1882.05.01
2.246 στίχοι · 17.717 λέξεις · 167 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
τῆς 1 Μαΐου 1882
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Μεσσήνης, Καλαμῶν καὶ Οἰτύλου παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ἵνα διὰ νόμου μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀφομοιώσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν παλαιῶν δημοδιδασκάλων πρὸς τὰ τῶν νέων. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. — Διάφοροι βουλευταὶ Τριφυλλίας, Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 30 προτάσεως νόμου τῶν κκ. βουλευτῶν Ἠλείας Θὰ τυπωθῇ. — Ἐπίσης ὑπεβλήθη τροποποίησις τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 144 τοῦ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΧΝΣΤʹ προξενικοῦ Νόμου. Θὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§2ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι, κατὰ παραγγελίαν τοῦ Δημάρχου Ἀδάμαντος, παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τί μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἐπανελήφθη ἡ ἀκυρωθεῖσα ἐκλογὴ, ἐνῷ εἰς ὅλας τὰς λοιπὰς Ἐπαρχίας ἐπανελήφθη. Λοιπὸν ὁ Δήμαρχος Ἀδάμαντος ἐξ ὀνόματος τῶν Κρητῶν λέγει, ὅτι δυνάμει τοῦ τίτλου τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἀπέκτησαν οὗτοι τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν ἕνα βουλευτήν. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εἶχε διατάξει, ἀλλ’ ἡ παροῦσα κατόπιν ἀνέστειλε. Λοιπὸν ἓν ἐκ τῶν δύω, ἢ ἔχουν τὸν ἀπαιτούμενον πληθυσμὸν, ἢ τὸ ἐναντίον· ἐὰν ἦναι τὸ ἐναντίον, ἡ Κυβέρνησις χρεωστεῖ νὰ στείλῃ μίαν Ἐπιτροπὴν ἐπιτοπίως, διὰ νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἐὰν ἐξακριβωθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τῶν οἰκογενειῶν, τότε νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἀπέκτησαν ἀκόμη τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν βουλευτὴν, καὶ πρέπει νὰ ψηφοφορῶσι μὲ τὴν Ἐπαρχίαν τῆς Μήλου. Μεταβαίνω εἰς ἄλλο. Ἔχω ἔγγραφά τινα, τὰ ὁποῖα ἀνέθεσαν εἰς ἐμὲ νὰ τὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὴν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν. Ἠξεύρετε, κύριοι, πολὺ καλὰ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἠγέρθη διὰ μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἔφερε καταστροφὴν εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Πλατάνου, εἰς τὴν Θετταλο–Μαγνησίαν, Μακρυνίτσαν κλπ. Κατεστράφησαν ἄπειροι οἰκογένειαι ὡς ἐκ τοῦ πολέμου τοῦ ἀνίσου, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβον ἀπέναντι μεγάλων στιφῶν βαρβάρων.
§3ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἀναγνωρίζετε, κ. Στεφανίδη, ὅτι αὐτὸς ὁ πόλεμος ἐγέννησε τὸ ἐθνικὸν ζήτημα;
§4ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ναί· ἀλλὰ μὲ τὸ αἷμα τῶν Θετταλομαγνητῶν, καὶ ὄχι μὲ τὴν ἰδικήν σας ἐνέργειαν.
§5ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐγὼ αὐτὸ ἤθελον νὰ ἀκούσω ἀπὸ σᾶς.
§6ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἶπα λοιπὸν καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σεῖς ἐβάλατε φωτιὰ, καὶ ὕστερον, ἀφοῦ ἐκαίοντο τὰ κεφάλια τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, σεῖς τὸν ἀφήσατε, σεῖς ἠνάπτατε τὰ τσιγάρα σας καὶ ἐφενακίζατε ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἀφήσατε ἡμιτελὲς τὸ ἔργον, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπάθομεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε. Λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, αἱ οἰκογένειαι ὅλαι, αἱ ὁποῖαι κατεστράφησαν ἐξ ὁλοκλήρου, παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναφορὰν αὐτῶν, διὰ νὰ γείνῃ κἄποια θεραπεία. Πρὸ παντὸς ἄλλου εἰς τὴν Ἐπαρχίαν τοῦ Πλατάνου ἐγένετο ἡ μεγαλειτέρα καταστροφὴ, ὅπως γνωρίζει ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις περιῆλθε τὸν τόπον καὶ τὸν ὑπεδέχθησαν μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων καὶ ἔδρεψε τὰς δάφνας, τὰς ὁποίας γνωρίζομεν, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶδεν ἰδίοις ὄμμασι τὴν καταστροφὴν, εἶδεν, ὅτι ὁ τόπος ἐκαίετο ὅλος καὶ κατεστράφη ἀπὸ τὸν καταστρεπτικὸν αὐτὸν πόλεμον.
§7ΚΡΙΕΖΗΣ. Ποῖον πόλεμον;
§8ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν δὲν τὸν γνωρίζητε σεῖς, τὸν γνωρίζω ἐγώ.
§9ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐγὼ τὸν γνωρίζω καλλίτερα ἀπὸ σέ· σὺ ἐπῆγες πρώτην φορὰν ἐκεῖ.
§10ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν ἤθελα νὰ ὑπάγω εἰς τὸν πόλεμον, ἤθελα θέσει κανόνια εἰς τὴν μέσην καὶ ὄχι πιστόλια, καὶ ἤθελον μετασχηματίσει τὴν γλῶσσάν μου εἰς τρουμπέταν. — Λοιπὸν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν, καθὼς καὶ τρεῖς ἄλλας ἀκόμη. Τώρα ἔρχομαι εἰς μίαν ἄλλην ἀναφορὰν (ἱλαρότης) Βλέπω μὲ τοὺς γέλωτας Θὰ ἀνταμείψωμεν τοὺς ἀγωνιστάς! Ἀλλοίμονον! Ἐδῶ, κύριοι, παρουσιάζεται ὁ Κωνσταντῖνος Γαρέφης καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ Δημήτριος καὶ Γεώργιος, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀρχηγοὶ τῆς ἐπαναστάσεως τῶν εἰκοσιτεσσάρων χωρίων.
§11ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀπὸ τὰ 1821.
§12ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μάλιστα. Οἱ πατέρες των ἐπολέμησαν μὲ τὸν Καραΐσκον καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀρχηγούς, καὶ τὰ κόκκαλά των ἀκόμη εἶναι ἄταφα εἰς τὸ Φάληρον, ἐκεῖ ποῦ γίνονται τὰ Θέατρα κτλ. Ποῦ νὰ ἤξευρεν ὁ Καραΐσκος καὶ οἱ ἄλλοι, ὅτι ὁ τόπος ἐκεῖνος τώρα ἤθελε γείνει τόπος διασκεδάσεως! Λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὴν ἐπανάστασιν, αὐτοὶ κατεστράφησαν καὶ δὲν ἔχουν τίποτε, καὶ ζητοῦν κἄποιαν ἀνακούφισιν καὶ θεραπείαν· ὅλοι εἶναι ἀγωνισταί. Διατί λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴν ἔχουν τίποτε; Μάλιστα συμφέρει νὰ τοὺς ἀνταμείψωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διότι τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα δὲν ἐστάθη μέχρις αὐτῆς τῆς λωρίδος, ἀλλ’ ἔχει μέλλον πολὺ ἐκτεταμένον. Λοιπὸν καὶ οἱ ἄλλοι λαοὶ πρέπει νὰ ἠξεύρωσιν, ὅτι ἀντημείφθησαν αὐτοὶ, ὅσοι ἔβαλαν τὸ κεφάλι τους εἰς τὸν τορβᾶ. — Γελᾷς, κ. Παπαγεωργίου! Κακὰ γελᾷς! Διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἴδωμεν Θεοῦ πρόσωπον ποτέ.—Λοιπὸν, κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διότι, ὅταν αὐτοὶ οἱ ἀγωνισταὶ ἀνταμειφθῶσι, τότε θὰ ἱκανοποιηθοῦν. Καὶ μάλιστα εἶναι καὶ νόμος, ὅσοι προσέφεραν ὑπηρεσίας στρατιωτικὰς καὶ ἔλαβον βαθμοὺς, αὐτοὶ νὰ ἀνταμείβωνται. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς σμύριδος, νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις φυλάττει τὸν δημόσιον θησαυρὸν, θὰ ἔλαβε πρόνοιαν.
§13Κ. ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Πάντες σχεδὸν οἱ συμπολῖται ἡμῶν διὰ τηλεγραφήματος, ληφθέντος χθὲς, ἐντέλλονται ἡμᾶς νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως διατάξῃ τὴν μεταστάθμευσιν ἑνὸς τῶν ταγμάτων εἰς Σπάρτην, ἣν εἶχε μὲν διατάξει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἥτις ἀνεκλήθη ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἅμα τῇ ἀνόδῳ αὐτῆς εἰς τὴν Ἀρχήν. Τὴν παράκλησιν ἡμῶν ταύτην, ἱκανοποιοῦσαν οὐ μόνον δικαίαν αἴτησιν τῶν συνεπαρχιωτῶν ἡμῶν, ἀλλὰ διευκολύνουσαν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν σπουδαίως διὰ τῆς προθύμου προσελεύσεως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, οὐ μόνον τῶν κληρωτῶν τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἀλλὰ καὶ τῶν μέχρι τοῦδε καθυστερουμένων, ὅταν οὗτοι γινώσκωσιν, ὅτι δὲν θέλουσιν ἀποσταλῆ εἰς κατάταξιν εἰς Τρίπολιν, Ναύπλιον κλπ. ἀλλὰ θὰ μένωσιν ἐν τῇ Σπάρτῃ, πεπείσμεθα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς. Καὶ δικαιοῦται μέν τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δι’ οὗ τρόπου εἶχε διατάξει τὴν τοιαύτην μεταστάθμευσιν καὶ καθ’ ὃν χρόνον, ἤτοι δύω πρὸ τῆς πτώσεώς της ἡμέρας, παίζουσα μᾶλλον ἢ σπουδάζουσα, διέτασσε ταύτην....
§14ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Πλανᾶσθε. Αὐτὰ τὰ λέγετε διὰ νὰ δικαιολογηθῆτε σεῖς.
§15ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω τίς πλανᾶται.—Ὅταν ὁ διοικητὴς τοῦ 12 τάγματος ἐτηλεγράφει ἐπανειλημμένως πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τῷ ὁρίσῃ χρόνον ἀναχωρήσεως, ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἐτήρει σιγήν....
§16ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.
§17ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ὁμιλῶ διὰ τηλεγραφημάτων ἐπισήμων, καὶ σεῖς ἀποφαίνεσθε δι’ ἀοριστολογιῶν. Ἂν θέλετε, δύνασθε νὰ εὕρητε τὰ τηλεγραφήματα τοῦ διοικητοῦ τοῦ τάγματος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἅτινα οὐδεμιᾶς ἔτυχον ἀπαντήσεως. Τρίτον δὲ τηλεγράφημα τοῦ αὐτοῦ διοικητοῦ εὗρεν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸν κ. Καραϊσκάκην, ὅστις καὶ ἀνέστειλε τὴν μεταστάθμευσιν. Καταλήγων ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ὅσον τάχιον εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ νὰ μετασταθμεύσῃ τάγμα τι εἰς Σπάρτην, καὶ εἰ δυνατὸν τὸ 12, μορφωθὲν ἐν Σπάρτῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ συγκείμενον ἀπὸ ὁπλίτας Λακεδαιμονίους.
§18Μ. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὰς παραμονὰς ἀκριβῶς τῆς πτώσεως τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου ἀνέγνωσα εἰς τὸ «Ἐθνικὸν Πνεῦμα» τὴν εἴδησιν, ὅτι διετάχθη ἡ μεταστάθμευσις ἐν Σπάρτῃ τοῦ 12 πεζικοῦ τάγματος, καὶ ὅτι μάλιστα ἡ τοιαύτη διαταγὴ ὠφείλετο εἰς τὴν ἐπαινετὴν ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιακῶν μας συμφερόντων μέριμναν τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Λακεδαίμονος συναδέλφων μου, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Κουμουνδούρου μερίδα.
§19ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τ’ ἀκούσωμεν αὐτά.
§20ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς, κ. Πετσάλη, δὲν ὁμιλοῦμεν συχνὰ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὡς ὁμιλεῖτε σεῖς, καὶ ὠφείλατε νὰ δεικνύητε μείζω πρὸς ἡμᾶς ἀνοχήν. Βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς εἰδήσεως ταύτης συνηρπάγην ὑπὸ χαρᾶς, καθ’ ὅσον ἀνελογίσθην, ὅτι ἡ μνησθεῖσα διαταγὴ ἀνταπεκρίνετο εἰς ἕνα τῶν δικαιοτέρων πόθων τῆς ἐπαρχίας ἡμῶν, ἐπαρχίας, ἥτις συνεισφέρει, ὡς γνωστὸν, ἐξόχως εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐπικρατείας διὰ τῶν πόρων της, καὶ ἐδικαιοῦτο νὰ ἐπανίδῃ ἕδραν τάγματος εἰς τὴν πρωτεύουσάν της, τὴν Σπάρτην, τὴν κατ’ εὐφημισμὸν μόνον ὀνομασθεῖσαν «δευτερεύουσαν πόλιν τοῦ Βασιλείου», οὐδέποτε δὲ ὑποστηριχθεῖσαν ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων. Μετὰ τὰς πρώτας ὅμως ἐντυπώσεις μου μάτην προσεπάθησα, κύριοι, νὰ μάθω τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καίτοι ἠδύνατο νὰ διατάξῃ τὴν μεταστάθμευσιν τοῦ τάγματος ἐν Σπάρτῃ πολὺ πρότερον, ἐθεώρησεν οὐχ ἧττον καταλληλοτέραν πρὸς τοῦτο τὴν τελευταίαν ὥραν τῆς πτώσεώς της. Δὲν ἔμαθον δ’ ἐπίσης οὔτε τοὺς λόγους, δι’ οὓς, ἐν ᾧ ἐπανειλημμένως καὶ τηλεγραφικῶς, ὡς ἀνέφερε καὶ ὁ προλαλήσας, προεκλήθη ὑπὸ τῆς διοικήσεως τοῦ μετατιθεμένου τάγματος, ὅπως κανονίσῃ τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν πορείαν αὐτοῦ, ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου οὔτε ἀπήντησε κἄν, ἐξ οὗ καὶ ἡ διαταγὴ αὐτῆς ἔμεινε νεκρά, καὶ τὸ τάγμα ἐκεῖνο οὐδ’ ἓν βῆμα διέγραψε πρὸς τὴν Σπάρτην. Ἔμαθον ὅμως εὐθὺς μετὰ θετικότητος, ἢ μᾶλλον ἐβεβαιώθην εἰς ὅ,τι ἐκ τῶν προτέρων δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν τινὰ, ὅτι ἡ περίπτωσις αὕτη ἀνεκαίνισεν, ὡς ἦν ἑπόμενον, εἰς τοὺς συμπολίτας μου καὶ ἐξῆψε τὸν πόθον τῆς μετασταθμεύσεως τοῦ τάγματος ἐν Σπάρτῃ, καὶ διὰ τοῦτο — πιστεύσατέ με — ἀφ’ ἧς ἐσχηματίσθη ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίζω ὡς βουλευτής, ἐν ἁπάσαις σχεδὸν ταῖς ἐπιστολαῖς, ὅσας λαμβάνω ἐκ Λακεδαίμονος καὶ ἐξ ἄλλων σημείων τοῦ νομοῦ, διατυποῦται πρωτίστως καὶ μεγάλοις μάλιστα γράμμασιν ἡ θερμὴ σύστασις, ὅπως μεριμνήσωμεν συντόνως περὶ ἐγκαταστάσεως ἕδρας τάγματος ἐν Σπάρτῃ· πρὸ μικροῦ δ’ ἐπεδόθη καὶ πρὸς ἡμᾶς τηλεγράφημα, ἀπευθυνόμενον πρὸς ἅπαντας τοὺς ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὰς καὶ φέρον 330 ὑπογραφὰς τῶν ἐγκριτωτέρων συμπολιτῶν μας, δι’ οὗ ἐντονώτερον ἑρμηνεύεται ἡ κοινὴ ἀξίωσις καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπανόδου τοῦ 12ου πεζικοῦ τάγματος εἰς Σπάρτην. Ἐντεῦθεν ἀναγκάζομαι νὰ ἐπερωτήσω τὴν Κυβέρνησιν οὐχὶ βεβαίως ἐὰν ἡ προκάτοχός της μετὰ σπουδαιότητος, ἢ δι’ ἄλλους λόγους ἐνήργησεν εἰς τὰς τελευταίας αὐτῆς στιγμὰς τὴν περὶ ἧς πρόκειται μεταστάθμευσιν, ἀλλ’ ἐὰν ἀναγνωρίζῃ αὕτη σπουδαίως τὸ δίκαιον τῆς περὶ τούτου ἀξιώσεως τῶν συμπολιτῶν μου· παρακαλῶ δ’ αὐτήν, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι δὲν θέλει παραγνωρίσει τὸ δίκαιον ταύτης, νὰ ἐπισπεύσῃ εἰς τὴν πραγματοποίησίν της, βεβαία, ὅτι καὶ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ τόπου ἱκανοποιεῖ οὕτω, καὶ τὴν προσέλευσιν καὶ κατάταξιν τῶν νέων κληρωτῶν τοῦ τρέχοντος ἔτους μεγάλως διευκολύνει, καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν προσφέρει ὑπηρεσίαν πολύτιμον.
§21ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἀφοῦ σᾶς ἐτηλεγράφησαν, διατί δὲν ὡμιλήσατε τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ ἂν ὡμιλήσατε, τί σᾶς ἀπήντησεν;
§22ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι θὰ πράξῃ ὅ,τι ἡ ὑπηρεσία ἐπέβαλλε.
§23ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Τότε διατί τὰ λέγετε αὐτὰ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος;
§24ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ μάθῃ τὰς ἐνεργείας μας καὶ ἡ ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐφενακίσατε καὶ ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἐσκέφθητε νὰ καταστήσητε τὴν θέσιν ἡμῶν δυσχερῆ.
§25ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. Στεφανίδης εἶπε πρὸ ὀλίγου, πολὺ ὀρθῶς, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἀδάμαντος, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἐπανάληψις αὐτῆς δεόντως. Ἀλλὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἤθελα νὰ δώσω καὶ ἐγὼ μίαν εἰδικὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ γείνῃ ἔρευνα περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν, ἤτοι τῆς ὑπάρξεως τῶν κατὰ τὸ ψήφισμα τῆς Αʹ Συνελεύσεως προσόντων ἐν τῷ συνοικισμῷ Ἀδάμαντος. Τὸ ζήτημα τοῦ συνοικισμοῦ εἶναι ἤδη λελυμένον, ὅτι ὑπάρχει συνοικισμὸς ἐν ἀριθμῷ ἐπιτρέποντι τὴν σύστασιν ἰδίας ἐκλογικῆς περιφερείας· καὶ εἶναι τόσον ἀναντίῤῥητον τοῦτο, ὥστε ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, μετὰ τὴν προσήκουσαν ἔννομον βεβαίωσιν περὶ τοῦ πληθυσμοῦ, διέταξεν, ἐξέδωκε Διάταγμα δηλαδὴ περὶ ἐνεργείας ἰδίας ἐκλογῆς ἐν Ἀδάμαντι, καὶ οὗτος ἀνέδειξε τὸν βουλευτήν του. Πῶς ὅμως ἐξηγέρθη ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὁ λόγος, διατί νὰ μὴν ὑπάρχῃ βουλευτὴς ἐκ Κρητῶν μεταξὺ ἡμῶν; Διότι ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ ἕνεκα μὴ ἐγκαίρου δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος, κατὰ συνέπειαν δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ὡς πρὸς τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν ἐν τῷ συνοικισμῷ οὐδὲν ἄλλο ζήτημα, οὔτε τὸ περὶ πληθυσμοῦ, οὔτε ἄλλο οὐδέν, εἰμὴ μόνον τὸ ἐπὶ τῷ ὁποίῳ λόγῳ ἡ ἐκλογὴ ἠκυρώθη, δηλαδὴ τὸ ἐπὶ τῇ μὴ ἐγκαίρῳ δημοσιεύσει τοῦ Διατάγματος.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν θέλουν βουλευτὴν ἐκ Κρητῶν ἐδῶ.
§27ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐγένετο ἡ ἐνέργεια ἡ ἀπαιτουμένη, καὶ ἡ νῦν βεβαίως δικαίως καὶ ὀρθῶς πρέπει νὰ διατάξῃ τὴν ἐκλογήν, διὰ νὰ μὴ φανῇ, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐνταῦθα δὲν θέλομεν βουλευτὴν ἀπὸ τὸν συνοικισμὸν αὐτόν. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσαν οἱ βουλευταὶ Λακεδαίμονος κκ. Σαλταφέρος καὶ Ῥουσσόπουλος. Οἱ λόγοι, οἵτινες συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς ἐγκαθιδρύσεως ἕδρας τάγματος ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, εἶναι πρόδηλον, ὅτι συνηγοροῦν ἔτι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἐγκαταστάσεως τοιούτου ἐν Πόρῳ, καὶ πρῶτον ὡς κέντρου τοῦ περιοίκου Ἀλβανισμοῦ, ὅστις πρὸ τοῦ περὶ στρατολογίας τελευταίου νόμου ὑπήγετο μόνον εἰς τὴν ναυτικὴν στράτευσιν, ἤδη δέ, ὑποκείμενος καὶ εἰς χερσαίαν, δυσχεραίνει νὰ ὑποκύψῃ, ἕνεκα τῶν ἐναντίων του ἕξεων, ὥστε ὅταν διὰ τοῦ πλησιοχώρου τάγματος τῷ παρασχεθῇ εὐκολία ἀποστάσεων θέλει ἀνεξαιρέτως στρατεύεσθαι· δεύτερον, διότι εἴπερ τις καὶ ἄλλη δικαιοῦται ἡ Τροιζηνία εἰς ἐπικουρίαν διὰ τὰς καταστροφάς της· τρίτον, εὐκόλως διαπέμπεται ἐξ αὐτῆς ὁπῃδήποτε τοῦ Κράτους πᾶσα δύναμις· τέταρτον, ὡς πρὸς τὸ εὐκραὲς τοῦ κλίματος καὶ τὴν χωρογραφίαν, ἀπαράμιλλος· ἐπὶ πλέον ὡς πρὸς τὸν στρατωνισμόν, πλεονεκτεῖ πάσης ἐν ὅλῳ τῷ ἄλλῳ κόσμῳ θέσεως, καὶ ἐννοῶ τὴν ἐν τῷ ἐγκληματικῶς ἐγκαταλειφθέντι Ναυστάθμῳ ἐνοίκησίν του, ἧς οὐδὲν ἐν κόσμῳ εὐμαρέστερον. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων πλεονεκτημάτων τοῦ Ναυστάθμου, ὑπάρχουν καταστήματα παμμέγιστα, ἐν τοῖς ὁποίοις δύνανται νὰ διαιτῶνται τρία τάγματα. Καὶ ὑπάρχουν τὰ γεγονότα εἰς ἀπόδειξιν τῶν λόγων μου· διότι ἐν Πόρῳ, ἐν Τροιζῆνι ὑπῆρξεν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τὸ 8 τάγμα, καὶ δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῶν εὐχαρίστων ἀποτελεσμάτων... Ἀκούω ἐντεῦθεν τὸν κ. Ἀντωναρόπουλον διαποροῦντα περὶ ὕδατος ἐν Πόρῳ. Ἂς μάθῃ, ὅτι, πρὶν ἔτι οἱ Τριφυλιεῖς σκεφθῶσι περὶ ὕδατος ἐν Ἐράνῃ, συνετελέσθη ἐν Πόρῳ τὸ ὄγδοον θαῦμα τοῦ κόσμου, ἡ ἐξ ἠπείρου εἰς ὑφαιστιογενῆ νῆσον ὑποβρύχιος διοχέτευσις ὀρεινοῦ ὕδατος. Κύριοι, ἐκεῖ ὑπάρχει ὕδωρ ἐκ τῶν ὀρέων τῆς Πελοποννήσου, ὑποβρυχίως διοχετευόμενον, ἐκεῖ ἔχομεν ἀναβρυτήρια καὶ κρήνας, ὕδωρ καθαρώτατον καὶ διαυγέστατον, ἀμιγὲς ἀπὸ ξένα στοιχεῖα, οἷον ἠμπορεῖ νὰ παρίσταται τὸ ἐπίσης ἐκεῖ ἀφθονοῦν φρεάτιον. Τίς δὲν ἀνέγνω ἐν ταῖς ἐφημερίσι τὰ περὶ τοῦ κολοσσιαίου τούτου ἔργου; Ἐπὶ τέλους καὶ τὸ δημόσιον συμφέρον συντρέχει· διότι, ὡς προεῖπον, ὑπάρχουσι καταστήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐξωδεύθησαν ἑκατομμύρια καὶ τὰ ὁποῖα καταῤῥέουν ἔρημα. Αὐτὰ δύνανται οὕτω νὰ χρησιμοποιηθῶσιν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατέγεινε, μετὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἀφαρπάσεως ἐκεῖθεν τοῦ Ναυστάθμου, εἰς τὴν σχετικὴν ἱκανοποίησιν τοῦ σπουδαίου ἐκείνου ἱδρύματος, περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ὁποίου ἀνεβίωσαν ἤδη κοινοτικὰ καὶ δημοτικὰ δικαιώματα. Ἐπιβάλλεται ἤδη τῇ παρούσῃ Κυβερνήσει ἡ ἐμβριθὴς μελέτη περὶ ἐπανορθώσεως τοῦ ἐθνικοῦ τούτου δυστυχήματος.
