1881.01.22
1.472 στίχοι · 11.473 λέξεις · 126 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
τῆς 22 Ἰανουαρίου 1881.
Ὥρα 2½ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ ρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ δήμου Θέρμου ὑποβάλλει πρᾶξιν τοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς τοῦτο ἱκετεύει τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καθότι τοῦτο θὰ φέρῃ μεγίστην βλάβην εἰς τὸν τόπον — Οἱ ἐν Πύργῳ καπνέμποροι παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ περὶ καπνοῦ νομοσχέδιον, ὡς καταστρεπτικὸν διὰ τοὺς μετερχομένους τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ.
§2ΤΖΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ 15 ἡμερῶν εἷς ἐπίστρατος ἐργάτης θαλάσσης ἦλθεν ἐνταῦθα ἐθελουσίως, ἵνα καταταχθῇ εἰς τὸ Ναυτικόν· ἔκαμε τὴν ἀναφοράν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τὸ ὁποῖον τὴν ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Τοῦτο τὸν ἐξῄρεσεν ὡς ἐπίστρατον τῆς ξηρᾶς, δὲν ἐκοινοποίησεν ὅμως τὴν πρὸς τὸν Νομάρχην Φθιώτιδος ἀπόφασίν του. Ἐκ τούτου λαβὼν ἀφορμήν, ἐπῆγα ὁ ἴδιος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐκοινοποίησε τοῦτο τὴν πρὸς τὸν Νομάρχην ἀπόφασίν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὀπισθογράφως. Πλὴν πρὶν ἢ λάβῃ γνῶσιν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, συνέλαβον τὸν ἐπίστρατον ἐργάτην θαλάσσης Ἀνδρέαν Γραμμένον ἔξωθεν τοῦ ταχυδρομείου οἱ χωροφύλακες καὶ τὸν ἀπήγαγον εἰς τὸ Φρουραρχεῖον. Τοῦτο πληροφορηθείς, μετέβην εἰς τὸ Φρουραρχεῖον, ἵνα παραστήσω εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὅτι κακῶς τὸν συνέλαβον, διότι δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξηρέθη ἀπὸ τὴν ἐπιστράτευσιν τῆς ξηρᾶς, ὡς θαλάσσης ἐργάτης. Μάταιαι ὅμως ἀπέβησαν αἱ νόμιμοι παραστάσεις μου, καὶ μικροῦ δεῖν ὁ ἐκεῖ παρὰ τῷ γραφείῳ τῆς ἐπιτροπῆς ἐργαζόμενος λοχίας Νικολαΐδης νὰ μὲ ἀποπέμψῃ κακῶς ἔχοντα, ἂν δὲν παρενέβαινεν ὁ προϊστάμενος τοῦ γραφείου κ. Τσιμάκης, εἰπὼν τοῦ λοχίου νὰ ὑποχωρήσῃ, διότι εἶμαι καὶ βουλευτὴς καὶ ἀξιωματικός. Ἐπῆγα λοιπὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἔλαβον τὸ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔγγραφον, ὅπερ ὑπέδειξα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα βεβαιωθῇ, ὅτι οὗτος ἐξῃρέθη ἐκ τῆς ἐπιστρατείας τῆς ξηρᾶς καὶ ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐργατῶν τῆς θαλάσσης. Ἀλλ’ εἰς μάτην· ἐκρατήθη εἰς τὸ Φρουραρχεῖον δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς νῆστις, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τὸν ὥρκισαν καὶ τὸν ἀπέστειλαν εἰς τὸ 9ον πεζικὸν Τάγμα. Διὰ τὴν ἀπρεπῆ συμπεριφορὰν πρὸς ἀξιωματικὸν καὶ βουλευτὴν τοῦ λοχίου Νικολαΐδου ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κύριον Φρούραρχον διὰ τοῦ ὑπασπιστοῦ τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐν λόγῳ λοχίου. Δὲν ἠξεύρω τί ἔγεινεν. — Ἰδοὺ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. «Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν πιστοποιεῖ, ὅτι ὁ Ἀνδρέας Γραμμένος ἐκ Νέας Πέλλης τῆς Ἀταλάντης ἐξῃρέθη τῆς κατὰ ξηρὰν ἐπιστρατεύσεως, ὡς θαλάσσης ἐργάτης, δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1547 ἀπὸ 19 Ἰανουαρίου 1881 ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.» Καὶ ὅμως, κύριοι, τὸν ὥρκισαν. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσίν του, διότι αὐτὸς ἀνήκει εἰς τοὺς ἐργάτας θαλάσσης. Ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ἀγρία, ἁρμόζουσα μόνον εἰς τοὺς Ζουλούς. Πρέπει νὰ ἐκτελῆται ὁ νόμος, καὶ ὄχι νὰ καταπιέζηται ὁ λαός.
§3ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Τοῦτο δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἐν ὅσῳ δὲν περιέρχεται, θὰ θεωρῆται ὡς ἐπίστρατος καὶ θὰ συλλαμβάνηται. Δὲν ἔπρεπε νὰ σᾶς κακοφανῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§4ΤΖΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μοῦ κακοφαίνεται. Ἀλλ’ ὁ τρόπος τῆς συλλήψεως ἦτο κακός. Ἐγὼ ζητῶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§5ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Τότε ἀφήσατε τὸν νόμον νὰ λειτουργήσῃ.
§6ΤΖΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ὡρκίσατε, ἐνῷ εἶναι ἐργάτης θαλάσσης, ἢ ὄχι;
§7ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Ὅ,τι λέγει ἡ διαταγὴ, αὐτὸ εἶναι.
§8ΤΖΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ σᾶς λέγω, ὅτι ἐπῆγα ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ εἰδοποιήσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι εἶναι ἐργάτης θαλάσσης. Δὲν γίνεται οὕτως ἡ ὑπηρεσία.
§9Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δι’ ὅλον τὸν ἄλλον κόσμον γίνεται ἡ ὑπηρεσία· διὰ τὸν ἐπίστρατόν σας δὲν γίνεται;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Καρυστινάκης, καλούμενος ὡς μάρτυς εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Σύρου, ζητεῖ ἄδειαν.
§11ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§12ΕΤΕΡΟΙ. Ναί.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπαρχούσης διαφωνίας, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δύναται νὰ ὑπάγῃ, ἂν ἔχῃ ὑπηρεσίαν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι δυσκόλως γίνεται ἀπαρτία. Νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§17ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ 1881.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ. (Ἐπιψηφίζεται εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ περὶ εἰσφορῶν νομοσχέδιον δι’ ἀναστάσεως, γίνονται δ’ ἐπίσης δεκτὰ εἰς βʹ. συζήτησιν τὰ νομοσχέδια α) περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ δικαστηρίων καὶ β) περὶ διορισμοῦ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν πληρωμάτων τῶν ἐν καιρῷ πολέμου προσληφθησομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ἀτμοπλοίων ἑλληνικῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν ἢ ἱστιοφόρων πλοίων.
§20ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ λέξις Ἑλληνικὰ πρέπει νὰ διαγραφῇ, διότι ἠμπορεῖ νὰ προσφέρωσι τὰ ἀτμόπλοια καὶ πλοῖά των ξένοι ἀπὸ φιλελληνισμόν, ὅπως καὶ εἰς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821. Διατί νὰ μὴ ἔχωσι καὶ οὗτοι τὰ πλεονεκτήματα τοῦ Ἕλληνος, ἀφοῦ οὗτος κινδυνεύει περιουσίαν καὶ ζωὴν ἐκ συμφέροντος, διότι πρόκειται περὶ τῆς πατρίδος του, ἐνῷ ὁ ξένος κινδυνεύει ἐξ ἄκρου εὐγενοῦς αἰσθήματος ὑπὲρ τῆς προόδου τοῦ πολιτισμοῦ.
§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Διατί ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν; Πρέπει νὰ ἦναι γενικὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου· ὁ κ. Γουδῆς ἔχει ἀτμόπλοια, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἑταιρίαν.
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Βέβαια. Ἔχει τις ἓν ἀτμόπλοιον καὶ τὸ δίδει, χωρὶς νὰ τὸ ἔχῃ παραχωρημένον εἰς ἑταιρίαν τινά.
§23ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν κ. πρόεδρε νὰ τεθῇ «Ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων.»
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγετε, κ. ὑπουργέ;
§25ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν τὸ διορθώνομεν.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω, ὅτι αἱ συντάξεις, αἱ ὁποῖαι δίδονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν ἐμπορικῶν πλοίων, εἶναι ἀνώτεραι τῶν συντάξεων αἱ ὁποῖαι δίδονται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν πλοίων τῶν πολεμικῶν, ὅπερ ἄτοπον· διότι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θέλει δίδοσθαι ὡς σύνταξις τὸ ἥμισυ τῆς ἀπολαβῆς τῶν ἀξιωματικῶν τούτων τῆς ἐν καιρῷ εἰρήνης, αἱ ἀπολαβαὶ δὲ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐμπορικῶν πλοίων εἶναι πολὺ ἀνώτεραι τῶν ἀπολαβῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ· τοῦτο δὲ διὰ τὸν λόγον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἔχουν ἄλλας ὠφελείας ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς ἐκ τῆς θέσεώς των. Ὅταν ὅμως πρόκηται νὰ ἀφομοιώσωμεν τούτους πρὸς ἐκείνους ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν, νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ ἀφομοίωσις νὰ γείνῃ καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς συντάξεως, καὶ ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν· πρέπει οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ἐμπορικῶν πλοίων νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν ἀφομοιούμενοι πρὸς τοὺς ἰσοβάθμους αὐτοῖς ἀξιωματικοὺς τῶν πολεμικῶν πλοίων. Τοῦτο παρατηρῶ πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅπως τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ φέρῃ τὴν γνώμην του κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν.
§27ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον.) Βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ ἐπιτάκτων ἀξιωματικῶν ἐπὶ πολεμικῶν πλοίων ἐν καιρῷ πολέμου.
§28ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι πολλοὶ ἐπίτακτοι;
§29ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν εἶναι πολλοί, ἀλλ’ οἱ ὑπάρχοντες δύνανται νὰ μᾶς φανῶσι χρήσιμοι. Διατί νὰ μὴ χρησιμεύσωσιν αὐτοὶ, δι’ οὓς τὸ δημόσιον δαπανᾷ, ἀλλὰ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ ταμεῖον διὰ προσθέτων ἄλλων; (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, εἶτα δὲ καὶ τὰ ἑπόμενα, ἐπίσης εἰς δευτέραν συζήτησιν· αʹ.) περὶ προσόντων ἀξιωματικῶν τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου καὶ βʹ.) περὶ συντάξεως τῶν τεχνιτῶν τῶν συνεργείων τοῦ Β. Ναυστάθμου.)
§30Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Δὲν βλέπω ἐγγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διάφορα Νομοσχέδια περὶ πιστώσεων, τὰ ὁποῖα ἐπεξειργάσθη ἡ Ἐπιτροπή). Νὰ ἐγγραφῶσι, παρακαλῶ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Αʹ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ 1881.
§32Π. ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐζήτησα, κύριοι, τὸν λόγον, ἀποβλέπων κυρίως εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τεσσάρων συναδέλφων ἡμῶν περὶ καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν, διότι τὴν πρότασιν ταύτην θεωρῶ σπουδαίαν· καὶ τὴν θεωρῶ σπουδαίαν οὐχὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους προτάσσουσιν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον εὑρίσκω ὑπὲρ αὐτῆς λόγον ἄξιον προσοχῆς. Διὰ νὰ ἐξετάσω αὐτὴν πρεπόντως καὶ δικαίως εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κρίνω αὐτὴν ἐν συναφείᾳ μετὰ τῶν ἄλλων συστημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐνώπιον ἡμῶν· τουτέστι νὰ ἐξετάσω καὶ τὸ σύστημα τῆς δεκάτης καὶ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε καὶ ἀπέσυρεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, καὶ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, εὐτυχῶς εἰσήχθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τῶν ἀροτήρων κτηνῶν. Εἴδομεν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀπὸ πολλοῦ καιροῦ καταγινόμενος εἰς τὸ ζωτικὸν τοῦτο θέμα, τὸ ἀφορῶν τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς κοινωνίας κατέληξεν εἰς τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν καὶ ταύτην ἐθεώρησεν ὡς τελειοτέραν συμπεριλαμβάνουσαν ἐν γένει ὅλην τὴν ἔγγειον φορολογίαν ἀλλ’ ἀρχομένης τῆς συνόδου περιώρισε τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν εἰς μόνον τὰς ἀσκεπεῖς γαίας καὶ ἀφῆκεν ἰσχῦον τὸ σύστημα τὸ προϋπάρχον ὡς πρὸς τὰ λοιπά. Ἐδίσταζε τάχα περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προέτεινεν, ἢ διὰ τοῦ νομοσχεδίου οἰκονομῶν τοὺς καιροὺς ἐνόμισεν, ὅτι κατορθοῦται ἡ βαθμιαία εἰσαγωγὴ καὶ προπαρασκευάζεται τὸ ἔδαφος, ὥστε κατόπιν νὰ καταληφθῇ ἅπαν διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας; Αὐτὴ, νομίζω, ἦτο μᾶλλον ἡ ἰδέα τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐσχεδίασε καὶ τὸ ὁποῖον ἤλπιζε νὰ εἰσαγάγῃ, τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἐθεώρει βέβαια, ὅτι ἐπαναφέρει πάλιν τὴν ἐπιστημονικὴν ἀλήθειαν ἐν τῇ φορολογίᾳ τὴν ὁποίαν ἐθεώρησε παραγνωρισθεῖσαν ὑπὸ τοῦ εἰσαχθέντος πέρυσι νόμου περὶ ἀροτήρων κτηνῶν. Ἠκούσαμεν τότε, πόσην ἐξέφρασε χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν, ὅτε κατηργήθη τὸ σύστημα τῆς δεκάτης. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τότε ἔλαβεν εἰς χεῖρας τὸ ψαλτήριον καὶ ἔψαλεν «Ἀγάλλου Σιών» Διότι ἔβλεπε καταπίπτοντα τὰ τείχη τῆς Ἰεριχώ. Τὸ σύστημα τῆς δεκάτης λοιπὸν ἐθεώρει ὡς σύστημα βδελυκτὸν, ἐνῶ ἐξ ἄλλου μέρους ὁ ἄλλοτε ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κ. Παπαμιχαλόπουλος ἐξύμνει αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ εἶχεν ἀποδώσει εἰς αὐτὸ πολλὰ ἐπίθετα ὑψηλά· ἂν δὲ ἐνθυμοῦμαι καλῶς τὸ ὠνόμαζε καὶ ἅγιον καὶ ὅσιον καὶ δίκαιον καὶ ἔλεγεν, «ἡ δικαία, ἡ σωτήριος, ἡ ἁγία δεκάτη» Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν συνεμερίσθην οὔτε τὴν γνώμην ὑπὲρ τῆς δεκάτης, οὔτε τὴν ἄλλην γνώμην κατὰ τῆς δεκάτης. Εὑρίσκομαι οὕτως εἰπεῖν ἐντελῶς ἀθῶος ἀπέναντι τῆς δεκάτης, δυνάμενος νὰ ἐκφρασθῶ πολὺ διαφόρως ἢ ὅπως ἐκεῖνοι. Αἱ θεωρίαι, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν καὶ οἱ ὑπὲρ τῆς δεκάτης καὶ οἱ κατ’ αὐτῆς ἀγορεύσαντες, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶνε ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῶσι καὶ πάλιν, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸ ἀληθὲς πρόβλημα περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν, διότι κατέκριναν τὴν δεκάτην διαφοροτρόπως, ἀλλὰ δὲν ἐβασάνισαν τὴν ἀξίαν αὐτῆς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀρχῶν τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας. Ἡ δεκάτη εἶνε φορολογία, ὅπως πᾶσα ἄλλη φορολογία, ἔχουσα διαφόρους τρόπους ἐφαρμογῆς. Ἀπολύτως δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ δεῖνα φορολογία εἶνε ἡ μόνη ἀληθής. Κατὰ τόπους αἱ φορολογίαι δύνανται νὰ παραλλάσσωσι, καὶ παραλλάσσουσαι δύνανται νὰ φέρωσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα εἶνε ἐκεῖνο, εἰς ὃ προσέχει κυρίως ἡ πρακτικὴ ἐπιστήμη, τὸ ἀποτέλεσμα εἶνε νὰ μὴ παραβιάζωνται οἱ κανόνες τῆς φορολογίας, νὰ μὴ καταθλίβηται ἡ παραγωγή. Ἐὰν ἔχωμεν σύστημα δεκάτης, τὸ ὁποῖον δὲν καταστρέφει τὴν παραγωγήν, δὲν ἐννοῶ, ποία εἶναι ἡ αἰτία τοῦ μίσους, κατὰ τῆς δεκάτης· εἶνε μῖσος ἐκ προκαταλήψεως; εἶνε μῖσος ἁπλῶς ὡς ἐκ τῆς ἱστορικῆς καταγωγῆς τῆς δεκάτης; Δὲν εἶνε ἡ πρόληψις ἀσφαλὴς ὁδηγὸς πρὸς λύσιν τοιούτων μεγάλων ζητημάτων. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν πρακτικῶς ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τὸ πηγάζον ἐκ τῆς φορολογίας τῆς δεκάτης. Ἐξ ὅσων ἠρεύνησα περὶ τῆς δεκάτης δύναμαι νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι διὰ τῆς δεκάτης δὲν δίδεται ἡ δέουσα προσοχὴ ὅπως μὴ φορολογῆται τὸ μὴ παραγωγικὸν κεφάλαιον, τὸ κεφάλαιον τὸ ὁποῖον δὲν φέρει καρπόν. Τοῦτο ἔχει ἀνάγκην ἀναπτύξεως καὶ δι’ ἑνὸς παραδείγματος δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὴν ἰδέαν. Ὅστις καλλιεργεῖ δημητριακοὺς καρποὺς, καταβάλλει εἰς τὴν γῆν κεφάλαιον καὶ ἐργασίαν· καταβάλλει αὐτὰ ἐλπίζων νὰ λάβῃ καρπὸν ὑπερβαίνοντα αὐτὰς τὰς θυσίας καὶ παρέχοντα εἰς αὐτὸν κέρδος. Αὐτὸ τὸ κέρδος λοιπὸν εἶναι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπόκειται εἰς τὴν φορολογίαν. Ἡ φορολογία δύναται νὰ εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀνωτέρα ἢ κατωτέρα, ἀλλ’ ἅμα ὑπερβαίνει τὸ πρέπον μέτρον καὶ καταναλίσκει ὁλόκληρον τὸ κέρδος, τότε ἡ φορολογία εἶναι καταστρεπτική, ὀλεθρία. Τί συμβαίνει λοιπὸν ἐπὶ τῆς δεκάτης; ἐπὶ τῆς δεκάτης ἡ φορολογία παραλλάσσει κατὰ τὴν ποιότητα τῆς γῆς καὶ κατὰ τὴν γονιμότητα αὐτῆς. Εἶναι ὁμολογούμενον παρ’ ἐκείνων, οἵτινες κατέγιναν εἰς τὴν ἀνάλυσιν αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὅτι ὅλη ἡ λοιπὴ ἐργασία ἐκτὸς τοῦ καταβαλομένου σπόρου εἶναι τὸ διπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ σπόρου, ὅτι ἐὰν καταβάλῃ σπόρον ἴσον πρὸς 100, ὅλαι αἱ λοιπαὶ δαπάναι ἕως ὅτου φθάσωμεν εἰς τὴν συλλογὴν τοῦ καρποῦ ἰσοδυναμοῦσι πρὸς τὸ διπλάσιον, εἶναι λοιπὸν ἴσον 200. Ἐὰν συγκομίσωμεν 300 οὐδὲν ἔχομεν κέρδος. Τί πρέπει νὰ λάβωμεν διὰ νὰ ἀπομείνῃ κέρδος πρὸς φορολογίαν; Πρέπει νὰ λάβωμεν ποσὸν ἀνώτερον τῶν 300. Ἐὰν ἡ γῆ δέν μοι δίδῃ τὸ τετραπλάσιον, ἕπεται, ὅτι μὲν ἔλαβον κέρδος, ὅτι ἔλαβον μόνον τὰς θυσίας τὰς ὁποίας κατέβαλον, ὥστε διὰ τῆς δεκάτης φορολογεῖται αὐτὴ ἡ θυσία, φορολογεῖται τὸ ἄγονον κεφάλαιον. Ὅταν ἔχωμεν γαίας αἱ ὁποῖαι ἀντὶ τοῦ ἑνὸς δίδουν τρία, αὐταὶ αἱ γαῖαι ὑποβαλλόμεναι εἰς τὴν δεκάτην, καθίστανται ἐντελῶς ἄχρηστοι, ἐπιζήμιοι πρὸς καλλιέργειαν καὶ ἡ δεκάτη ἴση πρὸς 30, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἐκ τῶν θυσιῶν, ὅσαι κατεβλήθησαν, ἐκ τοῦ ὑστερήματος. Ὑποθέσατε ὅτι ἡ γῆ δίδει 4, ποῖον εἶναι τὸ κέρδος μου; Εἶνε 100· ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τῆς δεκάτης; εἶναι 40. Ὁ φόρος τότε εἶναι ἴσος πρὸς 40%, διότι μόνον τὰ 100 εἶναι τὸ περίσσευμα. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ γῆ αὐτὴ δίδει ἀντὶ ἑνὸς 5, ὁ φόρος μου θὰ εἶναι 50, ἀλλ’ ἔχω 200 κέρδος καὶ ὁ φόρος εἶναι 25% καὶ οὕτω καθεξῆς. Λοιπὸν αἱ γαῖαι αἱ γόνιμοι δὲν πιέζονται, ὑποβαλλόμεναι εἰς τὴν δεκάτην, πιέζονται αἱ γαῖαι αἱ μὴ γόνιμοι. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ἡ γῆ ἀντὶ 1 δίδει 10, ὁ φόρος μου ἤθελεν εἶναι 100, ἀλλὰ τὰ 100 εἶναι ἐπὶ τῶν 700, λοιπὸν ὁ φόρος μου εἶναι ἐλάχιστος. Ἐκ τούτου ἐξάγεται, ὅτι ἡ δεκάτη εἶνε φόρος βαρὺς καὶ δὲν εἶνε βαρὺς, ὥστε δὲν δύναμαι ἀπολύτως νὰ εἴπω, ὅτι ἡ δεκάτη εἶνε κάκιστος φόρος. Εἶνε κάκιστος φόρος ἡ δεκάτη, ἐφαρμοζόμενος ἐπὶ τῶν ἀγόνων γαιῶν καὶ αὐτὸ τοῦτο εἶνε τὸ ἐλάττωμα τῆς δεκάτης, διότι καταργεῖ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀγόνων γαιῶν τῶν μὴ παραγωγικῶν, καθ’ ἃς δὲν ἀνταμείβεται ὁ γεωργὸς διὰ τὰς θυσίας του. Μὴ νομίσωμεν ὅτι αὐτὸ εἶνε μικρόν· εἶνε μέγιστον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐνῷ φαίνεται ἐλάχιστον, διότι συνέπεια εἶναι, ὅτι μένουν ἐν ἀργίᾳ μέγισται ἐκτάσεις γῆς νομίζετε ὅτι τοῦτο δὲν εἶνε μεγίστη βλάβη ἐν τῇ κοινωνίᾳ; Εἶνε μαρασμὸς καὶ ἀπονέκρωσις τῶν πηγῶν τῆς παραγωγῆς καὶ καταδίκη εἰς θάνατον. Ἅμα ἐξαιρέσητε τὰς μὴ γονίμους γαίας, μεγίστας ἐκτάσεις, ὁλοκλήρους πληθυσμοὺς καταδικάζετε εἰς τὴν στέρησιν τῶν ἀναγκαίων καταθλίβετε τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἥτις πρὸ πάντων ἔχει ἀνάγκην τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Ὁ γεωργὸς εἶνε ἐκεῖνος ὅστις ἀντέχει εἰς πᾶσαν στέρησιν, ἀλλ’ εἰς μίαν μόνον στέρησιν ἀνθρωπίνως δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ, εἰς τὴν στέρησιν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Καταδικάζετε λοιπὸν δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος τὴν γεωργικὴν τάξιν εἰς τὴν στέρησιν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου καὶ καταδικάζετε ὁλοκλήρους ἐκτάσεις γαιῶν εἰς τὴν πλήρη ἀργίαν, διότι οὐδεμία ἄλλη καλλιέργεια δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἡ καλλιέργεια τῶν σιτηρῶν, ἥτις εἶνε ἡ ἁπλουστέρα τῶν καλλιεργειῶν, ἐκείνη ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τόσον ὀλιγωτέρας θυσίας καὶ τὴν ὀλιγωτέραν καταβολὴν τῶν κεφαλαίων ἐνῷ παρέχει τὴν πρώτην τροφήν. Κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβάνονται αἱ θυσίαι καὶ αἱ καταβολαὶ, δὲν εἶναι ὅμως τοιαῦται, ἐξ ὧν ἀποτελεῖται μόνιμον κεφάλαιον, ὅπως εἶνε πᾶσα ἄλλη καλλιέργεια, ὅπως εἶνε ἡ φυτεία. Ἡ φυτεία εἶνε συσσώρευσις κεφαλαίων ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς καλλιεργείας τῶν σιτηρῶν στιγμιαῖαι εἶναι αἱ καταβολαὶ, ἄμεσοι πρέπει νὰ εἶναι καὶ αἱ ἀπολαύσεις. Καταδικάζομεν λοιπὸν μέγιστον μέρος τῆς κοινωνίας εἰς στέρησιν τῆς πρώτης τροφῆς καὶ τὴν γῆν εἰς ἀργίαν καὶ ἐπεκτείνομεν τὸ δυσειδὲς βασίλειον τῆς πενίας. Ἐὰν εἶνε λοιπὸν ἡ δεκάτη ἐξοβελιστέα, ἐὰν τῳόντι πρέπει νὰ ἐγερθῇ ἀγανάκτησις ἡμῶν ἐναντίον τῆς δεκάτης εἶνε μόνον κατὰ τοσοῦτον καθόσον παράγει αὐτὰ τ’ ἀποτελέσματα. Καθόσον δὲν παράγει αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἡ δεκάτη εἶναι σύστημα φορολογίας, ὅπως εἶναι ὅλα τὰ φορολογικὰ συστήματα, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἡμεῖς διετηρήσαμεν τὸ σύστημα τῆς δεκάτης ἐπὶ τῶν ἐλαίων, διότι ἐκεῖ δὲν εὑρίσκομεν νὰ πιέζηται ἡ παραγωγή. Ὅπου δὲν πιέζεται ἡ παραγωγή, διότι ὀνομάζεται δεκάτη, διότι εἶνε 7% ἢ 8% ἢ διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰσπράττεται, τοῦτο ποσῶς δὲν καθιστᾷ τὸ σύστημα βδελυκτὸν διότι εὑρίσκονται βελτιώσεις αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ μετριάσωσιν ὅλα τὰ ἐπαχθῆ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐπὶ τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν πράγματι ἡ δεκάτη εἶνε καταστρεπτικὴ, κυρίως διότι καθιστᾷ ἀχρήστους τὰς γαίας τὰς μὴ παραγωγικὰς καὶ δὲν ἀνταμείβει τοὺς κόπους ἐκείνων οἵτινες ἐργάζονται. Ὡς ἐκ τούτου ἐγεννήθη ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς ἕν σύστημα ἐπιστημονικὸν καὶ τούτου χάριν ἐσχεδιάσθη τὸ περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ἐπιστήμης, διότι δῆθεν εἶναι ἐν ἰσχύϊ ἐν Γαλλίᾳ ἤδη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως. Ἐὰν συγκρίνῃ τις τὸ σύστημα τὸ ἰσχύον ἐν Γαλλίᾳ πρὸς τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας δὲν δύναται νὰ μὴ πεισθῇ, ὅτι εἶναι οἰκτρὰ διαστρέβλωσις, τοιαύτη, ὥστε ἐκεῖνα τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ἡ Γαλλία ν’ ἀποκρούσῃ, αὐτὰ ταῦτα ἀσφαλέστερον ἐπανέρχονται, καὶ βαρυτέρα πίεσις ἀπειλεῖται εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν· πολὺ πλέον ὀδυνηρὰ τῆς δεκάτης, τὴν ὁποίαν κατηργήσαμεν. Αὐτὰ τὰ δύο συστήματα θέλω ἤδη συγκρίνει κατὰ τί διαφέρουσι ῥιζικῶς. Τί συνέβη ἐν Γαλλίᾳ; Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὴν πρώτην ἐπανάστασιν ἀπέδιδον μεγάλην ἀξίαν εἰς τὴν παραγωγικὴν δύναμιν τῆς γῆς καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῆς γεωπονίας. Τότε ἀκόμη αἱ ἀρχαὶ, ὅτι ὁ πλοῦτος ἑνὸς ἔθνους συνίσταται εἰς τὰ ἐξ αὐτοῦ παραγόμενα προϊόντα ἦσαν πολὺ ἰσχυραὶ, ἐθεώρουν ὅμως, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψῃ ὁ νομοθέτης εἰς τὸ νὰ εἰσαγάγῃ, ὅσον ἔνεστι τὴν ἰσότητα ἐν τῇ φορολογίᾳ καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὴν πραγματικὴν ὥστε νὰ μὴ εἶναι νεκρὸν γράμμα καὶ ἀρχὴ κενὴ σημασίας ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος. Διὰ νὰ συνδυάσωσιν αὐτὰς τὰς δύο ἀρχὰς, νὰ προφυλάξωσι δὲ τὴν γεωπονίαν καὶ τὴν γεωργικὴν τάξιν ἀπὸ τῆς φορολογικῆς πιέσεως, συγχρόνως δὲ νὰ καταστήσωσι τὴν φορολογίαν, ὅσον ἔνεστι ἴσην, ἔθεσαν δύο ἀρχὰς, τὰς ὁποίας παρεγνώρισε τὸ σύστημα τὸ ὑποβληθὲν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας κατὰ κράτος. Ἐκείνη ἡ πνοὴ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως πρὸς ἀναμόρφωσιν καὶ ἀνάπλασιν τῆς κοινωνίας δὲν ἔφθασε μέχρι τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον. Διατί; διότι τότε κυρίως ὥρισαν τί δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ τὸ κράτος ἀπὸ τὴν γεωργικὴν τάξιν ὡς ἔγγειον φορολογίαν, καὶ τὸ ὥρισαν, συναθροίζοντες ὅλα τὰ γινόμενα, ὅσα εἶχον τότε πρὸ ὀφθαλμῶν κατὰ τὰς στατιστικὰς πληροφορίας. Ἔλαβον ὡς βάσιν τὴν ἐν συνόλῳ καθαρὰν παραγωγὴν ἐν Γαλλίᾳ ἐκ τῆς γῆς. Εἶπον λοιπόν· ἡ καθαρὰ παραγωγὴ ἐκ τῆς γῆς ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ἴση πρὸς 1,200,000,000· διότι εἶναι δεκτικὴ φορολογίας 20%. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἀπεφάσισαν, ὅτι ὁ φόρος πρέπει νὰ περιορισθῇ ἐσαεὶ ὄχι προσωρινῶς, ὄχι κατ’ ἔτος ψηφιζόμενος, ἀλλ’ ἐσαεί, εἰς τὸ ποσὸν τῶν 240,000,000 καὶ οὐδέποτε νὰ ὑπερβῇ τὰ 240,000,000. Ἅμα γίνῃ ὑπέρβασις, ἀναποδράστως ἐπέρχεται ἡ κατάθλιψις, συνέπεια δ’ αὐτῆς τῆς καταθλίψεως εἶναι ἡ ὀπισθοδρόμησις τῆς γεωργίας, ἡ ἐλάττωσις τῆς παραγωγῆς πρὸς αὔξησιν τῆς πενίας. Αὐτὴν τὴν προφύλαξιν ἔθεσεν οὕτως εἰπεῖν ἐν Καρὸς μοίρᾳ ὁ συντάκτης τῆς στρεαματικῆς φορολογίας. Παρεῖδεν ὅτι ἐν Γαλλίᾳ οὐδέποτε ὑπερέβησαν τὰ 240,000,000. Αὐτὰ τὰ 240,000,000 ἔμειναν πάντοτε τὰ αὐτά, καὶ μάλιστα ἠλαττώθησαν, διότι ἐφήρμοσαν καὶ τὴν ἄλλην ἀρχήν, ὥστε ἡ φορολογία νὰ ἐπιβαρύνῃ ἀναλόγως πάντας καὶ ἐξίσου διὰ τοῦ διανεμητικοῦ συστήματος. Ἐζήτησαν λοιπὸν ν’ ἀνεύρουν ποία εἶναι ἑκάστης ἐπαρχίας ὡς ἔγγιστα ἡ καθαρὰ παραγωγὴ ἐκ τῆς γῆς, καὶ κατὰ τὸ μέτρον τοῦτο, κατὰ τὰς ἐξετάσεις αἱ ὁποῖαι ἔγειναν ἀνελόγισαν δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν τί πρέπει ν’ ἀναλάβῃ ὡς ἐπιβάλλον μέρος ἐκ τῶν 240,000,000. Διενεμήθη λοιπὸν αὐτὸ τὸ ποσὸν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τῆς Γαλλίας μετὰ τὴν διανομὴν ὅμως παρετηρήθη ἡ ἀνισότης, παρετηρήθη ὅτι ἐπαρχίαι ἄλλαι μὲν ἐβαρύνοντο μὲ 12% ἐν ᾧ ἄλλαι μόνον μὲ 4%. Ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἐβαρύνοντο μόνον μὲ 4% ἔμειναν μὲ τὰ 4%. Ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἐβαρύνοντο μὲ 12 ἢ καὶ μὲ 14 ἢ καὶ μὲ 18% ἐκεῖναι ἀνεκουφίσθησαν, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀνακουφίσεως τὰ 240 ἑκ. ἔγειναν 180,000,000 καὶ σήμερον εἶναι μόνον 180 ἑκατ. ὁ ἔγγειος φόρος ἐν Γαλλίᾳ σταθερὸς ἀπαρασαλεύτως, οὐδεὶς δὲ τολμᾷ ν’ ἀναβιβάσῃ ἐν Γαλλίᾳ εἰς 190.000,000 ἢ νὰ ὑπερβῇ τὸ μέτρον τῶν 240,000,000. Ἡ ἀπαρασάλευτος ἀρχή, τὴν ὁποίαν ἔθεσαν εἶναι σωτήριος, εἶναι τὸ ὁρμητήριον τοῦ πολιτισμοῦ δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ ὅστις τὸ παραγνωρίσῃ προχωρεῖ εἰς τὴν βαρβαρότητα, διότι προχωρεῖ εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς γεωργίας καὶ καταθλίβων τὴν γεωργίαν καθιστᾷ τὴν κοινωνίαν ἀσθενῆ καὶ ἀνίκανον. Ὅταν λέγωμεν ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις δύναται ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὰς στερήσεις, λέγομεν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἥτις χορηγεῖ τοὺς πλείστους ἄνδρας εἰς τὸν στρατὸν, καὶ οὐδένα ἀδικῶ λέγων ὅτι καὶ τοὺς ἐκλεκτοτέρους. Ὅσοι ἔρχονται ἐκ τῆς γεωργικῆς τάξεως, εἶναι οἱ πειθαρχικώτεροι καὶ ἀντέχουσιν εἰς τὰς στερήσεις, εἶναι οἱ εὐρωστότεροι καὶ οἱ καρτερικώτεροι εἰς τὰς κακουχίας. Ἐὰν λοιπὸν καταθλίβεται αὐτὴ ἡ τάξις, ἐξασθενεῖται καθ’ ὅλους τοὺς λόγους τὸ Κράτος ἐξασθενεῖται αὐτὸ οἰκονομικῶς, ἐξασθενεῖται αὐτὸ κατὰ τὰς δυνάμεις του εἰς τὸν σχηματισμὸν στρατοῦ. Ὅταν καταθλίβεται κατὰ τὰ δύο ταῦτα τὸ κράτος, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι καταθλίβεται καὶ πνευματικῶς· καὶ αὐτὴ ἡ ἐλευθερία μέλλει νὰ πάθῃ ὅταν ἡ πενία προχωρῇ. Παρεγνωρίσθησαν λοιπὸν αἱ δύο σωτήριαι ἀρχαί, καὶ ἐνῷ παρεγνωρίσθησαν θέλω σᾶς εἴπει ἀμέσως, εἰς ποῖον σύστημα ἐπροχώρησαν. Ἐπροχώρησαν δυστυχῶς εἰς τὸ Βυζαντινὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπέφερε τὴν πανωλεθρίαν τοῦ Βυζαντίου. Τί εἶναι αὐτὴ ἡ στρεμματικὴ φορολογία; ἀδιαφοροῦμεν πάλιν περὶ τοῦ ποσοῦ σχετικῶς πρὸς τὴν παραγωγὴν οὐδένα θέτομεν φραγμὸν ἀνυπέρβλητον δὲν λέγομεν, ὅτι ὁ ἔγγειος φόρος δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ αὐτὸ τὸ ὅριον, ἀλλ’ ἐπεκτείνομεν τὴν φορολογίαν κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας. Ἅμα εὕρωμεν γῆν φορολογήσιμον, ἐπιβάλλομεν ἀνὰ ἕκαστον στρέμμα ὡρισμένον ποσὸν, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα πάντοτε νὰ μεταβάλλωμεν, καὶ ἂν σήμερον θέλωμεν ἴσως, διὰ νὰ μετριάσωμεν τὴν ἐντύπωσιν, 20 λεπτὰ τὸ στρέμμα εἰς τὰς ὀρεινὰς, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσον εἰς τὰς πεδινὰς, μετ’ ὀλίγον δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν, ὅποτε θέλομεν καθ’ ἕκαστον ἔτος. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ πρῶτον σχέδιον, αὐτὸ τὸ ἐπιστημονικὸν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ συντελέσῃ ὡς εἰσαγωγὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον ἔθεσαν διὰ τὰς πεδινὰς ξηρικὰς λ. 60, διὰ δὲ τὰς ποτιστικὰς λ. 80, ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἠλαττώθησαν κατὰ τὸ ἥμισυ τὰ ποσὰ ταῦτα, δηλαδὴ διὰ τὰς πεδινὰς ξηρικὰς 30 λεπτὰ, διὰ τὰς πεδινὰς ποτιστικὰς 40 λεπτὰ. Βλέπετε, ὅτι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐπελήφθησαν τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν κατηρτίσθη τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν βουλὴν, αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ μετεβλήθησαν. Ἐννοεῖτε ἐκ τούτου πόσον εὐκόλως μεταβάλλονται, ἀρκεῖ δὲ νὰ ἦναι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ ἀμετάβλητοι διὰ νὰ προχωρήσητε εἰς τὴν καταστροφὴν, τῆς γεωργίας, λέγω εἰς τὴν καταστροφὴν, ἐνῷ ὡς προεῖπον, ἡ γεωργικὴ τάξις εἶναι ἐκείνη, ἥτις ὑποκειμένη εἰς πολλὰς στερήσεις καὶ ἀνεχομένη αὐτὰς ἀγογγύστως, ἔχει ὅμως ἀπολύτως ἀνάγκην τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου ἐκ τῶν ἰδίων καμάτων, οὐχὶ ἀντὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἄλλως, ἄνευ παραγωγῆς, δὲν ἔχει νὰ φέρῃ εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ νὰ προμηθευθῇ, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἰδίας γῆς τρέφεται. Πρὸ πάντων ἔργον τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ μέσα ὑπάρξεως τοῦ γεωργοῦ, τοῦτο δὲ πράττει φροντίζων κυρίως καὶ ἰδιαιτέρως περὶ τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν ἐνῷ κατ’ ἄλλον τρόπον δύναται νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἄλλης γεωργίας, διότι ἡ ἄλλη γεωργία στηρίζεται ἐπὶ καταβολῆς σπουδαίων κεφαλαίων, ἡ ἄλλη γεωργία τῆς φυτείας ὑποθέτει εὐπορίαν, ὑποθέτει δυνάμεις χρηματικὰς, ὑποθέτει ὅτι διαθέτει καὶ ἐκ τῆς πίστεως τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ ἰδιοκτησία πρὸς εὕρεσιν πόρων καὶ κεφαλαίων, ἐν ᾧ ἡ καλλιέργεια τῆς ἀσκεποῦς γῆς δὲν στηρίζεται εἰς αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις, αὕτη ἀφορᾷ πρὸ πάντων τὸν γεωργὸν καὶ τὸν πένητα τὸν ἀποζῶντα ἐκ τῶν ἔργων του, καὶ τοῦ ἀρότρου. Αὕτη ἡ τάξις πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ διὰ παντὸς μέσου, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ἐὰν ἦτον ἀνάγκη καὶ αὐτῆς τῆς καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου, ἄνευ δισταγμοῦ ἤθελον προχωρήσει καὶ μέχρι καὶ ταύτης μὲ πλῆρες θάῤῥος, διότι τὸ ἀποτέλεσμα ἤθελεν εἶναι ὑπὲρ τῆς κοινωνίας. Παραβάλλετε τώρα τὸ σύστημα τὸ Γαλλικὸν καὶ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας καὶ θέλετε ἰδεῖ πόση εἶναι ἡ διαφορὰ, οἵα μεταξὺ τοῦ πολιτισμοῦ, ὅστις προέβλεψε νὰ μὴ προχωρήσῃ ἡ πίεσις ἡ φορολογικὴ μέχρι καταστροφῆς τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως καὶ τοῦ Βυζαντινοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον δὲν ἀπέβλεψεν εἰς αὐτὸ καὶ ἐπέφερε τὴν πανωλεθρίαν τοῦ Βυζαντίου. Γνωρίζετε ἐν Γαλλίᾳ πόσα κεφάλαια κατεβλήθησαν, πόσαι θυσίαι ὅπως αὐτὸ τὸ σύστημα πραγματοποιηθῇ; Κτηματολόγιον, καταμετρήσεις τριγωνομετρικαί ἐγεωμετρήθη ἅπασα ἡ Γαλλία, ἐγεωμετρήθη ἅπαξ, δὶς κατεβλήθησαν 120,000,000, εἰργάσθησαν 15,20 ἔτη ἔγεινεν ἡ ἀναθεώρησις κατόπιν καὶ ἀφοῦ ἔγειναν ὅλα αὐτὰ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἀτέλεια, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἐζήτησαν τὴν ἐφαρμογὴν θεωρίας, ἡ ὁποία ναὶ μὲν εἶναι ἐπιστημονικὴ, δύναται νὰ φαίνηται ὅσον ἔστιν ὀρθὴ καί μεμετρημένη, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐφαρμόσιμος. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσητε ἀναλογικῶς εἰς τὸ νὰ ἐξισώσητε τὰς θυσίας τῆς φορολογίας καὶ ν’ ἀνεύρητε ἑνὸς ἑκάστου τὴν καθαρὰν παραγωγὴν, ἐξ αὐτῆς δὲ νὰ φορολογήσητε ἀναλογικῶς, ὥστε οὐδεὶς νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Κράτος πλέον τοῦ γείτονος, ὥστε οὐδεὶς νὰ καταβάλῃ πλέον τοῦ πέντε τοῦ ἐξ ἢ τοῦ 7% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς παραγωγῆς. Αὐτὸ εἶναι ἀκατόρθωτον. Οὐχ ἧττον ἡ Γαλλία τὸ διώκει, ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ διώκῃ, ἀλλὰ συμβαίνει ἄλλο τι τὸ ὁποῖον θέλει ἐντὸς ὀλίγου ἀπαλλάξει τὴν Γαλλίαν ἀπ’ αὐτὸ τὸ ἔργον. Συμβαίνει πρᾶγμα λίαν σπουδαῖον κοινωνικῶς, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει τις νὰ ἦναι ἀπρόσεκτος, καὶ εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὁ νέος κόσμος σήμερον πέραν τῆς Ἀτλαντικῆς φέρει εἰς τὰς ἀγορὰς σιτηρὰ ἐν μεγάλῃ ἀφθονίᾳ παραγόμενα ἐκ γαιῶν, αἵτινες δίδουν τὸ εἰκοσαπλάσιον τὸ τριακονταπλάσιον, καὶ ἑπομένως ἡ δαπάνη εἶναι σχετικῶς μηδέν. Ἡ μεταφορὰ αὐτῶν τῶν σιτηρῶν εἰς τὰς ἀγορὰς ἁπανταχοῦ παραβαλλομένη πρὸς τὰς λοιπὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας ἐπὶ ἀγόνων γαιῶν δὲν ἀναλογεῖ οὔτε εἰς τὸ ἐλάχιστον. Ἄλλοτε μόνη πηγὴ, ὅθεν ἐλαμβάνομεν τὰ σιτηρὰ ἐν τῇ Μεσογείῳ, ἦτον ἡ Ῥωσσία, ὁ Δούναβις· ἀκόμη καὶ ἐπὶ τῶν ἀρχαίων χρόνων ὀλίγα ἤρχοντο ἐκ τῆς Ἀφρικῆς καὶ οὐχὶ τῆς αὐτῆς ποιότητος, σήμερον ὅμως τὰ σιτηρὰ τῶν Ἡνωμένων πολιτειῶν καὶ ἐν γένει τῆς Ἀμερικῆς καταποντίζουσιν ὅλας τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης ἐν ἀκαρεὶ, οὐχὶ διὰ τῶν ἀτμοκινήτων· δι’ αὐτῶν μεταφέρονται εἰς τὴν Μεσόγειον, ἀλλὰ δὲν μεταφέρονται ἐκεῖθεν τοῦ Ἀτλαντικοῦ Ὠκεανοῦ, οὐχ ἧττον καὶ διὰ τῶν ἱστιοφόρων ἔρχονται τόσον ἄφθονα καὶ εἰς τόσον εὐτελεῖς τιμὰς, ὥστε δυσκόλως δύναται ν’ ἀνταγωνισθῇ ἡ ἐγχώριος γεωργία. Ὁ σῖτος προσφέρεται εὐθηνότερος, καὶ τοῦτο ὠφελεῖ τὴν βιομηχανικὴν τάξιν, ἀλλ’ ἡ γεωργικὴ τάξις κινδυνεύει πανταχοῦ, ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἡ ὁποῖα ἔχει τοιαύτην παραγωγὴν σιτηρῶν, ὥστε ἐνίοτε μὲν ἐπαρκεῖ, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐξάγει, ἔστιν ὅτε ὅμως καὶ καθυστερεῖ. Ἐξάγει εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐξάγει εἰς τὰ βόρεια κλίματα. Ἐκ τούτου ἐγεννήθη ἡ ἰδέα ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ ὁ νομοθέτης ὥστε νὰ διασώσῃ τὴν γεωργικὴν τάξιν, καὶ πρὸς διάσωσιν αὐτῆς τί εἶπεν ὁ ἐπιφανέστερος ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν οἰκονομολόγος, ὅστις εἶναι ἤδη πρόεδρος τῆς Γερουσίας ἐν Γαλλίᾳ; Ἀφ’ οὗ ἔγειναν τόσαι θυσίαι διὰ νὰ σχηματισθῇ τὸ Γαλλικὸν σύστημα προτείνει τὴν κατάργησιν παντὸς ἐγγείου φόρου’ 180,000,000 λαμβάνει ἡ Γαλλία ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου, ἄρα εἶπεν, ἔχομεν περισσεύματα ἄνω τῶν 180,000,000 δυνάμεθα ἀφόβως νὰ καταργήσωμεν τὸν ἔγγειον φόρον, δὲν εἶναι λοιπὸν ἀγυρτικὸν τὸ νὰ προτείνῃ τις τὴν κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου, ἀφ’ οὗ τὸ πρεσβεύει ὁ πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς γερουσίας ὁ Λέων Σέϊ, πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ ὁποῖος ἐργάζεται εἰς τοῦτο, καὶ θὰ τὸ φέρῃ εἰς πέρας, ἅμα ἐξακολουθεῖ ἐν Γαλλίᾳ αὐτὴ ἡ πρόοδος οἰκονομικῶς, ὥστε ὑπάρχουν τοιαῦτα περισσεύματα ἀπαλλάσσοντα τῆς ἀνάγκης αὐτοῦ τοῦ φόρου. Σέβομαι τὴν γνώμην ταύτην, διότι βλέπω ὅτι εὑρισκόμεθα ἐπίσης εἰς τὸν αὐτὸν κίνδυνον· ἡ ἡμετέρα γεωργία ὡς πρὸς τὰ σιτηρὰ εὑρίσκεται ἐκτεθειμένη εἰς αὐτοὺς τοὺς κινδύνους, καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν ἔγγειον φορολογίαν τῶν σιτηρῶν δι’ ἑτέρας φορολογίας καὶ ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν γεωργίαν ἀπ’ αὐτὰ τὰ βάρη, ἀντὶ νὰ χαλκεύωμεν νέας ἁλύσεις.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ φορολογήσωμεν τὰ κεφάλαια.
