| 1346 | Ἔξοδα ά ἀγροῦ.—Καλλιεργ. | δρ. | 4 | |
| 1347 | σπόρος | » | 3 | |
| 1348 | θεριστικά, ἁλωνιστικὰ | » | 3,15 | |
| 1349 | δρ. | 10,15 | ||
| 1350 | Ἔσοδα 3½ κοιλὰ × 6 δρ. | δρ. | 21 | |
| 1351 | ἀφαιρῶ ἔξοδα | » | 10,15 | |
| 1352 | καθαρὰ πρόσοδος | δρ. | 10,85 | |
| 1353 | Ἔξοδα βʹ ἀγροῦ.—Καλλιερ. | δρ. | 4 | |
| 1354 | σπορὰ | » | 1,50 | |
| 1355 | θεριστικά, ἁλωνιστικὰ | » | 1,35 | |
| 1356 | δρ. | 6,85 | ||
| 1357 | Ἔσοδα 1½ κοιλ. × 6 δρ. | δρ. | 9 | |
| 1358 | ἀφαιρῶ ἐξόδον | » | 6,85 | |
| 1359 | καθαρὰ πρόσοδος | δρ. | 2,15 |
1880.02.20
2.058 στίχοι · 16.772 λέξεις · 1 πίνακας · 70 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 74
τῆς 20 Φεβρουαρίου 1880.
(Τετάρτη.)
Ὥρᾳ 2. μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ἀναφορὰ ἔκ τινος χωρίου τοῦ Ἄργους, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ τροποποίησις τοῦ Νόμου περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§2Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ χαρτοποιείου. Γνωρίζετε, ὅτι ἐν Φαλήρῳ ὑπάρχει μέγα βιομηχανικὸν κατάστημα, ἐν ᾧ κατασκευάζεται χάρτης. Εἶναι τὸ μόνον κατάστημα τοιούτου εἴδους ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ τὸ κατάστημα αὐτό· ἔχει ἀνάγκην ὑποστηρίξεως. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν τύπωσιν τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς καὶ νὰ παραπέμψῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπήν, ἥτις πρέπει, νομίζω, νὰ ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον τὴν ἔκθεσίν της εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, διότι εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ πράγματα, ἅτινα συντρέχουν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ τόπου.
§3ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἐπεξεργάζεται τὸ δασμολόγιον.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῆς δεξαμενῆς, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὸν προϋπολογισμόν, καὶ μάλιστα, ὡς ἤκουσα, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ διηρέθη ὡς πρὸς τὴν γνώμην αὐτῆς, νομίζω ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλων τῶν προηγουμένων, ἅτινα σχετίζονται μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἡ ἐργασία αὕτη χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1869. Ἀπὸ τοῦ 1869 ἤρχισε μία ἐργασία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπιστημονική, ἥτις ἀπέτυχε· μετὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ κ. Τομπάζη, Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, μετὰ σπουδαίαν καὶ ἐπίμονον ἐργασίαν τοῦ μακαρίτου Δρόσου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπὶ τέλους ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηροπούλου, ἡ ἐργασία αὕτη ἀπέληξεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ κατασκευασθῇ ἡ δεξαμενὴ ἐν Πειραιεῖ εἰς τὴν Ζέαν, συνεστήθη δὲ ἑταιρία ἐκ τοῦ ἀπομαχικοῦ ναυτικοῦ ταμείου, τῆς ἐθνικῆς τραπέζης καὶ δύω ἄλλων τραπεζῶν, λαβόντος μέρος καὶ τοῦ δήμου Πειραιῶς, ὅστις ἐδέχθη νὰ συνεισφέρῃ κατ’ ἔτος ἓν ποσοστόν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀνεδέχθη νὰ ἐγγυηθῇ τὸν τόκον 5%. Ἡ ἑταιρία αὕτη ἀνεδέχετο νὰ κατασκευάσῃ τὴν δεξαμενήν, καταθέτουσα 3,000,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ ἔργον ἔμεινεν ἐκκρεμές, ἂν καὶ ἦτο ἕτοιμον, ἵνα ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηροπούλου. Σήμερον ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπανέλαβε τὴν ἐργασίαν μετὰ πολλοῦ ζήλου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ προηγούμενα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα, νομίζω, θέλουν συντελέσει εἰς τὸ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ διὰ ποίου τρόπου καὶ κατὰ ποῖον σύστημα συμφέρει εἰς τὸ δημόσιον σήμερον νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ἔργον τοῦτο.
§7ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, ὅταν τὸ ἔθνος ἐξῆλθεν ἐκ τῆς δουλείας, ἔσπευδε πολὺ πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τὴν πνευματικήν, καὶ ἑπομένως πρὸς τὴν πρόοδον τῶν ἐπιστημῶν. Ἱδρύθη τὸ Πανεπιστήμιον· τὸ Πανεπιστήμιον κατὰ συνέπειαν, ὅπως προάγηται, ὑπήχθη, ἕνεκα ἐλλείψεως ἰδίων πόρων, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἐκ τοῦ πανθομολογουμένου ζήλου περὶ τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἅπαντες καὶ οἱ ἔσω καὶ οἱ ἔξω Ἕλληνες πρὸ δεκαετηρίδων συνεισέφερον πολλὰ, καὶ ἑπομένως τὸ Πανεπιστήμιον ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρχῆς μέχρι σήμερον κατήρτισε μίαν περιουσίαν ἀρκετὰ σημαντικὴν, καὶ περὶ αὐτῆς εἶχον ἀνάγκην θετικῶν πληροφοριῶν περὶ ποσοῦ τε καὶ προορισμοῦ ἢ χρήσεως. Βεβαίως περὶ αὐτῆς ἐνιαυσίως παρουσιάζεται λογοδοσία, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον τὸ μέσον νὰ προμηθευθῶ ἐγχειρίδιον ἢ ἓν πόνημα περὶ τῆς τοιαύτης λογοδοσίας. Ἑπομένως ἐπειδὴ, ὡς πληροφοροῦμαι, τὸ Πανεπιστήμιον ἔχει σήμερον περιουσίαν σημαντικήν, καὶ κατὰ τὴν πληροφορίαν, ἣν ἔχω, δύναται νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, ἐπειδὴ δὲ ἀφ’ ἑτέρου συμβαίνει ἓν ἄτοπον εἰς τὴν κοινωνίαν, τὸ ἑξῆς· ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἓν κονδύλιον δραχ. 600,000 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, διὰ διατροφὴν καταδίκων· τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι ὁ φορολογούμενος, ὁ φιλήσυχος πολίτης πληρόνει καὶ φόρον ὅπως διατρέφῃ τὸν ἐγκληματίαν, ὅπερ εἶναι ἄδικον, ὡς προεῖπον, καὶ ἀντισυνταγματικὸν προνόμιον τοῦ ἀργὸν τρέφεσθαι ἐκεῖνον, ὅστις κατεπάτησε τοὺς νόμους τῆς πολιτείας· λόγῳ λοιπὸν ὀρθῆς λειτουργίας τῶν νόμων καὶ ἰσονομίας ὁ ἐγκληματίας πρέπει νὰ ἐργάζηται καὶ νὰ διατρέφηται, οὐχὶ διότι ἐγκλημάτησε νὰ λαμβάνῃ τὴν πρόνοιαν νὰ τὸν διατρέφῃ ἡ λοιπὴ κοινωνία ἀργόν· πῶς δὲ θέλει κατορθωθῆ τοῦτο νὰ ἐργάζηται ὅπως διατρέφηται, τοῦτο εἶναι ζήτημα σπουδαῖον πολιτειακὸν, καὶ ὄχι μόνον ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τῆς ὑλικῆς τοῦ καταδίκου καὶ τῆς κοινωνίας ὠφελείας, ἀλλὰ, ὡς γνωρίζετε, ὅτι καὶ ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις τοῦτο εἶναι λίαν σπουδαῖον, καθόσον ἐὰν εἰσέλθητε εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐπισκεφθῆτε τοὺς ἐγκληματίας διατρίβοντας ἐκεῖ, ὅπως εἶναι σήμερον αἱ φυλακαὶ, παρατηρεῖτε τὴν ἀξιοθρήνητον τῶν ἀδελφῶν μας τούτων κατάστασιν, καταδεδικασμένων εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, τὴν ἀργίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐλλείψεως ἄλλης σωματικῆς ἢ πνευματικῆς ἀπασχολήσεως κατανοεῖτε τὸν λόγον, ὅτι ἐξέρχονται οὗτοι τῶν φυλακῶν τελειόφοιτοι καὶ πολλάκις διδάκτορες τοῦ ἐγκλήματος, διότι ἐπικρατεῖ μία ἀλληλοδιδακτικὴ μέθοδος ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἥτις ἐπικρατεῖ, κατὰ τὸν φυσικὸν νόμον τοῦ ὁμιλητικοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καθόσον οἱ ἐν αὐταῖς δὲν ἔχουν ν’ ἀπασχοληθοῦν εἰμὴ εἰς τὴν περιγραφὴν τοῦ βίου των καὶ τὴν τελειοποίησιν τῶν ἐγκλημάτων, καὶ ἡ περὶ ταῦτα ἐνασχόλησις εἶναι ἐπ’ εὐθύνη βαρεία ἡμῶν ἡ καθαρὰ τροφή των· ἐξερχόμενοι δὲ τῶν φυλακῶν κατεσκληκότες, ἄνευ κεφαλαίων ἠθικῶν ἢ ὑλικῶν σὺν ταῖς φυσικαῖς των δυνάμεσι καὶ τὴν διατήρησιν τῶν ἕξεων τῆς φιλοπονίας, ἀπολέσαντες τὸ στάδιον, ὅπερ μικρὸν ἢ μέγα εἶχον εἰς ἕνα κλάδον τῆς κοινωνικῆς βιοποριστικῆς, εὑρίσκονται ἐῤῥιμμένοι ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀνίκανοι πρὸς πορισμὸν μόλις ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἡμέρας, μετὰ τὴν ἔξοδόν των ἐκ τῶν φυλακῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου· κατὰ συνέπειαν δὲν παρουσιάζεται ἄλλη ὁδὸς αὐτοῖς, ἄλλο εἶδος ἀπασχολήσεως εἰς αὐτοὺς, εἰμὴ καὶ αὖθις ἡ τάσις τοῦ ἐγκλήματος. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ κοινωνία νὰ μεριμνήσῃ μεγάλως περὶ τῆς μορφώσεως αὐτῶν, καὶ τοῦτο θὰ κατορθωθῇ διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς καὶ τοῦ πορισμοῦ τῆς τροφῆς των ἐκ τῆς ἰδίας των ἐργασίας, ἥτις θὰ ἐφοδιάζῃ αὐτοὺς ἐξερχομένους καὶ μὲ ἓν ἠθικὸν καὶ ὑλικὸν κεφάλαιον καὶ μέσα αὐταρκείας. Κατὰ συνέπειαν τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, ὅπερ, ἄνευ τοῦ ἀρχικοῦ λόγου, δαπανᾷ τὸ ἔθνος εἰς τὴν ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν, ἥτις ἤδη δύναται ὑλικῶς νὰ χειραφετηθῇ, δύναται νὰ διατεθῇ εἰς μίαν ἐκπαίδευσιν εἰς ἕνα ἐργατικὸν ἐκγυμνασμὸν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς ὑπαρχόντων, ὥστε οὗτοι νὰ διατηρῶσι καὶ τὸ σῶμά των ἰσχυρὸν καὶ τὴν διάνοιάν των ἀπηλλαγμένην ἀπὸ τὴν ῥοπὴν πρὸς τὸ ἔγκλημα, καὶ ἐξερχόμενοι μίαν ἡμέραν μετὰ τὸ πέρας τῆς ποινῆς των, νὰ ἔρχωνται, ὡς προεῖπον, εἰς τὴν κοινωνίαν μὲ ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ αὐτοῖς ὡς μέσον παραγωγικὸν διὰ τὴν εἰς τὸ μέλλον ζωάρκειάν των. Κατὰ συνέπειαν, κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν δυνάμεθα νὰ χειραφετήσωμεν τὸ Πανεπιστήμιον σήμερον. Ἀκόμη εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δίδεται καὶ ἡ προσήκουσα ἀκρίβεια περὶ τὰς δαπάνας καὶ φειδὼ περὶ τὴν διάθεσιν τῶν μέσων· καθόσον δὲ πληροφοροῦμαι, περὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ μαθήματος ὑπάρχουν Καθηγηταὶ πολλαπλοῖ, πολυπληθεῖς, ἓξ ἢ ἑπτά. Εἶναι μία πολυτέλεια, ἥτις, ὅταν τὸ Πανεπιστήμιον κατασταθῇ ἰδιοσυντήρητον, θέλει ἐκλείψει, καθόσον οἱ διευθύνοντες τὰ τοῦ Πανεπιστημίου θέλουσι φανῆ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου λίαν προσεκτικοὶ καὶ φειδωλοί, ἀπηλλαγμένοι τῆς πολιτικῆς ἐπιδράσεως. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μᾶς δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας, ά. ποία καὶ πόση ἡ περιουσία τοῦ Πανεπιστημίου κινητὴ καὶ ἀκίνητος, καὶ ποία ἡ ἐτησία πρόσοδος αὐτοῦ.
§8ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.) Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 τοῦ Πανεπιστημίου θὰ τὰ ἔχητε αὐτά. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν λογοδοσίαν, αὕτη κατ’ ἔτος τυποῦται, καὶ δύνασθε νὰ λαμβάνητε ἑκάστοτε ἓν ἀντίτυπον αὐτῆς.
§9ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀλλὰ ποῦ νὰ πηγαίνωμεν ἡμεῖς νὰ τὸ εὕρωμεν; 2) Πόσοι Καθηγηταὶ διδάσκουσι τὸ αὐτὸ μάθημα.
§10ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ τὸ λέγει τὸ πρόγραμμα τοῦ Πανεπιστημίου.
§11ΔΟΥΖΙΝΑΣ. 3) Ποσάκις τῆς ἑβδομάδος διδάσκει ἕκαστος τῶν Καθηγητῶν κατὰ τὸ πρόγραμμα, καὶ ποσάκις πραγματικῶς, ἢ τοὐλάχιστον ἐὰν ὁλόκληρον συνεχῶς τὸ σχολικὸν ἔτος, διότι λ. χ. αἱ παραδόσεις τῶν Καθηγητῶν ἄρχονται κατὰ τὸ πρόγραμμα τὴν 15 7βρίου, ἀλλὰ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀρχίζουσι τὸν Νοέμβριον.
§12ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ποσάκις κατὰ τὸ πρόγραμμα, μάλιστα. Ἀλλὰ ποσάκις πραγματικῶς, πῶς θὰ εὑρεθῇ;
§13ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τέλος ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐξεύρῃ ἓν μέσον, ὅπως ἐξακριβωθῇ καὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Καὶ ταῦτα, κύριοι, τὰ λέγω ἀπὸ γενικὸν συμφέρον, ὅπως, καθὼς προεῖπον, στρέψωμεν αὐτὸ τὸ κεφάλαιον εἰς μίαν βιομηχανίαν τῶν φυλακισμένων.
§14ΦΙΛΗΜΩΝ. Πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ λιμένος Πειραιῶς κατὰ τὸ μέρος τῆς λίμνης Ζέας.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ ἀπεφασίσθη χθὲς καὶ ἀνεβλήθη.
§16ΦΙΛΗΜΩΝ. Χθὲς δὲν ἤμην ἐδῶ, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου Βουλευταὶ Ἀττικῆς ὑπεστήριξαν τὴν παράκλησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά. συζήτησιν. Τολμῶ νὰ ἐπαναλάβω ἐνώπιόν σας τὴν αὐτὴν παράκλησιν καὶ ἐγὼ σήμερον.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπεφασίσθη πλέον.
§18ΦΙΛΗΜΩΝ. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἐπειδὴ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἁπλῶς κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἀποζημιώσεως ἐκ μέρους τοῦ λιμενικοῦ ταμείου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀφορᾷ εἰς σπουδαῖα κέρδη διὰ τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ Πειραιεὺς εἶναι μία ἐκ τῶν πρώτων Ἑλληνικῶν πόλεων, πιστεύω, ὅτι θέλετε ἐπιτρέψει τὴν ά. ἀνάγνωσιν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§20ΤΙΝΕΣ. Δὲν πειράζει, μία ἀνάγνωσις θὰ γείνῃ μόνον.
§21ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις περὶ μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὑποστηρίζεται ἀπὸ 10; (οὐδεὶς ἐγείρεται.) Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Βαλασσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§23ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί ἔγεινε διὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλήμονος;
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠγέρθη κανείς· λοιπὸν δὲν ὑποστηρίζεται.
