1880.02.22
2.154 στίχοι · 17.632 λέξεις · 90 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76
τῆς 22 Φεβρουαρίου 1880.
(Παρασκευή.)
Ὥρᾳ 2. μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀποστέλλει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου διὰ τὸ τρέχον ἔτος, τὸ πρόγραμμα τῶν μαθημάτων τῆς χειμερινῆς ἑξαμηνίας καὶ τὴν τελευταίαν λογοδοσίαν. Θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, καὶ ὅστις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν θέλει, δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν. Πολλοὶ τῶν κατοίκων Πόρου ζητοῦσι νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν πόλιν ταύτην τὸ ὕδωρ τῆς πηγῆς Μπέλεσι. Τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς ἀτμαλεστικῆς ἑταιρίας «ἡ Κλείσοβα» ζητεῖ τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως χορηγηθῇ αὐτῇ δάνειον 100,000 δραχμῶν ὑπὸ τῆς τραπέζης, ἀφοῦ προσφέρῃ εἰς ὑποθήκην τὸ ἐργοστάσιον. Ἡ Ἐρασμία χήρα Ἰγνατίου Ποδογορόσκη, πρόσφυξ ἐκ Θεσσαλίας, ζητεῖ συνδρομήν, δι’ ἃς ὑπέστη καταστροφὰς τὸ 1878. Πᾶσαι αἱ ἀναφοραὶ αὗται θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ Παναγῆς Λειβαδᾶς ἐκ Κεφαλληνίας συνιστᾷ τὴν σύστασιν ἀγροτικῆς τραπέζης, καὶ παρακαλεῖ, ἵν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ΡΝʹ, ἀφοῦ ἐλήφθη πρόνοια περὶ συστάσεως γεωργικῆς καὶ κτηματικῆς τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ὑποβάλλει καὶ δηλώσεις πλειστηριασμοῦ ὁ κ. Ἰακωβάτος, ἃς τῷ εἶχε στείλει ὁ κ. Λειβαδᾶς. Θὰ σταλῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§2ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, κύριοι, εἰργάσθη, ἵνα περατώσῃ τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ἐντολήν ἐντὸς τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἔταξεν αὐτῇ ἡ Βουλή· ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐξήτασε 56 μάρτυρας ἕως σήμερον, καὶ ἀπηύθυνε διάφορα ἔγγραφα εἰς διαφόρους ἀρχὰς, δι’ ὧν ἐζήτησε πληροφορίας σχετικὰς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν. Ἀτυχῶς ὅμως, ἕνεκεν τῶν ἐμποδίων, ἅτινα δὲν ἐξήρτατο ἀπ’ αὐτὴν νὰ τὰ ὑπερβῇ, δὲν ἠδυνήθη, ὡς ἤλπιζε, νὰ σᾶς ὑποβάλῃ ἐντὸς τῆς τριακονθημέρου προθεσμίας τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ νὰ παραγγείλῃ ἐξετάσεις μαρτύρων ἐν Παρισίοις, ἐν Σμύρνῃ καὶ ἐν Σάμῳ. Ἀτυχῶς αἱ ἐξετάσεις αὗται, μ’ ὅλον ὅτι εἰς Παρισίους ἐστάλησαν τ’ ἀναγκαῖα ἔγγραφα ἀπὸ τῆς 31 Ἰανουαρίου, ἀτυχῶς, λέγω, αἱ ἐξετάσεις καθυστεροῦνται ἕως σήμερον· τὰς περιεμένομεν μὲ τὸ ἀτμοκίνητον, ἀλλὰ δὲν τὰς ἔχομεν ἤδη ἀκόμη. Εὑρίσκεται λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, διότι κατὰ τ’ ἄλλα εἶναι περατωμένη ἡ ἐργασία της, ὑποβάλλουσα καὶ ποιοῦσα γνωστὸν τῇ Βουλῇ τὸ ἐμπόδιον, ἕνεκεν τοῦ ὁποίου δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποπερατώσῃ ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας τὴν ἀνάκρισιν, νὰ παρακαλέσῃ, ἵνα δοθῇ αὐτῇ, εἰ δυνατόν, νέα προθεσμία, τοὐλάχιστον 10 ἡμερῶν, ἂν καὶ ἐλπίζωμεν, ὅτι καὶ προτήτερα θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς πέρας τῶν ἐργασιῶν.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις βέβαια.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Δὲν ἤμην, κύριοι, χθὲς ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐπληροφορήθην, ὅτι δύω ἀξιότιμοι συνάδελφοί μας, ὁ κ. Δημητρακάκης, Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, καὶ ὁ κ. Συνοδινός, Βουλευτὴς ἐκ Θήρας, ἀπηύθυναν ἐπερωτήσεις ἀναγομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ χορηγήσω τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἐπερωτήσεων. Καὶ πρῶτον ἀπαντῶ εἰς τὴν πρώτην ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτοῦ κ. Δημητρακάκη, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τῶν μεταλλουργείων. Πληροφορῶ τόσον τὸν ἐπερωτήσαντα ὅσον καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀληθῶς ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς διαφοραὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας. Καὶ ἐκ μέρους μὲν τοῦ δημοσίου κατὰ τῆς ἑταιρίας περὶ πληρωμῆς δραχμῶν 2,900,000 περίπου· παραλείπω τὰς δεκάδας χάριν εὐκολίας. Ἀλλὰ κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐν Ναυπλίῳ καὶ ἐνταῦθα ἐφετῶν, δι’ ὧν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπεδικάσθη εἰς τὸ δημόσιον, ἡ ἑταιρία τῶν μεταλλουργείων ἔκαμεν αἴτησιν ἀναιρέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἔμεινεν ἡ ὑπόθεσις ἐκκρεμής, ὅταν ἐλήφθη ἄλλο μέτρον περὶ τῶν ὑποθέσεων τούτων, περὶ τοῦ ὁποίου μέτρου θὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ἀκολούθως. Ἐκ μέρους δὲ τῆς ἑταιρίας κατὰ τοῦ δημοσίου ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἰσχυριζομένης τῆς ἑταιρίας, ὅτι διὰ τοῦ ἀπὸ 19 Ἰανουαρίου 1876 νόμου, περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων, προσεβλήθησαν κεκτημένα ὑπὲρ αὐτῆς δικαιώματα καὶ ἔκτοτε δὲν ἀπεζημιώθη.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσα ἑκατομμύρια;
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσα. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔμεινεν ἐπίσης ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ὑπάρχουν λοιπὸν τρεῖς ὑποθέσεις, δύω τοῦ δημοσίου κατὰ τῆς ἑταιρίας περὶ πληρωμῆς 2,900,000 δραχμῶν, καὶ ἑτέρα ὑπόθεσις τῆς ἑταιρίας κατὰ τοῦ δημοσίου, ἐπίσης διὰ πολλὰ ἑκατομμύρια. Τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1878 ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμβιβάσῃ τὰς διαφορὰς ταύτας μετὰ τῆς ἑταιρίας, νὰ καταργήσῃ τὰς δίκας τὰς ὑφισταμένας ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ νὰ παραιτηθῇ τόσον τὸ δημόσιον ὅσον καὶ ἡ ἑταιρία τῶν ἀμοιβαίων ἀπαιτήσεών των. Μ’ ὅλον ὅτι δὲ τὸ δημόσιον ἠδύνατο διὰ τοῦ νομίμου ἀντιπροσώπου αὐτοῦ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν συμβιβασμὸν τοῦτον δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἀντικείμενον τῶν διαφορῶν ἦτο πολὺ σημαντικὸν, ἐθεωρήθη καταλληλότερον νὰ συνταχθῇ σύμβασις μεταξὺ ἑταιρίας καὶ δημοσίου περὶ καταργήσεως τῶν προκειμένων δικῶν, ἥτις νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἡ σύμβασις αὕτη, φέρουσα χρονολογίαν 3 Ὀκτωβρίου 1878, ὑπεβλήθη τῷ ὄντι εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, καὶ συνωδεύθη μάλιστα δι’ ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς ἐμοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν ᾗ ἐκθέσει ἐκτίθεται τὸ ἱστορικὸν καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ὑποθέσεων. Νομίζω ὅμως, κύριοι, ἀναγκαῖον, πρὶν προχωρήσω, νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς τὸ μέτρον τοῦτο δὲν προέβην αὐτεπαγγέλτως, ἀλλὰ κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως ταύτης πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴν, ἥτις ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δι’ ἧς προτείνει τὴν κύρωσιν τῆς συναφθείσης συμβάσεως μεταξὺ δημοσίου καὶ ἑταιρίας, καὶ ἔκτοτε ἡ ὑπόθεσις ἔμεινε καὶ μένει εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς συμβάσεως δὲν δύναται τὸ δημόσιον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐκκρεμεῖς ἀπαιτήσεις του κατὰ τῆς ἑταιρίας, διότι εἶναι δεσμευμένον διὰ ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ἐν τῷ δικαιώματί της, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κυρωθῇ ἡ σύμβασις αὕτη καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, πρέπει ν’ ἀποφανθῇ προηγουμένως ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἵνα δυνηθῇ τὸ δημόσιον νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς δίκας πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς συμβάσεως, τὸ δημόσιον εἶναι δεσμευμένον, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ τίποτε κατὰ τῆς ἑταιρίας. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸ περὶ τῆς συμβάσεως Νομοσχέδιον μετὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς καὶ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως.
§9ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἴπατε, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι τὸ δημόσιον ἔχει ἀπόφασιν Ἐφετῶν καὶ εἶναι ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τῆς δὲ ἑταιρίας μέχρι τίνος ἔχει φθάσει ἡ δίκη κατὰ τοῦ δημοσίου;
§10ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Νομίζω μέχρι τοῦ πρωτοδικείου.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰσάγετε ἐκ νέου, κ. Ὑπουργὲ, τὸ Νομοσχέδιον;
§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Μάλιστα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσάγει ἐκ νέου τὴν σύμβασιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν, περὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ κατὰ στρέμμα τριλέπτου φόρου ἐπὶ τῶν παραχωρηθέντων μεταλλείων, πληροφορῶ ἐπίσης τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Λακεδαίμονος, ὅτι, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα, ἡ παραχωρηθεῖσα ἐπιφάνεια γῆς πρὸς ἐκμετάλλευσιν ἀνέρχεται εἰς 2,000,000 περίπου στρέμματα, καὶ ὅτι ὁ ἐξ αὐτῆς πηγάζων φόρος ἀνέρχεται εἰς 60,000 δραχμῶν, ὅτι τὸ τμῆμα τὸ ἁρμόδιον καὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ τελευταῖον μάλιστα πολὺ περισσότερον, ἔδωκεν ὤθησίν τινα εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην πρὸς εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου. Ἀκριβεστέρας πληροφορίας περὶ τοῦ βεβαιωθέντος ποσοῦ δύναμαι, ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ἀναγκαῖον, νὰ χορηγήσω εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Συνοδινοῦ, Βουλευτοῦ ἐκ Θήρας, περὶ τῶν δῆθεν καταπατηθεισῶν ἐθνικῶν γαιῶν ὑπὸ τοῦ κ. Συγγροῦ ἐκ 15,000 στρεμμάτων, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι πρώτην ἤδη φορὰν ἔλαβον γνῶσιν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας κ. Συνοδινοῦ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἔσπευσα δὲ καὶ ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸ δικαστικὸν τμῆμα ὡς καὶ ἀπὸ τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπερ διευθύνει τὰς ἐργασίας τῶν ἐθνικῶν κτημάτων, καὶ ἔμαθον, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία πληροφορία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε εἰς τὸν ἐνταῦθα οἰκονομικὸν ἔφορον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον σήμερον ἐζήτησε πληροφορίας ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης, περὶ τοιαύτης καταπατήσεως γαιῶν τοσαύτης ἐκτάσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Συγγροῦ. Τὸ δικαστικὸν τμῆμα μὲ πληροφορεῖ, σχετικῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς δίκη μεταξὺ δημοσίου καὶ Ἰωάννου Παπαῤῥηγοπούλου ἀπὸ τοῦ ἔτους 1861, περὶ καταπατήσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου μεγάλης ἐκτάσεως ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὴν διαλελυμένην Μονὴν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, κειμένων ἐντὸς τοῦ Δήμου Περαίας τῆς Ἀττικῆς, καὶ ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη εὑρίσκεται ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν ἐνταῦθα ἐφετῶν, δικηγόρος δὲ τοῦ δημοσίου εἶναι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας Βουλευτὴς Μεγαλοπόλεως κ. Κατριβάνος, ὅστις ἴσως εὑρίσκεται εἰς θέσιν καλλιτέραν ἐμοῦ νὰ δώσῃ πληροφορίας περισσοτέρας, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη. Σχετίζω τὴν ὑπόθεσιν ταύτην πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ, Συνοδινοῦ, διότι νομίζω, ὅτι τὸ κτῆμα αὐτὸ ἠγοράσθη παρὰ τοῦ κ. Συγγροῦ ἀπὸ τὸν μακαρίτην Παπαῤῥηγόπουλον, καὶ ἑπομένως θὰ ἀναλάβῃ οὗτος ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα ὅσα εἶχε καὶ ὁ μακαρίτης Παπαῤῥηγόπουλος. Ἐὰν ὁ κ. Κατριβάνος δὲν ἦναι εἰς θέσιν νὰ χορηγήσῃ πληροφορίας λεπτομερεστέρας εἰς τὴν Βουλήν, ἐπιφυλάσσομαι ἐγὼ εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν νὰ ὑποβάλω τοιαύτας πρὸς αὐτήν. Καταθέτω ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὸ Προεδρεῖον μίαν ἔκθεσιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§15ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγὼ, κύριε Ὑπουργὲ, λέγω, νὰ κατατεθῇ τὸ σχεδιάγραμμα τῆς ἐκτάσεως, ἣν ὁ κ. Παπαῤῥηγόπουλος ἐπώλησεν εἰς τὸν Συγγρόν.
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Τὸ ἔχομεν ἡμεῖς;
§17ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Φρονῶ, ὅτι τὸ δημόσιον ἔχει σχέσιν μὲ τὰ Ἐκκλησιαστικά.
§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Θέλω φροντίσει καὶ τὸ ὑποβάλει, ἐὰν μοὶ ἦναι δυνατόν. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Δημητρακάκης ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν ζώντων φαλαγγιτῶν, οἵτινες δὲν ἀνεκλήθησαν εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξέφερε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ληφθῇ μέτρον τι ὑπὲρ τῶν λειψάνων τούτων τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος. Συνεπείᾳ τούτου ἔλαβον ἀφορμὴν, συνεννοηθεὶς καὶ μετὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐξετάσω ἀκριβῶς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας: Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867 δύνανται νὰ ἦναι ἐν ἐνεργείᾳ φαλαγγῖται 156, ἤτοι δύω ἀντιστράτηγοι, ἕνδεκα ὑποστράτηγοι, δώδεκα συνταγματάρχαι, 14 ἀντισυνταγματάρχαι, 31 ταγματάρχαι, 25 λοχαγοί, 34 ὑπολοχαγοὶ καὶ 27 ἀνθυπολοχαγοί· δι’ αὐτοὺς ἀπαιτεῖται δαπάνη ἐτησία δραχμῶν 278,582 40|00. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἀφαιρεῖται τὸ ¼ ἐκ τοῦ μισθοῦ των, διὰ νὰ συμψηφισθῇ καὶ τὸ φαλαγγιτικὸν γραμμάτιον, ὅπερ ἔλαβον καὶ ἐπραγματοποίησαν εἰς ἀγορὰν κτημάτων, τὸ πραγματικὸν πληρωτέον ποσὸν εἰς τὰ 156 ἄτομα συνίσταται εἰς δραχμὰς 208,936,80|00· ὅτε συνετάχθη ὁ ἐφετεινὸς προϋπολογισμὸς ἐσημειώθησαν εἰς αὐτὸν ὡς ζῶντες ἐκ τῶν 156, ἄνδρες 149, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖται δαπάνη ἐτησία 254,399, 40|00, ἀφαιρουμένου δὲ τοῦ ¼, ὑπολείπεται πραγματικὸν πληρωτέον ποσὸν 190,792,80|00, ἀλλὰ πλὴν τῶν φαλαγγιτῶν αὐτῶν, οὓς, ὡς εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, διέπει ὁ νόμος τοῦ 1867, ὑπάρχουν καὶ 29 ἄτομα συνταξιούχων φαλαγγιτῶν, οἵτινες λαμβάνουσι περίθαλψιν χρηματικὴν, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1856, καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἐτησίας ταύτης περιθάλψεως ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 14,155. Μετὰ τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ἃς ἔχει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίας, ἀπεβίωσαν ἓξ ἕτεροι φαλαγγῖται, καὶ ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἀπὸ 149, ἠλαττώθη εἰς 143, καὶ δι’ αὐτοὺς ἀπαιτεῖται ἐτησία δαπάνη 223, 110,40|00, ἀφαιρουμένου δὲ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τοῦ ¼ ἐκ δραχμῶν 55,777,60|00 μένει ποσὸν πληρωτέον 167,332. 80|00. Ἐφροντίσαμεν ν’ ἀνακαλύψωμεν πόσοι ἐκ τῶν ἐπιζώντων φαλαγγιτῶν δὲν ἀνελήφθησαν εἰς ἐνέργειαν· καὶ κατὰ μὲν τὰ μητρῷα, ἅτινα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προκύπτει, ὅτι ὑπάρχουσι τοιοῦτοι, ὁμοῦ μὲ τοὺς 29 τοὺς λαμβάνοντας τὴν περίθαλψιν, εἷς λοχαγὸς, 4 ἕτεροι λοχαγοὶ ἐκ τῶν λαμβανόντων περίθαλψιν, 45 ὑπολοχαγοὶ καὶ 5 ἐπίσης ὑπολοχαγοὶ ἐκ τῶν λαμβανόντων περίθαλψιν, 39 ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ 20 ἐπίσης ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ὁπλοφόροι ἐκ τῶν λαμβανόντων περίθαλψιν, τὸ ὅλον ἄνδρες 114. Δι’ αὐτοὺς ἀπαιτεῖται ἐτησία δαπάνη 90,360 καὶ 80|00· ἀφαιρουμένου τοῦ ¼ ἐκ δραχμῶν 22,615 καὶ 20|00, μένει ὑπόλοιπον πληρωτέον 67,815 καὶ 60|00· ἀφαιρουμένου δὲ καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου, τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν ὡς περίθαλψιν οἱ 29, ἐκ δραχμῶν 14,155 καὶ 20|00, μένει ὑπόλοιπον πληρωτέον 53,690 καὶ 40|00. Καθ’ ἃς ὅμως ἔχει πληροφορίας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ τῶν 114 ἀτόμων, περὶ ὧν ἔκαμον ἤδη λόγον, δὲν ἐπιζῶσιν εἰμὴ 51 μόνον, δηλαδὴ εἷς λοχαγὸς, 15 ὑπολοχαγοὶ καὶ 6 ἀνθυπολοχαγοὶ, οἵτινες ἀνήκουν εἰς τὴν προικοδοτημένην φάλαγγα, τὸ ὅλον 22, καὶ οἱ 29, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τὴν περίθαλψιν, τὸ ὅλον 51. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ λάβῃ μέτρον τι διὰ τὰ λείψανα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, δὲν ἔχει ἢ νὰ ὑποστῇ τὸ δημόσιον ἐλαχίστην καὶ ἀσήμαντον ζημίαν, περὶ τῆς ὁποίας θὰ δώσω συντόμους τινὰς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν. Ὡς εἶπον, δυνάμει τῶν δύω νόμων, πρέπει νὰ πληρόνῃ τὸ δημόσιον εἰς τοὺς φαλαγγίτας 223,092 δραχμάς· ἀλλ’ ἐπειδὴ, ὡς εἶπον, τινὲς ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ φαλαγγιτῶν ἀπεβίωσαν, ἔπρεπε νὰ πληρόνῃ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν, 204,948, ἀντὶ τῶν 223,092 δραχ. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπέθανον ἓξ τοιοῦτοι, δὲν ὀφείλει εἰμὴ νὰ πληρώσῃ 181,488. Ἐὰν λοιπὸν θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς ἐνέργειαν ὅλους τοὺς φαλαγγίτας...
§19Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι περιττὰ αὐτὰ, δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§20ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἔχω Νομοσχέδιον νὰ ὑποβάλω, κύριοι, μὴ ταράττεσθε. — Ἐὰν λοιπὸν θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα ὅλους τοὺς φαλαγγίτας, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν τήν στιγμὴν, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἐπιζῶσιν ὅλοι, καὶ οἱ 144, περὶ ὧν ἐλάλησα ἤδη, τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ ἢ 235,178 δραχμάς, ἐξ ὧν, ἐὰν ἀφαιρεθῶσιν αἱ 223,092, ἃς ὀφείλει νὰ πληρώνῃ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ πλέον δραχ. 12,086 μόνον. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία, ἣν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν ἐπιζῶσιν ἐκ τῶν 144 τούτων εἰμὴ μόνον 51, τότε θὰ πληρώνωμεν δι’ αὐτοὺς τοὺς ἐπιζῶντας, ἐὰν ἀνακληθῶσιν εἰς ἐνέργειαν, διὰ τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ φαλαγγίτας καὶ διὰ τοὺς λαμβάνοντας τὴν περίθαλψιν 198,631 δραχμάς· ἑπομένως ὀλιγώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ὀφείλομεν νὰ πληρώνωμεν εἴς τε τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ φαλαγγίτας καὶ τοὺς λαμβάνοντας τὴν περίθαλψιν, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν φαλαγγιτῶν ἦναι πλήρης (156), κατὰ 24,461 δραχμάς. Μετ’ αὐτὰς τὰς πληροφορίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προσῆκον Νομοσχέδιον, συνοδευόμενον μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐγκρίνει.
