Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Η · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 40

1879.12.18

2.985 στίχοι · 23.762 λέξεις · 1 πίνακας · 90 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1879.12.18
Προεδρεία
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Περίοδος
Η
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1880)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40

τῆς 18 Δεκεμβρίου 1879.

(Τρίτη.)

Ὥρᾳ 2 μ. μ.

Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοί τινες τῶν χωρίων Μπελεσίου καὶ Μεραγῆς τοῦ δήμου Ἐλατείας, παριστῶντες τὰς προσγινομένας αὐτοῖς ζημίας ἐκ παρακειμένου τινὸς χειμάῤῥου, κατακλύζοντος τὰς πεδιάδας, ἐξαιτοῦνται νὰ κανονισθῇ ἡ κοίτη αὐτοῦ, δημοσίᾳ δαπάνῃ, προσφερόμενοι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πρόσθετον φόρον, μέχρις ἀποπληρωμῆς τῆς δαπάνης. Θὰ παραπεμφθῇ ἡ αἴτησίς των εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.

§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μοὶ ἀνεκοινώθη, ὅτι χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μὲ προσεκάλεσε νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰπεῖ, ὅτι δὲν περιελήφθησαν ἐν τῷ παρ’ αὐτοῦ κατατεθέντι φυλλαδίῳ τῷ ἀφορῶντι εἰς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000. Ἐγὼ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπρόσεχον εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διότι δὲν τὸ ἤκουσα τοῦτο.

§3ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν.). Εἶπον, ὅτι ἐκάματε χρῆσιν ἐγγράφων χωρὶς νὰ τὰ καταθέσητε.

§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μοὶ εἶπον μάλιστα, ὅτι προσέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν εἶχον ἡμερομηνίαν τὰ ἔγγραφα, καὶ ὅτι δὲν ἀνάγονται εἰς ἐποχὴν εἰς ἣν ἀνάγεται τὸ φυλλάδιον. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν ἐποχὴν ἣν περιλαμβάνει τὸ φυλλάδιον, καὶ ἐὰν εἶχον καταχωρισθῆ ἐν τῷ φυλλαδίῳ, θὰ κατελάμβανον θέσιν μεταξὺ τῶν ἐν τῇ 13ῃ καὶ τῇ 14ῃ σελίδι ἐγγράφων. Τὰ ἔγγραφα ἔχουν χρονολογίαν μέχρι τῆς 12|24 Ὀκτωβρίου, ἠξεύρετε δὲ, ὅτι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον εἶχον κληθῆ εἰς τὰ πράγματα.

§5ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Τὰ πρωτότυπα τ’ ἀφήσατε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν;

§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, τ’ ἀντίγραφα ταῦτα εἶναι γεγραμμένα διὰ χειρὸς τοῦ ἰδιαιτέρου ὑμῶν γραμματέως, ὅστις ἦτο τότε καὶ ἰδιαίτερος ἐμοῦ γραμματεύς.

§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Δὲν μᾶς λέγετε τὴν περίληψιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν;

§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. Τὰ ἔγγραφα ἀφοροῦν εἰς τὴν σύμβασιν ἐκείνην, ἧς τοὺς ὅρους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀτιμωτικοὺς, καὶ περιέχουσι τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως καὶ τὰς διαταγὰς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως ἡ σύμβασις ἐκείνη ὑπογραφῇ· εἶναι δὲ τὰ ἑξῆς· αʹ) τηλεγράφημα τοῦ ἐν Παρισίοις ἐπιτετραμμένου, ἀπὸ 30 Ὀκτωβρίου 1878· βʹ) τηλεγράφημα τοῦ ἰδίου ἐπιτετραμμένου πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἀπὸ 15|27 Ὀκτωβρίου 1878· ἐν αὐτῷ περιέχονται οἱ ὅροι· γʹ) τηλεγράφημα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν ἐπιτετραμμένον, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 6|18 Ὀκτωβρίου.

§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε δὲν ἤμην Ὑπουργὸς ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.

§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φέρει τὴν ὑμετέραν ὑπογραφὴν, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. δʹ) Τηλεγράφημα κρυπτογραφικὸν πρὸς τὴν ἐν Παρισίοις πρεσβείαν· εʹ) τηλεγράφημα πάλιν τοῦ καὶ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, καὶ τέλος τηλεγράφημα τοῦ ἐν Παρισίοις ἐπιτετραμμένου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν εἶχον καταθέσει τ’ ἀντίγραφα ταῦτα κατὰ τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν μου, ἦτο, ὅτι δὲν ἤμην ἁρμόδιος ἵνα καταθέσω ἔγγραφα ἀνήκοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· μοὶ ἐπιτρέπεται ὅμως ἡ κατάθεσις ἤδη, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ζητεῖ. (Καταθέτει ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω ἔγγραφα εἰς τὸ Προεδρεῖον.)

§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἀτιμωτικοὶ ὅροι;

§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τώρα θὰ τὸ εἴπω ἐγώ.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι ἤδη κατατεθειμένα εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ ὁ βουλόμενος δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν.

§14ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῶσι κύριε Πρόεδρε.

§15ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν βλέπω ἐνταῦθα τοὺς βοηθοὺς τῶν ἑλληνικῶν σχολείων Ἀραχώβης καὶ Λεβαδείας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μὲ πληροφορήσῃ διατὶ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι διατελοῦσιν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἀπομεμακρυσμένοι τῆς ὑπηρεσίας των, πῶς ἀναπληροῦνται ἐν αὐτῇ, καὶ ἐὰν μισθοδοτῶνται.

§16ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως.) Δὲν γνωρίζω τίποτε, οὔτε καμμίαν πληροφορίαν ἔχω περὶ τούτου. Θὰ ἐξετάσω, καὶ ἂν συμβαίνῃ τὸ τοιοῦτον ἄτοπον, θὰ τὸ διορθώσω παραχρῆμα.

§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως δέχεται νὰ συζητηθῇ κατὰ πρώτην φορὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ μὴ ἀποστολῆς δικαστικῶν ἀντιπροσώπων εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων, παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ.

§18ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ κ. Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως.)

§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν). Ἐκρίθη πανταχοῦ προσῆκον νὰ μὴ ἀπασχολῶνται τὰ Κοινοβούλια περὶ ἄλλα ἔργα πρὶν ἢ ἀπαντήσωσιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅστις ἀπαγγέλλεται κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου· τὸ προσῆκον τοῦτο ὠφείλαμεν νὰ τηρήσωμεν, καὶ ἀπέσχομεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐργασίαν ἄλλην. Ἐπειδὴ ὅμως δυστυχῶς αἱ πολιτικαὶ συζητήσεις παρετάθησαν μέχρι σήμερον, καὶ ἐπειδὴ μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου εἶναι ἀναπόφευκτον, διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, νὰ ψηφισθῶσι νομοσχέδιά τινα, ἐκ φόβου μήπως μετὰ τὰς ἑορτὰς τῆς 25 Δεκεμβρίου δὲν καταστῆ δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ τὸ Κοινοβούλιον, ἀναγκάζομαι, ἀθετῶν τὸν κανόνα τοῦτον, νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιά τινα καὶ ά.) ἐν ὀνόματι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐν ἰδίῳ μου ὀνόματι, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περιέχον διατάξεις προφυλακτικάς, περὶ τῆς φυλλοξήρας (τὸ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον)· 2) νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναστέλλεται μέχρι τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1881 ἡ ἰσχὺς τοῦ κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1877 ἐκδοθέντος νόμου περὶ προξενείων (τὸ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον)· 3) νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχμῶν 290,118, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν κ. Βουλευτῶν (τὸ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον)· 4) νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται αἱ δαπάναι κατὰ τοὺς πρώτους δύο μῆνας τοῦ ἐπιόντος ἔτους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις εἰσάγεται ἐντὸς τῆς νομίμου συνταγματικῆς προθεσμίας εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἐπιτρέπεται προσέτι νὰ εἰσπράττωνται τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου καὶ οἱ φόροι κατὰ τοὺς μῆνας τούτους, κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους (τὸ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον)· 5) νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται νὰ διατεθῶσιν 1,500,000 ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα ἀποθεματικὰ κεφάλαια ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, διὰ τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένας ἀνάγκας τοῦ 1879. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ συζήτησίν τινα καί τινα σημείωσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνεκοίνωσα, τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, ἀπὸ 14 ἑκατομ. περιωρίσθη εἰς 9,000,000 καί τινας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν· ὅτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐχορηγήθησαν διὰ νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἦταν 5,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, δυνάμει συμβάσεως, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1877, καὶ 5,000,000 ἔντοκα γραμμάτια. Ἐπειδὴ 4,600,000 περίπου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπληρώθησαν τὸ 1878 διὰ πιστώσεων καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος εἶχεν ἀναλάβει, διὰ τοῦτο δὲν ἐπερίσσευσαν εἰμὴ 5,000,000 ἔντοκα γραμμάτια· ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῶν 5,000,000 ἐντόκων γραμματίων ἐτοποθετήθησαν 4,800,000, ἐλήφθησαν δὲ ἐκ τοῦ ἐν τῇ Τραπέζῃ ἀποθέματος 3,000,000, ἕπεται, ὅτι ἵνα καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, ἀπαιτεῖται χρηματικόν τι ποσόν. Τοῦ χρηματικοῦ τούτου ποσοῦ τὴν διάθεσιν ζητοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή. Πρὶν ἢ ἐξακολουθήσω τὴν χθὲς διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν μου, καὶ σᾶς ἀνακοινώσω τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ εἶχον νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων καὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα: λέξεις περὶ τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀνηγγέλθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐκτὸς τῶν δημοσιευθέντων διὰ τοῦ φυλλαδίου ἐγγράφων, ὑπάρχουσι καί τινα μὴ δημοσιευθέντα, ἦτο τρόπος, ὅστις ἤθελε ταράξει τὴν συνείδησιν τῶν ἀκροωμένων, ἤθελεν ἐμπνεύσει εἰς αὐτοὺς τὸν δισταγμόν, μήπως τυχὸν διὰ τῶν ἐγγράφων τούτων ἐπροτείνοντο ὅροι συμφερώτεροι διὰ τὸ δάνειον, καὶ ἑπομένως ἀπεκρύβησαν ἀπὸ ὑμᾶς πληροφορίαι χρήσιμοι, ἵνα κρίνητε προσηκόντως τὰ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, μήπως διὰ τῶν ἐγγράφων τούτου πρόκειται νὰ ἀποδειχθῇ ζημία τῶν δημοσίων συμφερόντων συντελεσθεῖσα. Ὁμολογῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγὼ ἔδωκα ἐντολὴν εἰς τὰ ἁρμόδια γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δημοσιευθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα περὶ τούτου· δὲν γνωρίζω ἐκ τίνος παραλείψεως ἐπῆλθεν ἡ μὴ δημοσίευσις καὶ τῶν ἐγγράφων τούτων· δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐλήφθησαν παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου τ’ ἀντίγραφα, καὶ ἔμειναν τὰ πρωτότυπα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἶναι, ὅτι οἱ δισταγμοί, τοὺς ὁποίους εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἀκροωμένων ἤθελεν ἐμποιήσει ἡ ἀγγελία ὅτι ὑπάρχουσι ἔγγραφα μὴ δημοσιευθέντα, ἔγγραφα ἀποκρυβέντα ἕνεκα σκοποῦ τινος, εὐτυχῶς δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Τὰ ἔγγραφα ἀνάγονται εἰς διαπραγματεύσεις πολλῷ προγενεστέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀπέληξαν εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1879· ἑπομένως ἡ Βουλὴ θέλει κρίνει περὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐγγράφων. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀγορεύσεώς μου. Αἱ μελέται, τὰς ὁποίας ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐν ἀρχῇ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἐξωτερικῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, περὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἦσαν μακραὶ καὶ παρατεταμέναι. Ἐκρίθη φαίνεται ὑπ’ αὐτοῦ λυσιτελὲς νὰ ἦναι μακραὶ καὶ παρατεταμέναι αἱ μελέται αὐτοῦ, διότι ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ ἡ προαίρεσις κατὰ πᾶσαν παράγραφον καὶ κατὰ πᾶσαν εἰδικὴν ὕλην νὰ συναγάγῃ ἓν συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κακῶς ἐπολιτεύθη· καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο δυνατὸν ν’ ἀκούσητε τοσαῦτα συμπεράσματα, ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις, ὥστε μοὶ ἐγένετο δύσκολον, ἐνῷ ἠκροώμην τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, νὰ διατηρήσω εἰς τὴν μνήμην μου τὸν ἀριθμὸν τῶν συμπερασμάτων τούτων. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ παρατεταμένον τοῦ λόγου ἦτο καὶ σκόπιμον· διότι, ἐὰν διὰ πᾶσαν εἰδικὴν ὑπόθεσιν ἔμελλε νὰ συναγάγῃ ὡς συμπέρασμα ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις δι’ ὅ,τι δήποτε ἔπραξε, καὶ ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη δι’ ὅ,τι δήποτε δὲν ἔπραξεν, ὅσον περισσότερα ἦσαν τὰ συμπεράσματα ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις, τοσοῦτον περισσότερον ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κλονισθῇ ἡ πεποίθησις τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο ἠκούσατε νὰ ποιήσηται λόγον καὶ περὶ ἀλλοτρίων ὑποθέσεων, ὡς περί τινος ζητήματος ἀναφυέντος ἐν Αἰγύπτῳ καὶ σχετικοῦ πρὸς δικαιώματα τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων· τὸ ἀντικείμενον ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπασχολήσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὄχι μόνον διότι ὑπῆρχον πιθανότητες, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔπραξέ τι, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάγκην τῆς συναινέσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἤθελε σπεύσει νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ἀναγκαῖον νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ διότι ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα καὶ μετὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ὑπόθεσιν δι’ ἐπερωτήσεως, καὶ νὰ ἐπιλάβηται τότε τῆς μελέτης καὶ ἐξετάσεως τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ καὶ τοῦτο, ὡς ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ γίνηται ἀναδρομὴ καὶ εἰς πράγματα τὰ ὁποῖα τὸ Κοινοβούλιον συνεζήτησεν ἤδη, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάνθη κατὰ τὴν ἕκτην Ὀκτωβρίου 1878. Ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ἐξετάσασα τὴν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ἀπεφήνατο διὰ πλειονοψηφίας, ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἑπομένως ὁ ἔλεγχος, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Κοινοβούλιον ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ, καὶ τὸ ὅριον τοῦτο ἦτο τὸ τῆς ἕκτης Ὀκτωβρίου 1878. Ἀλλ’ ἐκρίθη ἀναγκαῖον, καὶ ἐγένετο ἀναδρομὴ καὶ εἰς τὸ πρὸ τῆς ἕκτης Ὀκτωβρίου χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ πρὸ τοῦ διαστήματος ἐκείνου πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐξαχθῶσιν οὕτω νέα συμπεράσματα ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη καὶ κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο ἡ Κυβέρνησις, ὡς καὶ δι’ ἑκάστην ὑπόθεσιν, ἣν δὲν ἔπραξε τότε. Δὲν μνημονεύω τοῦ συμβεβηκότος, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχεν ἐκφέρει τὴν ἐπιδοκιμασίαν της κατὰ τὸν 8βριον τοῦ 1878, διὰ νὰ θέσω φραγμὸν, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν ἐπ’ αὐτῶν ἔλεγχον. Ὑποτάσσομαι εἰς τὸν ἔλεγχον, διότι ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐπράξαμεν, τὸ ἐπράξαμεν ἐν πλήρει συνειδήσει τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν πρὸς τὴν Πατρίδα, καὶ ἑπομένως εἴμεθα πρόθυμοι καὶ σήμερον, καὶ μετὰ δέκα, καὶ μετὰ πεντήκοντα ἔτη, νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὸν ἔλεγχον παντὸς πολίτου. Ἐν τῇ συνεδριάσει 14 τῆς 6 8βρίου 1878, ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν μέχρι τοῦδε πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, μετέβη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ ψήφων 69 κατὰ ψήφων 63, ἀρνηθέντων 3. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἠκούσατε χθὲς, ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις καὶ πρὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου, διότι πρὸ τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου δὲν ἠδυνήθη νὰ πιέσῃ τὴν Εὐρώπην καὶ ν’ ἀφαρπάσῃ ἀπ’ αὐτῆς τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου της νὰ παρασταθῇ εἰς τὸ Συνέδριον προστάτης τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐν Βερολίνῳ δὲν ἐπίεσε τὴν φιλελληνικωτάτην ἐκείνην Δύναμιν, ἡ ὁποία τοσοῦτον εὐμενῶς ἐμερίμνησεν ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων, νὰ μεταβάλῃ γνώμην καὶ ν’ ἀπόσχῃ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ μαρκίων Σαλισβουρὺ ἔφερεν εἰς τὸ Συνέδριον· ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐδέξατο ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους περιεῖχεν ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου δεκτὴ τροπολογία τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Γαλλίας, ἐδέξατο νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Συνέδριον. Καὶ κατὰ τοῦτο ἡ γνώμη τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἦτον ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου. Ὅταν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἠγόρευεν, ἐξηγῶν τὰς πολιτικὰς ἰδέας του ἐπὶ τοῦ συμβεβηκότος τούτου, ἠρώτων ἐμαυτὸν ἐὰν αἱ γνῶμαι τοῦ κ. Λομβάρδου ἦναι γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἀσπάζονται ὅλοι οἱ πολιτικοὶ φίλοι αὐτοῦ, τὸ κόμμα τὸ λεγόμενον 5ον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Λομβάρδος κατατάττει ἑαυτόν· καὶ μοὶ ἐγεννήθη δισταγμὸς, ὃν διήγειρεν ἰδίως ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅστις προτάσσεται τῆς ὁμάδος ταύτης τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἂν συνεμερίζετο καὶ οὗτος τὰς γνώμας ἐκείνας τοῦ κ. Λομβάρδου. Ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς παρέστησε τὰ πράγματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καὶ ἐθαύμασα τὴν δεξιότητα τοῦ ἀνδρὸς καὶ τὴν εὐφυΐαν, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁμιλῶν καθίστα ἀναμφισβήτητον καὶ ἀνεπίδεκτον παντὸς δισταγμοῦ, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ σταθῇ καὶ ἀκολουθήσῃ τὸν δρόμον, ὁ ὁποῖος προεβάλλετο εἰς αὐτόν· καὶ ὅμως ὑπὸ τοσαύτης ἀβελτηρίας ἢ ὑπὸ τοιαύτης ἀδιαφορίας πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος ἐξελέξατο τὴν ὁδόν, ἡ ὁποία ἀπέληξεν εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ὁ κ. Λομβάρδος ἐφαντάσθη ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὴν Γαλλίαν ὑπηρετοῦσαν τὰ συμφέροντα τῆς Δυνάμεως τῆς Ἄρκτου, ἐφαντάσθη μίαν πλήρη συνεννόησιν μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ῥωσσίας, δι’ ἧς εἶχε κανονίσει ὅλα τὰ ζητήματα καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἀνατολῆς. Ἐφαντάσθη συμφώνους τὰς δύο αὐτὰς Δυνάμεις, καὶ σύμφωνον ἀκόμη καὶ τὴν Γερμανίαν· καὶ ἀφοῦ αἱ τρεῖς αὗται Δυνάμεις προηγουμένως συνεφώνησαν καὶ ἐκανόνισαν ὅλα τὰ τῆς Ἀνατολῆς, δὲν εἶχον ἀνάγκην εἰμὴ μόνον τῆς συμπράξεως ἐμοῦ καὶ τοῦ μειδιάματός μου. Ἐφαντάσθη δύο ἄλλας Δυνάμεις, τὴν Αὐστρίαν καὶ τὴν Ἰταλίαν, συνεννοηθείσας ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων τῆς Ἀνατολῆς καὶ συμφωνησάσας περὶ τοῦ κανονισμοῦ αὐτῶν, τὴν δὲ Ἀγγλίαν σύμμαχον καὶ συμπράττουσαν μετ’ αὐτῶν, καὶ ἐφαντάσθη τὰς τρεῖς αὐτὰς Δυνάμεις ἀποτελούσας ἄλλην ὁμάδα, περιμένουσαν καὶ ταύτην τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔχουσαν ἀνάγκην νὰ τείνῃ πρὸς αὐτὴν τὰς χεῖρας! Τῳόντι μεγάλῃ σημασίᾳ διὰ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ ἡ ἐκλογὴ ἔμενεν εἰς αὐτόν. Συνεζήτησε λοιπὸν τὴν διαγωγὴν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἦτο συμφέρουσα πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀνομολογῶ τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Λομβάρδου πρὸς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους· σπουδάζω μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ ἀκροῶμαι μετ’ εὐλαβείας τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας ἀνακοινώνει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν νόμων, ἐπὶ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ἐπὶ τοῦ κλάδου τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ αἱ μελέται, τὰς ὁποίας ἐξέφερε διὰ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, τὰς ὁποίας προχθὲς ἤκουσα, ἐὰν δὲν ἦναι σφάλμα τῆς λειτουργίας τῆς κρίσεώς μου, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖαι, οὐδ’ ἠδυνήθην νὰ πείσω ἐμαυτὸν, ὅτι εἶναι σπουδαῖαι. Διὰ τοῦτο ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖαι, καὶ ὅτι τὰ θεμέλια αὐτῶν εἶναι ἐστηριγμένα ἐπὶ τοῦ ἀέρος. Ἠννόησα τὸν Βουλευτὴν Μεσολογγίου. Ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου σᾶς παρέστησεν ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν τὰ πράγματα. Ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου σᾶς ἀνέπτυξε μίαν θεωρίαν περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Τὴν εἶχον ἀκούσει τὴν θεωρίαν ταύτην καὶ εἶχον μελετήσει αὐτὴν, ὅταν ἓν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου διακεκριμμένον, τὸ ὁποῖον ἐξέλιπεν ἀπὸ τὸν κόσμον τοῦτον, ἐγκαινίασε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην ἀπὸ τοῦ 1873. Ἡ θεωρία ἐκείνη περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης ἐξήγησε χθὲς, δὲν εἶναι θεωρία νέα, εἶναι παλαιὰ, εἶναι ἡ θεωρία περὶ τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλλετο ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ φίλων αὐτοῦ. Ἓν μόνον νέον μοὶ ἐγένετο γνωστόν· λέγω, μοὶ ἐγένετο γνωστόν, διότι εἶχον μὲν μέχρι χθὲς ἐνδείξεις ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ πιστεύω ἐντελῶς, ὅτι τὴν θεωρίαν αὐτὴν ἠσπάσατο ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐντελῶς, ἀλλὰ μοὶ ἐγένετο γνωστὸν διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου χθὲς, ὅτι ἠσπάσθη καὶ κατέταξεν ἑαυτὸν εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην. Λέγω ὅτι εἶχον δισταγμοὺς, ὅτι δὲν εἶχεν ἀσπασθῆ ἐντελῶς τὴν πολιτικὴν ταύτην, τοὺς δισταγμοὺς δὲ τούτους ἐγέννησαν διάφορα συμβεβηκότα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀλλαχοῦ κατὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἔτος ἤκουσα ἐπαγγελλόμενον τὸν κ. Τρικούπην καὶ ἀναφέροντα τὴν θεωρίαν ταύτην ὡς τὴν τελειοτέραν καὶ λυσιτελεστέραν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Εἶχον ὅμως συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀπεδείκνυον, ὅτι μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς τοῦ βίου τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς δὲν ἠσπάζετο τὴν πολιτικὴν αὐτήν. Ἀνέφερα τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ μνεία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μὲ θέτει εἰς ἕνα πειρασμόν. Ἐπεθύμουν νὰ ἀποφύγω πάντα πειρασμόν, διὰ νὰ ἦμαι σύντομος, διότι καὶ τὸ κοινὸν μᾶς ἐβαρύνθη συζητοῦντας καὶ ἐπαναλαμβάνοντας πάντοτε τὰ αὐτά, καὶ ὑμεῖς ἐκουράσθητε, καὶ ἴσως, προσθέτω, διότι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπῄτει νὰ τραπῶμεν ἐπὶ ἔργα πρακτικά. Ἀλλ’ οἱ πειρασμοὶ ἐνίοτε εἶναι ἀνυπέρβλητοι, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ τοὺς κατανικήσῃ. Ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν προχθὲς, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ἐπονομασθέντος Οἰκουμενικοῦ, ἦσαν ἐντελῶς σύμφωνα ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Αὐτὴ ἡ βεβαίωσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης ἔκαμεν, εἶναι ἀληθὴς μέχρις ἑνὸς χρονικοῦ διαστήματος, ἀλλὰ μέχρι τοῦ χρονικοῦ ἐκείνου διαστήματος ἐνώπιον τοῦ ὑπουργείου τοῦ Οἰκουμενικοῦ δὲν ὑπῆρχον παρὰ ζητήματα ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Τὸ ζήτημα τῶν προπαρασκευῶν τῆς χώρας ἦτο ζήτημα ἐσωτερικῆς διοικήσεως’ κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλαμεν προμηθευθῆ καλλίτερον καὶ ταχύτερον τελειότερα ὅπλα τοῦ πυροβολικοῦ, κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλαμεν καταστήσει τὴν δύναμιν τῶν λογχοφόρων, κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλαμεν καταρτίσει τὰς τάξεις τοῦ πεζικοῦ, κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξεύρωμεν πόρους καὶ ἐπιβάλωμεν θυσίας εἰς τὸν λαόν, τὰς ὁποίας τὸ ἔκτακτον τῶν καιρῶν ἀπῄτει, ὅλα ταῦτα ἦσαν ζητήματα ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Ὅταν ὅμως ἦλθεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησις, ἡ Οἰκουμενικὴ νὰ διατυπώσῃ γνώμην καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔμελλε νὰ ἀποφασίσῃ τί θὰ πράξῃ ἡ Ἑλλάς, ἡ ὥρα αὕτη ἦλθε κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Πλεύνας· ἀλλὰ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην; Ἐπειδὴ τὰ μυστήρια δὲν τὰ κατέχω μόνος, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω τίποτε, δύναμαι ὅμως νὰ διαμφισβητήσω τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου ἦσαν σύμφωνα, καὶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν ἦσαν πλέον ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης σύμφωνα. Ὁμιλῶ ἐνώπιον Κοινοβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον συνεδρεύουσι πλὴν ἐμοῦ τρία μέλη τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, καὶ ὁ ἐκ Μεσολογγίου. Δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει περὶ γεγονότων τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἀντικείμενα μυστικῆς συνεδριάσεως, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐκεῖ ἐβεβαιώθη, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν τὰ πράγματα ἐπέκειντο ἀναγκαστικὰ καὶ ὑποχρεωτικά, καθ’ ἣν προὐτάθη νὰ λάβῃ ἡ Ἑλλὰς ἓν οἱονδήποτε μέτρον, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐβεβαιώθη ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει ἐπελθοῦσα ἡ διαφωνία εἰς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Οἰκουμενικοῦ. Ἀλλὰ τίς, κύριοι, ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική;

§20Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ ἕως πότε θὰ ἦναι μυστικὰ τὰ τῆς Οἰκουμενικῆς;

§21Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θέλετε δυνηθῆ νὰ λάβητε τὴν συναίνεσιν ὅλων τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, διὰ νὰ ἀποκαλυφθῶσιν αἱ πράξεις καὶ αἱ σκέψεις αὐτοῦ.

§22ΤΙΝΕΣ. Ἐδῶ εἶναι ὅλοι.

§23ΡΟΥΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην μέλος τῆς Οἰκουμενικῆς, ἀλλ’ ἤμην μέλος τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν σχετίζομαι μὲ τὴν ἀνωτέραν πολιτικήν, ὅτι εἰμπορεῖ νὰ ἦναι ἐπιβλαβὲς ἢ ὄχι, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μετὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν εἰς τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν ὁ κ. Δηλιγιάννης, τότε Ὑπουργός, εἶπεν, ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἦσαν σύμφωνα εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, πλὴν τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη.

§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία ἦτον ἡ θεωρία περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ 1873 ἐνεκαινίασεν ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης; Ἦτον ἐκείνη, τὴν ὁποίαν χθὲς ἠκούσατε ἀναπτυχθεῖσαν καὶ μετὰ σθένους λόγου καὶ μετ’ εὐστροφίας πνεύματος. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1873 μέχρι τοῦ 1879 ἐγὼ δὲν ἔπεισα ἐμαυτόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσω τὴν πολιτικὴν ταύτην. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκω ἐν τῇ πολιτικῇ ταύτῃ τι τὸ ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον οὔτε νὰ δικαιολογήσω ἐμαυτόν, διότι δὲν ἠσπάσθην τὴν πολιτικὴν ταύτην, οὔτε νὰ ἐπικρίνω ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠσπάσθησαν αὐτήν. Παρατηρῶ ὅμως εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι ἂν σήμερον, ἂν μετὰ τὸν Ῥωσσοτουρκικὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἡ Εὐρώπη ἀνέγραψεν ὡς ἀποτελέσματα ἐπελθόντα ἐκ τοῦ πολέμου τούτου, ἂν σήμερον ἔζη καὶ ἐπολιτεύετο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνεκαινίασε τὴν πολιτικὴν ταύτην, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἤθελε μεταῤῥυθμίσει αὐτήν. Καὶ ἀληθῶς, ἂν ἡ πολιτικὴ αὕτη ἦτο λυσιτελὴς καὶ εἶχέ τι τὸ ὁποῖον ἐξυπηρέτει τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, λέγω ἄν, διότι ἔχω δισταγμούς, ἂν ἦτο τοιαύτη, ἡ φορὰ ὅμως τῶν πραγμάτων καὶ ἡ τροπὴ τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς, ἡ τροπή, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ὁ ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἡ τροπὴ αὕτη ἤθελε πείσει αὐτόν, ὅτι δὲν ἦτο πλέον δυνατὴ ἡ ἀπόλυτος αὕτη πολιτικὴ νὰ ἦναι λυσιτελὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἐστηρίζετο ἐπὶ μιᾶς βάσεως, ἤτοι τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατοικουσῶν φυλῶν. Πρὸ τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος ἠδύνατο νὰ συντελῆται καὶ νὰ λειτουργῇ, διότι ὑπῆρχεν ἰσοῤῥοπία τις μεταξὺ τῶν εἰρημένων φυλῶν, ἡ ἐπίσημος ἰσοῤῥοπία, ἡ ὁποία ἄφινεν ἐλευθέραν ἑκάστην φυλὴν νὰ ἀναπτύξῃ τὸν ἴδιον χαρακτῆρα καὶ τὰ ἴδια αὐτῆς προσόντα, καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ. Ἡ ἐπίσημος ἐμφάνισις ἑκάστης τῶν φυλῶν ἦτον ἡ αὐτή, ἦσαν πάντες ὑπήκοοι τοῦ Σουλτάνου, συναγωνιζόμενοι κατὰ τὴν σταδιοδρομίαν τὴν ὁποίαν διέτρεχον, ὑπὸ τὴν τύχην των ἐκείνην· ἑκάστη φυλὴ εἶχε τὰ αὐτὰ μέσα, διὰ ν’ ἀναπτύξῃ τὰ ἴδια προτερήματα καὶ τὴν ἰδίαν δραστηριότητα, καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἦτο ζωηροτέρα καὶ δραστηριωτέρα, καὶ ἔχουσα μεγαλειτέραν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν. Ἀλλ’ ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος μετέβαλε πάντα ταῦτα· μετὰ τὸν Ῥωσσοτουρκικὸν πόλεμον ἐσχηματίσθησαν ἡγεμονίαι, καὶ ἡγεμονίαι, τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι ἀπὸ τοῦδε οὐδὲ νὰ προγνώσω, οὐδὲ νὰ περιγράψω τὰς αἰτίας καὶ τὸν προορισμόν. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἢ ὑπάρχῃ ἀνταγωνισμὸς τῶν φυλῶν τῶν κατοικουσῶν τὴν Ἀνατολήν, ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος εὑρίσκεται πλέον εἰς ἐντελῆ ἀνισοῤῥοπίαν, καὶ αἱ φυλαὶ εὑρίσκονται ἑκάστη ἐν ἀνίσῳ μοίρᾳ, ἡ δὲ θέσις, ἡ ὁποία ἐπλάσθη διὰ τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν, εἶναι ὑποδεεστέρα τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέλαβον αἱ ἄλλαι ἐν τῇ Ἀνατολῇ φυλαί. Πῶς λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ἐξευρεθῇ καὶ νὰ χορηγηθῇ ἐπικουρία τις εἰς τὴν φυλὴν ταύτην τὴν τεθεῖσαν ἐν ἥσσονι μοίρᾳ; πόθεν ἔπρεπε νὰ πορισθῇ ἢ ν’ ἀντλήσῃ ἕνα παραμυθητικὸν λόγον εἰς τὴν δυσχερῆ σταδιοδρομίαν, ἡ ὁποία ἐπεκλώσθη δι’ αὐτήν; Εἰς ποίαν γωνίαν γῆς ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ; Δὲν ἔμενε παρὰ αὐτῇ ἡ γωνία, καὶ ἂν αὐτὴ ἡ γωνία δὲν εἶχε θερμανθῆ ἀρκούντως, δὲν ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ν’ ἀντλήσῃ θερμότητα ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, διότι δὲν εἶχεν εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ οὔτε νὰ πράξῃ, οὔτε νὰ προσφέρῃ τι περισσότερον. Ἡ θεωρία λοιπὸν αὕτη δὲν ἔπρεπε νὰ κρατῇ πλέον, ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ μεταβολάς· καὶ ἡ πρωτίστη τῶν μεταβολῶν ἦτον ἡ ἐπιζήτησις διὰ παντὸς τρόπου τῆς ἐνισχύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἡ ἐδαφικὴ αὔξησις τῆς χώρας δὲν εἶναι πλέον συμβεβηκὸς ἀδιάφορον διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἐνίσχυσις, εἶναι παρασκευὴ ἐπικουρίας εἰς τὴν φυλήν, ἡ ὁποία, ἂν εὑρίσκεται εἰς ἀνταγωνισμόν, ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας ταύτης ἐν τῷ ἀνταγωνίζεσθαι. Ἀκούω τινὰς νὰ ὁμιλῶσι μετὰ μεγάλης ἁπλότητος καὶ ἀφελείας, τινὰς μὲν λέγοντας καὶ χαρακτηρίζοντας τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν ὡς λεγόμενον «Ἑλληνικὸν ζήτημα», τινὰς δὲ μὴ προσέχοντας, καὶ προτάσσοντας αὐτοῦ μελέτας ἄλλας, εἴτε ἐσωτερικὰς, εἴτε ἐξωτερικὰς. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, τοσαύτην δίδω ἀξίαν εἰς τὴν αἰσίαν λύσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ τούτου ζητήματος, ὥστε εὐλόγως, νομίζω, ἀξιῶ ὡς ἀλήθειαν ὅ,τι προχθὲς ὁμιλῶν παρίστων, ἤτοι τὸν Ἑλληνισμὸν ἔχοντα ἐπὶ κεφαλῆς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔπταισεν, ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύθη κακῶς, διότι δὲν παρεσκεύασε τὴν Εὐρώπην οὕτως, ὥστε ὁμοφώνως νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος νὰ ὁμιλήσῃ ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης. Ἔχει πρόχειρον ἓν σύστημα τελεσιουργὸν καὶ ἀσφαλές. Τὰ μικρὰ Κράτη, σᾶς εἶπε, νομίζετε, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν θέλησίν των; Ἔχουσι τὸ σύστημα τῆς πιέσεως. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἔσφαλε, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐπίεσε τὴν Εὐρώπην, ἵνα ἀναγκάσῃ αὐτὴν νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος τοσαύτην εὐρεῖαν ἐντολήν. Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος, χωρὶς νὰ τὸ θέλω, νὰ ἀκολουθήσω τακτικὴν εἰς τὸν λόγον μου, τὴν λεγομένην τακτικὴν τῆς ἀντιθέσεως. Δὲν τὸ κάμνω διὰ νὰ ἐπικρίνω τὰς προκατόχους Κυβερνήσεις, οὐδὲ διότι συμβαίνει νὰ ἦναι ἐμὸς προκάτοχος ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Δὲν ἔχω τὴν προαίρεσιν νὰ κατακρίνω τὴν πολιτείαν αὐτοῦ. Καὶ ἂν εἶχον τὴν τοιαύτην προαίρεσιν, δὲν ἤθελα ἀφήσει νὰ ἐκτυλιχθῇ, διὰ νὰ μὴ δείξω, ὅτι θέλω νὰ μιμηθῶ τὸ παράδειγμα αὐτοῦ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸ πράξω, διὰ νὰ παραστήσω εἰς αὐτόν, ὅτι, ἂν ἠδυνήθη νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς πιέσεως, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποκτήσῃ οὐδὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀπεκτήσαμεν, μὴ ἀκολουθήσαντες τὸ σύστημα τῆς πιέσεως. Πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη γνωστὸν εἰς τὸν κόσμον, οὐδὲ καλύπτει πλέον ἡ μυστικότης· ἑπομένως δὲν παραβαίνω τὸ καθῆκον, ἐὰν ὁμιλήσω περὶ τούτου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς ἀρχὰς ἢ τὰ μέσα τοῦ 1877 ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν πρὸς Μεγάλην Δύναμιν· «Μᾶς συμβουλεύετε νὰ μὴ κινηθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, μᾶς συμβουλεύετε νὰ ἀσκήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον ὅλην τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν ὁμοφύλων του, διὰ νὰ μὴ κινηθῶσι, καὶ μᾶς φέρετε ὡς ἐπιχείρημα, διὰ νὰ μᾶς πείσητε, συλλογισμὸν, ὁ ὁποῖος φαίνεται ἔχων τὰ στοιχεῖα νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι, ἂν κινηθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἀφίνω τὴν τύχην τῶν ὅπλων, θέλουσιν ὅμως πλὴν ταύτης ἐπέλθει ἀναμφισβητήτως περιπλοκαὶ εἰς τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς, ἡ δὲ Εὐρώπη ἐπιθυμεῖ νὰ ἄρῃ καὶ τὰς ὑπαρχούσας περιπλοκάς. Ἂν κινηθῶσιν αἱ Ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι, τὸ κίνημα αὐτῶν θέλει φέρει νέαν τινὰ ἐξασθένησιν τοῦ Κράτους εἰς τὸ ὁποῖον αὗται ἀνήκουσιν, ἐξασθένησιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θεωροῦμεν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τῶν τε εἰρημένων ἐπαρχιῶν καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἢ θέλει φέρει ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, καὶ τοῦτο θέλει ἀπολήξει εἰς βλάβην τῶν ἐπαρχιῶν τούτων. Αὐτὰ συμβουλεύετε εἰς ἡμᾶς· ἔστω, συναινοῦμεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην σας· τί μᾶς ὑπόσχεσθε περαιτέρω;» Ἡ πολιτικὴ τῆς πιέσεως εἶναι πολιτικὴ ἀνταλλαγμάτων, σᾶς κάμνομεν τὴν παραχώρησιν ταύτην, μᾶς ὑπόσχεσθε, ἂν δὲν κινηθῶσιν αἱ Ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι καὶ ἂν μείνωσιν ἥσυχοι, ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου θέλετε θεωρήσει τὰς ἐπαρχίας ταύτας ὡς ἐν ἐπαναστάσει, καὶ προκείμενον Ἑλληνικὸν ζήτημα; Σᾶς ὁμιλῶ περὶ τῆς διακοινώσεως τοῦ λόρδου Δέρβυ. Ὁ λόρδος Δέρβυ ἀπήντησεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τότε (ἀναγινώσκει). «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ἔλαβεν ὑπὸ σκέψιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Στούαρτ περὶ τῆς συνεντεύξεως αὐτοῦ μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη, ἐν ᾗ οὗτος ἠρώτησε τίνες αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος περὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πολιτικὴν, ἣν ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰ ἐν τῷ μέλλοντι συμφέροντα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς.» «Ὁ κ. Τρικούπης ἀναδέχεται, ἵνα προσπαθήσῃ νὰ προλάβῃ ἐξεγέρσεις ἐν ταῖς γειτονικαῖς ἐπαρχίαις, ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ νὰ λάβῃ ὑπόσχεσιν παρὰ τῆς Μεγάλης Βρετανίας, ὅτι, ὅταν ἐπιστῇ ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως διαπραγματεύσεων περὶ εἰρήνης, θέλει θεωρηθῆ ζήτημα ὑφιστάμενον ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, ὡσανεὶ τοιοῦτον Ἑλληνικὸν ζήτημα εἶχε τεθῆ διὰ τῆς ἐμπράκτου ἐπαναστάσεως ἁπασῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν». Δὲν εἶναι εὐκρινὲς ἐκ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη τίς ἡ ἀκριβὴς ἔννοια, ἣν ἀποδίδει εἰς τὴν ἔκφρασιν ταύτην». «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος δὲν εἶναι παρεσκευασμένη, διὰ νὰ δώσῃ οἵας δήποτε βεβαιώσεις, σχετικὰς πρὸς γεγονότα δυνάμενα νὰ συμβῶσιν ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας ἐν Εὐρώπῃ. Θὰ ἦτο, κατὰ τὴν γνώμην αὐτῆς, ἄτοπος ἅμα καὶ πρόωρος ἡ ἐξέτασις τοιούτου ἐνδεχομένου, οἷος ὁ διαμελισμὸς τῆς χώρας τῆς νῦν ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν ἐξουσίαν». «Οὐχ ἧττον, εἶναι ἑτοίμη νὰ βεβαιώσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἔγκεισθαι εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς, ὅταν ἐπιστῇ ὁ χρόνος τῆς διασκέψεως περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν ζητημάτων, τῶν ἐκ τοῦ πολέμου προκυπτόντων, θέλει εἶσθαι ἑτοίμη νὰ ποιήσηται χρῆσιν ἁπάσης τῆς ἐπιῤῥοῆς αὐτῆς πρὸς ἀπόκτησιν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν ταῖς Τουρκικαῖς ἐπαρχίας οἵων δήποτε διοικητικῶν μεταῤῥυθμίσεων ἢ πλεονεκτημάτων, ἅτινα ἤθελον παραχωρηθῆ εἰς τὸν χριστιανικὸν λαὸν οἵας δήποτε ἄλλης φυλῆς». «Ἐν τῷ μεταξὺ ἤθελε συμβουλεύσει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ τηρήσῃ θέσιν συνετὴν καὶ νὰ μὴ ἀπαλλοτριώσῃ τὰς συμπαθείας τῆς χώρας ταύτης, ἥτις πάντοτε ἔδειξε τοσοῦτον ἐνδιαφέρον εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς Ἑλλάδος, ἐξεγείρουσα κινήματα ἐπαναστατικὰ ἐν ταῖς Τουρκικαῖς ἐπαρχίαις, ἅτινα δύνανται νὰ συντελέσωσι μόνον ὅπως αὐξήσωσι τὴν ἀθλιότητα καὶ τὴν δῄωσιν τοῦ πολέμου, καὶ βλάψωσι λαούς, ὧν τὰ συμφέροντα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ. «Ὑπουργεῖον ἐξωτερικῶν, Λονδῖνον, τὴν 4 Ἰουλίου 1877». Καὶ δὲν ἦτο κύριοι, ἀκμάζοντος τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου, δὲν ἦτο μεγάλη καὶ ἐπαισθητὴ ἡ πίεσις, ὅτε τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἦτον εἰς θέσιν νὰ ἐξεγείρῃ τὰς Ἑλληνικὰς ἐπαρχίας, καὶ ἐσκέπτετο, ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ τὰς ἐξεγείρῃ. Ἔλεγεν· ἂν δὲν τὰς ἐξεγείρωμεν, μᾶς ὑπόσχεσθε, ὅτι Θέλετε κατορθώσει τί; νὰ θεωρηθῇ ὑπάρχον Ἑλληνικὸν ζήτημα. Καὶ εἴπετο ἡ ἀντίθετος ὑπόθεσις, ὅτι, ἂν δὲν ὑποσχεθῆτε τοῦτο, θέλει ἐπέλθει ἡ ἐξέργεσις τῶν ἐπαρχιῶν, ἡ ὁποία Θέλει φέρει νέαν περιπλοκήν, καὶ περιπλοκὴν γενομένην ὑπάρχοντος τοῦ Ῥωσσο–τουρκικοῦ πολέμου. Νομίζετε ὅτι ἦτον ὀλίγον τοῦτο, ὅτι δὲν ἀπετέλει πίεσιν ἰσχυροτάτην; Τί κατώρθωσεν ὁ κ. Τρικούπης ν’ ἀποκτήσῃ; Νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ὑπόσχεσιν τῶν διοικητικῶν μεταῤῥυθμίσεων, εἰς τὰ ὁποίας οὐδεμίαν δίδω ἀξίαν τῇ ἀληθείᾳ, καὶ λέγω τὴν ἰδικήν μου γνώμην τὴν ἰδιαιτέραν, διότι δὲν ἔχω ἐξουσίαν ἀπὸ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα νὰ ἐκφράσω γνώμην τῆς Κυβερνήσεως· λέγω ἀτομικὴν γνώμην, ὅτι ὀλίγον φροντίζω ἂν κυβερνᾷ τὴν Μακεδονίαν ὁ Κωνσταντῖνος Πασᾶς ἢ ὁ Ἀβδοὺλ Πασᾶς. Καὶ ἴσως ἔτι πρός· κατὰ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, προτιμῶ ν’ ἀκούω περισσότερον τὸν Ἀβδοὺλ Πασᾶν παρὰ τὸν Κωνσταντῖνον Πασᾶν. Τὸ σύστημα τῆς πιέσεως, κύριοι, δὲν εἶναι πάντοτε τελεσιουργόν· ἠμπορεῖ νὰ τὸ μνημονεύῃ τις, διὰ νὰ ἐπικρίνῃ, ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπικρίνει, ἐὰν ἐξήταζεν ἑαυτόν, ἤθελε ψαύσει βεβαίως πρόχειρον τὴν ἀδυναμίαν τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησεν ὁσάκις ἔκαμε χρῆσιν αὐτῆς. Τὸ σύστημα τῆς πιέσεως δύναται νὰ ἦναι τελεσιουργόν, ὅταν δὲν ἀναιρῇ ἢ δὲν μεταβάλλῃ τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐσχηματισμένα, ἢ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἕκαστον Κράτος ἔχει ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδίων ἑαυτοῦ συμφερόντων. Καὶ ὅταν πρόκηται περὶ πολιτικῆς τοσοῦτον μεγάλης, ὁποία εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν τύχην τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς; Εἶναι ἀδύνατον, δι’ οὗτινος δήποτε συστήματος, νὰ συντελέσητε εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ἔχουσι, τοῦ συστήματος τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσι. Δὲν γνωρίζω ἐὰν μετήλθομεν τὸ σύστημα τῆς πιέσεως, ἢ ἐὰν δὲν τὸ μετήλθομεν, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἀπεκτήσαμεν πολλὰ ἢ ἐὰν δὲν ἀπεκτήσαμέν τι· ἐὰν μετήλθομεν μίαν πολιτικήν, τὴν μετήλθομεν τῇ γνώσει τοῦ Κοινοβουλίου, αὕτη δὲ παρήγαγεν ἀποτελέσματα πολὺ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν μετῆλθον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν. Ἡ κλῆσις, ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε ἐντολὴν, ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου, καὶ ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ, εἶναι ἀπόκτημα, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι ἄλλης τινός. Καὶ ὅσοι διέδωκαν ἢ εἶπον τὸ ἐναντίον, δὲν γνωρίζουσιν ἀκριβῶς τὰ πράγματα· τὸ σύστημα ὅπερ ἠκολουθήσαμεν, ὑπὸ ὁποιασδήποτε περιστάσεις καὶ ὁπωσδήποτε, εἶχεν ἀποτέλεσμα τὸ 13ον πρωτόκολλον, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ 14ον πρωτόκολλον, εἴτε εὐχὴ εἴτε ἐπιταγὴ εἶναι, καὶ ἐγὼ ἔχω γνώμην περὶ τούτου, ὀφείλεται εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη. Καὶ λέγοντες ταῦτα, δὲν ζητοῦμεν παρ’ οὐδενὸς τίποτε, ζητοῦμεν ὅμως ἓν μόνον πρᾶγμα, νὰ μὴ μᾶς ἐγκαλῆτε ὡς προδότας, ὡς ἀβελτέρους. Αὐτὸ μόνον ζητοῦμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκαζόμεθα νὰ μνημονεύσωμεν τῆς φράσεως ταύτης καὶ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ὀφείλεται εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ὅταν ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ ἔγραφεν εἰς τὸν κ. Λέαρ κατὰ τὴν 13)25 Ἀπριλίου τὰ ἑξῆς· «Δύνασθε νὰ ἐξουσιοδοτήσητε τὸν κύριον Blunt νὰ βεβαιώσῃ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ἐπαναστατῶν, ὅτι, ἂν ἀκολουθήσωσι τὰς συμβουλὰς τῆς Ἀγγλίας, ἡ Ἑλληνικὴ ὑπόθεσις δὲν θέλει παραλειφθῆ, καὶ ὅτι ἡ Ἀγγλία θέλει προσπαθήσει νὰ ἐπιτύχῃ, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἀκουσθῇ ἐν τῷ Συνεδρίῳ πλήρως καὶ εὐνοϊκῶς». Ἡ βεβαίωσις αὕτη καὶ τὸ ἀπόκτημα τοῦτο δὲν ἠξεύρω ἂν ὀφείλεται εἰς ἕτερόν τινα, ἢ εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη. Οὐδὲ ἐγὼ βεβαίως, οὐδὲ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι σκοποῦσι νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ ἀτελειῶν ἢ ὑπὲρ ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν ὡρισμένων τινῶν πράξεων. Τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον κατέχει τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατέχει καὶ ἕκαστον τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐάν τινα ἄτομα ἔπταισαν, ἐὰν ἐπλημμέλησαν, θέλει ἔλθει στιγμὴ καθ’ ἣν θέλουσι δώσει λόγον, καὶ ἡ Βουλὴ διετήρησεν ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν. Ὅσον ὅμως καὶ ἂν ἠθέλησαν νὰ διαστρέψωσι τὰ πράγματα, νὰ διασύρωσι τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅσον καὶ ἂν ἠθέλησαν νὰ ἔλθωσι συνήγοροι καὶ ἐπίκουροι τῶν ἰσχυρισμῶν, τοὺς ὁποίους τὸ ὑπόμνημα τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸν Δεκέμβριον ἢ Ἰανουάριον παρελθόντος ἔτους, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας, ἐπαναστάς, συνετέλεσεν οὐσιωδῶς εἰς τὸ νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία ἐκράτει μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης, ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας. Ἐὰν παρελείψαμεν νὰ ἀσκήσωμεν τίποτε εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐὰν παρελείψαμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου μᾶς ἤλεγξε χθὲς ὅτι δὲν ἠκολουθήσαμεν, ἐρχόμεθα ὅμως νὰ σᾶς προσφέρωμεν κἄτι τι περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν σᾶς προσήνεγκον. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ λεγόμενον «Ἑλληνικὸν ζήτημα», ὥς τινες δὲν διστάζουσι νὰ τὸ ἀποκαλῶσι; Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τι κενὸν ἢ ἀνεκτέλεστον, τί τὸ ὁποῖον τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ναυαγήσῃ; Κύριοι, δὲν ἔχω παντάπασι τὴν γνώμην ταύτην· τὸ πρωτόκολλον δέκατον τρίτον, ὁποιονδήποτε τύπον καὶ ἂν ἔχῃ, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Τουρκίαν, ἔχει ὅμως τὸν τύπον ἀποφάσεως, ἀποτελεῖ ἔκφρασιν γνώμης μεμελετημένης καὶ ὁριστικῆς τῶν ἓξ μεγάλων Δυνάμεων, τῶν ὑπογραψασῶν τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου καὶ αὐτὸ τὸ πρωτόκολλον. Ἡ Εὐρώπη, συνηγμένη ἐν Βερολίνῳ, εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ἄλλως ἡ εἰρήνη ἐν τῇ Ἀνατολῇ, εἰμὴ κατὰ τὸν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου διαγραφόμενον τρόπον. Ἡ Εὐρώπη δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην της, διότι οὐδὲν νεώτερον συμβεβηκὸς ἐπῆλθε, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν Εὐρώπην, ἵνα μεταβάλῃ αὐτήν. Καὶ ἐν ὅσῳ ἡ Εὐρώπη ἔχει τὴν γνώμην ταύτην, ἀδιάφορον πῶς θεωρεῖ ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος τὸ πρωτόκολλον· τὸ πρωτόκολλον θέλει ἐκτελεσθῆ. Φαντάζομαι, Κύριοι, πῶς ἤθελε μὲ δεχθῆ τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἐπειρώμην τὸ ἀνήκουστον, τὸ ἀκατονόητον δι’ ἐμὲ τόλμημα, ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, ὅτι δὲν δέχομαι νὰ εἰσέλθω ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τὸ Συνέδριον ἀπεφάσισε νὰ εἰσέλθω. Φαντάζομαι, ἐὰν ἐγὼ μὲν ἠρνούμην νὰ εἰσέλθω, τὸ δὲ Συνέδριον παρήρχετο τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔληγε τὰς ἐργασίας του, καὶ ἐδημοσιεύετο ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου, καὶ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο εἰς ὃ εὑρίσκετο σημεῖον πρὸ τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου καὶ πρὸ τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου. Τίς γνωρίζει πῶς ἠθέλετε ἐκτιμήσει τὴν πολιτικήν μου; Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐγώ, ὅσην καὶ ἂν ἔχω πίστιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἂς ἦναι βέβαιος ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ὅτι ἐὰν δὲν ἔχω μεγαλειτέραν, ἔχω ὅμως τὴν πίστιν ἣν ἐκεῖνος ἔχει, διότι τὴν πίστιν αὐτὴν μοὶ ἐνέπνευσαν ἡρωϊκαὶ θυσίαι πολλῶν μελῶν τῆς ἐμῆς οἰκογενείας, ὅσην ἂν ἔχω πίστιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Ἕλληνος, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶχον τὸ θάῤῥος ν’ ἀκολουθήσω τοιαύτην πολιτείαν. Αὕτη εἶναι ἡ γενικὴ ἔποψις τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου σᾶς ἀνεκοίνωσε χθὲς, καὶ αἱ γενικαὶ βραχεῖαι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῆς μελέτης ταύτης εἶχον νὰ σᾶς ἀνακοινώσω. Τὸ ἄλλο μέρος τοῦ λόγου αὐτοῦ ἦσαν λεπτομέρειαι, ἑκάστης τῶν ὁποίων ἡ ἐξέτασις ἀπέληγεν εἰς τὸ θετικὸν καὶ ἀναντίῤῥητον ἀποτέλεσμα κακῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις. Διατί ἐδέχθητε τὰς ἀμέσους ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεις; Διατί ἐδέχθητε νὰ σᾶς προσδιορίσωσι χωρίον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ χάρτῃ; Διατί ἐδέχθητε νὰ συνεδριάσητε ἐν Πρεβέζῃ; Διατί ἐδέχθητε νὰ μὴ διακόψητε ἀμέσως τὰς διαπραγματεύσεις; Διατί τὰς διεκόψατε καθ’ ὃν χρόνον τὰς διεκόψατε; Διατί ἐδέχθητε νὰ ὑπάγητε εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν; Διατί ἐδέχθητε; Δὲν εἶναι παρὰ ἡ αὐτὴ ἐπίκρισις, τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, καὶ ὅσον περισσότερα ἦσαν τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα ἐξήλειψε, τόσον περισσότερα κατ’ ἀριθμόν, ἀλλὰ πάντοτε τὰ αὐτὰ, ἦσαν τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπέληξεν. Ἐδέχθημεν τὰς διαπραγματεύσεις ἐν Πρεβέζῃ, διότι δὲν ἐκανονίζαμεν τὴν ὑπόθεσιν ἡμεῖς. Τὸ πρωτόκολλον ΙΓʹ ἔχει κύρωσιν, καὶ ἡ κύρωσις εἶναι τὸ 21 ἄρθρον τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Κατὰ τὸ πρωτόκολλον ΙΓʹ καὶ κατὰ τὸ 24 ἄρθρ. τῆς συνθήκης, ἔπρεπε νὰ ἐπιζητηθῇ τὸ τέλος τῆς ὑποθέσεως διὰ τῆς ἀμέσου συνεννοήσεως τῶν δύο ἐνδιαφερομένων Κρατῶν, καὶ ἂν αὕτη δὲν ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου, διὰ μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων. Ἐφ’ ὅσον ἐγὼ λοιπὸν ἐπεδίωκον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Πρωτοκόλλου, ἔπρεπε νὰ δεχθῶ τὴν δικονομίαν, τὴν ὁποίαν τὸ ΙΓʹ πρωτόκολλον καὶ τὸ 21 ἄρθρον τῆς συνθήκης μοὶ διέγραψαν· ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποταχθῶ εἰς τὴν δικονομίαν ταύτην, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου, ἤθελον ῥίψει εἰς βάρος μου τὴν αἰτίαν τῆς μὴ ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον διεξήγοντο αἱ ἄμεσοι συνεννοήσεις μετὰ τῶν Ὀθωμανῶν πληρεξουσίων ἐν Πρεβέζῃ, διατί κατὰ πᾶσαν λεπτομέρειαν δὲν ἐπλάττετε νέον ζήτημα, νέον ἐπεισόδιον; Δὲν ἔπλαττον νέον ἐπεισόδιον, διότι, ἐὰν ὑπῆρχέ που προαίρεσις ἵνα παραταθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ διαιωνισθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἤθελον ἐγὼ τὴν ἐξυπηρετήσει, πλάττων ἑκάστοτε ἐπεισόδια καὶ ἀναβάλλων τὴν λύσιν τοῦ κυρίου ζητήματος, ὅπως ἐπιτύχω τῆς λύσεως τοῦ ἐπεισοδίου. Ἀλλ’ ἐθυσιάσατε, παρῃτήσατε δικαίωμα κυριαρχικὸν τοῦ Κράτους. Ἀλλά, κύριοι, προσεβάλλετε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, ἐγκατελείπετε τὸ Κράτος νὰ γίνεται ἀντικείμενον ἐμπαιγμῶν καὶ χλεύης; Ἐάν τις, κύριοι, νομίζῃ, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αἱ γενόμεναι ἐν Πρεβέζῃ ἢ αἱ διαπραγματεύσεις αἱ γενόμεναι ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀποτελοῦσιν ἐμπαιγμὸν ἢ χλεύην, ἂς παραμυθηθῇ, παρακαλῶ, διότι ἡ χλεύη καὶ ὁ ἐμπαιγμὸς δὲν ἀπευθύνεται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἐκτελεῖ τὴν πρόσκλησιν τῶν μεγάλων Δυνάμεων, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἐμπαιγμὸς καὶ χλεύη, ἀπευθύνεται πρὸς αὐτάς, καὶ ὄχι πρὸς ἡμᾶς. Τὸ πρωτόκολλον ΙΓʹ προσκαλεῖ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Τουρκίαν νὰ συνεννοηθῶσι, καὶ ἡμεῖς ἐκτελοῦμεν τὴν πρόσκλησιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μᾶς προσεκάλεσαν· ἐὰν οἱ διεξάγοντες τὰς διαπραγματεύσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει ἢ ἐν Πρεβέζῃ ἐμπαίζωσι καὶ χλευάζωσι, δὲν ἐμπαίζουσιν οὐδὲ χλευάζουσιν ἡμᾶς· μὴ πλάττετε ὑποθέσεις ἐφαπτομένας μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους, μὴ ἀνάγετε αὐτὰς εἰς τὴν περιοχὴν τῶν ζητημάτων τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Τοιαύτη ἐξέτασις καὶ τοιαῦτα συμπεράσματα ἐνθουσιῶσι τὸν φιλότιμον Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ δὲν ἐξυπηρετοῦσι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Καὶ ἂν πρόκηται περὶ μικροῦ τινος πράγματος, ἔστω, ἂς γείνῃ ἡ θυσία τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, διὰ νὰ θεραπεύσητε, νὰ κολακεύσητε τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ζημιωθῶσι μεγάλα συμφέροντα, ἂς παραιτηθῶσι τοιαύτης τακτικῆς, διότι δὲν εἶναι λυσιτελὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, οὐδὲ συμβιβάζεται μὲ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ πολιτευόμενοι. Ἀλλὰ διατί ἐδέχθητε πάλιν νὰ ἐπαναλάβητε τὰς διαπραγματεύσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει; Ἐξηντλήσατε τὴν ἀπόπειραν πρὸς συνεννόησιν μετὰ τῆς Τουρκίας, διὰ τῶν διαπραγματεύσεων ἐν Πρεβέζῃ· πῶς πάλιν ἐπανήλθετε εἰς τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς ταύτης τῆς πράξεως; Δὲν εὑρίσκετε ζημίαν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων; Αἱ διαπραγματεύσεις ἐν Πρεβέζῃ ἐπεραιώθησαν ἀνωφελῶς, μὴ ἐπιτευχθείσης τῆς συνεννοήσεως τῶν δύο Κρατῶν διὰ τῶν διαπραγματεύσεων τούτων. Ἡ Ἑλλὰς ἀπηύθυνε διακοίνωσιν πρὸς τὰς μεγάλας Δυνάμεις, καὶ παρέστησεν εἰς αὐτὰς, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ περίπτωσις τὴν ὁποίαν προέβλεπε τὸ ἄρθρον 14 τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ Δυνάμεις ἀνέλαβον τὴν μεσολάβησιν, διὰ νὰ ἐπιτύχωσι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Πρωτοκόλλου ΙΓʹ. Ἐζήτησα λοιπὸν ἀπὸ τὰς Δυνάμεις νὰ προβῶσιν εἰς τὴν μεσολάβησιν, ἡ αἴτησις αὕτη τῆς Ἑλλάδος ἐστάλη τὴν ἐννάτην Μαρτίου 1879, τὴν ἐννάτην δ’ Ἰουνίου, δηλ. μετὰ τρεῖς μῆνας ἀκριβῶς, οἱ ἐν Ἀθήναις ἀντιπρόσωποι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων μοὶ ἀπηύθυνον ταυτόσημον διακοίνωσιν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἐδήλωσαν ἕκαστος τῶν ἀντιπροσώπων τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀπεδέξατο αὐτήν. Ἀπεδέξαντο λοιπὸν τὴν αἴτησιν τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ ἀσκήσωσι τὴν μεσολάβησιν, πρὸς τοῦτο δὲ ἐκάλεσαν ἡμᾶς νὰ στείλωμεν ἀντιπροσώπους εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, διὰ νὰ συνεννοηθῶσι μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Τουρκίας, ὅπως κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συνεννοήσεων οἱ ἐκεῖ ἀντιπρόσωποι τῶν μεγάλων Δυνάμεων προσπαθήσωσι νὰ συντελέσωσιν, ἵνα κατορθώσωσι νὰ φέρωσιν εἰς συνεννόησιν τὰ δύο Κράτη. Αὕτη εἶναι ἡ δικονομία, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη, ἀποδεχθεῖσα τὴν περὶ μεσολαβήσεως αἴτησιν τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διέγραψε· δικονομία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀσκήσει τὴν μεσολάβησίν της. Προσεπαθήσαμεν νὰ μὴ διαγραφῇ τοιαύτη δικονομία; Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμω ἀνακοίνωσίν τινα εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον· ἐὰν συμβῇ νὰ ἐξακολουθῶ νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτε θέλει περαιωθῆ τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα, θέλω προβῆ εἰς τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐγγράφων, τῶν ὁποίων τὴν δημοσίευσιν θέλουσιν ἐπιτρέψει τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα, καὶ ἴσως γείνῃ γνωστόν, ἐὰν ἐκάμαμεν ἀπόπειραν νὰ προλάβωμεν τοιαύτην δικονομίαν· ἐὰν δὲ δὲν συμβῇ τοῦτο, καὶ ἄλλος τις μὲ διαδεχθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν αὐτὸς θέλει βεβαίως πράξει τὸ ἔργον τοῦτο, τόσῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν θέλει ἐνδιαφέρεσθαι καὶ προσωπικῶς. Καὶ ἡμεῖς, εἰς ἀπάντησιν τῆς διακοινώσεως ταύτης τῶν ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσώπων τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ἐγράψαμεν τὴν 12 Ἰουνίου· «ἀφοῦ ἡ ἐπανάληψις ἐν Κωνσταντινουπόλει τῶν διακοπεισῶν ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεων ἀποτελεῖ μέρος τῆς δικονομίας, τῆς ὑπὸ τῶν μεγάλων Δυνάμεων γενομένης δεκτῆς πρὸς ἐξάσκησιν τῆς μεσολαβήσεως αὐτῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, δὲν διστάζομεν νὰ προκαλέσωμεν τὸν διορισμὸν τῶν πληρεξουσίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.» Εἶναι περιττὸν ν’ ἀναγνώσω γαλλιστὶ τὸ κείμενον· ἀνέγνωσα αὐτὸ ἑλληνιστί. Ἀλλ’ ἀφοῦ κακῶς ἐπολιτεύθητε, ἔλεγε χθὲς ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής, καθ’ ὅλα τὰ στάδια τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐξωτερικῶν συμφερόντων, προσέξατε μὴ πολιτευθῆτε κακῶς καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται ἡ Εὐρώπη ν’ ἀποφασίσῃ. Καὶ ὁ μὲν Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου σᾶς εἶπε νὰ μὴ συναινέσητε νὰ δεχθῆτε τίποτε ὀλιγώτερον ἀφ’ ὅσα τὸ πρωτόκολλον καὶ αἱ Δυνάμεις προσδιώρισαν· ἐνθουσιωδεστάτη πρόκλησις· ὁ δὲ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ἠρώτησε, σκοπεύετε νὰ παραιτηθῆτε μέρους τινὸς τῆς ἐκτάσεως ταύτης; Κύριοι, διαρκουσῶν τῶν διαπραγματεύσεων, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπευθύνωνται εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἐρωτήσεις τοιαῦται, διότι αἱ Κυβερνήσεις δὲν δύνανται νὰ ἐκφέρωσι καμμίαν γνώμην ἐπὶ συμβεβηκότων ἑνὸς μέλλοντος, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἔλαβεν ἀκόμη χώραν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, κύριοι, δὲν παρέλειψεν οὐδὲν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ μετέλθῃ διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ εὐημερία καὶ νὰ βελτιωθῇ ὅσον οἷόν τε ἡ τύχη τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατοικησάντων ἑλληνικῶν λαῶν· τὴν τύχην δὲ τοῦ Κράτους θεωρεῖ τοσοῦτον συνδεδεμένην μετὰ τῆς τύχης τῶν ἑλληνικῶν λαῶν, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὀλιγωρήσῃ τοσοῦτον μεγάλου καὶ ἱεροῦ καθήκοντος. Ἐνόμισεν ὅμως πρὸ παντός, ὅτι ἤθελε καταστήσει τὸ Κράτος μᾶλλον χρήσιμον εἰς τοὺς ὁμοφύλους αὑτοῦ τούτους, ἐὰν προσεπάθει νὰ περιβάλῃ μετὰ πλείονος ἰσχύος τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν διετυπώθη πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1878 ἢ ἐὰν διερμηνεύθη εὐκρινῶς καὶ ἀπροκαλύπτως ἡ γνώμη αὕτη· ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1878 ποτὲ δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποκαλύψῃ τὴν γνώμην ταύτην, δὲν ἐδίστασεν ἐπανειλημμένως νὰ κάμῃ γνωστὸν εἰς τὴν Εὐρώπην, τὴν Εὐρώπην ἐκείνην, ἡ ὁποία θεωρεῖ οὐσιωδέστατον στοιχεῖον τῆς ἰσοῤῥοπίας τὴν διατήρησιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ ὑπάρχοντος ἐν ταῖς ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ χώραις, δὲν παρέλειψε νὰ κάμῃ γνωστόν, ὅτι οὐσιωδέστατος παράγων, ὅτι συντελεστικώτατον στοιχεῖον πρὸς τοῦτο εἶναι ἡ ἐπέκτασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Καὶ ὅταν ἐγένετο ἐπανειλημμένως γνωστὸν εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, τὸ φρόνημα τοῦτο τῆς Ἑλληνικῆς, καὶ ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ ἀληθὲς τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευον τοῦτο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, δὲν παρέλιπε ν’ ἀναπτύξῃ διὰ μακρῶν ἐκθέσεων τοὺς λόγους τούτους, καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς πειστικωτέρους. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, εὔχομαι νὰ ἴδω περαιωμένον, καὶ κατὰ τοσοῦτον ἔτι ἐπὶ τοῦ παρόντος, καθόσον τὸ Συνέδριον ἀπεφήνατο, τὸν πόθον τοῦτον, καὶ πεπληρωμένην τὴν ἀνάγκην ταύτην τοῦ Κράτους. Καὶ ἐὰν δὲν ἦμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω τὴν ἐλαχίστην βεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θέλουσιν ἐκτελεσθῆ αὐτά, εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ τὴν βεβαιώσω, ὅτι ὁ χρόνος δὲν ἀπέχει πολὺ ἀφ’ ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ὁποίαν ἐπιῤῥοὴν ἀσκοῦσιν ἐπὶ τῆς τύχης τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων αἱ περὶ τῶν ἐξωτερικῶν συμφερόντων ἡμῶν ἐκτοξευόμεναι ἀντεγκλήσεις· εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ διαφωτίζωσι τὸ κοινὸν φρόνημα, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προσλιπαρῶσι δι’ αὐτῶν τὴν ἐπικουρίαν αὐτῆς πρὸς ἐνίσχυσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰς καταγγελίας ταύτας ἐκτοξεύουσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι οὐδεμία προσφέρεται εἰς ταῦτα τὰ ἐξωτερικὰ συμφέροντα ὑπηρεσία, καθ’ ὅσον μάλιστα αἱ συζητήσεις λαμβάνουσι τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐχθρότητος, χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος προάγει εἰς ἀναπτύξεις εὐρυτέρας καὶ ἀνάγει εἰς τὸ μέσον λεπτομερείας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ καλύπτῃ ἀκόμη ὁ πέπλος. Αἱ ἀντεγκλήσεις αὗται, νομίζω, οὐ μόνον δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ οὐσιωδῶς παραβλάπτουσι ταῦτα. Ἐγὼ παραλείπω νὰ δώσω ἄλλην ἀπολογίαν ἐπὶ τῆς πληθύος τῶν αἰτιάσεων αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν καθ’ ἡμῶν. Νομίζω ὅτι αἱ ἐξηγήσεις αὗται εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐπιβάλλονται ὑπὸ τοῦ καθήκοντός μου, καὶ ἀφίνω τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ μὴ σᾶς μνημονεύσω τῆς περὶ κομμάτων θεωρίας, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπέρανε τὸν λόγον του ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Εἰς οὐδένα ὑπάρχει δισταγμός, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῶν κομμάτων εἶναι στοιχεῖον ἀναγκαῖον εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Εἰς οὐδένα δὲ ὑπάρχει δισταγμός, ὅτι ἡ βελτίωσις τοῦ ἐσωτερικοῦ συνδέσμου τῶν μελῶν τῶν κομμάτων ἀποτελεῖ μεγίστην πρόοδον πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἕκαστος πρέπῃ νὰ συντελῇ εἰς τὸ νὰ καθαίρῃ καὶ νὰ βελτιόνῃ τοὺς θεσμοὺς τοὺς συνδέοντας τὰ μέλη τῶν κομμάτων, τοσοῦτον πρέπει νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τοῦ νὰ στηρίζῃ τὴν λειτουργίαν ἑκάστου τῶν κομμάτων τούτων ἐπὶ μέσων, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον χαλαροῦσι τοὺς θεσμούς, ἀλλὰ διαφθείρουσι τὰ ἤθη καὶ ἐλαττοῦσι τὸ κῦρος τοῦ χαρακτῆρος. Ἤκουσα ἄλλοτε ἐπαγγελίας τὰς ὁποίας ἀρτιπαγὲς κόμμα ἔδιδεν εἰς τὸ κοινόν, ὅτι τοῦτο ἤρχετο νὰ ἐξαγνίσῃ τὰ κόμματα καὶ νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἀτελείας τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τῶν μελῶν τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰ κόμματα. Δὲν γνωρίζω ἂν αἱ προσπάθειαι αἱ ἔκτοτε καταβληθεῖσαι ἀπέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα, εὔχομαι ν’ ἀπολήξωσι, διότι βεβαίως τοῦτο θέλει εἶσθαι μεγίστη βελτίωσις τοῦ τόπου. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅσον τὰ μέλη τῶν κομμάτων πρέπει νὰ συνδέωνται διὰ τοῦ δεσμοῦ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν πρὸς ἄλληλα, τοσοῦτον νομίζω καὶ οἱ προϊστάμενοι τῶν κομμάτων πρέπει νὰ διδάσκωσιν εἰς τοὺς φίλους αὐτῶν τὴν ἀνάγκην ταύτην· διότι βεβαίως εἰς τὰ μέλη τῶν κομμάτων δίδεται κακὸν παράδειγμα, ὅταν τις ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν μεταβάλλῃ πολιτικὴν σημαίαν. Δίδεται δὲ κακὸν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον γεννᾷ τὸν πειρασμὸν τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος καὶ ἐπιφέρει μέγα ἄτοπον, τὴν ὑποκατάστασιν τοῦ ἀτομικοῦ εἰς τὸ γενικὸν ὑπὸ τοῦ κόμματος ἐπιδιωκόμενον συμφέρον. Ἐννοῶ τὰς μεταβολὰς τῶν φρονημάτων, τὰς ὁποίας ἐπάγει ἡ ἀνάγκη, ἀνάγκη λυσιτελεστάτη, τοῦ πολιτεύεσθαι ἀναλόγως τῶν καιρῶν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀντικείμενον τῆς μεταβολῆς ταύτης τῆς πολιτείας εἶναι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἡ μεταβολὴ αὕτη τῶν φρονημάτων καὶ ἡ μεταβολὴ αὕτη τοῦ τρόπου τῆς πολιτείας, συμφώνως πρὸς τοὺς καιρούς, εἶναι ὑπηρεσία, ἡ ὁποία προσφέρεται εἰς τὰ κοινὰ πράγματα. Ὅταν ὅμως ἡ μεταβολὴ τῶν φρονημάτων δὲν ἔχῃ ἀντικείμενον τὸ κοινὸν συμφέρον, ἀλλὰ κομματικόν τι ἀπόκτημα, τὴν πολιτικὴν ἰδιοτέλειαν, νομίζω, ὅτι τοιαύτη μεταβολὴ ἀποβαίνει κυριώτατον ἐλάττωμα κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος.

