1881.01.23
1,239 rows · 9,693 words · 98 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
τῆς 23 Ἰανουαρίου 1881.
Ὥρα 2¼ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς προτείνει τὴν ἐπιψήφισιν πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 566, πρὸς πληρωμὴν τοῦ μισθώματος τῶν ἁμαξῶν, αἵτινες ἐχρησίμευσαν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἑνὸς γραφείου ἐν τῷ Στενογραφικῷ Γραφείῳ. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ τοποθετηθῶσι καὶ τρεῖς μικραὶ τράπεζαι ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ὑπολογίζεται δέ ἡ πρὸς τοῦτο δαπάνη εἰς δραχμὰς 120, δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἡ δαπάνη αὕτη. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤκουσα, κύριοι, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀντὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες διηύθυναν μέχρι τοῦδε τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, διωρίσθησαν πολῖται, καὶ ἐξεύρω, ὅτι ἐψηφίσαμεν νόμον κυρωθέντα καὶ δημοσιευθέντα ἤδη, καθ’ ὃν ἐπιτρέπεται εἰς θέσεις τοιαύτας νὰ διορίζωνται ἀπόστρατοι, καὶ ἐν ἐλλείψει ἀποστράτων, νὰ διορίζωνται πολῖται· ἀλλὰ λέγων θέσεις τοιαύτας, ὀφείλω νὰ προσθέσω καὶ τὸν περιορισμὸν τὸν ὁποῖον περιέχει ὁ νόμος, ἤτοι ἐφ’ ὅσον, προκειμένου διορισμοῦ πολίτου, εἶνε θέσις ὑφισταμένου· ἡ θέσις δὲ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου δὲν εἶνε θέσις ὑφισταμένου, διότι ἔχει ἰδίαν δικαιοδοσίαν. Ὅστις ἔχει ἰδίαν δικαιοδοσίαν, δὲν εἶνε ὑφιστάμενος· ἡ ὑπογραφή του ἰσχύει ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς δικαιοδοσίας του. Ὅ,τι μὲ παρακινεῖ ν’ ἀπευθύνω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην εἶνε, ὅτι μεταξὺ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα μνημονεύονται ὡς διορισθέντα, εἶνέ τινα καταγγελθέντα ἄλλοτε ἐπὶ φατριασμῷ, καὶ νομίζω, ὅτι ἰδίως σήμερον εἰς τὰ τῆς στρατολογίας πρέπει πολὺ νὰ προσέχωμεν νὰ μὴ περιπέσωμεν εἰς τοιαύτας παρεκτροπὰς, οὐδὲ εἰς ὑπονοίας παρεκτροπῶν. Παραλείπω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἀνικανότητός τινων ἐκ τῶν προσώπων τούτων, διότι ἡ ἀνικανότης, ὅσον καὶ ἂν ἦνε ἐπιβλαβὴς, δὲν δύναται νὰ πλησιάσῃ εἰς τὰ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα φέρει ὁ φατριασμός. Περὶ τούτου ὅμως δὲν δύναμαι νὰ μὴ κάμω λόγον, ἀφοῦ μεταξὺ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα διωρίσθησαν, ἐὰν ἔχωσιν ἀκριβῶς τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, μνημονεύονται ὀνόματα, τὰ ὁποῖα συνέπεσε καὶ ἐγὼ ν’ ἀκούσω ἄλλοτε καταγγελθέντα καὶ νὰ ἴδω ἐν ταῖς ἐφημερίσι πολλάκις ἐπὶ τοιαύτῃ κατηγορίᾳ μνημονευόμενα.
§4Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ βοηθητικαί τινες ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ δύνανται νὰ διευθύνωνται ἐξ ἀποστράτων, καὶ ἐν ἀνάγκῃ ἐξ ἰδιωτῶν, ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς ἀποστράτους, ἀπαιτεῖται ἡ ἰδία αὐτῶν συναίνεσις. Δυστυχῶς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὸ Κράτος, ν’ ἀπασχολῇ τοὺς ἐνεργοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὴν ὑπὸ τὰ ὅπλα ὑπηρεσίαν, ν’ ἀντικαταστήσῃ δ’ αὐτοὺς εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας διὰ τῶν ἀποστράτων, ἀλλὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, τῇ συναινέσει των, δὲν ἐπέτυχε, διότι ἐκτὸς δύο, τοὺς ὁποίους καὶ προσωπικῶς παρεκάλεσα, οὐδεὶς ἄλλος ἐκ τῶν πολλῶν ἀποστράτων ἐνόησε νὰ προσφέρῃ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Συνάμα, κύριοι, τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα μέχρι τοῦδε κατὰ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς 8 Ἰουλίου δὲν εἶχον ἴδιον προσωπικόν· διηύθυνον δὲ τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα 13 λοχαγοὶ τοῦ μονίμου στρατοῦ κατὰ τοὺς 13 νομοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι διῃρημένον τὸ Κράτος. Γνωρίζετε ἀπὸ πολλοῦ, κύριοι, χρόνου τὴν ἔλλειψιν τῶν στελέχεων τοῦ στρατοῦ, ἰδίως ἀξιωματικῶν, ἔλλειψιν, ἡ ὁποία καθυστερεῖ πολὺ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ μονίμου στρατοῦ. Ἀποστράτους διὰ τὴν στρατολογικὴν ὑπηρεσίαν δὲν εἶχον νὰ διαθέσω καὶ ἠναγκάσθην νὰ καταφύγω εἰς τοὺς ἰδιώτας· ἔσπευσα νὰ ζητήσω ἀπὸ τὰ δύο ὑπουργεῖα τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν καταλόγους παλαιῶν ὑπαλλήλων συνταξιούχων, δυναμένων καὶ ἐχόντων εἰδικὰς γνώσεις διοικητικὰς καὶ οἰκονομικὰς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, ἂν τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα ἦναι ἀρχαὶ προϊστάμεναι, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀφ’ ἑνὸς μὲν εὑρεθὲν εἰς τὴν ἀπόλυτον αὐτὴν ἀνάγκην ν’ ἀναλέσῃ ἐκ τῶν στρατολογικῶν γραφείων 13 λοχαγοὺς, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ συμπληρωθῶσι τὰ στελέχη τῶν λοχαγῶν τεσσάρων ταγμάτων, ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀνάγκη αὕτη καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα δὲν ἔχουσι ὑφισταμένους, εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι εἶναι ἴδιαι ἀρχαί, ἀλλὰ τῶν ὁποίων αἱ ἐργασίαι ὑποβάλλονται εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν, δὲν δύνανται τίποτε νὰ ἐνεργῶσιν ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς προϊσταμένης αὑτῶν ἀρχῆς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ῥητῶς κατονομάζονται ἐν τῷ νόμῳ τῆς στρατολογίας, εἴτε διὰ τοῦ μητρώου τῶν ἀῤῥένων. Αὐταὶ εἶναι αἱ περιστάσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξήγησιν τῶν προσώπων. Τελευταῖον μεταξὺ τῶν διορισθέντων ὑπῆρξεν εἷς ἀνήκων ἐν ἀγνοίᾳ μου εἰς τὸν νομόν τῶν Κυκλάδων· μοὶ ἔγεινε δὲ μία παρατήρησις ἐκ μέρους ἑνὸς τῶν συναδέλφων, καὶ ἔσπευσα ἀμέσως νὰ τὸν ἀνακαλέσω, ἀναγνωρίζων τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ διευθυνταὶ δὲν πρέπει νὰ κατάγωνται ἐκ τοῦ νομοῦ αὐτῶν, διότι ὅταν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι εἰς τὸν νομόν, ἐξ οὗ κατάγονται, δὲν παρέχουσιν ἀμερολήπτως τὴν ὑπηρεσίαν των. Ταῦτα ἐνόμισα ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Τρικούπη, ἐπιφυλασσόμενος εἰς πρώτην προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ σᾶς φέρω περισσοτέρας πληροφορίας ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, διότι οὐδεμία πλαγία σκέψις, οὐδεὶς πλάγιος λόγος ὑπῆρξε, παρὰ τὸ νὰ μεταφέρω εἰς τὰς τάξεις τοῦ μονίμου στρατοῦ ἀξιωματικοὺς, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην.
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν ἐντόπιον τί τὸν ἐκάματε;
§6Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Τὸν μετέθεσα εἰς τόπον, ἐξ οὗ δὲν κατάγεται.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, νομίζω, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι τὸ γενόμενον εἶνε παράνομον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔφερέ τινα πληροφορίαν τέως ἄγνωστον περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς θέσεως· ἑπομένως ἡ θέσις αὕτη ἔχει ὅπως ἐκ τῶν νόμων γινώσκομεν ἡμεῖς αὐτὴν χαρακτηριζομένην. Τὸ μόνον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ θέσις δὲν εἶναι προϊσταμένου, εἶναι, ὅτι δὲν ἔχει οὗτος ὑφιστάμενον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι προϊστάμενος ὑπηρεσίας εἶναι μόνον ὅστις ἔχει ὑφιστάμενον ἄλλως ὁ νόμος δὲν λέγει νὰ μὴ ἦναι ἡ θέσις προϊσταμένου, ἀλλὰ νὰ ἦναι ὑφισταμένου· εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὡς ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα ἔχουσιν ἰδίαν δικαιοδοσίαν, ὑπὸ τοῦ νόμου διαγραφομένην· ἑπομένως δὲν εἶναι ὑφιστάμενοι, καὶ ἑπομένως οἱ διορισμοὶ οὗτοι ἐγένοντο παρανόμως. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ᾐτιολόγησε τοὺς διορισμοὺς τούτους οὐσιαστικῶς, λέγων, ὅτι εἶχεν ὁ μάχιμος στρατὸς ἀνάγκην τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι προΐσταντο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Βεβαίως ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη, καὶ ὁ διορισμὸς ἀποστράτων καὶ πολιτῶν εἰς θέσεις τινὰς βοηθητικὰς ἐν τῷ στρατῷ εἶναι μέτρον, ὅπερ χάριν τῆς ἀνάγκης ταύτης ἡ Βουλὴ ἠσπάσθη εὐθὺς, καὶ ἡ Κυβέρνησις προέτεινεν αὐτό. Ἀλλὰ διατί τοῦ μέτρου τούτου δὲν ἐγένετο ἐφαρμογὴ εἰς ἄλλους κλάδους τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰ στρατολογικά, ὅπου δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ χρῆσις αὐτοῦ νομίμως; Ὅτι ἀποστράτους δὲν μετεχειρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, τὸ ἐδικαιολόγησε πληρέστατα· διότι οἱ ἀπόστρατοι δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς τοιαύτας θέσεις ἄνευ τῆς συναινέσεώς των, κατὰ δὲ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ, τὴν συναίνεσιν ἔδωκαν δύο μόνον· ἀλλ’ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν πόσαι ὑπάρχουσι θέσεις ὑφισταμένων, τὰς ὁποίας δύνανται ν’ ἀναπληρώσωσι πολῖται; Διατί ἐκεῖ δὲν διορίζει πολίτας, ὅπου ἀναντιῤῥήτως αἱ θέσεις εἶναι ὑφισταμένων, ἀλλὰ διορίζει αὐτοὺς εἰς θέσεις προϊσταμένων, εἰς τὰς ὁποίας δύνανται οἱ πολῖται νὰ βλάψωσι καὶ ἐκ τοῦ φατριασμοῦ αὐτῶν; Παρακινῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους τοὺς τέως προϊσταμένους στρατολογικῶν γραφείων ἀφήσῃ ἐν τῷ μαχίμῳ στρατῷ, ἔνθα τοὺς διώρισεν ἤδη, ὡς ἔχοντας τὰ προσόντα τοῦ μαχίμου, ἀφοῦ δὲ δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως, ἂν ἀπόστρατοι δὲν δέχωνται τὰς θέσεις διευθυντῶν στρατολογικοῦ γραφείου, τοὺς ἀναπληρώσῃ δι’ ἄλλων ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ καταστήσῃ διαθεσίμους, ἀντικαθιστῶν τοὺς ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπηρετοῦντας, τοὺς ἐν ἄλλοις γραφείοις δικαστικοῖς, ἢ ἀλλαχοῦ ὑπηρετοῦντας, διὰ πολιτῶν, οὓς ἐκεῖ εὐχαρίστως ἠθέλομεν ἰδεῖ προσλαμβανομένους. Παρατηρῶ ὅμως καὶ ὡς πρὸς τούτους, ὅτι πρέπει νὰ προβῇ ὁ κ. ὑπουργὸς μετά τινος προσοχῆς, ἵνα μὴ ἐπιβαρύνῃ ὑπερβαλλόντως τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐὰν διορίσῃ ἀποστράτους εἰς θέσεις ἀξιωματικῶν, δὲν φέρει μεγάλην ἐπιβάρυνσιν εἰς τὸ ταμεῖον, διότι ὁ ἀπόστρατος δὲν λαμβάνει ὑπηρετῶν εἰμὴ τὴν προσθήκην τῆς διαφορᾶς τῶν ἀποδοχῶν τοῦ ἀποστράτου πρὸς τὸν μισθὸν τῆς ἐνεργείας, ἐνῷ ὁ πολίτης ὁ διοριζόμενος καὶ μηδεμίαν ἔχων ἄλλην ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπολαυήν, λαμβάνει πλήρη τὸν μισθόν, ὥστε γίνεται σπουδαία ἐπιβάρυνσις τοῦ δημοσίου ταμείου. Εἶναι δέ, νομίζω, πρέπον εἰς τοιαύτας ὑπηρεσίας νὰ προσλαμβάνῃ τὸ ὑπουργεῖον πολίτας ἔχοντας ἤδη ὑπηρεσίαν ἄλλην ἄμισθον, ἢ συνταξιούχους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς θέσιν ὁμοίαν, παράλληλον πρὸς τὴν τῶν ἀποστράτων, καὶ μόνον ὁσάκις δὲν δύναται εἴτε διὰ συνταξιούχων, εἴτε δι’ ὑπαλλήλων ἐχόντων περισσεύοντα χρόνον, ν’ ἀναπληρώσῃ θέσιν τινά, τότε νὰ προσφεύγῃ εἰς πολίτην, ὅστις νὰ λαμβάνῃ πλήρη τὸν μισθόν.
