ἀνευρεθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ ἐὰν μὲν παρέμεινεν ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Βουλῆς, νὰ σταλῇ ταχέως πρὸς τύπωσιν, ἵνα διανεμηθῇ καὶ μελετήσωμεν αὐτήν· ἐὰν δὲ δὲν κατετέθη ἔτι ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, νὰ κατατεθῇ τέλος πάντων, ὅπως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, διότι σήμερον εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τοῦ τετάρτου μηνὸς τοῦ ἔτους.
§12ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ διέταξα νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς περὶ παρατάσεως τῆς δοθείσης δεκαημέρου προθεσμίας.
§14ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἀντιτασσόμενος μετὰ τῶν ἐντίμων συναδέλφων κ. Βάλβη καὶ Τζάνε....
§15ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κ. Βάλβης ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἀντιτάσσεται.
§16ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι παρὼν, καὶ δύναται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ.
§17ΒΑΛΒΗΣ. Ἐγὼ ἐδήλωσα ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν, ὅταν ἔληγεν ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ μᾶς ἔδωσε πρὸς ἐξέτασιν, τῆς ὁποίας μᾶς ἐνετείλατο ὑποθέσεως, ὅτι ἐντὸς ἐκείνων τῶν ἡμερῶν ἠδυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἐκείνους τοὺς μάρτυρας, τοὺς ὁποίους ἐθεωροῦμεν ἀναγκαίους πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, ὧν εἴχομεν ἀνάγκην, κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Παλαμίδη, μετὰ ταῦτα, ἐὰν παρήρχετο ἡ προθεσμία ἐκείνη, βεβαίως θὰ ἀντετασσόμην κατὰ πάσης νέας προθεσμίας. Αὕτη ἦτο ἡ δήλωσίς μου, τὴν ὁποίαν ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα αὐτὴν, καὶ τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, προκαλούμενος.
§18ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ πληροφορία σας, κ. Φωτήλα, δὲν εἶναι ἀληθής;
§19ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι, ἐρωτηθεὶς ὁ κ. Βάλβης......
§20ΒΑΛΒΗΣ. Ἀντιτασσομένου εἰσέτι μετὰ τὴν σαφῆ ἐξήγησίν μου τοῦ κ. Φωτήλα, τοῦ Εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὀφείλω νὰ δώσω καὶ μίαν ἐπεξήγησιν περιπλέον, τὴν ἑξῆς: Ὡς ἐδόθη ἡ πληροφορία ἡμῖν, ὅτι εἷς τῶν συναδέλφων μας, ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Μάνδαλος, διὰ τηλεγραφήματός του πρὸς τὸν κ. Παλαμίδην εἰδοποίησεν αὐτὸν, ὅτι μία τις γυνὴ, ἐν Λαρίσσῃ εὑρισκομένη, εἶπεν, ὅτι ἔχει ἔγγραφά τινα καὶ πληροφορίας σχετιζομένας μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἐγὼ ἀντετάχθην ἀμέσως κατὰ τῆς πληροφορίας αὐτῆς, καθ’ ὅσον ἐκ τούτου λαμβάνοντες ἀφορμὴν, εἶπον, ὅτι δὲν ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν παράτασιν, ὅπως ἐξερευνήσωμεν πάνθ’ ὅσα δύναται νὰ μᾶς παρουσιάσῃ ἡ γυνὴ αὕτη. Εἶπον δὲ τότε, ὅτι ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν θελήσῃ νὰ τείνῃ οὖς εἰς πᾶν τηλεγράφημα, ἐρχόμενον ἔστω καὶ ἀπὸ τὸν κ. Μάνδαλον καὶ παρ’ οἱουδήποτε ἄλλου, πολὺ δὲ περισσότερον ἐκ τοῦ ἀπωτέρου μέρους τῆς Λαρίσης, προκειμένου μάλιστα περὶ μιᾶς γυναικὸς, ἥτις βεβαίως θὰ εἶχε πληροφορίας οὐχὶ θετικὰς καὶ ὡρισμένας, ἀπέχουσα ἐντελῶς νὰ γινώσκῃ περὶ τίνος πρόκειται, ἀφοῦ μάλιστα εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι καὶ οἱ μέχρι τοῦδε ἐξετασθέντες μάρτυρες, τοὺς ὁποίους μᾶς ὑπέδειξεν ὁ κ. Παλαμίδης καὶ περὶ ὧν δὲν μᾶς εἶχεν ὡρισμένας καὶ κατηγορηματικῶς τί ἕκαστος τούτων ὤφειλε νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ διὰ τῆς μαρτυρίας του, ἕνεκα δὲ τούτου πολλάκις εὑρέθημεν εἰς τὴν δυσχερῆ θέσιν, ὁσάκις προσέρχεται μάρτυς τις ἐκ τῶν προταθέντων παρὰ τοῦ κ. Παλαμίδη, νὰ μὴ γνωρίζωμεν ὁποίαν τινὰ νὰ τῷ ἀπευθύνωμεν ἐρώτησιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐλήφθη ἡ πρόνοια νὰ τὸν ἐρωτῶμεν ἐξωδίκως, οὕτως εἰπεῖν, πρότερον ὁποῖά τινα γνωρίζει, καὶ ἐκ τῆς ἀφηγήσεως νὰ διατυπῶμεν τὴν πρὸς αὐτὸν ἐρώτησίν μας, ἀφοῦ, λέγω, καὶ περὶ τῶν ἐδῶ εὑρισκομένων ἐγείρετο τοιαύτη δυσχέρεια, πολλῷ μᾶλλον περὶ γυναικὸς, τόσον μακρὰν εὑρισκομένης, ἐφ’ ᾧ καὶ ἐπέμενον ὅπως καὶ νῦν.
§21ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Βάλβη, δύω λέξεις παρακαλῶ.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν. — Ἐξακολουθήσατε, κ. Ζηνόπουλε.
§23Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, δύναμαι νὰ εἴπω ἤδη, ἀκατακρίτως, ὅτι ἀντιτασσόμενος μετὰ τῶν ἐντίμων συναδέλφων κυρίων Τζάνε καὶ Βάλβη εἰς τὴν αἴτησιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἀποτελοῦμεν μέρος, περὶ παρατάσεως τῆς δοθείσης αὐτῇ δεκαημέρου προθεσμίας, καὶ καθῆκον ἔχω καὶ δικαίωμα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, εἰς τοὺς ὁποίους ἡμεῖς στηρίζομεν τὴν γνώμην ταύτην. Δηλῶ δὲ ὅτι τοὺς λόγους τούτους διὰ μακρῶν ἐξέθεσα καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ συνετάχθη περὶ τούτου πρακτικὸν, τοῦ ὁποίου μάλιστα ἔχω ἀντίγραφον. Παρέστησα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, πλὴν τῶν ἄλλων, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε πεπραγμένα τοὐλάχιστον ἐπέβαλλον εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον, νὰ θεωρήσωμεν περατωμένην τὴν ἐντολὴν ἡμῶν καὶ νὰ ἀνακοινώσωμεν τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, φρονοῦσα, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔτι ἀντικείμενα χρήζοντα ἐξετάσεως, δὲν ἐθεώρησεν εὔλογον τὴν ἐμὴν πρότασιν, καὶ τῇ ἐντολῇ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐζήτησε τὴν παράτασιν. Προκειμένου ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους καὶ ἡμῶν, οἵτινες ἀντιτασσόμεθα εἰς τὴν παράτασιν, καὶ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, ἅτινα προτείνουσιν αὐτὴν, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποφασίσῃ σπουδαίως, σοβαρῶς καὶ ἐν γνώσει. Πρὶν ἢ ἄρξωμαι τῆς διηγήσεως...
§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν. (Θόρυβος).
§25Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι, ὄχι, καλλίτερον νὰ λεχθῶσιν ἐδῶ.
§26ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικόν. Εἰ καὶ δὲν φέρει ἀκριβῶς δικαστικὸν χαρακτῆρα, ἀφορᾷ ὅμως εἰς ὅ,τι ὑπάρχει ἱερώτερον ἐν τῷ κόσμῳ, ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπόληψιν προσώπου, καὶ προσώπου μάλιστα πολλάκις κυβερνήσαντος τὴν πατρίδα, ἀρχηγοῦ μεγάλης πολιτικῆς μερίδος, καὶ ἐξόχου συναδέλφου ἡμῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Περὶ τοιούτου ζητήματος προκειμένου, νομίζω, ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἐπόψεις ἐκλείπουσιν, αἱ πολιτικαὶ ἀντιζηλίαι σιγῶσι καὶ ὅτι θὰ ὑπαγορεύσῃ τὴν ἀπόφασίν Σας ἡ συνείδησις ὑμῶν, κύριοι βουλευταὶ, ὡς δικαστῶν, καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι οὕτω θὰ κρίνωσιν οἱ βουλευταὶ σήμερον. Διὰ τοῦτο δὲ δὲν διστάζω νὰ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ μοι χαρίσωσι τὴν σύντονον προσοχὴν αὑτῶν καὶ εὐμενῆ ἀκρόασιν. Γνωρίζετε πόθεν προέκυψεν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ τῆς συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης· δὲν θέλω ἀναμνήσει τὰς συζητήσεις ἐκείνας· θέλω περιορισθῆ εἰς τὰ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς πεπραγμένα, καὶ ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι θέλω περιστραφῆ ἀκριβῶς περὶ τὰ πράγματα καὶ θέλω ὁμιλήσει οὐχὶ ὡς βουλευτὴς, ἀλλ’ ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὴν καταγγελίαν, πρὸς ἐξέτασιν τῆς ὁποίας συνέστησεν ἡ Βουλὴ τὴν Ἐπιτροπὴν, ὑπέβαλεν ὁ κ. Παλαμήδης, βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος· πρώτη ἑπομένως πρᾶξις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπιτακτικῶς ἐπιβαλλομένη—διότι μάλιστα τίποτε ὡρισμένον δὲν εἴχομεν—ἦτο νὰ ἐξετάσῃ τὸν κ. Παλαμήδην καὶ νὰ προσκαλέσῃ αὐτὸν νὰ ἐξηγήσῃ ῥητῶς καὶ ὡρισμένως περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ κ. Παλαμήδης, ἐρωτηθεὶς τί γνωρίζει περὶ τῆς ἀναμίξεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὡς ὑπουργοῦ, εἰς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ὑπηνίξατο τότε, εἶπεν, ὅτι αὐτὸς ὁμιλήσας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ κατηγορήσῃ πρόσωπα, ἀλλὰ νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ παράπονον τοῦ λαοῦ κατὰ τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὅτι βιασθεὶς ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπέδρασαν πρόσωπα μέλη τῆς Κυβερνήσεως.
§27ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάθεσις τοῦ κ. Παλαμήδη; Νὰ τὰ εἴπητε καθαρά.
§28ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, καὶ νομίζω, κ. Πετσάλη, ὅτι τὸ εἶπον, πρὸ μικροῦ μόλις, λίαν καθαρά.
§29ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ....
§30ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§31ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ δὲ ἐδέχθη, ἐνδίδουσα εἰς τὴν παράκλησίν μου, νὰ μοὶ παράσχῃ εὐμενῆ ἀκρόασιν. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτητε. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἶπεν ὁ κ. Παλαμήδης, ἐστενοχώρησε πολὺ τὸ ζήτημα, ἐξηναγκάσθη διὰ νὰ μὴν ὑποτεθῇ ὡς συκοφάντης, νὰ ὀνομάσῃ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, καθ’ οὗ ὡς προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπεδίδετο σκανδαλώδης ἀνάμιξις εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατηγορία. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω ἤδη ἐὰν ἡ κατηγορία αὕτη ἀνάγεται εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ δὲν προτίθεμαι νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς ἐὰν ἔγκειταί που εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπουργοῦ τὸ νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰ δικαστήρια, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεών των, καὶ ἂν τὰ δικαστήρια ὀφείλωσι νὰ ὑποχωρῶσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ὑπουργῶν, ὥστε τὸ πρᾶγμα νὰ ᾖναι ἀντικείμενον ἐπισήμου ἐξετάσεως καὶ ὥστε εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτὴν νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἡ Βουλή. Δὲν συζητῶ τοῦτο, διότι ὅπως τὰ πράγματα ἦλθον, φρονῶ, ὅτι καὶ τοῦτο, καί περ μὴ ἀναγόμενον εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπουργοῦ, δέον νὰ ἐξετασθῇ, διὰ νὰ πιστοποιηθῇ ἂν ὑπάρχῃ ἢ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἔστω καὶ προσωπικῆς μέμψεως ἀφορμή, οὐχὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, τῆς μὴ ἐχούσης νόμιμον πρὸς τοῦτο δικαίωμα, ἀλλ’ ἐκ μέρους τῆς κοινωνίας. Ὁ κ. Παλαμήδης, διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξε τὴν κατηγορίαν ταύτην, ἔκαμε τὴν ἀφήγησιν τριῶν ὑποθέσεων, νομίζω· πρῶτον τῆς ὑποθέσεως τῆς δίκης ἐπὶ τῆς κληρονομίας Τοσίτσα, δεύτερον ὑποθέσεώς τινος ποινικῆς κατὰ τοῦ Θ. Ἀραβαντινοῦ, καὶ τρίτον ὑποθέσεως ἄλλης πολιτικῆς μεταξὺ Τοσίτσα καὶ τοῦ αὐτοῦ Θ. Ἀραβαντινοῦ, ἐξ ἧς προέκυψεν ἡ ποινική. Ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους μου, πρέπει νὰ ᾖναι ἐν γνώσει τῆς ἱστορίας ἑκάστης τῶν ὑποθέσεων τούτων, θέλω ἐν ὀλίγοις, ἀλλὰ σαφῶς καὶ ἐν λεπτομερείᾳ, ὁμιλήσει περὶ αὐτῶν.
§32ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν διὰ νὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§33ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν ἐπιτρέπω ἐγὼ διακοπὴν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχητε τὴν εὐσυνειδησίαν νὰ μὴ μὲ διακόπτητε.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν δέχεται διακοπὴν, μὴν διακόπτητε, παρακαλῶ.
§35ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἐχεμύθειαν.
§36ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐχεμύθεια εἰς ταῦτα. Εἰς ταῦτα ἀπαιτεῖται ἄπλετον φῶς. Καὶ ἐπειδὴ μοὶ λέγετε περὶ ἐχεμυθείας, σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον πράττομεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμὴν, συντελεῖ εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς ἀληθείας καὶ ὄχι ὅπως νομίζει σφάλλων ὁ κ. Φωτήλας εἰς τὴν συγκάλυψιν αὐτῆς, διότι παρέχει εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν συκοφαντοῦσι, τὴν εὐκολίαν νὰ προσθέτωσι καὶ ἄλλας ἀποδείξεις, ἂν ἔχωσιν, ἀφοῦ αἱ ἤδη δοθεῖσαι ἀπεδείχθησαν ψευδεῖς; Ἡ συζήτησις ἄρα εἶναι μάλιστα κατὰ τῶν συκοφαντουμένων, διότι δὲν πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἣν δύναταί τις νὰ παραμορφώσῃ σήμερον, ἀλλὰ περὶ γεγονότος παρῳχημένου καὶ ὁριστικῶς συντετελεσμένου. Ἂν τοιοῦτον γεγονὸς ὑπῆρξεν, ἡ ἐξάλειψις αὐτοῦ εἶναι ἀδύνατος, ὑπερβαίνει μάλιστα καὶ τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Θεοῦ ἡ τῶν τετελεσμένων ἐξάλειψις. Οἱ δὲ θέλοντες νὰ ἀποδείξωσιν αὐτὸ, ἀκινδύνως δύνανται νὰ προσθέσωσιν, ἂν ἔχωσι, νέας ἀποδείξεις. Δὲν φοβούμεθα ἡμεῖς τὴν ἀλήθεια; σεῖς δὲ διατί θορυβεῖσθε; Λοιπὸν ἡ πρώτη ὑπόθεσις εἶναι ἡ δίκη ἐπὶ τῆς κληρονομίας Τοσίτσα. Ἰδοὺ πῶς ἔχει αὕτη. Ἡ Ἑλένη Τοσίτσα ἀπεβίωσεν ἐν Ἀθήναις τὸν Μάϊον τοῦ 1866 καὶ διὰ διαθήκης αὐτῆς κατέλιπε τὴν περιουσίαν της εἰς τοὺς συγγενεῖς τοῦ συζύγου της Ἀναστάσιον καὶ Μιχαὴλ Τοσίτσαν, κατοίκους Λιβόρνου. Ὑπῆρχον τότε ἐνταῦθα δύω ἀδελφοὶ φέροντες τότε ὄνομα ἄλλο παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχουσι σήμερον οἱ Στέργιος καὶ Δημήτριος Τοσίτσας. Οἱ ἀδελφοὶ οὗτοι ἦσαν συγγενεῖς τῆς μακαρίτιδος Ἑλένης Τοσίτσα. Ὁ ἕτερος δὲ αὐτῶν, ὁ Στέργιος, ἠξίου ὅτι εἶχεν υἱοθετηθῆ παρ’ αὐτῆς ἐν Μετσόβῳ καὶ ὅτι, ὡς ἀναγκαῖος κληρονόμος, ἠδικήθη παρ’ αὐτῆς διὰ τῆς διαθήκης. Ἤγειρε λοιπὸν ὁ Στέργιος Τοσίτσας, ὁ θετὸς υἱός, ἀγωγὴν πρὸς ἀκύρωσιν τῆς διαθήκης ἐκείνης ὡς ἀστόργου. Ἡ ἀγωγὴ ἐκινήθη τὸν Αὔγουστον, νομίζω, τοῦ 1866· ἡ ὑπόθεσις διέτρεξε τὸ σύνηθες στάδιον τῆς διαδικασίας μέχρι τοῦ 1869, ὅτε ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν ἐξεδόθη ἀπόφασις, δι’ ἧς ἀπεῤῥίπτετο ἡ ἀγωγή. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τοῦ Ἐφετείου ὑπεβλήθη αἴτησις ἀναιρέσεως εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος δι’ ἀποφάσεως αὑτοῦ τοῦ 1869 ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, διότι δὲν διέταξεν ἀποδείξεις περὶ τοῦ ἐν Μετσόβῳ ἐθίμου, καθ’ ὃ συνετάχθη τὸ ἔγγραφον τῆς υἱοθεσίας. Ἡ ἀπόφασις ἐκείνη συνεζητήθη μὲν τὴν 16 Ὀκτωβρίου, ἐξεδόθη δὲ τὴν 1 Δεκεμβρίου τοῦ 18 9. Δικασταὶ ἦσαν Μωραϊτίνης πρόεδρος, Βάλβης, Ἰωαννίδης, Παπαδιαμαντόπουλος, Κυπαρίσσης, Πηνιατόρος καὶ Μ. Ῥάλλης πάρεδρος. Ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀναιρέσας τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίας. Καὶ ἐν τῷ Ἐφετείῳ δὲ Ναυπλίας, μετὰ πολλὰς προδικαστικὰς ἀποφάσεις, ἡ ἀγωγὴ τοῦ Στεργ. Τοσίτσα ἀπεῤῥίφθη. Ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως ἐγένετο αἴτησις ἀναιρέσεως, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀνῄρεσε καὶ ταύτην δι’ ἀποφάσεως τοῦ 1877. Ἡ συνεδρίασις ἐγένετο τὴν 30 Μαΐου καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξεδόθη τὴν 18 Ἰουνίου τοῦ 1877. Δικασταὶ ἦσαν Βάλβης πρόεδρος, Ἰωαννίδης ἀντιπρόεδρος, Ἀλεξανδρόπουλος, Τσάτσος, Καρατζᾶς, Βῶκος καὶ Στεφάνου. Τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, ἀναιροῦν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίας, διέταττε νὰ ἐπιληφθῇ αὐτὸς οὗτος ὁ Ἄρειος Πάγος τῆς ἐκδικάσεως τῆς οὐσίας. Μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ, νομίζω, ἔτος, δικάζων ὁ Ἄρειος Πάγος κατ’ οὐσίαν τὴν ὑπόθεσιν, ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, δι’ ἧς διέταττε νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας, ὅπως τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν πρὸ τοῦ 1869, δὲν διέταξε καὶ τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίας. Διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον, ἤτοι διότι δὲν εἶχον διαταχθῆ ἀποδείξεις πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἐν Μετσόβῳ ἐθίμου, εἶχεν ἤδη ἀναιρέσει ὁ Ἄρειος Πάγος τὴν ἀπόφασιν τοῦ εἰρημένου Ἐφετείου. Ὥστε ἡ ἀπόφασις τοῦ 1879 δὲν ἦτο εἰμὴ ἐκτέλεσις, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἀναιρετικῆς ἀποφάσεως. Ἡ τελευταία αὕτη ἀπόφασις ἐξεδόθη τὴν 23 Ἰανουαρίου τοῦ 1879 ὑπὸ τῶν δικαστῶν Ἰωαννίδου ἀντιπροέδρου, Τσάτσου, Βώκου, Παρασκευοπούλου, Τζιβανοπούλου, Διγενοῦς καὶ Σημαντήρα Ἐπειδὴ ἅπασαι αἱ λοιπαὶ ἀποφάσεις τῶν κατωτέρω δικαστηρίων, καὶ ἰδίως αἱ δύω ὁριστικαὶ τῶν Ἐφετείων Ἀθηνῶν καὶ Ναυπλίας δὲν ἦσαν εὐνοϊκαὶ πρὸς τὸν ἐξ υἱοθεσίας κληρονόμον, δὲν θέλω εἴπει περὶ αὐτῶν ἢ ὅτι τὰ κατώτερα ταῦτα δικαστήρια εἶναι εὐτυχῶς ἀπηλλαγμένα ἐντεῦθεν πάσης αἰτιάσεως ἐπηρεασμοῦ ἢ ἀναμίξεως ὑπουργῶν. Θὰ ὁμιλήσω μόνον περὶ τῶν τριῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ πρώτη εἴπομεν, ὅτι ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1869, ὅτε ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρωθυπουργὸς ἦτον ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης· ἡ δευτέρα κατὰ τὸ 1877, ὅτε ἦτον ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις καὶ ὑπουργὸς αὖθις τῆς Δικαιοσύνης ὁ Ζαΐμης· ἡ τρίτη ἐξεδόθη ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἦτον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρωθυπουργός. Αὕτη εἶναι ἐν συνόψει ἡ ἱστορία τῆς ὑποθέσεως. Ἴδωμεν ἤδη πῶς ἐξάγει ὁ καταγγέλλων τὴν ἀνάμιξιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τὴν σκανδαλώδη, εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης. Ὁ κ. Παλαμίδης διηγήθη ἡμῖν ἱστορίαν, ἣν ἔμαθε παρὰ τοῦ φίλου του μακαρίτου Ἀραβαντινοῦ, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Εἰς τὰ τῆς διηγήσεως ἐκείνης δὲν θέλω ἐνδιατρίψει πολύ, διότι δὲν προέρχονται ἐξ ἀμέσου γνώσεως τοῦ κ. Παλαμίδου, ἀλλ’ οὔτε ἀναφέρονται, ὡς ἐξιστοροῦνται ἐν τῇ καταθέσει αὐτοῦ, εἰς πρᾶξίν τινα ὑπουργικὴν, οὔτε ὑπαινιγμόν τινα περιέχουσι σχετικῶς πρὸς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς θέμα τῆς ἀναμίξεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης. Εἶπεν ἐν τούτοις ἐν τῇ ἀφηγήσει ταύτῃ, ὅτι πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ 1879 ἐγένετο προσθήκη Ἀρειοπαγιτῶν καὶ μεταθέσεις δικαστῶν ἀπὸ τμήματος εἰς τμῆμα, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶχεν, ὡς φαίνεται, πεποίθησιν εἰς τοῦτο, αὐτὸς δικηγόρος ὤν, ὡς τοιοῦτος δὲ ζῶν ἐν τοῖς δικαστηρίοις διαρκῶς, ἀνέφερε καὶ τὴν πληροφορίαν ταύτην εἰς τὸν μακαρίτην Ἀραβαντινόν. Ἀλλὰ κάμνω λόγον περὶ αὐτῆς, διότι εἶναι ἡ μόνη ἐκ τῆς ἀφηγήσεως, ἥτις ἂν ἦτο ἀληθὴς, θὰ εἶχεν οὐχὶ μὲν τὸν χαρακτῆρα πράξεως συνεπαγούσης εὐθύνην οἱανδήποτε ἐξεταστέαν, ἀφοῦ ὁ διορισμὸς τῶν δικαστῶν ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς μόνον τοῦ νόμου περὶ προσόντων, ἀλλὰ τὸν ἠθικὸν ἐκεῖνον χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον. Εἶπε προσέτι ὁ κ. Παλαμίδης ἐκ πληροφοριῶν, ἃς ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τοῦ Ἀραβαντινοῦ, ὅτι ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτὴς ἦλθεν εἰς σχέσεις μετὰ τοῦ Τοσίτσα μόνον μεταξὺ τοῦ 1877 καὶ 1879, ὅτε ὁ Πεῤῥωτὴς κατῴκει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰατροῦ Πύρλα. Ἀλλὰ καὶ αἱ πληροφορίαι αὗται ἐξελέγχονται μὴ ἀκριβεῖς, ὡς καὶ ἡ περὶ τοῦ διορισμοῦ τῆς προσθήκης ἢ καὶ τῆς μεταθέσεως Ἀρειοπαγιτῶν πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ 1879, ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τοῦτο, διότι περὶ τούτου, ὡς ἀναφερομένου εἰς πρᾶξιν ὑπουργικὴν, ἔστω καὶ μὴ συνεπάγουσαν εὐθύνην, πρόκειται μᾶλλον. Ἐζητήσαμεν πληροφορίας παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης περὶ τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἐγγράφου τοῦ ἐπισήμου μᾶς ἐγνωστοποίησεν, ὅτι προσθήκη δικαστῶν ἐγένετο, συνεπείᾳ τοῦ νόμου τοῦ ἐκδοθέντος ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς, ὁ δὲ διορισμὸς αὐτῶν ἐπραγματοποιήθη ὑπὸ τοῦ τότε ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη. Μᾶς ἀπέστειλε μάλιστα καὶ τὸν κανονισμὸν, τὸν δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου ἐκδοθέντα, ἐν ᾧ ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν δικαστῶν τῶν ἀποτελούντων ἑκάτερον τῶν τμημάτων τοῦ Ἀρείου Πάγου. Παρατηρῶ ἐνταῦθα, ὅτι τὸ δεύτερον τμῆμα, ὅτε ἐδίκασε τῷ 1879, φαίνεται ἐν τῇ ἀποφάσει μὲ τὴν ἑξῆς διαφορὰν πρὸς τὸν κανονισμὸν, ὅτι ἀντὶ τοῦ δικαστοῦ Δαυΐδ, μετετέθη ὁ κ. Διγενῆς. Ἔλαβε δὲ πρόνοιαν τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς εἴπῃ, καὶ ὁ κανονισμὸς τὸ μαρτυρεῖ, ὅτι τοιαῦται μεταθέσεις ἐπιτρέπονται δι’ αὐτοῦ. Εἶπε προσέτι ὁ κ. Παλαμίδης, ἐξ οἰκείας αὐτοῦ ἀντιλήψεως, σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν μεταξὺ Ἀραβαντινοῦ καὶ Τοσίτσα, ὅτι προκειμένου νὰ ἐγγραφῇ προσημείωσις ἐκ μέρους τοῦ Ἀραβαντινοῦ ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ Τοσίτσα, ὁ ὑποθηκοφύλαξ Παγώνης, πρὸς ὃν ἐδόθη ἡ αἴτησις τῆς προσημειώσεως, δὲν κατεχώρισεν αὐτὴν ἐπὶ μίαν ἢ δύω ἡμέρας, ἀλλ’ εἰδοποίησε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, παρ’ οὗ εἶχε διορισθῆ, καὶ τὸν Πεῤῥωτὴν, ὃν εἶχε προστάτην. Μαθόντες οὗτοι τὰ περὶ τούτου, προσθέτει ὁ κ. Παλαμίδης, κατώρθωσαν νὰ κάμωσι τὴν κατάσχεσιν τοῦ ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐκινήθη ἡ ἀγωγὴ τοῦ Ἀραβαντινοῦ καὶ ἐζητήθη ἡ ἐγγραφὴ τῆς προσημειώσεως. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο διεψεύσθη διαῤῥήδην. Ὁ κ. Βαρβάτης, δικηγόρος τοῦ κ. Τοσίτσα, ἐξετασθεὶς κατέθηκεν, ὅτι εὐθὺς ὡς ἔλαβεν ὁ Τοσίτσας τὴν ἀγωγὴν, αὐθωρεὶ ἔσπευσεν πρὸς τὸν κ. Βαρβάτην καὶ εἶπεν αὐτῷ, ὅτι βεβαίως ἡ ἀγωγὴ αὕτη ἐγένετο διὰ νὰ ἐγγραφῇ προσημείωσις ἐπὶ τῶν κτημάτων του, ὅπως τῷ παρεμβληθῶσι δυσκολίαι, ὅτι ἔχει πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἔγγραφον, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ἡ ἀγωγὴ, εἶναι πλαστὸν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ νὰ ἴδῃ τοῦτο καὶ νὰ καταγγείλῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐβεβαίωσε καὶ ὁ κ. Ἀντωνόπουλος, ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος ἡμῶν, ὅστις ἐπίσης ἦτο δικηγόρος τοῦ κ. Τοσίτσα καὶ ὁ κ. Παγώνης ὁ τότε ὑποθηκοφύλαξ, φίλος, ὡς ἐβεβαίωσαν ἡμᾶς, τοῦ κ. Παλαμίδου. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἀρκῶσιν αἱ βεβαιώσεις αὗται, τὸ μὴ ἀληθὲς τὸ ἐπιβεβαιοῦσι τὰ ἔγγραφα, διότι ἡ κατάσχεσις τοῦ ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου ἐγένετο αὐθημερὸν τῇ ἐπιδόσει τῆς αἰτήσεως, ὥστε οὐδὲν ἐμεσολάβησε χρονικὸν διάστημα. Ἐγένετο μάλιστα ἡ κατάσχεσις, πρὶν ἢ ὑπογραφῇ παρὰ τοῦ ὑποθηκοφύλακος ἡ αἴτησις τῆς προσημειώσεως. Ἀλλὰ πλὴν, ὅτι διεψεύσθη τὸ λεχθὲν, δὲν ἔχει καὶ σημασίαν τινὰ, οὔτε ἀνάγεται εἰς τὰ καθήκοντα ἡμῶν, διότι ἡ ὑπόθεσις ἔλαβε χώραν ἀπὸ τῆς 15 Μαρτίου 1880 καὶ ἐφεξῆς. Τὴν 15 Μαρτίου 1880 ἐγένετο ἡ περὶ προσημειώσεως αἴτησις, ὅτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, μὴ ὢν πρωθυπουργὸς, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος διὰ παράβασιν ὑπαλλήλου, ἐὰν τυχὸν εἶχε διαπραχθῆ, μολονότι, ὡς εἶπον, ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν διεπράχθη τοιαύτη. Ἀναφέρω καὶ τοῦτο, διότι ὑπὸ ἠθικὴν πάντοτε ἔποψιν ἐὰν ἦτον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρωθυπουργὸς καὶ τὸ πρᾶγμα ἐλάμβανε χώραν, ἠδύνατο ἴσως νὰ σχολιασθῇ. Ὁ κ. Παλαμίδης ἀνέμιξε προσέτι καὶ ἄλλην τινὰ ὑπόθεσιν, ὑπόθεσιν καὶ ταύτην μεταξὺ τοῦ Ἀραβαντινοῦ καὶ τοῦ Τοσίτσα, ἀλλὰ διάφορον. Ὁ Ἀραβαντινὸς, ὅπως φαίνεται προφανῶς ἐκ τῆς κατατεθείσης ἡμῖν δικογραφίας, εἶχε σχέσεις πολλὰς καὶ στενὰς, σχεδὸν ἀδελφικὰς, μετὰ τοῦ Δ. Τοσίτσα, ὁ δὲ κ. Παλαμίδης μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνος τὸν ἐβεβαίωσεν, ὅτι κατεστράφη δαπανῶν καὶ ἀσχολούμενος ὑπὲρ τῆς διεξαγωγῆς τῆς δίκης τοῦ Τοσίτσα, ἐλπίζων, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἤθελεν ἱκανοποιηθῆ, γενόμενος μάλιστα πλούσιος, ὡς τῷ ἔλεγεν. Ἀλλ’ ὁ Δ. Τοσίτσας μετὰ τὴν διάπραξιν τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐλθὼν ἐνταῦθα, ἐκώφευεν εἰς τὰς παρακλήσεις τοῦ Ἀραβαντινοῦ, ζητοῦντος νὰ τῷ δώσῃ τὸ δίκαιόν του. Ἐκ ταύτης τῆς ἀφορμῆς προέκυψεν ἔρις μεταξὺ τοῦ Ἀραβαντινοῦ καὶ τοῦ Τοσίτσα, ὁ δὲ Ἀραβαντινὸς, θέλων νὰ καταναγκάσῃ τὸν Τοσίτσαν, ἐνήργησε τὴν προσωποκράτησιν αὐτοῦ ὑπὸ τῆς συζύγου τοῦ Ἀραβαντινοῦ, ὡς δικαιοπαρόχου τῶν δικαιωμάτων Λεβέντη τινὸς, νομίζω, πρὸς ὃν ὤφειλεν ὁ Δ. Τοσίτσας 15 ἢ 16 χιλιάδας δραχμῶν. Ὁ κ. Παλαμίδης ἀναφέρει τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ὡς εἰκάζω, διὰ τὰ ἑξῆς δύω, τὰ ὁποῖα προσέθηκεν. Εἶπεν, ὅτι οὐδόλως ὁ Δ. Τοσίτσας διέμεινεν ἐν τῇ φυλακῇ, ἀπολυόμενος αὐτῆς τῇ συγκαταθέσει τοῦ ἐπιστάτου, ὅστις ἐχαρίζετο πρὸς τὸν Πεῤῥωτὴν καὶ ἑπομένως πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, διότι, ὡς βλέπετε, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶναι ὑπεύθυνος καὶ διὰ τὰς πράξεις ὅλων τῶν συγγενῶν του. Ἀλλ’ ὁ Τοσίτσας ἐξεταζόμενος καὶ διηγούμενος τὴν ὑπόθεσιν καὶ οὐδαμῶς μάλιστα ἐρωτηθεὶς περὶ τούτου, οἴκοθεν εἶπεν, ὅτι ὅλα τὰ συμβάντα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Πεῤῥωτοῦ τότε, ἐγένοντο ἐν τῇ φυλακῇ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐβεβαίωσε καὶ ὁ κ. Βαρβάτης, ὅστις ὡς δικηγόρος ἐπεσκέπτετο βεβαίως τὸν Τοσίτσαν ἐν τῇ φυλακῇ. Τὸ ἐβεβαίωσε προσέτι καὶ ὁ ἰατρὸς κ. Πιττάκης, ὅστις ἐκ τῆς καταθέσεώς του φαίνεται, ὅτι εἶναι θερμὸς φίλος τοῦ κ. Τοσίτσα. Καὶ αὐτὸς εἶπεν, ὅτι ἐν τῇ φυλακῇ ἔβλεπε τὸν Τοσίτσαν καὶ ἐφρόντισε μάλιστα ὅπως ἀποφυλακισθῇ, πληρώνων τὸ χρέος του. Ἀνέφερε τοῦτο ὁ κ. Παλαμίδης καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον ἴσως· εἶπεν, ὅτι διὰ ν’ ἀποφυλακισθῇ ὁ Τοσίτσας, ἔλαβε συναλλαγματικὴν φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ Πεῤῥωτοῦ καὶ προσπορίζουσαν αὐτῷ 6,500 δραχμὰς περίπου. Ἀλλὰ περὶ τούτου, ὅλως ἰδιωτικοῦ καὶ ἀδιαφόρου ἡμῖν, ἴσως διαλάβω μετ’ οὐ πολύ. Αὗται εἶναι εἰς τὰ οὐσιώδη αὐτῶν μέρη αἱ καταθέσεις τοῦ κ. Παλαμίδου. Ἐκ τούτων ἐγὼ, πιστεύω δὲ καὶ οἱ συνάδελφοί μου ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ κ.κ. Τζάνες καὶ Βάλβης, ἴσως δὲ καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοί μου τῆς πλειονοψηφίας, δὲν εὗρον λόγον τινὰ μαρτυροῦντα ἀνάμιξιν, διότι περὶ τούτου πρόκειται, τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὡς ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τῇ προτάσει μου ἡ Ἐπιτροπὴ συνῄνεσε ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν κ. Παλαμίδην ῥητὴν περὶ τούτου ἐρώτησιν. Εἶναι σύντομος ἡ ἐρώτησις, σύντομος ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ ἀπάντησις, καὶ θὰ μὲ συγχωρήσηται νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀμφοτέρας. Ἐρώτησις. «Ἐξ ὅσων εἴπετε, πῶς ἐξάγετε τὴν παρέμβασιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὡς ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τίνος πράξεως, ἀναγομένης εἰς τὰ καθήκοντά του, ἐκδηλοῦται ἡ παρέμβασις αὕτη;» Ὁ δὲ κ. Παλαμίδης ἀπήντησεν. «Ἐκ τῶν κατατεθέντων ἁρμοδία εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ κρίνῃ ποῖα εἶναι τὰ ἐπιλήψιμα μέρη, τὰ εὐθύνοντα τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὡς πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ προσεκλήθην νὰ καταθέσω ὅ,τι γνωρίζω, καὶ τοῦτο κατέθεσα. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ χορηγήσω καὶ πᾶσαν ἄλλην σχετικὴν πληροφορίαν, ἥτις ἤθελε μοὶ ζητηθῆ». Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὁ καταγγελεὺς ἀπῆλθεν ἀφ’ ἡμῶν, ἀφήσας ἡμᾶς εἰς τὰ τυφλά. Ἀνάγκη πᾶσα ὅμως, ἐπειδὴ διωρίσθημεν καὶ ἐπειδὴ ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε νὰ ἐξετάσωμεν, νὰ τραπῶμεν ἀλλαχοῦ. Τὸ πρακτικώτερον πάντων ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἐξητάζετο ὁ κ. Τοσίτσας, ὁ ὁποῖος ἦτον ὁ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐνδιαφερόμενος, ἡ δὲ Ἐπιτροπή μας αὐτὸν τῳόντι ἐξήτασεν ἀμέσως μετὰ τὸν κ. Παλαμίδην. Ὁμιλῶν περὶ τῆς καταθέσεως τοῦ κ. Τοσίτσα, θέλω κατ’ ἀνάγκην καὶ ἐνταῦθα ἀναμνησθῆ τοῦ ὀνόματος τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτοῦ, ἐπειδὴ καὶ περὶ νεκρῶν πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν. Ὁ Τοσίτσας μᾶς διηγήθη τὴν ὑπόθεσιν τῆς υἱοθεσίας, σχετικῶς δὲ πρὸς τὸν μακαρίτην Πεῤῥωτὴν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴν ἔγερσιν τῆς ἀγωγῆς ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ του, ἡ ὁποία, ὅπως εἶπον, ἠγέρθη τὸν Αὔγουστον, νομίζω, τοῦ 1866, ὁ Πεῤῥωτὴς προσέφερεν εἰς τὸν ἀδελφόν του Στέργιον, τὸν ἀποβιώσαντα τῷ 1874, νομίζω, τὸν υἱοθετηθέντα παρὰ τῆς Ἑλένης Τοσίτσα, τὴν φιλίαν του, ὁ δὲ Στέργιος δὲν ἔκρινε καλὸν ν’ ἀποκρούσῃ αὐτήν. Ὁ κύριος Τοσίτσας εἶπε πρὸς τούτοις, ὅτι κατὰ τὸ 1872 συνετάχθη ἰδιωτικὸν ἔγγραφον μεταξὺ τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτοῦ καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνώριζεν ἐκεῖνος τὸν Πεῤῥωτὴν ὡς δικαιούμενον ἐπὶ τοῦ ἑνὸς ἕκτου τῆς κληρονομίας, ἐὰν αὕτη ἐξενικᾶτο. Ὁ κ. Τοσίτσας μᾶς εἶπε τότε, ὅτι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο δὲν ἔχει ἀληθῆ αἰτίαν, ἐπειδὴ δὲ ἐντὸς αὐτοῦ ἀνεγράφετο καὶ ἕτερον ἔγγραφον προγενέστερον, τοῦ Μαΐου, νομίζω, τοῦ 1866, μεταξὺ αὖθις Πεῤῥωτοῦ καὶ Στεργίου Τοσίτσα, ἐπρόσθεσεν ὁ Δ. Τοσίτσας, ὅτι καὶ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο δὲν παριστᾷ πράγματα ἀληθῆ. Τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο λέγει, ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτῆς εἶχε λαμβάνειν ἀπὸ τὸν μακαρίτην ἐπίσης Καραμίχον, τὸν ὁποῖον πάντες ὅσοι πρὸ δεκάδων τινῶν ἐτῶν ἐφοιτᾶτε εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐγνωρίσατε, θεῖον τῶν ἀδελφῶν Τοσίτσα, 25,000 δραχμῶν· ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν πρὸς ἀπόληψιν τῶν εἰς αὐτὸν ὀφειλομένων, καὶ ὅτι ὁ ἀδελφός του διὰ νὰ μὴ ἐγερθῇ ἡ ἀγωγὴ αὕτη, συνῄνεσεν εἰς τὸ νὰ συνταχθῇ τὸ πρῶτον ἔγγραφον τοῦ 1866, ὅπερ ὁ κ. Τοσίτσας θεωρεῖ ὡς μὴ ἀναγράφον πράγματα ἀληθῆ· ἠρωτήθη ὁ κ. Τοσίτσα; ἐὰν ἐγνώριζεν ἀκριβῶς, ὅτι ὁ θεῖός του δὲν ὤφειλε χρήματα εἰς τὸν Πεῤῥωτὴν, καὶ εἶπεν, ὅτι ὁ θεῖός του δὲν ἦτον ἄνθρωπος ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων, ἦτον ἀξιωματικὸς τῆς Φάλαγγος, εἶχεν ἔλθει εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ 1821, καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχε χρέη. Ἠρωτήθη προσέτι ὁ κ. Τοσίτσας, ἂν ἐφρόνει, ὅτι ὁ θεῖός του, καί τοι μὴ ἐμπορευόμενος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀνάγκας καὶ νὰ λάβῃ δάνειον πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν· καὶ ὁ κ. Τοσίτσας εἶπεν, ὅτι ὁ θεῖός του ἔζη λιτώτατα, καὶ ἑπομένως δὲν νομίζει, ὅτι ἔλαβεν ἀνάγκην χρημάτων. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Φωτήλας, νομίζω, ἀπηύθυνεν εἰς τὸν κ. Τοσίτσαν τὴν ἐρώτησιν, ἐὰν ὁ Καραμίχος εἶχε περιουσίαν· ὁ δὲ Τοσίτσας ἀπήντησεν, ὅτι εἶχεν ἀρκετὴν περιουσίαν ἐν Μετζόβῳ, ἀλλ’ ὅτι ἐδώρησεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ 1840 εἰς τοὺς ἐκεῖ συγγενεῖς του. Ἐρωτηθεὶς δὲ ὑπ’ ἐμοῦ, ἐὰν, καί τοι μὴ ἔχων περιουσίαν ἐνταῦθα, δὲν ἦτον ἀξιόχρεως ὅπως εὕρῃ δάνειον πρὸς πληρωμὴν τῶν ἀναγκῶν του, ἀπήντησεν ὅτι ὁ θεῖός του ἦτο τίμιος ἄνθρωπος καὶ ἠδύνατο βεβαίως νὰ λάβῃ δάνειον, ἀλλὰ διὰ μικρὰ ποσά. Φρονεῖ ὅμως, ὅτι δὲν ἔλαβε τοιαύτην ἀνάγκην, καὶ ὅτι καὶ ἂν τῷ ἐδίδοντο χρήματα ὡς δάνειον, δὲν θὰ τὰ ἐλάμβανεν. Ἠρωτήθη ἀκόμη ὁ Δ. Τοσίτσας, ἐὰν ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτῆς ἐβοήθησεν αὐτὸν κατά τι πρὸς διάπραξιν τοῦ συμβιβασμοῦ, καὶ εἶπεν ὅτι οὐδεμίαν πρὸς τοῦτο τῷ ἔδωκε συνδρομὴν, πλὴν ταύτης, ὅτι ὅταν ἐπρόκειτο κατὰ τὸ 1879 νὰ μεταβῇ (ὁ Τοσίτσας) εἰς Ἰταλίαν πρὸς διάπραξιν τοῦ συμβιβασμοῦ, στερούμενος χρημάτων καὶ εὑρισκόμενος εἰς Κέρκυραν, ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτοῦ καὶ τῇ μεσολαβήσει αὐτοῦ ἔλαβε παρὰ τοῦ κυρίου Βαφιαδάκη 3,000 φράγκα, σταλέντα αὐτῷ εἰς Κέρκυραν διὰ τοῦ κ. Ζαχαρίου, νομίζω, Δημοτικοῦ Συμβούλου Ἀθηνῶν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Καὶ αὕτη εἶναι, κατὰ τὸν Δ. Τοσίτσαν, ἡ μόνη συνδρομὴ, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτοῦ. Περὶ δὲ τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῆς τελευταίας, εἶπεν ὁ κ. Τοσίτσας, καὶ τοῦτο εἶπε βεβαίως, διότι καὶ τοιοῦτον εἶχε συμφέρον, ὅτι θεωρεῖ αὐτὴν ὀρθὴν καὶ δικαίαν. Σχετικῶς λοιπὸν πρὸς τὴν κατηγορίαν οὐδὲν καὶ ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ Δ. Τοσίτσα ἐξήχθη· ἀπεναντίας, οὗτος διαμαρτύρεται καὶ κατὰ πάσης πρὸς αὐτὸν συνδρομῆς τοῦ Πεῤῥωτοῦ. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ, ἐπειδὴ ὁ Δ. Τοσίτσας εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο ὁ ἀδελφός του Στέργιος τότε, εἰς τὰ 1866 καὶ εἰς τὰ 1872, ν’ ἀποκρούσῃ τὴν φιλίαν τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτοῦ, ἠρώτησεν αὐτὸν εἰς ποίαν ἀνάγκην ὑπέκυψε καὶ διατὶ ἔπραξε τοῦτο· οὗτος δὲ ἀπήντησεν, ὅτι εἶχεν ἀντιπάλους, οἱ ὁποῖοι διέθετον μεγάλα πλούτη· τίποτε πλειότερον δὲν εἶπεν. Εἰς δευτέραν δὲ ἐξέτασιν ἠρωτήθη καὶ αὖθις, καὶ εἶπε τὰ αὐτὰ σχεδὸν, ἤτοι ὅτι τὴν φιλίαν τοῦ Πεῤῥωτοῦ δὲν ἀπεδίωξεν ὁ ἀδελφός του, διότι ἦτο βουλευτὴς καὶ ἰσχυρὸς, ἀλλὰ καὶ τότε διεμαρτυρήθη ὅτι οὐδεμίαν συνδρομὴν τῷ ἔδωκεν ὁ Πεῤῥωτὴς εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς δικαστικῆς ὑποθέσεως. Ἐμείναμεν καὶ πάλιν, ὡς βλέπετε, εἰς τὰ τυφλὰ, καὶ ἐνθυμοῦνται πάντες οἱ συνάδελφοι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὅτι καθ’ ἑκάστην ἐπανελάμβανον πρὸς αὐτοὺς, ὅτι δὲν βλέπω νὰ ἔχωμεν λόγον ὑπάρξεως. Ταῦτα ἐλέγοντο φιλικῶς μεταξὺ συναδέλφων. Ἀλλ’ ὅμως ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν ἀκόμη ἐὰν ὑπῆρξεν ἀνάμιξις εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ ἂν ἕνεκα τῆς διὰ τῆς ἀναμίξεως ταύτης ἐκδοθείσης ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου τοῦ 1879 ἐξηναγκάσθησαν τῷ ὄντι οἱ κληρονόμοι, οἱ ἐν Λιβόρνῳ, νὰ δεχθῶσι τὸν συμβιβασμόν. Τίς δὲ ἄλλος ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ περὶ τούτου ἀσφαλέστερον, εἰμὴ ὁ δικηγόρος τῶν ἀδελφῶν Τοσίτσα, ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς καὶ συνάδελφος ἡμῶν ἐν τῇ Βουλῇ κ. Καλλιγᾶς; Παρεκαλέσαμεν λοιπὸν τὸν κ. Καλλιγᾶν νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ μετὰ τοῦ σεβασμοῦ, ὃν ὀφείλομεν πρὸς αὐτὸν, τῷ ἀπηυθύναμεν βραχυτάτην ἐρώτησιν, ἀφήσαντες εἰς αὐτὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, τί γνωρίζει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἡ ἐρώτησις ἔπρεπε νὰ ἦναι τοιαύτη καὶ δι’ ἕτερον λόγον· ὁ κ. Καλλιγᾶς ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς· ἑπομένως ἐγίνωσκε καλῶς περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν. Ὁ κ. Καλλιγᾶς σχετικῶς μὲν πρὸς τὸν μακαρίτην Πεῤῥωτὴν εἶπε περίπου, νομίζω, τὰ ἑξῆς: ὅτι ἐπανερχόμενος τῷ 1878, κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον ἐκ Παρισίων καὶ διερχόμενος τῆς Νεαπόλεως, συνήντησεν ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου ἐπιβάντα ἴσως ἐν Νεαπόλει τὸν μακαρίτην Πεῤῥωτῆν, μεθ’ οὗ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, εἶχε στενὰς σχέσεις. Τὸν ἠρώτησεν ὁ κ. Καλλιγᾶς ποῦ ἦτο καὶ διατὶ ἐπεχείρησε τὸ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ταξείδιον. Ὁ Πεῤῥωτῆς τῷ εἶπεν, ὅτι, ἀσθενοῦντος τοῦ υἱοῦ του, τοῦ νῦν βουλευτοῦ Καλαμῶν, ἐν Παρισίοις, μετέβαινεν ἐκεῖ πρὸς ἐπίσκεψίν του, ἀλλὰ διέκοψε τὸ ταξείδιόν του, διότι ἔλαβε τηλεγράφημα ἐξ Ἀθηνῶν, ὅτι πολιτικὴ ἀνάγκη ἀπῄτει τὴν ἐπιστροφήν του· δὲν ἐνθυμεῖται δὲ ὁ κ. Καλλιγᾶς, οὔτε ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, περὶ τίνος ἐπρόκειτο κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1878, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλή.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε συγκληθῆ.
§38ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προσέθηκε δὲ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅστις, ὅταν δὲν ἦναι θυμωμένος, ἠξεύρει νὰ προσθέτῃ χάριν εἰς τοὺς λόγους του, ὅτι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀτμοπλοίου ἦτο καί τις Μανάκης....
§39ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔκαμα λάθος—Παπάζογλους.
§40ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω Παπάζογλους, ὃν ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐγίνωσκεν εἴτε ὡς συγγενῆ τῶν πελατῶν του, εἴτε ὡς ἐνδιαφερόμενον εἰς τὰ τῆς ὑποθέσεως αὐτῶν. Αὐτὸς ὁ Παπάζογλους, ὡς συγγενὴς τῶν Τοσιτσίδων, ἦτο καὶ οὗτος ἐκ Μετσόβου.