§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἡ θέσις μου εἶναι δύσκολος, διότι τὸ ζήτημα σχεδὸν ἐξηντλήθη, διότι ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσω εἰς πολλά, καὶ διότι τέλος πάντων ὑπερασπίζω ἐμαυτόν· ἡ ὑπεράσπισις δὲν ἀκούεται πάντοτε μετ’ εὐνοίας. Εἶμαι ἠναγκασμένος ὅμως νὰ πράξω τοῦτο, διότι νομίζομεν ἡμεῖς τοὐλάχιστον ὅτι ἐφθάσαμεν σήμερον εἰς τὸ τελευταῖον σημεῖον, καὶ ὅτι οὐδὲν ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν κατὰ τῶν ἐναντίον μας ῥηθέντων κατ’ ἐπανάληψιν· διὸ θέλομεν σιωπήσει εἰς πᾶν ὅ,τι ἤθελεν ἐπαναληφθῆ τοῦ λοιποῦ ἐνταῦθα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· ἡμεῖς ἐξηντλήσαμεν ὅσα εἴχομεν νὰ εἴπωμεν. Αἱ μομφαὶ, κύριοι, διαιροῦνται εἰς δύω, εἰς ὅ,τι ἔχει σχέσιν καὶ συνάφειαν πρὸς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ εἰς μομφὰς ἐκτὸς τοῦ ἀντικειμένου τούτου, συντεινούσας δὲ μόνον νὰ δεινώσωσι τὴν θέσιν ἡμῶν. Θέλω ἀπαντήσει καὶ εἰς τὰς δύω, καὶ θέλω ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ δευτέρου. Δὲν δύναμαι ν’ ἀκολουθήσω βεβαίως τὸν πολυμαθῆ καὶ εὔγλωττον φίλον μου κ. Ἰακωβάτον, διότι ὁ λόγος του δὲν περιωρίζετο ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀπαντήσεως, οὔτε συζητεῖ ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Ἰδέτε τὸν Δεκάλογον, τὸν ὁποῖον ἐπαρουσίασε, καὶ θέλετε βεβαιωθῆ ὅτι ἐκεῖ πρόκειται περὶ μεταβολῆς ὁλοκλήρου τῆς διοικήσεως καὶ τῆς κοινωνίας· αἱ σκέψεις τοῦ κ. Ἰακωβάτου εἶναι ῥιζικαί. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ τὸν ἀκολουθήσω σήμερον. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, τὴν ὁποίαν ὅλοι συναισθάνεσθε βεβαίως, δι’ ὅσα ἐναντίον τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ, καὶ ἐναντίον τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλει πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ πολίτευμα, εἶπε περὶ Βασιλέως. Ὑπεύθυνοι διὰ τὰς Κυβερνητικὰς πράξεις εἴμεθα ἡμεῖς, καὶ εἰς ἡμᾶς μόνους ἔπρεπε ν’ ἀποτείνηται, δὲν δύναμαι δὲ νὰ μὴ λυπηθῶ δι’ ὅσα εἶπε περὶ τοῦ αὐτοκράτορος μεγάλης καὶ εὐεργέτιδος δυνάμεως, ἐναντίον τῆς ἀληθείας καὶ τῶν πραγμάτων, δι’ ὅσα εἶπε περὶ ἀνδρὸς, τοῦ ὁποίου τὴν Κυβέρνησιν ἐθεώρησε πάντοτε ἡ Ἑλλὰς πατρικὴν, οὔτε δι’ ὅσα εἶπε κατὰ τοῦ ἀειμνήστου διδασκάλου τοῦ Ἔθνους Οἰκονόμου. Ὁ κ. Ἰακωβάτος συμφωνεῖ μαζῇ μου βεβαίως, ὅτι κοινωνία ἄνευ θρησκείας, στηριζομένη εἰς τὴν πίστιν καὶ τὰς πεποιθήσεις, ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ, καὶ τοιαύτη θρησκεία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅπου οἱ ἀνώτεροι λειτουργοὶ ἐξευτελίζονται καὶ ὑβρίζονται· ὁ κ. Ἰακωβάτος δὲν ἐπεδίωκε τοῦτο βεβαίως, ἐννοῶ τὴν ἀγανάκτησίν του κατὰ τυχὸν παραπτωμάτων, ἀλλ’ ἐπὶ τούτου δὲν ἔχει διδόμενα, ἃς μοὶ συγχωρήσῃ δὲ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἔπρεπε νὰ πιέσῃ τὰς ὑπονοίας του, ν’ ἀποβλέψῃ πρὸς γενικώτερον καὶ ὑψηλότερον σκοπὸν καὶ ἀποδώσῃ τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὅλον τὸ χριστιανικὸν, πλήρωμα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας δικαίως ἀποδίδει πρὸς τοὺς ἀνωτάτους λειτουργοὺς τῆς Ἐκκλησίας. Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν ὀφείλω νὰ κρύψω ἐγὼ τὸ φρόνημά μου, ὀφείλω μόνον νὰ μὴ ἀποκαλύψω ὅ,τι ἄλλοι ἐφρόνουν, διότι ἴδιον αὑτῶν εἶναι δικαίωμα· περὶ τοῦ ἐμοῦ ὅμως φρονήματος δύναμαι νὰ μὴ σιωπήσω. Τὸ φρόνημά μου, κύριοι, ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ ἦτον ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας καὶ μετὰ τὴν Πλεύναν δὲν ἔπρεπε νὰ μένῃ ἐν ἀπραξίᾳ. Ἐζήτησεν ὁ κ. Τρικούπης νὰ μᾶς μεμφθῆτε διὰ τὴν λῆξιν τῆς τελευταίας ἐκτάκτου Συνόδου, καὶ πρέπει νὰ πράξητε τοῦτο, εἶπε, διὰ νὰ μάθουν τοῦ λοιποῦ αἱ Κυβερνήσεις νὰ σέβωνται καὶ ὑμᾶς καὶ τὸν Νόμον· ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις τότε, εἶπεν, ἦτο παράτολμον καὶ ἀντικοινοβουλευτικὸν, ἄξιον αὐστηρᾶς ἐπικρίσεως. Κύριοι, ἐβραδύναμεν ἀληθῶς νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλὴν ἐκείνην, διότι ἡ ἰδέα μας ἦτο νὰ τὴν διαλύσωμεν καὶ καλέσωμεν νέαν· ἐνομίσαμεν ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας νέα Βουλὴ, ἐξερχομένη ἀμέσως ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ Ἔθνους, ἔχουσα ζωὴν καὶ σθένος, ἠδύνατο μόνη νὰ χαράξῃ πολιτικὴν καὶ νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς αὐτήν· ἠδύνατο μόνη νὰ ὑποβάλῃ τὸ Ἔθνος εἰς τὰς ἀποφάσεις της καὶ νὰ καταστήσῃ σεβαστὴν καὶ αὐτὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν ξένον κόσμον, διότι ἐξερχομένη ἀπὸ τὸ Ἔθνος νέα, ἔφερε τὰς πεποιθήσεις ἁγνὰς αὐτοῦ, καὶ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ διαρκῶς καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὴν γνώμην της, διότι ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐπρόκειτο νὰ ζήσῃ· ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πράξωμεν τοῦτο· συνέπεσε ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἀπογραφὴ, καὶ ἔπρεπε νὰ περιμείνωμεν μέχρι τοῦ πέρατος αὐτῆς, διότι ὠφείλομεν νὰ ὁρίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν. Ἰδοὺ διατὶ ἀνεβάλομεν τότε· ἀλλὰ ἀπέδοσαν τοῦτο εἰς τὴν πρόσληψιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἐν τῷ κόλπῳ ἡμῶν, τοῦ κ. Γρίβα, καὶ μᾶς ἐμέμφθησαν· καὶ μήπως ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἀποκλείεται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς πατρίδος; μήπως ἦτον ἀποκεκηρυγμένος, καὶ ἡ Βουλὴ εἶχεν ἐκφράσει ἀντιπάθειαν κατ’ αὐτοῦ; ὄχι, κύριοι, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ συνυπηρετήσαντες μετ’ αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοὶ ἄλλοτε γνωρίζουσι καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν γενναιοφροσύνην καὶ τὴν εὐγένειαν, ἀπέδειξε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, τὰς ὁποίας ὁμοῦ διεξηγάγομεν, ὅτι εἶναι ἀνὴρ σεβόμενος καὶ τὸν Νόμον καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ καὶ τὴν τιμήν του, εἶσθε δὲ μάρτυρες πῶς ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐφέρθη κατὰ τὰς ἐκλογάς. Δὲν ὑπῆρξε λοιπὸν αὐτὸς ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς. Ἐν τούτοις συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἐγὼ εἶχον τὴν ἀκόλουθον ἰδέαν: δὲν ἠρνούμην ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἐνόμιζον ὅμως ὅτι ἡ θέσις της, τὸ ὀλιγοχρόνιον διάστημα τοῦ περαιτέρω βίου της, δὲν ἦσαν κατάλληλα, ὥστε νὰ καθιερώσῃ πολιτικὴν, καὶ ὅτι τὸ ἔργον της ἦτο νὰ περιορισθῇ, ἐξετάζουσα βεβαίως, ἀλλ’ οὐχὶ διατυποῦσα πολιτικὴν, εἰς τὰ νομοθετικὰ καθήκοντά της. Πρὸς τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἀντετάχθη ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ πράξῃ· διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, διεδόθη ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις μὴ ἔχουσα καιρὸν οὔτε στιγμὰς ν’ ἀπολέσῃ, θέτει ἀμέσως ζήτημα πολιτικὸν, ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, τὴν ὁποίαν ἀπέφυγεν ἐφέτος οὐχὶ διότι δὲν τὴν ἐθεώρησεν ὡς ζήτημα πολιτικὸν, ἀλλὰ διότι ἦτο βεβαία περὶ τῆς ἀποτυχίας της. Ἂν εἴχετε ἀνάγκην νὰ μᾶς ἀκούσητε τότε, κύριοι, διατί ἐκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ ὁμιλήσωμεν· ἂν ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐθέσατε ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπίτομον, δὲν ἠθέλατε εὑρεθῆ εἰς τὴν ἰδίαν τῆς ἀγνοίας θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθητε; Ἐν τούτοις, κύριοι, τὴν πρώτην ἡμέραν ἐτέθη καθαρὸν Ὑπουργικὸν ζήτημα, ἐπανελήφθη τὴν ἐπιοῦσαν, ἐπανελήφθη καὶ τρίτην φοράν, ὅτε τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἀμφίβολον. Ἐκτιμῶντες τὴν ἀξίαν ἄλλως τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἢ ὅπως ἐξετίμησεν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀπεφασίσαμεν νὰ περιμείνωμεν τὰ πράγματα, ἀλλὰ μᾶς ἐῤῥίφθη κατὰ πρόσωπον πρόκλησις περιφρονητικὴ, μᾶς εἶπον, διὰ νὰ κρατήσητε τὴν ἐξουσίαν, ὑποφέρετε πᾶσαν περιφρόνησιν, καὶ ἐνῷ γνωρίζομεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν μᾶς δέχεται, δὲν μᾶς ὑποστηρίζει, ἐξακολουθοῦμεν μένοντες εἰς τὴν ἐξουσίαν. Καθῆκον λοιπὸν ἡμῶν ἀναπόφευκτον τότε ἦτο νὰ παραιτηθῶμεν. Ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν δύω ἀρχηγῶν της ἐκλήθη εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ ἐπεφορτίσθη νὰ σχηματίσῃ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἀπέτυχε. Διατί; θέλετε νὰ ἀκούσητε τὴν πεποίθησιν ἐμοῦ; δὲν ἔχω, ἐξηγῶν αὐτὴν, πλάγιον σκοπὸν οὐδένα· διότι ἐκλήθη ὁ κ. Ζαΐμης ὡς Πρωθυπουργός· ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς χίλια σκάνδαλα παρενεβλήθησαν καὶ δυσκολίαι, ἵνα ἀποτύχῃ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἀπέτυχε. Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν ἢ ἀποτυχίαν Ὑπουργείου τινὸς, ὀφείλουν τὰ δρῶντα πρόσωπα νὰ δώσωσι λόγον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐδώκαμεν λοιπὸν ὅλοι λόγον, ἡμεῖς πρῶτοι, κατόπιν ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Τρικούπης. Ἰδοὺ δὲ πῶς ὁ κ. Ζαΐμης ἐξηγεῖ τὸν λόγον τῆς παραιτήσεώς του. «Ὄτε, κύριοι, ἐκλήθημεν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, εἶχε λάβει χώραν μία ψηφοφορία ἐπὶ τῶν ἐπιτροπῶν· κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἡ μία μερὶς εὑρέθη ἐντελῶς ἰσόπαλος πρὸς τὴν ἄλλην, καὶ πλειονοψηφία δὲν διεκρίθη. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἀξιοπρεπῶς φερόμενον, διεῖδεν ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ ἐκείνῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται πλέον νὰ παράσχῃ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ κατέθηκε τὴν παραίτησιν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ἡμεῖς δὲ, προσκληθέντες νὰ διαδεχθῶμεν τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν εἴχομεν ὑπὲρ ἡμῶν θέλησιν δεδηλωμένην τῆς Βουλῆς, ἤτοι δὲν ὑπῆρχε πλειονοψηφία, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μόρφωσιν νέας Κυβερνήσεως. Ἦτο λοιπὸν σπουδαῖος ὁ λόγος, ὅτι μὴ ἔχοντες δεδηλωμένην πλειονοψηφίαν ὑπὲρ ἡμῶν δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀναδεχθῶμεν τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἦναι ἀναντιῤῥήτως ἡμερόβιος. Ἐθεωρήσαμεν δὲ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λίαν ἐπιβλαβὲς διὰ τὴν πολιτείαν, ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις ἀνέρχωνται τὴν μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ καταπίπτουν τὴν ἑπομένην». Ὁ κύριος Ζαΐμης προσθέτει καὶ ἕτερον λόγον, τὸν ὁποῖον δὲν ἀναγινώσκω, ὅτι δηλ. εὑρέθησαν εἰς δυσκολίαν, διότι δὲν ἐγνώριζον τὸν λόγον, δι’ ὃν συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, ἡ δὲ ἄγνοιά των αὕτη ἦτο πρόσθετος λόγος. Ὁ κύριος Τρικούπης εἶπεν ὅμως ὅ,τι καὶ προχθὲς ἐπανέλαβεν, ἀρνεῖται τὸν πρῶτον λόγον τοῦ κυρίου Ζαΐμη καὶ ἐπιμένει εἰς τὸν δεύτερον· θέλετε νὰ σᾶς εἴπω διατί; ὁ κ. Ζαΐμης ἐπανέλαβε καὶ προχθές· ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Ζαΐμης εἶχε δίκαιον τότε ἴσως, ἂν εἶχε πόθον τινὰ διὰ τὴν ἐξουσίαν, ν’ ἀγανακτῇ καθ’ ἡμῶν μᾶλλον, διότι ἦτον ὁ Πρωθυπουργός, καὶ νὰ παρεξηγήσῃ τὰ γεγονότα· ἀλλ’ ὁ κύριος Ζαΐμης εἶναι μετριόφρων καὶ εἰλικρινὴς, δὲν ῥέει ἀπὸ τοὺς πόρους τοῦ σώματός του ἡ χολὴ καὶ τὸ φαρμάκι, ὁ κύριος Ζαΐμης ὡς ἔντιμος πολιτευόμενος ἦλθε τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτε τὰ πράγματα ἦσαν νωπὰ, καὶ ἐξήγησεν εἰλικρινῶς τὸ συνέβη, καὶ ἐπανέλαβε μετὰ μῆνας πολλοὺς τὰ αὐτά. Ἡ ἐξήγησις τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἀποκαθίστα σκανδαλώδη καὶ ἀδύνατον τὴν ἐπανάληψιν πολιτικῆς συζητήσεως τὴ ἐπιοῦσαν. Ὅταν, κύριοι, κρημνίζητε ἓν Ὑπουργεῖον, ἐλλείψει πλειονοψηφίας, καλεῖσθε εἰς σχηματισμὸν νέου, καὶ δὲν θέλετε ἢ δὲν δύνασθε ν’ ἀναδεχθῆτε τὸν σχηματισμὸν αὐτοῦ δι’ ἔλλειψιν πλειονοψηφίας, τί ζητεῖτε θέτοντες νέον πολιτικὸν ζήτημα; Ἰδοὺ ἡ δυσκολία, εἰς ἣν εὑρίσκετο ὁ κ. Τρικούπης, ἐὰν ὡμολόγει καὶ αὐτὸς τοὺς ἀληθεῖς λόγους τῆς ἀποτυχίας των· διὰ τοῦτο ἀπέφυγε τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν καὶ ἔπλασεν ἄλλους λόγους· ἀπεποιήθημεν, εἶπεν, οὐχὶ διότι ἀμφιβάλλομεν περὶ τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ διότι δὲν ἐγνωρίζομεν διατί συνεκλήθη ἡ Βουλή. Ἄφινεν οὕτω τὸ στάδιον ἐλεύθερον νέας πολιτικῆς συζητήσεως, ἂν δὲ αὐτὴ ἡ νέα πολιτικὴ συζήτησις ἐπανελαμβάνετο καὶ ἐπετύγχανον, ἡ σειρὰ τοῦ κ. Τρικούπη ἤρχετο ὁμοῦ μὲ τὴν ἡμέραν τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἡμεῖς ἠθέλαμεν παίξει τὸ πρόσωπον μωρῶν ὀργάνων τῆς φιλαρχίας αὐτοῦ. Ὅταν συνήλθομεν τὴν ἐπιοῦσαν, παρεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ἔργων της· ἀντὶ τούτου, ἐζήτησαν νέαν πολιτικὴν συζήτησιν· τὴν ἐδέχθημεν εὐχαρίστως, καὶ ἀπελογήθημεν ἡμεῖς πρῶτοι, κατόπιν ἡμῶν ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ κ. Ζωχιὸς καὶ ὁ κ. Τρικούπης. Ἔμενε ν’ ἀπαντήσωμεν ἡμεῖς μόνοι, καὶ μᾶς κατηγορεῖ ἤδη διατί δὲν ἀπηντήσαμεν. Ἐσιωπήσατε, μᾶς λέγουν, ἐνῷ ἐχρεωστεῖτε νὰ δώσητε λόγον· εἶσθε ἔνοχοι, διότι δὲν ἀπηντήσατε· ἀλλ’ ὀφείλομεν ν’ ἀπαντῶμεν εἰς ὅ,τι εἶναι ἄξιον ἀπαντήσεως, δι’ ἀνάξια ἀπαντήσεως εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἄξιοι ποινῆς, διότι σιωπῶμεν; Ἀλλὰ διατί δὲν ἀπηντήσαμεν; Διότι ὁ κ. Τρικούπης ἰσχυρίζετο λέγων· ζητῶ συζήτησιν πολιτικὴν, ἐπιλαμβανόμενος δὲ τῆς ἐξετάσεως τῶν Νομοσχεδίων, ἤθελε νὰ ἐγείρῃ πάλιν τὸ πολιτικὸν ζήτημα. Ἰδοὺ τί εἶπεν: «εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ διευκολύνωμεν διὰ παντὸς τρόπου τὴν ψήφισιν τῶν Νομοσχεδίων τούτων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἦνε πράγματι ἀναγκαῖα· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὰ Νομοσχέδια ταῦτα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξετάσωμεν πάντα τὰ ζητήματα, τ’ ἀναγόμενα εἰς αὐτὰ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξετάσωμεν τὴν πολιτικὴν, ἧς χάριν θὰ ψηφίζωνται τὰ Νομοσχέδια. Δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ ψηφίσωμεν ἢ εἰς πρώτην ἢ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν αὐτά· ἀλλὰ πρὸ τῆς ὁριστικῆς ψήφου ἐπ’ αὐτῶν, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις θὰ διαχειρισθῇ τὰ χρήματα, ἅτινα θέλομεν ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς.» Ζήτημα λοιπόν, Κύριοι, καὶ πάλιν ἐμπιστοσύνης ἐτίθετο, καὶ ἡ Σύνοδος ἐκείνη παρήρχετο εἰς συζητήσεις ζητημάτων μόνον πολιτικῶν, εἰς λογομαχίας καὶ ἀντεγκλήσεις· ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ὁμολογίαν ἑνὸς τῶν Πρωθυπουργῶν τῶν κληθέντων εἰς τὴν Πρωθυπουργίαν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπαναληφθῇ, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν. Τί ἠθέλατε νὰ πράξωμεν τότε; νὰ μένωμεν, διὰ νὰ ἀντεγκαλώμεθα καὶ πάλιν; μήπως ἡ Βουλὴ εἶνε συλλαλητήριον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνταλλάσσονται μόνον λόγοι; Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνομίσαμεν, ὅτι σεβόμενοι τὴν Βουλὴν ἐκείνην, τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδας μας, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν· ἄλλως μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἔληγεν, ὅταν δὲ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἡ Βουλὴ λήγῃ, τὸ ζήτημα τὸ Ὑπουργικὸν εἶναι αὐτοδικαίως λελυμένον, διότι ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ζωὴν καὶ ὑποστήριξιν εἰς οὐδὲν Ὑπουργεῖον. Εἴμεθα λοιπὸν ἔνοχοι, διότι ἐσιωπήσαμεν, διότι δὲν ἐπανελάβομεν πάλιν ζητήματα πολιτικά, διότι δὲν ἐπετρέψαμεν νὰ ἐξαντληθῇ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος εἰς λογομαχίας, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνωνται καθ’ ἡμέραν κατὰ πρόσωπον ἡμῶν, ὅτι συνερχόμεθα, ἵνα ἐπαναλαμβάνωμεν τὰ αὐτά, νὰ μὴ πράττηται δὲ τι ἀφορῶν εἰς τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος; Συνήλθομεν τότε, ἵνα λύσωμεν σπουδαῖα οἰκονομικὰ ζητήματα, καὶ κατηναλώσαμεν τὸν καιρὸν εἰς ζητήματα πολιτικά, εἰς λόγους ἁπλοῦς, τὰ δὲ συμφέροντα τῆς πατρίδος καὶ οἱ Νόμοι ἔπαθον. Νομίζομεν, Κύριοι, ἡμεῖς, ὅτι ὁ τίτλος ἡμῶν ὡς Ὑπουργῶν, ὅτι ἡ ἐντολή μας ἔχει πάντοτε ἀνάγκην πληρώσεως ἀπὸ τῆς ψήφου ἡμῶν· διὰ νὰ ἦναι πλήρης ἡ ἐντολὴ τοῦ Ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ ἐπισφραγισθῇ καὶ ἀπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν. Ἰδοὺ διατὶ ζητοῦμεν ἤδη ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Εἶσθε Βουλὴ ἐκλεχθεῖσα ἐσχάτως, Βουλὴ περιέχουσα νέα πρόσωπα πολλά· ἔρχεσθε ἀπὸ τὸν λαὸν ἀμέσως στελλόμενοι, ἐνώπιον αὐτοῦ κατεσυκοφαντήθημεν· καὶ τί δὲν εἶπον, καὶ τί δὲν ἐπανέλαβον καθ’ ἡμῶν; χθὲς ἐχωρίσθητε ἀπὸ τὸν λαόν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν, τῷ ὄντι πιστεύει ὁ λαὸς εἰς ὅσα διέδοσαν, ἀποδέχεται ἢ οὔ τὴν διοίκησιν ἡμῶν καὶ τὴν διαμονήν μας ἐν τῇ ἐξουσίᾳ; Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς τὸ εἴπητε, διότι δὲν δεχόμεθα νὰ μένωμεν ὡς Κυβέρνησις ὑπὸ τὸ βάρος μομφῆς καὶ ἀμφιβολίας· ἡ ἀμφιβολία πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μεταδώσωμεν τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, νὰ μάθωσιν ὅλοι ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἰσχυρὰ καὶ μόνιμος. Κυβέρνησις κλονιζομένη ὑπὸ τὸ βάρος ἀμφιβολιῶν καὶ ὕβρεων εἶναι ἀναξία νὰ κάθηται εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα· δὲν δεχόμεθα τοιαύτην Κυβέρνησιν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν τὴν γνώμην σας· ἄνευ τούτου ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀσθενής, καὶ ἡ διοίκησις παραλύει. Δὲν αἰσθανόμεθα δὲ τὴν ἀνάγκην ἐλέγχου· ἂν μᾶς νομίζητε ἐνόχους, οὐδὲ στιγμὴν πρέπει νὰ ἀπολέσητε· ἐὰν φρονῆτε τοῦτο εἰλικρινῶς καὶ τιμίως, διατί ἀργεῖτε; τὰς φωνασκίας καὶ τὰς ὕβρεις, ἃς ἠκούσαμεν, ᾠκτείραμεν· αὐταὶ βλάπτουν τοὺς ἐπαναλαμβάνοντας αὐτάς. Τὸ παράδειγμα δὲ, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνέφερον, δὲν ἔχει πρὸς ἡμᾶς καμμίαν ἐφαρμογήν. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ ἀείμνηστος Μαυροκορδάτος διεξήγαγε τὰς ἐκλογάς, ἡ κατάστασις τοῦ τόπου ἦτο τοιαύτη, ὥστε αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἠδύναντο νὰ διεξαχθῶσιν ἄνευ ἀτόπων, τότε αἱματοχυσίαι μεγάλαι ἐγένοντο. Βεβαίως ἡ κυβέρνησις δὲν ἦτο ἔνοχος τῶν ἀτοπημάτων αὐτῶν, καὶ ἐν τούτοις, ὅπως συμβαίνει παντοῦ καὶ πάντοτε καὶ ἰδίως ἐδῶ, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἀπέδιδον τὰ πλεῖστα τῶν δυστυχημάτων, καὶ εἶχε δίκαιον ἡ Κυβέρνησις τότε νὰ εἴπῃ, ἂν μᾶς νομίζητε ἐνόχους, δικάσατέ μας, διορίσατε ἐλεγκτὰς τῶν πράξεών μας. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν ἔλεγχον, διότι δὲν αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τούτου· δὲν παρεβιάσαμεν τὸ καθῆκόν μας, οὔτε ἐβλάψαμέν τινα, ἂν δὲ ὑπάρχῃ τις, ἂς ἔλθῃ. Ἰδού. Ὅταν, Κύριοι, προσεκλήθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤλθομεν κατὰ δυστυχίαν ἄνευ τοῦ γοήτρου, τὸ ὁποῖον συνοδεύει τὰς νέας Κυβερνήσεις, ἄνευ τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ἐμπνέει ἡ ἐμφάνισις νέων ἀστέρων· ἐπεβάρυνε καὶ ἡμᾶς ἡ ἀγανάκτησις ἡ ἀδίκως ἐξεγερθεῖσα κατὰ τῆς Οἰκουμενικῆς, ἀπετελοῦμεν καὶ ἡμεῖς μέρος αὐτῆς, μετείχομεν ὅλων τῶν ἀντιπαθειῶν καὶ ὑπέστημεν ὅλας τὰς συνεπείας τούτων. Ἀνελάβομεν Κυβέρνησιν ἀσθενῆ κατὰ τοῦτο, καὶ ὅταν ἠναγκάσθημεν ν’ ἀντιταχθῶμεν εἰς τὰ λυπηρὰ συμβεβηκότα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἠσθάνθημεν καὶ τοὺς κινδύνους καὶ τὴν εὐθύνην καὶ τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς ἀσθενείας. Παρὰ τὸ πλευρὸν ἡμῶν τὸν κ. Ζαΐμην εἴχομεν μόνον· ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ ὁ κ. Λομβάρδος μᾶς ὑπεστήριξαν ἀληθῶς, ὅταν ἤλθομεν κατόπιν, ἵνα δώσωμεν λόγον εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν ἐποχὴν ὅμως τῶν κινδύνων δὲν εἴδομεν οὔτε τὸν κ. Λομβάρδον οὔτε τὸν κύριον Πετιμεζᾶν, διότι καὶ αὐτοὶ εἶχον ἀνάγκην νὰ ὑπερασπίσωσιν ἑαυτούς· καθ’ ὅλων διηυθύνετο ἡ ἀγανάκτησις. Μόνον, κύριοι, χρεωστοῦμεν εἰς τὸν κύριον Ζαΐμην, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν κινδύνων καὶ τῆς εὐθύνης συνεμερίσθη τὴν τύχην μας.

§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤμεθα ἐν τῇ Βουλῇ.

§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὸν τόπον ὅμως τῶν καταστροφῶν καὶ τῆς δυστυχίας ἐλείπετε, καὶ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ καυχᾶσθε, ὅτι μᾶς ὑπεστηρίξατε. Μετὰ τοὺς κινδύνους ὅλοι μᾶς ὑπεστήριξαν, διότι οὐδεὶς ὑπεστήριζε τὴν στάσιν· καὶ δὲν ζητοῦμεν ἀμοιβὴν διὰ τοῦτο, δὲν καυχώμεθα διὰ τοῦτο, ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας, ἐξετελέσαμεν ὅ,τι ὀφείλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν, αἰσθανόμεθα δὲ βαθυτάτην τὴν θλίψιν, διότι ἔλαβον χώραν δυστυχήματα τότε, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως, δὲν ἀνειχόμεθα νὰ παρουσιασθῇ ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἰδίως ἐκείνην ἀναρχικὴ καὶ ἀτακτοῦσα· ἠθέλαμεν νὰ περιορισθῇ ὁ ὄχλος εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἦτο τεταγμένος, καὶ νὰ μὴ ἀπαιτῇ, νὰ μὴ προσβλέπῃ εἰς τὴν ἐξάσκησιν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλὴ ἔχουσι μόνον τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκῶσιν, ὠφείλομεν νὰ ἤμεθα αὐστηροί, ἐπίμονοι καὶ δραστήριοι. Λυποῦμαι δι’ ὅσα συνέβησαν τότε, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ συμβῶσι. Μετὰ τὸ συμβεβηκὸς ἐκεῖνο ἐπῆλθεν ἡ ἔξοδος τοῦ στρατοῦ· ἐμέμφθησαν τὸ γεγονὸς τοῦτο, εἶπον, ὅτι εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἠτιμάσθη ἡ Ἑλλὰς, ὅτι προσεβλήθη ὁ στρατός, καὶ τὸ ἐπανέλαβον καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐσχάτως ἀδίκως. Ἐξῆλθεν ὁ στρατὸς, ἵνα χύσῃ αἵματα; ἢ νὰ πολεμήσῃ; αὐτὸς ἦτο ὁ κύριος σκοπός του; Οὐχί· αὐτὸ ἦτο τὸ μέσον πρὸς ἐπίτευξιν ἑτέρου σκοποῦ, καὶ ὅταν ὁ ἄλλος σκοπὸς ἐπετεύχθη, τὸ ἔργον τοῦ στρατοῦ ἐτελείωσε καὶ ὁ στρατὸς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του ἐντίμως. Καὶ ποῖος δὲ ἦτο ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνεργήθησαν ταῦτα; ν’ ἀναγνωρίσῃ ἡ Εὐρώπη τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος. Εὐγνωμονῶ τὸν κ. Τρικούπην, εὐγνωμονῶ τὸν κ. Ζαΐμην, διότι τότε, οὕτως ἐκτιμῶντες καὶ αὐτοὶ τὰς περιστάσεις καὶ τὰ πράγματα, ἐκ τῶν πρώτων ἐνέκριναν πληρέστατα καὶ ἐπῄνεσαν τὴν διαγωγήν μας· ὁ στρατὸς ἐξῆλθε, διὰ νὰ καθιερώσῃ τὰ δικαιώματα ἡμῶν, ἀφοῦ δὲ ἀνεγνωρίσθησαν, τὸ ἔργον του ἐτελείωσε, καὶ ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰσῆλθε. Καὶ μήπως ἦτον ἐναντίος εἰς τοῦτο ὁ κ. Λομβάρδος; ὄχι.

§28ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ εἶπον αὐτὸ, καὶ ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπῄνεσα τὴν εἴσοδον, κατέκρινα ὅμως τὴν ἔξοδον.

§29ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.

§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἐπῄνεσεν ἐνθουσιωδῶς τὴν εἴσοδον, ἐνέκρινε δὲ ἐγκαρδίως τὴν ἔξοδον. Κύριοι, δὲν ἀναγινώσκω ὅλην τὴν ἀγόρευσίν του, σᾶς ἀναγινώσκω ἓν μέρος: «Ὑπεσχέθησαν εἰς τὴν κυβέρνησιν, λέγει ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι, ἂν ἀποσύρωμεν τὸν στρατόν μας, αὐτοὶ θέλουσι ὑποστηρίξει τὰ δίκαιά μας ἐνώπιον τοῦ συγκροτηθησομένου Συνεδρίου; (ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν συναινεῖ.) Τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἠρώτησα ἤδη· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἀπήντησεν, εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐδῶ διδομένην, ὀφείλω νὰ δώσω πᾶσαν πίστιν. Ὑπεσχέθησαν νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματά μας ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου... Ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι τὰ πράγματα δὲν ἐτελείωσαν ἀκόμη· οὐδεμίαν δ’ ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι ἐξεπλήρωσε καὶ θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της μέχρι τέλους, ὁποῖον τῇ ἐπιβάλλει ἡ θέσις καὶ τὰ καθήκοντά της» Καὶ ἐξηκολούθησε, ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματά μας; δὲν δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν μὲ 40 ἑκατομμύρια προϋπολογισμὸν, πρέπει εἰς τὸν Βασιλέα Γεώργιον νὰ προστεθῇ ἔκτασις καὶ παραχώρησις ἐδαφικὴ, νὰ τεθῶμεν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὄχι θεωρητικῶς, ἀλλὰ πράγματι κλπ.

§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, κ. πρωθυπουργὲ, μὴ τὸ κλείσετε.

§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 340 σελίς. (Παραδίδει εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον τὴν «ἐφημερίδα τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς.» Ἰδοὺ κύριοι, πῶς ἔκρινεν ὁ κύριος Λομβάρδος τότε τὴν εἴσοδον τοῦ στρατοῦ.

§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι τὴν ἐπάνοδον.

§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν εἴσοδον λέγων, ἐννοῶ τὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπάνοδον. Ἀλλὰ, κύριοι, τί ἀξίαν πολιτικὴν ἔχει δι’ ἡμᾶς ἡ γνώμη ἑνὸς ὀπαδοῦ τοῦ κόμματος, ὅταν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, ἡ ἐνσάρκωσις τῆς πολιτικῆς τοῦ κόμματος, ὁ ἀντιπρόσωπος καὶ ὁ διευθύνων ταύτην, τοιαύτην γνώμην ἔχει; καὶ ὁ κ. Τρικούπης μᾶς εὐγνωμονεῖ, διότι διετάξαμεν νὰ εἰσέλθῃ καὶ ἐξέλθῃ ὁ στρατός.

§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ νὰ εἰσέλθῃ, σᾶς ἐπῄνεσα.

§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι λέγω εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ἤδη δὲν δύναμαι νὰ εὕρω τὰς συζητήσεις. Τὸ γεγονὸς τοῦτο, κύριοι, διεδέχθησαν αἱ ἐπαναστάσεις, δὲν θέλω νὰ ἀντιποιηθῶ τὸν ἔπαινον, ὅτι αἱ ἐπαναστάσεις ἔλαβον χώραν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν, ἤρχισαν πρὸ ἡμῶν· ἔλαβον τέλος πάντων χώραν αἱ ἐπαναστάσεις· τὰς ἐπαναστάσεις ὑλικῶς διηύθυνον οἱ φίλοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Δραγούμη· τὰς διηύθυνον δὲ ἐντίμως πατριωτικῶς καὶ ἀφιλοκερδῶς, χρεωστῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω, καὶ τὰς διηύθυνον ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὸ εὐγενὲς αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει πάντα Ἕλληνα, ἢ κάτοικον τῆς Ἑλλάδος, ἢ πρόσφυγα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Τὴν διπλωματικήν μας ἐνέργειαν δὲ, καθ’ ὃ μέρος ἔλαβον ἐγὼ, ἐνέκρινε καὶ ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Τρικούπης. Τοὺς παρεκάλεσα πολλάκις νὰ λάβουν γνῶσιν τῶν ἐνεργειῶν μου ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ τὰς ἐνέκριναν. Καὶ κατηγοροῦσι, Κύριοι, τὰς ἐπαναστάσεις αὐτὰς, τὰς εἶπον λῃστρικάς, πετσώματα, καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ τί ἄλλο· ἀλλ’ ἐλησμόνησαν τὴν μεγάλην νίκην, τὴν ὁποίαν ἐκέρδησαν αἱ ἐπαναστάσεις αὗται, δηλαδὴ ν’ ἀναγνωρισθῶσιν ἀπὸ τῆς Εὐρώπης. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ ἀξία, ἰδοὺ ἡ ἀληθὴς νίκη τῶν ἐπαναστάσεων. Πρὶν τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, σᾶς ὑπόσχομαι, ἔλεγε, νὰ μεθέξετε τοῦ βελτιωθησομένου καθεστῶτος. Τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις καθ’ ἡμῶν μόνον. Αἱ ἐπαναστάσεις ὅμως ἠνάγκασαν αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν νὰ εἴπῃ· σᾶς ἀναγνωρίζω ὡς ἐπανάστασιν, καὶ θέλω ὡς ἐπανάστασιν σᾶς παρουσιάσει ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, καὶ ὡς τοιούτους θέλω σᾶς ὑποστηρίξει· καὶ τῷ ὄντι τὸ ἔπραξεν· ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου παρουσιάσθη ἡ ὑπόθεσις τῆς Ἑλλάδος ὡς τοιαύτη, καὶ ὡς τοιαύτη ὑπεστηρίχθη. Πρὶν ἐφρόντιζε νὰ πιέζῃ ἡ Εὐρώπη τὰς ἐπαναστάσεις. Ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ συνθηκολογεῖ μὲ αὐτὰς καὶ τὰς ὑποστηρίζει. Ἰδοὺ ἡ μεγάλη νίκη, τὴν ὁποίαν ἐκέρδησαν οἱ πετσωματάδες· ἠνάγκασαν τὴν Ἀγγλίαν νὰ συνθηκολογήσῃ μὲ τὴν ἐπανάστασιν. Τὴν ἐπανάστασιν, κύριοι, διεδέχθησαν οἱ πρόσφυγες· νέα δυσκολία διὰ τὸν τόπον, τὸ ἀπροφύλακτον τῶν ὁρίων· τὰ ὅρια ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μένουσιν ἀνεπιτήρητα εἰς τὸν θέλοντα νὰ εἰσέλθῃ καὶ ἐξέλθῃ. Τὰ γεγονότα ταῦτα παρηκολούθησαν δύο γενικαὶ ἐκλογαί, αἱ δημοτικαὶ καὶ βουλευτικαί. Αἱ ἐκλογαί, κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι αἱ μὲν πρῶται ψαύουν καὶ τὰ μικρότερα συμφέροντα τῆς οἰκογενείας, τῆς κοινότητος καὶ τῶν ἀτόμων, αἱ δὲ βουλευτικαὶ ἀνυψοῦν τὴν φιλοδοξίαν τῶν πολιτῶν εἰς συμφέροντα γενικώτερα, πολυτιμότερα καὶ εἰς ἀνώτερον ὁρίζοντα φιλοδοξίας ὑπερτέρας· καὶ ὅταν τὰ συμφέροντα καὶ τὰ αἰσθήματα παλαίουν οὕτως ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἡ κοινωνία ἐξατομικίζεται κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τοῦ γενικοῦ διαπληκτισμοῦ, ὁ στρατὸς διασκορπίζεται, τὰ δικαστήρια διαλύονται, πᾶσα καταδίωξις παύει, αἱ εἰσπράξεις σταματοῦν, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν γνωρίζει τί νὰ πράξῃ· νὰ καταστείλῃ ἀτοπήματα; ἐπέμβασις, κραυγάζουσι· νὰ σιωπήσῃ; ἀφίνεις νὰ γείνουν ἀταξίαι καὶ παραβιάσεις χάριν ἐπηρεασμοῦ τῶν ἐκλογῶν! Ἡ κοινωνία. Κατὰ τὰς στιγμὰς ἐκείνας εὑρίσκεται εἰς πλήρη διάλυσιν, εἰς χάος. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, διήλθομεν τὴν δυσχερῆ αὐτὴν ἐποχήν, καὶ ἡ τάξις διετηρήθη ἀκράδαντος, καὶ ἡ ἀσφάλεια δὲν προσεβλήθη πούποτε, καὶ τὰ πολιτικὰ καὶ ἀστικὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν ὑπῆρξαν σεβαστὰ, καὶ ἡ ἐλευθερία καὶ τοῦ ἀτόμου καὶ τῶν σωματείων ἐπροστατεύθη. Δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἀπέδειξε τῷ ὄντι, ὅτι εἶναι λαὸς ἀνωτέρου πολιτισμοῦ καὶ ἄξιος τῆς ἐκπολιτιστικῆς αὑτοῦ ἀποστολῆς; Ἐντρέπεσθε νὰ εἴπητε τοῦτο ἢ τὸ ἀρνεῖσθε; Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον θέλω ἔλθει εἰς τὰς ἀποκαλύψεις τοῦ κ. Οἰκονόμου. Καὶ συνετελέσθησαν, κύριοι, ταῦτα οὕτω, διότι ἀκολουθοῦμεν σύστημα διοικήσεως μετριοπαθὲς καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀπροσωπόληπτον καὶ ἐπιεικές. Δὲν ἀγαπῶμεν ἡμεῖς τὴν διοίκησιν τῆς ῥάβδου, τῆς βίας καὶ τῶν παθῶν. Πιθανὸν, κύριοι, καὶ ἡ διοίκησις ἡμῶν ὡς ἀνθρώπων νὰ προσέκοψε, καὶ πιθανὸν νὰ συνέβησαν παρεκτροπαί τινες καὶ παράπονα· ἀλλὰ ποῦ δὲν συμβαίνουν ταῦτα; Δὲν πρέπει εἰς ταῦτα ν’ ἀποβλέψητε, ἀλλ’ εἰς τὸ γενικὸν πνεῦμα, εἰς τὴν γενικὴν ἀφετηρίαν, ἀφ’ ἧς ἡ διοίκησις ἀναχωρεῖ. Οὕτω τὰ πολιτικὰ κόμματα κρίνουν τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν διοίκησιν, καὶ δὲν ἀνασκαλίζουν ἐπιμόνως διὰ νὰ εὕρουν ἀηδίαν τινά, νὰ τὴν ἐπαναλάβουν καὶ τὴν ἐπιδείξωσι. Τὸ σύστημα τοῦτο τῆς διοικήσεως, πρέπει νὰ σᾶς τὸ εἴπω, εἶναι τῆς ἰδιοσυγκρασίας, τοῦ χαρακτῆρος ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὅμως μᾶς κατηγόρησαν. Ἀγαπῶ, εἶπεν ὁ κ. Οἰκονόμου, τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ὡς ἄνθρωπον γλυκὺν, τὸν ἐπικρίνω ὅμως ὡς ὑπουργόν. Χαίρω, διότι θὰ ἔχω διαρκέστερον τὴν ἀγάπην τοῦ κ. Οἰκονόμου· ὡς ὑπουργὸς εἶμαι παροδικὸς, ὡς ἄνθρωπος δὲ διαρκής· αὐτὸ μὲ εὐχαριστεῖ, καὶ τὸ ὁμολογῶ εἰλικρινῶς. Δὲν μ’ ἀγαπᾶ δὲ, διότι εἶμαι ἐνδοτικός. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς συνταγματικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν κυβέρνησιν, ὅταν ὁ σκοπὸς καὶ ὁ λόγος δὲν ἦναι κακοήθης καὶ ταπεινοῦ συμφέροντος, δὲν εἶνε οὐσιῶδες στοιχεῖον αὐτῆς ἡ ἀμοιβαία ὑποχώρησις; Καὶ τότε τί χρειάζεσθε σεῖς, ὅταν ἐγὼ ἀποφασίζω κυριαρχικῶς, τί θὰ πράξετε; Σεῖς εἶσθε πλέον περιττοί. Νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἐκτὸς ὅταν οἱ λόγοι ἦναι κακοήθεις καὶ δὲν ἀποβλέπουν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πεποίθησις, ὅτι ἡ ἀντίστασις εἶναι ἀναγκαία, ὀφείλει νὰ ἐνδίδῃ, καὶ θεωρῶ ἀσύνετον τὸν ἐπιμένοντα ἐν τῷ ἀδίκῳ, μόνον διότι τὸ εἶπεν· ἐνδίδω λοιπόν, ἀκολουθῶν τοὺς κανόνας αὐτούς. Πρέπει νὰ σᾶς δώσω καὶ ἄλλην ἐξήγησιν, διότι πολλάκις ἐπανελήφθη μομφὴ κατ’ ἐμοῦ, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἀνωτέραν πολιτικήν. Εἰς τὴν ἀνωτέραν πολιτικὴν, ὅπως ὅλοι ὑμεῖς, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος· εἶμαι πρὸς τοῦτο ἴσος μὲ ὅλους, μὲ αὐτὴν τὴν διαφορὰν μόνον, ὅτι ἐγὼ δὲν ζητῶ ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἐκ προκαταλήψεως ποίαν πολιτικὴν ὀφείλω νὰ ἀκολουθήσω, ἀλλὰ ποία πολιτικὴ μὲ φέρει εἰς τὸν σκοπόν μου, ἵνα τὴν ἀκολουθήσω· δὲν θυσιάζω τὸν σκοπὸν εἰς τὰ μέσα, ἀκολουθῶ τὴν πολιτικὴν τὴν οὖσαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος μου· προβλέπω πρὸς τὸν σκοπόν, καὶ οὐχὶ πρὸς τὸ μέσον, ἀκολουθῶ τὴν πολιτικὴν, ἥτις φέρει πρὸς αὐτόν· κατηγοροῦσιν ἐμοῦ καὶ διὰ τοῦτο. Κύριε Οἰκονόμου, ὅταν ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος σᾶς εἶπεν, ὑπάγετε εἰς Λαμίαν, δὲν ἠξεύρω ἐὰν σᾶς εἶπεν ἢ ὄχι ὑπάγετε διὰ τὰ ’μάτια· ἐὰν σᾶς τὸ εἶπε, καλῶς ἔπραξε, καὶ ἀγνοῶ διατί τὸ ἀρνεῖται· ἐγώ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου καὶ ἔβλεπον ἄνθρωπον διστάζοντα νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, δὲν ἤμην δὲ εἰς θέσιν νὰ τὸν ἀντικαταστήσω, καὶ ἐθεώρουν ἐν τούτοις τὴν παρουσίαν του ἀναπόφευκτον καὶ ἀναγκαίαν, ἤμην δὲ βέβαιος, ὅτι θέλει ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν του μεταβαίνων ἐκεῖ, ἤθελον δι’ ὅλων τῶν πειστικῶν μέσων, ἐπειδὴ διὰ τῆς βίας δὲν ἐπήρχετο ἀποτέλεσμα, προσπαθήσει νὰ τὸν πείσω νὰ πράξῃ τοῦτο. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἠρνήθη τοῦτο· σᾶς ἔβλεπεν ὀῤῥωδοῦντα πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός σας; ὤφειλε νὰ σᾶς ἐμποιήσῃ θάῤῥος.

§37ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἔλαβον καὶ συγχαρητήρια.

§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνω, ἀφοῦ ἤμην βέβαιος, ὅτι ἠθέλατε ἐκτελέσει, ὅπως ἐξετελέσατε, τὸ καθῆκόν σας· τὸ ἐξετελέσατε ἄριστα, καὶ ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος, ὅστις σᾶς ἀπέστειλε, πολὺ καλῶς ἔπραξε, διότι ἐπέτυχεν ἡ ἀποστολή του. Τί δὲ σᾶς ἀπέδειξεν ἐκεῖ ἡ ἐμφάνισις τῶν βασιλικῶν ἵππων; σύμφωνα μὲ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔπρεπε νὰ σᾶς ἐνθουσιάσῃ ἡ ἀνακάλυψις αὕτη, διότι ἦτο τεκμήριον οἱ ἵπποι αὐτοὶ ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς σας, καὶ ἐν τούτοις τὸ ἐναντίον ἐδέχθητε. Ἐὰν τῳόντι ἔκτοτε, καὶ διότι σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος, ὑπάγετε διὰ τὰ ’μάτια, καὶ διότι εἴδατε τοὺς Βασιλικοὺς ἵππους, ἐπείσθητε, ὅτι ἐπροδίδοντο τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, διατί ἀμέσως νὰ μὴ καταμηνύσητε τοὺς προδότας; διατί νὰ μὴ ἄρητε τὸ προσωπεῖον, καὶ σώσητε τὴν πατρίδα καὶ τὸ ζήτημα; διατί ἀνεβάλετε σεῖς καὶ ἀνεμένατε, ἐνῷ ἐπεστρέψατε ἐκ Λαμίας πεπεισμένος περὶ τῆς ἀστοχίας τῶν μέτρων, καὶ ἐσιωπήσατε; Ὑμεῖς εἶσθε λοιπὸν ὁ μᾶλλον ὑποχωρητικός, καὶ εἰς περίστασιν σπουδαίαν, ὁποία ἦτον ἐκείνη, καθ’ ἣν, κατὰ τὴν πεποίθησίν σας, ἐβλάπτοντο τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος καὶ κατεστρέφοντο. Καὶ μὴ πιστεύσητε, κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅπως σᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἐγένετό τι, οὔτε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης γίνεται ἐκτὸς τοῦ ὑπουργείου καὶ χωρὶς αὐτὸ νὰ τὸ παραγγείλῃ. Δὲν εἶναι ἀληθὴς δὲ ἡ πληροφορία, ἣν ἐλάβετε, ὅτι ἰδιαίτερα τηλεγραφήματα ἐκ τῆς Αὐλῆς ἐστάλησαν εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὴν ἐπικρατοῦσαν ψῆφον εἰς τὰ ἐξωτερικὰ ἰδίως ζητήματα; Λάβετε παράδειγμα τὴν μητέρα τῶν Συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, τὴν Ἀγγλίαν, καὶ ἴδετε τί συμβαίνει ἐκεῖ· ἐνθυμήθητε τί μεταξὺ τῆς Βασιλίσσης καὶ τοῦ Παλμερστῶνος ἔλαβε χώραν, καὶ θέλετε συμφωνήσει, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν πρέπει νὰ ἦναι ξένος ὁ Βασιλεύς. Εἰς τὰς σημερινὰς μάλιστα περιστάσεις ἰδίως, καὶ χρεωστῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω ἐπισήμως, ὀφείλομεν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν Βασιλέα, διὰ τὴν πολλαπλῆν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν μᾶς χορηγεῖ. Καὶ ἂν εὐτυχήσωμεν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εὐτυχήσωμεν, νὰ λύσωμεν αἰσίως τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, τὸ πλεῖστον τῆς ἐπιτυχίας χρεωστοῦμεν εἰς τὴν ἐνέργειαν καὶ τὰς γνώμας τοῦ Βασιλέως. Ἀναλαμβάνομεν τὴν εὐθύνην ὅλων τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ σιωπήσω ὅλας τὰς εὐγενεῖς πράξεις καὶ ἐνεργείας τοῦ Βασιλέως, αἱ ὁποῖαι ἑδραιόνουσι τὴν τύχην καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος. Κύριοι, δὲν γνωρίζω, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον διὰ τί τόσον τραχέως καὶ ἐπιθετικῶς καταφέρεται ἐναντίον ἡμῶν διαρκῶς ὁ κύριος Τρικούπης, ἐνῷ ποτὲ δὲν διεφωνήσαμεν ῥιζικῶς, ἀφότου ἐγνωρίσθημεν· εἰς τὰ 1867 ἐκυβερνήσαμεν ὁμοῦ ἀδελφικῶς, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐγνώρισα καὶ ἐξετίμησα τὴν μεγάλην ἱκανότητα καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀνδρός. Μετὰ τοῦτο εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου ὁ κ. Τρικούπης ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν μᾶλλον. Ὅταν κατόπιν ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν, ὁ κ. Τριπούπης εὐηρεστήθη, τῇ παρακλήσει μας, νὰ δεχθῇ θέσιν Πρέσβεως· δυστυχῶς ἐμπόδια ἀνώτερα τῆς ἐνεργείας ἡμῶν ἐκώλυσαν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, καὶ ὁμολογῶ—διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρίζωμεν πάντοτε τὴν εἰδικότητα καὶ ἱκανότητα τὴν ἐξιδιασμένην τῶν πολιτικῶν ἀδρῶν, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν νομίζω, ὅτι ὀρθὸν εἶναι ν’ ἀρνώμεθα ἐνώπιον τοῦ κόσμου τὴν ὀφειλομένην τιμὴν εἰς ἄνδρας τοιούτους — ὁμολογῶ, ὅτι μεγίστην ὑποστήριξιν ἤθελον εὕρει τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ, καὶ μεγάλως ἔβλαψεν ἡ ἀποτυχία. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1871 ἓν τῶν μελῶν τοῦ κόμματος τοῦ κ. Τρικούπη ἐκ τῶν πρώτων συνυπηρέτησε μεθ’ ἡμῶν, καὶ διατηρῶ πάντοτε ἀναμνήσεις εὐαρέστους λίαν διὰ τὴν σύμπραξιν μεθ’ ἡμῶν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Τῇ ψήφῳ μας, ἐξελέχθη ὁ κύριος Λομβάρδος πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἀναγνώσατε δὲ καὶ τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Τρικούπη ὡς ὑπουργοῦ τῷ 1875· θέλετε ἀνακαλύψει ἐν αὐτῷ τὸ ἰδικόν μας πρόγραμμα· τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνονται περὶ ἐκλογῶν, περὶ φόρων, περὶ ἀποκεντρώσεως κλπ. ὡς μέλη δὲ τῆς προτελευταίας Βουλῆς, ὁ ἔντιμος πρόεδρός μας ἔσπευσε νὰ μᾶς συγχαρῇ, διότι εὕρισκε πλήρη ὁμοφωνίαν μεταξὺ τοῦ κ. Τρικούπη ἀντιπολιτευομένου καὶ ἡμῶν κυβερνώντων, διεφωνοῦμεν δὲ εἰς τὰς λεπτομερείας. Ὁ κ. Τρικούπης, τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ὑπεβάλλομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐδέχετο μὲν κατ’ ἀρχὴν, μᾶς ἐμέμφετο μόνον διὰ τὴν μὴ ἐπιστημονικὴν κατάταξιν αὐτῶν· ἡ διαφορά μας ὑπῆρξε πάντοτε, τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὰς λεπτομερείας, ποτὲ δὲ εἰς τὰς ἀρχάς. Πόθεν λοιπὸν ἡ τόση ἐπιμονὴ, ἡ τόση τραχύτης; Βεβαίως, ἐὰν ὑπῆρχε διαφωνία ἀρχῶν, ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμὸς καὶ ἡ ἀναγνώρισις τῆς καλῆς πίστεως καὶ εἰλικρινείας τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν πεποιθήσεων ἤθελεν ἐπικρατήσει, καὶ ἡ πάλη ἤθελεν εἶσθαι ἠπιωτέρα· ἀλλ’ ὁ πόλεμος τῶν συμφερόντων εἶναι ἀδιάλλακτος καὶ ἀμείλικτος. Καὶ ἰδού, κύριοι, πῶς ἐξηγῶ τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ. Ἀνὴρ, ὅπως ὁ κ. Τρικούπης, περιωπῆς ἀνωτάτης, μὲ τὰς ἰδέας καὶ τὴν ἀνατροφὴν ἣν ἔσχε, δὲν ἐμποδίσθη νὰ εἴπῃ εἰς τὰς Πάτρας: κάτω ἡ Κυβέρνησις, λόγους ἀναξίους αὐτοῦ.

§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐγὼ εἶπον αὐτό; Πιστεύετε ὅ,τι γράφεται; Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα, οὔτε καταδέχομαι.

§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἤκουσα· δὲν τὸ ἠρνήθητε, τὸ ἐπίστευσα, τὸ θεωρῶ ἀνάξιον ὑμῶν.

§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ τοιαῦτα; δὲν ἀπήντησα, διότι οἱ λέγοντες ἦσαν ἀνάξιοι ἀπαντήσεως· ἤδη ὅμως σᾶς ἀπαντῶ.

§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, χαίρω ἐκ καρδίας· συγχαίρω τὸν κ. Τρικούπην καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως δέχομαι τὴν διάψευσιν· βεβαίως δὲν ἦτο ἀξία αὐτοῦ ἡ φράσις αὕτη. Εἰσέρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Ἡ πρώτη παράγραφος περιέχει δύο ἰδέας, ἔχει δύο σκοποὺς· ἐρωτῶμεν πρῶτον τὴν βουλὴν, ἔχει παράπονα καθ’ ἡμῶν; αἱ ἐκλογαὶ ἐκ μέρους ἡμῶν δὲν ἐγένοντο ἀνεπηρεάστως καὶ ἄνευ ἐπεμβάσεως; διέδοσαν πολλὰ ψεύδη· ἐπταίσαμεν λοιπόν; κατὰ τί; Καὶ, κύριοι, νομίζετε, ὅτι δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν; Ἀλλ’ ἐκπολιτιστικὸν χαρακτῆρα, σᾶς εἶπον, δὲν ἀπέδειξαν αἱ ἐκλογαὶ, καὶ οὔτε ἡ ἐξ ὑμῶν κυβέρνησις μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὑψώθη εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ πατρὶς νὰ ὑψῶνται οἱ ὑπηρετοῦντες αὐτήν. Ἀπαντήσατε σεῖς κατὰ τῆς ἀδίκου ταύτης μομφῆς, καὶ μὲ τὸν τρόπον τὸν ἀποκαλυπτικὸν, τὸν ὁποῖον ἀντιποιοῦνται ἄνδρες τινὲς, σᾶς ἠρώτησαν, δὲν αἰσθάνεσθε τὰ μηνύματα τοῦ λαοῦ; καὶ ποίων μηνυμάτων; ἰδοὺ ἡ ἐνσάρκωσις τῶν μηνυμάτων αὐτῶν ἐνώπιόν Σας, καὶ ἠξεύρετε διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως αὐτῆς τί μηνύει ὁ λαός; θέλει νὰ κυβερνηθῇ τέλος πάντων· ἐμήνυσεν, ὅτι ἀπεχθάνεται τὴν βίαν, ἀπεχθάνεται τοὺς ἐκκεντρισμοὺς, ἀπεχθάνεται ὅ,τι τείνει νὰ κλονίσῃ τὴν δημοσίαν συνείδησιν καὶ νὰ ἐμπνεύσῃ ἀμφιβολίας, ἀπεχθάνεται τὰς ἰδεολογίας καὶ φρασεολογίας. Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ μήνυμα τῶν ἐκλογῶν, ἰδοὺ ἐνώπιον σας ἡ ἐνσάρκωσις τῶν μηνυμάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ λαβὼν κατόπιν τὸν λόγον, ἐπιληφθεὶς τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐκλογῶν, περιέργως παρέβαλεν ἐμὲ πρὸς ἐμαυτὸν, καὶ οὐχὶ πρὸς ἑαυτὸν, δὲν μᾶς εἶπεν, ἰδοὺ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ἰδοὺ πῶς ἐνηργήσαμεν ἡμεῖς ἐκλογὰς καὶ πῶς σεῖς πλημμελῶς ἐπορεύθητε. Ὄχι· καὶ ἠξεύρετε διατί ἔπραξε τοῦτο; διότι ὁ κ. Λομβάρδος· μὲ κατηγορεῖ ὡς παραβιάσαντα τὰς ἐκλογὰς διὰ διορισμῶν καὶ πῶς νὰ παραβάλῃ ἡμᾶς πρὸς ἑαυτὸν, ἀφοῦ ἀντὶ δέκα διορισμῶν, οὓς ἡμεῖς ἐνηργήσαμεν, αὐτὸς ἐνήργησε 1800 εἰς τρεῖς μῆνας, καὶ κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν μεταβολὰς 50 μόνον εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ 70 εἰς ἄλλην νῆσον;

§43ΠΟΛΥΛΑΣ. Διατί δὲν τὸ ἐξετάσατε τότε;

§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι δὲν ἦτο γενναῖον νὰ παλαίῃ τις πρὸς ἀδυνάτους, καὶ ὄχι, κύριοι, διὰ νὰ σᾶς προσβάλω, παρακαλῶ νὰ ὁμολογήσητε, δὲν ἦσθε τότε οὔτε πλειονοψηφία τῆς μειονοψηφίας. Τί ἠθέλατε λοιπὸν νὰ εἴπω; πρὸς τίνα νὰ παλαίσω; ἰδοὺ διατί οὐδὲν εἶπον τότε. Καὶ διατί εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον ἐλάβετε μέρος εἰς τὰς ἐξελέγξεις, μᾶς εἶπεν, ἐνῷ τότε ἀπείχομεν; διατί; Διότι ἐξηρχόμεθα τότε ἀπὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε καθιερώσει ὡς ἀρχὴν τὴν νόθευσιν τῶν ἐκλογῶν, ἡ Κυβέρνησις ἀσυστόλως ἐπενέβαινε· καὶ πρώτην φορὰν ἡμεῖς μετὰ τὴν μεταβολὴν ἐκλήθημεν νὰ ἐνεργήσωμεν ἐκλογάς. Εἴχομεν ἀνάγκην καταφανῶς νὰ δείξωμεν καὶ εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ὅτι δὲν θέλομεν ἐπεμβάσεις, ὅτι θέλομεν αἱ ἐκλογαὶ νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐλευθερώτατα· ἀμφεβάλλομεν ὅμως, κύριοι, ἂν τὴν παραγγελίαν μας αὐτὴν ἤθελον πιστεύσει καὶ πρὸς αὐτὴν ἤθελον συμμορφωθῆ οἱ ὑπάλληλοι, καὶ ὅταν μάλιστα μὲ ἠρώτησε τότε εἷς τῶν νομαρχῶν, «θέλεις νὰ ἔλθωσιν οἱ βουλευταὶ ὅλης τῆς ἐπαρχίας (ὑπουργικοί;) Εἴχομεν ἀνάγκην λοιπὸν νὰ δείξωμεν ἐμπράκτως, ὅτι ἡ θέλησίς μας ἦτον, αὐτή· ἐντεῦθεν, κύριοι, τὰ πρωτόκολλα καὶ αἱ ἐπιδείξεις· ἀλλ’ εὐτυχῶς τότε εἴχομεν ἀντίπαλον γενναιόφρονα, χρεωστῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω πρὸς τιμὴν τῆς μνήμης αὐτοῦ, καὶ εἰλικρινῆ. Ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης εἶχε τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ μᾶς συγχαρῇ ἐνώπιον τῆς βουλῆς, αὐτὸς ὁ ἀδιάλλακτος ἀντίπαλος μᾶς ηὐχαρίστησε, διότι ἐνεργήσαμεν τὰς ἐκλογὰς πανηγυρικῶς· δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὸν νὰ ἀρνηθῇ ἁπλοῦν τηλεγράφημα συγχαρητήριον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπεδείχθη μετὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς Ζακύνθου· τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ ἀνεκοινώθη εἰς ἐμὲ προσωπικῶς ἀπὸ τὸν ἔντιμον συνάδελφον τοῦ κ. Λομβάρδου, τὸν κ. Λούντζην· τὸ τηλεγράφημα ἀπευθύνετο πρὸς αὐτὸν, ἀπέβλεπε δὲ ἐμὲ, καὶ ἀνήγγελλε τὴν ἀμερόληπτον διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν αἱ ἀρχαὶ ἔδειξαν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὁ κ. Λούντζης.....

§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἀπευθύνετο πρὸς τὸν Λούντζην.

§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦλθε μετ’ εὐχαριστήσεως, διότι ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅπως μοὶ εἶπεν, ὅ,τι ἀληθῶς ἐπροφήτευε περὶ τῆς εἰλικρινοῦς θελήσεώς μας ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν· ἔχω, κύριοι, διδόμενα νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. Λούντζης, τίμιος καὶ φιλαλήθης, δὲν ὁμιλεῖ, ἵνα ἀναιρῇ ἀκολούθως τοὺς λόγους του. Δὲν προσεπάθουν τότε εἰς τὰ τμήματα νὰ πλάττωσι ψευδεῖς μομφάς. Ἰδοὺ διατί παρευρέθημεν κατὰ τὰς παρούσας ἐξελέγξεις.

§47ΡΩΜΑΣ. Πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος ἐξέθηκε μέχρι τοῦδε, σᾶς ἀναφέρω αὐτὸ μόνον· ὅτι ὁ νομάρχης Ζακύνθου Κρεββατᾶς εἶναι, καθὼς γνωρίζετε, ἄνθρωπος τῆς νομιμότητος· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου καὶ τὸν εἰσαγγελέα, κύριοι, μάθετε, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τότε εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ οἱ ὁποῖοι ἀκόμη ὑφίστανται, αὐτοὶ εἶναι φίλοι τοῦ κ. Τρικούπη.

