1880.02.21
2.099 στίχοι · 17.602 λέξεις · 72 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 75
τῆς 21 Φεβρουαρίου 1880.
(Πέμπτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν ἀναφοραὶ α) κατοίκων τινῶν τοῦ δήμου Νάσσωνος, παραπονουμένων, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ἐγένετο ὑπέρογκος, καὶ βʹ) Σ. Σπηλιοπούλου, συνιστῶντος μέτρα τινὰ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν.
§2ΦΛΕΣΣΑΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μοναστηριακῶν κτημάτων.
§3ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἄν ἦναι δυνατὸν, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά ἀνάγνωσιν ἡ αἴτησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ· εἶναι πίστωσις, καὶ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπή.
§5ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐπειδὴ μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θ’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐσόδων, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ α) ἐὰν ἡ μεταλλευτικὴ ἑταιρία τοῦ Λαυρίου ἐπλήρωσε τὰ ἑκατομμύρια, ἅτινα ὀφείλει εἰς τὸ δημόσιον καὶ διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι καταδικασμένη· βʹ) ἐὰν οἱ δηλώσαντες μεταλλεῖα καὶ λαβόντες παραχωρητήρια ἐπλήρωσαν τὰ 3 λεπτὰ κατὰ στρέμμα κατὰ τὸν νόμον, καὶ γʹ) πόσον τὸ κατ’ ἔτος βεβαιούμενον καὶ πόσον τὸ πληρωνόμενον ποσὸν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐσόδου.
§6ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, ἐλέχθη εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νῦν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διορίσῃ μίαν ἐπιτροπὴν εἰδικὴν, ἵνα ἐπεξεργασθῇ τὴν πρότασιν νόμου περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας καὶ τὰς ἐπ’ αὐτῆς τροπολογίας, νὰ καλέσῃ δὲ καὶ τοὺς ἔχοντας τὰς τροπολογίας, ἵνα συγχωνεύσωσιν αὐτὰς, οὕτω δὲ νὰ προετοιμασθῇ ἕν νομοσχέδιον, ὅπως μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§11ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ἑξῆς ἐρωτήσεων. α.) Ἐὰν ἡ ὁδὸς ἡ κατασκευασθεῖσα ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι τῆς σκάλας τοῦ λιμένος τοῦ Ὠρωποῦ ἦναι ἐθνικὴ ἢ ἰδιωτική.
§12ΤΙΝΕΣ. Ἐπαρχιακή, θέλετε νὰ εἰπῆτε.
§13ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὄχι, ἰδιωτική. Εἰς τοῦτο δὲ προβαίνω, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι ὁ κ. Συγγρὸς, ὅστις εἶναι κάτοχος γαιῶν μεγάλης ἐκτάσεως εἰς τὸν Ὠρωπὸν, διαφιλονεικεῖ τὴν ὁδὸν ταύτην, λέγων, ὅτι ἀνήκει εἰς αὐτόν. Ἐγὼ δὲ γνωρίζω, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη κατεσκευάσθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ τὸ δημόσιον ἐπλήρωσε διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῆς ἀρκετὰς χιλιάδας δραχμῶν. βʹ.) Θέλω νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἥτις σταθμεύει ἐν τῷ χωρίῳ Σκάλα τοῦ Ὠρωποῦ, διατελῇ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ κ. Συγγροῦ ἢ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοῦτο τὸ λέγω, διότι ὁ κ. Συγγρὸς πρὸ 15 ἡμερῶν μετεχειρίσθη τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ 20 ἐνόπλους ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς αὐτὸν ἀνθρώπων, καὶ παρεμπόδιζε τὴν διάβασιν διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης, καὶ ἐμπόδισε νὰ μεταφέρῃ γαιάνθρακας ἐκ τοῦ ἀνθρακωρυχείου, ὅπερ ἔχει ἐνοικιασμένον, ὁ Ἰωάννης Μαθιᾶς. γʹ.) Θὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν ὁ χῶρος ὁ πλησίον τῆς παραλίας κείμενος καὶ ὁ πρὸ 10 ἐτῶν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ τελωνικοῦ νόμου καὶ τοῦ περὶ μεταλλείων παραχωρηθεὶς πρὸς χρῆσιν τοῦ ἀνθρακωρυχείου, ἐὰν ἀνήκῃ εἰς τὸν κ. Συγγρὸν ἢ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· εἰς τοῦτο δὲ ὁρμῶμαι ἐπίσης, διότι, μικροῦ δεῖν, πρὸ 15 ἡμερῶν οἱ ἄνθρωποι τοῦ μεταλλείου αὐτοῦ καὶ οἱ ἔνοπλοι τοῦ κ. Συγγροῦ μετὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως θὰ ἤρχοντο εἰς σύγκρουσιν, ἧς τὰ ἀποτελέσματα δὲν θὰ ἦσαν εὐχάριστα· ἐξακολουθεῖ δὲ ὁ κ. Συγγρός, ἐπιμένων νὰ ἐμποδίζῃ διὰ τῆς παντοδυναμίας του τὴν μεταφορὰν τῶν γαιανθράκων, ἐξ ὧν καὶ ὁ δῆμος Ὠρωπίων καὶ τὸ δημόσιον ὠφελοῦνται πρὸ 10ετίας οὐχὶ ὀλίγα. Ἔχω ἀνάγκην αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν, καὶ συγχρόνως θὰ ἐρωτήσω τήν Κυβέρνησιν ἐὰν αἱ γαῖαι περὶ τὰ 15,000 στρέμματα, αἵτινες, ὡς λέγουν, κατελήφθησαν παρὰ τοῦ κ. Συγγροῦ, ἐὰν, λέγω, τὸ δημόσιον ἔλαβε πρόνοιαν περὶ αὐτῶν, ἐὰν ἀπέστειλε νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἐὰν ἐκίνησεν ἀγωγήν, ἵνα διεκδικήσῃ τὰς γαίας αὐτὰς, τὰς ὁποίας κατέλαβε καὶ κατέστησεν ὡς ἰδιοκτησίαν του ὁ κ. Συγγρός. Ἐγὼ μίαν καὶ μόνην φορὰν μετέβην εἰς τὸν Ὠρωπὸν καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι αἱ γαῖαι αὐτοῦ τόσον, ὅσον καὶ ἡ ὁδὸς ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον, καὶ οἱ χωρικοὶ μοὶ εἶπον, ὅτι τὸ δημόσιον μάλιστα ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ κ. Συγγροῦ, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρομεν ἀκόμη τ’ ἀποτελέσματα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τοῦ δημοσίου γαῖαι, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸ, διότι εὑρίσκονται μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μάλιστα ὑπ’ ἀνθρώπων, οἵτινες θεωροῦνται ἰσχυροί. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ πᾶσαν ἄλλην πληροφορίαν, ἣν ἤθελον λάβει, σχετικὴν, νὰ κοινοποιήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλω στείλει ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, κατὰ τὸν νόμον αἱ κληρώσεις γίνονται εἰς τὰς Πρωτευούσας τῶν Ἐπαρχιῶν. Παρετηρήθη ὅμως, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι κατορθωτὸν εἰς τὰς νήσους, διότι εἶναι δύσκολον νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς πρωτευούσας. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπου τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, νὰ διατάττῃ νὰ μεταβαίνωσιν αἱ ἐπιτροπαὶ ἐπιτοπίως, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπισπεύσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθόσον ἡ ἐργασία εἶναι προχωρημένη.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι κατεπεῖγον, θέλει ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως προνομίου πρὸς σύστασιν τεχνητῶν θαλασσίων λουτρῶν παρὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ.
§19ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριοι, κατὰ τὸν περὶ δήμων νόμον, προκειμένου νὰ διορισθῇ εἰσπράκτωρ δημοτικὸς, τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐκλέγει τρεῖς ὑποψηφίους, ἐξ ὧν ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ καὶ διορίσῃ ἕνα. Κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ἀπεβίωσεν ὁ εἰσπράκτωρ τοῦ δήμου Ἀθηναίων, τὸ δὲ Δημοτικὸν Συμβούλιον προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν τριῶν ὑποψηφίων, καὶ ἐγένετο ἡ περὶ τούτου ἀνακοίνωσις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὸν μῆνα Σεπτέμβριον. Δυστυχῶς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν, τὰ δὲ ταμιακὰ πράγματα τοῦ Δήμου εὑρίσκονται τοιουτοτρόπως εἰς κατάστασιν ἀπαγορεύσεως, διότι τὸ ταμεῖον εἶναι κεκλεισμένον, ἀφοῦ νέος εἰσπράκτωρ, ὅπως παραλάβῃ τὸ ταμεῖον, δὲν διωρίσθη. Κατ’ ἐντολὴν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, παρεκάλεσα ἐπανειλημμένως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, οὗτος δὲ μοὶ ὑπεσχέθη, ὅτι ταχέως θέλει πληρωθῆ αὐτὸ τὸ κενόν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω τὴν μεγάλην προθυμίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἡ ὑπόθεσις ὅμως μέχρι τοῦδε βραδύνει.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤρθησαν τὰ ἐμπόδια;
§21ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς, τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας αὐτῶν, οὐδεμία παρέμβασις ὑπάρχει, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀφέθη ἐλευθέρα καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσώπου.
§22ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Κἄτι τι ἴσως θὰ συνέβη, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ σκεφθῇ ὡρίμως περὶ τοῦ πρακτέου. Ἐγὼ ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας πολλὰ ἐναντίον καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ὑποψηφίου εἰσπράκτορος· ὥστε ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἀνεξετάστως.
§23ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτὰ ἐδημοσιεύθησαν μετὰ παρέλευσιν 5 μηνῶν ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ εἰσπράκτορος.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομαρᾶς θέλει ἐξακολουθήσει τὴν διακοπεῖσαν χθὲς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγόρευσίν του.
§25ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶπον, κύριοι, χθὲς, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον αἱ κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις ὑποβάλλουν εἰς τὰ κοινοβούλια, εἶναι ἡ εἰκὼν καὶ τὸ κάτοπτρον τῆς πολιτικῆς αὐτῶν, καὶ τἀνάπαλιν, ἡ πολιτικὴ ἑκάστης κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως κρίνεται ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὃν ὑποβάλλει εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, κύριοι, τὸ κυβερνητικὸν σύστημα πάσχει δύο μεγάλα ἐλαττώματα, καὶ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ πράγματα καὶ ὡς πρὸς τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως. Ὡς πρὸς μὲν τὰ οἰκονομικὰ, διότι, ὁσάκις τὸ Δημόσιον εὑρίσκεται εἰς στενοχωρίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας διὰ νέων φόρων, καθιέρωσε τὸ σύστημα νὰ ἐπιβάλλῃ φορολογίας πιπτούσας πάντοτε ἐπὶ τῶν αὐτῶν προσώπων. Ἐπὶ δὲ τοῦ διοικητικοῦ συστήματος πάσχει τὸ ἐλάττωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι οὐδέποτε ἐσκέφθη πῶς δύναται νὰ ἀνορθώσῃ τὴν διοίκησιν διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ὑφισταμένου διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ. Τὸ ζήτημα τῶν φόρων εἶναι τῳόντι πολύπλοκον, ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἐξεταζόμενον, εἶναι πολὺ ποικίλον, καὶ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ σκεφθῇ τις νὰ ἐπιβάλῃ νέους φόρους, διότι, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ νέους φόρους, πρέπει νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς πολιτείας καὶ νὰ ἐξετάσῃ προηγουμένως πολλὰ πράγματα· ὀφείλει πρὸ παντὸς νὰ ἐξετάσῃ ποῦ ἐπιπίπτουν καὶ πόθεν πληρώνονται οἱ ὑφιστάμενοι φόροι, διότι τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων εἶναι πολὺ ποικίλον, διότι ἄλλοτε μὲν τὸν φόρον τὸν πληρώνει ὁ παραγωγὸς, ἄλλοτε ὁ προκαταβάλλων αὐτὸν καὶ ἄλλοτε ὁ καταναλωτής. Εἶναι τῳόντι δύσκολος ἡ διάκρισις τοῦ πολυπλόκου αὐτοῦ ζητήματος, ἀλλὰ δύναμαι διὰ παραδειγμάτων νὰ γείνω σαφής. Ὁ παραγωγὸς, ὅστις καταναλίσκει τὴν ἀναγκαίαν ποσότητα ἐκ τοῦ παραγομένου ὑπ’ αὐτοῦ εἴδους διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς συντηρήσεώς του, αὐτὸς κατ’ αὐτὸ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ καταναλισκόμενον ποσὸν πληρώνει τὸν φόρον, π. χ. ἐὰν ἀπὸ 100 κοιλὰ σίτου ἀναγκαιοῦντα πρὸς συντήρησίν του τῷ ἀφαιρέσητε τὰ 10, αὐτὸς θὰ πληρώσῃ αὐτὸν τὸν φόρον· ἀλλ’ ὁ παραγωγὸς δύναται νὰ παραγάγῃ καὶ δύναται τὸ περισσεῦον νὰ τὸ πωλήσῃ εἰς ἔμπορον, ὁ ἔμπορος θέλει προκαταβάλει τότε τὸν φόρον. Ἀλλ’ αὐτὸς τὸν πληρώνει ἢ ὁ καταναλωτής; ὁτὲ μὲν αὐτὸς, ὁτὲ δὲ ὁ καταναλωτής· καὶ διὰ νὰ γείνω σαφὴς, σᾶς ἀναφέρω τοὺς φόρους, οἵτινες προκαταβάλλονται παρὰ τῶν ἐμπόρων εἰς τὰ τελωνεῖα· ὁ ἔμπορος, προκαταβάλλων τὸν φόρον πολλάκις τὸν πληρόνει αὐτὸς ὁριστικῶς· διατί; διότι ἐκ τῶν τελωνιζομένων εἰδῶν πολλάκις τὰ μὲν πωλεῖ αὐτὸς καὶ οὐδέποτε λαμβάνει τὰ χρήματα διὰ τὸ ἀφερέγγυον τῶν ὀφειλετῶν αὐτοῦ, ἄλλοτε δὲ δὲν δύναται νὰ ἐκποιήσῃ παντάπασι τὰ ἐμπορεύματα, καὶ κατὰ συνέπειαν οἱ φόροι δι’ αὐτὰ τὰ εἴδη ἐπιπίπτουσιν ἐπὶ τοῦ ἐμπόρου ὅστις προκαταβάλλει αὐτούς· ὅσοι δὲ τῶν φόρων δὲν πληρώνονται ἀπὸ τοὺς παραγωγούς, οὔτε ἀπὸ τοὺς προκαταβάλλοντας αὐτοὺς ἐμπορευομένους, ὅλοι αὐτοὶ οἱ φόροι πληρώνονται ἀπὸ τοὺς καταναλωτάς. Ποία λοιπὸν εἶναι ἡ τάξις, ἡ ὁποία πληρώνει τὸ μεγαλείτερον ποτὸν τῶν φόρων εἰς τὰ ἔθνη; εἶναι ἡ τάξις τοῦ λαοῦ, διότι, ὡς εἶπον καὶ χθές, οὐδεμίαν κατανάλωσιν ποιεῖται ὁ λαὸς δι’ οὐδὲν πρᾶγμα, ὅπερ δὲν περιέχει φόρον. Ὁσάκις λοιπὸν αἱ Κυβερνήσεις ἀσπάζονται τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἐπιβάλλωσι νέους φόρους, ὀφείλουσι νὰ ἐξετάζωσι τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ τοῦ λαοῦ, ὃν θέλουσι νὰ φορολογήσωσιν ἐκ νέου, καὶ πρέπει νὰ ἦναι λίαν προσεκτικαί, ἵνα μὴ ἐπιβάλωσι φόρους, οἵτινες θὰ καταπέσωσιν ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, οἵτινες πληρώνουσι καὶ τοὺς μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντας φόρους. Λέγω δὲ ταῦτα, κύριοι, διότι, ἐὰν ἐξετάσητε ὅλα τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε εἰσήγαγε, θέλετε εὕρει, ὅτι μόνον τὸ Νομοσχέδιον τὸ φορολογοῦν τὰ παιγνιόχαρτα, καὶ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, μόνον αὐτὰ τὰ δύω ἔχουν βάσιν δικαίαν, εἴτε εἶναι κατορθωτὰ εἰς τὴν ἐκτέλεσίν των, εἴτε ὄχι· ὅλα δὲ τὰ ἄλλα ἐπιβάλλουσι φόρους, οἵτινες ἐπιπίπτουσιν ἐπὶ τῶν αὐτῶν φορολογουμένων, οἵτινες φορολογοῦνται μέχρι τοῦδε. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ ὅταν οἱ φόροι ἐπιπίπτωσι πάντοτε ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, πρέπει νὰ ἐξετάσητε καὶ τὴν δύναμιν τῶν φορολογουμένων, ἐὰν οἱ φορολογούμενοι ἦναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀνθέξωσιν εἰς τὰ βάρη τῶν φόρων αὐτῶν. Ἐὰν ἡ πρόσοδός μου εἶναι 100 καὶ διὰ τῶν φόρων μοὶ ἀφαιρῆτε 50, τί μένει εἰς ἐμέ; ὡς παραγωγικὸν κεφάλαιον καὶ ὡς μέσον συντηρήσεως μένει τὸ 50. Ἀλλ’ ἐρωτᾶτε, δύναμαι ν’ ἀνθέξω ἐγὼ ἢ ἡ οἰκογένειά μου μὲ τὰ 50 μόνον; Οἱ φόροι οἱ ἐπιβαλλόμενοι ά. πρέπει νὰ μὴ περιλαμβάνωσι τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν πρὸς συντήρησιν ἑκάστου φορολογουμένου, βʹ. δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τοιαύτην ἐπίτασιν, ὥστε νὰ μὴ ἀφίνωσι καὶ τὸ ἀναγκαιοῦν ἀποταμίευμα εἰς ἕκαστον οἰκογενειάρχην, ὅπερ ἐξασφαλίζει τὸ μέλλον ἑκάστης οἰκογενείας. Διὰ τοῦτο, κύριοι, παραπονοῦμαι κατὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, ὅτι ὅλα τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε, τὰ συνέταξε, μὴ μελετήσασα ἐπισταμένως τὴν κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίας, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ προσόδων, αἵτινες εἰσέτι δὲν ἐφορολογήθησαν. Πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ διοικητικοῦ μέρους, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διέλθω δι’ ὀλίγων τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐσόδων, ἂν οὐχὶ καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες πολὺ ἐνησχολήθησαν εἰς τοῦτο, τοὐλάχιστον κατὰ τὰ δύω Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα τελευταῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, στηρίζων ἐπ’ αὐτῶν ἐλπίδας πιθανῶν τινων ἐσόδων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγεν ἓν Νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ διαθέσῃ τὰς 24,000 ὁμολογίας ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἵνα χορηγήσῃ δάνειον ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας 8,000,000 δραχμῶν· πρὸς τίνα δὲ σκοπὸν τοῦτο; ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ περιποιηθῇ τὸ δημόσιον κατὰ τὴν ἰδέαν αὑτοῦ ἔσοδον 360,000 περίπου δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, ἐξετάσητε τὴν οἰκονομίαν ὁλόκληρον τοῦ Νομοσχεδίου, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐν μέρει εἶναι δημευτικόν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἄσκοπον ἐντελῶς καὶ πάντη περιττόν. Πρῶτον, κύριοι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες εἶναι προωρισμέναι νὰ κυβερνῶσι καὶ νὰ διοικῶσι τὰ ἔθνη, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μετέρχωνται τραπεζιτικὰς ἐργασίας κερδοσκοπικάς· οὐδεμία Κυβέρνησις εὑρέθη μέχρι τοῦδε, ἥτις νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ ἐπιχείρημα, λέγουσα, ὅτι, διὰ νὰ ἀντικρύσω τὰ ἔξοδα, θέλω νὰ δανεισθῶ 5% καὶ νὰ ἐκτοκίσω ταῦτα διὰ 10%· τοῦτο εἶναι καταστρεπτικὸν καὶ ἄτοπον ἐντελῶς. Ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αὐτὸ περιέχει δύο ὅρους, ἕνα μὲν, καθ’ ὃν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δύναται νὰ καταθέσῃ ἐντόκως τὰ χρήματά του εἰς μίαν τῶν τραπεζῶν, ἕτερον δὲ ὅρον, καθ’ ὃν δύναται τὰ χρήματά του νὰ τὰ διαθέσῃ προσποριζόμενον μετοχὰς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἢ δημόσια χρεώγραφα. Ἐξετάσωμεν τὸ πρῶτον. Ποῖος εἶναι ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ τόκου, καθ’ ὃν αἱ ἐν Ἑλλάδι τράπεζαι δέχονται ἐντόκους καταθέσεις; εἶναι τὸ 6%. Ἐὰν λοιπὸν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὸ καταστατικόν της ἐδέχθη ἐπὶ 13 ἔτη τὴν ἔντοκον ταύτην κατάθεσιν, δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ τόκον περισσότερον τῶν 6%. Ποῖος ὅμως εἶναι ὁ τόκος, ὃν θὰ πληρώσῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὸ δημόσιον; 8%. Λοιπὸν θὰ ζημιωθῇ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας κατ’ ἔτος ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 8% 160 χιλ. δραχ. ὑπὸ τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι θὰ λαμβάνῃ τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ τόκου, καθ’ ὃν δέχονται αἱ τράπεζαι τὰς ἐντόκους καταθέσεις. Λοιπὸν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν συμφέρει τοιοῦτον δάνειον; συμφέρει ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου; βεβαίως ὄχι.