§41ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ποίων Τοσιτσίδων, διότι ὑπάρχουν καὶ ἐδῶ;
§42ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν ἐκ διαθήκης κληρονόμων, τῶν ἐν Λιβόρνῳ. Ἦτο λοιπὸν ἐν Μετσόβου ὁ Παπάζογλους καὶ εἶχε τὴν μετσόβειον προφοράν. Ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτῆς ἔσκωπτε τοῦτον ἐπὶ τῇ προφορᾷ ταύτῃ, εἰς τοῦτο δὲ εὑρέθη βεβαίως πρόθυμος καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς μετὰ τοῦ Πεῤῥωτοῦ. Ταῦτα εἶπε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ τοῦ ταξειδίου. Ὅταν δὲ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀφίχθη ἐνταῦθα, μετ’ ὀλίγον (διότι δὲν ὁρίζει τὸν χρόνον) ἔλαβεν ἐπιστολὴν ἐκ μέρους τῶν πελατῶν του, οἵτινες εἶχον ταραχθῆ ἐκ τούτου τοῦ λόγου. Τῷ ἔγραψαν, ὅτι ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτῆς εἶχε μεταβῆ εἰς Λιβόρνον καὶ ὅτι, ὡς ἔμαθον, ἠσχολεῖτο ἐκεῖ, συμβουλευθεὶς μάλιστα καὶ τὸν ἐκεῖ ὑποπρόξενον τῆς Ἑλλάδος, οὗ δὲν ἐνθυμεῖται τὸ ὄνομα ὁ κ. Καλλιγᾶς, οὔτε ἡμεῖς τὸν γνωρίζομεν, ἵνα λάβῃ συντηρητικὰ μέτρα κατὰ τῆς περιουσίας τῶν κληρονόμων Τοσίτσα, τῶν ἐν Λιβόρνῳ. Προσέθεσε δὲ μάλιστα ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι εἶχον ὡς φαίνεται συμβουλευθῆ καί τινα νομικὸν ἐν Λιβόρνῳ ὁ Πεῤῥωτῆς μετὰ τοῦ προξένου. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς, πολὺ εὐλόγως βεβαίως, ἀπήντησεν εἰς τοὺς πελάτας του, ὅτι ἐν ᾗ στάσει εὑρίσκετο ἡ ὑπόθεσις οὐδένα εἶχον νὰ φοβηθοῦν. Γινώσκετε δὲ ὅτι, πλὴν τῆς ἑτεροδικίας, ἣν ἔχομεν ἐν Τουρκίᾳ, πανταχοῦ ἄλλοθι αἱ ὑποθέσεις διεξάγονται καὶ αἱ ἀφορῶσαι τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, ὑπὸ τῶν ἐγχωρίων δικαστηρίων. Ἑπομένως ὁ πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Λιβόρνῳ δὲν εἶχεν οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπε προσέτι, ὅτι οἱ πελάται του διὰ πάσης θυσίας ἐπεθύμουν νὰ ἐξαγοράσωσι τὴν ἡσυχίαν των, ἵνα ἀποκατασταθῶσιν εἰς Παρισίους, ὅπως καὶ ἔπραξαν, καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς εἰπὼν ταῦτα ἐνόει ὅτι ἐφοβοῦντο οἱ πελάται του μὴ τυχὸν οἱ ἀντίδικοί των λάβωσι μέτρα κατὰ τῆς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ περιουσίας των ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀποκατασταθῶσιν εἰς Παρισίους, γενόμενοι δὲ συνεπείᾳ γάμων τοσοῦτον πλούσιοι, ὥστε νὰ μὴ ἀποδίδωσι πολὺ μεγάλην προσοχὴν εἰς τὰ ἐν Ἑλλάδι κτήματα τῆς κληρονομίας Τοσίτσα, ἀπεφάσισαν νὰ προβῶσιν εἰς τὸν συμβιβασμόν. Ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν ἀντέταξεν εἰς τοῦτο, ἀλλ’ οὔτε τοὺς ἐσυμβούλευσε, διότι εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι μετὰ τὴν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν τοῦ 1879 οὐδαμῶς ἐκινδύνευον τὰ συμφέροντα τῶν πελατῶν του, καὶ μόνον ἴσως διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀποδείξεων θὰ ἀπῃτεῖτο χρόνος. Αὐτὰ εἶπεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὁ κ. Καλλιγᾶς. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι καὶ ἐκ τῆς μαρτυρίας τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ὃν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, σχετικῶς ὡς πρὸς τὴν κατηγορίαν ἐπὶ ἀναμίξει εἰς τὴν δικαιοσύνην, ὡς παθόντα, διότι ἦτο ὁ δικηγόρος ἐκείνων οὓς παριστῶσιν ὡς ἐξαναγκασθέντας εἰς τὸν συμβιβασμὸν, οὐδὲν ἀπολύτως προκύπτει οὐδὲ περὶ ἀναμίξεως εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης, οὐδὲ κἂν περὶ ἐκδόσεως ἀποφάσεως δυσμενοῦς ὁπωσδήποτε κατὰ τῶν πελατῶν του. Καὶ πάλιν ἐνόμιζον ἐγὼ μετὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ὅτι δὲν εἴχομεν τίποτε νὰ πράξωμεν, ἀλλ’ ἡ διάθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο νὰ ἐξακολουθήσωμεν, ἐγὼ δὲ δὲν ἤθελον νὰ φέρω κανὲν πρόσκομμα, μέχρις οὗ τὰ πράγματα προβῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν οὐδὲ βεβιασμένως νὰ ὑποστηριχθῇ οὔτε κἂν ἡ ὑπόνοια, ὅτι προῆλθεν ἡ παῦσις τῶν ἐξετάσεων, ὅπως καλυφθῶσι τὰ πράγματα. Προέτεινα λοιπὸν νὰ παρακληθῇ νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ κ. Παλαμίδης εἶπεν ὅτι, διεδίδετο ἡ σκανδαλώδης ἀνάμιξις τοῦ κ. Κουμουδούρου εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης. Ὁ κ. Βάλβης, ὅστις κατὰ συγκυρίαν δὲν εἶχε λάβει μέρος εἰς τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν, ὡς πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, γνωρίζων τὰ κατ’ αὐτὸν ὅσον ἄλλος οὐδεὶς καὶ ἔχων μάλιστα τὴν ἐσωτερικὴν ἀστυνομίαν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, οὗ ἐπαξίως προεδρεύει, εἶχε καὶ ἐνδιαφέρον νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν διαδόσεων, μανθάνων δὲ τυχὸν περὶ τούτων, καὶ καθῆκον νὰ ἐρευνήσῃ περὶ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ προσκαλέσῃ τὸν κύριον Βάλβην. Ὁ κύριος Βάλβης ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ προσέλθῃ. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ καταθέσεως τοσοῦτον σπουδαίου ἀνδρὸς, νομίζω, ὅτι δύναμαι τὰ περὶ αὐτῆς νὰ εἴπω κατὰ λέξιν, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι καὶ συντομοτάτη. Ἠρωτήθη ὁ κύριος Βάλβης. Γνωρίζετε ἂν ἐγένετο ἐνέργειά τις κυβερνητικὴ κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν κληρονόμων Τοσίτσα; Ὁ δὲ κύριος Βάλβης ἀπήντησεν: Ὄχι, οὔτε ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, οὔτε ἐξ ἀκοῆς γνωρίζω. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς τελευταίας ἀποφάσεως καὶ μετὰ παρέλευσιν χρόνου, ὃν δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω, ἐπληροφορήθην ἐξωδίκως, ὅτι ἐγένετο συμβιβασμὸς μεταξὺ τῶν δικαζομένων διαδίκων. Ἐρωτήσας, ἐπληροφορήθην, πάλιν ἐξωδίκως, ὅτι ὁ συμβιβασμὸς ἐγένετο ἕνεκα τῆς τελευταίας ἀποφάσεως. Μὴ ἐννοήσας τὴν αἰτίαν τῆς σπουδῆς πρὸς συμβιβασμὸν, ἔλαβον περιέργειαν νὰ πληροφορηθῶ τίς ἦτον εἰσηγητής. Βεβαιωθεὶς, ὅτι ὑπῆρχε τοιοῦτος ὁ κ. Διγενῆς, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω μεγίστην ὑπόληψιν, ἔμεινα ἀμέριμνος. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, δὲν ἔδωκα προσοχὴν, διότι αὕτη ἦτο συνήθης, ὅπως καὶ ἄλλαι. Σχετικῶς δὲ πρὸς τὸ ἄκουσμα περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ὅπερ, ὡς παρατηρεῖτε, ἀναφέρεται ἁπλῶς εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὡς δῆθεν αἰτίαν αὐτοῦ καὶ οὐχὶ εἰς οἱανδήποτε ἐνέργειαν ἢ ἀνάμιξιν, εἶπεν ὁ κ. Βάλβης καὶ ταῦτα «ὄχι μόνον δὲν «ἐδικαιολογοῦντο διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης οἱ κληρονόμοι τοῦ Τοσίτσα νὰ προβῶσιν εἰς τὸν συμβιβασμὸν, ἀλλὰ «κατ’ αὐτὸν ἔπραξαν καὶ ἀπερισκεψίαν.» Τοῦτο δὲν κατεχωρίσθη, ἀλλὰ ἐλέχθη, καὶ τὰ παρόντα ἐνταῦθα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς βεβαίως τὸ ἐνθυμοῦνται. Ἐν τούτοις ἠρωτήθη ὁ κ. Βάλβης, ἂν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἰδίως ταύτης ἐγένετο παρέμβασίς τις ἢ ἐνέργεια ἢ ἀνάμιξις ἐκ μέρους ὑπουργῶν, καὶ ἀπήντησεν. «Ἐκ μέρους ὅμως ὑπουργῶν δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ ὑποπτεύσω, ὅτι γίνεται ἐνέργεια ἢ ἐπέμβασίς τις, περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς ἐμέ· ἑπομένως οὔτε ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔχω ὑπόνοιάν τινα, καθ’ ὅσον μάλιστα ἡ τελευταία περὶ αὐτῆς ἀπόφασις συμφωνεῖ πρὸς τὰς βάσεις τῆς πρώτης, τῆς «ἀναιρετικῆς. Κατ’ ἐμὴν δὲ ἰδέαν, οὔτε τολμᾷ ὑπουργὸς νὰ κάμῃ παρατηρήσεις εἰς Ἀρεοπαγίτην. Εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι καὶ ὁσάκις πρόκειται περὶ ὑπηρεσίας οἱ ὑπουργοὶ μετὰ πολλοῦ σεβασμοῦ ἀπευθύνονται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον.» Περιττὸν νὰ εἴπω ἐνταῦθα, διότι εἶναι προφανέστατον, ὅτι περὶ ἀναμίξεως ὑπουργοῦ εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης, ὄχι μόνον δὲν ἤκουσεν ὁ κ. Βάλβης, ὄχι μόνον δὲν ὑπωπτεύθη, ἀλλὰ καὶ πεποιθότως φρονεῖ, ἰδίως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἢ μᾶλλον τῆς ἀποφάσεως τοῦ 1879, τῆς τελευταίας, ὅτι δὲν ἔλαβε τοιαύτη χώραν, ἀφοῦ, κατ’ αὐτὸν, ἡ ἀπόφασις αὕτη συμφωνεῖ πρὸς τὴν ἀναιρετικὴν τοῦ 1877. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ποῦ ἆρά γε καὶ πῶς καὶ πότε ἔγεινεν ἡ ἀποδιδομένη σκανδαλώδης ἀνάμιξις τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης; Ἀλλ’ εἶπε προσέτι ὁ κ. Παλαμήδης, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ διορισμοὶ δικαστῶν ἐγένοντο κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καθ’ ἃ ἔμαθε παρὰ τοῦ Ἀραβαντινοῦ. Ἠρωτήθη λοιπὸν ὁ κ. Βάλβης ἐὰν τῷ ὄντι ἐγένοντο διορισμοὶ Ἀρειοπαγιτῶν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, καὶ ἀπήντησε τὰ ἑξῆς: «ὡς πρὸς δὲ τὴν προσθήκην τῶν Ἀρειοπαγιτῶν, βεβαιῶ, ὅτι πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἡ ὑπηρεσία ἀπῄτει τὴν προσθήκην ταύτην, ἥτις ἐπραγματοποιήθη, ὑπουργοῦ ὄντος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη, κατὰ τὸ 1877.» Οἴκοθεν δὲ καὶ ὡσεὶ θέλων νὰ πιστοποιήσῃ διὰ τῆς αὐθεντίας τῆς θέσεώς του τὸν σεβασμὸν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, περὶ οὗ ἐπ’ ἀντιθέτῳ κατηγορίᾳ ἐπρόκειτο, πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον, προσέθεσε καὶ τὰ ἑξῆς: «Καὶ βραδύτερον δὲ, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ διορισθῇ εἷς ἀκόμη Ἀρεοπαγίτης ἐπὶ Κουμουνδούρου, ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος κατ’ εἰσήγησιν ἐμοῦ διώρισε τὸν κ. Καρυτινόν.» Ταῦτα ἀκούσαντες, κύριοι βουλευταί, εἴπατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ποία ἀφορμὴ περαιτέρω ἐξετάσεως. Εἴπατέ μοι ποῖον εἶναι τὸ θέμα, τί πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν πλέον; Ὡς καὶ εἰς αὐτὸ τὸ τῆς ἀναμίξεως δῆθεν εἰς τὴν δικαιοσύνην (ὅπερ ἀπεδείχθη ψευδὲς) δὲν εἶχεν, οὔτε ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐπεμβῇ ἡ Βουλή, ἑπομένως οὐδ’ ἡ Ἐπιτροπή. Αὐτὸ ἠδύνατο νὰ ἦναι βεβαίως, ἐὰν που ὑπῆρχεν, ἀντικείμενον τῆς κοινῆς κατακρίσεως, διότι δὲν εἶναι πρᾶξις ἀναγομένη εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπουργοῦ, οὐδὲν ἔχοντος πρὸς τοῦτο δικαίωμα, ὥστε νὰ σενεπάγηται τοὐλάχιστον τὴν ἠθικὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ὑπουργός τις ἐτόλμα νὰ δείξῃ τοιαύτην ἀσέβειαν πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ δικαστοῦ, ἡ ἀσεβὴς αὕτη ἀπόπειρα, ὡς πρᾶξις ἀτόμου καὶ οὐχὶ ὑπουργοῦ, ὡς πρᾶξις τοῦ κοινοῦ δικαίου, θὰ ἦτον ἀντικείμενον ἰδιωτικῆς καταγγελίας. Προσέξατε δὲ καὶ εἰς τοῦτο, καὶ προσέξατε πολύ. Προκειμένου περὶ τῆς ἀναμίξεως ὑπουργῶν εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ πρᾶξις προϋποθέτει ἀναγκαίως, διὰ νὰ ἦναι τῷ ὄντι πρᾶξις, συντελεσθεῖσαν ἤδη παράβασιν τοῦ καθήκοντος ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν, καὶ ἐπιβάλλει ἀδυσωπήτως τὴν ἀνάγκην, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν προχωρήσωμεν εἰς περαιτέρω ἐξέτασιν, νὰ ἐξετάσωμεν καὶ αὐτοὺς τούτους τοὺς δικαστὰς τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι μόνον αὐτοὶ δύνανται νὰ γνωρίζωσιν ἐὰν ἐκ θρασύτητος καὶ ἀσεβείας ἐτόλμησεν ὑπουργὸς νὰ μετέλθῃ ἐπ’ αὐτῶν πίεσιν σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐσμὲν ἁρμόδιοι νὰ τὸ πράξωμεν; Τὰ λοιπὰ ἅπαντα ἀνάγονται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν οὔτε πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε πρὸς τὰ καθήκοντα τῶν ὑπουργῶν, οὔτε κἂν πρὸς τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, τὴν καθαρῶς ἠθικήν. Καὶ μολοντοῦτο καὶ ταῦτα ἐξήτασεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ περὶ αὐτῶν ἐγένετο μακρὸς λόγος. Ὁ δικηγόρος κ. Βαρβάτης μᾶς εἶπεν ἐν λεπτομερείᾳ τὰ διατρέξαντα μεταξὺ τοῦ Πεῤῥωτοῦ καὶ τοῦ Τοσίτσα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ συνάλλαγμα ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι ὑπογεγραμμένον καὶ ἀπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Ὅτι καὶ τοῦτο δὲν ἀφορᾷ οὔτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του, ὡς ὑπουργοῦ, οὔτε εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς θέσεώς του, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὴν τιμήν του, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ἐγώ, διότι πάντες τὸ ἐννοεῖτε. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔδωκε τὴν ὑπογραφήν του δι’ ὑπόθεσιν, εἰς ἣν πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἶχεν ἐνδιαφέρον ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτῆς, ὁ πενθερός του. Αὐτὸ ποίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, ἔστω καὶ τὴν καθαρῶς ἠθικήν;
§43ΡΑΛΛΗΣ. Εἶχεν εἰς ἐργολαβίαν τὴν ὑπόθεσιν ὁ Πεῤῥωτής;
§44ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν εἶχεν ἀναλάβει ἐργολαβίαν ὁ Πεῤῥωτής.
§45ΡΑΛΛΗΣ. Διότι ἐνδιεφέρετο.
§46ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔλαβεν ἐργολαβίαν ὁ Πεῤῥωτής. Ἠξεύρετε ἴσως τὴν διάταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς δικηγόρους νὰ λαμβάνωσιν ἐργολαβικῶς τὰς δίκας, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκαίρως ἐρωτᾶτε τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ σᾶς ἐγνώριζον καλὸν δικονομικὸν, δὲν σᾶς ἀναγνωρίζω ὅμως τώρα. Ὁ Πεῤῥωτὴς δὲν ἦτο δικηγόρος, ὁ Τοσίτσας ὤφειλεν εἰς τὸν Πεῤῥωτὴν χρήματα καὶ εἶχε καὶ ἀνάγκην χρημάτων. Ὁ Πεῤῥωτὴς ἠδύνατο νὰ τῷ χορηγήσῃ τὰ πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀναγκαιοῦντα χρήματα καὶ ἀντ’ αὐτῶν καὶ τῶν προηγουμένων ἀπαιτήσεών του νὰ λάβῃ νόμιμον ἐνδιαφέρον εἰς τὴν ἄδηλον ἔκβασιν τῆς δίκης. Καὶ λέγετε ὅτι εἶναι τοῦτο ἐργολαβία ἀπηγορευμένη, ὡς αἱ ἐργολαβίαι τῶν δικηγόρων; Ἀλλὰ δὲν ἠκούσατε, κ. Ῥάλλη, ἢ θέλετε νὰ διαψεύδητε καὶ τὰ ἐνταῦθα ἀκόμη λεγόμενα καὶ βεβαιωθέντα ἔτι διὰ τῆς ἀνακρίσεως, δὲν ἠκούσατε ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ Τοσίτσας διαμαρτύρεται κατὰ πάσης ὑποστηρίξεως τοῦ Πεῤῥωτοῦ, εἴτε ἐπὶ τῆς δίκης, εἴτε πρὸς διάπραξιν τοῦ συμβιβασμοῦ; Ποῖος ἄλλος εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν εἰμὴ αὐτός;
§47ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τί ἐδαπάνα τέλος πάντων;
§48ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἶχε συμφέρον, τὸ ἐπαναλαμβάνω· εἶχε δανείσει 25 χιλιάδας δραχμὰς ἀντὶ τῶν 25 χιλιάδων, τὰς ὁποίας εἶχε νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν Καραμίχον, ἔκαμε τὴν συμφωνίαν ἐπὶ ἀδήλοις, καὶ εἰργάζετο καὶ ἐδαπάνα μετὰ τοῦ Τοσίτσα καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του, μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τῆς δίκη. Αὐτὰ ἔπραξεν ὁ Πεῤῥωτὴς, ὡς προκύπτουν ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, καὶ ἂν αὐτὰ δύνανται νὰ ἐπικριθῶσιν, ἔστω καὶ ἀδίκως, ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ Βουλὴ πρὸς ταῦτα; Καὶ διατὶ μὲ διακόπτετε σεῖς ὁ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως ἐκείνης ἐπαίζατε ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω;
§49ΡΑΛΛΗΣ. Τί πρόσωπον ἔπαιζα; Ἔπαιξα τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶμαι ἄξιος ἐπαίνων. Ὅταν ὁμιλῆτε πρὸς ἐμὲ, νὰ προσέχετε.
§50ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ, ἀφοῦ μὲ προκαλεῖτε διατὶ λυποῦμαι τώρα δι’ ὑμᾶς, ἐνῷ τότε καὶ ἐγὼ σᾶς ἐπῄνεσα. Τότε, ὅταν ἐζητεῖτο ἀπὸ τὸν κ. Παλαμίδην ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων, ὡς ὑπουργὸς ἀντετάχθητε, καὶ ἀντετάχθητε μέχρι παραιτήσεως, καὶ ἐδηλώσατε τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀπήλθατε μάλιστα τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ σᾶς ἐθεωροῦμεν παρῃτημένον, καὶ σᾶς ἐπῃνέσαμεν ὄντως.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Παρῃτούμην, ἐὰν ἐδέχετο τὴν ἐναντίαν πρότασιν τῆς ἰδικῆς μου ἡ Βουλή· ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὴν ἐμποδίσω νὰ ἐξετάσῃ τὴν χρηστοήθειαν τῶν πολιτευομένων, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὐτός.
§52ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐφεύρατε πρὸς τοῦτο τὴν Ἐπιτροπήν! Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντετάχθη, ὑποστηρίζων καὶ αὐτὸς ὑμᾶς ἐν τῇ ἀπουσίᾳ σας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μὴ προσαγωγὴν τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων, καὶ ἀντετάχθη τότε καλῶς καὶ οὗτος· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μάλιστα ὡμίλησε καὶ περὶ νεκρῶν, διότι ἐπρόκειτο καὶ περὶ ἑνὸς νεκροῦ. Ἐπὶ τούτοις ἠγέρθη συζήτησις περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ δοθοῦν ἢ νὰ μὴ δοθοῦν τὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καθ’ οὗ ἐξετοξεύθη ἡ αἰτίασις, εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, ὁ κ. ὑπουργὸς ἀντιτάσσεται καὶ ἀντιτάσσεται εὐλόγως καὶ μέχρι παραιτήσεως. Ἀντὶ τούτου τί πράττει ἡ ὑπουργικὴ πλειοψηφία, διευθύνοντος τοῦ Πρωθυπουργοῦ; Συνιστᾷ Ἐπιτροπὴν, καὶ κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Δραγούμη, τὴν γενομένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ κατὰ τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν, τὰ ἔγγραφα, κατὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν ὁποίων ἀντετάχθη τοσοῦτον εὐθαρσῶς καὶ τοσοῦτον ὑπερηφάνως ὁ κ. Ῥάλλης, ἐπρόκειτο νὰ παραπεμφθῶσι καὶ παρεπέμφθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Τώρα, ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς παραπομπῆς τῶν ἐγγράφων εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, καὶ δι’ αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν Βουλὴν, ἄνευ Ἐπιτροπῆς; οὐδεμία. Καὶ διὰ τοῦτο ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ζυγομαλᾶς εὐλόγως ἠρώτησε τότε ποῦ εἶναι ὁ κ. Ῥάλλης, καὶ ὑμεῖς, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τὴν περὶ τῆς συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπηντήσατε περιχαρῶς, ὅτι εἶσθε αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ ληφθεῖσα ἀπόφασις ἦτον ἀντίθετος τῆς γνώμης σας καὶ δεινοτέρα, διότι καὶ τὰ ἔγγραφα ἔχομεν καὶ ἄλλα ζητοῦμεν καὶ ἐξετάσεις περὶ δικαστηρίων ἐνεργοῦμεν, κύριε ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶχον σκοπὸν νὰ ὑπερασπίσω τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἐὰν εἶχεν ἀνάγκην τῆς ὑπερασπίσεώς μου; Εἶχον σκοπὸν νὰ ὑπερασπίσω τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ μὴ ἔρχηται ἐδῶ δικογραφία χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ σκοπὸς, χωρὶς νὰ δικαιολογῆται ἡ προσαγωγὴ αὐτῆς διὰ συστάσεως τοὐλάχιστον Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι ἐσκεπτόμην νὰ ὑπερασπίσω τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἢ ὅτι αἰσθάνομαι τὴν ἐλαχίστην πρὸς αὐτὸν ἢ πρός τινα ἄλλον ἐκ τῆς μερίδος ὑμῶν ἀλληλεγγύην, εἶσθε πολὺ ἠπατημένος.
§54ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα οὐδὲ σχετικὰ εἶναι, οὐδὲ κἆν σπουδαῖα. Ἐγὼ δὲ φρονῶ εὐλόγως, ὅτι ἀντιφάσκετε σήμερον πλέον ἢ ὅσον ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ τις, καὶ λυποῦμαι. Ἠλησμόνησα, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, σχετικῶς πρὸς τὴν κατάθεσιν τοῦ Τοσίτσα, ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ καταθέσει του μᾶς εἶπε μὲ ὕφος μυστηριῶδες, ὅτι ἔχει γεγραμμένα μάλιστα διὰ χειρὸς τοῦ ἀπὸ τοῦ 1874 ἀποβιώσαντος ἀδελφοῦ του, ἑπομένως φέροντα κατ’ αὐτὸν διὰ τοῦτο βεβαίαν χρονολογίαν, ἔγγραφα χρεωστικὰ πολλῶν χιλιάδων δραχμῶν, ἐκδοθέντα ὑπὲρ τῶν κυρίων Πεῤῥωτοῦ καὶ Κουμουνδούρου, καὶ ὑπεσχέθη, κατὰ πρόσκλησίν μας, νὰ προσέλθῃ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Οἱ πάντες ἐνομίζομεν, ὅτι ἦσαν ἔγγραφα, τωόντι γεγραμμένα διὰ χειρὸς ἐκείνου, καὶ ἔγγραφα πράγματι χρεωστικά. Τὸν ἠρώτησα τότε ἐγὼ μόνον τοῦτο, πῶς τὰ ἔγγραφα ταῦτα εὑρίσκονται εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ἀφοῦ εἶναι χρεωστικὰ πρὸς τρίτους; Μοὶ ἀπήντησε δὲ, ὅτι αὐτὰ δὲν ἐθεωρήθησαν ἀρκετὰ ἐξασφαλιστικὰ καὶ διὰ τοῦτο ἐπεστράφησαν εἰς τὸν ἀδελφόν του καὶ τὰ ἐκράτησε. Πρὸς τί τὰ ἐφύλαξεν, ἀγνοῶ. Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι τίποτε δὲν δύναται νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶδον τὸ φῶς, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ὅτι ἐδόθησαν εἰς τὸν Πεῤῥωτὴν, διότι καὶ ὁ ἀδελφός του ἐκεῖνος εἶναι τεθνεὼς, καὶ ἐπανειλημμένως ἐρωτηθεὶς ὁ Τοσίτσας, ὁ ζῶν, ἂν ἀντελήφθη κἆν ὁ ἴδιος, ὅτι ἐδόθησαν εἰς τὸν Πεῤῥωτὴν τὰ ἔγγραφα, εἶπεν, ὅτι πάντοτε τῷ ἔλεγε τοῦτο ὁ ἀδελφός του, ἀλλ’ ὅτι αὐτὸς οὐδὲν εἶδε! Δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο ὡς προδήλως μαρτυροῦν τὴν ὑπεκφυγήν. Δὲν ὁμιλῶ προσέτι περὶ ἄλλης τινὸς εὐλογωτάτης σκέψεως, ὅτι ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτὴς, καὶ ἂν τυχὸν τῷ προσηνέχθησαν, πιθανῶς μετ’ ἀγανακτήσεως τὰ ἀπέκρουσε, διότι ἀνέφερον τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω τί εἶναι τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ τί καταθέτει περὶ αὐτῶν ὁ Τοσίτσας. Ἀντὶ ὁμολόγων χειρογράφων, ὡς πάντες ὑπεθέτομεν, ἔφερεν ἡμῖν ὁ Τοσίτσας 4 ἔντυπα, ἀποκοπέντα ἐκ διπλοτύπου βιβλίου, φέροντος ἀριθμὸν καὶ ἔχοντος μάλιστα εἰς τὸ ἄκρον καὶ τὴν ἔντυπον ὁριζόντιον ἐγγραφὴν, ἡ ὁποία συνήθως τίθεται μεταξὺ τοῦ στελέχους καὶ τοῦ παραρτήματος ἐπὶ τοῦ μέρους ἔνθα γίνεται ἡ ἀποκοπή. Εἶναι τὰ χρεωστικὰ ταῦτα ἔντυπα, ὡς εἶπον, ἐν τῷ συνόλῳ σχεδὸν, πλὴν ὀλίγων λέξεων, αἱ ὁποῖαι φαίνονται γεγραμμέναι διὰ γραφῆς ὁμοιαζούσης πρὸς τὴν τοῦ Στεργίου Τοσίτσα. Δι’ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων ὁμολογεῖται χρέος τοῦ Στεργίου Τοσίτσα 100 χιλ. δραχ. πρὸς τὸν Πεῤῥωτὴν καὶ διὰ τριῶν ἑτέρων ἐγγράφων ὁμολογοῦνται ὅμοια χρέη τοῦ αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, διὰ τοῦ ἑνὸς 10 χιλιάδων δραχμῶν, διὰ τοῦ ἑτέρου 5, καὶ διὰ τοῦ τρίτου 20.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον......