§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περιέμενον λοιπὸν, κύριοι, μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας μομφὰς καθ’ ἡμῶν, μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας κραυγὰς ἐν ταῖς ἐφημερίσι, μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἀπειλὰς, ἃς μᾶς ἀπηύθυνον, μετὰ τὰς καυχήσεις των, ὅτι σκοπὸν ἔχουσι νὰ μᾶς παραπέμψωσιν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον διὰ τὰς παρανομίας, ἃς ἐπράξαμεν, περιέμενον ν’ ἀκούσω ποίου εἴδους παρανομίαι ἐγένοντο κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ὁ κ. Τρικούπης ἔσπευσεν ἀληθῶς νὰ προσθέσῃ, ὅτι τὸ χειρότερον εἶδος τῶν ἐπεμβάσεων καὶ παρανομιῶν εἶναι ἡ ὑποψηφιότης, τοῦτο ἀρκεῖ εἶπε· καὶ ὅταν ἠρώτησα τὸν κ. Τρικούπην, ἀπὸ ποῖον ἤκουσεν, εἰς ποῖον ἐγράψαμεν, ποῖος ἐνήργησε, ποῖος ἀνεκήρυξεν ὑποψηφίους; Ὁ κ. Τρικούπης σᾶς εἶπε; θέλετε ἀπόδειξιν; ἰδέτε τί ἐγένετο εἰς Κεφαλληνίαν· τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν μεταβάλλουσι τοὺς ὑπαλλήλους, διὰ νὰ διαφθείρωσι τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Γνωρίζετε δὲ ὑμεῖς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μεταβολῶν αὐτῶν, καὶ οἱ πετροπόλεμοι καὶ αἱ πληγαὶ, αἱ ἀταξίαι μετ’ αὐτὰς τὰς μεταβολὰς δὲν ἔλαβον χώραν, καὶ ἔχομεν εἰρηνικὴν ἐκλογὴν, πανηγυρικῶς ἐνεργηθεῖσαν ἄνευ πταίσματος, ὅπως τὴν περιγράφει εἷς τῶν ἀποτυχόντων ἀξιόπιστος. Ἀλλὰ τοῦτο ἴσως δὲν σᾶς ἀρέσκει, προτιμᾶτε τὰς ἀταξίας. Ἀλλὰ προσθέτουσι: καὶ τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ὑποδείξητε ὑποψηφίους; τοὺς ὑπεδείκνυον οἱ διορισμοὶ, ἰδοὺ νέος τρόπος ὑποδείξεως ὑποψηφίων· δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ τοὺς ὀνομάσητε. Κύριοι, ἔλαβον τῷ ὄντι ἐκ τούτου αἰτίαν νὰ ζητήσω πληροφορίας πόσοι διορισμοὶ ἔγειναν εἴκοσιν ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν· καὶ ἰδοὺ κύριοι, τὸ ὅλον..... Ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὰ Ἐφετεῖα, Πρωτοδικεῖα καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, οὐδεμία ἐγένετο μεταβολὴ, εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα δὲ μόνον ἐγένοντο αἱ ἑξῆς. Ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας ὁ Εἰρηνοδίκης Τρικολώνων, ὡς μὴ μεταβὰς εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ἀντικατεστάθη. Ὁ εἰρηνοδίκης Θηνέας, ὡς διατελῶν μακρὰν τῆς θέσεώς του ἄνευ ἀδείας, ἐπίσης ἀπελύθη. Μετετέθησαν οἱ εἰρηνοδίκαι Σαλαμῖνος καὶ Ἀταλάντης. Ἀπελύθη ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Ὀρχομενοῦ, ἀντικατεστάθη ὑπὸ τοῦ τῆς Ἐλευσῖνος (Γόρτυνος), εἰς τὴν θέσιν δὲ τούτου διωρίσθη ὁ Χ. Σταυρουλόπουλος. Ἀντὶ τοῦ παραιτηθέντος Μαρκεζίνη, διωρίσθη γραφεὺς ἐν τῷ ὑπουργείῳ ὁ Παπαδόπουλος. Ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου Καλαβρύτων, καὶ ἀντικατεστάθη καὶ ὁ ἐν Ἀθήναις ὑποθηκοφύλαξ Μήτσας. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένοντο αἱ ἑξῆς μεταβολαί. Διωρίσθησαν οἱ Β. Γεωργιάδης, γραμματεὺς τῆς ἐφορίας Ἠλείας, Ἡρ. Κραβαρίτης, πρωτοκολλητὴς τῆς ἐφορίας Κορινθίας, Σ. Σκόρδας, γραφεὺς τῆς Ἐφ. Λεβαδείας, Γ. Ψιλλόπουλος, γραμματεὺς τῆς ἐφορίας Λοκρίδος, Κ. Δ. Παναγιωτόπουλος τῆς Ναυπακτίας, Ν. Ἀναγνωστόπουλος, ἔφορος Τήνου, καὶ Σπ. Γάντος, ἐλεγκτὴς τοῦ τελ. Παξῶν. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ Ἅγ. Ἱερομνήμων διωρίσθη ταχυδρ. ἐπιστάτης Κέας, Διαμαντόπουλος, Πατρῶν, Καραχρῆστος, ἔπαρχος Μήλου, Ν. Ἀρμενόπουλος, εἰς τὸ Στρατολ. Συμβούλιον Τήνου, Γεώρ. Ῥεβίθης, μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ λιμένος Ὕδρας, Παπαδόπουλος, μέλος τῆς ἐφορ. ἐπιτροπῆς τοῦ λιμένος Κατακώλου· παρῃτήθη δὲ καὶ ἀντικατεστάθη ὁ ταχυδρ. ἐπιστάτης Ἀμφιλοχιτῶν: Ἰδού, κύριοι, διὰ τίνος τρόπου ἀποτελεσματικῶς τῳόντι παρεβιάσαμεν καὶ ἐπενέβημεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, αὐτοὶ οἱ 15 τρίτης τάξεως καὶ τετάρτης διορισμοὶ ἀρκοῦν νὰ νοθεύσουν τὰς ἐκλογὰς, τί λέγετε ὑμεῖς διὰ τὰς χιλιάδας, τὰς ὁποίας ἐνεργήσατε; καὶ δὲν ὑπηγόρευσαν τοῦτο λόγοι ὑπηρεσίας· ἐν διαστήματι τριῶν μηνῶν μεταβολὴν χιλιάδων ὑπαλλήλων δὲν ὑπαγορεύουσι λόγοι ὑπηρεσίας· ὑπηρεσίαν σπουδαίαν, ἀξίαν ἀμέσου ἐπιτηρήσεως, δὲν ἐνεργοῦσι δύο χιλιάδες ὑπάλληλοι· καὶ πότε ἠδυνήθητε νὰ πληροφορηθῆτε περὶ τῆς ποιότητος αὐτῶν; ἐφθάσατε καὶ εἰς τὰ κατώτερα σημεῖα, καὶ δὲν ἀφήσατε λίθον ἐπὶ λίθου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ζερβός. Καὶ ταῦτα ἐπράξατε, διὰ νὰ ἀγρεύσητε πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ κατ’ αὐτὰς, καὶ ἐπιστεύετε τοῦτο, ἀλλ’ ἠπατήθητε· ἔκτοτε ἔπρεπε νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἡ ὕβρις, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνετε πρὸς τοὺς Βουλευτὰς, δὲν εἶναι ἀληθής· οἱ Βουλευταὶ δὲν ἀγρεύονται διὰ ῥουσφετίων, οὔτε οἱ πολῖται τῆς Ἑλλάδος. Ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, ἠθέλατε ἀγρεύσει χιλιάδας ὑποψηφίων διὰ τῶν χιλιάδων μεταβολῶν· ἀλλ’ οὐδὲν κατωρθώσατε. Ὁ κ. Μελετόπουλος ηὐχήθη καὶ ἐπανέλαβεν, ὅτι ἂν ἐνεργήσω ἐκλογὰς ἄλλας, νὰ τὰς ἐνεργήσω καλλιτέρας, ἀλλὰ δὲν μοὶ εἶπε κατὰ τί τὰς ἐνεργήσαμεν κακῶς. Κύριοι, εἴμεθα κόμμα, ἔχομεν κόμμα πολεμοῦν πρὸς ἀντιπάλους, οἱ ὁποῖοι ἄνευ συστολῆς καὶ θαῤῥαλέως πρὶν τῆς ἀρχῆς τοῦ πολέμου καὶ μετὰ τὸν πόλεμον κηρύττουσι δημοσίως, ὅτι ὁ σκοπός των εἶναι νὰ μᾶς ἀπαγχονίσωσιν, ἂν δυνηθῶσι, διότι τοιουτοτρόπως νομίζουν, ὅτι ἠμποροῦν νὰ ἐλευθερωθῶσιν ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ νὰ μᾶς ἀντικαταστήσωσιν (ἱλαρότης). Σᾶς ἐρωτῶ, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνελάβομεν τὸν ἀγῶνα τοῦτον, ἠκούσατέ ποτε νὰ ὁμιλήσωμεν ὑπέρ τινος ὑποψηφίου, νὰ συστήσωμέν τινα, νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν προσωπικὴν ἡμῶν ἐνέργειαν; εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, εἰς τὴν Ἀγγλίαν αὐτὴν τὴν μᾶλλον φιλελεύθερον, ἐξέρχονται δημοσίως οἱ ὑπουργοὶ καὶ ἐπηρεάζουν διὰ τῆς προσωπικῆς των ἐνεργείας τοὺς φίλους αὐτῶν ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων των· τοῦτο δὲν ἐπράξαμεν ἡμεῖς, καὶ ὁ κ. Μελετόπουλος λέγει: εὔχομαι τὰς ἄλλας ἐκλογὰς νὰ ἐνεργήσῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καλλιτέρας. Κατὰ τί Κύριοι, ὅταν οἱ ζῶντες πρωθυπουργοὶ, ἐκτὸς τοῦ μακαρίτου Βούλγαρη, ἀπετέλεσαν Ὑπουργεῖον, τὸ Οἰκουμενικὸν, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο ὡς πανίσχυρον, ἤλπισαν, ὅτι, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖόν των ἦτον ἰσχυρὸν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἤθελεν εἶσθαι ἐν ἰσχύι καὶ ἐν τῇ οἰκονομικῇ πίστει· δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ πραγματοποιήσῃ οὔτε τὸ ἐκ 10,000,000 δάνειον, καί περὶ πολὺ ἠγωνίσθη· ἐζητήσαμεν δάνειον τοιοῦτον πρὶν ἢ καταφύγωμεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, πρὸς αὐτὸ ἀπεβλέπομεν πρὸ πάντων, καὶ ἂν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἦναι παρὼν, θὰ ἐνθυμῆται, νομίζω, ὅτι, ὅταν κατὰ πρῶτον ὡμιλήσαμεν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τῷ εἶπον: πρέπει νὰ προηγηθῇ τὸ δάνειον, καὶ μετὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ἐὰν ἡ ἀνάγκη ὑφίσταται, νὰ δεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐψηφίσατε τότε ὁμοῦ μὲ τὸν Νόμον περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἕτερον νόμον περὶ δανείου 20,000,000· ἀλλὰ καὶ τὸν νόμον αὐτὸν ἐστάθη ἀδύνατον νὰ πραγματοποιήσωμεν, εἴτε ἐσωτερικῶς, εἴτε ἐξωτερικῶς. Ἐνθυμεῖται ὁ κύριος Τρικούπης τί κατωρθώσαμεν ἢ τί ἠλπίζομεν ἀπὸ τὰς ἐπιμόνους ἐνεργείας τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη· εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κατορθώσωμεν δάνειον ὅλοι ἡμεῖς· ἐν τούτοις αἱ ἀνάγκαι ηὔξανον, τὸ μέλλον ἦτον ἀβέβαιον, ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἠδύναντο νὰ γεννηθῶσι περιπλοκαί. Τὰ γραμμάτια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔφθασαν εἰς τὸ ἔσχατον αὐτῶν ὅριον, δὲν ἠδύναντο νὰ προστεθῶσι νέα· ἀνάγκαι κατεπείγουσαι ὑπῆρχον, δάνειον τότε ὅλοι ἐπεζητοῦμεν, ὅλοι εἰς αὐτὸ ἐβλέπομεν τὸν λιμένα τῆς σωτηρίας. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος καὶ λίαν ἔντιμος φίλος μου κ. Νάζος παρουσιάσθη αὐθόρμητος πρὸς ἐμέ· οὐδεὶς ἄλλος τότε προσέφερε τὴν ἀφιλοκερδῆ συνδρομήν του—καὶ μοὶ εἶπε: βλέπω τὰς στενοχωρίας σας, ἔχω σχέσεις τινας ἐν Εὐρώπῃ, ἀναδέχομαι νὰ ὑπηρετήσω τὴν πατρίδα ἄνευ ἀπαιτήσεως οὐδεμιᾶς· ἀναλαμβάνω εἰς βάρος μου νὰ μεταβῶ ἐγὼ ἢ ὁ συνάδελφός μου κ. Μαλικόπουλος εἰς τὴν Εὐρώπην, νὰ φροντίσω περὶ τοῦ δανείου, καὶ ἂν πραγματοποιηθῇ καλῶς, ἄλλως, ἐγὼ ζημιοῦμαι, οὐδὲν ἀπαιτῶ, θέλω νὰ ὑπηρετήσω ὄχι ὡς ἄνθρωπος, ἐπιδιώκων συμφέροντα ἢ σκοπεύων τὴν ἀπόλαυσιν τούτων, ἀλλ’ ὡς Ἕλλην, χρεωστῶν νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα του. Ἐπῄνεσα, κύριοι, τὸν πατριωτισμὸν τῶν κ. κ. Νάζου καὶ Μαλικοπούλου, καὶ ἐδέχθην τὴν πρότασίν των. Μετέβη τῷ ὄντι ὁ κύριος Μαλιακόπουλος εἰς Εὐρώπην, εἰργάσθη ὅσον ἠδύνατο, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς ὅπερ ἔφθασε, δὲν ἦτον ἀρεστὸν, καὶ τὸ ἀπεῤῥίψαμεν· τότε παρουσιάσθη ὁ κ. Συγγρὸς, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινεν εἰς ἡμᾶς νὰ διαπραγματευθῇ δάνειον ἐπὶ ὡρισμένοις ὅροις· ἐπὶ τούτου, κύριοι, συνεκαλέσαμεν συμβούλιον ἐκ τῶν κ. κ. Κεχαγιᾶ καὶ Σούτσου, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίων ἄλλων, καὶ συνεζητήσαμεν μετ’ αὐτῶν τοὺς ὅρους· εὑρέθημεν εἰς ὅλα σύμφωνοι. Ὁ κύριος Κεχαγιᾶς ὅμως ἐπροτίμα νὰ ἐκδώσωμεν διὰ λογαριασμόν μας τὸ δάνειον· ἐν ἐναντίᾳ περιστάσει ἐζήτει ὥστε αἱ ἀνωτέρω τοῦ ὡρισμένου ἐλαχίστου ὅρου προσφερθεῖσαι τιμαὶ νὰ διανέμωνται μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἐκδοτῶν· ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον σᾶς παρουσιάσαμεν ἐνταῦθα, ἦτο τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων καὶ τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων, καὶ τὸν Νόμον ἐκεῖνον ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσωμεν, ὅτε παρουσιάσθη ὁ κ. Ῥικάκης καὶ μᾶς ἐπρότεινεν ὅρους βελτίονας· τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους μᾶς παρουσίασεν ὁ κ. Ῥικάκης, ἔδειξα εἰς τὸν κ. Συγγρὸν καὶ τῷ εἶπον· ἰδοὺ ποῖαι βελτιώσεις μᾶς προτείνονται· τὰς δέχεσαι; ὁ κ. Συγγρὸς ἠρνήθη, καὶ μᾶς ἐσυμβούλευσε νὰ τοὺς δεχθῶμεν· ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἔπαυσε νὰ ἐνεργῇ ἡ ἑταιρία τοῦ κ. Συγγροῦ, καὶ ἤρχισε ἐκείνη τοῦ κ. Ῥικάκη. Δὲν ἐνήργουν λοιπὸν συγχρόνως δύω ἑταιρίαι· μετὰ διαπραγματεύσεις πολλὰς ὁ κ. Συγγρὸς ἐπρότεινε καλλιτέρους ὅρους, καὶ συγχρόνως ὁ κ. Ὑψηλάντης μᾶς ἐσύσταινε τὴν προτίμησιν τῶν ὅρων αὐτῶν. Αὐτὸς, κύριοι, εἶναι ὁ λόγος, χάριν τοῦ ὁποίου ὑπεγράψαμεν τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρίας τοῦ κυρίου Συγγροῦ, καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ᾐσθάνθην λύπην, διότι ὁ ἀγαθὸς φίλος μου κ. Νάζος ἀπέτυχεν, ἐνῷ ὑπεβλήθη εἰς ζημίαν 70,000 δρ. ἵνα ὑπηρετήσῃ τὸν τόπον, καὶ ἴσως ἡ ζημία αὕτη θὰ ἔχῃ σπουδαίας ἄλλας ὀλεθρίας συνεπείας. Ἐπεθύμουν τῳόντι ν’ ἀποζημιωθῇ ὁ κ. Νάζος, διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Συγγρὸν μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς κκ. Μαλικόπουλον καὶ Νάζον ὁ κ. Συγγρὸς παρεδέχθη νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ζημίαν, πλὴν ἐναντίον τῶν ἐλπίδων μου καὶ τῆς ἐπιθυμίας μου, ὁ κ. Νάζος ἠρνήθη τὴν ἀποζημίωσιν· δὲν δέχομαι τίποτε, μοὶ εἶπεν, ὑπηρέτησα τὴν πατρίδα μου· ἀπέτυχον; θέλω νὰ ὑποστῶ μόνος τὰς συνεπείας τῆς ἀποτυχίας αὐτῆς. Καὶ ἐναντίον τοιούτων προσώπων θέλουν νὰ ἐπιῤῥίψωσιν ὑπονοίας! Ὁ κ. Νάζος δὲν ἐδέχθη νὰ λάβῃ οὔτε ὅσα ἐξώδευσεν. Ὅταν ὑπεβλήθη ὁ νόμος περὶ δανείου, μᾶς ἀπησχόλει τὸ ἀντικείμενον μόνον τῆς ἐπιτυχίας· ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶχεν ὑψώσει τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ὑπερβάλλον καὶ μέγιστον τὸ ἔλλειμμα ἦτο τοῦ προϋπολογισμοῦ· πόρος, πηγὴ οὐδεμία ὑφίστατο· ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν τὸ δημόσιον καὶ ἡ κοινωνία ἔτρεχε κίνδυνον οἰκονομικόν· τὸν κίνδυνον λοιπὸν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἠθέλομεν αὐτὸν νὰ προλάβωμεν, ὥστε εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ νόμου καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς ὅρους αὐτοῦ προσείχομεν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ὅταν ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις προσεπάθει πάντοτε νὰ ἀφήσῃ τὴν κυβέρνησιν νὰ ἀποθάνῃ ἐξ ἀσιτίας, ἐπρότεινεν ὅρους, κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτὴν νὰ ποιήσῃ χρῆσιν οὔτε λεπτοῦ, ἡμεῖς ἐδεχόμεθα μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως τὰς προτάσεις· πρὸς τὸν κ. Δούμαν, εἰπόντα μοι τότε, δὲν ἀκούεις τι ζητεῖται; τῷ εἶπον, μὴ σὲ μέλει· τὸ νομοσχέδιον μόνον νὰ γείνῃ δεκτὸν, καὶ τὰ περαιτέρω εἶναι δευτερευούσης φροντίδος· καὶ ἐχάρην, κύριοι, διότι ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος ἦτο τότε δυνατὸς, διότι ἐδύνατο νὰ ματαιώσῃ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀπαρτίας, εὐχαριστεῖτο μὲ αὐτὰς τὰς τροπολογίας· ὁ κ. Ζαΐμης ἦτο καὶ τότε ἐναντίος, καὶ μᾶς ἠπείλει μὲ τὴν ἀποχώρησιν. Ἐπεψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον τέλος, καὶ ἀπεφύγαμεν οὕτω τὸν κίνδυνον· ὁ τόπος εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων, ἠδιαφόρουν ἐγὼ διὰ τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Τρικούπη· ἐνόμιζον, ὅτι τοιουτοτρόπως ἤθελε μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀποθάνωμεν ἐξ ἀσιτίας, ἢ ὅτι ἤθελε μᾶς ἀναγκάσει νὰ καλέσωμεν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον τὴν Βουλὴν· ἐν τούτοις ἡ κυρία καὶ οὐσιώδης ἀνάγκη ἐθεραπεύθη, καὶ ἡμεῖς ὡς ὑπουργοὶ δὲν δυνάμεθα νὰ κατηγορηθῶμεν, ὅτι δὲν ἐλάβομεν ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε ὁ τόπος νὰ μὴ καταντήσῃ ποτὲ εἰς στενοχωρίας ἀνυπερβλήτους· χρήματα ἔχομεν ἤδη, περὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ κατόπιν ἄλλως ν’ ἀποφασίσῃ, καὶ ἡ Βουλὴ ὑφίστατο. Ἀλλ’ ἀπέτυχε τὸ δάνειον, ὡς λέγουσιν; ἀπέτυχε κατὰ ποιόν; ἀκόμη δὲν ἐνόησα πῶς ἀποτυγχάνει ἓν δάνειον κατὰ ποιὸν, ὅταν πωλῆται ἄνω τῆς ὁρισθείσης ἀξίας, ὡς τὸ δάνειον αὐτό. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξήγησε χθὲς, καὶ νομίζω, ὅτι ἔπεισε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔμεινεν αὐστηρῶς καὶ ἀκριβῶς ἐντὸς τοῦ νόμου. Ἀλλὰ συγχωρήσατε καὶ ἐμὲ νὰ ἐξετάσω ὑπὸ ἔποψιν ἄλλην τὸ ζήτημα, διὰ νὰ ἴδητε ἂν τῷ ὄντι ἤμεθα ἔνοχοι. Ὁ νόμος αὐτὸς κανονίζει συμφέροντα, προβλέπει ζημίας, δὲν εἶναι νόμος δικαιωμάτων· ἑπομένως, ἂν εἰς τὸ σύνολόν του ἐφαρμοσθῇ πλατύτερον, καὶ ἂν διαφορετικὴν ἐδώκαμεν τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν δίδουν ἄλλοι, ἐξήγησιν, καὶ ἐφηρμόσαμεν αὐτὸν οὕτω πρὸς τὸ συμφέρον καὶ πρὸς ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου, καὶ προσεθέσαμεν εἰς τὰς ὠφελείας, παραβίασις δὲν ὑφίσταται, διότι παραβίασις ὑφίσταται ὅταν ζημιωθῇ ἡ κοινωνία διὰ τὴν μὴ αὐστηρὰν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ὅστις πρὸς πρόληψιν ζημίας ἐτέθη. Ἄλλως, ἐὰν θέλετε νὰ μᾶς καταδικάσητε, μὴ ὠφεληθῆτε καὶ ἀπὸ τὸ ἐπελθὸν κέρδος, ἐπιστρέψατε τὰ κέρδη. Εἶναι λοιπὸν ὁ Νόμος οὗτος ἐκ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἀφορῶσιν εἰς τὴν ὠφέλειαν τῆς κοινωνίας· ἐὰν κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του τὸ κέρδος ἦναι περισσότερον ἀφ’ ὅσον ὁ νόμος ἠθέλησεν, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἐκτελέσας τοιουτοτρόπως τὸν νόμον δὲν εἶναι μεμπτέος. Λοιπὸν καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἥν, ὡς ἀμφιβάλλουν τινὲς, δὲν ἐφηρμόσθη ἀκριβέστατα ὁ νόμος, καὶ δὲν ἐπείσθησαν, ἐξ ὅσων ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθεσε, νομίζω, δι’ ὅσα εἶπον, δὲν δύνασθε νὰ μᾶς μεμφθῆτε. Εἴχομεν τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν νόμον νὰ πωλήσωμεν τὸ ἥμισυ τῶν μετοχῶν πρὸς 365 δραχ. τὴν μετοχὴν, καὶ νὰ πληρώσωμεν 900,000 φράγκων εἰς προμήθειαν, καὶ ἔχομεν τοιαύτην πρότασιν. Συγχρόνως μᾶς παρουσιάζετο ἑτέρα πρότασις, καθ’ ἥν μᾶς ἐζητοῦντο 40,000 μετοχῶν πρὸς 367,50 φρ. ἑκάστη, καὶ 20,000 μετοχαὶ πρὸς 370 φρ. καὶ προμήθειαν 1 καὶ ½% ἐπὶ τῶν μετοχῶν, τὰς ὁποίας ἤθελον ἀγοράσει. Τὰ δύο αὐτὰ συστήματα, αἱ δύο αὗται προτάσεις παρουσιάζουν διαφορὰν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου 650,000 δραχ. καθαράν. Σᾶς ἐρωτῶ, ποῖον ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν; ἐσφάλαμεν, ὅτι ἐφαρμόσαντες τὸν νόμον, ὅπως καλῶς καὶ ἀκριβῶς τὸν ἐφηρμόσαμεν, ἐκερδίσαμεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου 650,000 δρ.; Ὁ νόμος, ἐφαρμοζόμενος οὕτω, δὲν δίδει χώραν εἰς μομφὴν, ἀφοῦ ἄλλως ἐφαρμοζόμενος ἐζημίου τοσοῦτον τὸ δημόσιον. Λοιπὸν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐν συνόλῳ, ὅπως ἡμεῖς τὸν ἐφηρμόσαμεν, παραβαλλομένη πρὸς τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ἔθεσεν ὁ νόμος, ἔφερεν ὠφέλειαν πρὸς τὸ δημόσιον 650,000 δραχ. Μήπως παρηνομήσαμεν κατὰ τὸ ἕτερον μέρος, ὅπως ἐπίσης μᾶς κατηγοροῦν; Τῷ ὄντι κακῶς ἐπράξαμεν νὰ παραχωρήσωμεν ἕν μέρος ἐκ τῶν κερδῶν τῶν πλέον τοῦ τεθέντος ὅρου εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν ἐκδώσασαν τὰς μετοχάς; λέγω ὄχι, καὶ ἀπορῶ διὰ τί θέλουν νὰ παραμορφώσουν τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτήν. Εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκδώσωμεν εἰς ἐγγραφὴν 60,000 μετοχῶν πρὸς 74%, ὄχι ἔλαττον, ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ὁρίζει τὸ πλέον τῶν 74%, εἰς ὃ ὠφείλαμεν νὰ μείνωμεν. Λοιπὸν ἀντὶ τῶν 74% ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν 75, 76, κλπ., ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἐδέχθημεν ἄλλο, τὸ αὐτὸ κατ’ οὐσίαν, διότι μᾶς ἐβεβαίουν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νόμου δὲν ἦτον εὐτυχὲς, δὲν ἠδύνατο νὰ στεφθῇ μετ’ ἐπιτυχίας, δηλ. δὲν τὸ ἐδέχοντο οἱ ἐκδόται· ἐδέχθημεν οὕτω ἕτερον, προσδιορίσαντες τιμὴν, καὶ ἀντὶ νὰ εἴπωμεν, ἡμεῖς θὰ λάβωμεν 75% π. χ., εἴπομεν, τὰς πλέον τῶν 75 ὠφελείας θὰ διανείμωμεν· σεῖς οἱ ἐκδόται θὰ λάβητε τὸ ¼ τοῦ περιπλέον κέρδους, τὸ ἐπίλοιπον θέλει μείνει ὑπὲρ τοῦ δημοσίου· ἡ διαφορὰ αὕτη, καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, ἔφερον, καθὼς σᾶς εἶπον, εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὠφέλειαν ἄλλην πολλῶν χιλιάδων. Δὲν καταλαμβάνω τὸ πονηρὸν πνεῦμα, καθ’ ὃ δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Νόμου, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ βελτιωμένη· ἀλλὰ ποῖος ὁ βαθμὸς τῆς βελτιώσεως; καὶ ζητεῖται λόγος, διότι δὲν ἐφηρμόσθη τόσον καλῶς, ὅσον ἤθελεν προσδιορίσει τὶς; Δὲν μᾶς κατηγοροῦν, διότι παρεβιάσαμεν τὸν νόμον, διότι ἐζημιώσαμεν τὴν πολιτείαν διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς. Ἡ πολιτεία ὠφελήθη ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς, τὴν ὁποίαν ἐνεργήσαμεν. Ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ νόμου εἶπε, θέλω νὰ δανεισθῶ ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον, αὐτὸς ἱκανοποιεῖ τὰς ἀνάγκας μου. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Νόμου. Ἡμεῖς τὴν παρεβιάσαμεν, διότι ἐπετύχομεν μεγαλειτέρας ὠφελείας, καὶ ὠφελήσαμεν πλέον τῶν 800 χιλιάδων δραχμῶν τὸ Δημόσιον; Κύριοι, καὶ πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου αὐτοῦ ἐνεργήσαμεν ὅπως ἐνεργήσαμεν, ἐὰν ἐνθυμῆται καλῶς ὁ κύριος Τρικούπης, καὶ κατὰ τὰ 1867. Ἔχοντες ἀνάγκην δανείου τότε, παρεκαλέσαμεν τὸν κύριον Ῥενιέρην, βεβαίως ἀνωτάτης βαρύτητος ἄνδρα, καὶ φέροντα ὅλα τὰ ἐχέγγυα πρὸς ἐπιτυχίαν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ διαπραγματευθῇ δάνειον. Ὁ κύριος Ῥενιέρης ἀπέτυχε, καὶ διετελοῦμεν ἔκτοτε ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀποτυχίας αὐτῆς· κατ’ οὐδὲν εἶχε βελτιωθῆ ἔκτοτε ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν θέσις. Εἴχομεν λοιπὸν ἀνάγκην χρημάτων, διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν κοινωνίαν τῆς ζημίας τῆς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι εἰς δυσκόλους περιστάσεις, διὰ νὰ ζήσωμεν τέλος πάντων, διότι εἴχομεν προϋπολογισμὸν ἐλλειπῆ καὶ ἔλλειμμα σπουδαῖον· χρήματα οὐδεὶς μᾶς ἔδιδεν ἐδῶ, οὐδεὶς παρουσιάζετο, οὐδεὶς ἐπεφορτίζετο νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον ἐν Εὐρώπῃ, οὐδεὶς ἐσκέπτετο. Μετὰ κόπον καὶ μετὰ 6 μηνῶν ἀτρύτους ἀγῶνας, τέλος πάντων κατωρθώσαμεν ὅ,τι κατωρθώσαμεν· ἠνοίξαμεν τὸ χρηματιστήριον ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐφέραμεν ξένα κεφάλαια, καὶ ὅμως μᾶς λέγουν, τὸ ἔργον σας εἶνε ἀτελὲς, εἶσθε ἄξιοι μομφῆς διατί; διότι δὲν ἐπράξατε καλλίτερον· ὠφείλατε, ἀντὶ νὰ ὠφελήσητε τὸ δημόσιον ἓν ἑκατομμύριον, ἔπρεπεν νὰ τὸ ὠφελήσητε πλείονα, ἀφοῦ ὅλοι ἀπέτυχον, ἀφοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην οὔτε μᾶς ἐγνώριζον, οὔτε μᾶς ἀπεδέχοντο, ἀφοῦ τὰ χρηματιστήρια ἦσαν κλειστὰ, ἀφοῦ οὐδεὶς προσεφέρετο· τίνι τρόπῳ νὰ πράξωμεν τὸ θαῦμα αὐτό; Κύριοι, ἐγὼ ἤμην ὑπὲρ τῆς ἐκδόσεως ἐπ’ ὀνόματί μας τοῦ ὅλου δανείου, ἀλλὰ δὲν ἐνεκρίθη τὸ σύστημα αὐτὸ, δὲν ἐγένετο παραδεκτὸν διὰ λόγους σπουδαιοτάτους, διότι πρώτην φορὰν παρουσιαζόμεθα εἰς τὴν Εὐρώπην, ἄγνωστοι οἰκονομικῶς, αἱ ἀξίαι ἡμῶν οὐδεμίαν εἶχον κυκλοφορίαν ἐκεῖ, ἤμεθα διαγεγραμμένοι, οὐδεὶς μᾶς ὑπεστήριζε, καὶ εἰς τὸν τόπον ἐδῶ οὐδεὶς μᾶς ἐδάνειζεν. Ἦτο κίνδυνος ἐν ἀποτυχίᾳ, ὄχι κίνδυνος ἀπωλείας τιμῆς, ἦτο κίνδυνος μείζων· ἐὰν εἰς τὴν ἔκδοσιν ἀπετυγχάνομεν, τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς ἤθελεν εἶσθαι ὀλιγώτερον κακὸν, ἠθέλομεν μείνει ἄνευ λεπτοῦ, ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἄνευ πόρων, ἄνευ μέσων καὶ ὑπὸ τὸ βάρος πλείστων ἀναγκῶν καὶ τοῦ φόβου μελλουσῶν περιπλοκῶν· καὶ ὅταν τὸ δάνειον ἐπετεύχθη, ἐπίστευον, ὅτι ἤθελον μᾶς συγχαρῆ, ἀποβλέποντες εἰς τὸ ἀποτέλεσμα· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ζητοῦσι νὰ μᾶς μεμφθῶσι, διότι δὲν κατωρθώσαμεν νὰ κερδήσωμεν πλείονα, καὶ πόσα πλείονα; Κατ’ αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμὸν, καὶ ὁ Κ. Τρικούπης δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένος· ἡ τράπεζα μᾶς ἐδάνεισε π. χ. 30,000,000 εἰς γραμμάτια, χρεωστοῦμεν νὰ τῆς τὰ ἀποδώσωμεν πρὸς ἐξόφλησιν καὶ πρὸς ἐξαγορὰν τῶν γραμματίων τοῦ χρέους ἡμῶν· ἀλλ’ ἡ Τράπεζα ἔθεσεν εἰς κυκλοφορίαν 63,000,000 γραμμάτια, κατὰ τὸν νόμον δὲ δικαιοῦται ἐν ὁμαλῇ καταστάσει νὰ κυκλοφορῇ τεσσαράκοντα ἑκατομ. Ἐπληρώσαμεν 30,000,000, ἵνα ἐξαγοράσωμεν τὰ πλεονάζοντα ἐν κυκλοφορίᾳ Τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλὰ ταῦτα ἀναβαίνουσιν εἰς 23 ἑκατομ. μόνον, πλέον τῶν ὅσων δύναται νὰ κυκλοφορῇ, τῶν 40,000,000· ἀποσύρει τὰ 23 ἐπὶ πλέον, ἀλλ’ ἐπληρώθη διὰ 30,000,000· ἐπληρώθη λοιπὸν πλείονα τοῦ δέοντος καὶ πλείονα τῶν ὅσων ἐκυκλοφόρησε περισσοτέρων γραμματίων; ἐκέρδισε διὰ τοῦτο πολλὰ ἑκατομ. καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη μας, ἵνα μὴ κερδίσῃ ἡ Τράπεζα; Τοιοῦτοι εἰσὶν οἱ προταθέντες καθ’ ἡμῶν ὑπολογισμοί. Λοιπὸν εἶσθε ὑπεύθυνοι, διότι ὁ συνδυασμὸς, τὸν ὁποῖον ἐδέχθητε, καὶ ἄλλος δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ, ἔδωκε κέρδος εἰς τὴν Τράπεζαν; καὶ ἀπορῶ διὰ τὸν κύριον Τρικούπην, ἄνθρωπον σπουδαῖον, ἐννοοῦντα καλλίτερον ἡμῶν καὶ γνωρίζοντα ταῦτα καὶ τὰς ἀνάγκας μας καὶ τὰ μέσα μας, ὅστις συμμορφοῦται μὲ ἰδέας τῶν νέων ἐκείνων, οἵτινες ἄπειροι καὶ μὴ γνωρίζοντες τὴν ἱστορίαν, τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν θέσιν τοῦ τόπου, νομίζουσιν, ὅτι πράττουσί τι συντάσσοντες ἄτακτα καὶ κακόζηλα γυμνάσματα, πῶς κατέφυγεν εἰς ἐπιχείρημα ἐντελῶς κοινὸν, καὶ ἀντὶ νὰ ἐξετάσῃ κατ’ οὐσίαν τὴν ὑπόθεσιν, ἀντὶ νὰ σταθμίσῃ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς δυσκολίας καὶ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ ἔργου, ἠρίθμησεν ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ ἀποπλανήσῃ τὴν κοινὴν γνώμην· ἐρωτῶ, ἐὰν ἐκέρδισαν οἱ ἀναλαβόντες τὸ δάνειον ἑκατομμύρια, ὅπως λέγουν, κατά τί τοῦτο ἐπιβαρύνει ἡμᾶς; Ἐνθυμήθητε τὰ συμβεβηκότα εἰς τὸ δάνειον τῶν 25 ἑκατ. Ἡ Κυβέρνησις, βιαζομένη νὰ θεραπεύσῃ σπουδαίας ἀνάγκας, προσέθηκε τόκον 1% καὶ προμήθειαν, νομίζω, 4%, καὶ ἀπὸ τὴν ἀγορὰν ταύτην ὁ ἀγοραστὴς ὠφελήθη ἑκατομμύρια· συνέλαβε τότε τις τὴν ἰδέαν νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ κέρδος τοῦ ἀγοραστοῦ; Καὶ, κύριοι, μᾶς κατηγοροῦν, ἐνῷ κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν χρήματα ἐν ἀνάγκῃ, καὶ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος νὰ ἐκπέσῃ, ἐνῷ πέραν τῶν ὅρων τοῦ νόμου καὶ παρὰ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐπιβαλλομένας ὑπ’ αὐτοῦ ἐδώκαμεν ἑκατομμυρίων ὠφέλειαν, ἀλλὰ διότι δὲν κατωρθώσαμεν νὰ κερδίσουν ὀλιγώτερα οἱ ἐπιχειρήσαντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Κύριοι, ἐζητοῦμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὄχι δι’ ἑαυτὴν, ἀλλὰ διὰ τὰς κακὰς συνεπείας της ἐπὶ τῶν συναλλαγῶν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὑπάρχει καὶ τὰ γραμμάτια ὑπερτιμῶνται, διότι τὸ μέταλλον πλεονάζει, διότι τὰ γραμμάτια μετ’ ὀλίγον ἀποσύρονται, καὶ αἱ κακαὶ συνέπειαι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐλαττοῦνται, δὲν εἶναι ὑπερβολικαὶ, ὅταν τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτια δὲν ὑπερβαίνουν τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου. Καὶ βλέπετε, κύριοι, ὅτι διὰ τῆς ἐξοφλήσεως, ἀποσυρθέντων 20 ἑκατ. τραπεζικῶν γραμματίων, ὑπετιμήθη ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος, ἔφθασεν εἰς τὸ ἄρτιον, ἢ εἰς μικρὰν διαφοράν· καὶ ἐννοῶ, ὅτι πρὸς τοῦτο συντελεῖ καὶ ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἀφθονία τοῦ νομίσματος προέρχεται ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν προϊόντων ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ μὅλα ταῦτα αὐτὸ μόνον δὲν ἤρκει, ἐὰν τὰ γραμμάτια δὲν περιωρίζοντο· καὶ διὰ τὸ μεταλλικὸν ἐφροντίσαμεν, ἐν ἀνάγκῃ, διατηρήσαντες καὶ τὰ ἑκατομμύρια τὰ ἐν τῇ Τραπέζῃ ἀποτεταμιευμένα, καὶ ἀκόμη νὰ ἔχωμεν τὸ μεταλλικὸν τοῦ μὴ πραγματοποιηθέντος δανείου, ἵνα θεραπεύσωμεν πᾶσαν ἀνάγκην, ἐὰν παρουσιασθῇ. Ἠδυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον, καὶ νὰ πληρώσωμεν τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον προχθὲς, διὰ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου, καὶ διὰ τῶν 6,000,000, τὰ ὁποῖα κατεθέσαμεν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀποτελεῖται τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν νομίζω ὀρθὸν τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο, ἐγὼ τουλάχιστον, δὲν ἔσπευδον· νομίζω, ὅτι τὰ χρήματα εἶναι καλὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς παραγωγικοὺς καὶ ὠφελίμους ἄλλους σκοποὺς, διότι ἐπὶ τέλους ἔχομεν ἀνάγκην νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἐπεσπεύσαμεν λοιπὸν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον, διότι δὲν ἠθέλαμεν νὰ βαρυνθῇ τὸ ταμεῖον μὲ νέους τόκους, πρὸς θεραπείαν ἀνάγκης οὐχὶ τοσούτῳ ἐπιβλαβοῦς· περιεμένομεν τὴν ἔλευσιν ὑμῶν, ἵνα ἀποφασίσητε πρὸς τί θὰ χρησιμεύσῃ, πρὸς σκοπὸν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ πρὸς ἄλλον. Ἐὰν δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ μὴ πραγματοποιηθὲν δάνειον διὰ τὴν συγκοινωνίαν ἢ ἄλλα ἔργα ἐπωφελῆ, θέλομεν ἐλαττώσει πρῶτον κατὰ μέγα ποσὸν τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ὁ τόκος θέλει οὕτω πληρωθῆ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ θέλομεν ἐμμέσως αὐξήσει τοὺς πόρους τοῦ τόπου διὰ τῆς ἐπιτευχθείσης βελτιώσεως. Κύριοι, οἱ πίνακες τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχον δι’ ἐμὲ ἀξίαν μεγίστην· πρῶτον ἐφίμωσαν τὰ στόματα τῶν κακολόγων καὶ συκοφαντῶν, καὶ εἶναι σπουδαῖον νὰ πεισθοῦν οἱ πολῖται, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ ἦναι ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν καὶ νὰ κυβερνῶσι, δὲν εἶναι προδόται τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, οὔτε οἱ σπαταλῶντες τὴν περιουσίαν αὐτοῦ· καὶ ἀγνοῶ διατὶ ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος συνετέλεσε νὰ ἐκριζώσῃ τὰς ψευδεῖς αὐτὰς φήμας, δὲν ἀπένειμε τοὺς ἀνήκοντας ἐπαίνους. Εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κύριος ὑπουργὸς, διότι πρόῤῥιζα ἀνέτρεψε πλάνην, τὴν ὁποίαν ἐντέχνως διέδοσαν, καὶ ἥτις σπουδαίως ἤθελε βλάψει τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος πιστευθεῖσα, ὅτι ἀληθῶς σφετερίζονται τὰ Δημόσια χρήματα. Ἔχουσιν ὅμως καὶ ἑτέραν ἀξίαν πολὺ σπουδαίαν οἱ πίνακες τῶν ἐλλειμμάτων, διότι μᾶς ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐλλείμματα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας περιήλθομεν, εἶναι δὲ παρηγορητικὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤδη ἀνακαλύπτομεν· καὶ εἰς ἄλλα ἔθνη τὰ αὐτὰ συμβαίνουσι. Προχθὲς ἐξήταζον τί γίνεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν· ἀπήντησα, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν συνετωτάτην Ἀγγλίαν ἐντὸς διαστήματος 29 ἐτῶν ὑπῆρχον ἐλλείμματα κατὰ τὰ ἑπτὰ ἔτη, ἕνεκα ἐκτάκτων περιστάσεων. Εἰς δὲ τὴν Γαλλίαν δύο χρόνους μόνον ὑπῆρχεν ἰσοζύγιον ἐπὶ εἴκοσιν ἐννέα ἔτη, προῆλθε δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐκ τῆς εὐκολίας, ἣν ἔχουν διὰ πιστώσεις. Ἀπὸ τὰ 1872 μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τρία συμβεβηκότα σπουδαῖα ἔλαβον χώραν ἐν Ἑλλάδι, ἡ μεταβολὴ τῆς δυναστείας, τὰ Κρητικὰ καὶ τὰ ἐνεστῶτα, τὰ ὁποῖα κατέστρεψαν καὶ προϋπολογισμὸν καὶ ἰσοῤῥοπίαν. Δέκα ἑπτὰ ἔτη διήλθομεν ἐν ὀδύναις, ταλαιπωρίαις καὶ περιπλοκαῖς, καὶ νομίζετε, ὅτι εἰς συμβεβηκότα τοιαῦτα δὲν ἕπονται οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι, ἐπὶ μακρὸν δὲν συνοδεύει ταύτας ἡ ἀταξία ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν; Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἀπελπίζει, διότι εἶναι διαβατικὴ ἡ κατάστασις αὕτη· εἶμαι μάλιστα, ὡς εἶπεν εἷς φίλος μου, ἐνθουσιασμένος ὑπὲρ αὐτῆς, διότι εἶναι προϊὸν ἱερῶν ὑποθέσεων αἱ ὁποῖαι, ἂν δὲν ἔδωκαν καρποὺς ἔτι πλήρεις ἔσωσαν, ὅμως τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἠσφάλισαν τὰς ἐλευθερίας της· μὴ ἀποδίδετε λοιπὸν εἰς κανένα τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἀλλὰ συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὴν κατάστασιν αὐτὴν πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν ὄχι προσωρινῶς, ἀλλὰ ῥιζικῶς, καὶ πρὸς τοῦτο θέλετε ἰδεῖ ἀπὸ τὸν ὑποβληθησόμενον προϋπολογισμὸν, ὅτι ἐνησχολήθημεν, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν ἀμέσως εἰς ἀποτελέσματα πλήρη· ἐκεῖ ὅμως τείνομεν, διὰ τῆς προσθήκης δὲ φόρων καὶ οἰκονομιῶν προσπαθοῦμεν νὰ ἐπανέλθῃ ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς εἰς ἰσοῤῥοπίαν, ἀλλ’ οὐχὶ ἀμέσως. Ἠπόρησα προσέτι διατί ὁ κ. Τρικούπης μᾶς ἐμέμφθη, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι, διὰ νὰ δεσμεύσωμεν τὴν ἐλευθέραν κρίσιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐνηργήσαμεν ἐκ τῶν προτέρων προβιβασμοὺς, ἀλλ’ ὁ κ. Χ. Τρικούπης ἦτο σύμφωνος μὲ ἡμᾶς τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν ὁμιλίαν του, κατακεχωρισμένην εἰς τὸν ἀριθμὸν 30, 6 10βρίου 1878 τῆς «Ὥρας»· ἐκεῖ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ Κύριος Τρικούπης λέγει, εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν Συμπολίτευσιν ν’ ἀναβιβασθῇ ὁ στρατὸς τῆς εἰρήνης εἰς 18 ἢ 19 χιλιάδας, θέλομεν τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν οὐχὶ ὡς προσωρινὸν, ἀλλ’ ὡς μόνιμον δύναμιν τῆς Ἑλλάδος, θέλομεν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κρηπὶς τῆς περαιτέρω ἀναπτύξεως τοῦ στρατοῦ· δέχομαι ἑπομένως τοὺς προβιβασμοὺς ὡς συνέπειαν ἀναπόφευκτον, δὲν θέλω ὅμως, λέγει ὁ κ. Τρικούπης, προσωρινὸν μέτρον, ἵνα μὴ λάβωσι χώραν προβιβασμοὶ πλέον τοῦ δέοντος, καὶ τοὺς ὁποίους κατόπιν δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ διορθώσωμεν. Οἱ προβιβασμοὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διοργανισμοῦ τοῦ ἐπὶ ταῖς βάσεσιν αὐταῖς συνταχθέντος· εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Τρικούπην ἀπὸ πέρυσι, καὶ ὅμως μᾶς κατηγορεῖ σήμερον. Κύριοι, μετὰ τὰ τελευταῖα συμβεβηκότα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τὴν κατάκτησιν, ἡ ὁποία ἔθετεν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ τοὺς ὑπ’ αὐτὴν λαοὺς καὶ ἠδιαφόρει διὰ τὴν ἀτομικότητα αὐτῶν, καὶ καθ’ ἣν οἱ λαοὶ ἕνα σκοπὸν μόνον εἶχον καὶ μίαν ἀπαίτησιν ἐπανελάμβανον ἐκ συμφώνου, τὴν ἀπαίτησιν καλλιτέρας κυβερνήσεως καὶ διοικήσεως, διεδέχθη ἡ ἀναγνώρισις τῶν φυλετικῶν ἀτομικοτήτων καὶ φυλετικῶν αὐτονομιῶν· νέα λοιπὸν παρουσιάζεται κατάστασις πραγμάτων, νέαι ἀνάγκαι, καὶ νέα ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἀποκατέστη· ἐν δὲ εἰρήνῃ καὶ ἐν ἐλευθερίᾳ, πιστεύσατε, αἱ περιπέτειαι καὶ οἱ κίνδυνοι ὑπάρχουσι, καὶ χείρονες ἴσως· μὴ ἀμφιβάλλετε δὲ, ὅτι οἱ λαοὶ αὐτοὶ, νέοι καὶ σφριγῶντες, ἔχουσι βιαιότερον τὸν ὀργασμὸν οὐ μόνον τῆς ὑπάρξεώς των, ἀλλὰ τῆς ἐνισχύσεως καὶ τοῦ μεγαλείου, καὶ θέλει ἀναπτυχθῆ φυσικῶς ἡ νέα αὐτὴ κατάστασις, καὶ ἀντικαταστήσει τὴν ἀδιαφορίαν τῆς κατακτήσεως ἡ ἐπίμονος καὶ ἐμπαθὴς προσπάθεια τῆς ἀποῤῥοφήσεως. Εἶναι ἀδυναμία τῶν νέων λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναφαίνονται εἰς τὸν ὁρίζοντα, νὰ μὴ εὐχαριστῶνται μὲ τὸ ὑπάρχον ἀγαθὸν, ζητοῦσι τὸ κρεῖττον· εἴθε νὰ ἐννοήσουν ὅλοι, ὅτι, μένοντες ὅπου ἐτάχθησαν καὶ ἐντὸς τῶν ἀνηκόντων αὐτοῖς, θέλουσιν ἑτοιμάσει παρὸν καὶ μέλλον ἀγαθὸν, διότι τότε, ἐν εἰρήνῃ καὶ ἁρμονίᾳ συμβιοῦντες, θέλουν αὐξήσει καὶ ἑτοιμάσει τὸ μέλλον τῆς Ἀνατολῆς μέγα, εὐτυχὲς καὶ λαμπρόν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀμφιβάλλω, φοβοῦμαι δὲ, ὅτι ἡ ἐν τῇ εἰρήνῃ καὶ τῇ ἐλευθερίᾳ πάλη, ἐξ ἀντιζηλίας καὶ ἀνταγωνισμοῦ, θέλει ὑπάρξει μᾶλλον τραχεῖα· ἀνάγκη λοιπὸν πρώτη ἡ φυλὴ ἡμῶν νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως καὶ ὑπάρξεώς της ὡς φυλῆς Διὰ τοῦτο, τὰς ἐνεργείας πρέπει νὰ ἐκτείνωμεν μέχρι τοῦ τελευταίου ἕλληνος, καὶ ἕκαστος ἕλλην νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐργάζηται, ἀποβλέπων, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκηται, διὰ τὸ ὅλον τοῦ ἑλληνισμοῦ. Κύριοι, ἐντεῦθεν δὲν ἀναγγέλλω, οὔτε συμβουλεύω ἐπαναστάσεις, συμμαχίας ἢ πόλεμον· νομίζω μάλιστα ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀποφαινώμεθα περὶ συμμαχιῶν καὶ νὰ συζητῶμεν ποίας νὰ προτιμῶμεν, ἐνῷ οὐδὲν σπουδαῖον προσφέρομεν ἔτι, εἰς μεγάλην μάλιστα συμμαχίαν. Ἰδίως ἤδη ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συντηρήσωμεν ἑαυτοὺς, ὡς εἶπον, ὡς φυλὴν ἀκεραίαν, καὶ ἐντεῦθεν νὰ ἑτοιμάσωμεν τὸ πεδίον, αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ Βασιλικὸς λόγος· θέλομεν δὲ ἑτοιμάσει πρὸς τοῦτο τὸ πεδίον, ἀσχολούμενοι ἐνδελεχῶς ὑπὲρ τῆς ἠθικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου καὶ ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως αὐτοῦ, οὐχὶ ἵν’ ἀπειλήσωμεν τὰς μεγάλας Δυνάμεις, ἀλλ’ ἵνα ἐνισχυθῶμεν· συμβουλεύει ὁ μέγας πολιτικὸς τῆς Ἑλλάδος ὁ Θουκυδίδης: τὸ ἀντίπαλον δέος εἶναι τὸ μόνον πιστὸν εἰς συμμαχίαν. Οὕτω θέλομεν μετὰ τῶν γειτόνων ἐν εἰρήνῃ ἀπολαύσει τῶν ἰδίων, ἂν ἐφαρμόσωμεν τὴν συμβουλὴν καὶ ἐνσπείρωμεν ἀντίπαλον δέος πρὸς ἐκείνους, οἵτινες θέλουν νὰ μᾶς ἀποῤῥοφήσουν, παραγνωρίζοντες τὰ δικαιώματά μας· ἰδοὺ διατί παραπονοῦμαι κατὰ τῶν μορφῶν καὶ ὕβρεων, αἱ ὁποῖαι ἐγείρονται ἑκάστοτε· δὲν παραπονοῦμαι διότι ὑβρίζουσιν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἢ διὰ τοῦ τύπου, διότι μᾶς ἐπικρίνουν, μᾶς εἶναι τοῦτο ἐντελῶς ἀδιάφορον, εἶναι δικαίωμά των· ἀλλὰ παραπονοῦμαι καὶ δὲν συγχωρῶ νὰ ἐπικρίνουν τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος· αὐτὸ ὁμολογουμένως βλάπτει θανασίμως, διότι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν, διὰ νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ πρόγραμμά μας, ἔχομεν ἀνάγκην κοινῆς συμπράξεως. Ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συντηρήσωμεν τὴν φυλήν μας ἀκεραίαν καὶ διατρέξωμεν πλῆρες τὸ στάδιον ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, πρέπει νὰ συνεργασθῶμεν ἅπαντες, καὶ οἱ συνεργασθησόμενοι μεθ’ ἡμῶν ἀνάγκη νὰ ἔχωσι πλήρη πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς· Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς σπεύδωμεν κατασυκοφαντούμενοι καὶ παρουσιαζόμενοι ὡς ἐξώλεις καὶ προώλεις, ὡς ἄνθρωποι εἰς τὰ ἴδια καταγινόμενοι καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου φροντίζοντες ἢ διὰ νὰ καταστρέψωμεν τὴν πατρίδα, ἵνα κερδήσωμεν ἐκ τῶν ναυαγίων της, ὅταν παρουσιάζωμεν τὴν Ἑλλάδα ὡς οὐδὲν ἔχουσαν, γυμνὴν καὶ τετραχηλισμένην, τίς θέλει ἐμπιστευθῆ εἰς ἡμᾶς καὶ συμπράξῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μεγάλου ἔργου; Ἔχομεν ἀνάγκην ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης καὶ πεποιθήσεως· ἂς κατηγορῶσι τὴν διοίκησιν, ἂς λέγουν, ὅτι πταίομεν ἡμεῖς, ὅτι σφάλλομεν, ἂς λέγωσιν ὅτι εἴμεθα ἔνοχοι· ἂς μὴ παρουσιάζωσιν ὅμως τὴν πατρίδα γελοίαν καὶ εἰς ἀπελπιστικὴν πάντοτε κατάστασιν, Καὶ εἰξεύρετε ποῦ μὲ ὤθησεν ἡ κατάστασις αὕτη; εἰς τὸ νὰ λυπῶμαι διότι εἰς τὴν Εὐρώπην ἤρχισαν καλλιεργοῦντες ἐπιμελέστερον τὴν γλῶσσαν ἡμῶν· ἐὰν ἀναγινώσκωσι περὶ τῶν Ἑλληνικῶν τὰ παρ’ ἡμῶν γραφόμενα καὶ λεγόμενα, θέλουσι καταληφθῆ ὑπὸ ἀπελπισίας· προετίμων νὰ τηρήσω μόνον τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν οἱ ξένοι παρ’ ἡμῶν, ἐξετάζοντες τὰ πράγματά μας ἄνευ πάθους, ἄνευ συμφέροντος καὶ διαστροφῶν. Ἰδοὺ τί ἀνέγνωσα προχθὲς εἰς ἐφημερίδας· διακεκριμένος Βουλευτὴς πολίτης Ἄγγλος, ὁ κ. Σώλεφεβρ, ὁμιλῶν περὶ Ἑλλάδος, ἰδοὺ τί εἶπεν. «Ὁ κατὰ νοῦν ἀναπολῶν τὸ δυσχερὲς τῆς θέσεως καὶ ὅσα ἔπαθεν ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τὸν ἐφιάλτην τοιούτου βασιλέως, πρέπει ἀληθῶς νὰ θαυμάσῃ ἐπὶ τῇ προόδῳ της. Σήμερον κατέχει θέσιν ὑψηλὴν ἐν τῇ χορείᾳ τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν. Οὐδαμοῦ ὑπάρχει ἀσφαλεστέρα ἡ ἐλευθερία ἡ προσωπικὴ καὶ ἡ τῆς δημοσιογραφίας· οὐδαμοῦ πληρεστέρα ἡ ἀνεξιθρησκεία· οὐδαμοῦ ἐπιτυχεστέρα ἡ συνταγματικὴ κυβέρνησις. Ἀνέβησαν εἰς περιωπὴν μοναδικὴν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν ἐθνῶν· ἐκάθηραν καὶ ἀποκατέστησαν τὴν ὡραιοτάτην αὐτῶν γλῶσσαν.» Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω ἐγὼ τὸ ἀκριβὲς τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῆς, μὲ ἀρκεῖ ὅτι οἱ ξένοι, οἱ περὶ ἡμῶν σκεπτόμενοι καὶ ἐνεργοῦντες, οὕτως ἐκτιμῶσι τὴν Ἑλλάδα· τοιαύτη τῆς Εὐρώπης εἶναι ἡ γνώμη, τοῦτο εἶναι μέγιστον κέρδος δι’ ἡμᾶς. Διατί ἡμεῖς τὴν ἰδέαν αὐτῶν προσπαθοῦμεν νὰ καταστρέψωμεν; Ὁ Καρτέσιος, νομίζω, ἔλεγεν, ὅτι ἕκαστος ἄνθρωπος εἶναι εὐχαριστημένος μὲ τὴν διάνοιάν του· ἡ ἀδυναμία αὐτὴ παρ’ ἡμῖν, νομίζω, εἶναι μεγαλειτέρα· ἕκαστος ἡμῶν ἔχει τὸ σχέδιόν του καὶ πιστεύει μᾶλλον εἰς αὐτό. Ἰδοὺ ἡ πρώτη πηγὴ ἀντιπολιτεύσεως. Εἶναι τοῦτο ἀδυναμία ἐθνική· προσθέσατε ἤδη τὰ παράπονα τῶν ἀποτυχιῶν, τὸν φθόνον, τὰς ἀνάγκας, ἵνα ἐννοήσητε διατί περὶ ἡμᾶς ἐσχηματίσθη σφαῖρα ἀπελπισίας καὶ παραπόνων· εἴμεθα ἐντελῶς ἀπηλπισμένοι περὶ ἡμῶν, οὐδὲν ἀνακαλύπτομεν καλὸν ἐν τῷ τόπῳ γινόμενον ἢ ὑπάρχον, βλέπομεν τὰ πάντα μαῦρα, διότι οἱ μὲν ἐν καλῇ τῇ πίστει νομίζουν, ὅτι ὅ,τι πράττεται ἐκτὸς τοῦ σχεδίου των γίνεται κακῶς, οἱ ἄλλοι, διότι δὲν δύνανται νὰ ἱκανοποιήσουν τὰ συμφέροντα καὶ ἐπιθυμίας των· οὕτω κυλιόμεθα ἐντὸς σφαίρας δηλητηριασμένης, ἐντεῦθεν τὸ ἐκ τῆς ἀπελπισίας μέγα κακὸν τῆς ἀποθαῤῥύνσεως καὶ τῆς ἀτονίας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος· ἐγὼ θὰ διορθώσω τὸ Ῥωμαίϊκο; ἀπαντᾷ ἕκαστος, προκειμένου περὶ ἐκπληρώσεως καθήκοντος, διότι τὸ ῥωμαίικο διατελεῖ ἐν ἀπελπισίᾳ. Ὅταν ἓν Ἔθνος φθάσῃ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, κυριευθῇ ἀπὸ τοιαύτην ἀμφιβολίαν, ἀπὸ τοιαύτην διανοητικὴν σύγχυσιν, καταντᾷ ἐπιῤῥεπὲς εἰς πᾶσαν παρεκτροπήν, δέχεται εὐκόλως πᾶσαν κακὴν ἢ καλὴν ἰδέαν, παρουσιασθεῖσαν ὡς ἄγγελον σωτηρίας. Ἀπόδειξις ἡ πρωτεύουσα, ἡ ὁποία ἐξέλεξατο τὸν Μακράκην, τὸν ὀπαδὸν τοῦ μηδενισμοῦ· τοῦτο δὲν εἶναι ἀπόδειξις τῆς κακῆς διανοητικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου; Κύριοι, ἤθελον λυπηθῆ εἰς ἄκρον, τὸ ὁμολογῶ, καὶ ἂς εἴπῃ ὁ κύριος Λομβάρδος, ὅτι προδίδω τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἤθελον λυπηθῆ εἰς ἄκρον, ἐὰν εἰσηρχόμεθα εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, ὅπως κατ’ ἀρχὰς προσεκλήθημεν. Ὁ κ. Τρικούπης ἐξέθεσε θεωρίας στοιχειώδεις πολλὰς περὶ πολιτικῆς, περὶ σχέσεως τῶν ἐθνῶν, ἀλλ’ ἐλησμόνησε, ὅτι οἱ ὡραῖοι λόγοι καὶ τὰ καλῶς συντεταγμένα ἔγγραφα μόνα δὲν ἀρκοῦσιν. Ἡ θέσις τῶν λαῶν κανονίζεται ἀπὸ τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῶν· ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἡ Εὐρώπη εὑρέθη ἀνίσχυρος ἐσχάτως, χάριν τῶν ἐν τῷ κέντρῳ αὐτῆς περιπλοκῶν, ἡ Ῥωσσία ἔσχισεν αὐτογνωμόνως τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἅπασα ὑπέγραψεν ἐν Παρισίοις· ἡ Ῥωσσία δὲ κατόπιν ἀναγκάζεται νὰ σχίσῃ τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν αὐτὴ συνέταξεν εἰς ἅγιον Στέφανον. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν ἔντιμον φίλον μου κ. Τρικούπην, εἰς τὰ 1867, ὅταν αὐτὸς, διακεκριμένος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διηύθυνε τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, καὶ ὅλοι ὁμοφώνως συνειργαζόμεθα, τί κατωρθώσαμεν; τὸν συνασπισμὸν τῆς Εὐρώπης κατὰ τῆς Κρήτης. Διηύθυνε καὶ ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν· τί κατώρθωσε καὶ τότε; τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ καθεστῶτος βελτιωμένου, τὸ ὁποῖον δὲν πληροῖ τὸν σκοπὸν ἡμῶν, τὸ ὁμολογῶ. Αἱ προσπάθειαι λοιπὸν τοῦ ἐξόχου αὐτοῦ διπλωμάτου τῆς Ἑλλάδος μᾶς ἤγαγον εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀνεχώρησε, κύριοι, ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὸ Βερολῖνον, μὴ ἔχων τὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα χορηγεῖ ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸν πόλεμον, μὴ ἔχων τὰ διπλώματα, τὰ ὁποῖα ἐπισημοποιοῦσι τὰ αἵματα καὶ αἱ θυσίαι, ἀλλὰ κρατῶν μόνον ὑψηλὴν τὴν σημαίαν τοῦ 21. Ἠξεύρετε ποία εἶναι ἡ σημαία τοῦ 21; ὄχι τὸ καθεστὼς βελτιωμένον, ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις, ἡ ἀπαίτησις τῆς ἑνώσεως. Ἐὰν εἰσήρχετο ὁ ἀντιπρόσωπος ἡμῶν εἰς τὸ Συνέδριον, διὰ νὰ ὑπογράψῃ ὡς Κυβέρνησις, διὰ νὰ ὑπογράψῃ ὡς Κράτος, ἤθελεν ὑπογράψει τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ καθεστῶτος βελτιωμένου, καὶ δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ πράξῃ ἢ νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς κατακτήσεως, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς βελτιώσεως· οὕτως ὅμως ἠρνεῖτο τὴν σημαίαν τοῦ 1821, τὴν ὁποίαν εἰς τὰ πεδία τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου ἀνεγνώρισε καὶ παρεδέχθη ἡ Εὐρώπη· ὡς Ἕλληνες, καλούμενοι ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, μίαν γνώμην ἠδυνάμεθα νὰ ἐκφράσωμεν, μίαν σημαίαν νὰ κρατῶμεν, τὴν τοῦ 1821· ἤθελεν εἶσθαι προδοσία νὰ εἰσέλθωμεν ἄλλως· εὐτυχῶς δὲν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποφασίσωμεν καὶ νὰ ψηφοφορήσωμεν ἡμεῖς, ὅτι ἀναγνωρίζομεν τὴν ὑπάρχουσαν θέσιν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, ἀρκεῖ νὰ βελτιωθῇ διὰ διοικητικῶν μεταῤῥυθμίσεων. (Εὖγε.) Ἰδοὺ, κύριοι, πῶς ἐννοῶ ἐγὼ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ δὲν ἐννοῶ βεβαίως οὔτε πόλεμον, οὔτε ἐπαναστάσεις νὰ ἐνεργήσωμεν· ὀφείλομεν νὰ ζῶμεν ὡς καλοὶ γείτονες, νὰ συνεργαζώμεθα φιλικῶς, πρὸς κοινὴν πρόοδον· ἀλλ’ ὅταν προσκαλούμεθα ἡμεῖς νὰ ἀποφασίσωμεν, νὰ γνωμοδοτήσωμεν περὶ τῆς τύχης τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, μίαν ἐπιθυμίαν, μίαν εὐχὴν δυνάμεθα νὰ ἐκφράσωμεν, μίαν ἐνέργειαν δυνάμεθα νὰ συμβουλεύσωμεν, τὴν τοῦ 1821. Ἦτον εὐτυχὴς λοιπὸν ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ὁ ὁποῖος ἀπῆλθε καὶ ἐπανῆλθε μὲ τὴν σημαίαν τοῦ 21 ἀκηλίδωτον (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἐὰν ἀνεχωροῦμεν ἐκ Βερολίνου, συντασσόμενοι πρὸς τὴν ἡττηθεῖσαν γνώμην, ἠθέλομεν ἐπανέλθει μὲ τὰς τρεῖς δυνάμεις συμμάχους, εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος· ἀφήσαμεν τὴν συμμαχίαν αὐτῶν, καὶ ἐζημιώθημεν. Τόσον εὐθηνὰ ἀποκτῶνται αἱ συμμαχίαι; Εἰς συμβούλιον μεγάλων δυνάμεων προτείνεται μία γνώμη, καὶ ἡττᾶται· οἱ συνταχθέντες μετ’ αὐτῆς ἀμέσως συγκροτοῦσι πλήρη συμμαχίαν, καὶ εὐθὺς οἱ σύμμαχοι σπεύδουν νὰ ἔλθουν μὲ πλοῖα καὶ στρατοὺς, ἵνα ὑποστηρίξουν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἦσαν ἡ ἀναγνώρισις τοῦ καθεστῶτος βελτιωμένου! Αὐτὰ λέγονται σπουδαίως; Ἀλλὰ τί πράττετε, ἢ τί ἐνεργεῖτε ἔκτοτε; Δὲν μᾶς εἴπετε, τί κατωρθώσατε! Δὲν μᾶς παρουσιάζετε ἔγγραφα. Δὲν βλέπετε τί πράττομεν; ἀλλ’ εἰσὶ καταφανῆ. Εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπεβάλαμεν καθαρὰν τὴν ἀπαίτησίν μας καὶ ἐκρατήσαμεν ἀνοικτὴν τὴν σημαίαν μας. Ἡ Εὐρώπη ἀνεγνώρισεν, ὅτι πρέπει ἐν μέρει νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ Ἑλλὰς, ὅτι πρέπει νὰ εὐχαριστήσῃ καὶ αὐτὴν χάριν τῆς εἰρήνης καὶ τοῦ συμφέροντος ἀμφοτέρων τῶν γειτόνων λαῶν, καὶ καθιέρωσεν ἑπομένως νέον καθεστὼς, παρεδέχθη νέαν διόρθωσιν· δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ διόρθωσις αὕτη θέλει πραγματοποιηθῆ. Ἡ Εὐρώπη, ἀναγνωρίσασα τὴν ἀνάγκην, ὑπεχρεώθη καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτήν· ἡ Εὐρώπη σπουδάζει, καὶ δὲν παίζει μὲ τὴν τύχην τῶν μικρῶν ἐθνῶν· διότι ἡ Εὐρώπη δὲν θέλει ν’ ἀποδείξῃ ὡς μὴ σοβαρῶς μελετήσασα τὰ πράγματα, καὶ ὡς μὴ σπουδαίως σκεφθεῖσα, καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ ἰδία ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον διὰ τὴν εἰρήνην τῆς Ἀνατολῆς καὶ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Εὐρώπη σπουδάζει, δὲν θέλει καταδεχθῇ ποτὲ νὰ καταστραφῇ τὸ ἔργον της· εἰς αὐτὸ συνετελέσαμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ μὴ δώσωμεν αἰτίαν, ὥστε ν’ ἀποφύγῃ τὰς ὑποχρεώσεις της· συμφέρον ἔχομεν νὰ κρατῶμεν ὑπόχρεων αὐτὴν, ὑπεύθυνον ἠθικῶς. Ἐὰν ὑποστηρίζουν ἄλλοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν βίαν κατ’ αὐτῆς, διότι ἄλλα δὲν ἔχομεν μέσα, ἡμεῖς κηρυττόμεθα ἀνίκανοι καὶ ἀκατάλληλοι πρὸς τοῦτο, οὔτε ἱκανὸν καὶ τελεσφόρον δὲ εἶναι τὸ ἐφόδιον τῶν ἀναμνήσεων, τὰς ὁποίας μᾶς ἐσύστησαν. Ἠξεύρετε τί εἶπε τελευταῖον ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ, ὁμιλῶν εἰς ὁμήγυρίν τινα; οἱ Ἀνατολικοὶ λαοὶ ὁμοιάζουσιν, εἶπεν, ἵππον ὡραῖον πρὸς θεωρίαν, ἀλλ’ ἀνίκανον πρὸς ἵππευσιν· ἡ ὡραιότης ἡμῶν εἶναι αἱ ἀναμνήσεις, μᾶς λείπει ἡ ἰσχύς· τὸ πρόγραμμά μας διέγραψε λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας· ἂς ἐργασθῶμεν οὐχὶ ἵνα περιμείνωμεν, διότι ἔχομεν μέλλον, ἀλλ’ ἵνα ἐνεργήσωμεν ἐν ἰσχύϊ, ὅταν αἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτήσωσι, καὶ μὴ εὑρεθῶμεν ἀνέτοιμοι. Ἰδοὺ, κύριοι, πῶς ἐννοῶ ἐγὼ τὰ καθ’ ἡμᾶς, καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς δὲν θὰ μεθέξωσι σπουδαίως τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῆς· δι’ αὐτῶν θέλει λυθῆ ἐν εἰρήνῃ καὶ τῇ προστασίᾳ τῆς Εὐρώπης τὸ ζήτημα τὸ Ἀνατολικὸν, καὶ ἕκαστος λαὸς θέλει καταταχθῆ ἀναλόγως τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἰσχύος του. Βλέπω ὑφισταμένην καὶ ἀναγνωριζομένην τὴν ἀνάγκην τῆς λύσεως· ἡ λύσις διὰ τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ὡς ἐῤῥέθη ἐσχάτως, εἶνε κατ’ ἐμὲ πολιτικὴ ἀποτυχοῦσα, λύσις τοιαύτη φέρει πρὸς πόλεμον γενικὸν, πρὸς καταστροφὰς ἀνυπολογίστους. Πρὸς τοὺς λαοὺς, ἐστὲ βέβαιοι, θέλουσι προσφύγει, καὶ τότε οὗτοι πρέπει νὰ ὦσιν ἕτοιμοι· δὲν σᾶς λέγω ἕτοιμοι κατὰ τῆς Εὐρώπης, δὲν σᾶς λέγω ἕτοιμοι κατὰ τῆς Τουρκίας· ἀλλ’ ἕτοιμοι, ἵνα μὴ καθυστερήσωσιν εἰς τὰς ἐνδεχομένας περιστάσεις καὶ συμβεβηκότα. Ἰδοὺ τί ἐπράξαμεν καὶ πῶς ἐσκέφθημεν καὶ πῶς ἐνεργοῦμεν. Δὲν ἠρνήθημεν διὰ τῆς ψήφου καὶ διὰ τῆς συμπράξεώς μας τὴν σημαίαν τοῦ 21, ἐφροντίσαμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων, ὥστε οἱ ἀναδεχθέντες νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα, οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ, νὰ μὴ λάβωσιν εὔλογον αἰτίαν ἀποφυγῆς· αὐτὴ εἶνε ἡ κεντρικὴ ἰδέα, ἡ ὁδηγοῦσα τὴν πολιτικήν μας, καὶ ὀφείλομεν αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ν’ ἀκολουθήσωμεν μέχρις ἐσχάτων, μέχρις ὅτου ἀπελπισθῶμεν, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀκολουθήσωμεν ἐγρηγοροῦντες· ὅταν δὲ, κύριοι, ἀπελπισθῶμεν, ὅταν ἐγκαταλειφθῶμεν, τότε μόνον ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν τί νὰ πράξωμεν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, νομίζω, ὅτι τότε πρέπει ἀληθῶς νὰ πράξωμεν. Ἰδοὺ ἐγώ, ὅστις δὲν εἶμαι διπλωμάτης, λέγω ἐκ τῶν προτέρων τὴν γνώμην μου. Κύριοι, οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ προσθέσω, διότι οὐδὲν νεώτερον θὰ ῥηθῇ, θὰ ἐπαναληφθῶσι τὰ αὐτὰ, καὶ συμβεβηκότα ἐπιτόπια· πρὸς ὅλα ταῦτα δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀπαντήσω. Ἐχρεώστουν ν’ ἀκολουθήσω τὸν συνάδελφόν μου καὶ νὰ συμπληρώσω τὴν ὁμιλίαν του, ἥτις ἄλλως ἦτο πλήρης καὶ οὐδεμίαν εἶχεν ἀνάγκην συμπληρώσεως. Ἐξεύρετε ὅμως διατί ὡμίλησα; διότι ἐφοβούμην μήπως καὶ πάλιν κατηγορηθῶ, ὅτι ὕβρισα τὴν Βουλὴν μὴ ἀπαντήσας· διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ ἐγώ. Μένει, κύριοι, εἰς ὑμᾶς ἤδη ν’ ἀποφασίσητε· εἴθε νὰ ἐκλέξητε τὸ καλλίτερον. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)

§49ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀφοῦ, κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισε πρέπον καὶ ἁρμόζον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα νὰ προκαλέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἀφοῦ ἡ μακρὰ αὐτὴ συζήτησις ἔθιξε ζητήματα τόσον σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ, ἐνόμιζον, ὅτι ὠφείλομεν καὶ ἡμεῖς οἱ νεώτεροι, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ψήφου ἡμῶν, νὰ λάβωμεν τὸν λόγον καὶ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἰδέας, αἵτινες μᾶς ἐμπνέουσι, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρεκάλεσα πρό τινων ἡμερῶν νὰ μὲ ἐγγράψητε. Ἀλλὰ, κύριε Πρόεδρε, τόσα ἐῤῥέθησαν ἔκτοτε, ὥστε ἐν πάσῃ πεποιθήσει φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία ἐμόρφωσαν ἤδη πεποίθησιν περὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ μᾶς ἐπασχολεῖ, καὶ πάντες ἐγνώρισαν ποῦ ἔγκειται ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σπεύσωμεν πλέον εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἀνυπομόνως ἀναμένει ἡ κοινωνία, καὶ ἑπομένως παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κορωναῖος.

§51ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Εἶναι ἀργά· ἔχω πολλὰ νὰ εἴπω.

§52ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπόψε, ἀπόψε.

§53ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐπειδὴ βλέπω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκουράσθη, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. (Θόρυβος.)

§54Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ δυστυχῶς οὔτε ὁ χρόνος τὸ ἐπέτρεπεν, οὔτε ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγεγραμμένων μοὶ ἄφινε θέσιν. Εἶμαι λοιπὸν ἠναγκασμένος ἤδη νὰ ὁμιλήσω λίαν συντόμως· εἶμαι δὲ πρὸς τοῦτο ὑποχρεωμένος, διότι δὲν ἐπιθυμῶ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ παρεξηγῶνται, οὐδὲ γεγονότα, πρὸς τὰ ὁποῖα συνεδέθη τὸ ὄνομά μου, νὰ μὴ ἀναφέρωνται ἀκριβῶς. Ἐκτὸς τούτων, εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἰδίως ἐπὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ ζητήματος, διότι τοῦτο θεωρῶ τὸ σπουδαιότερον καὶ ζωτικώτερον διὰ τὸν τόπον ζήτημα· θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε λοιπὸν νὰ καταδαπανήσω ἓν τέταρτον ὥρας ἐκ τοῦ πολυτίμου χρόνου τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλει τὸ πράξει μετ’ εὐμενείας, ἀφοῦ δεκατέσσαρας ὅλας ἡμέρας ἐξεδράμομεν καὶ μέχρι τῆς Ζουλουλάνδης, καὶ μέχρι τῆς Παλαιστίνης, καὶ ὡμιλήσαμεν καὶ περὶ πάντων καὶ παντοίων. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς εἶπε σήμερον, ὅτι εἶναι παρηγορητικὸν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ πηγάζουσιν ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν ἀντιπερισπασμῶν, εἰς οὓς εὑρέθη πρὸ δεκαπενταετίας ἡ Ἑλλὰς, προσέθηκε δὲ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συντηρήσωμεν τὴν φυλὴν ἡμῶν. Ἀμφότερα, κύριοι, εἶναι ἀκριβῆ καὶ ἀληθέστατα· ἀλλ’ ἵνα διατηρήσωμεν τὴν φυλήν μας, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι πρέπει, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπανορθώσωμεν καὶ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικά μας. Ἀλλὰ διὰ τῶν διαρκῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποδίδω οὔτε εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὰς παρελθούσας, καὶ τῶν ὁποίων ἡ πηγὴ τῷ ὄντι εἶναι οἱ ἐξωτερικοὶ ἀντιπερισπασμοί, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ μικρὰ ἡμῶν χώρα ὑπέκυψεν, ἀδύνατον νὰ ἐπανορθωθῶσι τὰ οἰκονομικά. Ἀλλὰ τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, ἂν ἐξακολουθήσωσιν, δύνανται νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συντηρήσεως τῆς φυλῆς ἡμῶν; δὲν τὸ πιστεύω, κύριοι. Ἔχομεν λοιπὸν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ σπουδαιότερον καθῆκον νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Οὐ μόνον κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, οὐ μόνον ἐπέκρινα τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐνήργει δαπάνας, τὰς ὁποίας δὲν ἐθεώρουν ἀναγκαίας, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ ἀκόμη Κυβερνήσει προσεπάθουν ν’ ἀποφύγωμεν τὰς δαπάνας τὰς πρὸς ἐπίφασιν· ἐὰν δὲ τὰ μέλη τὰ νέα τῆς Βουλῆς δὲν γινώσκουσι καλῶς τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως ἐπίφασις, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν μάθωσι, διότι ἡ λέξις αὕτη ἐπεβάρυνε καὶ ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν μὲ πολλὰ ἑκατομμύρια. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον δὲν κατηγόρησα τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἄλλο τι, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰς πρὸς ἐπίφασιν δαπάνας· ἄλλα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατέκριναν δι’ ἄλλους λόγους τὴν Κυβέρνησιν, ἐγὼ ὅμως περιωρίσθην μόνον καὶ μόνον εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, διότι, ὡς ὀρθῶς ἔλεγέ τις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χθὲς, ἕκαστος ἔχει τὴν αὐτοτέλειάν του, τὴν ἀνεξαρτησίαν του· ἕκαστος τῷ ὄντι ἔχει τὴν αὐτονομίαν τῆς διανοίας του, τὴν αὐτονομίαν τῆς θελήσεώς του, καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀποδέχηται τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων, τὰ δόγματα τῶν ἄλλων, διότι εἰς σημεῖόν τι δύναται νὰ συναντηθῇ μετ’ αὐτῶν. Καὶ κατὰ τὰς μακρὰς ταύτας συνδιαλέξεις ἢ μελέτας δὲν συνεμερίσθην, κύριοι, τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ μετὰ θάῤῥους διισχυρίζομαι, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος δὲν ἐπρόδωκε τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἰσχυρίζομαι, ὅτι δὲν ἔκαμε κατάχρησιν εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ δανείου, ἀλλὰ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον ἐξήνεγκον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν, καὶ ἠδύνατο, κύριοι, νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1878 παρέστησα εἰς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι περιττὸν εἶναι νὰ ἐξακολουθῇ ἡ Ἑλλὰς διατηροῦσα στρατὸν τόσον, ὅσον διετήρει τότε, διότι ἔβλεπον, ὅτι ἡ ἐποχὴ τῆς ἐνεργείας, ὅτε ἐπλησίαζεν ἡ Σύνοδος τοῦ Βερολίνου, εἶχεν ἤδη παρέλθει καὶ ἦτον ἄσκοπος· ἄσκοπον ἐθεώρησα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον τὴν ἐξακολούθησιν τῶν δαπανῶν τούτων τῶν πρὸς ἐπίφασιν γινομένων, καὶ ἀνέφερα καὶ δαπάνας τινὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἷς Ὑπουργὸς μοὶ ἀντέταξεν, ὅτι αὐτὰ εἶναι φροῦδα· ἐξηκολούθησα ὅμως καὶ ἐξακολουθῶ ἔχων τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν σύστημα οἰκονομιῶν. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι ἐποχὴ πλέον προπαρασκευῶν πρὸς ἄμεσον ἐνέργειαν, φρονῶ, ὅτι, ἐὰν πρόκηται περὶ τῆς ἠρέμα παρασκευῆς, καὶ περὶ αὐτῆς δὲν εἶναι ἤδη καιρός. Εἶναι δὲ καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν περὶ οἰκονομιῶν, διὰ νὰ συντηρήσωμεν τὸ ὑπάρχον. Προβλέπω δὲ, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν οὕτω βαδίζοντες, θέλομεν πέσει εἰς βάραθρον οἰκονομικὸν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ κατακλυσθῇ καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θεωρῶ, κύριοι, τὸ Ὑπουργεῖον οὔτε ἄξιον εἰσαγωγῆς εἰς δίκην, οὔτε ἄξιον ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, διότι οὐδὲν μὲ πείθει, ὅτι ἔπραξέ τι κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἄξιον νὰ προκαλέσῃ τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγήν του ἢ τὴν σύστασιν ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐκφράζω τὴν πεποίθησίν μου, καὶ ἀδιαφορῶ, ἐὰν ἡ πεποίθησίς μου αὕτη εὐχαριστῇ ἢ ὄχι τινὰς τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ἐπεδίωξα πάντοτε τὴν πραγματοποίησιν τῶν πεποιθήσεών μου καὶ ἠδιαφόρησα, ἐὰν ἡ ἐπιδίωξις αὕτη ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὸ ἀτομικόν μου συμφέρον. Καὶ ἄλλοτε, ἀντιπολιτευόμενος μετ’ ἄλλων τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη, δὲν ἀπεδέχθην τὴν σύστασιν ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἐθεώρουν αὐτὴν ἄδικον· ἐζημιώθην δὲ τὰ μέγιστα, διότι τὸ περιστατικὸν ἐκεῖνο μὲ ἀπεστέρησε πολυτίμου πολιτικοῦ φίλου.