—Ἀλλὰ, κύριοι, ἔλθετε εἰς τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν, ὅτι δύναται ἀντὶ τῆς ἐντόκου καταθέσεως τῶν 8 ἑκατομ. νὰ προσπορισθῇ χρεώγραφα ἢ μετοχὰς τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, διὰ νὰ ἐκπορίζεται ἐκ τοῦ τόκου τοσοῦτον, ὅσον θὰ πληρώνῃ. Λοιπὸν ἐτύχομεν μίαν ἐξίσωσιν τοῦ τόκου, ὃν θ’ ἀπολαμβάνῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, πρὸς τὸν τόκον, ὃν ὀφείλει νὰ πληρώνῃ. Πρὶν ἢ ἐξετάσω κατὰ πόσον ἡ τοιαύτη οἰκονομία τοῦ Νομοσχεδίου εἶναι συμφέρουσα ἢ ὄχι εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἂν τῷ ὄντι τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας θὰ λαμβάνῃ ὅσα θὰ πληρώνῃ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξετάσω τοὺς πόρους τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ὑπὸ ποῖον ὅρον, κύριοι, δέχεται τὸ Νομοσχέδιον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει δανείσει τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 8 ἑκατομμύρια; ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι οὐ μόνον θὰ πληρώνῃ τόκον 8%, ἀλλὰ καὶ χρεώλυτρον 4½%, ἐπὶ 13 ἔτη μέχρις ἐξοφλήσεως. Σᾶς ἐρωτῶ πόθεν θὰ λαμβάνωνται τὰ 4½% κατ’ ἔτος; ἀπὸ τοὺς πόρους τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, τουτέστιν ἡ Κυβέρνησις θέλει λαμβάνει τοὺς πραγματικοὺς πόρους τοῦ ταμείου· διατί; πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποσβέσῃ ἓν λεγόμενον χρέος, ἤτοι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀφαιρεῖ κατ’ ἔτος 4½% ἐκ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, διὰ νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 8 ἑκατομμυρίων εἰς διάστημα 13 ἐτῶν. Σᾶς ἐρωτῶ, μετὰ δεκατρία ἔτη τί θὰ ἔχῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἀφοῦ θὰ πληρώσῃ θετικὴν περιουσίαν ἐκ τῶν πόρων αὐτοῦ 8,000,000; θὰ ἔχῃ ἢ τὰ χρεώγραφα, ἢ θὰ ἔχῃ τὰ πιθανῶς ἐκτελεσθησόμενα δημόσια ἔργα εἰς τὸ διάστημα τῶν 13 ἐτῶν. Ποίαν πεποίθησιν ἔχετε, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῶν 13 ἐτῶν θὰ ἐκτελεσθῶσι τόσα δημόσια ἔργα, ὥστε νὰ εὑρεθῇ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἱκανοποιημένον; Ἐννοεῖτε, ὅτι, διὰ νὰ εὕρετε τοῦτο, πρέπει νὰ ὁδηγηθῆτε ἀπὸ τὸ παρελθόν. Τὰ δημόσια ἔργα ἐν Ἑλλάδι τῷ ὄντι χρήζουν μεγάλης ἀναπτύξεως, ἀλλὰ τὸ παρελθὸν δὲν μᾶς ἐμψυχώνει πρὸς τοιαύτην ἰδέαν. Ἂν λοιπὸν δεχθῶμεν, ὅτι μέρος τῶν δημοσίων ἔργων θέλει ἐκτελεσθῆ κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑποθέσητε, ὅτι μέγα μέρος τοῦ ὀνοματικοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας θέλει εὑρίσκεσθαι εἰς τὸ ταμεῖον τῶν τραπεζῶν, ὅπου θὰ ἦναι κατατεθειμένον, ἢ εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ ἰδίου ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ὅταν ὅμως ἀντὶ τῶν πραγματικῶν πόρων, οὓς εἰσπράττει, ἔχῃ χρεώγραφα καὶ ὁμόλογα καὶ μετοχὰς, ὑφισταμένας διαφόρους διακυμάνσεις τῆς ἀξίας αὐτῶν, εἶναι τοῦτο ὠφέλιμον ἢ ἐπικίνδυνον εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου; Αἱ ὁμολογίαι, κύριοι, ὑφίστανται διαφόρους διακυμάνσεις ὡς καὶ τὰ δημόσια χρεώγραφα. Λοιπὸν διατί νὰ ὑποβάλετε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἰς τὰς διακυμάνσεις αὐτὰς τῆς ἀξίας τῶν χρεωγράφων καὶ τῶν μετοχῶν, καὶ ν’ ἀφαιρέσητε πραγματικοὺς πόρους, καὶ νὰ δημεύητε, οὕτως εἰπεῖν, ἐμμέσως τοὺς πόρους τοῦ ταμείου τούτου; Δὲν θέλετε πράξει ἄλλο εἰμὴ μετὰ 13 ἔτη νὰ ἔχητε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι τὸ μὲν δημόσιον ἀφῄρεσεν 8 ἑκατομμύρια θετικὰ ἐκ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· ἂν δὲ ὑποθέσητε, ὅτι δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ οὐδὲν δημόσιον ἔργον, θὰ ἐξετάσητε τὴν κατάστασιν τῆς περιουσίας τοῦ ταμείου καὶ δὲν θὰ εὕρητε εἰμὴ μόνον περιουσίαν ἐκ πιστωτικῶν ἀξιῶν ἴσως εἰς μεγάλην ἔκπτωσιν ὑπάρχουσαν. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον διατί, χάριν ἑνὸς ἐλπιζομένου καὶ ἰδανικοῦ πόρου, διὰ νὰ καλύψωμεν τὸ ἀπειλοῦν ἡμᾶς ἔλλειμμα, νὰ καταφύγωμεν εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν οἰκονομίαν εἶναι καὶ ἄδικον, καὶ δημευτικόν, καὶ ἀντιπολιτικόν, διότι καὶ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας εἶναι δημόσια χρήματα προωρισμένα πρὸς κοινοὺς σκοποὺς τῆς πολιτείας, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ γίνηται χρῆσις αὐτῶν ἄσκοπος καὶ ἐπιβλαβής· ἀπ’ ἐναντίας τὰ τοιαῦτα χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα διὰ τὰ δημόσια ἔργα, ἅπερ χρησιμεύουν εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς εὐδαιμονίας τῆς χώρας, πρέπει νὰ τὰ προφυλάττωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, καὶ νὰ ποιώμεθα χρῆσιν αὐτῶν μετὰ μεγάλης φειδοῦς. Ἔρχεται, κύριοι, τὸ ἕτερον Νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἐπίσης, δι’ ἃ νὰ προσπορισθῇ ποσόν τι πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, προτείνεται νὰ ψηφίσωμεν νόμον, καθ’ ὃν θὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ ἐκ τῆς Τραπέζης χαρτονόμισμα ὡρισμένου ποσοῦ, ἵνα ἐξαγοράσῃ ἔντοκα γραμμάτια 6,000,000 δραχμῶν. Βεβαίως, ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ φαινόμενον αὐτὸ ἔσοδον εἶναι πραγματικόν, διότι τὸ μὲν δημόσιον δικαιοῦται νὰ πληρόνῃ ἐν τοῖς ἑκατὸν μόνον εἰς τὴν Τράπεζαν, ἂν δὲ ἐξαργυρώσῃ ἔντοκα γραμμάτια, ἀπαλλάσσεται τότε ἀπὸ ἕκαστον γραμμάτιον τόκου 7 καὶ 8% κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἂν αὐτὴ ἡ ἐγχείρισις ἦναι ἐφικτὴ, ἀλλὰ ἂν συμφέρῃ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν πολιτείαν τοιαύτη ἐγχείρισις; Τί θὰ εἰπῇ, κύριοι, νὰ λάβωμεν 6,000,000 χαρτονόμισμα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐδώκαμεν ἢ διὰ νὰ ἄρωμεν ἐντελῶς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἢ διὰ νὰ μειώσωμεν τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Θὰ εἰπῇ, ὅτι αἰσθανόμεθα ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ἓν μέγα κακὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, τὸ ὁποῖον πάντες πρέπει νὰ σκεφθῶμεν νὰ τὸ ἄρωμεν. Διατί τοῦτο; διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπηρεάζει ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν· ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, ἐπαναφέρετε εἰς τοὺς κόλπους τῆς κοινωνίας 6 ἑκατομμύρια χαρτονόμισμα, ἐννοεῖτε, ὅτι αὐτὸ θὰ πλημμυρήσῃ ὅλας τὰς ἀγορὰς, δηλαδὴ θὰ δώσητε μεγαλητέραν ἐπίτασιν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ποῖον ὅμως θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα; Θὰ ἦναι, ὅτι τὸ χαρτονόμισμα καὶ αὖθις θὰ ἐκπέσῃ, ὅτι τὸ ἡμερομίσθιον θὰ ὑψωθῇ, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν πραγμάτων θὰ ὑψωθῇ καὶ ὅτι θὰ ἐπέλθῃ καὶ αὖθις διατάραξις εἰς τὰς κοινωνικὰς συναλλαγὰς καὶ ζημία προφανὴς εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐννοεῖτε, ὅτι εἰς τὰς Τραπέζας ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν εἶναι ἐπιζήμιος, ἴσως εἶναι καὶ ἐπωφελεστάτη· ἀλλ’ εἰς τὸν λαὸν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι λίαν ἐπαισθητή, διότι ὅταν τις προσφέρῃ τὸν χάρτην, διὰ νὰ πορισθῇ τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ ὁ χάρτης αὐτὸς δὲν ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ὀνοματικήν του ἀξίαν, ἐννοεῖτε, ὅτι πιέζεται οὕτω καὶ ὁ γεωργὸς καὶ ὁ βιομήχανος καὶ ὁ τεχνίτης καὶ ὁ ἡμερομίσθιος ἐργάτης καὶ πᾶς ἄλλος τῆς κοινωνίας κλάδος. Ἀποκρούω λοιπὸν τὸ Νομοσχέδιον δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον, ὅτι θὰ δώσητε μεγαλειτέραν ἐπίτασιν καὶ αὖθις διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἐκ τούτου ἀναμφισβητήτως θέλουν βλαφθῆ τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα. Ὡς σᾶς εἶπον καὶ χθές, κύριοι, ἐγὼ εἶμαι ὄχι μόνον κατὰ τῶν δανείων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ζαΐμης, ἀλλὰ καὶ κατὰ παντὸς νέου φόρου, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα διὰ μεγάλων καὶ ἡρωϊκῶν οἰκονομιῶν καὶ διὰ συστήματος καλῆς διοικήσεως καὶ καλῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπαρχόντων φόρων νὰ ἐπαυξήσωμεν τὸ ποσὸν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων, καὶ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον σήμερον μᾶς ἀπειλεῖ· δεχόμενος, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τὸ πραγματικὸν εἶναι 9,719,820 δραχ., τουτέστι δεχόμενος, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι αὐτὸ τοῦτο, ὡς τὸ παρουσιάζει σήμερον ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ εἰσαγομένου προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἄλλων προσθηκῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, εἶμαι ἐναντίος παντὸς νέου φόρου· ἀλλά, ἐὰν αἰσθανσθῆτε τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσητε νέους φόρους, τότε σᾶς παρακαλῶ νὰ ψηφίσητε μόνον ἐκείνους, οἵτινες ἐπιβαρύνουν ἀνθρώπους, οἵτινες τέως δὲν ἐφορολογήθησαν· τοιοῦτον δὲ δίκαιον φόρον ἄλλον δὲν εὑρίσκω εἰμὴ μόνον τὸν ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων, διότι τί τὴν μέλει τὴν κοινωνίαν διὰ τοὺς χαρτοπαίκτας; ὅστις θέλει νὰ παίζῃ χαρτία, ἂς πληρόνῃ καὶ φόρον. Σήμερον, κύριοι, τὰ ἔθνη, διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὴν ἐπιζητουμένην ἰσότητα τῆς ἀναλογίας τῶν φόρων, τί πράττουσι; διότι καὶ ἡ λεγομένη ἀναλογικὴ ἰσότης εἶναι μόνον κατ’ ἰδέαν, εἰς δὲ τὰ πράγματα εἶναι καὶ αὐτὴ ἄδικος, διότι, ἐνῷ ἐπιδιώκει τὸ ἴσον ἀριθμητικῶς, ἀδικεῖ πολλὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ δὲν φορολογεῖται ἐξίσου ὁ μὲν καὶ ὁ δέ. Λοιπὸν ποῦ καταφεύγουν σήμερον τὰ ἔθνη, διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ φορολογήσουν ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας; ἀποδέχονται τὸ σύστημα τῶν πολλαπλῶν φόρων. Μὴ δυνάμενα νὰ εὕρωσιν εἰς ἕνα καὶ μόνον φόρον τὴν θεραπείαν τῶν ἰδίων αὐτῶν ἀναγκῶν καὶ τὴν ἀληθῆ δικαιοσύνην, καταφεύγουσιν εἰς τὸ σύστημα τῶν πολλαπλῶν φόρων καὶ φορολογοῦσι τὰ πάθη, τὰ ἐλαττώματα, τὰς διασκεδάσεις, τὰ πάντα· καὶ διατί; διότι, ἐὰν ἀφήσετε νὰ ἐξετάσετε ὅλας τὰς ἄλλας ἐπόψεις τοῦ φόρου καὶ τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ τοὺς ἀμέσους καὶ τοὺς ἐμμέσους, θὰ εὕρητε τί εἶναι ὁ φόρος κατ’ ἀντικείμενον· ὁ φόρος πάντοτε εἶναι ποσοστὸν περιουσίας ἀφαιρούμενον ἐκ τοῦ φορολογουμένου καὶ ἐλαττοῦν τὴν περιουσίαν αὐτοῦ. Λοιπὸν εἶναι ἄδικον ν’ ἀφαιρῆται ἡ ἰδική σου περιουσία καὶ νὰ μὴ ἀφαιρῆται καὶ ἡ ἰδική μου. Τώρα ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δὲν εὑρίσκω περιέχοντα δικαίαν βάσιν φορολογίας εἰμὴ μόνον τὰ δύο νομοσχέδια περὶ καπνοῦ καὶ παιγνιοχάρτων, διότι ὅλα τὰ ἄλλα νομοσχέδια ἐπιβάλλουν φόρον ἐπὶ πραγμάτων καὶ προσώπων ἤδη φορολογουμένων. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν λέγω, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, καὶ ἰδίως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ ἦναι λίαν φειδωλαὶ καὶ προσεκτικαί, ὅταν πρόκηται νὰ κάμουν αὐτὰς τὰς ἐγχειρίσεις· ὅταν ἐπιβάλλωσι νέους φόρους, πρέπει νὰ προσέχωσι μήπως ἐπιφέρωσι τὸν μαρασμὸν τοῦ Ἔθνους διὰ τῆς ἐκμυζήσεως πάσης ἰκμάδος ἀπὸ τοῦ φορολογουμένου. Εἶμαι ἐναντίος, κύριοι, τοῦ κ. Σιμοπούλου ὡς πρὸς τοὺς προταθέντας παρ’ αὐτοῦ φόρους· ἡ πρότασίς του εἶναι ἓν ἐκ τῶν συνήθων μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνει καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι δίκαιον, κύριοι, νὰ φορολογῶμεν τοὺς πολίτας ἐπὶ τοσοῦτον κατὰ τὰς συναλλαγὰς αὐτῶν, ἤτοι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τάξιν ἐκείνην τῆς κοινωνίας, ἥτις ὀλίγον αἰσθάνεται τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ἀλλὰ πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς πένητας, τὴν μικρὰν τάξιν τῆς κοινωνίας, ἥτις, ἐνῷ ποιεῖται τὰς πλείστας τῶν συναλλαγῶν, πληρόνει καὶ τὸ μέγιστον μέρος τῶν φόρων. Αἱ συναλλαγαὶ τῶν πλουσίων, ὧν ἕνεκα θὰ λάβωσιν ἀνάγκην τοῦ βιβλίου τῶν μεταγραφῶν, εἶναι πολλὰ ὀλίγαι, ἐνῷ, ἂν διατρέξητε ὅλην τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἰδῆτε, ὅτι τὰ βιβλία τῶν μεταγραφῶν πληροῦνται καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τὰς συναλλαγὰς, τὰς ὁποίας κάμνουσιν οἱ μικροὶ φορολογούμενοι. Εἶμαι δὲ ἐναντίος καὶ εἰς τὸ ἕτερον νομοσχέδιον αὐτοῦ, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἐπιβολὴν μεγάλων ποινῶν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες παραβαίνουσι τὸν περὶ χαρτοσήμου νόμον· ὁσασδήποτε οἰκονομίας καὶ προφυλάξεις λάβετε, οὐδέποτε θὰ κατορθώσητε νὰ ὑποβάλητε τοὺς πολίτας καὶ πάντα ἄνθρωπον εἰς τὸν παρ’ ὑμῶν ἐπιβαλλόμενον τρόπον τῆς συναλλαγῆς· ἂν ἐγὼ ἔχω μεγάλην πίστιν πρὸς ὑμᾶς, θέλω σᾶς δανείσει καὶ ἄνευ ἐγγράφου, καὶ ἴσως μάλιστα τὸ Νομοσχέδιόν σας ὠφελήσει μόνον κατὰ τοῦτο, ἂν ψηφισθῇ, ὅτι ἠμπορεῖ μεταξὺ τῶν καλῆς πίστεως ἀνθρώπων νὰ ἐνισχύσῃ τὴν πίστιν· ἐὰν δὲ κηρύξητε ἀκύρους τὰς συμβάσεις ἐκείνας, τότε θὰ δημεύητε τὴν περιουσίαν τοῦ μὲν ὑπὲρ τοῦ δέ. Αἱ βάσεις λοιπὸν τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου εἶναι ἄδικοι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ δι’ αὐτὸ κηρύττομαι ἐναντίος αὐτοῦ. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ δεύτερον μέρος τὸ ἀφορῶν τὸ διοικητικὸν σύστημα τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· ἓν παράπονον μέγα, κύριοι, ἔχει τὸ ἔθνος, ὅτι τὸ ὑφιστάμενον διοικητικὸν σύστημα ὑπὸ τοὺς νέους ἐλευθέρους θεσμοὺς δὲν ἐστάθη δυνατὸν μέχρι τοῦδε, ἕνεκα τῆς ἀβελτηρίας ὅλων τῶν ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, νὰ μεταβληθῇ· διότι ὑπὸ τοιοῦτον ἐλεύθερον πολίτευμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ζῶμεν, εἶναι ἀνάρμοστον τὸ ὑφιστάμενον συγκεντρωτικὸν σύστημα τῆς διοικήσεως, τὸ δὲ παράπονον ἡμῶν εἶναι ὄχι μόνον, ὅπως ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἐπεμελήθητε ποτὲ νὰ τὸ μεταβάλητε· καὶ διατί, κύριοι; διότι δὲν ἐνοήσατε ἀκόμη οἱ κυβερνῶντες, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ διοικητικοῦ συστήματος θὰ ὠφελήσητε ὑμᾶς αὐτοὺς, διότι τότε θὰ παύσουν τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν, δὲν θ’ ἀποδίδωνται ὅλα τὰ κακὰ εἰς ὑμᾶς τοὺς κυβερνῶντας, ἂν καταστήσητε τοὺς πολίτας αὐτοδιοικήτους· αὐτοὶ μόνοι θὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην καὶ τὰς συνεπείας τῆς ἰδίας αὐτῶν διαγωγῆς. Σήμερον, κύριοι, εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας συμβαίνει, ὥστε τὰ ὑφιστάμενα κακὰ ν’ ἀποδίδωνται εἰς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰ πάντα νὰ περιμένωσιν ἐξ αὐτῆς, διότι τὸ σύστημα εἶναι τοιοῦτον, διότι δὲν κάμνει βῆμα ὁ πολίτης εἰς τὴν διοίκησιν, καὶ νὰ μὴ εὑρίσκηται ὑπὸ τὴν ἀδιάλειπτον κηδεμονίαν αὐτῆς. Ἂν ὅμως ἐλαμβάνετο φροντὶς νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ ἀέναος κηδεμονία, καὶ ἐλέγετε εἰς τὸν πολίτην: εἶσαι ἐλεύθερος, σπούδασε νὰ μάθῃς τὰ καθήκοντά σου, ἵνα ἦσαι ἐλεύθερος, τότε θέλετε τοῦ εἰπεῖ: ἐὰν κακοδαιμονῇς, εἶσαι σὺ ὑπεύθυνος διὰ τὴν κακοδαιμονίαν σου. Ἐν Ἑλλάδι, κύριοι, ὅλοι οἱ πολῖται νομίζουσιν, ὅτι ἔχουσι δικαιώματα, οὐχὶ δὲ καὶ καθήκοντα· ἀκόμη δὲ δὲν ἐνόησαν τὸ στοιχειωδέστερον αὐτῶν καθῆκον, ὅτι πρέπει νὰ σέβωνται τοὺς νόμους, διότι ἐπιδρᾷ τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως καὶ καθιστᾷ τοὺς πολίτας τοιούτους· νομίζουν ὡς αἴτιον πάσης κακοδαιμονίας τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις τίποτε δὲν ἀφίνει νὰ γίνεται ἄνευ αὐτῆς. Ἂν ἀλλάξητε τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα, ἂν καταργήσητε τὴν συγκέντρωσιν, θὰ ἀπαλλαχθῆτε ἀπὸ μεγάλα κακὰ καὶ παράπονα δίκαια τῶν πολιτῶν· ἐννοῶ δὲ νὰ καταργήσητε τὴν συγκέντρωσιν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν καὶ σημασίαν τῆς λέξεως, διότι καὶ εἰς τὰ πλέον αὐτοδιοίκητα ἔθνη ὑπάρχει συγκέντρωσις, καὶ εὐλόγως, διότι δὲν δύναται ποτὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἦναι ξένη τῆς ἐποπτείας πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, οὐδὲ νὰ ἀφήσῃ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων μακρὰν τῶν χειρῶν καὶ τῶν ὀμμάτων αὐτῆς, δὲν δύναται νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐξωτερικὴν διπλωματίαν, οὐδὲ τὴν διοίκησιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους· βεβαίως ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἡ συγκέντρωσις, ἡ ἑνότης τῆς ἐνεργείας, ἡ λαμβάνουσα τὴν διεύθυνσιν ἐκ τῆς ἀνωτάτης κορυφῆς, εἶναι ἀναγκαία, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει τὸ σύνολον τῶν δικαιωμάτων καὶ τὴν ἐσωτερικὴν ὕπαρξιν τῶν ἀτόμων. Ἂν ἔλθετε, κύριοι, εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, θέλετε ἰδεῖ τὴν αὐτοδιοίκησιν ἐφαρμοζομένην, διότι αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου εἶχον ἰδίους θεσμοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἐκυβερνῶντο, σήμερον δὲ ὑπὸ τὸ ὑφιστάμενον συγκεντρωτικὸν σύστημα διετήρησαν, ἕνεκα τῆς ἄλλοτε ὑπαρχούσης ἐλλείψεως παρουσίας στρατιωτικῶν ἀρχῶν, ἐπάρχων καὶ μοιράρχων, διετήρησαν τὸν τύπον τῆς αὐτοδιοικήσεως· ἡ παρουσία ἐν αὐταῖς ὀλίγων στρατιωτῶν, ἑνὸς ἐπάρχου, εἶναι εἰς τὰ ὄμματα τῶν πολιτῶν ἓν μέγα σκάνδαλον, διότι ἐσυνείθισαν νὰ αὐτοδιοικῶνται. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς αὐτοδιοικήσεως εἶναι μέγιστον τῷ ὄντι, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσῃ πᾶσα ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ὀφείλει νὰ τὸ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ὄψιν καὶ νὰ δώσῃ ὤθησιν εἰς τὴν διάθεσιν ταύτην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἀναπτύξῃ εἰς αὐτὸν τὸ καθῆκον τοῦ ἐλευθέρου πολίτου, ἡ δὲ ἀνάπτυξις αὕτη θέλει φέρει τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις θέλει ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς τύχης ὅλου τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς διαγωγῆς τῶν Κυβερνήσεων, καὶ τότε θὰ ἔχῃ τ’ ἀποτελέσματά της. Σήμερον δὲν ἔχετε παρὰ παράπονα, γογγυσμοὺς, καὶ δὲν δύνασθε νὰ φέρετε θεραπείαν· δὲν εἶναι μόνον τὸ ἐλάττωμα τοῦ χωρισμοῦ τῆς πολιτικῆς ἀπὸ τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ἐλάττωμα τῆς νομοθεσίας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν. Ὁ κ. Κοντογούρης ἐπεκαλέσθη τὴν ἐγκύκλιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, σᾶς εἶπε πολλὰ λίαν λογικὰ περὶ τοῦ χωρισμοῦ· ἀλλ’ ἐγὼ προσθέτω, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ καὶ τὸ διοικητικὸν σύστημα, διότι τότε θέλετε ἀναπτύξει τὸ καθῆκον τοῦ πολίτου, τί ὀφείλει νὰ πράττῃ καὶ τί ἔχει δικαίωμα νὰ πράττῃ· διότι σήμερον νομίζει, ὅτι ἔχει δικαίωμα τὰ πάντα νὰ πράττῃ καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ περιμένῃ τὰ πάντα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, πηγὴν δὲ τῆς κακοδαιμονίας αὑτοῦ καὶ παντὸς δυστυχήματος θεωρεῖ πάντοτε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἀπὸ τοιαύτας ἰδέας ἐμφορούμενος, κατέβαλον πολλὰς προσπαθείας, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ φθάσω εἰς ἓν ἀποτέλεσμα ὡς πρὸς τὸ ἀπειλοῦν ἡμᾶς ἔλλειμμα, καὶ τῷ ὄντι ἠδυνήθην νὰ φέρω ἐλαττώσεις ἐκ μὲν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 711,740, ἐκ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν 389,980, ἐκ τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ δεχθῶ τὰς προτάσεις τῶν κ. Ὑπουργῶν, ἐκ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῶ ὅσας οἰκονομίας ἠδυνήθημεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ ἀνεύρωμεν. Ὀφείλω ἐνταῦθα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἤμην ἐναντίος εἰς τὰς πλείστας, ἵνα μὴ εἴπω εἰς ὅλας, τὰς ἰδέας τῆς πλειοψηφίας· ἀλλ’ ἀφοῦ ἤμην μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐθεώρησα καθῆκον νὰ μὴ λείψω ἀπὸ καμμίαν συνεδρίασιν αὐτῆς καὶ νὰ δέχωμαι τὸ ἔλαττον ὅπου δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπιτύχω τὸ μεῖζον Ἑπομένως ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δέχομαι τὰς οἰκονομίας τῶν 113,920, τὰς ὁποίας ἡ Ἐπιτροπὴ ἠδυνήθη νὰ ἐπενέγκῃ. Νομίζω, κύριοι, περιττὸν, διότι μᾶλλον ἀνάγεται εἰς τὰ καθέκαστα, νὰ κάμω τὴν ἀπαρίθμησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Σιμόπουλος ὡς πρὸς τὰς εἰδικὰς οἰκονομίας· δύναμαι ὅμως ὡς πρὸς ἕνα θεσμὸν, ἀφορῶντα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ κράτους, νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε ὀλίγας λέξεις. Ἐγὼ, κύριοι, ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν φθάνω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομίας ταύτης, διότι ἐννοῶ τὴν κατάργησιν ὅλων τῶν Ἐπαρχείων καὶ τὴν ἀφαίρεσιν πάσης δαπάνης, ἡ ὁποία εἶναι ἐγγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Ἐπαρχείων καὶ τὴν διοίκησιν καὶ ὑπηρεσίαν αὐτῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο φθάνει εἰς 303 χιλ. δραχ. θέλω δὲ τὴν κατάργησιν τῶν Ἐπαρχείων διὰ πολλοὺς λόγους· πρῶτον, διότι ἐπιτυγχάνω μίαν σπουδαίαν οἰκονομίαν, καὶ δεύτερον, καὶ πρὸ πάντων, διότι ἐπιτυγχάνω ἓν βῆμα πρὸς τὴν πρόοδον τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Οἱ ἔπαρχοι δὲν χρησιμεύουν εἰς οὐδὲν, δὲν εἶναι παρὰ οἱ πυρῆνες τῆς τυραννίας τῶν κομμάτων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, δικαιοδοσίαν δὲν ἔχουν οὐδεμίαν, ζήτημα δὲν λύουν οὐδὲν, ἀλλὰ χρησιμεύουν μόνον ὡς ὄργανα τῆς πολιτικῆς, τουτέστιν εἶναι ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν ὑψηλοτέραν αὐτῆς σημασίαν, ἥτις εἶναι ἡ πολιτικὴ ἢ ἠθικὴ διεύθυνσις τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ὑπὸ δὲ τὴν καθαρὰν διοίκησιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου εἶναι τύραννοι. Ἕν μόνον δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ἴσως ἡ ἀπουσία τῶν ἐπάρχων βλάψῃ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν· ἀλλ’ εἴτε ὑπὸ ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ νομοσχεδίου, εἴτε ὑπὸ ἕτερον σύστημα, τῆς αὐξήσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν εἰρηνοδικῶν, δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὸν κίνδυνον αὐτόν. Ἐὰν λείψουν οἱ ἔπαρχοι, τί κακὸν θὰ πάθουν αἱ ἐπαρχίαι; δὲν θὰ ἔχουν τὴν πολυτέλειαν τῶν ἀρχῶν, δηλ. οἱ δήμαρχοι θὰ ἀπευθύνωνται διὰ τὰς ὑποθέσεις τῶν δήμων ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς νομάρχας, οἱ δὲ νομάρχαι διὰ τὰς ὑποθέσεις τῆς διοικήσεως ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς δημάρχους. Ἡ δὲ δημοσία ἀσφάλεια δὲν θὰ κινδυνεύσῃ, διότι θὰ συνειθίσητε τὸν κόσμον κατ’ ἀνάγκην νὰ αὐτοδιοικῆται. Ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν καὶ πάθη, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συμβῶσιν ἐγκλήματα, δὲν ἐννοῶ ἡ πολιτεία νὰ παύσῃ νὰ ἔχῃ τὸν ὀφθαλμόν της εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν τιμωρίαν τῶν ἐγκλημάτων. Τοῦτο δὲ δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε εἴτε ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς αὐξήσεως τῆς δικαιοδοσίας τῶν εἰρηνοδικῶν, καλῶν εἰρηνοδικῶν, εἴτε ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ μικτὸν, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐννοῶ νὰ μεταφέρητε τὴν διοίκησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἐπεχείρησα νὰ κάμω εἰδικὰς ἐλαττώσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι καὶ τὰ δύω αὐτὰ Ὑπουργεῖα προΐστανται ἀρχῶν, αἵτινες εἶναι ἡ μόνη τροφὴ τῆς κοινωνίας· ἄνευ παιδείας καὶ ἄνευ δικαιοσύνης τὰ ἐλεύθερα ἔθνη παύουσι τοῦ νὰ ἦναι ἐλεύθεροι λαοί. Δύναμαι ὅμως ὡς πρὸς τὰ δικαστήρια νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινάς. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια χωλαίνουσιν ἐν πολλοῖς, ὄχι ὅμως διότι οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι καλοί. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες δικασταὶ εἶναι καὶ ἐπιστήμονες καὶ τίμιοι, πολλοὶ δὲ καὶ ἄριστοι καὶ φιλεργότατοι· ἐννοεῖται, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ῥᾴθυμοι, ἀλλ’ ἡ πηγὴ τῆς προσκόψεως αὐτῶν εἶναι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις. Οὐδέποτε ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ δικαστικὸς ὀργανισμὸς καὶ τὸ πειθαρχικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον οἱ ὑφιστάμενοι νόμοι δίδουσιν εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ποτὲ Ὑπουργὸς δὲν ἐτιμώρησε δικαστάς, οὔτε διὰ τὴν ἀπειθείαν των, οὔτε διὰ τὴν ἀμέλειαν των, ποτὲ δὲ τοὺς ἔθεσεν ὑπὸ τὸν αὐστηρὸν αὐτοῦ ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπαρκέστατος. Τί ἔκαμεν εἰς τὴν Γαλλίαν ἐσχάτως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐνῷ ἔχει ἰσοβίους δικαστάς; ἔφερε νομοσχέδιον καὶ εἶπεν, ὅτι τόσων ἐφετῶν δὲν χρειάζονται παρὰ τόσοι, καὶ ἔθεσεν ἐκτὸς τοῦ δικαστικοῦ πεδίου ὅσους ἐθεώρησεν ἀχρήστους ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· ὡς πρὸς τοὺς ἀπομείναντας ὅμως εἶπε: κανονίζω διὰ νόμου, ὅτι ὀφείλεις εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν νὰ ἐργάζησαι 4 ὥρας τουλάχιστον, ὀφείλεις ἐντὸς τόσου ὡρισμένου χρόνου νὰ ἐκδώσῃς τὴν ἀπόφασίν σου, ἄλλως θὰ ὑποστῇς αὐτὴν τὴν ποινήν. Ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν τοιοῦτος ἔλεγχος καὶ τοιαύτη τιμωρία; οὐχί, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχουν τὰ παράπονα καὶ ἡ ὀπισθοδρόμησις τῶν δικαστηρίων, καὶ ἀδικοῦνται μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ οἱ καλοὶ δικασταί, διότι τὸ μέγιστον μέρος τῶν δικαστῶν εἶναι φίλεργον καὶ ἐννοεῖ τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἀποστολήν του καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν παραγνωρίζωμεν. Ἀποτεινόμενος δὲ πρὸς τὸν φίλον μου Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις νεαρὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸ κυβερνητικὸν στάδιον, λέγω πρὸς αὐτόν, ὅτι θὰ τιμήσῃ μεγάλως ἑαυτὸν ἐὰν θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ εἰς αὐτὸν ὁ νόμος, καὶ θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡ ἐνεργὸς ἐποπτεία του καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας του θέλει φέρει καρποὺς καὶ θέλει τιμήσει καὶ αὐτὸν καὶ τὰ δικαστήρια.
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ παύσῃ ἡ φυλετικὴ προστασία εἰς τὸν κλάδον αὐτόν. Ἄλλοτε Ὑπουργὸς διὰ τὴν ἀπείθειαν ἢ ὀκνηρίαν ἑνὸς ἀνωτέρου δικαστοῦ τὸν εἰσήγαγεν εἰς τὸ συμβούλιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ δὶς ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπεν, ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ δικαστής, καὶ δὲν τὸν ἐτιμώρησεν.
§27ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Αὐτὸ εἶναι μία περίστασις, ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ κανόνα· αὐτὸ μοὶ ἐνθυμίζει ἓν λατινικὸν γνωμικόν... Ἐὰν καταντήσητε εἰς αὐτὴν τὴν ἀπελπισίαν, τότε δὲν ἔχετε τίποτε, δὲν ἔχετε παρὰ τὸ χάος· ἐὰν ἡ νομοθεσία ἔχῃ ἐλλείψεις, δύνασαι νὰ τὴν διορθώσῃς· ἀλλὰ δὲν πρέπει διὰ τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἐποπτεύῃ εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων. Ὡς πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ἐννοεῖται, ὅτι εἶμαι ἐντελῶς ἀναρμόδιος, νὰ φέρω γνώμας καὶ κρίσεις· δύναμαι ὅμως ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐκφράσω ἀρχικάς τινας ἰδέας ἀτομικάς. Διὰ νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀποκόψωμεν μέγα μέρος ἐκ τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τῶν δύο αὐτῶν ὑπουργείων, ἐκ τοῦ μὲν τουλάχιστον 5 ἑκατομμύρια, ἐκ τοῦ δὲ τουλάχιστον 1 ἑκατομμύριον. Ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τῶν ὀργανισμῶν ὑπάρχουσι πολλαὶ ἰδέαι· ὑπάρχει ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον λέγει: θέλω νὰ διατηρήσω ὅλους τοὺς σκελετοὺς τῶν ὑφισταμένων ταγμάτων καὶ νὰ ἔχω καὶ στρατὸν ὑπηρεσίας· ὑπάρχει ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον λέγει: θέλω νὰ διαλύσω τὸ ἥμισυ τῶν ὑφισταμένων ταγμάτων, διὰ νὰ ἐπενέγκω σπουδαίας οἰκονομίας· ὑπάρχει καὶ ἕτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον λέγει: θέλω νὰ ὁρίσω στρατὸν προωρισμένον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, καὶ στρατὸν λεγόμενον ἐκπαιδεύσεως, ἐκεῖνον μὲν μὴ ἀναμιγνυόμενον καθόλου εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἔργα, τοῦτον δὲ μὴ ἀναμιγνυόμενον παντάπασιν εἰς τὰ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι τὸ τελευταῖον αὐτὸ σύστημα μοὶ ἐφάνη τὸ κράτιστον, ἠρώτησα δὲ τὸν στρατηγὸν Κορωναῖον· ὅστις ἦτο μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, πόσος στρατὸς κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἶναι ἀναγκαῖος διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν; Μοὶ εἶπεν, ὅτι 4 χιλ. ὑπεραρκοῦσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Στρατηγέ, ἔχει οὕτω;
§28ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐπειδὴ ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσητε τὴν γνώμην μου, λέγω, ὅτι αὐτὸ εἶναι πολὺ ὑπὸ μίαν καλὴν διοίκησιν, διότι ἔχομεν π. χ. 1200 στρατιώτας διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ὑπὸ μίαν καλὴν διοίκησιν εἰς ἓν εὐνομούμενον κράτος αὐτὴ ἡ δύναμις εἶναι πολλὰ περιττή.
§29ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Λοιπὸν ἐγὼ δεχόμενος καὶ τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως, δίδω εἰς μὲν τὸν πρῶτον 2 ἑκατομμύρια, εἰς δὲ τὸν δεύτερον 4 ἔτι, καὶ εἶναι ἔργον τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ στρατιωτικὰ καὶ τῆς κυβερνήσεως νὰ ἀνεύρῃ τὸν τρόπον νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν ὁ στρατὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ ὑπάρξῃ μὲ 4 μόνον ἑκατομμύρια, τότε τὰ 6 ἑκατομμύρια εἶναι ὑπεραρκοῦντα διὰ τοὺς δύο αὐτοὺς κλάδους, καὶ τότε ἔχομεν οἰκονομίαν 5 ἑκατομμυρίων· ἐὰν δὲ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ διαλύσητε τὰ στελέχη, νὰ τὰ διαλύσητε, καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ ἀδικήσητε κανένα βαθμοφόρον, διότι τὸν βαθμοφόρον, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ἔχῃ θέσιν εἰς τὰ τάγματα, ἐννοῶ νὰ τὸν στείλετε εἰς τὰς ἐπαρχίας διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν τῶν πολιτῶν.
§30Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θέλουν γρόσια αὐτοί;
§31ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀρκοῦν τὰ 6,000,000.
§32ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὰ 1877, ὅτε ὑπῆρχον 10 τάγματα, εἴχομεν προϋπολογισμὸν 7,000,000.
§33ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἰς τὰ 1877 ἦσαν 10 τάγματα εἰς πλήρη δύναμιν, οἱ δὲ λόχοι ἦταν 40, ἀλλ’ ἔφθανον μέχρι 250 ἀνδρῶν. Σήμερον δύναται ἡ δύναμις τῶν λόχων νὰ κατέλθῃ μέχρι τοῦ κατωτάτου ὁρίου τῶν 66 ἀνδρῶν. Ὑπάρχει λοιπὸν τρόπος νὰ ἦσαι καὶ πολυτελὴς καὶ οἰκονομικὸς εἰς τὰς δαπάνας, ὥστε μὴ σᾶς φαίνεται παράδοξον, ἐὰν προσδιορίζω μόνον 4 ἑκατομμύρια διὰ τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Μένει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· ἐννοεῖται, ὅτι τὸ πρῶτον κονδύλιον εἶναι τὸ τῆς δεξαμενῆς, ἀλλ’ ἐγώ, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ κ. Ζαΐμη, δὲν ἐννοῶ νὰ ἀπαλειφθῇ ὁλόκληρον τὸ κονδύλιον τοῦτο. Δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος περιορίζει τὸ ποσὸν εἰς 400,000 δρ., διότι διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἴσως καὶ 200,000 εἶναι ἀρκοῦσαι. Δέχομαι τὴν ἀργίαν, οὐχὶ μόνον τοῦ «Ναυπλίου», τὴν ὁποίαν δέχεται καὶ ὁ ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς «Ἀμφιτρίτης». Δεχόμενος καὶ τὴν αὔξησιν ἐκ τῆς οἰκονομίας τοῦ ὑλικοῦ, φθάνω εἰς οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐκ δραχμῶν 796,963. Τὸ σύνολον δὲ τῶν ὑπολογισμῶν μου ὡς πρὸς τὰς οἰκονομίας ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὑπουργεῖον ἐσωτερικῶν 711,740· ὑπουργεῖον ἐξωτερικῶν 389,980· ὑπουργεῖον ἐκκλησιαστικῶν 169,220· ὑπουργεῖον δικαιοσύνης 97,900· ὑπουργεῖον οἰκονομικῶν 113,920· ὑπουργεῖον στρατιωτικῶν 5, 000,000· ὑπουργεῖον ναυτικῶν 796,963, τὸ σύνολον 7,040,923. Πόσον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸ αὐξηθὲν διὰ τῶν νέων δηλώσεων τῶν Ὑπουργῶν; εἶναι 56,785,977. Δέχομαι, κύριοι, τὴν προσθήκην τοῦ ἐσόδου τῶν ὁδικῶν φόρων, οἵτινες παρελείφθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ τότε ἔχομεν ἔσοδα ἐν ὅλῳ 47,036,157, τουτέστιν ἔχομεν ἔλλειμμα 9,719,820. Τί μένει ὑπόλοιπον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν 7,040,923; μένουν 2,466,095. Ἐὰν δεχθῶ τὸν φόρον τοῦ παιγνιοχάρτου, τὸν ὁποῖον θεωρῶ δίκαιον, καὶ τὴν ἐλπιζομένην αὔξησιν ἐκ τοῦ νόμου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς δηλώσεως τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, τότε ἔχω πρόσοδον εἰσέτι δρ. 250,000, τὸ δὲ ἀπομένον ἔλλειμμα 2,210,055. Νομίζω, ὅτι διὰ τοιοῦτον ὑπόλοιπον ἐλλείμματος δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλητε νέους φόρους καὶ νὰ καταφύγητε εἰς ὅλας τὰς οἰκονομικὰς ἐγχειρίσεις, εἰς τὰς ὁποίας καταφεύγετε, ἵνα ἐπιβαρύνητε πάλιν τὸν τόπον· φροντίσατε μόνον νὰ διοικήσητε καλῶς, φροντίσατε, ἐὰν μείνητε εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ διασώσητε τοὺς φόρους διὰ τῆς καλῆς καὶ τιμίας διαχειρίσεως· φροντίσατε ν’ αὐξήσητε τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων, καὶ τότε θέλετε ἰδεῖ, ὅτι θὰ ἐπαρκέσητε εἰς ὅλας ὑμῶν τὰς δαπάνας, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνητε ἐκ νέου τὸν τόπον διὰ νέων φόρων. Ἐὰν δὲ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας μόνον ἐπὶ τῶν Τελωνείων, χωρὶς νὰ ἔχητε ἀνάγκην νὰ ἐνοικιάσητε τὰς εἰσπράξεις καὶ νὰ δίδητε εἰς τὰς χεῖρας τῶν κερδοσκόπων πρὸς τυραννίαν τοῦ ἐμπορίου τὰ ἴδια ὑμῶν δικαιώματα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι θὰ ἔχητε εἴσπραξιν, μὲ τὴν αὐξανομένην τοῦ τόπου προαγωγήν, ἴσην μὲ δύο ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐὰν φροντίσητε νὰ σώσητε τὴν πολιτείαν ἀπὸ τὰς ἁρπαγὰς τῶν ἐμμέσων φόρων.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ Ἐπιτροπαὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέβαλον διαφόρους ἐκθέσεις. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§35ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι, ἐνόμιζον καὶ νομίζω, — τὸ εἶπον δὲ καὶ χθές, — ὅτι δὲν ὀφείλομεν ν’ ἀπαντήσωμεν τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον νομίζω, ὅτι ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἔθεσε τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα εἰς τὴν ἀληθῆ του περιωπήν, ἐξήτασε δηλαδὴ αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν μέτρων τῶν διαχειριστικῶν. Εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν καὶ εἰς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, ἢ ἂν θέλετε, εἰς τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικόν, οὐδὲν ἀπολύτως ἀντετάχθη, καὶ περὶ τούτου θέλω ἐξηγηθῆ πλειότερον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐτέθη παραδόξως εἰς ἀμφισβήτησιν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω τὰς εὐχαριστίας μου εἰς τὸν κ. Πετιμεζᾶν, τὸν δόντα μοι προχθὲς ἀφορμὴν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν φίλον μου κ. Σιμόπουλον, ὁ ὁποῖος ἐλησμόνησεν, ὡς φαίνεται, τὰ συμβάντα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὁμιλήσω πρῶτον περὶ τούτου. Ὁ κ. Σιμόπουλος εἶπεν, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ὤφειλε νὰ ἐκθέσῃ τὰς γνώμας ὅλων τῶν μελῶν αὐτῆς, τῆς τε μειονοψηφίας καὶ τῆς πλειονοψηφίας. Τοῦτο τὸ παραδέχομαι καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ἐξεπλήρωσα. Ὀφείλω μάλιστα χάριτας εἰς πλεῖστα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τοὺς λίαν εὐνοϊκοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἰδιαιτέρως μοὶ εἶπον περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῇ ἐκθέσει ὅλων τῶν γνωμῶν αὐτῶν. Εἷς ἐκ τῶν πλειοτέρας γνώμας ἐξενεγκόντων καὶ συγχρόνως σπουδαίας ἦτο ὁ στρατηγὸς Κορωναῖος. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ.