§21ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Δύο λέξεις, κύριοι, θὰ εἴπω, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως περὶ τῆς καταπατήσεως τῶν γαιῶν ὑπὸ τοῦ κ. Συγγροῦ. Εἰς ἐμὲ ἀνετέθη ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου ἡ ὑπεράσπισις τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, πρὸ ἑξαετίας δὲ, ὕστερον ἀπὸ πολλὰς προδικαστικὰς ἀποφάσεις, ἐξεδόθη ἐπὶ τέλους μία ἀπόφασις, δι’ ἧς διετάχθησαν ἀποδείξεις, διωρίσθη δὲ εἰσηγητὴς ὁ κ. Θανόπουλος. Ἡ δίκη αὕτη ἀφορᾷ τὴν διεκδίκησιν 4,000 περίπου στρεμμάτων γαιῶν κειμένων εἰς τὴν Σκάλαν τοῦ Ὠρωποῦ. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τεμάχιά τινα, ἀπεῤῥίφθη ἡ ἀγωγή, διότι τὸ Πρωτοδικεῖον, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων, εἶπεν, ὅτι δὲν ἀπεδείχθη τὸ θέμα· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ μεγαλείτερον τεμάχιον, ὅπερ εἶναι πλέον τῶν 3,500 στρεμμάτων, εἶπεν, ὅτι ἐπιφυλάσσεται ν’ ἀποφασίσῃ, διότι ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων ἀποδεικνύεται, ὅτι αὐτὸ τὸ τεμάχιον ἀνῆκεν εἰς τὴν διαλελυμένην Μονὴν τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, ὅτι κατελήφθη αὐθαιρέτως παρὰ τοῦ μακαρίτου Παπαῤῥηγοπούλου, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐκτιμήσεως, διότι οἱ μὲν λέγουν, ὅτι εἶναι 3,500 στρέμματα, ὁ δὲ μακαρίτης Παπαῤῥηγόπουλος ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον. Ἡ δίκη δὲν ἐπροχώρησε, διότι ἀπεβίωσεν ὁ Παπαῤῥηγόπουλος, ἐπανελήφθη δὲ μεταξὺ τῶν κληρονόμων του· κατόπιν δ’ ἀπεβίωσε καὶ εἷς ἐκ τῶν πραγματογνωμόνων, ἐγένετο ἤδη ἐπανάληψις, καὶ ἐπὶ τέλους μετὰ ἕνα μῆνα πρόκειται πάλιν νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ δίκη.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Πρόκειται, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω καθαρῶς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως ἡ ὁμιλία μου θὰ ἔχῃ πολλὴν σχέσιν μὲ τοὺς ἀριθμούς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ λάβωσι τὴν καλωσύνην καὶ τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκροασθῶσιν ἄνευ διακοπῶν καὶ παρατηρήσεων. Ἐὰν δέ τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐπιθυμῇ νὰ ζητήσῃ διασάφησίν τινα, δέχομαι τὴν διακοπήν, ἀλλὰ μόνον ὅταν πράγματι πρόκηται νὰ μοὶ ζητήσῃ διασάφησιν ἢ πληροφορίαν σχετικὴν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην πραγματεύομαι· προκειμένου περὶ διακοπῶν ἄλλων, αἱ ὁποῖαι φέρουν σύγχυσιν καὶ εἰς τὸν ἀγορεύοντα καὶ εἰς τοὺς ἀκούοντας, δὲν θέλω δώσει ἀπάντησιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν καὶ τὴν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς. Καθ’ ἣν ἡμέραν ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠκροάσθην μετὰ πολλῆς προσοχῆς τῆς μακρᾶς καὶ ἐμβριθοῦς ἀγορεύσεως τοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ σεβαστοῦ φίλου μου κ. Ζαΐμη. Ἐνόμισα δὲ, ὅτι, οὔτε ἐγὼ, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἴσως, προεκαλεῖτο διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων νὰ ἀνταπαντήσωμεν εἰς αὐτὸν, διότι, καθὼς παρετήρησα, εἰς τὰ κυριώτερα καὶ γενικώτερα ζητήματα τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ὑπῆρξε διαφωνία μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ μόνη διαφωνία, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν λεπτομερειῶν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν μεγάλων οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας λίαν ἀξιεπαίνως πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἐπιδιώκει ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων. Ἀλλὰ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δὲν ἐθεωρήσαμεν ὡς ἀναγόμενον εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεφυλάχθημεν νὰ συζητήσωμεν μετ’ αὐτοῦ τὰς περὶ οἰκονομιῶν παρατηρήσεις καὶ προτάσεις του ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῶν προϋπολογισμῶν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως. Θὰ προσπαθήσωμεν δὲ νὰ ὠφεληθῶμεν, ὅσον μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν σκοπὸν ν’ ἀπομακρυνθῶμεν, ἀπὸ τὰς προτάσεις καὶ παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν, καὶ θὰ ἀποδεχθῶμεν λίαν εὐχαρίστως τὰς οἰκονομίας καὶ ἀποκοπὰς δαπανῶν, ἐκείνας, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν χωρὶς νὰ ἀντιστρατευθῶμεν ἡμεῖς αὐτοὶ εἰς τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων ἐλάλησαν ἐπίσης διὰ μακρῶν καὶ ἕτεροι συνάδελφοι Βουλευταί, ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος κ. Σιμόπουλος, ὡς ἀνήκων μάλιστα εἰς τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς· μετ’ αὐτὸν, νομίζω, ἠγόρευσεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος κ. Βαλασόπουλος, ἀνήκων καὶ αὐτὸς ἐπίσης εἰς τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ μετὰ τὸν κ. Βαλασόπουλον ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Τήνου κ. Μαυρομαρᾶς, ἐπίσης καὶ οὗτος ἀνήκων εἰς τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ οἱ τρεῖς οὗτοι κύριοι Βουλευταὶ ἐλάλησαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐδογμάτισαν διαφόρους οἰκονομίας, δυνατὰς κατ’ αὐτοὺς, ἔψεξαν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ἀνέπτυξαν θεωρίας περὶ νέας φορολογίας καὶ νέου οἰκονομικοῦ συστήματος, προσδιώρισαν αὐθαιρέτως τὸν προϋπολογισμὸν, ἰδίως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ μὲν εἰς 8,500,000, ὁ δὲ εἰς 6 ἑκατομμύρια, καὶ ὁ ἕτερος εἰς 7 ἑκατομμύρια· ἀπέκοψαν ἐπίσης ἄνευ λεπτομεροῦς ἐξηγήσεως ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὁ μὲν 1 ἑκατομμύριον, ὁ δὲ 1,500,000, καὶ ὁ ἕτερος δὲν ἠξεύρω πόσον ποσόν· ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἐκθέσωσιν ὡς πρὸς τὰ δύω αὐτὰ Ὑπουργεῖα ἀκριβῶς τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου Ὑπουργείου, εἰς τὰ ὁποῖα νομίζουν δυνατὰς τὰς τοιαύτας μεγάλας φλεβοτομίας. Λεπτομερέστερον δὲ ἐξέθηκαν, ὅτι δύνανται νὰ γείνωσι τοιαῦται οἰκονομίαι καὶ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, τὰ διακρινόμενα ὡς πολιτικὰ, καὶ εἰς μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸν μὲν, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ οἰκονομία 270,000, κατὰ τὸν ἄλλον δὲν ἠξεύρω πόσον, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσον κατὰ τὸν τρίτον· ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δύνανται νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι 900,000 δραχμῶν, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν 100,000 δραχμῶν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης 122,000 δραχμῶν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 372,000. Καὶ ταῦτα πάντα κατὰ τὸν κ. Σιμόπουλον· αἱ αὐταὶ δὲ οἰκονομίαι, ἢ καὶ μείζονες, καὶ ἀπὸ τοὺς δύω ἑτέρους τῶν ἀγορευσάντων Βουλευτὰς Λακεδαίμονος καὶ Τήνου προτείνονται. Τὸ ζήτημα ὅμως τῶν οἰκονομιῶν, κύριοι, καθ’ ὃν τρόπον ἐσυζητήθη ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων ἀνάγεται, ὡς εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, εἰς τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τῶν προϋπολογισμῶν ἑκάστου Ὑπουργείου. Καὶ πρώτην φορὰν παρατηρῶ, ὅτι γίνεται προσπάθεια νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς μέτρον εἰδικὸν τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ συζήτησις ἐν ταῖς λεπτομερείαις τῶν πιστώσεων ἑκάστου Ὑπουργείου. Καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι διατεθειμένος νὰ μὴ ἀκολουθήσω τοὺς προαγορεύσαντας εἰς τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως ταύτης, ἐπιφυλασσόμενος νὰ πράξω τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν εἰδικὴν ἑκάστου προϋπολογισμοῦ. Μετὰ τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτὰς αὐτοὺς ἠγόρευσαν ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος Βουλευτὴς κ. Κοντογούρης, μετ’ αὐτὸν ὁ ἐκ Χαλκίδος ἔντιμος Βουλευτὴς κ. Φλογαΐτης, καὶ μετ’ ἐκεῖνον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου κ. Λομβάρδος. Οἱ τρεῖς ἀξιότιμοι οὗτοι συνάδελφοι ἡμῶν ἐπραγματεύθησαν τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπ’ ἄλλην ἔποψιν, ὑπὸ ἔποψιν πολιτικήν. Δὲν εἶμαι ἐπίσης διατεθειμένος νὰ ἀκολουθήσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μου τούτους ἐπὶ τῆς παρ’ αὐτῶν προκληθείσης πολιτικῆς συζητήσεως, διότι κρίνω ἐμαυτὸν ἀναρμόδιον. Εἶναι παρὼν ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ αὐτὸς βεβαίως θὰ ἀναλάβῃ τὴν συζήτησιν ὡς πρὸς τὸ πολιτικὸν μέρος. Ἄρχομαι ἑπομένως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ πραγμάτων, ὅτι τὸ χάος, πρὸ τοῦ ὁποίου διὰ τῶν ἀγορεύσεών των μᾶς ἔσυραν οἱ προαγορεύσαντες, ὡς πρὸς τὴν δῆθεν κακὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν, εὐτυχῶς κεῖται πολὺ μακρὰν ἡμῶν, καὶ ἑπομένως οὐδένα φόβον ἔχει νὰ ἐμπέσῃ εἰς αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ Βουλή, ἢ καὶ ὁ τόπος. Δὲν ἀποδίδω πρόθεσιν ἄλλην εἰς τοὺς παραστήσαντας τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος των ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα, μὲ τὰ χρώματα ἐκεῖνα, πρὸ τῶν ὁποίων ἤθελε φρίξει καὶ τρομάξει καὶ ὁ μᾶλλον ἀγαπῶν καὶ πονῶν τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἀποδίδω, λέγω, ἄλλην τινὰ πλαγίαν πρόθεσιν, ἢ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς των, ἥτις ὅμως εὐτυχῶς στηρίζεται εἰς ἐσφαλμένους ὑπολογισμούς. Αὐθαιρέτως ἀνεβίβασαν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 εἰς μέγιστον ποσὸν 18 ἢ 20 ἑκατομμυρίων δραχμῶν· μὲ τὸν αὐτὸν αὐθαίρετον ὑπολογισμὸν ἀνεβίβασαν τὸ ἔλλειμμα καὶ τοῦ ἐφετεινοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 18 ἢ 20 ἑκατομ. Ἀλλὰ ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου εὑρίσκομαι εἰς κρείττονα θέσιν ἐκείνων, θὰ εὑρεθῶ, ἐλπίζω, εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὅλα τὰ παρ’ αὐτῶν λεχθέντα ὡς πρὸς τὴν κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἡμῶν καὶ ὡς πρὸς τὰ τερατώδη ἐλλείμματα τοῦ 1879 καὶ 1880, ἐὰν δὲν ἦσάν τι ἄλλο, ἦσαν ὅμως βεβαίως λίαν ὑπερβολικὰ καὶ ἐξωγκωμένα. Καὶ μολονότι, εἰ καὶ συζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξωμεν καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, διὰ νὰ πληροφορηθῶμεν ὁποῖον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου καὶ ὁποῖον μέλλει νὰ ἦναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 προϋπελογίσθησαν ὡς ἔξοδα 45,808,442· καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ ἀδημονῶσιν εἰς τὴν λεπτομέρειαν ταύτην, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, στηριζόμενος εἰς ἐπίσημα κείμενα, νὰ ἀναφέρω λεπτομερῶς καὶ τὰς δεκάδας καὶ τὰ λεπτὰ αὐτά. Ἐβεβαιώθησαν μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1879 ποσὰ δρ. 43,205,314. Θὰ βεβαιωθῶσιν ἀναντιῤῥήτως καὶ ἀσφαλῶς, κατὰ τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα κεῖνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, μέχρι τέλους τῆς χρήσεως τοῦ 1879, ἥτις, ὡς γνωστόν, λήγει τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1880, δρ.4,056,200. Ἑπομένως τὸ ὅλον τῶν ἐσόδων τοῦ 1879 θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 47,261,514 ἀντὶ τῶν προϋπολογισθέντων 45,808,413 δραχμῶν. Ἐκ τῶν βεβαιωθέντων εἰσεπράχθησαν μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1879, δρ. 38,472,312. Θὰ εἰσπράξωμεν δὲ ἀσφαλῶς κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας μέχρι τέλους τῆς χρήσεως 6,154,610. Ἑπομένως τὸ ὅλον τῶν εἰσπραχθέντων καὶ εἰσπραχθησομένων ἐσόδων μέχρι τέλους τῆς χρήσεως θὰ ἀνέλθῃ εἰς 44,626,922 δραχμῶν. Θὰ ὑπολειφθῇ δὲ ὡς καθυστέρημα μετὰ τὴν χρῆσιν τὸ ποσὸν 2,634,591. Καὶ ἐλπίζω ὅτι καὶ οἱ μᾶλλον ἀπαισιόδοξοι θὰ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς μὴ εἰσπράξιμον ἐντὸς τῆς χρήσεως καὶ συνιστάμενον, ὡς εἶπον, εἰς 2,634, 591 δραχ. εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἐπαναπαύσῃ καὶ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀπαισιοδοξίαν των. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων τὸ καθυστέρημα τοῦτο εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ διὰ τὸ 1880 προϋπολογισμοῦ προσδιώρισεν εἰς 2 ἑκατομμύρια, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι.
§24Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Μάλιστα.
§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν λοιπὸν ἔσοδα βέβαια ἐντὸς τῆς χρήσεως 1879 τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα ἤδη. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ ἔκτακτοι πόροι οἱ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων προερχόμενοι, δηλαδὴ τὰ 3 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε διὰ Β. Διατάγματος ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ τὸ 1½ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον περὶ τὰ τέλη τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1879 ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἀδείᾳ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐπίσης ἀπὸ τὸ ἴδιον δάνειον. Ἑπομένως ἀφοῦ προστεθῶσι τὰ 4½ ἑκατομμύρια εἰς τὸ ποσὸν τῶν εἰσπραχθέντων καὶ εἰσπραχθησομένων ἐσόδων, θέλομεν ἔχει ἐντὸς τῆς χρήσεως ἔσοδα εἰσπραχθέντα καὶ εἰσπραχθησόμενα 49,126,922 καὶ καθυστέρημα ἐκ τῶν βεβαιωθέντων, ὡς ἀνέφερον καὶ ἐπαναλαμβάνω, 2,634,591 δραχ. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων διὰ τὸ ἔτος 1879. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὰ ἔξοδα διὰ νὰ συγκρίνω κατόπιν αὐτὰ μὲ τὰ ἔξοδα καὶ ἐξαγάγω τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον προκύπτει μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Προϋπελογίσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς 60,078,760 δραχ. τὰ ἔξοδα. Ἐζητήθησαν πιστώσεις ἀναπληρωτικαὶ καὶ ἔκτακτοι 3,599,901 δραχμῶν. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων ἀναβιβάζεται εἰς 63,678,661. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν ἐξόδων πληροφορῶ τὴν Βουλὴν μετὰ πάσης θετικότητος, ὅτι θὰ ἀκυρωθῶσιν εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως ὡς περισσαὶ καὶ μὴ πραγματοποιήσιμοι πιστώσεις ἐξ 8,894.997. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας κατάστασιν τῶν ἀκυρωτέων τούτων πιστώσεων κατὰ κεφάλαιον ἑκάστου προϋπολογισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα· ἑπομένως εἶμαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐπίσημον ταύτην διαβεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ ἔξοδα θὰ ἐλαττωθῶσιν ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ προϋπολογισθὲν καὶ τὸ διὰ τῶν πιστώσεων ἀναβιβασθὲν εἰς δραχμὰς 63,678,661 εἰς τὸ ποσὸν τῶν 54,783,664 δραχμῶν.
§26ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν μᾶς ἀναφέρετε μετὰ λεπτομερείας ἐπ’ αὐτοῦ;
§27ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. «Χρέος ἐξωτερικόν». Κεφάλιον Αʹ. θὰ μείνῃ περίσσευμα 3,000. Κεφάλ. Βʹ. «χρέος ἐσωτερικὸν» 5,473,018. Κεφάλ. Γʹ. «Συντάξεις» 1,159. Κεφάλ. Εʹ. «Βουλὴ» 49,688. Κεφάλ. Ϛʹ. Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν 153,501. Κεφάλ. Ζʹ. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης 98,483. Κεφάλ. Ηʹ. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν 619,219· 35|100. Κεφάλ. Θʹ. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν 126,354. Κεφάλ. Ιʹ. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν 1,020,000. Κεφάλ. ΙΑʹ. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν 157,040,73. Κεφάλ. ΙΒʹ. Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν 102,371. Κεφάλ. ΙΓʹ. Ἔξοδα διοικήσεως 321,600. Κεφάλ. ΙΔʹ Ἐπιστροφαὶ χρημάτων 3,295. Κεφάλ. ΙΕʹ. Ἀποζημιώσεις 27,614. Κεφάλ. ΙΗʹ. Ἀπόδοσις κεφαλαίων ὁδοποιΐας 729,814. Κεφάλ. Κʹ. Ἔξοδα Παλαιῶν Δανείων 7,000. Κεφάλ. ΚΒʹ. Πληρωμαὶ προσωπικοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου δραχ. 1820· ἤτοι τὸ ὅλον δρ. 8,894,997,8|100. Ἀλλὰ πρὶν λάβω τὴν λεπτομερῆ αὐτὴν κατάστασιν ἀπὸ τὰ διάφορα ὑπουργεῖα, εἶχον ὑποβάλει τοιαύτην κατάστασιν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν συνέταξα καθ’ ὑπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων τινῶν προηγουμένων καὶ προχείρων πληροφοριῶν. Κατὰ τὴν κατάστασιν ἐκείνην τὸ ποσὸν τῶν ἀκυρωτέων πιστώσεων ἀνήρχετο εἰς δραχ. 8,186,384,42· ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, ὡς εἶπον, ἀπὸ τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα, ἡ κατάστασις τῶν ἀκυρωτέων πιστώσεων τροποποιεῖται καθ’ ὃν τρόπον ἤδη ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλήν.
§28ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφορὰ ποία εἶναι.
§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 708,612, 66|00.
§30ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μεταξὺ τῶν ἀκυρωτέων πιστώσεων ἀναφέρονται καὶ 800,000 εἰς ἀπόδοσιν κεφαλαίου ὁδοποιΐας· διὰ ποῖον λόγον θὰ ἀκυρωθῇ αὐτὸ τὸ ποσόν; δὲν εἰσεπράχθη ἢ ἐσημειώθη ἀνώτερον;
§31ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν τῆς ὁδοποιΐας δὲν ἐσημειώθη ὡς ὑποθέτω τόσον, ὅσον ἔπρεπε νὰ σημειωθῇ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τοῦ 1867 καὶ 1878 ἢ δὲν εἰσεπράχθη ὁλόκληρον τὸ προϋπολογισθέν· ἑπομένως ἢ διότι εἶχε σημειωθῆ ἀνώτερον ποσὸν ἢ διότι δὲν εἰσεπράχθη ὅσον προϋπελογίσθη, ἡ περιπλέον πίστωσις τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ θὰ ἀκυρωθῇ.
§32ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς ποῖον ποσὸν ἐσημειώθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879.
§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 ὑπ’ ὄψιν μου. Σᾶς λέγω τὸ ποσὸν τὸ ἀκυρωτέον, καὶ ἑπομένως τοῦτο θὰ ἐκπέσητε ἀπὸ τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ κρατήσητε σημείωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου συνισταμένου, ὡς εἶπον, εἰς δραχ. 729,834.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι περιττὸν, διότι αὐτὸ δὲν σημειοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὸ κεφάλαιον ΙΗʹ. τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀπόδοσις σημειοῦται οὐχὶ ὅμως καὶ ἡ εἴσπραξις, ἥτις δὲν σημειοῦται εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν καλλίτερα, διότι ἢ σεῖς πλανᾶσθαι ἢ ἐγώ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, κύριοι, σημειοῦται ποσὸν ἀποδοτέον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν σημειοῦται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, οὔτε αὐθαιρέτως· στηρίζεται ἡ σημείωσις του εἰς τοὺς νόμους τοῦ 1867 καὶ 1878· ἀποδίδει δὲ τὸ δημόσιον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὅ,τι ἀνήκει εἰς αὐτὸ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογιζομένων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσπρατομένων. Ἐσημειώθη λοιπὸν ὡς ἐν παραδείγματι, διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὴν στιγμὴν ταύτην τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, ποσὸν 4,000,000· εἰσεπράχθη καὶ ἀπεδόθη ἐντὸς τῆς χρήσεως τὸ ποσὸν δραχ. 3,270,166, καὶ θ’ ἀκυρωθῇ τὸ περισσεῦον ἐκ δρ. 729,834.
§38ΚΕΧΑΓΙΑΣ. 3,150,000, ἐφέτος δὲ 3,250,000.
§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσημειώθη λοιπὸν ἀνώτερον ποσὸν τοῦ πρέποντος καὶ ἐξ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ αὐτὸ τὸ ποσόν, τοῦ ὁποίου ἡ πίστωσις πρόκειται ν’ ἀκυρωθῇ.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δὲν σημειώνει τίποτε.