§55Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.

§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε ἐγγράψατε καὶ ἐμέ.

§57Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐὰν δὲν συμφωνῶ πρός τινας ἀντιπολιτευομένους, ἐὰν δὲν ἀποδέχωμαι ὅλας τὰς κατηγορίας....

§58ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ μὲ ἐγγράψητε ὅμως ἐμὲ πρῶτον.

§59Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶπον, ὅτι δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον· πρὸ παντὸς ἄλλου θέλω νὰ ἦμαι συνεπὴς πρὸς ἐμαυτόν. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον ἐπέκρινα τὰς δαπάνας τὰς πρὸς ἐπίφασιν γενομένας, καὶ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἡ γνώμη μου δὲν ἀπεδέχθη, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιμένει ἀσπαζόμενον τὴν πρὸς ἐπίφασιν ταύτην πολιτικὴν, εἶμαι ἠναγκασμένος δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ μὴ δώσω ψῆφον ὑπὲρ αὐτοῦ· καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου τούτου μόνον δὲν θέλω δώσει ψῆφον, ἀλλὰ καὶ κατὰ παντὸς ἄλλου Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν πολιτικὴν τῶν πρὸς ἐπίφασιν δαπανῶν, θέλω δώσει ψῆφον ἐναντίαν. Ἐὰν ἔβλεπον, ὅτι τοὐλάχιστον κατὰ τὸ μέλλον ἤθελον ἀπόσχει τοιούτων δαπανῶν, ἠδυνάμην νὰ τροποποιήσω τὴν γνώμην μου· ἀλλὰ ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ βλέπω, ὅτι πρόκειται πάλιν περὶ παρασκευῶν καὶ παρασκευῶν. Δυστυχῶς ὁ τόπος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, κύριοι, νὰ δαπανᾷ ἀσκόπως, ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσωμεν οὐχὶ βεβαίως τὸ ἔλλειμμα νὰ καλυφθῇ ἀμέσως, ἀλλὰ νὰ προσεγγίσωμεν τοὐλάχιστον, ὅσον εἶναι δυνατὸν, εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε δύω λέξεις; Δὲν πρόκειται περὶ ἐκτάκτων δαπανῶν καὶ προπαρασκευῶν, ἀλλ’ ἀναλόγως τῶν μέσων μας λέγει ὁ Βασιλικὸς λόγος.

§61Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Συμφώνως λοιπὸν πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα καὶ ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ καὶ μετὰ τὴν Οἰκουμενικὴν καὶ ἐν τῇ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, ἀποκρούω πάσας τὰς πρὸς ἐπίφασιν δαπάνας. Ὅπως δὲν συμμερίζομαι, καθὰ σᾶς εἶπον, τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὡς πρός τε τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ ὡς πρὸς ἄλλας, οὕτω δὲν συμμερίζομαι καὶ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποφανθῇ ἀπὸ τοῦδε ποία θέλει εἶσθαι ἡ πορεία της εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Νομίζω, ὅτι οἱανδήποτε ἐξήγησιν καὶ ἂν δώσῃ ἡ Κυβέρνησις, θέλει εἶσθαι βλαπτικὴ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου· καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ καταναγκάσω τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος μου καὶ νὰ τὴν φέρω εἰς δυσάρεστον θέσιν. Εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι γνῶμαί τινες, ἃς ἐξήνεγκον ἐκ τοῦ βήματος τούτου, παρεξηγήθησαν. Ἐὰν αὐτὸ δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος παρ’ ἡμῖν, ἤθελα σιωπήσει· ἀλλ’ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον, συνδέεται στενῶς πρὸς τὴν λειτουργίαν ταύτην, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως. Ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, διῄρεσα αὐτὸ εἰς δύω διακεκριμένας περιόδους, τὴν περίοδον τὴν μέχρι τῆς 6ης 8βρίου 1878, ὅτε ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου, καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τὴν ἀρχομένην ἀπὸ τῆς 6 8βρίου 1878 καὶ ἐξακολουθοῦσαν καὶ ἤδη. Ὁμιλῶν περὶ τῆς πρώτης, εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι συνταγματικὸν, δὲν εἶναι τακτικὸν, ὅτε ἓν Κοινοβούλιον ἀπεφάνθη καὶ ἐξήνεγκε ψῆφον, μάλιστα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὲρ τῆς πολιτείας τοῦ Ὑπουργείου, ἕτερον Κοινοβούλιον νὰ ἐπανέρχηται καὶ ἐπιλαμβάνηται τοῦ ζητήματος τοῦ ἰδίου, καὶ νὰ θέλῃ νὰ ἐξενέγκῃ ψῆφον ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐψήφισε. Μοὶ ἀντέταξαν, ὅτι μόνον ἐπὶ ποινικῶν κατηγοριῶν ὁ νόμος ἀνέγραψε διάταξιν· γινώσκω κάλλιστα τοῦτο, καὶ τὸ ἀνέφερα ὅτε πρώτην φορὰν ὡμίλησα. Ἀληθῶς δὲ περὶ τῶν πολιτικῶν συζητήσεων δὲν ὑπάρχει νόμος, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ νόμος· ἀλλ’ ἀνωτέρα τοῦ νόμου εἶναι ἡ ἀΐδιος λογικὴ καὶ ἡ δικαιοσύνη· αὕτη δὲ ὑπαγορεύει, ὅταν πολιτική τις συζήτησις ἐπεραιώθη παρ’ ἑνὸς Κοινοβουλίου, ἡ συζήτησις αὕτη νὰ μὴ ἐπανέρχηται κυρίως καὶ οὐσιαστικῶς ἐνώπιον δευτέρου Κοινοβουλίου. Δύνανται ἐν παρόδῳ νὰ ἐπιφέρωνται κρίσεις· ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τοῦ Κοινοβουλίου δὲν δύναται νὰ προκαλῆται ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔλυσεν ἕτερον. Ἀλλ’ ὑπεστήριξαν, ὅτι ὅ,τι εἶπον ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, τὸ εἶπον καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς λήξεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὸ ζήτημα περὶ τῆς λήξεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τὸ ἐθεώρησα ἀκέραιον καὶ δυνάμενον νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν ἡμετέραν βάσανον καὶ ἐξέτασιν, καὶ ὁ ἴδιος, κύριοι, τὸ ἐζήτασα, καὶ ὁ ἴδιος ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν εἶχον πρὸ 5 μηνῶν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔπραξε καλῶς, κηρύξαν τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν τὸ ἔπραξε. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται πάλιν περὶ τῆς λήξεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, δὲν ἠδυνήθη νὰ μετατρέψῃ τὴν γνώμην μου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰπὼν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἦτο προητοιμασμένη ἡ ἀπογραφή. Τοιοῦτος λόγος δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι οὐσιώδης λόγος, διότι, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς ἔζησεν ἐπὶ δεκαετίαν ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἀπογραφὴν, ἠδύνατο νὰ ζήσῃ καὶ μίαν ἔτι τετραετίαν. Δὲν ἐθεώρησα λοιπὸν παραγεγραμμένον τὸ δικαίωμα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῆς λήξεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, ἀλλ’ ἐξήνεγκον τὴν γνώμην, ἣν πάντοτε εἶχον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε καλῶς, θελήσατα νὰ ποιήσῃ χρῆσιν τῆς προνομίας ταύτης καθ’ ἣν στιγμὴν ἐποίησε χρῆσιν αὐτῆς. Ἀλλ’ εἰς τὴν ὁμιλίαν μου ἐκείνην, κύριοι, ἐξέθηκα τὸν λόγον, ὅστις ὑπεστήριζε τὴν παροχὴν τῆς λήξεως εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ γεννηθῇ, εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε, καὶ εἰς τῶν λόγων ἐκείνων ἦτο κυρίως ὁ λόγος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν. Ὁμιλῶν δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος, τὸν αὐτὸν εἶπον λόγον, προσθέσας ὡς ἐπιβοηθητικὸν μόνον, ὅτι δὲν ἐγινώσκομεν τὸν λόγον, δι’ ὃν συνεκλήθη ἡ ἔκτακτος Σύνοδος. Τότε, κύριοι, ἐπῄνεσα τὸ Ὑπουργεῖον, εἰπὼν, ὅτι ἔπραξεν ἀξιοπρεπῶς, καταθέσαν τὴν παραίτησίν του ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Καὶ δὲν ἠδυνάμην, παρὰ νὰ ἐγκρίνω τὴν διαγωγὴν τοῦ Ὑπουργείου καὶ νὰ μὴ συμμερισθῶ τὴν ἑτέραν γνώμην, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, καίτοι ἀπολέσαν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς κατὰ τὰς ἀρχαιρεσίας, ὤφειλε, παρορῶν τοῦτο, νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον αὐτῆς καὶ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους τῆς προσκλήσεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. Ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελε ν’ ἀκούσῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ἐκτάκτως, ὤφειλε κατὰ τὰς ἀρχαιρεσίας νὰ μὴ δείξῃ τὸν ζῆλον ὃν ἔδειξεν. Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι διὰ τὴν ψηφοφορίαν ἑνὸς ἀτυχοῦς γραμματέως δὶς ἢ τρὶς προέβημεν εἰς ψηφοφορίαν. Μετὰ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς ἐμὲ κατὰ τὸ 1871, φρονῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀξιοπρεπῶς ἔπραξε καταθέσαν τὴν παραίτησίν του, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ καταναγκασθῇ νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, κύριοι, ὤφειλον νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν ταύτην, διότι ἐπιθυμῶ νὰ διατελῶσιν ἀκέραια ἡ αὐτοτέλεια τῆς διανοίας μου καὶ ἡ αὐτονομία μου. Δὲν ἐκτείνομαι περισσότερον· ἠθέλησα μόνον νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου καὶ νὰ ἐπανορθώσω παρεξηγήσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν δυστυχῶς ὡς πρός τινας τῶν γνωμῶν μου.

§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀνέρχομαι τὸ βῆμα προκληθεὶς παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θέλω δὲ κάμει λόγον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν ζήτημα· δηλῶ δέ, ὅτι ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον αὔριον, εἰ δ’ ἄλλως, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ γενικά. Ἀλλὰ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ἀναφορικῶς πρὸς ἐμὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ ἔκαμον αἴσθησιν, εἰς ταῦτα ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω. Πρῶτον εἶπεν, ὅτι κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐγὼ ἔστειλα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τηλεγράφημα εὐχαριστήριον.

§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι εἰς ἐμέ.

§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατόπιν ἐδιόρθωσε τοῦτο, καὶ εἶπεν, ὅτι τὸ τηλεγράφημα ἐστάλη εἰς τὸν κ. Λούντζην, ὅστις, εἶπεν, εἶχεν ἐπιφορτισθῆ ν’ ἀνακοινώσῃ τοῦτο ἐκ μέρους μου εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ὁ κ. Ν. Λούντζης ἐὰν δὲν ἦναι ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ εἶναι εἰς τὰς Ἀθήνας. Καὶ τότε ὁ κ. Λούντζης εὑρίσκετο εἰς Ἀθήνας, δι’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ἀδιακόπως παρ’ ἐμοῦ ἐλάμβανε πληροφορίας παραπόνων κατὰ τῆς διαγωγῆς τῶν ἐν Ζακύνθῳ ἀρχῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ὁ κ. Λούντζης, μεταβαίνων συνεχῶς εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἀνεκοίνωνε. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀληθές. Ἦτο τοιαύτη ἡ ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἐν Ζακύνθῳ τότε, ὥστε εἴχομεν σχεδὸν πεποίθησιν ὅτι, ἕνεκα τῆς διαγωγῆς τῆς ἐξουσίας, θὰ ἐπήρχετο σύγκρουσις κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς. Τοῦτο παρεμπόδισε καὶ προέλαβε κυρίως ἡ διαγωγὴ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Ἀναγγέλλων εἰς τὸν κ. Λούντζην τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐκλογῆς, προσέθετα· «διαγωγὴ ἀρχῶν ἀρίστη·» ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο εὐχαριστήριον διὰ τὴν Κυβέρνησιν (θόρυβος). Ὅτε ὁ κ. Λούντζης μοὶ ἐμήνυσεν ὅτι τὸ τηλεγράφημα τὸ ἔδειξεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, εἶπον πρὸς τὸν νῦν ἐν τῇ Βουλῇ ἀδελφόν του «τὴν ἔκαμεν ὁ Νικόλαος, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ τοῦ ἐξεφράσαμεν εὐχαριστήρια». Παραπονεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δὲν τὸν ὑπεστηρίξαμεν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῶν κινδύνων.

§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τοῦ κ. Α. Πετιμεζᾶ εἶπον, ὄχι περὶ τοῦ κ. Τρικούπη.

§66Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἤμην χωροφύλαξ, ἤμην Βουλευτής, καὶ εἶχον νὰ ἐκπληρώσω ἐδῶ τὸ καθῆκόν μου.

§67ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ὑποστήριξιν ἣν ἀκριβῶς κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν κινδύνων ἔλαβεν, ὄχι μόνον ἐδῶ μέσα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ κἄπου ἀλλοῦ. Ποίαν ἄλλην ὑποστήριξιν ἀπαιτοῦσεν ἀπὸ ἡμᾶς ἀκόμη; Ἐνοοῦσεν ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ πάρωμεν τὴν καραβίνα καὶ νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸ σπῆτί του; ἑπομένως, πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ αἰσθανθῇ, ὅτι ἦτον ἄδικον τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἐξέφερε. Ἐξεπλάγην ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ τὸν ἐπεκρότησα ὅταν ἐπανῆλθεν ὁ στρατός, καὶ ν’ ἀναγινώσκῃ, πρὸς δῆθεν ἀπόδειξιν, τὰ στενογραφημένα πρακτικά, ἐξεπλάγην, διότι εἶχον τὴν συνείδησιν ἐναντίαν καὶ δὲν ἐπερίμενα τὸ τοιοῦτον, μάλιστα ἔπειτα ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔκαμα καὶ προχθές· εἶχον τὴν συνείδησιν ὅτι καὶ ἐδῶ καὶ ἀλλοῦ ὑπεστήριξα τὸ ἐναντίον, καὶ τότε, ὅπως γινώσκει ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὐχὶ μόνον εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ Ἡγεμόνος ἐξέφρασα καὶ ὑπεστήριξα τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἐπάνοδος τοῦ στρατοῦ εἶναί τι ἀσύγγνωστον, καὶ ὅτι θὰ βλάψῃ τὴν ὑπόληψιν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν δὲ ἦλθεν ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν καὶ μᾶς ἀνέφερε τὰ τηλεγραφήματα περὶ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἀνακωχῆς, καὶ τότε ἐγὼ εἶπον «καὶ μετὰ τὰ τηλεγραφήματα αὐτά, ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐμπρός». Εἶναι ἐδῶ μέσα ὅλα εἰς αὐτὰ τὰ πρακτικά, καὶ εἶναι πασίγνωστα. Ἀλλὰ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, πᾶν ἄλλο λέγει, παρ’ ὅτι ἐγὼ συνεμερίσθην τὴν ἰδέαν τῆς ἐπανόδου τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι ἐπήνεσα δι’ αὐτὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ὅποιος θέλει ἂς ἀναγνώσῃ αὐτὸ τὸ μέρος ὅλον, τοῦ ὁποίου τεμάχιον μόνον σᾶς ἀνέγνωσε, καὶ θὰ βεβαιωθῇ περὶ τούτου· εἶναι εἰς τὴν σελίδα τριακόσια τριάκοντα ἐννέα, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολήσω ἀναγινώσκων. Ἐφοβήθην εἰς ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὅτι ἠμποροῦσε νὰ ἔλθῃ μία ψῆφος καταδικαστικὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ δὲν ἐσύμφερε, καὶ ἔλαβον τὸν λόγον καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο στιγμὴ νὰ ἐξετάζωμεν τώρα τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ τότε, καὶ ἀπὸ τότε ἕως τώρα, ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἡ ἐπάνοδος τοῦ στρατοῦ ἦτο κακή· καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μόνον ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον καὶ τότε καὶ τώρα διαφωνῶ μὲ τὸν φίλον μου καὶ ἀρχηγόν μου κ. Τρικούπην, ὡς ὀρθῶς τὸν ἀπεκάλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἀληθῶς εἶναι ἀρχηγός μου, καὶ ἀρχηγὸς τῆς μερίδος εἰς ἣν ἀνήκω, καὶ τὸ ἀξίζει νὰ ἦναι, διότι ἀξίζει δι’ ἡμᾶς ὅλους, καὶ τὸ αἰσθάνεσθε καὶ σεῖς, καθότι μόλις αὐτὸς ἀνῆλθε τὸ βῆμα, σᾶς ὑπεχρέωσε νὰ λύσητε τὴν σιωπήν, τὴν ὁποίαν ἐκηρύξατε, ὅτι θὰ τηρήσετε καὶ ἐτηρήσατε καθ’ ὅλην τὴν δεκαπενταήμερον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον συζήτησιν, ἀποδείξαντες μὲ τοῦτο, ὅτι οὐχὶ μόνον οἱ φίλοι τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ ἐχθροί του αἰσθάνονται, ὅτι αὐτὸς μόνος ἀξίζει δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους μαζύ, ὅσοι εἴμεθα ἐδῶ μέσα. Εἰς τὸ μόνον λοιπὸν ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ μὲ τὸν ἀρχηγόν μου, καὶ ὁσάκις οὗτος μοῦ λέγει: «κακὰ ὅπου ἐξῆλθεν ὁ στρατὸς, καλὰ ὅπου εἰσῆλθεν·» ἐγὼ τοῦ ἀπαντῶ: «καλὰ ὅπου ἐξῆλθε, κακὰ ὅπου εἰσῆλθε», νὰ εὑρεθῶ σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν; θὰ ἦτο ἀστεῖον. Δι’ ἓν ἄλλο θὰ παραπονεθῶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν· προχθὲς τὸν παρεκάλεσα, καὶ τὸν ἐπροκάλεσα σχεδὸν νὰ εἴπῃ, ποῖος ἀπὸ τοὺς διορισθέντας ὑπ’ ἐμοῦ δικαστὰς κατὰ τὸ 1875 διετέλει ὑπὸ κατηγορίαν· τοῦ εἶπον ὅτι ὀφείλει νὰ ἔλθῃ νὰ δηλώσῃ τοῦτο, διότι δὲν εἶναι καλόν, ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτος λειτουργὸς τῆς δικαιοσύνης, νὰ μὴν ἦναι γνωστός· καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσιώπησεν ὡς πρὸς τοῦτο, ἐνῷ ἐνεθυμήθη ἄλλα περιστατικὰ πολὺ μικρότερα· ἡ σιωπή του αὕτη δίδει τὸ δικαίωμα εἰς ἐμὲ καὶ εἰς οἱονδήποτε ὑπὸ τῆς ἐκφράσεως αὐτῆς δυνάμενον νὰ προσβληθῇ, μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ἐξετάσας ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶδεν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπε τότε, δὲν ἦτο ἀληθές· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δικαιούμεθα νὰ τῷ εἴπωμεν, ἀφοῦ μᾶς εἶπε «προσέχετε εἰς ὅσα λέγετε», νὰ τοῦ εἴπωμεν: πρόσεχε καὶ ἀπὸ τὸ μέρος σου, ὅταν ἔρχεσαι ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, νὰ λέγῃς τὴν ἀλήθειαν, καὶ πρόσεχε, ὅταν θέλῃς νὰ ἀναγινώσκῃς ἐδῶ πρακτικὰ, νὰ τὰ ἀναγινώσκῃς εἰλικρινῶς.

§68Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν πρέπει βεβαίως νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν ἐν τῷ σεβαστῷ τούτῳ περιβόλῳ εἶναι σπουδαία καὶ ὑψηλή, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἀκριβῆ καὶ ἀπαρέγκλιτον ἐπαγρύπνησιν καὶ προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἡμερῶν συζητεῖται τὸ σπουδαῖον καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας θῖγον πολιτικὸν ζήτημα ἐξωτερικόν τε καὶ ἐσωτερικὸν, δηλαδὴ οἰκονομικόν. Ἐκ τῶν ἐμβριθῶν καὶ σπουδαίων ἀγορεύσεων διαπρεπῶν ῥητόρων τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, οἷον τῶν κυρίων Τρικούπη, Λομβάρδου, Ἀθανασίου Πετιμεζᾶ καὶ λοιπῶν, ἀναπτυξάντων καὶ ἐκτυλιξάντων δεόντως καὶ λίαν εὐγλώττως τὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ ζητήματος, κατεδείχθη πασιφανῶς, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις κακῶς καὶ ἀδεξίως διεξήγαγεν ἀμφότερα τὰ ῥηθέντα ζητήματα, ὧν ἡ ἀξιοπρεπὴς καὶ πατριωτικὴ διεξαγωγὴ θὰ συνετέλει εἰς τὸ ἐθνικὸν μεγαλεῖον ἀφ’ ἑνὸς, καὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν εὐημερίαν ἀφ’ ἑτέρου, ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως καὶ ἑδραιώσεως τῆς οἰκονομικῆς μας πίστεως. Προκειμένου ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἐκφέρωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ νὰ δώσωμεν αὐτὴν κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς καθαρᾶς συνειδήσεως, δηλαδὴ νὰ δώσωμεν ψῆφον ἀποδοκιμασίας, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ δριμυτέραν ἔκφρασιν, κατὰ τῆς ἀτασθάλου αὐτῆς μέχρι τοῦδε πολιτικῆς πορείας. Ἡ γνώμη μου αὕτη, ἣν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετὰ θάῤῥους καὶ ἀπροκαλύπτως ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκφέρω ἐνώπιον ὑμῶν, διερμηνεύει τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, τὴν κοινὴν γνώμην. Ὅτι ἡ γνώμη αὕτη, ἣν συμμερίζονται πάντες οἱ ὑπερήφανον καὶ ἀνεξάρτητον χαρακτῆρα ἔχοντες ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ συνάδελφοί μου, εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔκφρασις τοῦ ἔθνους, καταδικάσαντος τὸ παρελθὸν, καταδεικνύεται ἐπισήμως ἐκ τῶν ἀρτίως διεξαχθεισῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, αἵτινες ἀπέβησαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεμβάσης ἐν αὐταῖς σπουδαίως καὶ δυναστικῶς· δὲν ἐξετάζω δὲ ἐάν τινες τούτων, ἐπιλήσμονες γενόμενοι τῆς ἐντολῆς των, μετέβαλον φρόνημα. Περαίνω τὸν λόγον, πεποιθὼς καὶ ἐλπίζων, ὅτι ἡ Βουλή, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ τῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δοθησομένης ψήφου ἐμπιστοσύνης, θὰ τηρήσῃ διαγωγὴν ἀῤῥενωπὸν, ἐμπρέπουσαν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς καὶ εἰς τὸν ὑψηλὸν προορισμόν της.

§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο προτάσεις ὑπεβλήθησαν, ἡ μὲν ὑπὸ τοῦ κ. Δουζίνα: «Ἡ Βουλή, θεωροῦσα μὴ προδικάζουσαν περὶ οὐδενὸς ζητήματος τὴν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπάντησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»· ἡ δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Ῥούφου: «Ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν μέχρι τοῦδε πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, προβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Θὰ θέσω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δουζίνα εἰς ψηφοφορίαν, διότι αὕτη μοὶ φαίνεται ἀπωτέρα.

§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ ὑποβαλλομένη πρότασις δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν περίστασιν· λέγει: μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ 15 ἡμέρας, εἶναι ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅπερ εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαντήσεως ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ἕνεκα δὲ τῆς προκλήσεως ταύτης, ἤρξατο ἡ γενικὴ συζήτησις. Τὸ θέμα λοιπὸν τῆς ψηφοφορίας εἶναι τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, καὶ τοῦτο θὰ συζητηθῇ, νομίζω, καὶ θὰ ψηφισθῇ κατὰ παράγραφον. Δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ οὐδεμίαν ἄλλην ψῆφον ἀπὸ ἡμᾶς· νομίζω, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται, ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν προκαλεῖ, νὰ θέτῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Εἰς τὴν ἀπάντησιν τὸ ἐννοῶ, διότι ἡ ἀπάντησις εἶναι συγκεκριμένον τι· κατ’ αὐτὴν καθορίζονται ἓν πρὸς ἓν τὰ ζητήματα, καὶ δύναμαι ἐγὼ νὰ ἦμαι σύμφωνος ὡς πρὸς μίαν παράγραφον, οὐχὶ δὲ πρὸς ἄλλην, καὶ δύναμαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ μὴ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἀπολύτως δὲν δύναται νὰ ζητηθῇ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, χωρὶς ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ προσβάλῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἰς τοιαύτην περίστασιν εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀρνηθῶ ψῆφον, ἐπιφυλαττόμενος ἐπὶ τῶν συγκεκριμένων θεμάτων νὰ ψηφίσω.

§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης ὡμίλησε περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἐλύθη. Ὅτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔθηκε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἐγένετο παρ’ ἡμῶν ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη· ἀλλ’ ἡ γνώμη ἡμῶν δὲν ἐπεκράτησε, καὶ διὰ τοῦτο ἐδέχθημεν οἱ μὲν ἑκόντες, οἱ δὲ ἄκοντες τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης· δὲν δυνάμεθα τώρα νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν τύπων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ἔδωκε τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἡ συζήτησις εἶχεν ἀντικείμενον τὴν ἐμπιστοσύνην ἢ τὴν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀφοῦ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥούφου εἶναι ὀρθή· πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ῥητῶς ἡ Βουλὴ ἐὰν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ οὔ. Ἐγὼ διατυπῶ τὸ θέμα, ὡς ἑξῆς· ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην.

§72ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχομεν δύω προτάσεις, τοῦ κ. Τρικούπη καὶ τοῦ κ. Ῥούφου.

§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἰσάγω ἐγὼ πρότασιν, ἐγὼ διατυπῶ τὸ θέμα ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀρκεῖται εἰς τὴν ἑτέραν πρότασιν.

§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μᾶς κατηγορήσατε, ὅτι κακῶς ἐδιοικήσαμεν, κακῶς ἐπολιτεύθημεν. Σᾶς ἀπηντήσαμεν, καλῶς ἐδιοικήσαμεν, καλῶς ἐπολιτεύθημεν. Αὐτὸ πρόκειται νὰ ἀποφασισθῇ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπολιτεύθημεν.

§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς κατηγοροῦμεν, ὅτι δὲν εἶσθε οἱ κατάλληλοι νὰ διοικήσητε τὸ Κράτος. Τοῦτο ἐννοοῦμεν, καὶ τοῦτο ὀνομάζομεν ζήτημα ἐπιστοσύνης.

§78Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥούφου ἱκανοποιεῖ πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, διότι τὸ ὑπουργεῖον, ὅτε ἔθηκε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ εἰδίκευσε, καὶ κατὰ τὰς ἀγορεύσεις των οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ ἐξεδήλωσαν τοῦτο, ἡ πρότασις δὲ τοῦ κ. Ῥούφου ἀνταποκρίνεται πληρέστατα πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθηκε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἱκανοποιεῖ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, καὶ τὴν θέλησιν πάσης τῆς ἀντιπολιτεύσεως· διότι, ἂν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥούφου, σημαίνει, ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὴν μέχρι τοῦδε πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου, εἰς δὲ τὸ μέλλον ἡ Βουλὴ δὲν δεσμεύεται νὰ ἐκφέρῃ ἄλλην γνώμην· ὥστε κατ’ ἐμὲ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥούφου εἶναι κοινοβουλευτικωτάτη. Ἄλλως τε, κύριοι, γινώσκω ἐκ πείρας, ὅτι εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια προτάσεις ἀπότομοι καὶ τραχεῖαι, προσωπικῶς ἀπευθυνόμεναι, ποτὲ δὲν τίθενται. Εὑρίσκεται τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ προτάσεις αὗται φέρουσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ δὲν γινώσκω εἰς οὐδὲν κοινοβούλιον, καὶ ἀνέγνωσα ἀρκετὰ τὴν ἱστορίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, δὲν γνωρίζω νὰ ἐτέθη πρότασις τοιαύτη· αἱ προτάσεις αὐταὶ σήμερον δὲν εἶναι δεκταὶ ἐντὸς τῶν Κοινοβουλίων, διότι ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ ἁβρότης ἐτροποποίησαν κατὰ πολὺ καὶ αὐτὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα. Θέλω λοιπὸν ψηφίσει κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ῥούφου, τὴν ὁποίαν δὲν ἀποδέχομαι· τὴν δέχομαι ὅμως ὡς πρότασιν κοινοβουλευτικὴν, ἀνταποκρινομένην εἰς τῆς κυβερνήσεως τὴν πρότασιν, καὶ ὡς ἱκανοποιοῦσαν ὅλην τὴν ἀντιπολίτευσιν.

§79ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν νομίζω ἀκριβῆ τὴν θέσιν τῶν ἀνταγωνιζομένων τὴν στιγμὴν ταύτην ἐδῶ· οὐδ’ ἀνήκει εἰς τὴν πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου νὰ κατασκευάσωμεν σήμερον ἓν δεδικασμένον, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ σκέπτεσθαι τοῦ κ. Ζαΐμη. Δὲν ἐκλήθημεν ἐδῶ τὴν στιγμὴν ταύτην διὰ νὰ δικάσωμεν καὶ νὰ κατασκευάσωμεν παραγραφὰς καὶ ἀπολύσεις ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἰσέρχονται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Ζαΐμη. Νομίζω δὲ, κύριοι, ὅτι καὶ ἡ ἰδέα τοῦ κ. Τρικούπη, νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην μας ἢ τὴν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης, καὶ ἐκείνη εἶναι βαρεῖα. Βεβαίως ἡ ἁβρότης πρέπει νὰ ἐπικρατῇ, καὶ ἡ εὐλάβεια καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπάλους ἀκόμη πρέπει νὰ φαίνεται καὶ νὰ διαλάμπῃ. Ἂν ἑρμηνεύω καλῶς, κ. πρόεδρε, τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου εἶναι, ὅτι καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἐντεῦθεν ἐννοοῦν οἱ κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἀρκοῦσι τὰ λεχθέντα· καὶ διὰ μὲν τοὺς συμπολιτευομένους ἀρκοῦσι τὰ λεχθέντα κατὰ τὸν τρόπον τῆς διανοίας αὐτῶν καὶ ὅπως ἐμόρφωσαν τὴν συνείδησίν των· κατὰ δὲ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων, ἀρκοῦσα εἶναι ἡ μέχρι τοῦδε ἐκτύλιξις εἴτε τῶν ἀσχημιῶν, εἴτε τῶν δικαιολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀντηλλάγησαν ἑκατέρωθεν. Λοιπὸν, ἂν ἑρμηνεύω καλῶς τὸ πνεῦμα τῆς βουλῆς, τὴν στιγμὴν ταύτην νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν «ἀρκουμένη ἡ βουλὴ εἰς τὰ λεχθέντα, προχωρεῖ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.

§81ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ συζήτησις ἤρξατο ἐκ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅτε ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔφερεν ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· ἐξ αἰτίας τοῦ συμβάντος τούτου, μοῦ φαίνεται, ὅτι εὑρίσκεται εἰς σύγχυσιν ἡ Βουλή. Ὅπως γνωρίζετε, κ. πρόεδρε, ὅταν τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὑπάρχουν δύω τρόποι τοῦ ἐκφράζεσθαι εἰς ὅλα ἐν γένει τὰ κοινοβούλια· πρῶτον διὰ τῆς ἁπλῆς προτάσεως (question préalable) καὶ ἡ ἀπ’ εὐθείας κατηγορία (leblame) πρὸς τὴν κυβέρνησιν. Εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν λέγομεν, ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἐκφέρει ἡ Βουλὴ ἐμμέσως μομφήν τινα, διὰ πλαγίας φράσεως. Ἀλλὰ τώρα τί θέλει ἡ κυβέρνησις; ἐννοεῖ, ὅτι θὰ ψηφίσουν καὶ τὸν βασιλικὸν λόγον οἱ δεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥούφου, ἢ ἐννοεῖ μόνον, ὅτι θὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν, ἢ καὶ τἀνάπαλιν;

§82ΡΟΥΦΟΣ. Ἀπόῤῥοια τῆς γενομένης συζητήσεως εἶναι ἡ μέχρι τοῦδε πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν δὲ μέλλουσαν θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Περὶ τίνος θέλετε, κύριοι, ν’ ἀποφανθῶμεν σήμερον; Ἐὰν ἐγκρίνωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ μέλλοντι, περὶ τῆς ὁποίας οὐδὲν γνωρίζομεν, περὶ τῆς ὁποίας οὐδεμία ἐγένετο συζήτησις, ἢ ἐὰν ἐπιδοκιμάζωμεν τὴν μέχρι τοῦδε πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὁποίας κατετρίψαμεν τοσοῦτον χρόνον; Δὲν ὡμιλήσατε, κύριοι, περὶ τῆς μελλούσης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὐτὴν δὲν τὴν γνωρίζετε, θὰ τὴν μάθητε ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἔργων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ ὑπουργεῖον θὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ὀφείλομεν σήμερον νὰ ἐκφέρωμεν ψῆφον μόνον περὶ τοῦ παρελθόντος. Κύριοι, ἔτυχε νὰ ἦμαι μέλος τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ πολλὰς τῶν παρελθουσῶν περιόδων, ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι πάντοτε ματὰ ὁμοίας συζητήσεις τοιαύτη πρότασις ἐψηφίζετο. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπέβαλε πρότασιν, οὕτω διατετυπωμένην (ἀναγινώσκει). Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω.

§83Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πάντοτε ἐπεκράτησεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὁ κανὼν τῆς διακρίσεως τῶν θεμάτων, ἀναλόγως τοῦ σκοποῦ ἢ τοῦ ἀντικειμένου τῆς συζητήσεως. Θὰ ἐνόουν ὅ,τι ἐλέχθη, καὶ ἤθελον συμφωνήσει εἰς τὴν προταθεῖσαν διατύπωσιν τοῦ θέματος, ἐὰν ἡ συζήτησις προήρχετο ἐξ ἐπερωτήσεως· τότε βεβαίως ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετὰ τὰ λεχθέντα. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως, οὐδὲ κἂν περὶ εἰδικῆς ἐπερωτήσεως· πρόκειται περὶ καθαροῦ ζητήματος ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον πρῶτος ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔθεσε, καθὼς πολὺ λογικῶς καὶ συνεπῶς πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης. Συνεζητήσαμεν ἀπὸ 12 ἡμερῶν περὶ τίνος; ὄχι μόνον περὶ διοικήσεως, ὄχι περὶ διαχειρίσεως, ὄχι περὶ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ ζητοῦμεν καὶ ἐξηγήσεις ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν περὶ τοῦ μέλλοντος, ἐρωτῶμεν τί θὰ κάμετε εἰς τὸ μέλλον; Μᾶς λέγετε πρέπει πρῶτον ν’ ἀποφανθῆτε περὶ τοῦ παρελθόντος ἡμῶν. Ἀλλ’ αὐτὰ πρέπει νὰ λέγωνται; Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης εἶναι ἀκέραιον, ἀφορᾶ καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον· δὲν δύνασθε νὰ τὸ χωρίσητε. Χωρίζεται τὸ ζήτημα τοῦ παρελθόντος, ὅταν ἦναι εἰδικὴ κατηγορία ἐπὶ πεπραγμένων· ἀλλ’ ὅταν ἦναι ἀόριστον τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, δὲν δύναται νὰ χωρισθῇ.

§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔχει βαρύτητα· ἀπορῶ δὲ μάλιστα πῶς ἡ ἀντιπολίτευσις ὑποστηρίζει γνώμην ἀντίθετον πρὸς ὅ,τι εἶπε. Τὶ εἴπομεν, κύριοι; ὅτι δὲν μᾶς παρέχονται τὰ στοιχεῖα, ὅπως σχηματίσωμεν πεποίθησιν περὶ τοῦ μέλλοντος, ἐνῷ δὲ ἡ Κυβέρνησις προτείνει ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ παρελθόντος, ἡμεῖς παραπονούμεθα! Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν ὅπως διετυπώθη παρὰ τοῦ κ. Ῥούφου.

§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ πρότασις περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ εἴπομεν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀδιαίρετον, καὶ ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔφερα παρατήρησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως, εἶναι, ὅτι ἐθεωρήσαμεν αὐτὴν μὴ ἀνταποκρινομένην πρὸς τὴν συζητηθεῖσαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχε διατυπώσει καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, δὲν ἐπιμένομεν· ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ψήφου ἡμῶν, εἶναι ἀρκετή.

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἀποσύρει τὴν πρότασίν του;

§87ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Μάλιστα.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥούφου: «Ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν μέχρι τοῦδε πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§89ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν Βουλευτῶν κ. κ. Ῥούφου καὶ Πετσάλη. «Παραδέχεται ἡ Βουλή, ὅτι, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν μέχρι τοῦδε πολιτείαν τοῦ Ὑπουργείου, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;»

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λεωνίδας Μελετόπουλος Ο Παῦλος Καλλιγᾶς
Ἰωάν. Μεσσηνέζης Ο Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο
Παντολ. Λογιωτατίδης Ο Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζὲς Ν
Λεωνίδ. Καρυστινάκης Ο Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς Ν
Νικόλ. Μαυροκορδάτος Ο Βλάσης Βαλτινός
Μιχαὴλ Δ. Καΐρης ἀρν.Ἀθανάσιος Ἴσκος Ν
Γεώργ. Τσώκρης Δ. Γρίβας
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ν Γ. Γεροθανάσης Ν
Γεώρ. Παππαλεξόπουλος Ν Χρ. Κατσικογιάννης Ν
Ἀνδρ. Ψύλλας Ο Βασίλ. Νικολόπουλος Ο
Δημήτρ. Ῥάλλης Ο Κ. Πλαπούτας
Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς Ἰωάννης Ῥοϊλός Ν
Τιμολέων Φιλήμων Ο Γεώργ. Μπούκουρας Ν
Θεόδ. Δηλιγιάννης Στυλ. Κασιμάτης
Κωνστ. Μαντζουράνης Ν Θεόδ. Θερμογιάννης Ο
Κ. Κοστονάκος Ο Ἀντών. Καρδαρᾶς Ν
Π. Πετροπουλάκης Ν Δημήτρ. Σταματόπουλος Ν
Ἰωάν. Ἀνδρίτσος Ν Θ. Καλλίτσης ἢ ΜαρούληςΟ
Κ. Ἀναγνωστόπουλος ἀρν Ἰωάν. Βαλασσόπουλος Ο
Ἰωάν. Γ. Κότταρης Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ν Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Ν
Νικόλ. Θ. Ῥίτσος Ν Ἀναστ. Κορφιωτάκης
Ἰω. Καπιτσίνης Ν Δημήτρ. Κορφιωτάκης Ν
Γ. Μίλησης Ο Δημήτρ. Μελετόπουλος
Ἰω. Κ. Ζέρβας Ν Γ. Λάππας Ν
Γεώργ. Ζηκόπουλος Ν Ἀναστ. Κουτσοπέταλος Ν
Δημ. Χατζόπουλος Νικόλ. Μπουφίδης Ο
Δ. Βουλπιώτης Ο Σ. Βαλαωρίτης Ν
Σπ. Καραϊσκάκης Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Ν
Σπυρ. Ῥώμας Ν Γερ. Σέρβος Ο
Κ. Λομβάρδος Ο Δημήτρ. Τσαμόπουλος Ν
Ἀναστ. Λούντζης Ο Ἀριστ. Ῥούκης ἀρν
Ἰω. Νέγκας Ἀλκ. Παπαλουκᾶς Ν
Ἰωάν. Βοῦλτσος Ν Χ. Χρηστόπουλος Ν
Γεώργ. Κρεστενίτης Ο Ἀλέξ. Πετρινός Ο
Στέφ. Στεφανόπουλος Ο Ἀναστ. Σεχιώτης Ο
Αὐγ. Πετραλιᾶς Ν Ἰω. Ταμπακόπουλος Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Κωνστ. Ῥεβελιώτης Ο
Γ. Παππακυριακόπουλος Ο Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος
Θεμ. Δαραλέξης Ν Ἡλίας Κοσσονάκος Ο
Σπυρ. Κουκούλεζας ἀρν.Ἀθαν. Κατριβάνος Ν
Γεώργ. Πετούσης Ο Βασίλ. Βούτουνας Ν
Παναγ. Οἰκονόμου Ν Στέφανος Δραγούμης Ο
Πέτρος Α. Ζάννος Ν Δημήτρ. Πάγκαλος Ν
Νικόλ. Νομικός Ο Γεώρ. Σταμούλης Ο
Νικήτας Α. Συνοδινός Ν Σπ. Ζερβός Ν
Δημοσθένης Στάϊκος Ν Θεόδ. Ζερβός Ν
Κωνστ. Πεταλᾶς Ν Χαρίλ. Τρικούπης Ο
Ἀριστ. Οἰκονόμου Ο Νικόλ. Μακρῆς Ν
Ἀλέξ. Φωτήλας Ν Γεώρ. Τσάλας Ο
Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ο Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος
Σωτ. Ν. Πετιμεζᾶς Ν Κωνστ. Α. ΚουμουνδοῦροςΝ
Θρ. Ζαΐμης Ο Περικλῆς Μποῦτος
Περικλ. Γ. Πεῤῥωτής Ν Σπήλ. Ἀντωνόπουλος
Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας Ν Γ. Προβελέγιος Ν
Δημ. Τζάννες Ν Δημ. Κυριακίδης Ν
Δημ. Κάρτσωνας Ν Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν
Ἀντών. Χατζηνικολῆς Ν Κωνστ. Κρίσπης Ν
Ἀλέξ. Ἀντωνάδης Ο Μιλτιάδης Βαρότσης Ν
Γεώρ. Καραβᾶς Ν Ν. Γ. Καλαντζόπουλος
Ἰωαν. Πεζᾶς Ο Γεώρ. Σισμάνης Ν
Γεώρ. Παππαγεωργίου Ν Ἀθ. Ῥοντήρης Ν
Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Ν Κωνστ. Φαρμακόπουλος Ν
Στυλιανός Βάλληνδας Ν Κ. Εὐθυμιόπουλος Ν
Νικόλ. Βασιλάκης Ο Ἀλέξ. Πετσάλης Ο
Ἀντών. Παλατιανός Ο Τηλέμαχος Ῥούκης Ν
Ἰάκωβος Πολυλᾶς Ο Κυριακ. Μαυρομιχάλης
Ἀναστ. Δημητριάδης Ο Δημήτριος Σαράβας Ο
Δημήτρ. Σταυρόπουλος Ο Ἀντ. Μαυρομιχάλης Ο
Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Ν Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης Ν
Ἰω. Δεληγιάννης Ο Ἀσημ. Χρηστόπουλος Ο
Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ν Ν. Λαμπρούλιας Ν
Σπυρ. Κοντολέων Ν Ζ. Α. Ζαρειφόπουλος Ν
Π. Κορωναίος Ο Ἀναστ. Δ. Νικοκάβουρας Ν
Π. Κωσταντᾶς Ν Στέφανος Σκουλούδης Ο
Θεόφιλος Π. Προβατᾶς Ἰω. Δούμας Ο
Γεώργ. Ἰακωβάτος Ο Ἰω. Ζαλλώνης Ν
Χαράλαμ. Ἰακωβάτος Ο Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
Νικόλ. Ἰακωβάτος Νικόλ. Δρόσος Ο
Νικόλ. Κάγκας Ν Σωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν
Εὐθ. Κεχαγιᾶς Θ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν
Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας Κανάρης Γιαλιᾶς Ν
Α. Σιμόπουλος Ο Γεώρ. Πατρίδης Ν
Λ. Καραλίβανος Ν Γεώρ. Στάϊκος Ο
Γ. Ῥούφος Ν Ἰωάν. Μεγαπάνος Ν
Α. Ῥικάκης ἀρν.Γ. Σ. Κοριζῆς Ν
Ἀριστομ. Κοντογούρης Ο Χριστόδ. Α. Δουζίνας Ο
Δ. Πατρινός Γεώρ. Δ. Βούλγαρης Ο
Περικλῆς Καλαμογδάρτης Ο Ἔπαμ. Α. Κριεζῆς Ο
Νικόλ. Κουμανιώτης Ο Θεόδ. Ν. Γκίκας Ο
Νικ. Καράπαυλος Ν Λεωνίδας Τράκας Ο
Δημήτρ. Τριγγέτας Ο Ἀθανάσιος Χατζόπουλος Ν
Ἀθ. Μισυρλῆς Ν Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
Εὐάγ. Ἀντύπας Ν Δημήτρ. Ζουλούμης Ο
Γ. Φλωριᾶς Ν Νικ. Εὐαγ. ΚοντογιάννηςΟ
Ἀναστ. Ζερβός Ν Ἀλέξ. Οἰκονόμου Ν
Μιχαὴλ Σκαβέντζος Ν Θεόδ. Φλογαΐτης Ο
Γεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Ν Βατίλ. Βουδούρης ἀρν.
Παντελῆς Μπούμπουλης Ν Μιχαὴλ Ἀβέρωφ Ν
Γεώρ. Λεωνίδας Ν Κωνστ. Ν. Παππανικολῆς
Ἰωάν. Γρυπάρης Ο Δημοσθ. Βρατσάνος Ν
Παντιᾶς Καράλης Ο

Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 176, ἐξ ὧν 99 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 71 κατὰ, καὶ 6 ἠρνήθησαν· ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.) Λύεται ἡ συνεδρίασις. ὥρα 8½ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
2τῆς 18 Δεκεμβρίου 1879.
3(Τρίτη.)
4Ὥρᾳ 2 μ. μ.
5Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
6προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοί τινες τῶν χωρίων Μπελεσίου καὶ
8Μεραγῆς τοῦ δήμου Ἐλατείας, παριστῶντες τὰς προσγινομένας
9αὐτοῖς ζημίας ἐκ παρακειμένου τινὸς χειμάῤῥου, κατακλύζοντος
10τὰς πεδιάδας, ἐξαιτοῦνται νὰ κανονισθῇ ἡ κοίτη αὐτοῦ, δημο-
11σίᾳ δαπάνῃ, προσφερόμενοι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς πρόσθετον
12φόρον, μέχρις ἀποπληρωμῆς τῆς δαπάνης. Θὰ παραπεμφθῇ
13ἡ αἴτησίς των εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
14§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μοὶ ἀνεκοινώθη, ὅτι χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ
15τῶν Οἰκονομικῶν μὲ προσεκάλεσε νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα,
16τὰ ὁποῖα εἶχον εἰπεῖ, ὅτι δὲν περιελήφθησαν ἐν τῷ παρ’ αὐτοῦ
17κατατεθέντι φυλλαδίῳ τῷ ἀφορῶντι εἰς τὸ δάνειον τῶν
1860,000,000. Ἐγὼ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν φαίνεται, ὅτι
19δὲν ἐπρόσεχον εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διότι δὲν τὸ
20ἤκουσα τοῦτο.
21§3ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν.).
22Εἶπον, ὅτι ἐκάματε χρῆσιν ἐγγράφων χωρὶς νὰ τὰ καταθέσητε.
23§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μοὶ εἶπον μάλιστα, ὅτι προσέθηκεν ὁ κ. Ὑπουρ-
24γὸς, ὅτι δὲν εἶχον ἡμερομηνίαν τὰ ἔγγραφα, καὶ ὅτι δὲν ἀνάγονται
25εἰς ἐποχὴν εἰς ἣν ἀνάγεται τὸ φυλλάδιον. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα
26ἀνάγονται εἰς τὴν ἐποχὴν ἣν περιλαμβάνει τὸ φυλλάδιον, καὶ
27ἐὰν εἶχον καταχωρισθῆ ἐν τῷ φυλλαδίῳ, θὰ κατελάμβανον θέσιν
28μεταξὺ τῶν ἐν τῇ 13ῃ καὶ τῇ 14ῃ σελίδι ἐγγράφων.
29Τὰ ἔγγραφα ἔχουν χρονολογίαν μέχρι τῆς 12|24 Ὀκτωβρίου,
30ἠξεύρετε δὲ, ὅτι κατὰ τὸν Ὀκτώβριον εἶχον κληθῆ εἰς τὰ
31πράγματα.
32§5ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Τὰ πρωτό-
33τυπα τ’ ἀφήσατε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν;
34§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, τ’ ἀντίγραφα ταῦτα εἶναι γεγραμ-
35μένα διὰ χειρὸς τοῦ ἰδιαιτέρου ὑμῶν γραμματέως, ὅστις ἦτο
36τότε καὶ ἰδιαίτερος ἐμοῦ γραμματεύς.
37§7ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Δὲν μᾶς λέ-
38γετε τὴν περίληψιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν;
39§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. Τὰ ἔγγραφα ἀφοροῦν εἰς τὴν σύμ-
40βασιν ἐκείνην, ἧς τοὺς ὅρους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐχαρακτήρισεν
41ὡς ἀτιμωτικοὺς, καὶ περιέχουσι τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως καὶ
42τὰς διαταγὰς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως
43ἡ σύμβασις ἐκείνη ὑπογραφῇ· εἶναι δὲ τὰ ἑξῆς· αʹ) τηλεγράφημα
44τοῦ ἐν Παρισίοις ἐπιτετραμμένου, ἀπὸ 30 Ὀκτωβρίου 1878·
45βʹ) τηλεγράφημα τοῦ ἰδίου ἐπιτετραμμένου πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν
46Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, ἀπὸ 15|27 Ὀκτωβρίου 1878· ἐν
47αὐτῷ περιέχονται οἱ ὅροι· γʹ) τηλεγράφημα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν
48Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ πρὸς τὸν ἐπιτετραμμένον, ὑπὸ ἡμερομη-
49νίαν 6|18 Ὀκτωβρίου.
50§9ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτε δὲν ἤμην Ὑπουργὸς ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ κ.
51Παπαμιχαλόπουλος.
52§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φέρει τὴν ὑμετέραν ὑπογραφὴν, ὡς Ὑ-
53πουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.
54δʹ) Τηλεγράφημα κρυπτογραφικὸν πρὸς τὴν ἐν Παρισίοις πρε-
55σβείαν· εʹ) τηλεγράφημα πάλιν τοῦ καὶ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
56Ὑπουργοῦ πρὸς τὴν ἐν Παρισίοις Πρεσβείαν περὶ τῆς αὐτῆς ὑπο-
57θέσεως, καὶ τέλος τηλεγράφημα τοῦ ἐν Παρισίοις ἐπιτετραμμένου
58πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.
59Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν εἶχον καταθέσει τ’ ἀντίγραφα ταῦτα
60κατὰ τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν μου, ἦτο, ὅτι δὲν ἤμην ἁρμόδιος
61ἵνα καταθέσω ἔγγραφα ἀνήκοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· μοὶ ἐπι-
62τρέπεται ὅμως ἡ κατάθεσις ἤδη, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
63Ἐξωτερικῶν τὴν ζητεῖ. (Καταθέτει ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω ἔγ-
64γραφα εἰς τὸ Προεδρεῖον.)
65§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἀτιμωτικοὶ ὅροι;
66§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τώρα θὰ τὸ εἴπω ἐγώ.
67§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι ἤδη κατατεθειμένα
68εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ ὁ βουλόμενος δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν
69αὐτῶν.
70§14ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῶσι κύριε Πρόεδρε.
71§15ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν βλέπω ἐνταῦθα τοὺς
72βοηθοὺς τῶν ἑλληνικῶν σχολείων Ἀραχώβης καὶ Λεβαδείας.
73Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως νὰ μὲ
74πληροφορήσῃ διατὶ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι διατελοῦσιν ἐπὶ το-
75σοῦτον χρόνον ἀπομεμακρυσμένοι τῆς ὑπηρεσίας των, πῶς ἀνα-
76πληροῦνται ἐν αὐτῇ, καὶ ἐὰν μισθοδοτῶνται.
77§16ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως.) Δὲν γνωρίζω
78τίποτε, οὔτε καμμίαν πληροφορίαν ἔχω περὶ τούτου. Θὰ ἐξε-
79τάσω, καὶ ἂν συμβαίνῃ τὸ τοιοῦτον ἄτοπον, θὰ τὸ διορθώσω
80παραχρῆμα.
81§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἡ Βουλὴ, κύριε
82Πρόεδρε, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως δέχεται νὰ συζητηθῇ κατὰ πρώ-
83την φορὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ μὴ ἀποστολῆς δικαστικῶν ἀν-
84τιπροσώπων εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων, πα-
85ρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ.
86§18ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ κ. Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις
87(Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν δι’
88ἀναστάσεως.)
89§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονο-
90μικῶν). Ἐκρίθη πανταχοῦ προσῆκον νὰ μὴ ἀπασχολῶνται
91τὰ Κοινοβούλια περὶ ἄλλα ἔργα πρὶν ἢ ἀπαντήσωσιν εἰς τὸν
92Βασιλικὸν λόγον, ὅστις ἀπαγγέλλεται κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς
93Συνόδου· τὸ προσῆκον τοῦτο ὠφείλαμεν νὰ τηρήσωμεν, καὶ
94ἀπέσχομεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐργασίαν ἄλλην.
95Ἐπειδὴ ὅμως δυστυχῶς αἱ πολιτικαὶ συζητήσεις παρετάθη-
96σαν μέχρι σήμερον, καὶ ἐπειδὴ μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου εἶναι
97ἀναπόφευκτον, διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως, νὰ ψηφι-
98σθῶσι νομοσχέδιά τινα, ἐκ φόβου μήπως μετὰ τὰς ἑορτὰς
99τῆς 25 Δεκεμβρίου δὲν καταστῆ δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ τὸ Κοι-
100νοβούλιον, ἀναγκάζομαι, ἀθετῶν τὸν κανόνα τοῦτον, νὰ εἰσα-
101γάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιά τινα καὶ ά.) ἐν ὀνόματι
102τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐν ἰδίῳ μου ὀνόματι,
103ὑποβάλλω νομοσχέδιον περιέχον διατάξεις προφυλακτικάς,
104περὶ τῆς φυλλοξήρας (τὸ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον)· 2) νο-
105μοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναστέλλεται μέχρι τῆς 1ης Ἰα-
106νουαρίου 1881 ἡ ἰσχὺς τοῦ κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1877 ἐκδο-
107θέντος νόμου περὶ προξενείων (τὸ καταθέτει εἰς τὸ προε-
108δρεῖον)· 3) νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἀναπληρω-
109τικὴ πίστωσις δραχμῶν 290,118, διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς
110τὴν ἀποζημίωσιν τῶν κ. Βουλευτῶν (τὸ καταθέτει εἰς τὸ
111προεδρεῖον)· 4) νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται
112αἱ δαπάναι κατὰ τοὺς πρώτους δύο μῆνας τοῦ ἐπιόντος ἔ-
113τους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις εἰσάγεται ἐν-
114τὸς τῆς νομίμου συνταγματικῆς προθεσμίας εἰς τὴν Βουλήν,
115καὶ ἐπιτρέπεται προσέτι νὰ εἰσπράττωνται τὰ δικαιώματα
116τοῦ δημοσίου καὶ οἱ φόροι κατὰ τοὺς μῆνας τούτους, κατὰ
117τοὺς ἰσχύοντας νόμους (τὸ καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον)· 5)
118νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται νὰ διατεθῶσιν 1,500,000
119ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα ἀποθεματικὰ κεφάλαια ἐν τῇ Ἐθνικῇ
120Τραπέζῃ, διὰ τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένας ἀ-
121νάγκας τοῦ 1879. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ συζήτησίν τινα καί
122τινα σημείωσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνεκοίνωσα, τὸ ἔλλειμμα
123τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, ἀπὸ 14 ἑκατομ. περιωρίσθη
124εἰς 9,000,000 καί τινας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν· ὅτι
125τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐχορηγήθησαν διὰ νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλ-
126λειμμα τοῦτο, ἦταν 5,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ
127ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, δυνάμει συμβάσεως, κατὰ τὰς
128ἀρχὰς τοῦ 1877, καὶ 5,000,000 ἔντοκα γραμμάτια.
129Ἐπειδὴ 4,600,000 περίπου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐ-
130πληρώθησαν τὸ 1878 διὰ πιστώσεων καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν ὑ-
131ποχρεώσεων, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος εἶχεν ἀναλάβει, διὰ τοῦτο
132δὲν ἐπερίσσευσαν εἰμὴ 5,000,000 ἔντοκα γραμμάτια· ἐπειδὴ
133δὲ ἐκ τῶν 5,000,000 ἐντόκων γραμματίων ἐτοποθετήθησαν
1344,800,000, ἐλήφθησαν δὲ ἐκ τοῦ ἐν τῇ Τραπέζῃ ἀποθέματος
1353,000,000, ἕπεται, ὅτι ἵνα καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, ἀπαιτεῖ-
136ται χρηματικόν τι ποσόν. Τοῦ χρηματικοῦ τούτου ποσοῦ
137τὴν διάθεσιν ζητοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ μᾶς
138ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή.
139Πρὶν ἢ ἐξακολουθήσω τὴν χθὲς διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν μου,
140καὶ σᾶς ἀνακοινώσω τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ εἶχον
141νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων καὶ
142τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς
143εἴπω ὀλίγα: λέξεις περὶ τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ὁ
144ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀνηγ-
145γέλθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐκτὸς τῶν δημοσιευθέντων διὰ
146τοῦ φυλλαδίου ἐγγράφων, ὑπάρχουσι καί τινα μὴ δημοσιευ-
147θέντα, ἦτο τρόπος, ὅστις ἤθελε ταράξει τὴν συνείδησιν τῶν
148ἀκροωμένων, ἤθελεν ἐμπνεύσει εἰς αὐτοὺς τὸν δισταγμόν, μή-
149πως τυχὸν διὰ τῶν ἐγγράφων τούτων ἐπροτείνοντο ὅροι συμ-
150φερώτεροι διὰ τὸ δάνειον, καὶ ἑπομένως ἀπεκρύβησαν ἀπὸ
151ὑμᾶς πληροφορίαι χρήσιμοι, ἵνα κρίνητε προσηκόντως τὰ τῆς
152συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, μήπως διὰ τῶν
153ἐγγράφων τούτου πρόκειται νὰ ἀποδειχθῇ ζημία τῶν δημο-
154σίων συμφερόντων συντελεσθεῖσα. Ὁμολογῶ εἰς τὴν Βουλήν,
155ὅτι ἐγὼ ἔδωκα ἐντολὴν εἰς τὰ ἁρμόδια γραφεῖα τοῦ Ὑπουρ-
156γείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δημοσιευθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα
157περὶ τούτου· δὲν γνωρίζω ἐκ τίνος παραλείψεως ἐπῆλθεν ἡ
158μὴ δημοσίευσις καὶ τῶν ἐγγράφων τούτων· δὲν γνωρίζω ἐὰν
159ἐλήφθησαν παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου τ’ ἀντίγραφα,
160καὶ ἔμειναν τὰ πρωτότυπα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονο-
161μικῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἶναι, ὅτι οἱ δι-
162σταγμοί, τοὺς ὁποίους εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἀκροωμένων
163ἤθελεν ἐμποιήσει ἡ ἀγγελία ὅτι ὑπάρχουσι ἔγγραφα μὴ δη-
164μοσιευθέντα, ἔγγραφα ἀποκρυβέντα ἕνεκα σκοποῦ τινος, εὐ-
165τυχῶς δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Τὰ ἔγγραφα ἀνάγονται εἰς δια-
166πραγματεύσεις πολλῷ προγενεστέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας
167ἐξέθηκα, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀπέληξαν εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ Ἀ-
168πριλίου τοῦ 1879· ἑπομένως ἡ Βουλὴ θέλει κρίνει περὶ τῆς
169ἀξίας τῶν ἐγγράφων. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξακολούθησιν
170τῆς ἀγορεύσεώς μου.
171Αἱ μελέται, τὰς ὁποίας ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐν ἀρχῇ
172τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ
173τῶν ἐξωτερικῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος, περὶ τοῦ Ἑλλη-
174νισμοῦ, ἦσαν μακραὶ καὶ παρατεταμέναι. Ἐκρίθη φαίνεται
175ὑπ’ αὐτοῦ λυσιτελὲς νὰ ἦναι μακραὶ καὶ παρατεταμέναι αἱ
176μελέται αὐτοῦ, διότι ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ ἡ προαίρεσις κατὰ
177πᾶσαν παράγραφον καὶ κατὰ πᾶσαν εἰδικὴν ὕλην νὰ συνα-
178γάγῃ ἓν συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κακῶς ἐπολιτεύθη·
179καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο δυνατὸν ν’ ἀκούσητε τοσαῦτα συμπε-
180ράσματα, ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις, ὥστε μοὶ ἐγέ-
181νετο δύσκολον, ἐνῷ ἠκροώμην τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Μεσο-
182λογγίου, νὰ διατηρήσω εἰς τὴν μνήμην μου τὸν ἀριθμὸν τῶν
183συμπερασμάτων τούτων. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ παρατεταμέ-
184νον τοῦ λόγου ἦτο καὶ σκόπιμον· διότι, ἐὰν διὰ πᾶσαν εἰδι-
185κὴν ὑπόθεσιν ἔμελλε νὰ συναγάγῃ ὡς συμπέρασμα ὅτι κα-
186κῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις δι’ ὅ,τι δήποτε ἔπραξε, καὶ ὅτι
187κακῶς ἐπολιτεύθη δι’ ὅ,τι δήποτε δὲν ἔπραξεν, ὅσον περισσό-
188τερα ἦσαν τὰ συμπεράσματα ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυ-
189βέρνησις, τοσοῦτον περισσότερον ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι ἦτο
190δυνατὸν νὰ κλονισθῇ ἡ πεποίθησις τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ
191τοῦτο ἠκούσατε νὰ ποιήσηται λόγον καὶ περὶ ἀλλοτρίων ὑ-
192ποθέσεων, ὡς περί τινος ζητήματος ἀναφυέντος ἐν Αἰγύπτῳ
193καὶ σχετικοῦ πρὸς δικαιώματα τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων· τὸ ἀντι-
194κείμενον ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπασχολήσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὄχι
195μόνον διότι ὑπῆρχον πιθανότητες, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔ-
196πραξέ τι, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάγκην τῆς συναινέσεως τῆς
197νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἤθελε σπεύσει νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ἀναγ-
198καῖον νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ διότι ἕκαστος τῶν κυρίων Βου-
199λευτῶν εἶχε πλῆρες τὸ δικαίωμα καὶ μετὰ τὴν πολιτικὴν
200συζήτησιν νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ὑπόθεσιν δι’ ἐπε-
201ρωτήσεως, καὶ νὰ ἐπιλάβηται τότε τῆς μελέτης καὶ ἐξετά-
202σεως τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐκρίθη ἀναγκαῖον
203νὰ προστεθῇ καὶ τοῦτο, ὡς ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ γίνηται ἀνα-
204δρομὴ καὶ εἰς πράγματα τὰ ὁποῖα τὸ Κοινοβούλιον συνεζή-
205τησεν ἤδη, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάνθη κατὰ τὴν ἕκτην
206Ὀκτωβρίου 1878. Ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ἐξετάσασα τὴν
207μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ
208τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ἀπεφήνατο διὰ πλειονοψηφίας,
209ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἑπομένως
210ὁ ἔλεγχος, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Κοινοβούλιον ἔπρεπε νὰ σταμα-
211τήσῃ, καὶ τὸ ὅριον τοῦτο ἦτο τὸ τῆς ἕκτης Ὀκτωβρίου
2121878. Ἀλλ’ ἐκρίθη ἀναγκαῖον, καὶ ἐγένετο ἀναδρομὴ καὶ εἰς
213τὸ πρὸ τῆς ἕκτης Ὀκτωβρίου χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ
214ἐξετασθῶσιν αἱ πρὸ τοῦ διαστήματος ἐκείνου πράξεις τῆς Κυ-
215βερνήσεως, καὶ ἐξαχθῶσιν οὕτω νέα συμπεράσματα ὅτι κα-
216κῶς ἐπολιτεύθη καὶ κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο ἡ Κυβέρνησις,
217ὡς καὶ δι’ ἑκάστην ὑπόθεσιν, ἣν δὲν ἔπραξε τότε.
218Δὲν μνημονεύω τοῦ συμβεβηκότος, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχεν
219ἐκφέρει τὴν ἐπιδοκιμασίαν της κατὰ τὸν 8βριον τοῦ 1878,
220διὰ νὰ θέσω φραγμὸν, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸν ἐπ’ αὐτῶν
221ἔλεγχον. Ὑποτάσσομαι εἰς τὸν ἔλεγχον, διότι ὅ,τι ἡ Κυ-
222βέρνησις καὶ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐπράξα-
223μεν, τὸ ἐπράξαμεν ἐν πλήρει συνειδήσει τοῦ καθήκοντος, τὸ
224ὁποῖον εἴχομεν πρὸς τὴν Πατρίδα, καὶ ἑπομένως εἴμεθα
225πρόθυμοι καὶ σήμερον, καὶ μετὰ δέκα, καὶ μετὰ πεντήκοντα
226ἔτη, νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς τὸν ἔλεγχον παντὸς πολίτου. Ἐν
227τῇ συνεδριάσει 14 τῆς 6 8βρίου 1878, ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμά-
228ζουσα τὴν μέχρι τοῦδε πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, μετέβη
229εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ ψήφων 69 κατὰ ψήφων 63,
230ἀρνηθέντων 3. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἠκούσατε χθὲς, ὅτι κα-
231κῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις καὶ πρὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου,
232διότι πρὸ τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου δὲν ἠδυνήθη νὰ
233πιέσῃ τὴν Εὐρώπην καὶ ν’ ἀφαρπάσῃ ἀπ’ αὐτῆς τὴν γνώ-
234μην, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου της νὰ
235παρασταθῇ εἰς τὸ Συνέδριον προστάτης τοῦ Ἑλληνισμοῦ·
236ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, διότι
237ἐν Βερολίνῳ δὲν ἐπίεσε τὴν φιλελληνικωτάτην ἐκείνην Δύ-
238ναμιν, ἡ ὁποία τοσοῦτον εὐμενῶς ἐμερίμνησεν ὑπὲρ τῶν ἑλ-
239ληνικῶν πραγμάτων, νὰ μεταβάλῃ γνώμην καὶ ν’ ἀπόσχῃ
240τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ἐπὶ τῆς προτάσεως,
241τὴν ὁποίαν ὁ μαρκίων Σαλισβουρὺ ἔφερεν εἰς τὸ Συνέδριον·
242ὅτι κακῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐδέξατο ὑπὸ τοὺς
243ὅρους, τοὺς ὁποίους περιεῖχεν ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου
244δεκτὴ τροπολογία τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Γαλλίας, ἐδέξατο
245νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Συνέδριον. Καὶ κατὰ τοῦτο ἡ γνώμη τοῦ
246Βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἦτον ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὴν
247γνώμην τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου.
248Ὅταν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου ἠγόρευεν, ἐξηγῶν τὰς
249πολιτικὰς ἰδέας του ἐπὶ τοῦ συμβεβηκότος τούτου, ἠρώτων
250ἐμαυτὸν ἐὰν αἱ γνῶμαι τοῦ κ. Λομβάρδου ἦναι γνῶμαι, τὰς
251ὁποίας ἀσπάζονται ὅλοι οἱ πολιτικοὶ φίλοι αὐτοῦ, τὸ κόμμα
252τὸ λεγόμενον 5ον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Λομβάρδος κατατάττει
253ἑαυτόν· καὶ μοὶ ἐγεννήθη δισταγμὸς, ὃν διήγειρεν ἰδίως ὁ
254ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅστις προτάσσεται τῆς ὁ-
255μάδος ταύτης τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἂν
256συνεμερίζετο καὶ οὗτος τὰς γνώμας ἐκείνας τοῦ κ. Λομβάρ-
257δου. Ὁ κ. Λομβάρδος σᾶς παρέστησε τὰ πράγματα κατὰ
258τοιοῦτον τρόπον, καὶ ἐθαύμασα τὴν δεξιότητα τοῦ ἀνδρὸς
259καὶ τὴν εὐφυΐαν, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁμιλῶν κα-
260θίστα ἀναμφισβήτητον καὶ ἀνεπίδεκτον παντὸς δισταγμοῦ,
261ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἔπρεπε νὰ σταθῇ καὶ ἀκο-
262λουθήσῃ τὸν δρόμον, ὁ ὁποῖος προεβάλλετο εἰς αὐτόν· καὶ ὅ-
263μως ὑπὸ τοσαύτης ἀβελτηρίας ἢ ὑπὸ τοιαύτης ἀδιαφορίας
264πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος ἐξελέξατο τὴν ὁδόν, ἡ ὁ-
265ποία ἀπέληξεν εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ἑλληνικῶν συμφε-
266ρόντων. Ὁ κ. Λομβάρδος ἐφαντάσθη ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὴν
267Γαλλίαν ὑπηρετοῦσαν τὰ συμφέροντα τῆς Δυνάμεως τῆς
268Ἄρκτου, ἐφαντάσθη μίαν πλήρη συνεννόησιν μεταξὺ Γαλ-
269λίας καὶ Ῥωσσίας, δι’ ἧς εἶχε κανονίσει ὅλα τὰ ζητήματα
270καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἀνατολῆς. Ἐφαντάσθη συμφώνους
271τὰς δύο αὐτὰς Δυνάμεις, καὶ σύμφωνον ἀκόμη καὶ τὴν Γερ-
272μανίαν· καὶ ἀφοῦ αἱ τρεῖς αὗται Δυνάμεις προηγουμένως συν-
273εφώνησαν καὶ ἐκανόνισαν ὅλα τὰ τῆς Ἀνατολῆς, δὲν εἶχον
274ἀνάγκην εἰμὴ μόνον τῆς συμπράξεως ἐμοῦ καὶ τοῦ μειδιά-
275ματός μου. Ἐφαντάσθη δύο ἄλλας Δυνάμεις, τὴν Αὐστρίαν
276καὶ τὴν Ἰταλίαν, συνεννοηθείσας ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων
277τῆς Ἀνατολῆς καὶ συμφωνησάσας περὶ τοῦ κανονισμοῦ αὐ-
278τῶν, τὴν δὲ Ἀγγλίαν σύμμαχον καὶ συμπράττουσαν μετ’ αὐ-
279τῶν, καὶ ἐφαντάσθη τὰς τρεῖς αὐτὰς Δυνάμεις ἀποτελούσας
280ἄλλην ὁμάδα, περιμένουσαν καὶ ταύτην τὸν ἀντιπρόσωπον
281τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔχουσαν ἀνάγκην νὰ τείνῃ πρὸς αὐτὴν τὰς
282χεῖρας!
283Τῳόντι μεγάλῃ σημασίᾳ διὰ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλ-
284λάδος, ἀφοῦ ἡ ἐκλογὴ ἔμενεν εἰς αὐτόν. Συνεζήτησε λοιπὸν
285τὴν διαγωγὴν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἦτο συμ-
286φέρουσα πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦ Ἑλληνι-
287σμοῦ. Ἀνομολογῶ τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Λομβάρδου πρὸς ὅλα
288τὰ ζητήματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους·
289σπουδάζω μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ ἀκροῶμαι μετ’ εὐλα-
290βείας τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας ἀνακοινώνει ἀπὸ τοῦ βήμα-
291τος τούτου, ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν νόμων, ἐπὶ τῶν βουλευτικῶν
292ἐκλογῶν, ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ἐπὶ
293τοῦ κλάδου τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως.
294Ἀλλ’ αἱ μελέται, τὰς ὁποίας ἐξέφερε διὰ τὴν ἐξωτερικὴν
295πολιτικὴν, τὰς ὁποίας προχθὲς ἤκουσα, ἐὰν δὲν ἦναι σφάλ-
296μα τῆς λειτουργίας τῆς κρίσεώς μου, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι
297σπουδαῖαι, οὐδ’ ἠδυνήθην νὰ πείσω ἐμαυτὸν, ὅτι εἶναι σπου-
298δαῖαι. Διὰ τοῦτο ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι δὲν
299εἶναι σπουδαῖαι, καὶ ὅτι τὰ θεμέλια αὐτῶν εἶναι ἐστηριγμένα
300ἐπὶ τοῦ ἀέρος.
301Ἠννόησα τὸν Βουλευτὴν Μεσολογγίου. Ὁ Βουλευτὴς Με-
302σολογγίου σᾶς παρέστησεν ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν τὰ πράγ-
303ματα. Ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου σᾶς ἀνέπτυξε μίαν θεωρίαν
304περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Τὴν εἶχον ἀκούσει τὴν θεωρίαν
305ταύτην καὶ εἶχον μελετήσει αὐτὴν, ὅταν ἓν μέλος τοῦ Κοινο-
306βουλίου διακεκριμμένον, τὸ ὁποῖον ἐξέλιπεν ἀπὸ τὸν κόσμον
307τοῦτον, ἐγκαινίασε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην ἀπὸ τοῦ 1873.
308Ἡ θεωρία ἐκείνη περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν
309ὁ κ. Τρικούπης ἐξήγησε χθὲς, δὲν εἶναι θεωρία νέα, εἶναι πα-
310λαιὰ, εἶναι ἡ θεωρία περὶ τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τῆς Ἑλ-
311λάδος, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλλετο ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης,
312ὑποστηριζόμενος ὑπὸ τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ φίλων αὐτοῦ.
313Ἓν μόνον νέον μοὶ ἐγένετο γνωστόν· λέγω, μοὶ ἐγένετο
314γνωστόν, διότι εἶχον μὲν μέχρι χθὲς ἐνδείξεις ὅτι δὲν ἔπρεπε
315νὰ πιστεύω ἐντελῶς, ὅτι τὴν θεωρίαν αὐτὴν ἠσπάσατο ὁ ἐκ
316Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐντελῶς, ἀλλὰ μοὶ ἐγένετο γνωστὸν
317διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου χθὲς, ὅτι ἠσπάσθη καὶ κατέ-
318ταξεν ἑαυτὸν εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην. Λέγω ὅτι εἶχον δι-
319σταγμοὺς, ὅτι δὲν εἶχεν ἀσπασθῆ ἐντελῶς τὴν πολιτικὴν
320ταύτην, τοὺς δισταγμοὺς δὲ τούτους ἐγέννησαν διάφορα συμ-
321βεβηκότα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀλλαχοῦ κατὰ τὸ τελευταῖον
322τοῦτο ἔτος ἤκουσα ἐπαγγελλόμενον τὸν κ. Τρικούπην καὶ
323ἀναφέροντα τὴν θεωρίαν ταύτην ὡς τὴν τελειοτέραν καὶ λυ-
324σιτελεστέραν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Εἶχον ὅμως συμβε-
325βηκότα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀπεδείκνυον, ὅτι μέχρι τῆς τελευταίας
326στιγμῆς τοῦ βίου τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ὁ ἐκ Μεσο-
327λογγίου Βουλευτὴς δὲν ἠσπάζετο τὴν πολιτικὴν αὐτήν.
328Ἀνέφερα τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ μνεία τῆς
329ἐποχῆς ἐκείνης μὲ θέτει εἰς ἕνα πειρασμόν. Ἐπεθύμουν νὰ
330ἀποφύγω πάντα πειρασμόν, διὰ νὰ ἦμαι σύντομος, διότι
331καὶ τὸ κοινὸν μᾶς ἐβαρύνθη συζητοῦντας καὶ ἐπαναλαμβά-
332νοντας πάντοτε τὰ αὐτά, καὶ ὑμεῖς ἐκουράσθητε, καὶ ἴσως,
333προσθέτω, διότι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπῄτει νὰ τρα-
334πῶμεν ἐπὶ ἔργα πρακτικά. Ἀλλ’ οἱ πειρασμοὶ ἐνίοτε εἶναι
335ἀνυπέρβλητοι, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ τοὺς κατανικήσῃ. Ὁ ἐκ
336Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν προχθὲς,
337ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ἐπονομασθέντος Οἰκουμε-
338νικοῦ, ἦσαν ἐντελῶς σύμφωνα ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
339Αὐτὴ ἡ βεβαίωσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης ἔκαμεν, εἶναι
340ἀληθὴς μέχρις ἑνὸς χρονικοῦ διαστήματος, ἀλλὰ μέχρι τοῦ
341χρονικοῦ ἐκείνου διαστήματος ἐνώπιον τοῦ ὑπουργείου τοῦ
342Οἰκουμενικοῦ δὲν ὑπῆρχον παρὰ ζητήματα ἐσωτερικῆς διοι-
343κήσεως. Τὸ ζήτημα τῶν προπαρασκευῶν τῆς χώρας ἦτο ζή-
344τημα ἐσωτερικῆς διοικήσεως’ κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλαμεν
345προμηθευθῆ καλλίτερον καὶ ταχύτερον τελειότερα ὅπλα τοῦ
346πυροβολικοῦ, κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλαμεν καταστήσει τὴν
347δύναμιν τῶν λογχοφόρων, κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλαμεν κα-
348ταρτίσει τὰς τάξεις τοῦ πεζικοῦ, κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλο-
349μεν δυνηθῆ νὰ ἐξεύρωμεν πόρους καὶ ἐπιβάλωμεν θυσίας εἰς
350τὸν λαόν, τὰς ὁποίας τὸ ἔκτακτον τῶν καιρῶν ἀπῄτει, ὅλα
351ταῦτα ἦσαν ζητήματα ἐσωτερικῆς διοικήσεως. Ὅταν ὅμως
352ἦλθεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησις, ἡ Οἰκουμενικὴ
353νὰ διατυπώσῃ γνώμην καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς,
354καθ’ ἣν στιγμὴν ἔμελλε νὰ ἀποφασίσῃ τί θὰ πράξῃ ἡ Ἑλλάς,
355ἡ ὥρα αὕτη ἦλθε κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Πλεύνας· ἀλλὰ
356κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην; Ἐπειδὴ τὰ μυστήρια δὲν τὰ κατέ-
357χω μόνος, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω τίποτε, δύναμαι ὅμως
358νὰ διαμφισβητήσω τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Ὑπουρ-
359γείου ἐκείνου ἦσαν σύμφωνα, καὶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν ἦσαν
360πλέον ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης σύμφωνα.
361Ὁμιλῶ ἐνώπιον Κοινοβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον συνεδρεύουσι
362πλὴν ἐμοῦ τρία μέλη τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ὁ Πρόεδρος τοῦ
363Ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων,
364καὶ ὁ ἐκ Μεσολογγίου. Δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἐν δημοσίᾳ
365συνεδριάσει περὶ γεγονότων τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἀντικείμενα
366μυστικῆς συνεδριάσεως, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐκεῖ ἐβεβαιώθη,
367ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν τὰ πράγματα ἐπέκειντο ἀναγ-
368καστικὰ καὶ ὑποχρεωτικά, καθ’ ἣν προὐτάθη νὰ λάβῃ ἡ
369Ἑλλὰς ἓν οἱονδήποτε μέτρον, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης
370ἐβεβαιώθη ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει ἐπελθοῦσα ἡ διαφωνία
371εἰς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Οἰκουμενικοῦ.
372Ἀλλὰ τίς, κύριοι, ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική;
373§20Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ ἕως πότε θὰ ἦναι μυστικὰ τὰ τῆς
374Οἰκουμενικῆς;
375§21Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θέλετε δυ-
376νηθῆ νὰ λάβητε τὴν συναίνεσιν ὅλων τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουρ-
377γείου ἐκείνου, διὰ νὰ ἀποκαλυφθῶσιν αἱ πράξεις καὶ αἱ σκέ-
378ψεις αὐτοῦ.
379§22ΤΙΝΕΣ. Ἐδῶ εἶναι ὅλοι.
380§23ΡΟΥΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην μέλος τῆς Οἰκουμενικῆς, ἀλλ’
381ἤμην μέλος τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν σχετίζομαι μὲ
382τὴν ἀνωτέραν πολιτικήν, ὅτι εἰμπορεῖ νὰ ἦναι ἐπιβλαβὲς ἢ
383ὄχι, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μετὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν εἰς τὴν
384μυστικὴν συνεδρίασιν ὁ κ. Δηλιγιάννης, τότε Ὑπουργός, εἶπεν,
385ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἦσαν σύμ-
386φωνα εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, πλὴν τοῦ μακαρίτου
387Δεληγεώργη.
388§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποία ἦτον ἡ θεωρία περὶ ἐξωτερικῆς πο-
389λιτικῆς, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ 1873 ἐνεκαινίασεν ὁ μακαρίτης
390Δεληγεώργης; Ἦτον ἐκείνη, τὴν ὁποίαν χθὲς ἠκούσατε ἀνα-
391πτυχθεῖσαν καὶ μετὰ σθένους λόγου καὶ μετ’ εὐστροφίας
392πνεύματος. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1873 μέχρι
393τοῦ 1879 ἐγὼ δὲν ἔπεισα ἐμαυτόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκολουθή-
394σω τὴν πολιτικὴν ταύτην. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκω ἐν τῇ
395πολιτικῇ ταύτῃ τι τὸ ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κρά-
396τους. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον οὔτε νὰ δικαιολογήσω
397ἐμαυτόν, διότι δὲν ἠσπάσθην τὴν πολιτικὴν ταύτην, οὔτε νὰ
398ἐπικρίνω ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠσπάσθησαν αὐτήν. Παρατηρῶ
399ὅμως εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι ἂν σήμερον, ἂν μετὰ τὸν Ῥωσ-
400σοτουρκικὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα
401ἡ Εὐρώπη ἀνέγραψεν ὡς ἀποτελέσματα ἐπελθόντα ἐκ τοῦ
402πολέμου τούτου, ἂν σήμερον ἔζη καὶ ἐπολιτεύετο ἐκεῖνος, ὁ
403ὁποῖος ἐνεκαινίασε τὴν πολιτικὴν ταύτην, εἶμαι βέβαιος, ὅτι
404ἤθελε μεταῤῥυθμίσει αὐτήν. Καὶ ἀληθῶς, ἂν ἡ πολιτικὴ αὕτη
405ἦτο λυσιτελὴς καὶ εἶχέ τι τὸ ὁποῖον ἐξυπηρέτει τὰ συμφέ-
406ροντα τοῦ Ἔθνους, λέγω ἄν, διότι ἔχω δισταγμούς, ἂν ἦτο
407τοιαύτη, ἡ φορὰ ὅμως τῶν πραγμάτων καὶ ἡ τροπὴ τῶν
408πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς, ἡ τροπή, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ὁ
409ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἡ τροπὴ
410αὕτη ἤθελε πείσει αὐτόν, ὅτι δὲν ἦτο πλέον δυνατὴ ἡ ἀπό-
411λυτος αὕτη πολιτικὴ νὰ ἦναι λυσιτελὴς εἰς τὰ συμφέροντα
412τοῦ Ἔθνους.
413Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἐστηρίζετο ἐπὶ μιᾶς βάσεως, ἤτοι τοῦ
414ἀνταγωνισμοῦ τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατοικουσῶν φυλῶν.
415Πρὸ τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος
416ἠδύνατο νὰ συντελῆται καὶ νὰ λειτουργῇ, διότι ὑπῆρχεν
417ἰσοῤῥοπία τις μεταξὺ τῶν εἰρημένων φυλῶν, ἡ ἐπίσημος
418ἰσοῤῥοπία, ἡ ὁποία ἄφινεν ἐλευθέραν ἑκάστην φυλὴν νὰ ἀ-
419ναπτύξῃ τὸν ἴδιον χαρακτῆρα καὶ τὰ ἴδια αὐτῆς προσόντα,
420καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ. Ἡ ἐπίσημος ἐμφάνισις ἑκάστης τῶν φυ-
421λῶν ἦτον ἡ αὐτή, ἦσαν πάντες ὑπήκοοι τοῦ Σουλτάνου,
422συναγωνιζόμενοι κατὰ τὴν σταδιοδρομίαν τὴν ὁποίαν διέ-
423τρεχον, ὑπὸ τὴν τύχην των ἐκείνην· ἑκάστη φυλὴ εἶχε τὰ
424αὐτὰ μέσα, διὰ ν’ ἀναπτύξῃ τὰ ἴδια προτερήματα καὶ τὴν
425ἰδίαν δραστηριότητα, καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἐκείνη, ἡ ὁποία
426ἦτο ζωηροτέρα καὶ δραστηριωτέρα, καὶ ἔχουσα μεγαλειτέ-
427ραν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν. Ἀλλ’ ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πό-
428λεμος μετέβαλε πάντα ταῦτα· μετὰ τὸν Ῥωσσοτουρκικὸν
429πόλεμον ἐσχηματίσθησαν ἡγεμονίαι, καὶ ἡγεμονίαι, τῶν ὁ-
430ποίων δὲν δύναμαι ἀπὸ τοῦδε οὐδὲ νὰ προγνώσω, οὐδὲ νὰ
431περιγράψω τὰς αἰτίας καὶ τὸν προορισμόν. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἢ
432ὑπάρχῃ ἀνταγωνισμὸς τῶν φυλῶν τῶν κατοικουσῶν τὴν Ἀ-
433νατολήν, ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος εὑρίσκεται πλέον εἰς ἐντε-
434λῆ ἀνισοῤῥοπίαν, καὶ αἱ φυλαὶ εὑρίσκονται ἑκάστη ἐν ἀνίσῳ
435μοίρᾳ, ἡ δὲ θέσις, ἡ ὁποία ἐπλάσθη διὰ τὴν Ἑλληνικὴν φυ-
436λήν, εἶναι ὑποδεεστέρα τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέλαβον
437αἱ ἄλλαι ἐν τῇ Ἀνατολῇ φυλαί. Πῶς λοιπὸν ἔπρεπε νὰ
438ἐξευρεθῇ καὶ νὰ χορηγηθῇ ἐπικουρία τις εἰς τὴν φυλὴν ταύ-
439την τὴν τεθεῖσαν ἐν ἥσσονι μοίρᾳ; πόθεν ἔπρεπε νὰ πορι-
440σθῇ ἢ ν’ ἀντλήσῃ ἕνα παραμυθητικὸν λόγον εἰς τὴν δυσ-
441χερῆ σταδιοδρομίαν, ἡ ὁποία ἐπεκλώσθη δι’ αὐτήν; Εἰς
442ποίαν γωνίαν γῆς ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ; Δὲν ἔμενε παρὰ
443αὐτῇ ἡ γωνία, καὶ ἂν αὐτὴ ἡ γωνία δὲν εἶχε θερμανθῆ ἀρ-
444κούντως, δὲν ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ν’ ἀντλήσῃ θερ-
445μότητα ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, διότι δὲν εἶχεν εἰς
446τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ οὔτε νὰ πράξῃ, οὔτε νὰ προσφέρῃ τι
447περισσότερον.
448Ἡ θεωρία λοιπὸν αὕτη δὲν ἔπρεπε νὰ κρατῇ πλέον, ἔ-
449πρεπε νὰ ὑποστῇ μεταβολάς· καὶ ἡ πρωτίστη τῶν μετα-
450βολῶν ἦτον ἡ ἐπιζήτησις διὰ παντὸς τρόπου τῆς ἐνισχύ-
451σεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἡ ἐδαφικὴ αὔξησις τῆς
452χώρας δὲν εἶναι πλέον συμβεβηκὸς ἀδιάφορον διὰ τὴν Ἑλ-
453λάδα, εἶναι ἐνίσχυσις, εἶναι παρασκευὴ ἐπικουρίας εἰς τὴν
454φυλήν, ἡ ὁποία, ἂν εὑρίσκεται εἰς ἀνταγωνισμόν, ἔχει ἀπό-
455λυτον ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας ταύτης ἐν τῷ ἀνταγωνί-
456ζεσθαι.
457Ἀκούω τινὰς νὰ ὁμιλῶσι μετὰ μεγάλης ἁπλότητος καὶ
458ἀφελείας, τινὰς μὲν λέγοντας καὶ χαρακτηρίζοντας τὸ ζή-
459τημα τὸ ἐξωτερικὸν ὡς λεγόμενον «Ἑλληνικὸν ζήτημα», τι-
460νὰς δὲ μὴ προσέχοντας, καὶ προτάσσοντας αὐτοῦ μελέτας
461ἄλλας, εἴτε ἐσωτερικὰς, εἴτε ἐξωτερικὰς.
462Τὸ ἐπ’ ἐμοί, τοσαύτην δίδω ἀξίαν εἰς τὴν αἰσίαν λύσιν
463τοῦ ἐξωτερικοῦ τούτου ζητήματος, ὥστε εὐλόγως, νομίζω,
464ἀξιῶ ὡς ἀλήθειαν ὅ,τι προχθὲς ὁμιλῶν παρίστων, ἤτοι
465τὸν Ἑλληνισμὸν ἔχοντα ἐπὶ κεφαλῆς τὸ Ἑλληνικὸν Βα-
466σίλειον.
467Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔπταισεν, ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύθη
468κακῶς, διότι δὲν παρεσκεύασε τὴν Εὐρώπην οὕτως, ὥστε
469ὁμοφώνως νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλ-
470λάδος νὰ ὁμιλήσῃ ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἐν ὀνόματι τοῦ Ἑλληνι-
471σμοῦ. Καὶ ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικού-
472πης. Ἔχει πρόχειρον ἓν σύστημα τελεσιουργὸν καὶ ἀσφα-
473λές. Τὰ μικρὰ Κράτη, σᾶς εἶπε, νομίζετε, ὅτι δὲν δύνανται
474νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν θέλησίν των; Ἔχουσι τὸ σύστημα τῆς
475πιέσεως. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἔσφαλε, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν
476ἐπίεσε τὴν Εὐρώπην, ἵνα ἀναγκάσῃ αὐτὴν νὰ δώσῃ εἰς τὸν
477ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος τοσαύτην εὐρεῖαν ἐντολήν.
478Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος, χωρὶς νὰ τὸ θέλω, νὰ ἀκο-
479λουθήσω τακτικὴν εἰς τὸν λόγον μου, τὴν λεγομένην τα-
480κτικὴν τῆς ἀντιθέσεως. Δὲν τὸ κάμνω διὰ νὰ ἐπικρίνω τὰς
481προκατόχους Κυβερνήσεις, οὐδὲ διότι συμβαίνει νὰ ἦναι ἐμὸς
482προκάτοχος ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτής. Δὲν ἔχω τὴν
483προαίρεσιν νὰ κατακρίνω τὴν πολιτείαν αὐτοῦ. Καὶ ἂν εἶ-
484χον τὴν τοιαύτην προαίρεσιν, δὲν ἤθελα ἀφήσει νὰ ἐκτυ-
485λιχθῇ, διὰ νὰ μὴ δείξω, ὅτι θέλω νὰ μιμηθῶ τὸ παράδειγ-
486μα αὐτοῦ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸ πράξω, διὰ νὰ παρα-
487στήσω εἰς αὐτόν, ὅτι, ἂν ἠδυνήθη νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πο-
488λιτικὴν τῆς πιέσεως, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποκτήσῃ οὐδὲ ἐκεῖ-
489νο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀπεκτήσαμεν, μὴ ἀκολουθήσαντες τὸ σύ-
490στημα τῆς πιέσεως. Πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ πράγμα-
491τος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη γνωστὸν εἰς τὸν κόσμον, οὐδὲ κα-
492λύπτει πλέον ἡ μυστικότης· ἑπομένως δὲν παραβαίνω τὸ
493καθῆκον, ἐὰν ὁμιλήσω περὶ τούτου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐ-
494ξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὰς ἀρχὰς ἢ τὰ μέσα τοῦ
4951877 ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν πρὸς Μεγάλην Δύναμιν·
496«Μᾶς συμβουλεύετε νὰ μὴ κινηθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον,
497μᾶς συμβουλεύετε νὰ ἀσκήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον ὅ-
498λην τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν ὁμοφύλων του,
499διὰ νὰ μὴ κινηθῶσι, καὶ μᾶς φέρετε ὡς ἐπιχείρημα, διὰ νὰ
500μᾶς πείσητε, συλλογισμὸν, ὁ ὁποῖος φαίνεται ἔχων τὰ στοι-
501χεῖα νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι, ἂν κινηθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον,
502ἀφίνω τὴν τύχην τῶν ὅπλων, θέλουσιν ὅμως πλὴν ταύτης
503ἐπέλθει ἀναμφισβητήτως περιπλοκαὶ εἰς τὰ πράγματα τῆς
504Ἀνατολῆς, ἡ δὲ Εὐρώπη ἐπιθυμεῖ νὰ ἄρῃ καὶ τὰς ὑπαρχού-
505σας περιπλοκάς. Ἂν κινηθῶσιν αἱ Ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι, τὸ
506κίνημα αὐτῶν θέλει φέρει νέαν τινὰ ἐξασθένησιν τοῦ Κρά-
507τους εἰς τὸ ὁποῖον αὗται ἀνήκουσιν, ἐξασθένησιν, τὴν ὁποίαν
508ἡμεῖς θεωροῦμεν ἐπιζήμιον εἰς τὰ συμφέροντα τῶν τε εἰρη-
509μένων ἐπαρχιῶν καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἢ θέλει φέ-
510ρει ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, καὶ τοῦτο θέλει ἀπολήξει εἰς
511βλάβην τῶν ἐπαρχιῶν τούτων. Αὐτὰ συμβουλεύετε εἰς ἡ-
512μᾶς· ἔστω, συναινοῦμεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην σας· τί
513μᾶς ὑπόσχεσθε περαιτέρω;» Ἡ πολιτικὴ τῆς πιέσεως εἶ-
514ναι πολιτικὴ ἀνταλλαγμάτων, σᾶς κάμνομεν τὴν παραχώ-
515ρησιν ταύτην, μᾶς ὑπόσχεσθε, ἂν δὲν κινηθῶσιν αἱ Ἑλλη-
516νικαὶ ἐπαρχίαι καὶ ἂν μείνωσιν ἥσυχοι, ὅτι εἰς τὸ τέλος
517τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου θέλετε θεωρήσει τὰς ἐπαρ-
518χίας ταύτας ὡς ἐν ἐπαναστάσει, καὶ προκείμενον Ἑλληνι-
519κὸν ζήτημα; Σᾶς ὁμιλῶ περὶ τῆς διακοινώσεως τοῦ λόρ-
520δου Δέρβυ. Ὁ λόρδος Δέρβυ ἀπήντησεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν
521Κυβέρνησιν τότε (ἀναγινώσκει).
522«Ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ἔλαβεν ὑπὸ
523σκέψιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Στούαρτ περὶ τῆς συνεντεύξεως
524»αὐτοῦ μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη, ἐν ᾗ οὗτος ἠρώτησε τίνες
525»αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος περὶ
526»τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πολιτικὴν, ἣν ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε ν’ ἀ-
527»κολουθήσῃ, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰ ἐν τῷ μέλλοντι συμφέ-
528»ροντα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς.»
529«Ὁ κ. Τρικούπης ἀναδέχεται, ἵνα προσπαθήσῃ νὰ προλά-
530»βῃ ἐξεγέρσεις ἐν ταῖς γειτονικαῖς ἐπαρχίαις, ἐπὶ τῷ ὅρῳ
531»τοῦ νὰ λάβῃ ὑπόσχεσιν παρὰ τῆς Μεγάλης Βρετανίας, ὅτι,
532»ὅταν ἐπιστῇ ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως διαπραγματεύσεων
533»περὶ εἰρήνης, θέλει θεωρηθῆ ζήτημα ὑφιστάμενον ἐνώ-
534»πιον τῆς Εὐρώπης, ὡσανεὶ τοιοῦτον Ἑλληνικὸν ζήτημα
535»εἶχε τεθῆ διὰ τῆς ἐμπράκτου ἐπαναστάσεως ἁπασῶν
536»τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν».
537» Δὲν εἶναι εὐκρινὲς ἐκ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Τρι-
538»κούπη τίς ἡ ἀκριβὴς ἔννοια, ἣν ἀποδίδει εἰς τὴν ἔκφρασιν
539»ταύτην».
540«Ἡ Κυβέρνησις τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος δὲν εἶναι πα-
541»ρεσκευασμένη, διὰ νὰ δώσῃ οἵας δήποτε βεβαιώσεις, σχετι-
542»κὰς πρὸς γεγονότα δυνάμενα νὰ συμβῶσιν ἐν περιπτώσει
543»διαλύσεως τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας ἐν Εὐρώπῃ. Θὰ
544»ἦτο, κατὰ τὴν γνώμην αὐτῆς, ἄτοπος ἅμα καὶ πρόωρος ἡ
545»ἐξέτασις τοιούτου ἐνδεχομένου, οἷος ὁ διαμελισμὸς τῆς
546»χώρας τῆς νῦν ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν ἐξουσίαν».
547«Οὐχ ἧττον, εἶναι ἑτοίμη νὰ βεβαιώσῃ τὴν Ἑλληνικὴν
548»Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἔγκεισθαι εἰς τὴν ἐξουσίαν
549»αὐτῆς, ὅταν ἐπιστῇ ὁ χρόνος τῆς διασκέψεως περὶ τοῦ κα-
550»νονισμοῦ τῶν ζητημάτων, τῶν ἐκ τοῦ πολέμου προκυ-
551»πτόντων, θέλει εἶσθαι ἑτοίμη νὰ ποιήσηται χρῆσιν ἁπάσης
552»τῆς ἐπιῤῥοῆς αὐτῆς πρὸς ἀπόκτησιν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ
553»λαοῦ ἐν ταῖς Τουρκικαῖς ἐπαρχίας οἵων δήποτε διοικητι-
554»κῶν μεταῤῥυθμίσεων ἢ πλεονεκτημάτων, ἅτινα ἤθελον
555»παραχωρηθῆ εἰς τὸν χριστιανικὸν λαὸν οἵας δήποτε ἄλ-
556»λης φυλῆς».
557«Ἐν τῷ μεταξὺ ἤθελε συμβουλεύσει τὴν Ἑλληνικὴν Κυ-
558»βέρνησιν νὰ τηρήσῃ θέσιν συνετὴν καὶ νὰ μὴ ἀπαλλοτριώ-
559»σῃ τὰς συμπαθείας τῆς χώρας ταύτης, ἥτις πάντοτε ἔδειξε
560»τοσοῦτον ἐνδιαφέρον εἰς τὴν εὐημερίαν τῆς Ἑλλάδος, ἐξε-
561»γείρουσα κινήματα ἐπαναστατικὰ ἐν ταῖς Τουρκικαῖς ἐ-
562»παρχίαις, ἅτινα δύνανται νὰ συντελέσωσι μόνον ὅπως αὐ-
563»ξήσωσι τὴν ἀθλιότητα καὶ τὴν δῄωσιν τοῦ πολέμου, καὶ
564»βλάψωσι λαούς, ὧν τὰ συμφέροντα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνη-
565»σις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ.
566«Ὑπουργεῖον ἐξωτερικῶν, Λονδῖνον, τὴν 4 Ἰουλίου 1877».
567Καὶ δὲν ἦτο κύριοι, ἀκμάζοντος τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πο-
568λέμου, δὲν ἦτο μεγάλη καὶ ἐπαισθητὴ ἡ πίεσις, ὅτε τὸ Ἑλ-
569ληνικὸν Βασίλειον ἦτον εἰς θέσιν νὰ ἐξεγείρῃ τὰς Ἑλληνικὰς
570ἐπαρχίας, καὶ ἐσκέπτετο, ἂν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπῃ νὰ τὰς ἐξε-
571γείρῃ. Ἔλεγεν· ἂν δὲν τὰς ἐξεγείρωμεν, μᾶς ὑπόσχεσθε, ὅτι
572Θέλετε κατορθώσει τί; νὰ θεωρηθῇ ὑπάρχον Ἑλληνικὸν ζή-
573τημα. Καὶ εἴπετο ἡ ἀντίθετος ὑπόθεσις, ὅτι, ἂν δὲν ὑπο-
574σχεθῆτε τοῦτο, θέλει ἐπέλθει ἡ ἐξέργεσις τῶν ἐπαρχιῶν, ἡ
575ὁποία Θέλει φέρει νέαν περιπλοκήν, καὶ περιπλοκὴν γενομέ-
576νην ὑπάρχοντος τοῦ Ῥωσσο–τουρκικοῦ πολέμου.
577Νομίζετε ὅτι ἦτον ὀλίγον τοῦτο, ὅτι δὲν ἀπετέλει πίεσιν
578ἰσχυροτάτην; Τί κατώρθωσεν ὁ κ. Τρικούπης ν’ ἀποκτήσῃ;
579Νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ὑπόσχεσιν τῶν διοικητικῶν μεταῤῥυθμί-
580σεων, εἰς τὰ ὁποίας οὐδεμίαν δίδω ἀξίαν τῇ ἀληθείᾳ, καὶ
581λέγω τὴν ἰδικήν μου γνώμην τὴν ἰδιαιτέραν, διότι δὲν ἔχω
582ἐξουσίαν ἀπὸ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τὸν
583Βασιλέα νὰ ἐκφράσω γνώμην τῆς Κυβερνήσεως· λέγω ἀτομι-
584κὴν γνώμην, ὅτι ὀλίγον φροντίζω ἂν κυβερνᾷ τὴν Μακεδο-
585νίαν ὁ Κωνσταντῖνος Πασᾶς ἢ ὁ Ἀβδοὺλ Πασᾶς. Καὶ ἴσως
586ἔτι πρός· κατὰ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, προτιμῶ ν’ ἀ-
587κούω περισσότερον τὸν Ἀβδοὺλ Πασᾶν παρὰ τὸν Κωνσταν-
588τῖνον Πασᾶν.
589Τὸ σύστημα τῆς πιέσεως, κύριοι, δὲν εἶναι πάντοτε τελε-
590σιουργόν· ἠμπορεῖ νὰ τὸ μνημονεύῃ τις, διὰ νὰ ἐπικρίνῃ, ἀλλὰ
591κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπικρίνει, ἐὰν ἐξήταζεν
592ἑαυτόν, ἤθελε ψαύσει βεβαίως πρόχειρον τὴν ἀδυναμίαν τῶν
593ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησεν ὁσάκις ἔκαμε χρῆσιν
594αὐτῆς. Τὸ σύστημα τῆς πιέσεως δύναται νὰ ἦναι τελεσιουρ-
595γόν, ὅταν δὲν ἀναιρῇ ἢ δὲν μεταβάλλῃ τὰ συμφέροντα, τὰ
596ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐσχηματισμένα, ἢ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν
597ἕκαστον Κράτος ἔχει ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδίων ἑαυτοῦ συμ-
598φερόντων. Καὶ ὅταν πρόκηται περὶ πολιτικῆς τοσοῦτον με-
599γάλης, ὁποία εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν τύχην τῶν πραγμάτων
600τῆς Ἀνατολῆς; Εἶναι ἀδύνατον, δι’ οὗτινος δήποτε συστή-
601ματος, νὰ συντελέσητε εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης τὴν
602ὁποίαν ἔχουσι, τοῦ συστήματος τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν
603ἀκολουθοῦσι.
604Δὲν γνωρίζω ἐὰν μετήλθομεν τὸ σύστημα τῆς πιέσεως, ἢ
605ἐὰν δὲν τὸ μετήλθομεν, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἀπεκτήσαμεν πολ-
606λὰ ἢ ἐὰν δὲν ἀπεκτήσαμέν τι· ἐὰν μετήλθομεν μίαν πολιτι-
607κήν, τὴν μετήλθομεν τῇ γνώσει τοῦ Κοινοβουλίου, αὕτη δὲ
608παρήγαγεν ἀποτελέσματα πολὺ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα τῆς
609πολιτικῆς τὴν ὁποίαν μετῆλθον οἱ προκάτοχοι ἡμῶν. Ἡ
610κλῆσις, ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε ἐντολὴν,
611ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου,
612καὶ ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ, εἶναι ἀπόκτημα, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται
613εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι ἄλλης
614τινός. Καὶ ὅσοι διέδωκαν ἢ εἶπον τὸ ἐναντίον, δὲν γνωρί-
615ζουσιν ἀκριβῶς τὰ πράγματα· τὸ σύστημα ὅπερ ἠκολουθή-
616σαμεν, ὑπὸ ὁποιασδήποτε περιστάσεις καὶ ὁπωσδήποτε, εἶ-
617χεν ἀποτέλεσμα τὸ 13ον πρωτόκολλον, καὶ εἶμαι βέβαιος
618ὅτι τὸ 14ον πρωτόκολλον, εἴτε εὐχὴ εἴτε ἐπιταγὴ εἶναι, καὶ
619ἐγὼ ἔχω γνώμην περὶ τούτου, ὀφείλεται εἰς τὴν πολιτικὴν
620τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη. Καὶ λέγοντες ταῦ-
621τα, δὲν ζητοῦμεν παρ’ οὐδενὸς τίποτε, ζητοῦμεν ὅμως ἓν
622μόνον πρᾶγμα, νὰ μὴ μᾶς ἐγκαλῆτε ὡς προδότας, ὡς ἀ-
623βελτέρους. Αὐτὸ μόνον ζητοῦμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκαζό-
624μεθα νὰ μνημονεύσωμεν τῆς φράσεως ταύτης καὶ νὰ ἀπο-
625δείξωμεν, ὅτι ὀφείλεται εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυ-
626βερνήσεως.
627Ὅταν ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ ἔγραφεν εἰς τὸν κ. Λέαρ κατὰ
628τὴν 13)25 Ἀπριλίου τὰ ἑξῆς· «Δύνασθε νὰ ἐξουσιοδοτή-
629σητε τὸν κύριον Blunt νὰ βεβαιώσῃ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ἐπα-
630ναστατῶν, ὅτι, ἂν ἀκολουθήσωσι τὰς συμβουλὰς τῆς Ἀγ-
631γλίας, ἡ Ἑλληνικὴ ὑπόθεσις δὲν θέλει παραλειφθῆ, καὶ ὅτι
632»ἡ Ἀγγλία θέλει προσπαθήσει νὰ ἐπιτύχῃ, ἵνα ἡ Ἑλλὰς
633»ἀκουσθῇ ἐν τῷ Συνεδρίῳ πλήρως καὶ εὐνοϊκῶς». Ἡ βε-
634βαίωσις αὕτη καὶ τὸ ἀπόκτημα τοῦτο δὲν ἠξεύρω ἂν ὀφεί-
635λεται εἰς ἕτερόν τινα, ἢ εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν με-
636τῆλθεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη.
637Οὐδὲ ἐγὼ βεβαίως, οὐδὲ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι σκοποῦσι νὰ
638συνηγορήσωσιν ὑπὲρ ἀτελειῶν ἢ ὑπὲρ ἐλαττωμάτων, τὰ
639ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν ὡρισμένων τινῶν
640πράξεων. Τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον κατέχει τὸν κ. Πρόεδρον
641τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατέχει καὶ ἕκαστον τῶν με-
642λῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐάν τινα ἄτομα ἔπταισαν, ἐὰν ἐπλημ-
643μέλησαν, θέλει ἔλθει στιγμὴ καθ’ ἣν θέλουσι δώσει λόγον,
644καὶ ἡ Βουλὴ διετήρησεν ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου
645τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν. Ὅσον ὅμως καὶ
646ἂν ἠθέλησαν νὰ διαστρέψωσι τὰ πράγματα, νὰ διασύρωσι
647τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅσον καὶ ἂν ἠθέ-
648λησαν νὰ ἔλθωσι συνήγοροι καὶ ἐπίκουροι τῶν ἰσχυρισμῶν,
649τοὺς ὁποίους τὸ ὑπόμνημα τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ
650τὸν Δεκέμβριον ἢ Ἰανουάριον παρελθόντος ἔτους, ἀνεκοίνωσεν
651εἰς τὴν Εὐρώπην, ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας, ἐπαναστάς, συνε-
652τέλεσεν οὐσιωδῶς εἰς τὸ νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ὅτι δὲν
653ἠμπορεῖ πλέον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις τῶν πραγ-
654μάτων, ἡ ὁποία ἐκράτει μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης, ἐν ταῖς
655ἐπαρχίαις τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας.
656Ἐὰν παρελείψαμεν νὰ ἀσκήσωμεν τίποτε εἰς τὴν Εὐρώ-
657πην, ἐὰν παρελείψαμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν διδασκαλίαν,
658τὴν ὁποίαν ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου μᾶς ἤλεγξε χθὲς ὅτι
659δὲν ἠκολουθήσαμεν, ἐρχόμεθα ὅμως νὰ σᾶς προσφέρωμεν
660κἄτι τι περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ προκάτοχοι
661ἡμῶν σᾶς προσήνεγκον.
662Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ λεγόμενον «Ἑλληνικὸν ζήτημα», ὥς
663τινες δὲν διστάζουσι νὰ τὸ ἀποκαλῶσι; Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι
664τι κενὸν ἢ ἀνεκτέλεστον, τί τὸ ὁποῖον τρέχει τὸν κίνδυνον
665νὰ ναυαγήσῃ; Κύριοι, δὲν ἔχω παντάπασι τὴν γνώμην ταύ-
666την· τὸ πρωτόκολλον δέκατον τρίτον, ὁποιονδήποτε τύπον
667καὶ ἂν ἔχῃ, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Τουρ-
668κίαν, ἔχει ὅμως τὸν τύπον ἀποφάσεως, ἀποτελεῖ ἔκφρασιν
669γνώμης μεμελετημένης καὶ ὁριστικῆς τῶν ἓξ μεγάλων Δυ-
670νάμεων, τῶν ὑπογραψασῶν τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου καὶ
671αὐτὸ τὸ πρωτόκολλον. Ἡ Εὐρώπη, συνηγμένη ἐν Βερολίνῳ,
672εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ ἄλλως ἡ εἰρήνη ἐν
673τῇ Ἀνατολῇ, εἰμὴ κατὰ τὸν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου δια-
674γραφόμενον τρόπον. Ἡ Εὐρώπη δὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ
675τὴν γνώμην της, διότι οὐδὲν νεώτερον συμβεβηκὸς ἐπῆλθε,
676διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν Εὐρώπην, ἵνα μεταβάλῃ αὐτήν. Καὶ
677ἐν ὅσῳ ἡ Εὐρώπη ἔχει τὴν γνώμην ταύτην, ἀδιάφορον πῶς
678θεωρεῖ ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος τὸ πρωτόκολλον· τὸ πρωτόκολλον
679θέλει ἐκτελεσθῆ.
680Φαντάζομαι, Κύριοι, πῶς ἤθελε μὲ δεχθῆ τὸ Κοινοβού-
681λιον τῆς Ἑλλάδος ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἐπει-
682ρώμην τὸ ἀνήκουστον, τὸ ἀκατονόητον δι’ ἐμὲ τόλμημα, ν’
683ἀπαντήσω εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου,
684ὅτι δὲν δέχομαι νὰ εἰσέλθω ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους
685τὸ Συνέδριον ἀπεφάσισε νὰ εἰσέλθω. Φαντάζομαι, ἐὰν ἐγὼ
686μὲν ἠρνούμην νὰ εἰσέλθω, τὸ δὲ Συνέδριον παρήρχετο τὴν
687ὑπόθεσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔληγε τὰς ἐργασίας του, καὶ ἐδη-
688μοσιεύετο ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου, καὶ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο
689εἰς ὃ εὑρίσκετο σημεῖον πρὸ τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου
690καὶ πρὸ τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου. Τίς γνωρίζει πῶς
691ἠθέλετε ἐκτιμήσει τὴν πολιτικήν μου; Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ,
692ὅτι ἐγώ, ὅσην καὶ ἂν ἔχω πίστιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλ-
693ληνισμοῦ, καὶ ἂς ἦναι βέβαιος ὁ Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου,
694ὅτι ἐὰν δὲν ἔχω μεγαλειτέραν, ἔχω ὅμως τὴν πίστιν ἣν ἐ-
695κεῖνος ἔχει, διότι τὴν πίστιν αὐτὴν μοὶ ἐνέπνευσαν ἡρωϊκαὶ
696θυσίαι πολλῶν μελῶν τῆς ἐμῆς οἰκογενείας, ὅσην ἂν ἔχω
697πίστιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ Ἕλληνος, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν
698εἶχον τὸ θάῤῥος ν’ ἀκολουθήσω τοιαύτην πολιτείαν.
699Αὕτη εἶναι ἡ γενικὴ ἔποψις τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ὁ
700Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου σᾶς ἀνεκοίνωσε χθὲς, καὶ αἱ γε-
701νικαὶ βραχεῖαι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῆς μελέτης
702ταύτης εἶχον νὰ σᾶς ἀνακοινώσω. Τὸ ἄλλο μέρος τοῦ λό-
703γου αὐτοῦ ἦσαν λεπτομέρειαι, ἑκάστης τῶν ὁποίων ἡ ἐξέ-
704τασις ἀπέληγεν εἰς τὸ θετικὸν καὶ ἀναντίῤῥητον ἀποτέλε-
705σμα κακῶς ἐπολιτεύθη ἡ Κυβέρνησις. Διατί ἐδέχθητε τὰς
706ἀμέσους ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεις; Διατί ἐδέχθητε νὰ
707σᾶς προσδιορίσωσι χωρίον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ χάρ-
708τῃ; Διατί ἐδέχθητε νὰ συνεδριάσητε ἐν Πρεβέζῃ; Διατί ἐδέ-
709χθητε νὰ μὴ διακόψητε ἀμέσως τὰς διαπραγματεύσεις; Δια-
710τί τὰς διεκόψατε καθ’ ὃν χρόνον τὰς διεκόψατε; Διατί ἐδέ-
711χθητε νὰ ὑπάγητε εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν; Διατί ἐδέ-
712χθητε; Δὲν εἶναι παρὰ ἡ αὐτὴ ἐπίκρισις, τὸ αὐτὸ συμπέ-
713ρασμα, καὶ ὅσον περισσότερα ἦσαν τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα ἐξή-
714λειψε, τόσον περισσότερα κατ’ ἀριθμόν, ἀλλὰ πάντοτε τὰ
715αὐτὰ, ἦσαν τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπέληξεν.
716Ἐδέχθημεν τὰς διαπραγματεύσεις ἐν Πρεβέζῃ, διότι δὲν
717ἐκανονίζαμεν τὴν ὑπόθεσιν ἡμεῖς. Τὸ πρωτόκολλον ΙΓʹ ἔχει
718κύρωσιν, καὶ ἡ κύρωσις εἶναι τὸ 21 ἄρθρον τῆς συνθήκης τοῦ
719Βερολίνου. Κατὰ τὸ πρωτόκολλον ΙΓʹ καὶ κατὰ τὸ 24 ἄρθρ.
720τῆς συνθήκης, ἔπρεπε νὰ ἐπιζητηθῇ τὸ τέλος τῆς ὑποθέσεως
721διὰ τῆς ἀμέσου συνεννοήσεως τῶν δύο ἐνδιαφερομένων Κρα-
722τῶν, καὶ ἂν αὕτη δὲν ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρω-
723τοκόλλου, διὰ μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων. Ἐφ’ ὅσον ἐγὼ
724λοιπὸν ἐπεδίωκον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Πρωτοκόλλου, ἔπρεπε νὰ
725δεχθῶ τὴν δικονομίαν, τὴν ὁποίαν τὸ ΙΓʹ πρωτόκολλον καὶ
726τὸ 21 ἄρθρον τῆς συνθήκης μοὶ διέγραψαν· ἐὰν ἐνόμιζον,
727ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποταχθῶ εἰς τὴν δικονομίαν ταύτην,
728ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου,
729ἤθελον ῥίψει εἰς βάρος μου τὴν αἰτίαν τῆς μὴ ἐκτελέσεως
730αὐτοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον διεξήγοντο
731αἱ ἄμεσοι συνεννοήσεις μετὰ τῶν Ὀθωμανῶν πληρεξουσίων
732ἐν Πρεβέζῃ, διατί κατὰ πᾶσαν λεπτομέρειαν δὲν ἐπλάττετε
733νέον ζήτημα, νέον ἐπεισόδιον; Δὲν ἔπλαττον νέον ἐπεισόδιον,
734διότι, ἐὰν ὑπῆρχέ που προαίρεσις ἵνα παραταθῶσιν αἱ δια-
735πραγματεύσεις καὶ διαιωνισθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἤθελον ἐγὼ
736τὴν ἐξυπηρετήσει, πλάττων ἑκάστοτε ἐπεισόδια καὶ ἀναβάλ-
737λων τὴν λύσιν τοῦ κυρίου ζητήματος, ὅπως ἐπιτύχω τῆς
738λύσεως τοῦ ἐπεισοδίου. Ἀλλ’ ἐθυσιάσατε, παρῃτήσατε δι-
739καίωμα κυριαρχικὸν τοῦ Κράτους. Ἀλλά, κύριοι, προσεβάλ-
740λετε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, ἐγκατελείπετε τὸ Κρά-
741τος νὰ γίνεται ἀντικείμενον ἐμπαιγμῶν καὶ χλεύης; Ἐάν
742τις, κύριοι, νομίζῃ, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αἱ γενόμεναι
743ἐν Πρεβέζῃ ἢ αἱ διαπραγματεύσεις αἱ γενόμεναι ἐν Κωνσταν-
