Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Η · Σύνοδος Β› Συνεδρίαση 69

1881.02.10

1.945 στίχοι · 14.221 λέξεις · 1 πίνακας · 172 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1881.02.10
Προεδρεία
Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
Η
Σύνοδος
Β
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1881)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69

τῆς 10 Φεβρουαρίου 1881.

Ὥρα 2¼ μ. μ.

Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.

§1ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ἵνα συζητηθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 11 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον περὶ τοῦ ταμείου τῶν ἱερατικῶν σχολῶν, καθόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι κατεπεῖγον, διότι πρὸ 18 μηνῶν δὲν ἔλαβον μισθὸν οἱ διδάσκαλοι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ἵνα συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν.

§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.

§3ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τελειώσωσι τὰ πλέον κατεπείγοντα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ, τότε νὰ λάβωσι καὶ τἆλλα τὴν σειράν των· π. χ. εἶναι δύο νομοσχέδια, διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν βουλευτῶν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις νὰ ἀναγνωσθῶσι ταῦτα εἰς βʹ συζήτησιν, καὶ κατόπιν ὅταν ἔλθῃ ἡ γʹ συζήτητις, τότε, ἐὰν καὶ αὐτὰ λάβωσι σειράν, συζητοῦνται.

§4ΠΟΛΛΟΙ. Προϋπολογισμὸν, κ. Πρόεδρε.

§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ τροποποίησις τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Λάβετε, κύριοι, τὰς θέσεις σας, παρακαλῶ.

§6Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐὰν πρόκηται, κ. πρόεδρε, νὰ ἀλλάξωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Ἔχομεν 17 χρόνια μερικὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν συνεζητήθησαν.

§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρυπάρης, ὡς ἠκούσατε, ζητεῖ νὰ τροποποιηθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, ἤτοι νὰ προηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ταμείου τῶν ἱερατικῶν σχολῶν.

§8ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι καλὸν νὰ συζητηθῇ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον αὐτό.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τούτου πρόκειται, κ. βουλευτά· ἐγκρίνει ἡ Βουλή;

§10ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις καμμία, καὶ ἂν δὲν γείνῃ συζήτησις, ἂς προηγηθῇ.

§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συμφωνήσει νὰ προταχθῇ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως οὐδεὶς ἀντιλέγει, ὅπως τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, συζητηθῶσιν εἰς ά, βʹ καὶ γʹ ἀνάγνωσιν· ἑπομένως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν μὴ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, νὰ ἀναγνωσθῇ.

§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§14Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου, κύριοι, πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ τῆς λύσεως τοῦ Κερκυραϊκοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ Ζανείου κληροδοτήματος. (Θόρυβος.) Τρία ἥμισυ μιλιούνια τάλληρα χάνομεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. (Θόρυβος.) Αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι πρὶν ἑνωθῇ ἀκόμη ἡ Κέρκυρα μὲ τὴν Ἑλλάδα. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.

§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει τὸ ὑπουργεῖον νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.

§16Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἢ θὰ συζητήσωμεν λοιπὸν τὸν προϋπολογισμὸν, ἢ πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ ἤκουσαν τὴν γενομένην πρότασιν· ἔχουσιν ἀντίῤῥησίν τινα;

§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Καθ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις καὶ δὲν θὰ προκληθῇ συζήτησις, εἴμεθα σύμφωνοι νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια αὐτά.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλή;

§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§21Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σήμερον, κύριοι, ἔλαβον τὸ ἑπόμενον τηλεγράφημα: «Ἀποσπάσματα κατέστρεψαν ἐπὶ 20 ἤδη ἡμέρας οἰκίαν μου. Νομαρχεύων γραμματεὺς ἀρνεῖται θρασέως δοῦναι ἀντίγραφον ἀποφάσεως στρατολογικοῦ συμβουλίου, ἀπαλλάσσοντός με ἐπιστρατείας. Ἐνεργήσατε τὰ δέοντα· εἰς ἄλλους δίδει εὐχερῶς ἀντίγραφα ἀπαλλαγῆς ἀποφάσεων». Ἐπειδὴ δὲν ἔχω καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλήν, ὡς στοιχεῖον ἀμεροληψίας διοικήσεως!

§22ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ποῖος εἶναι αὐτός;

§23Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κ. Παναγόπουλος ἐκ Φενεοῦ. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ τὸν κακοποιήσωσιν οἱ χωροφύλακες ὡς αὐθάδη, διότι τολμᾷ νὰ παραπονεθῇ. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ προεδρεῖον, καὶ ἐλπίζω, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν θὰ ἐνεργήσωσι τὰ πρέποντα. Ἐγὼ δὲν κολακεύομαι ὑπὸ τῆς ἐλπίδος, ὅτι θὰ ἐνεργήσωσι τίποτε· ἐξ ἐναντίας ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ θὰ εἴπωσιν, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ καὶ ὅτι οἱ ὑπάλληλοί των εἰσὶ λευκαὶ περιστεραί.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§25ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω λόγον ὅταν ἔλθῃ.

§26ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἰδοποιῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον θέλω ἀπευθύνει αὐτῇ καὶ θέλω ἀναπτύξει ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰς ἐν Θεσσαλίᾳ παρὰ τὰ νόμιμα τὰ διεθνῆ καὶ παρὰ τὰς συνθήκας τελουμένας ἐπισήμως καταπιέσεις καὶ διαρπαγὰς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰς καταστροφὰς, ἃς ὑφίσταται ἡ Ἤπειρος, καὶ τὰς καταδιώξεις, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ ἐκεῖ λαοὶ, ὅπως ὁπλίσωσι τὰς χεῖρας αὑτῶν καθ’ ἡμῶν, καί τοι προαιώνιος ἱστορία, κοινὴ καταγωγὴ καὶ κοινὰ συμφέροντα συνδέουσιν αὐτοὺς μεθ’ ἡμῶν, καί τοι πεπρωμένον εἶναι, ὅπως οἱ λαοὶ οὗτοι ἑνωθῶσι μεθ’ ἡμῶν πρὸς κοινὴν δόξαν καὶ εὐτυχίαν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, ὅσα ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀναγγελλομένην ἐπερώτησιν.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι παροῦσα καὶ ἤκουσεν.

§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ μοὶ σταλῇ σημείωσις, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Κυθήρων κ.κ. Κορωναῖος καὶ Κασιμάτης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ὑποτελωνείου Αὐλέμονος καὶ ὑπὲρ συστάσεως δύο τελωνοσταθμαρχείων.— Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας κ. Κριεζῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 64 καὶ 80 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας.— Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 11,400 καὶ 114,653. Θὰ τυπωθῶσιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 64 καὶ 80 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου.

§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπομεν νὰ συζητηθῇ πρῶτον τὸ περὶ ἰθαγενείας.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐθὺς ἀμέσως θὰ ἔλθῃ, διότι τώρα μόλις ἐτυπώθη καὶ διανέμεται.

§32ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Πρέπει νὰ ἴδω πρῶτον τὴν τροπολογίαν, ἥτις ὑπεβλήθη.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κ. ὑπουργὲ, θέλετε νὰ μείνῃ δι’ αὔριον.

§34ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Μάλιστα.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἀστικοῦ νόμου. (Γίνεται δεκτόν.) Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατατάξεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν.

§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου διαρκεῖ ὅσον καὶ ἡ ἐπιστράτευσις. Ἀλλὰ τοῦτο τί δηλοῖ; ὅτι οἱ διορισθησόμενοι ξένοι ἀξιωματικοὶ θέλουσι διατηρεῖσθαι ἐν τῷ στρατῷ μόνον ἐφ’ ὅσον εἶναι ἡ ἐπιστράτευσις, ἢ ὅτι δὲν θέλει γίνεσθαι διορισμὸς ἀξιωματικῶν, εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐπιστράτευσις, ἀλλ’ ὁ διορισμὸς ἔσται διαρκής;

§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ δεύτερον.

§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε ἡ ἔννοια τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐπιστράτευσις, θέλει δίδεσθαι βαθμὸς εἰς τοὺς ξένους, ὅστις θέλει εἶσθαι ἰσόβιος.

§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, αὐτὴ ἡ ἰδέα πολὺ μᾶς ἀπησχόλησε τῳόντι· ἔχομεν ἀνάγκην ἀξιωματικῶν χρησιμωτάτων. Ἀλλ’ ἐὰν τῳόντι ἔλθουν καὶ λάβουν μέρος εἰς τὸν πόλεμον καὶ κινδυνεύσουν καὶ τὴν θέσιν των καὶ ἄλλο περισσότερον, ποίαν ἀμοιβὴν θὰ ἔχουν μετὰ ταῦτα; Θὰ φύγουν ἐντεῦθεν ὅπως ἦλθον, ἢ θὰ ἦναι βέβαιοι, ὅτι, ὑπηρετήσαντες τὴν Ἑλλάδα, θὰ διατηρήσωσιν ὅ,τι εἶχον καὶ θὰ ἐξακολουθήσουν ἀπολαμβάνοντες ὅ,τι καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ἡμῶν; Ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ἀσφαλίσωμεν, διότι, ἄνευ αὐτῆς τῆς ἀσφαλείας, φοβούμεθα, ὅτι οὐδεὶς θὰ ἔλθῃ. Λοιπὸν, ἐπειδὴ ἄλλον τρόπον ἀσφαλείας δι’ αὐτοῦ; δὲν εὕρομεν, παρεδέχθημεν αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἄλλως πως δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ δεχθῶμεν· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐνοούσαμεν διὰ τίνος τρόπου ἠμποροῦσαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐν καιρῷ πολέμου ν’ ἀφήσωσι τὰς θέσεις των, τοὺς βαθμούς των, ν’ ἀφήσωσι τὰς πατρίδας των, καὶ ἀφοῦ ὑπηρετήσωσι, νὰ τοὺς διώξωμεν, χωρὶς τίποτε νὰ ἀπολαύσουν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ ἄλλον τρόπον καταλληλότερον, δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸν δεχθῶμεν.

§40Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 ἐγγεγραμμένον νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει διατί τὸ ἀφήσατε, κ. πρόεδρε;

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἐκηρύχθησαν χθὲς κατεπείγοντα, καὶ διὰ τοῦτο προηγοῦνται.

§42ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Τὸ ζήτημα, κ. πρόεδρε, ὅπερ φέρει ἐν τῷ μέσῳ τὸ παρουσιαζόμενον νομοσχέδιον, ὑπάρχει ἀκανθῶδες, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι περισσότερον· οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δὲν θὰ ἔχωσι τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων ἡμῶν, καὶ τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ἐγγηράσαντες εἰς τὸν στρατόν. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἐποχῆς τῆς συστάσεως τοῦ στρατοῦ, εὑρεθέντες εἰς ὥραν ἐνθουσιασμοῦ, ἐδέχθημεν τοὺς πάντας, ἀλλὰ κατόπιν εἴδομεν, ὅτι εὑρίσκοντο ἄνθρωποι μεταξὺ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν στρατιωτικὴν γνῶσιν εἶχον, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐγίνοντο δεκτοί. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς παραδοχῆς ξένων ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ὁδηγούμενοι ἐκ τοῦ παρελθόντος, πρέπει νὰ συμβιβάσωμεν καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο νὰ γείνουν μὲν δεκτοί, ἀλλὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπέσαμεν ἄλλοτε. Καὶ ταῦτα μὲν διὰ τὴν σήμερον· ἔχω δὲ καὶ ἄλλας ἀντιῤῥήσεις, ἐὰν μέλλῃ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον.

§43ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐκηρύχθην πάντοτε κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς ξένων ἀξιωματικῶν, διὰ τὸν λόγον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ἐρχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, πρέπει νὰ καταλάβωσι θέσεις ἐν τῷ στρατῷ διαρκεῖς· ἰσχυρίζομαι δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ, καὶ τοῦτο δύναταί τις νὰ τὸ κρίνῃ, κρίνων ἐκ τῶν ἰδίων, δὲν δύνανται ἀξιωματικοί, κατέχοντες θέσιν ἐπίξηλον εἰς τὰ ἔθνη των, νὰ ἐγκαταλείψωσιν αὐτὴν καὶ νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα νὰ καταλάβωσι θέσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἐκτὸς, ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἔρχωνται ἐλαυνόμενοι ἀπὸ φιλελληνισμὸν ἔκτακτον καὶ ἀπὸ αἴσθημα ὅλως διόλου ἐξαιρετικὸν, καὶ τότε δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἀπαιτήσωσι νὰ μένωσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ δύνανται κατόπιν, μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ πολέμου, νὰ λάβωσι μίαν ἀμοιβὴν, ἓν παράσημον, καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν τόπον των, ὅπως ἐγένετο εἰς τὸν Γαλλοπρωσσικὸν πόλεμον, ὅπου μετέβησαν πολλοὶ ἀξιωματικοὶ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν, καὶ μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ πολέμου δὲν ἔλαβον παρὰ μόνον ἓν παράσημον, ἐπολέμησαν δὲ ὅπως καὶ οἱ Γάλλοι στρατιῶται, καὶ ἐπηνέθησαν καὶ ἐβραβεύθησαν ἐπὶ τέλους. Νομίζω, λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν ξένοι ἀξιωματικοί, διότι γνωρίζομεν καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ ἔθνους μας, ὅτι οὐδέποτε τὸ ἔθνος ἐδέχθη νὰ εἰσέλθωσιν ξένοι ἀξιωματικοί.

§44ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, κ. πρόεδρε, τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον· δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, οὐχ’ ἧττον φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἔλθωσιν οἱ ξένοι ἐκεῖνοι καὶ συμπολεμήσωσι μεθ’ ἡμῶν, ὑπὲρ τῶν δικαίων τῆς Ἑλλάδος, μετὰ τὸν πόλεμον εἶναι καλὸν, εἶναι δίκαιον, νὰ ἀφεθῶσιν ἄνευ ἀμοιβῆς; Εἰς τοῦτο ἔχει πολὺ δίκαιον ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τοῦτο· ἐὰν κατ’ εὐτυχίαν λυθῇ τὸ ζήτημα εἰρηνικῶς, τότε δὲν θὰ ἦναι βάρος ἡ πρόσληψις ξένων ἀξιωματικῶν; ἐπὶ τούτου νὰ ἐπιστήσῃ, παρακαλῶ, ἡ Κυβέρνησις τὴν προσοχήν της.

§45ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ ἀγὼν ἡμῶν, κ. πρόεδρε, ἐὰν ἐπέλθῃ οὗτος, εἶναι ἀγὼν ἱερὸς, εἶναι ἀγὼν ὑπὲρ τοῦ δικαίου, ὑπὲρ τοῦ πολιτισμοῦ· διὰ τοῦτο δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι στρατιωτικοὶ διακεκριμένοι ἀλλοεθνεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθωσιν, ὅπως τείνωσιν ἡμῖν χεῖρα ἀρωγόν. Ἔχω τοὐναντίον πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι πολλοὶ ξένοι ἀξιωματικοὶ διακεκριμένοι καὶ περίβλεπτοι, βλέποντες, ὅτι ἀδικεῖται ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ὅτι ἀναλαμβάνει ἀγῶνα ὑπέρτερον τῶν δυνάμεών του, θὰ προσέλθωσι καὶ θὰ δώσωσιν ἡμῖν γενναίαν συνδρομήν. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀφήσῃ κατόπιν αὐτοὺς ν’ ἀπέλθωσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμοιβῆς, ἀφοῦ ἤθελον ἀγωνισθῆ ὑπὲρ ἡμῶν καὶ μεθ’ ἡμῶν, καὶ ἀφοῦ ἤθελον ὁδηγήσει τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα εἰς τὰ πεδία τῆς μάχης καὶ στέψει αὐτὰ διὰ τῆς νίκης καὶ τῆς δόξης.

§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔχει τὸν λόγον. (Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀναβαίνει τὸ βῆμα.)

§47ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ εἶχον ζητήσει πρὶν τὸν λόγον, καὶ πρέπει ἕκαστος νὰ τὸν λαμβάνῃ κατὰ σειράν.

§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐλησμόνησα, κ. Πετσάλη. Λάβετε τὸν λόγον, παρακαλῶ.

§49ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πειράζει· ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Καλλιγᾶς πρὸ ἐμοῦ.

§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐπεμβαίνω, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ καταλλήλου καὶ τοῦ προσφόρου τῆς παραδοχῆς ξένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ μάλιστα ὡς ἀξιωματικῶν ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα καταδείξω ποία εἶναι καθ’ αὑτὸ ἡ ἀπορία, ἡ ὁποία ἐγείρεται διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Βλέπω τὸ ἑξῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι πρόκειται νὰ γείνωσι ξένοι δεκτοί, ἀπολαμβάνοντες τὸν αὐτὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐν ξένῳ στρατῷ, καὶ τοῦτο κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατείας, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς πολιτογραφήσεως αὐτῶν, ὡς ῥητῶς λέγει ὁ νόμος: «Τῶν πολιτογραφησομένων ὡς πολιτῶν Ἑλλήνων». Ἅμα αὐτοὶ πολιτογραφῶσιν Ἕλληνες, ἕπεται, ὅτι ἀπολαμβάνουσιν ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ Ἕλληνος, καὶ ἀπολαμβάνοντες τὰ δικαιώματα τοῦ Ἕλληνος, ἕπεται, ὅτι διατηροῦσι διὰ βίου τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἀπέκτησαν. Ὥστε δὲν γεννᾶται τὸ ζήτημα ἐὰν ὁ βαθμὸς, ὅστις μέλλει νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς, θέλῃ διαρκέσει ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπιστρατεία, ὄχι· πολιτογραφούμενοι οὗτοι, λαμβάνουσιν, ἐὰν τὸ ἐπιτρέψῃ ἡ κυβέρνησις, βαθμόν. Ἄρα ὁ βαθμὸς, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσι κατ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, μέλλει νὰ ἦναι διαρκὴς, καὶ ὄχι προσωρινός.

§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.

§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὥστε δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀπορία, ἥτις γεννᾶται· ἡ ἀπορία εἶναι ἄλλη. Ὁ πολιτογραφούμενος Ἕλλην βεβαίως ὑποτάσσεται εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους· ἄρα, διὰ νὰ λάβῃ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ὁ πολίτης δὲν γίνεται διὰ μιᾶς ἀξιωματικὸς, ἀλλὰ διατρέχει ὅλους τοὺς κατωτέρω βαθμοὺς ἕως ὅτου φθάσῃ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Λοιπὸν τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦ νομοσχεδίου ποῖον εἶναι; εἶναι ἡ διακριτικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ δοθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὥστε νὰ ἀπονεμηθῇ ὁ ἴδιος βαθμὸς ἀξιωματικοῦ εἰς ξένους, ὃν εἶχον ἐν ξένῳ στρατῷ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πρὸς πολίτην Ἕλληνα δὲν ἐπιτρέπεται.

§53ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἤδη ἀξιωματικοὺς ὄντας.

§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐν ξένῳ στρατῷ. Περὶ τούτου πρόκειται, νὰ δοθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν διακριτικὴ ἐξουσία, ὥστε ἀπ’ εὐθείας νὰ ἀπονέμῃ εἰς ξένον ἀξιωματικὸν βαθμὸν ὅμοιον ἢ κατώτερον ἐκείνου, ὃν εἶχεν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Εἰς τοῦτο πρέπει κυρίως νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν ἡμετέραν προσοχὴν, καὶ οὐχὶ εἰς ἄλλο τι. Ἄλλη ἀπορία δὲν ὑπάρχει· ἡ δὲ ἔννοια τῆς τελευταίας παραγράφου εἶναι, ὅτι αὐτὴν τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ἀποδίδομεν εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἐπιστρατεία, οὐχὶ διὰ παντός. Αὐτὴ νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου.

§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἄλλη ἀπορία δὲν ὑφίσταται κατ’ ἐμέ.

§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἠθέλησα μόνον νὰ θέσω τὸ ζήτημα, ἵνα σκεφθῶμεν περὶ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἑπομένην ἀνάγνωσιν.

§59Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἔλαβον τὸν λόγον μόνον, ὅπως διορθώσω ἱστορικάς τινας παραλείψεις, ἢ ἄγνοιαν ἱστορικὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἠλείας, ὅστις εἶπεν, ὅτι ποτὲ ἀξιωματικὸς ὅπως πρέπει, ἤτοι ἐκ τῶν διακεκριμένων καὶ ἐπιστημόνων, δὲν δύναται ν’ ἀφήσῃ τὰ δικαιώματα, τὸν βαθμόν του, τὴν πατρίδα του, καὶ νὰ μεταβῇ ὡς τυχοδιώκτης εἰς τοιοῦτον ἀγῶνα. Τοῦτο μὲ ἐλύπησε, διότι αἱ λέξεις αὗται, ἐκφερόμεναι ἀπὸ τῆς Βουλῆς, βεβαίως περιέχουσί τι, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ψυχράνῃ καὶ τὴν θέλησιν καὶ τὸν ζῆλον τῶν ἐχόντων τὴν διάθεσιν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ, ἂν οὐχὶ χάριν τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ χάριν τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Δὲν ἐνθυμήθη, φαίνεται, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ὁ Λαφαγὲτ, πρὶν γείνῃ ἀρχηγὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς τῆς Γαλλίας, ἐπολέμησε μετὰ τοῦ Οὐασιγκτῶνος ἐν Ἀμερικῇ, δὲν ἐνθυμήθη, ὅτι ὁ Μόλτκε ἐπολέμησεν ἐπίσης εἰς ξένα Κράτη, ὡς εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω καὶ πλεῖστα ἄλλα παραδείγματα ἱστορικά. Ἠμπορεῖ ὁ ἔντιμος προλαλήσας νὰ μὴ θέλῃ οὐχὶ ἕνεκα προσωπικοῦ λόγου, ἀλλ’ ἕνεκα ἀρχῆς ἄλλης, ἕνεκα ἄλλων γεγονότων, τὴν εἰσαγωγὴν ξένων ἀξιωματικῶν· ἀλλ’ ἐγὼ, χωρὶς νὰ προσβάλω τοὺς Ἕλληνας ἀξιωματικοὺς, νομίζω, ὅτι ἡ προσέλευσις ξένων ἀξιωματικῶν θέλει συντείνει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς ἕνεκα τῆς πολυχρονίου εἰρήνης ἐξέλιπον ἐκ τῶν ἡμετέρων. Ὅθεν ἡ προσέλευσις ξένων ἀξιωματικῶν εἰς τὸν στρατὸν θέλει προκαλέσει καὶ τὴν ἅμιλλαν καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ εἰς τὰ ξένα Κράτη. Κηρύσσομαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ πρέπει ἡ κυβέρνησις νὰ τὸ παρουσιάσῃ πληρέστερον, καὶ νὰ τὸ παρουσιάσῃ ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη εἰς τὴν ἰταλικὴν Βουλήν. Βεβαίως ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ παρουσιάσθη ὅμοιον νομοσχέδιον μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς ὅλης Ἰταλίας, ἀλλὰ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῆ ποτε ἐκ μέρους τοῦ ἀοιδίμου καὶ πατρικοῦ ἐκείνου ὄντως βασιλέως τῆς Ἰταλίας, εἶχε τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἠδύνατό τις νὰ προσέλθῃ ὡς ἀξιωματικός· καὶ διὰ νὰ γείνῃ τις ἀξιωματικὸς, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἀποδείξῃ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε, καὶ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, ἀλλὰ συνάμα ὤφειλε νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ ὑπὸ δοκιμασίαν. Ἐκτὸς δὲ τούτου μετὰ τὸν πόλεμον ἐξεδόθη νόμος, ὅστις ὑπεχρέωσε τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις, καὶ, ἐὰν ηὐδοκίμουν, τότε νὰ κρατήσουν τοὺς βαθμοὺς, τοὺς ὁποίους εἶχον λάβει εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης, ἄλλως τε ὡς τιμητικούς. Τοιοῦτον λοιπὸν νόμον πλήρη ὀφείλετε νὰ φέρητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ δυσκολία μετὰ ταῦτα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἐπιφυλαχθῶμεν ὡς πρὸς τοὺς βαθμοὺς ν’ ἀποφασίσωμεν μετὰ τὸν πόλεμον, ἐὰν οὗτος γείνῃ, καὶ ὅστις ἐλπίζω, ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτος, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῆς καχεκτικῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται, εἰμὴ ῥίπτουσα τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, ἐὰν ἐπιφυλαχθῶμεν τοῦ δικαιώματος τούτου, τότε θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν ὄχι μόνον νὰ κατορθώσωμεν νὰ δοθῶσι βαθμοὶ ἐπαξίως, ἀλλὰ θέλουσιν εὑρεθῆ ἀξιωματικοὶ ἄξιοι τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ κατέχωσι.

§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν ὑπὸ τὴν εὐρεῖαν ἀντίληψιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶμαι ἐναντίος αὐτοῦ, ἐὰν μόνον ἐξασφαλισθῶμεν κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ τυχοδιωκτῶν, οἱ ὁποῖοι, καθὼς ἠξεύρετε, συμβαίνει εἰς περιστάσεις τοιαύτας, νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τοῦτο καὶ ἐπειδὴ πρόκειται ἐν μελέτῃ τὸ νομοσχέδιον, ὑποβάλλω ὀλίγας παρατηρήσεις εἰς μελέτην τῆς Βουλῆς. Πρῶτον ἡ ἀπορία, διατί ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ τεθῇ ἡ φράσις «εἰδικοῖς σώμασιν», ἐνῷ ἔχομεν τὸν στρατὸν καὶ τὴν ἐθνοφρουράν· ὁ ἐνεργὸς στρατὸς καὶ ἡ ἐθνοφρουρὰ περιλαμβάνει πᾶν ὅ,τι πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ ἡ ἑλληνικὴ δύναμις ἐν ἐπιστρατείᾳ. Τί σημαίνουν τὰ σχηματισθησόμενα τάγματα ἐνταῦθα; σχηματίζονται τῇ ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔχουν ἐπίσημον χαρακτῆρα; Δεύτερον, πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ σαφέστερον ἡ φράσις «μὲ τὸν βαθμὸν», ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ εἰσαχθῶσι, πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπηρεσίαν ἐνεργὸν εἰς στρατοὺς τακτικοὺς Κρατῶν στρατιωτικῶς συντεταγμένων.

§61ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου ἐντελῶς μὲ παρενόησεν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχουσι στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἀκόμη εἰς διάφορα μέρη, οἵτινες ἐμφορούμενοι ἀπὸ στρατιωτικὰ αἰσθήματα, πηγαίνουν παντοῦ ὅπου εἶναι ἀγὼν ὑπὲρ ἐλευθερίας· ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἐζήτησαν ἐκ τῶν προτέρων βαθμοὺς καὶ μισθούς. Ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς προσκλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν, ἰσχυρίζομαι δὲ, ὅτι δὲν δύναται ἀξιωματικὸς, κατέχων θέσιν ὑψηλὴν ἐν τῇ πατρίδι του, νὰ ἐγκαταλείψῃ αὐτὴν καὶ νὰ ζητήσῃ ἀλλοῦ βαθμούς· φέρω δὲ ὡς παράδειγμα τοὺς Ἕλληνας ἀξιωματικοὺς τοὺς μεταβάντας εἰς Γαλλίαν, ὅπως ὁ μακαρίτης Βούρβαχης, ὁ ταγματάρχης Βασιλειάδης, ὁ λοχαγὸς Λεονταρίτης, ὁ ἀποθανὼν ἐκεῖ, οἵτινες ἐπολέμησαν ὑπὲρ τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ δὲν ἐζήτησαν βαθμούς. Ἐὰν λοιπὸν ἦναι ἀξιωματικοὶ ἐνθουσιώδεις θὰ ἔλθουν καὶ ἄνευ βαθμοῦ. Πρὸς τούτοις παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν τὸ ἔθνος εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πολεμήσῃ, θὰ εὑρεθῇ βεβαίως μετὰ 2–3 μῆνας. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς γνωρίζω, διέταξε πρό τινων ἡμερῶν τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα νὰ μὴ κατατάσσουν ἐθελοντὰς, οἵτινες δὲν γνωρίζουν τὴν ἑλληνικήν. Συνεπῶς ξένοι ἀξιωματικοί, μὴ γνωρίζοντες τὴν γλῶσσαν, κατὰ τί θὰ ὠφελήσωσι; Φοβοῦμαι δὲ ἀκόμη τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς, ὅτι συνέβη εἰς τὸν γαλλο–πρωσσικὸν πόλεμον, ὅτι δὲν ὑπήκουσαν οἱ ὑποδεέστεροι εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτων, φοβοῦμαι, ὅτι θὰ συμβῇ καὶ ἐδῶ, ἐὰν ἔλθουν ξένοι ἀξιωματικοί.

§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, σήμερον βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω. Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τὸ λάβητε ὑφ’ ὅλην τὴν γενικότητα αὐτοῦ· εὑρισκόμεθα εἰς παρασκευὰς καὶ δὲν σπεύδομεν βεβαίως, διότι πρέπει προπάντων νὰ φροντίσωμεν νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, καὶ ἐν ὅσῳ εὑρισκόμεθα ἔτι εἰς τὰς παρασκευὰς, πρέπει νὰ προΐδωμεν περὶ ὅλων τῶν ἀναγκῶν καὶ περὶ ὅλων τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας δυνατὸν νὰ εὑρεθῶμεν. Τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν ἀνεπαρκείας τυχὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἢ τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ ἐὰν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσωμεν. Σκεφθῆτε, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὰς ἰδίας ἀνάγκας καὶ εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθη ὁ Γαλλικὸς στρατός, ὁ Ἰταλικὸς στρατὸς καὶ οἱ λοιποί. Ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ὑπὸ περιστάσεις ὅλως διόλου διαφορετικὰς, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀνοικτὰς τὰς ἀγκάλας καὶ πρὸς τοὺς ξένους καὶ τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν καὶ πρὸς ἄλλους, οἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύσουν πρὸς τὸν σκοπόν μας. Εὐτυχῶς δὲν εἴμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσωμεν συντόμως· ἔχομεν καιρὸν, καὶ διὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως, ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν μικρῶν ἐκείνων περιστάσεων, τὰς ὁποίας συνήθως λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν ὅταν ἔχωμεν ἐντὸς στενοῦ κύκλου ἐσωτερικοῦ νὰ ἐνεργήσωμεν καὶ ὅπου τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων καὶ τῶν ὁμάδων ἐπηρεάζουν ἰσχυρότερον. Ἤδη τὰ περιωρισμένα αὐτὰ συμφέροντα πρέπει νὰ ὑποκύψουν εἰς τὴν γενικὴν ἰδέαν, τὴν ἰδέαν τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς ά συζήτησιν.)

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν παρὰ ταῖς προξενικαῖς ἀρχαῖς Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ἰβραΐλας λιμεναρχῶν.

§64ΡΟΥΚΗΣ. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ἀφ’ ἑνὸς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μᾶς ἔφερε νομοσχέδιον περὶ προσλήψεως ἐμποροπλοιάρχων καὶ ἀποτάκτων, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ἀξιωματικῶν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ζητεῖ πλωτάρχας διὰ τὰς θέσεις αὐτὰς, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ δώσωμεν καὶ τελωνιακὴν θητείαν, νὰ κάμωμεν τὴν ὑπηρεσίαν των θαλάσσιον. Πρέπει οἱ εἰδήμονες τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μᾶς φωτίσουν, καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.

§65ΨΥΛΛΑΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ συναδέλφου κ. Ῥούκη· νομίζω μάλιστα, ὅτι κακῶς προετάχθη τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι, ὅταν ὁ κ. Μπούμπουλης ἐζήτησε τὸ παρελθὸν Σάββατον, μοὶ φαίνεται, νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μελετόπουλος ἔφερεν ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο διὰ διαφόρων ἰσχυρισμῶν, ἐγὼ δὲ παρετήρησα ἐκ τῆς θέσεώς μου ἐκεῖ, ὅτι περὶ τῶν λιμεναρχῶν αὐτῶν ὑπάρχει νόμος ἐψηφισμένος ἀπὸ τὰ 1878, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Προσέτι δὲ εἶπον προχθὲς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ διέλθῃ κατὰ τὸν κανονισμὸν τὴν βάσανον τῶν δύω ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας καὶ ἀπεστάλη. Πράγματι δὲ πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἔστειλεν, ὡς γραμματεῖ τῆς ἐπιτροπῆς, διά τινος τῶν κλητήρων, διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὸ ἐπέστρεψα αὐτῷ ἀμέσως μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ καὶ εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ναυτικῶν. Κατόπιν εἶδον τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Γκίκαν, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι ἀποκρούει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὡς προσωπικόν. Πρέπει ἑπομένως νὰ διέλθῃ τὴν βάσανον τῶν δύω ἐπιτροπῶν. Τόσῳ δὲ μᾶλλον εἶναι ἀναγκαῖον τοῦτο, καθ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς προσωπικόν· εἶναι διπλῶς μάλιστα προσωπικὸν, διότι ὁ κ. Μπούμπουλης εἶπε προχθὲς, ὅτι μανθάνει, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πρόκειται νὰ διορίσῃ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἔμαθον δὲ καὶ ἐγὼ κατόπιν, ὅτι ὁ κ. Μπούμπουλης ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα διορισθῇ ὡς λιμενάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἕτερον πρόσωπον, ἔχον τὰ προσόντα κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπάρχει νόμος ὁρίζων προσόντα, νομίζω, ὅτι εὐκόλως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν ἐκ τοῦ προξενικοῦ νόμου τὴν εἰδικὴν διάταξιν περὶ λιμεναρχῶν, διότι τὸ τοιοῦτον ἐπετράπη ὑπὸ τοῦ νόμου, ὃν ἐψηφίσαμεν ἐφέτος, περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ Προξενείων, νὰ μὴ ἀποσπάσωμεν δὲ οὕτω ἀπὸ τὴν μάχιμον ὑπηρεσίαν τοῦ Β. ναυτικοῦ, εἰς τοιαύτας μάλιστα περιστάσεις, ἀξιωματικοὺς ὑπηρετοῦντας, ὑποπλοίαρχον ἢ πλωτάρχην. Δι’ αὐτὸ προτείνω ν’ ἀποσταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν βάσανον τῶν ἐπιτροπῶν.

§66Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι ἐζήτησα προχθὲς τὴν προτίμησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, ἕνεκα ψηφοθηρίας ἐξωτερικῆς βουλευτικῆς καὶ συμφεροντολογικῆς, κατὰ τὸν κ. Δουζίναν, εὑρίσκει ἀντιῤῥήσεις, καὶ ὁ κ. Ψύλλας, ὁ ὁποῖος συνήθως ἔρχεται κατὰ τὴν πέμπτην, ἐργαζόμενος εἰδικῶς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν πάντοτε, ἠπόρησε διὰ τί δὲν ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ ποῦ νὰ τὸν εὕρῃ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἀφ’ οὗ ἀπειράκις προσεκλήθη, καὶ δὲν προσῆλθεν;

§67ΨΥΛΛΑΣ. Οὐδέποτε προσεκλήθην διὰ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον.

§68ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂν νομίζουν οἱ κύριοι, οἱ 4 ἢ 5, ὅτι ἠμποροῦν νὰ διαιωνίσουν ἓν νομοσχέδιον εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, εἶναι ἠπατημένοι· ἡ Βουλὴ δὲν τὰ ἀνέχεται αὐτά. Γώρα κατὰ πόσον εἶναι ἀναγκαῖος ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἂς ἔλθῃ νὰ τὸ ἀναπτύξῃ ὁ κ. Ψύλλας καὶ ὁ κ. Ῥούκης.

§69ΡΟΥΚΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν γνωρίζομεν τὰ ναυτικὰ, θέλομεν οἱ εἰδικοὶ ἄνθρωποι νὰ μᾶς τ’ ἀναπτύξουν. (Διάλογοι μεταξὺ Ῥούκη καὶ Μπούμπουλη)

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥούκης ἐπρότεινε τὴν ἀναβολήν. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.

§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε ν’ ἀναβληθῇ πᾶν νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις πρέπει λοιπὸν νὰ μείνῃ.

§72Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δι’ αὐτὸ ἐζήτησα προχθὲς τὴν προτίμησιν, διότι γίνεται ἐνέργεια νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι θέλουν νὰ εὐχαριστήσουν βουλευτὰς, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀνεχθῇ ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι δὲ νομοσχέδιον ἀντιῤῥήσεως, ἀλλὰ καθαρᾶς ὑπηρεσίας.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε πρὸ μικροῦ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, ἐφ’ ὧν γίνεται ἀντίῤῥησις.

§74Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς, θὰ εἴπω, ὅτι ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια.

§75ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ ἦλθεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠμπορῶ νὰ λάβω τὸν λόγον.

§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§77ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς, κύριοι, ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Τρίπολιν. (Θόρυβος.)

§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως.

§79Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις.

§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ σᾶς ἀνακαλέσω....

§81ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἀνακαλέσητε, ἀλλὰ θὰ μὲ ἀκούσητε.

§82ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ Λακωνίας ἀξιότιμοι συνάδελφοι μοὶ παρέστησαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπασχολήσεως εἰδικοῦ μηχανικοῦ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ἀπὸ Σπάρτης εἰς Τρίπολιν ὁδοῦ. Ἀναγνωρίζω τὴν ὀρθότητα τῆς συστάσεως ταύτης, καὶ θὰ φροντίσω περὶ διορισμοῦ εἰδικοῦ ἐπαρχιακοῦ μηχανικοῦ πρὸς διεύθυνσιν τῶν λιμενικῶν ἔργων Γυθείου, ὅπως εἰδικῶς ἀσχοληθῇ ὁ νομομηχανικὸς Λακωνίας εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. Τοῦτο ἐσκεπτόμην ἤδη νὰ πράξω, συνεπείᾳ ἐπανειλημμένων παραστάσεων τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ κ. Βαρβιτσιώτου.

§83ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, παρακαλῶ, μέχρι τοῦ διορισμοῦ εἰδικοῦ ἐπαρχιακοῦ μηχανικοῦ ἐν Γυθείῳ, ν’ ἀσχοληθῇ ὁ νομομηχανικὸς Λακωνίας......

§84ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νομομηχανικὸς μετέβη εἰς Σπάρτην καὶ ἤρξατο ἐνασχολούμενος εἰς τὸ ἔργον περὶ οὗ πρόκειται.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν μέχρι τοῦ 1876 καθυστερούντων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή)

§86Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν, καὶ πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ ἐπεψηφίσθη ἤδη. Ἄρθρον 1.

§88ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπαλλάσσονται τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας καὶ ἐκκαθαρίζονται κατὰ τὰς λοιπὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις πάντα τὰ καθυστερούμενα, ἐκτὸς τῶν προερχομένων ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως. Νομίζω, ὅτι ἡ φράσις αὕτη εἶναι ἐλαστικὴ καὶ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς πολλὰς καὶ ποικίλας διοικητικὰς καταχρήσεις. Φρονῶ, ὅτι ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς φράσεως ταύτης, ἐνόησε τὰ χρέη τῶν ὑπολόγων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, καθ’ ὧν ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν.

§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§90ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἀκριβῶς ἡ ἀποφατικὴ ἀπάντησίς σας ἐμφαίνει, ὅτι δύνανται νὰ δοθῶσι διάφοροι ἐξηγήσεις καὶ ἑπομένως νὰ συμβῶσι καταχρήσεις· ὥστε πρέπει νὰ ὁρισθῇ σαφέστερον.

§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εὕρητε ἄλλον τρόπον, τὸν δέχομαι. Ἐγὼ, μὲ τὸν νομικὸν Σύμβουλον ἐργασθεὶς, δὲν τὸ κατώρθωσα.

§92ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι εἰς τὴν ἄπιστον διαχείρισιν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ὁ Ποινικὸς Νόμος εἰς τὴν ἔκφρασιν ταύτην, καὶ ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπόφασις ποινικοῦ δικαστηρίου ἢ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου.

§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ μὴ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις, καὶ νὰ ἦναι ἄπιστος ἡ διαχείρισις. Ὑποθέσατε, ὅτι ἀπέθανεν ὁ διαχειριστής. Ὁ Ποινικὸς Νόμος ἔχει ἴδιον κεφάλαιον περὶ ἀπιστίας· πάντα λοιπὸν τὰ ἐλλείματα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, θεωροῦνται ὡς ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως προερχόμενα.

§94ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Τότε δύναται νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἐξαιροῦνται τὰ μὴ προερχόμενα ἐξ ἀπίστου κατὰ τὸ δεῖνα ἄρθρον ἢ τὸ δεῖνα κεφάλαιον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου διαχειρίσεως.

§95ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.

§96ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Νὰ τεθῇ λοιπὸν «τὰ μὴ προερχόμενα ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.»

§97ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ ὅρος αὐτὸς, κύριοι, εὑρίσκεται καὶ εἰς τὸν εὐεργετικὸν νόμον τοῦ 1864, διότι καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐν τῷ ά ἄρθρῳ ἐξαιρεῖ τῶν εὐεργετημάτων του τοὺς ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως ὑπολόγους. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ παρατηρηθῇ πόσον δυσεφάρμοστος εἶναι ὁ ὅρος οὗτος. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν μείνῃ αὐτὸς ὁ ὅρος ὡς ἔχει, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ θὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀμφιβολία κατὰ τίνα τρόπον ἀποδεικνύεται ἡ ἄπιστος διαχείρισις. Βεβαίως ἄπιστος διαχείρισις εἶναι ἡ πρᾶξις ἐκείνη τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἡ ὁποία προβλέπεται ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου, ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι τῷ ὄντι ὁ ὑπόλογος εἶναι ἄπιστος διαχειριστής· πρέπει νὰ ὑπάρξῃ βούλευμα ἢ καταδικαστικὴ ἀπόφασις; ἢ δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἀντικείμενον τοῦτο; Αὐτὰ τὰ ζητήματα θέλουν παρουσιασθῆ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ θέλουν καταστήσει δυσεφάρμοστον τὸν νόμον· διὰ τοῦτο ἤθελον προτιμήσει, ἐὰν ἠθέλομεν γενικεύσει τὸν ὅρον τοῦτον καὶ ἠθέλομεν περιλάβει ἐν τῇ ἐξαιρέσει πάντα ὑπόλογον, ὁ ὁποῖος ἐθεωρήθη τοιοῦτος ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου. Ὡς γνωρίζετε, τὸ Ἐλεγκτικὸν συνέδριον, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐξελέγχει τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ὑπολόγων, καὶ ἂν εὕρῃ αὐτοὺς ἀκριβεῖς, ἀποφαίνεται ὅτι καλῶς ἔχουσιν, ἄλλως κυρήττει αὐτοὺς ὑπολόγους δι’ ἀποφάσεως καὶ καταλογίζει εἰς βάρος αὐτῶν τὰ ἐλλείμματα. Λοιπὸν ὅταν ἔχωμεν ὑπολόγους, τουτέστι διαχειριστὰς δημοσίας περιουσίας, οἱ ὁποῖοι ἐξηλέγχθησαν ἀπὸ τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἐξελέγχῃ αὐτοὺς ἐλλειμματίας, δὲν ἐννοῶ διατί καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ ἐκτείνωμεν τὸ εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον χορηγεῖ εἰς τοὺς λοιποὺς ὀφειλέτας. Τὸ Ἐλεγκτικὸν συνέδριον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, προκειμένου περὶ ἐξελέγξεως τῶν τοιούτων διαχειριστῶν, ὁρμᾶται μᾶλλον ἀπὸ ἰδέας ἐπιεικείας, καὶ πολλάκις τὸν ἄπιστον διαχειριστὴν θεωρεῖ ἐξ ἀμελείας τὸν ἐλλειμματίαν. Διὰ νὰ ἐξέλθωμεν λοιπὸν ἀπὸ τὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν θέλομεν εὑρεθῆ, καὶ ἵνα ὁ νόμος ἦναι δικαιότερος, προτείνω, ἀντὶ τοῦ ὅρου αὐτοῦ, τοῦ ὅλως ἀορίστου, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξαιροῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὑπόλογοι, οἱ ὁποῖοι δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ἀπεδείχθησαν ἐλλειμματίαι.