§8Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πράγματι ἐμφορούμενος ἀπὸ τὰς ἰδέας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐμφορεῖται ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἔσπευσε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καλύψῃ τὰς βοηθητικὰς ἐκείνας ὑπηρεσίας καὶ νὰ ἀποσύρῃ ἐξ αὐτῶν τοὺς ἀναγκαίους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι τὰς κατεῖχον, διὰ νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς τὰ σώματα καὶ τὸν στρατόν. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ συντάξω τὸν νόμον περὶ ἀποστράτων, κατέστησεν ἀδύνατον τὴν προσέλευσιν των· προσωπικῶς παρεκάλεσα εἰς ὑπηρεσίαν οἰκονομικὴν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ῥητῶς μοὶ εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν προαγωγήν, δὲν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος· ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσεν ὁ προαγορεύσας, ὡς ἐπὶ παραδείγματι τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὰ στρατοδικεῖα, ἡ ὑπηρεσία μὲ ἔκαμε προσεκτικόν. Ἐπειδὴ τὰ στρατοδικεῖα ἐφαρμόζουν τὸν στρατιωτικὸν νόμον, ὅστις παρά ποτε εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις πρέπει νὰ ἐνεργῇ ὅσον τὸ δυνατὸν αὐστηρότερον, ἐθεώρησαν ὅτι οὔτε ὑφιστάμενοι δύνανται πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πειθαρχίας νὰ ἦναι ἄλλοι, παρὰ καθαρῶς στρατιωτικοί. Ἐπίσης διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο σήμερον δὲν ἀριθμεῖ θέσεις ἱκανάς, οἱ δὲ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται, τὰ ⅘ εἶναι ἀξιωματικοὶ ἐνεργοῦντες οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι δὲ τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι κατεστάθησαν ἐντελῶς ἀνίκανοι διὰ τὴν μάχιμον ὑπηρεσίαν. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι, ἐὰν διατηρῶ ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι φέρουν τὸν τίτλον τοῦ μαχίμου ἀξιωματικοῦ, εἶναι ὅμως προσωπικὸν ἐντελῶς ἀδέξιον καὶ ἀκατάλληλον διὰ τὴν δύναμιν τῶν ὅπλων, διότι ὅλοι ἀπὸ 15 καὶ 20 ἐτῶν ἐκτελοῦσι καθαρῶς οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν. Αὐτὸ καὶ μόνον λέγω, κύριοι· ἄλλως τε ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἠναγκάσθην νὰ τοὺς ἀπαλλάξω ἀπὸ τὰ γραφεῖα καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας, διὰ νὰ τοὺς δώσω εἰς τὸν στρατὸν, διότι αἱ ἀπαιτήσεις τῶν σωματαρχῶν εἶναι πλέον ἀνοικονόμητοι, κύριοι, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκεται εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ κάμῃ 200 προβιβασμοὺς ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τοῦ τόπου καὶ τοῦ στρατοῦ, διότι πρέπει νὰ εὕρωμεν νέα πρόσωπα· πόθεν δὲ θὰ τὰ λάβωμεν; Ἀπὸ τὰς τάξεις τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἐὰν λάβωμεν ἐξ αὐτῶν, μειόνομεν τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ· λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν ὑπαξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν πολὺν χρόνον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὁλόκληρος δὲ ἡ κυβέρνησις ἐννοεῖ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις νὰ πράξῃ ὅ,τι ὀφείλει καὶ ὅ,τι ἁρμόζει εἰς κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους. Ἐξ αὐτῆς τῆς εὐκαιρίας λαμβάνω, κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Σῶμα κατάλογον τῶν ἐξαιρεθέντων ἀπὸ τὴν ὑγειονομικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς 14 ὀκτωβρίου, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀνέλαβεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὴν διοίκησιν, μέχρι τῆς 31 δεκεμβρίου, καὶ σημείωσιν καὶ τῶν νοσημάτων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξηρέθησαν. Ὁ κατάλογος εἶναι κατὰ τοῦτο ἀτελής, κατὰ τὴν ἐπερώτησιν ἄλλων, ὅτι δὲν μνημονεύει τὰς ἐπαρχίας, ἐξ ὧν κατάγονται, καὶ τοῦτο διότι ἡ ὑγειονομικὴ ἐπιτροπὴ στερεῖται τῶν ἐγγράφων, διότι τὰ σώματα βραδύνουν νὰ στείλωσιν αὐτά· ἐζήτησα λοιπὸν τηλεγραφικῶς νὰ ὑποβάλωσι τὰ σώματα τὰ μητρῷα, τουτέστι τὴν σημείωσιν τῶν ἐπαρχιῶν, ἐξ ὧν κατάγονται. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ καταλόγου τούτου, διότι ὑπάρχουσι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουσι τοῦτο. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἔγγαμοι, καὶ πάσχουσιν ἀπὸ νοσήματα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν δημοσιευθῶσι, προσβάλλουσι τὴν δημοσίαν ἠθικήν.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατί ἀπὸ τῆς 14 Ὀκτωβρίου; Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπιστρατείας ἔπρεπε νὰ ὑποβάλητε τὸν κατάλογον.
§10ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Νομίζω, ὅτι ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ὀνομαστικὸν κατάλογον· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι πλήρης, θὰ τὸν ὑποβάλω ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐπιστρατείας.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰς ἄλλας πληροφορίας πότε θὰ τὰς δώσητε;
§12ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἀπαιτεῖται καιρὸς ἐργασίας· ἄλλως ἐζήτησα τηλεγραφικῶς ἐξ ὅλων τῶν σωμάτων ν’ ἀποστείλωσιν. Ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία σχεδὸν καθυστερεῖ ἐπὶ πολύ, διότι πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἐζήτησα νὰ ἀναφέρῃ καὶ λιποτάκτας καὶ ἀγνοουμένους, καὶ πολλὰ σώματα καθυστεροῦσι ν’ ἀποστείλωσι τὴν σημείωσιν καὶ τὸν ἀριθμὸν τουλάχιστον τῶν λειποτακτησάντων· μερικὰ σώματα ἔσπευσαν νὰ στείλωσιν, ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλα, καὶ ἰδίως ἀπὸ τὴν μεθόριον γραμμήν, μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, καθ’ ἣν ὁμιλῶ, τοὐλάχιστον πρὸ 2 ὡρῶν, δὲν εἶχον ἐλθεῖ. Περιμένω, καὶ ἅμα ἔλθουν, θὰ συμπληρώσω τὸν κατάλογον.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι, βραδέως ἐλθὼν εἰς τὴν συνεδρίασιν, εἶδον, ὅτι προελήφθην εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον σκοπὸν καὶ ἐγὼ νὰ ἀποτείνω πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ διορισμοῦ πολιτῶν εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα ὡς προϊσταμένων, ἐκ δὲ τῆς κατόπιν ἀναπτύξεως, ἣν ἤκουσα, παρετήρησα, ὅτι κατεκρίθησαν οἱ γενόμενοι διορισμοὶ διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἡ θέσις τοῦ προϊσταμένου τοῦ στρατολογικοῦ γραφείου, ὡς καὶ ἐκ τοῦ ὀνόματος σαφῶς φαίνεται, εἶναι θέσις προϊσταμένου καὶ οὐχὶ ὑφισταμένου, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται διὰ τοῦτο κατὰ τὸν νόμον ὁ διορισμὸς πολιτικοῦ ὑπαλλήλου ἐν αὐτῇ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὰς θέσεις προϊσταμένων στρατολογικῶν γραφείων, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐξετάσεως ἂν ἦναι προϊστάμενοι ἢ ὑφιστάμενοι, δὲν ἐπιτρέπεται ὁ διορισμὸς πολιτῶν. Διότι, καθὼς φαίνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐσχάτως ἐψηφίσαμεν, μετὰ τὰ ἑπτὰ ἐδάφια, τὰ προβλέποντα τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῶσιν εἰς στρατιωτικὰς θέσεις ἀπόστρατοι, ὑπάρχει ἀκροτελεύτιον ἐδάφιον ὅλως κεχωρισμένον ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου ἐδαφίου, κεχωρισμένον καὶ ἐν τῷ πρὸς ψήφισιν ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ, διακεκριμένως δ’ ὡσαύτως κατακεχωρισμένον ἐν τῷ ἐψηφισμένῳ νόμῳ. Τοῦτο δὲ τὸ ἀκροτελεύτιον ἐδάφιον ἐπιτρέπει τὸν διορισμὸν ἀποστράτων ἐν τοῖς στρατολογικοῖς γραφείοις. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου ῥητῶς ὁρίζει, μὴ ἐπαρκούντων τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν πρὸς πλήρωσιν τῶν ἐν τοῖς ἐδαφίοις ά, δʹ, έ, στʹ καὶ ζʹ τοῦ ἄρθρου 1 μνημονευομένων θέσεων καὶ τῶν στρατολογικῶν γραφείων, ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῶσιν εἰς αὐτὰς καὶ ἰδιῶται ὡς ὑφιστάμενοι· ἄρα ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει διορισμὸν ἰδιωτῶν ὡς προϊσταμένων στρατολογικῶν γραφείων, καὶ ἂν θεωρήσητε, ὅτι προϊστάμενος σημαίνει ὑφιστάμενος, ἀλλ’ ἐν ἀνεπαρκείᾳ τῶν ἀποστράτων, προτιμῶν αὐτοὺς πάντοτε ἐν τοῖς στρατολογικοῖς γραφείοις, τοποθετεῖ τοὺς πολίτας εἰς μόνας τὰς θέσεις τῶν ἑπτὰ ἐδαφίων, εἰς ἃ παραπέμπει τὸ ἄρθρον 8· ὥστε εἶνε ἀπόλυτος ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ νὰ διορίζωνται πολῖται εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ γενόμενον, τὸ ὁποῖον δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου.
§14Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Κατὰ τὴν προλαβοῦσαν σύνοδον ὑπέβαλον ἓν νομοσχέδιον ἐξ ὀλίγων ἄρθρων περὶ ἀρδεύσεως τοῦ Ληλαντίου πεδίου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιβάλλεται φόρος εἰς τοὺς ἔχοντας κτήματα ἐν τῷ Ληλαντίῳ πεδίῳ, ὅπως σχηματισθῇ ἓν ποσὸν πρὸς ἐκκάθαρσιν, εὔρυνσιν, καὶ ἐπιμήκυνσιν τοῦ Καλαποδίου, ὅπερ διαβρέχει τὸ Ληλάντιον πεδίον. Ἐπειδὴ ἐκ τούτου ἤθελεν ἐπέλθει μεγάλη ὠφέλεια εἰς τοὺς κτηματίας, καὶ μάλιστα τοὺς χωρικούς, διότι ἤθελον μεταβληθῆ πολλαὶ χιλιάδες στρεμμάτων ξηρικῶν γαιῶν εἰς ποτιστικάς, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§15ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω 4 ἐκθέσεις τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς περὶ ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ.
§17ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον προχθὲς πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, δὲν ἠξεύρω, κ. Πρόεδρε, ἂν ἐδόθη καμμία ἀπάντησις. Ὁπωσδήποτε, παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐπειδὴ ἐλησμόνησα προχθὲς νὰ εἴπω καὶ περὶ τούτου, νὰ ὑποβάλῃ σημείωσιν τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρετούντων βοηθῶν, τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν, καὶ τίνες ἐκ τούτων προεβιβάσθησαν ἐσχάτως λογισταί.
§18ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 9, 10 καὶ 21 τοῦ περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν καθυστερούντων νομοσχεδίου. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποστηρίξω αὐτήν.
§19ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν ν’ ἀναπτυχθῇ σήμερον, ἂς τυπωθῇ.
§20ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ τὴν ἀναπτύξω καὶ σήμερον, ἀλλὰ θεωρῶ καλλίτερον νὰ τυπωθῇ πρότερον, διὰ νὰ λάβουν γνῶσιν αὐτῆς καὶ οἱ κ.κ. βουλευταί.
§21ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ νομοσχεδίου τότε θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§22ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀντὶ εὐεργετήματος, γίνονται καταπιέσεις, καὶ ἀντὶ νὰ ὠφεληθῇ τὸ δημόσιον, θὰ μείνωμεν ὅπως καὶ πρίν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παναγῆς Λεβαδᾶς ἐκ Κεφαλληνίας ὑποβάλλει ἔκθεσιν πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τραπεζῶν ἐν Ἑπτανήσῳ. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§24ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Ἠμποροῦσα νὰ ἀπαντήσω καὶ ἀπὸ τώρα εἰς τὸν κ. Δραγούμην.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη τώρα. (Ἐπιψηφίζονται εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τὰ νομοσχέδια αʹ περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ περὶ τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν ἀρχῶν ἰσχύοντος ἤδη νόμου· βʹ) περὶ διορισμοῦ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ Βασ. Ναυτικοῦ.)
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν πληρωμάτων τῶν ἐν καιρῷ πολέμου προσληφθησομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ἀτμοπλοίων ἑλληνικῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν ἢ ἱστιοφόρων πλοίων.