§25ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, διὰ μακρῶν ὡμίλησαν οἱ προαγορεύσαντες, καὶ ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα εἶναι ἤδη ἐξηντλημένον, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἄλλου τινὸς ζητήματος ἢ τοῦ οἰκονομικοῦ. Ἀλλὰ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ὡς γνωρίζετε, δύναται νὰ θεωρῇ ὑπὸ διαφόρους ἐπόψεις. Αἱ ἰδικαί μου διαφέρουσι κατά τι τῶν προαγορευσάντων, ἀλλ’ ἐν πολλοῖς ἡ μελέτη τῶν ἀριθμῶν θέλει συμφωνήσει μὲ τοὺς προαγορεύσαντας. Γνωρίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ξηρὸν· εἶναι ζήτημα ἀριθμῶν, καὶ μόνον ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ζαΐμης δύναται νὰ τὸ καταστήσῃ τερπνόν. Δύω κυρίας ἐντολὰς τοῦ κυριάρχου λαοῦ ἀποκομίζει ὁ ἀντιπρόσωπός του, τὸ νὰ μὴ ἐπιβάλῃ ἐπαχθεῖς φόρους, καὶ νὰ περιορίσῃ εἰς τὸ δέον τὰς δαπάνας· δύω κατὰ συνέπειαν ἔχει ὑψηλὰ καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσῃ ὁ ἀντιπρόσωπος, τὴν ψήφισιν τῶν φορολογικῶν νόμων, καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν. Ἐγὼ ὅμως ἔχω καὶ τρίτον καθῆκον νὰ ἐκπληρώσω· εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεχθῶ μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲ ἐσιώπων, δὲν ἤθελον εὑρεῖ δὲ χάριν ἐνώπιον τοῦ ἀξιοτιμήτου κ. Ζαΐμη, διότι εἰς τὴν ὁμιλίαν του ἐκάκισε τὴν μειοψηφίαν, ὅτι δὲν ἐξέθεσε τὰς ἰδέας της ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἐκθέσει· τοῦτο ὅμως ἀνήρεσεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Παρνασίδος, καὶ δικαίως, διότι οὐδεμία ὑποχρέωσις ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ φέρῃ ἔκθεσιν ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς· οὐχ’ ἧττον ὅμως εἰς ἐμὲ ἐφάνη ἀκόμη ἀδικώτερος, διότι ἐνώπιόν του εἶχε τὰς ἰδέας μου ἐν ἐκθέσεσιν ὑποβληθείσαις εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τυπωθείσαις πρὸ καιροῦ. Τοῦ δικαιώματος τῆς ψηφίσεως τῶν φόρων καὶ δαπανῶν μέγα καὶ κραταιὸν ἔθνος ἐποιήσατο ἀποτελεσματικὴν καὶ ἀρίστην χρῆσιν πρὸς ἑδραίωσιν τῶν ἐλευθεριῶν. Τὸ Κοινοβούλιον ἐκεῖνο, ἀρνούμενον τὴν ψήφισιν τῶν φόρων καὶ τῶν δαπανῶν, ἀπέσπα μίαν πρὸς μίαν τὰς ἐλευθερίας. Ὁ Μακώλεϋ, λέγει, ὅτι καὶ οἱ Οὐΐγγοι καὶ οἱ Τόρεις συμφωνοῦσιν, ὅτι ἡ κακὴ κατάστασις τῆς Ἀγγλίας, εἰς ἣν εὑρίσκετο ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἐπονομασθέντος Cabale, προήρχετο ἐκ τῆς εὐκολίας, ἣν εἶχε τὸ Κοινοβούλιον νὰ ψηφίζῃ τὰς πιστώσεις. Ὅπως ὁ Δημοσθένης, κύριοι, εἰς τὴν ἀρχαιότητα μετέτρεπε κατὰ τὰς περιστάσεις τὸ δόγμα «χαλεπώτερον τὸ διατηρῆσαι τοῦ κτήσασθαι τ’ ἀγαθὰ» καὶ «χαλεπώτερον τὸ κτήσασθαι τοῦ διατηρῆσαι τ’ ἀγαθά», τοιουτοτρόπως καὶ εἰς τὴν οἰκονομίαν δύω δόγματα εἶναι, τὸ μὲν, λέγον: δός μοι καλὴν διοίκησιν, ἵνα σοὶ δώσω καλὰ οἰκονομικὰ, καὶ πάλιν τὸ λέγον: δός μοι καλὰ οἰκονομικὰ, ἵνα σοὶ δώσω καλὴν διοίκησιν. Δύω εἴδη προϋπολογισμοῦ, κύριοι, συντάσσονται ἀπὸ τὰ Κράτη τὰ φιλελεύθερα, τὰ κοινοβουλευτικά. Ἕν εἶδος εἶναι, ὅταν συντάσσωνται ἐν καιρῷ εἰρήνης, καὶ ἕτερον, ὅταν συντάσσωνται ἐν καιρῷ πολέμου καὶ ἀνωμαλιῶν· ὅταν συντάσσωνται ἐν καιρῷ εἰρήνης, αἱ δαπάναι πρέπει νὰ κανονίζωνται κατὰ τὰ ἔσοδα· ὅταν δὲ συντάσσωνται ἐν καιρῷ πολέμου, τὰ ἔσοδα πρέπει νὰ κανονίζωνται κατὰ τὰς δαπάνας. Εὐτυχῶς ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν πρώτην περίστασιν· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι μέγα μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔπρεπε νὰ κατέχῃ τὸ κεφάλαιον τῶν δημοσίων ἔργων, διότι δὲν ἐννοεῖ τις Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν θέλοντα νὰ ἔχῃ πλούσιον προϋπολογισμὸν ἄνευ παραγωγικῶν ἔργων, διότι τὰ παραγωγικὰ ἔργα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐξάνουν τοὺς πόρους καὶ τὸν πλοῦτον τοῦ Κράτους· ἀδύνατον λοιπὸν εἶναι νὰ ἔχῃ τις πλούσιον προϋπολογισμὸν ἐν πτωχῷ ἔθνει. Ἡ ἐξέτασις, κύριοι, τοῦ προϋπολογισμοῦ προϋποθέτει πάντοτε τὴν ἐξέτασιν τῆς ὅλης οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους’ διὰ νὰ γνωρίσῃ τις τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους μας, πρέπει κατ’ ἐμὲ ν’ ἀνατρέξῃ πολὺ μακρὰν, πολὺ εἰς τὰ πρότερον· νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῶσι τὰ βάρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βαρύνουσι τὸ ἔθνος· θέλομεν ἐν συνόψει ἐκθέσει τὰ δημόσια χρέη, καὶ ὀφείλομεν ν’ ἀναγράψωμεν κατὰ πρῶτον τὰ χρέη ἐκεῖνα τὰ ἱερὰ, τὰ ὁποῖα ἐπέβαλεν ἡμῖν ὁ ἱερὸς ἀγών. Αὐτὰ ἀνέρχονται, κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀγῶνος, τὰ μὲν τῶν κατὰ γῆν εἰς δραχ. 50,915.981:80, τὰ δὲ τῶν ναυτικῶν ἀπαιτήσεων εἰς δραχ. 20,000,000, τὸ ὅλον εἰς δραχ. 70,915,981:80. Δεύτερον τὸ χρέος, ὅπερ εἶναι ἀνεγνωρισμένον ἤδη, εἶχε δὲ τὴν ἀρχήν του ἀπὸ τοῦ 1824 καὶ 1825 ἔτους, ἀναβαῖνον εἰς δραχ. 35,000,000· τὸ χρέος τοῦ Ῥοσχὶλδ, ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν τριῶν συμμάχων δυνάμεων, ὅπερ μέχρι σήμερον ἀναβαίνει εἰς δραχ. 200,000,000, διότι αἱ δυνάμεις ἀπὸ τοῦ 1838 μέχρι τοῦ 1873 εἶχον καταθέσει 120,000,000 φράγκων, αὐτὰ δὲ μέχρι σήμερον μετὰ τῶν τόκων ἀναβαίνουν εἰς δραχ. 200,000,000. Ἔρχεται ἔπειτα τὸ χρέος τὸ πρὸς τὸν Ὄθωνα, διὰ τ’ ἀνάκτορα, δραχμὰς 4,500,000. Τὸ χρέος τὸ πρῶτον μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν ἐξ 6,000,000· τὸ χρέος τὸ κατόπιν ἐξ 28,000,000, τὸ ἄλλο τὸ χρέος ἐξ 26,000,000 φράγκων, ἤτοι δρ. 29,120,000, τὸ χρέος ἐκ 4,000,000 δρ. τὸ ἄλλο ἐκ δρ. 10,000,000, τὸ εἰς τὰς Τραπέζας ὑφιστάμενον ἤδη ἐκ δρ. 16,000,000, τὸ ἐξ ἀτμοτελωνίδων ἐκ 340,000, τὸ τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐκ δρ. 12,000,000, καὶ τὸ τελευταῖον τῶν 60,000,000 φράγκων, ἐξ ὧν ἐπραγματοποιήθησαν 54,000,000, τὸ κινητὸν χρέος ἐκ δρ. 2,000,000, καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ περυσινοῦ ἐλλείμματος ἀπὸ 3,300,000, τὸ ὅλον δρ. 476,355,981:80. Ἐξ αὐτῶν μέγα μέρος ἐπληρώθη ἐκ τῶν καταβληθέντων χρεωλυσίων, μένει ὅμως ἀρκετόν. Διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν δανείων τούτων, ἐκτὸς τοῦ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος καὶ τῶν πρὸς τὰς δυνάμεις, διὰ τὸ ὁποῖον πληρώνομεν 1,000,000, ἀναγράφομεν κατ’ ἔτος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάνην ἐκ δρ. 15,651,742:91, ἤτοι τὸ ⅓ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ· πρὸς τούτοις διὰ συντάξεις δρ. 3,937,830, τὸ ὅλον 19,589,575:91, ἤτοι τὸ ἥμισυ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ σημειώσατε, κύριοι, ὅτι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν εἶναι τὰ πραγματικά, διότι κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1876 μέχρι τοῦ 1878 τὸ εἰσπραχθὲν ἔσοδον ἀνέρχεται εἰς 38,000,000· ἀλλ’ ἐκ τούτου πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε 5,000,000 ἐκ τῆς ἐκποιήσεως περιουσίας τοῦ ἔθνους, ἥτις ἐλαττοῦται οὕτω κατ’ ἔτος, καὶ 1,000,000 ἐξ ἐπιστροφῆς χρημάτων. Ἰδοὺ δὲ ὁ λογαριασμὸς· ἐξ ἐκποιήσεως ἐθνικῶν κτημάτων δρ. 4,690,000, ἐξ ἐκποιήσεως μοναστηριακῶν κτημάτων δρ. 97,000, καθυστερήσεις αὐτῶν δρ. 13,000, προκαταβολαὶ πολιτικῶν δικῶν δρ. 10,000, καταμετρήσεις ἀμπέλων 45,000, δίδακτρα στρατιωτικῆς σχολῆς 120,000, ἀπόληψις δαπανῶν εἰς ἀποξήρανσιν Βοιωτικοῦ πεδίου δρ. 30,000, πολιτικαὶ συντάξεις δρ. 900,000, τὸ ὅλον δρ. 5,960,000, ἤτοι μένει ἔσοδον καθαρὸν δρ. 32,040,000. Ὥστε, ἐὰν ἀπὸ τὰ 32,000,000 ἀφαιρέσωμεν τὰ 19,000,000, ἔχομεν καθιερώσει διὰ στερεὰς πληρωμὰς τῶν δανείων καὶ τῶν συντάξεων τὰ ⅔ τοῦ προϋπολογισμοῦ’ ἐὰν δὲ προσθέσωμεν τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν τριῶν δυνάμεων καὶ τοὺς τόκους τοῦ ἀγῶνος, τότε δὲν θὰ μᾶς φθάσουν ὅλα τὰ ἔσοδα, ἵνα πληρώσωμεν τὰ χρέη. Αὕτη εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐν γένει τοῦ ἔθνους. Ἐρχόμεθα, κύριοι, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν· ἀλλὰ πρὸ τούτου πάντοτε προηγοῦνται αἱ πιστώσεις, καὶ εἶναι τῷ ὄντι ἄπορον πῶς, ἐνῷ τὸ Κοινοβούλιον ἐλευθερίως ψηφίζει ὅλας τὰς προτεινομένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις, μ’ ὅλα ταῦτα οἱ διαχειριζόμενοι τὸν προϋπολογισμὸν πάντοτε ὑποβάλλουσι πιστώσεις δυσαναλόγους πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν· ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς ἔκτακτοι πιστώσεις δραχ. 2,777,999:96, ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις 1,584,422:15, τὸ ὅλον 4,362,421:14. Τοιαύτη δὲ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, ὥστε ποτὲ δὲν ἐτηρήθη ὁ λογιστικὸς νόμος καὶ τὸ ἄρθρον 9 αὐτοῦ, ὅπως σᾶς παρέστησε χθὲς ὁ κ. Σιμόπουλος. Αὐτὴν τὴν ἱστορίαν τῶν πιστώσεων καὶ τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου ἐνθυμοῦμαι ὑφισταμένην ἀπὸ πολλοῦ χρόνου· ὁ μακαρίτης Χρηστίδης, ὅταν ἔζη, κατ’ ἔτος πολὺν λόγον ἐποίει περὶ τῆς παραβάσεως αὐτῆς τῆς διατάξεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου, οὐδέποτε ὅμως κατορθώθη νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς κατέστησαν τῳόντι κατ’ οὐσίαν ἄχρηστον τὸ ἄρθρον 9 τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἐνῷ δὲ ῥητῶς ὁρίζεται, ὅτι οὐδὲν ἔξοδον ψηφίζεται ὡς ἀναπληρωματικὴ ἢ ἔκτακτος πίστωσις, ἐὰν δὲν περιληφθῇ ἐν αὐτῇ καὶ ὁ πόρος ἐξ οὗ θὰ πληρωθῇ, οὐδέποτε ἐτηρήθη τοῦτο Εἶδον τὰς πιστώσεις τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ οὐδεμία δικαιολογία ὑποστηρίζει τὴν ἐπιψήφισιν τῶν πιστώσεων τούτων. Τί λέγουν εἰς τὰς πιστώσεις οἱ ὑποβαλόντες αὐτάς; «Δὲν ἐξήρκεσε τὸ ποσὸν τῶν ἀναγραφεισῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεων, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα.» Καὶ τῳόντι, κύριοι, οὐδεμία φειδὼ γίνεται εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν πιστώσεων. Δὲν θέλω ν’ ἀνατρέξω εἰς ὅλα τὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἔχω σημειώσει. Ἓν μόνον σᾶς λέγω, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσημειώθη πίστωσις ἐκ 10,000 δραχμῶν, δι’ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα μετατιθεμένων διοικητικῶν ὑπαλλήλων· ὑπεβλήθη δὲ πίστωσις, ζητοῦσα τὴν αὔξησιν. Ἐξητήσαμεν δὲ ὅλας τὰς πιστώσεις τὰς δαπανηθείσας, τὰ ἐντάλματα, δι’ ὧν ἐπληρώθησαν, καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐξηντλήθησαν. Εἰς ἓν ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐντάλματα εἴδομεν, ὅτι διὰ μετάθεσιν ἑνὸς διοικητικοῦ ὑπαλλήλου ἐξωδεύθησαν 600 δραχ. ἐνῷ ἀπὸ τὸν τόπον ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀνεχώρησεν ἕως τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον μετετέθη ἐδαπάνησε διὰ τὸ εἰσιτήριον τοῦ ναύλου πρώτης θέσεως 30 δραχ. ἐκ τῶν ὁποίων ἀφαιρεῖται, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὴν σύμβασιν τὸ ἥμισυ. Ἐννοεῖτε, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ οὐδεμία πίστωσις.
§26Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπὸ ποῦ μετετέθη;
§27ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ τὸ εἴπω, εἶναι εἰς τὸν πίνακα. Οὕτω διὰ τῶν πιστώσεων αὐτῶν καταστρέφεται ἡ ἐξίσωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐπιψηφίζῃ τὰς καθ’ ὑπέρβασιν πιστώσεις ἐννοεῖτε, ὅτι οὐδεὶς φραγμὸς δύναται νὰ τεθῇ, καὶ οὐδέποτε ὁ προϋπολογισμὸς θὰ κατασταθῇ ἀλήθεια. Ἂς ἔλθωμεν εἰδικῶς νὰ ἐξετάσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Τὰ ἔξοδα τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ εἶναι δραχμαὶ 56,068,872:23, δηλώσεις γενόμεναι κατὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς δραχ. 686,105:72, τὸ ὅλον δραχ. 56,755,977:95· ἔσοδα δραχ. 45,816,457, δηλώσεις δραχ. 1,280,000, τὸ ὅλον 47,096,457· ἔλλειμμα παρουσιαζόμενον δραχ. 9,659,520:95. Ἀλλὰ καθ’ ἡμᾶς τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ εἶναι 15 ἑκατομμύρια, ὡς θέλομεν ἴδει προχωροῦντες. Παρατηροῦμεν ἐνταῦθα, ὅτι τὰ ἔσοδα δὲν ἀντιστοιχοῦν μὲ τὴν αὔξησιν τῶν ἐξόδων· ὑπάρχει μία δυσαναλογία καταπληκτική. Ἡ κανονικὴ αὔξησις τῶν ἐσόδων εἰς τὰ εὐνομούμενα ἔθνη ὑπολογίζεται εἰς 5 καὶ 6%, ἐδῶ δὲ ὄχι μόνον αὔξησις δὲν ἔγεινεν, ἀλλὰ καὶ ὀπισθοδρόμησις. Κατὰ τὸ 1863 εἴχομεν ἔσοδα 24,650,000 σήμερον δὲ εἶναι ἀπὸ 38,000,000 ἕως 42,000,000, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ προστεθέντα ἔσοδα τῆς Ἑπτανήσου, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουν εἰς δραχμὰς 3,500,000, τὰ ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἐθνικῶν κτημάτων 5,000,000, τὰ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων τὸ 1867 εἰς δραχ. 7,000,000, τὰ ἐκ τῶν ἐπιβληθέντων τὸ 1877 φόρων τῆς ὁδοποιΐας εἰς δραχ. 2,200,000, τὸ ὅλον δραχ. 17,700,000. Ὅ ἐστιν ἔχομεν τώρα δραχ. 24,300,000, ἐνῷ εἴχομεν 24,650,000, ἔχομεν λοιπὸν ἔσοδα κατὰ 350 χιλ. ἔλαττον. Εἶναι τῷ ὄντι ἄξιον παρατηρήσεως αὐτὸ τὸ φαινόμενον, πῶς ἐν ᾧ ὁ πλοῦτος τοῦ ἔθνους ἀνεπτύχθη, αἱ περιουσίαι ηὐξήθησαν, πῶς ἐν ᾧ πρὸ 20 ἐτῶν εἷς ἑκατομμυριοῦχος ἦτο φαινόμενον σπάνιον, σήμερον δὲ βλέπετε πολλοὺς τοιούτους, πῶς, ἐν ᾧ μέγαρα πλούσια ἀνηγέρθησαν μολαταῦτα τὰ ἔσοδά μας ἐλαττοῦνται· ἐκτὸς αὐξήσεων τινων εἰσαγωγικῶν τελῶν, καὶ τῶν ἐγγείων φόρων τῶν φορολογουμένων κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, τὰ πλεῖστα τῶν ἐσόδων ἠλαττώθησαν. Τὸ 1866 ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου τοῦ εἰδικοῦ παρουσιάζει εἰσαγωγὴν δρ. 77,071,369, ἐξαγωγὴν 41,586,062, ἐν ὅλῳ δρ. 118,657,431· τὸ 1875 ἡ εἰσαγωγὴ ἦτο δρ. 114,485,615, ἡ ἐξαγωγὴ 75,764,015, ἐν ὅλῳ 190,249,630, ὅ ἐστι 76,000,000 περισσότερα, καὶ μόλα ταῦτα, ἐνῷ ἔχομεν αὐτὴν τὴν αὔξησιν, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους μένουσι στάσιμα Πρέπει λοιπὸν νὰ σκεφθῇ τις περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου σπουδαίως. Ὁ Λέων Σέϋ, ὁ περίφημος αὐτὸς τῆς Γαλλίας Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λέγει, ὅτι κανονικὸς προϋπολογισμὸς λέγεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει περίσσευμα 5 ἕως 6%, ὀλέθριος δὲ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἰσοζύγιον. Τί θὰ εἴπητε διὰ τὸν ἡμέτερον προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει ἔλλειμμα τὸ τρίτον τοῦ προϋπολογισμοῦ; δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ τὸν ὀνομάσω καταστρεπτικόν. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἐξενεγκοῦσα τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀσπαζομένη αὐτὰς, περιορίζει τὸ ἔλλειμμα εἰς 1,432,000, ἔφθασε δὲ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο διά τινων μικρῶν οἰκονομιῶν, διά τινων ταμιευτικῶν συνδυασμῶν, καὶ διά τινος προσθέσεως φόρων. Ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς διαφωνεῖ ῥιζικῶς εἰς τὰς σκέψεις αὐτὰς, διότι ἡ πλειονοψηφία παρεδέχθη τὰ ἔσοδα λίαν ἐξογκωμένα, ἐνῷ, ὡς θέλομεν ἴδει, πολὺ ἀπέχουν ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν ὁ ὁποῖος ἐτέθη. Παρεδέχθη τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ θείου, τὸν ὁποῖον ἀναβιβάζει τὸ νομοσχέδιον εἰς 700,000 δραχμάς. Καθ’ ἡμᾶς ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπαχθέστερος πάντων, διότι φόρος ἐπὶ τῶν ὑλῶν αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν ὡς φάρμακα εἴτε εἰς τὰ φυτὰ, εἴτε εἰς τὰ ζῶα, εἴτε καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, εἰς κανὲν ἔθνος ὑπάρχει, τὸ δὲ θεῖον εἶναι φάρμακον κατὰ τῆς καταστρεπτικῆς νόσου τῶν ἀμπέλων, τῆς ἀνθρακίτιδος· διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς προαποφασίζει τὸ ζήτημα τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ δανείου τοῦ Κράτους εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἐξ 8,000,000, δραχ. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο τῷ ὄντι εἶναι πολὺ περίεργον, διότι λαμβάνει 4½% ὡς χρεωλύσιον ἐπὶ 13 ἔτη, ὅπερ ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 4,680,000, λαμβάνει τόκον 8% ἐπὶ 13 ἔτη, ὅπερ ἀνέρχεται εἰς 8,320,000, ἤτοι τὸ ὅλον 13,000,000, ὥστε ἡ Κυβέρνησις μετέρχεται καὶ τὸ τραπεζιτικὸν ἐπάγγελμα. Ἡ ὁδοποιΐα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτὰς τὰς ὑποχρεώσεις, ἔχει ἀνάγκας καθημερινὰς, πρέπει νὰ δαπανᾷ τὰ κεφάλαιά της, ὄχι δὲ νὰ τὰ κρατῇ εἰς τὸ ταμεῖον της ἐπὶ τόκῳ χρεωγράφων ἢ ὁμολογιῶν τῆς τραπέζης. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου μέρους εἶναι διάφορον τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας; εἶναι δύω διαφόρων κυρίων; ὁ δὲ Ὑπουργὸς λαμβάνει διὰ τῆς δεξιᾶς ὅ,τι δίδει διὰ τῆς ἀριστερᾶς· νομίζω, ὅτι εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ταμεῖον. Διότι ἡ πλειονοψηφία παρεδέχθη τὸ Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι αὐτὸ οὐδόλως ὑπηρετεῖ τὸν σκοπὸν, διότι θὰ μείνῃ ἀφορολόγητος ὅλος ὁ καπνὸς ὁ καταναλισκόμενος εἰς τὰς ἐπαρχίας τὰς παραγούσας τὸν καπνόν· δεύτερον, πολὺ εὐκόλως θὰ εἰσάγηται διὰ ξηρᾶς λαθραίως ἀπὸ τὴν μίαν ἐπαρχίαν εἰς τὴν ἄλλην, τρίτον θὰ ἐλαττωθῇ ἕνεκα τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ κομμένου καπνοῦ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ἡ ἐλάττωσις αὐτὴ θὰ φέρῃ τὴν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς. Καθ’ ὅλους τοὺς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους εἰδήμονες ἔκαμον, δὲν ἠμπορεῖ αὐτὴ ἡ φορολογία νὰ ἐπιφέρῃ εἰσόδημα πλέον τῶν 200 ἢ 300 χιλιάδων δραχμῶν, ὥστε βλέπετε, ὅτι ἓν μέγα ποσὸν ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα φέρουν εἰς τὸ ἰσοζύγιον, λείπει ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν. Εἴδομεν λοιπὸν, ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναβαίνει εἰς 47,116,857, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι εἶναι ἐξογκωμένον, διότι ὁ μέσος ὅρος τῶν παρελθόντων 3 ἐτῶν, κατὰ τὸν πίνακα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναβαίνει εἰς δραχμὰς 37,605,538, ἀλλὰ προσέθηκεν ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι εἰς τὸ 1879 αἱ χρεωλυτικαὶ δόσεις τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν ἀνῆλθον εἰς ποσὸν δραχ. 3,710,305, ἤτοι ἐπὶ πλέον κατὰ δύω περίπου ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐκ τούτων μόνον δραχ. 1,935,598 εἰσεπράχθησαν· νομίζω δὲ, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ εἰσπραχθῶσι πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1879, ὥστε προσθέτω εἰς τὸν μέσον ὅρον τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν 1 ἑκατομμύριον, προσθέτω ἔτι διὰ τὰς αὐξήσεις τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τοῦ ἐλαίου δραχ. 2,500,000, μ’ ὅλον ὅτι παρετηρήθη πάντοτε, ὅτι τὰ ἔσοδα τῶν τελωνείων δὲν αὐξάνουν κατ’ ἔτος παρὰ κατὰ 300 χιλιάδας δραχ. ἀναβαίνει λοιπὸν μὲ τὰς προσθήκας αὐτὰς τὸ ἔσοδον τοῦ 1880 εἰς δραχ. 41,105,538. Ἀλλ’ ἂς φανῶμεν γενναιότεροι καὶ ἂς ἀναβιβάσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 42,000,000. Ὅτι δὲ τὰ ἔσοδα αὐτὰ εἶναι ἐξογκωμένα, θέλω σᾶς ἀναλύσει ἓν πρὸς ἓν τὰ τῶν κυριωτέρων κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Τὸ ἔσοδον τῶν ἐγγείων φόρων ἐσημειώθη ἐξογκωμένον κατὰ ἓν τοὐλάχιστον ἑκατομμύριον, διότι, καθὼς παρέστησε χθὲς ὁ κ. Σιμόπουλος, ἀφοῦ ἔγεινεν ὑποχρεωτικὴ ἡ πληρωμὴ τῶν χρεωλυτικῶν δόσεων, ἐννοεῖτε, ὅτι πρέπει, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν δόσεων, νὰ ἀφαιρέσητε ἀνάλογον ποσὸν τὸ ἐκ τῆς ἐπικαρπίας ἀπὸ τὸ ἔσοδον τὸ ἐπιγραφόμενον «ἔγγειος καὶ ἐπικαρπίας φόρος,» διότι ἑκάστη χρεωλυτικὴ δόσις ἀντιπροσωπεύει δικαίωμα ἐπικαρπίας. Ἐὰν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐδηλώθησαν ὅλαι αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι, παύει ἐντελῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, ὁ δ’ ἔγγειος φόρος δὲν δύναται ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἀναγραφόμενον ποσὸν, τὸ ὁποῖον πάντοτε παρουσίαζον ὁμοῦ τὸν ἔγγειον καὶ ἐπικαρπίας φόρον. Ὁ φόρος ὁ κατὰ στρέμμα προσδιοριζόμενος ἀνεβιβάσθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς δραχμὰς 900,000, ἐνῷ κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1878 εἰσεπράχθησαν ἐξ αὐτοῦ μόνον δρ. 653,122, ὥστε εἶναι σημειωμένον κατὰ δραχ. 246,858 περισσότερον. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σύκων ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐκ δραχ. 275,000, ἐνῷ τὸ 1879 ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν μόνον δραχ. 213,000. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἐσημειώθη ἐκ δραχ. 1,950,000, ἐνῷ τὸ μὲν 1878 εἰσεπράχθησαν ἐκ τούτου δραχ. 1,609,000, τὸ δὲ 1879 δραχ. 1,630,000. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀνεγράφη ἐκ δραχ. 1,350,000, ἐνῷ τὸ 1878 εἰσεπράχθησαν δραχ. 1,069,618. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν ἀνεγράφη ἐκ δραχ. 950,000, ἐνῷ τὸ 1878 ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 645,000. Ὁ φόρος 2% ἐσημειώθη ἐκ δρ. 150,000, ἐνῷ τὸ 1879 ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν μόνον δραχ. 63,458. Τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς ἐσημειώθησαν πολλὰ, διότι πέρυσιν ηὔξησαν, ἐπειδὴ προηγήθη εὐφορία ἐλαιῶνος· αἱ δ’ εὐφορίαι παρέχουν τὰ μέσα εἰς τοὺς ἀνθρώπους νὰ καταναλίσωσι πλειότερα. Ἐφέτος δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀναγραφόμενον ποσὸν, διότι, ὡς παρετηρήθη κατὰ τὰ τρία παρελθόντα ἔτη, ἡ αὔξησις εἶναι πως κανονική, περιοριζομένη κατ’ ἔτος εἰς 300 περίπου χιλιάδας δραχμῶν. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν 300,000 ἃς παραδεχθῶμεν τὸ διπλάσιον, ἤτοι δραχ. 600,000, ἐνῷ εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν διπλάσιον, ἤτοι δραχ. 1,200,000. Τὰ τέλη ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν ἀνεγράφησαν εἰς δραχ.75,000, ἐνῷ τὸ 1879 ἐβεβαιώθησαν δραχ. 36,440, εἰσεπράχθησαν δὲ 23,572, τὸ δὲ 1878 ἐβεβαιώθησαν δραχ. 58,831, εἰσεπράχθησαν δὲ δραχ. 40,602. Τὰ τέλη εἰσιτηρίων ἀτμοπλοίων καὶ σιδηροδρόμου ἐσημειώθησαν εἰς δραχ. 150,000, ἐνῷ πέρυσιν ἐβεβαιώθησαν δραχ.117,832. Τὰ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ μολύβδου τοῦ Λαυρίου ἀνεγράφησαν εἰς δραχ. 100,000, ἐνῷ πέρυσι μόνον δραχ. 20,000 εἰσεπράχθησαν. Ὁ κατὰ στρέμμα φόρος ἐπὶ τῶν γαιῶν τῶν παραχωρηθεισῶν πρὸς ἐκμετάλλευσιν ἀνεγράφη εἰς δραχ. 60,000, ἐνῷ τὸ 1879 ἐβεβαιώθησαν δρ. 15,974, εἰσεπράχθησαν δὲ δραχ. 7,697. Αἱ ἁλυκαὶ ἀνεβιβάσθησαν εἰς δραχ. 900,000, ἐνῷ τὸ 1879 ἦσαν δραχ. 851,119. Δάση· ἐσημειώθη ἡ πρόσοδος εἰς δραχ. 515,000 ἐνῷ τὸ 1878 ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 423,000. Τίμημα οἰκοπέδων Πατρῶν ἐσημειώθη εἰς δραχ. 70,000, ἐνῷ τὸ 1879 ἐβεβαιώθησαν δραχ. 55,163, εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον δραχ. 19,600. Χρεωλυτικαὶ δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν ἐσημειώθησαν εἰς δρ. 4,000,000, ἐνῷ πέρυσιν ἐβεβαιώθησαν δραχ. 3,710,305, εἰσεπράχθησαν δὲ δρ. 1,935,598. Πάντως δὲ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1880 δὲν θέλουν εἰσπραχθῆ ἐκ τῶν 4,000,000 οὐδὲ τὰ 3,000,000. Τόκοι ὑπερημερίας ἐσημειώθησαν δρ. 250,000, ἐνῷ κατὰ τὰ τρία παρελθόντα ἔτη ὁ μέσος ὅρος ἀνήρχετο εἰς δρ. 230,000. Ποινικὰ ἐργοστάσια. Ἐσημειώθη πρόσοδος ἐκ δρ. 5,000, ἐνῷ πέρυσι μόνον δρ. 3,000 ἐβεβαιώθησαν. Ἀπόληψις δικαστικῶν τελῶν ἐσημειώθησαν 250,000, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν μόνον δρ. 89,000. Ἀπόληψις ἐξόδων καταβληθέντων εἰς καταμέτρησιν ἀμπέλων ἀνεγράφησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δραχ. 45,000, ἐνῷ καθ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη μόνον δρ. 8,000 εἰσεπράττοντο. Ἔσοδα κεκλεισμένων χρήσεων ἀνεγράφησαν δρ.1,200,000, ἐνῷ τὸ μὲν 1878 εἰσεπράχθησαν 776,761, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν τῶν τοιούτων εἰσπράξεων ἀνέρχεται εἰς δρ. 989,874, ὡς ἐμφαίνει ὁ προσηρτημένος ἐν τῷ ὑποβληθέντι προϋπολογισμῷ πίναξ τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπράξεων τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν. Τὸ ὅλον αὐτὸ τῶν ἐξογκωμένων ποσῶν ἀναβαίνει πλέον τῶν δραχ. 5,000,00 0. Ἐὰν δὲ ἀπὸ τὸ 47,116,457 ἀφαιρέσωμεν τὰ 5 ἑκατομμύρια, μένουν ἔσοδα εἰσπράξιμα 42,000,000. Τὰ ἔσοδα ταῦτα, ἀφαιρούμενα ἀπὸ τὰ ἔξοδα 56,755,977, ἀφίνουν ἔλλειμμα δραχ. 14,755,977, καὶ τὸ ὁποῖον θέλομεν προσθέσει εἰς τὸ ὑπόλοιπον τοῦ περυσινοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἐξεκαθαρίσθη μετὰ τὰς πληρωμὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ τῶν χρημάτων τῶν 60,000,000, εἰς δρ. 3,300,000, ὅ ἐστι θέλομεν ἔχει διὰ τὸ 1880 ἔλλειμμα 18,055,977. Ἡμεῖς συνειθίσαμεν ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν προϋπολογισμῶν, ἅμα ἴδωμεν μικράν τινα αὔξησιν εἰς ἓν ἔσοδον, ἀμέσως τὸ ἐπιὸν ἔτος τὴν προσθέτομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς νὰ ἦτο βέβαιον ἔσοδον· εἰς ἄλλα ἔθνη ὅμως, ὡς φερ’ εἰπεῖν, ἐν Γαλλίᾳ, αἱ αὐξήσεις αὗται τῶν ἐσόδων αἱ λεγόμεναι les plus values δὲν καταχωρίζονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀμέσως, ἐὰν δὲν στερεωθῶσι διὰ σειρᾶς ἐτῶν. Αὐτὰ τὰ πλεονάσματα, αὐτὰς τὰς αὐξήσεις τῶν φόρων, τὰς ἀφίνουν διὰ νὰ χρησιμεύσουν εἰς ἐλάττωσιν φόρων ἢ εἰς ἐλάττωσιν δανείων, πολλάκις δὲ καὶ ἔξοδα παραγωγικά· τὸ ἐναντίον ὅμως συμβαίνει παρ’ ἡμῖν· ἅμα ἐβεβαιώθη ἓν ἔτος ποσὸν περισσότερον, τὸ ἐπιὸν ἔτος θὰ καταχωρισθῇ μεῖζον, διότι ἀθροίζει τὴν αὔξησιν δύω ἐτῶν. Καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τῶν προϋπολογισμῶν εἶναι μεγάλη, διότι ἐν Ἑλλάδι σταθερὰ ἔσοδα δὲν ἔχομεν, καὶ ἐπειδὴ συμβαίνουν πολλάκις μεταβολαὶ καιρικαὶ ἐν Ἑλλάδι, τὰ ἔσοδα μεταβάλλονται μὲν, ἀλλὰ σημειοῦνται μεγαλείτερα· ἐντεῦθεν αἱ μὲν βεβαιώσεις εἶναι ὀλιγώτεραι, τὰ δὲ ἔσοδα ἐλαττοῦνται. Διὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν προϋπολογισμὸν κανονικὸν, ἀλλὰ καταστρεπτικόν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποδειλιῶμεν. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀπαισιοδόξων, εἶμαι ἐκ τῆς ὁμάδος ἐκείνη, ἐν ᾗ καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, τῆς ὁμάδος τῶν αἰσιοδόξων· ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀτενίσωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν μὲ θάῤῥος καὶ μὲ ἀπόφασιν, καὶ νὰ θελήσωμεν τῷ ὄντι νὰ φέρωμεν ῥιζικὰ φάρμακα, καὶ ὄχι παρηγορητικὰ, διότι αὐτὰ βλάπτουν, τὰ ἡμιτελῆ μέτρα πάντοτε βλάπτουν. Εἰς τὴν Γαλλίαν μετὰ τὸν καταστρεπτικὸν ἐκεῖνον πόλεμον τὸν Γαλλογερμανικὸν εὑρέθη τὸ Κράτος εἰς χάος, εἰς τὰ χείλη ἀβύσσου οἰκονομικῆς. Πολλαὶ ἰδέαι ἐκυκλοφόρουν, οἱ μὲν ἔλεγον, ὅτι πρέπει διὰ δανείων νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα, οἱ δὲ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, ἄλλοι ἔλεγον, ὅτι οἱ φόροι θὰ ἐξαντλήσωσι τὸν τόπον, θὰ καταστρέψουν τὴν παραγωγήν· ἀλλ’ ἀναλαβὼν τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων ὁ σπουδαῖος ἐκεῖνος ἀνὴρ καὶ μέγας πατριώτης Θιέρσος, δὲν ἤκουσε τὰς γνώμας αὐτὰς, ἀλλὰ γενναίως ἐπροχώρησε, καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ ἐπιβάλῃ 700 ἑκατομμύρια φόρους, καὶ εἰς τὰς πρώτας ἀκόμη ὕλας καὶ φόρους ἐπέβαλε καὶ φόρους παρεδέχθη ἀπαγορευτικούς· ἐνθυμεῖσθε πόσον παρεπονέθημεν καὶ ἡμεῖς τότε, ὅτε ἐπεβλήθη βαρὺς φόρος ἐπὶ τῶν ἑλληνικῶν πλοίων. Καὶ αἱ ἰδέαι τῶν ἀντιθέτων τοῦ Θιέρσου, αἱ μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας ἐξενεχθεῖσαι, ἀπεδείχθησαν ὅλαι μάταιαι· ἡ Γαλλία ὑπέφερε ἀγογγύστως τὰ βάρη αὐτὰ, τὰ ὁποῖα, ἀντὶ νὰ ἐλαττώσωσιν, ηὔξησαν τοὺς πόρους της, διότι δι’ αὐτῶν ὑπεστηρίχθη ἡ τάξις καὶ ἡ ἐλευθερία, καὶ ἴδετε, ὅτι ἐν ὀλίγῳ διαστήματι χρόνου, καίτοι ὅλην τὴν ἀποζημίωσιν τῶν 5 δισεκατομμυρίων ἐπλήρωσεν εἰς τοὺς Γερμανοὺς, τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἦρεν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1879, ἀνενέωσε τὸ μέγα ὑλικὸν τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον ἐν μέρει εἶχε καταστρέψει ὁ πόλεμος, ἐν μέρει εἶχε συλήσει ὁ κατακτητὴς, ἀπεζημίωσε τοὺς παθόντας ἐκ τοῦ πολέμου, καὶ ἐπροχώρησεν εἰς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων μετὰ πολλῆς γενναιότητος. Ὅλα αὐτὰ, πλὴν τῶν δημοσίων ἔργων, ἀνέβησαν εἰς 12 δισεκατομμύρια. Ἡ Γαλλία, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ τοὺς πόρους, ἤρχισε νὰ αὐξάνῃ καὶ νὰ ἔχῃ κατ’ ἔτος 200 ἑκατομμύρια πλεόνασμα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται εἰς παραγωγικὰ ἔργα. Ἂν ἠκολούθουν τὰς ἐναντίας συμβουλὰς, ὥστε διὰ δανείων, ὅπως ἡμεῖς, νὰ καλύψωσι τὰ ἐλλείμματα, ἤθελον περιπλακῆ εἰς λαβύρινθον ἀδιέξοδον· καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ Ἰταλία, ἡ ὁποία δὲν ἠκολούθησεν αὐτὸ τὸ ἀξιάγαστον παράδειγμα, εὑρίσκεται ἔτι εἰς κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, διότι καὶ ἐλλείμματα ἔχει, τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν δὲν ἦρε, καὶ ὀλίγα δημόσια ἔργα ἐκτελεῖ· τὰ δάνεια τὰ καλύπτοντα ἐλλείμματα εἶναι φόρος βαρὺς, εἶναι δὲ οἰκονομολογικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι οἱ φόροι εἶναι πάντοτε ὠφελιμώτεροι πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων, παρὰ τὰ δάνεια. Τί ἀπαιτεῖται λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλάς, ἵν’ ἀνορθώσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν; 1) οἰκονομίας μεγάλας, 2) αὔξησιν φόρων καὶ παραγωγικὰ ἔργα, ἤτοι σιδηροδρόμους καὶ ὁδοὺς, 3) τροποποίησιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἥτις θέλει αὐξήσει τὴν παραγωγὴν, διότι, ὅταν ἡ φορολογία ἦναι ἐπαχθής, ἡ παραγωγὴ πάσχει· 4) ἐπιβολὴν φόρων ἐπὶ τῶν μὴ φορολογουμένων εἰδῶν· καὶ 5) ἐπιβολὴν ποσοστῶν ἐπὶ τῶν φορολογουμένων ἐλαφρῶς. Ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰς οἰκονομίας, καὶ θέλω προτάξει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρεξηγηθῶ ὡς καὶ ἄλλοτε, ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν ἐπιζητῶ τὴν κατάργησιν τοῦ στρατοῦ· διαμαρτύρομαι καὶ σήμερον ὡς καὶ ἄλλοτε, διότι θέλω ὁ στρατὸς νὰ ζήσῃ ὄχι μὲν πολυτελῶς, ἀλλ’ ἐπαρκῶς, ἀναπτυσσόμενος ὁσημέραι· ἂν ζήσῃ σήμερον πολυτελῶς, θὰ ζήσῃ αὔριον πενιχρῶς, καὶ θὰ ἦναι χειροτέρα ἡ κατάστασις αὐτοῦ ἢ ἡ σημερινή. Τίς δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν δόξαν τῶν ὅπλων τῆς Ἑλλάδος, τίς δὲν ἐπιθυμεῖ ὁ στρατὸς νὰ ὑπάγῃ νικηφόρος μέχρι τῶν Ἰνδιῶν, ὅπως ὑπῆγεν ὁ Ἄρης Μακεδών, τίς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ τὸν στρατὸν λαμπρὸν ὡς τὸν τῆς Γαλλίας, ἐπιστήμονα ὡς τὸν τῆς Γερμανίας, καὶ νικηφόρον εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν δούλων ἀδελφῶν, τὴν δὲ νίκην τὴν πτερωτὴν τοῦ Παιονίου στέφουσαν τὸν στρατὸν εἰς τὴν Ἁγίαν Σοφίαν; Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα εἶναι pium desiderium· ὁ δὲ στρατὸς νὰ καταρτισθῇ ἐκ τῶν ἐνόντων, διότι ἂν θελήσωμεν νὰ τανυθῶμεν, ὡς ὁ βάτραχος, θὰ σκάσωμεν· καὶ ἐδῶ καταλλήλως ἐφαρμόζεται ὁ μῦθος τοῦ Αἰσώπου. Τὰ περὶ τοῦ στρατοῦ ἄλλοι ἐπαΐοντες θέλουσιν ἀναπτύξει· δὲν ἔρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι δὲν κατέγεινα· μόλα ταῦτα λέγω, ὅτι ἂν ὁ στρατὸς ὀργανωθῇ διὰ νέου ὀργανισμοῦ, τηρουμένων τῶν στελεχέων, χωρὶς οὐδὲ εἷς ὑπαξιωματικὸς νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν, ἐὰν δηλαδὴ διαιρεθῇ εἰς στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἰς στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως, μὲ 8½ ἑκατομμύρια δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς παρούσας, ἐνῷ σήμερον οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο ἔχομεν. Ἐκπαίδευσις στρατοῦ, ὡς μοὶ εἶπον πολλοὶ ἀξιωματικοί, δὲν ὑπάρχει· ἐὰν μάλιστα γείνῃ παραδεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ πρότασίς μου περὶ καταργήσεως τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν 1,500 παρακολουθούντων στρατιωτῶν, θέλομεν ἔχει ἀκόμη οἰκονομίαν 1,000,000 δραχμῶν. Νομίζω δ’ ἐν συνόλῳ, ὅτι δυνάμεθα νὰ φέρωμεν οἰκονομίαν 2½ ἑκατομμυρίων, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ παράπονόν τι. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν οἰκονομίας 1,500,000. Ἡ δεξαμενή, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἦτο ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμος εἰς τὸ ναυτικὸν τό τε πολεμικὸν καὶ ἐμπορικὸν, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξοδεύσωμεν, δὲν πρέπει νὰ δανειζώμεθα καὶ νὰ πληρώνωμεν τόκους πρὸς κατασκευὴν δεξαμενῆς· δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν ἀκόμη ὀλίγα ἔτη ἄνευ δεξαμενῆς, ὡς ἐζήσαμεν μέχρι τοῦδε, ὥστε δύνανται ν’ ἀπαλειφθῶσι 700,000 δραχμαὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἡ ἐπισκευὴ τῆς «Ἀμφιτρίτης» δύναται νὰ λείψῃ, διότι εἶναι πλοῖον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ ἂν ἐπισκευασθῇ. Τὰ πλοῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διῄρεσεν εἰς ἐνεργὰ, εἰς ἔφεδρα καὶ παρωπλισμένα. Ἐὰν βάλωμέν τινα ἐνεργὰ εἰς τὴν ἐφεδρείαν δὲν θὰ μειώσωμεν τὸ ναυτικόν μας, ἀλλὰ τὰ ἔξοδα· τὰ δὲ ἐνεργὰ πλοῖά μας θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν. Ἐκ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων δυνάμεθα ν’ ἀποκόψωμεν, ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας, 3,000,000, ἤτοι 1½ περισσότερον ἀπὸ ὅσα προτείνει ἡ ἐπιτροπή· ἐὰν δὲ γείνῃ παραδεκτὸν τὸ σύστημα τῆς καταργήσεως τῶν εἰσπρακτόρων, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μείζονας οἰκονομίας. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν πολλὰ τῶν διεσπαρμένων Ἑλληνικῶν σχολείων εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἐξ ὧν θέλετε ἴδει πολλά, ὅτι εἶναι περιττά, συντελοῦντα μόνον εἰς τὴν ἡμιμάθειαν καὶ εἰς τὴν κατάπτωσιν τῆς παιδείας, ὡς φέροντα πρόσκομμα εἰς τὴν παιδείαν, διότι δαπανῶντες εἰς τὰ μὴ δέοντα δὲν ἐπαρκοῦμεν εἰς τὰ δέοντα. Ἀκούσατε, κύριοι· ἔχομεν εἰς τὴν Κερατείαν ἑλληνικὸν σχολεῖον μὲ ὀκτὼ μαθητὰς, εἰς τὴν Στενὴν σχολεῖον ἑλληνικὸν μὲ μαθητὰς 6, εἰς τὴν Μάνδραν μὲ 12, εἰς τὴν Λίμνην μὲ 9, εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄνναν μὲ 6, εἰς τὸν Μαρτῖνον μὲ 10, εἰς τὸν Μῶλον μὲ 6, εἰς τὴν Γαστούνην μὲ 4, εἰς τὴν Μεθώνην μὲ 4, εἰς τὸν Ἅγιον Ἀνδρέαν μὲ 5, εἰς τὴν Καρδαμύλην μὲ 8, εἰς τοὺς Ἁγίους Θεοδώρους μὲ 6, εἰς τὸν Αἰγιαλὸν Σάμης μὲ 8. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀνὰ πέντε ἢ ὀκτὼ μαθητὰς ἔχομεν καὶ ἓν σχολεῖον, πληρόνομεν 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα εἰς τὸν διδάσκαλον, καὶ ἐνοίκιον σχολείου· ἡ δὲ δαπάνη ἀναβιβάζεται εἰς 180,000 δραχμάς. Ὅλα ταῦτα δύνανται νὰ καταργηθῶσιν. Ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐπιθυμεῖ νὰ βελτιωθῇ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, διότι ἡ μέση ἐκπαίδευτις εἶναι προχωρημένη, καὶ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν ὑπάρχουν πολλὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐκπαιδευθῶσιν οἱ βουλόμενοι καὶ δυνάμενοι. Διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐξοδεύομεν πενιχρότατον ποσόν, ἤτοι δρ. 228,000, ἐνῷ εἰς τὴν Γαλλίαν ἐξοδεύονται 43,000,000 φράγκων. Προτιμότερον εἶναι νὰ περικόψωμεν τὴν πίστωσιν τῶν ἑλληνικῶν σχολείων καὶ νὰ μεταφέρωμεν αὐτὴν εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα. Ἕδραι πολλαὶ ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀπὸ τὰ 1875–1880 προσετέθησαν ἓξ ἕδραι· δὲν λέγω ἐὰν προσετέθησαν καὶ καταλλήλως, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, διότι τινὰ μαθήματα παραδίδονται ἀπὸ πολλοὺς καθηγητὰς, λέγω μόνον ὅτι πολλοὶ τῶν καθηγητῶν δὲν παραδίδουν. Ἤκουσα πολλοὺς νὰ λέγουν τοῦτο· ἤκουσα δὲ καὶ ἄλλο τι, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τὸ γνωρίζει, ὅτι πολλοὶ τῶν καθηγητῶν, ἐνῷ πρὸ χρόνων δὲν παραδίδουν, παρευρίσκονται εἰς τὰς ἐξετάσεις τῶν μαθητῶν. Τοῦτο εἶναι ἄτοπον, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ.
§28ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω.
§29ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς θὰ τὸ γνωρίζῃ.
§30ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀπὸ σᾶς τὸ ἀκούω, μοὶ εἶναι ἄγνωστον.
§31ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 50,000 δραχμῶν, τὸ ἀναγραφόμενον δι’ ἀνέγερσιν Μουσείου, πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, καὶ ν’ ἀναπληρωθῇ ἐκ τῶν κληροδοτημάτων, διότι καλλιτέρα χρῆσις δὲν δύναται νὰ γείνῃ καὶ διὰ τοὺς διαθέτας καὶ διὰ τὸ Ἔθνος. Τὸ Μουσεῖον εἶναι καθίδρυμα σπουδαιότατον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἥτις γέμει ἀρχαιοτήτων, εἶναι κατάστημα Ἐκπαιδεύσεως, διότι ἡ ἀρχαιολογία σήμερον εἶναι ἐπιστήμη, τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ ἐξευγενισμένα Ἔθνη περὶ πολλοῦ ποιοῦνται καὶ καταβάλλουν πρὸς τοῦτο ἁδρῶς· ἀπόδειξις εἶναι ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν συνωμολογήσαμεν μετὰ τῆς Γερμανίας, ἡ ὁποία καταβάλλει τόσα ἑκατομμύρια διὰ τὰς ἀνασκαφάς. Αἱ ἀρχαιότητες, κύριοι, ἅμα ἐξέλθουν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐπανέρχονται, δὲν εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν ἐκ νέου, καὶ ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν πολὺ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν αὐτῶν τῶν μνημείων τῶν προγόνων μας, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν μας. Ἐγὼ εἰργάσθην ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τούτου ἄλλοτε, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ φροντίσῃ περισσότερον ἢ ὅσον ἐργάζεται σήμερον. Ὡς παρετήρησε καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος, αἱ ὑποτροφίαι αἱ ἐξωτερικαὶ εἶναι περιτταί.
§32ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Αἱ ὑποτροφίαι εἶναι μόνον μαθητῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, Κρητῶν, Θεσσαλῶν, Μακεδόνων, δὲν εἶναι κανεὶς ἰθαγενής· ἀναγνώσατε τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλα.