§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία, τὴν ὁποίαν δὲν εἶδον καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐτυπώθη, τοῦ κ. Δημητριάδου, τοῦ κ. Μπούμπουλη καὶ ἄλλων, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Τὰ μέχρι τοῦ 1854 συμπεριλαμβανομένου καὶ τούτου καθυστεροῦντα ἐξ ἀμέσων φόρων δικαιώματα ἐπικαρπίας.....»

§99ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον.

§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Κύριοι, ἡ λέξις ἄπιστος διαχείρισις εἶναι ὄρος τεχνικός, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ ὅρων τεχνικῶν, νομίζω, ὅτι τὸ ὀρθότερον εἶναι νὰ δέχηταί τις αὐτοὺς ἄνευ τινὸς ἐπεξηγήσεως, διότι αἱ ἐπεξηγήσεις σκοτίζουν μᾶλλον ἢ διευκρινίζουν τὸ πρᾶγμα ἑπομένως, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μὴ ἐπεκτείνῃ τὰ εὐεργετήματα τοῦ νόμου εἰς τοὺς ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως ὀφειλέτας, πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει. Ἀλλ’ ὁ κ. Σαράβας νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τοὺς ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως ὀφειλέτας, ἀλλ’ ὅτι πρέπει ἡ ἐξαίρεσις νὰ ἐπεκταθῇ εἰς πάντα ὑπόλογον, διότι, φρονεῖ, ὅτι πᾶς ὁ καταδικαζόμενος δι’ ἀποφάσεως τοῦ συνεδρίου νὰ πληρώσῃ ἓν ὁποιονδήποτε ποσὸν, αὐτὸς εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον καταχραστὴς δημοσίων χρημάτων, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἄξιος οὐδεμιᾶς ἐπιεικείας. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω· τὸ Συνέδριον καταδικάζει τοὺς ὑπολόγους νὰ πληρώσουν καὶ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐλλείπουν ἀπὸ τὴν διαχείρισίν των ἕνεκεν ἀμελείας, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἐσφετερίσθησαν· ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι ὑπόλογοι δὲν εἶναι ἄπιστοι διαχειρισταί, ἐν τούτοις εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώσουν. Ὑπάρχουν ἄλλοι ὑπόλογοι, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ἀπὸ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον νὰ πληρώσουν διάφορα ποσὰ ἕνεκα σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα ἔκαμον, ἐὰν π. χ. τελωνιακός ὑπάλληλος δὲν ἐφαρμόσῃ ὀρθῶς τὸ δασμολόγιον, ἐὰν δὲν εἰσπράξῃ τὴν ποινὴν τοῦ διπλασίου, ἢ ἐὰν δὲν ὑπολογίσῃ καλῶς τοὺς τόκους, καταδικάζεται ἀπὸ τὸ συνέδριον καὶ ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ. Ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ τοὺς ἀπίστους διαχειριστάς· διὰ τοῦτο οὔτε ὁ εὐεργετικὸς νόμος τοῦ 1864 τοὺς ἐξαιρεῖ, οὔτε ἐγὼ προτείνω νὰ τοὺς ἐξαιρέσωμεν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ εἶναι κυρία νὰ τὸ πράξῃ.

§101ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὴ ἡ διασάφησις νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά.

§102ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐννοίας τοῦ ὅρου «ἄπιστος διαχείρισις»· ἄπιστος διαχειριστὴς εἶναι ὁ διαχειριστὴς κακῆς πίστεως, καὶ κακῆς πίστεως εἶναι ὁ σφετεριζόμενος ξένα χρήματα· πᾶς ἄλλος δὲ εἶναι ὀφειλέτης ἐκ διαχειρίσεως, οὐχὶ καὶ ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως, διὸ δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην νὰ γείνῃ τοιαύτη διασάφησις. Ἔρχομαι εἰς τὸ βῆμα, ἵνα προτείνω πάλιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον πρὸ ἡμερῶν ἐνώπιόν σας· εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν ἄφεσιν τοῦ τόκου, καὶ θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀπαλειπτέαι λέξεις τινὲς ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου· νὰ μείνῃ δὲ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς: «Πάντα τὰ καθυστεροῦντα ἀπὸ ἔσοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων μέχρι τοῦ 1876 θέλουν ἐκκαθαρισθῆ, κανονισθῆ καὶ εἰσπραχθῆ κατὰ τὰς ἑπομένας διατάξεις.» Παρετήρησα ἤδη, ὅτι ὡς πρὸς τινας κατηγορίας ἡ ἄφεσις τοῦ τόκου ὑπάρχει ἐν ἄλλῳ νόμῳ· ὥστε ὡς πρὸς αὐτὰς δὲν προσθέτομεν τίποτε, δίδομεν τὴν ἄφεσιν τοῦ τόκου εἰς ὀφειλέτας, οἵτινες δὲν εἶναι ἄξιοι ἀφέσεως, διότι αὐτοὶ ἔχουσι τὸ ἀντάξιον, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου οἱ ἀγοράσαντες κτήματα, οἱ ὁποῖοι κατέχουν καὶ καρποῦνται αὐτά. Ἐλέχθη, ὅτι αὐτοὶ ἠγόρασαν εἰς ὑψηλὴν τιμὴν τὰ κτήματα· δὲν τοὺς δικαιολογεῖ, διότι αὐτὰ τὰ κτήματα ἔχουν σήμερον διπλασίαν ἀξίαν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ ἠγόρασαν, ὥστε ἔχουν τὴν ὠφέλειαν. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατί νὰ δοθῇ ἄφεσις τοῦ τόκου, καὶ φρονῶ κατ’ ἀρχὴν ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνηται ἄφεσις τόκου. Εἶναι ἄλλως ἄνισος ὁ νομοθέτης, ὅταν τοὺς μὲν ἐπιβαρύνῃ εἰς ὑποχρέωσιν τόκου, ἀπαλλάσσει δὲ ἄλλους, ἁπλῶς διότι καθυστέρησαν. Ἡ καθυστέρησις δὲν εἶναι λόγος δικαιολογητικός· ἄλλως πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας. Ἡ ἄφεσις τοῦ τόκου ὑπέρ τινων προσώπων ἐπιφέρει δικαίως τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι μένουν ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ὑποχρεώσεως τόκων. Τὸ Κράτος, κύριοι, οὐδέποτε δωρεῖται, καὶ εἶναι ἐναντίον τῆς ἐντολῆς, ἣν ἔχομεν νὰ ἐπιτηρῶμεν ἐνταῦθα τοὺς διαχειριστὰς τῶν δημοσίων. Ὡς ἐπιτηρηταὶ δὲν ἔχομεν τὴν ἐξουσίαν νὰ δωρῶμεν, δυνάμεθα νὰ ψηφίζωμεν ἀμοιβὰς δι’ ὑπηρεσίας πρὸς τὸ Κράτος· τὸ τοιοῦτον εἶναι ἐναντίον τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Τοῦτο λέγω καὶ διὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν συνδέω μετὰ τῆς διατάξεως περὶ ἀφέσεως τῶν χρεῶν μέχρι τοῦ 1856.

§103ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ταύτης θὰ γείνῃ λόγος εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον.

§104ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν ὁ κ. Καλλιγᾶς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν· ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀπίστου διαχειρίσεως καὶ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῆς εἰς ποῖον θ’ ἀφήσωμεν; εἰς τὸ αὐθαίρετον τῶν ὑπαλλήλων; Πρέπει νὰ ὁρίσωμεν ἕνα κανόνα, ἐφ’ οὗ θὰ στηρίζωνται οἱ ἁρμόδιοι, ἵνα χαρακτηρίσωσι τὴν αʹ ἢ βʹ ἢ γʹ περίστασιν, ὡς προερχομένην ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐζητήθη ἡ τροπολογία αὕτη, καὶ εἶναι ὀρθὸς, ἡ δὲ παρατήρησις τοῦ κ. Φλογαΐτου μοὶ φαίνεται ὀρθοτάτη. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν δὲ τοῦ κ. Καλλιγᾶ, παρατηρῶ, ὅτι, ἅμα ζητήσωμεν νὰ λάβωμεν τόκους καὶ κεφάλαια, τότε πρέπει νὰ λείψῃ ἀπὸ τὴν κεφαλίδα τοῦ νόμου τὸ ἐπιεικὲς, διότι δὲν ἔχει ἔννοιαν· ὁ νόμος δὲν εἶναι εὐεργετικὸς τότε, καὶ δὲν ἀναφέρω παραδείγματά τινα, οἷα ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ σᾶς ἀναφέρω μᾶλλον ζωντανὰ παραδείγματα, γνωστὰ εἰς ὅλους. Ὁ πρώην τελώνης Σύρου κ. Σπανόπουλος ἐληστεύθη 100,000 δραχμὰς, καὶ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον κατελόγισεν εἰς αὐτὸν τὸ ποσὸν, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐληστεύθη. Ὁ πρώην ταμίας Ζαχαριάδης κατεδηλώθη, εἶναι δὲ ἀναντίῤῥητον, ὅτι ὁ Ζαχαριάδης ἦτο ἐντιμότατος ὑπάλληλος. Ὁ νῦν τελώνης τῆς Σύρου Οἰκονόμου κατεδηλώθη ὡσαύτως, κρατεῖται δὲ ἓν μέρος τοῦ μισθοῦ του, ἀμφιβάλλω δὲ ἂν εἶδεν ἡ Ἑλλὰς ἐντιμότερον οἰκονομικὸν ὑπάλληλον. Ὁ Σγουρόπουλος, ταμίας Ζακύνθου, ἐληστεύθη, καὶ τοῦ ἀφήρεσαν 25,000 δραχμὰς, ἐντιμότατος ἄνθρωπος, καὶ ὅμως τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον τὸν κατεδήλωσεν. Ὁ μακαρίτης Κυριακὸς, ταμίας, καὶ τόσοι ἄλλοι. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀφήσωμεν τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν τοιούτων εἰς τὸ αὐθαίρετον τῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φλογαΐτου, ἥτις εἶναι λίαν ὀρθή.

§105ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα ὡς πρὸς τὸ ἄτοκον ἐν γένει τῶν χρεῶν, καὶ οὐχὶ ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Καλλιγᾶς, διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν καὶ τόκους, ὁ νόμος εἶναι περιττὸς καὶ οὐδὲν εὐεργέτημα παρέχει. Γνωρίζετε ὅμως, κύριοι, ὅτι διὰ νόμου τοῦ 1855 ἀπεφασίσθη ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἀνανέωσις τῶν ἐκ προικοκτησιῶν ὀφειλομένων, καὶ τὰ μὲν ἀνενεώθησαν, τὰ δὲ ὄχι. Ἐζήτησα ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πῶς ἐννοεῖ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ χρέη ταῦτα, καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι θέλει τὰ ἐκκαθαρίσει καὶ ἀνανεώσει ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δόσεων, ἐνῷ εἰς τὰς δόσεις ταύτας συμπεριλαμβάνεται καὶ τόκος, ἰσοδυναμῶν μὲ 40%, καὶ διὰ νὰ μὲ ἐννοήσητε πῶς ἰσοδυναμεῖ μὲ 40%, φέρω παράδειγμα· ὀφείλει τις 100 δραχμὰς, κατ’ ἔτος θὰ δίδῃ 4 δραχμὰς, εἰς 35 ἔτη θὰ γείνωσιν 140 δραχμαί· αἱ 100 δραχμαὶ λοιπὸν θὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς 140, ὥστε θὰ συμπεριλαμβάνεται καὶ τόκος 40%· ἅπασαι δὲ αἱ δόσεις λήγουσι κατὰ τὸ 1890. Λοιπὸν οἱ μὲν προθυμοποιηθέντες ὀφειλέται, οἱ ὁποῖοι ἀνενέωσαν τὰ χρέη των, θὰ ἐπιβαρύνωνται μὲ τόκον 40%, ἐκείνων δὲ, τῶν ὁποίων τὰ χρέη δὲν ἀνενεώθησαν, θὰ ἐκκαθαρισθῇ τὸ χρέος των εἰς τὸ ἀρχικὸν τίμημα τῆς ἀγορᾶς· τουτέστι θὰ τιμωρήσωμεν τοὺς εὐπειθεῖς καὶ τοὺς πληρώσαντας, καὶ θὰ εὐεργετήσωμεν τοὺς δυστρόπους. Θὰ συμβῇ δὲ καὶ ἄλλο χειρότερον. Ἠξεύρετε, ὅτι αἱ προικοδοτήσεις εἶναι μέχρι τοῦ 1840, καὶ αἱ μὴ ἀνανεωθεῖσαι παρεγράφησαν· ὥστε οἱ δύστροποι οὗτοι θὰ φάγουν καὶ τὸ κεφάλαιον. Πῶς θέλετε λοιπὸν οἱ ἀπειθεῖς νὰ ὠφεληθῶσι τὸ ὅλον, οἱ δὲ εὐπειθεῖς νὰ ἐπιβαρυνθῶσι καὶ μὲ τόκους; Ἐκτὸς δὲ τούτου, οἱ ἀγοράσαντες ἐθνικὰς γαίας, τὰς ἐπῆραν ἀντὶ 100 δραχμῶν κατὰ στρέμμα, ἐνῷ οἱ δηλώσαντες τὰς ἐπῆραν μὲ 10 δραχμὰς, ἢ μὲ 30 τὸ πολὺ, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωνται καὶ μὲ τόκους. Διὰ τοῦτο προτείνω μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 1 «ἐννοεῖται δὲ, ὅτι τὰ ἐκ προικοκτησιῶν χρέη θέλουν ὑπολογίζεσθαι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀρχικοῦ τιμήματος τῆς ἀγορᾶς, ἐκπιπτομένων τῶν μέχρι τοῦδε πληρωθέντων».

§106ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν τόκων τῆς ὑπερημερίας.

§107ΑΝΔΡΙΤΣΟΥ. Τῶν τόκων τῶν δόσεων, καὶ νὰ γείνῃ ἡ ἐκκαθάρισις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας τιμῆς, διότι αἱ δόσεις λήγουσι κατὰ τὸ 1890. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην ταύτην εἰς τὸ ἄρθρον, διότι εἶναι δικαιοτάτη.

§108ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω δύο λέξεις, καὶ ἴσως ἐξηγηθῶμεν. Νομίζω, ὅτι λαμβάνει χώραν ἐπὶ τοῦ προκειμένου μία παρεξήγησις. Τὰ ὀφειλόμενα ἐκ προικοδοτήσεων ἀπεφασίσθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1855 νὰ ἀνανεωθῶσι· ἑπομένως τὸ δημόσιον δὲν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ κανένα ὀφειλέτην ἐκ προικοδοτήσεως τὸ ἀρχικὸν κεφάλαιον, ἀλλ’ εἶναι ὑπόχρεον νὰ ἀνανεώσῃ τὸ χρέος. Ἀνανεουμένων τῶν χρεῶν κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐννοεῖται, ὅτι σχηματίζονται νέαι δόσεις, αἱ ὁποῖαι ἄρχονται ἀπὸ τοῦ 1855 καὶ θέλουν λήξει εἰς τὸ 1890. Πολλὰ τῶν χρεῶν ἀνενεώθησαν, ἄλλα θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ ἀνανεῶνται. Μετὰ τὴν ἀνανέωσιν πολλαὶ δόσεις ἐπληρώθησαν· ἐὰν δὲ συμβῇ νὰ καθυστερῶνται τινὲς ἐκ τῶν μέχρι τοῦ 1876, αὗται θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς τὸν εὐεργετικὸν νόμον καὶ θέλουσιν ἀπαλλαχθῆ τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας ἀφ’ ἧς ἔληξαν. Ὅσαι ἐκ τῶν δόσεων ἔληξαν ἢ λήγουν μετὰ τὸ 1876, αὐταὶ θέλουν ἀκολουθήσει τὴν τύχην τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν καὶ θέλουσι πληρωθῆ ἡ δόσις π. χ. τοῦ 1880 ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ μετὰ τοῦ τόκου ἀπὸ τοῦ 1880· ἡ δόσις τοῦ 1881 εἶναι ἀπαιτητὴ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1881, ἑπομένως δὲν ἐπιβαρύνεται μὲ τόκον ὑπερημερίας· θὰ ἐπιβαρυνθῇ δὲ, ἂν ὁ ὀφειλέτης δὲν τὴν πληρώσῃ μετὰ τὴν λῆξιν.

§109ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου, κύριοι, καὶ περὶ ὑπολόγων πρὸς τὸ δημόσιον, κρίνω εὔλογον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἰδίως ἐπὶ ἑνὸς, κατ’ ἐμὲ, ἀδικωτάτου πράγματος, τὸ ὁποῖον συμβαίνει καὶ τὸ ὁποῖον, νομίζω, δύναται νὰ διορθωθῇ διὰ μιᾶς συμπληρώσεως τοῦ ά ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν. Κύριοι, κατὰ τὸν μηχανισμὸν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν εἷς ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν συνέδριον καταδικασθῇ σήμερον ὡς ὀφειλέτης διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1860, τὸ χρέος αὐτοῦ θεωρεῖται χρέος τῆς χρήσεως τῆς ἐφετεινῆς. Κατὰ δὲ τὸ ά ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἰς τὰς διατάξεις τὰς εὐεργετικὰς ὑπάγονται μόνα τὰ χρέη τῶν κεκλεισμένων χρήσεων μέχρι τοῦ 1876· προκειμένου λοιπὸν περὶ ὑπολόγου τινὸς, ἐὰν οὗτος καταλογισθῇ σήμερον ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν συνέδριον, ἀθωότατος ἄλλως, ἐκ διαχειρίσεως παλαιοτέρας τοῦ 1876, καὶ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος, ὅτι ὀφείλει π. χ. τὸ ποσὸν 10,000 δρ. συνεπείᾳ ἑνὸς ἁπλουστάτου λάθους, τὸ χρέος αὐτὸ δὲν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις, διότι θεωρεῖται ὡς ἀναγόμενον εἰς τὴν χρῆσιν τὴν ἐφετεινήν. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ συνέπεια, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ μηχανισμὸς τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἀνατρέπει οὐσιώδεις ἀρχὰς τοῦ δικαίου; Διότι ἡ ἀπόφασις βεβαίως δὲν δημιουργεῖ τὸ χρέος, ἀλλὰ τὸ ἐπιβεβαιοῖ ἁπλῶς.

§110ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂν ἦναι τὸ χρέος εἰς τὰ 1860, τὸ ἐπιβάλλει διὰ τὸ 1860.

§111ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν συμβαίνει τοῦτο κατὰ τὸν μηχανισμὸν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον ἄλλως ἤθελε συμβῆ κατὰ τὰς κοινὰς διατάξεις, τοῦ νὰ ὑπολογίζηται ὡς ὑπάρχον ἀφ’ ὅτου ἐγεννήθη, διότι, κατὰ τὸν μηχανισμὸν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ χρέος δὲν ἐννοεῖται, ὅτι ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1860, ὅτε ὑπῆρξεν ἡ διαχείρισις, ἀλλ’ ὅτι ἐγεννήθη ἐφέτος, ὅτε ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου.

§112ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι.

§113ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν ἀπέναντι ἀδικωτάτου φαινομένου; δηλαδὴ ἕνας ἀθῶος διαχειριστὴς, ὁ ὁποῖος σήμερον ἀποκαλύπτεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ συνεδρίου ὡς ὀφειλέτης, διότι ἕνεκα γραφικοῦ λάθους εἶναι ὑπόχρεως νὰ πληρώσῃ 10,000 δρ. διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1860, αὐτὸς δὲν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις, ἐνῷ ὁ ἀθῶος οὗτος ἄνθρωπος εὑρίσκεται αἰφνιδίως σήμερον ὀφειλέτης, χωρὶς νὰ τὸ προσδοκᾷ, ἀπέναντι χρέους, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφαντάζετο, καὶ εἰς διάστημα εἴκοσιν ἐτῶν ἐῤῥύθμισε τὰ συμφέροντά του ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι αὐτὸς δὲν ὤφειλε πρὸς τὸ δημόσιον. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ τοιοῦτος ὀφειλέτης δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ἐν τούτοις ὁ νόμος ἀνταμείβει ὀφειλέτην τοῦ δημοσίου, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη κατὰ τὸ 1875 ὡς ὀφειλέτης ἐκ διαχειρίσεως τοῦ 1874, ὀφειλέτην, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε τὸ χρέος αὐτοῦ ἔκτοτε. Τοῦτο, κύριοι, εἶναι τόσον ἄδικον, ὥστε ἀνατρέπει τὰς κοινοτέρας βάσεις τῆς ἰσότητος, καὶ θέτει μάλιστα εἰς καλλιτέραν θέσιν τὸν ὑπαίτιον παρὰ τὸν ἀναίτιον. Καὶ συμβαίνει, κύριοι, ἕτερόν τι ἀτοπώτατον καὶ σκανδαλῶδες, ὅτι τὸ Συνέδριον δὲν εἶναι διόλου ἐνήμερον εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ὑποθῆκαι ἀκόμη διὰ διαχειρίσεις τοῦ 1835 καὶ 1836. Ἔλαβον σημείωσιν ἀπὸ τὸ Συνέδριον, ὅτι μέχρι τοῦ 1843 δὲν ἐξηλέγχθησαν εἰσέτι λογαριασμοὶ τῶν διαχειριστῶν τῶν μέχρι τοῦ 1843 ἐτῶν, ἐπίσης τῶν ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι σήμερον. Τί πταίουν λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἂν εὑρεθῶσι μετὰ εἴκοσιν ἔτη ὡς πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν ὀφειλέται πρὸς τὸ Δημόσιον; Νὰ μὴ ἐπικαλεσθῶσι λοιπὸν αὐτοὶ καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου αὐτοῦ, ἐνῷ κυρίως ἡ πολιτεία εἶναι ὑπαίτιος καὶ διατηρεῖ αὐτοὺς τόσα ἔτη ὑπὸ καταπίεσιν σκανδαλώδη; Συνεπείᾳ παραπόνων τοιούτων ὑπολόγων τὸ Συνέδριον ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ ἐργασθῇ, ἵνα ἐξελέγξῃ τὰς διαχειρίσεις τοῦ 1835, τοῦ 1836 κτλ. Ἤδη λαμβάνετε μέτρον εὐεργετικὸν περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦν τὸ Δημόσιον· δὲν πρέπει ἆρά γε νὰ λάβητε ἓν μέτρον καὶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου; Ὑπάρχουν σήμερον, κύριοι, ὑποθῆκαι ἐγγεγραμμέναι εἰς βάρος τῶν ἀπογόνων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔσχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἦναι Ταμίαι, π. χ. εἰς τὰ 1836. Αἱ ἀπαιτήσεις αὗται ἴσως εἶναι παραγεγραμμέναι· ἐν τούτοις πρέπει οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἀπόγονοι νὰ σπεύσουν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἵνα βεβαιώσουν τὴν παραγραφὴν, ἡ ὁποία εἶναι αὐταπόδεικτος, καὶ οὕτω διὰ τοῦ Δικαστηρίου νὰ ἐξαναγκάσωσι τὸ Δημόσιον νὰ διαγράψῃ τὰς ὑποθήκας των, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι ἐστιγματισμένοι αἱ περιουσίαι των. Ἐν τούτοις δύναται δι’ ἁπλουστάτης διατάξεως νὰ δοθῇ ἐξουσία εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ παραγγείλῃ τὴν διαγραφὴν τῶν ἀρχαίων καὶ παραγεγραμμένων ὑποθηκῶν, καὶ ἑπομένως ν’ ἀπαλλάξῃ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Συνεδρίου ἀπὸ βάρος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ ἀποτινάξῃ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν τῶν μέχρι τοῦ 1843 ἐτῶν. Πρέπει λοιπὸν, νομίζω, νὰ τεθῇ διάταξις, ὅτι τὰ χρέη τῶν ὑπολόγων ἀνάγονται εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγεννήθησαν,—τοῦτο δὲ εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς κοινοτέρας ἀρχὰς τοῦ Δικαίου — καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἐπικρατῇ τῶν κανόνων τοῦ δικαίου ὁ μηχανισμὸς τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, διότι οἱ κανόνες ἁπλῆς εὐκολίας τῆς ὑπηρεσίας δὲν δύνανται νὰ καταστρέφουν τὰ δικαιώματα. Λοιπὸν προτείνω, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς ὑπολόγους τοὺς μέχρι τοῦ 1843, ὑπὲρ ὧν καὶ παραγραφὴ πλέον ὑπάρχει, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ τέλος πάντων ἰδίως ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ὑποθηκῶν, καὶ ἐὰν ἦναι ὀφειλέται, ἂς πληρώσουν· ὄχι ὅμως νὰ ἦναι εἰς θέσιν τοιαύτην, εἰς ἣν εὑρίσκονται, ματαίως λέγοντες πρὸς τὸ δημόσιον: «ἐλθὲ νὰ σὲ πληρώσωμεν· τί ἀπαιτεῖς;» καὶ μὴ δυνάμενοι ν’ ἀπαλλάξωσι τὰ κτήματά των, διότι δὲν γίνεται ἐξέλεγξις, διότι αὐτὸ εἶναι σκανδαλῶδες. Διὰ δὲ τοὺς ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι σήμερον, πρέπει νὰ φανῇ ἐπιεικὴς ὁ νόμος, ὄχι μόνον δι’ ἐκείνους περὶ ὧν ἀπεφάσισε τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐκείνων περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀπεφάσισε. Τοῦτο εἶναι δικαιότατον καὶ ἀπαραίτητον, διότι ἄνευ τοιαύτης ἐπεκτάσεως τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου ὁ μηχανισμὸς τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας εἶναι τοιοῦτος, ὥστε κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον ἐκ τῆς ἐννοίας τῆς λέξεως «χρῆσις» προέρχεται μέγιστον σκάνδαλον καὶ ἀδίκημα κατὰ τῶν ὑπολόγων, ἐκ παλαιῶν μάλιστα διαχειρίσεων, μήπω ἐξελεγχθεισῶν.

§114ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἐὰν καλῶς τὸν ἐνόησα, σᾶς ἐπρότεινε νὰ ἐπεκτείνητε τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ χρεῶν ἀγνώστων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομεν ἂν θὰ λάβουν ποτὲ ὑπόστασιν καὶ ἀρχὴν, διότι σᾶς λέγει, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλλάξητε τοῦ τόκου...

§115ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§116ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ δώσητε προθεσμίαν διὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὕρῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐξελέγχον λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν ἐξήλεγξεν ἀκόμη. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο, οὕτω πως τιθέμενον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ δεκτόν, διότι πῶς δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαλλάξῃ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀποδειχθῶσιν, ὅτι δὲν εἶναι ὀφειλέται; Πλὴν τούτου ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὁ ποιῶν τὴν πρότασιν ταύτην, ἐλησμόνησε τὸν κύριον λόγον, ἐφ’ οὗ στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον, ὅστις εἶναι ἡ ἀδυναμία τοῦ δημοσίου, ὅπως εἰσπράξῃ τὰ ὀφειλόμενα, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἀναγκάζεται νὰ καταφύγῃ εἰς ἐπιεικεῖς διατάξεις, νὰ χαρίσῃ δηλ. τοὺς τόκους, νὰ χορηγήσῃ προθεσμίας, ὅπως δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τινὰ ἐξ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν ταμεῖα ἢ τελωνεῖα πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐξηλέγχθησαν ἀκόμη οἱ λογαριασμοὶ, ἐὰν ἐξηλέγχοντο πρὸ 5 ἢ 10 ἢ 15 ἐτῶν καὶ ἐχρεοῦντο μὲ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὑποθέτει ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, οὐδόλως κατεδιώχθησαν. Ἀφοῦ δὲ τόσοι ἄλλοι καταδιωχθέντες ἐπλήρωσαν, ἐνδεχόμενον εἶναι καὶ οὗτοι, ἐὰν κατεδιώκοντο, νὰ ἐπλήρωνον, καὶ τότε βεβαίως δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀφορμὴ νὰ τοὺς συμπεριλάβωμεν. Σήμερον νομοθετοῦμεν περὶ ἐκείνων, οἵτινες καὶ καταδιωχθέντες δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ πληρώσωσιν, οὐχὶ δὲ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνεγνωρίσθησαν ἀκόμη ὀφειλέται, διότι, ἐὰν ἐχρεοῦντο πρὸ 5 ἢ 10 ἐτῶν, ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ εἶχον πληρώσει, ἢ, ἐὰν δὲν εἶχον πληρώσει, ἤθελον ὑποφέρει πολλὰς καταδιώξεις καὶ στενοχωρίας, διότι οἱ ὀφειλέται δὲν μένουν ἀκαταδίωκτοι· ὑποφέρουν στενοχωρίας καὶ πληρώνουν ἐν μέρει τοὐλάχιστον τὰ χρέη των. Ὅθεν δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος διὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν εἰσέτι καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο καταδίωξις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ προλαλήσας. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὸν τόπον του νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον διατάξεις περὶ ἐξαλείψεως ὑποθηκῶν, διότι αὐτὸ συνδέεται μὲ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν.

§117ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ὄντι, κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ὀφειλομένων ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λέγων, ὅτι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ τεκμήριον τὸ ἐκ τῆς παλαιότητος τῶν χρεῶν περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς εἰσπράξεως. Ἐὰν τοῦτο ἦτον ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελον ἐννοήσει τότε τὴν ἰδέαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη δὲν εἶναι διόλου σύμφωνος μὲ τὴν πραγματικὴν ὑπόστασιν τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται ἆρά γε περὶ παλαιῶν χρεῶν, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὸ τεκμήριον, ὅτι ὑπῆρξε μακρὰ καταδίωξις, ἐξ ἧς κατεδείχθη ἡ ἀδυναμία τῆς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων αὐτῶν ὑπὸ τοῦ δημοσίου, καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ψηφίσωμεν εὐεργητικὸν νόμον ὑπὲρ αὐτῶν; Τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ ἦναι πρόφασις, καὶ οὐχὶ ἀληθὴς αἰτία. Καὶ νομίζω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα νὰ βραβεύσῃ τὴν ἀδικίαν, διότι, ἐνῷ περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἠδίκησαν τὸ δημόσιον καὶ δὲν ἐπλήρωσαν μέχρι τοῦ 1876, ἐρχόμεθα νὰ προνοήσωμεν, ἀπ’ ἐναντίας περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἀδικοῦνται, οὐδόλως φροντίζομεν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ τοὺς θέσωμεν κατὰ μέρος. Τοῦτο εἶναι ὡσὰν νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀδικῇ τις τὸ δημόσιον, διότι ἐὰν ἀδικῇ, τότε θέλει ἔλθει εὐεργετικὸς νόμος, διότι θὰ ἔχῃ πολλοὺς τοὺς συνεταίρους καὶ τοὺς ὑποστηρίζοντας· ἐὰν ὅμως ἀδικῆται, δὲν εὑρίσκει ὑποστήριξιν. Τοῦτο ἀκριβῶς καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Καὶ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχομεν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν τὴν διατύπωσιν τῆς ἐν γένει πολιτικῆς ἡμῶν καταστάσεως καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν διοικήσεως καὶ τίποτε ὀλιγώτερον. Διότι τοσοῦτον φαίνεται κατίσχυσαν πλέον ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τὰ ἰδιοτελῆ συμφέροντα, ὥστε καὶ νὰ ζητῶσι καὶ διὰ νόμων τὴν ὑποστήριξίν των κατὰ τοῦ Κράτους. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι, διατί δὲν ἐπλήρωσαν τινὲς, οἵτινες ὀφείλουν εἰς τὸ δημόσιον μέχρι τοῦ 1867· ὄχι διότι δὲν ἠδυνήθησαν, ἂν καὶ ἠνωχλήθησαν καὶ κατεδιώχθησαν, ἀλλὰ τοὐναντίον, διότι οὔτε κατεδιώχθησαν, οὔτε ἠνωχλήθησαν. Κατεδιώχθησαν μόνον οἱ γεωργοὶ, οἱ πτωχοὶ, οἵτινες ὤφειλον 10 λεπτὰ, καὶ οὐχὶ ἄλλοι, οὐχὶ ἐκεῖνοι περὶ τῶν ὁποίων κυρίως προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Καὶ δὲν εἶναι δύσκολον νὰ κατορθώσῃ εἷς, ὅστις ἰσχύει ὁπωσδήποτε οὐχὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἀλλ’ ἐπὶ 3 ἔτη, νὰ μὴ ἐνοχληθῇ καὶ νὰ μὴν ἀναφέρῃ κἂν ὁ ταμίας, ὅτι ὀφείλει εἰς τὸ δημόσιον. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦτο, κύριοι, τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἡ πραγματικὴ αἰτία τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δηλ. ὅτι οἱ ὀφείλοντες, καίτοι κατεδιώχθησαν ἐπανειλημμένως, δὲν εἶχον τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς, ὅπως ἐξοφλήσωσι τὴν ἀπαίτησίν των ἀπέναντι τοῦ δημοσίου, καὶ ἐὰν ἁπλῶς αὐτὴ ἦναι ἡ ἀφορμὴ, δὲν ἔπρεπεν ἆρά γε νὰ συμπεριλάβωμεν μετὰ τῶν ἀδικησάντων τὸ δημόσιον εἰς τὸν εὐεργετικὸν νόμον καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι τῆς τοιαύτης ἐπιεικείας; μήπως ἡ ἀφορμὴ τοῦ νόμου προσδιορίζει πάντοτε καὶ τὴν ἔκτασιν αὐτοῦ; Ἡ ἀφορμὴ τοῦ νόμου, εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι τὸ τεκμήριον τῆς ἀδυναμίας τοῦ δημοσίου πρὸς εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων ἀπὸ ἐκείνους, ὧν ἀνεγνωρίσθησαν καὶ ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ χρέη, ἀλλὰ τούτου ἕνεκα πρέπει νὰ ἀδικήσῃ ὁ νόμος τοὺς ἄλλους; Ἀφοῦ εὐεργετεῖ ἐκείνους, οἵτινες ἠδίκησαν μὴ πληρώσαντες εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνάξιοι ἐπιεικείας, πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ ἐκείνους, οἵτινες ἠδικήθησαν, καὶ ἑπομένως εἰσὶν ἄξιοι πάσης ἐπιεικείας; Καὶ διατί; Ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν μᾶς ἔδωσαν οὗτοι ἀφορμήν. Ἐπειδὴ τὸ συνέδριον δὲν ἀπεφάσισε περὶ τῆς διαχειρίσεώς των, πρέπει νὰ τοὺς ἐξαιρέσωμεν; Καὶ τί πταίομεν ἡμεῖς, θὰ εἴπωσιν οὗτοι, ἐὰν δὲν ἀπεφάσισεν εἰσέτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Τί πταίομεν διὰ νὰ μὴ συμπεριληφθῶμεν εἰς τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν ἑνὸς νόμου τοιούτου; Πῶς δυνάμεθα νὰ στερηθῶμεν ἑνὸς εὐεργετήματος, ὅταν τὸ Κράτος δὲν ἐξετέλεσεν ἓν καθῆκον αὐτοῦ, ὅπως ἐξενέγκῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν ἀπόφασίν του; Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, ἐὰν ἐξηλέγχοντο οἱ λογαριασμοὶ αὐτοὶ, ἠθέλομεν σᾶς καταδιώξει, ἠθέλετε ὑποφέρει στενοχωρίας καὶ ἐνοχλήσεις, καὶ ἴσως ἠθέλετε πληρώσει, καὶ ἐπειδὴ ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελον πληρώσει, διὰ τοῦτο θέλει νὰ τοὺς συμπεριλάβῃ. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἦναι εἰς καλλιτέραν θέσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες καὶ μετὰ τὰς καταδιώξεις δὲν ἐπλήρωσαν τὰ ὀφειλόμενα, ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως αὐτῶν εὑρίσκονται εἰς ἄλλην θέσιν; Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι; Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀδικώταται αἱ σκέψεις αὗται, καὶ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι σκανδαλωδέστεραι διακρίσεις. Καὶ ἐννοῶ, λέγω πάλιν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ χρεῶν παλαιοτάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς ἐποχὴν πρὸ δεκαετίας ἢ πρὸ δεκαπενταετίας, τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἠδυνάμην περισσότερον νὰ προσθέσω εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἐκ τῆς παλαιότητος τοῦ χρέους τεκμήριον, τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἠδύνατό τις νὰ θεωρήσῃ κἄπως δικαιολογημένας τὰς σκέψεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἐὰν ἤθελε φθάσει μέχρι τοῦ 1856 ἢ 1860, ἀλλὰ ἐνῷ πρόκειται περὶ χρεῶν μέχρι τοῦ 1876, δίδομεν ἓν παράδειγμα ὀλέθριον εἰς ὅλους τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, διότι εἶναι ὡς ἂν νὰ τοὺς λέγωμεν νὰ φροντίσωσι μίαν τριετίαν νὰ μὴ πληρώσωσι, διὰ νὰ ἐπέλθῃ εὐεργετικὸς νόμος. Λοιπόν, ἐνῷ τοιοῦτον νόμον εἰσάγομεν, νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν συμπεριλαμβάνομέν τινας, διότι αὐτοὶ δὲν μᾶς ἔδωσαν ἀφορμὴν νὰ σκεφθῶμεν, διότι δὲν ἐκηρύχθησαν ὀφειλέται, νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀνατρεπτικὸν πάσης ἀρχῆς τῆς δικαιοσύνης καὶ παντὸς κανόνος καὶ δὲν φέρει ἄλλο τι, ἢ νὰ παρουσιάζῃ καταφανεστέραν τὴν ἀσχημίαν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου.

§118ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐὰν ἐνόησα καλῶς, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Χατζόπουλος ὑπέβαλεν, εἶναι ἀξία σπουδαίας σκέψεως καὶ μελέτης. Τὸ ζήτημα καλῶς ἐξεταζόμενον, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιώκει. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι βέβαιον, ὅτι ὡς βάσιν ἔχει τὴν ἀδυναμίαν τοῦ δημοσίου τοῦ νὰ εἰσπράξῃ τὰ ὀφειλόμενα· ἀλλὰ ἔχει καὶ ἄλλον σκοπὸν, τοῦ νὰ δυνηθῇ νὰ εὐκολύνῃ τοὺς ὀφειλέτας ν’ ἀπαλλαγῶσι τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθησαν ἀπὸ καιροῦ νὰ ἐξοφλήσωσιν. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῶμεν, καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ διπλοῦς σκοπὸς τοῦ νόμου, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ μὴ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἀρχικὴν αἰτίαν ἑνὸς ἑκάστου χρέους, καὶ νὰ προσπαθήσωμεν, ἐὰν ἦνε δυνατὸν, τὸ εὐεργέτημα τοῦτο νὰ ἐπεκταθῇ ἐφ’ ὅλων αὐτῶν τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἦναι αὐτῆς τῆς κατηγορίας. Τὸ χρέος δὲν λαμβάνει ὕπαρξιν εἰμὴ καθ’ ἣν χρῆσιν βεβαιοῦται. Δύναται σήμερον νὰ βεβαιωθῇ δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, ἀλλὰ ὑφίσταται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καθ’ ἣν ἐγεννήθη, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς χρήσεως, εἰς ἣν ἀνήκει. Λοιπὸν, ἀφοῦ συμπεριλαμβάνομεν τὰ λοιπὰ χρέη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, δὲν ἐννοῶ διὰ τί οἱ ὑπόλογοι ἕνεκα τῆς βραδύτητος τῆς ἐξελέγξεως καὶ ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ συνεδρίου, ἥτις θέλει βεβαιώσει μόνον τὴν ὕπαρξιν τοῦ χρέους, ν’ ἀδικηθῶσιν, ἐξαιρούμενοι τοῦ παρόντος νόμου, ἐνῷ ἡ ὀφειλὴ ἀνήκει εἰς ἐποχὴν πρὸ 25 ἢ 30 ἐτῶν. Ἐννοῶ τοὺς ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως, ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι δὲν ὑπόκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου· οἱ ἐξ ἀμελείας ὅμως ὑπόλογοι δὲν ἠδύναντο νὰ φροντίσωσι νὰ πληρώσωσι τὸ χρέος των, διότι ἦτον ἄγνωστον εἰς αὐτούς. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀπέθανον, καὶ προσκαλοῦμεν τὰ τέκνα των νὰ πληρώσωσι. Αὐτοὶ ἐνόμιζον ἀποθνήσκοντες, ὅτι δὲν ἄφινον χρέος, καὶ σήμερον αἴφνης μετὰ μίαν ἐξέλεγξιν ἀποδεικνύονται ὀφειλέται τοῦ δημοσίου, οὐχὶ ἐκ κακῆς πίστεως. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ ὑπαχθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνος, ὁ ὅστις κατέστη ὑπόλογος ἐκ λογιστικοῦ λάθους, θέλετε νὰ ἦναι εἰς χειροτέραν θέσιν ἐκείνου, ὅστις ἐκ δυστροπίας κατέστη ὀφειλέτης; Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διὰ λογιστικὸν λάθος καταδικάζεται νὰ πληρώσῃ 10 χιλιάδας δραχμῶν, πρέπει νὰ τεθῇ εἰς θέσιν χείρονα ἐκείνου, ὅστις ἐνοικίασε τὰς δημοσίους προσόδους καὶ τὰς ἰδιοποιήθη; Νομίζω, ὅτι αἱ σκέψεις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος εἰσὶν ἄξιαι σπουδαίας προσοχῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των, ὅπως μὴ πράξωμεν ἀδίκημα εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες δικαιοῦνται τῆς προστασίας ἡμῶν, καὶ νὰ μὴ καθιερώσωμεν ἄδικον ἀνισότητα.