§27ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν, ἥτις χθὲς ἐξεφράσθη, ὅπως νὰ μὴ ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία, δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν οὕτω τὸν τίτλον «περὶ συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν πληρωμάτων τῶν ἐν καιρῷ πολέμου προσληφθητομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀτμοπλοίων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν ἢ ἰδιωτικῶν ἱστιοφόρων.»
§28ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ λέξις Ἑλληνικῶν δύναται νὰ λείψῃ.
§29ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δύναται νὰ παραλειφθῇ.
§30ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑπάρχουσιν Ἕλληνες ἔχοντες καὶ ἄλλην ὑπηκοότητα.
§31ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἔλθουν ὑπὸ σημαίαν Ἑλληνικήν.
§32ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ Ἄστιγξ ἦλθε μὲ ξένον ἀτμόπλοιον.
§33ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἂν ἔλθουν ξένα, θὰ ὑπηρετήσουν μὲ σημαίαν Ἑλληνικήν.
§34ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι μισθοῦμεν ἓν ἀγγλικὸν πλοῖον, διὰ νὰ μεταφέρῃ τροφάς, καὶ αὐτὸ τὸ πλοῖον ῥιψοκινδυνεύει δὲν πρέπει νὰ ἀνταμειφθῇ;
§35ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἀποζημιώσεως. Ἑτέρα παρατήρησις μοὶ ἐγένετο παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου· κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου μεγάλως ἠσχολήθην, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ συμβιβάσω τὰ πράγματα, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω ὀρθὸν παραλληλισμὸν μεταξὺ τῶν κειμένων τῶν ὀργανισμῶν τῶν ἑλληνικῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν καὶ τῶν ἱστιοφόρων πλοίων καὶ τῶν ὀργανισμῶν τοῦ προσωπικοῦ τῶν πολεμικῶν πλοίων, ὁ μόνος δὲ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν, εἶναι οὗτος, καὶ παρακαλῶ τὸν ἔντιμον κ. βουλευτὴν Μεσολογγίου νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν τροποποίησίν του. Ὁ ἁπλούστερος καὶ καταλληλότερος τρόπος εἶναι νὰ προστεθῇ ὅρος τις ὡς βάσις τῆς μισθοδοσίας, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐθεώρησα τὰς ὁποίας πληρώνει ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία. Ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ μία βάσις, ἵνα κανονίζηται εἰς τὸ ἑξῆς ἀπροσκόπως ἡ σύνταξις τοῦ παθόντος, ἐλάβομεν δὲ τοὺς μισθοὺς, τοὺς ὁποίους δίδει ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία, διότι αὕτη φαίνεται καταλληλότερον ὠργανισμένη καὶ οἰκονομικώτερον. Προτείνω λοιπὸν εἰς τὸ ἄρθρον νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία, ὅτι δίδεται ὡς σύνταξις τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ τοῦ σήμερον διδομένου ὑπὸ τῆς ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας εἰς τοὺς ἐπὶ τῶν ἀτμοπλοίων αὐτῆς ὑπηρετοῦντας καθ’ ὅλους τοὺς βαθμοὺς καὶ κλάδους τῶν ὑπηρεσιῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία ἔχει ἔλεγχον καθαρὸν, δὲν φοβούμεθα νὰ προκύψῃ κατατάχρησις, διότι οἱ ἰσολογισμοὶ τῆς ἑταιρίας ἐξελέγχονται ὑπὸ τῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων καὶ τῶν ἐλεγκτῶν τῆς κυβερνήσεως. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι ὁ ἀνώτερος μισθὸς τὸν ὁποῖον δίδει ἡ ἑταιρία, εἶναι 280 μέχρι 300, καὶ εἶναι οἰκονομικώτερος, ἐνῷ ἄλλαι ἑταιρίαι δίδουσι 325, 350 καὶ πολλάκις 375.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δέον νὰ θεωρῆται ὡς ἀνώτατος ὅρος μισθοῦ, διότι, ἂν τυχὸν ὁ ἀξιωματικὸς λαμβάνῃ κατώτερον, πρέπει ἡ σύνταξις νὰ κανονισθῇ ἐπὶ τοῦ κατωτέρου μισθοῦ, καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ὁ ἰσόβαθμος τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας ἀξιωματικός.
§37ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τοῦτο δὲν ἔπραξα, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία, ὅταν προσληφθῶσιν εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν, εἶναι ἡ αὐτὴ, μόνον δὲ διὰ τοῦ τοιούτου τρόπου δυνάμεθα νὰ τοὺς προσελκύσωμεν.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ θέσητε ὡς βάσιν τὸν μισθὸν, τὸν ὁποῖον λαμβάνει, καὶ πρὸς τούτοις, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θέλει λογίζεσθαι ἀνώτερος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ὁ ἰσόβαθμος ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἀτμοπλοϊκῇ Ἑταιρίᾳ· διότι δύναται νὰ συμβῇ κυβερνήτης ἐν ἰδιωτικῷ πλοίῳ νὰ ἦναι πρόσωπον κατωτέρας ἀξίας, τὸ ὁποῖον νὰ λαμβάνῃ κατώτερον μισθὸν, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κανονισθῇ ἡ σύνταξίς του ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μισθοῦ τοῦ κυβερνήτου τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας· ἀρκεῖ ὡς βάσις ὁ μισθὸς τὸν ὁποῖον λαμβάνει, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει λαμβάνει μισθὸν κατώτερον τοῦ μισθοῦ ἀξιωματικοῦ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, τότε νὰ λαμβάνηται ὡς βάσις ὁ μισθὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου.
§39ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ ἴσα ἴσα ἤθελον νὰ προλάβω, διότι ἐννοῶ εἰς πάντας ἀδιαφόρως νὰ ἀπονείμω τὰ αὐτὰ δικαιώματα, ἀδιαφόρως τοῦ μισθοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν. (Ἐπιψηφίζεται ἡ ἀρχή.)
§40ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ τίτλος εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον μακρὸς καὶ πολύλογος; δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν διὰ δύο λέξεων «Ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων καὶ ἱστιοφόρων πλοίων.»
§41ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1. (Ἄν γινώσκεται ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.)
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν παρατήρησιν μου, τὴν ὁποίαν, πιστεύω, θέλει ἀποδεχθῆ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον ὁ κυβερνήτης μιᾶς γολέτας ἢ ἑνὸς κοτέρου νὰ λαμβάνῃ τὴν αὐτὴν σύνταξιν ἣν καὶ ὁ κυβερνήτης μεγάλου ἀτμοπλοίου. Πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις, τιθεμένης ὡς βάσεως τοῦ μισθοῦ τὸν ὁποῖον λαμβάνει.
§44ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, νὰ ἐξηγήσω σαφέστερον πόθεν ὡρμήθην. Ἐνταῦθα δὲν εἶναι ὑπηρεσία τακτικὴ, διὰ νὰ εἴπωμεν, διὰ νὰ τὸ κανονίσωμεν ὅπως εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν· πρόκειται νὰ λάβωμεν ἔξωθεν ἄτομα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκθέσωμεν εἰς κινδύνους, εἰς οἵους δὲ κινδύνους θὰ ἐκτεθῇ τὸ ἄτομον τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, εἰς τοὺς αὐτοὺς καὶ εἰς ἔτι μεγαλειτέρους θὰ ἐκταθῇ καὶ τὸ ἱστιοφόρον πλοῖον. Ὁ ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ ὑπηρετῶν εἶναι ἀσφαλέστερος, ἐν ᾧ ὁ τοῦ ἱστιοφόρου πλοίου εἶναι ἔτι μᾶλλον ἐκτεθειμένος εἰς κινδύνους πρέπει λοιπὸν ἐνταῦθα νὰ τοὺς ἐξισώσωμεν, καὶ ὄχι εἰς τὸν ἕνα νὰ δώσωμεν 150 δραχμὰς καὶ εἰς τὸν ἄλλον 50. (Ἐπιψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.)
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ ἐπιτάκτων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ ἐπὶ πολεμικῶν πλοίων ἐν καιρῷ πολέμου. (Ἐπιψηφίζεται.)
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου τοῦ Β. ναυτικοῦ.
§47Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸ διὰ τίνας λόγους μετέβαλε τὴν διάταξιν τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ ἀπὸ 24 Ἰανουαρίου 1868 Β. Διατάγματος περὶ προσόντων τῶν ἰατρῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ διατάγματος ἐκείνου, ὁ κατὰ πρῶτον εἰσερχόμενος εἰς τὸ ναυτικὸν ὡς ἰατρὸς προσλαμβάνεται ὡς δόκιμος, ἤτοι ἀνθυπολοχαγός, κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀνθυπίατρος, ἤτοι ὑπολοχαγός. Ποῖος ὁ λόγος, δι’ ὃν δίδει διαμιᾶς τοιαύτην προαγωγήν, ἥτις, ἐννοεῖται, συνεπιφέρει καὶ δαπάνην μεγαλειτέραν; Δεύτερον ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν διὰ τίνας λόγους ἀπήλειψε τὸν διαγωνισμόν, τὸν ὁποῖον ὀρθότατα καθιέρου ἄρθρον 3 τοῦ διατάγματος ἐκείνου ὁσάκις προσάγονται πολλαὶ αἰτήσεις ὑποψηφίων εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν θέσιν. Ταύτας δὲ τὰς ἐξηγήσεις ζητῶ, διότι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγεται ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, καὶ ἑπομένως δὲν γνωρίζομεν τοὺς λόγους, δι’ οὓς οὕτως ἐκανόνισε τὰ περὶ τούτων ὁ κ. ὑπουργός. Παρατηρῶ δὲ ἐπὶ πλέον, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἔρχεται εἰς συζήτησιν κατόπιν ῥητῆς ἐπαγγελίας τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νόμου ΨΒʹ τοῦ 1861, ὅστις ὥριζε τὰ προσόντα τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ ἐπηγγέλλετο, ὅτι δι’ ἰδιαιτέρου νόμου θέλουσιν ὁρισθῆ τὰ προσόντα τῶν τε ἰατρῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ. Διατί λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐχώρισεν εἰς δύο νομοσχέδια τὸ περὶ τῶν ἰατρῶν καὶ τὸ περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἐκεῖνο μὲν προχωρεῖ, τοῦτο δὲ παρέδωκεν εἰς λήθη;
§48ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Γνωρίζετε, ὅτι ἕκαστος ἔχει ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι. Δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀναδιφήσω τὸ ἀρχεῖον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ ἴδω πῶς ἐσκέπτετο ὁ εἷς ὑπουργὸς καὶ πῶς ἐσκέπτετο ὁ ἄλλος. Ἐγὼ ἐσκέφθην ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς πείρας τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἐνόμισα, ὅτι τοῦτο ἦτο ὀρθὸν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν· ἕκαστος δὲ δύναται νὰ φέρῃ καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις του καὶ τὰς διορθώσεις του. Συνέταξα, κύριοι, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι κατὰ τὸν πάγιον νόμον περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν εἶχον θέσιν δοκίμου ἰατροῦ, καὶ ἑπομένως ἡ βαθμολογία ἤρχετο ἀπὸ τοῦ ἀνθυπιάτρου, καὶ αὐτὸς ὑπῆρχεν ὁ κανὼν ὁ ἀνέκαθεν ἐφαρμοσθεὶς εἰς τὸ ναυτικόν, ἀφ’ ὅτου τὸ ναυτικὸν ὑπάρχει· ἑπομένως δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ ἐργασθῶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παγίου νόμου, τοῦ ὁρίζοντος τὴν βαθμολογίαν τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου. Δεύτερον, κύριοι, διότι εἶδον, ὅτι ἡ ὑπηρεσία 1½ ἐτῶν, εἰς ἣν ἐξετίθεντο, εἶναι ἀρκοῦσα, ἵνα ἀποκαταστήσῃ ἕνα ἀνθυπίατρον. Τί λέγω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; «Οὐδεὶς βαθμολογεῖται ἀνθυπίατρος... (Ἀναγινώσκει.) Διότι τὸ κυριώτερον πάντων εἶναι οἱ ἰατροὶ νὰ μὴ ναυτιῶσι, διότι συλλογισθῆτε ὅσοι ἐταξειδεύσατε, ἂν ἦνε δυνατὸν νὰ δώσῃ συνδρομὴν ὁ ἰατρὸς ὅταν ναυτιᾷ. Ἕνεκα τούτου λοιπὸν, τὸν θέτω ὑπὸ τριετῆ δοκιμασίαν. Τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετόν· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ θέσῃ ἄλλα προσόντα, ἀσφαλίζοντα περισσότερον τὴν θέσιν ταύτην, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν. Ἀλλὰ προσόντα περισσότερα ἀπὸ ὅσα ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖα, καὶ αὐτὰ βέβαια νομίζω, ὅτι εἶναι δρακόντεια.
§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί δὲν παραδέχεσθε τὸν συναγωνισμὸν εἰς τὰς αἰτήσεις τῶν πολιτῶν, οἵτινες θέλουσι νὰ εἰσαχθῶσιν;
§50Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὡς πρὸς τοῦτο συμφωνῶ.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκτὸς τῶν μέχρι τοῦδε, οἱ ἄλλοι νὰ διορίζωνται διὰ συναγωνισμοῦ.
§52ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Συμφωνῶ, ἀλλ’ ἐκτὸς ἐκείνων, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ πλοίων, διότι ἔχουσιν ἓν δικαίωμα· οἱ κατόπιν, μάλιστα, νὰ τίθενται εἰς συναγωνισμόν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε τὴν τροπολογίαν σας, κ. Ὑπουργέ.