§33ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐνταῦθα δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ κονδύλιον τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸν καλλωπισμὸν τῶν Ἀθηνῶν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν τὸν καλλωπισμὸν τῶν Ἀθηνῶν, διότι ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος ἀνήκει εἰς πάντας, ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν τοσοῦτον ἔλλειμμα, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἐξοδεύωμεν εἰς καλλωπισμούς. Δυνάμεθα νὰ καταργήσωμέν τινα τῶν ἐπαρχείων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται πλησίον τῶν πρωτευουσῶν τῶν νομαρχιῶν, καθὼς καὶ πολλοὺς Γραμματεῖς τῶν ἐπαρχείων, νὰ περιορίσωμεν ὡσαύτως τὰ ἔξοδα τῆς μεταθέσεως τῶν ὑπαλλήλων, διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ μετατίθεται ὁ ὑπάλληλος· ἐὰν μετατίθεται, διότι δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του, πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ἢ νὰ παυθῇ, ἐὰν δὲ μετατεθῇ, νὰ ὑφίσταται αὐτὸς τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοιπορίας. Τὰ ἔξοδα τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας εἶναι τῳόντι ἐξογκωμένα, καὶ ἠμποροῦν νὰ ἐλαττωθῶσι, διότι ἤκουσα, ὅτι πολλοὶ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες δὲν εἶναι ἐν χρήσει· τοῦτο λέγεται πρὸ πολλοῦ καὶ ἐπαναλαμβάνεται, καὶ φρονῶ, ὅτι κἄποια ἀλήθεια ὑπάρχει. Δύνανται ὡσαύτως νὰ ἐπέλθουν ἐλαττώσεις τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου, διότι παρετήρησα ὑπάρχουσαν διαφορὰν εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑγειονομείων τῆς Κερκύρας, τῆς Κεφαλληνίας, τοῦ Πειραιῶς· διατὶ τοῦτο; Πρέπει αἱ περιπλέον δαπάναι νὰ ἐλαττωθῶσι καὶ νὰ ἐξισωθῶσιν οἱ μισθοί. Τὴν δαπάνην τῶν Γεωργικῶν Σχολῶν θεωρῶ ἀναγκαίαν, διότι θέλει συντελέσει εἰς τὴν πρόοδον τῆς γεωργίας καὶ αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ἐφέτος δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς καταρτίσωμεν, καὶ πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἀνάλογον ποσόν. Εἶδον ἓν κονδύλιον ἐξ 6,000 δραχμῶν, δι’ ἀναλύσεις μεταλλικῶν ὑδάτων· εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζῃ ἡ θεραπευτικὴ τὴν δύναμιν τῶν ὑδάτων αὐτῶν, ἀλλ’ ἀφοῦ τόσα ἔτη διήλθομεν ἄνευ ἀναλύσεων, δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν εἰσέτι. Ἐκ τῶν διεθνῶν τηλεγραφικῶν τελῶν κατεβίβασε τὸ Ὑπουργεῖον 100,000· ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ καταβιβάσῃ 200,000, διότι ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν ἀλληλογραφίαν τελεῖ διὰ τηλεγράφων καὶ οὐχὶ διὰ ταχυδρομείου, ἐνῷ ὀφείλει νὰ πράττῃ τὸ ἐναντίον, ἄνευ μεγάλης καὶ κατεπειγούσης ἀνάγκης. Εἶδον τὸ τεῦχος περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, βιβλίον ὀγκῶδες, συγκείμενον ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἁδρῶς ἐπληρώθησαν· ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ οἰκονομηθῶσι τὰ χρήματα διὰ τῆς ταχυδρομικῆς ἀλληλογραφίας; Βεβαίως, διότι δὲν ὑπῆρχέ τι τὸ κατεπεῖγον· ἦτο διαπραγμάτευσις δανείου, διαρκέσασα μῆνας πολλούς. Ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ φρενοκομείου Κερκύρας, ἂν δὲν ἦναι ἑτοιμόῤῥοπον τὸ κατάστημα, δύναται νὰ μείνῃ διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος.
§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐνώπιόν μου ἔπεσε τὸ ἥμισυ.
§35ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο εἶπον, ἐὰν δὲν ἦναι ἑτοιμόῤῥοπον. Ἐπίσης ἡ ἐπισκευὴ τοῦ Βουλευτηρίου εἶναι ἐξογκωμένη. Εἰς πολλοὺς νομοὺς δύνανται νὰ μείνουν κεναὶ θέσεις τινῶν νομαρχῶν, εἰς νομοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν φοβεῖται κανεὶς διατάραξιν τάξεως· δύνανται ν’ ἀναπληρωθῶσιν ὑπὸ τῶν Γραμματέων. Ἡ δαπάνη διὰ περιοδείας νομαρχῶν εἶναι ἀδικαιολόγητος, διότι οἱ ἔπαρχοι καὶ νομάρχαι δὲν ἐκτελοῦν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὅπως πρέπει. Εἰς ἄλλα Κράτη αἱ περιοδεῖαι ἔχουσι κἄτι τι τὸ σπουδαῖον, συνδέονται μὲ μίαν ἔκθεσιν· ἐδῶ δὲν εἶδον τοιοῦτό τι ποτέ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἔχομεν νὰ ἐπιφέρωμεν οἰκονομίαν σπουδαίαν, τὴν ἐξόφλησιν τῶν 12,000,000 τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἀναλαμβάνοντες τὰ χρήματα ἐκ τῶν παρὰ τῶν τραπεζῶν δανείων, ἐξ οὗ θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία 840,000 δραχμῶν, θέλομεν δὲ οἰκονομήσει ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐκποιήσεως τῶν 24,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἐκ τόκου καὶ χρεωλυσίου, δραχ. 893,000. Ἂν τῳόντι αὐτὰς τὰς ὁμολογίας κρατήσωμεν, οὐδὲν βάρος θὰ ἔχωμεν· ἡ λειτουργία αὐτοῦ τοῦ δανείου τῶν 24,000 ὁμολογιῶν μένει ἀργή, ἂς μὴ τὰς καταργήσωμεν, διότι ἡ οἰκονομική μας κατάστασις δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ κάμωμεν νέον δάνειον, ἐὰν, εἴτε διὰ τὴν συγκοινωνίαν, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, λάβωμεν ἀνάγκην χρημάτων. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων εἶπεν, ὅτι αὐτὸ θὰ ἦναι πειρασμὸς, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναγκασθῇ νὰ βάλῃ χεῖρα εἰς αὐτὰς τὰς ὁμολογίας, ὅταν λάβῃ χρημάτων ἀνάγκην· ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχουν αἱ ὁμολογίαι, ὁ πειρασμὸς πάλιν θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν ἄλλο δάνειον. Ἐὰν ῥητῶς εἴπωμεν, ὅτι αἱ ὁμολογίαι δὲν θέλουσι χρησιμεύει παρὰ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ χεῖρα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι αἱ 24,000 ὁμολογίαι νὰ μὴ καταργηθῶσιν, ἀλλὰ νὰ μείνωσι πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν, ὅπως μᾶς χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Διότι ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτε ἄνευ παραγωγικῶν ἔργων καὶ συγκοινωνίας δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς εὐημερίαν· τὸ δ’ ἐφόδιον τοῦτο θέλω νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ διὰ τὴν συγκοινωνίαν. Ἐτελείωσα, κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον ἀναβαίνει εἰς 8,733,000. Πρὸς αὔξησιν δὲ τῶν πόρων προτείνω τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων, διότι δὲν ἐννοῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ πλούσιον προϋπολογισμὸν ἓν πτωχὸν ἔθνος. Δὲν ἐννοῶ ἔθνος ἄνευ παραγωγικῶν ἔργων, ἄνευ ἀναπτύξεως τῶν πόρων, τῶν ὁποίων πρώτην βάσιν θεωρῶ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ ἁμαξητῶν ὁδῶν. Ὁ Φρεσινὲ, κύριοι, ὅπως σᾶς εἶπον, ὅταν προΐστατο τῶν δημοσίων ἔργων, μετὰ τόσας δαπάνας, τὰς ὁποίας ὑφίστατο τὸ Γαλλικὸν ἔθνος, ἐπρότεινεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς δημοκρατίας 6 δισεκατομμυρίων δαπάνην διὰ τὴν κατασκευὴν 40,000 χιλιομέτρων σιδηροδρόμου τοπικοῦ συμφέροντος· δηλ. τὰ δισεκατομμύρια ἠθέλησε νὰ καταναλώσῃ εἰς ἔργα παραγωγικὰ, καὶ ὡς τοιαῦτα ἐξέλεξε τὰ τῆς συγκοινωνίας. Δὲν ἔχομεν δὲ εἰς τὴν Ἑλάδα οὔτε σιδηροδρόμους, οὔτε ὁδούς. Ἐπὶ μίαν πεντηκονταετηρίδα ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ ἑλληνικοῦ Βασιλείου κατεσκευάσθησαν 967 χιλιόμετρα ἁμαξητῶν ὁδῶν, ἐδαπάνησε δὲ πρὸς τοῦτο τὸ ἔθνος 10 περίπου ἑκατομμύρια ἐν ὅλῳ, κατὰ δὲ χιλιόμετρον 10 χιλιάδας δραχ. Ὑπάρχει γραμμὴ ἀπὸ τὰς Καλάμας ἕως τὴν Λαμίαν κατὰ τὸ πλεῖστον τετελεσμένη, ἐγγίζει εἰς τὸ τέλος τῆς κατασκευῆς τὸ τεμάχιον ἀπὸ Καλαμῶν ἕως Μεγαλούπολιν, ἀπὸ ταύτης μέχρις Ἄργους συνετελέσθη ἡ ἁμαξητὴ ὁδός· τώρα ἤρχισεν ἡ κατασκευὴ ἀπὸ Ἄργους ἕως Κόρινθον, καὶ ἀπὸ Κόρινθον ἕως Μεγάρων ἐλλείπει τεμάχιον μικρόν. Ἀπὸ τὰ Μέγαρα ἕως τὰς Ἀθήνας ὑπάρχει, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα μέρη ὑπάρχει μέχρι τῆς Ἀταλάντης, ἀπὸ δὲ τῆς Ἀταλάντης μέχρι Λαμίας μένει ἀκατασκεύαστος· οὕτω τρία μόνον τεμάχια ἐλλείπουν, διὰ νὰ κατασκευασθῇ ἡ ἁμαξητὴ γραμμὴ ἀπὸ τῶν Καλαμῶν μέχρι τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἐντεῦθεν μέχρι Λαμίας. Εἶναι δὲ ἐν κατασκευῇ διάφοροι ἄλλαι ὁδοὶ ἐπαρχιακαὶ καὶ ἐθνικαί· εἶναι δὲ καὶ ἄλλαι ὑπὸ μελέτην. Ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων, τὸ ὁποῖον συνοδεύω μὲ ἔκθεσιν, εἰς ἣν ἀπέδειξα, ὅτι διὰ δαπάνης μικρᾶς, 30 ἕως 40 χιλιάδων δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, ἐν ὅλῳ δὲ 20,000,000 δραχμῶν, διὰ τοῦ συστήματος τῶν στενῶν ὁδῶν, ἤτοι ἑνὸς μέτρου διαμέτρου, νὰ κατασκευάσωμεν τὴν γραμμὴν ἀπὸ τὴν Λαμίαν ἕως εἰς τὰς Καλάμας, διότι αὕτη δὲν ἐκτείνεται πλέον τῶν 500 χιλιομέτρων· ὁ σιδηρόδρομος οὗτος θέλει τεθῆ εἰς τὸ πλάγιον τῶν ἁμαξητῶν ὁδῶν, δὲν θέλει δὲ κατέχει παρὰ 2½ μέτρα, ὥστε ἠμποροῦν νὰ κυκλοφοροῦν αἱ ἅμαξαι καὶ τὰ λοιπὰ φορτηγὰ ζῶα εἰς τὸ μένον ἐλεύθερον τῆς ὁδοῦ μέρος. Οἱ πόροι δὲ διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ τοῦ σιδηροδρόμου εἶναι πρόχειροι καὶ δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Διότι ἔχομεν 3,882,000 δραχμὰς ἐκ τῶν φόρων τῆς ὁδοποιΐας, οἵτινες εἰσπράττονται κατ’ ἔτος· ἀπὸ αὐτά, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν 1,800,000 δραχμὰς διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὑπαρχουσῶν ὁδῶν καὶ τὴν κατασκευὴν 100 χιλιομέτρων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶσιν ὄχι διὰ τὴν ἔλλειψιν πόρων, ἀλλὰ διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀνδρῶν, οἵτινες θὰ ἐπιστατήσωσι, θέλομεν ἔχει κατ’ ἔτος 2 ἑκατομμύρια ἐκ τῆς ὁδοποιΐας· ἔχομεν ἀποθεματικὸν κεφάλαιον εἰς τὰ ταμεῖα, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα λογαριασμὸν τοῦ Ὑπουργείου 2,682,000 ἔχομεν ἀποθεματικὸν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς τραπέζης κεφάλαιον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων 1,500,000· ὥστε 2,662,000, καὶ 1,500,000, τὸ ὅλον 4 ἑκατομμύρια, καὶ ἀπὸ 2 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος ἐπὶ 5 ἔτη ἄλλα 10 ἑκατομμύρια, τὸ ὅλον 14 ἑκατομμύρια· ἕως τὰ 20 ἑκατομμύρια μᾶς μένουν 6 ἑκατομμύρια, διὰ νὰ τελειώσωμεν αὐτὴν τὴν γραμμήν. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι αἱ 24,000 τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων φράγκων νὰ μείνωσιν ἀργαὶ πρὸς χρῆσιν τῆς ὁδοποιΐας. Τοιουτρόπως, κύριοι, θέλομεν κατασκευάσει ἐντὸς 5 ἐτῶν αὐτὴν τὴν γραμμὴν τοῦ σιδηροδρόμου, ἡ ὁποία θέλει φέρει τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου καὶ θέλει αὐξήσει ὑπερβαλλόντως τοὺς πόρους τοῦ Κράτους. Δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ οὔτε σεῖς εἶσθε ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ὠφελημάτων καὶ τῶν πόρων, τοὺς ὁποίους θέλει ἀναπτύξει ἡ τελειοποίησις τῆς συγκοινωνίας. Εἶναι τῷ ὄντι, κύριοι, λυπηρὸν, ὅτι τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ λοιπὰ ἔλαβε πρόοδον, εἰς τὴν συγκοινωνίαν νὰ ᾖναι ὀπίσω. Κανὲν ἔθνος εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν δὲν εἶναι κατὰ τὴν συγκοινωνίαν τόσον ὀπίσω, ὅσον ἡ Ἑλλάς. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὸν τελευταῖον βαθμὸν τῆς σιδηροδρομικῆς, οὕτως εἰπεῖν, σταδιοδρομίας, ὡς ἔχουσα 12 χιλιομέτρων σιδηρόδρομον ἀπὸ ἐδῶ ἕως τὸν Πειραιᾶ, ἐνῷ ὁ Κεδίδης ἔχει πολὺ μείζονα σιδηρόδρομον, καὶ ἡ Ἰαπωνία 50 χιλιομέτρων. Ἐὰν ἦτο τῷ ὄντι ἀδύνατον, ἐὰν δὲν εἶχεν εὑρεθῆ αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν τῶν σιδηροδρόμων σύστημα, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχομεν σιδηροδρόμους, ὡς ἀμοιροῦντες πόρων· ἀλλ’ ἐὰν αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ πολὺ μέτριον, τὸ πολὺ εὐθηνὸν τεθῆ εἰς ἐνέργειαν, ἔστε βέβαιοι, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου καὶ δι’ ὀλίγων δαπανῶν θέλομεν ἔχει μίαν τοὐλάχιστον σιδηροδρομικὴν γραμμήν. Προσθέσατε δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιμένωμεν ἑταιρίας διὰ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων· ἕως τώρα πολλαὶ συμβάσεις ἔλαβον χώραν, ἀλλ’ εἰς μάτην, διότι ποτὲ δὲν θέλουν κατασκευάσει σιδηροδρόμους αἱ ἑταιρίαι, ἐὰν δὲν πληρωθῶσι τὸν τόκον ὅλων τῶν κεφαλαίων τὰ ὁποῖα θέλουν καταβάλει. Ἀλλὰ τότε ἤθελεν εἶσθαι μωρία νὰ δώσωμεν τοὺς τόκους τῶν κεφαλαίων, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ἡ ἑταιρία σιδηροδρόμους. Σήμερον ὅλα τὰ Κράτη ἀγοράζουν ἢ κατασκευάζουν τοὺς σιδηροδρόμους, τοῦτο δὲ εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν. Ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι ἕνεκα τοῦ σιδηροδρόμου θὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μεγάλην δύναμιν, τότε ἠμποροῦμεν νὰ ἐνοικιάσωμεν τὴν διαχείρισιν αὐτῶν. Δεύτερον μέτρον πρὸς αὔξησιν τῶν πόρων προτείνω τὴν τροπολογίαν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ φορολογικὸν σύστημα εἶναι πολὺ ἐπαχθὲς εἰς τὴν Ἑλλάδα· ὅλοι ἐπὶ στόματος ἔχουν, ὅτι ἡ γεωργία πάσχει, καὶ διὰ τοῦτο προτάσεις καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς γεωργίας ἐγένοντο πρὸς κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἢ ἀντικατάστασιν αὐτοῦ. Σᾶς λέγω τοῦτο μόνον, ὅτι ἡ γεωργία ἐξέπεσε καὶ ἠλαττώθη παρὰ πολὺ, διότι κατὰ μίαν στατιστικὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνῷ ὁ πληθυσμὸς ἄλλοτε ὁ γεωργικὸς ἀπετέλει τὰ ¾ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ, σήμερον μόλις φθάνει τὸ ἥμισυ· κατὰ δὲ τοὺς πίνακας τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου, ἐνῷ ἄλλοτε ἡ εἰσαγωγὴ τῶν σιτηρῶν μόλις ἀπῄτει δραχμῶν 1 ἑκατομμύρια διὰ τὴν εἰσαγωγὴν σιτηρῶν, σήμερον πληρόνομεν 28 ἑκατομμύρια. Βλέπετε πόσον ἐξέπεσε; βλέπετε πόσα πληρόνονται διὰ τὴν πρώτην τροφὴν τοῦ ἀνθρώπου; μήπως ἔχωμεν ἀγόνους γαίας; μήπως δὲν ἔχομεν ἀρκούσας γαίας, ἢ μήπως εἶναι κατώτεραι τῶν ἄλλων μερῶν; Αἱ γαῖαι αἱ ἡμέτεραι ἦναι ἐπίσης γόνιμοι, ὡς καὶ τῆς Ῥωσσίας ἀλλὰ τὸ φορολογικὸν σύστημα ἐλαττόνει τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἐγγείου φόρου διὰ τῶν ἑξῆς φόρων. Ὁ ἔγγειος φόρος, ὡς εἴδομεν, εἶναι 3,400,000· ἂν ἀφαιρέσωμεν τὸ 1 ἑκατομμύριον τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας, μένουν 2,400,000.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό· 3,800,000 ἐβεβαιώθησαν.
§37ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα εἰσεπράξατε;
§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἐβεβαιώθησαν 3,800,000.
§39ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1879 πολλὰ ἐνοίκια εἶναι διετῆ, δὲν ἐγνώριζον δὲ οἱ ἐνοικιασταὶ, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ὑποχρεωτικὴ πληρωμὴ τῆς χρεωλυτικῆς δόσεως τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν, οἱ δὲ γνωρίζοντες δὲν ἤλπιζον, ὅτι ἤθελον δοθῆ τοσαῦται δηλώσεις· διὰ τοῦτο πέρυσιν ἐζημιώθησαν οἱ ἐνοικιασταὶ, ἢ ἀπώλεσαν τὰ ὑπολογισθέντα κέρδη. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1879 τὰ ἐνοίκια, ἤτοι ἡ βεβαίωσις θὰ ἦναι ὀλιγωτέρα, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ θὰ δώσωσι μικροτέραν προσφοράν. Ἐὰν βάλωμεν 10 λεπτὰ φόρον ἐπὶ τῶν μικρῶν ζώων, 50 δὲ λεπτὰ ἐπὶ τῶν μεγάλων ζώων, ἐὰν φορολογήσωμεν τοὺς οἰκοσίτους χοίρους, καὶ ἐπιβάλωμεν 5 δραχμὰς δι’ ἕκαστον ἀροτριοῦν κτῆνος, θέλομεν ἔχει πρὸς τούτοις 5 δραχμὰς ἐφ’ ἑκάστης χιλιάδος ἑνετικῶν λιτρῶν σταφίδος ἐπὶ 150,000,900 λιτρῶν, τὸ ὅλον δρ. 2,855,125. Ἐκ τούτων, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰ 2,400,000, θέλομεν ἔχει καὶ περίσσευμα 455,000. Τοιουτοτρόπως γίνεται ἡ ἀντικατάστασις, παύει ἡ πίεσις τῆς γεωργίας· αἱ γενόμεναι προσθῆκαι ἐπιβάλλονται ὑπὸ φορολογίας, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ καὶ ὑφίσταται ὅλας τὰς συνεπείας, ἡ γεωργία ἀπαλλάττεται ἀπὸ μέγα βάρος τῆς πιέσεως τῶν εἰσπρακτόρων. Ἐκτὸς τούτου προτείνω τὴν κατάργησιν τῶν ταμείων καὶ τῶν εἰσπρακτόρων, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐπέρχεται ὠφέλεια 675 χιλιάδων ἐκ τῆς μισθοδοσίας τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν ταμείων καὶ δραχ.1,200,000 ἐκ τῆς δαπάνης τῶν 1750 στρατιωτῶν. Θέλομεν λοιπὸν ἔχει 1,875,000 δραχ. οἰκονομίαν. Ἐκτὸς τούτου 70,000, ἐκ τῶν τροφῶν, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται εἰς τοὺς στρατιώτας ἐκ τῶν χωρικῶν, ἀπαλλαγὴν ἐκ τῆς ἐνοχλήσεως τῶν καταλυμάτων, καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν χωρικῶν θέλομεν ἐνισχύσει πολὺ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ταμείων. Πῶς θέλει γείνει λοιπὸν ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων τούτων ἄνευ ταμείων; Νομίζω, ὅτι οἱ φόροι αὐτοὶ δύνανται μετὰ τὴν βεβαίωσιν νὰ ἐνοικιασθῶσιν, οἱ δὲ ἐνοικιασταὶ νὰ πληρώνουν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς τραπέζης εἴτε τῆς Πιστωτικῆς, εἴτε τῆς ἐθνικῆς τὸ ἐνοίκιον. Εἶχα ποιήσει λόγον μεθ’ ἑνὸς τῶν ὑποδιευθυντῶν τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, ἐὰν ἡ ἐθνικὴ τράπεζα ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν εἴσπραξιν ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι ἐνοικιάζοντο οἱ φόροι καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ ὑπεχρεοῦντο νὰ ἀποδίδουν τὸ ἐνοίκιον εἰς τὴν τράπεζαν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα αὐτὴ, θέλω ἀναπτύξει τὸ ζήτημα, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν διαπραγματευθῇ μὲ τὴν τράπεζαν τὸ ζήτημα αὐτὸ, θέλει τὸ κατορθώσει, ἔσεται δὲ τὸ ὠφελιμότερον πάντων εἰς τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ ταῦτα, κύριοι, δὲν ἀρκοῦσι, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἐπιβολὴ φόρων. Ὑπέβαλον Νομοσχέδιον περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, ἀντὶ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβάλει τὸ Ὑπουργεῖον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν θέλει φέρει τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, διότι ἔχει πολλὰ τὰ ἐλαττώματα, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον νομίζουν, ὅτι θέλει εἰσπράξει τὸ ταμεῖον, θέλει ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν. Τὸ μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπολογίζω εἰς 1½ ἑκατομμύριον, εἶναι κατὰ πολὺ συγκεντρωτικόν, διότι θέλει θέσει εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως σμῆνος ὑπαλλήλων, διότι ἔχει ἀνάγκην πολλῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα στερούμεθα, δι’ ἀνέγερσιν ἀποθηκῶν. Ἠξεύρετε ὅμως, κύριοι, ὅτι εἰς τὰ ἡμίση Κράτη τῆς Εὐρώπης ὑπάρχει τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου· μόνον εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ὑπάρχει, διότι ἐκεῖ δὲν καλλιεργεῖται ὁ καπνός. Ὁ φόβος δὲ μὴ συγκεντρώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν δύναμιν, ἕνεκα τοῦ μονοπωλίου, δύναται ν’ ἀποσοβηθῇ, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως, ὅπερ καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει· ὥστε δὲν ὑπάρχει οὗτος ὁ φόβος· ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἓν εἰσόδημα σπουδαῖον, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ μονοπώλιον. Δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, διότι τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει τὸ Ὑπουργεῖον, εἶναι ἀλυσιτελὲς καὶ ἄσκοπον. Ὑπέβαλον Νομοσχέδιον, κύριοι, περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων. Τοιοῦτος φόρος εἰς ὅλα τὰ μέρη ὑπάρχει, καὶ μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐτέθη μέχρι σήμερον· εὐχῆς ἔργον ἦτο νὰ μὴ εἰσαχθῇ, ἀλλὰ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους μᾶς ἐπιβάλλουσι τοῦτο. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καθὼς γνωρίζετε, κύριοι, οἱ φόροι τῶν οἰνοπνευμάτων παρέχουν δραχ. 850,000,000, ἐπίσης ἄλλο τόσον ποσὸν εἰς τὴν Ῥωσσίαν· ἐγὼ ὑπελόγισα, ὅτι 200,000 δραχμῶν θέλομεν εἰσπράξει ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης. Τὴν περὶ τούτου πρότασιν νόμου ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶναι ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων θέτει φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου· ἀλλ’ ἡ φορολογία αὕτη εἶναι πολὺ δύσκολος, διότι εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ὁ οἶνος πωλεῖται εἰς ὅλας τὰς οἰκίας, ὡς εἰς τὴν Τρίπολιν, τὸ Ἄργος καὶ εἰς διάφορα ἄλλα μέρη, ὥστε αὐτὴ ἡ φορολογία θὰ καταστῇ πολὺ πολύπλοκος καὶ δυσχερής. Ὑπέβαλον, κύριοι, πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, διὰ τοῦ ὁποίου πιστεύω, ὅτι θέλουσιν εἰσπραχθῆ 200,000 δραχμαί. Ἐπίσης ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλομεν εἰσπράξει 200,000 δραχμάς. Αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον, νομίζω, ὅτι θέλουν εἶσθαι ἀποδεκτὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ὑπέβαλον πρὸς τούτοις πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ δασμολογίου ἐπὶ τῶν ὑφασμάτων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 20%, θέλομεν δὲ ἐκ τούτου εἰσπράξει 1,500,000. Τὸ ὑπουργεῖον ἐτροποποίησεν ἐπίσης τὸν νόμον καὶ ἀνεβίβασε τὸ ἐκ τῆς τροποποιήσεως προστεθὲν ποσὸν φόρων εἰς 1,700,000. Ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι εἶναι δίκαιον μερικὰ εἴδη τῆς πολυτελείας νὰ φορολογῶνται περισσότερον εἰς τὸ μέλλον. Ὁ καφφὲς π. χ. πληρώνει εἰς τὴν Γαλλίαν 2, 30|00 κατ’ ὀκᾶν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐνόμισα ὅτι, ἐὰν προσθέσωμεν πρόσθετον τέλος 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, θὰ ἦναι δικαία φορολογία.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί θέλομεν ὠφεληθῆ;
§41ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. 442,063 δραχμὰς, ἐπὶ ὀκάδων καφὲ εἰσαγομένου 885,555. Πρὸς τούτοις ἐνόμισα δίκαιον, ὅτι δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν καὶ εἰς τὴν ζάχαριν 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ εἰς τὴν Γαλλίαν πληρώνει μίαν δραχμήν. Ἑπομένως θέλομεν εἰσπράξει 1,535,623 δραχ. ἐπὶ εἰσαγομένου ποσοῦ ὀκάδων 3714260.