§119Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἡ Βουλὴ τ’ ἀπεφάσισε καὶ ἡ κυβέρνησις ὑπεστήριξεν, ὅτι πᾶν νομοσχέδιον, ἐφ’ οὗ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, νὰ μὴ συζητῆται. (Θόρυβος). Μόλα ταῦτα πάλιν ἡ Βουλὴ ἡ ἰδία μετέτρεψε τὴν ἀπόφασίν της, καὶ εἰσῆλθεν εἰς συζήτησιν, οὐχὶ εἰς ἀντίῤῥησιν μίαν, ἀλλὰ εἰς τὴν 8ην. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθαψεν ἓν νομοσχέδιον, ὅπερ πρὸ αἰώνων ὑφίσταται καὶ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ ὅλα τὰ Κοινοβούλια· μυρίαι ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν, ἀλλ’ οὐδεμία ἐπραγματοποιήθη· ἀλλ’ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ σᾶς εἴπῃ τί ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ περισσότερον. Περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ὑπάρχουσι τόσαι ἐκκρεμεῖς δίκαι εἰς τὰ δικαστήρια κατὰ πλείστων ἀδικώταται. Ἄνθρωποι, ἐλθόντες εἰς δίκας μὲ τὸ δημόσιον, κατώρθωσαν, ὥστε νὰ ἐκδοθοῦν ἀποφάσεις ἀδικώταται. Προκαλῶ δὲ τὸν κ. Δημητριάδην, ἔχοντα γνῶσιν μιᾶς ὑποθέσεως, νὰ μαρτυρήσῃ περὶ ἐκείνου, ὅπερ θὰ εἴπω, διότι ἦτο δικηγόρος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ μόνον 200 δραχμάς τις, καὶ νὰ ἐξοφλήσῃ τὴν ἀπαίτησίν του· ἦλθον εἰς τὴν δικαστικὴν ὁδὸν, ἐξηκολούθησαν τὰ δικαστήρια, τὰ δὲ δικαστήρια, διὰ νὰ δώσωσι προστασίαν εἰς τὰ ὀρφανὰ, ἐναντίον ἄλλων ὀρφανῶν, ἀπεφάσισαν καὶ καταδικάζουν εἰς 30 χιλ. δραχμὰς, ἐνῷ προηγουμένως ἠδύναντο νὰ συμβιβασθῶσι μὲ 200 μόνον. Ὥστε παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, ἣν ὑπέβαλον μετ’ ἄλλων συναδέλφων, καὶ ν’ ἀπαλείψῃ ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ δημοσίου τὰ χρέη μέχρι τοῦ 1856, διότι εἶναι ἐντροπὴ νὰ μένουν εἰς τὰ βιβλία.

§120ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι αἱ δύο τροπολογίαι, ἡ τοῦ κ. Δημητρακάκη καὶ ἡ ἰδική μου, δύνανται ν’ ἀπαρτίσωσι μίαν, ἐὰν προστεθῇ «καὶ παρὰ τῶν ἐνοικιαστῶν φόρων». Ἐνθυμεῖσθε, ὅταν ὡμίλησα, ἀναπτύσσων τὴν πρότασίν μου, ὅτι καὶ ἐγὼ ἐξέφρασα τὴν αὐτὴν ἰδέαν. Ἀκολούθως ὁ κ. Δημητρακάκης καὶ ὁ κ. Δημητριάδης ἀνέπτυξαν αὐτὴν εὐστόχως. Συνεπῶς τὴν παρεδέχθην ἐπίσης. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν γείνῃ παραδεκτὴ ἡ τροπολογία, θὰ γείνῃ αὕτη ἄρθρον ά, καὶ τὸ ἄρθρον ά θά γείνῃ βʹ, διότι καὶ ἡ σύνταξις αὐτοῦ ἐπιβάλλει τοῦτο.

§121ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φιλήμονος θὰ συζητηθῇ ἀκολούθως, διότι, ὅταν ἤρχισεν ἡ συζήτησις, ἐῤῥέθη, ὅτι αὐτὴ ἀνάγεται εἰς τὸ βʹ ἄρθρον. Δὲν πρέπει λοιπὸν ἐνταῦθα νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ ἑπομένως δὲν ἠμποροῦμεν ἄνευ συζητήσεως νὰ τὴν θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν.

§122ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως, κύριοι, τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἀρχὴν προέκυψαν διάφοροι τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν ὀρθὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς εἰς μίαν προηγουμένην συνεδρίασιν, θὰ μᾶς φέρουν εἰς τοιαύτην σύγχυσιν, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, ἐὰν δὲν παραπέμψωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ τὸ τακτοποιήσῃ ἀκριβέστερον. Διέρχομαι ἐν συντόμῳ τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ὅλαι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται εἰς ἐσφαλμένην βάσιν, ἄλλως ἦτον ἀδύνατον νὰ προκύψωσι τοσαῦται τροπολογίαι, ἄρδην αὐτὸ ἀνατρέπουσαι. Καὶ εἶναι ἐσφαλμένη ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὓς λόγους εἶχον ἀναπτύξει τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν τὸ πρῶτον ἦλθεν εἰς συζήτησιν. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον διαιρεῖ εἰς δύο μεγάλας κατηγορίας ὅλους τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου. Εἰς τὴν μίαν τάσσονται ὅλαι αἱ ὀφειλαὶ τῶν φορολογουμένων, μὲ τὰς ὁποίας συνταυτίζονται, διότι ἀπὸ αὐτοὺς ὀφείλονται καὶ αὗται, αἱ ὀφειλαὶ ἐκ προστίμων, ἐκ χρηματικῶν ποινῶν, ἐκ δικαστικῶν ἐν γένει ἐξόδων, ἐξ ἐξόδων καταμετρήσεως, ὡς καὶ τὰ ὀφειλόμενα ἐκ δικαιώματος ἐπικαρπίας. Ἡ δευτέρα κατηγορία περιλαμβάνει τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας. Ὡς πρὸς αὐτοὺς, ὡς εἶπον τότε, ὁ νόμος εἶναι εὐεργετικώτερος, διότι καὶ ἡ χορηγουμένη εἰς αὐτοὺς προθεσμία πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν των εἶναι εἰκοσαετὴς, καὶ ὁ τόκος εἰς αὐτοὺς χαρίζεται, ἐνῷ εἰς τοὺς μικροὺς ὀφειλέτας καὶ ἡ προθεσμία εἶναι μικροτέρα καὶ ὁ τόκος δὲν χαρίζεται, διότι δὲν ὤφειλον τοιοῦτον. Αὐταὶ εἶναι αἱ δύο μεγάλαι κατηγορίαι, εἰς τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον διαιρεῖ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου. Αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, δι’ αὐτὸ τοῦτο ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ προκύψωσι, διὰ τὴν ἐσφαλμένην βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς κατόπιν θέλω ἐξηγηθῆ, εἰσὶν αἱ ἑξῆς. Ἡ μὲν εἶναι τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Καλλιγᾶ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ εὐεργετήματα τοῦ νόμου δὲν ἐπεκτείνονται ἐπὶ τοὺς ὀφειλέτας τῆς δευτέρας κατηγορίας, τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας, ἐπὶ τοὺς ὀφειλέτας τοὺς μὴ φορολογουμένους. Δευτέρα τροπολογία εἶναι τοῦ ἀξιοτίμου κ. Φιλήμονος καὶ λοιπῶν συνυπογραψάντων, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαλείφονται ὅλαι αἱ ὀφειλαὶ τῆς πρώτης κατηγορίας μέχρι τοῦ 1856 συμπεριλαμβανομένου, καὶ κατὰ μίαν ὑποτροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Α. Πετιμεζᾶς.

§123Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τροπολογίαν δὲν ὑπέβαλον.

§124ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐδώσατε τροπολογίαν ἔγγραφον· ἐπροτείνατε ὅμως, ἵνα ἐν τῇ τροπολογίᾳ τῇ ἀφορώσῃ τοὺς φορολογουμένους συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ, καὶ ἡ τοιαύτη πρότασις εἶναι βεβαίως ὑποτροπολογία τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Φιλήμονος ὑποβληθείσης τροπολογίας. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Χατζόπουλος ὑπεστήριξεν ἑτέραν τροπολογίαν, νὰ διαγραφῶσιν αἱ ὑποθῆκαι ὅλων τῶν ὀφειλετῶν, περὶ ὧν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἰσέτι δὲν ἀπεφάσισε. Τετάρτη τροπολογία ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν, καθ’ ἣν ἔδει νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ ὀφειλαὶ τῶν δήμων ἐκ προκαταβολῶν. Ὅλαι αὗται, ἐπαναλαμβάνω, αἱ τροπολογίαι ἀποδεικνύουν τὴν πλημμελῆ βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον, διότι ὅλαι αὐταὶ αἱ τροπολογίαι οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχουν καὶ ἀπὸ οὐδενὸς ἄλλου σημείου ὁρμῶνται, παρὰ νὰ ἐξαλείψωσι τὴν ἀνισότητα, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκουσι. Καὶ εἶναι πλημμελὴς, κύριοι, ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἄλλην δικαιολογητικὴν βάσιν, παρὰ τὴν μακρὰν περίοδον, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐγεννήθησαν ὅλαι αἱ ὀφειλαὶ, ἐφ’ ἃς ἐκτείνει τὴν εὐεργετικήν του πρόνοιαν. Τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο νομοσχέδιον λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ διάστημα ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι τοῦ 1876, καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἐντὸς τοῦ μακροῦ τούτου διαστήματος ὀφειλέτας, ἀδιακρίτως τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὃ ἔλαβε χώραν ἡ ὀφειλὴ, ἀδιακρίτως τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, ἐξ ὧν προῆλθεν ἡ καθυστέρησις, ἀδιακρίτως τῶν ἰδιαιτέρων λόγων, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ὑπαγορεύσωσιν ἐπιεικές τι μέτρον, εἰς, ὅλους αὐτοὺς λέγει τὸ χαρμόσυνον ἐκεῖνο ἄγγελμα τοῦ Πάσχα: «Νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες εὐφράνθητε σήμερον.» Εἶναι βάσις αὐτὴ, ἐφ’ ἧς δύναται νὰ στηριχθῇ ἕν τοιοῦτον νομοσχέδιον; βεβαίως δύναται εἰς πολλὰς περιστάσεις ἡ πολιτεία νὰ λάβῃ ἓν μέτρον ἐπιεικὲς, ἐκτεινόμενον ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο δέον νὰ ὑπάρχῃ ἀποδεδειγμένη κοινωνική τις ἀνάγκη, ἥτις νὰ ἐπιβάλῃ τὸ μέτρον τοῦτο, ἢ ἐξαιρετικοί τινες λόγοι, ὑπαγορευόμενοι ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, εἰς ἃς εὑρέθη ἡ τάξις ἐκείνη, ἐφ’ ἣν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ εὐεργετικὸν μέτρον· ἁπλῶς ὅμως διότι ὀφείλουν, ἀδιαφόρως ἐκ τίνος λόγου ὀφείλουσιν, ἀδιαφόρως τοῦ λόγου, δι’ ὃν δὲν ἐπλήρωσαν μέχρι τοῦδε, νὰ ἐκτείνωμεν ἐπὶ ἅπαντας τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ, εἶναι, ὡς ἐγὼ φρονῶ, τὸ πάντων ἀδικώτατον. Ἑπόμενον λοιπὸν ἦτο νὰ γείνῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔγεινε, νὰ καταβάλλωνται δηλαδὴ προσπάθειαι ἀπὸ ὅλους τοὺς βουλευτὰς πῶς νὰ μετριασθῶσι τοὐλάχιστον αἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιερούμεναι ἀνισότητες περὶ τὴν πληρωμὴν τῶν καθυστερούντων. Καὶ ἠξεύρετε διατί ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα; διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὃν ἐξήγησα τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἦλθεν εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὸν ὁποῖον δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὑπέλαβεν, ὅτι ἤθελον νὰ τὸν μεμφθῶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ἐτηρήθη ὅ,τι περὶ τούτου διατάττει ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος. Γαλλικόν τι λόγιον λέγει, ὅτι «Κακὴ εἶναι ἡ σοφία, ἥτις ἀξιοῖ νὰ ἦνε ὑπερτέρα τῆς σοφίας τοῦ νόμου»· τοῦτο πράττομεν ἡμεῖς σήμερον, θέλοντες νὰ φανῶμεν σοφώτεροι ἀπὸ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Διὰ νὰ ἰδῆτε πόσον σοφῶς ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διέταξε τὰ τῆς ὕλης, ἥτις σήμερον μᾶς ἀπασχολεῖ, καὶ πῶς, ἀπομακρυνθέντες τῶν διατάξεων αὐτοῦ, εἴπετο νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σύγχυσιν, εἰς ἣν ἤδη εὑρισκόμεθα, ἀκούσατε τί λέγει· «Ἄρθρον 105. Γενικὸς πίναξ παρουσιάζεται προσέτι διὰ τὰ καθυστεροῦντα ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, καταδεικνύων κατ’ ἐπαρχίαν, κατ’ ὄνομα ἢ κατὰ φορολογικὸν πίνακα τὰ καθυστερήματα ἐξ ἑκάστου εἴδους εἰσοδημάτων, καὶ ὀνομαστὶ τὰ ἐκ τούτων ἀναγνωριστέα παραλείμματα.» «Ἄρθρον 106. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τούτου γίνονται κατ’ ἔτος προτάσεις περὶ ὁριστικῆς ἀναγνωρίσεως παραλειμμάτων (non valeurs) τόσον τῆς χρήσεως, τῆς ὁποίας μέλλει νὰ κυρωθῇ ὁ ἀπολογισμὸς, καθὼς καὶ τῶν πρὸ αὐτῆς. Πᾶσα δὲ πρότασις περὶ παραλειμμάτων πρέπει νὰ περιέχῃ λεπτομερῆ ἔκθεσιν τῶν πρὸς εἴσπραξιν ἐνεργηθέντων μέτρων καὶ τῶν λόγων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ ἀδύνατον τῆς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων.» Τὸ νομοσχέδιον, ὃ εἰσάγετε σήμερον, ἂν καὶ τὸ χαρακτηρίζετε ὡς ἀφορῶν τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν καθυστερούντων, εἶναι κατ’ οὐσίαν νομοσχέδιον περὶ παραλειμμάτων· ἀδιάφορον εἶναι ἂν δὲν ἀπαλείφῃ ὁλόκληρον τὸ χρέος, ἀδιάφορον ἂν ἀπαλείφῃ μόνον τοὺς τόκους καὶ χορηγῇ προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ πληρώσουν τὰ χρέη των οἱ καθυστεροῦντες, τὸ νομοσχέδιον εἶναι περὶ παραλειμμάτων, διότι καταργεῖ ἐν μέρει τὰ χρέη τῶν ὀφειλόντων εἰς τὸ δημόσιον. Ἂν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐστηρίζετο εἰς τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἤδη ὁ νόμος, ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἔχει καθορίσει, δὲν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν τροπολογιῶν καὶ εἰς τὴν σύγχυσιν, διότι τότε ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε φροντίσει νὰ παρουσιάσῃ ἔκθεσιν λεπτομερῆ περὶ ὅλων τῶν καθυστερούντων, τοὐλάχιστον κατὰ κατηγορίας.

§125Α. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εὐχαριστεῖσθε νὰ λάβητε τὸ κεφάλαιον μόνον· θέλετε καὶ τόκους;

§126ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε τί ἤθελον νὰ εἴπω. Τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει ἀνισότητα, καὶ ἐντεῦθεν προέκυψαν ὅλαι αὐταὶ αἱ τροπολογίαι, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἄλλοι μὲν εὐεργετοῦνται, ἐνῷ ἔπρεπεν αὐστηρῶς νὰ καταδιωχθῶσιν, ὡς πρὸς ἄλλους δὲ ὑπάρχει αὐστηρότης, ἐνῷ αὐτοὶ ἦσαν ἄξιοι μείζονος ἐπιεικείας· τοῦτο δὲν ἤθελε συμβῆ, ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τοιοῦτον νομοσχέδιον, συνεμορφοῦτο μὲ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο, ἤθελον ψηφίσει προθύμως πᾶσαν πρότασιν, ἣν ἤθελεν ὁ ὑπουργὸς ὑποβάλει, καὶ δι’ ἧς ἤθελεν ἐκθέσει, ὅτι τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα καθυστερούμενα, μολονότι ἐγένετο χρῆσις ὅλων τῶν ἀναγκαστικῶν μέτρων, δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι, καὶ ὅτι οἱ δεῖνα ὀφειλέται, διὰ τοὺς δεῖνα ὡρισμένους λόγους, εἶναι ἄξιοι, ἐπιεικείας, καὶ ἑπομένως πρέπει ν’ ἀπαλειφθῶσι τὰ χρέη των. Τότε οὐδεὶς ἤθελεν ἀντιτείνει, οὔτε ἤθελε φέρει τροπολογίας, διότι, ὡς εἶπον, αἱ προταθεῖσαι τροπολογίαι, προῆλθον ἐκ τῆς ἐσφαλμένης βάσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ἐγένετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γείνῃ, δὲν συνεμορφώθη δηλ. ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον ὑπουργὸς μὲ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὴν τὴν σύγχυσιν, ἐγὼ θέλω εἶσθαι ὑπὲρ πάσης τροπολογίας, ἥτις ἤθελε συντελεῖ εἰς μετριασμὸν τῶν ἐκ τοῦ νόμου ἀτοπημάτων, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας, ἂν δὲν φθάσωμεν εἰς ἐντελῆ ἰσότητα ἐπιεικείας, θέλομεν τοὐλάχιστον μετριάσει τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχουσαν μεγάλην ἀνισότητα.

§127ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Νέος τρόπος καταπολεμήσεως τῶν νομοσχεδίων πρόκειται νὰ ἐγκαινιασθῇ. Θέλετε νὰ ἐννοήσητε, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι ἓν νομοσχέδιον δὲν εἶναι κατάλληλον; ἀποβλέψατε εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν τροπολογιῶν, αἵτινες παρουσιάζονται· ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ἔλεγεν, ἐξετάσατε τὰς τροπολογίας, αἵτινες παρουσιάζονται, διότι ἂν ἐπρόκειτο ἄνευ συζητήσεως νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ἀξίας τοῦ νομοσχεδίου ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τροπολογιῶν, οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ εἶχον οἱ θέλοντες νὰ πολεμήσωσιν ἓν νομοσχέδιον, νὰ παρουσιάζουν πολλὰς καὶ ποικίλας τροπολογίας καὶ νὰ λέγουν, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν βάσιν· εἶναι τόσον ἀκατάλληλον, ὥστε πανταχόθεν ἔρχονται τροπολογίαι. Καὶ τί σημαίνει, ἀξιότιμε βουλευτὰ Οἰτύλου, ἂν ὁ εἷς βουλευτὴς προτείνῃ μίαν τροπολογίαν, καὶ ὁ ἄλλος ἄλλην; ὅλαι μάλιστα αὐταὶ αἱ τροπολογίαι πολεμοῦν τὴν ἰδέαν σας, διότι αἱ περισσότεραι δὲν τείνουν εἰς τὸ νὰ καταστρέψουν τὸ νομοσχέδιον ἢ τὴν βάσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ θέλουν νὰ ἐπεκτείνουν τὰς εὐεργετικὰς αὐτοῦ διατάξεις· ἑπομένως, μακρὰν τοῦ νὰ συνηγοροῦν, πολεμοῦν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἔχετε. Κύριοι, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον. Καθὼς σᾶς εἶπον, μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1876 καθυστεροῦνται 90,000,000 περίπου· ἀπὸ τὰ 90,000,000 ταῦτα δὲν γίνεται οὐδεμία εἴσπραξις, διότι μετὰ παρέλευσιν 3 ἢ 4 ἐτῶν ἀπὸ τῆς λήξεως ἑκάστης χρήσεως ἡ καταδίωξις θεωρεῖται ἀδύνατος. Ἂν λοιπὸν δὲν παραδεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τότε βεβαίως θέλει δοθῆ χαρμόσυνον ἄγγελμα εἰς πάντας τοὺς ὀφείλοντας μέχρι τοῦ 1876, διότι πάντες οὗτοι θέλουσι μείνει ἐντελῶς ἀνενόχλητοι. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ καταδιωχθοῦν πάντες, καὶ διὰ νὰ καταδιωχθοῦν ἀποτελεσματικῶς, πρέπει νὰ δοθῶσιν ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου κάποιαι εὐκολίαι· αἱ εὐκολίαι δὲ αὗται εἶναι νὰ χαρισθῇ ὁ τόκος καὶ νὰ δοθῇ προθεσμία διὰ τὴν πληρωμήν. Διὰ τοῦ μέσου τούτου νομίζω, ὅτι θέλουν καθαρισθῇ τὰ ὀφειλόμενα, καὶ ὅταν γείνῃ ἡ ἐκκαθάρισις, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁριστικὸς κατάλογος διὰ τοὺς ὀφειλέτας ἐκείνους, τῶν ὁποίων θὰ ζητηθῇ ἡ ἀπάλειψις τῶν χρεῶν ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία. Διὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν πρόκειται νὰ ἀπαλείψωμεν οὐδὲν χρέος· τὰ χρέη θέλουν μείνει ὡς εἶναι ἐγγεγραμμένα· ὅσοι θέλουν νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὸν εὐεργετικὸν νόμον, αὐτοὶ θέλουν τὰ ἀνανεώσει καὶ θέλουν πληρώνει κατ’ ἐνιαυσίους δόσεις ἀτόκως· ὅσοι δὲν θέλουν νὰ τὰ ἀνανεώσουν, αὐτοὶ θέλουσι καταδιωχθῆ, καὶ ἐκ τῆς καταδιώξεως ταύτης θέλει ἀποδειχθῆ, ἂν πρέπῃ ἢ ὄχι νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ ἀπάλειψις τῶν χρεῶν των. Ὁ κ. Σαράβας σᾶς εἶπεν ἀκόμη, διὰ νὰ κατακρίνῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι εὐνοεῖ περισσότερον τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας παρὰ τοὺς μικροὺς φορολογουμένους, διότι εἰς τοὺς μεγάλους χορηγεῖ εἰκοσαετῆ προθεσμίαν, ἐνῷ εἰς τοὺς φορολογουμένους μόνον δεκαετῆ. Τοῦτο, κύριοι, προέρχεται ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ ποσοῦ τοῦ χρέους, διότι ὁ νόμος δὲν δίδει γενικῶς καὶ ἀορίστως εἰς πάντας τοὺς μὴ φορολογουμένους εἰκοσαετῆ προθεσμίαν, ἀλλὰ μόνον εἰς τοὺς ὀφείλοντας ἐπέκεινα τῶν 1,000 δραχμῶν· οἱ ὀφείλοντες ὀλιγωτέρας τῶν 1,000 δραχμῶν, αὐτοὶ δὲν θὰ λάβουν εἰκοσαετῆ προθεσμίαν, ἀλλὰ βραχυτέραν, διότι οὐδεμία δόσις δύναται νὰ ἦναι μικροτέρα τῶν 50 δραχμῶν, ἐνῷ διὰ τοὺς φορολογουμένους αἱ δόσεις δύνανται νὰ ἦναι 10 μόνον δραχμαί. Ὁ νόμος ἀπέβλεψεν εἰς τὸ δυνατόν· ὅταν τις χρεωστῇ 100,000 δραχ. θὰ πληρώνῃ 5,000 κατ’ ἔτος· ἐὰν ζητήσητε περισσότερα, δὲν κάμνετε τίποτε.—Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἑκάστης τροπολογίας, ἣν μετὰ προηγουμένην συζήτησιν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παραδέχηται ἢ νὰ ἀποῤῥίπτῃ.

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τῶν λέξεων «ἀπαλλάσσονται τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας.» (Ἀποῤῥίπτεται ἡ τροπολογία αὕτη δι’ ἀναστάσεως, ἐπιψηφίζεται δὲ τὸ ἄρθρον 1.)

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος προτείνει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἡ ἑπομένη δευτέρα παράγραφος: «Συμπεριλαμβάνονται ἐν ταῖς εὐεργετικαῖς διατάξεσι τοῦ παρόντος νόμου πάντα τὰ χρέη τῶν ὑπολόγων, τὰ ἀναγόμενα εἰς διαχειρίσεις μέχρι τοῦ 1876, καίτοι μὴ ἐξελεγχθείσας.» (Ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως.) Ἄρθρον 2.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὁ κ. Φιλήμων ἐπρότεινε τροπολογίαν, ἑτέραν δὲ οἱ κύριοι Δημητριάδης, Μπούμπουλης, Ναταρᾶς καὶ Ἀναγνωστόπουλος, σχεδὸν ὁμοίαν μὲ τὴν τοῦ Φιλήμονος.

§131ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν συγχωνεύομεν.

§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνεγνωρίσθησαν ὡς δημόσια ἔσοδα καὶ ἐνεγράφησαν ὡς τοιαῦτα εἰς τὰ δημόσια βιβλία, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαγράφωνται, ἂν δὲν βεβαιωθῇ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσι· διὰ νὰ βεβαιωθῇ δὲ τοῦτο, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῶσι τὰ ποσὰ ταῦτα ὡς παραλείμματα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸς κατάλογος. Κατὰ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσε προηγουμένως ὁ κ. Σαράβας, ὁ κατάλογος δέον νὰ ἐμφαίνῃ τὸ ὄνομα τοῦ ὀφειλέτου, τὴν αἰτίαν τοῦ χρέους, τὸ ποσὸν αὐτοῦ, τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα, ἅτινα ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν, καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ εἴσπραξις· τότε δὲ, ἐν γνώσει τῶν περιστάσεων τούτων, ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίζει τὴν διαγραφὴν τῶν χρεῶν· πᾶσα κατ’ ἄλλον τρόπον γενομένη διαγραφὴ ὄχι μόνον εἶναι ἀντικανονικὴ, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐγείρῃ καὶ ὑπονοίας εἰς τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει δίκαιον νὰ ὑποπτευθῇ, ὅτι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν ἡ Βουλὴ, καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, ἀποφασίζει περὶ διαγραφῆς χρεῶν, ἅτινα ἐνδεχόμενον νὰ ὀφείλωνται ἀπὸ πρόσωπα δυνάμενα νὰ πληρώσουν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἀντιτάσσομαι κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν τροπολογίαν, ἥτις προυτάθη, καὶ δὲν συμφωνῶ νὰ γείνῃ οὐδεμία διαγραφὴ ἄνευ προηγουμένης προσαγωγῆς ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἐνώπιόν σας. Ἐν τούτοις τὰ δικαστήρια παρεδέχθησαν, ὅτι καὶ τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὸ δημόσιον ὑπάγονται εἰς παραγραφὴν, διαφωνοῦσι δὲ μόνον ἂν ἡ παραγραφὴ ἐπέρχηται μετὰ παρέλευσιν τριακονταετίας ἢ τεσσαρακονταετίας.

§133ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διὰ τὰ ἀκίνητα, μάλιστα· διὰ τὰ προσωπικὰ ὅμως εἶναι 30 ἔτη.

§134ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως χρέη, ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ὁποίων παρῆλθον τὰ 40 ἔτη, εἶναι ὁμολογουμένως παραγεγραμμένα, ἐκτὸς ἂν τὸ δημόσιον δυνηθῇ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι διέκοψε τὴν παραγραφὴν ἐν τῷ μεταξύ· καὶ περὶ μὲν τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται ἀπὸ ἐνοικιάσας, ἀπὸ ἀγοραστὰς κτημάτων καὶ ὑπολόγους, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἀποδειχθῇ ἡ διακοπὴ τῆς παραγραφῆς, διότι εἰς τὸ διάστημα τοῦτο ἐγένοντο προσκλήσεις, ἐξεδόθησαν ἐντάλματα, ἐπληρώθη μέρος τοῦ χρέους, ἐφυλακίσθησαν πρόσωπα, ἐγένοντο κατασχέσεις κτλ. ἑπομένως διὰ τοιαῦτα χρέη νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ ἐκ τῶν προτέρων οὐδεμία διαγραφή. Περὶ τούτων θέλει ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ τὰ δέοντα, ὅταν ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως βεβαιωθῇ ἡ παραγραφὴ καὶ παρουσιασθοῦν ὀνομαστικοὶ κατάλογοι· ἄλλως τε, κύριοι, δὲν εἶναι καὶ ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ἀπὸ τοῦδε περὶ τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861 οἱ μέχρι τοῦ 1858 ὀφειλέται, ὅσοι εἶχον ἀντιῤῥήσεις κατὰ τοῦ χρέους των, ὑπέβαλον αὐτὰς, καὶ ἐνόσῳ δὲν ἐκδικασθοῦν, δὲν δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ἐναντίον των οὐδεμία καταδίωξις, εἶναι δὲ πολὺ ἐνδεχόμενον, ὅταν ἐκδικασθοῦν αἱ ἀντιῤῥήσεις, νὰ εὑρεθῇ, ὅτι δὲν ὀφείλουν τίποτε· ἑπομένως εἶναι περιττὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ τὰ χαρίσητε. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τοὺς φορολογουμένους τοὺς ὀφείλοντας ἀπὸ πρόστιμα, ἀπὸ χρηματικὰς ποινὰς, ἀπὸ τέλη χαρτοσήμου, ἀπὸ ἔξοδα ἀπαριθμήσεως καὶ καταμετρήσεως, περὶ αὐτῶν βεβαίως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀποδειχθῇ διακοπὴ τῆς παραγραφῆς· διὰ τοῦτο τὸ πολὺ ὅπερ δύναται νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ, εἶναι τὸ νὰ ἀπαλείψῃ ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία καὶ νὰ κηρύξῃ ἄκυρα τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ τοιαῦτα χρέη μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1845.

§135ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μέχρι τοῦ 1851.

§136ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περιορίζομαι ἕως τὰ 1845, διότι, κατὰ τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, εἶναι ζήτημα ἂν ἡ παραγραφὴ ἐπέρχηται μετὰ τὰ 30 ἢ τὰ 40 ἔτη. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἀπέναντι τῆς τροπολογίας, ἥτις ὑπεβλήθη ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτὰς, ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ὡς ἄρθρον 2 τοῦ νόμου. «Οἱ ὀφειλόμενοι παρὰ τῶν φορολογουμένων...

§137Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ προηγουμένη ὁμιλία μου ἀνάγεται εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπε τὸ ἐναντίον, νὰ χαρίσῃ τοὺς φόρους, ὅταν ὀφείλωνται ἀπὸ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι ὑπῆρξαν ἐνοικιασταὶ, μὴ εἰσπράξαντες ὅλως διόλου φόρους, καὶ συνεπείᾳ τούτου ἔγεινεν ὁ νόμος τοῦ 1859, δι’ ὗ ἐχαρίσθησαν εἰς τὸν μακαρίτην Κολοκοτρώνην ὡς ἐνοικιαστὴν τοιαῦτα ποσά. Ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι ἐνοικιασταὶ, οἵτινες δὲν εἰσέπραξαν ὅλως διόλου, καὶ ἐν τούτοις εἰς τὸ δημόσιον ὀφείλουν. Διὰ τοῦτο δίδω τὴν πρότασίν μου περὶ ἀπαλείψεως ὅλως διόλου μέχρι τοῦ 1859.

§138ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀντιλέγω εἰς τὸν προλαλήσαντα ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἡ γνώμη του τείνει νὰ θέσῃ περιορισμὸν εἰς τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως ψηφίσῃ ἀπροσκόπτως τοὺς νόμους. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία περιορίζεται μόνον ἐκ τῶν προηγουμένων νόμων, ἐφ’ ὅσον δικαιώματα τρίτων δύναται νὰ παραβλάψῃ νέος τις νόμος· ἄλλως ἡ ἐξουσία αὕτη εἶναι πλήρης καὶ τελεία. Ἑπομένως ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ διαγράψῃ ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων ὀφειλὰς, αἵτινες δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμέναι, ἢ ὧν ἡ εἴσπραξις δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένη ὡς ἀδύνατος, δὲν ἔχει βάσιν νομολογικήν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς ὤφειλε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς κυρίους λόγους, οὓς ἀνέπτυξα ὅτε ὑπέβαλον τὴν πρότασίν μου. Τὴν πρότασιν αὐτὴν ὑπέβαλον, στηριζόμενος εἰς τὴν ἀκαταστασίαν, εἰς ἣν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πρώτου βίου τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους διετέλουν αἱ δημόσιαι ἀρχαὶ, καὶ τὴν ἀνωμαλίαν, ἥτις ἐπεκράτει τότε. Κατ’ ἐμὲ δὲ οἱ ἱστορικοὶ λόγοι οὗτοι βεβαιοῦν, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξαν καθυστερήσεις, αὗται δὲν προῆλθον ἐν γένει ἐκ κακῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀδυναμίας τῶν πολιτῶν, ὅπως ἐκπληρώσωσι πάσας τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν. Θέλετε ἰδεῖ, ἀναγινώσκοντες τὸν πίνακα τῶν καθυστερούντων ὅτι τὰ ποσὰ ἀναβαίνουσιν εἰς 1 καὶ εἰς 1½ ἑκατομμύριον καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ προϋπολογισμὸς μόλις ἦτο 15 ἢ 16,000,000· καθ’ ἣν δὲ ἐποχὴν ὁ προϋπολογισμὸς ἀναβαίνει εἰς 50,000,000, τὰ καθυστεροῦντα μόλις εἶναι 2 ἢ 2½ ἑκατομμύρια. Προφανῶς τὸ μεῖζον τῶν καθυστερούντων ποσὸν ἐν ἥττονι προϋπολογισμῷ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ καθυστέρησις προήρχετο ἐκ τῆς ἱστορικῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἑπομένως ἡ πρότασίς μου στηρίζεται εἰς γεγονότα πραγματικὰ, ἅτινα ὤφειλε, νομίζω, ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ συζητήσῃ καὶ ἀναιρέσῃ, καὶ ὄχι νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἃς ὅμως, προκειμένου νὰ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιόν του, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὡς παρετήρησε πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Σαράβας.

§139Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἠθέλησε διὰ τῆς προτάσεώς του νὰ δωρήσῃ πράγματα ξένα· ἀπορῶ μάλιστα πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς, γέρων ἄνθρωπος (ἱλαρότης), δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι κατὰ τὸ 1843 τὸ δημόσιον παρεκάλει νὰ εὕρῃ ἐνοικιαστὰς καὶ δὲν εὕρισκεν. Ἔχομεν τώρα τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς. Ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικὸς, διὰ νὰ εἴπω, ἐὰν παραγράφωνται ἐντὸς 30 ἢ 40 ἐτῶν· νομίζω ὅμως, ὅτι οἱ φόροι τῶν φορολογουμένων μετὰ τριακονταετίαν παραγράφονται, διότι αὐτοὶ εἶναι χρέη κινητά. Δὲν ἐνθυμεῖται ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι, κατὰ τοὺς νόμους περὶ ἐνοικιάσεως, τὸ δημόσιον ἦτον ὑποχρεωμένον νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους, καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς ἐφ’ ὅσον ἦτον ἐλλειμματίας μετὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, κατὰ τοσοῦτον ἦτον ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ δημοσίου. Καὶ δὲν ἠξεύρετε, ὅτι ἡ περιουσία αὕτη ἀνήκει εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, καὶ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὴν χαρίσητε, καὶ ὅτι, ἂν δὲν εἰσπράξητε σεῖς τοὺς φόρους αὐτοὺς, καὶ ἐπέλθῃ ἡ παραγραφή, εἶναι ὑπεύθυνον τὸ δημόσιον ἀπέναντι τοῦ ἐνοικιαστοῦ· ἑπομένως δὲν δύναται νὰ χωρίσῃ τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς τοὐλάχιστον μετὰ τὸ 1848 ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ οὔτε χημικῶς δύναται νὰ κάμῃ τὴν ἀνάλυσιν καὶ τὸν χωρισμὸν αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει, ὅτι πρόκειται νὰ παραβιασθῇ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ κάμωμεν τὴν ἀπάλειψιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κ. πρόεδρε, ἔχομεν πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετήσωμεν καὶ ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ λογιστικοῦ· ἀλλὰ ἐὰν δὲν τὸ ἔχωμεν, διατί τὸ εἴχομεν μέχρι τοῦ 1845; καὶ ἂν τὸ ἔχωμεν, τὸ ἔχομεν καὶ μέχρι τοῦ 1876. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ τροπολογία, ἣν παρουσίασαν διάφοροι βουλευταὶ, εἶναι ὀρθοτάτη, καὶ ἂς ἀρκεσθῇ εἰς τοῦτο ὁ κ. ὑπουργὸς, διότι μέχρι τοῦ 1850 τὸν διαβεβαιῶ ἐγὼ, ὅτι δὲν θὰ κατορθώσῃ τίποτε· ἄλλως, ἂν ἐπιμείνῃ, τὸν προλέγω, ὅτι θέλουν γεννηθῇ πρὸς τὸ δημόσιον τόσαι δίκαι, ὅσοι εἶναι οἱ φορολογούμενοι καὶ οἱ ἐνοικιασταί. Ἢ ἀφήσατε τὰ πράγματα ὅπως ἔχουν, καὶ ἂς καταδιωχθοῦν ὅσοι ὀφείλουν, ἢ πρέπει νὰ ζητῶμεν πράγματα δυνατά. Δὲν πταίει ὁ ὑπουργὸς βεβαίως σήμερον, διότι οἱ νόμοι τῆς πολιτείας δὲν εἶναι ἔργον αὐτοῦ, οὔτε κανενὸς ἐξ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ δημόσιον δὲν δύναται τὰς ὑποχρεώσεις του νὰ τὰς ἀναιρῇ.

§140ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἐναντιοῦμαι εἰς ὅλας τὰς τροπολογίας καὶ τὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰς ἄλλας, περὶ καταργήσεως χρεῶν, διότι ἐπιμένω, ὅτι εἶναι ὅλως ἐναντίον εἰς τὴν ἐντολήν μας ἡ κατάργησις χρεῶν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Σόλωνος καὶ τῆς σεισαχθείας μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο παράδειγμα· μοὶ φαίνεται μάλιστα, ὅτι ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐξήτασε τὸ σύστημα τοῦ λογιστικοῦ τῆς Γαλλίας τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν, ὅτι φέρει εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα.

§141ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ Γαλλικοῦ συστήματος.

§142ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Περὶ τοῦ ἰδικοῦ μας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράλλακτον ὡς τὸ Γαλλικόν. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἐν Γαλλίᾳ εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος καταδεικνύει πάντοτε καθυστεροῦντα. Τὰ καθυστεροῦντα μένουν ἐγγεγραμμένα ἐν τοῖς δημοσίοις βιβλίοις μέχρις οὗ βεβαιωθῇ τὸ ἀδύνατον τῆς εἰσπράξεως, καὶ τότε ἐπέρχεται ἡ διαγραφή. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διαγραφῆς; Εἶναι ἡ ἔννοια τῆς καταργήσεως τοῦ χρέους; Οὐδαμῶς. Σᾶς παραπέμπω εἰς ἔκθεσιν σπουδαίαν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν Dalloz ὑπὸ τὴν λέξιν Trésor public, ἀριθμὸς 689.

§143ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παύει ἡ καταδίωξις.

§144ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν ἀπαλείφεται τὸ χρέος. Ὁ νόμος ἔχει ἄλλην θεραπείαν, τὴν παραγραφήν. Ἐδίστασεν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐὰν ἐφαρμόζητε ἡ τριακονταετὴς ἢ τεσσαρακονταετὴς παραγραφή. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει ἐν τῇ μνήμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πλέον ἀναμφισβήτητον, διότι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ βεβαιωθῇ περὶ τούτου, ἀπετάθη εἰς τὴν Νομικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βερολίνου καὶ ἔλαβε γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσεν ἑλληνιστί· ἐν δὲ τῇ γνωμοδοτήσει ταύτῃ ῥητῶς λέγεται, ὅτι ἡ παραγραφὴ τῶν προσωπικῶν ἀπαιτήσεων, περὶ ὧν ἐδῶ πρόκειται, εἶναι τριακονταετὴς, οὐδέποτε δὲ ἑλληνικὸν δικαστήριον ἠμφισβήτησε περὶ τῆς τριακονταετοῦς παραγραφῆς τῶν προσωπικῶν ἀπαιτήσεων. Ἀμφισβήτησις ἐγεννήθη περὶ τῶν πραγματικῶν ἀγωγῶν, ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν πρόκειται ἐδῶ. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὅσοι λέγουν μέχρι τοῦ 1841 ἢ τοῦ 1845, λέγουν πράγματα περιττά· ὅλα αὐτὰ παρεγράφησαν μέχρι τοῦ 1851. Τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα, μήπως ἐπῆλθε διακοπή. Εἶναι τῷ ὄντι σπάνιον νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐπῆλθε διακοπή, διότι ἁπλῶς ὑπόμνησις τοῦ δημοσίου καὶ εἰδοποίησις δὲν διακόπτουσι τὴν παραγραφήν· πρέπει νὰ γείνῃ πρᾶξις ἐκτελέσεως, προσωπικὴ κράτησις, κατάσχεσις, καὶ τότε ἐπέρχεται διακοπὴ παραγραφῆς. Ὁ νόμος τοῦ 1871 σιωπᾷ περὶ διακοπῆς· ἄρα ἰσχύουν αἱ κοιναὶ διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἀρκεῖ νὰ εἰδοποιήσῃ τὸ δημόσιον τὸν ὀφειλέτην, πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ καὶ πράξει, ἐκτελέσεως, διὰ τοῦτο δὲν ἔχω δισταγμὸν, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ χρέη τὰ πρὸ τοῦ 1851 παρεγράφησαν. Εἶναι λοιπὸν μόνη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1851 καὶ 1856. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ πράξῃ ἔργον σύμφωνον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς, μὴ προχωροῦσα εἰς αὐτὸν τὸν ὀλέθριον δρόμον τῆς καταργήσεως χρεῶν. Κατάργησις χρεῶν εἶναι κακίστη ἀρχὴ, ἥτις, ἅμα εἰσαχθῇ, βεβαίως θὰ ἔχῃ πολλὰς ἀπομιμήσεις καὶ θ’ ἀκούσωμεν πλεῖστα ὅσα δικαιολογητικὰ, ὅπως ἤρχισε νὰ ἐκθέτῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι ὑπάρχει περίστασις ἀφέσεως χρεῶν. Πῶς ἠμποροῦμεν νὰ ἀφήσωμεν χρέη ἄγνωστα; Ὑποθέσατε, ὅτι χρεωστεῖται ποσὸν παρὰ πλουσιωτάτου, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε μέχρι σήμερον νὰ κρύπτηται, εἶσθε εὐδιάθετοι νὰ δωρήσητε εἰς αὐτόν; Θὰ εἴπητε, ὅτι πράττετε ἔργον φιλανθρωπίας; ἔργον ἀγνοίας πράττετε. Λοιπὸν πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ὁδὸν, δὲν ἔχομεν δὲ ἀνάγκην μέχρι τοῦ 1851, διότι ὅσα εἶναι προγενέστερα, αὐτὰ παρεγράφησαν, καὶ ἑπομένως εἶμαι ἐναντίος πάσης τροπολογίας.