§36ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐγένετο εὐρεῖα συζήτησις, καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, ἂν καὶ μικρὰ, εἶναι ἀρκετὰ ὅμως, ὡς ἦτο συντεταγμένη ἡ ἐπιτροπή. Ἡ συμπολίτευσις ἔδειξε βεβαίως καλὸν τρόπον, διότι παρεδέχθη τινὰς ἐκ τῶν προτάσεων τῆς μειονοψηφίας. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἔσφαλεν ἡ ἀντιπολίτευσις, διότι δὲν ἦλθε συντεταγμένη, δὲν ἦλθε συσσωματωμένη, ἐκτὸς δύω ἢ τριῶν, οἱ ὁποῖοι πάντοτε παρηκολούθησαν τὰς συζητήσεις μεθ’ ὅλης τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ὅταν ὁ κ. εἰσηγητὴς ἀνέγνωσε τὴν ἔκθεσιν, ἀκόμη καὶ τότε, ἐγὼ μάλιστα, ἔκαμα μερικὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀκολούθως εἶδον ὅλας εἰς τὴν ἔκθεσιν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§37ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ. Λοιπὸν τὸ καθῆκον τοῦ εἰσηγητοῦ ἐξετελέσθη πληρέστατα, τὸ ὁμολογεῖ μέλος σεβαστὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἐπρόσθεσεν, ὅτι ὅπου ἡ ἔκθεσις ὁμιλεῖ περὶ ὁμοθυμίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁμοθυμία αὕτη ἀνήκει εἰς τὴν συμπολίτευσιν μόνον, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις οὐδὲν ἔλαβε μέρος. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ λυποῦμαι, ὅτι τὸ εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος, πρῶτον μὲν διότι δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἔπειτα δὲ διότι κατεδίκαζεν οὕτω αὐτὸς ἑαυτὸν καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐν γένει, ἡ ὁποία ἀπέστειλε τὰ μέλη αὐτῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ ἐργασθῶσι καὶ ὄχι διὰ νὰ μὴ λάβωσι μέρος. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, διότι ὅλα τὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐμείναμεν σύμφωνοι, αὐτὰ ἀπεφασίσθησαν οὕτω ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς ἐπιτροπῆς, ἤτοι τῶν παρόντων μελῶν αὐτῆς. Περὶ πάντων δὲ περὶ τῶν ὁποίων κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπεφασίσαμεν, ἀπεφασίσαμεν διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ὅλης ἐπιτροπῆς καὶ ὄχι διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν μελῶν τῆς συμπολιτεύσεως, τουτέστιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ὑπῆρχον ἐνίοτε καὶ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καθὼς ἐπίσης καὶ εἰς τὴν μειονοψηφίαν ὑπῆρχον οὐχὶ σπανίως καὶ μέλη τῆς συμπολιτεύσεως. Ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα δὲν δυσκολεύομαι νὰ σᾶς ἀποδώσω πλήρη ἐλευθερίαν μεταβολῆς γνώμης καὶ σήμερον. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω δὲ τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει τὸ ὁμοθύμως, καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι δύνασθε νὰ διαμαρτυρηθῆτε κατὰ τῆς ὁμοθυμίας ταύτης, εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ τὴν διαμαρτύρησιν. Σᾶς εἶπον καὶ πρότερον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 δὲν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν παλαιὰν τακτικὴν, τουτέστι νὰ συζητήσῃ αὐτὸν ὑπὸ τὴν καθαρῶς λογιστικὴν ἔποψιν, ὡς ἐγίνετο ἐν τῷ παρελθόντι. Ὅπως ἡ ἀντιπολίτευσις οὕτω καὶ ἡ συμπολίτευσις ἐνόμισε προσῆκον νὰ μελετήσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, καὶ νὰ ἐκθέσῃ αὐτό, στηριζομένη εἰς τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ στηρίζωνται τὰ οἰκονομικὰ τῶν ἐθνῶν. Τὸ πρῶτον μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Σιμόπουλον νὰ εἴπῃ ἂν συμφωνῇ ἢ οὔ, εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν θεμελιώδη βάσιν τῆς ἐργασίας ἡμῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ, ὡς σᾶς εἶπον, φρονεῖ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τρεῖς δέον νὰ ἐπικρατῶσιν ἀρχαί. Ἡ δὲ πρωτίστη εἶναι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ, ἤτοι ἡ ἐκτίμησις τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἔθνους, καὶ ὁ συμβιβασμὸς τῆς θεραπείας καὶ τῆς ἐκπληρώσεως αὐτῶν πρὸς τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ μέσα. — Ἐπειδὴ δὲ βλέπω τὸν κύριον Κεχαγιᾶν δεικνύοντα ἀπορίαν τινά, τὸ ἐπαναλαμβάνω.— Εἶπον, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἐξευρεθῶσιν αἱ πολιτικαὶ ἀνάγκαι καὶ αἱ ἐθνικαὶ ὑποχρεώσεις ἑνὸς τόπου καὶ νὰ συμβιβασθῶσιν αὗται μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει. Διότι ἀποκρούω διαῤῥήδην τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζουσί τινες, ὅτι τὰ ἔθνη πρέπει νὰ κανονίζωσι τὰς δαπάνας αὑτῶν οὐχὶ κατὰ λόγον τῆς θέσεως καὶ τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ λόγον τῶν μέσων των. Ἀτομικεύων δὲ τὸ πρᾶγμα, ὅπως τὸ καταστήσω καταληπτότερον, λέγω, ὅτι καὶ τὰ ἄτομα εἶναι ὑποχρεωμένα πολλάκις νὰ πράττωσι τὸ ἴδιον. Καὶ εἶναι μὲν ὁ ἰδιωτικὸς βίος σεβαστός. Φρονῶ ὅμως, ὅτι δύναμαι, στηριζόμενος εἰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ὁ βίος εἶναι δημόσιος καὶ ὅτι μάλιστα τοῦτο εἶναι τὸ εὐγενέστερον πλεονέκτημα τῶν ἐξόχων ἀνδρῶν νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης π. χ. ἐκανόνιζε τὰ ἔξοδα αὑτοῦ ἀπὸ τὰ χρηματικὰ μέσα του, τὸ κοινοβούλιον ἤθελε στερηθῆ τῆς εὐγλωττίας ἐκείνης. Τοῦτο δύναταί τις νὰ εἴπῃ πολλῷ μᾶλλον περὶ τῶν ἐθνῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν τί εἶπεν ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοθύμως περὶ τούτου ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἂν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἀντιτάσσωνται, ἂς τὸ εἴπουν. (Ἀναγινώσκει.) «Ἡ ἐπιτροπὴ ἡμῶν ὁμοθύμως φρονεῖ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ὅπως πᾶν ἔθνος, ἀξιοῦν νὰ κατέχῃ σπουδαίαν σχετικῶς θέσιν μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, ὀφείλει νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνεται μόνον διὰ τῶν ἐσωτερικῶν βελτιώσεων, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἀναλόγου πρὸς τὰ δυνατὰ μέσα στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Εἰδικῶς μάλιστα ἕνεκα τῆς θέσεως καὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ εἰδικώτερον ἔτι ἕνεκα τοῦ ἐκκρεμοῦς ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἡ ἐπιτροπὴ πιστεύει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει καθῆκον ὑπέρτατον νὰ μὴ παραλείψῃ οὐδὲν τῶν πράγματι ἀπαιτουμένων καὶ τὰ μέσα αὐτῆς μὴ ὑπερβαινόντων μέτρων, δι’ ὧν τὰ ἔθνη διατηροῦσι τὴν προσήκουσαν αὐτοῖς θέσιν καὶ προστατεύουσι τὰ δικαιώματά των». Αὐτὸ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν πολιτικὴ, ὅπερ ἄλλοι καλοῦσι πολιτικὴν βάσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Σιμόπουλος εἶπεν, ὅτι δὲν ἐλάμβανε μέρος ἡ μειονοψηφία· ἐγὼ δὲ ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι ὄχι μόνον ἐλάμβανε μέρος, ἀλλ’ ὅτι ὁ κ. Σιμόπουλος ἰδίως παρέσχεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν οὐ μικρὰν συνδρομὴν, διότι πολλὰ εἰδικώτερα ζητήματα ἀνεκίνησεν. Ἐπὶ πολλῶν τοιούτων ζητημάτων συνεζητήσαμεν καὶ εἰς πολλὰ μάλιστα συνεφωνήσαμεν, εἰς ὀλίγα δὲ διεφωνήσαμεν. Ἓν τῶν σπουδαιοτάτων εἰδικῶν ζητημάτων ἦτο τὸ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν δημοσίων ἐσόδων. Τοῦτο ἤγειρεν ὁ κ. Σιμόπουλος, ὑποστηριζόμενος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Βαλασοπούλου. Εἶπε δὲ, ὅτι κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ὄχι τὰ βεβαιωθέντα, ἀλλὰ τὰ εἰσπραχθέντα. Ἐπὶ τούτου ἠγέρθη σπουδαία συζήτησις, καθ’ ἣν ἐγὼ ὑπεστήριξα τὸ ἐναντίον, ὅπερ καὶ παρεδέχθη ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς· εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους. Ἡ ἔκθεσις τοὺς ἀναφέρει. Τὴν παρέκβασιν ταύτην ἔκαμα, διότι ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ αἰτιολογήσω τὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην νὰ κάμω εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον ὁμιλοῦντα ταῦτα προχθὲς, ὅπως ἐπανορθώσω τὸ λίαν ἀνακριβὲς τῆς ὁμιλίας του.
§38ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρεται τὸ ὁμοθύμως καὶ ἀλλοῦ.
§39ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἐπιθυμῆτε, ἀναγινώσκω τῆς ἐκθέσεως ὅλα τὰ μέρη, ἐν οἷς ἀναφέρεται τὸ ὁμοθύμως. (Ἀναγινώσκει·) «Ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοθύμως φρονεῖ, ὅτι σπουδαία ἀπαιτεῖται νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς βελτίωσιν τῆς φορολογικῆς θέσεως τῆς γεωργίας». Ἔχετε εἰς τοῦτο ἀντίῤῥησιν; Ὡσαύτως εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῶν τελωνειακῶν φόρων, εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῆς κανονιζούσης τὰ ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν τέλη νομοθεσίας. Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ προχωρήσω. Εἰς ὅλα, κύριοι, περὶ ὧν ἡ ἔκθεσις ἀναφέρει τὸ ὁμοθύμως, πλήρης ὑπῆρξε πράγματι ὁμοφροσύνη. Ἀλλὰ τὸ μικρὸν τοῦτο δυσάρεστον ἐπεισόδιον δὲν διαταράττει τὸ παράπαν τὴν ἁρμονίαν τῶν φιλικῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας ἔχω πρὸ ἐτῶν μετὰ τοῦ κυρίου Σιμοπούλου. Τώρα εἰσέρχομαι καὶ εἰς ἓν εὐάρεστον. Νομίζω, ὅτι ἀντιπροσωπεύω τὰς ἰδέας τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἂν ἐκφράσω ἐν ὀνόματι τῶν μελῶν αὐτῆς τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Ζαΐμην διὰ τὰς εὐνοϊκὰς κρίσεις του περὶ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Εἰδικῶς δὲ ἐγὼ ἐκφράζω πρὸς τὸν κύριον Ζαΐμην τὴν ἐμὴν εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν λίαν κολακευτικὴν μνείαν, ἣν ἔκαμεν ἐμοῦ. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι τοῦτο τὸ ὀφείλω μᾶλλον εἰς τὰς καλὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας ἔσχον πρὸς τὸν κύριον Ζαΐμην, λαβὼν τὴν εὐτυχίαν νὰ συνεργασθῶ μετὰ τοῦ σπουδαίου τούτου πολιτικοῦ ἀνδρὸς εἰς ἐποχὰς σπουδαιοτάτας. Ταῦτα δὲν λέγω ἄνευ σκοποῦ, ὅπως ὀρθῶς λέγει τις, διακόπτων με· τὰ λέγω, διότι νομίζω, ὅτι ὅσον ἦτο δίκαιος ὁ κ. Ζαΐμης εἰς τὴν εὐμενῆ κρίσιν του περὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, τοσοῦτον δικαίως ὑπῆρξεν αὐστηρὸς εἰς τὴν κατάκρισιν τῆς ἐλλείψεως ἐκθέσεως ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας. Χθὲς εἶπον ἀπαντῶν εἰς μίαν παρατήρησιν τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, ὅτι νομίζομεν ὅτι δὲν ὀφείλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν. Ἐπιμένω δὲ εἰς τοῦτο καὶ θέλω προσπαθήσει νὰ αἰτιολογήσω τὴν ἰδέαν μου. Νομίζω, ὅτι μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἀντετάχθη, ἀφορῶν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Ζαΐμης, ἀρχηγὸς μιᾶς μερίδος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν ἐκτάσει καὶ ἐμβριθῶς, κατέληξε δὲ εἰς πρότασιν οἰκονομιῶν σπουδαίων, πολὺ εὐρυτέρων τῶν οἰκονομιῶν τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ δὲν ἀνεῦρον ποσῶς ἐν τῇ ὁμιλία τοῦ κ. Ζαΐμη ἰδέαν τινὰ ἀντίθετον πρὸς τὰς γενικὰς βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν συμφωνοῦμεν πληρέστατα μετὰ τοῦ κ. Ζαΐμη φρονοῦντος, ὅπως καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ ποτὲ τὴν θέσιν της ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ τὰς πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν ὑποχρεώσεις της. Ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, ἢ τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, τουτέστιν ὡς πρὸς τὸν τρόπον δι’ οὗ θέλει ἐξαλειφθῆ τὸ ἔλλειμμα, ἔχει ἆρά γε ὁ κ. Ζαΐμης ἐναντίαν γνώμην; οὐχί. Ἐπὶ τούτου δύνανται νὰ ὑπάρχωσι δύω γνῶμαι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι. Οἱ μὲν φρονοῦσιν, ὅτι δύναται νὰ ἀρθῇ τὸ ἔλλειμμα δι’ οἰκονομιῶν μόνον, οἱ δὲ μόνον διὰ φόρων. Ἡ ἐπιτροπὴ παραδέχεται μικτὸν σύστημα, τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἔθετε μάλιστα εἰς τὴν πρώτην τάξιν, καὶ τοὺς φόρους. Καὶ ὁ κ. Ζαΐμης δὲ οἰκονομίας προτείνει καὶ φόρους. Ὁ κ. Ζαΐμης εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ τὸ ἔλλειμμα ἀμέσως κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Τοῦτο δὲ παραδέχεται καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις προσέτι φρονεῖ ἀδιστάκτως οὐ μόνον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἀμέσως τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ καὶ ὅτι εἶναι πρέπον καὶ συνετὸν νὰ μὴ ἐπιζητηθῇ ἡ τοιαύτη ἄρσις αὐτοῦ. Τὴν γνώμην της δὲ ταύτην εὐκρινῶς ἐκφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει της, λέγουσα, ὅτι «τὰ ἔθνη δὲν δύνανται νὰ ὑποστῶσιν ἀκινδύνως μεγάλας καὶ ἀποτόμους οἰκονομικὰς μεταβολάς». Ὁ κ. Ζαΐμης, ὡς εἶπον, τὴν αὐτὴν ἔχει ἰδέαν καὶ διὰ τοῦτο ἀρκεῖται καταβιβάζων τὸ ἔλλειμμα εἰς 4,500,000, καὶ προοιωνίζεται, ὅτι ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν δύναται ν’ ἀρθῇ ἐντελῶς. Συμφωνοῦμεν λοιπὸν ἐντελῶς ὡς πρὸς ταῦτα μετὰ τοῦ κ. Ζαΐμη. Ἡ ἐπιτροπή μας ὅμως ἔθεσε καὶ ἄλλην βάσιν εἰδικωτέραν ἐν ταῖς περὶ τῶν οἰκονομιῶν σκέψεσιν αὐτῆς. Ἐθεώρησε δηλαδὴ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπέλθωσι μεγάλαι οἰκονομίαι ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τῆς διοικήσεως, ἑπομένως τῆς ἀσφαλείας, ἴσως δὲ καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ τόπου, ἐὰν προηγουμένως δὲν μεταβληθῇ ὁ ἐν γένει διοικητικὸς ὀργανισμός. Ὁ κ. Ζαΐμης εἶπε καὶ τοῦτο ῥητῶς καὶ ἀπαραλλάκτως, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐν τῇ ἐκθέσει της λέγει, ὅτι δύναται μὲν ἴσως νὰ ὑπάρξῃ σύστημα διοικήσεως οἰκονομικώτερον, ἀλλ’ ὅτι πρὸς ἀκίνδυνον ἐπίτευξιν τῶν ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως οἰκονομιῶν πρέπει πρῶτον νὰ ὑπάρξῃ τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ ἔπειτα νὰ ἐπέλθουν αἱ οἰκονομίαι. Αὗται εἶναι αἱ βάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἑπομένως καὶ τὸ ἀντικείμενον τῆς γενικῆς συζητήσεως αὐτοῦ. Τὰ λοιπὰ εἶναι καθέκαστα. Ὁ κ. Ζαΐμης, εἰς οὗ τὴν ὁμιλίαν ἐμμένω, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν διαφωνοῦμεν παρὰ μόνον ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς, διαφωνεῖ προσέτι πρὸς ἡμᾶς ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζει εἰς 12,000,000, ἐνῷ κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς δέκα ἑκατομμύρια, ἀλλ’ εἶναι ταῦτα λεπτομέρειαι, ὡς εἶπον, τὰς ὁποίας θὰ συζητήσωμεν ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Ὁ κ. Ζαΐμης φθάνει εἰς τοιοῦτον συμπέρασμα, διότι φρονεῖ, ὅτι τινὰ τῶν ἐσόδων ὑπελογίσθησαν πλειότερον, ἢ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἔλλειμμα καὶ ὁλόκληρον τὸ πιθανὸν καθυστέρημα· ὡς πρὸς ταῦτα διαφωνοῦμεν ἐν μέρει, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ἀποδίδει εἰς τὰς γνώμας τοῦ κ. Ζαΐμη, καὶ διότι εἶναι γνῶμαι σπουδαίου πολιτικοῦ ἀνδρὸς καὶ διότι οὗτος ἀντιπροσωπεύει πραγματικὴν ἐν τῇ Βουλῇ δύναμιν, ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς δὲν ἔχει λόγον τινὰ ν’ ἀπαντήσῃ ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν. Ἐπιφυλάσσεται νὰ συζητήσῃ σπουδαίως τὰς γνώμας τοῦ κ. Ζαΐμη εἰς τὰ καθέκαστα τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως. Παρατηρῶ μόνον ἤδη, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης συμφωνῶν καθ’ ὁλοκληρίαν σχεδὸν μεθ’ ἡμῶν ὡς πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα τὰ λεγόμενα πολιτικὰ, διΐσταται μόνον ὡς πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ συμφωνεῖ μεθ’ ἡμῶν, ὅτι δὲν πρέπει οὐδ’ εἰς ταῦτα νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης, τῆς ὑπάρξεως στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὀργανώσεως πλήρους. Ἐπεριμένομεν λοιπὸν εὐλόγως καὶ μετ’ ἀνυπομονησίας, διότι τὸ ζήτημα εἶναι μέγα (πρόκειται λέγουσι περὶ χαίνοντος βαράθρου, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς ἡμεῖς δὲν βλέπομεν), ἐπεριμένομεν ν’ ἀκούσωμεν κἂν ἐν τῇ Βουλῇ τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλησαν νὰ μᾶς φιλοδωρήσωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ ματαία ἐλπίς! Μέχρι τοῦδε ἐν ὀνόματι τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ὡμίλησεν ἢ μόνον ὁ κ. Σιμόπουλος. Ἀλλὰ καὶ οὗτος οὐδεμίαν ἐξήνεγκε γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Ἠσχολήθη μόνον ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ἐνεγράφη εἰς τὸν προϋπολογισμόν, δὲν εἶναι ἀκριβές· ἠσχολήθη προσέτι εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν οἰκονομιῶν, ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀπαντήσωμεν καὶ πρὸς αὐτὸν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἰδέαν τινὰ ἀντίθετον, ἀρχήν τινα πολιτικὴν ἢ οἰκονομικὴν διάφορον, ἑπομένως οὐδὲ θέμα. Ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις ὁ κ. Σιμόπουλος ἔμεινεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁδοῦ. Περιωρίσθη εἰς τὰ πέντε Ὑπουργεῖα, ὡς πρὸς δὲ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν εἶπεν, ὅτι ἀφίνει τὸν περὶ τούτων λόγον εἰς ἐμπειροτέρους καὶ εἰδικωτέρους. Ἡμεῖς δὲ εὐλόγως ἐπεριμένομεν τοὺς εἰδικωτέρους ἐκείνους καὶ ἐμπειροτέρους, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ῥητῶς εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν συνίσταται κυρίως εἰς τὰ ἀφορῶντα τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικά. Ἄλλως τε ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς τὰ λοιπὰ πέντε ὑπουργεῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν εὐλόγως καὶ ἀκινδύνως οἰκονομίαι ἄλλαι οὐδὲ ἑνὸς λεπτοῦ. Φρονεῖ μάλιστα, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν, εἶναι πολλαί. Εὐκρινῶς εἶπεν ἐν τῇ ἐκθέσει της ἡ ἐπιτροπή, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ συνδέεται κυρίως πρὸς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἀφοῦ εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι αἱ λοιπαὶ δαπάναι τοῦ Κράτους δὲν εἶναι ἐπιδεκτικαὶ σπουδαίων ἐλαττώσεων, ὁ δὲ κ. Σιμόπουλος καί τοι ἀφήσας εἰς τοὺς ἐμπειροτέρους τὰ περὶ τούτων, εἶπεν ἀορίστως ἐπὶ τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, ὅτι δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν οἰκονομίαι 4,000,000 δραχμῶν. Ἠρωτήθη μάλιστα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ποία τουλάχιστον εἶναι ἡ μεταξὺ τῶν δύω Ὑπουργείων ἀναλογία, καὶ ἀπήντησεν, ὅτι 2,500,000 ἀποκόπτονται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ 1,500,000 ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Προσέθεσε δὲ, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ὅτι ἡ οἰκονομία ἡ γινομένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι 4,000,000, ἀλλὰ προστίθεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ ἔξοδόν τι ἀφορῶν εἰς ἄγνωστόν τινα νέαν τάξιν στρατιωτικὴν καὶ ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 1,500,000. Ἀλλ’ ἐγὼ λαμβάνω τὰ 2½ ἑκατομμύρια. Ὕστερον ἀπὸ αὐτὰς τὰς λαμπρὰς ἐπαγγελίας τῶν 4,000,000 διὰ τὰ δύο Ὑπουργεῖα, ἡ ἀνυπομονησία ἡμῶν ἐκορυφώθη καὶ ἐπεριμένομεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ νέου αὐτοῦ συστήματος. Ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω πλείστους δισταγμούς, διότι, ἐξετάζων τὸν προϋπολογισμὸν διὰ νὰ πεισθῶ περὶ τῶν δυνατῶν οἰκονομιῶν, παρέβαλα αὐτὸν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1861 καὶ εἶδον, ὅτι τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ἔξοδα δραχμὰς 7,100,000, τώρα δὲ ἔχει 10,800,008. Ἐὰν ἀποκόψητε τὰ 2½ ἑκατομμύρια καὶ ἂν ἀφαιρέσητε συγχρόνως τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας προσέθεσεν ἡ Ἑπτάνησος εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ αἵτινες ἀναβιβάζονται εἰς 8 ἑκατομμύρια δραχμὰς, φθάνετε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1861, δηλ. εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον εἴχομεν πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν! Ἂν εἰς αὐτὴν τὴν μακαρίαν ἐποχὴν ἦναι δυνατὸν νὰ μᾶς φέρῃ ἡ ἀντιπολίτευσις, θὰ ἦναι βεβαίως θαῦμα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ ἴδωμεν διὰ νὰ τὸ πιστεύσωμεν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προανήγγειλεν ὁ κ. Σιμόπουλος οἰκονομίαν δραχ. 1,500,000. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1861 τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀνέγραφε δραχ. 1,900,000, ὁ σημερινὸς σημειοῖ δραχ. 3,400,000. Λοιπὸν μεταβαίνομεν ἀμέσως δι’ ἑνὸς ἅλματος εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν πρὸ εἰκοσαετίας. Καὶ ἐπειδὴ, καθ’ ἃς ἐζήτησα καὶ ἔλαβον πληροφορίας καὶ περὶ τῶν δαπανῶν τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν Ἑπτάνησον, αὗται ἀνέρχονται εἰς δραχ. 220,000, φθάνομεν εἰς συμπέρασμα οὐχὶ πλέον εὐάρεστον, ἀλλὰ καταπληκτικὸν, διότι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸ 1880 προϋπολογισμὸν τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν κατὰ 300,000 κατώτερον ἐκείνου τοῦ 1861! Νομίζω, ὅτι δικαιολογεῖτε τὴν ἀνυπομονησίαν ἡμῶν καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ μερὶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἐπαγγέλλεται τὰς μυθώδεις ταύτας οἰκονομίας, ἀδικεῖ καὶ ὑμᾶς καὶ ἑαυτὴν, μὴ σπεύδουσα ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν ἐφεύρεσίν της καὶ ἀφίνουσα τὴν Βουλὴν νὰ πελαγοδρομῇ. Σέβομαι τὰς γνώμας τῶν διαφόρων ῥητόρων, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸν κ. Ζαΐμην καὶ τὸν κ. Σιμόπουλον ὡμίλησαν. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι σπουδαῖοι καὶ ἐξήνεγκαν γνώμας ἐμβριθεῖς καὶ ἐπιστημονικάς. Ἀλλὰ εἶναι γνῶμαι ἀτομικαί, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι φροντιστήριον πολιτικῆς οἰκονομίας ἢ γυμναστήριον ῥητορικῆς. Ἡ Βουλὴ εἶναι σπουδαῖον Σῶμα, τὸ ὁποῖον συζητεῖ περὶ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Σήμερον μάλιστα, ὅτε πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ἐπιτείνωμεν, εἰ δυνατὸν, τὴν σπουδαιότητα ταύτην καὶ νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος, κατὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς λύσεως τοῦ ὁποίου τοσοῦτον ἡ ἀντιπολίτευσις ἀντετάσσετο μέχρι τῆς χθές. Πρέπει λοιπὸν κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην νὰ ἔλθῃ ἡ ἀντίθετος πολιτικὴ, ἂν ὑπάρχῃ, νὰ ἔλθῃ δὲ πλήρης, σπουδαία, ἀνεπιφύλακτος, διότι μέχρι τοῦδε δὲν παρουσίασεν ἢ μόνον ἀριθμητικὰς διαφορὰς, αἵτινες θέλουσι συζητηθῆ, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς τῆς καθ’ ἕκαστα συζητήσεως. Εἰς τί δὲ χρησιμεύουσιν αἱ γενικαὶ θεωρίαι ἄλλων περὶ τῆς κατὰ πρόοδον φορολογίας, ἢ περὶ ἄλλων αὐτοτελῶν ζητημάτων, ἢ καὶ ἀλλοτρίων ὅλως πρὸς τὸ προκείμενον, εἰς τὰ ὁποῖα περιεπλανᾶτο ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ δὲν συντελοῦσι τὸ παράπαν εἰς λύσιν τοῦ προβλήματος τοῦ φοβεροῦ ἐλλείμματος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου χαίνει, κατὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, βάραθρον πρὸ τῶν ποδῶν ἡμῶν; Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσωμεν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τίποτε ν’ ἀντικρούσωμεν, περιορίζομαι εἰς ὅ,τι εἶπε περὶ περικοπῶν δαπανῶν ὁ κ. Σιμόπουλος. Σημειῶ δὲ ἐνταῦθα, ὅτι ὁ κ. Σιμόπουλος πλὴν τῶν περικοπῶν τούτων, τὰς ὁποίας διὰ μακρῶν ἀπηρίθμησε κατ’ ἄρθρα καὶ κατ’ ἐδάφια, παρεδέχθη τοὺς φόρους, παρεδέχθη καὶ τὰ δάνεια, προέτεινε μάλιστα τὴν ἐξαργύρωσιν ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἀποδεχθεὶς ὡς ἀδύνατον τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἠθέλησα νὰ λάβω σημείωσιν τῶν περικοπῶν, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον, διὰ νὰ ἐξακριβώσω ἓν πρὸς ἓν τὰ κονδύλια, ὅπως ἴδω ἂν ὑπάρχῃ σπουδαία διαφορά. Δυστυχῶς δὲν ἐδημοσιεύθη εἰσέτι ὁλόκληρος ὁ λόγος τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ἀλλ’ ἐξ ὅσων προχείρως ἠδυνήθην νὰ σημειώσω, παρετήρησα, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ἐλαχίστη, 200,000 δραχμαὶ καὶ διὰ τὰ πέντε Ὑπουργεῖα. Πιστεύω, ὅτι δὲν ἐχρειάζετο τόσος πάταγος διὰ τοιοῦτον ποσόν. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἡ ἀριθμητικὴ αὕτη διαφορά, εἴτε μικρὰ, εἴτε μεγάλη, θίγει τὴν πολιτικὴν βάσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν ὁ κ. Σιμόπουλος, ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ ἀμειλίκτους ἀληθῶς, ὡς κάλλιστα τὰς ὠνόμασεν ὁ ἴδιος, περικοπάς. Καὶ ἰδοὺ ἐπιτίθεται καθ’ ὅλων τῶν φώτων, καὶ διὰ τῆς ἀσπλάγχνου ψαλίδος του ἀποσβεννύει τοὺς φάρους, ἀμαυρόει τὸ φῶς τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ τῶν γυμνασίων, δὲν φείδεται δὲ οὐδ’ αὐτῶν τῶν νεκρικῶν λαμπάδων τῶν κηδειῶν! Καὶ ἠξεύρετε τίς ὁ ἀμειλίκτως ἀποσβεννύμενος φάρος; Εἶναι ὁ φάρος ὁ ἀνεγειρόμενος ἐπὶ τῶν Οἰνουσῶν νήσων, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ πρῶτον μέρος τῆς γῆς τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον βλέπουν οἱ ἐκ τῆς Δύσεως εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἐρχόμενοι. Καὶ ᾐσθάνθην μάλιστα ἐπὶ τούτῳ ἐγὼ αὐτὸς πρὸ ὀλίγων μηνῶν πικρότατον φιλοπατρίας νυγμόν. Ἐταξείδευον ἐκ τῆς Ἑσπερίας, ἐπέβαινον δὲ ἀτμοπλοίου τῶν Γαλλικῶν διαπορθμεύσεων μετ’ ἄλλων 25 περίπου Ἑλλήνων καὶ ὀλίγων ξένων. Ἐπλησιάζαμεν πρὸς τὴν Πελοπόννησον, τὸ ἀτμόπλοιον ἤρχισε νὰ βραδυπορῇ. Ἠρωτήσαμεν τὸν πλοίαρχον διατί τοῦτο; ὁ δὲ πλοίαρχος μετ’ ἀγανακτήσεως μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει φάρος εἰς τὰς Οἰνούσας καὶ ἐξέφερε μάλιστα βαρυτάτην κατὰ τῆς Ἑλλάδος λέξιν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης. Ἠναγκάσθην τότε, διότι ἤμην γενικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ δικαιολογήσω, ὡς ἠδυνήθην, τὴν ἔλλειψιν ταύτην, ἀλλὰ ἡ μόνη πραγματικὴ δικαιολογία δι’ αὐτὸν ἦτο νὰ ὑποσχεθῶ, ὅτι ἡ πρώτη φροντίς μου, ἐρχομένου εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἦναι νὰ πείσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνεγείρῃ τὸν φάρον. Ὁ πλοίαρχος ἐδέχθη μετ’ εὐγνωμοσύνης τὴν ὑπόσχεσιν καὶ μοὶ ἔγραψε μάλιστα, ὅτι λαμβάνει σημείωσιν αὐτῆς καὶ ὅτι ἐκεῖνος ὅστις θέλει φροντίσει περὶ θεραπείας τῆς μεγίστης ταύτης ἀνάγκης τῶν ναυτιλλομένων, θέλει καταστῆ ἄξιος τῆς ἑαυτοῦ πατρίδος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν συνδιάλεξιν, τὴν ὁποίαν μετὰ τῶν Ἑλλήνων ἔλαβον περὶ τούτου, παρίστατο καὶ ὁ κ. Θεολόγος. Εὐχαρίστως δὲ λίαν μνημονεύω τούτου, διότι ὁ ἔντιμος οὗτος συμπολίτης ἡμῶν, ἐξ εὐγενοῦς αἰσθήματος φιλοπατρίας ὁρμώμενος, μοὶ εἶπεν αὐθόρμητος, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πίστωσις, ἀναλαμβάνει αὐτὸς νὰ προκαταβάλῃ ἄνευ τόκου τὸ ἀπαιτούμενον χρηματικὸν ποσόν. Ἅμα ἦλθον ἐδὼ περὶ τούτου κατὰ πρῶτον ἐφρόντισα, καὶ ὁμολογῶ χάριτας εἴς τε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, οἵτινες ἀμέσως καὶ ἀποτελεσματικῶς ἐνήργησαν. Θέλει δὲ κοστίσει ὁ φάρος ἐκεῖνος ὄχι ὅπως εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος 85,000, ἀλλὰ 140,000, διότι διὰ 50 χιλιάδας ἐλήφθη ἐν δημοπρασίᾳ ἡ ἀνέγερσις τοῦ οἰκοδομήματος, 85 δὲ χιλιάδας φράγκων κοστίζει τὸ μηχάνημα τοῦ φανοῦ. Ἀλλὰ τοιαύτην οἰκονομίαν δὲν πιστεύω νὰ δεχθῇ ἡ Βουλή, ὅπως οὐδὲ τὴν κατὰ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ κατὰ τῶν γυμνασίων, οὐδὲ τὴν κατὰ τῶν κηδειῶν. Δὲν εἶναι αἱ ἄσπλαγχνοι αὗται περικοπαὶ οἰκονομίαι, ἀντίκεινται μάλιστα, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, εἰς τὰς ἰδέας ὑμῶν, εἰς τὰ αἰσθήματά σας, εἰς τὰ καλῶς νοούμενα συμφέροντα τῆς πατρίδος μας· ἀλλὰ, ὡς εἶπον, δὲν βλέπω ἐν αὐταῖς παρὰ ποσὸν 200,000 δραχμῶν.
§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετέ μοι νὰ σᾶς ἀπαντήσω; Ἀνεξαρτήτως τῶν οἰκονομιῶν αὐτῶν, ἔγειναν καὶ προτάσεις ὡς πρὸς ἄλλα κεφάλαια, αἱ ὁποῖαι ἀναβαίνουσιν εἰς 1,769,000 δραχμάς, ἀνεξαρτήτως τῶν δύο ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Κατὰ τὴν ἰδικήν σας ἔκφρασιν, αἱ οἰκονομίαι τῶν αὐτῶν ὑπουργείων, ἐὰν ἐκπέσωμεν τὰς 700,000 δραχμὰς, θὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ 200,000 δραχμῶν;
§41ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ, ἀναβαίνουν εἰς 2,600,000, διότι προσεθέσαμεν 700,000 δραχμὰς ἕνεκα τῶν δηλώσεων. Ὁμιλῶ δὲ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ σύμφωνα μὲ τὰς δηλώσεις.
§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ῥίψατε ἓν βλέμμα καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι 608 χιλιάδες εἶναι αἱ οἰκονομίαι.
§43ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι αἱ οἰκονομίαι εἶναι πλειότεραι;
§44ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 600,000 εἶναι αἱ ἰδικαί σας.
§45ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως κατά τι πλειότεραι, διότι, ὡς προεῖπον, δὲν ἐδημοσιεύθη εἰσέτι ὁλόκληρος ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶναι μικρὰ σχετικῶς πρὸς τὸ ἔλλειμμα, ἔσται δὲ ἐλαχίστη ἢ μηδὲν, καθόσον αἱ πλεῖσται τῶν προτεινομένων περικοπῶν εἶναι ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των ἀπαράδεκτοι, ἔνιαι δὲ καὶ λίαν ἐπιβλαβεῖς. Καὶ εἶναι πολὺ φυσικὸν τὸ ἀδύνατον τοῦ νὰ γείνωσι σπουδαῖαι οἰκονομίαι. Ἐλάβομεν, ὡς ἐξηγεῖ ἡ ἔκθεσις, ὡς βάσιν συγκρίσεως τοῦ ἐφετείνου προϋπολογισμοῦ, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1861. Ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, ὡς πρὸς τὰ πέντε Ὑπουργεῖα, ἀνέρχεται εἰς 4½ ἑκατομμύρια δραχμῶν. Κατὰ τὴν ἔκθεσίν μας, ἡ διαφορὰ αὕτη προῆλθεν ὄχι μόνον διότι εἰκοσαετία ὁλόκληρος παρῆλθεν ἔκτοτε, ἀλλὰ καὶ διότι προσετέθη ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Ἑπτάνησος. Ἠξεύρετε δὲ ποία εἶναι ἡ φύσις τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ηὔξησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς εἰκοσαετίας καὶ ἑπομένως εἰς τί συνίσταται ἡ διαφορά; Εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν, περὶ τῆς ὁποίας μεριμνᾷ ὁ τόπος καὶ ὑπὲρ ἧς διακαῶς ἐνδιαφέρεται ἡ Βουλὴ, ἐγένετο προσθήκη 650,000 δραχμῶν. Ὑπῆρξαν αὐξήσεις εἰς τὰ τηλεγραφεῖα καὶ τὰ ταχυδρομεῖα, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐπιδεκτικαὶ ἐλαττώσεως, συνιστάμεναι εἰς δραχ. 1,040,000. Ηὔξησεν ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καταδίκων τὸ ἔξοδον τῆς τροφοδοσίας αὐτῶν κατὰ 350,000. Προσετέθησαν κατὰ καιροὺς εἰρηνοδικεῖα καὶ ἕνεκα αὐτῶν ηὐξήθησαν τὰ ἔξοδα τῆς Δικαιοσύνης τοῦ πρώτου βαθμοῦ κατὰ 200,000 δραχμάς. Προσετέθησαν ἔτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν ὑποδίκων ἀπὸ 495 εἰς χιλίους, 100,000 δραχμῶν. Ἐξοδεύομεν διὰ τὰ συστηθέντα τρία νέα Πρωτοδικεῖα 100,000 δραχμάς. Τὸ ποσὸν δὲ τῶν αὐξήσεων τούτων ἀνέρχεται εἰς 2,340,000 δραχμάς. Ἀλλὰ ἐξηκρίβωσα συγχρόνως καὶ τὰ μὴ ἀναγόμενα εἰς τὰ ποσὰ ταῦτα ἔξοδα, τὰ διὰ τὴν Ἑπτάνησον καταβαλλόμενα, καὶ εὗρον εἰς μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης 295,000, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν 300,000, καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 325,000. Οὕτω δὲ τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 3,360,000, καὶ μένει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1861 καὶ τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ 1,140,000. Σημειωτέον δὲ, ὅτι δὲν περιελήφθησαν εἰς τὴν γενομένην ἀφαίρεσιν οὔτε αἱ 500,000 δραχ. αἱ προστεθεῖσαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, οὔτε ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πρωτοδικῶν ἐν ταῖς παλαιαῖς ἐπαρχίαις, συνισταμένη εἰς εἴκοσι δικαστὰς, οὔτε ἡ ἕνεκα τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου ἀπαραίτητος αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως ἐν γένει καὶ τῆς ἀνωτάτης δικαιοσύνης, οὔτε ἡ μισθοδοσία τοῦ ἀνωτέρου κλήρου τῆς Ἑπτανήσου, οὔτε ἄλλα οὐκ ὀλίγα ποσὰ ἀνεπίδεκτα ἐλαττώσεως. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα, ἐλαχίστη ἀπομένει αὔξησις δαπανῶν ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι τοῦ 1880, καὶ αὕτη ἀνεπίδεκτος περιορισμοῦ. Ἰδοὺ διατί φρονοῦμεν, ὅτι σπουδαῖαι οἰκονομίαι εἰς τὰ Ὑπουργεῖα αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσι. Διὰ τοῦτο μάλιστα καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψεν εἰς ἀριθμητικήν τινα παραδρομὴν, ἥτις δὲν ἦτο σπουδαία, ἠναγκάσθη ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών του καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς προφανῆ πρὸς ἑαυτὸν ἀντίφασιν, ἵνα δυνηθῇ νὰ ὑπερβῇ κατά τι τὸ ποσὸν τῶν οἰκονομιῶν, ἃς ἡμεῖς προετείναμεν. Τῷ ὄντι, ἐνῷ καὶ ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ διοικητικὸν σύστημα, ἵνα κατορθωθῶσιν οἰκονομίαι ἄξιαι λόγου, καὶ κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν, ὡς μὴ προτείνασαν τὴν μεταβολὴν, ἐλησμόνησεν ὅμως ἀμέσως τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ μὴ περικόψῃ δαπάνας ἄνευ καιρίας προσβολῆς τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ ἐν γένει, καὶ κατήρξατο τοῦ ἔργου τῆς ἀποκοπῆς πράγματι ἀμειλίκτως. Ἀποκόπτει π. χ. ὅλους τοὺς γραμματεῖς τῶν ἐπαρχείων καὶ ἀφίνει μόνους τοὺς ἐπάρχους. Καὶ διατί τάχα ἄλλος τις νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ, ὅτι οἰκονομικώτερον θὰ ἦτο ν’ ἀποκόψωμεν τοὺς ἐπάρχους; Ὁ κ. Σιμόπουλος ἐλησμόνησε προσέτι, ὅτι προχθὲς κατέκρινε τὸν κ. Ζαΐμην, διότι οὗτος, πρακτικώτερον σκεπτόμενος, εἶπεν, ὅτι δύνανται νὰ καταργηθῶσι τινὰ ἐπαρχεῖα καὶ ν’ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν εἰς τοὺς ἐφόρους. Ἐκάκισε δὲ τοῦτο ὁ κ. Σιμόπουλος, διότι εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστοι αἱ δύω αὗται ὑπηρεσίαι, καθόσον, κατὰ τοὺς νόμους, ὁ ἔπαρχος ἐπιτηρεῖ τὸν ἔφορον. Καὶ ὅμως, ὅταν ἐγὼ ἐκπλαγεὶς ἐπὶ τῇ θυσίᾳ τῶν δυστυχῶν γραμματέων τῶν ἐπαρχείων, τὸν ἠρώτησα τίς θ’ ἀναπληρώσῃ τὸν ἔπαρχον ἀπόντα ἢ ἀσθενοῦντα; εἶπεν «ὁ ἔφορος». Δὲν εἶναι, ὡς βλέπετε, ἀσυμβίβαστοι αἱ δύω αὗται ὑπηρεσίαι, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ οἰκονομικὴ ἀπληστία τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω, ὅπως καὶ ὑμεῖς πάντες, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντίθετον εἰς τὸν νόμον. Τὸ αὐτὸ πράττει καὶ διὰ τοὺς ἀντεισαγγελεῖς, ἐξαλείψας καὶ τούτους ἀπὸ προσώπου τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ. Καταργεῖ ὅλους τοὺς γραμματεῖς τῶν ταμείων....
§46ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς τρίτης τάξεως.
§47ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μιᾶς τάξεως, ἀλλὰ ὅλους. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον, ἀκρωτηριάζει τοὺς ὀργανισμοὺς καὶ δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι ὑποστηρίζετε.
§48ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ γραμματεῖς ἔλλειψαν ἄλλοτε, χωρὶς νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα.
§49ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κακῶς· ἀλλ’ ἔχετε δίκαιον, τὸ σύστημα αὐτὸ ὄχι μόνον ὡς πρὸς τοὺς γραμματεῖς τῶν ταμείων, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοὺς λοιποὺς ψαλιδισμούς σας δὲν εἶναι νέον, καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἐπάθετε ἀτομικῶς ἐκ τοῦ συστήματος αὐτοῦ. Αὐτὸ τὸ ἐπενόησε καὶ τὸ ἐφήρμοσεν ὁ μακαρίτης Χρηστίδης τῷ 1866, καὶ ὑμεῖς ἐξωρίσθητε τότε, δὲν ἠξεύρω ποῦ. Ὅλοι δὲ ἐνθυμούμεθα, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἂν δύναται ν’ ἀποκληθῇ σύστημα ἡ ἄρνησις παντὸς συστήματος, διότι δὲν ἦτο νόμιμον, δὲν ἦτο λογικὸν, διότι καταστρέφει τὴν ἁρμονίαν τῆς λειτουργίας τῆς διοικητικῆς μηχανῆς. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι ἅμα λείψῃ ἡ καλὴ διοίκησις καὶ ἡ καλὴ διαχείρισις, ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων χωλαίνει, ἡ εἴσπραξις αὐτῶν σταματᾷ καὶ ἑπομένως σπατάλη ἀντὶ οἰκονομίας προέρχεται· ὥστε βλέπετε ποῦ ὁδηγεῖ ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ τῶν οἰκονομιῶν σας. Καταστρέφει τὰς βάσεις τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ζημίαν ἀντὶ ὠφελείας ἐπιφέρει. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα δὲν ἀρκοῦσιν, ἵνα παρουσιασθῇ διαφορά τις, ἔστω ὀλίγων ἑκατοστύων χιλιάδων. Καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος ἀναγκάζεται νὰ προβῇ καὶ εἰς περικοπὰς δαπανῶν ὅλως διόλου ἀδικαιολογήτους. Ὑπάρχει π. χ. εἰς τὴν Κέρκυραν φρενοκομεῖον, τὸ μόνον ἐν Ἑλλάδι, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν· πρόκειται νὰ ἐπισκευασθῇ τὸ φιλανθρωπικὸν τοῦτο κατάστημα, ὅπως ἑκατὸν καὶ πλείονα ἴσως δυστυχῆ πλάσματα πάσχωσιν ὀλιγώτερον, καὶ ὅπως μὴ γίνηται ὁ περίγελως τῶν ξένων τὸ ἔθνος ἡμῶν; Ἐσημειώθησαν πρὸς τοῦτο 50,000. Ὄχι, λέγει ὁ κ. Σιμόπουλος, πρέπει νὰ περικοπῶσι καὶ αὗται.
§50ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλησμονήσατε, ὅτι εἶπον ὅτι ἡ πίστωσις πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δαπανηθῇ.
§51ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶπον νὰ περικοπῇ καὶ ὄχι ν’ ἀπαλειφθῇ. Ἐπίσης προτείνει ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τῆς στρατολογίας, ἐγὼ, δὲ ὡς πρὸ μικροῦ γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ σημειωθὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν τῶν 25,000 δραχμῶν δὲν θὰ ἀρκέσῃ. Εἶναι περιττὸν νὰ προχωρήσω εἰς τὰς τοιαύτας λεπτομερείας, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὰ ⅔ τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῆς μερίδος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἰς ἣν ἀνήκει ὁ κ. Σιμόπουλος, περικοπῶν εἶναι αὐθαίρετον, τὸ δὲ ἕτερον τρίτον εἶναι περικοπαί, ἀνατρέπουσαι ἄρδην τὰς βάσεις τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ. Διὰ ταῦτα ἐνόμισα καὶ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῇ κἂν ὁ κατάλογος τῶν περικοπῶν, ἵνα εἰς σπουδαίαν πρότασιν τῆς μερίδος ταύτης τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ διαχειριστικοῦ μέρους τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν οἰκονομιῶν, δυνηθῶμεν νὰ ἀπαντήσωμεν. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι σπουδαιότητά τινα λαμβάνει τὸ σύστημα τῶν περικοπῶν τῶν δαπανῶν ὅταν τοῦτο ἀναπτυχθῇ ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν καὶ ναυτικὰ πράγματα. Καὶ ἐπὶ τούτου ὀφείλει τὸ μέρος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλάλησεν ἔτι, νὰ λαλήσῃ. Ἀλλὰ θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι καὶ τὰ ἀπόκρυφα ταῦτα σχέδια οἰκονομιῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἀφορῶσιν εἰς τὴν πολιτικὴν βάσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως δὲν ἀφορᾷ εἰς αὐτὴν καὶ ὁ κατάλογος τῶν οἰκονομιῶν τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει τὴν μερίδα ταύτην. Ἑπομένως οὔτε αὗται, οὔτε ἐκεῖναι ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενον τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἶναι ὀρθὸν, ὅτι ἐπιβάλλεται μάλιστα ὑπὸ τῆς σπουδαιότητος τοῦ πράγματος, ἡ ἀντιπολίτευσις τότε μόνον νὰ ἐγείρῃ πολιτικὰ ζητήματα, ὅταν ἔχῃ νὰ ἀντιτάξῃ ἀντιθέτους πολιτικὰς ἰδέας ἢ κἂν ἴδιον οἰκονομικὸν σύστημα ἐν τῇ ἀληθεῖ τῆς λέξεως ἐννοίᾳ. Πολιτικὸν ζήτημα δὲν εἶναι ἂν πρέπῃ ἢ ὄχι νὰ καταργηθῶσιν οἱ γραμματεῖς τῶν ἐπαρχείων, ἢ οἱ ἀντεισαγγελεῖς, ἢ οἱ γραμματεῖς τῶν ταμείων τρίτης τάξεως, ἢ οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, ἢ ἂν πρόκηται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ γείνωσιν εὐρύτεραι οἰκονομίαι, χωρὶς ὅμως νὰ παραβλαφθῇ ὁ σκοπός, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ τείνῃ τὸ Ἔθνος, συντάσσον, συντηροῦν καὶ ἀναπτύσσον τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς αὐτοῦ δυνάμεις. Τὸ ζήτημα μεταπίπτει τότε εἰς ζήτημα διαχειρίσεως, καὶ εἰς αὐτὸ δύναται νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀποδοχὴ καὶ ἀπόῤῥιψις, δὲν εἶναι ὅμως πολιτικὸν ζήτημα. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ αὖθις, ὅτι δὲν διέκρινα εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ζαΐμη, ὁ ὁποῖος ἐλάλησεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως, ἀντίθεσίν τινα πολιτικήν. Εἶναι πεπεισμένος, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς μεγάλας οἰκονομίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἐπρότεινε μάλιστα αὐτὰς ἀνεπιφυλάκτως. Ἀλλὰ δὲν ἐθεώρησεν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι εἶναι ζήτημα πολιτικόν. Τοῦτο ῥητῶς ἐδήλωσεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του, καὶ ἐκπληρῶ καθῆκον εὐάρεστον ἀνομολογῶν τὴν πολιτικὴν σύνεσιν καὶ τὴν εὐσυνειδησίαν τοῦ ἀνδρός. Ζήτημα πολιτικόν, ὡς εἶπον, εἶναι αἱ βάσεις τῆς πορείας τοῦ ἔθνους, τὸ ἐθνικὸν πρόγραμμα. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τῶν οἰκονομιῶν τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν δύναται νὰ ἐγερθῇ, ἂν αὗται ἀντίκεινται εἰς τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἂν ἀναιρῶσι τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικόν. Τὸ τελευταῖον τοῦτο παρουσιάζεται π. χ. ἐν τῇ γνώμῃ, ἣν ὁ κ. Βαλασσόπουλος ἐξέφερε καὶ καθ’ ἣν τὸ ἔλλειμμα πρέπει νὰ ἀρθῇ ἀμέσως καὶ διὰ μεγίστων θυσιῶν.