§42ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Γαλλία παράγει ζάκχαριν.
§43ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν τὸ τέλος εἶναι μία δραχμή. Πρὸς τούτοις καὶ ἐπὶ τοῦ πετρελαίου ὀφείλομεν νὰ θέσωμεν φόρον 28 λεπτὰ τὴν ὀκάν. Τὸ πετρέλαιον φέρει ἐλάττωσιν τῆς τιμῆς τοῦ ἐλαίου· ἡ Ἑλλὰς εἶναι τόπος, ὁ ὁποῖος παράγει ἔλαιον. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον, καὶ διότι φορολογεῖται ὀλίγον, νὰ τεθῇ τὸ τέλος 28 λεπτῶν, ὥστε θέλομεν ἔχει 600,000 δραχμῶν. Τὸ ὅλον θέλομεν ἔχει 6,600,402 ἐκ τῶν ἐπιβαλλομένων φόρων. Ἀνακεφαλαιῶν λέγω, ὅτι ἐκ τῶν οἰκονομιῶν ἔχομεν δραχ. 8,733,000, ἐκ δὲ τῆς φορολογίας 6,600,402, ἓν ποσὸν 15,333,402· ἔσοδα ἔχομεν 42 ἑκατομμύρια, ὥστε τὸ ὅλον θὰ ἔχωμεν ἔσοδα 57,193,402, ἔξοδα 56,755,797, ὥστε ἔχομεν περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 577,605. Συνεπής, κύριοι, μὲ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθηκα ἐν ἀρχῇ, κατέληξα εἰς ἓν περίσσευμα, διὰ τοῦ ὁποίου γνωρίζω, ὅτι ὑποβάλλω τὸ ἔθνος εἰς βάρη καὶ θυσίας, ἀλλ’ οὐκ ἔνι ἄλλως γενέσθαι. Ἄνευ θυσιῶν καὶ ἄνευ φόρων εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον, καὶ ἄνευ ἰσοζυγίου, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν δύνανται νὰ ἐπανορθωθῶσι, διότι νομίζω, ὅτι διὰ τῆς κατὰ μικρὸν ἀπαλείψεως τοῦ ἐλλείμματος, δὲν θέλουν ἀνυψωθῆ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅστις δὲ φρονεῖ τοῦτο, ἀπατᾶται. Ὑποβάλλω, κύριοι, ταῦτα ὑπὸ τὴν σκέψιν ὑμῶν, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει κρίνει μεταξὺ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, καὶ τοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πιστεύω ὅτι θέλει προτιμήσει τὸ ὑποβαλλόμενον σύστημα, ἀφοῦ φέρῃ διὰ τῆς πεφωτισμένης σκέψεώς της ὅσας ἐγκρίνει μεταβολάς.
§44ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, εἶπον, καὶ δικαίως, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ καταλληλότερον πεδίον, ἐφ’ οὗ ἡ ἀντιπολίτευσις δύναται νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἔλεγχον τὴν ἐν γένει πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως· εἶπον ἐπίσης, ὅτι ἡ σύνταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι εὐκολωτάτη, ἀλλ’ ἡ καλὴ σύνταξις αὐτοῦ εἶναι δυσκολωτάτη. Εἶπον τέλος, ὅτι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ πᾶσα Κυβέρνησις, διότι Κυβέρνησις ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, θὰ εἴπῃ διοίκησις τοῦ τόπου ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἥτις κυβερνᾷ αὐτὸν συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν πολιτικήν της κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ πολιτική, λέγω, τῆς Κυβερνήσεως ἐκδηλοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον εἰσάγει. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν τὸ καθῆκον νὰ συζητήσωμεν ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ καὶ ἀπαθῶς τὸ προκείμενον ζήτημα, διότι, ὡς εἶπε ποτε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θέλομεν ὥστε τὰ μεγάλα τῆς πατρίδος συμφέροντα, ὅλαι αἱ κυβερνητικαὶ ἰδέαι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ νὰ συζητῶνται φιλικώτατα. Τὸ θέαμα εἶναι ἴσως ἀνώτερον τῶν δυνάμεών μου, καὶ ἐνθυμοῦμαι τί ἔγραψεν ἄλλοτε ὁ Malthe de Chapelle: Malgrè tout mon courage Je me sens mourir de peur. Καὶ ὅμως τὸ καθῆκόν μου θέλω ἐκπληρώσει μετὰ παῤῥησίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρός τε τὰ πρόσωπα καὶ τὴν ἀλήθειαν, ἥτις μόνη δέον νὰ μᾶς καθοδηγῇ. Καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο θέλω ἐκτελέσει τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου. Δύο μεγάλα ζητήματα προκύπτουσιν ἀφ’ ἑαυτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, α) ποῖον σύστημα διοικήσεως ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις, ποῖον σύστημα οἰκονομολογικόν, ποῖον σύστημα ἐκπαιδευτικὸν καὶ ποῖον σύστημα ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ποία δὲ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, μὲ ἄλλας λέξεις, ποία ἡ ἐν γένει πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, β) ὅταν βεβαιωθῇ ἡ πολιτικὴ αὕτη, συμφέρει εἰς τὸ Κράτος, ἡ ἐπικράτησις τῆς τοιαύτης πολιτικῆς; Ἂν εἴπωμεν, ὅτι συμφέρει, ὀφείλομεν νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν αὐτὴν Κυβέρνησιν τὴν περαιτέρω διαχείρισιν τῶν κοινῶν· ἐὰν εἴπωμεν τὸ ἐναντίον, ὀφείλομεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν καὶ νὰ χορηγήσωμεν αὐτὴν εἰς νέαν Κυβέρνησιν, ἥτις θέλει ἔχει ἀποστολὴν νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον συμφώνως πρὸς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας, ἀκολουθοῦσα πολιτικὴν συνάδουσαν πρὸς τὰ καθόλου συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Ἐν συντόμῳ θέλω διεξέλθει τὴν ἐξέτασιν καὶ τῶν δύω τούτων μεγάλων ζητημάτων, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν σύντονον προσοχήν σας καὶ τὴν ἐπιεικῆ κρίσιν σας. Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς διοικήσεως. Εἶμαι ὀπαδὸς καὶ ἔνθερμος θιασώτης τοῦ συστήματος ἐκείνου, ὅπερ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνεκήρυξεν ὡς τὸ μόνον σωστικὸν διὰ τὸν τόπον διὰ τῆς ὡραίας γλαφυρᾶς ἐκείνης ἐγκυκλίου του πρὸς τοὺς νομάρχας τοῦ Κράτους τῆς 18 Ἰανουαρίου 1870. αʹ Ἐξήνεγκα, ἔγραφεν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὴν διοίκησιν ἐννοοῦμεν ἀνεξάρτητον καὶ ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς. Πολιτικὴ καὶ διοίκησις εἰσὶ καὶ πρέπει νὰ διαμένωσι πάντοτε κεχωρισμέναι καὶ ἀπ’ ἀλλήλων ἀνεξάρτητοι. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων, τὰ κατὰ μέρος πραγματικὰ ζητήματα, καὶ τὰ δικαιώματα τῶν προσώπων, καὶ ἡ θέσις αὐτῶν ἀπέναντι τῆς διοικήσεως ὅλα ταῦτά εἰσι ξένα τῶν μεταβολῶν τῆς πολιτικῆς. Ὡς πρὸς ταῦτα ἡ διοίκησις πρέπει νὰ μένῃ πάντοτε ἡ αὐτή, δικαία πρὸς ὅλους, ἀπροκατάληπτος, μακρὰν πάσης μεροληψίας, ἀκριβὴς καὶ ἐν ἀνάγκῃ αὐστηρὰ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, εὐλαβὴς πρὸς τὰ δι’ αὐτῶν καθιερούμενα δικαιώματα. Ἡ πάλη ἐν τῇ πολιτικῇ, ἀπαραίτητος ὅρος βελτιώσεως καὶ προόδου, οὐδὲν ἄλλο ἔχει κοινὸν πρὸς τὴν κυρίως διοίκησιν. «Τοῦτο δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν, ἐὰν ἅπαντες ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου ὀργάνου τῆς ὑπηρεσίας ἐμμείνωμεν ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῆς ἀμερολήπτου ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος· ἔχετε πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ δότε εἰς ὅλους νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐκτελεστικὴ τῶν νόμων ἐξουσία δὲν ἔχει φίλους, δὲν ἔχει ἐχθρούς». Αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, ἀρχαὶ στηριζόμεναι ἐπὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, τὴν ὁποίαν καθιερώνει τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ὁποίαν ἀνεκήρυξαν ὅλα τὰ εὐνομούμενα Κράτη, εἶναι τῷ ὄντι ἀρχαὶ σωστικαὶ διὰ τὸν τόπον. Ὁ τόπος αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ διοικηθῇ, ἀλλὰ νὰ διοικηθῇ σωφρόνως καὶ πατρικῶς, ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην διοικήσεως ἀμερολήπτου καὶ ἴσης πρὸς ὅλους, διότι μόνον διὰ τοῦ τρόπου τούτου δύναται ν’ ἀπολαύσῃ τῶν ἀγαθοποιῶν εὐεργετημάτων τῆς καλῆς διοικήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη εὐφροσύνως ἀντήχησεν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου τῆς Ἑλλάδος, ὁ δὲ ἑλληνικὸς λαὸς ἐκολακεύθη νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τέλος πάντων ἔμελλε ν’ ἀπολαύσῃ τῆς τοσοῦτον ποθητῆς καλοδιοικήσεως. Ὅλοι ἐπιστεύσαμεν εἰς τὰς ὡραίας ἐκείνας ἐπαγγελίας καὶ ὅλοι ἐγείναμεν ὀπαδοὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐγκυκλίου. Ἐνῷ ὅμως ἐξακολουθοῦμεν νὰ φρονῶμεν, ὅτι αὐταί εἰσιν αἱ μόναι ἀρχαί, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ὁ τόπος, ἐνῷ ἡμεῖς ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἐμμένωμεν εἰς τὰς τάξεις μας καὶ ὑπὸ τὴν αὐτὴν σημαίαν, σκληρῶς ἐγκατελείφθημεν ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ, ὅστις ἐθαύμασε μὲ τὴν ἁπλότητά μας! Καὶ τῷ ὄντι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξω ἐνταῦθα καὶ νὰ πείσω ὑμᾶς περὶ τοῦ ἂν ἡ Ἑλλὰς καλοδιοικῆται. Σεῖς τὸ γνωρίζετε, καὶ ἂν δὲν τὸ λέγετε, τὸ αἰσθάνεσθε ὅμως ἐν τῇ συνειδήσει σας, ὅτι κάθε ἄλλο διέπει σήμερον τὰ τῆς διοικήσεως παρὰ αἱ ἀρχαὶ τῆς ἐγκυκλίου ἐκείνης. Τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα, ὅπερ ἐπὶ τέσσαρα ἤδη συνεχῆ ἔτη κυβερνᾷ τὸν τόπον, δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἢ πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Βλέπετε, δὲν ὁμιλῶ περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἄλλως σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι, ἀλλὰ περὶ συστήματος. Καὶ διατί τάχα νὰ μὴ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ διατί ἄλλα νὰ λέγωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἄλλα νὰ βλέπωμεν γινόμενα; Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως ὑπάρχουσι καὶ ἔντιμοι ἐξαιρέσεις, δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ πεποιθήσεις περὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ κόμματος, ὅπερ κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ τοῦτο μόνον ἰσχυρίζομαι, ὅτι αἱ βάσεις τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος ἀπεμακρύνθησαν καθολοκληρίαν τῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ἑπομένως, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι καταστρεπτικὸν καὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Καὶ ἂν τοῦτο θελήσητε νὰ ἀρνηθῆτε, ἔχομεν ὑπεράνω ἡμῶν τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Ἑλλάδος, ἥτις δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τοὺς λόγους μου. Καὶ μὴ θελήσητε ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ἰσχὺν τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλ’ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τοὺς συνετοὺς τούτους λόγους, οὓς ἀπήγγειλε πρὸ τριῶν μόλις ἐτῶν τὴν 9 Ἰανουαρίου 1877 ὁ σοφὸς πρόεδρος τῆς γαλλικῆς Γερουσίας ἀπὸ τῆς ἕδρας τῆς Προεδρικῆς: «Κατὰ τὸ μικρὸν διάστημα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καὶ πολιτικοῦ μου βίου ἀριθμοῦντος περὶ τὰ 60 ἔτη εἶδον νὰ πίπτουν αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, αἵτινες περιφρονοῦσαι τὴν κοινὴν γνώμην προσεπάθησαν, ἀλλὰ μάτην νὰ ἀντιστῶσιν εἰς τὴν δύναμιν αὐτῆς· εἶδον ἀπεναντίας, ὅτι τὰ μεγάλα νομοθετικὰ σώματα, ὅσα συνεμόρφωσαν τὰς ἀποφάσεις των πρὸς τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς ἐκδηλωθείσας ὑπὸ τῆς χώρας, ηὔξησαν τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐπιῤῥοήν των. Τὰ μεγάλα ταῦτα μαθήματα τῆς συγχρόνου ἱστορίας δὲν πρέπει νὰ λησμονῶνται εἰς τοὺς καιροὺς, καθ’ οὓς ζῶμεν». Συμφωνῶ πληρέστατα μετ’ ἐκείνων, οἵτινες τὴν δυσπραγίαν τῆς Ἑλλάδος ἀποδίδουσιν εἰς τοὺς ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι σήμερον κυβερνήτας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτοὺς, τί ὀφείλω νὰ πράξω ἐγώ, ὅστις δὲν μετέσχον τῆς πολιτείας αὐτῶν; Διότι ἔπταισαν καὶ ἄλλοι ὀφείλω νὰ λησμονήσω σήμερον τὸν ὅρκον μου, νὰ κλείσω τοὺς ὀφθαλμούς μου καὶ νὰ καταπνίξω τὸ αἴσθημα τῆς καρδίας μου ὅταν καλῶμαι νὰ εἴπω ὡρισμένως ἂν τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως ἐγκρίνω τὴν πολιτείαν; Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ καλῆς διοικήσεως, θεωρῶ καθῆκόν μοι ν’ ἀναφέρω ἐνταῦθα περὶ ποῖα κυρίως πρέπει νὰ ἦναι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐστραμμένη ἡ προσοχὴ ἡμῶν. 1) Νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τῶν ἀρχῶν τῆς ἐγκυκλίου ἐκείνης. 2) Νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐνεργοῦντες, ὅπως αὕτη καταστῇ ὑποχρεωτικὴ, καθολικὴ καὶ ἀδάπανος, ἡ δὲ ἀνωτέρα ἀφεθῇ ἐντελῶς εἰς τὰς δυνάμεις καὶ τοὺς πόρους αὐτῆς. 3) Νὰ ἐμψυχώσωμεν τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ναυτιλίαν διὰ προστατευτικῶν νόμων ἐνθαῤῥύνσεων καὶ ἀμοιβῶν. 4) Νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ὁδοποιΐαν ἐν γένει τοῦ Κράτους, συντρέχοντες τὴν Κυβέρνησιν εἰς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ σιδηροδρόμων καὶ παντὸς ἄλλου μέσου συγκοινωνίας. 5) Νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν καθόλου θρησκευτικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, ὥστε ἡ ἐνάσκησις νὰ γίνεται ἐλευθέρως καὶ ἀκωλύτως. 6) Νὰ μεριμνήσωμεν τὸ ἐφ’ ἡμῖν περὶ τῆς ταχείας καὶ καλῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀληθὴς εὐημερία, καὶ τέλος 7) Νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὁ πυρὴν καὶ ἡ βάσις τοῦ καθόλου ἑλληνισμοῦ, νὰ συντρέχωμεν δὲ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου εἰς πᾶν μέτρον ἀνάλογον τῶν πόρων τοῦ Κράτους δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν τοιαύτην ὑψηλὴν ἀποστολήν της. Καὶ ἐνῷ ταῦτα λέγω, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι πάντες ὑμεῖς τ’ αὐτὰ ἔχετε αἰσθήματα, τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὰς πραγματικὰς ταύτας ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ τύχῃ τῆς ἐμπιστοσύνης πάντων ἡμῶν; Περὶ μὲν τοῦ πρώτου ζητήματος, ἤτοι περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου, ἀρκούντως ἐλάλησα ὑμῖν. Περὶ δὲ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει, βεβαίως δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔπραξέ τι γενναῖον καὶ ἱκανοποιοῦν τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς. Καὶ περὶ μὲν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως πολὺ μικρὰν ἰδέαν θὰ σχηματίσῃ ὁ ῥίπτων ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ τῆς γνώμης, ἣν ἔχει περὶ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις. Καὶ τῷ ὄντι ἐνῷ ζητεῖ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τούτου δραχ. 2,458,133, τούτων μόνον δραχ. 228,750 εὐηρεστήθη νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐπὶ τοσοῦτον τὸ πρᾶγμα ἔκαμεν αἴσθησιν, ὥστε ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐνόμισε καθῆκον νὰ κάμῃ ἰδιαζόντως περὶ τούτου λόγον καὶ ν’ ἀποκαλέσῃ «γλίσχρον τὴν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως συνδρομὴν τοῦ δημοσίου, ὡς ἐκφράζεται ἡ ἐπιτροπὴ «σελ. 7». Καὶ τῷ ὄντι ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ἡ πρώτη πνευματικὴ ἀνάγκη τοῦ λαοῦ, λαοῦ ἐλευθέρου καὶ διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἐνεργὸν λαμβάνοντος μέρος εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν. Πολλάκις ἤκουσα νὰ λέγητε, ὅτι ὀφείλομεν πρὸ πάντων νὰ ἠθικοποιήσωμεν τὸν λαὸν, ὅτι πρέπει νὰ διδάξωμεν αὐτῷ τὰ καθήκοντά του ὡς οἰκογενειάρχου καὶ ὡς πολίτου. Πολλάκις ἤκουσα μάλιστα ν’ ἀποδίδηται ἡ κακὴ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας κατάστασις εἰς αὐτὸν τὸν λαὸν ὡς μηκέτι ἠθικοποιηθέντα. Ἀλλὰ καὶ ὁμιλεῖτε περὶ ἠθικοποιήσεως τοῦ λαοῦ σεῖς, οἵτινες οὐδὲν ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπράξατε, σεῖς, οἵτινες ἐγκατελείψατε αὐτὸν εἰς τὴν τύχην του καὶ δὲν ἐφροντίσατε παρὰ μόνον πῶς νὰ τοῦ ἀφαιρέσητε καὶ τὴν ἐσχάτην ἰκμάδα τῆς δραστηριότητος καὶ τῆς φιλεργίας του; Καὶ τί ἄλλο κάμνετε παρὰ νὰ χαίρητε ὄχι μόνον διὰ τὴν πολιτικὴν τοῦ λαοῦ διαφθοράν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἠθικήν; Διότι δὲν θέλετε τὴν ἀνάπτυξίν του, διότι ἀγαπᾶτε τοὺς κόλακας, ὅπως ὁ Ἀσιανὸς, ὅστις διέφθειρε τοὺς λαοὺς, ἵνα διάγωσιν ἐν ἡσυχίᾳ. Δυστυχῶς λησμονεῖτε, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι λαὸς νοήμων καὶ ἐργατικός, ὅτι καί τοι οὐδὲν ἐπράξατε πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν διανοητικῶν αὐτοῦ δυνάμεων, ζῇ μόνος καὶ ἀνακύπτει, ὡς ἀνακύπτουν τὰ μανιτάρια, τὰ ὁποῖα ἀνασηκόνονται μὲ ὅλην τὴν πίεσιν τῆς γῆς, καὶ δίδει σημεῖα ζωῆς μὲ ὅλην τὴν ἀστοργίαν καὶ ἀβελτηρίαν τῶν κατὰ καιροὺς κυβερνήσεων, καὶ παρέχει τὸ θέαμα λαοῦ ἐργατικοῦ καὶ τῆς προόδου. Ναὶ τοιοῦτος ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς μετὰ θάῤῥους ἀναλαμβάνει τὴν διεκδίκησιν τῶν δικαίων του, ὅταν δείξῃ τις, ὅτι θέλει νὰ τὸν πιέσῃ καὶ τὸν ἐξευτελίσῃ. Καὶ ἐνῷ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ μικρὰν περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐδείξατε φροντίδα, ἔρχεσθε μόλις τώρα περὶ τὰ τέλη τῆς συνόδου καὶ ὑποβάλλετε Νομοσχέδια περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα οὔτε καιρὸν κἂν ἔχομεν ν’ ἀναγνώσωμεν. Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον ἐπρονοήσατε περὶ τῆς μέσης καὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως; μήπως ἐπὶ τόσα ἔτη κυβερνῶντες ἐφροντίσατε νὰ μάθητε πῶς ἐκπαιδεύονται οἱ νέοι ἐν τοῖς γυμνασίοις καὶ ἂν ἐξ αὐτῶν ἐξερχόμενοι καταρτίζωνται τοιοῦτοι, ὥστε νὰ ἦναι ἱκανοὶ διὰ τὰς ὑψηλοτέρας ἐπιστήμας, Τί ἐπράξατε ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ πῶς διωργανώσατε τὰ κατ’ αὐτό; Καὶ ὄχι μόνον οὐδὲν ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ἐπράξατε, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐδείξατε τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν πρὸς περιουσίαν ἱερὰν, ἥτις εἶναι ἐμπεπιστευμένη εἰς τὴν τιμιότητα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Δὲν θέλω νὰ κακίσω τὸν νῦν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς παιδείας, τὸν ὁποῖον ὑπολήπτομαι, καὶ μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέομαι διὰ δεσμῶν φιλίας. Ὁμιλῶ ἐν γένει περὶ τῶν κληροδοτημάτων καὶ περὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν λέγω πλειότερον, διότι θὰ γείνῃ ἀντικείμενον ἄλλης συζητήσεως, ὅταν ἡ πρότασις τῆς οἰκείας ἐπιτροπῆς περὶ κληροδοτημάτων ἔλθῃ εἰς συζήτησιν. Τί δὲ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὅπως προστατεύσῃ τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν ναυτιλίαν; Ἐὰν θέλωμεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν τῆς ὅλης βιομηχανίας, δέον ἰδίως νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς εὐπορίας καὶ εὐζωΐας τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ, καὶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἐπεσφράγισεν ὁ Ξενοφῶν λέγων τὰ ἑξῆς: «Καλὸς δὲ κἀκεῖνος, ὃς ἔφη τὴν γεωργίαν τῶν ἄλλων τεχνῶν μητέρα καὶ τροφὸν εἶναι· εὖ μὲν γὰρ φερομένης τῆς γεωργίας, ἔῤῥωνται καὶ αἱ ἄλλαι τέχναι ἅπασαι. Ὅπου δ’ ἂν ἀναγκασθῇ ἡ γῆ χερσεύειν, ἀποσβέννυνται καὶ αἱ ἄλλαι τέχναι, σχεδόν τε κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν.» Καὶ τῷ ὄντι ἡ γεωργία εἶναι ἡ κυριωτάτη ἡμῶν βιομηχανία, ἡ μήτηρ καὶ ἡ τροφὸς τῶν ἄλλων τεχνῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς διατηροῦντες σύστημα φορολογικὸν πλημμελέστατον καὶ φορολογοῦντες τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ παρεμποδίζωμεν τὴν καταβολὴν νέων κεφαλαίων εἰς τὴν γῆν. Ἡ διαῤῥύθμισις τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ ἰδίως τοῦ συστήματος τῶν ἐγγείων φόρων κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς διανεμητικῆς δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογικῆς ἰσότητος εἶναι ἓν τῶν πρωτίστων καθηκόντων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πῶς θὰ γείνῃ ἡ διαῤῥύθμισις αὕτη, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν νὰ ὑποβαλλώμεθα εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς προσοδοφόρου περιουσίας ἡμῶν; Οἱ κατὰ τοὺς ἐν ἰσχύϊ φορολογικοὺς νόμους ἔγγειοι φόροι εἰς τρεῖς δύνανται νὰ καταταχθῶσι γενικωτέρας κατηγορίας, ἢ ἐπιβάλλονται ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν καρπῶν τῆς γῆς, βεβαιοῦνται εἰς εἴδη καὶ διατίθενται δι’ ἐνοικιάσεως, ἢ ἐπιβάλλονται κατὰ στρέμμα ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος, ἀναλόγως δὲ τῆς ποιότητος καὶ τῆς μέσης παραγωγῆς ὡς διὰ τὰς ἀμπέλους, μποστάνια, λαχανοκήπους κλπ. ἢ εἰσπράττονται εἰς τὰ τελωνεῖα καὶ ἐπιβάλλονται ἀναλόγως τοῦ βάρους ἢ τοῦ ἀριθμοῦ, κατὰ καντάριον, ὀκάδα, ἢ χιλιάδα, ὡς διὰ τὴν σταφίδα, τὰ λεμόνια, τὸ ἔλαιον κλπ. Οἱ ἔγγειοι φόροι λοιπὸν ἐκτὸς τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων, ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει δικαιολογητικήν τινα βάσιν; συνάδει δὲ πρὸς τὸ Σύνταγμα, καθ’ ὃ οἱ Ἕλληνες συνεισφέρουσιν ἀναλόγως τῆς περιουσίας των; ὥστε ἡ ἰσότης τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ φαινόμενον μόνον ὑπάρχει. Λάβωμεν ἓν παράδειγμα διὰ νὰ κατασταθῶμεν καταληπτοί, λάβωμεν δύω ἀγροὺς διαφόρου ποιότητος. Ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ πρώτου, ὅστις παράγει 3 καὶ ½ κοιλά, θὰ δαπανήσῃ ½ κοιλ. διὰ τὴν σποράν. Ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ δευτέρου, ἤτοι τοῦ ἀγροῦ τῆς κατωτέρας ποιότητος, ὅστις παράγει 1 καὶ ½ κοιλ. θὰ δαπανήσῃ διὰ σποράν ¼.