§28ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Μοὶ φαίνεται, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἀνακριβὴς ἡ γνώμη τοῦ προλαλήσαντος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, διότι καὶ σύμπασα ἡ Βουλὴ, ὅπως ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπειθόμεθα περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ πληθυσμοῦ, ἐὰν τουτέστιν ὁ πληθυσμὸς ἦναι τοσοῦτος, ὅσος ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ ἐκλέξῃ βουλευτὴν ἴδιον ὁ συνοικισμὸς οὗτος. Τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὅλα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα, ὅπως πιστωθῇ τοῦτο, καὶ ἔσφαλλεν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, εἰπὼν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα ἐκλογῆς βουλευτοῦ Κρητὸς, ἐν ᾧ ἀείποτε καὶ τὸ Ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν καὶ αἱ τοῦτο ἑκάστοτε ἀντιπροσωπεύουσαι Βουλαὶ ἐξεδήλωσαν πασιφανῶς τὸν ἀκάθεκτον πόθον τοῦ νὰ βουλεύωνται μετ’ αὐτῶν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ καὶ ἰδίως τῆς ὑπὲρ τούτου πρωταγωνιστούσης ἀδελφῆς Κρήτης.
§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶπον, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ἐξελέγξασα τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἀδάμαντος, δὲν ἐπείσθη, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ συνοικισμὸς τοῦ Ἀδάμαντος νὰ ἐκλέξῃ βουλευτὴν καὶ δὲν θέλει νὰ ἦναι βουλευτὴς ἐξ Ἀδάμαντος. Ἐξ ἐναντίας, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔδειξε τὴν διάθεσιν καὶ ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῶν Κρητῶν. Ἐγὼ εἶπον ὡρισμένως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μᾶς ὑπεσχέθη ῥητῶς νὰ φέρῃ νόμον καὶ νὰ φροντίσῃ ὅτι τάχιστα ν’ ἀντιπροσωπευθῶσιν οἱ Κρῆτες ἐν Ἑλλάδι, ὁ κ. Τρικούπης δηλαδὴ, ἕως τώρα κανένα νόμον δὲν ἔφερε, διότι δὲν θέλει ἀντιπρόσωπον τῆς Κρήτης ἐνταῦθα, ἢ τὸν θέλει, φαίνεται, μὲ ὡρισμένα εὐνόητα προσόντα.
§30ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ πληθυσμοῦ ἐμελετήθη παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ ἡμεῖς παρεδέχθημεν, ὅτι τοῦτο εἶναι Κυβερνητικὸν ἔργον. Ἐὰν ὅμως τώρα εἴπωμεν, ὅτι κακῶς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐμελετήθη, ὀφείλομεν νὰ προτείνωμεν καὶ ἄλλην κατηγορίαν κατὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ὅπερ δὲν ἐπράξαμεν, ὅτι δηλαδὴ παρεβίασε τὸ Σύνταγμα, διατάξασα ἐκλογὴν, μὴ ὑπάρχοντος τοῦ ἀναγκαίου πληθυσμοῦ. Ἡμεῖς ὅμως δὲν ἠκυρώσαμεν διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὴν ἐκλογὴν, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ βραδύτητι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος, τοῦ διατάξαντος τὴν ἐκλογὴν.
§31ΚΟΡΠΑΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἤδη ἐπιψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ τῶν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐκτιθεμένων ἀξιωματικῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν καὶ προλαμβάνοντα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῆς ἀτελείας τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου συμβαίνουσιν. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς κατὰ τὸ ἔτος 1882 ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τῶν σταφυλῶν καὶ τοῦ γλεύκους τῆς νήσου Σερίφου. (Ὅρα Παράρτημα).
§32Δ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐφημερίς τις ἐκ τῶν τῆς Πρωτευούσης, τὰ «Ἡμερήσια Νέα», ἐδημοσίευσε καὶ ἐπανειλημμένως ἠρώτησε τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον νὰ πληροφορήσῃ τὸ κοινὸν, τί γίνονται ὅσα ἐκ τῶν βοηθημάτων δὲν ἐδόθησαν πρὸς τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ καταστρεπτικοῦ σεισμοῦ τοῦ 1858 Κορινθίους καὶ Ἑξαμιλλιώτας, ἕνεκα τῆς μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ συνοικισμοῦ ἐπιβαλλομένων ὑποχρεώσεων. Τὸ Ὑπουργεῖον, καί περ ἐπανειλημμένως προκληθὲν ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος ταύτης, ἐτήρησε σιγήν. Ἤδη παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, νὰ ἐξετάσῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ αὐτῆς, διότι, καθὰ λέγεται, τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ πρὸς φιλανθρωπικὸν σκοπὸν προωρισμένα, δὲν ὑπάρχουν.
§33Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Βεβαίως, κύριοι βουλευταὶ, συνεπείᾳ τῶν ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Ὑποπροξενεῖον Ἀτταλίας καὶ κυρίως τὸν διευθύνοντα τὸ ἐν Ἰωαννίνοις Προξενεῖον, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, μετὰ τὰ λεχθέντα μάλιστα πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ περὶ τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τῶν ἐπερωτήσεων, ἐν ἀπουσίᾳ μου μάλιστα, κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἔχω, λέγω, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς τοὺς λόγους, ἐξ ὧν ὡρμήθην, νὰ καταδείξω δὲ καὶ τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἐστήριξα τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ὁ βουλευτὴς πρέπει νὰ ποιῆται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως μετὰ φειδοῦς, προκειμένου περὶ προσώπων μάλιστα λειτουργούντων εἰς σπουδαίας τοῦ Κράτους ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ὅσον ὁ βουλευτὴς ὀφείλει νὰ φείδηται τῶν προσώπων, τοσούτῳ μᾶλλον καθῆκον ἱερὸν ἔχει νὰ ἀποβλέπῃ πρὸς τὰ πράγματα, ἐξ ὧν ἀρύεται τὰς ἀφορμὰς, νὰ ὑποστηρίξῃ δὲ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἐκ τῶν ἱερωτέρων καὶ τῶν πρωτίστων, ἐγκείμενον εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ βουλευτοῦ, ὅστις ὑποχρεοῦται νὰ μὴ φείδηται οὐδενὸς, ὁπόταν καὶ ὑπόνοιαν λαμβάνῃ ἁπλῆν, ὅτι ἐκ τῶν πράξεων οἱωνδήποτε προσώπων προσβάλλονται συμφέροντα ἐθνικά. Καὶ προκειμένου, κύριοι βουλευταὶ, περὶ τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις Προξενείου, τοῦ Προξενείου, λέγω, τῆς χώρας ἐκείνης, πρὸς τὴν ὁποίαν ἅπας ὁ Ἑλληνισμὸς μετὰ στοργῆς, μετὰ πόνου καὶ ἐλπίδων ἀνάγκην ἔχει νὰ προσβλέπῃ, καὶ διὰ τὴν στέρησιν τῆς ὁποίας τοσαῦτα ἠγέρθησαν παράπονα, καὶ πλεῖστα ὅσα ἐλέχθησαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, καὶ αἰτιάσεις βαρεῖαι ἀπεδόθησαν πρὸς τοὺς πρό τινος διαχειριζομένους τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τόπου, καὶ μομφαὶ ἐξηνέχθησαν ἐντεῦθεν κατ’ αὐτῶν, προκειμένου, λέγω, περὶ τῶν Ἰωαννίνων, ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ἀνάγκην ἔχει μετὰ προσοχῆς μεγίστης καὶ λίαν ἀγρύπνου νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς πολιτείας καὶ τῶν πράξεων τῶν ὑπαλλήλων τῶν αὐτόθι προξενικῶν Ἀρχῶν. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, προεῖπον, νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἐστήριξα τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, καὶ αἰσθάνομαι δεινὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὁμιλήσω σήμερον περὶ τούτων, ἀφοῦ ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην μάλιστα νὰ συστήσῃ προσοχὴν τοῖς ἐπερωτῶσιν, ὅτε περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ὁμιλοῦσι, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω τὴν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δώσῃ ἀκρόασιν. Κύριοι βουλευταὶ, ἤλπιζον νὰ μὴν εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρω ἐπερώτησιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, περὶ ὧν πρόκειται, καὶ ἤλπιζον νὰ μὴν ἀναγκασθῶ νὰ ἐπανέλθω σήμερον ἐπὶ τὸ βῆμα, μεμφόμενος τὰς πράξεις αὐτῶν· ἐφρόνουν δὲ μάλιστα, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς ἤθελε μὲ ἀπαλλάξει τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως, ἀφοῦ ἐδόθη αὐτῷ ἡ ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσῃ τὰ κατὰ τούτους καὶ ὑπὸ τῆς δημοσιότητος καὶ δι’ ἀναφορῶν ἔτι ἀλλεπαλλήλων πρός τε τὴν Βουλὴν καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιον. Ἀλλ’ ἡ τῶν πραγμάτων φορὰ οὕτως ἀπαιτεῖ καὶ δέον νὰ ὁμιλήσω. Καὶ περὶ μὲν τοῦ Ὑποπροξενείου Ἀταλείας, κύριοι βουλευταί, ἡ ἐν τῷ χθεσινῷ τῆς «Παλιγγενεσίας» φύλλῳ καταχωρισθεῖσα ἐνυπόγραφος διατριβὴ μὲ ἀπαλλάσσει, φρονῶ, τῆς ἀνάγκης νὰ μακρηγορήσω· τὰ ἐν τῇ διατριβῇ ταύτῃ τοῦ κ. Παντελίδου, ἐξ Ἀταλείας ὁρμωμένου, τελειοφοίτου τῆς Νομικῆς ἐπιστήμης, καὶ διαῤῥήδην διαψεύδοντος τὰ ἐν τῇ εἰσαχθείσῃ ἀναφορᾷ ἐκείνῃ ὑπὲρ τοῦ ὑποπροξένου, ἱκανά εἰσι νὰ κινήσωσι τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα, ἂν οὐχὶ ἄλλο, δι’ ἀνακρίσεως ἐπιζητήσῃ τὴν ἀλήθειαν, ἀφοῦ καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ ἔχει τὰς παραστάσεις. Περὶ τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις ὅμως Ὑποπροξενείου, θέλω ἐπιτείνει ὅσον ἔνεστι συντομώτερον τὸν λόγον, καὶ θέλω προσπαθήσει νὰ ἀποδείξω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν, ὅτι ἡ περὶ αὐτοῦ ἀντεπερώτησίς μου στηρίζεται ἐπὶ πραγμάτων, περὶ ὧν πρὸ ἐμοῦ ἔγραψαν ἐκεῖθεν καὶ εἶπον ὅσοι ἐκ τοῦ σύνεγγυς γινώσκουσιν αὐτά. Τὸν ἰδιωτικὸν βίον τοῦ ὑπαλλήλου τούτου δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐλέγξω, μολονότι φρονῶ, ὅτι οἱ προξενικοὶ ὑπάλληλοι ἰδίως εἰσὶν, ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν ἀποστολήν των καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους των, ὑπόχρεοι νὰ ὦσι καὶ κατὰ τοῦτο ἔτι κοσμιώτατοι. Ἐπερωτήσας ἤλεγξα τὴν πρᾶξιν ἐκείνου, δι’ ἧς ἐξετέθη ἡ Ἑλληνικὴ ὑπόληψις καὶ τῆς ὁποίας ἕνεκεν πρώτην φορὰν, ὡς προεῖπον, ποὺς τουρκικὸς ἐπάτησεν ἐντὸς τοῦ Προξενείου ἐν Ἰωαννίνοις. Συλλογισθῆτε, κύριοι βουλευταὶ, εἰς ὁποίαν ἔκπτωσιν, εἰς ὁποίαν ταπείνωσιν περιπίπτει ἡ Ἑλληνικὴ ὑπόληψις καὶ ὁποία ἀπελπισία καὶ ἀπογοήτευσις καταλαμβάνει τοὺς Ἕλληνας τῆς χώρας ἐκείνης, ὅτε βλέπουσι τελουμένας τοιαύτας πράξεις, ὅτε εἰσέρχονται οἱ Τοῦρκοι γιασαξίδες ἐν τοῖς Προξενείοις ἡμῶν, ὅτε ἐκεῖθεν ἀπάγονται ἄσεμνοι γυναῖκες καὶ εἰς ὑπερορίαν ἀποστέλλονται. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐξέθηκα, ὅτι εἶχον ἐπιστολὴν, δι’ ἧς μοὶ ἐγένετο γνωστὸν τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, καὶ προσέθηκα, ὅτι καὶ διὰ τῆς δημοσιότητος ἔτι ὑπεδείχθη τοῦτο. Καὶ ἰδού. Τὴν 7 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. τὴν νύκτα τῆς τυροφάγου Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεων συνέβησαν τὰ ἐν τῷ Προξενείῳ. Τὴν 26 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἡ ἰδιαιτέρα ἐξ Ἰωαννίνων ἀλληλογραφία τῆς «Παλιγγενεσίας» σὺν τοῖς ἄλλοις ἀναφέρει τὰ ἑπόμενα: «Πρό τινων ἡμερῶν ἀπεστάλησαν ὑπερόριοι διὰ Πρεβέζης τέσσαρες Ὀθωμανίδες ἐκ τῶν ἐκ Θεσσαλίας μεταναστευσασῶν Ὀθωμανικῶν οἰκογενειῶν. Ἀποσιωπῶμεν τὴν αἰτίαν τῆς ὑπερορίας αὐτῶν, διότι θὰ πληγώσωμεν καιρίως τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν.»
§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ ἔγραψεν αὐτά;
§35ΤΖΑΝΕΣ. Ἐν τῇ ἐξ Ἰωαννίνων, εἶπον, ἀλληλογραφίᾳ περιέχονται τῆς «Παλιγγενεσίας», καὶ....
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ποῖος ἔγραψε τὴν ἀλληλογραφίαν αὐτήν;
§37ΤΖΑΝΕΣ. Ἐκεῖνος ὅστις ἀνάγκην ἔχει νὰ μὴ καθιστᾷ γνωστὴν τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ, γράφων ἐκεῖθεν, ὅπου ὁ στρατιωτικὸς νόμος εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἰσχύϊ εἰσέτι. Ἔχετε ὑπομονὴν, κύριοι, καὶ θέλετε ἀκούσει καὶ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, κύριοι βουλευταί, πρὶν ἢ τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθῶσιν ἐν τῇ δημοσιότητι, περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου ἐπιστολὴ τῆς 12 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους, ἐν ᾗ σαφῶς καὶ ῥητῶς ἐκτίθενται τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην ἐν τῷ ἡμετέρῳ ἐν Ἰωαννίνοις Ὑποπροξενείῳ. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ μὴν ἀναγνώσω τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, διότι....
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀναγνώσατέ την.
§39ΤΖΑΝΕΣ. Ὄχι, κύριε, δὲν πρέπει ἡ ἐπιστολὴ αὕτη νὰ ἀναγνωσθῇ· περιέχει βαρυτάτας φράσεις κατὰ τοῦ ἐν λόγῳ Ὑποπροξένου, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀκουσθῶσιν ἐντεῦθεν φράσεις οὐχὶ τόσον καλόηχοι· μάλιστα δὲ προτιμῶ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἐπιστολὴ, ἐκθέτουσα ῥητῶς τὰ γεγονότα, ἢ ν’ ἀναφέρω τὸ περιεχόμενον αὐτῆς.
§40ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κρύψε τὴν ὑπογραφὴν καὶ διάβασε τὸ περιεχόμενον.
§41ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ὑπογραφῆς, πρόκειται περὶ τῶν ἐν τῇ ἐπιστολῇ βαρειῶν ἐκφράσεων· πρόκειται περὶ τῆς εὐθύνης, ἣν θέλω ἀναλάβει, καταδεικνύων μάλιστα τὰ πρόσωπα, διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ὁποίων περιῆλθον ἐν γνώσει ἐμοῦ τὰ γεγονότα ταῦτα. Ὅτι δὲ ἡ εὐθύνη ἔσεται μεγίστη, τοῦτο εἶναι εὐνόητον. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, ὑπὸ ποίας περιστάσεις εὑρίσκονται πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι καὶ τὰς ἑαυτῶν οἰκογενείας καὶ πολλὰ συμφέροντα ἐκεῖ, ὅπου δεσπόζουσιν Ἐξουσίαι αὐθαίρετοι. Καὶ ἵνα ἴδητε, κύριοι βουλευταὶ, ὁποίους ὑφίστανται κινδύνους καὶ ὁποῖα πάσχουσιν ἐν Ἠπείρῳ πάντες ὅσοι τὸ ὄνομα Ἕλλην φέρουσι, ἀναγνώσατε σᾶς παρακαλῶ ἐν τῷ σημερινῷ τῆς «Παλιγγενεσίας» φύλλῳ τὴν τῆς 23 Ἀπριλίου ἐνεστῶτος ἔτους ἀλληλογραφίαν ἐξ Ἰωαννίνων, καθ’ ἣν ἡ κατάστασις τῆς δυστυχοῦς ἐκείνης χώρας καθίσταται ὁσημέραι οἰκτροτέρα· ἀνάρπαστοι γίνονται ἐκ τῶν οἰκογενειῶν των ἔγκριτοι πολῖται Ἕλληνες ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Ἐξουσίας, φέρονται ἐνώπιον τοῦ Τουρκικοῦ Στρατοδικείου, κρατοῦνται, ἢ ἀπολύονται, κατὰ τὰς διαθέσεις τῶν Τούρκων διοικητῶν, καὶ τέλος πάντων ὅλων τούτων τὸ ἐπίμετρον εἶναι ἡ διαγωγὴ τῶν ἡμετέρων Προξένων. Δὲν ἐννοῶ δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἔντιμοι ἐξαιρέσεις, ἀλλὰ τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις τοῦ Προξενείου Ἰωαννίνων, κύριοι βουλευταὶ, δὲν φέρει μόνον τὴν κατὰ τὴν 7 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους ῥηθεῖσαν πρᾶξιν μόνον ὡς ὑπόδειγμα τῆς καλῆς διοικήσεως ἐν αὐτῷ, δὲν δίδει τὸ δικαίωμα τῆς μέμψεως τῶν διαχειρισαμένων τὴν προξενικὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ ἕνεκα τῶν παθημάτων τῶν αὐτόθι Ἑλλήνων ἐκ τῆς ἀνικανότητος καὶ τῆς ἐνόχου διαγωγῆς αὐτῶν. Ἐν Ἀθήναις ὑπάρχει ἀπὸ πολλοῦ δυστυχής τις γυνὴ, ὀνόματι Ἀγαθὴ Βασαρᾶ, παραπονουμένη καὶ βεβαιοῦσα πάθημα ἐν τῷ Προξενείῳ ἐκείνῳ ὅλως ἔκνομον· βεβαιοῖ, ὡς μοὶ ἐγνώσθη, ὅτι ἐν τῷ Προξενείῳ Ἰωαννίνων πρὸ ἔτους καὶ πλέον ἴσως τῇ ἡρπάγησαν 40 λίραι καὶ 9 μετοχαὶ τοῦ ἐθνικοῦ δανείου, ἐπὶ τῇ προφάσει τῆς ἑτοιμασίας τῶν ἐγγράφων αὐτῆς, ἀφορώντων εἰς τινα περὶ κληρονομίας δίκην, ἣν ἔχει ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· λέγεται δὲ μάλιστα, ὅτι καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα τῇ παρεκρατήθησαν διὰ τρόπου ἥκιστα νομίμου διά τινος τοῦ Προξενείου ἐκείνου γιασαξῆ, ἵνα δοθῇ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος πρὸς τὴν ἀντίδικον αὐτῆς νὰ ἐπιβάλῃ κατάσχεσιν ἐπὶ τῆς κληρονομητέας περιουσίας. Ἐὰν ἦτον ἐνταῦθα σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ναυπλίας βουλευτὴς κ. Ποταμιάνος, ἠδύνατο, πείθομαι, νὰ εἴπῃ ὑμῖν εἰς ποίαν δυστυχίαν περιέστη ἡ ἐν λόγῳ Βασαρᾶ. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔλαβε χώραν, ὡς εἶπον, πρὸ ἱκανοῦ καιροῦ, ὅτε εἰσέτι διηύθυνε μὲν τὸ Προξενεῖον Ἰωαννίνων ὀνόματι μὲν ὁ μακαρίτης Λόντος, ὁ ἀληθὴς, ἔντιμος ἐκεῖνος καὶ ἔγκριτος καὶ πατριώτης ἀνὴρ, πράγματι ὅμως ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑποπρόξενος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι βουλευταὶ, λέγεται καὶ ὑποστηρίζεται, ὅτι πρὸ δύο μηνῶν ἀφίκετο ἐνταῦθα ὁ κλητὴρ τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις Προξενείου Γεώργιος Μαμούρης, φέρων καταγγελίαν κατὰ τοῦ ἐν λόγῳ ὑποπροξένου, ἐπικυρώσαντος τὰς περὶ μισθοδοσίας αὐτοῦ διὰ τοὺς μῆνας Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον παρελθόντος ἔτους ἀποδείξεις, ἃς ὡς μὴ γνησίας ἀπεκύρησσεν ὁ ῥηθεὶς Μαμούρης. Ἠκούσθη προσέτι μετὰ βεβαιότητος, ὅτι ὁ κλητὴρ Μαμούρης τηλεγραφικῶς ἀνεκλήθη εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, ἐξ ἧς εἶχεν ἀποβληθῆ, εἰδοποιηθεὶς συνάμα, ὅτι οἱ μισθοὶ αὐτοῦ ἐπληρώθησαν πρὸς τινα συγγενῆ του. Καὶ ἐρωτῶ ἤδη τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν, καὶ ἂν ἐλέγοντο ταῦτα ἁπλῶς, καὶ ἂν δὲν εἶχοντο ὑποστάσεως, διότι μόνον ἐλέχθησαν, δὲν πρέπει ἕνεκα τῆς ἑλληνικῆς ὑπολήψεως, καὶ αὐτῆς τῆς ὑπολήψεως ἔτι τοῦ ὑποπροξένου ἐκείνου, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἐκεῖθεν κἂν μεταθέσεώς του; Ἀλλ’ ἀντὶ ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀνέλαβε νὰ διδάξῃ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπερωτήσεως, προκειμένου μάλιστα περὶ ὑπαλλήλων τοσούτῳ χρησίμων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Καὶ πῶς ἐν τούτοις, πῶς νὰ πιστευθῇ ὁ ἐπερωτήσας βουλευτὴς περὶ τοῦ ὑποπροξένου Ἰωαννίνων, ἀφοῦ ἔχομεν ἀναφορὰν ὑπὲρ αὐτοῦ ὑπογεγραμμένην διὰ πλείστων ὑπογραφῶν; Κύριοι βουλευταὶ, ἡ εἰσαχθεῖσα ἐκείνη ἀναφορὰ κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν εἶναι ὁ φράκτης, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου κατ’ ἀπαράβατον τακτικὴν καὶ συνήθειαν ἀείποτε, κρύπτονται Πρόξενοί τινες, σωζόμενοι τὸ πλεῖστον, ἀλλὰ δολοφονοῦντες ἀσυνειδήτως τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, δι’ ὧν σώζονται, καταχρώμενοι τῆς εὐπιστίας καὶ τῆς ἁπλότητος αὐτῶν· ἡ ἀναφορὰ αὕτη, λέγει προσέτι, ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἃς περιφέρει εἷς ἐμπιστευμένος γιασαξῆς τοῦ Προξενείου, ἀδιακρίτως λαμβάνων ὑπογραφὰς παντὸς εἴτε φίλου, εἴτε ἐξαρτωμένου, εἴτε ἔχοντος ἀνάγκην, εἴτε φοβουμένου, εἴτε καὶ ἀδιαφοροῦντος ἂν ὑπογράφῃ εἰς ἀναφορὰν, μὴ ἀντικειμένην εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Ὅστις ἐσπούδασε τὴν μέχρι τοῦδε ἱστορίαν τῶν πλείστων ἐκ τῶν ἡμετέρων προξενικῶν ὑπαλλήλων, εἰς τοιαύτας ἐλεεινὰς ἀναφορὰς οὐδεμίαν σημασίαν δύναται νὰ δώσῃ· ἄλλως, ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ ἀνευρίσκω ὑπογεγραμμένους τὸ πλεῖστον ὡς Ἕλληνας τοσοῦτον ὅσον ἐγὼ δύναμαι νὰ ἦμαι Ἀμερικανός. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι πάντες οἱ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ὑπογεγραμμένοι, πλὴν τῶν φίλων τοῦ κ. ὑποπροξένου καὶ τῶν διδασκάλων, εἰσὶν Ἕλληνες ὑπήκοοι, τίς ἤθελεν ἀδικήσει αὐτοὺς ὑπογράψαντας; Μεταξὺ τῶν ἀρετῶν τινων ἐκ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων μας συγκαταλέγεται δυστυχῶς καὶ ἡ τῆς ἐκδικήσεως, καὶ ὅτε, ἐν Τουρκίᾳ μάλιστα, ἡ ἐκδίκησις ἐξεγείρεται κατὰ τῶν δυσηνίων, καὶ ὅτε αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὰ συμφέροντα ἐννοούμενα καὶ γνωστὰ ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν παθημάτων τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων, ἀλλοίμονον πρὸς τοὺς μὴ κύπτοντας τὸν αὐχένα ἐνώπιον τῆς θελήσεως τῶν τοιούτων τυραννίσκων, οὓς τοιούτους ἡ ἀδιαφορία πάσης μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεως κατέστησε· τὰ ἐν Ἰωαννίνοις μπουντρούμια τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ ἤθελον δεχθῆ τοὺς ἀρνουμένους τὴν ὑπογραφήν των, χωρὶς νὰ ἐννοήσωσι πῶς ἐν αὐτοῖς μετηνέχθησαν· καὶ τίς δύναται ν’ ἀμφιβάλῃ περὶ τούτων; Ἀκούσατε, πρὸ ἑνὸς ἔτους περίπου ἐν τοῖς ἐν Ἰωαννίνοις μπουντρουμίοις τοῦ Ἀλῆ–πασσᾶ εὑρίσκεται ἐῤῥιμμένος ὁ ἐκ Τριπόλεως τῆς Πελοποννήσου φωτογράφος Χριστόπουλος, καὶ διατί; Ὁ κ. ὑποπρόξενος τὸ γιγνώσκει, ἡ Κυβέρνησις ἴσως τὸ ἀγνοεῖ. Καὶ περὶ τοῦ δυστυχοῦς Χριστοπούλου οὐδεὶς ἔλαβε πρόνοιαν. Ἀλλ’ ἔτι ἀνάγκη εἶναι νὰ μάθητε, κύριοι βουλευταὶ, καὶ περὶ τῆς τύχης ἐν γένει τῶν κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ ἡμετέρου ἐν Ἰωαννίνοις Προξενείου ὑπηκόων Ἑλλήνων, καὶ ἀκούσατε σᾶς παρακαλῶ. Ὁ υἱὸς τοῦ πολίτου Ἕλληνος Βραδῆ κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ τουρκικοῦ στρατοδικείου εἰς 3 ἐτῶν εἱρκτὴν, διότι ἐθεάθη πωλῶν πυρίτιδα· ἐπειδὴ δὲ οὗτος κατώρθωσε νὰ δραπετεύσῃ, συνελήφθη ὁ ἐγγυητὴς αὐτοῦ, ἐξαναγκασθεὶς νὰ ὑποστῇ τὴν ποινήν. Ἕτερος πολίτης Ἕλλην κατεμηνύθη ὡς δημοσίᾳ λαλῶν περὶ πολιτικῶν, καὶ τίς οἶδεν ὁποία τὸν ἀναμένει τύχη. Ἐν Κονίτζῃ εἷς πολίτης Ἕλλην, ἰατρὸς, συλλαμβάνεται ὡς κακοῦργος ὑπὸ Τούρκων ζαπτιέδων ἐν μέσῃ ἀγορᾷ, πέμπεται εἰς Ἰωάννινα, ἄγεται ἐνώπιον τοῦ Στρατοδικείου, ἀνακρίνεται, κρατεῖται, καὶ τέλος ἀπολύεται ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ μὴ ἐξέλθῃ τῶν Ἰωαννίνων, ἀφοῦ ἐν Κονίτζῃ παρεβιάσθη διὰ κατ’ οἶκον ἐρεύνης ἡ οἰκία αὐτοῦ, ἀφοῦ τῷ ἀφῃρέθησαν πάντα τὰ ἔγγραφά του. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί: τί ἐπὶ πᾶσι τούτοις τοῖς παθήμασι τῶν ὑπηκόων τούτων Ἑλλήνων ἔπραξεν ὁ κ. ὑποπρόξενος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς τοσοῦτον ἐπιμόνως συνιστᾷ εὐλάβειαν πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, μέχρι τῆς στερήσεως μάλιστα τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως!