§56ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τῶν ὅρων κλπ. εἶναι ἔντυπα εἶπον.
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἐννοεῖτε ἔντυπα.
§58ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δὲν φέρουσι γεγραμμένα διὰ χειρὸς ἀνθρώπου εἰμὴ τὸ ὄνομα τοῦ δανειστοῦ, τὴν ἡμερομηνίαν, τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς δίκης καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὀφειλέτου. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι τετυπωμένα διὰ τυπογραφικοῦ πιεστηρίου. Σημειώσατε, ὅτι τὸ πρῶτον τῶν 10 χιλ. φέρει ἀριθμὸν 26, τὸ ἄλλο 20 χιλ. ἀριθμὸν 31 καὶ τὸ τρίτον τῶν 5 χιλ. ἀριθμὸν 35. Τὰ δύω τελευταῖα ἐξεδόθησαν αὐθημερόν. Παρετήρησα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ παρεκάλεσα μάλιστα νὰ πιστοποιηθῇ, ἂν ἦτο δυνατὸν, προχείρως διὰ πραγματογνωμοσύνης, ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἦσαν ἄθικτα ἐντελῶς καὶ ὅτι δὲν ἔφερον ἴχνος οὐδὲν, ὅτι μετέβησαν ἀπὸ χειρὸς εἰς χεῖρα, καὶ ὅτι μάλιστα, ὅπως θὰ ἀκούσητε μετ’ ὀλίγον, ἔμειναν καὶ πολὺν καιρὸν εἰς ἄλλας χεῖρας.
§59ΣΤΑΪΚΟΣ. Τί ἡμερομηνίαν ἔχουν;
§60ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τοῦ 1870, τὸ πρὸς τὸν Πεῤῥωτὴν ἀπὸ 18 Ἰανουαρίου, τὰ δὲ πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἀπὸ 18 καὶ 25 Ἰανουαρίου. Παρακαλέσαμεν αὐτὸν τὸν κύριον νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα· δὲν ἠθέλησε· παρατηρῶ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδένα λόγον εἶχε διὰ νὰ μὴ τὸ πράξῃ.
§61ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὰ θέλει διὰ τὴν ἀγωγὴν, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπε, θὰ κάμῃ διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι εἰκονικὸν τὸ συμβόλαιον.
§62ΣΤΑΪΚΟΣ. Ποίας ὑπογραφὰς φέρουν αὐτὰ τὰ χαρτιά;
§63ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρουν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀποβιώσαντος Στεργίου Τοσίτσα καὶ οὐδενὸς ἄλλου. Παρακαλέσαμεν δὲ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὸν Δ. Τοσίτσαν νὰ τὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι τῷ χρειάζονται.
§64ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶπεν ὅτι τοῦ χρειάζονται διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν εἰκονικότητα τῆς δίκης.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ ν’ ἀποδείξῃ δι’ αὐτῶν, ὅτι ἀπὸ τότε ἐγένοντο διάφοροι ἀπόπειραι συμφωνιῶν καὶ ὅτι μία εἶναι αὐτὴ ἡ εἰκονικὴ, διὰ τῆς ὁποίας ἐπέτυχε.
§66ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Διὰ τῶν ἐγγράφων τούτων, τῶν μὴ κατατεθέντων, εἶπεν, ὅτι θέλει νὰ ἀποδείξῃ τὴν εἰκονικότητα τῆς δίκης· ποίας δίκης;
§67ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ· ἐρωτήσατε τὸν κ. Φωτήλαν, ὅστις τὸ εἶπε.
§68ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μήπως ζητεῖ ’πίσω τὸ χωργιό;
§69ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω, κύριοι, ταῦτα διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ Τοσίτσας ἀπέφυγεν, ἄνευ σπουδαίου, ἄνευ οὐδενὸς μάλιστα λόγου, νὰ μᾶς καταθέσῃ τὰ ἔντυπά του ἐκεῖνα. Ὅταν τὸν ἠρώτησα διατί ἀρνεῖται, μοὶ εἶπεν ἁπλῶς, ὅτι τὰ θέλει. Τῷ εἶπον, ὅτι καὶ ἂν τυχὸν φρονεῖ, ὅτι τῷ χρησιμεύουν διὰ τὴν δίκην, ἂν δηλαδὴ τῷ χρησιμεύῃ μόνον τὸ γεγονὸς, ὅτι ὑπῆρξάν ποτε ἐν σχεδίῳ εἰς τὸ συρτάρι τοῦ ἀδελφοῦ του χρεωστικὰ ὁμόλογα αὐτοῦ πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ τὸν Πεῤῥωτὴν, δύναται ἀζημίως νὰ καταθέσῃ ἓν μόνον, διότι θὰ τῷ ἔμενον δύω πρὸς τὸν Κουμουνδοῦρον καὶ ἓν πρὸς τὸν Πεῤῥωτὴν, αὐτὸς ἐπέμεινε. Κρίνατε ὑμεῖς διατί. Παρεκάλεσα τότε τοὺς συναδέλφους μου νὰ πιστοποιήσωσιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα φαίνονται τῷ ὄντι ἄθικτα καὶ μὲ ἐβεβαίωσαν, μάλιστα διὰ τοῦ λόγου τῆς τιμῆς των, ὅτι θέλουσι τὸ ὁμολογήσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἦσαν καθαρὰ καὶ ἄθικτα.
§70ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καθαρὰ ἦσαν.
§71Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν φαίνεται ἐπ’ αὐτοῦ οὐδὲν ἴχνος πολυχρονιότητος;
§72ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄθικτα ὅλως διόλου, σᾶς εἶπον. Ποιοῦμαι λόγον περὶ τούτου, ὄχι ὡς ἔχοντος σημασίαν τινὰ, διότι ἀλλοίμονον ἂν εἶχε τὸ ὅτι ἔγραψέ τις ἢ ἐτύπωσε καὶ ὑπέγραψεν ἓν χρεωστικὸν ἔγγραφον, ὅπερ αὐτὸς πάλιν κατέχει, σημασίαν ἢ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ὑπολήψεως ἢ τῶν σχέσεων ἢ τῆς περιουσίας τῶν ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα αὐτὸς οἴκοθεν, αὐτοβούλως καὶ δι’ ἀγνώστους σκοποὺς σημειοῖ, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ παραλείψω τίποτε. Βλέπων τὴν ἐπιμονὴν ταύτην τοῦ Τοσίτσα, τοῦ νὰ ἀρνῆται τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τούτων ἢ καὶ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν, τὸν ἠρώτησα ἂν δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ πόσον καιρὸν ἔμειναν τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα εἰς χεῖρας τοῦ Πεῤῥωτοῦ· μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔμειναν ἀρκετὸν καιρόν· ὅταν δὲ τῷ εἶπον ἐγὼ, ὅτι μεταξὺ τῆς ἡμερομηνίας, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ ἰδιωτικὸν ἔγγραφον τῆς 10 Ἰανουαρίου 1872, ὅτε, ὡς εἶχεν εἴπει, ἐπεστράφησαν, καὶ τῆς ἡμερομηνίας τῶν χρεωστικῶν ἐκείνων ὁμολόγων μεσολαβοῦσι δύω ἔτη, ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἔμειναν μὲν δύω ἔτη, διότι δὲν δύναται νὰ ἠξεύρῃ καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ὁ ἀδελφός του τὰ ἔδωκεν ἀμέσως τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1870, ἢ βραδύτερον, ἀλλ’ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἔμειναν πολὺν καιρόν. Καὶ ἐν τούτοις αὐτὰ τὰ πολὺν καιρὸν μείναντα εἰς ἄλλων χεῖρας ἔγγραφα εἶναι ἐντελῶς ἄθικτα. Συγχρόνως τὸν παρεκάλεσα νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὸ διπλότυπον βιβλίον, ἐκ τοῦ ὁποίου τὰ ἔντυπα ἐκεῖνα ἀπεσπάσθησαν. Καὶ ὑπεσχέθη μὲν νὰ τὸ φέρῃ, ἀλλὰ μόνον ἐὰν τὸ εὕρῃ, ὡς εἶπεν. Ἐνθυμήθητε, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν χρεωστικῶν ἐκείνων φθάνει μέχρι τοῦ 35, ἑπομένως φαίνεται, ὅτι δὲν ἔκαμνε τίποτε ἄλλο ὁ μακαρίτης ἐκεῖνος Στέργιος παρὰ νὰ ἐκδίδῃ τοιαῦτα ἔγγραφα ἐν εἴδει μετοχῶν, διασκεδάζων, ἴσως, ἢ, Κύριος οἶδε, τί μηχανευόμενος. Ἐπὶ τῆς καταθέσεως τοῦ Τοσίτσα θέλω ἐπιμείνει πλειότερον, διότι ἐξ αὐτῆς θέλει κρίνει ἡ Βουλὴ μετὰ ποίου ἀνθρώπου εἶχε νὰ κάμῃ ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτής. Ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τέλους ὁ Τοσίτσας λέγει, ὅτι αἱ σχέσεις μεταξὺ τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ τοῦ Πεῤῥωτοῦ ἦσαν προϊὸν ἀνάγκης, ἣν ὅμως δὲν χαρακτηρίζει εἰμὴ ὅπως ἠκούσατε, καὶ τοῦτο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦ 1866, τὸ ὁποῖον μνημονεύεται εἰς τὸ ἰδιωτικὸν ἔγγραφον τοῦ 1872, δὲν ἦτο ἀληθές (Θόρυβος).
§73ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀκούομεν.
§74ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, βλέπω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην ἀναψυχῆς. Παρακαλῶ νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ δέκα λεπτά. (Μεθ’ ὅ ἐπαναλαμβάνεται).
§76ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, ἔλεγον ἐρευνῶν τὴν κατάθεσιν τοῦ Τοσίτσα, ὅτι εἶπεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦ 1866, τὸ μνημονευόμενον ἐν τῷ ἰδιωτικῷ ἐγγράφῳ τοῦ 1872 μεταξὺ τοῦ Στεργίου Τοσίτσα καὶ τοῦ Πεῤῥωτοῦ, ὅτι αὐτὸ ἦτο ψευδές, ὅτι δὲν ἦτο ὑπαρκτόν, καὶ ὅτι ἀπόδειξις τούτου εἶναι τὸ ὅτι κατὰ τὸ μεταξὺ τοῦ Μαΐου καὶ τοῦ Αὐγούστου διάστημα ὁ ἀδελφός του Στέργιος ἦτον εἰς Μέτσοβον, ὥστε δὲν ἦτον ἐδῶ, ἐνῷ τὸ ἔγγραφον τὸ μνημονευθὲν φέρει ἡμερομηνίαν 26 Μαΐου καὶ συνετάχθη ἐδῶ, ὅπου ἦτον ὁ Πεῤῥωτής· προσέθεσε μάλιστα ὁ Τοσίτσας, διὰ νὰ μὴ ἀμφιβάλῃ τις περὶ τῆς καταθέσεώς του, ὅτι, ἐνῷ ὁ ἀδελφός του δὲν ἦτον εἰς Ἀθήνας, ὁ Πεῤῥωτὴς δὲν εἶχε μεταβῆ εἰς Μέτσοβον. Εἰς τὴν δευτέραν ἐξέτασιν ἔκρινα καλὸν νὰ τῷ ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν: «Τὸ ἰδιωτικὸν ἔγγραφον τῆς 10 Ἰανουαρίου 1872, ὅπερ συνέταξεν ὁ ἀδελφός σας, μνημονεύει προηγούμενον ἔγγραφον τοῦ Μαΐου 1876· ὁ ἀδελφός σας βεβαίως ἐγίνωσκεν, ὅτι τὸν Μάϊον τοῦ 1866 δὲν ἦτον εἰς Ἀθήνας· τί ὑποθέτετε, ἐπίτηδες ἆρά γε ἐσημείωσεν ἐν γνώσει τοιαύτην ἡμερομηνίαν, ὅπως δυνηθῇ βραδύτερον νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν συμφωνίαν ταύτην, σᾶς εἶπε δέ τι περὶ τῆς προθέσεώς του ταύτης;» ὁ Τοσίτσας ἀπήντησεν. «Ὁ ἀδελφός μου μοὶ εἶπεν, ὅτι ἦτον ὑποχρεωμένος νὰ ὑπογράψῃ τὸ μνησθὲν ἔγγραφον τῆς 10 Ἰανουαρίου 1872, ὅπως τῷ ἐδόθη τὸ σχέδιον (βλέπετε πόσον εἶναι πειστικόν!), ὅτι καὶ τὸ ἰδιωτικὸν ἔγγραφον τοῦ 1872 ἐγένετο ἐξ ἀνάγκης καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀληθές. Ἄρα καὶ τὸ ἀναφερόμενον ἐν αὐτῷ ἔγγραφον τοῦ Μαΐου τοῦ 1866 ἦτον ἀνύπαρκτον. Δὲν μοὶ εἶπε δὲ ὁ ἀδελφός μου, ὅτι ἐπίτηδες ἀνέφερεν εἰς τὸ ἰδιωτικὸν ἔγγραφον τοῦ 1872 ἕτερον ἔγγραφον τοῦ Μαΐου τοῦ 1866 μὲ τὸν σκοπὸν νὰ προσβάλῃ αὐτὸ κατόπιν ὡς εἰκονικόν.» Βλέπετε, ὅτι δὲν φείδεται ὁ ἐπιζῶν Τοσίτσας οὐδ’ αὐτῆς τῆς μνήμης τοῦ ἀποβιώσαντος ἀδελφοῦ του, ὅστις, ἂν ἔζη, θὰ διεμαρτύρετο ἴσως κατὰ τῆς τοιαύτης διαστροφῆς. Μεταξὺ Τοσίτσα καὶ Πεῤῥωτοῦ συνετάχθη συμβόλαιον τῇ 3 Φεβρουαρίου 1879, ἐν ᾧ ἀντὶ τῆς μετοχῆς τοῦ ἑνὸς ἕκτου τὴν ὁποίαν ὁ Πεῤῥωτὴς εἶχε κατὰ τὰ προηγούμενα ἔγγραφα, ἀναγράφεται οὗτος ὡς ἔχων δικαίωμα μόνον ἐπὶ τοῦ κτήματος Ἀδάμαις. Ἐν αὐτῷ δὲ τούτῳ τῷ συμβολαίῳ ὑπάρχει κατακεχωρισμένον τὸ ἰδιωτικὸν ἔγγραφον τοῦ 1872, τὸ ὁποῖον ποιεῖται μνείαν τοῦ ἑτέρου ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου τοῦ 1866, περὶ οὗ ὡς ἀνυπάρκτου λέγει ὁ Τοσίτσας. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐξεδόθη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, περὶ τὰ τέλη Ἰανουαρίου 1879, τὸ συμβόλαιον συνετάχθη μετὰ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην. Ὁ κ. Τοσίτσας, ὅταν ἀνέφερε τὰ περὶ τῆς συντάξεως τοῦ ἐγγράφου τούτου τοῦ 1879, εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ συμβιβασμόν, συνῄνεσεν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, διὰ νὰ γείνῃ ἐπίδικον μόνον τὸ κτῆμα Ἀδάμαις, περὶ οὗ ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐπρόκειτο, καὶ οὐχὶ ὁλόκληρον τὸ ἓν ἕκτον τῆς περιουσίας, ἑπομένως διὰ νὰ ἔχῃ οὗτος ἀντικείμενον ἀμφισβητήσεως ὡρισμένον κτῆμα, καὶ νὰ δύναται νὰ διαχειρίζηται ὅπως θέλει τὰ ἕτερα κτήματα, τὰ διὰ τοῦ συμβιβασμοῦ περιελευσόμενα εἰς αὐτόν. Λοιπὸν ὅταν ὑπέγραφεν ὁ Τοσίτσας τὸ συμβόλαιον τοῦ 1879, ἐσκέπτετο νὰ τὸ διαμφισβητήσῃ· ἀλλ’ οὐδεμίαν εἶχεν, ἔστω καὶ φαντασιώδη ἀνάγκην πλέον, διότι, ὅπως ὁ ἴδιος λέγει, εἶχεν ἤδη τὰς προτάσεις περὶ τοῦ συμβιβασμοῦ, ἡ δὲ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία δὲν ἦτο διάφορος τοῦ 1877, εἶχεν ἤδη ἐκδοθῆ, καὶ ἂν τὰ ἔγγραφα τὰ προηγούμενα ἦσαν, ὡς λέγει νῦν, ψευδῆ, ἠδύνατο ἀκινδύνως νὰ τὰ διαμφισβητήσῃ, ἐνῷ ὑπογράψας ἐλευθέρως καὶ ἄνευ ἀνάγκης δημόσιον ἔγγραφον, ἀνεγνώρισε μάλιστα δημοσίᾳ καὶ ἐπιστοποιήτε τὸ γνήσιον τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, καὶ τὸ ἀληθὲς τοῦ περιεχομένου αὐτῶν. Ἐν τούτοις τῷ ἀπηύθυνα τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν, ἐκ τῆς ἀπαντήσεώς του δὲ θὰ κρίνητε, ὅτι καὶ τότε ἀκόμη, κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἐδολιεύετο τὸν μεθ’ οὗ συναλλάσσετο, «κατ’ ἐρώτησιν τοῦ κ. Ζηνοπούλου ὁ μάρτυς ἐβεβαίωσεν, ὅτι, ὅτε συνετάττετο τὸ συμβόλαιον, διενοεῖτο νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ.» Ἐπειδὴ ἔβλεπον τὴν μεγάλην ἐπιμονήν, τὴν ὁποίαν ἐδείκνυεν εἰς τὸ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὅλα τὰ μεταξὺ τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ αὐτοῦ καὶ τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτοῦ δὲν εἶχον ἀληθῆ αἰτίαν, τῷ ἀπηύθυνα καὶ ἄλλην ἐρώτησιν, διότι διέκρινα, ὅτι ἐν τοῖς πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀπαντήσεσιν ὁ κ. Τοσίτσας παρίστατο οὐχὶ ἀκριβῶς ὡς μάρτυς, ἀλλ’ ὡς διάδικος ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου, καὶ ὅλη ἡ ὑφὴ τῆς καταθέσεώς του εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐνισχύῃ, ἂν τοῦτο ἦτο ποτὲ δυνατόν, τὰς ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου προβληθησομένας ὑπ’ αὐτοῦ προτάσεις. Τὸν ἠρώτησα λοιπόν, ἂν στηρίζεται εἰς τὸν λόγον τοῦτον κατὰ τὴν ἀμφισβήτησιν τοῦ κτήματος Ἀδάμαις, ἣν πρόκειται νὰ ἐγείρῃ ἐναντίον τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τῆς Μαριγὼς Πεῤῥωτοῦ, πρὸς οὓς ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτής, ὡς πατὴρ καὶ πενθερός, διὰ δωρητηρίου ἐγγράφου μετεβίβασε τὴν ἰδιοκτησίαν ἐκείνην, ἀπήντησεν ὁ κύριος Τοσίτσας, ὅτι δὲν ἔκαμεν ἀκόμη τὴν ἀγωγήν, ἀλλ’ ὅτι βεβαίως καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ δι’ ἄλλους ἀκόμη λόγους, οὓς θὰ προτείνῃ, θὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δικαιώματά του ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου. Τοῦτο ἐσημείωσα, διὰ νὰ κρίνητε περὶ τοῦ βάρους τῆς καταθέσεως τοῦ κ. Τοσίτσα. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Τοσίτσας μᾶς εἶπε συγχρόνως, ὅτι οὐδεμίαν ἄλλην συνδρομὴν τῷ ἔδωκεν ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτὴς, πλὴν τοῦ δανείου τῶν 3,000 φράγκων, ὅπερ καὶ ἐξώφλησε τελευταῖον, ὡς προσέθηκε, καὶ ἐπειδὴ τὸ δάνειον αὐτὸ τὸ ἔλαβε μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου ἐκείνου, εὑρισκόμενος εἰς Κέρκυραν καὶ ἕτοιμος πρὸς ἀπόπλουν εἰς Λιβόρνον, ὅπου κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1879 διέπραξε τὸν συμβιβασμόν, τὸν ἠρώτησα ὡς ἑξῆς: «ἀφοῦ εἶχες συναλλαχθῆ μετὰ τοῦ Πεῤῥωτοῦ ἐπὶ τῷ διανοήματι, ὡς εἶπες, νὰ ἀμφισβητήσῃς τὴν συμφωνίαν, πῶς ἐζήτησες καὶ ἔλαβες παρ’ αὐτοῦ τὴν χρηματικὴν ταύτην συνδρομὴν πρὸς τέλεσιν τοῦ συμβιβασμοῦ, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα, ὡς πρὸς τὸ κτῆμα Ἀδάμαις, εἶχες ἀπόφασιν νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃς σχετικῶς πρὸς τὸν Πεῤῥωτήν;» Ὁ δὲ κ. Τοσίτσας ἀπήντησε τὰ ἑξῆς. «Διότι εἶχον ἀνάγκην χρηματικοῦ ποσοῦ (πόσον δεδικαιολογημένος λόγος!), καὶ διότι, διὰ τὴν μεσολάβησίν του, ἤθελον ἀνταμείψει γενναίως τὸν Πεῤῥωτὴν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἤθελον ἀφήσει αὐτὸν νὰ ἰδιοποιηθῇ τοιοῦτον μέγα κτῆμά μου». Ἐκ τῆς καταθέσεως, ἣν πιστῶς σᾶς ἀνέλυσα, δὲν προκύπτει, ὅπως ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, οὐδὲν σχετικῶς πρὸς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα τῆς ἀναμίξεως εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἀλλ’ εἶχον ἀκούσει, νομίζω, τοῦ κ. Παλαμίδου λέγοντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἰς τὴν δικογραφίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν Ἀραβαντινόν, ὑπάρχει κατάθεσις τοῦ Γεωργίου Σκουζὲ βαρυσήμαντος σχετικῶς πρὸς τὴν κατὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καταγγελίαν αὐτοῦ. Ἡ κατάθεσις εὑρίσκεται τῳόντι ἐν τῷ φακέλλῳ ἐκείνῳ· ὅταν δὲ ἀνεζήτησα αὐτὴν πρὸς ἀνάγνωσιν, ὁ κ. Βουλπιώτης μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι αὕτη δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ἢ σημασίαν· οὐχ ἧττον τὴν ἀνέγνωσα καὶ ἐγὼ καὶ πιστοποιῶ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Βουλπιώτου. Ἂν ἀνέφερα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς μεταξὺ Τοσίτσα καὶ Πεῤῥωτοῦ συμφωνίας, τὰ ἀνέφερα μόνον καὶ μόνον, διότι κατετέθησαν ἐν ταῖς ἐξετάσεσι, καὶ διότι ἀπηυθύνθησαν περὶ αὐτῶν ἐρωτήσεις· ἀλλ’ ὅπως πάντες νομίζω φρονεῖτε, οὐδεμίαν ἔχουσι ταῦτα σχέσιν πρὸς τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δύναται νομίμως καὶ σπουδαίως ν’ ἀπασχολῇ τὴν Βουλήν. Τὰ ἀνέλυσα δὲ ἐν λεπτομερείᾳ, διότι, παραδεχόμενος καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις μετὰ σεβασμοῦ εὐλόγου ὡμίλησε περὶ τῶν νεκρῶν, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε μάλιστα νὰ λεχθῇ καὶ περὶ τούτων ἡ ἀλήθεια, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία κατὰ τῆς μνήμης ἑνὸς νεκροῦ, διότι πιστοποιεῖται ἐκ τούτων, ὅτι ὁ Πεῤῥωτὴς πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν καὶ ἐξώδευε καὶ ἠσχολεῖτο ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ὅτι ἔλαβε μετοχὴν εἰς αὐτὴν, οὐχὶ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ διότι ἐθυσίασεν ἕν μέρος τῆς περιουσίας του, τὸ δάνειον τῶν εἴκοσι καὶ πέντε χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο ν’ ἀποζημιωθῇ διὰ τὰς δαπάνας του, τῷ ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμά του. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ ἀναμνησθῶ καὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ὅλως ἀσχέτου πρὸς τὸ ζήτημα, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν εὐκολίαν, ἣν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτὴς ἔδωκαν εἰς τὸν Τοσίτσαν ὅπως ἀποφυλακισθῇ, ὑπογράψαντες συναλλαγματικὴν 6½ χιλιάδων δραχμῶν περίπου. Ὡς πρὸς τοῦτο, εἷς τῶν μαρτύρων, ὁ κ. Πιττάκης, στενὸς φίλος τοῦ κ. Τοσίτσα, ὅπως ἐνθυμοῦνται ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ παρασταθέντα εἰς τὴν ἐξέτασίν του, εἶπεν, ὅτι εἶδεν ἐν φυλακῇ τὸν Τοσίτσαν, ὅστις παραπονούμενος τῷ ἔλεγε· ἰδὲ τί ζητοῦν νὰ μὲ κάμουν νὰ ὑπογράψω», τῷ ἐδείκνυε δὲ γεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Πεῤῥωτοῦ, ὅπως τῷ ὑπογράψῃ ὁ Τοσίτσας, σχέδιον ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Γλίγκιζαν, δι’ ἧς ἐξεμίσθου πρὸς αὐτὸν τὸ κτῆμα Ἀδάμαις, καὶ διὰ τῆς ὁποίας παρήγγελλεν εἰς αὐτὸν νὰ συντάξῃ συμβολαιογραφικὸν ἔγγραφον. Ἡ εὐκολία, ἡ δοθεῖσα διὰ τῆς συναλλαγματικῆς ἰδιωτικοῦ ὅλως χαρακτῆρος, ἦτο φυσική. Ὁ Πεῤῥωτὴς, εἶχε, διὰ συμβολαίου, διὰ δημοσίου ἐγγράφου, ὅπερ δὲν προσβάλλεται ὡς πλαστόν, δικαίωμα ἀναντίῤῥητον ἐπὶ τοῦ κτήματος Ἀδάμαις. Ὤφειλε δὲ τὸν νόμιμον δικαιοπάροχον αὐτοῦ νὰ ἐξακολουθήσῃ συντρέχων διὰ χρηματικῶν θυσιῶν, ὅπως καὶ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη εἶχεν ὅμως νὰ κάμῃ, ὡς βλέπετε, μὲ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ὅταν ὑπέγραφε τὰ δημόσια ταῦτα ἔγγραφα διενοεῖτο, ὅπως λίαν ἀφελῶς εἶπεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος αὐτῶν καὶ ν’ ἀρνηθῇ, ὡς λέγει ἐν τῇ καταθέσει του, πᾶσαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως σχέσιν πρὸς τὸν Πεῤῥωτὴν, φίλον πρὸ μακρῶν ἐτῶν καὶ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του, δαπανῶντα χάριν αὐτῶν καὶ συμπράττοντα. Ἡ οἰκογένεια Ἀραβαντινοῦ, πρὸς ἣν ἀπαραλλάκτως προσηνέχθη ὁ Τοσίτσας, τὸν εἶχε θέσει εἰς τὰς φυλακὰς διὰ χρέη. Ἡ ἔρις προέκυψε μεταξὺ Ἀραβαντινοῦ καὶ Τοσίτσα ἐκ τοῦ ὅτι, ἐνῷ ἐπὶ πολλὰ ἔτη συνειργάζετο ἐκεῖνος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὅπως ἐβεβαιώθη ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐκ τῶν ἐν τῇ αὐτῇ ἀνακρίσει κατατεθεισῶν ἐπιστολῶν τοῦ Τοσίτσα πρὸς τὸν Ἀραβαντινὸν, ὁ Τοσίτσας ἅμα κατωρθώθη ὁ συμβιβασμὸς, παρακαλούμενος ἐπανειλημμένως ὑπὸ τοῦ Ἀραβαντινοῦ νὰ δεχθῇ τὴν σύνταξιν δημοσίου ἐγγράφου, ἀναγνωρίζοντος τὰ δικαιώματά του, ἀπέφευγε· προσέφυγε λοιπὸν ὁ Ἀραβαντινὸς εἰς τὸ μέτρον τῆς φυλακίσεώς του πιθανῶς, ὅπως τὸν καταναγκάσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς συμβιβασμὸν, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τοῦτο δὲν τὸ κατώρθωσε, καὶ ὁ Ἀραβαντινὸς ἐκίνησε τὴν ἀγωγὴν, δυνάμει τῆς ὁποίας, ὡς σᾶς εἶπον, ἐγένετο ἡ μνημονευθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Παλαμίδου προσημείωσις. Ὁ Τοσίτσας τὸν ἀρχαῖον αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀδελφοῦ του φίλον κατήγγειλεν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, καὶ βούλευμα τῶν Ἐφετῶν παρέπεμψεν αὐτὸν εἰς δίκην, καὶ ἀπεβίωσε, νομίζω, ὁ δυστυχὴς ἐν τῇ φυλακῇ. Σημειῶ ἐνταῦθα, ὅτι ἡμεῖς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν ὅλα τὰ μέλη αὐτῆς, ἀλλὰ βεβαίως ὁ κύριος Βουλπιώτης καὶ ἐγὼ νομίζομεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ κατασχεθὲν χρεωστικὸν ἔγγραφον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἀγωγὴ, εἶναι πλαστόν· εἶναι τοσαύτη ἡ ὁμοιότης, ὥστε οὐδ’ ἡμεῖς ἐπείσθημεν, οὐδὲ, ὡς παρετήρησα εἰς τὴν δικαιογραφίαν, οἱ διορισθέντες 3 σπουδαῖοι πραγματογνώμονες ἐβεβαίωσαν τοῦτο· τοῦτο ἀναιρούμενον ἐν μέρει ὑπὸ τοῦ εἰς ἐνδείξεις κατὰ τὸν νόμον στηριζομένου βουλεύματος, ἑπομένως οὐδὲν ἀποδεικνύοντος, ἐνισχύεται ἴσως καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἔπειτα χρόνον ὁ κ. Τοσίτσας συνεβιβάσθη μετὰ τῆς οἰκογενείας τοῦ ἀποβιώσαντος Ἀραβαντινοῦ ἀντὶ πεντήκοντα χιλιάδων φράγκων, ὡς ἔμαθον, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω καὶ παρὰ τίνος, διότι τὸ βεβαιοῖ καὶ ὁ κ. Παλαμήδης, ὅστις μᾶς παρέπεμψεν εἰς ἐκεῖνον, ὑπὸ τοῦ ἀντικαταστάτου τοῦ κ. Παλαμίδου παρὰ τῷ Ἀραβαντινῷ, τοῦ ἐντίμου δικηγόρου κ. Ῥοντήρη. Σημειῶ προσέτι, ὅτι τὸ κατασχεθὲν ἐκεῖνο ἔγγραφον, τὸ φέρον τὴν καταπληκτικὴν ὁμοιότητα, ἦτο ὅλον χειρόγραφον, καὶ ὅμως ἐθεωρήθη, δι’ ἐνδείξεων τοὐλάχιστον, πλαστόν. Ὑμεῖς κρίνετε ἂν δύναταί τις νὰ μὴ ἀμφιβάλλῃ καὶ περὶ τοῦ γνησίου τῶν χρεωστικῶν ἐκείνων, τῶν ἐντύπων, τῶν καθαρῶν καὶ ἀθίκτων. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἡ φυλάκισις τοῦ Τοσίτσα κατὰ τὸν χρόνον τῆς ὁποίας ἔλαβε χρηματικὴν ἀνάγκην, ἐγένετο δι’ ἄλλην αἰτίαν, ξένην ὅλως καὶ πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Πεῤῥωτοῦ καὶ πρὸς τὸ πρόσωπον οἱουδήποτε ἄλλου. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἐνῷ ὁ Τοσίτσας διενοεῖτο νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅπως καὶ τὰ τοῦ δυστυχοῦς Ἀραβαντινοῦ, καὶ τὰ δίκαια τοῦ Πεῤῥωτοῦ, ὁ Πεῤῥωτὴς δὲν ἤθελεν ἐννοήσει τοῦτο. Διὰ τοῦτο καλῶς βεβαίως ποιήσας, ὅταν ὁ Τοσίτσας τῷ ἐζήτησεν αὖθις τὴν χρηματικὴν συνδρομήν του, διὰ νὰ ἀποφυλακισθῇ, ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ἐγγυήσεις, ὅπως μὴ ἀθετηθῶσι τὰ δικαιώματά του. Συνέπεια τούτου ἦτο ἡ κατάθεσις τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Τοσίτσα εἰς τὸ συμβολαιογραφεῖον καὶ τὰ μετὰ ταῦτα, ἐξ ὧν προέκυψεν ἡ ἐκκρεμὴς δίκη, καθ’ ἣν ἂν ὁ Τοσίτσας δὲν ἠδίκησεν ὄντως τὸν Πεῤῥωτὴν, θὰ δικαιωθῇ παρὰ τῶν δικαστηρίων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων καὶ προεκλήθη μάλιστα ὑπὸ τῶν κατεχόντων τὸ κτῆμα. Ἐπανέρχομαι αὖθις εἰς τὰ χρεωστικὰ ἐκεῖνα ὁμόλογα, τὰ ὁποῖα, ὅπως ἐπανειλημμένως εἶπον, εἶναι ἐντελῶς καθαρὰ καὶ ἄθικτα καὶ τὰ ὁποῖα ὁ κ. Τοσίτσας ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ, ἀφοῦ κατηγορηματικῶς καὶ ἄνευ λόγου ἠρνήθη τὴν κατάθεσιν καὶ ἑνὸς ἔτι ἐκ τῶν ἐγγράφων. Ἀλλ’ ἠρνήθη σχεδὸν καὶ τὴν προσαγωγὴν τοῦ διπλοτύπου βιβλίου, διότι μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀγνοεῖ ἂν θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ εὕρῃ· αὐτὸς, ὁ ὁποῖος διετήρησε τινὰ ἐκ τῶν ἀπεσπασμένων ἐκ τοῦ βιβλίου ἐκείνου ἐγγράφων ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, δὲν εἶναι διόλου φυσικὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι παρέλειψε νὰ διατηρήσῃ τὸ στέλεχος, ἐξ οὗ βεβαιοῦται ἡ ἔκδοσις ὅλων. Καὶ ἐπαναλαμβάνω μὲν ὅτι περὶ τῶν παραδόξων ἐγγράφων ἐκείνων οὐδ’ ἄξιον εἶναι νὰ κάμῃ τις λόγον, διότι εὔκολον εἶναι νὰ γράφῃ τις ἐν τῇ οἰκίᾳ του καὶ νὰ διατηρῇ χρεωστικὰ ὁμόλογα πρὸς ἄλλους, ἀναγράφων ἑαυτὸν δανειστήν· ἀλλ’ ἐποίησα μνείαν καὶ ἤδη αὐτῶν, διότι ἐν τῇ ἀλληλουχίᾳ τῆς ὅλης ὑποθέσεως καὶ ἡ ἱστορία αὕτη τῶν δῆθεν χρεωστικῶν ἐγγράφων μαρτυρεῖ δυστυχῶς, ἀλλὰ προδήλως πανταχοῦ, εἰς ὅλα τὰ σημεῖα αὐτῆς, οὐχὶ καλὴν πίστιν. Περὶ τῶν καταθέσεων δὲν ἔχω τι πλειότερον νὰ εἴπω ἤδη. Ἂν ἐκ τῆς συζητήσεως προκύψῃ ἀνάγκη, θὰ λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον. Συνοψίζων δὲ τὰ ἐκ τῆς ἐρεύνης αὐτῶν προκύψαντα, ὑπομιμνήσκω εἰς τὴν Βουλήν: Αʹ. Ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἐκδοθεῖσα, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ εἶπον ἡ μόνη, διότι, κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν, (φυλάττει βλέπετε, ὁ Θεὸς καὶ τὸν οἰκοκύρην) οὐδεμία ἐκ τῶν ἄλλων ἀποφάσεων ἐξεδόθη, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Κουμουνδούρου· κατὰ ἔτι δὲ παραδοξοτέραν σύμπτωσιν, καὶ οὐδὲν ἐκ τῶν κατηναγκασμένων δῆθεν ἐγγράφων Τοσίτσα καὶ Πεῤῥωτοῦ συνετάχθη ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἔτυχε νὰ ἦτο ἐν τῇ ἀρχῇ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, οὐδ’ αὐτὰ τὰ φαντασιώδη χρεωστικὰ ὁμόλογα, τὰ εἰς χεῖρας τοῦ ὀφειλέτου παραδόξως καὶ προφανῶς ὑπάρχοντα. Τὸ ἔγγραφον τὸ ἀμφισβητούμενον ὡς ἀνύπαρκτον, τὸ τῆς πρώτης συμφωνίας τοῦ Πεῤῥωτοῦ μετὰ τοῦ Στεργίου Τοσίτσα, συνετάχθη τὸν Μάϊον τοῦ 1866, ὅτε ὑπουργὸς ἦτο ὁ ἀείμνηστος Ῥοῦφος. Τὰ φαντασιώδη ἐκεῖνα ἔγγραφα, τὰ χρεωστικὰ, συνετάχθησαν ἀπὸ τῆς 18–25 Ἰανουαρίου 1870, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπουργὸς ἦτο ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται ἐν τῷ συμβολαίῳ τῆς 3 Φεβρουαρίου 1879, συνετάχθη κατὰ τὸ 1872, ὅτε ἐπίσης πρωθυπουργὸς ἦτο, νομίζω, ὁ Ζαΐμης.
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1872 πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ Βούλγαρης καὶ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Μεταξᾶς.
§78ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ. Πρωθυπουργὸς ὁ ἀείμνηστος Βούλγαρης, ὑπουργὸς δ’ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἔντιμος ἡμῶν συνάδελφος κ. Μεταξᾶς. Τὸ δὲ ἔγγραφον τοῦ 1879, τὸ ὁποῖον συνετάχθη, ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Κουμουνδούρου, συνετάχθη ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν οὐδαμῶς ἐπρόκειτο πλέον περὶ οἱασδήποτε δικαστικῆς ἐνεργείας, καθόσον εἶχεν ἤδη ἐκδοθῆ ἡ τελευταία ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἑπομένως ὄχι μόνον δὲν ἐξεδόθη, πλὴν αὐτῆς, ἄλλη ἀπόφασις ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη, κατὰ τὴν γνώμην ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνέγνωσα καὶ ταύτην καὶ τὴν ἀναιρετικήν, καὶ κατὰ τὴν γνώμην βεβαίως παντὸς νομομαθοῦς, ὁ ὁποῖος θέλει ἀναγνώσει ταύτας, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἐκτέλεσις τῆς ἀναιρετικῆς ἀποφάσεως, τῆς ἐκδοθείσης τῷ 1877, πρωθυπουργοῦντος τοῦ Ζαΐμη. Βʹ. Ὅτι ἀπεδείχθη διὰ τῶν ἐγγράφων τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ σεβαστοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶναι δὲ καὶ γνωστὸν πᾶσιν ἡμῖν, (ὁ κ. Βουλπιώτης π. χ. ὅταν τὸν παρεκάλουν νὰ ἐκδώσῃ ἔγγραφον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως αἰτήσωμεν τὰς πληροφορίας ἐκείνας, μοὶ εἶπεν ὅτι εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν πάντες) ὡς λοιπὸν καὶ πάντες γνωρίζομεν, πλὴν τοῦ κ. Παλαμίδου, μαθόντος τοῦτο ἀπὸ τὸν ἀποθανόντα Ἀραβαντινὸν, οὐδεὶς Ἀρειοπαγίτης διωρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, οἱ δὲ διορισθέντες διωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Ζαΐμη τῷ 1877. Γʹ. Ὅτι καὶ τὰ περὶ προσημειώσεως, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν χωρὶς νὰ ἔχωσι καμμίαν σχέσιν, πρῶτον μὲν καὶ κυρίως συνέβησαν κατ’ ἐποχὴν, καθ’ ἣν δὲν ἦτο ἐν τοῖς πράγμασιν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἔπειτα δὲ καὶ οὐσιαστικῶς κατὰ τὰς ὁμοφώνους πληροφορίας ἐντίμων δικηγόρων, ἐν οἷς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡμῶν συνάδελφος κ. Ἀντωνόπουλος, δὲν εἶναι ἀληθῆ παντάπασι. Δὲν ἐγένετο βραδύτερον ἡ κατάσχεσις τοῦ ἐγγράφου, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀναβολῆς τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος τοῦ ὑποθηκοφύλακος, ἀλλ’ ἐγένετο αὕτη αὐθημερὸν, καθ’ ἣν ἡμέραν παρουσιάσθη ἡ αἴτησις τῆς προσημειώσεως. Ποιοῦμαι δὲ ἀνάμνησιν τῆς οὐσίας, διότι ὁ κ. Παλαμίδης εἶπεν, ὡς ὑποθέτω, τοῦτο ὡς δυνάμενον, κατ’ αὐτὸν, νὰ ἔχῃ πλαγίαν τινὰ ἔννοιαν, τὴν ἑξῆς: Ὁ Παγώνης, ἐπειδὴ ἦτο προστατευόμενος τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτοῦ, ἀνέβαλε δῆθεν τὴν καταχώρισιν τῆς προσημειώσεως, διὰ νὰ τοῖς δώσῃ καιρὸν νὰ ἐνεργήσωσι τὴν κατάσχεσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, εἶπε, μίαν ἢ δύω ἡμέρας μετὰ ταῦτα.
§79ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὑποθηκοφύλακος καὶ εὑρίσκομαι σύμφωνος μὲ τοὺς ἐξετασθέντας μάρτυρας, αἱ καταθέσεις τῶν ὁποίων βεβαιοῦσι ταῦτα. Ἐγὼ πάντοτε δὲν εἶπον ἢ ὅ,τι εἶναι σωστόν.
§80ΝΟΤΑΡΑΣ. Περὶ τούτου εἴμεθα ἡμεῖς βέβαιοι, λυποῦμαι μάλιστα, ὅτι δὲν ἐβεβαιώθη καὶ ἡ Βουλὴ ἀκόμη!!
§81ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εὕρω τὴν κατάθεσιν.
§82ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ κατάσχεσις ἐγένετο αὐθημερόν.
§83ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶναι περιττὸν νὰ ἀναγνώσωμεν τὴν κατάθεσιν, διότι περὶ τούτου πρόκειται· ἄλλως, οὐδεμίαν θὰ εἶχεν ἔννοιαν ἡ ἀναβολὴ τῆς ὑπογραφῆς, ἂν τῳόντι ἐγένετο· ὥστε καὶ τοῦτο, βλέπετε, δὲν εἶναι σωστόν. Προσθέτω ἀκόμη, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων, Ἀντωνοπούλου, Βαρβάτη καὶ Παγώνη, ἀνέφερε κἂν τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἢ Πεῤῥωτοῦ σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς πρόκειται.
§84ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Αὐτὰ μᾶς τὰ εἴπατε, τί τὰ ἐπαναλαμβάνετε!
§85ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνακεφαλαιώνω, κ. Στεφανίδη. Εἶσθε δικαστικὸς, γνωρίζετε τί σημαίνει καὶ εἰς τί χρησιμεύει ἡ ἀνακεφαλαίωσις, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ πιστεύω, ὅτι εἶσθε καὶ εὐσυνείδητος. Πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, θίγοντος τὰ τιμαλφέστατα δικαιώματα τῶν ἀτόμων. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομονὴν καὶ νὰ δίδητε πολλὴν προσοχήν.
§86ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἔχομεν πολλὴν ἀκριβῶς διὰ τοῦτο.
§87ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνακεφαλαιῶ δὲ μόνον, ὅσα, καίτοι μὴ ἀναγόμενα εἰς τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, ὑπὸ οἱανδήποτε ἐμφάνισιν αὐτῆς, ἑπομένως οὔτε εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς, ἔχουσιν ὅμως σχέσιν τινὰ πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἅπτονται ὁπωσδήποτε τῶν ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ὑπολήψεως ἡμῶν καὶ τοῦ ἔθνους. Δʹ. Ὡς πρὸς τὰ τῆς φυλακίσεως τοῦ Τοσίτσα, ἅπερ ἐπίσης δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν τινὰ πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν, διὰ νὰ γείνῃ ὁ ὑπαινιγμὸς, ὅτι, χάρις τῷ κ. Κουμουνδούρῳ, ὁ Τοσίτσας, καί τοι προσωποκρατούμενος, ἐξήρχετο τῆς φυλακῆς, ὑπενθυμίζω ὑμῖν, ὅτι καὶ ταῦτα ἀνῃρέθησαν ὑπό τε τοῦ Τοσίτσα, ὑπὸ τῶν δύω δικηγόρων αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ στενοῦ του φίλου κ. Πιττάκη. Τούτων οὕτως ἐχόντων, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι πᾶσα περαιτέρω ἐξέτασις, ἐν ᾧ δὲν εἶναι ποσῶς ἀναγκαία, δὲν ἐπιτρέπεται ἡμῖν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡμῖν, διότι οὐδὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἀφορῶν εἰς ἐνέργειαν οἱανδήποτε, ἔστω καὶ ἔμμεσον ὑπουργοῦ. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡμῖν, διότι, ἐὰν ἡ ἀνάμιξις ὑπουργοῦ εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης δύναται νὰ ἐξετασθῇ παρ’ ἡμῶν, αὕτη προϋποθέτει τὴν παράβασιν τοῦ καθήκοντος ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν καὶ ὠθεῖ ἡμᾶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δικαστῶν τούτων καὶ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν. Δὲν ἐπιτρέπεται ἡμῖν, ἢ μᾶλλον ἄγει ἡμᾶς εἰς κινδύνους, ὡς παρέστησα τῇ Ἐπιτροπῇ· διότι, ἐὰν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπευθυνθῶμεν εἰς τοὺς δικαστὰς, τοὺς λαβόντας μέρος εἰς τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν, ποῦ θέλομεν ἀπευθυνθῆ; θέλομεν συλλέξει τὰς πληροφορίας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν περὶ τούτου δύνανται νὰ γινώσκωσιν, οὐδὲν ἀπολύτως. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸν κίνδυνον, εἰς τὸν ὁποῖον δύναται νὰ παρατρέψῃ καὶ ἡμᾶς καὶ τὴν Βουλὴν μία τοιαύτη ἐνέργεια, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπηύθυνεν, ἀντιτείνοντος ἐμοῦ, εἰς ἕνα τῶν ἐξετασθέντων δικηγόρων, τὸν κ. Βαρβάτην. Ὁ κ. Βαρβάτης ἐξητάζετο σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τῆς προσημειώσεως, διότι περὶ αὐτῆς μόνον γνωρίζει· ἀλλ’ ὅταν ἐτελείωσε τὰ περὶ τούτου, τῷ ἀπευθύνθη πρῶτον μὲν ἐρώτησις περὶ τοῦ τί γνωρίζει ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τοῦ Πεῤῥωτοῦ μετὰ τοῦ Τοσίτσα, ὁ δὲ κ. Βαρβάτης ἀπήντησεν ἐκ πληροφοριῶν τοῦ Τοσίτσα, ἑπομένως οὐδὲν ἐγίνωσκε περὶ τούτου οἴκοθεν, ἀλλ’ εὐθὺς μετὰ τοῦτο ἀντιτείνοντος, ἐπαναλαμβάνω, ἐμοῦ....
§88ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Διετυπώσατε τὴν ἀντίταξίν σας αὐτήν; Δὲν ἐνθυμοῦμαι περὶ ταύτης.
§89ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντέτεινα· μάλιστα τὸ ἐνθυμοῦνται πάντες οἱ λοιποὶ συνάδελφοι, εἶναι δὲ καὶ κατακεχωρισμένη ἡ ἀντίῤῥησίς μου ἐν τῷ πρακτικῷ. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε καὶ κανὲν συμφέρον ν’ ἀμφισβητῆτε τοῦτο, διότι οὔτε ἐλαττοῖ, οὔτε αὐξάνει τὸ ἐπικίνδυνον τῆς τοιαύτης ἐρωτήσεως· ἐν τούτοις δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι, ὅταν ἐζήτουν τὴν ἐξέτασιν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι εὗρον παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς δυσκολίας.
§90ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐφέρομεν δυσκολίαν· ἐγὼ μόνον εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἀκόμη καιρός.
§91ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ παρέστησα, ὅτι ἀμέσως, μετὰ τὸν κ. Καλλιγᾶν, ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ ἐξετασθῇ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὑμεῖς λέγετε, ὅτι ἀντελέξατε ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῆς προσκλήσεως. Δὲν εἶναι τοῦτο δυσκολία;
§92ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καὶ τοῦτο μετὰ μεγάλης εὐκολίας ἐδέχθη ἡ Ἐπιτροπή.
§93ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ τοσοῦτον ἐπικίνδυνον, ὥστε νὰ δύναται νὰ ὠθήσῃ ἡμᾶς, ὅπως ἐν τῷ πρακτικῷ τῷ κατατεθέντι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ὑπ’ ἐμοῦ ὑπογεγραμμένῳ ἀνέφερον, ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα. Σημειώσατε, ὅτι ὁ ἐρωτώμενος εἶναι δικηγόρος, ὅσοι δὲ ἔχετε τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκητε εἰς τὸν ἔντιμον τοῦτον σύλλογον, γινώσκετε εἰς ποίαν πολλάκις θέσιν, ἀπέναντι τῶν προσώπων τῶν δικαστῶν, ἢ ἀπέναντι ὁλοκλήρων δικαστηρίων δύνανται νὰ περιέλθωσιν οἱ δικηγόροι. Ἠρωτήθη λοιπὸν ὁ κ. Βαρβάτης: «Γνωρίζετε ἐὰν εἰς τὴν ὑπόθεσιν Δ. Τοσίτσα μετὰ τῶν ἐκ διαθήκης κληρονόμων τῆς Ἑλένης Τοσίτσα ἐγένετο παρὰ τῶν πολιτευομένων καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὡς ὑπουργοῦ, μεσολάβησις ἢ ἐνέργειά τις ὑπὲρ τοῦ Δημητρίου Τοσίτσα, ἢ ἂν ἐδόθη ὑπόσχεσις τοιαύτης ἐνεργείας καὶ ἂν ἐδόθη ἀντάλλαγμα τῆς ἐνεργείας ἢ τῆς ὑποσχέσεως ταύτης, εἴτε εἰς τὸν Κουμουνδοῦρον ἀμέσως, εἴτε εἰς τὸν Πεῤῥωτήν;» Ὁ κ. Βαρβάτης ἀπήντησε, διαμαρτυρόμενος κατὰ πάσης τοιαύτης ἀναμίξεως, καὶ θέλω σᾶς ἀναγνώσει τὸ μέρος τοῦτο τῆς καταθέσεώς του. Εἶναι σύντομον. «Μεσολάβησις οὐδεμία ὑπῆρξεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀναιρέσας τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίας, διὰ τῆς ὁποίας, μετὰ τὴν δόσιν ὅρκου, ἐπιβληθέντος εἰς τοὺς ἀντιδίκους τοῦ Τοσίτσα, ἀπεῤῥίπτετο ἡ ἀγωγὴ αὐτοῦ, συνεμορφώθη μὲ τὸν νόμον καὶ δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ πράξῃ. Δικάσας δὲ κατ’ οὐσίαν, ὑπεχρέωσε τὸν Δ. Τοσίτσαν ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ υἱοθετήριον ἔγγραφον τοῦ ἀδελφοῦ του, συντεταγμένον ὅπως ἦτο, ἐθεωρεῖτο ἐν Τουρκίᾳ δημόσιον ἔγγραφον. Τοῦτο δὲ ἔπρεπε τὰ κατώτερα δικαστήρια νὰ πράξωσι, διότι ἦτο ἰσχυρισμός, ὁ ὁποῖος ἀπέβλεπεν εἰς τὴν νομιμοποίησιν τῆς παραστάσεώς του. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι οὔτε μεσολάβησις, οὔτε ἐπηρεασμός τις ὑπῆρξεν εἰς τὴν δικαιοσύνην παρ’ οὐδενός. Ἂν ἐδόθη ὑπόσχεσις τοιαύτης ἐνεργείας, δὲν γνωρίζω, ὁ δὲ πελάτης μου Δ. Τοσίτσας δὲν μοὶ εἶπε ποτὲ τοιοῦτόν τι. Ἀπεναντίας μάλιστα, ἤκουσα τὸν Τοσίτσαν λέγοντα, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ δικαία καὶ νόμιμος εἶναι.»