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν ἐσόδων ἐλάλησα ἤδη καὶ σᾶς εἶπον πόσα προϋπελογίσθησαν, πόσα ἐβεβαιώθησαν, πόσα εἰσεπράχθησαν, πόσα θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐντὸς τῆς χρήσεως καὶ πόσα μέλλουσι νὰ καταλειφθῶσιν ὡς καθυστέρημα· ὁμιλῶ ἤδη περὶ τῶν ἐξόδων, καὶ ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐξόδων, ὀφείλω νὰ προσδιορίσω αὐτὰ εἰς τὸ ἀκριβὲς ποσὸν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἔδωκα ἀκριβεῖς καὶ λεπτομερεῖς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, εἶπον πόσα προϋπελογίσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πόσα ἐζητήθησαν διὰ τῶν πιστώσεων καὶ πόσαι πιστώσεις πρόκειται ν’ ἀκυρωθῶσιν εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως ὡς περιτταί.
§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀνεφέρατε ὡς πιστώσεις ἀναπληρωματικὰς ζητηθείσας μέχρι τοῦδε διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1879 ἐκ δραχ. 3,599,000. Ἐγὼ ἀνέφερα τὸ ποσὸν αὐτὸ ὡς ἀναβαῖνον εἰς 3,842,000· νομίζω, ὅτι παρελείψατε τὴν τελευταίαν πίστωσιν τῶν 242,000, τὴν ὁποίαν ἐζητήσατε, διότι καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νομοσχεδίων σας, ἀφοῦ μάλιστα ἐξέπεσα πιστώσεις τινὰς μικρὰς, τὸ ἀνεβίβασα εἰς 3,842,000, νομίζω, ὅτι κατὰ τοῦτο κάμνετε λάθος.
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ὅπου μοὶ ὑπενθυμίζετε τὴν πίστωσιν αὐτὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἐσχάτως ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω, ὅτι ἔχετε δίκαιον· πολὺ πιθανὸν νὰ μὴ συμπεριελήφθη εἰς τὰ 3,599,900, ἀλλὰ τὸ ποσὸν δὲν εἶναι πολὺ μεγάλον. Λοιπὸν μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀκυρωτέων πιστώσεων τὰ πραγματικὰ ἔξοδα ἀπὸ 63,678,661, περιορίζονται εἰς τὸ ποσὸν 54,783,664. Ἐπληρώθησαν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1879, δρ. 39,256,235. Ἑπομένως τὴν 31 Δεκεμβρίου 1879 ἔμεινεν ὑπόλοιπον ὡς ὀφειλόμενον 15,527,429· τὸ ποσὸν τοῦτο ὅμως δὲν ὀφείλεται ὁλόκληρον, διότι ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς πληρωμαὶ εἰς τὰ διάφορα ταμεῖα τοῦ Κράτους, ὡς καὶ εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον, καὶ διὰ τοῦτο ἔσπευσα νὰ ζητήσω πληροφορίας ἀπὸ τὰ ταμεῖα τὰ ἐπαρχιακὰ καὶ τὸ κεντρικὸν, περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐκκρεμῶν πληρωμῶν καὶ νὰ ἐξαναγκάσω αὐτὰ νὰ τακτοποιήσουν τὰς πληρωμὰς ταύτας ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διὰ νὰ γνωρίζω ποῖον ποσὸν πράγματι ὀφείλεται ἐκ τῶν 15,527,429. Κατὰ τὰς ἐπισήμους λοιπὸν πληροφορίας τῶν τε ἐπαρχιακῶν καὶ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 10 Φεβρουαρίου ἐνεργήθησαν πληρωμαὶ 7,093,994, ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 15,527,429 μένει ὀφειλόμενον τὴν 10 Φεβρουαρίου 1880, δρ. 8,633,435. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ποσὸν ὀφείλομεν πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ 1879. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, μολονότι ἠδυνάμην νὰ τὸ ἰσχυρισθῶ ἀσφαλῶς, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἐκκρεμεῖς πληρωμαὶ, μὴ τακτοποιηθεῖσαι, ἑπομένως μὴ συμπεριληφθεῖσαι εἰς τὸ μέχρι τῆς 10 Φεβρουαρίου ὁρισθὲν ποσὸν ὡς πληρωθὲν, ἀλλὰ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὸς ἀποπληρωμὴν τοῦ ποσοῦ τούτου, ἔχομεν τὰς εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας, ὡς προεῖπον, ἀσφαλῶς θέλομεν ἐνεργήσει ἐντὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1879, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσδιώρισα εἰς 6,154,610· ἀφαιροῦντες λοιπὸν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 8,633,435, μένει ἔλλειμμα διὰ τὸ 1879, δραχ. 2,478,825. Ἂν ἔχετε ἀμφιβολίαν τινὰ, κ. Τρικούπη, ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι διστάζετε, σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὲ ἐρωτήσητε, νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερα· ἐπιθυμῶ τὰ πράγματα ταῦτα νὰ ἐξετασθῶσι μεθ’ ὅλης τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς καλῆς πίστεως.
§44ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅταν λέγετε, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1879 ἀφίνει ἔλλειμμα 2,000,000, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἔλλειμμα λέγεται ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων· τὰ ἔσοδα περιέχουν δάνεια, τοῦτο δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν εἶναι ἔλλειμμα.
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἐπρόσεχεν εἰς τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου, καὶ πῶς διετύπωσα καὶ οὕτως εἰπεῖν ἐταξινόμησα τὰς ἰδέας μου, ἤθελεν ἴδει, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι 7,000,000, διότι συμπεριέλαβον εἰς τὰ ἔσοδα καὶ τὰ 4,500,000, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων φράγκων.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν ὑπολογισμόν σας δὲν ὑπάρχει ἔλλειμμα 2,000,000, ἀλλὰ περίσσευμα 8,000,000, διότι ἐλησμονήσατε ἕτερα δύο δάνεια, τὸ δάνειον τῶν 5,000,000 τῶν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὸ δάνειον τῶν 5,000; 000 ἐξ ἐντόκων γραμματίων.
§47ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰ ἐλησμόνησα, ἂν ἐπεριμένετε, ἤθελα σᾶς δώσει ἀκριβεῖς πληροφορίας καὶ περὶ αὐτῶν τῶν δανείων καὶ περὶ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου· ἐπανέρχομαι εἰς τὴν σειρὰν τῆς ὁμιλίας μου· ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν εἰσέτι, ὡς εἶπον, διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ 1879 καὶ πρὸς ἐντελῆ ἀποπληρωμὴν αὐτῶν 2,478,825, ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ὀφείλεται πραγματικῶς· ἂν ὄχι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ μεγαλύτερον ὅμως μέρος αὐτοῦ ἐκαλύφθη ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων τῶν 5000000, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διάθεσίν της περὶ τὰ τέλη τοῦ 1878. Κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἐποχὴν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὡς δάνειον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ 7,262,433.60· ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰ μὲν 2,262,433, 60 ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῶν διαθεσίμων ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 φρ. καὶ ἑπομένως ἔμειναν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως 5,000,000· τὰ 5 ταῦτα ἑκατομμύρια δὲν ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1879, ἀλλὰ δι’ ἀνάγκας προγενεστέρας, ἀναγομένας εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1878 ἢ καὶ εἰς ἄλλην προγενεστέραν χρῆσιν πρὸς πληρωμὴν τῶν παραγγελιῶν περὶ προμηθείας ὑλικοῦ. Καὶ ἐν πρώτοις ἐπληρώθησαν 556,226 70|100 δι’ ἀντίτιμον 7990000 μεταλλίνων καλύκων φυσεγγίων gras. Ἐπληρώθησαν 2,200,000 διὰ συντήρησιν στρατοῦ τῶν μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου 1878.— 1,902,765 55 διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, 1,659,265.55 διὰ τὸ εὔδρομον «Μιαούλης»· 70,000 φρ. ἀπέναντι τῆς ἐπισκευῆς τοῦ Ἀτμοδρόμονος «ἡ Ἑλλὰς», λίραι 7,700 πρὸς ἀποπληρωμὴν παραγγελιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κανάρη, μέρος τοῦ ὁποίου ἀπετέλει καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις ἐζήτησε τὴν πληροφορίαν ταύτην. Τὸ ποσὸν λοιπὸν αὐτὸ τῶν πληρωμῶν διὰ τὰς μνημονευθείσας δαπάνας τοῦ 1878 καὶ πρὸ τούτου ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 4,658,992 25|100, μένει ὑπόλοιπον ἑπομένως ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 5,000,000 δραχ. 343, 219.75, καὶ τοῦτο ἐκρατήθη ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τόκους τοῦ 1877 καὶ 1878, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἐξεδόθη χρηματικὸν ἔνταλμα ἐπὶ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων καὶ ἐπιστώθη τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνειον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐκ τῶν 5000000, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ὡς δάνειον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, δὲν ἐχρησίμευσε τίποτε ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ 1879, ἐχρησίμευσαν μόνον τὰ ἔντοκα γραμμάτια τῶν 5000000, μολονότι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐπραγματοποιήθη, καὶ ἐπειδὴ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν ἐμπεριλαμβάνεται ἤδη εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ 1879 ὡς ἔκτακτος πόρος, διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ τὸ ποσὸν τῶν 2,478,825, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται ὡς ὀφειλόμενον διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1879, εἶναι κεκαλυμμένον ἢ θὰ καλυφθῇ ἀπὸ τὰ ἔντοκα ταῦτα γραμμάτια. Καὶ ταῦτα, κύριοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 καὶ τὸ ἐξ αὐτοῦ προκύπτον ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον, καθὰ ἤκουσε εὐχαρίστως, ὡς ἐλπίζω, ἡ Βουλὴ, δὲν συνίσταται οὔτε εἰς 18, οὔτε εἰς 15, οὔτε εἰς 12, οὔτε εἰς 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καθὰ διεσαλπίσθη. Συνίσταται μόνον ἐξ 7,000,000, ἐξ ὧν ἐπληρώθησαν τὰ 4,500,000 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, καὶ φαίνονται ὡς ὀφειλόμενα πρὸς ἀποπληρωμὴν 2½ περίπου ἑκατομμύρια. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, καὶ πρῶτον ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Τὰ ἔσοδα, ὡς γνωρίζετε, προσδιορίζονται καθ’ ὑπολογισμὸν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προΐδῃ τις ἀσφαλῶς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ληφθῇ ἀπὸ πρόσοδόν τινα εἴτε ἰδιωτικὴν, εἴτε δημοσίαν. Ἀλλὰ μολονότι τὰ ἔσοδα προσδιορίζονται, οὕτως εἰπεῖν, αὐθαιρέτως καὶ καθ’ ὑπολογισμὸν, μολαταῦτα ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1880 προϋπολογισθέντα εἰς 45,816,457 καὶ μετὰ τὴν προσθήκην τοῦ 1,220,000 τοῦ ὁλικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων, καὶ τῶν 80,000 τῶν τηλεγραφικῶν τελῶν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀνερχόμενα εἰς 47,116,457, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπελογίσθησαν λίαν μετρίως, καὶ εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος, ὅτι κατὰ πολὺ θὰ ὑπερβῶσι τὸ ποσὸν τοῦτο τὰ βεβαιωθησόμενα ἔσοδα τοῦ 1880. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων εἶναι κἄτι τι αὐθαίρετον καὶ ἰδιόῤῥυθμον, καὶ διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ τούτου, ἀναγκάζομαι νὰ ἀνατρέξω εἰς προϋπολογισμοὺς παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ 1876, διότι μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἀνατρέχει καὶ ἡ ἀναλυτικὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρό τινος καιροῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης θέλετε πληροφορηθῆ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 συνταχθεὶς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, λίαν πεπειραμένον καὶ ἐντριβῆ περὶ τὰ οἰκονομικὰ, περιέλαβεν ὡς ἔσοδα 38,826,800· ὅτι ἐβεβαιώθησαν καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν 38,255,406, ἤτοι ἔλαττον τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ κατὰ 571,394· ὅτι εἰσεπράχθησαν ἐπίσης καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν 35, 596,450, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τῶν προϋπολογισθέντων μὲν κατὰ 3,230,450, τῶν βεβαιωθέντων δὲ κατὰ 2,660,000 περίπου· ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1877 συνταχθεὶς ἐπίσης ἀπὸ τὸν κ. Σωτηρόπουλον ὑπελόγισεν ὡς ἔσοδα 39,246,500· ὅτι ἐντὸς τῆς χρήσεως ἐβεβαιώθησαν 41,424,906, ἤτοι πλέον τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ κατὰ 2,178,406, καὶ εἰσεπράχθησαν ἐντὸς τῆς χρήσεως 38,397,179, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τῶν προϋπολογισθέντων μὲν κατὰ 849,421, τῶν βεβαιωθέντων δὲ κατὰ 3,027,727· ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1878 (συνταχθεὶς παρὰ τοῦ μακαρίτου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου Δεληγεώργη ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περιέλαβεν ὡς ἔσοδα 42,789,970· ἐβεβαιώθησαν δὲ 41,335,983, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 1,453,987, καὶ εἰσεπράχθησαν καθ’ ὅλην τὴν χρῆσιν 38,822,942, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον τῶν προϋπολογισθέντων μὲν κατὰ δραχ. 3,967,032, τῶν βεβαιωθέντων δὲ κατὰ 2,413,041· ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 ὁ συνταχθεὶς παρ’ ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προϋπελόγισε τὰ ἔσοδα εἰς 45, 808,442· ὅτι ἐντὸς τῆς χρήσεως ἐβεβαιώθησαν δραχ. 43,205,313, καὶ ὅτι θέλουσι βεβαιωθῆ μέχρι τῆς λήξεως τῆς χρήσεως ἀκόμη δραχ. 4,056,200, τὸ ὅλον 47,261,518, ἤτοι πλέον τοῦ προϋπολογισθέντος κατὰ 1,453,072. Εἰσεπράχθησαν δὲ μέχρι τοῦδε καὶ θὰ εἰσπραχθῶσιν ἐντὸς τῆς χρήσεως 44,626,922, ἤτοι ἐπὶ ἔλαττον μὲν τῶν προϋπολογισθέντων 1,181,520, τῶν δὲ βεβαιωθέντων κατὰ 2,634,592. Ἀνέφερον ταῦτα ἀνατρέξας εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν, διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἀσφαλής· γίνεται καθ’ ὑπολογισμὸν, καὶ κατὰ τὰς ἰδέας καὶ πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ συντάσσων αὐτὸν, στηριζόμενος πάντοτε καὶ εἰς τὰ προηγούμενα καὶ εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του δύναται νὰ ἔχῃ. Ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων ἐξαρτᾶται ἀπὸ πολλὰς περιστάσεις· ἐξαρτᾶται π. χ. ἀπὸ τὰς ἀτμοσφαιρικὰς ἐπηρείας, ἀπὸ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ ἐν γένει τῆς Εὐρώπης, διότι ἐξ αὐτῆς τῆς καταστάσεως ἐξαρτᾶται ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου, τῆς ναυτιλίας καὶ ἀπὸ πολλὰ ἄλλα περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα δὲν δύναταί τις νὰ προἴδῃ ἀσφαλῶς, ὡς εἶπον καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω. Ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ὡς σᾶς εἶπον, ἔχω ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 συνετάχθη ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβής. Διὰ νὰ πείσω τὴν Βουλὴν περὶ τούτου, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀναφέρω τὰ κυριωδέστερα ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Προσδιωρίσθη ἔσοδον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν 3,800,000, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐθεώρησαν ὡς λίαν ὑπερβολικὸν οἱ προαγορεύσαντες κύριοι βουλευταὶ, ἰσχυρισθέντες μάλιστα, ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἐμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, τὸ ὁποῖον ἀναγκαίως πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ. Ἀλλ’ ἔχουσιν ἐντελῶς ἄδικον, τόσον ὡς πρὸς τὸν πρῶτον ἰσχυρισμὸν, ὅτι τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν εἶναι ὑπερβολικὸν, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὸν δεύτερον, ὅτι ἐν αὐτῷ ἐμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Τῷ 1879, ὅτε ἐπίσης δὲν εἰσεπράχθη δικαίωμα ἐπικαρπίας, καὶ δὲν εἰσεπράχθη πρὸ πολλῶν ἐτῶν τοιοῦτον, ὡς θέλω ἀποδείξει βραδύτερον, διότι καὶ κατὰ τὸ 1879 ἦτο ἐπίσης ὑποχρεωτικὴ ἡ ἐτησία δόσις τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ὡς εἶναι τοιαύτη καὶ διὰ τὸ 1880, εἰσεπράξαμεν ἀπὸ δημητριακοὺς καρποὺς εἰς χρήματα μὲν 2,415,071, εἰς εἶδος δὲ 1,475,322, τὸ ὅλον 3,890,393. Διὰ τὸ ἔτος 1880 προϋπολογίζομεν 3,800,000, δηλ. κατὰ 100,000 περίπου ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸ 1879.
§48ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διετεῖς ἐνοικιάσεις......
§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω.—Δὲν ἠξεύρω διατί ὁ κ. Βαλασσόπουλος συνέλαβε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐκ τῆς διετοῦς ἐνοικιάσεως προέρχεταί τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὠφελήσῃ ἢ νὰ βλάψῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἔτους. Ἐνοικιάσθησαν τῷ ὄντι διετῶς αἱ πρόσοδοι δήμων τινῶν εἰς διαφόρους ἐπαρχίας κατὰ τὸ 1878, ἀλλὰ τὸ μὲν ἥμισυ τοῦ ἐνοικίου ὑπελογίσθη εἰς τὸ 1878, τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τὸ 1879, ἑπομένως οὐδεμία διατάραξις τοῦ προϋπολογισμοῦ προέρχεται ἐκ τούτου.
§50ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπικαρπία καὶ τὸ 1878 καὶ τὸ 1880 ἐνοικιάσθη.......
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε νὰ συμπληρώσω τὴν ὁμιλίαν μου. Σᾶς εἶπον ὅτι πρὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν ἐπληρώθη ἐπικαρπία· ἔχετε ὑπομονὴν νὰ σᾶς εἴπω διατί. Κατὰ τὸ 1872, ὅταν συνενοικιάζετο μετὰ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, τὸ ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἔσοδον δὲν ὑπελογίσθη εἰς 3,800,000, ἀλλὰ εἰς 5,100,000, ἐβεβαιώθη δὲ ποσὸν πολὺ ὑπέρτερον τοῦ προϋπολογισθέντος· τὸ 1873 εἰς 5,400,000 καὶ κατὰ τὸ 1874 εἰς 5,950,000, τὸ 1875 ἔτος εἰς 5,760,000, καὶ εἰς 4,700,000 προϋπελογίσθη ἡ ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν πρόσοδος τοῦ δημοσίου κατὰ τὸ 1876, ἀλλ’ ἐβεβαιώθησαν μόνον 3,696,050· τὸ 1877 προϋπελογίσθη τὸ ἔσοδον τοῦτο εἰς 4,200,000, καὶ ἐβεβαιώθησαν 4,918,524, τὸ 1878 προϋπελογίσθησαν εἰς 4½ ἑκατομμύρια, καὶ ἐβεβαιώθησαν 3,891,837. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη, καθ’ ἃ συνενοικιάζετο τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας μετὰ τοῦ ἐγγείου φόρου, τὸ ποσὸν ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἦτο ὑπέρτερον πολὺ τῶν 5,000,000. Ἀλλὰ πρὸ πολλῶν ἐτῶν δικαίωμα ἐπικαρπίας δὲν ἀποδίδεται πλέον, καὶ ναὶ μὲν κατὰ τὸ 1879 κατέστη, ὡς σᾶς εἶπον, ἡ δόσις ὑποχρεωτική, ἀλλὰ διὰ νόμου προγενεστέρου ἐχορηγήθη τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δηλωτὰς νὰ πληρώσωσι τὴν ἐτησίαν δόσιν, καὶ πληρώνοντες αὐτὴν, νὰ ἀπαλλάσσωνται τῆς ἀποδόσεως δικαιώματος ἐπικαρπίας. Ἐγὼ γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ πείρας, καὶ τὸ βεβαιῶ τόσον διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου ὅσον καὶ τοὺς ὁμόρους τῇ ἐπαρχίᾳ μου δήμους τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, ὅτι πάντες οἱ δηλωταὶ, ὅλων ἐν γένει τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας εἶχον σπείρει δημητριακοὺς καρποὺς, ἐπροτίμησαν νὰ πληρώνωσιν ἑκάστοτε τὴν ἐτησίαν δόσιν διὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν πληρωμὴν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας, διότι τοῦτο ἦτο εἰς αὐτοὺς πολὺ συμφερώτερον.
§52ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο λέγω εἰς τὸν κ. Βαλασσόπουλον, ὅτι εἰς τὸ προϋπολογιζόμενον ποσὸν τῶν 3,800,000 διὰ τὸ 1880 δικαίωμα ἐπικαρπίας δὲν ἐμπεριλαμβάνεται, ὡς τοῦτο συνέβη καὶ κατὰ τὰ ἀμέσως προηγούμενα ἔτη 1879, 1878, καὶ 1877.
§54ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι οἱ δηλώσαντες δὲν ἐπλήρωσαν δικαίωμα ἐπικαρπίας.
§55ΤΙΝΕΣ. Ὅλοι προτιμοῦν τὰς ἐτησίας δόσεις.