§54ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂς μείνῃ δι’ αὔριον, διὰ νὰ τὴν συναρμολογήσωμεν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντάξεως τῶν τεχνιτῶν τῶν συνεργείων τοῦ Β. Ναυστάθμου. (Ἐπιψηφίζεται δι’ ἀναστάσεως, διορθωθείσης ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τῆς ἐκ τυπογραφικοῦ παροράματος τεθείσης λέξεως «ἀπαιτεῖται» ἀντὶ «ἀποκτᾶται», κατὰ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου.) Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ 1881 ἔτος.
§56Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἢ λάβῃ τὸν λόγον ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτής, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀπευθύνω παράκλησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος πρόκειται εἰς συζήτησιν, κηρύττει ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον, ὅστις φέρει ἡμερομηνίαν 24 Ἀπριλίου 1880· ὁ νόμος δ’ οὗτος ἐπαναφέρει ἐν ἰσχύϊ τὸν νόμον τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1878. Κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν οἱ συλλογεῖς ἐλαιῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων πληρώνουσι λεπτὰ 6 κατ’ ὀκᾶν· ἐξ αὐτῶν 3 λεπτὰ ἀντιπροσωπεύουσι τὸν ἔγγειον φόρον καὶ 3 λεπτὰ τὸν φόρον ἐπικαρπίας. Δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὴν ἐπαρχία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκλέγωμαι, κατὰ μὲν τὸ 1877 192 δραχμαί, κατὰ τὸ 1878 200 δραχμαί, κατὰ τὸ 1879 300 δραχμαί, κατὰ τὸ 1880 1200 περίπου δραχμαί. Ἀλλ’ ἐὰν παραβάλητε τὸ ποσὸν τοῦ φόρου πρὸς τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τῶν ἐλαιῶν, θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἶναι πολὺ ὑπέρογκον, διότι ὁ συλλέγων τὰς ἐλαίας πωλεῖ αὐτὰς πρὸς 13 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἑπομένως πληρόνει φόρον ἔγγειον περίπου 25%, καὶ ἕτερον 25% φόρον ἐπικαρπίας. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ παράπονον τοῦτο τῶν εἰρημένων συμπολιτῶν μου καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν διόρθωσι.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω ἐξετάσει τοῦτο, καὶ εἰς τὴν γʹ συζήτησιν θέλω φέρει τὰς παρατηρήσεις μου.
§58ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν θέλω εἰσέλθει πλέον εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς δεκάτης, ἂν καὶ ἤμην εἷς ἐκ τῶν τελευταίων, οἵτινες τὴν ἔῤῥαναν πέρυσι κατὰ τὴν θανήν της μὲ δάκρυα, καθόσον αὕτη ἔπαθεν ἀπὸ τὴν ὀγδόην Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς δευτέρας δυναστείας ὅ,τι εἷς Παρασκευᾶς Γιαννόπουλος ἀπὸ τὴν Ζαράκοβαν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὅστις ἐτουφεκίσθη τὸ 1840 ἀπὸ τὸ στρατοδικεῖον τῆς Τριπόλεως, διότι ἔκαμε κινήματά τινα, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν ὑποψίαν, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ ληστής, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸ ὄνομά του· οὕτως ἡ δεκάτη ἐτουφεκίσθη, διότι ἔφερε τὸ ὄνομα τῆς δεκάτης τῆς δύσεως, φόρος ὅστις ἦτον αἰσχρὸς καὶ ταπεινωτικὸς, καθότι διέκρινε τὴν φορολογουμένην τρίτην τάξιν ἀπὸ τοὺς ἀσιδότους, τὴν ἀριστοκρατίαν ἀπὸ τὸν κλῆρον, ἐνῷ ἡ δεκάτη τῆς Ἑλλάδος ἦτο ἡ τῆς Ἀνατολῆς, διέκρινε τὸ ἐναντίον, τοὺς κτηματίας, οἵτινες τὴν ἐπλήρωναν, ἀπὸ τοὺς ἀκτήμονας· ἑπομένως δὲν ἦτο ταπεινωτικὸς φόρος, ἀλλ’ ἔντιμος. Ἐν τούτοις πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ δείξῃ τοὐλάχιστον τὴν αὐτὴν συνείδησιν καὶ συνέπειαν, ἣν τὸ στρατοδικεῖον τῆς Τριπόλεως, τὸ ὁποῖον, ὅταν συνελήφθη ὁ ἀληθὴς ληστὴς Παρασκευᾶς Γιαννόπουλος, ἐτουφέκισε καὶ αὐτόν, οὕτω καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει, ἀφοῦ ἐτουφέκισε τὴν δεκάτην, διότι ἔφερε τὸ ὄνομα τῆς δεκάτης τῆς δύσεως, καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογήν της συνέβαινον πιέσεις τινές, ὀφείλει νὰ τουφεκίσῃ καὶ τὸν βῳδόνομον, ὅστις διεχώρισε τὴν πολιτείαν εἰς φορολογουμένους καὶ ἀσιδότους, ἀφοῦ καθὼς ἡ φορολογία διὰ τῆς δεκάτης τῆς δύσεως ἐφορολόγει τὸν μικρὸν λαόν, τὸν πτωχὸν λαὸν καὶ ἄφινεν ἀσιδότους τοὺς πλουσίους καὶ τὸν κλῆρον, οὕτω καὶ ἡ σημερινὴ φορολογία διὰ τῆς βωδολογίας φορολογεῖ τοὺς τελευταίους γεωργούς, καὶ ἐκείνους μάλιστα, οἱ ὁποῖοι ἔχουν περισσότεραν ἀνάγκην προστασίας, καὶ ἀφίνει ἀσιδότους τοὺς μεγάλους κτηματίας καὶ τοὺς μᾶλλον εὐπόρους, καὶ τὸ χείριστον, ὅπερ καὶ ἀνήθικον, πληρώνουσιν οἱ πτωχοὶ καὶ τὸν φόρον τῶν πλουσίων. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Καλλιγᾶς ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν τὴν θεωρίαν τῆς δεκάτης καὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ ἀνέφερεν ἱστορικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα πολλοὶ ἐξ ἡμῶν δὲν γνωρίζουν. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ἐπρόκειτο περὶ αὐτῶν τῶν δύο ἀντικειμένων, καθόσον ἡ μέν, καθὼς εἶπε, δεκάτη ἀπέθανε καὶ ἐτάφη, καὶ ὁ Θεὸς κατατάξοι τὴν ψυχὴν αὐτῆς κατὰ τὰ ἔργα της, ἡ δὲ στρεμματικὴ φορολογία ἀφέθη εἰς τὴν τύχην της, κατέτριψεν ἀρκετὸν χρόνον· ἀλλ’ ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἤτοι περὶ τοῦ βωδοφόρου καὶ περὶ τῆς ἐντελοῦς καταργήσεως τῆς ἐγγείου φορολογίας, διῆλθεν αὐτὰ τροχάδην. Οὐχ ἧττον ἐπὶ τῆς καταργήσεως ἀνέπτυξε κἄτι τι, καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως ἔδειξεν, ὅτι εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ μάλιστα, πρὸς ὑποστήριξίν του, ἔφερε μαρτυρίαν ἐπισήμου οἰκονομολόγου τῆς Γαλλίας, ἐνῷ περὶ τοῦ βωδοφόρου εἶπεν ἁπλῶς τὰς λέξεις: εἶνε καλὸς φόρος καὶ αὐτὸς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ τὸν κρατήσωμεν, διότι δὲν ἔχομεν πόθεν νὰ τὸν ἀντικαταστήσωμεν. Ἀλλὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν πιστεύω νὰ εἶπε σπουδαίως, οὔτε ἡ ἰδέα ὅτι, διὰ νὰ τὸν καταργήσωμεν, πρέπει νὰ περιμείνωμεν, ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος νὰ φέρῃ περίσσευμα ποσοῦ ὅσον εἰσπράττεται ἀπὸ τὸν βῳδόφορον, καθόσον εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήλθομεν ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν, δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, οὔτε μετὰ τρεῖς αἰῶνας, ὅτε οὔτε τὰ ὀνόματά μας θὰ ἦναι γνωστά, καὶ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν τύχην ὁ τόπος, ἐκτὸς ἂν πάρωμεν τὴν Πόλιν. Εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς προσέτι, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀναπληρώσωμεν δι’ ἄλλων πόρων αὐτὸ τὸ ποσόν, τοῦτο μάλιστα δύναται νὰ γείνῃ, διότι καὶ πεῖραν ἔχει ὁ κ. Καλλιγᾶς καὶ ἠδύνατο νὰ μᾶς παρουσιάσῃ διαφόρους πηγὰς, ἀπὸ τὰς ὁποίας δι’ ἐπιβολῆς φόρου θὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν αὐτὸ τὸ ψωροεκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὸν βῳδόφορον λαμβάνομεν· βεβαίως διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοιούτου φόρου εἰς ἄλλα ἀντικείμενα δύναται νὰ κατορθωθῇ εἴσπραξις ἀνωτέρου ποσοῦ τοῦ ἑκατομμυρίου, χωρὶς νὰ προκαλέσωμεν γογγυσμόν τινα, οὔτε καταπίεσιν. Θ’ ἀποδείξω, κύριοι, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, (ἂς τὸν εἴπω ἐπιστημονικῶς) τὸν ὁποῖον οἱ εἰσαγαγόντες καὶ κατορθώσαντες τὴν ἐφαρμογήν του ἐν τῇ Ἑλλάδι πιστεύουσιν, ὅπως ἐξάγω καὶ ἐκ τῆς περυσινῆς ὁμιλίας των καὶ ἐκ τῆς χθεσινῆς, ὅτι εἶναι τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς ἐπιστημονικῆς φορολογίας, καὶ ἔχουν τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν γείνῃ διεθνὴς σύνοδος περὶ εἰσαγωγῆς ὁμοιοφόρφου φορολογίας εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, αὐτὸ τὸ σύστημα θὰ προτιμηθῇ. Θ’ ἀποδείξω λοιπὸν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι φόρος ἄνισος, εἶναι φόρος ἄδικος, καὶ ἐν μέρει ἀνήθικος, διότι θ’ ἀποδείξω, ὅτι πολυπληθὴς τάξις μένει ἀφορολόγητος. Δὲν εἶναι εἴκοσι μόνον ἄτομα, τὰ ὁποῖα μένουν ἀφορολόγητα, ὅπως εἶπεν εἷς σοφὸς οἰκονομολόγος εἰς μίαν ἐφημερίδα διὰ τῆς διατριβῆς του, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν ἀπὸ τοὺς Παρισίους. Ἐὰν πραγματικῶς αὐτὸς πιστεύῃ, ὅτι εἶναι εἴκοσι μόνον τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα μένουν ἀφορολόγητα δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος, τὸν ἐλεεινολογῶ, διότι ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἔχει τὰς οἰκονομικὰς γνώσεις τοῦ τελευταίου ἐνοικιαστοῦ τῆς ἐλαχίστης ἐνοικιαστικῆς περιφερείας· οὔτε καὶ χίλια, ὅπως εἶπε χθὲς ὁ κ. Καλλιγᾶς. Πόσοι νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν; δύο; πέντε; δέκα; εἶναι 35%!! Θέλω τὸ ἀποδείξει διὰ τῆς ἀδεκάστου μαρτυρίας τῶν ἀριθμῶν, καὶ θὰ εἴπω καὶ τὸν λόγον διατί μένουν πλέον τοῦ ⅓ ἀφορολόγητοι. Ἅπασαι αἱ οἰκογένειαι αἱ κατοικοῦσαι τὴν Ἑλλάδα εἶναι 360 χιλιάδες.
§59ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. 350 χιλιάδες.
§60ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἂς ἦναι 350. Ἐὰν ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσωμεν τὰς 50 χιλ. τῆς Ἑπτανήσου καὶ τὰς 10 χιλ. τῆς Μάνης, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν φορολογίαν, μένουν κατ’ ἐμὲ μὲν 300 χιλ., κατὰ δὲ τὸν κ. Κασιμάτην 290 χιλ. Πόσαι οἰκογένειαι θέλετε νὰ ἦναι ἐκεῖναι, αἵτινες ζῶσι μὲ ἄλλας ἐργασίας, καὶ αἱ ὁποῖαι οὔτε εἰσόδημα ἰδικῶν των γαιῶν ἀπολαμβάνουσιν, οὔτε ξένας γαίας καλλιεργοῦν· 50 –60 χιλ., δὲν ἠμπορεῖτε περισσότερας. Ἐγὼ ἀφαιρῶ 70 χιλ., μένουν λοιπὸν 220 χιλ., καὶ δὲν εἶναι ὀλιγώτεροι τῶν 220 χιλ. Λοιπὸν 220 χιλ. οἰκογένειαι ἀπολαμβάνουσιν εἰσοδήματα ἐκ τῆς γῆς, εἴτε οἱ ἴδιοι καλλιεργοῦντες, εἴτε δι’ ἄλλων τοὺς ἀγρούς των, εἴτε καλλιεργοῦντες ξένας γαίας.
§61ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἄτομα ἐγὼ εἶπον, δὲν εἶπον οἰκογενείας.