§145ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶχε μεγάλην ἀνησυχίαν ἡ Βουλὴ, ἕνεκα τοῦ ποσοῦ τῶν ὀφειλομένων· ἀλλ’ αὐτὰ ἀπεδείχθησαν σήμερον κἄπως ἀνύπαρκτα. Ὀφείλουν οἱ φορολογούμενοι 90, 000,000· ἀπεδείχθη, ὅτι ὅλα τὰ χρέη πρὸ τοῦ 1850 εἶναι μηδέν· ἡμεῖς ὅμως κατακρινόμεθα καὶ κατακρίνομεν ἡμᾶς αὐτοὺς πολλάκις, ὅτι δὲν πληρώνομεν εἰς τὸ δημόσιον. Ἦλθον εἰς τὸ βῆμα νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι οὐχὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἁπανταχοῦ μένουσι καθυστεροῦντα, καὶ πανταχοῦ ἐξετάζονται κατ’ ἔτος τὰ παραλείμματα. Δὲν ἐμελέτησα τὸν Δαλλὸζ καὶ πιστεύω, ὅτι λέγει, ὅπως ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν τῷ λογιστικῷ νόμῳ εἶναι ὁ ὅρος διαγράφονται, καὶ ἀρκεῖ ὁ ὅρος, ἵνα παύσῃ πᾶσα καταδίωξις. Ἐνόμισα, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς ἤθελεν ὑποστηρίξει, ἀφοῦ εἶναι παραγεγραμμένα τὰ χρέη μέχρι τοῦ 1851, νὰ παύσῃ πᾶσα καταδίωξις· ἐξ ἐναντίας ἐγνωμάτευσε τὸ ἀντίθετον, νὰ ἐξακολουθῶμεν καταδιώκοντες τοὺς ὀφείλοντας εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ διὰ τοῦτο κυρίως ἔλαβον τὸν λόγον, διότι βεβαίως ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν προκατάληψιν τῆς σεισαχθείας, ἀλλὰ περὶ τούτου οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει κατάργησις χρεῶν, ἀλλὰ ἀναγνώρισις τῆς ἀποσβέσεως τῆς φυσικῆς τῆς γεγονυίας ὡς ἐκ τῆς παραγραφῆς, οὔτε ἄφεσις, οὔτε δωρεά· τί δωρεῖς, ἀφοῦ οὐδεὶς σοὶ ὀφείλει τι; Τώρα, κύριοι, βάσις τοῦ νόμου εἶναι ἀνεπάρκεια τῶν φορολογουμένων νὰ πληρώσουν, ἀνεπάρκεια τῶν ὑπηρετῶν τοῦ δημοσίου νὰ εἰσπράξουν. Διατί ἀνεπάρκεια; διότι δὲν ὑπάρχει ὁ φορολογούμενος, διότι δὲν ὀφείλει. Ἄπειροι ἐξ αὐτῶν δὲν ὀφείλουν· πλεῖστα προέρχονται ἐκ θεομηνιῶν, καὶ ἠδυνάμην ν’ ἀναφέρω ἱστορικὰ γεγονότα. Λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ σεισαχθείας, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἦτο φοβερὸν νὰ δεχθῶμεν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἔχομεν λαβεῖν πρὸ τοῦ 1851, πρῶτον ἕνεκα τῆς παραγραφῆς, καὶ δεύτερον, διότι «οὐκ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος», καὶ τοῦτο εἶναι βεβαιωμένον διὰ τῆς ἐπὶ 50 ἔτη καταδιώξεως. Ἐν Γαλλίᾳ δὲ ἑνὸς ἔτους καταδίωξις, ἐὰν δὲν φανῇ ἐπαρκὴς, τότε παύει πολλάκις ἡ καταδίωξις δι’ ἀπορίαν τῶν ὀφειλετῶν. Τώρα πρόκειται μόνον ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων; λέγω ὄχι, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν μάλιστα τοῦ κ. Καλλιγᾶ, δὲν ὑποστηρίζει τὴν διαγραφὴν ἢ μᾶλλον τὴν παῦσιν πάσης καταδιώξεως, διότι πρόκειται καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Πρέπει νὰ ἐνασχολώμεθα εἰς τὴν ἀναβεβαίωσιν τῶν χρεῶν ἀπὸ τοῦ 1829 μέχρι τοῦ 1850; Αὐτὴ εἶναι ἡ κόπρος τοῦ Αὐγείου, καὶ ἂν τὸ δημόσιον εἰσέλθῃ εἰς τὴν βεβαίωσιν αὐτῶν, θὰ παραλείψῃ τὴν βεβαίωσιν τῶν μετὰ ταῦτα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐλπίζει νὰ εἰσπράξῃ. Πρέπει λοιπὸν τὸ σαπρὸν νὰ τὸ ἀποκόψῃς, διὰ νὰ φθάσῃ ἡ δημοσία ὑπηρεσία εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔχει ἐλπίδα. Τώρα, κύριοι, μὴ νομίζητε, ὅτι ἡ παραγραφὴ εἶναι ἕν τι ὅλως διόλου αὐθαίρετον. Εἶναι φυσικὸν, μετὰ παρέλευσιν 30 ἐτῶν, ὁ ὀφειλέτης δὲν ἠξεύρει ἐὰν χρεωστῇ οὔτε ἐὰν ἐπλήρωσε, καὶ τὰ 30 ἔτη ἐξαλείφουσι μίαν γενεὰν ὁλόκληρον· ἡ κατόπιν γενεὰ, ἐκτὸς ὅτι δὲν ὀφείλει, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ ἐὰν ὀφείλῃ, τί ὀφείλει ἢ ποῦ τὰ χαρτάκια ἐκεῖνα, αἱ ἀποδείξεις. Ἦλθε μίαν φορὰν ὁ ταμίας Μεσολογγίου, καὶ μὴ θέλων νὰ λογαριάσῃ, ἐθεώρησεν ὅλους τοὺς πολίτας τοῦ Μεσολογγίου ὀφειλέτας καὶ εἶπε: Φέρετε τὰς ἀποδείξεις, διὰ νὰ μὴ σᾶς καταδιώξω, καὶ ἐδάρη ὁ ταμίας καὶ ἐποδοκροτήθη καὶ ἔγεινε μέγα κακόν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλήμονος δὲν εἶναι μόνον ἐπιεικὴς, εἶναι καὶ δικαία· δὲν εἶναι μόνον δικαία, εἶναι καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ διοίκησις θὰ συγκεντρωθῇ εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῆς εἰσπράξεως ἐκείνων τῶν ὀφειλομένων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐλπὶς κἄτι τι νὰ εἰσπράξωμεν.

§146ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς κύριον Καλλιγᾶν, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ διατί χαρίζομεν τὰ πράγματα τοῦ δημοσίου, καὶ ὅτι ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Σόλωνος τοιοῦτόν τι δὲν παρουσιάσθη. Τώρα ἐνόησα τὸν φόβον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατελήφθη ὁ κ. Καλλιγᾶς. Ὁ Σόλων, κύριε πρόεδρε, ἐνομοθέτησεν ὄχι νὰ χαρίσῃ τὸ δημόσιον εἰς τοὺς ἰδιώτας, ἀλλὰ νὰ χαρίσουν οἱ ἰδιῶται εἰς τοὺς ἰδιώτας. Ἂς μὴ φοβηθῇ ὅμως ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι, ἀφοῦ σήμερον ὑποχρεώνομεν τὸ δημόσιον νὰ χαρίζῃ εἰς τοὺς ἰδιώτας, θὰ προχωρήσωμεν νὰ νομοθετήσωμεν κατόπιν νὰ χαρίσουν οἱ ἰδιῶται πρὸς τὸ δημόσιον ὥστε ὁ τοιοῦτος φόβος του εἶναι πρόωρος, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐντελῶς ἀνυπόστατος.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι γνωστὴ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Φιλήμονος καὶ τῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι, ὅτι ἡ μὲν τοῦ κ. Φιλήμονος συμπεριλαμβάνει καὶ τοὺς ἐνοικιαστὰς μέχρι τοῦ 1856, ἡ δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περιορίζει τὸν χρόνον μέχρι τοῦ 1851, καὶ περιλαμβάνει μόνον τοὺς φορολογουμένους.

§148ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ προσθέσῃ ὡς παραγεγραμμένα.

§149ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ προστεθῇ, διότι τὰ παραγεγραμμένα εἰσὶν αὐτοδικαίως κατὰ τὸν νόμον ἀπεσβεσμένα· ἐὰν δὲ ὁ νόμος εἴπῃ, ὅτι ὡρισμένως τὰ δεῖνα χρέη διαγράφονται ὡς παραγεγραμμένα, θὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία, ὅτι τὰ λοιπὰ, καίτοι παραγεγραμμένα, δὲν διαγράφονται.

§150ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ αἰτιολογία ὡς παραγεγραμμένα περιέχει τὴν αἰτίαν τοῦ νόμου· ὁ λόγος δὲ τοῦ νόμου δὲν ἐκφράζεται ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἂν προστεθῇ, δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρερμηνείαν, διότι δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὰ παραγεγραμμένα δὲν ὑπάγονται.

§151ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἄλλως τε δὲ καὶ ἡμεῖς ἐστηρίχθημεν εἰς ἱστορικὰς περιστάσεις μᾶλλον, ἢ εἰς νομικάς.

§152ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβῇ πέραν τοῦ 1851. (Ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Φιλήμονος.)

§153Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί εἰς τοὺς φορολογουμένους νὰ χαρίζωνται οἱ τόκοι, καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς;

§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέχρι τοῦ 1851 περιλαμβάνονται καὶ ἐνοικιασταὶ καὶ φορολογούμενοι.

§155ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς τροπολογίας καὶ τῆς ἄλλης δὲν εἶναι μόνον, ὅτι ἐκείνη συμπεριλαμβάνει τοὺς ἐνοικιαστὰς, ἀλλὰ καὶ ἄλλους· ἀποκλείονται οἱ δυστυχεῖς ὑπόλογοι, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος· εἶναι πολλοὶ ταμίαι, οἱ ὁποῖοι ἐληστεύθησαν. Τὸ συνέδριον ἐξέδοτο ἀποφάσεις οὐ μόνον ἀδίκους, ἀλλὰ καὶ τερατώδεις· ὑπάρχει μία ἀπόφασις, ἐξελέγχουσα τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ἁλαταποθήκης Μεσολογγίου ἀπὸ τοῦ 1848 μέχρι τοῦ 1851· ἐπειδὴ δὲ δὲν εὑρίσκετο εἰς ποῖον ἔτος παρουσιάσθη τὸ ἔλλειμμα, συμπεριέλαβε τὸ συνέδριον πάντας ὅσοι ὑπηρέτησαν ὡς ἁλαταποθηκάριοι, καὶ τοὺς καταδικάζει ἀλληλεγγύως.

§156ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ ποῖον σκοπὸν ἔχει ἡ ἀπαρίθμησις, ὡς ἐγένετο, τῶν ἀπαλειφομένων ὀφειλῶν ἀπὸ τοῦ 1829 ἕως τοῦ 1851. Ἐνόουν, καὶ δὲν ἤθελον ἀντιτείνει, μολονότι εἶμαι ἐναντίος πασῶν τῶν προτάσεων τῶν γενομένων περὶ ἀπαλείψεως ἢ διαγραφῆς τοιούτων χρεῶν, ἀφοῦ, κατὰ τὴν ὀρθὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, πάντα ταῦτα ὑπάγονται εἰς παραγραφὴν, καὶ δύναται πᾶς τις νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του κατὰ τοὺς κειμένους νόμους· ἐνόουν τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μέχρι τινός, τοῦ νὰ μὴ ἐπέλθῃ μεταβολή τις εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, λέγω, τὴν κατονομασίαν. Παρετήρησα δὲ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης διαφωνίαν μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν, καὶ διαφωνίαν μεγίστην, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς· δὲν ἔπρεπε νὰ φέρωσι τοιαύτην συζήτησιν ματαίαν. Ὅθεν παρακαλῶ, ἀντὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς, νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς. «Τὰ μέχρι τοῦ 1851 ὀφειλόμενα πρὸς τὸ Δημόσιον ἀπαλείφονται», καὶ ἂς προστεθῇ ἡ φράσις «πλὴν τῶν προερχομένων ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως», διότι τὸ ἔγκλημα τῆς ἀπίστου διαχειρίσεως εἶναι ἀτιμωτικὸν, καὶ δέον νὰ μὴ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν εὐεργετικὴν αὐτὴν διάταξιν.

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη πρόκειται νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἄρθρον· ὅλαι δὲ αἱ τροπολογίαι, συγχωνευθεῖσαι, ἐψηφοφορήθησαν.

§158ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῆς προσθήκης, ἡ ὁποία ἐγένετο, νομίζω, κύριοι, ὅτι θὰ ἀνατρέψωμεν δικαιώματα κεκτημένα, διότι, ὅταν φθάσητε νὰ μνημονεύσητε ὅλους τοὺς ὀφειλέτας καὶ ἀποκλείσητε μίαν τάξιν ἔχουσαν ἴσως κεκτημένα τὰ δικαιώματα τῆς παραγραφῆς, τότε φαίνεται, ὅτι καταστρέφετε καὶ αὐτά.

§159ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.

§160ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶναι τόσον μᾶλλον σκανδαλῶδες τοῦτο, ὅσον δύναται νὰ ἐκδοθῇ μετὰ ἔτη ἀπόφασις τοῦ συνεδρίου, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι ὑπεύθυνος διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1843 ὀφείλει νὰ πληρώσῃ. Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν παραγραφήν; μέχρι τοῦ 1851 ὑπάρχει παραγραφὴ, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ὅλοι οἱ ὀφειλέται, μεταξὺ δὲ τῶν ὑπολόγων, τῶν ὁποίων οἱ λογαριασμοὶ δὲν ἐξελέχθησαν, ὑπάρχουσιν οἱ μᾶλλον ἀθῶοι ὀφειλέται τοῦ δημοσίου. Κύριοι, θὰ φέρωμεν ἓν ἀτόπημα, ἓν χάσμα, ἂν δὲν συμπληρώσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν, διότι, ὡς ἔχει, φρονῶ, ὅτι ἀνατρέπει τὰς κυριωτέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἰσότητος, ἢ τοὐλάχιστον θὰ προκαλῇ ἀπορίας ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου.

§161ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχετο καμμίαν τροπολογίαν καὶ ἄφινε τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, διότι ἐκ τῆς καταδιώξεως καὶ ἐνεργείας τοῦ δημοσίου θὰ ἀποδειχθῇ ποῖα ἐκ τῶν χρεῶν εἶναι παραγεγραμμένα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν δικαιούμεθα νὰ κάμωμεν καμμίαν καταδίωξιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ὁρίσῃ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι οὐδεμία καταζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τὰ χρέη, ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ὁποίων παρῆλθον 30 ἔτη, διότι τὰ θεωρεῖ παραγεγραμμένα, καὶ ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ διακοπὴ τῆς παραγραφῆς, πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν ἢ ὅτι ἐφυλακίσθησαν οἱ ὀφειλέται, ἢ ὅτι ἐγένοντο κατασχέσεις, τότε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐσυζητήσαμεν, καὶ νὰ εἴπωμεν: «Πάντα τὰ καθυστερούμενα ἀπὸ ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων ἀπὸ τοῦ 1852 μέχρι τοῦ 1876 ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις ταύτας, τὰ δὲ πρὸ τοῦ 1851 διαγράφονται».

§162Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους συμπεριλαμβάνονται καὶ συνδρομαὶ τοῦ δημοσίου πρὸς ἑταιρίας, ὡς εἶναι ἡ τῆς οἰνοποιΐας τῶν Πατρῶν (θόρυβος), ἥτις χρεωστεῖ, ὡς ἤκουσα, 300,000 δραχμῶν. Τί θὰ γείνῃ περὶ αὐτῶν;

§163ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ διαγραφῶσιν.

§164ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Διὰ τῆς τροπολογίας μεταβάλλεται ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου. Ἐὰν ἐννοῇ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ τροπολογία, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφοφορηθῇ χωριστὰ, καὶ χωριστὰ τὸ ἄρθρον, διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἐναντίοι πάσης δωρεᾶς ἢ ἀπαλείψεως. Περὶ τῶν παραγεγραμμένων περιττὸν ν’ ἀναφέρωμεν. (Θόρυβος.)

§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὰ πρόστιμα, αἱ χρηματικαὶ ποιναὶ καὶ πᾶν ἕτερον χρέος κεκλεισμένων χρήσεων μέχρι τοῦ 1851, συμπεριλαμβανομένου, ἀπαλείφονται ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία, καὶ οἱ περὶ αὐτῶν τίτλοι ἀκυροῦνται.

§166ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὸ τὸ «πᾶν ἄλλο» ῥίπτει εἰς τὰς ὁδούς, χαρίζει χρήματα προερχόμενα ἐξ ἀγορᾶς κτημάτων. Τὰ χρέη ταῦτα δὲν παρεγράφησαν, οὔτε δύνανται νὰ παραγραφῶσι, διότι τὸ δημόσιον εὑρίσκεται εἰς δίκας μὲ τοὺς ἅρπαγας ἐκείνους τῆς περιουσίας του. Λοιπὸν ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ συναινέσω εἰς τοιαύτην θυσίαν’ ἐννοῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ φανῇ ἐπιεικὴς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἔγεινε Σουλτάνος, διὰ νὰ χαρίζῃ οὔτε τσιφλίκια, οὔτε μεγάλα χρηματικὰ ποσά.

§167ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροποποίησίς σας, εἶναι καλλίτερον νὰ διατυπωθῇ μὲ ὀλίγας λέξεις «Ἐξαιροῦνται τῆς διατάξεως τοῦ προηγουμένου ἄρθρου τὰ μέχρι τοῦ 1851, ἅτινα ἀπαλείφονται.»

§168ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία μου εἶναι διὰ τὰ ὀφειλόμενα παρὰ τῶν φορολογουμένων πρὸς τὸ δημόσιον, διὰ τὰ πρόστιμα, τὰς χρηματικὰς ποινὰς, τέλη χαρτοσήμου, ἔξοδα ἀπαριθμήσεως κλπ’ κατόπιν, ἐπειδὴ ἐῤῥέθη, ὅτι οἱ φορολογούμενοι εἶναι ἀῤῥήκτως συνδεδεμένοι μετὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, συνηνέσαμεν νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς προσόδων. Τὸ «πᾶν ἄλλο χρέος» δὲν τὸ προτείνομεν ἡμεῖς.

§169ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ φορολογίας μέχρι τοῦ 1840 ἐνοικιάζοντο καὶ οἱ φόροι τῶν ζώων, καὶ μόνον μετὰ τὸ 1840 ἐξεδόθη νόμος, ὅστις ἀπηγόρευσε τὴν ἐνοικίασιν καὶ καθιέρωσε τὴν ἀπαρίθμησιν. Ἂν λοιπὸν ἐνοικιαστής τις ἔχῃ χρεώσει φορολογουμένους ἢ ὀφείλῃ εἰς τὸ δημόσιον ἀπὸ καθυστερήσεις φόρου τῶν ζώων, διὰ τί αὐτὸς νὰ ἦναι ἐκτὸς τῆς ἀπαλλαγῆς; Πρέπει νὰ εἴπωμεν «καὶ οἱ ἐξ ἐνοικιάσεων προσόδων, δημητριακῶν καρπῶν καὶ ζώων».

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ. (Γίνεται δεκτὴ δι’ ἀναστάσεως.)

§171ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Γίνεται ἡ ψηφοφορία.)

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λεωνίδας Μελετόπουλος Κωνστ. Λομβάρδος Ο
Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΝἈναστ. Λούντζης Ο
Παντολ. Λογιωτατίδης ΝἸωάν. Νέγκας
Λεωνίδ. Καρυστινάκης ΟἸωά. Βοῦλτσος
Νικόλ. Μαυροκορδάτος Γεώργ. Κρεστενίτης Ν
Μιχαὴλ Δ. Κάτρης ΝΣτέφ. Στεφανόπουλος Ν
Γεώργιος Τσώκρης Αὐγερινὸς Πετραλιᾶς Ν
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ΟἈνδρ. Αὐγερινός Ν
Γεώρ. Παπαλεξόπουλος ΝΓ. Παππακυριακόπουλος
Ἀνδρέας Ψύλλας ΟΘεμιστ. Δαραλέξης Ν
Δημήτριος Ῥάλλης Σπυρ. Κουκούλεζας Ν
Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΝΓεώργ. Πετούσης
Τιμολέων Φιλήμων ΝΠ. Οἰκονόμου Ο
Παῦλος Καλλιγᾶς ΟΠέτρος Α. Ζάνος Ν
Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΝικ. Νομικός
Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζές ΝΝικήτας Συνοδινός Ο
Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς ΝΔημοσθένης Στάϊκος
Βλάσης Βαλτινός Κωνστ. Πεταλᾶς Ν
Ἀθανάσιος Ἴσκος ΝἈριστ. Οἰκονόμος
Δημήτρ. Γρίβας Ἀλέξ. Φωτήλας
Γεώργ. Γεροθανάσης ΝἈθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ν
Χρῆστος Κατσικογιάννης Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς
Βασίλ. Νικολόπουλος Περικλ. Γ. Πεῤῥωτὴς
Ἰωάννης Ῥοϊλος ΝΚωνστ. Ἰω. Φλέσσας
Γεώργ. Μπούκουρας ΝΔημ. Τζάνες Ο
Θεόδ. Δηλιγιάννης Δημ. Κάρτσωνας Ν
Κωνστ. Μαντζουράνης ΝἈντών. Χατζηνικολῆς
Εὐθ. Δεληγιάννης ΟἈλέξ. Ἀντωνιάδης
Κωνστ. Κοσσονάκος ΝΓεώρ. Καραβᾶς Ο
Πέτρος Πετροπουλάκης ΝἸωάννης Πεζᾶς Ο
Κωνστ. Ἀνδρῖτσος ΝΓεώργιος Παππαγεωργίου
Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος ΝἈνδρ. Ἱερομνήμων Ο
Ἰωάν. Γ. Κότταρης Στυλιανὸς Βάλληνδας Ο
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Νικόλ. Βασιλάκης
Νικόλ. Θ. Ῥίτσος ΟἈντών. Παλατιανός
Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης ΟἸάκωβος Πολυλᾶς Ο
Γεώργ. Μίλησης ΝἈναστ. Δημητριάδης Ν
Ἰωάν. Κ. Ζέρβας Δημήτ. Σταυρόπουλος Ο
Γεώργ. Ζηνόπουλος Σπυρ. Δ. Νοταρᾶς Ν
Δημήτρ. Χατζόπουλος Ἰωάν. Δεληγιάννης Ν
Δημήτριος Βουλπιώτης Ἀνδρ. Νοταρᾶς
Σπυρ. Καραϊσκάκης Ν. Βαλσαμάκης Ο
Πάνος Μανωλίδης ΟΠ. Βενιεράτος
Σπυρ. Ῥώμας Σπ. Μοντεσάντος Ο
Λ. Μηλιαρέσης Λαμπρούλιας Ν
Σπυρ. Κοντολέων Ζ. Ζαρειφόπουλος Ν
Πάνος Κορωνᾶτος Ἀναστ. Α. Νικολάουρας
Στυλ. Κασιμάτης Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
Θεόδ. Θερμογιάννης Θεόφιλος Π. Προβατᾶς
Ἀντών. Καρδαρᾶς ΟΓεώργ. Ἰακωβάτος Ν
Δημήτρ. Σταματόπουλος Χαράλαμ. Ἰακωβάτος
Θ. Καλλίτσης ἢ Μαρσύλης Νικόλ. Ἰακωβάτος
Ἰωάν. Βαλασσόπουλος ΝΝικόλ. Γ. Κάγκας Ν
Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟΕὐθ. Κεχαγιᾶς
Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας
Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Ο
Δημήτρ. Δημητρακάκης ΝΛουκᾶς Καραλίβανος Ο
Δημήτρ. Μελετόπουλος ΝΓεώργ. Ῥοῦφος Ν
Γεώργ. Λάππας Ἀντών. Ῥικάκης Ν
Ἀναστάσ. Κουτσοπέταλος Ἀριστομ. Κοντογούρης Ν
Νικόλ. Μπουφίδης Δημήτρ. Πατρινός
Σπυρ. Βαλαωρίτης ΝΠερικλ. Καλαμογδάρτης Ο
Ξενοφῶν Βαλαωρίτης ΝΝικόλ. Κουμανιώτης Ν
Γεράσιμος Σέρβος ΟΝικόλ. Καράπαυλος Ν
Δημήτρ. Τσαμόπουλος ΝΔημ. Τριγγέτας
Ἀριστ. Ῥούκης Ἀθανάσιος Μισυρλῆς
Δημ. Παπαλουκᾶς ΟΕὐάγγελος Ἀντύπας Ν
Χρῆστος Χρηστόπουλος ΝΓεώργ. Φλωριᾶς
Ἀλέξανδρος Πετρινός ΝἈναστ. Ζερβός
Ἀναστάσ. Σεχιώτης ΝΜιχαὴλ Σκαδέντζος Ο
Ἰωάν. Ταμπακόπουλος Γεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Ο
Κωνστ. Ῥεβελιώτης Παντελῆς Μπούμπουλης Ν
Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Γεώργ. Λεωνίδας
Ἠλίας Κοσονάκος ΝἸωάννης Γρυπάρης
Ἀθανάσιος Κατριβάνος ΝΠαντιᾶς Καράλης
Βασίλ. Βούτουνας ΝΣτέφανος Σκουλούδης
Στέφ. Δραγούμης ΟἸωάννης Δούμας
Δημήτρ. Πάγκαλος ΟΓ. Μπούμπουλης Ν
Γεώργ. Σταμούλης Ἰωάννης Ζαλλώνης
Σπυρ. Ζερβός Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
Θεόδ. Ζερβός ΝΝικόλαος Δρόσος Ν
Χαρίλ. Τρικούπης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν
Νικόλ. Μακρῆς Θ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν
Γεώργ. Τσάλας ΝΚανάρης Γιαλιᾶς Ν
Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος ΝΓεώργ. Πατρίδης Ν
Κωνστ. Δ. ΚουμουνδοῦροςΝΓεώργ. Στάϊκος
Περικλ. Μποῦτος Ἰωάν. Μεγαπάνος Ν
Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Γ. Σ. Κοριζῆς
Γεώργ. Προβελέγιος Χριστόδ. Λ. Δουζίνας
Δημήτρ. Κυριακίδης Γεώργ. Δ. Βούλγαρης
Ἐλευθέριος Μυκώνιος ΟἘπαμ. Α. Κριεζῆς Ν
Κωνστ. Κρίσπης ΟΘεόδ. Ν. Γκίκας Ο
Μιλτιάδης Βαρότσης ΝΛεωνίδας Τράκας
Νικ. Γ. Καλαντζόπουλος Ἀθαν. Χατζόπουλος Ν
Γεώργ. Σισμάνης ΝΚωνστ. Χατζῖσκος
Ἀθανάσ. Ῥοντήρης ΝΔημήτρ. Ζουλούμης
Κωνστ. Φαρμακόπουλος Νικ. Εὐαγ. Κοντογιάννης
Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος ΟἈλέξ. Οἰκονόμου
Ἀλέξ. Πετσάλης ΟΘεόδωρος Φλογαΐτης
Τηλέμαχος Ῥούκης Βασίλ. Βουδούρης Ν
Κυριάκ. Μαυρομιχάλης ΝΜιχαὴλ Ἀβέρωφ
Δημήτρ. Σαράβας ΝΚωνστ. Ν. Παπανικολῆς
Ἀντ. Μαυρομιχάλης Δημοσθ. Βρατσάνος
Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης
Ἀσημ. Χρηστόπουλος Ν