744τινουπόλει ἀποτελοῦσιν ἐμπαιγμὸν ἢ χλεύην, ἂς παραμυ-
745θηθῇ, παρακαλῶ, διότι ἡ χλεύη καὶ ὁ ἐμπαιγμὸς δὲν ἀπευ-
746θύνεται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Τὸ Ἑλληνικὸν Βασί-
747λειον ἐκτελεῖ τὴν πρόσκλησιν τῶν μεγάλων Δυνάμεων, καὶ
748ἂν ὑπάρχῃ ἐμπαιγμὸς καὶ χλεύη, ἀπευθύνεται πρὸς αὐτάς,
749καὶ ὄχι πρὸς ἡμᾶς.
750Τὸ πρωτόκολλον ΙΓʹ προσκαλεῖ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν
751Τουρκίαν νὰ συνεννοηθῶσι, καὶ ἡμεῖς ἐκτελοῦμεν τὴν πρόσ-
752κλησιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μᾶς προσεκάλεσαν· ἐὰν οἱ διεξάγον-
753τες τὰς διαπραγματεύσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει ἢ ἐν Πρε-
754βέζῃ ἐμπαίζωσι καὶ χλευάζωσι, δὲν ἐμπαίζουσιν οὐδὲ χλευά-
755ζουσιν ἡμᾶς· μὴ πλάττετε ὑποθέσεις ἐφαπτομένας μεγάλα
756συμφέροντα τοῦ Κράτους, μὴ ἀνάγετε αὐτὰς εἰς τὴν περιο-
757χὴν τῶν ζητημάτων τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς ἐθνικῆς τι-
758μῆς. Τοιαύτη ἐξέτασις καὶ τοιαῦτα συμπεράσματα ἐνθου-
759σιῶσι τὸν φιλότιμον Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ δὲν ἐξυπηρετοῦ-
760σι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Καὶ ἂν πρόκηται περὶ μικροῦ τινος
761πράγματος, ἔστω, ἂς γείνῃ ἡ θυσία τῶν συμφερόντων τοῦ
762Κράτους, διὰ νὰ θεραπεύσητε, νὰ κολακεύσητε τὴν φιλο-
763τιμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ζη-
764μιωθῶσι μεγάλα συμφέροντα, ἂς παραιτηθῶσι τοιαύτης τα-
765κτικῆς, διότι δὲν εἶναι λυσιτελὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ
766Κράτους, οὐδὲ συμβιβάζεται μὲ τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχου-
767σιν οἱ πολιτευόμενοι.
768Ἀλλὰ διατί ἐδέχθητε πάλιν νὰ ἐπαναλάβητε τὰς δια-
769πραγματεύσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει; Ἐξηντλήσατε τὴν
770ἀπόπειραν πρὸς συνεννόησιν μετὰ τῆς Τουρκίας, διὰ τῶν δια-
771πραγματεύσεων ἐν Πρεβέζῃ· πῶς πάλιν ἐπανήλθετε εἰς τὴν
772ἐπανάληψιν αὐτῆς ταύτης τῆς πράξεως; Δὲν εὑρίσκετε ζη-
773μίαν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων; Αἱ διαπραγματεύσεις
774ἐν Πρεβέζῃ ἐπεραιώθησαν ἀνωφελῶς, μὴ ἐπιτευχθείσης τῆς
775συνεννοήσεως τῶν δύο Κρατῶν διὰ τῶν διαπραγματεύσεων
776τούτων. Ἡ Ἑλλὰς ἀπηύθυνε διακοίνωσιν πρὸς τὰς μεγάλας
777Δυνάμεις, καὶ παρέστησεν εἰς αὐτὰς, ὅτι ἐπῆλθεν ἡ περίπτω-
778σις τὴν ὁποίαν προέβλεπε τὸ ἄρθρον 14 τῆς συνθήκης τοῦ
779Βερολίνου, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ Δυνάμεις ἀνέλαβον τὴν μεσο-
780λάβησιν, διὰ νὰ ἐπιτύχωσι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Πρωτοκόλ-
781λου ΙΓʹ. Ἐζήτησα λοιπὸν ἀπὸ τὰς Δυνάμεις νὰ προβῶσιν εἰς
782τὴν μεσολάβησιν, ἡ αἴτησις αὕτη τῆς Ἑλλάδος ἐστάλη τὴν
783ἐννάτην Μαρτίου 1879, τὴν ἐννάτην δ’ Ἰουνίου, δηλ. μετὰ
784τρεῖς μῆνας ἀκριβῶς, οἱ ἐν Ἀθήναις ἀντιπρόσωποι τῶν Με-
785γάλων Δυνάμεων μοὶ ἀπηύθυνον ταυτόσημον διακοίνωσιν,
786διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἐδήλωσαν ἕκαστος τῶν ἀντιπροσώπων
787τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του ἔλαβεν ὑπ’ ὄ-
788ψιν τὴν αἴτησιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀπεδέξατο αὐτήν.
789Ἀπεδέξαντο λοιπὸν τὴν αἴτησιν τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ
790ἀσκήσωσι τὴν μεσολάβησιν, πρὸς τοῦτο δὲ ἐκάλεσαν ἡμᾶς
791νὰ στείλωμεν ἀντιπροσώπους εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, διὰ
792νὰ συνεννοηθῶσι μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Τουρκίας, ὅ-
793πως κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συνεννοήσεων οἱ ἐκεῖ ἀντιπρό-
794σωποι τῶν μεγάλων Δυνάμεων προσπαθήσωσι νὰ συντελέσω-
795σιν, ἵνα κατορθώσωσι νὰ φέρωσιν εἰς συνεννόησιν τὰ δύο Κράτη.
796Αὕτη εἶναι ἡ δικονομία, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη, ἀποδε-
797χθεῖσα τὴν περὶ μεσολαβήσεως αἴτησιν τῆς ἑλληνικῆς Κυ-
798βερνήσεως, διέγραψε· δικονομία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν
799ἀσκήσει τὴν μεσολάβησίν της. Προσεπαθήσαμεν νὰ μὴ δια-
800γραφῇ τοιαύτη δικονομία; Δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον
801νὰ κάμω ἀνακοίνωσίν τινα εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον· ἐὰν
802συμβῇ νὰ ἐξακολουθῶ νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
803κῶν, ὅτε θέλει περαιωθῆ τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα, θέλω προ-
804βῆ εἰς τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐγγράφων, τῶν ὁποίων τὴν δη-
805μοσίευσιν θέλουσιν ἐπιτρέψει τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα, καὶ
806ἴσως γείνῃ γνωστόν, ἐὰν ἐκάμαμεν ἀπόπειραν νὰ προλάβω-
807μεν τοιαύτην δικονομίαν· ἐὰν δὲ δὲν συμβῇ τοῦτο, καὶ
808ἄλλος τις μὲ διαδεχθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερι-
809κῶν αὐτὸς θέλει βεβαίως πράξει τὸ ἔργον τοῦτο, τόσῳ
810μᾶλλον, καθ’ ὅσον δὲν θέλει ἐνδιαφέρεσθαι καὶ προσωπικῶς.
811Καὶ ἡμεῖς, εἰς ἀπάντησιν τῆς διακοινώσεως ταύτης τῶν ἐν
812Ἀθήναις ἀντιπροσώπων τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ἐγράψαμεν
813τὴν 12 Ἰουνίου· «ἀφοῦ ἡ ἐπανάληψις ἐν Κωνσταντινουπό-
814»λει τῶν διακοπεισῶν ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεων ἀπο-
815»τελεῖ μέρος τῆς δικονομίας, τῆς ὑπὸ τῶν μεγάλων Δυ-
816»νάμεων γενομένης δεκτῆς πρὸς ἐξάσκησιν τῆς μεσολαβή-
817»σεως αὐτῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, δὲν διστάζο-
818»μεν νὰ προκαλέσωμεν τὸν διορισμὸν τῶν πληρεξουσίων
819»τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου.» Εἶναι περιττὸν ν’ ἀναγνώσω
820γαλλιστὶ τὸ κείμενον· ἀνέγνωσα αὐτὸ ἑλληνιστί.
821Ἀλλ’ ἀφοῦ κακῶς ἐπολιτεύθητε, ἔλεγε χθὲς ὁ ἐκ Με-
822σολογγίου Βουλευτής, καθ’ ὅλα τὰ στάδια τῆς διαχειρίσεως
823τῶν ἐξωτερικῶν συμφερόντων, προσέξατε μὴ πολιτευθῆτε
824κακῶς καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, καθ’ ἣν στιγμὴν
825πρόκειται ἡ Εὐρώπη ν’ ἀποφασίσῃ. Καὶ ὁ μὲν Βουλευτὴς
826ἐκ Ζακύνθου σᾶς εἶπε νὰ μὴ συναινέσητε νὰ δεχθῆτε τίποτε
827ὀλιγώτερον ἀφ’ ὅσα τὸ πρωτόκολλον καὶ αἱ Δυνάμεις προσ-
828διώρισαν· ἐνθουσιωδεστάτη πρόκλησις· ὁ δὲ Βουλευτὴς ἐκ
829Μεσολογγίου ἠρώτησε, σκοπεύετε νὰ παραιτηθῆτε μέρους
830τινὸς τῆς ἐκτάσεως ταύτης;
831Κύριοι, διαρκουσῶν τῶν διαπραγματεύσεων, νομίζω, ὅτι
832δὲν πρέπει νὰ ἀπευθύνωνται εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἐρωτήσεις
833τοιαῦται, διότι αἱ Κυβερνήσεις δὲν δύνανται νὰ ἐκφέρωσι
834καμμίαν γνώμην ἐπὶ συμβεβηκότων ἑνὸς μέλλοντος, τὸ ὁ-
835ποῖον ὅμως δὲν ἔλαβεν ἀκόμη χώραν.
836Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, κύριοι, δὲν παρέλειψεν οὐδὲν ἐξ
837ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ μετέλθῃ διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς
838τὸ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ εὐημερία καὶ νὰ βελτιωθῇ ὅσον οἷόν τε
839ἡ τύχη τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατοικησάντων ἑλληνικῶν λαῶν·
840τὴν τύχην δὲ τοῦ Κράτους θεωρεῖ τοσοῦτον συνδεδεμένην
841μετὰ τῆς τύχης τῶν ἑλληνικῶν λαῶν, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν
842νὰ ὀλιγωρήσῃ τοσοῦτον μεγάλου καὶ ἱεροῦ καθήκοντος. Ἐνό-
843μισεν ὅμως πρὸ παντός, ὅτι ἤθελε καταστήσει τὸ Κράτος μᾶλ-
844λον χρήσιμον εἰς τοὺς ὁμοφύλους αὑτοῦ τούτους, ἐὰν προσε-
845πάθει νὰ περιβάλῃ μετὰ πλείονος ἰσχύος τὸ Ἑλληνικὸν Βα-
846σίλειον. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν διετυπώθη πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου
8471878 ἢ ἐὰν διερμηνεύθη εὐκρινῶς καὶ ἀπροκαλύπτως ἡ γνώ-
848μη αὕτη· ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετὰ τὸν Ἰανουάριον
849τοῦ 1878 ποτὲ δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποκαλύψῃ τὴν γνώμην ταύ-
850την, δὲν ἐδίστασεν ἐπανειλημμένως νὰ κάμῃ γνωστὸν εἰς τὴν
851Εὐρώπην, τὴν Εὐρώπην ἐκείνην, ἡ ὁποία θεωρεῖ οὐσιωδέ-
852στατον στοιχεῖον τῆς ἰσοῤῥοπίας τὴν διατήρησιν τοῦ ἰσο-
853ζυγίου τοῦ ὑπάρχοντος ἐν ταῖς ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ
854χώραις, δὲν παρέλειψε νὰ κάμῃ γνωστόν, ὅτι οὐσιωδέστα-
855τος παράγων, ὅτι συντελεστικώτατον στοιχεῖον πρὸς τοῦτο
856εἶναι ἡ ἐπέκτασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Καὶ ὅταν ἐγένετο
857ἐπανειλημμένως γνωστὸν εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἰδίως εἰς τὴν
858Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, τὸ φρόνημα τοῦτο τῆς Ἑλληνικῆς,
859καὶ ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ ἀληθὲς τῶν λόγων,
860οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευον τοῦτο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν,
861δὲν παρέλιπε ν’ ἀναπτύξῃ διὰ μακρῶν ἐκθέσεων τοὺς λό-
862γους τούτους, καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς πειστικωτέρους.
863Τὸ ἐπ’ ἐμοί, εὔχομαι νὰ ἴδω περαιωμένον, καὶ κατὰ τοσοῦ-
864τον ἔτι ἐπὶ τοῦ παρόντος, καθόσον τὸ Συνέδριον ἀπεφήνατο,
865τὸν πόθον τοῦτον, καὶ πεπληρωμένην τὴν ἀνάγκην ταύτην
866τοῦ Κράτους. Καὶ ἐὰν δὲν ἦμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω τὴν ἐλα-
867χίστην βεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θέ-
868λουσιν ἐκτελεσθῆ αὐτά, εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ τὴν βεβαιώσω,
869ὅτι ὁ χρόνος δὲν ἀπέχει πολὺ ἀφ’ ἡμῶν.
870Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ὁποίαν ἐπιῤῥοὴν ἀσκοῦσιν ἐπὶ τῆς τύ-
871χης τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων αἱ περὶ τῶν ἐξωτερικῶν
872συμφερόντων ἡμῶν ἐκτοξευόμεναι ἀντεγκλήσεις· εἶναι ἐνδε-
873χόμενον νὰ διαφωτίζωσι τὸ κοινὸν φρόνημα, εἶναι ἐνδεχόμε-
874νον νὰ προσλιπαρῶσι δι’ αὐτῶν τὴν ἐπικουρίαν αὐτῆς πρὸς
875ἐνίσχυσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰς καταγγελίας ταύτας ἐκτο-
876ξεύουσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι οὐδεμία
877προσφέρεται εἰς ταῦτα τὰ ἐξωτερικὰ συμφέροντα ὑπηρεσία,
878καθ’ ὅσον μάλιστα αἱ συζητήσεις λαμβάνουσι τὸν χαρακτῆρα
879τῆς ἐχθρότητος, χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος προάγει εἰς ἀναπτύ-
880ξεις εὐρυτέρας καὶ ἀνάγει εἰς τὸ μέσον λεπτομερείας, τὰς ὁ-
881ποίας πρέπει νὰ καλύπτῃ ἀκόμη ὁ πέπλος. Αἱ ἀντεγκλήσεις
882αὗται, νομίζω, οὐ μόνον δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν
883τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ οὐσιωδῶς παραβλάπτουσι
884ταῦτα.
885Ἐγὼ παραλείπω νὰ δώσω ἄλλην ἀπολογίαν ἐπὶ τῆς πλη-
886θύος τῶν αἰτιάσεων αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν καθ’ ἡμῶν. Νο-
887μίζω ὅτι αἱ ἐξηγήσεις αὗται εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐπι-
888βάλλονται ὑπὸ τοῦ καθήκοντός μου, καὶ ἀφίνω τὴν Βουλὴν
889νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ μὴ σᾶς μνημονεύσω
890τῆς περὶ κομμάτων θεωρίας, μὲ τὴν ὁποίαν ἐπέρανε τὸν λό-
891γον του ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου. Εἰς οὐδένα ὑπάρχει δι-
892σταγμός, ὅτι ἡ ὕπαρξις τῶν κομμάτων εἶναι στοιχεῖον ἀναγ-
893καῖον εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύμα-
894τος. Εἰς οὐδένα δὲ ὑπάρχει δισταγμός, ὅτι ἡ βελτίωσις τοῦ
895ἐσωτερικοῦ συνδέσμου τῶν μελῶν τῶν κομμάτων ἀποτελεῖ
896μεγίστην πρόοδον πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν. Ἀλλ’
897ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἕκαστος πρέπῃ νὰ συντελῇ εἰς
898τὸ νὰ καθαίρῃ καὶ νὰ βελτιόνῃ τοὺς θεσμοὺς τοὺς συνδέοντας
899τὰ μέλη τῶν κομμάτων, τοσοῦτον πρέπει νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τοῦ
900νὰ στηρίζῃ τὴν λειτουργίαν ἑκάστου τῶν κομμάτων τούτων
901ἐπὶ μέσων, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον χαλαροῦσι τοὺς θεσμούς, ἀλλὰ
902διαφθείρουσι τὰ ἤθη καὶ ἐλαττοῦσι τὸ κῦρος τοῦ χαρακτῆ-
903ρος. Ἤκουσα ἄλλοτε ἐπαγγελίας τὰς ὁποίας ἀρτιπαγὲς κόμ-
904μα ἔδιδεν εἰς τὸ κοινόν, ὅτι τοῦτο ἤρχετο νὰ ἐξαγνίσῃ τὰ
905κόμματα καὶ νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἀτελείας τῆς ἀνθρωπίνης
906φύσεως τῶν μελῶν τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰ κόμματα. Δὲν
907γνωρίζω ἂν αἱ προσπάθειαι αἱ ἔκτοτε καταβληθεῖσαι ἀπέλη-
908ξαν εἰς ἀποτέλεσμα, εὔχομαι ν’ ἀπολήξωσι, διότι βεβαίως
909τοῦτο θέλει εἶσθαι μεγίστη βελτίωσις τοῦ τόπου. Ἀλλὰ, κύ-
910ριοι, ὅσον τὰ μέλη τῶν κομμάτων πρέπει νὰ συνδέωνται διὰ
911τοῦ δεσμοῦ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν πρὸς ἄλληλα, τοσοῦτον νο-
912μίζω καὶ οἱ προϊστάμενοι τῶν κομμάτων πρέπει νὰ διδά-
913σκωσιν εἰς τοὺς φίλους αὐτῶν τὴν ἀνάγκην ταύτην· διότι βε-
914βαίως εἰς τὰ μέλη τῶν κομμάτων δίδεται κακὸν παράδειγμα,
915ὅταν τις ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν μεταβάλλῃ πολιτικὴν σημαίαν.
916Δίδεται δὲ κακὸν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον γεννᾷ τὸν πειρα-
917σμὸν τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος καὶ ἐπιφέρει μέγα ἄτοπον,
918τὴν ὑποκατάστασιν τοῦ ἀτομικοῦ εἰς τὸ γενικὸν ὑπὸ τοῦ κόμ-
919ματος ἐπιδιωκόμενον συμφέρον. Ἐννοῶ τὰς μεταβολὰς τῶν
920φρονημάτων, τὰς ὁποίας ἐπάγει ἡ ἀνάγκη, ἀνάγκη λυσιτε-
921λεστάτη, τοῦ πολιτεύεσθαι ἀναλόγως τῶν καιρῶν, ἀλλ’ ἐφ’
922ὅσον ἀντικείμενον τῆς μεταβολῆς ταύτης τῆς πολιτείας εἶναι
923τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἡ μεταβολὴ αὕτη τῶν φρονη-
924μάτων καὶ ἡ μεταβολὴ αὕτη τοῦ τρόπου τῆς πολιτείας, συμ-
925φώνως πρὸς τοὺς καιρούς, εἶναι ὑπηρεσία, ἡ ὁποία προσφέρε-
926ται εἰς τὰ κοινὰ πράγματα. Ὅταν ὅμως ἡ μεταβολὴ τῶν
927φρονημάτων δὲν ἔχῃ ἀντικείμενον τὸ κοινὸν συμφέρον, ἀλλὰ
928κομματικόν τι ἀπόκτημα, τὴν πολιτικὴν ἰδιοτέλειαν, νομίζω,
929ὅτι τοιαύτη μεταβολὴ ἀποβαίνει κυριώτατον ἐλάττωμα
930κατὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος.
931§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἡ θέσις μου εἶ-
932ναι δύσκολος, διότι τὸ ζήτημα σχεδὸν ἐξηντλήθη, διότι ἔχω
933ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσω εἰς πολλά, καὶ διότι τέλος πάντων ὑ-
934περασπίζω ἐμαυτόν· ἡ ὑπεράσπισις δὲν ἀκούεται πάντοτε
935μετ’ εὐνοίας. Εἶμαι ἠναγκασμένος ὅμως νὰ πράξω τοῦτο, διότι
936νομίζομεν ἡμεῖς τοὐλάχιστον ὅτι ἐφθάσαμεν σήμερον εἰς τὸ
937τελευταῖον σημεῖον, καὶ ὅτι οὐδὲν ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν κατὰ
938τῶν ἐναντίον μας ῥηθέντων κατ’ ἐπανάληψιν· διὸ θέλομεν σιω-
939πήσει εἰς πᾶν ὅ,τι ἤθελεν ἐπαναληφθῆ τοῦ λοιποῦ ἐνταῦθα ἐπ’
940αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· ἡμεῖς ἐξηντλήσαμεν ὅσα εἴχομεν νὰ
941εἴπωμεν.
942Αἱ μομφαὶ, κύριοι, διαιροῦνται εἰς δύω, εἰς ὅ,τι ἔχει σχέ-
943σιν καὶ συνάφειαν πρὸς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λό-
944γον, καὶ εἰς μομφὰς ἐκτὸς τοῦ ἀντικειμένου τούτου, συντεινούσας
945δὲ μόνον νὰ δεινώσωσι τὴν θέσιν ἡμῶν. Θέλω ἀπαντήσει
946καὶ εἰς τὰς δύω, καὶ θέλω ἀρχίσει ἀπὸ τοῦ δευτέρου. Δὲν δύνα-
947μαι ν’ ἀκολουθήσω βεβαίως τὸν πολυμαθῆ καὶ εὔγλωττον
948φίλον μου κ. Ἰακωβάτον, διότι ὁ λόγος του δὲν περιωρίζετο
949ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀπαντήσεως, οὔτε συζητεῖ ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ
950λόγου. Ἰδέτε τὸν Δεκάλογον, τὸν ὁποῖον ἐπαρουσίασε, καὶ θέ-
951λετε βεβαιωθῆ ὅτι ἐκεῖ πρόκειται περὶ μεταβολῆς ὁλοκλήρου τῆς
952διοικήσεως καὶ τῆς κοινωνίας· αἱ σκέψεις τοῦ κ. Ἰακωβάτου εἶναι
953ῥιζικαί. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ τὸν ἀκολουθήσω σήμερον. Ἂς μοὶ
954ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, τὴν ὁποίαν ὅλοι συν-
955αισθάνεσθε βεβαίως, δι’ ὅσα ἐναντίον τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ,
956καὶ ἐναντίον τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὀφείλει πρὸς τὴν ἀλή-
957θειαν καὶ τὸ πολίτευμα, εἶπε περὶ Βασιλέως. Ὑπεύθυνοι διὰ
958τὰς Κυβερνητικὰς πράξεις εἴμεθα ἡμεῖς, καὶ εἰς ἡμᾶς μόνους ἔ-
959πρεπε ν’ ἀποτείνηται, δὲν δύναμαι δὲ νὰ μὴ λυπηθῶ δι’ ὅσα
960εἶπε περὶ τοῦ αὐτοκράτορος μεγάλης καὶ εὐεργέτιδος δυνάμεως,
961ἐναντίον τῆς ἀληθείας καὶ τῶν πραγμάτων, δι’ ὅσα εἶπε περὶ
962ἀνδρὸς, τοῦ ὁποίου τὴν Κυβέρνησιν ἐθεώρησε πάντοτε ἡ Ἑλλὰς
963πατρικὴν, οὔτε δι’ ὅσα εἶπε κατὰ τοῦ ἀειμνήστου διδασκάλου
964τοῦ Ἔθνους Οἰκονόμου. Ὁ κ. Ἰακωβάτος συμφωνεῖ μαζῇ μου
965βεβαίως, ὅτι κοινωνία ἄνευ θρησκείας, στηριζομένη εἰς τὴν πί-
966στιν καὶ τὰς πεποιθήσεις, ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ, καὶ τοιαύτη
967θρησκεία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ὅπου οἱ ἀνώτεροι λειτουργοὶ
968ἐξευτελίζονται καὶ ὑβρίζονται· ὁ κ. Ἰακωβάτος δὲν ἐπεδίωκε
969τοῦτο βεβαίως, ἐννοῶ τὴν ἀγανάκτησίν του κατὰ τυχὸν πα-
970ραπτωμάτων, ἀλλ’ ἐπὶ τούτου δὲν ἔχει διδόμενα, ἃς μοὶ συγ-
971χωρήσῃ δὲ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἔπρεπε νὰ πιέσῃ τὰς ὑπονοίας του,
972ν’ ἀποβλέψῃ πρὸς γενικώτερον καὶ ὑψηλότερον σκοπὸν καὶ ἀπο-
973δώσῃ τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὅλον τὸ χριστιανικὸν, πλήρωμα
974τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας δικαίως ἀποδίδει πρὸς τοὺς ἀνωτά-
975τους λειτουργοὺς τῆς Ἐκκλησίας.
976Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν ὀφείλω νὰ κρύψω ἐγὼ τὸ φρόνημά
977μου, ὀφείλω μόνον νὰ μὴ ἀποκαλύψω ὅ,τι ἄλλοι ἐφρόνουν, διότι
978ἴδιον αὑτῶν εἶναι δικαίωμα· περὶ τοῦ ἐμοῦ ὅμως φρονήμα-
979τος δύναμαι νὰ μὴ σιωπήσω. Τὸ φρόνημά μου, κύριοι, ἐν τῇ
980Οἰκουμενικῇ ἦτον ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας
981καὶ μετὰ τὴν Πλεύναν δὲν ἔπρεπε νὰ μένῃ ἐν ἀπραξίᾳ.
982Ἐζήτησεν ὁ κ. Τρικούπης νὰ μᾶς μεμφθῆτε διὰ τὴν λῆξιν
983τῆς τελευταίας ἐκτάκτου Συνόδου, καὶ πρέπει νὰ πράξητε
984τοῦτο, εἶπε, διὰ νὰ μάθουν τοῦ λοιποῦ αἱ Κυβερνήσεις νὰ
985σέβωνται καὶ ὑμᾶς καὶ τὸν Νόμον· ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις
986τότε, εἶπεν, ἦτο παράτολμον καὶ ἀντικοινοβουλευτικὸν, ἄξιον
987αὐστηρᾶς ἐπικρίσεως.
988Κύριοι, ἐβραδύναμεν ἀληθῶς νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλὴν
989ἐκείνην, διότι ἡ ἰδέα μας ἦτο νὰ τὴν διαλύσωμεν καὶ καλέσωμεν
990νέαν· ἐνομίσαμεν ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας νέα Βουλὴ, ἐξερ-
991χομένη ἀμέσως ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ Ἔθνους, ἔχουσα ζωὴν
992καὶ σθένος, ἠδύνατο μόνη νὰ χαράξῃ πολιτικὴν καὶ νὰ δώσῃ
993ζωὴν εἰς αὐτήν· ἠδύνατο μόνη νὰ ὑποβάλῃ τὸ Ἔθνος εἰς τὰς ἀπο-
994φάσεις της καὶ νὰ καταστήσῃ σεβαστὴν καὶ αὐτὴν καὶ τὴν Κυ-
995βέρνησιν εἰς τὸν ξένον κόσμον, διότι ἐξερχομένη ἀπὸ τὸ Ἔθνος
996νέα, ἔφερε τὰς πεποιθήσεις ἁγνὰς αὐτοῦ, καὶ ἠδύνατο νὰ ὑπο-
997στηρίξῃ διαρκῶς καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὴν γνώμην της, διότι ἐπὶ
998πολλὰ ἔτη ἐπρόκειτο νὰ ζήσῃ· ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν δὲν
999ἠδυνήθημεν νὰ πράξωμεν τοῦτο· συνέπεσε ν’ ἀρχίσῃ ἡ
1000ἀπογραφὴ, καὶ ἔπρεπε νὰ περιμείνωμεν μέχρι τοῦ πέρα-
1001τος αὐτῆς, διότι ὠφείλομεν νὰ ὁρίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς
1002τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν. Ἰδοὺ διατὶ ἀνεβάλομεν τότε· ἀλλὰ
1003ἀπέδοσαν τοῦτο εἰς τὴν πρόσληψιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἐν τῷ
1004κόλπῳ ἡμῶν, τοῦ κ. Γρίβα, καὶ μᾶς ἐμέμφθησαν· καὶ μήπως ὁ
1005Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἀποκλείεται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς πατρί-
1006δος; μήπως ἦτον ἀποκεκηρυγμένος, καὶ ἡ Βουλὴ εἶχεν ἐκφρά-
1007σει ἀντιπάθειαν κατ’ αὐτοῦ; ὄχι, κύριοι, καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖ-
1008νος, τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ συνυπηρετήσαντες μετ’ αὐτοῦ ὡς Ὑπουρ-
1009γοὶ ἄλλοτε γνωρίζουσι καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν γενναιοφροσύ-
1010νην καὶ τὴν εὐγένειαν, ἀπέδειξε κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δη-
1011μοτικῶν ἐκλογῶν, τὰς ὁποίας ὁμοῦ διεξηγάγομεν, ὅτι εἶναι
1012ἀνὴρ σεβόμενος καὶ τὸν Νόμον καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ
1013καὶ τὴν τιμήν του, εἶσθε δὲ μάρτυρες πῶς ἡ στρατιωτικὴ δύ-
1014ναμις ἐφέρθη κατὰ τὰς ἐκλογάς. Δὲν ὑπῆρξε λοιπὸν αὐτὸς ὁ
1015λόγος τῆς ἀναβολῆς.
1016Ἐν τούτοις συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον Σύνο-
1017δον. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἐγὼ εἶχον τὴν ἀκόλουθον ἰδέαν: δὲν
1018ἠρνούμην ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Βουλὴ
1019ἐκείνη, ἐνόμιζον ὅμως ὅτι ἡ θέσις της, τὸ ὀλιγοχρόνιον διά-
1020στημα τοῦ περαιτέρω βίου της, δὲν ἦσαν κατάλληλα, ὥστε νὰ
1021καθιερώσῃ πολιτικὴν, καὶ ὅτι τὸ ἔργον της ἦτο νὰ περιορισθῇ, ἐξε-
1022τάζουσα βεβαίως, ἀλλ’ οὐχὶ διατυποῦσα πολιτικὴν, εἰς τὰ νομοθε-
1023τικὰ καθήκοντά της. Πρὸς τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἀντετάχθη ἡ ἀντιπο-
1024λίτευσις, καὶ εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ πράξῃ· διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς
1025πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, διεδόθη ὅτι ἡ ἀντιπο-
1026λίτευσις μὴ ἔχουσα καιρὸν οὔτε στιγμὰς ν’ ἀπολέσῃ, θέτει ἀμέσως
1027ζήτημα πολιτικὸν, ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέ-
1028δρου, τὴν ὁποίαν ἀπέφυγεν ἐφέτος οὐχὶ διότι δὲν τὴν ἐθεώρησεν
1029ὡς ζήτημα πολιτικὸν, ἀλλὰ διότι ἦτο βεβαία περὶ τῆς ἀποτυ-
1030χίας της. Ἂν εἴχετε ἀνάγκην νὰ μᾶς ἀκούσητε τότε, κύριοι,
1031διατί ἐκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ
1032ὁμιλήσωμεν· ἂν ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐθέσατε ζή-
1033τημα ἐμπιστοσύνης ἐπίτομον, δὲν ἠθέλατε εὑρεθῆ εἰς τὴν
1034ἰδίαν τῆς ἀγνοίας θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθητε; Ἐν τούτοις, κύ-
1035ριοι, τὴν πρώτην ἡμέραν ἐτέθη καθαρὸν Ὑπουργικὸν ζή-
1036τημα, ἐπανελήφθη τὴν ἐπιοῦσαν, ἐπανελήφθη καὶ τρίτην φο-
1037ράν, ὅτε τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἀμφίβολον. Ἐκτιμῶντες τὴν
1038ἀξίαν ἄλλως τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἢ ὅπως ἐξετίμη-
1039σεν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀπεφασίσαμεν νὰ περιμείνωμεν τὰ πράγ-
1040ματα, ἀλλὰ μᾶς ἐῤῥίφθη κατὰ πρόσωπον πρόκλησις περιφρο-
1041νητικὴ, μᾶς εἶπον, διὰ νὰ κρατήσητε τὴν ἐξουσίαν, ὑποφέρετε
1042πᾶσαν περιφρόνησιν, καὶ ἐνῷ γνωρίζομεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν μᾶς
1043δέχεται, δὲν μᾶς ὑποστηρίζει, ἐξακολουθοῦμεν μένοντες
1044εἰς τὴν ἐξουσίαν. Καθῆκον λοιπὸν ἡμῶν ἀναπόφευκτον τότε
1045ἦτο νὰ παραιτηθῶμεν. Ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν δύω ἀρχη-
1046γῶν της ἐκλήθη εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ ἐπεφορτίσθη νὰ σχημα-
1047τίσῃ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἀπέτυχε. Διατί; θέλετε νὰ ἀκούσητε
1048τὴν πεποίθησιν ἐμοῦ; δὲν ἔχω, ἐξηγῶν αὐτὴν, πλάγιον σκοπὸν οὐ-
1049δένα· διότι ἐκλήθη ὁ κ. Ζαΐμης ὡς Πρωθυπουργός· ἀπὸ τῆς στιγ-
1050μῆς αὐτῆς χίλια σκάνδαλα παρενεβλήθησαν καὶ δυσκολίαι,
1051ἵνα ἀποτύχῃ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἀπέτυχε. Κύριοι, ὡς γνωρί-
1052ζετε, μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν ἢ ἀποτυχίαν Ὑπουργείου τινὸς, ὀ-
1053φείλουν τὰ δρῶντα πρόσωπα νὰ δώσωσι λόγον εἰς τὴν Βουλήν.
1054Ἐδώκαμεν λοιπὸν ὅλοι λόγον, ἡμεῖς πρῶτοι, κατόπιν ὁ κ. Ζαΐ-
1055μης καὶ ὁ κ. Τρικούπης. Ἰδοὺ δὲ πῶς ὁ κ. Ζαΐμης ἐξηγεῖ τὸν
1056λόγον τῆς παραιτήσεώς του.
1057«Ὄτε, κύριοι, ἐκλήθημεν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, εἶχε λάβει χώ-
1058ραν μία ψηφοφορία ἐπὶ τῶν ἐπιτροπῶν· κατὰ τὴν ἡμέραν ἐ-
1059κείνην ἡ μία μερὶς εὑρέθη ἐντελῶς ἰσόπαλος πρὸς τὴν ἄλλην, καὶ
1060πλειονοψηφία δὲν διεκρίθη. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἀξιοπρεπῶς φερό-
1061μενον, διεῖδεν ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ ἐκείνῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύνα-
1062ται πλέον νὰ παράσχῃ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς εἰς τὸ Ὑπουρ-
1063γεῖον καὶ κατέθηκε τὴν παραίτησιν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ἡ-
1064μεῖς δὲ, προσκληθέντες νὰ διαδεχθῶμεν τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν εἴχο-
1065μεν ὑπὲρ ἡμῶν θέλησιν δεδηλωμένην τῆς Βουλῆς, ἤτοι δὲν ὑ-
1066πῆρχε πλειονοψηφία, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶ-
1067μεν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μόρφωσιν νέας Κυ-
1068βερνήσεως. Ἦτο λοιπὸν σπουδαῖος ὁ λόγος, ὅτι μὴ ἔχοντες δε-
1069δηλωμένην πλειονοψηφίαν ὑπὲρ ἡμῶν δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀναδε-
1070χθῶμεν τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἦναι
1071ἀναντιῤῥήτως ἡμερόβιος. Ἐθεωρήσαμεν δὲ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λίαν
1072ἐπιβλαβὲς διὰ τὴν πολιτείαν, ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις ἀνέρχωνται
1073τὴν μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ καταπίπτουν τὴν ἑπο-
1074μένην».
1075Ὁ κύριος Ζαΐμης προσθέτει καὶ ἕτερον λόγον, τὸν ὁποῖον δὲν
1076ἀναγινώσκω, ὅτι δηλ. εὑρέθησαν εἰς δυσκολίαν, διότι δὲν ἐγνώ-
1077ριζον τὸν λόγον, δι’ ὃν συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, ἡ δὲ ἄγνοιά
1078των αὕτη ἦτο πρόσθετος λόγος. Ὁ κύριος Τρικούπης εἶπεν
1079ὅμως ὅ,τι καὶ προχθὲς ἐπανέλαβεν, ἀρνεῖται τὸν πρῶτον
1080λόγον τοῦ κυρίου Ζαΐμη καὶ ἐπιμένει εἰς τὸν δεύτερον· θέλετε
1081νὰ σᾶς εἴπω διατί; ὁ κ. Ζαΐμης ἐπανέλαβε καὶ προχθές· ἡ
1082Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Ζαΐμης
1083εἶχε δίκαιον τότε ἴσως, ἂν εἶχε πόθον τινὰ διὰ τὴν ἐξουσίαν,
1084ν’ ἀγανακτῇ καθ’ ἡμῶν μᾶλλον, διότι ἦτον ὁ Πρωθυπουργός,
1085καὶ νὰ παρεξηγήσῃ τὰ γεγονότα· ἀλλ’ ὁ κύριος Ζαΐμης
1086εἶναι μετριόφρων καὶ εἰλικρινὴς, δὲν ῥέει ἀπὸ τοὺς πό-
1087ρους τοῦ σώματός του ἡ χολὴ καὶ τὸ φαρμάκι, ὁ κύριος
1088Ζαΐμης ὡς ἔντιμος πολιτευόμενος ἦλθε τὴν στιγμὴν ἐκεί-
1089νην, ὅτε τὰ πράγματα ἦσαν νωπὰ, καὶ ἐξήγησεν εἰλικρινῶς τὸ
1090συνέβη, καὶ ἐπανέλαβε μετὰ μῆνας πολλοὺς τὰ αὐτά.
1091Ἡ ἐξήγησις τοῦ κυρίου Ζαΐμη ἀποκαθίστα σκανδαλώδη
1092καὶ ἀδύνατον τὴν ἐπανάληψιν πολιτικῆς συζητήσεως τὴ
1093ἐπιοῦσαν. Ὅταν, κύριοι, κρημνίζητε ἓν Ὑπουργεῖον, ἐλλείψει
1094πλειονοψηφίας, καλεῖσθε εἰς σχηματισμὸν νέου, καὶ δὲν θέλετε ἢ
1095δὲν δύνασθε ν’ ἀναδεχθῆτε τὸν σχηματισμὸν αὐτοῦ δι’ ἔλλειψιν
1096πλειονοψηφίας, τί ζητεῖτε θέτοντες νέον πολιτικὸν ζήτημα;
1097Ἰδοὺ ἡ δυσκολία, εἰς ἣν εὑρίσκετο ὁ κ. Τρικούπης, ἐὰν ὡμολόγει
1098καὶ αὐτὸς τοὺς ἀληθεῖς λόγους τῆς ἀποτυχίας των· διὰ τοῦτο
1099ἀπέφυγε τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν καὶ ἔπλασεν ἄλλους λόγους· ἀπε-
1100ποιήθημεν, εἶπεν, οὐχὶ διότι ἀμφιβάλλομεν περὶ τῆς πλειοψη-
1101φίας, ἀλλὰ διότι δὲν ἐγνωρίζομεν διατί συνεκλήθη ἡ Βουλή.
1102Ἄφινεν οὕτω τὸ στάδιον ἐλεύθερον νέας πολιτικῆς συζητήσεως,
1103ἂν δὲ αὐτὴ ἡ νέα πολιτικὴ συζήτησις ἐπανελαμβάνετο καὶ
1104ἐπετύγχανον, ἡ σειρὰ τοῦ κ. Τρικούπη ἤρχετο ὁμοῦ μὲ τὴν ἡ-
1105μέραν τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἡμεῖς ἠθέλαμεν παίξει τὸ
1106πρόσωπον μωρῶν ὀργάνων τῆς φιλαρχίας αὐτοῦ.
1107Ὅταν συνήλθομεν τὴν ἐπιοῦσαν, παρεκαλέσαμεν τὴν Βου-
1108λὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ἔργων της· ἀντὶ τούτου, ἐζήτησαν νέαν
1109πολιτικὴν συζήτησιν· τὴν ἐδέχθημεν εὐχαρίστως, καὶ ἀπελογή-
1110θημεν ἡμεῖς πρῶτοι, κατόπιν ἡμῶν ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Ζαΐ-
1111μης, ὁ κ. Ζωχιὸς καὶ ὁ κ. Τρικούπης. Ἔμενε ν’ ἀπαντήσωμεν
1112ἡμεῖς μόνοι, καὶ μᾶς κατηγορεῖ ἤδη διατί δὲν ἀπηντήσαμεν.
1113Ἐσιωπήσατε, μᾶς λέγουν, ἐνῷ ἐχρεωστεῖτε νὰ δώσητε λόγον·
1114εἶσθε ἔνοχοι, διότι δὲν ἀπηντήσατε· ἀλλ’ ὀφείλομεν ν’ ἀπαν-
1115τῶμεν εἰς ὅ,τι εἶναι ἄξιον ἀπαντήσεως, δι’ ἀνάξια ἀπαντήσεως
1116εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἄξιοι ποινῆς, διότι σιωπῶμεν;
1117Ἀλλὰ διατί δὲν ἀπηντήσαμεν; Διότι ὁ κ. Τρικούπης ἰσχυρίζετο
1118λέγων· ζητῶ συζήτησιν πολιτικὴν, ἐπιλαμβανόμενος δὲ τῆς ἐξε-
1119τάσεως τῶν Νομοσχεδίων, ἤθελε νὰ ἐγείρῃ πάλιν τὸ πολιτι-
1120κὸν ζήτημα. Ἰδοὺ τί εἶπεν: «εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ διευκο-
1121λύνωμεν διὰ παντὸς τρόπου τὴν ψήφισιν τῶν Νομοσχεδίων
1122τούτων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἦνε πράγματι ἀναγκαῖα· ἀλλὰ δὲν
1123δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὰ Νομοσχέδια ταῦτα, ἐφ’ ὅσον δὲν
1124ἐξετάσωμεν πάντα τὰ ζητήματα, τ’ ἀναγόμενα εἰς αὐτὰ, ἐφ’
1125ὅσον δὲν ἐξετάσωμεν τὴν πολιτικὴν, ἧς χάριν θὰ ψηφίζωνται
1126τὰ Νομοσχέδια. Δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ ψηφίσωμεν
1127ἢ εἰς πρώτην ἢ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν αὐτά· ἀλλὰ πρὸ τῆς
1128ὁριστικῆς ψήφου ἐπ’ αὐτῶν, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἔ-
1129χωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις θὰ διαχειρισθῇ
1130τὰ χρήματα, ἅτινα θέλομεν ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς.»
1131Ζήτημα λοιπόν, Κύριοι, καὶ πάλιν ἐμπιστοσύνης ἐτίθετο, καὶ
1132ἡ Σύνοδος ἐκείνη παρήρχετο εἰς συζητήσεις ζητημάτων μόνον
1133πολιτικῶν, εἰς λογομαχίας καὶ ἀντεγκλήσεις· ζήτημα ἐμπι-
1134στοσύνης, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ὁμολογίαν ἑνὸς τῶν Πρωθυπουρ-
1135γῶν τῶν κληθέντων εἰς τὴν Πρωθυπουργίαν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπα-
1136ναληφθῇ, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν. Τί
1137ἠθέλατε νὰ πράξωμεν τότε; νὰ μένωμεν, διὰ νὰ ἀντεγκαλώμεθα
1138καὶ πάλιν; μήπως ἡ Βουλὴ εἶνε συλλαλητήριον, εἰς τὸ ὁποῖον
1139ἀνταλλάσσονται μόνον λόγοι; Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον
1140ἐνομίσαμεν, ὅτι σεβόμενοι τὴν Βουλὴν ἐκείνην, τὴν τιμὴν καὶ τὰ
1141συμφέροντα τῆς πατρίδας μας, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσωμεν
1142τὴν συζήτησιν· ἄλλως μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἔλη-
1143γεν, ὅταν δὲ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἡ Βουλὴ λήγῃ, τὸ ζήτημα τὸ
1144Ὑπουργικὸν εἶναι αὐτοδικαίως λελυμένον, διότι ἡ Βουλὴ αὕτη
1145δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ζωὴν καὶ ὑποστήριξιν εἰς οὐδὲν Ὑ-
1146πουργεῖον. Εἴμεθα λοιπὸν ἔνοχοι, διότι ἐσιωπήσαμεν, διότι δὲν
1147ἐπανελάβομεν πάλιν ζητήματα πολιτικά, διότι δὲν ἐπετρέψα-
1148μεν νὰ ἐξαντληθῇ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος εἰς λογομαχίας, καὶ
1149νὰ ἐπαναλαμβάνωνται καθ’ ἡμέραν κατὰ πρόσωπον ἡμῶν, ὅτι
1150συνερχόμεθα, ἵνα ἐπαναλαμβάνωμεν τὰ αὐτά, νὰ μὴ πράττηται
1151δὲ τι ἀφορῶν εἰς τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος;
1152Συνήλθομεν τότε, ἵνα λύσωμεν σπουδαῖα οἰκονομικὰ ζητήματα,
1153καὶ κατηναλώσαμεν τὸν καιρὸν εἰς ζητήματα πολιτικά, εἰς λό-
1154γους ἁπλοῦς, τὰ δὲ συμφέροντα τῆς πατρίδος καὶ οἱ Νόμοι
1155ἔπαθον.
1156Νομίζομεν, Κύριοι, ἡμεῖς, ὅτι ὁ τίτλος ἡμῶν ὡς Ὑπουργῶν,
1157ὅτι ἡ ἐντολή μας ἔχει πάντοτε ἀνάγκην πληρώσεως ἀπὸ τῆς
1158ψήφου ἡμῶν· διὰ νὰ ἦναι πλήρης ἡ ἐντολὴ τοῦ Ὑπουργοῦ,
1159πρέπει νὰ ἐπισφραγισθῇ καὶ ἀπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν. Ἰδοὺ διατὶ
1160ζητοῦμεν ἤδη ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Εἶσθε Βουλὴ ἐκλεχθεῖσα ἐ-
1161σχάτως, Βουλὴ περιέχουσα νέα πρόσωπα πολλά· ἔρχεσθε ἀπὸ
1162τὸν λαὸν ἀμέσως στελλόμενοι, ἐνώπιον αὐτοῦ κατεσυκοφαντή-
1163θημεν· καὶ τί δὲν εἶπον, καὶ τί δὲν ἐπανέλαβον καθ’ ἡμῶν; χθὲς
1164ἐχωρίσθητε ἀπὸ τὸν λαόν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σᾶς ἐρωτήσω-
1165μεν, τῷ ὄντι πιστεύει ὁ λαὸς εἰς ὅσα διέδοσαν, ἀποδέχεται ἢ
1166οὔ τὴν διοίκησιν ἡμῶν καὶ τὴν διαμονήν μας ἐν τῇ ἐξου-
1167σίᾳ; Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ μᾶς τὸ εἴπητε, διότι δὲν δεχόμε-
1168θα νὰ μένωμεν ὡς Κυβέρνησις ὑπὸ τὸ βάρος μομφῆς καὶ ἀμ-
1169φιβολίας· ἡ ἀμφιβολία πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, διότι ἔχομεν ἀ-
1170νάγκην νὰ μεταδώσωμεν τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους
1171καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, νὰ μάθωσιν ὅλοι ὅτι ἡ Κυβέρνησις
1172εἶναι ἰσχυρὰ καὶ μόνιμος. Κυβέρνησις κλονιζομένη ὑπὸ τὸ
1173βάρος ἀμφιβολιῶν καὶ ὕβρεων εἶναι ἀναξία νὰ κάθηται εἰς
1174τὰ ἑδώλια ταῦτα· δὲν δεχόμεθα τοιαύτην Κυβέρνησιν, ἔχο-
1175μεν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν τὴν γνώμην σας· ἄνευ τούτου ἡ
1176Κυβέρνησις εἶναι ἀσθενής, καὶ ἡ διοίκησις παραλύει. Δὲν αἰσθα-
1177νόμεθα δὲ τὴν ἀνάγκην ἐλέγχου· ἂν μᾶς νομίζητε ἐνόχους,
1178οὐδὲ στιγμὴν πρέπει νὰ ἀπολέσητε· ἐὰν φρονῆτε τοῦτο εἰλι-
1179κρινῶς καὶ τιμίως, διατί ἀργεῖτε; τὰς φωνασκίας καὶ τὰς ὕ-
1180βρεις, ἃς ἠκούσαμεν, ᾠκτείραμεν· αὐταὶ βλάπτουν τοὺς ἐπανα-
1181λαμβάνοντας αὐτάς. Τὸ παράδειγμα δὲ, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνέφερον,
1182δὲν ἔχει πρὸς ἡμᾶς καμμίαν ἐφαρμογήν. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς, καθ’
1183ἣν ὁ ἀείμνηστος Μαυροκορδάτος διεξήγαγε τὰς ἐκλογάς, ἡ κατά-
1184στασις τοῦ τόπου ἦτο τοιαύτη, ὥστε αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἠδύναντο νὰ
1185διεξαχθῶσιν ἄνευ ἀτόπων, τότε αἱματοχυσίαι μεγάλαι ἐγένοντο.
1186Βεβαίως ἡ κυβέρνησις δὲν ἦτο ἔνοχος τῶν ἀτοπημάτων αὐτῶν,
1187καὶ ἐν τούτοις, ὅπως συμβαίνει παντοῦ καὶ πάντοτε καὶ ἰδίως
1188ἐδῶ, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἀπέδιδον τὰ πλεῖστα τῶν δυσ-
1189τυχημάτων, καὶ εἶχε δίκαιον ἡ Κυβέρνησις τότε νὰ εἴπῃ, ἂν
1190μᾶς νομίζητε ἐνόχους, δικάσατέ μας, διορίσατε ἐλεγκτὰς τῶν
1191πράξεών μας. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν ἔλεγχον, διότι δὲν αἰσθα-
1192νόμεθα τὴν ἀνάγκην τούτου· δὲν παρεβιάσαμεν τὸ καθῆκόν μας,
1193οὔτε ἐβλάψαμέν τινα, ἂν δὲ ὑπάρχῃ τις, ἂς ἔλθῃ. Ἰδού.
1194Ὅταν, Κύριοι, προσεκλήθημεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤλθομεν
1195κατὰ δυστυχίαν ἄνευ τοῦ γοήτρου, τὸ ὁποῖον συνοδεύει τὰς
1196νέας Κυβερνήσεις, ἄνευ τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας ἐμπνέει ἡ
1197ἐμφάνισις νέων ἀστέρων· ἐπεβάρυνε καὶ ἡμᾶς ἡ ἀγανάκτησις
1198ἡ ἀδίκως ἐξεγερθεῖσα κατὰ τῆς Οἰκουμενικῆς, ἀπετελοῦ-
1199μεν καὶ ἡμεῖς μέρος αὐτῆς, μετείχομεν ὅλων τῶν ἀντι-
1200παθειῶν καὶ ὑπέστημεν ὅλας τὰς συνεπείας τούτων. Ἀνελά-
1201βομεν Κυβέρνησιν ἀσθενῆ κατὰ τοῦτο, καὶ ὅταν ἠναγκάσθημεν
1202ν’ ἀντιταχθῶμεν εἰς τὰ λυπηρὰ συμβεβηκότα τῆς ἐποχῆς ἐκεί-
1203νης, ἠσθάνθημεν καὶ τοὺς κινδύνους καὶ τὴν εὐθύνην καὶ τὸ εἶδος
1204αὐτὸ τῆς ἀσθενείας. Παρὰ τὸ πλευρὸν ἡμῶν τὸν κ. Ζαΐμην εἴχο-
1205μεν μόνον· ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ ὁ κ. Λομβάρδος μᾶς ὑπεστήριξαν ἀληθῶς,
1206ὅταν ἤλθομεν κατόπιν, ἵνα δώσωμεν λόγον εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ
1207τὴν ἐποχὴν ὅμως τῶν κινδύνων δὲν εἴδομεν οὔτε τὸν κ. Λομβάρδον
1208οὔτε τὸν κύριον Πετιμεζᾶν, διότι καὶ αὐτοὶ εἶχον ἀνάγκην νὰ
1209ὑπερασπίσωσιν ἑαυτούς· καθ’ ὅλων διηυθύνετο ἡ ἀγανάκτησις.
1210Μόνον, κύριοι, χρεωστοῦμεν εἰς τὸν κύριον Ζαΐμην, ὁ ὁποῖος
1211κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν κινδύνων καὶ τῆς εὐθύνης συνεμερίσθη
1212τὴν τύχην μας.
1213§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤμεθα ἐν τῇ Βουλῇ.
1214§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὸν τόπον ὅμως τῶν κατα-
1215στροφῶν καὶ τῆς δυστυχίας ἐλείπετε, καὶ δὲν ἔχετε
1216δικαίωμα νὰ καυχᾶσθε, ὅτι μᾶς ὑπεστηρίξατε. Μετὰ τοὺς
1217κινδύνους ὅλοι μᾶς ὑπεστήριξαν, διότι οὐδεὶς ὑπεστή-
1218ριζε τὴν στάσιν· καὶ δὲν ζητοῦμεν ἀμοιβὴν διὰ τοῦτο,
1219δὲν καυχώμεθα διὰ τοῦτο, ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας, ἐξε-
1220τελέσαμεν ὅ,τι ὀφείλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν, αἰσθανόμεθα δὲ
1221βαθυτάτην τὴν θλίψιν, διότι ἔλαβον χώραν δυστυχήματα
1222τότε, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως, δὲν
1223ἀνειχόμεθα νὰ παρουσιασθῇ ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν ἐπο-
1224χὴν ἰδίως ἐκείνην ἀναρχικὴ καὶ ἀτακτοῦσα· ἠθέλαμεν
1225νὰ περιορισθῇ ὁ ὄχλος εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἦτο
1226τεταγμένος, καὶ νὰ μὴ ἀπαιτῇ, νὰ μὴ προσβλέπῃ εἰς τὴν ἐξά-
1227σκησιν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ
1228Βουλὴ ἔχουσι μόνον τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκῶσιν, ὠφείλομεν νὰ
1229ἤμεθα αὐστηροί, ἐπίμονοι καὶ δραστήριοι. Λυποῦμαι δι’ ὅσα
1230συνέβησαν τότε, ἀλλὰ κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ συμβῶσι.
1231Μετὰ τὸ συμβεβηκὸς ἐκεῖνο ἐπῆλθεν ἡ ἔξοδος τοῦ στρατοῦ·
1232ἐμέμφθησαν τὸ γεγονὸς τοῦτο, εἶπον, ὅτι εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν
1233ἠτιμάσθη ἡ Ἑλλὰς, ὅτι προσεβλήθη ὁ στρατός, καὶ τὸ ἐπα-
1234νέλαβον καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐσχάτως ἀδίκως. Ἐξῆλθεν ὁ στρα-
1235τὸς, ἵνα χύσῃ αἵματα; ἢ νὰ πολεμήσῃ; αὐτὸς ἦτο ὁ κύριος
1236σκοπός του; Οὐχί· αὐτὸ ἦτο τὸ μέσον πρὸς ἐπίτευξιν ἑτέρου σκο-
1237ποῦ, καὶ ὅταν ὁ ἄλλος σκοπὸς ἐπετεύχθη, τὸ ἔργον τοῦ στρα-
1238τοῦ ἐτελείωσε καὶ ὁ στρατὸς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του ἐντί-
1239μως. Καὶ ποῖος δὲ ἦτο ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνεργήθησαν
1240ταῦτα; ν’ ἀναγνωρίσῃ ἡ Εὐρώπη τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος.
1241Εὐγνωμονῶ τὸν κ. Τρικούπην, εὐγνωμονῶ τὸν κ. Ζαΐμην,
1242διότι τότε, οὕτως ἐκτιμῶντες καὶ αὐτοὶ τὰς περιστάσεις καὶ
1243τὰ πράγματα, ἐκ τῶν πρώτων ἐνέκριναν πληρέστατα καὶ ἐπῄ-
1244νεσαν τὴν διαγωγήν μας· ὁ στρατὸς ἐξῆλθε, διὰ νὰ καθιερώσῃ
1245τὰ δικαιώματα ἡμῶν, ἀφοῦ δὲ ἀνεγνωρίσθησαν, τὸ ἔργον του
1246ἐτελείωσε, καὶ ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰσῆλθε. Καὶ μήπως ἦτον
1247ἐναντίος εἰς τοῦτο ὁ κ. Λομβάρδος; ὄχι.
1248§28ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ εἶπον αὐτὸ, καὶ ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε,
1249ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπῄνεσα τὴν εἴσοδον, κατέκρινα ὅμως τὴν
1250ἔξοδον.
1251§29ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
1252§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἐπῄνεσεν ἐνθουσιω-
1253δῶς τὴν εἴσοδον, ἐνέκρινε δὲ ἐγκαρδίως τὴν ἔξοδον. Κύριοι, δὲν
1254ἀναγινώσκω ὅλην τὴν ἀγόρευσίν του, σᾶς ἀναγινώσκω ἓν μέ-
1255ρος: «Ὑπεσχέθησαν εἰς τὴν κυβέρνησιν, λέγει ὁ κ. Λομβάρδος,
1256»ὅτι, ἂν ἀποσύρωμεν τὸν στρατόν μας, αὐτοὶ θέλουσι ὑποστη-
1257»ρίξει τὰ δίκαιά μας ἐνώπιον τοῦ συγκροτηθησομένου Συνεδρίου;
1258»(ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν συναινεῖ.) Τὸν Ὑπουργὸν τῶν
1259»Ἐξωτερικῶν ἠρώτησα ἤδη· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ
1260»ἀπήντησεν, εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν,
1261»ἐδῶ διδομένην, ὀφείλω νὰ δώσω πᾶσαν πίστιν. Ὑπεσχέθησαν
1262νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματά μας ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου...
1263Ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης,
1264διότι τὰ πράγματα δὲν ἐτελείωσαν ἀκόμη· οὐδεμίαν δ’ ἀμ-
1265φιβολίαν ἔχω, ὅτι ἐξεπλήρωσε καὶ θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν
1266της μέχρι τέλους, ὁποῖον τῇ ἐπιβάλλει ἡ θέσις καὶ τὰ καθή-
1267κοντά της» Καὶ ἐξηκολούθησε, ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματά μας;
1268δὲν δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν μὲ 40 ἑκατομμύρια προϋπολογισμὸν,
1269πρέπει εἰς τὸν Βασιλέα Γεώργιον νὰ προστεθῇ ἔκτασις καὶ
1270παραχώρησις ἐδαφικὴ, νὰ τεθῶμεν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνι-
1271σμοῦ, ὄχι θεωρητικῶς, ἀλλὰ πράγματι κλπ.
1272§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, κ. πρωθυπουργὲ, μὴ τὸ κλείσετε.
1273§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 340 σελίς. (Παραδίδει εἰς τὸν κύριον
1274Λομβάρδον τὴν «ἐφημερίδα τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς.» Ἰδοὺ
1275κύριοι, πῶς ἔκρινεν ὁ κύριος Λομβάρδος τότε τὴν εἴσοδον
1276τοῦ στρατοῦ.
1277§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι τὴν ἐπάνοδον.
1278§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν εἴσοδον λέγων, ἐννοῶ τὴν εἰς τὴν
1279Ἑλλάδα ἐπάνοδον.
1280Ἀλλὰ, κύριοι, τί ἀξίαν πολιτικὴν ἔχει δι’ ἡμᾶς ἡ γνώμη
1281ἑνὸς ὀπαδοῦ τοῦ κόμματος, ὅταν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος,
1282ἡ ἐνσάρκωσις τῆς πολιτικῆς τοῦ κόμματος, ὁ ἀντιπρόσωπος
1283καὶ ὁ διευθύνων ταύτην, τοιαύτην γνώμην ἔχει; καὶ ὁ κ. Τρι-
1284κούπης μᾶς εὐγνωμονεῖ, διότι διετάξαμεν νὰ εἰσέλθῃ καὶ
1285ἐξέλθῃ ὁ στρατός.
1286§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ νὰ εἰσέλθῃ, σᾶς ἐπῄνεσα.
1287§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι λέγω εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ἤδη
1288δὲν δύναμαι νὰ εὕρω τὰς συζητήσεις. Τὸ γεγονὸς τοῦτο,
1289κύριοι, διεδέχθησαν αἱ ἐπαναστάσεις, δὲν θέλω νὰ ἀντι-
1290ποιηθῶ τὸν ἔπαινον, ὅτι αἱ ἐπαναστάσεις ἔλαβον χώραν
1291ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν, ἤρχισαν πρὸ ἡμῶν· ἔλαβον τέλος
1292πάντων χώραν αἱ ἐπαναστάσεις· τὰς ἐπαναστάσεις ὑλικῶς
1293διηύθυνον οἱ φίλοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως· καὶ ἐπικαλοῦμαι
1294τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Δραγούμη· τὰς διηύθυνον δὲ ἐντίμως
1295πατριωτικῶς καὶ ἀφιλοκερδῶς, χρεωστῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω,
1296καὶ τὰς διηύθυνον ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὸ εὐγενὲς αἴσθημα, τὸ
1297ὁποῖον ἐμπνέει πάντα Ἕλληνα, ἢ κάτοικον τῆς Ἑλλάδος, ἢ
1298πρόσφυγα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων.
1299Τὴν διπλωματικήν μας ἐνέργειαν δὲ, καθ’ ὃ μέρος ἔλαβον ἐγὼ,
1300ἐνέκρινε καὶ ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Τρικούπης. Τοὺς πα-
1301ρεκάλεσα πολλάκις νὰ λάβουν γνῶσιν τῶν ἐνεργειῶν μου ἐπὶ
1302τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ τὰς ἐνέκριναν.
1303Καὶ κατηγοροῦσι, Κύριοι, τὰς ἐπαναστάσεις αὐτὰς, τὰς εἶ-
1304πον λῃστρικάς, πετσώματα, καὶ δὲν ἠξεύρω καὶ τί ἄλλο·
1305ἀλλ’ ἐλησμόνησαν τὴν μεγάλην νίκην, τὴν ὁποίαν ἐκέρδησαν αἱ
1306ἐπαναστάσεις αὗται, δηλαδὴ ν’ ἀναγνωρισθῶσιν ἀπὸ τῆς Εὐ-
1307ρώπης. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἡ ἀξία, ἰδοὺ ἡ ἀληθὴς νίκη τῶν
1308ἐπαναστάσεων. Πρὶν τούτου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς
1309Ἀγγλίας, σᾶς ὑπόσχομαι, ἔλεγε, νὰ μεθέξετε τοῦ βελτιωθη-
1310σομένου καθεστῶτος. Τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐξαί-
1311ρεσις καθ’ ἡμῶν μόνον. Αἱ ἐπαναστάσεις ὅμως ἠνάγκα-
1312σαν αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν νὰ εἴπῃ· σᾶς ἀναγνωρίζω ὡς ἐπα-
1313νάστασιν, καὶ θέλω ὡς ἐπανάστασιν σᾶς παρουσιάσει
1314ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, καὶ ὡς τοιούτους θέλω σᾶς ὑπο-
1315στηρίξει· καὶ τῷ ὄντι τὸ ἔπραξεν· ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου πα-
1316ρουσιάσθη ἡ ὑπόθεσις τῆς Ἑλλάδος ὡς τοιαύτη, καὶ ὡς τοιαύτη
1317ὑπεστηρίχθη. Πρὶν ἐφρόντιζε νὰ πιέζῃ ἡ Εὐρώπη τὰς ἐπα-
1318ναστάσεις. Ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ συνθηκολογεῖ μὲ αὐτὰς
1319καὶ τὰς ὑποστηρίζει. Ἰδοὺ ἡ μεγάλη νίκη, τὴν ὁποίαν ἐκέρδη-
1320σαν οἱ πετσωματάδες· ἠνάγκασαν τὴν Ἀγγλίαν νὰ συνθηκο-
1321λογήσῃ μὲ τὴν ἐπανάστασιν.
1322Τὴν ἐπανάστασιν, κύριοι, διεδέχθησαν οἱ πρόσφυγες· νέα
1323δυσκολία διὰ τὸν τόπον, τὸ ἀπροφύλακτον τῶν ὁρίων· τὰ ὅρια
1324ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μένουσιν ἀνεπιτήρητα εἰς τὸν θέλοντα
1325νὰ εἰσέλθῃ καὶ ἐξέλθῃ. Τὰ γεγονότα ταῦτα παρηκολούθησαν
1326δύο γενικαὶ ἐκλογαί, αἱ δημοτικαὶ καὶ βουλευτικαί. Αἱ ἐκλο-
1327γαί, κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι αἱ μὲν πρῶται ψαύουν καὶ τὰ μι-
1328κρότερα συμφέροντα τῆς οἰκογενείας, τῆς κοινότητος καὶ τῶν
1329ἀτόμων, αἱ δὲ βουλευτικαὶ ἀνυψοῦν τὴν φιλοδοξίαν τῶν πο-
1330λιτῶν εἰς συμφέροντα γενικώτερα, πολυτιμότερα καὶ εἰς ἀνώτε-
1331ρον ὁρίζοντα φιλοδοξίας ὑπερτέρας· καὶ ὅταν τὰ συμφέροντα καὶ
1332τὰ αἰσθήματα παλαίουν οὕτως ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἡ κοινωνία ἐξα-
1333τομικίζεται κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τοῦ γενικοῦ διαπλη-
1334κτισμοῦ, ὁ στρατὸς διασκορπίζεται, τὰ δικαστήρια διαλύον-
1335ται, πᾶσα καταδίωξις παύει, αἱ εἰσπράξεις σταματοῦν, ἡ δὲ
1336Κυβέρνησις δὲν γνωρίζει τί νὰ πράξῃ· νὰ καταστείλῃ ἀτοπή-
1337ματα; ἐπέμβασις, κραυγάζουσι· νὰ σιωπήσῃ; ἀφίνεις νὰ γεί-
1338νουν ἀταξίαι καὶ παραβιάσεις χάριν ἐπηρεασμοῦ τῶν ἐκλογῶν!
1339Ἡ κοινωνία. Κατὰ τὰς στιγμὰς ἐκείνας εὑρίσκεται εἰς πλήρη
1340διάλυσιν, εἰς χάος. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, διήλθομεν τὴν
1341δυσχερῆ αὐτὴν ἐποχήν, καὶ ἡ τάξις διετηρήθη ἀκράδαντος,
1342καὶ ἡ ἀσφάλεια δὲν προσεβλήθη πούποτε, καὶ τὰ πολιτικὰ
1343καὶ ἀστικὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν ὑπῆρξαν σεβαστὰ, καὶ ἡ
1344ἐλευθερία καὶ τοῦ ἀτόμου καὶ τῶν σωματείων ἐπροστατεύθη.
1345Δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἀπέδειξε τῷ ὄντι,
1346ὅτι εἶναι λαὸς ἀνωτέρου πολιτισμοῦ καὶ ἄξιος τῆς ἐκπολιτι-
1347στικῆς αὑτοῦ ἀποστολῆς; Ἐντρέπεσθε νὰ εἴπητε τοῦτο ἢ τὸ ἀρνεῖ-
1348σθε; Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον θέλω ἔλθει εἰς τὰς ἀποκαλύψεις τοῦ
1349κ. Οἰκονόμου. Καὶ συνετελέσθησαν, κύριοι, ταῦτα οὕτω, διότι
1350ἀκολουθοῦμεν σύστημα διοικήσεως μετριοπαθὲς καὶ ὅσον τὸ δυνα-
1351τὸν ἀπροσωπόληπτον καὶ ἐπιεικές. Δὲν ἀγαπῶμεν ἡμεῖς τὴν διοί-
1352κησιν τῆς ῥάβδου, τῆς βίας καὶ τῶν παθῶν. Πιθανὸν, κύριοι,
1353καὶ ἡ διοίκησις ἡμῶν ὡς ἀνθρώπων νὰ προσέκοψε, καὶ πιθανὸν
1354νὰ συνέβησαν παρεκτροπαί τινες καὶ παράπονα· ἀλλὰ ποῦ δὲν
1355συμβαίνουν ταῦτα; Δὲν πρέπει εἰς ταῦτα ν’ ἀποβλέψητε, ἀλλ’
1356εἰς τὸ γενικὸν πνεῦμα, εἰς τὴν γενικὴν ἀφετηρίαν, ἀφ’ ἧς ἡ διοί-
1357κησις ἀναχωρεῖ. Οὕτω τὰ πολιτικὰ κόμματα κρίνουν τὴν πολι-
1358τικὴν καὶ τὴν διοίκησιν, καὶ δὲν ἀνασκαλίζουν ἐπιμόνως διὰ νὰ
1359εὕρουν ἀηδίαν τινά, νὰ τὴν ἐπαναλάβουν καὶ τὴν ἐπιδείξωσι.
1360Τὸ σύστημα τοῦτο τῆς διοικήσεως, πρέπει νὰ σᾶς τὸ εἴπω, εἶναι
1361τῆς ἰδιοσυγκρασίας, τοῦ χαρακτῆρος ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὅμως
1362μᾶς κατηγόρησαν. Ἀγαπῶ, εἶπεν ὁ κ. Οἰκονόμου, τὸν κ. Κου-
1363μουνδοῦρον ὡς ἄνθρωπον γλυκὺν, τὸν ἐπικρίνω ὅμως ὡς ὑπουρ-
1364γόν. Χαίρω, διότι θὰ ἔχω διαρκέστερον τὴν ἀγάπην τοῦ κ. Οἰκο-
1365νόμου· ὡς ὑπουργὸς εἶμαι παροδικὸς, ὡς ἄνθρωπος δὲ διαρκής·
1366αὐτὸ μὲ εὐχαριστεῖ, καὶ τὸ ὁμολογῶ εἰλικρινῶς. Δὲν μ’ ἀγαπᾶ
1367δὲ, διότι εἶμαι ἐνδοτικός. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς συνταγ-
1368ματικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν κυβέρνησιν, ὅταν ὁ σκοπὸς καὶ ὁ
1369λόγος δὲν ἦναι κακοήθης καὶ ταπεινοῦ συμφέροντος, δὲν εἶνε
1370οὐσιῶδες στοιχεῖον αὐτῆς ἡ ἀμοιβαία ὑποχώρησις; Καὶ
1371τότε τί χρειάζεσθε σεῖς, ὅταν ἐγὼ ἀποφασίζω κυριαρχι-
1372κῶς, τί θὰ πράξετε; Σεῖς εἶσθε πλέον περιττοί. Νομίζω, ἐπα-
1373ναλαμβάνω, ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἐκτὸς ὅταν οἱ λόγοι ἦναι κακοήθεις
1374καὶ δὲν ἀποβλέπουν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, καὶ ὅταν
1375δὲν ὑπάρχῃ πεποίθησις, ὅτι ἡ ἀντίστασις εἶναι ἀναγκαία, ὀφείλει
1376νὰ ἐνδίδῃ, καὶ θεωρῶ ἀσύνετον τὸν ἐπιμένοντα ἐν τῷ ἀδίκῳ,
1377μόνον διότι τὸ εἶπεν· ἐνδίδω λοιπόν, ἀκολουθῶν τοὺς
1378κανόνας αὐτούς. Πρέπει νὰ σᾶς δώσω καὶ ἄλλην ἐξή-
1379γησιν, διότι πολλάκις ἐπανελήφθη μομφὴ κατ’ ἐμοῦ, ἀφο-
1380ρῶσα εἰς τὴν ἀνωτέραν πολιτικήν. Εἰς τὴν ἀνωτέραν
1381πολιτικὴν, ὅπως ὅλοι ὑμεῖς, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μόνον καὶ ἀπο-
1382κλειστικῶς τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος· εἶμαι πρὸς τοῦτο ἴσος
1383μὲ ὅλους, μὲ αὐτὴν τὴν διαφορὰν μόνον, ὅτι ἐγὼ δὲν ζητῶ ἐκ
1384τῶν προτέρων καὶ ἐκ προκαταλήψεως ποίαν πολιτικὴν ὀφείλω νὰ
1385ἀκολουθήσω, ἀλλὰ ποία πολιτικὴ μὲ φέρει εἰς τὸν σκοπόν μου,
1386ἵνα τὴν ἀκολουθήσω· δὲν θυσιάζω τὸν σκοπὸν εἰς τὰ μέσα, ἀκο-
1387λουθῶ τὴν πολιτικὴν τὴν οὖσαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος μου· προ-
1388βλέπω πρὸς τὸν σκοπόν, καὶ οὐχὶ πρὸς τὸ μέσον, ἀκολουθῶ
1389τὴν πολιτικὴν, ἥτις φέρει πρὸς αὐτόν· κατηγοροῦσιν ἐμοῦ καὶ
1390διὰ τοῦτο. Κύριε Οἰκονόμου, ὅταν ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος
1391σᾶς εἶπεν, ὑπάγετε εἰς Λαμίαν, δὲν ἠξεύρω ἐὰν σᾶς εἶπεν ἢ
1392ὄχι ὑπάγετε διὰ τὰ ’μάτια· ἐὰν σᾶς τὸ εἶπε, καλῶς ἔπραξε,
1393καὶ ἀγνοῶ διατί τὸ ἀρνεῖται· ἐγώ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ
1394κυρίου Παπαμιχαλοπούλου καὶ ἔβλεπον ἄνθρωπον διστάζοντα
1395νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, δὲν ἤμην δὲ εἰς θέσιν νὰ τὸν ἀντικα-
1396ταστήσω, καὶ ἐθεώρουν ἐν τούτοις τὴν παρουσίαν του ἀναπόφευ-
1397κτον καὶ ἀναγκαίαν, ἤμην δὲ βέβαιος, ὅτι θέλει ἐκτελέσει τὸ
1398καθῆκόν του μεταβαίνων ἐκεῖ, ἤθελον δι’ ὅλων τῶν πειστικῶν
1399μέσων, ἐπειδὴ διὰ τῆς βίας δὲν ἐπήρχετο ἀποτέλεσμα, προσ-
1400παθήσει νὰ τὸν πείσω νὰ πράξῃ τοῦτο. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ.
1401Παπαμιχαλόπουλος ἠρνήθη τοῦτο· σᾶς ἔβλεπεν ὀῤῥωδοῦντα πρὸς
1402τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός σας; ὤφειλε νὰ σᾶς ἐμποιήσῃ
1403θάῤῥος.
1404§37ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἔλαβον καὶ συγχαρητήρια.
1405§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνω,
1406ἀφοῦ ἤμην βέβαιος, ὅτι ἠθέλατε ἐκτελέσει, ὅπως ἐξετελέσατε, τὸ
1407καθῆκόν σας· τὸ ἐξετελέσατε ἄριστα, καὶ ὁ κύριος Παπαμι-
1408χαλόπουλος, ὅστις σᾶς ἀπέστειλε, πολὺ καλῶς ἔπραξε, διότι
1409ἐπέτυχεν ἡ ἀποστολή του. Τί δὲ σᾶς ἀπέδειξεν ἐκεῖ ἡ ἐμ-
1410φάνισις τῶν βασιλικῶν ἵππων; σύμφωνα μὲ τὴν πολιτικὴν,
1411τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔπρεπε
1412νὰ σᾶς ἐνθουσιάσῃ ἡ ἀνακάλυψις αὕτη, διότι ἦτο τεκμήριον
1413οἱ ἵπποι αὐτοὶ ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς σας, καὶ ἐν τούτοις
1414τὸ ἐναντίον ἐδέχθητε. Ἐὰν τῳόντι ἔκτοτε, καὶ διότι σᾶς
1415εἶπεν ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος, ὑπάγετε διὰ τὰ ’μάτια,
1416καὶ διότι εἴδατε τοὺς Βασιλικοὺς ἵππους, ἐπείσθητε, ὅτι ἐπροδί-
1417δοντο τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, διατί ἀμέσως νὰ μὴ κατα-
1418μηνύσητε τοὺς προδότας; διατί νὰ μὴ ἄρητε τὸ προσωπεῖον, καὶ
1419σώσητε τὴν πατρίδα καὶ τὸ ζήτημα; διατί ἀνεβάλετε σεῖς καὶ
1420ἀνεμένατε, ἐνῷ ἐπεστρέψατε ἐκ Λαμίας πεπεισμένος περὶ τῆς
1421ἀστοχίας τῶν μέτρων, καὶ ἐσιωπήσατε; Ὑμεῖς εἶσθε λοιπὸν ὁ
1422μᾶλλον ὑποχωρητικός, καὶ εἰς περίστασιν σπουδαίαν, ὁποία
1423ἦτον ἐκείνη, καθ’ ἣν, κατὰ τὴν πεποίθησίν σας, ἐβλάπτοντο
1424τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος καὶ κατεστρέφοντο. Καὶ μὴ πι-
1425στεύσητε, κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅπως σᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Τρι-
1426κούπης, ὅτι ἐγένετό τι, οὔτε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης γίνε-
1427ται ἐκτὸς τοῦ ὑπουργείου καὶ χωρὶς αὐτὸ νὰ τὸ παραγγείλῃ.
1428Δὲν εἶναι ἀληθὴς δὲ ἡ πληροφορία, ἣν ἐλάβετε, ὅτι ἰδιαίτερα
1429τηλεγραφήματα ἐκ τῆς Αὐλῆς ἐστάλησαν εἰς τὸν κ. Δηλιγιάν-
1430νην. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὴν ἐπι-
1431κρατοῦσαν ψῆφον εἰς τὰ ἐξωτερικὰ ἰδίως ζητήματα; Λάβετε
1432παράδειγμα τὴν μητέρα τῶν Συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, τὴν
1433Ἀγγλίαν, καὶ ἴδετε τί συμβαίνει ἐκεῖ· ἐνθυμήθητε τί μεταξὺ
1434τῆς Βασιλίσσης καὶ τοῦ Παλμερστῶνος ἔλαβε χώραν, καὶ θέ-
1435λετε συμφωνήσει, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν πρέπει νὰ ἦναι ξένος ὁ
1436Βασιλεύς. Εἰς τὰς σημερινὰς μάλιστα περιστάσεις ἰδίως, καὶ
1437χρεωστῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω ἐπισήμως, ὀφείλομεν ἄπειρον εὐ-
1438γνωμοσύνην πρὸς τὸν Βασιλέα, διὰ τὴν πολλαπλῆν συνδρομὴν,
1439τὴν ὁποίαν μᾶς χορηγεῖ. Καὶ ἂν εὐτυχήσωμεν, καὶ εἶ-
1440μαι βέβαιος ὅτι θὰ εὐτυχήσωμεν, νὰ λύσωμεν αἰσίως τὸ ἐξω-
1441τερικὸν ζήτημα, τὸ πλεῖστον τῆς ἐπιτυχίας χρεωστοῦμεν εἰς τὴν
1442ἐνέργειαν καὶ τὰς γνώμας τοῦ Βασιλέως. Ἀναλαμβάνομεν τὴν
1443εὐθύνην ὅλων τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι
1444νὰ σιωπήσω ὅλας τὰς εὐγενεῖς πράξεις καὶ ἐνεργείας τοῦ Βασι-
1445λέως, αἱ ὁποῖαι ἑδραιόνουσι τὴν τύχην καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος.
1446Κύριοι, δὲν γνωρίζω, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον διὰ τί τόσον τρα-
1447χέως καὶ ἐπιθετικῶς καταφέρεται ἐναντίον ἡμῶν διαρκῶς ὁ
1448κύριος Τρικούπης, ἐνῷ ποτὲ δὲν διεφωνήσαμεν ῥιζικῶς,
1449ἀφότου ἐγνωρίσθημεν· εἰς τὰ 1867 ἐκυβερνήσαμεν ὁμοῦ ἀδελ-
1450φικῶς, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐγνώρισα
1451καὶ ἐξετίμησα τὴν μεγάλην ἱκανότητα καὶ τὸν χαρακτῆρα
1452τοῦ ἀνδρός. Μετὰ τοῦτο εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου ὁ κ.
1453Τρικούπης ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν μᾶλλον. Ὅταν κατόπιν ἀνέλαβον
1454τὴν Κυβέρνησιν, ὁ κ. Τριπούπης εὐηρεστήθη, τῇ παρακλήσει
1455μας, νὰ δεχθῇ θέσιν Πρέσβεως· δυστυχῶς ἐμπόδια ἀνώτερα
1456τῆς ἐνεργείας ἡμῶν ἐκώλυσαν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ
1457σκοποῦ αὐτοῦ, καὶ ὁμολογῶ—διότι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀνα-
1458γνωρίζωμεν πάντοτε τὴν εἰδικότητα καὶ ἱκανότητα τὴν
1459ἐξιδιασμένην τῶν πολιτικῶν ἀδρῶν, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν νομίζω,
1460ὅτι ὀρθὸν εἶναι ν’ ἀρνώμεθα ἐνώπιον τοῦ κόσμου τὴν ὀφει-
1461λομένην τιμὴν εἰς ἄνδρας τοιούτους — ὁμολογῶ, ὅτι μεγίστην
1462ὑποστήριξιν ἤθελον εὕρει τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἐν τῷ
1463προσώπῳ αὐτοῦ, καὶ μεγάλως ἔβλαψεν ἡ ἀποτυχία. Εἰς τὴν
1464Κυβέρνησιν τοῦ 1871 ἓν τῶν μελῶν τοῦ κόμματος τοῦ κ.
1465Τρικούπη ἐκ τῶν πρώτων συνυπηρέτησε μεθ’ ἡμῶν, καὶ διατη-
1466ρῶ πάντοτε ἀναμνήσεις εὐαρέστους λίαν διὰ τὴν σύμπραξιν
1467μεθ’ ἡμῶν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Τῇ ψήφῳ μας, ἐξελέχθη ὁ κύριος
1468Λομβάρδος πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἀναγνώσατε δὲ καὶ τὸ πρό-
1469γραμμα τοῦ κ. Τρικούπη ὡς ὑπουργοῦ τῷ 1875· θέλετε ἀνα-
1470καλύψει ἐν αὐτῷ τὸ ἰδικόν μας πρόγραμμα· τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβά-
1471νονται περὶ ἐκλογῶν, περὶ φόρων, περὶ ἀποκεντρώσεως κλπ. ὡς μέλη
1472δὲ τῆς προτελευταίας Βουλῆς, ὁ ἔντιμος πρόεδρός μας ἔσπευσε
1473νὰ μᾶς συγχαρῇ, διότι εὕρισκε πλήρη ὁμοφωνίαν μεταξὺ τοῦ κ.
1474Τρικούπη ἀντιπολιτευομένου καὶ ἡμῶν κυβερνώντων, διεφωνοῦ-
1475μεν δὲ εἰς τὰς λεπτομερείας. Ὁ κ. Τρικούπης, τὰ μέτρα τὰ
1476ὁποῖα ὑπεβάλλομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐδέχετο μὲν κατ’ ἀρ-
1477χὴν, μᾶς ἐμέμφετο μόνον διὰ τὴν μὴ ἐπιστημονικὴν κατάτα-
1478ξιν αὐτῶν· ἡ διαφορά μας ὑπῆρξε πάντοτε, τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἰς
1479τὰς λεπτομερείας, ποτὲ δὲ εἰς τὰς ἀρχάς.
1480Πόθεν λοιπὸν ἡ τόση ἐπιμονὴ, ἡ τόση τραχύτης; Βεβαίως,
1481ἐὰν ὑπῆρχε διαφωνία ἀρχῶν, ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμὸς καὶ ἡ ἀνα-
1482γνώρισις τῆς καλῆς πίστεως καὶ εἰλικρινείας τῶν αἰσθημάτων καὶ
1483τῶν πεποιθήσεων ἤθελεν ἐπικρατήσει, καὶ ἡ πάλη ἤθελεν εἶσθαι ἠπι-
1484ωτέρα· ἀλλ’ ὁ πόλεμος τῶν συμφερόντων εἶναι ἀδιάλλακτος καὶ ἀ-