§94ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐν τούτοις ὁ ἴδιος κ. Βαρβάτης, παρόντος τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ τοῦ ὑπουργοῦ κ. Ῥούφου, εἶπεν ὅτι ἐγένετο ἀνάμιξις.
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἰδοὺ ὁ κ. Βαρβάτης, τί λέγει ὁ ἴδιος, ἡ κατάθεσίς του ἀνεγνώσθη.
§96ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι, ὅπως πεποιθότως ἐγὼ φρονῶ, δὲν εἴχομεν δικαίωμα τοιούτων ἐξετάσεων, ἑπομένως, ὅτι δὲν ἔχομεν οὔτε λόγον ὑπάρξεως ὡς Ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, διὰ ν’ ἀποδείξω προσέτι, ὅτι αἱ ἐνεργηθεῖσαι ἐξετάσεις κατέδειξαν τὴν αἴτησιν περὶ τῆς συστάσεως Ἐπιτροπῆς ὅλως ἀνυποστήρικτον, ἐθεώρησα καθῆκόν μου (καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλή, ἀποδεχομένη τὴν γνώμην ταύτην, δὲν πρέπει νὰ ἀφήσῃ πλειότερον ἐκτεθειμένην εἰς τὴν καταλαλιὰν καὶ εἰς τὴν συκοφαντίαν τὴν ὑπόληψιν ἀνδρὸς οἷος ὁ κ. Κουμουνδοῦρος), ἐθεώρησα, λέγω, καθῆκον νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ μέχρι τοῦδε πεπραγμένα. Πέποιθα δὲ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πράττων τοῦτο, οὐδαμῶς βλάπτω τὴν ὑπόθεσιν, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσει τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐξετάσεως. Ἀπεναντίας, διὰ τῶν μέχρι τοῦδε ἀνακοινωθέντων βλάπτω μᾶλλον τοὺς καθ’ ὧν τὰ βέλη, καθόσον οἱ λαβόντες τούτων γνῶσιν καὶ εἴτε τυχὸν γνωρίζοντες, εἴτε τυχὸν πλάττοντες, δύνανται νὰ εἴπωσιν ὅ,τι γνωρίζουσιν ἢ νὰ προπαρασκευάσωσιν ὅ,τι δυνηθῶσι νὰ πλάσωσιν. Ἤθελα ν’ ἀποδείξω, ὅτι πᾶσα περαιτέρω ἐξέτασις ἐκτρέπει ἡμᾶς εἰς τὸν κίνδυνον τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰ τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, ἐνῷ συγχρόνως εἰσάγει ἡμᾶς εὐθὺς εἰς τὸ ἄσυλον τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Προχθὲς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπαντῶν εἰς ὕβριν τινὰ, ἀγνοῶ πόθεν ἐκσφενδονισθεῖσαν, ἔκρινε καλὸν νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ Ἔθνος ὡς καὶ αὐτὰ τὰ τῆς ἰδιοκτησίας του καὶ τῆς οἰκονομικῆς του καταστάσεως. Πέποιθα δὲ, ὅτι καὶ ἐπὶ τούτων ἐπιθυμεῖ νὰ γείνῃ οἱαδήποτε καὶ ὁσονδήποτε εὐρεῖα ἐξέτασις, χωρὶς νὰ ἔχῃ τίποτε νὰ φοβηθῇ. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ μόνον δὲν θέλω ἀντιλέξει εἰς τὸ νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία. Θέλω ὑποταχθῆ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας, θέλω ἐξακολουθήσει συμπράττων μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ θέλω τὸ πράξει διαμαρτυρόμενος. Φρονῶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσπηδᾷ οὕτω εἰς τὰ ὅρια ἑτέρας ἀνεξαρτήτου Ἐξουσίας, φρονῶ, ὅτι εἰσέρχεται οὕτω εἰς τὰ ἄδυτα τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Ἂν δὲ, καί περ τοιαῦτα φρονῶν, ὑποκύπτω, τὸ πράττω τοῦτο οὐχὶ διότι ὑπάρχει ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς ἐν ἐμοὶ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ὅλως ἀναρμοδία, ἀλλὰ διότι δὲν θέλω νὰ ὑπάρξῃ ἔστω καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια, ὅτι ἐπιζητεῖται ἡ συγκάλυψις οἱουδήποτε πράγματος, καὶ διότι ἐπιθυμῶ νὰ φιμωθῶσι, πιστεύω δὲ ἀδιστάκτως, ὅτι θὰ φιμωθῶσι, τὰ στόματα τῶν συκοφαντούντων.
§97ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὀφείλομεν ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸ μέλος τῆς μειονοψηφίας, τὸν κ. Ζηνόπουλον, ὀφείλομεν δ’ ἐπίσης ν’ ἀπαντήσωμεν καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρον, ὅστις καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦ τύπου ἀποκαλεῖ καὶ τὸν εἰσηγητὴν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Βελεντζιακῶν, καὶ ἐμὲ ὡς εἰσηγητὴν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν Ἀδαμῶν διὰ τοῦ χθεσινοῦ «Ἐθνικοῦ Πνεύματος» συκοφάντας. Καὶ ἐρωτῶ τὸν βουλευτὴν Μεσσήνης, ἡμεῖς συκοφαντοῦμεν αὐτὸν, ἢ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ταμείου Θηβῶν; ἢ τὸ ἄνευ νομίμου αἰτίας περιελθὸν αὐτῷ κτῆμα τῶν Ἀδαμῶν;
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ. Τί σχέσιν ἔχει τὸ ἓν μὲ τὸ ἄλλο;
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§100ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡμεῖς συκοφαντοῦμεν ἢ ἐκεῖνοι μεθ’ ὧν καθ’ ὅλον τὸν βίον του συνειργάζετο ὁ κ. Κουμουνδοῦρος; Ὁ κ. Ζηνόπουλος μέλος τῆς μειοψηφίας, νομίζομεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ συζητήσῃ καὶ ἐξετάσῃ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶχεν ἐκπαιραιώσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς. Ὤφειλε νὰ σεβασθῇ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, ὤφειλε νὰ μὴ ἀποκαλύψῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅ,τι ἐγένετο καὶ ὅ,τι κατετέθη ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὁ κ. Ζηνόπουλος παρέλειψε τὸ καθῆκον τοῦτο, δὲν ἐσεβάσθη τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, δὲν ἐσεβάσθη ἑαυτὸν, δὲν ἐσεβάσθη καθῆκον ἱερὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ μὴ ἀποκαλύψῃ πράγματα καὶ γεγονότα πρὶν ἢ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὑτῆς, καὶ ὁ εἰσηγητὴς συντάξῃ τὴν ἐπὶ τῶν γεγονότων ἔκθεσίν του· ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ζηνόπουλος ὡς μέλος τῆς μειονοψηφίας παρέβη τὸ καθῆκόν του καὶ ἐξέθηκεν ἐν οὐ δέοντι τὰ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς κατατεθέντα, παραμορφώσας αὐτὰ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ ἄκων, ὅπως μὴ δηλητηριάζεται ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ὅπως μὴ ὑποθέσῃ τις, ὅτι πνεῦμα πλάγιον ὠθεῖ τινα, νὰ ἐκθέσω ἐν συντόμῳ τὰ ἐνώπιον τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς κατατεθέντα καὶ ἀποκαλύψω τὰ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης μυστήρια. Κατὰ τὸ 1866 ἀπεβίωσεν ἡ χήρα Τοσίτσα. Κληρονόμοι αὐτῆς ἐκ διαθήκης ἦσαν ὁ Μιχαὴλ καὶ Ἀναστάσιος Τοσίτσας. Κατὰ τῶν κληρονόμων τούτων ἤγειρεν ἀγωγὴν ὁ Στέργιος Τοσίτσας, ὡς θετὸς υἱὸς τῆς ἀποβιωσάσης Ἑλένης Τοσίτσα. Ἅμα τῇ ἐγέρσει τῆς ἀγωγῆς ταύτης ὁ ἀποβιώσας Πεῤῥωτὴς ἦλθεν εἰς σχέσεις μετ’ αὐτοῦ καὶ ἠξίου δυνάμει τῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέσεώς του καὶ ὡς συγγενὴς τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ κ. Κουμουνδούρου νὰ λάβῃ μερίδιον ἀπὸ τὴν περιουσίαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν διεξεδίκει ὁ Στέργιος Τοσίτσας, ὡς θετὸς υἱὸς τῆς ἀποβιωσάσης Ἑλένης χήρας Τοσίτσα. Ἑπομένως κατὰ τὸ 1870, πιεζομένου τοῦ Τοσίτσα ἐκ μέρους τοῦ Πεῤῥωτοῦ, κατέχοντος ἐπίσημον θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καθὸ πενθεροῦ τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ, συντάσσονται ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχητε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε, ὅπως εἴχατε τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε καὶ τὰς καταθέσεις, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ἀξιότιμον μέλος τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Ζηνόπουλος. Ἰδοὺ ποῖα ἔγγραφα συνετάσσοντο κατὰ τὴν 18 Ἰανουαρίου τοῦ 1870.
§101ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μεταξὺ τίνων;
§102ΦΩΤΗΛΑΣ. Μεταξὺ τοῦ Στεργίου Τοσίτσα καὶ τοῦ Πεῤῥωτοῦ.
§103ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶναι ὑπογεγραμμένα ταῦτα παρὰ τοῦ Πεῤῥωτοῦ;
§104ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἰδοὺ, ἀναγινώσκω αὐτά. «Ἔλαβον ὁ ὑποφαινόμενος παρὰ τοῦ Γεωργίου Πεῤῥωτοῦ δρ. 100,000 λόγῳ δανείου, τὰς ὁποίας ὑπόσχομαι ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτὸν ἢ εἰς τὴν διαταγὴν αὐτοῦ 12% κατ’ ἔτος ἀπὸ τῆς σήμερον, ὑπὸ τὴν αἵρεσιν, ἐάν μοι ἐπιδικασθῇ τελεσιδίκως καὶ ἀμετακλήτως ἡ διὰ τῆς ἀπὸ 29 Αὐγούστου 1866 ἀγωγῆς μου κατὰ τῶν ἐκ διαθήκης κληρονόμων τῆς Ἑλένης Μ. Τοσίτσα ζητουμένη κληρονομία αὐτῆς καὶ ἅμα λάβω αὐτήν. Ἐὰν ἡ ἀγωγή μου ἐπιδικασθῇ ἐν μέρει, θέλω τῷ ἀποδώσει ἀνάλογον τοῦ μέρους τούτου ποσὸν, λ. χ. ἐάν μοι ἐπιδικασθῇ τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τέταρτον τῆς ζητουμένης κληρονομικῆς περιουσίας, θέλω ἀποδώσει τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τέταρτον τῆς ἀνωτέρω ληφθείσης ποσότητος. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 18 Ἰανουαρίου 1870. «Σ. Τοσίτσας». Καὶ ἂν ὑπῆρχε τὸ ἔγγραφον τοῦτο μόνον, κύριοι βουλευταὶ, ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ δὲν ἤθελε προβῆ εἰς περαιτέρω ἐξετάσεις, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ διὰ τὸν πρώην πρωθυπουργὸν κ. Κουμουνδοῦρον ὑπάρχουσι καὶ ἕτερα ἔγγραφα πρὸς αὐτὸν τὸν πρωθυπουργὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὧν ἡ γνησιότης δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, ὡς κατωτέρω ῥηθήσεται. Ἰδοὺ αὐτά. «Ἔλαβον ὁ ὑποφαινόμενος παρὰ τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου δραχ. 10,000 λόγῳ δανείου, τὰς ὁποίας ὑπόσχομαι ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτὸν, ἢ εἰς τὴν διαταγὴν αὐτοῦ, μετὰ τοῦ τόκου αὐτῶν 12% κατ’ ἔτος ἀπὸ τῆς σήμερον, ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ἐάν μοι ἐπιδικασθῇ τελεσιδίκως καὶ ἀμετακλήτως ἡ διὰ τῆς ἀπὸ 29 Αὐγούστου 1866 ἀγωγῆς μου κατὰ τῶν ἐκ διαθήκης κληρονόμων τῆς Ἑλένης Μ. Τοσίτσα ζητουμένη κληρονομία αὐτῆς, καὶ ἅμα λάβω αὐτήν. Ἐὰν ἡ ἀγωγή μου ἐπιδικασθῇ ἐν μέρει, θέλω τοῦ ἀποδώσει ἀνάλογον τοῦ μέρους τούτου ποσόν. λ. χ. Ἐάν μοι ἐπιδικασθῇ τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τέταρτον τῆς ζητουμένης κληρονομικῆς περιουσίας, θέλω ἀποδώσει τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τέταρτον τῆς ἄνω ληφθείσης ποσότητος. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 25ην Ἰανουαρίου 1870. Σ. Τοσίτσας», καὶ παρακατιόν. «Ἔλαβον ὁ ὑποφαινόμενος παρὰ τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου δραχ. πέντε χιλιάδας, ἀριθ. 5,000, λόγῳ δανείου, τὰς ὁποίας ὑπόσχομαι ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτὸν ἢ εἰς τὴν διαταγὴν αὐτοῦ μετὰ τοῦ τόκου 12% κατ’ ἔτος ἀπὸ τῆς σήμερον, ὑπὸ τὴν αἵρεσιν, ἐάν μοι ἐπιδικασθῇ τελεσιδίκως καὶ ἀμετακλήτως ἡ διὰ τῆς ἀπὸ 29 Αὐγούστου 1869 ἀγωγῆς μου κατὰ τῶν ἐκ διαθήκης κληρονόμων τῆς Ἑλένης Μ. Τοσίτσα ζητουμένη κληρονομία αὕτη, καὶ ἅμα λάβω αὐτήν. Ἐὰν ἡ ἀγωγή μου ἐπιδικασθῇ ἐν μέρει, θέλω τοῦ ἀποδώσει ἀνάλογον τοῦ μέρους τούτου ποσόν. λ. χ. Ἐάν μοι ἐπιδικασθῇ τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τέταρτον τῆς ζητουμένης κληρονομικῆς περιουσίας, θέλω ἀποδώσει τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τέταρτον τῆς ἄνω ληφθείσης ποσότητος. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 25 Ἰανουαρίου 1870. Σ. Τοσίτζας». «Ἔλαβον ὁ ὑποφαινόμενος παρὰ τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου δραχ. εἴκοσι χιλιάδας, ἀριθ. 20,000, τὰς ὁποίας ὑπόσχομαι ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτὸν ἢ εἰς τὴν διαταγὴν αὐτοῦ μετὰ τοῦ τόκου 12% κατ’ ἔτος ἀπὸ τῆς σήμερον ὑπὸ τὴν αἵρεσιν, ἐάν μοι ἐπιδικασθῇ τελεσιδίκως κτλ. Σ. Τοσίτσας». Ἐγείρεται ἤδη, κύριοι βουλευταὶ, τὸ ζήτημα, ἐὰν τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἦναι γνήσια, ἦναι ἀληθῆ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία καὶ περὶ τῆς γνησιότητος τῶν ἐγγράφων, καὶ ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐδόθησαν παρὰ τοῦ Τοσίτσα ὡς ὀφειλέτου πρὸς τοὺς ἀναφερομένους ἐν αὐτοῖς δανειστάς.
§105ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ποία ἡ ἀπόδειξις; (Θόρυβος).
§106ΦΩΤΗΛΑΣ. Ποία ἡ ἀπόδειξις; δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία· διότι μετὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὑπάρχει ἕτερον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησε τοῦτο, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἄνω προϋπαρξάντων ἐγγράφων, δὲν δύναται δὲ νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, διότι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἔχουσι βεβαίαν χρονολογίαν, ὡς ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ Στεργίου Τοσίτσα, συμβάντος κατὰ τὸ 1874, καὶ οὐχὶ νομικὸς, ἀλλ’ οὔτε λογικὸς ἄνθρωπος δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν γνησιότητα αὐτῶν, οὐδὲ νὰ ὑποθέσῃ τις δύναται, ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων ἐδημιουργήθησαν, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1874, ὅτε ἀπεβίωσεν ὁ Σ. Τοσίτσας, οὔτε ἔρις μεταξὺ Τοσίτσα καὶ Κουμουνδούρου καὶ Πεῤῥωτοῦ ὑπῆρχε περὶ τῶν ἀμοιβαίων ὑποχρεώσεων καὶ δικαιωμάτων, οὔτε λόγος, ὅπως ταῦτα δημιουργηθῶσι πρὸ τοῦ θανάτου τοῦ Σ. Τοσίτσα. Ἔχουν δὲ γραφῆ τὰ ἄνω ἔγγραφα παρὰ τοῦ Στεργίου, ὅστις θὰ ἦτο τρελλὸς, ἐὰν ὑπέγραφεν ἄνευ λόγου καὶ διὰ τὸ γραφεῖόν του μόνον ἔγγραφα χρεωστικὰ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀποκτήσεως τῆς κληρονομίας καὶ πρὸς τὸν Πεῤῥωτὴν καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσσήνης τὸν κ. Κουμουνδοῦρον.
§107ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διαβάσατε καὶ τὸ πρακτικόν.
§108ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀμέσως ἀναγινώσκω καὶ τὸ πρακτικόν.
§109ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Φωτήλα, ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἰπῆτε πῶς εὑρέθησαν εἰς χεῖρας τοῦ Τοσίτσα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα;
§110ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀμέσως νὰ σᾶς τὸ εἴπω.
§111ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Φωτήλα, δὲν μὲ λέγετε, σᾶς παρακαλῶ......
§112ΤΙΝΕΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε. (Θόρυβος).
§113ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τὶ θὰ σᾶς ἐρωτήσω. Εἴπατε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, δηλαδὴ τοῦ χρέους;
§114ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐκ τῆς ἀλληλουχίας θὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους. Ἰδοὺ τὸ πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον θέλει ὁ κ. Ζηνόπουλος. «Βεβαιοῦμεν, ὅτι τὰ ἀνωτέρω εἰσὶν ἀντίγραφα ἐγγράφων, παρουσιασθέντων ἡμῖν ἐν πρωτοτύπῳ παρὰ τοῦ Δ. Τοσίτσα. Παρατηροῦμεν, ὅτι τὰ ἔγγραφα εἰσὶν ἔντυπα πλὴν τῶν ὀνομάτων τῶν δανειστῶν, τοῦ ποσοῦ τοῦ χρέους ὁλογράφως καὶ ἀριθμητικῶς, τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἀντιδίκων, τῆς χρονολογίας καὶ τῆς ὑπογραφῆς, φαίνονται δὲ ἀπεσπασμένα ἐκ διπλοτύπου, τοῦ ὁποίου ὁ μάρτυς ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ τὸ στέλεχος, ἐὰν τὸ εὕρῃ. Ἐν Ἀθήναις, 28 Ἀπριλίου 1882. Δ. Βουλπιώτης, Γ. Ζηνόπουλος, Δ. Ζάνες, Ν. Λεβίδης». Αὐτὸ εἶναι τὸ πρακτικὸν τῆς καταθέσεως. (Θόρυβος).
§115ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγεινε πρακτικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου χαρακτηρίζονται τὰ ἔγγραφα.
§116ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἔγεινεν οὐδὲν ἄλλο πρακτικόν.
§117ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γεγραμμένον μὲ τὴν χεῖρα τοῦ προέδρου κ. Βουλπιώτου.
§118ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν βλέπω τοιοῦτον ἐδῶ.
§119ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. ..... (Θόρυβος).
§120ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ὅπερ ἀνέγνων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔκαμε μακρὸν λόγον περὶ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω δύω λέξεις. Εἶναι ἀληθέστατον, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι ἔντυπα, ἐκτὸς τοῦ ὀνόματος τοῦ δανειστοῦ, τοῦ ποσοῦ τοῦ χρέους, τῆς χρονολογίας, ἅτινα πάντα εἶναι διὰ τῆς χειρὸς καὶ ὑπογραφῆς τοῦ ἀποβιώσαντος Σ. Τοσίτσα, δὲν δύναται δὲ νὰ ἐγερθῇ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς περὶ τῆς γνησιότητος τῶν ἐγγράφων τούτων, διότι αὐτὰ ἔχουσι βεβαίαν χρονολογίαν ὡς ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ Σ. Τοσίτσα. (Θόρυβος).
§121ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί εἶναι εἰς χεῖράς του;
§122ΦΩΤΗΛΑΣ. Τώρα θὰ τὸ εἴπω. Προχωρούσης τῆς δίκης, φαίνεται, ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτὴς ἐσκέπτετο... (Θόρυβος).
§123ΤΙΝΕΣ. Δὲν θέλομεν κρίσεις, τὰς καταθέσεις.
§124ΦΩΤΗΛΑΣ. Λοιπὸν ἐσκέφθη, ὅτι, ἐὰν διὰ τῶν ἐγγράφων τούτων ἤθελεν ἐπιδιώξει ἀπαιτήσεις, πρῶτον μὲν ἤθελεν ἐξευτελισθῆ καὶ αὐτὸς ὁ Πεῤῥωτὴς καὶ πᾶς ἄλλος δικαιούμενος διὰ τῶν ἐγγράφων τούτων νὰ λάβῃ, ἔτι δὲ μᾶλλον ὁ πρώην πρωθυπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος, δεύτερον δὲ ἤθελεν ἀποτύχει ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, διότι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐκ πρώτης ὄψεως ἤθελον φανῆ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὡς μὴ περιέχοντα ἀληθῆ, ἀλλ’ ἀθέμιτον αἰτίαν, καθόσον οὐδεὶς δανείζει ποσὰ δραχμῶν 100,000 καὶ ἄλλα, ὑπὸ τὸν ὅρον ἐκβάσεως δικῶν ἀνυποστάτων καὶ ἀπηλπισμένων, καὶ ἅτινα ποσὰ χαρίζει ἐν ἀποτυχίᾳ τῶν δικῶν, καὶ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ συντάξῃ ἀντὶ τῶν ἐγγράφων τούτων, ἐπιστραφέντων πρὸς τὸν κ. Τοσίτσαν, ἄλλο ἔγγραφον, ἐν ᾧ φαίνεται ἄλλη αἰτία χρέους. Καὶ ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ πάλιν ἀναφέρεται αἰτία χρέους ψευδής. (Θόρυβος) Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Τοσίτσα, ἐκ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται ὅ,τι λέγω. (Θόρυβος)
§125ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Δηλώσατε, ὅτι δὲν δέχεσθε διακοπάς.
§126ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον προσέξατε εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῶν καταθέσεων.
§127ΦΩΤΗΛΑΣ. Μάλιστα, ἐὰν μὲ ἴδητε μὴ ἀκριβῶς ἐκθέτοντα, τότε δύνασθε νὰ μὲ διακόψητε. — Διηγεῖται λοιπὸν ὁ μάρτυς Δημ. Τοσίτσας, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀπεδόθησαν εἰς τὸν ἀδελφόν του, καὶ ὅτι ἀντὶ αὐτῶν συνετάχθη ἕτερον ἔγγραφον, τὸ ἔγγραφον τῆς 10 Ἰανουαρίου, φρονῶ, 1872.