§62ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἷς ἀντιπροσωπεύει τὰ τέκνα καὶ τὴν οἰκογένειαν αὑτοῦ, τὰ ὁποῖα τὸν συντρέχουν εἰς τὴν ἐργασίαν. Ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι πέντε ἄτομα ἀντιπροσωπεύουσι μίαν οἰκογένειαν, ἑπομένως εἴπετε 1000 ἄτομα· ταῦτα ἀντιπροσωπεύουν 5000 ψυχάς. Ἕν ἑκατομμύριον λοιπὸν καὶ 100 χιλιάδες εἶναι ἐν γένει οἱ ὁπωσδήποτε λαμβάνοντες εἰσόδημα ἐκ τῶν δημητριακῶν προσόδων τῆς γῆς, ὁ ἀριθμὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἦναι μικρότερος. Ἐβεβαιώθησαν 185 χιλ. βώδια, νομίζω. Ἐξ αὐτῶν θ’ ἀφαιρέσωμεν, διότι πολλοὶ γεωργοὶ ἔχουν ἀπὸ 2, καί τινες ἀπὸ 3 καὶ 4 εἰς τὰς ἐπαρχίας, καθὼς εἶναι ἡ Φθιῶτις, ἡ Λεβαδεία, ἡ Μαντινεία καὶ ἡ Λοκρὶς, ὅπου εἶναι προσοδοφόροι αἱ γαῖαι. Πόσας λοιπὸν χιλιάδας θέλετε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι ἔχουν διπλοῦς τοὺς βόας; θέλετε 50 χιλ., τοὐλάχιστον 45;
§63ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Τὰ ⅔.
§64ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ λαμβάνω τὸ ¼. Μᾶς ὑπολείπονται λοιπὸν ἄτομα δηλώσαντα βόας 110 χιλιάδας· εἴπομεν τὰ ἐσοδεύοντα τὰ προϊόντα τῶν ἀγρῶν 220 χιλ. Πόσοι μένουν ἀφορολόγητοι; τὸ ἓν τρίτον κατ’ ἐλάχιστον ὅρον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ⅓ μένει ἀφορολόγητον, καὶ μάλιστα πολὺ συγκαταβατικῶς.
§65ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν μοὶ κάμνετε τὴν χάριν νὰ τὸ ἐπαναλάβητε; διότι δὲν τὸ ἐνόησα.
§66ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Ὁ πληθυσμὸς εἶναι 350 χιλ. οἰκογένειαι, ἐξ αὐτῶν θὰ ἐξαιρέσωμεν 50 χιλ., αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν Ἑπτάνησον, καὶ 10 χιλ. τὴν Μάνην, μᾶς μένουν 290 χιλ. Ἀφαιροῦμεν ἐξ αὐτῶν 70 χιλ., οἵτινες δὲν λαμβάνουν εἰσοδήματα ἐκ τῆς γῆς εἴτε ὡς καλλιεργηταὶ, εἴτε ὡς κτηματίαι, ὑπολείπονται 220 χιλ. οἰκογένειαι ἐσοδεύουσαι ἐκ γαιῶν. Ἐδήλωσαν 140 χιλ., διότι πολλοὶ ἔχουσι πλείονας τοῦ ἑνὸς βοός· ὥστε ἀφαιρουμένων τῶν 140 χιλιάδων τῶν δηλωσάντων βόας, μᾶς ὑπολείπονται μέχρι τῶν 220 χιλιάδ. 70 χιλ. ἀφορολόγητοι. Θέλω φέρει καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν πραγματικωτέραν καὶ θετικωτέραν. Φέρω ἕνα δῆμον ὡς παράδειγμα, καὶ τοιοῦτον τὸν δῆμον, εἰς ὃν ἀνήκω, ὅστις εἶναι γεωργικός, ὅπως τὸν γνωρίζουν πολλοὶ τῶν κ. συναδέλφων συνεπαρχιωτῶν καὶ μή· ὁ δῆμος ἔχει 560 οἰκογενείας. Ἐκ τούτων ἐὰν ἀφαιρέσωμεν 60 τὸ πολύ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν εἰσοδήματα ἀπὸ γαίας, μένουν 500 οἰκογένειαι. Ἐδηλώθησαν 378 βόες, ἀνεκαλύφθησαν κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν ἕξ, καὶ τούτων ἐφιλονεικήθησαν τέσσαρες, ὥστε τὸ ὅλον 384· θ’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ αὐτοὺς 62, διὰ τοὺς γεωργοὺς ἐκείνους, οἵτινες εἶχον ἀνὰ δύω βόας, τότε μᾶς ὑπολείπονται 320, οἱ ὁποῖοι ἔχουν βόας, οἱ ἄλλοι δὲ 180 δὲν ἔχουν βόας καὶ δὲν ἐπλήρωσαν φόρον, ἐν οἷς καὶ ἐγώ. Θὰ μοὶ εἴπητε πῶς γίνεται τὸ τοιοῦτον; ἀκούσατε τὸν λόγον. Καθ’ ὅσον ἀναπτύσσεται ἡ φυτεία εἰς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τόσον καθίσταται δύσκολος ἡ διατήρησις τῶν ζώων ἐν γένει, ἀλλὰ ἀπὸ ὅλα τὰ ζῶα τὸ μᾶλλον δυσκολοσυντήρητον εἶναι ὁ βοῦς, διότι τὸν ἵππον, τὸν ἡμίονον, τὸν ὄνον, τὸ πρόβατον ἐὰν τὰ ἀπολύσητε εἰς ἕνα ἐλαιῶνα, θὰ φάγωσι τὸ χόρτον, ἐὰν εὕρωσιν, ἀλλ’ ὁ βοῦς δὲν εὐχαριστεῖται νὰ τρώγῃ τὸ χόρτον μόνον, ἀλλὰ συλλαμβάνει καὶ τοὺς κλάδους τῶν δένδρων καὶ ἀνορθοῦται καὶ εἰς τοὺς ὀπισθίους πόδας, διὰ νὰ φθάσῃ ὑψηλότερον· λοιπὸν διὰ νὰ τὸν θρέψῃς, ὀφείλεις νὰ τὸν ἔχῃς καὶ κατὰ τοὺς δώδεκα μῆνας δεμένον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ συντήρησις τοῦ βοὸς εἶναι δαπανηρά, εἶναι δὲ καὶ ζῶον ἀδηφάγον, θέλει τροφὴν πολλήν. Τί συμβαίνει δὲ; τὰ προϊόντα τῆς γῆς καὶ ἰδίως τὰ ὄψιμα ἀποδίδουν ἐκτὸς τῶν καρπῶν καὶ ἄλλα εἴδη, τὰ ὁποῖα ξηρὰ χρησιμεύουν εἰς τροφὴν μόνον τῶν βοῶν· οἱ μὴ ἔχοντες λοιπὸν βόας δίδουσι τὴν τροφὴν αὐτὴν εἰς τοὺς ἔχοντας τοιούτους, καὶ ἔχοντας συνάμα καὶ ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς βοηθείας ταύτης, εἰς ἀμοιβὴν δὲ οὗτοι βοηθοῦσι τοὺς πρώτους ἐκτελοῦντες ἐκ τῶν γεωργικῶν ἐργασιῶν ἐπὶ τῶν ἀγρῶν αὐτῶν μόνην τὴν ἀροτρίωσιν, τὰς δὲ λοιπὰς γεωργικὰς ἀνάγκας ἐκτελοῦσιν οἱ ἔχοντες τοὺς ἀγροὺς διὰ τῆς ἰδικῆς των ἐργασίας, ἤτοι ἐπὶ τῶν πρωΐμων, τὸ βοτάνισμα, τὸ θέρος, τὴν συλλογὴν, ἐπὶ τῶν ὀψίμων τὸ ἀραίωμα, τὸ σκάλισμα, τὸ πότισμα, τὴν συλλογὴν, καὶ ἰδοὺ, κύριοι, πῶς οἰκονομοῦνται, 80 οἰκογένειαι ἐπὶ τῶν 500· μάλιστα εἰς τὰ ἐδικά μας μέρη ὑπάρχει καὶ ἄλλο εἶδος βωδοτροφῆς, τὰ περισσεύματα τῆς κουκουλοτροφῆς, τὰ ὁποῖα οἱ μὴ ἔχοντες βόας τὰ δίδουν εἰς τοὺς ἔχοντας τοιούτους, διὰ νὰ τοῖς ἀροτριώσωσι μόνον τοὺς ἀγρούς των. Ἀποδεικνύεται λοιπὸν, ὅτι τὸ τρίτον τοὐλάχιστον τῶν ἐξ εἰσοδήματος γαιῶν εἴτε ὡς ἰδιοκτήτης, εἴτε ὡς καλλιεργητὴς ἀπολαμβάνων τις δὲν πληρώνει φόρον διὰ τοῦ βωδοφόρου. Θὰ σᾶς προσθέσω ὅμως καὶ ἓν ἄλλο κακόν· ποῖοι δὲν πληρώνουν φόρον; οἱ περισσότερα ἐσοδεύοντες, διότι δὲν πληρώνουν φόρον 1) οἱ μεγαλοκτηματίαι, καθόσον οὗτοι ἔχουν πελάτας (σέμπρους ἢ κολλήγους,) μὲ τοὺς ὁποίους ἤρχοντο εἰς συμφωνίαν, λαμβάνοντες ⅓ ἢ ¼, ἀλλ’ ἀφοῦ προηγουμένως ἀφήρουν 9% διὰ τὸν δημόσιον καὶ δημοτικὸν φόρον, ἐνῷ τώρα αὐτοὶ λαμβάνουσι τὸ δικαίωμα τῶν ⅓ ἢ ¼ τῆς παραγωγῆς, χωρὶς τὴν ἀνωτέρω ἀφαίρεσιν τῶν 9%, ὁ δὲ πελάτης γεωργὸς πληρώνει ὁ πτωχὸς οὐ μόνον τὸν φόρον τῶν βοῶν του, ἀλλὰ καὶ τὸν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἀνήκοντα φόρον, ὅπερ εἶναι κακόηθες νὰ πληρώνῃ ὁ πτωχὸς τὸν φόρον τοῦ πλουσίου. Προσέτι αὐτοὶ οἱ μεγαλοκτηματίαι κρατοῦν ἓν τμῆμα τοῦ κτήματός των, ὅπερ βεβαίως θὰ ἦναι καὶ τὸ καλλίτερον καὶ τὸ ὁποῖον οἱ γεωργοὶ αὐτοὶ καλλιεργοῦν εἰς ἑορτὰς ἢ εἰς ἄλλας ἡμέρας δι’ ἀγκαρείας, καὶ αὐτὰ εἶναι στρέμματα πολλὰ, ἀποφέροντα ἕκαστον τμῆμα καὶ 100 καὶ 200, καὶ πολλάκις 500 καὶ 700 κοιλά· αὐτὰ μένουν ἐντελῶς ἀφορολόγητα, ἐνῷ πρότερον ἐπλήρωνε δι’ αὐτὰ ὁ ἰδιοκτήτης δημόσιον καὶ δημοτικὸν φόρον· καὶ οὕτως, ὡς εἶπον, ἐπέρχεται καὶ τὸ κακόηθες συμβὰν τοῦ νὰ πληρώσωσιν οἱ πτωχοὶ διὰ τοὺς πλουσίους· καὶ δὲν εἶναι κακόηθες νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸν πτωχὸν ὁ φόρος τοῦ πλουσίου; Εἶναι λοιπὸν 1) ἡ τάξις τῶν μεγαλοκτηματιῶν, οἱ ὁποῖοι μένουν ἀφορολόγητοι. 2) Ἔρχεται μία ἄλλη τάξις, ἥτις μένει ἀφορολόγητος, ἡ τῶν ποιμένων, οὐχὶ δὲ τῶν σκηνιτῶν, διότι αὐτοὶ δὲν ἔχουν μόνιμον κατοικίαν, ἀλλ’ οἱ ἔχοντες μόνιμον κατοικίαν, οἵτινες ἔχουν ἀγροὺς, καὶ αὐτοὶ τοὺς λιπαίνουσι μάλιστα διὰ τῶν ποιμνίων των καὶ μετὰ τὴν λίπανσιν ἐνεργοῦσι διὰ τῶν ἐχόντων βόας μόνον τὴν ἀροτρίωσιν πληρώνοντες αὐτοὺς, τὰς δὲ λοιπὰς ἐργασίας τὰς συμπληροῦν αὐτοὶ μετὰ τῶν οἰκογενειῶν των μέχρι τῆς ἐντελοῦς συλλογῆς. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἀγροὶ, οἱ ὁποῖοι εἶνε λιπασμένοι, ἀποφέρουσι διπλάσιον καὶ τριπλάσιον ἀπὸ τοὺς μὴ λιπασμένους ἀγροὺς τῶν ἐχόντων μόνον βόας· λοιπὸν ἡ τάξις αὕτη, ἥτις ἀπολαμβάνει περισσότερα, δὲν φορολογεῖται· καὶ 3) ἡ τῶν μὴ δυναμένων νὰ ἔχωσι βόας. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπητε: δὲν ὠφελήθησαν καὶ οἱ ἄλλοι γεωργοί; Μάλιστα, ἀφοῦ ἀπωλέσαμεν ἐφέτος πέντε μιλιούνια, κατὰ μέσον δὲ ὅρον κατ’ ἔτος τρία, ἕπεται, ὅτι ἐκέρδισαν κἄτι τι καὶ οἱ γεωργοί· ἀλλ’ εἴς τινα μέρη δὲν ὠφελήθησαν. Δὲν ἀναφέρω τινὰ μεμονωμένα συμβάντα, π. χ. ὅτι δύο ἄνθρωποι ἐπλήρωσαν διὰ τὰ δύο των βώδια ὁλόκληρον τὸν δημοτικὸν φόρον ἑνὸς δήμου 1200 δραχ., καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐφόνευσαν τὰ ζῶά των πρὶν ἢ κυρωθῇ ὁ νόμος, διὰ ν’ ἀποφύγουν τὸν δημοτικὸν φόρον. Ἄλλοι δὲν ὠφελήθησαν, καὶ ἰδίως οἱ Ἄνδριοι, οἱ ἐκλογεῖς τοῦ κ. Μαυροκορδάτου, ἐνῷ ἐπλήρωναν 17000 ἔγγειον διὰ τῆς δεκάτης, διὰ τοῦ βωδοφόρου πληρώνουν σήμερον 19,000.