§52ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ ὅμως σεῖς δὲν συμφωνεῖτε.
§53ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως οὐχὶ, ἀλλ’ οὔτε ἡ ἀντιπολίτευσις.— Αὐτὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι δύνανται νὰ ἐγείρωσι πολιτικὸν ζήτημα. Ἐὰν τοιαύτας ἔχῃ ἡ ἀντιπολίτευσις ἰδέας, ἂς ἔλθῃ νὰ ἐκθέσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν δὲν ἔχῃ, νομίζω, ὅτι καιρὸς εἶναι πλέον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἐκεῖ μόνον εὑρισκόμεθα ἐν ἀντιθέσει περὶ τοὺς ἀριθμοὺς, οὐδαμοῦ δὲ ἀλλοῦ παρουσιάσθη, τοὐλάχιστον μέχρι τοῦδε, ἀντίθεσις ὡς πρὸς τὰς ἀρχάς. Διὰ τοῦτο ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, ὅτι δὲν ὤφειλον νὰ ὁμιλήσω· διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω καὶ νῦν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὤφειλον νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ, σεβόμενος τὰ δικαιώματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἰδίως μάλιστα εἰς τὰ μεγάλα ταῦτα ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δικαιοῦται νὰ μετάσχῃ εὐρέως καὶ τὸ μέρος αὐτῆς, ὅπερ εἰσέτι δὲν μετέσχεν ἐπαρκῶς, ὤφειλον μάλιστα νὰ μὴ ὁμιλήσω.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν ἔλεγον, κύριοι, ὅτι εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλῃ ἢ δὲν ἦνε εἰς θέσιν νὰ διευθύνῃ τὰς συζητήσεις, αἱ συζητήσεις αὗται καταντῶσιν εἰς σύγχυσιν, θὰ ἔλεγον μίαν ἀλήθειαν στοιχειώδη, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ. Ἐὰν δὲ μετὰ τοῦτο προσέθετον, ὅτι εἰς συζήτησιν πρὸ πάντων προϋπολογισμοῦ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀφίνῃ τὴν συζήτησιν χωρὶς νὰ τὴν διευθύνῃ, ἡ σύγχυσις μετατρέπεται εἰς κυκεῶνα, τότε ἤθελον εἴπει ἀλήθειαν ἔτι στοιχειώδη. Καὶ μολοντοῦτο ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τὸ βῆμα, ὅστις ἐν ὀνόματι καὶ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ὡμίλησε, μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἄφησε τὴν Βουλὴν νὰ πελαγοδρομῇ. Ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν διευθύνει τὴν Βουλὴν, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὰ ζητήματα τοῦ προϋπολογισμοῦ· τὴν Βουλὴν διευθύνει καὶ ὀφείλει νὰ τὴν διευθύνῃ ἡ Κυβέρνησις. Τέσσαρας ἡμέρας συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἢ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Χθὲς, μετὰ τὴν εὔγλωττον καὶ πατριωτικὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν κ. Κοντογούρη, ἐζητήσαμεν νὰ λάβῃ τὸν λόγον εἴτε ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε τις τῶν Ὑπουργῶν, ἵνα μὴ ἡ συζήτησις πελαγοδρομῇ, ἀλλὰ αὐτοὶ ἀπήντησαν διὰ τῆς σιωπῆς. Καὶ ὁ μὲν εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς μᾶς εἶπεν ὅ,τι μᾶς εἶπεν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν: ὅσα ἐλέχθησαν εἶνε ἐπὶ τῶν καθέκαστα, ὅταν δὲ ἔλθωμεν εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, τότε θὰ λάβω τὸν λόγον. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς σήμερον ἠθέλησε νὰ λύσῃ τὴν σιωπὴν καὶ ἀπαντήσῃ, ὡς ἔκρινε ν’ ἀπαντήσῃ, πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ μίαν παρατήρησιν καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας βλέπετε, ὅτι ὁμιλῶ καὶ πρὸς τοὺς δύο, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ. Ἐξελέγητε, ἀξιότιμοι κύριοι, ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ διὰ νὰ ὑπάγητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἔλθητε κατόπιν ἐδῶ νὰ συζητήσητε ὡς δικηγόροι ἀντίθετοι, ὅπως ἕκαστος κερδίσῃ τὴν δίκην ὑπὲρ τοῦ πελάτου του, ἀλλ’ ὅπως ἐργασθῆτε καὶ διαφωτίσατε κατόπιν τὴν Βουλὴν, ἥτις ἐν σώματι δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο.
§55ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς σᾶς εὐχαριστῶ, διότι εἰργάσθην, καὶ σπουδαιότατα.
§56ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν εἰργάσθητε, κ. εἰσηγητὰ — καὶ αὐτὸ δὲν τὸ ἀρνοῦμαι — ἡ ἐργασία σας ἔπρεπε νὰ ἦνε τοιαύτη, ὥστε νὰ μᾶς φωτίσῃ σήμερον. Ἀπαντῶντες εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον, ἀντὶ νὰ μᾶς εἴπητε κατὰ τί δὲν εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ νὰ μᾶς φωτίσητε, ἐξ ἐναντίας περιωρίσθητε εἰς ἐπικρίσεις τοῦ τρόπου τῆς ἐργασίας. «Οἰκονομία πολιτικὴ» μᾶς εἶπε, καὶ ταύτην ἀπαιτεῖ νὰ ἔλθῃ ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ τὴν διαγράψῃ. Πολιτικὴν οἰκονομίαν σύμφωνον μὲ τὰ καθήκοντα καὶ μὲ τὴν θέσιν τοῦ ἔθνους λέγοντες, τί ἐννοεῖτε μὲ τοῦτο, κύριοι κυβερνῆται; Μᾶς λέγετε, ὅτι μᾶς ἐπαρουσιάσατε πολιτικὴν οἰκονομίαν τὴν σύμφωνον μὲ τὴν θέσιν καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ἔθνους, καὶ μᾶς λέγετε, τί ἔχετε σεῖς ν’ ἀπαντήσητε; Εἰσάγετε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς εἰς αὐτὰς τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ τόπου· σεῖς ὀφείλετε πρῶτοι νὰ μᾶς εἴπητε διατί συνετάξατε τοιουτοτρόπως τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ οὐχὶ ἄλλως, διατί δὲν ἐλάθετε ὑπ’ ὄψιν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, καθὼς σᾶς τὸ ἐπαρουσίασαν οἱ φίλοι σας καὶ αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς, διατί δὲν ἐφέρατε τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, δυνάμει τῶν ὁποίων μᾶς εἶπον καὶ οἱ φίλοι σας, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὰ 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας; Ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι; Πῶς παρουσιάζετε τέλος αὐτὸν τὸν προϋπολογισμόν; τὸν παρουσιάζετε ὥς τι, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιμένετε καὶ θὰ ἐπιμένετε; καὶ διατί; Καὶ βεβαίως τὸ νὰ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δηλαδὴ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν παρουσιάζῃ, ὅπως ἐπιμείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ, εἶναι ἐπερώτησις, ἡ ὁποία κάπως δὲν στέκει, διότι εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ πρόγραμμά της. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἶπε καὶ ἄλλοτε διὰ τοῦ πρωθυπουργοῦ της: μὴ μὲ ἐξετάζετε διὰ τὰ μέσα. Ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω, τὸν προϋπολογισμὸν τὸν παριστάνετε ὡς σκοπὸν ἢ ὡς μέσον; ὡς μέσον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ προσθέσῃ ὁ εἷς καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ὁ ἄλλος; Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο, διότι ἐγὼ ὁ Βουλευτὴς, ὅταν μάθω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζεται ὡς πολιτικὸν ζήτημα, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀναμιχθῶ εἰς πολιτικὸν ζήτημα, καὶ θέλω νὰ ἀπέχω· ἂν ἐξ ἐναντίας παρουσιάζεται ὡς ἁπλοῦν οἰκονομικὸν ζήτημα, θὰ ζητήσω τὴν ἐγγραφήν μου, ἵνα ὁμιλήσω, καὶ τὸ ἀνάπαλιν. Ἰδοὺ διατί ὀφείλετε νὰ κανονίσητε τὴν συζήτησιν σεῖς οἱ ἴδιοι. Ποῖαι εἶναι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιφέρητε συμφώνως μὲ τὴν πολιτικήν σας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ μᾶς ἐκθέσητε, καὶ τότε ἔχετε δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσητε, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει καθῆκον ν’ ἀπαντήσῃ, κατὰ τί ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν προϋπολογισμόν σας καὶ τὴν πολιτικήν σας. Ἐξ ἐναντίας ἀφίνετε τῷ ὄντι νὰ πελαγοδρομῶμεν. Βεβαίως, ἂν τοῦτο ἀκούσουν οἱ ξένοι, ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ ξένων, ἂν τοῦτο τὸ ἀκούσουν ξένοι, ὅτι ἔρχεσθε ἐδῶ ἀπὸ τὸ βῆμα καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἀφίνει τὴν Βουλὴν νὰ πελαγοδρομῇ, ἐνῷ σεῖς σιγᾶτε, δὲν ἠξεύρω ὁποίαν ἐντύπωσιν θὰ παραγάγῃ.
§57ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἀφίνει ἡ ἀντιπολίτευσις τὴν Βουλὴν νὰ πελαγοδρομῇ, διότι ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ περιωρίσθη μόνον εἰς τὰ πέντε Ὑπουργεῖα, ἀφῆκε δὲ ἀνεξέταστον τὸν προϋπολογισμὸν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο σπουδαιότερα ὑπουργεῖα, καὶ προσδιώρισε μόνον εἰς 4,000,000 τὴν ἐξ αὐτῶν προελευσομένην οἰκονομίαν, πρᾶγμα, ὅπερ ἐξήγειρε τὴν κοινὴν περιέργειαν.
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ ἔκφρασίς σας, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἀφίνει τὴν Βουλὴν νὰ πελαγοδρομῇ, εἶναι ἐντελῶς μὴ ὀρθή. Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἕως τώρα ὡμίλησαν, σᾶς εἶπον καθαρῶς πόσας οἰκονομίας εἶχον νὰ ζητήσουν διὰ τὰ δύο αὐτὰ ὑπουργεῖα· σεῖς δὲ, ὁ ὁποῖος καλῶς ἐμελετήσατε τὸ ζήτημα, ἀκούοντες, ὅτι προτείνεται οἰκονομία 4 ἑκατομμυρίων εἰς τὰ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὀφείλετε νὰ.....
§59ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἠμπορῶ νὰ ἐρωτήσω ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ οἰκονομίαι.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅταν προχθὲς ὁ κ. Σιμόπουλος εἶπεν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν φθάνουν εἰς 4,000,000, διεσαφήνισεν, ὅτι δὲν εἶναι πράγματι 4, ἀλλὰ μόνον 2½, διότι 1½ προσθέτει δαπάνας νέας, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν ἀμέσως τὸ δεύτερον, δηλ. τὴν δαπάνην τοῦ 1,500,000 τὴν δέχομαι, τὸ ἄλλο ὄχι Ἦτο λοιπὸν ἕτοιμος νὰ δεχθῇ τὴν δαπάνην, δὲν ἦτο δὲ ἕτοιμος νὰ δεχθῇ τὴν οἰκονομίαν. Συμπεραίνω, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπελαγοδρόμησεν, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν πταίει, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὴν ἀφίνει νὰ ἐξακολουθῇ πελαγοδρομοῦσα, ἕως ὅτου δὲν ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καθαρῶς νὰ μᾶς εἴπῃ ποίαν πολιτικὴν ἐννοεῖ νὰ βαδίσῃ.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ λέγει ὁ προϋπολογισμός.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ νὰ βαδίσῃ· διότι ὁ προϋπολογισμός σας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ τὰ ἐπαναλαμβανόμενα εἰς ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διόλου.
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐξηγήσατέ μας το λοιπὸν· ἄλλως θὰ πελαγοδρομῶμεν.
§65ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ὁμιλία τοῦ προλαλήσαντος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ συνηγορεῖ μᾶλλον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως παρὰ ὑπὲρ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐξηγοῦμαι· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἀνεχθῇ τὴν μικρὰν αὐτὴν ὁμιλίαν μου. 18 ἔτη ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, καὶ ἴσως 18 φορὰς δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ σήμερον ἔτι αὐτὰς τὰς δύο λέξεις δὲν ἤθελον τὰς προφέρει, ἂν δὲν εἶχον καὶ τὴν μακρὰν πεῖραν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Περιστατικόν τι ἄλλοτε ἔλαβε χώραν, καὶ τοῦτο, νομίζω, ἐφαρμόζεται ἀκριβέστατα εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Ἔχω τὴν τιμὴν, κύριοι, νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ μέλος τῆς συμπολιτεύσεως. Ἄλλοτε τὰ σήμερον διαμαχόμενα μέρη ἦσαν φίλοι, ἀπετέλουν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν Κυβέρνησιν· ἐννοῶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως κ. Τρικούπην, ἐννοῶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς συμπολιτεύσεως, τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Κατὰ τὰ 1871 ἢ 72, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κουμουνδούρου ἔπεσε· πρῶτος ἐγὼ ἐτόλμησα νὰ κάμω παρατήρησίν τινα εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, νομίζω, καὶ εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον. Μετέβην οἴκαδε, τοὺς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν: κύριοι, ἐπέσαμεν, ἀλλὰ πιστεύσατε ὅτι δὲν δυνάμεθα πολλοὶ ἐξ ἡμῶν νὰ σᾶς ἀκολουθῶμεν τυφλοῖς ὄμμασι, θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν πρόγραμμα πολιτικόν· βλέπομεν τὴν κακὴν κατάστασιν, ἥτις ὑπάρχει ὄχι ἐκ μέρους τῆς τότε πεσούσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐξ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, καὶ δὲν ἀποδίδω τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, διότι πολλὰ εἶναι τὰ συμβάντα, τὰ λαβόντα χώραν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ μακρὸν διάστημα. Μόλα ταῦτα, λέγω, σεῖς εἶσθε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθητε νὰ διοικήσητε τὸν τόπον· μένετε ἐν Ἀθήναις καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ κ. Κεχαγιᾶ, καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἶναι καλὸν νὰ συνέρχησθε ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ ἀποφασίσητε τὴν καταλληλοτέραν ἀναδιοργάνωσιν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ κληθῆτε ἐκ νέου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἔλθητε ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ εἴπητε: ἰδοὺ τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, οἱ ὀργανικοὶ νόμοι, αἱ ὁριστικαὶ δαπάναι, ἰδοὺ τὰ μέτρα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ κυβερνήσωμεν· οὕτω θέλομεν σᾶς ὑποστηρίξει. Τώρα, κύριοι, ἂν τοῦτο ἐγένετο ἢ δὲν ἐγένετο, δὲν ἐξετάζω, ἔρχομαι ὅμως ἐπὶ τῆς ὁμιλίας τοῦ προλαλήσαντος. Τί λέγει, κύριοι; μᾶς εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ ἐξηγηθῇ, νὰ παρουσιάσῃ τὸ πρόγραμμά της. Ἡ Κυβέρνησις τὸ πρόγραμμά της τὸ ἔχει, τὸ πρόγραμμά της εἶναι ὁ προϋπολογισμός, ἔλθετε σεῖς οἱ θέλοντες νὰ καθέξητε τὴν ἐξουσίαν, καὶ φέρετε τὸ πρόγραμμά σας, τοὺς ὀργανικοὺς νόμους σας, ὅλα τὰ μέτρα, δι’ ὧν θὰ διοικήσητε τὸν τόπον οἰκονομικώτερον, ἐπωφελέστερον, χρησιμώτερον, καὶ βεβαιωθῆτε, κύριοι, καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ θὰ σᾶς δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας, θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτούς: δὲν εἶσθε ἐπὶ τοῦ παρόντος ἱκανοὶ νὰ διοικήσητε τὸν τόπον. Ἄλλως νὰ αἰτιᾶσθε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔρχεται νὰ σᾶς ἀναπτύξῃ τὸ πρόγραμμά της, νὰ σᾶς ἀναπτύξῃ ἓν πρὸς ἓν τὰ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ της, δὲν εἶναι, κύριοι, σπουδαῖον, ὄχι. Τὸ πρόγραμμά της εἶναι παρὸν, ἔλθετε νὰ τὸ ἀποκρούσητε, ἀλλά, καθὼς σᾶς εἶπον, ὡρισμένως, δι’ ὀργανικῶν νόμων, δι’ ὡρισμένων δαπανῶν, καὶ τότε ἡμεῖς πρῶτοι θὰ σᾶς ἀκολουθήσωμεν.