§128ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τί νὰ ἦναι ἀμεταχείριστον;
§129ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ ἔγγραφον τῆς 10 Ἰανουαρίου 1872, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπιστρέφονται, ὡς λέγει ὁ Δημ. Τοσίτσας, τὰ προγενέστερα ἔγγραφα, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀναδέχεται ἑτέραν ὀφειλὴν ὁ Στέργιος Τοσίτσας, ἀναφέρει ἄλλην αἰτίαν χρέους ἐπίσης ψευδῆ καὶ ἀνύπαρκτον τὴν ἑξῆς: «Ὁ Γεώργιος Πεῤῥωτὴς ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ, συντεταγμένῳ εἰς διπλοῦν ἀναφέρεται, ὅτι εἶχε δανείσει ἐκ δοσοληψιῶν Α. Καραμίχαν τινὰ θεῖον τοῦ ἀποβιώσαντος Στερ. Τοσίτσα, 25,000 δραχμῶν καὶ ὅτι κατὰ τὰς 24 Μαΐου 1866 ὁ Στέργιος Τοσίτσας ἀντὶ τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης κατ’ Ἀναστ. Καραμίχου, κληρονομηθέντος δῆθεν παρὰ τοῦ Στεργίου Τοσίτσα, ἐκχωρεῖ πρὸς αὐτὸν τὸ ἓν ἕκτον τῆς διεκδικουμένης κληρονομίας κατὰ τῶν ἐκ διαθήκης ἀληθῶν κληρονόμων τῆς Ἑλένης Τοσίτσα· ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν ἡ δίκη τῆς διεκδικουμένης κληρονομίας ἀποβῇ κατὰ τοῦ Σ. Τοσίτσα, ὁ Πεῤῥωτὴς εἶχε τὴν γενναιότητα νὰ παραιτῆται πάσης ἀξιώσεως τῆς ἀπαιτήσεώς του τῶν 25,000 δραχμῶν κατὰ τοῦ Στερ. Τοσίτσα ὡς κληρονόμου δῆθεν τοῦ Καραμίχου, ἔθεντο δ’ ἐπὶ τέλους ἀμφότεροι οἱ συμβαλλόμενοι ὅ τε Πεῤῥωτὴς, καὶ Στέργιος Τοσίτσας ποινικὴν ρήτραν δραχμῶν 100,000 διὰ πᾶσαν παράβασιν τῶν συντεθειμένων, ἤτοι διὰ τὴν μὴ ἀπόδοσιν τοῦ ἑνὸς ἕκτου τῆς κληρονομίας ἢ ποσοστοῦ μέρους κατ’ ἀναλογίαν τοῦ κέρδους τῆς κληρονομίας.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἰδιωτικὸν εἶναι;
§131ΦΩΤΗΛΑΣ. Μάλιστα, ἠκούσατε, ὅτι εἶναι ἰδιωτικὸν, συντεταγμένον εἰς διπλοῦν, φέρει δὲ τὰς ὑπογραφὰς Στέργιος Τοσίτσας καὶ Γεώργιος Πεῤῥωτής. Ὁ κ. Δημ. Τοσίτσας ἀφηγεῖται τὰ περὶ τῆς συντάξεως τοῦ ἐγγράφου τούτου ἐν τῇ καταθέσει του, καταθέτων, ὅτι ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ δὲν ὑπάρχει ἀληθὴς αἰτία, καὶ ὅτι εἶναι ψευδὴς καὶ ἀνύπαρκτος ἡ ἀναφερομένη ἐν αὐτῷ. Ἰδοὺ δὲ οἱ λόγοι, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων πείθεται, ἠθέλησε δὲ νὰ πείσῃ καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν, ὅτι ἡ αἰτία εἶναι ψευδής. Πρῶτον ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ ἀποβιώσας Καραμίχας δὲν ὤφειλεν εἰς τὸν Πεῤῥωτὴν, οὔτε ποτὲ εἶχε δοσοληψίας τινὰς μετ’ αὐτοῦ, τοῦ μὲν καταγομένου ἐκ Μετσόβου τῆς Ἠπείρου, τοῦ δὲ ἐκ Πελοποννήσου, οὐδέποτε δὲ ὁ Καραμίχας μετῆλθε τὸν ἔμπορον, ὅπως ἔχῃ δοσοληψίας καὶ μάλιστα μετὰ τοῦ Πεῤῥωτοῦ. Εἶτα δὲ ἰσχυρίζεται πάνυ λογικῶς, ὅτι ἐν τῷ ἐγγράφῳ τῆς δεκάτης Ἰανουαρίου 1872 ἀναφέρεται, ὅτι κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1866 συνετάχθη ἔγγραφον μεταξὺ Πεῤῥωτοῦ καὶ Στεργίου Τοσίτσα, δι’ οὗ ὁ Τοσίτσας ἀνεγνώριζε τὰς κατὰ τοῦ κληρονομηθέντος δῆθεν θείου του ἀξιώσεις, ἐνῷ ὡς αὐτὸς ὁ Δημ. Τοσίτσας ἐπαναλαμβάνει, κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1866 ὁ Στέργιος Τοσίτσας δὲν εὑρίσκετο ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ κατῴκει καὶ διέμενεν ἐν Μετσόβῳ· ὁ δὲ Πεῤῥωτὴς δὲν μετέβη ἐκεῖσε. Πῶς λοιπὸν ὢν ἐν Μετσόβῳ ἤθελε συντάξει ἔγγραφον μετὰ τοῦ Πεῤῥωτοῦ ἐν Ἀθήναις ὀφειλῆ, δῆθεν ὡς ἐξ ὑποχρεώσεων τοῦ Καραμίχα; Ἐντεῦθεν δὲ πάνυ λογικῶς συμπεραίνει, ὅτι τὸ ἀναφερόμενον ἔγγραφον τοῦ Μαΐου τοῦ 1866 εἶναι ψευδές, τεθὲν κατ’ εἰσήγησιν τοῦ Πεῤῥωτοῦ πρὸς κάλυψιν τῆς ἀληθοῦς αἰτίας τῆς συντάξεως τοῦ ἐγγράφου τῆς δεκάτης Ἰανουαρίου τοῦ 1872. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐζήτησε νὰ βεβαιωθῇ περὶ τοῦ γεγονότος τούτου καὶ ἠξίωσεν ἀπὸ τοῦ μάρτυρος Δ. Τοσίτσα νὰ φέρῃ ἀποδείξεις, ὅπως πείσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν, ὅτι κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1866 ὁ Στεργ. Τοσίτσας ἀπῆν ἐν Μετσόβῳ.
§132ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τί εἶναι αὐτὸς ὁ Καραμίχας;
§133ΦΩΤΗΛΑΣ. Θὰ σᾶς εἴπω — Μᾶς ὑπεσχέθη νὰ μᾶς φέρῃ καὶ ἐπιστολὰς καὶ τηλεγραφήματα καὶ ἄλλα ἔγγραφα, ὅπως μὴ μείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι τότε ὁ Στέργιος Τοσίτσας διέμενεν ἐν Μετσόβῳ.
§134ΦΛΩΡΙΑΣ. Τί σχέσιν ἔχει τοῦτο;
§135ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔχει τὴν ἑξῆς σχέσιν, ὅτι ὅλαι αἱ ἀναφερόμεναι ἐν τοῖς ἄχρι τοῦδε μνημονευθεῖσιν ἐγγράφοις αἰτίαι εἶναι ψευδεῖς, καὶ ὅτι δι’ ἄλλους λόγους εὐνοήτους εἰς τὸν κοινότερον ἄνθρωπον παρεχωρεῖτο μέρος τῆς κληρονομικῆς περιουσίας τῆς Ἑλένης Τοσίτσα εἰς τὸν Πεῤῥωτὴν καὶ εἰς ἄλλους.
§136ΦΛΩΡΙΑΣ. Αὐτὸ συμβιβάζεται μὲ τὴν ἐντολήν σας;
§137ΦΩΤΗΛΑΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ ἐξετάσωμεν, πῶς τὸ χωρίον Ἀδάμαις περιῆλθεν εἰς τὸν κ. Πεῤῥωτὴν καὶ ἐκ τούτου εἰς τὸν Κουμουδοῦρον καὶ εἰς τὴν Μαριγὼ Πεῤῥωτοῦ, σύζυγον Χατζίσκου (θόρυβος), καὶ δεύτερον νὰ ἴδωμεν ἂν παρενέβη πως ὁ κ. Κουμουδοῦρος ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του παρὰ ταῖς δικαστικαῖς Ἀρχαῖς.
§138ΤΖΑΝΕΣ. Νὰ ἀναγνώσητε....(θόρυβος).
§139ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὰ ἀναγινώσκετε κατόπιν σεῖς.— Ὁ κ. Δ. Τοσίτσας κατέθεσε ταῦτα, ἐγὼ δὲ ὡς ἐκ τῆς δοθείσης μοι ἐντολῆς παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ὤφειλον νὰ ἐκθέσω ὅ,τι κατέθεσεν. Ἐξακολουθῶν δὲ ὁ μάρτυς Τοσίτσας, ἰσχυρίζεται οὐ μόνον ὅτι δὲν ὤφειλέ τι ὁ Καραμίχας πρὸς τὸν Πεῤῥωτὴν, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἤθελεν εἶσθαι μωρὸς ὁ ἀδελφός του Στέργιος Τοσίτσας, ἀναλαμβάνων ὑποχρεώσεις τοῦ Καραμίχα δῆθεν πρὸς τὸν Πεῤῥωτὴν ὡς κληρονόμος αὐτοῦ, ἐνῷ οὗτος οὐδεμίαν κατέλιπε κληρονομικὴν περιουσίαν καὶ κάλλιστα ἠδύνατο νὰ παραιτηθῇ τῆς κληρονομίας τοῦ Καραμίχα, παρ’ ἧς οὐδὲν ἔλαβε, μὴ ὢν ἄλλως καὶ μόνος κληρονόμος αὐτοῦ, διότι καὶ ἄλλους συγγενεῖς κατὰ τὸν αὐτὸν βαθμὸν εἶχεν, ὡς τὴν Χάϊδω Δημητρίου Θοδωρῆ ἐν Μετσόβῳ, ἴσως δὲ καὶ ἐγγυτέρους, οὓς ἀγνοεῖ, ὡς πρὸ τεσσαρακονταετίας ἀπουσιάζων ἐκ Μετσόβου. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ Δημ. Τοσίτσας ἰσχυρίζεται πάνυ ὀρθῶς λέγων, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦ Μαΐου τοῦ 1866, τὸ συνταχθὲν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Πεῤῥωτοῦ καὶ ἀναφερόμενον εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς 10ης Ἰανουαρίου 1872, δὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ἀπὸ σκοποῦ καὶ πρὸς κάλυψιν ἄλλης αἰτίας ἐτέθη.
§140ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν μᾶς λέγετε, ὁ Καραμίχας τί εἶναι; ἦτο κλητὴρ τοῦ Πανεπιστημίου; τί εἶναι; κλητὴρ ἦτο, τὸν ἐγνώρισα ἐγώ.
§141ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἦτον ἀξιωματικὸς τῆς φάλαγγος.
§142ΦΩΤΗΛΑΣ. Μάλιστα, λέγει τοῦτο ὁ Τοσίτσας. Μετὰ τοῦτο ἀφηγεῖται ὁ Δημ. Τοσίτσας, ὅτι ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις περὶ συμβιβασμοῦ μετὰ τῶν κληρονόμων Τοσίτσα ἐν Λιβόρνῳ καὶ ἐνόμισε συμφέρον, ἀντὶ νὰ ἔχῃ ὀχληρὸν συνιδιοκτήτην ἐπὶ τοῦ ⅙ τῆς κληρονομικῆς ἐν Ἑλλάδι περιουσίας τὸν Πεῤῥωτὴν, ἐπροτίμησε νὰ χορηγήσῃ πρὸς αὐτὸν ὡρισμένον μέρος. Φαίνεται, ὅπως λέγει ὁ Δ. Τοσίτσας, ὅτι καὶ ὁ κ. Πεῤῥωτὴς συνῄνεσεν εἰς τοῦτο καὶ συνετάχθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 8 τῆς 3 Φεβρουαρίου 1879 συμβόλαιον τοῦ συμβολαιογράφου Πειραιῶς Φωκᾶ, δι’ οὗ διὰ τὰς 25,000 δραχμὰς, ἃς δῆθεν εἶχε δανεισθῆ παρ’ αὐτοῦ ὁ Καραμίχας, καὶ δι’ ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχει πρὸς τὸν κ. Πεῤῥωτὴν, μεταβιβάζει τὸ κτῆμα τῶν Ἀδαμῶν πρὸς τὸν κ. Πεῤῥωτὴν τὴν 3 Φεβρουαρίου τοῦ 1879. Ὁ Δημ. Τοσίτσας καταθέτει, ὅτι μετέβη εἰς Λιβόρνον, ὅπως πραγματοποιήσῃ τὸν συμβιβασμὸν, ὅτι ἐτελείωσε τὸν συμβιβασμὸν καὶ ὅτι ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κατὰ τὸ συμβόλαιον δὲ τοῦ συμβιβασμοῦ, ὅπως καταθέτει ὁ μάρτυς Τοσίτσας, τὴν ἐκ τῆς κληρονομίας περιουσίαν, συνισταμένην εἰς βαρύτιμα ἐν Ἀθήναις κτήματα, δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβιβάσῃ, οὔτε νὰ ἐπιβαρύνῃ, διότι ἔπρεπε, κατὰ τὸ συμβόλαιον τοῦ συμβιβασμοῦ, πρῶτον νὰ καταργηθῇ καὶ ἡ μετὰ τῶν ἐξ ἀδιαθέτου ἐκ Μετσόβου παρεμβάντων κληρονόμων δίκη, νὰ ἐκπληρωθῶσι δὲ καὶ αἱ πρὸς τοὺς ἐκ διαθήκης κληρονόμους τῆς Ἑλένης Τοσίτσα ὑποχρεώσεις τοῦ Δ. Τοσίτσα. Ἐν τούτοις τὸ κτῆμα τῶν Ἀδαμῶν εἶχε μεταβιβασθῆ εἰς τὸν κ. Πεῤῥωτὴν, ὡς ἀνέφερον, καὶ ἤδη μετὰ τὸν γενόμενον συμβιβασμὸν τὸ ζήτημα ἦν πῶς νὰ καταληφθῇ παρὰ τοῦ Πεῤῥωτοῦ τὸ χωρίον Ἀδάμαις. Ἀγαθῇ τύχῃ! Συνέπεσεν ὁ Δημ. Τοσίτσας νὰ ὀφείλῃ πρὸς τὴν χήραν τοῦ ἀτυχοῦς Ἀραβαντινοῦ ὡς ἐκδότης συναλλαγματικῆς τινος ποσὸν 15 χιλιάδων δραχμῶν, ἡ δὲ χήρα ζητοῦσα τὰ ὀφειλόμενα, δυνάμει φάσεως, ἐπροσωποκράτησε τοῦτον εἰς τὰς διὰ χρέη φυλακὰς· αὐθημερὸν ἐπεσκέφθη τοῦτον ἐν ταῖς φυλακαῖς ὁ Πεῤῥωτὴς, καὶ, ὡς διηγεῖται ὁ Δ. Τοσίτσας, τῷ παρουσίασε σχέδιον ἐγγράφου, κατατεθὲν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, δι’ οὗ ἀνεγνώριζε τὸν Πεῤῥωτὴν κύριον καὶ κάτοχον τοῦ κτήματος καὶ ἀνελάμβανεν ὑποχρεώσεις διὰ πᾶν βάρος τοῦ κτήματος ἐκ μέρους ἴσως τῶν κληρονόμων Τοσίτσα ἢ ἄλλων. Ὁ κ. Τοσίτσας ἐφρόνει, ὅτι τὸ συμβόλαιον εἶχε ψευδῆ αἰτίαν καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ὑπογράψῃ τὸ σχέδιον τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου. Τότε ὁ κ. Πεῤῥωτὴς τῷ παρουσίασεν εἰς τὰς φυλακὰς σχέδιον ἐγγράφου, δι’ οὗ ἐζήτησε νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς μισθωτὴς τοῦ κτήματος τῶν Ἀδαμῶν ὁ Γεώργιος Γλίγκιζας, ὑπαστυνόμος Πειραιῶς. Ὁ Δ. Τοσίτσας, ὡς εἶπεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχων ἀνάγκην χρημάτων, ὅπως πληρώσῃ τὸ χρέος του τῆς χήρας Ἀραβαντινοῦ, ἠναγκάσθη νὰ ὑπογράψῃ ἔγγραφον μισθώσεως μνημονευόμενον ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 1724 τῆς 15 Νοεμβρίου τοῦ 1879 συμβολαιογρακῷ ἐγγράφῳ τοῦ συμβολαιογράφου Διγενίδου, ἐν ᾧ ἀναφέρεται τὸ ἔγγραφον τῆς μισθώσεως πρὸς τὸν Γλίγκιζαν ἀντὶ δραχμῶν, 2,500 πληρωτέων κατ’ ἔτος πρὸς τὸν Τοσίτσαν, καὶ ὅπερ ἔγγραφον τῆς μισθώσεως κατέθηκεν ὁ Γλίγκιζας πρὸς τὸν συμβολαιογράφον Φωκᾶν, συνταχθείσης τῆς ὡς ἄνω εἴρηται ὑπ’ ἀριθ. 2724 συμβολαιογραφικῆς πράξεως. Ἠρωτήθη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ Τοσίτσας: διὰ ποίαν αἰτίαν ὑπέγραψε τὸ ἔγγραφον τοῦτο; Μᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων, ὁ κ. Πεῤῥωτὴς καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐξέδωκαν συναλλαγματικὴν διὰ ποσὸν 6,580 δραχμῶν, ἐν ᾗ ἐκδότης ἦτον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὀπισθογράφος ὁ κ. Πεῤῥωτὴς καὶ ἀποδέκτης ὁ Δ. Τοσίτσας. Εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων ὁ Τοσίτσας καὶ χάριν τῆς συναλλαγματικῆς ὑπέγραψε τὸ ἔγγραφον τῆς μισθώσεως πρὸς τὸν Γκίγκιζαν. Ἡ συναλλαγματικὴ ἀνενεώθη, μετὰ ταῦτα διεμαρτυρήθη καὶ κατόπιν ἐπληρώθη ἀπὸ τὸν ἴδιον Δημ. Τοσίτσαν, ὅπως κατέθεσεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἰδοὺ τὸ ἀντίγραφον τῆς συναλλαγματικῆς. «Ἐν Πειραιεῖ, τὴν 13 Φεβρουαρίου 1880. «Συναλλαγματικὴ διὰ δραχμὰς 6,586. Μετὰ μῆνας τρεῖς (3) ἀπὸ σήμερον πληρώσατε ἐν Ἀθήναις εἰς τὴν ἰδίαν μου διαταγὴν καὶ εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Στεφάνου Γαβαλᾶ τὴν ἄνω ποσότητα τῶν δραχμῶν ἕξ χιλιάδων πεντακοσίων ὀγδοήκοντα ἕξ (ἀριθ. 6,586) δι’ ἄλλας τόσας, ἃς παρ’ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου τοῖς μετρητοῖς ἐλάβετε πρὸς χρῆσίν σας, καὶ ἐν ὑπερημερίᾳ μὲ τόκον δύω τοῖς ἑκατὸν κατὰ μῆνα. Πρὸς τὸν κύριον Δημήτριον Τοσίτσαν. Α. Κουμουνδοῦρος Ἐν Ἀθήναις Δέχομαι αὐθημερόν Δ. Τοσίτζας Ὀπισθογραφήσεις Καὶ ἀντ’ ἐμοῦ πληρώσατε τὰς ὄπισθεν δραχμὰς ἕξ χιλιάδας πεντακοσίας ὀγδοήκοντα ἕξ (ἀριθ. 6,586) τῇ διαταγῇ τοῦ κ. Γ. Α. Πεῤῥωτοῦ, παρ’ οὗ ἔλαβον ταῦτα τοῖς μετρητοῖς. Ἐν Πειραιεῖ, τὴν 13 Φεβρουαρίου 1880. Α. Κουμουνδοῦρος» Πληρώσατε τὰς ὄπισθεν δραχμὰς ἕξ χιλιάδας πεντακοσίας ὀγδοήκοντα ἕξ (ἀριθ. 6,586) τῇ διαταγῇ τοῦ κ. Ἰουλίου Δ. Πολυζώη, παρ’ οὗ ἔλαβον τὸ ἀντίτιμον τοῖς μετρητοῖς. Ἐν Πειραιεῖ, τὴν 13 Φεβρουαρίου 1880. Γ. Α. Πεῤῥωτὴς». Ἀριθ. 12,176. Διεμαρτυρήθη ἐπὶ μὴ πληρωμῇ σήμερον τὴν δεκάτην τετάρτην (14) Μαΐου 1880 διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 12,176 πράξεώς μου. Ὁ Συμβολαιογράφος Ἀθηνῶν (Τ. Σ.) Α. Γαϊτάνος» Ἐξωφλήθη ἡ παροῦσα συναλλαγματικὴ, ὡς καὶ οἱ δεδουλευμένοι τόκοι διὰ δραχ. ἐννέα χιλιάδας (ἀριθ. 9,000). Ἐν Ἀθήναις, τῇ 6 Μαρτίου 1882. Ι. Πολυζώης» Ἀκριβὲς ἀντίγραφον ἐκ τοῦ πρωτοτύπου, παρουσιασθέντος ἡμῖν ὑπὸ τοῦ Δημ. Τοσίτσα. Ἀθῆναι, τῇ 28 Ἀπριλίου 1882. Ν. Δ. Λεβίδης Α. Βάλβης»
§143ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κανεὶς ἄλλος τὸ ἐβεβαίωσεν αὐτὸ, ἢ ὄχι;
§144ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι ἡ συναλλαγματική.
§145ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅταν ὑπῆγεν εἰς τὰς φυλακὰς ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτὴς, τὸν εἶδον ἄλλοι καὶ τίς;
§146ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὰ ἐβεβαίωσε καὶ ὁ Πιττάκης καὶ ἄλλοι· καὶ ἂν θέλετε, σᾶς ἀναγινώσκω τὰς καταθέσεις των. Τὴν αὐτὴν δὲ ἡμέραν, καθ’ ἣν συνετάχθη ἡ συμβολαιογραφικὴ πρᾶξις ὑπ’ ἀριθ. 1724 τῆς 15 Νοεμβρίου 1879, δι’ ἧς ὁ ὑπαστυνόμος Πειραιῶς Γ. Γκίγκιζας καθίστατο μισθωτὴς τοῦ κτήματος Ἀδαμῶν, τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ἤτοι τὴν 15 Νοεμβρίου 1879, ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 1725 τοῦ αὐτοῦ Συμβολαιογράφου Διγενίδου, ὁ Πεῤῥωτὴς ἐδωρεῖτο τὸ κτῆμα Ἀδάμαις κατὰ τὸ ἓν μὲν τρίτον εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, κατὰ δὲ τὰ ⅔ πρὸς τὴν Μαριγὼ Πεῤῥωτοῦ, σύζυγον Χατζίσκου, ὑπογράφοντος ὡς μάρτυρος ἐν τῷ συμβολαίῳ τούτῳ κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν τοῦ μισθωτοῦ τοῦ κτήματος Ἀδαμῶν Γ. Γκίγκιζα, ὑπαστυνόμου Πειραιῶς. Μετὰ τὰ εἰρημένα, ἐπειδὴ τὸ κτῆμα κατείχετο παρὰ τοῦ Μπαραλέξη, πρὸς ὃν εἶχε μισθώσει τοῦτο ὁ κ. Π. Καλλιγᾶς ὡς πληρεξούσιος τῶν ἐκ διαθήκης κληρονόμων τῆς Ἑλένης Τοσίτζα, ὁ Γ. Πεῤῥωτὴς κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1880 ἔγραψεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Δημήτριον Τοσίτσαν, ὅπως ἐγείρῃ ἀγωγὴν περὶ ἐξώσεως τοῦ Μπαραλέξη ὡς καταστρέφοντος τὸ κτῆμα Ἀδάμαις, κατετέθη δὲ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπιστολὴ Α. Οἰκονόμου, εἰρηνοδίκου τινὸς, πρὸς τὸν Τοσίτσαν, ἧς ἀναγινώσκω τὸ ἀντίγραφον ὅπερ ἔχει ὡς ἑξῆς: «Κύριε Τοσίτσα! «Σᾶς παρακαλῶ ἀπόψε νὰ ἔχω τὴν αἴτησιν περὶ αὐτοψίας καὶ πραγματογνωμοσύνης, διότι αὔριον θὰ μεταβῶ εἰς Ἀδάμαις. Νὰ ζητῆτε Τὴν αὐτοψίαν τὴν δικαστικὴν διὰ τὰς φθορὰς καὶ ζημίας. Νὰ ὁρίσητε τὰς θέσεις καὶ τὰ εἴδη τῶν φθορῶν καὶ τὸν διορισμὸν τῶν πραγματογνωμόνων πρὸς ἐκτίμησιν τῆς ζημίας. Διατελῶ πρόθυμος Οἰκονόμος.» Ὁ δὲ κ. Πεῤῥωτὴς, λαβὼν γνῶσιν, φαίνεται, τῶν συνεννοήσεων τοῦ δικαστικοῦ τούτου προσώπου Α. Οἰκονόμου μετὰ τοῦ Τοσίτσα, γράφει τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν. Περωτειὰ 18 Ἰανουρίου Φίλτατε, «Ὁ Ἀριστομένης μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐγκρίνετε νὰ μεταβῇ εἰς Ἀδάμαις καὶ ἐνεργήσῃ, ἵνα ἴδῃ ὁ Μπαραλέξης τί βάραθρον τὸν περιμένει, ἀλλὰ φοβοῦ, ὅτι καὶ ἡ διαμαρτύρησις πρέπει νὰ γείνῃ συνάμα εἰς ὑμᾶς ἐναπόκειται.»
§147ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος εἶνε αὐτὸς ὁ εἰρηνοδίκης;
§148ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἐνήργει. Τὸ ἀξιότιμον μέλος τῆς μειονοψηφίας, ὁ κ. Ζηνόπουλος, ἔφερε κρίσεις ἐφ’ ὅλων τῶν γεγονότων τῶν ἀναπτυχθέντων ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ τῶν κρίσεών του τούτων ἠθέλησε νὰ πείσῃ ὁλόκληρον τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει τοῦ Κουμουνδούρου ὡς Πρωθυπουργοῦ, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἔχουν ἀλληλουχίαν τινὰ, ὅτι δὲν ὑπάρχει σχέσις τις μεταξὺ τῶν πρώτων ἐγγράφων, τοῦ ἐγγράφου τοῦ 1872, τοῦ συμβολαίου τοῦ συνταχθέντος μεταξὺ Τοσίτσα καὶ Πεῤῥωτοῦ καὶ τοῦ Πεῤῥωτοῦ καὶ Κουμουνδούρου καὶ Μαριγῶς Πεῤῥωτοῦ. Ἐρωτῶ ὅμως ὑμᾶς, κύριοι βουλευταὶ, ἂν μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων τούτων δὲν εὑρίσκετε, ὅτι ὅλα εἶναι συναφῆ, ὅτι ὑπάρχει ἀλληλουχία καὶ συνάφεια μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τούτων.
§149ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα Μάλιστα.
§150ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔλαβε χρεωστικὸν ἔγγραφον ἀπὸ τοῦ Δ. Τοσίτσα, ὅπως ἔλαβε χρεωστικὸν ἔγγραφον καὶ ὁ Πεῤῥωτὴς.
§151ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΑΡΙΣΤΕΡΟΘΕΝ. Εἶναι ἔγκλημα;
§152ΦΩΤΗΛΑΣ. Σᾶς ἐρωτῶ ἂν ἦναι δάνειον ἀληθές.
§153ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρῶτον ἂν ἦτο δάνειον.