§67ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα εἶναι εὐχαριστημένοι.
§68ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Φρονεῖς, ὅτι εἶναι εὐχαριστημένοι, διότι κάθεσαι ἐδῶ καὶ δὲν ἀκούεις τὰς μεμψιμοιρίας των. Εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ὠφελήθησαν 2, 5, 10, 20 καὶ εἰς ὀλιγίστας 30–40%, ἐνῷ οἱ εὔποροι ἐκέρδισαν ὁλόκληρον τὸν φόρον των.
§69ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὀκτὼ χιλιάδας ὠφελήθησαν οἱ πατριῶταί μου.
§70ΔΡΟΣΟΣ. Οἱ πλούσιοι μόνοι.
§71ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Οἱ πλούσιοι, λέγει ὁ συνάδελφός σου, κ. Μαυρομαρᾶ.
§72ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἰς τὴν Τῆνον ὅλοι εἶναι πλούσιοι, οὐδεὶς εἶναι πτωχὸς, ὅλοι ἔχουν περιουσίαν.
§73ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔστω οἱ πατριῶταί σου ὠφελήθησαν, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Τῆνος ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχῃ ὅλους πλουσίους. Λοιπὸν εἴπομεν, ὅτι ἐκ τῶν γεωργῶν ἄλλοι ὠφελήθησαν 2, ἄλλοι 3, 5, 10, 20 καὶ ὀλίγιστοι 30 καὶ 40%, ἀλλ’ οἱ εὔποροι ἀπηλλάγησαν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ ἕλλην δὲν ἀνέχεται μὲν τὴν πίεσιν, ἀλλὰ πολλὴν δίδει προσοχὴν εἰς τὴν ἰσότητα, καὶ ὅπου εὑρίσκει τὴν ἰσότητα ἀνέχεται καὶ τὴν πίεσιν, ἐνῷ τὴν ἀνισότητα ὑφίσταται μετὰ γογγυσμοῦ· καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ διϊσχυρισμοῦ μου φέρω παραδείγματα πανθομολογούμενα. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας, κύριοι, ἡ δεκάτη ἦτο 11% καὶ ὄχι 10%, διότι ἐπλήρωνον 7 διὰ Δοβλέτι καὶ 7 διὰ τοὺς Σπαΐδας.
§74ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐξηγήθητε παρακαλῶ, τί ἦτο Δοβλέτι καὶ τί Σπαΐδες.
§75ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δοβλέτι ἦτο ὁ δημόσιος θησαυρός, καὶ τὰ εἰσοδήματα τούτου 7% ἐνοικιάζοντο, καὶ ἅμα ὠνομάζοντο μουκατάδες. Σπαΐδες ὠνομάζοντο οἱ ἐπιτόπιοι τιμαριοῦχοι, οἵτινες ἐλάμβανον ἕτερα 7%, καὶ μολαταῦτα οἱ Ἕλληνες δὲν ἐγόγγυζον διὰ τὸν φόρον αὐτὸν, διότι τὸν ἐπλήρωνον καὶ οἱ Τοῦρκοι ἰδιοκτῆται, ἐνῷ διὰ τὸ χαράτσι, καί τοι μικρότερον φόρον, ὑπῆρχε μέγας γογγυσμὸς, διότι ἐπλήρωνον μόνοι οἱ χριστιανοί, καὶ ἦτο τὸ διακριτικὸν σημεῖον τοῦ ῥαγιᾶ ἀπὸ τὸν δυνάστην. Φέρω ἀκόμη ἕτερον καὶ πρόχειρον μάλιστα παράδειγμα. Ἅπασαι αἱ διοικητικαὶ καὶ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ ἑνὸς νομοῦ ἐβασανίζοντο ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος, διὰ νὰ συγκεντρώσωσι 60–70 στρατευσίμους, ἔχουσαι τότε καὶ τὰ μέσα τῆς διὰ τῶν καταλυμάτων καὶ ἄλλων πιέσεων στρατιωτικῆς ἐκβιάσεως, καὶ τώρα μὲ ἓν διάταγμα ἦλθον χιλιάδες, χωρὶς νὰ τοὺς στενοχωρήσῃ τις· διατί τοῦτο; διότι ὁ ζητούμενος τότε στρατεύσιμος ᾐσθάνετο, ὅτι δὲν ἐγίνετο στρατεύσιμος καὶ ὁ υἱὸς τοῦ πλουσίου ἐπιτυγχάνων τὴν ἀπαλλαγήν του διὰ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας δολίας ἐνεργείας, διὰ τοῦτο καὶ ὁ πτωχὸς ἀπέφευγε νὰ προσέλθῃ μὲ ὅλας τὰς καταδιώξεις τῆς χωροφυλακῆς. Τώρα ὅμως βλέπων ὁ χωρικὸς συνυπηρετοῦντα τὸν πλούσιο, φιλοτιμεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἐπαχθὲς καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὴν πτωχικήν του κατάστασιν. Βλέπετε λοιπὸν ὁ βωδόνομος δὲν εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι κατάλληλος πρὸς τὰ αἰσθήματα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπου ἡ ἰσότης εἶναι τὸ ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον δίδει ἰδίως πᾶσαν τὴν προσοχήν του. Δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀνεχθῇ αὐτὸς ὁ πτωχὸς γεωργὸς νὰ πληρώνῃ ὄχι μόνον τὸν φόρον τὸν ἰδικόν του, ἀλλὰ καὶ τὸν φόρον τοῦ πλουσίου. Κατ’ ἀρχὰς ἐπίστευσα χθὲς ἐκ τῆς σειρᾶς τοῦ λόγου τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ὅτι ἤθελε κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ προτείνω· ἡ ἰδέα μου εἶναι νὰ καταργηθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς διὰ τοῦ βωδοφόρου φορολογίας. Τί εἰσπράττομεν δι’ αὐτῆς; 1,330,000 δραχμαὶ ἐβεβαιώθησαν· ἀφίνω, κύριοι, ὅτι αἱ 330,000 εἶναι πίεσις, καὶ τοῦτο ἠμπορῶ νὰ τὸ ἀποδείξω· ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἀποφασίζει, σύγκειται, ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ τὸν Νομάρχην, Ταμίαν, Ἔφορον, Δήμαρχον καὶ Πρόεδρον Συμβουλίου, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἠθέλησαν οἱ ἔφοροι νὰ παρουσιάσωσι τὰ διπλότυπα· τί ἔκαμαν ὅμως αὐταὶ αἱ δημόσιαι ἀρχαί, αἵτινες ἠθέλησαν νὰ φανῶσιν εἰς τοὺς προϊσταμένους των τὰ μάλιστα ζηλωταὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου; παρεκάλουν τὸν Δήμαρχον, ὁ ὁποῖος δι’ ἄλλας ὑποθέσεις ἰδικάς του καὶ τῶν συνδημοτῶν του, εἶχεν ἀνάγκην νὰ περιποιηθῇ τὰς ἀρχὰς αὐτάς, παρεκάλουν, λέγω, τὸν Δήμαρχον, νὰ δεχθῇ διὰ τὰ χωρία τοῦ δήμου του μίαν ἀναλογίαν φόρου, ἣν ἐκεῖνοι ἐκ τῶν προτέρων αὐθαιρέτως προσδιώριζον, ἀφοῦ πάντοτε αὕτη ἡ ἀναλογία ἦτο μικροτέρα κατὰ πολὺ ἢ ὀλίγον τοῦ φόρου, ὅστις ἐπληρώνετο πρὶν διὰ τῆς δεκάτης, καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου αἱ ἀρχαὶ κατώρθωσαν νὰ βεβαιώσωσι τοὐλάχιστον κατ’ ἓν τέταρτον περισσότερον ποσὸν ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε βεβαιωθῆ, ἂν ἐγίνετο αὐστηρὰ ἐκτίμησις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διπλοτύπων ὅπως ὁ νόμος κελεύει. Ἐκ τοῦ βεβαιωθέντος ποσοῦ πόσα, κ. ὑπουργέ, εἰσεπράχθησαν;
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 1,110,000, ἀλλὰ θὰ εἰσπραχθῶσι καὶ τὰ ἄλλα.
§77ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ εἰσπραχθῶσι μαζὺ μὲ τὰ καθυστερούμενα δυνάμει τοῦ νόμου, ὃν ψηφίζομεν τώρα περὶ αὐτῶν. Ἂς ἦναι 1,2 0,000. Ἀλλ’ ἀξίζει δι’ αὐτὸ τὸ ποσὸν νὰ διακριθῶσιν οἱ πολῖται τῆς Ἑλλάδος εἰς τάξιν φορολογουμένην καὶ εἰς ἀσιδότους; δὲν τοὺς ἀφίνομεν ἓν ἔτος τοὐλάχιστον ἀσιδότους τοὺς γεωργοὺς, διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν ὁποίων ὅλοι ὁμολογοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ἐφέτος μάλιστα, ὅτε ἀφῃρέσαμεν πλέον τῶν 40,000 ἀνδρῶν ἀπὸ τὴν γεωργίαν διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν; καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὡς προεῖπον, ἔκλινε πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλ’ ἀπετράπη ἀπὸ ἓν αἴσθημα, ὅπερ ἐφέτος βλέπω ἀναπτυσσόμενον εἰς αὐτόν. Τὸν κ. Καλλιγᾶν ἐγνώρισα νέον εὐφραδῆ, εὐπαίδευτον, ζωηρὸν κατὰ πάντα, ἀνεξάρτητον, ἐφέτος ὅμως τὸν εὑρίσκω κατειλημμένον ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς εἰς τὸ κόμμα του πειθαρχίας· καὶ δὲν ἠμπορῶ ποῦ νὰ τὸ ἀποδώσω· ποῦ εἶναι ὁ Καλλιγᾶς τοῦ 1844; ποῦ τοῦ 1845, τοῦ 1851, τοῦ 1862; ποῦ ὁ Καλλιγᾶς τοῦ 1879 ἀκόμη; εἶχεν ἀνεξαρτησίαν· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀτμοσφαίρα τῆς πειθαρχίας, ἡ ὁποία ὑπῆρξε αὕτη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας ἐπηρέασεν καὶ τὸν κ. Καλλιγᾶν. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἤθελε νὰ εἴπῃ χθές, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ χάριν τῆς γεωργικῆς τάξεως καὶ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ἀπέδειξεν, ὅτι τοῦτο συμφέρει εἰς τὴν ἐπικράτειαν καὶ διὰ τὰς παρούσας στρατιωτικὰς περιστάσεις, ἀλλὰ παρατηρήσας, ὅτι ἠδύνατο νὰ προσκρούσῃ εἰς τὴν πειθαρχίαν πρὸς τὸ κόμμα, μετέβαλε γλῶσσαν καὶ ἐσύστησε τὴν διατήρησιν τοῦ βωδοφόρου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ συνεδρίου τούτου κατέκρινεν αὐστηρὰ τὸν βωδόφορον, ἀπεφάσισε νὰ ὑποβάλῃ νόμον περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, καὶ πρὶν πράξῃ τοῦτο ἠρώτησε πολλοὺς τῶν συναδέλφων, ἐν οἷς καὶ ἐμὲ, οἵτινες τὸν ἐνεθάῤῥυναν, διότι ὁ φόρος αὐτὸς, οἷος δήποτε καὶ ἂν ἦναι, ἐπιβαρύνει τὴν μᾶλλον εὐποροῦσαν τάξιν, τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ ὄχι τοὺς πτωχοὺς καλλιεργητὰς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως καὶ συνδρομῆς. Τώρα διατί ἀνεκάλεσεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ἀνεγνώριζεν ὡς τὸ καταλληλότερον, δὲν ἠξεύρω· τὸν λόγον ὅμως, τὸν ὁποῖον ἔφερε, δὲν τὸν παραδέχομαι ὡς βάσιμον· ἔφερεν ὡς λόγον, ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ, ἐνῷ πέρυσιν ἐζήτει τὸ ἴδιον σύστημα νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Ἀπρίλιον, ἐνῷ τώρα ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὸ νόμον τὸν Δεκέμβριον, ἐὰν δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ τὸν ἐγκαταλείψῃ, ἑπομένως εἶχε πολλὴν μεγαλειτέραν εὐκαιρίαν ἀπὸ πέρυσιν. Ἀλλ’ οὔτε ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἶναι κατ’ ἐμὲ ἄξιος προσοχῆς, ὅτι δηλαδὴ θὰ εὑρεθῶμεν ἐντὸς ὀλίγου εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἤτοι εἰς πόλεμον· ἑπομένως δὲν θὰ εὐκαιρήσωμεν νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς νέου νόμου, καὶ πιστεύω, ὅτι οὔτ’ αὐτὸς ὁ ἴδιος κ. πρωθυπουργὸς εἶπε σπουδαίως αὐτὸν τὸν λόγον, ἐκτὸς ἂν εἰς τὸ κατὰ τὸν βουλευτὴν Καλαβρύτων κ. Σ. Πετιμεζᾶν πολεμικὸν χαρτοφυλάκιον ἦναι σημειωμένον νὰ ἀκολουθήσωσιν εἰς τὴν ἐπιστρατείαν ὡς πολεμικοὶ σύμβουλοι καὶ οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, οἵτινες ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων των ὤφειλον νὰ φροντίσωσι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νόμου. Θὰ ἔπραττον καλλίτερον οἱ κκ. ὑπουργοὶ, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τῆς ἰδίας των τιμῆς καὶ τῆς κοινωνίας, νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ εἴπωσι γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸν ἀληθῆ λόγον, δι’ ὃν ἠναγκάσθησαν ν’ ἀποσύρωσι τὸ νομοσχέδιόν των· ὤφειλον, λέγω, οἱ κκ. ὑπουργοὶ νὰ εἴπωσι ἐλευθέρως· ἡμεῖς ἀναγνωρίζοντες τὸ ἀσύμφορον τοῦ βοϊδονό μου, τὸν ὁποῖον ὡς ἐπιζήμιον ἐπισήμως καὶ ἰδιαιτέρως ἐπεκρίναμεν πικρῶς, εἰσηγάγομεν φορολογικὸν