§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 114, 75 ὑπὲρ τῆς τροπολογίας, 39 δὲ κατ’ αὐτῆς. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7½ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69
2τῆς 10 Φεβρουαρίου 1881.
3Ὥρα 2¼ μ. μ.
4Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται
5τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
6§1ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ἵνα συ-
7ζητηθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 11 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομο-
8σχέδιον περὶ τοῦ ταμείου τῶν ἱερατικῶν σχολῶν, καθόσον
9τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι κατεπεῖγον, διότι πρὸ 18 μη-
10νῶν δὲν ἔλαβον μισθὸν οἱ διδάσκαλοι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν
11Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ἵνα συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν.
12§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὸν προϋπο-
13λογισμόν.
14§3ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τελειώσωσι τὰ πλέον κατε-
15πείγοντα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ,
16τότε νὰ λάβωσι καὶ τἆλλα τὴν σειράν των· π. χ. εἶναι
17δύο νομοσχέδια, διὰ τὰ ὁποῖα ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ
18πολλοὶ ἐκ τῶν βουλευτῶν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀν-
19τίῤῥησις νὰ ἀναγνωσθῶσι ταῦτα εἰς βʹ συζήτησιν, καὶ κατό-
20πιν ὅταν ἔλθῃ ἡ γʹ συζήτητις, τότε, ἐὰν καὶ αὐτὰ λάβωσι
21σειράν, συζητοῦνται.
22§4ΠΟΛΛΟΙ. Προϋπολογισμὸν, κ. Πρόεδρε.
23§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ τροποποίησις τῆς ἡμερησίας
24διατάξεως. Λάβετε, κύριοι, τὰς θέσεις σας, παρακαλῶ.
25§6Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐὰν πρόκηται, κ. πρόεδρε, νὰ ἀλλάξωμεν
26τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Ἔχομεν
2717 χρόνια μερικὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ὁποῖα πο-
28τὲ δὲν συνεζητήθησαν.
29§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρυπάρης, ὡς ἠκούσατε, ζητεῖ νὰ τρο-
30ποποιηθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, ἤτοι νὰ προηγηθῇ τὸ νομο-
31σχέδιον περὶ τοῦ ταμείου τῶν ἱερατικῶν σχολῶν.
32§8ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι καλὸν νὰ
33συζητηθῇ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
34§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τούτου πρόκειται, κ. βουλευτά· ἐγκρί-
35νει ἡ Βουλή;
36§10ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
37§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ
38ἀντίῤῥησις καμμία, καὶ ἂν δὲν γείνῃ συζήτησις, ἂς προηγηθῇ.
39§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συμφω-
40νήσει νὰ προταχθῇ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου ἡ συζήτησις
41τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως οὐδεὶς ἀντιλέγει,
42ὅπως τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις,
43καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, συζητηθῶσιν εἰς ά, βʹ
44καὶ γʹ ἀνάγνωσιν· ἑπομένως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν
45μὴ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, νὰ ἀναγνωσθῇ.
46§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
47§14Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου, κύριοι, πρέ-
48πει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ τῆς λύσεως τοῦ
49Κερκυραϊκοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ Ζανείου κληροδοτήματος.
50(Θόρυβος.) Τρία ἥμισυ μιλιούνια τάλληρα χάνομεν ἀπὸ αὐ-
51τὴν τὴν ὑπόθεσιν. (Θόρυβος.) Αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι πρὶν
52ἑνωθῇ ἀκόμη ἡ Κέρκυρα μὲ τὴν Ἑλλάδα. Πρέπει λοιπὸν νὰ
53ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
54§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει τὸ ὑπουργεῖον νὰ προτάξῃ
55τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
56§16Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἢ θὰ συζητήσωμεν λοιπὸν τὸν προϋπολογι-
57σμὸν, ἢ πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ προταχθῇ τὸ νομο-
58σχέδιον τοῦτο.
59§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ ἤκουσαν τὴν γενομένην
60πρότασιν· ἔχουσιν ἀντίῤῥησίν τινα;
61§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Καθ’
62ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις καὶ δὲν θὰ προκληθῇ συζήτη-
63σις, εἴμεθα σύμφωνοι νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια αὐτά.
64§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
65§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
66§21Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σήμερον, κύριοι, ἔλαβον τὸ ἑπόμενον
67τηλεγράφημα: «Ἀποσπάσματα κατέστρεψαν ἐπὶ 20 ἤδη
68ἡμέρας οἰκίαν μου. Νομαρχεύων γραμματεὺς ἀρνεῖται θρα-
69σέως δοῦναι ἀντίγραφον ἀποφάσεως στρατολογικοῦ συμβου-
70λίου, ἀπαλλάσσοντός με ἐπιστρατείας. Ἐνεργήσατε τὰ
71δέοντα· εἰς ἄλλους δίδει εὐχερῶς ἀντίγραφα ἀπαλλαγῆς
72ἀποφάσεων». Ἐπειδὴ δὲν ἔχω καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν Κυ-
73βέρνησιν, ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βου-
74λήν, ὡς στοιχεῖον ἀμεροληψίας διοικήσεως!
75§22ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
76§23Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κ. Παναγόπουλος ἐκ Φενεοῦ. Ἐλπίζω,
77ὅτι δὲν θὰ τὸν κακοποιήσωσιν οἱ χωροφύλακες ὡς αὐθάδη,
78διότι τολμᾷ νὰ παραπονεθῇ. Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα
79εἰς τὸ προεδρεῖον, καὶ ἐλπίζω, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτε-
80ρικῶν καὶ Στρατιωτικῶν θὰ ἐνεργήσωσι τὰ πρέποντα. Ἐγὼ
81δὲν κολακεύομαι ὑπὸ τῆς ἐλπίδος, ὅτι θὰ ἐνεργήσωσι τίποτε·
82ἐξ ἐναντίας ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ θὰ εἴπωσιν,
83ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ καὶ ὅτι οἱ ὑπάλληλοί των εἰσὶ
84λευκαὶ περιστεραί.
85§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
86§25ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. ὑπουργὸς
87τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω λό-
88γον ὅταν ἔλθῃ.
89§26ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Εἰδοποιῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κατὰ τὴν
90συνεδρίασιν τῆς αὔριον θέλω ἀπευθύνει αὐτῇ καὶ θέλω ἀνα-
91πτύξει ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰς ἐν Θεσσα-
92λίᾳ παρὰ τὰ νόμιμα τὰ διεθνῆ καὶ παρὰ τὰς συνθήκας τε-
93λουμένας ἐπισήμως καταπιέσεις καὶ διαρπαγὰς, ἀφ’ ἑτέρου
94δὲ τὰς καταστροφὰς, ἃς ὑφίσταται ἡ Ἤπειρος, καὶ τὰς
95καταδιώξεις, εἰς ἃς ὑποβάλλονται οἱ ἐκεῖ λαοὶ, ὅπως ὁπλί-
96σωσι τὰς χεῖρας αὑτῶν καθ’ ἡμῶν, καί τοι προαιώνιος
97ἱστορία, κοινὴ καταγωγὴ καὶ κοινὰ συμφέροντα συνδέουσιν
98αὐτοὺς μεθ’ ἡμῶν, καί τοι πεπρωμένον εἶναι, ὅπως οἱ λαοὶ
99οὗτοι ἑνωθῶσι μεθ’ ἡμῶν πρὸς κοινὴν δόξαν καὶ εὐτυχίαν.
100Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα,
101ὅσα ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἀναγγελλομένην ἐπερώτησιν.
102§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι παροῦσα καὶ ἤκουσεν.
103§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νὰ μοὶ σταλῇ ση-
104μείωσις, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
105§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Κυθήρων κ.κ. Κορωναῖος καὶ Κασι-
106μάτης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ
107ὑποτελωνείου Αὐλέμονος καὶ ὑπὲρ συστάσεως δύο τελω-
108νοσταθμαρχείων.— Ὁ βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας κ. Κριεζῆς ὑπο-
109βάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου περὶ
110τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 64 καὶ 80 τοῦ νόμου περὶ στρα-
111τολογίας.— Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει
112ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων ἐκ δραχμῶν
11311,400 καὶ 114,653. Θὰ τυπωθῶσιν.
114Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως
115τῶν ἄρθρων 64 καὶ 80 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου.
116§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴπομεν νὰ συζητηθῇ πρῶτον τὸ περὶ ἰθα-
117γενείας.
118§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐθὺς ἀμέσως θὰ ἔλθῃ, διότι τώρα μόλις
119ἐτυπώθη καὶ διανέμεται.
120§32ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Πρέπει νὰ ἴδω πρῶτον
121τὴν τροπολογίαν, ἥτις ὑπεβλήθη.
122§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κ. ὑπουργὲ, θέλετε νὰ μείνῃ δι’
123αὔριον.
124§34ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Μάλιστα.
125§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται δι’ αὔριον.
126Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως
127τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἀστικοῦ νόμου.
128(Γίνεται δεκτόν.)
129Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατατάξεως ἀλ-
130λοδαπῶν ἀξιωματικῶν.
131§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἡ ἰσχὺς τοῦ
132νόμου διαρκεῖ ὅσον καὶ ἡ ἐπιστράτευσις. Ἀλλὰ τοῦτο τί
133δηλοῖ; ὅτι οἱ διορισθησόμενοι ξένοι ἀξιωματικοὶ θέλουσι
134διατηρεῖσθαι ἐν τῷ στρατῷ μόνον ἐφ’ ὅσον εἶναι ἡ ἐπιστρά-
135τευσις, ἢ ὅτι δὲν θέλει γίνεσθαι διορισμὸς ἀξιωματικῶν,
136εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐπιστράτευσις, ἀλλ’ ὁ διορι-
137σμὸς ἔσται διαρκής;
138§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ δεύτερον.
139§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε ἡ ἔννοια τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι
140ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐπιστράτευσις, θέλει δίδεσθαι βαθμὸς εἰς
141τοὺς ξένους, ὅστις θέλει εἶσθαι ἰσόβιος.
142§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, αὐτὴ ἡ ἰδέα
143πολὺ μᾶς ἀπησχόλησε τῳόντι· ἔχομεν ἀνάγκην ἀξιωματικῶν
144χρησιμωτάτων. Ἀλλ’ ἐὰν τῳόντι ἔλθουν καὶ λάβουν μέρος
145εἰς τὸν πόλεμον καὶ κινδυνεύσουν καὶ τὴν θέσιν των καὶ ἄλ-
146λο περισσότερον, ποίαν ἀμοιβὴν θὰ ἔχουν μετὰ ταῦτα;
147Θὰ φύγουν ἐντεῦθεν ὅπως ἦλθον, ἢ θὰ ἦναι βέβαιοι, ὅτι,
148ὑπηρετήσαντες τὴν Ἑλλάδα, θὰ διατηρήσωσιν ὅ,τι εἶχον
149καὶ θὰ ἐξακολουθήσουν ἀπολαμβάνοντες ὅ,τι καὶ οἱ ἄλλοι
150ἀξιωματικοὶ ἡμῶν; Ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ἀσφα-
151λίσωμεν, διότι, ἄνευ αὐτῆς τῆς ἀσφαλείας, φοβούμεθα, ὅτι
152οὐδεὶς θὰ ἔλθῃ. Λοιπὸν, ἐπειδὴ ἄλλον τρόπον ἀσφαλείας
153δι’ αὐτοῦ; δὲν εὕρομεν, παρεδέχθημεν αὐτὸν τὸν τρόπον.
154Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἄλλως πως δυνάμεθα νὰ φθάσω-
155μεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκο-
156λίαν νὰ τὸ δεχθῶμεν· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐνοούσαμεν διὰ τί-
157νος τρόπου ἠμποροῦσαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐν καιρῷ πολέ-
158μου ν’ ἀφήσωσι τὰς θέσεις των, τοὺς βαθμούς των, ν’ ἀφή-
159σωσι τὰς πατρίδας των, καὶ ἀφοῦ ὑπηρετήσωσι, νὰ τοὺς
160διώξωμεν, χωρὶς τίποτε νὰ ἀπολαύσουν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βου-
161λὴ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ ἄλλον τρόπον καταλληλό-
162τερον, δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸν δεχθῶμεν.
163§40Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 ἐγγεγραμμένον νο-
164μοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει διατί τὸ ἀφήσατε, κ.
165πρόεδρε;
166§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἐκηρύχθησαν χθὲς κατεπείγοντα, καὶ
167διὰ τοῦτο προηγοῦνται.
168§42ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Τὸ ζήτημα, κ. πρόεδρε, ὅπερ φέρει ἐν τῷ
169μέσῳ τὸ παρουσιαζόμενον νομοσχέδιον, ὑπάρχει ἀκανθῶδες,
170διὰ νὰ μὴ εἴπω τι περισσότερον· οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι δὲν
171θὰ ἔχωσι τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων ἡμῶν, καὶ τὴν
172ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ἐγγηράσαντες εἰς τὸν στρατόν. Ἀπὸ τῆς
173πρώτης ἐποχῆς τῆς συστάσεως τοῦ στρατοῦ, εὑρεθέντες εἰς
174ὥραν ἐνθουσιασμοῦ, ἐδέχθημεν τοὺς πάντας, ἀλλὰ κατόπιν
175εἴδομεν, ὅτι εὑρίσκοντο ἄνθρωποι μεταξὺ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι
176οὐδεμίαν στρατιωτικὴν γνῶσιν εἶχον, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐγί-
177νοντο δεκτοί. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς παραδοχῆς ξένων ἀ-
178ξιωματικῶν, ἀλλ’ ὁδηγούμενοι ἐκ τοῦ παρελθόντος,
179πρέπει νὰ συμβιβάσωμεν καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο νὰ
180γείνουν μὲν δεκτοί, ἀλλὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίν-
181δυνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπέσαμεν ἄλλοτε. Καὶ ταῦ-
182τα μὲν διὰ τὴν σήμερον· ἔχω δὲ καὶ ἄλλας ἀντιῤῥήσεις,
183ἐὰν μέλλῃ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
184§43ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐκηρύχθην πάντοτε κατὰ
185τῆς εἰσαγωγῆς ξένων ἀξιωματικῶν, διὰ τὸν λόγον, ὅτι οἱ
186ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ἐρχόμενοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, πρέπει νὰ
187καταλάβωσι θέσεις ἐν τῷ στρατῷ διαρκεῖς· ἰσχυρίζομαι δὲ,
188ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ, καὶ τοῦτο δύναταί τις νὰ τὸ κρί-
189νῃ, κρίνων ἐκ τῶν ἰδίων, δὲν δύνανται ἀξιωματικοί, κατέ-
190χοντες θέσιν ἐπίξηλον εἰς τὰ ἔθνη των, νὰ ἐγκαταλείψω-
191σιν αὐτὴν καὶ νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα νὰ καταλάβωσι θέσιν
192ἐν τῷ στρατῷ, ἐκτὸς, ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἔρχωνται ἐ-
193λαυνόμενοι ἀπὸ φιλελληνισμὸν ἔκτακτον καὶ ἀπὸ αἴσθημα ὅ-
194λως διόλου ἐξαιρετικὸν, καὶ τότε δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ
195ἀπαιτήσωσι νὰ μένωσιν ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλὰ δύνανται κα-
196τόπιν, μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ πολέμου, νὰ λάβωσι μίαν ἀμοι-
197βὴν, ἓν παράσημον, καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν τόπον των,
198ὅπως ἐγένετο εἰς τὸν Γαλλοπρωσσικὸν πόλεμον, ὅπου μετέ-
199βησαν πολλοὶ ἀξιωματικοὶ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν,
200καὶ μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ πολέμου δὲν ἔλαβον παρὰ μόνον ἓν
201παράσημον, ἐπολέμησαν δὲ ὅπως καὶ οἱ Γάλλοι στρατιῶται,
202καὶ ἐπηνέθησαν καὶ ἐβραβεύθησαν ἐπὶ τέλους. Νομίζω,
203λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν
204στρατὸν ξένοι ἀξιωματικοί, διότι γνωρίζομεν καὶ ἐκ τῆς
205ἱστορίας τοῦ ἔθνους μας, ὅτι οὐδέποτε τὸ ἔθνος ἐδέχθη νὰ
206εἰσέλθωσιν ξένοι ἀξιωματικοί.
207§44ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, κ. πρόεδρε, τὸ ζήτημα
208αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον· δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, οὐχ’ ἧττον
209φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν,
210ὅτι, ἐὰν ἔλθωσιν οἱ ξένοι ἐκεῖνοι καὶ συμπολεμήσωσι μεθ’ ἡμῶν,
211ὑπὲρ τῶν δικαίων τῆς Ἑλλάδος, μετὰ τὸν πόλεμον εἶναι κα-
212λὸν, εἶναι δίκαιον, νὰ ἀφεθῶσιν ἄνευ ἀμοιβῆς; Εἰς τοῦτο
213ἔχει πολὺ δίκαιον ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν
214κ. πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τοῦτο· ἐὰν
215κατ’ εὐτυχίαν λυθῇ τὸ ζήτημα εἰρηνικῶς, τότε δὲν θὰ ἦναι
216βάρος ἡ πρόσληψις ξένων ἀξιωματικῶν; ἐπὶ τούτου νὰ ἐπι-
217στήσῃ, παρακαλῶ, ἡ Κυβέρνησις τὴν προσοχήν της.
218§45ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ ἀγὼν ἡμῶν, κ. πρόεδρε, ἐὰν ἐπέλθῃ
219οὗτος, εἶναι ἀγὼν ἱερὸς, εἶναι ἀγὼν ὑπὲρ τοῦ δικαίου, ὑπὲρ
220τοῦ πολιτισμοῦ· διὰ τοῦτο δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλα-
221λήσαντος, ὅτι στρατιωτικοὶ διακεκριμένοι ἀλλοεθνεῖς δὲν
222εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθωσιν, ὅπως τείνωσιν ἡμῖν χεῖρα
223ἀρωγόν. Ἔχω τοὐναντίον πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι πολ-
224λοὶ ξένοι ἀξιωματικοὶ διακεκριμένοι καὶ περίβλεπτοι, βλέ-
225ποντες, ὅτι ἀδικεῖται ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ὅτι ἀναλαμβάνει
226ἀγῶνα ὑπέρτερον τῶν δυνάμεών του, θὰ προσέλθωσι καὶ θὰ
227δώσωσιν ἡμῖν γενναίαν συνδρομήν. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περι-
228πτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀφήσῃ κατόπιν αὐτοὺς
229ν’ ἀπέλθωσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμοιβῆς, ἀφοῦ ἤθελον ἀγωνι-
230σθῆ ὑπὲρ ἡμῶν καὶ μεθ’ ἡμῶν, καὶ ἀφοῦ ἤθελον ὁδηγήσει
231τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα εἰς τὰ πεδία τῆς μάχης καὶ στέψει αὐτὰ
232διὰ τῆς νίκης καὶ τῆς δόξης.
233§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔχει τὸν λόγον. (Ὁ κ. Καλ-
234λιγᾶς ἀναβαίνει τὸ βῆμα.)
235§47ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ εἶχον ζητήσει πρὶν τὸν
236λόγον, καὶ πρέπει ἕκαστος νὰ τὸν λαμβάνῃ κατὰ σειράν.
237§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐλησμόνησα, κ. Πετσάλη. Λάβετε τὸν
238λόγον, παρακαλῶ.
239§49ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πειράζει· ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Καλλιγᾶς
240πρὸ ἐμοῦ.
241§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐπεμβαίνω, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα περὶ
242τοῦ καταλλήλου καὶ τοῦ προσφόρου τῆς παραδοχῆς ξένων
243εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ μάλιστα ὡς ἀξιωματι-
244κῶν ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα καταδείξω ποία εἶναι καθ’
245αὑτὸ ἡ ἀπορία, ἡ ὁποία ἐγείρεται διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου
246νομοσχεδίου. Βλέπω τὸ ἑξῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι πρό-
247κειται νὰ γείνωσι ξένοι δεκτοί, ἀπολαμβάνοντες τὸν
248αὐτὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐν ξένῳ
249στρατῷ, καὶ τοῦτο κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατείας,
250ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς πολιτογραφήσεως αὐτῶν, ὡς ῥητῶς
251λέγει ὁ νόμος: «Τῶν πολιτογραφησομένων ὡς πολιτῶν Ἑλ-
252λήνων». Ἅμα αὐτοὶ πολιτογραφῶσιν Ἕλληνες, ἕπεται, ὅτι
253ἀπολαμβάνουσιν ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ Ἕλληνος, καὶ ἀπο-
254λαμβάνοντες τὰ δικαιώματα τοῦ Ἕλληνος, ἕπεται, ὅτι δια-
255τηροῦσι διὰ βίου τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον ἀπέκτησαν. Ὥστε
256δὲν γεννᾶται τὸ ζήτημα ἐὰν ὁ βαθμὸς, ὅστις μέλλει νὰ δοθῇ
257εἰς αὐτοὺς, θέλῃ διαρκέσει ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπιστρατεία, ὄχι· πο-
258λιτογραφούμενοι οὗτοι, λαμβάνουσιν, ἐὰν τὸ ἐπιτρέψῃ ἡ κυ-
259βέρνησις, βαθμόν. Ἄρα ὁ βαθμὸς, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσι
260κατ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, μέλλει νὰ ἦναι διαρκὴς, καὶ ὄχι
261προσωρινός.
262§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.
263§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὥστε δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀπορία, ἥτις γεννᾶ-
264ται· ἡ ἀπορία εἶναι ἄλλη. Ὁ πολιτογραφούμενος Ἕλλην βε-
265βαίως ὑποτάσσεται εἰς τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους· ἄρα, διὰ
266νὰ λάβῃ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ προ-
267σόντα τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ὁ πολίτης δὲν γίνεται διὰ μιᾶς
268ἀξιωματικὸς, ἀλλὰ διατρέχει ὅλους τοὺς κατωτέρω βαθμοὺς
269ἕως ὅτου φθάσῃ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Λοιπὸν τὸ
270ἐξαιρετικὸν τοῦ νομοσχεδίου ποῖον εἶναι; εἶναι ἡ διακριτι-
271κὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ δοθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν,
272ὥστε νὰ ἀπονεμηθῇ ὁ ἴδιος βαθμὸς ἀξιωματικοῦ εἰς ξένους,
273ὃν εἶχον ἐν ξένῳ στρατῷ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πρὸς πολίτην
274Ἕλληνα δὲν ἐπιτρέπεται.
275§53ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἤδη ἀξιωματικοὺς ὄντας.
276§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐν ξένῳ στρατῷ. Περὶ τούτου
277πρόκειται, νὰ δοθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν διακριτικὴ ἐξουσία,
278ὥστε ἀπ’ εὐθείας νὰ ἀπονέμῃ εἰς ξένον ἀξιωματικὸν βαθμὸν
279ὅμοιον ἢ κατώτερον ἐκείνου, ὃν εἶχεν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Εἰς
280τοῦτο πρέπει κυρίως νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν ἡμετέραν προσο-
281χὴν, καὶ οὐχὶ εἰς ἄλλο τι. Ἄλλη ἀπορία δὲν ὑπάρχει· ἡ δὲ
282ἔννοια τῆς τελευταίας παραγράφου εἶναι, ὅτι αὐτὴν τὴν δια-
283κριτικὴν ἐξουσίαν ἀποδίδομεν εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐφ’ ὅσον
284διαρκεῖ ἡ ἐπιστρατεία, οὐχὶ διὰ παντός. Αὐτὴ νομίζω, ὅτι
285εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου.
286§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
287§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἄλλη ἀπορία δὲν ὑφίσταται κατ’ ἐμέ.
288§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
289§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἠθέλησα μόνον νὰ θέσω τὸ ζήτημα, ἵνα
290σκεφθῶμεν περὶ αὐτοῦ κατὰ τὴν ἑπομένην ἀνάγνωσιν.
291§59Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἔλαβον τὸν λόγον μόνον,
292ὅπως διορθώσω ἱστορικάς τινας παραλείψεις, ἢ ἄγνοιαν ἱστο-
293ρικὴν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ ἔντιμος
294βουλευτὴς Ἠλείας, ὅστις εἶπεν, ὅτι ποτὲ ἀξιωματικὸς ὅπως
295πρέπει, ἤτοι ἐκ τῶν διακεκριμένων καὶ ἐπιστημόνων, δὲν δύ-
296ναται ν’ ἀφήσῃ τὰ δικαιώματα, τὸν βαθμόν του, τὴν πα-
297τρίδα του, καὶ νὰ μεταβῇ ὡς τυχοδιώκτης εἰς τοιοῦτον ἀγῶ-
298να. Τοῦτο μὲ ἐλύπησε, διότι αἱ λέξεις αὗται, ἐκφερόμεναι ἀπὸ
299τῆς Βουλῆς, βεβαίως περιέχουσί τι, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ
300ψυχράνῃ καὶ τὴν θέλησιν καὶ τὸν ζῆλον τῶν ἐχόντων τὴν
301διάθεσιν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ, ἂν οὐχὶ
302χάριν τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ χάριν τῆς ἱστορίας καὶ τοῦ πο-
303λιτισμοῦ. Δὲν ἐνθυμήθη, φαίνεται, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος,
304ὅτι ὁ Λαφαγὲτ, πρὶν γείνῃ ἀρχηγὸς τῆς ἐθνοφυλακῆς τῆς
305Γαλλίας, ἐπολέμησε μετὰ τοῦ Οὐασιγκτῶνος ἐν Ἀμερικῇ,
306δὲν ἐνθυμήθη, ὅτι ὁ Μόλτκε ἐπολέμησεν ἐπίσης εἰς ξένα
307Κράτη, ὡς εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω καὶ
308πλεῖστα ἄλλα παραδείγματα ἱστορικά.
309Ἠμπορεῖ ὁ ἔντιμος προλαλήσας νὰ μὴ θέλῃ οὐχὶ ἕνεκα
310προσωπικοῦ λόγου, ἀλλ’ ἕνεκα ἀρχῆς ἄλλης, ἕνεκα ἄλλων
311γεγονότων, τὴν εἰσαγωγὴν ξένων ἀξιωματικῶν· ἀλλ’ ἐγὼ,
312χωρὶς νὰ προσβάλω τοὺς Ἕλληνας ἀξιωματικοὺς, νομίζω,
313ὅτι ἡ προσέλευσις ξένων ἀξιωματικῶν θέλει συντείνει εἰς
314τὴν ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα
315δυστυχῶς ἕνεκα τῆς πολυχρονίου εἰρήνης ἐξέλιπον ἐκ τῶν
316ἡμετέρων. Ὅθεν ἡ προσέλευσις ξένων ἀξιωματικῶν εἰς τὸν
317στρατὸν θέλει προκαλέσει καὶ τὴν ἅμιλλαν καὶ τὸν ἐνθου-
318σιασμὸν καὶ εἰς τὰ ξένα Κράτη.
319Κηρύσσομαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
320Ἀλλὰ πρέπει ἡ κυβέρνησις νὰ τὸ παρουσιάσῃ πληρέστερον,
321καὶ νὰ τὸ παρουσιάσῃ ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον παρουσιά-
322σθη εἰς τὴν ἰταλικὴν Βουλήν. Βεβαίως ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ
323παρουσιάσθη ὅμοιον νομοσχέδιον μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς ὅλης
324Ἰταλίας, ἀλλὰ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῆ ποτε
325ἐκ μέρους τοῦ ἀοιδίμου καὶ πατρικοῦ ἐκείνου ὄντως βασι-
326λέως τῆς Ἰταλίας, εἶχε τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἠδύνατό
327τις νὰ προσέλθῃ ὡς ἀξιωματικός· καὶ διὰ νὰ γείνῃ τις ἀξιω-
328ματικὸς, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἀποδείξῃ τὸν
329βαθμὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε, καὶ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, ἀλλὰ
330συνάμα ὤφειλε νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ
331ὑπὸ δοκιμασίαν.
332Ἐκτὸς δὲ τούτου μετὰ τὸν πόλεμον ἐξεδόθη νόμος, ὅστις
333ὑπεχρέωσε τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους νὰ δώσωσιν ἐξετά-
334σεις, καὶ, ἐὰν ηὐδοκίμουν, τότε νὰ κρατήσουν τοὺς βαθμοὺς,
335τοὺς ὁποίους εἶχον λάβει εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης, ἄλλως
336τε ὡς τιμητικούς. Τοιοῦτον λοιπὸν νόμον πλήρη ὀφείλετε
337νὰ φέρητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ δυσκολία
338μετὰ ταῦτα.
339Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἐπιφυλαχθῶμεν ὡς πρὸς τοὺς
340βαθμοὺς ν’ ἀποφασίσωμεν μετὰ τὸν πόλεμον, ἐὰν οὗτος
341γείνῃ, καὶ ὅστις ἐλπίζω, ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτος, διότι ἡ
342Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῆς καχεκτικῆς θέσεως, εἰς
343ἣν εὑρίσκεται, εἰμὴ ῥίπτουσα τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, ἐὰν
344ἐπιφυλαχθῶμεν τοῦ δικαιώματος τούτου, τότε θὰ ἤμεθα εἰς
345θέσιν ὄχι μόνον νὰ κατορθώσωμεν νὰ δοθῶσι βαθμοὶ ἐπα-
346ξίως, ἀλλὰ θέλουσιν εὑρεθῆ ἀξιωματικοὶ ἄξιοι τοῦ βαθμοῦ,
347τὸν ὁποῖον θὰ κατέχωσι.
348§60ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν ὑπὸ τὴν εὐρεῖαν ἀντίληψιν τοῦ
349νομοσχεδίου, δὲν εἶμαι ἐναντίος αὐτοῦ, ἐὰν μόνον ἐξασφαλι-
350σθῶμεν κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ
351στρατοῦ τυχοδιωκτῶν, οἱ ὁποῖοι, καθὼς ἠξεύρετε, συμβαίνει
352εἰς περιστάσεις τοιαύτας, νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ τόπου εἰς
353τόπον. Διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τοῦτο καὶ ἐπειδὴ πρόκειται ἐν
354μελέτῃ τὸ νομοσχέδιον, ὑποβάλλω ὀλίγας παρατηρήσεις εἰς
355μελέτην τῆς Βουλῆς. Πρῶτον ἡ ἀπορία, διατί ἐν τῷ νομο-
356σχεδίῳ νὰ τεθῇ ἡ φράσις «εἰδικοῖς σώμασιν», ἐνῷ ἔχομεν τὸν
357στρατὸν καὶ τὴν ἐθνοφρουράν· ὁ ἐνεργὸς στρατὸς καὶ ἡ
358ἐθνοφρουρὰ περιλαμβάνει πᾶν ὅ,τι πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ
359ἡ ἑλληνικὴ δύναμις ἐν ἐπιστρατείᾳ. Τί σημαίνουν τὰ σχημα-
360τισθησόμενα τάγματα ἐνταῦθα; σχηματίζονται τῇ ἐγκρί-
361σει τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔχουν ἐπίσημον χαρακτῆρα; Δεύ-
362τερον, πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ σαφέστερον ἡ φράσις «μὲ τὸν
363βαθμὸν», ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ εἰσαχθῶσι,
364πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπηρεσίαν ἐνεργὸν εἰς στρατοὺς τακτικοὺς
365Κρατῶν στρατιωτικῶς συντεταγμένων.
366§61ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου ἐν-
367τελῶς μὲ παρενόησεν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχουσι στρα-
368τιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἀκόμη εἰς διάφορα μέρη, οἵτινες ἐμ-
369φορούμενοι ἀπὸ στρατιωτικὰ αἰσθήματα, πηγαίνουν παντοῦ
370ὅπου εἶναι ἀγὼν ὑπὲρ ἐλευθερίας· ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἐζήτησαν
371ἐκ τῶν προτέρων βαθμοὺς καὶ μισθούς. Ἐγὼ εἶμαι κατὰ
372τῆς προσκλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν, ἰσχυρίζομαι δὲ, ὅτι
373δὲν δύναται ἀξιωματικὸς, κατέχων θέσιν ὑψηλὴν ἐν τῇ πα-
374τρίδι του, νὰ ἐγκαταλείψῃ αὐτὴν καὶ νὰ ζητήσῃ ἀλλοῦ βαθ-
375μούς· φέρω δὲ ὡς παράδειγμα τοὺς Ἕλληνας ἀξιωματικοὺς
376τοὺς μεταβάντας εἰς Γαλλίαν, ὅπως ὁ μακαρίτης Βούρβαχης,
377ὁ ταγματάρχης Βασιλειάδης, ὁ λοχαγὸς Λεονταρίτης, ὁ
378ἀποθανὼν ἐκεῖ, οἵτινες ἐπολέμησαν ὑπὲρ τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ
379δὲν ἐζήτησαν βαθμούς. Ἐὰν λοιπὸν ἦναι ἀξιωματικοὶ ἐν-
380θουσιώδεις θὰ ἔλθουν καὶ ἄνευ βαθμοῦ. Πρὸς τούτοις παρα-
381τηρῶ, ὅτι, ἐὰν τὸ ἔθνος εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ
382πολεμήσῃ, θὰ εὑρεθῇ βεβαίως μετὰ 2–3 μῆνας. Ὁ ἀξιότι-
383μος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς γνωρίζω, διέταξε πρό
384τινων ἡμερῶν τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα νὰ μὴ κατατάσσουν
385ἐθελοντὰς, οἵτινες δὲν γνωρίζουν τὴν ἑλληνικήν. Συνεπῶς
386ξένοι ἀξιωματικοί, μὴ γνωρίζοντες τὴν γλῶσσαν, κατὰ τί
387θὰ ὠφελήσωσι; Φοβοῦμαι δὲ ἀκόμη τὸ παράδειγμα, τὸ
388ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς, ὅτι συ-
389νέβη εἰς τὸν γαλλο–πρωσσικὸν πόλεμον, ὅτι δὲν ὑπήκουσαν
390οἱ ὑποδεέστεροι εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτων, φοβοῦμαι,
391ὅτι θὰ συμβῇ καὶ ἐδῶ, ἐὰν ἔλθουν ξένοι ἀξιωματικοί.
392§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, σήμερον βεβαίως δὲν πρόκει-
393ται νὰ συζητήσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω.
394Τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τὸ λάβητε ὑφ’ ὅλην τὴν γενικότητα
395αὐτοῦ· εὑρισκόμεθα εἰς παρασκευὰς καὶ δὲν σπεύδομεν βε-
396βαίως, διότι πρέπει προπάντων νὰ φροντίσωμεν νὰ ἤμεθα
397ἕτοιμοι διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, καὶ ἐν ὅσῳ εὑρισκόμεθα ἔτι
398εἰς τὰς παρασκευὰς, πρέπει νὰ προΐδωμεν περὶ ὅλων τῶν
399ἀναγκῶν καὶ περὶ ὅλων τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας
400δυνατὸν νὰ εὑρεθῶμεν. Τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται δὲν ἀ-
401φορᾷ εἰς τὴν ἀναπλήρωσιν ἀνεπαρκείας τυχὸν τοῦ Ἑλληνι-
402κοῦ στρατοῦ ἢ τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ ἐὰν εὑρε-
403θῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσωμεν. Σκεφθῆτε, κύριοι, ὅτι
404δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὰς ἰδίας ἀνάγκας καὶ εἰς τὴν ἰδίαν
405θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθη ὁ Γαλλικὸς στρατός, ὁ Ἰταλικὸς στρατὸς
406καὶ οἱ λοιποί. Ἡμεῖς εὑρισκόμεθα ὑπὸ περιστάσεις ὅλως διό-
407λου διαφορετικὰς, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀνοικτὰς τὰς ἀγκά-
408λας καὶ πρὸς τοὺς ξένους καὶ τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν καὶ πρὸς
409ἄλλους, οἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύσουν πρὸς τὸν σκοπόν
410μας. Εὐτυχῶς δὲν εἴμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσωμεν συν-
411τόμως· ἔχομεν καιρὸν, καὶ διὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ σκεφθῶ-
412μεν ὡρίμως, ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν μικρῶν ἐκείνων περιστάσεων, τὰς
413ὁποίας συνήθως λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν ὅταν ἔχωμεν ἐντὸς
414στενοῦ κύκλου ἐσωτερικοῦ νὰ ἐνεργήσωμεν καὶ ὅπου τὰ συμ-
415φέροντα τῶν ἀτόμων καὶ τῶν ὁμάδων ἐπηρεάζουν ἰσχυρό-
416τερον. Ἤδη τὰ περιωρισμένα αὐτὰ συμφέροντα πρέπει νὰ
417ὑποκύψουν εἰς τὴν γενικὴν ἰδέαν, τὴν ἰδέαν τῆς τιμῆς τῆς
418πατρίδος.
419(Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς ά συζήτησιν.)
420§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προ-
421σόντων τῶν παρὰ ταῖς προξενικαῖς ἀρχαῖς Κωνσταντινουπό-
422λεως καὶ Ἰβραΐλας λιμεναρχῶν.
423§64ΡΟΥΚΗΣ. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ἀφ’ ἑνὸς ὁ
424κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μᾶς ἔφερε νομοσχέδιον περὶ προσ-
425λήψεως ἐμποροπλοιάρχων καὶ ἀποτάκτων, ἕνεκα τῆς ἐλλεί-
426ψεως ἀξιωματικῶν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ζητεῖ πλωτάρχας
427διὰ τὰς θέσεις αὐτὰς, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ δώσωμεν καὶ τε-
428λωνιακὴν θητείαν, νὰ κάμωμεν τὴν ὑπηρεσίαν των θαλάσ-
429σιον. Πρέπει οἱ εἰδήμονες τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μᾶς φωτίσουν,
430καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ
431νομοσχεδίου.
432§65ΨΥΛΛΑΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν τοῦ συ-
433ναδέλφου κ. Ῥούκη· νομίζω μάλιστα, ὅτι κακῶς προετάχθη
434τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι, ὅταν ὁ κ.
435Μπούμπουλης ἐζήτησε τὸ παρελθὸν Σάββατον, μοὶ φαίνεται,
436νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
437ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μελετόπουλος ἔφερεν ἀντίῤῥησιν
438εἰς τοῦτο διὰ διαφόρων ἰσχυρισμῶν, ἐγὼ δὲ παρετήρησα
439ἐκ τῆς θέσεώς μου ἐκεῖ, ὅτι περὶ τῶν λιμεναρχῶν αὐτῶν ὑ-
440πάρχει νόμος ἐψηφισμένος ἀπὸ τὰ 1878, ὁ ὁποῖος ὁρίζει
441τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Προσέτι δὲ εἶπον προ-
442χθὲς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ διέλθῃ κατὰ τὸν
443κανονισμὸν τὴν βάσανον τῶν δύω ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν, εἰς
444τὰς ὁποίας καὶ ἀπεστάλη. Πράγματι δὲ πρό τινων ἡμερῶν
445ὁ κ. πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἔστειλεν,
446ὡς γραμματεῖ τῆς ἐπιτροπῆς, διά τινος τῶν κλητήρων,
447διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὸ ἐπέ-
448στρεψα αὐτῷ ἀμέσως μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ
449σταλῇ καὶ εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ναυτικῶν.
450Κατόπιν εἶδον τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Γκίκαν, ὅστις μοὶ
451εἶπεν, ὅτι ἀποκρούει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὡς προσω-
452πικόν. Πρέπει ἑπομένως νὰ διέλθῃ τὴν βάσανον τῶν δύω
453ἐπιτροπῶν. Τόσῳ δὲ μᾶλλον εἶναι ἀναγκαῖον τοῦτο, καθ’ ὅ-
454σον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς προσωπικόν· εἶναι
455διπλῶς μάλιστα προσωπικὸν, διότι ὁ κ. Μπούμπουλης εἶπε
456προχθὲς, ὅτι μανθάνει, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν
457πρόκειται νὰ διορίσῃ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὰ ἀπαι-
458τούμενα προσόντα. Ἔμαθον δὲ καὶ ἐγὼ κατόπιν, ὅτι ὁ κ.
459Μπούμπουλης ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
460ἵνα διορισθῇ ὡς λιμενάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἕτερον
461πρόσωπον, ἔχον τὰ προσόντα κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἀ-
462φοῦ ὑπάρχει νόμος ὁρίζων προσόντα, νομίζω, ὅτι εὐκόλως ὁ
463κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν
464ἐκ τοῦ προξενικοῦ νόμου τὴν εἰδικὴν διάταξιν περὶ λιμε-
465ναρχῶν, διότι τὸ τοιοῦτον ἐπετράπη ὑπὸ τοῦ νόμου, ὃν ἐψη-
466φίσαμεν ἐφέτος, περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ
467Προξενείων, νὰ μὴ ἀποσπάσωμεν δὲ οὕτω ἀπὸ τὴν μάχιμον
468ὑπηρεσίαν τοῦ Β. ναυτικοῦ, εἰς τοιαύτας μάλιστα περιστά-
469σεις, ἀξιωματικοὺς ὑπηρετοῦντας, ὑποπλοίαρχον ἢ πλωτάρχην.
470Δι’ αὐτὸ προτείνω ν’ ἀποσταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν βάσανον
471τῶν ἐπιτροπῶν.
472§66Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι ἐζήτησα
473προχθὲς τὴν προτίμησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, ἕ-