§42ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος ἰατρός;
§43ΤΖΑΝΕΣ. Ἔχετε ὑπομονήν, κ. Καραπάνε, καὶ θέλετε μάθει τίς ἦτο ὁ ἰατρὸς οὗτος· σκοπὸν μάλιστα ἔχω νὰ ζητήσω ἵνα ὑμεῖς, ὁ κ. Παχὺς καὶ ὁ κ. Κοττίκας, ὡς βουλευταὶ ἐξ Ἠπείρου, ἐξετάσητε πάντα ταῦτα· ὁ ῥηθεὶς ἰατρὸς εἶναι ὁ κ. Ἰωάννης Πρίγκος.
§44ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἦλθεν ὁ Ποταμιᾶνος.
§45ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Θὰ μοὶ κάμητε τὴν χάριν, κ. Τζάνε, νὰ ἐπαναλάβητε ὅσα περὶ ἐμοῦ εἴπατε;
§46ΤΖΑΝΕΣ. Ἀκούσατε τί εἶπον· εἶπον, ὅτι ἡ Ἀγαθὴ Βασαρᾶ, πελάτις ὑμῶν, εὑρίσκεται ἐνταῦθα πενομένη, διότι τῇ ἡρπάγη ἡ περιουσία, τὴν ὁποίαν ἀνέμενε νὰ λάβῃ ἔκ τινος κληρονομίας· ἄλλως, διότι ἐστερήθη 40 λίρας καὶ ἐννέα μετοχὰς τοῦ ἐθνικοῦ δανείου ἐν τῷ ἐν Ἰωαννίνοις Ἑλληνικῷ προξενείῳ. Ἤδη δὲ προσθέτω, ὅτι ὑμεῖς λίαν φιλανθρώπως παρέχετε αὐτῇ δωρεὰν τὴν δικηγορικήν σας βοήθειαν.
§47ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Περὶ τῆς στερήσεως τῶν 40 λιρῶν δὲν μοὶ εἶπε τίποτε ἡ πελάτίς μου, μόνον περὶ τῆς κληρονομίας τῆς συγγενοῦς της μοὶ ὡμίλησε· περὶ διαρπαγῆς, συμβάσης εἰς τὸ Προξενεῖον, δὲν μοὶ ἀνέφερεν οὐδέν.
§48ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν εἶπον ὅτι σεῖς γνωρίζετε περὶ τούτων· ὅ,τι περὶ ὑμῶν ἀνέφερον, κυρίως ἀπέβλεπε εἰς τὴν πενίαν τῆς πελάτιδός σας.
§49ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ὁ κ. Φουντούλης μένει ὑποπρόξενος εἰς τὰ Ἰωάννινα πρὸ 5 ἐτῶν· κατ’ αὐτοῦ δὲν ἐγένετο κανὲν παράπονον. Ἐὰν ὑπάρχωσι δύω ἢ τρία πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παραπονοῦνται, τοῦτο δὲν ἔχει τόσην σημασίαν, οὔτε δύναται νὰ ληφθῇ ὡς βάσις κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ.
§50ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Κοττίκα, εἶναι λίαν τολμηρὰ ἡ δικαιολόγησις, τὴν ὁποίαν φέρετε ὑπὲρ τοῦ Προξενείου τούτου. Σκεφθῆτε, σᾶς ἀκούουσιν ἐν Ἀθήναις κατοικοῦντες 3 καὶ πλέον χιλιάδες Ἠπειρωτῶν. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι εἶμαι ξένος τῆς Ἠπείρου, ἀπατᾶσθε· μάθετε μάλιστα ὅτι καθ’ ἑκάστην ἔχω εἰδήσεις ἐγκρίτων προσώπων ἐξ Ἰωαννίνων καὶ ἀκούω παράπονα λίαν δικαιολογημένα, λυποῦμαι δὲ διότι ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὰς πληροφορίας σας δὲν ἐφροντίσατε νὰ τὰς ἔχετε ἀκριβεστέρας, φροντίσατε κἂν ἤδη ἀφοῦ σᾶς δίδω ἀφορμήν. Ἤδη, κ. βουλευταί, ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸν, περὶ τῆς φιλαληθείας τοῦ ὁποίου δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀμφιβάλω, τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν. Κύριε ὑπουργέ, εἴπατε σεῖς παρακαλῶ τί γνωρίζετε περὶ τοῦ ἐν λόγῳ ὑποπροξένου.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι ὁ ὑποπρόξενος Ἰωαννίνων ἐξετέλεσεν πάντοτε μετὰ μεγίστης εὐσυνηδεισίας τὸ καθῆκόν του, εἶναι ὑπόδειγμα ἀγαθοῦ ὑπαλλήλου.
§52ΤΖΑΝΕΣ. Τί εἷς ἐξ Ἠπείρου δικηγόρος, οὗ τινος τὸ ὄνομα εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀποσιωπήσω, σᾶς εἶπε καὶ τί ὑμεῖς πρὸς αὐτὸν εἴπατε ἀκριβῶς περὶ τοῦ ὑποδείγματος τούτου τοῦ ἀγαθοῦ ὑπαλλήλου;
§53ΡΑΛΛΗΣ. Τίποτε δὲν εἶπον, τίποτε.
§54ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ μὸλα ταῦτα, κ. ὑπουργὲ, πολλὰ παρὰ τοῦ δικηγόρου ἐκείνου ἠκούσατε περὶ τοῦ ὑποπροξένου σας, εἰς οὗτινος ὅμως τὴν ἐκδίκησιν ἀπέχω νὰ παραδώσω τὸν φιλαλήθη ἐκεῖνον δικηγόρον, δεχόμενος τὴν εὐθύνην τῆς ἀρνήσεώς σας καὶ πάσης ἄλλης, ἥτις ἤθελεν ἐκθέσει αὐτὸν εἰς τὴν καταδίωξιν τοιούτου ἀγαθοῦ ὑποδείγματος ὑπαλλήλου. Κύριοι βουλευταὶ, ἀνάγκη νὰ διαλάβω καὶ περὶ τῶν ἐν τῇ εἰσαχθείσῃ ἀναφορᾷ ὑπογραφῶν τοῦ γυμνασιάρχου καὶ τῶν καθηγητῶν τῆς Ζωσιμαίας ἐν Ἰωαννίνοις σχολῆς καὶ ν’ ἀποδείξω ὁποίαν τινὰ σημασίαν δύναται ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ἔχῃ ἡ βεβαίωσις τῶν κ. διδασκάλων τούτων. Πρὸ παντὸς δὲ ἀποσπῶ ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας ἐξ Ἰωαννίνων τῆς 26 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. κατακεχωρισμένης ἐν τῇ «Παλιγγενεσίᾳ» τῆς 5 Μαρτίου τὰ ἑπόμενα. Ἀκούσατε τί ἐκεῖθεν γράφεται περὶ Ζωσιμαίας σχολῆς, ἐν ᾗ οἱ κ. διδάσκαλοι οὗτοι διατείνονται, ὅτι διδάσκουσι. «Τὸ ἐν Ἠπείρῳ Παλλάδιον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ Ζωσιμαία σχολὴ, ἡ φωτοβόλος αὕτη ἑστία, ἡ τὸν πυρσὸν τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας διασκορπίσασα πανταχοῦ, ἕνεκα ποταπῶν διαπληκτισμῶν καὶ ῥαδιουργικῶν οὐκ εἰς καλὴν κατάστασιν διατελεῖ κλπ.» Ἴδετε ὁποῖα γράφονται περὶ τῆς σχολῆς ἐκείνης, ἐν ᾗ οἱ σεβαστοὶ οὗτοι διδάσκαλοι διατείνονται ὅτι διδάσκουσιν, καὶ ἐκ τούτων ἐννοήσητε ἂν ἄνθρωποι, οἵτινες εἶχον τὸ καθῆκον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντελῶσιν, ἵνα μὴ τοιαῦτα περὶ τῆς σχολῆς αὐτῆς γράφωνται, πρέπει νὰ ἐξέρχωνται διὰ τῶν ὑπογραφῶν των, ἀναμιγνυόμενοι εἰς ἀλλότρια καὶ ἄγνωστα αὐτοῖς πράγματα. Ὁ ὑπογεγραμμένος ὡς γυμνασιάρχης δὲν εἶναι πλέον γυμνασιάρχης τῆς σχολῆς, οἱ δὲ κ. καθηγηταὶ, μένοντες εἰσέτι, ὀφείλουσι, ἐὰν ἐννοῶσι τὸν προορισμόν των, ἀποκλειστικῶς νὰ μεριμνῶσιν ὑπὲρ τῆς ἀποστολῆς των, ἵνα μὴ συντελῶσιν εἰς τὰς δυστυχεῖς ἐπαληθεύσεις τῆς σχολῆς τῶν κατηγοριῶν. Καὶ ἂν οἱ κύριοι οὗτοί εἰσιν ἀληθεῖς διδάσκαλοι, κατ’ ἀνάγκην εἰσὶ ξένοι τῶν ἐν τῷ Προξενείῳ συμβάντων κατὰ τὴν νύκτα τῆς 7 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. καὶ ἐν γένει τῶν ἐν αὐτῷ διαπραχθέντων· ἄλλως, ἐπειδὴ φαίνονται ἐν γνώσει διατελοῦντες αὐτῶν, ἕκαστος δύναται νὰ πιστεύσῃ, ὅτι καὶ οὗτοι συμμετέσχον τῆς σκανδαλώδους ἐκείνης διασκεδάσεως· ἐγὼ δὲ ἀπέχων τῆς τοιαύτης πίστεως, ἀποδίδω τοῖς διδασκάλοις τούτοις εὐπιστίαν καὶ φιλικὴν συναίνεσιν διδασκαλικὴν καὶ τοιαύτην μάλιστα, ἣν θεωρῶ ἀκαταλόγιστον, διότι δέχομαι τὸ τοῦ Goeth λεγόμενον ἐν τῷ Faust, ὅτι οἱ διδάσκαλοι εἰσὶ μόνον ἱκανοὶ διὰ τὴν ἐμπορίαν τοῦ ἀλφαβήτου· ἐὰν δὲ τίθενται ὑψηλότερον διὰ τῆς ἀκριβοῦς ἐρεύνης τῶν πραγμάτων... Ἐν τούτοις, κ. βουλευταὶ, φρονῶ, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα οὐχὶ μόνον ἀρκούντως ὑπεστηρίχθη ἡ ἐπερώτησίς μου, ἀλλὰ καὶ ἐπείγουσα παρίσταται ἀνάγκη νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις ὑποπροξενείου καὶ τῆς ἐκεῖθεν ἐκτοπίσεως τοῦ ῥηθέντος ὑποπροξένου, καὶ φρονῶ οἱ ἐξ Ἠπείρου βουλευταὶ κ. κ. Καραπάνος, Παχὺς καὶ Κοττίκας δύνανται, ἐξετάζοντες τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα καὶ ἐρευνῶντες τὰ πράγματα, νὰ διαφωτίσωσι τὴν Κυβέρνησιν ... Θέλω δὲ παραδώσει πρὸς αὐτοὺς τὰς ἀποδείξεις περὶ ὧν δὲν ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην νὰ ἀναφέρω.
§55ΡΑΛΛΗΣ. Δώσατε τὰς ἀποδείξεις ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν ὑπουργόν.
§56ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἔχει καιρὸν νὰ ἐξετάζῃ μάρτυρας.
§57ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς δὲν ἔχει καιρόν;
§58ΤΖΑΝΕΣ. Ἀληθῶς, κύριε ὑπουργέ, ἔχετε καιρὸν νὰ ἐξετάζητε καὶ μάρτυρας!
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§60ΤΖΑΝΕΣ. Ἔχει καλῶς· θέλω ταχέως ὑποδείξῃ ὑμῖν τὰ μέσα, δι’ ὧν θέλετε πεισθῆ περὶ ὅσων ἐλάλησα, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν θέλετε δειχθῆ ἀδυσώπητος καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅπως δεικνύεσθε πολλάκις ἄνευ ἀνάγκης. Κύριοι βουλευταὶ, κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἔδωσα σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὴν ἀφορμὴν πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν προξενικῶν μας Ἀρχῶν, αἵτινες τὸ πλεῖστον γίνονται ἀφορμὴ νὰ κηκολογῆται ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν ἔξω κόσμον.
§61ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς Ἠπειρώτης ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου εἰς τὸν κ. Τζάνε διὰ τὴν μέριμναν, ἣν καταβάλλει ὑπὲρ τῆς πατρίδος μου· λυποῦμαι ὅμως, βλέπων ὅτι ἐπωφελήθησαν ἄλλοι τῆς καλῆς πίστεως τοῦ κ. Τζάνε καὶ τοῦ διαφέροντος αὐτοῦ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Τζάνες, λαβὼν τὰς πληροφορίας αὐτὰς, καλῇ τῇ πίστει παρεδέχθη αὐτὰς καὶ ἐπείσθη. Τὸν κ. Φουντούλην τὸν γνωρίζω πρὸ καιροῦ ἐκ φήμης καὶ ἐκ τῶν ἐν Ἰωαννίνοις ἐργασιῶν του, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἶναι εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων προξενικῶν ὑπαλλήλων. Ἐγὼ ἔχω ἀλληλογραφίαν μετὰ πολλῶν ἀξιοτίμων Ἰωαννιτῶν, οἵτινες πολλάκις μοὶ γράφουσι περὶ διαφόρων πραγμάτων, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεὶς μοὶ ἔγραψέ τι περὶ τοῦ συμβάντος, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Τζάνες. Ἐὰν τοιοῦτό τι ἐλάμβανε χώραν, θὰ μοὶ τὸ ἔγραφον. Ὅταν δὲ ὁ κ. Τζάνες ἔκαμε τὴν ἐπερώτησίν του, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐρωτήσω πολλοὺς ἐδῶ καὶ ἐν Ἰωαννίνοις, οἵτινες μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι δὲν ἔλαβε χώραν τοιοῦτο γεγονὸς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις αὕτη. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Τζάνες, ἐξετάζων καλλίτερον, θὰ ἴδῃ, ὅτι κατεχράσθησαν τὴν καλήν του πίστιν, καὶ ὅτι ὁ κ. Φουντούλης εἶναι μᾶλλον ἄξιος ἐπαίνου παρὰ μομφῆς.
§62ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι εἰς τὰ Προξενεῖα γίνονται καὶ καταχρήσεις. Αὐτὸ δὲν εἶναι ψεῦδος, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις μανθάνει τοιαῦτα παράπονα, λαμβάνει τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς περιστολὴν τῶν καταχρήσεων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀγνοῶ τὸ ἀκριβὲς ἢ μὴ τῆς εἰς τὸν κ. ὑποπρόξενον Ἰωαννίνων ἀποδιδομένης κατηγορίας, ὀφείλω ὅμως ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἕν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον, σχετικὸν πρὸς τὴν ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Παπαγεωργίου, καθηγητὴς ἐν Ἰωαννίνοις, ἄγνωστος εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ ἄξιος ὑπολήψεως καὶ πίστεως, καθ’ ἃ μὲ διαβεβαιοῦσιν οἱ γνωρίζοντες αὐτὸν, μὲ παρακαλεῖ νὰ διαψεύσω κατηγορηματικῶς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ συναδέλφου κ. Τζάνε κατὰ τοῦ κ. Φουντούλη, μὲ παρακαλεῖ δὲ νὰ ἀποκαλέσω ταύτην calomnie détestable (συκοφαντίαν μυσαράν). Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας, διότι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως δὲν γνωρίζω τίποτε περὶ αὐτῆς· ἀλλὰ θὰ ἦτο παράλειψις καθήκοντος, ἐὰν δὲν ἀνεκοίνουν τὸ τηλεγράφημα εἰς τὴν Βουλὴν.
§63Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καμμία σημείωσις, ὅπως καταθέσω ἀπόφασιν, δὲν ἀπηυθύνθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, καθόσον καμμία τοιαύτη αἴτησις δὲν διετυπώθη, οὐδὲ ἐζήτησαν οἱ κύριοι βουλευταὶ τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ μόνον ἐζήτησαν, ὅπως οἱ ἄνθρωποι, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἐλευθερωθῶσιν. Ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι περὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀντικειμένου σκέπτεται. Ἔκαμον δευτέραν ἐπερώτησιν, καὶ πάλιν τὸ αὐτὸ εἶπον, καὶ ἡ Βουλὴ ἔμεινε σύμφωνος εἰς τὸ ν’ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ περιμείνῃ τί θὰ καταθέσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον τὰ αὐτὰ ἐπανελήφθησαν, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Στεφανίδου, ἣν σήμερον ἔκαμε, διότι μὲ ἠρώτησεν ἂν ἦμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω. Λέγω, ὅτι ἡ ἀπάντησίς μου εἶναι, ὅτι ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐπισήμως καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω ποῦ εὑρίσκονται οἱ κληρικοὶ οὗτοι καὶ τί περὶ αὐτῶν φρονεῖ ἡ Σύνοδος, καὶ ἡ Σύνοδος μοὶ ἀπήντησε χθές. Ἀπηύθυνα κατόπιν νέας ἐρωτήσεις συμπληρωματικὰς τῶν ἀρχικῶν, καὶ τὸ Σάββατον ἐλπίζω νὰ ἦμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. βουλευτὴν νὰ ὁρίσῃ τί ἔγγραφα ζητεῖ καὶ ποῖα, διότι δὲν πρέπει νὰ ἔρχεται νὰ αἰτιᾶται ἄνευ βάσεως.
§65Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, σημειώσατε, ὅτι ζητῶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου.
§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἵνα σᾶς εὐχαριστήσω, θὰ σᾶς ὑποβάλω καὶ τὴν ἀπάντησιν τῆς Συνόδου.
§67Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Λομβάρδον δι’ ἣν ἔδωκε πληροφορίαν. Δὲν τὸν αἰτιῶμαι, διότι ἐγὼ ζητῶ, καὶ παρακαλῶ τὸ γραφεῖον νὰ τὸ σημειώσῃ, νὰ κατατεθοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αἱ ἀποφάσεις, δι’ ὧν κατεδικάσθησαν οἱ κληρικοί. Καὶ ἐὰν μὲν αἱ ἀποφάσεις στηρίζωνται εἰς τὸν Νόμον, ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι ἡττημένος· ἐὰν ὅμως δὲν στηρίζωνται, καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω λόγον.
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι εἶναι τυπωμένη ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον θὰ τὴν φέρω καὶ χειρόγραφον.
§69Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ μόνον ἐζήτησα, καὶ παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα.
§70ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος θὰ τὸ ἐξετάσῃ;
§71Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Βουλή.
§72ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐὰν ἔχῃ δικαίωμα.
§73ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ τὰ πάντα· ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύω ἐπερωτήσεις ἐγένοντο κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἑβδομάδος, εἰς ἃς ὀφείλω κατὰ πρῶτον ν’ ἀπαντήσω. Μία ἐξ αὐτῶν ἐγένετο παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς κ. Στεφανίδου καὶ ἀφώρα εἰς τὴν κατάταξιν, κατόπιν ἐξετάσεως πρὸς προβιβασμόν, ἐν τῷ πίνακι δέκα καὶ πέντε ἐνωμοταρχῶν, οἵτινες, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, δὲν ἔχουσι δικαίωμα εἰς προβιβασμόν, ὡς ὑπερβάντες τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν. Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον δὲν ὑπάρχει ὅριον ἡλικίας, ἐὰν δὲ θέλῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτής, δυνάμεθα περὶ τούτου νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ φέρω τὰ κείμενα εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου· ἐὰν ὅμως ἀρκῆται εἰς τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην ἢ ἐπιφυλάσσεται, δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν.....
§75ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὸν νόμον τοῦ 1856, ὅστις λέγει «ὅστις ὑπερβῇ τὸ τεσσαρακοστὸν τῆς ἡλικίας του ἔτος δὲν προβιβάζεται.»
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Διάταγμα τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1856 περὶ μορφώσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ σώματος τῆς Χωροφυλακῆς περιέχει τοιαύτην διάταξιν· ἀλλὰ κατόπιν τοῦ Διατάγματος ἐκείνου ἐξεδόθη νόμος τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1861 περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 τοῦ Διατάγματος, εἰς ὃ ἀναφέρεται ὁ κ. Στεφανίδης, μετεῤῥυθμίσθησαν, καὶ ἡ μεταῤῥύθμισις τῶν ἄρθρων ἐκείνων ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι σήμερον ὁ ὑπερβὰς τὴν ἡλικίαν τοῦ τεσσαρακοστοῦ ἔτους δύναται νὰ προβιβασθῇ εἰς ἀξιωματικὸν τῆς Χωροφυλακῆς. Ἐνταῦθα θὰ ἠδύνατο νὰ ἐγερθῶσι ζητήματα, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἐὰν θέλῃ νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν· ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ νόμος περὶ προβιβασμῶν, ὁμιλῶν περὶ ἀνθυπολοχαγῶν, ἐννοῇ καὶ τοὺς ἀνθυπομοιοράρχους. Εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι ἐννοεῖ καὶ τούτους, διότι ἐν τοῖς ἐδαφίοις τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὁμιλεῖ περὶ προβιβασμῶν ἐνωμοταρχῶν καὶ περὶ τῶν περιστάσεων ἐν αἷς προβιβάζονται. Ἐννοεῖται ἄρα, ὅτι ὁ νόμος οὗτος, ὁμιλῶν περὶ προβιβασμοῦ ἐνωμοταρχῶν, ἐννοεῖ εἰς ἀνθυπομοιράρχους, τοὺς ὁποίους ὀνομάζει διὰ τῆς γενικῆς ὀνομασίας ἀνθυπολοχαγούς. Ἑτέρα ἐπερώτησις ἐγένετο παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ναυπλίας κ. Ποταμιάνου, ἀφορῶσα εἰς τὴν σύνταξιν, τὴν αἰτηθεῖσαν παρὰ τοῦ ἀρχιπυροτεχνουργοῦ Πρεντάνου. Περὶ ταύτης δὲν ὑπάρχει συγκεντρωμένος ὁ φάκελλος ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι εἰσέτι ἐξακολουθεῖ ἡ ἀλληλογραφία μετὰ τοῦ Ὁπλοστασίου καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἑπομένως ἀπάντησιν ὁριστικὴν θέλω δώσει εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν τὸ ἄλλο Σάββατον. Ἐγένοντο δὲ καὶ σήμερον ἐπερωτήσεις, εἰς ἃς νομίζω καλὸν ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως, καίτοι ὡς πρὸς τὰς πλείστας τὸ τακτικότερον θὰ ἦτο νὰ ἐδίδοντο αἱ ἀπαντήσεις τὸ προσεχὲς Σάββατον· ἀλλὰ εἰς τὰς παρατηρήσεις τὰς γενομένας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαμῶν, καὶ ἑπομένως εἰς ἐπερώτησιν προγενεστέραν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω σήμερον. Λέγω δὲ, ὅτι αἱ πληροφορίαι, αἱ σταλεῖσαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον περὶ τῆς ὑποθέσεως, εἰς ἣν ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις αὕτη, τουτέστι περὶ σκανδάλου, συμβάντος δῆθεν ἐν τῷ Προξενείῳ Ἰωαννίνων, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ σκάνδαλον εἶναι καθαρὸν ἐπινόημα, διότι οὐδὲν τοιοῦτον συνέβη ἀπολύτως. Ἔχομεν δὲ οὐχὶ μόνον τὴν ἀναφορὰν, ἥτις ἐστάλη εἰς τὴν Βουλὴν ὡς καὶ τὴν σταλεῖσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ ἐπίσημον πιστοποίησιν παρ’ αὐτῆς τῆς Ἀρχῆς τῶν Ἰωαννίνων, ἥτις κατὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαμῶν παρενέβη εἰς ἄρσιν τοῦ σκανδάλου. Ἰδοὺ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐπιστειλάντων, τί γράφει ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας τῶν Ἰωαννίνων, συνταγματάρχης Χασάν. «Μετ’ ἀπορίας ἀνέγνωμεν ἐν ταῖς ἑλληνικαῖς ἐφημερίσιν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι βουλευτής τις ἐπηρώτησε τὸ ὑπουργεῖον περὶ φήμης τινὸς, ὅτι δῆθεν ἀστυνομικοὶ κλητῆρες εἰσέβαλον εἰς τὸ ἐνταῦθα Ἑλληνικὸν Προξενεῖον διὰ τῆς βίας καὶ ἥρπασαν τρεῖς Ὀθωμανίδες, ἃς ὁ διευθύνων τὸ Προξενεῖον εἶχεν ἀποπλανήσει δι’ αἰσχρὰς πράξεις. Πιστοποιοῦμεν, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον συνέβη καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ὁ κ. Φουντούλης διευθύνει τὸ Ἑλληνικὸν Προξενεῖον καὶ ὅτι ἡ τοιαύτη φήμη εἶναι ὅλως ἀδέσποτος, ἐφαπτομένη ἀδίκως τῆς ὑπολήψεως τοῦ κυρίου Φουντούλη. Ἰωάννινα, τὴν 22 Ἀπριλίου 1882 Ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας
Ἰωαννίνων συνταγματάρχης
ΧΑΣΑΝ
Ἐπικυροῦται ἡ γνησιότης τῆς ἀνωτέρω ὑπογραφῆς τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας τοῦ βελαετίου Ἰωαννίνων Χασὰν μπέη. Ἰωάννινα, 23 Ἀπριλίου 1882.