§34ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα, μὴ νομίζετε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος, δὲν φοβοῦμαι τὴν φορολογίαν τῶν κεφαλαίων, εἶμαι ὁ πρῶτος ὅστις θὰ τὴν ὑποστηρίξω. Τὸ ζήτημα, ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτου μεγάλου συμφέροντος δὲν εἶναι ἄλλο, ἢ ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐκλείπει δι’ ἄλλου, ἐδῶ κεῖται ὁ ὀμφαλὸς τοῦ ζητήματος. Τί ἔχετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; ἔχετε δύο, τρία ἑκατομμύρια ἐκ τῆς ἐγγείου φορολογίας, ὅταν τὰ εὕρητε ἀλλαχόθεν διατί νὰ μὴ ἀπαλλάξητε τὴν γεωργικὴν τάξιν; θέλετε νὰ βλέπητε κυρτὸν πάντοτε τὸν γεωργὸν, ἐν στερήσει καὶ δουλεύοντα εἰς τὴν πενίαν; Τί κερδαίνει ἡ πολιτεία ἐκ τούτου; Ὅταν πρόκειται περὶ τοιούτου ἀνυπολογίστου συμφέροντος, ἂς σιγάσῃ ὁ φθόνος τοῦ λέγοντος, ὅτι καταργοῦντες τὸν φόρον διὰ τοὺς ἀπόρους καταργοῦμεν αὐτὸν καὶ διὰ τοὺς εὐπόρους. Οἱ κάτοχοι μεγάλης ἐκτάσεως γαιῶν, διατί νὰ εἶναι πλούσιοι; Τοῦτο εἶναι κάρφος εἰς τὸν ὀφθαλμόν μας· διὰ νὰ μὴ εἶναι αὐτοὶ πλούσιοι, πρέπει νὰ ὑποφέρῃ ὅλη ἡ γεωργικὴ τάξις, ἕως ἐκεῖ δύναται νὰ φθάσῃ ὁ φθόνος, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ λέγετε, διὰ νὰ μὴ εἶναι πλούσιος ὁ γείτων μου προτιμότερον νὰ ὑποφέρῃ ὅλη ἡ γεωργικὴ τάξις. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι αὐτὸς ὁ γείτων, ὁ κάτοχος γονίμου γῆς ἔχει κέρδος ἀνώτερον ἀπὸ τὸν κάτοχον τῆς ἀγόνου γῆς; ἂν ἔχῃ κέρδος τὸ ἔχει στιγμιαίως διότι τὸ κέρδος ἀναλογεῖ πρὸς κεφάλαιον καὶ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν τύχην ἢ ἀπὸ οἱανδήποτε εὔνοιαν, ὅπως προσδιορίζεται ἡ ἀναλογία τοῦ κέρδους πρὸς τὸ κεφάλαιον, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν πραγμάτων. Ἐκείνη ἡ γῆ ἡ ὁποία παράγει εἰκοσάκις τὸν καταβληθέντα σπόρον καὶ δίδει ἄφθονον τὸ κέρδος καὶ τὴν ὠφέλειαν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, αὐτὴ ἡ γῆ ἔχει μείζονα ἀξίαν παρὰ τὴν γῆν ἡ ὁποία δίδει μόνον τὸ τριπλάσιον τοῦ σπόρου. Ἡ μὲν ἔχει ἀξίαν 5 χιλιάδων τὸ στρέμμα ἡ δὲ 300 δραχμῶν, παραβάλλετε τὴν ἀξίαν τῶν 5 χιλιάδων πρὸς τὸ κέρδος καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ὥστε δὲν πρέπει νὰ φθονῶμεν τὸν γείτονα. Ἔχομεν πληθυσμὸν γεωργικὸν 220 χιλιάδων περίπου, πόσοι εἶναι ἐκ τούτων οἱ μεγαλοκτηματίαι; 500 ἢ χίλιοι, ἔστωσαν οὗτοι εὐτυχεῖς ἀλλ’ ἔστωσαν εὐτυχεῖς καὶ αἱ 220 χιλιάδες καὶ ἀπηλλαγμέναι ἀπὸ τὸ βάρος τῆς φορολογίας. Θέλετε νὰ μάθετε πόσον σκληρὸν εἶναι νὰ τρύχηται ἡ γεωργικὴ τάξις; Παραβάλλετε τὸ σύστημα τοῦτο πρὸς τὸ σύστημα τὸ Βυζαντινόν. Μοὶ εἶπον, ὅτι εἶμαι καὶ ἀσυνεπής, διότι πέρυσιν εὑρέθην ἐπίσης ἐν μέσῳ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν ὡς μέλος αὐτῆς καὶ τότε εἶδον διαφόρους προτάσεις καὶ σχέδια καὶ ἐγνωμοδότησα διὰ ὀλίγων λέξεων περὶ ἀναβολῆς. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι πέρυσιν ἤμην εἰς κατάστασιν ἀνηλικότητος, δηλ. πολιτικῆς, ἐμαθήτευον ἔτι, διό, ὡς ἐνθυμεῖσθε, δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὰς συζητήσεις, ἐσπούδαζον ἔκτοτε ἠσθάνθην, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ ράμφος καὶ ἐνίοτε κάμνω ἤδη χρῆσιν αὐτοῦ.
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐλάβατε μέρος καὶ ἀπεφάνθητε ὑπὲρ τῆς δεκάτης.
§36ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶπον, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως, δὲν δυσαρεστεῖσθε δὲ ἐὰν ἤμην ὑπὲρ τῆς ἁγίας δεκάτης, ἐγὼ δὲν τὴν ἐθεώρησα ἁγίαν, αὕτη εἶναι ἡ διαφορά, τὴν ἐθεώρησα πολὺ ἁμαρτωλὴν καὶ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ διορθώσῃ τὰ ἁμαρτήματά της, δὲν ἤμην δ’ ἕτοιμος νὰ τὴν συμβουλεύσω περὶ τοῦ τρόπου τῆς διορθώσεως, διότι, ὡς εἶπον, ἤμην εἰσέτι ἀνήλικος. Διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω δὲ ὅτι δὲν ἐσχημάτισα αὐτὴν τὴν στιγμὴν αὐτὰς τὰς ἰδέας θὰ σᾶς εἰπῶ, ὅτι, τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον προτείνετε εἶναι τὸ σύστημα τῶν Βυζαντινῶν. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, καὶ τὸ εὑρίσκετε εἰς ὅλας τὰς πηγὰς τὰς Βυζαντινὰς, ὅτι ὁ Καῖσαρ Αὔγουστος εἰσήγαγε τὸν λεγόμενον κῆνσον, κατέταξε φόρον ἔγγειον, διαιρέσας τὰς γαίας εἰς περιφερείας, ὧν ἑκάστη ὡς μονὰς ὠνομάζετο caput ἢ jugum, οἱ δὲ Βυζαντινοὶ ἐκάλουν ζευγοστάσιον, ἀξίας χιλίων νομισμάτων κατὰ τὴν ποιότητα τῆς γῆς. Ἄν ἡ γῆ ἦτο ἄγονος, ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ μεγάλη ἔκτασις καὶ τοῦτο εἶναι τὸ jugum, τὸ ζευγάριον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἄνισον καὶ ἀνώμαλον, ἄλλο εἰς τὰ ὀρεινὰ καὶ ἄλλο εἰς τὰ πεδινά. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἴσως ἀρχαιότερον τοῦ Αὐγούστου, ἀλλ’ οὗτος τὸ ἐπεξέτεινε καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκομεν καὶ εἰς τὴν Νέαν Διαθήκην, ὅτι ἐπὶ Καίσαρος Αὐγούστου ἐπεξετάθη καὶ εἰς τὴν Παλαιστίνην. Τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ νὰ διαιρῆται ἡ γῆ εἰς τόσα ζευγάρια καὶ ἕκαστον ζευγάρι νὰ πληρώνῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν ὑπῆρξεν ὀλέθριον· ὁ νομοθέτης τὸ μετέβαλε τότε κατὰ 15αετίαν indictio δηλ. ὁ λεγόμενος Ἰνδικτιὼν, ὅτι ἕκαστον ζευγάρι θὰ πληρώνῃ 5 νομίσματα ἢ ὀκτώ. Ὥστε διὰ μιᾶς λέξεως προσδιωρίζετο τὸ ποσὸν τῆς φορολογίας, καθ’ ὅλον τὸ κράτος, διότι ἕκαστον ζευγάρι ὑπήγετο εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν, ἀλλ’ ἕκαστον ζευγάρι ἦτο ἄνισον κατὰ τὴν ποιότητα τῆς γῆς· τοιοῦτον εἶναι καὶ τὸ σημερινὸν σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, καθ’ ὃ ἡ διαφορὰ τῆς ποιότητος ἀντιστοιχεῖ εἰς διαφορὰν κατὰ ποσόν. Τί συνέβη ἐπὶ τῶν Βυζαντινῶν; Εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν ζευγαρίων βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἡ δέουσα ἀκρίβεια περὶ τὴν ἐκτίμησιν, ὥστε νὰ ἀντιστοιχῇ ἡ ἀξία ἑκάστου ζευγαρίου πρὸς ἴσον φόρον, διότι ἕνα ζευγάρι ἠδύνατο νὰ εἶναι πλούσιον καὶ ἄλλο πτωχόν. Ἐπὶ τῶν Ῥωμαίων αὐτοκρατόρων δὲν ὑπῆρχον πολλαὶ ἀνάγκαι τοῦ κράτους, πρὸς φορολογίαν, διότι ἐξηκολούθουν αἱ κατακτήσεις καὶ αἱ εἰσφοραὶ τῶν δορυκτήτων καὶ αἱ λαφυραγωγίαι τῶν ὑποδούλων ἐθνῶν, ὥστε τὸ ταμεῖον ἦτο πάντοτε ἐν εὐπορίᾳ. Ἀλλὰ συνέβη ἕτερόν τι· ἐπεβλήθη κεφαλικὸς φόρος εἰς ἕκαστον πολίτην, ὡς τὸ χαράτσι, οἱ δὲ ἄποροι μὴ ἔχοντες νὰ πληρώσουν τὸν προσωπικὸν τοῦτον φόρον κατέφευγον εἰς τὰ κτήματα τῶν πλουσίων, τῶν μεγαλοκτημόνων, ὅπου ὑπέσχοντο νὰ ἐργάζωνται ὑπὸ τὸν ὅρον, ὁ μεγαλοκτήμων ν’ ἀναλάβῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ κεφαλικοῦ φόρου ἀντ’ αὐτῶν. Ὑπῆρχον λοιπὸν τὰ δημόσια βιβλία, τὰ λεγόμενα Libri censuales, παρὰ δὲ τῶν Βυζαντινῶν πολύπτυχα, ἢ κῆνσος καὶ ἐν αὐτοῖς ἦτο κατ’ ἐπαρχίας ἐγγεγραμμένα τὰ κτήματα ὑπὸ τὸ ὄνομα ἑκάστου ἰδιοκτήτου, εἰς δὲ τὴν μερίδα ἑκάστου αὐτῶν, εἰς τὸ ἀκρόπτυχον ἐνεγράφησαν τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο ἐντὸς τοῦ κτήματος, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώνῃ ἀντ’ αὐτῶν ὁ ἰδιοκτήτης τὸν κεφαλικὸν φόρον. Τοῦτο παρετάθη ἐπὶ μακρὸν ὥστε μετὰ αἰῶνα ἢ βραδύτερον αἴφνης εὑρίσκομεν ὅτι αὐτοὶ οἱ ἐργαζόμενοι ἐντὸς τῶν κτημάτων ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώνῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὸν κεφαλικὸν φόρον ἐγένοντο διὰ τῆς 30ετοῦς παραγραφῆς δουλοπάροικοι. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη ἡ δουλοπαροικία. Διὰ νὰ σᾶς δείξω ὅτι αὐτὰ δὲν εἶνε αὐτῆς τῆς στιγμῆς μελέτη, σᾶς λέγω ὅτι εἰργάσθην εἰς τοῦτο καὶ ἐξέδωκα πρὸ χρόνων πραγματείαν ἡ ὁποία ἴσως εἶνε ἄγνωστος εἰς τὴν Ἑλλάδα κανεὶς δὲν ἤκουσα νὰ μ’ ἀναφέρῃ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου μοὶ ἐδόθη ἡ ἐξαίρετος ἱκανοποίησις, ὅτι μ’ ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Ζαχαρίας Λίγκενταλ, εἰς τὴν τελευταίαν ἱστορίαν τοῦ Βυζαντινοῦ Δικαίου, καὶ ἐνῷ πρὶν εἶχεν ἐκφράσει ἄλλην γνώμην ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Ἀκαδημίας τῆς Πετρουπόλεως, ἤδη παραδέχεται τὴν παρ’ ἐμοῦ ἐκτεθεῖσαν ὅτι ἡ δουλοπαροικία ἐκ τούτου ἐγεννήθη. Ἡ δουλοπαροικία παρέμεινε μέχρι τέλους τοῦ Βυζαντικοῦ κράτους· ἐὰν ἴδητε παλαιὰς περγαμηνὰς καὶ τὰ χρυσόβουλα ἐκδοθέντα ὑπὲρ τῶν Μονῶν παντοῦ ἀναφέρονται οἱ πάροικοι, τὸ ζευγολάτιον, καὶ οἱ ἐν αὐτῷ ἐγγεγραμμένοι. Ἐπειδὴ ἴσως ἐπὶ τοῦ Πίνδου ὑπῆρξαν αἱ μόναι ἐπαρχίαι ὅπου δὲν ἴσχυσεν αἱ δουλοπαροικίαι καὶ αἱ ἐγγραφαὶ, ὡς ἐκ τούτου εἰκάζεται, ὅτι ὠνομάσθησαν ἄγραφα. Ὅταν πλησιάσωμεν ἐκεῖ μετὰ τοῦ κ. Δημητρακάκη θὰ τὸ ἐξακριβώσωμεν. Παρατηρήσατε τί συνέβη· ἅμα ἡ γεωργία παρήκμασεν, αἱ ἄγονοι γαῖαι κατήντησαν βάρος εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, μὴ ἐπαρκοῦντας εἰς τοὺς φόρους, οἵτινες ηὔξησαν κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἀναγκῶν τοῦ κράτους, οὐδὲν δὲ ἐκώλυε, τοὺς Αὐτοκράτορας διὰ τῆς indictio νὰ προσδιορίσωσιν ἀνώτερον ποσόν. Ἤρκει νὰ θεσπίσωσιν, ὅτι κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ὁ φόρος θὰ ἦνε 15, 20 ἢ ὅσον πλέον ἐκ τούτου δὲ ἐπῆλθεν ἡ ἐγκατάλειψις τῶν γαιῶν· αὐτο εἶνε τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν διὰ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας νὰ ἐντείνωμεν αὐτὴν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν γαιῶν. Αἱ περὶ τούτου νεαραὶ ἐὰν τὰς διέλθητε, καὶ εἶναι πλεῖσται ὅσαι κατ’ ἐξακολούθησιν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι τῶν τελευταίων αὐτοκρατόρων μέχρι τῶν Παλαιολόγων, ὅλαι αὐταὶ αἱ Νεαραὶ πραγματεύονται περὶ τῶν ἀπόρων γαιῶν· τροχάδην σᾶς λέγω μόνον εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι ἀρχαιότεραι Νεαραὶ ὁρίζουσιν, ὅτι ὅστις καθυστερήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ ἓξ μῆνας ἐκπίπτει τῆς ἰδιοκτησίας ὑπὲρ ἐκείνου, ὅστις καταβάλλει τὸ καθυστερούμενον· τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ αὐστηρότης ἐξ ἀνάγκης. Ὁ νόμος ὁ περὶ ἐπιβολῆς ὑπεχρέου τὸν ἔχοντα εὔπορον γῆν νὰ στερηθῇ καὶ αὐτῆς μὴ πληρόνων τὰ ἐδαφικὰ τέλη τῆς ἀπόρου. Ἀλλ’ εἰς πολλὰ μέρη παρέμενον οἱ δουλοπάροικοι οἵτινες ἐγένοντο ἰδιοκτῆται τῶν γαιῶν καὶ ἐλεύθεροι. Ὑπὲρ αὐτῶν ἐθεσπίσθη, ὅτι οὐδέποτε πλέον ἠδύνατο ν’ ἀγοράσῃ τοιαύτην γῆν ὁ μὴ ἀνήκων εἰς τὸ χωρίον, μέχρις οὗ ἐπιζῇ ὁ τελευταῖος, αἱ τοιαῦται δὲ γαῖαι ὠνομάσθησαν μητροκωμίαι· δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω διατὶ ὠνομάσθησαν οὕτω, διετηρήθησαν ἐν τούτοις μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς κατακτήσεως καὶ εἶνε τὰ καριὲ, τὰ κεφαλοχώρια. Τὰ κεφαλοχώρια εἶναι αἱ μητροκωμίαι, ὡς παρέλαβον αὐτὰς οἱ ὀθωμανοὶ ἐκ τῶν Βυζαντινῶν, καθ’ οὓς δὲν ἠδύνατο τὸ κεφαλοχώρι νὰ γίνῃ ἰδιοκτησία ἄλλου. Οὕτω καὶ οἱ ὀθωμανοὶ ἐδέχθησαν ὡς ἀξίωμα, ὅτι καριὲ τζιφλὴκ ὀλμὰς δηλ. κεφαλοχῶρι δὲν γίνεται τζηφλίκι. Περὶ τούτου ὁ Πορφυρογέννητος ἐξέδωκεν αὐστηροτάτην Νεαράν, δι’ ἧς διατάσσει ὅτι ὅστις εἰσχωρήσει ὁπωσδήποτε εἰς μετροκωμίαν ὑπόκειται εἰς δήμευσιν. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐπέφερε τὴν ἐρήμωσιν τῆς χώρας καὶ ἄπειροι γαῖαι ἐγκατελιμπάνοντο καὶ ἐγκαταλελειμμέναι διετίθεντο ὑπὸ τῶν αὐτοκρατόρων δωρεὰν ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐξετείνετο ἡ ἐρήμωσις, μόνη δὲ θεραπεία εὑρέθη τὸ σύστημα τῶν μητροκωμιῶν. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ σύστημα ζητοῦν νὰ εἰσαγάγουν τυφλοῖς ὄμμασι, χωρὶς ν’ ἀποβλέψουν ποία εἶνε ἡ παραγωγή, ἀλλὰ φορολογοῦν ἵνα φορολογήσουν καὶ ἵνα εἰσπράξουν ἐκεῖνο τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου ἔχουν ἀνάγκην, οὐχὶ διότι ἡ γῆ ἐν τῇ παραγωγῇ αὐτῆς δύναται νὰ δώσῃ τοιοῦτον ποσόν. Αὐτὸ τὸ σύστημα φέρει ἀναγκαίως εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν γαιῶν, εἰς τὴν βαθμιαίαν ἐξερήμωσιν τῆς χώρας καὶ θέλει καθιερώσει παρ’ ἡμῖν τὸν νομαδικὸν βίον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ μόνιμος ἐγκατάστασις γεωργῶν, ἀλλὰ νὰ μετατίθενται ἀπὸ τόπου εἰς τόπον ἐπανερχόμενοι μετὰ καιρὸν εἰς τὰς αὐτὰς γαίας, ὅπως γίνεται ἐν Ἀσίᾳ ὅπως πράττουν οἱ Κοῦρδοι καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου προτίθενται νὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ τοῦ πολιτισμοῦ. Ἐὰν δὲν συνδέσητε τὴν γεωργικὴν τάξιν μετὰ τῆς γῆς, μὴ ἐλπίζετε ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας. Ὅ,τι ἐπράξατε διὰ τῆς διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ ἀνομολογῶ, ὅτι πολὺ χρεωστεῖται εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς διαφόρους ἐποχὰς καὶ πρῶτον ἐργασθέντα ὅπως καταστήσῃ τοὺς γεωργοὺς ἰδιοκτήτας, διὰ τοῦ νόμου τούτου μέλλετε νὰ τὸ καταστρέψητε ἐπαναφέροντες τὸν νομαδικὸν βίον, καὶ τὰς αἶγας πλανωμένας εἰς τοὺς ἐγκαταλελειμμένους ἀγρούς.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὰ εἴκοσι λεπτὰ τὸ στρέμμα θὰ ἐπέλθουν αὐτὰ τὰ κακά;
§38ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τώρα τὰ λέγετε 20.
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως τὰς 5 δρ. διὰ τοὺς ἀροτῆρας βόας αὔριον δὲν θὰ τὰς κάμητε 20;
§40ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς διάστημα πόσον μηνῶν μετεβάλετε γνώμη;
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σημαίνει αὐτὸ, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θ’ ἀποφασίσῃ.
§42ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐδῶ εἶνε τὸ πρόβλημα νὰ εὕρητε ποσὸν ἀνυπέρβλητον, μὴ ἐπιδεκτικὸν αὐξήσεως.
§43ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει σύστημα φορολογικὸν εἰς τὸ ὁποῖον ὁ φόρος νὰ ἦνε ἀμετάβλητος· εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ὑπάρχει τὸ ποσοτικὸν σύστημα, ἀλλὰ τὸ διανεμητικόν· ἐκεῖ προσδιορίζει ἡ βουλὴ τὸν φόρον καὶ ὅπως δύναται νὰ παραδεχθῇ τὰ 180 ἑκατομ. δύναται ἐπίσης νὰ τὰ κάμῃ 200 καὶ 500.
§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ σύστημα τοῦτο τὸ ὁποῖον φέρετε εἶνε ἡ διαστρέβλωσις ἐκείνου (Θόρυβος). Δέχομαι διακοπὰς ἀλλ’ ὅταν προβαίνητε εἰς ἀδιεξόδους ἀναπτύξεις, ὧν δὲν προφθάνω ν’ ἀντιληφθῶ, ἁπλῶς θορυβεῖτε. Ζητήσατε τὸν λόγον νὰ μὲ πείσητε ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω δὲν εἶνε ὀρθά· ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούσω μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως πᾶσαν ἀνασκευὴν (Θόρυβος).
§45ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατέ μας τὴν διάταξιν, ἥτις καθιεροῖ τὸ ἀμετάβλητον τοῦ φόρου.
§46ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θέλετε νὰ ἔχω ἐδῶ τὰ ἔγγραφα (Θόρυβος), ἀποδείξεις; Μελετήσατε νὰ τὰ μάθετε. Λέγω ὅτι τὸ σύστημα τῆς δεκάτης καί κατ’ ἐμὲ ἐφαρμοζόμενον εἰς τὰς ἀσκεπεῖς γαίας οὐχὶ ἀπολύτως εἶνε ὀλέθριον καὶ εἶνε ὀλέθριον διότι δὲν φείδεται τῶν ἀγόνων γαιῶν. Τὸ γαλλικὸν σύστημα ἔχει ἀξίαν ἐπιστημονικήν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐφαρμογήν του δεικνύεται ἀτελές, διότι ἀδύνατον εἶνε νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἰσονομίαν καὶ ἂν οἱ Γάλλοι ἐπὶ 80 ἔτη ἐργαζόμενοι καὶ καταβαλόντες τοσαύτας δαπάνας δὲν ἔφθασαν νὰ λύσωσι τὸ πρόβλημα, εἶνε ἀπόδειξις ὅτι μένει ἄλυτον ὡς βλέπομεν. Εἰς αὐτὴν τὴν θεωρίαν ἔφθασαν διὰ νὰ σώσουν τὴν κοινωνίαν καὶ ν’ ἀσφαλίσωσι τὰ συμφέροντα τῆς γεωργικῆς τάξεως ἀλλ’ ἐπὶ τέλους δὲν ἀποκρούεται καὶ ἡ ἐντελὴς κατάργησις τῆς ἐγγείου φορολογίας. Τοῦτο εἶνε ἡ μουσικὴ τοῦ μέλλοντος, ὡς θέλουν μ’ ἐπιτρέψει νὰ ὀνομάσω τὴν πρότασιν αὐτῶν οἱ τέσσαρες συνάδελφοι. Ἡμεῖς δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ πλεόνασμα, ὥστε νὰ σκεφθῶμεν περὶ καταργήσεως τῆς ἐγγείου φορολογίας καὶ πρέπει ν’ ἀναβάλλωμεν μέχρις οὗ ἀντικαταστήσωμεν ἐκεῖνο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει ἀφαιρεθῆ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἅμα εὑρεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, πρῶτος ἐγὼ φέρω ψῆφον ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς ἐγγείου φορολογίας καὶ θέλω θεωρήσει ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, ὅτι συνετέλεσα ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὸ ν’ ἀνακουφισθῇ ἡ γεωργικὴ τάξις, τὴν ὁποίαν θεωρῶ πρωτίστην ἐν τῇ κοινωνίᾳ, διότι ἀντέχει εἰς τὰς στερήσεις. Μεταξὺ τῶν γεωργῶν σώζεται ἡ ἀρχικὴ ἁγνότης τῶν ἠθῶν, αὐτοὶ πληροῦν κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ ἔχουν τὸ ἀνδρικὸν θάῤῥος ἀνάλογον πρὸς τὴν ῥωμαλαιότητα τοῦ σώματος, διακρινόμενοι καὶ κατὰ τὴν πειθαρχίαν καὶ κατὰ τὸν πατριωτισμόν. Μέχρις οὗ ἡμεῖς φθάσομεν εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα ὥστε ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτὴν, βεβαίως δὲν θέλομεν δεχθῆ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅστις παρῄτησεν τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν διὰ νὰ κρατήσῃ τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἐλπίζω, λέγω, νὰ παραιτήσῃ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν διὰ παντὸς, ἐξετάζων αὐτὴν, ὁπόσον ὑπῆρξεν ὀλεθρία κατὰ τὴν μαρτυρίαν τῆς ἱστορίας, καὶ κρίνων ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον ἐν τῇ Βυζαντινῇ Αὐτοκρατορίᾳ διὰ τῆς φορολογίας τοιούτου συστήματος. Ἐλπίζω ὅτι θέλει ἐννοήσει πόσον ἐπικίνδυνον εἶναι, ὅταν εἰς τὸν νομοθέτην ἀπόκειται νὰ προσδιορίζῃ συχνάκις τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, διότι καὶ ἐὰν ἡμεῖς σήμερον λέγομε 20 λεπτὰ, αὔριον θὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον ἡμῶν ἄλλος ὑπουργὸς καὶ μετ’ εὐγλωττίας θέλει παραστήσει τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος πρὸς αὔξησιν τοῦ ποσοῦ, καὶ ἀντὶ 20 θέλει ζητήσει 60 ἢ 80 ἢ δραχμὴν δι’ ἕκαστον στρέμμα. Ἡ γεωργικὴ τάξις ἀπώλετο, οὐδέποτε θέλει ἀνακύψει εἰς τὸ μέλλον, διότι ἐπίκειται πάντοτε τοιαύτη μεταβολὴ ἀπροσδόκητος καὶ αἰφνηδία. Ὅταν δύνασθε νὰ μεταβάλητε κατὰ βούλησιν τὸ ποσὸν ἀνεξετάστως καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζητε τὴν ποιότητα καταστρέφετε αὐτὰς τὰς πρώτας βάσεις τῆς γεωργικῆς φιλοπονίας. Λέγω λοιπὸν ὅτι τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φιρολογίας εἶναι τὸ ὀλεθριώτερον, καὶ τοῦτο ἐβεβαιώθημεν ἐκ τῆς Βυζαντινῆς ἱστορίας.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπεται μίαν παρατήρησιν;
§48ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε διὰ τὴν γεωργίαν, ὅτι δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἐπαγγέλματα; Δὲν ἠμπορεῖ ὁ νομοθέτης νὰ εἴπῃ νὰ πληρώνῃ ὁ παπουτσῆς 2 χιλ. δραχ. καὶ ὁ ξενοδόχος 10 χιλ. δραχμάς;
§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν τὸ νομίζω αὐτὸ, διότι εἶναι ἀδύνατον.
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀδύνατον καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι ἀδύνατον.
§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι! διότι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευματιῶν δὲν ἀφορᾷ τάξιν τόσον πολυάριθμον ἀπὸ τοὺς παπουτσίδες δὲν θὰ συνάξητε τοσαῦτα ποσὰ ὅσα δύνασθε νὰ ζητήσετε ἀπὸ τὴν γεωργίαν.
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὴν σταφίδα ἀπὸ τὰ ἔλαια, ἀπὸ τόσα ἄλλα προϊόντα, ἀπὸ τὰ ζῷα.
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα.
§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ συνάξητε ἀπὸ αὐτά;
§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βέβαια, ἀλλὰ θὰ φύγουν ὅλα τὰ ζῷα.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶναι πραγματικὸν, διότι δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ ἀνόητος νομοθέτης.....
§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐμβριθέστατος, διότι παρετηρήσατε ὑμεῖς εἶσθε ἐκ τῶν ἐμβριθεστέρων καὶ ἐν τούτοις ἐδέχθητε αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ ὀλεθριώτατον πάντων.
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ποίους ὅρους;
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐξετάσατε ποία εἶναι ἡ πρόσοδος τῶν γαιῶν αὐτῶν;
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐξήτασα.
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μόνον εἰς τὴν Τριφυλλίαν.
§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐξήτασα εἰς ὅλον τὸ κράτος.
§64ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν πιστεύω νὰ τὸ γνωρίζητε καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, ἐπιτρέψατέ με νὰ μὴ τὸ πιστεύσω.
§65Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴν ἀκούετε αὐτά.
§66ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν πρόκειται περὶ συναδέλφου σας πῶς ἠμπορῶ νὰ μὴν τὸν ἀκούσω; Νομίζετε, ὅτι εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν, ὅπως δὲν ἐνδιαφέρουν ὑμᾶς; Μάλιστα, τὸ δεικνύετε, τὸ εἴπατε.
§67Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ φορολογίας.
§68ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ πιστεύω, ὅτι αὐτὰ δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορα καὶ διὰ τοῦτο παρετήρησα, ὅτι δεικνύετε μεγίστην ἀδιαφορίαν, ἠδυνάμην ὅμως ἕνεκα τούτου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς ἄλλα ἐνδιαφέρεσθε, serviliter pro dominatione, κατὰ Τάκιτον.
§69Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σήμερον πρόκειται περὶ αὐτῶν;
§70ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νομίζετε, ὅτι αἱ βουλαὶ εἶναι προωρισμέναι, νὰ συζητῶσι μόνον πολιτικὰ ζητήματα, διὰ νὰ χορηγῶσι ψήφους εἰς τὰς κυβερνήσεις καὶ νὰ φορολογῶσι τὸ ἔθνος ἀγογγύστως, καὶ ὅστις ἀγωνίζεται εἰς τὸ νὰ ἐννοήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, δαπανᾷ τάχα τὸν καιρόν του ἐπὶ ματαίῳ; εἶδον μάλιστα ὅτι τόσον πολὺ φροντίζετε περὶ τούτου, ὥστε ἐγκατελείψατε καὶ τὸ σύστημά σας.
§71Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ αὐτῶν;
§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βέβαια.
§73Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐννοήσω ποτὲ, διότι δὲν σᾶς εὑρίσκω ἐν καλῇ καταστάσει παρὰ μόνον ὅταν εὑρίσκεσθε πλησίον....