σύστημα πολὺ καταλληλότερον· ἀλλὰ ἀνεκαλύψαμεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις κατέλαβεν αὖθις ἔδαφος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ εἰσπηδήσῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὗρε πρόσφορον καὶ πέρυσιν, ἀφοῦ κατὰ δυστυχίαν πολλοὶ ἀπὸ σᾶς (ἀποτεινόμενος ἡμᾶς τοὺς φίλους των) ἐθεωρήσατε καταλληλότερον, ὅτι ἔπρεπε νὰ προστατεύσητε μᾶλλον τὰ συμφέροντα τὰ ἰδικά σας, διότι ἐμείνατε ἀφορολόγητοι, παρὰ τὰ συμφέροντα τῆς πολυπληθεστέρας τάξεως τῶν ἐκλογέων σας, τῆς πτωχῆς γεωργικῆς τάξεως, ἥτις ἐπεβαρύνθη μόνη οὐ μόνον μὲ τὸν πρὸς τὸ δημόσιον καὶ δήμους ἀναλογοῦντα αὐτῇ φόρον, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ἰδικόν σας, καὶ ἔχετε τὴν ἀδιακρισίαν ν’ ἀνεχθῆτε τὴν τοιαύτην ἀνήθικον πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς σας πίεσιν. Ἄν, κκ. ὑπουργοὶ, ἐπράττετε τοῦτο, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οἱ ἰδιοτελεῖς οὗτοι φίλοι σας ἤθελον συσταλῆ καὶ ἤθελον σκεφθῆ διὰ νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τοιαύτην ἰδιοτελῆ ἀπόφασιν. Κύριοι, εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον δυστυχήματα ἕνεκα πολιτικῶν λόγων ἢ ἄλλων περιστάσεων, ἐπεβλήθησαν φόροι, καὶ φόροι βαρεῖς, ἀλλὰ δὲν ἠγέρθησαν φωναί· ἐστενοχωρήθησαν μὲν, ἀλλὰ δὲν ἐκραύγασαν, ὅτι πιέζονται, διότι ἐκεῖ ἐπιβάλλονται φόροι ἐπὶ τῶν εὐπόρων τάξεων, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῶν ἀπόρων τάξεων· ἐξακολουθεῖ τὸ σύστημα τῶν Τούρκων, διότι οἱ Τοῦρκοι δὲν εὕρισκον συμφέρον νὰ ἐπιβάλλωσι τοὺς φόρους εἰς τὰς εὐπόρους τάξεις, διότι αὐτὰς ἀπετέλουν αὐτοὶ μόνοι ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων· λοιπὸν ἐπέβαλλον τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν ἀπόρων τάξεων, τὰς ὁποίας ἀπετέλουν οἱ χριστιανοί. Πέντε διλιόνια ἐπλήρωσεν ἡ Γαλλία διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρων· ἡ Ἰταλία ὑπέστη πολέμους πολυδαπάνους δι’ ἐπιβολῆς φόρων· ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν ἐπλήρωσαν τοὺς φόρους οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ ῥακενδύται, ἀλλ’ οἱ κόμητες, οἱ δοῦκες καὶ οἱ μεγαλέμποροι. Κατὰ τὸ 1867 ὑπῆρξεν ἐδῶ εἷς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις καυχᾶται, ὅτι εἶναι ἄριστος οἰκονομολόγος, ἀναγκασθεὶς ἕνεκα τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως νὰ αὐξήσῃ τοὺς φόρους, ἀνεβίβασεν ἀπὸ πέντε διὰ τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς εἰς ἑπτά, καὶ τὰ ἑπτὰ τὰ ἀνεβίβασεν εἰς δέκα διὰ τὰς φυτείας· ἐπέβαλε φόρον καὶ διὰ τὴν καλύβην, ἣν κατοικεῖ ὁ γεωργὸς καὶ ὁ ποιμήν, ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου ὤφειλε νὰ πληρώσῃ καὶ αὐτὸς, δὲν ἐπέβαλε κανένα φόρον, ἂν καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλῃ φόρον εἰς τὰ μᾶλλον ἐξησφαλισμένα καὶ καθαρὰ εἰσοδήματα, ὁποῖα εἶναι τὰ τῶν κεφαλαίων, καὶ ἐνῷ πληρώνει ὁ ὑπουργὸς ὡς πολίτης;
§78ΤΙΝΕΣ. Πόσος εἶναι αὐτὸς ὁ ὑπουργός;
§79ΑΛΛΟΙ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς.
§80ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐνῷ ἐπλήρωνεν ὡς πολίτης 20 λεπτὰ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν 100 δραχμῶν, δὲν ἐβάστασεν ἡ ψυχή του νὰ τὸν κάμῃ οὔτε 1%, καὶ μεγαλαυχεῖ ἀκόμη διὰ τὸ κατόρθωμά του ἐκεῖνο. Καθ’ ἑκάστην ψηφίζομεν συμβάσεις ἐπικερδεῖς φορολόγων ἑταιριῶν, καὶ λαμβάνομεν τὴν πρόνοιαν νὰ τὰς ἀφίνωμεν ἀσιδότους, ἐνῷ ἠδυνάμεθα, ἐπιβάλλοντες τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, ὅσος ἀναλογεῖ αὐταῖς πρὸς τοὺς ὑπὸ τῶν γεωργοκτημόνων πληρωνομένους φόρους καθὼς καὶ εἰς ἄλλας εὐπόρους τάξεις, ἠδυνάμεθα, λέγω, νὰ οἰκονομήσωμεν διπλασίως τὸ ὁποῖον ἐφέτος προτείνομεν νὰ χαρισθῇ εἰς τοὺς γεωργοὺς, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν σύμφωνον κατὰ τὴν ὑπόσχεσίν του τὸν κ. Καλλιγᾶν, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους ἐπὶ τῶν κεφαλαίων (ὑπὸ διαφόρους κατηγορίας, ἀλλ’ οἱ ἔχοντες αὐτὰ κατοικοῦσιν ἐδῶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ εὐθὺς ὅπου ἴδωσι τοὺς ὑπουργούς μας ἀσκαρδαμυκτὶ, τοὺς μαγγανίζουσιν ὡς Μανδραγόραι. Ἔχομεν ἕνα περὶ ἐπιτηδευμάτων νόμον, διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου ἐπαίρεται ὁ οἰκονομολόγος ὑπουργὸς τοῦ 1867, καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ διὰ τῶν νόμων πιέζει πᾶσαν τὴν ἄλλην βιομηχανίαν, μόνα τὰ ἐκ τῶν κεφαλαίων ἀφίνει καὶ διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ σχεδὸν ἀφορολόγητα, ἀφοῦ μάλιστα ἔχει τὴν ἀναλογίαν τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ κατοικοῦσι· διὰ τοῦτο πολλοὶ τοκογλύφοι, οἵτινες ἐξ ἐπισήμων συμβολαίων κερδίζουν 10 καὶ 20 χιλ. δραχμὰς κατ’ ἔτος, πληρώνουσι φόρον μόνον 30 δραχμὰς, διότι κατοικοῦσιν εἰς μικρὰ χωρία· ἀγκαλὰ μὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις ἐκέρδιζε τότε πέντε μιλιούνια κατ’ ἔτος, δὲν ἐπλήρωσε μόνον 10,000 φόρον, καὶ μόλις πέρυσιν ἀνεβιβάσθη εἰς 3%; Διατί αἱ οἰκοδομαὶ νὰ πληρώνουν 5%, αἱ δὲ φυτεῖαι, αἱ ὁποῖαι διατρέχουσι πολλοὺς κινδύνους ἀτμοσφαιρικούς, νὰ πληρώνουν 10%; ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, ὅστις εἶναι σταθερὸς καὶ ἀκίνδυνος, πληρώνει 5%, διότι αἱ περισσότεραι καὶ μεγαλείτεραι οἰκοδομαὶ ὑπάρχουσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ οἱ ὑπουργοί μας ἐσυνείθισαν νὰ εὐλαβῶνται τὰ συμφέροντα τῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ νὰ θεωρῶσιν αὐτοὺς ὡς τάξιν προνομιοῦχον. Πέρυσιν ἡλίκος θόρυβος ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ νὰ ἀπαλειφθῶσιν ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ 10,000 δραχμαὶ, χορηγούμεναι ὡς βοήθεια εἰς ἀπόρους δήμους πρὸς ἐπισκευὴν ἢ καὶ κατασκευὴν ὑδραγωγείων· καὶ ἐν τούτοις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, πρὶν ἢ συμβῇ ὁ θόρυβος οὗτος, καὶ αὐτοὶ οἱ τόσον αὐστηρῶς ἐπιδιώκοντες τὴν οἰκονομίαν τῶν δημοσίων ἐξόδων ὑπερησπίσθησαν ἐκθύμως, ἵνα χορηγηθῶσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν μυριάδες δραχμῶν πρὸς ἐπισκευὴν τῶν ὑδραγωγείων της, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμός της ὑπερβαίνει τὸ ἑκατομμύριον. Εἴδετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον πέρυσιν ἐψηφίσαμεν, μετὰ τὴν δοκιμὴν εὕρομεν, ὅτι τὸ ἐκ τοῦ 1,700,000 ψυχῶν, ὅσαι κατοικοῦσι τὴν Ἑλλάδα, μόνον αἱ 700,000 πληρώνουν τὸν φόρον αὐτὸν, καὶ αὗται εἶναι αἱ ἀπορώτεραι· ἑπομένως δὲν ἠμποροῦμεν πλέον νὰ τὸν διατηρήσωμεν, πρέπει νὰ τὸν ῥίψωμεν, καὶ συνάμα πρέπει νὰ φανῶμεν τοὐλάχιστον διὰ τὸ 1881 βοηθοὶ εἰς ἐκείνην τὴν τάξιν, ἡ ὁποία πασῶν τῶν ἄλλων ἔχει ἀνάγκην προστασίας. Ἡμεῖς εἰσήλθομεν πλέον εἰς τὰ χρέη, χρεωστοῦμεν 500,000,000, ἂς γείνουν χάριν τῆς γεωργίας 501,200,000, καὶ δὲν θὰ ὑποβληθῶμεν βεβαίως εἰς προσωπικὴν κράτησιν διὰ τὸ ἑκατομμύριον μόνον τοῦτο. Προχθὲς ἐπετάξαμεν τρία ἑκατομμύρια τοῦ κακοῦ. Λοιπὸν, διὰ νὰ ἐξοδεύσωμεν χάριν τῆς πτωχῆς γεωργικῆς τάξεως 1,200,000, νὰ φειδωλευώμεθα, ἀφοῦ ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων ἐξοδεύομεν σήμερον, δὲν εἶναι λόγος νὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ μᾶς ὀνομάσουν οἱ ξένοι κοινωνίαν Ἀβδηριτῶν; Λοιπὸν κατερχόμενος κηρύττω, ὅτι θέλω ψηφίσει κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν νόμου, ὁ ὁποῖος διαιρεῖ τὴν Ἑλλάδα εἰς φορολογουμένους τοὺς πτωχοὺς, καὶ ἀσιδότους τοὺς πλουσίους, καὶ θέλω ὑποστηρίξει τὴν διὰ τὸ 1881 ἐντελῶς ἀπαλλαγὴν τῆς γεωργικῆς τάξεως ἀπὸ πάντα ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρον. (Εὖγε!) (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν.)
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ζώων διὰ τὸ 1881.
§82ΤΙΝΕΣ. Περὶ Καστανιᾶς......
§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Περὶ τούτου θὰ δώσω μίαν διασάφησιν. Τὸ χωρίον Καστανιὰ ὁμολογουμένως ἀνῆκεν εἰς τὴν Λακωνικὴν χώραν, ἀλλ’ ὅτε ἐγένετο ἡ διαίρεσις τῶν δήμων συμπεριελήφθη εἰς τὸν δῆμον Μελιτίνης, ὁ ὁποῖος ὑπάγεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐξαιρετικὴ φορολογία νομοθετεῖται ἑκάστοτε διὰ τὰς ἐπαρχίας Οἰτύλου καὶ Γυθείου, τὸ χωρίον αὐτὸ, ὡς περιλαμβανόμενον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπαχθῇ ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν φορολογία ταύτην, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ οἱ ἐπιστάται ἐζήτουν πάντοτε νὰ λαμβάνουν τοὺς φόρους, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι, στηριζόμενοι εἰς τὸ ὅτι τὸ χωρίον αὐτῶν ἀνῆκεν εἰς τὴν Λακωνικὴν, δὲν ἤθελον νὰ τοῖς πληρώσουν τοὺς φόρους· ὑπῆρχε λοιπὸν πάντοτε διένεξις, καὶ ἄλλοτε μὲν εἰσέπραττον οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ οἱ ἐπιστάται, ἄλλοτε δὲ ὑπερίσχυεν ἡ ἀντίστασις τῶν κατοίκων, καὶ δὲν κατώρθουν νὰ εἰσπράξουν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν τὸ εὑρίσκω λελυμένον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν ὁριστικῶς, καὶ ἡ ἀμφισβήτησις ἐξακολουθεῖ μέχρι τοῦδε· νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ καταπαύσῃ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ χωρίον αὐτὸ εἶναι ὀρεινὸν, μικρὸν, καὶ ὁμολογουμένως ἀνῆκεν εἰς τὴν Λακωνικὴν χώραν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἐξηρημένον τῆς κοινῆς φορολογίας καὶ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ἐξαιρετικὴν φορολογίαν τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Γυθείου. Ἡ διασάφησις αὕτη, καταχωριζομένη εἰς τὰ πρακτικὰ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετή, ἵν’ ἀπαλλάξῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ χωρίον αὐτὸ ἀπὸ πᾶσαν φιλονεικίαν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θέλουν τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά. (Ἐπιψηφίζεται τὸ περὶ φορολογίας τῶν ζώων νομοσχέδιον.)