«Ὁ Γενικὸς Πρόξενος
«Ι. Ρ. ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ»
Σήμερον δὲ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἔφερε καὶ κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑποπροξένου. Ἐξ ὅσων γινώσκω καὶ ἤκουσα πρὸ μικροῦ ἀνακοινωθέντα εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ τῶν εἰδότων, φρονῶ, ὅτι καὶ αἱ κατηγορίαι αὗται ἐξελεγχθήσονται ἀνυπόστατοι ὡς καὶ αἱ πρῶται· ἀλλὰ καὶ περὶ τούτων θέλω ζητήσει καὶ φέρει ἐν καιρῷ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι θέλω λάβει ἐν τῷ μεταξὺ καὶ παρὰ τοῦ κ. Παλαμίδου ἐπίσημον ἔκθεσιν, διότι ὁ κ. Παλαμίδης μόλις ἔφθασεν εἰς Ἰωάννινα τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑπεγράφη τὸ ἔγγραφον, καὶ δὲν εἶχεν ἔτι ληφθῆ τὸ πρὸς τὸ Προξενεῖον ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου περὶ ὑποβολῆς ἐκθέσεως. Ὅ,τι δύναμαι νὰ βεβαιώσω εἶναι, ὅτι ἡ προξενικὴ ἡμῶν ὑπηρεσία δὲν ἔχει πρόσωπον χρηστότερον τοῦ κ. Φουντούλη· ὅτι ὁ κ. Φουντούλης διηύθυνε τὸ Προξενεῖον διὰ τρόπου, ὅστις ἐπισύρει τοὺς ἐπαίνους καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ τῆς σπουδαίας ἐκείνης ἑστίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ὅτι πολλάκις ἐξεφράσθη αὐτῷ ἔπαινος, καὶ ὅτι, προκειμένου περὶ μεταθέσεως διὰ προαγωγῆς αὐτοῦ, αἱ Κυβερνήσεις ἠναγκάσθησαν νὰ μὴ προβιβάσωσιν αὐτὸν, ἵνα μὴ βλάψωσι τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐγὼ αὐτὸς ὁμολογῶ, ὅτι εἶχον ἀπόφασιν νὰ προβιβάσω τὸν κ. Φουντούλην, καὶ δὲν τὸν ἐπροβίβασα, διὰ τὸν λόγον τοῦτον· διότι ἐθεώρησα, ὅτι ἐν ταῖς σημεριναῖς περιστάσεσιν ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ ἐν τῷ Προξενείῳ Ἰωαννίνων, δύναται νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Περὶ τῆς μετασταθμεύσεως τοῦ τάγματος εἰς Σπάρτην ἐγένετο λόγος παρὰ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν Λακεδαίμονος, ἐνδιαφερομένων ὅπως ἡ ἐπαρχία αὐτῶν ᾖ ἕδρα τάγματος· τὸ ἐνδιαφέρον δὲ τοῦτο εἶχον ἐπιδείξει πρός με καὶ ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, πολλάκις ὁμιλήσαντές μοι περὶ τούτου. Καὶ δὲν κατακρίνω τὴν τοιαύτην αὐτῶν ἐπιθυμίαν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει τὰ τῆς τοποθετήσεως τῶν ταγμάτων νὰ ῥυθμίζῃ ἐξ ἄλλων σκέψεων, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ, καὶ οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ, ἀποβλέποντες εἰς τὸν κύριον σκοπὸν, ὅστις πρέπει νὰ καθοδηγῇ τὰς Κυβερνήσεις εἰς τὰ τῆς τοποθετήσεως τοῦ στρατοῦ, θέλουσιν ἀναγνωρίσει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξωμεν ἄλλως ἢ ὡς ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε. Καὶ ὡς πρὸς τὴν ἅμιλλαν, ἥτις ἠγέρθη ἐνταῦθα μεταξὺ τῶν βουλευτῶν τῶν φίλων τῆς νῦν Κυβερνήσεως, καὶ τῶν βουλευτῶν τῶν φίλων τῆς πρώην Κυβερνήσεως, τουτέστιν, ὅτι τινὲς αὐτῶν ἐνήργησαν πλειότερον εἰς ἀπόκτησιν τοῦ ἀγαθοῦ τούτου ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας των, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν θὰ ἀδικήσω τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, ἵνα πιστεύσω, ὅτι ἤθελεν ἐπηρεασθῆ ἐκ λόγων ἐπαρχιακῶν καὶ λόγων φιλικῶν πρὸς βουλευτὰς, ὅπως τοποθετήσῃ τάγμα εἰς μέρος, ὅπου τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἢ τὰ συμφέροντα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας δὲν ὑπηγόρευον τὴν τοποθέτησιν. Ἡ μεταστάθμευσις, διαταχθεῖσα παρὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, δὲν ἐξετελέσθη, καὶ ὀρθότατα, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν διετάχθη ἡ μεταστάθμευσις, ὑπῆρχε καὶ μέχρι τῆς σήμερον ὑπάρχει καὶ ἴσως καὶ ἐπί τινα ἔτι χρόνον θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη συγκεντρώσεως δυνάμεων ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τάγμα ἐκ τῆς Θεσσαλίας νὰ μετασταθμεύσῃ εἰς τὴν Πελοπόννησον, ὅπου ἐπικρατεῖ ἡσυχία εὐτυχῶς. Ἐν Θεσσαλίᾳ—ἐπισήμως δὲ λέγω τοῦτο— αἱ τελευταῖαι εἰδήσεις παριστῶσι τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ὡς παγιωθεῖσαν ἐντελῶς, καὶ τοῦτο, πιστεύω, ὁμολογοῦσι πάντες οἱ βουλευταὶ οἱ ἐξ ἐκείνων τῶν μερῶν.
§77ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι λόγος, ἵνα ἀποσύρωμεν τὴν δύναμιν, ἣν μέχρι τοῦδε συνεκεντρώσαμεν ἐκεῖ· φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν διατηροῦντες ἐκεῖ καὶ ταύτην καὶ ἔτι πλείονα, ἵνα παγιώσωμεν ἐπὶ μᾶλλον τὴν τάξιν. Ὥστε οὐδεμίαν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν βεβαίωσιν ἐὰν λίαν προσεχῶς θέλωμεν ἱκανοποιήσει τὴν ἐπιθυμίαν τῶν κ.κ. βουλευτῶν Λακεδαίμονος. Βεβαίως ἡ ἐπαρχία αὕτη ὅσον εἴπερ τις καὶ ἄλλη δικαιοῦται, ὅπως λαμβάνηται πρόνοια περὶ αὐτῆς ὡς πρός τε τὰ τῆς ἀσφαλείας καὶ πρὸς τἆλλα ἐκ τῆς τοποθετήσεως ἐν αὐτῇ τάγματος ἀγαθά· ἀλλ’ ἵνα δυνηθῶμεν νὰ τοποθετήσωμεν ἐκεῖ τάγμα, πρέπει νὰ ἔχωμεν τάγμα διαθέσιμον, καὶ σήμερον ἂν εἴχομεν τάγμα διαθέσιμον, καὶ τοῦτο θὰ ἀπεστέλλομεν εἰς Θεσσαλίαν. Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη δὲν θέλει παραταθῆ ἐπὶ πολὺ, διότι ἐκτὸς τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας ἐν Θεσσαλίᾳ, ἤρχισαν γινόμεναι κατατάξεις ἐν τῷ στρατῷ, αἵτινες θὰ φέρωσιν εἰς αὐτὸν ἐν βραχεῖ δύναμιν ἐπαρκῆ· σήμερον ὅμως ἡ ὑπάρχουσα δύναμις δὲν εἶναι ἔτι ἐπαρκὴς οὐ μόνον ὡς πρὸς τὰ τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει ὡς πρὸς τὰ ἔργα τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς τὸν στρατὸν ὑπὲρ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἐκ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ θέλει πληροφορηθῆ, ὅτι ἡ δύναμις, ἥτις λογίζεται κανονικῶς εἰς 29 χιλιάδας καὶ ἑκατοστύας τινὰς ἀνδρῶν, πράγματι δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ χάρτου εἰμὴ 19 χιλιάδες. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοῦ χάρτου αὕτη δύναμις δὲν παριστᾷ τὴν δύναμιν τὴν χρήσιμον, διότι περιέχει καὶ τοὺς ἀσθενεῖς, καὶ τοὺς ἐν ἀδείᾳ, καὶ τοὺς ἐν ἀγνοίᾳ καὶ πάντας ὅσοι δὲν δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσιν ἐν τῇ ἐνεργῷ δυνάμει. Τὴν 1 Ἰουλίου θὰ γείνωσιν αἱ κατατάξεις τῶν νῦν κληρωθέντων καὶ κληρουμένων, καὶ βεβαίως τότε ἡ δύναμις θὰ ἦναι ἀποχρῶσα πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον κυρίως πρέπει νὰ ἐπιδιώκωμεν δι’ αὐτῆς, τὸν τῆς τάξεως ἐν τῷ Κράτει, καὶ θὰ ἦναι δυνατὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ τοποθετήσωμεν τὰ τάγματα ἀναλόγως τῆς σημασίας τῶν θέσεων, ἀσχέτως πρὸς ἔκτακτα ζητήματα δημοσίας ἀσφαλείας, καθιστῶντα κατεπείγουσαν ἀνάγκην δυνάμεως ἐξαιρετικῶς ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις. Ἤδη καὶ ἐν τῷ Σώματι τῆς χωροφυλακῆς, χάρις εἰς τὸν νόμον τὸν προχθὲς ψηφισθέντα εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν ἔχει κατατάξεις ἱκανὰς, αἵτινες νὰ ἐπιτρέψωσιν ὅπως τὸν στρατὸν τὸν τακτικὸν, τὸ πεζικὸν κυρίως, διαθέσωμεν κατὰ πολὺ ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν ἐν τῇ διευθύνσει αὐτοῦ, τουτέστιν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτοῦ, ἡ δὲ ἐκπαίδευσις κατορθοῦται κυρίως διὰ τῆς συγκεντρώσεως. Ἕτερον ζήτημα, ἀναφυὲν σήμερον ἐξ ἀφορμῆς ἐπερωτήσεως, ὑπῆρξε καὶ τὸ περὶ τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος. Ὁ ἐπερωτήσας παρίστα τὰ τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος ὡς λελυμένα καὶ ὡς μὴ παρουσιάζοντα ἑτέραν τινὰ δυσχέρειαν, μόνον περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὑπάρχοντος δικαιώματος· ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀμφισβητοῦμεν. Ἡμεῖς εἴχομεν ἐξ ὑπαρχῆς τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδόλως ἦτο ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ δῆμος Ἀδάμαντος ἔχει τὸν πληθυσμὸν, τὸν ὁποῖον ἠξίουν οἱ διατάξαντες τὴν ἐκλογὴν ὅτι εἶχε. Σήμερον δὲ ἐξετάσαντες ἐπισήμως τὰ περὶ τούτου, ἔχομεν λόγους νὰ φρονῶμεν, ὅτι εἶναι ἀποδεδειγμένον τὸ ἐναντίον, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχει τὸν πληθυσμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαῖος ἵνα ἀναδείξῃ βουλευτὴν ὁ δῆμος, ἀλλὰ δὲν ἔχει οὐδὲ τὸ ἥμισυ, οὐδὲ τὸ τέταρτον τοῦ ἀπαιτουμένου πληθυσμοῦ. Ἡ ἔρευνα, εἰς τὴν ὁποίαν προέβημεν, τῶν στοιχείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ γνώμη τῶν διαταξάντων τὴν ἐκλογὴν ἄλλοτε, καὶ ἰδίως τῶν πινάκων τῶν δημοτῶν, μᾶς ἀπέδειξαν, ὅτι οἱ πίνακες ἐκεῖνοι ἦσαν εἰκονικοί. Δὲν συντάσσομαι πρὸς τοὺς ἑρμηνεύοντας στενῶς τὸν νόμον· ἐγὼ δίδω εὐρυτάτην ἑρμηνείαν εἰς τὰ τῶν ἐχόντων δικαίωμα ἐγγραφῆς. Ἀρκοῦμαι εἰς τὸ γεγονὸς τῆς ἐγγραφῆς ὡς δημοτῶν τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ προσώπων, καίπερ μὴ κατοικούντων ἐν τῷ δήμῳ, διότι οὕτως ἑρμηνεύω τὰ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ πολιτικοῦ περιφερείας ἐκλογικῆς· θεωρῶ ὅτι ἀρκεῖ ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀπαιτούμενος νὰ ὑπάρχῃ ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ δημοτολογίῳ νομίμως, καίτοι οἱ δημόται οὗτοι δὲν κατοικοῦσιν ἐν τῷ τόπῳ, ἵνα ἔχῃ ἡ περιφέρεια τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα, ἀλλ’ ἀπαιτῶ ἡ ἐγγραφὴ νὰ ἦναι νόμιμος, ἀπαιτῶ δὲ τὸ πρόσωπον νὰ ἦναι ἐγγεγραμμένον μόνον ἐκεῖ καὶ ὄχι καὶ ἀλλοῦ. Κατ’ ἀρχὰς ὑπέθεσα, ὅτι εἶχεν ἐπιτευχθῆ ἡ μεγάλη αὕτη διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀπογραφικῶν πινάκων καὶ τῶν δημοτικῶν πινάκων, τῶν μὲν ἀπογραφικῶν παριστανόντων τὸν πληθυσμὸν κατοικούντων καὶ μὴ ἐν τῷ δήμῳ ὡς ἀναβαίνοντα εἰς 650 ἄτομα, νομίζω, τῶν δὲ δημοτικῶν παριστανόντων τὸν πληθυσμὸν ὡς ἄνω τῶν 3,500· ἐνόμιζα, ὅτι ἡ μεγάλη αὕτη διαφορὰ προήρχετο ἐκ τοῦ ὅτι πολλοὶ δημόται ἄλλων δήμων, στηριζόμενοι εἰς διάταξίν τινα τοῦ δημοτικοῦ νόμου, ἐπιτρέποντος ὅπως ἐγγραφῇ τις ἐν νέῳ δήμῳ, διατηρῶν δυνάμει πράξεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τοῦ παλαιοῦ δήμου καὶ τὴν παλαιὰν δημοτικότητά του, εἶπον ὅτι δυνάμει αὐτῆς τῆς διατάξεως εἶχον ἐγγραφῆ ἐν τῷ δημοτολογίῳ τοῦ δήμου Ἀδάμαντος, κανονίσαντες οὕτω τὴν ἐν τῷ ἀρχικῷ αὐτῶν δήμῳ θέσιν των. Τὴν τοιαύτην ἐν τῷ δήμῳ Ἀδάμαντος ἐγγραφὴν δὲν ἤθελα βεβαίως θεωρήσει τὴν προσήκουσαν· οὐχ ἧττον ὅμως δὲν ἤθελον θεωρήσει τὴν στήριξιν δικαιωμάτων ἐπὶ τοιαύτης ἐγγραφῆς ἀνεπίδεκτον συζητήσεως. Ἀλλὰ δὲν ἔχει κἂν οὕτω τὸ πρᾶγμα. Τὰ πρόσωπα τὰ ἐν τῷ πίνακι δὲν εἶναι δημόται οὐδαμῶς· δημοτολόγιον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ δήμῳ Ἀδάμαντος κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον συντεταγμένον. Ἐν τετραδίῳ καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς διαδικασίας ἐγράφησαν διάφορα ὀνόματα παρὰ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς, τὰ ὁποῖα, θέλουσα αὕτη νὰ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς βουλευτοῦ ὑπὲρ τοῦ δήμου, παρέστησεν ὡς δημότας. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα τὰ πρόσωπα εἶναι δημόται ἀλλοῦ, δὲν ἐζήτησαν παρὰ τοῦ ἄλλου δήμου, ἔνθα εἶναι ἐγγεγραμμένοι, τὴν διαγραφὴν αὐτῶν, οὐδεμίαν ἐκ τῶν πράξεων ἐκείνων ἐξετέλεσαν, αἵτινες ἀπαιτοῦνται παρὰ τοῦ νόμου, ὅπως μεταφέρωσι τὰ δικαιώματά των. Ὥστε ὅλη ἡ ὑπόθεσις εἶναι εἰκονική. Πάντα ταῦτα ἐγινώσκομεν, ὅτε ἔτι εἴμεθα ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, καὶ τότε εἴχομεν εἰπεῖ, ὅτι, θεωροῦντες ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε καθῆκον νὰ διευκολύνῃ τὰ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς εὐχῆς τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων καὶ τῆς διατάξεως τῆς νομοθετικῆς, ἐφρονοῦμεν, ὅτι ὤφειλεν, ἂν ὁ δῆμος Ἀδάμαντος δὲν ἐπαρουσίαζε τὸν πληθυσμὸν, τὸν ὁποῖον τὰ ψηφίσματα καὶ οἱ νόμοι ἀπαιτοῦσιν, οὕτω νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας τῶν μεταναστῶν Κρητῶν, ὥστε νὰ ὑπάρχωσιν ἐν αὐτῇ οἱ ὅροι τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὸν πληθυσμόν· τοῦτο δὲ θὰ ἐπιτυγχάνετο διὰ τῆς ἐν τῇ αὐτῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Ἀδάμαντος κατὰ πρῶτον λόγον καὶ ἄλλων δήμων, ὅπου εἰσὶν ἐγκατεσταμένοι Κρῆτες μετανάσται. Ἐνῷ δὲ εἰργαζόμεθα εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου, ἐλάβομεν παρὰ τῶν Ἀρχῶν τοῦ δήμου Ἀδάμαντος καὶ παρὰ τῶν πολιτῶν ἁπάντων σχεδὸν καὶ παρὰ τοῦ ἀνακηρυχθέντος ἀντιπροσώπου αὐτῶν ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ διαμαρτύρησιν σφοδρὰν, καθ’ ἣν ἂν ἡ Βουλὴ ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσῃ νόμον καθιεροῦντα περιφέρειαν ἄλλην παρὰ τὴν τοῦ δήμου Ἀδάμαντος μόνην, ἐπροτίμα ὁ δῆμος Ἀδάμαντος νὰ ψηφίζῃ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μήλου καὶ κατ’ οὐδένα λόγον ἐδέχετο ν’ ἀποτελῇ μέρος τῆς τοιαύτης περιφερείας τῶν Κρητῶν μεταναστῶν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν προέβημεν εἰς πρότασίν τινα πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀφοῦ ἄνευ τοῦ δήμου Ἀδάμαντος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐκλογικὴ περιφέρεια τῶν μεταναστῶν Κρητῶν, τοῦ δήμου Ἀδάμαντος ὄντος τοῦ κυριωτέρου κέντρου αὐτῶν ἐν τῷ Βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ὅμως λυπηρὸν, ὅτι εὑρέθη τις ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου νὰ ἐκστομίσῃ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι δεικνύουσιν, ὅτι φρονεῖ, ὅτι δύναται Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ νὰ ποιῆται διακρίσεις ἐν τῷ Ἑλληνισμῷ, αἱ ὁποῖαι δεικνύουσιν, ὅτι θεωρεῖ τὰ τοιαῦτα ζητήματα ὡς δυνάμενα νὰ χρησιμοποιῶνται πρὸς κομματικοὺς ἀγῶνας. Εἶναι λυπηρὸν τοιαῦτα νὰ λέγωνται παρὰ νέων, εἰσελθόντων πρώτην φορὰν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ οἵτινες ἔπρεπε νὰ σέβωνται τὸ Κοινοβούλιον ἀρκετὰ καὶ ἔπρεπε νὰ κήδωνται τῆς ὑπολήψεως τῆς Χώρας ἀρκετὰ, ἵνα μὴ θέλωσι νὰ παραστήσωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅτι ζήτημα δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὡς στοιχεῖον ἐπικρατήσεως κομματικῆς. Διὰ νὰ δύναταί τις νὰ ἀποδίδῃ εἰς ἄλλους ἰδέας τοσοῦτον ταπεινὰς, πρέπει νὰ ἵσταται ἐπὶ ἐδάφους ταπεινοῦ. Ἀρκεῖ δ’ αὐτῷ ἡ ἀπάντησις αὕτη.
§79ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἔχω ἄπειρον σέβας εἰς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Ἂν τῷ ὄντι, ὅπως ἐξέθεσε, δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ συνοικισμοῦ τοῦ δήμου Ἀδάμαντος, δὲν ἔχω τι νὰ ἀντείπω. Τώρα φαίνεται, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἔκαμεν ἕνα πληθυσμὸν εἰκονικόν.
§80Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐσκεπτόμεθα νὰ δεχθῶμεν ὡς πρὸς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ στρατοῦ, εἴχομεν ἀποφασίσει νὰ τοποθετηθῇ καὶ εἰς τὴν Σπάρτην τάγμα, ὄχι διὰ προσωπικοὺς λόγους, παρὰ διότι, κατὰ τὴν πεποίθησιν καὶ ἰδικήν μας, συμφερώτερον καὶ καταλληλότερον εἶναι ὁ στρατὸς νὰ ἐκγυμνάζεται κατὰ Νομούς. Τώρα βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἂν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ σύστημα ἦναι καλὸν ἢ κακόν· ἀλλὰ ἐνομίζομεν, ὅτι ἀρκετὰ εἶναι τὰ 36 τάγματα τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων, ὄχι μόνον νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκγυμνάσεως. Αὐτὸ τὸ σύστημα ἡμεῖς ἐπροτιθέμεθα νὰ δεχθῶμεν· ἄλλως, αἱ δυνάμεις εἰσὶν ἀρκεταὶ, διότι, ἐκτὸς τῶν σωμάτων τοῦ ἱππικοῦ, τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ, τὰ ὁποῖα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶναι ἐπιφορτισμένα καὶ μὲ τὴν συνήθη ὑπηρεσίαν, ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, 36 τάγματα πεζικὰ καὶ εὐζωνικά. Ἀρκετὰ εἶναι 15 τάγματα εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, τὰ ἄλλα νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τὸ ἄλλο Κράτος. Οὕτως ἐσκεπτόμεθα ἡμεῖς καὶ ἐνεργήσαμεν. Τώρα ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἄλλας ἰδέας. Ἂς κάμῃ αὕτη ὅ,τι νομίσῃ καλόν. Καὶ ἐσκεπτόμεθα τότε, ὅτε ἐπίσης ἡ τάξις εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἦτον ἑδραιωμένη. Ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἀδάμαντος, βεβαίως ὁ κ. Στεφανίδης δὲν γνωρίζει τὰ πράγματα καὶ ποῖοι νόμοι διέπουν καὶ πῶς ἐφαρμόζονται, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς ἐκλογῆς ὡς ἔργον ἡμῶν. Ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, ἐλάβομεν κατάλογον ἐπίσημον ἐπικυρωμένον ἀπὸ τὰς Ἀρχὰς, καὶ ἐνόσῳ δὲν εἴχομεν ἐναντίαν ἀπόδειξιν, καὶ ἐνόσῳ δὲν προσεβάλλετο οὗτος ὡς πλαστὸς, ἐχρεωστοῦμεν νὰ τὸν δεχθῶμεν ὡς ἀληθῆ καὶ νὰ ἐνεργήσωμεν. Ὁ δήμαρχος ὁ ἁρμόδιος εἶπεν εἰς ἡμᾶς «εἰς τὸν δῆμόν μου ἐνεγράφησαν τόσοι δημόται». Καὶ γνωρίζομεν, κύριοι, ὅτι ἀρκεῖ αἴτησίς τις πρὸς τὴν δημοτικὴν Ἀρχὴν, διὰ νὰ ἐγγραφῇ τις δημότης· εἴμεθα δὲ καὶ ἡμεῖς τῆς γνώμης, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται καὶ πραγματικὴ διαμονὴ, διὰ νὰ γείνῃ τις δημότης ἑνὸς δήμου, ἀρκεῖ ἡ ἐγγραφὴ, οὕτω δὲ ἀποκτᾷ τὰ δημοτικὰ δικαιώματα. Ἂν διεγράφη ἀπὸ τὸν παλαιὸν δῆμον, αὐτὸ, καθὼς ἠξεύρετε, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν δημότην, αὐτὸ ἐκτελοῦσιν αἱ Ἀρχαὶ, καὶ ὑπεύθυνος διὰ τὴν μὴ διαγραφὴν δὲν εἶναι ὁ δημότης. Τὰς πληροφορίας δὲ περὶ τοῦ καταλόγου τοῦ δημάρχου τὰς ὑπεστήριξε κατ’ ἐπανάληψιν ὁ νομάρχης, ὁ ὁποῖος ἐβεβαίου τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν ἀλήθειαν τῶν πληροφοριῶν τοῦ Δημάρχου. Ἑπομένως ἡμεῖς, ἀναχωροῦντες ἀπὸ τὰς ἰδέας ταύτας καὶ μὴ ἔχοντες παράπονόν τι ὅτι πλαστογραφία καὶ νόθευσις ἔλαβε χώραν, ἐδέχθημεν τὸν κατάλογον ὡς ἐπίσημον καὶ διετάξαμεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Ἀδάμαντος.