1485μείλικτος. Καὶ ἰδού, κύριοι, πῶς ἐξηγῶ τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ. Ἀνὴρ,
1486ὅπως ὁ κ. Τρικούπης, περιωπῆς ἀνωτάτης, μὲ τὰς ἰδέας καὶ τὴν
1487ἀνατροφὴν ἣν ἔσχε, δὲν ἐμποδίσθη νὰ εἴπῃ εἰς τὰς Πάτρας:
1488κάτω ἡ Κυβέρνησις, λόγους ἀναξίους αὐτοῦ.
1489§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐγὼ εἶπον αὐτό; Πιστεύε-
1490τε ὅ,τι γράφεται; Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα, οὔτε κα-
1491ταδέχομαι.
1492§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ τὸ ἤκουσα· δὲν τὸ ἠρνήθητε, τὸ
1493ἐπίστευσα, τὸ θεωρῶ ἀνάξιον ὑμῶν.
1494§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ
1495τοιαῦτα; δὲν ἀπήντησα, διότι οἱ λέγοντες ἦσαν ἀνάξιοι ἀπαντή-
1496σεως· ἤδη ὅμως σᾶς ἀπαντῶ.
1497§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, χαίρω ἐκ καρδίας· συγ-
1498χαίρω τὸν κ. Τρικούπην καὶ μετ’ εὐχαριστήσεως δέχομαι τὴν
1499διάψευσιν· βεβαίως δὲν ἦτο ἀξία αὐτοῦ ἡ φράσις αὕτη. Εἰσέρ-
1500χομαι, κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασι-
1501λικὸν λόγον.
1502Ἡ πρώτη παράγραφος περιέχει δύο ἰδέας, ἔχει δύο σκοποὺς·
1503ἐρωτῶμεν πρῶτον τὴν βουλὴν, ἔχει παράπονα καθ’ ἡμῶν;
1504αἱ ἐκλογαὶ ἐκ μέρους ἡμῶν δὲν ἐγένοντο ἀνεπηρεάστως καὶ
1505ἄνευ ἐπεμβάσεως; διέδοσαν πολλὰ ψεύδη· ἐπταίσαμεν λοι-
1506πόν; κατὰ τί; Καὶ, κύριοι, νομίζετε, ὅτι δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα
1507νὰ ἐρωτήσωμεν;
1508Ἀλλ’ ἐκπολιτιστικὸν χαρακτῆρα, σᾶς εἶπον, δὲν ἀπέδει-
1509ξαν αἱ ἐκλογαὶ, καὶ οὔτε ἡ ἐξ ὑμῶν κυβέρνησις μέχρι
1510τῆς στιγμῆς ταύτης ὑψώθη εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ
1511ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ πατρὶς νὰ ὑψῶνται οἱ ὑπηρετοῦντες αὐ-
1512τήν. Ἀπαντήσατε σεῖς κατὰ τῆς ἀδίκου ταύτης μομφῆς,
1513καὶ μὲ τὸν τρόπον τὸν ἀποκαλυπτικὸν, τὸν ὁποῖον ἀντι-
1514ποιοῦνται ἄνδρες τινὲς, σᾶς ἠρώτησαν, δὲν αἰσθάνεσθε τὰ
1515μηνύματα τοῦ λαοῦ; καὶ ποίων μηνυμάτων; ἰδοὺ ἡ ἐν-
1516σάρκωσις τῶν μηνυμάτων αὐτῶν ἐνώπιόν Σας, καὶ ἠξεύρετε
1517διὰ τῆς ἐνσαρκώσεως αὐτῆς τί μηνύει ὁ λαός; θέλει νὰ κυ-
1518βερνηθῇ τέλος πάντων· ἐμήνυσεν, ὅτι ἀπεχθάνεται τὴν
1519βίαν, ἀπεχθάνεται τοὺς ἐκκεντρισμοὺς, ἀπεχθάνεται ὅ,τι τείνει
1520νὰ κλονίσῃ τὴν δημοσίαν συνείδησιν καὶ νὰ ἐμπνεύσῃ
1521ἀμφιβολίας, ἀπεχθάνεται τὰς ἰδεολογίας καὶ φρασεολογίας.
1522Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ μήνυμα τῶν ἐκλογῶν, ἰδοὺ ἐνώπιον
1523σας ἡ ἐνσάρκωσις τῶν μηνυμάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν
1524ἠρκέσθη εἰς τοῦτο ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ λαβὼν κατόπιν τὸν
1525λόγον, ἐπιληφθεὶς τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐκλογῶν, περιέργως πα-
1526ρέβαλεν ἐμὲ πρὸς ἐμαυτὸν, καὶ οὐχὶ πρὸς ἑαυτὸν, δὲν μᾶς
1527εἶπεν, ἰδοὺ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ἰδοὺ πῶς ἐνηρ-
1528γήσαμεν ἡμεῖς ἐκλογὰς καὶ πῶς σεῖς πλημμελῶς ἐπορεύθητε.
1529Ὄχι· καὶ ἠξεύρετε διατί ἔπραξε τοῦτο; διότι ὁ κ. Λομβάρδος·
1530μὲ κατηγορεῖ ὡς παραβιάσαντα τὰς ἐκλογὰς διὰ διορισμῶν
1531καὶ πῶς νὰ παραβάλῃ ἡμᾶς πρὸς ἑαυτὸν, ἀφοῦ ἀντὶ δέκα
1532διορισμῶν, οὓς ἡμεῖς ἐνηργήσαμεν, αὐτὸς ἐνήργησε 1800 εἰς
1533τρεῖς μῆνας, καὶ κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν μεταβο-
1534λὰς 50 μόνον εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ 70 εἰς ἄλλην νῆσον;
1535§43ΠΟΛΥΛΑΣ. Διατί δὲν τὸ ἐξετάσατε τότε;
1536§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι δὲν ἦτο γενναῖον νὰ παλαίῃ τις
1537πρὸς ἀδυνάτους, καὶ ὄχι, κύριοι, διὰ νὰ σᾶς προσβάλω, παρα-
1538καλῶ νὰ ὁμολογήσητε, δὲν ἦσθε τότε οὔτε πλειονοψηφία τῆς
1539μειονοψηφίας. Τί ἠθέλατε λοιπὸν νὰ εἴπω; πρὸς τίνα νὰ πα-
1540λαίσω; ἰδοὺ διατί οὐδὲν εἶπον τότε.
1541Καὶ διατί εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον ἐλάβετε μέρος εἰς τὰς
1542ἐξελέγξεις, μᾶς εἶπεν, ἐνῷ τότε ἀπείχομεν; διατί; Διότι ἐξηρ-
1543χόμεθα τότε ἀπὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε καθιερώσει ὡς ἀρ-
1544χὴν τὴν νόθευσιν τῶν ἐκλογῶν, ἡ Κυβέρνησις ἀσυστόλως ἐ-
1545πενέβαινε· καὶ πρώτην φορὰν ἡμεῖς μετὰ τὴν μεταβολὴν ἐ-
1546κλήθημεν νὰ ἐνεργήσωμεν ἐκλογάς. Εἴχομεν ἀνάγκην κατα-
1547φανῶς νὰ δείξωμεν καὶ εἰς τὸν λαὸν καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλή-
1548λους, ὅτι δὲν θέλομεν ἐπεμβάσεις, ὅτι θέλομεν αἱ ἐκλογαὶ
1549νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐλευθερώτατα· ἀμφεβάλλομεν ὅμως, κύριοι,
1550ἂν τὴν παραγγελίαν μας αὐτὴν ἤθελον πιστεύσει καὶ πρὸς
1551αὐτὴν ἤθελον συμμορφωθῆ οἱ ὑπάλληλοι, καὶ ὅταν μάλιστα
1552μὲ ἠρώτησε τότε εἷς τῶν νομαρχῶν, «θέλεις νὰ ἔλθωσιν
1553οἱ βουλευταὶ ὅλης τῆς ἐπαρχίας (ὑπουργικοί;) Εἴχομεν ἀνάγ-
1554κην λοιπὸν νὰ δείξωμεν ἐμπράκτως, ὅτι ἡ θέλησίς μας ἦτον,
1555αὐτή· ἐντεῦθεν, κύριοι, τὰ πρωτόκολλα καὶ αἱ ἐπιδείξεις· ἀλλ’
1556εὐτυχῶς τότε εἴχομεν ἀντίπαλον γενναιόφρονα, χρεωστῶ νὰ
1557τὸ ὁμολογήσω πρὸς τιμὴν τῆς μνήμης αὐτοῦ, καὶ εἰλικρινῆ.
1558Ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης εἶχε τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν εἰλι-
1559κρίνειαν νὰ μᾶς συγχαρῇ ἐνώπιον τῆς βουλῆς, αὐτὸς ὁ ἀδιάλλα-
1560κτος ἀντίπαλος μᾶς ηὐχαρίστησε, διότι ἐνεργήσαμεν τὰς
1561ἐκλογὰς πανηγυρικῶς· δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὸν νὰ ἀρνηθῇ
1562ἁπλοῦν τηλεγράφημα συγχαρητήριον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπεδείχθη
1563μετὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς Ζακύνθου· τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ
1564ἀνεκοινώθη εἰς ἐμὲ προσωπικῶς ἀπὸ τὸν ἔντιμον συνάδελφον
1565τοῦ κ. Λομβάρδου, τὸν κ. Λούντζην· τὸ τηλεγράφημα ἀπευ-
1566θύνετο πρὸς αὐτὸν, ἀπέβλεπε δὲ ἐμὲ, καὶ ἀνήγγελλε τὴν ἀμε-
1567ρόληπτον διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν αἱ ἀρχαὶ ἔδειξαν κατὰ τὴν
1568ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὁ κ. Λούντζης.....
1569§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἀπευθύνετο πρὸς τὸν Λούντζην.
1570§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦλθε μετ’ εὐχαριστήσεως, διότι ἔλαβε
1571τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅπως μοὶ εἶπεν, ὅ,τι
1572ἀληθῶς ἐπροφήτευε περὶ τῆς εἰλικρινοῦς θελήσεώς μας ὑπὲρ τῆς
1573ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν· ἔχω, κύριοι, διδόμενα νὰ πιστεύσω,
1574ὅτι ὁ κ. Λούντζης, τίμιος καὶ φιλαλήθης, δὲν ὁμιλεῖ, ἵνα ἀ-
1575ναιρῇ ἀκολούθως τοὺς λόγους του. Δὲν προσεπάθουν τότε εἰς τὰ
1576τμήματα νὰ πλάττωσι ψευδεῖς μομφάς. Ἰδοὺ διατί παρευρέ-
1577θημεν κατὰ τὰς παρούσας ἐξελέγξεις.
1578§47ΡΩΜΑΣ. Πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος ἐξέθηκε
1579μέχρι τοῦδε, σᾶς ἀναφέρω αὐτὸ μόνον· ὅτι ὁ νομάρχης Ζακύν-
1580θου Κρεββατᾶς εἶναι, καθὼς γνωρίζετε, ἄνθρωπος τῆς νομιμότη-
1581τος· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου καὶ τὸν εἰσαγ-
1582γελέα, κύριοι, μάθετε, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τότε εἰς τὰς
1583ἐκλογὰς καὶ οἱ ὁποῖοι ἀκόμη ὑφίστανται, αὐτοὶ εἶναι φίλοι
1584τοῦ κ. Τρικούπη.
1585§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περιέμενον λοιπὸν, κύριοι, μετὰ τὰς ἐπα-
1586νειλημμένας μομφὰς καθ’ ἡμῶν, μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας κραυ-
1587γὰς ἐν ταῖς ἐφημερίσι, μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἀπειλὰς, ἃς μᾶς
1588ἀπηύθυνον, μετὰ τὰς καυχήσεις των, ὅτι σκοπὸν ἔχουσι νὰ μᾶς
1589παραπέμψωσιν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον διὰ τὰς παρανομίας, ἃς
1590ἐπράξαμεν, περιέμενον ν’ ἀκούσω ποίου εἴδους παρανομίαι ἐγένοντο
1591κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ὁ κ. Τρικούπης ἔσπευσεν ἀληθῶς νὰ προσθέσῃ,
1592ὅτι τὸ χειρότερον εἶδος τῶν ἐπεμβάσεων καὶ παρανομιῶν εἶναι ἡ
1593ὑποψηφιότης, τοῦτο ἀρκεῖ εἶπε· καὶ ὅταν ἠρώτησα τὸν κ. Τρικού-
1594πην, ἀπὸ ποῖον ἤκουσεν, εἰς ποῖον ἐγράψαμεν, ποῖος ἐνήργησε,
1595ποῖος ἀνεκήρυξεν ὑποψηφίους; Ὁ κ. Τρικούπης σᾶς εἶπε; θέλετε
1596ἀπόδειξιν; ἰδέτε τί ἐγένετο εἰς Κεφαλληνίαν· τὰς παραμονὰς
1597τῶν ἐκλογῶν μεταβάλλουσι τοὺς ὑπαλλήλους, διὰ νὰ διαφθείρωσι
1598τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Γνωρίζετε δὲ ὑμεῖς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν
1599μεταβολῶν αὐτῶν, καὶ οἱ πετροπόλεμοι καὶ αἱ πληγαὶ, αἱ ἀτα-
1600ξίαι μετ’ αὐτὰς τὰς μεταβολὰς δὲν ἔλαβον χώραν, καὶ ἔχο-
1601μεν εἰρηνικὴν ἐκλογὴν, πανηγυρικῶς ἐνεργηθεῖσαν ἄνευ πταίσμα-
1602τος, ὅπως τὴν περιγράφει εἷς τῶν ἀποτυχόντων ἀξιόπιστος.
1603Ἀλλὰ τοῦτο ἴσως δὲν σᾶς ἀρέσκει, προτιμᾶτε τὰς ἀταξίας.
1604Ἀλλὰ προσθέτουσι: καὶ τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ὑποδείξητε ὑποψηφίους;
1605τοὺς ὑπεδείκνυον οἱ διορισμοὶ, ἰδοὺ νέος τρόπος ὑποδείξεως ὑπο-
1606ψηφίων· δὲν εἴχετε ἀνάγκην νὰ τοὺς ὀνομάσητε. Κύριοι, ἔλαβον
1607τῷ ὄντι ἐκ τούτου αἰτίαν νὰ ζητήσω πληροφορίας πόσοι διο-
1608ρισμοὶ ἔγειναν εἴκοσιν ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν· καὶ ἰδοὺ κύριοι,
1609τὸ ὅλον.....
1610Ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὰ Ἐφετεῖα, Πρω-
1611τοδικεῖα καὶ τοὺς Εἰσαγγελεῖς, οὐδεμία ἐγένετο μεταβολὴ, εἰς
1612τὰ Εἰρηνοδικεῖα δὲ μόνον ἐγένοντο αἱ ἑξῆς. Ἀπελύθη τῆς ὑ-
1613πηρεσίας ὁ Εἰρηνοδίκης Τρικολώνων, ὡς μὴ μεταβὰς εἰς τὴν
1614θέσιν του, καὶ ἀντικατεστάθη. Ὁ εἰρηνοδίκης Θηνέας, ὡς δια-
1615τελῶν μακρὰν τῆς θέσεώς του ἄνευ ἀδείας, ἐπίσης ἀπελύθη.
1616Μετετέθησαν οἱ εἰρηνοδίκαι Σαλαμῖνος καὶ Ἀταλάντης. Ἀπε-
1617λύθη ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου Ὀρχομενοῦ, ἀντικατε-
1618στάθη ὑπὸ τοῦ τῆς Ἐλευσῖνος (Γόρτυνος), εἰς τὴν θέσιν δὲ τούτου
1619διωρίσθη ὁ Χ. Σταυρουλόπουλος. Ἀντὶ τοῦ παραιτηθέντος Μαρ-
1620κεζίνη, διωρίσθη γραφεὺς ἐν τῷ ὑπουργείῳ ὁ Παπαδόπουλος.
1621Ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδι-
1622κείου Καλαβρύτων, καὶ ἀντικατεστάθη καὶ ὁ ἐν Ἀθήναις ὑπο-
1623θηκοφύλαξ Μήτσας.
1624Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένοντο αἱ ἑξῆς με-
1625ταβολαί. Διωρίσθησαν οἱ Β. Γεωργιάδης, γραμματεὺς τῆς
1626ἐφορίας Ἠλείας, Ἡρ. Κραβαρίτης, πρωτοκολλητὴς τῆς ἐφορίας
1627Κορινθίας, Σ. Σκόρδας, γραφεὺς τῆς Ἐφ. Λεβαδείας, Γ. Ψιλλό-
1628πουλος, γραμματεὺς τῆς ἐφορίας Λοκρίδος, Κ. Δ. Παναγιωτό-
1629πουλος τῆς Ναυπακτίας, Ν. Ἀναγνωστόπουλος, ἔφορος Τήνου,
1630καὶ Σπ. Γάντος, ἐλεγκτὴς τοῦ τελ. Παξῶν.
1631Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ Ἅγ. Ἱερομνήμων
1632διωρίσθη ταχυδρ. ἐπιστάτης Κέας, Διαμαντόπουλος, Πατρῶν,
1633Καραχρῆστος, ἔπαρχος Μήλου, Ν. Ἀρμενόπουλος, εἰς τὸ
1634Στρατολ. Συμβούλιον Τήνου, Γεώρ. Ῥεβίθης, μέλος τῆς ἐπιτρο-
1635πῆς τοῦ λιμένος Ὕδρας, Παπαδόπουλος, μέλος τῆς ἐφορ. ἐπι-
1636τροπῆς τοῦ λιμένος Κατακώλου· παρῃτήθη δὲ καὶ ἀντικατε-
1637στάθη ὁ ταχυδρ. ἐπιστάτης Ἀμφιλοχιτῶν:
1638Ἰδού, κύριοι, διὰ τίνος τρόπου ἀποτελεσματικῶς τῳόντι παρε-
1639βιάσαμεν καὶ ἐπενέβημεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι,
1640αὐτοὶ οἱ 15 τρίτης τάξεως καὶ τετάρτης διορισμοὶ ἀρκοῦν
1641νὰ νοθεύσουν τὰς ἐκλογὰς, τί λέγετε ὑμεῖς διὰ τὰς χιλιάδας,
1642τὰς ὁποίας ἐνεργήσατε; καὶ δὲν ὑπηγόρευσαν τοῦτο λόγοι ὑ-
1643πηρεσίας· ἐν διαστήματι τριῶν μηνῶν μεταβολὴν χι-
1644λιάδων ὑπαλλήλων δὲν ὑπαγορεύουσι λόγοι ὑπηρεσίας· ὑπη-
1645ρεσίαν σπουδαίαν, ἀξίαν ἀμέσου ἐπιτηρήσεως, δὲν ἐνεργοῦσι δύο
1646χιλιάδες ὑπάλληλοι· καὶ πότε ἠδυνήθητε νὰ πληροφορηθῆτε περὶ
1647τῆς ποιότητος αὐτῶν; ἐφθάσατε καὶ εἰς τὰ κατώτερα σημεῖα,
1648καὶ δὲν ἀφήσατε λίθον ἐπὶ λίθου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ζερβός. Καὶ
1649ταῦτα ἐπράξατε, διὰ νὰ ἀγρεύσητε πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ κατ’
1650αὐτὰς, καὶ ἐπιστεύετε τοῦτο, ἀλλ’ ἠπατήθητε· ἔκτοτε ἔπρε-
1651πε νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἡ ὕβρις, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνετε πρὸς
1652τοὺς Βουλευτὰς, δὲν εἶναι ἀληθής· οἱ Βουλευταὶ δὲν ἀγρεύονται
1653διὰ ῥουσφετίων, οὔτε οἱ πολῖται τῆς Ἑλλάδος. Ἂν τοῦτο ἦτο
1654ἀληθὲς, ἠθέλατε ἀγρεύσει χιλιάδας ὑποψηφίων διὰ τῶν χιλιά-
1655δων μεταβολῶν· ἀλλ’ οὐδὲν κατωρθώσατε.
1656Ὁ κ. Μελετόπουλος ηὐχήθη καὶ ἐπανέλαβεν, ὅτι ἂν ἐνεργήσω ἐκ-
1657λογὰς ἄλλας, νὰ τὰς ἐνεργήσω καλλιτέρας, ἀλλὰ δὲν μοὶ εἶπε
1658κατὰ τί τὰς ἐνεργήσαμεν κακῶς. Κύριοι, εἴμεθα κόμμα, ἔ-
1659χομεν κόμμα πολεμοῦν πρὸς ἀντιπάλους, οἱ ὁποῖοι ἄνευ
1660συστολῆς καὶ θαῤῥαλέως πρὶν τῆς ἀρχῆς τοῦ πολέμου καὶ
1661μετὰ τὸν πόλεμον κηρύττουσι δημοσίως, ὅτι ὁ σκοπός των εἶ-
1662ναι νὰ μᾶς ἀπαγχονίσωσιν, ἂν δυνηθῶσι, διότι τοιουτοτρόπως
1663νομίζουν, ὅτι ἠμποροῦν νὰ ἐλευθερωθῶσιν ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ νὰ μᾶς
1664ἀντικαταστήσωσιν (ἱλαρότης). Σᾶς ἐρωτῶ, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνελάβο-
1665μεν τὸν ἀγῶνα τοῦτον, ἠκούσατέ ποτε νὰ ὁμιλήσωμεν ὑπέρ τινος
1666ὑποψηφίου, νὰ συστήσωμέν τινα, νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν προ-
1667σωπικὴν ἡμῶν ἐνέργειαν; εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, εἰς τὴν
1668Ἀγγλίαν αὐτὴν τὴν μᾶλλον φιλελεύθερον, ἐξέρχονται δημοσίως
1669οἱ ὑπουργοὶ καὶ ἐπηρεάζουν διὰ τῆς προσωπικῆς των ἐνεργείας
1670τοὺς φίλους αὐτῶν ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων των· τοῦτο δὲν ἐπρά-
1671ξαμεν ἡμεῖς, καὶ ὁ κ. Μελετόπουλος λέγει: εὔχομαι τὰς ἄλλας
1672ἐκλογὰς νὰ ἐνεργήσῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καλλιτέρας. Κατὰ τί
1673Κύριοι, ὅταν οἱ ζῶντες πρωθυπουργοὶ, ἐκτὸς τοῦ μακα-
1674ρίτου Βούλγαρη, ἀπετέλεσαν Ὑπουργεῖον, τὸ Οἰκουμενικὸν,
1675τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο ὡς πανίσχυρον, ἤλπισαν, ὅτι, ὅπως τὸ
1676Ὑπουργεῖόν των ἦτον ἰσχυρὸν ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἤθελεν εἶσθαι
1677ἐν ἰσχύι καὶ ἐν τῇ οἰκονομικῇ πίστει· δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ
1678πραγματοποιήσῃ οὔτε τὸ ἐκ 10,000,000 δάνειον, καί περὶ
1679πολὺ ἠγωνίσθη· ἐζητήσαμεν δάνειον τοιοῦτον πρὶν ἢ κα-
1680ταφύγωμεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, πρὸς αὐτὸ ἀπε-
1681βλέπομεν πρὸ πάντων, καὶ ἂν ὁ κ. Κεχαγιᾶς ἦναι παρὼν, θὰ
1682ἐνθυμῆται, νομίζω, ὅτι, ὅταν κατὰ πρῶτον ὡμιλήσαμεν περὶ
1683ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τῷ εἶπον: πρέπει νὰ προηγηθῇ τὸ
1684δάνειον, καὶ μετὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, ἐὰν
1685ἡ ἀνάγκη ὑφίσταται, νὰ δεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς ἀναγκαστι-
1686κῆς κυκλοφορίας. Ἐψηφίσατε τότε ὁμοῦ μὲ τὸν Νόμον περὶ
1687ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἕτερον νόμον περὶ δανείου
168820,000,000· ἀλλὰ καὶ τὸν νόμον αὐτὸν ἐστάθη ἀδύνατον νὰ
1689πραγματοποιήσωμεν, εἴτε ἐσωτερικῶς, εἴτε ἐξωτερικῶς.
1690Ἐνθυμεῖται ὁ κύριος Τρικούπης τί κατωρθώσαμεν ἢ τί ἠλ-
1691πίζομεν ἀπὸ τὰς ἐπιμόνους ἐνεργείας τοῦ μακαρίτου Δελη-
1692γεώργη· εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κατορθώσωμεν
1693δάνειον ὅλοι ἡμεῖς· ἐν τούτοις αἱ ἀνάγκαι ηὔξανον, τὸ μέλ-
1694λον ἦτον ἀβέβαιον, ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἠδύναντο νὰ
1695γεννηθῶσι περιπλοκαί. Τὰ γραμμάτια τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
1696κλοφορίας ἔφθασαν εἰς τὸ ἔσχατον αὐτῶν ὅριον, δὲν ἠδύναντο
1697νὰ προστεθῶσι νέα· ἀνάγκαι κατεπείγουσαι ὑπῆρχον, δά-
1698νειον τότε ὅλοι ἐπεζητοῦμεν, ὅλοι εἰς αὐτὸ ἐβλέπομεν τὸν λι-
1699μένα τῆς σωτηρίας. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος
1700καὶ λίαν ἔντιμος φίλος μου κ. Νάζος παρουσιάσθη αὐθόρμη-
1701τος πρὸς ἐμέ· οὐδεὶς ἄλλος τότε προσέφερε τὴν ἀφιλοκερδῆ
1702συνδρομήν του—καὶ μοὶ εἶπε: βλέπω τὰς στενοχωρίας σας, ἔχω
1703σχέσεις τινας ἐν Εὐρώπῃ, ἀναδέχομαι νὰ ὑπηρετήσω τὴν πα-
1704τρίδα ἄνευ ἀπαιτήσεως οὐδεμιᾶς· ἀναλαμβάνω εἰς βάρος μου
1705νὰ μεταβῶ ἐγὼ ἢ ὁ συνάδελφός μου κ. Μαλικόπουλος εἰς
1706τὴν Εὐρώπην, νὰ φροντίσω περὶ τοῦ δανείου, καὶ ἂν πραγματο-
1707ποιηθῇ καλῶς, ἄλλως, ἐγὼ ζημιοῦμαι, οὐδὲν ἀπαιτῶ, θέλω νὰ
1708ὑπηρετήσω ὄχι ὡς ἄνθρωπος, ἐπιδιώκων συμφέροντα ἢ σκο-
1709πεύων τὴν ἀπόλαυσιν τούτων, ἀλλ’ ὡς Ἕλλην, χρεωστῶν νὰ
1710ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα του. Ἐπῄνεσα, κύριοι, τὸν πατριωτι-
1711σμὸν τῶν κ. κ. Νάζου καὶ Μαλικοπούλου, καὶ ἐδέχθην τὴν
1712πρότασίν των. Μετέβη τῷ ὄντι ὁ κύριος Μαλιακόπουλος εἰς
1713Εὐρώπην, εἰργάσθη ὅσον ἠδύνατο, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς ὅπερ
1714ἔφθασε, δὲν ἦτον ἀρεστὸν, καὶ τὸ ἀπεῤῥίψαμεν· τότε παρουσιάσθη
1715ὁ κ. Συγγρὸς, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινεν εἰς ἡμᾶς νὰ διαπραγματευθῇ
1716δάνειον ἐπὶ ὡρισμένοις ὅροις· ἐπὶ τούτου, κύριοι, συνεκαλέσα-
1717μεν συμβούλιον ἐκ τῶν κ. κ. Κεχαγιᾶ καὶ Σούτσου, καὶ
1718δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίων ἄλλων, καὶ συνεζητήσαμεν μετ’ αὐ-
1719τῶν τοὺς ὅρους· εὑρέθημεν εἰς ὅλα σύμφωνοι. Ὁ κύριος Κεχα-
1720γιᾶς ὅμως ἐπροτίμα νὰ ἐκδώσωμεν διὰ λογαριασμόν μας
1721τὸ δάνειον· ἐν ἐναντίᾳ περιστάσει ἐζήτει ὥστε αἱ ἀνωτέρω
1722τοῦ ὡρισμένου ἐλαχίστου ὅρου προσφερθεῖσαι τιμαὶ νὰ διανέμων-
1723ται μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἐκδοτῶν· ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον σᾶς πα-
1724ρουσιάσαμεν ἐνταῦθα, ἦτο τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων καὶ τῶν
1725διαπραγματεύσεων ἐκείνων, καὶ τὸν Νόμον ἐκεῖνον ἐπρόκειτο νὰ
1726ἐφαρμόσωμεν, ὅτε παρουσιάσθη ὁ κ. Ῥικάκης καὶ μᾶς ἐπρότει-
1727νεν ὅρους βελτίονας· τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους μᾶς παρουσίασεν
1728ὁ κ. Ῥικάκης, ἔδειξα εἰς τὸν κ. Συγγρὸν καὶ τῷ εἶπον· ἰδοὺ
1729ποῖαι βελτιώσεις μᾶς προτείνονται· τὰς δέχεσαι; ὁ κ. Συγ-
1730γρὸς ἠρνήθη, καὶ μᾶς ἐσυμβούλευσε νὰ τοὺς δεχθῶμεν· ἀπ’
1731αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἔπαυσε νὰ ἐνεργῇ ἡ ἑταιρία τοῦ κ. Συγ-
1732γροῦ, καὶ ἤρχισε ἐκείνη τοῦ κ. Ῥικάκη. Δὲν ἐνήργουν λοιπὸν
1733συγχρόνως δύω ἑταιρίαι· μετὰ διαπραγματεύσεις πολλὰς ὁ κ.
1734Συγγρὸς ἐπρότεινε καλλιτέρους ὅρους, καὶ συγχρόνως ὁ κ. Ὑψη-
1735λάντης μᾶς ἐσύσταινε τὴν προτίμησιν τῶν ὅρων αὐτῶν. Αὐ-
1736τὸς, κύριοι, εἶναι ὁ λόγος, χάριν τοῦ ὁποίου ὑπεγράψαμεν
1737τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρίας τοῦ κυρίου Συγγροῦ,
1738καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ᾐσθάνθην λύπην, διότι ὁ ἀγαθὸς φίλος
1739μου κ. Νάζος ἀπέτυχεν, ἐνῷ ὑπεβλήθη εἰς ζημίαν 70,000 δρ.
1740ἵνα ὑπηρετήσῃ τὸν τόπον, καὶ ἴσως ἡ ζημία αὕτη θὰ ἔχῃ σπου-
1741δαίας ἄλλας ὀλεθρίας συνεπείας. Ἐπεθύμουν τῳόντι ν’ ἀποζη-
1742μιωθῇ ὁ κ. Νάζος, διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κ. Συγγρὸν μετὰ
1743τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς κκ. Μαλικό-
1744πουλον καὶ Νάζον ὁ κ. Συγγρὸς παρεδέχθη νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ζημίαν,
1745πλὴν ἐναντίον τῶν ἐλπίδων μου καὶ τῆς ἐπιθυμίας μου, ὁ κ. Νά-
1746ζος ἠρνήθη τὴν ἀποζημίωσιν· δὲν δέχομαι τίποτε, μοὶ εἶπεν,
1747ὑπηρέτησα τὴν πατρίδα μου· ἀπέτυχον; θέλω νὰ ὑποστῶ
1748μόνος τὰς συνεπείας τῆς ἀποτυχίας αὐτῆς. Καὶ ἐναντίον τοι-
1749ούτων προσώπων θέλουν νὰ ἐπιῤῥίψωσιν ὑπονοίας! Ὁ κ. Νάζος
1750δὲν ἐδέχθη νὰ λάβῃ οὔτε ὅσα ἐξώδευσεν. Ὅταν ὑπεβλήθη
1751ὁ νόμος περὶ δανείου, μᾶς ἀπησχόλει τὸ ἀντικείμενον μόνον
1752τῆς ἐπιτυχίας· ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶχεν ὑψώσει τὴν
1753τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ὑπερβάλλον καὶ μέγιστον τὸ ἔλλειμ-
1754μα ἦτο τοῦ προϋπολογισμοῦ· πόρος, πηγὴ οὐδεμία ὑφί-
1755στατο· ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν τὸ δημόσιον καὶ ἡ κοινωνία
1756ἔτρεχε κίνδυνον οἰκονομικόν· τὸν κίνδυνον λοιπὸν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν
1757καὶ ἠθέλομεν αὐτὸν νὰ προλάβωμεν, ὥστε εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ
1758νόμου καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς ὅρους αὐτοῦ προσείχομεν. Διὰ τοῦτο,
1759κύριοι, ὅταν ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις προσεπάθει πάντοτε νὰ ἀ-
1760φήσῃ τὴν κυβέρνησιν νὰ ἀποθάνῃ ἐξ ἀσιτίας, ἐπρότεινεν ὅρους, κατὰ
1761τοὺς ὁποίους δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτὴν νὰ ποιήσῃ χρῆσιν οὔτε
1762λεπτοῦ, ἡμεῖς ἐδεχόμεθα μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως τὰς προ-
1763τάσεις· πρὸς τὸν κ. Δούμαν, εἰπόντα μοι τότε, δὲν ἀκούεις τι ζη-
1764τεῖται; τῷ εἶπον, μὴ σὲ μέλει· τὸ νομοσχέδιον μόνον νὰ
1765γείνῃ δεκτὸν, καὶ τὰ περαιτέρω εἶναι δευτερευούσης φροντίδος·
1766καὶ ἐχάρην, κύριοι, διότι ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος ἦτο τότε δυ-
1767νατὸς, διότι ἐδύνατο νὰ ματαιώσῃ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀπαρ-
1768τίας, εὐχαριστεῖτο μὲ αὐτὰς τὰς τροπολογίας· ὁ κ. Ζαΐμης ἦτο
1769καὶ τότε ἐναντίος, καὶ μᾶς ἠπείλει μὲ τὴν ἀποχώρησιν. Ἐπεψη-
1770φίσθη τὸ νομοσχέδιον τέλος, καὶ ἀπεφύγαμεν οὕτω τὸν κίν-
1771δυνον· ὁ τόπος εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων, ἠδιαφόρουν ἐγὼ διὰ
1772τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Τρικούπη· ἐνόμιζον, ὅτι τοιουτοτρόπως
1773ἤθελε μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀποθάνωμεν ἐξ ἀσιτίας, ἢ ὅτι ἤθελε
1774μᾶς ἀναγκάσει νὰ καλέσωμεν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον τὴν
1775Βουλὴν· ἐν τούτοις ἡ κυρία καὶ οὐσιώδης ἀνάγκη ἐθερα-
1776πεύθη, καὶ ἡμεῖς ὡς ὑπουργοὶ δὲν δυνάμεθα νὰ κατηγορηθῶμεν,
1777ὅτι δὲν ἐλάβομεν ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε ὁ τόπος νὰ μὴ
1778καταντήσῃ ποτὲ εἰς στενοχωρίας ἀνυπερβλήτους· χρήματα ἔχο-
1779μεν ἤδη, περὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν ἠδύνατο ἡ Βουλὴ κατόπιν
1780ἄλλως ν’ ἀποφασίσῃ, καὶ ἡ Βουλὴ ὑφίστατο. Ἀλλ’ ἀπέτυχε τὸ
1781δάνειον, ὡς λέγουσιν; ἀπέτυχε κατὰ ποιόν; ἀκόμη δὲν ἐνόησα
1782πῶς ἀποτυγχάνει ἓν δάνειον κατὰ ποιὸν, ὅταν πωλῆται ἄνω τῆς
1783ὁρισθείσης ἀξίας, ὡς τὸ δάνειον αὐτό. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν
1784Οἰκονομικῶν ἐξήγησε χθὲς, καὶ νομίζω, ὅτι ἔπεισε τὴν Βουλὴν,
1785ὅτι ἔμεινεν αὐστηρῶς καὶ ἀκριβῶς ἐντὸς τοῦ νόμου.
1786Ἀλλὰ συγχωρήσατε καὶ ἐμὲ νὰ ἐξετάσω ὑπὸ ἔποψιν ἄλλην τὸ
1787ζήτημα, διὰ νὰ ἴδητε ἂν τῷ ὄντι ἤμεθα ἔνοχοι. Ὁ νόμος αὐτὸς
1788κανονίζει συμφέροντα, προβλέπει ζημίας, δὲν εἶναι νόμος δικαιωμά-
1789των· ἑπομένως, ἂν εἰς τὸ σύνολόν του ἐφαρμοσθῇ πλατύτερον, καὶ
1790ἂν διαφορετικὴν ἐδώκαμεν τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν δίδουν
1791ἄλλοι, ἐξήγησιν, καὶ ἐφηρμόσαμεν αὐτὸν οὕτω πρὸς τὸ συμφέρον καὶ
1792πρὸς ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου, καὶ προσεθέσαμεν εἰς τὰς ὠφελείας,
1793παραβίασις δὲν ὑφίσταται, διότι παραβίασις ὑφίσταται ὅταν
1794ζημιωθῇ ἡ κοινωνία διὰ τὴν μὴ αὐστηρὰν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου,
1795ὅστις πρὸς πρόληψιν ζημίας ἐτέθη. Ἄλλως, ἐὰν θέλετε νὰ
1796μᾶς καταδικάσητε, μὴ ὠφεληθῆτε καὶ ἀπὸ τὸ ἐπελθὸν κέρ-
1797δος, ἐπιστρέψατε τὰ κέρδη. Εἶναι λοιπὸν ὁ Νόμος οὗτος ἐκ
1798τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἀφορῶσιν εἰς τὴν ὠφέλειαν τῆς κοινω-
1799νίας· ἐὰν κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του τὸ κέρδος ἦναι περισσότερον
1800ἀφ’ ὅσον ὁ νόμος ἠθέλησεν, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἐκτελέσας τοιου-
1801τοτρόπως τὸν νόμον δὲν εἶναι μεμπτέος. Λοιπὸν καὶ ἐν περι-
1802πτώσει, καθ’ ἥν, ὡς ἀμφιβάλλουν τινὲς, δὲν ἐφηρμόσθη
1803ἀκριβέστατα ὁ νόμος, καὶ δὲν ἐπείσθησαν, ἐξ ὅσων ὁ κύριος
1804Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέθεσε, νομίζω, δι’ ὅσα εἶπον, δὲν
1805δύνασθε νὰ μᾶς μεμφθῆτε.
1806Εἴχομεν τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν νόμον νὰ πωλήσωμεν τὸ ἥμισυ
1807τῶν μετοχῶν πρὸς 365 δραχ. τὴν μετοχὴν, καὶ νὰ πληρώ-
1808σωμεν 900,000 φράγκων εἰς προμήθειαν, καὶ ἔχομεν τοιαύτην
1809πρότασιν. Συγχρόνως μᾶς παρουσιάζετο ἑτέρα πρότασις, καθ’
1810ἥν μᾶς ἐζητοῦντο 40,000 μετοχῶν πρὸς 367,50 φρ. ἑκάστη, καὶ
181120,000 μετοχαὶ πρὸς 370 φρ. καὶ προμήθειαν 1 καὶ ½%
1812ἐπὶ τῶν μετοχῶν, τὰς ὁποίας ἤθελον ἀγοράσει. Τὰ δύο αὐτὰ
1813συστήματα, αἱ δύο αὗται προτάσεις παρουσιάζουν διαφο-
1814ρὰν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου 650,000 δραχ. καθαράν. Σᾶς ἐρωτῶ,
1815ποῖον ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν; ἐσφάλαμεν, ὅτι ἐφαρμόσαντες
1816τὸν νόμον, ὅπως καλῶς καὶ ἀκριβῶς τὸν ἐφηρμόσαμεν, ἐκερδί-
1817σαμεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου 650,000 δρ.; Ὁ νόμος, ἐφαρμοζόμενος
1818οὕτω, δὲν δίδει χώραν εἰς μομφὴν, ἀφοῦ ἄλλως ἐφαρμοζό-
1819μενος ἐζημίου τοσοῦτον τὸ δημόσιον. Λοιπὸν ἡ ἐφαρμο-
1820γὴ τοῦ νόμου ἐν συνόλῳ, ὅπως ἡμεῖς τὸν ἐφηρμόσαμεν, πα-
1821ραβαλλομένη πρὸς τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ἔθεσεν ὁ νόμος,
1822ἔφερεν ὠφέλειαν πρὸς τὸ δημόσιον 650,000 δραχ. Μήπως
1823παρηνομήσαμεν κατὰ τὸ ἕτερον μέρος, ὅπως ἐπίσης μᾶς κα-
1824τηγοροῦν; Τῷ ὄντι κακῶς ἐπράξαμεν νὰ παραχωρήσωμεν ἕν
1825μέρος ἐκ τῶν κερδῶν τῶν πλέον τοῦ τεθέντος ὅρου εἰς τὴν ἑ-
1826ταιρίαν τὴν ἐκδώσασαν τὰς μετοχάς; λέγω ὄχι, καὶ ἀπορῶ
1827διὰ τί θέλουν νὰ παραμορφώσουν τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ὡς
1828πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτήν. Εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκ-
1829δώσωμεν εἰς ἐγγραφὴν 60,000 μετοχῶν πρὸς 74%, ὄχι
1830ἔλαττον, ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ὁρίζει τὸ πλέον τῶν 74%,
1831εἰς ὃ ὠφείλαμεν νὰ μείνωμεν. Λοιπὸν ἀντὶ τῶν 74% ἠδυ-
1832νάμεθα νὰ ζητήσωμεν 75, 76, κλπ., ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ συστήματος
1833αὐτοῦ ἐδέχθημεν ἄλλο, τὸ αὐτὸ κατ’ οὐσίαν, διότι μᾶς ἐβεβαίουν,
1834ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νόμου δὲν ἦτον εὐτυχὲς, δὲν ἠδύνατο
1835νὰ στεφθῇ μετ’ ἐπιτυχίας, δηλ. δὲν τὸ ἐδέχοντο οἱ ἐκδόται·
1836ἐδέχθημεν οὕτω ἕτερον, προσδιορίσαντες τιμὴν, καὶ ἀντὶ νὰ εἴ-
1837πωμεν, ἡμεῖς θὰ λάβωμεν 75% π. χ., εἴπομεν, τὰς πλέον
1838τῶν 75 ὠφελείας θὰ διανείμωμεν· σεῖς οἱ ἐκδόται θὰ λάβητε τὸ
1839¼ τοῦ περιπλέον κέρδους, τὸ ἐπίλοιπον θέλει μείνει ὑπὲρ τοῦ
1840δημοσίου· ἡ διαφορὰ αὕτη, καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ κατὰ τὴν ἐφαρμο-
1841γὴν, ἔφερον, καθὼς σᾶς εἶπον, εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὠφέ-
1842λειαν ἄλλην πολλῶν χιλιάδων. Δὲν καταλαμβάνω τὸ πονη-
1843ρὸν πνεῦμα, καθ’ ὃ δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Νόμου,
1844ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ βελτιωμένη· ἀλλὰ ποῖος ὁ βαθμὸς τῆς
1845βελτιώσεως; καὶ ζητεῖται λόγος, διότι δὲν ἐφηρμόσθη τό-
1846σον καλῶς, ὅσον ἤθελεν προσδιορίσει τὶς; Δὲν μᾶς κατηγο-
1847ροῦν, διότι παρεβιάσαμεν τὸν νόμον, διότι ἐζημιώσαμεν τὴν
1848πολιτείαν διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς. Ἡ πολιτεία ὠφελήθη ἐκ
1849τῆς ἐφαρμογῆς, τὴν ὁποίαν ἐνεργήσαμεν. Ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ
1850νόμου εἶπε, θέλω νὰ δανεισθῶ ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον, αὐτὸς ἱκανο-
1851ποιεῖ τὰς ἀνάγκας μου. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Νόμου. Ἡμεῖς
1852τὴν παρεβιάσαμεν, διότι ἐπετύχομεν μεγαλειτέρας ὠφελείας,
1853καὶ ὠφελήσαμεν πλέον τῶν 800 χιλιάδων δραχμῶν τὸ Δημόσιον;
1854Κύριοι, καὶ πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου αὐτοῦ
1855ἐνεργήσαμεν ὅπως ἐνεργήσαμεν, ἐὰν ἐνθυμῆται καλῶς ὁ κύριος
1856Τρικούπης, καὶ κατὰ τὰ 1867. Ἔχοντες ἀνάγκην δανείου τότε,
1857παρεκαλέσαμεν τὸν κύριον Ῥενιέρην, βεβαίως ἀνωτάτης βαρύ-
1858τητος ἄνδρα, καὶ φέροντα ὅλα τὰ ἐχέγγυα πρὸς ἐπιτυχίαν
1859νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ διαπραγματευθῇ δάνειον. Ὁ
1860κύριος Ῥενιέρης ἀπέτυχε, καὶ διετελοῦμεν ἔκτοτε ὑπὸ τὸ βά-
1861ρος τῆς ἀποτυχίας αὐτῆς· κατ’ οὐδὲν εἶχε βελτιωθῆ ἔκτοτε ἡ
1862οἰκονομικὴ ἡμῶν θέσις. Εἴχομεν λοιπὸν ἀνάγκην χρημάτων,
1863διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν κοινωνίαν τῆς ζημίας τῆς ἐκ τῆς
1864ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι εἰς δυσκόλους
1865περιστάσεις, διὰ νὰ ζήσωμεν τέλος πάντων, διότι εἴχομεν προϋπο-
1866λογισμὸν ἐλλειπῆ καὶ ἔλλειμμα σπουδαῖον· χρήματα οὐδεὶς μᾶς
1867ἔδιδεν ἐδῶ, οὐδεὶς παρουσιάζετο, οὐδεὶς ἐπεφορτίζετο νὰ πραγμα-
1868τοποιήσῃ τὸ δάνειον ἐν Εὐρώπῃ, οὐδεὶς ἐσκέπτετο. Μετὰ κόπον
1869καὶ μετὰ 6 μηνῶν ἀτρύτους ἀγῶνας, τέλος πάντων κατωρθώσαμεν
1870ὅ,τι κατωρθώσαμεν· ἠνοίξαμεν τὸ χρηματιστήριον ἐν Γαλλίᾳ
1871καὶ ἐφέραμεν ξένα κεφάλαια, καὶ ὅμως μᾶς λέγουν, τὸ ἔργον
1872σας εἶνε ἀτελὲς, εἶσθε ἄξιοι μομφῆς διατί; διότι δὲν ἐπράξατε
1873καλλίτερον· ὠφείλατε, ἀντὶ νὰ ὠφελήσητε τὸ δημόσιον ἓν ἑ-
1874κατομμύριον, ἔπρεπεν νὰ τὸ ὠφελήσητε πλείονα, ἀφοῦ ὅλοι ἀ-
1875πέτυχον, ἀφοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην οὔτε μᾶς ἐγνώριζον, οὔτε
1876μᾶς ἀπεδέχοντο, ἀφοῦ τὰ χρηματιστήρια ἦσαν κλειστὰ, ἀφοῦ
1877οὐδεὶς προσεφέρετο· τίνι τρόπῳ νὰ πράξωμεν τὸ θαῦμα αὐτό;
1878Κύριοι, ἐγὼ ἤμην ὑπὲρ τῆς ἐκδόσεως ἐπ’ ὀνόματί μας τοῦ
1879ὅλου δανείου, ἀλλὰ δὲν ἐνεκρίθη τὸ σύστημα αὐτὸ, δὲν ἐγένετο
1880παραδεκτὸν διὰ λόγους σπουδαιοτάτους, διότι πρώτην φορὰν πα-
1881ρουσιαζόμεθα εἰς τὴν Εὐρώπην, ἄγνωστοι οἰκονομικῶς, αἱ ἀξίαι
1882ἡμῶν οὐδεμίαν εἶχον κυκλοφορίαν ἐκεῖ, ἤμεθα διαγεγραμμένοι,
1883οὐδεὶς μᾶς ὑπεστήριζε, καὶ εἰς τὸν τόπον ἐδῶ οὐδεὶς μᾶς
1884ἐδάνειζεν. Ἦτο κίνδυνος ἐν ἀποτυχίᾳ, ὄχι κίνδυνος ἀπω-
1885λείας τιμῆς, ἦτο κίνδυνος μείζων· ἐὰν εἰς τὴν ἔκδοσιν
1886ἀπετυγχάνομεν, τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς ἤθελεν εἶσθαι
1887ὀλιγώτερον κακὸν, ἠθέλομεν μείνει ἄνευ λεπτοῦ, ὑπὸ
1888τὸ βάρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἄνευ πόρων,
1889ἄνευ μέσων καὶ ὑπὸ τὸ βάρος πλείστων ἀναγκῶν καὶ τοῦ
1890φόβου μελλουσῶν περιπλοκῶν· καὶ ὅταν τὸ δάνειον ἐπετεύχθη,
1891ἐπίστευον, ὅτι ἤθελον μᾶς συγχαρῆ, ἀποβλέποντες εἰς τὸ
1892ἀποτέλεσμα· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ζητοῦσι νὰ μᾶς μεμ-
1893φθῶσι, διότι δὲν κατωρθώσαμεν νὰ κερδήσωμεν πλείονα, καὶ
1894πόσα πλείονα; Κατ’ αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμὸν, καὶ ὁ Κ. Τρικούπης
1895δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένος· ἡ τράπεζα μᾶς ἐδάνεισε π. χ. 30,000,
1896000 εἰς γραμμάτια, χρεωστοῦμεν νὰ τῆς τὰ ἀποδώσωμεν πρὸς
1897ἐξόφλησιν καὶ πρὸς ἐξαγορὰν τῶν γραμματίων τοῦ χρέους ἡμῶν·
1898ἀλλ’ ἡ Τράπεζα ἔθεσεν εἰς κυκλοφορίαν 63,000,000 γραμ-
1899μάτια, κατὰ τὸν νόμον δὲ δικαιοῦται ἐν ὁμαλῇ καταστάσει νὰ
1900κυκλοφορῇ τεσσαράκοντα ἑκατομ. Ἐπληρώσαμεν 30,000,000,
1901ἵνα ἐξαγοράσωμεν τὰ πλεονάζοντα ἐν κυκλοφορίᾳ Τραπεζικὰ
1902γραμμάτια, ἀλλὰ ταῦτα ἀναβαίνουσιν εἰς 23 ἑκατομ. μό-
1903νον, πλέον τῶν ὅσων δύναται νὰ κυκλοφορῇ, τῶν 40,000,000·
1904ἀποσύρει τὰ 23 ἐπὶ πλέον, ἀλλ’ ἐπληρώθη διὰ 30,000,000·
1905ἐπληρώθη λοιπὸν πλείονα τοῦ δέοντος καὶ πλείονα τῶν
1906ὅσων ἐκυκλοφόρησε περισσοτέρων γραμματίων; ἐκέρδισε διὰ
1907τοῦτο πολλὰ ἑκατομ. καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώ-
1908σωμεν, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη μας, ἵνα μὴ
1909κερδίσῃ ἡ Τράπεζα; Τοιοῦτοι εἰσὶν οἱ προταθέντες καθ’ ἡμῶν
1910ὑπολογισμοί.
1911Λοιπὸν εἶσθε ὑπεύθυνοι, διότι ὁ συνδυασμὸς, τὸν ὁποῖον ἐδέχθητε,
1912καὶ ἄλλος δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ, ἔδωκε κέρδος εἰς τὴν Τρά-
1913πεζαν; καὶ ἀπορῶ διὰ τὸν κύριον Τρικούπην, ἄνθρωπον σπου-
1914δαῖον, ἐννοοῦντα καλλίτερον ἡμῶν καὶ γνωρίζοντα ταῦτα καὶ
1915τὰς ἀνάγκας μας καὶ τὰ μέσα μας, ὅστις συμμορφοῦται
1916μὲ ἰδέας τῶν νέων ἐκείνων, οἵτινες ἄπειροι καὶ μὴ γνω-
1917ρίζοντες τὴν ἱστορίαν, τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν θέσιν τοῦ
1918τόπου, νομίζουσιν, ὅτι πράττουσί τι συντάσσοντες ἄτακτα
1919καὶ κακόζηλα γυμνάσματα, πῶς κατέφυγεν εἰς ἐπιχεί-
1920ρημα ἐντελῶς κοινὸν, καὶ ἀντὶ νὰ ἐξετάσῃ κατ’ οὐσίαν
1921τὴν ὑπόθεσιν, ἀντὶ νὰ σταθμίσῃ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς δυσκο-
1922λίας καὶ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ ἔργου, ἠρίθμησεν ἑκατομ-
1923μύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ ἀποπλανήσῃ τὴν κοινὴν γνώ-
1924μην· ἐρωτῶ, ἐὰν ἐκέρδισαν οἱ ἀναλαβόντες τὸ δάνειον ἑκατομ-
1925μύρια, ὅπως λέγουν, κατά τί τοῦτο ἐπιβαρύνει ἡμᾶς; Ἐνθυμήθητε
1926τὰ συμβεβηκότα εἰς τὸ δάνειον τῶν 25 ἑκατ. Ἡ Κυβέρνησις, βια-
1927ζομένη νὰ θεραπεύσῃ σπουδαίας ἀνάγκας, προσέθηκε τόκον 1%
1928καὶ προμήθειαν, νομίζω, 4%, καὶ ἀπὸ τὴν ἀγορὰν ταύτην ὁ
1929ἀγοραστὴς ὠφελήθη ἑκατομμύρια· συνέλαβε τότε τις τὴν ἰδέαν
1930νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ κέρδος τοῦ ἀγοραστοῦ;
1931Καὶ, κύριοι, μᾶς κατηγοροῦν, ἐνῷ κατωρθώσαμεν νὰ ἔχω-
1932μεν χρήματα ἐν ἀνάγκῃ, καὶ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν κυκλο-
1933φορούντων γραμματίων ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος νὰ ἐκπέ-
1934σῃ, ἐνῷ πέραν τῶν ὅρων τοῦ νόμου καὶ παρὰ τὰς ὑποχρεώσεις
1935τὰς ἐπιβαλλομένας ὑπ’ αὐτοῦ ἐδώκαμεν ἑκατομμυρίων ὠφέλειαν,
1936ἀλλὰ διότι δὲν κατωρθώσαμεν νὰ κερδίσουν ὀλιγώτερα οἱ ἐπι-
1937χειρήσαντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου.
1938Κύριοι, ἐζητοῦμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν
1939κυκλοφορίαν, ὄχι δι’ ἑαυτὴν, ἀλλὰ διὰ τὰς κακὰς συνεπείας
1940της ἐπὶ τῶν συναλλαγῶν. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ ἀναγκαστικὴ κυ-
1941κλοφορία ὑπάρχει καὶ τὰ γραμμάτια ὑπερτιμῶνται, διότι τὸ μέ-
1942ταλλον πλεονάζει, διότι τὰ γραμμάτια μετ’ ὀλίγον ἀποσύρονται,
1943καὶ αἱ κακαὶ συνέπειαι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐλατ-
1944τοῦνται, δὲν εἶναι ὑπερβολικαὶ, ὅταν τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ
1945γραμμάτια δὲν ὑπερβαίνουν τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου. Καὶ
1946βλέπετε, κύριοι, ὅτι διὰ τῆς ἐξοφλήσεως, ἀποσυρθέντων 20 ἑκατ.
1947τραπεζικῶν γραμματίων, ὑπετιμήθη ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος,
1948ἔφθασεν εἰς τὸ ἄρτιον, ἢ εἰς μικρὰν διαφοράν· καὶ ἐννοῶ, ὅτι
1949πρὸς τοῦτο συντελεῖ καὶ ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἀφθονία τοῦ νομί-
1950σματος προέρχεται ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν προϊόντων ἡμῶν, ἀλ-
1951λὰ καὶ μὅλα ταῦτα αὐτὸ μόνον δὲν ἤρκει, ἐὰν τὰ γραμ-
1952μάτια δὲν περιωρίζοντο· καὶ διὰ τὸ μεταλλικὸν ἐφροντίσαμεν,
1953ἐν ἀνάγκῃ, διατηρήσαντες καὶ τὰ ἑκατομμύρια τὰ ἐν τῇ Τρα-
1954πέζῃ ἀποτεταμιευμένα, καὶ ἀκόμη νὰ ἔχωμεν τὸ μεταλλικὸν τοῦ
1955μὴ πραγματοποιηθέντος δανείου, ἵνα θεραπεύσωμεν πᾶσαν ἀνάγ-
1956κην, ἐὰν παρουσιασθῇ.
1957Ἠδυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον, καὶ νὰ πλη-
1958ρώσωμεν τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον προχθὲς,
1959διὰ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου, καὶ
1960διὰ τῶν 6,000,000, τὰ ὁποῖα κατεθέσαμεν εἰς τὴν Τράπεζαν,
1961ἀποτελεῖται τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς
1962κυκλοφορίας· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν νομίζω ὀρθὸν τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο,
1963ἐγὼ τουλάχιστον, δὲν ἔσπευδον· νομίζω, ὅτι τὰ χρήματα εἶναι
1964καλὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς παραγωγικοὺς καὶ ὠφελίμους
1965ἄλλους σκοποὺς, διότι ἐπὶ τέλους ἔχομεν ἀνάγκην νὰ καλύψω-
1966μεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἐπεσπεύσαμεν λοι-
1967πὸν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον, διότι δὲν ἠθέλαμεν νὰ
1968βαρυνθῇ τὸ ταμεῖον μὲ νέους τόκους, πρὸς θεραπείαν ἀνάγκης
1969οὐχὶ τοσούτῳ ἐπιβλαβοῦς· περιεμένομεν τὴν ἔλευσιν ὑμῶν, ἵνα
1970ἀποφασίσητε πρὸς τί θὰ χρησιμεύσῃ, πρὸς σκοπὸν τῆς ἄρσεως
1971τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ πρὸς ἄλλον.
1972Ἐὰν δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ μὴ πραγματο-
1973ποιηθὲν δάνειον διὰ τὴν συγκοινωνίαν ἢ ἄλλα ἔργα ἐπωφελῆ,
1974θέλομεν ἐλαττώσει πρῶτον κατὰ μέγα ποσὸν τὸ ἔλλειμμα, τὸ
1975ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ὁ τόκος θέλει
1976οὕτω πληρωθῆ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ θέλομεν ἐμ-
1977μέσως αὐξήσει τοὺς πόρους τοῦ τόπου διὰ τῆς ἐπιτευχθείσης
1978βελτιώσεως.
1979Κύριοι, οἱ πίνακες τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
1980νομικῶν εἶχον δι’ ἐμὲ ἀξίαν μεγίστην· πρῶτον ἐφίμω-
1981σαν τὰ στόματα τῶν κακολόγων καὶ συκοφαντῶν, καὶ
1982εἶναι σπουδαῖον νὰ πεισθοῦν οἱ πολῖται, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁ-
1983ποῖοι ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ ἦναι ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν καὶ νὰ
1984κυβερνῶσι, δὲν εἶναι προδόται τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους,
1985οὔτε οἱ σπαταλῶντες τὴν περιουσίαν αὐτοῦ· καὶ ἀγνοῶ διατὶ
1986ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος συνετέλεσε
1987νὰ ἐκριζώσῃ τὰς ψευδεῖς αὐτὰς φήμας, δὲν ἀπένειμε τοὺς ἀ-
1988νήκοντας ἐπαίνους. Εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κύριος ὑπουργὸς, διότι
1989πρόῤῥιζα ἀνέτρεψε πλάνην, τὴν ὁποίαν ἐντέχνως διέδοσαν,
1990καὶ ἥτις σπουδαίως ἤθελε βλάψει τὰ συμφέροντα τῆς πατρί-
1991δος πιστευθεῖσα, ὅτι ἀληθῶς σφετερίζονται τὰ Δημόσια χρή-
1992ματα. Ἔχουσιν ὅμως καὶ ἑτέραν ἀξίαν πολὺ σπουδαίαν οἱ πί-
1993νακες τῶν ἐλλειμμάτων, διότι μᾶς ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ταῦτα
1994εἶναι ἐλλείμματα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας
1995περιήλθομεν, εἶναι δὲ παρηγορητικὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤδη ἀνα-
1996καλύπτομεν· καὶ εἰς ἄλλα ἔθνη τὰ αὐτὰ συμβαίνουσι. Προχθὲς
1997ἐξήταζον τί γίνεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν· ἀπήντησα,
1998ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν συνετωτάτην Ἀγγλίαν ἐντὸς διαστήματος
199929 ἐτῶν ὑπῆρχον ἐλλείμματα κατὰ τὰ ἑπτὰ ἔτη, ἕνεκα ἐκτά-
2000κτων περιστάσεων. Εἰς δὲ τὴν Γαλλίαν δύο χρόνους μόνον ὑ-
2001πῆρχεν ἰσοζύγιον ἐπὶ εἴκοσιν ἐννέα ἔτη, προῆλθε δὲ τοῦτο
2002καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ
2003ἐκ τῆς εὐκολίας, ἣν ἔχουν διὰ πιστώσεις.
2004Ἀπὸ τὰ 1872 μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τρία συμβεβη-
2005κότα σπουδαῖα ἔλαβον χώραν ἐν Ἑλλάδι, ἡ μεταβολὴ τῆς δυ-
2006ναστείας, τὰ Κρητικὰ καὶ τὰ ἐνεστῶτα, τὰ ὁποῖα κατέστρεψαν
2007καὶ προϋπολογισμὸν καὶ ἰσοῤῥοπίαν. Δέκα ἑπτὰ ἔτη διήλθομεν
2008ἐν ὀδύναις, ταλαιπωρίαις καὶ περιπλοκαῖς, καὶ νομίζετε, ὅτι εἰς
2009συμβεβηκότα τοιαῦτα δὲν ἕπονται οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι, ἐπὶ
2010μακρὸν δὲν συνοδεύει ταύτας ἡ ἀταξία ὡς πρὸς τὴν ὑπηρε-
2011σίαν; Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἀπελπίζει, διότι εἶναι διαβατικὴ
2012ἡ κατάστασις αὕτη· εἶμαι μάλιστα, ὡς εἶπεν εἷς φίλος μου,
2013ἐνθουσιασμένος ὑπὲρ αὐτῆς, διότι εἶναι προϊὸν ἱερῶν ὑποθέσεων αἱ
2014ὁποῖαι, ἂν δὲν ἔδωκαν καρποὺς ἔτι πλήρεις ἔσωσαν, ὅ-
2015μως τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἠσφάλισαν τὰς ἐλευ-
2016θερίας της· μὴ ἀποδίδετε λοιπὸν εἰς κανένα τὴν κα-
2017τάστασιν αὐτήν. Ἀλλὰ συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὴν
2018κατάστασιν αὐτὴν πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν ὄχι προσωρινῶς,
2019ἀλλὰ ῥιζικῶς, καὶ πρὸς τοῦτο θέλετε ἰδεῖ ἀπὸ τὸν ὑποβληθη-
2020σόμενον προϋπολογισμὸν, ὅτι ἐνησχολήθημεν, ἀλλὰ δὲν ἦτο
2021δυνατὸν νὰ φθάσωμεν ἀμέσως εἰς ἀποτελέσματα πλήρη· ἐκεῖ
2022ὅμως τείνομεν, διὰ τῆς προσθήκης δὲ φόρων καὶ οἰκονομιῶν προσ-
2023παθοῦμεν νὰ ἐπανέλθῃ ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς εἰς ἰσοῤῥο-
2024πίαν, ἀλλ’ οὐχὶ ἀμέσως. Ἠπόρησα προσέτι διατί ὁ κ. Τρικού-
2025πης μᾶς ἐμέμφθη, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι, διὰ νὰ δεσμεύσωμεν
2026τὴν ἐλευθέραν κρίσιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐνηργή-
2027σαμεν ἐκ τῶν προτέρων προβιβασμοὺς, ἀλλ’ ὁ κ. Χ. Τρι-
2028κούπης ἦτο σύμφωνος μὲ ἡμᾶς τὸ παρελθὸν ἔτος, καὶ σᾶς
2029παραπέμπω εἰς τὴν ὁμιλίαν του, κατακεχωρισμένην εἰς τὸν
2030ἀριθμὸν 30, 6 10βρίου 1878 τῆς «Ὥρας»· ἐκεῖ θέλετε
2031ἰδεῖ, ὅτι ὁ Κύριος Τρικούπης λέγει, εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν Συμ-
2032πολίτευσιν ν’ ἀναβιβασθῇ ὁ στρατὸς τῆς εἰρήνης εἰς 18 ἢ 19
2033χιλιάδας, θέλομεν τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν οὐχὶ ὡς προσωρινὸν, ἀλλ’
2034ὡς μόνιμον δύναμιν τῆς Ἑλλάδος, θέλομεν νὰ χρησιμεύσῃ
2035ὡς κρηπὶς τῆς περαιτέρω ἀναπτύξεως τοῦ στρατοῦ· δέχομαι ἑ-
2036πομένως τοὺς προβιβασμοὺς ὡς συνέπειαν ἀναπόφευκτον, δὲν
2037θέλω ὅμως, λέγει ὁ κ. Τρικούπης, προσωρινὸν μέτρον, ἵνα μὴ
2038λάβωσι χώραν προβιβασμοὶ πλέον τοῦ δέοντος, καὶ τοὺς ὁ-
2039ποίους κατόπιν δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ διορθώσωμεν. Οἱ προβι-
2040βασμοὶ ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διοργανισμοῦ τοῦ ἐπὶ ταῖς
2041βάσεσιν αὐταῖς συνταχθέντος· εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Τρι-
2042κούπην ἀπὸ πέρυσι, καὶ ὅμως μᾶς κατηγορεῖ σήμερον.
2043Κύριοι, μετὰ τὰ τελευταῖα συμβεβηκότα ἐν τῇ Ἀνατολῇ,
2044τὴν κατάκτησιν, ἡ ὁποία ἔθετεν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ τοὺς ὑπ’ αὐτὴν
2045λαοὺς καὶ ἠδιαφόρει διὰ τὴν ἀτομικότητα αὐτῶν, καὶ καθ’
2046ἣν οἱ λαοὶ ἕνα σκοπὸν μόνον εἶχον καὶ μίαν ἀπαίτησιν ἐ-
2047πανελάμβανον ἐκ συμφώνου, τὴν ἀπαίτησιν καλλιτέρας κυ-
2048βερνήσεως καὶ διοικήσεως, διεδέχθη ἡ ἀναγνώρισις τῶν φυ-
2049λετικῶν ἀτομικοτήτων καὶ φυλετικῶν αὐτονομιῶν· νέα λοιπὸν
2050παρουσιάζεται κατάστασις πραγμάτων, νέαι ἀνάγκαι, καὶ
2051νέα ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἀποκατέστη· ἐν δὲ εἰρήνῃ καὶ ἐν ἐλευ-
2052θερίᾳ, πιστεύσατε, αἱ περιπέτειαι καὶ οἱ κίνδυνοι ὑπάρχουσι,
2053καὶ χείρονες ἴσως· μὴ ἀμφιβάλλετε δὲ, ὅτι οἱ λαοὶ αὐτοὶ,
2054νέοι καὶ σφριγῶντες, ἔχουσι βιαιότερον τὸν ὀργασμὸν οὐ μόνον
2055τῆς ὑπάρξεώς των, ἀλλὰ τῆς ἐνισχύσεως καὶ τοῦ μεγαλείου,
2056καὶ θέλει ἀναπτυχθῆ φυσικῶς ἡ νέα αὐτὴ κατάστασις, καὶ
2057ἀντικαταστήσει τὴν ἀδιαφορίαν τῆς κατακτήσεως ἡ ἐπίμονος
2058καὶ ἐμπαθὴς προσπάθεια τῆς ἀποῤῥοφήσεως. Εἶναι ἀδυναμία
2059τῶν νέων λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναφαίνονται εἰς τὸν ὁρίζοντα, νὰ
2060μὴ εὐχαριστῶνται μὲ τὸ ὑπάρχον ἀγαθὸν, ζητοῦσι τὸ
2061κρεῖττον· εἴθε νὰ ἐννοήσουν ὅλοι, ὅτι, μένοντες ὅπου ἐτά-
2062χθησαν καὶ ἐντὸς τῶν ἀνηκόντων αὐτοῖς, θέλουσιν ἑτοιμάσει
2063παρὸν καὶ μέλλον ἀγαθὸν, διότι τότε, ἐν εἰρήνῃ καὶ ἁρμονίᾳ
2064συμβιοῦντες, θέλουν αὐξήσει καὶ ἑτοιμάσει τὸ μέλλον τῆς
2065Ἀνατολῆς μέγα, εὐτυχὲς καὶ λαμπρόν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀμφι-
2066βάλλω, φοβοῦμαι δὲ, ὅτι ἡ ἐν τῇ εἰρήνῃ καὶ τῇ ἐλευθερίᾳ
2067πάλη, ἐξ ἀντιζηλίας καὶ ἀνταγωνισμοῦ, θέλει ὑπάρξει
2068μᾶλλον τραχεῖα· ἀνάγκη λοιπὸν πρώτη ἡ φυλὴ ἡμῶν
2069νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως καὶ ὑπάρξεώς της ὡς φυλῆς
2070Διὰ τοῦτο, τὰς ἐνεργείας πρέπει νὰ ἐκτείνωμεν μέχρι τοῦ
2071τελευταίου ἕλληνος, καὶ ἕκαστος ἕλλην νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι πρέπει
2072νὰ ἐργάζηται, ἀποβλέπων, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκηται, διὰ τὸ ὅλον
2073τοῦ ἑλληνισμοῦ.
2074Κύριοι, ἐντεῦθεν δὲν ἀναγγέλλω, οὔτε συμβουλεύω ἐπανα-
2075στάσεις, συμμαχίας ἢ πόλεμον· νομίζω μάλιστα ὅτι δὲν εἶναι ὀρ-
2076θὸν ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀποφαινώμεθα περὶ συμμαχιῶν καὶ νὰ
2077συζητῶμεν ποίας νὰ προτιμῶμεν, ἐνῷ οὐδὲν σπουδαῖον προσφέ-
2078ρομεν ἔτι, εἰς μεγάλην μάλιστα συμμαχίαν. Ἰδίως ἤδη ἔχομεν
2079ἀνάγκην νὰ συντηρήσωμεν ἑαυτοὺς, ὡς εἶπον, ὡς φυλὴν ἀκε-
2080ραίαν, καὶ ἐντεῦθεν νὰ ἑτοιμάσωμεν τὸ πεδίον, αὐτὸ ἐννοεῖ
2081ὁ Βασιλικὸς λόγος· θέλομεν δὲ ἑτοιμάσει πρὸς τοῦτο τὸ πεδίον,
2082ἀσχολούμενοι ἐνδελεχῶς ὑπὲρ τῆς ἠθικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τό-
2083που καὶ ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως αὐτοῦ, οὐχὶ ἵν’ ἀπειλήσωμεν τὰς με-
2084γάλας Δυνάμεις, ἀλλ’ ἵνα ἐνισχυθῶμεν· συμβουλεύει ὁ μέγας
2085πολιτικὸς τῆς Ἑλλάδος ὁ Θουκυδίδης: τὸ ἀντίπα-
2086λον δέος εἶναι τὸ μόνον πιστὸν εἰς συμμαχίαν. Οὕ-
2087τω θέλομεν μετὰ τῶν γειτόνων ἐν εἰρήνῃ ἀπολαύσει τῶν
2088ἰδίων, ἂν ἐφαρμόσωμεν τὴν συμβουλὴν καὶ ἐνσπείρωμεν ἀντί-
2089παλον δέος πρὸς ἐκείνους, οἵτινες θέλουν νὰ μᾶς ἀποῤῥοφήσουν, πα-
2090ραγνωρίζοντες τὰ δικαιώματά μας· ἰδοὺ διατί παραπονοῦμαι κατὰ
2091τῶν μορφῶν καὶ ὕβρεων, αἱ ὁποῖαι ἐγείρονται ἑκάστοτε· δὲν
2092παραπονοῦμαι διότι ὑβρίζουσιν ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἢ
2093διὰ τοῦ τύπου, διότι μᾶς ἐπικρίνουν, μᾶς εἶναι τοῦτο ἐντε-
2094λῶς ἀδιάφορον, εἶναι δικαίωμά των· ἀλλὰ παραπονοῦμαι καὶ
2095δὲν συγχωρῶ νὰ ἐπικρίνουν τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν τῆς
2096πατρίδος· αὐτὸ ὁμολογουμένως βλάπτει θανασίμως, διότι διὰ
2097νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν, διὰ νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸ
2098πρόγραμμά μας, ἔχομεν ἀνάγκην κοινῆς συμπράξεως. Ἵνα δυνη-
2099θῶμεν νὰ συντηρήσωμεν τὴν φυλήν μας ἀκεραίαν καὶ διατρέ-
2100ξωμεν πλῆρες τὸ στάδιον ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, πρέπει νὰ
2101συνεργασθῶμεν ἅπαντες, καὶ οἱ συνεργασθησόμενοι μεθ’ ἡμῶν
2102ἀνάγκη νὰ ἔχωσι πλήρη πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς ἡ-
2103μᾶς· Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς σπεύδωμεν κατασυκοφαντούμενοι καὶ
2104παρουσιαζόμενοι ὡς ἐξώλεις καὶ προώλεις, ὡς ἄνθρωποι εἰς τὰ
2105ἴδια καταγινόμενοι καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου φροντίζοντες ἢ διὰ νὰ
2106καταστρέψωμεν τὴν πατρίδα, ἵνα κερδήσωμεν ἐκ τῶν ναυαγίων
2107της, ὅταν παρουσιάζωμεν τὴν Ἑλλάδα ὡς οὐδὲν ἔχουσαν, γυ-
2108μνὴν καὶ τετραχηλισμένην, τίς θέλει ἐμπιστευθῆ εἰς ἡμᾶς καὶ
2109συμπράξῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μεγάλου ἔργου;
2110Ἔχομεν ἀνάγκην ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης καὶ πεποιθήσεως· ἂς
2111κατηγορῶσι τὴν διοίκησιν, ἂς λέγουν, ὅτι πταίομεν ἡμεῖς, ὅτι
2112σφάλλομεν, ἂς λέγωσιν ὅτι εἴμεθα ἔνοχοι· ἂς μὴ παρουσιάζωσιν ὅμως
2113τὴν πατρίδα γελοίαν καὶ εἰς ἀπελπιστικὴν πάντοτε κατάστασιν,
2114Καὶ εἰξεύρετε ποῦ μὲ ὤθησεν ἡ κατάστασις αὕτη; εἰς τὸ νὰ λυ-
2115πῶμαι διότι εἰς τὴν Εὐρώπην ἤρχισαν καλλιεργοῦντες ἐπιμε-
2116λέστερον τὴν γλῶσσαν ἡμῶν· ἐὰν ἀναγινώσκωσι περὶ τῶν Ἑλ-
2117ληνικῶν τὰ παρ’ ἡμῶν γραφόμενα καὶ λεγόμενα, θέλουσι κατα-
2118ληφθῆ ὑπὸ ἀπελπισίας· προετίμων νὰ τηρήσω μόνον τὰς ἐν-
2119τυπώσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν οἱ ξένοι παρ’ ἡμῶν, ἐξετάζον-
2120τες τὰ πράγματά μας ἄνευ πάθους, ἄνευ συμφέροντος καὶ δια-
2121στροφῶν. Ἰδοὺ τί ἀνέγνωσα προχθὲς εἰς ἐφημερίδας· διακεκρι-
2122μένος Βουλευτὴς πολίτης Ἄγγλος, ὁ κ. Σώλεφεβρ, ὁμιλῶν
2123περὶ Ἑλλάδος, ἰδοὺ τί εἶπεν.
2124«Ὁ κατὰ νοῦν ἀναπολῶν τὸ δυσχερὲς τῆς θέσεως καὶ ὅσα
2125ἔπαθεν ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τὸν ἐφιάλτην τοιούτου βασιλέως, πρέ-
2126πει ἀληθῶς νὰ θαυμάσῃ ἐπὶ τῇ προόδῳ της. Σήμερον κατέ-
2127χει θέσιν ὑψηλὴν ἐν τῇ χορείᾳ τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν.
2128Οὐδαμοῦ ὑπάρχει ἀσφαλεστέρα ἡ ἐλευθερία ἡ προσωπικὴ καὶ
2129ἡ τῆς δημοσιογραφίας· οὐδαμοῦ πληρεστέρα ἡ ἀνεξιθρησκεία·
2130οὐδαμοῦ ἐπιτυχεστέρα ἡ συνταγματικὴ κυβέρνησις. Ἀνέβησαν
2131εἰς περιωπὴν μοναδικὴν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν ἐθνῶν· ἐκάθηραν
2132καὶ ἀποκατέστησαν τὴν ὡραιοτάτην αὐτῶν γλῶσσαν.»
2133Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω ἐγὼ τὸ ἀκριβὲς τῆς ἐκτιμήσεως
2134αὐτῆς, μὲ ἀρκεῖ ὅτι οἱ ξένοι, οἱ περὶ ἡμῶν σκεπτόμενοι καὶ ἐνερ-
2135γοῦντες, οὕτως ἐκτιμῶσι τὴν Ἑλλάδα· τοιαύτη τῆς Εὐρώπης
2136εἶναι ἡ γνώμη, τοῦτο εἶναι μέγιστον κέρδος δι’ ἡμᾶς. Διατί ἡμεῖς
2137τὴν ἰδέαν αὐτῶν προσπαθοῦμεν νὰ καταστρέψωμεν;
2138Ὁ Καρτέσιος, νομίζω, ἔλεγεν, ὅτι ἕκαστος ἄνθρωπος εἶναι
2139εὐχαριστημένος μὲ τὴν διάνοιάν του· ἡ ἀδυναμία αὐτὴ παρ’
2140ἡμῖν, νομίζω, εἶναι μεγαλειτέρα· ἕκαστος ἡμῶν ἔχει τὸ σχέδιόν
2141του καὶ πιστεύει μᾶλλον εἰς αὐτό. Ἰδοὺ ἡ πρώτη πηγὴ ἀντι-
2142πολιτεύσεως. Εἶναι τοῦτο ἀδυναμία ἐθνική· προσθέσατε ἤδη
2143τὰ παράπονα τῶν ἀποτυχιῶν, τὸν φθόνον, τὰς ἀνάγκας,
2144ἵνα ἐννοήσητε διατί περὶ ἡμᾶς ἐσχηματίσθη σφαῖρα ἀπελ-
2145πισίας καὶ παραπόνων· εἴμεθα ἐντελῶς ἀπηλπισμένοι περὶ
2146ἡμῶν, οὐδὲν ἀνακαλύπτομεν καλὸν ἐν τῷ τόπῳ γινόμε-
2147νον ἢ ὑπάρχον, βλέπομεν τὰ πάντα μαῦρα, διότι οἱ μὲν
2148ἐν καλῇ τῇ πίστει νομίζουν, ὅτι ὅ,τι πράττεται ἐκτὸς τοῦ σχε-
2149δίου των γίνεται κακῶς, οἱ ἄλλοι, διότι δὲν δύνανται
2150νὰ ἱκανοποιήσουν τὰ συμφέροντα καὶ ἐπιθυμίας των·
2151οὕτω κυλιόμεθα ἐντὸς σφαίρας δηλητηριασμένης, ἐντεῦθεν τὸ
2152ἐκ τῆς ἀπελπισίας μέγα κακὸν τῆς ἀποθαῤῥύνσεως καὶ τῆς
2153ἀτονίας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος· ἐγὼ θὰ διορθώσω τὸ Ῥω-
2154μαίϊκο; ἀπαντᾷ ἕκαστος, προκειμένου περὶ ἐκπληρώσεως καθήκον-
2155τος, διότι τὸ ῥωμαίικο διατελεῖ ἐν ἀπελπισίᾳ. Ὅταν ἓν Ἔ-
2156θνος φθάσῃ εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, κυριευθῇ ἀπὸ τοιαύτην ἀμφι-
2157βολίαν, ἀπὸ τοιαύτην διανοητικὴν σύγχυσιν, καταντᾷ ἐπιῤῥεπὲς εἰς
2158πᾶσαν παρεκτροπήν, δέχεται εὐκόλως πᾶσαν κακὴν ἢ καλὴν ἰ-
2159δέαν, παρουσιασθεῖσαν ὡς ἄγγελον σωτηρίας. Ἀπόδειξις ἡ πρωτεύ-
2160ουσα, ἡ ὁποία ἐξέλεξατο τὸν Μακράκην, τὸν ὀπαδὸν τοῦ μηδενισμοῦ·
2161τοῦτο δὲν εἶναι ἀπόδειξις τῆς κακῆς διανοητικῆς καταστάσεως
2162τοῦ τόπου;
2163Κύριοι, ἤθελον λυπηθῆ εἰς ἄκρον, τὸ ὁμολογῶ, καὶ ἂς εἴπῃ
2164ὁ κύριος Λομβάρδος, ὅτι προδίδω τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα,
2165ἤθελον λυπηθῆ εἰς ἄκρον, ἐὰν εἰσηρχόμεθα εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ
2166Βερολίνου, ὅπως κατ’ ἀρχὰς προσεκλήθημεν. Ὁ κ. Τρικούπης ἐξέ-
2167θεσε θεωρίας στοιχειώδεις πολλὰς περὶ πολιτικῆς, περὶ σχέ-
2168σεως τῶν ἐθνῶν, ἀλλ’ ἐλησμόνησε, ὅτι οἱ ὡραῖοι λόγοι καὶ τὰ
2169καλῶς συντεταγμένα ἔγγραφα μόνα δὲν ἀρκοῦσιν. Ἡ θέσις τῶν
2170λαῶν κανονίζεται ἀπὸ τὴν χρησιμότητα καὶ τὴν ἰσχὺν αὐ-
2171τῶν· ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἡ Εὐρώπη εὑρέθη ἀνίσχυρος ἐσχάτως, χάριν
2172τῶν ἐν τῷ κέντρῳ αὐτῆς περιπλοκῶν, ἡ Ῥωσσία ἔσχισεν αὐτο-
2173γνωμόνως τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη ἅπασα ὑπέγρα-
2174ψεν ἐν Παρισίοις· ἡ Ῥωσσία δὲ κατόπιν ἀναγκάζεται νὰ σχίσῃ
2175τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν αὐτὴ συνέταξεν εἰς ἅγιον Στέφανον.
2176Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν ἔντιμον φίλον μου κ. Τρικούπην, εἰς
2177τὰ 1867, ὅταν αὐτὸς, διακεκριμένος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερι-
2178κῶν, διηύθυνε τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, καὶ ὅλοι ὁμοφώνως συν-
2179ειργαζόμεθα, τί κατωρθώσαμεν; τὸν συνασπισμὸν τῆς Εὐρώπης
2180κατὰ τῆς Κρήτης. Διηύθυνε καὶ ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς τὴν ἐξω-
2181τερικὴν πολιτικήν· τί κατώρθωσε καὶ τότε; τὴν ἀναγνώ-
2182ρισιν τοῦ καθεστῶτος βελτιωμένου, τὸ ὁποῖον δὲν πληροῖ τὸν
2183σκοπὸν ἡμῶν, τὸ ὁμολογῶ. Αἱ προσπάθειαι λοιπὸν τοῦ ἐξόχου
2184αὐτοῦ διπλωμάτου τῆς Ἑλλάδος μᾶς ἤγαγον εἰς αὐτὸ τὸ ἀ-
2185ποτέλεσμα.
2186Ἀνεχώρησε, κύριοι, ἐντεῦθεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
2187τερικῶν διὰ τὸ Βερολῖνον, μὴ ἔχων τὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα χορη-
2188γεῖ ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸν πόλεμον, μὴ ἔχων τὰ διπλώματα,
2189τὰ ὁποῖα ἐπισημοποιοῦσι τὰ αἵματα καὶ αἱ θυσίαι, ἀλλὰ κρατῶν
2190μόνον ὑψηλὴν τὴν σημαίαν τοῦ 21. Ἠξεύρετε ποία εἶναι ἡ ση-
2191μαία τοῦ 21; ὄχι τὸ καθεστὼς βελτιωμένον, ἀλλ’ ἡ ἐπανά-
2192στασις, ἡ ἀπαίτησις τῆς ἑνώσεως. Ἐὰν εἰσήρχετο ὁ ἀντιπρόσω-
2193πος ἡμῶν εἰς τὸ Συνέδριον, διὰ νὰ ὑπογράψῃ ὡς Κυβέρνησις,
2194διὰ νὰ ὑπογράψῃ ὡς Κράτος, ἤθελεν ὑπογράψει τὴν ἀναγνώρι-
2195σιν τοῦ καθεστῶτος βελτιωμένου, καὶ δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ
2196πράξῃ ἢ νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς κατακτήσεως, μὲ
2197τὴν ὑποχρέωσιν τῆς βελτιώσεως· οὕτως ὅμως ἠρνεῖτο τὴν ση-
2198μαίαν τοῦ 1821, τὴν ὁποίαν εἰς τὰ πεδία τῆς Θεσσαλίας
2199καὶ τῆς Ἠπείρου ἀνεγνώρισε καὶ παρεδέχθη ἡ Εὐρώπη· ὡς
2200Ἕλληνες, καλούμενοι ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ τῶν ἀδελφῶν
2201ἡμῶν, μίαν γνώμην ἠδυνάμεθα νὰ ἐκφράσωμεν, μίαν
2202σημαίαν νὰ κρατῶμεν, τὴν τοῦ 1821· ἤθελεν εἶσθαι προ-
2203δοσία νὰ εἰσέλθωμεν ἄλλως· εὐτυχῶς δὲν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγ-
2204κην νὰ ἀποφασίσωμεν καὶ νὰ ψηφοφορήσωμεν ἡμεῖς, ὅτι ἀνα-
2205γνωρίζομεν τὴν ὑπάρχουσαν θέσιν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, ἀρκεῖ νὰ
2206βελτιωθῇ διὰ διοικητικῶν μεταῤῥυθμίσεων. (Εὖγε.)
2207Ἰδοὺ, κύριοι, πῶς ἐννοῶ ἐγὼ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ
2208δὲν ἐννοῶ βεβαίως οὔτε πόλεμον, οὔτε ἐπαναστάσεις νὰ ἐνερ-
2209γήσωμεν· ὀφείλομεν νὰ ζῶμεν ὡς καλοὶ γείτονες, νὰ συνεργαζώ-
2210μεθα φιλικῶς, πρὸς κοινὴν πρόοδον· ἀλλ’ ὅταν προσκαλούμεθα
2211ἡμεῖς νὰ ἀποφασίσωμεν, νὰ γνωμοδοτήσωμεν περὶ τῆς
2212τύχης τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, μίαν ἐπιθυμίαν, μίαν εὐχὴν δυνάμε-
2213θα νὰ ἐκφράσωμεν, μίαν ἐνέργειαν δυνάμεθα νὰ συμβουλεύσω-
2214μεν, τὴν τοῦ 1821. Ἦτον εὐτυχὴς λοιπὸν ὁ κύριος Δηλιγιάννης,
2215ὁ ὁποῖος ἀπῆλθε καὶ ἐπανῆλθε μὲ τὴν σημαίαν τοῦ 21 ἀκη-
2216λίδωτον (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἐὰν ἀνεχω-
2217ροῦμεν ἐκ Βερολίνου, συντασσόμενοι πρὸς τὴν ἡττηθεῖσαν γνώ-
2218μην, ἠθέλομεν ἐπανέλθει μὲ τὰς τρεῖς δυνάμεις συμμάχους, εἶπεν ὁ
2219κ. Λομβάρδος· ἀφήσαμεν τὴν συμμαχίαν αὐτῶν, καὶ ἐζημιώθημεν.
2220Τόσον εὐθηνὰ ἀποκτῶνται αἱ συμμαχίαι; Εἰς συμβούλιον μεγά-
2221λων δυνάμεων προτείνεται μία γνώμη, καὶ ἡττᾶται· οἱ συνταχθέν-
2222τες μετ’ αὐτῆς ἀμέσως συγκροτοῦσι πλήρη συμμαχίαν, καὶ
2223εὐθὺς οἱ σύμμαχοι σπεύδουν νὰ ἔλθουν μὲ πλοῖα καὶ στρα-
2224τοὺς, ἵνα ὑποστηρίξουν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἦσαν
2225ἡ ἀναγνώρισις τοῦ καθεστῶτος βελτιωμένου! Αὐτὰ λέγονται
2226σπουδαίως;
2227Ἀλλὰ τί πράττετε, ἢ τί ἐνεργεῖτε ἔκτοτε; Δὲν μᾶς
2228εἴπετε, τί κατωρθώσατε! Δὲν μᾶς παρουσιάζετε ἔγγραφα. Δὲν
2229βλέπετε τί πράττομεν; ἀλλ’ εἰσὶ καταφανῆ. Εἰς τὴν Εὐρώ-
2230πην ὑπεβάλαμεν καθαρὰν τὴν ἀπαίτησίν μας καὶ ἐκρατήσαμεν
2231ἀνοικτὴν τὴν σημαίαν μας. Ἡ Εὐρώπη ἀνεγνώρισεν, ὅτι πρέπει
2232ἐν μέρει νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ Ἑλλὰς, ὅτι πρέπει νὰ εὐχαριστήσῃ
2233καὶ αὐτὴν χάριν τῆς εἰρήνης καὶ τοῦ συμφέροντος ἀμφοτέρων
2234τῶν γειτόνων λαῶν, καὶ καθιέρωσεν ἑπομένως νέον καθεστὼς,
2235παρεδέχθη νέαν διόρθωσιν· δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι
2236ἡ διόρθωσις αὕτη θέλει πραγματοποιηθῆ. Ἡ Εὐρώπη, ἀναγνω-
2237ρίσασα τὴν ἀνάγκην, ὑπεχρεώθη καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτήν·
2238ἡ Εὐρώπη σπουδάζει, καὶ δὲν παίζει μὲ τὴν τύχην τῶν
2239μικρῶν ἐθνῶν· διότι ἡ Εὐρώπη δὲν θέλει ν’ ἀποδείξῃ ὡς μὴ