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν μέχρι τοῦ 1876 καθυστερούντων.
§86ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον. (Γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινῶν τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων φόρων κλπ. καὶ περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν οἰκοπέδων, γηπέδων καὶ κτιρίων.)
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ταμείου τῶν Ἱερατικῶν Σχολῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή.) Ἄρθρον 1.
§90Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι κεφάλαιον, ἢ τόκος;
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κεφάλαια κατατεθειμένα.
§92ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς, θὰ κάμω μόνον μίαν παρατήρησιν, ἐπιφυλασσόμενος, ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Τὸ ταμεῖον τῶν Ἱερατικῶν Σχολῶν συνεστήθη κατὰ τὸ 1856, ὡρίσθησαν δὲ τότε πόροι τοῦ ταμείου αἱ πρόσοδοι ἐκ τῶν ἱερῶν μονῶν, αἱ συνεισφοραὶ τῶν Σ. ἐπισκόπων καὶ τὸ ποσὸν τόκων ἐκ κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Παρῆλθεν ἀρκετὸς καιρὸς, καὶ τὸ ταμεῖον τῶν ἱερατικῶν σχολῶν ἐφάνη ὅτι δὲν εὐπορεῖ ἀρκετά, ὥστε νὰ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς τῶν διδασκάλων καὶ νὰ συντηρηθῶσι δεόντως αἱ σχολαὶ αὐταί, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπὸ καιροῦ ἐσκέπτετο περὶ θεραπείας τῆς ἀνάγκης αὐτῆς. Θεραπεύεται ἀληθῶς ἐν μέρει ἡ ἀνάγκη αὕτη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον περιέχει δύο διακεκριμένας διατάξεις. Διὰ τῆς μιᾶς παραχωρεῖ εἰς τὸ ταμεῖον τὸ ποσὸν 40,000 περίπου δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, προερχόμενον ἐκ τῶν δωρεῶν, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον, ὁρίζεται δὲ διὰ τοῦ βʹ ἄρθρου διάταξις πολὺ ὀρθή, καθ’ ἣν πρέπει νὰ εἰσπράττωνται τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ ταμεῖον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ καθυστερούντων εἰς τὸ Δημόσιον. Ἔχω ὅμως μίαν ἀπορίαν, μήπως τὸ ποσὸν τὸ κατατεθειμένον εἰς τὴν Τράπεζαν ἦναι κατατεθειμένον κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα νὰ δοθῇ σήμερον εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο, μήπως δηλαδὴ οἱ δωρήσαντες τὰ ποσὰ αὐτὰ ἐνόουν νὰ μένουν ἀναπαλλοτρίωτα καὶ νὰ χρησιμοποιηθῶσι μόνον οἱ τόκοι. Διὰ τοῦτο ἐσκεπτόμην, ὅταν διηύθυνον τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως, νὰ ὁρίσω ποσόν τι διὰ τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ ταμείου τούτου ἐκ τῶν κληροδοτημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων ποσόν τι δύναται νὰ διατεθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, καθότι μεταξὺ ἄλλων σκοπῶν, οὓς ὥρισαν οἱ διαθέται, ὑπάρχει καὶ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ κλήρου. Ἐπεθύμουν λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργὸς νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἀνήκῃ τῳόντι εἰς τὰ κατατεθέντα ὡς ἀναπαλλοτρίωτα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ἦναι ὀρθὸν νὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο ἄλλως ἢ ὅπως ἀπεφάσισαν οἱ διαθέται.
§93ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀπορίας ἄξιον εἶναι διατὶ τὸ Ἔθνος νὰ βαρύνηται διὰ τοιαύτης δαπάνης πρὸς συντήρησιν ἱερατικῶν σχολῶν, ἀφ’ οὗ ὑπάρχει κεφάλαιον προωρισμένον διὰ τὴν μόρφωσιν τοῦ κλήρου καὶ ὑπάρχει καὶ σχολὴ μὲ διδασκάλους καὶ πολυτελὲς προσωπικὸν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν ἀνθρώπων προωρισμένων εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς θείας λατρείας. Ὑπάρχει Ῥιζάρειος σχολή. Διατί ἀπ’ αὐτὴν τὴν σχολὴν νὰ ἐξέρχονται φαρμακοποιοί, δικηγόροι, ἰατροί; Δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα χρήζει μιᾶς σκέψεως; Ἄς μεταβληθῇ ἡ Ῥιζάρειος σχολὴ εἰς στρατιωτικὴν σχολὴν τοὐλάχιστον, ἀλλὰ νὰ λέγωμεν ἐκκλησιαστικὴν σχολὴν τὴν Ῥιζάρειον, καὶ ν’ ἀναγκάζηται τὸ Ἔθνος νὰ ἔχῃ ἄλλας σχολὰς ἱερατικάς, αὐτὸ μοὶ φαίνεται παράδοξον νὰ μὴ ἐκίνησέ ποτε τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων τὴν μελέτην πῶς δέχονται νὰ δαπανῶνται δι’ ἱερατικὰς σχολὰς ἐθνικοὶ πόροι, καὶ νὰ ἔχωμεν Κηφηναριὸ ἐδῶ εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης; Λοιπὸν συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μελέτην τοῦ θέματος τούτου, ν’ ἀναβάλῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ συγχωνεύσῃ αὐτὰς τὰς σχολὰς εἰς τὴν Ῥιζάρειον σχολήν, ν’ ἀποβάλῃ ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἐκτελοῦν τὰς ὑποχρεώσεις των, καὶ νὰ εἰσαχθοῦν αὐτοὶ οἱ πτωχοὶ μαθηταὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν. Τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησις ἂς εὕρῃ μίαν λύσιν, ἄλλως εἶναι ἀφόρητος αὐτὴ ἡ κατάστασις· παίζομεν μὲ τὸ κοινὸν καὶ τὴν θρησκείαν.
§94ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Δουζίνα δὲν στεροῦνται τινὸς ὀρθότητος, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ καθόλου βάσιμοι, διότι ἡ Ῥιζάρειος Σχολὴ ἔχει περιωρισμένην σφαῖραν καὶ δὲν εἶναι ἐπαρκής, διὰ νὰ μορφώσῃ τὸν κλῆρον. Ἂς ἐνθυμηθῇ ὅτι ἡ Ῥιζάρειος Σχολὴ καθιδρύθη ἀπὸ ὡρισμένον ἄνθρωπον, ὅστις ὥρισε τὸν προορισμὸν αὐτῆς, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δέχηται ὡρισμένους ὑποτρόφους, ἄλλους μὲν ἐκ τῆς ἰδίας του πατρίδος, ἄλλους δὲ ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ πρῶτος ἐννοήσας τὴν ἀνάγκην τῶν ἱερατικῶν σχολῶν κατ’ οὐσίαν δὲν ἔσφαλεν, ἐὰν δὲ μέχρι τοῦδε δὲν ἐπέτυχον ἐντελῶς αἱ Ἱερατικαὶ Σχολαί, οὐχ ἧττον δύναταί τις σήμερον εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας νὰ εὕρῃ ἱερεῖς μεθ’ ὧν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἐννοηθῇ, διότι ἄλλοτε οἱ ἱερεῖς ἦσαν οἱ πλέον ἀπαίδευτοι. Ἐὰν δὲ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη τὰ πεπολιτισμένα οἱ πλέον μεμορφωμένοι ἄνθρωποι ἦναι οἱ ἱερεῖς, διατί τάχα ἐν Ἑλλάδι ὁ κλῆρος πρέπει νὰ ἦναι καταδεδικασμένος εἰς τὴν ἀμάθειαν; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀποῤῥιπτέον κατ’ ἀρχήν· ἂν ἔχῃ ἀνάγκην πλειοτέρας μελέτης, τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον ἄλλης σκέψεως· ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ὑποστηρίζω κατ’ ἀρχήν, ὡς ὀρθὸν καὶ δίκαιον.
§95ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ προαγορεύσας, καθ’ ἃ ἀντελήφθην, ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν σπουδαζόντων ἐν τῇ Ῥιζαρείῳ Σχολῇ, ὅπως ἐξυπηρετήσωσι τὴν θρησκείαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ἀλλὰ δύναται νὰ μᾶς παρουσιάσῃ πρῶτον, ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν κατ’ ἔτος ἐξερχομένων ἀπὸ τὴν Ῥιζάρειον Σχολήν, καὶ δεύτερον, πόσοι ἀσπάζονται ἐκ τούτων τὸ ἱερατικὸν σχῆμα, ἵνα δυνηθῶμεν ἐντεῦθεν νὰ φωτισθῶμεν, ὅπως μορφώσωμεν καὶ ἄλλας σχολάς. Ἐὰν ἡ Ῥιζάρειος Σχολὴ ἐλειτούργει κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ διαθέτου, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἱερατικῶν σχολῶν. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπαρχίας, λέγουν, αἱ ἱερατικαὶ σχολαὶ ἐκπληροῦν τὸν προορισμόν τους. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἰς αὐτὰς δὲν ἦναι πτωχοκομεῖα· ἀλλὰ διατί λοιπὸν νὰ μὴ ἔλθουν αὐτοὶ οἱ πτωχοὶ παῖδες νὰ σπουδάσουν εἰς τὴν Ῥιζάρειον Σχολήν; Ἐγώ, κύριοι, δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουν τὸν κλῆρον ἀμαθῆ, δὲν ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ὑπάρχουν δύο μέθοδοι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος· ἄλλως δὲ δὲν γνωρίζω ἂν καὶ οἱ σπουδασταὶ τῶν ἱερατικῶν σχολῶν δὲν εἰσέρχωνται ἐκεῖ ὡς φίλοι τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ μὴ ἔχοντες οὐδεμίαν πρόθεσιν νὰ ἀσπασθῶσι τὸ ἱερατικὸν ἐπάγγελμα.
§96ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Δουζίνας περὶ Ῥιζαρείου σχολῆς στρέφονται κατ’ αὐτοῦ, διότι ἐὰν οἱ ἐκεῖ ἐκπαιδευόμενοι δὲν γίνωνται κατόπιν ἱερεῖς, θὰ εἰπῇ, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς εἶναι ἀτελὴς καὶ ἀπέτυχεν ἡ σχολὴ εἰς τὸν προορισμόν της, ἡ δὲ πολιτεία ἔχει ἀνάγκην νὰ προνοήσῃ ἄλλως πρὸς μόρφωσιν κλήρου. Οὗτος εἶναι εἷς λόγος περισσότερον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἐπέκτασιν τῶν ἱερατικῶν σχολῶν.
§97ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὅλη ἡ γενομένη συζήτησις, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ὑπάρχουν ἱερατικαὶ σχολαί, εἶναι ἄσκοπος, ὡς μὴ συνδεομένη ποσῶς πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὑπουργεῖον ζητεῖ νὰ τῷ ἐπιτραπῇ νὰ λάβῃ ἐκ τῆς Τραπέζης τὸ ποσὸν τῶν παρ’ αὐτῇ κατατεθειμένων 40,000 δραχμῶν, ἵνα πληρώσῃ χρέη, ἅτινα ἔχουσιν ἤδη πρὸς τρίτους αἱ ἱερατικαὶ σχολαί, διότι καθυστεροῦνται μισθοὶ διδασκάλων, ἐνοίκια καταστημάτων καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀσχέτως παντάπασι πρὸς τὸ ὠφέλιμον.
§98Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Φλογαΐτης, ἐξηγεῖ διατί ἀπέτυχον αἱ ἱερατικαὶ σχολαί. Διότι ὑπάρχουν διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπληρώθησαν ποσῶς πρὸ πολλῶν μηνῶν· πῶς θέλετε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐργασθῶσι, τὰ ἐνοίκια τῶν σχολείων δὲν πληρώνονται, οἱ μαθηταί, δὲν ἔχουν τὰ μέσα νὰ διατηρηθῶσιν. Κανονίσατε λοιπὸν τὸν μισθὸν τῶν διδασκάλων, ἀσφαλίσατε εἰς αὐτοὺς τὴν ὕπαρξιν, καὶ θὰ ἔχητε σχολάς. Δὲν πρέπει, διότι ἀπέτυχον αἱ ἱερατικαὶ σχολαί, νὰ ὁμιλῶμεν κατὰ τῆς Ῥιζαρείου σχολῆς, ἡ ὁποία ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν της ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἐκπαιδευτικὸν κατάστημα· ἐὰν δὲν ἐξέρχωνται ἐξ αὐτῆς ἱερεῖς, ἐξέρχονται ὅμως ἄνδρες παιδείας, καὶ ἂν πολίτας μόνον ἀποδίδει λογίους ἡ Ῥιζάρειος σχολή, πρέπει νὰ εὐγνωμονῶμεν εἰς τοὺς ἱδρυτάς! (Γίνεται δεκτὸν νομοσχέδιον τοῦτο, εἶτα δὲ καὶ τὸ περὶ προσόντων ὑπαλλήλων τινῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπίσης εἰς βʹ. συζήτησιν.) Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 καὶ ¼ μ. μ.