§81ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν πιστεύω ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ γνωρίζῃ καλῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Ἰωαννίνοις, καὶ νὰ μὴ μεριμνᾷ περὶ τούτων· διὰ τοῦτο θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὴ δίδῃ πολλὴν πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας τῆς Τουρκικῆς ἀστυνομίας, καὶ νὰ μὴ πιστεύῃ εἰς τοὺς Χασάνιδες, διότι οἱ Χασάνιδες ἔχουν τὸ συμφέρον νὰ ἀποκρύπτωσι τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων τῶν Προξενικῶν Ἀρχῶν τῶν μερῶν ἐκείνων, διὰ νὰ ἐπιτυγχάνωσι τοὺς σκοπούς των. Πρὸς δὲ τούτοις ἀφίνω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐλεύθερον εἰς τὰς ἰδέας του περὶ τοῦ κ. Φουντούλη, ἀλλ’ ὑπομιμνήσκω αὐτῷ, ὅτι κατὰ τὸ 1875, τὸν Νοέμβριον, ὑποθέτω, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Διαμαντοπούλου, εἶπε, προκειμένου περὶ ἑνὸς Προξένου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἀναφέρω, καὶ προκειμένου περὶ πράξεως ἐπίσης σκανδαλώδους, εἶπε, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ προβῇ εἰς τὴν θυσίαν αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ τὸ εἶπε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε παρηκολούθει τὴν ὁμιλίαν του βούλευμα παραπεμπτικὸν κατὰ τοῦ Προξένου ἐκείνου.
§82ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ διὰ τῆς παρατηρήσεώς μου ἐσκόπουν νὰ διαβάλω τὴν Κυβέρνησίν του εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, ὅτι χωρίζει μέρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, οὔτε εἶναι ἰδική μου ἡ σκέψις, εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν τὸ δεύτερον ἤδη, ὅτε ἐγένετο ἡ ἐξέλεγξις τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος. Ἡ τότε ἀντιπολίτευσις, μεγάλη μερὶς αὐτῆς, ἠθέλησε νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, καὶ τὸ προεξελεγκτικὸν Τμῆμα ἐν τῇ ἐκθέσει του ἰδίως ἐβασίσθη ὄχι εἰς τὸν λόγον ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ δῆμος Ἀδάμαντος νὰ στείλῃ Ἀντιπρόσωπον, ἀλλ’ ὅτι τὸ Διάταγμα εἶχεν ἐκδοθῆ τὴν εἰκοστὴν πέμπτην Νοεμβρίου καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὴν 26, καὶ ἑπομένως δὲν εἶχε δοθῆ ὁ καιρὸς πρὸς δημοσίευσιν καὶ συναγωνισμὸν, καὶ ὅτι ἑπομένως ὁ κ. Ξενουδάκης δὲν ἦτον ὁ γνήσιος Ἀντιπρόσωπος, διότι ἐξελέγη ἄνευ συναγωνισμοῦ. Τότε ὑπερησπίσθην τὴν ἐκλογὴν Ἀδάμαντος, ὄχι τὸν Ξενουδάκην, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τῶν Κρητῶν, καὶ εὐτυχῶς καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ πρῴην ὑπερήσπισαν τὸ δικαίωμα τῶν Κρητῶν τοῦ νὰ παράσχωσιν οὗτοι Ἀντιπρόσωπον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Ὅταν δὲ ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι εἰς λόγους μόνον ἀρκοῦνται οἱ προεξάρχοντες πολιτευόμενοι ἐν Ἑλλάδι, ἀναγνωρίζοντες τὸ δικαίωμα τῶν Κρητῶν, ἀλλ’ ὅταν ἔλθωσιν εἰς τὰ πράγματα ἀκριβῶς σταματῶσιν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ παρετήρησεν, ὅτι δὲν κάμνω καλῶς, διαβάλλων τοὺς πολιτικοὺς εἰς τὴν Βουλὴν προκαταβολικῶς· καὶ ὅμως ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη, ὅτι εἶχον δίκαιον. Πρὸ δύω ἐτῶν ἐδόθη ἡ ὑπόσχεσις περὶ ἐκλογῆς Ἀντιπροσώπου Κρητῶν εἰς τὸν δῆμον Ἀδάμαντος. Κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Μήλου, καὶ πρὸς ἐπικύρωσιν αὐτῆς εἶπον τότε οἱ ἔχοντες πλειοψηφίαν καὶ συμφέρον πρὸς τοῦτο, ὅτι δὲν εἶχε καταρτισθῆ ἡ Βουλὴ ἔτι· ἀλλ’ ὅταν καταρτισθῇ ἡ Βουλή, θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ νομίμου ἀντιπροσωπεύσεως καὶ τῶν Κρητῶν. Πλὴν οὐδὲν ἐγένετο τότε, διότι δὲν ἤθελον νὰ φέρουν Κρῆτα Ἀντιπρόσωπον ἐνταῦθα. Κατηρτίσθη καὶ ἤδη, πρὸ δύω καὶ πλέον μηνῶν, ἡ Βουλή, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργός, πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Μήλου, ὑπὲρ ἧς ἐνδιεφέρετο, κατὰ τὰς ἐξελέγξεις ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ νόμον περὶ ἐκλογικῆς περιφερείας ἐκ τῶν ἐν Ἑλλάδι συνοικισμένων Κρητῶν, ὡς ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις διέταξε. Καὶ πάλιν ὅμως δὲν θέλει νὰ φέρῃ νόμον, οὐδ’ Ἀντιπρόσωπον τῶν Κρητικῶν ἐνταῦθα.
§83ΡΑΛΛΗΣ. Διατί;
§84ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σεῖς τὸ ἠξεύρετε. Δὲν συνειθίζω νὰ ἐμβαίνω εἰς τὰς διανοίας τῶν ἄλλων· πιστοποιῶ γεγονότα. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος, ἐν τῇ ὁμιλίᾳ αὐτοῦ λέγει ῥητῶς τὰ ἑξῆς: «Ἀλλά, κύριοι, ὡς πρὸς ἡμᾶς, ὅταν ἐπαγγελλώμεθα, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, ὅτι ἠδιαφορήσαμεν πρὸς τὰς ἐπαγγελίας. Ἂν λοιπὸν λέγωμεν ἤδη, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν ἐκ Κρήτης μεταναστῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν ὅπως εἶναι διὰ τῶν κειμένων κεκανονισμένα, θέλομεν φροντίσει διὰ τροποποιήσεως τῶν νόμων νὰ δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι!!...» Καταλήγει δὲ οὕτω: «Τοιαύτη θὰ ἦναι ἡ θέσις ἡμῶν ἐν περιπτώσει ἀποῤῥίψεως τῆς προτάσεως περὶ κύρους τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος, τουτέστιν, ὅτι ἐθεωρήσαμεν μὴ παραδεκτὸν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ οὐχὶ τὸν Ἀντιπρόσωπον τῶν μεταναστῶν τῆς Κρήτης, ἀλλ’ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον θεωροῦμεν ὡς μὴ ὄντα ἀντιπρόσωπον αὐτῶν, ὅστις, θεωροῦμεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποχωρήσῃ, ἵνα ἀντικατασταθῇ ἐνταῦθα ὑπὸ προσώπου περιβληθησομένου πάντας τοὺς νομίμους τίτλους τοῦ Ἀντιπροσώπου τῶν ἐκ Κρήτης μεταναστῶν.» Ἄρα μᾶς ὑπεσχέθη νόμον, καὶ ἀναμένομεν τὸν νόμον.
§85ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διατί δὲν φέρετε σεῖς νόμον;
§86ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀφοῦ σεῖς ὑπεσχέθητε καὶ δὲν ἐφέρετε, λέγετε ἐγὼ νὰ φέρω; Σεῖς, ἡ Κυβέρνησις, ἡ πλειοψηφία ἡ παντοδύναμος, ὑπόσχεσθε ἐπισήμως διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἀρχηγοῦ σας τοιοῦτον νόμον, καὶ τὸν ζητεῖτε νῦν παρ’ ἐμοῦ, κύριε Ὑπουργέ; Ἐγὼ προχθὲς ἔφερα μίαν τροπολογίαν λογικωτάτην, τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ βουλευταί, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς ἐπαρχίας, αἵτινες ἔχουσι κτηνοτροφίαν, τὴν εὗρον τοιαύτην, καὶ ὅμως δὲν τὴν ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν.
§87ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποίαν τροπολογίαν; δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§88ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τροπολογίαν εἰς τὸν νόμον περὶ φόρου τῶν ζώων, ἀφορῶσαν εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς συντάξεως τῶν πρωτοκόλλων τῶν μὴ δηλωθέντων ζώων. Ἐνθυμεῖσθε τὰς ἀσχημίας, αἵτινες ἐτελέσθησαν ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ νόμου, καὶ σεῖς τὰς ἀναγνωρίσατε, κύριε ὑπουργὲ, καὶ ὑπεσχέθητε θεραπείαν. Καὶ ὅμως εἰσέτι οὐδὲν ἐπράξατε· προεκηρύχθησαν δὲ, ὡς μανθάνω, δημοπρασίαι τοῦ φόρου τούτου, καὶ νέαι ἀσχημίαι ἐπαπειλοῦνται, χείρονες τῶν προηγουμένων.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς δὲν θὰ διορίσωμεν ἀντιπροσώπους τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ ἐφόρου τοὺς ὑπηρέτας τῶν ἐνοικιαστῶν. Ἡμεῖς δὲν θὰ μιμηθῶμεν τοὺς προκατόχους μας.
§90ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ μή με διακόπτητε, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βήματος νά με ἀντικρούσητε. Εὔχομαι, κύριε Ῥάλλη, ν’ ἀποδειχθῆτε σεῖς καλλίτεροι κυβερνῆται τῶν προκατόχων σας χάριν τῆς Πατρίδος. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο δὲν θὰ ὑπάρξῃ μεγάλη διαφορά· διότι καὶ σεῖς καὶ ἐκεῖνοι ἀκολουθεῖτε τὸ αὐτὸ σύστημα, τὸ ῥουσφετικόν. Ἐκεῖνοι διώρισαν καὶ διώριζον τοὺς συσταθέντας αὐτοῖς παρὰ τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν πολιτευομένων φίλων των, καὶ ὑμεῖς διωρίσατε μέχρι τοῦδε καὶ διορίζετε τοὺς συνιστωμένους ὑμῖν παρὰ τῶν φίλων σας βουλευτῶν καὶ πολιτευομένων.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς θὰ πράξητε καλλίτερον;
§92ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως, ἂν ἔλθωμεν ἐπὶ τὴν Ἐξουσίαν.
§93ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Σεῖς εἶσθε ἐννέα μόνον.
§94ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σεῖς εἶσθε πέντε μόνον, καὶ διὰ τοῦ θανάτου καὶ τῶν βασιλικῶν προνομίων ἐπληθύνθητε ἀτυχῶς.— Τότε λοιπὸν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησε πράγματι τὴν ἀλήθειαν. Πράγματι ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἤθελε τὸν κ. Ξενουδάκην. Ἡ πρώην Κυβέρνησις διέταξεν ἐκλογὴν μετὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος, καὶ ὁ κ. Ξενουδάκης ἐπεζήτησε πάλιν τὴν ψῆφον τῶν ἐκλογέων του καὶ ἡτοιμάζετο ἡ ἀναφορά· εἶναι δὲ γνωστὸν καὶ ἐβεβαιώθη εἰς ἐμὲ καὶ εἰς ἄλλους, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, δὲν γνωρίζω ἂν προσωπικῶς ἢ διὰ φίλων του, ἐπεζήτησε νὰ ὑπογραφῇ ἀναφορὰ παρὰ δώδεκα δημοτῶν τοῦ Ἀδάμαντος δι’ ἕτερον πρόσωπον, φίλον αὐτῷ, καὶ δὲν τὸ κατώρθωσεν.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἀπῄτησα νὰ ὑπογραφῇ ἀναφορά! Πρέπει νὰ λείψῃ, κύριοι, τὸ σύστημα αὐτὸ τοῦ νὰ λέγωνται ἐν τῇ Βουλῇ πράγματα μὴ ἀληθῆ· πρέπει νὰ παύσῃ τοῦτο, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος. Νομίζω, ὅτι ἔχετε καθῆκον, πρὶν ὁμιλῆτε, νὰ λαμβάνετε πληροφορίας ἀκριβεῖς, καὶ νὰ ἠξεύρετε, ὅτι τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα δὲν εἶναι λόγοι λεγόμενοι ἐν καφενείῳ.
§96ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ οὔτε εἰς καφενεῖα συχνάζω, οὔτε σαλόνιον διατηρῶ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, μοὶ τὰ εἶπε πρόσωπον ἀξιόπιστον, καὶ δύναμαι νὰ τὸ ὀνομάσω, ἂν ἐπιμένετε· δὲν ἔρχομαι δὲ ἐγὼ εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ μὴ λέγω ἀλήθειαν.
§97ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν σᾶς συνέβη ποτὲ αὐτό.
§98ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα ποτέ· ἐνῷ εἰς σᾶς πάντοτε. Ἡ νέα Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα εἰς τὰ πράγματα, ἀνεκάλεσε τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον προεκήρυξε τὴν ἐκλογήν· ἐπειδὴ δὲ σήμερον προκαλεῖται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει προηγουμένως, ὅτι θὰ φέρῃ βουλευτὴν ἐξ Ἀδάμαντος, ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι δικαιολογεῖται, λέγουσα ὅτι εὑρέθη δυσκολία, διότι εἰς τὸν Ἀδάμαντα, ὡς εἶπε νῦν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν εὗρε τὸν ἀρκοῦντα ἀριθμόν, ὅπως ἀποτελέσῃ ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ἀλλά, κύριοι, κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὗτος, ἐν ἐλλείψει τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ, θὰ ἐσκέπτετο νὰ συνάξῃ πάντας τοὺς συνοικισμένους Κρῆτας, ἵνα ἀποτελέσωσιν οὗτοι ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Διὰ τί δὲν τὸ ἔπραξε;
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ ἠθέλησαν οἱ ἴδιοι· διεμαρτυρήθησαν ἐπισήμως.
§100ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι διοικητικὸν ἔργον, καὶ δὲν δύνασθε νὰ εἰπῆτε, ὅτι δὲν τὸ ἐπράξατε, διότι δὲν τὸ ἤθελον οἱ δημόται. Εἶσθε ὑπόχρεως ν’ ἀκούσητε τοὺς δημότας καὶ νὰ δέχησθε τὴν γνώμην τινῶν ἐξ αὐτῶν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διοικητικὴν περιφέρειαν, εἰς ἣν κρίνετε καλὸν σεῖς, ἢ Κυβέρνησις ἡ πλειοψηφοῦσα, νὰ τοὺς περιλάβητε; Τὸ τοιοῦτον εἶναι πρόφασις· ἄλλος εἶναι ὁ λόγος. Ἐμπόδια σᾶς παρεμβάλλονται ἐκ φίλων, κύριε Πρωθυπουργέ, καὶ δὲν ἀπεφασίσατε νὰ τὰ παρίδητε.
§101ΤΙΝΕΣ. Βέβαια.
§102ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν σᾶς διαβάλλω εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ποσῶς. Ἐὰν διαβάλλεσθε, σᾶς διαβάλλουν αἱ πράξεις σας.
§103ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὑπὸ διάφορον ἔποψιν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος: Ἐὰν ἦναι ἀληθές, ὅτι ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα, συγκαλοῦν τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ δήμου Ἀδάμαντος....
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐξεδόθη Διάταγμα.
§105ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅτε διετάχθησαν αἱ γενικαὶ ἐκλογαί;
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε ἐξεδόθη.
§107ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ἦναι ἀληθές, καὶ εἶναι, ὅτι ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα, καλοῦν τοὺς δημότας Ἀδάμαντος, ἵνα ἐκλέξωσιν ἴδιον βουλευτήν, καὶ παραδεχόμενον κατὰ συνέπειαν, ὅτι ὑπάρχει ὁ παρὰ τοῦ νόμου πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς ἐκλογέων, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ πράξῃ ὑπέρβασιν, συνάμα δὲ καὶ ἀδίκημα, μὴ διατάττουσα ἢ μᾶλλον μὴ ἀποφαινομένη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐφ’ ὁποιῳδήποτε λόγῳ ἀκυρωθείσης ἐκλογῆς τοῦ εἰρημένου δήμου. Δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή, διότι δὲν ἤμην ἐδῶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ ἐκλογῆς ἰδίου βουλευτοῦ Ἀδάμαντος, ἡ Βουλὴ θὰ πράξῃ ὑπέρβασιν, ἐὰν δὲν ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Διατάγματος τούτου, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ συγκαλεῖν τοὺς ἐκλογεῖς εἶναι δικαίωμα ἡγεμονικὸν καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δ’ ἡ Κυβέρνησις παρέστησεν εἰς τὸν Βασιλέα ψευδῶς, ὅτι ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμός, ὅπως ἀποστείλῃ ἡ ἐκλογικὴ ἐκείνη περιφέρεια ἴδιον βουλευτήν, τότε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ διαρκεῖ ἡ Περίοδος, καθ’ ἣν διετάχθησαν αἱ ἐκλογαί, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ δεχθῇ ἡ Βουλὴ τὸν Ἀντιπρόσωπον τοῦ ἐκ Κρητῶν μάλιστα δήμου. Φρονῶ δέ, ὅτι ἐν περιπτώσει μὴ ἐπαναλήψεως τῆς ἐκλογῆς, γίνεται καὶ τὸ ἄδικον, ὅτι στεροῦμεν πολίτας τοῦ ὑψίστου αὐτῶν δικαιώματος, τοῦ δικαιώματος νὰ ἀποστείλωσιν Ἀντιπρόσωπον εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ κατακριθῶμεν καὶ δικαίως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὄχι μόνον ἐπὶ ὑπερβάσει καθηκόντων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ καταπατήσει ἢ ἀφαιρέσει τῶν ἐκλογικῶν δικαιωμάτων πολιτῶν Ἑλλήνων, καὶ ὁποίων πολιτῶν; Κρητῶν τὸ γένος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διατάξῃ τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς. Δὲν θὰ ὑποστῶμεν μεγάλην ζημίαν, δὲν θὰ καταστραφῶσιν αἱ ἐλευθερίαι τοῦ Τόπου, δὲν θὰ παραμερισθῇ τὸ Σύνταγμα, ἐὰν δεχθῶμεν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ βουλευτὴν ἐκ τοῦ δήμου Ἀδάμαντος, ἀφοῦ ἅπαξ ἐξεδόθη Βασιλικὸν Διάταγμα, ἐπιτρέπον τοῦτο εἰς τὸν δῆμον Ἀδάμαντος, καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἔχει οὗτος τὸν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν ἐκλογέων. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει καλῶς, ὅτι ἐν Ἑλλάδι οἱ ἀπογραφικοὶ πίνακες δὲν εἶναι ἀκριβεῖς· πολλάκις ἐπαρχίαι ἀποστέλλουσι βουλευτὰς ἀριθμοῦ ἀνωτέρου πρὸς τὸν ἐν αὐταῖς πραγματικὸν πληθυσμόν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα αὐστηροί, καθ’ ὅσον ἀπελέπες δικαιώματα παραχωρηθέντα εἰς Κρήτας. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἐξαιρετικῆς θέσεως τῶν τοιούτων ἀδελφῶν ἡμῶν, ἵνα μὴ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸ σημασία πολιτική· γνωρίζετε ὅμως πάντες τὶ ὀφείλομεν εἰς τοὺς Κρῆτας.
§108ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἀπηύθυνε καὶ πρὸς ἐμὲ ἐπερώτησιν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἁγυιᾶς πρὸ ἡμερῶν, ζητῶν νὰ γνωρίζῃ, τί ἀπεφάσισε τὸ ὑπουργεῖον ἐπὶ τῆς καταγγελίας ἐπὶ παραβάσει τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου σχετικῶς πρὸς τὴν σμύριδα. Πρὶν ἀκόμη γίνει ἐπερώτησις, ἔλαβον γνῶσιν τῆς καταγγελίας καὶ κατέγινα νὰ συλλέξω ὅλα τὰ σχετικὰ στοιχεῖα· μέχρι τοῦδε δὲν ἐδόθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ὁριστικὴ λύσις. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀποφασίζει περὶ τοιούτου θέματος ἀνεκκλήτως. Οὐχ ἧττον διὰ βραχέων δύναμαι νὰ ἐκθέσω τὴν στάσιν τοῦ ζητήματος καὶ ἐξ ὅσων εἴπω δύναται νὰ ἐξαγάγῃ ὁ ἐπερωτήσας ὡς καὶ ἄλλος τις ἔχων περιέργειαν τὸ συμπέρασμα. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ ζητήματα, τὰ ἀναφυόμενα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, δὲν εἶναι ἁπλᾶ, καὶ πολλάκις παρεξηγοῦνται. Ἕκαστος νομίζει, ὅτι ἀρκεῖ νὰ εὕρῃ παράβασιν καὶ ὅτι ἅμα καταδείξῃ αὐτὴν, αἱ συνέπειαι εἶναι σαφεῖς· ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω· τὰ ζητήματα δὲν εἶναι ἁπλᾶ, ἐνῷ εὑρίσκομεν πολλὰς πράξεις, αἵτινες ἐμφαίνουν κυκεῶνα καὶ ἀπαιτεῖται τῷ ὄντι ἱκανότης δηλίου κολυμβητοῦ διὰ νὰ ἐξέλθῃ τις καὶ νὰ ἐννοήσῃ πῶς δύναται νὰ ὑπαγάγῃ τὰ γενόμενα εἰς τοὺς ὑφισταμένους νόμους. Τὸ προκείμενον ζήτημα παρέχει τοιοῦτον παράδειγμα. Κατὰ τὸν περὶ χαρτοσήμου νόμον, δὲν δύναται νὰ συνταχθῇ συμβόλαιον ἄνευ χρήσεως τοῦ ἁρμοδίου χαρτοσήμου· ἅμα τηρεῖται τοῦτο, ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔχει πλέον νὰ ἐνασχοληθῇ περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ χαρτοσήμου, εἰμὴ μόνον ἂν ἡ ἀξία τοῦ χαρτοσήμου ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ συμβολαίου· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι οἱ πρὸ ἡμῶν δὲν εὕρισκον παράνομον νὰ παρέχωσιν εὐκολίας, ἃς ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει, καὶ τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ συμβολαίου μετὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῆς σμύριδος· διότι ἐπέτρεψαν εἰς αὐτὸν νὰ μὴ γείνῃ χρῆσις τοῦ χαρτοσήμου, τοῦ ἀντιστοιχοῦντος πρὸς τὸ συμβόλαιον· τὸν ἀπήλλαξαν ἀπὸ τὴν ἀνάγκην νὰ προκαταβάλῃ ἀμέσως τὴν ἀξίαν τοῦ χαρτοσήμου καὶ ἐδέχθησαν, ὅτι ἡ καταβολὴ τῆς ἀξίας ταύτης δύναται νὰ γίνεται καθ’ ἑκάστην δόσιν, πρᾶγμα ἀνήκουστον καὶ πρωτοφανές. Ἐγένετο λοιπὸν τὸ συμβόλαιον ἐπὶ ἀσήμου χάρτου, περιέχον ὡς τελευταίαν ῥήτραν, καθ’ ἑκάστην δόσιν νὰ καταβάλληται τὸ χαρτόσημον τμηματικῶς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ἔτος, καθ’ ὃ συνετάχθη τὸ συμβόλαιον.
§109ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. 1878, 26 Αὐγούστου.
§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 78.
§111ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶσθε σεῖς ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν καὶ φαίνεται, ὅτι ἐδέχθητε ἰδιαιτέραν ἑρμηνείαν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου.
§112ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§113ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐδόσατε ἐντολὴν ῥητὴν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ παράσχῃ αὐτὴν τὴν εὐκολίαν, καὶ ἀπορεῖ τις, πῶς σᾶς ἤκουσεν ὁ συμβολαιογράφος.
§114ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐδόθη τοιαύτη ἐντολή· δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο.
§115ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔστω· εἶσθε ὅμως ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θὰ σᾶς φέρω τὸ συμβόλαιον νὰ τὸ ἰδῆτε· μολονότι ὑπονοεῖται ὅτι τὸ εἴδατε.
§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰς λεπτομερείας.
§117ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐλάβατε τὴν περιέργειαν νὰ τὸ ἀναγνώσητε;
§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἐρωτήσω σήμερον, τί ἔγγραφα ὑπεγράψατε τὰ γνωρίζετε....;
§119ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μὲ κρίνετε μὲ ἕνα πῆχυν, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω.
§120ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ὑπογράφει χιλιάδας ἐγγράφων· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ εἰς τὴν μνήμην του τὸ περιεχόμενον αὐτῶν.