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀκόμη τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζω, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1878, ὅτε δὲν ἦτο ἡ δόσις ὑποχρεωτικὴ, οἱ φορολογούμενοι ἐπροτίμησαν νὰ πληρώσουν αὐτὴν, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν πληρωμὴν τῆς ἐπικαρπίας. Λοιπὸν δὲν εἶναι ζήτημα κἂν, ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 3,800,000 δὲν ἐμπεριλαμβάνεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ βεβαιωθῇ βεβαίως, ἐὰν δὲν βεβαιωθῇ ἀνώτερον αὐτοῦ. Ἡ στρεμματικὴ φορολογία προσδιορίζεται διὰ τὸ ἔτος 1880 εἰς δραχ. 900,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1876 ἐβεβαιώθησαν ἐκ τοῦ ἐσόδου τούτου δραχ. 1114.145, κατὰ τὸ 1877 δραχ. 1,254,821, κατὰ τὸ 1878 δραχ. 1,208,310· τὸ 1879 δὲν τὸ ἀναφέρω, διότι εἰσέτι δὲν συνεκεντρώθησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον αἱ περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου τούτου καταστατικαὶ πληροφορίαι. Μολονότι λοιπὸν παρατηρεῖτε, ὅτι κατὰ τὰ 4 προηγούμενα ἔτη τὸ βεβαιούμενον ἔσοδον ἐκ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας συνίστατο εἰς δραχ. 1,200,000 περίπου, μ’ ὅλα ταῦτα διὰ τὸ 1880 ὑπελογίσθη ποσὸν ἐξ 900,000 δραχμῶν, τὸ μὲν, διότι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν τὰ καθυστερήματα, τὸ δὲ, διότι εἰς τὸ ποσὸν τῶν προηγουμένων ἐτῶν ἴσως συμπεριλαμβάνεται καὶ δικαίωμα ἐπικαρπίας, μ’ ὅλον ὅτι καὶ διὰ τὰς ἀμπελοφυτείας καὶ λοιπὰ κατὰ στρέμμα φορολογούμενα κτήματα, οἱ δηλωταὶ ἐπροτίμων νὰ πληρώνουν τὴν ἐτησίαν δόσιν, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 900,000 δραχμῶν, εἶναι ποσόν, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα καὶ νὰ βεβαιώσωμεν καὶ νὰ εἰσπράξωμεν ἀσφαλῶς. Διὰ τὴν πρόσοδον ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ ἐλαίου ἐσημειώθη διὰ τὸ 1880 1,500,000, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1878, ἀντίστοιχον τοῦ 1880, ὡς ἔτος εὐφορίας, εἰσεπράξαμεν 1,708,472· ἑπομένως καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ 1 καὶ ½ ἑκατομμυρίου δυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν ἄνευ δισταγμοῦ.
§57ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κατὰ διετίαν εὐφορία, ἀλλὰ κατὰ τετραετίαν καὶ πενταετίαν.
§58ΤΙΝΕΣ. Κατὰ διετίαν.
§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἐπέτρεψα εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ μὲ διακόπτωσιν, ὅταν πρόκηται νὰ ζητήσωσι πληροφορίας, ἢ ἐξηγήσεις, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ἀμφισβητήσῃ τις τοὺς ὑπολογισμούς μου, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μὲ διακόπτῃ· δύναται ἔπειτα νὰ τοὺς ἀντικρούσῃ, ὅστις δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν γνώμην μου. Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος διὰ τὰς πολλὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος προσδιωρίσθη ἐπὶ 160,000,000· εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ τὸ ὑπερβῶμεν διὰ τὸ 1880, διότι κατὰ τὸ 1878 ἐξήχθη σταφιδοκαρπὸς (πλὴν τῆς Ἑπτανήσου) 179,572, 501, καὶ τὸ 1879 ἐξήχθη μέχρι τέλους Ἰανουαρίου 160,450,000, εἶναι δὲ ποσὸν μὴ ἐξαχθὲν περὶ τὰ 10 περίπου ἑκατομμύρια· ἑπομένως τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ἐξ 160,000,000 προϋπελογίσθη λίαν μετρίως. Ἡ ἐκ τῆς φορολογίας τῶν σύκων πρόσοδος προσδιωρίσθη εἰς δραχμὰς 275,000, ἐλπίζω δὲ, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν ποσὸν πολὺ ἀνώτερον, διότι κατὰ μὲν τὸ 1878 εἰσεπράξαμεν 281,865, κατὰ δὲ τὸ 1879 μέχρι 10 Φεβρουαρίου ἐνεστῶτος δραχμὰς 312,103, εἶναι δὲ καὶ ποσὸν ἱκανὸν ἐν ταῖς συκοφόροις ἐπαρχίαις μὴ ἐξαχθὲν εἰσέτι. Ὁ φόρος τῶν ζώων, ὑπολογισθεὶς εἰς 1,950,000, προϋπελογίσθη ἐπίσης καλῶς, διότι κατὰ τὸ 1878, ἄνευ τοῦ προσθέτου ὁδικοῦ φόρου ἐκ 5 λεπτῶν κατὰ κεφαλὴν ἐπὶ τῶν μικρῶν ζώων καὶ 15 ἐπὶ τῶν μεγάλων, εἰσεπράξαμεν 1,712,000, κατὰ δὲ τὸ 1879 ἐβεβαιώσαμεν 1,928,000 μετὰ τοῦ ὁδικοῦ φόρου. Τὸ ἔσοδον τῶν ἐπιτηδευμάτων, προσδιορισθὲν εἰς 1,350,000, προσδιωρίσθη ἐπίσης λίαν μετρίως, διότι τὸ μὲν 1878 ἐβεβαιώθησαν 1,377,000, τὸ δὲ 1879 1,375,000, καὶ γνωστόν, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων κατ’ ἔτος σχεδὸν αὐξάνει, διότι ἐπιδίδονται πολλοὶ εἰς ἐργασίας ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς καὶ ἄλλας τοιαύτας φορολογησίμους κατὰ τοὺς νόμους περὶ ἐπιτηδευμάτων. Ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν προσδιωρίσθη εἰς 950,000, ἐνῷ τὸ 1877 ἐβεβαιώθη 879,100· τὸ 1878 928,830. Διὰ τὸ 1879 δὲν συνεκεντρώθησαν ἀκόμη τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα, διότι ἡ βεβαίωσις γίνεται κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἀλλ’ ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, ὡς γνωρίζετε, βαίνει κατ’ αὔξησιν, διότι κατ’ ἔτος ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν νέαι οἰκοδομαὶ, αἱ ὁποῖαι τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν ἐφορολογοῦντο, καθ’ ὅσον ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος λήγει ἡ τριετία, καθ’ ἣν μένουν ἀφορολόγητοι αἱ νέαι οἰκοδομαί. Εἶμαι βέβαιος λοιπὸν, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὑπολογισθὲν καὶ θὰ βεβαιωθῇ καὶ θὰ εἰσπραχθῇ, ὡς κατωτέρω θέλω ὁμιλήσει περὶ τῶν εἰσπρακτέων. Τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς προσδιωρίσθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς 12,200,000, προσετέθη δὲ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς καὶ ὁ ὁδικὸς φόρος, ὅστις παρελείφθη, εἰς 1,220,000 κατὰ τὴν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦτο προϋπολογίζεται εἰς 13,420,000. Τὸ 1876 εἰσεπράξαμεν 9,676,000, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχον τότε οἱ πρόσθετοι φόροι. Τὸ 1877 εἰσεπράξαμεν 9870000, ἀλλ’ ἐπίσης δὲν ὑπῆρχον ὅλοι οἱ πρόσθετοι φόροι, μικρόν τι μόνον ποσὸν εἰσεπράχθη κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν· κατὰ τὸ 1878 10,879,931 μὲ τοὺς προσθέτους φόρους, κατὰ τὸ 1879 εἰσεπράξαμεν 13,400,905 καὶ μὲ τὸν ὁδικὸν φόρον. Βλέπετε λοιπὸν διαφορὰς μεταξὺ τοῦ 1878 καὶ τοῦ 1879, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπῆρχεν ἡ αὐτὴ φορολογία ἐπὶ πλέον δρ. 2,600,000 περίπου. Ὅταν δὲ ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρέσητε τὸν ὁδικὸν φόρον εἰσπραχθέντα μόνον κατὰ τὸ 1879 ἐξ 1,100,000 περίπου, ἡ αὔξησις εἶναι κατὰ 1,500,000, ἑπομένως δι’ ὃν λόγον ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις αὕτη εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη μεταξὺ τῶν δύο ἐτῶν 1878 καὶ 1879, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἔπρεπε νὰ ὑπολογισθῇ, ὅτι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη καὶ κατὰ τὸ 1880 θὰ ᾖναι ὑπέρτερα τῶν τελῶν τοῦ 1879, ἀλλὰ μόλα ταῦτα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 περιέλαβε τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν καὶ κατὰ τὸ 1879. Τὰ τέλη τῆς ἐξαγωγῆς προσδιορίζονται εἰς 1,700,000 διὰ τὸ 1880, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἔφορον ἔτος ὡς πρὸς τὴν ἐλαιοπρόσοδον τῆς Ἑπτανήσου, ἥτις φορολογεῖται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, ὡς γνωρίζετε. Τὸ 1876 εἰσεπράξαμεν 1,711,000, ἔτος, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ 1880· τὸ 1877 εἰσεπράξαμεν 3,290,000· τὸ 1878 εἰσεπράξαμεν 1,276,700· καὶ τὸ 1879 εἰσεπράξαμεν μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2,578,000, καὶ μέχρι τέλους Ἰανουαρίου τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνεβιβάσθη εἰς 2,701,000, θὰ εἰσπράξωμεν δὲ ἀπὸ προϊόντα τῆς παρελθούσης ἐσοδείας προσέτι κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, 582,677· ἑπομένως τὸ κατὰ τὸ 1879 εἰσπραχθησόμενον ποσὸν ἐκ τῶν τελῶν τῆς ἐξαγωγῆς ἀνέρχεται εἰς 3,284,000.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, κύριοι.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἀριθμοὶ δὲν εἶναι εὐχάριστοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοὺς ἀκούσητε, διὰ νὰ μάθητε τὴν ἀληθῆ οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ὅταν ὁμιλήσῃ ἄλλος συνάδελφός μου ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, πιστεύω, θὰ προσέξητε περισσότερον.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τύχη τῶν ἀριθμῶν.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῳόντι· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ μάθουν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου των, πρέπει νὰ προσέξουν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, ἄλλως δὲν πρέπει νὰ παραμορφώνουν τὰ πράγματα, χωρὶς νὰ τὸ θέλουν ἴσως, στηριζόμενοι εἰς ἐσφαλμένας πληροφορίας. Αὗται αἱ παρ’ ἐμοῦ ὑποβαλλόμεναι, εἶνε ἐπίσημοι πληροφορίαι, εἰς τὰς ὁποίας μόνον πρέπει νὰ στηριχθῇ τις. Ἡ πρόσοδος τοῦ χαρτοσήμου προσδιορίζεται εἰς 5,200,000. Δὲν ἀνατρέχω εἰς τὰ ἔτη 1876 καὶ 77, διότι τότε δὲν εἶχεν ἐπιβληθῆ ὁ πρόσθετος φόρος, μολονότι ὡς πρὸς τὸ 1877 κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν εἰσεπράχθη ποσόν τι ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ εἰς τὰ ἔτη 1878 καὶ 79. Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος εἰσεπράξαμεν 4,846,000, κατὰ τὸ 1879 εἰσεπράξαμεν 4,766,000 καὶ κατὰ τὸ 1880 ὑπολογίζομεν 5,200,000. Μὴ λησμονήσητε ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ 1879 ἐνηργήθησαν δύο γενικαὶ ἐκλογαί, αἱ δημοτικαὶ καὶ αἱ Βουλευτικαί· ἑπομένως ἐσταμάτησαν αἱ συναλλαγαί, καὶ ἐπὶ πολὺν καιρὸν τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δαπανῶσι μέγιστον μέρος τοῦ χαρτοσήμου, ἔμενον ἐν ἀπραξίᾳ. Ὄχι μόνον εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ ὑπολογιζόμενον ποσὸν ἐκ 5,200,000 θὰ εἰσπραχθῇ, ἀλλὰ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ χαρτοσήμου διὰ τὸ 1880 θὰ προσεγγίσῃ τὰ 6,000,000. Ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ τηλεγράφου προσετέθησαν ἤδη 80,000 δρ. αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς εἶχον παραλειφθῆ. Σημειώνομεν πρόσοδον ἐκ τῶν ἁλυκῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 900,000 δρ. καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ἁλυκῶν, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπεβλήθησαν προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ πολυετοῦς μισθώσεως τῶν ἁλυκῶν τοῦ Κράτους. Προσέφερεν ὁ ἐκμισθωτὴς, ἀντὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττομεν μέχρι τοῦδε, τῶν 800 ἢ 900 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἀνώτατον ὅρον, 1,000,000 δρ. ἄνευ καμμιᾶς ἄλλης δαπάνης ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου.
§64ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ πόσα ἔτη;
§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολυετῶς. Δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς ἀποτέλεσμα, διὰ 30 ἢ διὰ 50 ἔτη· ἡ ὑπόθεσις θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν αἱ διαπραγματεύσεις ἀπολήξωσιν εἰς σύμβασιν. Πληρόνομεν δὲ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἁλυκῶν καὶ ἐν γένει τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλάτων περὶ τὰς 150,000 δρ. ὥστε ἀφαιροῦντες τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τῆς προσόδου τῶν 900.000 δρ. ἔχομεν καθαρὰν πρόσοδον 750,000· θὰ ἔχωμεν δὲ ἐφεξῆς ἄνευ ἐξόδου 1,000,000, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ μισθωτοῦ νὰ πωλῇ τὸ ἅλας ἀνὰ 12 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν εἰς ὅλας τὰς πρωτευούσας τῶν πόλεων καὶ εἰς ἄλλα πολλὰ παράλια μέρη τῆς ἐπικρατείας, νὰ κατασκευάζῃ ἅλας κατὰ τὸ γαλλικὸν σύστημα καθαρὸν καὶ ἀμιγὲς πάσης ξένης οὐσίας, θὰ κατασκευάσῃ ἀποθήκας καὶ καταστήματα, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν λῆξιν τῆς μισθώσεως θὰ παραδώσῃ ἄνευ ἀποζημιώσεως εἰς τὸ δημόσιον· περιπλέον δὲ, ἐπειδὴ ἔχομεν διαθέσιμα ἀρκετὰ, περὶ τὰ 30,000,000, ὁ μισθωτὴς ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγοράσῃ καὶ τὰ ἅλατα ταῦτα ἐπὶ ἀναλόγῳ τιμήματι. Ἡ πρόσοδος ἐκ τῶν δασῶν, προϋπολογιζομένη εἰς 515,000, προϋπολογίζεται ἀσφαλῶς καὶ, δύναμαι νὰ εἴπω, μετρίως, στηριζόμενος εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ εἰς τὴν κατ’ ἔτος γενομένην αὔξησιν τῆς προσόδου ταύτης. Τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν προικοκτησιῶν ἐσημειώθη εἰς 260,000 δρ. Ἐὰν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται ὁ τόκος τῆς ὑπερημερίας διὰ τὸ ἔσοδον τοῦτο, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὄχι μόνον τὸ ποσὸν τῶν 260,000 δραχ. θὰ βεβαιωθῇ καὶ θὰ εἰσπραχθῇ, ἀλλὰ καὶ θὰ διπλασιασθῇ,
§66ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τόκοι ὑπερημερίας καὶ σήμερον πληρόνονται.
§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐδῶ, κύριε βουλευτά· ὅταν ὑπέβαλον νομοσχέδιόν τι, σχετικὸν ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦτο, ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις ἐκ μέρους τῶν ὀφειλετῶν ἐκ προικοκτησιῶν, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώνουν τόκους ὑπερημερίας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1855, ἀφοῦ δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἀνανέωσις τοῦ χρέους καὶ ἡ καθυστέρησις δὲν προῆλθεν ἐξ αὐτῶν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς δυσκολίας ἣν εἶχεν ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸ νὰ ἐκκαθαρίσῃ καὶ ἀνανεώσῃ τὰ χρέη ταῦτα ἐγκαίρως. Ἵνα ἀρθῇ ἡ ἀμφισβήτησις, ἐθεωρήθη δίκαιον καὶ συμφέρον ἀκόμη διὰ τὸ δημόσιον, νὰ προσδιορισθῇ ὡς ἐποχὴ πληρωμῆς τόκου ὑπερημερίας ἡ 1 Ἰανουαρίου 1880, ἐξ οὗ θὰ προέλθῃ αὔξησις τοῦ ἐσόδου τούτου, διότι οἱ ὀφειλέται θὰ προθυμοποιηθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν καθυστερουμένων δόσεων, ὡς ἀπαλλασσόμενοι τοῦ τόκου τῆς ὑπερημερίας, τὸν ὁποῖον ἐθεώρουν ἄδικον καὶ παράνομον. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρέπει νὰ προστεθῇ, ὡς ἐδήλωσα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ποσὸν ἐξ 100,000 δραχμῶν ἐκ προκαταβολῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, διότι διὰ τοῦ ὑποβληθέντος Νομοσχεδίου παρατείνεται ἡ προθεσμία τῆς δηλώσεως μέχρι τέλους τοῦ ἀρξαμένου ἔτους· ὑπελογίσαμεν δὲ 100,000 δραχ. λίαν μετρίως, ἂν καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἦναι διπλάσιον τὸ ἔσοδον. Αἱ χρεωλυτικαὶ δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν ὡρίσθησαν εἰς 4,000,000. Ἐγένετο ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ, καὶ οἱ ἰσχυρισθέντες τοῦτο ἐστηρίχθησαν εἰς τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τοῦ ἔτους 1879· ἀλλ’ ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους τούτου δὲν ἔληξεν εἰσέτι, καὶ μέχρι τέλους αὐτῆς θέλει εἰσπραχθῆ μέγιστον εἰσέτι ποσὸν, καὶ ἑπομένως οἱ δισταγμοὶ, οὓς ἐξέφρασαν οἱ προαγορεύσαντες καὶ ὡς πρὸς τὸ ἔσοδον τοῦτο, δὲν εἶναι βάσιμοι· ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐὰν τὸ Νομοσχέδιον περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν, ὅπερ εἶναι ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπιψηφισθῇ, θέλει ἐξασφαλίσει καὶ διευκολύνει ἔτι μᾶλλον τὴν εἴσπραξιν τοῦ προϋπολογιζομένου ποσοῦ. Ὡς ἔσοδον κεκλεισμένων χρήσεων σημειοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 1,200,000, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο λίαν μετρίως ὑπελογίσθη, διότι τὸ 1876 εἰσεπράχθησαν δρ. 1,280,000 τὸ 1877 δρ. 927,000, τὸ 1878 εἰσεπράχθησαν 776,767, καὶ τὸ 1879 δρ. 1,238,500· ἀλλὰ κατὰ μέσον ὅρον ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ σημειούμενον ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ θέλει εἰσπραχθῆ κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1880. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα· δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονῇ ἡ Βουλή, ὅτι τὰ ἔσοδα αὐξάνουν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς γεωργίας, καὶ ὡς ἐκ τῆς μεταβιβάσεως ὅλων τῶν ἐθνικῶν κτημάτων εἰς χεῖρας ἰδιωτικάς· οἱ ἰδιοκτῆται θὰ βελτιώσωσι τὰ κτήματα καὶ ἡ παραγωγὴ θὰ αὐξήσῃ σπουδαίως. Ἡ αὔξησις δὲ τῆς παραγωγῆς εἶναι αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων διὰ τὸ 1880 συνετάχθη μετὰ πολλῆς φειδοῦς· δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι ἠδικήθη ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, διότι τὰ ἔσοδα ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῶσιν εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν 48,000,000, ἀφοῦ 17,000,000 ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸ 1879, καὶ οὐχὶ εἰς 45,800,000 Θὰ ἐπιθεωρήσω, κύριοι, καὶ τὰ ἔξοδα λίαν συνοπτικῶς, διὰ νὰ ἴδω ποῦ θ’ ἀπολήξῃ τὸ περιλάλητον ἔλλειμμα τῶν 15 ἢ 20,000,000 δραχμῶν. Τὰ ἔξοδα προσδιορίζονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς 56,068,872· εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ, κατὰ τὴν εὔλογον καὶ ὀρθὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Ζαΐμη, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν εἰς τὴν ὁδοποιΐαν ἀποδοτέων οὐχὶ 600,000 δραχμαί, ἀλλὰ 540,890 διὰ τὴν ἀκρίβειαν, διότι κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τὸν ὁποῖον ἔκαμα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προϋπολογιζομένων ἐσόδων καὶ τῶν Νόμων τοῦ 1867 καὶ 1878, ἐφ’ ὧν στηρίζονται οἱ φόροι τῆς ὁδοποιΐας, αὐτὴ ἡ διαφορὰ προκύπτει μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τοῦ σημειωθέντος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ πραγματικοῦ, ὅπερ πρέπει νὰ σημειωθῇ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειοῦται ποσὸν 3,250,000, ἐνῷ τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας διὰ τὸ 1880 ὑπολογίζονται εἰς 3,790,890· ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων ἀνέρχεται εἰς 56,609,762. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς μετὰ τὰς γενομένας ἐν ἑκάστῳ προϋπολογισμῷ αὐξομειώσεις προκύπτει ποσὸν ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων ἐξ 1,923,705· ἑπομένως τὰ ἔξοδα μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ τούτου περιορίζονται τὰ 54,686,057. Στηρίζομαι δὲ εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δεχθῶμεν πολλάς, ἂν οὐχὶ ὅλας, ἐκ τῶν προτεινομένων ἐλαττώσεων ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην δυνατὴν καὶ εὔλογον οἰκονομίαν καὶ περικοπὴν δαπάνης ἐκ τῶν ἤδη προταθεισῶν παρὰ τῶν προαγορευσάντων κυρίων Βουλευτῶν, ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην ἣν ἤθελε προτείνει καὶ ἄλλος τις τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, ὅταν αὕτη δὲν ἀντιστρατεύηται εἰς τὸ σύστημά μας τὸ πολιτικόν. Εἰς τὸ ποσὸν τῶν ἐλαττώσεων περιλαμβάνεται καὶ ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν 24,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 φράγκων, ἃς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ἀναγκαῖον καὶ συμφέρον νὰ μὴ πραγματοποιήσωμεν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα τοῦτο· δέχομαι καὶ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, διότι ἂν δὲν γείνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἑπομένως ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ πρότασις περὶ τῆς μὴ πραγματοποιήσεως τῶν ὁμολογιῶν τούτων, ἔχομεν ὑποβεβλημένον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕτερον μέτρον, σχετικὸν πρὸς τὴν διάθεσιν τῶν 24,000 ὁμολογιῶν, ἐξ οὗ προκύπτει μεγαλειτέρα ἐλάττωσις εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ὡς θέλω ὁμιλήσει βραδύτερον. Ἔχομεν ἔσοδα, κατὰ τὰ προεκτεθέντα, 47,180,054. Ἔχομεν ἔξοδα, μετὰ τὰς γενομένας μεταβολὰς, 54,686,057· ἑπομένως προκύπτει ἔλλειμμα 7,506,003. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει ἤδη ὑπ’ ὄψιν της τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλεν εἰς αὐτὴν πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος. Τὰ μέτρα ταῦτα συνίστανται, 1ον εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ δασμολογίου, ἐξ ἧς θέλει προκύψει αὔξησις 1,790,000. Ἔχομεν τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ, ἐξ οὗ θὰ ἔχωμεν 2,000,000 δραχμῶν. Τινὲς ἐκ τῶν προαγορευσάντων, εἶναι ἀληθές, ὅτι μετὰ μεγάλης ἰσχυρογνωμοσύνης εἶπον, ὅτι ἡ πρόσοδος δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς 200,000· ἀλλ’ εὐτυχῶς ἔχω ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως γνώμην ἀσφαλῆ καὶ βεβαίαν, τὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Ζαΐμη, προσδιορίσαντος τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τούτου εἰς 1,500,000· ἑπομένως ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνου εἶναι μικρὰ, 500,000 δραχμῶν, καὶ τὴν διαφορὰν ταύτην θέλομεν δεχθῆ εὐχαρίστως εἰς βάρος μας, ἐὰν πεισθῶμεν περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῆς, διότι δὲν θὰ αὐξήσῃ κατὰ πολὺ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τῶν προκαταβολῶν τῆς δηλώσεως γαιῶν καὶ φυτειῶν πρέπει νὰ προστεθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὡς προεῖπον, ποσὸν ἐξ 100,000 δραχμῶν. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν παιγνιοχάρτων, κατὰ τὸ ὑποβληθὲν ὑφ’ ἡμῶν Νομοσχέδιον, προσδοκᾶται ἔσοδον ἐξ 150,000. Ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν τῶν κληρονομιῶν καὶ λοιπῶν, κατὰ τὸ ὑποβληθὲν Νομοσχέδιον προσδοκᾶται αὔξησις τοῦ ἐσόδου τούτου δραχ. 325,000, πλὴν τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειωθέντος ποσοῦ ἐξ 75,000 δραχμῶν. Ὑπεβάλαμεν πρὸ ἡμερῶν Νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου· ἐὰν ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ἔχω ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Νομοσχεδίου, ὅτι θὰ ἔχωμεν πρόσοδον ἐξ 1,000,000· ἑπομένως οἱ νέοι φόροι, οὓς διὰ τῶν ὑποβληθέντων μέτρων προτείνομεν εἰς τὴν ἔγκρισιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, ἀνέρχονται εἰς 5,275,000, προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν δρ. 100,000 ἐκ προκαταβολῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἔχομεν 5,375,000. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ ἔτος 1880 νὰ εἰσπραχθῶσιν ὁλόκληρα τὰ ποσὰ τῶν νέων τούτων φόρων καὶ ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐσόδου ἐξ ἑκάστου νέου φόρου μόνον εἰς τὴν βʹ ἑξαμηνίαν. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχει καθῆκον, ἐὰν συμμερίζηται τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπιθυμῇ τὸ καθ’ ἑαυτὴν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, ὅπως μεταβῶμεν τέλος πάντων εἰς τὴν ὁμαλὴν κατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφ’ ἧς πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀπεμακρύνθημεν, ἔχει, λέγω, καθῆκον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν Νομοσχεδίων τούτων ὅσον τὸ ταχύτερον, διότι δὲν ἐννοῶ διατὶ πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσιν οἱ νέοι φόροι μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ ἔτους, ἐνῷ διατρέχομεν ἤδη τὸν δεύτερον μῆνα τοῦ ἔτους καὶ εἶναι δυνατὸν οἱ Νόμοι νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν ἐντὸς τοῦ Μαρτίου, ὅτε δὲν ἔχομεν ν’ ἀπολέσωμεν εἰμὴ τὸ ¼, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 1,068,000, ἐκτὸς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, διότι ἡ φορολογία τούτου θ’ ἀρχίσῃ τὴν 1 Ὀκτωβρίου ε. ε. ἡ δὲ εἴσπραξις τὴν 1 Ἰανουαρίου ἑπομένου ἔτους. Ἔχομεν λοιπὸν ὑπόλοιπον ἐκ τῶν νέων φόρων δραχμὰς 4,307,000. Ἐσκέφθημεν, κύριοι, ὡς πολλοὶ ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε, ν’ αὐξήσωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἢ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον στρεμματικὸν ἐπὶ τῶν σταφιδαμπέλων, ἀλλ’ ἐκρίθη ὅτι οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἕτερον συμφέρει νὰ πράξωμεν· διὰ τοῦτο πρόκειται νὰ καταφύγωμεν εἰς ἕτερον μέτρον ἐμμέσου φορολογίας, ἐξ οὗ, καθ’ ὑπολογισμοὺς στηριζομένους εἰς ἐπίσημα στοιχεῖα, θὰ εἰσπράξωμεν 720,000· ὥστε αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους θ’ αὐξήσωσι κατὰ 5,027,000, ἐὰν τὰ μέτρα μας γείνωσι δεκτά.