| Ἔξοδα ά ἀγροῦ.—Καλλιεργ. | δρ. | 4 |
| σπόρος | » | 3 |
| θεριστικά, ἁλωνιστικὰ | » | 3,15 |
| δρ. | 10,15 | |
| Ἔσοδα 3½ κοιλὰ × 6 δρ. | δρ. | 21 |
| ἀφαιρῶ ἔξοδα | » | 10,15 |
| καθαρὰ πρόσοδος | δρ. | 10,85 |
| Ἔξοδα βʹ ἀγροῦ.—Καλλιερ. | δρ. | 4 |
| σπορὰ | » | 1,50 |
| θεριστικά, ἁλωνιστικὰ | » | 1,35 |
| δρ. | 6,85 | |
| Ἔσοδα 1½ κοιλ. × 6 δρ. | δρ. | 9 |
| ἀφαιρῶ ἐξόδον | » | 6,85 |
| καθαρὰ πρόσοδος | δρ. | 2,15 |
Ὥστε τοῦ αʹ καθαρὰ πρόσοδος 10,85, τοῦ δὲ βʹ 2,15 — Ἀλλὰ καταβάλλοντες ἀμφότεροι τὴν δεκάτην ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, καταβάλλουσιν ὁ μὲν πρῶτος τὸ 1,5, ὁ δὲ δεύτερος τὸ 1,3 τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ὁποία ἰσότης! Ἐκτὸς τῆς ἀνισότητος ταύτης, διὰ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως τῆς φορολογητέας προσόδου ἀνοίγεται στάδιον φοβερῶν καὶ ἀνηκούστων παρενοχλήσεων καὶ καταπιέσεων. Ἐκτὸς δὲ τούτων καὶ κατὰ τὴν εἴσπραξιν ἰδίως ὑφίστανται οἱ δυστυχεῖς φορολογούμενοι μυρίας βασάνους, μυρίας κακώσεις καὶ μυρίας καταπιέσεις. Οἱ εἰσπράκτορες μετὰ τῶν ἀποσπασμάτων, ἀνήκοντες εἰς τὴν κατισχύουσαν φατρίαν, εἰσέρχονται δίκην κατακτητῶν εἰς τὰ χωρία καὶ τὰς κωμοπόλεις καὶ παραβιάζουσιν οὐ μόνον τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ καὶ τὰς κοινωτέρας ἀρχὰς τῆς ἠθικῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα καὶ ἰδοὺ διὰ τίνος τρόπου ἐννοοῦν νὰ διοικήσουν ἀκόμη τὴν Ἑλλάδα. Ἰδοὺ δὲ ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀνεκινήθη ζωηρῶς ἐπ’ ἐσχάτων τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῶν ἐγγείων φόρων. Τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἰδέας ταύτης ἔσχον πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους τιμᾷ ἡ τοιαύτη περὶ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ ἐνδελεχὴς μέριμνα. Τῆς ἰδέας των δὲ ταύτης εὗρον ἰσχυρὸν προστάτην τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν ἐπαξίως διευθύνοντα τὰς ἐργασίας ἡμῶν, καὶ ὅστις δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι εἶναι ἴσως ὁ ἄριστος τῶν οἰκονομολόγων τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν ἂν, καταργουμένης τῆς δεκάτης, δὲν ἐπέρχεται σπουδαία διατάραξις εἰς τὴν ἀρκούντως τεταραγμένην οἰκονομίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι εἶναι ἐξεταστέον τὸ ζήτημα πῶς θὰ ἀντικατασταθῇ ἡ ἐκ τῆς καταργήσεως ἔλλειψις τριῶν καὶ ἡμίσεως περίπου ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ ἂν ἦναι δίκαιον καὶ πρέπον νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἡ τάξις τῶν σταφιδοκτημόνων, οἵτινες καὶ αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς οἱ εὐτυχέστεροι τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ περὶ τούτων ὅλων ὁ λόγος, ὅταν συζητηθῇ τὸ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς Νομοσχέδιον. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος Ὑπουργὸς ὢν τὸ 1871 εἰσήγαγε Νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, δι’ οὗ εἰσηγεῖτο τὸ διανεμητικὸν σύστημα, ἤτοι τὸ σύστημα τῆς διανομῆς τῶν φόρων ἀναλόγως τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν κτημάτων. Ἀλλὰ τοῦ συστήματος τούτου προαπαιτεῖται ἡ γνῶσις τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, προαπαιτεῖται κτηματολόγιον, διὸ καὶ εἰσάγων τὸ Νομοσχέδιόν του ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν εἶχε πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ἄμεσον αὐτοῦ παραδοχὴν, ἀλλ’ ἔκτοτε ὁ φιλόπατρις καθηγητὴς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας ἐπρότεινε τὴν ἀποδοχὴν μέσου τινὸς ὅρου, ἤτοι νὰ μεταβληθῇ ὁ φόρος τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου εἰς πάγιον ἐπὶ δέκα ἔτη μέχρις οὗ ἀποκτήσωμεν κτηματολόγιον, καὶ δυνηθῇ νὰ εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Ἐπρότεινε δηλαδὴ ὁ κ. Σοῦτσος νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ὁ μέσος ὅρος τῶν φόρων τῆς τελευταίας πενταετίας, καὶ ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τῶν καρπῶν κατὰ τὸ ἴδιον διάστημα. Ἐξηγοῦμαι. Πόσα κοιλὰ ἐπλήρωσες κατὰ μέσον ὅρον τὰ τελευταῖα ἔτη; 5. Πόσον ἐτιμῶντο κατὰ μέσον ὅρον ἕκαστον; δραχ. 5· ἐπλήρωνες ἑπομένως δραχμὰς 25 κατ’ ἔτος. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κυρίου Σούτσου θὰ πληρώνῃς ἐπὶ δέκα ἔτη 25 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Διὰ τοῦ τρόπου δὲ τούτου ἤθελε σωθῆ ὁ φορολογούμενος λαὸς ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς βεβαιώσεως, ἀπὸ τὰς καταπιέσεις καὶ τὰς καταχρήσεις, ἤθελε δὲ προληφθῆ ἡ ἀπάτη καὶ ἡ καταδολίευσις τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Ἐν τούτοις καὶ ἡ ἰδέα αὕτη ἔμεινεν ἀπραγματοποίητος, καὶ ἐξακολουθοῦμεν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, νὰ παρέχωμεν εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον τὸ θέαμα λαοῦ κατὰ βάρβαρον τρόπον φορολογουμένου. Τί δὲ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας; Ἀνέγνων τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου τοῦ 1870, καὶ εὗρον ἐν αὐτῷ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, περὶ ὧν κατωτέρω θὰ κάμω λόγον, καὶ τοῦτο: «Ἐννοεῖται, ὅτι (καὶ τοῦτο εἶναι στοιχειῶδες καθῆκον πάσης Κυβερνήσεως) θέλομεν μετὰ προθυμίας καὶ ἐπιμελείας ἐνασχοληθῆ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας». Ὀρθοὶ καὶ συνετοὶ λόγοι, ἀλλὰ δυστυχῶς μὴ πραγματοποιηθέντες. Διὰ τῆς ἐπεκτάσεως καὶ βελτιώσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας τὰ πάντα σήμερον μετεβλήθησαν. Ἡ διοικητικὴ καὶ ἀστυνομικὴ λειτουργία ἐγένετο ἀποτελεσματικωτέρα, ἡ δημόσιος ἀσφάλεια ἐπαγιώθη, ἅπαντες οἱ κλάδοι τῆς βιομηχανίας προήχθησαν, αἱ ἀλληλεθνεῖς ἐμπορικαὶ σχέσεις εἴπερ ποτὲ ἐπολλαπλασιάσθησαν, ἡ εὐζωία ἀνεπτύχθη ἕνεκα τῆς εὐθηνίας τῶν προϊόντων, καὶ οὕτως οἱ λαοὶ ἅπαντες ἐν χρόνοις εἰρηνικοῖς, ἀνταλλάσσοντες ἀκωλύτως τὰς ἰδέας, τὰς ἀνακαλύψεις, τοὺς καρποὺς τῆς φιλοπονίας των, προάγουσι καὶ τὴν εὐημερίαν καὶ τὸν πολιτισμὸν αὑτῶν· ἀλλ’ ἡμεῖς τί πράττομεν, ὅπως ἐπεκτείνωμεν καὶ συμπληρώσωμεν τήν τε διὰ ξηρᾶς καὶ τὴν διὰ θαλάσσης συγκοινωνίαν; Εἶπον προσέτι, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν καθόλου θρησκευτικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ὀφείλομεν νὰ προστατεύωμεν τὴν ἱερὰν ἡμῶν ἐκκλησίαν, φροντίζοντες περὶ τῆς θρησκευτικῆς τοῦ λαοῦ ἐκπαιδεύσεως δι’ ἐκλογῆς τῶν καταλλήλων πρὸς τοῦτο ὀργάνων. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου οὐδεμίαν προσοχὴν ἐδώκατε διὰ τὴν μόρφωσιν καταλλήλων ἱερέων, ἀφήσαντες τὰς πλείστας ἐπισκοπὰς τοῦ Κράτους ἄνευ ἀρχιερέων καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιτηρήσεως. Καὶ ἐνῷ ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας οὐδὲν ἐπράξατε, μετὰ προθυμίας ἀξίας καλλιτέρας ὑποθέσεως ἐσπεύσατε διὰ μέτρων ἀσυνέτων καὶ παρανόμων νὰ ῥίψητε εἰς τὸν τόπον ἄνευ πραγματικῆς ἀνάγκης τῆς ἐκκλησίας τὸ σκάνδαλον θρησκευτικῶν καταδιώξεων, καὶ νὰ ἐρεθίσητε ἄνευ λόγου μέγα μέρος πολιτῶν ἐντίμων φιλησύχων καὶ τὰ πάτρια ἀπαρασαλεύτως πρεσβευόντων. Ἀπόδειξις δὲ τῶν λόγων μου ἔστωσαν αἱ ἀναφοραὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις ἀνεγράφη ἤδη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Εἶπον ἐπίσης, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ταχείας καὶ καλῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀληθὴς εὐημερία. Ἤμην καὶ εἰμὶ τῆς γνώμης, ὅτι, διὰ νὰ ἔχωμεν δικαστὰς τιμίους καὶ ἀκεραίους, ἀνεξαρτήτους καὶ ἀξιοπρεπεῖς, ὀφείλει ἡ πολιτεία νὰ καταστήσῃ τὴν θέσιν αὐτῶν ὑποφερτήν. Καὶ διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο, εἶναι ἀνάγκη νὰ λαμβάνωσι μεγαλείτερον μισθὸν, διὰ νὰ δύνανται νὰ ζῶσι καὶ ἀξιοπρεπέστερον· διότι πῶς θέλετε νὰ ζήσῃ ἀξιοπρεπῶς καὶ νὰ μὴ παρεκτραπῇ ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὅστις ἐπὶ 20 καὶ πλέον ἔτη ἐργαζόμενος καὶ πολυμελῆ ἔχων οἰκογένειαν, λαμβάνει μισθὸν μόλις ἐπαρκοῦντα διὰ τὸ οἴκημα αὐτοῦ καὶ τὴν τροφήν. Ἤμην καὶ εἰμὶ τῆς γνώμης, ὅτι οὔτε τὰ πολλὰ δικαστήρια, οὔτε οἱ πολλοὶ δικασταὶ, συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀμερόληπτον καὶ ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ δικασταὶ καλῶς ἀμειβόμενοι. Καὶ ἐλυπήθην, ὅταν εἶδον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ μεταξὺ ἄλλων οἰκονομιῶν της ἔκρινε καλὸν ν’ ἀπαλείψῃ τὸ γλίσχρον ποσὸν 6 χιλ. δραχμῶν, τὸ ὁρισθὲν τῷ προϋπολογισμῷ δι’ ἐπιμίσθιον τῶν ἀνακριτῶν. Γνωρίζω, ὅτι διὰ διαφόρων νόμων τὰ δικαστήρια ἐπεβαρύνθησαν μὲ δυσβάστακτα καθήκοντα.— Ἕως πρό τινος ἅπαντα τὰ πολιτικὰ δικαστήρια ἦσαν ἐνήμερα, ἐκτὸς τοῦ ἐφετείου Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου.— Ἀλλὰ σήμερον μετὰ τῆς ποινικῆς πάσχει καὶ ἡ πολιτικὴ δικαιοσύνη.— Ἐφέτος οἱ δικασταὶ καὶ οἱ πρόεδροι ἀπησχολήθησαν εἰς τὰς ἑξῆς ἐργασίας. 1) Εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν ἐκδίκασιν αὐτῶν. 2) Εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. 3) Εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς. 4) Εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τῶν μητρῴων καὶ ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. 5) Εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐπαρχαιρεσιῶν. 6) δὲ πρόκειται νὰ περιοδεύωσιν οἱ πρόεδροι ὅλας τὰς ἐπαρχίας πρὸς κλήρωσιν τῶν στρατευσίμων· ἡ ἐργασία δὲ αὕτη θέλει διαρκέσει ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Μετὰ τὰς σκέψεις ὅμως ταύτας ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι καὶ τὰ τῆς δικαιοσύνης δὲν βαίνουσι καλῶς, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ταχείας καὶ αὐστηρᾶς ἐπιβλέψεως, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς κανονικὴν κατάστασιν πραγμάτων, καὶ νὰ παύσουν τὰ δίκαια παράπονα τῶν πολιτῶν, τῶν ὁποίων πολλάκις διακυβεύονται τὰ ὕψιστα καὶ τιμαλφέστατα δικαιώματα, πρὸ πάντων δι’ ἔλλειψιν ταχείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα τῆς συγχύσεως τῶν ἐξουσιῶν διὰ τῶν συνεχῶν μεταβολῶν καὶ μεταθέσεων κατώρθωσε νὰ παραλύσῃ τὴν δικαστικὴν πειθαρχίαν, καὶ νὰ μαράνῃ τὸν ζῆλον πάντων σχεδὸν τῶν λειτουργῶν τῆς θέμιδος. Ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ λεγομένου ζητήματος ὀλίγας μόνον θὰ εἴπω λέξεις, διότι ἄλλοι εἰδικώτεροι ἐμοῦ ἐλάλησαν καὶ θὰ λαλήσωσι περὶ τούτου, καὶ διότι δὲν ἐγκρίνω τὸ σύστημα πολλῶν ἐξ ἡμῶν, οἵτινες ἐπὶ παντὸς ζητήματος καὶ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν εἴμεθα πάντοτε πρόθυμοι νὰ φέρωμεν τὸν λόγον. Ἡ πολιτικὴ ἡ συμφέρουσα εἰς τὸν τόπον εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν διέγραψεν αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ προγράμματός του τοῦ 1870. Τί εἶπε τότε; ἀκούσατε. «Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ, ἤτοι νὰ προλάβωμεν τὴν χρεωκοπίαν οὐχὶ διὰ φόρων καὶ δανείων, ἀλλὰ δι’ οἰκονομιῶν ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἰδοὺ τὸ χρέος ἡμῶν, ἰδοὺ ὁ προορισμός μας· ἐὰν μὴ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας, καὶ ἐξακολουθήσωμεν διὰ φόρων καὶ διὰ δανείων νὰ ἐπιζητῶμεν τὴν ἰσοῤῥοπίαν, τὸ ἀποτέλεσμα βράδιον ἢ θᾶττον θέλει εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ζητοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν. «Ἡ πολιτική μας λοιπὸν εἶναι ἄνευ φόρων καὶ δανείων.» Ἐρωτῶ λοιπὸν ἤδη εἰς τὴν πρόκλησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης, δύναμαι νὰ τὸ πράξω; Σεῖς κυβερνᾶτε ἐπὶ τέσσαρα συνεχῆ ἔτη, καὶ ὁ τόπος εὑρίσκεται εἰς δεινὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, καὶ θέλετε ἡ κατάστασις αὕτη νὰ ἐξακολουθήσῃ; ἐπεβαρύνατε τὸν φορολογούμενον λαὸν μὲ τόσα καὶ τόσα χρέη, τί ἐκάματε καὶ ποίαν ἐπιμέλειαν κατεβάλατε; Ποίαν ἱκανότητα κατεδείξατε εἰς τὸ νὰ δημιουργήσητε πόρους, δι’ ὧν ν’ ἀποτίσωμεν τὰ ὑπέρογκα ταῦτα χρέη; Ἀντὶ τούτων ὅλων εἰσάγετε ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ πολυτελέστατον καὶ δυσανάλογον καὶ ἀνεφάρμοστον εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰσάγετε ὀργανισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου δημιουργοῦνται νέαι θέσεις καὶ νέοι προβιβασμοί. Γνωρίζω τί περὶ προβιβασμῶν ἔγραψεν ἐν τῷ περὶ στρατιωτικοῦ δικαίου συγγράμματί του ὁ Brutta. «Τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα, τὸ πάντων εὐγενέστατον, διότι ἐγκυμονεῖ τὰ ὕψιστα πάθη καὶ ἐπιβάλλει τὰς ἀφιλοκερδεστέρας θυσίας, τὴν θυσίαν τῆς ζωῆς καὶ περιουσίας, χρείαν ἔχει ἁμίλλης. Τὴν ἅμιλλαν γεννᾷ ἡ προσδοκία κρείσσονος θέσεως». Ἀλλὰ μήπως μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένοντο ἀρκετοὶ προβιβασμοί; καὶ εἶναι δίκαιον καὶ συμφέρον ἄνευ ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀπέναντι ἑνὸς φοβεροῦ ἐλλείμματος νὰ σχηματίζωμεν συντάγματα, καὶ ἐπιτελεῖα καὶ ἀρχηγεῖα; Μετὰ δικαίας δὲ ἀπορίας ἐρωτῶμεν πῶς δὲν ἐλήφθη ἐπὶ τοσοῦτον ἤδη χρόνον ἡ δέουσα πρόνοια, ἵνα διατυπωθῇ γενικόν τι σύστημα διοργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἁπλούστερον καὶ οἰκονομικώτερον, ἐπαρκοῦν δὲ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ δυνάμενον νὰ καταστήσῃ τὸν μικρὸν στρατόν μας ἄξιον τοῦ προορισμοῦ του ἐν πάσῃ περιστάσει. Ὡς πρὸς τοὺς ὑπεραρίθμους, πῶς δὲν λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως μὴ μισθοδοτῶνται, χωρὶς νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἄλλας θέσεις; Πῶς δὲν μιμούμεθα τὸ παράδειγμα ἄλλων ἐθνῶν, ἅτινα ὀρθῶς σκεπτόμενα καὶ τὴν οἰκονομίαν τοῦ Κράτους ὑπ’ ὄψιν λαμβάνοντα μεταχειρίζονται τοὺς κατωτέρους βαθμοφόρους εἰς καταλλήλους πολιτικὰς θέσεις, ὡς π. χ. τελωνεῖα δασονομεῖα, ἁλυκὰς, ἐπιστασίας φυλακῶν κτλ.; Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε λεχθέντων προκύπτει τὸ ἀλάνθαστον συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐδιοίκησε τὸν τόπον πλειότερον πάσης ἄλλης Κυβερνήσεως, καὶ ἥτις ἔσχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα φροντίσῃ καὶ διὰ τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, οὐ μόνον ταῦτα παρημέλησεν, ἀλλὰ καὶ τὰ διέστρεψε διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως συστήματος ὀλεθρίου, τοῦ συστήματος τῆς καθ’ ὑπέρβασιν περιποιήσεως τῶν φίλων καὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου ἐναντίον τῶν ἀρχῶν, ἃς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος ἐν τῇ περιλαλήτῳ ἐκείνῃ ἐγκυκλίῳ. Διὰ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ μειωθῇ παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ πᾶσα καλὴ ἰδέα περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν κομμάτων καὶ περὶ τῶν κομματαρχῶν. Ὁποία λέγουσι διαφορὰ πρὸς τοὺς κομματάρχας τοῦ ἀγῶνος! Ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται περὶ αὐτῶν ἀνὴρ μετασχὼν τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, καὶ συγγράψας τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ, ὁ μακαρίτης Ι. Φιλήμων. «Οἱ πλειότεροι αὐτῶν ἐστεροῦντο μαθήσεως καὶ γνώσεων ποικίλων. Εἶχον ὅμως πλήρη τὸν ὀρθὸν νοῦν προσηλωμένον εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν πατρίδα, τὴν ἠθικὴν καὶ τὸ καθῆκον. Ἀποφεύγοντες πᾶσαν μεγαλοῤῥημοσύνην καὶ πάντα κόμπον, σεβαστοὶ τὰ ἤθη καὶ τοὺς τρόπους, ἐσέβοντο παρὰ τῶν πολλῶν, διότι ἐσέβοντο ἑαυτούς. Οὐδέποτε ἐξήρχοντο τοῦ κύκλου τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῶν, οὐδέποτε κατεβιβάζοντο, οὐδέποτε ὑπισχνοῦντο τὰ πάντα τοῖς πᾶσιν, ἵνα ποιήσωσιν ἕνα προσήλυτον. Δύναται μάλιστα νὰ εἴπῃ τις, ὅτι οἱ ἄνδρες οὗτοι δὲν ἤθελον τὴν ἐξουσίαν, ἵνα μεγαλυνθῶσιν, ἀλλ’ ἵνα μεγαλυνθῇ δι’ αὐτῶν ἡ ἐξουσία». Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἰσὶ τὰ κόμματα, καὶ ὅτι ταῦτα, λειτουργοῦντα ἐπὶ ὡρισμένων ἀρχῶν, εἰσὶ χρήσιμα εἰς τὸν τόπον, κακίστην προσέφερεν ὑπηρεσίαν ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ μέγα μέρος συνετέλεσεν εἰς τὸ ν’ ἀποβάλουν πᾶν γόητρον καὶ νὰ χαλαρώσουν πᾶσαν πεποίθησιν περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτῶν. Καὶ βεβαίως, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα, ἐὰν ἐμπιστευθῶμεν καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου εἰς τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον κόμμα, βεβαιωθῆτε, ὅτι τάχιστα θὰ ἐπέλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ὁ τόπος θὰ ἐξεγερθῇ κατὰ τῶν κομμάτων, καὶ τοῦτο εἶναι ὀλέθριον τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον, κατὰ τὴν κρίσιν μου, οἱ Κυβερνῆται δὲν δημιουργοῦνται ὡς ἀπὸ μηχανῆς, οὔτε τὰ συνταγματικὰ Κράτη κυβερνῶνται ἄλλως εἰμὴ διὰ τῶν κομμάτων, τῶν κομμάτων τῶν ἠθικῶν, τῶν πρεσβευόντων ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἐρχόμενα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου πιστῶς καὶ ἀδόλως ἐφαρμόζουσιν. Εἶπον ἐπίσης, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι τὸ κέντρον τοῦ καθόλου Ἑλληνισμοῦ καὶ νὰ συντρέχωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς πᾶν μέτρον ἀνάλογον τῶν πόρων τοῦ Κράτους, δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν τοιαύτην ἀποστολήν της. Ἐννοεῖτε βεβαίως, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἀκούων τις τοῦ κ. Φιλήμονος, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ἠδύνατο νὰ βαυκαλισθῇ ὑπὸ γλυκυτάτων ὀνείρων. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ πράγματα δὲν ἔχουσιν οὕτω, καὶ δύναμαι ἀλανθάστως, φρονῶ, ν’ ἀναφωνήσω μετὰ τοῦ Βιργιλίου: «Una salus victis nullam sperare salutem». Καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶμαι ὀπαδὸς τῆς πολιτικῆς, ἣν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος διέγραψε τῇ 17 Ἀπριλίου 1874 διὰ τοῦ ὑπομνήματός του πρὸς τὴν Α. Μ. «Θεωρῶν, ἔγραφεν, ὡς σπουδαιότατον μέλημα πάσης ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐξωτερικὴν αὑτῆς πολιτικὴν, ἐξήγησα ὑμῖν, Βασιλεῦ, ἐν τοῖς πρώτοις, ὅτι ἡ διατήρησις τῶν φιλικῶν μετά τε τοῦ ὁμόρου Κράτους καὶ τῶν λοιπῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ λαῶν σχέσεων, ἡ εἰλικρινὴς μετ’ αὐτῶν σύμπραξις καὶ ἡ αὐστηρὰ ἀποχὴ ἀπὸ παντὸς ὅ,τι δύναται νὰ κλονίσῃ τὴν διεθνῆ αὐτῶν ἀμοιβαίαν ἐμπιστοσύνην, συναίσθησις καθήκοντος ἴσης εὐγνωμοσύνης πρὸς τὰς εὐεργέτιδας Δυνάμεις, καὶ ἐξ ἴσου φιλικὴ συμπεριφορὰ πρὸς τὰς λοιπάς, ταῦτα ἀποτελοῦσι τὴν ἀληθῆ ἑλληνικὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν». Ἰδοὺ πολιτικὴ σαφὴς καὶ διαγεγραμμένη, ἰδοὺ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ πέντε μόλις ἐτῶν ἐπρέσβευεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἔχῃ μίαν πολιτικήν. Καὶ ἐν τούτοις πρᾶγμα πρωτάκουστον εἰς τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἰσχυρίσθη, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει σαφῆ καὶ ὡρισμένην πολιτικὴν, καὶ ὅτι δύναται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ μεταβάλλῃ πολιτικὴν, ἀρκεῖ τοῦτο νὰ συνάδῃ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ ἰσχυρίζεται τοῦτο εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἴπερ ποτε ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἔχῃ σαφῆ καὶ ὡρισμένην πολιτικὴν, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἐπαμφοτερίζουσα πολιτικὴ οὐδέποτε ὠφέλησε. Δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος νὰ συζητήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν ἐκκρεμότητα τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, οὗτινος ἡ λύσις συνταράσσει πᾶσαν ἑλληνικὴν καρδίαν. Ἐννοῶ καὶ αἰσθάνομαι τὰς δυσχερείας τοῦ ἔργου καὶ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ τόπου κατάστασιν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὰ ἔθνη, ὡς μάλιστα τὸ ἡμέτερον ἔθνος, ὅπερ δίδει σημεῖα ζωῆς καὶ προόδου, δὲν πρέπει ν’ ἀπελπίζωνται ἐγκαταλιμπάνοντα ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα καὶ μέλλον. Ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος ζητῶ τὴν ἄδειαν ν’ ἀποκρούσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤκουσα παρὰ διακεκριμένου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν πρώτην πολιτικὴν συζήτησιν. Μᾶς ἀνέφερε τὸ παράδειγμα τοῦ Ῥωμαίου στρατηγοῦ, καὶ μᾶς συνεβούλευσε νὰ μὴ πάσχωμεν ἑλληνοφοβίαν. Διαφωνῶ πληρέστατα πρὸς πάντα ἔχοντα τὴν αὐτὴν ἰδέαν. Διότι ἡ μεγάλη ἰδέα, τὸ ἱερὸν τοῦτο σύμβολον τοῦ Ἕλληνος, τί ἄλλο εἶναι παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκούετε καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποκαλοῦσιν ἑλληνισμόν; Ἄνευ τῆς ἰδέας ταύτης ὁ Ἕλλην, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως. Ἄνευ αὐτῆς προτιμώτερον νὰ λέγηται ὑπήκοος μιᾶς μεγάλης αὐτοκρατορίας παρὰ νὰ ἦναι Ἕλλην. Καὶ μήπως ἆρά γε ἡμεῖς μόνοι ἔχομεν τὴν μεγάλην ἰδέαν; Στρέψατε πρὸς ἀνατολὰς καὶ ἴδατε τοὺς Βουλγάρους, Σέρβους, Ῥωμούνους, ἔχουσι καὶ αὐτοὶ τὴν μεγάλην ἰδέαν των. Καὶ οἱ Ἰταλοὶ εἶχον τὴν μεγάλην ἰδέαν των, ἀλλ’ ἠξιώθησαν πρὸ ἡμῶν νὰ τὴν ἴδωσι πραγματοποιουμένην, διότι ηὐτύχησαν νὰ ἔχωσιν ἐπιδεξίους πολιτικούς. Καὶ οἱ Αὐστριακοὶ ἔχουσι τὴν μεγάλην ἰδέαν των, ἣν ἀποκαλοῦσι Drang nach Osten, κίνησιν πρὸς ἀνατολάς. Καὶ οἱ Ῥῶσσοι ἔχουσι τὴν μεγάλην ἰδέαν των ἀποβλέποντες εἰς Κωνσταντινούπολιν. Καὶ ὅταν οἱ Ῥῶσσοι ἀποβλέπωσιν ἐκεῖ, εἶναι ἁμάρτημα, εἶναι ἑλληνοφοβία νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐκεῖ καὶ ἡμεῖς ἀποβλέπομεν; εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐνταῦθα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον πρό τινος καιροῦ ἐνώπιον ἄλλης σεβαστῆς ὁμηγύρεως. Τὸ εἶπεν ὁ Louis Blanc ἐν τῇ τελευταίᾳ γαλλικῇ Συνελεύσει. «On peut bien supprimer le coq qui reveille trop matin: on ne retardera pas d’ un minute le lever du jourr. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νῦν περὶ τούτου, οὔτε εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Ἓν μόνον σήμερον ὀφείλομεν νὰ καθαρίσωμεν, ποῖον πρέπει νὰ ἦναι τὸ σύνθημα τῆς Ἑλλάδος. Τὸ εἶπεν ἓν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, ὁ κ. Φιλήμων ἀπὸ τοῦ 1869. «Ἡ Ἑλλὰς σύνθημα πρέπει νὰ λάβῃ τὸ ἑξῆς. Διατήρει τὴν εἰρήνην καὶ καταρτίζου, ἐὰν θέλῃς νὰ ἐπιχειρήσῃς ἐν τῇ κινητῇ ὥρᾳ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σοὶ ἁρμόζει». Κατὰ ταῦτα ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος σήμερον πρέπει νὰ ἦναι καθαρῶς εἰρηνική, ἡ δὲ Κυβέρνησις αὐτῆς νὰ ἐπιδοθῇ μετὰ δραστηριότητος καὶ ζήλου εἰς τὴν ἐσωτερικὴν τοῦ τόπου ἀναμόρφωσιν, μὴ παραμελοῦσα συγχρόνως καὶ τὴν ἐπὶ τὰ βελτίω διοργάνωσιν τοῦ μικροῦ στρατοῦ μας ἀναλόγως τῶν πόρων τοῦ Κράτους καὶ τῆς οἰκονομικῆς τοῦ τόπου καταστάσεως. Ἀλλὰ τοιαύτην πολιτικὴν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναμένωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἡ πολιτική της συνίσταται εἰς τὴν ἀβεβαιότητα ὡς πρὸς τὰ ἐξωτερικὰ, καὶ εἰς περιττὰς δαπάνας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, μὴ ὀκνοῦσα οὐδ’ ἀπέναντι τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν τοῦ τόπου νὰ εἰσάγῃ Νομοσχέδια ἐπὶ Νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπαυξάνει τὸ ὑπάρχον ἤδη ἔλλειμμα καὶ ἐμμένουσα εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίζῃ ὀργανισμὸν στρατιωτικὸν πολυτελέστατον καὶ δαπανηρότατον. Κατὰ ταῦτα, οὔτε ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική της συνάδουσι πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα, ἐὰν σωφρονῶμεν, νὰ δώσωμεν ψῆφον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀνάγκη ἐθνικὴ, καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ ἄλλως ὀξυδερκέστατος νοῦς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν τὸ ἐνόησεν, εἶναι ἀνάγκη, λέγω, νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὴν ἐπικρατοῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, καθὼς εἶναι ἐπίσης ὑποχρέωσις δι’ ὅλους ἡμᾶς, ἐν περιπτώσει πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑποστηρίξωμεν πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἥτις ἤθελεν ἐξέλθει ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἀρχαί. Οὔτε δυνάμεθα, προκαλούμενοι, νὰ ἐπιδοκιμάσωμεν τὴν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐμφαινομένην πολιτικήν. Πῶς εἶναι δυνατὸν διακόσιοι ἀντιπρόσωποι νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἀνθοῦσιν, ὅτι τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα βαίνει κατ’ εὐχήν; Πῶς νὰ εἴπωμεν τοιοῦτον ψεῦδος; Οἱ ἀκούοντες θὰ γελάσωσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἡ διάνοια τοῦ ἔθνους, δὲν λέγει τ’ ἀληθῆ Ἀλλ’ ὅταν συνερχώμεθα κατ’ ἰδίαν, ὁμολογοῦμεν πάντες τὴν ἀθλίαν ἡμῶν κατάστασιν. Συνερχόμενοι ἐνταῦθα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ ἐναντίον; Οἱ φίλοι μας, οἱ συγγενεῖς μας, ὁ κόσμος ὅλος λέγει, ὅτι πάσχομεν, ὅτι καλοδιοικούμεθα, ὅτι εἴμεθα ἐγγὺς εἰς τὴν χρεωκοπίαν, καὶ θέλετε νὰ εἴπωμεν διὰ τῆς ψήφου μας, ὅτι εὐημεροῦμεν; θέλετε νὰ ψηφίσωμεν τὸ σκότος ὡς φῶς καὶ τὸ φῶς ὡς σκότος; Ἀλλ’ οὐχὶ οἱ λέγοντες τὸ γλυκὺ πικρὸν καὶ τὸ πικρὸν γλυκύ... (Εὖγε ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν, ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ μέρους τῶν ἀκροατηρίων.)
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομαρᾶς.
§46Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ σύστημα τῆς συζητήσεως, τὸ ὁποῖον ἀκολουθοῦμεν, εἶναι κατὰ τῶν ἐθίμων καὶ κατὰ τοῦ κανονισμοῦ. Ὁμιλοῦν κατὰ σειρὰν ὅλοι οἱ ἔχοντες τὰς αὐτὰς ἰδέας.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος, καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑποχρεώσω κανένα νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον.
§48ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν, ὅπως καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας της, ἀφοῦ διάφορα μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ παρατεταμένης συζητήσεως, ἐξέφρασαν τὴν ἑαυτῶν γνώμην. Εἶναι προσβολὴ εἰς τὸ Σῶμα νὰ μὴν ἀπαντῶσι.
§49ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν ἔκθεσίν της· μέχρι τοῦδε δὲν ἐλέχθη τι σπουδαῖον, ὅπως ἀπαντήσωμεν.
§50ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ εἶναι παιγνίδι, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἐγένετο.
§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ ὁμιλεῖτε, μέχρις οὗ ἀπαντήσουν. (Θόρυβος.)
§52ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, δὲν ἔχομεν τί ν’ ἀπαντήσωμεν, διότι τὸ σύστημα τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἀνεπτύχθη. Τὰ τῶν Ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ἀφήσατε εἰς τοὺς ἐμπειροτέρους. Περιμένομεν τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ συστήματός σας.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ.
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία, ψηφοφορία. (Θόρυβος).
§55ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί νὰ ψηφίσωμεν; (Θόρυβος.)
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἡ ἀξίωσις, ἥν τινες τῶν κ.κ. Βουλευτῶν ἐκφράζουν, τὸ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι εὔλογος, τοὐλάχιστον εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἐκτὸς γενικῶν τινων θεωριῶν περὶ ἐλλειμμάτων καὶ ὑπολογισμῶν, οὐδὲν ἕτερον ἀνεπτύχθη, εἰμὴ περὶ τῶν οἰκονομιῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γείνωσιν ἐν ἑκάστῳ κλάδῳ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἀφορῶσι τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου ὑπουργείου, καὶ αὐταὶ αἱ παρατηρήσεις θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν. Λοιπὸν τί θέλετε, ν’ ἀπαντήσωμεν; Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου ὑπουργείου καὶ προταθῶσιν αἱ οἰκονομίαι αἱ σήμερον προτεινόμεναι, ὡς γενικὴ δῆθεν συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκφράσῃ ἐπ’ αὐτῶν τὴν γνώμην της, ἂν αἱ οἰκονομίαι πρέπει νὰ γείνωσι δεκταὶ ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας ἢ μή. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν, ἕως τώρα τοὐλάχιστον, δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσωμεν, διότι οὐδὲν γενικὸν ἀνεπτύχθη, προκαλοῦν τὴν ἀνάμιξιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν συζήτησιν.
§57ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Λοιπὸν ψηφοφορία. (Θόρυβος.)
§58ΕΤΕΡΟΙ. Ἐπὶ τίνος θέματος;
§59ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀφοῦ ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀνήκω εἰς τὴν μειοψηφίαν αὐτῆς, ὀφείλω βεβαίως νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, πρῶτον διότι, ὡς δηλώνω καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου, ῥιζικῶς διαφωνῶ πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ δεύτερον, διὰ νὰ διαφύγω τὰς ἐπιτιμήσεις τὰς ἐξενεχθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Ζαΐμη, διὰ τὴν ἔλλειψιν ἐκθέσεως τῆς μειονοψηφίας. Δι’ ἐμὲ μάλιστα ὑπάρχει καὶ ἰδιαίτερος λόγος, διότι, μολονότι ταυτίζομαι κατὰ τὸ πλεῖστον μὲ τὰς ἰδέας τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, μολαταῦτα, κύριοι, ἔχω καὶ ἰδέας ἀτομικὰς, ἰδέας, αἱ ὁποῖαι εἶναι γνωσταὶ καὶ ὡς ἐκ τοῦ παρελθόντος μου καὶ ὡς ἐκ τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνῆκον μέχρι τοῦδε, αἱ δὲ ἰδέαι μου αὗται εἶναι ἄντικρυς διάφοροι πρὸς τὰς τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ὅλον σύστημά του, ὅπερ ἀνέπτυξε, σᾶς ἐπρότεινε καὶ φόρους καὶ δάνεια, ἐνῷ ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος παντὸς φόρου καὶ παντὸς δανείου, ὥστε, μολονότι ἀνήκω εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ἀποτελῶ καὶ ἰδιάζουσαν μειονοψηφίαν τῆς μειονοψηφίας, καὶ δὲν ἤθελεν εἶσθαι εὐπρεπὲς πρὸς τὰ λοιπὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς νὰ κάμω ἔκθεσιν ἰδίαν. Ταῦτα, ἵνα ἱκανοποιήσω τὴν περιέργειαν τοῦ σεβαστοῦ μοι κ. Ζαΐμη. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλην παρατήρησιν. Ὁ κ. Ζαΐμης, ἐξετάζων τὴν ἐνεστῶσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, εἶπεν, ὅτι αὕτη εἶναι προϊὸν τῶν περιστάσεων, αἵτινες ἐγεννήθησαν ἀπὸ τὰ 1862· τῳόντι τοῦτο εἶναι μία ἀλήθεια, ἀλλ’ ἐν μέρει μόνον. Εἰς ὅλα τὰ ἔθνη συνέβησαν ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπενεγκοῦσαι μεγάλας οἰκονομικὰς δαπάνας, ἀλλὰ τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, παρελθουσῶν τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, σωφρόνως πολιτευόμενα, ἐπανήρχοντο εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ οἰκονομικοῦ των συστήματος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ζαΐμην νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τοῦ 1862, αἵτινες κατέλιπον τοσαῦτα ἐλλείμματα, ἔλαβον μέτρα πρόσφορα, ἀφοῦ παρῆλθον αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, νὰ ἐλαττώσωσι τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς εὔρυθμον οἰκονομικὴν κατάστασιν. Τοὐναντίον ηὐξήσαμεν τοὺς φόρους, καὶ τοὺς κατεστήσαμεν παγίους μὲ τὰς αὐξήσεις τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας· τὰ ἔξοδα ηὔξησαν κατὰ πρόοδον, οὕτως εἰπεῖν, καὶ οὕτω σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς ἀμηχανίαν, ἐξ ἧς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ διαχειρίσεως ἀπὸ Κυβερνήσεως πρὸς Κυβέρνησιν· καὶ τῳόντι, διὰ νὰ μὴ ἀδικήσω τὴν ἱστορίαν τῶν πολιτευομένων, λέγω, ὅτι ὑπῆρξαν πολλοὶ κυβερνήσαντες ἄνευ φόρων καὶ δανείων, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον ἐξ αὐτῶν ἐξηκολούθει νὰ δαπανᾷ, καὶ διὰ τοῦτο ηὔξησαν τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα διὰ νὰ καλύψωμεν, κατεφύγομεν εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δανείων. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα, ὀφείλω ὀλίγας παρατηρήσεις πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι αὕτη, ἢ μᾶλλον ὁ εἰσηγητὴς αὐτῆς, ἐν πολλοῖς ζητήμασιν ἐθεώρησεν, ὅτι ἡμεῖς ἡ μειονοψηφία εἴμεθα καθ’ ὅλα σύμφωνοι, καὶ δὲν ἀδικῶ αὐτὸν, ὡς ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅτι ἐκ προθέσεως ἔγραψε τοῦτο, ἀλλ’ ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως τῶν ἰδεῶν ἡμῶν.