§121ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰ πλεῖστα τῶν ἐγγράφων δὲν ἔχει βεβαίως ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ, εἶναι ἀσήμαντα· ἀλλὰ τοιοῦτον σπουδαῖον συμβόλαιον, καθ’ ὃ πρόκειται περὶ μεγάλων συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, δὲν διαφεύγει τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις εἶναι ὁ ἄγρυπνος φύλαξ τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου, οὐδὲ ἐπιτρέπεται νὰ εἴπητε «τὸ ὑπέγραψα χωρὶς νὰ δώσω προσοχήν.»
§122ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου τὴν ἀνέθεσα εἰς τὸν Δικαστικὸν σύμβουλον.
§123ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι· τὴν ἀνεθέσατε εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς ποῖον ἄλλον ὑπάλληλον.
§124ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν περὶ τῶν ὅρων, καθ’ οὓς ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ, τόσον ὡς πρὸς τὸ δικαστικὸν μέρος, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου. Εἰς τὸν Δικαστικὸν σύμβουλον εἶχον καὶ ἔχω ἄπειρον ἐμπιστοσύνην.
§125ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης σας· ὅταν γίνῃ λόγος περὶ τῆς εὐθύνης, δύνασθε νὰ προτείνητε τὴν ἄγνοιαν, τὸν ὕπνον, τὸν καύσωνα, τὸ ἄλλοθι καὶ πολλὰ ἄλλα διὰ τὸ ἀκαταλόγιστον.
§126ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς τὰ λέγετε, ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§127ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ λέγω, τὶ εὑρίσκω· εὑρίσκω τοιοῦτον συμβόλαιον, δι’ οὗ ἀφέθη ἡ καταβολὴ τοῦ χαρτοσήμου νὰ γίνηται κατὰ δόσεις· ἑνὸς δὲ ἀτόπου δοθέντος, μυρία ἕπονται. Ἅμα ἐξέλθητε ἀπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου, ἀπὸ τὸ δύφρακτον τοῦ νόμου, ἅμα δὲν βαδίσητε ἐντὸς τῆς ὁδοῦ, ἣν ὁ νόμος χαράττει, εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ ἐπέλθουν ἄτοπα, ὧν δὲν δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε τὸ μέγεθος. Ἰδοὺ ἐνταῦθα τί συνέβη· ὁ συμβαλλόμενος εἶχε συμφωνήσει ἑκάστοτε νὰ καταβάλλῃ τὸ ἀναλογοῦν εἰς ἑκάστην δόσιν χαρτόσημον. Ὁ συμβαλλόμενος ἔστελλε τὰς χρηματικὰς δόσεις εἰς τὸ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Σύρῳ· τὸ δὲ ὑποκατάστημα ἔγραφεν εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι ὁ συμβαλλόμενος κατέβαλεν αὐτὰς τὰς δόσεις· τὸ κεντρικὸν κατάστημα εἶχε πολλὰ δάνεια, πολλοὺς λογαριασμοὺς μὲ τὸ Δημόσιον, καὶ ἅμα ἐλάμβανε τὰ χρήματα, ἐπίστωνεν ἕνα λογαριασμὸν καὶ ἐξηκολούθει ἡ ὑπηρεσία κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὥστε ἐλάνθανε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ὁ συμβαλλόμενος ἐπλήρωνεν τὰς δόσεις. Ἐζήτησα νὰ ἀνεύρω ἴχνος ἐγγράφου, ἂν ἐπληρώθησαν αἱ δόσεις, καὶ δὲν εὗρον· τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ὑπηρεσίας, τῆς προερχομένης ἐξ αὐτοῦ τοῦ συμβολαίου· δὲν γνωρίζει, ἂν ἐπληρώθησαν αἱ δόσεις ἢ δὲν ἐπληρώθησαν. Ἐξήλθομεν λοιπὸν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ περιερχόμενοι νὰ μάθωμεν ἀνετρέξαμεν εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ὅθεν ἠντλήσαμεν πληροφορίας. Ἐκεῖ εὕρομεν, ὅτι ἐπληρώνοντο χρήματα ἐν Σύρῳ, ἐγίνετο δὲ ἐγγραφὴ τῆς πληρωμῆς ἐν τῷ κεντρικῷ καταστήματι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ τῆς χρεώσεως τοῦ Δημοσίου, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἦτον ἐν ἀγνοίᾳ πάντων τούτων. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις, ἣν εὕρομεν. Ὁ περὶ χαρτοσήμου νόμος καθιστᾷ ὑπεύθυνον τὸν κεντρικὸν ταμίαν, ὅστις ἐκδίδει τὸ γραμμάτιον. Ὁ Βαφειαδάκης δὲν φέρει ἄλλην ὑποχρέωσιν, ἢ νὰ καταβάλῃ τὸ χαρτόσημον, καὶ θὰ τὸ καταβάλῃ, δὲν θὰ τὸ διαφύγῃ.
§128ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ζήτημα λοιπὸν ὑπάρχει πρὸς ἐξέτασιν;
§129ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τοῦ προστίμου. Ὁ ταμίας, ὅστις λαμβάνει τὰ χρήματα, ἐκδίδει τὸ γραμμάτιον. Ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν ἐκδίδει γραμμάτιον, δὲν ὑπάρχει ἡ παράβασις ἐκείνη, εἰς ἣν περὶ χαρτοσήμου νόμος ἐπιβάλλει πρόστιμον. Ὑπάρχουσιν ὅμως τινὰ γραμμάτια, ἅτινα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὴν καταγγελίαν ἐσχάτως. Πρὸς τὴν Τράπεζαν δὲν ὑπῆρχε καθυστέρησις χρέους τοῦ Δημοσίου, ὥστε νὰ ἐγγράψῃ τὰ λαμβανόμενα εἰς πίστωσιν τοῦ δημοσίου ἀπέναντι χρέους. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐθν. Τράπεζα εἰδοποίησε τὸν κεντρικὸν ταμίαν, ὅτι ἐστάλη ἐκ Σύρου μία δόσις τῆς σμύριδος καὶ ὅτι εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου, διὸ νὰ στείλῃ τὸ γραμμάτιον. Ὁ κεντρικὸς ταμίας τί ἔχει ἐνώπιόν του; ἔχει ἁπλῶς εἰδοποίησιν τῆς Τραπέζης, ὅτι ὑπάρχουσι χρήματα καὶ ὅτι ἀπέναντι αὐτῶν πρέπει νὰ ἐκδώσῃ τὸ γραμμάτιον. Ὁ ταμίας πολὺ φυσικῶς ὑποθέτει, ὅτι τὸ συμβόλαιον ἐγένετο σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, κατὰ τὴν ἔκδοσιν λοιπὸν τοῦ γραμματίου δὲν εἶχε ν’ ἀπαιτήσῃ χαρτόσημον, διότι τὸ συμβόλαιον προϋποθέτει, ὅτι ἐγένετο κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου’ ὁ κεντρικὸς ταμίας δὲν ἔχει ἑκάστοτε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐρωτᾷ, ἂν ἐφηρμόσθη ὁ ἔνσημος χάρτης ἐπὶ συμβολαίων.
§130ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὥστε δὲν ἐπληρώθη παντάπασι χαρτόσημον.
§131ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι, διότι δὲν ἐζητεῖτο.
§132ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐδῶ θὰ ὑπῆρχε κἄποια συμπαιγνία μετὰ τῶν ὑπαλλήλων.
§133ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ὅλον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ μέχρι τοῦδε, συμποσοῦται εἰς δραχ. 8 χιλ. Ἐξέθεσα ταῦτα διὰ νὰ καταστήσω γνωστόν, ποῦ κεῖται τὸ ζήτημα. Ἕκαστος δύναται νὰ μελετήσῃ τὸ ἄρθρον 47 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου καὶ νὰ ἐξάξῃ τὰ συμπεράσματά του. Ἐνόμισα, ὅτι ἦτο καλὸν νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ πῶς εὕρομεν τὴν πρὸ ἡμῶν διαχείρισιν, καὶ εἰς ποίας δυσκολίας καθημέραν περιπλεκόμεθα, ὥστε τῷ ὄντι ἀπαιτεῖ πᾶσα πρᾶξις ἰδιαιτέραν μελέτην πρὸς λύσιν τῶν πολλῶν αὐτῶν καὶ πολυπλόκων ζητημάτων.
§134ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἀπαντήσω τὸ ἐρχόμενον Σάββατον καὶ θὰ σᾶς κάμω τὴν ἀνάπτυξιν ποῖος εἶναι ὁ ὑπεύθυνος.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προθεσμίας τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Βουλπιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§136Δ. ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μετὰ τὴν χθεσινὴν δήλωσιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσσήνης βουλευτοῦ θὰ ἦτο ἴσως περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἂν δὲν μοὶ ὑπελείπετο τὸ καθῆκον πληρεστέρας τινὸς ἐξηγήσεως τῶν λόγων, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἀνάγκην τῆς παρ’ αὐτῆς ζητηθείσης ὀλιγοημέρου παρατάσεως τῆς τεταγμένης εἰς αὐτὴν προθεσμίας. Τόσῳ δὲ μᾶλλον ἐπιβάλλεται ἡμῖν ἡ πληρεστέρα αὕτη τῶν λόγων ἐκείνων ἐξήγησις, καθ’ ὅσον πρώτην ταύτην φορὰν παραδόξως, ἴσως δὲ καὶ οὐχὶ λίαν πρεπόντως, τοιαύτη Ἐπιτροπῆς αἴτησις ἐγένετο ἀντικείμενον τόσων μακρῶν καὶ ποικίλων μελετῶν καὶ συζητήσεων, αἵτινες κατηνάλωσαν χρόνον ὅσος ἴσως θὰ ἤρκει, ἵνα ἡ Ἐπιτροπὴ περατώσῃ τὰ ἔργα αὐτῆς. Δὲν συμφωνῶ πρὸς τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία χθὲς ἐνώπιον ἡμῶν ἀνεπτύχθη, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ, πρὶν ἢ προβῇ εἰς οἱανδήποτε ἔρευναν, νὰ ζητήσῃ ἢ νὰ περιμείνῃ νὰ ἐνεργηθῇ πρότερον δικαστική τις ἀνάκρισις, καὶ, ἂν κατὰ τὴν δίοδον αὐτῆς παρουσιάζετο ἢ ὑπεδεικνύετο ἐνοχὴ ὑπουργοῦ, τότε καὶ μόνον νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος. Νομίζω, ὅτι τὸ θεμελιῶδες, ἀλλὰ καὶ ὑψηλὸν δικαίωμα τῆς Βουλῆς τοῦ ἀσκεῖν τὸν πρέποντα ἔλεγχον εἴτε δι’ ἐπερωτήσεων, εἴτε διὰ συστάσεως Ἐπιτροπῆς, εἴτε δι’ ὑποβολῆς κατηγορίας, εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀπόλυτον, χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται ἐξ οἱασδήποτε ἄλλης γνώμης καὶ ἐρεύνης· οὔτε ἀποδέχομαι ὡς ὀρθὸν τὸ χθὲς ἐπίσης πρὸς ἡμᾶς λεχθὲν, ὅτι ἡ Βουλή, ἀσχολουμένη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀσχολεῖται περὶ ἀνάξια ἑαυτῆς, μεταβαλλομένη εἰς πολιτικὸν δικαστήριον, ἐξετάζουσα νομικὰς σχέσεις καὶ ἀσχολουμένη περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου ἐγγράφων· ἀπεναντίας, φρονῶ,—καὶ εἰς τοῦτο συμπίπτω ἐντελῶς πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ἐξήνεγκεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης καὶ ὁ ἐκ τῆς μειονοψηφίας συνάδελφος, ὁ χθὲς διὰ μακρῶν ὁμιλήσας,—ὅτι ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην θίγεται ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ ὑπόληψις ἐξόχου ἀληθῶς παρ’ ἡμῖν πολιτευομένου, ἡ Βουλὴ καὶ καθῆκον ἔχει καὶ δικαίωμα νὰ μεριμνήσῃ περὶ αὐτῆς. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω ἐὰν εἶχεν ἢ δὲν εἶχε δίκαιον ὁ ἐπιθυμήσας νὰ ὦσι διαφανεῖς οἱ τοῖχοι τῶν οἰκιῶν τῶν πολιτευομένων, ὥστε ἀδιαλείπτως καὶ ἐν πάσῃ στιγμῇ τὸ κοινὸν νὰ δύναται ἐλευθέρως νὰ βλέπῃ καὶ ἐξετάζῃ καὶ ἐλέγχῃ αὐτοὺς ἐφ’ ὅλου αὐτῶν τοῦ βίου, ἀλλὰ βεβαίως φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀσχολεῖται εἰς ἀνάξια ἑαυτῆς, ὅταν, προκαλουμένη μάλιστα, ἐρευνᾷ εἴτε περὶ ποινικῆς, εἴτε περὶ πολιτικῆς, εἴτε ἔστω καὶ περὶ ἠθικῆς εὐθύνης τῶν διαπραττόντων τὰ κοινὰ, καὶ τὴν ἔρευναν ταύτην θεωρῶ ἀναγκαίαν, οὐχὶ μόνον κατ’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ αὐτῶν· λέγω δὲ καὶ ὑπὲρ αὐτῶν, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι πλειστάκις οὐχὶ ἐξ αὐστηρότητος περὶ τὸ κρίνειν, ἀλλ’ ἐξ ἐλλείψεως κρίσεως καὶ τυφλῆς ἐμπαθείας συκοφαντοῦνται ἀδίκως πολιτευόμενα πρόσωπα. Εὔχομαι ἐπὶ τῇ ὑπὸ τὴν ἔρευναν ἡμῶν ὑποθέσεως νὰ δειχθῇ, ὅτι ἡ κοινωνία ἐπὶ σφαλερῶν δεδομένων στηριχθεῖσα, καὶ ἐκ τυχαίων συμπτώσεων πλανηθεῖσα, ἀδίκως ὑπώπτευσεν ἔξοχον ἀληθῶς παρ’ ἡμῖν πολιτευόμενον καὶ ἀδίκως κατελόγισεν εἰς βάρος αὐτοῦ ἀλλότρια πταίσματα. Ἀλλὰ διὰ νὰ δειχθῇ τοῦτο, πρέπει ἡ ὑπόθεσις νὰ ἐξετασθῇ ἐπιμελῶς καὶ ἐπαρκῶς, νὰ μὴ ἀφεθῇ δὲ οὐδεμία ἀφορμὴ εἰς κακόβουλον παρεξήγησιν καὶ ἐμπαθῆ ἐκτίμησιν. Ἀνέφερα τὴν κοινωνίαν, διότι ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ὁ ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς, ὁ δοὺς ἀφορμὴν εἰς τὴν προκειμένην ἔρευναν, δὲν ἐδημιούργησεν αὐτὸς τὸν λόγον αὐτῆς, ἀλλ’ ἁπλῶς υἱοθετήσας μετέφερεν αὐτὸν ἔξωθεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀνεδέχθη δὲ εὐθαρσῶς καὶ τὴν εὐθύνην τῆς γνησιότητος τοῦ υἱοθετηθέντος. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην ταύτην, διότι βεβαίως καὶ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἤκουσαν πρὸ πολλοῦ πολλὰς περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης διαδόσεις, αἵτινες ὑφέρπουσαι ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐκ συμπτώσεων ἀθώων ἴσως, ἀλλὰ περιέργων ὑποτρεφόμεναι, ὑπενόμευον ἀληθῶς τὴν ὑπόληψιν ἐκείνου, πρὸς ὃν ἀνεφέροντο. Αὐτὸς ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, οὗ καὶ ὁ χθὲς διὰ μακρῶν ὁμιλήσας ἐμνήσθη, ἐξετασθεὶς ἐνώπιον ἡμῶν, ἐβεβαίωσε τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τούτων· εἶπεν, ὅτι μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς τελευταίας περὶ τῆς ὑποθέσεως Τοσίτσα ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς ἣν αὐτὸς δὲν εἶχε μέρος, καὶ μετὰ τὸν μικρὸν ὕστερον ἐπελθόντα συμβιβασμόν, διεδόθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι ὁ συμβιβασμὸς ἐγένετο συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ὅτι ἡ διάδοσις αὕτη ἔφθασε μέχρις αὐτοῦ, καὶ οὕτως ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρευνήσῃ τίς ἦτον εἰσηγητὴς τῆς ὑποθέσεως· εὑρὼν δὲ, ὅτι εἰσηγητὴς ὑπῆρξε δικαστὴς, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἐκ μακρᾶς πείρας ἐγνώρισεν ὡς ἱκανὸν, ἔντιμον, ἀδέκαστον καὶ ἀκέραιον λειτουργὸν, ἔμεινε πλέον ἀμέριμνος. Χθὲς, κύριοι, διὰ μακρῶν ἀνεπτύχθησαν πρὸς ὑμᾶς, ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν, αἱ μέχρι τοῦδε ἐνέργειαι τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ ἀναπτύξας ταύτας ἔντιμος ἐκ τῆς μειονοψηφίας συνάδελφος προέβη εἰς τοῦτο, φρονῶν, ὅτι εἶχε καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον τοιοῦτον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης του, καὶ ἔχει ἑπομένως κατὰ τοῦ το ὅλως ἀντίθετον τῆς γνώμην τῶν ἀποτελούντων τὴν πλειονοψηφίαν μελῶν. Ἡμεῖς καὶ προχθὲς ἐδηλώσαμεν καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνομεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχομεν ὅλως ἐναντίαν γνώμην, φρονοῦντες, ὅτι ἡ κρίσις περὶ τοῦ ἂν καὶ πότε εἶναι ἐκ τῶν ἐνόντων περατωμένη ἡ ἀνατεθεῖσα τῇ Ἐπιτροπῇ ἐντολὴ ἀνήκει εἰς αὐτὴν τὴν Ἐπιτροπήν, ἀναγομένη εἰς τὸν ἐσωτερικὸν, οὕτως εἰπεῖν, κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, καὶ ὅτι ἡ δημοσία γενομένη λεπτομερὴς ἀνάλυσις τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸ τῆς συμπληρώσεως αὐτῶν, οὐδόλως θέλει συντελέσει εἰς ἐπιτυχῆ καὶ ἀσφαλῆ αὐτῶν συμπλήρωσιν, ἐὰν τυχὸν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν περὶ παρατάσεως προθεσμίας αἴτησιν καὶ διατάξῃ οὕτω τὴν συμπλήρωσιν. Ἡ μακρὰ ἐκείνη καὶ λίαν τεχνικὴ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ὁμιλήσαντος ἀγόρευσις, ἀντὶ νὰ ὑποδείξῃ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀνάγκης τῆς ζητηθείσης παρατάσεως, ἀνέπτυξε μόνον ἐπιτυχῶς καὶ μετὰ μεγίστης ἀναλυτικότητος πᾶσαν τὴν δυνατὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἐντίμου κ. Κουμουνδούρου, ὃν οὕτω προώρως καὶ ἐν οὐ δέοντι ὑπέλαβεν ὡς κατηγορούμενον, ἀπέδειξε δὲ συγχρόνως, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν κατηνάλωσε ματαίως, οὐδ’ ἀνωφελῶς τὸ ὀκταήμερον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, τοσαύτην συλλέξασα ἐν οὕτω μικρῷ διαστήματι χρήσιμον ὕλην, καὶ ὅτι εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἐπεδείξατο ἄκραν εὐθύτητα καὶ ἀπάθειαν καὶ καλὴν πίστιν, ἀποδεξαμένη, καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐξεσταστέους μάρτυρας καὶ ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν, τὴν γνώμην τῆς ἐν αὐτῇ μειονοψηφίας, τῆς ἰδιαιτέρον ἐκπροσωπούσης ἐκείνους, εἰς ὧν τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν ὑπόληψιν ἀναφέρεται ἡ διεξαγομένη ἔρευνα. Ἐπεράτωσε δὲ τὴν ὁμιλίαν του διά τινος οἱονεὶ διαμαρτυρήσεως περὶ τοῦ ὅτι πᾶσα ἐπὶ πλέον ἔρευνα ἀποτελεῖ παρατροπὴν τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὰ ἄδυτα τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, εἰς ὃν οὔτε ἡ Ἐπιτροπή, οὔτε ἡ Βουλὴ δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν. Διὰ ν’ ἀποδείξῃ δὲ τὴν τοιαύτην τῆς ἐργασίας ἡμῶν τάσιν ἀνέγνω πρὸς ὑμᾶς μίαν ἐρώτησιν, ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς ἕνα τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων· θέλω μετ’ ὀλίγον σᾶς ἀναγνώσει ταύτην καὶ θέλω ἀποταθῆ πρὸς τὴν συνείδησιν ὑμῶν, ἵνα ἐρωτήσω ἐὰν ἡ ἐρώτησις ἐκείνη δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τοιαύτην τῆς Ἐπιτροπῆς τάσιν.
§137ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὴν ἐρώτησιν ἐκείνην δὲν ἀνέφερον, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι αὕτη τείνει πρὸς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἀλλὰ πρὸς τὸν κίνδυνον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἐξέτασιν τῶν δικαστῶν.
§138ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἂν τὴν ἐκάμετε, πάλιν ἀπετύχετε. Ὅταν δὲ οὔτε περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποκτήσεως τοῦ κτήματος ἐννοεῖτε νὰ ἐρωτῶμεν, διότι οὕτω ἐπεμβαίνομεν τάχα εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, οὔτε περὶ τῆς εἰς τὰς τῆς δικαιοσύνης παρεμβάσεις, διότι οὕτως προσκρούομεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, τότε δὲν εὑρίσκω εἰς τὶ πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν, καὶ πῶς θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀνατεθεῖσα ἡμῖν ἐντολή! Ὁμολογῶ, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον προεκλήθη ἡ Βουλὴ πρὸς ἀπόφασιν περὶ συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐξετέθησαν πρὸς αὐτὴν τὰ πρὸς σύστασιν Ἐπιτροπῆς, δὲν ἐτέθη πολὺ σαφῶς καὶ ἀκριβῶς τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ. Ἤρξατο ἡ ὑπόθεσις ἀπὸ ἐπερωτήσεων, ἀφορωσῶν εἰς τὴν κατάστασιν τῶν δικαστηρίων, καὶ ἀπὸ ἐξηγήσεως εἰς ἐξήγησιν βαίνουσα, ἔφθασεν εἰς τὴν ῥητὴν ἀπόδοσιν πράξεως, ἥτις κυρίως ἐχρησίμευσεν ὡς ἀφορμὴ, τὸ πρῶτον μὲν νὰ ζητηθῶσιν ἔγγραφα, ὕστερον δὲ νὰ ἀποφασισθῇ ἡ σύστασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὴν περὶ ταύτης συζήτησιν, ὁ μὲν ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, κατ’ ἐπανάληψιν εἶπε, κατὰ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, τοιαῦτά τινα: «Ἐγὼ νομίζω, καὶ ἐπιμένω, παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιμείνῃ, ἐπειδὴ εἰς τὴν μομφὴν αὐτὴν ἀναφέρεται καὶ μέλος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε νὰ ἔλθωσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ ὅλαι αἱ ἀποδείξεις, ἵνα ἀποδειχθῇ ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ ἔγκλημα καὶ ἐὰν ἐξακολουθῶσί τινες συκοφαντοῦντες τοὺς ἄλλους.» Ὁ αὐτὸς κ. Κουμουνδοῦρος περαιτέρω, ἐπαναλαμβάνει· «Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ μείνῃ ἀμφιβολία ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἐπιθυμῶ νὰ γείνουν γνωστὰ τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ πράγματα εἰς ὅλους, καὶ τὸ ταχύτερον.» Ὁ ἴδιος πάλιν λέγει: «Νομίζω λοιπὸν καὶ ὀφείλω, νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ νὰ μὴ γείνῃ οὐδεμία ἔρευνα ὡς πρὸς τοὺς ἀποθανόντας· ὡς πρὸς τοὺς ζῶντας ὅμως ὀφείλει ὁ προκαλέσας τὴν μομφὴν νὰ καταγγείλῃ ῥητῶς τὸ ὄνομα τοῦ Ὑπουργοῦ, ὃν ὑπῃνίχθη· ἄλλως, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸν κηρύξωμεν ἄτιμον συκοφάντην.» Τότε δὲ ὁ εἰσαγαγὼν τὴν ἐπερώτησιν, μετὰ τὴν πρόκλησιν ταύτην, εἶπε τὰ ἑξῆς, ἐπὶ τῶν ὁποίων κυρίως φρονῶ, ὅτι ἐστηρίχθη ἡ σύστασις τῆς Ἐπιτροπῆς: «Ὁσάκις ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν ἔχω νὰ φοβηθῶ, οὔτε ἀπειλὰς, οὔτε προσβολάς· ἐπιμένω νὰ ἐκπληρώσω καθῆκον. Τὸ πρόσωπον αὐτὸ τοῦ πεσόντος Ὑπουργοῦ, ὃ ὑπηνίχθην προχθὲς, εἶναι τὸ πρόσωπον τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἰς ὃν περιῆλθε κτῆμα ἀξίας διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν προσέφερε, νὰ κερδήσωσι τὴν δίκην οἱ κληρονόμοι Τοσίτσα.» Περαιτέρω δὲ προσέθηκεν ὁ αὐτὸς βουλευτὴς, ὅτι «αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον, ὅπερ πρόκειται νὰ σώσῃ ἢ νὰ καταστρέψῃ, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ σᾶς παρακαλέσω μεθ’ ὅλης τῆς σπουδαιότητος νὰ ἐπιληφθῆτε τοῦ πράγματος, διότι ἐπιθυμῶ νὰ δειχθῇ εἰς τὸν κόσμον ὅλον ἡ ἀλήθεια· διότι, ἐὰν αὕτη δὲν ἀποδειχθῇ, οὐδὲ ὡς βουλευτὴς θέλω πλέον νὰ μένω ἐνταῦθα· ἂν δὲ ἀποδειχθῇ, τότε θὰ σωθοῦν αἱ σαλευόμεναι βάσεις τῆς κοινωνίας.» Ἡ πρότασις λοιπὸν εἶναι αὕτη: «ὅτι εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον περιῆλθε κτῆμα ἀξίας 200,000 δραχμῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν προσέφερε νὰ κερδήσωσι τὴν δίκην οἱ κληρονόμοι Τοσίτσα·» καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ στραφῇ ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐρώτησις, ἥτις ἐπεσείσθη χθὲς ὡς φόβητρον ἢ ὡς ἔνδειξις τοῦ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δι’ αὐτῆς ἀποδεικνύει τὴν τάσιν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἢ ὅπως ὁ κ. Ζηνόπουλος ἐξηγεῖται σήμερον....