§68ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πόθεν θὰ λάβητε τὰς 720,000;
§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ φόρος;
§70Δ. Ν. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἶναι ἀνώνυμος;
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸν ψηφίσητε σεῖς, δὲν εἶναι ἀνώνυμος· θὰ τὸν ψηφίσητε σεῖς ὅταν ἦναι καιρὸς, καὶ τότε θὰ μάθητε καὶ τὸ εἶδος τοῦ φόρου· σᾶς εἶπον μόνον ὅτι ἐκ τοῦ φόρου τούτου προσδοκῶμεν 720,000. Ἕτερον μέτρον κεῖται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ ἐξαγορᾶς 6 ἑκατομ. ἐντόκων γραμματίων ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομ. ἐκ τοῦ μέτρου τούτου καὶ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου ἀπὸ 8 εἰς 7 ἐπὶ τῶν ὑπολειφθησομένων ἐντόκων γραμματίων ἐξ ἑτέρων 6 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι περιζήτητα, ὅταν θὰ ἐλαττωθῶσιν εἰς τόσον μικρὸν ποσὸν, προκύπτει ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων ἐκ δραχμῶν 480,000, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῶν νέων φόρων καὶ εἰς τὰς 100 χιλ. τὰς ἐκ τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, προκύπτει ποσὸν 5,507,000· ἀφαιροῦντες τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐλλείμματος ἐξ 7,506,000 ἔχομεν ἔλλειμμα 1,999,000 δηλ. 2 ἑκατομ. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι δίκαιον, νὰ προστεθῶσι καὶ ἕτερα δύο διὰ τὰ καθυστερήματα τῶν διὰ τὸ 1880 προϋπολογιζομένων ἐσόδων, κατὰ τὴν ὀρθὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων κ. Ζαΐμη· ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα τὸ πραγματικὸν διὰ τὸ 1880 θέλει εἶσθαι 4 ἑκατομ. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ἀπέναντι τοῦ ἐλλείμματος τούτου ἔλαβεν ἤδη ἡ Κυβέρνησις προκαταβολικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 δραχμὰς 2,500,000 διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου. Τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρουμένου ἀπὸ τοῦ ἐλλείμματος μένει 1,500,000, περὶ οὗ μόνον ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή. Εἶπον, ὅτι δέχομαι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς πρὸς τὴν μὴ πραγματοποίησιν τῶν 21,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου καὶ ἑπομένως τὴν ἐλάττωσιν τῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου τόκων καὶ χρεωλυσίου, συνισταμένων εἰς 893,760. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἰσχύσῃ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίξῃ ἐναντίαν, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν συζητοῦμεν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ ἑπομένως μείνῃ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ πίστωσις διὰ τόκους καὶ χρεωλύσιον, ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπ’ ὄψιν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ χρησιμοποιήσεως τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ὁμολογιῶν τούτων καὶ κατὰ τὸ μέτρον αὐτὸ, ἂν τὸ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, ἔχομεν περίσσευμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλαττώσῃ τὸ ἔλλειμμα κατὰ 266,240, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν ἐκ τῶν χρημάτων τῶν 24 χιλιάδων ὁμολογιῶν νὰ δανείσωμεν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὀκτὼ ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐπὶ τόκῳ 8% καὶ χρεωλυσίῳ 1½%, θέλομεν δὲ λαμβάνει διὰ τόκον καὶ χρεώλυτρον 1,000,000· τὸ ὑπολειπόμενον ἐκ τοῦ προϊόντος τῶν 21,000 ὁμολογιῶν, συνιστάμενον εἰς 2,000,000 περίπου δραχμῶν, θέλομεν μεταχειρισθῆ εἰς ἐξαγορὰν ἐντόκων γραμματίων, ὅπως ἐλαττωθῶσι ταῦτα ἀπὸ 6,000,000 εἰς 4,000,000· καὶ ἑπομένως ἐκ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν 2,000,000 δραχμῶν ἐντόκων γραμματίων θὰ προκύψῃ ἐλάττωσις τοῦ τόκου αὐτῶν κατὰ 160,000· τὸ ὅλον 1,160,000 ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐπειδὴ δὲ θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων μὲ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν 24,000 ὁμολογιῶν ἐκ δραχμῶν 893,760, θὰ ἔχωμεν περίσσευμα 266,240. Ἀλλὰ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὡς εἶπον κατ’ ἐπανάληψιν, δὲν συζητῶ οὔτε τὸ ἓν ἀντικείμενον, οὔτε τὸ ἄλλο· ἁπλῶς θέτω τὰ πράγματα ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, πρὸς ἁπλῆν πληροφορίαν αὐτῆς, σχετικῶς πρὸς τὴν παραδοχὴν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου συστήματος. Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων, κύριοι, ἐλπίζω, ὅτι θέλετε συνομολογήσει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν εἶναι εὐτυχῶς τοιαύτη, οἵαν τὴν περιέγραψαν διὰ τῶν ἀγορεύσεών των οἱ προαγορεύσαντες κύριοι Βουλευταί. Ὅταν τέλος πάντων τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 περιωρίσθη εἰς 7,000,000 δραχμῶν, ἐξ ὧν ὀφείλονται εἰσέτι 2,500,000 μόνον, μολονότι καθ’ ἣν ἔχω πεποίθησιν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ὀφείλεται, διότι εἶναι κατὰ μέγιστον μέρος κεκαλυμμένον διὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων. Ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπρόβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν, περιορίζεται εἰς 4,00,000 μόνον, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις δὲν εἶναι ἀπελπιστική· ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας σχετικῶς πρὸς τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διήλθομεν, πρὸς τὰς ἱερὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἴμεθα ἠναγκασμένοι, ὡς ἔθνος, νὰ ἐκπληρώσωμεν, εἶνε λίαν εὐάρεστος. Τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, Κύριοι, χρονολογοῦνται πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου καὶ νῦν συνάδελφός μου κ. Δηλιγιάννης ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅστις λάβει ἀναχεῖρας τὴν κατάστασιν ταύτην, θέλει ἰδεῖ; ὅτι ἀπὸ τοῦ 1861 καὶ ἐντεῦθεν ὅλοι οἱ προϋπολογισμοὶ ἔκλεισαν μὲ ἔλλειμμα. Ἀλλὰ τὰ μεγαλείτερα ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα διετάραξαν σπουδαίως τὴν ἰσοῤῥοπίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, παρουσιάσθησαν εἰς ἐποχὰς λίαν κρισίμους καὶ σπουδαίας διὰ τὴν πατρίδα μας, χρονολογοῦνται κυρίως ἀπὸ τοῦ 1867, ὅτε ἡ πατρὶς ἡμῶν δὲν ἠδύνατο νὰ μένῃ ἀνάλγητος καὶ ἀναίσθητος πρὸς ἀδελφοὺς πάσχοντας καὶ δεομένου τῆς συνδρομῆς καὶ ὑποστηρίξεως τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος· ὅτι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ἐπολλαπλασιάσθησαν ἀπὸ τοῦ 1877 καὶ ἐντεῦθεν, ὅτε ἡ Ἀνατολὴ συνεταράσσετο καὶ ἡ Ἑλλὰς ὡς ἔθνος δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἀναίσθητος ἐπίσης καὶ ἀκίνητος· ὅτι κατὰ μέγα μέρος τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ δημοσίου χρέους· τὰ χρέη δὲ ταῦτα συνωμολόγησεν ἡ Ἑλλὰς διὰ σκοποὺς ἱεροὺς καὶ δι’ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ χωρὶς νὰ παραγνωρίσῃ καὶ καταργήσῃ τὴν ἀποστολήν της καὶ τὸν προορισμόν της. Μέχρι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφερόμενον ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους συνίστατο εἰς ὀλίγα ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ σήμερον ἀνέρχεται εἰς τὸ κολοσσιαῖον ποσὸν τῶν 15,000,000, τουτέστι εἰς τὸ τρίτον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων περίπου. Ὅταν ταῦτα πάντα ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἀπελπιστικὴν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ὁποίαν περιέγραψαν, καθὼς εἶπον, οἱ προαγορεύσαντες. Ἐξεναντίας, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι παροδική. Καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ παραδεχθῇ τὰ μέτρα μας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881 δὲν θέλει παρουσιάσει ἔλλειμμα ἢ θέλει παρουσιάσει ἐλάχιστον τοιοῦτον, καὶ ὅταν μάλιστα ἡ Κυβέρνησις σκέπτηται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα περὶ τῆς ἀσφαλοῦς εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, διότι δὲν εἶνε δίκαιον, δὲν εἶνε ὀρθὸν, δὲν εἶνε πρέπον νὰ ἀναγράφωμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ κράτους ὡς ἀρχὴν ἀνεγνωρισμένην τὴν καθυστέρησιν τῶν προϋπολογιζομένων καὶ βεβαιουμένων δημοσίων ἐσόδων. Κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ ἐλπίζω, ὅτι συμμερίζεσθε αὐτὴν πάντες ὑμεῖς, καθ’ ὃν τρόπον καὶ δι’ ὃν λόγον προθυμοποιοῦνται νὰ συνεισφέρωσι τοὺς φόρους των τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν πολιτῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διὰ νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ διὰ τὸν ἴδιον λόγον ὀφείλουσι καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ καθυστεροῦντες τὴν πληρωμὴν αὐτῶν νὰ συνεισφέρωσιν ὅ,τι ὀφείλουσιν· ἐὰν δὲ οὗτοι ἐξακολουθήσωσι δυστροποῦντες, ὀφείλει ἡ πολιτεία νὰ τοὺς ἐξαναγκάσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεώς των· καὶ τοιοῦτον μέτρον θέλει ὑποβάλει ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἐγκριθῇ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θέλει ἀφήσει καθυστερήματα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, ὥστε πάντες νὰ συνεισφέρωσιν ἐξ ἴσου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλουν. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐξόδων ὅλων τῶν Ὑπουργείων παρουσιάζουσι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος αὔξησίν τινα σχετικῶς πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν παρελθόντων ἐτῶν. Δὲν θέλω ἀναφέρει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δαπάνας ἐκείνας αἵτινες θεωροῦνται ἢ ὡς δαπάναι παραγωγικαὶ, ἢ ὡς δαπάναι ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν. Θὰ μνησθῶ μόνον τοῦ μισθολογίου τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ τῶν γραφικῶν ἐξόδων ἑκάστου Ὑπουργείου τῶν δύω προτελευταίων ἐτῶν 1877 καὶ 1878 σχετικῶς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, καὶ μετὰ τοῦτο θέλω ἀνατρέξει εἰς ἐποχὴν λίαν μεμακρυσμένην, διὰ νὰ κάμω σύγκρισίν τινα περὶ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ἑκάστου Ὑπουργείου. Κατὰ τὸ 1877 ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὰς μισθοδοσίας τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν γραφικῶν ἐξόδων, ἀνέβη εἰς 2,295,532, κατὰ τὸ 1878 δρ. 2,196,592 καὶ κατὰ τὸ 1880 ἔχομεν 2,352,791, ἤτοι ἐπὶ πλέον διὰ μὲν τὸ 1877 δρ. 57,259, διὰ δὲ τὸ 1878 δρ. 156,199. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπίσης, ὡς πρὸς τὰς μισθοδοσίας καὶ τὰ γραφικὰ ἔξοδα, κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1877 ἀνέρχεται εἰς δρ. 568,276, κατὰ δὲ τὸ 1878 εἰς δρ. 573,196 καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1880 εἰς δρ. 702,696, ἤτοι ἐπὶ πλέον διὰ μὲν τὸ ἔτος 1877 δρ. 134,420, διὰ δὲ τὸ 1878 δρ. 129,500. Ὡσαύτως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1877 ἀνέρχεται εἰς δρ. 1,856,588, κατὰ δὲ τὸ 1878 εἰς δρ. 1,913,300 καὶ κατὰ τὸ 1880 εἰς δρ. 1,986,040, ἤτοι ἐπὶ πλέον διὰ μὲν τὸ ἔτος 1877 δρ. 129,452, διὰ δὲ τὸ ἔτος 1878 δρ. 72,710. Ὡσαύτως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1877 ἀνέρχεται εἰς δρ. 1,996,096, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1878 εἰς δρ. 2,036,248 καὶ κατὰ τὸ 1880 εἰς δρ. 2,246,812, ἤτοι ἐπὶ πλέον διὰ μὲν τὸ ἔτος 1877 δρ. 250,716, διὰ δὲ τὸ 1878 δρ. 210,564. Ὡσαύτως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1877 ἀνέρχεται εἰς δρ. 1,910,170, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1878 εἰς δρ. 1,941,884 καὶ κατὰ τὸ 1880 εἰς 2,241,980, ἤτοι ἐπὶ πλέον διὰ μὲν τὸ ἔτος 1877 δρ. 331,810, διὰ δὲ τὸ 1878 δρ. 300,096. Ἡ αὔξησις ὅμως αὕτη δικαιολογεῖται ἀποχρώντως ἐν ταῖς ἐκθέσεσιν ἑκάστου ὑπουργείου. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι τινὲς τῶν δαπανῶν τούτων εἶναι περιτταί, ἢ τουλάχιστον δὲν ἦναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ἡμεῖς δὲν θὰ ἔχωμεν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν διαγραφὴν ἢ τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν παρουσιάζεται μόνον διὰ τὸ 1880 σχετικῶς πρὸς τὰ δύω παρελθόντα ἔτη 1877 καὶ 1878; ἔλαβα, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1860 καὶ 1861 χάριν περιεργείας καὶ ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ τοὺς μελετήσω, καὶ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης νὰ τὸ ὑποβάλω δι’ ἀριθμῶν λίαν συνοπτικῶν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἔτους εἰς τὸ ἄλλο, καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν μακαρίαν ἐποχὴν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οἰκονομικὴν, ἐπῆλθε μεγίστη αὔξησις τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, καὶ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὰ ἔσοδα διὰ μὲν τὸ 1860 συνιστῶντο εἰς 21,780,000, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 20,397,253 καὶ ὑπῆρχε πλεόνασμα 1,382,747, διὰ δὲ τὸ 1861 τὰ ἔσοδα ἀνήρχοντο εἰς 24,996,762, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 25,037,487 καὶ ἑπομένως παρουσιάσθη ἔλλειμμα, διὰ πρώτην ἴσως φορὰν, ἐκ δραχμ. 40,725. Τὰ ἔξοδα τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων διὰ τὸ προσωπικὸν καὶ τὰ γραφικὰ ἔχουσιν ὡς ἑξῆς· α) Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν διὰ τὸ 1860 δραχ. 1,526,010, διὰ τὸ 1861 δραχ. 1,810,216· β) τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὸ ἔτος 1860 δραχ. 670,900 καὶ διὰ τὸ 1861 δραχ. 795, 102· γ) τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης διὰ μὲν τὸ 1860 δραχ. 897,714, διὰ δὲ τὸ 1861 δραχ. 1,151,260· δ) τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ ἔτος 1860 δραχ. 1,118,585 καὶ διὰ τὸ ἔτος 1861 δραχ. 1,352,794 καὶ ε) τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τὸ ἔτος 1860 δραχ. 1,165,960 καὶ διὰ τὸ ἔτος 1861 δραχ. 1,314,269. Παρατηρεῖτε λοιπὸν, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἔτους εἰς τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἐπῆλθε σπουδαία αὔξησις τῶν τοιούτου εἴδους δαπανῶν. Καὶ αἱ δαπάναι ἀναντιῤῥήτως αὐξάνουσι διότι αὐξάνουσι καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας διὰ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῆς καὶ ὡς ἐκ τῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ πρὸς θεραπείαν ἐπαρχιακῶν καὶ κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ ἀπαιτήσεων διὰ τῆς συστάσεως νέων Ἀρχῶν, Σχολείων κλπ. Ἐὰν μάλιστα παραβάλωμεν μετὰ προσοχῆς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐτῶν 1860 καὶ 1861 πρὸς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν 1877, 1878 καὶ 1880, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα αὔξησις τῶν ἐξόδων σχετικῶς δὲν εἶναι τόσον μεγάλη, ὅταν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ἡ Ἑπτάνησος προσετέθη καὶ ἡ μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις αὐτῆς προεκάλεσε τὴν σύστασιν ἐκεῖ Νομαρχιῶν, Δικαστηρίων, Γυμνασίων, Σχολείων καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας καὶ ἡ πρώην Ἑλλὰς εἶχε· περιπλέον δὲ καὶ ὅτι ἀνεπτύχθησαν καὶ ηὐξήθησαν ἐν γένει ὅλοι οἱ κλάδοι τῆς διοικήσεως, ὅπερ ἑπόμενον ἦτο ν’ αὐξήσῃ καὶ τὰς δαπάνας. Εἶναι δὲ ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη 1877, 1878 καὶ 1880, σχετικῶς πρὸς τὰ τοῦ 1861, ηὐξήθησαν καὶ μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου κατὰ 400 μόνον περίπου χιλιάδας δραχμῶν περισσότερον, διότι τὸ 1861 ἦσαν δραχμαὶ 1,810,216, τὸ 1877 2,295,532, τὸ 1878 δρ. 2,196,592 καὶ τὸ 1880 δραχμαὶ 2,352,791. Δὲν πρέπει λοιπὸν, κύριοι, νὰ μᾶς κάμῃ ἐντύπωσιν καὶ ἡ αὔξησις δαπανῶν, γενομένη ἀπὸ τὸ ἓν ἔτος εἰς τὸ ἑπόμενον, διότι ἡ αὔξησις αὕτη δικαιολογεῖται ἀπὸ τὰς περιστάσεις καὶ ἀπὸ τὰς ἀνάγκας καὶ τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς πολιτείας. Σᾶς παρέστησα, ὅτι μεταξὺ τοῦ 1860 καὶ 1861 ἐπῆλθεν αὔξησις εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους σχεδὸν κατὰ 1,000,000 δραχμάς. Κατὰ τὸν ἴδιον λοιπὸν τρόπον θὰ ἐξακολουθοῦν αἱ δαπάναι αὐξανόμεναι, διότι εἶναι δαπάναι, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἀποφύγῃ ἡ ἐπικράτεια, ἔχουσα τὴν ἀποστολὴν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως χορηγῇ τὰ μέσα καὶ τὰς εὐκολίας τῆς εὐκόλου διοικήσεως πρὸς τοὺς πολίτας καὶ τῆς ἀπολαύσεως τῶν ἀγαθῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσι πάντες οἱ λαοὶ τῶν εὐνομουμένων Κρατῶν.