§66ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἤμην μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ οὕτως ἔχω διπλοῦν τὸ καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑποστηρίζων τὰς ἰδέας καὶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἡ πρᾶξις τοῦ προϋπολογισμοῦ, κύριοι, εἶναι πρᾶξις διπλῆς φύσεως· τῷ ὄντι εἶναι πρᾶξις οἰκονομικὴ καὶ πρᾶξις πολιτική. Ἀλλὰ βεβαίως ὁ πολιτικὸς χαρακτὴρ εἶναι παρεμπίπτων καὶ δευτερεύων, καίτοι πολλάκις λαμβάνει μείζονας διαστάσεις· δὲν θέλω ἐμμείνει εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλω εἴπει τινὰ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς οἰκονομικῆς πράξεως, ὡς καταστατικῆς τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, τῆς φορολογικῆς δυνάμεως αὐτοῦ, τῶν λειτουργιῶν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ὑπηρετοῦνται διὰ τοῦ δηναρίου τοῦ λαοῦ. Δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ μηκύνω τὸν λόγον· κεφαλαιωδῶς θέλω θίξει πολλὰ ζητήματα· λέγω μόνον, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις βεβαίως δὲν εἶναι ἀνθηρά, ἀλλὰ τοῦτο δικαιολογεῖ τὴν ἰδέαν μου, ὅτι πρὸ πάντων ὁ προϋπολογισμός, ἐν αὐτῇ τῇ ἐποχῇ ἰδίως, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ οἰκονομικὴν πρὸ πάντων ἔποψιν. Ἐπικρατεῖ, κύριοι, ἡ ἰδέα, ὅτι τῷ ὄντι ἡ καταλληλοτέρα παλαίστρα τῶν πολιτικῶν κομμάτων εἶναι ἡ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ὅλως παρεμπίπτον τι· εἰς ἄλλας χώρας τὸ ¼ τοῦ προϋπολογισμοῦ μόνον συζητεῖται σπουδαίως, αἱ δὲ ὑπόλοιποι πιστώσεις εἶναι διαρκῶς ἐγγεγραμμέναι ἐν αὐτῷ, καὶ ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, εἰς τὸ μᾶλλον εὐνομούμενον Κράτος τοῦ κόσμου δὲν γίνεται σπουδαία πάλη ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἀμφισβητῶ παντάπασι τὸ δικαίωμα τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐξετάσῃ πᾶσαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ὁ ἔχων στοργὴν ἰσχυρὰν πρὸς τὴν οἰκονομικὴν εὐεξίαν σήμερον θέλει προβῆ εἰς τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ φύσεως. Ἡ σύγχυσις βεβαίως, κύριοι, δὲν φωτίζει· καὶ τὰ δύω ζητήματα συγχρόνως δὲν δύνανται νὰ λυθῶσι σήμερον. Θέλω σᾶς ἐκθέσει, κύριοι, πῶς εἰργάσθη ἡ ἐπιτροπή, καὶ θέλετε ἰδεῖ ἂν ἡμεῖς ἡ πλειονοψηφία ἐτηρήσαμεν τὴν ἐντολήν σας, ἢ οἱ ἀντιτασσόμενοι. Κεφαλαιωδῶς σᾶς λέγω, ὅτι ἠκολουθήσαμεν τὸ ἑξῆς σύστημα· ἐνόμισαμεν, ὅτι δὲν ἐλάβομεν ἐντολὴν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκρωτηριάσωμεν τὴν ὑπάρχουσαν ὀργάνωσιν τοῦ κράτους, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ δώσῃ τοιαύτην ἐντολήν. Βεβαίως ἐγὼ εἶμαι ὁ τελευταῖος, ὁ ὁποῖος θὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοιαύτης ἐλεεινῆς ὀργανώσεως τοῦ Κράτους, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ ἀναδιοργάνωσις γίνεται διὰ νόμων, καὶ σπεύδω νὰ εἴπω, ὅτι οὐδέποτε ἐθεώρησα τὸν προϋπολογισμὸν νόμον· ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἁπλῆ πρᾶξις κανονισμοῦ τῶν σχέσεων τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Κοινοβουλίου ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ δημοσίου θησαυροῦ· τὸν πολιτικὸν χαρακτῆρα λαμβάνει ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τοῦτο, ὅτι δύναται τὸ κοινοβούλιον νὰ ἀρνηθῇ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐθέσαμεν βάσιν λοιπὸν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ ἀπεφασίσαμεν νὰ μὴ παραβιάσωμεν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν ἐντολήν. Δεύτερον ἐνομίσαμεν, ὅτι, ἕνεκα πολλῶν λόγων, τοὺς ὁποίους πάντες ἐννοεῖτε καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τοὺς ἀναπτύξω, ἐφέτος δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ μεριμνήσωμεν παρὰ μόνον περὶ τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων, διότι ὁ προϋπολογισμὸς συνίσταται ἐκ δαπανῶν ἀναγκαίων καὶ ἐκ δαπανῶν βελτιώσεως. Τὰς ἀναγκαίας δαπάνας δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ψαλιδίσωμεν, τὰς δὲ δαπάνας τῆς βελτιώσεως ἐν πολλοῖς περιωρίσαμεν, διότι, ἕνεκα τῶν ἐθνικῶν περιπετειῶν, ἡ οἰκονομικὴ δύναμις τοῦ Κράτους πρέπει νὰ ἔχῃ ἄλλην διεύθυνσιν, νὰ ἀποβλέπῃ εἰς ἄλλο τέλος. Πολλὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ὁ κ. Ζαΐμης ἐθίξαμεν ἡμεῖς· καὶ πρῶτον δὲν ἐδέχθημεν κατ’ ἀρχὴν οὐδεμίαν ἄλλην δαπάνην προστιθεμένην ἐφέτος. Δεύτερον εἴχομεν ὡς βάσιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1877, καὶ ὁσάκις παρουσιάζετο αὔξησίς τις, ἐξητάζετο αὐστηρῶς Πάντες ἐλαμβάνομεν ψαλίδα, οὕτως εἰπεῖν, ἀνὰ χεῖρας, καὶ οὕτω περιήλθομεν, κύριοι, εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον βλέπετε ἐν τῇ ἐκθέσει. Φαίνεται, ὅτι παρουσιάζεται ἔλλειμμα 1,500,000, ἀφοῦ ψηφισθῶσι, καὶ ἂν ψηφισθῶσιν οἱ νέοι φόροι, τοὺς ὁποίους διὰ διαφόρων νομοσχεδίων εἰσάγει εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Ἐπιτροπὴ, κύριοι, ἐνεφορεῖτο ὑπὸ πνεύματος νὰ τύχῃ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· τοῦτο εἶναι δύσκολον· οὐχ ἧττον ἐμερίμνησε νὰ κάμῃ σύστασιν πρὸς τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐσύστησε τὴν διάθεσιν τῶν Τελωνείων δι’ ἐνοικιάσεως, ἐσύστησε τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου 2% ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν εἰς 4%. Ἐμελετήσαμεν τὸ ζήτημα τῶν τελωνείων, ἐγένετο δ’, ὡς γνωστὸν, καὶ ἐπιτροπὴ ἰδιαιτέρα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐξήτασε τὸ ζήτημα τῆς τοιαύτης διαχειρίσεως τῶν τελωνείων. Ἠκούσθη, ὅτι 4,000,000 δραχμῶν ἀπόλλυνται διὰ τῆς τρεχούσης διοικήσεως τῶν τελωνείων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἄγεται ὑπὸ τῆς ἐλπίδος, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂν εἰσαχθῇ ἡ μεταβολὴ αὕτη, ἡ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων, ὄχι μόνον δὲν θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα, ἀλλὰ θέλομεν ἔχει καὶ περίσσευμά τι, καὶ διὰ τοῦτο ἐτόλμησε νὰ συστήσῃ εἰς ὑμᾶς καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἀπὸ 7% εἰς 5%. Κύριοι, τὰ πράγματα ταῦτα ἔχουν ἀνάγκην μελέτης, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μαθηματικῶς ἀκριβῆ. Δὲν ἔρχομαι ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων, ἀλλὰ γενικὴ ὑπάρχει πεποίθησις, ὅτι αὔξησις σπουδαία θέλει ἐπέλθει ἄνευ οὐδεμιᾶς πιέσεως τοῦ ἐμπορίου, συνέβη δὲ νὰ ἀκούσω σπουδαιοτάτους ἐμπόρους εἰς τὴν μεταβολὴν αὐτὴν συμφάσκοντας. Ἀλλ’ ἂς μὴ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ καχεξία ὑφίσταται ὁπωσδήποτε· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα οὐδέποτε σχεδὸν ἀπὸ τοῦ 1862 ἔλειψεν. Δίκαιον εἶναι, κύριοι, κατ’ ἔτος, ὅταν ἐξετάζωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ ἐξετάζωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ ἐν τῇ συζητήσει κυρίως πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἰσοζύγιον, ἀποφεύγοντες τὸ ἔλλειμμα. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶναι πάντοτε φοβερόν, διότι πολλάκις εἶναι ἀποτέλεσμα μεγάλης, διὰ νὰ μὴ εἴπω μεγαλουργοῦ, πολιτικῆς. Οὐδὲν ἔθνος ἐπεχείρησε μεγάλα ἔργα, χωρὶς νὰ παρουσιασθῇ ἔλλειμμα, καὶ οὐδὲν ἔθνος ὑπῆρξε τόσον καπηλικὸν ἢ τόσον ψοφοδεές, ἵνα εἴπῃ: παραιτῶ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους, διὰ νὰ μὴ τύχῃ καὶ περιπέσω εἰς ἔλλειμμα· αὐτὴ ἡ πολιτικὴ εἶναι καπηλική, εἶναι μικρὰ, εἶναι ποταπή. Εἶναι ἔθνη βεβαίως, τὰ ὁποῖα εὐδαιμονοῦν, ἔχοντα τὴν μικρὰν αὐτὴν πολιτικήν· ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ἔχει μεγάλην πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε βεβαίως θέλει ἐγκαταλείψει. Κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς παρίσταται μὲ ἔλλειμμα, ἀλλ’ ἐὰν εἶχε φωνὴν, ἤθελεν εἴπει: δὲν βλέπετε ἓν ἄλλο μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον ἠμπορῶ νὰ καυχηθῶ; ἐγὼ φέρω τὴν νεκρανάστασιν τῆς ἑλληνικῆς πίστεως. Ἐν αὐτῷ τῷ προϋπολογισμῷ εἶναι ἀναγεγραμμένον κονδύλιον 2,800,000, διὰ τοῦ ὁποίου πληρώνονται χρέη ἱερὰ τοῦ μεγάλου ἀγῶνος τοῦ 1821. Οὐ μόνον δὲ πληρώνοντες ἐκπληροῦμεν καθῆκον, ἀλλ’ ἐργαζόμεθα καὶ παραγωγικῶς, ἱδρύοντες ἢ ἀνεγείροντες τὴν πίστιν ἡμῶν ἐν Εὐρώπῃ. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν οἰκονομικὴν καχεξίαν· ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι εἶναι Ἄτλας, ὁ ὁποῖος ἐγείρει ἐπὶ τῶν ὤμων του τὸ βάρος τοῦ 1821, καὶ σᾶς ὑπέδειξα, ὅτι ἡ καχεξία αὐτὴ δὲν εἶναι συνέπεια κακοδιοικήσεως, εἶναι συνέπεια τῶν εὐγενῶν προθέσεων, τῶν εὐγενῶν ἀγώνων τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό· σᾶς εἶπέ τις σχεδὸν καταρώμενος τὴν ἐποχὴν τοῦ 1862, ὅτι ἔκτοτε ἤρχισαν τὰ χρέη. Ἐνασμενίζομαι, ὅτι καὶ ἐγὼ ὑπῆρξα μικρὸς ἐργάτης τῆς μεταβολῆς ἐκείνης τοῦ 1862. Τὸ τέλος, κύριοι, εἶναι προτιμότερον τοῦ μέσου, τὸ χρῆμα δὲν ἔχει ἀξίαν παρὰ μόνον διὰ τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον χρησιμεύει· ἐξετέθημεν ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως εἰς χρέη, ἀλλ’ ἠλευθερώσαμεν τὴν ψῆφον, ἠλευθερώσαμεν τὸ ἔθνος, ἔχομεν σήμερον Κοινοβούλιον· εἴμεθα κύριοι ἡμῶν αὐτῶν ἐν τῷ οἴκῳ ἡμῶν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, νὰ ὑπερασπίσω τὴν παρελθοῦσαν διοίκησιν ἢ τὴν σημερινὴν, διότι οὐδέποτε ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει μετέσχον αὐτῶν ἐνεργῶς· προβαίνω δὲ, ἵνα ἐξετάσω τὰς ἀληθεῖς αἰτίας, διὰ νὰ εὕρωμεν ἁπλῶς ἐὰν τὸ ἔλλειμμα ἦναι ἀληθῶς διά τινας εἰδικοὺς λόγους ἀποτρόπαιον, ἢ εἶναι προϊὸν μεγάλης ὀφειλῆς πρὸς τὸν ἀγῶνα τοῦ 1821, πρὸς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1862 καὶ τῶν λοιπῶν ἐπαναστάσεων, καὶ ἐν γένει πρὸς ἀνάστασιν καὶ σύστασιν καὶ τελειοποίησιν τοῦ ἔθνους. Ὅλαι αἱ ἐπαναστάσεις τοῦ ἔθνους προσέθεσαν κάτι τι εἰς τὸ ἔλλειμμα. Κύριοι, διατί νὰ μὴ τὸ εἴπωμεν καθαρά; μέγα μέρος τῶν χρεῶν αὐτῶν, 35 ἑκατομμύρια, εἶναι ἐξωδευμένα εἰς μίαν ἱερὰν ὑπόθεσιν, καὶ ἄνευ αὐτῶν τῶν ἑκατομμυρίων, ἡ ἡρωϊκὴ Κρήτη δὲν θὰ ἦτο ἡ ἡρωϊκὴ Κρήτη· ἀδιάφορον τί κατεκτήσατο· κατεκτήσατο μεγάλην δόξαν καὶ τιμὴν τῆς ὅλης Ἑλληνικῆς φυλῆς δι’ αὐτῶν τῶν ἑκατομμυρίων, τῶν ὁποίων τὸ ἄχθος φέρει ὁ προϋπολογισμὸς σήμερον ὑπερήφανος. Κύριοι, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἕτερον αἴσθημα μὲ παρασύρει, ἀλλὰ τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ ἐλλείμματος παρὰ ὑπὲρ τοῦ ἰσοζυγίου. Εἶναι Κράτη, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς διαρκὲς ἰσοζύγιον, ἀλλὰ διατί; διότι δὲν ἔχουν καμμίαν ἀποστολὴν ἐν τῷ κόσμῳ, ὅπερ ἀπεύχομαι διὰ τὴν πατρίδα μου. Ἀλλὰ λέγων αὐτὰ, νομίζετε, ὅτι ἐννοῶ τὴν διοίκησιν ἐντελῶς ἀθώαν; καθόλου, ἔχει βεβαίως τὸ μέρος της, ἀλλ’ ἡ ἐξέτασις ἐκείνης τῆς μερίδος τῆς καχεξίας, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τῆς κακῆς διοικήσεως, μᾶς φέρει πολὺ μακράν· εἶναι ὅμως μία ἄλλη πηγὴ καχεξίας, ἡ ὁποία εἶναι παράγων τοῦ ἐλλείμματος σπουδαῖος, διὰ τὴν ὁποίαν ὅμως πρὸ πάντων εὐθύνονται αἱ Κυβερνήσεις, ἀλλὰ συνευθύνονται καὶ αἱ Συνελεύσεις τοῦ 1843 καὶ τοῦ 1862, καὶ πάντες ἡμεῖς. Μὴ νομίζητε, καὶ ἐδῶ ἐπικαλοῦμαι ὁλόκληρον τὴν προσοχήν σας, ὅτι γίνεται συζήτησις προϋπολογισμοῦ ἐνταῦθα. Δὲν γίνεται. Ἔχομεν ἕνα νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι κάλλιστος ὡς πρὸς τὰ δύο τμήματα τοῦ ἐλέγχου, τὸν διοικητικὸν ἔλεγχον καὶ τὸν δικαστικὸν, ἀλλ’ εἶναι ἀτελέστατος ὡς πρὸς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος λείπει σχεδὸν ὅλως παρ’ ἡμῖν, καὶ ὅταν αὐτὸς λείπῃ, «μπάτε σκυλιὰ ἀλέστε, καὶ ἀλεστικὰ μὴ δώσετε.» Ἠξεύρω, κύριοι, ὅτι ἀποτροπιάζονταί τινες παραδείγματα ἐξ ἄλλων ἐθνῶν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἄλλως. Ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι προβουλευτικὸν σῶμα, ἐξετάζον τὸν προϋπολογισμὸν· ἰσχυρίζομαι, ὅτι, ἄνευ τοῦ προβουλευτικοῦ αὐτοῦ σώματος, ἐὰν εἰσαχθῇ κατ’ εὐθεῖαν ὁ προϋπολογισμὸς ἐν τῇ Βουλῇ, κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος λείπει. Βλέπετε, ὅτι πάσας τὰς ἄλλας ἐπιτροπὰς τὸ σύνταγμα ἀφῆκεν εἰς τὸν κανονισμὸν, τὴν ἐπιτροπὴν δὲ αὐτὴν περιέλαβεν ἐν τῷ συντάγματι. Πῶς γίνεται ἡ προβουλευτικὴ ἐπεξεργασία τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀλλαχοῦ; γίνεται ἆρα εἰς πέντε ἡμέρας, ἢ εἰς δέκα ἡμέρας, ἢ εἰς πολλὰς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς; οὐχὶ, κύριοι. Κατὰ τὸν νόμον τῆς 31 Μαΐου 1861, ἐν Γαλλίᾳ δὲν εἰσάγεται ὁ προϋπολογισμὸς ἐν τῇ Βουλῇ, πρὶν ἢ ἐπεξεργασθῇ αὐτὸν τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Ἡμεῖς δυστυχῶς ἔχομεν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἀρχαιότερον ἐκείνης τῆς ἐποχῆς· ἁρπάζομεν ἀπὸ τὸ αὐτὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν φέρομεν σχεδὸν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν Βουλήν. Δύναται νὰ γείνῃ οὕτω σπουδαῖος ἔλεγχος; Εἰς τὸ Βέλγιον εἶναι ἔτι τελειότερον τὸ σύστημα τῆς προβουλευτικῆς ἐπεξεργασίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁσάκις ἤκουσα, ὅτι τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον πρέπει νὰ καταργηθῇ, καὶ φρικιῶ καὶ ἀγανακτῶ· ἔχω ἰδέαν, ὅτι τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον συμβάλλεται πλέον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐξέλεγξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοιουτοτρόπως φαίνεται θεωροῦν τὸ σύνταγμα τοῦ Βελγίου τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 116 αὐτοῦ οὔτε προϋπολογισμὸς, οὔτε ἀπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, πρὶν ἢ ἐπεξεργασθῇ αὐτὸν τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον. Καὶ πῶς γίνεται τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον ἐκεῖ; Τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, κύριοι, ἀκούσατε, εἶναι προβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς διαρκής· ἕκαστον μέλος ἐκλέγεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐπὶ 6 ἔτη, ἐπιβλέπει δὲ διαρκῶς τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς· διὰ τοῦτο ἐν Βελγίῳ δὲν παραπονοῦνται κατὰ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅπως ἐν Γαλλίᾳ. Ἐὰν ἔχῃ ἡ Βουλὴ σῶμα εἰδικὸν πεπαιδευμένων ἀνδρῶν, ἐπὶ μῆνας, ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα μελετῶν καὶ ἐπιτηροῦν τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, ἵνα ἐπεξεργάζηται καὶ ἐξελέγχῃ προβουλευτικῶς τὸν προϋπολογισμὸν, θὰ ἠδυνάμεθα βεβαίως νὰ προβῶμεν καλλίτερον, διότι αὐτὸ εἶναι ἐπιστήμη, δὲν εἶναι τοῦ καθενός. Ἐν τούτοις ἡμεῖς νῦν ἐμβαίνομεν εἰς αὐτὸν τὸν λαβύρινθον ἄνευ προεξεργασίας σπουδαίας, καὶ λέγομεν, ὅτι κάμνομεν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι μία μεγάλη αἰτία καχεξίας οἰκονομικῆς. Κατ’ ἐμὲ, ἔπρεπε τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, ἐὰν δὲν διορίζηται παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον τοῦτο, νὰ συμπληρωθῇ καὶ νὰ ἐπεξεργάζηται διαρκῶς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀπολογισμοῦ. Τί δὲ μᾶς λείπει ἀκόμη; Ὅλοι τὸ ἠξεύρομεν, καὶ δὲν μᾶς κάμνει αἴσθησιν. Μᾶς λείπει ὁ ἀπολογισμὸς, καὶ, κατ’ ἐμὲ, ὁ ἀπολογισμὸς εἶναι ἡ μόνη σπουδαία κύρωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πρώτην φορὰν καὶ νομίζω ἐφέτος, ὁ κ. Τρικούπης ἔκαμεν αὐτὴν τὴν μεγάλην ἐκδούλευσιν, ζητῶν τμηματικούς τινας ἀπολογισμοὺς, ἀλλ’ εἶναι ἐπαρκὲς τοῦτο; Δὲν θέλω νὰ φέρω παραδείγματα πλέον ἄλλων ἐθνῶν, διὰ νὰ μὴ χαρακτηρισθῶ λίαν σχολαστικὸς, ἀλλ’ ὑπάρχουσι τόποι, ὅπου δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ Νομαρχιακὰ συμβούλια ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῶν, χωρὶς νὰ εἰσαχθῇ ὁ ἀπολογισμὸς πρὸ αὐτοῦ. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, αἱ πιστώσεις ἀποφασίζονται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, καὶ ἔχουν μίαν μόνην ἐγγύησιν, τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, κατὰ τὸν νόμον τοῦ λογιστικοῦ. Αὐτὸς ὁ νόμος ἐγένετο ἐπὶ μοναρχίας, καὶ βεβαίως ὑπῆρχε τότε κἄποια ἐγγύησις, διότι ὑπῆρχεν ἡ μοναρχία· ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχομεν καμμίαν ἐγγύησιν, καὶ διὰ τῶν πιστώσεων δύναται νὰ ἐκρεύσῃ πᾶσα οἰκονομία, τὴν ὁποίαν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προνοήσῃ, καὶ δύναται εἷς τολμηρὸς Ὑπουργὸς νὰ ἐξοδεύσῃ διὰ θέατρα διὰ caffé chantant ὅ,τι σεῖς ψηφίζετε διὰ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐπὶ μοναρχίας ἡ Βασιλεία ἦν ἐπαρκὴς ἐγγύησις, ἀλλ’ ἐπὶ κοινοβουλευτικῆς πολιτείας ἡ Βασιλεία εἶναι σῶμα ἀδρανὲς καὶ δὲν ἐπάγεται οὐδεμίαν ἀσφάλειαν, καὶ εἶναι ἀνάγκη ἄλλων ἐγγυήσεων ἀπὸ τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου. Ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ὑποτιμῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ λέγομεν συνήθως, ὅτι δὲν ἀξίζομεν τίποτε, δὲν εἴμεθα τίμιοι, καὶ ἐν τούτοις ἔπειτα ἐμπιστευόμεθα τὰ πάντα εἰς ἕνα ἄνθρωπον ἄνευ ἐλέγχου. Ἐκεῖνοι, ἐν Εὐρώπῃ, δὲν ἐμπιστεύονται· ἔχουν φρουροὺς καὶ διαφόρων βαθμῶν φρουροὺς, ὑπὸ τῶν ὁποίων φυλάττεται τὸ δηνάριον τοῦ λαοῦ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει εἷς μέγας ἄρχων ὀνομαζόμενος Γενικὸς Ἐλεγκτὴς, ὁ ὁποῖος διορίζεται ἰσοβίως ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἢ ἀπὸ τὰς Βουλὰς, καὶ αὐτὸς φυλάττει νὰ μὴ ὑπερβῇ ποτὲ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἢ ὁ Ὑπουργὸς καμμίαν πίστωσιν, καὶ νὰ μὴ μεταθέσῃ τις ποτὲ καμμίαν πίστωσιν, καὶ ὅταν αὐτὸς ὁ ἄρχων ἀνθίσταται, τὸ Ὑπουργεῖον θὰ κάμῃ ἀναφορὰν εἰς ἓν δικαστήριον, καὶ ἐὰν τὸ δικαστήριον δὲν ἀκούσῃ, θὰ κάμῃ ἀγωγὴν τὸ Ὑπουργεῖον κατ’ αὐτοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐλεγκτοῦ, καὶ θὰ γείνῃ δίκη. Οὕτω φυλάττουν τὰ εὐνομούμενα ἔθνη τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ οὕτως ἐξασκεῖται ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἐκεῖ· οὕτω δὲ μόνον ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἐγγύησις. Ἡ κακὴ οἰκονομικὴ θέσις ἡμῶν προέρχεται βεβαίως καὶ ἐκ τῆς κακοδιοικήσεως, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολλαὶ αἱ αἰτίαι, διὰ τὰς ὁποίας οἱ πάντες εὐθυνόμεθα, καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι μικρὸν συνετέλεσεν ὁ ἀνταγωνισμὸς, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐπὶ 20 ἔτη ὁ λαὸς πρὸς τὸ στέμμα ἐπὶ Ὄθωνος. Ἂς μὴ νομίσῃ δέ τις, ἐκτὸς τούτου, ὅτι οἱ ἐθνικοὶ πόθοι δύνανται νὰ θυσιασθῶσι· πρέπει ἡμεῖς νὰ προβῶμεν τοὐλάχιστον εἰς νομοθετικὰς μεταῤῥυθμίσεις, διὰ τῶν ὁποίων νὰ κάμωμεν πραγματικὸν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἠδύνατο δὲ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου; δὲν εἶχε τοιαύτην ἐντολήν. Ἐγὼ μάλιστα ἔχω περίεργόν τινα ἰδέαν, καὶ ἔχω καὶ πρότασιν περὶ τούτου λίαν ἐκτενῆ, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς δύο φύλλα χάρτου, ἀλλὰ δὲν τὴν εἰσάγω, διότι αὐτὰ τὰ πράγματα πρέπει νὰ λέγωνται σπουδαίως καὶ νὰ ὑποστηρίζωνται σπουδαίως. Πρέπει αὐθεντία τις νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἀγῶνα, λέγω δ’ ὅτι τὸ ἔλλειμμα θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐκ τῆς ἐλλείψεως σπουδαίου πρὸ πάντων κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἐὰν δὲν συστήσωμεν διαρκῆ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία μένουσα καὶ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς ἐν Ἀθήναις, νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ νὰ σκεφθῇ περὶ πάντων αὐτῶν τῶν κεφαλαίων, ἀφορώντων καὶ εἰς νέους πόρους χάριν ἰσονομίας καὶ εἰς περικοπὴν ματαίων ἢ ἀδίκων δαπανῶν. Τώρα, κύριοι, ὅταν ἡ τελευταία αἰτία, τὴν ὁποίαν εἶπον, ἦναι πρόχειρος, ὅταν ἡ πολιτικὴ καχεξία ἐξέλιπεν, εἶναι ἀπελπιστικὴ ἡ θέσις μας; δυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς; αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον. Πολλάκις ἐλέχθη, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, ὅτι ὑπάρχει σπατάλη. Οὐχὶ, λέγω, οὐδεμία σπατάλη ὑπάρχει. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἐφέτος ἡ μεγαλουργὸς τῷ ὄντι πολιτικὴ τοῦ Βήκονσφηλδ, ἔφερεν ἔλλειμμα 6 ἑκατομμυρίων λιρῶν κατὰ Γλάδστωνα. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπελογίσθη ἔλλειμμα 800,000,000 μετὰ τὸν πόλεμον, καὶ ἐδέησε νὰ φορολογηθοῦν ἁδρότατα οἱ Γάλλοι, διὰ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν καλὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται σήμερον. Μοὶ ἔλεγε φίλος τις, ὅτι εἰς τὰ 1872 παιδίσκη πωλοῦσα σπίρτα ἐν Παρισίοις, ἐπλήρωνε κατὰ μῆνα 9 φράγκα φόρον ἐπιτηδεύματος. Εἶναι ἐν Γαλλίᾳ εὐεξία τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ἀλλὰ πληρώνουν καὶ ἐκεῖ φόρους, καὶ πρέπει νὰ τὸ μάθωμεν καλῶς καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι καὶ τὸ ἔθνος, ὅτι ἔχομεν μεγαλουργὸν πολιτικὴν καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν προθυμίαν εἰς θυσίας, καὶ νὰ ὑποστῶμεν φόρους. Ἡ Ἰταλία ἀκόμη σήμερον, μοὶ φαίνεται, ἔχει ἔλλειμμα 140,000,000, ἀλλ’ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἦτο πολὺ μεγαλείτερον. Ὑποστηρίζω τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία εἶναι λίαν καλῶς ἠτιολογημένη· ἐνδέχεται μερικὰ σημεῖα νὰ διορθωθῶσιν, ἀλλὰ δὲν πιστεύω κανεὶς νὰ θεωρήσῃ σπουδαίας τὰς οἰκονομίας τοῦ κ. Σιμοπούλου. Κατ’ ἄλλην ἔννοιαν βεβαίως ἠμποροῦν νὰ ἦναι σπουδαῖαι ὅλαι αὐταὶ αἱ σκέψεις· δύνανται ἴσως πολλαὶ νὰ διορθωθοῦν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὴν ἐντολὴν ἡμεῖς ν’ ἀκρωτηριάσωμεν αὐτήν. Πῶς τολμᾶς, κύριε Σιμόπουλε, καὶ προβαίνεις εἰς τὴν ἀκρωτηρίασιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους; αὐτὰ τὰ ζητήματα συζητοῦνται οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ τρεῖς φορὰς, διότι εἶναι ἀντικείμενα νομοθετικὰ καὶ οὐχὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κύριοι, τελειόνων, λέγω ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας. Βλέπω δὲ, ὅτι καὶ μὲ τὸν κ. Ζαΐμην ἐν μέρει συναντώμεθα, καλῇ τῇ πίστει εἰργάσθημεν. Καὶ ὑπάρχουσι μὲν τῳόντι τινὲς οἰκονομίαι ἔτι δυναταί, ἀλλὰ τὸ ἰδικόν μου σχέδιον ἦτο νὰ τελειώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἴδωμεν ποῦ θὰ καταντήσωμεν καὶ ἔπειτα πάλιν νὰ ἐπανέλθωμεν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐβίαζεν ἡμᾶς καὶ ἐγκατελείφθη ἡ τελευταία ἀναθεώρησις τῶν οἰκονομιῶν μας, οἵας ἐγὼ τοὐλάχιστον προετιθέμην νὰ ζητήσω. Πάντοτε εἶπον, κύριοι, μὴ νομίσητε, ὅτι ἔχετε ὀργανισμὸν τοῦ Κράτους, ἐνόσῳ ἔχετε πολιτείαν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐλευθερίαν καὶ μηχανισμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι πολέμιος αὐτῆς· ἐλλείπει, ὡς βλέπετε, ἡ ἁρμονία ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς διοικήσεως, καὶ ἡ ἔλλειψις αὕτη εἶναι ἀφορμὴ οὐκ εὐκαταφρόνητος τοῦ μεγάλου ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον φαίνεται καὶ τὸ ὁποῖον ἐπολεμήσαμεν ὅσον ἦτο δυνατὸν ἄνευ παραλύσεως τῆς διοικήσεως καὶ κυβερνήσεως τοῦ Κράτους.