§139ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ χθὲς τὸ εἶπον καὶ ὑπάρχει ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου.
§140ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς δικαστικῆς ἐνεργείας, εἶναι ἡ ἑξῆς· «Γνωρίζετε ἂν εἰς τὴν ὑπόθεσιν δημ. Τοσίτσα κατὰ τῶν ἐκ διαθήκης κληρονόμων τῆς Ἑλένης Τοσίτσα ἐγένετο παρὰ πολιτευομένων, καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, μεσολάβησις ἢ ἐνέργειά τις ὑπὲρ τοῦ Δ. Τοσίτσα, ἢ ἂν ἐδόθη ὑπόσχεσις τοιαύτης ἐνεργείας, καὶ ἂν ἐδόθη ἀντάλλαγμα τῆς ἐνεργείας ἢ τῆς τοιαύτης ὑποσχέσεως, εἴτε εἰς τὸν Κουμουνδοῦρον, ὡς ὑπουργὸν, εἴτε εἰς τὸν μακαρίτην Πεῤῥωτὴν;» Δι’ αὐτῆς τῆς ἐρωτήσεως ἰσχυρίζονται, ὅτι προσεκρούσαμεν εἰς τὸ ὁμοούσιον, καὶ ἐδείξαμεν, ὅτι πᾶν περαιτέρω βῆμα ἀπειλεῖ νὰ παρατρέψῃ τὴν πορείαν ἡμῶν πέραν τῶν ἐσκαμμένων! Ἀναφέρομαι λοιπὸν εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ εἴπητε ἐὰν, τοιαύτην ὑπόθεσιν ἐντελλόμενοι νὰ ἐξετάσωμεν, ἠδυνάμεθα νὰ μὴ διατυπώσωμεν τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ἢ ἐὰν ὑπῆρχε τοὐλάχιστον ἄλλος τρόπος ἐκτελέσεως τῆς ἐντολῆς ἡμῶν, ἄνευ τῆς τοιαύτης κατὰ λέξιν ἐρωτήσεως. Δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ ὑποδειχθῇ εἰς ὑμᾶς παρὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἡ ὀφειλομένη εὐλάβεια πρὸς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, διότι ἐν Ἑλλάδι εὐτυχῶς παρατηρεῖται, ὅτι καὶ ἐν μέσῳ τῶν βιαιοτέρων ἐξάψεων τῶν πολιτικῶν παθῶν ἀπεδείχθη πάντοτε πλήρης ἡ ὀφειλομένη πρὸς τὸν ἰδιωτικὸν βίον εὐλάβεια. Ἴσως μάλιστα καὶ πέραν τοῦ πρέποντος ἐκτεθεῖσα ἡ τοιαύτη εὐλάβεια, ἕνεκα ἰδίως τοῦ ἐνίοτε δυσδιαγνώστου τῶν ὁρίων τοῦ δημοσίου ἀπὸ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, ἐγένετο ἀφορμὴ παραλείψεως ἢ ἀδιαφορίας καὶ περὶ τὴν ἐπιβαλλομένην ἀναγκαίαν ἔρευναν τοῦ δημοσίου τῶν πολιτευομένων βίου. Τὴν χθὲς διὰ μακρῶν, ὡς εἶπον, ἀναπτυχθεῖσαν ὑπεράσπισιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ καταγγελλομένων, ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι οὔτε δικαίωμα, οὔτε καθῆκον ἔχομεν ν’ ἀνασκευάσωμεν. Ἡμεῖς ἓν ἔχομεν καθῆκον, νὰ ἐξηγήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχουσι λόγοι ὑποστηρίζοντες τὴν αἴτησιν παρατάσεως τῆς ταχθείσης προθεσμίας· ἐξηγοῦντες δὲ τοῦτο ἐλπίζομεν, ὅτι θέλομεν συγχρόνως ἀποδείξει, ὅτι ἡ αἰτηθεῖσα παράτασις προφανῶς σκοπὸν ἔχει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑπόληψιν ἐκείνων, οἵτινες ἐν τῇ ὑποθέσῃ ταύτῃ ἐνδιαφέρονται. Ἀπὸ τὴν πρὸ μικροῦ γενομένην πρὸς ὑμᾶς ὑπόμνησιν τῶν λεχθέντων κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τῆς συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἔκβασις τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς δὲν ἀφορᾷ εἰς μόνην τὴν Βουλήν, τὴν ἔχουσαν δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ μάθῃ ἀκριβῶς τὰ συμβάντα· εἶναι πρωτίστως ἐνδιαφερόμενος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὅ τε ἐκ Μεσσήνης ἔντιμος βουλευτής, καὶ εἰς ἴσον βαθμὸν ὁ ἐκ Γόρτυνος συνάδελφος, ὁ ταυτίσας πρὸς τὴν ἐπερώτησίν του ἐκείνην τὴν τε τιμὴν καὶ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ ὕπαρξίν του μετὰ θάῤῥους ἀξιεπαίνου. Αὐτὸς ἐξητάσθη ἐνώπιον ἡμῶν, προέτεινε μάρτυράς τινας, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ ἀπέστειλε πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς σημείωσιν μαρτύρων, δι’ ὧν ἐνόει, ὅτι θέλει ἀποδείξει τὴν ἀλήθειαν ἐκείνων, ὧν αὐτὸς ἀνεδέχθη τὴν εὐθύνην. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἤδη ὡμολογημένον, ὅτι εἰργάσθη ἀκαμάτως καὶ ἐπιμελῶς, ἡ δὲ περὶ τούτου ὁμολογία θὰ ἦτο πληρεστέρα, ἐὰν ὁ ὁμιλήσας ἐκ τῆς μειονοψηφίας συνάδελφος δὲν ἐλησμόνει νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία κατ’ ἐπανάληψιν παρεκάλεσε νὰ κάμωμεν καὶ νυκτερινὰς συνεδριάσεις, νὰ ἐργασθῶμεν δὲ καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς τελετῆς τῶν ἐγκαινίων τῆς τομῆς τοῦ Ἰσθμοῦ, ἀλλ’ εἰς ἀμφότερα ταῦτα ἀντεῖπεν ἡ μειονοψηφία, ἡ σήμερον παραδόξως ἀμφισβητοῦσα τὴν ἀνάγκην τῆς παρατάσεως. Καί τοι ὅμως οὕτω εἰργάσθημεν, δὲν ἠδυνήθημεν ἐν τῇ ὀλιγοημέρῳ ἐκείνῃ προθεσμίᾳ νὰ ἐξετάσωμεν πάντας τοὺς ὑπὸ τοῦ κ. Παλαμίδου ὑποδειχθέντας μάρτυρας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἑπομένως ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς μὴ ἐξετάσεως τῶν μαρτύρων αὐτῶν· ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν, οὔτε πρέπον, οὔτε κἂν συμφέρον εἰς ἐκείνους, καθ’ ὧν ἡ καταγγελία, νὰ δύναται ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ ἀποδείξῃ ὁ καταγγείλας, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐξήτασε μάρτυρας παρ’ αὐτοῦ ἐγκαίρως προταθέντας πρὸς ἀπόδειξιν θέματος, ἐκ τῆς ἀποδείξεως τοῦ ὁποίου ἐξήρτησε τὴν τιμὴν καὶ τὴν βουλευτικήν του θέσιν. Ἡ παράλειψις τῆς ἐξετάσεως αὐτῶν ποῖον ἤθελε δώσει χαρακτῆρα εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Ἐπιτροπῆς; Ποία δὲ θέλει δοθῇ ἐξήγησις εἰς τὴν ἤδη ἀντιτασσομένην ἄρνησιν τῆς πρὸς ἐξέτασιν αὐτῶν αἰτηθείσης παρατάσεως; Ἐρωτῶ πάντας ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀξιοῖ, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν προκειμένην παράτασιν. Πλὴν τούτου, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀκριβῶς ἔληγεν ἡ δοθεῖσα ἡμῖν προθεσμία, ὑπεβλήθη εἰς ἡμᾶς τὸ τηλεγράφημα συναδέλφου, εὑρισκομένου ἐν Λαρίσσῃ καὶ βεβαιοῦντος, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει τις γινώσκων πράγματα καὶ κατέχων σπουδαῖα ἔγγραφα, σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Τὸ τηλεγράφημα ὀνομάζει τὴν χήραν τοῦ Θ. Ἀραβαντινοῦ, ἀνθρώπου ἐκ τῶν πρωταγωνιστησάντων εἰς τὴν ἐξεταζομένην ὑπόθεσιν, εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ δικογραφία, ἧς ἐζητήθη ἡ κατάθεσις, καὶ ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἥτις δικογραφία, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδεμίαν παρέσχεν εἰς τὰς ἐνεργείας ἡμῶν χρησιμότητα. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ προτεινομένη αὕτη μάρτυς θὰ εἴπῃ σπουδαῖα διὰ τὴν ὑπόθεσιν πράγματα, ἢ θὰ καταθέσῃ σπουδαῖα δι’ αὐτὴν ἔγγραφα· ἠξεύρω ὅμως, ὅτι εἶναι πρόσωπον πρωτίστως ἀναμιχθὲν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς κληρονομίας Τοσίτσα, καὶ πέπεισμαι, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηριχθῇ λογικῶς καὶ εὐπρεπῶς ἡ ἄρνησις τῆς προτεινομένης ἐξετάσεώς της. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἕτερος λόγος ἐπιβάλλων τὴν ἀνάγκην τῆς παρατάσεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐννοεῖ βεβαίως νὰ καλέσῃ αὐτὴν ἐνταῦθα, ἀλλὰ νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς τὴν ἐκεῖ ἐξέτασίν της καὶ τὴν τηλεγραφικῶς πρὸς ἡμᾶς μεταβίβασιν τῆς ἐξετάσεώς της. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον ἔληγεν ἡ προθεσμία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπηύθυνεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἔγγραφον, δι’ οὗ παρεκάλει αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὸν εἰσαγγελέα Λαρίσσης νὰ ἐκτελέσῃ πᾶσαν τοιαύτην παραγγελίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἆρα καὶ τὸ θέμα αὐτὸ ἀνάξιον προσοχῆς, ἀνάξιον περαιτέρω ἐρεύνης; Πλὴν ὅμως τούτου, χθὲς ἀκόμη ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν Εἰσηγητὴν πληροφορίαι, δεικνύουσαι τὴν χρησιμότητα καὶ ἄλλων ἐνταῦθα μαρτύρων, παρισταμένων ὡς γινωσκόντων οὐσιώδη σχετικὰ πρὸς τὴν ἐξεταζομένην ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ μήπως καὶ ἐν ταῖς συλλεγείσαις ἤδη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς πληροφορίαις καὶ ἀποδείξεσι δὲν εἶναι τάχα σημεῖά τινα ἄξια περαιτέρω ἐρεύνης, χάριν ἐκείνων μάλιστα, ὑπὲρ τῶν ὁποίων φαίνεται ἀποκρουομένη ἡ αἴτησις παρατάσεως; Εἶπον ἤδη, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ ἀνασκευάσω τὴν ἀναπτυχθεῖσαν ὑπεράσπισιν, καὶ ὅτι οὐδὲ δικαιοῦμαι, οὐδὲ καθῆκον ἢ ἐπιθυμίαν ἔχω νὰ κατηγορήσω τινά· πανθ’ ὅσα θέλω εἴπει, παρακαλῶ νὰ πιστευθῇ, ὅτι λέγονται ἀπὸ ἀγαθῆς προθέσεως, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς αἰτουμένης περαιτέρω ἐρεύνης. Συμπίπτει τὸ πρῶτον δημόσιον συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπισημοποιοῦνται τὰ μεταξὺ τοῦ μακαρίτου Περωτοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν Τοσίτσα, νὰ ἦναι συντεταγμένον τὴν 3 Φεβρουαρίου 1879. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νομίζω, ὅτι ἦτον ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Σᾶς τὸ ὑποδεικνύω αὐτό, οὐχὶ διότι συσχετίζων τὴν σύνταξιν τοῦ συμβουλαίου μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου κατοχὴν τῆς ἐξουσίας, θέλω νὰ ἀποδώσω εἰς τοῦτο τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἔννοιαν· ὑποδεικνύω ἁπλῶς τὸ πρᾶγμα, καὶ τὸ ὑποδεικνύω, διότι παρακαλῶ νὰ μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι ἐν τῷ κόσμῳ εἶναι καὶ καλοὶ καὶ κακοί, ὅτι εἶναι καὶ δίκαιοι καὶ ἐπιεικεῖς, ἀλλὰ καὶ αὐστηροὶ ἐνίοτε κριταί. Διὰ τοῦ συμβουλαίου αὐτοῦ παραχωρεῖται πρὸς τὸν μακαρίτην Περρωτῆν «τὸ χωρίον Ἀδάμαις ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ Δήμου Ἀθηνῶν, ὅπερ χωρίον περιέχει γαίας καὶ λειβάδια ἐκτάσεως πλέον τῶν πεντήκοντα ζευγαρίων, ἢ ὅσον ἐστίν, οἰκίας, ἀμπελῶνας, δάση, ἐλαιόδενδρα καὶ νερὰ» ὁροθετούμενον ὅπως ἐν τῷ συμβολαίῳ περιγράφεται. Τὸ χωρίον αὐτὸ ἦτο τότε ἀκόμη ἐπίδικον· παραχωρεῖται δὲ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτῆ, ὅταν τελειώσῃ ἡ περὶ τῆς ὅλης κληρονομίας ὑφισταμένη ἐκκρεμὴς δίκη μεταξὺ τοῦ παραχωροῦντος καὶ τῶν ἐκ διαθήκης κληρονόμων τῆς Ἑλένης Τοσίτσα. Τὸ συμβόλαιον αὐτὸ ἀναφέρει, ὅτι γίνεται εἰς ἀντικατάστασιν προγενεστέρου ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου τοῦ 1872 μεταξὺ Γ. Πεῤῥωτῆ καὶ Στεργίου Τοσίτσα, δι’ οὗ ὁ Στέργιος Τοσίτσας ὡμολόγει, ὅτι δι’ ἄλλου ἔτι προγενεστέρου ἐγγράφου τῆς 21 Μαΐου 1866 εἶχεν ἀναγνωρίσει τὴν πρὸς τὸν μακαρίτην Πεῤῥωτῆν ὀφειλὴν 25,000 δραχμῶν ἐκ μέρους τοῦ ἀποθανόντος θείου του Καραμίχου, καὶ συμβιβαστικῶς ἐξεχώρει πρὸς τὸν Πεῤῥωτῆν, εἰς ἐξόφλησιν τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης τῶν 25,000 δραχμῶν, τὸ ἓν ἕκτον τῶν δικαιωμάτων του ἐπὶ τῆς κληρονομίας τῆς Ἑλένης Τοσίτσα, οὗτινος ἕκτου ἡ ἀξία, κατὰ τὴν ἀγωγήν, ἦτον, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ Δ. Τοσίτσας, 800,000 δραχμῶν περίπου. Τὸ συμβόλαιον λέγει, ὅτι διὰ μὲν τοῦ ἐγγράφου τῆς 21 Μαΐου 1866 παρεχωρεῖτο ἁπλῶς τὸ ⅙ τῆς κληρονομικῆς περιουσίας πρὸς ἐξόφλησιν τῶν 25,000 δραχμῶν, χωρὶς ποσῶς νὰ σχετίζῃ τὸν μακαρίτην Πεῤῥωτῆν πρὸς τὴν δίκην, διὰ δὲ τοῦ ἐγγράφου τῆς 10 Ἰανουαρίου 1872 ἐπικυροῦται πάλιν ἡ ἐκχώρησις τοῦ ἑνὸς ἕκτου τῆς περιουσίας, ἀλλ’ ὁ Πεῤῥωτῆς παρεμβαίνει ἤδη εἰς τὴν δίκην καὶ ἀναλαμβάνει ὁλόκληρον τὴν δαπάνην τῆς ἐξακολουθήσεως καὶ περατώσεως αὐτῆς, ἄνευ νέας τινὸς ὠφελείας, ὁρίζεται δὲ ποινικὴ ῥήτρα δραχμῶν 100,000 κατὰ τοῦ ἀθετήσοντος τὴν συμφωνίαν ταύτην. Τὸ ἐπίσημον τέλος συμβόλαιον τοῦ 1879, στηριζόμενον οὕτως εἰς ἀμφότερα τὰ ῥηθέντα ἰδιωτικὰ ἔγγραφα, παραχωρεῖ, πωλεῖ καὶ παραδίδει (διότι ἔχει καὶ τὰς τρεῖς αὐτὰς λέξεις) τὸ χωρίον Ἀδάμας πρὸς τὸν μακαρίτην Πεῤῥωτῆν ἀντὶ τοῦ ἑνὸς ἕκτου τῆς κληρονομίας, βεβαιοῖ δέ, ὅτι ὁ Πεῤῥωτῆς κατέβαλε δαπάνας καὶ ἄλλα σχετικὰ ἔξοδα ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως, καὶ παρέσχε κατ’ αὐτὴν ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τὸν Δ. Τοσίτσαν. — Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ὅσα ὁ ἔντιμος κ. Εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξέθηκεν ὑμῖν, ὡς κατατεθέντα πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν, περὶ τοῦ ἀνυπάρκτου ὀφειλῆς τοῦ Καραμίχου πρὸς τὸν Πεῤῥωτῆν, περὶ τῆς ἐλλείψεως πάσης αἰτίας τοῦ νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ πληρώσῃ ὁ Τοσίτσας, ἔστω καὶ ἀληθὲς χρέος τοῦ Καραμίχου, οὗ δὲν ἦτο κληρονόμος, καὶ ὅστις οὐδεμίαν ἀφῆκε κληρονομίαν κλπ. — Ἡ ἱστορία λοιπὸν τοῦ συμβολαίου αὐτοῦ πηγάζει κατ’ αὐτὸ ἀπὸ τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου τοῦ Μαΐου τοῦ 1866. Ὁ Δ. Τοσίτσας, ἐξετασθεὶς ὡς μάρτυς ἐνώπιον ἡμῶν, ἠμφισβήτησε τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων, οἵτινες ἐν τῷ συμβολαίῳ ἀναφέρονται, ἰσχυρίσθη δέ, ὅτι μετὰ τὴν κατάρξιν τῆς δίκης ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτῆ, ἐπιζητήσας νὰ σχετισθῇ πρὸς τὸν ἀδελφόν του Στέργιον, διεκδικοῦντα τόσῳ μεγάλην περιουσίαν, προσέφερε πρὸς αὐτὸν τὴν φιλίαν του, ἣν ὁ Στέργιος δὲν εἶχε συμφέρον νὰ ἀποκρούσῃ, ἀφοῦ οἱ ἀντίδικοί του ἦταν πλουσιώτατοι· ὅτι μετά τινα καιρὸν ὁ Πεῤῥωτῆς ἤγειρεν ἀξιώσεις μεριδίου, ὁ δὲ Στέργιος, μὴ θέλων νὰ κάμῃ ἐχθρὸν τὸν Πεῤῥωτῆν, ἐνέδωκεν εἰς αὐτάς, καὶ οὕτω, μετὰ πολλὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Πεῤῥωτοῦ, ὁ Στέργιος τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1870 ὑπέγραψεν ἓν μὲν χρεωστικὸν ἔγγραφον ὑπὲρ τοῦ Πεῤῥωτοῦ διὰ δραχμὰς 100,000, τρία δὲ ὅμοια ὑπὲρ τοῦ κ. Κουμουνδούρου διὰ δραχ. 35,000, λόγῳ δῆθεν δανείου ἐντόκου, πληρωτέα ἅπαντα τότε μόνον, ὅτε καὶ ἐφ’ ὅσον κερδηθῇ ἡ κατὰ τῶν ἄλλων Τοσιτσαίων περὶ τῆς κληρονομικῆς περιουσίας δίκη, ὁ δὲ ὅρος οὗτος ἀναγράφεται ῥητῶς ἐν πᾶσι τούτοις τοῖς ἐγγράφοις. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀνεγνώσθησαν χθὲς πρὸς ὑμᾶς παρὰ τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ, ἐξ ἐπικεκυρωμένων ἀντιγράφων, ἅπερ ἡμεῖς ἐλάβομεν ἐκ τῶν ὡς πρωτοτύπων παρουσιασθέντων ὑπὸ τοῦ Δ. Τοσίτσα, ὅστις ἐν τῇ ἐνώπιον ἡμῶν καταθέσει του προσέθηκεν, ὅτι τὰ τρία ταῦτα χρεωστικὰ ἔγγραφα ἐδόθησαν παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ του ὑπογεγραμμένα πρὸς τὸν μακαρίτην Πεῤῥωτῆν, ὅτι μετὰ ταῦτα φαίνεται, ὅτι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα δὲν ἐθεωρήθησαν ἐξασφαλίζοντα ἀρκούντως τοὺς πρὸς οὓς ἐδόθησαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπῃτήθη καὶ συνετάχθη ἀντ’ αὐτῶν, ἐπιστραφέντων ἀπὸ τὸν Πεῤῥωτῆν πρὸς τὸν Στέργιον, τὸ ἰδιωτικὸν ἔγγραφον τῆς 10 Ἰανουαρίου 1872, ὅπερ ἀργότερον ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ προκειμένου συμβολαίου. Προεκλήθη χθὲς νὰ ὁμολογήσω καὶ ὁμολογῶ εὐχαρίστως ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὡς πρωτότυπα παρουσιασθέντα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, εἰσὶν ἀληθῶς καθαρὰ καὶ οὐχὶ τετριμμένα. Δὲν λέγω ὅτι εἰσὶν ἄθικτα, ἀλλὰ βεβαιῶ μόνον, ὅτι εἰσὶ καθαρὰ, καὶ δὲν δεικνύουσιν, ὅτι ἐγένετο μεγάλη αὐτῶν χρῆσις. Εἶναι δὲ ἔντυπα, πλὴν τοῦ ὀνόματος τοῦ πιστωτοῦ, τῆς αἰτίας τῆς ὀφειλῆς, τῆς ὑπογραφῆς τοῦ χρεώστου καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ὀφειλομένου, τὰ ὁποῖα πάντα εἶναι γεγραμμένα τῇ χειρὶ τοῦ Στεργίου Τοσίτσα, ἀποθανόντος τῇ ... 1874· περὶ δὲ τῆς γνησιότητος τῆς ὑπογραφῆς οὐδεμία μεταξὺ ἡμῶν ἠγέρθη ἀμφισβήτησις ἢ ἀμφιβολία, διότι πάντες ἐθεωρήσαμεν αὐτὴν γνησίαν, ἐν παραβολῇ πρὸς ἄλλας ἀναμφισβητήτους αὐτοῦ ὑπογραφὰς, εὑρισκομένας ἐν τῇ ὑπ’ ὄψει ἡμῶν δικογραφίᾳ. Ὁ Δημήτριος Τοσίτσας μᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶχον δοθῆ πρὸς τὸν Πεῤῥωτῆν, καὶ ὅτι εἰς ἀντικατάστασιν αὐτῶν ἐζητήθη παρὰ τοῦ Πεῤῥωτοῦ τὸ ἰδιωτικὸν ἔγγραφον τοῦ Ἰανουαρίου 1872, ὅτι τὸ ἰδιωτικὸν αὐτὸ ἔγγραφον, πρὶν τὸ ὑπογράψῃ ὁ Στέργιος, τὸ ἐπέδειξε πρὸς τὸν μάρτυρα, καὶ ἀφοῦ ὑπογραφὲν τὸ ἔδωσε πρὸς τὸν Πεῤῥωτῆν, ἐπανελθὼν εἰς τὴν οἰκίαν ὅπου συνῴκουν, εἶπε τῷ μάρτυρι, ὅτι παρέδωκε τὸ ἔγγραφον, καὶ ἐπέδειξεν αὐτῷ τὰ ῥηθέντα χρεωστικὰ ἔγγραφα, ὡς ἐπιστραφέντα αὐτῷ παρὰ τοῦ Πεῤῥωτοῦ, μετὰ τὴν πρὸς αὐτὸν παράδοσιν τοῦ ῥηθέντος περὶ τοῦ ἑνὸς ἕκτου τῆς κληρονομίας ἰδιωτικοῦ ἐγγράφου. Αὐτὴ λοιπὸν λέγει, ὅτι εἶναι ἡ ἀληθὴς αἰτία τοῦ συμβολαίου. Πρὸς μείζονα δὲ ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι οὐδέποτε ἔλαβεν ὕπαρξιν τὸ ἐν τῷ συμβολαίῳ ἀναφερόμενον πρῶτον ἰδιωτικὸν ἔγγραφον, ἐν Ἀθήναις δῆθεν συνταχθὲν τὸν Μάϊον 1866, βεβαίωσεν ὁ μάρτυς, ὅτι καὶ ὁ ἀδελφός του Στέργιος ἀπὸ τοῦ Μαρτίου μέχρι τέλους Αὐγούστου 1866 διέμενεν ἀδιακόπως εἰς Μέτσοβον, ὅπου οὐδέποτε ἐπῆγεν ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτῆς, ὑπεσχέθη δὲ νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο δι’ ἐπιστολῶν ἢ διὰ τηλεγραφημάτων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐκ μέρους τοῦ Στεργίου, ἐκ Μετσόβου στελλομένων, καὶ δι’ ἄλλων ἀποδείξεων. Ὡς πρὸς δὲ τὰ χρεωστικὰ ἐκεῖνα ἔγγραφα, εἶπεν ἐρωτηθείς, ὅτι ὅπως ἀληθῶς φαίνονται ταῦτα ἐξήχθησαν ἐκ διπλοτύπου. Ἠρωτήθη ἐὰν ἔχῃ καὶ τὸ στέλεχος, διότι τὰ ἔγγραφα ἔχουν ἀριθμοὺς, μᾶς εἶπεν δὲ, ὅτι θέλει φροντίσει καὶ πιθανὸν νὰ εὕρῃ τὸ στέλεχος. Μετὰ δὲ τὸ τέλος τῆς καταθέσεως ἐρωτηθεὶς παρά τινος τῆς μειονοψηφίας «πῶς ὁ μακαρίτης ἀδελφός σου ἠννόει νὰ ἔχῃ τυπωμένα τοιαῦτα χρεωστικὰ» μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει, μᾶς προσέθεσε δὲ, ὅτι τοιαύτης φύσεως ἔντυπα χρεωστικὰ ἔγγραφα εἶχε δώσει ὁ Στέργιος καὶ πρὸς ἄλλους, ἐξ ὧν ἀνέφερεν ἰδίως τὸν δικηγόρον κ. Φαρμακόπουλον, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου σῴζεται ὅμοιον ἔγγραφον ἀκόμη ἀνεξόφλητον.