§154ΦΩΤΗΛΑΣ. Σεῖς τὸ γνωρίζετε· ἐκεῖνο ὅπερ ἐγὼ γνωρίζω ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ὅτι πρὸ τῆς διεκδικήσεως τῆς κλορονομίας παρουσιάζονται διὰ τῶν ἐγγράφων ὡς δρῶντα πρόσωπα καὶ ὑμεῖς, κ. Κουμουνδοῦρε, καὶ ὁ ἀποβιώσας Πεῤῥωτὴς. Εἶτα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς διεξαγωγῆς τῆς δίκης ἀποσύρεται ἀπὸ τῆς σκηνῆς τὸ πρόσωπόν σας κ. Κουμουνδοῦρε, ὡς καὶ ἀναφαίνεται πάλιν εἰς τὴν σκηνὴν ὅταν τελειώνῃ τὸ δρᾶμα διὰ τῆς καταλήψεως τοῦ κτήματος παρὰ τοῦ Πεῤῥωτοῦ ὡς δωρεοδόχου αὐτοῦ. Ἐγένετο λόγος ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ περὶ τῆς ἐγγραφῆς τῆς προσημειώσεως ἐκ μέρους τοῦ ἀτυχοῦς θύματος Ἀραβαντινοῦ. Ὁ Ἀραβαντινὸς ἤγειρεν ἀγωγὴν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Στεργ. Τοσίτσα ἐγγράφου ἐζήτησε νὰ ἐγγραφῇ προσημείωσιν· κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ἐγγραφῇ ἡ προσημείωσις, κατεσχέθη τὸ ἔγγραφον παρὰ τῆς εἰσαγγελίας· ἠγέρθη ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξακριβωθῇ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἂν κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὑπέγραψεν ὁ ὑποθηκοφύλαξ τὴν προσημείωσιν ἢ οὔ. Ὁ κ. Παλαμίδης εἶπεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τότε ὑπέγραψεν ὁ ὑποθηκοφύλαξ, ὅτε ὁ Ἀραβαντινὸς παρητήθη πάσης ἀξιώσεως ἐπὶ τοῦ κτήματος Ἀδαμῶν, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἤθελε νομίσει καθῆκόν της, ἂν παρετείνετο ἡ προθεσμία, νὰ ἐξετάσῃ τὸν υἱὸν τοῦ Ἀραβαντινοῦ καὶ τὴν χήραν Ἀραβαντινοῦ καὶ ἄλλους γνωρίζοντας, ἂν τῷ ὄντι ὁ Ἀραβαντινὸς παρητήθη πάσης ἀξιώσεως ἐπὶ τοῦ κτήματος Ἀδαμῶν, ὅπως ἐγγραφῇ ἡ προσημείωσις. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζηνόπουλος νομίζει, ὅτι τὰ ἀντικείμενα ταῦτα δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι καὶ νὰ ἐξακριβωθῶσι, καθόσον, κύριοι βουλευταὶ, οἱ μάρτυρες Βαρβάτης καὶ Ἀντωνόπουλος δὲν καταθέτουσιν ὡρισμένως ἐὰν ὑπέγραψεν ὁ ὑποθηκοφύλαξ καθ’ ἣν ἡμέραν..... Ὡς ἐκ τῶν ἀμφιβόλων μάλιστα ἀπαντήσεων τῶν μαρτύρων Βαρβάτη (δικηγόρου) καὶ Ἀντωνοπούλου (Βουλευτοῦ) καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Ἐπιτροπῆς μένουσιν ἀμφιβολίαι, ἂν κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐνεγράφη ἡ προσημείωσις ἢ τὴν ἑπομένην, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Παλαμίδης ἐπραγματεύθη ἐν τῇ καταθέσει του, ὅτι, ὅτε ὁ Ἀραβαντινὸς παρητήθη τῶν ἐπὶ τῶν Ἀδαμῶν ἀξιώσεών του, τότε ἐνέγραψε τὴν προσημείωσιν ὁ ὑποθηκοφύλαξ.
§155ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καί τοι κατεχωρίσθη ἡ προσημείωσις, λέγει ὁ Παλαμίδης, δὲν ὑπέγραψεν αὐτὴν ὁ ὑποθηκοφύλαξ ἐπὶ δύω ἡμέρας, μέχρις οὗ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ τε ἐγγράφου καὶ τῆς προσημειώσεως ὁ Πεῤῥωτὴς καὶ ὁ Κουμουνδοῦρος, καὶ ἐνήργησαν τὴν κατάσχεσιν τοῦ ἐγγράφου ὡς πλαστοῦ καὶ κατήγγειλαν τὸν Ἀραβαντινόν. Λοιπὸν ἡ κατάσχεσις βεβαιοῦται, ὅτι ἐγένετο αὐθημερόν.
§156ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἴπατε τὸν ἕνα λόγον μόνον, ἐγὼ ἀναφέρω καὶ τὸν ἄλλον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζηνόπουλος ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ παύσῃ τὰς ἐργασίας της, καὶ τοῦτο, διότι, λέγει, εἰσερχόμεθα εἰς τὰ ἄδυτα τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι βουλευταὶ, εἶναι ἄδυτα αὐτὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, ὅταν ἔχωμεν ἐπιστολὰς ἑνὸς Εἰρηνοδίκου, διὰ τῶν ὁποίων γράφει πρὸς τὸν διάδικον περὶ τῶν ληπτέων καταλλήλων μέτρων, ὅταν ἐγείρεται ζήτημα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἂν ἐξετέλεσεν ἢ οὔ τὸ καθῆκόν του ὁ ὑποθηκοφύλαξ, ὅταν ἔχωμεν τὴν κατάθεσιν τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατάθεσιν σπουδαιοτάτην, ἀφελῆ καὶ ἀνύποπτον, ἣν καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ζηνόπουλος ἐπεκαλέσθη, ἐξ ἧς προκύπτει, ὅτι ἐπανερχόμενος ἐξ Ἰταλίας συνήντησεν εἰς τὸ ἀτμόπλοιον τὸν Πεῤῥωτήν, ὅστις οὐδὲν τῷ εἶπε περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Τοσίτσα, ἐπανελθὼν δὲ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐνταῦθα, λαμβάνει ἐπιστολὰς παρὰ τῶν ἀδελφῶν Τοσίτσα ἐκ Λιβόρνου, διὰ τῶν ὁποίων τοῦ ἐξέφραζον φόβους, οὓς ἐνέπνευσαν αἱ ἐν Ἰταλίᾳ ἐνέργειαι τοῦ Πεῤῥωτοῦ, συνεννοουμένου, ὡς ἔγραφον, μετὰ τοῦ Προξένου καί τινος δικηγόρου, ὅπως ληφθῶσι προσωρινὰ μέτρα κατὰ τῆς ἐκεῖ περιουσίας αὐτῶν. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσωμεν, ποῖος ἦτον ὁ Πρόξενος αὐτὸς καὶ ἂν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι ἐξεφράζοντο τοιαῦται ἀπειλαὶ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ συμβιβασμοῦ;
§157ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ συντηρητικὰ μέτρα θὰ ἐλαμβάνοντο διὰ τῶν δικαστηρίων τῆς Λιβόρνου.
§158ΦΩΤΗΛΑΣ. Νὰ μάθωμεν προσέτι, ὅτε εἰς τὰ 1879 μετέβη ὁ Πεῤῥωτὴς εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ ἠπείλει τοὺς ἀδελφοὺς Τοσίτσα, ὅτι θὰ λάβῃ συντηρητικὰ μέτρα κατ’ αὐτῶν, ποῖος ἦτο πρωθυπουργός; Ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, ἐκτὸς τῆς βεβαιώσεως τοῦ γεγονότος, ἂν ὁ ὑποθηκοφύλαξ ὑπέγραψεν ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἢ οὐ, ἐκτὸς τῆς βεβαιώσεως, ἂν ὁ Πρόξενος ἐν Λιβόρνῳ παρενέβη εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἀδελφῶν Τοσίτσα, ἐκτὸς τοῦ γεγονότος ὅτι σήμερον ἀνεκοινώθη εἰς ἐμὲ εἰσηγητὴν, ὅτι καὶ ἓν μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄλλο σπουδαῖον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου γνωρίζουσιν ὅτι καὶ παρὰ ταῖς συνειδήσεσι τῶν δικαστῶν παρενέβησαν, ἐκτὸς ὅλων τῶν γεγονότων τούτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ βεβαιωθῶσιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος σπουδαῖος μεγάλης ἀξίας καὶ μεγάλης σημαντικότητος, καὶ μόνον σεῖς, κ. Ζηνόπουλε, ὡς μέλος τῆς μειονοψηφίας δύνασθε νὰ φρονῆτε, ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα, ὅτι ἡ ἀνάμιξις ἐξόχων πολιτευομένων, πρώην πρωθυπουργῶν εἰς διεκδίκασιν ἰδιωτικῶν περιουσιῶν, δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἀντικείμενον ἐξετάσεως. Ἐγὼ καὶ ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, νομίζω, ὅτι ὅλα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι καὶ νὰ ἐξακριβωθῶσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἴδωμεν πῶς εἷς πρώην πρωθυπουργὸς παρεμβαίνει εἰς μίαν ὑπόθεσιν διεκδικήσεως ἰδιωτικῆς κληρονομίας, καὶ πῶς ἓν κτῆμα, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ Τοσίτσας, περιέρχεται εἰς τὸν Κουμουνδοῦρον καὶ εἰς τὴν γυναικαδέλφην του Μαριγὼ Χατζίσκου, διὰ τοῦ κυρίου Πεῤῥωτοῦ, χωρὶς, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ Τοσίτσας, οὐδὲ ἓν λεπτὸν νὰ καταβληθῇ, οὔτε παρὰ τοῦ ἑνὸς, οὔτε παρὰ τῆς ἑτέρας. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους θέλομεν τὰ πάντα νὰ ἐξακριβωθῶσι καὶ νὰ ἐπιχυθῇ πλῆρες φῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν διὰ τῆς παρατάσεως.
§159Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ καὶ ζητῶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐξετάζῃ μόνον τὸν πολιτικὸν βίον τῶν πολιτευομένων, ἀλλὰ καὶ τὸν ἰδιωτικόν· συμφωνῶ καὶ ὑποβάλλω πρότασιν περὶ τούτων, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου ἤδη. Ἠκούσατε τὸν εἰσηγητήν· καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἀφήγησιν ἀνέφερε πρᾶξίν τινα ἐμοῦ; Ἀνέφερε συνεννόησίν τινα ἐμοῦ; Ἀνέφερε ἐνέργειάν τινα ἐμοῦ; Ἀνέφερε ἀνάμιξίν τινα ἐμοῦ; Ἔφερεν ὁ ἐχθρὸς εἰσηγητὴς τέσσαρα ὑπογεγραμμένα ἔγγραφα ἀπὸ τὸν Στέργιον Τοσίτσαν καὶ φυλαττόμενα παρ’ αὐτοῦ, εἰς ἃ ὑπόσχεται νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν μακαρίτην Πεῤῥωτὴν – καὶ εἰς ἓν ἢ δύω ἀναφέρεται καὶ τὸ ὄνομα ἐμοῦ—ποσόν τι, ἐὰν κερδίσῃ τὴν δίκην. Αἱ ὁμολογίαι αὐταί εἰσιν ἔντυποι, ὁμοιόμορφοι· τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἢ αἱ ἐγκύκλιοι ἀναβαίνουσιν εἰς τὸν ἀριθμὸν 35, αἱ πρὸ αὐτῶν ἐκδοθεῖσαι, ἀγνοῶ εἰς ποῖον ἡτοίμαζε νὰ διανείμῃ, φαίνεται, τοιαύτας, καὶ ἡτοίμασε πολλάς. Ἠμπορεῖ νὰ βεβαιώσῃ τις ἐξ ὑμῶν, ὅτι αὐτὰ, αἱ ὁμολογίαι, ἦσαν ἐν γνώσει ἐμοῦ; Ὅτι μοῦ τὰς ἔδωσαν, ὅτι τὰς ἐδέχθην; ὅτι ἐνήργησα ἐπ’ αὐτῶν; Διότι ὁ Τοσίτσας συνέταξε καὶ ὑπέγραψεν ἔγγραφα καὶ κρατεῖ αὐτὰ, εὐθύνομαι ἐγώ; καὶ ὑπάρχει ἔνδειξις ὅτι εἶχον ἐγὼ καὶ γνῶσιν ἁπλῆν αὐτῶν;
§160ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. — Μὲ συγχωρεῖται ν’ ἀναγνώσω ἓν μέρος τῆς καταθέσεως τοῦ Τοσίτσα, εἶναι σπουδαῖον (Ἀναγινώσκει). «Ἐρώτησις. Γνωρίζετε ἂν τὰ χρεωστικὰ ἔγγραφα τοῦ ἀδελφοῦ σας, τὰ ὁποῖα κατεθέσατε ἐν ἀντιγράφῳ, παρεδόθησαν καὶ παρὰ τίνος πρὸς τὸν Πεῤῥωτὴν καὶ Κουμουνδοῦρον; «Ἀπόκρισις. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἂν παρεδόθησαν ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ μου Στεργίου Τοσίτσα εἰς τὸν Γεώργιον Πεῤῥωτὴν διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ διὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τοῦτο δέν μοὶ εἶπεν ὁ ἀδελφός μου, δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ ποτὲ νὰ μοῦ τὸ εἶπεν· ἀλλὰ μοι εἶπε πολλά, δὲν γνωρίζω δὲ ἐὰν ὁ Πεῤῥωτῆς ἔδωκεν εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον τὰ εἰς αὐτὸν ἀναφερόμενα ἔγγραφα». Ἐρωτηθεὶς δὲ ῥητῶς ὁ κ. Τοσίτσας ἂν αὐτὸς ὁ ὁποῖος συνῴκει πάντοτε μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του εἶδεν αὐτὸς ἰδίοις ὄμμασιν ὅτι ἐπεστράφησαν εἰς τὸν ἀδελφόν του ὑπὸ τοῦ Πεῤῥωτοῦ, ἀπήντησε: «Δὲν ἤμην δὲ παρὼν κατὰ τὴν πρὸς τὸν ἀδελφόν μου ἐπιστροφὴν τῶν ἐγγράφων τούτων.» Βλέπετε, ὅτι ὅλων τῶν πράξεων τοῦ ἀδελφοῦ του ἐλάμβανε γνῶσιν ὁ κ. Δ. Τοσίτσας, ἀλλὰ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν ἐγγράφων δὲν κατώρθωσε νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, οὔτε νὰ μάθῃ.
§161ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, οὐδεὶς φιλονικεῖ τὴν ὕπαρξίν των· ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὁ κατέχων τὰ ἔγγραφα δὲν ὁμολογεῖ ποία χρῆσις ἐγένετο αὐτῶν· καὶ διότι ὑπάρχουν τοιαῦτα ἔγγραφα, ὅλως ἐμοὶ ξένα, διὰ τοῦτο ὑποτίθεται ὅτι ἐγὼ ἦλθον εἰς συμφωνίας καὶ ἔδωκα συνδρομήν; Καὶ ὅταν ἐπιχειρῇ τις νὰ διαφθείρῃ τυχόν τινα καὶ τῷ ἐγγυᾶται καὶ τῷ προσφέρει, εἶναι ἀπόδειξις ὅτι καὶ διέφθειρε; Ἀλλ’ ὁ Στέργιος δὲν ἐπεχείρησέ ποτε τοῦτο πρὸς ἐμέ. Δὲν εἶναι ἀπόδειξις ὅτι γνωρίζω τὰ ἔγγραφα, ὅτι τὰ ἐδέχθην, δὲν εἶναι οὐδὲ ἔνδειξις ὅτι ἐνήργησά τι ἢ ὅτι εἶπόν τι ὥστε καὶ ἐμμέσως νὰ ὑποπτεύσῃ τις. Ἰδοὺ τί φέρουσι κατ’ ἐμοῦ. Λοιπὸν, κύριοι, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ προσέξητε εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ εἰσηγητοῦ, ἵνα πεισθῆτε ὅτι ὁ Εἰσηγητὴς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀνεκάλυψαν λέξιν μου, πρᾶξίν μου, κίνημά μου. Τὸ ἔργον τοῦ ἀποβιώσαντος Τοσίτσα, ὡς καὶ αἱ ὁμολογίαι τῶν ὁποίων ποίαν χρῆσιν ἐποιήσατο δὲν εἰξεύρει οὔτε ὁ ἴδιος ἀδελφός του, πιστεύω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιβαρύνῃ οὐδένα· διότι ἀλλοίμονον! οὐδεὶς θὰ μείνῃ οὕτω ἀσυκοφάντητος. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῖα τὰ πρὸ τοῦ συμβιβασμοῦ γεγονότα, ἰδοὺ τὰ συμβεβηκότα ὁποῖα ὑπῆρξαν· προσπαθεῖ ὁ εἰσηγητὴς ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ Πεῤῥωτῆς ἐπεβουλεύετο τὸν Τοσίτσα καὶ ὅτι δὲν ἔδωκεν αὐτῷ χρήματα.
§162ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν προσπαθῶ ἐγώ, τὰ κατέθεσεν ὁ Τοσίτσας.
§163ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτι ὁ Πεῤῥωτῆς ἠπάτησε τὸν Τοσίτσαν, ὅτι δὲν τοῦ ἔδωκε χρήματα κτλ. Τί κοινὸν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τούτων; Διατί ἐγὼ εὐθύνομαι διὰ τὰς πράξεις τοῦ Πεῤῥωτοῦ, τῶν φίλων μου, τῶν συγγενῶν μου τυχόν, καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς καὶ πραγματικὸν, ὅπερ δὲν εἶναι; Μὴ λησμονῆτε δὲ, κύριοι, ὅτι ὁ Τοσίτσας ἔχει ταύτην τὴν στιγμὴν συμφέρον ν’ ἀνακτήσῃ τὸ κτῆμα, νὰ διαλύσῃ τὴν συμφωνίαν.
§164ΦΩΤΗΛΑΣ. Γνωρίζετε τὸν Τοσίτσαν, διότι ὑπεγράψατε συναλλαγματικήν. Διατὶ ὑπεγράψατε τὴν συναλλαγματικὴν αὐτήν; Διατί ὑπεγράψατε;
§165Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν παρεχωρήθη τὸ κτῆμα ἀπὸ τὸν Τοσίτσαν εἰς τὸν Πεῤῥωτὴν, καὶ ὁ Πεῤῥωτῆς ἐγένετο κύριος αὐτοῦ, δὲν ἔχετε οὐδεμίαν ἐμοῦ πρᾶξιν, οὐδεμίαν ἐμοῦ ἐνέργειαν, ἡ ὁποία ν’ ἀποδεικνύῃ συμμετοχήν μού τινα καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς· ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν τὸ κτῆμα παρεδόθη, ὁ Πεῤῥωτῆς ἐγένετο κύριος· τότε πᾶσα ἐνέργεια πλέον δὲν εἶχε λόγον· τί νὰ ἐνεργηθῇ πλέον καὶ πρὸς τί; τί νὰ πράξω ἐγώ, ἵνα ἀποκτήσω τι; Τὸ κτῆμα ἦτο τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτοῦ· ποῖον νὰ ἐπηρεάσω καὶ διατί; ποῖος ὁ σκοπὸς ἐνεργείας τοιαύτης; τὸ κτῆμα πλέον ἦτο τοῦ Πεῤῥωτοῦ· καὶ ὅταν κύριος ὁ Πεῤῥωτῆς συνέπραξεν ἐπὶ τοσοῦτον μετὰ τοῦ Τοσίτσα, καὶ ὅτε ὁ Τοσίτσας ἦτον ἐν φυλακῇ καὶ ἐζήτησεν τὴν συνδρομὴν τοῦ Πεῤῥωτοῦ, ὁ Πεῤῥωτῆς ὤφειλεν, ὡς φίλος, νὰ τὸν συντρέξῃ, ἐγὼ δὲ ἀφοῦ ὑπέγραψα, ἔδωσα τὴν ὑπογραφήν μου εἰς τὸν Πεῤῥωτήν· ἠδυνάμην νὰ τὴν ἀρνηθῶ; εἶναι ἔγκλημα τοῦτο; ἀποδεικνύει τοῦτό τι; Ἂν θέλετε διὰ τοῦτο νὰ μὲ μεμφθῆτε, πολλὰς εὑρίσκετε τοιαύτας ὑπογραφάς· δίδω εἰς φίλους, εἶμαι εὔκολος εἰς τοῦτο· ποῖον κακόν; Ὁ Πεῤῥωτὴς ἦτο πλέον κύριος τοῦ κτήματος, δὲν εἶχε ν’ ἀμφισβητήσῃ τίποτε μὲ τὸν Τοσίτσα· κακόν, διότι συνέδραμε τὸν Τοσίτσα, διότι συνέτεινε ν’ ἀποφυλακισθῇ; Μέχρι τῆς παραχωρήσεως τοῦ κτήματος λοιπὸν οὐδεμίαν ἔχετε πρᾶξιν ἐδικήν μου ἢ ἐνέργειαν, καὶ προεκλήθητε νὰ ἐξετάσητε ἂν ἐγώ, ποιήσας χρῆσιν κακὴν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος μοὶ ἐνεπιστεύθη, παρενέβην εἰς τὸ δικαστήριον καὶ κατώρθωσα ν’ ἀποβῇ ἡ δίκη ὑπὲρ τοῦ Τοσίτσα! Ἔχετε μόνον τὰ ὁμόλογα τοῦ Τοσίτσα καὶ οὐδὲν πλέον. Τώρα μένει πλέον εἰς σᾶς νὰ σκεφθῆτε, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπόνοια, διότι ἐγὼ ὑπέγραψα τὴν συναλλαγματικὴν τοῦ πενθεροῦ μου μετὰ τὸ πλῆρες πέρας τῆς ὑποθέσεως· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα παρακαλῶ καὶ ἐπιμένω, ὥστε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἔρευνα, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἐξετασθοῦν μὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν καὶ λεπτομέρειαν τὰ πάντα. Εἶμαι βέβαιος δὲ, ὅτι εἰς τὸ τέλος τῶν ἐξετάσεων ὅλων θὰ ἔλθῃ ἐδῶ ἡ Ἐπιτροπὴ πάλιν μὲ τὰς ὁμολογίας τοῦ Τοσίτσα, ἴσως τροποποιημένας· αὐτὸ ἔπραξε καὶ ὁ Βελέντζας.
§166ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ οἱ μάρτυρες Βαρβάτης καὶ Ἀντωνόπουλος λέγουν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι προϊὸν ἀνάγκης.
§167ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· τὰ ἔγγραφα ὅ,τι θέλουν ἂς εἶναι· πρόκειται ν’ ἀποδειχθῇ τί ἔπραξα ἐγώ. Καὶ ἐρωτῶ σᾶς, ποῦ εὕρετε ἐνέργειαν ἢ συμμετοχήν μου; Λοιπὸν καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιθυμῶ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ, πλὴν παρακαλῶ νὰ ταχθῇ προθεσμία 5 ἢ 10 ἡμερῶν. Ἐννοεῖται διατὶ ζητεῖται ἡ παράτασις· γνωρίζομεν τί τρέχει.
§168ΦΩΤΗΛΑΣ. Μάλιστα δέκα ἡμερῶν.
§169Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, μακρὰ καὶ ἐκτεταμένη συζήτησις ἐγένετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ μετεβλήθη εἰς πολιτικὸν δικαστήριον, καὶ ἐξετάζει ἂν ἔγγραφά τινα ἦναι πλαστά, ἂν ἄλλα ἔγγραφα ἦναι εἰκονικά, πράξεις ἀναφερόμεναι καθαρῶς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων. Ἡ καταγγελία, ἥτις ἐγένετο, ἐγένετο πράγματι κατὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ὑπέκυψεν, ὡς ἰσχυρίζονται, εἰς τὴν πίεσιν ἑνὸς ὑπουργοῦ, ὅπως μεταβάλῃ μίαν ἀπόφασιν· ἐνθυμοῦμαι μίαν σοφὴν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος νῦν Πρωθυπουργὸς ἔκαμεν. Αὐτὴ ἡ πτέρυξ (δεικνύει τὴν ἀντιπολίτευσιν) ἔφερε μομφὴν ἐναντίον ἡμῶν, διότι δὲν συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν ταχέως, ἔλεγε πρὸς τὴν πτέρυγα αὐτήν, καὶ ἔλεγε πολὺ ὀρθῶς «δὲν εἶσθε «σεῖς οἱ ἁρμόδιοι νὰ δικάσητε περὶ τῶν πράξεων ἡμῶν, διότι «ἡ ἀπόφασίς σας θὰ ἦναι προσωποληπτική, καὶ δὲν λέγω «τοῦτο διὰ νὰ κατηγορήσω σᾶς, διότι τοῦτο συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς κομματικὰς κρίσεις τοῦ κόσμου» Καταγγελία λοιπὸν ἐδόθη κατὰ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον μετέβαλε τὴν ἀπόφασίν του, πιεσθὲν ἢ ὁπωσδήποτε χαρισθὲν εἰς ἕνα ὑπουργόν, καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις συζητεῖται πρὸ τόσων ἡμερῶν ἐνώπιον ἡμῶν. Ἐρωτῶ, ὁ κ. εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐπελήφθη ἀνακρίσεως κατὰ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς τῶν δικαστῶν; Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διέταξε τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἵνα ἐπιληφθῇ ἀνακρίσεων κατὰ τῶν δικαστῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐμίαναν τὴν δικαιοσύνην, καθὰ ὑποστηρίζεται ἐνταῦθα; Καὶ ἡ σειρὰ ἡ τακτικὴ τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ ὅταν ἐδόθη καταγγελία κατὰ δικαστηρίου παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τῶν καταγγελλομένων δικαστῶν, καὶ ἂν κατὰ τὴν πορείαν τῆς ἀνακρίσεως προέκυπτεν ἐνοχὴ ὑπουργοῦ, νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ ἦτο ἡ τάξις, ἡ σειρά, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν τὸ προκείμενον ζήτημα. Αὐτὴν τὴν πρότασιν ὤφειλον νὰ κάμω ὡς μέλος τῆς Βουλῆς, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων αὐτῆς νὰ συζητῇ ὁποῖαι εἶναι αἱ σχέσεις τοῦ Καραμίχα, ὁποία ἡ περιουσία του, ὁποίους εἶχε κληρονόμους ἢ τὰ παρόμοια. Ἡ ἔρις αὐτὴ εἶναι πρᾶγμα ὅλως ἀνεξάρτητον τῆς δικαιοδοσίας καὶ τῆς θέσεως καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 καὶ 45′ μ. μ.