§72ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ 1861 ἦτον ἔτος ναυαγίου.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ πενταήμερον συζήτησιν ἠκούσθη τέλος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἡ φωνὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἠκούσθη ἡ φωνὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐχὶ ἵνα ἐξετάσῃ αὐτὸν ὡς ἁρμόζει εἰς Κοινοβούλιον, ἀλλ’ ἵνα ἐξετάσῃ αὐτὸν ὡς ἁρμόζει εἰς γενικὸν λογιστήριον, ὡς ἁρμόζει εἴς τινα τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, ὧν ἐμνημόνευσε χθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ναυπακτίας, ὡς ὑπαρχουσῶν ἐν ἄλλοις Κράτεσι καὶ ὡς δυναμένων νὰ ὑπάρξωσι καὶ ἐνταῦθα ἐπωφελῶς. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ναυπακτίας, ὅτι παρ’ ἄλλαις ἐπικρατείαις, ἄλλαι μὲν ἔχουσι τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ἄλλαι δὲ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, καὶ ἄλλαι τὸν γενικὸν ἐλεγκτὴν, προεξελέγχοντας τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ προεξελέγοντας αὐτὸν ὡς νόμον καθαρῶς οἰκονομικὸν, εἰς δὲ τὴν Βουλὴν ἀνήκει ἡ ἐξέτασις τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς νόμου πολιτικοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ ἀνωτάτη ἔκφρασις τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν πολιτείαν ἔν τε ταῖς ἐξωτερικαῖς καὶ ἐν ταῖς ἐσωτερικαῖς αὐτῆς σχέσεσιν. Ἡ παράλειψις τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι παράλειψις, τὴν ὁποίαν παρατηροῦμεν ἐν γένει ἐν πάσῃ αὐτῆς ἐνεργείᾳ ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ Κυβέρνησις ἀφίνει εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τὴν διεύθυνσιν τῶν ἔργων τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις μόνη ἀπὸ πέντε ἡμερῶν συζητεῖ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς περὶ νόμου πολιτικοῦ. Ἡ ἀντιπολίτευσις, διὰ τριῶν αὐτῆς μελῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ τῶν ἄλλων ἀγορευσάντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μελῶν αὐτῆς, ἐξήτασε τὸν προϋπολογισμὸν, ὡς ἁρμόζει νὰ συζητῆται ὁ προϋπολογισμὸς ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐξήτασεν αὐτὸν ὡς νόμον πολιτικὸν, καὶ ὡς τοιοῦτον ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ τὸν ἐξετάσω, ἀφοῦ μάτην ἀνέμενον νὰ ἴδω τὴν Κυβέρνησιν ἐπιτελοῦσαν τὸ καθῆκον τοῦτο. Ἡ ἀναστροφὴ αὕτη τῶν ὅρων τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος — ἡ δ’ ἀναστροφὴ συνίσταται εἰς τὴν κατοχὴν τῆς θέσεως τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἰς τὴν κατοχὴν τῆς θέσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως — ἡ ἀναστροφὴ αὕτη εἶναι ἡ αἰτία πολλῶν ἐκ τῶν ἀνωμαλιῶν, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα. Δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναμένῃ, ἵνα μάθῃ τί φρονεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅπως λέγῃ κατόπιν «ἀποδέχομαι ταῦτα» καὶ ὅπως ζητῇ οὕτω νὰ λύῃ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν μεταξὺ αὐτῆς καὶ ἡμῶν. Δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁμιλῇ ὅπως ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις πάντα ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ δεχθῇ, διότι ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων δὲν εἶναι ὅλα σύμφωνα πρὸς τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, τινὰ δ’ ἐξ αὐτῶν ἦταν ἐκ θεμελίων ἀντίθετα πρὸς τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι αἱ ἀντίθετοι αὗται γνῶμαι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, εἶναι αἱ γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐπικρατήσωσι, δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητῇ τὴν συνδρομὴν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ὅπως αὐτὴ ἐκτελέσῃ αὐτάς, ἀλλ’ ὀφείλει αὐτὴ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν κ. Ζαΐμην, ὅπως ἐκεῖνος τὰς ἐκτελέσῃ. Τὴν αὐτὴν μέθοδον μετῆλθεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ περιόδῳ, καὶ κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν μέθοδον ταύτην ὀφείλονται αἱ ἀποτυχίαι αἱ κυβερνητικαὶ καὶ αἱ ἀποτυχίαι αἱ πολιτικαὶ, τὰς ὁποίας βλέπομεν ἐπελθούσας. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἐπερίμενεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως χειραγωγηθῇ εἰς τὴν πορείαν αὐτῆς, καὶ μόνον ὅτε κατώρθου νὰ προσεταιρισθῇ μερίδα τινὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τότε ἐστρέφετο πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δουλικῶς πρό τινος ἠκολούθει, καὶ τοῖς ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἀνέχεται πλέον τὸ φραγγέλιον αὐτῶν. Ἠνείχετο ὅμως τὸ φραγγέλιον — καὶ εἶναι ἡ λέξις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, — ἠνείχετο τὸ φραγγέλιον, ἐν ὅσῳ δὲν εἶχε παρὰ μερίδος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑποστήριξιν ἱκανὴν, ἵνα διατηρηθῇ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ ἐν ὅσῳ ἡ ὑποστήριξις αὕτη τῇ ἔλιπεν, ὑπετάσσετο εἰς πάσας τὰς γνώμας τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ μᾶς ἐξήγησεν ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἐπιφύλαξιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑπετάσσετο, μᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπετάσσετο ἐπιφυλασσόμενος νὰ παραβιάσῃ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἀπεδέχετο καὶ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐψηφίζομεν. Καὶ ἠκούσατε τί ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ ὁ κύριος Ζαΐμης περὶ τῆς θέσεως, ἐν ᾗ εὑρέθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, καὶ περὶ τῶν κρίσεων, τὰς ὁποίας σήμερον ποιεῖται ἐπὶ τῆς θέσεως ἐκείνης· ἠναγκάσθη νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἂν ἠδύνατο νὰ προἴδῃ ὁποία θὰ ἐγίνετο ἐκτέλεσις τῶν τότε παρ’ αὐτοῦ ψηφιζομένων, ἤθελε προτιμήσει νὰ προβῇ καὶ εἰς τὸ ἔσχατον αὐτὸ μέτρον, μέτρον τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει, ὅτι ὑπὸ τοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπεται, εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀποχωρήσεως ἐκ τῆς βουλῆς μετὰ τῶν φίλων του, ἵνα ἐμποδίσῃ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων ἐκείνων. Ἀλλὰ ποίαν εἰκόνα παριστᾷ τὸ Κράτος οὕτω κυβερνώμενον, ποίαν εἰκόνα παριστᾷ ἡ πολιτεία, ἐν ᾗ ἡ Κυβέρνησις εὐθαρσῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγει «ψηφίσατε ὅ,τι θέλετε, διότι ἐγὼ θὰ ἐκτελέσω ὅ,τι θέλω»; Καὶ πρὸς τί συζητοῦμεν ὅταν ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν Κυβέρνησιν τοιαῦτα πρὸς ἡμᾶς ἀνακοινοῦσαν; πρὸς τί κατατρίβομεν ἐνταῦθα τὸν χρόνον; πρὸς τί βασανίζομεν τὰ Νομοσχέδια, ὅταν τὰ Νομοσχέδια ταῦτα ἐν χερσὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἔχωσι τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶπεν, ὅτι ἀποδίδει εἰς αὐτά; Ταῦτα πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ἤδη, ὅτε πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὸν σπουδαιότατον πάντων τῶν νόμων· ὀφείλετε πρὸ πάντων νὰ ἐξετάσητε, εἰς τίνας χεῖρας δίδετε τὸν νόμον τοῦτον. Δὲν δύνασθε νὰ μὴ ἐξετάσητε τοῦτο, καὶ δὲν δύνασθε, ἂν θεωρῆτε τὸν νόμον τοῦτον σπουδαῖον, καὶ ἂν θεωρῆτε τὰς παρατηρήσεις ταύτας σπουδαίας, καὶ ἂν θεωρῆτε σπουδαίους τοὺς φραγμοὺς, τοὺς ὁποίους διὰ τοῦ νόμου τούτου θέλετε νὰ θέσητε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι τοῦτο εἶναι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸ νὰ θέτῃ φραγμὸν κατὰ τῆς κυβερνήσεως· δὲν δύνασθε τὸν νόμον τοῦτον νὰ ἐμπιστευθῆτε εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σᾶς εἶπον, ὅτι οὐδένα σέβονται νομοθετικὸν φραγμόν. Ἐγὼ, κύριοι, ἐξετάζω τὸν προϋπολογισμὸν ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι τὸν προσήκοντα προϋπολογισμὸν δὲν θέλει ἐκτελέσει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ βεβαίως δὲν θέλει τὸν ἐκτελέσει, διότι ἐὰν αἱ ἰδέαι ἡμῶν ἐπικρατήσωσι, θέλει ἐπέλθει κυβερνητικὴ μεταβολή, ὅπως τὰς ἰδέας ταύτας ἐξυπηρετήσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες τὰς ἐνστερνίζονται. Ἂν δὲ αἱ ἰδέαι ἡμῶν μὴ ἐπικρατήσωσι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἀξίωσιν, ὅπως τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων μὴ ὑπηρετήσωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀσπάζονται τὰς ἰδέας ταύτας. Συζητῶ λοιπὸν τὸν προϋπολογισμόν, ἵνα ὑποστηρίξω τὸ σύστημα, ὅπερ θεωρῶ συμφέρον, ἀλλὰ τοῦ συστήματος τούτου κρηπῖδα θεωρῶ τὴν μεταβολὴν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ὡς νόμον σχετιζόμενον πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς τοῦ Κράτους σχέσεις καὶ πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν ἡμῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ· ἰδίως δὲ αἱ ἐξωτερικαὶ σχέσεις ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα εἶνε τὸ θεμέλιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρετήρησαν πολλοὶ τῶν προαγορευσάντων, παρετήρησε καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγου, ὅτι κατὰ μέγα μέρος αἴτιον τῆς διαταράξεως τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπῆρξαν αἱ ἐξωτερικαὶ σχέσεις τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ἂν τοῦτο ὑπῆρξεν ἀληθὲς ἐν ἐποχαῖς, παρῳχημέναις, πόσῳ μᾶλλον θὰ ἦνε ἀληθὲς τοῦτο σήμερον, ὅτε τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ἔχει ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος σημασίαν εἴπερ ποτε μεγάλην; Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ὁποία ἡ σχέσις τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, οἷος ὑπεβλήθη, πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, οἷος ὀφείλει νὰ ψηφισθῇ, διότι ἐκεῖνος ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι κατάλληλος, ὅστις ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς πολιτείας, τὴν κατάστασιν τῆς πολιτείας ὡς πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς αὐτῆς σχέσεις, τὴν κατάστασιν τῆς πολιτείας ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν αὐτῆς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Ἕως πρὸ ὀλίγου, διαρκούσης τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὡς ἐκ τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου, δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπάρξωσι δύο γνῶμαι ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὲν ὑπῆρξαν δύο γνῶμαι ἐν Ἑλλάδι περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἡ Ἑλλὰς παρασκευάζηται, καὶ παρασκευάζηται ἐκτάκτως. Ὑπῆρχόν τινες, οἵτινες κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου δὲν ἀνεγνώριζον ἔτι τοῦτο, ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπῆρξεν, ὅστις προχωρήσαντος τοῦ πολέμου δὲν τὸ ἀνεγνώρισεν. Ἐπῆλθε στιγμή, καθ’ ἣν ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξεν ὁμόφωνος, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ὁμοφωνίας ἐκείνης ὑπῆρξεν ὁ σχηματισμὸς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅπως ἐπῆλθεν ἡ ὁμοφωνία ἐκείνη βαθμηδὸν ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων, τοιουτοτρόπως, μεταβληθείσης τῆς καταστάσεως, ἐπῆλθε πάλιν διαφορὰ γνωμῶν καὶ πάλιν βαθμηδὸν βαίνομεν πρὸς τὴν ὁμοφωνίαν. Ἴσως ὁ πρῶτος, ὅστις ἐνόησε τὴν νέαν φορὰν τῶν πραγμάτων, ἐνόησε τί ἡ νέα κατάστασις τῶν πραγμάτων ὑπεδείκνυεν εἰς τὴν πολιτείαν, ὡς μέτρον οἰκονομικὸν, τίνα προϋπολογισμὸν ὑπηγόρευεν ἡ νέα τῶν πραγμάτων κατάστασις· ἴσως ὁ πρῶτος, ὅστις κατενόησε ταῦτα, ὑπῆρξεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς εἶναι ὁ πρῶτος, ὅστις εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ὡς γνώμην μεμονωμένην, ἡ γνώμη ὅμως αὕτη ἡ μεμονωμένη ἀπέκτησε βαθμηδὸν πολλοὺς τοὺς θιασώτας, καὶ σήμερον εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἔθνους, μετ’ ὀλίγον δὲ ἴσως θὰ ἦνε ἡ γνώμη τῆς παμψηφίας. Ἐπῆλθε μεταβολὴ καταστάσεως σπουδαία μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου, καὶ ἡ μεταβολὴ αὕτη τῆς καταστάσεως ἐπιβάλλει οἰκονομικὰς ἰδέας ἄλλας, ἐπιβάλλει προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἄλλον. Ἀλλὰ ποία ἡ μεταβολὴ τῆς καταστάσεως ταύτης; Ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἡ νέα κατάστασις ἐπιβάλλει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς καὶ ὡς Κράτους καὶ ὡς ἔθνους; Ἠκούσθησαν πολλαὶ γνῶμαι περὶ τούτου· ἠκούσθη ἡ γνώμη, ὅτι ὅπως διαρκοῦντος τοῦ πολέμου ὠφείλομεν πάντες ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν πολιτικὴν τῶν παρασκευῶν, οὕτως ἤδη ὀφείλομεν πάντες νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν πολιτικὴν τῶν παρασκευῶν. Ὑπῆρξε γνώμη, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν παρασκευῶν, ἥτις ἐπεκράτει ἐπὶ τοῦ ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου, ὀφείλει νὰ ἐξακολουθῇ ἐπικρατοῦσα, διότι ἡ κατάστασις κατ’ οὐσίαν δὲν μετεβλήθη. Οὐδετέραν τῶν γνωμῶν τούτων ἀσπάζομαι. Δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι δύναται ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀκολουθῇ σήμερον λυσιτελῶς πρὸς ἑαυτὴν, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐπιβαλλομένας αὐτῇ ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ ὑπὲρ τῶν ὁμοεθνῶν αὑτῆς, ἐξακολουθοῦσα τὸ σύστημα, ὅπερ ἦτο ὑπόχρεως ἵνα ἀκολουθῇ, ἐνόσῳ ὑφίστατο ἡ κατάστασις τοῦ πολέμου ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Δὲν νομίζω, ὅτι δύναται ἡ Ἑλλὰς καὶ νὰ παύσῃ παρασκευαζομένη. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ παρασκευὴ, τὴν ὁποίαν ἀποδέχομαι καὶ κατὰ τί διαφέρει αὕτη τῆς παρασκευῆς, τὴν ὁποίαν ἀπεδεχόμην ὡς μέλος τῆς οἰκουμενικῆς κυβερνήσεως μετὰ τοῦ σήμερον πρωθυπουργοῦ; Ἡ παρασκευὴ ὑπὲρ ἧς εἰργάζετο ἡ οἰκουμενικὴ κυβέρνησις, κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ ἔθνους, ἦν ἡ παρασκευὴ ἡ ἔκτακτος, ἡ ἐσπευσμένη, ἡ ἀποβλέπουσα εἰς ἄμεσον ἐνέργειαν· ἡ σήμερον παρασκευὴ ὀφείλει νὰ μὴ ᾖ ἔκτακτος καὶ ἐσπευσμένη, ὀφείλει νὰ μὴ ἀποβλέπῃ εἰς ἄμεσον ἐνέργειαν· εἶναι ἡ παρασκευὴ ἡ ἤρεμος, ἀλλ’ ἡ παρασκευὴ ἐκείνου, ὅστις ἠξεύρει, ὅτι δύναται ταχέως νὰ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς χρήσεως ὅλων αὐτοῦ τῶν δυνάμεων. Ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης τῶν ἰδεῶν περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὴν παρασκευὴν, ἕπεται καὶ διαφορὰ τῶν προϋπολογισμῶν. Συνεπῶς πρὸς ἃ φρονοῦμεν περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν καὶ προϋπολογισμὸν πάντη διάφορον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἴχομεν κατὰ τὸ 1877, ἐκείνου, τὸν ὁποῖον μέχρι τίνος ἐξηκολουθοῦμεν νὰ ἔχωμεν. Ἂν παρασκευαζώμεθα εἰς ἄμεσον ἐνέργειαν, ἐπιτρέπεται νὰ ἐξαντλῶμεν τὰς δυνάμεις τοῦ μέλλοντος χάριν τοῦ παρόντος· ἂν ὅμως δὲν παρασκευαζώμεθα εἰς ἄμεσον ἐνέργειαν, ὀφείλομεν νὰ ὦμεν φειδωλοὶ ἐν τῷ παρόντι χάριν τοῦ μέλλοντος, ὀφείλομεν νὰ περιφρουρῶμεν τὸ παρὸν, ὅπως ὦμεν ἰσχυροὶ, ὅπως ὦμεν ἠνδρωμένοι πρὸς ἐνέργειαν, ὅτε ἡ ὥρα θέλει ἐπιστῆ. Αἱ οἰκονομίαι τὰς ὁποίας ἐπιζητοῦμεν, δὲν εἶναι οἰκονομίαι μαρτυροῦσαι τὴν παραίτησιν ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἐθνικῆς ἰδέας· εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν ὡς θεμέλιον τῆς ἐνεργείας ἡμῶν ἐν τῇ ἐθνικῇ ἰδέᾳ. Πέριξ ἡμῶν ἔχομεν τὰ παραδείγματα τῶν γειτνιακῶν ἐπικρατειῶν, αἵτινες, μὴ κατανοήσασαι τὴν ἀλήθειαν ταύτην, εὑρέθησαν ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς ἀνάγκης πολεμικῶς μὲν παρεσκευασμέναι, οἰκονομικῶς δὲ ἀνέτοιμοι, καὶ τὸ οἰκονομικῶς ἀνέτοιμον κατέστρεψε τὴν πολεμικὴν αὐτῶν παρασκευήν. Λαμπροτάτην εἶχε τὸ ὀθωμανικὸν Κράτος πολεμικὴν παρασκευήν, ὅτε ἐξεῤῥάγη ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς αὐτοῦ· οὐδέποτε ἡ ὀθωμανικὴ ἐπικράτεια ἦτο ὡς τότε πολεμικῶς παρεσκευασμένη, ἀλλ’ ἦτο οἰκονομικῶς ἐντελῶς ἀπαράσκευος· τὸ ἀπαράσκευον δὲ τῆς Τουρκίας οἰκονομικῶς κατέστησεν ἐντελῶς ἄχρηστον εἰς αὐτὴν καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν της· ἕνεκα τοῦ οἰκονομικῶς ἀπαρασκεύου εἶχεν ἐχθροὺς αὐτῆς κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ πολέμου αὐτοὺς τοὺς στενωτέρους αὐτῆς φίλους. Ἐγένετο συνέδριον ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ οὐδεμία τῶν Δυνάμεων ὕψωσε φωνὴν ὑπὲρ αὐτῆς, διότι ἐκεῖναι τῶν Δυνάμεων, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ὑψώσωσι φωνὴν ὑπὲρ αὐτῆς καὶ αἵτινες ἐθεωροῦντο τὸ στήριγμα αὐτῆς, ὡς ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἦσαν τότε ἐχθρικῶς πρὸς αὐτὴν διατεθειμέναι. Ἂν ἡ γείτων ἐπικράτεια εἶχε φροντίσει περὶ τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς παρασκευῆς, θυσιάζουσα ἐν μέρει χάριν αὐτῆς τὰς κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν παρασκευὰς, ὁ πόλεμος ὁ ῥωσοτουρκικὸς δὲν ἤθελεν ἐπέλθει, διότι ὁ πόλεμος ἐκεῖνος ἦτο συνέπεια τῆς χρεωκοπίας τῆς Τουρκίας. Στρέψατε τὸ βλέμμα καὶ πρὸς νότον, καὶ ἴδετε τὴν Αἴγυπτον. Εἶχεν αὕτη καταρτίσει στόλον, τὸν ὁποῖον ἐζήλευε καὶ αὐτή ἡ Τουρκία, εἶχε στρατὸν ἀνώτερον τοῦ στρατοῦ τῆς Τουρκίας, καὶ ἐν τούτοις σήμερον διοικοῦσι τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς ἀντιπρόσωποι τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας. Τὴν οἰκονομικὴν λοιπὸν παρασκευὴν συνιστῶμεν σήμερον ὡς βάσιν τῆς παρασκευῆς τῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους τῶν πολεμικῶν, παρασκευῆς, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ παύσῃ ποτὲ, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα μετὰ πάσης ζωηρότητος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐργαζώμεθα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ παρασκευῆς, οὐχὶ πρὸς ἄμεσον ἐνέργειαν, ἀλλὰ περὶ παρασκευῆς πρὸς ἐνδεχομένην καὶ μέλλουσαν ἐνέργειαν. Εἶπον, ὅτι θεωρῶ τὸν προϋπολογισμὸν οἷος ὑπεβλήθη, τοὺς οἰκονομικοὺς ἡμῶν νόμους, οἷοι ἐφαρμόζονται σήμερον, ὡς ἀποῤῥέοντας εἰσέτι ἀπὸ τῆς ἰδέας τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν. Ἐννοῶ διὰ τούτου, ὅτι ἐπιζητοῦμεν ἔτι τὴν δύναμιν ἐν τοῖς ἀριθμοῖς, ὅτι ἐπιζητοῦμεν οὐχὶ τὴν μόρφωσιν τὴν στρατιωτικὴν τοῦ ἔθνους διὰ τῶν θεσμῶν τῶν στρατιωτικῶν, ὁποῖοι ἤδη ὑφίστανται καὶ ὁποῖοι πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτείνονται, ἀλλ’ ἐπιζητοῦμεν νὰ παριστάνωμεν ὅσον ἔνεστι πλειοτέραν δύναμιν ἐκ τῶν ἐνόντων μέσων τοῦ Κράτους. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐνέργεια ἡμῶν ἡ πρέπουσα δὲν εἶναι τὸ νὰ παρατάττωμεν σήμερον δυνάμεις, εἶνε τὸ νὰ αὐξάνωμεν τὰ μέσα ἡμῶν, ὅπως μεγαλειτέραν ἔχωμεν παράταξιν ἐν ὥρᾳ εὐθέτω. Ὅτε πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ἐσυστήθη στρατόπεδον ἐν Λεπενοῦ, ἠδυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν, πρὸς τί ἐγένετο τὸ στρατόπεδον ἐκεῖνο; εἶχεν ἄμεσόν τινα ἐνέργειαν ὡς σκοπὸν τὸ στρατόπεδον; Ὅτε πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ἐκαλοῦμεν εἰς τὰ ὅπλα μεταβατικοὺς ἐθνοφύλακας πρὸς ἔκτακτον ὑπηρεσίαν, ἠδυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν πρὸς τί ἐκαλοῦντο οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι εἰς ἐξόγκωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ; Ἐπρόκειτο ὁ στρατὸς νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν ἢ ἐπρόκειτο διὰ τῆς ἐπιδείξεως ἐκείνης νὰ ἐπιδράσωμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ ἐξωτερικοῦ; Βεβαίως, οὐδεὶς σπουδαιολογῶν ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ, ὅτι τὸ στρατόπεδον τῆς Λεπενοῦς καὶ ἡ ἔκτακτος ἐφεδρεία ἤθελον κατ’ ἐλάχιστον ἐπιδράσει εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἐκείνου. Ἀντὶ τῶν δαπανῶν ἐκείνων, τῶν ἀφειδῶν, ἀντὶ τῶν δαπανῶν ἐκείνων, αἵτινες ἐξήντλησαν τὸ ἔθνος, τῶν δαπανῶν, λέγω, διὰ τὴν ἔκτακτον ἐφεδρείαν τῆς τρίτης καὶ τετάρτης σειρᾶς, τῶν δαπανῶν διὰ τὴν μεταβατικὴν ἐθνοφυλακὴν, ἀντὶ τῶν δαπανῶν ἐκείνων, αἵτινες ἔφερον τὸν κάματον εἰς τὸ ἔθνος καὶ ἐπροκάλεσαν ἀντίδρασιν κατὰ τῶν ἐνεργειῶν πρὸς πρέπουσαν παρασκευὴν, ἂν, ἀντὶ τούτων, ἐπελαμβανόμεθα τὰς δεούσας ἐνεργείας πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ ἔθνους, ἂν πᾶσαν δαπάνην ἐπιδείξεως ἐθέτομεν ἐκποδὼν, ἵνα εἰσάξωμεν δαπάνας πραγματικῶς αὐξανούσας τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους, ἡ θέσις ἡμῶν σήμερον δὲν θὰ ἦτο καλλιτέρα; Θὰ ἦτο καλλιτέρα, οὐχὶ διότι ἐν τῷ βραχεῖ τούτῳ διαστήματι ἡ αὔξησις τῶν δυνάμεων θὰ ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται νὰ φέρῃ σπουδαῖον ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ θὰ ἦτο καλλιτέρα, διότι ἡ Εὐρώπη ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι σπουδάζομεν ἐν τῷ ζητήματι. Ἰδίως δὲ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων ὅ,τι πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν εἶναι τὸ νὰ ἐπιχειρῶμεν νὰ παριστάμεθα ἀλλοῖοι ἢ ὅ,τι εἴμεθα. Τὸ νὰ δαπανῶμεν δὲ, ἵνα παριστάμεθα ἀλλοῖοι ἢ ὅ,τι εἴμεθα, εἶναι τῆς ἐσχάτης ἀφροσύνης. Δὲν ἐγκρίνω τοὺς λέγοντας, ὅτι πολιτικὴ ἐμπρέπουσα εἶναι, ὅπως ἐν ᾗ περιπτώσει αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς ζητήματος δὲν ἀπολήξωσιν εἰς εὐκταῖον ἀποτέλεσμα, προβῶμεν καὶ εἰς πόλεμον, ἀλλ’ ἰδίως δὲν ἐγκρίνω ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι νὰ ἐμπνεύσωσι τὴν ἰδέαν ταύτην διὰ δαπανῶν, αἵτινες ἐξαντλοῦσι τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡμεῖς μὲν ἐξαντλούμεθα, οὐδένα δὲ ἀπατῶμεν.
§74ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μεγίστην ἐπιμέλειαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμε περὶ τὴν μόρφωσιν τῆς περὶ ἡμῶν γνώμης τῆς Εὐρώπης. Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι μέγα κεφάλαιον, καὶ ἂν ἡ Εὐρώπη ἴδῃ ἡμᾶς ἐργαζομένους, ἂν ἡ Εὐρώπη ἐννοήσῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐσχάτας θυσίας, καὶ ὅτι πρὸς τοῦτο ἐργάζεται, ἀλλ’ ἐργάζεται σιωπηλῶς, ὡς ἐμπρέπει εἰς τοιαύτην ἐργασίαν, θέλει δείξει πρὸς ἡμᾶς εὐμένειαν πολὺ μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤθελε δείξει, ἂν ἡμεῖς διὰ τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν ἠθέλομεν νὰ παραστήσωμεν αὐτὴν ὡς ὑπείκουσαν εἰς τὸν φόβον ἐνδεχομένης διαταράξεως τῆς εἰρήνης ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος. Καθῆκον ἄρα ἔχει ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ πᾶν ἄλλο νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς μεταδόσεως εἰς τὸν ἔξω κόσμον ἀληθοῦς ἰδέας περὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Ὀφείλει πρὸ πάντων νὰ ἔχῃ γνώμην, καὶ κατὰ τοῦτο ἰδίως κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ὡς καὶ ἐπὶ παντὸς ἐσωτερικοῦ ζητήματος δὲν ἔχει γνώμην. Ἐθεωρήθη δυστυχῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης ὡς πολιτικὴ ἐπιτηδειότης ἡ διατήρησις τῶν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἐν ἀποῤῥήτῳ. Ἐνόμισεν ἰδίως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὅτι δὲν εἶχε καθῆκον οὐδεμίαν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ὡς Κυβέρνησις περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐξηγήσεις περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, συζητουμένης τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν. Ἔρχεται ἤδη ὁ προϋπολογισμός, προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἐν γνώσει τῆς ἐννοίας αὐτοῦ, ἐν γνώσει τῆς σημασίας τὴν ὁποίαν ἔχει τῆς σχετικῆς πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς πολιτικῆς, ἄνευ ἐκθέσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν σχέσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν θεωρεῖ ἑαυτὸν ἐντελῶς ξένον τῆς συζητήσεως ταύτης. Εἶναι πλάνη, καὶ πλάνη ὀλεθρία, ὅτι τὰ μικρὰ ἔθνη δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι πολιτικήν, εἶναι πλάνη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μικροῦ Κράτους ὀφείλει ἵνα μὴ ἐκθέσῃ τὸ Κράτος τοῦτο εἰς τὴν δυσμένειαν ἢ εἰς τὴν ψυχρότητα ἄλλων δυνάμεων, ὅτι ὀφείλει τὸ Κράτος τοῦτο οὐδεμίαν διὰ τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ ἐκφράζῃ πολιτικήν. Φρονῶ, ὅτι Κράτος ἔχον ὑποχρεώσεις, ὁποίας ἔχει ἡ Ἑλλάς, δὲν δύναται τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας νὰ ἐκπληρώσῃ ἄνευ φίλων καὶ φίλους δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὅστις θέλει τοὺς πάντας νὰ εὐχαριστῇ. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται νὰ διεξαγάγῃ τὸ μέγα ἡμῶν ἐθνικὸν ζήτημα εἰμὴ ἐν συμπράξει μετ’ ἄλλων δυνάμεων· πᾶσα δὲ δαπάνη παρασκευῆς, ἵνα γίνηται λυσιτελῶς, πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς προορισμὸν τὴν σύμπραξιν ταύτην, διότι μεμονωμένη ἐνέργεια τῆς Ἑλλάδος οὐδέποτε δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα αἴσιον. Ἀλλ’ ἂν θέλωμεν ἐν συμπράξει μετ’ ἄλλων νὰ ἐνεργῶμεν, πρέπει νὰ τοῖς ἐμπνέωμεν πεποίθησιν, πρέπει νὰ ἠξεύρωσιν οὗτοι, ὅτι τοὺς θεωροῦμεν ὡς φίλους, πρέπει ἵνα μᾶς παρέξωσι τὴν συνδρομήν των, νὰ γινώσκωσι, ὅτι ἔχομεν ἐθνικὴν πολιτικὴν συμβιβαζομένην πρὸς τὰς γνώμας αὐτῶν καὶ πρέπει τοῦτο νὰ γινώσκωσι καὶ ἐκ τῶν λόγων καὶ ἐκ τῶν πράξεων τῶν Κυβερνήσεων· ἰδίως δὲ τὸ μέσον, δι’ οὗ δύνανται νὰ γινώσκωσι ταῦτα, εἶναι αἱ βουλευτικαὶ συζητήσεις. Διὰ τῶν βουλευτικῶν μάλιστα συζητήσεων αἱ γνῶμαι αὗται ἀποκτῶσι τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς αὐτὰς τὴν χρησιμότητα· διότι δὲν ἀρκεῖ εἰς τὰς ξένας Δυνάμεις νὰ γινώσκωσι τὴν πολιτικὴν ὑπουργείου τινός, θέλουσι νὰ γινώσκωσιν, ἂν ἡ πολιτικὴ αὕτη ἦναι πολιτικὴ μόνιμος τοῦ Κράτους, καὶ ἵνα γινώσκωσι ταῦτα, πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ μέσα τῆς διαγνώσεως ἐκ συζητήσεων ἐλευθέρων ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ὁποία ἡ γνώμη τοῦ ἔθνους περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Τὰς ἐλευθέρας δὲ ταύτας συζητήσεις μᾶς ἀρνεῖται ἡ κυβέρνησις, διότι ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοιαύτας συζητήσεις δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ προβῶμεν ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐνόσῳ οἱ σήμερον ὑπουργοὶ εἶναι Κυβέρνησις, ὀφείλομεν εἴτε συμπολιτευόμεθα εἴτε ἀντιπολιτευόμεθα, νὰ προσφέρωμεν εἰς αὐτοὺς τὸν σεβασμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν πρὸς τὴν κυβέρνησιν περὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Ἐνόσῳ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις μὴ συμφωνοῦσα πρὸς τὴν γνώμην ἡμῶν περὶ ἐλευθέρας συζητήσεως περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἀρνεῖται ἵνα μᾶς παράσχῃ τὰ μέσα πρὸς τὴν συζήτησιν ταύτην, ὀφείλομεν νὰ ὑποκύπτωμεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν αὐτῆς, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ τῇ ἀπευθύνωμεν παρατηρήσεις ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θέλει μεταβάλει πορείαν ἢ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς θέλει ἐπιβάλει μεταβολὴν πορείας εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἔστω καὶ διὰ μεταβολῆς προσώπων. Τὸ κατ’ ἐμὲ, καὶ ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς ἰδίως εἰς τὸ κοινοβούλιον ἀποβλέπω, παρ’ αὐτοῦ προσδοκῶν τελεσφόρον ἐνέργειαν. Ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ κοινοβουλίου οὐδὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν γενναῖον. Ἀπατῶνται περὶ τῆς σημασίας τοῦ κοινοβουλίου καὶ περὶ τῆς χρησιμότητος αὐτοῦ, ὅσοι ἐξετάζουσι τὰ πράγματα ἐκ τοῦ σύνεγγυς μὴ ἀποβλέποντες εἰς τὰ γενικὰ ἀποτελέσματα. Ὅσοι σήμερον βλέπουσιν, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸν πέμπτον μῆνα τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν καὶ οὐδὲν ἔτι σπουδαῖον ἐπράξαμεν, δύνανται νὰ φρονῶσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶνε σχεδὸν ἄχρηστος· ἀλλὰ δὲν εἶνε οὗτος ὁ τρόπος τοῦ ἐκτιμᾶν τὴν ἐπίδρασιν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐξετάσατε τὸν προϋπολογισμόν, προσέξατε εἰς τοὺς λόγους τοῦ προαγορεύσαντος Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνατρέξατε εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου ἐφ’ ὅσον εἶνε γνωστή, τὴν πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ θέλετε ἐκ τούτων πάντων πεισθῆ, ὅτι ἐὰν μὴ ὑπῆρχεν ὁ φόβος τοῦ Κοινοβουλίου, ἠθέλομεν ἤδη πλέει πλησίστιοι ἐν τῷ πελάγει τῶν δαπανῶν. Μόνος ὁ φόβος τῆς Βουλῆς εἶνε ὁ ἐπιβαλὼν ὡς πρὸς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν, μόνη δ’ ἡ Βουλὴ δύναται καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ζητήματι νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐπὶ παντὸς ζητήματος στερεῖται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὑτὴν γνώμην, καὶ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν γνώμης. Ἀλλὰ τὴν γνώμην ταύτην τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλομεν μόνον χάριν τῆς ἐπιδράσεως αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν σχέσεων, χάριν τῆς παρασκευῆς διὰ τῆς γνώμης ταύτης τῶν συμμαχιῶν, τῶν φιλικωτέρων συνδέσμων πρὸς ταύτας ἢ ἐκείνας τὰς ἐπικρατείας, ἔχομεν ἀνάγκην τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ ἵνα καθοδηγηθῶμεν περὶ τὸν καταρτισμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εὐτυχῶς σήμερον ἡ δημοσιότης εἶνε τοσαύτη, ὥστε ἡ ἔλλειψις ἐξηγήσεων παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ἀναπληροῦται κατὰ πολὺ ἐκ τῶν εἰδήσεων, τὰς ὁποίας λαμβάνομεν ἐξ ἄλλων Κοινοβουλίων, ἐκ τηλεγραφικῶν πρακτορείων, ἐξ ἐφημερίδων καὶ ἐξ ἀλληλογραφιῶν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐργάζηται ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ δεδομένων ἐπισημοτέρων, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εἴπῃ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς ζητήματος, ἵνα δυνηθῇ ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης στηριζομένη καὶ τὴν γνώμην ταύτην συζητοῦσα νὰ καταρτίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐν συσχετίσει πρὸς τὸ ἐκκρεμὲς ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις ἔδωκε τοιαύτην γνώμην· ἀπεδείχθη δὲ ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι τὴν γνώμην ταύτην ἔδωκεν οὐχὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων στηριζομένη, ἀλλ’ ἔδωκεν αὐτὴν ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τῶν μετὰ τῆς γνώμης ἐκείνης σχετιζομένων μέτρων. Ἔδωκεν ἄλλοτε γνώμην, εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, κατὰ τὴν πεποίθησιν αὐτῆς, ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου, πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους, — ἐγένετο δὲ ἡ ὁμιλία αὐτὴ τὸν Νοέμβριον ἢ Ὀκτώβριον, νομίζω, — τὸ ἐκκρεμὲς ἐξωτερικὸν ζήτημα θέλει εἶσθαι λελυμένον καὶ ἡ Βουλὴ παρεσύρθη ἐκ τῶν λόγων τούτων, ὅπως μηδὲν περιορίσῃ ἐκ τῶν μεγάλων ἐξόδων, τὰ ὁποῖα τότε ἐγίνοντο. Καὶ τῷ ὄντι, ἐὰν τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα ἐπρόκειτο νὰ λυθῇ ἐντὸς ἑβδομάδων ἢ δύο ἢ τριῶν μηνῶν, θὰ ἦτο ἄτοπον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ γείνῃ οἱαδήποτε μεταβολὴ νομοθεσίας οἰκονομικῆς.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖον ἔτος παρακαλῶ;
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ 1878. — Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἐψήφισε τότε τὰ προταθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρα ἐπὶ τῇ ἐπαγγελίᾳ ταύτῃ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἐκκρεμὲς θὰ ἦτο λελυμένον ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου, καὶ ὀρθῶς ἔπραξε τοιαύτην ἀποδεξαμένη γνώμην, ἀφοῦ κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν τῆς Κυβερνήσεως τὸ ζήτημα θὰ ἦτο λελυμένον πρὸ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν μεταβολῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις τότε ἐζήτει. Ἀλλὰ τὰ πράγματα τί ἀπέδειξαν; Τὰ πράγματα ἀπέδειξαν οὐχὶ ὅτι ἠπατήθη ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶχε δεδομένα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηρίξῃ τοιαύτην γνώμην. Ἡμεῖς, οἵτινες τότε εἰργαζόμεθα, ὅπως καὶ τώρα, ἐν ἀντιπολιτεύσει, εἴπομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ γνώμη αὐτῆς ἦτο ἐσφαλμένη, ὅτι δὲν ἔχει διδόμενα ὑποστηρίζοντα τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι τὰ διδόμενα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἴχομεν καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν αὐθεντικὰ, ἦσαν ἐπαρκῆ, ἵνα μᾶς πείσωσι περὶ τοῦ ἐναντίου. Καὶ ὅμως οἱ ἀξιότιμοι ὑπουργοὶ τότε ἐπεκαλοῦντο τὴν φιλοπατρίαν ἡμῶν, ἵνα μὴ τοῖς ζητήσωμεν νὰ εἴπωσιν ὅσα ἐκεῖνοι ἤξευρον πράγματα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνακοίνωσις ἤθελε σπουδαίως βλάψει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ παρασιώπησις σπουδαίως ὠφέλει αὐτούς. Παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ζητοῦμεν, ὅπως ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἐκφράσῃ γνώμην. Καὶ ἤδη ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅ,τι ἐφρονοῦμεν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, ὅ,τι ἐφρονοῦμεν ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐκείνη, περὶ ἧς ὡμίλησα ἤδη. Φρονοῦμεν καὶ ἤδη, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ὑπόσχεται προσεχῆ τὴν λύσιν, καὶ ὅτι ὀφείλομεν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἐνδεχομένην παράτασιν τοῦ ζητήματος, νὰ κανονίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ταύτῃ. Ἀλλὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι ἔργον ἡμῶν νὰ προβῶμεν εἰς ἀναπτύξεις φέροντες καὶ τὰς ἀποδείξεις; Εἶπον, κύριοι, ὅτι καίτοι θεωρῶ ἐπιζημίαν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποκρούῃ τὰς συζητήσεις ταύτας, ὀφείλω ὅμως ἐνόσῳ οἱ κυβερνῶντες εἶναι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ν’ ἀφίνω εἰς αὐτοὺς τὴν διεύθυνσιν τῶν συζητήσεων· καὶ διὰ τοῦτο παύω ἐνταῦθα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως δυνάμεθα νὰ ἐπικρίνωμεν ἐλευθερώτερον προκειμένου περὶ τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς. Ποία δὲ εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐσωτερικῇ πολιτικῇ; Τὴν γνώμην ταύτην γνωρίζομεν ἐκ στόματος τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀρχὴ αὐτοῦ εἶναι τὸ ἐνδοτικόν, ὅτι ἐντὸς μὲν τῆς Βουλῆς περιμένει ν’ ἀκούσῃ τί φρονεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἵνα ἐνδώσῃ πρὸς τὴν γνώμην αὐτῆς....