474νεκα ψηφοθηρίας ἐξωτερικῆς βουλευτικῆς καὶ συμφεροντο-
475λογικῆς, κατὰ τὸν κ. Δουζίναν, εὑρίσκει ἀντιῤῥήσεις, καὶ ὁ κ.
476Ψύλλας, ὁ ὁποῖος συνήθως ἔρχεται κατὰ τὴν πέμπτην, ἐρ-
477γαζόμενος εἰδικῶς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν πάντοτε, ἠπόρησε
478διὰ τί δὲν ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ ποῦ νὰ τὸν εὕ-
479ρῃ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἀφ’ οὗ ἀπειράκις προσεκλήθη,
480καὶ δὲν προσῆλθεν;
481§67ΨΥΛΛΑΣ. Οὐδέποτε προσεκλήθην διὰ τὸ προκείμενον
482νομοσχέδιον.
483§68ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂν νομίζουν οἱ κύριοι, οἱ 4 ἢ 5, ὅτι
484ἠμποροῦν νὰ διαιωνίσουν ἓν νομοσχέδιον εἰς τὰς ἐπιτροπὰς,
485εἶναι ἠπατημένοι· ἡ Βουλὴ δὲν τὰ ἀνέχεται αὐτά. Γώρα
486κατὰ πόσον εἶναι ἀναγκαῖος ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εἰς τὴν
487ὑπηρεσίαν, ἂς ἔλθῃ νὰ τὸ ἀναπτύξῃ ὁ κ. Ψύλλας καὶ ὁ κ.
488Ῥούκης.
489§69ΡΟΥΚΗΣ. Ἐπειδὴ δὲν γνωρίζομεν τὰ ναυτικὰ, θέλομεν
490οἱ εἰδικοὶ ἄνθρωποι νὰ μᾶς τ’ ἀναπτύξουν.
491(Διάλογοι μεταξὺ Ῥούκη καὶ Μπούμπουλη)
492§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥούκης ἐπρότεινε τὴν ἀναβολήν. Θὰ
493ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
494§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε ν’ ἀναβληθῇ πᾶν
495νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις
496πρέπει λοιπὸν νὰ μείνῃ.
497§72Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δι’ αὐτὸ ἐζήτησα προ-
498χθὲς τὴν προτίμησιν, διότι γίνεται ἐνέργεια νὰ μείνῃ τὸ
499νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι θέλουν νὰ εὐχαριστήσουν βουλευ-
500τὰς, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀνεχθῇ ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι δὲ νο-
501μοσχέδιον ἀντιῤῥήσεως, ἀλλὰ καθαρᾶς ὑπηρεσίας.
502§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε πρὸ μικροῦ ν’ ἀναβληθῇ
503ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, ἐφ’ ὧν γίνεται ἀντίῤῥησις.
504§74Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς, θὰ
505εἴπω, ὅτι ἔχω ἀντίῤῥησιν εἰς ὅλα τὰ νομοσχέδια.
506§75ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ ἦλθεν ὁ κ.
507ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἠμπορῶ νὰ λάβω τὸν λόγον.
508§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
509§77ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς, κύριοι, ἐγένετο πολὺς λόγος
510περὶ κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Τρίπολιν. (Θό-
511ρυβος.)
512§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀπαντήσω ἀμέσως.
513§79Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις.
514§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ σᾶς ἀνακαλέσω....
515§81ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἀνακαλέσητε, ἀλλὰ
516θὰ μὲ ἀκούσητε.
517§82ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ Λακωνίας ἀξιό-
518τιμοι συνάδελφοι μοὶ παρέστησαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπα-
519σχολήσεως εἰδικοῦ μηχανικοῦ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ἀπὸ
520Σπάρτης εἰς Τρίπολιν ὁδοῦ. Ἀναγνωρίζω τὴν ὀρθότητα τῆς
521συστάσεως ταύτης, καὶ θὰ φροντίσω περὶ διορισμοῦ εἰδι-
522κοῦ ἐπαρχιακοῦ μηχανικοῦ πρὸς διεύθυνσιν τῶν λιμενικῶν
523ἔργων Γυθείου, ὅπως εἰδικῶς ἀσχοληθῇ ὁ νομομηχανικὸς
524Λακωνίας εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. Τοῦτο ἐ-
525σκεπτόμην ἤδη νὰ πράξω, συνεπείᾳ ἐπανειλημμένων παρα-
526στάσεων τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτοῦ κ. Βαρβιτσιώτου.
527§83ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, παρακαλῶ, μέχρι τοῦ
528διορισμοῦ εἰδικοῦ ἐπαρχιακοῦ μηχανικοῦ ἐν Γυθείῳ, ν’ ἀσχο-
529ληθῇ ὁ νομομηχανικὸς Λακωνίας......
530§84ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νομομηχανικὸς μετέβη εἰς
531Σπάρτην καὶ ἤρξατο ἐνασχολούμενος εἰς τὸ ἔργον περὶ οὗ
532πρόκειται.
533§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκα-
534θαρίσεως τῶν μέχρι τοῦ 1876 καθυστερούντων.
535(Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή)
536§86Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν, καὶ πρέπει νὰ
537ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
538§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ ἐπεψηφίσθη ἤδη.
539Ἄρθρον 1.
540§88ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπαλλάσσονται
541τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας καὶ ἐκκαθαρίζονται κατὰ τὰς
542λοιπὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις πάντα τὰ καθυστερού-
543μενα, ἐκτὸς τῶν προερχομένων ἐξ ἀπίστου διαχει-
544ρίσεως. Νομίζω, ὅτι ἡ φράσις αὕτη εἶναι ἐλαστικὴ καὶ
545δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς πολλὰς καὶ ποικίλας διοικη-
546τικὰς καταχρήσεις. Φρονῶ, ὅτι ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέ-
547διον ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς φράσεως ταύτης,
548ἐνόησε τὰ χρέη τῶν ὑπολόγων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων,
549καθ’ ὧν ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου,
550μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν αὐτῶν.
551§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
552§90ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἀκριβῶς ἡ ἀποφατικὴ ἀπάντησίς σας ἐμ-
553φαίνει, ὅτι δύνανται νὰ δοθῶσι διάφοροι ἐξηγήσεις καὶ ἑπο-
554μένως νὰ συμβῶσι καταχρήσεις· ὥστε πρέπει νὰ ὁρισθῇ σα-
555φέστερον.
556§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εὕρητε ἄλλον τρόπον, τὸν δέχο-
557μαι. Ἐγὼ, μὲ τὸν νομικὸν Σύμβουλον ἐργασθεὶς, δὲν τὸ
558κατώρθωσα.
559§92ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι εἰς τὴν
560ἄπιστον διαχείρισιν πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ δοθῇ
561ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ὁ Ποινικὸς Νόμος εἰς τὴν ἔκ-
562φρασιν ταύτην, καὶ ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπόφασις ποινικοῦ δικα-
563στηρίου ἢ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου.
564§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ μὴ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις,
565καὶ νὰ ἦναι ἄπιστος ἡ διαχείρισις. Ὑποθέσατε, ὅτι ἀπέθα-
566νεν ὁ διαχειριστής. Ὁ Ποινικὸς Νόμος ἔχει ἴδιον κεφάλαιον
567περὶ ἀπιστίας· πάντα λοιπὸν τὰ ἐλλείματα, τὰ ὁποῖα ὑπά-
568γονται εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, θεωροῦνται ὡς ἐξ ἀπίστου
569διαχειρίσεως προερχόμενα.
570§94ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Τότε δύναται νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἐξαιροῦνται
571τὰ μὴ προερχόμενα ἐξ ἀπίστου κατὰ τὸ δεῖνα ἄρθρον ἢ
572τὸ δεῖνα κεφάλαιον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου διαχειρίσεως.
573§95ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
574§96ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Νὰ τεθῇ λοιπὸν «τὰ μὴ προερχόμενα ἐξ
575ἀπίστου διαχειρίσεως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ
576Νόμου.»
577§97ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ ὅρος αὐτὸς, κύριοι, εὑρίσκεται καὶ εἰς τὸν
578εὐεργετικὸν νόμον τοῦ 1864, διότι καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐν
579τῷ ά ἄρθρῳ ἐξαιρεῖ τῶν εὐεργετημάτων του τοὺς ἐξ ἀπί-
580στου διαχειρίσεως ὑπολόγους. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἐν τῇ ἐφαρ-
581μογῇ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ παρατηρηθῇ πόσον δυσεφάρμοστος
582εἶναι ὁ ὅρος οὗτος. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν μείνῃ αὐτὸς ὁ ὅρος ὡς
583ἔχει, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ θὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀμφιβολία κατὰ
584τίνα τρόπον ἀποδεικνύεται ἡ ἄπιστος διαχείρισις. Βεβαίως
585ἄπιστος διαχείρισις εἶναι ἡ πρᾶξις ἐκείνη τοῦ δημοσίου
586ὑπαλλήλου, ἡ ὁποία προβλέπεται ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ
587Ποινικοῦ Νόμου. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου, ἀλλὰ
588κατὰ τίνα τρόπον θὰ βεβαιωθῇ, ὅτι τῷ ὄντι ὁ ὑπόλογος
589εἶναι ἄπιστος διαχειριστής· πρέπει νὰ ὑπάρξῃ βούλευ-
590μα ἢ καταδικαστικὴ ἀπόφασις; ἢ δύναται νὰ ἐξετασθῇ
591ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἀντικείμενον τοῦτο; Αὐτὰ τὰ ζη-
592τήματα θέλουν παρουσιασθῆ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ θέλουν κα-
593ταστήσει δυσεφάρμοστον τὸν νόμον· διὰ τοῦτο ἤθελον
594προτιμήσει, ἐὰν ἠθέλομεν γενικεύσει τὸν ὅρον τοῦτον καὶ
595ἠθέλομεν περιλάβει ἐν τῇ ἐξαιρέσει πάντα ὑπόλογον, ὁ ὁ-
596ποῖος ἐθεωρήθη τοιοῦτος ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου.
597Ὡς γνωρίζετε, τὸ Ἐλεγκτικὸν συνέδριον, κατὰ ῥητὴν διά-
598ταξιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐξελέγχει τοὺς
599λογαριασμοὺς τῶν ὑπολόγων, καὶ ἂν εὕρῃ αὐτοὺς ἀκριβεῖς,
600ἀποφαίνεται ὅτι καλῶς ἔχουσιν, ἄλλως κυρήττει αὐτοὺς ὑ-
601πολόγους δι’ ἀποφάσεως καὶ καταλογίζει εἰς βάρος αὐτῶν
602τὰ ἐλλείμματα. Λοιπὸν ὅταν ἔχωμεν ὑπολόγους, τουτέστι
603διαχειριστὰς δημοσίας περιουσίας, οἱ ὁποῖοι ἐξηλέγχθησαν
604ἀπὸ τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁρμόδιον νὰ ἐξελέγχῃ
605αὐτοὺς ἐλλειμματίας, δὲν ἐννοῶ διατί καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ
606ἐκτείνωμεν τὸ εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον χορηγεῖ
607εἰς τοὺς λοιποὺς ὀφειλέτας. Τὸ Ἐλεγκτικὸν συνέδριον ὡς ἐπὶ
608τὸ πολὺ, προκειμένου περὶ ἐξελέγξεως τῶν τοιούτων διαχει-
609ριστῶν, ὁρμᾶται μᾶλλον ἀπὸ ἰδέας ἐπιεικείας, καὶ πολλά-
610κις τὸν ἄπιστον διαχειριστὴν θεωρεῖ ἐξ ἀμελείας τὸν ἐλλειμ-
611ματίαν. Διὰ νὰ ἐξέλθωμεν λοιπὸν ἀπὸ τὴν δυσχέρειαν, εἰς
612τὴν ὁποίαν θέλομεν εὑρεθῆ, καὶ ἵνα ὁ νόμος ἦναι δικαιότερος,
613προτείνω, ἀντὶ τοῦ ὅρου αὐτοῦ, τοῦ ὅλως ἀορίστου, νὰ εἴ-
614πωμεν, ὅτι ἐξαιροῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὑπόλογοι, οἱ ὁποῖοι δι’ ἀ-
615ποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου ἀπεδείχθησαν ἐλλειμ-
616ματίαι.
617§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία, τὴν ὁποί-
618αν δὲν εἶδον καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐτυπώθη, τοῦ κ. Δημητριά-
619δου, τοῦ κ. Μπούμπουλη καὶ ἄλλων, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Τὰ μέ-
620χρι τοῦ 1854 συμπεριλαμβανομένου καὶ τούτου καθυστε-
621ροῦντα ἐξ ἀμέσων φόρων δικαιώματα ἐπικαρπίας.....»
622§99ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον.
623§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Κύριοι,
624ἡ λέξις ἄπιστος διαχείρισις εἶναι ὄρος τεχνικός, καὶ ὅταν
625πρόκηται περὶ ὅρων τεχνικῶν, νομίζω, ὅτι τὸ ὀρθότερον εἶ-
626ναι νὰ δέχηταί τις αὐτοὺς ἄνευ τινὸς ἐπεξηγήσεως, διότι
627αἱ ἐπεξηγήσεις σκοτίζουν μᾶλλον ἢ διευκρινίζουν τὸ πρᾶγμα
628ἑπομένως, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μὴ ἐπεκτείνῃ τὰ εὐεργε-
629τήματα τοῦ νόμου εἰς τοὺς ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως ὀφει-
630λέτας, πρέπει νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει. Ἀλλ’ ὁ κ. Σα-
631ράβας νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς
632τοὺς ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως ὀφειλέτας, ἀλλ’ ὅτι πρέπει
633ἡ ἐξαίρεσις νὰ ἐπεκταθῇ εἰς πάντα ὑπόλογον, διότι, φρονεῖ,
634ὅτι πᾶς ὁ καταδικαζόμενος δι’ ἀποφάσεως τοῦ συνεδρίου
635νὰ πληρώσῃ ἓν ὁποιονδήποτε ποσὸν, αὐτὸς εἶναι κατὰ τὸ
636μᾶλλον καὶ ἧττον καταχραστὴς δημοσίων χρημάτων, καὶ
637ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἄξιος οὐδεμιᾶς ἐπιεικείας.
638Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω· τὸ Συνέδριον καταδικάζει
639τοὺς ὑπολόγους νὰ πληρώσουν καὶ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐλλεί-
640πουν ἀπὸ τὴν διαχείρισίν των ἕνεκεν ἀμελείας, καὶ τὰ ὁ-
641ποῖα δὲν ἐσφετερίσθησαν· ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι ὑπόλογοι δὲν
642εἶναι ἄπιστοι διαχειρισταί, ἐν τούτοις εἶναι ὑπόχρεοι νὰ
643πληρώσουν. Ὑπάρχουν ἄλλοι ὑπόλογοι, οἱ ὁποῖοι κατεδι-
644κάσθησαν ἀπὸ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον νὰ πληρώσουν διά-
645φορα ποσὰ ἕνεκα σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα ἔκαμον, ἐὰν π. χ.
646τελωνιακός ὑπάλληλος δὲν ἐφαρμόσῃ ὀρθῶς τὸ δασμολόγιον,
647ἐὰν δὲν εἰσπράξῃ τὴν ποινὴν τοῦ διπλασίου, ἢ ἐὰν δὲν ὑπο-
648λογίσῃ καλῶς τοὺς τόκους, καταδικάζεται ἀπὸ τὸ συνέ-
649δριον καὶ ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ. Ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος ἐπ’ οὐ-
650δενὶ λόγῳ δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ τοὺς ἀπίστους δια-
651χειριστάς· διὰ τοῦτο οὔτε ὁ εὐεργετικὸς νόμος τοῦ 1864
652τοὺς ἐξαιρεῖ, οὔτε ἐγὼ προτείνω νὰ τοὺς ἐξαιρέσωμεν. Ἐὰν
653ἡ Βουλὴ θέλῃ εἶναι κυρία νὰ τὸ πράξῃ.
654§101ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὴ ἡ διασάφησις νὰ τεθῇ εἰς τὰ
655πρακτικά.
656§102ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀ-
657κριβοῦς ἐννοίας τοῦ ὅρου «ἄπιστος διαχείρισις»· ἄπιστος
658διαχειριστὴς εἶναι ὁ διαχειριστὴς κακῆς πίστεως, καὶ κα-
659κῆς πίστεως εἶναι ὁ σφετεριζόμενος ξένα χρήματα· πᾶς ἄλ-
660λος δὲ εἶναι ὀφειλέτης ἐκ διαχειρίσεως, οὐχὶ καὶ ἐξ ἀπίστου
661διαχειρίσεως, διὸ δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην νὰ γείνῃ τοιαύτη
662διασάφησις.
663Ἔρχομαι εἰς τὸ βῆμα, ἵνα προτείνω πάλιν ἐκεῖνο, τὸ ὁ-
664ποῖον ὑπέβαλον πρὸ ἡμερῶν ἐνώπιόν σας· εἶμαι ἐναντίος εἰς
665τὴν ἄφεσιν τοῦ τόκου, καὶ θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀπαλειπτέαι
666λέξεις τινὲς ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου· νὰ μείνῃ δὲ τὸ ἄρθρον
667ὡς ἑξῆς: «Πάντα τὰ καθυστεροῦντα ἀπὸ ἔσοδα τῶν κεκλει-
668σμένων χρήσεων μέχρι τοῦ 1876 θέλουν ἐκκαθαρισθῆ, κα-
669νονισθῆ καὶ εἰσπραχθῆ κατὰ τὰς ἑπομένας διατάξεις.»
670Παρετήρησα ἤδη, ὅτι ὡς πρὸς τινας κατηγορίας ἡ ἄφεσις
671τοῦ τόκου ὑπάρχει ἐν ἄλλῳ νόμῳ· ὥστε ὡς πρὸς αὐτὰς
672δὲν προσθέτομεν τίποτε, δίδομεν τὴν ἄφεσιν τοῦ τόκου εἰς
673ὀφειλέτας, οἵτινες δὲν εἶναι ἄξιοι ἀφέσεως, διότι αὐτοὶ ἔχουσι
674τὸ ἀντάξιον, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ ὀφειλέται τοῦ δημοσίου οἱ
675ἀγοράσαντες κτήματα, οἱ ὁποῖοι κατέχουν καὶ καρποῦνται
676αὐτά. Ἐλέχθη, ὅτι αὐτοὶ ἠγόρασαν εἰς ὑψηλὴν τιμὴν τὰ
677κτήματα· δὲν τοὺς δικαιολογεῖ, διότι αὐτὰ τὰ κτήματα ἔ-
678χουν σήμερον διπλασίαν ἀξίαν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ
679ἠγόρασαν, ὥστε ἔχουν τὴν ὠφέλειαν. Δὲν βλέπω λοιπὸν
680διατί νὰ δοθῇ ἄφεσις τοῦ τόκου, καὶ φρονῶ κατ’ ἀρχὴν ὅτι
681δὲν πρέπει νὰ γίνηται ἄφεσις τόκου. Εἶναι ἄλλως ἄνισος ὁ
682νομοθέτης, ὅταν τοὺς μὲν ἐπιβαρύνῃ εἰς ὑποχρέωσιν τόκου,
683ἀπαλλάσσει δὲ ἄλλους, ἁπλῶς διότι καθυστέρησαν. Ἡ κα-
684θυστέρησις δὲν εἶναι λόγος δικαιολογητικός· ἄλλως πρέπει
685νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας.
686Ἡ ἄφεσις τοῦ τόκου ὑπέρ τινων προσώπων ἐπιφέρει δικαίως
687τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι μένουν ὑπὸ τὸ βά-
688ρος τῆς ὑποχρεώσεως τόκων. Τὸ Κράτος, κύριοι, οὐδέποτε
689δωρεῖται, καὶ εἶναι ἐναντίον τῆς ἐντολῆς, ἣν ἔχομεν νὰ ἐπι-
690τηρῶμεν ἐνταῦθα τοὺς διαχειριστὰς τῶν δημοσίων. Ὡς ἐπι-
691τηρηταὶ δὲν ἔχομεν τὴν ἐξουσίαν νὰ δωρῶμεν, δυνάμεθα νὰ
692ψηφίζωμεν ἀμοιβὰς δι’ ὑπηρεσίας πρὸς τὸ Κράτος· τὸ τοιοῦ-
693τον εἶναι ἐναντίον τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς.
694Τοῦτο λέγω καὶ διὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν συνδέω
695μετὰ τῆς διατάξεως περὶ ἀφέσεως τῶν χρεῶν μέχρι τοῦ
6961856.
697§103ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ταύτης θὰ γείνῃ λόγος εἰς τὸ
698ἑπόμενον ἄρθρον.
699§104ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως ἔχει τὴν
700ἔννοιαν, ἣν ὁ κ. Καλλιγᾶς καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
701κῶν εἶπεν· ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀπίστου διαχει-
702ρίσεως καὶ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῆς εἰς ποῖον θ’ ἀφήσωμεν;
703εἰς τὸ αὐθαίρετον τῶν ὑπαλλήλων; Πρέπει νὰ ὁρίσωμεν
704ἕνα κανόνα, ἐφ’ οὗ θὰ στηρίζωνται οἱ ἁρμόδιοι, ἵνα χαρα-
705κτηρίσωσι τὴν αʹ ἢ βʹ ἢ γʹ περίστασιν, ὡς προερχομένην ἐξ
706ἀπίστου διαχειρίσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐζητήθη
707ἡ τροπολογία αὕτη, καὶ εἶναι ὀρθὸς, ἡ δὲ παρατήρησις τοῦ
708κ. Φλογαΐτου μοὶ φαίνεται ὀρθοτάτη.
709Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν δὲ τοῦ κ. Καλλιγᾶ, παρατηρῶ,
710ὅτι, ἅμα ζητήσωμεν νὰ λάβωμεν τόκους καὶ κεφάλαια, τότε
711πρέπει νὰ λείψῃ ἀπὸ τὴν κεφαλίδα τοῦ νόμου τὸ ἐπιεικὲς,
712διότι δὲν ἔχει ἔννοιαν· ὁ νόμος δὲν εἶναι εὐεργετικὸς τότε,
713καὶ δὲν ἀναφέρω παραδείγματά τινα, οἷα ἀνέφερεν ὁ κ. ὑ-
714πουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ σᾶς ἀναφέρω μᾶλλον
715ζωντανὰ παραδείγματα, γνωστὰ εἰς ὅλους. Ὁ πρώην τε-
716λώνης Σύρου κ. Σπανόπουλος ἐληστεύθη 100,000 δραχ-
717μὰς, καὶ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον κατελόγισεν εἰς αὐτὸν
718τὸ ποσὸν, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐληστεύθη. Ὁ πρώην τα-
719μίας Ζαχαριάδης κατεδηλώθη, εἶναι δὲ ἀναντίῤῥητον, ὅτι
720ὁ Ζαχαριάδης ἦτο ἐντιμότατος ὑπάλληλος. Ὁ νῦν τελώνης
721τῆς Σύρου Οἰκονόμου κατεδηλώθη ὡσαύτως, κρατεῖται δὲ
722ἓν μέρος τοῦ μισθοῦ του, ἀμφιβάλλω δὲ ἂν εἶδεν ἡ Ἑλ-
723λὰς ἐντιμότερον οἰκονομικὸν ὑπάλληλον. Ὁ Σγουρόπουλος,
724ταμίας Ζακύνθου, ἐληστεύθη, καὶ τοῦ ἀφήρεσαν 25,000
725δραχμὰς, ἐντιμότατος ἄνθρωπος, καὶ ὅμως τὸ ἐλεγκτικὸν
726συνέδριον τὸν κατεδήλωσεν. Ὁ μακαρίτης Κυριακὸς, ταμίας,
727καὶ τόσοι ἄλλοι. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀφήσωμεν τὴν κρί-
728σιν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν τοιούτων εἰς τὸ αὐθαίρετον τῶν
729ὑπαλλήλων.
730Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν,
731ἵνα δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φλογαΐτου, ἥτις εἶναι
732λίαν ὀρθή.
733§105ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα ὡς
734πρὸς τὸ ἄτοκον ἐν γένει τῶν χρεῶν, καὶ οὐχὶ ὡς ἰσχυρί-
735ζεται ὁ κ. Καλλιγᾶς, διότι, ἂν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν καὶ
736τόκους, ὁ νόμος εἶναι περιττὸς καὶ οὐδὲν εὐεργέτημα πα-
737ρέχει. Γνωρίζετε ὅμως, κύριοι, ὅτι διὰ νόμου τοῦ 1855
738ἀπεφασίσθη ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἀνανέωσις τῶν ἐκ προικοκτη-
739σιῶν ὀφειλομένων, καὶ τὰ μὲν ἀνενεώθησαν, τὰ δὲ ὄχι.
740Ἐζήτησα ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν
741πῶς ἐννοεῖ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰ χρέη ταῦτα, καὶ μοὶ ἀπήν-
742τησεν, ὅτι θέλει τὰ ἐκκαθαρίσει καὶ ἀνανεώσει ἐπὶ τῇ βά-
743σει τῶν δόσεων, ἐνῷ εἰς τὰς δόσεις ταύτας συμπεριλαμ-
744βάνεται καὶ τόκος, ἰσοδυναμῶν μὲ 40%, καὶ διὰ νὰ
745μὲ ἐννοήσητε πῶς ἰσοδυναμεῖ μὲ 40%, φέρω παράδειγμα·
746ὀφείλει τις 100 δραχμὰς, κατ’ ἔτος θὰ δίδῃ 4 δραχμὰς,
747εἰς 35 ἔτη θὰ γείνωσιν 140 δραχμαί· αἱ 100 δραχμαὶ
748λοιπὸν θὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς 140, ὥστε θὰ συμπεριλαμ-
749βάνεται καὶ τόκος 40%· ἅπασαι δὲ αἱ δόσεις λήγουσι
750κατὰ τὸ 1890. Λοιπὸν οἱ μὲν προθυμοποιηθέντες ὀφειλέ-
751ται, οἱ ὁποῖοι ἀνενέωσαν τὰ χρέη των, θὰ ἐπιβαρύνωνται
752μὲ τόκον 40%, ἐκείνων δὲ, τῶν ὁποίων τὰ χρέη δὲν ἀ-
753νενεώθησαν, θὰ ἐκκαθαρισθῇ τὸ χρέος των εἰς τὸ ἀρχικὸν
754τίμημα τῆς ἀγορᾶς· τουτέστι θὰ τιμωρήσωμεν τοὺς εὐπειθεῖς
755καὶ τοὺς πληρώσαντας, καὶ θὰ εὐεργετήσωμεν τοὺς δυστρό-
756πους.
757Θὰ συμβῇ δὲ καὶ ἄλλο χειρότερον. Ἠξεύρετε, ὅτι αἱ προι-
758κοδοτήσεις εἶναι μέχρι τοῦ 1840, καὶ αἱ μὴ ἀνανεωθεῖσαι
759παρεγράφησαν· ὥστε οἱ δύστροποι οὗτοι θὰ φάγουν καὶ τὸ
760κεφάλαιον. Πῶς θέλετε λοιπὸν οἱ ἀπειθεῖς νὰ ὠφεληθῶσι
761τὸ ὅλον, οἱ δὲ εὐπειθεῖς νὰ ἐπιβαρυνθῶσι καὶ μὲ τόκους;
762Ἐκτὸς δὲ τούτου, οἱ ἀγοράσαντες ἐθνικὰς γαίας, τὰς ἐ-
763πῆραν ἀντὶ 100 δραχμῶν κατὰ στρέμμα, ἐνῷ οἱ δηλώσαν-
764τες τὰς ἐπῆραν μὲ 10 δραχμὰς, ἢ μὲ 30 τὸ πολὺ, διὰ τοῦ-
765το δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωνται καὶ μὲ τόκους. Διὰ τοῦτο
766προτείνω μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 1 «ἐννοεῖται δὲ,
767»ὅτι τὰ ἐκ προικοκτησιῶν χρέη θέλουν ὑπολογίζεσθαι ἐπὶ
768»τῇ βάσει τοῦ ἀρχικοῦ τιμήματος τῆς ἀγορᾶς, ἐκπιπτομέ-
769»νων τῶν μέχρι τοῦδε πληρωθέντων».
770§106ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ ἀπαλλαγῶσι τῶν τόκων
771τῆς ὑπερημερίας.
772§107ΑΝΔΡΙΤΣΟΥ. Τῶν τόκων τῶν δόσεων, καὶ νὰ γείνῃ ἡ ἐκ-
773καθάρισις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀγοραίας τιμῆς, διότι αἱ δό-
774σεις λήγουσι κατὰ τὸ 1890. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑ-
775πουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην ταύτην εἰς τὸ ἄρθρον,
776διότι εἶναι δικαιοτάτη.
777§108ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω δύο λέξεις, καὶ ἴσως ἐξηγη-
778θῶμεν. Νομίζω, ὅτι λαμβάνει χώραν ἐπὶ τοῦ προκειμένου
779μία παρεξήγησις. Τὰ ὀφειλόμενα ἐκ προικοδοτήσεων ἀπε-
780φασίσθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1855 νὰ ἀνανεωθῶσι· ἑπο-
781μένως τὸ δημόσιον δὲν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ κανένα
782ὀφειλέτην ἐκ προικοδοτήσεως τὸ ἀρχικὸν κεφάλαιον, ἀλλ’
783εἶναι ὑπόχρεον νὰ ἀνανεώσῃ τὸ χρέος. Ἀνανεουμένων τῶν
784χρεῶν κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἐννοεῖται, ὅτι σχηματίζονται
785νέαι δόσεις, αἱ ὁποῖαι ἄρχονται ἀπὸ τοῦ 1855 καὶ θέλουν
786λήξει εἰς τὸ 1890. Πολλὰ τῶν χρεῶν ἀνενεώθησαν, ἄλλα θὰ
787ἐξακολουθῶσι νὰ ἀνανεῶνται. Μετὰ τὴν ἀνανέωσιν πολ-
788λαὶ δόσεις ἐπληρώθησαν· ἐὰν δὲ συμβῇ νὰ καθυστερῶνται
789τινὲς ἐκ τῶν μέχρι τοῦ 1876, αὗται θέλουσιν ὑπαχθῆ εἰς
790τὸν εὐεργετικὸν νόμον καὶ θέλουσιν ἀπαλλαχθῆ τοῦ τόκου
791τῆς ὑπερημερίας ἀφ’ ἧς ἔληξαν. Ὅσαι ἐκ τῶν δόσεων ἔλη-
792ξαν ἢ λήγουν μετὰ τὸ 1876, αὐταὶ θέλουν ἀκολουθήσει τὴν
793τύχην τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν καὶ θέλουσι πληρωθῆ
794ἡ δόσις π. χ. τοῦ 1880 ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ μετὰ τοῦ τό-
795κου ἀπὸ τοῦ 1880· ἡ δόσις τοῦ 1881 εἶναι ἀπαιτητὴ κατὰ
796τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1881, ἑπομένως δὲν ἐπιβαρύνεται μὲ
797τόκον ὑπερημερίας· θὰ ἐπιβαρυνθῇ δὲ, ἂν ὁ ὀφειλέτης δὲν
798τὴν πληρώσῃ μετὰ τὴν λῆξιν.
799§109ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου, κύριοι, καὶ περὶ ὑπολόγων
800πρὸς τὸ δημόσιον, κρίνω εὔλογον νὰ προκαλέσω τὴν προσο-
801χὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἰδίως ἐπὶ ἑνὸς, κατ’
802ἐμὲ, ἀδικωτάτου πράγματος, τὸ ὁποῖον συμβαίνει καὶ τὸ ὁ-
803ποῖον, νομίζω, δύναται νὰ διορθωθῇ διὰ μιᾶς συμπληρώσεως
804τοῦ ά ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν.
805Κύριοι, κατὰ τὸν μηχανισμὸν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας,
806ἐὰν εἷς ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν συνέδριον καταδικασθῇ σήμερον
807ὡς ὀφειλέτης διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1860, τὸ χρέος αὐτοῦ
808θεωρεῖται χρέος τῆς χρήσεως τῆς ἐφετεινῆς. Κατὰ δὲ τὸ ά
809ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἰς τὰς διατάξεις
810τὰς εὐεργετικὰς ὑπάγονται μόνα τὰ χρέη τῶν κεκλεισμένων
811χρήσεων μέχρι τοῦ 1876· προκειμένου λοιπὸν περὶ ὑπολόγου
812τινὸς, ἐὰν οὗτος καταλογισθῇ σήμερον ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν
813συνέδριον, ἀθωότατος ἄλλως, ἐκ διαχειρίσεως παλαιοτέρας
814τοῦ 1876, καὶ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος, ὅτι ὀφείλει π. χ. τὸ πο-
815σὸν 10,000 δρ. συνεπείᾳ ἑνὸς ἁπλουστάτου λάθους, τὸ
816χρέος αὐτὸ δὲν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὰς εὐεργετικὰς δια-
817τάξεις, διότι θεωρεῖται ὡς ἀναγόμενον εἰς τὴν χρῆσιν τὴν
818ἐφετεινήν. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ συνέπεια, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ μη-
819χανισμὸς τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἀνατρέπει οὐσιώ-
820δεις ἀρχὰς τοῦ δικαίου; Διότι ἡ ἀπόφασις βεβαίως δὲν δη-
821μιουργεῖ τὸ χρέος, ἀλλὰ τὸ ἐπιβεβαιοῖ ἁπλῶς.
822§110ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂν ἦναι τὸ χρέος εἰς τὰ 1860, τὸ ἐπιβάλ-
823λει διὰ τὸ 1860.
824§111ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν συμβαίνει τοῦτο κατὰ
825τὸν μηχανισμὸν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον ἄλ-
826λως ἤθελε συμβῆ κατὰ τὰς κοινὰς διατάξεις, τοῦ νὰ ὑπολο-
827γίζηται ὡς ὑπάρχον ἀφ’ ὅτου ἐγεννήθη, διότι, κατὰ τὸν μη-
828χανισμὸν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ χρέος δὲν ἐννοεῖται,
829ὅτι ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1860, ὅτε ὑπῆρξεν ἡ διαχείρισις,
830ἀλλ’ ὅτι ἐγεννήθη ἐφέτος, ὅτε ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις τοῦ
831Ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου.
832§112ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι.
833§113ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν ἀπέναντι ἀδι-
834κωτάτου φαινομένου; δηλαδὴ ἕνας ἀθῶος διαχειριστὴς, ὁ
835ὁποῖος σήμερον ἀποκαλύπτεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ συνεδρίου
836ὡς ὀφειλέτης, διότι ἕνεκα γραφικοῦ λάθους εἶναι ὑπόχρεως
837νὰ πληρώσῃ 10,000 δρ. διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1860, αὐ-
838τὸς δὲν συμπεριλαμβάνεται εἰς τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις,
839ἐνῷ ὁ ἀθῶος οὗτος ἄνθρωπος εὑρίσκεται αἰφνιδίως σήμερον
840ὀφειλέτης, χωρὶς νὰ τὸ προσδοκᾷ, ἀπέναντι χρέους, τὸ ὁποῖον
841δὲν ἐφαντάζετο, καὶ εἰς διάστημα εἴκοσιν ἐτῶν ἐῤῥύθμισε τὰ
842συμφέροντά του ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι αὐτὸς δὲν ὤφειλε πρὸς
843τὸ δημόσιον. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ τοιοῦτος ὀφειλέτης δὲν δύνα-
844ται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις τοῦ νόμου,
845καὶ ἐν τούτοις ὁ νόμος ἀνταμείβει ὀφειλέτην τοῦ δημοσίου,
846ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη κατὰ τὸ 1875 ὡς ὀφειλέτης ἐκ δια-
847χειρίσεως τοῦ 1874, ὀφειλέτην, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε τὸ χρέος
848αὐτοῦ ἔκτοτε. Τοῦτο, κύριοι, εἶναι τόσον ἄδικον, ὥστε ἀνα-
849τρέπει τὰς κοινοτέρας βάσεις τῆς ἰσότητος, καὶ θέτει μάλι-
850στα εἰς καλλιτέραν θέσιν τὸν ὑπαίτιον παρὰ τὸν ἀναίτιον.
851Καὶ συμβαίνει, κύριοι, ἕτερόν τι ἀτοπώτατον καὶ
852σκανδαλῶδες, ὅτι τὸ Συνέδριον δὲν εἶναι διόλου ἐνήμερον
853εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, καὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ὑπο-
854θῆκαι ἀκόμη διὰ διαχειρίσεις τοῦ 1835 καὶ 1836. Ἔλα-
855βον σημείωσιν ἀπὸ τὸ Συνέδριον, ὅτι μέχρι τοῦ 1843 δὲν
856ἐξηλέγχθησαν εἰσέτι λογαριασμοὶ τῶν διαχειριστῶν τῶν
857μέχρι τοῦ 1843 ἐτῶν, ἐπίσης τῶν ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι
858σήμερον. Τί πταίουν λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἂν εὑ-
859ρεθῶσι μετὰ εἴκοσιν ἔτη ὡς πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν ὀφειλέται
860πρὸς τὸ Δημόσιον; Νὰ μὴ ἐπικαλεσθῶσι λοιπὸν αὐτοὶ
861καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου αὐτοῦ, ἐνῷ κυρίως ἡ πολι-
862τεία εἶναι ὑπαίτιος καὶ διατηρεῖ αὐτοὺς τόσα ἔτη ὑπὸ
863καταπίεσιν σκανδαλώδη; Συνεπείᾳ παραπόνων τοιούτων
864ὑπολόγων τὸ Συνέδριον ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἔχει τὰ μέσα
865νὰ ἐργασθῇ, ἵνα ἐξελέγξῃ τὰς διαχειρίσεις τοῦ 1835, τοῦ
8661836 κτλ. Ἤδη λαμβάνετε μέτρον εὐεργετικὸν περὶ ἐ-
867κείνων, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦν τὸ Δημόσιον· δὲν πρέπει ἆρά γε
868νὰ λάβητε ἓν μέτρον καὶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται
869ὑπὸ τοῦ Δημοσίου; Ὑπάρχουν σήμερον, κύριοι, ὑποθῆκαι
870ἐγγεγραμμέναι εἰς βάρος τῶν ἀπογόνων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
871ἔσχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἦναι Ταμίαι, π. χ. εἰς τὰ 1836. Αἱ
872ἀπαιτήσεις αὗται ἴσως εἶναι παραγεγραμμέναι· ἐν τούτοις
873πρέπει οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἀπόγονοι νὰ σπεύσουν εἰς τὰ
874Δικαστήρια, ἵνα βεβαιώσουν τὴν παραγραφὴν, ἡ ὁποία εἶναι
875αὐταπόδεικτος, καὶ οὕτω διὰ τοῦ Δικαστηρίου νὰ ἐξαναγ-
876κάσωσι τὸ Δημόσιον νὰ διαγράψῃ τὰς ὑποθήκας των, διὰ
877τῶν ὁποίων εἶναι ἐστιγματισμένοι αἱ περιουσίαι των. Ἐν
878τούτοις δύναται δι’ ἁπλουστάτης διατάξεως νὰ δοθῇ ἐξου-
879σία εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ παραγγείλῃ τὴν διαγραφὴν
880τῶν ἀρχαίων καὶ παραγεγραμμένων ὑποθηκῶν, καὶ ἑπομέ-
881νως ν’ ἀπαλλάξῃ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Συνεδρίου ἀπὸ
882βάρος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ ἀποτινάξῃ,
883διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν
884τῶν μέχρι τοῦ 1843 ἐτῶν.
885Πρέπει λοιπὸν, νομίζω, νὰ τεθῇ διάταξις, ὅτι τὰ χρέη
886τῶν ὑπολόγων ἀνάγονται εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν
887ὁποίαν ἐγεννήθησαν,—τοῦτο δὲ εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς κοινο-
888τέρας ἀρχὰς τοῦ Δικαίου — καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἐπικρατῇ
889τῶν κανόνων τοῦ δικαίου ὁ μηχανισμὸς τῆς οἰκονομικῆς
890ὑπηρεσίας, διότι οἱ κανόνες ἁπλῆς εὐκολίας τῆς ὑπηρεσί-
891ας δὲν δύνανται νὰ καταστρέφουν τὰ δικαιώματα.
892Λοιπὸν προτείνω, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς ὑπολόγους
893τοὺς μέχρι τοῦ 1843, ὑπὲρ ὧν καὶ παραγραφὴ πλέον ὑ-
894πάρχει, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν
895νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ τέλος πάντων ἰδίως ἀπὸ τὸ βάρος τῶν
896ὑποθηκῶν, καὶ ἐὰν ἦναι ὀφειλέται, ἂς πληρώσουν· ὄχι ὅμως
897νὰ ἦναι εἰς θέσιν τοιαύτην, εἰς ἣν εὑρίσκονται, ματαίως λέ-
898γοντες πρὸς τὸ δημόσιον: «ἐλθὲ νὰ σὲ πληρώσωμεν· τί ἀπαι-
899τεῖς;» καὶ μὴ δυνάμενοι ν’ ἀπαλλάξωσι τὰ κτήματά των,
900διότι δὲν γίνεται ἐξέλεγξις, διότι αὐτὸ εἶναι σκανδαλῶ-
901δες. Διὰ δὲ τοὺς ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι σήμερον, πρέπει νὰ
902φανῇ ἐπιεικὴς ὁ νόμος, ὄχι μόνον δι’ ἐκείνους περὶ ὧν ἀ-
903πεφάσισε τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐκείνων
904περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀπεφάσισε. Τοῦτο εἶναι δικαιότατον
905καὶ ἀπαραίτητον, διότι ἄνευ τοιαύτης ἐπεκτάσεως τοῦ εὐερ-
906γετικοῦ νόμου ὁ μηχανισμὸς τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας
907εἶναι τοιοῦτος, ὥστε κατὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον ἐκ τῆς ἐννοίας
908τῆς λέξεως «χρῆσις» προέρχεται μέγιστον σκάνδαλον καὶ
909ἀδίκημα κατὰ τῶν ὑπολόγων, ἐκ παλαιῶν μάλιστα δια-
910χειρίσεων, μήπω ἐξελεγχθεισῶν.
911§114ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἐὰν καλῶς
912τὸν ἐνόησα, σᾶς ἐπρότεινε νὰ ἐπεκτείνητε τὰς εὐεργετικὰς
913διατάξεις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ χρεῶν ἀ-
914γνώστων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομεν ἂν θὰ λάβουν ποτὲ
915ὑπόστασιν καὶ ἀρχὴν, διότι σᾶς λέγει, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλ-
916λάξητε τοῦ τόκου...
917§115ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
918§116ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ δώσητε προθεσμίαν διὰ ποσὰ,
919τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὕρῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέ-
920δριον, ἐξελέγχον λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν ἐξήλεγξεν
921ἀκόμη. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο, οὕτω πως τιθέμενον, δὲν
922ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ δεκτόν, διότι πῶς δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀ-
923παλλάξῃ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀποδειχθῶ-
924σιν, ὅτι δὲν εἶναι ὀφειλέται; Πλὴν τούτου ὁ ἔντιμος προαγο-
925ρεύσας, ὁ ποιῶν τὴν πρότασιν ταύτην, ἐλησμόνησε τὸν κύριον
926λόγον, ἐφ’ οὗ στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον, ὅστις εἶναι ἡ ἀδυνα-
927μία τοῦ δημοσίου, ὅπως εἰσπράξῃ τὰ ὀφειλόμενα, ὡς ἐκ
928τούτου δὲ ἀναγκάζεται νὰ καταφύγῃ εἰς ἐπιεικεῖς διατά-
929ξεις, νὰ χαρίσῃ δηλ. τοὺς τόκους, νὰ χορηγήσῃ προθεσμίας,
930ὅπως δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τινὰ ἐξ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ
931ὁποῖοι διεχειρίσθησαν ταμεῖα ἢ τελωνεῖα πρὸ πολλῶν ἐτῶν
932καὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐξηλέγχθησαν ἀκόμη οἱ λογαριασμοὶ, ἐὰν
933ἐξηλέγχοντο πρὸ 5 ἢ 10 ἢ 15 ἐτῶν καὶ ἐχρεοῦντο μὲ τὰ
934ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὑποθέτει ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, οὐδόλως
935κατεδιώχθησαν. Ἀφοῦ δὲ τόσοι ἄλλοι καταδιωχθέντες ἐπλή-
936ρωσαν, ἐνδεχόμενον εἶναι καὶ οὗτοι, ἐὰν κατεδιώκοντο, νὰ
937ἐπλήρωνον, καὶ τότε βεβαίως δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀφορμὴ νὰ
938τοὺς συμπεριλάβωμεν. Σήμερον νομοθετοῦμεν περὶ ἐκείνων,
939οἵτινες καὶ καταδιωχθέντες δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ πληρώ-
940σωσιν, οὐχὶ δὲ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνεγνωρίσθησαν ἀκόμη
941ὀφειλέται, διότι, ἐὰν ἐχρεοῦντο πρὸ 5 ἢ 10 ἐτῶν, ἐνδεχόμενον
942εἶναι νὰ εἶχον πληρώσει, ἢ, ἐὰν δὲν εἶχον πληρώσει, ἤθελον
943ὑποφέρει πολλὰς καταδιώξεις καὶ στενοχωρίας, διότι οἱ ὀφει-
944λέται δὲν μένουν ἀκαταδίωκτοι· ὑποφέρουν στενοχωρίας καὶ
945πληρώνουν ἐν μέρει τοὐλάχιστον τὰ χρέη των. Ὅθεν δὲν
946δύναται νὰ γείνῃ λόγος διὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξεκαθα-
947ρίσθησαν εἰσέτι καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο κατα-
948δίωξις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ
949τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ προλαλήσας.
950Ἐπίσης νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὸν τόπον του νὰ περιλά-
951βωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον διατάξεις περὶ ἐξαλείψεως ὑπο-
952θηκῶν, διότι αὐτὸ συνδέεται μὲ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα
953δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν.
954§117ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ὄντι, κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ὀ-