§74ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγώ, κύριοι, φρονῶ ὅτι εἶναι τὰ σπουδαιότερα συμφέροντα ὅσα ἀνάγονται ἰδίως εἰς τὴν γεωργίαν, εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν βιομηχανίαν. Μοὶ παρενεβάλατε τὴν βιομηχανικὴν τάξιν, καὶ μοὶ εἴπατε ὅτι δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τὸ αὐτὸ καὶ εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ ποῖος θὰ φαντασθῇ ὅτι δύναται νὰ εἰσπράξῃ μέγα ποσὸν ἐξ αὐτῆς τῆς τάξεως; οὐδεὶς, ἀλλὰ ἐκ τῆς γεωργικῆς τάξεως μέγα ποσὸν ἔχει νὰ εἰσπράξῃ διότι εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν εἶναι ὁ πλοῦτος καὶ ἐκεῖ σπεύδει ὁ φορολόγος. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα συνάμα δικαιολογῶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη, τὸ ὁποῖον ἐγὼ νουίζω ὅτι εἶναι σύστημα ἀνακουφίσεως τῆς γεωργικῆς τάξεως, σύστημα μεταβατικὸν, σύστημα προπαρασκευαστικὸν ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον ἐντὸς ὀλίγου θέλομεν φθάσει. Θέλομεν πεισθῇ ἐντὸς ὀλίγου ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ συναγωνισθῶμεν εἰς τὴν παραγωγὴν πρὸς τὴν Ἀμερικὴν, ὅτι δι’ αὐτῆς θέλει τοσοῦτον καταβληθῇ ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ, ὥστε δὲν θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν κατάργησιν παντὸς φόρου ἐπὶ τῆς γεωργίας τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν τὸ σύστημα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν λεπτομερῶς, διότι ἀρκεῖ ὅτι εἶναι σύστημα ἀνακουφίσεως, ἀρκεῖ ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις ἀπηλλάγη ἀπὸ τῶν πλείστων καταπιέσεων καὶ καταθλίψεων, καὶ ὅτι ἀπηλλάγη ὄχι μόνον κατὰ ποσὸν ἀλλὰ καὶ κατὰ ποιὸν διότι ἅπαξ συνταχθέντων τῶν καταλόγων κατὰ τὰς περιφερείας προϋπάρχει σταθερὰ καὶ παγία ἡ βεβαίωσις, καὶ οὐδὲν ἄλλο ὑπολείπεται εἰμὴ μόνον ἡ εἴσπραξις· τὸ μόνον ἔργον τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἡ διὰ τῶν εἰσπρακτόρων ἐνέργεια. Δὲν ἀρκοῦσιν ὅμως ταῦτα, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἴμεθα ἀδιάφοροι καὶ ὡς πρὸς τὰς Ἰονίους νήσους· σκεπτόμενοι ὡς νομοθέται περὶ τῆς γεωργικῆς τάξεως τῆς λοιπῆς χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ συττήματος, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ ἐπικρατεῖ, δὲν ἔχει τάχα ἀνάγκην καὶ ἐκεῖ ἐνθαῤῥύνσεως ἡ γεωργικὴ τάξις; Δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀνακουφίσεως; Τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εὑρίσκομεν ἐκεῖ, δυνάμεθα νὰ τὸ ὀνομάσωμεν ἀριστοκρατικόν, καὶ ἐλπίζω ὅτι οἱ συνάδελφοι ἐκ τῆς Ἑπτανήσου ὅταν τὸ ἐξηγήσουν θέλουσιν εὑρεθῆ σύμφωνοι. Ἐκεῖ φορολογεῖται ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ ἐξαγωγή, ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι ἡ κατανάλωσις, καὶ πᾶσα εἰσαγωγὴ ὑπόκειται εἰς τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον φορολογεῖται ἡ ἐξαγωγή, αὐτὸ ποίαν σημασίαν ἔχει; Φορολογοῦνται τουτέστι μόνον τὰ προϊόντα τῆς γῆς, μόνος ὁ γαιοκτήμων, ὁ δὲ κάτοικος τῶν πόλεων δὲν συντελεῖ εἰς αὐτὸν τὸν φόρον· εἶναι φόοος, ὁ ὁποῖος ἐπιβαρύνει μόνον τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἡ δὲ τάξις τῶν κατοίκων τῆς πόλεως δὲν φορολογεῖται.
§75Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ὅλα ἀνάποδα τὰ λέγετε, οἱ λεγόμενοι μεγαλοκτηματίαι κατοικοῦν εἰς τὴν πόλιν.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐσεῖς τὰ θεωρεῖτε ὅλα ἀνάποδα. Διατὶ νὰ μὴ τὰ θεωρήσω πρὸς στιγμὴν καὶ ἐγώ. Λέγω λοιπὸν ὅτι αὐτὸς ὁ δασμὸς, τὸ τέλος ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς, βαρύνει τὴν παραγωγὴν ἐκ τῆς γῆς, ἡ δὲ λοιπὴ παραγωγὴ δὲν φορολογεῖται· διατὶ νὰ μὴ φορολογῆται καὶ ἡ λοιπὴ παραγωγή; Ἡ παραγωγὴ ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας τῆς ἀστυκῆς, ἡ παραγωγὴ ἐκ τῆς βιομηχανίας διατὶ νὰ μὴν φορολογεῖται; Τοῦτο κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἀριστοκρατικὸν, εἶναι σύστημα τὸ ὁποῖον ἔχει βάσιν τὸ ἀριστοκρατικὸν πνεῦμα τῶν πόλεων. Τοιοῦτον σύστημα δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν ἐποχὴν ἡμῶν καθ’ ἣν πρὸ πάντων ἐπικρατεῖ τὸ δημοκρατικὸν πνεῦμα, καθὼς ἔλεγεν ὁ Ῥόσση· «la démocratie coule à pleins bords». Δὲν ἐννοῶ νὰ μεταφέρωμεν ἀμέσως τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐνταῦθα ἐπικρατεῖ ἐξ ἀπίνης, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ προπαρασκευάσωμεν καὶ ἐκεῖ ἀνακούφισιν τῆς γεωργικῆς τάξεως· εὑρίσκω δὲ αὐτὴν τὴν προπαρασκευὴν δυναμένην νὰ γείνῃ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. Καθὼς εἶνε γνωστὸν ὁ φόρος οὗτος εἶνε πρὸς 19½% εἰς ὃν προστίθενται καὶ ἄλλοι δημοτικοὶ δασμοὶ, ὥστε φθάνομεν εἰς 21½%. Λάβετε παράδειγμα τὴν σταφίδα ὑπὸ τοιαύτην φορολογίαν καὶ συγκρίνατε πρὸς τὴν φορολογίαν τὴν ἐνταῦθα. 21½% φορολογεῖται ἡ σταφὶς, καὶ εἶνε 21½ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου παραγωγῆς. Λοιπὸν ποῖος εἶνε ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς παραγωγῆς; 42, 43 καὶ ἴσως καὶ 50%. τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ὡς καὶ ἐπὶ πάσης ἄλλης παραγωγῆς. Λοιπὸν εἶνε ὀρθὸν νὰ καθυποβάλωμεν τὸ ἐπίλοιπον κράτος εἰς τοιοῦτον φόρον 50% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς παραγωγῆς; βεβαίως ὄχι. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶνε λίαν καταθλιπτικὸς καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶνε παράδοξον διατί τὰ κτήματα ἐν Ἑπτανήσῳ εἶνε εἰς εὐτελῆ τιμὴν, διατί τὰ κτήματα ἐκεῖ καὶ μάλιστα τὰ ἀγροτικὰ, δὲν ἔχουν ἀγοραίαν τιμήν. Βλέπετε περιουσίας αἱ ὁποῖαι εἶνε μεγάλης παραγωγῆς καὶ ὅμως οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουν διότι ὠφέλειαν δὲν παρέχουσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Αὐτὰ καλλιεργοῦνται ὑπὸ ἐπιμόρτων, οἵτινες λαμβάνουν πρῶτοι τὴν μόνην ἀπομένουσαν ὠφέλειαν, εἰς δὲ τὸν ἰδιοκτήτην οὐδὲν ὑπολείπεται. Αἰτία εἶνε ὁ φοβερὸς ὄγκος τοῦ φόρου. Ὁ κάτοικος τῆς πόλεως συνείθισε νὰ ζῇ ἐν ἀτελείᾳ καὶ ἀκαταζήτητος καὶ νομίζει τοῦτο εὐεργετικώτερον; δὲν εἶνε τόσον ψευδές; ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κ. Ζερβός· πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τῶν κτηματιῶν ἀγροτικῶν κτημάτων κατοικοῦσι τὰς πόλεις καὶ ἐν τούτοις νομίζουσιν, ὅτι δὲν πιέζονται ἐκ τῆς φορολογίας.
§77Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Αὐτὸ εἶνε ὀρθότατον.
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δύνασθε νὰ ὀνομάσητε καὶ τοῦτο ἀνάποδον;
§79Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Αὐτὸ μάλιστα εἶναι ὀρθόν. Ὅταν εἴπατε, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως δὲν πληρώνουν, αὐτὸ ἦτο ἐσφαλμένον, αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον λέγετε τώρα δὲν εἶναι ἐσφαλμένον.
§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν βαθμηδὸν καὶ οὐχὶ αἰφνηδίως τὸν φόρον τῆς εἰσαγωγῆς, ἀντὶ 19½% νὰ τὸν ἐλαττώσωμεν εἰς 16%, ἤτοι νὰ καταβιβάσωμεν 3½%· βαθμηδὸν δὲ νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ λοιπὸν φορολογικὸν σύστημα καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὄχι ἀμέσως ὅπως ἐπικρατεῖ ἐνταῦθα, νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἀλλὰ μετριώτερον ἀντὶ 5%, 1%· τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ἐφεξῆς ὄχι ὅπως ὑπάρχει, ἀλλὰ πολὺ μετριώτερον ὥστε ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὁ κάτοικος τῆς πόλεως νὰ συνειθίσῃ εἰς τὴν μετοχὴν εἰς τοὺς φόρους καὶ νὰ γίνῃ διανομὴ τοιαύτη, ὥστε βαθμηδὸν νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλετμα, ὥστε οἱ φόροι νὰ μὴ ἐπιβαρύνωσι μόνην τὴν γεωργικὴν τάξιν, πλὴν ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως. Ἡ τοιαύτη φορολογία, εἶναι ὅσον ἔνεστι καλλιτέρα, τείνει πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν κοινωνικὸν, πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ζωτικῶν δυνάμεων τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν αὐτῶν. Νομίζω λοιπὸν ἐξ ὅσων ἐξέθεσα, ὅτι ἐξήγησα τὴν πεποίθησίν μου, καὶ ἠδυνήθην νὰ καταστήσω πιθανὰ, ὅσα ὑποστηρίζω, ὅτι ὁ φόρο, τῆς δεκάτης δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἤδη ἰσχύον συντελεῖ εἰς ἀνακούφισιν τῆς γεωργικῆς τάξεως, τὸ δὲ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας εἶναι ὅσον οἷόν τε ὀλέθριον, διότι δύναται νὰ ἀναβιβάζῃ τὸν φόρον εἰς τοιοῦτον ποσὸν, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ καταστροφὰς εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν καὶ διότι τὸ σύστημα αὐτὸ ἐπιβάλλει τὸν φόρον, εἴτε ὑπάρχει πρόσοδος, εἴτε μὴ, εἴτε εἶναι τὸ ἔτος εὐτυχές, εἴτε ἀτυχὲς, ἕνεκα τούτου δὲ ἐπέρχεται ἡ ἐγκατάλειψις τῶν κτημάτων, ἡ καταστροφὴ αὐτῶν, ἥτις, ἐπαναλέγω, ἔφερε τὴν πτῶσιν τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Τὴν πλήρη κατάργησιν ἀπὸ τοῦδε δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, διότι εἶναι πρόωρος. Ὀφείλομεν προηγουμένως ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὴν τὴν ὀλίγην πρόσοδον τὴν ἀποίαν λαμβάνομεν ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν δι’ ἄλλης προσόδου, ἐμμένοντες ἐν τοσούτῳ εἰς τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον, τὸ ὁποῖον ἐδείχθη λίαν ἀνακουφιστικὸν διὰ τὴν γεωργίαν. Ὅπως σήμερον ἔχωσι τὰ πράγματα πρέπει νὰ προπαρασκευασθῶμεν, νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κατάργησιν, διότι προβλέπω ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὴν τῆς Ἀμερικῆς· οὐχ ἧττον ὅμως μέχρις ὅτου δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, δὲν θέλομεν ἐγκαταλείψει τὸ σύστημα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὴν δὲ στρεμματικὴν φορολογίαν ὡς νεκρογενῆ θέλομεν ἐνταφιάσει.
§81Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω διατὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κατέλαβε τὸ βῆμα καὶ μᾶς εἶπεν ὅσα ἠκούσαμεν· ἐὰν ὑπῆρχε πρότασίς τις εἴτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβεβλημένη, εἴτε ὑπὸ βουλευτῶν γενομένη, ἡ ὁποία ἠπείλει τὴν γεωργίαν ἢ προκνήγγελλεν, ὅτι ἐπιθυμοῦσί τινες νὰ ἐπιβάλωσι βάρη δυσβάστακτα εἰς τοὺς καλλιεργοῦντας τὴν γῆν, καὶ ἤρχετο νὰ πολεμήσῃ τὴν πρότασιν, ἤθελον θαυμάσει τὸ θάῤῥος καὶ ἐπαινέσει τὴν τόλμην τοῦ ἀνδρός. Ἀλλ’ ἡμεῖς συζητοῦμεν τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον, ὁ δὲ κ. Καλλιγᾶς ἐπέπεσε κατὰ τῆς δεκάτης καὶ ἔφερε κατηγορητήρια κατ’ αὐτῆς. Ἐφέτος οὔτε κἂν ἠκούσθη τὸ ὄνομα τῆς δεκάτης. Πέρυσιν, ὅτε ἐσυζητοῦμεν τὸ σύστημα περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν, ὑπῆρχε μειονοψηφία τις ὑπὲρ τῆς δεκάτης, ἥτις τότε ἐλάλησεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ ἐφέτος οὐδ’ ἠκούσθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ ὄνομα τῆς δεκάτης, οὐδὲ παρέστη ἡ ἀνάγκη νὰ πολεμήσῃ τὴν δεκάτην ὁ κ. Καλλιγᾶς. Ἡ Κυβέρνησις προέβαλεν ἀληθῶς τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν ὡς σύστημα φορολογίας, ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἔσπευσε νὰ τὸ ἀποσύρῃ· ἑπομένως οὐδεμία ἄλλη πρότασις ἔμεινεν εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰμὴ τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου εἰσήχθη καὶ ἀνεγράφη ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ κόσμος ὠνόμασε βωδολογικόν Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ βωδολογικὸν ὑποστηρίζουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ ἐπρότειναν πέρυσι καὶ τὸ εἰσήγαγον εἰς τὴν νομοθεσίαν· εἶναι δὲ νῦν τὸ κυριεῦον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι καὶ πολυάριθμος μερὶς ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, ἥτις πέρυσι ἦτο κατὰ τοῦ εἰρημένου συστήματος, ἐφέτος ηὐτομόλησεν, ὑποστηρίζουσα καὶ αὕτη τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δὲν ἐμείναμεν λοιπὸν κατὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, εἰμὴ ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι, ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδ’ ἠνεώξαμεν ἔτι τὰ χείλη, ἵνα ὁμιλήσωμεν κατὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς φορολογίας· ὡς δὲ σᾶς εἶπεν ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος, ἡμεῖς ἐπιφυλασσόμεθα νὰ λάβωμεν τὸν λόγον κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν καὶ ὄχι σήμερον, ὅτε ὁ κ. Καλλιγᾶς ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖον. Ἑπομένως ὅσα μᾶς εἶπε σήμερον ἦσαν ἐν οὐ δέοντι, γενόμενος αἴτιος νὰ ἀπολέσωμεν πάντα τὸν χρόνον, ὅσον κατεδαπανήσαμεν ἀκροώμενοι αὐτοῦ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων καὶ ἕτεροι συνάδελφοι ὑπέβαλον πρότασιν νόμου, ἥτις, κατ’ ἐμέ, πρέπει νὰ θεωρηθῇ τροπολογία τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ ὡς τοιαύτη πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ πρώτη, διότι εἶναι ἀπωτέρα τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖ.