2240σοβαρῶς μελετήσασα τὰ πράγματα, καὶ ὡς μὴ σπουδαίως
2241σκεφθεῖσα, καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ ἰδία ἐθε-
2242ώρησεν ἀναγκαῖον διὰ τὴν εἰρήνην τῆς Ἀνατολῆς καὶ τὴν ἱκα-
2243νοποίησιν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Εὐρώπη σπουδάζει, δὲν θέλει κα-
2244ταδεχθῇ ποτὲ νὰ καταστραφῇ τὸ ἔργον της· εἰς αὐτὸ συνετε-
2245λέσαμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ μὴ δώσωμεν αἰτίαν,
2246ὥστε ν’ ἀποφύγῃ τὰς ὑποχρεώσεις της· συμφέρον ἔχομεν
2247νὰ κρατῶμεν ὑπόχρεων αὐτὴν, ὑπεύθυνον ἠθικῶς. Ἐὰν ὑ-
2248ποστηρίζουν ἄλλοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν βίαν
2249κατ’ αὐτῆς, διότι ἄλλα δὲν ἔχομεν μέσα, ἡμεῖς κηρυττόμεθα
2250ἀνίκανοι καὶ ἀκατάλληλοι πρὸς τοῦτο, οὔτε ἱκανὸν καὶ τελε-
2251σφόρον δὲ εἶναι τὸ ἐφόδιον τῶν ἀναμνήσεων, τὰς ὁποίας μᾶς ἐσύ-
2252στησαν. Ἠξεύρετε τί εἶπε τελευταῖον ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ, ὁ-
2253μιλῶν εἰς ὁμήγυρίν τινα; οἱ Ἀνατολικοὶ λαοὶ ὁμοιάζουσιν, εἶπεν,
2254ἵππον ὡραῖον πρὸς θεωρίαν, ἀλλ’ ἀνίκανον πρὸς ἵππευσιν· ἡ ὡραιό-
2255της ἡμῶν εἶναι αἱ ἀναμνήσεις, μᾶς λείπει ἡ ἰσχύς· τὸ πρόγραμμά
2256μας διέγραψε λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας· ἂς ἐργασθῶ-
2257μεν οὐχὶ ἵνα περιμείνωμεν, διότι ἔχομεν μέλλον, ἀλλ’ ἵνα ἐνερ-
2258γήσωμεν ἐν ἰσχύϊ, ὅταν αἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτήσωσι, καὶ μὴ
2259εὑρεθῶμεν ἀνέτοιμοι.
2260Ἰδοὺ, κύριοι, πῶς ἐννοῶ ἐγὼ τὰ καθ’ ἡμᾶς, καὶ μὴ ἀμφιβάλ-
2261λετε, ὅτι οἱ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς δὲν θὰ μεθέξωσι σπουδαίως
2262τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῆς· δι’ αὐτῶν θέλει λυθῆ ἐν
2263εἰρήνῃ καὶ τῇ προστασίᾳ τῆς Εὐρώπης τὸ ζήτημα τὸ Ἀνατο-
2264λικὸν, καὶ ἕκαστος λαὸς θέλει καταταχθῆ ἀναλόγως τῆς ἀξίας καὶ
2265τῆς ἰσχύος του. Βλέπω ὑφισταμένην καὶ ἀναγνωριζομένην τὴν
2266ἀνάγκην τῆς λύσεως· ἡ λύσις διὰ τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ὡς
2267ἐῤῥέθη ἐσχάτως, εἶνε κατ’ ἐμὲ πολιτικὴ ἀποτυχοῦσα, λύσις
2268τοιαύτη φέρει πρὸς πόλεμον γενικὸν, πρὸς καταστροφὰς ἀνυπο-
2269λογίστους. Πρὸς τοὺς λαοὺς, ἐστὲ βέβαιοι, θέλουσι προσφύγει,
2270καὶ τότε οὗτοι πρέπει νὰ ὦσιν ἕτοιμοι· δὲν σᾶς λέγω ἕτοιμοι
2271κατὰ τῆς Εὐρώπης, δὲν σᾶς λέγω ἕτοιμοι κατὰ τῆς Τουρκίας·
2272ἀλλ’ ἕτοιμοι, ἵνα μὴ καθυστερήσωσιν εἰς τὰς ἐνδεχομένας περι-
2273στάσεις καὶ συμβεβηκότα.
2274Ἰδοὺ τί ἐπράξαμεν καὶ πῶς ἐσκέφθημεν καὶ πῶς ἐνεργοῦμεν.
2275Δὲν ἠρνήθημεν διὰ τῆς ψήφου καὶ διὰ τῆς συμπράξεώς μας
2276τὴν σημαίαν τοῦ 21, ἐφροντίσαμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων, ὥστε
2277οἱ ἀναδεχθέντες νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα, οἱ ἀναλαβόντες τὴν
2278ἠθικὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ, νὰ μὴ λάβωσιν εὔλογον αἰτίαν ἀπο-
2279φυγῆς· αὐτὴ εἶνε ἡ κεντρικὴ ἰδέα, ἡ ὁδηγοῦσα τὴν πολιτικήν
2280μας, καὶ ὀφείλομεν αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ν’ ἀκολουθήσωμεν μέ-
2281χρις ἐσχάτων, μέχρις ὅτου ἀπελπισθῶμεν, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀκο-
2282λουθήσωμεν ἐγρηγοροῦντες· ὅταν δὲ, κύριοι, ἀπελπισθῶμεν, ὅταν
2283ἐγκαταλειφθῶμεν, τότε μόνον ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν τί νὰ
2284πράξωμεν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, νομίζω, ὅτι τότε πρέπει ἀληθῶς νὰ
2285πράξωμεν. Ἰδοὺ ἐγώ, ὅστις δὲν εἶμαι διπλωμάτης, λέγω ἐκ
2286τῶν προτέρων τὴν γνώμην μου.
2287Κύριοι, οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ προσθέσω, διότι οὐδὲν νεώτερον
2288θὰ ῥηθῇ, θὰ ἐπαναληφθῶσι τὰ αὐτὰ, καὶ συμβεβηκότα ἐπιτόπια·
2289πρὸς ὅλα ταῦτα δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀπαντήσω. Ἐχρεώστουν ν’ ἀκο-
2290λουθήσω τὸν συνάδελφόν μου καὶ νὰ συμπληρώσω τὴν ὁμιλίαν
2291του, ἥτις ἄλλως ἦτο πλήρης καὶ οὐδεμίαν εἶχεν ἀνάγκην συμ-
2292πληρώσεως. Ἐξεύρετε ὅμως διατί ὡμίλησα; διότι ἐφοβούμην
2293μήπως καὶ πάλιν κατηγορηθῶ, ὅτι ὕβρισα τὴν Βουλὴν μὴ
2294ἀπαντήσας· διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ σᾶς ἀπασχολήσω
2295καὶ ἐγώ. Μένει, κύριοι, εἰς ὑμᾶς ἤδη ν’ ἀποφασίσητε· εἴθε νὰ
2296ἐκλέξητε τὸ καλλίτερον. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
2297§49ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀφοῦ, κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις ἐνό-
2298μισε πρέπον καὶ ἁρμόζον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα νὰ προκα-
2299λέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὸν Βασι-
2300λικὸν λόγον, ἀφοῦ ἡ μακρὰ αὐτὴ συζήτησις ἔθιξε ζητήματα
2301τόσον σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ, ἐνόμιζον, ὅτι ὠφείλομεν καὶ ἡμεῖς
2302οἱ νεώτεροι, πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ψήφου ἡμῶν, νὰ λάβω-
2303μεν τὸν λόγον καὶ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ αἰσθήματα
2304καὶ τὰς ἰδέας, αἵτινες μᾶς ἐμπνέουσι, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς πα-
2305ρεκάλεσα πρό τινων ἡμερῶν νὰ μὲ ἐγγράψητε. Ἀλλὰ, κύριε
2306Πρόεδρε, τόσα ἐῤῥέθησαν ἔκτοτε, ὥστε ἐν πάσῃ πεποιθήσει
2307φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία ἐμόρφωσαν ἤδη πεποίθη-
2308σιν περὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ μᾶς ἐπασχολεῖ, καὶ πάντες ἐγνώ-
2309ρισαν ποῦ ἔγκειται ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου.
2310Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σπεύσωμεν πλέον εἰς
2311τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἀνυπομόνως ἀναμένει ἡ κοινωνία,
2312καὶ ἑπομένως παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
2313§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κορωναῖος.
2314§51ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Εἶναι ἀργά· ἔχω πολλὰ νὰ εἴπω.
2315§52ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπόψε, ἀπόψε.
2316§53ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐπειδὴ βλέπω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκου-
2317ράσθη, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. (Θόρυβος.)
2318§54Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ
2319δυστυχῶς οὔτε ὁ χρόνος τὸ ἐπέτρεπεν, οὔτε ὁ ἀριθμὸς τῶν
2320ἐγγεγραμμένων μοὶ ἄφινε θέσιν. Εἶμαι λοιπὸν ἠναγκασμένος
2321ἤδη νὰ ὁμιλήσω λίαν συντόμως· εἶμαι δὲ πρὸς τοῦτο ὑπο-
2322χρεωμένος, διότι δὲν ἐπιθυμῶ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκον
2323ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ παρεξηγῶνται, οὐδὲ γεγονότα,
2324πρὸς τὰ ὁποῖα συνεδέθη τὸ ὄνομά μου, νὰ μὴ ἀναφέρωνται
2325ἀκριβῶς.
2326Ἐκτὸς τούτων, εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἰδίως ἐπὶ τοῦ Οἰ-
2327κονομικοῦ ζητήματος, διότι τοῦτο θεωρῶ τὸ σπουδαιότερον καὶ
2328ζωτικώτερον διὰ τὸν τόπον ζήτημα· θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε λοιπὸν
2329νὰ καταδαπανήσω ἓν τέταρτον ὥρας ἐκ τοῦ πολυτίμου χρόνου
2330τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλει τὸ πράξει μετ’ εὐμε-
2331νείας, ἀφοῦ δεκατέσσαρας ὅλας ἡμέρας ἐξεδράμομεν καὶ μέχρι
2332τῆς Ζουλουλάνδης, καὶ μέχρι τῆς Παλαιστίνης, καὶ ὡμιλήσαμεν
2333καὶ περὶ πάντων καὶ παντοίων.
2334Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς εἶπε σήμερον, ὅτι εἶναι παρη-
2335γορητικὸν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ πηγάζουσιν
2336ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν ἀντιπερισπασμῶν, εἰς οὓς εὑρέθη πρὸ δεκα-
2337πενταετίας ἡ Ἑλλὰς, προσέθηκε δὲ, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ
2338συντηρήσωμεν τὴν φυλὴν ἡμῶν. Ἀμφότερα, κύριοι, εἶναι ἀκριβῆ
2339καὶ ἀληθέστατα· ἀλλ’ ἵνα διατηρήσωμεν τὴν φυλήν μας, ἵνα
2340δυνηθῶμεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι πρέπει, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν
2341νὰ ἐπανορθώσωμεν καὶ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικά μας.
2342Ἀλλὰ διὰ τῶν διαρκῶν ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποδίδω
2343οὔτε εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὰς παρελθούσας,
2344καὶ τῶν ὁποίων ἡ πηγὴ τῷ ὄντι εἶναι οἱ ἐξωτερικοὶ ἀντιπε-
2345ρισπασμοί, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ μικρὰ ἡμῶν χώρα ὑπέκυψεν, ἀδύ-
2346νατον νὰ ἐπανορθωθῶσι τὰ οἰκονομικά. Ἀλλὰ τὰ ἐλλείμματα
2347ταῦτα, ἂν ἐξακολουθήσωσιν, δύνανται νὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς τὴν
2348Ἑλλάδα νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς συντηρήσεως τῆς φυλῆς ἡμῶν;
2349δὲν τὸ πιστεύω, κύριοι. Ἔχομεν λοιπὸν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τὸ σπου-
2350δαιότερον καθῆκον νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς οἰκονομικῆς κατα-
2351στάσεως τοῦ τόπου. Οὐ μόνον κατὰ τὰς παρελθούσας Συνόδους ἐπέ-
2352στησα τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητή-
2353ματος, οὐ μόνον ἐπέκρινα τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐνήργει δαπάνας,
2354τὰς ὁποίας δὲν ἐθεώρουν ἀναγκαίας, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ
2355ἀκόμη Κυβερνήσει προσεπάθουν ν’ ἀποφύγωμεν τὰς δαπάνας
2356τὰς πρὸς ἐπίφασιν· ἐὰν δὲ τὰ μέλη τὰ νέα τῆς Βουλῆς δὲν
2357γινώσκουσι καλῶς τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως ἐπίφασις, εἶναι ἀ-
2358νάγκη νὰ τὴν μάθωσι, διότι ἡ λέξις αὕτη ἐπεβάρυνε καὶ ἐπι-
2359βαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν μὲ πολλὰ ἑκατομμύρια.
2360Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον δὲν κατηγόρησα
2361τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἄλλο τι, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰς πρὸς ἐπίφα-
2362σιν δαπάνας· ἄλλα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατέκριναν δι’
2363ἄλλους λόγους τὴν Κυβέρνησιν, ἐγὼ ὅμως περιωρίσθην μόνον
2364καὶ μόνον εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, διότι, ὡς ὀρθῶς ἔλεγέ
2365τις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χθὲς, ἕκαστος ἔχει τὴν αὐτοτέ-
2366λειάν του, τὴν ἀνεξαρτησίαν του· ἕκαστος τῷ ὄντι ἔχει τὴν
2367αὐτονομίαν τῆς διανοίας του, τὴν αὐτονομίαν τῆς θελήσεώς
2368του, καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ν’ ἀποδέχηται τὰς ἰδέας τῶν
2369ἄλλων, τὰ δόγματα τῶν ἄλλων, διότι εἰς σημεῖόν τι δύναται
2370νὰ συναντηθῇ μετ’ αὐτῶν.
2371Καὶ κατὰ τὰς μακρὰς ταύτας συνδιαλέξεις ἢ μελέτας δὲν
2372συνεμερίσθην, κύριοι, τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἀπεδόθησαν εἰς
2373τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ μετὰ θάῤῥους διισχυρίζομαι, ὅτι τὸ Ὑπουρ-
2374γεῖον κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητή-
2375ματος δὲν ἐπρόδωκε τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἰσχυρίζομαι,
2376ὅτι δὲν ἔκαμε κατάχρησιν εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ δα-
2377νείου, ἀλλὰ ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν
2378ἔκτακτον Σύνοδον ἐξήνεγκον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔδωκε
2379προσοχὴν εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν, καὶ ἠδύνατο, κύ-
2380ριοι, νὰ πράξῃ τοῦτο.
2381Ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1878 παρέστησα εἰς τὸν ἀξιότιμον
2382πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι περιττὸν εἶναι νὰ ἐξακολουθῇ ἡ
2383Ἑλλὰς διατηροῦσα στρατὸν τόσον, ὅσον διετήρει τότε, διότι
2384ἔβλεπον, ὅτι ἡ ἐποχὴ τῆς ἐνεργείας, ὅτε ἐπλησίαζεν ἡ Σύνο-
2385δος τοῦ Βερολίνου, εἶχεν ἤδη παρέλθει καὶ ἦτον ἄσκοπος· ἄσκο-
2386πον ἐθεώρησα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον
2387τὴν ἐξακολούθησιν τῶν δαπανῶν τούτων τῶν πρὸς ἐπίφασιν
2388γινομένων, καὶ ἀνέφερα καὶ δαπάνας τινὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἷς
2389Ὑπουργὸς μοὶ ἀντέταξεν, ὅτι αὐτὰ εἶναι φροῦδα· ἐξηκολούθησα
2390ὅμως καὶ ἐξακολουθῶ ἔχων τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει ν’ ἀκολου-
2391θήσωμεν σύστημα οἰκονομιῶν. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι σήμερον
2392δὲν εἶναι ἐποχὴ πλέον προπαρασκευῶν πρὸς ἄμεσον ἐνέργειαν,
2393φρονῶ, ὅτι, ἐὰν πρόκηται περὶ τῆς ἠρέμα παρασκευῆς, καὶ
2394περὶ αὐτῆς δὲν εἶναι ἤδη καιρός. Εἶναι δὲ καιρὸς νὰ σκεφθῶ-
2395μεν περὶ οἰκονομιῶν, διὰ νὰ συντηρήσωμεν τὸ ὑπάρχον. Προ-
2396βλέπω δὲ, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν οὕτω βαδίζοντες, θέλομεν
2397πέσει εἰς βάραθρον οἰκονομικὸν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ κατακλυ-
2398σθῇ καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος.
2399Δὲν θεωρῶ, κύριοι, τὸ Ὑπουργεῖον οὔτε ἄξιον εἰσαγωγῆς εἰς
2400δίκην, οὔτε ἄξιον ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς, διότι οὐδὲν μὲ πεί-
2401θει, ὅτι ἔπραξέ τι κατὰ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἄξιον νὰ
2402προκαλέσῃ τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγήν του ἢ τὴν σύστασιν ἐξε-
2403λεγκτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐκφράζω τὴν πεποίθησίν μου, καὶ
2404ἀδιαφορῶ, ἐὰν ἡ πεποίθησίς μου αὕτη εὐχαριστῇ ἢ ὄχι τινὰς
2405τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ἐπεδίωξα πάντοτε τὴν πραγματο-
2406ποίησιν τῶν πεποιθήσεών μου καὶ ἠδιαφόρησα, ἐὰν ἡ ἐπιδίωξις
2407αὕτη ἠδύνατο νὰ βλάψῃ τὸ ἀτομικόν μου συμφέρον. Καὶ ἄλ-
2408λοτε, ἀντιπολιτευόμενος μετ’ ἄλλων τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ ἀει-
2409μνήστου Δεληγεώργη, δὲν ἀπεδέχθην τὴν σύστασιν ἐξελεγκτι-
2410κῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἐθεώρουν αὐτὴν ἄδικον· ἐζημιώθην δὲ τὰ
2411μέγιστα, διότι τὸ περιστατικὸν ἐκεῖνο μὲ ἀπεστέρησε πολυτί-
2412μου πολιτικοῦ φίλου.
2413§55Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
2414§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε ἐγγράψατε καὶ ἐμέ.
2415§57Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐὰν δὲν συμφωνῶ πρός τινας ἀντιπολιτευο-
2416μένους, ἐὰν δὲν ἀποδέχωμαι ὅλας τὰς κατηγορίας....
2417§58ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ μὲ ἐγγράψητε ὅμως ἐμὲ
2418πρῶτον.
2419§59Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶπον, ὅτι δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον· πρὸ
2420παντὸς ἄλλου θέλω νὰ ἦμαι συνεπὴς πρὸς ἐμαυτόν. Ἐπειδὴ
2421κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον ἐπέκρινα τὰς δαπάνας
2422τὰς πρὸς ἐπίφασιν γενομένας, καὶ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἡ γνώμη
2423μου δὲν ἀπεδέχθη, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιμένει ἀσπαζόμενον τὴν
2424πρὸς ἐπίφασιν ταύτην πολιτικὴν, εἶμαι ἠναγκασμένος δι’ αὐτὸν
2425τὸν λόγον νὰ μὴ δώσω ψῆφον ὑπὲρ αὐτοῦ· καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ
2426Ὑπουργείου τούτου μόνον δὲν θέλω δώσει ψῆφον, ἀλλὰ καὶ
2427κατὰ παντὸς ἄλλου Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀκολουθήσει
2428τὴν πολιτικὴν τῶν πρὸς ἐπίφασιν δαπανῶν, θέλω δώσει ψῆφον
2429ἐναντίαν. Ἐὰν ἔβλεπον, ὅτι τοὐλάχιστον κατὰ τὸ μέλλον ἤθε-
2430λον ἀπόσχει τοιούτων δαπανῶν, ἠδυνάμην νὰ τροποποιήσω
2431τὴν γνώμην μου· ἀλλὰ ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ βλέπω, ὅτι πρό-
2432κειται πάλιν περὶ παρασκευῶν καὶ παρασκευῶν. Δυστυχῶς ὁ
2433τόπος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, κύριοι, νὰ δαπανᾷ ἀσκόπως,
2434ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσωμεν οὐχὶ βεβαίως τὸ ἔλλειμμα νὰ
2435καλυφθῇ ἀμέσως, ἀλλὰ νὰ προσεγγίσωμεν τοὐλάχιστον, ὅσον
2436εἶναι δυνατὸν, εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ.
2437§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε δύω λέξεις; Δὲν πρό-
2438κειται περὶ ἐκτάκτων δαπανῶν καὶ προπαρασκευῶν, ἀλλ’ ἀνα-
2439λόγως τῶν μέσων μας λέγει ὁ Βασιλικὸς λόγος.
2440§61Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Συμφώνως λοιπὸν πρὸς τὴν γνώμην, τὴν
2441ὁποίαν ὑπεστήριξα καὶ ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ καὶ μετὰ τὴν Οἰκου-
2442μενικὴν καὶ ἐν τῇ ἐκτάκτῳ Συνόδῳ, ἀποκρούω πάσας τὰς πρὸς
2443ἐπίφασιν δαπάνας. Ὅπως δὲν συμμερίζομαι, καθὰ σᾶς εἶπον, τὰς
2444κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὡς πρός τε τὸ
2445ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ ὡς πρὸς ἄλλας, οὕτω δὲν συμμερίζομαι
2446καὶ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὴν Κυβέρνησιν
2447νὰ ἀποφανθῇ ἀπὸ τοῦδε ποία θέλει εἶσθαι ἡ πορεία της εἰς τὸ
2448ἐξωτερικὸν ζήτημα. Νομίζω, ὅτι οἱανδήποτε ἐξήγησιν καὶ ἂν
2449δώσῃ ἡ Κυβέρνησις, θέλει εἶσθαι βλαπτικὴ διὰ τὰ συμφέροντα
2450τοῦ τόπου· καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ
2451καταναγκάσω τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος μου καὶ νὰ τὴν
2452φέρω εἰς δυσάρεστον θέσιν.
2453Εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι γνῶμαί τινες, ἃς ἐξή-
2454νεγκον ἐκ τοῦ βήματος τούτου, παρεξηγήθησαν. Ἐὰν αὐτὸ
2455δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολι-
2456τεύματος παρ’ ἡμῖν, ἤθελα σιωπήσει· ἀλλ’ ἡ γνώμη, τὴν ὁ-
2457ποίαν ἐξήνεγκον, συνδέεται στενῶς πρὸς τὴν λειτουργίαν ταύ-
2458την, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀφήσω ἄνευ
2459ἀπαντήσεως.
2460Ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, διῄρεσα αὐτὸ εἰς
2461δύω διακεκριμένας περιόδους, τὴν περίοδον τὴν μέχρι τῆς 6ης
24628βρίου 1878, ὅτε ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ
2463Ὑπουργείου, καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τὴν ἀρχομένην ἀπὸ τῆς 6
24648βρίου 1878 καὶ ἐξακολουθοῦσαν καὶ ἤδη. Ὁμιλῶν περὶ τῆς
2465πρώτης, εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι συνταγματικὸν, δὲν εἶναι τακτι-
2466κὸν, ὅτε ἓν Κοινοβούλιον ἀπεφάνθη καὶ ἐξήνεγκε ψῆφον, μάλι-
2467στα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὑπὲρ τῆς πολιτείας τοῦ Ὑπουρ-
2468γείου, ἕτερον Κοινοβούλιον νὰ ἐπανέρχηται καὶ ἐπιλαμβάνηται
2469τοῦ ζητήματος τοῦ ἰδίου, καὶ νὰ θέλῃ νὰ ἐξενέγκῃ ψῆφον ἐπὶ
2470ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐψήφισε. Μοὶ ἀντέταξαν,
2471ὅτι μόνον ἐπὶ ποινικῶν κατηγοριῶν ὁ νόμος ἀνέγραψε διάταξιν·
2472γινώσκω κάλλιστα τοῦτο, καὶ τὸ ἀνέφερα ὅτε πρώτην φορὰν
2473ὡμίλησα. Ἀληθῶς δὲ περὶ τῶν πολιτικῶν συζητήσεων δὲν
2474ὑπάρχει νόμος, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ νόμος· ἀλλ’ ἀνω-
2475τέρα τοῦ νόμου εἶναι ἡ ἀΐδιος λογικὴ καὶ ἡ δικαιοσύνη· αὕτη
2476δὲ ὑπαγορεύει, ὅταν πολιτική τις συζήτησις ἐπεραιώθη παρ’ ἑ-
2477νὸς Κοινοβουλίου, ἡ συζήτησις αὕτη νὰ μὴ ἐπανέρχηται κυρίως
2478καὶ οὐσιαστικῶς ἐνώπιον δευτέρου Κοινοβουλίου. Δύνανται ἐν
2479παρόδῳ νὰ ἐπιφέρωνται κρίσεις· ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τοῦ Κοινο-
2480βουλίου δὲν δύναται νὰ προκαλῆται ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον
2481ἔλυσεν ἕτερον. Ἀλλ’ ὑπεστήριξαν, ὅτι ὅ,τι εἶπον ἐπὶ τοῦ ἐξωτερι-
2482κοῦ ζητήματος, τὸ εἶπον καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς λήξεως
2483τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὸ ζήτημα
2484περὶ τῆς λήξεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τὸ ἐθεώρησα ἀκέραιον
2485καὶ δυνάμενον νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν ἡμετέραν βάσανον καὶ ἐ-
2486ξέτασιν, καὶ ὁ ἴδιος, κύριοι, τὸ ἐζήτασα, καὶ ὁ ἴδιος ἐξακο-
2487λουθῶ νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν εἶχον πρὸ 5 μηνῶν, ὅτι
2488τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔπραξε καλῶς, κηρύξαν τὴν λῆξιν τῆς Συ-
2489νόδου κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν τὸ ἔπραξε. Καὶ ἐπειδὴ πρό-
2490κειται πάλιν περὶ τῆς λήξεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, δὲν ἠδυ-
2491νήθη νὰ μετατρέψῃ τὴν γνώμην μου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἰπὼν,
2492ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς,
2493διότι δὲν ἦτο προητοιμασμένη ἡ ἀπογραφή.
2494Τοιοῦτος λόγος δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι οὐσιώδης λόγος, διότι, ἀφοῦ
2495ἡ Ἑλλὰς ἔζησεν ἐπὶ δεκαετίαν ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἀπογραφὴν,
2496ἠδύνατο νὰ ζήσῃ καὶ μίαν ἔτι τετραετίαν. Δὲν ἐθεώρησα λοι-
2497πὸν παραγεγραμμένον τὸ δικαίωμα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου
2498τῆς λήξεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, ἀλλ’ ἐξήνεγκον τὴν γνώ-
2499μην, ἣν πάντοτε εἶχον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε καλῶς,
2500θελήσατα νὰ ποιήσῃ χρῆσιν τῆς προνομίας ταύτης καθ’ ἣν στιγ-
2501μὴν ἐποίησε χρῆσιν αὐτῆς. Ἀλλ’ εἰς τὴν ὁμιλίαν μου ἐκείνην,
2502κύριοι, ἐξέθηκα τὸν λόγον, ὅστις ὑπεστήριζε τὴν παροχὴν τῆς
2503λήξεως εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ γεν-
2504νηθῇ, εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε, καὶ εἰς τῶν
2505λόγων ἐκείνων ἦτο κυρίως ὁ λόγος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν
2506ἠδύνατο νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν. Ὁμιλῶν δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος,
2507τὸν αὐτὸν εἶπον λόγον, προσθέσας ὡς ἐπιβοηθητικὸν μόνον, ὅτι
2508δὲν ἐγινώσκομεν τὸν λόγον, δι’ ὃν συνεκλήθη ἡ ἔκτακτος Σύ-
2509νοδος.
2510Τότε, κύριοι, ἐπῄνεσα τὸ Ὑπουργεῖον, εἰπὼν, ὅτι ἔπραξεν ἀξι-
2511οπρεπῶς, καταθέσαν τὴν παραίτησίν του ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως.
2512Καὶ δὲν ἠδυνάμην, παρὰ νὰ ἐγκρίνω τὴν διαγωγὴν τοῦ Ὑ-
2513πουργείου καὶ νὰ μὴ συμμερισθῶ τὴν ἑτέραν γνώμην, ὅτι τὸ
2514Ὑπουργεῖον, καίτοι ἀπολέσαν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς
2515κατὰ τὰς ἀρχαιρεσίας, ὤφειλε, παρορῶν τοῦτο, νὰ παρουσιασθῇ
2516ἐνώπιον αὐτῆς καὶ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους τῆς προσκλήσεως τῆς
2517ἐκτάκτου Συνόδου. Ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελε ν’ ἀκούσῃ τοὺς
2518λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς
2519ἐκτάκτως, ὤφειλε κατὰ τὰς ἀρχαιρεσίας νὰ μὴ δείξῃ τὸν ζῆ-
2520λον ὃν ἔδειξεν. Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι διὰ τὴν ψηφοφορίαν ἑνὸς ἀ-
2521τυχοῦς γραμματέως δὶς ἢ τρὶς προέβημεν εἰς ψηφοφορίαν.
2522Μετὰ τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς ἐμὲ κατὰ τὸ 1871,
2523φρονῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀξιοπρεπῶς ἔπραξε καταθέσαν τὴν
2524παραίτησίν του, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ καταναγκασθῇ νὰ παρου-
2525σιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, κύριοι, ὤφει-
2526λον νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν ταύτην, διότι ἐπιθυμῶ νὰ διατε-
2527λῶσιν ἀκέραια ἡ αὐτοτέλεια τῆς διανοίας μου καὶ ἡ αὐτονο-
2528μία μου. Δὲν ἐκτείνομαι περισσότερον· ἠθέλησα μόνον νὰ δικαι-
2529ολογήσω τὴν ψῆφόν μου καὶ νὰ ἐπανορθώσω παρεξηγήσεις, αἵ-
2530τινες ἔλαβον χώραν δυστυχῶς ὡς πρός τινας τῶν γνωμῶν μου.
2531§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀνέρχομαι τὸ βῆμα προκληθεὶς παρὰ τοῦ
2532κ. Πρωθυπουργοῦ, θέλω δὲ κάμει λόγον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ
2533προσωπικὸν ζήτημα· δηλῶ δέ, ὅτι ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συ-
2534ζήτησις δι’ αὔριον, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον αὔ-
2535ριον, εἰ δ’ ἄλλως, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νὰ
2536ἀπαντήσω εἰς τὰ γενικά. Ἀλλὰ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ἀνα-
2537φορικῶς πρὸς ἐμὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός, καὶ τὰ ὁποῖα ἠμπο-
2538ρεῖ νὰ ἔκαμον αἴσθησιν, εἰς ταῦτα ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω.
2539Πρῶτον εἶπεν, ὅτι κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐγὼ ἔ-
2540στειλα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τηλεγράφημα εὐχαριστήριον.
2541§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι εἰς ἐμέ.
2542§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατόπιν ἐδιόρθωσε τοῦτο, καὶ εἶπεν, ὅτι τὸ
2543τηλεγράφημα ἐστάλη εἰς τὸν κ. Λούντζην, ὅστις, εἶπεν, εἶχεν
2544ἐπιφορτισθῆ ν’ ἀνακοινώσῃ τοῦτο ἐκ μέρους μου εἰς τὸν κ.
2545Πρωθυπουργόν. Ὁ κ. Ν. Λούντζης ἐὰν δὲν ἦναι ἐδῶ εἰς τὴν
2546Βουλήν, ἀλλὰ εἶναι εἰς τὰς Ἀθήνας. Καὶ τότε ὁ κ. Λούντζης
2547εὑρίσκετο εἰς Ἀθήνας, δι’ ὅλον δὲ τὸ διάστημα τῶν δημοτικῶν
2548ἐκλογῶν ἀδιακόπως παρ’ ἐμοῦ ἐλάμβανε πληροφορίας παρα-
2549πόνων κατὰ τῆς διαγωγῆς τῶν ἐν Ζακύνθῳ ἀρχῶν καὶ τῆς Κυ-
2550βερνήσεως, τὰς ὁποίας ὁ κ. Λούντζης, μεταβαίνων συνεχῶς εἰς
2551τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἀνεκοίνωνε. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀληθές.
2552Ἦτο τοιαύτη ἡ ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἐν Ζακύνθῳ
2553τότε, ὥστε εἴχομεν σχεδὸν πεποίθησιν ὅτι, ἕνεκα τῆς διαγω-
2554γῆς τῆς ἐξουσίας, θὰ ἐπήρχετο σύγκρουσις κατὰ τὴν ἡμέραν
2555τῆς ἐκλογῆς. Τοῦτο παρεμπόδισε καὶ προέλαβε κυρίως ἡ δια-
2556γωγὴ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Ἀναγγέλλων εἰς τὸν κ. Λούν-
2557τζην τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐκλογῆς, προσέθετα· «διαγωγὴ ἀρ-
2558χῶν ἀρίστη·» ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο εὐχαριστήριον διὰ τὴν Κυ-
2559βέρνησιν (θόρυβος). Ὅτε ὁ κ. Λούντζης μοὶ ἐμήνυσεν ὅτι τὸ
2560τηλεγράφημα τὸ ἔδειξεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, εἶπον πρὸς
2561τὸν νῦν ἐν τῇ Βουλῇ ἀδελφόν του «τὴν ἔκαμεν ὁ Νικόλαος,
2562διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ
2563τοῦ ἐξεφράσαμεν εὐχαριστήρια».
2564Παραπονεῖται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δὲν τὸν ὑπεστηρί-
2565ξαμεν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Τρικούπης εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῶν
2566κινδύνων.
2567§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τοῦ κ. Α. Πετιμεζᾶ εἶπον, ὄχι
2568περὶ τοῦ κ. Τρικούπη.
2569§66Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἤμην χωροφύλαξ, ἤμην Βουλευτής,
2570καὶ εἶχον νὰ ἐκπληρώσω ἐδῶ τὸ καθῆκόν μου.
2571§67ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2572γὸς τὴν ὑποστήριξιν ἣν ἀκριβῶς κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν
2573κινδύνων ἔλαβεν, ὄχι μόνον ἐδῶ μέσα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ
2574καὶ κἄπου ἀλλοῦ. Ποίαν ἄλλην ὑποστήριξιν ἀπαιτοῦσεν ἀπὸ
2575ἡμᾶς ἀκόμη; Ἐνοοῦσεν ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ πάρωμεν τὴν
2576καραβίνα καὶ νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸ σπῆτί του; ἑπομένως,
2577πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ αἰσθανθῇ, ὅτι ἦτον ἄδικον τὸ
2578παράπονον, τὸ ὁποῖον ἐξέφερε.
2579Ἐξεπλάγην ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ,
2580ὅτι ἐγὼ τὸν ἐπεκρότησα ὅταν ἐπανῆλθεν ὁ στρατός, καὶ ν’ ἀ-
2581ναγινώσκῃ, πρὸς δῆθεν ἀπόδειξιν, τὰ στενογραφημένα πρα-
2582κτικά, ἐξεπλάγην, διότι εἶχον τὴν συνείδησιν ἐναντίαν καὶ
2583δὲν ἐπερίμενα τὸ τοιοῦτον, μάλιστα ἔπειτα ἀπὸ τὰς παρα-
2584τηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔκαμα καὶ
2585προχθές· εἶχον τὴν συνείδησιν ὅτι καὶ ἐδῶ καὶ ἀλλοῦ ὑπε-
2586στήριξα τὸ ἐναντίον, καὶ τότε, ὅπως γινώσκει ὁ κ. Πρωθυ-
2587πουργός, οὐχὶ μόνον εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ
2588Ἡγεμόνος ἐξέφρασα καὶ ὑπεστήριξα τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἐπάνοδος
2589τοῦ στρατοῦ εἶναί τι ἀσύγγνωστον, καὶ ὅτι θὰ βλάψῃ τὴν
2590ὑπόληψιν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν δὲ ἦλθεν
2591ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν καὶ μᾶς ἀνέφερε τὰ τη-
2592λεγραφήματα περὶ τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἀνακωχῆς, καὶ τότε
2593ἐγὼ εἶπον «καὶ μετὰ τὰ τηλεγραφήματα αὐτά, ὁ στρατὸς
2594πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐμπρός». Εἶναι ἐδῶ μέσα ὅλα εἰς
2595αὐτὰ τὰ πρακτικά, καὶ εἶναι πασίγνωστα. Ἀλλὰ τὸ μέρος,
2596τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, πᾶν ἄλλο λέγει,
2597παρ’ ὅτι ἐγὼ συνεμερίσθην τὴν ἰδέαν τῆς ἐπανόδου τοῦ
2598στρατοῦ, καὶ ὅτι ἐπήνεσα δι’ αὐτὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
2599Ὅποιος θέλει ἂς ἀναγνώσῃ αὐτὸ τὸ μέρος ὅλον, τοῦ ὁποίου
2600τεμάχιον μόνον σᾶς ἀνέγνωσε, καὶ θὰ βεβαιωθῇ περὶ τούτου·
2601εἶναι εἰς τὴν σελίδα τριακόσια τριάκοντα ἐννέα, διὰ νὰ μὴ
2602σᾶς ἀπασχολήσω ἀναγινώσκων. Ἐφοβήθην εἰς ἐκείνην τὴν
2603στιγμὴν ὅτι ἠμποροῦσε νὰ ἔλθῃ μία ψῆφος καταδικαστικὴ
2604κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ δὲν ἐσύμφερε, καὶ
2605ἔλαβον τὸν λόγον καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἦτο στιγμὴ νὰ ἐξετάζω-
2606μεν τώρα τὸ ζήτημα αὐτό.
2607Ἀλλὰ τότε, καὶ ἀπὸ τότε ἕως τώρα, ἡ γνώμη μου εἶναι,
2608ὅτι ἡ ἐπάνοδος τοῦ στρατοῦ ἦτο κακή· καὶ τοῦτο εἶναι τὸ
2609μόνον ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον καὶ τότε καὶ τώρα διαφωνῶ μὲ
2610τὸν φίλον μου καὶ ἀρχηγόν μου κ. Τρικούπην, ὡς ὀρθῶς τὸν
2611ἀπεκάλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἀληθῶς εἶναι ἀρχηγός
2612μου, καὶ ἀρχηγὸς τῆς μερίδος εἰς ἣν ἀνήκω, καὶ τὸ ἀξίζει νὰ
2613ἦναι, διότι ἀξίζει δι’ ἡμᾶς ὅλους, καὶ τὸ αἰσθάνεσθε καὶ σεῖς,
2614καθότι μόλις αὐτὸς ἀνῆλθε τὸ βῆμα, σᾶς ὑπεχρέωσε νὰ λύ-
2615σητε τὴν σιωπήν, τὴν ὁποίαν ἐκηρύξατε, ὅτι θὰ τηρήσετε καὶ
2616ἐτηρήσατε καθ’ ὅλην τὴν δεκαπενταήμερον ἐπὶ τῆς ἀπαντή-
2617σεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον συζήτησιν, ἀποδείξαντες μὲ
2618τοῦτο, ὅτι οὐχὶ μόνον οἱ φίλοι τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλὰ καὶ
2619αὐτοὶ οἱ ἐχθροί του αἰσθάνονται, ὅτι αὐτὸς μόνος ἀξίζει δι’
2620ὅλους τοὺς ἄλλους μαζύ, ὅσοι εἴμεθα ἐδῶ μέσα. Εἰς τὸ μόνον
2621λοιπὸν ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνῶ μὲ τὸν ἀρχηγόν μου,
2622καὶ ὁσάκις οὗτος μοῦ λέγει: «κακὰ ὅπου ἐξῆλθεν ὁ στρατὸς,
2623καλὰ ὅπου εἰσῆλθεν·» ἐγὼ τοῦ ἀπαντῶ: «καλὰ ὅπου ἐξῆλ-
2624θε, κακὰ ὅπου εἰσῆλθε», νὰ εὑρεθῶ σύμφωνος μὲ τὸν κ.
2625Πρωθυπουργόν; θὰ ἦτο ἀστεῖον.
2626Δι’ ἓν ἄλλο θὰ παραπονεθῶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν·
2627προχθὲς τὸν παρεκάλεσα, καὶ τὸν ἐπροκάλεσα σχεδὸν νὰ εἴπῃ,
2628ποῖος ἀπὸ τοὺς διορισθέντας ὑπ’ ἐμοῦ δικαστὰς κατὰ τὸ
26291875 διετέλει ὑπὸ κατηγορίαν· τοῦ εἶπον ὅτι ὀφείλει νὰ ἔλ-
2630θῃ νὰ δηλώσῃ τοῦτο, διότι δὲν εἶναι καλόν, ἂν ὑπάρχῃ τοι-
2631οῦτος λειτουργὸς τῆς δικαιοσύνης, νὰ μὴν ἦναι γνωστός· καὶ
2632ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσιώπησεν ὡς πρὸς τοῦτο, ἐνῷ ἐνεθυμήθη
2633ἄλλα περιστατικὰ πολὺ μικρότερα· ἡ σιωπή του αὕτη δίδει
2634τὸ δικαίωμα εἰς ἐμὲ καὶ εἰς οἱονδήποτε ὑπὸ τῆς ἐκφράσεως
2635αὐτῆς δυνάμενον νὰ προσβληθῇ, μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ
2636εἴπω, ὅτι ἐξετάσας ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶδεν ὅτι ἐκεῖνο τὸ
2637ὁποῖον εἶπε τότε, δὲν ἦτο ἀληθές· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δικαιού-
2638μεθα νὰ τῷ εἴπωμεν, ἀφοῦ μᾶς εἶπε «προσέχετε εἰς ὅσα λέγε-
2639τε», νὰ τοῦ εἴπωμεν: πρόσεχε καὶ ἀπὸ τὸ μέρος σου, ὅταν ἔρ-
2640χεσαι ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, νὰ λέγῃς τὴν ἀλήθειαν, καὶ
2641πρόσεχε, ὅταν θέλῃς νὰ ἀναγινώσκῃς ἐδῶ πρακτικὰ, νὰ τὰ
2642ἀναγινώσκῃς εἰλικρινῶς.
2643§68Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Δὲν πρέπει βεβαίως νὰ λησμονήσωμεν,
2644ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν ἐν τῷ σεβαστῷ τούτῳ περιβόλῳ εἶναι
2645σπουδαία καὶ ὑψηλή, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἀκριβῆ καὶ ἀπαρέγκλι-
2646τον ἐπαγρύπνησιν καὶ προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων.
2647Ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἡμερῶν συζητεῖται τὸ σπουδαῖον καὶ τὰ
2648συμφέροντα τῆς πολιτείας θῖγον πολιτικὸν ζήτημα ἐξωτερι-
2649κόν τε καὶ ἐσωτερικὸν, δηλαδὴ οἰκονομικόν. Ἐκ τῶν ἐμβρι-
2650θῶν καὶ σπουδαίων ἀγορεύσεων διαπρεπῶν ῥητόρων τοῦ Κοινο-
2651βουλίου τούτου, οἷον τῶν κυρίων Τρικούπη, Λομβάρδου, Ἀ-
2652θανασίου Πετιμεζᾶ καὶ λοιπῶν, ἀναπτυξάντων καὶ ἐκτυ-
2653λιξάντων δεόντως καὶ λίαν εὐγλώττως τὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ
2654καὶ ἐσωτερικοῦ ζητήματος, κατεδείχθη πασιφανῶς, ὅτι ἡ ἐ-
2655νεστῶσα Κυβέρνησις κακῶς καὶ ἀδεξίως διεξήγαγεν ἀμφότερα
2656τὰ ῥηθέντα ζητήματα, ὧν ἡ ἀξιοπρεπὴς καὶ πατριωτικὴ διε-
2657ξαγωγὴ θὰ συνετέλει εἰς τὸ ἐθνικὸν μεγαλεῖον ἀφ’ ἑνὸς, καὶ εἰς
2658τὴν ἐθνικὴν εὐημερίαν ἀφ’ ἑτέρου, ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως καὶ
2659ἑδραιώσεως τῆς οἰκονομικῆς μας πίστεως. Προκειμένου ἐντὸς
2660ὀλίγου νὰ ἐκφέρωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνη-
2661σιν, πρέπει, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ νὰ δώ-
2662σωμεν αὐτὴν κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς
2663καθαρᾶς συνειδήσεως, δηλαδὴ νὰ δώσωμεν ψῆφον ἀποδοκιμα-
2664σίας, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ δριμυτέραν ἔκφρασιν, κατὰ τῆς ἀτα-
2665σθάλου αὐτῆς μέχρι τοῦδε πολιτικῆς πορείας. Ἡ γνώμη μου
2666αὕτη, ἣν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετὰ θάῤῥους καὶ ἀπροκα-
2667λύπτως ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκφέρω ἐνώπιον ὑμῶν, διερμηνεύει
2668τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, τὴν κοινὴν γνώμην. Ὅτι ἡ γνώμη αὕτη,
2669ἣν συμμερίζονται πάντες οἱ ὑπερήφανον καὶ ἀνεξάρτητον
2670χαρακτῆρα ἔχοντες ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ συνάδελφοί μου,
2671εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔκφρασις τοῦ ἔθνους, καταδικάσαντος τὸ παρελ-
2672θὸν, καταδεικνύεται ἐπισήμως ἐκ τῶν ἀρτίως διεξαχθεισῶν βου-
2673λευτικῶν ἐκλογῶν, αἵτινες ἀπέβησαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ
2674τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεμβάσης ἐν αὐταῖς σπουδαίως καὶ δυνα-
2675στικῶς· δὲν ἐξετάζω δὲ ἐάν τινες τούτων, ἐπιλήσμονες γενό-
2676μενοι τῆς ἐντολῆς των, μετέβαλον φρόνημα. Περαίνω τὸν λό-
2677γον, πεποιθὼς καὶ ἐλπίζων, ὅτι ἡ Βουλή, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ
2678τῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δοθησομένης ψήφου ἐμπιστοσύνης, θὰ
2679τηρήσῃ διαγωγὴν ἀῤῥενωπὸν, ἐμπρέπουσαν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν
2680αὐτῆς καὶ εἰς τὸν ὑψηλὸν προορισμόν της.
2681§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο προτάσεις ὑπεβλήθησαν, ἡ μὲν ὑπὸ τοῦ
2682κ. Δουζίνα: «Ἡ Βουλή, θεωροῦσα μὴ προδικάζουσαν περὶ οὐ-
2683δενὸς ζητήματος τὴν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπάντησιν,
2684μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν»· ἡ δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Ῥού-
2685φου: «Ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν μέχρι τοῦδε πορείαν τῆς
2686Κυβερνήσεως, προβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
2687Θὰ θέσω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δουζίνα εἰς ψηφοφορίαν, διότι
2688αὕτη μοὶ φαίνεται ἀπωτέρα.
2689§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ ὑποβαλλομένη πρό-
2690τασις δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν περίστασιν· λέγει: μεταβαί-
2691νομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα ἐν τῇ
2692ἡμερησίᾳ διατάξει, διότι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ 15
2693ἡμέρας, εἶναι ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασι-
2694λικὸν λόγον, ὅπερ εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας δια-
2695τάξεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσῃ ἡ συ-
2696ζήτησις, εἶπεν, ὅτι θεωρεῖ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαντήσεως
2697ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ἕνεκα δὲ τῆς προκλήσεως ταύτης,
2698ἤρξατο ἡ γενικὴ συζήτησις. Τὸ θέμα λοιπὸν τῆς ψηφοφορίας
2699εἶναι τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, καὶ τοῦτο θὰ συζητηθῇ, νο-
2700μίζω, καὶ θὰ ψηφισθῇ κατὰ παράγραφον. Δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνη-
2701σις τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ οὐδεμίαν ἄλλην ψῆφον ἀπὸ ἡμᾶς·
2702νομίζω, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται, ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευ-
2703σις δὲν προκαλεῖ, νὰ θέτῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Εἰς τὴν ἀ-
2704πάντησιν τὸ ἐννοῶ, διότι ἡ ἀπάντησις εἶναι συγκεκριμένον τι·
2705κατ’ αὐτὴν καθορίζονται ἓν πρὸς ἓν τὰ ζητήματα, καὶ δύνα-
2706μαι ἐγὼ νὰ ἦμαι σύμφωνος ὡς πρὸς μίαν παράγραφον, οὐχὶ δὲ
2707πρὸς ἄλλην, καὶ δύναμαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίας, τὰς ὁ-
2708ποίας δύναται νὰ μὴ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἀπολύτως δὲν
2709δύναται νὰ ζητηθῇ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, χωρὶς ἡ ἀντιπολίτευ-
2710σις νὰ προσβάλῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἰς τοιαύτην περίστα-
2711σιν εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀρνηθῶ ψῆφον, ἐπιφυλαττόμενος ἐπὶ τῶν
2712συγκεκριμένων θεμάτων νὰ ψηφίσω.
2713§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης ὡμίλησε περὶ θέματος, τὸ ὁ-
2714ποῖον νομίζω, ὅτι ἐλύθη. Ὅτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔθηκε τὸ
2715ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ἐγένετο παρ’ ἡμῶν ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη·
2716ἀλλ’ ἡ γνώμη ἡμῶν δὲν ἐπεκράτησε, καὶ διὰ τοῦτο ἐδέχθη-
2717μεν οἱ μὲν ἑκόντες, οἱ δὲ ἄκοντες τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζη-
2718τήματος τῆς ἐμπιστοσύνης· δὲν δυνάμεθα τώρα νὰ κρυπτώ-
2719μεθα ὄπισθεν τῶν τύπων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀφορμὴν εἰς τὴν
2720συζήτησιν ταύτην ἔδωκε τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν
2721Βασιλικὸν Λόγον· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι ἡ συζήτησις
2722εἶχεν ἀντικείμενον τὴν ἐμπιστοσύνην ἢ τὴν ἔλλειψιν ἐμπιστο-
2723σύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
2724Ἀφοῦ ταῦτα οὕτως ἔχουσι, νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ πρότασις τοῦ
2725κ. Ῥούφου εἶναι ὀρθή· πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ῥητῶς ἡ Βουλὴ ἐὰν
2726ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ οὔ. Ἐγὼ διατυπῶ
2727τὸ θέμα, ὡς ἑξῆς· ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην.
2728§72ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
2729§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχομεν δύω προτάσεις, τοῦ κ. Τρικούπη
2730καὶ τοῦ κ. Ῥούφου.
2731§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἰσάγω ἐγὼ πρότασιν, ἐγὼ διατυπῶ τὸ
2732θέμα ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
2733§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀρκεῖται εἰς τὴν ἑτέραν
2734πρότασιν.
2735§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μᾶς κατηγορήσατε, ὅτι κακῶς ἐδιοι-
2736κήσαμεν, κακῶς ἐπολιτεύθημεν. Σᾶς ἀπηντήσαμεν, καλῶς ἐδιοι-
2737κήσαμεν, καλῶς ἐπολιτεύθημεν. Αὐτὸ πρόκειται νὰ ἀποφασισθῇ,
2738ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπολιτεύθημεν.
2739§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς κατηγοροῦμεν, ὅτι δὲν εἶσθε οἱ κατάλ-
2740ληλοι νὰ διοικήσητε τὸ Κράτος. Τοῦτο ἐννοοῦμεν, καὶ τοῦτο
2741ὀνομάζομεν ζήτημα ἐπιστοσύνης.
2742§78Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥούφου ἱκα-
2743νοποιεῖ πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, διότι τὸ
2744ὑπουργεῖον, ὅτε ἔθηκε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ εἰδί-
2745κευσε, καὶ κατὰ τὰς ἀγορεύσεις των οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ ἐξεδή-
2746λωσαν τοῦτο, ἡ πρότασις δὲ τοῦ κ. Ῥούφου ἀνταποκρίνεται
2747πληρέστατα πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθηκε τὸ Ὑπουρ-
2748γεῖον, καὶ ἱκανοποιεῖ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, καὶ τὴν θέλησιν πά-
2749σης τῆς ἀντιπολιτεύσεως· διότι, ἂν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν
2750πρότασιν τοῦ κ. Ῥούφου, σημαίνει, ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὴν μέ-
2751χρι τοῦδε πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου, εἰς δὲ τὸ μέλλον ἡ Βου-
2752λὴ δὲν δεσμεύεται νὰ ἐκφέρῃ ἄλλην γνώμην· ὥστε κατ’ ἐμὲ
2753ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥούφου εἶναι κοινοβουλευτικωτάτη. Ἄλλως
2754τε, κύριοι, γινώσκω ἐκ πείρας, ὅτι εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια
2755προτάσεις ἀπότομοι καὶ τραχεῖαι, προσωπικῶς ἀπευθυνόμεναι,
2756ποτὲ δὲν τίθενται. Εὑρίσκεται τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ προ-
2757τάσεις αὗται φέρουσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ δὲν γι-
2758νώσκω εἰς οὐδὲν κοινοβούλιον, καὶ ἀνέγνωσα ἀρκετὰ τὴν ἱστο-
2759ρίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, δὲν γνωρίζω νὰ ἐτέθη
2760πρότασις τοιαύτη· αἱ προτάσεις αὐταὶ σήμερον δὲν εἶναι δε-
2761κταὶ ἐντὸς τῶν Κοινοβουλίων, διότι ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ ἁβρό-
2762της ἐτροποποίησαν κατὰ πολὺ καὶ αὐτὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα.
2763Θέλω λοιπὸν ψηφίσει κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ῥούφου, τὴν
2764ὁποίαν δὲν ἀποδέχομαι· τὴν δέχομαι ὅμως ὡς πρότασιν κοι-
2765νοβουλευτικὴν, ἀνταποκρινομένην εἰς τῆς κυβερνήσεως τὴν πρό-
2766τασιν, καὶ ὡς ἱκανοποιοῦσαν ὅλην τὴν ἀντιπολίτευσιν.
2767§79ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν νομίζω ἀκριβῆ τὴν θέσιν τῶν ἀντα-
2768γωνιζομένων τὴν στιγμὴν ταύτην ἐδῶ· οὐδ’ ἀνήκει εἰς τὴν
2769πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου νὰ κατασκευάσωμεν
2770σήμερον ἓν δεδικασμένον, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ σκέπτεσθαι
2771τοῦ κ. Ζαΐμη. Δὲν ἐκλήθημεν ἐδῶ τὴν στιγμὴν ταύτην διὰ
2772νὰ δικάσωμεν καὶ νὰ κατασκευάσωμεν παραγραφὰς καὶ ἀπο-
2773λύσεις ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἰσέρχονται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ
2774κ. Ζαΐμη. Νομίζω δὲ, κύριοι, ὅτι καὶ ἡ ἰδέα τοῦ κ. Τρικούπη,
2775νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην μας ἢ τὴν ἔλλειψιν ἐμπι-
2776στοσύνης, καὶ ἐκείνη εἶναι βαρεῖα. Βεβαίως ἡ ἁβρότης πρέπει
2777νὰ ἐπικρατῇ, καὶ ἡ εὐλάβεια καὶ πρὸς τοὺς ἀντιπάλους ἀκόμη
2778πρέπει νὰ φαίνεται καὶ νὰ διαλάμπῃ. Ἂν ἑρμηνεύω καλῶς,
2779κ. πρόεδρε, τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου εἶναι, ὅτι καὶ
2780ἐκεῖθεν καὶ ἐντεῦθεν ἐννοοῦν οἱ κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἀρκοῦσι
2781τὰ λεχθέντα· καὶ διὰ μὲν τοὺς συμπολιτευομένους ἀρκοῦσι τὰ
2782λεχθέντα κατὰ τὸν τρόπον τῆς διανοίας αὐτῶν καὶ ὅπως
2783ἐμόρφωσαν τὴν συνείδησίν των· κατὰ δὲ τὸν τρόπον τοῦ σκέ-
2784πτεσθαι ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων, ἀρκοῦσα εἶναι ἡ μέχρι
2785τοῦδε ἐκτύλιξις εἴτε τῶν ἀσχημιῶν, εἴτε τῶν δικαιολογιῶν,
2786αἱ ὁποῖαι ἀντηλλάγησαν ἑκατέρωθεν. Λοιπὸν, ἂν ἑρμηνεύω
2787καλῶς τὸ πνεῦμα τῆς βουλῆς, τὴν στιγμὴν ταύτην νομίζω,
2788ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν «ἀρκουμένη ἡ βουλὴ εἰς τὰ λεχθέντα,
2789προχωρεῖ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».
2790§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσω-
2791μεν νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
2792§81ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ συζήτησις ἤρξατο ἐκ τῆς ἀπαντήσεως εἰς
2793τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅτε ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔφερεν ἄλλο ζή-
2794τημα, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· ἐξ αἰτίας τοῦ συμβάν-
2795τος τούτου, μοῦ φαίνεται, ὅτι εὑρίσκεται εἰς σύγχυσιν ἡ Βου-
2796λή. Ὅπως γνωρίζετε, κ. πρόεδρε, ὅταν τίθεται ζήτημα ἐμπι-
2797στοσύνης, ὑπάρχουν δύω τρόποι τοῦ ἐκφράζεσθαι εἰς ὅλα ἐν γέ-
2798νει τὰ κοινοβούλια· πρῶτον διὰ τῆς ἁπλῆς προτάσεως (que-
2799stion préalable) καὶ ἡ ἀπ’ εὐθείας κατηγορία (leblame) πρὸς
2800τὴν κυβέρνησιν. Εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν λέγομεν, ἡ
2801Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερη-
2802σίαν διάταξιν· εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἐκφέρει ἡ Βουλὴ ἐμμέσως
2803μομφήν τινα, διὰ πλαγίας φράσεως. Ἀλλὰ τώρα τί θέλει ἡ κυ-
2804βέρνησις; ἐννοεῖ, ὅτι θὰ ψηφίσουν καὶ τὸν βασιλικὸν λόγον οἱ
2805δεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥούφου, ἢ ἐννοεῖ μόνον, ὅτι θὰ
2806ἐκφράσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν, ἢ καὶ τἀνάπαλιν;
2807§82ΡΟΥΦΟΣ. Ἀπόῤῥοια τῆς γενομένης συζητήσεως εἶναι ἡ μέ-
2808χρι τοῦδε πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν δὲ μέλλουσαν θὰ
2809συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Περὶ τίνος θέλετε, κύ-
2810ριοι, ν’ ἀποφανθῶμεν σήμερον; Ἐὰν ἐγκρίνωμεν τὴν πολιτι-
2811κὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ μέλλοντι, περὶ τῆς ὁποίας οὐδὲν
2812γνωρίζομεν, περὶ τῆς ὁποίας οὐδεμία ἐγένετο συζήτησις, ἢ ἐὰν
2813ἐπιδοκιμάζωμεν τὴν μέχρι τοῦδε πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως,
2814εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὁποίας κατετρίψαμεν τοσοῦτον χρόνον;
2815Δὲν ὡμιλήσατε, κύριοι, περὶ τῆς μελλούσης πολιτικῆς τῆς Κυ-
2816βερνήσεως, διότι αὐτὴν δὲν τὴν γνωρίζετε, θὰ τὴν μάθητε
2817ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἔργων, ἐπὶ τῶν
2818ὁποίων τὸ ὑπουργεῖον θὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
2819Ὀφείλομεν σήμερον νὰ ἐκφέρωμεν ψῆφον μόνον περὶ τοῦ παρελ-
2820θόντος.
2821Κύριοι, ἔτυχε νὰ ἦμαι μέλος τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ πολλὰς
2822τῶν παρελθουσῶν περιόδων, ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι πάντοτε ματὰ
2823ὁμοίας συζητήσεις τοιαύτη πρότασις ἐψηφίζετο. Ὁ κ. Μαυρο-
2824μιχάλης κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπέβαλε πρότασιν, οὕ-
2825τω διατετυπωμένην (ἀναγινώσκει).
2826Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρό-
2827τασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω.
2828§83Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πάντοτε ἐπεκράτησεν ἐν τῷ Κοινο-
2829βουλίῳ ὁ κανὼν τῆς διακρίσεως τῶν θεμάτων, ἀναλόγως τοῦ
2830σκοποῦ ἢ τοῦ ἀντικειμένου τῆς συζητήσεως. Θὰ ἐνόουν ὅ,τι ἐ-
2831λέχθη, καὶ ἤθελον συμφωνήσει εἰς τὴν προταθεῖσαν διατύπωσιν
2832τοῦ θέματος, ἐὰν ἡ συζήτησις προήρχετο ἐξ ἐπερωτήσεως· τότε
2833βεβαίως ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετὰ
2834τὰ λεχθέντα. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως,
2835οὐδὲ κἂν περὶ εἰδικῆς ἐπερωτήσεως· πρόκειται περὶ καθαροῦ
2836ζητήματος ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον πρῶτος ὁ κ. πρωθυπουργὸς
2837ἔθεσε, καθὼς πολὺ λογικῶς καὶ συνεπῶς πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε
2838λεχθέντα εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης. Συνεζητήσαμεν ἀπὸ 12 ἡμε-
2839ρῶν περὶ τίνος; ὄχι μόνον περὶ διοικήσεως, ὄχι περὶ διαχειρί-
2840σεως, ὄχι περὶ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ ζητοῦμεν καὶ ἐ-
2841ξηγήσεις ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν περὶ τοῦ μέλλοντος, ἐρωτῶμεν
2842τί θὰ κάμετε εἰς τὸ μέλλον; Μᾶς λέγετε πρέπει πρῶ-
2843τον ν’ ἀποφανθῆτε περὶ τοῦ παρελθόντος ἡμῶν. Ἀλλ’
2844αὐτὰ πρέπει νὰ λέγωνται;
2845Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης εἶναι ἀ-
2846κέραιον, ἀφορᾶ καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον· δὲν δύνασθε
2847νὰ τὸ χωρίσητε. Χωρίζεται τὸ ζήτημα τοῦ παρελθόντος, ὅ-
2848ταν ἦναι εἰδικὴ κατηγορία ἐπὶ πεπραγμένων· ἀλλ’ ὅταν ἦναι
2849ἀόριστον τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, δὲν δύναται νὰ χωρισθῇ.
2850§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔχει βαρύτη-
2851τα· ἀπορῶ δὲ μάλιστα πῶς ἡ ἀντιπολίτευσις ὑποστηρίζει γνώ-
2852μην ἀντίθετον πρὸς ὅ,τι εἶπε. Τὶ εἴπομεν, κύριοι; ὅτι δὲν μᾶς
2853παρέχονται τὰ στοιχεῖα, ὅπως σχηματίσωμεν πεποίθησιν περὶ
2854τοῦ μέλλοντος, ἐνῷ δὲ ἡ Κυβέρνησις προτείνει ὅτι πρόκειται
2855περὶ τοῦ παρελθόντος, ἡμεῖς παραπονούμεθα!
2856Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν ὅπως διετυπώθη παρὰ τοῦ κ. Ῥούφου.
2857§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ
2858πρότασις περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ εἴπομεν, ὅτι τὸ ζήτημα
2859εἶναι ἀδιαίρετον, καὶ ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔφερα
2860παρατήρησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως, εἶναι, ὅτι ἐθεωρήσαμεν αὐτὴν
2861μὴ ἀνταποκρινομένην πρὸς τὴν συζητηθεῖσαν πρότασιν, τὴν ὁ-
2862ποίαν εἶχε διατυπώσει καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν ὅμως ὁ
2863κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, δὲν ἐ-
2864πιμένομεν· ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν περὶ τῆς ἐννοίας
2865τῆς ψήφου ἡμῶν, εἶναι ἀρκετή.
2866§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἀποσύρει τὴν πρότασίν του;
2867§87ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Μάλιστα.
2868§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ.
2869Ῥούφου: «Ἡ Βουλή, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν μέχρι τοῦδε πολι-
2870τείαν τοῦ ὑπουργείου, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
2871§89ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2872§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι Ναὶ,
2873οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
2874Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν
2875ἐπιτήρησιν τῶν Βουλευτῶν κ. κ. Ῥούφου καὶ Πετσάλη.
2876«Παραδέχεται ἡ Βουλή, ὅτι, ἐπιδοκιμάζουσα τὴν μέχρι
2877τοῦδε πολιτείαν τοῦ Ὑπουργείου, μεταβαίνει εἰς τὴν
2878ἡμερησίαν διάταξιν;»
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2879Λεωνίδας Μελετόπουλος Ο Παῦλος Καλλιγᾶς
2880Ἰωάν. Μεσσηνέζης Ο Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς Ο
2881Παντολ. Λογιωτατίδης Ο Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζὲς Ν
2882Λεωνίδ. Καρυστινάκης Ο Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς Ν
2883Νικόλ. Μαυροκορδάτος Ο Βλάσης Βαλτινός
2884Μιχαὴλ Δ. Καΐρης ἀρν.Ἀθανάσιος Ἴσκος Ν
2885Γεώργ. Τσώκρης Δ. Γρίβας
2886Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Ν Γ. Γεροθανάσης Ν
2887Γεώρ. Παππαλεξόπουλος Ν Χρ. Κατσικογιάννης Ν
2888Ἀνδρ. Ψύλλας Ο Βασίλ. Νικολόπουλος Ο
2889Δημήτρ. Ῥάλλης Ο Κ. Πλαπούτας
2890Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς Ἰωάννης Ῥοϊλός Ν
2891Τιμολέων Φιλήμων Ο Γεώργ. Μπούκουρας Ν
2892Θεόδ. Δηλιγιάννης Στυλ. Κασιμάτης
2893Κωνστ. Μαντζουράνης Ν Θεόδ. Θερμογιάννης Ο
2894Κ. Κοστονάκος Ο Ἀντών. Καρδαρᾶς Ν
2895Π. Πετροπουλάκης Ν Δημήτρ. Σταματόπουλος Ν
2896Ἰωάν. Ἀνδρίτσος Ν Θ. Καλλίτσης ἢ ΜαρούληςΟ
2897Κ. Ἀναγνωστόπουλος ἀρν Ἰωάν. Βαλασσόπουλος Ο
2898Ἰωάν. Γ. Κότταρης Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ν
2899Ν. Παπαμιχαλόπουλος Ν Ἀριστ. Τζιβανόπουλος Ν
2900Νικόλ. Θ. Ῥίτσος Ν Ἀναστ. Κορφιωτάκης
2901Ἰω. Καπιτσίνης Ν Δημήτρ. Κορφιωτάκης Ν
2902Γ. Μίλησης Ο Δημήτρ. Μελετόπουλος
2903Ἰω. Κ. Ζέρβας Ν Γ. Λάππας Ν
2904Γεώργ. Ζηκόπουλος Ν Ἀναστ. Κουτσοπέταλος Ν
2905Δημ. Χατζόπουλος Νικόλ. Μπουφίδης Ο
2906Δ. Βουλπιώτης Ο Σ. Βαλαωρίτης Ν
2907Σπ. Καραϊσκάκης Ξενοφῶν Βαλαωρίτης Ν
2908Σπυρ. Ῥώμας Ν Γερ. Σέρβος Ο
2909Κ. Λομβάρδος Ο Δημήτρ. Τσαμόπουλος Ν
2910Ἀναστ. Λούντζης Ο Ἀριστ. Ῥούκης ἀρν
2911Ἰω. Νέγκας Ἀλκ. Παπαλουκᾶς Ν
2912Ἰωάν. Βοῦλτσος Ν Χ. Χρηστόπουλος Ν
2913Γεώργ. Κρεστενίτης Ο Ἀλέξ. Πετρινός Ο
2914Στέφ. Στεφανόπουλος Ο Ἀναστ. Σεχιώτης Ο
2915Αὐγ. Πετραλιᾶς Ν Ἰω. Ταμπακόπουλος Ν
2916Ἀνδρ. Αὐγερινὸς Κωνστ. Ῥεβελιώτης Ο
2917Γ. Παππακυριακόπουλος Ο Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος
2918Θεμ. Δαραλέξης Ν Ἡλίας Κοσσονάκος Ο
2919Σπυρ. Κουκούλεζας ἀρν.Ἀθαν. Κατριβάνος Ν
2920Γεώργ. Πετούσης Ο Βασίλ. Βούτουνας Ν
2921Παναγ. Οἰκονόμου Ν Στέφανος Δραγούμης Ο
2922Πέτρος Α. Ζάννος Ν Δημήτρ. Πάγκαλος Ν
2923Νικόλ. Νομικός Ο Γεώρ. Σταμούλης Ο
2924Νικήτας Α. Συνοδινός Ν Σπ. Ζερβός Ν
2925Δημοσθένης Στάϊκος Ν Θεόδ. Ζερβός Ν
2926Κωνστ. Πεταλᾶς Ν Χαρίλ. Τρικούπης Ο
2927Ἀριστ. Οἰκονόμου Ο Νικόλ. Μακρῆς Ν
2928Ἀλέξ. Φωτήλας Ν Γεώρ. Τσάλας Ο
2929Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς Ο Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος
2930Σωτ. Ν. Πετιμεζᾶς Ν Κωνστ. Α. ΚουμουνδοῦροςΝ
2931Θρ. Ζαΐμης Ο Περικλῆς Μποῦτος
2932Περικλ. Γ. Πεῤῥωτής Ν Σπήλ. Ἀντωνόπουλος
2933Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας Ν Γ. Προβελέγιος Ν
2934Δημ. Τζάννες Ν Δημ. Κυριακίδης Ν
2935Δημ. Κάρτσωνας Ν Ἐλευθ. Μυκώνιος Ν
2936Ἀντών. Χατζηνικολῆς Ν Κωνστ. Κρίσπης Ν
2937Ἀλέξ. Ἀντωνάδης Ο Μιλτιάδης Βαρότσης Ν
2938Γεώρ. Καραβᾶς Ν Ν. Γ. Καλαντζόπουλος
2939Ἰωαν. Πεζᾶς Ο Γεώρ. Σισμάνης Ν
2940Γεώρ. Παππαγεωργίου Ν Ἀθ. Ῥοντήρης Ν
2941Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Ν Κωνστ. Φαρμακόπουλος Ν
2942Στυλιανός Βάλληνδας Ν Κ. Εὐθυμιόπουλος Ν
2943Νικόλ. Βασιλάκης Ο Ἀλέξ. Πετσάλης Ο
2944Ἀντών. Παλατιανός Ο Τηλέμαχος Ῥούκης Ν
2945Ἰάκωβος Πολυλᾶς Ο Κυριακ. Μαυρομιχάλης
2946Ἀναστ. Δημητριάδης Ο Δημήτριος Σαράβας Ο
2947Δημήτρ. Σταυρόπουλος Ο Ἀντ. Μαυρομιχάλης Ο
2948Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Ν Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης Ν
2949Ἰω. Δεληγιάννης Ο Ἀσημ. Χρηστόπουλος Ο
2950Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ν Ν. Λαμπρούλιας Ν
2951Σπυρ. Κοντολέων Ν Ζ. Α. Ζαρειφόπουλος Ν
2952Π. Κορωναίος Ο Ἀναστ. Δ. Νικοκάβουρας Ν
2953Π. Κωσταντᾶς Ν Στέφανος Σκουλούδης Ο
2954Θεόφιλος Π. Προβατᾶς Ἰω. Δούμας Ο
2955Γεώργ. Ἰακωβάτος Ο Ἰω. Ζαλλώνης Ν
2956Χαράλαμ. Ἰακωβάτος Ο Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
2957Νικόλ. Ἰακωβάτος Νικόλ. Δρόσος Ο
2958Νικόλ. Κάγκας Ν Σωτήρ. Σωτηρόπουλος Ν
2959Εὐθ. Κεχαγιᾶς Θ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ν
2960Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας Κανάρης Γιαλιᾶς Ν
2961Α. Σιμόπουλος Ο Γεώρ. Πατρίδης Ν
2962Λ. Καραλίβανος Ν Γεώρ. Στάϊκος Ο
2963Γ. Ῥούφος Ν Ἰωάν. Μεγαπάνος Ν
2964Α. Ῥικάκης ἀρν.Γ. Σ. Κοριζῆς Ν
2965Ἀριστομ. Κοντογούρης Ο Χριστόδ. Α. Δουζίνας Ο
2966Δ. Πατρινός Γεώρ. Δ. Βούλγαρης Ο
2967Περικλῆς Καλαμογδάρτης Ο Ἔπαμ. Α. Κριεζῆς Ο
2968Νικόλ. Κουμανιώτης Ο Θεόδ. Ν. Γκίκας Ο
2969Νικ. Καράπαυλος Ν Λεωνίδας Τράκας Ο
2970Δημήτρ. Τριγγέτας Ο Ἀθανάσιος Χατζόπουλος Ν
2971Ἀθ. Μισυρλῆς Ν Κωνστ. Χατζῖσκος Ν
2972Εὐάγ. Ἀντύπας Ν Δημήτρ. Ζουλούμης Ο
2973Γ. Φλωριᾶς Ν Νικ. Εὐαγ. ΚοντογιάννηςΟ
2974Ἀναστ. Ζερβός Ν Ἀλέξ. Οἰκονόμου Ν
2975Μιχαὴλ Σκαβέντζος Ν Θεόδ. Φλογαΐτης Ο
2976Γεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Ν Βατίλ. Βουδούρης ἀρν.
2977Παντελῆς Μπούμπουλης Ν Μιχαὴλ Ἀβέρωφ Ν
2978Γεώρ. Λεωνίδας Ν Κωνστ. Ν. Παππανικολῆς
2979Ἰωάν. Γρυπάρης Ο Δημοσθ. Βρατσάνος Ν
2980Παντιᾶς Καράλης Ο
2981Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 176, ἐξ ὧν 99 ὑπὲρ τῆς προτάσεως,
298271 κατὰ, καὶ 6 ἠρνήθησαν· ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρό-
2983τασις. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
2984Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2985ὥρα 8½ μ. μ.