955φειλομένων ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ
956ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λέγων, ὅτι ἡ βάσις τοῦ νο-
957μοσχεδίου εἶναι τὸ τεκμήριον τὸ ἐκ τῆς παλαιότητος τῶν
958χρεῶν περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς εἰσπράξεως. Ἐὰν τοῦτο ἦτον
959ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελον ἐννοήσει τότε τὴν ἰδέαν
960τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη
961δὲν εἶναι διόλου σύμφωνος μὲ τὴν πραγματικὴν ὑπόστασιν
962τοῦ νομοσχεδίου.
963Πρόκειται ἆρά γε περὶ παλαιῶν χρεῶν, ὥστε νὰ ἔχωμεν
964τὸ τεκμήριον, ὅτι ὑπῆρξε μακρὰ καταδίωξις, ἐξ ἧς κατεδεί-
965χθη ἡ ἀδυναμία τῆς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων αὐτῶν
966ὑπὸ τοῦ δημοσίου, καὶ διὰ τοῦτο εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ
967ψηφίσωμεν εὐεργητικὸν νόμον ὑπὲρ αὐτῶν; Τοῦτο ἠμπο-
968ρεῖ νὰ ἦναι πρόφασις, καὶ οὐχὶ ἀληθὴς αἰτία. Καὶ νομίζω, ὅτι
969ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα νὰ βραβεύσῃ τὴν ἀδι-
970κίαν, διότι, ἐνῷ περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἠδίκησαν τὸ δημόσιον
971καὶ δὲν ἐπλήρωσαν μέχρι τοῦ 1876, ἐρχόμεθα νὰ προ-
972νοήσωμεν, ἀπ’ ἐναντίας περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἀδικοῦνται, οὐ-
973δόλως φροντίζομεν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ τοὺς θέσωμεν κατὰ
974μέρος. Τοῦτο εἶναι ὡσὰν νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀδικῇ
975τις τὸ δημόσιον, διότι ἐὰν ἀδικῇ, τότε θέλει ἔλθει εὐεργε-
976τικὸς νόμος, διότι θὰ ἔχῃ πολλοὺς τοὺς συνεταίρους καὶ
977τοὺς ὑποστηρίζοντας· ἐὰν ὅμως ἀδικῆται, δὲν εὑρίσκει ὑπο-
978στήριξιν. Τοῦτο ἀκριβῶς καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου
979αὐτοῦ. Καὶ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ νομο-
980σχεδίου τούτου ἔχομεν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν τὴν δια-
981τύπωσιν τῆς ἐν γένει πολιτικῆς ἡμῶν καταστάσεως καὶ
982τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν διοικήσεως καὶ τίποτε ὀλιγώτερον.
983Διότι τοσοῦτον φαίνεται κατίσχυσαν πλέον ἐπὶ τῆς πολι-
984τικῆς τὰ ἰδιοτελῆ συμφέροντα, ὥστε καὶ νὰ ζητῶσι καὶ
985διὰ νόμων τὴν ὑποστήριξίν των κατὰ τοῦ Κράτους. Εἶναι
986γνωστὸν, κύριοι, διατί δὲν ἐπλήρωσαν τινὲς, οἵτινες ὀφεί-
987λουν εἰς τὸ δημόσιον μέχρι τοῦ 1867· ὄχι διότι δὲν ἠδυνή-
988θησαν, ἂν καὶ ἠνωχλήθησαν καὶ κατεδιώχθησαν, ἀλλὰ τοὐ-
989ναντίον, διότι οὔτε κατεδιώχθησαν, οὔτε ἠνωχλήθησαν.
990Κατεδιώχθησαν μόνον οἱ γεωργοὶ, οἱ πτωχοὶ, οἵτινες ὤφει-
991λον 10 λεπτὰ, καὶ οὐχὶ ἄλλοι, οὐχὶ ἐκεῖνοι περὶ τῶν ὁποί-
992ων κυρίως προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Καὶ δὲν εἶναι δύ-
993σκολον νὰ κατορθώσῃ εἷς, ὅστις ἰσχύει ὁπωσδήποτε οὐχὶ ἐπὶ
994πολλὰ ἔτη, ἀλλ’ ἐπὶ 3 ἔτη, νὰ μὴ ἐνοχληθῇ καὶ νὰ μὴν ἀ-
995ναφέρῃ κἂν ὁ ταμίας, ὅτι ὀφείλει εἰς τὸ δημόσιον.
996Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦτο, κύριοι, τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ
997ἡ πραγματικὴ αἰτία τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δηλ. ὅτι οἱ ὀ-
998φείλοντες, καίτοι κατεδιώχθησαν ἐπανειλημμένως, δὲν εἶχον
999τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς, ὅπως ἐξοφλήσωσι τὴν ἀπαίτησίν
1000των ἀπέναντι τοῦ δημοσίου, καὶ ἐὰν ἁπλῶς αὐτὴ ἦναι ἡ
1001ἀφορμὴ, δὲν ἔπρεπεν ἆρά γε νὰ συμπεριλάβωμεν μετὰ τῶν
1002ἀδικησάντων τὸ δημόσιον εἰς τὸν εὐεργετικὸν νόμον καὶ ἐ-
1003κείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι τῆς τοιαύτης ἐπιεικείας; μή-
1004πως ἡ ἀφορμὴ τοῦ νόμου προσδιορίζει πάντοτε καὶ τὴν ἔ-
1005κτασιν αὐτοῦ; Ἡ ἀφορμὴ τοῦ νόμου, εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι
1006εἶναι τὸ τεκμήριον τῆς ἀδυναμίας τοῦ δημοσίου πρὸς εἴσ-
1007πραξιν τῶν ὀφειλομένων ἀπὸ ἐκείνους, ὧν ἀνεγνωρίσθησαν
1008καὶ ἐξεκαθαρίσθησαν τὰ χρέη, ἀλλὰ τούτου ἕνεκα πρέπει
1009νὰ ἀδικήσῃ ὁ νόμος τοὺς ἄλλους; Ἀφοῦ εὐεργετεῖ ἐκείνους,
1010οἵτινες ἠδίκησαν μὴ πληρώσαντες εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἑ-
1011πομένως εἶναι ἀνάξιοι ἐπιεικείας, πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ
1012ἐκείνους, οἵτινες ἠδικήθησαν, καὶ ἑπομένως εἰσὶν ἄξιοι πά-
1013σης ἐπιεικείας; Καὶ διατί; Ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν μᾶς ἔδω-
1014σαν οὗτοι ἀφορμήν. Ἐπειδὴ τὸ συνέδριον δὲν ἀπεφάσισε
1015περὶ τῆς διαχειρίσεώς των, πρέπει νὰ τοὺς ἐξαιρέσωμεν;
1016Καὶ τί πταίομεν ἡμεῖς, θὰ εἴπωσιν οὗτοι, ἐὰν δὲν ἀπεφά-
1017σισεν εἰσέτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Τί πταίομεν διὰ νὰ
1018μὴ συμπεριληφθῶμεν εἰς τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν ἑνὸς νό-
1019μου τοιούτου; Πῶς δυνάμεθα νὰ στερηθῶμεν ἑνὸς εὐεργε-
1020τήματος, ὅταν τὸ Κράτος δὲν ἐξετέλεσεν ἓν καθῆκον αὐτοῦ,
1021ὅπως ἐξενέγκῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν ἀπόφασίν του;
1022Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, ἐὰν ἐξηλέγχοντο οἱ λογαρια-
1023σμοὶ αὐτοὶ, ἠθέλομεν σᾶς καταδιώξει, ἠθέλετε ὑποφέρει
1024στενοχωρίας καὶ ἐνοχλήσεις, καὶ ἴσως ἠθέλετε πληρώ-
1025σει, καὶ ἐπειδὴ ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελον πληρώ-
1026σει, διὰ τοῦτο θέλει νὰ τοὺς συμπεριλάβῃ. Λοιπὸν πρέπει νὰ
1027ἦναι εἰς καλλιτέραν θέσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες καὶ μετὰ τὰς
1028καταδιώξεις δὲν ἐπλήρωσαν τὰ ὀφειλόμενα, ἀπὸ ἐκείνους,
1029οἵτινες ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως αὐτῶν εὑρίσκονται εἰς
1030ἄλλην θέσιν; Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι; Νομίζω,
1031κύριοι, ὅτι εἶναι ἀδικώταται αἱ σκέψεις αὗται, καὶ ὅτι δὲν
1032δύνανται νὰ ὑπάρξωσι σκανδαλωδέστεραι διακρίσεις. Καὶ
1033ἐννοῶ, λέγω πάλιν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ χρεῶν παλαιοτά-
1034των, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς ἐποχὴν πρὸ δεκαετίας ἢ πρὸ
1035δεκαπενταετίας, τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἠδυνάμην περισ-
1036σότερον νὰ προσθέσω εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἐκ
1037τῆς παλαιότητος τοῦ χρέους τεκμήριον, τότε, μὰ τὴν ἀλή-
1038θειαν, ἠδύνατό τις νὰ θεωρήσῃ κἄπως δικαιολογημένας τὰς
1039σκέψεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἐὰν ἤθελε φθάσει μέχρι τοῦ 1856
1040ἢ 1860, ἀλλὰ ἐνῷ πρόκειται περὶ χρεῶν μέχρι τοῦ 1876,
1041δίδομεν ἓν παράδειγμα ὀλέθριον εἰς ὅλους τοὺς ὀφειλέτας τοῦ
1042δημοσίου, διότι εἶναι ὡς ἂν νὰ τοὺς λέγωμεν νὰ φροντίσωσι
1043μίαν τριετίαν νὰ μὴ πληρώσωσι, διὰ νὰ ἐπέλθῃ εὐεργετι-
1044κὸς νόμος.
1045Λοιπόν, ἐνῷ τοιοῦτον νόμον εἰσάγομεν, νὰ λέγωμεν, ὅτι
1046δὲν συμπεριλαμβάνομέν τινας, διότι αὐτοὶ δὲν μᾶς ἔδωσαν
1047ἀφορμὴν νὰ σκεφθῶμεν, διότι δὲν ἐκηρύχθησαν ὀφειλέται,
1048νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀνατρεπτικὸν πάσης ἀρχῆς τῆς δι-
1049καιοσύνης καὶ παντὸς κανόνος καὶ δὲν φέρει ἄλλο τι, ἢ νὰ
1050παρουσιάζῃ καταφανεστέραν τὴν ἀσχημίαν τοῦ προκειμένου
1051νομοσχεδίου.
1052§118ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐὰν ἐνόησα καλῶς, ἡ πρότασις,
1053τὴν ὁποίαν ὁ κ. Χατζόπουλος ὑπέβαλεν, εἶναι ἀξία σπου-
1054δαίας σκέψεως καὶ μελέτης. Τὸ ζήτημα καλῶς ἐξεταζόμε-
1055νον, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τὸν σκοπὸν,
1056τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιώκει. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι
1057βέβαιον, ὅτι ὡς βάσιν ἔχει τὴν ἀδυναμίαν τοῦ δημοσίου τοῦ
1058νὰ εἰσπράξῃ τὰ ὀφειλόμενα· ἀλλὰ ἔχει καὶ ἄλλον σκοπὸν,
1059τοῦ νὰ δυνηθῇ νὰ εὐκολύνῃ τοὺς ὀφειλέτας ν’ ἀπαλλαγῶσι
1060τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθησαν ἀπὸ καιροῦ νὰ ἐξο-
1061φλήσωσιν. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῶμεν, καὶ πρέπει νὰ παρα-
1062δεχθῶμεν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ διπλοῦς σκοπὸς τοῦ νόμου,
1063νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ μὴ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἀρχικὴν
1064αἰτίαν ἑνὸς ἑκάστου χρέους, καὶ νὰ προσπαθήσωμεν, ἐὰν
1065ἦνε δυνατὸν, τὸ εὐεργέτημα τοῦτο νὰ ἐπεκταθῇ ἐφ’ ὅλων
1066αὐτῶν τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἦναι αὐτῆς τῆς
1067κατηγορίας. Τὸ χρέος δὲν λαμβάνει ὕπαρξιν εἰμὴ καθ’ ἣν
1068χρῆσιν βεβαιοῦται. Δύναται σήμερον νὰ βεβαιωθῇ δι’ ἀπο-
1069φάσεως τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, ἀλλὰ ὑφίσταται ἀπὸ
1070τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καθ’ ἣν ἐγεννήθη, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς
1071τῆς χρήσεως, εἰς ἣν ἀνήκει. Λοιπὸν, ἀφοῦ συμπεριλαμβά-
1072νομεν τὰ λοιπὰ χρέη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, δὲν ἐννοῶ
1073διὰ τί οἱ ὑπόλογοι ἕνεκα τῆς βραδύτητος τῆς ἐξελέγξεως
1074καὶ ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ συνεδρίου, ἥτις θέλει βε-
1075βαιώσει μόνον τὴν ὕπαρξιν τοῦ χρέους, ν’ ἀδικηθῶσιν, ἐξαι-
1076ρούμενοι τοῦ παρόντος νόμου, ἐνῷ ἡ ὀφειλὴ ἀνήκει εἰς
1077ἐποχὴν πρὸ 25 ἢ 30 ἐτῶν. Ἐννοῶ τοὺς ἐξ ἀπίστου δια-
1078χειρίσεως, ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι δὲν ὑπόκεινται εἰς τὰς διατά-
1079ξεις τοῦ παρόντος νόμου· οἱ ἐξ ἀμελείας ὅμως ὑπόλογοι δὲν
1080ἠδύναντο νὰ φροντίσωσι νὰ πληρώσωσι τὸ χρέος των, διότι
1081ἦτον ἄγνωστον εἰς αὐτούς. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀπέθανον, καὶ
1082προσκαλοῦμεν τὰ τέκνα των νὰ πληρώσωσι. Αὐτοὶ ἐνόμι-
1083ζον ἀποθνήσκοντες, ὅτι δὲν ἄφινον χρέος, καὶ σήμερον αἴφνης
1084μετὰ μίαν ἐξέλεγξιν ἀποδεικνύονται ὀφειλέται τοῦ δημοσίου,
1085οὐχὶ ἐκ κακῆς πίστεως. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν νὰ ὑπαχθῶσι
1086καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου.
1087Ἐκεῖνος, ὁ ὅστις κατέστη ὑπόλογος ἐκ λογιστικοῦ λάθους,
1088θέλετε νὰ ἦναι εἰς χειροτέραν θέσιν ἐκείνου, ὅστις ἐκ δυ-
1089στροπίας κατέστη ὀφειλέτης; Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διὰ λογι-
1090στικὸν λάθος καταδικάζεται νὰ πληρώσῃ 10 χιλιάδας
1091δραχμῶν, πρέπει νὰ τεθῇ εἰς θέσιν χείρονα ἐκείνου, ὅστις
1092ἐνοικίασε τὰς δημοσίους προσόδους καὶ τὰς ἰδιοποιήθη; Νο-
1093μίζω, ὅτι αἱ σκέψεις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος εἰσὶν
1094ἄξιαι σπουδαίας προσοχῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν
1095καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των, ὅπως
1096μὴ πράξωμεν ἀδίκημα εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες δικαιοῦνται
1097τῆς προστασίας ἡμῶν, καὶ νὰ μὴ καθιερώσωμεν ἄδικον ἀνι-
1098σότητα.
1099§119Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἡ Βουλὴ τ’ ἀπεφάσισε
1100καὶ ἡ κυβέρνησις ὑπεστήριξεν, ὅτι πᾶν νομοσχέδιον, ἐφ’ οὗ
1101ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, νὰ μὴ συζητῆται. (Θόρυβος). Μόλα
1102ταῦτα πάλιν ἡ Βουλὴ ἡ ἰδία μετέτρεψε τὴν ἀπόφασίν της,
1103καὶ εἰσῆλθεν εἰς συζήτησιν, οὐχὶ εἰς ἀντίῤῥησιν μίαν, ἀλ-
1104λὰ εἰς τὴν 8ην. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ εἴπω δύο λέξεις.
1105Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθαψεν ἓν νομοσχέδιον,
1106ὅπερ πρὸ αἰώνων ὑφίσταται καὶ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ ὅλα
1107τὰ Κοινοβούλια· μυρίαι ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν, ἀλλ’ οὐδε-
1108μία ἐπραγματοποιήθη· ἀλλ’ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ σᾶς εἴπῃ τί
1109ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ περισσότερον. Περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς
1110ὑπάρχουσι τόσαι ἐκκρεμεῖς δίκαι εἰς τὰ δικαστήρια κατὰ
1111πλείστων ἀδικώταται. Ἄνθρωποι, ἐλθόντες εἰς δίκας μὲ
1112τὸ δημόσιον, κατώρθωσαν, ὥστε νὰ ἐκδοθοῦν ἀποφάσεις ἀδι-
1113κώταται. Προκαλῶ δὲ τὸν κ. Δημητριάδην, ἔχοντα γνῶ-
1114σιν μιᾶς ὑποθέσεως, νὰ μαρτυρήσῃ περὶ ἐκείνου, ὅπερ θὰ
1115εἴπω, διότι ἦτο δικηγόρος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἐπρό-
1116κειτο νὰ λάβῃ μόνον 200 δραχμάς τις, καὶ νὰ ἐξοφλήσῃ
1117τὴν ἀπαίτησίν του· ἦλθον εἰς τὴν δικαστικὴν ὁδὸν, ἐξηκο-
1118λούθησαν τὰ δικαστήρια, τὰ δὲ δικαστήρια, διὰ νὰ δώσω-
1119σι προστασίαν εἰς τὰ ὀρφανὰ, ἐναντίον ἄλλων ὀρφανῶν,
1120ἀπεφάσισαν καὶ καταδικάζουν εἰς 30 χιλ. δραχμὰς, ἐνῷ
1121προηγουμένως ἠδύναντο νὰ συμβιβασθῶσι μὲ 200 μόνον.
1122Ὥστε παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πα-
1123ραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, ἣν ὑπέβαλον μετ’ ἄλλων
1124συναδέλφων, καὶ ν’ ἀπαλείψῃ ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ δημοσίου
1125τὰ χρέη μέχρι τοῦ 1856, διότι εἶναι ἐντροπὴ νὰ μένουν εἰς
1126τὰ βιβλία.
1127§120ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι αἱ δύο τροπολογίαι, ἡ τοῦ κ.
1128Δημητρακάκη καὶ ἡ ἰδική μου, δύνανται ν’ ἀπαρτίσωσι μίαν,
1129ἐὰν προστεθῇ «καὶ παρὰ τῶν ἐνοικιαστῶν φόρων». Ἐνθυ-
1130μεῖσθε, ὅταν ὡμίλησα, ἀναπτύσσων τὴν πρότασίν μου, ὅτι
1131καὶ ἐγὼ ἐξέφρασα τὴν αὐτὴν ἰδέαν. Ἀκολούθως ὁ κ. Δημη-
1132τρακάκης καὶ ὁ κ. Δημητριάδης ἀνέπτυξαν αὐτὴν εὐστό-
1133χως. Συνεπῶς τὴν παρεδέχθην ἐπίσης. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι,
1134ἐὰν γείνῃ παραδεκτὴ ἡ τροπολογία, θὰ γείνῃ αὕτη ἄρθρον
1135ά, καὶ τὸ ἄρθρον ά θά γείνῃ βʹ, διότι καὶ ἡ σύνταξις αὐ-
1136τοῦ ἐπιβάλλει τοῦτο.
1137§121ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φιλήμονος θὰ
1138συζητηθῇ ἀκολούθως, διότι, ὅταν ἤρχισεν ἡ συζήτησις, ἐῤ-
1139ῥέθη, ὅτι αὐτὴ ἀνάγεται εἰς τὸ βʹ ἄρθρον. Δὲν πρέπει λοι-
1140πὸν ἐνταῦθα νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπο-
1141ροῦμεν ἄνευ συζητήσεως νὰ τὴν θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν.
1142§122ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως, κύριοι, τοῦ νομοσχεδίου
1143κατ’ ἀρχὴν προέκυψαν διάφοροι τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι, κατὰ
1144τὴν ὀρθὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ
1145Καλαβρύτων βουλευτὴς εἰς μίαν προηγουμένην συνεδρίασιν,
1146θὰ μᾶς φέρουν εἰς τοιαύτην σύγχυσιν, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα
1147νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, ἐὰν δὲν παραπέμψω-
1148μεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ τὸ τακτο-
1149ποιήσῃ ἀκριβέστερον.
1150Διέρχομαι ἐν συντόμῳ τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας,
1151αἱ ὁποῖαι ὅλαι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον στηρί-
1152ζεται εἰς ἐσφαλμένην βάσιν, ἄλλως ἦτον ἀδύνατον νὰ προ-
1153κύψωσι τοσαῦται τροπολογίαι, ἄρδην αὐτὸ ἀνατρέπουσαι.
1154Καὶ εἶναι ἐσφαλμένη ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὓς λό-
1155γους εἶχον ἀναπτύξει τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν τὸ πρῶτον ἦλθεν
1156εἰς συζήτησιν. Ἐν πρώτοις παρατηρῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον
1157διαιρεῖ εἰς δύο μεγάλας κατηγορίας ὅλους τοὺς ὀφειλέτας
1158τοῦ δημοσίου. Εἰς τὴν μίαν τάσσονται ὅλαι αἱ ὀφειλαὶ τῶν
1159φορολογουμένων, μὲ τὰς ὁποίας συνταυτίζονται, διότι ἀπὸ
1160αὐτοὺς ὀφείλονται καὶ αὗται, αἱ ὀφειλαὶ ἐκ προστίμων, ἐκ
1161χρηματικῶν ποινῶν, ἐκ δικαστικῶν ἐν γένει ἐξόδων, ἐξ ἐξό-
1162δων καταμετρήσεως, ὡς καὶ τὰ ὀφειλόμενα ἐκ δικαιώμα-
1163τος ἐπικαρπίας. Ἡ δευτέρα κατηγορία περιλαμβάνει τοὺς
1164μεγάλους ὀφειλέτας. Ὡς πρὸς αὐτοὺς, ὡς εἶπον τότε, ὁ
1165νόμος εἶναι εὐεργετικώτερος, διότι καὶ ἡ χορηγουμένη εἰς
1166αὐτοὺς προθεσμία πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν των εἶναι εἰ-
1167κοσαετὴς, καὶ ὁ τόκος εἰς αὐτοὺς χαρίζεται, ἐνῷ εἰς τοὺς
1168μικροὺς ὀφειλέτας καὶ ἡ προθεσμία εἶναι μικροτέρα καὶ ὁ
1169τόκος δὲν χαρίζεται, διότι δὲν ὤφειλον τοιοῦτον. Αὐταὶ εἶ-
1170ναι αἱ δύο μεγάλαι κατηγορίαι, εἰς τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέ-
1171διον διαιρεῖ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου.
1172Αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, δι’ αὐτὸ
1173τοῦτο ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ προκύψωσι, διὰ τὴν ἐσφαλμέ-
1174νην βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς κατόπιν θέλω ἐξηγηθῆ, εἰσὶν
1175αἱ ἑξῆς. Ἡ μὲν εἶναι τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ.
1176Καλλιγᾶ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ εὐεργετήματα τοῦ νόμου δὲν
1177ἐπεκτείνονται ἐπὶ τοὺς ὀφειλέτας τῆς δευτέρας κατηγορίας,
1178τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας, ἐπὶ τοὺς ὀφειλέτας τοὺς μὴ φο-
1179ρολογουμένους. Δευτέρα τροπολογία εἶναι τοῦ ἀξιοτίμου κ.
1180Φιλήμονος καὶ λοιπῶν συνυπογραψάντων, κατὰ τὴν ὁποίαν
1181ἀπαλείφονται ὅλαι αἱ ὀφειλαὶ τῆς πρώτης κατηγορίας μέ-
1182χρι τοῦ 1856 συμπεριλαμβανομένου, καὶ κατὰ μίαν ὑπο-
1183τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλα-
1184βρύτων βουλευτὴς κ. Α. Πετιμεζᾶς.
1185§123Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τροπολογίαν δὲν ὑπέβαλον.
1186§124ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐδώσατε τροπολογίαν ἔγ-
1187γραφον· ἐπροτείνατε ὅμως, ἵνα ἐν τῇ τροπολογίᾳ τῇ ἀφορώ-
1188σῃ τοὺς φορολογουμένους συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ἐνοικια-
1189σταὶ, καὶ ἡ τοιαύτη πρότασις εἶναι βεβαίως ὑποτροπολογία
1190τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Φιλήμονος ὑποβληθείσης τροπολογίας. Ὁ
1191ἀξιότιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Χατζόπουλος ὑπεστήριξεν
1192ἑτέραν τροπολογίαν, νὰ διαγραφῶσιν αἱ ὑποθῆκαι ὅλων τῶν
1193ὀφειλετῶν, περὶ ὧν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἰσέτι δὲν ἀπε-
1194φάσισε. Τετάρτη τροπολογία ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν περὶ
1195τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν, καθ’ ἣν ἔδει νὰ ἀπα-
1196λειφθῶσιν αἱ ὀφειλαὶ τῶν δήμων ἐκ προκαταβολῶν.
1197Ὅλαι αὗται, ἐπαναλαμβάνω, αἱ τροπολογίαι ἀποδει-
1198κνύουν τὴν πλημμελῆ βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ
1199νομοσχέδιον, διότι ὅλαι αὐταὶ αἱ τροπολογίαι οὐδένα ἄλ-
1200λον σκοπὸν ἔχουν καὶ ἀπὸ οὐδενὸς ἄλλου σημείου ὁρμῶν-
1201ται, παρὰ νὰ ἐξαλείψωσι τὴν ἀνισότητα, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ
1202νομοσχέδιον εὑρίσκουσι. Καὶ εἶναι πλημμελὴς, κύριοι, ἡ
1203βάσις τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἄλλην δι-
1204καιολογητικὴν βάσιν, παρὰ τὴν μακρὰν περίοδον, ἐντὸς τῆς
1205ὁποίας ἐγεννήθησαν ὅλαι αἱ ὀφειλαὶ, ἐφ’ ἃς ἐκτείνει τὴν
1206εὐεργετικήν του πρόνοιαν. Τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο νομοσχέ-
1207διον λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ διάστημα ἀπὸ τῆς συ-
1208στάσεως τοῦ Βασιλείου μέχρι τοῦ 1876, καὶ εἰς ὅλους τοὺς
1209ἐντὸς τοῦ μακροῦ τούτου διαστήματος ὀφειλέτας, ἀδιακρί-
1210τως τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὃ ἔλαβε χώραν ἡ ὀφει-
1211λὴ, ἀδιακρίτως τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, ἐξ ὧν προῆλ-
1212θεν ἡ καθυστέρησις, ἀδιακρίτως τῶν ἰδιαιτέρων λόγων, οἱ
1213ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ὑπαγορεύσωσιν ἐπιεικές τι μέτρον, εἰς,
1214ὅλους αὐτοὺς λέγει τὸ χαρμόσυνον ἐκεῖνο ἄγγελμα τοῦ
1215Πάσχα: «Νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες εὐφράνθητε σή-
1216μερον.» Εἶναι βάσις αὐτὴ, ἐφ’ ἧς δύναται νὰ στηριχθῇ ἕν
1217τοιοῦτον νομοσχέδιον; βεβαίως δύναται εἰς πολλὰς περι-
1218στάσεις ἡ πολιτεία νὰ λάβῃ ἓν μέτρον ἐπιεικὲς, ἐκτεινόμε-
1219νον ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο δέον
1220νὰ ὑπάρχῃ ἀποδεδειγμένη κοινωνική τις ἀνάγκη, ἥτις νὰ
1221ἐπιβάλῃ τὸ μέτρον τοῦτο, ἢ ἐξαιρετικοί τινες λόγοι, ὑπα-
1222γορευόμενοι ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, εἰς ἃς εὑρέθη ἡ
1223τάξις ἐκείνη, ἐφ’ ἣν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ εὐεργετικὸν
1224μέτρον· ἁπλῶς ὅμως διότι ὀφείλουν, ἀδιαφόρως ἐκ τίνος
1225λόγου ὀφείλουσιν, ἀδιαφόρως τοῦ λόγου, δι’ ὃν δὲν ἐπλή-
1226ρωσαν μέχρι τοῦδε, νὰ ἐκτείνωμεν ἐπὶ ἅπαντας τοὺς ὀφειλέ-
1227τας τοῦ δημοσίου τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ, εἶναι, ὡς ἐγὼ φρο-
1228νῶ, τὸ πάντων ἀδικώτατον. Ἑπόμενον λοιπὸν ἦτο νὰ γείνῃ
1229αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔγεινε, νὰ καταβάλλωνται δηλαδὴ προσπά-
1230θειαι ἀπὸ ὅλους τοὺς βουλευτὰς πῶς νὰ μετριασθῶσι τοὐ-
1231λάχιστον αἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιερούμεναι ἀνισότη-
1232τες περὶ τὴν πληρωμὴν τῶν καθυστερούντων. Καὶ ἠξεύρετε
1233διατί ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα; διὰ τὸν ἁπλού-
1234στατον λόγον, ὃν ἐξήγησα τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἦλθεν
1235εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὸν ὁποῖον δὲν ἠθέλησε
1236νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι
1237ὑπέλαβεν, ὅτι ἤθελον νὰ τὸν μεμφθῶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν
1238ἐτηρήθη ὅ,τι περὶ τούτου διατάττει ὁ περὶ δημοσίου λογι-
1239στικοῦ νόμος. Γαλλικόν τι λόγιον λέγει, ὅτι «Κακὴ εἶναι ἡ
1240σοφία, ἥτις ἀξιοῖ νὰ ἦνε ὑπερτέρα τῆς σοφίας τοῦ νόμου»·
1241τοῦτο πράττομεν ἡμεῖς σήμερον, θέλοντες νὰ φανῶμεν
1242σοφώτεροι ἀπὸ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Διὰ νὰ
1243ἰδῆτε πόσον σοφῶς ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διέ-
1244ταξε τὰ τῆς ὕλης, ἥτις σήμερον μᾶς ἀπασχολεῖ, καὶ πῶς,
1245ἀπομακρυνθέντες τῶν διατάξεων αὐτοῦ, εἴπετο νὰ φθάσω-
1246μεν εἰς τὴν σύγχυσιν, εἰς ἣν ἤδη εὑρισκόμεθα, ἀκούσατε τί
1247λέγει·
1248«Ἄρθρον 105.
1249Γενικὸς πίναξ παρουσιάζεται προσέτι διὰ τὰ καθυστε-
1250ροῦντα ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων,
1251καταδεικνύων κατ’ ἐπαρχίαν, κατ’ ὄνομα ἢ κατὰ φορολο-
1252γικὸν πίνακα τὰ καθυστερήματα ἐξ ἑκάστου εἴδους εἰσο-
1253δημάτων, καὶ ὀνομαστὶ τὰ ἐκ τούτων ἀναγνωριστέα πα-
1254ραλείμματα.»
1255«Ἄρθρον 106.
1256Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τούτου γίνονται κατ’ ἔτος
1257προτάσεις περὶ ὁριστικῆς ἀναγνωρίσεως παραλειμμάτων
1258(non valeurs) τόσον τῆς χρήσεως, τῆς ὁποίας μέλλει νὰ
1259κυρωθῇ ὁ ἀπολογισμὸς, καθὼς καὶ τῶν πρὸ αὐτῆς. Πᾶσα
1260δὲ πρότασις περὶ παραλειμμάτων πρέπει νὰ περιέχῃ λε-
1261πτομερῆ ἔκθεσιν τῶν πρὸς εἴσπραξιν ἐνεργηθέντων μέτρων
1262καὶ τῶν λόγων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ ἀδύνατον τῆς εἰσ-
1263πράξεως τῶν ὀφειλομένων.»
1264Τὸ νομοσχέδιον, ὃ εἰσάγετε σήμερον, ἂν καὶ τὸ χαρα-
1265κτηρίζετε ὡς ἀφορῶν τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν καθυστερούντων,
1266εἶναι κατ’ οὐσίαν νομοσχέδιον περὶ παραλειμμάτων· ἀδιά-
1267φορον εἶναι ἂν δὲν ἀπαλείφῃ ὁλόκληρον τὸ χρέος, ἀδιά-
1268φορον ἂν ἀπαλείφῃ μόνον τοὺς τόκους καὶ χορηγῇ προθε-
1269σμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ πληρώσουν τὰ χρέη των οἱ κα-
1270θυστεροῦντες, τὸ νομοσχέδιον εἶναι περὶ παραλειμμάτων,
1271διότι καταργεῖ ἐν μέρει τὰ χρέη τῶν ὀφειλόντων εἰς τὸ
1272δημόσιον. Ἂν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐστηρίζετο εἰς τὴν
1273βάσιν, τὴν ὁποίαν ἤδη ὁ νόμος, ὁ περὶ δημοσίου λογιστι-
1274κοῦ, ἔχει καθορίσει, δὲν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸν πολλαπλα-
1275σιασμὸν τῶν τροπολογιῶν καὶ εἰς τὴν σύγχυσιν, διότι τότε
1276ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε φροντίσει νὰ παρουσιάσῃ
1277ἔκθεσιν λεπτομερῆ περὶ ὅλων τῶν καθυστερούντων, τοὐλά-
1278χιστον κατὰ κατηγορίας.
1279§125Α. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εὐχαριστεῖσθε νὰ λάβητε τὸ
1280κεφάλαιον μόνον· θέλετε καὶ τόκους;
1281§126ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε τί ἤθελον νὰ εἴπω. Τὸ νο-
1282μοσχέδιον εἰσάγει ἀνισότητα, καὶ ἐντεῦθεν προέκυψαν ὅλαι
1283αὐταὶ αἱ τροπολογίαι, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἄλλοι
1284μὲν εὐεργετοῦνται, ἐνῷ ἔπρεπεν αὐστηρῶς νὰ καταδιωχθῶσιν,
1285ὡς πρὸς ἄλλους δὲ ὑπάρχει αὐστηρότης, ἐνῷ αὐτοὶ ἦσαν
1286ἄξιοι μείζονος ἐπιεικείας· τοῦτο δὲν ἤθελε συμβῆ, ἐὰν ὁ κ.
1287ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τοιοῦτον νομοσχέδιον,
1288συνεμορφοῦτο μὲ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ.
1289Ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο, ἤθελον ψηφίσει προθύμως πᾶσαν
1290πρότασιν, ἣν ἤθελεν ὁ ὑπουργὸς ὑποβάλει, καὶ δι’ ἧς
1291ἤθελεν ἐκθέσει, ὅτι τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα καθυστερούμενα,
1292μολονότι ἐγένετο χρῆσις ὅλων τῶν ἀναγκαστικῶν μέτρων,
1293δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι, καὶ ὅτι οἱ δεῖνα ὀφει-
1294λέται, διὰ τοὺς δεῖνα ὡρισμένους λόγους, εἶναι ἄξιοι, ἐπιει-
1295κείας, καὶ ἑπομένως πρέπει ν’ ἀπαλειφθῶσι τὰ χρέη των.
1296Τότε οὐδεὶς ἤθελεν ἀντιτείνει, οὔτε ἤθελε φέρει τροπολο-
1297γίας, διότι, ὡς εἶπον, αἱ προταθεῖσαι τροπολογίαι, προῆλ-
1298θον ἐκ τῆς ἐσφαλμένης βάσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ
1299λοιπὸν δὲν ἐγένετο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γείνῃ, δὲν
1300συνεμορφώθη δηλ. ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον ὑπουργὸς
1301μὲ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς
1302αὐτὴν τὴν σύγχυσιν, ἐγὼ θέλω εἶσθαι ὑπὲρ πάσης τροπο-
1303λογίας, ἥτις ἤθελε συντελεῖ εἰς μετριασμὸν τῶν ἐκ τοῦ νό-
1304μου ἀτοπημάτων, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας,
1305ἂν δὲν φθάσωμεν εἰς ἐντελῆ ἰσότητα ἐπιεικείας, θέλομεν
1306τοὐλάχιστον μετριάσει τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχουσαν
1307μεγάλην ἀνισότητα.
1308§127ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Νέος
1309τρόπος καταπολεμήσεως τῶν νομοσχεδίων πρόκειται νὰ ἐγ-
1310καινιασθῇ. Θέλετε νὰ ἐννοήσητε, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγο-
1311ρεύσας, ὅτι ἓν νομοσχέδιον δὲν εἶναι κατάλληλον; ἀποβλέ-
1312ψατε εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν τροπολογιῶν, αἵτινες παρουσιά-
1313ζονται· ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ἔλεγεν, ἐξετάσατε
1314τὰς τροπολογίας, αἵτινες παρουσιάζονται, διότι ἂν ἐπρό-
1315κειτο ἄνευ συζητήσεως νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ἀξίας τοῦ νο-
1316μοσχεδίου ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τροπολογιῶν, οὐδεμίαν δυσ-
1317κολίαν θὰ εἶχον οἱ θέλοντες νὰ πολεμήσωσιν ἓν νομοσχέδιον,
1318νὰ παρουσιάζουν πολλὰς καὶ ποικίλας τροπολογίας καὶ νὰ
1319λέγουν, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν βάσιν· εἶναι
1320τόσον ἀκατάλληλον, ὥστε πανταχόθεν ἔρχονται τροπολο-
1321γίαι. Καὶ τί σημαίνει, ἀξιότιμε βουλευτὰ Οἰτύλου, ἂν ὁ εἷς
1322βουλευτὴς προτείνῃ μίαν τροπολογίαν, καὶ ὁ ἄλλος ἄλλην;
1323ὅλαι μάλιστα αὐταὶ αἱ τροπολογίαι πολεμοῦν τὴν ἰδέαν
1324σας, διότι αἱ περισσότεραι δὲν τείνουν εἰς τὸ νὰ καταστρέ-
1325ψουν τὸ νομοσχέδιον ἢ τὴν βάσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ θέλουν νὰ
1326ἐπεκτείνουν τὰς εὐεργετικὰς αὐτοῦ διατάξεις· ἑπομένως, μα-
1327κρὰν τοῦ νὰ συνηγοροῦν, πολεμοῦν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν
1328σεῖς ἔχετε.
1329Κύριοι, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον. Καθὼς σᾶς εἶπον,
1330μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1876 καθυστεροῦνται 90,000,000
1331περίπου· ἀπὸ τὰ 90,000,000 ταῦτα δὲν γίνεται οὐδεμία
1332εἴσπραξις, διότι μετὰ παρέλευσιν 3 ἢ 4 ἐτῶν ἀπὸ τῆς λή-
1333ξεως ἑκάστης χρήσεως ἡ καταδίωξις θεωρεῖται ἀδύνατος.
1334Ἂν λοιπὸν δὲν παραδεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τότε
1335βεβαίως θέλει δοθῆ χαρμόσυνον ἄγγελμα εἰς πάντας τοὺς
1336ὀφείλοντας μέχρι τοῦ 1876, διότι πάντες οὗτοι θέλουσι μεί-
1337νει ἐντελῶς ἀνενόχλητοι. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ κα-
1338ταδιωχθοῦν πάντες, καὶ διὰ νὰ καταδιωχθοῦν ἀποτελεσμα-
1339τικῶς, πρέπει νὰ δοθῶσιν ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου κάποιαι
1340εὐκολίαι· αἱ εὐκολίαι δὲ αὗται εἶναι νὰ χαρισθῇ ὁ τό-
1341κος καὶ νὰ δοθῇ προθεσμία διὰ τὴν πληρωμήν. Διὰ τοῦ μέ-
1342σου τούτου νομίζω, ὅτι θέλουν καθαρισθῇ τὰ ὀφειλόμενα,
1343καὶ ὅταν γείνῃ ἡ ἐκκαθάρισις, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ πα-
1344ρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁριστικὸς κατάλογος διὰ τοὺς ὀ-
1345φειλέτας ἐκείνους, τῶν ὁποίων θὰ ζητηθῇ ἡ ἀπάλειψις τῶν
1346χρεῶν ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία. Διὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν
1347πρόκειται νὰ ἀπαλείψωμεν οὐδὲν χρέος· τὰ χρέη θέλουν
1348μείνει ὡς εἶναι ἐγγεγραμμένα· ὅσοι θέλουν νὰ συμμορφω-
1349θοῦν μὲ τὸν εὐεργετικὸν νόμον, αὐτοὶ θέλουν τὰ ἀνανεώσει
1350καὶ θέλουν πληρώνει κατ’ ἐνιαυσίους δόσεις ἀτόκως· ὅσοι δὲν
1351θέλουν νὰ τὰ ἀνανεώσουν, αὐτοὶ θέλουσι καταδιωχθῆ, καὶ
1352ἐκ τῆς καταδιώξεως ταύτης θέλει ἀποδειχθῆ, ἂν πρέπῃ ἢ
1353ὄχι νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ ἀπάλειψις τῶν χρεῶν των.
1354Ὁ κ. Σαράβας σᾶς εἶπεν ἀκόμη, διὰ νὰ κατακρίνῃ τὸ νομο-
1355σχέδιον, ὅτι εὐνοεῖ περισσότερον τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας
1356παρὰ τοὺς μικροὺς φορολογουμένους, διότι εἰς τοὺς μεγά-
1357λους χορηγεῖ εἰκοσαετῆ προθεσμίαν, ἐνῷ εἰς τοὺς φορολογουμέ-
1358νους μόνον δεκαετῆ. Τοῦτο, κύριοι, προέρχεται ἐκ τῆς διαφο-
1359ρᾶς τοῦ ποσοῦ τοῦ χρέους, διότι ὁ νόμος δὲν δίδει γενικῶς
1360καὶ ἀορίστως εἰς πάντας τοὺς μὴ φορολογουμένους εἰκοσαετῆ
1361προθεσμίαν, ἀλλὰ μόνον εἰς τοὺς ὀφείλοντας ἐπέκεινα τῶν
13621,000 δραχμῶν· οἱ ὀφείλοντες ὀλιγωτέρας τῶν 1,000 δραχ-
1363μῶν, αὐτοὶ δὲν θὰ λάβουν εἰκοσαετῆ προθεσμίαν, ἀλλὰ βρα-
1364χυτέραν, διότι οὐδεμία δόσις δύναται νὰ ἦναι μικροτέρα τῶν
136550 δραχμῶν, ἐνῷ διὰ τοὺς φορολογουμένους αἱ δόσεις δύ-
1366νανται νὰ ἦναι 10 μόνον δραχμαί. Ὁ νόμος ἀπέβλεψεν εἰς τὸ
1367δυνατόν· ὅταν τις χρεωστῇ 100,000 δραχ. θὰ πληρώνῃ
13685,000 κατ’ ἔτος· ἐὰν ζητήσητε περισσότερα, δὲν κάμνετε
1369τίποτε.—Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ
1370παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομο-
1371σχεδίου καὶ ἑκάστης τροπολογίας, ἣν μετὰ προηγουμένην
1372συζήτησιν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παραδέχηται ἢ νὰ ἀποῤῥίπτῃ.
1373§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς προτείνει τὴν ἀπάλειψιν
1374τῶν λέξεων «ἀπαλλάσσονται τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας.»
1375(Ἀποῤῥίπτεται ἡ τροπολογία αὕτη δι’ ἀναστάσεως, ἐπιψη-
1376φίζεται δὲ τὸ ἄρθρον 1.)
1377§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος προτείνει νὰ προστεθῇ
1378εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἡ ἑπομένη δευτέρα παράγραφος: «Συμπε-
1379ριλαμβάνονται ἐν ταῖς εὐεργετικαῖς διατάξεσι τοῦ παρόντος
1380νόμου πάντα τὰ χρέη τῶν ὑπολόγων, τὰ ἀναγόμενα εἰς
1381διαχειρίσεις μέχρι τοῦ 1876, καίτοι μὴ ἐξελεγχθείσας.»
1382(Ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως.)
1383Ἄρθρον 2.
1384§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὁ κ. Φιλήμων ἐπρό-
1385τεινε τροπολογίαν, ἑτέραν δὲ οἱ κύριοι Δημητριάδης, Μπού-
1386μπουλης, Ναταρᾶς καὶ Ἀναγνωστόπουλος, σχεδὸν ὁμοίαν
1387μὲ τὴν τοῦ Φιλήμονος.
1388§131ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν συγχωνεύομεν.
1389§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀνεγνω-
1390ρίσθησαν ὡς δημόσια ἔσοδα καὶ ἐνεγράφησαν ὡς τοιαῦτα
1391εἰς τὰ δημόσια βιβλία, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαγρά-
1392φωνται, ἂν δὲν βεβαιωθῇ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπρα-
1393χθῶσι· διὰ νὰ βεβαιωθῇ δὲ τοῦτο, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῶσι
1394τὰ ποσὰ ταῦτα ὡς παραλείμματα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν
1395Οἰκονομικῶν, καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸς
1396κατάλογος. Κατὰ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσε
1397προηγουμένως ὁ κ. Σαράβας, ὁ κατάλογος δέον νὰ ἐμφαίνῃ
1398τὸ ὄνομα τοῦ ὀφειλέτου, τὴν αἰτίαν τοῦ χρέους, τὸ ποσὸν
1399αὐτοῦ, τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα, ἅτινα ἐτέθησαν εἰς ἐνέρ-
1400γειαν, καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ γεί-
1401νῃ ἡ εἴσπραξις· τότε δὲ, ἐν γνώσει τῶν περιστάσεων τούτων,
1402ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίζει τὴν διαγραφὴν τῶν χρεῶν· πᾶσα
1403κατ’ ἄλλον τρόπον γενομένη διαγραφὴ ὄχι μόνον εἶναι ἀν-
1404τικανονικὴ, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐγείρῃ καὶ ὑπονοίας εἰς τὸ
1405κοινὸν, τὸ ὁποῖον ἔχει δίκαιον νὰ ὑποπτευθῇ, ὅτι ἁπλῶς
1406καὶ ὡς ἔτυχεν ἡ Βουλὴ, καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὰ πρόσωπα
1407καὶ τὰ πράγματα, ἀποφασίζει περὶ διαγραφῆς χρεῶν, ἅτινα
1408ἐνδεχόμενον νὰ ὀφείλωνται ἀπὸ πρόσωπα δυνάμενα νὰ πλη-
1409ρώσουν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἀντιτάσσομαι κατ’ ἀρχὴν εἰς
1410τὴν τροπολογίαν, ἥτις προυτάθη, καὶ δὲν συμφωνῶ νὰ
1411γείνῃ οὐδεμία διαγραφὴ ἄνευ προηγουμένης προσαγωγῆς
1412ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἐνώπιόν σας. Ἐν τούτοις τὰ δικα-
1413στήρια παρεδέχθησαν, ὅτι καὶ τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὸ δημό-
1414σιον ὑπάγονται εἰς παραγραφὴν, διαφωνοῦσι δὲ μόνον ἂν ἡ
1415παραγραφὴ ἐπέρχηται μετὰ παρέλευσιν τριακονταετίας ἢ
1416τεσσαρακονταετίας.
1417§133ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διὰ τὰ ἀκίνητα, μάλιστα· διὰ τὰ προσωπικὰ
1418ὅμως εἶναι 30 ἔτη.
1419§134ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως χρέη, ἀπὸ τῆς λήξεως
1420τῶν ὁποίων παρῆλθον τὰ 40 ἔτη, εἶναι ὁμολογουμένως πα-
1421ραγεγραμμένα, ἐκτὸς ἂν τὸ δημόσιον δυνηθῇ νὰ ἀποδείξῃ,
1422ὅτι διέκοψε τὴν παραγραφὴν ἐν τῷ μεταξύ· καὶ περὶ μὲν
1423τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται ἀπὸ ἐνοικιάσας, ἀπὸ ἀγο-
1424ραστὰς κτημάτων καὶ ὑπολόγους, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἀ-
1425ποδειχθῇ ἡ διακοπὴ τῆς παραγραφῆς, διότι εἰς τὸ διάστημα
1426τοῦτο ἐγένοντο προσκλήσεις, ἐξεδόθησαν ἐντάλματα, ἐπλη-
1427ρώθη μέρος τοῦ χρέους, ἐφυλακίσθησαν πρόσωπα, ἐγένοντο
1428κατασχέσεις κτλ. ἑπομένως διὰ τοιαῦτα χρέη νομίζω, ὅτι
1429δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ ἐκ τῶν προτέρων οὐδεμία διαγραφή.
1430Περὶ τούτων θέλει ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ τὰ δέοντα, ὅταν ἐκ
1431τῆς ἐκκαθαρίσεως βεβαιωθῇ ἡ παραγραφὴ καὶ παρουσιασθοῦν