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶπον ποτέ.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ κάμνετε.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποτέ, καὶ διὰ τοῦτο ἔπεσα δεκάκις.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὅπως ἐντὸς τῆς Βουλῆς περιμένει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως πρὶν ἢ ἐκφρασθῇ, —καὶ τώρα θὰ ἐκφρασθῇ ἀφοῦ ἤκουσε τὴν γνώμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἐξεφράσθη ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ἀφοῦ ἤκουσε τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζαΐμη, ἐνῷ ὤφειλεν αὐτὸς νὰ ποιήσηται τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ὁ κ. πρωθυπουργὸς περιμένῃ ἐν τῇ Βουλῇ ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἵνα ἐνδώσῃ πρὸς αὐτὴν, οὕτω καὶ ἐν τῇ διοικήσει τὴν αὐτὴν ἀκολουθεῖ τακτικὴν, ἐνδοτικὸς ὢν ἐν τῇ διοικήσει, οὐχὶ πλέον πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ πρὸς τοὺς φίλους αὐτοῦ· καὶ τὸ ἐνδοτικὸν πρὸς τοὺς φίλους αὐτοῦ ἐν τῇ διοικήσει εἶναι τὸ αἴτιον τῆς διοικητικῆς παραλύσεως. Τοῦτο εἶναι ἡ λεγομένη καθυπόταξις τῆς διοικήσεως εἰς τὴν πολιτικὴν, καὶ ταύτης τῆς καθυποτάξεως γινώσκομεν πάντες τὰς συνεπείας. Τὰς συνεπείας θὰ τὰς ἐγινώσκομεν καὶ χωρὶς νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ περιβόλου τούτου. Ἐὰν μόνα τὰ Νομοσχέδια τὰ εἰσαχθέντα ἐν τῇ συνόδῳ ταύτῃ ἐμελετῶμεν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς περὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιψήφισιν εἴδομεν ἐπιμόνως ζητουμένην ἀμφοτέρωθεν, ἦτο τὸ Νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς. Καὶ ποίαν κατάστασιν χώρας μαρτυρεῖ ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτου νομοσχεδίου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐξετάσατε, κύριοι, πάντα τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν σχέσιν τῆς διοικήσεως πρὸς τὴν πολιτείαν καὶ θέλετε εὕρει πανταχοῦ τὰς ἀποδείξεις τῆς χαλαρώσεως, καὶ θέλετε εὕρει πανταχοῦ ἐν συσχετίσει πρὸς τὴν χαλάρωσιν τὴν ἀνάμιξιν τῆς πολιτικῆς εἰς τὰ τῆς διοικήσεως, θέλετε εὕρει ἁπανταχοῦ τὸ ἐνδοτικὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλὴν τὸν πίνακα τῶν καθυστερούντων κληρούχων· καὶ τί βλέπομεν ἐν αὐτῷ; ὅτι ἐπὶ 2800 κληρούχων τοῦ παρελθόντος ἔτους προσῆλθον μόνον 719. Διατί δὲν προσῆλθον πλειότεροι; διατί ὁ νόμος δὲν ἐγένετο σεβαστός; Διότι ὁ νόμος ἐνδίδει ἀπέναντι τῶν ἀτόμων, διότι τὸ ἐνδοτικὸν τῶν Ὑπουργῶν κατέστη ἐνδοτικὸν τοῦ νόμου. Πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι κατήρτισε σχέδιον, ἢ παρασκευάζει σχέδιον περὶ ἐνοικιάσεως τῶν ἁλυκῶν· ἠξεύρομεν δὲ, ὅτι μετὰ Βουλευτῶν συνεσκέφθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ περὶ ἐνοικιάσεως καὶ τῶν τελωνείων. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο ἄλλο εἰμὴ ὅτι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὰς ἁλυκὰς, δὲν δύναται ὡς πρὸς τὰ τελωνεῖα νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πράξῃ τὸ ἀτομικὸν συμφέρον; Τὸ ἀτομικὸν συμφέρον ἐστερημένον ὅλης ἐκείνης τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὰ ὄργανα αὑτῆς ἡ Κυβέρνησις, τῆς συνδρομῆς τῆς ὑλικῆς καὶ τῆς ἠθικῆς, δύναται νὰ φέρῃ, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου, ἐπὶ τῶν ἁλυκῶν εἰσπράξεις πολλῷ μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας πραγματοποιεῖ τὸ δημόσιον.
§82ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ δὲ τῶν τελωνείων, ἡ γενικῶς ἐπικρατοῦσα γνώμη εἶναι, ὅτι δύνανται κατὰ τὸ ἥμισυ ἴσως ν’ αὐξήσωσιν αἱ ἐκ τῶν τελωνείων εἰσπράξεις, ἐὰν τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου, καὶ τὴν γνώμην ταύτην εἶχεν αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς καλέσας καὶ ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, ἵνα συμβουλευθῇ αὐτοὺς περὶ τοῦ πρακτέου. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους ἡ ἐσωτερικὴ, ὁποία μαρτυρεῖται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐξέλθωμεν, εἶναι περιττὸν νὰ περιέλθωμεν ἑκάστην ἐπαρχίαν, ἵνα μάθωμεν τί ἐν αὐταῖς συμβαίνει, ὁποία αὔξησις τῆς φυγοδικίας ἐγένετο, αὔξησις τοιαύτη, ὥστε κινδυνεύει ἐκ τῆς φυγοδικίας νὰ γεννηθῇ ἐκ νέου ἐν τῷ τόπῳ ἡ ἐκλιποῦσα ληστεία. Τὸ ἔγκλημα ἐπλεόνασε, διότι ἡ χεὶρ τῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι ἐπαισθητὴ καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιέλθωμεν τὰς ἐπαρχίας, ἵνα λάβωμεν τὴν μαρτυρίαν περὶ τούτου. Αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ δὲν αἰσθάνονται, ὅτι κεῖνται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον Κυβερνήσεως, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον ὡμολόγησεν, ὅτι πολλαὶ ἐξ αὐτῶν μετήρχοντο ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν νόμων περὶ ἐκτάκτων ἐφέδρων καὶ περὶ μεταβατικῶν ἐθνοφυλάκων πραγματικὴν σωματεμπορίαν. Ἀλλ’ αὕτη ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις τῆς χώρας δὲν σχετίζεται πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν σχετίζεται πρὸς αὐτὸ ἀμέσως; Καὶ δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ἔχωμεν τὴν κατάστασιν ταύτην ὑπ’ ὄψιν μελετῶντες τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα παράσχωμεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ μέσα πρὸς τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς καταστάσεως, καὶ ἵνα προφυλαχθῶμεν — ἐμπιστευόμενοι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον εἰς Κυβέρνησιν — κατὰ τοῦ κινδύνου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπειλεῖ, ἐὰν τὸν προϋπολογισμὸν ἐμπιστευθῶμεν εἰς χεῖρας ἐνδοτικάς; Ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν τρόπον τοῦ ἐργάζεσθαι τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ψηφίζωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλ’ ἔχοντες τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, φοβοῦμαι μὴ φθάσωμεν καὶ μέχρι τῆς ἀπελπισίας καὶ θεωρήσωμεν, ὅτι εἶναι περιττὴ καὶ πᾶσα σκέψις περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι, ὅταν ἐκ τοῦ παρελθόντος κρίνωμεν περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν προϋπολογισμῶν, πειθόμεθα, ὅτι, ἐὰν τὸ αὐτὸ σύστημα ἐξακολουθήσῃ, πᾶσα ψήφισις περὶ προϋπολογισμοῦ εἶναι ματαία. Ἐψηφίσαμεν καὶ πέρυσι προϋπολογισμὸν, καὶ περιστείλαντες τὰς δαπάνας κατά τι, ἐνομίσαμεν ὅτι ἐπετύχομέν τι σπουδαῖον. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων οὔτε ἐκ τῆς περιστολῆς ἐκείνης ἐδείχθη εὐχαριστημένος, εἶπεν, ὅτι μετανοεῖ σήμερον, ὅτι ἐψήφισε τὸν προϋπολογισμὸν οὕτως ἔχοντα. Ἀλλὰ τί θὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἐνώπιον τῶν δαπανῶν τῶν γενομένων οὐχὶ ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὑπομονὴ, κύριοι, ἐὰν ἠναγκάσθημεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον νὰ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν ἄνευ ἰσοζυγίου καὶ νὰ τὸν ψηφίσωμεν ἄνευ ὑποδείξεως τῶν πόρων, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε καλυφθῆ τὸ ἔλλειμμα! Πάντα ταῦτα ἦσαν λυπηρὰ δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθημεν, ἵνα μὴ παρεμποδίσωμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, νὰ ψηφίσωμεν αὐτά. Ἀλλὰ ὑπομονὴ τουλάχιστον, ἐὰν ἡ ψῆφος ἡμῶν εἶχε μόνα τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὠφείλομεν νὰ προβλέψωμεν τότε· ἀλλ’ ἡ ψῆφος ἡμῶν εἶχεν ἀποτέλεσμα ἄλλο πολλῷ σπουδαιότερον. Αἱ δαπάναι αἱ γενόμεναι ὑπῆρξαν πολὺ ἀνώτεραι τῶν ψηφισθεισῶν, τὸ ἔλλειμμα τὸ πραγματοποιηθὲν ὑπῆρξε πολὺ μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τότε προεβλέπομεν καὶ τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς ἀπελπισίαν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων. Ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἐδαπάνησεν ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1879 3,850,000 δραχ.
§84ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐξήγησιν; Δὲν ἐδαπάνησεν ἡ Κυβέρνησις ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, πρῶτον διότι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 3,800,000 δραχ. 857,000, ὡς καὶ ἡ τελευταία πίστωσις ἐκ τῶν δραχμῶν 242,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ζητοῦνται ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἤδη διὰ νὰ δαπανηθῶσι, δεύτερον ἐκ τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ τῶν 2,700,000 δρ. αἱ 250,000 καὶ ἐπέκεινα στηρίζονται εἰς τὸν οἰκονομικὸν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἄδεια νὰ δαπανᾷ ὅταν τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν δὲν ἐπαρκῇ.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μὲ διακόπτει λέγων, ὅτι στηρίζονται εἰς τὸν οἰκονομικὸν νόμον αἱ δαπάναι αὗται καὶ τὸ λέγει, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὰς πιστώσεις ὡς πιστώσεις ἀναπληρωματικὰς, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τῷ ἀποδείξω ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται δὲν εἶναι πιστώσεις ἀναπληρωματικαὶ καὶ ὅτι ὁ λογιστικὸς νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ ψηφισθῶσιν ὡς ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις καὶ ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ μὴ τὰς ὑποβάλῃ ὡς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις. Θὰ ἀναφέρω μερικὰς τῶν δαπανῶν. Ἐδῶ εἶνε ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός. Κατὰ τὸ 1878 ἀρξάμενον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἐνόμισε πρέπον νὰ προβῇ εἰς δαπάνην πρὸς ἐπισκευὴν πλοίου τινὸς, δαπάνην, ἥτις ἀνέβη εἰς τὸ ποσὸν 750.000 δραχμῶν. Κατόπιν τῆς δοθείσης ἐκείνης ἐντολῆς ἦλθεν ἡ Βουλὴ ἐν τακτικῇ συνόδῳ καὶ οὐδεὶς ἐγένετο λόγος πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀπαιτουμένης πιστώσεως, καὶ σήμερον ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι εἶχεν ἄδειαν, ἵνα προβῇ εἰς τοιαύτην δαπάνην, διότι ἦτο ἐκ τῶν δαπανῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι προβλέπονται ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ. Ἀμφιβάλλω, ἐὰν δυνηθῇ ἕως τῆς αὔριον ἐξετάζων ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ εὕρῃ ἐν τῷ οἰκονομικῷ νόμῳ ἄρθρον, ἐπιτρέπον τοιαύτην δαπάνην. Τὰ τοῦ πυριτιδοποιείου ἠκούσατε πάντες. Αἱ συμβάσεις μετὰ τοῦ πυριτιδοποιείου συνήφθησαν κατὰ Ἰανουάριον, φεβρουάριον καὶ Μάϊον τοῦ 1878. Ἦλθε κατόπιν ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλὴν οὐδεὶς ἐγένετο λόγος περὶ αὐτῶν· ἠδυνάμην μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι ἐγένετο καὶ συστηματικὴ ἐκ προθέσεως ἀπόκρυψις, διότι εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τοῦ πυριτιδοποιείου, οὐχὶ περὶ πιστώσεως ἀνταποκρινομένης πρὸς τὰς συμβάσεις, ἀλλὰ περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς τῶν εἰδῶν, δι’ ὧν ἤθελον κατασκευασθῆ τὰ φυσίγγια, ἅτινα ἐπρόκειτο νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· καὶ ἐπειδὴ εἶδεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἤθελε γίνει συζήτησις καὶ ὅτι ἤθελον ἴσως ἀναγκασθῆ νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ὕπαρξιν τῶν συμβάσεων, ἀπέσυρε τὸ Νομοσχέδιον. Αἱ δὲ συμβάσεις περὶ ποίου ποσοῦ ὑποχρεοῦσι τὸ Δημόσιον; Εἶνε διὰ ποσὸν 2,700,000 δραχμῶν ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς νόμος ἐπέτρεπε τὴν δαπάνην ἐκείνην. Ἀτυχὴς λοιπὸν ἦτο ἡ ἰδέα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ νὰ μὲ διακόψῃ, διότι ἀντὶ 4,000,000, εἶμαι εἰς θέσιν ν’ αὐτὸ ποσὸν κατὰ ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐνώπιον τοιούτων δαπανῶν, ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς γενομένων, πρὸς τί ἡμεῖς συζητοῦμεν τοσαύτας ἡμέρας περὶ ἀδειῶν; ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς; πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις θέλει νὰ πραγματοποιήσῃ καὶ περὶ τῶν ὁποίων φοβεῖται τὴν ἀντίπραξιν τῆς Βουλῆς, πάντα ἐκεῖνα θέλουσι πραγματοποιηθῆ ἐν ἀπουσίᾳ ἡμῶν, δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων. Ἔχετε μέσον τι, δι’ οὗ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὰς ἐκτάκτους ἢ τὰς ἀναπληρωματικὰς, τὰς καταχρηστικῶς οὕτω καλουμένας, πιστώσεις; Τότε αἱ συζητήσεις αὗται δύνανται νὰ ἔχωσι πᾶσαν αὑτῶν τὴν ἀξίαν. Ἐνόσῳ ὅμως ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑφίσταται, τὸ μόνον μέσον, ὅπερ ἔχετε, ἵνα θέσητε τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην, εἶναι τὸ νὰ φροντίσητε περὶ Κυβερνήσεως. Μόνον διὰ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ παράσχῃ ὁ χαρακτὴρ τῆς κυβερνήσεως, δύνασθε νὰ ἔχητε πεποίθησιν, ὅτι τὰ ψηφιζόμενα εἶναι καὶ τὰ ποσὰ, ἐντὸς τῶν ὁποίων θέλουσι περιορισθῆ αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους. Ὀφείλομεν, ψηφίζοντες τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ ἔχωμεν τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, νὰ τὸ ἔχωμεν καὶ πρὸ ὀφθαλμῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν πολιτικὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἀποκλειστικῶς οἰκονομικὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ὀφείλομεν νὰ γινώσκωμεν, ὅτι οἱοιδήποτε καὶ ἄν ἦναι οἱ ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι ἀθροίζονται ὑπὸ τὰς στήλας τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τοὺς ἀριθμοὺς ἐκείνους πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ ἑκατομμύρια, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τὸ ἀληθὲς ἀποτέλεσμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο δὲ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅταν πρόκηται νὰ ἐκτιμήσωμεν τὰ ἰσοζύγια, τὰ ὁποῖα παρέστησεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὀφείλομεν, πλὴν τοῦ ἄλλου ἐλέγχου τῶν ἰσοζυγίων τούτων, νὰ ἐρωτήσωμεν, ποῖος πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐὰν τὸν προϋπολογισμὸν θὰ ἐκτελέσῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἠξεύρομεν, ὅτι πλὴν τοῦ μεγάλου ἐλλείμματος, ὅπερ καλύπτει τὸ παρασταθὲν ἰσοζύγιον, πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ποσοστὰ σπουδαῖα ἐξ ἐκτάκτων πιστώσεων, ἵνα ἐκτιμήσωμεν τὴν πραγματικὴν ἀπόστασιν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐσόδων ἀπὸ τῶν ἐξόδων. Ἔχει λοιπὸν καὶ ἠθικὴν σημασίαν καὶ πολιτικὴν μεγάλην σημασίαν καθαρῶς οἰκονομικὴν τὸ ζήτημα. Διατί σήμερον εὑρισκόμεθα ἐν τοιαύτῃ ἀμηχανίᾳ ἀπέναντι τοῦ ζητήματος τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἀπέναντι τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ δανείου, ὅπερ εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐψηφίσαμεν; Ἐν τῷ μέσῳ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν στενοχωριῶν, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ μεγάλου ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον πιέζει τὸ Κράτος, εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις σήμερον ἐν ἀφθονίᾳ χρηματικῇ, ὁποίαν ἀφθονίαν οὐδέποτε ἄλλη Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ ἐγνώρισε. Ἔχει εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς σήμερον ἡ Κυβέρνησις καὶ μετὰ τὰς δαπάνας τὰς γενομένας 28 ἔτι ἑκατομμύρια. Οὐδέποτε Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ, οὐδέποτε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εὑρέθη ἀπέναντι τοσούτων διαθεσίμων χρημάτων· καὶ πόθεν προῆλθεν ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ ὁποία εἶναι τοσοῦτον δυστυχής, τοσοῦτον ἐπιβλαβής, ὅσον φαίνεται εὐτυχής;
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγένετο χρῆσις ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πόθεν, κύριοι, προῆλθε τοῦτο; Δὲν θὰ ὁμιλήσω τώρα περὶ τῶν φραγμῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐθέσαμεν ἐν τῷ νόμῳ, καὶ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις παρεβίασε καὶ καυχᾶται, ὅτι παρεβίασε, μυκτήρισασα ἡμᾶς ἐν τῇ ἁπλοϊκότητί μας· θὰ ὁμιλήσω περὶ ἄλλου ζητήματος σχετιζομένου στενώτερον πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, περὶ τῆς ἀποκρύψεως τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς χρήσεως χρημάτων ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐπέδρασεν ἐπὶ τὴν χρησιμότητα τοῦ συνομολογηθέντος δανείου. Ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδαπάνα εἰς τὰς ἐκτάκτους δῆθεν ἐκείνας ἀνάγκας, περὶ ὧν ὑπέβαλεν ἤδη εἰς κύρωσιν τὰ διατάγματα, ἢ περὶ ὧν ζητεῖ ἤδη παρὰ τῆς Βουλῆς πίστωσιν, ἂν ἡ κυβέρνησις δὲν ἐδαπάνα ἀπέναντι πιστώσεων, ὧν τὸ κῦρος εἶχεν ἀμφισβητηθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς, θὰ εἶχε τὰ ἀναγκαῖα ποσὰ, ἵνα τὸ δάνειον διαταχθῇ πρὸς πλήρωσιν τοῦ σκοποῦ πρὸς ὃν ἐψηφίσθη, διότι εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας διὰ πιστώσεων καὶ διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1879 ἐδαπάνησε 3,842,000, ἐπὶ δὲ τῆς χρήσεως τοῦ 1878 ἑτέρας 787,000· ἀλλὰ ἐδαπάνησε καὶ ἀπέναντι τῶν πιστώσεων δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας κατὰ τὸ 1879, καίτοι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ τελευταίᾳ συνόδῳ τῆς Βουλῆς εἰδοποίησε τὴν κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δαπανήσῃ ἀπέναντι τῶν πιστώσεων ἐκείνων, ἡ δὲ κυβέρνησις ἄφησε τὸ ζήτημα μετέωρον, ἐπιφυλαττομένη, ὅπως εὐθὺς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς δαπανήσῃ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ 1879 ἀπέναντι τῶν πιστώσεων ἐκείνων πολλὰ ἑκατομμύρια. Τὸ ποσὸν τὸ δαπανηθὲν ἐν συνόλῳ κατὰ τὸ 1879 ἀπέναντι ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1879 καὶ τοῦ 1878, καὶ ἀπέναντι τῶν πιστώσεων δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας, ἦτο ἱκανὸν, προστιθέμενον εἰς τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν διαθέσιμα παρὰ ταῖς τραπέζαις, νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ σκεφθῶμεν ἂν πρέπῃ ν’ ἄρωμεν ἢ ὄχι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου ἐλευθέρως, διότι σήμερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ δώσωμεν ψῆφον ἀναγκαστικὴν, μὴ ὄντες ἐλεύθεροι νὰ ψηφίσωμεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἐπαρκῆ πρὸς αὐτὴν τὰ μέσα, καὶ δὲν ἔχομεν τὰ μέσα ἐπαρκῆ ἕνεκα τῆς τοιαύτης παρὰ τῆς κυβερνήσεως χρήσεως τῶν δημοσίων χρημάτων. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἂν εἴχομεν σήμερον τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν πρὸς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν θὰ ἤμην ὑπὲρ τῆς ἄρσεως ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα. Θὰ ἤμην ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐὰν τὸ δάνειον ἐπραγματοποιεῖτο ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἔφερεν ἅπαν τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον εἰς μεταλλικόν· ἀλλὰ σήμερον ὡς ἐγένετο τὸ δάνειον θὰ ἦναι ἐπιβλαβὴς ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, περὶ τούτου ὅμως οὐδὲ νὰ συζητήσωμεν ἔχομεν ἀφορμὴν, διότι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, οὐχὶ ἐκ τῆς θελήσεως ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκ τῆς παρανόμου ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τώρα θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§90ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 μ. μ.)