§67ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ζήτημα πολιτικὸν κατ’ ἐπικρατῆσαν συνταγματικὸν ἔθιμον ἁπανταχοῦ τῶν συνταγματικῶν ἐπικρατειῶν, ἀλλὰ συγχρόνως ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ ἐξετασθῇ καὶ μόνον οἰκονομικῶς, οὐχὶ δὲ πολιτικῶς. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἄλλως εἰ μὴ μόνον πολιτικῶς, διότι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ πολιτικὸν συνέχονται ἀναποσπάστως. Καὶ ἐν πρώτοις κυβέρνησίς τις δύναται νὰ ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν ἐξωγκομένον καὶ κατόπιν μεταπειθομένη πως ἢ ὑπείκουσα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῇ κατ’ ἐπιφάνειαν τινὰς οἰκονομίας ἐκ τῶν προβαλλομένων ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ δύναται οὕτω νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι εἰλικρινῶς ἀσπάζεται τὰς οἰκονομίας; Δύναται κυβέρνησις ἀσπαζομένη ἐκ τῶν ὑστέρων τινὰς ἐκ τῶν οἰκονομιῶν ἢ καὶ πολλὰς ἔτι ἐκ τῶν παρ’ ἄλλων προτεινομένων νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὴν ἐμπιστοσύνην, ὅτι θέλει καὶ δύναται νὰ σώσῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ ἐπικειμένου οἰκονομικοῦ ὀλέθρου, ἐὰν ὑπάρχῃ πεποίθησις, ὅτι ἐπίκειται τοιοῦτος; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν συνδέεται, κατ’ ἐμέ, ἀναποσπάστως πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως χώρας τινός· καὶ ἰδοὺ διατί. Ἀγαθὴ τελωνειακὴ διοίκησις ἀσφαλίζει τὰς τελωνειακὰς προσόδους διὰ τῆς εἰλικρινοῦς καὶ τιμίας βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν τελωνειακῶν φόρων, ἀγαθὴ οἰκονομικὴ διοίκησις ἐμποδίζει τὰ καθυστερήματα, ἀγαθὴ τέλος πάντων διοίκησις ὑπὸ τὴν ἐκτενῆ τῆς λέξεως σημασίαν, εἰς ἣν περιλαμβάνεται καὶ αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη ἐν συγκεντρωτικῇ ἐπικρατείᾳ, ὁποία ἡ Ἑλλάς, πολλαπλασιάζει αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν τὰς προσόδους, ἐλαττοῖ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν τὰς δαπάνας· καὶ τοῦτο, νομίζω, εἶναι λίαν εὔληπτον καὶ εὐνόητον. Ἡ κακὴ διοίκησις ὠθεῖ βεβαίως εἰς πολλὰς ἐγκληματικὰς πράξεις, ἡ δὲ καλὴ ἐξ ἐναντίας ἐμποδίζει αὐτάς· διὰ τῶν πολλῶν ἐγκληματικῶν πράξεων ἀναμφισβητήτως ἐξογκοῦνται αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, διὰ τὴν ἀπαιτουμένην βεβαίωσιν καὶ ἐξιχνίασιν αὐτῶν, τὰς ἐπακολουθούσας δίκας, τὰς φυλακίσεις, καὶ τὰ εἰς ἐνίσχυσιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας μέτρα, ἐμποδίζεται δὲ ἡ προσήκουσα ἐργασία τῶν πολιτῶν, καὶ ἑπομένως σμικρύνεται ἡ παραγωγή. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν διοίκησιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν διστάζω ν’ ἀποφανθῶ, ὅτι οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἔχῃ πρὸς αὐτὴν τοιαύτην ἐμπιστοσύνην, καὶ ἰδοὺ διατί. Σήμερον ἀναμφισβητήτως ὅλη σχεδὸν ἡ κατάστασις τῆς ὑπαλληλίας εἶναι οἰκτρά· ἐν τοῖς τελωνείοις διαπράττονται τερατώδεις καταχρήσεις, καὶ διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἰπόντα, ὅτι αἱ καταχρήσεις εἶναι σποραδικαί· ἡ κοινὴ γνώμη βεβαιοῖ τὸ ἐναντίον, καὶ ἀπόδειξις τούτου, ὅτι αὐτὴ ἡ κυβερνητικὴ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἐπικρατοῦντος τελωνειακοῦ συστήματος διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων. Ἐν τοῖς τελωνείοις λοιπὸν διαπράττονται καταχρήσεις.
§68ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὡρισμένα γεγονότα;
§69ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἀποτείνομαι περὶ τούτου εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ ἐπικαλοῦμαι προσθέτως τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Προσθέτω μάλιστα ὅτι, διαφωνῶν ἴσως πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἢ τοὐλάχιστον πολλὰ μέλη αὐτῆς, ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς περὶ ἐνοικιάσεως τῶν τελωνειακῶν φόρων. Ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων ἐνεργεῖται φατριαστικῶς· τὰ εἰρηνοδικεῖα εἶναι πρακτορεῖα διαφθορᾶς, οἱ εἰσαγγελεῖς αὐτοὶ ἐνεργοῦσιν ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τῶν ἰσχυόντων πολιτευομένων· οἱ νομάρχαι καὶ οἱ ἔπαρχοι συμμορφοῦνται πολλάκις πρὸς τὴν θέλησιν τῶν πολιτευομένων, καὶ πλεῖστοι ὅσοι τῶν ὑπαλλήλων ὁμολογοῦσιν ἀναφανδὸν, ὅτι παρέχουσιν εὐκολίας, ἀλλ’ ἡ παροχὴ εὐκολιῶν τί ἄλλο εἶναι ὑπὸ εὔφημον ὄνομα ἢ κατάχρησις καὶ καταπάτησις τοῦ νόμου; Μονομερεῖς δ’ εὐκολίαι εἶναι τυραννία καὶ πίεσις. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως πηγάζει ἡ οἰκτρὰ αὕτη κατάστασις· κατακρίνω μόνον τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀνέχεται τὸ κακὸν καὶ δὲν φροντίζει περὶ τῆς θεραπείας αὐτοῦ. Εἷς τῶν προεξεχόντων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ ἔτος 1869, λαβὼν τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, εἶπε μεταξὺ ἄλλων καὶ ὅτι ἡ κακὴ τῶν πραγμάτων κατάστασις ὀφείλεται εἰς τὴν ἀντίθεσιν τῶν λοιπῶν ἡμῶν θεσμῶν πρὸς τὸ πολίτευμα, εἶπε μάλιστα πολὺ εὐγλώττως, ὅτι τὸ μὲν Σύνταγμα ἀποῤῥέει ἐκ τοῦ τόπου, ἡ δὲ Νομοθεσία εἶναι προϊόν ἀλλοδαπῆς γῆς, εἶναι φυτὸν παράσιτον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Κατὰ τὸ 1871 ὁ αὐτὸς πολιτικὸς ἀνὴρ δι’ ἄλλου ἐπισήμου αὐτοῦ ἐγγράφου, ἀνακοινῶν τὰς ἰδέας αὐτοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα τῆς χώρας, ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἐπικρατεῖ κακὴ κατάστασις διοικήσεως, ἐξασκοῦσα βλαπτικωτάτην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸ μέλλον τοῦ τόπου διὰ τὴν προφανῆ καὶ πανθομολογουμένην ἀντίθεσιν τῶν θεσμῶν πρὸς τὸ πολίτευμα. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ὁ προεξάρχων οὗτος πολιτικὸς ἀνὴρ, ὅστις εἶναι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δὲν ἐφρόντισεν ἔκτοτε καίτοι ἐπὶ μακρὸν χρόνον κατέχων τὴν ἐξουσίαν, καίτοι κεκτημένος ἐπὶ πολὺ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ καταλλήλων ὀργανικῶν Νόμων νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακόν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως εἶναι ζήτημα συνημμένον πρὸς τὸ Οἰκονομικὸν ζήτημα καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως καὶ ἀποφαινόμενός τις ὅτι, θεωρῶν τὸν προϋπολογισμὸν κακόν, συγχρόνως ἀποφαίνεται καὶ πολιτικῶς λέγων, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξία ἀντικαταστάσεως. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν πταίει ἡ Ἐπιτροπὴ, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ ῥιζικωτέρας οἰκονομίας, τῶν ὁποίων φαίνεται τὴν ἀνάγκην παραδέχεται, καὶ τοῦτο διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι ἐντεταλμένη νὰ συντάξῃ ὀργανικοὺς Νόμους Οὐδεὶς ψέγει βεβαίως τὴν Ἐπιτροπὴν, διότι δὲν προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ἀπαιτουμένων ὀργανικῶν Νόμων πρὸς καταπολέμησιν τοῦ σπατάλου διοικητικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ, ὅστις ὑπάρχει σήμερον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ ψέξῃ τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὰς ἰδέας ἀντιπροσωπεύει κατὰ τὸ πλεῖστον ὁ κ. Ῥοντήρης μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, διότι, ἐνῷ ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν ἦτο τοιαύτη, δὲν ἐφρόντισε νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἀναγκαῖα σχέδια ὀργανικῶν Νόμων. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, δὲν εἶναι παρὰ ἡ καταδίκη αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τί ὅμως ἐμφαίνεται ἐκ τῆς μὴ ὑποβολῆς ὀργανικῶν Νόμων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐκ τῆς προσθήκης μάλιστα δαπανῶν εἰς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν; Ἐμφαίνεται προφανῶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν συνησθάνθη τὴν ἀνάγκην τῶν οἰκονομιῶν, ὅτι δὲν ἐμπνέεται ὑπὸ οἰκονομικοῦ πνεύματος καὶ ὅτι ἁπλῶς μόνον ἐνδίδει εἴς τινας οἰκονομίας διὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν πίστιν τοῦ Δημοσίου φρονήματος. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἰσχυρίζεται, ὅτι τὸ ὑπάρχον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἔλλειμμα, τὸ φοβερὸν αὐτὸ ἔλλειμμα, δὲν προέρχεται ἐκ μεμελετημένης τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων σπατάλης, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων αἰτίων. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐπὶ τοῦ παρόντος κατὰ πόσον ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῶν προλαβουσῶν Κυβερνήσεων, ἧς ἀπόῤῥοια πολλαὶ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ πρέπον· τοῦτο, νομίζω, εἶναι ἐκτὸς τῆς παρούσης συζητήσεως, φρονῶ ὅμως, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ, οὐ μόνον οἱ τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καταρτιζόμενοι εἶναι πολυδάπανοι. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται μόνον αἱ ἀπολύτως ἀναγκαῖαι δαπάναι, πρέπει δὲ νὰ περιλαμβάνωνται καὶ δαπάναι παραγωγικαί· ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι πρὸ πολλῶν ἐτῶν βλέπομεν, ὅτι οὐδεὶς σχεδὸν ὀβολὸς ἐδαπανήθη ποτὲ ὑπὲρ τῆς Δημοσίας ὠφελείας, πρὸς ἄρσιν τουλάχιστον τῶν κωλυμάτων, ἅτινα ἐπιπροσθοῦσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἰδιωτικῆς δραστηριότητος καὶ τῆς κοινωνικῆς προόδου, ἀλλὰ πάντα τὰ ἐκ τῆς καματηρᾶς ἐργασίας τοῦ λαοῦ προερχόμενα κεφάλαια χρησιμεύουσι μόνον πρὸς θεραπείαν ἀξιώσεων προσωπικῶν, καὶ πολὺ ὀρθῶς ἐχαρακτήρισε τὴν τοιαύτην κατάστασιν τῶν προϋπολογισμῶν ὁ εὐφυὴς φίλος μου ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ἀσπαζόμενος τὸ φρόνημα, ὅπερ ἐκφράζω ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὀνομάσας ἄλλοτε τὸν προϋπολογισμὸν μισθολόγιον ὑπαλλήλων. Καὶ τῳόντι οἱ προϋπολογισμοὶ εἶναι ἁπλᾶ μισθολόγια ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ τὸ Ἔθνος δὲν ἀνέχεται ἐφεξῆς, προκειμένου μάλιστα οἰκονομικοῦ βαράθρου, νὰ ἐξακολουθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἦναι οἱ προϋπολογισμοὶ μισθολόγια ὑπαλλήλων· τὸ Ἔθνος ἔχει ἀνάγκην ὑπερτάτην οἰκονομιῶν, οὐχὶ μόνον διότι κατὰ γενικὴν ἀρχὴν αἱ οἰκονομίαι πρέπει νὰ ἦναι ἡ βάσις παντὸς προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι, ὡς παρετήρησε προχθὲς ὀρθότατα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, εὑρισκόμεθα πρὸ βαράθρου οἰκονομικοῦ· οὔτε τελωνεῖα ἔχομεν σήμερον οὔτε χαρτόσημον οὔτε ἄλλο τι πρὸς ὑποθήκευσιν καὶ προμήθευσιν δανείων, δὲν ἔμεινεν ἄλλο, εἶπε, πλὴν τῶν Ὑπουργῶν· ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ δυστυχῶς δὲν ὑποθηκεύονται. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καὶ διὰ τὴν ὑπερεξόγκωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν κακὴν διοίκησιν, περὶ διορθώσεως τῆς ὁποίας δὲν ἔλαβε τὰ προσήκοντα μέτρα ἡ κυβέρνησις, πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος πρὸς τοῦτο. Τὰ Νομοσχέδια τὰ κυβερνητικὰ, τὰ οἰκονομικὰ καὶ φορολογικὰ ἄντικρυς ἀντίκεινται εἰς τὴν κοινὴν ἐπιθυμίαν τοῦ τόπου καὶ τὸ συμφέρον τὸ οἰκονομικόν· ἡ κοινὴ συνείδησις σήμερον ἔχει ἐξεγερθῆ κατὰ τοῦ ἐπικρατοῦντος περὶ ἐγγείου φορολογίας Νόμου, ὅστις ἀφανίζει τάξιν ὁλόκληρον, τὴν πολυπληθεστέραν ἡμῶν τάξιν, τὴν ἐργατικωτέραν, τὴν τάξιν τῶν γεωργῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι μόνη ἡ ἀντικατάστασις τοῦ νῦν ἐγγείου φόρου δι’ ἄλλου φόρου μετριάζοντος τὰ βάρη τοῦ γεωργοῦ, οὐτὴ ἡ ὁλοσχερὴς κατάργησις τοῦ ἐγγείου φόρου δὲν ἀρκεῖ ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν δυστυχῆ γεωργικὴν τάξιν τῶν πιεζόντων αὐτὴν δεινῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη κεφαλαίων, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη συγκοινωνίας, τῆς ὁποίας δυστυχῶς ἀπολύτως στερούμεθα, διότι μόνον παρ’ ἡμῖν ὁδοὶ εἶναι αἱ στενωποὶ, τὰς ὁποίας ἐχάραξαν τὰ πατήματα τῶν ζώων· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἀνατεθειμένων εἰς τὴν γεωργίαν βαρῶν, διὰ τοῦ ἐπικρατοῦντος φορολογικοῦ συστήματος δύναται μέχρι τινὸς ν’ ἀνυψωθῇ ἡ γεωργία, ὅτι δὲ πρέπει εἰς ὁσονδήποτε οἰκτρὰν κατάστασιν καὶ ἂν εὑρισκώμεθα, νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῆς γεωργίας, μαρτυρεῖ, ὅτι, ἐν ᾧ ὁ πληθυσμὸς ὁσημέραι αὐξάνει, τὰ προερχόμενα ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἔσοδα δὲν αὐξάνουσι, μαρτυρεῖ ἡ στάσιμος κατάστασις, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ γεωργία, ἡ πρώτη τροφὸς τοῦ Ἔθνους, ὁ μοχλὸς καὶ ἡ βάσις τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, (διότι ἄνευ γεωργίας, χορηγούσης τὰς πρώτας ὕλας, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ βιομηχανία, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον), μαρτυρεῖ ἡ οἰκτρὰ κατάστασις τῶν σιτηρῶν ἐν Ἑλλάδι. Ἐνῷ τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι βεβαίως ἀνεπιτήδειον εἰς γεωργίαν, δὲν δύναται ὅμως ἡ Ἑλλὰς νὰ παραγάγῃ τὰ ἀναγκαῖα σιτηρὰ εἰς διατροφὴν ἑαυτῆς, καὶ πέμπει ὅλον αὐτῆς τὸ ἀργύριον, τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς σταφίδος, καὶ ἔτι πλέον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς ἀγορὰν σιτηρῶν. Ὀλιγώτερον βεβαίως κατεπείγουσα εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ποιμνιακοῦ φόρου, ὅστις ἐπίσης δέον νὰ μεταβληθῇ, διότι καὶ ὁ ποιμνιακὸς φόρος βαρύνει μεγάλως τὴν κτηνοτροφίαν καὶ προσέτι ἐμποδίζει τὸν σύνδεσμον μεταξὺ κτηνοτροφίας καὶ γεωργίας. Ὁ φόρος οὗτος θὰ ἦτο προτιμότερον ν’ ἀντικατασταθῇ, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, διὰ τῆς φορολογίας τῶν ἐκ τῶν ζώων οὐσιῶν, δηλονότι τοῦ βουτύρου, τοῦ μαλλοῦ καὶ τῶν δερμάτων, κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν καὶ μεταφορὰν αὐτῶν, εἰσπραττομένου τοῦ φόρου κατ’ ὀκᾶν ὑπὸ τῶν τελωνείων. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ποιμνιακοῦ φόρου δὲν εἶναι τοσοῦτον κατεπείγουσα, ὅσον εἶναι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἐγγείου φόρου. Ἔρχεται κατόπιν τὸ φορολογικὸν Νομοσχέδιον τοῦ καπνοῦ. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τὰς πολυπλόκους καὶ ἀναριθμήτους διατυπώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται ὅλη ἡ τάξις τῶν καπνεμπόρων καὶ τῶν καλλιεργητῶν τοῦ καπνοῦ, θέλει βλάψει πολὺ τὴν παραγωγὴν τοῦ καπνοῦ, ἐνῷ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καθ’ ἃ ἐγὼ τοὐλάχιστον συμπεραίνω ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβεστάτων πληροφοριῶν, δὲν θέλει εἰσπράξει πλέον τῶν 150 ἕως 200,000 δρ. Ἔρχεται κατόπιν τὸ Τελωνειακὸν δασμολόγιον, δι’ οὗ προστίθεται αὔξησις εἰσαγωγικῶν τελῶν εἰς τὰ εἰσαγόμενα εἴδη. Ἐν ᾗ θέσει οἰκτρᾷ οἰκονομικῇ διακείμεθα, δὲν προτίθεμαι νὰ πολεμήσω τὴν ἰδέαν τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, λέγω ὅμως, ὅτι τὸ δασμολόγιον συνετάχθη κάκιστα, διότι στηρίζεται ἐπὶ ἐσφαλμένων βάσεων. Δὲν διέπει τὸ νέον Νομοσχέδιον τοῦ δασμολογίου ἀρχή τις ὡρισμένη, δὲν διέπει αὐτὸ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναλόγου αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ, δὲν διέπει ἡ ἀρχὴ τῆς ἐμμέσου προστασίας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς καὶ βιομηχανίας, δὲν διέπει ἡ ἀρχὴ τῆς ἀνακουφίσεως τῶν κατωτέρων κοινωνικῶν τάξεων διὰ τῆς μὴ αὐξήσεως τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι φορολογοῦνται ἐξ ἑνὸς μὲν ἀντικείμενα πολυτελείας ἐλαφρότατα, μηδενὸς δηλαδὴ τέλους προσθετομένου καὶ φέρ’ εἰπεῖν τὰ ἐκ πορσελάνης ἀγγεῖα, αἱ μάστιγες ἢ ἡ κλωστὴ διὰ κεντήματα, προστίθεται δὲ τέλος βαρὺ εἰς ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ὑπάρχοντος. Παραδείγματος χάριν προστίθεται δύο λεπτῶν εἰσαγωγικὸν τέλος κατ’ ὀκᾶν εἰς τὸν σῖτον. Νομίζω λοιπὸν καὶ διότι τὰ ὑποβληθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως Νομοσχέδια ἀντίκεινται κατὰ τὴν βάσιν εἰς τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον, καὶ δὲν εἶναι δεκτικὰ εὐκόλου μεταβολῆς, οἵαν δύναται νὰ προκαλέσῃ ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ μερικῶν συζητήσεων ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, καὶ διότι τὸ φρόνημα τῆς Κυβερνήσεως διΐσταται πρὸς τὸ φρόνημα τοῦ Ἔθνους ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν καὶ διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δύναται νὰ διοικήσῃ καλῶς τὸ Ἔθνος καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ ἀποτελεσματικῶς τὰς ὑποδεικνυομένας οἰκονομίας.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ εἶπεν ἀκόμη ἡ Βουλή.
§71ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ κατὰ τὴν ἰδίαν μου πεποίθησιν· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι δὲν δεχόμεθα τὸν προϋπολογισμὸν ὅπως παρουσιάσθη.
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 μ. μ.