1432ὀνομαστικοὶ κατάλογοι· ἄλλως τε, κύριοι, δὲν εἶναι καὶ ἀ-
1433νάγκη ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ἀπὸ τοῦδε περὶ τῶν τοιούτων
1434ὀφειλετῶν, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861 οἱ μέχρι τοῦ
14351858 ὀφειλέται, ὅσοι εἶχον ἀντιῤῥήσεις κατὰ τοῦ χρέους
1436των, ὑπέβαλον αὐτὰς, καὶ ἐνόσῳ δὲν ἐκδικασθοῦν, δὲν δύ-
1437ναται νὰ ἐνεργηθῇ ἐναντίον των οὐδεμία καταδίωξις, εἶναι
1438δὲ πολὺ ἐνδεχόμενον, ὅταν ἐκδικασθοῦν αἱ ἀντιῤῥήσεις, νὰ
1439εὑρεθῇ, ὅτι δὲν ὀφείλουν τίποτε· ἑπομένως εἶναι περιττὸν
1440ἀπὸ τοῦδε νὰ τὰ χαρίσητε. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τοὺς φο-
1441ρολογουμένους τοὺς ὀφείλοντας ἀπὸ πρόστιμα, ἀπὸ χρημα-
1442τικὰς ποινὰς, ἀπὸ τέλη χαρτοσήμου, ἀπὸ ἔξοδα ἀπαριθ-
1443μήσεως καὶ καταμετρήσεως, περὶ αὐτῶν βεβαίως δὲν εἶναι
1444εὔκολον νὰ ἀποδειχθῇ διακοπὴ τῆς παραγραφῆς· διὰ τοῦτο
1445τὸ πολὺ ὅπερ δύναται νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ, εἶ-
1446ναι τὸ νὰ ἀπαλείψῃ ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία καὶ νὰ κηρύξῃ
1447ἄκυρα τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ τοιαῦτα χρέη μέχρι τῆς χρήσεως
1448τοῦ 1845.
1449§135ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μέχρι τοῦ 1851.
1450§136ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περιορίζομαι ἕως τὰ 1845, διότι, κατὰ
1451τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, εἶναι ζήτημα ἂν ἡ παραγραφὴ
1452ἐπέρχηται μετὰ τὰ 30 ἢ τὰ 40 ἔτη. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἀ-
1453πέναντι τῆς τροπολογίας, ἥτις ὑπεβλήθη ἀπὸ τοὺς ἀξιοτί-
1454μους βουλευτὰς, ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν
1455ὡς ἄρθρον 2 τοῦ νόμου. «Οἱ ὀφειλόμενοι παρὰ τῶν φορολο-
1456γουμένων...
1457§137Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ προηγουμένη ὁμι-
1458λία μου ἀνάγεται εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Ὁ κ. ὑπουρ-
1459γὸς εἶπε τὸ ἐναντίον, νὰ χαρίσῃ τοὺς φόρους, ὅταν ὀφείλων-
1460ται ἀπὸ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν
1461κ. ὑπουργὸν, ὅτι ὑπῆρξαν ἐνοικιασταὶ, μὴ εἰσπράξαντες ὅλως
1462διόλου φόρους, καὶ συνεπείᾳ τούτου ἔγεινεν ὁ νόμος τοῦ
14631859, δι’ ὗ ἐχαρίσθησαν εἰς τὸν μακαρίτην Κολοκοτρώνην ὡς
1464ἐνοικιαστὴν τοιαῦτα ποσά. Ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι ἐνοι-
1465κιασταὶ, οἵτινες δὲν εἰσέπραξαν ὅλως διόλου, καὶ ἐν τούτοις
1466εἰς τὸ δημόσιον ὀφείλουν. Διὰ τοῦτο δίδω τὴν πρότασίν μου
1467περὶ ἀπαλείψεως ὅλως διόλου μέχρι τοῦ 1859.
1468§138ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀντιλέγω εἰς τὸν προλαλήσαντα ἀξιότιμον
1469ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἡ γνώμη του τείνει νὰ
1470θέσῃ περιορισμὸν εἰς τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα τῆς νομοθε-
1471τικῆς ἐξουσίας, ὅπως ψηφίσῃ ἀπροσκόπτως τοὺς νόμους. Ἡ
1472νομοθετικὴ ἐξουσία περιορίζεται μόνον ἐκ τῶν προηγουμέ-
1473νων νόμων, ἐφ’ ὅσον δικαιώματα τρίτων δύναται νὰ παρα-
1474βλάψῃ νέος τις νόμος· ἄλλως ἡ ἐξουσία αὕτη εἶναι πλήρης
1475καὶ τελεία. Ἑπομένως ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύνα-
1476ται νὰ διαγράψῃ ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων ὀφειλὰς, αἵτινες
1477δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμέναι, ἢ ὧν ἡ εἴσπραξις δὲν εἶναι ἀποδε-
1478δειγμένη ὡς ἀδύνατος, δὲν ἔχει βάσιν νομολογικήν. Ἀλλ’ ὁ
1479ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς ὤφειλε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς κυρίους
1480λόγους, οὓς ἀνέπτυξα ὅτε ὑπέβαλον τὴν πρότασίν μου. Τὴν
1481πρότασιν αὐτὴν ὑπέβαλον, στηριζόμενος εἰς τὴν ἀκαταστα-
1482σίαν, εἰς ἣν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πρώτου βίου τοῦ Ἑλλη-
1483νικοῦ κράτους διετέλουν αἱ δημόσιαι ἀρχαὶ, καὶ τὴν ἀνωμα-
1484λίαν, ἥτις ἐπεκράτει τότε. Κατ’ ἐμὲ δὲ οἱ ἱστορικοὶ λόγοι οὗ-
1485τοι βεβαιοῦν, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξαν καθυστερήσεις, αὗται δὲν
1486προῆλθον ἐν γένει ἐκ κακῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀδυναμίας
1487τῶν πολιτῶν, ὅπως ἐκπληρώσωσι πάσας τὰς ὑποχρεώσεις
1488αὑτῶν. Θέλετε ἰδεῖ, ἀναγινώσκοντες τὸν πίνακα τῶν καθυ-
1489στερούντων ὅτι τὰ ποσὰ ἀναβαίνουσιν εἰς 1 καὶ εἰς 1½
1490ἑκατομμύριον καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ προϋπολογισμὸς μόλις ἦτο
149115 ἢ 16,000,000· καθ’ ἣν δὲ ἐποχὴν ὁ προϋπολογισμὸς
1492ἀναβαίνει εἰς 50,000,000, τὰ καθυστεροῦντα μόλις εἶναι 2
1493ἢ 2½ ἑκατομμύρια. Προφανῶς τὸ μεῖζον τῶν καθυστερούν-
1494των ποσὸν ἐν ἥττονι προϋπολογισμῷ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ
1495καθυστέρησις προήρχετο ἐκ τῆς ἱστορικῆς καταστάσεως τῆς
1496Ἑλλάδος. Ἑπομένως ἡ πρότασίς μου στηρίζεται εἰς γε-
1497γονότα πραγματικὰ, ἅτινα ὤφειλε, νομίζω, ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ
1498συζητήσῃ καὶ ἀναιρέσῃ, καὶ ὄχι νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν διατά-
1499ξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἃς ὅμως, προκειμένου νὰ συν-
1500τάξῃ τὸ νομοσχέδιόν του, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὡς παρετή-
1501ρησε πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Σαράβας.
1502§139Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἠθέλησε διὰ τῆς προ-
1503τάσεώς του νὰ δωρήσῃ πράγματα ξένα· ἀπορῶ μάλιστα
1504πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς, γέρων ἄνθρωπος (ἱλαρότης), δὲν ἐνθυ-
1505μεῖται, ὅτι κατὰ τὸ 1843 τὸ δημόσιον παρεκάλει νὰ εὕρῃ
1506ἐνοικιαστὰς καὶ δὲν εὕρισκεν. Ἔχομεν τώρα τὸ ζήτημα τῆς
1507παραγραφῆς. Ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικὸς, διὰ νὰ εἴπω, ἐὰν πα-
1508ραγράφωνται ἐντὸς 30 ἢ 40 ἐτῶν· νομίζω ὅμως, ὅτι οἱ φόροι
1509τῶν φορολογουμένων μετὰ τριακονταετίαν παραγράφονται,
1510διότι αὐτοὶ εἶναι χρέη κινητά. Δὲν ἐνθυμεῖται ὁ κ. ὑπουρ-
1511γὸς, ὅτι, κατὰ τοὺς νόμους περὶ ἐνοικιάσεως, τὸ δημόσιον
1512ἦτον ὑποχρεωμένον νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους, καὶ ὁ ἐνοικια-
1513στὴς ἐφ’ ὅσον ἦτον ἐλλειμματίας μετὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν
1514φόρων ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, κατὰ τοσοῦτον ἦτον ὑπεύ-
1515θυνος ἀπέναντι τοῦ δημοσίου. Καὶ δὲν ἠξεύρετε, ὅτι ἡ πε-
1516ριουσία αὕτη ἀνήκει εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, καὶ δὲν ἔχετε δι-
1517καίωμα νὰ τὴν χαρίσητε, καὶ ὅτι, ἂν δὲν εἰσπράξητε σεῖς
1518τοὺς φόρους αὐτοὺς, καὶ ἐπέλθῃ ἡ παραγραφή, εἶναι ὑπεύθυ-
1519νον τὸ δημόσιον ἀπέναντι τοῦ ἐνοικιαστοῦ· ἑπομένως δὲν
1520δύναται νὰ χωρίσῃ τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ τοὺς ἐνοικια-
1521στὰς τοὐλάχιστον μετὰ τὸ 1848 ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ οὔτε
1522χημικῶς δύναται νὰ κάμῃ τὴν ἀνάλυσιν καὶ τὸν χωρισμὸν
1523αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει, ὅτι πρόκειται νὰ παρα-
1524βιασθῇ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ δὲν ἐπιτρέ-
1525πεται εἰς ἡμᾶς νὰ κάμωμεν τὴν ἀπάλειψιν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κ.
1526πρόεδρε, ἔχομεν πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετήσωμεν καὶ
1527ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ λογιστικοῦ· ἀλλὰ
1528ἐὰν δὲν τὸ ἔχωμεν, διατί τὸ εἴχομεν μέχρι τοῦ 1845; καὶ ἂν
1529τὸ ἔχωμεν, τὸ ἔχομεν καὶ μέχρι τοῦ 1876. Λέγω λοιπὸν, ὅτι
1530ἡ τροπολογία, ἣν παρουσίασαν διάφοροι βουλευταὶ, εἶναι
1531ὀρθοτάτη, καὶ ἂς ἀρκεσθῇ εἰς τοῦτο ὁ κ. ὑπουργὸς, διότι
1532μέχρι τοῦ 1850 τὸν διαβεβαιῶ ἐγὼ, ὅτι δὲν θὰ κατορθώσῃ
1533τίποτε· ἄλλως, ἂν ἐπιμείνῃ, τὸν προλέγω, ὅτι θέλουν γεν-
1534νηθῇ πρὸς τὸ δημόσιον τόσαι δίκαι, ὅσοι εἶναι οἱ φορολο-
1535γούμενοι καὶ οἱ ἐνοικιασταί. Ἢ ἀφήσατε τὰ πράγματα
1536ὅπως ἔχουν, καὶ ἂς καταδιωχθοῦν ὅσοι ὀφείλουν, ἢ πρέπει
1537νὰ ζητῶμεν πράγματα δυνατά. Δὲν πταίει ὁ ὑπουργὸς βε-
1538βαίως σήμερον, διότι οἱ νόμοι τῆς πολιτείας δὲν εἶναι ἔργον
1539αὐτοῦ, οὔτε κανενὸς ἐξ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ δημόσιον δὲν δύ-
1540ναται τὰς ὑποχρεώσεις του νὰ τὰς ἀναιρῇ.
1541§140ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἐναντιοῦμαι εἰς ὅλας τὰς τροπολο-
1542γίας καὶ τὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰς
1543ἄλλας, περὶ καταργήσεως χρεῶν, διότι ἐπιμένω, ὅτι εἶναι
1544ὅλως ἐναντίον εἰς τὴν ἐντολήν μας ἡ κατάργησις χρεῶν. Ἀπὸ
1545τῆς ἐποχῆς τοῦ Σόλωνος καὶ τῆς σεισαχθείας μοὶ φαίνεται,
1546ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο παράδειγμα· μοὶ φαίνεται μάλιστα,
1547ὅτι ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐξήτασε τὸ
1548σύστημα τοῦ λογιστικοῦ τῆς Γαλλίας τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν, ὅτι
1549φέρει εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα.
1550§141ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τοῦ Γαλλικοῦ συ-
1551στήματος.
1552§142ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Περὶ τοῦ ἰδικοῦ μας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπα-
1553ράλλακτον ὡς τὸ Γαλλικόν. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἐν
1554Γαλλίᾳ εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος
1555καταδεικνύει πάντοτε καθυστεροῦντα. Τὰ καθυστεροῦντα
1556μένουν ἐγγεγραμμένα ἐν τοῖς δημοσίοις βιβλίοις μέχρις οὗ
1557βεβαιωθῇ τὸ ἀδύνατον τῆς εἰσπράξεως, καὶ τότε ἐπέρχεται
1558ἡ διαγραφή. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διαγραφῆς; Εἶναι ἡ
1559ἔννοια τῆς καταργήσεως τοῦ χρέους; Οὐδαμῶς. Σᾶς παρα-
1560πέμπω εἰς ἔκθεσιν σπουδαίαν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν Dalloz
1561ὑπὸ τὴν λέξιν Trésor public, ἀριθμὸς 689.
1562§143ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παύει ἡ καταδίωξις.
1563§144ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ δὲν ἀπαλείφεται τὸ χρέος. Ὁ
1564νόμος ἔχει ἄλλην θεραπείαν, τὴν παραγραφήν. Ἐδίστασεν
1565ὁ κ. ὑπουργὸς ἐὰν ἐφαρμόζητε ἡ τριακονταετὴς ἢ τεσσαρα-
1566κονταετὴς παραγραφή. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει ἐν τῇ
1567μνήμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονο-
1568μικῶν πλέον ἀναμφισβήτητον, διότι τὸ ὑπουργεῖον τῶν
1569Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ βεβαιωθῇ περὶ τούτου, ἀπετάθη εἰς τὴν
1570Νομικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βερολίνου καὶ
1571ἔλαβε γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσεν ἑλληνιστί· ἐν
1572δὲ τῇ γνωμοδοτήσει ταύτῃ ῥητῶς λέγεται, ὅτι ἡ παρα-
1573γραφὴ τῶν προσωπικῶν ἀπαιτήσεων, περὶ ὧν ἐδῶ πρόκειται,
1574εἶναι τριακονταετὴς, οὐδέποτε δὲ ἑλληνικὸν δικαστήριον
1575ἠμφισβήτησε περὶ τῆς τριακονταετοῦς παραγραφῆς τῶν
1576προσωπικῶν ἀπαιτήσεων. Ἀμφισβήτησις ἐγεννήθη περὶ τῶν
1577πραγματικῶν ἀγωγῶν, ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν πρόκειται ἐδῶ.
1578Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὅσοι λέγουν μέχρι τοῦ 1841 ἢ τοῦ 1845,
1579λέγουν πράγματα περιττά· ὅλα αὐτὰ παρεγράφησαν μέχρι
1580τοῦ 1851. Τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα, μήπως ἐπῆλθε δια-
1581κοπή. Εἶναι τῷ ὄντι σπάνιον νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἐπῆλθε
1582διακοπή, διότι ἁπλῶς ὑπόμνησις τοῦ δημοσίου καὶ εἰδο-
1583ποίησις δὲν διακόπτουσι τὴν παραγραφήν· πρέπει νὰ γείνῃ
1584πρᾶξις ἐκτελέσεως, προσωπικὴ κράτησις, κατάσχεσις, καὶ
1585τότε ἐπέρχεται διακοπὴ παραγραφῆς. Ὁ νόμος τοῦ 1871
1586σιωπᾷ περὶ διακοπῆς· ἄρα ἰσχύουν αἱ κοιναὶ διατάξεις, κατὰ
1587τὰς ὁποίας δὲν ἀρκεῖ νὰ εἰδοποιήσῃ τὸ δημόσιον τὸν ὀφει-
1588λέτην, πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ καὶ πράξει, ἐκτελέσεως, διὰ τοῦτο
1589δὲν ἔχω δισταγμὸν, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ χρέη τὰ πρὸ τοῦ 1851
1590παρεγράφησαν. Εἶναι λοιπὸν μόνη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1851
1591καὶ 1856. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ πράξῃ ἔργον σύμφωνον
1592πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς, μὴ προχωροῦσα εἰς αὐτὸν
1593τὸν ὀλέθριον δρόμον τῆς καταργήσεως χρεῶν. Κατάργησις
1594χρεῶν εἶναι κακίστη ἀρχὴ, ἥτις, ἅμα εἰσαχθῇ, βεβαίως θὰ
1595ἔχῃ πολλὰς ἀπομιμήσεις καὶ θ’ ἀκούσωμεν πλεῖστα ὅσα
1596δικαιολογητικὰ, ὅπως ἤρχισε νὰ ἐκθέτῃ ὁ ἔντιμος συνάδελ-
1597φός μου βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι ὑπάρχει περίστασις ἀφέ-
1598σεως χρεῶν. Πῶς ἠμποροῦμεν νὰ ἀφήσωμεν χρέη ἄγνωστα;
1599Ὑποθέσατε, ὅτι χρεωστεῖται ποσὸν παρὰ πλουσιωτάτου, ὁ
1600ὁποῖος κατώρθωσε μέχρι σήμερον νὰ κρύπτηται, εἶσθε
1601εὐδιάθετοι νὰ δωρήσητε εἰς αὐτόν; Θὰ εἴπητε, ὅτι πράττετε
1602ἔργον φιλανθρωπίας; ἔργον ἀγνοίας πράττετε. Λοιπὸν πρέ-
1603πει ν’ ἀποφύγωμεν ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν
1604ὁδὸν, δὲν ἔχομεν δὲ ἀνάγκην μέχρι τοῦ 1851, διότι ὅσα
1605εἶναι προγενέστερα, αὐτὰ παρεγράφησαν, καὶ ἑπομένως εἶμαι
1606ἐναντίος πάσης τροπολογίας.
1607§145ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶχε μεγάλην ἀνησυχίαν ἡ Βουλὴ, ἕνεκα
1608τοῦ ποσοῦ τῶν ὀφειλομένων· ἀλλ’ αὐτὰ ἀπεδείχθησαν σή-
1609μερον κἄπως ἀνύπαρκτα. Ὀφείλουν οἱ φορολογούμενοι 90,
1610000,000· ἀπεδείχθη, ὅτι ὅλα τὰ χρέη πρὸ τοῦ 1850 εἶναι
1611μηδέν· ἡμεῖς ὅμως κατακρινόμεθα καὶ κατακρίνομεν ἡμᾶς
1612αὐτοὺς πολλάκις, ὅτι δὲν πληρώνομεν εἰς τὸ δημόσιον. Ἦλ-
1613θον εἰς τὸ βῆμα νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι οὐχὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι,
1614ἀλλ’ ἁπανταχοῦ μένουσι καθυστεροῦντα, καὶ πανταχοῦ
1615ἐξετάζονται κατ’ ἔτος τὰ παραλείμματα. Δὲν ἐμελέτησα τὸν
1616Δαλλὸζ καὶ πιστεύω, ὅτι λέγει, ὅπως ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν·
1617ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν τῷ λογιστικῷ νόμῳ
1618εἶναι ὁ ὅρος διαγράφονται, καὶ ἀρκεῖ ὁ ὅρος, ἵνα παύσῃ πᾶσα
1619καταδίωξις. Ἐνόμισα, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς ἤθελεν ὑποστη-
1620ρίξει, ἀφοῦ εἶναι παραγεγραμμένα τὰ χρέη μέχρι τοῦ 1851,
1621νὰ παύσῃ πᾶσα καταδίωξις· ἐξ ἐναντίας ἐγνωμάτευσε τὸ
1622ἀντίθετον, νὰ ἐξακολουθῶμεν καταδιώκοντες τοὺς ὀφείλοντας
1623εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ διὰ τοῦτο κυρίως ἔλαβον τὸν λόγον,
1624διότι βεβαίως ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν προκα-
1625τάληψιν τῆς σεισαχθείας, ἀλλὰ περὶ τούτου οὐδεὶς φόβος
1626ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει κατάργησις χρεῶν, ἀλλὰ ἀναγνώρι-
1627σις τῆς ἀποσβέσεως τῆς φυσικῆς τῆς γεγονυίας ὡς ἐκ τῆς
1628παραγραφῆς, οὔτε ἄφεσις, οὔτε δωρεά· τί δωρεῖς, ἀφοῦ οὐ-
1629δεὶς σοὶ ὀφείλει τι;
1630Τώρα, κύριοι, βάσις τοῦ νόμου εἶναι ἀνεπάρκεια τῶν φο-
1631ρολογουμένων νὰ πληρώσουν, ἀνεπάρκεια τῶν ὑπηρετῶν τοῦ
1632δημοσίου νὰ εἰσπράξουν. Διατί ἀνεπάρκεια; διότι δὲν ὑπάρ-
1633χει ὁ φορολογούμενος, διότι δὲν ὀφείλει. Ἄπειροι ἐξ αὐτῶν
1634δὲν ὀφείλουν· πλεῖστα προέρχονται ἐκ θεομηνιῶν, καὶ ἠδυ-
1635νάμην ν’ ἀναφέρω ἱστορικὰ γεγονότα. Λοιπὸν δὲν πρόκειται
1636περὶ σεισαχθείας, τὸ ὁποῖον βεβαίως θὰ ἦτο φοβερὸν νὰ δε-
1637χθῶμεν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἔχομεν λαβεῖν πρὸ τοῦ 1851, πρῶτον ἕ-
1638νεκα τῆς παραγραφῆς, καὶ δεύτερον, διότι «οὐκ ἂν λάβῃς
1639παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος», καὶ τοῦτο εἶναι βεβαιωμένον διὰ τῆς
1640ἐπὶ 50 ἔτη καταδιώξεως. Ἐν Γαλλίᾳ δὲ ἑνὸς ἔτους κατα-
1641δίωξις, ἐὰν δὲν φανῇ ἐπαρκὴς, τότε παύει πολλάκις ἡ κα-
1642ταδίωξις δι’ ἀπορίαν τῶν ὀφειλετῶν.
1643Τώρα πρόκειται μόνον ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων; λέγω ὄχι,
1644καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τὴν ἀγό-
1645ρευσιν μάλιστα τοῦ κ. Καλλιγᾶ, δὲν ὑποστηρίζει τὴν διαγραφὴν
1646ἢ μᾶλλον τὴν παῦσιν πάσης καταδιώξεως, διότι πρόκειται
1647καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Πρέπει νὰ ἐνασχολώμεθα εἰς τὴν ἀ-
1648ναβεβαίωσιν τῶν χρεῶν ἀπὸ τοῦ 1829 μέχρι τοῦ 1850;
1649Αὐτὴ εἶναι ἡ κόπρος τοῦ Αὐγείου, καὶ ἂν τὸ δημόσιον εἰσέλθῃ
1650εἰς τὴν βεβαίωσιν αὐτῶν, θὰ παραλείψῃ τὴν βεβαίωσιν
1651τῶν μετὰ ταῦτα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐλπίζει νὰ εἰσπράξῃ.
1652Πρέπει λοιπὸν τὸ σαπρὸν νὰ τὸ ἀποκόψῃς, διὰ νὰ φθάσῃ
1653ἡ δημοσία ὑπηρεσία εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔχει
1654ἐλπίδα.
1655Τώρα, κύριοι, μὴ νομίζητε, ὅτι ἡ παραγραφὴ εἶναι ἕν τι
1656ὅλως διόλου αὐθαίρετον. Εἶναι φυσικὸν, μετὰ παρέλευσιν 30
1657ἐτῶν, ὁ ὀφειλέτης δὲν ἠξεύρει ἐὰν χρεωστῇ οὔτε ἐὰν ἐπλή-
1658ρωσε, καὶ τὰ 30 ἔτη ἐξαλείφουσι μίαν γενεὰν ὁλόκληρον· ἡ
1659κατόπιν γενεὰ, ἐκτὸς ὅτι δὲν ὀφείλει, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ
1660ἐὰν ὀφείλῃ, τί ὀφείλει ἢ ποῦ τὰ χαρτάκια ἐκεῖνα, αἱ ἀπο-
1661δείξεις. Ἦλθε μίαν φορὰν ὁ ταμίας Μεσολογγίου, καὶ μὴ θέ-
1662λων νὰ λογαριάσῃ, ἐθεώρησεν ὅλους τοὺς πολίτας τοῦ Με-
1663σολογγίου ὀφειλέτας καὶ εἶπε: Φέρετε τὰς ἀποδείξεις, διὰ νὰ
1664μὴ σᾶς καταδιώξω, καὶ ἐδάρη ὁ ταμίας καὶ ἐποδοκροτήθη καὶ
1665ἔγεινε μέγα κακόν.
1666Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλήμονος δὲν εἶ-
1667ναι μόνον ἐπιεικὴς, εἶναι καὶ δικαία· δὲν εἶναι μόνον δικαία,
1668εἶναι καὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ διοίκησις
1669θὰ συγκεντρωθῇ εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῆς εἰσπράξεως ἐκείνων
1670τῶν ὀφειλομένων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐλπὶς κἄτι τι νὰ εἰσ-
1671πράξωμεν.
1672§146ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀπαν-
1673τήσωμεν εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς κύριον Καλλι-
1674γᾶν, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ διατί χαρίζομεν τὰ
1675πράγματα τοῦ δημοσίου, καὶ ὅτι ἀπὸ τὸν καιρὸν τοῦ Σόλω-
1676νος τοιοῦτόν τι δὲν παρουσιάσθη. Τώρα ἐνόησα τὸν φόβον,
1677ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατελήφθη ὁ κ. Καλλιγᾶς. Ὁ Σόλων, κύ-
1678ριε πρόεδρε, ἐνομοθέτησεν ὄχι νὰ χαρίσῃ τὸ δημόσιον εἰς
1679τοὺς ἰδιώτας, ἀλλὰ νὰ χαρίσουν οἱ ἰδιῶται εἰς τοὺς ἰδιώ-
1680τας. Ἂς μὴ φοβηθῇ ὅμως ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι, ἀφοῦ
1681σήμερον ὑποχρεώνομεν τὸ δημόσιον νὰ χαρίζῃ εἰς τοὺς ἰδιώ-
1682τας, θὰ προχωρήσωμεν νὰ νομοθετήσωμεν κατόπιν νὰ
1683χαρίσουν οἱ ἰδιῶται πρὸς τὸ δημόσιον ὥστε ὁ τοιοῦτος
1684φόβος του εἶναι πρόωρος, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐντελῶς ἀνυπό-
1685στατος.
1686§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι γνω-
1687στὴ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς τροπολογίας
1688τοῦ κ. Φιλήμονος καὶ τῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι, ὅτι ἡ μὲν
1689τοῦ κ. Φιλήμονος συμπεριλαμβάνει καὶ τοὺς ἐνοικιαστὰς
1690μέχρι τοῦ 1856, ἡ δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περιορίζει τὸν χρό-
1691νον μέχρι τοῦ 1851, καὶ περιλαμβάνει μόνον τοὺς φορολο-
1692γουμένους.
1693§148ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ προσθέσῃ
1694ὡς παραγεγραμμένα.
1695§149ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ προστεθῇ,
1696διότι τὰ παραγεγραμμένα εἰσὶν αὐτοδικαίως κατὰ τὸν νό-
1697μον ἀπεσβεσμένα· ἐὰν δὲ ὁ νόμος εἴπῃ, ὅτι ὡρισμένως τὰ
1698δεῖνα χρέη διαγράφονται ὡς παραγεγραμμένα, θὰ δοθῇ ἡ ἑρ-
1699μηνεία, ὅτι τὰ λοιπὰ, καίτοι παραγεγραμμένα, δὲν δια-
1700γράφονται.
1701§150ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ αἰτιολογία ὡς παραγεγραμμένα
1702περιέχει τὴν αἰτίαν τοῦ νόμου· ὁ λόγος δὲ τοῦ νόμου δὲν
1703ἐκφράζεται ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἂν προστεθῇ, δύναται νὰ δώσῃ
1704ἀφορμὴν εἰς παρερμηνείαν, διότι δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι
1705τὰ παραγεγραμμένα δὲν ὑπάγονται.
1706§151ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἄλλως τε δὲ καὶ ἡμεῖς ἐστηρίχθημεν εἰς
1707ἱστορικὰς περιστάσεις μᾶλλον, ἢ εἰς νομικάς.
1708§152ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβῇ
1709πέραν τοῦ 1851.
1710(Ἀποῤῥίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου
1711Φιλήμονος.)
1712§153Χ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί εἰς τοὺς φορολογουμένους
1713νὰ χαρίζωνται οἱ τόκοι, καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς;
1714§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέχρι τοῦ 1851 περιλαμβάνονται καὶ
1715ἐνοικιασταὶ καὶ φορολογούμενοι.
1716§155ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς τροπολογίας
1717καὶ τῆς ἄλλης δὲν εἶναι μόνον, ὅτι ἐκείνη συμπεριλαμβά-
1718νει τοὺς ἐνοικιαστὰς, ἀλλὰ καὶ ἄλλους· ἀποκλείονται οἱ δυσ-
1719τυχεῖς ὑπόλογοι, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος· εἶναι
1720πολλοὶ ταμίαι, οἱ ὁποῖοι ἐληστεύθησαν. Τὸ συνέδριον ἐξέ-
1721δοτο ἀποφάσεις οὐ μόνον ἀδίκους, ἀλλὰ καὶ τερατώδεις·
1722ὑπάρχει μία ἀπόφασις, ἐξελέγχουσα τοὺς λογαριασμοὺς τῆς
1723ἁλαταποθήκης Μεσολογγίου ἀπὸ τοῦ 1848 μέχρι τοῦ 1851·
1724ἐπειδὴ δὲ δὲν εὑρίσκετο εἰς ποῖον ἔτος παρουσιάσθη τὸ ἔλ-
1725λειμμα, συμπεριέλαβε τὸ συνέδριον πάντας ὅσοι ὑπηρέτησαν
1726ὡς ἁλαταποθηκάριοι, καὶ τοὺς καταδικάζει ἀλληλεγγύως.
1727§156ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ ποῖον σκοπὸν ἔχει ἡ
1728ἀπαρίθμησις, ὡς ἐγένετο, τῶν ἀπαλειφομένων ὀφειλῶν ἀπὸ
1729τοῦ 1829 ἕως τοῦ 1851. Ἐνόουν, καὶ δὲν ἤθελον ἀντιτεί-
1730νει, μολονότι εἶμαι ἐναντίος πασῶν τῶν προτάσεων τῶν
1731γενομένων περὶ ἀπαλείψεως ἢ διαγραφῆς τοιούτων χρεῶν,
1732ἀφοῦ, κατὰ τὴν ὀρθὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀτ-
1733τικῆς, πάντα ταῦτα ὑπάγονται εἰς παραγραφὴν, καὶ δύ-
1734ναται πᾶς τις νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του κατὰ τοὺς κειμένους
1735νόμους· ἐνόουν τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
1736νομικῶν μέχρι τινός, τοῦ νὰ μὴ ἐπέλθῃ μεταβολή τις εἰς
1737τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, λέγω, τὴν κατονομασίαν.
1738Παρετήρησα δὲ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης διαφωνίαν μετα-
1739ξὺ τῶν ὑπουργῶν, καὶ διαφωνίαν μεγίστην, ἀπὸ τῆς ἐνάρ-
1740ξεως τῆς συζητήσεως μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς· δὲν ἔπρε-
1741πε νὰ φέρωσι τοιαύτην συζήτησιν ματαίαν. Ὅθεν παρακα-
1742λῶ, ἀντὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς, νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς. «Τὰ μέ-
1743χρι τοῦ 1851 ὀφειλόμενα πρὸς τὸ Δημόσιον ἀπαλείφον-
1744ται», καὶ ἂς προστεθῇ ἡ φράσις «πλὴν τῶν προερχομένων
1745ἐξ ἀπίστου διαχειρίσεως», διότι τὸ ἔγκλημα τῆς ἀπίστου
1746διαχειρίσεως εἶναι ἀτιμωτικὸν, καὶ δέον νὰ μὴ συμπερι-
1747ληφθῇ εἰς τὴν εὐεργετικὴν αὐτὴν διάταξιν.
1748§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη πρόκειται νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ἄρθρον· ὅ-
1749λαι δὲ αἱ τροπολογίαι, συγχωνευθεῖσαι, ἐψηφοφορήθησαν.
1750§158ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῆς προσθήκης, ἡ ὁποία ἐγένε-
1751το, νομίζω, κύριοι, ὅτι θὰ ἀνατρέψωμεν δικαιώματα κε-
1752κτημένα, διότι, ὅταν φθάσητε νὰ μνημονεύσητε ὅλους τοὺς
1753ὀφειλέτας καὶ ἀποκλείσητε μίαν τάξιν ἔχουσαν ἴσως κεκτη-
1754μένα τὰ δικαιώματα τῆς παραγραφῆς, τότε φαίνεται, ὅτι
1755καταστρέφετε καὶ αὐτά.
1756§159ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
1757§160ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶναι τόσον μᾶλλον σκανδαλῶδες
1758τοῦτο, ὅσον δύναται νὰ ἐκδοθῇ μετὰ ἔτη ἀπόφασις τοῦ
1759συνεδρίου, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι ὑπεύθυνος διὰ τὴν δια-
1760χείρισιν τοῦ 1843 ὀφείλει νὰ πληρώσῃ. Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν
1761ὑπάγεται εἰς τὴν παραγραφήν; μέχρι τοῦ 1851 ὑπάρχει
1762παραγραφὴ, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ὅλοι οἱ
1763ὀφειλέται, μεταξὺ δὲ τῶν ὑπολόγων, τῶν ὁποίων οἱ λογα-
1764ριασμοὶ δὲν ἐξελέχθησαν, ὑπάρχουσιν οἱ μᾶλλον ἀθῶοι ὀφει-
1765λέται τοῦ δημοσίου. Κύριοι, θὰ φέρωμεν ἓν ἀτόπημα, ἓν χά-
1766σμα, ἂν δὲν συμπληρώσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν, διότι, ὡς
1767ἔχει, φρονῶ, ὅτι ἀνατρέπει τὰς κυριωτέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου
1768καὶ τῆς ἰσότητος, ἢ τοὐλάχιστον θὰ προκαλῇ ἀπορίας ἐπὶ
1769τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου.
1770§161ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ἂν ἡ Βουλὴ δὲν
1771ἐδέχετο καμμίαν τροπολογίαν καὶ ἄφινε τὸ νομοσχέδιον
1772ὅπως ἔχει, διότι ἐκ τῆς καταδιώξεως καὶ ἐνεργείας τοῦ
1773δημοσίου θὰ ἀποδειχθῇ ποῖα ἐκ τῶν χρεῶν εἶναι παραγε-
1774γραμμένα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν δικαιούμεθα νὰ κάμωμεν καμ-
1775μίαν καταδίωξιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ὁρίσῃ ἀπὸ
1776τοῦδε, ὅτι οὐδεμία καταζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τὰ
1777χρέη, ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ὁποίων παρῆλθον 30 ἔτη, διότι
1778τὰ θεωρεῖ παραγεγραμμένα, καὶ ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος βουλευ-
1779τὴς Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ διακοπὴ τῆς
1780παραγραφῆς, πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν ἢ ὅτι ἐφυλακίσθησαν
1781οἱ ὀφειλέται, ἢ ὅτι ἐγένοντο κατασχέσεις, τότε νομίζω, ὅτι
1782πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐ-
1783συζητήσαμεν, καὶ νὰ εἴπωμεν: «Πάντα τὰ καθυστερούμενα
1784ἀπὸ ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων ἀπὸ τοῦ 1852 μέχρι τοῦ
17851876 ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις ταύτας, τὰ δὲ πρὸ
1786τοῦ 1851 διαγράφονται».
1787§162Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους
1788συμπεριλαμβάνονται καὶ συνδρομαὶ τοῦ δημοσίου πρὸς ἑται-
1789ρίας, ὡς εἶναι ἡ τῆς οἰνοποιΐας τῶν Πατρῶν (θόρυβος), ἥτις
1790χρεωστεῖ, ὡς ἤκουσα, 300,000 δραχμῶν. Τί θὰ γείνῃ περὶ
1791αὐτῶν;
1792§163ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ διαγραφῶσιν.
1793§164ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Διὰ τῆς τροπολογίας μεταβάλλεται ἡ
1794ἔννοια τοῦ ἄρθρου. Ἐὰν ἐννοῇ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ψηφοφορηθῇ
1795ἡ τροπολογία, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφοφορηθῇ χωριστὰ, καὶ χω-
1796ριστὰ τὸ ἄρθρον, διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἐναντίοι πάσης δωρεᾶς
1797ἢ ἀπαλείψεως. Περὶ τῶν παραγεγραμμένων περιττὸν ν’ ἀνα-
1798φέρωμεν. (Θόρυβος.)
1799§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὰ πρόστιμα, αἱ
1800χρηματικαὶ ποιναὶ καὶ πᾶν ἕτερον χρέος κεκλεισμένων χρή-
1801σεων μέχρι τοῦ 1851, συμπεριλαμβανομένου, ἀπαλείφον-
1802ται ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία, καὶ οἱ περὶ αὐτῶν τίτλοι ἀκυ-
1803ροῦνται.
1804§166ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὸ τὸ «πᾶν ἄλλο» ῥίπτει
1805εἰς τὰς ὁδούς, χαρίζει χρήματα προερχόμενα ἐξ ἀγορᾶς
1806κτημάτων. Τὰ χρέη ταῦτα δὲν παρεγράφησαν, οὔτε δύ-
1807νανται νὰ παραγραφῶσι, διότι τὸ δημόσιον εὑρίσκεται εἰς
1808δίκας μὲ τοὺς ἅρπαγας ἐκείνους τῆς περιουσίας του. Λοι-
1809πὸν ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ συναινέσω εἰς τοιαύτην θυσίαν’
1810ἐννοῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ φανῇ ἐπιεικὴς, ἀλλ’ ἡ Βου-
1811λὴ δὲν ἔγεινε Σουλτάνος, διὰ νὰ χαρίζῃ οὔτε τσιφλίκια,
1812οὔτε μεγάλα χρηματικὰ ποσά.
1813§167ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ
1814δεκτὴ ἡ τροποποίησίς σας, εἶναι καλλίτερον νὰ διατυπωθῇ
1815μὲ ὀλίγας λέξεις «Ἐξαιροῦνται τῆς διατάξεως τοῦ προηγου-
1816μένου ἄρθρου τὰ μέχρι τοῦ 1851, ἅτινα ἀπαλείφονται.»
1817§168ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία μου εἶναι διὰ τὰ ὀ-
1818φειλόμενα παρὰ τῶν φορολογουμένων πρὸς τὸ δημόσιον,
1819διὰ τὰ πρόστιμα, τὰς χρηματικὰς ποινὰς, τέλη χαρτοσή-
1820μου, ἔξοδα ἀπαριθμήσεως κλπ’ κατόπιν, ἐπειδὴ ἐῤῥέθη,
1821ὅτι οἱ φορολογούμενοι εἶναι ἀῤῥήκτως συνδεδεμένοι μετὰ
1822τῶν ἐνοικιαστῶν, συνηνέσαμεν νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ὀφει-
1823λόμενα ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς προσόδων. Τὸ «πᾶν ἄλλο
1824χρέος» δὲν τὸ προτείνομεν ἡμεῖς.
1825§169ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ φορολογίας μέχρι
1826τοῦ 1840 ἐνοικιάζοντο καὶ οἱ φόροι τῶν ζώων, καὶ μόνον
1827μετὰ τὸ 1840 ἐξεδόθη νόμος, ὅστις ἀπηγόρευσε τὴν ἐνοι-
1828κίασιν καὶ καθιέρωσε τὴν ἀπαρίθμησιν. Ἂν λοιπὸν ἐνοικιαστής
1829τις ἔχῃ χρεώσει φορολογουμένους ἢ ὀφείλῃ εἰς τὸ δημόσιον
1830ἀπὸ καθυστερήσεις φόρου τῶν ζώων, διὰ τί αὐτὸς νὰ ἦναι
1831ἐκτὸς τῆς ἀπαλλαγῆς; Πρέπει νὰ εἴπωμεν «καὶ οἱ ἐξ ἐνοικιά-
1832σεων προσόδων, δημητριακῶν καρπῶν καὶ ζώων».
1833§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπο-
1834λογίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
1835(Γίνεται δεκτὴ δι’ ἀναστάσεως.)
1836§171ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
1837(Γίνεται ἡ ψηφοφορία.)
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1838Λεωνίδας Μελετόπουλος Κωνστ. Λομβάρδος Ο
1839Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΝἈναστ. Λούντζης Ο
1840Παντολ. Λογιωτατίδης ΝἸωάν. Νέγκας
1841Λεωνίδ. Καρυστινάκης ΟἸωά. Βοῦλτσος
1842Νικόλ. Μαυροκορδάτος Γεώργ. Κρεστενίτης Ν
1843Μιχαὴλ Δ. Κάτρης ΝΣτέφ. Στεφανόπουλος Ν
1844Γεώργιος Τσώκρης Αὐγερινὸς Πετραλιᾶς Ν
1845Ἄγγελος Γεωργαντᾶς ΟἈνδρ. Αὐγερινός Ν
1846Γεώρ. Παπαλεξόπουλος ΝΓ. Παππακυριακόπουλος
1847Ἀνδρέας Ψύλλας ΟΘεμιστ. Δαραλέξης Ν
1848Δημήτριος Ῥάλλης Σπυρ. Κουκούλεζας Ν
1849Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΝΓεώργ. Πετούσης
1850Τιμολέων Φιλήμων ΝΠ. Οἰκονόμου Ο
1851Παῦλος Καλλιγᾶς ΟΠέτρος Α. Ζάνος Ν
1852Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝΝικ. Νομικός
1853Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζές ΝΝικήτας Συνοδινός Ο
1854Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς ΝΔημοσθένης Στάϊκος
1855Βλάσης Βαλτινός Κωνστ. Πεταλᾶς Ν
1856Ἀθανάσιος Ἴσκος ΝἈριστ. Οἰκονόμος
1857Δημήτρ. Γρίβας Ἀλέξ. Φωτήλας
1858Γεώργ. Γεροθανάσης ΝἈθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ν
1859Χρῆστος Κατσικογιάννης Σωτήρ. Ν. Πετιμεζᾶς
1860Βασίλ. Νικολόπουλος Περικλ. Γ. Πεῤῥωτὴς
1861Ἰωάννης Ῥοϊλος ΝΚωνστ. Ἰω. Φλέσσας
1862Γεώργ. Μπούκουρας ΝΔημ. Τζάνες Ο
1863Θεόδ. Δηλιγιάννης Δημ. Κάρτσωνας Ν
1864Κωνστ. Μαντζουράνης ΝἈντών. Χατζηνικολῆς
1865Εὐθ. Δεληγιάννης ΟἈλέξ. Ἀντωνιάδης
1866Κωνστ. Κοσσονάκος ΝΓεώρ. Καραβᾶς Ο
1867Πέτρος Πετροπουλάκης ΝἸωάννης Πεζᾶς Ο
1868Κωνστ. Ἀνδρῖτσος ΝΓεώργιος Παππαγεωργίου
1869Κωνστ. Ἀναγνωστόπουλος ΝἈνδρ. Ἱερομνήμων Ο
1870Ἰωάν. Γ. Κότταρης Στυλιανὸς Βάλληνδας Ο
1871Ν. Παπαμιχαλόπουλος Νικόλ. Βασιλάκης
1872Νικόλ. Θ. Ῥίτσος ΟἈντών. Παλατιανός
1873Ἰωάν. Γ. Καπιτσίνης ΟἸάκωβος Πολυλᾶς Ο
1874Γεώργ. Μίλησης ΝἈναστ. Δημητριάδης Ν
1875Ἰωάν. Κ. Ζέρβας Δημήτ. Σταυρόπουλος Ο
1876Γεώργ. Ζηνόπουλος Σπυρ. Δ. Νοταρᾶς Ν
1877Δημήτρ. Χατζόπουλος Ἰωάν. Δεληγιάννης Ν
1878Δημήτριος Βουλπιώτης Ἀνδρ. Νοταρᾶς
1879Σπυρ. Καραϊσκάκης Ν. Βαλσαμάκης Ο
1880Πάνος Μανωλίδης ΟΠ. Βενιεράτος
1881Σπυρ. Ῥώμας Σπ. Μοντεσάντος Ο
1882Λ. Μηλιαρέσης Λαμπρούλιας Ν
1883Σπυρ. Κοντολέων Ζ. Ζαρειφόπουλος Ν
1884Πάνος Κορωνᾶτος Ἀναστ. Α. Νικολάουρας
1885Στυλ. Κασιμάτης Πολυχρ. Β. Κωνσταντᾶς
1886Θεόδ. Θερμογιάννης Θεόφιλος Π. Προβατᾶς
1887Ἀντών. Καρδαρᾶς ΟΓεώργ. Ἰακωβάτος Ν
1888Δημήτρ. Σταματόπουλος Χαράλαμ. Ἰακωβάτος
1889Θ. Καλλίτσης ἢ Μαρσύλης Νικόλ. Ἰακωβάτος
1890Ἰωάν. Βαλασσόπουλος ΝΝικόλ. Γ. Κάγκας Ν
1891Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΟΕὐθ. Κεχαγιᾶς
1892Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας
1893Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ἀνάργυρος Σιμόπουλος Ο
1894Δημήτρ. Δημητρακάκης ΝΛουκᾶς Καραλίβανος Ο
1895Δημήτρ. Μελετόπουλος ΝΓεώργ. Ῥοῦφος Ν
1896Γεώργ. Λάππας Ἀντών. Ῥικάκης Ν
1897Ἀναστάσ. Κουτσοπέταλος Ἀριστομ. Κοντογούρης Ν
1898Νικόλ. Μπουφίδης Δημήτρ. Πατρινός
1899Σπυρ. Βαλαωρίτης ΝΠερικλ. Καλαμογδάρτης Ο
1900Ξενοφῶν Βαλαωρίτης ΝΝικόλ. Κουμανιώτης Ν
1901Γεράσιμος Σέρβος ΟΝικόλ. Καράπαυλος Ν
1902Δημήτρ. Τσαμόπουλος ΝΔημ. Τριγγέτας
1903Ἀριστ. Ῥούκης Ἀθανάσιος Μισυρλῆς
1904Δημ. Παπαλουκᾶς ΟΕὐάγγελος Ἀντύπας Ν
1905Χρῆστος Χρηστόπουλος ΝΓεώργ. Φλωριᾶς
1906Ἀλέξανδρος Πετρινός ΝἈναστ. Ζερβός
1907Ἀναστάσ. Σεχιώτης ΝΜιχαὴλ Σκαδέντζος Ο
1908Ἰωάν. Ταμπακόπουλος Γεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Ο
1909Κωνστ. Ῥεβελιώτης Παντελῆς Μπούμπουλης Ν
1910Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Γεώργ. Λεωνίδας
1911Ἠλίας Κοσονάκος ΝἸωάννης Γρυπάρης
1912Ἀθανάσιος Κατριβάνος ΝΠαντιᾶς Καράλης
1913Βασίλ. Βούτουνας ΝΣτέφανος Σκουλούδης
1914Στέφ. Δραγούμης ΟἸωάννης Δούμας
1915Δημήτρ. Πάγκαλος ΟΓ. Μπούμπουλης Ν
1916Γεώργ. Σταμούλης Ἰωάννης Ζαλλώνης
1917Σπυρ. Ζερβός Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
1918Θεόδ. Ζερβός ΝΝικόλαος Δρόσος Ν
1919Χαρίλ. Τρικούπης ΟΣωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν
1920Νικόλ. Μακρῆς Θ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν
1921Γεώργ. Τσάλας ΝΚανάρης Γιαλιᾶς Ν
1922Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος ΝΓεώργ. Πατρίδης Ν
1923Κωνστ. Δ. ΚουμουνδοῦροςΝΓεώργ. Στάϊκος
1924Περικλ. Μποῦτος Ἰωάν. Μεγαπάνος Ν
1925Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Γ. Σ. Κοριζῆς
1926Γεώργ. Προβελέγιος Χριστόδ. Λ. Δουζίνας
1927Δημήτρ. Κυριακίδης Γεώργ. Δ. Βούλγαρης
1928Ἐλευθέριος Μυκώνιος ΟἘπαμ. Α. Κριεζῆς Ν
1929Κωνστ. Κρίσπης ΟΘεόδ. Ν. Γκίκας Ο
1930Μιλτιάδης Βαρότσης ΝΛεωνίδας Τράκας
1931Νικ. Γ. Καλαντζόπουλος Ἀθαν. Χατζόπουλος Ν
1932Γεώργ. Σισμάνης ΝΚωνστ. Χατζῖσκος
1933Ἀθανάσ. Ῥοντήρης ΝΔημήτρ. Ζουλούμης
1934Κωνστ. Φαρμακόπουλος Νικ. Εὐαγ. Κοντογιάννης
1935Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος ΟἈλέξ. Οἰκονόμου
1936Ἀλέξ. Πετσάλης ΟΘεόδωρος Φλογαΐτης
1937Τηλέμαχος Ῥούκης Βασίλ. Βουδούρης Ν
1938Κυριάκ. Μαυρομιχάλης ΝΜιχαὴλ Ἀβέρωφ
1939Δημήτρ. Σαράβας ΝΚωνστ. Ν. Παπανικολῆς
1940Ἀντ. Μαυρομιχάλης Δημοσθ. Βρατσάνος
1941Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης
1942Ἀσημ. Χρηστόπουλος Ν
1943§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 114, 75 ὑπὲρ τῆς
1944τροπολογίας, 39 δὲ κατ’ αὐτῆς.
1945Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7½ μ. μ.