§141Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλην αὐτὴν τὴν ἀνάκρισιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Τοσίτσας, ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως εἶπεν, ὅτι τὰ γνωρίζει;
§142ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὄχι· δὲν τὸ εἶπεν αὐτό, οὐδὲ λέγω ἐγὼ ὁποίαν τινὰ ἔχω γνώμην περὶ τῶν ἰσχυρισμῶν του. Λέγω τί εἶπε, καὶ τοῦτο, διότι φρονῶ, ὅτι ταῦτα ἔχουν καὶ σημασίαν καὶ σχέσιν πρὸς τὴν ἔρευναν τῆς ὑποθέσεως, εἰς ἣν, ὡς καὶ σεῖς φρονεῖτε, ἐνδιαφέρεται ἡ ὑπόληψις τοῦ πολιοῦ αὐτοῦ καὶ σεβαστοῦ πολιτευτοῦ. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξ Ἀθηνῶν ἀπουσίας τοῦ Στεργίου κατὰ Μάϊον 1866, καὶ τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως τοῦ στελέχους τῶν χρεωστικῶν ἐκείνων ἐγγράφων, ὡς ἐπίσης καὶ τὸ τῆς ὑπάρξεως ἄλλων ὁμοίας φύσεως διπλοτύπων χρεωστικῶν ἐγγράφων ἀνεξοφλήτων εἰς χεῖρας ἄλλου, εἶναι σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ ἐρευνήσωμεν. Δίδω πολλὴν σημασίαν εἰς τὴν περὶ τῶν ζητημάτων τούτων ἔρευναν, διότι ὅταν τὸ ἔργον ἡμῶν περατωθῇ καὶ γείνῃ ἔκθεσις, ἄλλως ἡ ὑπόθεσις θὰ κριθῇ, ἐὰν τὰ σημεῖα ταῦτα φωτισθῶσιν ἐπαρκέστερον, καὶ ἄλλως, ἐὰν μένωσιν ὅπως ἤδη ἔχουσι.
§143Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πόσαι ἡμέραι παρῆλθον ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καθ’ ἣν σᾶς εἶπεν ὁ Τοσίτσας νὰ φέρῃ τὰ διπλότυπα καὶ τὰς ἐπιστολάς;
§144ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν τὴν ἔκαμε τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς ταχθείσης ἡμῖν προθεσμίας. Ἡμεῖς ἀμέσως μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ παρατάσεως προθεσμίας αἴτησίν μας.
§145ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠγέρθη ἀμφισβήτησις ἀμέσως μετὰ τὴν κατάθεσιν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι μὲ τὴν κατάθεσιν τοῦ ἐγγράφου ἐτελείωσεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὰς ἐργασίας της, καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐζητήθη ἡ παράτασι. Ἀλλ’ ἡ ἀντίῤῥησις ἦτο μίαν ἡμέραν πρίν. Ἦτο μία ἡμέρα προτήτερα ὅταν ἔγεινε τὸ πρακτικόν.
§146ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὴν 28 τοῦ μηνὸς ἐξητάσθη ὁ μάρτυς καὶ κατέθεσε τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐζητήσαμεν τὴν παράτασιν.
§147ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐσυμφωνήσατε, κύριε Ζηνόπουλε, νὰ μὴ γείνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας.
§148Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς εἶπεν ὁ Δημήτριος Τοσίτσας ὅτι ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μαζῆ μου;
§149ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Τοσίτσας δὲν μᾶς εἶπε τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπε καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐν τούτοις ἐπαρκῶς ἄλλοθεν γνωρίζομεν. Ὁ κ. Ζηνόπουλος σᾶς ἐβεβαίωσε χθὲς ὅτι ὁ Δημήτριος Τοσίτσας ἠρνήθη ὅτι ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτῆς παρέσχεν ἄλλην τινὰ συνδρομὴν πρὸς αὐτὸν, εἰμὴ ὅτι τὸν ηὐκόλυνε μόνον εἰς εὕρεσιν μικροῦ δανείου, μεσολαβήσας διὰ τοῦτο πρὸς τὸν κ. Βαφειαδάκην, εἰς τὸν ὁποῖον ἀκόμη ὀφείλει αὐτὸ ὁ Τοσίτσας· αὐτὴ, εἶπεν ὁ Τοσίτσας, εἶναι ἡ μόνη τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτοῦ συνδρομὴ πρὸς αὐτόν. —Ἀλλ’ ἡμεῖς γνωρίζομεν, καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὁ μακαρίτης Πεῤῥωτῆς εἰργάσθη καὶ εἰς Εὐρώπην ὑπὲρ τοῦ Τοσίτσα. Δὲν λέγω ὅτι ἔκαμεν ἐπίτηδες διὰ τὴν προκειμένην δίκην ταξείδιον, ἀλλ’ ὅτι εἰργάσθη ἐν Ἰταλίᾳ ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ τοῦτο οὔτε κἂν νὰ μνημονεύσῃ πρὸς ἡμᾶς ὁ Τοσίτσας ἠθέλησε.—Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁ κ. Τοσίτσας δικάζετε ἀκόμη πρὸς ὑμᾶς, κ. Κουμουνδοῦρε, τὸν δικαιοδόχον τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτοῦ, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι ἀδύνατον, τούτου ἕνεκα καὶ νὰ εἶπέ τινα περιπλέον καὶ νὰ ὑπέκρυψεν ἄλλα. Ὁ Τοσίτσας εἶναι νομικός· δὲν γνωρίζω ποίαν ἰδέαν ἔχει ὡς νομικὸς περὶ τοῦ κύρους τοῦ συμβιβασμοῦ, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι προεκλήθη οὗτος καὶ ἐγένετο κατὰ τρόπον τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον ἢ διὰ παρεμβάσεως τοιαύτης ἢ τοιαύτης. Ἐνομίσαμεν λοιπὸν ἡμεῖς, ὅτι πάντα ταῦτα τὰ σημεῖα ἦσαν ἄξια περαιτέρω ἐρεύνης, διότι, ἀφινομένων τούτων σκοτεινῶν ὅπως εἶναι, ἀλλοίμονον, ἐὰν αὐστηροί τινες ἴσως κριταὶ πιστεύσουν ὡς ἀληθῆ τὰ τῆς ἐντεῦθεν ἀπουσίας τοῦ Στεργίου τῷ 1866 καὶ τὰ τῆς ὑπάρξεως καὶ χρησιμοποιήσεως τῶν χρεωστικῶν ἐκείνων ἐγγράφων ἀπὸ τοῦ 1870, καὶ ὑποπτεύσωσι τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ὡς ἔκτοτε ὄντα ἐν γνώσει καὶ τοιαύτῃ μάλιστα γνώσει τῶν κατὰ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Νομίζω, ὅτι μόνον ἄνθρωποι ἀδιαφοροῦντες περὶ τῆς ὑπολήψεως ἐκείνων, οἵτινες παρίστανται ὡς οὕτως ἀναμιχθέντες εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, ἤθελον συμβουλεύσει νὰ παρασιωπηθῶσι ταῦτα, ἤθελον ἀφήσει νὰ μένωσιν οὕτως ἀμφιβόλως μετέωρα, καὶ δὲν ἤθελον ἐπιζητήσει πλείονα αὐτῶν διασάφησιν, ἐφ’ ὅσον αὕτη δὲν φαίνεται ἀδύνατος. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι εἴχαμεν ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον καθῆκον καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ ζητήσωμεν τὴν παράτασιν.
§150Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν μοὶ λύετε μίαν ἀπορίαν; Πῶς δὲν ἐπῆλθεν εἴτε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν εἴτε εἰς τὴν μειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ἀπορία τῆς διατηρήσεως ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐγγράφων προεξοφλημένων, τὰ ὁποῖα, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν παρέπιπτον, θὰ ἐπεβάρυνον τὸν ὀφειλέτην;
§151ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ζηνόπουλος εἶπε χθὲ; ὅτι ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ Τοπίτσα περὶ τοῦ ὅτι ὁ Στέργιος δὲν ἦτον εἰς τὰ 1866 ἐν Ἀθήναις ἠρώτησε τὸν μάρτυρα, «διατὶ λοιπὸν ὑπέγραψεν εἰς ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς συμφωνίαν γενομένην ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὸ 1866;» Αὐτὸς δὲ ἀπήντησε· «δὲν γνωρίζω.» Τότε ὁ κ. Ζηνόπουλος τῷ ἀπηύθυνε καὶ ἄλλην ἐρώτησιν, «μήπως ὁ ἀδελφός σου, ὅταν ὑπέγραφεν ἐν γνώσει ὅτι ὑπογράφει ψευδῆ πράγματα, ὑπέγραψε διὰ νὰ δυνηθῇ ἀργότερα νὰ προσβάλῃ τὸ ἔγγραφον;» ὁ μάρτυς καὶ εἰς τοῦτο ἀπήντησε «δὲν γνωρίζω.»
§152ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο τὴν ἠρώτητα, διότι εἶπεν ὅτι δὲν ἦτον εἰς Ἀθήνας, ἑπομένως δὲν ἐσεβάσθη καὶ τὴν μνήμην τοῦ ἀδελφοῦ του.
§153ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐκ τούτων ὑποθέτω, ὅτι πιθανὸν ἠννόει ν’ ἀμφισβητήσῃ ὕστερον τὸ κῦρος αὐτῶν.
§154Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν μοὶ εἴπατε διατὶ τὰ διετήρησε.
§155ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι κρίσις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ τις, ὅταν ἔλθῃ ὁ κατάλληλος καιρός. Κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπίσης τῶν συνεδριάσεων ἡμῶν ἡμέραν, ὑπεβλήθησαν εἰς ἡμᾶς καὶ αἱ συναλλαγματικαὶ τοῦ 1879, εἰς τὰς ὁποίας φαίνεται ἡ ὑπογραφὴ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ τὰ ἄλλα ἐκεῖνα ἔγγραφα καὶ αἱ ἐπιστολαὶ, τῶν ὁποίων ἀντίγραφα ὁ κύριος Εἰσηγητὴς σᾶς ἀνέγνωσε χθές. Αὐτὰ ἀνάγονται, κύριοι, εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς προσωποκρατήσεως καὶ τῆς ἀπὸ ταύτης ἀπολύσεως τοῦ Δ. Τοπίτσα, γενομένης ἐν ἔτει 1879 κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον, ὅτε πάλιν νομίζω ἦτον ἐν τῇ Κυβερνήσει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Τότε διὰ χρέος προσωποκρατηθεὶς ὁ Τοπίτσας, προσέφυγεν εἰς τοὺς φίλους αὑτοῦ ζητῶν νὰ τῷ δανείσωσιν ἢ νὰ τῷ εὕρωσι νὰ δανεισθῇ χρήματα ὅπως λυτρωθῇ ἀπὸ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, καὶ ἔτρεξαν ὁμολογουμένως οἱ φίλοι· ἐπετεύχθη δὲ ἡ ἀπόλυσίς του καὶ δι’ ἄλλων μέν τινων δανείων, ἰδίως ὅμως διὰ δανείου τινὸς, ὅπερ συνῆψε προσαγαγὼν ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ μακαρίτου Πεῤῥωτῆ. Ὁ μάρτυς Προκόπιος Πιτάκης, ἰατρὸς, βεβαιοῖ ἐξετασθεὶς ὅτι, ὅταν ἔμαθε τὴν σύλληψιν τοῦ Δ. Τοπίτσα ἐπῆγε πρὸς αὐτὸν εἰς τὰς φυλακάς, ὁ δὲ Τοπίτσας τῷ εἶπε, «ἰδὲ πῶς ἐπωφελούμενοι τῆς ἐνταῦθα στενοχωρίας μου μοὶ προσφέρονται νὰ μοὶ δώσουν τὰς ὑπογραφάς των, προτείνοντες νὰ τοὺς ἐγκαταστήσῃ εἰς τὸ κτῆμα Ἀδάμαις, ἐγὼ ὅμως τὸ ἀρνοῦμαι καὶ θὰ τὸ ἀρνοῦμαι ἔστω καὶ ἂν μείνω πεντήκοντα χρόνους εἰς τὴν φυλακήν·» καὶ ταῦτα λέγων ἔδειξε πρὸς τὸν Πιτάκην σχέδιον ἐγγράφου, ὅπερ τοῦ εἶχε στείλει ὁ Πεῤῥωτῆς εἰς τὰς φυλακὰς, ὑποσχεθεὶς καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Κουμουνδούρου πρὸς εὕρεσιν δανείου, ἐὰν ὑπέγραφεν ὁ Τοπίτσας τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐζητεῖτο ἡ ἄμεσος εἰς τὸ κτῆμα Ἀδαμῶν ἐγκατάστασις, ἥτις κατὰ τὸ συμβόλαιον ἔπρεπε νὰ γείνῃ μετὰ τὸ ὁριστικὸν πέρας τῆς δίκης. Ἀρνηθέντος τοῦ Τοσίτσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, ἐστάλη πρὸς αὐτὸν ἄλλο ἠπιώτερον ἔγγραφον ἐνοικιάσεως τοῦ κτήματος πρὸς τὸν τότε ὑπαστυνόμον Γ. Γκίγκιζαν, ὅπερ καὶ πράγματι ὑπέγραψε, καὶ ἀπέστειλε. Τότε παρόντος τοῦ μάρτυρος Πιτάκη εἰς τὰς φυλακὰς ὑπέγραψεν ὁ Πεῤῥωτῆς τὴν συλλαγματικὴν καὶ λαβὼν αὐτὴν ἀπῆλθε, μετ’ ὀλίγον δ’ ἐπανῆλθε φέρων αὐτὴν ὑπογεγραμμένην καὶ παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, μεθ’ ὃ δυνάμει τῆς συναλλαγματικῆς αὐτῆς ἐμέτρησεν ὁ Πιτάκης τὰ χρήματα καὶ ἀπελύθη τῆς φυλακῆς ὁ Τοσίτσας. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, δι’ οὗ προσεκαλεῖτο ὁ ἐνοικιαστὴς ὑπαστυνόμος νὰ κάμῃ καὶ ἐπίσημον ἐνοικιάσεως συμβόλαιον, κατέθηκεν ὁ ὑπαστυνόμος εἰς τὸν συμβολαιογράφον, καὶ τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῆς καταθέσεως αὐτοῦ ἐγένετο τὸ δωρητήριον ἐκ μέρους τοῦ Πεῤῥωτοῦ πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ τὴν κ. Μαριγὼ Πεῤῥωτοῦ. Μετὰ τοῦτο ἤργισεν ἡ φροντὶς περὶ ἀποβολῆς τοῦ κατέχοντος τὸ κτῆμα ἐκμισθωτοῦ, τοῦ πρὸ ἐτῶν ἐνοικιάσαντος αὐτὸ ἀπὸ τὸν κ. Καλλιγᾶν, ὡς ἐπίτροπον τῶν ἐκ διαθήκης κληρονόμων Τοσίτσα, εἰς τὴν ὁποίαν φροντίδα περὶ ἀποβολῆς αὐτοῦ ἔρχεται ἡ ἱστορία τῆς πρὸς τὸν Πεῤῥωτῆν ἐπιστολῆς τοῦ εἰρηνοδίκου, τὴν ὁποίαν χθὲς σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ Εἰσηγητής. Ἐνομίσαμεν, ὅτι καὶ πάντα ταῦτα ἔχρῃζον περαιτέρω τινὸς ἐρεύνης, ἵνα ἐξετασθῇ ἂν τὸ μὴ ὑπογραφὲν ἐκεῖνο παρὰ τοῦ Τοσίτσα ἔγγραφον ἦναι ἀληθῶς γεγραμμένον ἀπὸ τὸν μακαρίτην Πεῤῥωτῆν, καὶ ἂν ὅ,τι ὁ οἰκεῖος καὶ φίλος τοῦ Τοσίτσα μάρτυς Προκόπιος Πιτάκης καταθέτει εἶναι ἀληθὲς, καὶ ἂν ἡ ἐπιστολὴ τοῦ εἰρηνοδίκου ἦναι γνησία, καὶ ἂν ἦτον ἀληθῶς αὐτὸς τότε εἰρηνοδίκης ἐνταῦθα κλπ. Τελευταῖον δὲ σημεῖον, χρῆζον πληρεστέρας τινὸς ἐρεύνης, εἶναι, καθ’ ἡμᾶς, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὰ τῆς ἐγγραφῆς τῆς προσημειώσεως. Ὁ κ. Παλαμίδης ἐν τῇ καταθέσει αὐτοῦ ῥητῶς βεβαιοῖ, ὅτι, ὅταν ὁ Θεμιστοκλῆς Ἀραβαντινὸς ἐκίνησε κατὰ τῶν κληρονόμων Τοσίτσα, ἔχων καὶ αὐτὸς ὅμοιον ἰδιωτικὸν ἔγγραφον, ἀγωγὴν τὸ ποσὸν τῆς ὁποίας ἐν τῇ αἰτήσει ἀνέρχεται εἰς 500,000, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγωγῆς αὐτῆς καὶ τοῦ πρὸς αὐτὸν ἐκχωρητηρίου ἐζήτησε νὰ ἐγγράψῃ προσημείωσιν ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς κληρονομικῆς περιουσίας Τοσίτσα, εἰς ἣν περιουσίαν περιείχετο καὶ τὸ κτῆμα τῶν Ἀδαμῶν, ὁ ὑποθηκοφύλαξ δὲν ἐνέγραψεν, ἢ δὲν ὑπέγραψεν ἐγκαίρως τὴν περὶ τῆς προσημειώσεως ἔκθεσιν· ὅτι ἐν τούτῳ κατεσχέθη τὸ ἔγγραφον, καὶ ὅτι τότε μόνον ὑπέγραψεν ὁ ὑποθηκοφύλαξ τὴν ἔκθεσιν, ὅταν οἱ κύριοι Πεῤῥωτὴς καὶ Κουμουνδοῦρος ἔλαβον ἀπὸ τὸν Ἀραβαντινὸν ἔγγραφον, δηλοῦν τὴν παραίτησιν παντὸς αὐτοῦ δικαιώματος ἀπὸ τῆς προσημειώσεως τῆς ἐπὶ τῶν ὅλων κτημάτων, ὅσον αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὰς Ἀδάμας· πρὸς τοῦτο δὲ ἐπικαλεῖται μάρτυρα ὁ κ. Παλαμίδης τὸν δικηγόρον τῆς χήρας Δ. Ἀναστασιάδην, νομίζω, καὶ δὲν εἶναι ἴσως ἀδύνατον εἰς τοῦτο τῆς δίκης τὸ σημεῖον νὰ ἀναφέρωνται καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα λέγει ἡ χήρα, ὅτι ἀναφέρονται. Ταῦτα κατετέθησαν, δὲν ἐξητάσθη δὲ ἀκόμη ὁ περὶ τούτου ὀνομασθεὶς μάρτυς, ὁ δικηγόρος, ἁρμοδιώτατον πρόσωπον. Ἡμεῖς ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν ὅσον οἷόν τε τάχιον τῆς ὀχληρᾶς καὶ ἀηδοῦς ταύτης ὑποθέσεως. Ἀλλὰ δι’ οὓς ἐξεθέσαμεν λόγους ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φεισθῶμεν καὶ περαιτέρω κόπων.
§156Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ δοθῇ ἡ παράτασις διὰ νὰ ἐξετασθῇ κάλλιστα ἡ ὑπόθεσις. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι ἔχετε ἐντολὴν νὰ ἐξετάσητε, ὅτι ἐγὼ ἔλαβον τὰς Ἀδάμας πρὸς ἀμοιβὴν τῶν προσπαθειῶν μου τοῦ νὰ κερδήσῃ τὴν δίκην ὁ Τοσίτσας. Ὅλα τὰ μετὰ ταῦτα ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἀληθῆ· τί σχέσιν ἔχουν; Ἐξετάζετε πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτὸς τῆς ὑποθέσεως.
§157ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἠκούσατε, κ. Κουμουνδοῦρε, τὰ πάντα. Ἂν ἐν τούτοις φρονῆτε, ὅτι πάντα ταῦτα δὲν εἶναι ἄξια περαιτέρω ἐρεύνης· ἂν ὑμεῖς ψηφίσητε, ὅτι οὐδὲ τὰ παρ’ ἐμοῦ καὶ ἀτελῆ ὑποδειχθέντα σημεῖα τῆς μέχρι τοῦδε ἐργασίας ἡμῶν πρέπει νὰ συμπληρωθῶσιν, οὔτε οἱ παρὰ τοῦ ὑπευθύνου συναδέλφου κ. Παλαμίδου προταθέντες μάρτυρες πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι, τότε δηλῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ θὰ ψηφίσω μεθ’ ὑμῶν.
§158Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ αἰτίασις τοῦ καταγγείλαντος πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀκριβῶς· ὅλα τὰ ἄλλα, νομίζω, ὅτι εἶναι παρείσακτα.
§159ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω, κ. Πρόεδρε.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ πλέον ἐλέχθησαν. Ἀφοῦ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἔχει δυσκολίαν νὰ δοθῇ παράτασις δέκα ἡμερῶν, εἶναι περιττὴ πλέον πᾶσα συζήτησις. (Θόρυβος).
§161ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω, διότι, ὅταν ἀκόμη πρὶν τελειώσῃ ἡ ἀνάκρισις, ἦλθεν ἐδῶ ὁ κ. Ζηνόπουλος καὶ ὡμίλησε τρεῖς ὥρας, καὶ ὅταν ἐδημοσιεύθησαν αὐτὰ ἔξω, τότε ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ μὲ ἀκούσητε ἐπὶ ὥρας. (Θόρυβος). Ἐμὲ δὲν ἐνδιαφέρει τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀνακάλυψις τῆς ἀληθείας.
§162ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι, μὴ ὑπαρχούσης ἀντιῤῥήσεως περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην περαιτέρω συζητήσεως. (Θόρυβος).
§163ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὄχι· εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσω. Ἐγὼ τὴν ἠξεύρω τὴν ἀνάγκην......
§164ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἂς μοι ἐπιτρέψῃ ὁ μέλλων νὰ ἀγορεύσῃ μόνον δύω λέξεις νὰ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν, τὰς ἑξῆς· καὶ ἴσως δὲν εἶμαι ὁ ἁρμοδιώτερος πάντων ἀπέναντι τῆς μερίδος ἐκείνης νὰ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ἀκούσῃ ταύτην, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ τὸ καθῆκον μέλους εἰλικρινοῦς τοῦ Κοινοβουλίου, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν, τῆς ὁποίας τὴν παράτασιν εἰς ἄλλον ὀφείλομεν, ἤτοι εἰς τὸ μέλος ἐκεῖνο τῆς μειονοψηφίας, ὅπερ, ἐναντίον παντὸς κανόνος δικονομικοῦ, ὅστις δέον νὰ ἰσχύῃ καὶ εἰς τὰς ἐξεταστικὰς Ἐπιτροπὰς, ἠθέλησε νὰ διαῤῥήξῃ τὸν πέπλον τῶν ἐξετάσεων, ἠθέλησε νὰ διαῤῥήξῃ τὸ μυστικὸν τῶν ἀνακρίσεων, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἄτοπον τῆς διαῤῥήξεως ταύτης. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐξερχόμεθα τοῦ πρέποντος, ἐξερχόμεθα τοῦ σεβασμοῦ, ὃν ὀφείλομεν νὰ ἀπολαμβάνωμεν παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ καὶ τῷ ἔθνει, ἐὰν ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ προκληθεῖσα παρὰ τῶν κυρίων αὐτῶν τοσοῦτον ἀκαίρως, ἐξακολουθήσῃ. Βεβαίως ἔχει ὅλα τὰ δικαιώματα ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς νὰ ἀπαιτήσῃ εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα τοῦ ἐκατηγόρησαν· ἀλλὰ τὰ δικαιώματα ταῦτα δὲν παραγράφονται κατ’ αὐτοῦ. Καὶ ἂν ὁλόκληρον τὸ κοινοβούλιον θελήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, νὰ τοῦ τὰ παραγράψῃ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν τύπον καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὴν ἰδίαν ὑπεράσπισιν. Ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἂν νομίζῃ, ὅτι ἀδικεῖται, νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξῃ τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες κατηγοροῦσιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι παραβαίνομεν πάντα κανόνα σεβασμοῦ, καὶ πάντα κανόνα, ὅστις ὀφείλει νὰ διέπῃ καὶ τὴν σύστασιν τῶν ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, αἵτινες δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο εἰμὴ αὐταὶ αἱ ἀνακριτικαὶ Ἐπιτροπαὶ τοῦ Συντάγματος καὶ οὐχὶ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, νομίζω, λέγω, ὅτι παραβαίνομεν πάντα ταῦτα, δεχόμενοι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ τοιαύτη πρόωρος συζήτησις, ἧς τὴν εὐθύνην νομίζω, ὅτι ἀρκούντως ἠσθάνθησαν ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν ἡ συζήτησις ἐστράφη.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν δεκαήμερον ἀναβολήν;
§166ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της. (Ὅρα Παράρτημα). Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8. μ. μ.