§60ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ὁρίσητε τὰ σημεῖα.
§61ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, μηδ’ ἐμοῦ ἐξαιρουμένου, παραδεχόμεθα, ὅτι θέλομεν τὴν Ἑλλάδα νὰ ἴδωμεν ἐκπαιδευομένην στρατιωτικῶς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν· τοῦτο παραδεχόμεθα ὡς ἀρχήν. Δὲν συνεδυάσαμεν ὅμως τὴν ἰδέαν ταύτην μὲ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ὅπως τὸ πράττῃ ἡ ἔκθεσις πρὸς δικαιολόγησιν τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας· καὶ λέγω τοῦτο, διότι ῥιζικῶς διαφωνῶ πρὸς τὴν ἰδέαν αὐτήν· θέλω νὰ παρασκευασθῇ ἡ Ἑλλὰς διὰ τὸ μέλλον, οὐχὶ ὅμως διὰ τὸ ἐκκρεμὲς ἐξωτερικὸν ζήτημα.
§62ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε τὴν ἔκθεσιν. Εἶναι ἀνακριβὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§63ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐδῶ εἶναι γραμμένα· scripta manent, verba volant.
§64ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδιαβάσατε τὴν ἔκθεσιν καὶ τὴν ὑπεγράψατε, καὶ δὲν εἴπετε τίποτε τότε.
§65ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἶπον, ὅτι διαφωνῶ ῥιζικῶς, ἐξέθηκα τὴν ἰδέαν μου. Κατ’ ἐμέ, κύριοι, τὸ λεγόμενον ἐξωτερικὸν ζήτημα δὲν εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν οἱ Ἕλληνες δίδουν· τοῦτο εἶναι ζήτημα μόνον περὶ κανονισμοῦ τῶν ὁρίων μας, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Ἑλλάδα ἀφ’ ὅτου ἐγένετο, εἶναι ζήτημα περὶ διευθετήσεως τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα κακῶς διέγραψεν ἡ διπλωματία, διότι, ὡς ἔχουσι, συντελοῦσιν εἰς τὴν εἰσβολὴν τῶν ληστῶν εἰς τὸ ἡμέτερον ἔδαφος. Τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα εἶναι ἄλλο, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ σήμερον περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται· εὔχομαι μόνον ἡ λύσις τοῦ περὶ ἰθύνσεως τῶν ὁρίων ζητήματος νὰ ἐπέλθῃ τάχιστα, καὶ τότε θὰ γείνωμεν ὅλοι στρατιῶται, ὅπως λάβωμεν τὰς χώρας, τὰς ὁποίας προσδοκῶμεν. Ὀφείλω προσέτι νὰ ἐπιφέρω ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπὶ ἄλλων τινῶν ἰδεῶν τῆς πλειοψηφίας. Τῳόντι ἡ πλειοψηφία εἶναι συνεπὴς εἰς ἑαυτήν, διότι ἀντιπροσωπεύει τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρουσιάζει τὸ ἀπαύγασμα τῆς πολιτικῆς της. Λέγει ἡ πλειοψηφία ὅτι τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 συνήφθη πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθές, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τοῦ νόμου. Ἀλλὰ ἤρθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; ὄχι. Ἡ δὲ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς λέγει, ὅτι αἴτιον ἦτο, διότι δὲν ἐπήρκεσε τὸ ποσὸν πρὸς τοῦτο, καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ ποσὸν ἐπήρκει, ἀλλὰ μέγα μέρος αὐτοῦ ἐδαπανήθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δικαιολογοῦσα τὰ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ προωρισμένα νὰ πληρώσωσι τὸ χρεώλυτρον οὐ μόνον τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἀλλὰ καὶ τοῦ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν παλαιῶν δανείων, λέγει, ὅτι ἡ ἀναγνώρισις τῶν παλαιῶν δανείων, ἦτο ἀναγκαία, ἵνα αὐξήσῃ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν διπλωματίαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς εἰλικρινῶς νὰ μοὶ εἴπητε ἂν μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δανείων ηὔξησεν ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, ἢ μετέβαλε τὴν διπλωματίαν ὑπὲρ ἡμῶν; Τοιοῦτόν τι δὲν ἐπῆλθε, διατί; διότι δὲν ἐσυνηθίσαμεν νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῆς δημοσίας πίστεως, ὅπως ἐμπρέπει εἰς ἔθνος σοβαρόν. Πίστις, κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἅμα ὁ δίδων δὲν ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ τοῦ δώσῃς τὸ παρ’ αὐτοῦ λαμβανόμενον· εἰς τὰς συναλλαγὰς ὁ δανειστὴς ζητεῖ τὴν ἀσφάλειάν του, τὰ κεφάλαια δὲν ἔχουσι καρδίαν, ἀλλὰ ζητοῦσιν ἀσφάλειαν καὶ κέρδος. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ν’ αὐξήσητε τὴν πίστιν ὑμῶν, ἂν δὲν παρουσιάσητε προϋπολογισμὸν οὐχὶ μὲ περίσσευμα, ἀλλὰ τουλάχιστον ἰσοσκελῆ; ἂν τοῦτο δὲν πράξητε, τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης δὲν θ’ ἀνοιχθῶσιν εἰς ἡμᾶς, διότι τὸ πᾶν εἶναι ἡ πίστις, ἡ ὁποία ἐξετάζεται καὶ ὑπὸ ὑψηλοτέραν ἔποψιν. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ἰδέαν ῥιζικῶς διαφωνῶ πρὸς τὴν πλειοψηφίαν· καὶ μὲ ὅλα ταῦτα, κύριοι, εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς φοβεροῦ ἐλλείμματος. Τί τὸ ποιητέον; Αἱ λέξεις εἶναι πρόχειροι, ἀλλὰ τὰ πράγματα εἶναι δυσχερῆ. Εὔκολον εἶναι νὰ λέγῃ τις: αὐξάνω τοὺς φόρους, συνάπτω δάνεια. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γείνωσι ταῦτα; Κατ’ ἐμὲ ὄχι· διότι ὅταν συνάπτητε δάνεια ἢ ἐπιβάλλητε φόρους πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, θέλετε καταπιέσει ἐπ’ ἄπειρον τὸν τόπον, μὴ δυνάμενον ν’ ἀνθέξῃ. Οἱ φόροι ἀφαιροῦσι παραγωγικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἔθνη, καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχουσι διαφωνίαι μεταξὺ τῶν οἰκονομολόγων περὶ τοῦ τί εἶναι προτιμητέον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, οἱ φόροι ἢ τὰ δάνεια· ἡμεῖς ὅμως δὲν δυνάμεθα οὐδὲ κἂν νὰ συζητήσωμεν μεταξὺ τῶν δύω. Ὁ κ. Βαλασσόπουλος προετίμησε τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, ἥτις πράγματι καλύπτει τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ, κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν δύναται ὁ γεωργὸς νὰ πληρώσῃ χωρὶς νὰ τοῦ ἀφαιρέσωμεν καὶ, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, τὸ τομάριόν του; Ἡ σύναψις τῶν δανείων εἶναι ἐλαφρότερον βάρος, διότι δύνασθε μὲ τὸ δέκατον τοῦ πεσοῦ τῶν φόρων νὰ συνάψητε δάνειον· ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸ σύστημα τοῦτο τὰ ἐλαττώματά του, διότι ἐξακολουθεῖ ἡ φορολογία ἐπ’ ἄπειρον μέχρι μακρᾶς προθεσμίας, ἥτις εἶναι ἀναγκαία πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου, ἡ δὲ ἐξάντλησις τῶν πόρων τοῦ ἔθνους καθίσταται οὕτω συνεχής. Ἐγὼ δέχομαι, κύριοι, ὅτι τὸ φαινόμενον ἔλλειμμα εἶναι 10,000,000. Πῶς δυνάμεθα νὰ τὸ καλύψωμεν; Αἱ οἰκονομίαι εἶναι εἷς τρόπος, αἱ μεγάλαι καὶ ῥιζικαὶ οἰκονομίαι. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἀνεζήτησα νὰ ἐκτείνω τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τοὺς ὑπολογισμούς μου, δὲν ἠδυνήθην νὰ φθάσω εἰς τὰ 10,000,000. Ἐκτὸς ὅμως τῶν οἰκονομιῶν ὑπάρχει ἕτερον μέσον νὰ σωθῶμεν. Εἶναι δὲ τοῦτο οὐχὶ νὰ συνάψωμεν δάνεια ἢ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, ἀλλὰ νὰ διασώσωμεν τοὺς φόρους ἀμέσους καὶ ἐμμέσους διὰ τῆς καλῆς καὶ τιμίας διαχειρίσεως καὶ διὰ τῆς καλῆς τοῦ τόπου διοικήσεως. Ἀληθῶς, ὅπως λέγει ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, μὲ τὴν ὁποίαν ἐν μέρει ὡς πρὸς τοῦτο συνετάχθην, ἀληθῶς προετάθη ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ ἡ ἀναπλήρωσις αὐτῆς δι’ ἄλλων φόρων. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἤμην ὑπὲρ τῆς ὑποτιμήσεως τῆς δεκάτης κατὰ 2%, ὥστε ἀπὸ 7%, νὰ γείνῃ 5, ἤτοι νὰ τὴν μεταβάλωμεν εἰς τὴν λεγομένην εἰκοστήν. Μολοντοῦτο δὲν ἠδυνάμην νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τούτου, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μεταβαίνῃ τις ἀπὸ ἑνὸς σημείου εἰς ἄλλο εἰς τοιαύτας οἰκονομικὰς δυσχερείας, διότι εἶναι δύσκολος ἡ ἀναπλήρωσις τοῦ ποσοῦ δι’ ἄλλων φόρων, οἱ ὁποῖοι οὔτε ὑπεβλήθησαν, οὔτε ἐδοκιμάσθησαν. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο πρὸ πολλοῦ χρόνου νὰ λάβῃ μέτρα περὶ ἄλλων διοικητικῶν ὀργανισμῶν καὶ περὶ φορολογίας διαφόρων ἀντικειμένων· ἐννοῶ φορολογίας δικαίας, διότι, ἐνῷ λέγω, ὅτι εἶμαι κατὰ τῶν φόρων, δὲν ἐννοῶ νὰ μὴ φορολογῶνται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν φορολογοῦνται παντάπασι, διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν φόρους περισσοτέρους σήμερον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ἐγὼ, κύριοι, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπεστήριξα ἰδέαν, ἥτις εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἐφάνη ὡς ἀντικειμένη εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον. Τὸ Σύνταγμα λέγει, κύριοι, ὅτι ἕκαστος ὀφείλει νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὰ βάρη τῆς πολιτείας ἀναλόγως τῆς περιουσίας του. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, πρῶτον δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ δεύτερον δὲν εἶναι δίκαιον· ἀλλὰ ὡς δίκαιον δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, ὅτι εἶναι νόμος. Θέλω φέρει ἓν παράδειγμα, διὰ νὰ ἴδητε τὴν ἐπιβλαβῆ ἐπιῤῥοὴν τούτου, π. χ. δύω βιομήχανοι ἐξασκοῦσι τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα καὶ ἐπιβάλλεται ὁ αὐτὸς φόρος καὶ εἰς τοὺς δύω, ἐνῷ αἱ πρόσοδοι τῶν δύω εἶναι πολὺ διάφοροι καὶ δυσανάλογοι· λοιπὸν δὲν φορολογοῦνται ἐξ ἴσου ἀναλόγως, διότι ἡ ἀναλογία ἀπαιτεῖ ἰσότητα τῶν φόρων. Μολαταῦτα δὲν φορολογοῦνται ἐξ ἴσου καὶ ἀναλόγως, διότι τοῦ ἑνὸς τὰ κέρδη εἶναι μεγαλείτερα, καὶ ὁ φόρος ἑπομένως πολὺ μικρὸς παραβαλλόμενος πρὸς τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πληρόνει ὁ ἕτερος, τοῦ ὁποίου τὰ κέρδη εἶναι μικρότερα. Ὁ νόμος περὶ ἐπιτηδευμάτων ἔχει διαφόρους κατηγορίας κατὰ πιθανὰς προσεγγίσεις, καὶ μολαταῦτα εἰς τὴν πραγματικότητα ὁ φόρος περιέχει ἀνισότητα καὶ ἀδικίαν. Λοιπὸν δὲν φορολογεῖται ἕκαστος ἀναλόγως τῆς περιουσίας του. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἐδῶ ὑπάρχουσι περιουσίαι μυθώδεις ἀφορολόγητοι· καὶ δὲν ἐννοῶ τὰ κεφάλαια τὰ νεκρὰ, ἀλλὰ τὰ παραγωγικὰ, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος μένει ἀφορολόγητος. Π. χ. εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κεφάλαια εἰς τὴν τράπεζαν 200 καὶ 300 χιλ. δραχμῶν· τί πληρόνουσιν αὐτοί; μηδέν.
§66ΤΙΝΕΣ. Πληρόνει ἡ τράπεζα.
§67ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τί πληρόνει ἡ τράπεζα; ἁπλοῦν ἐπιτήδευμα. Θέλω, κύριοι, νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ ἀναλογία ἄνευ ἰσότητος δὲν φέρει ἢ ἀδικήματα. Εἷς δίδει φόρον 50 δραχ. ἕτερος δίδει 5,000· ἀλλ’ ὁ δίδων τὰς 50 τὰς δίδει ἀπὸ 500 δραχμῶν εἰσόδημα, ὁ δὲ δίδων τὰς 5,000 τὰς δίδει ἀπὸ εἰσόδημα 50,000. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον, διότι ἀπὸ μὲν τὸν ἕνα ἀφαιρεῖται τὸ πρὸς συντήρησίν του ἀναγκαῖον ποσόν, ἐνῷ εἰς τὸν ἄλλον αἱ 5,000 ἀφαιροῦνται ἀπὸ εἰσόδημα 50,000 δραχμῶν, ἤτοι ἀπὸ περίσσευμα περισσεῦον εἰς αὐτόν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ κατὰ πρόοδον φορολογία εἶναι καλλιτέρα, καὶ μάλιστα διὰ τὰς ἀπόρους τάξεις. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται νὰ καινοτομήσω καὶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλὰ μόνον θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δι’ αὐτῆς ἐνόουν νὰ ἐπεκτείνω τὴν φορολογίαν εἰς ὅλας τὰς τάξεις. Ἑπομένως, ἐνῷ ἡ κατὰ πρόοδον φορολογία εἶναι φιλανθρωποτέρα, εἶναι καὶ ὑπὲρ τῆς πολιτείας, διότι τηρεῖ ἀνώτερον ὅρον καὶ κατώτερον ὅρον, καὶ διὰ τῆς κατὰ πρόοδον φορολογίας θὰ ἔχωμεν πολὺ μεγαλειτέρους πόρους καὶ πολὺ δικαιοτέρους. Διότι σήμερον, κύριοι, ὁ λαὸς φορολογεῖται, καὶ οὐχὶ οἱ πλούσιοι· καὶ φορολογεῖται, διότι ὁ ἄρτος, τὸν ὁποῖον τρώγει, ὁ οἶνος, τὸν ὁποῖον πίνει, καὶ τὸ ἔνδυμα, τὸ ὁποῖον φέρει, φορολογοῦνται καὶ πληρώνει φόρον διὰ τῆς καταναλώσεως. Ὅλοι φορολογοῦνται, ἀλλὰ περισσότερον φορολογεῖται ὁ λαὸς, ἐνῷ οἱ πλούσιοι, οἵτινες ἔχουν μεγάλα εἰσοδήματα, δὲν φορολογοῦνται κατὰ δικαίαν ἀναλογίαν. Διὰ τῆς κατὰ πρόοδον φορολογίας δὲν ἤθελε μείνει οὐδεὶς ἀφορολόγητος, διότι θὰ εὑρίσκετο τὸ ποσὸν τῆς προσόδου δι’ ἕκαστον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἤθελε φορολογηθῆ. Εἶναι λοιπὸν δικαιοτέρα ἡ φορολογία αὕτη καὶ δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, ὅσῳ μᾶλλον τὸ ἀριθμητικῶς ἴσον δὲν εἶναι καὶ ἠθικῶς καὶ δικαιολογικῶς ἴσον. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὰς ἰδέας τῆς πλειονοψηφίας, περὶ τῆς ὁποίας θέλω προσθέσει ὀλίγα τινά. Τῷ ὄντι ἡ μειονοψηφία ἦτο ἐναντία εἰς τὴν ἰδέαν τῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν κάμνει εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πλειονοψηφία περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ ἅλατος καὶ τῶν τελωνείων.
§68ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος παρεδέχθη τὸ ἕν.
§69ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγὼ ἤμην ἐναντίος, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ ἅλατος. Τὸ ἅλας, κύριοι, ἤτοι ἡ καλλιέργεια τῶν ἁλυκῶν καὶ ἡ διαχείρισις τοῦ ἅλατος εἶναι προνόμιον τῆς πολιτείας, καὶ ἡ πολιτεία δὲν πρέπει νὰ ἐκχωρῇ τὰ ἴδια αὑτῆς προνόμια. Τὸ ἅλας δὲ, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὑτοῦ εἶναι ὤνιον, καὶ πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῆς. Ἐὰν τὸ ἐνοικιάσητε, ἐννοεῖτε, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ θέλουν κάμει κατάχρησιν εἰς τὸ ἅλας, τὸ ὁποῖον εἶναι τῆς πρωτίστης ἀνάγκης καὶ συμβάλλει καὶ εἰς τὴν ὑγιείαν θὰ νοθεύσωσιν αὐτὸ, καὶ ἀφ’ ἑνὸς θὰ ζημιώσωσι τὸ δημόσιον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ βλάψωσι καὶ τὴν ὑγιείαν τῶν πολιτῶν. Ἡ ἰδέα λοιπὸν αὕτη, κατ’ ἐμὲ, εἶναι λίαν ἀποκρουστέα, καὶ εἶμαι ἐναντίος αὐτῆς. Τώρα, κύριοι, διατί εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τόσον μεγάλου ἐλλείμματος; βεβαίως αἱ διάφοροι περιστάσεις κατὰ μέγα μέρος ἐγέννησαν τὸ ποσὸν τοῦ σπουδαίου ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἐξωγκώθη ἀπὸ τοῦ 1861 ἕως τώρα μέχρι τῶν 70 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριοι, νὰ ἐπιτιμήσω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν διετήρησεν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπεφάσισε νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν στρατὸν ὀπίσω καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸν πόλεμον. Τί σημαίνει ἡ ἐπάνοδος τοῦ στρατοῦ; σημαίνει μετάβασιν ἀπὸ τοῦ πολέμου εἰς τὴν εἰρήνην. Τί κάμνουν ὅλα τὰ ἔθνη, ὅταν μεταβαίνουν ἀπὸ τὸν πόλεμον εἰς τὴν εἰρήνην; ἐννοεῖται, ὅτι ἐλαττόνουσι τὰς δαπάνας εἰς μέγιστον βαθμόν. Τὶ ἔκαμε, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις; δὲν τὸ λέγω τοῦτο, κύριοι, διὰ νὰ κρίνω τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀδιαίρετος, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδία ἦτο καὶ τότε καὶ τώρα, καὶ ἂν θὰ παραμείνῃ, θὰ ἦναι καὶ πάλιν, διὰ τοῦτο ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξω τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὶ ἔκαμε, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις; ἀντὶ νὰ διαλύσῃ μέγα μέρος τοῦ στρατοῦ, διετήρησεν αὐτὸν ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἰδίως δὲ κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος. Τί δὲ συνεπείας ἔφερεν αὐτό; ἔφερε τὴν συνέπειαν νὰ δαπανηθῶσιν ὑπὲρ τὰ 27 ἑκατομμύρια. Ὅταν, κύριοι, ὑφίστασαι δαπάνας ἐξ αἰτίας τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖς, ἐννοεῖται, ὅτι θὰ εὑρεθῇς εἰς σημεῖον νὰ μὴ δύνασαι ν’ ἀνθέξῃς. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν καιρῷ εἰρήνης νὰ συνάπτητε δάνεια, διὰ νὰ διατηρήσητε στρατὸν μεγάλον πρὸς καταστροφὴν τοῦ τόπου; πῶς θὰ ἐπανορθώσητε τὴν βλάβην ταύτην; διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δανείων καὶ διὰ τῆς ὑπεραυξήσεως τῶν φόρων; τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν, ἀφοῦ μετέβη ἀπὸ τὸν πόλεμον εἰς τὴν εἰρήνην, νὰ καταστείλῃ καὶ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας εἰς μέγαν βαθμὸν, διὰ νὰ μὴ εὑρισκώμεθα σήμερον ὑπὸ τὸ κράτος τόσον μεγάλου ἐλλείμματος. Τί ἐπῆλθεν ἐκ τούτου, κύριοι; ἡ ἐλεεινὴ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Ἔθνους, καὶ σήμερον στρέφομεν πανταχόθεν, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς ἀμηχανίαν πῶς νὰ σωθῶμεν οἰκονομικῶς. Ἤδη λοιπὸν πρόκειται περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ μέλλοντος, καὶ πρέπει νὰ προνοήσωμεν τί πρέπει νὰ πράξωμεν διὰ τὸ μέλλον. Εἶπον, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανορθώσωμεν τὴν οἰκονομικήν μας κατάστασιν σοβαρῶς, ἀλλὰ τὸ πρώτιστον, ἐκτὸς τῶν οἰκονομικῶν ἔργων τῆς κυβερνήσεως, δέον νὰ ἦναι ἡ καλὴ διοίκησις καὶ ἡ καλὴ διαχείρισις τῶν δημοσίων χρημάτων. Λέγων δὲ καλὴν διαχείρισιν, ἐννοῶ τὴν προφύλαξιν καὶ διάσωσιν τῶν δημοσίων προσόδων κατὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν αὐτῶν καὶ ἐν τῇ ἐμμέσῳ καὶ τῇ ἀμέσῳ φορολογίᾳ. Ἔχω, κύριοι, ἀκόμη νὰ ὁμιλήσω· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ δὲν εἶμαι καὶ εἰς κατάστασιν, παρακαλῶ, ἵνα μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξακολουθήσω αὔριον.
§70ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6½.)