§83ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν τὴν παρουσιάζομεν. Ἡμεῖς διὰ τῆς προτάσεώς μας ἀντικρούομεν τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργείου.
§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ ὑπὲρ τῆς προτάσεως δύνανται νὰ καταψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον.
§85Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ κύριοι Βουλευταὶ λέγουσιν, ὅτι αὔριον θὰ ὑποβάλωσιν εἰς συζήτησιν τὴν πρότασίν των.
§86Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ κ. κ. Βουλευταί, δὲν εἶναι τροπολογία, εἶναι νομοσχέδιον αὐτοτελές· ἑπομένως πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς διατάξεις αἵτινες κανονίζουσι τὰ τῶν συζητήσεων, διότι ἂν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἐπιψηφισθῇ, ἡ πρότασις δὲν ὑφίσταται.
§87ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι τροπολογία, διότι δὲν καταργεῖται ἀπολύτως ὁ φόρος καὶ τὸ ὑπάρχον σύστημα· ὁ φόρος μένει καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δήμους.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ.
§89Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ κ. κ. Βουλευταὶ, εἶναι αὐτοτελὴς νόμος· παρατηρῶ δὲ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, ὅτι οἱ δημοτικοὶ φόροι δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν μὲ τοὺς δημοσίους, διότι κανονίζονται κατὰ τὰς ἀνάγκας τῶν δήμων καὶ ἀναλόγως τῶν εἰσοδημάτων τὰ ὁποῖα οὗτοι ἔχουν. Δύναται ἓν Δημοτικὸν Συμβούλιον νὰ ἐπιβάλῃ ἕνα φόρον, νὰ τὸν αὐξήσῃ, νὰ τὸν ἐλαττώσῃ. Πῶς συγχίζει αὐτὰ τὰ πράγματα ὁ κ. Φιλήμων; Ἡ πρότασίς των εἶναι αὐτοτελὴς, καὶ ἀπορῶ πῶς λέγουν, ὅτι δὲν εἶναι τοιαύτη.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πρότασις τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἀναντιῤῥήτως ἀποτελεῖ ἴδιον νομοσχέδιον. Ἀλλὰ οἱ κύριοι βουλευταὶ, συζητουμένου σήμερον τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγγείου φορολογίας διὰ τὸ 1881, θέλουσιν ὑποβάλει, ἀφοῦ ἔχουσιν ἰδέαν τοιαύτην, ὁποίαν ἀναγράφουσιν ἐν τῷ ὑπογεγραμμένῳ παρ’ αὐτῶν νομοσχεδίῳ, τροπολογίαν ἀνταποκρινομένην πρὸς τὴν πρότασιν ἐκείνην. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως θέλει μείνει, ἵνα συζητηθῇ ἐν τῇ καταλλήλῳ ὥρα, διότι περιέχει καὶ διατάξεις, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν δημοτικὴν φορολογίαν, αἱ ὁποῖαι δὲν σχετίζονται πρὸς τὸ συζητούμενον ἤδη ἐπέτειον νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἔγγειον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου φορολογίαν· ἐκεῖναι κανονίζονται διὰ παγίου νόμου, διὰ νόμου ἀφορῶντος εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς διοικήσεως. Ἂν ἡ πρότασις τῶν κκ. βουλευτῶν, ἣν θέλουσι φέρει ὡς τροπολογίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ψηφισθῇ, κατόπιν θέλουσι φροντίσει νὰ ψηφισθῇ καὶ ἴδιον νομοσχέδιον, κανονίζον κατὰ τὴν ἰδέαν τῶν τὰ τῆς δημοτικῆς φορολογίας· ἂν ὅμως ἡ πρότασις αὐτῶν ἀποῤῥιφθῇ ὡς τροπολογία, τότε ὑποθέτω, ὅτι δὲν θέλουσιν ἐπιμείνει, ἵνα ψιφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ μὴ φέρω καὶ μίαν παρατήρησιν καὶ πρὸς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, καὶ πρὸς ἄλλους, οἵτινες ἐν τῇ Βουλῇ ἐνόμισαν, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνωσι τὸν κ. βουλευτὴν Ἀττικῆς, ἀγορεύσαντα ἐν τῷ δικαιώματί του. Σήμερον συζητεῖται εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ καὶ τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ἐγγείου φορολογίας κατὰ τὸ 1881. Ἕκαστος βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ γνώμην. Ἂν τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους αὐτὸ γινώσκει, ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἶχον εἰπεῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἤθελε φέρει τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἂν αὕτη εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐπέμενε, τοῦτο οὐδόλως ἀφαιρεῖ ἀφ’ ἡμῶν τὸ δικαίωμα ν’ ἀναπτύξωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν. Ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἀταράχως τῶν κκ. ὑπουργῶν καὶ τῶν λοιπῶν βουλευτῶν τῶν ὑποστηριζόντων τὸ Ὑπουργεῖον, κατακρινόντων τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν καὶ τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς ἐπικρατεῖ ἤδη ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐπεβλήθη εἰς τοὺς κ. ὑπουργούς. Τὸ ἠκούσαμεν ἐπικρινόμενον παρ’ αὐτῶν δι’ ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι κοινοβουλευτικῶς δὲν ἐπετρέποντο· ἠκούσαμεν, ἀντὶ ἐπιχειρημάτων, ἐπίθετα καὶ ἀνασκευὴν τοῦ ἡμετέρου συστήματος στηριζομένην εἰς ἀτυχεῖς ἀποπείρας εὐφυολογιῶν, οἷον εἰς τὴν ὀνομασίαν τοῦ συστήματος ὡς βωδολογικοῦ καὶ εἰς ἄλλα ὁμοίας λεπτότητος. Πάντα ταῦτα ἐπετρέψαμεν εἰς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, χωρὶς ν’ ἀντιπαρατηρήσωμεν οὐδὲν, διότι ἄκαιρον ἐθεωροῦμεν τὴν συζήτησιν. Σήμερον ὅμως, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ θέλει δοθῇ ἰσχὺς εἰς τὸ ἡμέτερον σύστημα καὶ διὰ τὸ ἔτος 1881, ἐπικαίρως ἔρχεται ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὑποστηρίζων ἐπιστημονικώτατα τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ νομίζω, ὅτι σπανίως ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ἀγορεύσεις οἵα ἡ τοῦ κ. Καλλιγᾶ, σπανίως ἤκουσε τόσον διδακτικὴν ἀγόρευσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐγὼ, ἐργασθεὶς ἐπὶ τοῦ συστήματος, ὁμολογῶ, ὅτι ἐδιδάχθην σήμερον ἐκ τῆς ἀγορεύσεως ταύτης, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ὁμιλία τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς θέλει ἀποδειχθῆ λίαν χρήσιμος καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ καὶ ἐν τῇ τρίτῃ συζητήσει, καὶ ὅτι χάρις εἰς τὴν ὁμιλίαν ταύτην θέλομεν κερδήσει πολλὰς ὥρας ἐν τῷ συνόλῳ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, διότι πολλὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνων ἐν τῷ τύπῳ καὶ τὰ ὁποῖα ἤθελόν τινες φέρει εἰς τὴν Βουλήν, δὲν θὰ τολμήσωσι νὰ τὰ φέρωσιν ἤδη, ὅτε ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Καλλιγᾶ τὰ κατέστησεν ἕωλα Ἐγὼ μάλιστα ἐλπίζω, ὅτι μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Καλλιγᾶ θέλομεν προβῆ εἰς τὴν βʹ. καὶ γʹ. συζήτησιν ἄνευ ἐνστάσεως· ἂν δὲ γείνῃ ἀντίῤῥησις, θὰ γείνῃ ἐκ πείσματος, διότι μετὰ τὴν ὁμιλίαν ταύτην εἶνε ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπείσθη ἕκαστος, ὅτι τὸ πέρυσιν ἐγκαινισθὲν σύστημα εἶνε προκριτότερον παντὸς ἄλλου προταθέντος καὶ ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ ὥρᾳ, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ γείνῃ σκέψις περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου, ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν καὶ διὰ τὸ μέλλον ὅ,τι τοσοῦτον εὐδοκίμως ὑπάρχει.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, δὲν εἴμεθα οὔτε εἰς σχολεῖον, οὔτε εἰς Ἀκαδημίαν· δὲν ἐρχόμεθα ἐδῶ νὰ ἀκούωμεν θεωρίας καὶ λέξεις καὶ δημηγορίας, ἄνευ οὐδενὸς σκοποῦ καὶ πρὸς οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Εἰς τί ἐχρησίμευσεν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον, περὶ οὗ πρόκειται, ἡ πολυλογία τοῦ κ. Καλλιγᾶ; Ὑποστηρίζεται σήμερον ἡ δεκάτη; ἢ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ στρεμματικόν; οὐχί. Πρὸς ποῖον λοιπὸν σκοπὸν καὶ διὰ ποῖον ἀποτέλεσμα ἐπολυλόγησεν ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐπὶ δύω ὥρας; Ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, καὶ τὸ ἔθνος καὶ ἡμεῖς, νὰ μὴ ἐξαντλῶμεν τὸν καιρὸν εἰς ματαιολογίας, νὰ μὴ ἀκούωμεν λόγους μόνον κενοὺς, ἀλλὰ καὶ νὰ πράττωμεν. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Καλλιγᾶ ἐπὶ τίνος νὰ σκεφθῶμεν, ἐπὶ τίνος νὰ συζητήσωμεν; περὶ τίνος πρόκειται, ἵν’ ἀπαντήσῃ τις; Καὶ τοῦτο λέγω, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν σήμερον ζήτημα τοιοῦτον, ὁποῖον ἔφερεν, ἠθέλομεν ἀποδείξει, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ θεωρίαι τοῦ κ. Καλλιγᾶ εἶναι ὁποῖαι ἦσαν πάντοτε, ἄνευ ἐννοίας οὐδεμιᾶς, ἄνευ σπουδαιότητος, ἄνευ ἀξίας· ἀλλὰ τί θέλετε νὰ εἴπωμεν σήμερον; σήμερον δὲν συζητοῦμεν τοιαῦτα. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐσυζήτησε καὶ περὶ τραπεζῶν καὶ περὶ δανείου, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν εἶπε τίποτε σπουδαῖον καὶ τότε.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τοῦ ἐναντίου ἐπείσθη.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν ἔχουν οὐδεμίαν οἰκονομολογικὴν ἀξίαν. Λοιπὸν, κύριοι, στενοχωρούμεθα, καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ στενοχωρώμεθα, διότι, ἀφοῦ μετὰ τοσαύτης δυσκολίας κατορθόνομεν ἀπαρτίαν, χάνομεν τὸν καιρόν μας ἐπὶ ματαίῳ, διότι τέλος πάντων πρέπει καὶ ἡ Βουλὴ νὰ βαδίσῃ ἐπὶ τὰ πράγματα. Σήμερον ἠκούσαμεν δύο ὁλοκλήρους ὥρας θεωρίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν οὐδένα πρακτικὸν σκοπόν· ἐπρόκειτο, ἐπαναλέγω, νὰ δικαιολογηθῇ ἡ δεκάτη; ὄχι· ἐπρόκειτο νὰ πολεμήσῃ σύστημα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ὑποστηρίζει σήμερον; Ἰδοὺ διατί ἀνησυχοῦμεν, ἀκούοντες τὴν κατὰ τῶν φόρων πάλην τοῦ κ. Καλλιγᾶ, καὶ ἰδοὺ διατί παρακαλοῦμεν τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ μὴ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν εἰς θεωρίας, αἵτινες δὲν ἔχουν οὐδένα πρακτικὸν σκοπόν, οὐδὲ σχέσιν μὲ τὰ προκείμενα· καὶ ἰδοὺ διατί εἶπον εἰς τὸν κ. Καλλιγᾶν, ὅτι ὁμιλεῖ διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι ὁμιλεῖ διὰ τὸν λαόν, καὶ ἐξοδεύει τὸν καιρὸν εἰς μάτην. Ἤθελες νὰ δείξῃς, ὅτι σὺ μόνος μεταξὺ ἡμῶν σκέπτεσαι καὶ φροντίζεις περὶ τῆς γεωργικῆς τάξεως, ἡμεῖς δὲ οἱ ἄλλοι ἀδιαφοροῦμεν.
§94ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὴν ἀδιαφορίαν τὴν δεικνύετε κατὰ τοῦτο, ὅτι προτιμᾶτε ἓν Ὑπουργεῖον παρὰ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγετε, διὰ νὰ ἀποφύγητε τὸν κίνδυνον.
§95Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐν τῷ δικαιώματί του ἀγορεύσας, ὡς προεῖπε καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ἠγόρευσε τῷ ὄντι λίαν σπουδαίως καὶ λίαν διδακτικῶς δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πεποιθήσεις, δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀλλάσσουν ἀνὰ πᾶσαν εὐκαιρίαν τὸ σύστημά των, ὡς ἐκ τοῦ ἀέρος, ὁ ὁποῖος ἐπικρατεῖ εἴτε ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἴτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς.
§96Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε ὄρεξιν διὰ χειροκροτήματα.
§97Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς μὲ διακόπτετε; δὲν ἀπαντῶ.— Ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶχεν ἐνώπιόν του μίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἴσως ὁ κ. πρωθυπουργὸς οὔτε εἶδεν, ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, διῃρημένην εἰς τρεῖς γνώμας, τῶν μὲν ὑποστηριζόντων τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, τῶν δὲ ὑποστηριζόντων τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη πέρυσι, καὶ τῶν ἄλλων παραδεχομένων μὲν ὡς ὀρθὸν τὸ σύστημα τοῦ κ. Σωτηροπούλου, διότι ἔκτοτε προετοιμάζετο ἡ ὑποχώρησις τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἀλλὰ λεγόντων ὅτι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ἐποχῆς, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ ἀπαιτεῖται νὰ μελετηθῇ καλλίτερον. Ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶχε δικαίωμα νὰ συζητήσῃ τοὐλάχιστον πρὸς ἐκείνους ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, οἱ ὁποῖοι μένουσι σταθερῶς εἰς τὴν γνώμην των, ὑποστηρίζοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τὸ ὁποῖον οὗτος ἀπέσυρε. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς δικαίως ὡμίλησεν ἐπὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος, καὶ ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ ὡς ὡμίλησε, διότι ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶναι ἐκ τῶν ὀλίγων ἐπιστημόνων, τοὺς ὁποίους ἔχει ὁ τόπος, καὶ δύναται νὰ καυχᾶται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Καλλιγᾶ. Δὲν ἔχουν δὲ δικαίωμα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν οὐδεμίαν πεποίθησιν εἰς οὐδὲν σύστημα, νὰ κατηγοροῦν τὸν κ. Καλλιγᾶν καὶ νὰ λέγουν, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν εἶπε τίποτε. Κατηγορήσατε τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπεψηφίσθη πέρυσι, τὸ κατηγορήσατε πολυειδῶς καὶ διαφοροτρόπως· συνῆλθε μάλιστα μετὰ μιᾶς ἐπιτροπῆς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐκείνη ἡ ἐπιτροπὴ ἐμελέτησε, καθὰ λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν της, ἐπιστημονικῶς τὸ ζήτημα, καὶ διετύπωσεν ἓν νομοσχέδιον, ὅπερ ἐδημοσιεύθη ἐν τῷ «Αἰῶνι». Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διετύπωσε τότε, τὸ μετέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ ὑπέβαλεν ἄλλο νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ σήμερον τὸ ἀποσύρει· καὶ τοῦτο· καὶ πρὸ ὀλίγου, διακόπτων ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Καλλιγᾶν, τῷ εἶπε: Δὲν δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, καθ’ ὃν αὐξάνομεν καὶ τὸν ἔγγειον; Ὁ κ. Καλλιγᾶς τῷ ἀπήντησεν ἄλλως· ἀλλ’ ἐγὼ λέγω πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ τῷ κάμῃ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι τὸ νομοσχέδιόν του ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἀπὸ τῆς ὁποίας μετὰ στόμφου ἐπαρουσιάσθη ὡς σωτήριον διὰ τὸν τόπον, ἔλαβε τρεῖς μεταβολὰς, καὶ ἐπὶ τέλους ἐξεσχίσθη ἐν μέσῃ ἡμέρᾳ κατὰ πρόσωπον ὅλης τῆς κοινωνίας. Δὲν ἔχουν λοιπὸν δικαίωμα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὕτως ἐφέρθησαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νὰ κατηγορῶσι τὸν κ. Καλλιγᾶν, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, ὁμιλήσας ὡς ὡμίλησε.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§99ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Χθὲς εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων ἔγεινεν ἀρκετὸς λόγος περὶ τῆς φορολογίας τοῦ χωρίου Καστάνια τοῦ Δήμου Μελιτίνης, καὶ συνεφώνησαν καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν Λακωνικῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἀφοῦ ἔγεινε δεκτὴ ἡ ἀπαίτησις αὕτη ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων, πολὺ περισσότερον εἶνε δίκαιον νὰ παραδεχθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ προϊόντων τῆς γῆς, ὅστις εἶναι ἡ κυριωτέρα φορολογία, καὶ καθόσον μάλιστα τώρα μεταβαίνει ὁ φόρος ἀπὸ τὰ προϊόντα τῆς γῆς εἰς τοὺς βόας, διότι αἱ γαῖαι, εὑρισκόμεναι ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Δήμου Λεύκτρου, δὲν ἐφορολογοῦντο. Ἤδη ἐνοικιασταὶ ἢ ὑπάληλοι, θέλοντες νὰ πιέσωσι τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου αὐτοῦ, ζητοῦσι νὰ φορολογήσωσι τοὺς βόας, οἵτινες ἐργάζονται ἐν τοῖς ἀνωτέρω κτήμασι, τοῖς κειμένοις ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Δήμου Λεύκτρου τῆς Λακωνίας.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ δώσῃ ἐξηγήσεις σήμερον περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν φορολογεῖται ἡ περιοχὴ τοῦ χωρίου ἐκείνου. Ἂν ὁ ὑπουργὸς δώσῃ ἐξηγήσεις, νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρωμεν εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι θέλει ἐξακολουθεῖ γινόμενον ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐγίνετο.
§101ΣΑΡΑΒΑΣ. Πρόκειται, φρονῶ, περὶ τῆς φορολογίας τοῦ χωρίου Καστάνιτσα, τὸ ὁποῖον νῦν ὑπάγεται εἰς τὸν Δῆμον Μελιτίνης. Τὸ χωρίον τοῦτο, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἀπετέλει ἄλλοτε μέρος τοῦ Δήμου Λεύκτρου· παράκειται μάλιστα εἰς τὸ χωρίον Καστάνεια τοῦ Δήμου Λεύκτρου, ἐξ οὗ καὶ ἀπῳκίσθη· κατόπιν δὲ, μετὰ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους, φαίνεται, ὅτι ἐθεωρήθη εὐκολώτερον τὸ χωρίον τοῦτο νὰ ἀποτελῇ μέρος τοῦ Δήμου Μελιτίνης τῆς Ἐπαρχίας Λακεδαίμονος· κυρίως ὅμως ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου. Ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον ἡ φορολογία τοῦ χωρίου τούτου νὰ ὑπάγηται εἰς ἣν φορολογίαν ὑπάγεται ἡ λοιπὴ ἐπαρχία Οἰτύλου.
§102ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ χωρίον εἶναι μεταξὺ τῶν ὁρίων Οἰτύλου καὶ Λακεδαίμονος, ἀλλὰ τὰ κτήματά του ὅλα εἶναι ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ Δήμου Λεύκτρου τοῦ Οἰτύλου. Διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ ὁρισθῇ ῥητῶς, ἤτοι δι’ ἐξηγήσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα, ὅτι τοῦ χωρίου αὐτοῦ ἡ φορολογία θέλει ἐνεργεῖσθαι ὑπὸ τοὺς κανόνας τῆς Λακωνικῆς φορολογίας.
§103ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἡ φορολογία αὐτοῦ τοῦ χωρίου παρουσιάζει τῷ ὄντι ἀνωμαλίαν ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἀκόμη νὰ βεβαιωθῶ πῶς ὁριστικῶς ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἵνα δώσω ὁριστικὴν ἐξήγησιν αὔριον, ὅτε ἐλπίζω νὰ συμπληρώσω τὰς πληροφορίας μου.
§104ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν ἤλπιζον, ὅτι ἐπέπρωτο νὰ συζητῶμεν ἐνταῦθα καὶ σήμερον ἀκόμη προνόμια, νὰ ἔχωμεν δηλ. ἐντὸς τοῦ κράτους διφυᾶ κατάστασιν, φορολογουμένους ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐπαρχίας ἢ κωμοπόλεις ἀσυδότους ἀφ’ ἑτέρου. Τὰ προνόμια ταῦτα, προϊόντα ἱστορικῆς ἐποχῆς ἡττημένης κεντρικῆς ἐξουσίας, ὤφειλον μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν γεγονότων ἐκείνων νὰ καταργηθῶσιν. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ καταγωγὴ τῶν προνομίων τούτων εἶναι τοιαύτης αἰτίας, διότι νομοθετικοὶ λόγοι δὲν μᾶς πληροφοροῦσι τὸ διατί. Τὰ γεγονότα ταῦτα ἀνάγονται εἰς ἐποχὰς πολὺ ἀπεχούσας τῆς ἐνεστώσης μου ἡλικίας, καὶ ἱστορία περὶ αὐτῶν δὲν ὑπάρχει γραπτή. Ὑποθέτω ὅμως, τὸ ἐπαναλέγω, ὅτι ταῦτα ἐγεννήθησαν ἕνεκα τῶν ἀντεγέρσεων κατὰ τῶν καθεστώτων νόμων, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἠναγκάσθησαν αἱ ἀσθενεῖς κυβερνήσεις νὰ συνθηκολογήσωσι μετὰ τῶν ἀντεγερθέντων, καὶ οὗτοι ἀπηλλάχθησαν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ κοινοῦ δικαίου. Ἤδη λοιπὸν εὑρίσκεται ἆρά γε ἡ κεντρικὴ ἐξουσία ὑπὸ τὴν αὐτὴν κατάστασιν τῆς ἀδυναμίας, ὥστε νὰ ἀναγνωρίσῃ ὁλονὲν νομοθετικῶς τὴν κυβερνητικὴν ἧτταν, καὶ νὰ μὴ δύναται ν’ ἀρνηθῇ τιμάρια εἴς τινα μέρη; Ἂν οὕτως ἔχῃ, δὲν ἠξεύρω πῶς οἱ ὑπερήφανοι Ὑδραῖοι ἀνέχονται νὰ καταργηθοῦν τὰ προνόμιά των, καὶ νὰ ἐκπέσουν ἀπὸ τῆς ἀπαλλαγῆς τῆς στρατείας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ βαδίζωμεν πρὸς τὴν ἑνοποίησιν τοῦ ἔθνους καὶ τὴν κατάργησιν τῶν προνομίων, καὶ ὄχι νὰ ζητῶμεν ἤδη λεπτομερείας ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τοῦ δεῖνος χωρίου, καὶ νὰ προτείνωμεν νὰ μένῃ ἀσύδοτον. Προτείνω λοιπὸν, ὅπως καταργηθῇ ἡ ἀσιδοσία ἐνταῦθα, ὄχι μόνον εἰς τὰ μέρη αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἐπίδαυρον, ἡ ὁποία ἔλαβε διὰ ψηφίσματος τῆς τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος Συνελεύσεως τὸ προνόμιον, διὰ νὰ ἦναι ἀσίδοτος, καὶ φρονῶ, ὅτι εἶναι ὑψίστου ἐθνικοῦ συμφέροντος ἡ κατάργησις τῶν προνομίων, διὰ νὰ ἦναι ὁ Ἕλλην ὁ αὐτὸς εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς ἐπικρατείας.
§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μικρὸν χωρίον τῆς Ἐπιδαύρου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίας, ὑπάρχει τῷ ὄντι ἀσιδοσία, ἡ ὁποία καθιερώθη διὰ ψηφίσματος τῆς πρώτης ἐθνικῆς Συνελεύσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν τιμὴν νὰ φιλοξενήσῃ· ἀφοῦ δὲ ἡ κατάστασις αὕτη διετηρήθη τόσον καιρὸν, εἶναι πολὺ τολμηρὸν νὰ προτείνωμεν ἤδη τὴν κατάργησίν της. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ χωρία τῆς Λακωνίας, δὲν ὑπάρχει ἀσιδοσία· τὰ προϊόντα τῆς Λακωνίας φορολογοῦνται κατὰ τρόπον ἴδιον, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐφαρμόζεται καὶ εἴς τινα ἄλλα μέρη, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ προϊόντά τινα, δηλ. ἀντὶ νὰ φορολογῶνται ἀμέσως ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς, φορολογοῦνται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας ταύτης. Τοιοῦτον φορολογικὸν σύστημα ὑπάρχει ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς ἐπικρατείας· εἰς τὴν πατρίδα π. χ. τοῦ κ. Δουζίνα ἐφηρμόζετο ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὁ τρόπος τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν λεμονίων, ἐνῷ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας φορολογοῦνται ὡς περιβόλια κατὰ στρέμμα· τὸ αὐτὸ ἐγίνετο καὶ εἰς τὴν Ἄνδρον, γίνεται δὲ καὶ ἤδη διὰ τὰ σῦκα, τὰ βαμβάκια κτλ. Τοῦτο δὲ λέγω ἐκ περισσοῦ, ὅτι προέρχεται ἐκ τῆς ἀθλιότητος τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν ἕνα φόρον ὁμοιόμορφον ἐπὶ τοῦ ἐδάφους. Ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τοῦτο, εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἄλλα μὲν προϊόντα νὰ ἀφίνωμεν ἀφορολόγητα, ἄλλα νὰ φορολογῶμεν διὰ τῶν βοῶν, ἄλλα κατὰ στρέμμα καὶ ἄλλα κατ’ ἄλλους διαφόρους τρόπους.
§106ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ πατρίς μου δὲν εἶναι ἀσίδοτος· τὸ λεμόνιον φορολογεῖται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅμως, ὅτι 100,000,000 λεμόνια δὲν δύνανται νὰ καταναλωθῶσιν εἰς τὸν τόπον, ὥστε ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεώς της ἡ ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς φορολογία εἶναι ἀναγκαστική.
§107ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κυνουρίας ὑπάρχουν βαλανιδόδενδρα ἰδιόκτητα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται ὡς δημόσια· παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογῶνται ὡς δημόσια.
§108ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ φέρῃ θεραπείαν τοῦ πράγματος. Ἐν Καρυστίᾳ δὲν ὑπάρχουν παρὰ ὀλίγα βαλανιδόδενδρα· ὁ καρπὸς τῶν βαλανιδοδένδρων αὐτῶν μέχρι τοῦ 1867 ἐφορολογεῖτο, λαμβανομένου ἁπλοῦ φόρου, οὐχὶ δὲ καὶ δικαιώματος ἐπικαρπίας. Κατὰ τὰ 1867 ὁ κ. Κεχαγιᾶς μετέβαλε τὸ σύστημα, καὶ συνάμα μετὰ τοῦ ἐγγείου φόρου προσέθηκε καὶ δικαίωμα ἐπικαρπίας· ἔκτοτε δὲ ἀπὸ τὰ 1867 μέχρι σήμερον οἱ ἰδιοκτῆται τῶν βαλανιδοδένδρων παραπονοῦνται δικαίως καὶ πληρόνουν διαμαρτυρόμενοι, διότι δὲν ὑπάρχει οὔτε λόγος δικαιολογητικὸς τῆς μεταβολῆς. Ἐγένετο εἰς τὰ 1867, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἔφερεν οὔτε κἂν μίαν ἔκθεσιν, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ αἰφνηδίως μετεβλήθη τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα, καὶ ἐπεβλήθη καὶ εἴσπραξις δικαιώματος ἐπικαρπίας, ἐνῷ τὰ βαλανιδόδενδρα εἶνε πάντα ἀνεξαιρέτως ἰδιόκτητα.
§109ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς ὑπάγουν εἰς τὰ δικαστήρια.
§110ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Θὰ ἦτο φοβερὸν ἂν διὰ πέντε δραχμὰς, τὰς ὁποίας πληρόνει ὁ γεωργὸς ἀδίκως δι’ ἐπικαρπίαν, νὰ πηγαίνῃ εἰς τὰ δικαστήρια· νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνεύσπλαγχνος πρότασις, μὴ ἁρμόζουσα εἰς τὸ στόμα ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ.
§111ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν.) Θὰ ἐξετάσω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον.)
§112ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ὡς γνωστὸν, οἱ κάτοικοι Λεμησσοῦ τῆς Κύπρου ἔπαθον ἐκ πλημμύρας πολλὰ δυστυχήματα καὶ ὑπέστησαν μεγίστας ζημίας ὑπὲρ τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει καθῆκον ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι συμμερίζεται τὰ δυστυχήματα ἐκεῖνα καὶ σπεύδει εἰς ἀνακούφισιν αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον δύναται. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ προσφέρωμεν ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀνάγκην τῶν κατοίκων τοῦ πολυπαθοῦς ἐκείνου τόπου συνδρομήν· ὀφείλομεν ὅμως νὰ προσφέρωμεν τὸν ὀβολὸν τῆς χήρας, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν τὸ τάλαντον τοῦ πλουσίου. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ χορηγήσῃ συνδρομὴν ἐκ δραχμῶν δέκα χιλιάδων....
§113ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ὀλίγαι.
§114ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ προσφέρωμεν 50,000 τοὐλάχιστον.
§115ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς προχθὲς προσέφερον διὰ τὸν στρατόν....
§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1881, ἐκ δρ. 10,000. Κατὰ τὴν συζήτησιν δυνάμεθα ν’ αὐξήσωμεν τὸ ποσόν, ἀλλ’ ἀναλόγως τῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελοῦμεν.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ κυβέρνησις τὴν εὐχὴν ἁπάσης τῆς Βουλῆς. Τὸ ποσὸν εἶναι δυσανάλογον, ὀρθὸν δὲ εἶναι νὰ ὑποβάλῃ ἡ κυβέρνησις ἕτερον νομοσχέδιον. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν τὸ εἰσαγόμενον, διότι πρόκειται ἐπὶ ὅλως ἄλλης βάσεως νὰ γείνῃ ἡ πρότασις.
§118ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ δοθῶσι 50,000. Αὐτοὶ ὡς καλοὶ πατριῶται μᾶς ἐδώρησαν πρὸ ὀλίγου ἡμιόνους διὰ τὸν στρατόν· ἔπραξαν ὅ,τι ἠδύναντο.
§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμμεριζόμενοι καὶ ἡμεῖς τὴν γενικὴν ἔκφρασιν καὶ εὐχὴν τῆς Βουλῆς, αὐξάνομεν τὸ ποσὸν τῆς συνδρομῆς εἰς 50,000.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1881. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.)
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν μέχρι τοῦ 1876 καθυστερούντων.
§122Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐξαιρεῖ τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ τόκου ὑπερημερίας τοὺς ἐξ ἀπλήστου διαχειρίσεως ὀφείλοντας. Τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ διασαφήσῃ, διότι τινὲς δημόσιοι λειτουργοὶ ἐγένοντο ἐλλειμματίαι οὐχὶ ἐξ ἰδιοτελοῦς προαιρέσεως, ἀλλ’ εἴτε ἐκ σφάλματος, εἴτε ἐκ κλοπῆς ἢ ἐξ ὑπαιτιότητος τρίτου, δικασθέντες δὲ ἠθωώθησαν. Οἱ τοιοῦτοι δὲ εἶναι μὲν βεβαίως λογιστικῶς ὑπόλογοι, ἀλλὰ ποινικῶς δὲν καταδιώκονται. Νομίζω λοιπὸν, πρὸς ἀποφυγὴν ἀδικημάτων, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ σαφῶς, ὅτι ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν ταύτην μόνοι ἐκεῖνοι, ὧν ἡ ἄπληστος διαχείρισις εἶναι βεβαιωμένη διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως.
§123ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν.)
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§126ΤΙΝΕΣ. Παρήλθεν ἡ ὥρα. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 6¼.